Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session Α› Sitting 55

1899.06.18

6,291 rows · 47,279 words · 3 tables · 359 turns

Date
1899.06.18
Presidency
Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΥ
Period
ΙΕ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1899)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55

τῆς 18 Ἰουνίου 1899.

(Παρασκευή).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Λαρίσῃ οἰνοπνευματοποιοὶ καὶ ποτοποιοὶ ἀπέστειλαν ὑπόμνημα πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν. Ἡ συντεχνία τῶν ἐν Πειραιεῖ ὑποδηματοποιῶν δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξαιτεῖται τὴν ἀκύρωσιν τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου ἢ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐπιβληθέντος εἰς τὰ μέλη αὐτῆς φόρου ἐπιτηδεύματος. Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ἁγίας Λαύρας διὰ ψηφίσματός του ἐκφράζει τὴν εὐχὴν, ὅπως τὰ Καλάβρυτα ἀποτελέσωσιν ἴδιον νομόν. Κάτοικοι Χριστοῦ καὶ Ἁγίου Νικολάου τοῦ δήμου Κρίσσης τῆς Ἀμφίσσης δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως χαρισθῇ αὐτοῖς ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, λόγῳ ὅτι ἐζημιώθησαν ἕνεκα τῆς ἀνομβρίας. Οἱ ἐν Βονίτσῃ πρόσφυγες Καμαρινιῶται διὰ τηλεγραφήματός των ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῶν διὰ τὴν πατρικὴν ὑπὲρ αὐτῶν μέριμναν τῆς Βουλῆς.

§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναφορὰν τῶν Καμαρινιωτῶν παρακαλῶ νὰ ἀποστείλητε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι εἶναι ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν.

§3Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶχον ἀνάγκην τῆς ὑπομνήσεως, διότι ἐνθυμοῦμαι τὴν εὔγλωττον ὑμῶν ἀγόρευσιν. Τὴν προσεχῆ Δευτέραν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θέλει ὑποβάλει τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πέρρος ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§5Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Πρὸ μηνὸς περίπου εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν γνωμοδότησίν τινα τοῦ ἁρμοδίου νομικοῦ συμβούλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔρχεται συνήθως εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω παράπονον καὶ ἀναπτύξω τὸ θέμα μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέδωκε μίαν ἐγκύκλιον κατὰ Ἀπρίλιον ἐνεστῶτος ἔτους, καθ’ ἣν, στηριζομένην ἐπὶ γνωμοδοτήσεως τοῦ νομικοῦ συμβούλου, οἱ καταταχθέντες ἐθελουσίως μὲ βαθμὸν ὑπαξιωματικοῦ ἐπὶ τριετεῖ ὑποχρεώσει κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπιστρατείαν, ἤτοι μετὰ τὴν 1 Μαρτίου 1897, καὶ συμπληρώσαντες ἤδη πραγματικὴν διετῆ ὑπηρεσίαν, δύνανται τῇ αἰτήσει των ν’ ἀπολυθῶσι τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην περιορίζεται ἡ ἀπαλλαγὴ μόνον εἰς τοὺς φοιτητὰς τοὺς καταταχθέντας ὡς ὑπαξιωματικούς, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἵτινες κατετάχθησαν ὡς ἐθελονταὶ καὶ δι’ οὓς δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐκδοθῆ τὸ διάταγμα, καθ’ ὃ ἠδύναντο νὰ καταταχθῶσιν ἐφ’ ὅσον διήρκει ἡ ἐπιστράτευσις, δὲν διαλαμβάνει ἡ ἐγκύκλιος, καὶ διὰ τοῦτο παραμένουσιν ἔτι οὗτοι ἐν τῷ στρατῷ. Ὅσοι κατετάχθησαν μετὰ τὸ διάταγμα ἀπηλλάγησαν, ἀλλ’ οἱ πρὸ τοῦ διατάγματος καταταχθέντες ὡς ἁπλοῖ στρατιῶται ἀποκλείονται κατὰ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, ἐνῷ κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον δὲν ἀπολαμβάνουσί τι πλειότερον οἱ καταταχθέντες ὡς ὑπαξιωματικοὶ ἀπὸ τοὺς καταταχθέντας ὡς στρατιώτας, εἶναι δὲ πολλοὶ τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ διετίαν καὶ ἄγουσιν ἤδη τὸν πέμπτον μῆνα τοῦ τρίτου ἔτους, καὶ ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν τοὺς ἀπαλλάσσει, στηριζόμενος, ὡς προεῖπον, εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου. Συνέπεσε νὰ ᾖναι, ὡς ἐπληροφορήθην, ὑπαξιωματικὸς τῆς τοιαύτης κατηγορίας ὁ υἱὸς τοῦ νομικοῦ συμβούλου, καὶ ὁ κ. νομικὸς σύμβουλος ἐκδίδει γνωμοδότησιν διὰ τοὺς καταταχθέντας μόνον ὡς ὑπαξιωματικούς, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς, ἐκδίδει ἐγκύκλιον. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ ἴδω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ νομικοῦ συμβούλου, ποῦ στηριζόμενος οὗτος εὗρεν ὅτι διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς εὑρίσκεται ἡ διέξοδος, διὰ τοὺς ἁπλοῦς δὲ στρατιώτας δὲν εὑρίσκεται. Ἐὰν τὰ ἐπιχειρήματα τῆς γνωμοδοτήσεως ᾖναι ἱκανὰ νὰ ἀπαλλάξουν τῆς διετοῦς ὑποχρεώσεως τὴν μίαν κατηγορίαν, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐεργετικὴν ταύτην διάταξιν τῆς ἐγκυκλίου ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐπὶ τοὺς ἄλλους. Καὶ μίαν ἄλλην παράκλησιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἀλλ’ εἶχον ὑποβάλει αἴτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινάς. Ἤθελον νὰ παραστήσω, ὅτι ἡ ἐπαρχία Κυνουρίας εἶναι ὑπὸ χείρονας ὅρους ἀπὸ πάσας τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, αἵτινες καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποκτῶσι τὸ προνόμιον ἰδίας περιφερείας καὶ διὰ τῶν παραστάσεων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρεστάθησαν ὡς δικαιούμεναι νὰ τύχωσι τῆς περιφερείας ταύτης. Ἐζήτησα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 14 Ἰουνίου νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Πόσαι δημόσιαι ἢ ἐπαρχιακαὶ ἢ βαταὶ ὁδοὶ ἔχουσι συντελεσθῆ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας ἀπὸ τῆς πρωτευούσης αὐτῆς (Καρπενησίου) εἰς τὰς ἄλλας γειτονικὰς ἐπαρχίας, ἢ καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων δήμων τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας. 2) Πόσαι αἱ ἀποστάσεις ἀπὸ τοῦ Καρπενησίου καὶ τῶν πρωτευουσῶν τῶν ἄλλων δήμων τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας μέχρι Μεσολογγίου. 3) Πόση ἡ ἀπόστασις ἀπὸ Γυθείου μέχρι Σπάρτης, καὶ ὁποία τις ἡ μεταξὺ τῶν δύο τούτων πόλεων συγκοινωνία. 4) Πόσαι καὶ ποῖαι δημόσιαι, ἐπαρχιακαὶ ἢ βαταὶ ὁδοὶ ἔχουσι κατασκευασθῆ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κυνουρίας ἀπὸ τῆς πρωτευούσης αὐτῆς (Λεωνιδίου) εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἢ εἰς τοὺς ἄλλους δήμους τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας, καὶ 5) Πόση ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ Λεωνιδίου καὶ τῶν πρωτευουσῶν τῶν δήμων Μαριοῦ, Σελινοῦντος καὶ Γλυπίας μέχρι Τριπόλεως. Αἱ πληροφορίαι αὗται, αἱ ὁποῖαι μάλιστα καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἦσαν ἀπαραίτητοι, δὲν προσήχθησαν. Ἐν ταύτοις ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Κυνουρίας εἶναι πολὺ χείρων τῆς Εὐρυτανίας καὶ ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ ἐδικαιοῦτο νὰ τύχῃ ἡ Κυνουρία ἰδίας διοικητικῆς περιφερείας ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην.

§6Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ ἓν πέρας εἰς τὴν κατάστασιν τῶν διαθεσίμων, τῶν κρατουμένων εἰσέτι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Εἶναι πρόδηλος ἡ ἀδικία, ἡ ὁποία γίνεται εἰς αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς, οἱ ὁποῖοι καὶ ὑπηρέτησαν καὶ ἐπλήρωσαν τὰ νόμιμα τέλη, οὐχ ἧττον ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ δέκα ἢ ἕνδεκα μῆνας. Ἐπιβάλλει καὶ ὁ νόμος καὶ ἡ φιλανθρωπία τὴν ἀπαλλαγήν των. Ἐπειδὴ δὲ χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται ἀρρήκτως μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιστρατεύσεως, φρονῶ ὅτι εἶναι παρῳδία νὰ διατηρῆται ἀκόμη ἐπιστράτευσις ἐν Ἑλλάδι, καὶ πρέπει νὰ ἀρθῶσι μαζῇ αἱ δύο αὐταὶ καταστάσεις. Ἔχω καὶ ἑτέραν παράκλησιν νὰ ὑποβάλω. Προκειμένου νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν προξενικῶν προσόντων, τῶν μισθοδοσιῶν τῶν προξένων κλπ., παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν δύο δικογραφίας, τὴν μὲν ἀφορῶσαν τὸν ἐν Σμύρνῃ δικηγόρου Φωτιάδην, τὸν καταγγείλαντα τὸν Πρόξενον Σμύρνης, καὶ ἀδίκως, ὡς λέγουσι, καὶ πρὸς ἐκδίκησιν ὑπὸ τοῦ καταγγελθέντος Προξένου φυλακισθέντα. Δεύτερον νὰ γνωρίσωσιν ἡμῖν τ’ ἀποτελέσματα ὑποθέσεως δικηγόρου τινὸς ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅστις κατήγγειλε τὰς ἐκεῖ Προξενικὰς ἀρχὰς διὰ διαφόρους πράξεις, καὶ ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, γραμματεύοντος τοῦ κ. Κροκιδᾶ, διέταξεν ἀνακρίσεις, ἀντὶ ἱκανοποιήσεως ὁ μηνυτὴς εὑρέθη κατηγορούμενος, καὶ διὰ δῆθεν πειθαρχικὸν παράπτωμα ἐπέβαλεν αὐτῷ τὸ Προξενικὸν δικαστήριον τὴν ἀνωτέραν τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, δηλαδὴ ἕξ μηνῶν παῦσιν ἀπὸ τοῦ ἐπαγγέλματός του. Ἀνέγνωσα τὴν ἀπόφασιν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὴν ἀναγνώσῃ καὶ αὐτὸς ἐπισταμένως καὶ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πρὸς γνῶσίν του. Εἶναι δὲ ἔγγραφον στιγματίζον τὴν Δικαιοσύνην. Ὡσαύτως παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ προσκομίσῃ τὰ πολυθρύλητα ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως Ράπα. Γνωρίζω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ὁ κ. Καββαδίας ἦλθεν ἤδη ἀπὸ τὴν Κρήτην.

§7Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ἐκ νέου καὶ μεταγραφῆς τῶν ἐγγεγραμμένων ὑποθηκῶν καὶ προσημειώσεων καὶ μεταγραφῶν εἰς τὰ ἀπολεσθέντα ἢ ἐν μέρει καταστραφέντα βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν δήμων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι».

§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 319). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μπασιᾶς, Καπετανάκης καὶ Τυπάλδος ἀπὸ κοινοῦ ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 320).

§10Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ εἰς παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν περίοδον ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ὅσον ἀφορᾷ τὰ εἰσιτήρια ἀτμοπλοϊκῶν, σιδηροδρομικῶν καὶ τροχιοδρομικῶν ἑταιρειῶν. Τοιοῦτο νομοσχέδιον ὑποβάλλω σήμερον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου σκοπεῖται πρὸ παντὸς ἡ ἁπλοποίησις τοῦ καταλογισμοῦ καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν εἰσιτηρίων, ὅπως καὶ τὸ Δημόσιον λαμβάνῃ τὰ δικαιώματά του καὶ αἱ ἑταιρεῖαι μὴ ὑποβάλλωνται εἰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπερβαίνουν συνήθως τοῦ προσωπικοῦ τὴν ἐπάρκειαν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι σχεδὸν ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν προηγουμένην Βουλευτικὴν περίοδον.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 321).

§12ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.

§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ διασώσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐν κινδύνῳ ἕνεκα τῆς ἀπωλείας τῶν βιβλίων, νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι καὶ ἐπεῖγον. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θέλει ἔχει δυσκολίαν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησίς τις, τεθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἂν ὅμως πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις, συζητηθῇ ἀμέσως μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους.

§14Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πρὸ δύο μηνῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μίαν ἀπόφασιν τοῦ εἰρηνοδίκου Αὐλῶνος ἐπὶ διαφορᾶς μεταξὺ δύο κοινοτήτων. Προεκάλεσα ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶχον δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως ἤθελε γνωρίσει τὸ ποιὸν τοῦ εἰρηνοδίκου αὐτοῦ· εἰς μάτην ὅμως· μέχρι τοῦδε οἱ δύο δῆμοι, οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ εἰρηνοδίκου ἐκείνου, ἤτοι ὁ δῆμος Αὐλῶνος καὶ ὁ δῆμος Κονιστρίων, ἀνέμενον μεταβολὴν τοῦ προσώπου τοῦ διαχειριζομένου τὴν δικαιοσύνην. Γνωρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι βαρέως φέρουσιν οἱ κάτοικοι τῶν εἰρημένων δήμων τὴν διατήρησιν τοῦ νῦν εἰρηνοδίκου, γνωρίζω αὐτῷ, ὅτι ὑφίσταται ἓν εἶδος δικαιοστασίου εἰς τοὺς δύο ἐκείνους δήμους, διότι οὐδεμίαν ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην ὁ ῥηθεὶς εἰρηνοδίκης. Φρονῶ ὅτι καθῆκον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προβῇ ὡς τάχιστα εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ δικαιοστασίου αὐτοῦ, διότι εἶναι λυπηρότατον, προκειμένου περὶ τόσῳ σοβαρῶν πράξεων, δι’ ἃς προσκομίζονται ἐπίσημοι ἀποδείξεις τῆς ἀνικανότητος, εἰ μή τι ἄλλο, τῶν διαχειριζομένων τὴν δικαιοσύνην, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ κωφεύῃ. Γινώσκω, ὅτι συνεπεία καταγγελιῶν κατὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος εἰρηνοδίκου ἐξεδόθησαν βουλεύματα παύοντα πρὸς καιρὸν τὴν ποινικὴν καταδίωξιν· φρονῶ δὲ, ὅτι τὰ τοιαῦτα βουλεύματα κατὰ δικαστικοῦ προσώπου εἶναι βουλεύματα βαρύτατα, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον μετάθεσιν πρέπει νὰ προκαλέσουν ὡς τάχιστα, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμωρίαν τοῦ δικαστικοῦ προσώπου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορῶσι.

§15Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς πρὸς τὴν ἀναφορὰν, ἡ ὁποία μοὶ ἐπεδόθη, διέταξα τὰ δέοντα πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα. Δὲν εἶναι δὲ ἀκόμη καιρὸς νὰ ἀναγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὴν Βουλήν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ζητουμένην παῦσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται εἰρηνοδίκου, γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. συνάδελφος τίνες αἱ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦσι τὴν παῦσιν ἑνὸς δικαστικοῦ προσώπου. Ὡς πρὸς τὴν μετάθεσιν, θὰ ληφθῇ φροντίς.

§16Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐν τῷ δήμῳ Ταμινέων καὶ ἐν τῇ πεδιάδι τοῦ Δύστου ὑφίσταται ἡ λίμνη ἡ καλουμένη Δύστος. Ἡ λίμνη αὕτη, τῆς ὁποίας τὰ ὕδατα εἶναι στάσιμα, ἔχει μεταβάλει τοὺς ὑγιεινοὺς ὅρους ὅλων τῶν πέριξ εἰς ἀκτῖνα δύο τουλάχιστον ὡρῶν. Ἐκεῖ οἱ θάνατοι ἐπέρχονται πυκνότατοι, ὅσον εἰς οὐδὲν ἄλλο μέρος τῆς Ἑλλάδος. Ἕνεκα τῶν συνθηκῶν τούτων αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐθεώρησαν καθῆκον ἑαυτῶν, ἵνα μεριμνήσωσι περὶ ἀποξηράνσεως τῆς περὶ ἧς πρόκειται λίμνης, καὶ ἀπέστειλαν μηχανικούς, ὅπως ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα. Αἱ ἐκθέσεις τῶν διαφόρων ἐκείνων μηχανικῶν, ἐξ ὧν ἄλλαι μὲν σώζονται ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄλλαι δὲ δὲν σώζονται, αἱ ἐκθέσεις ἐκεῖναι καταλήγουσιν εἰς τὸ ὅτι δὲν εἶναι δυσχερὴς ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης. Ὑφίσταται μάλιστα ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων τάφρος, δι’ ἧς τὰ ὕδατα ἐχύνοντο πρὸς τὴν θάλασσαν, τὴν βορείως τῆς Εὐβοίας· ἡ τάφρος ἐλειτούργει ἐπὶ τουρκοκρατίας, δὲν ἠξεύρω δὲ πῶς, ἕνεκα τῆς ἀμελείας τῶν ἐκεῖ τοπικῶν ἀρχῶν, ἡ τάφρος αὕτη ἐπιχωσθεῖσα ἔπαυσε νὰ λειτουργῇ, καὶ τοιουτοτρόπως τὰ ὕδατα ἔχουν ἤδη συγκεντρωθῆ ἐκεῖ, σεσηπότα καὶ μεταδίδοντα τὸν θάνατον εἰς ὅλους τοὺς πέριξ κατοίκους. Πέριξ τῆς λίμνης ἐκείνης κατοικοῦσι 3,835 ψυχαί, κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσημον ἀπογραφήν. Εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα σπανίως οἱ ἄνθρωποι φθάνουσιν εἰς ἡλικίαν 60 ἐτῶν, ἐνῷ πέραν τῆς ἀκτῖνος τῶν μερῶν ἐκείνων βλέπετε ἀνθρώπους φθάνοντας εἰς ἡλικίαν 100 μέχρις 110 ἐτῶν. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα πρὸς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους κατοίκους, τῶν ὁποίων ὁ βίος εἶναι ἀφόρητος. Ἐκτὸς τοῦ ἑλειογενοῦς πυρετοῦ οἱ κώνωπες εἰς τοσοῦτον πλῆθος ἐκεῖ συγκεντρώνονται, ὥστε εἰς τὰ χωρία αὐτὰ οἱ κάτοικοι εἶναι ἠναγκασμένοι πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου νὰ γευματίζωσιν, εὐθὺς δὲ καὶ πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου νὰ κατακλίνωνται, ἐπιμελῶς κλειόμενοι εἰς κουνουπιέρας, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνῃ τις μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἔξω. Οἱ κώνωπες δίκην νέφους ἀκρίδος ἐπιπίπτουσι, καθιστῶντες τὸν βίον ἀφόρητον. Εἶναι δὲ τὸ ἔργον τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης λίαν εὐχερές, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομομηχανικοῦ κ. Σούτσου, διότι δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη δαπάνη, καὶ νομίζω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Σούτσου τὴν ἔκθεσιν, θέλει πεισθῆ ὅτι εἶναι τόσον εὐχερὴς ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης αὐτῆς, ὥστε μεῖζον καθίσταται τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ ἀφήσῃ τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους πληθυσμοὺς νὰ καταμαστίζωνται ὑπὸ τῶν νόσων καὶ τῆς δυστυχίας.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγγραφῆς ἐκ νέου καὶ μεταγραφῆς τῶν ἐγγεγραμμένων ὑποθηκῶν καὶ προσημειώσεων καὶ μεταγραφῶν εἰς τὰ ἀπολεσθέντα ἢ ἐν μέρει καταστραφέντα βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν δήμων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι).

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως, κατ’ ἄρθρον, τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους.

§19ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅσοι φρονοῦσιν, ὅπως ἡμεῖς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὄχι μόνον ἄσκοπον εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβές, καθῆκον ἔχουσιν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι βεβαία ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νὰ ἀγωνισθῶσι μέχρι τοῦ τελευταίου ὀχυρώματος, νὰ ἀντιτάξωσιν ὅλους τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους φρονοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ τόπος, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι ὁ ἀγὼν ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις πολλάκις διεξάγεται μεταξὺ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ συμφέροντος, μεταξὺ τοῦ δικαίου καὶ τῆς πολιτικῆς βίας, καὶ πολλάκις κατισχύει τοῦ δικαίου καὶ τοῦ ὀρθοῦ ἡ πολιτικὴ βία καὶ τὸ συμφέρον· ἀλλ’ ὅταν τὸ δίκαιον ἀναγράφηται ἐν τοῖς πρακτικοῖς καὶ σπείρηται ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου δὲν βραδύνει νὰ γεννήσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι κακῶς ἡττήθη, καὶ θᾶσσον ἢ βραδύτερον νὰ κατισχύσῃ, καίτοι ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἓν δυστύχημα ἀκόμη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει καὶ τοῦτο τὸ μειονέκτημα, ὅτι θὰ ἐπιβραδύνῃ τὴν κατίσχυσιν τοῦ ὀρθοῦ· διότι σωρεύει ἐμπόδια τοπικῶν, κομματικῶν καὶ προσωπικῶν συμφερόντων εἰς τὴν μέλλουσαν ἀνόρθωσιν, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ (ὅπως θὰ ἀποδειχθῇ) ἐν τῇ πράξει τὸ σύστημα ἀνεπιτυχές. Διότι, ὅπως ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Κόκκινος, πολεμῶν τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως τῶν διοικήσεων, τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια ἔχουσι δημαγωγικὴν καταγωγὴν καὶ δημαγωγικοὺς σκοποὺς, καὶ διεγείρουσι πολλοὺς ὑπὲρ αὐτῶν, ἐνῷ δὲν δύνανται νὰ πείσωσι περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῶν. Ἔχομεν μίαν ἀπόδειξιν ἢ μᾶλλον δύο ἀποδείξεις περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος καὶ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, ὅπερ σήμερον γίνεται καταφανέστερον. Ὡς εἶναι βέβαιον, σκοπὸς τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος ἦτο ἡ εὔρυνσις τῶν ἰδεῶν τῶν πολιτῶν, ἡ συγχώνευσις τὼς πληθυσμῶν πρὸς ματαίωσιν τῶν ἐκ τοῦ τοπικισμοῦ ἐρίδων καὶ διεγέσεων καὶ τῶν τοπικῶν συμφερόντων, ἅτινα πάντα παραλύουσι τὴν πρόοδον παντὸς τόπου. Ταῦτα πάντα τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ἐπέτυχε παρ’ ἡμῖν, καὶ τὴν ἐπιτυχίαν του κατέδειξαν δύο τινά. Πρῶτον, ὅτι, ὅτε ἐψηφίσθη ἡ μεγάλη ἐκλογικὴ περιφέρεια, ἥτις περιελάμβανεν ὁλόκληρον τὸν πληθυσμὸν τοῦ νομοῦ, ὁ τόπος δὲν ἐξηγέρθη, διότι αἱ ἕξεις τῶν ἀνθρώπων εἶχον ἤδη ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος ἐξοικειωθῆ πρὸς ἀλλήλας, καὶ οἱ ἄνθρωποι οὐδόλως ἐδυσφόρησαν, διότι ἐθεώρησαν, ὅτι ἀπετέλουν ἕνα ἐκλογικὸν σύλλογον, κοινὰ ἔχοντα δικαιώματα, καθήκοντα καὶ συμφέροντα. Δευτέραν δὲ ἀπόδειξιν ἔχετε τὴν σήμερον ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου τούτου διεγερθεῖσαν ἔριν μεταξὺ τῶν διαφόρων τόπων, ἥτις ἀποδεικνύει, ὅτι, ἐνῷ ὑπὸ τὴν εὐεργετικὴν στέγην τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος τὰ τοπικὰ πάθη καὶ τὰ συμφέροντα, τὰ πολλάκις μέχρις ἀγριότητος φθάνοντα, εἶχον ὅλα κατευνασθῆ, σήμερον, μόλις ἐθίχθη τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως, ἀνεφάνησαν ταῦτα ἐν ὅλῃ αὑτῶν τῇ ἀπελπιστικῇ καὶ παραλυτικῇ ὁρμῇ. Ἔζησε τὸ νομαρχιακὸν σύστημα 75 ἔτη, καὶ μὲ ὅλας τὰς ἀτελείας αὐτοῦ καὶ μολονότι δὲν εἰσήχθη ὁλόκληρον, ὅπως ὀρθῶς παρετηρήθη, διότι ἀπ’ αὐτοῦ ἔλειπον τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, μ’ ὅλα ταῦτα μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ μέγας πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς δὲν εἶχεν εἰσδύσει εἰς τὴν διοίκησιν, τὸ σύστημα εὐηργέτει καὶ ἐξακολουθεῖ ἔτι εὐεργετικῶς λειτουργοῦν. Δὲν ἀπέτυχε δὲ κατὰ τὴν κυρίαν αὐτοῦ ἀποστολήν. Ἤκουσα πολλοὺς κατηγοροῦντας, καὶ δριμύτατα, τὴν διοίκησιν, καὶ εἶχον δίκαιον ἴσως ἐν πολλοῖς, ἀλλὰ τὸ σφάλμα δὲν ἦτο οὔτε εἰς τοὺς κατὰ τόπους διοικοῦντας, οὔτε εἰς τοὺς νόμους, ὑφ’ οὓς διώκουν οὗτοι, καὶ πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν ἑκάστῳ τὸ προσῆκον. Διότι, ἐὰν ἀποτυγχάνῃ πολλάκις ἡ διοίκησις καὶ ἐὰν πολλάκις καὶ ἡ δικαιοσύνη ἀποτυγχάνῃ, αἰτία εἶναι κυρίως τὸ κέντρον καὶ ὄχι μόνον τὰ πρόσωπα τὰ κατὰ τόπους ἀσκοῦντα τὴν διοίκησιν. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀδιάκοπος κατὰ τῶν ὑπαλλήλων μομφὴ μοὶ ἐνθυμίζει τὸ παρουσιαζόμενον φαινόμενον παρὰ τοῖς ἀνθρώποις καὶ τοῖς ζῴοις πολλάκις, ὅτι, ὅταν ἓν μέλος πάσχῃ, παραπονεῖται ὁ πάσχων κατὰ τοῦ μέλους αὐτοῦ, χωρὶς ν’ ἀναζητῇ, ἂν τὸ πάθος τοῦ μέλους ἐκείνου ἦναι ἀποτέλεσμα ἄλλου κεντρικωτέρου νοσήματος. Ὁ Nansen διηγεῖται, ὅτι ἐπυροβόλησε κατὰ ἄρκτου, τῆς ὁποίας ἡ σφαῖρα προσέβαλε τὴν σπονδυλικὴν στήλην, ἕνεκα τούτου δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ τὸ ζῷον, ὅπερ, ἀσχάλλον διότι τὰ ὀπίσθια ἄκρα αὐτοῦ δὲν ἠδύναντο νὰ κινηθῶσιν, ἐδάγκανε μετ’ ἀγριότητος αὐτὰ, ὑπολαμβάνον ὅτι ἐκεῖνα τῷ ἔπταιον, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ κινηθῇ. Νομίζω ὅτι καὶ ἡμεῖς, ἐπιτιθέμενοι διαρκῶς κατὰ τῶν ὑπαλλήλων, πάσχομεν τοιοῦτόν τι, καὶ δὲν ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τὸ σφάλμα, διὰ τὸ ὁποῖον παραλύει ἐδῶ ἡ διοίκησις, ἢ ἐκεῖ πάσχει ἡ δικαιοσύνη, ἔγκειται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον συντελοῦσιν εἰς τοῦτο τὰ πολιτικὰ συμφέροντα, τῶν ὁποίων τὴν κατάπνιξιν ἔπρεπε μᾶλλον νὰ ἐπιζητήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡμεῖς. Τὴν διοικητικὴν ὄψιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπερήσπισε μόνον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι οἱ ἄλλοι περιωρίσθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον, ἂν μὴ κατὰ τὸ ὅλον, εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ θεσμοῦ ὡς πρὸς τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ καὶ αἱ ὁμολογίαι τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δεικνύουσιν, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔφερε, δὲν ὑπόσχεται οὔτε ἀσφαλῶς, οὔτε κἂν κατὰ μείζονα ἐλπίδα, τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ. Σᾶς ὁμολογεῖ ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι τέλειον, σᾶς ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι ἓν μόνον βῆμα πρὸς τὰ πρόσω, σᾶς ὁμολογεῖ, ὅτι οἱ δῆμοι δὲν ὑφίστανται καὶ ὅτι τὰ 9/10 τῶν δήμων, δι’ ἔλλειψιν πόρων, εἶναι ἀνίκανα νὰ ὑπάρξωσιν ὡς νομικὰ πρόσωπα, σᾶς ὁμολογεῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνδέεται μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐπίσης ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀλλὰ, ὅταν παραδέχηται ὅτι δῆμος δὲν ὑπάρχει πλέον, παραδέχεται ὅτι δὲν ὑπάρχει νομαρχιακὸν σύστημα πλέον· διότι τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος τὸ τελευταῖον, ἀλλὰ τὸ εὐρύτατον, ἔρεισμα εἶναι ὁ δῆμος, ὁ δῆμος μὲ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ὁ δῆμος μὲ τοὺς πόρους αὐτοῦ, ὁ δῆμος μὲ τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καθήκοντα τοῦ δήμου, ἀλλὰ τοῦ Κράτους καθήκοντα, ἀνατεθέντα εἰς τὸν δῆμον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐκ ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι καθῆκον τοῦ δήμου, διότι αὐτὸ καὶ ἡ κατωτάτη ἐκπαίδευσις εἶναι δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις μετέδωκεν αὐτὰ εἰς τοὺς δήμους, καὶ εἰς ἀμοιβὴν τῆς ἀσκήσεως αὐτῶν ὑπεχρέωσε τοὺς δήμους νὰ καταβάλωσι τὴν δαπάνην· διότι, ἐὰν ἦσαν καθήκοντα τῶν δήμων, τὸ νὰ λέγῃ τὸ Κράτος «τὰ καθήκοντά σου λαμβάνω ἐγὼ, καὶ σὲ ὑποχρεώνω νὰ πληρώσῃς», εἶναι, νομίζω, ἀνωμαλία ἰδέας καὶ συστήματος· διότι ὁ ἔχων τὰ βάρη ἔχει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὰ δικαιώματα. Ὁ δῆμος, ὡς τρίτος βαθμὸς διοικήσεως, ἤσκει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν κατὰ χορηγίαν γενομένην πρὸς αὐτὸν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· ἅμα ὅμως ἐξέλιπεν ὁ δῆμος, ἔχετε ὁλόκληρον τὸ διοικητικὸν σύστημα, τὸ συγκεντρωτικὸν, ἔχετε ἕνα μόνον διοικοῦντα, δὲν ἔχετε ὅμως οὔτε ἀποκέντρωσιν, οὔτε αὐτοδιοίκησιν, ἀλλ’ ἔχετε συγκέντρωσιν καὶ ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῶν διοικούντων καὶ ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἐκ τούτου θέλετε ἴδει τὴν ὑπηρεσίαν αὐξάνουσαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὰ ζητήματα ὅλα λυόμενα ὑπὸ τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου διὰ τῆς ἐλαφρότητος τῆς συνήθους ἐκεῖ, καὶ τὴν διοίκησιν ὁλόκληρον ἀγομένην ἀπὸ τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ φαινόμενον αὐτὸ παρετηρήθη καὶ ἐπὶ τοῦ διοικητικοῦ συστήματος, καὶ πάντες ἀνωμολόγουν καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ τοιαύτη κατανομὴ καὶ λειτουργία τῆς διοικήσεως εἰς μικρὰς περιφερείας ἔφερε τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι τουτέστιν ἡ ὑπηρεσία ὅλη συνεκεντρώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ διοικητὴς δὲν ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ μόνος καὶ ἄνευ τῆς ἐντολῆς, εἰς τὰ πλεῖστα, τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι συνεσωρεύθη εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ἡ ὑπηρεσία, καὶ ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα ἐλύοντο κάκιστα. Εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ φέρει καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπὸ διοικητικὴν ὄψιν θέλετε ἴδει, ὅτι τὰ τοπικὰ συμφέροντα καὶ οἱ ἰσχυροὶ κατὰ τόπους θέλουν αὐτοὶ διοικεῖ, ὡς διώκουν καὶ ἐπὶ τοῦ διοικητικοῦ συστήματος, καὶ, ὅπως παρετήρησαν εἰς τὴν Γερουσίαν, ὅταν αἱ κατὰ τόπους ἐπιρροαὶ διοικοῦν, ἡ Κυβέρνησις δὲν διοικεῖ, ἀλλὰ διοικεῖται, δὲν ὁδηγεῖ, ἀλλὰ ἄγεται. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «οἱ νομοὶ δέονται ὀργανώσεως, οἱ δῆμοι δέονται ἀνοργανώσεως». Ἀλλ’ ἔπρεπε τότε ἐκεῖθεν νὰ ἄρξηται τῆς ἀνοργανώσεως καὶ τῶν μεταρρυθμίσεων. Διότι ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς διαιρέσεως τῶν νομαρχιῶν, εἶναι ὡς νὰ κατασκευάζῃ οἰκίαν δι’ ἄγνωστον ἔνοικον, εἶναι ὡς νὰ ἄρχηται τοῦ συστήματός του ἀπὸ τῆς κορυφῆς καὶ τῆς στέγης, ἡ δὲ τοιαύτη ἀπὸ τῆς κορυφῆς ἔναρξις μιᾶς ἐργασίας ὑπόσχεται τὴν πλήρη τοῦ συνόλου ἀποτυχίαν, ὅπως ὀρθῶς παρετήρησαν καὶ διὰ τοῦ Ἄρμανσπεργ τὴν οἰκονομικὴν ὀργάνωσιν, ὅστις ἤρξατο ἀπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ ὁποίου βλέπετε τὰ ἀποτελέσματα μέχρι σήμερον κατὰ πόσον εἶναι καρποφόρα ὑπὲρ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου. Εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὅσοι ὑποστηρίζουν τὰ ἐπαρχεῖα ἀνομολογοῦσι τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν νομαρχῶν· καὶ ἄλλοι μάλιστα εἶπον, ὅτι ἡ ὑποστήριξις τῶν ἐπαρχείων ἀποτελεῖ συγκέντρωσιν οἱονεὶ τῆς διοικήσεως. Βεβαίως πάντα ταῦτα εἶναι ἐσφαλμένα· ὁ νομὸς ὁ σήμερον ἡμῶν, λόγῳ πληθυσμοῦ, εἶναι ἴσος πρὸς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Κρατῶν τῶν καλῶς ὠργανωμένων, τῶν ὁποίων τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἦσαν κατὰ τὴν τοιαύτην κατανομὴν τοῦ Κράτους ὅμοια πρὸς τὰ σημερινὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἔκτοτε ἐβελτιώθησαν, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι καὶ ἐκεῖ ἐπαρχίαι μικρότεραι ἀπὸ ὅ,τι ἐγένοντο τότε. Εἴτε δεχθῆτε τοὺς ἐπάρχους ὡς μεσολαβοῦντα πρόσωπα, εἴτε δεχθῆτε αὐτοὺς ὡς φωτίζοντας ἢ ὀφθαλμοὺς τῆς διοικήσεως, οὗτοι δύνανται νὰ ἦναι χρήσιμοι ἐν μέτρῳ τινὶ ἴσως ὡς πρὸς τοὺς πολὺ εὐρεῖς νομοὺς, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἡ συγκοινωνία εἶναι δυσχερής. Διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔπαρχος μὴ ἀποτελῶν αὐτὸς βαθμὸν διοικήσεως, μὴ ἀσκῶν αὐτὸς ἰδίαν ἐξουσίαν, μὴ ἀσκῶν οὐδὲν ὁριστικὸν, ἀλλὰ πάντα ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν ἢ ἀπόκρουσιν τοῦ νομάρχου, αὐτὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς διοικῶν ἀμέσως, καὶ πάντοτε ὁ διοικούμενος θὰ ἔχῃ τὴν προσφυγὴν εἰς τὸν νομάρχην, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις θὰ λύῃ τὰς διαφοράς. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν, ἐνῷ ἐπάγεται τὴν τελείαν καταστροφὴν τοῦ δήμου καὶ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, (διότι εἶναι δύσκολον πλέον νὰ φέρῃ ἐπὶ τοῦ τάπητος καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ Πρωθυπουργὸς ζητήματα διαιρέσεως δημοτικῆς καὶ ζητήματα ἀνοργανώσεως, τὰ ὁποῖα θὰ διεγείρουν μείζονα ἔτι θόρυβον ἢ ὅ,τι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,) ἐνῷ ἐπάγεται τὴν τελείαν ἐξόντωσιν τῆς δημοτικῆς διοικήσεως καὶ τοῦ δήμου, θέλει ἐπαγάγει συγκέντρωσιν καὶ ἀτελῆ ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας τῆς διοικήσεως, θέλει φέρει ἐξέγερσιν τοπικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων καὶ κυβερνητικῆς λειτουργίας, καὶ αὔξησιν δαπανῶν μείζονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπελόγισαν ὅλοι, διότι καὶ τῶν Ὑπουργείων τὸ προσωπικὸν θὰ χρειασθῇ αὔξησιν, καὶ ἡ αὔξησις τῶν προσώπων θέλει φέρει αὔξησιν τῶν δαπανῶν, καὶ ἐν βραχεῖ χρόνῳ καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ κονδύλιον τῶν συντάξεων θὰ αὐξήσῃ. Ἠκούσατε δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγουμένου τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ εἰπόντος, ὅτι ἀπὸ ἑνὸς μόνον ἔτους 808,000 δρ. προσετέθησαν εἰς τὴν πίστωσιν τῶν συντάξεων. Αὗται αἱ κυβερνητικαὶ δοκιμαὶ, αἱ γινόμεναι συνήθως διὰ τῆς προσθήκης προσώπων, εἶναι ὀλέθριαι καὶ οἰκονομικῶς διὰ τὸ μέλλον, ὡς θέλω εἴπει βραδύτερον. Ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς διαιρέσεως τοῦ νομοσχεδίου παρουσιάζει ἓν φαινόμενον περίεργον, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν ὠργανωμένον Κράτος θέλει τις παρατηρήσει, νομοὺς ἀνίσους κατὰ καταπληκτικὰς δυσαναλογίας καὶ κατ’ ἔκτασιν καὶ κατὰ πληθυσμὸν καὶ κατὰ πόρους, δικαστικὰς περιφερείας διαφόρους τῶν διοικητικῶν, οἰκονομικὰς περιφερείας διαφόρους καὶ τῶν διοικητικῶν καὶ τῶν δικαστικῶν, στρατιωτικὰς διαφόρους καὶ τῶν τριῶν τούτων. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀνωμαλία περὶ τὴν κατανομὴν τοῦ Κράτους ὡς πρὸς τοὺς διαφόρους κλάδους ἐπάγεται δυσχέρειαν περὶ τὴν διοίκησιν καὶ φέρει πολλὰ κακὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παραλύουσι τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἤθελον εὐχηθῆ, ἂν ἦτο δυνατὸν καὶ εἶχεν ὡρίμους ἰδέας ἡ Κυβέρνησις περὶ ὀργανώσεως τῶν δήμων, πρὶν ἔτι λήξῃ ἡ Σύνοδος αὕτη, νὰ ἔφερεν ἐνώπιον αὐτῆς τὸ περὶ ἀνοργανώσεως τῶν δήμων σύστημά της, νὰ συζητήσῃ ὁμοῦ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν νομοσχέδιον, διότι τὰ δύο ταῦτα, ὡς καὶ τὸ περὶ ἀστυνομίας, ἀποτελοῦσιν ἓν σύνολον μετὰ τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἡ διοικητικὴ διαίρεσις ἔπρεπε μάλιστα νὰ ἦναι συνέπεια τῶν δύο ἐκείνων. Διότι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἀνοργανώσῃ τοὺς δήμους κατ’ ἄλλον τρόπον, νὰ ἀναστατώσῃ τὴν χώραν ὡς πρὸς τὴν δημοτικὴν διοίκησιν, ἐὰν πρόκειται νὰ ὀργανώσῃ τὴν ἀστυνομίαν κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ ὅπως οἱ μέχρι τοῦδε νόμοι διοργανοῦσιν αὐτήν, ἐὰν πρόκειται τὴν ἀστυνομίαν νὰ τὴν καταστήσῃ καθαρῶς διοικητικὴν καὶ νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν δῆμον, τότε ἠθέλομεν ἴδει, ὅτι αἱ διαιρέσεις, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον κάμνει, εἶναι διαιρέσεις ἀνεπιτυχεῖς, καὶ ὅτι ὤφειλε τὰς διαιρέσεις νὰ τὰς κάμῃ ὡς συμπλήρωμα τοῦ συστήματος καὶ πρὸς εὐκολίαν αὐτοῦ καὶ οὕτως εἰπεῖν πρὸς ἄνετον λειτουργίαν τῶν ἄλλων νόμων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν διοίκησιν. Ἀλλ’ ὡς προτάσσει τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, πράττει τι ἀνώμαλον, τὸ ὁποῖον θὰ παρεμποδίσῃ καὶ τὴν ἀνοργάνωσιν τῶν δήμων, ἐὰν καὶ αὐτήν ποτε ἀποπειραθῇ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀσχόλημα αὑτοῦ, θέλει δὲ ἡ τοιαύτη διαίρεσις καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ὀργανισμῷ τῆς ἀστυνομίας παρουσιάσει ἀνωμαλίαν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ διαίρεσις δὲν εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ὀργανώσεως, ἀλλ’ εἶναι ὁ οἶκος, ἐν ᾧ ὁ ὀργανισμὸς πρέπει νὰ τεθῇ, ἵνα ἀνέτως λειτουργῇ. Ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν δ’ ὄψιν τοῦ ζητήματος οἱ δύο ὑπερασπισταὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐδείχθησαν, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἕνεκεν ἀδυναμίας τοῦ θέματος, ὑποδεέστεροι ἑαυτῶν, καὶ ἀρκεῖ ν’ ἀναμνησθῇ τις τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν, ἵνα πεισθῇ, ὅτι δὲν εὗρον ἰσχυρότερα, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὸν θεσμὸν αὐτόν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι ὁ μὲν ἕτερος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὁ ὡς ἐπιστήμων ἄριστος, ἄνθρωπος δὲ πολὺ νοήμων καὶ μελετητικὸς καὶ ἐπιμελέστατος, τὸ θέμα τοῦτο τῆς προσθήκης δικαστηρίου εἰς Κόρινθον ἔχει ἀπὸ χρόνου πολλοῦ προσπαθήσει διὰ παντὸς τρόπου νὰ καταστήσῃ ἀποδεκτόν, χρησιμοποιήσας καὶ τὴν ὑπηρεσίαν αὑτοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς γενικοῦ γραμματέως, ὅσον ἠδυνήθη, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ θέματος τούτου. Καὶ ὅμως τὰ παρ’ αὐτοῦ κομισθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπιχειρήματα ἦσαν τοσοῦτον ἀπροσδοκήτως πενιχρὰ καὶ ἄνευ ἀξίας, ὥστε ἐθαύμασα, ἰδὼν ὅτι ἐζήτησε δι’ ἀριθμῶν νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτό, δι’ ἀριθμῶν ὄχι μόνον μὴ ἐχόντων ὕπαρξιν πραγματικήν, ἀλλὰ μηδαμῶς ἐκπροσωπούντων συστηματικήν τινα ἰδέαν ἢ ὑποστηριζόντων γνώμην τινὰ αὐτοῦ. Οὕτως, ὑποστηρίζων τὰ περὶ ἐγκληματικότητος, ἐζήτησε νὰ συναγάγῃ συμπεράσματα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μηνύσεων καὶ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων...

§20ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος.

§21ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. .. καὶ ἐκ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν, ἐνῷ ἡ δικαστικὴ ἐξέλεγξις τῆς ἐγκληματικότητος οὔτε εἶναι ἡ πηγὴ ἢ τὸ κύριον μέσον τῆς ἀνευρέσεως καὶ τῆς μορφώσεως στατιστικῶν πληροφοριῶν περὶ τῆς ἐγκληματικότητος, οὔτε πολὺ περισσότερον δύναται νὰ ἦναι ἡ μόνη πηγή. Καὶ γίνεται καταφανὲς τοῦτο, ὅταν ἀναλογισθῆτε, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἐγκλημάτων φέρονται ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ἄνευ μηνύσεων, διότι ἐξ ἐπαγγέλματος καταδιώκονται, καὶ ὅτι αἱ μηνύσεις, ἀφοῦ δὲν ἐκπροσωποῦσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγκλημάτων, δὲν παριστῶσι προσέτι οὔτε πραγματικὰ ἐγκλήματα πολλάκις, ὅτι, λέγω, αἱ μηνύσεις ἀφορῶσιν εἰς πταίσματα ἢ ἀνάγονται εἰς ἀξιοποίνους πράξεις, ἢ μικρὰς ἔριδας, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ὁ μέγας ἀριθμὸς αὐτῶν καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων δὲν εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξιον φαινόμενον, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγκλημάτων παριστῶσι. Τὰ δικαστήρια δὲν ζητοῦσι νὰ βεβαιώσωσι τὴν τέλεσιν ἐγκλήματος, ἀλλὰ τὴν ἀνακάλυψιν καὶ τὴν βεβαίωσιν τῆς ἐνοχῆς ὡρισμένων προσώπων· διὰ τοῦτο αἱ ἀποφάσεις δὲν μαρτυροῦσιν ἀριθμὸν ἐγκλημάτων. Ἡ ἀθωωτικὴ ἀπόφασις δὲν μαρτυρεῖ ὅτι δὲν ἐξετελέσθη ἓν ἔγκλημα, ἀλλ’ ὅτι ὁ κατηγορούμενος δὲν εἶναι ἔνοχος τοῦ ἐγκλήματος. Ἑκάστη ἀπόφασις δὲν μαρτυρεῖ τὴν τέλεσιν ἑνὸς ἐγκλήματος, διότι δι’ ἓν ἔγκλημα δύνανται νὰ ἐκδοθῶσι δέκα ἀποφάσεις κατὰ δέκα ἐνόχων τῆς αὐτῆς πράξεως διαδοχικῶς συλλαμβανομένων. Μία καὶ ἡ αὐτὴ ἀπόφασις δύναται νὰ βεβαιώσῃ δέκα ἐγκλήματα καὶ οὐχὶ ἕν, διότι πολλοὶ κατηγορούμενοι, ἢ μία συμμορία, ἔρχονται καὶ δικάζονται διὰ 30 ἐγκλήματα συγχρόνως, καὶ ἡ ἀπόφασις ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰ 30 ἐγκλήματα. Ποίαν χρησιμότητα λοιπὸν δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν καταγγελιῶν εἰς ἔλεγχον τῆς ἐγκληματικότητος εἰς ὡρισμένον τόπον; Ἀλλὰ τὸ στοιχειωδέστερον πάντων, τὸ ὁποῖον παρεῖδεν ἢ τὸ ὁποῖον δὲν ἐνεθυμήθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς, εἶναι, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Κακουργιοδικῶν δὲν ἀποδεικνύουσι τὴν ἐγκληματικότητα τοῦ τόπου, ἐν ᾧ τὸ δικαστήριον λειτουργεῖ, διότι εἰδικὸς νόμος παρ’ ἡμῖν ὁρίζει, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι διὰ κακούργημα δὲν δύνανται νὰ δικασθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ ἀσκοῦσι τὰ πολιτικὰ αὑτῶν δικαιώματα. Οἱ ἐξ Ἀθηνῶν καταγόμενοι λοιπὸν δικάζονται εἰς τὴν Ἄμφισσαν, εἰς τὴν Σῦρον, εἰς τὴν Χαλκίδα, εἰς τὴν Λαμίαν, καὶ οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Κακουργιοδικῶν τῶν Ἀθηνῶν δὲν μαρτυροῦσιν ἐγκληματικότητα τῶν Ἀθηνῶν. Πῶς λοιπὸν ἔκαμε λογαριασμοὺς, αὐτὸ βεβαίως εἶναι θαυμασμοῦ ἄξιον. Ἀφίνω τώρα εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, μετὰ τὴν κατάδειξιν τῶν τοιούτων τῆς στατιστικῆς τοῦ ἀτελειῶν καὶ σολοικισμῶν, ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ συνάδελφος. Ἐπεκαλέσθη καὶ αὔξησιν τῆς ἐργατικότητος τῶν δικαστῶν, καθ’ ὅσον ἐργάζονται εἰς μικρότερα δικαστήρια. Πρὸς τοῦτο δὲ ἠκολούθησε σύστημα ἰδιοφυὲς καὶ προσοχῆς ἄξιον. Ἀνέμιξε πάσας τὰς ἐργασίας καὶ ἀποφάσεις, ἀδιακρίτως ἂν ἦναι ἐρήμην ἢ κατ’ ἀντιμωλίαν, — καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ ἐρήμην ἀποφάσεις εἶναι τῶν γραφείων ἔργα. — Ἀνέμιξε βουλεύματα, ἀνακρίσεις, καὶ ἀπὸ τοῦ συνόλου αὐτῶν ἐξήγαγεν ἕνα ἀριθμὸν, ὃν διῄρεσε μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν καὶ συνήγαγε συμπέρασμα, ὅτι ἐν τοῖς ἐπαρχιακοῖς καὶ μικροῖς δικαστηρίοις πλειότερον ἐργάζονται οἱ δικασταὶ παρὰ ἐν τοῖς μεγάλοις δικαστηρίοις. Εἶναι τόσον καταφανὲς τὸ παιγνιῶδες ἀριθμητικὸν αὐτὸ κατασκεύασμα, ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην κανεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ τὸ ἀναιρέσω. Ἠδύνατο, ἂν ἤθελε νὰ ἴδῃ τὸ ὅριον, νὰ παρατηρήσῃ πόσαι πολιτικαὶ ἀποφάσεις, οὐχὶ ἐρήμην, ἀλλὰ κατ’ ἀντιμωλίαν, ἐκδίδονται παρ’ ἑκάστῳ δικαστηρίῳ, καὶ ἤθελεν ἴδει τότε τὴν ἀναλογίαν. Ἔλαβον, ὡς πρόχειρον, τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ 1899 καὶ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ 1898, ἐν συγκρίσει, ἐκ τῶν τελευταίων φύλλων τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», καὶ παρετήρησα ὅτι ἡ ἀναλογία τῆς ἐργασίας τῶν δικαστῶν ἐν τοῖς μικροῖς καὶ τοῖς μεγάλοις δικαστηρίοις εἶναι τοιαύτη περίπου: Ἐν Ἄρτῃ ἕκαστος δικαστὴς ἐξέδοτο τῷ 1898 ἀποφάσεις τοιαύτας 14, καὶ τῷ 1899 ἐξέδοτο 9· ἐν Λευκάδι ἐξέδοτο ἕκαστος δικαστὴς 9 μὲν τῷ 1898, τῷ δὲ 1899 μόνον 8. Ἐν Ζακύνθῳ 10 μὲν τῷ 1898, 4½ δὲ τῷ 1899. Ἐν Κυπαρισσίᾳ 21 τῷ 1898 καὶ 11 τῷ 1899. Ἐν Ἀθήναις 67 τῷ 1898 καὶ 62 τῷ 1899. Ἐν Τριπόλει 30 τῷ 1898 καὶ 17 τῷ 1899. Ἐν Ναυπλίῳ 19 τῷ 1898 καὶ 26 τῷ 1899, καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Ἐν τοῖς μικροῖς δικαστηρίοις, ἂν μὲν τοποθετήσητε νέους ἐπιστήμονας καὶ ἀφήσητε αὐτοὺς πολὺν χρόνον, οὗτοι, δι’ ἔλλειψιν ἐργασίας, θὰ ἀπολέσωσιν ὅ,τι ἔμαθον, διότι ἡ ἐπιστήμη ἡ νομικὴ ἔχει ἀνάγκην διαρκοῦς καλλιεργείας καὶ μελέτης, καὶ θὰ μαράνητε τὰς γνώσεις καὶ τὸν νοῦν αὐτῶν καὶ θὰ τοὺς καταστήσητε ἀνικάνους νὰ ἐργασθῶσιν εἰς πολυμελέστερα δικαστήρια· ἂν δὲ τοποθετήσητε τοὺς μᾶλλον πεπειραμένους, βεβαίως ἀδικεῖτε τὰς πολλὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνάγκην πεπειραμένων δικαστῶν διὰ νὰ διεξάγωνται. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, νὰ προσαγάγῃ σημείωσιν περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν μηνύσεων, τῶν βουλευμάτων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν 5 πρὸ τοῦ πολέμου ἐτῶν τοῦ 1896, 1895, 1894, 1893 καὶ 1892. Ἤθροισα τοὺς ἀριθμοὺς τῶν δικαστηρίων, περὶ ὧν ἔφερε σημειώσεις, καὶ συνήγαγον ἀναλογίαν τῶν μηνύσεων πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν Πλημμελειοδικῶν, καίτοι δ’ ὅλαι αἱ μηνύσεις ἀφεώρων εἰς πλημμελήματα, ἐκ τῶν μηνύσεων τούτων ἐξεδικάσθησαν πολλῷ πλειότεραι εἰς τὰ μεγάλα δικαστήρια ἢ εἰς τὰ μικρά. Οὕτως ἐκ τῶν μηνύσεων Κορινθίας ἐξεδικάσθησαν 87½% ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου Ναυπλίας, ἐκ τῶν τοῦ Ἄργους 96,4%, ἐκ τῶν Σπετσῶν 91,3%· ἐνῷ ἐν Λευκάδι ἐξεδικάσθησαν 68,2%, ἐν Ζακύνθῳ μόνον 81%, ἐν Ἄρτῃ 75% περίπου. Ἄλλων δικαστηρίων πληροφορίας δὲν εἶδον. Εἰς τὰ μικρὰ δικαστήρια δηλαδὴ καὶ ἡ διεξαγωγὴ τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων εἶναι ἀτελεστέρα ἢ εἰς τὰ μεγάλα. Ἀλλὰ μήπως εἰς τὰ περὶ δαπάνης ἦσαν ἀσφαλέστεραι αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. συναδέλφου; Παρέλειψε νὰ προσθέσῃ τοὺς τρεῖς ἀμίσθους κλητῆρας, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἀπαραιτήτως ἕκαστον δικαστήριον. Παρέλειψε νὰ ὑπολογίσῃ ἀντεισαγγελέα, ἔλαβε τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν τῶν μικροτέρων δικαστηρίων, τριῶν δικαστῶν καὶ τοῦ Προέδρου. Ἡ ἀτέλεια τῆς λειτουργίας τῶν μικρῶν δικαστηρίων εἶναι καὶ ἕνεκα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν πρῶτον, μία ἐκ τῶν ἐποχῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐργάζονται τὰ δικαστήρια, εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς ἀνοίξεως· ἀλλὰ τότε εἷς ἐκ τῶν δικαστῶν κατ’ ἀνάγκην ἀπασχολεῖται εἰς τὴν στρατολογικὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ ἕνα ἢ ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦναι ἡ περιφέρεια τοῦ νομοῦ· δεύτερον εἷς τῶν δικαστῶν ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἀπασχολῆται διαρκῶς εἰς τὴν Ἀνάκρισιν, ἐὰν δὲ συμπέσῃ (καὶ δὲν δύναται παρὰ νὰ συμπέσῃ) νὰ ἐργάζηται καὶ Κακουργιοδικεῖον, ὅπερ ἐργάζεται κατὰ τοὺς 10 μῆνας ἐκ τῶν 12, οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων ἢ τοῦ Πλημμελειοδικείου, τὸ ὁποῖον πρέπει τότε νὰ ἀργῇ, ἢ τοῦ ἀστικοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀργῇ. Ἐὰν δὲ συμβῇ ἐξ ἀσθενείας ἢ οἱασδήποτε αἰτίας νὰ κωλύηται εἷς δικαστής, ὁλόκληρος ἡ λειτουργία τῶν δικαστηρίων παραλύεται. Ὁ ἐλάχιστος λοιπὸν ὅρος τῶν δικαστῶν, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ὑποθέσητε καὶ μὲ κακὴν λειτουργίαν, εἶναι οἱ πέντε δικασταὶ καὶ ὁ Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὴν ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίαν. Ἐὰν δὲ κάμητε τοιοῦτον ὑπολογισμὸν, τότε πρέπει ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ νὰ προσθέσητε ἀκόμη τὸν μισθὸν τῶν δύο δικαστῶν, ἤτοι δέκα ἐν ὅλῳ, καὶ ἐπαρκεστέρου προσωπικοῦ κατωτέρων ὑπαλλήλων, καὶ θέλετε εὕρει, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσι 45,000 δραχ. περίπου ἀκόμη. Ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶπον, θὰ προκαλέσῃ δαπάνην πολλῷ μείζονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπελόγισεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, φθάσας μέχρι 500,000 δραχμῶν, καὶ παραλείψας τοὺς μισθοὺς τῶν 11 ἱεροκηρύκων, οἵτινες θὰ προστεθῶσι καὶ οἵτινες θ’ ἀπαιτήσωσι δαπάνην δραχ. 33,000, πρὸς δρ. 250 ἕκαστος κατὰ μῆνα. Ἐπίσης οὐδεμίαν ὑπελόγισε δαπάνην περὶ τῶν γραφείων τῶν νομομηχανικῶν καὶ περὶ τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ λειτουργία τῶν γραφείων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συσταθῶσιν. Ὅλαι δὲ αὗται αἱ δαπάναι ἀθροιζόμεναι ἀναβιβάζουσι τὸ ποσὸν, ὅσον ἐγὼ ὑπελόγισα, εἰς 800 χιλιάδας δραχ. Ἀλλ’ ἐλησμόνησα τὸν ἀγαπητὸν ἐκ Λεβαδείας συνάδελφον, ὅστις ὑπερασπίζων τὸ νομοσχέδιον ἐνόμισε καλὸν νὰ μὴ ἐπικαλεσθῇ ἄλλο ἐπιχείρημα ἢ τὴν εἰκόνα τῆς διεξαγωγῆς ἐπ’ ἀκροατηρίου τῶν δικῶν τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐν Ἀθήναις. Κατὰ τὸ θέρος τοῦτο εὑρισκόμενος εἰς Ναύπλιον, ἐν συνομιλίᾳ μετά τινος τῶν ἐκεῖ ἐφετῶν ἐπέμεινα στιγματίζων τὸ κακὸν τοῦτο τῆς ἐν ταχύτητι διεξαγωγῆς τῆς διαδικασίας τῶν πλημμελειοδικῶν, διότι ἡ τοιαύτη διεξαγωγὴ δεικνύει τὴν ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν ἀδιαφορίαν πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ κατηγορουμένου. Σπεύδουσι πολὺ οἱ δικασταί, καὶ τὴν σπουδὴν αὐτὴν τὴν ἐκδηλοῖ ἕκαστος Πρόεδρος κατ’ ἄλλον τρόπον, κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἰδιοσυγκρασίαν. Τὸ παράδειγμα δὲ, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὡς ἀπόδειξιν ὑπερτάτην τῆς κακῆς λειτουργίας τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων ἕνεκα πολλῆς ἐργασίας, εἶναι ὅτι ἕνα μηνυτὴν ἐξέλαβεν ὁ Πρόεδρος ὡς κατηγορούμενον. Ἦτο Πρόεδρος ἐξόχως μύωψ καὶ ἴσως καὶ ὀλίγον νευρικὸς, ἦτο δὲ καὶ εἷς μηνυτὴς τοσοῦτον βλὰξ, ὥστε δὲν εἶπεν ὅτι ἦτο μηνυτής. Τὴν σύμπτωσιν τῶν δύο τούτων ἔφερε μόνον παράδειγμα καὶ μόνον ἐπιχείρημα. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι διὰ τριακονταδιετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως ὁ ἴδιος ὡμολόγησε, τὸ χαρτοφυλάκιόν του εἶναι πολὺ πενιχρὸν εἰς ἀνέκδοτα δικαστικὰ, ἂν τοῦτο μόνον ἔχῃ. Ἀλλὰ μήπως ἡ διεξαγωγὴ αὕτη τῶν δικῶν ἐν τοῖς μικροῖς δικαστηρίοις δὲν γίνεται ἐπίσης γοργή; Μήπως τοῦτο δὲν εἶναι γενικὸν φαινόμενον τῆς ἀδιαφορίας ἡμῶν πρὸς πάντα ἐν γένει τὰ σπουδαῖα καθήκοντα ἡμῶν, ὥστε ἅμα δὲν ἐνδιαφερώμεθα ἀμέσως καὶ προσωπικῶς νὰ ζητῶμεν διὰ σπουδῆς νὰ τὰ διεξάγωμεν; Καὶ τί ἄλλο ἀποδεικνύουσιν αἱ συζητήσεις αἱ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἢ τὴν σπουδὴν αὐτὴν, αἱ συζητήσεις, δι’ ἃς οἱ ὑπουργικοὶ φωνάζουσιν «εἶναι περιττὸν νὰ τὰ λέγητε· ἀφήσατε νὰ πᾶμε παρακάτω· τί θέλετε νὰ τὰ συζητῶμεν;» Καὶ πρόκειται περὶ νομοσχεδίων διαφέροντος ὑψίστου. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι ἡ λειτουργία αὕτη τῶν Πλημμελειοδικείων, τὴν ὁποίαν περιέγραψεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν εἶναι χειροτέρα τῶν συζητήσεων τῶν γινομένων ἐντὸς τῆς Βουλῆς συνήθως. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο λόγος πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικαστηρίων, ἢ εἶναι λόγος καλῆς λειτουργίας καὶ τῆς προδικασίας καὶ τῆς ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων διαδικασίας; Τὰ Πλημμελειοδικεῖα ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ λειτουργῶσι διαρκῶς ἐν Ἀθήναις, καὶ πρέπει ἓν τμῆμα ὁλόκληρον νὰ ἦναι διαρκῶς ἀπησχολημένον εἰς τὴν ἐπανορθωτικὴν δικαιοσύνην· ἀλλὰ πρέπει ἡ ἐπανορθωτικὴ δικαιοσύνη νὰ ἐλαφρυνθῇ κατὰ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τῆς ἐργασίας αὐτῆς, ἀποδιδομένων τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, τῶν ἐπαγομένων ποινὴν μέχρις ἑνὸς ἔτους, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Εἰρηνοδικείων, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἐφέσεως. Ὅλαι αἱ φορολογικαὶ παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀφθονώταται παρ’ ἡμῖν, ὅλαι αἱ μικραὶ κλοπαί, ὅλαι αἱ μικραὶ φθοραὶ κινητῶν, ὅλαι αἱ δασικαί, ὅλαι αἱ μικραὶ ἔριδες καὶ οἱ μικροὶ τραυματισμοὶ δέον νὰ παραπεμφθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δικάζῃ αὐτάς, ὑποκειμένων εἰς ἔφεσιν τῶν ἀποφάσεών του, τῶν ἐπαγομένων ποινὴν φυλακίσεως ἄνω τοῦ μηνός. Γνωρίζω ἐπίσης τῆς δικαιοσύνης τὰ σόλοικα μέρη, καὶ τὰ γνωρίζω δυστυχῶς πολύ, διότι καὶ πολλὰς ὑποθέσεις ὑπερήσπισα καὶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον παρὰ τοῖς δικαστηρίοις ἀσκῶ τὴν δικηγορίαν, ἀλλ’ ἀποδίδω αὐτὰ ὄχι τόσον ἢ κἄν ὄχι μόνον εἰς τῶν προσώπων τὴν ἀτέλειαν, ὅσον καὶ εἰς τῆς κεντρικῆς διοικήσεως τὴν ἀμέλειαν περὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν δικαστῶν καὶ τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπ’ αὐτῶν. Ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων δὲν ἐλειτούργει ἐπὶ πολύ, καὶ πολλῶν ἐγένετο τοῦτο ἀφορμὴ παρεκτροπῶν. Ἐσκέφθην μάλιστα ἄλλοτε, ἂν ἔπρεπε νὰ προκληθῇ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις εὐρεῖα περὶ τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης, διότι φρονῶ πάντοτε, ὅτι πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα ἀπαλλαγῇ ἡ Δικαιοσύνη ἀπὸ τῆς μομφῆς, τὴν ὁποίαν συνήθως ἕνεκα προσώπων τινῶν, περιλαμβανομένων ἐν τῷ σώματι τῷ δικαστικῷ, ποιοῦμεν ἐν τῇ Βουλῇ καθ’ ὅλης τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ γείνῃ σκέψις, ἂν πρέπῃ ν’ ἀποβληθῶσιν ἀπὸ τῆς Δικαιοσύνης τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἀφορμὴ τοιούτων μομφῶν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πολυάριθμα, ἀλλ’ ὀλίγα· ἀλλὰ ἐπείσθην, ὅτι τοῦτο πρέπει μὲν νὰ γείνῃ ἔργον Ὑπουργείου θέλοντος νὰ ἀνορθώσῃ τὴν Δικαιοσύνην, δὲν πρέπει ὅμως νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποδίδωμεν διαρκῶς μομφὰς κατὰ τοῦ δικαστικοῦ σώματος ὁλοκλήρου ἢ τῆς Δικαιοσύνης· δὲν πταίει αὐτή, ἐὰν ἀτελῶς ἐφορεύηται, ἐὰν κακῶς διοικῶσιν αὐτὴν τὰ Ὑπουργεῖα. Κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῆς δικαιοσύνης πότε ἐτηρήθη κανὼν δικαιοσύνης; Μήπως αἱ μεταθέσεις γίνονται καθ’ ὑπαγόρευσιν δικαιωμάτων καὶ δικαίου τινός; μήπως αἱ προαγωγαὶ γίνονται κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὑπαγορευόμενον κανόνα; Ἴσως εἶναι ὁ μόνος κλάδος, τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις στερεῖται τῆς ἰδιότητος τῆς δικαιοσύνης, καίτοι εἶναι ὁ κλάδος, ὅστις καλεῖται ν’ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην τῇ κοινωνίᾳ. Βλέπετε καλὸν δικαστήν, ἐκδιωκόμενον διότι δὲν ἤρεσεν ἐδῶ, ἢ διότι κατὰ σύμπτωσιν συμβαίνει νὰ ἔχῃ συγγενῆ μὴ ἀρέσκοντα εἰς τὸν κυβερνῶντα. Βλέπετε δικαστὴν ἄλλον κακόν, διαρκῶς εἰς τοὺς προθαλάμους τῶν ἰσχυρῶν διατρίβοντα, καὶ προαγόμενον ἕνεκα τούτου, καίτοι ἀνίκανον, καίτοι ἄχρηστον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἡ τοιαύτη τῆς Δικαιοσύνης κακὴ διοίκησις εἶναι ὄχι βεβαίως ἡ μόνη, ἀλλὰ μία τῶν κυριωτέρων ἀφορμῶν παρεκτροπῶν· διότι, ἐὰν ᾐσθάνετο αὕτη, ἐὰν ᾐσθάνοντο οἱ δικασταί, ὅτι ἐφορεύονται ἀγρύπνως καὶ αὐστηρῶς ὑπὸ τοῦ κυβερνῶντος τὸν κλάδον, σᾶς βεβαιῶ ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ θὰ ἦσαν πολὺ ὀλιγώτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρατηροῦμεν. Βεβαίως καὶ ὁ Ὀργανισμὸς ὁ δικαστικὸς καὶ ἡ Δικονομία ἐν πολλοῖς δέονται βελτιώσεως, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ Δικαιοσύνη ἔχει ἀνάγκην διοικήσεως ἐν δικαιοσύνῃ, καὶ ταύτης στερεῖται. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς εἶπε «δέχομαι τὴν ἀρχήν, ὅτι ὁ καλὸς δικαστὴς ἐν δικαστηρίῳ μεγάλῳ δὲν δύναται νὰ ἦναι κακὸς ἐν δικαστηρίῳ μικρῷ ἐργαζόμενος». Σφάλλεται. Διότι ὁ δικαστής, ὁ εὑρίσκων ἐργασίαν ἄφθονον, ὁ φιλοτίμως καὶ ἐν ἁμίλλῃ ἐργαζόμενος, βεβαίως ἐν τῇ ἀφθονίᾳ τῆς ἐργασίας ἀναδεικνύει τὰς ἀρετὰς αὑτοῦ, ἐν δὲ τῇ ἐρημίᾳ ἐργασίας ἀπόλλυσι καὶ αὐτὴν τὴν ὄρεξιν πρὸς μελέτην. Ἀλλὰ προσέτι μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «Μήπως εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν ἐλειτούργουν Πρωτοδικεῖα εἰς ἑκάστην τῶν μικρῶν νήσων; καὶ ὅμως ἐλειτούργουν καλῶς». Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ παράδειγμά του ἦτο ῥιζικῶς ἀπροσφυὲς, διότι οἱ δικασταὶ τοῦ Ἰονίου Κράτους καὶ κατὰ μόρφωσιν, πλὴν μικροῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, ἦσαν ὑποδεέστεροι τῶν ἐπιστημόνων ἡμῶν· λόγῳ ἄλλως πνευματικῆς μορφώσεως δὲν ἦτο καλλίτερος ὁ δικαστικὸς κλάδος ἐκεῖ, ἀλλ’ ἦτο ὑπέροχος ἡ ἐκεῖ διοίκησις. Ἐδῶ δὲν ἔχει διοίκησιν, διότι ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς τοῦ Ἰονίου Κράτους καὶ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἰργάζοντο οἱ δικασταὶ ἐκεῖ, ἀπέχουσι τόσον πολὺ τῶν παρ’ ἡμῖν, ὅσον ἀπέχουσι καὶ οἱ μισθοὶ ἑκατέρου Κράτους. Ὁ μισθὸς τοῦ εἰρηνοδίκου τοῦ Ἰονίου Κράτους ἦτο ἴσος τῷ μισθῷ τοῦ παρ’ ἡμῖν ἀρεοπαγίτου, διότι ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖ ἐλάμβανεν 80 τάλληρα, ὁ δὲ ἀνακριτὴς 120 τάλληρα, ἤτοι πλέον ἢ ὅσον ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου παρ’ ἡμῖν. Καὶ ἐν τοσούτῳ τὸ Ἰόνιον Κράτος, καὶ ἂν εἶχε δῆθεν δικαστήρια εἰς τὰς μικρὰς νήσους, ὅμως λόγῳ ἀριθμοῦ δικαστῶν, λόγῳ προσωπικοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἀριθμὸν προσώπων πολὺ μικρότερον τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν ἔχει σήμερον ἡ Ἑπτάνησος ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ἡμῶν· ἦσαν δὲ Πρωτοδικεῖα τριμελῆ καὶ μονομελῆ, ἀλλὰ τὰ τριμελῆ συνεκροτοῦντο ἀπὸ τὸν δικαστὴν τοῦ ἀρχείου, ὅστις ἐξετέλει καὶ χρέη εἰρηνοδίκου. Τὰ δικαστήρια ἐκεῖ, τὸ ἀνώτατον Συμβούλιον μάλιστα, εἶχεν, ἐκτὸς τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, τῆς τῶν ἐφέσεων τῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν ἀποφάσεων, καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, εἶχε τὴν ἀναθεώρησιν, ὡς ἀκυρωτικόν, ὅλων τῶν ἀποφάσεων, εἶχε τὴν κατ’ ἔφεσιν ἐκδίκασιν ὅλων τῶν πλημμελημάτων, τῶν ἀπό τινος ποινῆς καὶ ἄνω, καὶ ὅλων τῶν κακουργημάτων καὶ τῶν ἀστικῶν ἀποφάσεων, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ὑπερέβαινε, δὲν ἠξεύρω πόσας λίρας. Μὲ τόσην πληθὺν ἐργασιῶν τὸ ὅλον προσωπικὸν τοῦ Ἰονίου Κράτους, ἀνώτατον Συμβούλιον, Πρωτοδικεῖα πολυμελῆ καὶ μονομελῆ καὶ Εἰρηνοδικεῖα, ὅλοι ἐν γένει οἱ δικασταὶ ἦσαν 36. Ἔλαβον δὲ τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν δικαστῶν, ὅσους ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ ἀνώτατον Συμβούλιον, οὐχὶ μόνον διὰ τὴν συμπεπληρωμένην αὐτοῦ συγκρότησιν, ὡς ἔλεγον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπεκτεταμένην, ὡς λέγει ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων ἐκείνων· ἦτο δὲ ἡ ἐπεκτεταμένη συγκρότησις, ὅταν διωρίζοντο ὑπὸ τῆς Γερουσίας τέσσαρα ἔκτακτα μέλη. Λοιπὸν καὶ μὲ τὰ 4 αὐτὰ, τὰ ἐκτάκτως διοριζόμενα, μέλη ἦσαν 11 τὰ μέλη τοῦ ἀνωτάτου Συμβουλίου, τὰ δὲ ἄλλα, τουτέστιν οἱ δικασταί, οἱ λεγόμενοι τῶν ἀρχείων, οἱ πρωτοδίκαι, οἱ Πρόεδροι, οἱ εἰρηνοδίκαι, ἦσαν 25 εἰς ὅλας τὰς νήσους, ὥστε οἱ ὅλοι δικασταὶ ἦσαν 36 καὶ τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν, ἤτοι κατώτεροι ὑπάλληλοι, ἦσαν 25. Σήμερον δὲ, καθ’ ἡμᾶς, οἱ ἐφέται μετὰ τῶν Προέδρων, οἱ πρωτοδίκαι μετὰ τῶν Προέδρων, οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ πταισματοδίκαι εἰσὶν ἐν ὅλῳ 48, τουτέστιν ἔχομεν ἡμεῖς σήμερον 12 πρόσωπα πλειότερα, καὶ τὸ προσωπικὸν τὸ ὑποδεέστερον σήμερον εἶναι 51 ὑπάλληλοι, —ὑπελόγισα δὲ τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων—ἐνῷ ἐπὶ τῆς Ἰονίου Πολιτείας ἦσαν μόνον 25. Ἂν δ’ ἐγίνετο ὑπολογισμὸς τῶν μισθῶν, ἠθέλετε ἴδει, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν 36 αὐτῶν ἦσαν ποσοῦ τριπλασίου τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσιν οἱ σημερινοὶ δικασταὶ ἡμῶν. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δεῖται ὀλίγου προσωπικοῦ, ἀλλὰ καλῶς μισθοδοτουμένου, ἀλλὰ καὶ καλῶς καὶ αὐστηρῶς ἐφορευομένου ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας 6.

§22ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Δὲν ἀπαιτοῦνται.

§23ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅπως εἶναι ὁ ὀργανισμὸς ὁ ἰδικός μας, βεβαίως 6 ἀπαιτοῦνται. Μὲ τὰ καθήκοντα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνονται, βεβαίως περισσότερον ἀπαιτεῖται νὰ λειτουργήσωσιν, ὅσον ὀλίγη καὶ ἂν ἦναι ἡ ἐργασία των. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τῶν Πλημμελειοδικείων ποινικὴν ἐργασίαν πολλὴν, ἐπεκτείνοντες κατὰ τοῦτο τὴν δικαιοδοσίαν τῶν εἰρηνοδικῶν, οὓς ὅμως πρέπει νὰ ἔχητε ἰσοδυνάμους καὶ ἰσοτίμους πρὸς τοὺς πρωτοδίκας. Λοιπὸν τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον προὐξένησεν αἴσθησιν καὶ εἰς ἐμὲ, —τὸ ὁμολογῶ,—δὲν ἦτο πρόσφορον οὔτε ἐφαρμόσιμον ἐν τῷ θέματι ἡμῶν. Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει τὸ ἁπλούστατον τοῦτο: Ἡμεῖς ἔχομεν μικροὺς νομοὺς ἐν Ἑλλάδι, καὶ μικρὰ δικαστήρια· ἔχομεν δύο τοὐλάχιστον νομοὺς, τὸν τῆς Ζακύνθου καὶ τὸν τῆς Ἄρτης· πῶς ἐλειτούργησαν αὐτοί; Ἠδυνήθησαν νὰ μᾶς φέρωσιν ἓν παράδειγμα μιᾶς περιόδου, ἔστω καὶ λίαν βραχείας, καθ’ ἣν αἱ μικραὶ αὗται νομαρχίαι ηὐδοκίμησαν; Ἀκριβῶς δὲ ἡ μὴ εὐδοκίμησις τῶν μικρῶν αὐτῶν νομῶν δὲν εἶναι ἡ καταδίκη τῆς ἰδέας τοῦ περιορισμοῦ τῶν περιφερειῶν;

§24ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον αὐτό.

§25ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι ἀποδεδειγμένον. Καὶ ὅταν θελήσητε, μετάβητε ἐπὶ τόπου, ἐξετάσατε, καὶ θὰ ἴδητε πανταχόθεν ὁμολογούμενον τοῦτο καὶ παρ’ ὑμῶν ἀντιλαμβανόμενον. Ἀλλ’ εἶναι μία ἄλλη ἔποψις σχετικὴ πρὸς τὸν χρόνον τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν γίνονται τοιαῦται μεταρρυθμίσεις ἐσωτερικαὶ, πρέπει νὰ ἦναι ἐποχὴ ἤρεμος καὶ γαληνιαία, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ δύναται καὶ καλῶς νὰ μελετᾶται ἑκάστη τῶν μεταρρυθμίσεων καὶ εὐπρόσδεκτος νὰ γίνηται ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἡ ἐποχὴ δὲ, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι, νομίζω, ἥκιστα ἁρμοδία πρὸς τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ κάμω σκιερὰς εἰκόνας, οὔτε νὰ φανῶ ἀπαισιόδοξος περὶ τῆς καταστάσεως ἡμῶν σήμερον. Δὲν πρέπει ὅμως κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταστροφῆς τοῦ 1897 ἔφεραν εἰς ὅλων τῶν πολιτῶν τὴν συνείδησιν καὶ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς λειτουργίας τῆς κοινωνίας, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τοὺς κλάδους τῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους, φαινόμενα πολὺ δυστυχῆ. Ὁ πυρετὸς ἐκεῖνος ἐξακολουθεῖ, καὶ ἡ κατάπτωσις, ἡ ἀνησυχία περὶ τοῦ μέλλοντος εἶναι κατάφωρος· τὸ δὲ νομοσχέδιον ἐπιτείνει τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε περὶ τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἦναι ἐν ἁρμονίᾳ καὶ ἑνότητι, ἐν τῇ ἠρεμίᾳ τῇ προσηκούσῃ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε περὶ τῶν ἄλλων κλάδων. Θέλω ὅμως ἐρωτήσει: Διατὶ μετὰ τὴν τοιαύτην καταστροφὴν ἐγέννησε τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸν τὸν πειρασμὸν τῶν τοπικῶν ἐρίδων καὶ ἐρεθισμῶν, αὐτὴν τὴν δίψαν τῶν τοπικῶν συμφερόντων, αὐτὴν τὴν πληγὴν τὴν νέαν, ἡ ὁποία θὰ ἦναι πληγὴ καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τῆς ὁποίας διαρκῶς θ’ ἀπαιτῶνται ὅλα, ὅσα τὰ δικαιώματα ἑνὸς νομοῦ δύνανται νὰ ἀξιῶσιν; Ἐνόησεν, ὅτι, ἐνῷ ταῦτα θὰ ἐφαρμόζῃ, θὰ γεννῶνται νέαι ὀρέξεις προσθήκης καὶ ἄλλων, καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ εὕρῃ ἐν τῷ ἔργῳ της τὴν χειροτέραν φαγέδαιναν ἀφ’ ὅσας μέχρι τοῦδε ἐγέννησεν ἡ δημιουργία νέων θέσεων καὶ νέων ἀναγκῶν; Ἐὰν ἦσαν εὔκολοι αἱ μεταρρυθμίσεις τῶν διαιρέσεων, δὲν θὰ ἐλογίζετο μέγα τὸ ἔργον τῶν μεγάλων ἀναμορφωτῶν τῆς κατανομῆς ἑνὸς Κράτους. Μία μεταρρύθμισις εἶναι μία ἐπανάστασις κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ταραχώδης. Τοιαύτην συγκίνησιν ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ σήμερον ὁ τόπος; Φαίνεται σήμερον, ὅτι ἡ ὁδὸς τῆς ἐπιψηφίσεως ἐξωμαλίσθη καὶ θὰ ἐπιτύχῃ αὐτὴν τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ τὰ μεγάλα κακὰ θὰ γεννηθῶσιν οὐχὶ ἐν τῇ ψηφίσει, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ ἰδίως ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ νόμου. Ἐρρήθη ὅτι, ὅσα γίνονται σήμερον, ἐγένοντο καὶ ἐν Γαλλίᾳ τῷ 1790, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Γαλλίας. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, τίς τῶν συναδέλφων εἶπε τοῦτο. Σᾶς εἶπον ὅτι καὶ τότε ἔριδες καὶ τότε διαμαρτυρίαι καὶ τότε παράπονα ἐγεννήθησαν· «καὶ σήμερον σεῖς (εἶπε δι’ ἡμᾶς) ἐκπροσωπεῖτε τοὺς ἀνθισταμένους καὶ τότε εἰς τὴν μεταρρύθμισιν ἐκείνην». Ἀλλὰ τότε ἦτο ἐπανάστασις καὶ ἀρχὴ ἀνδρικῆς καὶ γοργῆς ἀκμῆς. Σήμερον δὲ ἡμεῖς ζητοῦμεν εἰρήνην μετὰ συμφορᾶς μεγάλας. Ἄλλως δὲ ὁ τὴν παραβολὴν ποιησάμενος ἤλλαξε τὰς θέσεις ἡμῶν. Ἡμεῖς ζητοῦμεν ὅ,τι ἡ Συνέλευσις ἡ Γαλλικὴ ἐψήφισε τῷ 1790, τὸ δὲ νομοσχέδιον ζητεῖ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης σκότος, τὸ πρὸ τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος καθεστώς. Τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ νὰ αὐξήσῃ τὰς διαιρέσεις τὰς τοπικὰς καὶ νὰ ἐπιτείνῃ τὴν ἰσχὺν τῶν μικρῶν τοπικῶν συμφερόντων, οὕτω δὲ νὰ δυσχεράνῃ τὴν διοίκησιν. Ἡμεῖς δὲ οἱ ἀμυνόμενοι ὑπὲρ θεσμοῦ, ὅστις εἰς ὅλα τὰ Κράτη καλῶς ἐφαρμοσθεὶς κάλλιστα ἐλειτούργησεν, ἡμεῖς ἀμυνόμεθα ὑπὲρ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ ἀληθὴς πρόοδος ἑνὸς τόπου ἐπιβάλλει, ὑπὲρ ἐκείνου, ὅπερ ἡ Συνέλευσις ἐζήτει. Σεῖς λοιπὸν ζητεῖτε τὴν ὀπισθοδρόμησιν καὶ ἡμεῖς τὴν πρόοδον. Ὅπως ὅλοι παρετήρησαν, τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ἔχει ἀρχαίαν καταγωγὴν, διότι τὰς ῥίζας αὐτοῦ, καθὼς λέγει ὁ Μάουρερ (οἱονεὶ δικαιολογῶν ἐν τῷ συγγράμματί του τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος) εὗρε καὶ εἰς τὴν πρὸ τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος ἐπικρατοῦσαν ἐν Ἑλλάδι διοίκησιν. Ὁ Μάουρερ δὲ, προκειμένου νὰ νομοθετήσῃ τὸ εἰσακτέον ἐν Ἑλλάδι διοικητικὸν σύστημα, ἔφθασε νὰ μελετήσῃ καὶ τὰς ἐθνολογικὰς ἀκόμη παρατηρήσεις μεγάλων περιηγητῶν, περιηγηθέντων τὴν Ἑλλάδα καὶ γραψάντων περὶ τῆς διαιρέσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Μάουρερ, ὡς σύμφωνον πρὸς τὰ καὶ πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος καθεστῶτα ἐν τοῖς πληθυσμοῖς, ἡμεῖς δὲ καταστρέφομεν τὰς διαιρέσεις μὲ κλειστοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἐλαφρὰν συνείδησιν. Τὸ νομαρχιακὸν σύστημα, τοῦ ὁποίου θεωρῶ καταδίκην τὸ νομοσχέδιον, (καὶ ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω πολεμῶν τὸ νομοσχέδιον) ἠκολούθησε τὴν διαίρεσιν, ἣν ἔκαμεν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1822, ἅμα τῇ κηρύξει τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἥτις διὰ τῆς πρώτης ἐκείνης προχείρου ὀργανώσεως τοῦ τόπου ἠκολούθησε τὰς βάσεις τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος, ἡ δὲ πρώτη μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ βασιλέως Ὄθωνος γενομένη εἰσαγωγὴ τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος ἠκολούθησε τὴν προτέραν ἐκείνην διαίρεσιν. Ὅταν δὲ ἰδέαι ἥκιστα πρὸς τὴν φιλελεύθερον ὀργάνωσιν τοῦ τόπου, μάλιστα δὲ πρὸς τὰ συμφέροντα πολιτικῶν προσώπων συντελοῦσαι, ἐπεκράτησαν, εἰσήχθη τὸ διοικητικὸν σύστημα, καὶ διὰ τοῦτο ὁ τόπος, εὐθὺς ὡς ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα αὐτὸς νὰ νομοθετῇ, τὸ πρῶτον αὐτοῦ ἔργον ὑπῆρξε νὰ καταλύσῃ τὸ διοικητικὸν σύστημα, καὶ μετὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἔφερεν ἢ ἐπανέφερε τὸ νομαρχιακὸν σύστημα. Σήμερον μέγαν ζῆλον ἀναπτύσσετε, πολεμοῦντες τὸ σύστημα τοῦτο. Εἶναι σύμπτωμα προόδου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ συνταγματικοῦ; ἢ εἶναι σύμπτωμα παρακμῆς αὐτοῦ; Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὰ φιλοπάτριδα αἰσθήματα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνιστῶ εἰς αὐτὴν νὰ προσέξῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δεικνύει, ὅτι μικρὰν δίδομεν προσοχήν...

§26ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ......

§27Η. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αἱ προτάσεις τῆς ἀναβολῆς θὰ ἐγίνοντο, ἂν προηγοῦντο αὐτῶν 101 ἐπερωτήσεις.

§28ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Δὲν εἶπον αὐτό. Ἐνόμισα ὅτι μᾶς εἴπετε, ὅτι ἐπιδεικνύομεν τάσεις ἀνατρεπτικὰς τοῦ πολιτεύματος.

§29ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον «τάσεις ἀνατρεπτικὰς τοῦ πολιτεύματος». Εἶπον ὅτι δεικνύετε μεταρρυθμίσεις ἥκιστα ἀναγνωριζούσας τοὺς κανόνας, ὑφ’ οὓς κυβερνῶνται τὰ καλῶς ὠργανωμένα καὶ ἐλεύθερα Κράτη. Καὶ ὅταν παραγνωρίζωνται οἱ νόμοι, οἱ ἀσφαλίζοντες τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ τῶν δήμων καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν, εἶναι κωμικὸν νὰ ὀνομάζωμεν ἐλευθερίαν τὰς διαμάχας τὰς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι ἡμεῖς, προσωπικὰ μόνον συμφέροντα λαμβάνοντες, ἐξερεθιζόμεθα περισσότερον καὶ ἐρίζομεν, ὅταν δὲ πρόκειται περὶ γενικῶν μέτρων, περὶ ἀληθῶν ἐλευθεριῶν, δεικνύομεν τὴν αὐτὴν βίαν καὶ ἀνυπομονησίαν, τὴν ὁποίαν περιέγραψαν, ὅτι δεικνύουσί τινες δικασταὶ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις δικῶν. «Σπεύσατε», λέγετε· «τί θέλετε καὶ συζητεῖτε;» Καὶ ὅμως ἐκ τῶν συζητήσεων προέκυψεν, ὅτι σεῖς, οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου, ἦσθε τόσον ἀμελέτητοι, ὥστε εἴχετε λησμονήσει νὰ προσθέσητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τοὺς ἱεροκήρυκας, τοὺς ὁποίους εἴχετε παραλείψει. Οὕτως ὅμως νομοθετοῦντες, καταδικάζομεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ τόπου τὸ πολίτευμα, καὶ ἡμεῖς κλονίζομεν τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ λαὸς ἐπὶ τὸ πολίτευμα αὐτοῦ, καταδικάζομεν δὲ καὶ εἰς τὴν συνείδησιν πάντων τὴν πρόνοιαν ἡμῶν περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος μας· διότι, ὅταν τοιαύτην ἀδιαφορίαν δεικνύωμεν εἰς τὰ καιριώτερα, τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα, τὰ πρώτιστα τοῦ Κράτους συμφέροντα, καὶ κατατριβώμεθα εἰς τοιαύτας διαιρέσεις καὶ ἀσχολήματα μικρῶν συμφερόντων, μηδένα ἐχούσας σκοπὸν ἀληθοῦς καὶ καταφανοῦς ὠφελείας καὶ μηδεμίαν ἀνάγκην προφανῆ ὑπηρετούσας, μαρτυροῦμεν ὅτι ἐλεγχόμεθα μὴ καλῶς κυβερνῶντες. Θὰ δεχθῆτε τὸ σύστημα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ ἔχουσα στρατὸν καὶ στόλον; τότε περὶ τούτου κατὰ πρῶτον ἔδει νὰ μεριμνήσητε καὶ ὄχι περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Θὰ δεχθῆτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει κατὰ πρῶτον νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς δουλείας τοῦ ἐλέγχου; τότε ἔδει περὶ τῶν οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσητε, καὶ ὄχι περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ καταδιαιρέσεως τοῦ λαοῦ καὶ περὶ κομματικῶν συμφερόντων. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, πολλαπλασιασμὸν προσώπων ἐπαγγελλόμενα, ἀδιαφοροῦσι πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου, ἀδιαφοροῦσι πρὸς τὰς μεγάλας ἀνάγκας, τὰς μᾶλλον ἐπειγούσας· δεικνύουσιν ὅτι ὀλίγην προσοχὴν ἀποδίδετε εἰς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ κυρία ὑμῶν ἐνασχόλησις. Νομίζοντες ὅτι πρέπει ἕκαστος πολιτευτὴς νὰ φέρῃ ἓν σύστημα ὀργανώσεως, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ νὰ δεικνύῃ μεταρρυθμίσεις, οἵας τὸ σημερινὸν, δεικνύετε ὅτι ἀκόμη δὲν διεγνώσατε τὴν νόσον, ὑφ’ ἧς πάσχει τὸ ἔθνος, καὶ ὅταν Βουλὴ ἐργαζομένη καὶ μετὰ πόλεμον ἐρχομένη, ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῇ νὰ εὕρῃ τὴν ἀληθῆ νόσον, τὰς ἀληθεῖς τοῦ τόπου ἀνάγκας, καὶ ταύτας νὰ θεραπεύσῃ, καταγίνηται εἰς νομοσχέδια ἐνισχύοντα τὴν ἰδέαν, ὅτι πρόκειται περὶ ἱκανοποιήσεως μεγάλου ἀριθμοῦ προσώπων, βεβαίως καταδικάζετε οὕτως εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ τόπου, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῆτε, τὸ πολίτευμα, βεβαίως καταδικάζετε οὕτω τὴν ἐλπίδα τῆς προόδου τοῦ Κράτους διὰ τοιούτου συστήματος καὶ τοιαύτης κοινοβουλευτικῆς πολιτικῆς.

§30Π. ΘΡ. ΖΑΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευταὶ ἔχομεν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου καὶ ἐπὶ τῶν ἐδαφίων 17 καὶ 18, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν σχετικῶν ἐδαφίων τῶν ἄρθρων 7 καὶ 8 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν ἡμᾶς, ὅτι δίκαιον εἶναι, ἵνα καὶ ἡ ἐπαρχία ἡμῶν ἀποτελέσῃ ἴδιον νομὸν, ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν, —διότι διὰ τῆς τροπολογίας αὐτὸ ἐπιζητοῦμεν— περιέχονται ἐν συντόμῳ καὶ ἐν τῷ ψηφίσματι ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, τῷ ἀνακοινωθέντι πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν. Φρονοῦμεν ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ἀπολαύσῃ καὶ ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων τῶν ὠφελημάτων, ἅτινα ὑποτίθεται ὅτι δύναται νὰ παράσχῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰς τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες δι’ αὐτοῦ προάγονται, οὕτως εἰπεῖν, εἰς νομόν. Ἡ ἐπαρχία ἡμῶν, ἐὰν ἐξετασθῇ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκτάσεως, δὲν εἶναι κατωτέρα ἄλλων ἐπαρχιῶν, μελλουσῶν ν’ ἀπαρτίσωσι νομόν. Ἐὰν ἐν τῷ πίνακι τῷ προσηρτημένῳ εἰς τὸ νομοσχέδιον ὁ πληθυσμὸς τῶν Καλαβρύτων ἀναβιβάζηται μόνον εἰς 44,000, τοῦτο συνέβη, διότι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐνηργήθη ἡ τελευταία ἀπογραφή, πλεῖστοι ὅσοι Καλαβρυτινοὶ συνέπεσε ν’ ἀπουσιάζωσιν εἰς τὰς παραλίους ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ Ἀχαϊοήλιδος καὶ εἰς Κορινθίαν, καταγινόμενοι εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἐκεῖ κτημάτων των. Ἐὰν ἑπομένως ἡ ἀπογραφὴ ἐλάμβανε χώραν κατ’ ἄλλην ἐποχὴν τοῦ ἔτους, τότε βεβαίως ὁ πληθυσμὸς τῶν Καλαβρύτων θ’ ἀνεγράφετο πολὺ ἀνώτερος τοῦ ἤδη ἀναγραφομένου. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τῆς ἐκτάσεως ἡ ἐπαρχία ἡμῶν δύναται νὰ καταταχθῇ μεταξὺ τῶν μεγαλειτέρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, καθόσον αὕτη ἐκτείνεται ἀπὸ Κορινθίας μέχρις Ἠλείας. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην ἔχει ἔκτασιν, τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἐν αὐτῇ εἶναι δυστυχῶς καὶ ὀλίγα καὶ δύσκολα. Στερεῖται ἁμαξιτῶν ὁδῶν, βατὰς δὲ τοιαύτας ἔχει ὀλιγίστας. Ὑπάρχουσι διεσπαρμένα καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἔκτασιν 120 ἢ 130 χωρία. Ἐν καιρῷ χειμῶνος, ὁπόταν πυκνὴ πίπτῃ ἡ χιών, δύσκολος καθίσταται ἡ μετάβασις τῶν πολιτῶν οὐ μόνον εἰς Πάτρας, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας. Πολλὰ τῶν χωρίων τούτων ἀπέχουσι τῶν Πατρῶν, ἤτοι τῆς ἕδρας τῶν δικαστηρίων, κατὰ 20 καὶ 25 ὥρας ταχυδρομικάς, ὅταν δὲ κλητεύηταί τις εἰς Πάτρας ὡς μάρτυς ἢ δι’ ἄλλην δικαστικὴν ὑπόθεσιν, εἶναι ἠναγκασμένος πεζῇ νὰ διατρέξῃ τὸ διάστημα αὐτό. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι δυνατὸν νὰ λεχθῇ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι τὰ Καλάβρυτα ἐπικοινωνοῦσι πρὸς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τῆς Ἀχαϊοήλιδος καὶ τὴν ἐπίλοιπον Ἑλλάδα διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ Καλαβρύτων, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐν μέρει μόνον ἀκριβές, διότι ὁ σιδηρόδρομος Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων ἕνεκεν τοῦ δυσαναλόγου τῶν κομίστρων καὶ μεταφορικῶν πρὸς τὰ μέσα τῶν πολιτῶν εἶναι ἀπρόσιτος εἰς τοὺς πολλοὺς, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ λαὸς τῶν Καλαβρύτων εἶναι γεωργικὸς καὶ μᾶλλον πτωχός. Κατὰ τὴν συζήτησιν χθὲς καὶ προχθὲς πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, κύριε Πρόεδρε, ὑπεραμυνόμενοι τῶν συμφερόντων τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν, ἐπεκαλέσθησαν λόγους ἱστορικούς. Ἡμεῖς, χωρὶς ποσῶς νὰ θελήσωμεν νὰ μειώσωμεν τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς θυσίας, εἰς ἃς ὑπεβλήθησαν αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς μικρᾶς αὐτῆς γωνίας, τῆς ἀποτελούσης τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, χωρὶς ποσῶς νὰ θελήσωμεν ν’ ἀμφισβητήσωμεν πρὸς αὐτὰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχουσιν ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἕνεκεν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ θυσιῶν αὐτῶν, νομίζω ἐν τούτοις, ὅτι ἡμεῖς οἱ Καλαβρυτινοὶ δικαιούμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι τὴν πρώτην θέσιν μεταξὺ τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν πρέπει νὰ κατέχῃ ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων, ἡ ἐπαρχία τῆς Λαύρας, ἡ θεματοφύλαξ αὕτη τοῦ πολυτίμου κειμηλίου, τοῦ ἱεροῦ καὶ πανενδόξου λαβάρου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως. Παρακαλοῦμεν ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν τροπολογίαν τῶν Βουλευτῶν Καλαβρύτων καὶ νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ αὐτήν. Ἔχομεν δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων θὰ θελήσῃ νὰ συνδράμῃ διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας ἡμῶν τὴν ἱστορικὴν, ἀλλὰ καὶ ἀναιμικὴν πόλιν τῶν Καλαβρύτων, ὅπως ἐξέλθῃ ἐκ τῆς μαρασμώδους καταστάσεως, εἰς ἣν ἔχει περιέλθει πρὸ πολλοῦ ἕνεκα διαφόρων λόγων.

§31ΟΔ. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις τῶν Βουλευτῶν Καλαβρύτων, ὅπως ἀποτελέσῃ ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων ἴδιον νομόν.

§32Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολὺ λαμπρὰ ἀνεπτύχθησαν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων δικαιοῦται ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν. Τοὺς λόγους τούτους συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς πολὺ δικαίους καὶ ἰσχυροὺς, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ δεχθῇ ν’ ἀποτελέσωσι τὰ Καλάβρυτα ἴδιον νομόν.

§33ΠΕΡΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἕνεκα τῶν πολλῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ 1ον ἄρθρον, πρέπει τοῦτο νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Τὸ Κράτος διαιρεῖται διοικητικῶς ὡς ἑξῆς». Διότι, ἐὰν ψηφισθῇ, ὡς ἔχει, εἰς 27 νομοὺς, ἢ ὡς προτείνουσί τινες τροπολογίαι, εἰς 28 νομοὺς, τότε ἀποκλείεται πλέον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 2ου ἄρθρου νὰ ἐπέλθῃ ἄλλη αὔξησις, ἐνῷ, ἐὰν γείνωσι δεκταὶ πολλαὶ τροπολογίαι ἐπὶ τῶν καθέκαστα, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ φθάσωσιν οἱ νομοὶ εἰς τοὺς 30 καὶ εἰς τοὺς 40. Καὶ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ἄγομαι εἰς τὸ βῆμα ἐξ ἐπαρχιακοῦ συμφέροντος, — ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω — δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἀκολουθήσω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Καπετανάκη, ὁ ὁποῖος προέτρεψε τοὺς Βουλευτὰς νὰ ὑψωθῶσιν ὅπου ἐτάχθησαν καὶ νὰ ἐξετάζωσιν ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν τὰ θέματα τὰ συζητούμενα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ τοπικήν. Ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι οὐδεὶς τῶν ἀντιπροσώπων, (οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται καὶ εἶναι βεβαίως ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους) πλὴν τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου, — ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω — ἔλαβε τὸν λόγον νὰ παραστήσῃ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες δικαιοῦνται εἰς ἰδιαιτέραν διοίκησιν, εἶναι καὶ ἡ ἐπαρχία τῆς Κυνουρίας. Ὑποστηρίζω καὶ δύναμαι νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ Κυνουρία εὑρίσκεται εἰς πολὺ χείρονα κατάστασιν ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας καὶ ἀποστάσεων, καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Γυθείου καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων καὶ ἀπὸ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἀξιοῦσιν ἰδίαν περιφέρειαν, πολὺ δὲ περισσότερον ἀπὸ τὴν Καρυστίαν...

§34ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ νὰ γείνῃ ἡ ἕδρα;

§35ΠΕΡΡΟΣ. Εἰς τὸ Λεωνίδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι πόλις καλλιτέρα καὶ ἀπὸ τὸ Ναύπλιον καὶ ἀπὸ τὴν Δημητσάναν καὶ ἀπὸ πολλὰς ἄλλας, αἵτινες ὁρίζονται ἕδραι νομοῦ. Ἐζήτησα, Κύριοι, ὅπως καὶ πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν προσαγωγὴν πληροφοριῶν περὶ τῶν ἀποστάσεων διαφόρων δήμων τῆς Κυνουρίας ἀπὸ τὰ κέντρα, τουτέστιν ἀπὸ τὴν Τρίπολιν καὶ ἀπὸ τὴν Σπάρτην. Δυστυχῶς δὲν προσήχθησαν τοιαῦται, καὶ ἀναγκάζομαι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδικῶν μου πληροφοριῶν, νὰ σᾶς παραστήσω ὁποία εἶναι ἡ ἐπαρχία τῆς Κυνουρίας καὶ πόσον ἀπέχει ἀπὸ τὰ δύο κέντρα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάγεται, ἀπὸ τῆς Τριπόλεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται ὅλη ἡ ἐπαρχία διοικητικῶς, καὶ ἀπὸ τῆς Σπάρτης, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται τὸ ἥμισυ τῆς ἐπαρχίας δικαστικῶς. Πρὸ πάντων πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κυνουρίας, ἡ ὁποία εἶναι ὀρεινὴ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, δὲν ὑπάρχει οὐδὲ σπιθαμὴ δημοσίας ὁδοῦ, καὶ οἱ κάτοικοι ἀναγκάζονται, καὶ ἂν ἔχωσι ζῷον, νὰ ὁδοιπορῶσι πεζοὶ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἱππεύσωσιν εἰς τὰ μέρη ταῦτα, οὐδεμία δὲ πρόνοια μέχρι τοῦδε ἐλήφθη πρὸς βελτίωσιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ἢ μᾶλλον πρὸς σύστασιν οἱουδήποτε μέσου συγκοινωνίας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἔχουσι γείνῃ μελέται πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν τινων, ἀλλ’ οὐδὲν ἦλθεν εἰς πέρας. Δηλῶ δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ κατασκευῆς ὁδῶν, ἔστω καὶ βατῶν, πρὸς συγκοινωνίαν τῶν πολιτῶν, δὲν θὰ ἐφέρομεν πρότασιν περὶ συστάσεως νομοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς τοιαύτη πρόνοια δὲν ἐλήφθη, σήμερον δὲ, ἵνα μεταβῇ τις ἀπὸ Λεωνιδίου εἰς Τρίπολιν ἢ Σπάρτην, ἀπαιτοῦνται τρεῖς ἡμέραι, ἀπὸ τοὺς ἐκεῖθεν δὲ τοῦ Λεωνιδίου δήμους ἀπαιτοῦνται καὶ τέσσαρες ἡμέραι μέχρι Τριπόλεως, ἐὰν δ’ ὑπολογίσητε καὶ τέσσαρας ἡμέρας διὰ τὴν ἐπιστροφὴν, ἰδοὺ ὅτι ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος πολίτης ἔχει ἀνάγκην 8 ἡμερῶν, μόνον διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ δι’ οἱανδήποτε ὑπόθεσιν καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἑστίαν του! Ἠθέλησα νὰ παραβληθῶσιν αἱ ἀποστάσεις τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, ὁμολογουμένως δικαιουμένης, καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, διαιρέσεως διοικητικῆς· ἀλλ’ ἐὰν παραβάλητε ταύτην πρὸς τὴν Κυνουρίαν, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δευτέρας εἶναι πολὺ χείρων, ἔχει δὲ ἀναγνωρισθῇ ἡ κακὴ αὕτη κατάστασις καὶ νομοθετικῶς, καὶ εἶναι ἤδη διῃρημένη εἰς δύο περιφερείας δικαστικὰς, νῦν δὲ διεκδικεῖ ὡς λάφυρον τρίτον τμῆμα τῆς Κυνουρίας νὰ τὸ λάβῃ τὸ Ναύπλιον. Φαντασθῆτε κατάστασιν ἐπαρχίας, διῃρημένης εἰς τρία τμήματα, ἕκαστον τῶν ὁποίων νὰ ὑπάγηται εἰς ἕτερον νομόν! Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ἕδρας, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Λεωνίδιον εἶναι πόλις εὐρωπαϊκὴ, ἔχουσα ἄνω τῶν 4,000 κατοίκων, οἰκίας λαμπρὰς, τρόφιμα ἄφθονα καὶ εὐθηνὰ καὶ πάντα τὰ χρειώδη διὰ τὴν εὐζωΐαν παντὸς ὑπαλλήλου. Ἑπομένως, ἵνα μὴ καταστῇ λάφυρον τριῶν νομῶν ἡ Κυνουρία, πρέπει ἢ νὰ ἀποτελέσῃ αὕτη ἴδιον νομὸν, ἢ νὰ ληφθῇ σύντονος φροντὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως περὶ κατασκευῆς ὁδῶν, ἔστω καὶ βατῶν, μεταξὺ τῶν διαφόρων δήμων τῆς Κυνουρίας καὶ τῆς Τριπόλεως καὶ Σπάρτης, καὶ οὕτω εἰσέλθῃ καὶ ἡ ἐπαρχία αὕτη, ἡ ὅλως ἀστόργως παρ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ἐγκαταλελειμμένη καὶ παρημελημένη, εἰς τὴν χορείαν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω τὴν ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου καὶ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν διὰ τὴν ἐπαρχίαν Κυνουρίας τροπολογίαν.

§36Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐψήφισα κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, καθόσον γνωρίζω ἐξ ἰδίας πείρας τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀγρύπνου ὄμματος τῆς διοικήσεως. Ἐφρόνουν ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἠδύνατο ἡ κατάστασις αὕτη νὰ βελτιωθῇ, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθην εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου νὰ ζητήσω τὸν λόγον, διὰ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παραδεχθῇ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου, καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅπως παραδεχθῇ ἐπίσης τὴν τοιαύτην πρότασιν, ὅπως αἱ ἐπαρχίαι Βονίτσης καὶ Βάλτου ἀποτελέσωσιν ἴδιον νομὸν, ὑπὸ τὸ ὄνομα νομὸς Ἀκαρνανίας, καὶ δυνηθῶσι ν’ ἀπολαύσωσι καὶ αὗται τὰ εὐεργετήματα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ φέρῃ, διότι ἄλλως δὲν εἶναι βεβαίως συνεπὴς ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου. Ἠκούσατε χθὲς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτοῦ, ὅστις διὰ τῆς νευρώδους καὶ σθεναρᾶς ὁμιλίας του ἔφερεν ὡς παράδειγμα, ὅτι ἡ διοίκησις, ἐνῷ πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ, δὲν ἐπεκτείνεται ἀκριβῶς εἰς ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες κατετρόμαξαν αὐτὸν, καθ’ ἣν ἐποχὴν διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἕνεκα τῆς ἐν αὐταῖς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Δὲν λέγω ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας δὲν ἐβελτιώθη ἔκτοτε, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκεται καὶ εἰς εὐάρεστον σημεῖον. Βεβαίως ληστεία δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ τὰ ἐγκλήματα ἔχουσιν ὑπερπλεονάσει· φόνοι, ἀναιρέσεις, τραυματισμοὶ, ἀπαγωγαὶ, ζωοκτονίαι, ζωοκλοπαὶ, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Αἱ δύο αὗται ἐπαρχίαι, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης αὐτῶν ἐκτάσεως, ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ πληθυσμοῦ των, δικαιοῦνται τοῦ ἀγρύπνου ὄμματος τῆς διοικήσεως, ὥστε ν’ ἀπολαύσωσι καὶ αὗται τῆς σχετικῆς ἀσφαλείας, ἥτις θὰ φέρῃ τὴν εὐημερίαν καὶ τὸν πλοῦτον εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ πλούσια. Ἡ ἐπαρχία Ξηρομέρου ἔχει τοὺς μεγαλειτέρους δρυμῶνας τῆς Ἑλλάδος· σχεδὸν τὸ ὅλον τοῦ βαλανιδοκάρπου, τὸν ὁποῖον ἐξάγει ἡ Ἑλλὰς, προέρχεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ξηρομέρου· παράγουσιν οἱ κάτοικοι τὰ καλλίτερα καπνὰ, ἔχουσι σταφιδῶνας καὶ ἀμπελοφυτείαν ἔκτακτον, κτηνοτροφίαν ἀξίαν πολλοῦ λόγου, γεωργίαν ἀκμάζουσαν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν ἀσφάλειαν, δὲν ἔχουσι τάξιν, ἡ ἐμπέδωσις τῆς ὁποίας θὰ φέρῃ τὴν εὐημερίαν καὶ εὐπορίαν, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας ταύτης δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι. Τοσοῦτον δὲ εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὥστε πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, πρὸ τοῦ Πάσχα, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου τῆς ἐπαρχίας Βάλτου ἀπὸ κοινοῦ οἱ πέντε Βουλευταὶ τῶν δύο ἐπαρχιῶν μετέβημεν παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸν παρεκαλέσαμεν, ἀφοῦ τῷ ἐκάμαμεν παραστάσεις περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μας, ν’ ἀποτελέσουν αἱ δύο αὗται ἐπαρχίαι μίαν στρατιωτικὴν ὑποδιαίρεσιν, ὑπὸ ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, ὡς ἐπόπτην τῶν ἀποσπασμάτων. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἔκτοτε ὑπεδηλώσαμεν, ὅτι αἱ δύο αὗται ἐπαρχίαι, συνηνωμέναι καὶ ἀποτελοῦσαι λαὸν ἔχοντα σχεδὸν τὰ αὐτὰ ἤθη, τὰ αὐτὰ ἔθιμα καὶ μὴ χωριζόμενον ὑπ’ οὐδενὸς ἐδαφικοῦ κωλύματος ἀνέκαθεν συνεδόμεναι διὰ συγγενειῶν, ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσωσιν ἰδίαν διαίρεσιν. Εὐθὺς δ’ ὡς ὑπεβλήθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐσπεύσαμεν οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ ὑπεβάλομεν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, δι’ ἧς προτείνομεν, ὅπως χωρισθῇ ἀπὸ τῆς Αἰτωλίας ἡ Ἀκαρνανία καὶ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν. Τοῦτο αὐτὸ ἔπραξαν καὶ οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, οἵτινες καὶ μετ’ ἄλλων συναδέλφων ὑπέβαλον ἰδίαν τροπολογίαν. Ἡ διαφορὰ ἦτο, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἑκάστης ἐπαρχίας ἐθεώρουν ὅτι ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας των ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσῃ τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ. Κατόπιν συνεσκέφθημεν καὶ τῶν δύο ἐπαρχιῶν οἱ Βουλευταὶ, καὶ ἐδηλώσαμεν ὅτι συμπτύσσομεν τὰς δύο τροπολογίας, ὥστε ν’ ἀποτελεσθῇ πάντοτε ὁ νομὸς Ἀκαρνανίας κεχωρισμένος τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας, νὰ ἀφεθῇ δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οἱανδήποτε τῶν δύο πρωτευουσῶν νομίζει καταλληλοτέραν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς χώρας, νὰ ὁρίσῃ ὡς ἕδραν τῆς Διοικήσεως τοῦ νομοῦ. Διὰ νὰ πεισθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, ὅτι εἶναι ἐπάναγκες, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εὐημερίας τῶν δύο αὐτῶν ἐπαρχιῶν, ν’ ἀποτελέσῃ ἡ Ἀκαρνανία ἴδιον νομὸν, δὲν εἶναι ἀνάγκη πολλῶν λόγων· ἔχετε ἄλλως τε ἐναύλους εἰς τὰς ἀκοάς σας τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ὥστε κρίνω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πολὺ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Θέλω μόνον δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ σᾶς εἴπω τὰ φυσικὰ ὅρια τῆς Ἀκαρνανίας. Ἡ Ἀκαρνανία ἐκτείνεται πρὸς νότον ἀπὸ τῶν ἐκβολῶν τοῦ Ἀχελῴου ἀπέναντι τῶν Στροφάδων καὶ τῆς Ζακύνθου, καὶ πρὸς βορρᾶν μέχρι τῆς Ἄρτης, διότι ὁ τελευταῖος δῆμος τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, ἀπέχει 6 χιλιόμετρα ἀπὸ τῆς πόλεως Ἄρτης· ἔχει δὲ ὅρια, πρὸς δυσμὰς τὸ Ἰόνιον πέλαγος καὶ πρὸς Ἀνατολὰς τὸν Ἀχελῷον, ὅστις καθ’ ὅλον τὸ μῆκος χωρίζει τὴν Ἀκαρνανίαν ἀπὸ τῆς Αἰτωλίας. Ἑπομένως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐδαφικῆς ἐκτάσεως ἡ Ἀκαρνανία ἀποτελεῖ ἕνα τῶν μεγαλειτέρων νομῶν τοῦ Κράτους. Ἡ Λευκὰς, ἥτις πρόκειται ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν,—καὶ δὲν θέλω νὰ θίξω τὰ συμφέροντα τῆς Λευκάδος—δὲν ἐξισοῦται ἐδαφικῶς πρὸς ἕνα τῶν δήμων τῆς Βονίτσης, τὸν δῆμον Ἀνακτορίων, ὅστις κεῖται παραπλεύρως αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πληθυσμοῦ, καίτοι εἶναι ἀραιῶς κατῳκημένη, διότι ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀσφαλείας δὲν ἠδύνατο μέχρι τοῦδε νὰ αὐξήσῃ, δὲν ὑστερεῖ ἡ Ἀκαρνανία. Κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν, ἔχει 45,500 κατοίκους, ἐνῷ ὁ νομὸς Εὐρυτανίας ἔχει 43,667, ὁ νομὸς Ἄρτης 39,144, ὁ τῆς Ζακύνθου 45,032, καὶ ὁ τῆς Λευκάδος 43,178. Ὥστε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πληθυσμοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη καὶ ἐκ τῆς ὑπὸ πάντων τῶν ἀγορευσάντων ἀναγνωρισθείσης ἀνάγκης, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ διοίκησις εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας, καὶ ἐκ τῶν λόγων, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δικαιοσύνης, τοὺς ὁποίους εὐφραδῶς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, ὅστις εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ προσέλθῃ ἡ Πολιτεία ἀρωγὸς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται πολλῶν μέσων, νὰ ἀπολαύσωσι δικαιοσύνης. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θέλουσιν ἀποδεχθῆ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν προτείνομεν καὶ τὴν ὁποίαν συμμερίζονται καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ Βάλτου, ὅπως αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν, προστιθεμένου εἰς αὐτοὺς καὶ τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας.

§37ΕΠΑΜ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀνέπτυξα τοὺς λόγους, τοὺς συνηγοροῦντας ὑπὲρ τῆς τροπολογίας, ἥν, ἀπὸ κοινοῦ, οἱ Βουλευταὶ Βονίτσης εἴχομεν ὑποβάλει, ὅπως διὰ τῶν ἐπαρχιῶν Βονίτσης καὶ Βάλτου ἀποτελεσθῇ ἰδιαίτερος νομὸς, ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἀκαρνανία», ἔχων πρωτεύουσαν τὴν Βόνιτσαν. Κατόπιν δὲ, μετὰ τῆς ἐπὶ τούτῳ ἐλθούσης ἐκ Βονίτσης ἐπιτροπῆς καὶ μετὰ τῶν ἐκ Βάλτου συναδέλφων, μετέβημεν παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ καὶ προφορικῶς ἀνεπτύξαμεν αὐτῷ τοὺς λόγους, δι’ οὓς καὶ δικαιότατον ἦτο καὶ ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐπεβάλλετο ἡ ῥηθεῖσα τροπολογία ἡμῶν, ἀφήσαντες πλήρη ἐλευθερίαν τῇ Κυβερνήσει ὡς πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ τούτου, μετ’ ἐπισταμένην καὶ δικαίαν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Οἱ ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας τροπολογίας συνηγοροῦντες λόγοι ἦσαν τοσοῦτον ἰσχυροὶ καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὥστε ἄπορον καθίσταται, πῶς ἡ Κυβέρνησις, παρ’ ἣν ἔθετο βάσιν καὶ σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐσκέφθη ὡς ἐσκέφθη περὶ τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐδημιούργησεν ἀδικαιολογήτως νομοὺς, οἵτινες θὰ ἠδύναντο, ἄνευ βλάβης τινὸς, νὰ διαμείνωσιν ὡς ἐξαρτήματα ἄλλων νομῶν. Καὶ ὄντως, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς σήμερον ἔχει ὁ νομὸς Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, ὡς πρὸς μὲν τὴν ἔκτασιν, εἶναι κατὰ τὸ ⅓ μεγαλείτερος τῶν μεγαλειτέρων νομῶν τοῦ Κράτους, ὡς πρὸς δὲ τὸν πληθυσμὸν, εἰ καὶ ἀραιῶς κατοικεῖται, τρεῖς οὐχ ἧττον μόνον νομοί εἰσι πολυπληθέστεροι αὐτοῦ, ὁ τῆς Ἀττικῆς, ὁ τῆς Ἀχαΐας καὶ ὁ τῆς Μεσσηνίας. Ἐν τούτοις, ἐνῷ πάντες οἱ ἄλλοι νομοὶ ὑποδιῃρέθησαν εἰς δύο περίπου ἴσα μέρη, μόνον περὶ τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας ἕτερον ἐλήφθη μέτρον. Ἀποσπασθεῖσα δηλαδὴ ἐξ αὐτοῦ, ἀπετέλεσεν ἰδιαίτερον νομὸν μόνον ἡ Εὐρυτανία, ἥτις ἀποτελεῖ, κατά τε τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν πληθυσμὸν, μόλις τὸ ¼ τοῦ νομοῦ, τὰ δὲ ὑπολειφθέντα ¾ αὐτοῦ ἐξακολουθοῦσι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀποτελοῦντα ἕνα καὶ μόνον νομόν! Ἀλλὰ καὶ ὡς ἔχει ὁ νέος οὗτος νομός, ὡς πρὸς μὲν τὴν ἔκτασιν, ὑπερέχει καὶ αὖθις πάντας τοὺς ὑπάρχοντας 16 τοῦ Κράτους νομούς, ὡς πρὸς δὲ τὸν πληθυσμόν, κατέχει τὴν τετάρτην θέσιν μεταξὺ τῶν νέων νομῶν. Ἡ ἔλλειψις δὲ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καθιστᾷ ἔτι μᾶλλον ἐπαισθητὴν τὴν ἀπέραντον ἔκτασιν τοῦ νομοῦ τούτου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τῆς ἐκτάσεως καὶ τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ λαὸς τῆς Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας διατελεῖ δυστυχῶς εἰς ἀρχέτυπον ἔτι κατάστασιν. Τὸ αἰσθητήριον τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου, ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν διοίκησιν, τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ξένην ἰδιοκτησίαν, ἐλάχιστον παρὰ τῷ λαῷ τούτῳ εἰσὶν ἀνεπτυγμένα. Ἐκ τούτου καὶ τὰ ἐγκλήματα τῆς ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας, καὶ αἱ ἐκ τούτων ἀναιρέσεις καὶ ἡ φυγοδικία· ἐκ τούτου, καὶ κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν τὸ παρελθὸν ἔτος στατιστικήν, ὁ νομός Αἰτωλοακαρνανίας ἔχει τὸ record τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων μεταξὺ ἁπάντων τῶν νομῶν τοῦ Κράτους. Προκειμένου ἑπομένως περὶ νέας διοικητικῆς διαιρέσεως, σκοπὸν ἐχούσης ἐκεῖνον, ὃν προέθετο τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἴπερ τις καὶ ἄλλος ὁ νομὸς οὗτος ἔδει νὰ ὑποδιαιρεθῇ εἰς πλείονας νομούς. Ἀλλ’ ἡ προταθεῖσα τροπολογία ὑφ’ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν Βονίτσης, ἕνεκα πολλῶν λόγων, ἔδει νὰ προκαλέσῃ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸ παντὸς τὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω ἐπικαλεσθῆ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας ταύτης ἱστορικοὺς λόγους ἀρχαιοτέρας καὶ νεωτέρας ἐποχῆς, συνηγοροῦντας ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων, πρὸς ἰδιαιτέραν νομαρχιακὴν περιφέρειαν, τῶν ἐπαρχιῶν Βονίτσης, Ξηρομέρου καὶ Βάλτου, τῆς κοιτίδος ταύτης τοῦ ἀρματωλισμοῦ καὶ καπετανισμοῦ, οἵτινες παρέσχον ἡμῖν τὰ δῶρα τῆς ἐθνικῆς καὶ ἀτομικῆς ἐλευθερίας. Ἐποιησάμεθα δυστυχῶς ἐν παντὶ ζητήματι μεγάλην κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων, τῶν ἀπορρεόντων ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς ἱστορίας, ἐνῷ δὲν πρέπει οἱ ἱστορικοὶ λόγοι νὰ ἀποτελῶσι τοὺς κυριωτέρους τίτλους ἐπὶ ζητημάτων, ὡς τὸ προκείμενον. Δι’ ὃ καὶ ἠπόρησα, ἀκούσας χθὲς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, συνηγορούντων ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Μεσολογγίου, ὅτε ὡμίλει ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτής, ἀντικρούων τὸν ἐκ Τριχωνίας συνάδελφον. Εἶναι δὲ ὄντως καιρὸς νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὰ γενόμενα ἐν τῷ παρελθόντι σφάλματα. Πρωτοφανῆ δέ εἰσι τὰ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβαίνοντα. Ἅπαντα σχεδὸν τὰ Κράτη ὀφείλουσι, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, τὴν ἀνεξαρτησίαν των καὶ τὴν ἐλευθερίαν των εἰς μέρη ἢ κώμας ἢ χωρία, παρ’ οἷς συνεκροτήθη μεγάλη τις μάχη, οὐδὲν ὅμως τῶν Κρατῶν τούτων ἐφαντάσθη ποτέ, ὅτι ἔδει νὰ μεταβάλῃ τὰς κώμας ταύτας ἢ πολίχνας εἰς πρωτευούσας, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἕνεκα μάχης γενομένης ἐν αὐταῖς ἢ παρ’ αὐτὰς διεσώθη ἡ ἐλευθερία των καὶ ἡ ἀνεξαρτησία των! Δὲν ὀφείλομεν ἑπομένως καὶ ἡμεῖς, ἔν τε τῷ παρελθόντι καὶ τῷ παρόντι, παρορῶντες τὸ Ἀγρίνιον, τὸ ἀληθὲς τοῦτο κέντρον τοῦ νομοῦ, νὰ θυσιάσωμεν ὁλόκληρον τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας χάριν τοῦ Μεσολογγίου, τοῦ κειμένου εἰς μίαν ἐσχατιὰν τοῦ νομοῦ καὶ μηδὲν δυναμένου νὰ ἔχῃ μέλλον. Ἀλλ’ αἱ ἐπαρχίαι Βονίτσης καὶ Βάλτου, ἀποτελοῦσαι τὸν λαὸν τῶν Ἀκαρνάνων, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἀπετέλουν ἰδιαίτερον Κράτος, χωριζόμενον διὰ φυσικωτάτων ὁρίων ἀπὸ τοῦ λοιποῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ σήμερον δὲ αἱ ἐπαρχίαι αὗται 1) ὑπὲρ πάσας τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, φυσικώτατα ἔχουσαι ὅρια, χωρίζονται δίκην χερσονήσου καθ’ ὅλον τὸ πρὸς ἀνατολὰς μῆκός των ὑπὸ τοῦ Ἀχελῴου, πρὸς μεσημβρίαν καὶ δυσμὰς ὑπὸ τοῦ Ἰονίου πελάγους, πρὸς βορρᾶν ὑπὸ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου καὶ τοῦ Μακρυνόρους· 2) ἀπὸ τοῦ 1836 μέχρι τοῦ 1845 αἱ δύο αὗται ἐπαρχίαι ἀπετέλουν ἰδιαιτέραν διοίκησιν, ἔχουσαν ἕδραν τὴν Βόνιτσαν· 3) καὶ ἕνεκα τῆς ἐκτάσεώς των καὶ ἕνεκα τοῦ πληθυσμοῦ των δικαιοῦνται ν’ ἀποτελέσωσιν ἰδιαίτερον νομόν, διότι, ὡς πρὸς μὲν τὴν ἔκτασιν, ὁ νομὸς οὗτος θὰ ἦτο μεγαλείτερος μὲν ἁπάντων τῶν νέων νομῶν τοῦ Κράτους, διπλάσιος δὲ τῶν νομῶν Εὐρυτανίας καὶ Ἄρτης, τετραπλάσιος τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, πενταπλάσιος τοῦ νομοῦ Κερκύρας, ἑξαπλάσιος τοῦ νομοῦ Ζακύνθου καὶ ἑπταπλάσιος τοῦ νομοῦ Λευκάδος, οὗ ἄλλως μόνον ὁ δῆμος Ἀνακτορίων ἢ ὁ δῆμος Ἐχίνου εἰσὶ μεγαλείτεροι· ὡς πρὸς δὲ τὸν πληθυσμόν, θὰ ἦτο πολυπληθέστερος τῶν νομῶν Εὐρυτανίας, Ἄρτης, Ζακύνθου καὶ Λευκάδος· 4) καὶ ἡ ἀποτελεσματικωτέρα δὲ καταδίωξις τοῦ λαθρεμπορίου, τοῦ ἔχοντος ὁρμητήριον τὴν Πρέβεζαν καὶ τροφοδοτοῦντος τὸ ἥμισυ τῆς Ἑλλάδος, ἰσχυρότατος θὰ ἦτο λόγος, ὅπως αἱ ἐπαρχίαι Βονίτσης καὶ Βάλτου ἀποτελέσωσιν ἴδιον νομόν, μετὰ τῆς Βονίτσης ὡς πρωτευούσης, ἐξ ἧς ὁ νομάρχης ἀποτελεσματικώτατα θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπισκοπῇ καὶ διευθύνῃ τὰ κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου μέτρα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν σπουδαιοτάτων τούτων λόγων, ἐὰν σκοπὸς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἦναι ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἡ διοίκησις καὶ ἡ δικαιοσύνη ἔλθωσιν εἰς μείζονα ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ λαοῦ, ὁ δὲ λαὸς αἰσθανθῇ τὴν εὐεργετικὴν χεῖρα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης, ὁ λόγος οὗτος ἰδίως συνηγορεῖ, ὅπως ὑπὲρ πάσας τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας ἀποτελεσθῇ διὰ τῶν ἐπαρχιῶν Βονίτσης καὶ Βάλτου ἰδιαίτερος νομός, διότι, δι’ οὓς προεξέθηκα ὑμῖν λόγους, ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν τούτων ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἔχει ἀνάγκην νὰ αἰσθανθῇ ὡς οἷόν τε πλησίον του ἰσχυρὰν καὶ ἀγαθὴν διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην. Τὸ κατ’ ἐμὲ δέ, ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἰδίως, ἀπὸ πεποιθήσεως εἰμὶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι ἡ διοίκησις καὶ ἡ δικαιοσύνη, ὑφ’ ἃς διατελεῖ συνθήκας ὁ ἑλληνικὸς λαός, δὲν πρέπει νὰ ἵστανται μακρὰν καὶ ν’ ἀναμένωσι τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως προστρέχῃ πρὸς αὐτάς, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ σπεύδωσι τρόπον τινὰ εἰς προϋπάντησίν του, νὰ διατελῶσιν ἐν διαρκεῖ μετ’ αὐτοῦ ἐπικοινωνίᾳ καὶ νὰ ἐμπνεύσωσιν αὐτῷ ἐμπιστοσύνην, φροντίζουσαι ν’ ἀποκαλύπτωσι τὰς ἀνάγκας του καὶ νὰ ἐπουλῶσι τὰς πληγάς του πανταχοῦ. Ἐὰν δὲ μάλιστα ζητηθῶσι καὶ εὑρεθῶσι καὶ τὰ κατάλληλα πρὸς τοῦτο πρόσωπα, θὰ αἰσθανθῇ ἐπὶ τέλους τότε ὁ ἑλληνικὸς λαὸς τὴν εὐεργετικὴν ἐπίδρασιν τῆς δικαιοσύνης καὶ διοικήσεως καὶ θὰ εὕρῃ ἀνακούφισιν παρ’ αὐταῖς. Τούτων οὕτως ἐχόντων, συντρέχουσι, φρονῶ, ἅπαντες οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἵτινες δέον νὰ πείσωσι καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ἵνα ἀδιστάκτως συναινέσωσιν, ὅπως ἀποτελέσωσιν αἱ δύο ἐπαρχίαι Βονίτσης καὶ Βάλτου ἴδιον νομόν, πρωτεύουσαν ἔχοντα τὴν Βόνιτσαν. Ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι οὐχὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἰσότης ἐνέπνευσε τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ τοὐναντίον πνεῦμα ἀδικίας, ἀνισότητος καὶ φιλοπροσωπίας.

§38Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, προκειμένου νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω γνώμην οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, —διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς ἐλύθη ἤδη—ἀλλ’ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, ὡς ἀντιπρόσωπος αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ διότι ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις σχετικαὶ περὶ τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, ἐνδιαφέρουσαι τοὺς συνεπαρχιώτας μου. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ σύστασις τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας μετὰ τῆς πόλεως Μεσολογγίου ὡς πρωτευούσης ἀφορᾷ εἰς μεγάλα συμφέροντα, διότι εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν εὗρον οἱ κάτοικοι τοῦ νομοῦ μεγάλην φιλοξενίαν καὶ συνδρομήν. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ὅπως ἡ ἐπαρχία Βάλτου καὶ Ξηρομέρου ἀπαρτίσῃ ἴδιον νομόν, ἐγὼ θὰ αἰσθανθῶ λύπην πολλὴν διὰ τὸν ἀποχωρισμὸν ἀπὸ τῆς πόλεως ἐκείνης, μετὰ τῆς ὁποίας ἐπὶ 55 ἔτη διοικητικῶς εἴμεθα ἡνωμένοι. Κατὰ τὸ 1865, ὅτε πρώτην φορὰν ἐξελέγην Βουλευτὴς, ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, οὗτινος ἐτύγχανον φίλος πολιτικός, παρουσίασε νομοσχέδιον τῆς αὐτῆς πρὸς τὸ προκείμενον φύσεως. Ἐπρόκειτο καὶ τότε δύο ζητήματα, τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ 1865 δὲν ὑπερέβαινε τὰ 30,000,000, καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀνωτέρας καὶ κατωτέρας διοικήσεως, ἥτις ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰς πλήρη συνάφειαν μὲ τὸν λαόν. Ὁ διπλοῦς αὐτὸς σκοπός, ὅστις ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἔχοντος συνυπουργοὺς πρόσωπα διάσημα, τὸν ἀείμνηστον Βράϊλαν, τὸν ἔξοχον νομικὸν Καλλιγᾶν, τὸν ἀείμνηστον Λομβάρδον καὶ τὸν Δημήτριον Βουδούρην, ἐτέθη ὡς βάσις πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις, πρὶν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, διεβίβασεν εἰς τὸ τότε ὑπάρχον Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὰ ἐπιφανέστερα πρόσωπα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐξ ὧν δύο μόνον σήμερον ζῶσιν, ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ὁ ἀντιναύαρχος Κανάρης, ἐνέκρινε τοῦτο, ἐπενεγκὸν καὶ διαφόρους διορθώσεις. Οὕτω δὲ ἐπιστήμη καὶ πεῖρα κατήρτισαν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τοῦ ὁποίου κύριος σκοπὸς ἦτο, ὅπως ὁ λαὸς ἔρχηται εἰς συνάφειαν πρὸς τὴν διοίκησιν. Ἀτυχῶς ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὸ νομοσχέδιον· τοῦτο δὲ παρέσυρε καὶ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κουμουνδούρου καὶ αὐτὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Λοιπὸν ἔχομεν ἓν προηγούμενον, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν μία Κυβέρνησις σπουδαιοτάτη, βασιζόμενον ἐπὶ γνωμοδοτήσεων σπουδαίων προσώπων, συνενούντων τὴν πεῖραν καὶ τὴν ἐπιστήμην. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον τότε δὲν συμπεριελαμβάνετο ἡ Θεσσαλία, ἐχωρίζετο εἰς 28 διοικήσεις, προστιθεμένης δὲ καὶ τῆς Θεσσαλίας, εἰς 32. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἐνῷ διῄρει τὸ Κράτος μας εἰς πλείονα τμήματα, δὲν κατήργει τὰ ἐπαρχεῖα, διότι ἐθεώρησεν ὅτι ἡ ἀνωτέρα διοίκησις εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην ὀργάνων, καθόσον οἱ νομάρχαι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιβλέπουν ἁπάσας τὰς ὑπηρεσίας καὶ νὰ ἔχουν καὶ τὸν ἄμεσον ἔλεγχον 40–50 δημάρχων. Λοιπὸν τότε διῃρεῖτο τὸ Κράτος εἰς 28 τμήματα, σήμερον δὲ, ὅτε τοῦτο συμπεριλαμβάνει τὴν Θεσσαλίαν καὶ μέρος τῆς Ἠπείρου, σήμερον, ὅτε ὁ πληθυσμὸς ηὔξησε κατὰ 500,000 ψυχῶν, διαιρεῖται μόνον εἰς 27 τμήματα. Τότε εἴχομεν μόνον 30 ἑκατομμύρια δραχ. ἔσοδα, σήμερον ἔχομεν 100,000,000, πάντες δὲ οἱ κλάδοι τῆς ὑπηρεσίας ἀνεπτύχθησαν. Διὰ τοῦτο δέον νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τῶν ἐπαρχείων, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐγὼ εἶμαι κατ’ ἀρχήν, ὅπως τοὐλάχιστον ἀποδώσωμεν εἰς τὸν νομάρχην τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐνεργήσῃ. Ἐξ ὅσων ἐρρήθησαν, καὶ ἐξ ὅσων ἐγὼ ἔτυχον νὰ ἀναγνώσω, διότι ἐπανειλημμένως διετέλεσα Βουλευτὴς καὶ ἠναγκαζόμην νὰ μελετήσω τὰ τῆς διοικήσεως καὶ λοιπὰ σχετικά, δύο συστήματα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ πεπολιτισμένῃ Εὐρώπῃ, τὸ σύστημα τὸ Γαλλικὸν καὶ τὸ σύστημα τὸ Ἀγγλικόν. Διὰ τοῦ ἑνὸς χειραγωγεῖται ὁ λαὸς, διὰ τοῦ ἑτέρου ὁ λαὸς χειραγωγεῖ ἑαυτόν. Βεβαίως τὸ ἔθνος μας, μετὰ τετρακοσίων καὶ πλέον ἐτῶν δουλείαν, μετὰ τόσας κατακτήσεις, δὲν εἶναι σήμερον εἰς θέσιν νὰ διοικῇ ἑαυτό. Ὁ χαρακτὴρ ὁ Ἑλληνικός, ἡ θέσις τοῦ Ἕλληνος μεταξὺ Εὐρώπης καὶ Ἀνατολῆς, συντελοῦν, ὥστε ὁ Ἕλλην πάντοτε νὰ ἐπιθυμῇ ἀξιοπρεπῆ διοίκησιν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ὑπῆρξε πάντοτε τὸ καταλληλότερον, καὶ διὰ τοῦτο ἐκηρύχθην ὑπὲρ τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος, καὶ εὔχομαι νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ αὐτὸ, ἀλλὰ μὲ τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας, διὰ τῶν ὁποίων δύναται πράγματι ὁ τόπος νὰ διοικηθῇ· ἄλλως τὸ νομοθέτημα δὲν δύναται παρὰ νὰ καταπέσῃ μίαν ἡμέραν. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον βάσιν ἔχει τὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους εἰς 27 νομούς. Εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, εἰς τὸν στρατιωτικὸν, ἐκκλησιαστικὸν, οἰκονομικὸν, δικαστικὸν, ἐξωτερικὸν, ὑπάρχει ἱεραρχία. Ὁ δικαστικὸς κλάδος ἔχει τὸν εἰρηνοδίκην, τὸ Πρωτοδικεῖον, τὸ Ἐφετεῖον, τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν· ἐπίσης ὁ στρατιωτικὸς ἔχει διαφόρους βαθμίδας· ὁ οἰκονομικὸς κλάδος ἀρχίζει ἀπὸ 3 τάξεις γραφέων, καὶ προβαίνει μέχρι τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἀναλόγως δὲ καὶ οἱ λοιποὶ κλάδοι, ἐκτὸς τοῦ διοικητικοῦ· εἰς τὸν διοικητικὸν κλάδον ἔχετε μόνον τὸν νομάρχην καὶ τὸν Ὑπουργόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ νομάρχης καὶ ὁ Ὑπουργὸς μόνοι νὰ διευθύνουν ὅλην τὴν διοικητικὴν μηχανήν; Ὁ νομὸς Αἰτωλοακαρνανίας περιλαμβάνει 35 δήμους. Πῶς θὰ διοικήσῃ ὁ νομάρχης ἀπ’ εὐθείας 35 δήμους; Ἀφ’ ἑτέρου ὁ νομάρχης ἔχει τὴν ἐποπτείαν τῶν δικαστηρίων, τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων κτλ. Ἂς κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἂν δύναται ἀπὸ τοῦ γραφείου του ὁ νομάρχης, ἄνευ ὀργάνων, νὰ διοικῇ καλῶς ὅλον τὸν νομόν. Διὰ τοῦτο, ὡς εἶπον προηγουμένως, δέον οἱ ἔπαρχοι νὰ ἐπανέλθουν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς θεωρεῖ, ὡς ἔλεγε πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι οἱ ἔπαρχοι εἶναι περιττοί. Ἀλλ’ ὁ κ. Μομφερράτος, ἀνὴρ νομομαθέστατος, φαίνεται ὅτι, ἀφ’ ὅτου ἐνηλικιώθη, δὲν ἐξῆλθε τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, διὰ νὰ ἴδῃ, πῶς ἐκτελεῖται ἡ ὑπηρεσία, ἐὰν δ’ ἐκ τοῦ πλησίον ἐσπούδαζε τὰ πράγματα, βεβαίως ἤθελε πολὺ εὐγλώττως, ὅπως ἀγορεύει πάντοτε, ἐκφρασθῆ ὑπὲρ τῶν ἐπαρχείων. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσητε τὰ δάκτυλα ἀπὸ τῆς χειρός; Αὐτὰ τὰ δάκτυλα εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς διοικήσεως, εἶναι τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα καταρτίζουν τὴν ὑπηρεσίαν, τὰ ὁποῖα ἐποπτεύουν τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, καὶ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἐὰν ἀποκόψητε τὰ δάκτυλα, δὲν θὰ ἀπομείνῃ πλέον, παρὰ ἓν σῶμα ἠκρωτηριασμένον. Ἀλλ’ ἐλέχθη, ὅτι ὑπάρχουν οἱ δήμαρχοι. Βεβαίως δὲν εἶμαι κάτοχος τῶν δημοτικῶν νόμων, ἀλλ’ ἔχω ὅπως δήποτε μικρὰν πεῖραν, ὡς πολιτευόμενος. Ὁ δημοτικὸς νόμος, κατ’ ἐμὲ, εὑρίσκεται εἰς ἀντίθετον σημεῖον πρὸς τὸν διοικητικόν. Ὁ εἷς θέλει τὴν ὑποταγὴν, ἐνῷ ὁ ἄλλος θέλει τὴν ἀνεξαρτησίαν. Οἱ δῆμοι σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχωσιν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ὠφέλειαν εἰς ἑαυτοὺς, διότι εἶναι πτωχότατοι. Ἄλλοτε εἴχομεν 250 δήμους, ἑπομένως ἕκαστος δῆμος εἶχε καὶ τὴν ἔκτασίν του καὶ τὰ μέσα, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ καὶ νὰ διοικηθῇ, ἀλλὰ σήμερον οἱ δῆμοι ἔγειναν 800 καὶ πλέον, ἕνεκα τῆς πιέσεως κυρίως τῶν κομματαρχῶν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Σήμερον ὁ δῆμος, ἐὰν ἐξαιρέσητε ὀλίγους τινὰς, κατέστη ἄπορος ἐντελῶς. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου τοὐλάχιστον, συνισταμένην ἀπὸ 4 δήμους, μόνος ὁ δῆμος Ἀμβρακίας, ὁ ὁποῖος εἶναι παράλιος, δύναται νὰ ζήσῃ, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν κἀνένα πόρον. Ὁ πρῶτος δήμαρχος τῆς ἐπαρχίας μου, — τὸ βεβαιῶ μὲ τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, — ἀφ’ ἧς ἐξελέγη, δὲν ἔλαβεν οὔτε λεπτὸν ἀπὸ τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ πληρώνει καὶ γραμματέα καὶ κλητῆρα καὶ γραφικὰ ἔξοδα! Τοῦτο ἀνέφερα εἰς τὸν νομάρχην πλειστάκις ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὡς καὶ ὁ συνάδελφός μου, ὁ κ. Καραγιάννης, ἀλλὰ οὔτε ὁ νομάρχης οὔτε ὁ Ὑπουργὸς ἠμποροῦν νὰ κάμουν τίποτε, διότι δὲν ἠμποροῦν νὰ δώσουν ἀπὸ τὴν τσέπην των. Εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν εὑρίσκονται καὶ οἱ ἄλλοι δῆμοι. Λοιπὸν κρίνατε, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ δίδωσιν οἱ δήμαρχοι εἰς τὸν νομάρχην εὐκολίας ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, ἂν ἦναι δυνατὸν τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ προχθὲς ψηφισθέντα, διὰ τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ζῴων νὰ πραγματοποιηθῶσιν ὑπὸ τοιούτους δημάρχους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὔτε ὑλικὸν διὰ νὰ γράψουν! Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι τὸ νομαρχιακὸν σύστημα εἶναι ἄξιον νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀκόμη, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην τροποποιήσεών τινων. Σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι ὁ χαρακτὴρ τοῦ Ἕλληνος, αἱ ἀρχαί του, ἡ ἱστορία του, ἡ τοποθεσία μας, ὅλα αὐτὰ συντελοῦν εἰς τὸ νὰ ἔχῃ ἀρχὰς ἀριστοκρατικάς· θέλει καὶ τὸν βασιλέα του καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν νομάρχην καὶ τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους νὰ ἔχωσιν ἀνωτέραν παράστασιν· ἤτοι οἱ νομάρχαι νὰ ἦναι 8 ἢ 10, νὰ λαμβάνωσι χιλίας δραχμὰς καὶ πλέον κατὰ μῆνα, νὰ ἔχωσι δὲ καὶ προσωπικὸν ἀρκετόν, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἦναι παρουσιαστέοι. Πρέπει δὲ μεταξὺ τοῦ δήμου καὶ τοῦ νομοῦ νὰ μεσολαβῇ ὁ ἔπαρχος. Τὰ δικαστήρια ὡσαύτως θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἔχωσι πολλοὺς δικαστάς, διότι τότε μόνον δύνανται νὰ ἔχουν τὴν πρέπουσαν θέσιν καὶ δύνανται νὰ ἐξασφαλίζουν τὸ δίκαιον εἰς τοὺς πολίτας διὰ τὰς ἀνάγκας των. Ἀπόδειξις αὐτὸ τὸ Σύνταγμά μας, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, διότι μόνον ἡ γενικὴ ψηφοφορία εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐλευθερίας. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι ἡ αὐτὴ βάσις ἐμπρέπει καὶ εἰς τὰ δικαστήρια, τὸ πολλαπλοῦν, ὡς ἡ καλλιτέρα ἐγγύησις. Ἡ ἐπαρχία μου μετὰ τῆς Βονίτσης καὶ τοῦ Ξηρομέρου πρέπει ν’ ἀποτελέσουν ἕνα νομὸν δικαστικῶς. Πιστεύω δὲ ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ Ἀκαρνανίας δὲν θὰ ἦναι ἐναντίοι εἰς τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἄρτης, διότι θὰ ἔχωμεν ἀντικρύ μας τὸ δικαστήριον τοῦτο, ἵνα διευκολύνωνται αἱ ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν, διότι οὔτε εἰς τὸν Καρβασαρᾶν ἠμπορεῖ νὰ ἦναι Πρωτοδικεῖον, οὔτε εἰς ἄλλο μέρος ἐντὸς αὐτῶν τῶν δύο ἐπαρχιῶν. Βεβαίως θὰ αἰσθανθῶμεν μεγάλην λύπην, ἀποχωριζόμενοι τοῦ Μεσολογγίου, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τὰ ἐπαρχιακὰ ἐπιβάλλουν τὸν χωρισμὸν αὐτόν. Θὰ διατηρῶμεν ὅμως πάντοτε τὴν εὐγνωμοσύνην μας πρὸς αὐτὸ διὰ τὰς μεγάλας εὐκολίας, τὰς ὁποίας μᾶς παρεῖχεν· ἀλλὰ κατὰ τὴν παροιμίαν «ὁ παπᾶς πρῶτα ηὐλόγησε τὰ γένεια του». Τοῦτο δὲ εἶναι φυσικόν. Ἐν τῇ ἀρχαιότητι εἴχομεν μίαν πρωτεύουσαν κοινήν, τὴν ἀρχαίαν πόλιν Στράτον, ἧς διατηρεῖται κάλλιστα εἰσέτι τὸ φρούριον, περὶ οὗ ἔγραψεν ὁ Πουκεβὶλ μετὰ τὴν περιήγησίν του, πρὸ τοῦ 1800. Τότε ἡ πόλις κατῳκεῖτο ἀπὸ 100 χιλιάδας κατοίκους καὶ ἐχρησίμευεν ὡς προπύργιον κατὰ τῆς Αἰτωλίας. Ἀλλὰ διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου ἦτο μικτὴ ἐπιτροπὴ ἐξ Ἀκαρνάνων καὶ Αἰτωλῶν, ἡ ὁποία διώκει αὐτὸν διοικητικῶς, οἰκονομικῶς καὶ πολιτικῶς, ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς καταλληλοτέρους καὶ ἐπιφανεστέρους πολίτας τῶν δύο χωρῶν, διέμενε κατὰ τὸν Θουκυδίδην καὶ Πολύβιον εἰς Ὄλπην, τανῦν Καρβασαρᾶν. Περαίνων τὸν λόγον, ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θέλουσι δεχθῆ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν ἀπὸ 27 εἰς 28 διὰ τῆς προσθήκης τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας, μὲ πρωτεύουσαν τὴν πόλιν, ἣν ἤθελεν ὁρίσει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ἥτις βεβαίως εἶναι εἰς πολὺ καλλιτέραν θέσιν καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου μου, διότι ἔχει ὅλα τὰ documenta, ν’ ἀποφασίσῃ ὅπως πρέπει. Ἐν περιπτώσει ὅμως, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ μεταβολῆς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 27 νομῶν, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῶσι τὴν ἑτέραν πρότασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Καραγιάννης μετὰ τοῦ κ. Καραπάνου καὶ ἄλλων συναδέλφων ὑπεβάλομεν, ὅπως ἡ ἐπαρχία Βάλτου διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς ἑνωθῇ μὲ τὴν Ἄρταν.

§39Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μίαν παράκλησιν ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω, κύριε Πρόεδρε. Ὑπάρχει πρότασις περὶ ἑνώσεως τῶν δύο πρώτων ἄρθρων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἂν ἡ πρότασις αὕτη τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν καὶ γένηται δεκτή, τότε θ’ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἡ ὁποία εἶναι σχεδὸν συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἥτις ἐπερατώθη ἤδη· ἑνωθέντων δὲ τῶν δύο τούτων ἄρθρων εἰς ἓν καὶ ἀπαγγελλομένου παρ’ ὑμῶν τοῦ διαιρετοῦ τοῦ ἡνωμένου αὐτοῦ ἄρθρου, ἡ συζήτησις θὰ διευκολυνθῇ πολύ, διότι ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν θὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὸ ζήτημα, ὑπὲρ οὗ ἐνδιαφέρεται καὶ ἔχει νὰ εἴπῃ τι, καὶ δὲν θὰ γίνηται ὅ,τι μέχρι τοῦδε, ὅτε ἀναγκάζονται οἱ Βουλευταὶ νὰ ὁμιλῶσιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς προκειμένου περὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὕστερον δὲ νὰ ὁμιλῶσι καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου τοῦ δευτέρου ἄρθρου.

§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἀργὰ ἔρχεται ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι τώρα ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Φρονῶ ἄλλως τε, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου τοῦ νομοσχεδίου δέον νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις αὕτη· ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου θέλουσι ψηφισθῇ αἱ διάφοροι τροπολογίαι. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ ἀπορριφθῶσιν τροπολογίαι, θὰ μείνῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν, οἷος ὁρίζεται ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ· ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν γείνωσι δεκταί τινες ἐξ αὐτῶν, τότε θὰ αὐξήσῃ ἀναλόγως ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ἑνωθῶσι τὰ δύο ἄρθρα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου, ὅταν δὲ κηρυχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου περατωμένη, θέλομεν προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων τροπολογιῶν, μετὰ τὸ πέρας δὲ τῆς ψηφίσεως ἐπὶ ὅλων τῶν τροπολογιῶν, θέλομεν γνωρίσει ποῖος ἔσται ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν.

§41Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι πολὺ ὀρθὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ πολὺ κανονικῶς καὶ πολὺ καλῶς διεξάγεται ἡ συζήτησις, διότι τὸ ἄρθρον 1 εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἄρθρου 2. Τὸ πρῶτον ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν, τὸ δεύτερον ὁρίζει ἐκ τίνων περιφερειῶν συνίσταται ἕκαστος νομός. Διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν, διὰ τοῦ δευτέρου τίνες εἶναι οἱ νομοί· διὰ τοῦτο αἱ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἀφορῶσαι τὴν αὐξομείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν, βεβαίως πρέπει νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ πρώτου ἄρθρου. Λοιπὸν πολὺ κανονικῶς διεξάγεται ἡ συζήτησις. Ἔλαβον δὲ τὸν λόγον οὐχὶ διὰ νὰ ἐπαναφέρω τὴν Βουλὴν εἰς τὴν κανονικότητα τῆς συζητήσεως, οὐδ’ ὅπως ζητήσω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς Βουλῆς νὰ χορηγήσῃ τι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, ἀλλ’ ὅπως παρακαλέσω αὐτὴν νὰ μὴ ἀφαιρέσῃ μέρος τοῦ ὁρίζοντος αὐτῆς, καὶ εἰς τοῦτο φρονῶ ὅτι ἔχω συμφώνους ὄχι μόνον τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκ Μαντινείας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους Κυνουρίας καὶ Μεγαλοπόλεως. Νομίζω ὅτι πάντες θὰ ἦναι σύμφωνοι εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Τριπόλεως. Λέγων δὲ Τρίπολιν, ἐννοῶ τὸν λαὸν τῆς Ἀρκαδίας, διότι ἡ Τρίπολις κατοικεῖται ἀπὸ λαὸν τῆς Γορτυνίας ἰδίως, τῆς Κυνουρίας καὶ τῶν περιχώρων τῆς Μαντινείας. Μετὰ τὴν κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα πολιορκίαν καὶ τὴν ἐκπόρθησιν τῆς Τριπόλεως ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς κατεστράφη, καὶ ἡ Τρίπολις ᾠκίσθη ἐκ νέου ἐκ τῶν πέριξ πληθυσμῶν τῆς Κυνουρίας, τῆς Γορτυνίας καὶ τῶν περιχώρων τῆς Μαντινείας· δεσπόζει δὲ ἐν Τριπόλει τὸ στοιχεῖον τῶν Γορτυνίων. Ἡ ἐπιστήμη, τὸ ἐμπόριον, ἡ βιομηχανία, ἡ ἀξία λόγου ἀκίνητος κτῆσις εἶναι εἰς χεῖρας τῶν Γορτυνίων. Εἶμαι πεπεισμένος λοιπὸν, ὅτι, ἂν ἡ περιφέρεια καὶ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς περιορισθῇ, ἰδίως αἱ κτήσεις τῶν Γορτυνίων θέλουσιν ὑποστῆ μείωσιν. Βεβαίως οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Γορτυνίας δὲν δύνανται νὰ ὁμολογήσωσι τοῦτο ἐν πλήρει συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, διότι, προκειμένου νὰ ὁρισθῇ ὡς ἰδιαίτερος νομὸς, ὡς ἰδιαιτέρα δικαστικὴ περιφέρεια ἡ Γορτυνία, καὶ τοπικῶς καὶ πολιτικῶς συμφέρει εἰς αὐτοὺς νὰ ὑποστηρίξουν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Ἀλλ’ ἂν ἀπευθυνθῇ ἡ ἐρώτησις εἰς αὐτοὺς πρὸς ἐπιβεβαίωσιν τῶν ὅσων λέγω, ὅτι ἡ Τρίπολις δηλ. εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένη μετὰ τῶν Γορτυνιακῶν συμφερόντων, φρονῶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι τοῦτο. Βεβαίως ἕκαστος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν Γορτυνίων προτιμᾷ νὰ γείνῃ ἡ Γορτυνία ἰδιαίτερος νομὸς, νὰ ἱδρυθῇ ἐν Γορτυνίᾳ δικαστήριον· ἀλλ’ ὅταν ἔλθωσιν εἰς τὸν ὁρισμὸν τῆς πρωτευούσης, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ γείνῃ μεταξύ των ἐμφύλιος πόλεμος. Ἡ Δημητσάνα δὲν ὑποχωρεῖ εἰς τὴν Καρύταιναν, οὔτε ἡ Καρύταινα εἰς τὴν Δημητσάναν, τὰ Λαγκάδια δὲν ὑποχωροῦν οὔτε εἰς τὴν Καρύταιναν οὔτε εἰς τὴν Δημητσάναν. Πρὸς ἀποφυγὴν λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ πολέμου παρακαλῶ νὰ μὴ διαιρεθῇ τὸ Βασίλειον τοῦ Πανὸς, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἦτο ἡνωμένον. Ἀμφισβητεῖται δὲ καὶ ἡ ἕδρα τοῦ Πανὸς, ἂν ἦτο ἐν Μενάλῳ τῆς Μαντινείας, ἢ ἐν ἄλλοις ὄρεσι τῆς Γορτυνίας ἢ ἐν Καλαβρύτοις. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, χάριν καὶ αὐτῶν τῶν Γορτυνίων, νὰ μὴ διχοτομήσῃ τὴν Ἀρκαδίαν, ἀλλὰ νὰ διατηρήσῃ ταύτην ἀκεραίαν, καὶ τότε καὶ αὐτοὶ οἱ Γορτύνιοι θέλουσιν εὐεργετηθῆ, οἵτινες διαφωνοῦσι καὶ ὡς πρὸς τὴν πρωτεύουσαν· προκειμένου δὲ νὰ γείνῃ ἡ Καρύταινα πρωτεύουσα, ἡ Δημητσάνα καὶ τὰ Λαγκάδια προτιμῶσι τὴν Τρίπολιν. Τὰ Λαγκάδια συναινοῦν νὰ γείνῃ ἰδιαίτερος νομὸς ἡ Γορτυνία, ἂν γείνωσι πρωτεύουσα τὰ Λαγκάδια· ἐὰν ὅμως ὄχι, δὲν τὸ θέλουσι. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τὴν Δημητσάναν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Διγενόπουλος ἐν Τριπόλει ἔχει ἀδελφὸν ἔγκριτον δικηγόρον καὶ ἐξάδελφον ἐπίσης, ἐν γένει δὲ ὅ,τι παρουσιάζει ἡ Τρίπολις ἔγκριτον εἶναι Γορτυνιακόν. Ἂν δὲ ἀναγκασθῶσιν οἱ Γορτύνιοι νὰ μετοικήσωσιν εἰς τὴν Γορτυνίαν, βεβαιωθῆτε ὅτι ἡ Τρίπολις, ἡ ὁποία παρουσιάζει μίαν εὐπρόσωπον πόλιν, θὰ χάσῃ πολύ. Λοιπὸν παρακαλῶ καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ζέγγελην καὶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκ Μεγαλοπόλεως καὶ τοὺς τῆς Κυνουρίας νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ μὴ διαιρεθῇ ἡ Ἀρκαδία.

§42Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται αὐτὴν τὴν ὥραν, δὲν εἶναι συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου· ἀναμφισβητήτως εἶναι συζήτησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου...

§43ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ὁποίου βάσις εἶναι τὸ πρῶτον.

§44Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς παράρτημα τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, «περὶ τῶν νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν». Ἀλλὰ βεβαίως πρωθυστέρως ἔρχεται ἡ συζήτησις τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε πρῶτον νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀναμφισβητήτως εἶναι τὸ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν· διότι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο προτίθεται νὰ εἰσαγάγῃ βελτίωσιν εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διοικεῖται ἡ χώρα ἡμῶν. Δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν, δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν νομαρχῶν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὰς σπουδαίας ἐλλείψεις, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν τῇ διοικήσει ἡμῶν. Αἱ σπουδαῖαι ἐλλείψεις τῆς διοικήσεως ἡμῶν παρουσιάζονται ἐν τῷ τρόπῳ τῆς λειτουργίας τῶν νομαρχῶν καὶ τῶν νομαρχιακῶν ἀρχῶν. Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως ἦλθεν ἡ συζήτησις. Καὶ ἄλλοτε, πρὶν ἀκόμη ἔλθωσι πρῶτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ νομοσχέδια τὰ διοικητικὰ, ἀνέπτυξα τὰς ἰδέας μου ταύτας, ἀλλὰ δὲν ἐγένοντο δεκταί. Ἦλθον ὁπωσδήποτε τὰ νομοσχέδια εἰς συζήτησιν πρωθυστέρως, καὶ ἡ πρωθύστερος αὕτη συζήτησις βεβαίως συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, διότι δὲν γνωρίζομεν ἐκ τῶν προτέρων, τίς ἔσται ὁ ὀργανισμὸς τοῦ νομοῦ, καὶ ἑπομένως ποία ἀπαιτεῖται ἔκτασις δι’ ἕκαστον νομὸν καὶ ποῖα μέσα, ὅπως λειτουργήσῃ ὁ νέος ὀργανισμὸς, τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν καταλληλότερον διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως ἡμῶν. Τὸ πρωθύστερον, λέγω, τοῦτο ἐπήνεγκε τὴν ἐπέκτασιν τῆς συζητήσεως, διότι ἐπρόκειτο ὄχι πλέον περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος πράγματι εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως ἡμῶν, ἀλλὰ περὶ νομοσχεδίου ἔχοντος καθαρὸν προσωπικὸν χαρακτῆρα, περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, χωρὶς νὰ εἰσάγῃ βελτίωσιν ἐν τῇ διοικήσει, ἐξήγειρε τὰ συμφέροντα, ἐξήγειρε καὶ τὰς βλέψεις ἑκάστης ἐπαρχίας καὶ ἑκάστου νομοῦ, καὶ τοῦτο ἤγαγε τὴν συζήτησιν ὅλην ἐπὶ καθαρῶς προσωπικῶν ζητημάτων καὶ ἐπὶ καθαρῶς τοπικῶν καὶ στενῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ περιελθόντες εἰς τὸ πρωθύστερον τῆς συζητήσεως ἐν γένει τῶν δύο σχετιζομένων καὶ συνδεομένων νομοσχεδίων, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ πρωθύστερον τοῦτο καὶ ἐν τῇ συζητήσει τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἔχομεν προτάσεις καὶ γνώμας ἐκπεφρασμένας ἐπαρχιῶν ὁλοκλήρων καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, προτάσεις, ἐξ ὧν αἱ μὲν τείνουσιν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν, αἱ δὲ τείνουσιν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Ὑπάρχουσιν ἀντιπρόσωποι ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ μὴ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν. Τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὑποστηρίζουσι δὲ καὶ ἄλλοι, ὡς οἱ ἀντιπρόσωποι Ναυπλίας καὶ Λακεδαίμονος. Ὑπάρχουσιν ἄλλοι, καὶ οὗτοι εἶναι οἱ πλειότεροι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν, ἵνα αἱ ἐπαρχίαι αὐτῶν ἀποχωρισθῶσι τοῦ νομοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκουν σήμερον, καὶ ἀποτελέσωσιν ἴδιον νομὸν, εἴτε μόναι, εἴτε ἡνωμέναι μὲ ἄλλας ἐπαρχίας. Τοιαῦται ἐπαρχίαι εἶναι ἡ Καρυστία, εἶναι τὰ Καλάβρυτα, εἶναι ὁ Βάλτος καὶ ἡ Ἀκαρνανία, εἶναι ἡ Κυνουρία, εἶναι αἱ μεσημβριναὶ Κυκλάδες. Πῶς εἶναι δυνατὸν, ἐὰν δὲν συζητήσωμεν ἑκάστην τῶν προτάσεων τούτων, ἑκάστην τῶν γνωμῶν τούτων, ν’ ἀποφασίσωμεν τίς ἔσται ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν; Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὰς γνώμας τῶν Βουλευτῶν τῶν ὑποστηριζόντων νὰ μὴ χωρισθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι τοῦ νομοῦ αὐτῶν, πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμόν· ἐὰν παραδεχθῶμεν τὰς ἄλλας γνώμας, πρέπει νὰ αὐξήσωμεν αὐτόν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ θεμάτων θιγόντων ἀπ’ εὐθείας τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρων πληθυσμῶν, βεβαίως ἡ ἀπόφασις τῆς ἀντιπροσωπείας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κατισχύσῃ. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος καὶ ἰσχὺν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ σοβαρὰ καὶ σπουδαία, ἐὰν παραβλάπτῃ καὶ περιφρονῇ τὰς γνώμας ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἄγονται οὐχὶ πλέον ἐκ στενῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἐκ συμφερόντων τὰ ὁποῖα γνωρίζουσι καλλίτερον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας καὶ οἵτινες, ἐπιθυμοῦντες τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως αὐτῶν, ζητοῦσι καὶ οὗτοι, στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ὑποστηρίζει, νὰ ἀπολαύσωσιν αἱ ἐπαρχίαι των τῶν εὐεργετημάτων τῆς βελτιωμένης αὐτῆς διοικήσεως. Ἐνδέχεται νὰ πλανῶνται, ἐνδέχεται νὰ ὠθῶνται ἐκ λόγων μὴ συναδόντων μὲ τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν, ἀλλ’ οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι οἱ λόγοι οὗτοι, εἶναι λόγοι σεβαστοί, εἶναι λόγοι, τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ἡ ἐξέτασις μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ μετὰ παντὸς σεβασμοῦ. Ἐὰν λοιπὸν ταῦτα δὲν συζητήσωμεν ἐκ τῶν προτέρων, ἐὰν δὲν ἀποφασίσωμεν ἐπὶ ἑκάστης τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐκφράζουσιν ὁλόκληροι ἐπαρχίαι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν, τοὺς ὁποίους θὰ περιέχῃ τὸ Κράτος; Καὶ δὲν λύομεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐὰν θελήσωμεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Διὰ τοῦτο ἠπόρησα μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀρνουμένου νὰ συζητήσῃ πρῶτον τὰ ζητήματα ταῦτα τὰ εἰδικά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ ἄρθρον 2, καὶ ὄχι εἰς τὸ ἄρθρον 1, καὶ κατόπιν νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν. Λοιπὸν ὡς ζήτημα κανονισμοῦ τῆς συζητήσεως, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐκφέρω καμμίαν γνώμην ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν συζητουμένων θεμάτων, ὡς ζήτημα τάξεως τῆς συζητήσεως νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 2 ἀποτελεῖ κυρίως τὸ θέμα τῆς συζητήσεως ἡμῶν, καὶ ἐκ τῆς ἐπ’ αὐτοῦ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς θὰ προσδιορισθῇ τὸ περιεχόμενον τοῦ πρώτου ἄρθρου.

§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πολλαί, Κύριοι, πλεῖσται λέξεις πρὸς ὑποστήριξιν μιᾶς ἐσφαλμένης ἐννοίας...

§46Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰπέτε ὀλιγωτέρας λέξεις ὑμεῖς.

§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πάντοτε ὀλιγωτέρας θὰ εἴπω. Ἀλλὰ καὶ ὑπεστήριξα ἐγὼ ποτέ, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα, ὅπερ κέκτηνται οἱ κύριοι Βουλευταί, ἵνα εὐρέως ἀναπτύξουν τὰς ἰδέας των; Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἦτο παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν, (ἀγνοῶ δ’ ἐὰν ἦτο) ἔπρεπε τὴν παρατήρησιν, ἣν κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν ὑπέβαλε, νὰ ὑποβάλῃ ὅτε ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη. Συνεζητήθη τὸ θέμα διὰ μακρῶν, ἂν πρέπῃ νὰ προστεθῶσι νέοι νομοί, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν 27 πρέπῃ νὰ γείνῃ 28 ἢ 29. Ἀφοῦ ἐπερατώθη ἡ συζήτησις, ἔρχεται ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ λέγει: «διατὶ περιορίζετε τὸ δικαίωμα τῶν Βουλευτῶν, ἵνα ὑποστηρίξωσι θέματα ὑψίστης σημασίας;»

§48Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.

§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν κυρίων Βουλευτῶν δέον νὰ περιορισθῇ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύνανται νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν των μὲ ὅλην τὴν εὐρύτητα· τὸ ζήτημα ὅμως, ἂν τὰ λεχθέντα σχετίζονται πρὸς τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἤτοι ἡ πρακτικὴ ἔννοια τοῦ ζητήματος εἶναι μηδαμινή, διότι εἴτε ἡ συζήτησις διεξαχθῇ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, εἴτε διεξαχθῇ ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ αὐτό. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου θὰ συζητηθῇ τί; Θὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλοι νομοί. Οἱ ὑποστηρίζοντες διὰ τῶν τροπολογιῶν των, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλοι νομοί, θὰ ἀναπτύξωσι τὰς ἰδέας των, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὰς τροπολογίας αὐτῶν, θέλομεν κανονίσει τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν ἀναλόγως πρὸς τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ. Ὑποθέσατε ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπορρίπτει τὰς τροπολογίας αὐτάς· τότε θ’ ἀφήσωμεν τὸ πρῶτον ἄρθρον ὅπως ἔχει, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν θὰ ἦναι 27. Θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου ποία συζήτησις θὰ διεξαχθῇ; Θὰ διεξαχθῇ συζήτησις περὶ τῶν ἑδρῶν ἢ περὶ τῶν περιφερειῶν. Δὲν βλέπω λοιπόν τι, τὸ ὁποῖον νὰ δίδῃ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι, προκειμένου περὶ ζητήματος τηλικαύτης σημασίας, ὅπου συμφέροντα τοιαῦτα ἐνέχονται, θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ πιέσῃ ἢ νὰ περιορίσῃ. Δὲν πιέζομεν, οὐδὲ περιορίζομεν· ἔλθετε, συζητήσατε, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν, θέλομεν παραδεχθῆ τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ ὁρίσῃ. Διατὶ νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν τώρα, ἀφοῦ πλέον ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις, ἀφοῦ μάλιστα ἡ παρατήρησις ἐγένετο οὐχὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς;

§50Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐξηντλήθη.

§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ἐξηντλήθη, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βονίτσης ἠγόρευσε διὰ μακρῶν, ὅπως προστεθῇ ἕτερος νομός. Ὁ ἕτερος βουλευτὴς Βονίτσης κ. Μαυρομμάτης ἠγόρευσε καὶ αὐτὸς διὰ μακρῶν, ὅπως προστεθῇ ἕτερος νομός. Ὁ κ. Στράτος ἠγόρευσε διὰ μακρῶν, ὑποστηρίζων καὶ αὐτὸς, ὅτι δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἕτερος νομός. Διατὶ τότε ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης δὲν ἠγέρθη νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι πρωθύστερος ἡ συζήτησις; διατὶ δὲν ἐζήτησε τὸν περιορισμὸν αὐτῆς, τὴν ἕνωσιν τῶν δύο ἄρθρων καὶ τὴν ἐπὶ τῶν δύο ἄρθρων συζήτησιν; Ἀφοῦ πλέον διεξήχθη ἡ συζήτησις καὶ δὲν βλέπω ἄλλον ἐγγεγραμμένον, ἵνα ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἔρχεται τώρα καὶ σᾶς λέγει νὰ ἐπαναρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Ὄχι! αὐτὸ δὲν τὸ παραδέχομαι· πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου.

§52Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰ παραδεχθῇ ὅ,τι θέλει. Δὲν εἶπον ἐγὼ, ὅτι πιέζεται ἡ Βουλὴ καὶ ἐμποδίζεται ἡ συζήτησις...

§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως αὐτὸ εἴπετε.

§54Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον διόλου αὐτό.

§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ προσέχω.

§56Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· διότι δὲν εἶναι διόλου ἡ ἰδέα μου αὐτή. Εἶπον μόνον, ὅτι διεξάγεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ δευτέρου ἄρθρου καὶ οὐχὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ πρώτου ἄρθρου. Κανονικώτερον ἤθελεν εἶναι, ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ...

§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ διεξήχθη.

§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται νὰ θεωρηθῇ ἴσως καὶ περατωμένη, ἀλλὰ κανονικώτερον θὰ ἦτο νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ζητήματος. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου δὲν τίθενται διῃρημένα τὰ ζητήματα, τίθενται πλήρη. Ἐὰν θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸ πρῶτον ἄρθρον, οἱ μὲν θέλοντες τὴν σύμπραξιν τῶν νομῶν θὰ ψηφίσωσι κατ’ αὐτοῦ, θὰ ζητήσωσιν ἐλάττωσιν τῶν νομῶν, οἱ δὲ θέλοντες τὴν ἐπέκτασιν, τί θὰ ψηφίσωσι; Τί θὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν;

§59Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι περὶ μειώσεως ἢ αὐξήσεως.

§60Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πρὸς μίαν θὰ ψηφίσωμεν τὰς τροπολογίας;

§61ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.

§62Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐταὶ εἶναι περιεχόμενον τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Πρόκειται περὶ κανονισμοῦ τῆς συζητήσεως. Ἀφήσατε λοιπὸν τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν τοῦ πρώτου ἄρθρου. Μὴ τὸν κανονίζετε ἐκ τῶν προτέρων.

§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις διεξήχθη ὅπως διεξήχθη. Θὰ ἦτο καλὸν ἴσως, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ὁρισθῇ, πῶς πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις· ἀλλ’ ἀφέθη ἡ Βουλὴ ἐλευθέρα νὰ συζητήσῃ, καὶ ἐπὶ τρεῖς ὅλας ὥρας συνεζήτησε τὸ θέμα περὶ τῆς αὐξήσεως ἢ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν. Ποίαν πρακτικὴν σημασίαν ἔχει πλέον, ἀφοῦ ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις, νὰ εἴπωμεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπαναληφθῇ ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου; Ἂς ἀφήσωμεν νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ψηφίσωμεν τὰς τροπολογίας, τῶν ὁποίων ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἡ αὔξησις ἢ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ, καὶ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν μεταβαίνομεν εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον.

§64Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρωθύστερον.

§65Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι πρωθύστερον καθόλου.

§66ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ εὐχαριστήσω τὸν ἐκ Μαντινείας συνάδελφον καὶ ἀγαπητόν μου φίλον διὰ τὴν στοργὴν, τὴν ὁποίαν δεικνύει ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου. Ἠγνόουν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅτι τόσην στοργὴν εἶχεν ὁ κ. Μπακόπουλος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν Γορτυνίων. Εὐτυχῶς ἐδόθη περίστασις νὰ μάθωμεν, ὅτι ὁ κ. Μπακόπουλος ὄντως ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου. Καὶ διὰ τοῦτο εὐχαριστῶ αὐτόν. Νομίζω ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τοιαῦται προτάσεις δὲν προβάλλονται σπουδαίως, διότι, ἐὰν πράγματι ἤθελον ὑποβληθῇ προτάσεις περὶ ἑνώσεως τοῦ νομοῦ, βεβαίως ἡ Τρίπολις δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι ἕδρα τῆς διοικήσεως, διότι τόσα προσόντα, τόσα δικαιώματα ἔχει ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ τολμήσῃ τις, οὔτε ἐκ Μαντινείας, οὔτε ἄλλοθεν, ν’ ἀμφισβητήσῃ ταῦτα. Καὶ πρῶτον τίς ἠλευθέρωσε τὴν Τρίπολιν; Οἱ Γορτύνοι...

§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος εἶπεν, ὅτι καὶ σήμερον εἶσθε κύριοι τῆς Τριπόλεως.

§68ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν τοσαῦτα κέκτηται δικαιώματα ἡ Γορτυνία, ὑποβάλλω ἀντίθετον τροπολογίαν, νὰ μείνῃ ἡνωμένος ὁ νομός, μὲ πρωτεύουσαν πόλιν τινὰ τῆς Γορτυνίας, οὐδέποτε ὅμως μὲ πρωτεύουσαν τὴν Τρίπολιν, διότι ὁ κ. Μπακόπουλος ὡμολόγησε, καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι μόλις ἀποχωρισθῇ ἡ Γορτυνία ἀπὸ τὴν Τρίπολιν, ἡ Τρίπολις δὲν ἔχει πλέον ὕπαρξιν, καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχει ὕπαρξιν, ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ τοὺς φυσικοὺς νόμους, νὰ ὑποταχθῇ εἰς μίαν πόλιν τῆς Γορτυνίας, ἡ ὁποία, ὡς ἕδρα διοικήσεως, θὰ φθάσῃ εἰς περιωπήν. Τοῦτο εἶναι δίκαιον, καὶ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νομίζω ὅτι, καὶ ὅπως προτείνεται τώρα ἡ διαίρεσις τοῦ νομοῦ ἐκείνου, εἶναι ἄδικος· διότι, ἐὰν πράγματι σπουδαιολογῶμεν καὶ ἐπιθυμῶμεν νὰ βελτιώσωμεν διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς τὴν τύχην τῶν πληθυσμῶν τούτων, πρὸς τί ἡ ἄνισος αὐτὴ διαίρεσις; πρὸς τί νὰ χωρίζηται ἡ Γορτυνία καὶ νὰ ἀποτελῇ ἰδιαίτερον νομόν, αἱ τρεῖς δ’ ἄλλαι ἐπαρχίαι τοῦ νομοῦ ν’ ἀποτελῶσιν ἄλλον νομόν; Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐξυπηρετῆται ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ σκεφθῇ πρὸς στιγμὴν καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην, ὅτι τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἀποτελεσματικὸν εἶναι, ὅπως ὑπαχθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως εἰς τὴν Γορτυνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ὅλα τὰ συμφέροντά της, ὅλας τὰς συναλλαγὰς, τὰ 9/10 τουλάχιστον τῶν συναλλαγῶν της τὰς κάμνει μὲ τὴν Γορτυνίαν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξυπηρετοῦνται σπουδαιότερον τὰ συμφέροντα αὐτῆς καὶ ὑπὸ ἔποψιν διοικητικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν δικαστικήν.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10½ ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 25′ μ.μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ.μ.)

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Σπυρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον,

§71Ν. ΣΠΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα, κύριοι Βουλευταί, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ ἀναπτύξαντος τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων νομίζει ὅτι ὁ νομὸς τῆς Ἀρκαδίας δὲν πρέπει νὰ ὑποστῇ διαίρεσιν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς προέβαλε, δὲν μὲ ἔπεισαν, καὶ ἐλπίζω οὔτε τὴν Βουλὴν ἔπεισαν, ὅτι ὑφίσταται περίπτωσις, ὅπως μὴ ἐπιτευχθῇ τοιαύτη τις διοικητικὴ διαίρεσις. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ διαιρεθῇ ἢ μὴ ὁ νομὸς Ἀρκαδίας νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα συζητήσιμον· δὲν εἶναι δὲ ζήτημα συζητήσιμον, διότι καὶ ἡ ἔκτασις τοῦ νομοῦ καὶ ὁ πληθυσμὸς δικαιολογοῦσι τὴν διαίρεσιν αὐτήν. Τὸ ἂν δὲ ἡ Γορτυνία δικαιοῦται ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν, καὶ τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι ζήτημα, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς καὶ ὡς ἐκ τῶν δικαιωμάτων της. Ἑπομένως δὲν ἔχω λόγους νὰ ἀσχοληθῶ περαιτέρω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ διαίρεσις, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἀποδέχεται, δὲν πληροῖ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, διότι ὁ νομὸς Ἀρκαδίας, ὡς γινώσκετε, ἀποτελεῖται ἐκ τεσσάρων ἐπαρχιῶν, ὁ πληθυσμὸς τῶν ὁποίων ἀνέρχεται εἰς 170,000 ἢ 180,000. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αἱ 3 ἐπαρχίαι ἀποτελοῦσι τὸν νομὸν τῆς Ἀρκαδίας, ἔχοντα πληθυσμὸν 120,000, μία δὲ ἐπαρχία, ἡ τῆς Γορτυνίας, μὲ 52,000, ἀποτελεῖ τὸν νομὸν τῆς Γορτυνίας. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ διαίρεσις, οὕτω κανονιζομένη, εἶναι πρόσφορος καὶ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Λόγοι κυρίως ἱστορικοὶ καὶ λόγοι γεωγραφικοὶ ἐπιβάλλουσιν, ὅπως ἡ διαίρεσις κανονισθῇ κατὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, δηλονότι αἱ μὲν ἐπαρχίαι Μαντινείας καὶ Κυνουρίας ν’ ἀποτελέσωσι μίαν διοικητικὴν περιφέρειαν, αἱ δὲ ἐπαρχίαι Γορτυνίας καὶ Μεγαλοπόλεως ἑτέραν...

§72ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχόμεθα καὶ ἡμεῖς.

§73ΣΠΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Οὕτω δὲ ὁ μὲν πληθυσμὸς τῆς Μαντινείας καὶ Κυνουρίας ἀνέρχεται εἰς 90,000, ὁ δὲ τῆς Γορτυνίας καὶ Μεγαλοπόλεως εἰς 76,000. Ἡ ἕνωσις αὕτη, Κύριοι, δικαιολογεῖται οὐ μόνον ἱστορικῶς καὶ γεωγραφικῶς, ἀλλὰ τοιαύτη τις εἶναι καθιερωμένη καὶ θρησκευτικῶς, διότι καὶ ἐκκλησιαστικῶς σήμερον ἡ Γορτυνία καὶ ἡ Μεγαλόπολις ἀποτελοῦσι μίαν ἐκκλησιαστικὴν τάξιν.

§74ΗΛ. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως ἐπανειλημμένως ἐπρότειναν τὴν διαίρεσιν.

§75ΣΠΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1852, ὅτε καθωρίσθησαν αἱ ἐπισκοπαὶ τοῦ νομοῦ, ὡρίσθησαν οὕτω: Μαντινείας καὶ Κυνουρίας· Γορτυνίας καὶ Μεγαλοπόλεως. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, εἶναι δικαιοτάτη, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ αὐτὴν, διαιρουμένου κατὰ τὰ προταθέντα τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας.

§76ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐκ τῶν μελημάτων του εἶχε καὶ τὴν Γορτυνίαν, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ τῆς ὁδοποιΐας σχέδιόν του περιέλαβε καὶ τὴν Γορτυνίαν καὶ κατεσκεύασε δρόμους ἐκεῖ. Ἀλλὰ δὲν ἔκαμε τοῦτο μόνον· συνέστησε καὶ Γυμνάσιον ἐν Δημητσάνῃ, δι’ ὃ ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας τὸν εὐγνωμονεῖ. Διὰ τούτου προφανῶς ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ὑπέδειξεν, ὅτι τὴν Γορτυνίαν ἐθεώρει καὶ ἤθελε νὰ κάμῃ νομόν. Τὸ ἔργον τοῦτο συμπληροῦσιν οἱ διάδοχοί του, ἐγὼ δὲ εἶμαι ἐντεταλμένος παρὰ τῶν Γορτυνίων, οὓς ἀντιπροσωπεύω, νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἤκουσα, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ κατὰ τὰς μακρὰς ταύτας συζητήσεις ῥηθέντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὅλα ταῦτα εἶναι ἄσκοπα καὶ δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος. Πάντες, καθ’ ἃ παρετήρησα, οἱ ἀγορεύσαντες ἀποδέχονται καὶ ἀναγνωρίζουν τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ὡς ὀρθὸν, καὶ πάντες κατέκριναν καὶ ἀποκρούουν τὸ διοικητικὸν σύστημα. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ἀποδέχονται ὡς ὀρθὸν, δὲν ἐννοῶ διατί, ἀφοῦ νομοὶ συνιστῶνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀποκρούουσι τοῦτο καὶ θέλουν τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων. Τὰ ἐπαρχεῖα κατεδικάσθησαν ὡς ὀρνιθολογικά. Διὰ τῆς ἀνασυστάσεως αὐτῶν οἱ πολῖται εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δωροδοκοῦν ἀμφοτέρας τὰς βαθμίδας, πρῶτον τὸν πρῶτον βαθμὸν, δηλαδὴ τὸ ἐπαρχεῖον, νὰ μεταβαίνουν δὲ κατόπιν νὰ δωροδοκήσουν καὶ τὸν δεύτερον βαθμὸν, τὴν νομαρχίαν, διὰ νὰ τοῖς ἀποδοθοῦν τὰ δίκαιά των. Δὲν φαντάζομαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οἱ νομάρχαι θὰ ἐκπέσουν ὡς οἱ ἔπαρχοι, διότι πᾶς τις, ἀνερχόμενος τὴν βαθμίδα ταύτην, ἔχει τὴν φιλοτιμίαν νὰ φανῇ ἄξιος τῆς θέσεως ταύτης· ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελον ἐκπέσει, διὰ τοὺς πολίτας δὲν βλάπτει, διότι πάλιν μίαν τῶν βαθμίδων θὰ ἔχουν νὰ δωροδοκήσουν, καὶ ἀπαλλάσσονται τοὐλάχιστον ἀπὸ μίαν. Εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι οἱ νομοὶ πρέπει νὰ ἔχουν μεγάλας περιφερείας, καὶ ἐπεκαλέσθησαν πρὸς τοῦτο τὰ μεγάλα ἔθνη, Ἀγγλίαν, Γαλλίαν, Γερμανίαν κλπ., ὡς ἔχοντα μεγάλας περιφερείας. Δυστυχῶς εἴμεθα μικροὶ, καὶ πρέπει νὰ συνηθίσωμεν ὡς μικροὶ νὰ σκεπτώμεθα καὶ ὄχι νὰ ζητῶμεν ἀμέσως νὰ ἐξομοιωθῶμεν πρὸς τὰ μεγάλα ἔθνη, ἅτινα καὶ μεγάλα εἶναι, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολὺ ἀρχαῖα, ἀριθμοῦντα πολλῶν αἰώνων βίον, ἐνῷ ἡμεῖς μόλις ἐτῶν ἐθνικὸν βίον ἀριθμοῦμεν. Ὄχι λοιπὸν πῶς εἶναι τὰ ἔθνη αὐτὰ ἤδη πρέπει νὰ ζητῶμεν, ἀλλὰ πῶς ἦσαν ὅταν ἦσαν μικρὰ, διότι τότε θὰ ὀρθοποδήσωμεν, ἂν δὲν ὑπερεκτιμῶμεν ἡμᾶς αὐτούς. Παρὰ τοῖς ἔθνεσι τούτοις οἱ πολῖται εἶναι προηγμένοι, σέβονται τοὺς νόμους καὶ θέλουν ὥστε οἱ νόμοι νὰ φθάνουν μέχρις αὐτῶν. Ἡμεῖς ὅμως, μικροὶ, ὑστεροῦμεν κατὰ πολὺ, καὶ πάντες φροντίζουν νὰ μὴ φθάνουν οἱ νόμοι μέχρις αὐτῶν, καὶ παρ’ ἑνὶ ἑκάστῳ ἡμῶν ἴσως πρέπει νὰ παρίσταται εἷς χωροφύλαξ διὰ νὰ μὴ παραβαίνωνται οἱ νόμοι. Ἀνάγκη λοιπὸν ἡ ἀρχὴ νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν παροῦσα καὶ ἐγγυτέρα πρὸς τοὺς πολίτας, διὰ νὰ ᾖναι σεβαστοὶ οἱ νόμοι, διὰ τὸν φόβον τῆς τιμωρίας, καὶ οὕτω νὰ προλαμβάνωνται τὰ κακὰ καὶ τιμωρῶνται. Ἐρρήθη παρ’ ὅλων τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι ἡ δικαιοσύνη νοσεῖ, πρὸ παντὸς δὲ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὰς ἕδρας τῶν νομῶν, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο νομίζουν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συσταθοῦν δικαστήρια εἰς ὅλους τοὺς νομούς· ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι λόγοι νὰ μὴ συσταθοῦν τοιαῦτα καὶ εἰς τοὺς ἤδη συνιστωμένους νομοὺς, ἀφοῦ δὲν θὰ ᾖναι χείρονα, ἀλλὰ θὰ κάμουν τὰ αὐτά. Καὶ δὲν ἐννοῶ διατί θὰ στερηθοῦν καὶ οἱ νομοὶ οὗτοι τῶν λοιπῶν εὐκολιῶν τοῦ νὰ προσέρχωνται μετ’ εὐκολίας εἰς τὴν ἐγγὺς πρωτεύουσαν καὶ δικάζωνται, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ θὰ ἀπολαύσουν ὅ,τι καὶ οἱ εἰς τὰ κέντρα. Ἡ διακωμῴδησις τῆς δικαιοσύνης ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης δὲν εἶναι ὀρθὴ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀγωνιζώμεθα νὰ καταρρίψωμεν τὸ κῦρος αὐτῆς πρὸ τῶν ὀμμάτων τῶν πολιτῶν. Ἄν ἐπρόκειτο νὰ ἀπαλλαγῶμεν διὰ παντὸς τῆς δικαιοσύνης, ἴσως θὰ ἦτο χρήσιμος ἡ διακωμῴδησις αὐτῆς· ἀλλ’ ἡ Δικαιοσύνη, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀποτελεῖ καὶ θὰ ἀποτελῇ μέρος ἀναπόσπαστον τῆς Πολιτείας. Ὥστε οὐχὶ νὰ καταρρίπτωμεν πρέπει τὸ κῦρος αὐτῆς πρὸ τῶν ὀμμάτων τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ διορθώσεως τῶν κακῶν αὐτῆς διὰ θεσμοῦ καταλλήλου ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστῶν καὶ τῶν δικαστηρίων, συνεχοῦς καὶ ἐπιμόνου, διὰ νὰ μὴ ἀφίνωνται οἱ δικασταὶ νὰ παρεκτρέπωνται. Ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας ἔχει καὶ αὕτη εἴπερ τις καὶ ἄλλη ἐπαρχία τοῦ Κράτους δικαιώματα. Τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματά της τὰ ἀναγράφει ἡ ἱστορία, ὡς πάντες γνωρίζετε, καὶ ἀποφεύγω νὰ τὰ ἀνιστορήσω ἤδη, ὡς γνωστά, γνωστότατα. Τὰ ὀνόματα καὶ μόνον τῶν ἀρχηγῶν καὶ στρατηγῶν ἀρκοῦσι νὰ σᾶς ἀναμνήσουν τὴν ἔνδοξον σελίδα, ἣν κατέχει εἰς τὴν ἱστορίαν ἡ Γορτυνία. Καὶ δὲν λέγω ὅτι ἔχει πλέον τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ὅ,τι καὶ αἱ ἄλλαι, καὶ διὰ τοῦτο δικαιοῦται καὶ αὕτη ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως γείνῃ νομός καὶ συσταθοῦν ἐκεῖ καὶ δικαστήρια. Εἶναι τόπος ὀρεινὸς, καὶ ἡ προσέλευσις εἰς τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ ἀπὸ μακρινὰς ἀποστάσεις εἶναι πολὺ δύσκολος, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς συγκοινωνίας καὶ διὰ τὸ δύσβατον. Ὑπάρχει ἐν μέρει συγκοινωνία δι’ ἁμαξῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὠφελεῖ, διότι οἱ ἐπαρχιῶται πάντοτε πεζῇ θὰ μεταβοῦν, καὶ ἀπόλλυται πολὺς χρόνος, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἐν τῇ ἕδρᾳ ἀπαντῶσι πολλαὶ δυσκολίαι εἰς τὴν περάτωσιν τῶν ὑποθέσεών των. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ μεταρρυθμίσεις γίνονται πρὸς ὠφέλειαν τοῦ τόπου, δὲν ἐννοῶ διατὶ καὶ ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας νὰ μὴ ἀπολαύσῃ τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεται τὸ νομοσχέδιον. Ὥστε εἶναι δίκαιον νὰ γείνῃ ἡ Γορτυνία νομός. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας κ. Μπακόπουλος ἀνέλαβε νὰ κηδεμονεύσῃ τοὺς Γορτυνίους, ἀλλ’ ἡ Γορτυνία δὲν ἔχει ἀνάγκην κηδεμόνων. Ἔχει ἐνταῦθα πέντε ἀντιπροσώπους, οἵτινες δύνανται νὰ προτείνουν τὰ χρήσιμα εἰς τὴν Γορτυνίαν. Γνωρίζω τὸ συμφέρον τῆς Τριπόλεως, γνωρίζω τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον τὸν ὤθησεν εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ τὴν τοιαύτην πρότασιν. Γνωρίζω ὅτι ἡ Τρίπολις ζημιοῦται ἐκ τῆς ἀποχωρίσεως τῆς Γορτυνίας, γνωρίζω ὅτι ἐν Τριπόλει ὑπάρχουν πολλοὶ καὶ ἔγκριτοι Γορτύνιοι καὶ ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκ τούτων ἀποτελεῖται ἡ Τρίπολις. Γνωρίζω ὅτι καὶ οὗτοι δύνανται νὰ βλαβῶσιν ἐκ τῆς ἀποχωρίσεως τῆς Γορτυνίας, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὴν Γορτυνίαν. Ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν κυρίως ὄχι τοὺς ἐν Τριπόλει ἀποκατεστημένους Γορτυνίους, ἀλλὰ τοὺς ἐν τῇ Γορτυνίᾳ μένοντας, καὶ τούτων τὰ συμφέροντα θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν. Δὲν θέλομεν βεβαίως νὰ βλαβῇ ἡ Τρίπολις, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ Γορτυνία ὀφείλει νὰ δουλεύῃ εἰς τὴν Τρίπολιν. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς Τριπόλεως θὰ ἐρευνήσω, καὶ ἔχω ἕτοιμον νομοσχέδιον, ὅπερ θὰ ὑποβάλω, ὅπως συσταθῇ Ἐφετεῖον ἐν Τριπόλει, ἀφοῦ ἀρχικῶς ἐκεῖ ἥδρευε καὶ προσωρινῶς μετετέθη εἰς Ναύπλιον. Δὲν θὰ προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, ἀλλὰ θὰ ζητήσω νὰ περιλάβῃ ἄλλας περιφερείας, ὥστε νὰ μὴ βλαβῇ καὶ τὸ Ναύπλιον. Ἀγορεύων ὁ ἔντιμος κ. Μπακόπουλος καὶ συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς μὴ συστάσεως νομοῦ ἐν τῇ Γορτυνίᾳ, ἐθεώρησε καλὸν νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ προληφθῇ ἐμφύλιος πόλεμος, ὅστις θὰ συσταθῇ περὶ τὴν μέλλουσαν πρωτεύουσαν τῆς Γορτυνίας, ἂν δηλαδὴ θὰ ἦτο ἡ Καρύταινα ἢ ἡ Δημητσάνα ἢ τὰ Λαγκάδια. Τὸ τοιοῦτον ὅμως δὲν ἀφορᾷ αὐτὸν, οὔτε τὴν Μαντίνειαν, ἧς εἶναι ἀντιπρόσωπος, καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνησυχῇ διὰ πράγματα, ἅτινα ἀφορῶσι μόνον τὴν Γορτυνίαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν συμβῇ πόλεμος, ὠφέλεια θὰ προέλθῃ, διότι ἐκ τῆς συγκρούσεως παράγεται σπινθὴρ, καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως προβαίνει ἡ ἀλήθεια. Ἀλλὰ καὶ οὔτε θὰ συμβῇ καμμία ἔρις περὶ τῆς πρωτευούσης, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσάγει νέον, ἀλλ’ ἀναγνωρίζει τὸ ὑπάρχον, διότι ἡ Δημητσάνα ἦτο καὶ εἶναι ἤδη πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας. Τοιαύτη ἦτο καὶ πρὸ τῆς καταργήσεως τῶν ἐπαρχείων, καὶ μετ’ αὐτὴν διέμεινε τοιαύτη, καὶ ἐκεῖ ἐξακολουθοῦν νὰ ἑδρεύουν αἱ ἀρχαὶ πᾶσαι. Ἡ Δημητσάνα ἀπὸ πολλῶν, ἀπὸ ἀπείρων ἐτῶν εἶναι πρωτεύουσα, τὰ δὲ δικαιώματα αὐτῆς εἶναι ἀναμφισβήτητα, καὶ εἶναι τοιαύτη πρωτεύουσα πάντοτε τῇ συναινέσει καὶ τῇ θελήσει τῆς ἐπαρχίας, χωρὶς ποτε νὰ ἐγερθῇ ἀξίωσις ἄλλη. Μόνον κατὰ τὸ 1840 ἐπίσημος πολιτευτὴς μετέθεσε τὴν πρωτεύουσαν εἰς τὴν Καρύταιναν, ἀλλ’ ἡ ἐπαρχία ὁλόκληρος ἐξανέστη κατὰ τοῦ πραξικοπήματος τούτου, καὶ μετὰ ὀλίγον χρόνον, κατὰ τὸ 1840 νομίζω, ἐπανῆλθε πάλιν ἡ πρωτεύουσα εἰς τὴν Δημητσάναν, ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα ἁπάσης τῆς ἐπαρχίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρὸ μικροῦ κατὰ πρῶτον ἤδη ἤγειραν τὰ Λαγκάδια τοιαύτην ἀξίωσιν, ἵνα ὁρισθῇ ἐκεῖ ἡ πρωτεύουσα, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἁπλῆ ἐπιθυμία αὐτῶν καὶ τίποτε πλέον, διότι ἡ Γορτυνία ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνδεκα δήμους, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν Δημητσάναν ὡς πρωτεύουσαν καὶ ὄχι τὰ Λαγκάδια. Ἤκουσα ὅτι καὶ ἡ Καρύταινα ἀξιοῖ νὰ γείνῃ πρωτεύουσα, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ τοιοῦτο δὲν θὰ προβληθῇ, ἂν ἡ Γορτυνία μόνη ἀποτελέσῃ τὸν νομόν. Ἀλλ’ ἔχει δικαίωμα ἡ Δημητσάνα νὰ ἦναι πρωτεύουσα; Ἀναμφισβητήτως. Καὶ τὸ δικαίωμά της αὐτὸ τὸ ἔχει κεκτημένον ἀπὸ αἰώνων, ἀπὸ χιλίων ἐτῶν καὶ πλέον, καθ’ ἃ ζῇ καὶ ὑπάρχει καὶ ἐργάζεται καὶ δρᾷ ἐθνικῶς καὶ ὄχι μόνον ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ τῆς ἐπαρχίας. Αἱ πρωτεύουσαι δὲν χειροτονοῦνται, ἀλλ’ ἐνδείκνυνται ἀφ’ ἑαυτῶν, καὶ ἀφ’ ἑαυτῆς ἔχει καταλάβει τὴν τοιαύτην θέσιν ἡ Δημητσάνα. Ἡ Δημητσάνα, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι συνοικισμὸς ξένων, ἐπηλύδων, ξένων φύλων. Τὸ ὄνομά της εἶναι παρεφθαρμένον, δὲν εἶναι ἀλλόφυλον, διότι εἶναι βεβαιωμένον ἐπισήμως καὶ ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων ἱστορικῶς, ὅτι τὸ ὄνομα τοῦτο τὸ φέρει ἀπὸ χιλίων διακοσίων ἐτῶν καὶ πλέον, ὅτε δὲν εἶχε γείνῃ ἔτι ἡ ἐνοίκησις τῶν ξένων φύλων. Ἡ Δημητσάνα ὑπῆρξε πάντοτε ζῶσα καὶ δρῶσα. Κατὰ τὸ 963 μ. Χ. ἐπὶ Νικηφόρου Φωκᾶ, αὐτοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως, ἀπαντᾷ παρὰ τῷ αὐτοκράτορι τούτῳ Δημητσανίτης, καλούμενος Ἰωάννης Λαμπαρδόπουλος, φιλόσοφος, ὅστις κατέχει παρὰ τῷ αὐτοκράτορι τούτῳ ὑψίστην θέσιν. Πρωτοσηκρήτης, δηλαδὴ πρῶτος μυστικοσύμβουλος ἢ Πρωτογραμματεύς. Οὗτος ὁ Δημητσανίτης εἶχεν ἀνεγείρει τότε Μονὴν πλησίον τῆς Δημητσάνης, τοῦ Φιλοσόφου ἐπικαλουμένην, τὴν ὁποίαν ἐπροίκισε διὰ μεγάλης περιουσίας. Καὶ ταῦτα ἀναφέρει τὸ σιγίλλιον γράμμα ἢ χρυσόβουλλον τοῦ αὐτοκράτορος, δι’ οὗ ἀνεγνωρίζετο ἡ Μονὴ καὶ τῇ παρείχοντο προνόμια καὶ δικαιώματα. Ἐν τούτῳ τῷ ὑψηλῷ ἐγγράφῳ ἀναφέρονται ἡ Δημητσάνα καὶ ὁ Δημητσανίτης. Ἀπὸ χιλίων ἄρα ἐτῶν ὑπάρχει καὶ ζῇ ἡ Δημητσάνα, καὶ δύναμαι, χωρὶς νὰ φανῶ ὑπερβολικὸς, νὰ τὴν ὀνομάσω ἀθάνατον πόλιν, ἀφοῦ σώζονται ἔτι καὶ τὰ ὑπεράρχαια κυκλώπεια τείχη τῆς ἀρχαίας πόλεως, ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς ὁποίας εἶναι ἐκτισμένη καὶ συνεχίζει τὴν ἀρχαίαν πόλιν ἄχρι σήμερον. Τοιαύτη ἀθάνατος πόλις δὲν κατέρρευσε καὶ δὲν θὰ καταρρεύσῃ, ὅπως ἐνασμενίζουσι νὰ γράφουν εἰς τὰ ψηφίσματά των, εἶναι δὲ λίαν ἀστεῖον τὸ παρ’ αὐτῶν γραφόμενον, ὅτι ἔχει μόνον τριακοσίας οἰκίας. Ἡ Δημητσάνα ἔχει πάγιον πληθυσμὸν, διαρκῶς διαβιοῦντα ἐκεῖ, καὶ ἔχει πάντα τὰ προσόντα καλῆς πόλεως, ὥστε νὰ ἐξακολουθήσῃ διαμένουσα ἐκεῖ ἡ πρωτεύουσα. Ἀλλ’ ἔχει ἡ Δημητσάνα καὶ δικαιώματα ἐθνικὰ ἐπὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους, διότι ἐθνικὴ ὑπῆρξεν ἡ δρᾶσίς της κατὰ τὸν μακραίωνα τοῦ σκότους καὶ τῆς δουλείας. Ἡ εἰρημένη Μονὴ δὲν ἦτο ἁπλῶς, ὡς συνήθως, θρησκευτικὸν καταφύγιον, ἀλλ’ ἦτο, ὅπως καὶ συνέστη καὶ ἐπροικίσθη, Σχολὴ γραμμάτων, Πανεπιστήμιον, Ἀκαδημία, ἐν ᾗ ἐσπούδαζον δωρεὰν, ἀπὸ περάτων προσερχόμενοι, ἅπαντες οἱ Ἕλληνες. Ἀπέδωκεν εἰς τὸ ἔθνος κατὰ τὸ μακρὸν αὐτὸ διάστημα πατριάρχας, ἀρχιερεῖς καὶ διδασκάλους καὶ εἰς τὰ τέσσαρα ἐθνικὰ Πατριαρχεῖα, καὶ πάντες οὗτοι προήσπισαν τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸ ἔθνος ἀπὸ τῶν ἐπιβουλῶν τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἔθνους. Δὲν ἦσαν κοινοὶ καλόγηροι καὶ ἀρχιερεῖς, ἀλλ’ ἀρχηγοὶ ἐθνικοί, ὑπὲρ τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀγωνιζόμενοι καὶ ἀποκεφαλιζόμενοι. Ἡ ἀνάγνωσις καὶ μόνον τοῦ ἀπὸ 14 Ἀπριλίου 1652 ἐγγράφου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀρκεῖ νὰ δείξῃ ὁποῖαι αἱ θυσίαι τῶν ἐθνικῶν τούτων ἀνδρῶν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους. Ἀλλὰ δὲν ἔπαυσεν ἡ δρᾶσις τῆς Δημητσάνης καὶ τῆς Μονῆς καθόλου. Κατὰ τὸ 1746 ἡ Σχολὴ ἐκ τῆς Μονῆς μεταφέρεται εἰς Δημητσάναν, ὅπου ἁδραῖς δαπάναις τῶν τέκνων της κτίζεται ἡ γνωστὴ πλέον ἱστορικῶς Ἑλληνικὴ Σχολὴ Δημητσάνης, μὲ πολλὰ κελλία πέριξ αὐτῆς, διὰ νὰ κατοικοῦν δωρεὰν οἱ προσερχόμενοι νὰ σπουδάσουν. Καὶ ἐκεῖ προσέρχονται καὶ σπουδάζουν δωρεὰν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, καὶ κατοικοῦν δωρεὰν εἰς τὰ κελλία, καὶ τροφὴ δίδεται εἰς τοὺς πτωχοὺς δωρεάν. Ἐν τῇ Σχολῇ ταύτῃ ἐσπούδασαν πάντες οἱ ἐν τῷ ἱερῷ ἀγῶνι ἀριστεῖς, καὶ οἱ Νοταράδες καὶ οἱ Μαυρομιχάλαι καὶ πλεῖστοι ἄλλοι, ὡς ἐν τῷ Κώδικι σημειοῦνται, ἦσαν τρόφιμοι τῆς Σχολῆς ταύτης. Ὁ πολὺς Θεοδώρητος ὁ Βρυσθένης, ὁ ἐκ Νεμνίτσης, ἦτο τέκνον τῆς Σχολῆς ταύτης. Τῆς αὐτῆς Σχολῆς τέκνα ὑπῆρξαν αἱ Σχολαὶ Βυτίνης, Ἄργους, Ἀνδριτσαίνης κλπ. Καὶ διέχεεν ἡ Σχολὴ αὕτη τὰ φῶτα καθ’ ἅπαντα τὸν Ἑλληνισμὸν δωρεάν, δαπάναις μόνον τῶν Δημητσανιτῶν. Ὄντως ὑψηλαὶ καὶ ζηλευταὶ ἐθνικαὶ ὑπηρεσίαι! Μετ’ εὐλαβείας καὶ ἐθνικῆς ὑπερηφανείας ἐπιδεικνύουν οἱ Μιστριῶται τὸ ἐπὶ τῆς Πύλης τῆς Μητροπόλεως Μιστρᾶ αἷμα! Εἶναι τὸ αἷμα τοῦ ἀρχιεπισκόπου Λακεδαιμονίας Ἀνανίου, ὃν οἱ Τοῦρκοι εἰς τὴν θύραν αὐτὴν ἔσφαξαν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1769. Τέκνον πολύτιμον τῆς Δημητσάνης εἶναι ὁ Ἀνανίας οὗτος, ὑπὲρ τῆς πατρίδος σφαγείς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ταῦτα μόνον. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ὁ Εʹ, τοῦ ὁποίου τὸ ἱερὸν λείψανον εἶναι ἀποτεθειμένον ἐν τῇ Μητροπόλει τῶν Ἀθηνῶν Εὐαγγελιστρίᾳ, ὅστις ἐσφάγη κατὰ τὸ 1821 ἐν τοῖς Πατριαρχείοις Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι καὶ οὗτος τέκνον τῆς Δημητσάνης. Ἀλλὰ σφαζόμενος ὑπὸ τῶν Τούρκων ὁ μακάριος οὗτος Πατριάρχης ἀφίνει ὄπισθέν του τὸν διάδοχόν του, τὸν ἀρχιεπίσκοπον Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανόν, ὅστις συνεχίζων τὸ ἔργον ὑψοῖ τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας ἐν Ἁγίᾳ Λαύρᾳ. Καὶ εὐλογεῖ ἡ δυὰς αὕτη τὸν ἀγῶνα, καὶ ἄγεται εἰς πέρας ὁ ἀγών. Δημητσανίτης ἦτο καὶ οὗτος, ὁ Γερμανὸς Παλαιῶν Πατρῶν. Ἰδοὺ ὑπηρεσίαι, ἰδοὺ θυσίαι, ἰδοὺ αἵματα, δι’ ὧν ἀπεκτήθησαν τὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀρκοῦν. Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821 μεταποιεῖ τὴν Δημητσάναν εἰς ὁπλοστάσιον. Ὅλοι οἱ Δημητσανῖται πάσης ἡλικίας καὶ φύλου νυχθημερὸν ἐργάζονται εἰς κατασκευὴν μπαρούτης, καὶ ἀποδίδουν 300 ὀκάδας καθ’ ἡμερονύκτιον. Ἐκεῖ μόνον τότε, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὑπῆρχεν ἡ μπαρούτη καὶ οὐδαμοῦ ἄλλοθι. Καὶ γίνονται φοῦρνοι καὶ ψήνεται ψωμί, καὶ ὅλοι ὁμοῦ, γυναῖκες, παιδία καὶ εἴ τις ἄλλος, δένουν φυσέκια. Καὶ ποῦ χάρτης τότε; Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Ἑλληνικῆς Σχολῆς καὶ τῆς Μονῆς καὶ προσφέρεται καὶ ὁ χάρτης οὗτος. Καὶ δένονται δι’ αὐτοῦ τὰ φυσέκια καὶ δι’ ὅλων τούτων τροφοδοτεῖται ὁ ἀγών. Καὶ μεταφέρονται ἡ μπαρούτη, τὰ φυσέκια, ὁ ἄρτος ὑπὸ τῶν Δημητσανιτῶν δωρεὰν εἰς τὰ στρατόπεδα τῆς Πιάνας, τοῦ Βαλτετσίου, τῶν Τρικόρφων καὶ παντοῦ. Καὶ ἐπιστατοῦν καὶ δαπανοῦν καὶ ὁδηγοῦν πάντα ταῦτα οἱ ἀδελφοὶ Σπηλιωτόπουλοι, Νικόλαος καὶ Σπυρίδων, μέλη τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, κατελθόντες ἐκεῖ ὀλίγον πρὸ τοῦ ἀγῶνος ἐπίτηδες ἐκ τῆς Ρωσίας. Ποίας ἄλλας ὑπηρεσίας ἔπρεπε νὰ προσφέρῃ μία πόλις διὰ νὰ ἔχῃ δικαιώματα ἐθνικά; Κεκτημένον ἄρα ἔχουν τὸ δικαίωμα ἡ Δημητσάνα καὶ ἡ Γορτυνία διὰ τῶν θυσιῶν των καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὴν πατρίδα, ὥστε νὰ μὴ παρορῶνται, ἀλλ’ ἐκ τῶν πρώτων νὰ λογίζωνται. Δὲν θέλω, οὔτε εἶναι καιρὸς ἤδη νὰ ἀναμνήσω τοὺς ἀγῶνας τῆς Γορτυνίας. Εἶναι ἀγῶνες γνωστοί. Δι’ αὐτῶν τῶν Γορτυνίων καὶ μετ’ αὐτῶν ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ ἄλλοι ἐπίσης ἔνδοξοι στρατηγοὶ τῆς Γορτυνίας ἠγωνίσθησαν εἰς τὰ Δερβενάκια, εἰς τὸ Βαλτέτσι καὶ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα. Καταπαύων τὸν λόγον, ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐπινεύσῃ, ὥστε ἡ Γορτυνία νὰ γείνῃ νομός.

§77ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σύμφωνοι εἴμεθα πάντες οἱ Βουλευταὶ ἐκ Γορτυνίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ ἐπαρχία ἡμῶν, διαφωνῶ μόνον πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον κατὰ ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον εἶναι πρόσφατον καὶ δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀποτρέψω αὐτόν, νὰ ἐκφράζῃ εὐγνωμοσύνην ὁπουδήποτε καὶ πρὸς οἱουσδήποτε, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ εὐγνωμοσύνην, ὡς ἐκπροσωπῶν τοὺς συμπολίτας του, οἱ ὁποῖοι συγχρόνως εἶναι καὶ συμπολῖταί μου, δι’ εὐεργετήματα, τὰ ὁποῖα δὲν προέρχονται ἀπὸ ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους προσφέρει τὴν εὐγνωμοσύνην των. Καὶ ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ ἀγνοῇ τὰ γεγονότα ταῦτα, διότι οὐδέποτε κατῴκησεν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ καὶ δὲν γνωρίζει, τί πραγματικῶς ἐν αὐτῷ ἐγένετο. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ, ὅτι ἡ συγκοινωνία ἐν Γορτυνίᾳ δὲν ἀνεπτύχθη οὔτε ἐγένετο ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Ἡ συγκοινωνία ἐν Γορτυνίᾳ ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1885, κατὰ τὴν ἐποχὴν δ’ ἐκείνην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγός, καὶ αὐτὸς ἐμερίμνησεν ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας τοῦ τόπου του, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν εἶχεν οὔτε βατὴν κἂν ὁδόν. Ἐὰν δ’ ὁ κύριος συνάδελφός μου ἐγνώριζε τὰ κατόπιν συμβάντα, δὲν θὰ προέβαινεν ἐκεῖ, ὅπου προέβη, ἀλλ’ αἴσθημα ἄλλο, καὶ ὄχι τὸ τῆς εὐγνωμοσύνης, ἤθελε καταλάβει αὐτόν. Τὸν πληροφορῶ λοιπὸν, ὅτι μόλις τῷ 1886 ἔπεσεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγὸς, ἀμέσως διετάχθη ἡ παῦσις τῶν ἀρξαμένων ἔργων, τὰ ὁποῖα καὶ διακοπέντα κατεστράφησαν. Ἐπίσης καὶ τὰ ἔργα τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα ἤρξαντο τὸ 1890, κατέπαυσαν ὅτε πάλιν ἔπεσε τῆς ἀρχῆς, κατὰ τῷ 1892, τῇ διαταγῇ ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ κύριος συνάδελφος προσφέρει τὴν εὐγνωμοσύνην του σήμερον. Κατὰ τὸ 1895 ἤρξατο πάλιν ἡ ἐργασία, ἀλλὰ μόλις ἔπεσε τῆς ἀρχῆς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας τῆς Γορτυνίας ἐμερίμνησε, πάλιν διετάχθη ἡ παῦσις τῶν ἔργων. Ταύτην τὴν ἀνακρίβειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου περιέπεσεν, ἠθέλησα νὰ ἐλέγξω. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ τῆς συγκοινωνίας ἐν Γορτυνίᾳ, διότι αὐτὸς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἠνώχλει τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τότε διὰ σειρᾶς ἐπερωτήσεων, παραπονούμενος ὅτι μόνον περὶ τῆς ἐπαρχίας του μεριμνᾷ, καὶ οὐδὲν πράττει περὶ τῶν ἄλλων τοῦ Κράτους ἐπαρχιῶν.

§78ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Εἰς τὴν διαμάχην τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Γορτυνίας συναδέλφων δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπέμβω, διότι τὰ λεχθέντα ἀφορῶσιν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους· πρόκειται μόνον νὰ εἴπω ὀλίγα περὶ τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως, τὴν ὁποίαν δύο ἐκ τῶν συναδέλφων θέλουν νὰ προσαρτήσουν εἰς τὴν Γορτυνίαν. Σᾶς εἶπε δὲ ὁ κ. Διγεννόπουλος τί ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ διατὶ δὲν συμφέρει εἰς τὴν Μεγαλόπολιν, ὅπως ἀποτελέσῃ ἕνα νομὸν μετὰ τῆς Γορτυνίας. Ἡ ἐπαρχία τῆς Μεγαλοπόλεως ἔχει συγκοινωνίαν, τὴν ὁποίαν, νομίζω, οὐδεμία ἄλλη ἐπαρχία ἔχει· τυχαίως δὲ ηὐτύχησε νὰ τὴν ἔχῃ, διότι ἐκεῖθεν διέρχεται ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν, ὁ ὁποῖος διασχίζει ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν ἐπαρχίαν. Ἡ ἐπαρχία ὁλόκληρος συγκοινωνεῖ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου μετὰ τῆς Τριπόλεως, εἰς τὴν ὁποίαν μετὰ μίαν ὥραν ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεώς των εὑρίσκονται οἱ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως μεταβαίνοντες. Καὶ ἀπ’ ἀρχῆς δὲ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως συνεκοινώνει μετὰ τῆς Τριπόλεως, ὅπου εἶχε μετ’ αὐτῆς καὶ πᾶσαν δοσοληψίαν καὶ ὅλα τὰ συμφέροντά της, οὐδέποτε δὲ μετὰ τῆς Γορτυνίας. Αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ἀλεξάκης, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ συγκοινωνίαν ἡ Μεγαλόπολις μετὰ τῆς Γορτυνίας· διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ Γορτυνία εἶναι μέρος ὀρεινὸν, δύσβατον καὶ μέχρι τινὸς δὲν εἶχε καμμίαν συγκοινωνίαν, διότι οὔτε δι’ ὁδοῦ ἠδύνατο νὰ συγκοινωνήσῃ, πολὺ δὲ περισσότερον ἤδη μετὰ τῆς Δημητσάνης ἡ συγκοινωνία εἶναι πάντως ἀδύνατος καὶ δύσκολος. Ἐπίσης καὶ μετὰ τῆς Καρυταίνης οὐδεμίαν συγκοινωνίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Ὥστε ἡ ἀπαίτησις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τοῦ νὰ προσαρτηθῇ ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως εἰς τὴν Γορτυνίαν νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικος, διότι τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὰ καλὰ ἀνωμολόγησε καὶ ὁ κύριος Ἀλεξάκης, ἔχει σκοπὸν νὰ πλησιάσῃ τὴν διοίκησιν πρὸς τοὺς διοικουμένους, ἑπομένως, ἐὰν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλεξάκη, ὅπως ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως προσαρτηθῇ εἰς τὴν Γορτυνίαν, τότε ἡμᾶς, τοὺς τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως, μᾶς ἀπομακρύνουν τῆς διοικήσεως. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ τις τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν, ἵνα πεισθῇ, ὅτι πλησιάζομεν περισσότερον ἡμεῖς πρὸς τὴν Τρίπολιν, παρὰ οἱ δῆμοι τῆς Μαντινείας πρὸς τὴν Τρίπολιν, καὶ μάλιστα ἤδη, ὅτε παρεδόθη εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ καὶ ἡ μέχρι τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως συντελεσθεῖσα διακλάδωσις τοῦ σιδηροδρόμου. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλεξάκη εἶναι ἄδικος. Ἀδικωτέρα ὅμως εἶναι, Κύριοι, ἡ πρότασις τοῦ κ. Σπυρακοπούλου, διότι πρῶτον ἡ Καρύταινα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ ἐκείνου, διότι οἱ ἄλλοι δῆμοι τῆς Γορτυνίας ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ τὴν Καρύταιναν. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἡ Καρύταινα δὲν ἔχει καὶ τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ μία ἐπαρχία, διὰ νὰ γείνῃ πρωτεύουσα νομοῦ, διότι καὶ ὕδατα δὲν ἔχει καὶ συγκοινωνίαν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐντὸς τῆς πόλεως Καρυταίνης, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως χώρου καὶ ἐδάφους ὁμαλοῦ, καὶ τίποτε δὲν ἔχει τὸ προσῆκον εἰς πρωτεύουσαν νομοῦ. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶχεν ἄλλην βάσιν καὶ ἀπεδέχετο τὴν ἀποχώρισιν δήμων ἐξ ἄλλης ἐπαρχίας, ἐγὼ ἤθελον προτείνει, ὅπως ὁ δῆμος Γόρτυνος καὶ ὁ δῆμος Τρικολώνων προστεθῶσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεγαλοπόλεως, καὶ τότε ἡ ἐπαρχία τῆς Μεγαλοπόλεως, ἔχουσα πρωτεύουσαν οἰκοδομηθεῖσαν ἐπὶ τῇ βάσει νέου σχεδίου, θὰ ἐγίνετο εἷς τῶν καλλιτέρων νομῶν. Διότι ἡ ἐπαρχία τῆς Μεγαλοπόλεως εἶναι νέα ἐπαρχία, κειμένη ἐπὶ ὀροπεδίου, ᾠκοδομημένη ἐπὶ σχεδίου, μὲ μεγάλας ὁδοὺς καὶ εὐρείας πλατείας, καὶ θὰ ἦτο τῷ ὄντι δυνατὸν νὰ καταστῇ πρωτεύουσα ἀρκετὰ καλὴ, ἐὰν προσετίθεντο οἱ δῆμοι Γόρτυνος καὶ Τρικολώνων. Ἀτυχῶς ὅμως τὸ νομοσχέδιον δὲν ἠθέλησε νὰ ἀποχωρίσῃ δήμους μιᾶς ἐπαρχίας καὶ νὰ προσθέσῃ αὐτοὺς εἰς ἑτέραν. Τὸ γεγονὸς δ’ ὅτι ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως ἐκκλησιαστικῶς εἶναι ἡνωμένη μετὰ τῆς Γόρτυνος, εἶναι τυχαῖον ὅλως γεγονός, τὸ ὁποῖον καὶ δὲν ἀπέβη εἰς καλόν, διότι ἀποβιώσαντος πρὸ 27 ἐτῶν τοῦ ἐπισκόπου ἔκτοτε ἔμεινεν ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως ἄνευ προστασίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πολλοὶ ἄνευ τῶν ἀπαιτουμένων προσόντων ἐγένοντο ἱερεῖς. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως εὑρίσκει τὰ συμφέροντά της μετὰ τῆς Τριπόλεως καὶ οὐδεὶς Μεγαλοπολίτης ὑπάρχει θέλων νὰ ἀποτελέσῃ ἡ Μεγαλόπολις νομὸν μετὰ τῆς Γορτυνίας, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλεξάκη.

§79Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἔχουσιν ὑποβληθῇ δύο τροπολογίαι, ἡ μὲν τῶν κυρίων Βουλευτῶν Θήρας, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ διαίρεσις τοῦ νομοῦ Κυκλάδων εἰς νομὸν Βορείων Κυκλάδων καὶ εἰς νομὸν Μεσημβρινῶν Κυκλάδων, ἀποτελούμενον ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας Θήρας καὶ Μήλου, ἡ δὲ ἑτέρα τῶν κυρίων Βουλευτῶν Νάξου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἐπίσης ἡ διαίρεσις τοῦ νομοῦ εἰς Βορείους Κυκλάδας καὶ Νοτίους Κυκλάδας, μὲ πρωτεύουσαν τῶν Νοτίων Κυκλάδων τὴν Νάξον. Εἰς τὴν περὶ τούτων χθεσινὴν ἢ μᾶλλον σημερινὴν πρωϊνὴν συζήτησιν δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι οἵ τε ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Θήρας καὶ οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Νάξου δὲν προέβαλον ἐπιχείρημά τι προκαλοῦν συζήτησιν· ἐφιλονίκησαν περὶ πρωτείων, περὶ φυσικῶν καλλονῶν, περὶ μειζόνων εἰσπράξεων ἢ εἰσφορῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς τε Νάξου καὶ τῆς Θήρας, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν παρεπονέθη περὶ κακῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν ἢ στερήσεως δικαιοσύνης. Οἱ δύο δηλ. λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται τὸ νομοσχέδιον, ἦσαν ἐντελῶς ξένοι πρὸς τὴν σημερινὴν συζήτησιν. Δὲν θὰ ἐλάμβανον λοιπὸν τὸν λόγον, ἐὰν μὴ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς περιέβαλλε τὰς τροπολογίας αὐτὰς διὰ τοῦ κύρους τῆς γνώμης του. Ἀναγκάζομαι διὰ τοῦτο, ὅπως μὴ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς διαιρέσεως εἶναι πραγματική, νὰ δώσω πληροφορίας τινάς, ἀποδεικνυούσας τὸ ἀδικαιολόγητον καὶ ἐπιζήμιον τῶν τροπολογιῶν. Εἶναι Βέβαιον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καὶ ἡ Νάξος καὶ ἡ Θήρα ἔχουσι μεγαλειτέραν συγκοινωνίαν μὲ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ των καὶ μὲ τὸ Πρωτοδικεῖον Σύρου ἀπὸ πλείστας ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἡ Θήρα ἔχει τρὶς τῆς ἑβδομάδος συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Σύρου δι’ ἀτμοπλοίων· ἐπίσης δὲ καὶ ἡ Νάξος. Ἀπέχουσι δὲ ἀπὸ τὴν Σῦρον ἡ μὲν Νάξος 3 ὥρας, ἡ Πάρος 2 καὶ ἡ Θήρα 8...

§80Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ποίαν ὥραν ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν Θήραν τὸ ἀτμόπλοιον καὶ ποίαν ὥραν φθάνει εἰς Σῦρον;

§81ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν πηγαίνῃ κατ’ εὐθεῖαν, φθάνει εἰς 8 ὥρας, ὅταν δ’ ἔχῃ προσεγγίσεις εἰς 12... Ποία δύναται νὰ γείνῃ σύγκρισις μεταξὺ τῶν ἀποστάσεων τούτων καὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, δύο, τριῶν καὶ τεσσάρων ἡμερῶν, καὶ αἵτινες δικαιολογοῦσι τὴν διαίρεσιν ἐκείνων; Ἐν ᾧ δὲ ἥ τε Θήρα καὶ ἡ Νάξος δὲν στεροῦνται συγκοινωνίας καὶ ἔχουσι προχειροτάτην τὴν διοίκησιν καὶ προχειροτάτην τὴν δικαιοσύνην, αὐταὶ δὲν ἔχουσι συγκοινωνίαν μετὰ τῶν ἄλλων νήσων, τὰς ὁποίας ἀξιοῦσι νὰ ὑπαγάγωσιν ὑφ’ ἑαυτάς· ἡ Μῆλος π. χ. δὲν ἔχει συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Θήρας, καὶ ὁ Μήλιος, ἵνα μεταβῇ εἰς Θήραν, πρέπει νὰ διέλθῃ διὰ Σύρου.

§82Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Θὰ μεταβληθῇ τὸ δρομολόγιον.

§83ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν μεταβληθῇ καὶ καταστῇ δυνατὴ ἡ συγκοινωνία, τότε νὰ ἀξιώσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Θήρας νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ διαίρεσις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν δυστυχῶς νὰ γείνῃ ποτὲ κέντρον ἡ Θήρα ἢ ἡ Νάξος. Ἡ ἀρχή, κύριοι Βουλευταί, τῆς προσεγγίσεως τῆς διοικήσεως εἰς τὸν λαόν, αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, ἐξεταζομένη ἀπολύτως δὲν θὰ εἶχε πρακτικὴν ἀξίαν, ἐὰν δὲν συνεδυάζετο μετὰ τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀναγκαίων στοιχείων τῆς ἐφαρμογῆς της. Ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι τὰ στοιχεῖα τῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς κοινωνικῆς κινήσεως, δὲν δύναται οὔτε ἡ διοίκησις νὰ ἐνεργήσῃ, οὔτε ἡ δικαιοσύνη προσηκόντως ν’ ἀπονεμηθῇ. Ἀλλ’ ἡ Θήρα καὶ ἡ Νάξος εἶναι ἀδύνατον νὰ καταστῶσι τοιαῦτα κέντρα, διότι εἶναι ἀλίμενοι καὶ ἐλλείπουσιν ἀπ’ αὐτῶν πάντα τὰ ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ παρομαρτῶσιν εἰς ἕνα τόπον, ἀξιοῦντα νὰ γείνῃ ἕδρα νομοῦ. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱδρύσητε ἀρχὰς ἐκεῖ, ὅπου οἱ ὑπάλληλοι θὰ στερῶνται τῶν μέσων τοῦ καλῶς ζῆν· ἐλέχθη δὲ χθὲς, ὅτι ἐν Θήρᾳ στεροῦνται πολλάκις τοῦ κρέατος καὶ τῶν ἄλλων τροφίμων, ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτοῦ δυστυχῶς τοῦ ὕδατος. Ἀλλ’ ὄχι μόνον ἡ ἔλλειψις παραπόνων κατὰ τῆς διοικήσεως καθιστᾷ ἀδικαιολόγητον τὴν διαίρεσιν, ἀλλὰ καὶ ἡ παντελὴς σχεδὸν ἀνυπαρξία ἐγκλημάτων εἰς τὰς Κυκλάδας· διότι ἀπεδείχθη χθὲς ἐκ τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας προσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς, ὅτι τὸ ῥεκὸρ τῆς ἀνεγκληματικότητος εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχουσιν ἡ Κέρκυρα καὶ αἱ Κυκλάδες. Εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ λοιπὸν ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἐν Θήρᾳ; εἰς τί ἐν Νάξῳ; Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι τὸ σύνολον καὶ τῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων τοῦ Πρωτοδικείου Σύρου δὲν ὑπερβαίνει κατ’ ἔτος τὰς 1700, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πολλαὶ μεγάλαι ὑποθέσεις, διότι ἐν γένει εἶναι ὀλίγισται αἱ πολιτικαὶ διαφοραὶ, καὶ μηδαμιναὶ κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ ἐγκληματικαὶ πράξεις. Εἰς τί καταλήγουσι λοιπὸν αἱ τροπολογίαι; Νὰ ἱδρύσωμεν διοίκησιν καὶ νὰ ἱδρύσωμεν Πρωτοδικεῖον, ἵνα δαπανᾷ τὸ Κράτος ματαίως· νὰ ἔχωμεν διοίκησιν ἄνευ ἐδάφους διοικήσεως καὶ εἰς βλάβην τῶν πλείστων νήσων, αἵτινες ζητοῦνται διὰ τῶν τροπολογιῶν ν’ ἀποσπασθῶσι τῆς Σύρου· νὰ ἔχωμεν δικαστήρια χωρὶς ὑποθέσεις καὶ εἰς βλάβην τῶν διαδίκων ἐκείνων, οἵτινες κατοικοῦσιν ἐκτὸς τῆς Νάξου καὶ ἐκτὸς τῆς Θήρας. Ἀλλὰ τοιαύτας τροπολογίας δὲν δύναται βεβαίως ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ.

§84ΧΡΙΣΤΟΦ. ΑΣΙΜΗΣ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν περιέμενον οὔτε προσεδόκων ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα κύριον Βοκοτόπουλον στοργήν τινα πρὸς τὸν νομόν τῶν Κυκλάδων, διότι, ἐντελῶς ξένος πρὸς τὸν νομὸν τοῦτον, βεβαίως δὲν αἰσθάνεται τὴν ὀδύνην καὶ τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον δοκιμάζομεν ἡμεῖς, οἱ διὰ στενωτάτων μετ’ αὐτοῦ δεσμῶν συνδεδεμένοι, ὅταν πρόκειται περὶ ζητημάτων συνδεομένων καὶ ἀφορώντων εἰς τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ. Οὔτε δοκιμάζει βεβαίως τὴν πικρίαν, τὴν ὁποίαν ὑφιστάμεθα ἡμεῖς ἀπὸ τῆς χθὲς, ἀδικούμενοι, ἀφοῦ δὲν ἐλήφθημεν ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ θεσμοθετουμένῃ νέᾳ διοικητικῇ διαιρέσει. Ἐν τῇ διοικητικῇ διαιρέσει ὁ νομὸς Κυκλάδων πρωτίστως ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρ’ αὐτῆς, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ λογισθῇ ὡς λαὸς ἀνάξιος προσοχῆς, ἢ λαὸς, ὅστις δὲν ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσι συμφέροντα ἴδια καὶ δὲν ἔχουσι πόνον πρὸς τὸν Κυκλαδικὸν λαὸν, δύνανται νὰ ἔλθωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ν’ ἀκουσθῶσι λέγοντες ὅτι εἶναι ἄχρηστος ἡ δικαιοσύνη, ἄχρηστος ἡ διοίκησις διὰ τὸν λαὸν τοῦτον. Βεβαίως δὲν νομίζω, ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ δικαιολογῆται καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, διότι οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, ἐὰν ἡ δικαιολογία του ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοθετήματος ἦναι τοιαύτη! Χθὲς ἐφ’ ἱκανὸν ἐσιώπησα, καὶ ἐσιώπησα διότι δὲν ἠθέλησα ν’ ἀναμιχθῶ εἰς συζήτησιν, ἥτις ἠδύνατο νὰ προσδώσῃ εἰς ἐμὲ τὸν χαρακτηρισμόν, ὅτι ἡ ἐξυπηρέτησις στενῶν τοπικῶν συμφερόντων ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία μὲ παρώθει νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν διαμειφθεῖσαν συζήτησιν μεταξὺ τῶν συναδέλφων ἐκ Κυκλάδων· σήμερον ὅμως, ἐπὶ τῷ δήγματι ἀληθῶς, ἐπὶ τῇ ὀδύνῃ τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ ἐγερθῶ, ἵνα διαμαρτυρηθῶ καὶ εἴπω, ὅτι παραπονούμεθα, διότι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐθεωρήθη ὁ νομὸς Κυκλάδων ἄξιος διοικήσεως καὶ τύχης καλλιτέρας, καὶ ὅτι, ἀφοῦ δι’ ὅλην τὴν ἄλλην Ἑλλάδα ἐπὶ τοσοῦτον δαψιλῶς τὰ καλὰ τῆς διοικήσεως παρέχονται, πρὸς ἡμᾶς διατὶ ἡ περιφρόνησις αὕτη; Εἰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θέλω νὰ ἀσχοληθῶ συζητῶν. Τοῦτο μόνον τὸ παράπονον ἠθέλησα νὰ διατυπώσω πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν· ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, νομοθετῶν, καὶ τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας καὶ τὰς δυσχερείας τῶν κατοίκων τῶν Κυκλάδων ἕνεκα τῶν μεγάλων ἀποστάσεων τῶν νήσων αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ νομοῦ, καὶ ὅτι ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ δειχθῇ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ νομοῦ τούτου, ἵνα μὴ τὸ νομοσχέδιόν του χαρακτηρίζηται, δικαίως, ἐπὶ τοσοῦτον ἄνισον. Βεβαίως, κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν ἔπρεπε νὰ παρίδητε τὰς ταλαιπωρίας καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας διαρκῶς ὑφιστάμεθα, ἐξαναγκαζόμενοι διὰ τὰς ἁπλουστέρας τῶν ὑποθέσεων ἡμῶν, οἷαι ἡ ἐπικύρωσις ἐγγράφου τινὸς, ἢ ἡ μαρτυρία ἐνώπιον δικαστηρίου, νὰ ὑποβαλλώμεθα εἰς τὸ μαρτύριον τοῦ περίπλου τῆς γῆς, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας μας ταύτας. Ἀλλὰ διὰ τὰς δυσχερείας μας βεβαίως αὐτὰς ὀλίγον φροντίζει ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκ Σύρου Βουλευτής. Ποῖοι λόγοι κανονίζουσιν οὕτω τὰς σκέψεις του, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ τοὺς ἐννοήσῃ πᾶς τις. Βεβαίως διὰ τὴν Σῦρον καὶ δι’ αὐτὸν ἀνιαρὸν ἤθελεν εἶναι νὰ μειωθῶσιν αἱ παροχαὶ πολλῶν ἐκ μέρους τῆς Θήρας συμφερόντων ἐξ ὑποθέσεων διαφόρων, ἰδίᾳ δικαστικῶν, εἰς τὰς ὁποίας τόσον συχνὰ λαμβάνει μέρος ὁ κύριος Βοκοτόπουλος. Ἡμεῖς, ἵνα ἀρθῇ ἡ πρὸς ἡμᾶς προσγενομένη ἀδικία, ὑπεβάλομεν τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλοῦμεν δὲ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὑποδιαιρεθῇ δὲ οὕτως ὁ νομὸς Κυκλάδων εἰς δύο διοικητικὰς περιφερείας, εἰς τὴν τοῦ νομοῦ Βορείων Κυκλάδων καὶ εἰς τὴν τοῦ νομοῦ Νοτίων Κυκλάδων μὲ πρωτεύουσαν τὴν Θήραν. Τὴν Θήραν, ἥτις, περισσότερον ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην νῆσον ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ νομοῦ ἀπέχουσα, καὶ πλειότερον θέλει διὰ τοῦτο ἐξυπηρετηθῆ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ θέλει οὕτω προαγάγει τοσαῦτα συμφέροντα αὐτῆς, ἐμπορικὰ, βιομηχανικὰ καὶ ναυτικά.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεώπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§86ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἀναβάλλω τὰς παρατηρήσεις μου, ἵνα ὑποβάλω αὐτὰς μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Μαντινείας.

§87Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἰς τὸ δίκτυον τῶν διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν μεταρρυθμίσεων, ἃς παρέσχεν εἰς διαφόρους ἐπαρχίας διὰ τοῦ νομοθετήματος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, δὲν περιέλαβε τὴν ἰδιαιτέραν ἐπαρχίαν μου Μεγαρίδα. Εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ προσέγγισις τῆς δικαιοσύνης πρὸς τοὺς δικαζομένους, ἡ προσέγγισις τῆς διοικήσεως πρὸς τοὺς διοικουμένους δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν μέτρων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐν Ἑλλάδι ὀφείλει τις νὰ εὐγνωμονῇ. Δὲν ἠθέλησα ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι δὲν ἐφιλοδόξησα νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ἰδική μου γνώμη εἰς τὸ παράδοξον μωσαϊκὸν τῶν διαφόρων ἀντικειμένων πρὸς ἀλλήλας γνωμῶν. Προκειμένης ἤδη τῆς συζητήσεως τῶν καθ’ ἕκαστον τοῦ νομοσχεδίου καὶ περὶ συστάσεως νομοῦ Γορτυνίας, μοὶ παρέχεται ἡ εὐκαιρία νὰ εἴπω ὀλίγα τινά· παρακαλῶ δὲ τοὺς ἐνδιαφερομόνους ἀμέσως νὰ μὴ νομίσωσιν ὅτι οἱ λόγοι μου ἀπορρέουσιν ἐκ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ πολιτικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐξ ἱστορικῶν λόγων. Εἰδοποιῶ δ’ αὐτοὺς, ὅτι θὰ ἔχωσι μίαν κἂν ἀξίαν τὰ λεγόμενα ὑπ’ ἐμοῦ, κατόπιν τόσης πλημμύρας λόγων, τὴν ἀξίαν τῆς βραχυλογίας. Προκειμένου περὶ συστάσεως νομοῦ ἐν Γορτυνίᾳ ἀνεπτύχθησαν ἱστορικοὶ λόγοι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων· καί τινες μὲν ὑποστηρίζουσιν, ὅτι δέον νὰ μείνῃ ὁ νομὸς τῆς Ἀρκαδίας, ὡς ἔχει, ἄλλοι δὲ νὰ ὑποδιαιρεθῇ ὁ νομός. Κυρίως τρία ἐτέθησαν ζητήματα· νὰ μείνῃ ὁ νομός ὡς ἔχει, ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τρίτον νὰ ψηφισθῇ ἡ σύστασις ἑτέρου νομοῦ, τοῦ νομοῦ Γορτυνίας, περιλαμβάνοντος καὶ τὴν ἐπαρχίαν Μεγαλοπόλεως· ἔχετε δὲ καὶ τὸ οἰκογενειακὸν ζήτημα τῆς πρωτευούσης, τῆς ἕδρας τοῦ νομοῦ τοῦ νέου. Συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Σπυρακοπούλου, προτείναντος, ὅπως ὁ νῦν νομός Ἀρκαδίας ὑποδιαιρεθῇ εἰς δύο νομοὺς, εἰς τὸν νομὸν τῆς Ἄνω Ἀρκαδίας, περιλαμβάνοντα τὰς ἐπαρχίας Μαντινείας καὶ Κυνουρίας, καὶ εἰς τὸν νομὸν τῆς κάτω Ἀρκαδίας, περιλαμβάνοντα τὴν Γορτυνίαν καὶ τὴν Μεγαλόπολιν.

§88Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς δυτικὴν καὶ ἀνατολικὴν Ἀρκαδίαν.

§89Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφορὰ λέξεων. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Σπυρακοπούλου εἶναι ἡ ἀνταποκρινομένη εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐζήτησε νὰ ὑποδιαιρέσῃ τοὺς ὑφισταμένους νομοὺς κατ’ ἀναλογίαν πληθυσμοῦ καὶ ἱστορικῆς τινος συγκροτήσεως, καὶ οἱ ὅροι οὗτοι πληροῦνται διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σπυρακοπούλου. Ἐκ τῆς στατιστικῆς ἔχομεν, ὅτι ὁ νομός Ἀρκαδίας περιλαμβάνει κατοίκους 167,092. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου ὁ νομός Ἀρκαδίας διαιρεῖται εἰς δύο νομοὺς, εἰς νομὸν Ἀρκαδίας, περιλαμβάνοντα τὰς τρεῖς ἐπαρχίας μὲ κατοίκους 115,132 καὶ εἰς τὸν ἰδιαίτερον νομὸν Γορτυνίας μὲ κατοίκους 51,960. Ἔχομεν ἑπομένως ἀσύγκριτον διαφορὰν πληθυσμοῦ κατὰ τὸ κυβερνητικὸν σύστημα, ἐνῷ ἡ πρότασις τοῦ κ. Σπυρακοπούλου εἶναι ὀρθοτέρα καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, διότι θὰ ἔχωμεν νομὸν ἄνω Ἀρκαδίας μὲ κατοίκους 91,868, καὶ νομὸν κάτω Ἀρκαδίας (Γορτυνίας καὶ Μεγαλοπόλεως) μὲ πληθυσμὸν 75,224. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀσφαλεστέρα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως, λόγῳ ἀναλογίας ἐκτάσεως καὶ πληθυσμοῦ, καὶ προτιμοτέρα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἱστορικῆς συστάσεως τῶν δύο τούτων ἐπαρχιῶν, τῆς Γορτυνίας καὶ τῆς Μεγαλοπόλεως· διότι, ἂν πρέπῃ νὰ ἀκουσθῶσιν οἱ ἱστορικοὶ λόγοι, παρατηροῦμεν ὅτι ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἦσαν ἀδιαίρετοι αἱ ἐπαρχίαι Γορτυνίας καὶ Μεγαλοπόλεως. Πρὶν μὲν τῆς Φραγκοκρατίας ὑπῆρχε μία διοίκησις τῆς Γορτυνίας καὶ Μεγαλοπόλεως, ἡ λεγομένη «Διοίκησις τῶν Σκορτῶν» μὲ ἕδραν τὴν Καρύταιναν. Κατὰ τὴν Φραγκοκρατίαν ἡ Γορτυνία καὶ ἡ Μεγαλόπολις ἀπετέλεσαν ἠνωμέναι τὴν Βαρωνείαν τῆς Καρυταίνης, σώζεται δὲ τὸ φρούριον τῆς Καρυταίνης, τὸ ἀναγόμενον εἰς τοὺς χρόνους ἐκείνους· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς Τουρκοκρατίας ἡ Γορτυνία ἦτο ἠνωμένη μετὰ τῆς Μεγαλοπόλεως, μὲ πρωτεύουσαν τὴν Καρύταιναν, σώζονται δὲ τὰ ἐρείπια τῶν φυλακῶν καὶ ἄλλων κτιρίων τῆς τοιαύτης διοικήσεως. Ἡ τοιαύτη δὲ διαίρεσις συναντᾶται καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, ἐννοήσαντος νὰ ἑνώσῃ λαοὺς συνδεομένους ἱστορικῶς καὶ γεωγραφικῶς, καὶ πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴν διαίρεσιν τοῦ τόπου, ἥτις περιλαμβάνει τὰς ἐπαρχίας Γορτυνίας καὶ Μεγαλοπόλεως, ὑπὸ ἕνα ἐπίσκοπον, ἑδρεύοντα ἐν Καρυταίνῃ, ὅτε δὲ ἐξέλιπεν ὁ ἐπίσκοπος Καρυταίνης, δὲν ἐκρίθη εὔλογον νὰ χειροτονηθῇ καὶ ἕτερος ἐπίσκοπος. Ἑπομένως ὑπὸ ἔποψιν ἐκτάσεως, πληθυσμοῦ, ἱστορίας καὶ ἐκκλησίας ὀρθοτέρα κριτέα ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Σπυρακοπούλου προτεινομένη διαίρεσις. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ πρωτεύουσα κατὰ τὸ νομοσχέδιον; ἡ Δημητσάνα. Ἀνέπτυξε δὲ ὁ κ. Διγενόπουλος τὰ προτερήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ Δημητσάνα, ὡς ὑπάρξασα ἡ γενέτειρα καὶ ἡ κοιτὶς διασήμων ἱεραρχῶν. Ἀλλ’ ἡ Καρύταινα, ἥτις δὲν ὑστερεῖ οὐδετέρας τῶν ἀντιζήλων πόλεων ὑπὸ ἱστορικὴν αἴγλην, εἶναι ἅμα ἡ κεντρικωτέρα τῆς διοικήσεως Μεγαλοπόλεως–Γορτυνίας, συγκοινωνεῖ δι’ ἁμαξιτῶν ὁδῶν, ἔχει φυλακὰς ἑτοίμους, κλῖμα εὐκραὲς, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν χιονοσκεπῆ Δημητσάναν· ταῦτα δὲ εἰδότες καὶ οἱ ὑποβαλόντες ἄλλοτε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπραγματοποιήθησαν διὰ τῆς ψήφου, εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Σπυρακόπουλος, διότι καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ Κουμουνδοῦρος τῷ 1867, προεβάλλετο ἡ ἕνωσις τῶν δύο τούτων ἐπαρχιῶν ὑπὸ πρωτεύουσαν τὴν Καρύταιναν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ διάταγμα τῆς 5 Δεκεμβρίου 1842 καθωρίζετο ὡς ἕδρα τῶν δύο τούτων ἐπαρχιῶν ἡνωμένων ἡ Καρύταινα, βραδύτερον δὲ πολὺ συνεστάθη καὶ ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως μετὰ πρωτευούσης τῆς ὁμωνύμου πόλεως. Ἀλλ’ ἂν γείνῃ ἀνάγκη νὰ παρίδωμεν τοὺς ἱστορικοὺς λόγους, οἵτινες τόσα παρέχουσιν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σπυρακοπούλου, ὑπάρχει εἷς μέγιστος λόγος, ὅτι ἡ Καρύταινα εἶναι ἡ πατρὶς τοῦ μεγάλου στρατηλάτου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ γέρου τοῦ Μοριᾶ...

§90ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγεννήθη εἰς τὴν Λιγούδισταν ὁ Κολοκοτρώνης.

§91Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔζησεν ἐν Καρυταίνῃ. Προβάλλεται τώρα ἡ πόλις Λαγκάδια ὡς πρωτεύουσα, διότι αὐτὴ ἐγέννησε τὸν κ. Δηλιγιάννην. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὅπως ἱστορικῶς πρέπει νὰ ὑποχωρήσουν τὰ Λαγκάδια πρὸ τῆς Καρυταίνης, οὕτω καὶ ὁ Δηλιγιάννης, ὁ κληθεὶς καὶ οὗτος Γέρος τοῦ Μοριᾶ, ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸν πρωτόκλητον γέρο τοῦ Μοριᾶ, τὸν Κολοκοτρώνην.

§92ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κολοκοτρώνης ἐγεννήθη εἰς τὸ Λιμποβίσι. Εἰς τὴν Καρύταιναν μετέβη κατὰ τὸ 1821, ὄχι διότι ἐγεννήθη ἐκεῖ, ἀλλὰ διότι ἦτο τόπος ὀχυρὸς, ἔχων φρούριον. Ὁ φιλελεύθερος βουλευτὴς κύριος Ἀναστασόπουλος δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξῃ ὡς πρωτεύουσαν τὰ φρούρια τῆς Φραγκοκρατίας, διότι ὑπενθυμίζουν ἡμέρας δουλείας καὶ ὄχι ἐθνικῆς εὐκλείας, διότι ἐκεῖ οἱ Φράγκοι ἔστησαν τὴν φωλεάν των, ὡς εἰς μέρος ὀχυρὸν, διὰ νὰ καταδαμάζουν τοὺς πέριξ λαούς· ὁ ἄρχων τότε τῆς Καρυταίνης εἶχεν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του τὴν Μεγαλόπολιν, τὴν Τεγέαν, τὴν Μεσσηνίαν, ὄχι ὅμως καὶ τὴν Γορτυνίαν, ἥτις ὑπήγετο εἰς ἄλλους φεουδάρχας, οὖσα διῃρημένη εἰς φέουδα, ὡς τὸ τῆς Ἄκοβας. Ἀνεμίχθη λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐγνώριζεν.

§93Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τὴν σπουδαιότητα τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νομοσχεδίου ἀποδεικνύει ἡ πληθὺς τῶν ῥητόρων, οἵτινες ἀνέρχονται ἐπὶ τὸ βῆμα. Καὶ δικαίως· διότι δικαιώματα μεγάλα ἐκ τῆς ἀρχαίας ἡμῶν ἱστορίας καὶ ἐκ τῆς νεωτέρας νομίζοντες οἱ κατοικοῦντες τὰς διαφόρους ἐπαρχίας προσβεβλημένα, ἐπιβάλλουσι τοῖς ἀντιπροσώποις αὑτῶν, ἵνα οὕτως ἢ ἄλλως ὑπερασπίσωσι ταῦτα, ὡς ἔχουσι καθῆκον καὶ οἴκοθεν νὰ πράξωσι τοῦτο. Οὕτως ἀκολουθοῦσι τὴν ἐντολὴν, τὴν δοθεῖσαν αὐτοῖς. Ἀλλὰ καὶ παντοῦ παρατηρεῖται ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις, ὅτι, ὁσάκις εἰσάγεται σπουδαῖός τις νέος θεσμός, μακραὶ ἐγείρονται συζητήσεις. Συγχαίρω δὲ τῷ ἀξιοτίμῳ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, κηρυχθέντι ὑπὲρ τῆς ὡς οἷόν τε εὐρυτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τῇ πλειονοψηφίᾳ τῆς Βουλῆς, προθύμως ἀκροωμένῃ τῶν διαφόρων ῥητόρων, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἐκ καθήκοντος. Καὶ παρῆλθον μὲν ἐπὶ τὸ βῆμα πλείστων ἐπαρχιῶν ἀντιπρόσωποι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ προταθέντες λόγοι ὑπὲρ ἄλλων ἐπαρχιῶν, χωρὶς νὰ ὑποτιμήσω τὴν ἱστορικὴν αὐτῶν ἀξίαν, θὰ ὑποχωρήσωσιν ἀπέναντι τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, εὑρισκομένης ἐν ἐξαιρετικῇ ὅλως θέσει, ἐκεῖ, ἐν τῷ μεσημβρινωτάτῳ ἄκρῳ τῆς Πελοποννήσου, ἐν τῷ βράχῳ ἐκείνῳ, ὃν οἱ Μανιᾶται δὲν ἐξέλεξαν κατοικίαν ἐκ λόγων συμφέροντος, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἰδέας τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος. Ἀκριβῶς δὲ οἱ ὑπὲρ τούτων ἀγῶνες αὐτῶν ἐγένοντο ἡ αἰτία, ὥστε νὰ κατέχωσι θέσιν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἱστορίᾳ ἔξοχον. Ἐν τῇ Μάνῃ δὲ, καὶ ἐν οὐδενὶ ἄλλῳ ἴσως τμήματι τοῦ Ἑλληνικοῦ, ὑπάρχει συνήθης ἡ προσφώνησις «πατριώτης». Αὐτὴ ἡ λέξις εἶναι λίαν ἐνδεικτικὴ τῆς ἀνέκαθεν ἀφοσιώσεως πρὸς τὴν Πατρίδα. Τὸν ἱστορικὸν τῶν Μανιατῶν βίον ὅλον ἀποτελοῦσι διαρκεῖς καὶ ἄπαυστοι ἀγῶνες καὶ κατὰ τῶν ἐπιδραμόντων βαρβάρων, οἵτινες ἠνάγκασαν τοὺς ἀπογόνους τῶν ἀρχαίων Σπαρτιατῶν νὰ καταφύγωσιν ἐκ Σπάρτης εἰς Μάνην, καὶ κατὰ τῶν Φράγκων, οἵτινες ἐγκατέστησαν προσωρινῶς ἐκεῖ, καὶ κατὰ τῶν Τούρκων, οἵτινες οὐδέποτε κατώρθωσαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Μάνην. Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ μέσου τόσων αἰώνων γνησίαν διετήρησαν ἐν ἑαυτοῖς τὴν ἀρχαίαν Σπαρτιατικὴν ἀρετὴν, συνεκληρονόμησαν ταύτῃ καὶ τὰ τραχέα ὅλως ἀρχαῖα ἐκεῖνα ἤθη, ὧν ἡ ἐκτροπὴ καθίστησιν ὅλως ἰδιάζουσαν καὶ ἐξαιρετικὴν τὴν ἐν Μάνῃ κοινωνικὴν κατάστασιν. Ἐνῷ δὲ ἅμα τῇ ἐκρήξει τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος παντοῦ λεοντόθυμοι οἱ Μανιᾶται ἔσπευδον καὶ ἐπρωταγωνίστουν καὶ ἐδίδασκον τοὺς ἄλλους τὴν πολεμικὴν, ἵνα οὗτοι ἐπίσης ἀναφανῶσιν ἄξιοι συναγωνισταὶ αὐτῶν, μετὰ τὴν κτηθεῖσαν ἐλευθερίαν οὐδεμία φροντὶς ἐλήφθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀναξιοπαθῶν δὲ ὁ λαὸς ἐκεῖνος, διατελεῖ ἐν καταστάσει ὅλως ἐξαιρετικῇ ἢ τὰ διάφορα ἄλλα τμήματα τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἡ κατάστασις δὲ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου εἶναι τοιαύτη, ὥστε καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δέον νὰ δεχθῶσι τὴν τροπολογίαν, ἣν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ὡς γνωστόν, μέχρι τοῦδε ἡ ἐπαρχία Οἰτύλου ὑπήγετο διοικητικῶς μὲν εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας, δικαστικῶς δὲ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Καλαμῶν. Νῦν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ Λακωνικὴ ἀποτελεῖ, ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου, Γυθείου καὶ Κυθήρων, ἕνα νομὸν, ἔχοντα ἕδραν τὸ Γύθειον. Οἱ ἄλλοι Μανιᾶται μεθ’ ὑπερηφανίας καὶ χαρᾶς βλέπομεν, ὅτι ἓν τμῆμα τῆς Μάνης ἀξιοῦται οὕτω προσοχῆς. Ἀλλὰ φρονοῦμεν ἐπίσης, ὅτι οἱ ἐξαιρετικοὶ κοινωνικοὶ ὅροι, ὑφ’ οὓς εὑρίσκεται ἡ Ἄνω Λακωνικὴ, ὡς καλῶ τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου, καθιστῶσιν ἀποδεκτέαν τὴν τροπολογίαν μου περὶ συστάσεως ἐκ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου καὶ ἑτέρου νομοῦ, Ἄνω Λακωνικῆς, μὲ ἕδραν τὴν Ἀρεόπολιν, πρὸς τῷ ἑτέρῳ νομῷ Κάτω Λακωνικῆς, ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Γυθείου καὶ Κυθήρων, μὲ ἕδραν τὸ Γύθειον, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀφοῦ ὑπὸ ἔποψιν δικαστικὴν ὑπαγόμεθα εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Καλαμῶν, διατηρουμένου καὶ εἰς τὸ μέλλον τοῦ καθεστῶτος, Πρωτοδικείου ἀνάγκην δὲν ἔχομεν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑπαχθῶμεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου. Ὁ γνωρίζων τὴν γεωγραφικὴν θέσιν τῆς Μάνης δὲν δύναται ἢ νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι αἱ ἀποστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε θὰ ὑποβάλλωνται εἰς πραγματικὴν βάσανον οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, ἀναγκαζόμενοι νὰ προσφεύγωσιν ἑκάστοτε εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου. Οἱ δῆμοι μάλιστα Ἀβίας, Καρδαμύλης καὶ Λεύκτρου ἀπέχουσι τούτου 18, 15 καὶ 12 ὥρας, ἐνῷ ἐκ Καλαμῶν ἀπέχουσι μόνον, κατὰ μέσον ὅρον, 3–4 ὥρας διὰ θαλάσσης. Ἀλλ’ ἡ ἀπόστασις διὰ ξηρᾶς, ἕνεκα τῆς ἀθλίας τῶν ὁδῶν καταστάσεως, πάντοτε μὲν θὰ καθιστᾷ δυσχερεστάτην, ἐν καιρῷ δὲ χειμῶνος καὶ ὅλως ἀδύνατον τὴν μετάβασιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου. Καὶ γινώσκω, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν δύναται διὰ βασιλικοῦ διατάγματος νὰ μεταβληθῇ ἡ περιφέρεια τῶν Πρωτοδικείων, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς τροπολογίας μου θὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα ἡ ἐπαρχία Οἰτύλου, ἢ τοὐλάχιστον οἱ δῆμοι Ἀβίας, Καρδαμύλης καὶ Λεύκτρου μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου, ἀλλ’ ὑπάγωνται καὶ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Καλαμῶν. Ἀλλὰ, ὡς προεῖπον, ὑπαγομένης τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Καλαμῶν, καὶ μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ προτεινομένου παρ’ ἐμοῦ ἑτέρου νομοῦ Ἄνω Λακωνικῆς, τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης δὲν εἶναι σπουδαῖον· ἡ δαπάνη αὕτη δὲν θὰ ᾖναι ἀνωτέρα ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν. Σημειωτέον δὲ, ὅτι, ὡς πρὸς τὸ νομαρχιακὸν κατάστημα, ἔχω προσφορὰν ὁμογενοῦς, ὅστις δωρεῖται ἀρκοῦν ποσὸν δι’ ἀπόκτησιν Νομαρχείου ἢ Διοικητηρίου. Οὕτω, Κύριοι, ποιούμενος ἔκκλησιν εἰς τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, παρακαλῶ, ἵνα ἀποδεχθῆτε τὴν ἐμὴν τροπολογίαν. Ἡ σύστασις νομοῦ Ἄνω Λακωνικῆς θὰ ἔχῃ πλεῖστα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Οἱ κοινωνικοὶ νόμοι τῆς Μάνης, καὶ δὴ ὁ κυριώτερος τούτων, ὁ τῆς ἐκδικήσεως, εἶναι ἀνώτεροι τῶν θετῶν τῆς Πολιτείας νόμων, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι. Οἱασδήποτε δὲ ποινὰς καὶ ἂν ἐπιβάλῃ τις, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ μεταβάλῃ τὰ ἐν Μάνῃ ἔθιμα. Τοῦτο κατορθωθήσεται μόνον διὰ τῆς διαδόσεως προσηκούσης δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ θρησκευτικῆς ἐν τοῖς ναοῖς διδασκαλίας, διὰ τῆς κηρύξεως τοῦ θείου λόγου καὶ τῆς ἐπὶ τόπου παρουσίας ἀνωτέρας διοικητικῆς, ἀστυνομικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἡ παρουσία αὕτη καὶ οἰκονομικῶς θὰ ὠφελήσῃ, οὕτως ἢ ἄλλως, τὸν τόπον, ὅστις, πετρώδης ὤν, ὀλίγιστα παράγει, παρὰ τὴν παραδειγματικὴν ἐργατικότητα καὶ φιλοπονίαν τῶν κατοίκων. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐν τέλει δὲν ἀφορῶμεν εἰς τὸ ὑλικὸν συμφέρον. Εἴμεθα εἰθισμένοι εἰς τὴν πενίαν ἡμῶν. Αὕτη ἀποτελεῖ τίτλον δι’ ἡμᾶς. Ἀπεκτήσαμεν αὐτὴν ἑκόντες, ἐκλέξαντες αὐθόρμητοι κατοικίαν τοὺς βράχους ἐκείνους τοῦ Ταϋγέτου, καὶ μὴ ἀποβλέψαντες εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καταστήσωμεν αὐτοὺς προμαχῶνας ἀπορθήτους τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς, εἰσηγούμενος τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, ὀρθῶς ἔπραττε, παραδεχόμενος καὶ καθιστῶν, ὡς ἔδει, ὑποχρεωτικὴν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλὰ τί γενήσεται ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι μου, ἐν ᾗ, ἕνεκα τῶν περὶ ἐκδικήσεως μανιατικῶν ἐθίμων, τὰ ἄρρενα διατρέχουσιν ἐνίοτε τὸν ἔσχατον κίνδυνον, μεταβαίνοντα ἀπὸ τοῦ ἑνὸς χωρίου εἰς τὸ ἄλλο, ἐν ᾧ κεῖται τὸ σχολεῖον; Διὰ τοῦτο ἀνάγκη ἀκριβῶς νὰ ληφθῇ συγχρόνως ἡ δέουσα μέριμνα παρὰ τῆς Πολιτείας, ἐμφαινομένης ἐνεργοῦ καὶ δρώσης ἐκεῖ διὰ τῶν, ὡς προεῖπον, ἐκκλησιαστικῶν, διοικητικῶν καὶ ἀστυνομικῶν ἀρχῶν, ἀμέσως ἐν τῷ τόπῳ ἐκεῖ ἐγκαθιδρυομένων καὶ εἰς ἄμεσον ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν κατοίκων ἐρχομένων προσηκόντως. Οὕτως ἔσται δυνατὸν νὰ ἐξαγάγωμεν τὸν λαὸν ἐκεῖνον ἐκ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ νῦν εὑρίσκεται καὶ ἐφ’ ᾗ δὲν ὑπέχει κυρίως εὐθύνην αὐτὸς, ἀλλ’ ἡ ὀλιγωροῦσα καὶ ἀμελοῦσα Πολιτεία. Καὶ ἡμεῖς μὲν, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ἐκπληροῦμεν, λέγοντες ταῦτα καὶ παρακαλοῦντες ὑμᾶς, τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς, οἱ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ὀφείλετε νὰ ὑποστηρίξητε τὰς ἐνεργείας ἡμῶν. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία μου (ἀναγινώσκει αὐτήν). Μοὶ ἐπέβαλε ταύτην οὐχὶ ὑπολογισμός τις πολιτικὸς οἱοσδήποτε, ἀλλὰ μόνον ἁγνὴ ἰδέα καλῶς νοουμένου καθήκοντος. Ἂς πραγματοποιήσῃ δ’ αὐτὴν ἡ ψῆφος ὑμῶν.

§94Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Συγχαίρω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον διὰ τὸ ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας του ἐνδιαφέρον, ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐπίσης καὶ ἡμεῖς, ἂν οὐχὶ περισσότερον, διότι καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας ταύτης καταγόμεθα καὶ ἐπανειλημμένως ἐτιμήθημεν διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς εἰς δύο ἐκλογὰς νομαρχιακῆς περιφερείας. Τούτου ἕνεκεν καὶ ἐγὼ ἤθελον συνηγορήσει, ἵνα ἡ ἕδρα τοῦ νομοῦ συσταθῇ ἐν Ἀρεοπόλει, ἐὰν αὐτὸ τοῦτο τὸ Γύθειον δὲν ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς του θέσεως καὶ τοῦ ἐμπορίου του, νὰ προτιμήσῃ αὐτό. Εἶναι βεβαιωμένον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὴν Λακωνίαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, μάλιστα μετὰ τὴν προσθήκην τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων, νὰ ἦναι ἄλλη πόλις πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δωρεὰν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρω τίς ὁμογενὴς ἤθελε κάμει διὰ τὸ Διοικητήριον, ἢ καὶ δι’ ἕτερον κατάστημα, τὸ Γύθειον ἔχει ἤδη ἕτοιμα καταστήματα δημοτικὰ καὶ δημόσια, δυνάμενα νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς τοῦτο· Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ συμβουλεύσῃ τὸν ὁμογενῆ ἐκεῖνον, ἵνα τὴν δωρεάν του χορηγήσῃ εἰς τὸν ἐθνικὸν στόλον, ἢ εἰς τὸν στρατὸν, ὅπου ἔχομεν μεγαλειτέραν ἀνάγκην.

§95Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐξ ἁβρότητος μανιατικῆς οὐδὲν εἶπον περὶ Γυθείου. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι τοῦτο κέκτηται πάντα τὰ προσόντα ἕδρας νομοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἕδρας τοῦ νομοῦ τῆς Λακωνικῆς. Ἐγὼ ἐποιησάμην ἔκκλησιν εἰς τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα τῶν Ἑλλήνων Βουλευτῶν πρὸς παραδοχὴν τῆς τροπολογίας μου, ἕνεκα λόγων κοινωνικῶν ἐξαιρετικῶν, οὐχὶ δὲ ἐμπορικῶν ἢ βιομηχανικῶν. Ἄλλως τε ἡμεῖς οἱ Μανιᾶται πάντες δὲν σκεπτόμεθα τόσον περὶ τούτων, ὅσον περὶ ὑψηλοτέρων κυρίως ἠθικῶν σκοπῶν. Ἡ δὲ τροπολογία μου δὲν βλάπτει, εἰ μὴ ἐλάχιστα τὸ Γύθειον, ἐνῷ ὠφελεῖ τὰ μέγιστα, σῴζει, δύναμαι νὰ εἴπω, τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι, οἱ Γυθεᾶται, ὧν τὴν πρόοδον καὶ εὐημερίαν ἡμεῖς ἐκ καρδίας καὶ θέλομεν καὶ εὐχόμεθα, νὰ αἰσθάνωνται καὶ αὐτοὶ πρὸς ἡμᾶς ἀδελφικὴν ἀγάπην καὶ συμπάθειαν, καὶ νὰ ὑψώσωσιν ἀκόμη μεθ’ ἡμῶν φωνὴν, ἵνα ἡ Πολιτεία ἀμέριστος καὶ πρόθυμος ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν ἠθικὴν μᾶλλον, οὐχὶ δὲ ὑλικὴν ὑπὲρ λαοῦ βασανιζομένου ἐν καταστάσει, ἧς δὲν φέρει αὐτὸς τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ἐκείνη. Ἂν δ’ ἡ κατάστασις αὕτη ἦναι ἄξια κατακρίσεως, δὲν προσβάλλει τὸν λαόν, ἀφοῦ οὗτος ἔχει ἄλλα ἐκ κληρονομίας ἀνδρικὰ προτερήματα, τὰ ὁποῖα ἐν πολέμῳ μὲν καθιστῶσιν αὐτὸν ἡρωϊκὸν, ἐν εἰρήνῃ ὅμως τὸν ὠθοῦσιν εἰς πράξεις ἐγκληματικάς. Ἡ ἀνδρικὴ φύσις, ἀφιεμένη ἀπαίδευτος, καθίσταται ἀνυπότακτος, δυσπειθὴς, ἀγρία πολλάκις. Οὕτω δὲ συμβαίνει, ὥστε ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν καιρῷ ἐθνικῶν ἀναστατώσεων καὶ πολέμων ἀναδεικνύονται ἥρωες, ὑμνούμενοι ὑπὸ ὁλοκλήρων λαῶν, ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἕνεκα μικροῦ τινος ἀδικήματος, διαπραττομένου κατ’ αὐτῶν, ἐκτρέπονται εἰς φοβερὰς ἐκδικήσεις καὶ καθίστανται κακῶν δρᾶσται, ἐπικίνδυνοι καὶ διαβόητοι. Διὰ τοῦτο ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ φροντίζῃ πρωτίστως περὶ τῶν τμημάτων τοῦ λαοῦ ἐκείνων, ἅτινα χαρακτηρίζει ἔξοχον ἀνδρικὸν προτέρημα. Ἐγὼ δ’ ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν μου, ἵνα ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία σπεύσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τοῦ λαοῦ καταστάσεως ἐν Μάνη. Ἡ ἰδέα δ’ αὕτη μ’ ἐπεθάρρυνε ν’ ἀγορεύσω, ὑπερασπίζων τὰ δίκαια τῆς Μάνης, ἥτις, αὐτοδιοικουμένη καὶ προνομιοῦχος ἐπὶ τουρκοκρατίας, ὡς ἡγεμονία ἐπολέμησεν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς ὅλης πατρίδος. Ὑπενοεῖτο δὲ ἀνέκαθεν, ὅτι αὕτη ἔδει νὰ κρίνηται ἀξία καὶ τῆς προσηκούσης, ἂν μὴ ἐξαιρετικῆς, μερίμνης τοῦ ἐλευθέρου ἤδη Κράτους. Ἀλλ’ οὐδὲν ἀτυχῶς τῶν δεόντων ἐγένετο ὑπὲρ αὐτῆς, ἐκτὸς τῆς διὰ τὸ ἄγονον τοῦ τόπου καὶ χάριν τῶν ἐπὶ τουρκοκρατίας προνομίων ὁρισθείσης αὐτῇ οἱονεὶ προνομιούχου θέσεως ἐν τῇ φορολογίᾳ, ἐπιβαλλομένου φόρου μόνον ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων. Βαρυτάτου ὅμως σχετικῶς καὶ τούτου ἀποβάντος, ἐλπίζω, ὅτι, ἐγειρομένου τοῦ ζητήματος ἐν καιρῷ, γενήσεται δεκτὴ ἡ πρότασίς μου περὶ ἐλαττώσεως αὐτοῦ λογικῆς καὶ συμφερωτέρας καὶ τῷ Δημοσίῳ. Πέπεισμαι δὲ, ὅτι καὶ ἐν τοῖς φορολογικοῖς μέτροις τῆς Κυβερνήσεως θὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα μὴ ὁπωσδήποτε θιγῇ τὸ φορολογικὸν ἐν Μάνῃ καθεστώς. Καὶ ἀπὸ τοῦδε ἀκόμη περὶ τούτου ποιοῦμαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν σύστασιν, ἣν θὰ ὑποστηρίξωσι βεβαίως καὶ οἱ ἄλλοι ἐκ Μάνης ἀντιπρόσωποι, πολιτικοὶ μάλιστα φίλοι αὐτῆς. Πρὸ τινος ἐλήφθη ἤδη πρόνοια περὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Ὑπάρχει, ἔλεγον οἱ ἀγορεύοντες, οἰκονομικὴ κρίσις ἐκεῖ. Ἀληθὲς τοῦτο, καὶ δικαίως αὕτη ἔδει νὰ ἐπισπάσηται τὴν προσοχὴν πάντων, καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐν Μάνῃ ὑφίσταται διαρκὴς κρίσις οἰκονομική, ἡ μανιατική. Ἀλλ’ ἡμεῖς αἰτούμεθα νῦν παρὰ τῆς Πολιτείας κυρίως ἀρωγὴν οὐχὶ κατὰ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἀλλ’ ἵνα πρὸ πάντων αὕτη συντελέσῃ εἰς τὴν θρησκευτικὴν, πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν ἀνάπτυξιν χώρας, ἔξοχον θέσιν κατεχούσης ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ. Καὶ ἐγὼ τὴν ἱστορικὴν αὐτῆς ἀξίαν συνειδὼς, ἀντιπρόσωπος νῦν τῶν Μανιατῶν ἐδῶ, ἐξελέγην οὐχὶ χάριν ῥουσφετίων, ἀλλ’ ἵνα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπιδιώξω τὴν πραγματοποίησιν ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν ὠφελίμων εἰς τὴν πατρίδα, ἃς ἐν προγράμματι καὶ δι’ ἀγορεύσεων ἐξέθηκα αὐτοῖς καὶ ἐνθουσιωδῶς ἐπεκρότησαν οὗτοι. Τοιούτων δ’ ἀρχῶν στρατιώτης ἐκηρύχθην ἀνέκαθεν, καὶ συμφώνως ταύταις καὶ νῦν, ἐκπληρῶν ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ ἀγαθοῦ καθῆκον, ὑπέβαλον—ἀφοῦ γίνεται δεκτὴ νέα διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους—τὴν τροπολογίαν μου περὶ συστάσεως καὶ νομοῦ Ἄνω Λακωνικῆς μὲ ἕδραν τὴν Ἀρεόπολιν. Πέπεισμαι δὲ, ὅτι τοῦτο ὠφελεῖ καὶ τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου καὶ τὸ Κράτος. Ἐν τῇ ὠφελείᾳ δὲ ταύτῃ ἑνοῦται ἡ ἰδέα τῆς Μάνης καὶ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ καλὸν τοῦ μέρους εἶναι καὶ τοῦ ὅλου. Καὶ ἐγὼ μὲν οὕτως ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, ἐκτελέσατε δὲ καὶ ὑμεῖς τὸ ὑμέτερον, ἀποδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν μου.

§96ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἀπὸ δύο ἡμερῶν, κύριοι Βουλευταί, κατεγινόμην νὰ εἰσδύσω εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνεύρω τοὺς λόγους, δι’ οὓς οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν ἀπεφάσισαν νὰ παραδεχθῶσι τὴν ὑποδιαίρεσιν τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, τοῦ μόνου φυσικῶς δικαιουμένου διαιρέσεως, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ ἐπιτύχω. Ταύτην τὴν στιγμὴν ὅμως ὁ ἔντιμος ἐκ Σύρου πολιτευτὴς ἀπεκάλυψεν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες κρατοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ἀνένδοτον, καὶ ἐμποδίζουσιν αὐτὴν νὰ δώσῃ μέχρι σήμερον σημεῖόν τι ἐλπίδος, ὅτι θὰ παραδεχθῇ τὴν ὑποδιαίρεσιν ταύτην τοῦ νομοῦ Κυκλάδων. Τὰ ἐπιχειρήματα, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου, τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Νάξου, ἐμοῦ καὶ τῶν κ.κ. συναδέλφων μου ἐκ Θήρας τὰ προταθέντα, ὅπως πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ προβῇ εἰς τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ, ἦσαν τόσον ἀσθενῆ, ὥστε δὲν ἔπεισαν οὔτε τὸν ἐκ Σύρου βουλευτὴν κ. Βοκοτόπουλον, οὔτε τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ νομὸς Κυκλάδων ἔδει νὰ διαιρεθῇ. Ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον ἢ τὸ ἐπιχείρημα, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ὁ νομὸς Κυκλάδων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἑτέρου ἔχει ἀπόστασιν 210 χιλιομέτρων, ὅσα οὐδεὶς ἄλλος νομὸς τοῦ Κράτους· εἴπομεν ὅτι ἡ συγκοινωνία εἶναι ἐλλιπὴς καὶ δυσχερὴς ὄχι μόνον ἐν καιρῷ χειμῶνος, ἀλλὰ καὶ τὸ θέρος, ἕνεκα τῶν πνεόντων κυρίως τότε καὶ σχεδὸν πάντοτε βορείων σφοδρῶν ἀνέμων. Ἰσχυρίσθημεν ὅτι σπουδαῖα καὶ μέγιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους παραβλάπτονται ἕνεκα τῆς ἐντελοῦς ἐλλείψεως διοικήσεως. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος τοὺς λόγους τούτους εὑρίσκει ἀσθενῆ ἐπιχειρήματα καὶ ἀνεπαρκεῖς, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ συγκοινωνία ἀκμάζει καὶ ὅτι τὸ ἀτμόπλοιον ἐκ Νάξου μὲν ἐντὸς 2 ὡρῶν, ἐκ Θήρας δὲ ἐντὸς 5 μεταβαίνει εἰς Σῦρον. Τόσον ἀληθῆ εἶναι ταῦτα, ὥστε τὸ ἀτμόπλοιον τὸ ἀναχωροῦν ἐκ Πειραιῶς τὸ ἑσπέρας τῆς Πέμπτης φθάνει εἰς τὴν Ἀνάφην μόνον τὸ Σάββατον τὸ μεσονύκτιον, ἤτοι μετὰ 55 ὥρας, ἐπιστρέφει δὲ εἰς τὴν Σῦρον τὴν Δευτέραν, καὶ εἰς Πειραιᾶ τὴν Τρίτην ἢ Πέμπτην. Αὐτὴ εἶναι ἡ συγκοινωνία, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος συνάδελφος θέλει νὰ ἐκθειάσῃ πρὸς ὑμᾶς. Ἡ Θήρα καὶ ἡ Νάξος ἔχουσι σχετικῶς συγκοινωνίαν καλλιτέραν, ἀλλ’ ἔχομεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἡμῶν 10 νήσους, ὧν αἱ δύο συγκοινωνοῦσιν ἑβδομαδιαίως, αἱ δὲ λοιπαὶ μόνον δι’ ἱστιοφόρων. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος πολιτευτὴς καὶ σοφὸς συνάδελφος προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μίαν νέαν θεωρίαν, ἀξίαν σημειώσεως, ἓν νέον ἐπιχείρημα, οὐχὶ ἀσθενὲς καὶ ἀνεπαρκὲς, ὅπως ἐκεῖνα, ἅπερ οἱ Βουλευταὶ Νάξου καὶ Θήρας προεβάλομεν. Μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐγκληματικότης εἰς τὰς νήσους ἡμῶν καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παρίσταται ἡ δικαιοσύνη, εἶναι ἀνωφελὴς καὶ ἡ διοίκησις. Σᾶς ἐξήγησα προχθὲς, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας Νάξου καὶ Θήρας ἡ διοίκησις πρὸ πολλοῦ ἐξηφανίσθη, καὶ οὔτε ἴχνη αὐτῆς ὑφίστανται· μᾶς διευθύνουν χωροφύλακες καὶ γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων. Οἱ προϊστάμενοι τῶν διαφόρων γραφείων, οἱ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν ἑδρεύοντες, ἔλεγον προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εὑρίσκονται εἰς διαρκῆ πάλην, καὶ ἀγνοῶ διὰ τίνας λόγους, οὐδὲ τοῦ παρόντος εἶναι νὰ εἴπω σχετικάς τινας πράξεις αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος διὰ τῆς θεωρίας του ταύτης συμβουλεύει τοὺς νησιώτας νὰ ἐγκληματῶσι, διότι τότε μόνον θὰ προσπελάσῃ αὐτοὺς ἡ δικαιοσύνη, τότε εἶναι ἀναγκαία ἡ διοίκησις, κατ’ αὐτόν. Ἀλλ’ ἡ Θήρα, προσέθηκε λίαν ἐντόνως ὁ ἔντιμος συνάδελφος, εἶναι τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον οὔτε ὕδωρ, οὔτε τροφὴ, οὔτε λιμὴν ὑπάρχει, καὶ ὅτι ἔχει πληθυσμὸν 900 μόνον κατοίκων ἡ πρωτεύουσα αὐτῆς, συνεπῶς δὲν φέρει τὰ προσόντα διὰ πρωτεύουσαν νομοῦ. Ἂν ἐπεσκέπτετο τὸν τόπον ἐκεῖνον ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ ἐπείθετο ἀδιστάκτως, ὅτι ὅλα ταῦτα ὑπάρχουσι, καὶ ὕδωρ καὶ τροφαὶ ἀφθονώταται, ὡς καὶ ἐν Σύρῳ· ὡς πρὸς δὲ τὰ κρέατα, τοῦτο εἶναι γνωστὸν, ὅτι οὔτε ἡ Θήρα, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ Σῦρος ἔχουσι κτηνοτροφίαν, ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Θήρα στερεῖται κρέατος· διότι ἐν Σύρῳ μὲν πωλεῖται 2,50 ἕως 3,50 δρ. ἡ ὀκὰ, ἐν Θήρᾳ δὲ μόνον 2. Ἔχει δὲ πληθυσμὸν ἡ πρωτεύουσα αὐτῆς 4,500. Ὁ λιμὴν δὲ τῆς Θήρας εἶναι τόσον ἀσφαλὴς ἤδη, ὅτε ἐτοποθετήθησαν σημαντῆρες παμμέγιστοι, ὥστε καὶ μὲ τὰς μεγαλειτέρας τρικυμίας τὰ ἱστιοφόρα καὶ τὰ ἀτμόπλοια μένουσιν ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ μέλος τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας διὰ τοσοῦτον ἀσθενῶν καὶ ἀναξίων λόγου ὄντως ἐπιχειρημάτων ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι ὁ νομὸς δὲν πρέπει νὰ διαιρεθῇ, καὶ κατηγόρησε τὴν Θήραν λίαν ἀκαίρως καὶ ἄνευ λόγου ἀποχρῶντος· διότι κατ’ αὐτὸν πρέπει αἱ Κυκλάδες ὅλαι νὰ ἐργάζωνται ὑποτακτικῶς καὶ αἰωνίως, ὅπως τροφοδοτῶσι τὴν Σῦρον. Καὶ ἡμεῖς συνηγορήσαμεν παντοῦ καὶ πάντοτε, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἐπὶ 20 ἔτη ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς Σύρου, οὐχὶ βεβαίως ἀπέναντι τῶν νήσων μας,—διότι οὐδὲν ὀφείλουσιν εἰς τὴν Σῦρον—ἀλλ’ ἀπέναντι κέντρων μεγαλειτέρων, ὑπεστηρίξαμεν δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών μας τὴν ἁμαρτωλὸν ἐκείνην ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρείαν χάριν τῆς Σύρου, καὶ ἐτροφοδοτοῦμεν οὕτως ὁλόκληρον τὴν Σῦρον· ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι ἐγείναμεν αἴτιοι ἐν ἀγνοίᾳ, ὅπως οἱ διαχειριζόμενοι τὰ τῆς ἑταιρείας ἐκείνης κατακλέψωσιν ὁλόκληρον κόσμον, τοὺς μετόχους τῆς ἑταιρείας, τοὺς πολίτας καὶ τὴν Κυβέρνησιν! Δὲν ἤλπιζον ὅτι ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἤθελε κατηγορήσει τὰς νήσους ἐκείνας καὶ ἰδίᾳ τὴν Θήραν, εἰς ἣν ἡ Σῦρος ὀφείλει πολλὰ, τὰς νήσους ἐκείνας, τὰς ὁποίας οὔτε εἶδε ποτὲ οὔτε γνωρίζει. Ἀλλ’ ἔχομεν συγκοινωνίαν, προσθέτει. Ἀγνοεῖ, φαίνεται, ὅτι τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρείας, τὰ συγκοινωνοῦντα τὰς πολλὰς νήσους, διανύουν 5 ἕως 7 μόνον μίλια τὴν ὥραν. Πρὸ ὀλίγου μάλιστα ὁ πλοίαρχος, εἷς ἐκ τῶν ἱκανωτάτων τῆς ἑταιρείας, ἑνὸς ἀτμοπλοίου ἀπεβίβασε τοὺς ἐπιβάτας εἰς τὴν Πάρον καὶ ἐπέστρεψε μόνον μὲ τοὺς ναύτας εἰς τὴν Σῦρον, φοβηθεὶς ὅτι τὸ πλοῖον ἤθελε πάθει καθ’ ὁδὸν καὶ οἱ ἐπιβάται μετὰ τῶν ναυτῶν δὲν εἶχον λέμβους νὰ σωθῶσιν, οἱ δὲ ἐπιβάται ἔμειναν 3 ἡμέρας εἰς τὴν Πάρον! Μὲ τοιαύτην συγκοινωνίαν ἔρχεται ὁ κ. συνάδελφος νὰ μᾶς προτείνῃ τὸ ἀδιαίρετον τοῦ νομοῦ. Δὲν συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν πράγματι ἔθεσεν εἰς τὸ στόμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὰς ἰδέας, ἃς οὗτος ἐξεστόμισεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀφίνω δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ λεχθέντα καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸν νομὸν Κυκλάδων ἀδιαίρετον, τὴν δὲ Κυβέρνησιν ν’ ἀφήσῃ τὰς προσωπικὰς συμπαθείας, καὶ νὰ καταστήσῃ τὸ πρῶτόν της τοῦτο νομοθέτημα ἴσον καὶ δίκαιον, τὴν δὲ θεωρίαν τοῦ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ, τοῦ νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὔτε διοίκησις οὔτε δικαιοσύνη ἐκεῖ ὅπου, ἡ ἐγκληματικότης ἐλλείπει, νὰ τὴν ἀφιερώσῃ εἰς τὸν ἀνάδοχόν της.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὑπεβλήθησαν πολλαὶ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ὅλαι ἀφορῶσιν εἰς τὴν προσθήκην ἑνὸς ἐπὶ πλέον νομοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης χωριστά.

§98ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἐπ’ αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν;

§99Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, ἐξέφρασε τὴν γνώμην της ἤδη. Ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἀνέπτυξα τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τὰ ὁποῖα εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν νομῶν· ἐν ἄλλαις λέξεσι, δὲν παραδεχόμεθα τὰς τροπολογίας ἐκείνας, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν.

§100Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ὑπέβαλον τροπολογίαν διὰ τὸν νομὸν Κεφαλληνίας.

§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι πρόκειται εἰς τὴν τροπολογίαν σας περὶ ἀλλαγῆς περιφερείας, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἀνάγεται εἰς τὸ 2ον ἄρθρον, τὸ σχετικὸν πρὸς τὰς περιφερείας.

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρῶτον, τροπολογία ἀφορῶσα εἰς τὴν σύστασιν νομοῦ ἐν Καλαβρύτοις. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην...

§103ΘΕΟΔ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, κύριε Πρόεδρε.

§104Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν ἐγένετο εὐρυτάτη. Ἐκηρύξατε δὲ περατωμένην τὴν συζήτησιν. Τώρα λοιπὸν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία.

§105Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀποκλείεται ὁ ὑποβαλὼν τροπολογίαν νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφίσεως· ἄλλως τε ἐγὼ οὔτε ἀπησχόλησα τὴν Βουλήν, οὔτε τὴν ἐκούρασα. Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τότε ζητῶ τὸν λόγον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.

§106Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἦτο προσωπική. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν ἐκ νέου συζήτησιν. Δύνασθε νὰ δικαιολογήσητε τὴν ψῆφόν σας, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν νέαν συζήτησιν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, ἀφοῦ ἡ συζήτησις ἐκηρύχθη περατωμένη.

§107Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως θὰ ψηφίσω τὴν τροπολογίαν, πρῶτον διότι τὴν ὑπέβαλον καὶ δεύτερον διότι ἀνήκω εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις ἐφέρθη πρὸς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων ὡς μητρυιὰ, ἴσως διότι δὲν ὑπῆρχεν ἰσχυρὸς συνήγορος παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποδείξῃ αὐτῇ τὰ δίκαια τῆς ἐπαρχίας. Βεβαίως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἐπεριμέναμεν ὅτι θὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν, ἱστορικοὺς λόγους, ὅτε συνέταττε νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἂν καὶ τοιοῦτόν τι ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους κατόπιν θὰ ἀναφέρω. Δὲν ἔλαβε λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὸν πληθυσμὸν τῆς ἐπαρχίας, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ ἀνώτερος τοῦ πληθυσμοῦ ἄλλων ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι προχειρίζονται εἰς νομοὺς, οὔτε τὰς ἀποστάσεις, οὔτε τὸ ὀρεινὸν τῆς ἐπαρχίας καὶ τὴν δυσκολίαν τῆς συγκοινωνίας· δὲν ἔλαβεν ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐπαρχία ἐκείνη ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἔχει καὶ Μονὰς πλουσιωτάτας, μὲ προϋπολογισμοὺς ἀφθόνους, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο ἡ Διοίκησις καὶ τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον νὰ ἐπιβλέψῃ. Ἀφοῦ ταῦτα δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπεβάλομεν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν ἤδη, ὅπως αὕτη τοὐλάχιστον λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτά. Νομίζομεν δὲ, ὅτι, ὅταν ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων ἔρχηται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παριστᾷ οὐ μόνον τοὺς ἀναφερθέντας δικαίους λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται τὴν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ στηριζομένη καὶ εἰς τὰ ἱστορικὰ αὐτῆς δικαιώματα προσέρχηται ἐνώπιον ἐκείνων, οἵτινες εἶναι οὐχὶ ἔγγονοι, ἀλλὰ τέκνα τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν μάρτυρες τῶν θυσιῶν καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς ἐπαρχίας ταύτης, δικαιοῦται νὰ προσδοκᾷ μετὰ βεβαιότητος τὴν ἀποδοχὴν τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας, διότι μόνον Βουλὴ ἔκφυλος θὰ ἠδύνατο ν’ ἀπορρίψῃ ταύτην (Θόρυβος).

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, ὅπως ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...

§109Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἦσθε 15 οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. (Ἐγείρονται πλείονες τῶν 15).Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Δούνη καὶ Περ. Μεντζελοπούλου, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Κωνστ. Μωραϊτίνης Ο
Γεώργιος Κυριαζής Ο Εὐσταθ. Ρακόπουλος Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἐπαμ. Ἐμπειρίκος
Λεων. Μελετόπουλος Ο Εὐκλείδης Μπίστης
Δημ. Καίρης Ἄγγελος Πετραλιᾶς
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ν. Δαούτης Ν
Κωνστ. Πλατούτσας Π. Παπαχατζῆς Ν
Μιχαὴλ Κωτσάκος Σπ. Ἰω. Μήλιος Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Β. Μαρκεζίνης Ν
Κωνστ. Κοττίκας Νικήτας Συνοδινὸς Ν
Ἰωάννης Καραπάνος Χρηστόφορος Ἀσιμῆς Ν
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ο Τηλ. Δενδρινός Ο
Στέφανος Δραγούμης ἀρν.Π. Μαυροκέφαλος Ο
Νικόλαος Λεβίδης Ο Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης
Θεόδωρος Ρετσίνας Θεόδ. Ζαΐμης Ν
Φωκίων Νέγρης Ν Π. Θ. Ζαΐμης Ν
Νικ. Γιαννηκώστας Ο Ὀδ. Λαμπρόπουλος Ν
Ἔπαμ. Μ. Κανάρης Ο Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἡρ. Καλαμπάκας
Θεόδ. Φλογαΐτης Γεώργ. Παπαθανασίου
Δ. Γ. Ράλλης Π. Περρωτῆς
Γεώρ. Βενιζέλος Ν Ἡλ. Μαυρομιχάλης Ο
Νικ. Γουναράκης Ο Γ. Οἰκονομόπουλος Ο
Κ. Σταυρόπουλος Ο Δ. Τερτίπης
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ο
Δημ. Καραγιάννης Ο Κ. Ζωγλοπίτης
Ἀνδρ. Στράτος Γ. Φραγκίδης Ο
Ἀντ. Καρτάλης Ο Ι. Καζαμπάκας
Κ. Τοπάλης Σ. Παπαποστόλου Ο
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ο Ξεν. Τσαμαγκίδης Ο
Ἀργύρ. Φιλιππίδης Γ. Χατζηνικολῆς Ο
Ν. Παπαϊωάννου Κ. Σαραφιανός Ν
Δημ. Γίδας Ο Π. Λεβέντης
Νικ. Τσόγκας Κ. Δούνης Ν
Νικ. Γουλιμῆς Ν Γ. Μέρμηγκας Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης Γ. Κόρπας
Περ. Ἀλεξάκης Ν Τρ. Πατρίκιος Ο
Ν. Σπυρακόπουλος Ο Γ. Θεοτόκης Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν Μιχ. Θεοτόκης Ο
Θ. Β. Δηλιγιάννης Γουλ. Σκάρπας
Χαρίλ. Διγενόπουλος Ἀλκ. Ζερβός Ο
Ἀρ. Πετροπουλάκης Ο Σπ. Χυτήρης Ο
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο Σπ. Ἀγάθος Ο
Μιχ. Φωτιάδης Ο Β. Σαμοΐλης Ο
Γ. Λιδωρίκης Ο Ν. Καλοσγοῦρος Ο
Γ. Ἀνδρίτσος Ο Κ. Χριστόπουλος Ο
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο Π. Πετρίδης Ο
Μιχ. Στελλάκης Ν Σωτ. Κροκιδᾶς Ο
Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν Σπ. Νοταρᾶς
Γ. Λύρας Ο Π. Μεντζελόπουλος Ο
Ἐμμ. Ρέπουλης Ο Δ. Δημητριάδης Ο
Δημ. Τσάτσος Ο Ἄθως Ρωμάνος Ο
Δ. Τσιτσάρας Ν Ἀγαμ. Μεταξᾶς
Κωνστ. Ζῶτος Ο Ἀντ. Μομφερράτος Ν
Γ. Χατζόπουλος Ν Θ. Μαρκέτος Ο
Διον. Στεφάνου Σπ. Ε. Στάης Ο
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο Διον. Καλούτσης
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Π. Χοντζόπουλος Ν
Γ. Ρώμας Ο Ν. Τσούχλος Ν
Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο Χ. Κ. Βοζίκης
Χ. Στεφανόπουλος Ο Θ. Πέρρος Ν
Χαρίλ. Σπηλιώτης Ν Στέφ. Κοπανίτσας
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο Γ. Φικιώρης
Γ. Παπαγιαννόπουλος Ο Μελέτ. Ρουσόπουλος
Π. Αὐγερινός Βρασ. Λεώπουλος Ν
Χρ. Δαραλέξης Ν Γ. Μαυρομιχάλης
Ι. Γιαννακίτσας Ο Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝ
Ν. Καραστέργιος Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης Ν
Δ. Πιπινόπουλος Α. Ρικάκης
Ι. Γ. Λάππας Ο Ἀχ. Χοϊδᾶς
Ν. Μπουφίδης Ο Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος
Περ. Βαλαωρίτης Ο Γ. ΠαπαδιαμαντόπουλοςΝ
Εὐάγγελος Τζαρλαμπᾶς Ο Ν. Μισυρλῆς Ν
Γερ. Φίλιππας Ο Ν. Καράπαυλος Ο
Ξ. Κυριαζῆς Ο Γ. Ράλλης Ο
Β. Βασιλειάδης Σπ. Γκεντιλίνης Ο
Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Γ. Ζερβός Ο
Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
Παν. Μανέτας Ο Νικόλ. Λεωνίδας Ο
Ἰω. Μπακόπουλος Διομήδης Κυριακὸς
Ἡλ. Ζέγγελης Ο Α. Μαυροκορδάτος
Φίλ. Βάρβογλη Ἀθ. Λαδόπουλος
Ἀθ. Κατριβάνος ἀρν.Ν. Βαφειαδάκης
Ἠλίας Κοσσονάκος Ο Α. Βιτάλης
Γ. Ἀναστασόπουλος ἀρν.Δ. Βοκοτόπουλος Ο
Γ. Νικολαΐδης Ν Ι. Γκιὼν Ο
Κ. Τρικούπης Ο Κάρολος Βιτάλης
Λεων. Δεληγεώργης Ν Κωνστ. Χατζηπέτρος
Σπυρ. Κ. Κουμουνδοῦρος Γ. Κανούτας
Δ. Λυμπερόπουλος Ο Νικ. Ταρμπάζης
Γ. Λυμπερόπουλος Θεόδ. Κριεμάδης
Περικλῆς Μποῦτος Ν Γ. Ραδινός Ο
Ἀριστομ. Προβελέγγιος Ἀπόστολος Ζάππας Ο
Α. Μάτσας Ο Θ. Σαρσέντης
Νικ. Κρίσπης Ο Α. Πονηρόπουλος Ο
Ι. Ναυπλιώτης Ο Δ. Ἀναστασόπουλος Ο
Μιλτ. Βαρότσης Ν Δ. Παπατσώρης Ο
Γεώρ. Σισμάνης Ο Δ. Κατσάνος Ν
Δ. Φαρμάκης Ο Α. Σκαλτσοδῆμος
Γεώργ. Πλατανιώτης Ν. Τζανετόπουλος
Ἠλίας Ποταμιάνος Γ. Ροδόπουλος Ο
Μιχ. Λαμπρυνίδης Θεόδ. Λιμπρίτης
Ι. Βοῦρτσος Ο Ι. Κουντουριώτης Ν
Α. Πετσάλης Νικ. Τσαμαδός Ο
Κ. Κουμουνδοῦρος Ο Παντελ. Γκίκας Ν
Κυριακ. Π. ΜαυρομιχάληςΝ Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης
Γ. Καπετανάκης Ν Ν. Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Φώτιος Μοσχούλας Ο Ι. Τσιριμῶκος Ο
Ἀσημ. Χριστόπουλος Δημ. Κρίτσας ἀρν.
Χαράλ. Κανελλόπουλος Α. Πλατῆς
Ἀθ. Τυπ. Μπασιᾶς Νικ. Χατζῖσκος
Παναγῆς Τυπάλδος Ν Ν. Καλογερόπουλος Ο
Θεόδ. Βελλιανίτης Ν Β. Βουδούρης Ο
Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο Γ. Γαζέπης Ο
Ἀθ. Παπαθανασίου Ο Γ. Ἀβέρωφ
Πέτρος Μόρης Ο Μιλτ. Κανάρης
Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ο

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 150. Ὑπὲρ τῆς προτάσεως 46, κατ’ αὐτῆς 100, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.

§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐμπρός, κύριε Πρόεδρε. Ἄλλη τροπολογία.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα τροπολογία, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται νὰ διαιρεθῇ ὁ νομὸς τῶν Κυκλάδων.

§114ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δύο τροπολογίαι, κύριε Πρόεδρε.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μία εἶναι τῶν Βουλευτῶν Νάξου, ἡ ἄλλη τῶν Βουλευτῶν Θήρας. Καὶ αἱ δύο ἀπολήγουσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὴν πρότασιν περὶ διαιρέσεως τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, δηλαδὴ εἰς τὴν προσθήκην ἑνὸς νομοῦ. Ἑπομένως καὶ ἐπὶ τῶν δύο θὰ γείνῃ μία ψηφοφορία.

§116ΒΑΡΟΤΣΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§118ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἡμεῖς παραιτούμεθα, κύριε Πρόεδρε, τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§119ΒΑΡΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι.

§120Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἦναι 15 οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15; (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν εἶσθε. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Κυκλάδων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἑτέρα τροπολογία, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ἡ διαίρεσις τοῦ νομοῦ Εὐβοίας.

§122Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου (θόρυβος). Ὅτε χθές, κύριε Πρόεδρε, ὡμίλουν, καὶ διὰ μιᾶς ἁπλῆς λέξεως ὑπέδειξα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀδικεῖ τινας τῶν ἐπαρχιῶν, ὅλη ἡ Βουλὴ σχεδὸν συνῃσθάνθη, ὅτι πρωτίστως ἀδικεῖται ἡ Καρυστία, καὶ ὡσεὶ ἐξ ἑνὸς στόματος ἡ Βουλὴ προέφερε τὴν λέξιν Καρυστία...

§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!

§124ΔΟΥΝΗΣ. Ἴσως τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι προέφερον τὸ ὄνομα τοῦτο, σήμερον νὰ ἀρνῶνται, ἀλλ’ ἀδιάφορον· ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἀναγνωρίζουσι τὸ δίκαιον καὶ κρίνουσι παραδεκτὴν τὴν τροπολογίαν ταύτην...

§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἠστειεύοντο.

§126ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ἠστειεύοντο, βεβαίως κακῶς ἠστειεύοντο. Ἀλλὰ δὲν ἠστειεύοντο· ὡμίλουν μετὰ σοβαρότητος... Ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὡμολόγησεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δικαιότατον εἶναι νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία περὶ διαιρέσεως τοῦ νομοῦ Εὐβοίας.

§127ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον.

§128ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς μετήλλαξαν ἀπὸ χθὲς ἕως σήμερον γνώμην, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀδικεῖ πάντοτε (ὡς χθὲς ἠδίκει, καὶ σήμερον ἀδικεῖ) τὴν ἐπαρχίαν Καρυστίας. Πεποιθὼς δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει τὸ ἀδίκημα τοῦτο, καὶ θέλει θεραπεύσει αὐτὸ, παρακαλῶ ἵνα ἡ ψηφοφορία γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15; (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15). Ὁρίστε, κύριε Δούνη, ὡς ψηφολέκτης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Εὐβοίας λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Κ. Δούνη καὶ Περ. Μεντζελοπούλου, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Εὐκλείδης Μπίστης Ο
Γ. Κυριαζῆς Ο Δημοσθ. Καΐρης
Α. Παναγιωτόπουλος Ἀνδρ. Καρατζᾶς
Λ. Μελετόπουλος Ο Κ. Πλατούτσας
Κ. Μωραϊτίνης Ο Μιχ. Κωτσάκος Ο
Εὐστ. Ρακόπουλος Ο Κων. Γ. Καραπάνος
Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Κων. Κοττίκας
Ἰωάν. Καραπάνος Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ν
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ο Τηλέμ. Δενδρινὸς Ο
Στέφ. Δραγούμης ἀρν.Π. Μαυροκέφαλος Ο
Ν. Λεβίδης Ο Ἄλέξ. Θ. Ζαΐμης
Θ. Ρετσίνας Θεόδ. Ζαΐμης Ν
Φωκίων Νέγρης Ν Π. Θ. Ζαΐμης Ν
Νικ. Γιαννηκώστας Ο Ὀδ. Λαμπρόπουλος Ν
Ἐπ. Μ. Κανάρης Ο Αὐγερινὸς Ἀβέρῳφ
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἡρ. Καλαμπάκας
Θεόδ. Φλογαΐτης Γεώργ. Παπαθανασίου
Δ. Γ. Ράλλης Π. Περρωτῆς
Γεώργιος Βενιζέλος Ν Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ο
Νικ. Γουναράκης Ο Γ. Οἰκονομόπουλος Ο
Κ. Σταυρόπουλος Δ. Τερτίπης
Ἄλέξ. Γ. Σκουζές Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ο
Δημ. Καραγιάννης Ο Κ. Ζωγλοπίτης
Ἀνδρ. Στράτος Γ. Φραγκίδης Ο
Ἀντ. Καρτάλης Ο Ι. Καζαμπάκας
Κ. Τοπάλης Σ. Παπαποστόλου Ο
Ἄλέξ. Κασσαβέτης Ο Ξεν. Τσαμαγκίδης Ο
Ἀργύρ. Φιλιππίδης Κ. Σαραφιανὸς Ν
Ν. Παπαϊωάννου Γ. Χατζηνικολῆς Ν
Δημ. Γίδας Ο Π. Λεβέντης
Νικ. Τσόγκας Ο Κ. Δούνης Ν
Νικ. Γουλιμῆς Ν Γ. Μέρμηγκας Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης Γ. Κόρπας
Περ. Ἀλεξάκης Ν Τρ. Πατρίκιος Ο
Ν. Σπυρακόπουλος Ο Γ. Θεοτόκης Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Μιχ. Θεοτόκης Ο
Θ. Β. Δηλιγιάννης Γουλ. Σκάρπας
Χαρίλ. Διγενόπουλος Ο Ἀλκ. Ζερβὸς Ο
Ἀρ. Πετροπουλάκης Ο Σπ. Χυτήρης Ο
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο Θ. Σχινᾶς Ο
Μιχ. Φωτιάδης Ο Β. Σαμοΐλης Ο
Γ. Λιδωρίκης Ο Ν. Καλογοῦρος Ο
Γ. Ἀνδρίτσος Ο Κ. Χριστόπουλος Ο
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο Π. Πετρίδης Ο
Μιχ. Στελλάκης Ν Σωτ. Κροκιδᾶς Ο
Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν Σπ. Νοταρᾶς Ο
Γ. Λύρας Ν Περ. Μεντζελόπουλος Ο
Ἐμμ. Ρέπουλης Ν Δ. Δημητριάδης Ο
Δημ. Τσάτσος Ο Ἄθως Ρωμάνος Ο
Δ. Τσιτσάρας Ο Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ο
Κωνστ. Ζῶτος Ο Ἀντ. Μομφερράτος Ν
Γ. Χατζόπουλος Ο Θ. Μαρκέτος Ο
Διον. Στεφάνου Σπ. Ε. Στάης Ο
Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟ Διον. Καλούτσης
Ἄλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Π. Χοντζόπουλος Ο
Γ. Ρώμας Ο Ν. Τσοῦχλος Ο
Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο Χ. Κ. Βοζίκης
Χρ. Στεφανόπουλος Ο Θ. Πέρρος Ν
Χαρ. Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας Ο
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο Γ. Φικιώρης
Γ. Παπαγιαννόπουλος Ο Μελέτ. Ρουσόπουλος
Πέτρος Αὐγερινός Βρασίδας Λεώπουλος Ν
Χρ. Δαραλέξης Ο Γ. Μαυρομιχάλης
Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ι. Γιαννακίτσας Ο
Ν. Δαούτης Ν Ν. Καραστέργιος Ο
Π. Παπαχατζῆς Ν Δ. Πιπινόπουλος
Σπ. Ἰω. Μήλιος Ν Ι. Γ. Λάππας Ο
Β. Μαρκεζίνης Ν. Μπουφίδης Ο
Νικήτας Συνοδινός Ν Περ. Βαλαωρίτης Ο
Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς Ο Ἀχ. Χοϊδᾶς
Γεράσιμος Φίλιππας Ο Ἀχ. Γεροκωστόπουλος
Ε. Κυριαζῆς Ο Γ. ΠαπαδιαμαντόπουλοςΝ
Β. Βασιλειάδης Ν. Μισυρλῆς Ο
Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Ν. Καράπαυλος Ο
Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Γ. Ράλλης
Παν. Μανέτας Ο Σπ. Γκεντιλίνης Ο
Ι. Μπακόπουλος Γ. Ζερβός Ο
Ἠλ. Ζέγγελης Ο Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
Φίλ. Βάρβογλης Ο Ν. Λεωνίδας Ο
Ἀθαν. Κατριβάνος Ο Διομ. Κυριακός
Ἠλ. Κοσσονάκος Α. Μαυρογορδάτος
Γ. Ἀναστασόπουλος Ν Α. Λαδόπουλος
Γ. Νικολαΐδης Ν Ν. Βαφειαδάκης
Κ. Τρικούπης Ο Α. Βιτάλης
Λεων. Δεληγεώργης Ο Δ. Βοκοτόπουλος Ο
Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ι. Γκιὼν Ο
Δ. Λυμπερόπουλος Ο Κάρολος Βιτάλης
Γ. Λυμπερόπουλος Κ. Χατζηπέτρος
Περ. Μποῦτος Ν Γ. Κανούτας
Ἀρ. Προβελέγγιος Ο Ν. Ταρμπάζης
Α. Μάτσας Ο Θ. Κριεμάδης
Νικ. Κρίσπης Ο Γ. Ραδινός Ο
Ι. Ναυπλιώτης Ο Ἀπόστ. Ζάππας Ο
Μιλτ. Βαρότσης Ν Θ. Σαρσέντης
Γ. Σισμάνης Ο Ἀλέξ. Πονηρόπουλος Ο
Δ. Φαρμάκης Ο Δ. Ἀναστασόπουλος Ο
Γ. Πλατανιώτης Δ. Παπατσώρης Ο
Ἠλ. Ποταμιάνος Δ. Κατσάνος Ν
Μιχ. Λαμπρυνίδης Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν
Ι. Βοῦρτσος Ο Ν. Τζανετόπουλος Ν
Ἀθ. Πετσάλης Γ. Ροδόπουλος
Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο Θ. Λιμπρίτης
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ι. Κουντουριώτης Ν
Γ. Καπετανάκης Ν Ν. Τσαμαδός Ο
Φώτ. Μοσχούλας Παντελῆς Γκίκας Ν
Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης
Χαρ. Κανελλόπουλος Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Ἀθ. Τυπ. Μπασιᾶς Ι. Τσιριμῶκος Ο
Π. Τυπάλδος Ο Δ. Κρίτσας Ν
Θ. Βελλιανίτης Ν Α. Πλατῆς
Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο Ν. Χατζῖσκος
Ἀθ. Παπαθανασίου Ο Ν. Καλογερόπουλος Ο
Πέτρος Μόρης Ο Β. Βουδούρης Ο
Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν Γ. Γαζέπης Ο
Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν Γ. Ἀβέρωφ
Ἀσημ. Θ. Ζαΐμης Ν Μιλτ. Κανόμης
Ἀντ. Ρικάκης Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 154. Ἐκ τούτων 42 ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 111 κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη. Τρίτη τροπολογία, περὶ διαιρέσεως τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας. Τουτέστι ζητεῖται ἡ προσθήκη ἑνὸς νομοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§131Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15; (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν 15). Δὲν εἶσθε. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία, νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν ἀπὸ 27 εἰς 26. Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι τοῦ κ. Μπακοπούλου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Τὸ Κράτος διαιρεῖται διοικητικῶς εἰς εἴκοσι καὶ ἓξ νομούς.»

§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην διεξαχθεῖσα συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ἔπεισε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν καὶ νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν τοῦ ἄρθρου 1 ἀπὸ 27 εἰς 26.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν εἰς 26 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§135ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§137ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.

§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.

§139ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι ἀκόμη. Δὲν ἀπεφάνθη.

§140ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσεν, ἐτελείωσεν.

§141ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσητε. Δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή. Δὲν διευθύνετε ὅλοι. Εἷς διευθύνει, ὁ κ. Πρόεδρος.

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§143ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀντελήφθημεν τί ἔγεινεν.

§144ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως. Δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, οὔτε ἐνόησεν ἀκόμη περὶ τίνος πρόκειται.

§145ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ τότε νὰ ὁμιλήσητε.

§146ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως. Πρῶτον δὲν ἀντελήφθην καλῶς περί τινος πρόκειται. Ἀνεγνώσθη τροπολογία περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν. Καθ’ ἃ ἠδυνήθην νὰ ἐνοήσω, ἡ τροπολογία αὕτη σκοπὸν ἔχει νὰ μὴ γείνῃ διοίκησις ἡ Γορτυνία.

§147Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§148ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως. Διὰ τοῦτο ἐγὼ προτείνω νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§149ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐὰν ἦσθε 15...

§150ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἴμεθα περισσότεροι. (Ἐγείρονται πλείονες τῶν 15).

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§152Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐρωτήσω τὸ Προεδρεῖον ἐπὶ τῆς ἑξῆς ἀπορίας μου. Εἶδον τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ἐγερθέντα ἐκ τῆς ἕδρας του καὶ εἰπόντα κἄτι τι εἴτε πρὸς τὸ Προεδρεῖον, εἴτε πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐνταῦθα, εἰς τὸ ὄρος, καθήμενοι δὲν ἠκούσαμεν τί ἐλέχθη. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐξηγηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σαφέστερον. Ἠκούομεν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅτι οἱ διοικούμενοι πρέπει νὰ ἦναι πλησίον τῶν διοικούντων· καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πρώτιστον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξαν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου...

§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι παρεκβαίνομεν τοῦ Κανονισμοῦ.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Λεβίδην). Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας;

§155ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.

§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται;

§157ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ ἐξηγηθῶ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ δύο ψηφοφοριῶν, μεταξὺ τῆς δι’ ἀναστάσεως καὶ τῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως...

§158Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑποβάλει ἐγώ.

§159ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἡμεῖς πῶς θέλετε νὰ ψηφίσωμεν, ἀφοῦ δὲν ἀντελήφθημεν περὶ τίνος πρόκειται;

§160ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ 27 οἱ νομοὶ νὰ γείνωσιν 26. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ νομοὶ πρέπει νὰ ἦναι 26.

§161Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι εἶπον, πρὸς διαφώτισιν. Εἶπον ὅτι ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ ἔπεισε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, ἡ παρ’ αὐτοῦ ὑποστηριχθεῖσα.

§162ΛΕΒΙΔΗΣ. Δηλαδή;

§163ΜΑΝΕΤΑΣ. Περὶ τῆς μὴ διαιρέσεως τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας.

§164ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι Ἀρκαδίας μένουσιν ὑπὸ ἕνα νομόν;

§165ΜΑΝΕΤΑΣ. Βεβαίως, ὅπως εἶναι.

§166Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, λοιπὸν ψηφοφορίαν.

§167ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δηλοῖ, ὅτι τὰ λεχθέντα ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ἀδιαιρέτου τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, ἰδοὺ ὅτι συζητεῖ περὶ τῆς ὑποθέσεως.

§168Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι. Ἐζητήσατε μίαν ἐξήγησιν, καὶ ἔδωκα ταύτην.

§169ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν καὶ ἐγὼ δικαιολογῶ τὴν ψῆφόν μου.

§170ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Μεταξὺ δύο ψηφοφοριῶν δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις.

§171ΛΕΒΙΔΗΣ. Τώρα θὰ γείνῃ ψηφοφορία. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔγεινε ψηφοφορία.

§172ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο δι’ ἀναστάσεως, καὶ μεταξὺ δύο ψηφοφοριῶν δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις.

§173ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ὅτι πείθομαι δι’ ἕνα ἀκόμη λόγον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶχε λόγον ὑπάρξεως, διότι διὰ τῆς προβαλλομένης προτάσεως ἀπομακρύνονται οἱ διοικούμενοι ἀπὸ τὴν διοίκησιν.

§174ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ψηφίσω κατὰ τῆς τροπολογίας, θὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε.

§176ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον τὸν συνάδελφόν μου, τὸν κ. Διγενόπουλον, ὁ ὁποῖος ἐπρόλαβε προηγουμένως νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἀνυπάρκτους προσφορὰς ἐκ μέρους αὐτῆς, ἵνα μάθῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐχθρεύεται ἰδίως τὴν Γορτυνίαν (διαμαρτυρίαι), καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλει τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ· ἐνῷ, ἐὰν ὑπάρχῃ νομός, διὰ τὸν ὁποῖον δικαιολογεῖται ἡ διαίρεσις, πρῶτος εἶναι ὁ νομός Ἀρκαδίας, διότι ὁ νομὸς Ἀρκαδίας καὶ κατὰ τὸν πληθυσμὸν ὑπερτερεῖ πολλοὺς ἄλλους νομούς, οἵτινες διαιροῦνται...

§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας.

§178ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι· θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Εἶναι ἀδίκημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται, ἐν τοιαύτῃ μάλιστα ὥρᾳ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε δηλώσει προηγουμένως, ὅτι δὲν σκοπεῖ νὰ δεχθῇ καμμίαν μεταβολήν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ ἦναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν καὶ νὰ τηρήσῃ τὸν λόγον του (θόρυβος).

§179Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὴν Γορτυνίαν, δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κ. Ἀλεξάκη.

§180ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ.

§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπακοπούλου, ὅπως περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν ἀπὸ 27 εἰς 26, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. Ὁ περιορισμὸς ἀφορᾷ εἰς τὴν Ἀρκαδίαν· δὲν διαιρεῖται δηλ. ὁ νομὸς Ἀρκαδίας. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ι. Μπακοπούλου καὶ Π. Ἀλεξάκη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Γ. Λύρας Ν
Γ. Κυριαζῆς Ν Ἐμμ. Ρέπουλης
Α. Παναγιωτόπουλος Δημ. Τσάτσος Ν
Λ. Μελετόπουλος Δ. Τσιτσάρας Ο
Κ. Μωραϊτίνης Ν Κωνστ. Ζῶτος Ν
Εὐστ. Ρακόπουλος Ν Γ. Χατζόπουλος Ο
Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Διον. Στεφάνου
Εὐκλείδης Μπίστης Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΝ
Δημοσθ. Καΐρης Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας
Ἀνδρ. Καρατζᾶς Γ. Ρώμας Ν
Κ. Πλατούτσας Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
Μιχ. Κωτσάκος Χρ. Στεφανόπουλος Ν
Κων. Γ. Καραπάνος Χαρ. Σπηλιώτης Ο
Κων. Κοττίκας Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
Ἰωάν. Καραπάνος Γ. Παπαγιαννόπουλος Ν
Εὐάγγελος ΓαρουφαλιᾶςΝ Πέτρος Αὐγερινὸς
Στέφ. Δραγούμης ἀρνΧρ. Δαραλέξης
Ν. Λεβίδης ἀρνἌγγελος Πετραλιᾶς
Θ. Ρετσίνας Ν. Δαούτης Ν
Φωκίων Νέγρης Ν Π. Παπαχατζῆς Ν
Νικ. Γιαννηκώστας Ν Σπ. Ἰω. Μήλιος
Ἐπ. Μ. Κανάρης Ν Β. Μαρκεζίνης
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Νικήτας Συνοδινὸς Ο
Θεόδ. Φλογαΐτης Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ο
Δ. Γ. Ράλλης Τηλέμ. Δενδρινὸς Ν
Γεώργιος Βενιζέλος Ν Π. Μαυροκέφαλος
Νικ. Γουναράκης Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης
Κ. Σταυρόπουλος Θεόδ. Ζαΐμης
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Π. Θ. Ζαΐμης Ν
Δημ. Καραγιάννης Ὀδ. Λαμπρόπουλος
Ἀνδρ. Στράτος Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
Ἀντ. Καρτάλης Ν Ἡρ. Καλαμπάκας
Κ. Τοπάλης Γεώρ. Παπαθανασίου
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Π. Περρωτὴς Ν
Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ν
Ν. Παπαϊωάννου Γ. Οἰκονομόπουλος Ν
Δημ. Γίδας Ν Δ. Τερτίπης
Νικ. Τσόγκας Ν Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ν
Νικ. Γουλιμῆς Ο Κ. Ζωγλοπίτης
Ἐπ. Μαυρομμάτης Γ. Φραγκίδης Ν
Περ. Ἀλεξάκης Ο Ι. Καζαμπάκας
Ν. Σπυρακόπουλος Ο Σ. Παπαποστόλου Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Ξεν. Τσαμαγκίδης Ν
Θ. Β. Δηλιγιάννης Κ. Σαραφιανὸς ἀρν
Χαρίλ. Διγενόπουλος Ο Γ. Χατζηνικολῆς Ν
Ἀρ. Πετροπουλάκης Ο Π. Λεβέντης
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Κ. Δούνης Ο
Μιχ. Φωτιάδης Ν Γ. Μέρμηγκας Ο
Γ. Λιδωρίκης Ν Γ. Κόρπας
Γ. Ἀνδρῖτσος Ν Τρ. Πατρίκιος Ν
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν Γ. Θεοτόκης Ν
Μιχ. Στελλάκης Ο Μιχ. Θεοτόκης Ν
Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν Γουλ. Σκάρπας
Ἀλκ. Ζερβὸς Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
Σπ. Χυτήρης Ν Ἀθ. Πετσάλης
Σπ. Ἀγάθος Ν Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
Β. Σαμοίλης Ν Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
Ν. Καλογοῦρος Ν Γ. Καπετανάκης Ν
Κ. Χριστόπουλος Ν Φώτ. Μοσχούλας
Π. Πετρίδης Ο Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
Σωτ. Κροκιδᾶς Χαρ. Κανελλόπουλος
Σπ. Νοταρᾶς Ἀθ. Τυπ. Μπασιᾶς
Περ. Μεντζελόπουλος Ν Π. Τυπάλδος Ν
Δ. Δημητριάδης Ν Θ. Βελλιανίτης Ο
Ἄθως Ῥωμάνος Ν Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
Ἀντ. Μουμφερράτος Ν Πέτρος Μόρης Ν
Θ. Μαρκέτος Ν Ἰω. Γ. Ῥοῦφος Ν
Σπ. Ε. Στάης Ν Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
Διον. Καλούτσης Ἀσημ. Θ. Ζαΐμης
Π. Χοντζόπουλος Ν Ἀντ. Ῥικάκης
Ν. Τσοῦγλος Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς
Χ. Κ. Βοζίκης Ἀχ. Γεροκωστόπουλος
Θ. Πέρρος Ο Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
Στέφ. Κοπανάτσας Ν Ν. Μισυρλῆς Ν
Γ. Φικιώρης Ν. Καράπαυλος Ν
Μελέτ. Ῥουσόπουλος Γ. Ῥάλλης
Βρασίδας Λεώπουλος Ν Σπ. Γκεντιλίνης Ν
Γ. Μαυρομιχάλης Γ. Ζερβὸς Ν
Ι. Γιαννακίτσας Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
Ν. Καραστέργιος Ν Ν. Λεωνίδας Ν
Δ. Πιπινόπουλος Ο Διομ. Κυριακός
Ι. Γ. Λάππας Ο Α. Μαυρογορδάτος
Ν. Μπουφίδης Ν Α. Λαδόπουλος
Περ. Βαλαωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης Ν
Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς Ν Α. Βιτάλης
Γεράσιμος Φίλιππας Ν Δ. Βοκοτόπουλος Ν
Ξ. Κυριαζῆς Ν Ι. Γκιὼν Ν
Β. Βασιλειάδης Κάρολος Βιτάλης
Ἀθαν. Εὐταξίας Ν Κ. Χατζηπέτρος
Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Γ. Κανούτας
Παν. Μανέτας Ν Ν. Ταρμπάζης Ν
Ι. Μπακόπουλος Ν Θ. Κριεμάδης
Ἡλ. Ζέγγελης Ν Γ. Ῥαδινὸς Ν
Φίλ. Βάρβογλης Ν Ἀπόστολος Ζάππας Ν
Ἀθαν. Κατριβάνος Ν Θ. Σαρσέντης
Ἡλ. Κοσσονάκος Ν Ἀλέξ. Πονηρόπουλος Ν
Γ. Ἀναστασόπουλος Ο Δ. Ἀναστασόπουλος Ν
Γ. Νικολαΐδης Δ. Παπατσώρης Ν
Κ. Τρικούπης Ν Δ. Κατσάνος
Λεων. Δεληγεώργης Ν Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος
Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν. Τζανετόπουλος Ν
Δ. Λυμπερόπουλος Ν Γ. Ῥοδόπουλος Ν
Γ. Λυμπερόπουλος Θ. Λιμπρίτης
Περ. Μποῦτος Ο Ι. Κουντουριώτης Ν
Ἀρ. Προβελέγγιος Ν Ν. Τσαμαδὸς Ν
Α. Μάτσας Ν Παντελῆς Γκίκας Ο
Νικ. Κρίσπης Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης
Ι. Ναυπλιώτης Ν Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Μιλτ. Βαρότσης Ο Ι. Τσιριμῶκος Ν
Γ. Σισμάνης Ν Δ. Κρίτσας Ο
Δ. Φαρμάκης Ν Α. Πλατῆς
Γ. Πλατανιώτης Ν. Χατζῖσκος
Ἡλ. Ποταμιάνος Ν Ν. Καλογερόπουλος Ν
Μιχ. Λαμπρυνίδης Β. Βουδούρης Ν
Γ. Γαζέπης Ν Μιλτ. Κανάρης
Γ. Ἀβέρωφ Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν

§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 148, ἐξ ὧν 118 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 27 κατ’ αὐτῆς καὶ 3 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ τροπολογία ἐγένετο ἀποδεκτή, καὶ ὁ νομὸς Ἀρκαδίας δὲν διαιρεῖται. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία, ὑποβληθεῖσα ταύτην τὴν στιγμὴν ὑπὸ τοῦ κ. Καπετανάκη, περὶ διαιρέσεως τοῦ νομοῦ Λακωνίας.

§183Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἡ Μάνη δὲν ἡττήθη ποτὲ ὑπὸ τῶν Τούρκων. Μὴ θέλων λοιπὸν νὰ ἐξέλθῃ ἡττημένη ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ Μανιάτική μου ὑπερηφάνεια.

§184ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, ὅπως οἱ νομοὶ ἀπὸ 26 περιορισθῶσιν εἰς 25. Ἀφορᾷ δὲ ἡ τροπολογία αὕτη τὸν νομὸν Λακωνίας. Ὁ νομὸς οὗτος παρουσιάζει πλειοτέρους ὅρους καὶ συνθήκας, διὰ νὰ μείνῃ ἀδιαίρετος, παρ’ ὅσους παρουσιάζει ὁ νομὸς Ἀρκαδίας. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ αἰτιολογοῦσα τὴν διαίρεσιν τῶν νομῶν διὰ τῆς πρὸ ὀλίγου ἐνεργηθείσης ψηφοφορίας περὶ τοῦ ἀδιαιρέτου τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, ψηφοφορίας ἥτις κατέληξεν οὕτω τῇ προτάσει αὐτοῦ, κατεξεσχίσθη, ῥιφθεῖσα εἰς ῥάκη πρὸς τὴν Βουλήν. Οὐδεὶς πλέον ὑπάρχει λόγος νὰ διαιρεθῶσιν οἱ νομοί, ἀφοῦ ὁ μεγαλείτερος νομὸς τοῦ Κράτους, ὁ τῆς Ἀρκαδίας, ὅστις καὶ ὀρεινὸς εἶναι καὶ δύσβατος, μένει ἀδιαίρετος, δι’ ὃν δὲν ὑπάρχει, φαίνεται, ὁ λόγος, ἵνα ἡ Διοίκησις ἦναι πλησίον τῶν διοικουμένων καὶ ἡ Δικαιοσύνη πλησίον τῶν δικαζομένων. Διὰ ποῖον λόγον ἡ Λακωνία, ἐν τῇ ὁποίᾳ αἱ συνθῆκαι καὶ οἱ ὅροι εἶναι εὐνοϊκοὶ ἕνεκεν τοῦ εὐχεροῦς τῆς συγκοινωνίας, διατὶ νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο νομούς; Νομίζω ὅτι πλειότεροι λόγοι συνηγοροῦσιν, ἵνα μείνῃ ὁ νομὸς Λακωνίας ἀδιαίρετος καὶ ὡς εἶναι μέχρι σήμερον, οὐδεὶς δὲ λόγος, ὅπως μὴ ἀποδεχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοῦτο, ἀφοῦ ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας τοῦ ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Μπακοπούλου ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀναφερόμενοι λόγοι δὲν εἶναι οἱ ὑπαγορεύοντες τὴν ὑποβολὴν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἐπ’ αὐτῆς ἡ Βουλὴ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν ὁ νομὸς Λακωνίας δικαίως πρέπει νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο, ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφέρεται, ἢ νὰ μείνῃ ἀδιαίρετος καὶ ὡς ἔχει σήμερον.

§185Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Λεωπούλου εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διαφωνήσω. Εἶμαι κατ’ ἀρχήν, ὡς προχθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχῃ τι, πρὸς τὸ ὁποῖον συμπαθέστατα ἀποβλέπω, εἶναι ὁ σχηματισμὸς καὶ διοικήσεως, καὶ πρὸ πάντων Πρωτοδικείου ἐν Γυθείῳ, ὅπου ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀπὸ δεκαετιῶν ὁλοκλήρων, ἔχει ἤδη ἐνδειχθῆ ἡ ἵδρυσίς του, καὶ ὅπου εἶναι ἀναγκαιοτέρα ἢ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐπαρχίαν, νομὸν νῦν, ἢ πόλιν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ συναδέλφου καὶ φίλου μου. Ἐπίσης κηρύσσομαι καὶ ὑπὲρ διοικήσεως καὶ Πρωτοδικείου ἐν Κορίνθῳ...

§186ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴν διὰ τὴν ἀναγνώρισιν ὑπ’ αὐτοῦ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Γυθείου, διότι τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξήγαγε προχθὲς ἐνταῦθα καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, τὸν διεξήγαγε μόνον, ἵνα πολεμήσῃ τὸ Γύθειον, διότι μόνον κατὰ τοῦ Γυθείου ἔστρεψε τὰ βέλη του, ὑποβαλὼν πρότασιν, ὅπως ἡ Ἐπίδαυρος μετὰ τῶν Κυθήρων ἀποτελέσωσιν ἰδίαν διοίκησιν, δὲν εἶχεν ὅμως τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του ταύτην, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ μὴ διαιρεθῇ εἰς δύο ὁ νομὸς Λακωνίας. Οὐδεὶς, Κύριοι, ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ Μάνη πλειότερον παντὸς ἄλλου μέρους δικαιοῦται ν’ ἀποτελέσῃ ἰδίαν διοίκησιν ἕνεκα τῶν πολλαπλῶν αὐτῆς δικαιωμάτων καὶ τῶν συνθηκῶν καὶ ἐθίμων, ὑπὸ τὰ ὁποῖα διατελεῖ, καὶ τὰ ὁποῖα πολὺ ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος ἔρχεται ἐνταῦθα, ἐκ ταπεινῶν καὶ ἐξ ἰδιοτελῶν λόγων ὠθούμενος, νὰ ὑποστηρίξῃ, ἵνα ὁ νομὸς Λακωνίας μείνῃ ἀδιαίρετος, παρορῶν τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα ἡμῶν.

§187ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ταπεινὸς λόγος μὲ παρώρμησεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεώς μου ταύτης. Λυποῦμαι πολὺ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐνόησεν οὔτε τὴν φράσιν οὔτε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξεστόμισε, καὶ τοὺς ὁποίους ἐπαναφέρω εἰς αὐτὸν, νομίζω δὲ, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ φθάσῃ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, νὰ ψέξῃ τόσον σκαιῶς ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον γνωρίζει καὶ ὡς ἐκ τῶν σχέσεών του μὲ τὴν Λακεδαίμονα καὶ ἐξ ἄλλων περιστάσεων.

§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄτοπον!

§189ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παντάπασι δὲν ὕβρισα· εἶπον ὅ,τι τῷ ἥρμοζε, καὶ μάλιστα εἶπον ὀλιγώτερα τῶν ὅσων ἔπρεπε, σεβόμενος ἐμαυτόν.

§190Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν κατ’ ἐμοῦ γενομένην παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γυθείου ὅλως ἄδικον καὶ ἀναίτιον ἐπίθεσιν, διότι ὑποστήριξα, καὶ μετὰ χαρᾶς, τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένην διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Λακωνίας, ἐξ ἧς ἐπέρχεται καὶ ἡ ἵδρυσις, ἡ ἀναγκαιοτάτη, ὡς εἶπον, Πρωτοδικείου ἐν Γυθείῳ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀπαντήσω.

§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Λεωπούλου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§192ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, κατὰ τύπους νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἡ πρότασίς μου διὰ τὸν νομὸν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅπως μὴ διαιρεθῇ. Νομίζω δὲ, ὅτι συρρέουσιν ὅλαι αἱ περιστάσεις, καὶ λόγῳ ἀποστάσεως καὶ λόγῳ πληθυσμοῦ καὶ λόγῳ πολλῶν ἄλλων ὅρων, διὰ νὰ γείνῃ ἀποδεκτή.

§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐκ Ναυπλίας κ. Βουλευτοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ ἐκ Θηβῶν βουλευτὴς κ. Δαούτης ὑπέβαλε τροπολογίαν, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ μὴ διαιρεθῇ ὁ νομὸς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.

§194Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον, ὅσον ἀφορᾷ τὸν νομὸν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, δηλ. νὰ μὴ διαιρεθῇ οὗτος· διότι, ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη γείνῃ ἀποδεκτὴ, ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν μετὰ τῶν συναδέλφων μου ὑπέβαλον, ἵνα ἡ ἐπαρχία τῶν Θηβῶν προστεθῇ εἰς τὸν νομὸν Ἀττικῆς, φυσικὰ ἀποσύρεται.

§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην τοῦ ἐκ Θηβῶν κ. Βουλευτοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, ἤτοι νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν ἀπὸ 27 εἰς 26, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Δαούτης ἔχει τὸν λόγον.

§196Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§197Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἤθελεν εἶναι ἴσως ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν προέβαλεν ἐντεῦθεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἂν ἄλλοι λόγοι δὲν μὲ ὑπεχρέουν νὰ προβῶ εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω καὶ ν’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλὴν, διότι ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν στιγμὴν ταύτην ἡμᾶς ζητήματος πολλὰ ἐγράφησαν ἐν τῷ τύπῳ, καὶ πολλὰ διεδραματίσθησαν ἐν Θήβαις. Πρέπει δὲ νὰ καταστήσω γνωστὸν, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου μὲ ἀκούουσιν ὄχι μόνον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐν σχέσει πρὸς τὴν φαινομένην ἔριδα τῶν δύο πόλεων, δὲν ἐλέχθησαν οὐδ’ ἐγράφησαν ἀπὸ πεποιθήσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶπον ταῦτα, ἀλλὰ ἐδημιουργήθησαν ἐξ ἀφορμῶν κομματικῆς διαμάχης μεταξὺ τῶν ἐν Θήβαις διαγωνιζομένων πολιτικῶν κομμάτων ἐντὸς τῆς πόλεως τῶν Θηβῶν, ἕνεκα λόγων, τοὺς ὁποίους οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι τῶν Θηβῶν γνωρίζουσι κάλλιον ἐμοῦ. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅ,τι ἠμφισβητήθη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον, τουτέστιν ὅτι πρωτεύουσα τῆς Βοιωτίας ἔδει νὰ ἦναι ἡ Λεβαδεία. Θὰ σᾶς καταδείξω δὲ δι’ ἐπισήμων κειμένων, ὅτι, ἀφ’ ἧς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον συνέστη, αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος, ὁσάκις ἀπεφάσισαν νὰ καταστήσωσι τὴν Βοιωτίαν ὅλην μίαν διοικητικὴν περιφέρειαν, ἢ καὶ ὁσάκις διενοήθησαν νὰ προβῶσιν εἰς τοῦτο, πάντοτε ὡς πρωτεύουσαν τῆς Βοιωτίας ἔθετον τὴν Λεβαδείαν. Ὅ,τι δὲ ἐγένετο ὑφ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, καὶ ὅταν αὗται συνίσταντο ἐκ Βαυαρῶν, καὶ ὅταν συνεστάθησαν ἐξ Ἑλλήνων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γείνῃ ἐπὶ τῆς παρούσης. Καὶ ἔδει ἐπὶ πολὺ νὰ ἐργασθῇ ἡ κακοβουλία, ἵνα δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁρμωμένη ἐκ λόγων προσωπικῶν. Ἰδοὺ διατὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω· ἐξαιτοῦμαι δὲ τὴν εὐμενῆ προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἐννοῶ, ὅτι ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἐκλήθην νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο, δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος, ὅπως ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ εἶναι ἤδη ἡ τρίτη σχεδὸν μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὥρα. Ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μοὶ χαρίσωσιν ὀλίγας στιγμὰς, ἵνα καταδειχθῇ ὅτι ἡ Λεβαδεία ἀξιοῖ τὴν πρώτην ἐν τῇ Βοιωτίᾳ θέσιν ἐν δικαιώματι· καθόσον τοιαύτην ἐκτήσατο οὐχὶ ἤδη τὸ πρῶτον, οὐχὶ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ πολὺ πρὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἦμαι σύντομος· θὰ ἐπικαλεσθῶ κείμενα, θὰ ἐπικαλεσθῶ ἀριθμοὺς, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει καταδειχθῆ πασιφανῶς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, οἱανδήποτε καὶ ἂν εἶχον ἐγὼ ἀπέναντι αὐτῆς θέσιν, ἂν ἐσκόπει νὰ καταστήσῃ τὴν Βοιωτίαν μίαν διοίκησιν, νὰ ἀποβλέψῃ εἰς ἄλλην πόλιν ἢ εἰς τὴν Λεβαδείαν, ὡς πρωτεύουσαν. Κατὰ τὸ 1836, διὰ διατάγματος τῆς 20 Ἰουνίου, ἐγένετο ἡ πρώτη τοῦ Κράτους διαίρεσις κατ’ ἐπαρχίας. Κατὰ τὸ διάταγμα τοῦτο ἡ Βοιωτία, ἀποτελέσασα μίαν ἐπαρχίαν, ἔσχε πρωτεύουσαν τὴν Λεβαδείαν. Αἱ Θῆβαι κατὰ τὸ διάταγμα τοῦτο ἀπετέλεσαν ἰδίαν ἐπαρχίαν, ἥτις ὅμως δὲν ἔφερε τὸ ὄνομα τῆς Βοιωτίας, ἀλλ’ ἐπωνομάσθη ἐπαρχία Θηβαΐδος. Ἀλλ’ ὅτε κατὰ τὸ 1838 ἀπεφασίσθη ἡ ἕνωσις τινῶν ἐπαρχιῶν εἰς μίαν διοίκησιν, ἡ ἐπαρχία Βοιωτίας ἠνώθη μετὰ τῆς ἐπαρχίας Θηβαΐδος, ὑπὸ πρωτεύουσαν τὴν Λεβαδείαν. Ἀκούσατε ἤδη, κύριοι Βουλευταὶ, τὸν νόμον περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους τῆς 22 Ἰουλίου 1838· ἀκούσατε κατὰ τίνα τρόπον κανονίζει τὰς διοικήσεις. Ἀναγινώσκω αὐτὸν εἰς ἐπήκοον πάντων, ἵνα ἀκούσωσι καὶ οἱ ἀνακριβείας ὑποστηρίξαντες, ἀλλὰ καὶ οἱ τὰ ψεύδη ἐν τοῖς ὑπομνήμασι γράψαντες, ὅτι εὐλόγως ἔλεγον αὐτοῖς ὅτι φοβοῦνται τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν, διότι ἐν αὐτῇ ἤθελεν ἀναλάμψει ἡ ἀλήθεια (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 19. Διοίκησις Βοιωτίας, περιλαμβάνουσα τὰς ἐπαρχίας Βοιωτίας καὶ Θηβαΐδος, πρωτεύουσα ἡ Λεβαδεία». Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον ἡνώθη ἡ Βοιωτία εἰς μίαν διοίκησιν, πρωτεύουσα αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ Λεβαδεία, τὸ δὲ διὰ τοῦ νόμου τούτου δημιουργηθὲν καθεστὼς διετηρήθη μέχρι τοῦ 1845, ὅτε ἐφηρμόσθη τὸ νῦν ἰσχῦον νομαρχιακὸν σύστημα. Ἐνῷ δὲ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα πρωτεύουσα τῆς Βοιωτίας ὑπῆρξεν ἡ Λεβαδεία, ἐγράφη ὑπὸ τῶν γειτόνων ἡμῶν ἐν τῷ ὑπομνήματι αὐτῶν, καὶ ὑπεστηρίχθη δυστυχῶς ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι οὐδέποτε ἡ Λεβαδεία ὑπῆρξε πρωτεύουσα τῆς Βοιωτίας, ἀλλ’ ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξαν πάντοτε αἱ Θῆβαι, ἐνῷ αἱ Θῆβαι, καὶ ὅτε ἀπετέλουν, πρὸ τοῦ 1838, ἰδίαν ἐπαρχίαν, δὲν ἔφερον οὐδὲ τὸ ὄνομα τῆς Βοιωτίας. Καὶ ταῦτα μὲν μόνα ἤρκουν, νομίζω, νὰ καταδείξωσιν, ὅτι μόνοι ἡμεῖς ἐδικαιούμεθα νὰ προβάλωμεν κεκτημένα δικαιώματα, ἀφοῦ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, δυνάμει κειμένων νόμων, μόνον ἡ Λεβαδεία ὑπῆρξε πρωτεύουσα τῆς Βοιωτίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχον τὴν τόλμην μετὰ παραδόξου ἐπιμονῆς νὰ ἀγωνίζωνται, ὅπως διαστρέψωσι τὰ πράγματα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἄλλας ἀποδείξεις, ἵνα οὐδεμία μείνῃ ἀμφιβολία καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀγαπητοὺς γείτονας, ὅτι Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ, σεβομένη ἑαυτὴν, ἦτο ἀδύνατον νὰ προβῇ εἰς καταπάτησιν δικαίων τοσούτῳ προφανῶν καὶ νὰ ὁρίσῃ πρωτεύουσαν ἄλλην τῆς Βοιωτίας πόλιν ἢ τὴν Λεβαδείαν. Κατέδειξα προηγουμένως, ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι καθιέρωσαν τὰ δικαιώματα τῆς Λεβαδείας. Ἀλλ’ ἆρά γε, καὶ μετὰ τὸ 1845, ὁσάκις ἐγένετο σκέψις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ καθεστῶτος, ἐπῆλθεν ἀλλοία σκέψις εἰς τὰς μελετησάσας μεταρρύθμισιν Κυβερνήσεις; Οὐχί! Μετὰ τὸ 1845 ἡ πρώτη ἀπόπειρα πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ καθεστῶτος ἐγένετο κατὰ τὸ 1865, ἐπὶ πρωθυπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου. Τότε ἐγένετο καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους· καὶ τότε, κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἡ Βοιωτία ὁλόκληρος ἀπετέλει μίαν διοίκησιν, ἧς πρωτεύουσα ὡρίζετο καὶ πάλιν ἡ Λεβαδεία. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχον ἐγὼ, ὑπῆρχον ὅμως τ’ ἀναμφισβήτητα δικαιώματα τῆς Λεβαδείας, ἡ ἀναμφισβήτητος ὑπεροχὴ αὐτῆς, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν, Κυβέρνησις νομιμόφρονος ἀνδρὸς νὰ παρίδῃ τὰ τοιαῦτα δικαιώματα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ὑπεβλήθη καὶ νομοσχέδιον δικαστικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ὅπερ ἀνευρίσκω ἐντὸς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τοῦ 1865· καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἕδρα τοῦ δικαστηρίου ὡρίζετο ἡ Λεβαδεία. Ἀκούσατε, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 15. Πρωτοδικεῖον Βοιωτίας, περιλαμβάνον τὰς ἐπαρχίας Θηβῶν καὶ Λεβαδείας, ἕδραν ἔχον τὴν Λεβαδείαν». Ὅτε δὲ συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ποίαν, νομίζετε, ἐπαρχίαν ἐπεκαλέσθη, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου; τὴν Λεβαδείαν. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ τότε Ὑπουργὸς, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης ἠναντιοῦτο εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ζητῶν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἄσχετον τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο. Τὸ διοικητικὸν σύστημα ἅπαξ ἦτο καὶ πάλιν ἐπανῆλθε, καὶ πάλιν ὁ τόπος ἠμπορεῖ νὰ τὸ ζητήσῃ. Τὸ δικαστικὸν τὸ ἐζήτησε πάντοτε ὁ τόπος, διότι μόνον τὰ ἔξοδα τῶν μαρτύρων διὰ τὴν μετάβασιν θὰ ἦναι περισσότερα ἀπὸ 200,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, καὶ ἐκτὸς τούτου σᾶς δίδω ἓν παράδειγμα: Ἀπὸ τὴν Λεβαδείαν ἔρχεται ἕνας μάρτυς· ἐγὼ διατάσσω καὶ τοῦ δίδουν 13 δραχμὰς, αὐτὸς θὰ πάρῃ ἕνα ζῷον μὲ 30 δραχμὰς, θὰ φάγῃ αὐτὸς καὶ τὸ ζῷόν του 20, καὶ θὰ χασομερήσῃ 10 ἡμέρας· ὥστε θὰ πληρώσῃ καὶ αὐτὸς ἄλλας 40 δραχμάς. Ἐξ αὐτοῦ βλέπετε, ὅτι ὄχι μόνον τὸ Δημόσιον ὠφελεῖται, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ λαός. Αὐτὸ εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης.» Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας κατεῖδε τὴν ἀνάγκην τῆς διαιρέσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ἀλλὰ συγχρόνως ἀνεγνώρισεν, ὅτι μόνον ἐν Λεβαδείᾳ ὤφειλε νὰ συστήσῃ τὸ Πρωτοδικεῖον. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἡ Λεβαδεία ἤδη ἀπὸ τοῦ 1838 εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ὡς πρωτεύουσα τῆς ὅλης Βοιωτίας, εἶχε δὲ διατηρηθῆ ὡς τοιαύτη ἐπὶ ἑπτὰ ὅλα ἔτη, ἐνῷ αἱ Θῆβαι οὐδὲ ὑποδιοίκησις ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ, καίτοι ἄλλαι πόλεις, ὡς τὰ Μέγαρα, ἡ Ἀταλάντη καὶ ἄλλαι, ἐγένοντο ὑποδιοικήσεις. Πῶς ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ παροραθῶσι κεκτημένα δικαιώματα; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, καὶ πρὸ τοῦ 1865, κατὰ τὸ ἔτος 1841, ὅτε ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς ἕδρας τῶν Μοιραρχιῶν διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 19 Μαρτίου 1841, ἡ Λεβαδεία ὡρίσθη ὡς ἕδρα τῆς Μοιραρχίας τῶν ἐπαρχιῶν Θηβῶν καὶ Λεβαδείας, περιληφθείσης μάλιστα ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῆς καὶ τῆς διοικήσεως τῆς Φωκίδος. Ἰδοὺ, ἀκούσατε τὸ διάταγμα (ἀναγινώσκει): «Διάταγμα περὶ μεταρρυθμίσεώς τινων ὡς πρὸς τὰ ὅρια τῆς Στερεᾶς Μοιραρχιῶν». Ἐδάφ. βʹ: «Ἡ μέχρι τοῦδε Μοιραρχία Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἑδρεύουσα ἐν Λεβαδείᾳ, θέλει περιλάβει τὰς διοικήσεις Βοιωτίας καὶ Φωκίδος καὶ τὴν ὑποδιοίκησιν Λοκρίδος· ἑπομένως ἡ Μοιραρχία αὕτη θέλει ὀνομάζεσθαι εἰς τὸ ἑξῆς Μοιραρχία Παρνασσίδος.» Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀντιτάξῃ εἰς ἡμᾶς τὰ ἐκ τῆς ἱστορίας δικαιώματα τῶν Θηβῶν. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία δὲν ἀναγνωρίζει τὰς Θήβας ὡς πρωτεύουσαν τῆς Βοιωτίας, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι πρωτεύουσα, ἀφοῦ τοῦτο ἀντέκειτο εἰς τὸν τότε ὀργανισμὸν τῆς ὅλης Ἑλλάδος, καθ’ ὃν αἱ πόλεις ἦσαν αὐτόνομοι καὶ ἀπετέλουν ἴδιον καὶ ἀνεξάρτητον ἑκάστη Κράτος. Αἱ Θῆβαι ὑπῆρξαν ἀναμφισβητήτως μία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων Βοιωτικῶν πόλεων, ἴσως μάλιστα ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, ἀλλὰ πρωτεύουσα οὐδέποτε ὑπῆρξα· τοὐναντίον μάλιστα ἐπί τινα χρόνον ὑπῆρξαν φόρου ὑποτελεῖς εἰς τὸν Ὀρχομενὸν, καὶ ἐν ἄλλῳ χρόνῳ κυρίαρχος, καὶ οὐχὶ πρωτεύουσα πασῶν τῶν Βοιωτικῶν πόλεων. Ἀλλὰ ταῦτα οὐδαμῶς συμβάλλονται εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἐπαμεινώνδου καὶ τῶν προγόνων ἡμῶν. Ἀλλὰ τὴν δόξαν τῆς Ἑλλάδος τὴν συναντῶ καὶ ἀλλαχοῦ. Τὴν βλέπω περιπλανωμένην εἰς τὸν ὑπερήφανον βράχον τῶν Ψαρῶν, ἐκεῖθεν δὲ τὴν βλέπω φερομένην πρὸς τὸ Σοῦλι, τὸ Μεσολόγγι, τὸ Βαλτέτσι, τὴν βλέπω σπεύδουσαν εἰς τὸ Δίστομον καὶ τὴν Ἀράχωβαν καὶ ἐπιστρέφουσαν εἰς τὴν Ἀκρόπολιν τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ἐκεῖθεν, παρακάμπτουσαν τὴν πόλιν τῶν Θηβῶν, τὴν βλέπω γονυπετοῦσαν πρὸ τῆς Πέτρας, ἵνα στεφανώσῃ τοὺς πεσόντας ἐκεῖ ἥρωας, ἐκ τοῦ αἵματος τῶν ὁποίων ἀνεβλάστησε καὶ ἐπαγιώθη ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Αὕτη εἶναι ἡ δόξα, ἥτις ἐσημείωσεν ἐπὶ τοῦ περιφανοῦς διαδήματος τῆς Λεβαδείας τρία περιλαμπῆ ἐμβλήματα, συμβολίζοντα τὰς τρεῖς μυριονέκρους μάχας, καθ’ ἃς ἐδοξάσθησαν τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα, τὰς μάχας τοῦ Διστόμου, τῆς Ἀραχώβης καὶ τῆς Πέτρας! (εὖγε!). Ἀλλά, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι πάντες οἱ λόγοι οὗτοι δὲν εἶναι ἱκανοί, ὅπως ἀναγνωρισθῇ πόλις τις ὡς πρωτεύουσα νομοῦ τινος. Σπουδαιότεροι λόγοι εἰσὶν ἄλλοι· εἶναι ἡ ἀνάπτυξις, εἶναι τὸ κλῖμα, εἶναι τὸ κεντρικὸν τῆς πόλεως...

§198Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Τώρα τὸ ’πέτυχες!

§199ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἴδωμεν ἀμέσως, ἂν ἐπέτυχον... Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ κεντρικὸν τῆς θέσεως, θὰ σᾶς ἀποδείξω ἀμέσως, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ. Μεταξὺ τῶν δύο πόλεων κεῖνται οἱ δῆμοι Πέτρας καὶ Ὀρχομενοῦ τῆς Λεβαδείας, καὶ οἱ δῆμοι Ἀκραιφνίου, Θεσπιῶν, Θίσβης καὶ Πλαταιῶν τῶν Θηβῶν. Ἀφοῦ οἱ δῆμοι οὗτοί εἰσι μεταξὺ τῶν δύο πόλεων, δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν ἀφ’ ἑκάστης πόλεως ἀποστάσεων, διότι αὕτη εἶναι ἄνευ ἀξίας. Ἡ ἀξία λόγου διαφορὰ εἶναι διὰ τοὺς δήμους τοὺς κειμένους ὄπισθεν τῶν δύο πόλεων. Αἱ Θῆβαι ἔχουσιν ὄπισθεν αὐτῶν δύο δήμους, τὸν τῆς Τανάγρας καὶ τὸν τῆς Αὐλίδος. Ἡ ἀπόστασις αὐτῶν ἀπὸ Λεβαδείας εἶναι κατὰ μέσον ὅρον ὧραι δώδεκα ἐπὶ ἐδάφους ἐπιπέδου καὶ ὁμαλοῦ· ἀλλ’ ἡ Λεβαδεία ἔχει ὄπισθέν της τρεῖς δήμους, ἐπὶ ἐδάφους ὀρεινοῦ καὶ ἀνωμάλου, τοὺς δήμους Χαιρωνείας, Διστομίων καὶ Ἀραχώβης, οἵτινες ἀπέχουσι τῶν Θηβῶν, ὁ μὲν τῆς Ἀραχώβης 17 ὥρας, οἱ δὲ ἕτεροι δύο δέκα τρεῖς ὥρας. Ἔχομεν λοιπὸν ἐντεῦθεν δύο μὲν δήμους τῶν Θηβῶν, ἔχοντας κατὰ τὴν στατιστικὴν πληθυσμὸν 7253 κατοίκων, ἀπέχοντας δὲ 12 ὥρας τῆς Λεβαδείας, ἐνῷ ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου τρεῖς δήμους τῆς Λεβαδείας, μὲ πληθυσμὸν κατὰ τὴν στατιστικὴν 10,213 κατοίκων, ἀπέχοντας πλέον τῶν 14 ὡρῶν. Νομίζω ὅτι τὸ κέντρον εἶναι καταφανές. Ἀλλ’ ὡς ἐπέτυχον εἰς τὴν ἀπόδειξιν τούτου, εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλω ἐπιτύχει εἰς τὴν ἀπόδειξιν καὶ τῶν λοιπῶν ἰσχυρισμῶν μου, καὶ θέλω ἀφοπλίσει τελείως τοὺς ἀντιπάλους μου, διότι τὸ κεντρικὸν τῆς θέσεως καὶ ἡ κατὰ τὰ λοιπὰ ὑπεροχὴ τῆς Λεβαδείας κατέστησαν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ ΙΕʹ αἰῶνος πρωτεύουσαν οὐ μόνον τῆς Βοιωτίας, ἀλλὰ καὶ πάσης τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος, εἰς ἣν κατὰ τὸν Pouqueville ἔδωκε καὶ τὸ ὄνομά της. Ἀκούσατε δὲ τί περὶ τούτου λέγει ὁ ἐπιφανὴς Γάλλος εἰς τὸ σύγγραμμα αὑτοῦ «Περιηγήσεις ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα». Ὁ συγγραφεὺς ἐπεσκέφθη τὴν Λεβαδείαν κατὰ τὸ 1814· ἰδοὺ δὲ τί λέγει περὶ αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Λιβαδιά, ἥτις ἀντικατέστησε τὴν Λεβάδειαν, εἶναι ἡ νῦν πρωτεύουσα τῆς ἀρχαίας Βοιωτίας, τῆς ὁποίας ἡ ἔκτασις σχηματίζει ἓν Βοϊβοδιλίκι. Ἡ πόλις Λιβαδιὰ ἔδωκε τὄνομά της εἰς ὅλην τὴν Βοιωτίαν καὶ πρὸ τοῦ ΙΕʹ αἰῶνος, ἀπετέλεσε δὲ Βοϊβοδιλίκι διὰ φιρμανίου τοῦ Σουλτάνου Σουλεϊμὰν τοῦ Περιφήμου, περιλαμβάνον 18 μεγάλα χωρία. Ὑψωθεῖσα δὲ εἰς ἐπισκοπὴν περὶ τὰ μέσα τοῦ ΙΖʹ αἰῶνος, διατηρεῖ ἀκόμη εἰς τὴν κατοχὴν τῶν χριστιανῶν πολλοὺς χριστιανικοὺς ναούς. Οἱ Ἕλληνες τῆς Λιβαδιᾶς εἶναι πρᾷοι καὶ πολυμήχανοι· ἡ μᾶλλον συγκινητικὴ καὶ ἐγκάρδιος φιλοξενία τοὺς χαρακτηρίζει· μεθ’ ὑπερηφανείας δὲ δεικνύουσι τὸν τάφον τῆς μητρὸς τοῦ Λάμπρου Κατσώνη.» Καὶ ταῦτα μὲν περὶ Λεβαδείας. Περὶ δὲ Θηβῶν ἀκούσατε τί γράφει (ἀναγινώσκει): «Ὁ Duloir εἶναι ὁ πρῶτος ταξιδιώτης, ὅστις ὁμιλεῖ περὶ Θηβῶν εἰς ἐπιστολήν του πρὸς τὸν περιώνυμον Ménage. Δὲν βλέπει τις ἐκεῖ (γράφει) ἄλλα ἴχνη τῆς ἀρχαιότητος, πλὴν θεμελίων τινῶν λιθίνων τοίχων, ἅτινα ἔκλειον τὴν πόλιν ἐκ τοῦ μεσημβρινοῦ μέρους· ἀλλὰ καὶ ταῦτα εἶναι ἀσήμαντα. Ἐκ τῆς παλαιᾶς εὐκλείας τῆς πόλεως οὐδὲν ἀπέμεινε, διότι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἐπαμεινώνδου κατέστη ἀφανής, καί, καθὰ ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Κικέρων, ἡ δόξα τῶν Θηβῶν ἐγεννήθη καὶ ἀπέθανε μετὰ τοῦ Ἐπαμεινώνδου.» Αὐτὴν τὴν κρίσιν ὀλίγῳ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ποιεῖται ὁ διαπρεπὴς ἀνὴρ περὶ τῶν δύο πόλεων. Ἀλλὰ, σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς Θηβῶν πρὸ ὀλίγου, ὅτι αἱ Θῆβαι πληρώνουσι περισσοτέρους φόρους εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ ἐπιχείρημα, Κύριοι, δὲν θεωρῶ σοβαρόν. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ καταβάλλειν πλείονας φόρους δίδει δικαίωμα πρωτείων, ὅταν δὲν συντρέχωσιν ἄλλα προσόντα. Ἴσως ὅμως λέγων ταῦτα, δώσω ἀφορμὴν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀκριβῆ ἔλεγεν ὁ συνάδελφος περὶ τούτου· διὰ τοῦτο θέλω σπεύσει ἀμέσως νὰ καταδείξω, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ἀνακριβείας εἶπε. Λαμβάνω εἰς χεῖράς μου τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1897. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦτον, ἐν τῷ ταμείῳ καὶ τῷ ὑποταμείῳ Θηβῶν κατεβλήθησαν δρ. 269,959 + 264,678, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 534,637· ἐν δὲ τῷ ταμείῳ καὶ ὑποταμείῳ Λεβαδείας δραχ. 375,547 + 50,528, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμαὶ 426,075. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ποσῶν τούτων δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ καταβληθέντα διὰ πληρωμὴν παγίων καὶ προσωρινῶν δόσεων· διότι ἡ καταβολὴ τούτων δὲν ἀποτελεῖ καταβολὴν φόρου, ἀλλὰ τιμήματος ἀγορᾶς γαιῶν· δέον λοιπὸν ν’ ἀφαιρεθῶσιν ὅσα κατὰ τὰς καταστάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατεβλήθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Οὕτως ἀφαιροῦμεν διὰ τὸ ἔτος 1897, διὰ μὲν τὰς Θήβας τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 191,234, διὰ δὲ τὴν Λεβαδείαν τὸ ποσὸν τῶν δρ. 74,247· ἐντεῦθεν ἔχομεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι διὰ μὲν τὰς Θήβας ἐναπομένει πληρωθὲν ποσὸν ἐκ φόρων δραχ. 343,405, διὰ δὲ τὴν Λεβαδείαν ἐναπομένει πληρωθὲν ποσὸν δραχμῶν 351,832. Ἐντεῦθεν παρατηροῦμεν, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὴν καταβολὴν φόρων ὑπερτερεῖ κατά τι ἡ Λεβαδεία. Ἀλλ’ ἡ τοῦ θέματος τούτου ἔρευνα μοὶ κατέδειξέ τι ἄλλο· μοὶ κατέδειξεν, ὅτι κατὰ τοὺς φόρους, τοὺς ἀποδεικνύοντας τὴν ὕπαρξιν ἐμπορικῆς καὶ κοινωνικῆς κινήσεως, ἡ Λεβαδεία ὑπερτερεῖ εἰς καταπληκτικὸν βαθμὸν τὰς Θήβας. Ἀκούσατε. Φόρος οἰκοδομῶν: Θῆβαι δρ. 11,167, Λεβαδεία δρ. 16,658. Τηλεγραφικὰ τέλη: Θῆβαι δρ. 2685, Λεβαδεία δρ. 4053. Σιγαρόχαρτον: Θῆβαι δρ. 686, Λεβαδεία δρ. 21,791. Ταινίαι: Θῆβαι δρ. 1859, Λεβαδεία δρ. 53,293. Γραμματόσημα: Θῆβαι δρ. 6,146, Λεβαδεία 9,875. Χαρτόσημον: Θῆβαι δρ. 115,801, Λεβαδεία 118,217. Μόνον εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὑπερτεροῦσιν αἱ Θῆβαι· ἀλλὰ ταῦτα, ἐνῷ πληρώνουσιν εἰς τὸ ταμεῖον Θηβῶν, καλλιεργοῦσιν ὅμως ἔδαφος τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας κατὰ τὸ πλεῖστον, διότι καλλιεργοῦσιν ἐν Κωπαΐδι. Ἀλλὰ μὴ τυχὸν ὁ πληθυσμὸς τῶν δύο πόλεων δικαιολογεῖ τὴν σύστασιν τῆς ἕδρας ἀλλαχοῦ ἢ ἐν Λεβαδείᾳ; Ἡ ἐπίσημος στατιστικὴ τοῦ Κράτους φέρει τὰς μὲν Θήβας ἐχούσας πληθυσμὸν 3469 κατοίκων, τὴν δὲ Λεβαδείαν 6271...

§200ΔΑΟΥΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε· ἀφαιρεῖτε τὰ δύο προάστεια, τὰ ὁποῖα εἶναι συνέχεια τῆς πόλεως.

§201ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ τὰ προσθέσω πρὸς χάριν σας, μολονότι τὰ προάστεια εἶναι κεχωρισμένα τῆς πόλεως, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπέχουσι πολὺ τῆς πόλεως. Ἰδού: Θῆβαι 3469, Ἅγιοι Θεόδωροι 1094, Πυρὶ 1049, ἐν ὅλῳ 5612. Ἀλλ’ ἡ Λεβαδείᾳ μόνη ἄνευ τῶν προαστείων ἔχει 6271.

§202ΔΑΟΥΤΗΣ. Βάλετε καὶ τ’ ἄλλα προάστεια.

§203ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θέλετε νὰ ὑπολογίσω καὶ τὸ ἡμίσειαν ὥραν ἀπέχον Τάχι ὡς προάστειον; Θέλετε ὅλον τὸν δῆμον τῶν Θηβαίων νὰ ὑπολογίσω ὡς πόλιν τῶν Θηβῶν; Τὸ πράττω πρὸς χάριν σας. Ὅλος ὁ δῆμός σας ἔχει 6586, συγκείμενος ἐξ 7 χωρίων, μόνη δὲ ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας ἔχει 6271 κατοίκους, ὁ δὲ δῆμος Λεβαδείας 8476! Εἶσθε εὐχαριστημένος; Αὐτὰ λέγουσιν οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοί· καὶ ὅμως καὶ ἀπέναντι ἀριθμῶν ἐγράψατε καὶ εἴπετε ἀνακριβείας, μὴ ἀναλογιζόμενοι ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἡ συζήτησις αὕτη καὶ ὁ ἔλεγχος, καὶ ἤθελεν ἀναλάμψει ἡ ἀλήθεια. Ἀλλὰ μήπως κατὰ τὴν τελευταίαν μόνον ἀπογραφὴν παρουσιάζεται αὐτὴ ἡ διαφορὰ τοῦ πληθυσμοῦ; Ἐν τοῖς ὑπομνήμασιν αὑτῶν οἱ κύριοι Βουλευταὶ Θηβῶν ἀνέφεραν, ὅτι ἡ τοιαύτη διαφορὰ τοῦ πληθυσμοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπογραφὴν παρατηρεῖται, διότι ἡ ἀπογραφὴ ἐγένετο εἰς τὰς 6 Ὀκτωβρίου, ὅτε ἕνεκα τῆς συλλογῆς τοῦ βάμβακος παραμένουσι πολλοὶ ξένοι ἐν Λεβαδείᾳ. Πρὸς ἄρσιν καὶ τούτου, τοῦ ἐπιπολαίως ῥιφθέντος ἐπιχειρήματος, λαμβάνω εἰς χεῖρας τὴν στατιστικὴν τοῦ 1890, ἥτις ἐγένετο τὸν Ἀπρίλιον, ὅτε δὲν γίνεται συλλογὴ οὐδενὸς προϊόντος, οὐδὲ τοῦ βάμβακος, καὶ ἐκεῖ εὑρίσκω, ὅτι ἡ πόλις τῶν Θηβῶν ἔχει κατοίκους 3,228, ἡ δὲ Λεβαδεία 4,990, δηλαδὴ 5,000. Ἐντεῦθεν ἀποδεικνύεται, ὅτι, πρὶν ἢ προβάλωσιν ἐπιχείρημα τοιοῦτον, ἔδει νὰ σκεφθῶσιν, ἂν τοῦτο ἠδύνατο νὰ τοὺς ὠφελήσῃ. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ἐξαγόμενον τῆς συγκρίσεως τοῦ πληθυσμοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν; ὅτι ἐντὸς τῆς δεκαετίας ἡ πόλις τῶν Θηβῶν ηὔξησε κατὰ 200 μόνον κατοίκους, ἡ δὲ τῆς Λεβαδείας κατὰ 1300. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη τί ἀποδεικνύει; ὅτι ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας εἶναι πόλις ζωῆς καὶ κινήσεως, καὶ ὅτι πάνθ’ ὅσα περὶ τοῦ νοσηροῦ τοῦ κλίματος ἐγράφησαν, εἰσὶν αὐτόχρημα συκοφαντίαι· Θέλω δὲ τοῦτο ἀποδείξει ἀμέσως δι’ ἐπισήμων ἀριθμῶν. Εἴπετε, καὶ ἐπανελάβετε τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ ἐγράψατε εἰς τὸ ὑπόμνημά σας, ὅτι ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας εἶναι νοσηρὰ, προσβαλλομένη ὑπὸ ἑλειογενῶν πυρετῶν, καὶ διεδώσατε τὴν φήμην ταύτην ἐπιτηδείως, ἐκμεταλλευόμενοι τὸ πρὸ τριακονταετίας νοσηρὸν τοῦ κλίματος, ἕνεκα τῆς τότε καλλιεργείας τῆς ὀρύζης, ὅπως γείνητε πιστευτοί. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο μὲ ἐξηνάγκασε νὰ μεριμνήσω, ὅπως σᾶς ἀποδείξω, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ἐσυκοφαντήσατε τὴν Λεβαδείαν. Ἠρεύνησα τὰς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν στατιστικὰς, ὅπως ἀνεύρω πληροφορίας περὶ τῆς θνησιμότητος τῶν δύο πόλεων, καὶ ἀνεῦρον τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἀκούσατε ἤδη, τί λέγουσιν οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοί· ἀκούσατε, διὰ νὰ μάθητε καὶ ὑμεῖς μεθ’ ὅλης τῆς Βουλῆς, ὁποῖα ἀποτελέσματα μᾶς δίδει ἡ συγκριτικὴ μελέτη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἔχω εἰς χεῖράς μου ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ βιβλίου τῶν νεκροσκόπων τῶν δύο πόλεων. Κατ’ αὐτὸ προκύπτει, ὅτι ἡ πόλις τῶν Θηβῶν, κατὰ μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1896–1897–1898, ἔχει θνησιμότητα 32 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, ἡ δὲ πόλις τῆς Λεβαδείας μόνον 20. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω καὶ ἓν ἕκαστον τῶν ἐτῶν ἰδιαιτέρως, διότι δὲν θὰ ἀφήσω τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀποδείξω ἐξ ἐπισήμων ἀριθμῶν. Κατὰ τὸ 1896 ἐν Θήβαις ἀπεβίωσαν 69, εἶναι δὲ κεχωρισμένοι οἱ θάνατοι τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς τῶν προαστείων ἢ χωρίων Πυρὶ, Ἁγίων Θεοδώρων καὶ τῶν ἄλλων χωρίων. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος, διαιρούμενος διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων, ἀνερχομένων, ὡς ἐρρήθη, εἰς 3469, μᾶς δίδει θνησιμότητα 23 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Κατὰ τὸ ἔτος 1897 οἱ θάνατοι εἶναι 110· ὥστε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἔχομεν θνησιμότητα 35 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Κατὰ τὸ ἔτος 1898 οἱ θάνατοι ἀνέρχονται εἰς 116, καὶ ἑπομένως ἡ θνησιμότης ἀνέρχεται εἰς 37 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Ἂς ἴδωμεν ἤδη καὶ τὴν τῆς Λεβαδείας. Κατὰ τὸ 1896 οἱ θάνατοι ἐν Λεβαδείᾳ ἀνῆλθον εἰς 135 ἐπὶ 6,271 κατοίκων· ὥστε ἔχομεν θνησιμότητα 20 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Κατὰ τὸ 1897 ἐν Λεβαδείᾳ οἱ θάνατοι ἀνῆλθον εἰς τὸν ἀριθμὸν 122· ὥστε ἔχομεν θνησιμότητα 19 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Κατὰ τὸ 1898 ἀνῆλθον εἰς 117· ὥστε ἔχομεν ἐπίσης 19 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Ἀκούετε, κύριε Βουλευταί, τί βεβαιοῦσιν οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοί; Ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς θνησιμότητος παρ’ ἡμῖν ἐξικνεῖται μέχρι τοῦ 20 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, ὁ δὲ κατώτατος μέχρι τοῦ 19 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, ἐνῷ ἐν Θήβαις ὁ μὲν ἀνώτατος ὅρος ἐξικνεῖται μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ 37 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, ὁ δὲ κατώτατος μέχρι τοῦ 23 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Κρίνατε ἤδη ὑμεῖς, μετὰ τὴν ἐντονωτάτην ταύτην διαμαρτύρησιν τῶν ἀριθμῶν, τίς εἶναι ἡ νοσηρὰ πόλις. Ἀλλ’ ἀνάγκη ν’ ἀνακοινώσω ἡμῖν συγκριτικὴν μελέτην καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων πόλεων, ἵνα ἴδητε, ὅτι καὶ ἐκ τῆς μελέτης ταύτης θέλει γείνῃ καταφανὲς, ὅτι μᾶς ἐσυκοφάντησαν. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἐπίσημος στατιστική. Αἱ Ἀθῆναι φέρουσι θνησιμότητα 23 ἐπὶ τοῖς χιλίους, ὁ Πειραιεὺς 21, αἱ Πάτραι 24, ἡ Σῦρος 28, τὰ Τρίκκαλα 28, ἡ Κέρκυρα 26, ὁ Βόλος 29, ἡ Λάρισα 29, ἡ Ζάκυνθος 24, αἱ Καλάμαι 18, ὁ Πύργος 21, ἡ Τρίπολις 21. Ἐκ τῆς συγκριτικῆς ταύτης μελέτης ἀποδεικνύεται, ὅτι αἱ Καλάμαι κατέχουσι τὴν τελευταίαν θέσιν, ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῆς θνησιμότητος, καὶ ἀμέσως μετὰ τὰς Καλάμας ἔρχεται ἡ Λεβαδεία· πρώτη δὲ πασῶν, ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῆς θνησιμότητος ἔρχεται ἡ πόλις τῶν Θηβῶν.

§204ΔΑΟΥΤΗΣ. Ὅστις σᾶς ἀκούει, θὰ γελᾷ μὲ σᾶς!

§205ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ γελάσω τελευταῖος! Ἀκούσατε ἀκόμη. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι θὰ ἀρκεσθῶ ἕως ἐδῶ, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὸν ἀναμφισβήτητον ἤδη καταστάντα ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ Λεβαδεία εἶναι μία τῶν μᾶλλον ὑγιεινῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος; Ἀνέτρεξα εἰς ἑτέραν στατιστικὴν, δημοσιευθεῖσαν πρὸ δεκαετίας, ἔνθα εὗρον τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Ἰδοὺ ἡ στατιστικὴ τοῦ 1884. Ἂς ἴδωμεν ὁποῖα εἶναι τὰ ἐξ αὐτῆς ἐξαγόμενα, ὡς πρὸς τὴν θνησιμότητα τῶν πόλεων Θηβῶν καὶ Λεβαδείας. Κατὰ τὴν στατιστικὴν ταύτην, ἔχομεν θανάτους ἐντὸς τοῦ ἔτους 1884 εἰς τὴν πόλιν τῶν Θηβῶν 165, εἰς δὲ τὴν πόλιν τῆς Λεβαδείας 103· ἡ ἀναλογία κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἶναι πολὺ μικροτέρα, ἡ δὲ σύγκρισις λίαν ἱκανοποιητικὴ διὰ τὴν Λεβαδείαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· θ’ ἀκούσητε ἀμέσως διατὶ ἐπεκαλέσθην τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς, διὰ νὰ κλείσω διὰ παντὸς τὰ στόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συκοφαντοῦσι τὴν πόλιν τῆς Λεβαδείας, γράφοντες καὶ λέγοντες, ὅτι αὕτη ἔχει κλῖμα νοσηρὸν, καὶ ὅτι προσβάλλεται ὑπὸ ἑλειογενῶν πυρετῶν. Εἶναι γνωστὸν πρὸς πάντας ὑμᾶς, καὶ μάλιστα πρὸς τοὺς ἐξ ὑμῶν ἰατροὺς, ὅτι οἱ ἑλειογενεῖς πυρετοὶ εἰς τὰ νοσώδη κλίματα ἀναπτύσσονται κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας, Ἰούνιον, Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον. Τούτου δοθέντος, ἂς ἴδωμεν ποία εἶναι κατὰ τὴν συγκριτικὴν στατιστικὴν ἡ θνησιμότης τῶν μηνῶν τούτων εἰς τὰς δύο πόλεις, ἐντεῦθεν δὲ θὰ ἔχωμεν ἀσφαλῆ βάσιν νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ὑγείας τῶν δύο πόλεων. Ἰδοὺ, σᾶς ἀναγινώσκω τοὺς ἀριθμούς. Μάϊος, ἐν Θήβαις θάνατοι 15, ἐν Λεβαδείᾳ 5· Ἰούνιος, ἐν Θήβαις θάνατοι 13, ἐν Λεβαδείᾳ 8· Ἰούλιος, ἐν Θήβαις θάνατοι 15, ἐν Λεβαδείᾳ 6· Αὔγουστος, ἐν Θήβαις θάνατοι 11, ἐν Λεβαδείᾳ 9· Σεπτέμβριος, ἐν Θήβαις θάνατοι 15, ἐν Λεβαδείᾳ 9. Ἀκούετε, κύριοι συνάδελφοι, τί λέγουσιν οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοὶ, οὓς προκαλῶ νὰ βοῶσιν ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς; Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κυρίων ἰατρῶν, τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα μοὶ εἴπωσιν, ἂν πόλις, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τοὺς μῆνας, οὓς ἀνέφερα, παρατηρεῖται τοιαύτη θνησιμότης, δύναται νὰ θεωρηθῇ νοσώδης... Ποῖον λοιπὸν τὸ κέρδος, ὅπερ προσεπορίσθητε ἐκ τῆς συκοφαντίας ταύτης; Ὅτι, ἂν ὑποτεθῇ ἡ Λεβαδεία νοσώδης, νοσωδεστέρα βεβαίως ἀποδεικνύεται ἡ πόλις τῶν Θηβῶν. Ἑπομένως καὶ κατὰ τοῦτο ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας ὑπερτερεῖ. Ἀλλ’ ἆρά γε ταῦτα μόνον ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ἕδρα τῆς Βοιωτίας δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλη πόλις, πλὴν τῆς Λεβαδείας; Ἐγὼ θὰ ἐπικαλεσθῶ κρίσεις περὶ τῆς πόλεως Λεβαδείας, οὐχὶ ἐκ Θηβῶν προερχομένας, οὐχὶ ἐκ δημοσιογράφων ἀνταποκριτῶν, ἀλλὰ κρίσεις προερχομένας ἐξ ἀνδρῶν ἐπιφανῶν, σοβαρῶν, καὶ ἐκ τῆς ἐπισημότητος αὐτῶν δυναμένων νὰ ἔχωσι κῦρος ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ξένων δὲ πρὸς τὰ πάθη καὶ τὰ συμφέροντα ἡμῶν. Θὰ ἴδωμεν δὲ ὁποίας ἀπεκόμισαν οὗτοι ἐντυπώσεις περὶ τῆς Λεβαδείας καὶ ὁποίας περὶ τῶν Θηβῶν, ἀμφοτέρας ἐπισκεφθέντες. Καὶ πρῶτον θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς περὶ τῶν δύο πόλεων κρίσεις γνωστοῦ καὶ ἐπιφανοῦς ἀνδρὸς, τοῦ μακαρίτου Σχλίεμαν. Πρὶν ὅμως προβῶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τούτων, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι λυποῦμαι, διότι κατάστασις ἀνάγκης μὲ ὑποχρεοῖ νὰ προβῶ εἰς ἀνακοινώσεις κατὰ γείτονος πόλεως, ἐπίσης ἀγαπητῆς εἰς ἐμὲ, μεθ’ ἧς συνδέομαι στενώτατα. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι διατελῶ ἐν καταστάσει ἀνάγκης. Ἡ συκοφαντηθεῖσα πατρίς μου ἀξιοῖ παρ’ ἐμοῦ τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην, καὶ ἐγὼ μετ’ ἀποφάσεως προβαίνω εἰς τὸ καθῆκόν μου. Ἰδοὺ τί γράφει λοιπὸν ὁ μακαρίτης Σχλίεμαν ἐν τῷ συγγράμματι αὑτοῦ «Ὀρχομενὸς» (ἀναγινώσκει): «Ἡ νῦν ἐπὶ τὴν Καδμείαν περιοριζομένη πόλις εἶναι ὁ ῥυπαρώτερος καὶ ἀπεχθέστερος τόπος τῆς Ἑλλάδος, καὶ συμβουλεύω σπουδαίως τοὺς περιηγητὰς, προτιμότερον νὰ διανυκτερεύσωσιν εἰς τὸν φαυλότερον ἀχυρῶνα παρὰ εἰς τὸ λεγόμενον Ξενοδοχεῖον τῶν Θηβῶν.» Ὀλίγον δὲ κατωτέρω, ὡς εἰ μὴ ἤρκουν ταῦτα, μεταχειρίζεται τὴν ῥυπαρότητα τῆς πόλεως ὡς ὅρον συγκρίσεως πρὸς τὸ χωρίον Τοπόλια (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῇ τοποθεσίᾳ τῶν Κωπῶν κεῖται τὸ χωρίον Τοπόλια, σχεδὸν τοσοῦτον ῥυπαρὸν, ὅσον καὶ αἱ Θῆβαι...»

§206ΔΑΟΥΤΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἔγραψε, διότι δὲν τὸν ἄφιναν νὰ κλέπτῃ ἀρχαιότητας.

§207ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὐθὺς δὲ ἀμέσως γράφει τὰ ἑξῆς περὶ Λεβαδείας (ἀναγινώσκει): «Ἡ νῦν Λεβαδεία ἦτο ἐπὶ τουρκοκρατίας ἡ μάλιστα ἀνθοῦσα πόλις τῆς βορείου Ἑλλάδος, ἔχουσα 1500 οἰκίας· καὶ σήμερον ἀκόμη εἶναι πόλις, ἥτις ἐμποιεῖ ἐντύπωσιν εὐπορίας καὶ καθαριότητος. Εὑρίσκει τις νυκτερινὸν κατάλυμα, μολονότι ὁ εὐγενὴς καὶ εὐπαίδευτος ἀστυνόμος κ. Γ. Λουκίδης δὲν ἐπιτρέπει τοῖς ξένοις νὰ κατοικήσωσιν ἀλλαχοῦ ἢ ἐν τῇ φιλοξένῳ αὐτοῦ οἰκίᾳ.»

§208ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ. Ὁ Σχλίεμαν ἦτο ἄνθρωπος τοῦ συμφέροντος.

§209ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔστω. Ἀφοῦ εὑρίσκετε ὅτι δὲν εἶναι ἀμερόληπτος ἡ μαρτυρία τούτου, ἂς ἐπικαλεσθῶ ἄλλην· διότι ἔχω ἀπόφασιν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰς κρίσεις πασῶν τῶν ἐθνικοτήτων, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ κατασυντρίψω ὁριστικῶς τὰ βέλη τῆς συκοφαντίας. Ἰδοὺ λοιπὸν ἕτερος ἐπίσημος ἀνὴρ, ὁ κατὰ τὸ ἔτος 1881 πρῶτος γραμματεὺς τῆς ἐν Ἀθήναις Γαλλικῆς Πρεσβείας Henrie Belle, ἐν τῷ συγγράμματι αὑτοῦ «Περιηγήσεις ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα», πῶς περιγράφει τὰς δύο πόλεις. Τὴν σύγκρισιν ποιεῖτε ὑμεῖς, ἀφοῦ ἀκούσητε τὰς περιγραφάς. Καὶ πρῶτον περὶ Θηβῶν (ἀναγινώσκει): «Παρακάμπτοντες, λέγει, ὑπέρυθρον λόφον, διακρίνομεν αἴφνης περὶ τὰς 300 οἰκίας ἐπὶ στενοῦ ἐπιπέδου πεντήκοντα μέτρων, μεμονωμένου πανταχόθεν ἀπὸ τῶν παρακειμένων ὑψωμάτων. Εἶναι ἡ πόλις τῶν Θηβῶν, ὅπου μετ’ ὀλίγον εἰσερχόμεθα. Αἱ Θῆβαι ἀποτελοῦνται ἐκ μιᾶς μόνον ὁδοῦ, ἀρκούντως εὐρείας, διερχομένης διὰ διπλῆς σειρᾶς μονωρόφων οἰκιῶν, τῶν ὁποίων τὸ ἰσόγειον, κατειλημμένον ὑπὸ διαφόρων καταστημάτων, προστατεύεται διὰ πλατέος προστεγάσματος ἐκ σανίδων, στηριζομένων ἐπὶ ξυλίνων πασσάλων, χονδροειδῶς τετραγωνισμένων. Τὰ συνεχῆ ταῦτα προστεγάσματα, ἐκτεινόμενα ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ, ἀποτελοῦσιν εἶδος στοᾶς, χρησιμευούσης ὡς καταφυγίου καὶ περιπάτου εἰς τοὺς κατοίκους κατὰ τὰς βροχὰς, συχνὰς κατὰ τὴν χώραν ταύτην. Πολλαὶ οἰκίαι, κρημνισθεῖσαι ὑπὸ σεισμοῦ καὶ μὴ οἰκοδομηθεῖσαι, παρουσιάζουσι τὴν ὄψιν πόλεως τὴν ἐπιοῦσαν πολιορκίας. Σήμερον, μίαν ἐκ τῶν ἑκατὸν ὀγδοήκοντα ἑορτῶν τοῦ ἡμερολογίου τῶν ὀρθοδόξων, τὸ πλῆθος περιφέρεται εἰς τὰς ὁδούς. Φοβούμεθα μήπως, ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν χωρικῶν τοῦ συρρεύσαντος εἰς τὴν πόλιν, δὲν εὕρωμεν δωμάτιον εἰς τὸ χάνι, ὁπόθεν ἐκπέμπεται ὀσμὴ ναυτιώδης, λίαν δυσάρεστος. Ἀλλὰ χάρις εἰς τὴν προστασίαν τοῦ δημάρχου εὑρίσκομεν κατάλυμα ἐν τῇ πόλει. Καθ’ ὅλην τὴν νύκτα ἡ κατοικία συνεταράσσετο ὑπὸ τοῦ πνέοντος σφοδροῦ ἀνέμου, ὅπως ἐν ὥρᾳ σεισμοῦ. Εἰς τὰς διαφόρους ὁδοὺς τῆς πόλεως ἑκατοντάδες ἀμνῶν ἐβέλαζον κατὰ παντοίους τόνους. Τὰ ποίμνια ἐσκηνωμένα ἐντὸς τῆς πόλεως, σχεδὸν ὑπὸ τὰ παράθυρά μας, ἐθορύβουν, ποθοῦντα ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὰ ὄρη των. Ἐνίοτε ἡ φωνὴ τοῦ ποιμένος ἐπέβαλλε σιγὴν εἰς τὸν θόρυβον τοῦτον, ὅστις ἔπαυεν ἐπὶ στιγμὴν, ὅπως μετ’ ὀλίγον ἐπαναληφθῇ.» Ἀκούσατε δὲ ἤδη, Κύριοι, ὁποίαν ποιεῖται τῆς Λεβαδείας περιγραφὴν, καὶ κρίνατε περὶ τῶν ἐντυπώσεων, ἃς προυξένησαν αὐτῷ αἱ δύο πόλεις (ἀναγινώσκει): «Ἀφοῦ ἐπί τινα χρόνον διήλθομεν ἀνωφέρειαν κεκαλυμμένην ὑπὸ ἠνθισμένης ἐρείκης, φθάνομεν εἰς κορυφὴν, ὁπόθεν διακρίνομεν πέραν εὐφόρου πεδιάδος τὴν πόλιν τῆς Λεβαδείας, μίαν τῶν γραφικωτέρων καὶ χαριεστέρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας αἱ λευκαὶ μὲ ἐρυθρὰς στέγας οἰκίαι, κλιμακηδὸν ἐπὶ ταχείας κλίσεως διατεθειμέναι, ἀναμιγνύονται μὲ δένδρα καὶ ἄνθη εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ Ἑλικῶνος ἐπὶ τῆς εἰσόδου μυστηριώδους στενοπορίας. Ἡ νὺξ εἶχεν ἤδη ἐπέλθει, ὅτε κατήλθομεν εἰς τὴν πόλιν δι’ εὐρείας καὶ καθαρᾶς ὁδοῦ, ἐν μέσῳ διπλῆς σειρᾶς καταστημάτων καὶ καφενείων. Τὴν ἐπιοῦσαν ἐγερθέντες εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς πόλεως τοῦ Ἑλικῶνος. Αἱ χαρίεσσαι καὶ κομψαὶ οἰκίαι της κατέρχονται μέχρι τοῦ χειμάρρου, φωτιζόμεναι ὑπὸ τοῦ ἡλίου τῆς πρωΐας, ὅστις ῥίπτει ἐπὶ τῶν λευκῶν τοίχων καὶ ἐρυθρῶν στεγῶν ζωηρὸν φῶς ἀντιθέτως πρὸς τὰ πέριξ ἀπείρου γλυκύτητος. Ἡ κάτω πόλις ἐκτείνεται ἐπὶ τῶν δύο ὀχθῶν τῆς Ἑρκύνης, ἥτις ἀπωτέρω χωρεῖ ὀφιοειδῶς ἐν τῇ πεδιάδι μέχρι τῆς λίμνης Κωπαΐδος. Τὸ πᾶν παρουσιάζει κίνησιν καὶ ζωὴν, καὶ εἰς τὸν θόρυβον τοῦ χειμάρρου ἀνεμιγνύετο ὁ ὑπόκωφος καὶ κανονικὸς θόρυβος τοῦ κοπάνου τῶν γναφέων. Κυπάρισσοι, πλάτανοι καὶ λεῦκαι ἐκάλυπτον τὰ κλιμακηδὸν διατεθειμένα δώματα, ἐν δὲ τῇ πεδιάδι λευκοὶ οἰκίσκοι εὑρίσκοντο διεσπαρμένοι ἐν τῷ μέσῳ κήπων, πεφυτευμένων ὑπὸ ἀμυγδαλῶν, ῥοδακινῶν καὶ ἀπιδεῶν, ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν ὁποίων βλαστάνουσιν ὁ ἀραβόσιτος καὶ τὸ ὀρύζιον...» Ἀλλ’ εἶπον ὅτι θὰ ἐπικαλεσθῶ πάσης ἐθνικότητος μάρτυρας, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπὴν περὶ Λεβαδείας ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ Ἄγγλου καθηγητοῦ Mahaffy, ὅστις διελθὼν τὴν Ἑλλάδα, οὐδὲν ἀναφέρει περὶ Θηβῶν, ἐκτὸς τῶν γνωστῶν ἱστορικῶν γεγονότων. Ἰδοὺ δὲ τί γράφει περὶ Λεβαδείας. Περὶ τῆς Λεβαδείας γράφων, ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Λίνου καὶ τοῦ Ἡσιόδου, καὶ δὲν περιορίζεται νὰ τὴν παρουσιάσῃ ὡς μίαν ἐκ τῶν πρώτων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, εἰς ἣν ἤκμασεν ὁ μέγας Βοιωτικὸς πολιτισμὸς, ἀλλ’ ὁμιλεῖ περὶ τῆς συγχρόνου ζωῆς της (ἀναγινώσκει): «...Καὶ ἤδη, ὑπάρχει περισσοτέρα ζωὴ εἰς τὴν Λεβαδείαν παρὰ εἰς τὰς πλείστας τῶν ἑλληνικῶν πόλεων. Ὅλος ὁ βάμβαξ τῆς χώρας εἰσάγεται καὶ πωλεῖται ἐκεῖ. Καὶ μὲ τὴν βοήθειαν τῆς μεγάλης δυνάμεως τοῦ ὕδατος κέκτηται ἡ Λεβαδεία μίαν σημαντικὴν βιομηχανίαν, ὅπου ὁ βάμβαξ κλώθεται καὶ ὑφαίνεται. Μέγας καὶ διαυγέστατος ποταμὸς χωρίζει τὴν πόλιν εἰς δύο. Ὁλόκληρος ἡ ἄποψις τῆς πόλεως ὁμοιάζει πρὸς ἑλβετικὴν πόλιν, καὶ ὁλόκληρος ἡ πέριξ ἀνωφέρεια τῶν ἐνδοξοτέρων βουνῶν τοῦ κόσμου, ἅτινα τὴν στέφουν, φέρει εἰς τὸν ταξιδιώτην ἑλβετικὰς ἀναμνήσεις.» Καὶ ἤδη, ἂν δύναταί τις, ἂς μὴ ὁμολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ Λεβαδεία, ἡ τοιαύτας προκαλοῦσα ἐντυπώσεις παρὰ τοῖς ξένοις, δὲν ἔχει παρὸν ἄξιον νὰ προκαλέσῃ τὸ ἐνδιαφέρον πάσης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἆρά γε μόνον παρὸν ἔχει; Ἂς ἀκούσωμεν τί περὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῆς γράφει διακεκριμένος ἀνὴρ, ὁ Ἀλσατὸς ἀκαδημαϊκὸς Μεϋμὰρ, εἰς τὴν περὶ τῶν δημοσίων ἐν Ἑλλάδι ἔργων περισπούδαστον αὑτοῦ μελέτην, τὴν δημοσιευθεῖσαν ἑλληνιστὶ εἰς τὸ ἐν Παρισίοις ἐκδιδόμενον κατὰ τὸ 1870 περιοδικὸν «Ἐθνικὴ Ἐπιθεώρησις» (ἀναγινώσκει): «Ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας (γράφει) εἶναι μία τῶν ὡραιοτάτων καὶ κομψοτάτων πόλεων τῆς Ἑλλάδος. Χωριζομένη ἀπὸ τῆς πεδιάδος δι’ ὀρεινῆς ὀφρύος, ἀναπετάννυται ζωγραφικῶς δίκην ἀμφιθεάτρου ἐπὶ ὑπωρείας ἀποτόμου πολυποικίλου θέας. Ἡ Ἔρκυνα, ἔχουσα τὰς ἀρχὰς ἀπ’ αὐτῆς, ῥεῖ διὰ μέσης πόλεως. Αἱ βαθεῖαι χαράδραι καὶ αἱ ἀναμνήσεις τῶν σπηλαίων τοῦ Τροφωνίου Διὸς πληροῦσι τὴν ψυχὴν ἀπεριγράπτου ῥέμβης. Ἀλλ’ ἡ σκηνὴ μεταβάλλεται καὶ καθίσταται εὐθυμοτέρα ὡς κατέλθωμεν εἰς τὴν πόλιν. Αἱ ὁδοὶ τῆς πόλεως καθαραὶ καὶ ὑπὸ ἐργαστηρίων ποικίλης ὕλης καὶ πολυχρώτων προϊόντων ὁριζόμεναι, εἰσὶ πλήρεις λαοῦ εὐθύμου καὶ ἐργατικοῦ, ὅστις ἔχει ἐν Ἑλλάδι ὑπόληψιν λαοῦ τιμίου καὶ φιλοξένου. Αἱ κυπάρισσοι, αἱ πλάτανοι καὶ αἱ ἰτέαι, σκιάζουσαι τὰς στέγας καὶ τὰ δώματα τῶν οἰκιῶν, γραφικὴν ἀποτελοῦσι τὴν πρόσοψιν. Ὁ διὰ μέσου τῆς πόλεως διερχόμενος ποταμὸς τῆς Ἐρκύνης πληροῖ ζωῆς καὶ ποιήσεως τὰς ὁδούς. Καὶ νῦν μὲν λάλος, κελαρύζων, χειμαρρώδης καὶ εὔθυμος, νῦν δὲ μελαγχολικὸς καὶ σοβαρὸς, καταφέρεται ἐπὶ τὸ προάστειον, μεταβαλλόμενος εἰς πρᾶον ῥεῖθρον, οὗτινος τὰ ἐλαφρὰ νάματα ἕρπουσιν ἀνὰ μέσον σειρᾶς μακρᾶς ἀγροικιῶν καὶ ἀγροκηπίων, κομψῶν, χλοερῶν καὶ κατασκίων, ἄνεσιν καὶ εὐημερίαν ἀποπνεόντων. Ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας δὲν παρέχει τὴν ὄψιν τῆς πενίας, τῆς ἀργίας καὶ τῆς ἀγροικίας πολλῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος, ὑφ’ ἧς παθαίνεται ὁ περιηγητής. Οἱ κάτοικοι κέκτηνται εὐφορωτάτας γαίας εἰς τὰς παρακειμένας πεδιάδας, καὶ εἰσὶν ἔκδοτοι εἰς τὴν καλλιέργειαν. Ἡ τακτικὴ ἐργασία καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ἀπορρέουσα ἄνεσις ἐξημέρωσε τὰ ἤθη αὐτῶν. Ὅταν ἡ λίμνη Κωπαΐς ἀποξηρανθῇ, ἡ Λεβαδεία θέλει δρέψει πρώτη τοὺς καρποὺς τῆς ὠφελείας ταύτης καὶ θέλει καταστῆ μία ἐκ τῶν πρώτων πόλεων τῆς Ἑλλάδος. Αὕτη ἔσται εἰς τὸ μέλλον τὸ κέντρον πάσης δράσεως ἐν τῇ Βοιωτία, καὶ ἡ ἀφετηρία μεγάλης παραγωγῆς παντοίων βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων.»

§210ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ. Μπᾶ! μπᾶ! μπᾶ! Σὺ κοντεύεις νὰ μᾶς τὴν κάμῃς Παρίσι τὴ Λιβαδιά!

§211ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ μὲ ἐρωτήσητε ἴσως, τί γράφει περὶ Θηβῶν. Οὐδέν! Διῆλθε τῶν Θηβῶν καὶ ἀπῆλθε, μηδὲν ἕτερον γράψας ἢ ὅτι καὶ αἱ Θῆβαι ἔχουσι γῆν παράλυπρον, προσομοίαν πρὸς τὴν τῆς Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ἵνα καταδείξω ὑμῖν τίνα καὶ αὐτοὶ οἱ γείτονες ἡμῶν Θηβαῖοι ἀποδίδουσιν ἀξίαν εἰς τὴν Λεβαδείαν, ὡς πόλιν ἐμπορικῆς ζωῆς, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀγόρευσιν τοῦ ἄλλοτε ἀντιπροσώπου τῶν Θηβῶν μακαρίτου Κατσίνα. Ὅτε κατὰ τὸ 1863 βαρεῖα χιὼν ἐκάλυψε τὸν Κιθαιρῶνα, καὶ ἡ συγκοινωνία μεταξὺ τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἀθηνῶν διεκόπη ἐπὶ μακρὸν, ὁ τότε πληρεξούσιος τῶν Θηβῶν, θέλων νὰ προκαλέσῃ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ταχείας ἀποκαταστάσεως τῆς συγκοινωνίας, ποίαν, νομίζετε, ἐπεκαλέσθη πόλιν, ἵνα ἐξεγείρῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως; Τὰς Θήβας; Οὐχί. Τὴν Λεβαδείαν ἐπεκαλέσθη, διότι τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς Λεβαδείας ἐθεώρει ὡς ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ ἐπὶ τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως τῆς Λεβαδείας στηριχθεὶς, ἐπεζήτησε ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν συγκοινωνίαν τῆς πατρίδος του. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Κύριοι, πρὸ 20 ἡμερῶν γνωρίζετε, ὅτι διεκόπη ἡ συγκοινωνία μεταξὺ τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς πρωτευούσης. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δι’ αὐτὸ, ἀλλὰ διότι ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας ἀγνοοῦμεν τί γίνεται εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα, ὅπου μεγάλα ἐμπορικὰ συμφέροντα διακινδυνεύουν, καὶ διότι ἔχομεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ ἐπαρχία Λεβαδείας, ἡ ὁποία κάμνει ἐξαγωγὴν βάμβακος 2–3 ἑκατομμυρίων ὀκάδας, θὰ ὑποστῇ μεγάλην ζημίαν, διότι οἱ ἔμποροι τοῦ Λονδίνου διαμαρτύρονται κατὰ τῶν προμηθευτῶν ...» κλπ. Τοιαῦται, Κύριοι, εἰσὶν αἱ κρίσεις τῶν τε ξένων καὶ τοῦ πληρεξουσίου τῶν Θηβῶν περὶ τῆς Λεβαδείας, τὴν ὁποίαν τόσον σκαιῶς συκοφαντοῦσιν ἐπὶ μῆνας ἤδη, γράφοντες καὶ λέγοντες ἀνυπόστατα περὶ αὐτῆς.

§212ΔΑΟΥΤΗΣ. Δὲν συκοφαντοῦμεν· λέγομεν τὰ δικαιά μας.

§213ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς ἀπέδειξα ὁποῖά εἰσι τὰ δίκαιά σας. Ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπω ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, διότι ἐπιθυμῶ, ὅταν κληθῆτε νὰ δώσητε τὴν ψῆφον ὑμῶν, νὰ μὴ εὑρεθῇ Βουλευτὴς, ὅστις ἤθελε νομίσει, ὅτι χαριζόμενος πρός με προσωπικῶς, ἢ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δίδει τὴν ψῆφον αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς Λεβαδείας. Ἡ ὑπὲρ τῆς Λεβαδείας ψῆφος ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς ὑπεροχῆς της, καὶ τὴν ὑπὲρ αὐτῆς γνώμην τῆς Βουλῆς ἀπεκδέχομαι ὁμόφωνον. (Εὖγε! εὖγε!).

§214Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Κρίνω περιττὸν, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς κουράσω, μεθ’ ὅσα ἐνταῦθα ἐλέχθησαν ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν διαφόρων τροπολογιῶν. Διὰ μακρῶν ὁ δεινὸς χειριστὴς τοῦ λόγου καὶ συμπολίτης μου, κ. Μπουφίδης, σᾶς ἐξέθηκε τοὺς λόγους, δι’ οὕς ἡ Λεβαδεία πρέπει νὰ προτιμηθῇ ὡς πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ Βοιωτίας. Πλὴν τῶν ποικίλων ἄλλων λόγων, καὶ ἡ ὑπεροχὴ τοῦ πληθυσμοῦ, διότι κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπογραφὴν ἡ Λεβαδεία ἀριθμεῖ 6271 κατοίκους, αἱ δὲ Θῆβαι μόνον 3469, καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῆς Λεβαδείας ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐπὶ ἑπταετίαν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1838–1845, ὡς πρωτευούσης τῆς διοικήσεως Βοιωτίας, ἀλλὰ πρὸ πάντων, κύριοι Βουλευταί, διότι αὕτη εἶναι ἡ μετὰ τὸν Πειραιᾶ καὶ τὴν Σῦρον τρίτη βιομηχανικὴ πόλις ἐν Ἑλλάδι, ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς Θηβαίους νὰ ἀναγνωρίσωσι τὴν Λεβαδείαν ὡς πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ Βοιωτίας. Νῦν δὲ στρέφομαι πρὸς τοὺς κυρίους ἀντιπροσώπους τῶν Θηβῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ συνομολογήσωσιν, ἀφοῦ πλέον ἔχομεν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πατρίδα, τὴν Βοιωτίαν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ὡς ἀντιπροσώπους τῶν Θηβῶν καὶ τῆς Λεβαδείας, νὰ φροντίσωμεν ἐκ καθήκοντος νὰ συμφιλιώσωμεν καὶ ἀδελφοποιήσωμεν τοὺς δύο λαούς, καὶ νὰ συνεργασθῶμεν χάριν τῶν κοινῶν συμφερόντων.

§215ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ. Οὐδέποτε θὰ εὑρεθῶμεν μαζῆ!

§216ΛΑΠΠΑΣ. Θὰ εὑρεθῶμεν, κύριε συνάδελφε, διότι τοὺς Θηβαίους καὶ Λεβαδεῖς συνδέουσι κοινοὶ πόθοι καὶ κοινὰ βιοτικὰ συμφέροντα.

§217Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§218Ξ. ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα συμφώνως καὶ τῇ γνωμοδοτήσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν τῶν Βουλευτῶν Καρδίτσης καὶ Φαρσάλων ὑπαγάγῃ τὴν ἐπαρχίαν Φαρσάλων εἰς τὸν νομόν Καρδίτσης, ὅστις νομὸς νὰ μετονομασθῇ νομὸς Θεσσαλιώτιδος, καὶ ὑπαγάγῃ αὐτὸν τὸν νομὸν εἰς τὴν βʹ κατηγορίαν τῶν νομῶν. Οἱ κάτοικοι Φαρσάλων ἔχουσι συμφέρον νὰ ἑνωθῶσι μετὰ τοῦ νομοῦ Καρδίτσης καὶ ἀποσπασθῶσι τοῦ νομοῦ Λαρίσης, διότι καὶ τὰ αὐτὰ ἤθη καὶ ἔθιμα ἔχουσι καὶ πλησιέστεροι εἶναι πρὸς τὴν Καρδίτσαν ἢ τὴν Λάρισαν, κερδίζοντες τὸ ἥμισυ περίπου τῆς πρὸς τὴν Λάρισαν ἀποστάσεως καὶ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ πεζῆ καὶ ἔφιπποι.

§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§220Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς γενομένας ψηφοφορίας κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, διὰ τῶν ὁποίων ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, βεβαίως καὶ εἰς ἐμὲ ἐπιβάλλεται νὰ θεωρῶ περιττὴν πᾶσαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐσκεπτόμην, ὑπὸ ἄλλην ὄψιν ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, νὰ ὑποβάλω, καθὼς καὶ περὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων ὑποθέτω, ὅτι τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχουσιν. Ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἄνευ μνείας τὴν γνώμην καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν οἱ συμπολῖταί μου νὰ ἴδωσι διαρρυθμιζόμενα τὰ κατὰ τὸν νέον νομὸν Λακεδαίμονος ἄλλως ἢ ὡς ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Οἱ συμπολῖταί μου καὶ διὰ πανδήμων συλλαλητηρίων καὶ διὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἅτινα ἐξέδωκαν ψηφίσματα, ἐζήτησαν παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν τροποποίησιν τοῦ σχετικοῦ ἐδαφίου τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ὡς πρὸς τοῦτο: νὰ σχηματισθῇ νομὸς ἰδιαίτερος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ Κυθήρων. Οἱ συμπολῖταί μου ἀπηυθύνθησαν μετὰ τῆς αὐτῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς ὅλους ἡμᾶς τοὺς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ πρὸς τοὺς ἐκ Κυθήρων συναδέλφους. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ συνεννοήσει πρὸς τὸν ἕνα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων Κυθήρων, τὸν κ. Στάην, καθαρῶς ἐπείσθημεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πραγματοποιήσεως τοῦ πόθου τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι διατεθειμένος, οὔτε ζήτημα νὰ φέρω περὶ τούτου, οὔτε ψηφοφορίαν νὰ προκαλέσω κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἢ κἂν δι’ ἀναστάσεως, διότι εἶναι γνωστὴ ἡ τύχη, ἥτις περιμένει τὴν τροπολογίαν. Ἐν τούτοις ὤφειλον νὰ ἐγείρω τὴν φωνήν μου ἐνταῦθα καὶ νὰ διατυπώσω τὴν εὐχὴν τῶν συμπολιτῶν μου, ἣν θὰ συνεμεριζόμην, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίζω τὴν πραγματοποίησιν. Ἀλλὰ δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν ἐλπίδα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Λύρας, βλέπων καὶ ἐκεῖνος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ εὐχὴ αὕτη, προέβη εἰς ἄλλην πρότασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία καὶ ἐκείνη, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά της, ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ. Ὁ κ. Λύρας προέβαλε τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων· τοῦτο δὲ δηλοῖ, ὅτι καὶ ἐκεῖνος, συμμεριζόμενος τὰς γνώμας τὰς ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, αἰσθάνεται, ὡς αἰσθάνονται ὅλοι οἱ συμπολῖταί μου, τὴν ἔλλειψιν διοικήσεως ἕνεκα τῆς μεγάλης ἀποστάσεως, ἥτις χωρίζει τὴν ἐπαρχίαν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἔφερε τὴν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας λέγει, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων. Τοῦτο εἶναι καὶ μία ἱκανοποίησις πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἀρχῆθεν ἔχοντας τὴν τοιαύτην γνώμην καὶ ἀρχῆθεν προτείνοντας αὐτήν. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην περὶ ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχείων, διότι δι’ αὐτῶν φρονῶ, ὅτι ἤθελε προαχθῆ ἡ χώρα. Ἦτο εὐτύχημα νὰ ἴδω τοὺς μετ’ ἐμὲ ἀγορεύσαντας συμμεριζομένους τὴν γνώμην μου ταύτην. Ἐὰν σήμερον δὲν ἔχωμεν τὴν δύναμιν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν γνώμην μας, ἐὰν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ψηφίζεται καὶ τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγας ὥρας θὰ ἔχῃ ψηφισθῆ εἰς τρίτην ὁριστικὴν ἀνάγνωσιν, καὶ τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας δημοσιευόμενον διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» θὰ ἦναι νόμος τοῦ Κράτους, ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο θὰ εὐδοκιμήσῃ ἢ ὄχι, ἀγνοῶ, ἵνα ἐπὶ τὸ μετριώτερον ἐκφρασθῶ. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἐν τῇ Βουλῇ οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ ἀγαθὰ εἰς τὴν χώραν. Ἀνεπτύχθησαν ὅμως διὰ μακρῶν οἱ λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ γνώμη τῶν ἀντιφρονούντων, καὶ δὲν εἶμαι διατεθειμένος κατὰ τὰς μεταμεσονυκτίους ταύτας ὥρας νὰ ἐπαναλάβω αὐτούς· ἔχω ὅμως πεποίθησιν, ὅτι ταχέως θὰ ἔλθῃ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔλθῃ ἄλλος Μεσσίας, ὁ ὁποῖος, ὅταν λάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, θὰ κανονίσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι διὰ τῆς συστάσεως τῶν ἐπαρχειῶν θὰ προαχθῇ ἡ καλὴ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν, τὴν ὁποίαν ματαίως ζητοῦμεν σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.

§221Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Τὸ ἐδάφιον 7 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρει μόνον τὴν ἐπαρχίαν Ἄρτης, ὡς ἀποτελοῦσαν τὸν νομὸν Ἄρτης, παραλείπει δὲ τὴν ἐπαρχίαν Τζουμέρκων. Συνεπῶς δέον νὰ συμπληρωθῇ, ὅτι ὁ νομὸς Ἄρτης ἀποτελεῖται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Ἄρτης καὶ Τζουμέρκων. Ἐκτὸς τούτου, ὡς γνωρίζετε, ἔχει ὑποβληθῆ καὶ τροπολογία παρὰ τῶν Βουλευτῶν Βάλτου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ὑπαγωγὴ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου εἰς τὸν νομὸν Ἄρτης. Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ νομοῦ Ἄρτης. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις οὔτε ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν Ἄρτης, νὰ τὴν παραδεχθῇ.

§222Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, κύριε Πρόεδρε, θὰ εἴπω ὀλίγα. Τὸ ἐδάφιον 19 ἀναφέρει, ὅτι ὁ νομὸς Τριφυλίας, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας, ἕδραν ἔχει τὴν Κυπαρισσίαν. Ἐμνήσθην εἰσηγητικῆς τινος ἐκθέσεως τοῦ κατὰ τὸ 1892 Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τριῶν Πρωτοδικείων, καὶ μοὶ ἐφάνη παράδοξον, πῶς ἡ Κυβέρνησις, προτείνουσα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὡς ἕδραν τὴν Κυπαρισσίαν, δὲν ἐμνήσθη τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Κυπαρισσία κρίνεται ὡς παντελῶς μὴ ἱκανὴ νὰ ἔχῃ ἕδραν δικαστηρίου, πολλῷ δὲ μᾶλλον βεβαίως δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἔχῃ ἕδραν διοικήσεως, καὶ δὴ νομοῦ ὁλοκλήρου. Ἡ πόλις τῆς Κυπαρισσίας, κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἐκείνην ἔκθεσιν, «δὲν παρέχει τὰς ἀπαιτουμένας εὐκολίας πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ καταστήματος τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῶν παρομαρτούντων αὐτῷ καταστημάτων φυλακῶν κλπ. καὶ πρὸς ἐνοίκισιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων... Τὸ μειονέκτημα τοῦτο τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου (προσθέτει ἡ ἔκθεσις) ὑπῆρξε πάντοτε σπουδαῖον κώλυμα ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ δικαστηρίου, καθόσον οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι βαρέως φέρουσι τὴν ἐν Κυπαρισσίᾳ τοποθέτησίν των, ἐπιζητοῦντες παντὶ σθένει τὴν ἐκεῖθεν μετάθεσίν των καὶ προσφεύγοντες ἐν ἀποτυχίᾳ ταύτης εἰς αἰτήσεις ἀδειῶν ἀπουσίας πρὸς βελτίωσιν τῆς παθούσης ὑγείας των...» Ἀφοῦ ἡ Κυπαρισσία ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς μὴ δυναμένη νὰ διατηρήσῃ οὔτε μόνους τοὺς ὑπαλλήλους ἑνὸς Πρωτοδικείου, πῶς δύναται σήμερον νὰ ἔχῃ ἐπαρκῆ τὰ μέσα, οἷον κατάστημα διὰ τὸν νομάρχην, κατάστημα διὰ τὰ γραφεῖα τῆς Νομαρχίας, κατάστημα διὰ φυλακὰς, καταστήματα διὰ τὰς ἄλλας ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγκαταστῶσι συνεπείᾳ τοῦ νόμου τούτου; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ἀφοῦ οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καταφεύγουσιν εἰς πᾶν μέσον, ἵνα ἀπομακρυνθῶσι τῆς Κυπαρισσίας, αὐτοὶ οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐγκαταστῶσι, δὲν θέλουσιν ἐπίσης καταφεύγει εἰς πᾶν μέσον, ὅπως ἀπομακρύνωνται τῆς Κυπαρισσίας; Διατὶ, ἀφοῦ τόσους σπουδαίους λόγους ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἡ Κυπαρισία δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς πρωτεύουσα νομοῦ, διατὶ δὲν στρέφει τὰ βλέμματα πρὸς ἄλλην πόλιν τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Διατὶ δὲν στρέφει τὰ βλέμματα πρὸς τὴν πόλιν τῶν Φιλιατρῶν, ἡ ὁποία ἔδωκε τόσα δείγματα προόδου, καὶ ἡ ὁποία καὶ κατὰ τὸ τὸ κάλλος καὶ κατὰ τὸν πληθυσμὸν, καὶ εἰς ὅλα ἐν γένει ὑπερέχει οὐ μόνον τῆς Κυπαρισσίας, ἀλλὰ καὶ πλείστων ἄλλων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ ὁποία κέκτηται ὅλα τὰ μέσα καὶ ὅλα τὰ πλεονεκτήματα, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ; Ποῖος ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εἴπῃ «παραδέχομαι ὡς ἕδραν τὴν Κυπαρισσίαν, καταδικάζουσα τὸν νέον αὐτὸν νομὸν εἰς στασιμότητα;» Διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν προοδευτικωτάτην ὄντως πόλιν τῶν Φιλιατρῶν, καὶ διατὶ δὲν παρέχει εἰς αὐτὴν ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως θὰ παρασχεθῶσι διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν ἀρχῶν ἐν Φιλιατροῖς, ὅπως δοθῇ μία ὤθησις εἰς τὴν πρόοδον τοῦ νέου αὐτοῦ νομοῦ; Ποῖος ὁ λόγος, διὰ νὰ μείνῃ ἡ ἕδρα εἰς πόλιν, τὴν ὁποίαν οἱ ἐπισκεπτόμενοι οὕτω περιγράφουσιν; (ἀναγινώσκει): «Γνωρίζετε (λέγει τις ἐπισκεφθεὶς τὴν Κυπαρισσίαν καὶ δημοσιεύων ἐν τῷ «Νεολόγῳ» τὰς ἐντυπώσεις του) γνωρίζετε τὰ ῥυπαρὰ καὶ κατεσκληκότα καὶ σαραβαλιασμένα ἐκεῖνα γραΐδια, τὰ διατηρούμενα ἀκόμη ἐν τῇ ζωῇ, τὰ διατηροῦντα ὅλους τοὺς τύπους, ὅλα τὰ ἔθιμα καὶ ἤθη, ὅλας τὰς προλήψεις καὶ τὰ παράξενα τῆς τουρκοκρατίας, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ νεώτεραι ἐκπολιτιστικαὶ ἰδέαι δὲν ἐπέδρασαν καθ’ ὁλοκληρίαν; Τοιαύτη τις ἡ Κυπαρισσία ὡς πόλις... Ὁ μὴ ἐπισκεφθεὶς τὴν Κυπαρισσίαν θὰ ἔχῃ πολὺ ἄδικον, ἂν κατηγορήσῃ τὴν παρομοίωσίν μας. Ἀπὸ τῆς ἐλευθερώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ὅλαι αἱ σημαντικώτεραι τῆς Ἑλλάδος πόλεις καὶ αἱ πρωτεύουσαι τῶν ἐπαρχιῶν μάλιστα μετέβαλον, ἄλλαι ὀλίγον, ἄλλαι πολὺ, ὄψιν, ἐξωραΐσθησαν κἄπως, ἐδείχθησαν ὅτι συμμορφοῦνται πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν περιστάσεων, ἐχάραξαν εἰς ἑαυτὰς σχέδια, ἔκαμαν δρόμους, ἀνέπτυξαν συγκοινωνίας, ὑπέθρεψαν κἄποιον ἐμπόριον, κἄποιαν δρᾶσιν καὶ κίνησιν, καὶ ἀπέσβεσαν καὶ ἀπέβαλον βαθμηδὸν τὴν μορφὴν τὴν μακαρίτιδα, ἣν εἶχε δώσει εἰς αὐτὰς ὁ πολιτισμὸς τῶν πιστῶν τοῦ Προφήτου. Μόνη ἡ Κυπαρισσία δὲν μετέσχε τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ, καὶ μόνη αὕτη ὑπῆρξε καὶ παραμένει πιστὴ καθ’ ὅλα εἰς τὸ παρελθόν.... Ἄν ὑπάρχῃ ἀληθῶς πόλις ἀποροῦσα καὶ τοῦ στοιχειωδεστέρου προσόντος δράσεως, ζωῆς, προόδου, ἡ πόλις αὕτη εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῆς Τριφυλίας. Καὶ ὁ λόγος τῆς ἀπορίας αὐτῆς δὲν εἶναι ἀκατανόητος, ἂν ἴδῃ κανεὶς τὴν πόλιν αὐτήν. Τότε θὰ ἐννοήσῃ, πῶς δὲν δύναται νὰ ἀναπτύξῃ ἐμπόριον, αὐτὴ ἡ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην δυναμένη ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς της θέσεως νὰ καταστῇ περιφανέστατον ἐμπορικὸν στάδιον. Τότε θὰ πεισθῇ περὶ τοῦ αἰτίου τοῦ ἐλαττοῦντος ἀνὰ πᾶν ἔτος τὸν πληθυσμόν της καὶ θὰ ἐξηγήσῃ τὸν λόγον, δι’ ὃν οὐδεὶς ξένος δύναται νὰ παραμείνῃ εἰς αὐτὴν πλέον τῆς μιᾶς ἡμέρας...» Τοιαύτη εἶναι ἡ πόλις τῆς Κυπαρισσίας! Ἀντιστρόφως ὅμως γνωρίζετε πόλιν ἄλλην ἐγκλείουσαν ἐν ἑαυτῇ ζωήν, ἐγκλείουσαν στοιχεῖα ἀκμῆς καὶ βαίνουσαν ἀδιακόπως πρὸς πρόοδον. Τοιαύτη εἶναι ἡ πόλις τῶν Φιλιατρῶν. Ἐὰν, Κύριοι, ἔλαβον τὸν λόγον, ἔλαβον αὐτὸν οὐχὶ διότι ἔχω συμφέρον τι ἀτομικὸν, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ καθῆκον νὰ μεριμνᾷ, ὅπως αἱ ἐπαρχίαι προοδεύωσιν· ὅταν δὲ ἡ Πολιτεία παρορᾷ τὸν κανόνα τοῦτον, ἀντὶ νὰ συντελῇ εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἐν γένει χώρας, συντελεῖ τοὐναντίον εἰς τὴν παρακώλυσιν τῆς προόδου αὐτῆς. Ἐν ὀνόματι λοιπὸν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ὡς ἕδρα τῆς Τριφυλίας, ἀντὶ τῆς Κυπαρισσίας, ὁρισθῇ ἡ πόλις τῶν Φιλιατρῶν.

§223ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠδυνάμην, Κύριοι, νὰ πιστεύσω ποτὲ, ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ ἠναγκασμένος, ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, κεκμηκυίας οὔσης τῆς Βουλῆς, νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ ὑπάρξῃ, δὲν ἀνέμενον δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας συνάδελφος ἤθελεν ἐντείνει τὰ ἑκηβόλα αὑτοῦ ὅπλα ἀπὸ τῆς παρασάγγας ἀπεχούσης ἀνατολικῆς παραλίας τῆς Εὐβοίας μέχρι τῶν ἐσχατιῶν τῆς Πελοποννήσου, ἵνα ὑποδείξῃ ἐλαττώματα μιᾶς πόλεως τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας καὶ ὑπερμαχήσῃ τῶν πλεονεκτημάτων τῆς ἑτέρας, ἅτινα διὰ τηλεσκοπίου διέκρινε, καὶ κηδεμονεύων, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς ἀντιπροσώπους οὐ μόνον τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἑτέρας ἐπαρχίας, τῆς Ὀλυμπίας, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀποτελέσωσι τὸν νέον νομὸν, ὑποδείξῃ εἰς ἡμᾶς ὁποῖον ἦτο τὸ καθῆκόν μας πρὸς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς παρελίπομεν. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δι’ ἐμὲ ὁ ἀγὼν, τὸν ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην ἀναλαμβάνω, ἵνα ἀποκρούσω τὴν ἰδέαν τὴν ἐξενεχθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ ἐκ Καρυστίας κ. συναδέλφου, εἶναι ἄχαρις· καὶ λέγω ὅτι εἶναι ἄχαρις, καθόσον εἶμαι πρὸ παντὸς Ἕλλην, κατὰ δεύτερον λόγον Τριφύλιος καὶ κατὰ τελευταῖον λόγον Κυπαρίσσιος. Μετὰ τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας ὁλοκλήρου ὄχι μόνον μὲ συνδέει ὁ ἱερὸς δεσμὸς τῆς ἀντιπροσωπείας, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἔχω ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ οἰκογενειακαὶ παραδόσεις, καὶ δὲν θέλω νὰ ὑποληφθῶ, ὅτι προτίθεμαι νὰ ψέξω τὴν πόλιν τῶν Φιλιατρῶν. Θὰ περιορισθῶ μόνον, Κύριοι, ἵνα μὴ κουράσω καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ ἀντικρούσω ὅσα ἐγράφησαν εἴτε ἐν ὑπομνήμασιν εἴτε ἐν ἄλλοις δημοσίοις φύλλοις συκοφαντικῶς κατὰ τῆς Κυπαρισσίας καὶ ἐγκωμιακῶς ὑπὲρ τῶν Φιλιατρῶν, — διότι, ὡς ἔμαθον, καὶ φωτογραφίαι παρουσιάσθησαν εἴς τινας τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὡς συμβαίνει εἰς νύμφας τινὰς, διὰ νὰ σαγηνεύσωσι κανένα γαμβρόν.

§224ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συκοφαντικῶς διὰ τὴν Κυπαρισσίαν ἴσως ὄχι, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς πόλεως τῶν Φιλιατρῶν.

§225ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι ἀγαπῶ τὰ Φιλιατρὰ πλειότερον παντὸς ἄλλου. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Καρυστίας ἐλησμόνησεν, ὅτι, ἐὰν πράγματι ὑπῆρξεν αἰτιολογικὴ ἔκθεσις νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τριῶν ἢ τεσσάρων Πρωτοδικείων, αὕτη ἔχει ἑτέραν βάσιν, διότι ὄντως ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ νῦν ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι τὰ ἐπαρχιακὰ ταῦτα δικαστήρια ἄνευ τοῦ μετὰ τῆς διοικήσεως συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον παρουσιάζει τὸ σήμερον ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, δὲν εἶχον λόγον ὑπάρξεως. Λησμονεῖ προσέτι ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1899 παρῆλθον 7 ἔτη ὁλόκληρα, δὲν γνωρίζει δὲ,—καὶ δὲν τὸν ἀδικῶ διὰ τοῦτο—ὅτι ἐν Κυπαρισσίᾳ καὶ δημόσιον κατάστημα Πρωτοδικείου ἀξίας 55,000 δραχμῶν περικαλλὲς καὶ ἐκ τῶν σπανίων κατεσκευάσθη, καὶ ἄλλα δημόσια καταστήματα παρ’ αὐτῷ καὶ οἰκοδομαὶ πλεῖσται ἀνηγέρθησαν, ἐν αἷς καὶ ἡ τοῦ λαμπροῦ καταστήματος τῆς Τραπέζης, καὶ λιμὴν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἀξίας κατεσκευάσθη καὶ ἐξακολουθεῖ ἔτι κατασκευαζόμενος, ἔργον ἀληθοῦς προόδου. Διότι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι αἱ παράλιοι πόλεις διὰ τῶν λιμένων προοδεύουσι. Λυποῦμαι τῇ ἀληθείᾳ, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μάτσας, ὁ ὁποῖος εἶναι συντελεστής τοῦ ἔργου τούτου, δὲν εἶναι παρὼν, ἵνα βεβαιώσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα· ἀλλὰ παραπέμπω πάντα τὸν βουλόμενον νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς προόδου αὐτῆς τῆς πόλεως Κυπαρισσίας εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.

§226Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ.

§227ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τούτου ποία ἔσται ἡ πρόοδος τῆς Κυπαρισσίας διὰ τῆς συντελέσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μελιγαλᾶ καὶ Κυπαρισσίας; Δὲν εἶναι ἡ Κυπαρισσία σήμερον τὸ κέντρον τῆς ναυτιλίας καὶ τοῦ ἐμπορίου πέντε ὀρεινῶν δήμων; Καὶ δὲν ἔχομεν μόνον προϊὸν τὸν σταφιδόκαρπον. Ἔχομεν ποικιλίαν προϊόντων, ἔλαιον, βαλανίδια, σιτηρά. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι τοῦ 1896, ἐνῷ ἀτυχῶς αἱ ὅμοροι ἐπαρχίαι καὶ οἱ δῆμοι ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα ἐκ τῆς ἀπορίας, ἡ Κυπαρισσία ἀντέσχε, λόγῳ τῆς ποικιλίας τῶν προϊόντων αὐτῆς. Ἐὰν δὲ ὁ σιδηρόδρομος συντελεσθῇ, — καὶ θὰ συντελεσθῇ προσεχῶς, διότι ἡ πρόοδος δὲν παύει, —θὰ ἔχωμεν αὔξησιν μεγίστην τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς Κυπαρισσίας, διότι οἱ δῆμοι τῆς Ἀνδανίας καὶ Ἰθώμης τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης θὰ προτιμῶσι νὰ ἐξάγωσι τὸ προϊόν των διὰ τῆς Κυπαρισσίας, καθόσον τὸ προϊὸν τῶν δήμων ἐκείνων προσομοιάζει πρὸς τὸ προϊὸν τῆς Κυπαρισσίας, ὅπερ ὑπερέχει κατὰ ποιότητα τοῦ Μεσσηνιακοῦ.

§228ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.

§229ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σεβόμενος τῆς Βουλῆς τὴν θέλησιν, κατέρχομαι τοῦ βήματος τούτου μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, καθόσον ἡ Κυπαρισσία ὑπῆρξε μέχρι τοῦ 1845 πρωτεύουσα νομοῦ καὶ διοικήσεως, ἔκτοτε δὲ μέχρι σήμερον πρωτεύουσα ἐπαρχίας, ἐν ᾗ καὶ Πρωτοδικεῖον ἑδρεύει καὶ ἄριστα ἐλειτούργησε καὶ λειτουργεῖ, ὡς μαρτυροῦσιν οἱ στατιστικοὶ πίνακες.

§230ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἀγαπᾷ τὰ Φιλιατρὰ καὶ τὰς ἄλλας πόλεις, τὰς ὁποίας ὠνόμασεν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀγαπᾷ τὴν ἀλήθειαν· διότι ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυπαρισσίας, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν Φιλιατρῶν. Ἡ ἐπίσημος στατιστικὴ ἀναφέρει, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῶν Φιλιατρῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι πρωτεύουσα τοῦ δήμου Ἐράνης, ἀνέρχεται εἰς 9,700 ψυχάς· ἐπίσης ἡ αὐτὴ στατιστικὴ μαρτυρεῖ, ὅτι ἡ Κυπαρισία, ἡ ὁποία εἶναι πρωτεύουσα τοῦ δήμου Κυπαρισσίας, ἔχει πληθυσμὸν 6,529. Ἑπομένως ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπισήμου στατιστικῆς ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πρωτεύουσα ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐν Φιλιατροῖς καὶ οὐχὶ ἐν Κυπαρισσίᾳ. Ἀλλὰ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ σπουδαιότατος λόγος, ἵνα ὁρισθῶσιν ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ Τριφυλίας τὰ Φιλιατρὰ, δὲν εἶναι μεταξὺ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων, ὁ σπουδαιότερος λόγος εἶναι αἱ ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς δὲν κατετέθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καίτοι ἐζητήθησαν, ἁπάντων, ἄνευ ἐξαιρέσεως, τῶν ἑκάστοτε ὑπηρετησάντων ὡς Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων ἐν τῷ δικαστηρίῳ Κυπαρισσίας, αἱ ὁποῖαι σταθερῶς καὶ στερεοτύπως ἀναφέρουσιν εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ διαμονὴ τῶν δικαστῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἐπιβεβλημένη δὲ ἡ μεταφορὰ τοῦ δικαστηρίου εἰς Φιλιατρά.

§231Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ἐπιβεβαιῶ καὶ ἐγώ.

§232ΣΤΑΗΣ. Ἰδοὺ ὅτι καὶ ἕτερος ἔντιμος συνάδελφος, ὑπηρετήσας ἐν Κυπαρισσίᾳ ὡς δικαστής, μαρτυρεῖ καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι πρέπει νὰ μετατεθῇ τὸ δικαστήριον ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Φιλιατρά. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἵνα ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τῶν φρονούντων, ὅτι ἕδρα τοῦ νομοῦ Τριφυλίας πρέπει νὰ ὁρισθῶσι τὰ Φιλιατρὰ καὶ οὐχὶ ἡ Κυπαρισσία.

§233Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συντάσσομαι καὶ ἐγὼ μὲ τὴν γνώμην τῶν προλαλησάντων, ὅτι πρέπει ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ Τριφυλίας νὰ ὁρισθῶσι τὰ Φιλιατρά, διότι τόσον καλὴ εἶναι ἡ Κυπαρισσία, ὥστε οἱ δικασταὶ ἐπίτηδες μεταφέρουσι τὰ πολιτικά των δικαιώματα ἐκεῖ, διὰ νὰ μὴ δύνανται κατὰ τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμον νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὸ δικαστήριον Κυπαρισσίας.

§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχουσι κατατεθειμέναι τρεῖς τροπολογίαι. Πρώτη τροπολογία ἡ τῶν Βουλευτῶν Βάλτου καὶ Ἄρτης, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν, ἵνα ἡ ἐπαρχία Βάλτου ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ νομοῦ Ἄρτης. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἑτέρα τροπολογία εἶναι ἡ τῶν Βουλευτῶν Θηβῶν, οἱ ὁποῖοι προτείνουσιν, ὅπως ἡ ἐπαρχία Θηβῶν ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τρίτη τροπολογία εἶναι ἡ τῶν βουλευτῶν Βόλου κ. κ. Καρτάλη καὶ Κασσαβέτη καὶ τοῦ βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς κ. Πεταλᾶ, οἵτινες προτείνουσιν, ὅπως τὸ χωρίον Βενέτη τοῦ δήμου Κασθαναίας τῆς ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς ἀποτελέσῃ μέρος τῆς διοικήσεως Βόλου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§235Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι τροπολογία καὶ διὰ τὰ Φιλιατρά, κύριε Πρόεδρε.

§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παρεδόθη εἰς τὸ Προεδρεῖον.

§237ΔΟΥΝΗΣ. Τὴν ὑποβάλλομεν ἡμεῖς.

§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχηται τὴν τροπολογίαν, ἵνα ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ Τριφυλίας ὁρισθῶσι τὰ Φιλιατρά. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§239Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§240ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Τί εἶναι αὐτά! (Θόρυβος).

§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία, τὴν ὁποίαν καταθέτει ταύτην τὴν στιγμὴν ὁ ἐκ Θηβῶν βουλευτὴς κ. Δαούτης, νὰ ὁρισθῇ ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ Βοιωτίας ἡ πόλις τῶν Θηβῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§242Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διορθωθῇ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐδάφιον 7. Ἀντὶ «Ὁ νομὸς τῆς Ἄρτης, συνιστάμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης», νὰ τεθῇ: «Ὁ νομὸς τῆς Ἄρτης, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Ἄρτης καὶ Τζουμέρκων».

§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§244Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλη τροπολογία.

§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία, τὴν ὁποίαν καταθέτουσιν οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μαυροκέφαλος, Μπασιᾶς, Μομφερρᾶτος καὶ Μαρκέτος, ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 24, καθ’ ἣν ὁ νομὸς Κεφαλληνίας συνίσταται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Κραναίας, Πάλλης, Σάμης καὶ Ἰθάκης· προστίθεται δηλαδὴ ἡ Ἰθάκη εἰς τὸν νομὸν Κεφαλληνίας.

§246Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ παράσχῃ εὐμενῆ ἀκρόασιν, προκειμένου περὶ σοβαροῦ ζητήματος, θὰ εἴπω ὀλίγα τινά, ἂν καὶ ἡ ὥρα εἶναι λίαν προκεχωρηκυῖα. Δὲν συμμερίζομαι, κύριοι Βουλευταί, καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τῆς κακοδιοικήσεως καὶ θὰ ἐπανορθώσῃ τελείως τὴν Δικαιοσύνην. Ἵνα ταῦτα συντελεσθῶσιν, ἀναγκαῖον καθίσταται νὰ προβῶμεν εἰς ῥιζικώτερα μέτρα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν φαίνεται νὰ γίνηται σκέψις ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ τοῦ χειρίστου εἴδους συναλλαγὴ ἀποτελεῖ τὴν κρηπῖδα τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, δὲν εἶναι κατὰ τὴν κρίσιν μου πιθανὴ τῶν δημοσίων πραγμάτων ἡ βελτίωσις, μ’ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωσιν οἱ κυβερνῶντες τὴν χώραν. Ἀλλά, καίπερ οὕτω σκεπτόμενος, δὲν κατεψήφισα κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, διότι θεωρῶ τοῦτο ὡς δυνάμενον ν’ ἀποβῇ χρήσιμον εἰς τὸν καταθλιβόμενον λαόν. Ἀληθῶς δέ, διὰ νὰ ἔχῃ τις ἐναντίαν γνώμην, πρέπει νὰ μὴ ἔλαβεν ἀφορμήν, ἵνα γνωρίσῃ τὰς ταλαιπωρίας, τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ ἄνθρωποι, ὑποχρεούμενοι νὰ διατρέχωσι μακρὰς ἀποστάσεις καὶ νὰ χρονοτριβῶσιν ἐπὶ ἡμέρας, διὰ νὰ περατώνωσι τὰς διοικητικὰς καὶ δικαστικὰς αὑτῶν ὑποθέσεις. Ἀλλὰ ὅστις ἔχει πεῖραν τῶν στενοχωριῶν τούτων δὲν δύναται νὰ μὴ ἐπιδοκιμάσῃ ἐν γένει μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ παράσχῃ πολλὰς εὐκολίας εἰς μεγάλους πληθυσμοὺς τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἤδη γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: διὰ τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως ἐπιτυγχάνεται πανταχοῦ ἡ τῶν πολιτῶν εὐκολία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν δικαιολογητικὴν βάσιν τοῦ νομοθετήματος; Νομίζω ὄχι, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόσπασιν τῆς Ἰθάκης ἀπὸ τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας καὶ τὴν προσάρτησιν αὐτῆς εἰς τὸν νεοσχηματιζόμενον τῆς Λευκάδος. Ἵνα πεισθῇ τις, ὅτι ἡ μεταβολὴ δὲν ἐκπληρώνει τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται, δὲν ἔχει ἀνάγκην πολλῶν ἐπιχειρημάτων ἢ ἄλλων ἀποδείξεων, διότι ἀρκεῖ μόνον νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ χάρτου, ἵνα παρατηρήσῃ τὴν ἀπόστασιν. Βεβαίως δὲ θὰ σχηματίσῃ ἐναντίαν περὶ τῆς προσαρτήσεως εἰς τὴν Λευκάδα γνώμην, ἐκτὸς ἂν συμπέσῃ νὰ ᾖναι ἐντελῶς ἀγεωγράφητος. Ἡ Ἰθάκη χωρίζεται ἀπὸ τῆς Κεφαλληνίας διὰ στενωτάτου πορθμοῦ, τὸν ὁποῖον διαπλέει τις ἐπὶ μικρᾶς λέμβου εἰς διάστημα μιᾶς ὥρας. Δύναταί τις ἀναχωρῶν τὴν χαραυγὴν νὰ φθάνῃ εἰς Ἀργοστόλιον καὶ ἀφοῦ περατώσῃ τὰς ὑποθέσεις του νὰ ἐπιστρέφῃ εἰς Ἰθάκην πρὶν ἢ ὁ ζοφερὸς τῆς νυκτὸς πέπλος διαχυθῇ ἐπὶ τὰς κορυφὰς τῶν ὀρέων. Διὰ τὴν ταχεῖαν ταύτην μετάβασιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ κατὰ τὸ θέρος, ὁ πτωχὸς ἄνθρωπος δαπανᾷ τρεῖς ἢ τέσσαρας μόνον δραχμάς, πιθανὸν δὲ καὶ ὀλιγωτέρας, ὅσαι δηλαδὴ ἀπαιτοῦνται μόνον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν πορθμείων. Ἄς ἴδωμεν τώρα, τί θὰ συμβαίνῃ ἐκ τῆς προτεινομένης μεταβολῆς. Τὸ Βαθὺ, ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἰθάκης, ἀπέχει ἀπὸ τῆς Λευκάδος πέντε ἢ ἕξ ὥρας διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον μόνον ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος προσεγγίζει ὑποχρεωτικῶς. Ὁ θέλων λοιπὸν ν’ ἀναχωρήσῃ πρέπει νὰ περιμένῃ τὴν ἄφιξιν τοῦ ἀτμοπλοίου, διότι διὰ λέμβου, καὶ μάλιστα τὸν χειμῶνα, καθίσταται ἐπικίνδυνος ὁ διάπλους τῆς ἐκτεταμένης θαλάσσης, ἡ ὁποία διαχωρίζει τὰς δύο νήσους. Ἤδη, ἐὰν ὁ μεταβὰς εἰς Λευκάδα ἐπιτύχῃ νὰ περατώσῃ τὰς ὑποθέσεις του ταχέως, δύναται νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν ἐπιοῦσαν· ἄλλως θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ περιμείνῃ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον ἐνίοτε καθυστερεῖ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Διὰ τὴν νέαν δὲ ταύτην ὀδυσσειακὴν περιπλάνησιν ὁ πτωχὸς ἄνθρωπος θὰ δαπανᾷ τοὐλάχιστον 20 δραχμάς. Ἐκ τῶν ὀλίγων τούτων προκύπτει, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς ζημίαν θὰ ἔχῃ ὁ λαὸς τῆς Ἰθάκης, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τῆς Κεφαλληνίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ λέγω πάντοτε τὴν ἀλήθειαν, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Ἰθάκῃ καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν προσάρτησιν μετὰ τῆς Λευκάδος. Πλὴν οὗτοι εἶναι οἱ ὀλίγοι, οἱ εὐπορώτεροι, οἵτινες σπανίως λαμβάνουσιν ἀφορμὴν νὰ τρέχωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ οἵτινες ἐκ τοῦ φόβου μήπως ἤθελόν ποτε κληθῆ μάρτυρες προτιμῶσι τὴν μετάβασιν εἰς Λευκάδα ὡς γινομένην ἀνετώτερον διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου. Ὁ πτωχὸς ὅμως λαός, ὁ ἔχων συχνοτέρας σχέσεις μετὰ τῆς Δικαιοσύνης, προκρίνει τὴν ἄγουσαν εἰς Κεφαλληνίαν. Προκειμένου δὲ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μόνον τῶν πολλῶν τὸ συμφέρον καὶ νὰ μὴ ὑποβάλῃ τούτους εἰς θυσίας ἐπιπροσθέτους. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Ἰθάκη ἐπὶ τῆς Ἰονίου Πολιτείας εἶχεν αὐτοτελῆ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν δικαιοσύνην, οἱ δὲ κάτοικοι ἀπέλαυον τῶν ἀγαθῶν τούτων χωρὶς νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῇ ἀνάγκῃ νὰ περιπλανῶνται μακράν. Μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἕνεκεν οἰκτρᾶς ἀπροβλεψίας, ἡ Ἰθάκη ἀπώλεσε τὴν αὐτοτέλειάν της καὶ ὑπήχθη εἰς τὸν νομὸν Κεφαλληνίας, ἐπὶ ζημίᾳ βεβαίως τῶν κατοίκων οἵτινες ὑποχρεοῦνται νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Ἀργοστόλιον πρὸς περάτωσιν τῶν διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν αὐτῶν ὑποθέσεων. Ἀλλ’ αἱ ἀγαθαὶ σχέσεις, αἵτινες ὑπῆρξαν πάντοτε μεταξὺ τῶν δύο νήσων, καὶ ἡ φιλόξενος προθυμία τῶν Κεφαλλήνων κατέστησαν ὀλιγώτερον ἐπαισθητὰς τὰς ἐκ τῆς μεταβολῆς ταλαιπωρίας. Ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου καλοῦνται οἱ Ἰθακήσιοι νὰ διαρρήξωσι τὰς πρὸς τὴν Κεφαλληνίαν σχέσεις καὶ νὰ ζητήσωσι νέας ἐν Λευκάδι. Σὺν τῇ μεταβολῇ δὲ ταύτῃ ν’ ἀπολέσωσι καὶ τὴν θρησκευτικὴν αὐτοτέλειαν, διότι μία θὰ ὑφίσταται ἕδρα ἐπισκόπου ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ. Ἡ καινοτομία δὲ αὕτη γίνεται κατὰ παράβασιν τῶν δικαίων, διότι συμφώνως πρὸς τὴν συνθήκην μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος ἀπὸ 1)13 Ἰουλίου 1863 ἐν ἄρθρῳ 4 διατηροῦνται ἀκέραια τὰ καθιερωμένα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια ὑπὸ τοῦ Αʹ καὶ Εʹ κεφαλαίου τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου τῆς Ἡνωμένης Πολιτείας τῶν Ἰονίων Νήσων. Δυνάμει δὲ τῶν διατάξεων τούτων χορηγεῖται εἰς τὴν νῆσον ταύτην τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἀρχιεπίσκοπον ἢ ἐπίσκοπον. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον συντρίβει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐξαφανίζον καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος τῆς παλαιᾶς λαμπρότητος διὰ τῆς ὑπαγωγῆς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἰθάκης εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐν Λευκάδι ἑδρεύοντος ἐπισκόπου. Τοιουτοτρόπως νέα ζημία προσγίνεται εἰς τοὺς Ἰθακησίους, ἁπλῶς καὶ μόνον ἵνα σχηματισθῇ περιπλέον εἷς νομός. Ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τῆς πατρίδος τοῦ περιφήμου Ὀδυσσέως, ἀντὶ νὰ ῥίπτωνται δεξιᾷ ἢ ἀριστερᾷ κατὰ τὰς περιστάσεις, ἔπρεπε, νομίζω, νὰ λαμβάνωνται σπουδαιότερον ὑπ’ ὄψιν. Οἱ Ἰθακήσιοι, ὡς ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ ὡς ἐκ τῆς ναυτικῆς κινήσεως, ἠδύναντο ν’ ἀξιώσωσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἵδρυσιν μεταβατικοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον νὰ δικάζῃ ἐπὶ τόπου τοὐλάχιστον τὰ πλημμελήματα, διὰ ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς ταλαιπωρίας ἵνα μεταβαίνωσιν ἀλλαχοῦ, διασχίζοντες τὰ πελάγη. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας τοῦ Κράτους καταστέλλωσι τοιαύτας ἀξιώσεις, δικαιοῦνται ὅμως ν’ ἀπαιτήσωσιν ἵνα μὴ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς μείζονας θυσίας διὰ τῆς προσαρτήσεως εἰς τὴν Λευκάδα καὶ τῆς ἀπωλείας τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοτελείας. Ἴσως ἡ πληροφορία, ὅτι οἱ Ἰθακήσιοι πρόκειται νὰ ζημιωθῶσι διὰ τῆς μεταβολῆς, δὲν ἀρέσκει εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἐκ Λευκάδος. Ἀλλὰ πταίω ἐγώ, ἂν ἦμαι ἀντιπρόσωπος τοῦ πτωχοῦ τῆς Ἰθάκης λαοῦ; Ἵνα σχηματίσω ἄλλην γνώμην, πρέπει νὰ ἴδω συντετελεσμένα τὰ κολοσσιαῖα ἔργα, τὰ ὁποῖα, ἵνα μὲ πείσῃ, προανήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Φίλιππας. Ἀλλὰ μέχρι τῆς μακαρίας ἐκείνης ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ περατωθῶσι τὰ θαλάσσια, τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ ὑποβρύχια ταῦτα μεγαλουργήματα, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ φρονῶ, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν Ἰθάκην ν’ ἀποτελῇ τμῆμα τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, μετὰ τῆς ὁποίας πάντοτε διατελέσασα συνδεδεμένη ἔχει κοινὰ συμφέροντα καὶ ἐν τῷ ἐμπορίῳ καὶ ἐν τῇ ναυτιλίᾳ, καθὼς ἀνέφερα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ὑπέβαλον τὴν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζων, ἐξαιτοῦμαι, ἵνα ἡ Ἰθάκη μένῃ ἐν τῷ νομῷ Κεφαλληνίας.

§247ΤΗΛ. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀπέφυγον νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Ἰθάκης, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, διότι, ὡς ἐδήλωσα τότε, οὐδεμίαν εἶχον λάβει ἐντολὴν ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου, ὅπως συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας λύσεως. Ἤδη ἀναγκάζομαι νὰ ἐξέλθω τῆς ἐπιφυλακτικότητος, διότι ἐνώπιον ἡμῶν παρίστανται ἀντιμέτωποι ἡ Κεφαλληνία καὶ ἡ Λευκὰς, ἐρίζουσαι μεταξὺ των περὶ τοῦ τίς τῶν δύο δικαιοῦται, λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ μετ’ αὐτῆς ἕνωσις ἤθελε παράσχει εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἰθάκης, διὰ τῆς προσαρτήσεώς της νὰ εὐρύνῃ τὴν διοικητικὴν καὶ τὴν δικαστικὴν αὑτῆς περιφέρειαν. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ ἀγὼν εἶναι εὐγενής· συγχαίρω μάλιστα καὶ ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν συμπολιτῶν μου εἰς τοὺς κυρίους ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαρχιῶν τούτων διὰ τὰ ἀγαθά των αἰσθήματα ὑπὲρ ἡμῶν καὶ διὰ τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ δεικνύουσιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας μου. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Μαυροκέφαλος, θερμῶς συνηγορήσας ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος, ἐδήλωσεν ὅτι πράττει τοῦτο διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, τοὺς ὁποίους ἐνώπιον ὑμῶν ἀνέφερε, καὶ ἰδίως, καθὼς εἶπε κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, συνεπείᾳ πολλῶν ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐξ Ἰθάκης ἔλαβεν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὀλιγίστας τοιαύτας ἐπιστολὰς ἔλαβον, κατὰ παράδοξον δὲ σύμπτωσιν, πᾶσαι σχεδὸν ἔτυχε νὰ συνηγορῶσιν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἰθάκης μετὰ τῆς Λευκάδος. Ἀφεθεὶς λοιπὸν ἐλεύθερος ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου, δηλῶ ὅτι θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, οἷον ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, διότι πράττων οὕτως ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξυπηρετῶ καλλίτερον τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας μου καὶ ὅτι ἀνταποκρίνομαι πληρέστερον εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν συμπολιτῶν μου. Ἐνώπιον δὲ αὐτῶν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἔπεισαν εἰς τοῦτο· διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνωφελὲς νὰ κατατριβώμεθα καὶ νὰ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι πολὺ ἐνδιαφέρον εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.

§248ΑΝΤ. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐπὶ τῆς Γαλλικῆς κατοχῆς, ἐν ἔτει 1794, ἡ Ἰθάκη ἔσχε τὴν ἀξίωσιν νὰ καταστῇ ἕδρα νομοῦ. Ἡ Γαλλία, ὅτε ἐπρόκειτο ἐν Ἑπτανήσῳ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ νομαρχιακὸν σύστημα, τὴν Ἰθάκην ἐξέλεξεν ὡς ἕδραν καὶ τὴν Κεφαλληνίαν προσήρτησεν εἰς αὐτήν. Σήμερον παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἕτερος τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς ἐκφράζει τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα ἡ Ἰθάκη προσαρτηθῇ εἰς τὴν Λευκάδα! Ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κεφαλληνίας, ἀναγκάζομαι νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ ἔχω δικαίωμα, νομίζω, πρὸς τοῦτο, ἐπικαλούμενος καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἑτέρου τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἰθάκης, τοῦ κ. Μαυροκεφάλου. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε γεωγραφικῶς, οὔτε κοινωνικῶς, οὔτε διοικητικῶς νὰ δικαιολογηθῇ ἡ προσάρτησις τῆς Ἰθάκης εἰς τὴν Λευκάδα. Καὶ ὅτε δὲ, κατὰ τὸ 1865, ἐγένετο πρότασις περὶ τοιαύτης ἑνώσεως, ὁ Ἰακωβᾶτος, ὁ Βράϊλας καὶ ὅλοι οἱ Ἑπτανήσιοι Βουλευταὶ ἐξηγέρθησαν, καὶ δὲν ἐπέτυχεν ὁ σκοπὸς οὗτος, ἀλλ’ ὑπεχώρησεν ὁ ἀοίδιμος Κουμουνδοῦρος. Σήμερον οἱ αὐτοὶ λόγοι συντρέχουσι, κοινὰ αἰσθήματα, κοινὰ φρονήματα, τὰ αὐτὰ συμφέροντα ἀδιαρρήκτως συνδέουσι τὴν Κεφαλληνίαν πρὸς τὴν Ἰθάκην. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ προσαρτηθῇ ἡ Ἰθάκη εἰς τὴν Λευκάδα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι, φαίνεται, φιλόμουσος, καὶ ἴσως θέλει νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν Λευκάδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἐστέναξε τὸ τελευταῖον ἡ Σαπφώ. Ἀλλ’ οὐδεὶς πρακτικὸς λόγος δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην ἕνωσιν. Ἡ Λευκὰς ἀνήκει εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν. Μόνον συνδεομένη πρὸς τὴν Ἀκαρνανίαν ἠδύνατο νὰ ἀπαρτίσῃ νομόν. Διαμαρτύρομαι λοιπὸν ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου.

§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐξ Ἰθάκης βουλευτοῦ κ. Μαυροκεφάλου καὶ λοιπῶν, ὅπως ἡ Ἰθάκη ὑπαχθῇ εἰς τὸν νομὸν Κεφαλληνίας, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 2 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς. Ἐν ἐδαφίῳ 7, ἀντὶ «ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης» ἐτέθη «ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Ἄρτης καὶ Τζουμέρκων». Ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου 15 προσετέθη καὶ ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας· ἤτοι ἀντὶ «καὶ Μεγαλοπόλεως» ἐτέθη «Μεγαλοπόλεως καὶ Γορτυνίας». Διεγράφη δὲ ὁλόκληρον τὸ 16ον ἐδάφιον, τὸ ὁρίζον νομὸν τὴν Γορτυνίαν καὶ ἕδραν αὐτοῦ τὴν Δημητσάναν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).

§251Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 5 εἶναι κακῶς συντεταγμένον. Λέγει ὅτι «ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ διεύθυνσις ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται εἰς νομάρχην». Τοῦτο ἐλήφθη ἐκ νόμου, ὁ ὁποῖος δὲν ἰσχύει πλέον. Ἐλήφθη ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1845, καθ’ ὃν εἴχομεν νομάρχην καὶ ἔπαρχον. Ὁ νομάρχης εἶχε τὴν ἀνωτάτην διοικητικὴν διεύθυνσιν τοῦ νομοῦ, διοικεῖ δὲ ἀπ’ εὐθείας τὴν ἐπαρχίαν μόνον, ἐν ᾗ ἥδρευεν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος κατηργήθη. Ἔπαρχοι διοικοῦντες ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην διοικητικὴν διεύθυνσιν τοῦ νομάρχου δὲν ὑπάρχουν. Καταργηθέντος τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν ὑπάλληλον, δημόσιον ὄργανον, τὸ ὁποῖον νὰ διοικῇ τὰς ἐπαρχίας καὶ ἑπομένως τὸν νομόν ὁλόκληρον. Ἐν τῇ γλώσσῃ τῇ διοικητικῇ ἀνωτάτη διοικητικὴ διεύθυνσις δὲν ἐννοεῖται ἡ ἀπ’ εὐθείας διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν ἢ τῶν νομῶν. Ἐννοεῖται ἡ ἐξουσία ὑπαλλήλου, ἔχοντος τὴν ἀνωτάτην ἐπίβλεψιν καὶ διεύθυνσιν καὶ ὑπ’ αὐτὸν ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀπ’ εὐθείας διοικοῦσι. Ποῖα εἶναι νῦν τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα διοικοῦσιν; Οὐχὶ βεβαίως οἱ ἔπαρχοι. Ἀλλ’ ἂν δὲν διοικῶσιν αὐτοὶ τὸν νομὸν, διότι δὲν ὑπάρχουσι πλέον ἔπαρχοι διοικοῦντες, ποῖος διοικεῖ; Ὁ νομάρχης; Ἀλλὰ τότε πρέπει ῥητῶς νὰ τὸ εἴπωμεν. Τοῦτο δὲ ἔτι χεῖρον γίνεται ἐκ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου, διότι ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ δὲν μνημονεύεται ὁ νόμος ΒΚΖʹ τοῦ 1892, ὁ ὁποῖος καταργήσας τὰ ἐπαρχεῖα κατέστησε τὸν νομάρχην διοικητὴν τοῦ νομοῦ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ΒΚΖʹ νόμου τῆς 14 Ἰουλίου 1892 (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐπαρχεῖα καταργοῦνται, αἱ δὲ ἀποτελοῦσαι τοὺς νομοὺς τοῦ Κράτους ἐπαρχίαι διοικοῦνται ἀμέσως ὑπὸ τῶν νομαρχῶν». Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν νομαρχῶν καὶ σήμερον. Λοιπόν, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 5 λέγει, ὅτι ἡ «ἀνωτάτη διοικητικὴ διεύθυνσις ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται εἰς νομάρχην», ἀφοῦ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 6 λέγει, ὅτι «ἡ ἁρμοδιότης καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ νομάρχου θέλουσιν ὁρισθῆ διὰ νόμου καὶ συμφώνως πρὸς τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα 3 καὶ 4. Μέχρι δὲ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ τούτου νόμου ἰσχύει τὸ «περὶ καθηκόντων καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν νομαρχῶν» Β. Διάταγμα τῆς 5 Δεκεμβρίου 1845», δὲν ἀναφέρει δὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρον τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα, τὸν νόμον ΒΚΖʹ, ἕπεται ὅτι ἔχομεν κατάστασιν διοικήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀνώμαλος, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ διοικῶν τὸν νομὸν μὲ τὴν νέαν διοικητικὴν διαίρεσιν, οἱ νόμοι δὲ, εἰς τοὺς ὁποίους ὡς πρὸς τοῦτο παραπέμπει τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 6, δὲν ἀναπληροῦσι τὴν ἀτέλειαν τοῦ ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον, ἀντὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἡ ἄμεσος διοίκησις ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται εἰς νομάρχην, λέγει ὅτι ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ διεύθυνσις ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται εἰς νομάρχην, ὡσὰν νὰ ὑπάρχῃ κατωτέρα ὑπὸ ἄλλην διοικητικὴν ἀρχήν. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον οὕτω πως: «Ἡ διοίκησις ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται εἰς νομάρχην». Νὰ προστεθῇ δὲ εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, ὅταν ἔλθωμεν εἰς αὐτὸ, μετὰ τὸ «Β. Διάταγμα τῆς 5 Δεκεμβρίου 1845»: «ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ΒΚΖʹ νόμου καὶ διὰ τῶν σχετικῶν διαταγμάτων».

§252Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ ἡ μεταρρύθμισις αὕτη, καθόσον ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ὁρίζονται τὰ καθήκοντα τοῦ νομάρχου. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5, ἡ ὁποία λέγει: «ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ διεύθυνσις ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται εἰς νομάρχην», θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ δώσῃ χώραν εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6, αἱ ὁρίζουσαι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ νομάρχου.

§253Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω.

§254Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπέναντι τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 νομίζω ὅτι πᾶσα τροπολογία εἶναι ἐντελῶς περιττή. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ὑπόμνησιν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, παρατηρῶ ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ θὰ προστεθῇ ἓν τελευταῖον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου «καταργεῖται πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου». Ἑπομένως εἶναι περιττὴ ἡ μνεία τοῦ νόμου ἐκείνου.

§255Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνοήθην, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον. Τὸ ἄρθρον 6, εἰς τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι γίνεται διασάφησις τοῦ ἄρθρου 5 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παραπέμπει, ἕως ὅτου κανονισθῶσι διὰ νέου νόμου τὰ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ νομάρχου, εἰς τὸν νόμον τοῦ 1845. Ὁ νόμος τοῦ 1845 ἰδοὺ τί λέγει ἐν ἄρθρῳ 5 περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου: «Ἑκάστου νομοῦ ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ διεύθυνσις ἀνατίθεται εἰς ἕνα νομάρχην». Τοῦτο εἶναι, τὸ ὁποῖον μετέφερε νῦν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ ἄρθρον 5: «Εἰς τὸν νομάρχην ἀνατίθεται ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ διεύθυνσις ἑκάστου νομοῦ». Ἀλλὰ τότε ὑπῆρχον ἔπαρχοι, διοικοῦντες τὰς ἐπαρχίας, ἐφ’ ὧν ὁ νομάρχης εἶχε τὴν ἀνωτάτην διοικητικὴν διεύθυνσιν, διοικῶν ἀπ’ εὐθείας μόνον τὴν ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ ἥδρευεν. Ἀληθῶς κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου τοῦ 1845 «ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν ἑκάστου νομοῦ, ἄλλης παρ’ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἑδρεύει ὁ νομάρχης, διοικεῖται ὑπὸ τῶν ἐπάρχων». Πλὴν τὰ πράγματα δὲν ἔχουσι πλέον οὕτω. Τὰ ἐπαρχεῖα κατὰ τὰ 1892 κατηργήθησαν. Τί δὲ λέγει ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος κατήργησε κατὰ τὸ 1892 τὸν νόμον τοῦ 1845; «Τὰ ἐπαρχεῖα καταργοῦνται, αἱ δὲ ἀποτελοῦσαι τοὺς νομοὺς τοῦ Κράτους ἐπαρχίαι διοικοῦνται ἀμέσως ὑπὸ τῶν νομαρχῶν». Αὐτὸ ὤφειλε νὰ τὸ εἴπῃ. Διατί; Διότι πρὶν ἀνετίθετο ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν εἰς τοὺς ἐπάρχους, ἀφοῦ δὲ κατηργήθησαν τὰ ἐπαρχεῖα, θὰ ἔμενεν ἄνευ ὁρισμοῦ ποῖος διοικεῖ τὰς ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ, διότι αἱ ἐπαρχίαι καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν ἐπαρχείων δὲν κατηργήθησαν. Λοιπὸν εἶπεν, ὅτι τὰς διοικεῖ ἀπ’ εὐθείας ὁ ἴδιος νομάρχης. Ἤδη εἰς τὸ ἄρθρον 6 δὲν γίνεται παραπομπὴ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν τοῦ 1892. Ἐξ ἐναντίας τὸν παρατρέχει, ἀφοῦ ὥρισεν εἰς τὸ ἄρθρον 5 ὅ,τι δὲν ὑπῆρχε πλέον, ὅ,τι δὲν ἴσχυε πλέον. Ἐὰν λοιπὸν μνημονεύσητε ῥητῶς ἐνταῦθα τὸ ἄρθρον καὶ τὸν νόμον τοῦ 1892, βεβαίως διορθοῦται τοῦ ἄρθρου 5 ἡ ἀτέλεια.

§256Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Αὐτὸ, εἶπον, τὸ παραδέχομαι καὶ ἐγώ.

§257ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἦτο κανονικώτερον, ἂν ἔλεγεν, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι διοικοῦνται ὑπὸ τοῦ νομάρχου.

§258Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν νὰ γείνῃ, κύριε Πρόεδρε, ἡ προσθήκη αὕτη εἰς τὸ ἄρθρον 6, διὰ νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις.

§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 6 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἁρμοδιότης καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ νομάρχου θέλουσιν ὁρισθῆ διὰ νόμου καὶ συμφώνως πρὸς τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα 3 καὶ 4. Μέχρι δὲ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ τούτου νόμου ἰσχύει τὸ «περὶ καθηκόντων καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν νομαρχῶν» Β. Διάταγμα τῆς 5 Δεκεμβρίου 1845, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἄρθρου πρώτου τοῦ ΒΚΖʹ νόμου τῆς 14 Ἰουλίου 1892 καὶ διὰ τῶν ἀπὸ 24 Σεπτεμβρίου 1892 καὶ ἀπὸ 5 Φεβρουαρίου 1893 Β. Διαταγμάτων καὶ ὑπὸ ἄλλων διατάξεων εἰδικῶν νόμων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§260Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἑξῆς: «Ὁ μισθὸς τοῦ νομάρχου ὁρίζεται εἰς δραχμὰς τετρακοσίας κατὰ μῆνα. Ἐπιτρέπεται, ὅπως διὰ Β. Διατάγματος, ἐφάπαξ ἐκδιδομένου, ὁρισθῇ ἐπιμίσθιον μέχρι δραχμῶν διακοσίων κατὰ μῆνα εἴς τινας νομάρχας, ὧν ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς δέκα καὶ πέντε.»

§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωσθὲν ἄρθρον, ὡς ἄρθρον 7, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).

§262Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ τρίτου στίχου τῆς γʹ αὐτοῦ παραγράφου ἡ λέξις «Γορτυνίας», ν’ ἀντικατασταθῶσι δὲ ἐν τῷ πέμπτῳ στίχῳ τῆς αὐτῆς παραγράφου αἱ λέξεις «βʹ τάξεως» διὰ τῶν λέξεων «αʹ τάξεως».

§263Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν θὰ ἦτο καλὸν νὰ ὡρίζετο ἐνταῦθα ὡς πρὸς ποίους ἐκ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν θὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων; Μέχρι τοῦδε οἱ ὑπηρετοῦντες παρὰ ταῖς Νομαρχίαις ὡς γραμματεῖς δευτέρας τάξεως δὲν ὑπήγοντο εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Θὰ ἰσχύῃ τὸ αὐτὸ καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου; ἢ θὰ ὑπάγωνται καὶ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων; Καλὸν ἤθελεν εἶναι νὰ ὡρίζετο.

§264Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐναντία διάταξις, θὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος ὁ ὑπάρχων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).

§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκει): «Τὸν νομάρχην, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ὁ γραμματεὺς αʹ τάξεως ἐν οἷς Νομαρχείοις ὑπάρχει τοιοῦτος, καὶ ὁ γραμματεὺς βʹ τάξεως ἐν οἷς Νομαρχείοις δὲν ὑφίσταται γραμματεὺς αʹ τάξεως.»

§266Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω ν’ ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου πᾶσαι αἱ μετὰ τὰς λέξεις «ὁ γραμματεὺς αʹ τάξεως» τοῦ δευτέρου στίχου λέξεις. Οὕτω τὸ ἄρθρον τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Τὸν νομάρχην, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ὁ γραμματεὺς αʹ τάξεως.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει).

§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).

§268Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ, ἀντὶ «ἕνδεκα νέων Νομαρχείων» νὰ τεθῇ «δέκα νέων Νομαρχείων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη).

§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).

§270Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή, Κύριοι, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 προτείνει τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι οὐσιώδεις καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐν πρώτοις, λόγῳ τῆς μεταβολῆς τῆς περιφερείας τοῦ Πρωτοδικείου Λαρίσης, ἐξ οὗ ἀποσπᾶται ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ, ἵνα προστεθῇ διὰ τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, καταργεῖται ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ, ἡ ὁποία θὰ ὑπαχθῇ ἐφεξῆς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, εἶναι δ’ ἐντεῦθεν ἀνάγκη, ἐν τέλει τῆς σχετικῆς παραγράφου, μετὰ τὰς λέξεις «τῶν Πρωτοδικείων», νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ Ἐφετείων».

§271ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θέλετε νὰ τροποποιήσητε περιφέρειαν Ἐφετείου διὰ βασιλικοῦ διατάγματος;

§272ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμει νομοθετικῆς ἀδείας θὰ ἐκδοθῇ τὸ βασιλικὸν διάταγμα.

§273ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Αὐτὰ εἶναι τερατώδη πράγματα!

§274ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται βασιλικὸν διάταγμα αὐτοτελὲς νὰ τροποποιήσῃ περιφέρειαν Ἐφετείου. Ὅταν Β. Διάταγμα θὰ ὁρίσῃ τὰς περιφερείας τῶν Πρωτοδικείων, νομίζω ὅτι οὐδὲν νομοθετικὸν κώλυμα ὑπάρχει, ἐὰν δοθῇ ἡ ἄδεια, τὸ Β. Διάταγμα νὰ κανονίσῃ καὶ τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου, περὶ οὗ πρόκειται.

§275ΔΟΥΝΗΣ. Ποία ἡ ἀνάγκη;

§276ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ, ὑποβαλλομένη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἀποσπᾶται ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης καὶ νὰ ὑπάγηται ἐφεξῆς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν.

§277ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ περιφέρεια τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας ὑπάγεται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, καὶ ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ, ὑπαγομένη εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, θὰ ὑπάγηται καὶ αὐτὴ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν.

§278ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία σκέψις, τὴν ὁποίαν διατυπώνετε, ἀλλὰ νομίζω ὅτι νομοθετοῦντες καὶ γενομένων παρατηρήσεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶναι εὐκολώτατον νὰ προΐδωμεν τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ τὸ λύσωμεν νομοθετικῶς καὶ ῥητῶς.

§279ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὡς διατυποῦται τὸ ἄρθρον, νὰ ἐπιτρέπηται διὰ Β. Διατάγματος ἡ μεταβολὴ τῆς περιφερείας τῆς δικαιοδοσίας τῶν ὑπαρχόντων Πρωτοδικείων, καὶ αὐτὸ εἶναι ἄτοπον.

§280ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφάπαξ δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο.

§281ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θὰ γεννήσητε ζήτημα, ἐὰν δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο.

§282Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἔχετε, καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης προτείνει, ὅπως προστεθῇ ἡ λέξις «ἐφάπαξ» ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 12 μετὰ τὴν λέξιν «δύναται»· τοῦτο δὲ προτείνομεν καὶ ἡμεῖς νὰ προστεθῇ.

§283ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τούτου ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ἵνα ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν, αἱ ὁποῖαι λόγῳ τῆς μεταβολῆς τῆς περιφερείας τῆς δικαιοδοσίας τῶν δικαστηρίων θὰ μεταβιβασθῶσιν ἀπὸ Πρωτοδικείου εἰς Πρωτοδικεῖον, καὶ ἀπὸ Ἐφετείου εἰς Ἐφετεῖον. Προτείνει λοιπὸν τὴν ἀναγραφὴν τρίτου ἐδαφίου ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, συμφώνως πρὸς ὅσα μέχρι τοῦδε ἐνομοθετήθησαν ἐπὶ παρομοίων περιπτώσεων. Ἡ προτεινομένη πρόσθετος διάταξις περιλαμβάνεται ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ εἶναι ἡ ἑξῆς: «Αἱ ἐκ τῆς περιφερείας τῶν συσταθησομένων Πρωτοδικείων ἐκκρεμεῖς πολιτικαὶ, ἐμπορικαὶ καὶ ποινικαὶ δίκαι μεταβιβάζονται ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν εἰς τὰ σχετικὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τὰ Ἐφετεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα συνεπείᾳ μεταβολῆς τῆς ὑφισταμένης περιφερείας αὐτῶν ὑπήχθησαν, πλὴν τῶν ὑπὸ διάσκεψιν εὑρισκομένων, αἵτινες μεταβιβάζονται ὡσαύτως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ἢ τοῦ βουλεύματος, ἂν δι’ αὐτῶν δὲν περατοῦται ὁριστικῶς ἡ δίκη.»

§284ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Οὔτε αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γείνῃ, ἀλλὰ νὰ ἀφήσητε τὰς δίκας νὰ προχωρήσουν ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἐκκρεμεῖς, διότι θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη ἀνωμαλία· διότι συμφέροντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς πρωτευούσης, θὰ μετατεθῶσιν εἰς ἄλλα δικαστήρια.

§285ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω πάντοτε ἐγένετο ἐπὶ παρομοίων περιπτώσεων.

§286Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπορῶ πῶς γίνεται συζήτησις περὶ τούτου, διότι καὶ ἄλλοτε, ὅτε ἐνομοθετήθη ἡ σύστασις νέων δικαστηρίων, ῥητῶς περιελήφθη ἐν τοῖς νόμοις ἐκείνοις ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν προτείνομεν σήμερον, ῥητῶς ἀναφέρεται, ὅτι αἱ δίκαι αἱ ἐκκρεμεῖς κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων μεταφέρονται εἰς τὰ νέα δικαστήρια. Εἶναι λοιπὸν διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον ὡς καὶ εἰς ἄλλους νόμους. Καὶ εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, διότι ἄλλως ἡ ἁρμοδιότης τῶν συσταθησομένων δικαστηρίων δὲν δύναται νὰ ἐκταθῇ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν Ἐφετείων, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤκουσα ὅτι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τῶν Ἐφετείων ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν Πρωτοδικείων, καὶ ἐὰν ἑνώσωμεν μίαν ἐπαρχίαν μὲ τὴν περιφέρειαν ἄλλου Πρωτοδικείου, πάλιν ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐφετείου δὲν μεταβάλλεται. Παραδείγματος χάριν, ἐὰν τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ τὴν ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἐπειδὴ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἄρα ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ. Ἵνα μὴ ὅμως γεννηθῇ ποσῶς ζήτημα, προστίθενται καὶ αἱ λέξεις «καὶ Ἐφετείων». Παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ εἴπητε, ἡ προσθήκη τῶν λέξεων τούτων, καὶ ἐὰν περιττεύῃ, κατὰ τί βλάπτει; Καὶ ἂν δὲν προσθέσωμεν τὰς λέξεις ταύτας, πάλιν, ἐπαναλαμβάνω, ἐπειδὴ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν ἐκτείνεται ἐπὶ τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, προστιθεμένης τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν εἶναι πλήρης. Τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἰθάκης. Ἡ Ἰθάκη, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ὑπήγετο εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, σήμερον, προστιθεμένη εἰς τὴν Λευκάδα, θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν. Τοῦτο λοιπὸν θὰ γείνῃ καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ, καὶ ἀπορῶ διατὶ γίνεται τόσος θόρυβος ἄνευ λόγου.

§287Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἐξεθέσατε, εἶναι ὀρθή, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ προκύψῃ δισταγμός τις, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ περιληφθῇ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἐπεκτείνεται ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι ὀρθὴ, οὕτω δὲ δὲν ἀναγκαζόμεθα νὰ περιλάβωμεν τὴν προσθήκην τῶν Ἐφετείων. Ἀληθῶς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μεταβιβάσεως δικαιωμάτων ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας μεταβίβασις τοῦ δικαιώματος πρὸς μεταβολὴν τῶν περιφερειῶν τῶν Ἐφετείων, ἀφοῦ εἶναι καταφανὲς, ὅτι ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ θέλει ὑπάγεσθαι εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Πρέπει μετὰ φειδοῦς νὰ μεταβιβάζωμεν τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι ἐνδέχεται νὰ γίνεται ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος καὶ ἐπὶ ἄλλων μεταβολῶν. Ὅταν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀναλάβῃ τὸ δικαίωμα ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς νὰ μεταβάλλῃ διὰ διατάγματος τὴν περιφέρειαν τῶν Ἐφετείων, τὸ δικαίωμα τοῦτο δύναται νὰ ἐνασκήσῃ ὡς θέλει, ἀνατρέπουσα ἄνευ ἀνάγκης τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιλάβωμεν αὐτὴν τὴν προσθήκην.

§288Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ σχέδιον τοῦ νόμου ἀληθῶς ἐγὼ τὴν λέξιν «Ἐφετείων» δὲν τὴν εἶχον, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, καὶ τὴν ὁποίαν ἀποδέχεσθε, ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἁρμοδιότης τῶν Ἐφετείων ἐπεκτείνεται ἐπὶ ὡρισμένων Πρωτοδικείων, δὲν εἶναι καμμία ἀνάγκη νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβάλῃ διὰ διατάγματος τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ἐφετείων. Τὴν λέξιν «Ἐφετείων» τὴν προσέθηκεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκω, ὅτι ἡ προσθήκη τῆς λέξεως περιττεύει, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ βλάπτῃ, δι’ αὐτὸ τὴν δέχομαι, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν τεθῇ ἡ λέξις «Ἐφετείων», πάλιν ἡ ἁρμοδιότης τῶν Ἐφετείων εἶναι πλήρης.

§289Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν τροποποίησιν ταύτην, διότι ἡ μεταβίβασις τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν εἰς ἄλλα Πρωτοδικεῖα θὰ ἐπενέγκῃ γενικὴν ἀναστάτωσιν καὶ ἀνωμαλίαν. Ὑπάρχουσι δίκαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχουσι διαταχθῆ ἀποδείξεις. Αὗται, εἰσαγόμεναι εἰς ἄλλο Πρωτοδικεῖον, θὰ προκαλέσωσι πλεῖστα ζητήματα καὶ πολλὰς ἀδικίας. Προτιμότερον βεβαίως εἶναι νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, αἱ δὲ ἐκκρεμεῖς δίκαι, ἐκεῖ ὅπου εἶναι, νὰ ἐξακολουθήσωσι.

§290Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὴν προηγουμένην νομοθεσίαν, ἥτις ἐκανόνισε τὸ ζήτημα παρομοίως. Τελευταῖον δὲ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισε τὸ ζήτημα ὡς ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, εἶναι τὸ νομοθέτημα περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Σκοπέλου εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Βόλου καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης, καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ νομοθέτημα εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, καθ’ ἣν στιγμὴν διετυποῦμεν τὴν πρότασιν. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν, ὅταν καταρτίσητε τὰ νέα Πρωτοδικεῖα, νὰ ὁρίσητε τὴν περιφέρειαν αὐτῶν καὶ ν’ ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ τῶν μέχρι τοῦδε ἐπικρατουσῶν ἰδεῶν εἰς παρομοίας περιπτώσεις, ἵνα εἴπητε, ὅτι ὅλαι αἱ παλαιαὶ δίκαι θὰ ἐξακολουθῶσιν ἐκδικαζόμεναι ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων, εἰς τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ὑπήγοντο, ὅλαι δὲ αἱ νέαι θὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ νέα Πρωτοδικεῖα, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἔχητε εἰς τὴν αὐτὴν περιφέρειαν δύο δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι ἐπίσης ἁρμόδια· διότι, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι εἶναι ἡ δίκη ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν καὶ θὰ ἐπανέλθῃ ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν, δίκη ἀρξαμένη ἤδη θὰ ἔλθῃ διὰ τὴν ὁριστικὴν λύσιν της ἐνώπιον Πρωτοδικείου, τοῦ ὁποίου ἡ δικαιοδοσία ἔπαυσεν ὑφισταμένη ὡς πρὸς τὴν περιφέρειαν, ἐξ ἧς ἡ δίκη. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέβαλεν, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ ἀφεθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα διὰ διατάγματος κανονίσῃ τὴν περιφέρειαν τῶν Ἐφετείων, βεβαίως ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον ἔποψιν αὐτῆς ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθοτάτη. Ἀλλ’ ὅταν δηλῶται ῥητῶς, ὅτι δὲν πρόκειται ἐνταῦθα διὰ τῆς τοιαύτης ἀδείας νὰ κανονίσῃ ἄλλο τι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία παρὰ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν δύο αὐτῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες ἀπὸ Ἐφετείου εἰς Ἐφετεῖον μεταβιβάζονται, τουτέστι τῶν ἐπαρχιῶν Ἰθάκης καὶ Δομοκοῦ, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἐλάχιστος κίνδυνος, ὅπως ἀφεθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν Πρὸς μείζονα δὲ ἐγγύησιν καὶ ἡσυχίαν παντὸς ἀμφιβάλλοντος δύναται νὰ γείνῃ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ὡρισμένη μνεία περὶ τούτου. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ γείνῃ τὸ τοιοῦτον, ἵνα δύνηται νὰ κανονισθῇ καὶ ἡ τύχη τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν, διότι, ἐὰν δὲν προΐδωμεν περὶ τοιούτου κανονισμοῦ καὶ διὰ τὰ Ἐφετεῖα, θὰ ἔχητε ἐκκρεμεῖς δίκας, αἱ ὁποῖαι δύνανται ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου νὰ μὴ ἐκδικασθῶσιν ὁριστικῶς, καὶ κατόπιν δὲν θὰ ἠξεύρωμεν εἰς ποῖον Ἐφετεῖον θὰ ὑποβληθοῦν πάλιν. Ἡ ἐπιτροπὴ, Κύριοι, κατόπιν μελέτης, καὶ μελέτης ἀκριβοῦς, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, προέβη εἰς ἣν πρότασιν ὑπέβαλε, νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει ἡ πρότασις νὰ ψηφισθῇ ὅπως ὑποβάλλεται, διότι ἄλλως θὰ προκύψωσι ζητήματα κατὰ τὴν λύσιν τῶν δικαστικῶν διαφορῶν, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἤμεθα εἰς καιρὸν νὰ κανονίσωμεν κατὰ τρόπον συμφέροντα εἰς αὐτοὺς τοὺς διαδίκους.

§291Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὸ κείμενον αἱ δύο λέξεις, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ἤτοι αἱ λέξεις «καὶ Ἐφετείων», ὁ ἐκτελῶν τὸν νόμον θὰ ἔχῃ κείμενον, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβιβάσθη ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ τὴν περιφέρειαν τῶν Ἐφετείων διὰ Β. Διατάγματος, δὲν ἔχει δὲ δικαίωμα ὁ ἐκτελῶν τὸν νόμον νὰ περιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μετέδωκε διὰ τῶν νόμων εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, διότι, ὅπου ὁ νόμος δὲν διακρίνει, δὲν δύναται νὰ διακρίνῃ καὶ ὁ δικαστής. Ὅθεν, καὶ ἐὰν ἤθελεν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ τι, πρὸς διασάφησιν τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξήνεγκε, πρέπει τοῦτο ῥητῶς νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὄχι δὲ νὰ ἀφεθῇ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐγὼ εἶμαι φειδωλὸς εἰς τὴν μεταβίβασιν τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, καὶ δὲν ἤθελον νὰ μεταβιβασθῇ οὔτε τὸ δικαίωμα τῆς μεταβολῆς τῶν περιφερειῶν τῶν Πρωτοδικείων διὰ διατάγματος· διότι, ἐὰν σήμερον ἦσθε ὑμεῖς Ὑπουργοὶ καὶ ἐκτελῆτε ὑμεῖς τοὺς νόμους, δὲν γνωρίζω τίνες θέλουσιν εἶναι αὔριον, οὐδὲ ποίαν χρῆσιν θέλουσι ποιήσει αὐτῆς τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν παρέχετε αὐτοῖς διὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε.

§292Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν μὴ προσθήκην τῶν δύο λέξεων «τῶν Ἐφετείων». Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν διάταξιν, ὅτι αἱ ἐκκρεμεῖς δίκαι θὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς τὰ Ἐφετεῖα, τοῦτο θεωρῶ ἀπαραίτητον.

§293Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θὰ φέρητε μεγάλην ἀνωμαλίαν.

§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὸ ἄρθρον 12 ἐγένετο ἡ ἑξῆς τροποποίησις. Ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ μετὰ τὰς λέξεις «δύναται νὰ μεταβληθῇ», προσετέθησαν αἱ λέξεις «ἐφ’ ἅπαξ»...

§295Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς τὸν τίτλον τοῦ ἄρθρου νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς διόρθωσις. Ἀντὶ «περὶ συστάσεως πέντε Πρωτοδικείων» νὰ τεθῇ «περὶ συστάσεως τεσσάρων Πρωτοδικείων».

§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§297Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινομένη τρίτη παράγραφος, ὡς ἑξῆς: «Αἱ ἐκ τῆς περιφερείας τῶν συσταθησομένων Πρωτοδικείων ἐκκρεμεῖς πολιτικαί, ἐμπορικαὶ καὶ ποινικαὶ δίκαι μεταβιβάζονται ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν εἰς τὰ σχετικὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τὰ Ἐφετεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα, συνεπείᾳ μεταβολῆς τῆς ὑφισταμένης περιφερείας αὐτῶν, ὑπήχθησαν, πλὴν τῶν ὑπὸ διάσκεψιν εὑρισκομένων, αἵτινες μεταβιβάζονται ὡσαύτως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ἢ τοῦ βουλεύματος, ἂν δι’ αὐτῶν δὲν περατοῦται ὁριστικῶς ἡ δίκη.»

§298ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτροποποιήθη, μετὰ τῆς προσθήκης καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀναγνωσθείσης τρίτης παραγράφου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13.

§300ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἑκάστη περιφέρεια νομοῦ ἀπαρτίζει, συνῳδὰ πρὸς τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς κανόνας, ἰδίαν ἐκκλησιαστικὴν διοίκησιν, ἧς προΐσταται Ἀρχιερεὺς, ἑδρεύων ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ. Ἐξαίρεσιν ποιοῦνται οἱ Ἀρχιερεῖς Καλαβρύτων, Θήρας καὶ Νάξου, οἵτινες, ἑδρεύοντες καὶ ἐφεξῆς ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νῦν ἐπισκοπῶν των, διασώζουσι τὰς μέχρι τοῦδε ἐκκλησιαστικὰς περιφερείας τούτων.»

§301ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Νὰ προστεθῶσι, παρακαλῶ, αἱ λέξεις «Ὕδρας καὶ Κυθήρων».

§302Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ σύμβασις τῆς παραχωρήσεως τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπαιτεῖ νὰ διατηρηθῶσι καὶ ἄλλαι ἐπισκοπαί.

§303ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως διὰ συμβάσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσιν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει δὲ, Κύριοι, θεμελιώδης ἀρχὴ ἐν τῷ διοικητικῷ ὀργανισμῷ τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, καθ’ ἣν αἱ ἐκκλησιαστικαὶ διοικήσεις παρακολουθοῦσι τὰς πολιτικάς. Εἶναι αὕτη ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία ἀντέταξε κατὰ τῶν σχισματικῶν Βουλγάρων, ὅτε οὗτοι ἠθέλησαν νὰ συστήσωσι τὰς παρασυναγωγάς των. Εἶναι ἀρχὴ, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς, νομίζω, ἐπιτρέπεται νὰ ἀντιτάξῃ νῦν οἱανδήποτε σύμβασιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος σύμβασις οὐδεμίαν σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ πρὸς ζητήματα, οἷον τὸ προκείμενον. Ἐὰν, Κύριοι, ἦτο ὀρθὸν τὸ προβληθὲν ἐπιχείρημα, τότε ἔπρεπε νὰ φέρωσι καὶ νῦν, ὡς ἐπὶ Προστασίας, τὸν τίτλον τοῦ Μητροπολίτου οἱ ἀρχιεπίσκοποι Κερκύρας καὶ Κεφαλληνίας, καὶ νὰ μὴ τιτλοφορῶνται ἁπλῶς ἀρχιεπίσκοποι. Ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατον τῶν κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου Μητροπολιτῶν ἐξέλιπεν ὁ τίτλος οὗτος, χωρὶς βεβαίως νὰ λάβωσιν ἐντεῦθεν ἀφορμὴν οἱ Ἄγγλοι καὶ νὰ θεωρήσωσιν ὡς ἠθετημένην τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος σύμβασιν. Καὶ δικαίως, Κύριοι, διότι ἡ σύμβασις δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν ἀριθμὸν καὶ τοὺς τίτλους τῶν ἑκασταχοῦ ἐπισκόπων, ἀλλ’ εἰς τὴν τήρησιν τῆς πίστεως καὶ τοῦ καθόλου πολιτεύματος τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

§304Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸ Κανονικὸν Δίκαιον τί λέγει;

§305ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ Κανονικὸν Δίκαιον καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν, εἰς ἣν ἐστηρίχθη καὶ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος τοῦ 1872, ἡ ἐκσφενδονήσασα κατὰ τῶν Βουλγάρων τὸ σχίσμα. Τὸν Κανόνα τοῦτον ἐπανέλαβε καὶ ἡ ἐν Τρούλῳ Ϛʹ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Συνῳδὰ πρὸς τοὺς Κανόνας τούτους, ὅτε ἀνεγνωρίσθη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ ἐξεδόθη ὁ σχετικὸς Τόμος, κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ ὁποίου ἐψηφίσθη ὁ ἐν ἰσχύϊ Καταστατικὸς νόμος τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου καὶ ὁ νόμος περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων, διερρυθμίσθησαν τὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡμῶν διοικήσεως οὕτως, ὥστε νὰ συνᾴδῃ αὕτη κατὰ τὸ δυνατὸν πρὸς τὴν πολιτικὴν ἡμῶν διοίκησιν. Καὶ ὡς πρὸς τοὺς τίτλους, Κύριοι, ἐνομίσαμεν δίκαιον νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὸ ἀρχαῖον τῆς Ἐκκλησίας δίκαιον, ὅπερ δὲν γνωρίζει Μητροπολίτας καὶ ἀρχιεπισκόπους ἐπὶ ψιλῷ μόνον τίτλῳ, ἤτοι ἄνευ ἐπισκόπων διατελούντων ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους τῆς καταπτώσεως τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους, ὅτε τοὺς πάντας εἶχε καταλάβει ἡ τιτλομανία, εἶχον δημιουργηθῆ Μητροπόλεις καὶ Ἀρχιεπισκοπαὶ ἐπὶ ψιλῷ τίτλῳ μόνον. Ἀλλ’ ἤδη ὁ Νόμος Ϛʹ τοῦ 1852 ἐν ἄρθρῳ 1 αὐτοῦ ἐπανέρχεται εἰς τὸ πάλαι ἐκκλησιαστικὸν καθεστώς. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει αὐτό). Ὥστε, ὡς παρατηρεῖτε, ὁ νόμος ὁμιλεῖ μόνον περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων, καθιερώθη δὲ νὰ ὀνομάζηται Μητροπολίτης ὁ τῶν Ἀθηνῶν ἐπίσκοπος, ὡς ἰσόβιος Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Εἶναι δέ τι ἀκατανόητον, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν τὸν τίτλον τοῦ ἀρχιεπισκόπου, χωρὶς οἱ ἀρχιεπίσκοποι νὰ ἔχωσιν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν των ἐπισκόπους, ἐνῷ ἐν τῷ τίτλῳ αὐτῶν ἔγκειται ἡ ἔννοια, ὅτι ἄρχουσιν ἐπισκόπων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, συμμορφούμενοι πρὸς τὸ αὐστηρὸν Κανονικὸν Δίκαιον, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι ὅσους νομοὺς τόσας καὶ Ἐπισκοπὰς καὶ τόσους ἐπισκόπους. Τώρα γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, διατὶ ἐδέχθημεν καὶ ἐξαιρέσεις ὡς πρὸς τὰς ἐκκλησιαστικὰς διαιρέσεις. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος, ὅστις ἔχει ἀσχοληθῇ εἰς τὸ Κανονικὸν Δίκαιον, γνωρίζει, ὅτι ἔχουσι καθιερωθῇ αἱ τοιαῦται ἐξαιρέσεις ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν ὑπὸ τὸν τύπον τῆς λεγομένης Οἰκονομίας. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν οἰκονομίαν παρεδέχθημεν καὶ ἡμεῖς. Οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, χάριν ἱστορικῶν λόγων διατηρεῖται ἡ Ἐπισκοπὴ Καλαβρύτων, ἡ ὁποία ἔχει ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν της πολλὰς ἱστορικὰς Μονάς. Διατηροῦνται ὡσαύτως καὶ ἕτεραί τινες Ἐπισκοπαὶ, ὡς αἱ τῆς Θήρας καὶ Νάξου, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουσι καθολικαὶ Ἐπισκοπαί. Ἐδέχθημεν νὰ παραμείνῃ ὁ ἐπίσκοπος Κυθήρων, διότι εἶναι δύσκολος ἡ μετάβασις ἐκεῖσε ἐπισκόπου ἄλλοθεν.

§306ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν Γόρτυνι δὲν εὑρίσκετε λόγον νὰ παραδεχθῆτε Ἐπισκοπήν; Ἀφοῦ εἰς τὰ Κύθηρα ἔχετε ἐπίσκοπον, εἰς τὴν Γόρτυνα νομίζετε ὅτι περιττεύει;

§307ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἄρθρον διετυπώθη ὡς εἶναι ἐνταῦθα διατετυπωμένον, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἐψηφίζετο τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ὡς εἶχεν ἀρχῆθεν, δηλαδὴ μὲ δεύτερον νομὸν ἐν Ἀρκαδίᾳ, τὸν νομὸν Γόρτυνος. Τώρα, ὅτε παρεδέχθη ἡ Βουλὴ νὰ μείνῃ καὶ ἐφεξῆς ὁ νομὸς Ἀρκαδίας, ὡς εἶχε μέχρι τοῦδε, βεβαίως εἶναι τόσον εὐρεῖα ἡ περιφέρειά του, ὥστε δύσκολον εἶναι νὰ ἐπαρκέσῃ εἷς ἀρχιερεὺς εἰς αὐτήν. Διὸ δίκαιον νομίζω νὰ διατηρηθῇ καὶ ἡ Ἐπισκοπὴ Γόρτυνος.

§308ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι σπουδαιότατον. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι εἰς τοιαύτην στιγμὴν, ὅλως ἀκαταλλήλως, ἔρχεται πρὸς συζήτησιν, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου ἔπρεπε διὰ μακρῶν νὰ συζητηθῇ. Ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ὑπουργοῦ, καὶ πράττω τοῦτο, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρξε διαμαρτυρία κατὰ τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν συνθήκην, κατὰ τὴν ὁποίαν παρεδόθη ἡ Ἑπτάνησος εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας. Ἐπειδὴ ἐλπίζω προσεχῶς νὰ παρουσιασθῇ εὐκαιρία νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐκτενέστερον, σήμερον παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μόνον νὰ ἀναγνώσω ὀλίγας λέξεις ἐκ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συνθήκης παραδόσεως τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις τῆς Ἡνωμένης Πολιτείας τῶν Ἰονίων Νήσων οὐδαμῶς ἀκυρώσει τὰς ὑπὸ τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας τῶν νήσων καθιερωμένας ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας καὶ τῆς ἀνεξιθρησκείας· ἑπομένως τὰ καθιερωθέντα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια ὑπὸ τοῦ Αʹ καὶ τοῦ Εʹ κεφαλαίου τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου τῆς Ἡνωμένης Πολιτείας τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ ἰδίως ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὡς Ἐκκλησίας ἐπικρατούσης ἐν ταῖς νήσοις, ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τῆς λατρείας, ἡ χορηγουμένη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Κράτους τῆς προστάτιδος Δυνάμεως, καὶ ἡ πλήρης ἀνεξιθρησκεία, ἡ πρὸς τὰς ἄλλας χριστιανικὰς κοινότητας ὑποσχεθεῖσα, διατηρηθήσονται καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ ἰσχύϊ...» Ἐξεταστέον ἤδη, ποῖα εἶναι τὰ θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ Αʹ καὶ Εʹ κεφαλαίῳ τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου τοῦ 1817. Ἐν πέμπτῳ κεφαλαίῳ τοῦ βʹ τμήματος, ὡς καὶ πρὸ μικροῦ εἶπον, ἄρθρῳ 1ῳ, ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι «ἐκτὸς τῶν ἀρχιεπισκοπῶν καὶ ἐπισκοπῶν τῶν νήσων Κερκύρας, Κεφαλληνίας, Ἁγίας Μαύρας καὶ Κυθήρων, ὀρθὴ τυγχάνει ἡ ἵδρυσις ἐπίσης ἀρχιεπισκοπῆς ἢ ἐπισκοπῆς καὶ εἰς τὴν νῆσον τῶν Παξῶν.» Ῥητῶς λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1817 ἀναφέρεται ὡς προνόμιον καὶ δικαίωμα ἡ ὕπαρξις ἀρχιεπισκόπων καὶ ἐπισκόπων. Καὶ ἐδῶ ἔγκειται ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία μία εἶναι εἰς τὴν Ἑλλάδα, σαφὴς καὶ ἀπαράβατος, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ σεβασθῇ τὰς διατάξεις τῆς συνθήκης. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ ἀποπειραθῇ τὴν καταπάτησιν συνθήκης, δι’ ἧς τοσοῦτον εὐηργετήθη τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ διὰ τῆς καταργήσεως τῆς ὁποίας, ἔστω καὶ ἐν ἐλαχίστοις προνομίοις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γεννηθῶσι πολλὰ πράγματα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.

§309Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω μίαν παρατήρησιν νὰ ἀπευθύνω οὐχὶ τροπολογίαν τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, ἀλλὰ μόνον παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἴσως, ἐὰν ἦτο ἐνταῦθα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἤθελον παρακαλέσει καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτήν. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, οἱ ἱεράρχαι τῆς Ἑλλάδος θέλουσιν εἶναι τοῦ λοιποῦ, πλὴν τοῦ Μητροπολίτου Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πάντες ἐπίσκοποι, διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τηροῦσι τὸν τίτλον τοῦ ἀρχιεπισκόπου, θέλουσιν ἐκλίπει φυσικῶς, ὡς ἄνθρωποι, καὶ ἑπομένως θέλουσιν ἀντικατασταθῆ δι’ ἐπισκόπων. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου δὲν εἶναι μεμονωμένη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ’ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι Ἐκκλησίαι, ἡ Ἐκκλησία τῆς Παλαιστίνης, ἔχουσα προϊστάμενον τὸν Πατριάρχην τῆς Ἱερουσαλὴμ, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας, ἔχουσα προϊστάμενον τὸν Πατριάρχην Ἀντιοχείας, ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας, ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Κατὰ τὴν διακόσμησιν τῶν Ἐκκλησιῶν τούτων δὲν τηροῦνται οἱ κανόνες, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἀναγράφομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ἐκεῖ παρέχουσι βαθμοὺς, καὶ μάλιστα ἐν ἀφθονίᾳ. Ἐάν ποτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελε κρίνει, ὅτι ἦτο συντελεστικὸν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων νὰ προβῇ εἰς ἀποστολὴν ἱεράρχου τινὸς ἢ ἱεραρχῶν εἰς τὰς Ἐκκλησίας ταύτας, οἱ ἀποσταλησόμενοι θέλουσιν εἶναι ἐπίσκοποι, δηλονότι ἐστερημένοι τῆς παραστάσεως τῆς ἀναλόγου πρὸς τὴν παράστασιν, τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἔχει οἱ ἱεράρχαι τῶν Ἐκκλησιῶν ἐκείνων. Ἐὰν δὲ ἤθελε συμβῆ ποτε νὰ συγκληθῇ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας θέλουσιν εἶναι οἱ κατέχοντες τὴν ἐσχάτην θέσιν. Ἐγὼ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην ἄλλοτε, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ ποιήσωμαι ἀποστολὴν ἱεράρχου τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰς Ἀντιόχειαν, εἰς Παλαιστίνην, εἰς Ἀλεξάνδρειαν καὶ Κωνσταντινούπολιν· καὶ δευτέραν δὲ φορὰν εὑρέθην ἠναγκασμένος νὰ ποιήσωμαι ἀποστολὴν ἱεράρχου τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰς Κωνσταντινούπολιν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ ἀπεσταλμένου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπίσκοπος, ἴσως συνετέλεσεν, ἵνα μὴ τύχῃ δεξιώσεως ἁρμοζούσης εἰς τὸν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Βασιλείου ἀπεσταλμένον ἱεράρχην. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὤφειλον νὰ ἀπευθύνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν.

§310ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἕκαστος τῶν Πατριαρχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῶν Ἱεροσολύμων, τῆς Ἀντιοχείας καὶ Ἀλεξανδρείας ἔχει ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του Μητροπολίτας, ἀρχιεπισκόπους καὶ ἐπισκόπους διὰ λόγους ἱστορικούς. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι οὔτε Πατριάρχην ἔχομεν οὔτε Μητροπολίτας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι πάλαι ποτὲ εἴχομεν καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὡς προεῖπον, πολλοὺς Μητροπολίτας ἐπὶ ψιλῷ τίτλῳ. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν κατηργήθη ὁ τίτλος ἐπ’ αὐτῶν, ἐπί τινων μάλιστα Μητροπολιτῶν κατηργήθη καὶ ἡ Ἐπισκοπὴ αὐτῶν, χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ νῦν προβαλλόμενοι λόγοι ἐνδεχομένης συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἢ ἀποστολῆς εἰς τὴν Ἀνατολήν. Τότε, ὡς νομίζω, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὑφ’ ἃς πολιτικὰς συνθήκας εὕρηται σήμερον ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, ἀδύνατον σχεδὸν νὰ συγκληθῇ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους, Κύριοι, συνεκάλει πάλαι ποτὲ ὁ Αὐτοκράτωρ τῶν Ρωμαίων, εἰς οὗ τὴν δικαιοδοσίαν ὑπήγετο πᾶσα σχεδὸν ἡ τότε Οἰκουμένη. Ποῦ ὅμως σήμερον ἡ τοιαύτη ἀρχὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν; Καὶ ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συγκληθῇ νῦν Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, εἶναι πλάνη, καὶ πλάνη μεγάλη, νὰ νομίζῃ τις, ὅτι οἱ Μητροπολῖται καὶ ἀρχιεπίσκοποι θὰ ἔχωσιν ἐν αὐτῇ τὴν πρωτοκαθεδρίαν καὶ τὴν ἀποφασιστικὴν ψῆφον. Εἰς τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους ἔχουσι τὴν αὐτὴν θέσιν, γνώμην καὶ ψῆφον πάντες οἱ ἀρχιερεῖς. Ἐν τῇ πρώτῃ μάλιστα Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ προήδρευσεν ὁ ἁπλοῦς ἐπίσκοπος Κορδούης Ὅσιος. Μὴ νομίσητε δὲ, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐπὶ ἀποστολῶν σήμερον ἐκτάκτων εἰς τὴν Ἀνατολὴν θὰ ἐπεβάλλοντο οἱ ἡμέτεροι ἀρχιερεῖς διὰ τῶν τίτλων. Ἐγένοντο πάλαι ποτὲ τοιαῦται ἀποστολαί, ὧν δὲν εἶναι ἀμέτοχος καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, διὰ τοῦ ἐπισκόπου Φωκίδος καὶ διὰ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Σύρου Ἀλεξάνδρου Λυκούργου.

§311Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὴν ἔκαμα ἐγὼ αὐτήν.

§312ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γινώσκω, ἐὰν ὁ τελευταῖος ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ταύτην ὤφειλε μᾶλλον εἰς τὴν εὐρυμάθειαν καὶ τὴν εὐφράδειάν του ἢ εἰς τὸν τίτλον τοῦ ἀρχιεπισκόπου. Μεθ’ ὅλον δὲ τὸν ἁπλοῦν τίτλον τοῦ ἐπισκόπου, ὁ Φωκίδος Δαυῒδ κατώρθωσε νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τοῦ σεμνοπρεποῦς ἤθους, διὰ τῆς σκέψεως καὶ περινοίας, ἥτις διέκρινεν αὐτὸν, καὶ χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἐγένετο αὐτῷ περιφανὴς ὑποδοχὴ ἐν Κωνσταντινουπόλει. Καὶ ἐπὶ τέλους, Κύριοι, οἱ ἀπεσταλμένοι τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν ἐπιβάλλονται διὰ τῶν ἀτομικῶν των τίτλων, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὄγκου τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἀντιπροσωπευομένων Ἐκκλησιῶν. Καὶ ἀπεσταλμένος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐπιβληθῇ διὰ τοῦ ὄγκου ταύτης, καὶ ἁπλοῦς ἀρχιμανδρίτης ἢ ἱερεὺς ὤν.

§313ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, ὅπου λέγετε! Ἡ Λευκὰς ἀνέκαθεν εἶχεν ἀρχιεπίσκοπον. Πῶς θ’ ἀφαιρέσητε τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐδώσατε σεῖς;

§314Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ Λάρισα, κύριε Ὑπουργὲ, εἶχε πάντοτε Μητροπολίτην, τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει τώρα νὰ ὑποβιβάσητε.

§315ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ Μητροπολίτης Λαρίσης ἦτο πρὶν πράγματι τοιοῦτος, ἔχων ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του διαφόρους ἐπισκόπους. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπέβαλε τὴν τοιαύτην δικαιοδοσίαν καὶ ἔμεινε καὶ αὐτὸς ἐπὶ ψιλῷ τίτλῳ Μητροπολίτης. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, Κύριοι, ὅτι οἱ τοιοῦτοι ψιλοὶ τίτλοι εἶναι ὅλως ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὴν νομοθεσίαν μας.

§316Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπετε ὅτι ὑμεῖς δὲν ἐπιμένετε εἰς τὴν γνώμην σας, οὐδὲ θέλετε νὰ κάμητε ζήτημα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Τοῦτο ἐβεβαίωσα καὶ ἐγὼ, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου· δὲν ἐπρότεινα τροπολογίαν, δὲν ἔδωκα γνώμην...

§317ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπήντησα εἰς τὸν κύριον ἐκ Λευκάδος Βουλευτήν.

§318Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἀνεκοίνωσα μόνον παρατήρησιν, διότι ὑμεῖς ἀποτελεῖτε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀπηύθυνα τὰς παρατηρήσεις μου, ἵνα κρίνητε καὶ σκεφθῆτε καὶ πράξητε ὅ,τι ἂν θέλητε. Ὅ,τι ὅμως χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, εἶναι, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν ἐπιτρέπει ὑπερβολὰς εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ, ἴσως δὲ καὶ βεβαιώσεις περὶ πραγμάτων μὴ λαβόντων χώραν,—διότι ἐβεβαιώσατε πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζητε· δὲν γνωρίζετε δὲ τὰ κατὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐπισκόπου Φωκίδος, διότι πᾶσα ἡ ἀλληλογραφία ἐγένετο μετ’ ἐκείνου δι’ ἰδιωτικῶν ἐπιστολῶν, δὲν περιῆλθε δ’ εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ἑπομένως δὲν γνωρίζετε, ἐὰν ἐγένετο αὐτῷ ὑποδοχὴ, ὡς βεβαιοῦτε, περιφανής. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος κατέχω τὴν ἰδιαιτέραν ἀλληλογραφίαν, δύναμαι νὰ γνωρίζω ποῖα προσκόμματα ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων του. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἱεράρχης ἐκεῖνος διεκρίνετο διὰ τὴν μεγάλην νοημοσύνην του, ὅτι εἶχεν ἀντίληψιν ὀξυτάτην, ὅτι εἶχε διάνοιαν μετὰ πολλῆς ἐλαστικότητος, καὶ ἠδυνήθη νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολήν του, ἀλλὰ μετὰ πολλοῦ κόπου. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι καὶ δευτέραν φορὰν ἀπέστειλα αὐτὸν εἰς Κωνσταντινούπολιν, εἰς τὸν Πατριάρχην Ἰωακεὶμ Βʹ, τὸν ἀπέστειλα δὲ, διότι Κυβέρνησις Μεγάλης Δυνάμεως ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνάμην νὰ πορισθῶ, εἰμὴ ἐκ τῶν ἀρχείων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Καὶ παρεκάλεσα τὸν ἐπίσκοπον Φωκίδος νὰ μεταβῇ εἰς τὰ Πατριαρχεῖα καὶ ζητήσῃ τὰς πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ συναντηθῇ μετὰ τοῦ Πατριάρχου, μόλις δὲ ἔλαβε συνέντευξιν μετὰ τοῦ Μεγάλου Πρωτοσυγγέλλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέτω ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τὰ ἔγγραφα τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἐπισκόπου Φθιώτιδος κατὰ τὸ 1869 καὶ τὸ 1878, ἐὰν δ’ εὕρῃ αὐτὰ, δύναται νὰ κυρώσῃ τοὺς λόγους μου.

§319ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαφτικῶν κλπ.). Δὲν ἰσχυρίσθην ὅτι γινώσκω τι περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ πρώην Φωκίδος ἐξ ἐγγράφων, οὐδ’ ὅτι ἔχω γνῶσιν τῶν τότε λεχθέντων μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ὅ,τι γινώσκω, τὸ γινώσκω ἐκ συνομιλίας πρὸς τὸν ἀοίδιμον ἐπίσκοπον Φωκίδος Δαυΐδ. Ὅτι δὲ εἶχον δίκαιον ἐγὼ, εἰπὼν ὅ,τι εἶπον περὶ αὐτοῦ, μαρτυρεῖ τρανῶς τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε τὸν αὐτὸν ἐπίσκοπον ἐκ δευτέρου εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ὅπερ δὲν θὰ ἔκαμνε βεβαίως, ἐὰν ἀπετύγχανεν ἡ πρώτη αὐτοῦ ἀποστολή.

§320Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, τί θὰ γείνῃ ὁ ἀρχιερεὺς Θαυμακοῦ μετὰ τὴν προσάρτησιν τοῦ Δομοκοῦ εἰς τὴν Λαμίαν;

§321ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ δύο ἐπίσκοποι Θαυμακοῦ καὶ Πλαταμῶνος δύνανται νὰ μετατεθῶσιν εἰς δύο τῶν νέων ἐπισκοπῶν. Ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος ἐπιτρέπει τὴν μετάθεσιν.

§322Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν, ἂν οἱ ἐπίσκοποι θὰ φέρωσι τὰ ὀνόματα τῶν νομῶν.

§323ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ταχέως ἐλπίζω, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐκκλησιαστικὰ νομοσχέδια. Ἓν τούτων θὰ ᾖναι τὸ περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων, ἐν ᾧ θὰ καθιερῶνται οἱ τίτλοι τῶν ἐπισκόπων.

§324ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ὁ Σπάρτης λέγεται Σπάρτης καὶ Μογεμβασίας.

§325ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶπον ὅτι περὶ τούτου θὰ φέρω νομοσχέδιον.

§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς προσθήκης ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τῶν λέξεων «Κυθήρων, Ὕδρας, Γόρτυνος», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).

§327ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἑτοιμάζει νόμον περὶ ἐπισκόπων καὶ Ἐπισκοπῶν, τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι περιττόν.

§328ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο βεβαίως περιττεύει, διότι καὶ κατὰ τοὺς κανόνας ἡ Ἐκκλησία ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικὴν διαίρεσιν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον, παρακαλῶ νὰ περιληφθῇ διάταξις περὶ τοῦ τίτλου τοῦ Μητροπολίτου Λαρίσης.

§329ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν δὲν δύναται νὰ φέρῃ ὁ μέλλων νὰ χειροτονηθῇ διὰ τὴν Λάρισαν ἢ τὸν τίτλον τοῦ ἀρχιεπισκόπου.

§330ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Λαρίσης φέρει τὸν τίτλον Μητροπολίτου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).

§331ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Εἰς τὸν πρῶτον στίχον τοῦ ἄρθρου τούτου παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν λέξιν «διορίζεται» αἱ λέξεις «ἐπὶ βαθμῷ καὶ μισθῷ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως»· εἰς δὲ τὸ τέλος αἱ λέξεις «καταργοῦνται αἱ θέσεις τῶν βοηθῶν τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων».

§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§333ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἄρθρον ἀκροτελεύτιον, 17, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17 ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δηλιγιάννης. (Ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης ἀνέρχεται ἐπὶ τὸ βῆμα).

§335ΑΣΗΜ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§336Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εὑρίσκεται ἐπὶ τὸ βῆμα, νομίζω, ὅτι εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ ἵνα ὁμιλήσῃ. Ἄν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος νομίζῃ ὅτι εἶναι κουρασμένος, ἢ ἐπιθυμῇ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ συζήτησις, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν.

§337Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀκούσῃ τοὺς λόγους μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἔθηκε τὸ θέμα, δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ τῷ δώσω ἀπάντησιν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ τὴν 4ην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον πάντες εἶναι κουρασμένοι.

§338Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ ἀναβάλωμεν;

§339ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔπρεπε σεῖς νὰ συλλογισθῆτε τοῦτο.

§340Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσος καὶ ἂν ἦναι ὁ κάματος, τὸν ὁποῖον αἰσθανόμεθα πάντες, δὲν ἠδυνάμην νὰ παραλίπω νὰ λάβω τὸν λόγον, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ συνόλου, ἀφοῦ τὰ συμβάντα κατὰ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως δὲν μοὶ κατέστησαν δυνατὸν νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ὤφειλον δὲ νὰ μὴ παραλίπω τὸ καθῆκον τοῦτο, οὐχὶ διότι προσδοκῶ, ὅτι ἡ ἔκκλησις, τὴν ὁποίαν ἤθελον ποιήσει πρὸς τὴν Βουλὴν, ἤθελε φέρει ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκπληρώσω, ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ καθῆκον, τοῦ ὁποίου ἔχω πλήρη τὴν συνείδησιν, λέγων τὰς ἐμὰς γνώμας καὶ ἀνακοινῶν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ φρονήματά μου. Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ δύο ἐπαγγελιῶν, ὅτι θέλει ἀνορθώσει τὴν διοίκησιν, καὶ ὅτι θέλει βελτιώσει τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐν παραλύσει περιελθοῦσαν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδέτερος τῶν λόγων τούτων θέλει πραγματοποιηθῆ. Ἐὰν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οἱ εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, φρονῶσι τοῦτο καλῇ τῇ πίστει, προσδοκῶ, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ μεταβάλωσι γνώμην, ἀφοῦ ἀκούσωσι τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους θέλω προβάλει, καὶ διὰ τῶν ὁποίων θέλω ἀποδείξει, ὅτι οὔτε ἡ διοίκησις θέλει ἀνορθωθῆ, ἐξ ἐναντίας θέλει καταπέσει, οὔτε ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης θέλει βελτιωθῆ, ἐξ ἐναντίας θέλει χειροτερεύσει, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους θέλουσιν αὐξήσει, ὅτι τέλος πάντων ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου θέλει γείνῃ πηγὴ τοιούτου συναγωνισμοῦ, θέλει προκαλέσει τοιαύτας διχοστασίας καὶ ἐχθρότητας μεταξὺ γειτόνων, μεταξὺ κατοικούντων τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν, ὥστε δικαίως ἐπεθύμουν νὰ μὴ εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ὡμίλησαν περὶ διοικήσεως πολλὰ κατὰ τὰς τρεῖς συζητήσεις οἱ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀγορεύσαντες. Ὁμολογῶ ὅτι πολλὰ τῶν λεχθέντων, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι ὀρθά. Ὡμίλησαν περὶ διοικήσεως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ, τί εἶναι διοίκησις. Ἐὰν γνωρίσωμεν, τί εἶναι διοίκησις, θέλομεν κρίνει εὐκολώτερον, ἐὰν βελτιώνωμεν ἢ ἐὰν χειροτερεύωμεν τὴν διοίκησιν. Ἐν τῷ Κράτει ἔχομεν τρεῖς διοικητικὰς περιφερείας. Ἡ πρώτη διοικητικὴ περιφέρεια εἶναι ἡ περιφέρεια τοῦ δήμου. Ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ ἐκτελοῦνται τὸ πρῶτον οἱ νόμοι, ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ ὁ ἄρχων τοῦ δήμου εἶναι ἐντεταλμένος νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου, δηλαδὴ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἔννοιαν τῶν νόμων εἰς τοὺς πολίτας, νὰ παραστήσῃ εἰς αὐτοὺς, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι ἐξεδόθησαν μὲ τὸν σκοπὸν ὠφελείας τοῦ τόπου, νὰ πείσῃ αὐτοὺς, ὅπως στέρξωσιν, ἵνα προθύμως ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, νὰ προστατεύσῃ καὶ ἐνισχύσῃ τὴν ἐργασίαν τῶν συνδημοτῶν του, νὰ παράσχῃ βοήθειαν εἰς τὴν γεωργίαν, νὰ ἐνισχύσῃ τὴν δενδροφυτείαν, νὰ συνδράμῃ τὴν ἐκπαίδευσιν, τέλος πάντων νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν πρόοδον. Ἰδοὺ διατὶ ὠνόμασα φιλελεύθερον τὸ σύστημα τὸ δημοτικὸν, διότι πᾶσαι αὗται αἱ ἐργασίαι ἀνετέθησαν εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν διωρίσθη ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἐξελέγη ὑπὸ τῶν συνδημοτῶν του διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας. Διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του ὁ ἀνὴρ οὗτος, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ὕπαρξιν πολιτικὴν διὰ τῆς ψήφου τῶν συμπολιτῶν του, ἔχει συμφέρον πρὸ παντὸς νὰ μὴ δυσαρεστῇ αὐτούς· ἑπομένως ἔχει συμφέρον νὰ προσπαθῇ, ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων νὰ γίνεται μετὰ πάσης ἠρεμίας καὶ πρᾳότητος, νὰ μὴ μετέλθῃ αὐστηρὰ μέσα καὶ ἀδυσώπητα, τὴν τραχύτητα καὶ τὴν βίαν, τὸ σύστημα δὲ τοῦτο τὸ φιλελεύθερον εἶναι ἐγγύησις εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, καὶ ἂν οἱ νόμοι οὗτοι ἐπιβάλλωσι βάρη εἰς αὐτοὺς ἢ εἰσφορὰς, θέλει γίνεσθαι κατὰ τρόπον, ὅστις καὶ αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἐπιβάλλονται, νὰ καταστήσῃ ἀνεκτὰς ὑπὸ τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐκπληροῖ ὁ δήμαρχος τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας; Εὔγλωττος καὶ εὐφυέστατος συνάδελφος, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ταύτας λαβὼν τὴν δευτέραν θέσιν μεταξὺ τῶν συναγωνισθέντων, παρεξήγησε, καὶ ἀπέδωκε προαίρεσιν ἀνάρμοστον εἰς τὸν ἀρχικαγκελλάριον τοῦ 1835 καὶ 1836· διότι τὴν μεταβολὴν τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος εἰς διοικητικὸν σύστημα ἐξήγησεν ὡς ἐκδήλωσιν τῶν συγκεντρωτικῶν τάσεων αὐτοῦ, τῶν αὐταρχικῶν διαθέσεων αὐτοῦ. Δὲν ἦτο αὕτη ἡ αἰτία· ἡ αἰτία ἦτο, ὅτι οἱ δῆμοι, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησαν τότε οἱ νόμοι, ἀπετελοῦντο ἀπὸ δημότας, οἵτινες ἦσαν ἀπαράσκευοι διὰ τὴν ἐνάσκησιν δημοτικῶν καὶ πολιτικῶν καθηκόντων, οἵτινες ἦσαν ἐνδεεῖς, οὔτε τὰ μέσα εἶχον νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Ἔκρινε λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ τάξῃ ἐγγύτερον εἰς τοὺς δήμους τοὺς διοικητὰς, διὰ νὰ δύνανται οἱ διοικηταὶ νὰ διδάσκωσι τοὺς δημάρχους εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, νὰ χειραγωγῶσιν αὐτοὺς, νὰ τοὺς ἐπιτηρῶσι καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ τοὺς συμβουλεύωσι καὶ νὰ τοὺς προτρέπωσιν. Ἀλλὰ τώρα ἀπέχομεν ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου 60 καὶ πλέον ἔτη. Καὶ τυγχάνουσι νῦν ἐν καταστάσει οἱ δήμαρχοι νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα ταῦτα; Κατὰ δυστυχίαν ὄχι, διότι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἔχουσι καθήκοντα, ὡς ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἵνα φροντίζωσι περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, ἔχουσι καθήκοντα δὲ καὶ ὡς διοικηταὶ τῶν συνδημοτῶν των· ἀλλ’ ἡ διοίκησις τῶν δήμων ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις, ἀπαιτεῖ μέσα, τὰ ὁποῖα οἱ δῆμοι δὲν ἔχουσι πλέον. Νόμοι ἀλλεπάλληλοι, τοὺς ὁποίους ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατεσκεύασε, δημοσιευθέντες καὶ ἐκτελεσθέντες, ἀφήρεσαν πάντα τὰ μέσα ἀπὸ τοὺς δήμους, παρέλυσαν τὴν δημοτικὴν διοίκησιν. Ὅταν δὲ ἠκούσατε, ὅτι οἱ δήμαρχοι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι τὴν ἀντιμισθίαν τῶν γραμματέων των, ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι τὰ γραφικὰ ἔξοδα, τί περιμένετε ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῶν δημάρχων; Πῶς θέλουσιν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν των, ὡς ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Ἀλλὰ πῶς θέλουσιν ἐκπληρώσει καὶ τὸ καθῆκόν των ὡς δήμαρχοι, ὡς πατέρες τῶν μικρῶν ἐκείνων κοινωνιῶν; Ἑπομένως τὴν κοινωνίαν ἐκείνην τὴν μικρὰν, ἥτις εἶναι τὸ σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλουσι διδάσκεσθαι οἱ δημόται ὡς μέλη τῆς κοινωνίας, τὴν μικρὰν αὐτὴν Πολιτείαν, ἡ ὁποία χρησιμεύει καὶ ὡς διδακτήριον τοῦ δημοσίου βίου, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ θέλουσι μορφωθῆ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ πολιτευόμενοι, θέλουσι τέλος πάντων διδαχθῆ ἐκεῖ τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν, αὐτὴν τὴν κοινωνίαν τὴν παρελύσαμεν. Καὶ ἐπειδὴ εἶπον «τὴν παρελύσαμεν», καὶ ἀπηύθυνα τὴν αἰτίασιν ταύτην κατὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀπηύθυνα αὐτὴν ἐμμέσως καὶ κατ’ ἐμοῦ· διότι καὶ ἐγὼ ὑπῆρξα Ὑπουργὸς κατὰ τὸ διάστημα τὸ παρελθὸν, καὶ ὑπῆρξα Ὑπουργὸς ἰδίως κατὰ τὰ 1895 καὶ 1896, ὅτε εἶχεν ἐκδοθῆ ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅτε εἶχεν ἐφαρμοσθῆ αὐτὸς, ὅτε εἶχεν ἐπιβληθῆ ἡ ὑποχρέωσις τῆς εἰσφορᾶς ὑπὸ τῶν δήμων μεγάλων ποσῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ δὲν θέλει μοὶ ἀποβῆ δύσκολον νὰ ἀνασκευάσω τὴν αἰτίασιν ταύτην, διότι, ἂν δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, περὶ ἀστυνομίας, δὲν ἐγένετο δυνατὸν οὐχὶ διότι ὁ Βασιλεὺς ἠρνήθη νὰ κυρώσῃ αὐτὸ, ἀλλὰ διότι ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς κύρωσιν, διότι εἶχε τόσον ἀλλοιωθῆ ἡ κατάστασις τῆς χώρας, εἶχε τόσον ἐξεγερθῆ τὸ δημόσιον φρόνημα, εὑρίσκετο ἐν τοιαύτῃ νευροπαθείᾳ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὥστε ἤθελεν εἶναι τολμηρότατον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ ἀντικαταστήσω τὴν ὑπάρχουσαν ἀστυνομίαν, διὰ νὰ καταστήσω ἀντ’ αὐτῆς ἄλλην, νέαν, διότι αἱ περιστάσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μοὶ ἐνεδείκνυον πιθανοὺς τοὺς κινδύνους διαταράξεως τῆς τάξεως, δὲν ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἐπιχειρήσω ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ἀναλάβω βαρείας εὐθύνας. Διὰ τοῦτο διετηρήθη ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας λειτουργῶν μέχρι τοῦδε. Λέγω ταῦτα διὰ νὰ ἀκουσθῶσι παρ’ ὅλων, διότι ἐλέχθη τότε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἠρνήθη νὰ κυρώσῃ τὸ νομοσχέδιον· τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθές. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἡτοιμάζετο νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ πρὸς κύρωσιν, ἐγὼ δὲ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μὴ τὸ ὑποβάλῃ. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἀφαιροῦνται μεγάλα ποσὰ ἀπὸ τὰ δημοτικὰ ἔσοδα δι’ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Δυστυχῶς καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1843 καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864 διεπράχθη τὸ αὐτὸ σφάλμα. Συνηθίζομεν κατὰ δυστυχίαν νὰ ἀντιγράφωμεν τοὺς ξένους θεσμοὺς καὶ τοὺς νόμους τῶν ἄλλων Κρατῶν, νὰ μεταφέρωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν χώραν, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἦναι παραπλήσιαι αἱ περιστάσεις, ἂν ὑφίστανται ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἀλλαχοῦ καὶ αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν τὰ ἄλλα Κράτη νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὰ Συντάγματά των διάταξιν, ὁποίαν καὶ ἡμεῖς μετεφέρομεν ἐν τῷ ἡμετέρῳ. Ποία εἶναι ἡ διάταξις; Ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπιβαρύνουσι τοὺς δήμους, τὸ δὲ Κράτος συμπληροῖ αὐτὰ, ἐρχόμενον ἐπίκουρον. Τὴν διάταξιν παρέλαβον οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843 ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ Βελγικοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὸ Βέλγιον ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ Συντάγματι τοιαύτην διάταξιν, διότι ἐκεῖ, γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἡ κοινωνία διαιρεῖται εἰς κληρικόφρονας καὶ μὴ κληρικόφρονας· ἐπρόκειτο δὲ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐν χερσὶν εἶχεν ὁ κλῆρος. Ἀνέγραψαν τὴν διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ μὴ ὑποχρεώσωσι τὴν μὴ κληρικόφρονα κοινωνίαν νὰ παραδώσῃ τὰ τέκνα της εἰς τοὺς κληρικοὺς, ἀλλὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐκλέξῃ αὐτὴ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐμπιστεύεται ὡς διδασκάλους. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν οἱ λειτουργοὶ τοῦ Ὑψίστου οὐδέποτε ἦσαν πολέμιοι τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐξ ἐναντίας πάντες μετ’ εὐγνωμοσύνης ἀναμιμνησκόμεθα ὅτι τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας καὶ ἱεράρχαι καὶ ἱερεῖς ἀνύψωσαν καὶ ἐκράτησαν. Ἐνῷ λοιπὸν καθῆκον εἴχομεν νὰ προνοήσωμεν, πῶς νὰ ἀνορθώσωμεν τὸν δῆμον, πῶς νὰ τὸν κρατύνωμεν, πῶς νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ μέσα, ἵνα οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα, τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν, ἀσχολούμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, τὰ ὁποῖα ἐτάχθησαν πρὸς ἐπιτήρησιν αὐτῶν. Καὶ ἂν ἠθέλομεν πράγματι βελτιώσει αὐτὰ διὰ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θέλομεν ἀνεγείρει οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει στέγην πολυτελῆ, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν στηρίζεται ἐπὶ θεμελίων. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τοὐλάχιστον οὐδὲ τὴν στέγην τὴν πολυτελῆ, διότι δὲν βελτιοῦμεν τὴν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ τὴν παραβλάπτομεν καὶ τὴν ζημιοῦμεν, τὴν καθιστῶμεν ἀτονωτέραν καὶ ἀσθενεστέραν, διότι ἀτονωτέρα θέλει εἶναι ἡ ἐπιτήρησις, ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιτηρεῖν, τὸ δικαίωμα τοῦ νουθετεῖν καὶ ὁδηγεῖν πρὸς τὴν διοίκησιν, ἡ ἐντολὴ αὕτη δίδωται πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπαράσκευοι, ἵνα διαχειρισθῶσιν αὐτήν. Μετὰ τὴν περιφέρειαν τὴν δημοτικὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη διοικητικὴ περιφέρεια, ἔχομεν τὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας. Ἡ ἐπαρχία ἔχει ἱστορικὴν ὕπαρξιν, ἡ ἐπαρχία εἶναι θεσμὸς, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, καὶ τὸν ὁποῖον συνήθισεν ἡ κοινωνία· ἀλλὰ ἡ ἐπαρχία οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ γείνῃ νομικὸν πρόσωπον. Ἠθέλησεν ἡ νομοθεσία νὰ περιαγάγῃ αὐτὴν εἰς τὸν βαθμὸν αὐτὸν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη ἡ ἐπαρχία νὰ κατορθώσῃ τοῦτο. Ὁ νόμος περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων τοῦ 1836 δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια νὰ ψηφίζωσι φόρους ἐπαρχιακούς· ἀλλ’ ἓν μόνον παράδειγμα ὑπῆρξε διατάγματος ἐκδοθέντος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθησαν φόροι ἐπαρχιακοί, δὲν ἐγένετο ὅμως δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ διάταγμα, διότι ἡ ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν, ἵνα εἰσφέρωσι δημοσίους φόρους, ἡ ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν, ἵνα εἰσφέρωσι δημοτικοὺς φόρους, ἐξήντλει πᾶσαν ἰκμάδα τῆς ἐργασίας καὶ τῶν προσόδων αὐτῶν, παρέλυεν αὐτοὺς, καθίστα αὐτοὺς ἐντελῶς ἀνικάνους, ἵνα εἰσφέρωσι καὶ ἐπαρχιακοὺς φόρους. Αἱ ἐπαρχίαι λοιπὸν δὲν ἔχουσι περιουσίαν, δὲν ἔχουσιν ἔσοδα, εἶναι ὄργανα διοικήσεως, ἐν διαθεσιμότητι. Αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐπαρχίας, αἱ γνωσταὶ μέχρι τοῦδε, εἶναι ἡ φροντὶς περὶ κατασκευῆς ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἡ συντήρησις ὁδῶν, οἱ νόμοι δὲ ἠναγκάσθησαν νὰ προβλέψωσιν, ἵνα παράσχωσι τὰ μέσα πρὸς κατασκευὴν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν ἢ συντήρησιν αὐτῶν δι’ ἄλλου τρόπου καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιβολῆς ἐπαρχιακῶν φόρων. Ὁ νόμος τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος συνέστησε ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας καὶ ὁ ὁποῖος διῄρεσε τὰς ὁδοὺς εἰς δημοτικάς, ἐπαρχιακὰς καὶ ἐθνικὰς, προέβλεψε καὶ περὶ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν αὐτῶν ἤθελε γείνῃ, καὶ συνέστη ταμεῖον ἐπαρχιακῆς ὁδοποιίας, καὶ τὸ ταμεῖον τοῦτο ἐκλήθη, ἵνα χρησιμεύῃ εἰς κατασκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἀλλ’ οὐδένα πόρον ἔχουσι πρὸς ἵδρυσιν ἀγαθοεργῶν ἢ φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Ἡ ἐπαρχία οὐδέποτε ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἱδρύσῃ ἢ νὰ διατηρήσῃ ἀγαθοεργὸν ἢ φιλανθρωπικὸν κατάστημα, οὐδὲ ὁ νομὸς ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἱδρύσῃ καὶ διατηρήσῃ τοιαῦτα καταστήματα, διότι καὶ ἡ ἐπαρχία καὶ ὁ νομὸς εἶναι μονάδες· εἶναι μὲν διοικητικαὶ περιφέρειαι, ὁ νομὸς μάλιστα εἶναι ἁπλοῦν δημιούργημα τοῦ νόμου μόνον, οὐδ’ ὑπὸ τῆς ἱστορίας κἂν εἶχε δημιουργηθῆ ὡς ἡ ἐπαρχία, ἀλλὰ μέσα δὲν ἔχουσιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν ἄλλῳ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ μετ’ ὀλίγον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κανονίζονται τὰ τῆς διοικήσεως τῶν νομῶν, καὶ εἰσήχθησαν ἐν αὐτῷ διατάξεις, καθιστῶσαι τὴν διοικητικὴν δρᾶσιν τοῦ νομάρχου οὐχὶ ἀπὸ μόνου αὐτοῦ ἐξαρτωμένην, σκοποῦσαι δὲ νὰ καταστήσωσιν αὐτὴν μᾶλλον πεφωτισμένην. Πρὸς τοῦτο τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον δημιουργεῖ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται φροντίδες καὶ δικαιώματα καὶ ἐνέργειαι. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἁρμόζει εἰς νομοὺς ἔχοντας μέσα, ἔχοντας περιουσίαν, καὶ δυναμένους νὰ δράσωσι καὶ νὰ ἐργασθῶσι. Παρ’ ἡμῖν ὅμως οἱ νομοὶ δὲν εἶναι τοιοῦτοι, εἶναι ἀφῃρημένη ἰδέα. Καὶ κατὰ τὸ 1887 τὸ πείραμα εἶχε γείνῃ καὶ ἀπέτυχεν ἐντελῶς. Οἱ εἰσαγαγόντες τότε τὸ πείραμα τοῦτο, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1887, τὸ ὁποῖον ψηφισθὲν ἐγένετο νόμος, ὑπέλαβον ὅτι ἠδύναντο νὰ δημιουργήσωσι τὸν θεσμὸν τοῦτον, μεταφέροντες αὐτὸν ἐκ θεσμῶν ἄλλων Κρατῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸν ζωὴν, ἐπῆλθεν ἀναγκαίως ἡ κατάργησις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς, ὁ ὁποῖος νῦν θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἐκδοθησομένῳ, ὅταν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, θέλει τάχα αὐτὸς πραγματοποιήσει τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπροτάθη; Ἐνθυμοῦμαι Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, διακριθέντος καὶ προχθὲς ἐπὶ εὐγλωττίᾳ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδωκε τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἐν τῷ νέῳ τούτῳ θεσμῷ ὑπάρχει ἡ ἑνότης ἐν τῇ ἐνεργείᾳ καὶ τὸ πολλαπλοῦν τῆς σκέψεως. Οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἀπήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι ὀρθοὶ, τὸ πολλαπλοῦν τῆς σκέψεως· ἴσως ἡ φράσις δὲν εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ ἡ ἔννοια εἶναι ὀρθή. Ἡ ἑνότης ἐν τῇ ἐνεργείᾳ εἶναι ἡ ἐνέργεια, ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν ὁ νόμος εἰς τοὺς νομάρχας. Αὐτὸ ὑπάρχει καὶ τώρα. Τὸ πολλαπλοῦν τῆς σκέψεως, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θέλει κατορθωθῆ, τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια θέλει κατασταθῆ δυνατὸν νὰ μελετῶσι τὰς ὑποθέσεις, νὰ δίδωσι πεφωτισμένην γνώμην εἰς τὸν νομάρχην, νὰ ἐνασκῶσι τὰ καθήκοντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον ἀνατίθενται εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον; Ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀμφιβάλλω. Διότι τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον εἶναι ἄθροισμα ἀντιπροσώπων, τοὺς ὁποίους ἐξελέξαντο οἱ δῆμοι, δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν δήμων. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἐκλεκτοὶ οὗτοι τῶν δήμων ἀνετράφησαν ἐν τῇ δημοτικῇ κοινωνίᾳ, ἐδιδάχθησαν ἐκεῖ τὰ δημόσια καθήκοντα, δυστυχῶς δ’ ἡ κατάστασις τῶν δήμων, σᾶς περιέγραψα ποία εἶναι, φρονῶ ὅτι τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα θέλουσι συγκομίσει εἰς τὸν νομάρχην, ἥκιστα θέλουσι διαφωτίζει τὰς ὑποθέσεις. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι εἰς τὰς στενὰς περιφερείας οἱ ἄνθρωποι εἶναι μᾶλλον μέλη τῆς κοινωνίας παρὰ πολῖται, μέλη τῆς κοινωνίας ἐργαζόμενοι νυχθημερὸν, ἄγοντες βίον λιτὸν, προσπαθοῦντες νὰ δημιουργήσωσιν ἀποταμιεύματα, νὰ βοηθήσωσι τὴν οἰκογένειαν αὐτῶν, νὰ ἀποκαταστήσωσιν αὐτὴν, ἄριστοι οἰκογενειάρχαι· ἀλλ’ ἵνα δυνηθῶσι νὰ λησμονήσωσι τὸ ἐγὼ, νὰ ὑψωθῶσιν ὑπεράνω τοῦ ἐγὼ, νὰ ἐμβλέψωσιν εἰς γενικὰ συμφέροντα, νὰ μελετήσωσιν ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφορῶσι μόνον αὐτοὺς, δὲν εἶναι ἀνάγκαι τῆς οἰκογενείας των, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκαι τῆς κοινότητος, τοῦ δήμου, τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ νομοῦ, πρέπει νὰ λάβωσιν ἀνατροφὴν πεφωτισμένην. Ἑπομένως ἐν τοῖς Νομαρχιακοῖς Συμβουλίοις δὲν θέλομεν εὕρει τὰ φῶτα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ συλλέξωμεν, ὅπως δυνηθῇ ὁ νομάρχης νὰ κατασταθῇ τελειότερος περὶ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ. Ἀλλὰ μήπως θέλομεν δώσει ὀντότητα εἰς τοὺς νομούς; Ποίαν θέλομεν δώσει ὀντότητα; Ποῖα χορηγοῦμεν εἰς τοὺς νομοὺς μέσα, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐκπληρώσωσιν ἀνάγκας τῶν νομῶν, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦται; καὶ ὑπάρχουσι...

§341ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλὰ κοιμῶνται ὅλοι! Εἰς κοιμωμένους θὰ ὁμιλῆτε, κύριε Πρόεδρε; (ἀποτείνεται πρὸς τὸν ἀγορεύοντα).

§342ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν κοιμᾶται κανείς.

§343ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ τῆς ὑγείας σας, κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἀγορεύητε κατὰ τοιαύτην ὥραν.

§344ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι μόνον αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν κοιμωμένων, καὶ τοιοῦτοι πρωτίστως εἶναι οἱ κύριοι Ὑπουργοί.

§345Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπατᾶσθε.

§346ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν λέγω διὰ σᾶς, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν θὰ μὲ διαψεύσῃ.

§347ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς διακόψωμεν πλέον.

§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως οὐδεμίαν ποιοῦμαι πρότασιν.

§349ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε νὰ ἀγορεύσητε ἐπὶ μακρὸν ἀκόμη;

§350Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.

§351ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ βεβαίως εἶναι κεκοπιακυῖα.

§352Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πρὸ ὀλίγου, ἂν ὁ ἀγορεύων ἦναι κουρασμένος, νὰ διακόψωμεν.

§353ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εὐχαριστοῦμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ λέγομεν ὅτι, ὅταν γίνηται ἀγόρευσις τοιαύτη, πρέπει νὰ ἦναι εἰς θέσιν οἱ Βουλευταὶ νὰ ἀκούουν.

§354ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀκούομεν.

§355ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλογερόπουλος κοιμᾶται, ἐπίσης ὁ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτής...Θέλετε ὀνόματα;

§356ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διακόπτομεν τέλος πάντων;

§357Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ...

§358Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν.

§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 4 καὶ 25′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
2τῆς 18 Ἰουνίου 1899.
3(Παρασκευή).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώ-
5σκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
6συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Λαρίσῃ οἰνοπνευματοποιοὶ καὶ ποτο-
8ποιοὶ ἀπέστειλαν ὑπόμνημα πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ νομο-
9σχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν
10οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν.
11Ἡ συντεχνία τῶν ἐν Πειραιεῖ ὑποδηματοποιῶν δι’ ἀναφο-
12ρᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξαιτεῖται τὴν ἀκύρωσιν τοῦ φο-
13ρολογικοῦ καταλόγου ἢ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐπιβληθέντος εἰς
14τὰ μέλη αὐτῆς φόρου ἐπιτηδεύματος.
15Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ἁγίας Λαύρας διὰ
16ψηφίσματός του ἐκφράζει τὴν εὐχὴν, ὅπως τὰ Καλάβρυτα
17ἀποτελέσωσιν ἴδιον νομόν.
18Κάτοικοι Χριστοῦ καὶ Ἁγίου Νικολάου τοῦ δήμου Κρίσ-
19σης τῆς Ἀμφίσσης δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως χα-
20ρισθῇ αὐτοῖς ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, λόγῳ ὅτι
21ἐζημιώθησαν ἕνεκα τῆς ἀνομβρίας.
22Οἱ ἐν Βονίτσῃ πρόσφυγες Καμαρινιῶται διὰ τηλεγραφήμα-
23τός των ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῶν διὰ τὴν πατρι-
24κὴν ὑπὲρ αὐτῶν μέριμναν τῆς Βουλῆς.
25§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναφο-
26ρὰν τῶν Καμαρινιωτῶν παρακαλῶ νὰ ἀποστείλητε εἰς τὸν κ.
27Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι εἶναι ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ
28τοῦ ὁποίου ὡμίλησα πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν.
29§3Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶχον ἀνάγκην
30τῆς ὑπομνήσεως, διότι ἐνθυμοῦμαι τὴν εὔγλωττον ὑμῶν ἀγό-
31ρευσιν. Τὴν προσεχῆ Δευτέραν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θέλει
32ὑποβάλει τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
33§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πέρρος ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ
34τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
35§5Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Πρὸ μηνὸς περίπου εἶχον παρακαλέσει τὸν
36κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βου-
37λὴν γνωμοδότησίν τινα τοῦ ἁρμοδίου νομικοῦ συμβούλου. Ὁ
38κ. Ὑπουργὸς ἔρχεται συνήθως εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἔναρ-
39ξιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ
40ὑποβάλω παράπονον καὶ ἀναπτύξω τὸ θέμα μου.
41Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέδωκε μίαν ἐγκύκλιον κατὰ Ἀπρίλιον
42ἐνεστῶτος ἔτους, καθ’ ἣν, στηριζομένην ἐπὶ γνωμοδοτήσεως
43τοῦ νομικοῦ συμβούλου, οἱ καταταχθέντες ἐθελουσίως μὲ
44βαθμὸν ὑπαξιωματικοῦ ἐπὶ τριετεῖ ὑποχρεώσει κατὰ τὴν πα-
45ροῦσαν ἐπιστρατείαν, ἤτοι μετὰ τὴν 1 Μαρτίου 1897, καὶ
46συμπληρώσαντες ἤδη πραγματικὴν διετῆ ὑπηρεσίαν, δύνανται
47τῇ αἰτήσει των ν’ ἀπολυθῶσι τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Κατὰ
48τὴν ἐγκύκλιον ταύτην περιορίζεται ἡ ἀπαλλαγὴ μόνον εἰς
49τοὺς φοιτητὰς τοὺς καταταχθέντας ὡς ὑπαξιωματικούς, ἀλλὰ
50δι’ ἐκείνους, οἵτινες κατετάχθησαν ὡς ἐθελονταὶ καὶ δι’ οὓς
51δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐκδοθῆ τὸ διάταγμα, καθ’ ὃ ἠδύναντο νὰ
52καταταχθῶσιν ἐφ’ ὅσον διήρκει ἡ ἐπιστράτευσις, δὲν διαλαμ-
53βάνει ἡ ἐγκύκλιος, καὶ διὰ τοῦτο παραμένουσιν ἔτι οὗτοι ἐν
54τῷ στρατῷ. Ὅσοι κατετάχθησαν μετὰ τὸ διάταγμα ἀπηλλά-
55γησαν, ἀλλ’ οἱ πρὸ τοῦ διατάγματος καταταχθέντες ὡς ἁπλοῖ
56στρατιῶται ἀποκλείονται κατὰ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, ἐνῷ
57κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον δὲν ἀπολαμβάνουσί τι πλειό-
58τερον οἱ καταταχθέντες ὡς ὑπαξιωματικοὶ ἀπὸ τοὺς κατα-
59ταχθέντας ὡς στρατιώτας, εἶναι δὲ πολλοὶ τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι
60ὑπηρέτησαν ἐπὶ διετίαν καὶ ἄγουσιν ἤδη τὸν πέμπτον μῆνα
61τοῦ τρίτου ἔτους, καὶ ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
62τικῶν δὲν τοὺς ἀπαλλάσσει, στηριζόμενος, ὡς προεῖπον, εἰς
63τὴν γνωμοδότησιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου. Συνέπεσε νὰ ᾖναι,
64ὡς ἐπληροφορήθην, ὑπαξιωματικὸς τῆς τοιαύτης κατηγορίας ὁ
65υἱὸς τοῦ νομικοῦ συμβούλου, καὶ ὁ κ. νομικὸς σύμβουλος ἐκ-
66δίδει γνωμοδότησιν διὰ τοὺς καταταχθέντας μόνον ὡς ὑπα-
67ξιωματικούς, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ
68τῇ βάσει αὐτῆς, ἐκδίδει ἐγκύκλιον. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν
69προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ ἴδω
70τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ νομικοῦ συμβούλου, ποῦ στηριζόμενος
71οὗτος εὗρεν ὅτι διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς εὑρίσκεται ἡ διέξο-
72δος, διὰ τοὺς ἁπλοῦς δὲ στρατιώτας δὲν εὑρίσκεται. Ἐὰν τὰ ἐπι-
73χειρήματα τῆς γνωμοδοτήσεως ᾖναι ἱκανὰ νὰ ἀπαλλάξουν τῆς
74διετοῦς ὑποχρεώσεως τὴν μίαν κατηγορίαν, νομίζω ὅτι ἔπρεπε
75νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐεργετικὴν ταύτην διάταξιν τῆς ἐγκυκλίου
76ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐπὶ τοὺς ἄλλους.
77Καὶ μίαν ἄλλην παράκλησιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
78γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς
79διοικητικῆς διαιρέσεως, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἀλλ’ εἶχον ὑπο-
80βάλει αἴτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως προσκομίσῃ εἰς
81τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινάς. Ἤθελον νὰ παραστήσω, ὅτι
82ἡ ἐπαρχία Κυνουρίας εἶναι ὑπὸ χείρονας ὅρους ἀπὸ πάσας τὰς
83ἄλλας ἐπαρχίας, αἵτινες καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποκτῶσι
84τὸ προνόμιον ἰδίας περιφερείας καὶ διὰ τῶν παραστάσεων ἀπὸ
85τοῦ βήματος τούτου παρεστάθησαν ὡς δικαιούμεναι νὰ τύ-
86χωσι τῆς περιφερείας ταύτης. Ἐζήτησα κατὰ τὴν συνεδρία-
87σιν τῆς 14 Ἰουνίου νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ
88Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς ἑξῆς πληροφορίας:
891) Πόσαι δημόσιαι ἢ ἐπαρχιακαὶ ἢ βαταὶ ὁδοὶ ἔχουσι συν-
90τελεσθῆ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας ἀπὸ τῆς πρωτευούσης
91αὐτῆς (Καρπενησίου) εἰς τὰς ἄλλας γειτονικὰς ἐπαρχίας, ἢ
92καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων δήμων τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας.
932) Πόσαι αἱ ἀποστάσεις ἀπὸ τοῦ Καρπενησίου καὶ τῶν
94πρωτευουσῶν τῶν ἄλλων δήμων τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας μέ-
95χρι Μεσολογγίου.
963) Πόση ἡ ἀπόστασις ἀπὸ Γυθείου μέχρι Σπάρτης, καὶ
97ὁποία τις ἡ μεταξὺ τῶν δύο τούτων πόλεων συγκοινωνία.
984) Πόσαι καὶ ποῖαι δημόσιαι, ἐπαρχιακαὶ ἢ βαταὶ ὁδοὶ
99ἔχουσι κατασκευασθῆ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κυνουρίας ἀπὸ τῆς
100πρωτευούσης αὐτῆς (Λεωνιδίου) εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἢ εἰς
101τοὺς ἄλλους δήμους τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας, καὶ
1025) Πόση ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ Λεωνιδίου καὶ τῶν πρωτευ-
103ουσῶν τῶν δήμων Μαριοῦ, Σελινοῦντος καὶ Γλυπίας μέχρι
104Τριπόλεως.
105Αἱ πληροφορίαι αὗται, αἱ ὁποῖαι μάλιστα καὶ τὴν ἑσπέραν
106ταύτην ἦσαν ἀπαραίτητοι, δὲν προσήχθησαν. Ἐν ταύτοις ἐπι-
107φυλάσσομαι, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ
108νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ
109κατάστασις τῆς Κυνουρίας εἶναι πολὺ χείρων τῆς Εὐρυτανίας
110καὶ ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ ἐδικαιοῦτο νὰ τύχῃ ἡ Κυνουρία
111ἰδίας διοικητικῆς περιφερείας ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην.
112§6Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ
113δώσῃ ἓν πέρας εἰς τὴν κατάστασιν τῶν διαθεσίμων, τῶν κρα-
114τουμένων εἰσέτι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Εἶναι πρόδηλος
115ἡ ἀδικία, ἡ ὁποία γίνεται εἰς αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς, οἱ ὁποῖοι
116καὶ ὑπηρέτησαν καὶ ἐπλήρωσαν τὰ νόμιμα τέλη, οὐχ ἧττον
117ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ δέκα ἢ ἕνδεκα μῆνας. Ἐπιβάλλει καὶ ὁ νό-
118μος καὶ ἡ φιλανθρωπία τὴν ἀπαλλαγήν των. Ἐπειδὴ δὲ χθὲς
119ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα
120τοῦτο συνδέεται ἀρρήκτως μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιστρατεύσεως,
121φρονῶ ὅτι εἶναι παρῳδία νὰ διατηρῆται ἀκόμη ἐπιστράτευσις ἐν
122Ἑλλάδι, καὶ πρέπει νὰ ἀρθῶσι μαζῇ αἱ δύο αὐταὶ καταστάσεις.
123Ἔχω καὶ ἑτέραν παράκλησιν νὰ ὑποβάλω. Προκειμένου
124νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν προξενικῶν προσόντων,
125τῶν μισθοδοσιῶν τῶν προξένων κλπ., παρακαλῶ τοὺς κυρίους
126Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσα-
127γάγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν δύο δικογραφίας, τὴν μὲν ἀφορῶσαν
128τὸν ἐν Σμύρνῃ δικηγόρου Φωτιάδην, τὸν καταγγείλαντα τὸν
129Πρόξενον Σμύρνης, καὶ ἀδίκως, ὡς λέγουσι, καὶ πρὸς ἐκδί-
130κησιν ὑπὸ τοῦ καταγγελθέντος Προξένου φυλακισθέντα. Δεύτε-
131ρον νὰ γνωρίσωσιν ἡμῖν τ’ ἀποτελέσματα ὑποθέσεως δικηγόρου
132τινὸς ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅστις κατήγγειλε τὰς ἐκεῖ Προ-
133ξενικὰς ἀρχὰς διὰ διαφόρους πράξεις, καὶ ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον
134τῆς Δικαιοσύνης, γραμματεύοντος τοῦ κ. Κροκιδᾶ, διέταξεν
135ἀνακρίσεις, ἀντὶ ἱκανοποιήσεως ὁ μηνυτὴς εὑρέθη κατηγο-
136ρούμενος, καὶ διὰ δῆθεν πειθαρχικὸν παράπτωμα ἐπέβαλεν αὐτῷ
137τὸ Προξενικὸν δικαστήριον τὴν ἀνωτέραν τῶν πειθαρχικῶν ποι-
138νῶν, δηλαδὴ ἕξ μηνῶν παῦσιν ἀπὸ τοῦ ἐπαγγέλματός του.
139Ἀνέγνωσα τὴν ἀπόφασιν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
140τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὴν ἀναγνώσῃ καὶ αὐτὸς ἐπισταμένως
141καὶ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πρὸς γνῶ-
142σίν του. Εἶναι δὲ ἔγγραφον στιγματίζον τὴν Δικαιοσύνην.
143Ὡσαύτως παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δη-
144μοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ προσκομίσῃ τὰ πολυθρύλητα ἔγ-
145γραφα τῆς ὑποθέσεως Ράπα. Γνωρίζω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
146γὸν, ὅτι ὁ κ. Καββαδίας ἦλθεν ἤδη ἀπὸ τὴν Κρήτην.
147§7Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
148Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ἐκ νέου καὶ μετα-
149γραφῆς τῶν ἐγγεγραμμένων ὑποθηκῶν καὶ προσημειώσεων
150καὶ μεταγραφῶν εἰς τὰ ἀπολεσθέντα ἢ ἐν μέρει καταστρα-
151φέντα βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν δήμων ἐν Θεσ-
152σαλίᾳ καὶ Φθιώτιδι».
153§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν
154διάταξιν.
155§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
156ράρτημα, ἀριθ. 319).
157Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μπασιᾶς, Καπετανάκης καὶ Τυπάλδος
158ἀπὸ κοινοῦ ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
159περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Θέλουσι τυπωθῆ
160καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 320).
161§10Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
162Καὶ εἰς παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν περίοδον ὑπεβλήθη νομο-
163σχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ὅσον
164ἀφορᾷ τὰ εἰσιτήρια ἀτμοπλοϊκῶν, σιδηροδρομικῶν καὶ τροχιο-
165δρομικῶν ἑταιρειῶν. Τοιοῦτο νομοσχέδιον ὑποβάλλω σήμερον.
166Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου σκοπεῖται πρὸ παντὸς ἡ ἁπλο-
167ποίησις τοῦ καταλογισμοῦ καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν εἰσιτηρίων,
168ὅπως καὶ τὸ Δημόσιον λαμβάνῃ τὰ δικαιώματά του καὶ αἱ
169ἑταιρεῖαι μὴ ὑποβάλλωνται εἰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπερ-
170βαίνουν συνήθως τοῦ προσωπικοῦ τὴν ἐπάρκειαν. Τὸ νομο-
171σχέδιον τοῦτο εἶναι σχεδὸν ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπε-
172βλήθη ὑπὸ τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν
173Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν προηγουμένην Βουλευτικὴν περίοδον.
174§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
175ράρτημα, ἀριθ. 321).
176§12ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ
177ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ
178εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
179§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον πρό-
180κειται νὰ διασώσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐν κινδύνῳ
181ἕνεκα τῆς ἀπωλείας τῶν βιβλίων, νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι
182καὶ ἐπεῖγον. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θέλει
183ἔχει δυσκολίαν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν δὲν πρόκειται
184νὰ γείνῃ συζήτησίς τις, τεθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ἐν τῇ ἡμε-
185ρησίᾳ διατάξει, ἂν ὅμως πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις, συ-
186ζητηθῇ ἀμέσως μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαι-
187ρέσεως τοῦ Κράτους.
188§14Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πρὸ δύο μηνῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ
189ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μίαν ἀπό-
190φασιν τοῦ εἰρηνοδίκου Αὐλῶνος ἐπὶ διαφορᾶς μεταξὺ δύο
191κοινοτήτων. Προεκάλεσα ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τὴν
192προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶχον δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ.
193Ὑπουργὸς ἐκ τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως ἤθελε γνωρίσει τὸ
194ποιὸν τοῦ εἰρηνοδίκου αὐτοῦ· εἰς μάτην ὅμως· μέχρι τοῦδε οἱ
195δύο δῆμοι, οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ εἰρηνο-
196δίκου ἐκείνου, ἤτοι ὁ δῆμος Αὐλῶνος καὶ ὁ δῆμος Κονι-
197στρίων, ἀνέμενον μεταβολὴν τοῦ προσώπου τοῦ διαχειριζο-
198μένου τὴν δικαιοσύνην. Γνωρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
199Δικαιοσύνης, ὅτι βαρέως φέρουσιν οἱ κάτοικοι τῶν εἰρημένων
200δήμων τὴν διατήρησιν τοῦ νῦν εἰρηνοδίκου, γνωρίζω αὐτῷ,
201ὅτι ὑφίσταται ἓν εἶδος δικαιοστασίου εἰς τοὺς δύο ἐκείνους
202δήμους, διότι οὐδεμίαν ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην ὁ ῥηθεὶς εἰρη-
203νοδίκης. Φρονῶ ὅτι καθῆκον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
204καιοσύνης νὰ προβῇ ὡς τάχιστα εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ δικαιο-
205στασίου αὐτοῦ, διότι εἶναι λυπηρότατον, προκειμένου περὶ
206τόσῳ σοβαρῶν πράξεων, δι’ ἃς προσκομίζονται ἐπίσημοι ἀπο-
207δείξεις τῆς ἀνικανότητος, εἰ μή τι ἄλλο, τῶν διαχειριζομέ-
208νων τὴν δικαιοσύνην, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ κωφεύῃ. Γινώσκω,
209ὅτι συνεπεία καταγγελιῶν κατὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος εἰρη-
210νοδίκου ἐξεδόθησαν βουλεύματα παύοντα πρὸς καιρὸν τὴν
211ποινικὴν καταδίωξιν· φρονῶ δὲ, ὅτι τὰ τοιαῦτα βουλεύματα
212κατὰ δικαστικοῦ προσώπου εἶναι βουλεύματα βαρύτατα, τὰ
213ὁποῖα ὄχι μόνον μετάθεσιν πρέπει νὰ προκαλέσουν ὡς τά-
214χιστα, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμωρίαν τοῦ δικαστικοῦ προσώπου, εἰς
215τὸ ὁποῖον ἀφορῶσι.
216§15Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
217Ὡς πρὸς τὴν ἀναφορὰν, ἡ ὁποία μοὶ ἐπεδόθη, διέταξα τὰ
218δέοντα πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα. Δὲν εἶναι δὲ ἀκόμη
219καιρὸς νὰ ἀναγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὴν Βουλήν. Ὅσον
220δ’ ἀφορᾷ τὴν ζητουμένην παῦσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται εἰρη-
221νοδίκου, γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. συνάδελφος τίνες αἱ περι-
222πτώσεις, αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦσι τὴν παῦσιν ἑνὸς δικαστι-
223κοῦ προσώπου. Ὡς πρὸς τὴν μετάθεσιν, θὰ ληφθῇ φροντίς.
224§16Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐν τῷ δήμῳ Ταμινέων καὶ ἐν τῇ πε-
225διάδι τοῦ Δύστου ὑφίσταται ἡ λίμνη ἡ καλουμένη Δύστος.
226Ἡ λίμνη αὕτη, τῆς ὁποίας τὰ ὕδατα εἶναι στάσιμα, ἔχει
227μεταβάλει τοὺς ὑγιεινοὺς ὅρους ὅλων τῶν πέριξ εἰς ἀκτῖνα
228δύο τουλάχιστον ὡρῶν. Ἐκεῖ οἱ θάνατοι ἐπέρχονται πυκνό-
229τατοι, ὅσον εἰς οὐδὲν ἄλλο μέρος τῆς Ἑλλάδος. Ἕνεκα τῶν
230συνθηκῶν τούτων αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐθεώρησαν
231καθῆκον ἑαυτῶν, ἵνα μεριμνήσωσι περὶ ἀποξηράνσεως τῆς
232περὶ ἧς πρόκειται λίμνης, καὶ ἀπέστειλαν μηχανικούς, ὅπως
233ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα. Αἱ ἐκθέσεις τῶν διαφόρων ἐκείνων
234μηχανικῶν, ἐξ ὧν ἄλλαι μὲν σώζονται ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ
235Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄλλαι δὲ δὲν σώζονται, αἱ
236ἐκθέσεις ἐκεῖναι καταλήγουσιν εἰς τὸ ὅτι δὲν εἶναι δυσχερὴς
237ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης. Ὑφίσταται μάλιστα ἀπὸ ἀρχαιο-
238τάτων χρόνων τάφρος, δι’ ἧς τὰ ὕδατα ἐχύνοντο πρὸς τὴν
239θάλασσαν, τὴν βορείως τῆς Εὐβοίας· ἡ τάφρος ἐλειτούργει
240ἐπὶ τουρκοκρατίας, δὲν ἠξεύρω δὲ πῶς, ἕνεκα τῆς ἀμελείας
241τῶν ἐκεῖ τοπικῶν ἀρχῶν, ἡ τάφρος αὕτη ἐπιχωσθεῖσα ἔπαυσε
242νὰ λειτουργῇ, καὶ τοιουτοτρόπως τὰ ὕδατα ἔχουν ἤδη συγ-
243κεντρωθῆ ἐκεῖ, σεσηπότα καὶ μεταδίδοντα τὸν θάνατον εἰς
244ὅλους τοὺς πέριξ κατοίκους. Πέριξ τῆς λίμνης ἐκείνης κατοι-
245κοῦσι 3,835 ψυχαί, κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσημον ἀπογρα-
246φήν. Εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα σπανίως οἱ ἄνθρωποι φθάνουσιν
247εἰς ἡλικίαν 60 ἐτῶν, ἐνῷ πέραν τῆς ἀκτῖνος τῶν μερῶν
248ἐκείνων βλέπετε ἀνθρώπους φθάνοντας εἰς ἡλικίαν 100 μέ-
249χρις 110 ἐτῶν. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρ-
250νησις πρέπει νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα πρὸς τοὺς δυστυχεῖς ἐκεί-
251νους κατοίκους, τῶν ὁποίων ὁ βίος εἶναι ἀφόρητος. Ἐκτὸς
252τοῦ ἑλειογενοῦς πυρετοῦ οἱ κώνωπες εἰς τοσοῦτον πλῆθος ἐκεῖ
253συγκεντρώνονται, ὥστε εἰς τὰ χωρία αὐτὰ οἱ κάτοικοι εἶναι
254ἠναγκασμένοι πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου νὰ γευματίζωσιν,
255εὐθὺς δὲ καὶ πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου νὰ κατακλίνωνται,
256ἐπιμελῶς κλειόμενοι εἰς κουνουπιέρας, διότι εἶναι ἀδύνατον
257νὰ μείνῃ τις μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἔξω. Οἱ κώνωπες δί-
258κην νέφους ἀκρίδος ἐπιπίπτουσι, καθιστῶντες τὸν βίον ἀφόρητον.
259Εἶναι δὲ τὸ ἔργον τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης λίαν εὐχερές,
260κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομομηχανικοῦ κ. Σούτσου, διότι δὲν
261ἀπαιτεῖται μεγάλη δαπάνη, καὶ νομίζω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουρ-
262γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ.
263Σούτσου τὴν ἔκθεσιν, θέλει πεισθῆ ὅτι εἶναι τόσον εὐχε-
264ρὴς ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης αὐτῆς, ὥστε μεῖζον καθίστα-
265ται τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ ἀφήσῃ τοὺς δυστυ-
266χεῖς ἐκείνους πληθυσμοὺς νὰ καταμαστίζωνται ὑπὸ τῶν νόσων
267καὶ τῆς δυστυχίας.
268§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
269ταξιν.
270(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν,
271κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ
272νομοσχέδιον περὶ ἐγγραφῆς ἐκ νέου καὶ μεταγραφῆς τῶν
273ἐγγεγραμμένων ὑποθηκῶν καὶ προσημειώσεων καὶ μετα-
274γραφῶν εἰς τὰ ἀπολεσθέντα ἢ ἐν μέρει καταστραφέντα
275βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν δήμων ἐν Θεσσα-
276λίᾳ καὶ Φθιώτιδι).
277§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως,
278κατ’ ἄρθρον, τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ
279Κράτους.
280§19ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅσοι φρονοῦσιν, ὅπως ἡμεῖς, ὅτι
281τὸ νομοσχέδιον ὄχι μόνον ἄσκοπον εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλα-
282βές, καθῆκον ἔχουσιν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι βεβαία ἡ ἐπιψήφισις
283αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νὰ ἀγωνισθῶσι μέχρι τοῦ τελευταίου
284ὀχυρώματος, νὰ ἀντιτάξωσιν ὅλους τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους
285φρονοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ τόπος,
286κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι ὁ ἀγὼν ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις
287πολλάκις διεξάγεται μεταξὺ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ συμφέροντος,
288μεταξὺ τοῦ δικαίου καὶ τῆς πολιτικῆς βίας, καὶ πολλάκις
289κατισχύει τοῦ δικαίου καὶ τοῦ ὀρθοῦ ἡ πολιτικὴ βία καὶ τὸ
290συμφέρον· ἀλλ’ ὅταν τὸ δίκαιον ἀναγράφηται ἐν τοῖς πρακτι-
291κοῖς καὶ σπείρηται ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου δὲν βραδύνει νὰ
292γεννήσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι κακῶς ἡττήθη, καὶ θᾶσσον ἢ
293βραδύτερον νὰ κατισχύσῃ, καίτοι ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἓν
294δυστύχημα ἀκόμη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει καὶ τοῦτο τὸ
295μειονέκτημα, ὅτι θὰ ἐπιβραδύνῃ τὴν κατίσχυσιν τοῦ ὀρθοῦ·
296διότι σωρεύει ἐμπόδια τοπικῶν, κομματικῶν καὶ προσωπικῶν
297συμφερόντων εἰς τὴν μέλλουσαν ἀνόρθωσιν, καὶ ἂν ἀποδει-
298χθῇ (ὅπως θὰ ἀποδειχθῇ) ἐν τῇ πράξει τὸ σύστημα ἀνεπι-
299τυχές. Διότι, ὅπως ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Κόκκινος, πολεμῶν
300τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως τῶν διοικήσεων, τὰ τοιαῦτα νομο-
301σχέδια ἔχουσι δημαγωγικὴν καταγωγὴν καὶ δημαγωγικοὺς
302σκοποὺς, καὶ διεγείρουσι πολλοὺς ὑπὲρ αὐτῶν, ἐνῷ δὲν δύναν-
303ται νὰ πείσωσι περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῶν.
304Ἔχομεν μίαν ἀπόδειξιν ἢ μᾶλλον δύο ἀποδείξεις περὶ τῆς
305ἐπιτυχίας τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος καὶ τοῦ σκοποῦ αὐ-
306τοῦ, ὅπερ σήμερον γίνεται καταφανέστερον. Ὡς εἶναι βέ-
307βαιον, σκοπὸς τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος ἦτο ἡ εὔρυνσις
308τῶν ἰδεῶν τῶν πολιτῶν, ἡ συγχώνευσις τὼς πληθυσμῶν πρὸς
309ματαίωσιν τῶν ἐκ τοῦ τοπικισμοῦ ἐρίδων καὶ διεγέσεων καὶ
310τῶν τοπικῶν συμφερόντων, ἅτινα πάντα παραλύουσι τὴν πρό-
311οδον παντὸς τόπου. Ταῦτα πάντα τὸ νομαρχιακὸν σύστημα
312ἐπέτυχε παρ’ ἡμῖν, καὶ τὴν ἐπιτυχίαν του κατέδειξαν δύο
313τινά. Πρῶτον, ὅτι, ὅτε ἐψηφίσθη ἡ μεγάλη ἐκλογικὴ περι-
314φέρεια, ἥτις περιελάμβανεν ὁλόκληρον τὸν πληθυσμὸν τοῦ
315νομοῦ, ὁ τόπος δὲν ἐξηγέρθη, διότι αἱ ἕξεις τῶν ἀνθρώπων
316εἶχον ἤδη ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος ἐξοι-
317κειωθῆ πρὸς ἀλλήλας, καὶ οἱ ἄνθρωποι οὐδόλως ἐδυσφόρησαν,
318διότι ἐθεώρησαν, ὅτι ἀπετέλουν ἕνα ἐκλογικὸν σύλλογον, κοινὰ
319ἔχοντα δικαιώματα, καθήκοντα καὶ συμφέροντα. Δευτέραν
320δὲ ἀπόδειξιν ἔχετε τὴν σήμερον ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου τού-
321του διεγερθεῖσαν ἔριν μεταξὺ τῶν διαφόρων τόπων, ἥτις ἀπο-
322δεικνύει, ὅτι, ἐνῷ ὑπὸ τὴν εὐεργετικὴν στέγην τοῦ νομαρχια-
323κοῦ συστήματος τὰ τοπικὰ πάθη καὶ τὰ συμφέροντα, τὰ
324πολλάκις μέχρις ἀγριότητος φθάνοντα, εἶχον ὅλα κατευνα-
325σθῆ, σήμερον, μόλις ἐθίχθη τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως, ἀνε-
326φάνησαν ταῦτα ἐν ὅλῃ αὑτῶν τῇ ἀπελπιστικῇ καὶ παραλυ-
327τικῇ ὁρμῇ. Ἔζησε τὸ νομαρχιακὸν σύστημα 75 ἔτη, καὶ μὲ
328ὅλας τὰς ἀτελείας αὐτοῦ καὶ μολονότι δὲν εἰσήχθη ὁλόκλη-
329ρον, ὅπως ὀρθῶς παρετηρήθη, διότι ἀπ’ αὐτοῦ ἔλειπον τὰ Νο-
330μαρχιακὰ Συμβούλια, μ’ ὅλα ταῦτα μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’
331ἣν ὁ μέγας πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς δὲν εἶχεν εἰσδύσει εἰς
332τὴν διοίκησιν, τὸ σύστημα εὐηργέτει καὶ ἐξακολουθεῖ ἔτι
333εὐεργετικῶς λειτουργοῦν. Δὲν ἀπέτυχε δὲ κατὰ τὴν κυρίαν
334αὐτοῦ ἀποστολήν.
335Ἤκουσα πολλοὺς κατηγοροῦντας, καὶ δριμύτατα, τὴν δι-
336οίκησιν, καὶ εἶχον δίκαιον ἴσως ἐν πολλοῖς, ἀλλὰ τὸ σφάλμα
337δὲν ἦτο οὔτε εἰς τοὺς κατὰ τόπους διοικοῦντας, οὔτε εἰς τοὺς
338νόμους, ὑφ’ οὓς διώκουν οὗτοι, καὶ πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν
339ἑκάστῳ τὸ προσῆκον. Διότι, ἐὰν ἀποτυγχάνῃ πολλάκις ἡ
340διοίκησις καὶ ἐὰν πολλάκις καὶ ἡ δικαιοσύνη ἀποτυγχάνῃ, αἰ-
341τία εἶναι κυρίως τὸ κέντρον καὶ ὄχι μόνον τὰ πρόσωπα τὰ
342κατὰ τόπους ἀσκοῦντα τὴν διοίκησιν. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀδιάκοπος
343κατὰ τῶν ὑπαλλήλων μομφὴ μοὶ ἐνθυμίζει τὸ παρουσιαζό-
344μενον φαινόμενον παρὰ τοῖς ἀνθρώποις καὶ τοῖς ζῴοις πολ-
345λάκις, ὅτι, ὅταν ἓν μέλος πάσχῃ, παραπονεῖται ὁ πάσχων
346κατὰ τοῦ μέλους αὐτοῦ, χωρὶς ν’ ἀναζητῇ, ἂν τὸ πάθος
347τοῦ μέλους ἐκείνου ἦναι ἀποτέλεσμα ἄλλου κεντρικωτέρου
348νοσήματος. Ὁ Nansen διηγεῖται, ὅτι ἐπυροβόλησε κατὰ
349ἄρκτου, τῆς ὁποίας ἡ σφαῖρα προσέβαλε τὴν σπονδυλικὴν
350στήλην, ἕνεκα τούτου δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ τὸ ζῷον,
351ὅπερ, ἀσχάλλον διότι τὰ ὀπίσθια ἄκρα αὐτοῦ δὲν ἠδύναντο
352νὰ κινηθῶσιν, ἐδάγκανε μετ’ ἀγριότητος αὐτὰ, ὑπολαμβάνον
353ὅτι ἐκεῖνα τῷ ἔπταιον, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ κινηθῇ. Νο-
354μίζω ὅτι καὶ ἡμεῖς, ἐπιτιθέμενοι διαρκῶς κατὰ τῶν ὑπαλλή-
355λων, πάσχομεν τοιοῦτόν τι, καὶ δὲν ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τὸ
356σφάλμα, διὰ τὸ ὁποῖον παραλύει ἐδῶ ἡ διοίκησις, ἢ ἐκεῖ πά-
357σχει ἡ δικαιοσύνη, ἔγκειται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῇ κεντρικῇ
358ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον συντελοῦσιν εἰς τοῦτο
359τὰ πολιτικὰ συμφέροντα, τῶν ὁποίων τὴν κατάπνιξιν ἔπρεπε
360μᾶλλον νὰ ἐπιζητήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡμεῖς.
361Τὴν διοικητικὴν ὄψιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπερήσπισε μόνον
362ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι οἱ ἄλλοι περιωρίσθησαν
363κατὰ τὸ πλεῖστον, ἂν μὴ κατὰ τὸ ὅλον, εἰς τὴν ὑπεράσπι-
364σιν τοῦ θεσμοῦ ὡς πρὸς τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ καὶ αἱ ὁμο-
365λογίαι τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δεικνύουσιν, ὅτι τὸ σύ-
366στημα, τὸ ὁποῖον ἔφερε, δὲν ὑπόσχεται οὔτε ἀσφαλῶς, οὔτε
367κἂν κατὰ μείζονα ἐλπίδα, τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ. Σᾶς ὁμο-
368λογεῖ ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι τέλειον, σᾶς ὁμολογεῖ ὅτι
369εἶναι ἓν μόνον βῆμα πρὸς τὰ πρόσω, σᾶς ὁμολογεῖ, ὅτι οἱ
370δῆμοι δὲν ὑφίστανται καὶ ὅτι τὰ 9/10 τῶν δήμων, δι’ ἔλλει-
371ψιν πόρων, εἶναι ἀνίκανα νὰ ὑπάρξωσιν ὡς νομικὰ πρόσωπα,
372σᾶς ὁμολογεῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνδέεται μετὰ τοῦ
373νομοσχεδίου περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, τὸ ὁποῖον
374εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐπίσης ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀλλὰ,
375ὅταν παραδέχηται ὅτι δῆμος δὲν ὑπάρχει πλέον, παραδέχε-
376ται ὅτι δὲν ὑπάρχει νομαρχιακὸν σύστημα πλέον· διότι τοῦ
377νομαρχιακοῦ συστήματος τὸ τελευταῖον, ἀλλὰ τὸ εὐρύτατον,
378ἔρεισμα εἶναι ὁ δῆμος, ὁ δῆμος μὲ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ὁ
379δῆμος μὲ τοὺς πόρους αὐτοῦ, ὁ δῆμος μὲ τὴν ἐξάσκησιν τῶν
380δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καθήκοντα τοῦ δή-
381μου, ἀλλὰ τοῦ Κράτους καθήκοντα, ἀνατεθέντα εἰς τὸν δῆ-
382μον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐκ ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν
383εἶναι καθῆκον τοῦ δήμου, διότι αὐτὸ καὶ ἡ κατωτάτη ἐκπαί-
384δευσις εἶναι δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις μετέ-
385δωκεν αὐτὰ εἰς τοὺς δήμους, καὶ εἰς ἀμοιβὴν τῆς ἀσκήσεως
386αὐτῶν ὑπεχρέωσε τοὺς δήμους νὰ καταβάλωσι τὴν δαπάνην·
387διότι, ἐὰν ἦσαν καθήκοντα τῶν δήμων, τὸ νὰ λέγῃ τὸ Κρά-
388τος «τὰ καθήκοντά σου λαμβάνω ἐγὼ, καὶ σὲ ὑποχρεώνω νὰ
389πληρώσῃς», εἶναι, νομίζω, ἀνωμαλία ἰδέας καὶ συστήματος·
390διότι ὁ ἔχων τὰ βάρη ἔχει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὰ δι-
391καιώματα. Ὁ δῆμος, ὡς τρίτος βαθμὸς διοικήσεως, ἤσκει τὸ
392δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν κατὰ χορηγίαν γενομένην πρὸς αὐ-
393τὸν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· ἅμα ὅμως ἐξέλιπεν ὁ δῆμος,
394ἔχετε ὁλόκληρον τὸ διοικητικὸν σύστημα, τὸ συγκεντρωτι-
395κὸν, ἔχετε ἕνα μόνον διοικοῦντα, δὲν ἔχετε ὅμως οὔτε ἀπο-
396κέντρωσιν, οὔτε αὐτοδιοίκησιν, ἀλλ’ ἔχετε συγκέντρωσιν καὶ
397ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῶν διοικούντων καὶ ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ,
398καὶ ἐκ τούτου θέλετε ἴδει τὴν ὑπηρεσίαν αὐξάνουσαν ἐν τῷ
399Ὑπουργείῳ, τὰ ζητήματα ὅλα λυόμενα ὑπὸ τῶν κατωτέρων
400ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου διὰ τῆς ἐλαφρότητος τῆς συνή-
401θους ἐκεῖ, καὶ τὴν διοίκησιν ὁλόκληρον ἀγομένην ἀπὸ τῶν
402γραφείων τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ φαινόμενον αὐτὸ παρετηρήθη
403καὶ ἐπὶ τοῦ διοικητικοῦ συστήματος, καὶ πάντες ἀνωμολόγουν
404καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ τοιαύτη κατανομὴ
405καὶ λειτουργία τῆς διοικήσεως εἰς μικρὰς περιφερείας ἔφερε
406τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι τουτέστιν ἡ ὑπηρεσία ὅλη συνε-
407κεντρώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ διοικητὴς δὲν ἠδύνατο
408νὰ ἀσκήσῃ μόνος καὶ ἄνευ τῆς ἐντολῆς, εἰς τὰ πλεῖστα, τοῦ
409Ὑπουργοῦ, ὅτι συνεσωρεύθη εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ἡ ὑπηρεσία,
410καὶ ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα ἐλύοντο κάκιστα. Εἰς τὸ ἀποτέ-
411λεσμα αὐτὸ φέρει καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
412ὑπὸ διοικητικὴν ὄψιν θέλετε ἴδει, ὅτι τὰ τοπικὰ συμφέροντα
413καὶ οἱ ἰσχυροὶ κατὰ τόπους θέλουν αὐτοὶ διοικεῖ, ὡς διώκουν
414καὶ ἐπὶ τοῦ διοικητικοῦ συστήματος, καὶ, ὅπως παρετήρησαν εἰς
415τὴν Γερουσίαν, ὅταν αἱ κατὰ τόπους ἐπιρροαὶ διοικοῦν, ἡ Κυ-
416βέρνησις δὲν διοικεῖ, ἀλλὰ διοικεῖται, δὲν ὁδηγεῖ, ἀλλὰ ἄγεται.
417Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «οἱ νομοὶ δέονται ὀργανώ-
418σεως, οἱ δῆμοι δέονται ἀνοργανώσεως». Ἀλλ’ ἔπρεπε τότε
419ἐκεῖθεν νὰ ἄρξηται τῆς ἀνοργανώσεως καὶ τῶν μεταρρυθμί-
420σεων. Διότι ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς διαιρέσεως τῶν νομαρχιῶν,
421εἶναι ὡς νὰ κατασκευάζῃ οἰκίαν δι’ ἄγνωστον ἔνοικον, εἶναι
422ὡς νὰ ἄρχηται τοῦ συστήματός του ἀπὸ τῆς κορυφῆς καὶ
423τῆς στέγης, ἡ δὲ τοιαύτη ἀπὸ τῆς κορυφῆς ἔναρξις μιᾶς ἐρ-
424γασίας ὑπόσχεται τὴν πλήρη τοῦ συνόλου ἀποτυχίαν, ὅπως
425ὀρθῶς παρετήρησαν καὶ διὰ τοῦ Ἄρμανσπεργ τὴν οἰκονομι-
426κὴν ὀργάνωσιν, ὅστις ἤρξατο ἀπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
427δρίου, τοῦ ὁποίου βλέπετε τὰ ἀποτελέσματα μέχρι σήμερον
428κατὰ πόσον εἶναι καρποφόρα ὑπὲρ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου.
429Εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὅσοι ὑποστηρίζουν τὰ
430ἐπαρχεῖα ἀνομολογοῦσι τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν νομαρχῶν· καὶ
431ἄλλοι μάλιστα εἶπον, ὅτι ἡ ὑποστήριξις τῶν ἐπαρχείων ἀπο-
432τελεῖ συγκέντρωσιν οἱονεὶ τῆς διοικήσεως. Βεβαίως πάντα
433ταῦτα εἶναι ἐσφαλμένα· ὁ νομὸς ὁ σήμερον ἡμῶν, λόγῳ πλη-
434θυσμοῦ, εἶναι ἴσος πρὸς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Κρατῶν τῶν κα-
435λῶς ὠργανωμένων, τῶν ὁποίων τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας
436ἦσαν κατὰ τὴν τοιαύτην κατανομὴν τοῦ Κράτους ὅμοια πρὸς
437τὰ σημερινὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἔκτοτε ἐβελτιώθησαν, τοῦτο
438δὲν σημαίνει ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι καὶ ἐκεῖ ἐπαρχίαι μικρότε-
439ραι ἀπὸ ὅ,τι ἐγένοντο τότε. Εἴτε δεχθῆτε τοὺς ἐπάρχους ὡς
440μεσολαβοῦντα πρόσωπα, εἴτε δεχθῆτε αὐτοὺς ὡς φωτίζοντας
441ἢ ὀφθαλμοὺς τῆς διοικήσεως, οὗτοι δύνανται νὰ ἦναι χρήσι-
442μοι ἐν μέτρῳ τινὶ ἴσως ὡς πρὸς τοὺς πολὺ εὐρεῖς νομοὺς,
443καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἡ συγκοινωνία εἶναι δυσχερής. Διότι, ἐὰν
444ὑπάρχῃ ἔπαρχος μὴ ἀποτελῶν αὐτὸς βαθμὸν διοικήσεως, μὴ
445ἀσκῶν αὐτὸς ἰδίαν ἐξουσίαν, μὴ ἀσκῶν οὐδὲν ὁριστικὸν, ἀλλὰ
446πάντα ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν ἢ ἀπόκρουσιν
447τοῦ νομάρχου, αὐτὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς διοικῶν
448ἀμέσως, καὶ πάντοτε ὁ διοικούμενος θὰ ἔχῃ τὴν προσφυγὴν
449εἰς τὸν νομάρχην, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις θὰ λύῃ τὰς δια-
450φοράς. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν, ἐνῷ ἐπάγεται τὴν τελείαν
451καταστροφὴν τοῦ δήμου καὶ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, (διότι
452εἶναι δύσκολον πλέον νὰ φέρῃ ἐπὶ τοῦ τάπητος καὶ ἐνώπιον
453τῆς Βουλῆς ὁ Πρωθυπουργὸς ζητήματα διαιρέσεως δημοτι-
454κῆς καὶ ζητήματα ἀνοργανώσεως, τὰ ὁποῖα θὰ διεγείρουν
455μείζονα ἔτι θόρυβον ἢ ὅ,τι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,) ἐνῷ ἐπά-
456γεται τὴν τελείαν ἐξόντωσιν τῆς δημοτικῆς διοικήσεως καὶ
457τοῦ δήμου, θέλει ἐπαγάγει συγκέντρωσιν καὶ ἀτελῆ ἐνέρ-
458γειαν τῆς ὑπηρεσίας τῆς διοικήσεως, θέλει φέρει ἐξέγερσιν
459τοπικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων καὶ κυβερνητικῆς λειτουρ-
460γίας, καὶ αὔξησιν δαπανῶν μείζονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπε-
461λόγισαν ὅλοι, διότι καὶ τῶν Ὑπουργείων τὸ προσωπικὸν
462θὰ χρειασθῇ αὔξησιν, καὶ ἡ αὔξησις τῶν προσώπων θέλει φέ-
463ρει αὔξησιν τῶν δαπανῶν, καὶ ἐν βραχεῖ χρόνῳ καὶ αὐτὸ
464ἀκόμη τὸ κονδύλιον τῶν συντάξεων θὰ αὐξήσῃ. Ἠκούσατε
465δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγουμένου τὸν
466Προϋπολογισμὸν καὶ εἰπόντος, ὅτι ἀπὸ ἑνὸς μόνον ἔτους
467808,000 δρ. προσετέθησαν εἰς τὴν πίστωσιν τῶν συντά-
468ξεων. Αὗται αἱ κυβερνητικαὶ δοκιμαὶ, αἱ γινόμεναι συνήθως
469διὰ τῆς προσθήκης προσώπων, εἶναι ὀλέθριαι καὶ οἰκονομι-
470κῶς διὰ τὸ μέλλον, ὡς θέλω εἴπει βραδύτερον.
471Ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς διαιρέσεως τοῦ νομοσχεδίου παρου-
472σιάζει ἓν φαινόμενον περίεργον, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν ὠργανω-
473μένον Κράτος θέλει τις παρατηρήσει, νομοὺς ἀνίσους κατὰ
474καταπληκτικὰς δυσαναλογίας καὶ κατ’ ἔκτασιν καὶ κατὰ
475πληθυσμὸν καὶ κατὰ πόρους, δικαστικὰς περιφερείας διαφό-
476ρους τῶν διοικητικῶν, οἰκονομικὰς περιφερείας διαφόρους καὶ
477τῶν διοικητικῶν καὶ τῶν δικαστικῶν, στρατιωτικὰς διαφό-
478ρους καὶ τῶν τριῶν τούτων. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀνωμαλία
479περὶ τὴν κατανομὴν τοῦ Κράτους ὡς πρὸς τοὺς διαφόρους
480κλάδους ἐπάγεται δυσχέρειαν περὶ τὴν διοίκησιν καὶ φέρει
481πολλὰ κακὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παραλύουσι τὴν ἐνέργειαν
482τῆς Κυβερνήσεως.
483Ἤθελον εὐχηθῆ, ἂν ἦτο δυνατὸν καὶ εἶχεν ὡρίμους ἰδέας
484ἡ Κυβέρνησις περὶ ὀργανώσεως τῶν δήμων, πρὶν ἔτι λήξῃ ἡ
485Σύνοδος αὕτη, νὰ ἔφερεν ἐνώπιον αὐτῆς τὸ περὶ ἀνοργανώ-
486σεως τῶν δήμων σύστημά της, νὰ συζητήσῃ ὁμοῦ ἡ Βουλὴ
487καὶ τὸ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν νομοσχέδιον, διότι
488τὰ δύο ταῦτα, ὡς καὶ τὸ περὶ ἀστυνομίας, ἀποτελοῦσιν ἓν
489σύνολον μετὰ τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἡ διοικητικὴ
490διαίρεσις ἔπρεπε μάλιστα νὰ ἦναι συνέπεια τῶν δύο ἐκείνων.
491Διότι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἀνοργανώσῃ τοὺς δήμους κατ’ ἄλ-
492λον τρόπον, νὰ ἀναστατώσῃ τὴν χώραν ὡς πρὸς τὴν δημοτι-
493κὴν διοίκησιν, ἐὰν πρόκειται νὰ ὀργανώσῃ τὴν ἀστυνομίαν
494κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ ὅπως οἱ μέχρι τοῦδε νόμοι διοργανοῦ-
495σιν αὐτήν, ἐὰν πρόκειται τὴν ἀστυνομίαν νὰ τὴν καταστήσῃ
496καθαρῶς διοικητικὴν καὶ νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν δῆμον,
497τότε ἠθέλομεν ἴδει, ὅτι αἱ διαιρέσεις, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουρ-
498γεῖον κάμνει, εἶναι διαιρέσεις ἀνεπιτυχεῖς, καὶ ὅτι ὤφειλε
499τὰς διαιρέσεις νὰ τὰς κάμῃ ὡς συμπλήρωμα τοῦ συστήμα-
500τος καὶ πρὸς εὐκολίαν αὐτοῦ καὶ οὕτως εἰπεῖν πρὸς ἄνετον
501λειτουργίαν τῶν ἄλλων νόμων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν
502διοίκησιν. Ἀλλ’ ὡς προτάσσει τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικη-
503τικῆς διαιρέσεως, πράττει τι ἀνώμαλον, τὸ ὁποῖον θὰ πα-
504ρεμποδίσῃ καὶ τὴν ἀνοργάνωσιν τῶν δήμων, ἐὰν καὶ αὐτήν
505ποτε ἀποπειραθῇ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀσχόλημα
506αὑτοῦ, θέλει δὲ ἡ τοιαύτη διαίρεσις καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ὀργα-
507νισμῷ τῆς ἀστυνομίας παρουσιάσει ἀνωμαλίαν, διότι, ἐπανα-
508λαμβάνω, ἡ διαίρεσις δὲν εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ὀργανώσεως,
509ἀλλ’ εἶναι ὁ οἶκος, ἐν ᾧ ὁ ὀργανισμὸς πρέπει νὰ τεθῇ, ἵνα
510ἀνέτως λειτουργῇ.
511Ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν δ’ ὄψιν τοῦ ζητήματος οἱ δύο
512ὑπερασπισταὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐδείχθησαν, κατὰ τὴν ἐμὴν
513κρίσιν, ἕνεκεν ἀδυναμίας τοῦ θέματος, ὑποδεέστεροι ἑαυτῶν,
514καὶ ἀρκεῖ ν’ ἀναμνησθῇ τις τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν, ἵνα
515πεισθῇ, ὅτι δὲν εὗρον ἰσχυρότερα, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὸν θεσμὸν
516αὐτόν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι ὁ μὲν ἕτερος τῶν
517ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὁ ὡς ἐπιστήμων ἄριστος, ἄνθρωπος
518δὲ πολὺ νοήμων καὶ μελετητικὸς καὶ ἐπιμελέστατος, τὸ
519θέμα τοῦτο τῆς προσθήκης δικαστηρίου εἰς Κόρινθον ἔχει ἀπὸ
520χρόνου πολλοῦ προσπαθήσει διὰ παντὸς τρόπου νὰ κατα-
521στήσῃ ἀποδεκτόν, χρησιμοποιήσας καὶ τὴν ὑπηρεσίαν αὑτοῦ
522ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς γενικοῦ γραμματέως,
523ὅσον ἠδυνήθη, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ θέματος τούτου. Καὶ
524ὅμως τὰ παρ’ αὐτοῦ κομισθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπι-
525χειρήματα ἦσαν τοσοῦτον ἀπροσδοκήτως πενιχρὰ καὶ ἄνευ
526ἀξίας, ὥστε ἐθαύμασα, ἰδὼν ὅτι ἐζήτησε δι’ ἀριθμῶν νὰ
527ὑποστηρίξῃ αὐτό, δι’ ἀριθμῶν ὄχι μόνον μὴ ἐχόντων ὕπαρξιν
528πραγματικήν, ἀλλὰ μηδαμῶς ἐκπροσωπούντων συστηματικήν
529τινα ἰδέαν ἢ ὑποστηριζόντων γνώμην τινὰ αὐτοῦ. Οὕτως,
530ὑποστηρίζων τὰ περὶ ἐγκληματικότητος, ἐζήτησε νὰ συνα-
531γάγῃ συμπεράσματα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μηνύσεων καὶ ἐκ τοῦ
532ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων...
533§20ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος.
534§21ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ... καὶ ἐκ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν, ἐνῷ ἡ
535δικαστικὴ ἐξέλεγξις τῆς ἐγκληματικότητος οὔτε εἶναι ἡ
536πηγὴ ἢ τὸ κύριον μέσον τῆς ἀνευρέσεως καὶ τῆς μορφώσεως στα-
537τιστικῶν πληροφοριῶν περὶ τῆς ἐγκληματικότητος, οὔτε πολὺ
538περισσότερον δύναται νὰ ἦναι ἡ μόνη πηγή. Καὶ γίνεται
539καταφανὲς τοῦτο, ὅταν ἀναλογισθῆτε, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν
540ἐγκλημάτων φέρονται ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ἄνευ μηνύ-
541σεων, διότι ἐξ ἐπαγγέλματος καταδιώκονται, καὶ ὅτι αἱ μηνύ-
542σεις, ἀφοῦ δὲν ἐκπροσωποῦσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγκλημάτων,
543δὲν παριστῶσι προσέτι οὔτε πραγματικὰ ἐγκλήματα πολλά-
544κις, ὅτι, λέγω, αἱ μηνύσεις ἀφορῶσιν εἰς πταίσματα ἢ ἀνά-
545γονται εἰς ἀξιοποίνους πράξεις, ἢ μικρὰς ἔριδας, διὰ τοῦτο
546δὲ καὶ ὁ μέγας ἀριθμὸς αὐτῶν καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν
547ὑποθέσεων δὲν εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξιον φαινόμενον, καὶ διὰ
548τοῦτο οὔτε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγκλημάτων παριστῶσι. Τὰ
549δικαστήρια δὲν ζητοῦσι νὰ βεβαιώσωσι τὴν τέλεσιν ἐγκλήμα-
550τος, ἀλλὰ τὴν ἀνακάλυψιν καὶ τὴν βεβαίωσιν τῆς ἐνοχῆς
551ὡρισμένων προσώπων· διὰ τοῦτο αἱ ἀποφάσεις δὲν μαρτυροῦ-
552σιν ἀριθμὸν ἐγκλημάτων. Ἡ ἀθωωτικὴ ἀπόφασις δὲν μαρ-
553τυρεῖ ὅτι δὲν ἐξετελέσθη ἓν ἔγκλημα, ἀλλ’ ὅτι ὁ κατηγο-
554ρούμενος δὲν εἶναι ἔνοχος τοῦ ἐγκλήματος. Ἑκάστη ἀπόφασις
555δὲν μαρτυρεῖ τὴν τέλεσιν ἑνὸς ἐγκλήματος, διότι δι’ ἓν ἔγ-
556κλημα δύνανται νὰ ἐκδοθῶσι δέκα ἀποφάσεις κατὰ δέκα ἐνό-
557χων τῆς αὐτῆς πράξεως διαδοχικῶς συλλαμβανομένων. Μία
558καὶ ἡ αὐτὴ ἀπόφασις δύναται νὰ βεβαιώσῃ δέκα ἐγκλήματα
559καὶ οὐχὶ ἕν, διότι πολλοὶ κατηγορούμενοι, ἢ μία συμμορία,
560ἔρχονται καὶ δικάζονται διὰ 30 ἐγκλήματα συγχρόνως, καὶ ἡ
561ἀπόφασις ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰ 30 ἐγκλήματα. Ποίαν χρησιμό-
562τητα λοιπὸν δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀποφάσεων
563καὶ τῶν καταγγελιῶν εἰς ἔλεγχον τῆς ἐγκληματικότητος εἰς
564ὡρισμένον τόπον; Ἀλλὰ τὸ στοιχειωδέστερον πάντων, τὸ
565ὁποῖον παρεῖδεν ἢ τὸ ὁποῖον δὲν ἐνεθυμήθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ
566Κορινθίας Βουλευτὴς, εἶναι, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀποφάσεων
567τῶν Κακουργιοδικῶν δὲν ἀποδεικνύουσι τὴν ἐγκληματικότητα
568τοῦ τόπου, ἐν ᾧ τὸ δικαστήριον λειτουργεῖ, διότι εἰδικὸς νόμος
569παρ’ ἡμῖν ὁρίζει, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι διὰ κακούργημα δὲν
570δύνανται νὰ δικασθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ ἀσκοῦσι τὰ πολι-
571τικὰ αὑτῶν δικαιώματα. Οἱ ἐξ Ἀθηνῶν καταγόμενοι λοιπὸν
572δικάζονται εἰς τὴν Ἄμφισσαν, εἰς τὴν Σῦρον, εἰς τὴν Χαλ-
573κίδα, εἰς τὴν Λαμίαν, καὶ οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν
574Κακουργιοδικῶν τῶν Ἀθηνῶν δὲν μαρτυροῦσιν ἐγκληματι-
575κότητα τῶν Ἀθηνῶν. Πῶς λοιπὸν ἔκαμε λογαριασμοὺς, αὐτὸ
576βεβαίως εἶναι θαυμασμοῦ ἄξιον. Ἀφίνω τώρα εἰς ὑμᾶς νὰ
577κρίνητε, μετὰ τὴν κατάδειξιν τῶν τοιούτων τῆς στατιστι-
578κῆς τοῦ ἀτελειῶν καὶ σολοικισμῶν, ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν οἱ
579ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ συνάδελφος. Ἐπεκαλέσθη
580καὶ αὔξησιν τῆς ἐργατικότητος τῶν δικαστῶν, καθ’ ὅσον
581ἐργάζονται εἰς μικρότερα δικαστήρια. Πρὸς τοῦτο δὲ ἠκο-
582λούθησε σύστημα ἰδιοφυὲς καὶ προσοχῆς ἄξιον. Ἀνέμιξε
583πάσας τὰς ἐργασίας καὶ ἀποφάσεις, ἀδιακρίτως ἂν ἦναι ἐρή-
584μην ἢ κατ’ ἀντιμωλίαν, — καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ ἐρήμην
585ἀποφάσεις εἶναι τῶν γραφείων ἔργα. — Ἀνέμιξε βουλεύματα,
586ἀνακρίσεις, καὶ ἀπὸ τοῦ συνόλου αὐτῶν ἐξήγαγεν ἕνα ἀριθμὸν,
587ὃν διῄρεσε μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν καὶ συνήγαγε συμπέ-
588ρασμα, ὅτι ἐν τοῖς ἐπαρχιακοῖς καὶ μικροῖς δικαστηρίοις πλειό-
589τερον ἐργάζονται οἱ δικασταὶ παρὰ ἐν τοῖς μεγάλοις δικα-
590στηρίοις. Εἶναι τόσον καταφανὲς τὸ παιγνιῶδες ἀριθμητικὸν
591αὐτὸ κατασκεύασμα, ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην κανεὶς
592ἐξ ἡμῶν νὰ τὸ ἀναιρέσω. Ἠδύνατο, ἂν ἤθελε νὰ ἴδῃ τὸ
593ὅριον, νὰ παρατηρήσῃ πόσαι πολιτικαὶ ἀποφάσεις, οὐχὶ ἐρή-
594μην, ἀλλὰ κατ’ ἀντιμωλίαν, ἐκδίδονται παρ’ ἑκάστῳ δικαστηρίῳ,
595καὶ ἤθελεν ἴδει τότε τὴν ἀναλογίαν. Ἔλαβον, ὡς πρόχειρον,
596τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ 1899 καὶ τὴν πρώτην τριμηνίαν
597τοῦ 1898, ἐν συγκρίσει, ἐκ τῶν τελευταίων φύλλων τῆς
598«Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», καὶ παρετήρησα ὅτι ἡ ἀνα-
599λογία τῆς ἐργασίας τῶν δικαστῶν ἐν τοῖς μικροῖς καὶ τοῖς
600μεγάλοις δικαστηρίοις εἶναι τοιαύτη περίπου: Ἐν Ἄρτῃ ἕκα-
601στος δικαστὴς ἐξέδοτο τῷ 1898 ἀποφάσεις τοιαύτας 14,
602καὶ τῷ 1899 ἐξέδοτο 9· ἐν Λευκάδι ἐξέδοτο ἕκαστος δικα-
603στὴς 9 μὲν τῷ 1898, τῷ δὲ 1899 μόνον 8. Ἐν Ζακύνθῳ
60410 μὲν τῷ 1898, 4½ δὲ τῷ 1899. Ἐν Κυπαρισσίᾳ 21
605τῷ 1898 καὶ 11 τῷ 1899. Ἐν Ἀθήναις 67 τῷ 1898 καὶ
60662 τῷ 1899. Ἐν Τριπόλει 30 τῷ 1898 καὶ 17 τῷ 1899.
607Ἐν Ναυπλίῳ 19 τῷ 1898 καὶ 26 τῷ 1899, καὶ οὕτως ἐφεξῆς.
608Ἐν τοῖς μικροῖς δικαστηρίοις, ἂν μὲν τοποθετήσητε νέους
609ἐπιστήμονας καὶ ἀφήσητε αὐτοὺς πολὺν χρόνον, οὗτοι, δι’ ἔλ-
610λειψιν ἐργασίας, θὰ ἀπολέσωσιν ὅ,τι ἔμαθον, διότι ἡ ἐπι-
611στήμη ἡ νομικὴ ἔχει ἀνάγκην διαρκοῦς καλλιεργείας καὶ μελέ-
612της, καὶ θὰ μαράνητε τὰς γνώσεις καὶ τὸν νοῦν αὐτῶν καὶ
613θὰ τοὺς καταστήσητε ἀνικάνους νὰ ἐργασθῶσιν εἰς πολυμελέ-
614στερα δικαστήρια· ἂν δὲ τοποθετήσητε τοὺς μᾶλλον πεπει-
615ραμένους, βεβαίως ἀδικεῖτε τὰς πολλὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι
616ἔχουσιν ἀνάγκην πεπειραμένων δικαστῶν διὰ νὰ διεξάγωνται.
617Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, νὰ
618προσαγάγῃ σημείωσιν περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν μηνύσεων, τῶν
619βουλευμάτων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν 5 πρὸ τοῦ πολέμου
620ἐτῶν τοῦ 1896, 1895, 1894, 1893 καὶ 1892. Ἤθροισα
621τοὺς ἀριθμοὺς τῶν δικαστηρίων, περὶ ὧν ἔφερε σημειώσεις, καὶ
622συνήγαγον ἀναλογίαν τῶν μηνύσεων πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν
623Πλημμελειοδικῶν, καίτοι δ’ ὅλαι αἱ μηνύσεις ἀφεώρων εἰς
624πλημμελήματα, ἐκ τῶν μηνύσεων τούτων ἐξεδικάσθησαν πολλῷ
625πλειότεραι εἰς τὰ μεγάλα δικαστήρια ἢ εἰς τὰ μικρά. Οὕτως
626ἐκ τῶν μηνύσεων Κορινθίας ἐξεδικάσθησαν 87½% ὑπὸ
627τοῦ δικαστηρίου Ναυπλίας, ἐκ τῶν τοῦ Ἄργους 96,4%,
628ἐκ τῶν Σπετσῶν 91,3%· ἐνῷ ἐν Λευκάδι ἐξεδι-
629κάσθησαν 68,2%, ἐν Ζακύνθῳ μόνον 81%, ἐν
630Ἄρτῃ 75% περίπου. Ἄλλων δικαστηρίων πληροφορίας δὲν
631εἶδον. Εἰς τὰ μικρὰ δικαστήρια δηλαδὴ καὶ ἡ διεξαγωγὴ τῶν
632ποινικῶν ὑποθέσεων εἶναι ἀτελεστέρα ἢ εἰς τὰ μεγάλα.
633Ἀλλὰ μήπως εἰς τὰ περὶ δαπάνης ἦσαν ἀσφαλέστεραι αἱ
634πληροφορίαι τοῦ κ. συναδέλφου; Παρέλειψε νὰ προσθέσῃ τοὺς
635τρεῖς ἀμίσθους κλητῆρας, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἀπαραι-
636τήτως ἕκαστον δικαστήριον. Παρέλειψε νὰ ὑπολογίσῃ ἀντεισ-
637αγγελέα, ἔλαβε τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν τῶν μικροτέρων
638δικαστηρίων, τριῶν δικαστῶν καὶ τοῦ Προέδρου. Ἡ ἀτέλεια
639τῆς λειτουργίας τῶν μικρῶν δικαστηρίων εἶναι καὶ ἕνεκα τοῦ
640ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν πρῶτον, μία ἐκ τῶν ἐποχῶν, κατὰ
641τὰς ὁποίας ἐργάζονται τὰ δικαστήρια, εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς ἀνοί-
642ξεως· ἀλλὰ τότε εἷς ἐκ τῶν δικαστῶν κατ’ ἀνάγκην ἀπα-
643σχολεῖται εἰς τὴν στρατολογικὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ ἕνα ἢ ἕνα καὶ
644ἥμισυν μῆνα, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦναι ἡ περιφέρεια τοῦ νομοῦ·
645δεύτερον εἷς τῶν δικαστῶν ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἀπασχολῆ-
646ται διαρκῶς εἰς τὴν Ἀνάκρισιν, ἐὰν δὲ συμπέσῃ (καὶ δὲν δύ-
647ναται παρὰ νὰ συμπέσῃ) νὰ ἐργάζηται καὶ Κακουργιοδι-
648κεῖον, ὅπερ ἐργάζεται κατὰ τοὺς 10 μῆνας ἐκ τῶν 12, οἱ
649δικασταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
650τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων ἢ τοῦ Πλημμελειοδικείου, τὸ
651ὁποῖον πρέπει τότε νὰ ἀργῇ, ἢ τοῦ ἀστικοῦ δικαστηρίου, τὸ
652ὁποῖον πρέπει νὰ ἀργῇ. Ἐὰν δὲ συμβῇ ἐξ ἀσθενείας ἢ οἱασ-
653δήποτε αἰτίας νὰ κωλύηται εἷς δικαστής, ὁλόκληρος ἡ λει-
654τουργία τῶν δικαστηρίων παραλύεται. Ὁ ἐλάχιστος λοιπὸν
655ὅρος τῶν δικαστῶν, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ὑποθέσητε καὶ μὲ
656κακὴν λειτουργίαν, εἶναι οἱ πέντε δικασταὶ καὶ ὁ Πρόεδρος,
657ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὴν ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίαν. Ἐὰν δὲ κά-
658μητε τοιοῦτον ὑπολογισμὸν, τότε πρέπει ἐν τοῖς ὑπολογι-
659σμοῖς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ νὰ προσθέσητε
660ἀκόμη τὸν μισθὸν τῶν δύο δικαστῶν, ἤτοι δέκα ἐν ὅλῳ, καὶ
661ἐπαρκεστέρου προσωπικοῦ κατωτέρων ὑπαλλήλων, καὶ θέ-
662λετε εὕρει, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσι 45,000 δραχ. περίπου
663ἀκόμη.
664Ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶπον, θὰ
665προκαλέσῃ δαπάνην πολλῷ μείζονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπε-
666λόγισεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, φθάσας μέχρι
667500,000 δραχμῶν, καὶ παραλείψας τοὺς μισθοὺς τῶν 11 ἱερο-
668κηρύκων, οἵτινες θὰ προστεθῶσι καὶ οἵτινες θ’ ἀπαιτήσωσι δα-
669πάνην δραχ. 33,000, πρὸς δρ. 250 ἕκαστος κατὰ μῆνα. Ἐπί-
670σης οὐδεμίαν ὑπελόγισε δαπάνην περὶ τῶν γραφείων τῶν νομο-
671μηχανικῶν καὶ περὶ τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως
672θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ λειτουργία τῶν γραφείων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα
673πρέπει νὰ συσταθῶσιν. Ὅλαι δὲ αὗται αἱ δαπάναι ἀθροιζόμε-
674ναι ἀναβιβάζουσι τὸ ποσὸν, ὅσον ἐγὼ ὑπελόγισα, εἰς 800
675χιλιάδας δραχ. Ἀλλ’ ἐλησμόνησα τὸν ἀγαπητὸν ἐκ Λεβα-
676δείας συνάδελφον, ὅστις ὑπερασπίζων τὸ νομοσχέδιον ἐνόμισε
677καλὸν νὰ μὴ ἐπικαλεσθῇ ἄλλο ἐπιχείρημα ἢ τὴν εἰκόνα τῆς
678διεξαγωγῆς ἐπ’ ἀκροατηρίου τῶν δικῶν τοῦ Πλημμελειοδι-
679κείου ἐν Ἀθήναις. Κατὰ τὸ θέρος τοῦτο εὑρισκόμενος εἰς
680Ναύπλιον, ἐν συνομιλίᾳ μετά τινος τῶν ἐκεῖ ἐφετῶν ἐπέμεινα
681στιγματίζων τὸ κακὸν τοῦτο τῆς ἐν ταχύτητι διεξαγωγῆς τῆς
682διαδικασίας τῶν πλημμελειοδικῶν, διότι ἡ τοιαύτη διεξαγωγὴ
683δεικνύει τὴν ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν ἀδιαφορίαν πρὸς τὰ
684δικαιώματα τοῦ κατηγορουμένου. Σπεύδουσι πολὺ οἱ δικα-
685σταί, καὶ τὴν σπουδὴν αὐτὴν τὴν ἐκδηλοῖ ἕκαστος Πρόεδρος
686κατ’ ἄλλον τρόπον, κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἰδιοσυγκρασίαν.
687Τὸ παράδειγμα δὲ, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὡς ἀπόδειξιν ὑπερτάτην
688τῆς κακῆς λειτουργίας τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων ἕνεκα
689πολλῆς ἐργασίας, εἶναι ὅτι ἕνα μηνυτὴν ἐξέλαβεν ὁ Πρόε-
690δρος ὡς κατηγορούμενον. Ἦτο Πρόεδρος ἐξόχως μύωψ καὶ
691ἴσως καὶ ὀλίγον νευρικὸς, ἦτο δὲ καὶ εἷς μηνυτὴς τοσοῦ-
692τον βλὰξ, ὥστε δὲν εἶπεν ὅτι ἦτο μηνυτής. Τὴν σύμπτωσιν
693τῶν δύο τούτων ἔφερε μόνον παράδειγμα καὶ μόνον ἐπιχεί-
694ρημα. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι διὰ τριακονταδιετῆ δικηγορικὴν ὑπη-
695ρεσίαν, ὅπως ὁ ἴδιος ὡμολόγησε, τὸ χαρτοφυλάκιόν του εἶναι
696πολὺ πενιχρὸν εἰς ἀνέκδοτα δικαστικὰ, ἂν τοῦτο μόνον ἔχῃ.
697Ἀλλὰ μήπως ἡ διεξαγωγὴ αὕτη τῶν δικῶν ἐν τοῖς μικροῖς
698δικαστηρίοις δὲν γίνεται ἐπίσης γοργή; Μήπως τοῦτο δὲν εἶ-
699ναι γενικὸν φαινόμενον τῆς ἀδιαφορίας ἡμῶν πρὸς πάντα ἐν
700γένει τὰ σπουδαῖα καθήκοντα ἡμῶν, ὥστε ἅμα δὲν ἐνδιαφε-
701ρώμεθα ἀμέσως καὶ προσωπικῶς νὰ ζητῶμεν διὰ σπουδῆς νὰ
702τὰ διεξάγωμεν; Καὶ τί ἄλλο ἀποδεικνύουσιν αἱ συζητήσεις
703αἱ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἢ τὴν σπουδὴν αὐτὴν, αἱ συζητήσεις,
704δι’ ἃς οἱ ὑπουργικοὶ φωνάζουσιν «εἶναι περιττὸν νὰ τὰ λέγητε·
705ἀφήσατε νὰ πᾶμε παρακάτω· τί θέλετε νὰ τὰ συζητῶμεν;»
706Καὶ πρόκειται περὶ νομοσχεδίων διαφέροντος ὑψίστου. Σᾶς
707βεβαιῶ δὲ, ὅτι ἡ λειτουργία αὕτη τῶν Πλημμελειοδικείων,
708τὴν ὁποίαν περιέγραψεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν εἶναι χειροτέρα
709τῶν συζητήσεων τῶν γινομένων ἐντὸς τῆς Βουλῆς συνήθως.
710Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο λόγος πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικαστηρίων,
711ἢ εἶναι λόγος καλῆς λειτουργίας καὶ τῆς προδικασίας καὶ τῆς
712ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων διαδικασίας; Τὰ Πλημμε-
713λειοδικεῖα ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ λειτουργῶσι διαρκῶς ἐν Ἀθή-
714ναις, καὶ πρέπει ἓν τμῆμα ὁλόκληρον νὰ ἦναι διαρκῶς ἀπη-
715σχολημένον εἰς τὴν ἐπανορθωτικὴν δικαιοσύνην· ἀλλὰ πρέ-
716πει ἡ ἐπανορθωτικὴ δικαιοσύνη νὰ ἐλαφρυνθῇ κατὰ τὸ ἥμισυ
717τοὐλάχιστον τῆς ἐργασίας αὐτῆς, ἀποδιδομένων τῶν ἀξιο-
718ποίνων πράξεων, τῶν ἐπαγομένων ποινὴν μέχρις ἑνὸς ἔτους,
719εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Εἰρηνοδικείων, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον
720ἐφέσεως. Ὅλαι αἱ φορολογικαὶ παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι
721ἀφθονώταται παρ’ ἡμῖν, ὅλαι αἱ μικραὶ κλοπαί, ὅλαι αἱ μι-
722κραὶ φθοραὶ κινητῶν, ὅλαι αἱ δασικαί, ὅλαι αἱ μικραὶ ἔριδες
723καὶ οἱ μικροὶ τραυματισμοὶ δέον νὰ παραπεμφθῶσιν ἐνώπιον
724τοῦ Πταισματοδικείου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δικάζῃ αὐτάς,
725ὑποκειμένων εἰς ἔφεσιν τῶν ἀποφάσεών του, τῶν ἐπαγομένων
726ποινὴν φυλακίσεως ἄνω τοῦ μηνός.
727Γνωρίζω ἐπίσης τῆς δικαιοσύνης τὰ σόλοικα μέρη, καὶ τὰ
728γνωρίζω δυστυχῶς πολύ, διότι καὶ πολλὰς ὑποθέσεις ὑπερ-
729ήσπισα καὶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον παρὰ τοῖς δικαστηρίοις ἀσκῶ
730τὴν δικηγορίαν, ἀλλ’ ἀποδίδω αὐτὰ ὄχι τόσον ἢ κἄν ὄχι
731μόνον εἰς τῶν προσώπων τὴν ἀτέλειαν, ὅσον καὶ εἰς τῆς
732κεντρικῆς διοικήσεως τὴν ἀμέλειαν περὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν
733δικαστῶν καὶ τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπ’ αὐ-
734τῶν. Ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων δὲν ἐλειτούργει ἐπὶ πολύ,
735καὶ πολλῶν ἐγένετο τοῦτο ἀφορμὴ παρεκτροπῶν. Ἐσκέφθην
736μάλιστα ἄλλοτε, ἂν ἔπρεπε νὰ προκληθῇ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτη-
737σις εὐρεῖα περὶ τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης, διότι φρονῶ
738πάντοτε, ὅτι πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα ἀπαλ-
739λαγῇ ἡ Δικαιοσύνη ἀπὸ τῆς μομφῆς, τὴν ὁποίαν συνήθως
740ἕνεκα προσώπων τινῶν, περιλαμβανομένων ἐν τῷ σώματι τῷ
741δικαστικῷ, ποιοῦμεν ἐν τῇ Βουλῇ καθ’ ὅλης τῆς Δικαιοσύ-
742νης, καὶ νὰ γείνῃ σκέψις, ἂν πρέπῃ ν’ ἀποβληθῶσιν ἀπὸ τῆς
743Δικαιοσύνης τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἀφορμὴ τοιούτων
744μομφῶν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πολυάριθμα, ἀλλ’ ὀλίγα· ἀλλὰ
745ἐπείσθην, ὅτι τοῦτο πρέπει μὲν νὰ γείνῃ ἔργον Ὑπουργείου
746θέλοντος νὰ ἀνορθώσῃ τὴν Δικαιοσύνην, δὲν πρέπει ὅμως νὰ
747γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Φρονῶ ὅτι δὲν
748πρέπει ν’ ἀποδίδωμεν διαρκῶς μομφὰς κατὰ τοῦ δικαστικοῦ
749σώματος ὁλοκλήρου ἢ τῆς Δικαιοσύνης· δὲν πταίει αὐτή, ἐὰν
750ἀτελῶς ἐφορεύηται, ἐὰν κακῶς διοικῶσιν αὐτὴν τὰ Ὑπουργεῖα.
751Κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ
752τῆς διοικήσεως τῆς δικαιοσύνης πότε ἐτηρήθη κανὼν δικαιο-
753σύνης; Μήπως αἱ μεταθέσεις γίνονται καθ’ ὑπαγόρευσιν δι-
754καιωμάτων καὶ δικαίου τινός; μήπως αἱ προαγωγαὶ γίνον-
755ται κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὑπαγορευόμενον κανόνα;
756Ἴσως εἶναι ὁ μόνος κλάδος, τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις στερεῖται
757τῆς ἰδιότητος τῆς δικαιοσύνης, καίτοι εἶναι ὁ κλάδος, ὅστις
758καλεῖται ν’ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην τῇ κοινωνίᾳ. Βλέπετε
759καλὸν δικαστήν, ἐκδιωκόμενον διότι δὲν ἤρεσεν ἐδῶ, ἢ διότι
760κατὰ σύμπτωσιν συμβαίνει νὰ ἔχῃ συγγενῆ μὴ ἀρέσκοντα εἰς
761τὸν κυβερνῶντα. Βλέπετε δικαστὴν ἄλλον κακόν, διαρκῶς εἰς
762τοὺς προθαλάμους τῶν ἰσχυρῶν διατρίβοντα, καὶ προαγόμε-
763νον ἕνεκα τούτου, καίτοι ἀνίκανον, καίτοι ἄχρηστον ἐν τῇ
764ὑπηρεσίᾳ. Ἡ τοιαύτη τῆς Δικαιοσύνης κακὴ διοίκησις εἶναι
765ὄχι βεβαίως ἡ μόνη, ἀλλὰ μία τῶν κυριωτέρων ἀφορμῶν
766παρεκτροπῶν· διότι, ἐὰν ᾐσθάνετο αὕτη, ἐὰν ᾐσθάνοντο οἱ
767δικασταί, ὅτι ἐφορεύονται ἀγρύπνως καὶ αὐστηρῶς ὑπὸ τοῦ
768κυβερνῶντος τὸν κλάδον, σᾶς βεβαιῶ ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ θὰ
769ἦσαν πολὺ ὀλιγώτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρατηροῦμεν.
770Βεβαίως καὶ ὁ Ὀργανισμὸς ὁ δικαστικὸς καὶ ἡ Δικονομία ἐν
771πολλοῖς δέονται βελτιώσεως, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ Δικαιοσύνη
772ἔχει ἀνάγκην διοικήσεως ἐν δικαιοσύνῃ, καὶ ταύτης στερεῖ-
773ται. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς εἶπε «δέχομαι τὴν
774ἀρχήν, ὅτι ὁ καλὸς δικαστὴς ἐν δικαστηρίῳ μεγάλῳ δὲν δύνα-
775ται νὰ ἦναι κακὸς ἐν δικαστηρίῳ μικρῷ ἐργαζόμενος». Σφάλ-
776λεται. Διότι ὁ δικαστής, ὁ εὑρίσκων ἐργασίαν ἄφθονον, ὁ φι-
777λοτίμως καὶ ἐν ἁμίλλῃ ἐργαζόμενος, βεβαίως ἐν τῇ ἀφθονίᾳ
778τῆς ἐργασίας ἀναδεικνύει τὰς ἀρετὰς αὑτοῦ, ἐν δὲ τῇ ἐρη-
779μίᾳ ἐργασίας ἀπόλλυσι καὶ αὐτὴν τὴν ὄρεξιν πρὸς μελέ-
780την. Ἀλλὰ προσέτι μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «Μήπως
781εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν ἐλειτούργουν Πρωτοδικεῖα εἰς ἑκάστην
782τῶν μικρῶν νήσων; καὶ ὅμως ἐλειτούργουν καλῶς». Ἂς μοὶ
783ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ παράδειγμά του ἦτο ῥιζι-
784κῶς ἀπροσφυὲς, διότι οἱ δικασταὶ τοῦ Ἰονίου Κράτους καὶ
785κατὰ μόρφωσιν, πλὴν μικροῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, ἦσαν ὑποδεέ-
786στεροι τῶν ἐπιστημόνων ἡμῶν· λόγῳ ἄλλως πνευματικῆς
787μορφώσεως δὲν ἦτο καλλίτερος ὁ δικαστικὸς κλάδος ἐκεῖ,
788ἀλλ’ ἦτο ὑπέροχος ἡ ἐκεῖ διοίκησις. Ἐδῶ δὲν ἔχει διοί-
789κησιν, διότι ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς τοῦ Ἰονίου Κράτους
790καὶ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἰργάζοντο οἱ δικασταὶ ἐκεῖ,
791ἀπέχουσι τόσον πολὺ τῶν παρ’ ἡμῖν, ὅσον ἀπέχουσι καὶ οἱ
792μισθοὶ ἑκατέρου Κράτους. Ὁ μισθὸς τοῦ εἰρηνοδίκου τοῦ
793Ἰονίου Κράτους ἦτο ἴσος τῷ μισθῷ τοῦ παρ’ ἡμῖν ἀρεοπα-
794γίτου, διότι ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖ ἐλάμβανεν 80 τάλληρα, ὁ δὲ
795ἀνακριτὴς 120 τάλληρα, ἤτοι πλέον ἢ ὅσον ὁ Πρόεδρος τοῦ
796Ἀρείου Πάγου παρ’ ἡμῖν. Καὶ ἐν τοσούτῳ τὸ Ἰόνιον Κρά-
797τος, καὶ ἂν εἶχε δῆθεν δικαστήρια εἰς τὰς μικρὰς νήσους,
798ὅμως λόγῳ ἀριθμοῦ δικαστῶν, λόγῳ προσωπικοῦ τῆς Δικαιο-
799σύνης εἶχεν ἀριθμὸν προσώπων πολὺ μικρότερον τοῦ ἀριθμοῦ,
800ὃν ἔχει σήμερον ἡ Ἑπτάνησος ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὀργανισμοῦ
801τῶν δικαστηρίων ἡμῶν· ἦσαν δὲ Πρωτοδικεῖα τριμελῆ καὶ μο-
802νομελῆ, ἀλλὰ τὰ τριμελῆ συνεκροτοῦντο ἀπὸ τὸν δικαστὴν
803τοῦ ἀρχείου, ὅστις ἐξετέλει καὶ χρέη εἰρηνοδίκου. Τὰ δικαστή-
804ρια ἐκεῖ, τὸ ἀνώτατον Συμβούλιον μάλιστα, εἶχεν, ἐκτὸς τῆς
805δικαστικῆς ὑπηρεσίας, τῆς τῶν ἐφέσεων τῶν πολιτικῶν καὶ
806ποινικῶν ἀποφάσεων, καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀξιοποίνων πρά-
807ξεων ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, εἶχε τὴν ἀναθεώ-
808ρησιν, ὡς ἀκυρωτικόν, ὅλων τῶν ἀποφάσεων, εἶχε τὴν κατ’ ἔ-
809φεσιν ἐκδίκασιν ὅλων τῶν πλημμελημάτων, τῶν ἀπό τινος
810ποινῆς καὶ ἄνω, καὶ ὅλων τῶν κακουργημάτων καὶ τῶν ἀστι-
811κῶν ἀποφάσεων, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ὑπερέβαινε, δὲν ἠξεύρω
812πόσας λίρας. Μὲ τόσην πληθὺν ἐργασιῶν τὸ ὅλον προσωπι-
813κὸν τοῦ Ἰονίου Κράτους, ἀνώτατον Συμβούλιον, Πρωτοδικεῖα
814πολυμελῆ καὶ μονομελῆ καὶ Εἰρηνοδικεῖα, ὅλοι ἐν γένει οἱ
815δικασταὶ ἦσαν 36. Ἔλαβον δὲ τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν δικα-
816στῶν, ὅσους ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ ἀνώτατον Συμβούλιον, οὐχὶ
817μόνον διὰ τὴν συμπεπληρωμένην αὐτοῦ συγκρότησιν, ὡς ἔλεγον,
818ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπεκτεταμένην, ὡς λέγει ὁ ὀργανισμὸς τῶν
819δικαστηρίων ἐκείνων· ἦτο δὲ ἡ ἐπεκτεταμένη συγκρότησις,
820ὅταν διωρίζοντο ὑπὸ τῆς Γερουσίας τέσσαρα ἔκτακτα μέλη.
821Λοιπὸν καὶ μὲ τὰ 4 αὐτὰ, τὰ ἐκτάκτως διοριζόμενα, μέλη
822ἦσαν 11 τὰ μέλη τοῦ ἀνωτάτου Συμβουλίου, τὰ δὲ ἄλλα,
823τουτέστιν οἱ δικασταί, οἱ λεγόμενοι τῶν ἀρχείων, οἱ πρω-
824τοδίκαι, οἱ Πρόεδροι, οἱ εἰρηνοδίκαι, ἦσαν 25 εἰς ὅλας τὰς
825νήσους, ὥστε οἱ ὅλοι δικασταὶ ἦσαν 36 καὶ τὸ βοηθητικὸν
826προσωπικὸν, ἤτοι κατώτεροι ὑπάλληλοι, ἦσαν 25. Σήμερον
827δὲ, καθ’ ἡμᾶς, οἱ ἐφέται μετὰ τῶν Προέδρων, οἱ πρωτοδίκαι
828μετὰ τῶν Προέδρων, οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ πταισματοδίκαι εἰσὶν
829ἐν ὅλῳ 48, τουτέστιν ἔχομεν ἡμεῖς σήμερον 12 πρόσωπα
830πλειότερα, καὶ τὸ προσωπικὸν τὸ ὑποδεέστερον σήμερον εἶναι
83151 ὑπάλληλοι, —ὑπελόγισα δὲ τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν τῶν
832ὑπαλλήλων—ἐνῷ ἐπὶ τῆς Ἰονίου Πολιτείας ἦσαν μόνον 25.
833Ἂν δ’ ἐγίνετο ὑπολογισμὸς τῶν μισθῶν, ἠθέλετε ἴδει, ὅτι
834οἱ μισθοὶ τῶν 36 αὐτῶν ἦσαν ποσοῦ τριπλασίου τοῦ μισθοῦ,
835τὸν ὁποῖον λαμβάνουσιν οἱ σημερινοὶ δικασταὶ ἡμῶν. Τί ἀπο-
836δεικνύει τοῦτο; Ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δεῖται ὀλί-
837γου προσωπικοῦ, ἀλλὰ καλῶς μισθοδοτουμένου, ἀλλὰ καὶ
838καλῶς καὶ αὐστηρῶς ἐφορευομένου ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ὑπη-
839ρεσίας 6.
840§22ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
841κῶν κλπ.). Δὲν ἀπαιτοῦνται.
842§23ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅπως εἶναι ὁ ὀργανισμὸς ὁ ἰδικός μας,
843βεβαίως 6 ἀπαιτοῦνται. Μὲ τὰ καθήκοντα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπι-
844βαρύνονται, βεβαίως περισσότερον ἀπαιτεῖται νὰ λειτουργή-
845σωσιν, ὅσον ὀλίγη καὶ ἂν ἦναι ἡ ἐργασία των. Διὰ τοῦτο
846εἶπον, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τῶν Πλημμελειοδικείων
847ποινικὴν ἐργασίαν πολλὴν, ἐπεκτείνοντες κατὰ τοῦτο τὴν
848δικαιοδοσίαν τῶν εἰρηνοδικῶν, οὓς ὅμως πρέπει νὰ ἔχητε
849ἰσοδυνάμους καὶ ἰσοτίμους πρὸς τοὺς πρωτοδίκας.
850Λοιπὸν τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον προὐξένησεν αἴσθησιν
851καὶ εἰς ἐμὲ, —τὸ ὁμολογῶ,—δὲν ἦτο πρόσφορον οὔτε ἐφαρ-
852μόσιμον ἐν τῷ θέματι ἡμῶν. Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει τὸ
853ἁπλούστατον τοῦτο: Ἡμεῖς ἔχομεν μικροὺς νομοὺς ἐν Ἑλ-
854λάδι, καὶ μικρὰ δικαστήρια· ἔχομεν δύο τοὐλάχιστον νομοὺς,
855τὸν τῆς Ζακύνθου καὶ τὸν τῆς Ἄρτης· πῶς ἐλειτούργησαν
856αὐτοί; Ἠδυνήθησαν νὰ μᾶς φέρωσιν ἓν παράδειγμα μιᾶς
857περιόδου, ἔστω καὶ λίαν βραχείας, καθ’ ἣν αἱ μικραὶ αὗται
858νομαρχίαι ηὐδοκίμησαν; Ἀκριβῶς δὲ ἡ μὴ εὐδοκίμησις τῶν
859μικρῶν αὐτῶν νομῶν δὲν εἶναι ἡ καταδίκη τῆς ἰδέας τοῦ
860περιορισμοῦ τῶν περιφερειῶν;
861§24ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον αὐτό.
862§25ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι ἀποδεδειγμένον. Καὶ ὅταν θελή-
863σητε, μετάβητε ἐπὶ τόπου, ἐξετάσατε, καὶ θὰ ἴδητε παντα-
864χόθεν ὁμολογούμενον τοῦτο καὶ παρ’ ὑμῶν ἀντιλαμβανό-
865μενον.
866Ἀλλ’ εἶναι μία ἄλλη ἔποψις σχετικὴ πρὸς τὸν χρόνον τῆς
867εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν γίνον-
868ται τοιαῦται μεταρρυθμίσεις ἐσωτερικαὶ, πρέπει νὰ ἦναι ἐποχὴ
869ἤρεμος καὶ γαληνιαία, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ δύναται καὶ καλῶς
870νὰ μελετᾶται ἑκάστη τῶν μεταρρυθμίσεων καὶ εὐπρόσδεκτος
871νὰ γίνηται ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἡ ἐποχὴ δὲ, τὴν ὁποίαν ἐξέλε-
872ξεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι, νομίζω, ἥκιστα ἁρμοδία πρὸς τοῦτο.
873Δὲν θέλω νὰ κάμω σκιερὰς εἰκόνας, οὔτε νὰ φανῶ ἀπαισιό-
874δοξος περὶ τῆς καταστάσεως ἡμῶν σήμερον. Δὲν πρέπει ὅμως
875κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταστροφῆς
876τοῦ 1897 ἔφεραν εἰς ὅλων τῶν πολιτῶν τὴν συνείδησιν καὶ
877εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς λειτουργίας τῆς κοινωνίας, πολὺ
878δὲ περισσότερον εἰς τοὺς κλάδους τῆς λειτουργίας τοῦ Κρά-
879τους, φαινόμενα πολὺ δυστυχῆ. Ὁ πυρετὸς ἐκεῖνος ἐξακολου-
880θεῖ, καὶ ἡ κατάπτωσις, ἡ ἀνησυχία περὶ τοῦ μέλλοντος εἶναι
881κατάφωρος· τὸ δὲ νομοσχέδιον ἐπιτείνει τὴν τοιαύτην κατά-
882στασιν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε περὶ τοῦ στρατοῦ, ἐὰν
883ἦναι ἐν ἁρμονίᾳ καὶ ἑνότητι, ἐν τῇ ἠρεμίᾳ τῇ προσηκούσῃ.
884Δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε περὶ τῶν ἄλλων κλάδων. Θέλω
885ὅμως ἐρωτήσει: Διατὶ μετὰ τὴν τοιαύτην καταστροφὴν ἐγέν-
886νησε τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸν τὸν πειρασμὸν τῶν τοπικῶν
887ἐρίδων καὶ ἐρεθισμῶν, αὐτὴν τὴν δίψαν τῶν τοπικῶν συμφε-
888ρόντων, αὐτὴν τὴν πληγὴν τὴν νέαν, ἡ ὁποία θὰ ἦναι πληγὴ
889καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τῆς ὁποίας
890διαρκῶς θ’ ἀπαιτῶνται ὅλα, ὅσα τὰ δικαιώματα ἑνὸς νομοῦ
891δύνανται νὰ ἀξιῶσιν; Ἐνόησεν, ὅτι, ἐνῷ ταῦτα θὰ ἐφαρμόζῃ,
892θὰ γεννῶνται νέαι ὀρέξεις προσθήκης καὶ ἄλλων, καὶ ἡ Κυ-
893βέρνησις θὰ εὕρῃ ἐν τῷ ἔργῳ της τὴν χειροτέραν φαγέδαιναν
894ἀφ’ ὅσας μέχρι τοῦδε ἐγέννησεν ἡ δημιουργία νέων θέσεων
895καὶ νέων ἀναγκῶν; Ἐὰν ἦσαν εὔκολοι αἱ μεταρρυθμίσεις
896τῶν διαιρέσεων, δὲν θὰ ἐλογίζετο μέγα τὸ ἔργον τῶν μεγά-
897λων ἀναμορφωτῶν τῆς κατανομῆς ἑνὸς Κράτους. Μία μεταρ-
898ρύθμισις εἶναι μία ἐπανάστασις κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον
899ταραχώδης. Τοιαύτην συγκίνησιν ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ σήμερον
900ὁ τόπος; Φαίνεται σήμερον, ὅτι ἡ ὁδὸς τῆς ἐπιψηφίσεως
901ἐξωμαλίσθη καὶ θὰ ἐπιτύχῃ αὐτὴν τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ τὰ
902μεγάλα κακὰ θὰ γεννηθῶσιν οὐχὶ ἐν τῇ ψηφίσει, ἀλλ’ ἐν τῇ
903ἐφαρμογῇ καὶ ἰδίως ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ νόμου. Ἐρρήθη ὅτι,
904ὅσα γίνονται σήμερον, ἐγένοντο καὶ ἐν Γαλλίᾳ τῷ 1790,
905συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως
906τῆς Γαλλίας. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, τίς τῶν συναδέλφων εἶπε
907τοῦτο. Σᾶς εἶπον ὅτι καὶ τότε ἔριδες καὶ τότε διαμαρτυρίαι
908καὶ τότε παράπονα ἐγεννήθησαν· «καὶ σήμερον σεῖς (εἶπε
909δι’ ἡμᾶς) ἐκπροσωπεῖτε τοὺς ἀνθισταμένους καὶ τότε εἰς τὴν
910μεταρρύθμισιν ἐκείνην». Ἀλλὰ τότε ἦτο ἐπανάστασις καὶ ἀρχὴ
911ἀνδρικῆς καὶ γοργῆς ἀκμῆς. Σήμερον δὲ ἡμεῖς ζητοῦμεν εἰρή-
912νην μετὰ συμφορᾶς μεγάλας. Ἄλλως δὲ ὁ τὴν παραβολὴν
913ποιησάμενος ἤλλαξε τὰς θέσεις ἡμῶν. Ἡμεῖς ζητοῦμεν ὅ,τι
914ἡ Συνέλευσις ἡ Γαλλικὴ ἐψήφισε τῷ 1790, τὸ δὲ νομοσχέ-
915διον ζητεῖ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης
916σκότος, τὸ πρὸ τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος καθεστώς. Τὸ
917νομοσχέδιον ζητεῖ νὰ αὐξήσῃ τὰς διαιρέσεις τὰς τοπικὰς καὶ
918νὰ ἐπιτείνῃ τὴν ἰσχὺν τῶν μικρῶν τοπικῶν συμφερόντων,
919οὕτω δὲ νὰ δυσχεράνῃ τὴν διοίκησιν. Ἡμεῖς δὲ οἱ ἀμυνόμε-
920νοι ὑπὲρ θεσμοῦ, ὅστις εἰς ὅλα τὰ Κράτη καλῶς ἐφαρμοσθεὶς
921κάλλιστα ἐλειτούργησεν, ἡμεῖς ἀμυνόμεθα ὑπὲρ ἐκείνου, τὸ
922ὁποῖον ἡ ἀληθὴς πρόοδος ἑνὸς τόπου ἐπιβάλλει, ὑπὲρ ἐκείνου,
923ὅπερ ἡ Συνέλευσις ἐζήτει. Σεῖς λοιπὸν ζητεῖτε τὴν ὀπισθο-
924δρόμησιν καὶ ἡμεῖς τὴν πρόοδον.
925Ὅπως ὅλοι παρετήρησαν, τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ἔχει
926ἀρχαίαν καταγωγὴν, διότι τὰς ῥίζας αὐτοῦ, καθὼς λέγει ὁ
927Μάουρερ (οἱονεὶ δικαιολογῶν ἐν τῷ συγγράμματί του τὴν εἰσα-
928γωγὴν τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος) εὗρε καὶ εἰς τὴν πρὸ τοῦ
929ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος ἐπικρατοῦσαν ἐν Ἑλλάδι διοίκησιν. Ὁ
930Μάουρερ δὲ, προκειμένου νὰ νομοθετήσῃ τὸ εἰσακτέον ἐν
931Ἑλλάδι διοικητικὸν σύστημα, ἔφθασε νὰ μελετήσῃ καὶ τὰς
932ἐθνολογικὰς ἀκόμη παρατηρήσεις μεγάλων περιηγητῶν, περιη-
933γηθέντων τὴν Ἑλλάδα καὶ γραψάντων περὶ τῆς διαιρέσεως
934αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Μάουρερ, ὡς σύμφωνον πρὸς τὰ
935καὶ πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος καθεστῶτα ἐν τοῖς
936πληθυσμοῖς, ἡμεῖς δὲ καταστρέφομεν τὰς διαιρέσεις μὲ κλει-
937στοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἐλαφρὰν συνείδησιν. Τὸ νομαρχιακὸν
938σύστημα, τοῦ ὁποίου θεωρῶ καταδίκην τὸ νομοσχέδιον, (καὶ
939ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω πολεμῶν τὸ
940νομοσχέδιον) ἠκολούθησε τὴν διαίρεσιν, ἣν ἔκαμεν ἡ Συνέλευσις
941τοῦ 1822, ἅμα τῇ κηρύξει τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος,
942καὶ ἥτις διὰ τῆς πρώτης ἐκείνης προχείρου ὀργανώσεως τοῦ
943τόπου ἠκολούθησε τὰς βάσεις τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος, ἡ
944δὲ πρώτη μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ βασιλέως Ὄθωνος γενομένη
945εἰσαγωγὴ τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος ἠκολούθησε τὴν προ-
946τέραν ἐκείνην διαίρεσιν. Ὅταν δὲ ἰδέαι ἥκιστα πρὸς τὴν
947φιλελεύθερον ὀργάνωσιν τοῦ τόπου, μάλιστα δὲ πρὸς τὰ
948συμφέροντα πολιτικῶν προσώπων συντελοῦσαι, ἐπεκράτησαν,
949εἰσήχθη τὸ διοικητικὸν σύστημα, καὶ διὰ τοῦτο ὁ τόπος,
950εὐθὺς ὡς ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα αὐτὸς νὰ νομοθετῇ, τὸ
951πρῶτον αὐτοῦ ἔργον ὑπῆρξε νὰ καταλύσῃ τὸ διοικητικὸν
952σύστημα, καὶ μετὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἔφερεν
953ἢ ἐπανέφερε τὸ νομαρχιακὸν σύστημα. Σήμερον μέγαν ζῆλον
954ἀναπτύσσετε, πολεμοῦντες τὸ σύστημα τοῦτο. Εἶναι σύμ-
955πτωμα προόδου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ
956συνταγματικοῦ; ἢ εἶναι σύμπτωμα παρακμῆς αὐτοῦ;
957Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὰ φιλοπάτριδα αἰσθήματα τῆς
958Κυβερνήσεως, καὶ συνιστῶ εἰς αὐτὴν νὰ προσέξῃ ἐν τῇ ἐφαρ-
959μογῇ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὴν ἐμὴν
960γνώμην, δεικνύει, ὅτι μικρὰν δίδομεν προσοχήν...
961§26ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ......
962§27Η. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αἱ προτάσεις τῆς ἀναβολῆς θὰ ἐγίνοντο,
963ἂν προηγοῦντο αὐτῶν 101 ἐπερωτήσεις.
964§28ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
965κῶν κλπ.). Δὲν εἶπον αὐτό. Ἐνόμισα ὅτι μᾶς εἴπετε, ὅτι
966ἐπιδεικνύομεν τάσεις ἀνατρεπτικὰς τοῦ πολιτεύματος.
967§29ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον «τάσεις ἀνατρεπτικὰς τοῦ
968πολιτεύματος». Εἶπον ὅτι δεικνύετε μεταρρυθμίσεις ἥκιστα
969ἀναγνωριζούσας τοὺς κανόνας, ὑφ’ οὓς κυβερνῶνται τὰ καλῶς
970ὠργανωμένα καὶ ἐλεύθερα Κράτη. Καὶ ὅταν παραγνωρίζωνται
971οἱ νόμοι, οἱ ἀσφαλίζοντες τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ τῶν
972δήμων καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν, εἶναι κωμικὸν νὰ ὀνομάζω-
973μεν ἐλευθερίαν τὰς διαμάχας τὰς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι
974ἡμεῖς, προσωπικὰ μόνον συμφέροντα λαμβάνοντες, ἐξερεθιζό-
975μεθα περισσότερον καὶ ἐρίζομεν, ὅταν δὲ πρόκειται περὶ γενικῶν
976μέτρων, περὶ ἀληθῶν ἐλευθεριῶν, δεικνύομεν τὴν αὐτὴν βίαν
977καὶ ἀνυπομονησίαν, τὴν ὁποίαν περιέγραψαν, ὅτι δεικνύουσί
978τινες δικασταὶ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐν τοῖς Πλημμε-
979λειοδικείοις δικῶν. «Σπεύσατε», λέγετε· «τί θέλετε καὶ
980συζητεῖτε;» Καὶ ὅμως ἐκ τῶν συζητήσεων προέκυψεν, ὅτι
981σεῖς, οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου, ἦσθε τόσον ἀμελέτητοι,
982ὥστε εἴχετε λησμονήσει νὰ προσθέσητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ
983καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τοὺς
984ἱεροκήρυκας, τοὺς ὁποίους εἴχετε παραλείψει. Οὕτως ὅμως
985νομοθετοῦντες, καταδικάζομεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ τόπου
986τὸ πολίτευμα, καὶ ἡμεῖς κλονίζομεν τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν
987πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ λαὸς ἐπὶ τὸ πολίτευμα αὐτοῦ, καταδικάζομεν
988δὲ καὶ εἰς τὴν συνείδησιν πάντων τὴν πρόνοιαν ἡμῶν περὶ τοῦ
989μέλλοντος τῆς πατρίδος μας· διότι, ὅταν τοιαύτην ἀδιαφορίαν
990δεικνύωμεν εἰς τὰ καιριώτερα, τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα, τὰ πρώτι-
991στα τοῦ Κράτους συμφέροντα, καὶ κατατριβώμεθα εἰς τοιαύτας
992διαιρέσεις καὶ ἀσχολήματα μικρῶν συμφερόντων, μηδένα ἐχού-
993σας σκοπὸν ἀληθοῦς καὶ καταφανοῦς ὠφελείας καὶ μηδεμίαν
994ἀνάγκην προφανῆ ὑπηρετούσας, μαρτυροῦμεν ὅτι ἐλεγχόμεθα
995μὴ καλῶς κυβερνῶντες. Θὰ δεχθῆτε τὸ σύστημα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς
996πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ ἔχουσα στρατὸν καὶ στόλον; τότε
997περὶ τούτου κατὰ πρῶτον ἔδει νὰ μεριμνήσητε καὶ ὄχι περὶ
998διοικητικῆς διαιρέσεως. Θὰ δεχθῆτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει
999κατὰ πρῶτον νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς δουλείας τοῦ ἐλέγχου; τότε
1000ἔδει περὶ τῶν οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσητε, καὶ ὄχι περὶ
1001τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ καταδιαιρέσεως τοῦ λαοῦ
1002καὶ περὶ κομματικῶν συμφερόντων. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα,
1003πολλαπλασιασμὸν προσώπων ἐπαγγελλόμενα, ἀδιαφοροῦσι
1004πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου, ἀδιαφοροῦσι πρὸς τὰς μεγά-
1005λας ἀνάγκας, τὰς μᾶλλον ἐπειγούσας· δεικνύουσιν ὅτι ὀλί-
1006γην προσοχὴν ἀποδίδετε εἰς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε
1007νὰ ἦναι ἡ κυρία ὑμῶν ἐνασχόλησις. Νομίζοντες ὅτι πρέπει
1008ἕκαστος πολιτευτὴς νὰ φέρῃ ἓν σύστημα ὀργανώσεως, ὅταν
1009ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ νὰ δεικνύῃ
1010μεταρρυθμίσεις, οἵας τὸ σημερινὸν, δεικνύετε ὅτι ἀκόμη δὲν
1011διεγνώσατε τὴν νόσον, ὑφ’ ἧς πάσχει τὸ ἔθνος, καὶ ὅταν Βουλὴ
1012ἐργαζομένη καὶ μετὰ πόλεμον ἐρχομένη, ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῇ
1013νὰ εὕρῃ τὴν ἀληθῆ νόσον, τὰς ἀληθεῖς τοῦ τόπου ἀνάγκας,
1014καὶ ταύτας νὰ θεραπεύσῃ, καταγίνηται εἰς νομοσχέδια ἐνι-
1015σχύοντα τὴν ἰδέαν, ὅτι πρόκειται περὶ ἱκανοποιήσεως μεγά-
1016λου ἀριθμοῦ προσώπων, βεβαίως καταδικάζετε οὕτως εἰς τὴν
1017συνείδησιν τοῦ τόπου, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῆτε, τὸ πολίτευμα,
1018βεβαίως καταδικάζετε οὕτω τὴν ἐλπίδα τῆς προόδου τοῦ Κρά-
1019τους διὰ τοιούτου συστήματος καὶ τοιαύτης κοινοβουλευτικῆς
1020πολιτικῆς.
1021§30Π. ΘΡ. ΖΑΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἐκ Καλαβρύτων Βου-
1022λευταὶ ἔχομεν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου καὶ ἐπὶ
1023τῶν ἐδαφίων 17 καὶ 18, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν σχετικῶν ἐδαφίων
1024τῶν ἄρθρων 7 καὶ 8 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Οἱ
1025λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν ἡμᾶς, ὅτι δίκαιον εἶναι, ἵνα καὶ ἡ
1026ἐπαρχία ἡμῶν ἀποτελέσῃ ἴδιον νομὸν, ἰδίαν διοικητικὴν
1027περιφέρειαν, —διότι διὰ τῆς τροπολογίας αὐτὸ ἐπιζητοῦμεν—
1028περιέχονται ἐν συντόμῳ καὶ ἐν τῷ ψηφίσματι ὁλοκλήρου τοῦ
1029λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, τῷ ἀνακοινωθέντι πρὸ ἡμε-
1030ρῶν εἰς τὴν Βουλήν. Φρονοῦμεν ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ἀπο-
1031λαύσῃ καὶ ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων τῶν ὠφελημάτων,
1032ἅτινα ὑποτίθεται ὅτι δύναται νὰ παράσχῃ τὸ προκείμενον
1033νομοσχέδιον εἰς τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες δι’ αὐτοῦ προάγονται,
1034οὕτως εἰπεῖν, εἰς νομόν. Ἡ ἐπαρχία ἡμῶν, ἐὰν ἐξετασθῇ καὶ
1035ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς
1036ἐκτάσεως, δὲν εἶναι κατωτέρα ἄλλων ἐπαρχιῶν, μελλουσῶν
1037ν’ ἀπαρτίσωσι νομόν. Ἐὰν ἐν τῷ πίνακι τῷ προσηρτημένῳ εἰς
1038τὸ νομοσχέδιον ὁ πληθυσμὸς τῶν Καλαβρύτων ἀναβιβάζηται
1039μόνον εἰς 44,000, τοῦτο συνέβη, διότι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐν-
1040ηργήθη ἡ τελευταία ἀπογραφή, πλεῖστοι ὅσοι Καλαβρυτι-
1041νοὶ συνέπεσε ν’ ἀπουσιάζωσιν εἰς τὰς παραλίους ἐπαρχίας
1042τοῦ νομοῦ Ἀχαϊοήλιδος καὶ εἰς Κορινθίαν, καταγινόμενοι
1043εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἐκεῖ κτημάτων των. Ἐὰν ἑπομέ-
1044νως ἡ ἀπογραφὴ ἐλάμβανε χώραν κατ’ ἄλλην ἐποχὴν τοῦ
1045ἔτους, τότε βεβαίως ὁ πληθυσμὸς τῶν Καλαβρύτων θ’ ἀνε-
1046γράφετο πολὺ ἀνώτερος τοῦ ἤδη ἀναγραφομένου. Ὑπὸ τὴν
1047ἔποψιν δὲ τῆς ἐκτάσεως ἡ ἐπαρχία ἡμῶν δύναται νὰ κατα-
1048ταχθῇ μεταξὺ τῶν μεγαλειτέρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους,
1049καθόσον αὕτη ἐκτείνεται ἀπὸ Κορινθίας μέχρις Ἠλείας.
1050Καὶ ἐνῷ τοιαύτην ἔχει ἔκτασιν, τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας
1051ἐν αὐτῇ εἶναι δυστυχῶς καὶ ὀλίγα καὶ δύσκολα. Στερεῖται
1052ἁμαξιτῶν ὁδῶν, βατὰς δὲ τοιαύτας ἔχει ὀλιγίστας. Ὑπάρ-
1053χουσι διεσπαρμένα καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἔκτασιν 120 ἢ 130
1054χωρία. Ἐν καιρῷ χειμῶνος, ὁπόταν πυκνὴ πίπτῃ ἡ χιών,
1055δύσκολος καθίσταται ἡ μετάβασις τῶν πολιτῶν οὐ μόνον εἰς
1056Πάτρας, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρ-
1057χίας. Πολλὰ τῶν χωρίων τούτων ἀπέχουσι τῶν Πατρῶν,
1058ἤτοι τῆς ἕδρας τῶν δικαστηρίων, κατὰ 20 καὶ 25 ὥρας
1059ταχυδρομικάς, ὅταν δὲ κλητεύηταί τις εἰς Πάτρας ὡς μάρ-
1060τυς ἢ δι’ ἄλλην δικαστικὴν ὑπόθεσιν, εἶναι ἠναγκασμένος
1061πεζῇ νὰ διατρέξῃ τὸ διάστημα αὐτό. Καὶ εἶναι μὲν ἀλη-
1062θὲς, ὅτι δυνατὸν νὰ λεχθῇ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι τὰ Καλάβρυτα
1063ἐπικοινωνοῦσι πρὸς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τῆς Ἀχαϊοήλιδος
1064καὶ τὴν ἐπίλοιπον Ἑλλάδα διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ
1065Καλαβρύτων, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐν μέρει μόνον ἀκριβές, διότι ὁ
1066σιδηρόδρομος Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων ἕνεκεν τοῦ δυσαναλόγου
1067τῶν κομίστρων καὶ μεταφορικῶν πρὸς τὰ μέσα τῶν πολιτῶν
1068εἶναι ἀπρόσιτος εἰς τοὺς πολλοὺς, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι
1069ὁ λαὸς τῶν Καλαβρύτων εἶναι γεωργικὸς καὶ μᾶλλον πτωχός.
1070Κατὰ τὴν συζήτησιν χθὲς καὶ προχθὲς πολλοὶ τῶν
1071ἀξιοτίμων συναδέλφων, κύριε Πρόεδρε, ὑπεραμυνόμενοι τῶν
1072συμφερόντων τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν, ἐπεκαλέσθησαν λόγους
1073ἱστορικούς. Ἡμεῖς, χωρὶς ποσῶς νὰ θελήσωμεν νὰ μειώσω-
1074μεν τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς θυσίας, εἰς ἃς ὑπεβλήθησαν αἱ
1075ἄλλαι ἐπαρχίαι πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς μικρᾶς αὐτῆς γω-
1076νίας, τῆς ἀποτελούσης τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, χωρὶς ποσῶς
1077νὰ θελήσωμεν ν’ ἀμφισβητήσωμεν πρὸς αὐτὰς τὴν θέσιν,
1078τὴν ὁποίαν κατέχουσιν ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἕνεκεν τῶν ὑπηρεσιῶν
1079καὶ θυσιῶν αὐτῶν, νομίζω ἐν τούτοις, ὅτι ἡμεῖς οἱ Καλα-
1080βρυτινοὶ δικαιούμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι τὴν πρώτην
1081θέσιν μεταξὺ τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν πρέπει νὰ κατέχῃ ἡ ἐπαρ-
1082χία τῶν Καλαβρύτων, ἡ ἐπαρχία τῆς Λαύρας, ἡ θεματοφύλαξ
1083αὕτη τοῦ πολυτίμου κειμηλίου, τοῦ ἱεροῦ καὶ πανενδόξου
1084λαβάρου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως.
1085Παρακαλοῦμεν ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ
1086τὴν τροπολογίαν τῶν Βουλευτῶν Καλαβρύτων καὶ νὰ προ-
1087τείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ αὐτήν. Ἔχομεν δὲ τὴν πε-
1088ποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων θὰ θελήσῃ νὰ συν-
1089δράμῃ διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας ἡμῶν τὴν ἱστορι-
1090κὴν, ἀλλὰ καὶ ἀναιμικὴν πόλιν τῶν Καλαβρύτων, ὅπως ἐξέλθῃ
1091ἐκ τῆς μαρασμώδους καταστάσεως, εἰς ἣν ἔχει περιέλθει πρὸ
1092πολλοῦ ἕνεκα διαφόρων λόγων.
1093§31ΟΔ. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν
1094Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις
1095τῶν Βουλευτῶν Καλαβρύτων, ὅπως ἀποτελέσῃ ἡ ἐπαρχία
1096Καλαβρύτων ἴδιον νομόν.
1097§32Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολὺ λαμπρὰ ἀνεπτύ-
1098χθησαν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων
1099δικαιοῦται ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν. Τοὺς λόγους τούτους
1100συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς πολὺ δικαίους καὶ ἰσχυ-
1101ροὺς, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ δεχθῇ ν’ ἀποτελέσωσι τὰ Κα-
1102λάβρυτα ἴδιον νομόν.
1103§33ΠΕΡΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἕνεκα τῶν πολλῶν τροπολογιῶν,
1104αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ 1ον ἄρθρον, πρέπει τοῦτο νὰ
1105τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Τὸ Κράτος διαιρεῖται διοικητικῶς
1106ὡς ἑξῆς». Διότι, ἐὰν ψηφισθῇ, ὡς ἔχει, εἰς 27 νομοὺς, ἢ ὡς
1107προτείνουσί τινες τροπολογίαι, εἰς 28 νομοὺς, τότε ἀποκλείε-
1108ται πλέον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 2ου ἄρθρου νὰ ἐπέλθῃ
1109ἄλλη αὔξησις, ἐνῷ, ἐὰν γείνωσι δεκταὶ πολλαὶ τροπολογίαι
1110ἐπὶ τῶν καθέκαστα, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ φθάσωσιν οἱ νομοὶ
1111εἰς τοὺς 30 καὶ εἰς τοὺς 40.
1112Καὶ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ἄγομαι εἰς τὸ βῆμα ἐξ ἐπαρ-
1113χιακοῦ συμφέροντος, — ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω — δὲν δύναμαι
1114δὲ νὰ ἀκολουθήσω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ
1115φίλου μου κ. Καπετανάκη, ὁ ὁποῖος προέτρεψε τοὺς Βουλευ-
1116τὰς νὰ ὑψωθῶσιν ὅπου ἐτάχθησαν καὶ νὰ ἐξετάζωσιν ὑπὸ
1117γενικωτέραν ἔποψιν τὰ θέματα τὰ συζητούμενα ἐν τῇ Βουλῇ
1118καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ τοπικήν. Ἐγὼ ἠναγκάσθην
1119νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι οὐδεὶς τῶν ἀντιπροσώπων, (οἱ
1120ὁποῖοι θεωροῦνται καὶ εἶναι βεβαίως ἀντιπρόσωποι τοῦ
1121ἔθνους) πλὴν τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου, — ὀφείλω νὰ τὸ
1122ὁμολογήσω — ἔλαβε τὸν λόγον νὰ παραστήσῃ τὴν πραγματι-
1123κὴν κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι μεταξὺ
1124τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες δικαιοῦνται εἰς ἰδιαιτέραν διοίκησιν,
1125εἶναι καὶ ἡ ἐπαρχία τῆς Κυνουρίας. Ὑποστηρίζω καὶ δύναμαι
1126νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ Κυνουρία εὑρίσκεται εἰς πολὺ χείρονα κατά-
1127στασιν ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας καὶ ἀποστάσεων, καὶ ἀπὸ
1128τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Γυθείου καὶ
1129ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων καὶ ἀπὸ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας,
1130αἱ ὁποῖαι ἀξιοῦσιν ἰδίαν περιφέρειαν, πολὺ δὲ περισσότερον
1131ἀπὸ τὴν Καρυστίαν...
1132§34ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ νὰ γείνῃ ἡ ἕδρα;
1133§35ΠΕΡΡΟΣ. Εἰς τὸ Λεωνίδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι πόλις καλ-
1134λιτέρα καὶ ἀπὸ τὸ Ναύπλιον καὶ ἀπὸ τὴν Δημητσάναν καὶ
1135ἀπὸ πολλὰς ἄλλας, αἵτινες ὁρίζονται ἕδραι νομοῦ.
1136Ἐζήτησα, Κύριοι, ὅπως καὶ πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, παρὰ τοῦ
1137κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν προσαγωγὴν πληροφοριῶν περὶ τῶν
1138ἀποστάσεων διαφόρων δήμων τῆς Κυνουρίας ἀπὸ τὰ κέντρα,
1139τουτέστιν ἀπὸ τὴν Τρίπολιν καὶ ἀπὸ τὴν Σπάρτην. Δυστυ-
1140χῶς δὲν προσήχθησαν τοιαῦται, καὶ ἀναγκάζομαι, ἐπὶ τῇ
1141βάσει τῶν ἰδικῶν μου πληροφοριῶν, νὰ σᾶς παραστήσω ὁποία
1142εἶναι ἡ ἐπαρχία τῆς Κυνουρίας καὶ πόσον ἀπέχει ἀπὸ τὰ δύο
1143κέντρα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάγεται, ἀπὸ τῆς Τριπόλεως, εἰς τὴν
1144ὁποίαν ὑπάγεται ὅλη ἡ ἐπαρχία διοικητικῶς, καὶ ἀπὸ τῆς
1145Σπάρτης, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται τὸ ἥμισυ τῆς ἐπαρχίας
1146δικαστικῶς. Πρὸ πάντων πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἐν τῇ
1147ἐπαρχίᾳ Κυνουρίας, ἡ ὁποία εἶναι ὀρεινὴ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ,
1148δὲν ὑπάρχει οὐδὲ σπιθαμὴ δημοσίας ὁδοῦ, καὶ οἱ κάτοικοι
1149ἀναγκάζονται, καὶ ἂν ἔχωσι ζῷον, νὰ ὁδοιπορῶσι πεζοὶ,
1150διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἱππεύσωσιν εἰς τὰ μέρη ταῦτα, οὐ-
1151δεμία δὲ πρόνοια μέχρι τοῦδε ἐλήφθη πρὸς βελτίωσιν τῶν μέ-
1152σων τῆς συγκοινωνίας, ἢ μᾶλλον πρὸς σύστασιν οἱουδήποτε
1153μέσου συγκοινωνίας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἔχουσι γείνῃ μελέται
1154πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν τινων, ἀλλ’ οὐδὲν ἦλθεν εἰς πέρας.
1155Δηλῶ δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν ἐλαμ-
1156βάνετο πρόνοια περὶ κατασκευῆς ὁδῶν, ἔστω καὶ βατῶν, πρὸς
1157συγκοινωνίαν τῶν πολιτῶν, δὲν θὰ ἐφέρομεν πρότασιν περὶ
1158συστάσεως νομοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς τοιαύτη πρόνοια δὲν
1159ἐλήφθη, σήμερον δὲ, ἵνα μεταβῇ τις ἀπὸ Λεωνιδίου εἰς Τρί-
1160πολιν ἢ Σπάρτην, ἀπαιτοῦνται τρεῖς ἡμέραι, ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ-
1161θεν δὲ τοῦ Λεωνιδίου δήμους ἀπαιτοῦνται καὶ τέσσαρες ἡμέ-
1162ραι μέχρι Τριπόλεως, ἐὰν δ’ ὑπολογίσητε καὶ τέσσαρας ἡμέ-
1163ρας διὰ τὴν ἐπιστροφὴν, ἰδοὺ ὅτι ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος πολίτης
1164ἔχει ἀνάγκην 8 ἡμερῶν, μόνον διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν
1165τοῦ νομοῦ δι’ οἱανδήποτε ὑπόθεσιν καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν
1166ἑστίαν του!
1167Ἠθέλησα νὰ παραβληθῶσιν αἱ ἀποστάσεις τῆς ἐπαρχίας
1168Εὐρυτανίας, ὁμολογουμένως δικαιουμένης, καὶ κατὰ τὸ νο-
1169μοσχέδιον καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, διαιρέσεως δι-
1170οικητικῆς· ἀλλ’ ἐὰν παραβάλητε ταύτην πρὸς τὴν Κυνουρίαν,
1171θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δευτέρας εἶναι πολὺ χεί-
1172ρων, ἔχει δὲ ἀναγνωρισθῇ ἡ κακὴ αὕτη κατάστασις καὶ νο-
1173μοθετικῶς, καὶ εἶναι ἤδη διῃρημένη εἰς δύο περιφερείας δι-
1174καστικὰς, νῦν δὲ διεκδικεῖ ὡς λάφυρον τρίτον τμῆμα τῆς Κυ-
1175νουρίας νὰ τὸ λάβῃ τὸ Ναύπλιον. Φαντασθῆτε κατάστασιν
1176ἐπαρχίας, διῃρημένης εἰς τρία τμήματα, ἕκαστον τῶν ὁποίων
1177νὰ ὑπάγηται εἰς ἕτερον νομόν! Προκειμένου δὲ περὶ τῆς
1178ἕδρας, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Λεωνίδιον εἶναι πό-
1179λις εὐρωπαϊκὴ, ἔχουσα ἄνω τῶν 4,000 κατοίκων, οἰκίας λαμ-
1180πρὰς, τρόφιμα ἄφθονα καὶ εὐθηνὰ καὶ πάντα τὰ χρειώδη διὰ
1181τὴν εὐζωΐαν παντὸς ὑπαλλήλου. Ἑπομένως, ἵνα μὴ καταστῇ
1182λάφυρον τριῶν νομῶν ἡ Κυνουρία, πρέπει ἢ νὰ ἀποτελέσῃ
1183αὕτη ἴδιον νομὸν, ἢ νὰ ληφθῇ σύντονος φροντὶς ὑπὸ τῆς Κυ-
1184βερνήσεως περὶ κατασκευῆς ὁδῶν, ἔστω καὶ βατῶν, μεταξὺ
1185τῶν διαφόρων δήμων τῆς Κυνουρίας καὶ τῆς Τριπόλεως καὶ
1186Σπάρτης, καὶ οὕτω εἰσέλθῃ καὶ ἡ ἐπαρχία αὕτη, ἡ ὅλως
1187ἀστόργως παρ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ἐγκαταλελειμμένη καὶ
1188παρημελημένη, εἰς τὴν χορείαν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Διὰ
1189ταῦτα ὑποστηρίζω τὴν ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου καὶ ἐμοῦ
1190ὑποβληθεῖσαν διὰ τὴν ἐπαρχίαν Κυνουρίας τροπολογίαν.
1191§36Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐψήφισα κατ’ ἀρχὴν
1192τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, καθόσον γνω-
1193ρίζω ἐξ ἰδίας πείρας τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρί-
1194σκεται ἡ ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπρο-
1195σωπεύω, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀγρύπνου ὄμματος τῆς διοικήσεως.
1196Ἐφρόνουν ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἠδύνατο ἡ
1197κατάστασις αὕτη νὰ βελτιωθῇ, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθην εὐθὺς ἀμέ-
1198σως ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου νὰ ζητήσω τὸν λόγον, διὰ νὰ
1199ζητήσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παραδεχθῇ τὴν πρότασιν,
1200τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης
1201καὶ Ξηρομέρου, καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅπως παραδεχθῇ ἐπίσης
1202τὴν τοιαύτην πρότασιν, ὅπως αἱ ἐπαρχίαι Βονίτσης καὶ Βάλ-
1203του ἀποτελέσωσιν ἴδιον νομὸν, ὑπὸ τὸ ὄνομα νομὸς Ἀκαρνα-
1204νίας, καὶ δυνηθῶσι ν’ ἀπολαύσωσι καὶ αὗται τὰ εὐεργετήματα,
1205τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ φέρῃ, διότι ἄλλως δὲν
1206εἶναι βεβαίως συνεπὴς ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου.
1207Ἠκούσατε χθὲς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτοῦ,
1208ὅστις διὰ τῆς νευρώδους καὶ σθεναρᾶς ὁμιλίας του ἔφερεν ὡς
1209παράδειγμα, ὅτι ἡ διοίκησις, ἐνῷ πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ, δὲν
1210ἐπεκτείνεται ἀκριβῶς εἰς ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες κατε-
1211τρόμαξαν αὐτὸν, καθ’ ἣν ἐποχὴν διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1212Ἐσωτερικῶν, ἕνεκα τῆς ἐν αὐταῖς καταστάσεως τῆς δημο-
1213σίας ἀσφαλείας. Δὲν λέγω ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας
1214ἀσφαλείας δὲν ἐβελτιώθη ἔκτοτε, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκεται καὶ εἰς
1215εὐάρεστον σημεῖον. Βεβαίως ληστεία δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ τὰ
1216ἐγκλήματα ἔχουσιν ὑπερπλεονάσει· φόνοι, ἀναιρέσεις, τραυ-
1217ματισμοὶ, ἀπαγωγαὶ, ζωοκτονίαι, ζωοκλοπαὶ, εὑρίσκονται εἰς
1218τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Αἱ δύο αὗται ἐπαρχίαι, ὡς ἐκ τῆς
1219μεγάλης αὐτῶν ἐκτάσεως, ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ πληθυσμοῦ
1220των, δικαιοῦνται τοῦ ἀγρύπνου ὄμματος τῆς διοικήσεως, ὥστε
1221ν’ ἀπολαύσωσι καὶ αὗται τῆς σχετικῆς ἀσφαλείας, ἥτις θὰ φέρῃ
1222τὴν εὐημερίαν καὶ τὸν πλοῦτον εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ πλού-
1223σια. Ἡ ἐπαρχία Ξηρομέρου ἔχει τοὺς μεγαλειτέρους δρυμῶ-
1224νας τῆς Ἑλλάδος· σχεδὸν τὸ ὅλον τοῦ βαλανιδοκάρπου, τὸν
1225ὁποῖον ἐξάγει ἡ Ἑλλὰς, προέρχεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ξηρο-
1226μέρου· παράγουσιν οἱ κάτοικοι τὰ καλλίτερα καπνὰ, ἔχουσι
1227σταφιδῶνας καὶ ἀμπελοφυτείαν ἔκτακτον, κτηνοτροφίαν ἀξίαν
1228πολλοῦ λόγου, γεωργίαν ἀκμάζουσαν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν ἀσφά-
1229λειαν, δὲν ἔχουσι τάξιν, ἡ ἐμπέδωσις τῆς ὁποίας θὰ φέρῃ
1230τὴν εὐημερίαν καὶ εὐπορίαν, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ κάτοικοι τῆς
1231ἐπαρχίας ταύτης δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι. Τοσοῦτον δὲ εἶναι βέ-
1232βαιον τοῦτο, ὥστε πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς,
1233πρὸ τοῦ Πάσχα, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ προκείμενον νο-
1234μοσχέδιον, μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου τῆς ἐπαρχίας
1235Βάλτου ἀπὸ κοινοῦ οἱ πέντε Βουλευταὶ τῶν δύο ἐπαρχιῶν με-
1236τέβημεν παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸν
1237παρεκαλέσαμεν, ἀφοῦ τῷ ἐκάμαμεν παραστάσεις περὶ τῆς δημο-
1238σίας ἀσφαλείας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μας, ν’ ἀποτελέσουν αἱ δύο
1239αὗται ἐπαρχίαι μίαν στρατιωτικὴν ὑποδιαίρεσιν, ὑπὸ ἀνώτερον
1240ἀξιωματικὸν, ὡς ἐπόπτην τῶν ἀποσπασμάτων. Διὰ τοῦ τρόπου
1241τούτου ἔκτοτε ὑπεδηλώσαμεν, ὅτι αἱ δύο αὗται ἐπαρχίαι, συνη-
1242νωμέναι καὶ ἀποτελοῦσαι λαὸν ἔχοντα σχεδὸν τὰ αὐτὰ ἤθη, τὰ
1243αὐτὰ ἔθιμα καὶ μὴ χωριζόμενον ὑπ’ οὐδενὸς ἐδαφικοῦ κωλύμα-
1244τος ἀνέκαθεν συνεδόμεναι διὰ συγγενειῶν, ἔπρεπε ν’ ἀποτε-
1245λέσωσιν ἰδίαν διαίρεσιν. Εὐθὺς δ’ ὡς ὑπεβλήθη τὸ προκείμε-
1246νον νομοσχέδιον, ἐσπεύσαμεν οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Βο-
1247νίτσης καὶ ὑπεβάλομεν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν βεβαίως
1248ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, δι’ ἧς προτείνομεν, ὅπως χωρισθῇ ἀπὸ τῆς
1249Αἰτωλίας ἡ Ἀκαρνανία καὶ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν. Τοῦτο
1250αὐτὸ ἔπραξαν καὶ οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, οἵ-
1251τινες καὶ μετ’ ἄλλων συναδέλφων ὑπέβαλον ἰδίαν τροπολο-
1252γίαν. Ἡ διαφορὰ ἦτο, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἑκάστης ἐπαρχίας
1253ἐθεώρουν ὅτι ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας των ἔπρεπε ν’ ἀπο-
1254τελέσῃ τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ. Κατόπιν συνεσκέφθημεν καὶ τῶν
1255δύο ἐπαρχιῶν οἱ Βουλευταὶ, καὶ ἐδηλώσαμεν ὅτι συμπτύσ-
1256σομεν τὰς δύο τροπολογίας, ὥστε ν’ ἀποτελεσθῇ πάντοτε ὁ
1257νομὸς Ἀκαρνανίας κεχωρισμένος τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας, νὰ ἀφεθῇ
1258δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οἱανδήποτε τῶν δύο πρωτευουσῶν νο-
1259μίζει καταλληλοτέραν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ γενικοῦ συμφέ-
1260ροντος τῆς χώρας, νὰ ὁρίσῃ ὡς ἕδραν τῆς Διοικήσεως τοῦ
1261νομοῦ.
1262Διὰ νὰ πεισθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, ὅτι εἶναι
1263ἐπάναγκες, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εὐημερίας τῶν δύο αὐτῶν
1264ἐπαρχιῶν, ν’ ἀποτελέσῃ ἡ Ἀκαρνανία ἴδιον νομὸν, δὲν εἶναι
1265ἀνάγκη πολλῶν λόγων· ἔχετε ἄλλως τε ἐναύλους εἰς τὰς
1266ἀκοάς σας τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
1267τοῦ. Ὥστε κρίνω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πολὺ ἐπὶ τοῦ
1268ζητήματος τούτου. Θέλω μόνον δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ σᾶς
1269εἴπω τὰ φυσικὰ ὅρια τῆς Ἀκαρνανίας.
1270Ἡ Ἀκαρνανία ἐκτείνεται πρὸς νότον ἀπὸ τῶν ἐκβολῶν
1271τοῦ Ἀχελῴου ἀπέναντι τῶν Στροφάδων καὶ τῆς Ζακύνθου,
1272καὶ πρὸς βορρᾶν μέχρι τῆς Ἄρτης, διότι ὁ τελευταῖος δῆμος
1273τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, ἀπέχει 6 χιλιόμετρα ἀπὸ τῆς πόλεως
1274Ἄρτης· ἔχει δὲ ὅρια, πρὸς δυσμὰς τὸ Ἰόνιον πέλαγος καὶ
1275πρὸς Ἀνατολὰς τὸν Ἀχελῷον, ὅστις καθ’ ὅλον τὸ μῆκος χω-
1276ρίζει τὴν Ἀκαρνανίαν ἀπὸ τῆς Αἰτωλίας. Ἑπομένως ὑπὸ τὴν
1277ἔποψιν τῆς ἐδαφικῆς ἐκτάσεως ἡ Ἀκαρνανία ἀποτελεῖ ἕνα
1278τῶν μεγαλειτέρων νομῶν τοῦ Κράτους. Ἡ Λευκὰς, ἥτις
1279πρόκειται ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν,—καὶ δὲν θέλω νὰ θίξω
1280τὰ συμφέροντα τῆς Λευκάδος—δὲν ἐξισοῦται ἐδαφικῶς πρὸς
1281ἕνα τῶν δήμων τῆς Βονίτσης, τὸν δῆμον Ἀνακτορίων, ὅστις
1282κεῖται παραπλεύρως αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ
1283πληθυσμοῦ, καίτοι εἶναι ἀραιῶς κατῳκημένη, διότι ἕνεκεν ἐλ-
1284λείψεως ἀσφαλείας δὲν ἠδύνατο μέχρι τοῦδε νὰ αὐξήσῃ, δὲν
1285ὑστερεῖ ἡ Ἀκαρνανία. Κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν, ἔχει
128645,500 κατοίκους, ἐνῷ ὁ νομὸς Εὐρυτανίας ἔχει 43,667, ὁ
1287νομὸς Ἄρτης 39,144, ὁ τῆς Ζακύνθου 45,032, καὶ ὁ τῆς
1288Λευκάδος 43,178. Ὥστε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πληθυσμοῦ
1289ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν.
1290Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη καὶ ἐκ τῆς ὑπὸ πάντων τῶν
1291ἀγορευσάντων ἀναγνωρισθείσης ἀνάγκης, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ
1292διοίκησις εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς τά-
1293ξεως καὶ ἀσφαλείας, καὶ ἐκ τῶν λόγων, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς
1294δικαιοσύνης, τοὺς ὁποίους εὐφραδῶς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ
1295Λεβαδείας Βουλευτὴς, ὅστις εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ προσέλθῃ
1296ἡ Πολιτεία ἀρωγὸς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται πολλῶν
1297μέσων, νὰ ἀπολαύσωσι δικαιοσύνης. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ
1298Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θέλουσιν ἀποδεχθῆ τὴν τροπολο-
1299γίαν, τὴν ὁποίαν προτείνομεν καὶ τὴν ὁποίαν συμμερίζονται
1300καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ Βάλτου, ὅπως αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς
1301τῶν νομῶν, προστιθεμένου εἰς αὐτοὺς καὶ τοῦ νομοῦ Ἀκαρ-
1302νανίας.
1303§37ΕΠΑΜ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην συ-
1304ζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀνέπτυξα τοὺς λόγους,
1305τοὺς συνηγοροῦντας ὑπὲρ τῆς τροπολογίας, ἥν, ἀπὸ κοινοῦ,
1306οἱ Βουλευταὶ Βονίτσης εἴχομεν ὑποβάλει, ὅπως διὰ τῶν
1307ἐπαρχιῶν Βονίτσης καὶ Βάλτου ἀποτελεσθῇ ἰδιαίτερος νο-
1308μὸς, ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἀκαρνανία», ἔχων πρωτεύουσαν τὴν
1309Βόνιτσαν. Κατόπιν δὲ, μετὰ τῆς ἐπὶ τούτῳ ἐλθούσης ἐκ
1310Βονίτσης ἐπιτροπῆς καὶ μετὰ τῶν ἐκ Βάλτου συναδέλφων,
1311μετέβημεν παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ καὶ προφορικῶς ἀνε-
1312πτύξαμεν αὐτῷ τοὺς λόγους, δι’ οὓς καὶ δικαιότατον ἦτο
1313καὶ ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐπεβάλλετο ἡ ῥηθεῖσα τροπολογία
1314ἡμῶν, ἀφήσαντες πλήρη ἐλευθερίαν τῇ Κυβερνήσει ὡς πρὸς
1315τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ τούτου, μετ’ ἐπισταμένην καὶ
1316δικαίαν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Οἱ ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας
1317τροπολογίας συνηγοροῦντες λόγοι ἦσαν τοσοῦτον ἰσχυροὶ καὶ
1318ἐπὶ τοσοῦτον ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ προκειμέ-
1319νου νομοσχεδίου, ὥστε ἄπορον καθίσταται, πῶς ἡ Κυβέρνη-
1320σις, παρ’ ἣν ἔθετο βάσιν καὶ σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου,
1321ἐσκέφθη ὡς ἐσκέφθη περὶ τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας,
1322ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐδημιούργησεν ἀδικαιολογήτως νομοὺς, οἵτινες
1323θὰ ἠδύναντο, ἄνευ βλάβης τινὸς, νὰ διαμείνωσιν ὡς ἐξαρτή-
1324ματα ἄλλων νομῶν.
1325Καὶ ὄντως, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς σήμερον ἔχει ὁ νομὸς
1326Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, ὡς πρὸς μὲν τὴν ἔκτασιν, εἶναι
1327κατὰ τὸ ⅓ μεγαλείτερος τῶν μεγαλειτέρων νομῶν τοῦ
1328Κράτους, ὡς πρὸς δὲ τὸν πληθυσμὸν, εἰ καὶ ἀραιῶς κατοι-
1329κεῖται, τρεῖς οὐχ ἧττον μόνον νομοί εἰσι πολυπληθέστεροι
1330αὐτοῦ, ὁ τῆς Ἀττικῆς, ὁ τῆς Ἀχαΐας καὶ ὁ τῆς Μεσσηνίας.
1331Ἐν τούτοις, ἐνῷ πάντες οἱ ἄλλοι νομοὶ ὑποδιῃρέθησαν εἰς
1332δύο περίπου ἴσα μέρη, μόνον περὶ τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνα-
1333νίας ἕτερον ἐλήφθη μέτρον. Ἀποσπασθεῖσα δηλαδὴ ἐξ αὐ-
1334τοῦ, ἀπετέλεσεν ἰδιαίτερον νομὸν μόνον ἡ Εὐρυτανία, ἥτις
1335ἀποτελεῖ, κατά τε τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν πληθυσμὸν, μόλις
1336τὸ ¼ τοῦ νομοῦ, τὰ δὲ ὑπολειφθέντα ¾ αὐτοῦ ἐξακολου-
1337θοῦσι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀποτελοῦντα ἕνα καὶ μόνον
1338νομόν!
1339Ἀλλὰ καὶ ὡς ἔχει ὁ νέος οὗτος νομός, ὡς πρὸς μὲν τὴν
1340ἔκτασιν, ὑπερέχει καὶ αὖθις πάντας τοὺς ὑπάρχοντας 16 τοῦ
1341Κράτους νομούς, ὡς πρὸς δὲ τὸν πληθυσμόν, κατέχει τὴν
1342τετάρτην θέσιν μεταξὺ τῶν νέων νομῶν. Ἡ ἔλλειψις δὲ τῶν
1343μέσων τῆς συγκοινωνίας καθιστᾷ ἔτι μᾶλλον ἐπαισθητὴν τὴν
1344ἀπέραντον ἔκτασιν τοῦ νομοῦ τούτου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λό-
1345γων τῆς ἐκτάσεως καὶ τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ λαὸς τῆς Ἀκαρ-
1346νανίας καὶ Αἰτωλίας διατελεῖ δυστυχῶς εἰς ἀρχέτυπον ἔτι
1347κατάστασιν. Τὸ αἰσθητήριον τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου, ὁ
1348σεβασμὸς πρὸς τὴν διοίκησιν, τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ξένην
1349ἰδιοκτησίαν, ἐλάχιστον παρὰ τῷ λαῷ τούτῳ εἰσὶν ἀνεπτυγ-
1350μένα. Ἐκ τούτου καὶ τὰ ἐγκλήματα τῆς ζωοκλοπῆς καὶ
1351ζωοκτονίας, καὶ αἱ ἐκ τούτων ἀναιρέσεις καὶ ἡ φυγοδικία· ἐκ
1352τούτου, καὶ κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν τὸ παρελθὸν ἔτος στα-
1353τιστικήν, ὁ νομός Αἰτωλοακαρνανίας ἔχει τὸ record τῶν
1354ἐγκληματικῶν πράξεων μεταξὺ ἁπάντων τῶν νομῶν τοῦ
1355Κράτους. Προκειμένου ἑπομένως περὶ νέας διοικητικῆς διαι-
1356ρέσεως, σκοπὸν ἐχούσης ἐκεῖνον, ὃν προέθετο τὸ προκείμενον
1357νομοσχέδιον, εἴπερ τις καὶ ἄλλος ὁ νομὸς οὗτος ἔδει νὰ ὑπο-
1358διαιρεθῇ εἰς πλείονας νομούς.
1359Ἀλλ’ ἡ προταθεῖσα τροπολογία ὑφ’ ἡμῶν τῶν Βουλευ-
1360τῶν Βονίτσης, ἕνεκα πολλῶν λόγων, ἔδει νὰ προκαλέσῃ
1361ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸ παντὸς τὴν
1362τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω ἐπικαλεσθῆ ὑπὲρ τῆς τροπολο-
1363γίας ταύτης ἱστορικοὺς λόγους ἀρχαιοτέρας καὶ νεωτέρας
1364ἐποχῆς, συνηγοροῦντας ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων, πρὸς ἰδιαι-
1365τέραν νομαρχιακὴν περιφέρειαν, τῶν ἐπαρχιῶν Βονίτσης, Ξη-
1366ρομέρου καὶ Βάλτου, τῆς κοιτίδος ταύτης τοῦ ἀρματωλισμοῦ
1367καὶ καπετανισμοῦ, οἵτινες παρέσχον ἡμῖν τὰ δῶρα τῆς ἐθνι-
1368κῆς καὶ ἀτομικῆς ἐλευθερίας. Ἐποιησάμεθα δυστυχῶς ἐν
1369παντὶ ζητήματι μεγάλην κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων, τῶν
1370ἀπορρεόντων ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς ἱστορίας, ἐνῷ δὲν
1371πρέπει οἱ ἱστορικοὶ λόγοι νὰ ἀποτελῶσι τοὺς κυριωτέρους τί-
1372τλους ἐπὶ ζητημάτων, ὡς τὸ προκείμενον. Δι’ ὃ καὶ ἠπό-
1373ρησα, ἀκούσας χθὲς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. ἐπὶ
1374τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, συνηγορούντων ὑπὲρ τῶν δι-
1375καιωμάτων τοῦ Μεσολογγίου, ὅτε ὡμίλει ὁ ἐκ Μεσολογ-
1376γίου κ. Βουλευτής, ἀντικρούων τὸν ἐκ Τριχωνίας συνάδελ-
1377φον. Εἶναι δὲ ὄντως καιρὸς νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται καὶ ἐν
1378τῷ μέλλοντι τὰ γενόμενα ἐν τῷ παρελθόντι σφάλματα. Πρω-
1379τοφανῆ δέ εἰσι τὰ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβαί-
1380νοντα. Ἅπαντα σχεδὸν τὰ Κράτη ὀφείλουσι, κατὰ τὸ μᾶλ-
1381λον ἢ ἧττον, τὴν ἀνεξαρτησίαν των καὶ τὴν ἐλευθερίαν
1382των εἰς μέρη ἢ κώμας ἢ χωρία, παρ’ οἷς συνεκροτήθη με-
1383γάλη τις μάχη, οὐδὲν ὅμως τῶν Κρατῶν τούτων ἐφαντάσθη
1384ποτέ, ὅτι ἔδει νὰ μεταβάλῃ τὰς κώμας ταύτας ἢ πολίχνας
1385εἰς πρωτευούσας, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἕνεκα μάχης γε-
1386νομένης ἐν αὐταῖς ἢ παρ’ αὐτὰς διεσώθη ἡ ἐλευθερία των
1387καὶ ἡ ἀνεξαρτησία των! Δὲν ὀφείλομεν ἑπομένως καὶ ἡμεῖς,
1388ἔν τε τῷ παρελθόντι καὶ τῷ παρόντι, παρορῶντες τὸ Ἀγρί-
1389νιον, τὸ ἀληθὲς τοῦτο κέντρον τοῦ νομοῦ, νὰ θυσιάσωμεν
1390ὁλόκληρον τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας χάριν τοῦ Μεσολογ-
1391γίου, τοῦ κειμένου εἰς μίαν ἐσχατιὰν τοῦ νομοῦ καὶ μηδὲν
1392δυναμένου νὰ ἔχῃ μέλλον.
1393Ἀλλ’ αἱ ἐπαρχίαι Βονίτσης καὶ Βάλτου, ἀποτελοῦσαι τὸν
1394λαὸν τῶν Ἀκαρνάνων, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἀπε-
1395τέλουν ἰδιαίτερον Κράτος, χωριζόμενον διὰ φυσικωτάτων ὁρίων
1396ἀπὸ τοῦ λοιποῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ σήμερον δὲ αἱ ἐπαρ-
1397χίαι αὗται 1) ὑπὲρ πάσας τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, φυσικώτατα
1398ἔχουσαι ὅρια, χωρίζονται δίκην χερσονήσου καθ’ ὅλον τὸ
1399πρὸς ἀνατολὰς μῆκός των ὑπὸ τοῦ Ἀχελῴου, πρὸς μεσημ-
1400βρίαν καὶ δυσμὰς ὑπὸ τοῦ Ἰονίου πελάγους, πρὸς βορρᾶν
1401ὑπὸ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου καὶ τοῦ Μακρυνόρους· 2) ἀπὸ
1402τοῦ 1836 μέχρι τοῦ 1845 αἱ δύο αὗται ἐπαρχίαι ἀπετέ-
1403λουν ἰδιαιτέραν διοίκησιν, ἔχουσαν ἕδραν τὴν Βόνιτσαν· 3)
1404καὶ ἕνεκα τῆς ἐκτάσεώς των καὶ ἕνεκα τοῦ πληθυσμοῦ των
1405δικαιοῦνται ν’ ἀποτελέσωσιν ἰδιαίτερον νομόν, διότι, ὡς πρὸς
1406μὲν τὴν ἔκτασιν, ὁ νομὸς οὗτος θὰ ἦτο μεγαλείτερος μὲν
1407ἁπάντων τῶν νέων νομῶν τοῦ Κράτους, διπλάσιος δὲ τῶν νο-
1408μῶν Εὐρυτανίας καὶ Ἄρτης, τετραπλάσιος τοῦ νομοῦ Κε-
1409φαλληνίας, πενταπλάσιος τοῦ νομοῦ Κερκύρας, ἑξαπλάσιος
1410τοῦ νομοῦ Ζακύνθου καὶ ἑπταπλάσιος τοῦ νομοῦ Λευκάδος,
1411οὗ ἄλλως μόνον ὁ δῆμος Ἀνακτορίων ἢ ὁ δῆμος Ἐχίνου εἰσὶ
1412μεγαλείτεροι· ὡς πρὸς δὲ τὸν πληθυσμόν, θὰ ἦτο πολυπλη-
1413θέστερος τῶν νομῶν Εὐρυτανίας, Ἄρτης, Ζακύνθου καὶ Λευ-
1414κάδος· 4) καὶ ἡ ἀποτελεσματικωτέρα δὲ καταδίωξις τοῦ λα-
1415θρεμπορίου, τοῦ ἔχοντος ὁρμητήριον τὴν Πρέβεζαν καὶ τρο-
1416φοδοτοῦντος τὸ ἥμισυ τῆς Ἑλλάδος, ἰσχυρότατος θὰ ἦτο λό-
1417γος, ὅπως αἱ ἐπαρχίαι Βονίτσης καὶ Βάλτου ἀποτελέσωσιν
1418ἴδιον νομόν, μετὰ τῆς Βονίτσης ὡς πρωτευούσης, ἐξ ἧς ὁ νο-
1419μάρχης ἀποτελεσματικώτατα θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπισκοπῇ καὶ
1420διευθύνῃ τὰ κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου μέτρα.
1421Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν σπουδαιοτάτων τούτων λόγων, ἐὰν σκο-
1422πὸς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἦναι ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἡ διοί-
1423κησις καὶ ἡ δικαιοσύνη ἔλθωσιν εἰς μείζονα ἐπικοινωνίαν μετὰ
1424τοῦ λαοῦ, ὁ δὲ λαὸς αἰσθανθῇ τὴν εὐεργετικὴν χεῖρα τῆς
1425διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης, ὁ λόγος οὗτος ἰδίως συνηγο-
1426ρεῖ, ὅπως ὑπὲρ πάσας τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας ἀποτελεσθῇ διὰ
1427τῶν ἐπαρχιῶν Βονίτσης καὶ Βάλτου ἰδιαίτερος νομός, διότι,
1428δι’ οὓς προεξέθηκα ὑμῖν λόγους, ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν τού-
1429των ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἔχει ἀνάγκην νὰ αἰσθανθῇ ὡς οἷόν τε
1430πλησίον του ἰσχυρὰν καὶ ἀγαθὴν διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην.
1431Τὸ κατ’ ἐμὲ δέ, ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἰδίως, ἀπὸ πεποι-
1432θήσεως εἰμὶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου,
1433διότι ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι ἡ διοίκησις καὶ ἡ δικαιοσύνη,
1434ὑφ’ ἃς διατελεῖ συνθήκας ὁ ἑλληνικὸς λαός, δὲν πρέπει νὰ
1435ἵστανται μακρὰν καὶ ν’ ἀναμένωσι τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως
1436προστρέχῃ πρὸς αὐτάς, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ σπεύδωσι τρόπον
1437τινὰ εἰς προϋπάντησίν του, νὰ διατελῶσιν ἐν διαρκεῖ μετ’ αὐ-
1438τοῦ ἐπικοινωνίᾳ καὶ νὰ ἐμπνεύσωσιν αὐτῷ ἐμπιστοσύνην,
1439φροντίζουσαι ν’ ἀποκαλύπτωσι τὰς ἀνάγκας του καὶ νὰ ἐπου-
1440λῶσι τὰς πληγάς του πανταχοῦ. Ἐὰν δὲ μάλιστα ζητηθῶσι
1441καὶ εὑρεθῶσι καὶ τὰ κατάλληλα πρὸς τοῦτο πρόσωπα, θὰ
1442αἰσθανθῇ ἐπὶ τέλους τότε ὁ ἑλληνικὸς λαὸς τὴν εὐεργετικὴν
1443ἐπίδρασιν τῆς δικαιοσύνης καὶ διοικήσεως καὶ θὰ εὕρῃ ἀνα-
1444κούφισιν παρ’ αὐταῖς.
1445Τούτων οὕτως ἐχόντων, συντρέχουσι, φρονῶ, ἅπαντες οἱ
1446λόγοι ἐκεῖνοι, οἵτινες δέον νὰ πείσωσι καὶ τὴν Κυβέρνησιν
1447καὶ τὴν Βουλήν, ἵνα ἀδιστάκτως συναινέσωσιν, ὅπως ἀποτε-
1448λέσωσιν αἱ δύο ἐπαρχίαι Βονίτσης καὶ Βάλτου ἴδιον νομόν,
1449πρωτεύουσαν ἔχοντα τὴν Βόνιτσαν. Ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώ-
1450σει, ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι οὐχὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἰσότης
1451ἐνέπνευσε τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προκειμέ-
1452νου νομοσχεδίου, ἀλλὰ τοὐναντίον πνεῦμα ἀδικίας, ἀνισότη-
1453τος καὶ φιλοπροσωπίας.
1454§38Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, προκειμένου νὰ λήξῃ
1455ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως,
1456θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω γνώμην οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς,
1457—διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς ἐλύθη ἤδη—ἀλλ’ ἐπὶ τῶν λε-
1458πτομερειῶν.
1459Ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, ὡς ἀντιπρόσωπος
1460αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ διότι ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις σχετικαὶ
1461περὶ τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, ἐνδιαφέρουσαι τοὺς συνε-
1462παρχιώτας μου.
1463Βεβαίως, Κύριοι, ἡ σύστασις τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνα-
1464νίας μετὰ τῆς πόλεως Μεσολογγίου ὡς πρωτευούσης ἀφορᾷ εἰς
1465μεγάλα συμφέροντα, διότι εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν εὗρον οἱ κά-
1466τοικοι τοῦ νομοῦ μεγάλην φιλοξενίαν καὶ συνδρομήν. Ἐὰν δὲ
1467ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ὅπως ἡ ἐπαρχία Βάλτου καὶ Ξηρομέρου
1468ἀπαρτίσῃ ἴδιον νομόν, ἐγὼ θὰ αἰσθανθῶ λύπην πολλὴν διὰ
1469τὸν ἀποχωρισμὸν ἀπὸ τῆς πόλεως ἐκείνης, μετὰ τῆς ὁποίας
1470ἐπὶ 55 ἔτη διοικητικῶς εἴμεθα ἡνωμένοι.
1471Κατὰ τὸ 1865, ὅτε πρώτην φορὰν ἐξελέγην Βουλευτὴς, ἡ
1472Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, οὗτινος ἐτύγχανον
1473φίλος πολιτικός, παρουσίασε νομοσχέδιον τῆς αὐτῆς πρὸς τὸ
1474προκείμενον φύσεως. Ἐπρόκειτο καὶ τότε δύο ζητήματα,
1475τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ
14761865 δὲν ὑπερέβαινε τὰ 30,000,000, καὶ τὸ ζήτημα τῆς
1477ἀνωτέρας καὶ κατωτέρας διοικήσεως, ἥτις ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰς
1478πλήρη συνάφειαν μὲ τὸν λαόν. Ὁ διπλοῦς αὐτὸς σκοπός,
1479ὅστις ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου,
1480ἔχοντος συνυπουργοὺς πρόσωπα διάσημα, τὸν ἀείμνηστον Βράϊ-
1481λαν, τὸν ἔξοχον νομικὸν Καλλιγᾶν, τὸν ἀείμνηστον Λομβάρ-
1482δον καὶ τὸν Δημήτριον Βουδούρην, ἐτέθη ὡς βάσις πρὸς σύν-
1483ταξιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις, πρὶν ὑποβάλῃ εἰς
1484τὴν Βουλήν, διεβίβασεν εἰς τὸ τότε ὑπάρχον Συμβούλιον τῆς
1485Ἐπικρατείας. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο
1486ἀπὸ τὰ ἐπιφανέστερα πρόσωπα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐξ ὧν δύο
1487μόνον σήμερον ζῶσιν, ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ὁ ἀντιναύαρχος
1488Κανάρης, ἐνέκρινε τοῦτο, ἐπενεγκὸν καὶ διαφόρους διορθώ-
1489σεις. Οὕτω δὲ ἐπιστήμη καὶ πεῖρα κατήρτισαν νομοσχέδιον,
1490τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τοῦ ὁποίου κύριος
1491σκοπὸς ἦτο, ὅπως ὁ λαὸς ἔρχηται εἰς συνάφειαν πρὸς τὴν
1492διοίκησιν. Ἀτυχῶς ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὸ νομοσχέδιον· τοῦτο δὲ
1493παρέσυρε καὶ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κουμουνδούρου καὶ αὐτὸ
1494τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Λοιπὸν ἔχομεν ἓν προηγού-
1495μενον, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν εἰς τὴν Βου-
1496λὴν μία Κυβέρνησις σπουδαιοτάτη, βασιζόμενον ἐπὶ γνωμο-
1497δοτήσεων σπουδαίων προσώπων, συνενούντων τὴν πεῖραν καὶ
1498τὴν ἐπιστήμην. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ Ἑλληνικὸν
1499Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον τότε δὲν συμπεριελαμβάνετο ἡ Θεσσα-
1500λία, ἐχωρίζετο εἰς 28 διοικήσεις, προστιθεμένης δὲ καὶ τῆς
1501Θεσσαλίας, εἰς 32. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἐνῷ διῄρει
1502τὸ Κράτος μας εἰς πλείονα τμήματα, δὲν κατήργει τὰ ἐπαρ-
1503χεῖα, διότι ἐθεώρησεν ὅτι ἡ ἀνωτέρα διοίκησις εἶχεν ἀπόλυ-
1504τον ἀνάγκην ὀργάνων, καθόσον οἱ νομάρχαι δὲν ἠδύναντο νὰ
1505ἐπιβλέπουν ἁπάσας τὰς ὑπηρεσίας καὶ νὰ ἔχουν καὶ τὸν ἄμε-
1506σον ἔλεγχον 40–50 δημάρχων. Λοιπὸν τότε διῃρεῖτο τὸ
1507Κράτος εἰς 28 τμήματα, σήμερον δὲ, ὅτε τοῦτο συμπεριλαμ-
1508βάνει τὴν Θεσσαλίαν καὶ μέρος τῆς Ἠπείρου, σήμερον, ὅτε
1509ὁ πληθυσμὸς ηὔξησε κατὰ 500,000 ψυχῶν, διαιρεῖται μόνον
1510εἰς 27 τμήματα. Τότε εἴχομεν μόνον 30 ἑκατομμύρια δραχ.
1511ἔσοδα, σήμερον ἔχομεν 100,000,000, πάντες δὲ οἱ κλάδοι
1512τῆς ὑπηρεσίας ἀνεπτύχθησαν. Διὰ τοῦτο δέον νὰ παραδε-
1513χθῶμεν τὸ σύστημα τῶν ἐπαρχείων, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐγὼ
1514εἶμαι κατ’ ἀρχήν, ὅπως τοὐλάχιστον ἀποδώσωμεν εἰς τὸν
1515νομάρχην τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐνεργήσῃ.
1516Ἐξ ὅσων ἐρρήθησαν, καὶ ἐξ ὅσων ἐγὼ ἔτυχον νὰ ἀνα-
1517γνώσω, διότι ἐπανειλημμένως διετέλεσα Βουλευτὴς καὶ ἠναγ-
1518καζόμην νὰ μελετήσω τὰ τῆς διοικήσεως καὶ λοιπὰ σχετικά,
1519δύο συστήματα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ πεπολιτισμένῃ Εὐρώπῃ, τὸ
1520σύστημα τὸ Γαλλικὸν καὶ τὸ σύστημα τὸ Ἀγγλικόν. Διὰ
1521τοῦ ἑνὸς χειραγωγεῖται ὁ λαὸς, διὰ τοῦ ἑτέρου ὁ λαὸς χειρα-
1522γωγεῖ ἑαυτόν. Βεβαίως τὸ ἔθνος μας, μετὰ τετρακοσίων καὶ
1523πλέον ἐτῶν δουλείαν, μετὰ τόσας κατακτήσεις, δὲν εἶναι σή-
1524μερον εἰς θέσιν νὰ διοικῇ ἑαυτό. Ὁ χαρακτὴρ ὁ Ἑλληνικός,
1525ἡ θέσις τοῦ Ἕλληνος μεταξὺ Εὐρώπης καὶ Ἀνατολῆς, συντε-
1526λοῦν, ὥστε ὁ Ἕλλην πάντοτε νὰ ἐπιθυμῇ ἀξιοπρεπῆ διοίκησιν.
1527Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ὑπῆρξε πάντοτε
1528τὸ καταλληλότερον, καὶ διὰ τοῦτο ἐκηρύχθην ὑπὲρ τοῦ νο-
1529μαρχιακοῦ συστήματος, καὶ εὔχομαι νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ αὐτὸ,
1530ἀλλὰ μὲ τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας, διὰ τῶν ὁποίων δύναται
1531πράγματι ὁ τόπος νὰ διοικηθῇ· ἄλλως τὸ νομοθέτημα δὲν
1532δύναται παρὰ νὰ καταπέσῃ μίαν ἡμέραν.
1533Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον βάσιν ἔχει τὴν διαίρεσιν τοῦ
1534Κράτους εἰς 27 νομούς. Εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, εἰς τὸν
1535στρατιωτικὸν, ἐκκλησιαστικὸν, οἰκονομικὸν, δικαστικὸν, ἐξω-
1536τερικὸν, ὑπάρχει ἱεραρχία. Ὁ δικαστικὸς κλάδος ἔχει τὸν
1537εἰρηνοδίκην, τὸ Πρωτοδικεῖον, τὸ Ἐφετεῖον, τὸν Ἄρειον
1538Πάγον καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν· ἐπίσης ὁ στρατιωτικὸς
1539ἔχει διαφόρους βαθμίδας· ὁ οἰκονομικὸς κλάδος ἀρχίζει ἀπὸ 3
1540τάξεις γραφέων, καὶ προβαίνει μέχρι τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἀνα-
1541λόγως δὲ καὶ οἱ λοιποὶ κλάδοι, ἐκτὸς τοῦ διοικητικοῦ· εἰς
1542τὸν διοικητικὸν κλάδον ἔχετε μόνον τὸν νομάρχην καὶ τὸν
1543Ὑπουργόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ νομάρχης καὶ ὁ Ὑπουργὸς
1544μόνοι νὰ διευθύνουν ὅλην τὴν διοικητικὴν μηχανήν; Ὁ νο-
1545μὸς Αἰτωλοακαρνανίας περιλαμβάνει 35 δήμους. Πῶς θὰ διοι-
1546κήσῃ ὁ νομάρχης ἀπ’ εὐθείας 35 δήμους; Ἀφ’ ἑτέρου ὁ
1547νομάρχης ἔχει τὴν ἐποπτείαν τῶν δικαστηρίων, τῶν Στρα-
1548τολογικῶν Συμβουλίων κτλ. Ἂς κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἂν δύναται
1549ἀπὸ τοῦ γραφείου του ὁ νομάρχης, ἄνευ ὀργάνων, νὰ διοικῇ
1550καλῶς ὅλον τὸν νομόν. Διὰ τοῦτο, ὡς εἶπον προηγουμένως,
1551δέον οἱ ἔπαρχοι νὰ ἐπανέλθουν.
1552Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς θεωρεῖ, ὡς ἔλεγε
1553πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι οἱ ἔπαρχοι εἶναι περιττοί. Ἀλλ’ ὁ
1554κ. Μομφερράτος, ἀνὴρ νομομαθέστατος, φαίνεται ὅτι, ἀφ’ ὅτου
1555ἐνηλικιώθη, δὲν ἐξῆλθε τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, διὰ νὰ ἴδῃ, πῶς
1556ἐκτελεῖται ἡ ὑπηρεσία, ἐὰν δ’ ἐκ τοῦ πλησίον ἐσπούδαζε τὰ
1557πράγματα, βεβαίως ἤθελε πολὺ εὐγλώττως, ὅπως ἀγορεύει
1558πάντοτε, ἐκφρασθῆ ὑπὲρ τῶν ἐπαρχείων. Πῶς εἶναι δυνατὸν
1559νὰ ἀφαιρέσητε τὰ δάκτυλα ἀπὸ τῆς χειρός; Αὐτὰ τὰ δά-
1560κτυλα εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς διοικήσεως, εἶναι τὰ ὄργανα,
1561τὰ ὁποῖα καταρτίζουν τὴν ὑπηρεσίαν, τὰ ὁποῖα ἐποπτεύουν
1562τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, καὶ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἐὰν ἀπο-
1563κόψητε τὰ δάκτυλα, δὲν θὰ ἀπομείνῃ πλέον, παρὰ ἓν σῶμα
1564ἠκρωτηριασμένον. Ἀλλ’ ἐλέχθη, ὅτι ὑπάρχουν οἱ δήμαρχοι.
1565Βεβαίως δὲν εἶμαι κάτοχος τῶν δημοτικῶν νόμων, ἀλλ’ ἔχω
1566ὅπως δήποτε μικρὰν πεῖραν, ὡς πολιτευόμενος. Ὁ δημοτικὸς
1567νόμος, κατ’ ἐμὲ, εὑρίσκεται εἰς ἀντίθετον σημεῖον πρὸς τὸν
1568διοικητικόν. Ὁ εἷς θέλει τὴν ὑποταγὴν, ἐνῷ ὁ ἄλλος θέλει
1569τὴν ἀνεξαρτησίαν. Οἱ δῆμοι σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1570παράσχωσιν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ὠφέλειαν εἰς ἑαυτοὺς, διότι
1571εἶναι πτωχότατοι. Ἄλλοτε εἴχομεν 250 δήμους, ἑπομένως
1572ἕκαστος δῆμος εἶχε καὶ τὴν ἔκτασίν του καὶ τὰ μέσα, δι’ ὧν
1573ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ καὶ νὰ διοικηθῇ, ἀλλὰ σήμερον οἱ δῆ-
1574μοι ἔγειναν 800 καὶ πλέον, ἕνεκα τῆς πιέσεως κυρίως τῶν
1575κομματαρχῶν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Σήμερον ὁ δῆ-
1576μος, ἐὰν ἐξαιρέσητε ὀλίγους τινὰς, κατέστη ἄπορος ἐντε-
1577λῶς. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου τοὐλάχιστον, συνισταμένην ἀπὸ
15784 δήμους, μόνος ὁ δῆμος Ἀμβρακίας, ὁ ὁποῖος εἶναι παρά-
1579λιος, δύναται νὰ ζήσῃ, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν κἀνένα
1580πόρον. Ὁ πρῶτος δήμαρχος τῆς ἐπαρχίας μου, — τὸ βεβαιῶ
1581μὲ τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, — ἀφ’ ἧς ἐξελέγη, δὲν ἔλαβεν
1582οὔτε λεπτὸν ἀπὸ τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, καὶ οὐ μόνον τοῦτο,
1583ἀλλὰ πληρώνει καὶ γραμματέα καὶ κλητῆρα καὶ γραφικὰ
1584ἔξοδα! Τοῦτο ἀνέφερα εἰς τὸν νομάρχην πλειστάκις ἐγὼ ὁ
1585ἴδιος, ὡς καὶ ὁ συνάδελφός μου, ὁ κ. Καραγιάννης, ἀλλὰ
1586οὔτε ὁ νομάρχης οὔτε ὁ Ὑπουργὸς ἠμποροῦν νὰ κάμουν
1587τίποτε, διότι δὲν ἠμποροῦν νὰ δώσουν ἀπὸ τὴν τσέπην των.
1588Εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν εὑρίσκονται καὶ οἱ ἄλλοι δῆμοι.
1589Λοιπὸν κρίνατε, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ δίδωσιν οἱ δήμαρχοι εἰς
1590τὸν νομάρχην εὐκολίας ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, ἂν ἦναι δυ-
1591νατὸν τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ
1592προχθὲς ψηφισθέντα, διὰ τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων καὶ
1593τῶν ζῴων νὰ πραγματοποιηθῶσιν ὑπὸ τοιούτους δημάρχους,
1594οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὔτε ὑλικὸν διὰ νὰ γράψουν!
1595Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι τὸ νομαρχιακὸν σύστημα εἶναι ἄξιον
1596νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀκόμη, ἀλλ’ ἔχει
1597ἀνάγκην τροποποιήσεών τινων. Σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι
1598ὁ χαρακτὴρ τοῦ Ἕλληνος, αἱ ἀρχαί του, ἡ ἱστορία του, ἡ
1599τοποθεσία μας, ὅλα αὐτὰ συντελοῦν εἰς τὸ νὰ ἔχῃ ἀρχὰς
1600ἀριστοκρατικάς· θέλει καὶ τὸν βασιλέα του καὶ τὴν Κυ-
1601βέρνησιν καὶ τὸν νομάρχην καὶ τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους
1602νὰ ἔχωσιν ἀνωτέραν παράστασιν· ἤτοι οἱ νομάρχαι νὰ ἦναι
16038 ἢ 10, νὰ λαμβάνωσι χιλίας δραχμὰς καὶ πλέον κατὰ μῆνα,
1604νὰ ἔχωσι δὲ καὶ προσωπικὸν ἀρκετόν, ὥστε νὰ δύνανται νὰ
1605ἦναι παρουσιαστέοι. Πρέπει δὲ μεταξὺ τοῦ δήμου καὶ τοῦ νο-
1606μοῦ νὰ μεσολαβῇ ὁ ἔπαρχος.
1607Τὰ δικαστήρια ὡσαύτως θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἔχωσι πολλοὺς
1608δικαστάς, διότι τότε μόνον δύνανται νὰ ἔχουν τὴν πρέπουσαν
1609θέσιν καὶ δύνανται νὰ ἐξασφαλίζουν τὸ δίκαιον εἰς τοὺς πο-
1610λίτας διὰ τὰς ἀνάγκας των. Ἀπόδειξις αὐτὸ τὸ Σύνταγμά
1611μας, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, διότι
1612μόνον ἡ γενικὴ ψηφοφορία εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐλευθερίας. Διὰ
1613τοῦτο θεωρῶ, ὅτι ἡ αὐτὴ βάσις ἐμπρέπει καὶ εἰς τὰ δικαστή-
1614ρια, τὸ πολλαπλοῦν, ὡς ἡ καλλιτέρα ἐγγύησις.
1615Ἡ ἐπαρχία μου μετὰ τῆς Βονίτσης καὶ τοῦ Ξηρομέρου
1616πρέπει ν’ ἀποτελέσουν ἕνα νομὸν δικαστικῶς. Πιστεύω δὲ
1617ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ Ἀκαρνανίας δὲν θὰ ἦναι ἐναντίοι εἰς
1618τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον
1619Ἄρτης, διότι θὰ ἔχωμεν ἀντικρύ μας τὸ δικαστήριον τοῦτο,
1620ἵνα διευκολύνωνται αἱ ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν, διότι οὔτε
1621εἰς τὸν Καρβασαρᾶν ἠμπορεῖ νὰ ἦναι Πρωτοδικεῖον, οὔτε εἰς
1622ἄλλο μέρος ἐντὸς αὐτῶν τῶν δύο ἐπαρχιῶν. Βεβαίως θὰ αἰ-
1623σθανθῶμεν μεγάλην λύπην, ἀποχωριζόμενοι τοῦ Μεσολογγίου,
1624ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τὰ ἐπαρχιακὰ ἐπιβάλλουν τὸν χωρισμὸν
1625αὐτόν. Θὰ διατηρῶμεν ὅμως πάντοτε τὴν εὐγνωμοσύνην μας
1626πρὸς αὐτὸ διὰ τὰς μεγάλας εὐκολίας, τὰς ὁποίας μᾶς παρεῖ-
1627χεν· ἀλλὰ κατὰ τὴν παροιμίαν «ὁ παπᾶς πρῶτα ηὐλόγησε τὰ
1628γένεια του». Τοῦτο δὲ εἶναι φυσικόν. Ἐν τῇ ἀρχαιότητι εἴ-
1629χομεν μίαν πρωτεύουσαν κοινήν, τὴν ἀρχαίαν πόλιν Στρά-
1630τον, ἧς διατηρεῖται κάλλιστα εἰσέτι τὸ φρούριον, περὶ οὗ
1631ἔγραψεν ὁ Πουκεβὶλ μετὰ τὴν περιήγησίν του, πρὸ τοῦ 1800.
1632Τότε ἡ πόλις κατῳκεῖτο ἀπὸ 100 χιλιάδας κατοίκους καὶ
1633ἐχρησίμευεν ὡς προπύργιον κατὰ τῆς Αἰτωλίας. Ἀλλὰ διὰ
1634τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου ἦτο μικτὴ ἐπιτροπὴ ἐξ Ἀκαρνάνων
1635καὶ Αἰτωλῶν, ἡ ὁποία διώκει αὐτὸν διοικητικῶς, οἰκονο-
1636μικῶς καὶ πολιτικῶς, ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Ἡ ἐπιτροπὴ
1637αὕτη, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς καταλληλοτέρους καὶ ἐπι-
1638φανεστέρους πολίτας τῶν δύο χωρῶν, διέμενε κατὰ τὸν
1639Θουκυδίδην καὶ Πολύβιον εἰς Ὄλπην, τανῦν Καρβασαρᾶν.
1640Περαίνων τὸν λόγον, ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ
1641Βουλὴ θέλουσι δεχθῆ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν
1642ἀπὸ 27 εἰς 28 διὰ τῆς προσθήκης τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας,
1643μὲ πρωτεύουσαν τὴν πόλιν, ἣν ἤθελεν ὁρίσει ἡ ὑπηρεσία τοῦ
1644Ὑπουργείου, ἥτις βεβαίως εἶναι εἰς πολὺ καλλιτέραν θέσιν
1645καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου μου, διότι ἔχει ὅλα τὰ docu-
1646menta, ν’ ἀποφασίσῃ ὅπως πρέπει. Ἐν περιπτώσει ὅμως,
1647καθ’ ἣν δὲν ἤθελε γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ μεταβολῆς τοῦ
1648ἀριθμοῦ τῶν 27 νομῶν, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ
1649τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῶσι τὴν ἑτέραν πρότασιν, τὴν ὁποίαν
1650καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Καραγιάννης μετὰ τοῦ κ. Καραπάνου καὶ
1651ἄλλων συναδέλφων ὑπεβάλομεν, ὅπως ἡ ἐπαρχία Βάλτου δι-
1652οικητικῶς καὶ δικαστικῶς ἑνωθῇ μὲ τὴν Ἄρταν.
1653§39Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μίαν παράκλησιν ἐπεθύμουν νὰ ὑπο-
1654βάλω, κύριε Πρόεδρε. Ὑπάρχει πρότασις περὶ ἑνώσεως τῶν
1655δύο πρώτων ἄρθρων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἂν ἡ
1656πρότασις αὕτη τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν καὶ γένηται δεκτή, τότε
1657θ’ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἡ
1658ὁποία εἶναι σχεδὸν συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἥτις ἐπερατώθη
1659ἤδη· ἑνωθέντων δὲ τῶν δύο τούτων ἄρθρων εἰς ἓν καὶ ἀπαγ-
1660γελλομένου παρ’ ὑμῶν τοῦ διαιρετοῦ τοῦ ἡνωμένου αὐτοῦ
1661ἄρθρου, ἡ συζήτησις θὰ διευκολυνθῇ πολύ, διότι ἕκαστος τῶν
1662κυρίων Βουλευτῶν θὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου,
1663τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὸ ζήτημα, ὑπὲρ οὗ ἐνδιαφέρεται καὶ
1664ἔχει νὰ εἴπῃ τι, καὶ δὲν θὰ γίνηται ὅ,τι μέχρι τοῦδε, ὅτε
1665ἀναγκάζονται οἱ Βουλευταὶ νὰ ὁμιλῶσιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς προ-
1666κειμένου περὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὕστερον δὲ νὰ ὁμιλῶσι
1667καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου τοῦ δευτέρου ἄρθρου.
1668§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἀργὰ ἔρ-
1669χεται ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι τώρα ἡ συζή-
1670τησις ἐπερατώθη. Φρονῶ ἄλλως τε, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου
1671τοῦ νομοσχεδίου δέον νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις αὕτη· ἐπὶ τοῦ
1672ἄρθρου πρώτου θέλουσι ψηφισθῇ αἱ διάφοροι τροπολογίαι. Ἐν
1673περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ ἀπορριφθῶσιν τροπολογίαι, θὰ μείνῃ ὁ
1674ἀριθμὸς τῶν νομῶν, οἷος ὁρίζεται ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ· ἐν περι-
1675πτώσει δὲ, καθ’ ἣν γείνωσι δεκταί τινες ἐξ αὐτῶν, τότε θὰ αὐ-
1676ξήσῃ ἀναλόγως ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὐδεὶς
1677ὑπάρχει λόγος νὰ ἑνωθῶσι τὰ δύο ἄρθρα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ
1678ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου, ὅταν δὲ
1679κηρυχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου περατωμένη, θέ-
1680λομεν προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων τροπολογιῶν,
1681μετὰ τὸ πέρας δὲ τῆς ψηφίσεως ἐπὶ ὅλων τῶν τροπολογιῶν,
1682θέλομεν γνωρίσει ποῖος ἔσται ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν.
1683§41Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι πολὺ ὀρθὴ
1684εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ πολὺ κανονικῶς
1685καὶ πολὺ καλῶς διεξάγεται ἡ συζήτησις, διότι τὸ ἄρθρον 1
1686εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἄρθρου 2. Τὸ πρῶτον ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν
1687τῶν νομῶν, τὸ δεύτερον ὁρίζει ἐκ τίνων περιφερειῶν συνίστα-
1688ται ἕκαστος νομός. Διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς
1689τῶν νομῶν, διὰ τοῦ δευτέρου τίνες εἶναι οἱ νομοί· διὰ τοῦτο
1690αἱ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἀφορῶσαι τὴν αὐ-
1691ξομείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν, βεβαίως πρέπει νὰ συζη-
1692τηθῶσιν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ πρώτου ἄρθρου. Λοιπὸν πολὺ
1693κανονικῶς διεξάγεται ἡ συζήτησις. Ἔλαβον δὲ τὸν λόγον οὐχὶ
1694διὰ νὰ ἐπαναφέρω τὴν Βουλὴν εἰς τὴν κανονικότητα τῆς
1695συζητήσεως, οὐδ’ ὅπως ζητήσω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς
1696Βουλῆς νὰ χορηγήσῃ τι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα,
1697ἀλλ’ ὅπως παρακαλέσω αὐτὴν νὰ μὴ ἀφαιρέσῃ μέρος τοῦ ὁρί-
1698ζοντος αὐτῆς, καὶ εἰς τοῦτο φρονῶ ὅτι ἔχω συμφώνους ὄχι
1699μόνον τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκ Μαντινείας, ἀλλὰ καὶ
1700τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους Κυνουρίας καὶ Μεγαλοπόλεως.
1701Νομίζω ὅτι πάντες θὰ ἦναι σύμφωνοι εἰς τὴν πρότασιν, τὴν
1702ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω, ὡς ἀντιπρόσωπος
1703τῆς Τριπόλεως. Λέγων δὲ Τρίπολιν, ἐννοῶ τὸν λαὸν τῆς Ἀρ-
1704καδίας, διότι ἡ Τρίπολις κατοικεῖται ἀπὸ λαὸν τῆς Γορτυ-
1705νίας ἰδίως, τῆς Κυνουρίας καὶ τῶν περιχώρων τῆς Μαντινείας.
1706Μετὰ τὴν κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα πολιορκίαν καὶ τὴν ἐκ-
1707πόρθησιν τῆς Τριπόλεως ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς κατεστράφη, καὶ
1708ἡ Τρίπολις ᾠκίσθη ἐκ νέου ἐκ τῶν πέριξ πληθυσμῶν τῆς
1709Κυνουρίας, τῆς Γορτυνίας καὶ τῶν περιχώρων τῆς Μαντι-
1710νείας· δεσπόζει δὲ ἐν Τριπόλει τὸ στοιχεῖον τῶν Γορτυνίων.
1711Ἡ ἐπιστήμη, τὸ ἐμπόριον, ἡ βιομηχανία, ἡ ἀξία λόγου
1712ἀκίνητος κτῆσις εἶναι εἰς χεῖρας τῶν Γορτυνίων. Εἶμαι πε-
1713πεισμένος λοιπὸν, ὅτι, ἂν ἡ περιφέρεια καὶ διοικητικῶς καὶ
1714δικαστικῶς περιορισθῇ, ἰδίως αἱ κτήσεις τῶν Γορτυνίων θέ-
1715λουσιν ὑποστῆ μείωσιν. Βεβαίως οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Γορ-
1716τυνίας δὲν δύνανται νὰ ὁμολογήσωσι τοῦτο ἐν πλήρει συνε-
1717δριάσει τῆς Βουλῆς, διότι, προκειμένου νὰ ὁρισθῇ ὡς ἰδιαίτε-
1718ρος νομὸς, ὡς ἰδιαιτέρα δικαστικὴ περιφέρεια ἡ Γορτυνία,
1719καὶ τοπικῶς καὶ πολιτικῶς συμφέρει εἰς αὐτοὺς νὰ ὑποστη-
1720ρίξουν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Ἀλλ’ ἂν ἀπευθυνθῇ ἡ ἐρώ-
1721τησις εἰς αὐτοὺς πρὸς ἐπιβεβαίωσιν τῶν ὅσων λέγω, ὅτι ἡ Τρί-
1722πολις δηλ. εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένη μετὰ τῶν Γορ-
1723τυνιακῶν συμφερόντων, φρονῶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι
1724τοῦτο. Βεβαίως ἕκαστος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν
1725Γορτυνίων προτιμᾷ νὰ γείνῃ ἡ Γορτυνία ἰδιαίτερος νομὸς,
1726νὰ ἱδρυθῇ ἐν Γορτυνίᾳ δικαστήριον· ἀλλ’ ὅταν ἔλθωσιν εἰς τὸν
1727ὁρισμὸν τῆς πρωτευούσης, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ γείνῃ μεταξύ
1728των ἐμφύλιος πόλεμος. Ἡ Δημητσάνα δὲν ὑποχωρεῖ εἰς τὴν
1729Καρύταιναν, οὔτε ἡ Καρύταινα εἰς τὴν Δημητσάναν, τὰ
1730Λαγκάδια δὲν ὑποχωροῦν οὔτε εἰς τὴν Καρύταιναν οὔτε εἰς
1731τὴν Δημητσάναν. Πρὸς ἀποφυγὴν λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ πολέμου
1732παρακαλῶ νὰ μὴ διαιρεθῇ τὸ Βασίλειον τοῦ Πανὸς, τὸ ὁποῖον
1733ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἦτο ἡνωμένον. Ἀμφισβητεῖ-
1734ται δὲ καὶ ἡ ἕδρα τοῦ Πανὸς, ἂν ἦτο ἐν Μενάλῳ τῆς Μαν-
1735τινείας, ἢ ἐν ἄλλοις ὄρεσι τῆς Γορτυνίας ἢ ἐν Καλαβρύτοις.
1736Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, χάριν καὶ
1737αὐτῶν τῶν Γορτυνίων, νὰ μὴ διχοτομήσῃ τὴν Ἀρκαδίαν,
1738ἀλλὰ νὰ διατηρήσῃ ταύτην ἀκεραίαν, καὶ τότε καὶ αὐτοὶ οἱ
1739Γορτύνιοι θέλουσιν εὐεργετηθῆ, οἵτινες διαφωνοῦσι καὶ ὡς
1740πρὸς τὴν πρωτεύουσαν· προκειμένου δὲ νὰ γείνῃ ἡ Καρύ-
1741ταινα πρωτεύουσα, ἡ Δημητσάνα καὶ τὰ Λαγκάδια προτι-
1742μῶσι τὴν Τρίπολιν. Τὰ Λαγκάδια συναινοῦν νὰ γείνῃ ἰδιαί-
1743τερος νομὸς ἡ Γορτυνία, ἂν γείνωσι πρωτεύουσα τὰ Λαγκά-
1744δια· ἐὰν ὅμως ὄχι, δὲν τὸ θέλουσι. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ
1745διὰ τὴν Δημητσάναν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Διγενόπου-
1746λος ἐν Τριπόλει ἔχει ἀδελφὸν ἔγκριτον δικηγόρον καὶ ἐξάδελ-
1747φον ἐπίσης, ἐν γένει δὲ ὅ,τι παρουσιάζει ἡ Τρίπολις ἔγκριτον
1748εἶναι Γορτυνιακόν. Ἂν δὲ ἀναγκασθῶσιν οἱ Γορτύνιοι νὰ με-
1749τοικήσωσιν εἰς τὴν Γορτυνίαν, βεβαιωθῆτε ὅτι ἡ Τρίπολις, ἡ
1750ὁποία παρουσιάζει μίαν εὐπρόσωπον πόλιν, θὰ χάσῃ πολύ.
1751Λοιπὸν παρακαλῶ καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ζέγγελην καὶ τοὺς
1752ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκ Μεγαλοπόλεως καὶ τοὺς τῆς Κυ-
1753νουρίας νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ μὴ διαιρεθῇ ἡ Ἀρκαδία.
1754§42Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γί-
1755νεται αὐτὴν τὴν ὥραν, δὲν εἶναι συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου
1756ἄρθρου· ἀναμφισβητήτως εἶναι συζήτησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου
1757ἄρθρου...
1758§43ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ὁποίου βάσις εἶναι τὸ πρῶτον.
1759§44Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ... Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νο-
1760μοσχεδίου, διότι θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς παράρτημα
1761τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀναγεγραμ-
1762μένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, «περὶ τῶν νομῶν καὶ τῆς
1763διοικήσεως αὐτῶν». Ἀλλὰ βεβαίως πρωθυστέρως ἔρχεται ἡ
1764συζήτησις τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων. Τὸ νομοσχέδιον,
1765τὸ ὁποῖον ἔπρεπε πρῶτον νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀναμ-
1766φισβητήτως εἶναι τὸ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν·
1767διότι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο προτίθεται νὰ εἰσαγάγῃ βελ-
1768τίωσιν εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διοικεῖται ἡ χώρα ἡμῶν.
1769Δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν, δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν
1770νομαρχῶν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὰς σπουδαίας ἐλλείψεις, αἵ-
1771τινες ὑπάρχουσιν ἐν τῇ διοικήσει ἡμῶν. Αἱ σπουδαῖαι ἐλ-
1772λείψεις τῆς διοικήσεως ἡμῶν παρουσιάζονται ἐν τῷ τρόπῳ
1773τῆς λειτουργίας τῶν νομαρχῶν καὶ τῶν νομαρχιακῶν ἀρ-
1774χῶν. Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως ἦλθεν ἡ συζήτησις. Καὶ ἄλλοτε,
1775πρὶν ἀκόμη ἔλθωσι πρῶτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ νο-
1776μοσχέδια τὰ διοικητικὰ, ἀνέπτυξα τὰς ἰδέας μου ταύτας,
1777ἀλλὰ δὲν ἐγένοντο δεκταί. Ἦλθον ὁπωσδήποτε τὰ νομο-
1778σχέδια εἰς συζήτησιν πρωθυστέρως, καὶ ἡ πρωθύστερος αὕτη
1779συζήτησις βεβαίως συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς συζη-
1780τήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, διότι
1781δὲν γνωρίζομεν ἐκ τῶν προτέρων, τίς ἔσται ὁ ὀργανισμὸς
1782τοῦ νομοῦ, καὶ ἑπομένως ποία ἀπαιτεῖται ἔκτασις δι’ ἕκα-
1783στον νομὸν καὶ ποῖα μέσα, ὅπως λειτουργήσῃ ὁ νέος ὀργα-
1784νισμὸς, τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν καταλληλότερον διὰ τὴν βελ-
1785τίωσιν τῆς διοικήσεως ἡμῶν. Τὸ πρωθύστερον, λέγω, τοῦτο
1786ἐπήνεγκε τὴν ἐπέκτασιν τῆς συζητήσεως, διότι ἐπρόκειτο
1787ὄχι πλέον περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος πράγματι εἰς τὴν
1788βελτίωσιν τῆς διοικήσεως ἡμῶν, ἀλλὰ περὶ νομοσχεδίου
1789ἔχοντος καθαρὸν προσωπικὸν χαρακτῆρα, περὶ νομοσχεδίου,
1790τὸ ὁποῖον, χωρὶς νὰ εἰσάγῃ βελτίωσιν ἐν τῇ διοικήσει, ἐξ-
1791ήγειρε τὰ συμφέροντα, ἐξήγειρε καὶ τὰς βλέψεις ἑκάστης
1792ἐπαρχίας καὶ ἑκάστου νομοῦ, καὶ τοῦτο ἤγαγε τὴν συζήτη-
1793σιν ὅλην ἐπὶ καθαρῶς προσωπικῶν ζητημάτων καὶ ἐπὶ καθα-
1794ρῶς τοπικῶν καὶ στενῶν συμφερόντων.
1795Ἀλλὰ περιελθόντες εἰς τὸ πρωθύστερον τῆς συζητήσεως
1796ἐν γένει τῶν δύο σχετιζομένων καὶ συνδεομένων νομοσχεδίων,
1797νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ πρωθύ-
1798στερον τοῦτο καὶ ἐν τῇ συζητήσει τῶν διατάξεων τοῦ νομο-
1799σχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἔχομεν προτάσεις καὶ
1800γνώμας ἐκπεφρασμένας ἐπαρχιῶν ὁλοκλήρων καὶ τῶν ἀντι-
1801προσώπων αὐτῶν, προτάσεις, ἐξ ὧν αἱ μὲν τείνουσιν εἰς τὴν
1802ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν, αἱ δὲ τείνουσιν εἰς τὴν
1803αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Ὑπάρχουσιν ἀντιπρόσωποι
1804ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ μὴ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν
1805νομῶν. Τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ
1806βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὑπο-
1807στηρίζουσι δὲ καὶ ἄλλοι, ὡς οἱ ἀντιπρόσωποι Ναυπλίας καὶ
1808Λακεδαίμονος. Ὑπάρχουσιν ἄλλοι, καὶ οὗτοι εἶναι οἱ πλειό-
1809τεροι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν, ἵνα αἱ ἐπαρχίαι αὐτῶν ἀποχωρι-
1810σθῶσι τοῦ νομοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκουν σήμερον, καὶ ἀπο-
1811τελέσωσιν ἴδιον νομὸν, εἴτε μόναι, εἴτε ἡνωμέναι μὲ ἄλλας
1812ἐπαρχίας. Τοιαῦται ἐπαρχίαι εἶναι ἡ Καρυστία, εἶναι τὰ
1813Καλάβρυτα, εἶναι ὁ Βάλτος καὶ ἡ Ἀκαρνανία, εἶναι ἡ Κυ-
1814νουρία, εἶναι αἱ μεσημβριναὶ Κυκλάδες. Πῶς εἶναι δυνατὸν,
1815ἐὰν δὲν συζητήσωμεν ἑκάστην τῶν προτάσεων τούτων, ἑκά-
1816στην τῶν γνωμῶν τούτων, ν’ ἀποφασίσωμεν τίς ἔσται ὁ ἀριθ-
1817μὸς τῶν νομῶν; Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὰς γνώμας τῶν Βου-
1818λευτῶν τῶν ὑποστηριζόντων νὰ μὴ χωρισθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι
1819τοῦ νομοῦ αὐτῶν, πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμόν·
1820ἐὰν παραδεχθῶμεν τὰς ἄλλας γνώμας, πρέπει νὰ αὐξήσω-
1821μεν αὐτόν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ θεμάτων θιγόντων
1822ἀπ’ εὐθείας τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρων πληθυσμῶν, βεβαίως ἡ
1823ἀπόφασις τῆς ἀντιπροσωπείας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει
1824νὰ κατισχύσῃ. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ
1825ἔθνους δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος καὶ ἰσχὺν, δὲν δύναται νὰ
1826θεωρηθῇ σοβαρὰ καὶ σπουδαία, ἐὰν παραβλάπτῃ καὶ περι-
1827φρονῇ τὰς γνώμας ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἄγονται οὐχὶ
1828πλέον ἐκ στενῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἐκ συμφερόντων τὰ
1829ὁποῖα γνωρίζουσι καλλίτερον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς
1830τὰς ἐπαρχίας ταύτας καὶ οἵτινες, ἐπιθυμοῦντες τὴν βελτίω-
1831σιν τῆς διοικήσεως αὐτῶν, ζητοῦσι καὶ οὗτοι, στηριζόμενοι
1832ἐπὶ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ὑποστηρίζει, νὰ ἀπο-
1833λαύσωσιν αἱ ἐπαρχίαι των τῶν εὐεργετημάτων τῆς βελτιωμένης
1834αὐτῆς διοικήσεως. Ἐνδέχεται νὰ πλανῶνται, ἐνδέχεται νὰ
1835ὠθῶνται ἐκ λόγων μὴ συναδόντων μὲ τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρ-
1836χιῶν αὐτῶν, ἀλλ’ οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι οἱ λόγοι οὗτοι, εἶναι
1837λόγοι σεβαστοί, εἶναι λόγοι, τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται εἰς τὴν
1838ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ἡ ἐξέτασις μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ
1839μετὰ παντὸς σεβασμοῦ.
1840Ἐὰν λοιπὸν ταῦτα δὲν συζητήσωμεν ἐκ τῶν προτέρων,
1841ἐὰν δὲν ἀποφασίσωμεν ἐπὶ ἑκάστης τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας
1842ἐκφράζουσιν ὁλόκληροι ἐπαρχίαι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρί-
1843σωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν, τοὺς ὁποίους θὰ περιέχῃ τὸ
1844Κράτος; Καὶ δὲν λύομεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐὰν θελήσωμεν
1845ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν διὰ
1846τοῦ πρώτου ἄρθρου. Διὰ τοῦτο ἠπόρησα μὲ τὴν γνώμην τοῦ
1847κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀρνουμένου νὰ συζητήσῃ
1848πρῶτον τὰ ζητήματα ταῦτα τὰ εἰδικά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρον-
1849ται εἰς τὸ ἄρθρον 2, καὶ ὄχι εἰς τὸ ἄρθρον 1, καὶ κατόπιν νὰ
1850ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν.
1851Λοιπὸν ὡς ζήτημα κανονισμοῦ τῆς συζητήσεως, χωρὶς νὰ
1852θέλω νὰ ἐκφέρω καμμίαν γνώμην ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν συ-
1853ζητουμένων θεμάτων, ὡς ζήτημα τάξεως τῆς συζητήσεως
1854νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 2 ἀποτελεῖ κυρίως τὸ θέμα τῆς συζη-
1855τήσεως ἡμῶν, καὶ ἐκ τῆς ἐπ’ αὐτοῦ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς
1856θὰ προσδιορισθῇ τὸ περιεχόμενον τοῦ πρώτου ἄρθρου.
1857§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
1858τῶν Ἐσωτερικῶν). Πολλαί, Κύριοι, πλεῖσται λέξεις πρὸς
1859ὑποστήριξιν μιᾶς ἐσφαλμένης ἐννοίας...
1860§46Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰπέτε ὀλιγωτέρας λέξεις ὑμεῖς.
1861§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πάντοτε ὀλιγωτέρας θὰ εἴπω. Ἀλλὰ
1862καὶ ὑπεστήριξα ἐγὼ ποτέ, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ δι-
1863καίωμα, ὅπερ κέκτηνται οἱ κύριοι Βουλευταί, ἵνα εὐρέως ἀνα-
1864πτύξουν τὰς ἰδέας των;
1865Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἦτο παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν,
1866(ἀγνοῶ δ’ ἐὰν ἦτο) ἔπρεπε τὴν παρατήρησιν, ἣν κατὰ τὴν
1867τελευταίαν ὥραν ὑπέβαλε, νὰ ὑποβάλῃ ὅτε ἤρχισεν ἡ συζή-
1868τησις ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη. Συνε-
1869ζητήθη τὸ θέμα διὰ μακρῶν, ἂν πρέπῃ νὰ προστεθῶσι νέοι
1870νομοί, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν 27 πρέπῃ νὰ γείνῃ 28 ἢ 29.
1871Ἀφοῦ ἐπερατώθη ἡ συζήτησις, ἔρχεται ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ
1872λέγει: «διατὶ περιορίζετε τὸ δικαίωμα τῶν Βουλευτῶν, ἵνα
1873ὑποστηρίξωσι θέματα ὑψίστης σημασίας;»
1874§48Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
1875§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα
1876τῶν κυρίων Βουλευτῶν δέον νὰ περιορισθῇ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι
1877οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύνανται νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τῶν τρο-
1878πολογιῶν των μὲ ὅλην τὴν εὐρύτητα· τὸ ζήτημα ὅμως, ἂν
1879τὰ λεχθέντα σχετίζονται πρὸς τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἤτοι ἡ πρα-
1880κτικὴ ἔννοια τοῦ ζητήματος εἶναι μηδαμινή, διότι εἴτε ἡ συ-
1881ζήτησις διεξαχθῇ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, εἴτε διεξαχθῇ ἐπὶ
1882τοῦ δευτέρου ἄρθρου, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ αὐτό. Ἐπὶ
1883τοῦ πρώτου ἄρθρου θὰ συζητηθῇ τί; Θὰ συζητηθῇ τὸ ζή-
1884τημα, ἂν πρέπῃ νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλοι νομοί. Οἱ ὑποστη-
1885ρίζοντες διὰ τῶν τροπολογιῶν των, ὅτι πρέπει νὰ προστε-
1886θῶσι καὶ ἄλλοι νομοί, θὰ ἀναπτύξωσι τὰς ἰδέας των, καὶ
1887ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὰς τροπολογίας αὐτῶν, θέλομεν
1888κανονίσει τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν ἀναλόγως πρὸς τὰς τροπο-
1889λογίας, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ. Ὑποθέσατε ὅτι ἡ
1890Βουλὴ ἀπορρίπτει τὰς τροπολογίας αὐτάς· τότε θ’ ἀφήσω-
1891μεν τὸ πρῶτον ἄρθρον ὅπως ἔχει, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν
1892θὰ ἦναι 27. Θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον. Ἐπὶ τοῦ
1893δευτέρου ἄρθρου ποία συζήτησις θὰ διεξαχθῇ; Θὰ διεξαχθῇ
1894συζήτησις περὶ τῶν ἑδρῶν ἢ περὶ τῶν περιφερειῶν. Δὲν βλέπω
1895λοιπόν τι, τὸ ὁποῖον νὰ δίδῃ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν
1896νὰ εἴπῃ, ὅτι, προκειμένου περὶ ζητήματος τηλικαύτης σημα-
1897σίας, ὅπου συμφέροντα τοιαῦτα ἐνέχονται, θέλει ἡ Κυβέρ-
1898νησις νὰ πιέσῃ ἢ νὰ περιορίσῃ. Δὲν πιέζομεν, οὐδὲ περιορί-
1899ζομεν· ἔλθετε, συζητήσατε, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς
1900τῶν νομῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ, ὅτι πρέπει νὰ αὐ-
1901ξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν, θέλομεν παραδεχθῆ τὸν ἀριθμὸν,
1902τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ ὁρίσῃ. Διατὶ νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν
1903συζήτησιν τώρα, ἀφοῦ πλέον ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις, ἀφοῦ
1904μάλιστα ἡ παρατήρησις ἐγένετο οὐχὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς
1905συζητήσεως, ἀλλὰ μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς;
1906§50Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐξηντλήθη.
1907§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ἐξηντλήθη, διότι ὁ κ. Βου-
1908λευτὴς ἐκ Βονίτσης ἠγόρευσε διὰ μακρῶν, ὅπως προστεθῇ
1909ἕτερος νομός. Ὁ ἕτερος βουλευτὴς Βονίτσης κ. Μαυρομμάτης
1910ἠγόρευσε καὶ αὐτὸς διὰ μακρῶν, ὅπως προστεθῇ ἕτερος νο-
1911μός. Ὁ κ. Στράτος ἠγόρευσε διὰ μακρῶν, ὑποστηρίζων καὶ
1912αὐτὸς, ὅτι δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἕτερος νομός. Διατὶ τότε
1913ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης δὲν ἠγέρθη νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι πρω-
1914θύστερος ἡ συζήτησις; διατὶ δὲν ἐζήτησε τὸν περιορισμὸν
1915αὐτῆς, τὴν ἕνωσιν τῶν δύο ἄρθρων καὶ τὴν ἐπὶ τῶν δύο
1916ἄρθρων συζήτησιν; Ἀφοῦ πλέον διεξήχθη ἡ συζήτησις καὶ
1917δὲν βλέπω ἄλλον ἐγγεγραμμένον, ἵνα ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ζη-
1918τήματος τούτου, ἔρχεται τώρα καὶ σᾶς λέγει νὰ ἐπαναρχίσῃ
1919ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Ὄχι! αὐτὸ δὲν τὸ
1920παραδέχομαι· πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἐπὶ
1921τοῦ πρώτου ἄρθρου.
1922§52Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος
1923νὰ παραδεχθῇ ὅ,τι θέλει. Δὲν εἶπον ἐγὼ, ὅτι πιέζεται ἡ Βου-
1924λὴ καὶ ἐμποδίζεται ἡ συζήτησις...
1925§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως αὐτὸ εἴπετε.
1926§54Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον διόλου αὐτό.
1927§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ προσέχω.
1928§56Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· διότι δὲν εἶναι διόλου ἡ ἰδέα
1929μου αὐτή. Εἶπον μόνον, ὅτι διεξάγεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ
1930περιεχομένου τοῦ δευτέρου ἄρθρου καὶ οὐχὶ τοῦ περιεχομένου
1931τοῦ πρώτου ἄρθρου. Κανονικώτερον ἤθελεν εἶναι, ἡ συζήτησις
1932νὰ διεξαχθῇ...
1933§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ διεξήχθη.
1934§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται νὰ θεωρηθῇ ἴσως καὶ πε-
1935ρατωμένη, ἀλλὰ κανονικώτερον θὰ ἦτο νὰ διεξαχθῇ συζή-
1936τησις ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ζητήματος. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου
1937δὲν τίθενται διῃρημένα τὰ ζητήματα, τίθενται πλήρη. Ἐὰν
1938θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸ πρῶτον ἄρθρον, οἱ μὲν θέλοντες τὴν
1939σύμπραξιν τῶν νομῶν θὰ ψηφίσωσι κατ’ αὐτοῦ, θὰ ζητή-
1940σωσιν ἐλάττωσιν τῶν νομῶν, οἱ δὲ θέλοντες τὴν ἐπέκτασιν,
1941τί θὰ ψηφίσωσι; Τί θὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν;
1942§59Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι περὶ
1943μειώσεως ἢ αὐξήσεως.
1944§60Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πρὸς μίαν θὰ ψηφίσωμεν τὰς
1945τροπολογίας;
1946§61ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
1947§62Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐταὶ εἶναι περιεχόμενον τοῦ δευ-
1948τέρου ἄρθρου. Πρόκειται περὶ κανονισμοῦ τῆς συζητήσεως.
1949Ἀφήσατε λοιπὸν τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν τοῦ πρώτου ἄρθρου.
1950Μὴ τὸν κανονίζετε ἐκ τῶν προτέρων.
1951§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις διεξ-
1952ήχθη ὅπως διεξήχθη. Θὰ ἦτο καλὸν ἴσως, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς
1953συζητήσεως νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ὁρισθῇ, πῶς πρέπει
1954νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις· ἀλλ’ ἀφέθη ἡ Βουλὴ ἐλευθέρα νὰ συ-
1955ζητήσῃ, καὶ ἐπὶ τρεῖς ὅλας ὥρας συνεζήτησε τὸ θέμα περὶ
1956τῆς αὐξήσεως ἢ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν. Ποίαν
1957πρακτικὴν σημασίαν ἔχει πλέον, ἀφοῦ ἐξηντλήθη ἡ συζή-
1958τησις, νὰ εἴπωμεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπαναληφθῇ ἐπὶ τοῦ δευ-
1959τέρου ἄρθρου; Ἂς ἀφήσωμεν νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ
1960τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ψηφίσωμεν τὰς τροπολο-
1961γίας, τῶν ὁποίων ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἡ αὔξησις ἢ ἡ ἐλάτ-
1962τωσις τοῦ ἀριθμοῦ, καὶ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν τρο-
1963πολογιῶν μεταβαίνομεν εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον.
1964§64Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρωθύστερον.
1965§65Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι πρωθύστερον καθόλου.
1966§66ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ
1967εὐχαριστήσω τὸν ἐκ Μαντινείας συνάδελφον καὶ ἀγαπητόν
1968μου φίλον διὰ τὴν στοργὴν, τὴν ὁποίαν δεικνύει ὑπὲρ τῶν
1969συμπολιτῶν μου. Ἠγνόουν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅτι
1970τόσην στοργὴν εἶχεν ὁ κ. Μπακόπουλος ὑπὲρ τῶν συμφερόν-
1971των τῶν Γορτυνίων. Εὐτυχῶς ἐδόθη περίστασις νὰ μάθωμεν,
1972ὅτι ὁ κ. Μπακόπουλος ὄντως ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῶν συμπο-
1973λιτῶν μου. Καὶ διὰ τοῦτο εὐχαριστῶ αὐτόν. Νομίζω ὅμως,
1974κύριε Πρόεδρε, ὅτι τοιαῦται προτάσεις δὲν προβάλλονται
1975σπουδαίως, διότι, ἐὰν πράγματι ἤθελον ὑποβληθῇ προτάσεις
1976περὶ ἑνώσεως τοῦ νομοῦ, βεβαίως ἡ Τρίπολις δὲν ἔπρεπε νὰ
1977ἦναι ἕδρα τῆς διοικήσεως, διότι τόσα προσόντα, τόσα δικαιώ-
1978ματα ἔχει ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ τολ-
1979μήσῃ τις, οὔτε ἐκ Μαντινείας, οὔτε ἄλλοθεν, ν’ ἀμφισβητήσῃ
1980ταῦτα. Καὶ πρῶτον τίς ἠλευθέρωσε τὴν Τρίπολιν; Οἱ Γορ-
1981τύνοι...
1982§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος εἶπεν, ὅτι καὶ
1983σήμερον εἶσθε κύριοι τῆς Τριπόλεως.
1984§68ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν τοσαῦτα κέκτηται δικαιώ-
1985ματα ἡ Γορτυνία, ὑποβάλλω ἀντίθετον τροπολογίαν, νὰ μείνῃ
1986ἡνωμένος ὁ νομός, μὲ πρωτεύουσαν πόλιν τινὰ τῆς Γορτυ-
1987νίας, οὐδέποτε ὅμως μὲ πρωτεύουσαν τὴν Τρίπολιν, διότι ὁ
1988κ. Μπακόπουλος ὡμολόγησε, καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι μόλις
1989ἀποχωρισθῇ ἡ Γορτυνία ἀπὸ τὴν Τρίπολιν, ἡ Τρίπολις δὲν
1990ἔχει πλέον ὕπαρξιν, καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχει ὕπαρξιν, ὀφείλει νὰ
1991ἀκολουθήσῃ τοὺς φυσικοὺς νόμους, νὰ ὑποταχθῇ εἰς μίαν πό-
1992λιν τῆς Γορτυνίας, ἡ ὁποία, ὡς ἕδρα διοικήσεως, θὰ φθάσῃ
1993εἰς περιωπήν. Τοῦτο εἶναι δίκαιον, καὶ τοῦτο παρακαλῶ τὴν
1994Βουλὴν νὰ δεχθῇ.
1995Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νομίζω ὅτι, καὶ ὅπως προτείνε-
1996ται τώρα ἡ διαίρεσις τοῦ νομοῦ ἐκείνου, εἶναι ἄδικος· διότι,
1997ἐὰν πράγματι σπουδαιολογῶμεν καὶ ἐπιθυμῶμεν νὰ βελτιώ-
1998σωμεν διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς τὴν τύχην τῶν πληθυ-
1999σμῶν τούτων, πρὸς τί ἡ ἄνισος αὐτὴ διαίρεσις; πρὸς τί νὰ
2000χωρίζηται ἡ Γορτυνία καὶ νὰ ἀποτελῇ ἰδιαίτερον νομόν, αἱ
2001τρεῖς δ’ ἄλλαι ἐπαρχίαι τοῦ νομοῦ ν’ ἀποτελῶσιν ἄλλον νο-
2002μόν; Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐξυπηρετῆται
2003ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο
2004ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
2005καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ σκεφθῇ πρὸς στιγμὴν καὶ νὰ ἀπο-
2006δεχθῇ τὴν γνώμην, ὅτι τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἀποτελεσματικὸν
2007εἶναι, ὅπως ὑπαχθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως εἰς τὴν
2008Γορτυνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ὅλα τὰ συμφέροντά της, ὅλας
2009τὰς συναλλαγὰς, τὰ 9/10 τουλάχιστον τῶν συναλλαγῶν της
2010τὰς κάμνει μὲ τὴν Γορτυνίαν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξυπη-
2011ρετοῦνται σπουδαιότερον τὰ συμφέροντα αὐτῆς καὶ ὑπὸ ἔποψιν
2012διοικητικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν δικαστικήν.
2013§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10½
2014ὥρας.
2015(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 25′ μ.μ. Ἐπαναλαμβάνε-
2016ται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ.μ.)
2017§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2018Ὁ κ. Σπυρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον,
2019§71Ν. ΣΠΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα, κύριοι Βουλευταί,
2020τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ ἀναπτύξαντος τοὺς
2021λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων νομίζει ὅτι ὁ νομὸς τῆς Ἀρκαδίας
2022δὲν πρέπει νὰ ὑποστῇ διαίρεσιν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι
2023οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς προέβαλε, δὲν
2024μὲ ἔπεισαν, καὶ ἐλπίζω οὔτε τὴν Βουλὴν ἔπεισαν, ὅτι ὑφί-
2025σταται περίπτωσις, ὅπως μὴ ἐπιτευχθῇ τοιαύτη τις διοικη-
2026τικὴ διαίρεσις.
2027Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ διαιρεθῇ ἢ μὴ ὁ νο-
2028μὸς Ἀρκαδίας νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα συζητήσιμον· δὲν
2029εἶναι δὲ ζήτημα συζητήσιμον, διότι καὶ ἡ ἔκτασις τοῦ νομοῦ
2030καὶ ὁ πληθυσμὸς δικαιολογοῦσι τὴν διαίρεσιν αὐτήν. Τὸ ἂν
2031δὲ ἡ Γορτυνία δικαιοῦται ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν, καὶ τοῦτο,
2032νομίζω, δὲν εἶναι ζήτημα, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς καὶ
2033ὡς ἐκ τῶν δικαιωμάτων της. Ἑπομένως δὲν ἔχω λόγους νὰ
2034ἀσχοληθῶ περαιτέρω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Φρονῶ ὅμως,
2035ὅτι ἡ διαίρεσις, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἀποδέχεται, δὲν πλη-
2036ροῖ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, διότι ὁ νομὸς Ἀρκαδίας, ὡς γι-
2037νώσκετε, ἀποτελεῖται ἐκ τεσσάρων ἐπαρχιῶν, ὁ πληθυσμὸς
2038τῶν ὁποίων ἀνέρχεται εἰς 170,000 ἢ 180,000. Διὰ τοῦ νομο-
2039σχεδίου αἱ 3 ἐπαρχίαι ἀποτελοῦσι τὸν νομὸν τῆς Ἀρκαδίας,
2040ἔχοντα πληθυσμὸν 120,000, μία δὲ ἐπαρχία, ἡ τῆς Γορτυνίας,
2041μὲ 52,000, ἀποτελεῖ τὸν νομὸν τῆς Γορτυνίας. Δὲν νομίζω
2042ὅτι ἡ διαίρεσις, οὕτω κανονιζομένη, εἶναι πρόσφορος καὶ ἀντα-
2043ποκρίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Λόγοι κυρίως ἱστο-
2044ρικοὶ καὶ λόγοι γεωγραφικοὶ ἐπιβάλλουσιν, ὅπως ἡ διαίρεσις
2045κανονισθῇ κατὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, δηλο-
2046νότι αἱ μὲν ἐπαρχίαι Μαντινείας καὶ Κυνουρίας ν’ ἀποτελέ-
2047σωσι μίαν διοικητικὴν περιφέρειαν, αἱ δὲ ἐπαρχίαι Γορτυνίας
2048καὶ Μεγαλοπόλεως ἑτέραν...
2049§72ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχόμεθα καὶ ἡμεῖς.
2050§73ΣΠΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ... Οὕτω δὲ ὁ μὲν πληθυσμὸς τῆς
2051Μαντινείας καὶ Κυνουρίας ἀνέρχεται εἰς 90,000, ὁ δὲ τῆς
2052Γορτυνίας καὶ Μεγαλοπόλεως εἰς 76,000.
2053Ἡ ἕνωσις αὕτη, Κύριοι, δικαιολογεῖται οὐ μόνον ἱστορι-
2054κῶς καὶ γεωγραφικῶς, ἀλλὰ τοιαύτη τις εἶναι καθιερωμένη
2055καὶ θρησκευτικῶς, διότι καὶ ἐκκλησιαστικῶς σήμερον ἡ Γορ-
2056τυνία καὶ ἡ Μεγαλόπολις ἀποτελοῦσι μίαν ἐκκλησιαστικὴν
2057τάξιν.
2058§74ΗΛ. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τῆς ἐπαρ-
2059χίας Μεγαλοπόλεως ἐπανειλημμένως ἐπρότειναν τὴν διαίρεσιν.
2060§75ΣΠΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1852, ὅτε καθωρίσθη-
2061σαν αἱ ἐπισκοπαὶ τοῦ νομοῦ, ὡρίσθησαν οὕτω: Μαντινείας
2062καὶ Κυνουρίας· Γορτυνίας καὶ Μεγαλοπόλεως.
2063Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν
2064ὑπέβαλον, εἶναι δικαιοτάτη, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἀπο-
2065δεχθῇ αὐτὴν, διαιρουμένου κατὰ τὰ προταθέντα τοῦ νομοῦ
2066Ἀρκαδίας.
2067§76ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης
2068ἐκ τῶν μελημάτων του εἶχε καὶ τὴν Γορτυνίαν, καὶ διὰ
2069τοῦτο εἰς τὸ τῆς ὁδοποιΐας σχέδιόν του περιέλαβε καὶ τὴν
2070Γορτυνίαν καὶ κατεσκεύασε δρόμους ἐκεῖ. Ἀλλὰ δὲν ἔκαμε
2071τοῦτο μόνον· συνέστησε καὶ Γυμνάσιον ἐν Δημητσάνῃ, δι’ ὃ
2072ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας τὸν εὐγνωμονεῖ. Διὰ τούτου προφανῶς
2073ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ὑπέδειξεν, ὅτι τὴν Γορτυνίαν ἐθεώ-
2074ρει καὶ ἤθελε νὰ κάμῃ νομόν. Τὸ ἔργον τοῦτο συμπληροῦσιν
2075οἱ διάδοχοί του, ἐγὼ δὲ εἶμαι ἐντεταλμένος παρὰ τῶν Γορ-
2076τυνίων, οὓς ἀντιπροσωπεύω, νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην
2077μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
2078Ἤκουσα, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ κατὰ τὰς μακρὰς ταύτας
2079συζητήσεις ῥηθέντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τοῦ νομο-
2080σχεδίου τούτου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω,
2081ὅτι ὅλα ταῦτα εἶναι ἄσκοπα καὶ δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν
2082ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος. Πάντες, καθ’ ἃ παρετήρησα,
2083οἱ ἀγορεύσαντες ἀποδέχονται καὶ ἀναγνωρίζουν τὸ νομαρχια-
2084κὸν σύστημα ὡς ὀρθὸν, καὶ πάντες κατέκριναν καὶ ἀποκρούουν
2085τὸ διοικητικὸν σύστημα. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ νομαρχιακὸν σύστημα
2086ἀποδέχονται ὡς ὀρθὸν, δὲν ἐννοῶ διατί, ἀφοῦ νομοὶ συν-
2087ιστῶνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀποκρούουσι τοῦτο καὶ θέλουν
2088τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων. Τὰ ἐπαρχεῖα κατεδικάσθησαν
2089ὡς ὀρνιθολογικά. Διὰ τῆς ἀνασυστάσεως αὐτῶν οἱ πολῖται
2090εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δωροδοκοῦν ἀμφοτέρας τὰς βαθμίδας,
2091πρῶτον τὸν πρῶτον βαθμὸν, δηλαδὴ τὸ ἐπαρχεῖον, νὰ μετα-
2092βαίνουν δὲ κατόπιν νὰ δωροδοκήσουν καὶ τὸν δεύτερον βαθμὸν,
2093τὴν νομαρχίαν, διὰ νὰ τοῖς ἀποδοθοῦν τὰ δίκαιά των. Δὲν
2094φαντάζομαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οἱ νομάρχαι θὰ ἐκπέσουν
2095ὡς οἱ ἔπαρχοι, διότι πᾶς τις, ἀνερχόμενος τὴν βαθμίδα ταύ-
2096την, ἔχει τὴν φιλοτιμίαν νὰ φανῇ ἄξιος τῆς θέσεως ταύτης·
2097ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελον ἐκπέσει, διὰ τοὺς πολίτας δὲν βλάπτει,
2098διότι πάλιν μίαν τῶν βαθμίδων θὰ ἔχουν νὰ δωροδοκήσουν,
2099καὶ ἀπαλλάσσονται τοὐλάχιστον ἀπὸ μίαν.
2100Εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι οἱ νομοὶ πρέπει νὰ ἔχουν
2101μεγάλας περιφερείας, καὶ ἐπεκαλέσθησαν πρὸς τοῦτο τὰ με-
2102γάλα ἔθνη, Ἀγγλίαν, Γαλλίαν, Γερμανίαν κλπ., ὡς ἔχοντα
2103μεγάλας περιφερείας. Δυστυχῶς εἴμεθα μικροὶ, καὶ πρέπει νὰ
2104συνηθίσωμεν ὡς μικροὶ νὰ σκεπτώμεθα καὶ ὄχι νὰ ζητῶμεν
2105ἀμέσως νὰ ἐξομοιωθῶμεν πρὸς τὰ μεγάλα ἔθνη, ἅτινα καὶ
2106μεγάλα εἶναι, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολὺ ἀρχαῖα, ἀριθμοῦντα πολ-
2107λῶν αἰώνων βίον, ἐνῷ ἡμεῖς μόλις ἐτῶν ἐθνικὸν βίον ἀριθ-
2108μοῦμεν. Ὄχι λοιπὸν πῶς εἶναι τὰ ἔθνη αὐτὰ ἤδη πρέπει νὰ
2109ζητῶμεν, ἀλλὰ πῶς ἦσαν ὅταν ἦσαν μικρὰ, διότι τότε θὰ
2110ὀρθοποδήσωμεν, ἂν δὲν ὑπερεκτιμῶμεν ἡμᾶς αὐτούς. Παρὰ τοῖς
2111ἔθνεσι τούτοις οἱ πολῖται εἶναι προηγμένοι, σέβονται τοὺς
2112νόμους καὶ θέλουν ὥστε οἱ νόμοι νὰ φθάνουν μέχρις αὐτῶν.
2113Ἡμεῖς ὅμως, μικροὶ, ὑστεροῦμεν κατὰ πολὺ, καὶ πάντες φρον-
2114τίζουν νὰ μὴ φθάνουν οἱ νόμοι μέχρις αὐτῶν, καὶ παρ’ ἑνὶ
2115ἑκάστῳ ἡμῶν ἴσως πρέπει νὰ παρίσταται εἷς χωροφύλαξ διὰ
2116νὰ μὴ παραβαίνωνται οἱ νόμοι. Ἀνάγκη λοιπὸν ἡ ἀρχὴ νὰ
2117ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν παροῦσα καὶ ἐγγυτέρα πρὸς τοὺς πο-
2118λίτας, διὰ νὰ ᾖναι σεβαστοὶ οἱ νόμοι, διὰ τὸν φόβον τῆς
2119τιμωρίας, καὶ οὕτω νὰ προλαμβάνωνται τὰ κακὰ καὶ τιμω-
2120ρῶνται.
2121Ἐρρήθη παρ’ ὅλων τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι ἡ δικαιοσύνη
2122νοσεῖ, πρὸ παντὸς δὲ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὰς ἕδρας τῶν νομῶν,
2123καὶ ὅτι διὰ τοῦτο νομίζουν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συσταθοῦν
2124δικαστήρια εἰς ὅλους τοὺς νομούς· ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι λό-
2125γοι νὰ μὴ συσταθοῦν τοιαῦτα καὶ εἰς τοὺς ἤδη συνιστωμέ-
2126νους νομοὺς, ἀφοῦ δὲν θὰ ᾖναι χείρονα, ἀλλὰ θὰ κάμουν τὰ
2127αὐτά. Καὶ δὲν ἐννοῶ διατί θὰ στερηθοῦν καὶ οἱ νομοὶ οὗτοι
2128τῶν λοιπῶν εὐκολιῶν τοῦ νὰ προσέρχωνται μετ’ εὐκολίας
2129εἰς τὴν ἐγγὺς πρωτεύουσαν καὶ δικάζωνται, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ
2130θὰ ἀπολαύσουν ὅ,τι καὶ οἱ εἰς τὰ κέντρα.
2131Ἡ διακωμῴδησις τῆς δικαιοσύνης ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύ-
2132της δὲν εἶναι ὀρθὴ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀγωνιζώμεθα νὰ καταρ-
2133ρίψωμεν τὸ κῦρος αὐτῆς πρὸ τῶν ὀμμάτων τῶν πολιτῶν. Ἄν
2134ἐπρόκειτο νὰ ἀπαλλαγῶμεν διὰ παντὸς τῆς δικαιοσύνης, ἴσως
2135θὰ ἦτο χρήσιμος ἡ διακωμῴδησις αὐτῆς· ἀλλ’ ἡ Δικαιοσύνη,
2136κύριοι Βουλευταὶ, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀποτελεῖ καὶ
2137θὰ ἀποτελῇ μέρος ἀναπόσπαστον τῆς Πολιτείας. Ὥστε οὐχὶ
2138νὰ καταρρίπτωμεν πρέπει τὸ κῦρος αὐτῆς πρὸ τῶν ὀμμάτων
2139τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ διορθώσεως
2140τῶν κακῶν αὐτῆς διὰ θεσμοῦ καταλλήλου ἐπιθεωρήσεως τῶν
2141δικαστῶν καὶ τῶν δικαστηρίων, συνεχοῦς καὶ ἐπιμόνου, διὰ
2142νὰ μὴ ἀφίνωνται οἱ δικασταὶ νὰ παρεκτρέπωνται.
2143Ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας ἔχει καὶ αὕτη εἴπερ τις καὶ ἄλλη
2144ἐπαρχία τοῦ Κράτους δικαιώματα. Τὰ ἀπαράγραπτα δι-
2145καιώματά της τὰ ἀναγράφει ἡ ἱστορία, ὡς πάντες γνωρίζετε,
2146καὶ ἀποφεύγω νὰ τὰ ἀνιστορήσω ἤδη, ὡς γνωστά, γνωστό-
2147τατα. Τὰ ὀνόματα καὶ μόνον τῶν ἀρχηγῶν καὶ στρατη-
2148γῶν ἀρκοῦσι νὰ σᾶς ἀναμνήσουν τὴν ἔνδοξον σελίδα, ἣν κατέ-
2149χει εἰς τὴν ἱστορίαν ἡ Γορτυνία. Καὶ δὲν λέγω ὅτι ἔχει
2150πλέον τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ὅ,τι καὶ αἱ ἄλλαι, καὶ διὰ τοῦτο
2151δικαιοῦται καὶ αὕτη ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως
2152γείνῃ νομός καὶ συσταθοῦν ἐκεῖ καὶ δικαστήρια. Εἶναι τόπος
2153ὀρεινὸς, καὶ ἡ προσέλευσις εἰς τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ ἀπὸ μα-
2154κρινὰς ἀποστάσεις εἶναι πολὺ δύσκολος, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν
2155τῆς συγκοινωνίας καὶ διὰ τὸ δύσβατον. Ὑπάρχει ἐν μέρει
2156συγκοινωνία δι’ ἁμαξῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὠφελεῖ, διότι οἱ
2157ἐπαρχιῶται πάντοτε πεζῇ θὰ μεταβοῦν, καὶ ἀπόλλυται πο-
2158λὺς χρόνος, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἐν τῇ ἕδρᾳ ἀπαντῶσι
2159πολλαὶ δυσκολίαι εἰς τὴν περάτωσιν τῶν ὑποθέσεών των.
2160Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ μεταρρυθμίσεις γίνονται
2161πρὸς ὠφέλειαν τοῦ τόπου, δὲν ἐννοῶ διατὶ καὶ ἡ ἐπαρχία
2162Γορτυνίας νὰ μὴ ἀπολαύσῃ τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλ-
2163λεται τὸ νομοσχέδιον. Ὥστε εἶναι δίκαιον νὰ γείνῃ ἡ Γορ-
2164τυνία νομός.
2165Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας κ. Μπακόπουλος ἀνέλαβε
2166νὰ κηδεμονεύσῃ τοὺς Γορτυνίους, ἀλλ’ ἡ Γορτυνία δὲν ἔχει
2167ἀνάγκην κηδεμόνων. Ἔχει ἐνταῦθα πέντε ἀντιπροσώπους,
2168οἵτινες δύνανται νὰ προτείνουν τὰ χρήσιμα εἰς τὴν Γορτυ-
2169νίαν. Γνωρίζω τὸ συμφέρον τῆς Τριπόλεως, γνωρίζω τὸ συμ-
2170φέρον, τὸ ὁποῖον τὸν ὤθησεν εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ τὴν τοιαύτην
2171πρότασιν. Γνωρίζω ὅτι ἡ Τρίπολις ζημιοῦται ἐκ τῆς ἀποχω-
2172ρίσεως τῆς Γορτυνίας, γνωρίζω ὅτι ἐν Τριπόλει ὑπάρχουν
2173πολλοὶ καὶ ἔγκριτοι Γορτύνιοι καὶ ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον
2174ἐκ τούτων ἀποτελεῖται ἡ Τρίπολις. Γνωρίζω ὅτι καὶ οὗτοι
2175δύνανται νὰ βλαβῶσιν ἐκ τῆς ἀποχωρίσεως τῆς Γορτυνίας,
2176ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὴν Γορτυνίαν. Ἡμεῖς ἀντιπροσω-
2177πεύομεν κυρίως ὄχι τοὺς ἐν Τριπόλει ἀποκατεστημένους
2178Γορτυνίους, ἀλλὰ τοὺς ἐν τῇ Γορτυνίᾳ μένοντας, καὶ τούτων
2179τὰ συμφέροντα θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν. Δὲν θέλομεν
2180βεβαίως νὰ βλαβῇ ἡ Τρίπολις, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα
2181νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ Γορτυνία ὀφείλει νὰ δουλεύῃ εἰς τὴν
2182Τρίπολιν. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς Τριπόλεως θὰ ἐρευνήσω, καὶ
2183ἔχω ἕτοιμον νομοσχέδιον, ὅπερ θὰ ὑποβάλω, ὅπως συσταθῇ
2184Ἐφετεῖον ἐν Τριπόλει, ἀφοῦ ἀρχικῶς ἐκεῖ ἥδρευε καὶ προσω-
2185ρινῶς μετετέθη εἰς Ναύπλιον. Δὲν θὰ προτείνω τὴν κατάρ-
2186γησιν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, ἀλλὰ θὰ ζητήσω νὰ περι-
2187λάβῃ ἄλλας περιφερείας, ὥστε νὰ μὴ βλαβῇ καὶ τὸ Ναύ-
2188πλιον.
2189Ἀγορεύων ὁ ἔντιμος κ. Μπακόπουλος καὶ συνηγορῶν ὑπὲρ
2190τῆς μὴ συστάσεως νομοῦ ἐν τῇ Γορτυνίᾳ, ἐθεώρησε καλὸν
2191νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ προληφθῇ ἐμφύλιος πόλεμος,
2192ὅστις θὰ συσταθῇ περὶ τὴν μέλλουσαν πρωτεύουσαν τῆς Γορ-
2193τυνίας, ἂν δηλαδὴ θὰ ἦτο ἡ Καρύταινα ἢ ἡ Δημητσάνα ἢ
2194τὰ Λαγκάδια. Τὸ τοιοῦτον ὅμως δὲν ἀφορᾷ αὐτὸν, οὔτε τὴν
2195Μαντίνειαν, ἧς εἶναι ἀντιπρόσωπος, καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ
2196ἀνησυχῇ διὰ πράγματα, ἅτινα ἀφορῶσι μόνον τὴν Γορτυνίαν.
2197Ἀλλὰ καὶ ἂν συμβῇ πόλεμος, ὠφέλεια θὰ προέλθῃ, διότι ἐκ
2198τῆς συγκρούσεως παράγεται σπινθὴρ, καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως
2199προβαίνει ἡ ἀλήθεια. Ἀλλὰ καὶ οὔτε θὰ συμβῇ καμμία ἔρις
2200περὶ τῆς πρωτευούσης, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσάγει
2201νέον, ἀλλ’ ἀναγνωρίζει τὸ ὑπάρχον, διότι ἡ Δημητσάνα ἦτο
2202καὶ εἶναι ἤδη πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας. Τοιαύτη
2203ἦτο καὶ πρὸ τῆς καταργήσεως τῶν ἐπαρχείων, καὶ μετ’ αὐ-
2204τὴν διέμεινε τοιαύτη, καὶ ἐκεῖ ἐξακολουθοῦν νὰ ἑδρεύουν αἱ
2205ἀρχαὶ πᾶσαι.
2206Ἡ Δημητσάνα ἀπὸ πολλῶν, ἀπὸ ἀπείρων ἐτῶν εἶναι
2207πρωτεύουσα, τὰ δὲ δικαιώματα αὐτῆς εἶναι ἀναμφισβήτητα,
2208καὶ εἶναι τοιαύτη πρωτεύουσα πάντοτε τῇ συναινέσει καὶ
2209τῇ θελήσει τῆς ἐπαρχίας, χωρὶς ποτε νὰ ἐγερθῇ ἀξίωσις
2210ἄλλη. Μόνον κατὰ τὸ 1840 ἐπίσημος πολιτευτὴς μετέθεσε
2211τὴν πρωτεύουσαν εἰς τὴν Καρύταιναν, ἀλλ’ ἡ ἐπαρχία ὁλό-
2212κληρος ἐξανέστη κατὰ τοῦ πραξικοπήματος τούτου, καὶ μετὰ
2213ὀλίγον χρόνον, κατὰ τὸ 1840 νομίζω, ἐπανῆλθε πάλιν ἡ
2214πρωτεύουσα εἰς τὴν Δημητσάναν, ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα
2215ἁπάσης τῆς ἐπαρχίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρὸ μικροῦ κατὰ
2216πρῶτον ἤδη ἤγειραν τὰ Λαγκάδια τοιαύτην ἀξίωσιν, ἵνα
2217ὁρισθῇ ἐκεῖ ἡ πρωτεύουσα, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἁπλῆ ἐπιθυμία
2218αὐτῶν καὶ τίποτε πλέον, διότι ἡ Γορτυνία ἀποτελεῖται ἀπὸ
2219ἕνδεκα δήμους, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν Δημητσάναν ὡς πρω-
2220τεύουσαν καὶ ὄχι τὰ Λαγκάδια. Ἤκουσα ὅτι καὶ ἡ Καρύ-
2221ταινα ἀξιοῖ νὰ γείνῃ πρωτεύουσα, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ
2222τοιοῦτο δὲν θὰ προβληθῇ, ἂν ἡ Γορτυνία μόνη ἀποτελέσῃ
2223τὸν νομόν.
2224Ἀλλ’ ἔχει δικαίωμα ἡ Δημητσάνα νὰ ἦναι πρωτεύουσα;
2225Ἀναμφισβητήτως. Καὶ τὸ δικαίωμά της αὐτὸ τὸ ἔχει κε-
2226κτημένον ἀπὸ αἰώνων, ἀπὸ χιλίων ἐτῶν καὶ πλέον, καθ’ ἃ
2227ζῇ καὶ ὑπάρχει καὶ ἐργάζεται καὶ δρᾷ ἐθνικῶς καὶ ὄχι μό-
2228νον ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ τῆς ἐπαρχίας. Αἱ πρωτεύουσαι δὲν χειρο-
2229τονοῦνται, ἀλλ’ ἐνδείκνυνται ἀφ’ ἑαυτῶν, καὶ ἀφ’ ἑαυτῆς
2230ἔχει καταλάβει τὴν τοιαύτην θέσιν ἡ Δημητσάνα. Ἡ Δη-
2231μητσάνα, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι συνοικισμὸς ξένων,
2232ἐπηλύδων, ξένων φύλων. Τὸ ὄνομά της εἶναι παρεφθαρμέ-
2233νον, δὲν εἶναι ἀλλόφυλον, διότι εἶναι βεβαιωμένον ἐπισή-
2234μως καὶ ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων ἱστορικῶς, ὅτι τὸ ὄνομα τοῦτο
2235τὸ φέρει ἀπὸ χιλίων διακοσίων ἐτῶν καὶ πλέον, ὅτε δὲν εἶχε
2236γείνῃ ἔτι ἡ ἐνοίκησις τῶν ξένων φύλων. Ἡ Δημητσάνα
2237ὑπῆρξε πάντοτε ζῶσα καὶ δρῶσα. Κατὰ τὸ 963 μ. Χ. ἐπὶ
2238Νικηφόρου Φωκᾶ, αὐτοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως, ἀπαν-
2239τᾷ παρὰ τῷ αὐτοκράτορι τούτῳ Δημητσανίτης, καλούμε-
2240νος Ἰωάννης Λαμπαρδόπουλος, φιλόσοφος, ὅστις κατέχει
2241παρὰ τῷ αὐτοκράτορι τούτῳ ὑψίστην θέσιν. Πρωτοσηκρήτης,
2242δηλαδὴ πρῶτος μυστικοσύμβουλος ἢ Πρωτογραμματεύς. Οὗ-
2243τος ὁ Δημητσανίτης εἶχεν ἀνεγείρει τότε Μονὴν πλησίον τῆς
2244Δημητσάνης, τοῦ Φιλοσόφου ἐπικαλουμένην, τὴν ὁποίαν
2245ἐπροίκισε διὰ μεγάλης περιουσίας. Καὶ ταῦτα ἀναφέρει τὸ
2246σιγίλλιον γράμμα ἢ χρυσόβουλλον τοῦ αὐτοκράτορος, δι’ οὗ
2247ἀνεγνωρίζετο ἡ Μονὴ καὶ τῇ παρείχοντο προνόμια καὶ δι-
2248καιώματα. Ἐν τούτῳ τῷ ὑψηλῷ ἐγγράφῳ ἀναφέρονται ἡ
2249Δημητσάνα καὶ ὁ Δημητσανίτης. Ἀπὸ χιλίων ἄρα ἐτῶν ὑπάρ-
2250χει καὶ ζῇ ἡ Δημητσάνα, καὶ δύναμαι, χωρὶς νὰ φανῶ ὑπερ-
2251βολικὸς, νὰ τὴν ὀνομάσω ἀθάνατον πόλιν, ἀφοῦ σώζονται ἔτι
2252καὶ τὰ ὑπεράρχαια κυκλώπεια τείχη τῆς ἀρχαίας πόλεως,
2253ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς ὁποίας εἶναι ἐκτισμένη καὶ συνεχίζει
2254τὴν ἀρχαίαν πόλιν ἄχρι σήμερον. Τοιαύτη ἀθάνατος πόλις
2255δὲν κατέρρευσε καὶ δὲν θὰ καταρρεύσῃ, ὅπως ἐνασμενίζουσι
2256νὰ γράφουν εἰς τὰ ψηφίσματά των, εἶναι δὲ λίαν ἀστεῖον τὸ
2257παρ’ αὐτῶν γραφόμενον, ὅτι ἔχει μόνον τριακοσίας οἰκίας.
2258Ἡ Δημητσάνα ἔχει πάγιον πληθυσμὸν, διαρκῶς διαβιοῦντα
2259ἐκεῖ, καὶ ἔχει πάντα τὰ προσόντα καλῆς πόλεως, ὥστε νὰ
2260ἐξακολουθήσῃ διαμένουσα ἐκεῖ ἡ πρωτεύουσα.
2261Ἀλλ’ ἔχει ἡ Δημητσάνα καὶ δικαιώματα ἐθνικὰ ἐπὶ τὴν εὐ-
2262γνωμοσύνην τοῦ ἔθνους, διότι ἐθνικὴ ὑπῆρξεν ἡ δρᾶσίς της
2263κατὰ τὸν μακραίωνα τοῦ σκότους καὶ τῆς δουλείας. Ἡ εἰρη-
2264μένη Μονὴ δὲν ἦτο ἁπλῶς, ὡς συνήθως, θρησκευτικὸν κατα-
2265φύγιον, ἀλλ’ ἦτο, ὅπως καὶ συνέστη καὶ ἐπροικίσθη, Σχολὴ
2266γραμμάτων, Πανεπιστήμιον, Ἀκαδημία, ἐν ᾗ ἐσπούδαζον δω-
2267ρεὰν, ἀπὸ περάτων προσερχόμενοι, ἅπαντες οἱ Ἕλληνες. Ἀπέ-
2268δωκεν εἰς τὸ ἔθνος κατὰ τὸ μακρὸν αὐτὸ διάστημα πατρι-
2269άρχας, ἀρχιερεῖς καὶ διδασκάλους καὶ εἰς τὰ τέσσαρα ἐθνικὰ
2270Πατριαρχεῖα, καὶ πάντες οὗτοι προήσπισαν τὴν Ἐκκλησίαν
2271καὶ τὸ ἔθνος ἀπὸ τῶν ἐπιβουλῶν τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας
2272καὶ τοῦ ἔθνους. Δὲν ἦσαν κοινοὶ καλόγηροι καὶ ἀρχιερεῖς,
2273ἀλλ’ ἀρχηγοὶ ἐθνικοί, ὑπὲρ τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησίας
2274ἀγωνιζόμενοι καὶ ἀποκεφαλιζόμενοι. Ἡ ἀνάγνωσις καὶ μόνον
2275τοῦ ἀπὸ 14 Ἀπριλίου 1652 ἐγγράφου τῆς Ἐκκλησίας τῆς
2276Ἱερουσαλὴμ ἀρκεῖ νὰ δείξῃ ὁποῖαι αἱ θυσίαι τῶν ἐθνικῶν
2277τούτων ἀνδρῶν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους.
2278Ἀλλὰ δὲν ἔπαυσεν ἡ δρᾶσις τῆς Δημητσάνης καὶ τῆς
2279Μονῆς καθόλου. Κατὰ τὸ 1746 ἡ Σχολὴ ἐκ τῆς Μονῆς μετα-
2280φέρεται εἰς Δημητσάναν, ὅπου ἁδραῖς δαπάναις τῶν τέκνων
2281της κτίζεται ἡ γνωστὴ πλέον ἱστορικῶς Ἑλληνικὴ Σχολὴ
2282Δημητσάνης, μὲ πολλὰ κελλία πέριξ αὐτῆς, διὰ νὰ κατοικοῦν
2283δωρεὰν οἱ προσερχόμενοι νὰ σπουδάσουν. Καὶ ἐκεῖ προσέρ-
2284χονται καὶ σπουδάζουν δωρεὰν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, καὶ κατοι-
2285κοῦν δωρεὰν εἰς τὰ κελλία, καὶ τροφὴ δίδεται εἰς τοὺς πτω-
2286χοὺς δωρεάν. Ἐν τῇ Σχολῇ ταύτῃ ἐσπούδασαν πάντες οἱ ἐν
2287τῷ ἱερῷ ἀγῶνι ἀριστεῖς, καὶ οἱ Νοταράδες καὶ οἱ Μαυρομι-
2288χάλαι καὶ πλεῖστοι ἄλλοι, ὡς ἐν τῷ Κώδικι σημειοῦνται,
2289ἦσαν τρόφιμοι τῆς Σχολῆς ταύτης. Ὁ πολὺς Θεοδώρητος ὁ
2290Βρυσθένης, ὁ ἐκ Νεμνίτσης, ἦτο τέκνον τῆς Σχολῆς ταύτης.
2291Τῆς αὐτῆς Σχολῆς τέκνα ὑπῆρξαν αἱ Σχολαὶ Βυτίνης, Ἄρ-
2292γους, Ἀνδριτσαίνης κλπ. Καὶ διέχεεν ἡ Σχολὴ αὕτη τὰ
2293φῶτα καθ’ ἅπαντα τὸν Ἑλληνισμὸν δωρεάν, δαπάναις μόνον
2294τῶν Δημητσανιτῶν. Ὄντως ὑψηλαὶ καὶ ζηλευταὶ ἐθνικαὶ
2295ὑπηρεσίαι! Μετ’ εὐλαβείας καὶ ἐθνικῆς ὑπερηφανείας ἐπι-
2296δεικνύουν οἱ Μιστριῶται τὸ ἐπὶ τῆς Πύλης τῆς Μητροπό-
2297λεως Μιστρᾶ αἷμα! Εἶναι τὸ αἷμα τοῦ ἀρχιεπισκόπου Λα-
2298κεδαιμονίας Ἀνανίου, ὃν οἱ Τοῦρκοι εἰς τὴν θύραν αὐτὴν
2299ἔσφαξαν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1769. Τέκνον πολύτιμον
2300τῆς Δημητσάνης εἶναι ὁ Ἀνανίας οὗτος, ὑπὲρ τῆς πατρίδος
2301σφαγείς.
2302Ἀλλὰ δὲν εἶναι ταῦτα μόνον. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταν-
2303τινουπόλεως Γρηγόριος ὁ Εʹ, τοῦ ὁποίου τὸ ἱερὸν λείψανον
2304εἶναι ἀποτεθειμένον ἐν τῇ Μητροπόλει τῶν Ἀθηνῶν Εὐαγ-
2305γελιστρίᾳ, ὅστις ἐσφάγη κατὰ τὸ 1821 ἐν τοῖς Πατριαρ-
2306χείοις Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι καὶ οὗτος τέκνον τῆς Δη-
2307μητσάνης. Ἀλλὰ σφαζόμενος ὑπὸ τῶν Τούρκων ὁ μακάριος
2308οὗτος Πατριάρχης ἀφίνει ὄπισθέν του τὸν διάδοχόν του, τὸν
2309ἀρχιεπίσκοπον Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανόν, ὅστις συνεχίζων
2310τὸ ἔργον ὑψοῖ τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας ἐν Ἁγίᾳ Λαύρᾳ.
2311Καὶ εὐλογεῖ ἡ δυὰς αὕτη τὸν ἀγῶνα, καὶ ἄγεται εἰς πέρας
2312ὁ ἀγών. Δημητσανίτης ἦτο καὶ οὗτος, ὁ Γερμανὸς Παλαιῶν
2313Πατρῶν.
2314Ἰδοὺ ὑπηρεσίαι, ἰδοὺ θυσίαι, ἰδοὺ αἵματα, δι’ ὧν ἀπεκτή-
2315θησαν τὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ ἔθνους.
2316Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀρκοῦν. Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821 μετα-
2317ποιεῖ τὴν Δημητσάναν εἰς ὁπλοστάσιον. Ὅλοι οἱ Δημητσανῖ-
2318ται πάσης ἡλικίας καὶ φύλου νυχθημερὸν ἐργάζονται εἰς κατα-
2319σκευὴν μπαρούτης, καὶ ἀποδίδουν 300 ὀκάδας καθ’ ἡμερονύκτιον.
2320Ἐκεῖ μόνον τότε, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὑπῆρχεν ἡ μπα-
2321ρούτη καὶ οὐδαμοῦ ἄλλοθι. Καὶ γίνονται φοῦρνοι καὶ ψήνε-
2322ται ψωμί, καὶ ὅλοι ὁμοῦ, γυναῖκες, παιδία καὶ εἴ τις ἄλλος,
2323δένουν φυσέκια. Καὶ ποῦ χάρτης τότε; Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἡ Βι-
2324βλιοθήκη τῆς Ἑλληνικῆς Σχολῆς καὶ τῆς Μονῆς καὶ προσφέρε-
2325ται καὶ ὁ χάρτης οὗτος. Καὶ δένονται δι’ αὐτοῦ τὰ φυσέκια
2326καὶ δι’ ὅλων τούτων τροφοδοτεῖται ὁ ἀγών. Καὶ μεταφέρον-
2327ται ἡ μπαρούτη, τὰ φυσέκια, ὁ ἄρτος ὑπὸ τῶν Δημητσα-
2328νιτῶν δωρεὰν εἰς τὰ στρατόπεδα τῆς Πιάνας, τοῦ Βαλτε-
2329τσίου, τῶν Τρικόρφων καὶ παντοῦ. Καὶ ἐπιστατοῦν καὶ δαπα-
2330νοῦν καὶ ὁδηγοῦν πάντα ταῦτα οἱ ἀδελφοὶ Σπηλιωτόπουλοι,
2331Νικόλαος καὶ Σπυρίδων, μέλη τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, κα-
2332τελθόντες ἐκεῖ ὀλίγον πρὸ τοῦ ἀγῶνος ἐπίτηδες ἐκ τῆς
2333Ρωσίας.
2334Ποίας ἄλλας ὑπηρεσίας ἔπρεπε νὰ προσφέρῃ μία πόλις
2335διὰ νὰ ἔχῃ δικαιώματα ἐθνικά; Κεκτημένον ἄρα ἔχουν τὸ
2336δικαίωμα ἡ Δημητσάνα καὶ ἡ Γορτυνία διὰ τῶν θυσιῶν των
2337καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὴν πατρίδα, ὥστε νὰ μὴ παρο-
2338ρῶνται, ἀλλ’ ἐκ τῶν πρώτων νὰ λογίζωνται. Δὲν θέλω, οὔτε
2339εἶναι καιρὸς ἤδη νὰ ἀναμνήσω τοὺς ἀγῶνας τῆς Γορτυνίας.
2340Εἶναι ἀγῶνες γνωστοί. Δι’ αὐτῶν τῶν Γορτυνίων καὶ μετ’ αὐ-
2341τῶν ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ ἄλλοι ἐπίσης ἔνδοξοι στρατηγοὶ
2342τῆς Γορτυνίας ἠγωνίσθησαν εἰς τὰ Δερβενάκια, εἰς τὸ Βαλτέ-
2343τσι καὶ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα.
2344Καταπαύων τὸν λόγον, ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐπινεύσῃ,
2345ὥστε ἡ Γορτυνία νὰ γείνῃ νομός.
2346§77ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σύμφωνοι εἴμεθα πάντες οἱ Βου-
2347λευταὶ ἐκ Γορτυνίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα
2348ἔχει ἡ ἐπαρχία ἡμῶν, διαφωνῶ μόνον πρὸς τὸν ἔντιμον συν-
2349άδελφον κατὰ ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον εἶναι πρόσφατον καὶ δὲν
2350ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου βεβαίως
2351ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀποτρέψω αὐτόν,
2352νὰ ἐκφράζῃ εὐγνωμοσύνην ὁπουδήποτε καὶ πρὸς οἱουσδήποτε,
2353δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ εὐγνωμοσύνην, ὡς ἐκ-
2354προσωπῶν τοὺς συμπολίτας του, οἱ ὁποῖοι συγχρόνως εἶναι
2355καὶ συμπολῖταί μου, δι’ εὐεργετήματα, τὰ ὁποῖα δὲν προέρ-
2356χονται ἀπὸ ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους προσφέρει τὴν εὐγνω-
2357μοσύνην των. Καὶ ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ
2358ἀγνοῇ τὰ γεγονότα ταῦτα, διότι οὐδέποτε κατῴκησεν ἐν τῷ
2359τόπῳ ἐκείνῳ καὶ δὲν γνωρίζει, τί πραγματικῶς ἐν αὐτῷ
2360ἐγένετο. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ, ὅτι ἡ συγκοινωνία ἐν Γορ-
2361τυνίᾳ δὲν ἀνεπτύχθη οὔτε ἐγένετο ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Τρι-
2362κούπη. Ἡ συγκοινωνία ἐν Γορτυνίᾳ ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1885,
2363κατὰ τὴν ἐποχὴν δ’ ἐκείνην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο
2364ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγός, καὶ αὐτὸς ἐμερίμνησεν ὑπὲρ τῆς συγ-
2365κοινωνίας τοῦ τόπου του, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης
2366δὲν εἶχεν οὔτε βατὴν κἂν ὁδόν. Ἐὰν δ’ ὁ κύριος συνάδελφός
2367μου ἐγνώριζε τὰ κατόπιν συμβάντα, δὲν θὰ προέβαινεν ἐκεῖ,
2368ὅπου προέβη, ἀλλ’ αἴσθημα ἄλλο, καὶ ὄχι τὸ τῆς εὐγνωμο-
2369σύνης, ἤθελε καταλάβει αὐτόν. Τὸν πληροφορῶ λοιπὸν, ὅτι
2370μόλις τῷ 1886 ἔπεσεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὁ σεβαστός μοι ἀρχη-
2371γὸς, ἀμέσως διετάχθη ἡ παῦσις τῶν ἀρξαμένων ἔργων, τὰ
2372ὁποῖα καὶ διακοπέντα κατεστράφησαν. Ἐπίσης καὶ τὰ ἔργα
2373τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα ἤρξαντο τὸ 1890, κατέπαυσαν
2374ὅτε πάλιν ἔπεσε τῆς ἀρχῆς, κατὰ τῷ 1892, τῇ διαταγῇ
2375ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ κύριος συνάδελφος προσφέρει τὴν
2376εὐγνωμοσύνην του σήμερον. Κατὰ τὸ 1895 ἤρξατο πάλιν ἡ
2377ἐργασία, ἀλλὰ μόλις ἔπεσε τῆς ἀρχῆς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀλη-
2378θῶς ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας τῆς Γορτυνίας ἐμερίμνησε, πάλιν
2379διετάχθη ἡ παῦσις τῶν ἔργων.
2380Ταύτην τὴν ἀνακρίβειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος συνά-
2381δελφός μου περιέπεσεν, ἠθέλησα νὰ ἐλέγξω. Ὁ δὲ κ. Ὑπουρ-
2382γὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ
2383τῆς συγκοινωνίας ἐν Γορτυνίᾳ, διότι αὐτὸς κατὰ τὴν παρελ-
2384θοῦσαν περίοδον ἠνώχλει τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τότε
2385διὰ σειρᾶς ἐπερωτήσεων, παραπονούμενος ὅτι μόνον περὶ τῆς
2386ἐπαρχίας του μεριμνᾷ, καὶ οὐδὲν πράττει περὶ τῶν ἄλλων
2387τοῦ Κράτους ἐπαρχιῶν.
2388§78ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Εἰς τὴν διαμάχην τῶν ἀξιοτίμων
2389ἐκ Γορτυνίας συναδέλφων δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπέμβω, διότι
2390τὰ λεχθέντα ἀφορῶσιν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους· πρόκειται μόνον
2391νὰ εἴπω ὀλίγα περὶ τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως, τὴν ὁποίαν
2392δύο ἐκ τῶν συναδέλφων θέλουν νὰ προσαρτήσουν εἰς τὴν Γορ-
2393τυνίαν. Σᾶς εἶπε δὲ ὁ κ. Διγεννόπουλος τί ἀκριβῶς συμβαί-
2394νει καὶ διατὶ δὲν συμφέρει εἰς τὴν Μεγαλόπολιν, ὅπως ἀπο-
2395τελέσῃ ἕνα νομὸν μετὰ τῆς Γορτυνίας.
2396Ἡ ἐπαρχία τῆς Μεγαλοπόλεως ἔχει συγκοινωνίαν, τὴν
2397ὁποίαν, νομίζω, οὐδεμία ἄλλη ἐπαρχία ἔχει· τυχαίως δὲ
2398ηὐτύχησε νὰ τὴν ἔχῃ, διότι ἐκεῖθεν διέρχεται ὁ σιδηρόδρο-
2399μος Μύλων–Καλαμῶν, ὁ ὁποῖος διασχίζει ὁλόκληρον σχεδὸν
2400τὴν ἐπαρχίαν. Ἡ ἐπαρχία ὁλόκληρος συγκοινωνεῖ διὰ τοῦ
2401σιδηροδρόμου μετὰ τῆς Τριπόλεως, εἰς τὴν ὁποίαν μετὰ μίαν
2402ὥραν ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεώς των εὑρίσκονται οἱ ἐκ τῆς ἐπαρ-
2403χίας Μεγαλοπόλεως μεταβαίνοντες. Καὶ ἀπ’ ἀρχῆς δὲ τῆς συ-
2404στάσεως τοῦ Βασιλείου ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως συνεκοινώνει
2405μετὰ τῆς Τριπόλεως, ὅπου εἶχε μετ’ αὐτῆς καὶ πᾶσαν δοσοληψίαν
2406καὶ ὅλα τὰ συμφέροντά της, οὐδέποτε δὲ μετὰ τῆς Γορτυνίας.
2407Αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ἀλεξάκης, δὲν εἶναι ἀκρι-
2408βὲς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ συγκοινωνίαν ἡ Μεγα-
2409λόπολις μετὰ τῆς Γορτυνίας· διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ Γορ-
2410τυνία εἶναι μέρος ὀρεινὸν, δύσβατον καὶ μέχρι τινὸς δὲν εἶχε
2411καμμίαν συγκοινωνίαν, διότι οὔτε δι’ ὁδοῦ ἠδύνατο νὰ συγ-
2412κοινωνήσῃ, πολὺ δὲ περισσότερον ἤδη μετὰ τῆς Δημητσά-
2413νης ἡ συγκοινωνία εἶναι πάντως ἀδύνατος καὶ δύσκολος. Ἐπί-
2414σης καὶ μετὰ τῆς Καρυταίνης οὐδεμίαν συγκοινωνίαν δυνά-
2415μεθα νὰ ἔχωμεν. Ὥστε ἡ ἀπαίτησις τῶν ἀξιοτίμων συνα-
2416δέλφων τοῦ νὰ προσαρτηθῇ ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως εἰς τὴν
2417Γορτυνίαν νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικος, διότι τὸ νομοσχέδιον, τοῦ
2418ὁποίου τὰ καλὰ ἀνωμολόγησε καὶ ὁ κύριος Ἀλεξάκης, ἔχει
2419σκοπὸν νὰ πλησιάσῃ τὴν διοίκησιν πρὸς τοὺς διοικουμένους,
2420ἑπομένως, ἐὰν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλεξάκη,
2421ὅπως ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως προσαρτηθῇ εἰς τὴν Γορτυ-
2422νίαν, τότε ἡμᾶς, τοὺς τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως, μᾶς
2423ἀπομακρύνουν τῆς διοικήσεως. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ τις τὴν
2424ἐπαρχίαν αὐτὴν, ἵνα πεισθῇ, ὅτι πλησιάζομεν περισσότερον
2425ἡμεῖς πρὸς τὴν Τρίπολιν, παρὰ οἱ δῆμοι τῆς Μαντινείας πρὸς
2426τὴν Τρίπολιν, καὶ μάλιστα ἤδη, ὅτε παρεδόθη εἰς τὴν χρῆ-
2427σιν τοῦ κοινοῦ καὶ ἡ μέχρι τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας
2428Μεγαλοπόλεως συντελεσθεῖσα διακλάδωσις τοῦ σιδηροδρό-
2429μου. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλεξάκη εἶναι
2430ἄδικος.
2431Ἀδικωτέρα ὅμως εἶναι, Κύριοι, ἡ πρότασις τοῦ κ. Σπυ-
2432ρακοπούλου, διότι πρῶτον ἡ Καρύταινα δὲν εἶναι δυνα-
2433τὸν νὰ γείνῃ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ ἐκείνου, διότι οἱ ἄλλοι
2434δῆμοι τῆς Γορτυνίας ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ τὴν Καρύταιναν.
2435Ἐκτὸς δὲ τούτου ἡ Καρύταινα δὲν ἔχει καὶ τὰ προσόντα
2436ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ μία ἐπαρχία, διὰ νὰ γείνῃ
2437πρωτεύουσα νομοῦ, διότι καὶ ὕδατα δὲν ἔχει καὶ συγκοινω-
2438νίαν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐντὸς τῆς πόλεως Καρυταίνης, ἕνεκα
2439τῆς ἐλλείψεως χώρου καὶ ἐδάφους ὁμαλοῦ, καὶ τίποτε δὲν
2440ἔχει τὸ προσῆκον εἰς πρωτεύουσαν νομοῦ. Ἐὰν τὸ νομοσχέ-
2441διον εἶχεν ἄλλην βάσιν καὶ ἀπεδέχετο τὴν ἀποχώρισιν δήμων
2442ἐξ ἄλλης ἐπαρχίας, ἐγὼ ἤθελον προτείνει, ὅπως ὁ δῆμος
2443Γόρτυνος καὶ ὁ δῆμος Τρικολώνων προστεθῶσιν εἰς τὴν ἐπαρ-
2444χίαν Μεγαλοπόλεως, καὶ τότε ἡ ἐπαρχία τῆς Μεγαλοπό-
2445λεως, ἔχουσα πρωτεύουσαν οἰκοδομηθεῖσαν ἐπὶ τῇ βάσει νέου
2446σχεδίου, θὰ ἐγίνετο εἷς τῶν καλλιτέρων νομῶν. Διότι ἡ
2447ἐπαρχία τῆς Μεγαλοπόλεως εἶναι νέα ἐπαρχία, κειμένη ἐπὶ
2448ὀροπεδίου, ᾠκοδομημένη ἐπὶ σχεδίου, μὲ μεγάλας ὁδοὺς καὶ
2449εὐρείας πλατείας, καὶ θὰ ἦτο τῷ ὄντι δυνατὸν νὰ καταστῇ
2450πρωτεύουσα ἀρκετὰ καλὴ, ἐὰν προσετίθεντο οἱ δῆμοι Γόρ-
2451τυνος καὶ Τρικολώνων. Ἀτυχῶς ὅμως τὸ νομοσχέδιον δὲν
2452ἠθέλησε νὰ ἀποχωρίσῃ δήμους μιᾶς ἐπαρχίας καὶ νὰ προσθέσῃ
2453αὐτοὺς εἰς ἑτέραν. Τὸ γεγονὸς δ’ ὅτι ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπό-
2454λεως ἐκκλησιαστικῶς εἶναι ἡνωμένη μετὰ τῆς Γόρτυνος,
2455εἶναι τυχαῖον ὅλως γεγονός, τὸ ὁποῖον καὶ δὲν ἀπέβη εἰς
2456καλόν, διότι ἀποβιώσαντος πρὸ 27 ἐτῶν τοῦ ἐπισκόπου
2457ἔκτοτε ἔμεινεν ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως ἄνευ προστασίας,
2458καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πολλοὶ ἄνευ τῶν
2459ἀπαιτουμένων προσόντων ἐγένοντο ἱερεῖς. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ
2460ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως εὑρίσκει τὰ συμφέροντά της μετὰ
2461τῆς Τριπόλεως καὶ οὐδεὶς Μεγαλοπολίτης ὑπάρχει θέλων νὰ
2462ἀποτελέσῃ ἡ Μεγαλόπολις νομὸν μετὰ τῆς Γορτυνίας, νομίζω
2463ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλεξάκη.
2464§79Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἔχου-
2465σιν ὑποβληθῇ δύο τροπολογίαι, ἡ μὲν τῶν κυρίων Βουλευ-
2466τῶν Θήρας, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ διαίρεσις τοῦ νομοῦ
2467Κυκλάδων εἰς νομὸν Βορείων Κυκλάδων καὶ εἰς νομὸν Μεσημ-
2468βρινῶν Κυκλάδων, ἀποτελούμενον ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας Θήρας
2469καὶ Μήλου, ἡ δὲ ἑτέρα τῶν κυρίων Βουλευτῶν Νάξου, διὰ
2470τῆς ὁποίας ζητεῖται ἐπίσης ἡ διαίρεσις τοῦ νομοῦ εἰς Βορείους
2471Κυκλάδας καὶ Νοτίους Κυκλάδας, μὲ πρωτεύουσαν τῶν Νο-
2472τίων Κυκλάδων τὴν Νάξον. Εἰς τὴν περὶ τούτων χθεσινὴν
2473ἢ μᾶλλον σημερινὴν πρωϊνὴν συζήτησιν δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω
2474τὸν λόγον, διότι οἵ τε ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Θήρας καὶ
2475οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Νάξου δὲν προέβαλον ἐπιχεί-
2476ρημά τι προκαλοῦν συζήτησιν· ἐφιλονίκησαν περὶ πρωτείων,
2477περὶ φυσικῶν καλλονῶν, περὶ μειζόνων εἰσπράξεων ἢ εἰσφο-
2478ρῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς τε Νάξου καὶ τῆς Θήρας,
2479ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν παρεπονέθη περὶ κακῆς διοικήσεως τῶν
2480ἐπαρχιῶν αὐτῶν ἢ στερήσεως δικαιοσύνης. Οἱ δύο δηλ. λόγοι,
2481ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται τὸ νομοσχέδιον, ἦσαν ἐντελῶς
2482ξένοι πρὸς τὴν σημερινὴν συζήτησιν. Δὲν θὰ ἐλάμβανον λοι-
2483πὸν τὸν λόγον, ἐὰν μὴ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς
2484καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς περιέβαλλε τὰς τροπολογίας αὐτὰς
2485διὰ τοῦ κύρους τῆς γνώμης του. Ἀναγκάζομαι διὰ τοῦτο,
2486ὅπως μὴ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς διαιρέσεως εἶναι
2487πραγματική, νὰ δώσω πληροφορίας τινάς, ἀποδεικνυούσας τὸ
2488ἀδικαιολόγητον καὶ ἐπιζήμιον τῶν τροπολογιῶν.
2489Εἶναι Βέβαιον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καὶ ἡ Νάξος καὶ
2490ἡ Θήρα ἔχουσι μεγαλειτέραν συγκοινωνίαν μὲ τὴν πρωτεύου-
2491σαν τοῦ νομοῦ των καὶ μὲ τὸ Πρωτοδικεῖον Σύρου ἀπὸ πλεί-
2492στας ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἡ Θήρα ἔχει τρὶς τῆς
2493ἑβδομάδος συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Σύρου δι’ ἀτμοπλοίων·
2494ἐπίσης δὲ καὶ ἡ Νάξος. Ἀπέχουσι δὲ ἀπὸ τὴν Σῦρον ἡ μὲν
2495Νάξος 3 ὥρας, ἡ Πάρος 2 καὶ ἡ Θήρα 8...
2496§80Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ποίαν ὥραν ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν Θή-
2497ραν τὸ ἀτμόπλοιον καὶ ποίαν ὥραν φθάνει εἰς Σῦρον;
2498§81ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν πηγαίνῃ κατ’ εὐθεῖαν, φθά-
2499νει εἰς 8 ὥρας, ὅταν δ’ ἔχῃ προσεγγίσεις εἰς 12... Ποία
2500δύναται νὰ γείνῃ σύγκρισις μεταξὺ τῶν ἀποστάσεων τού-
2501των καὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρ-
2502χίας τοῦ Κράτους, δύο, τριῶν καὶ τεσσάρων ἡμερῶν, καὶ
2503αἵτινες δικαιολογοῦσι τὴν διαίρεσιν ἐκείνων; Ἐν ᾧ δὲ ἥ τε
2504Θήρα καὶ ἡ Νάξος δὲν στεροῦνται συγκοινωνίας καὶ ἔχουσι
2505προχειροτάτην τὴν διοίκησιν καὶ προχειροτάτην τὴν δικαιο-
2506σύνην, αὐταὶ δὲν ἔχουσι συγκοινωνίαν μετὰ τῶν ἄλλων νή-
2507σων, τὰς ὁποίας ἀξιοῦσι νὰ ὑπαγάγωσιν ὑφ’ ἑαυτάς· ἡ Μῆ-
2508λος π. χ. δὲν ἔχει συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Θήρας, καὶ ὁ
2509Μήλιος, ἵνα μεταβῇ εἰς Θήραν, πρέπει νὰ διέλθῃ διὰ Σύρου.
2510§82Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Θὰ μεταβληθῇ τὸ δρομολόγιον.
2511§83ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν μεταβληθῇ καὶ καταστῇ δυ-
2512νατὴ ἡ συγκοινωνία, τότε νὰ ἀξιώσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ
2513ἐκ Θήρας νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ διαίρεσις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι
2514δυνατὸν δυστυχῶς νὰ γείνῃ ποτὲ κέντρον ἡ Θήρα ἢ ἡ Νάξος.
2515Ἡ ἀρχή, κύριοι Βουλευταί, τῆς προσεγγίσεως τῆς διοι-
2516κήσεως εἰς τὸν λαόν, αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, ἐξεταζομένη ἀπο-
2517λύτως δὲν θὰ εἶχε πρακτικὴν ἀξίαν, ἐὰν δὲν συνεδυάζετο
2518μετὰ τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀναγκαίων στοιχείων τῆς ἐφαρμογῆς
2519της. Ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι τὰ στοιχεῖα τῆς συγκοινωνίας καὶ
2520τῆς κοινωνικῆς κινήσεως, δὲν δύναται οὔτε ἡ διοίκησις νὰ
2521ἐνεργήσῃ, οὔτε ἡ δικαιοσύνη προσηκόντως ν’ ἀπονεμηθῇ.
2522Ἀλλ’ ἡ Θήρα καὶ ἡ Νάξος εἶναι ἀδύνατον νὰ καταστῶσι τοι-
2523αῦτα κέντρα, διότι εἶναι ἀλίμενοι καὶ ἐλλείπουσιν ἀπ’ αὐτῶν
2524πάντα τὰ ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ παρομαρτῶ-
2525σιν εἰς ἕνα τόπον, ἀξιοῦντα νὰ γείνῃ ἕδρα νομοῦ. Καὶ δὲν
2526εἶναι δυνατὸν νὰ ἱδρύσητε ἀρχὰς ἐκεῖ, ὅπου οἱ ὑπάλληλοι
2527θὰ στερῶνται τῶν μέσων τοῦ καλῶς ζῆν· ἐλέχθη δὲ χθὲς,
2528ὅτι ἐν Θήρᾳ στεροῦνται πολλάκις τοῦ κρέατος καὶ τῶν ἄλλων
2529τροφίμων, ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτοῦ δυστυχῶς τοῦ ὕδατος.
2530Ἀλλ’ ὄχι μόνον ἡ ἔλλειψις παραπόνων κατὰ τῆς διοικήσεως
2531καθιστᾷ ἀδικαιολόγητον τὴν διαίρεσιν, ἀλλὰ καὶ ἡ παντελὴς
2532σχεδὸν ἀνυπαρξία ἐγκλημάτων εἰς τὰς Κυκλάδας· διότι ἀπε-
2533δείχθη χθὲς ἐκ τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας
2534προσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς, ὅτι τὸ ῥεκὸρ
2535τῆς ἀνεγκληματικότητος εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχουσιν ἡ Κέρ-
2536κυρα καὶ αἱ Κυκλάδες. Εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ λοιπὸν ἡ ποι-
2537νικὴ δικαιοσύνη ἐν Θήρᾳ; εἰς τί ἐν Νάξῳ; Σᾶς βεβαιῶ δὲ,
2538ὅτι τὸ σύνολον καὶ τῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων τοῦ Πρωτο-
2539δικείου Σύρου δὲν ὑπερβαίνει κατ’ ἔτος τὰς 1700, καὶ ὅτι
2540δὲν ὑπάρχουσι πολλαὶ μεγάλαι ὑποθέσεις, διότι ἐν γένει
2541εἶναι ὀλίγισται αἱ πολιτικαὶ διαφοραὶ, καὶ μηδαμιναὶ κατὰ
2542τὸ πλεῖστον αἱ ἐγκληματικαὶ πράξεις. Εἰς τί καταλήγουσι
2543λοιπὸν αἱ τροπολογίαι; Νὰ ἱδρύσωμεν διοίκησιν καὶ νὰ ἱδρύ-
2544σωμεν Πρωτοδικεῖον, ἵνα δαπανᾷ τὸ Κράτος ματαίως· νὰ
2545ἔχωμεν διοίκησιν ἄνευ ἐδάφους διοικήσεως καὶ εἰς βλάβην
2546τῶν πλείστων νήσων, αἵτινες ζητοῦνται διὰ τῶν τροπολογιῶν
2547ν’ ἀποσπασθῶσι τῆς Σύρου· νὰ ἔχωμεν δικαστήρια χωρὶς
2548ὑποθέσεις καὶ εἰς βλάβην τῶν διαδίκων ἐκείνων, οἵτινες κα-
2549τοικοῦσιν ἐκτὸς τῆς Νάξου καὶ ἐκτὸς τῆς Θήρας. Ἀλλὰ
2550τοιαύτας τροπολογίας δὲν δύναται βεβαίως ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ.
2551§84ΧΡΙΣΤΟΦ. ΑΣΙΜΗΣ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν
2552περιέμενον οὔτε προσεδόκων ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον προλαλή-
2553σαντα κύριον Βοκοτόπουλον στοργήν τινα πρὸς τὸν νομόν τῶν
2554Κυκλάδων, διότι, ἐντελῶς ξένος πρὸς τὸν νομὸν τοῦτον, βε-
2555βαίως δὲν αἰσθάνεται τὴν ὀδύνην καὶ τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον
2556δοκιμάζομεν ἡμεῖς, οἱ διὰ στενωτάτων μετ’ αὐτοῦ δεσμῶν
2557συνδεδεμένοι, ὅταν πρόκειται περὶ ζητημάτων συνδεομένων
2558καὶ ἀφορώντων εἰς τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ. Οὔτε δοκιμάζει
2559βεβαίως τὴν πικρίαν, τὴν ὁποίαν ὑφιστάμεθα ἡμεῖς ἀπὸ τῆς
2560χθὲς, ἀδικούμενοι, ἀφοῦ δὲν ἐλήφθημεν ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς
2561Κυβερνήσεως ἐν τῇ θεσμοθετουμένῃ νέᾳ διοικητικῇ διαιρέσει.
2562Ἐν τῇ διοικητικῇ διαιρέσει ὁ νομὸς Κυκλάδων πρωτίστως
2563ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρ’ αὐτῆς, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ
2564λογισθῇ ὡς λαὸς ἀνάξιος προσοχῆς, ἢ λαὸς, ὅστις δὲν ἔχει
2565ἀνάγκην ὑποστηρίξεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Μόνον
2566ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσι συμφέροντα ἴδια
2567καὶ δὲν ἔχουσι πόνον πρὸς τὸν Κυκλαδικὸν λαὸν, δύνανται
2568νὰ ἔλθωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ν’ ἀκουσθῶσι λέ-
2569γοντες ὅτι εἶναι ἄχρηστος ἡ δικαιοσύνη, ἄχρηστος ἡ διοίκη-
2570σις διὰ τὸν λαὸν τοῦτον. Βεβαίως δὲν νομίζω, ὅτι τοιουτο-
2571τρόπως θὰ δικαιολογῆται καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐσω-
2572τερικῶν Ὑπουργὸς, διότι οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, ἐὰν ἡ δικαιο-
2573λογία του ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοθετήματος ἦναι τοιαύτη!
2574Χθὲς ἐφ’ ἱκανὸν ἐσιώπησα, καὶ ἐσιώπησα διότι δὲν ἠθέλησα
2575ν’ ἀναμιχθῶ εἰς συζήτησιν, ἥτις ἠδύνατο νὰ προσδώσῃ εἰς
2576ἐμὲ τὸν χαρακτηρισμόν, ὅτι ἡ ἐξυπηρέτησις στενῶν τοπικῶν
2577συμφερόντων ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία μὲ παρώθει νὰ ἀναμιχθῶ
2578εἰς τὴν διαμειφθεῖσαν συζήτησιν μεταξὺ τῶν συναδέλφων ἐκ
2579Κυκλάδων· σήμερον ὅμως, ἐπὶ τῷ δήγματι ἀληθῶς, ἐπὶ τῇ
2580ὀδύνῃ τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου
2581Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ ἐγερθῶ, ἵνα
2582διαμαρτυρηθῶ καὶ εἴπω, ὅτι παραπονούμεθα, διότι ἐκ μέρους
2583τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐθεωρήθη ὁ νομὸς Κυκλάδων ἄξιος δι-
2584οικήσεως καὶ τύχης καλλιτέρας, καὶ ὅτι, ἀφοῦ δι’ ὅλην τὴν
2585ἄλλην Ἑλλάδα ἐπὶ τοσοῦτον δαψιλῶς τὰ καλὰ τῆς διοική-
2586σεως παρέχονται, πρὸς ἡμᾶς διατὶ ἡ περιφρόνησις αὕτη;
2587Εἰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν
2588θέλω νὰ ἀσχοληθῶ συζητῶν. Τοῦτο μόνον τὸ παράπονον ἠθέ-
2589λησα νὰ διατυπώσω πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
2590Ὑπουργόν· ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, νομοθετῶν, καὶ τὰς
2591πολλαπλᾶς ἀνάγκας καὶ τὰς δυσχερείας τῶν κατοίκων τῶν
2592Κυκλάδων ἕνεκα τῶν μεγάλων ἀποστάσεων τῶν νήσων αὐ-
2593τῶν ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ νομοῦ, καὶ ὅτι ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους
2594νὰ δειχθῇ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ νομοῦ τούτου,
2595ἵνα μὴ τὸ νομοσχέδιόν του χαρακτηρίζηται, δικαίως, ἐπὶ το-
2596σοῦτον ἄνισον.
2597Βεβαίως, κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν ἔπρεπε νὰ παρίδητε τὰς
2598ταλαιπωρίας καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας διαρκῶς ὑφιστάμεθα,
2599ἐξαναγκαζόμενοι διὰ τὰς ἁπλουστέρας τῶν ὑποθέσεων ἡμῶν,
2600οἷαι ἡ ἐπικύρωσις ἐγγράφου τινὸς, ἢ ἡ μαρτυρία ἐνώπιον δι-
2601καστηρίου, νὰ ὑποβαλλώμεθα εἰς τὸ μαρτύριον τοῦ περίπλου
2602τῆς γῆς, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας μας ταύτας.
2603Ἀλλὰ διὰ τὰς δυσχερείας μας βεβαίως αὐτὰς ὀλίγον φροντί-
2604ζει ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκ Σύρου Βουλευτής. Ποῖοι λόγοι κανονί-
2605ζουσιν οὕτω τὰς σκέψεις του, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον
2606νὰ τοὺς ἐννοήσῃ πᾶς τις. Βεβαίως διὰ τὴν Σῦρον καὶ δι’ αὐ-
2607τὸν ἀνιαρὸν ἤθελεν εἶναι νὰ μειωθῶσιν αἱ παροχαὶ πολλῶν
2608ἐκ μέρους τῆς Θήρας συμφερόντων ἐξ ὑποθέσεων διαφόρων,
2609ἰδίᾳ δικαστικῶν, εἰς τὰς ὁποίας τόσον συχνὰ λαμβάνει μέρος
2610ὁ κύριος Βοκοτόπουλος. Ἡμεῖς, ἵνα ἀρθῇ ἡ πρὸς ἡμᾶς προσ-
2611γενομένη ἀδικία, ὑπεβάλομεν τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου,
2612παρακαλοῦμεν δὲ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως
2613λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὑποδιαιρεθῇ δὲ
2614οὕτως ὁ νομὸς Κυκλάδων εἰς δύο διοικητικὰς περιφερείας, εἰς
2615τὴν τοῦ νομοῦ Βορείων Κυκλάδων καὶ εἰς τὴν τοῦ νομοῦ
2616Νοτίων Κυκλάδων μὲ πρωτεύουσαν τὴν Θήραν. Τὴν Θήραν,
2617ἥτις, περισσότερον ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην νῆσον ἀπὸ τῆς ἕδρας
2618τοῦ νομοῦ ἀπέχουσα, καὶ πλειότερον θέλει διὰ τοῦτο ἐξυπη-
2619ρετηθῆ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ θέλει οὕτω προαγά-
2620γει τοσαῦτα συμφέροντα αὐτῆς, ἐμπορικὰ, βιομηχανικὰ καὶ
2621ναυτικά.
2622§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεώπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2623§86ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἀναβάλλω τὰς παρατηρήσεις μου, ἵνα
2624ὑποβάλω αὐτὰς μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
2625εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Μαντινείας.
2626§87Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὰς
2627εὐχαριστίας μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἰς τὸ δίκτυον τῶν
2628διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν μεταρρυθμίσεων, ἃς παρέσχεν εἰς
2629διαφόρους ἐπαρχίας διὰ τοῦ νομοθετήματος περὶ διοικητικῆς
2630διαιρέσεως, δὲν περιέλαβε τὴν ἰδιαιτέραν ἐπαρχίαν μου Μεγα-
2631ρίδα. Εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ προσέγγισις τῆς δι-
2632καιοσύνης πρὸς τοὺς δικαζομένους, ἡ προσέγγισις τῆς διοική-
2633σεως πρὸς τοὺς διοικουμένους δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν μέ-
2634τρων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐν Ἑλλάδι ὀφείλει τις νὰ εὐγνωμονῇ.
2635Δὲν ἠθέλησα ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχε-
2636δίου νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι δὲν ἐφιλοδόξησα νὰ προστεθῇ
2637καὶ ἡ ἰδική μου γνώμη εἰς τὸ παράδοξον μωσαϊκὸν τῶν δια-
2638φόρων ἀντικειμένων πρὸς ἀλλήλας γνωμῶν. Προκειμένης ἤδη
2639τῆς συζητήσεως τῶν καθ’ ἕκαστον τοῦ νομοσχεδίου καὶ περὶ
2640συστάσεως νομοῦ Γορτυνίας, μοὶ παρέχεται ἡ εὐκαιρία νὰ
2641εἴπω ὀλίγα τινά· παρακαλῶ δὲ τοὺς ἐνδιαφερομόνους ἀμέσως
2642νὰ μὴ νομίσωσιν ὅτι οἱ λόγοι μου ἀπορρέουσιν ἐκ τούτου ἢ
2643ἐκείνου τοῦ πολιτικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐξ ἱστο-
2644ρικῶν λόγων. Εἰδοποιῶ δ’ αὐτοὺς, ὅτι θὰ ἔχωσι μίαν κἂν ἀξίαν
2645τὰ λεγόμενα ὑπ’ ἐμοῦ, κατόπιν τόσης πλημμύρας λόγων,
2646τὴν ἀξίαν τῆς βραχυλογίας.
2647Προκειμένου περὶ συστάσεως νομοῦ ἐν Γορτυνίᾳ ἀνεπτύ-
2648χθησαν ἱστορικοὶ λόγοι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων· καί τινες
2649μὲν ὑποστηρίζουσιν, ὅτι δέον νὰ μείνῃ ὁ νομὸς τῆς Ἀρκαδίας,
2650ὡς ἔχει, ἄλλοι δὲ νὰ ὑποδιαιρεθῇ ὁ νομός. Κυρίως τρία ἐτέθη-
2651σαν ζητήματα· νὰ μείνῃ ὁ νομός ὡς ἔχει, ν’ ἀκολουθήσωμεν
2652τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τρί-
2653τον νὰ ψηφισθῇ ἡ σύστασις ἑτέρου νομοῦ, τοῦ νομοῦ Γορτυ-
2654νίας, περιλαμβάνοντος καὶ τὴν ἐπαρχίαν Μεγαλοπόλεως· ἔχετε
2655δὲ καὶ τὸ οἰκογενειακὸν ζήτημα τῆς πρωτευούσης, τῆς ἕδρας
2656τοῦ νομοῦ τοῦ νέου. Συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιο-
2657τίμου βουλευτοῦ κ. Σπυρακοπούλου, προτείναντος, ὅπως ὁ
2658νῦν νομός Ἀρκαδίας ὑποδιαιρεθῇ εἰς δύο νομοὺς, εἰς τὸν
2659νομὸν τῆς Ἄνω Ἀρκαδίας, περιλαμβάνοντα τὰς ἐπαρχίας
2660Μαντινείας καὶ Κυνουρίας, καὶ εἰς τὸν νομὸν τῆς κάτω Ἀρ-
2661καδίας, περιλαμβάνοντα τὴν Γορτυνίαν καὶ τὴν Μεγαλόπολιν.
2662§88Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς δυτικὴν καὶ ἀνατολικὴν Ἀρκα-
2663δίαν.
2664§89Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφορὰ λέξεων.
2665Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Σπυρακοπούλου εἶναι ἡ
2666ἀνταποκρινομένη εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐζή-
2667τησε νὰ ὑποδιαιρέσῃ τοὺς ὑφισταμένους νομοὺς κατ’ ἀναλο-
2668γίαν πληθυσμοῦ καὶ ἱστορικῆς τινος συγκροτήσεως, καὶ οἱ
2669ὅροι οὗτοι πληροῦνται διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σπυρακο-
2670πούλου. Ἐκ τῆς στατιστικῆς ἔχομεν, ὅτι ὁ νομός Ἀρκα-
2671δίας περιλαμβάνει κατοίκους 167,092. Κατὰ τὸ σύστημα
2672τοῦ νομοσχεδίου ὁ νομός Ἀρκαδίας διαιρεῖται εἰς δύο νομοὺς,
2673εἰς νομὸν Ἀρκαδίας, περιλαμβάνοντα τὰς τρεῖς ἐπαρχίας μὲ
2674κατοίκους 115,132 καὶ εἰς τὸν ἰδιαίτερον νομὸν Γορτυνίας
2675μὲ κατοίκους 51,960. Ἔχομεν ἑπομένως ἀσύγκριτον δια-
2676φορὰν πληθυσμοῦ κατὰ τὸ κυβερνητικὸν σύστημα, ἐνῷ ἡ πρό-
2677τασις τοῦ κ. Σπυρακοπούλου εἶναι ὀρθοτέρα καὶ ὑπ’ αὐτὴν
2678τὴν ἔποψιν, διότι θὰ ἔχωμεν νομὸν ἄνω Ἀρκαδίας μὲ κα-
2679τοίκους 91,868, καὶ νομὸν κάτω Ἀρκαδίας (Γορτυνίας καὶ
2680Μεγαλοπόλεως) μὲ πληθυσμὸν 75,224. Ἀλλ’ εἶναι καὶ
2681ἀσφαλεστέρα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως, λόγῳ ἀναλο-
2682γίας ἐκτάσεως καὶ πληθυσμοῦ, καὶ προτιμοτέρα ὑπὸ τὴν ἔπο-
2683ψιν τῆς ἱστορικῆς συστάσεως τῶν δύο τούτων ἐπαρχιῶν, τῆς
2684Γορτυνίας καὶ τῆς Μεγαλοπόλεως· διότι, ἂν πρέπῃ νὰ ἀκου-
2685σθῶσιν οἱ ἱστορικοὶ λόγοι, παρατηροῦμεν ὅτι ἀπὸ τῶν ἀρ-
2686χαιοτάτων χρόνων ἦσαν ἀδιαίρετοι αἱ ἐπαρχίαι Γορτυνίας καὶ
2687Μεγαλοπόλεως. Πρὶν μὲν τῆς Φραγκοκρατίας ὑπῆρχε μία δι-
2688οίκησις τῆς Γορτυνίας καὶ Μεγαλοπόλεως, ἡ λεγομένη «Δι-
2689οίκησις τῶν Σκορτῶν» μὲ ἕδραν τὴν Καρύταιναν. Κατὰ τὴν
2690Φραγκοκρατίαν ἡ Γορτυνία καὶ ἡ Μεγαλόπολις ἀπετέλεσαν
2691ἠνωμέναι τὴν Βαρωνείαν τῆς Καρυταίνης, σώζεται δὲ τὸ
2692φρούριον τῆς Καρυταίνης, τὸ ἀναγόμενον εἰς τοὺς χρόνους
2693ἐκείνους· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς Τουρκοκρατίας ἡ Γορτυνία ἦτο
2694ἠνωμένη μετὰ τῆς Μεγαλοπόλεως, μὲ πρωτεύουσαν τὴν Κα-
2695ρύταιναν, σώζονται δὲ τὰ ἐρείπια τῶν φυλακῶν καὶ ἄλλων
2696κτιρίων τῆς τοιαύτης διοικήσεως. Ἡ τοιαύτη δὲ διαίρεσις
2697συναντᾶται καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, ἐννοήσαντος
2698νὰ ἑνώσῃ λαοὺς συνδεομένους ἱστορικῶς καὶ γεωγραφικῶς, καὶ
2699πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴν διαίρεσιν τοῦ τόπου, ἥτις περιλαμ-
2700βάνει τὰς ἐπαρχίας Γορτυνίας καὶ Μεγαλοπόλεως, ὑπὸ ἕνα
2701ἐπίσκοπον, ἑδρεύοντα ἐν Καρυταίνῃ, ὅτε δὲ ἐξέλιπεν ὁ ἐπί-
2702σκοπος Καρυταίνης, δὲν ἐκρίθη εὔλογον νὰ χειροτονηθῇ καὶ
2703ἕτερος ἐπίσκοπος. Ἑπομένως ὑπὸ ἔποψιν ἐκτάσεως, πληθυ-
2704σμοῦ, ἱστορίας καὶ ἐκκλησίας ὀρθοτέρα κριτέα ἡ ὑπὸ τοῦ κ.
2705Σπυρακοπούλου προτεινομένη διαίρεσις.
2706Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ πρωτεύουσα κατὰ τὸ νομοσχέδιον; ἡ
2707Δημητσάνα. Ἀνέπτυξε δὲ ὁ κ. Διγενόπουλος τὰ προτερή-
2708ματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ Δημητσάνα, ὡς ὑπάρξασα ἡ
2709γενέτειρα καὶ ἡ κοιτὶς διασήμων ἱεραρχῶν. Ἀλλ’ ἡ Καρύ-
2710ταινα, ἥτις δὲν ὑστερεῖ οὐδετέρας τῶν ἀντιζήλων πόλεων
2711ὑπὸ ἱστορικὴν αἴγλην, εἶναι ἅμα ἡ κεντρικωτέρα τῆς διοι-
2712κήσεως Μεγαλοπόλεως–Γορτυνίας, συγκοινωνεῖ δι’ ἁμαξιτῶν
2713ὁδῶν, ἔχει φυλακὰς ἑτοίμους, κλῖμα εὐκραὲς, κατ’ ἀντίθεσιν
2714πρὸς τὴν χιονοσκεπῆ Δημητσάναν· ταῦτα δὲ εἰδότες καὶ οἱ
2715ὑποβαλόντες ἄλλοτε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπραγματο-
2716ποιήθησαν διὰ τῆς ψήφου, εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν
2717ἔχει ὁ κ. Σπυρακόπουλος, διότι καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ
2718ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ Κουμουνδοῦρος τῷ 1867, προεβάλλετο ἡ
2719ἕνωσις τῶν δύο τούτων ἐπαρχιῶν ὑπὸ πρωτεύουσαν τὴν Κα-
2720ρύταιναν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ διάταγμα τῆς 5 Δεκεμβρίου
27211842 καθωρίζετο ὡς ἕδρα τῶν δύο τούτων ἐπαρχιῶν ἡνωμέ-
2722νων ἡ Καρύταινα, βραδύτερον δὲ πολὺ συνεστάθη καὶ ἡ
2723ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως μετὰ πρωτευούσης τῆς ὁμωνύμου
2724πόλεως. Ἀλλ’ ἂν γείνῃ ἀνάγκη νὰ παρίδωμεν τοὺς ἱστορι-
2725κοὺς λόγους, οἵτινες τόσα παρέχουσιν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς
2726προτάσεως τοῦ κ. Σπυρακοπούλου, ὑπάρχει εἷς μέγιστος λό-
2727γος, ὅτι ἡ Καρύταινα εἶναι ἡ πατρὶς τοῦ μεγάλου στρατη-
2728λάτου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ γέρου τοῦ
2729Μοριᾶ...
2730§90ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγεννήθη εἰς τὴν Λιγούδισταν ὁ Κο-
2731λοκοτρώνης.
2732§91Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔζησεν ἐν Καρυταίνῃ.
2733Προβάλλεται τώρα ἡ πόλις Λαγκάδια ὡς πρωτεύουσα, διότι
2734αὐτὴ ἐγέννησε τὸν κ. Δηλιγιάννην. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὅπως
2735ἱστορικῶς πρέπει νὰ ὑποχωρήσουν τὰ Λαγκάδια πρὸ τῆς Κα-
2736ρυταίνης, οὕτω καὶ ὁ Δηλιγιάννης, ὁ κληθεὶς καὶ οὗτος Γέ-
2737ρος τοῦ Μοριᾶ, ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸν πρωτόκλη-
2738τον γέρο τοῦ Μοριᾶ, τὸν Κολοκοτρώνην.
2739§92ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κολοκοτρώνης ἐγεν-
2740νήθη εἰς τὸ Λιμποβίσι. Εἰς τὴν Καρύταιναν μετέβη κατὰ τὸ
27411821, ὄχι διότι ἐγεννήθη ἐκεῖ, ἀλλὰ διότι ἦτο τόπος ὀχυ-
2742ρὸς, ἔχων φρούριον. Ὁ φιλελεύθερος βουλευτὴς κύριος Ἀνα-
2743στασόπουλος δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξῃ ὡς πρωτεύουσαν τὰ
2744φρούρια τῆς Φραγκοκρατίας, διότι ὑπενθυμίζουν ἡμέρας δου-
2745λείας καὶ ὄχι ἐθνικῆς εὐκλείας, διότι ἐκεῖ οἱ Φράγκοι ἔστη-
2746σαν τὴν φωλεάν των, ὡς εἰς μέρος ὀχυρὸν, διὰ νὰ καταδα-
2747μάζουν τοὺς πέριξ λαούς· ὁ ἄρχων τότε τῆς Καρυταίνης εἶ-
2748χεν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του τὴν Μεγαλόπολιν, τὴν Τεγέαν,
2749τὴν Μεσσηνίαν, ὄχι ὅμως καὶ τὴν Γορτυνίαν, ἥτις ὑπήγετο
2750εἰς ἄλλους φεουδάρχας, οὖσα διῃρημένη εἰς φέουδα, ὡς τὸ
2751τῆς Ἄκοβας. Ἀνεμίχθη λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς ὑπόθε-
2752σιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐγνώριζεν.
2753§93Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τὴν σπουδαιότητα τοῦ περὶ διοι-
2754κητικῆς διαιρέσεως νομοσχεδίου ἀποδεικνύει ἡ πληθὺς τῶν
2755ῥητόρων, οἵτινες ἀνέρχονται ἐπὶ τὸ βῆμα. Καὶ δικαίως· διότι
2756δικαιώματα μεγάλα ἐκ τῆς ἀρχαίας ἡμῶν ἱστορίας καὶ ἐκ τῆς
2757νεωτέρας νομίζοντες οἱ κατοικοῦντες τὰς διαφόρους ἐπαρχίας
2758προσβεβλημένα, ἐπιβάλλουσι τοῖς ἀντιπροσώποις αὑτῶν, ἵνα
2759οὕτως ἢ ἄλλως ὑπερασπίσωσι ταῦτα, ὡς ἔχουσι καθῆκον καὶ
2760οἴκοθεν νὰ πράξωσι τοῦτο. Οὕτως ἀκολουθοῦσι τὴν ἐντολὴν,
2761τὴν δοθεῖσαν αὐτοῖς.
2762Ἀλλὰ καὶ παντοῦ παρατηρεῖται ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις,
2763ὅτι, ὁσάκις εἰσάγεται σπουδαῖός τις νέος θεσμός, μακραὶ
2764ἐγείρονται συζητήσεις. Συγχαίρω δὲ τῷ ἀξιοτίμῳ κ. Προέ-
2765δρῳ τῆς Κυβερνήσεως, κηρυχθέντι ὑπὲρ τῆς ὡς οἷόν τε εὐρυ-
2766τέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τῇ πλειονοψηφίᾳ τῆς
2767Βουλῆς, προθύμως ἀκροωμένῃ τῶν διαφόρων ῥητόρων, ἀλλὰ
2768συγχρόνως καὶ ἐκ καθήκοντος.
2769Καὶ παρῆλθον μὲν ἐπὶ τὸ βῆμα πλείστων ἐπαρχιῶν ἀντι-
2770πρόσωποι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ προταθέντες λόγοι ὑπὲρ ἄλ-
2771λων ἐπαρχιῶν, χωρὶς νὰ ὑποτιμήσω τὴν ἱστορικὴν αὐτῶν
2772ἀξίαν, θὰ ὑποχωρήσωσιν ἀπέναντι τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου,
2773εὑρισκομένης ἐν ἐξαιρετικῇ ὅλως θέσει, ἐκεῖ, ἐν τῷ μεσημ-
2774βρινωτάτῳ ἄκρῳ τῆς Πελοποννήσου, ἐν τῷ βράχῳ ἐκείνῳ,
2775ὃν οἱ Μανιᾶται δὲν ἐξέλεξαν κατοικίαν ἐκ λόγων συμφέρον-
2776τος, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἰδέας τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος.
2777Ἀκριβῶς δὲ οἱ ὑπὲρ τούτων ἀγῶνες αὐτῶν ἐγένοντο ἡ αἰτία,
2778ὥστε νὰ κατέχωσι θέσιν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἱστορίᾳ ἔξοχον.
2779Ἐν τῇ Μάνῃ δὲ, καὶ ἐν οὐδενὶ ἄλλῳ ἴσως τμήματι τοῦ
2780Ἑλληνικοῦ, ὑπάρχει συνήθης ἡ προσφώνησις «πατριώτης».
2781Αὐτὴ ἡ λέξις εἶναι λίαν ἐνδεικτικὴ τῆς ἀνέκαθεν ἀφοσιώσεως
2782πρὸς τὴν Πατρίδα. Τὸν ἱστορικὸν τῶν Μανιατῶν βίον ὅλον
2783ἀποτελοῦσι διαρκεῖς καὶ ἄπαυστοι ἀγῶνες καὶ κατὰ τῶν ἐπι-
2784δραμόντων βαρβάρων, οἵτινες ἠνάγκασαν τοὺς ἀπογόνους τῶν
2785ἀρχαίων Σπαρτιατῶν νὰ καταφύγωσιν ἐκ Σπάρτης εἰς Μά-
2786νην, καὶ κατὰ τῶν Φράγκων, οἵτινες ἐγκατέστησαν προσω-
2787ρινῶς ἐκεῖ, καὶ κατὰ τῶν Τούρκων, οἵτινες οὐδέποτε κατώρ-
2788θωσαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Μάνην. Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ μέσου
2789τόσων αἰώνων γνησίαν διετήρησαν ἐν ἑαυτοῖς τὴν ἀρχαίαν
2790Σπαρτιατικὴν ἀρετὴν, συνεκληρονόμησαν ταύτῃ καὶ τὰ τρα-
2791χέα ὅλως ἀρχαῖα ἐκεῖνα ἤθη, ὧν ἡ ἐκτροπὴ καθίστησιν ὅλως
2792ἰδιάζουσαν καὶ ἐξαιρετικὴν τὴν ἐν Μάνῃ κοινωνικὴν κατάστα-
2793σιν. Ἐνῷ δὲ ἅμα τῇ ἐκρήξει τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος παντοῦ
2794λεοντόθυμοι οἱ Μανιᾶται ἔσπευδον καὶ ἐπρωταγωνίστουν καὶ
2795ἐδίδασκον τοὺς ἄλλους τὴν πολεμικὴν, ἵνα οὗτοι ἐπίσης ἀνα-
2796φανῶσιν ἄξιοι συναγωνισταὶ αὐτῶν, μετὰ τὴν κτηθεῖσαν ἐλευ-
2797θερίαν οὐδεμία φροντὶς ἐλήφθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας ὑπὲρ αὐ-
2798τῶν. Ἀναξιοπαθῶν δὲ ὁ λαὸς ἐκεῖνος, διατελεῖ ἐν καταστά-
2799σει ὅλως ἐξαιρετικῇ ἢ τὰ διάφορα ἄλλα τμήματα τοῦ ἐλευ-
2800θέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἡ κατάστασις δὲ τῆς ἐπαρχίας
2801Οἰτύλου εἶναι τοιαύτη, ὥστε καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ
2802δέον νὰ δεχθῶσι τὴν τροπολογίαν, ἣν λαμβάνω τὴν τιμὴν
2803νὰ ὑποβάλω.
2804Ὡς γνωστόν, μέχρι τοῦδε ἡ ἐπαρχία Οἰτύλου ὑπήγετο
2805διοικητικῶς μὲν εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας, δικαστικῶς δὲ εἰς
2806τὸ Πρωτοδικεῖον Καλαμῶν. Νῦν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ Λα-
2807κωνικὴ ἀποτελεῖ, ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου, Γυθείου καὶ
2808Κυθήρων, ἕνα νομὸν, ἔχοντα ἕδραν τὸ Γύθειον. Οἱ ἄλλοι
2809Μανιᾶται μεθ’ ὑπερηφανίας καὶ χαρᾶς βλέπομεν, ὅτι ἓν τμῆμα
2810τῆς Μάνης ἀξιοῦται οὕτω προσοχῆς. Ἀλλὰ φρονοῦμεν ἐπί-
2811σης, ὅτι οἱ ἐξαιρετικοὶ κοινωνικοὶ ὅροι, ὑφ’ οὓς εὑρίσκεται
2812ἡ Ἄνω Λακωνικὴ, ὡς καλῶ τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου, καθι-
2813στῶσιν ἀποδεκτέαν τὴν τροπολογίαν μου περὶ συστάσεως ἐκ
2814τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου καὶ ἑτέρου νομοῦ, Ἄνω Λακωνικῆς,
2815μὲ ἕδραν τὴν Ἀρεόπολιν, πρὸς τῷ ἑτέρῳ νομῷ Κάτω Λα-
2816κωνικῆς, ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Γυθείου καὶ Κυθήρων, μὲ ἕδραν
2817τὸ Γύθειον, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀφοῦ ὑπὸ ἔποψιν
2818δικαστικὴν ὑπαγόμεθα εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Καλαμῶν, διατη-
2819ρουμένου καὶ εἰς τὸ μέλλον τοῦ καθεστῶτος, Πρωτοδικείου
2820ἀνάγκην δὲν ἔχομεν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι
2821δίκαιον νὰ ὑπαχθῶμεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου. Ὁ γνω-
2822ρίζων τὴν γεωγραφικὴν θέσιν τῆς Μάνης δὲν δύναται ἢ νὰ
2823ὁμολογήσῃ ὅτι αἱ ἀποστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε θὰ ὑπο-
2824βάλλωνται εἰς πραγματικὴν βάσανον οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρ-
2825χίας Οἰτύλου, ἀναγκαζόμενοι νὰ προσφεύγωσιν ἑκάστοτε εἰς
2826τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου. Οἱ δῆμοι μάλιστα Ἀβίας, Καρδα-
2827μύλης καὶ Λεύκτρου ἀπέχουσι τούτου 18, 15 καὶ 12 ὥρας,
2828ἐνῷ ἐκ Καλαμῶν ἀπέχουσι μόνον, κατὰ μέσον ὅρον, 3–4
2829ὥρας διὰ θαλάσσης. Ἀλλ’ ἡ ἀπόστασις διὰ ξηρᾶς, ἕνεκα τῆς
2830ἀθλίας τῶν ὁδῶν καταστάσεως, πάντοτε μὲν θὰ καθιστᾷ δυσ-
2831χερεστάτην, ἐν καιρῷ δὲ χειμῶνος καὶ ὅλως ἀδύνατον τὴν
2832μετάβασιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου. Καὶ γινώσκω, ὅτι
2833ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν δύναται διὰ
2834βασιλικοῦ διατάγματος νὰ μεταβληθῇ ἡ περιφέρεια τῶν Πρω-
2835τοδικείων, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς τροπολογίας μου
2836θὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα ἡ ἐπαρχία Οἰτύλου, ἢ τοὐλάχιστον οἱ
2837δῆμοι Ἀβίας, Καρδαμύλης καὶ Λεύκτρου μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς
2838τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου, ἀλλ’ ὑπάγωνται καὶ ἐν τῷ μέλ-
2839λοντι εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Καλαμῶν. Ἀλλὰ, ὡς προεῖπον,
2840ὑπαγομένης τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Κα-
2841λαμῶν, καὶ μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ προτεινομένου παρ’ ἐ-
2842μοῦ ἑτέρου νομοῦ Ἄνω Λακωνικῆς, τὸ ζήτημα τῆς δαπά-
2843νης δὲν εἶναι σπουδαῖον· ἡ δαπάνη αὕτη δὲν θὰ ᾖναι ἀνω-
2844τέρα ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν. Σημειωτέον δὲ, ὅτι, ὡς
2845πρὸς τὸ νομαρχιακὸν κατάστημα, ἔχω προσφορὰν ὁμογενοῦς,
2846ὅστις δωρεῖται ἀρκοῦν ποσὸν δι’ ἀπόκτησιν Νομαρχείου ἢ
2847Διοικητηρίου.
2848Οὕτω, Κύριοι, ποιούμενος ἔκκλησιν εἰς τὰ πατριωτικὰ
2849αἰσθήματα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν κ. κ.
2850Βουλευτῶν, παρακαλῶ, ἵνα ἀποδεχθῆτε τὴν ἐμὴν τροπο-
2851λογίαν.
2852Ἡ σύστασις νομοῦ Ἄνω Λακωνικῆς θὰ ἔχῃ πλεῖστα
2853ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Οἱ κοινωνικοὶ νόμοι τῆς Μάνης, καὶ δὴ
2854ὁ κυριώτερος τούτων, ὁ τῆς ἐκδικήσεως, εἶναι ἀνώτεροι τῶν
2855θετῶν τῆς Πολιτείας νόμων, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι.
2856Οἱασδήποτε δὲ ποινὰς καὶ ἂν ἐπιβάλῃ τις, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ
2857μεταβάλῃ τὰ ἐν Μάνῃ ἔθιμα. Τοῦτο κατορθωθήσεται μόνον
2858διὰ τῆς διαδόσεως προσηκούσης δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ
2859θρησκευτικῆς ἐν τοῖς ναοῖς διδασκαλίας, διὰ τῆς κηρύξεως τοῦ
2860θείου λόγου καὶ τῆς ἐπὶ τόπου παρουσίας ἀνωτέρας διοικητι-
2861κῆς, ἀστυνομικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἡ παρου-
2862σία αὕτη καὶ οἰκονομικῶς θὰ ὠφελήσῃ, οὕτως ἢ ἄλλως, τὸν
2863τόπον, ὅστις, πετρώδης ὤν, ὀλίγιστα παράγει, παρὰ τὴν
2864παραδειγματικὴν ἐργατικότητα καὶ φιλοπονίαν τῶν κατοίκων.
2865Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐν τέλει δὲν ἀφορῶμεν εἰς τὸ ὑλικὸν συμφέ-
2866ρον. Εἴμεθα εἰθισμένοι εἰς τὴν πενίαν ἡμῶν. Αὕτη ἀποτελεῖ
2867τίτλον δι’ ἡμᾶς. Ἀπεκτήσαμεν αὐτὴν ἑκόντες, ἐκλέξαντες
2868αὐθόρμητοι κατοικίαν τοὺς βράχους ἐκείνους τοῦ Ταϋγέτου,
2869καὶ μὴ ἀποβλέψαντες εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καταστή-
2870σωμεν αὐτοὺς προμαχῶνας ἀπορθήτους τῆς ἐλευθερίας καὶ
2871τῆς πατρίδος.
2872Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς, εἰσηγούμενος τὰ ἐκ-
2873παιδευτικὰ νομοσχέδια, ὀρθῶς ἔπραττε, παραδεχόμενος καὶ
2874καθιστῶν, ὡς ἔδει, ὑποχρεωτικὴν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν.
2875Ἀλλὰ τί γενήσεται ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι μου, ἐν ᾗ, ἕνεκα
2876τῶν περὶ ἐκδικήσεως μανιατικῶν ἐθίμων, τὰ ἄρρενα διατρέ-
2877χουσιν ἐνίοτε τὸν ἔσχατον κίνδυνον, μεταβαίνοντα ἀπὸ τοῦ
2878ἑνὸς χωρίου εἰς τὸ ἄλλο, ἐν ᾧ κεῖται τὸ σχολεῖον; Διὰ τοῦτο
2879ἀνάγκη ἀκριβῶς νὰ ληφθῇ συγχρόνως ἡ δέουσα μέριμνα παρὰ
2880τῆς Πολιτείας, ἐμφαινομένης ἐνεργοῦ καὶ δρώσης ἐκεῖ διὰ
2881τῶν, ὡς προεῖπον, ἐκκλησιαστικῶν, διοικητικῶν καὶ ἀστυνο-
2882μικῶν ἀρχῶν, ἀμέσως ἐν τῷ τόπῳ ἐκεῖ ἐγκαθιδρυομένων καὶ
2883εἰς ἄμεσον ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν κατοίκων ἐρχομένων προσ-
2884ηκόντως. Οὕτως ἔσται δυνατὸν νὰ ἐξαγάγωμεν τὸν λαὸν
2885ἐκεῖνον ἐκ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ νῦν εὑρίσκεται καὶ ἐφ’ ᾗ
2886δὲν ὑπέχει κυρίως εὐθύνην αὐτὸς, ἀλλ’ ἡ ὀλιγωροῦσα καὶ
2887ἀμελοῦσα Πολιτεία.
2888Καὶ ἡμεῖς μὲν, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ἐκ-
2889πληροῦμεν, λέγοντες ταῦτα καὶ παρακαλοῦντες ὑμᾶς, τὸ
2890καθῆκον ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς, οἱ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν,
2891ὀφείλετε νὰ ὑποστηρίξητε τὰς ἐνεργείας ἡμῶν. Ἰδοὺ ἡ τρο-
2892πολογία μου (ἀναγινώσκει αὐτήν). Μοὶ ἐπέβαλε ταύτην οὐχὶ
2893ὑπολογισμός τις πολιτικὸς οἱοσδήποτε, ἀλλὰ μόνον ἁγνὴ ἰδέα
2894καλῶς νοουμένου καθήκοντος. Ἂς πραγματοποιήσῃ δ’ αὐτὴν
2895ἡ ψῆφος ὑμῶν.
2896§94Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Συγχαίρω τὸν ἀξιότιμον συνά-
2897δελφον διὰ τὸ ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας του ἐνδιαφέρον, ἐνδιαφέρον
2898τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐπίσης καὶ ἡμεῖς, ἂν οὐχὶ περισσότερον,
2899διότι καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας ταύτης καταγόμεθα καὶ ἐπανει-
2900λημμένως ἐτιμήθημεν διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς εἰς δύο ἐκλογὰς
2901νομαρχιακῆς περιφερείας. Τούτου ἕνεκεν καὶ ἐγὼ ἤθελον
2902συνηγορήσει, ἵνα ἡ ἕδρα τοῦ νομοῦ συσταθῇ ἐν Ἀρεοπόλει,
2903ἐὰν αὐτὸ τοῦτο τὸ Γύθειον δὲν ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνη-
2904σιν, ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς του θέσεως καὶ τοῦ ἐμπορίου
2905του, νὰ προτιμήσῃ αὐτό. Εἶναι βεβαιωμένον εἰς ἐκείνους, οἱ
2906ὁποῖοι γνωρίζουν τὴν Λακωνίαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, μά-
2907λιστα μετὰ τὴν προσθήκην τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων, νὰ ἦναι
2908ἄλλη πόλις πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ.
2909Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δωρεὰν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρω τίς
2910ὁμογενὴς ἤθελε κάμει διὰ τὸ Διοικητήριον, ἢ καὶ δι’ ἕτερον
2911κατάστημα, τὸ Γύθειον ἔχει ἤδη ἕτοιμα καταστήματα δη-
2912μοτικὰ καὶ δημόσια, δυνάμενα νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς τοῦτο·
2913Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ συμβου-
2914λεύσῃ τὸν ὁμογενῆ ἐκεῖνον, ἵνα τὴν δωρεάν του χορηγήσῃ
2915εἰς τὸν ἐθνικὸν στόλον, ἢ εἰς τὸν στρατὸν, ὅπου ἔχομεν με-
2916γαλειτέραν ἀνάγκην.
2917§95Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐξ ἁβρότητος μανιατικῆς
2918οὐδὲν εἶπον περὶ Γυθείου. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι τοῦτο κέκτηται
2919πάντα τὰ προσόντα ἕδρας νομοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ
2920ἕδρας τοῦ νομοῦ τῆς Λακωνικῆς. Ἐγὼ ἐποιησάμην ἔκκλη-
2921σιν εἰς τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα τῶν Ἑλλήνων Βουλευτῶν πρὸς
2922παραδοχὴν τῆς τροπολογίας μου, ἕνεκα λόγων κοινωνικῶν
2923ἐξαιρετικῶν, οὐχὶ δὲ ἐμπορικῶν ἢ βιομηχανικῶν. Ἄλλως τε
2924ἡμεῖς οἱ Μανιᾶται πάντες δὲν σκεπτόμεθα τόσον περὶ τού-
2925των, ὅσον περὶ ὑψηλοτέρων κυρίως ἠθικῶν σκοπῶν. Ἡ δὲ
2926τροπολογία μου δὲν βλάπτει, εἰ μὴ ἐλάχιστα τὸ Γύθειον, ἐνῷ
2927ὠφελεῖ τὰ μέγιστα, σῴζει, δύναμαι νὰ εἴπω, τὴν ἐπαρ-
2928χίαν Οἰτύλου. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι, οἱ Γυθεᾶται, ὧν τὴν
2929πρόοδον καὶ εὐημερίαν ἡμεῖς ἐκ καρδίας καὶ θέλομεν καὶ
2930εὐχόμεθα, νὰ αἰσθάνωνται καὶ αὐτοὶ πρὸς ἡμᾶς ἀδελφικὴν
2931ἀγάπην καὶ συμπάθειαν, καὶ νὰ ὑψώσωσιν ἀκόμη μεθ’ ἡμῶν
2932φωνὴν, ἵνα ἡ Πολιτεία ἀμέριστος καὶ πρόθυμος ἔλθῃ εἰς ἐπι-
2933κουρίαν ἠθικὴν μᾶλλον, οὐχὶ δὲ ὑλικὴν ὑπὲρ λαοῦ βασανι-
2934ζομένου ἐν καταστάσει, ἧς δὲν φέρει αὐτὸς τὴν εὐθύνην,
2935ἀλλ’ ἐκείνη. Ἂν δ’ ἡ κατάστασις αὕτη ἦναι ἄξια κατα-
2936κρίσεως, δὲν προσβάλλει τὸν λαόν, ἀφοῦ οὗτος ἔχει ἄλλα
2937ἐκ κληρονομίας ἀνδρικὰ προτερήματα, τὰ ὁποῖα ἐν πολέμῳ
2938μὲν καθιστῶσιν αὐτὸν ἡρωϊκὸν, ἐν εἰρήνῃ ὅμως τὸν ὠθοῦσιν
2939εἰς πράξεις ἐγκληματικάς. Ἡ ἀνδρικὴ φύσις, ἀφιεμένη ἀπαί-
2940δευτος, καθίσταται ἀνυπότακτος, δυσπειθὴς, ἀγρία πολλά-
2941κις. Οὕτω δὲ συμβαίνει, ὥστε ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν καιρῷ ἐθνι-
2942κῶν ἀναστατώσεων καὶ πολέμων ἀναδεικνύονται ἥρωες, ὑμνού-
2943μενοι ὑπὸ ὁλοκλήρων λαῶν, ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἕνεκα μικροῦ
2944τινος ἀδικήματος, διαπραττομένου κατ’ αὐτῶν, ἐκτρέπονται
2945εἰς φοβερὰς ἐκδικήσεις καὶ καθίστανται κακῶν δρᾶσται, ἐπι-
2946κίνδυνοι καὶ διαβόητοι. Διὰ τοῦτο ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ
2947φροντίζῃ πρωτίστως περὶ τῶν τμημάτων τοῦ λαοῦ ἐκείνων,
2948ἅτινα χαρακτηρίζει ἔξοχον ἀνδρικὸν προτέρημα. Ἐγὼ δ’ ὑπέ-
2949βαλον τὴν τροπολογίαν μου, ἵνα ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία
2950σπεύσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τοῦ λαοῦ καταστάσεως ἐν
2951Μάνη. Ἡ ἰδέα δ’ αὕτη μ’ ἐπεθάρρυνε ν’ ἀγορεύσω, ὑπερα-
2952σπίζων τὰ δίκαια τῆς Μάνης, ἥτις, αὐτοδιοικουμένη καὶ
2953προνομιοῦχος ἐπὶ τουρκοκρατίας, ὡς ἡγεμονία ἐπολέμησεν
2954ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς ὅλης πατρίδος. Ὑπενοεῖτο δὲ ἀνέ-
2955καθεν, ὅτι αὕτη ἔδει νὰ κρίνηται ἀξία καὶ τῆς προσηκούσης,
2956ἂν μὴ ἐξαιρετικῆς, μερίμνης τοῦ ἐλευθέρου ἤδη Κράτους.
2957Ἀλλ’ οὐδὲν ἀτυχῶς τῶν δεόντων ἐγένετο ὑπὲρ αὐτῆς, ἐκτὸς
2958τῆς διὰ τὸ ἄγονον τοῦ τόπου καὶ χάριν τῶν ἐπὶ τουρκοκρα-
2959τίας προνομίων ὁρισθείσης αὐτῇ οἱονεὶ προνομιούχου θέσεως
2960ἐν τῇ φορολογίᾳ, ἐπιβαλλομένου φόρου μόνον ἐπὶ τῶν ἐξα-
2961γομένων. Βαρυτάτου ὅμως σχετικῶς καὶ τούτου ἀποβάντος,
2962ἐλπίζω, ὅτι, ἐγειρομένου τοῦ ζητήματος ἐν καιρῷ, γενήσε-
2963ται δεκτὴ ἡ πρότασίς μου περὶ ἐλαττώσεως αὐτοῦ λογικῆς
2964καὶ συμφερωτέρας καὶ τῷ Δημοσίῳ. Πέπεισμαι δὲ, ὅτι καὶ
2965ἐν τοῖς φορολογικοῖς μέτροις τῆς Κυβερνήσεως θὰ ληφθῇ πρό-
2966νοια, ἵνα μὴ ὁπωσδήποτε θιγῇ τὸ φορολογικὸν ἐν Μάνῃ καθε-
2967στώς. Καὶ ἀπὸ τοῦδε ἀκόμη περὶ τούτου ποιοῦμαι πρὸς τὴν
2968Κυβέρνησιν σύστασιν, ἣν θὰ ὑποστηρίξωσι βεβαίως καὶ οἱ ἄλλοι
2969ἐκ Μάνης ἀντιπρόσωποι, πολιτικοὶ μάλιστα φίλοι αὐτῆς. Πρὸ
2970τινος ἐλήφθη ἤδη πρόνοια περὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρ-
2971χιῶν. Ὑπάρχει, ἔλεγον οἱ ἀγορεύοντες, οἰκονομικὴ κρίσις
2972ἐκεῖ. Ἀληθὲς τοῦτο, καὶ δικαίως αὕτη ἔδει νὰ ἐπισπάσηται
2973τὴν προσοχὴν πάντων, καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
2974Ἀλλ’ ἐν Μάνῃ ὑφίσταται διαρκὴς κρίσις οἰκονομική, ἡ μα-
2975νιατική. Ἀλλ’ ἡμεῖς αἰτούμεθα νῦν παρὰ τῆς Πολιτείας
2976κυρίως ἀρωγὴν οὐχὶ κατὰ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἀλλ’ ἵνα
2977πρὸ πάντων αὕτη συντελέσῃ εἰς τὴν θρησκευτικὴν, πνευμα-
2978τικὴν καὶ ἠθικὴν ἀνάπτυξιν χώρας, ἔξοχον θέσιν κατεχούσης
2979ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ. Καὶ ἐγὼ τὴν ἱστορικὴν
2980αὐτῆς ἀξίαν συνειδὼς, ἀντιπρόσωπος νῦν τῶν Μανιατῶν ἐδῶ,
2981ἐξελέγην οὐχὶ χάριν ῥουσφετίων, ἀλλ’ ἵνα ἀπὸ τοῦ βήμα-
2982τος τούτου ἐπιδιώξω τὴν πραγματοποίησιν ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν
2983ὠφελίμων εἰς τὴν πατρίδα, ἃς ἐν προγράμματι καὶ δι’ ἀγο-
2984ρεύσεων ἐξέθηκα αὐτοῖς καὶ ἐνθουσιωδῶς ἐπεκρότησαν οὗτοι.
2985Τοιούτων δ’ ἀρχῶν στρατιώτης ἐκηρύχθην ἀνέκαθεν, καὶ
2986συμφώνως ταύταις καὶ νῦν, ἐκπληρῶν ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ ἀγα-
2987θοῦ καθῆκον, ὑπέβαλον—ἀφοῦ γίνεται δεκτὴ νέα διοικητικὴ
2988διαίρεσις τοῦ Κράτους—τὴν τροπολογίαν μου περὶ συστάσεως
2989καὶ νομοῦ Ἄνω Λακωνικῆς μὲ ἕδραν τὴν Ἀρεόπολιν. Πέ-
2990πεισμαι δὲ, ὅτι τοῦτο ὠφελεῖ καὶ τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου καὶ
2991τὸ Κράτος. Ἐν τῇ ὠφελείᾳ δὲ ταύτῃ ἑνοῦται ἡ ἰδέα τῆς
2992Μάνης καὶ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ καλὸν τοῦ μέρους εἶναι καὶ
2993τοῦ ὅλου. Καὶ ἐγὼ μὲν οὕτως ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου,
2994ἐκτελέσατε δὲ καὶ ὑμεῖς τὸ ὑμέτερον, ἀποδεχόμενοι τὴν
2995τροπολογίαν μου.
2996§96ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἀπὸ δύο ἡμερῶν, κύριοι
2997Βουλευταί, κατεγινόμην νὰ εἰσδύσω εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Κυ-
2998βερνήσεως καὶ ἀνεύρω τοὺς λόγους, δι’ οὓς οἱ κύριοι Ὑπουρ-
2999γοὶ δὲν ἀπεφάσισαν νὰ παραδεχθῶσι τὴν ὑποδιαίρεσιν τοῦ νο-
3000μοῦ Κυκλάδων, τοῦ μόνου φυσικῶς δικαιουμένου διαιρέσεως,
3001ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ ἐπιτύχω. Ταύτην τὴν στιγμὴν
3002ὅμως ὁ ἔντιμος ἐκ Σύρου πολιτευτὴς ἀπεκάλυψεν εἰς ἐμὲ καὶ
3003εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες κρατοῦσι τὴν Κυβέρ-
3004νησιν ἀνένδοτον, καὶ ἐμποδίζουσιν αὐτὴν νὰ δώσῃ μέχρι
3005σήμερον σημεῖόν τι ἐλπίδος, ὅτι θὰ παραδεχθῇ τὴν ὑπο-
3006διαίρεσιν ταύτην τοῦ νομοῦ Κυκλάδων. Τὰ ἐπιχειρήματα,
3007λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου, τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Νά-
3008ξου, ἐμοῦ καὶ τῶν κ.κ. συναδέλφων μου ἐκ Θήρας τὰ προ-
3009ταθέντα, ὅπως πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ προβῇ εἰς τὴν
3010διαίρεσιν τοῦ νομοῦ, ἦσαν τόσον ἀσθενῆ, ὥστε δὲν ἔπεισαν
3011οὔτε τὸν ἐκ Σύρου βουλευτὴν κ. Βοκοτόπουλον, οὔτε τὴν
3012Βουλὴν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ νομὸς Κυ-
3013κλάδων ἔδει νὰ διαιρεθῇ. Ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, προε-
3014βάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον ἢ τὸ ἐπιχείρημα, κατὰ
3015τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ὁ νομὸς Κυκλάδων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς
3016ἄκρου μέχρι τοῦ ἑτέρου ἔχει ἀπόστασιν 210 χιλιομέτρων, ὅσα
3017οὐδεὶς ἄλλος νομὸς τοῦ Κράτους· εἴπομεν ὅτι ἡ συγκοινωνία
3018εἶναι ἐλλιπὴς καὶ δυσχερὴς ὄχι μόνον ἐν καιρῷ χειμῶνος,
3019ἀλλὰ καὶ τὸ θέρος, ἕνεκα τῶν πνεόντων κυρίως τότε καὶ
3020σχεδὸν πάντοτε βορείων σφοδρῶν ἀνέμων. Ἰσχυρίσθημεν ὅτι
3021σπουδαῖα καὶ μέγιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους παραβλά-
3022πτονται ἕνεκα τῆς ἐντελοῦς ἐλλείψεως διοικήσεως. Ὁ ἔντι-
3023μος συνάδελφος τοὺς λόγους τούτους εὑρίσκει ἀσθενῆ ἐπι-
3024χειρήματα καὶ ἀνεπαρκεῖς, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ συγκοινωνία
3025ἀκμάζει καὶ ὅτι τὸ ἀτμόπλοιον ἐκ Νάξου μὲν ἐντὸς 2 ὡρῶν,
3026ἐκ Θήρας δὲ ἐντὸς 5 μεταβαίνει εἰς Σῦρον. Τόσον ἀληθῆ
3027εἶναι ταῦτα, ὥστε τὸ ἀτμόπλοιον τὸ ἀναχωροῦν ἐκ Πει-
3028ραιῶς τὸ ἑσπέρας τῆς Πέμπτης φθάνει εἰς τὴν Ἀνάφην μό-
3029νον τὸ Σάββατον τὸ μεσονύκτιον, ἤτοι μετὰ 55 ὥρας, ἐπιστρέ-
3030φει δὲ εἰς τὴν Σῦρον τὴν Δευτέραν, καὶ εἰς Πειραιᾶ τὴν
3031Τρίτην ἢ Πέμπτην. Αὐτὴ εἶναι ἡ συγκοινωνία, τὴν ὁποίαν ὁ
3032ἔντιμος συνάδελφος θέλει νὰ ἐκθειάσῃ πρὸς ὑμᾶς. Ἡ Θήρα
3033καὶ ἡ Νάξος ἔχουσι σχετικῶς συγκοινωνίαν καλλιτέραν,
3034ἀλλ’ ἔχομεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἡμῶν 10 νήσους, ὧν αἱ δύο
3035συγκοινωνοῦσιν ἑβδομαδιαίως, αἱ δὲ λοιπαὶ μόνον δι’ ἱστιο-
3036φόρων.
3037Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος πολιτευτὴς καὶ σοφὸς συνάδελφος προέ-
3038βαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μίαν νέαν θεωρίαν, ἀξίαν σημειώ-
3039σεως, ἓν νέον ἐπιχείρημα, οὐχὶ ἀσθενὲς καὶ ἀνεπαρκὲς, ὅπως
3040ἐκεῖνα, ἅπερ οἱ Βουλευταὶ Νάξου καὶ Θήρας προεβάλομεν.
3041Μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐγκληματικότης εἰς τὰς νήσους
3042ἡμῶν καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παρίσταται ἡ δικαι-
3043οσύνη, εἶναι ἀνωφελὴς καὶ ἡ διοίκησις. Σᾶς ἐξήγησα προχθὲς,
3044Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας Νάξου καὶ Θήρας ἡ διοίκησις
3045πρὸ πολλοῦ ἐξηφανίσθη, καὶ οὔτε ἴχνη αὐτῆς ὑφίστανται·
3046μᾶς διευθύνουν χωροφύλακες καὶ γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων.
3047Οἱ προϊστάμενοι τῶν διαφόρων γραφείων, οἱ εἰς τὰς πρω-
3048τευούσας τῶν ἐπαρχιῶν ἑδρεύοντες, ἔλεγον προχθὲς εἰς τὴν
3049Βουλὴν, ὅτι εὑρίσκονται εἰς διαρκῆ πάλην, καὶ ἀγνοῶ διὰ
3050τίνας λόγους, οὐδὲ τοῦ παρόντος εἶναι νὰ εἴπω σχετικάς
3051τινας πράξεις αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος διὰ τῆς θεω-
3052ρίας του ταύτης συμβουλεύει τοὺς νησιώτας νὰ ἐγκλημα-
3053τῶσι, διότι τότε μόνον θὰ προσπελάσῃ αὐτοὺς ἡ δικαιοσύνη,
3054τότε εἶναι ἀναγκαία ἡ διοίκησις, κατ’ αὐτόν. Ἀλλ’ ἡ Θήρα,
3055προσέθηκε λίαν ἐντόνως ὁ ἔντιμος συνάδελφος, εἶναι τόπος,
3056εἰς τὸν ὁποῖον οὔτε ὕδωρ, οὔτε τροφὴ, οὔτε λιμὴν ὑπάρχει, καὶ
3057ὅτι ἔχει πληθυσμὸν 900 μόνον κατοίκων ἡ πρωτεύουσα αὐτῆς,
3058συνεπῶς δὲν φέρει τὰ προσόντα διὰ πρωτεύουσαν νομοῦ. Ἂν
3059ἐπεσκέπτετο τὸν τόπον ἐκεῖνον ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ ἐπείθετο
3060ἀδιστάκτως, ὅτι ὅλα ταῦτα ὑπάρχουσι, καὶ ὕδωρ καὶ τρο-
3061φαὶ ἀφθονώταται, ὡς καὶ ἐν Σύρῳ· ὡς πρὸς δὲ τὰ κρέατα,
3062τοῦτο εἶναι γνωστὸν, ὅτι οὔτε ἡ Θήρα, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ
3063Σῦρος ἔχουσι κτηνοτροφίαν, ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται, ὅτι
3064ἡ Θήρα στερεῖται κρέατος· διότι ἐν Σύρῳ μὲν πωλεῖται 2,50
3065ἕως 3,50 δρ. ἡ ὀκὰ, ἐν Θήρᾳ δὲ μόνον 2. Ἔχει δὲ πληθυ-
3066σμὸν ἡ πρωτεύουσα αὐτῆς 4,500. Ὁ λιμὴν δὲ τῆς Θήρας
3067εἶναι τόσον ἀσφαλὴς ἤδη, ὅτε ἐτοποθετήθησαν σημαντῆρες
3068παμμέγιστοι, ὥστε καὶ μὲ τὰς μεγαλειτέρας τρικυμίας τὰ
3069ἱστιοφόρα καὶ τὰ ἀτμόπλοια μένουσιν ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ.
3070Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ μέλος τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς
3071Ἑταιρείας διὰ τοσοῦτον ἀσθενῶν καὶ ἀναξίων λόγου ὄντως ἐπι-
3072χειρημάτων ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι ὁ νομὸς
3073δὲν πρέπει νὰ διαιρεθῇ, καὶ κατηγόρησε τὴν Θήραν λίαν
3074ἀκαίρως καὶ ἄνευ λόγου ἀποχρῶντος· διότι κατ’ αὐτὸν πρέ-
3075πει αἱ Κυκλάδες ὅλαι νὰ ἐργάζωνται ὑποτακτικῶς καὶ αἰω-
3076νίως, ὅπως τροφοδοτῶσι τὴν Σῦρον. Καὶ ἡμεῖς συνηγορή-
3077σαμεν παντοῦ καὶ πάντοτε, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Βου-
3078λευτηρίου, ἐπὶ 20 ἔτη ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς Σύρου,
3079οὐχὶ βεβαίως ἀπέναντι τῶν νήσων μας,—διότι οὐδὲν ὀφεί-
3080λουσιν εἰς τὴν Σῦρον—ἀλλ’ ἀπέναντι κέντρων μεγαλειτέ-
3081ρων, ὑπεστηρίξαμεν δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών μας τὴν ἁμαρ-
3082τωλὸν ἐκείνην ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρείαν χάριν τῆς Σύρου, καὶ
3083ἐτροφοδοτοῦμεν οὕτως ὁλόκληρον τὴν Σῦρον· ἀλλ’ ὁμολογῶ
3084ὅτι ἐγείναμεν αἴτιοι ἐν ἀγνοίᾳ, ὅπως οἱ διαχειριζόμενοι τὰ
3085τῆς ἑταιρείας ἐκείνης κατακλέψωσιν ὁλόκληρον κόσμον, τοὺς
3086μετόχους τῆς ἑταιρείας, τοὺς πολίτας καὶ τὴν Κυβέρνησιν!
3087Δὲν ἤλπιζον ὅτι ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἤθελε κατηγορήσει
3088τὰς νήσους ἐκείνας καὶ ἰδίᾳ τὴν Θήραν, εἰς ἣν ἡ Σῦρος ὀφεί-
3089λει πολλὰ, τὰς νήσους ἐκείνας, τὰς ὁποίας οὔτε εἶδε ποτὲ οὔτε
3090γνωρίζει. Ἀλλ’ ἔχομεν συγκοινωνίαν, προσθέτει. Ἀγνοεῖ,
3091φαίνεται, ὅτι τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρείας, τὰ συγκοινωνοῦντα
3092τὰς πολλὰς νήσους, διανύουν 5 ἕως 7 μόνον μίλια τὴν ὥραν.
3093Πρὸ ὀλίγου μάλιστα ὁ πλοίαρχος, εἷς ἐκ τῶν ἱκανωτάτων
3094τῆς ἑταιρείας, ἑνὸς ἀτμοπλοίου ἀπεβίβασε τοὺς ἐπιβάτας εἰς
3095τὴν Πάρον καὶ ἐπέστρεψε μόνον μὲ τοὺς ναύτας εἰς τὴν Σῦ-
3096ρον, φοβηθεὶς ὅτι τὸ πλοῖον ἤθελε πάθει καθ’ ὁδὸν καὶ οἱ
3097ἐπιβάται μετὰ τῶν ναυτῶν δὲν εἶχον λέμβους νὰ σωθῶσιν,
3098οἱ δὲ ἐπιβάται ἔμειναν 3 ἡμέρας εἰς τὴν Πάρον! Μὲ τοι-
3099αύτην συγκοινωνίαν ἔρχεται ὁ κ. συνάδελφος νὰ μᾶς προ-
3100τείνῃ τὸ ἀδιαίρετον τοῦ νομοῦ.
3101Δὲν συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν πράγματι ἔθεσεν εἰς
3102τὸ στόμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὰς ἰδέας, ἃς οὗτος ἐξεστόμισεν
3103ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀφίνω δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ
3104λεχθέντα καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸν νομὸν Κυκλάδων ἀδιαίρετον,
3105τὴν δὲ Κυβέρνησιν ν’ ἀφήσῃ τὰς προσωπικὰς συμπαθείας,
3106καὶ νὰ καταστήσῃ τὸ πρῶτόν της τοῦτο νομοθέτημα ἴσον καὶ
3107δίκαιον, τὴν δὲ θεωρίαν τοῦ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ, τοῦ
3108νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὔτε διοίκησις οὔτε δικαιοσύνη ἐκεῖ ὅπου, ἡ
3109ἐγκληματικότης ἐλλείπει, νὰ τὴν ἀφιερώσῃ εἰς τὸν ἀνάδο-
3110χόν της.
3111§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὑπεβλήθησαν πολ-
3112λαὶ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ὅλαι ἀφορῶσιν εἰς τὴν προσθήκην
3113ἑνὸς ἐπὶ πλέον νομοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ
3114ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης χωριστά.
3115§98ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐκφράσῃ τὴν
3116γνώμην της ἐπ’ αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν;
3117§99Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις, νο-
3118μίζω, ἐξέφρασε τὴν γνώμην της ἤδη. Ἔλαβον τὸν λόγον καὶ
3119ἀνέπτυξα τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τὰ ὁποῖα εἴμεθα ἠναγκα-
3120σμένοι νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν
3121εἰς τὴν Βουλὴν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν νομῶν· ἐν
3122ἄλλαις λέξεσι, δὲν παραδεχόμεθα τὰς τροπολογίας ἐκείνας,
3123διὰ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν.
3124§100Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ὑπέβαλον
3125τροπολογίαν διὰ τὸν νομὸν Κεφαλληνίας.
3126§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι πρόκει-
3127ται εἰς τὴν τροπολογίαν σας περὶ ἀλλαγῆς περιφερείας, καὶ
3128ὑποθέτω ὅτι ἀνάγεται εἰς τὸ 2ον ἄρθρον, τὸ σχετικὸν πρὸς
3129τὰς περιφερείας.
3130§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρῶτον, τροπολογία ἀφορῶσα εἰς τὴν
3131σύστασιν νομοῦ ἐν Καλαβρύτοις. (Ἀναγινώσκεται ἡ τρο-
3132πολογία). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην...
3133§103ΘΕΟΔ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας
3134αὐτῆς, κύριε Πρόεδρε.
3135§104Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριε Πρόε-
3136δρε, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν ἐγένετο
3137εὐρυτάτη. Ἐκηρύξατε δὲ περατωμένην τὴν συζήτησιν. Τώρα
3138λοιπὸν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία.
3139§105Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀποκλείεται ὁ ὑποβαλὼν
3140τροπολογίαν νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς
3141ψηφίσεως· ἄλλως τε ἐγὼ οὔτε ἀπησχόλησα τὴν Βουλήν, οὔτε
3142τὴν ἐκούρασα. Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς
3143τροπολογίας, τότε ζητῶ τὸν λόγον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν
3144ψῆφόν μου.
3145§106Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησίς μου
3146δὲν ἦτο προσωπική. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδε-
3147χθῶμεν ἐκ νέου συζήτησιν. Δύνασθε νὰ δικαιολογήσητε τὴν
3148ψῆφόν σας, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν νέαν συζή-
3149τησιν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, ἀφοῦ ἡ συζήτησις ἐκηρύχθη
3150περατωμένη.
3151§107Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως θὰ ψηφίσω τὴν τροπολογίαν,
3152πρῶτον διότι τὴν ὑπέβαλον καὶ δεύτερον διότι ἀνήκω εἰς τὴν
3153ἐπαρχίαν ἐκείνην. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ
3154νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις ἐφέρθη πρὸς τὴν ἐπαρχίαν τῶν
3155Καλαβρύτων ὡς μητρυιὰ, ἴσως διότι δὲν ὑπῆρχεν ἰσχυρὸς
3156συνήγορος παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποδείξῃ αὐτῇ
3157τὰ δίκαια τῆς ἐπαρχίας. Βεβαίως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δὲν
3158ἐπεριμέναμεν ὅτι θὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν, ἱστορικοὺς λόγους,
3159ὅτε συνέταττε νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἂν
3160καὶ τοιοῦτόν τι ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διὰ τοὺς λόγους,
3161τοὺς ὁποίους κατόπιν θὰ ἀναφέρω. Δὲν ἔλαβε λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν
3162οὔτε τὸν πληθυσμὸν τῆς ἐπαρχίας, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ ἀνώ-
3163τερος τοῦ πληθυσμοῦ ἄλλων ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι προχειρί-
3164ζονται εἰς νομοὺς, οὔτε τὰς ἀποστάσεις, οὔτε τὸ ὀρεινὸν τῆς
3165ἐπαρχίας καὶ τὴν δυσκολίαν τῆς συγκοινωνίας· δὲν ἔλαβεν
3166ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐπαρχία ἐκείνη ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἔχει
3167καὶ Μονὰς πλουσιωτάτας, μὲ προϋπολογισμοὺς ἀφθόνους, τοὺς
3168ὁποίους ἠδύνατο ἡ Διοίκησις καὶ τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον
3169νὰ ἐπιβλέψῃ. Ἀφοῦ ταῦτα δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς
3170Κυβερνήσεως, ὑπεβάλομεν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, καὶ παρα-
3171καλοῦμεν τὴν Βουλὴν ἤδη, ὅπως αὕτη τοὐλάχιστον λάβῃ
3172ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτά. Νομίζομεν δὲ, ὅτι, ὅταν ἡ ἐπαρχία Κα-
3173λαβρύτων ἔρχηται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παριστᾷ οὐ μόνον
3174τοὺς ἀναφερθέντας δικαίους λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπικα-
3175λεῖται τὴν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ στηριζομένη καὶ εἰς
3176τὰ ἱστορικὰ αὐτῆς δικαιώματα προσέρχηται ἐνώπιον ἐκείνων,
3177οἵτινες εἶναι οὐχὶ ἔγγονοι, ἀλλὰ τέκνα τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι
3178ὑπῆρξαν μάρτυρες τῶν θυσιῶν καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς ἐπαρ-
3179χίας ταύτης, δικαιοῦται νὰ προσδοκᾷ μετὰ βεβαιότητος τὴν
3180ἀποδοχὴν τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας, διότι μόνον Βουλὴ
3181ἔκφυλος θὰ ἠδύνατο ν’ ἀπορρίψῃ ταύτην (Θόρυβος).
3182§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, ὅπως
3183ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων ἀποτελέσῃ ἴδιον νομόν, παρακαλοῦν-
3184ται νὰ ἐγερθῶσι...
3185§109Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3186§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἦσθε 15 οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνο-
3187μαστικὴν κλῆσιν. (Ἐγείρονται πλείονες τῶν 15).Πολὺ καλά.
3188Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ
3189παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3190(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
3191ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Δούνη καὶ Περ. Μεντζε-
3192λοπούλου, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ
3193ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3194Ἀνδρέας Πεταλᾶς Κωνστ. Μωραϊτίνης Ο
3195Γεώργιος Κυριαζής Ο Εὐσταθ. Ρακόπουλος Ο
3196Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἐπαμ. Ἐμπειρίκος
3197Λεων. Μελετόπουλος Ο Εὐκλείδης Μπίστης
3198Δημ. Καίρης Ἄγγελος Πετραλιᾶς
3199Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ν. Δαούτης Ν
3200Κωνστ. Πλατούτσας Π. Παπαχατζῆς Ν
3201Μιχαὴλ Κωτσάκος Σπ. Ἰω. Μήλιος Ν
3202Κωνστ. Γ. Καραπάνος Β. Μαρκεζίνης Ν
3203Κωνστ. Κοττίκας Νικήτας Συνοδινὸς Ν
3204Ἰωάννης Καραπάνος Χρηστόφορος Ἀσιμῆς Ν
3205Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ο Τηλ. Δενδρινός Ο
3206Στέφανος Δραγούμης ἀρν.Π. Μαυροκέφαλος Ο
3207Νικόλαος Λεβίδης Ο Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης
3208Θεόδωρος Ρετσίνας Θεόδ. Ζαΐμης Ν
3209Φωκίων Νέγρης Ν Π. Θ. Ζαΐμης Ν
3210Νικ. Γιαννηκώστας Ο Ὀδ. Λαμπρόπουλος Ν
3211Ἔπαμ. Μ. Κανάρης Ο Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
3212Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἡρ. Καλαμπάκας
3213Θεόδ. Φλογαΐτης Γεώργ. Παπαθανασίου
3214Δ. Γ. Ράλλης Π. Περρωτῆς
3215Γεώρ. Βενιζέλος Ν Ἡλ. Μαυρομιχάλης Ο
3216Νικ. Γουναράκης Ο Γ. Οἰκονομόπουλος Ο
3217Κ. Σταυρόπουλος Ο Δ. Τερτίπης
3218Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ο
3219Δημ. Καραγιάννης Ο Κ. Ζωγλοπίτης
3220Ἀνδρ. Στράτος Γ. Φραγκίδης Ο
3221Ἀντ. Καρτάλης Ο Ι. Καζαμπάκας
3222Κ. Τοπάλης Σ. Παπαποστόλου Ο
3223Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ο Ξεν. Τσαμαγκίδης Ο
3224Ἀργύρ. Φιλιππίδης Γ. Χατζηνικολῆς Ο
3225Ν. Παπαϊωάννου Κ. Σαραφιανός Ν
3226Δημ. Γίδας Ο Π. Λεβέντης
3227Νικ. Τσόγκας Κ. Δούνης Ν
3228Νικ. Γουλιμῆς Ν Γ. Μέρμηγκας Ν
3229Ἐπ. Μαυρομμάτης Γ. Κόρπας
3230Περ. Ἀλεξάκης Ν Τρ. Πατρίκιος Ο
3231Ν. Σπυρακόπουλος Ο Γ. Θεοτόκης Ο
3232Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν Μιχ. Θεοτόκης Ο
3233Θ. Β. Δηλιγιάννης Γουλ. Σκάρπας
3234Χαρίλ. Διγενόπουλος Ἀλκ. Ζερβός Ο
3235Ἀρ. Πετροπουλάκης Ο Σπ. Χυτήρης Ο
3236Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο Σπ. Ἀγάθος Ο
3237Μιχ. Φωτιάδης Ο Β. Σαμοΐλης Ο
3238Γ. Λιδωρίκης Ο Ν. Καλοσγοῦρος Ο
3239Γ. Ἀνδρίτσος Ο Κ. Χριστόπουλος Ο
3240Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο Π. Πετρίδης Ο
3241Μιχ. Στελλάκης Ν Σωτ. Κροκιδᾶς Ο
3242Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν Σπ. Νοταρᾶς
3243Γ. Λύρας Ο Π. Μεντζελόπουλος Ο
3244Ἐμμ. Ρέπουλης Ο Δ. Δημητριάδης Ο
3245Δημ. Τσάτσος Ο Ἄθως Ρωμάνος Ο
3246Δ. Τσιτσάρας Ν Ἀγαμ. Μεταξᾶς
3247Κωνστ. Ζῶτος Ο Ἀντ. Μομφερράτος Ν
3248Γ. Χατζόπουλος Ν Θ. Μαρκέτος Ο
3249Διον. Στεφάνου Σπ. Ε. Στάης Ο
3250Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο Διον. Καλούτσης
3251Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Π. Χοντζόπουλος Ν
3252Γ. Ρώμας Ο Ν. Τσούχλος Ν
3253Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο Χ. Κ. Βοζίκης
3254Χ. Στεφανόπουλος Ο Θ. Πέρρος Ν
3255Χαρίλ. Σπηλιώτης Ν Στέφ. Κοπανίτσας
3256Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο Γ. Φικιώρης
3257Γ. Παπαγιαννόπουλος Ο Μελέτ. Ρουσόπουλος
3258Π. Αὐγερινός Βρασ. Λεώπουλος Ν
3259Χρ. Δαραλέξης Ν Γ. Μαυρομιχάλης
3260Ι. Γιαννακίτσας Ο Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΝ
3261Ν. Καραστέργιος Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης Ν
3262Δ. Πιπινόπουλος Α. Ρικάκης
3263Ι. Γ. Λάππας Ο Ἀχ. Χοϊδᾶς
3264Ν. Μπουφίδης Ο Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος
3265Περ. Βαλαωρίτης Ο Γ. ΠαπαδιαμαντόπουλοςΝ
3266Εὐάγγελος Τζαρλαμπᾶς Ο Ν. Μισυρλῆς Ν
3267Γερ. Φίλιππας Ο Ν. Καράπαυλος Ο
3268Ξ. Κυριαζῆς Ο Γ. Ράλλης Ο
3269Β. Βασιλειάδης Σπ. Γκεντιλίνης Ο
3270Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Γ. Ζερβός Ο
3271Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
3272Παν. Μανέτας Ο Νικόλ. Λεωνίδας Ο
3273Ἰω. Μπακόπουλος Διομήδης Κυριακὸς
3274Ἡλ. Ζέγγελης Ο Α. Μαυροκορδάτος
3275Φίλ. Βάρβογλη Ἀθ. Λαδόπουλος
3276Ἀθ. Κατριβάνος ἀρν.Ν. Βαφειαδάκης
3277Ἠλίας Κοσσονάκος Ο Α. Βιτάλης
3278Γ. Ἀναστασόπουλος ἀρν.Δ. Βοκοτόπουλος Ο
3279Γ. Νικολαΐδης Ν Ι. Γκιὼν Ο
3280Κ. Τρικούπης Ο Κάρολος Βιτάλης
3281Λεων. Δεληγεώργης Ν Κωνστ. Χατζηπέτρος
3282Σπυρ. Κ. Κουμουνδοῦρος Γ. Κανούτας
3283Δ. Λυμπερόπουλος Ο Νικ. Ταρμπάζης
3284Γ. Λυμπερόπουλος Θεόδ. Κριεμάδης
3285Περικλῆς Μποῦτος Ν Γ. Ραδινός Ο
3286Ἀριστομ. Προβελέγγιος Ἀπόστολος Ζάππας Ο
3287Α. Μάτσας Ο Θ. Σαρσέντης
3288Νικ. Κρίσπης Ο Α. Πονηρόπουλος Ο
3289Ι. Ναυπλιώτης Ο Δ. Ἀναστασόπουλος Ο
3290Μιλτ. Βαρότσης Ν Δ. Παπατσώρης Ο
3291Γεώρ. Σισμάνης Ο Δ. Κατσάνος Ν
3292Δ. Φαρμάκης Ο Α. Σκαλτσοδῆμος
3293Γεώργ. Πλατανιώτης Ν. Τζανετόπουλος
3294Ἠλίας Ποταμιάνος Γ. Ροδόπουλος Ο
3295Μιχ. Λαμπρυνίδης Θεόδ. Λιμπρίτης
3296Ι. Βοῦρτσος Ο Ι. Κουντουριώτης Ν
3297Α. Πετσάλης Νικ. Τσαμαδός Ο
3298Κ. Κουμουνδοῦρος Ο Παντελ. Γκίκας Ν
3299Κυριακ. Π. ΜαυρομιχάληςΝ Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης
3300Γ. Καπετανάκης Ν Ν. Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο
3301Φώτιος Μοσχούλας Ο Ι. Τσιριμῶκος Ο
3302Ἀσημ. Χριστόπουλος Δημ. Κρίτσας ἀρν.
3303Χαράλ. Κανελλόπουλος Α. Πλατῆς
3304Ἀθ. Τυπ. Μπασιᾶς Νικ. Χατζῖσκος
3305Παναγῆς Τυπάλδος Ν Ν. Καλογερόπουλος Ο
3306Θεόδ. Βελλιανίτης Ν Β. Βουδούρης Ο
3307Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο Γ. Γαζέπης Ο
3308Ἀθ. Παπαθανασίου Ο Γ. Ἀβέρωφ
3309Πέτρος Μόρης Ο Μιλτ. Κανάρης
3310Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ο
3311§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 150. Ὑπὲρ τῆς προτά-
3312σεως 46, κατ’ αὐτῆς 100, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομέ-
3313νως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
3314§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐμπρός, κύριε
3315Πρόεδρε. Ἄλλη τροπολογία.
3316§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα τροπολογία, διὰ τῆς ὁποίας προ-
3317τείνεται νὰ διαιρεθῇ ὁ νομὸς τῶν Κυκλάδων.
3318§114ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δύο τροπολογίαι, κύριε Πρόεδρε.
3319§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μία εἶναι τῶν Βουλευτῶν Νάξου, ἡ
3320ἄλλη τῶν Βουλευτῶν Θήρας. Καὶ αἱ δύο ἀπολήγουσιν εἰς τὸ
3321αὐτὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὴν πρότασιν περὶ διαιρέσεως τοῦ νο-
3322μοῦ Κυκλάδων, δηλαδὴ εἰς τὴν προσθήκην ἑνὸς νομοῦ. Ἑπο-
3323μένως καὶ ἐπὶ τῶν δύο θὰ γείνῃ μία ψηφοφορία.
3324§116ΒΑΡΟΤΣΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
3325§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
3326§118ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἡμεῖς παραιτούμεθα, κύριε Πρόεδρε, τῆς
3327ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3328§119ΒΑΡΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι.
3329§120Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν
3330ἦναι 15 οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, νὰ προβῶ-
3331μεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3332§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15; (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν
3333εἶσθε.
3334Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Κυκλά-
3335δων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ
3336Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3337Ἑτέρα τροπολογία, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ἡ διαίρε-
3338σις τοῦ νομοῦ Εὐβοίας.
3339§122Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου
3340(θόρυβος).
3341Ὅτε χθές, κύριε Πρόεδρε, ὡμίλουν, καὶ διὰ μιᾶς ἁπλῆς
3342λέξεως ὑπέδειξα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀδικεῖ τινας τῶν
3343ἐπαρχιῶν, ὅλη ἡ Βουλὴ σχεδὸν συνῃσθάνθη, ὅτι πρωτίστως
3344ἀδικεῖται ἡ Καρυστία, καὶ ὡσεὶ ἐξ ἑνὸς στόματος ἡ Βουλὴ
3345προέφερε τὴν λέξιν Καρυστία...
3346§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
3347§124ΔΟΥΝΗΣ. Ἴσως τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι
3348προέφερον τὸ ὄνομα τοῦτο, σήμερον νὰ ἀρνῶνται, ἀλλ’ ἀδιά-
3349φορον· ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. Πρω-
3350θυπουργὸς χθὲς μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἀναγνωρίζουσι τὸ δίκαιον
3351καὶ κρίνουσι παραδεκτὴν τὴν τροπολογίαν ταύτην...
3352§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἠστειεύοντο.
3353§126ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ἠστειεύοντο, βεβαίως κακῶς ἠστειεύοντο.
3354Ἀλλὰ δὲν ἠστειεύοντο· ὡμίλουν μετὰ σοβαρότητος... Ἐπί-
3355σης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὡμολόγησεν ἐνώπιον τῆς
3356Βουλῆς, ὅτι δικαιότατον εἶναι νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία
3357περὶ διαιρέσεως τοῦ νομοῦ Εὐβοίας.
3358§127ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον.
3359§128ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουρ-
3360γὸς οὔτε καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκ-
3361παιδεύσεως Ὑπουργὸς μετήλλαξαν ἀπὸ χθὲς ἕως σήμερον γνώ-
3362μην, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀδικεῖ πάντοτε (ὡς χθὲς
3363ἠδίκει, καὶ σήμερον ἀδικεῖ) τὴν ἐπαρχίαν Καρυστίας. Πεποι-
3364θὼς δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει τὸ ἀδίκημα τοῦτο, καὶ
3365θέλει θεραπεύσει αὐτὸ, παρακαλῶ ἵνα ἡ ψηφοφορία γείνῃ
3366δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3367§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15; (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).
3368Ὁρίστε, κύριε Δούνη, ὡς ψηφολέκτης.
3369Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Εὐβοίας λέγουσι
3370Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3371(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
3372ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Κ. Δούνη καὶ
3373Περ. Μεντζελοπούλου, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπό-
3374μενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3375Ἀνδρέας Πεταλᾶς Εὐκλείδης Μπίστης Ο
3376Γ. Κυριαζῆς Ο Δημοσθ. Καΐρης
3377Α. Παναγιωτόπουλος Ἀνδρ. Καρατζᾶς
3378Λ. Μελετόπουλος Ο Κ. Πλατούτσας
3379Κ. Μωραϊτίνης Ο Μιχ. Κωτσάκος Ο
3380Εὐστ. Ρακόπουλος Ο Κων. Γ. Καραπάνος
3381Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Κων. Κοττίκας
3382Ἰωάν. Καραπάνος Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ν
3383Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ο Τηλέμ. Δενδρινὸς Ο
3384Στέφ. Δραγούμης ἀρν.Π. Μαυροκέφαλος Ο
3385Ν. Λεβίδης Ο Ἄλέξ. Θ. Ζαΐμης
3386Θ. Ρετσίνας Θεόδ. Ζαΐμης Ν
3387Φωκίων Νέγρης Ν Π. Θ. Ζαΐμης Ν
3388Νικ. Γιαννηκώστας Ο Ὀδ. Λαμπρόπουλος Ν
3389Ἐπ. Μ. Κανάρης Ο Αὐγερινὸς Ἀβέρῳφ
3390Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἡρ. Καλαμπάκας
3391Θεόδ. Φλογαΐτης Γεώργ. Παπαθανασίου
3392Δ. Γ. Ράλλης Π. Περρωτῆς
3393Γεώργιος Βενιζέλος Ν Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ο
3394Νικ. Γουναράκης Ο Γ. Οἰκονομόπουλος Ο
3395Κ. Σταυρόπουλος Δ. Τερτίπης
3396Ἄλέξ. Γ. Σκουζές Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ο
3397Δημ. Καραγιάννης Ο Κ. Ζωγλοπίτης
3398Ἀνδρ. Στράτος Γ. Φραγκίδης Ο
3399Ἀντ. Καρτάλης Ο Ι. Καζαμπάκας
3400Κ. Τοπάλης Σ. Παπαποστόλου Ο
3401Ἄλέξ. Κασσαβέτης Ο Ξεν. Τσαμαγκίδης Ο
3402Ἀργύρ. Φιλιππίδης Κ. Σαραφιανὸς Ν
3403Ν. Παπαϊωάννου Γ. Χατζηνικολῆς Ν
3404Δημ. Γίδας Ο Π. Λεβέντης
3405Νικ. Τσόγκας Ο Κ. Δούνης Ν
3406Νικ. Γουλιμῆς Ν Γ. Μέρμηγκας Ν
3407Ἐπ. Μαυρομμάτης Γ. Κόρπας
3408Περ. Ἀλεξάκης Ν Τρ. Πατρίκιος Ο
3409Ν. Σπυρακόπουλος Ο Γ. Θεοτόκης Ο
3410Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Μιχ. Θεοτόκης Ο
3411Θ. Β. Δηλιγιάννης Γουλ. Σκάρπας
3412Χαρίλ. Διγενόπουλος Ο Ἀλκ. Ζερβὸς Ο
3413Ἀρ. Πετροπουλάκης Ο Σπ. Χυτήρης Ο
3414Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο Θ. Σχινᾶς Ο
3415Μιχ. Φωτιάδης Ο Β. Σαμοΐλης Ο
3416Γ. Λιδωρίκης Ο Ν. Καλογοῦρος Ο
3417Γ. Ἀνδρίτσος Ο Κ. Χριστόπουλος Ο
3418Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο Π. Πετρίδης Ο
3419Μιχ. Στελλάκης Ν Σωτ. Κροκιδᾶς Ο
3420Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν Σπ. Νοταρᾶς Ο
3421Γ. Λύρας Ν Περ. Μεντζελόπουλος Ο
3422Ἐμμ. Ρέπουλης Ν Δ. Δημητριάδης Ο
3423Δημ. Τσάτσος Ο Ἄθως Ρωμάνος Ο
3424Δ. Τσιτσάρας Ο Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ο
3425Κωνστ. Ζῶτος Ο Ἀντ. Μομφερράτος Ν
3426Γ. Χατζόπουλος Ο Θ. Μαρκέτος Ο
3427Διον. Στεφάνου Σπ. Ε. Στάης Ο
3428Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟ Διον. Καλούτσης
3429Ἄλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Π. Χοντζόπουλος Ο
3430Γ. Ρώμας Ο Ν. Τσοῦχλος Ο
3431Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο Χ. Κ. Βοζίκης
3432Χρ. Στεφανόπουλος Ο Θ. Πέρρος Ν
3433Χαρ. Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας Ο
3434Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο Γ. Φικιώρης
3435Γ. Παπαγιαννόπουλος Ο Μελέτ. Ρουσόπουλος
3436Πέτρος Αὐγερινός Βρασίδας Λεώπουλος Ν
3437Χρ. Δαραλέξης Ο Γ. Μαυρομιχάλης
3438Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ι. Γιαννακίτσας Ο
3439Ν. Δαούτης Ν Ν. Καραστέργιος Ο
3440Π. Παπαχατζῆς Ν Δ. Πιπινόπουλος
3441Σπ. Ἰω. Μήλιος Ν Ι. Γ. Λάππας Ο
3442Β. Μαρκεζίνης Ν. Μπουφίδης Ο
3443Νικήτας Συνοδινός Ν Περ. Βαλαωρίτης Ο
3444Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς Ο Ἀχ. Χοϊδᾶς
3445Γεράσιμος Φίλιππας Ο Ἀχ. Γεροκωστόπουλος
3446Ε. Κυριαζῆς Ο Γ. ΠαπαδιαμαντόπουλοςΝ
3447Β. Βασιλειάδης Ν. Μισυρλῆς Ο
3448Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Ν. Καράπαυλος Ο
3449Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Γ. Ράλλης
3450Παν. Μανέτας Ο Σπ. Γκεντιλίνης Ο
3451Ι. Μπακόπουλος Γ. Ζερβός Ο
3452Ἠλ. Ζέγγελης Ο Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
3453Φίλ. Βάρβογλης Ο Ν. Λεωνίδας Ο
3454Ἀθαν. Κατριβάνος Ο Διομ. Κυριακός
3455Ἠλ. Κοσσονάκος Α. Μαυρογορδάτος
3456Γ. Ἀναστασόπουλος Ν Α. Λαδόπουλος
3457Γ. Νικολαΐδης Ν Ν. Βαφειαδάκης
3458Κ. Τρικούπης Ο Α. Βιτάλης
3459Λεων. Δεληγεώργης Ο Δ. Βοκοτόπουλος Ο
3460Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ι. Γκιὼν Ο
3461Δ. Λυμπερόπουλος Ο Κάρολος Βιτάλης
3462Γ. Λυμπερόπουλος Κ. Χατζηπέτρος
3463Περ. Μποῦτος Ν Γ. Κανούτας
3464Ἀρ. Προβελέγγιος Ο Ν. Ταρμπάζης
3465Α. Μάτσας Ο Θ. Κριεμάδης
3466Νικ. Κρίσπης Ο Γ. Ραδινός Ο
3467Ι. Ναυπλιώτης Ο Ἀπόστ. Ζάππας Ο
3468Μιλτ. Βαρότσης Ν Θ. Σαρσέντης
3469Γ. Σισμάνης Ο Ἀλέξ. Πονηρόπουλος Ο
3470Δ. Φαρμάκης Ο Δ. Ἀναστασόπουλος Ο
3471Γ. Πλατανιώτης Δ. Παπατσώρης Ο
3472Ἠλ. Ποταμιάνος Δ. Κατσάνος Ν
3473Μιχ. Λαμπρυνίδης Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν
3474Ι. Βοῦρτσος Ο Ν. Τζανετόπουλος Ν
3475Ἀθ. Πετσάλης Γ. Ροδόπουλος
3476Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο Θ. Λιμπρίτης
3477Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ι. Κουντουριώτης Ν
3478Γ. Καπετανάκης Ν Ν. Τσαμαδός Ο
3479Φώτ. Μοσχούλας Παντελῆς Γκίκας Ν
3480Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης
3481Χαρ. Κανελλόπουλος Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο
3482Ἀθ. Τυπ. Μπασιᾶς Ι. Τσιριμῶκος Ο
3483Π. Τυπάλδος Ο Δ. Κρίτσας Ν
3484Θ. Βελλιανίτης Ν Α. Πλατῆς
3485Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο Ν. Χατζῖσκος
3486Ἀθ. Παπαθανασίου Ο Ν. Καλογερόπουλος Ο
3487Πέτρος Μόρης Ο Β. Βουδούρης Ο
3488Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν Γ. Γαζέπης Ο
3489Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν Γ. Ἀβέρωφ
3490Ἀσημ. Θ. Ζαΐμης Ν Μιλτ. Κανόμης
3491Ἀντ. Ρικάκης Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
3492§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 154. Ἐκ τούτων 42
3493ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 111 κατὰ τῆς προτάσεως,
3494καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη.
3495Τρίτη τροπολογία, περὶ διαιρέσεως τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρ-
3496νανίας. Τουτέστι ζητεῖται ἡ προσθήκη ἑνὸς νομοῦ.
3497Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται
3498νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3499§131Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3500§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15; (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν
350115). Δὲν εἶσθε.
3502Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία, νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν
3503νομῶν ἀπὸ 27 εἰς 26.
3504Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι τοῦ κ. Μπακοπούλου, ἔχουσα
3505ὡς ἑξῆς:
3506«Τὸ Κράτος διαιρεῖται διοικητικῶς εἰς εἴκοσι καὶ ἓξ
3507νομούς.»
3508§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ κατὰ τὴν ἑσπέ-
3509ραν ταύτην διεξαχθεῖσα συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης
3510ἔπεισε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν
3511καὶ νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν τοῦ ἄρθρου 1 ἀπὸ
351227 εἰς 26.
3513§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν περὶ
3514ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν εἰς 26 παρακαλοῦνται
3515νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
3516παρεδέχθη.
3517§135ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
3518§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3519§137ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.
3520§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.
3521§139ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι ἀκόμη. Δὲν ἀπεφάνθη.
3522§140ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσεν, ἐτελείωσεν.
3523§141ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσητε. Δὲν ἀπε-
3524φάνθη ἡ Βουλή. Δὲν διευθύνετε ὅλοι. Εἷς διευθύνει, ὁ κ.
3525Πρόεδρος.
3526§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3527§143ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀντελήφθημεν τί ἔγεινεν.
3528§144ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως. Δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, οὔτε ἐνόη-
3529σεν ἀκόμη περὶ τίνος πρόκειται.
3530§145ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε ψηφοφορίαν
3531δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ τότε νὰ ὁμιλήσητε.
3532§146ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως.
3533Πρῶτον δὲν ἀντελήφθην καλῶς περί τινος πρόκειται. Ἀνε-
3534γνώσθη τροπολογία περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νο-
3535μῶν. Καθ’ ἃ ἠδυνήθην νὰ ἐνοήσω, ἡ τροπολογία αὕτη σκο-
3536πὸν ἔχει νὰ μὴ γείνῃ διοίκησις ἡ Γορτυνία.
3537§147Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
3538§148ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως. Διὰ τοῦτο ἐγὼ προτείνω νὰ γείνῃ
3539ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3540§149ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐὰν ἦσθε 15...
3541§150ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἴμεθα περισσότεροι. (Ἐγείρονται πλείο-
3542νες τῶν 15).
3543§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
3544§152Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐρωτήσω τὸ Προε-
3545δρεῖον ἐπὶ τῆς ἑξῆς ἀπορίας μου. Εἶδον τὸν κύριον Πρωθυ-
3546πουργὸν ἐγερθέντα ἐκ τῆς ἕδρας του καὶ εἰπόντα κἄτι τι εἴτε
3547πρὸς τὸ Προεδρεῖον, εἴτε πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁμολογῶ ὅμως,
3548ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐνταῦθα, εἰς τὸ ὄρος, καθήμενοι δὲν ἠκούσαμεν
3549τί ἐλέχθη. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐξηγηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3550σαφέστερον. Ἠκούομεν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅτι οἱ διοι-
3551κούμενοι πρέπει νὰ ἦναι πλησίον τῶν διοικούντων· καὶ αὐτὸ
3552εἶναι τὸ πρώτιστον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξαν οἱ
3553εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου...
3554§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νο-
3555μίζω ὅτι παρεκβαίνομεν τοῦ Κανονισμοῦ.
3556§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Λεβίδην). Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς
3557οὐσίας;
3558§155ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.
3559§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται;
3560§157ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ ἐξηγηθῶ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ δύο
3561ψηφοφοριῶν, μεταξὺ τῆς δι’ ἀναστάσεως καὶ τῆς δι’ ὀνομα-
3562στικῆς κλήσεως...
3563§158Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τροπολογίας, τὴν
3564ὁποίαν ἔχω ὑποβάλει ἐγώ.
3565§159ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἡμεῖς πῶς θέλετε νὰ ψηφίσωμεν, ἀφοῦ
3566δὲν ἀντελήφθημεν περὶ τίνος πρόκειται;
3567§160ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ 27 οἱ νομοὶ νὰ γείνωσιν 26.
3568Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ νομοὶ πρέπει νὰ ἦναι 26.
3569§161Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι
3570εἶπον, πρὸς διαφώτισιν. Εἶπον ὅτι ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις
3571ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευ-
3572τοῦ ἔπεισε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ
3573τροπολογία, ἡ παρ’ αὐτοῦ ὑποστηριχθεῖσα.
3574§162ΛΕΒΙΔΗΣ. Δηλαδή;
3575§163ΜΑΝΕΤΑΣ. Περὶ τῆς μὴ διαιρέσεως τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας.
3576§164ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι Ἀρκα-
3577δίας μένουσιν ὑπὸ ἕνα νομόν;
3578§165ΜΑΝΕΤΑΣ. Βεβαίως, ὅπως εἶναι.
3579§166Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, λοι-
3580πὸν ψηφοφορίαν.
3581§167ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δηλοῖ, ὅτι
3582τὰ λεχθέντα ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ἀδιαιρέτου τοῦ
3583νομοῦ Ἀρκαδίας, ἰδοὺ ὅτι συζητεῖ περὶ τῆς ὑποθέσεως.
3584§168Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι. Ἐζητήσατε μίαν ἐξήγησιν, καὶ
3585ἔδωκα ταύτην.
3586§169ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν καὶ ἐγὼ δικαιολογῶ τὴν ψῆφόν μου.
3587§170ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
3588κῶν κλπ.). Μεταξὺ δύο ψηφοφοριῶν δὲν ἐπιτρέπεται συζή-
3589τησις.
3590§171ΛΕΒΙΔΗΣ. Τώρα θὰ γείνῃ ψηφοφορία. Νομίζω, ὅτι δὲν
3591ἔγεινε ψηφοφορία.
3592§172ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο δι’ ἀναστάσεως, καὶ με-
3593ταξὺ δύο ψηφοφοριῶν δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις.
3594§173ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ δικαιολογήσω τὴν
3595ψῆφόν μου, ὅτι πείθομαι δι’ ἕνα ἀκόμη λόγον, ὅτι τὸ νο-
3596μοσχέδιον δὲν εἶχε λόγον ὑπάρξεως, διότι διὰ τῆς προβαλ-
3597λομένης προτάσεως ἀπομακρύνονται οἱ διοικούμενοι ἀπὸ τὴν
3598διοίκησιν.
3599§174ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ
3600ψηφίσω κατὰ τῆς τροπολογίας, θὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.
3601§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε.
3602§176ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ἀλλὰ
3603πρὶν ἢ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον
3604τὸν συνάδελφόν μου, τὸν κ. Διγενόπουλον, ὁ ὁποῖος ἐπρό-
3605λαβε προηγουμένως νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς
3606τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἀνυπάρκτους προσφορὰς ἐκ μέρους αὐτῆς,
3607ἵνα μάθῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐχθρεύεται ἰδίως τὴν Γορ-
3608τυνίαν (διαμαρτυρίαι), καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλει τὴν διαίρε-
3609σιν τοῦ νομοῦ· ἐνῷ, ἐὰν ὑπάρχῃ νομός, διὰ τὸν ὁποῖον δι-
3610καιολογεῖται ἡ διαίρεσις, πρῶτος εἶναι ὁ νομός Ἀρκαδίας,
3611διότι ὁ νομὸς Ἀρκαδίας καὶ κατὰ τὸν πληθυσμὸν ὑπερτερεῖ
3612πολλοὺς ἄλλους νομούς, οἵτινες διαιροῦνται...
3613§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας.
3614§178ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι· θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν
3615μου. Εἶναι ἀδίκημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται, ἐν τοιαύτῃ μά-
3616λιστα ὥρᾳ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε δηλώσει προηγουμένως,
3617ὅτι δὲν σκοπεῖ νὰ δεχθῇ καμμίαν μεταβολήν, καὶ ὁ κ. Πρω-
3618θυπουργὸς πρέπει νὰ ἦναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν καὶ νὰ τη-
3619ρήσῃ τὸν λόγον του (θόρυβος).
3620§179Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον προσ-
3621γίνεται εἰς τὴν Γορτυνίαν, δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρ-
3622νησιν, ἀλλ’ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κ. Ἀλεξάκη.
3623§180ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ.
3624§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν
3625τοῦ κ. Μπακοπούλου, ὅπως περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν νο-
3626μῶν ἀπὸ 27 εἰς 26, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέ-
3627γουσιν Ὄχι.
3628Ὁ περιορισμὸς ἀφορᾷ εἰς τὴν Ἀρκαδίαν· δὲν διαιρεῖται δηλ.
3629ὁ νομὸς Ἀρκαδίας.
3630(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
3631ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ι. Μπακοπούλου καὶ Π. Ἀλε-
3632ξάκη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπό-
3633μενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3634Ἀνδρέας Πεταλᾶς Γ. Λύρας Ν
3635Γ. Κυριαζῆς Ν Ἐμμ. Ρέπουλης
3636Α. Παναγιωτόπουλος Δημ. Τσάτσος Ν
3637Λ. Μελετόπουλος Δ. Τσιτσάρας Ο
3638Κ. Μωραϊτίνης Ν Κωνστ. Ζῶτος Ν
3639Εὐστ. Ρακόπουλος Ν Γ. Χατζόπουλος Ο
3640Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Διον. Στεφάνου
3641Εὐκλείδης Μπίστης Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΝ
3642Δημοσθ. Καΐρης Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας
3643Ἀνδρ. Καρατζᾶς Γ. Ρώμας Ν
3644Κ. Πλατούτσας Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
3645Μιχ. Κωτσάκος Χρ. Στεφανόπουλος Ν
3646Κων. Γ. Καραπάνος Χαρ. Σπηλιώτης Ο
3647Κων. Κοττίκας Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
3648Ἰωάν. Καραπάνος Γ. Παπαγιαννόπουλος Ν
3649Εὐάγγελος ΓαρουφαλιᾶςΝ Πέτρος Αὐγερινὸς
3650Στέφ. Δραγούμης ἀρνΧρ. Δαραλέξης
3651Ν. Λεβίδης ἀρνἌγγελος Πετραλιᾶς
3652Θ. Ρετσίνας Ν. Δαούτης Ν
3653Φωκίων Νέγρης Ν Π. Παπαχατζῆς Ν
3654Νικ. Γιαννηκώστας Ν Σπ. Ἰω. Μήλιος
3655Ἐπ. Μ. Κανάρης Ν Β. Μαρκεζίνης
3656Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Νικήτας Συνοδινὸς Ο
3657Θεόδ. Φλογαΐτης Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ο
3658Δ. Γ. Ράλλης Τηλέμ. Δενδρινὸς Ν
3659Γεώργιος Βενιζέλος Ν Π. Μαυροκέφαλος
3660Νικ. Γουναράκης Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης
3661Κ. Σταυρόπουλος Θεόδ. Ζαΐμης
3662Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Π. Θ. Ζαΐμης Ν
3663Δημ. Καραγιάννης Ὀδ. Λαμπρόπουλος
3664Ἀνδρ. Στράτος Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
3665Ἀντ. Καρτάλης Ν Ἡρ. Καλαμπάκας
3666Κ. Τοπάλης Γεώρ. Παπαθανασίου
3667Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Π. Περρωτὴς Ν
3668Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ν
3669Ν. Παπαϊωάννου Γ. Οἰκονομόπουλος Ν
3670Δημ. Γίδας Ν Δ. Τερτίπης
3671Νικ. Τσόγκας Ν Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ν
3672Νικ. Γουλιμῆς Ο Κ. Ζωγλοπίτης
3673Ἐπ. Μαυρομμάτης Γ. Φραγκίδης Ν
3674Περ. Ἀλεξάκης Ο Ι. Καζαμπάκας
3675Ν. Σπυρακόπουλος Ο Σ. Παπαποστόλου Ν
3676Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Ξεν. Τσαμαγκίδης Ν
3677Θ. Β. Δηλιγιάννης Κ. Σαραφιανὸς ἀρν
3678Χαρίλ. Διγενόπουλος Ο Γ. Χατζηνικολῆς Ν
3679Ἀρ. Πετροπουλάκης Ο Π. Λεβέντης
3680Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Κ. Δούνης Ο
3681Μιχ. Φωτιάδης Ν Γ. Μέρμηγκας Ο
3682Γ. Λιδωρίκης Ν Γ. Κόρπας
3683Γ. Ἀνδρῖτσος Ν Τρ. Πατρίκιος Ν
3684Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν Γ. Θεοτόκης Ν
3685Μιχ. Στελλάκης Ο Μιχ. Θεοτόκης Ν
3686Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν Γουλ. Σκάρπας
3687Ἀλκ. Ζερβὸς Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
3688Σπ. Χυτήρης Ν Ἀθ. Πετσάλης
3689Σπ. Ἀγάθος Ν Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
3690Β. Σαμοίλης Ν Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
3691Ν. Καλογοῦρος Ν Γ. Καπετανάκης Ν
3692Κ. Χριστόπουλος Ν Φώτ. Μοσχούλας
3693Π. Πετρίδης Ο Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο
3694Σωτ. Κροκιδᾶς Χαρ. Κανελλόπουλος
3695Σπ. Νοταρᾶς Ἀθ. Τυπ. Μπασιᾶς
3696Περ. Μεντζελόπουλος Ν Π. Τυπάλδος Ν
3697Δ. Δημητριάδης Ν Θ. Βελλιανίτης Ο
3698Ἄθως Ῥωμάνος Ν Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
3699Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
3700Ἀντ. Μουμφερράτος Ν Πέτρος Μόρης Ν
3701Θ. Μαρκέτος Ν Ἰω. Γ. Ῥοῦφος Ν
3702Σπ. Ε. Στάης Ν Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
3703Διον. Καλούτσης Ἀσημ. Θ. Ζαΐμης
3704Π. Χοντζόπουλος Ν Ἀντ. Ῥικάκης
3705Ν. Τσοῦγλος Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς
3706Χ. Κ. Βοζίκης Ἀχ. Γεροκωστόπουλος
3707Θ. Πέρρος Ο Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
3708Στέφ. Κοπανάτσας Ν Ν. Μισυρλῆς Ν
3709Γ. Φικιώρης Ν. Καράπαυλος Ν
3710Μελέτ. Ῥουσόπουλος Γ. Ῥάλλης
3711Βρασίδας Λεώπουλος Ν Σπ. Γκεντιλίνης Ν
3712Γ. Μαυρομιχάλης Γ. Ζερβὸς Ν
3713Ι. Γιαννακίτσας Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
3714Ν. Καραστέργιος Ν Ν. Λεωνίδας Ν
3715Δ. Πιπινόπουλος Ο Διομ. Κυριακός
3716Ι. Γ. Λάππας Ο Α. Μαυρογορδάτος
3717Ν. Μπουφίδης Ν Α. Λαδόπουλος
3718Περ. Βαλαωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης Ν
3719Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς Ν Α. Βιτάλης
3720Γεράσιμος Φίλιππας Ν Δ. Βοκοτόπουλος Ν
3721Ξ. Κυριαζῆς Ν Ι. Γκιὼν Ν
3722Β. Βασιλειάδης Κάρολος Βιτάλης
3723Ἀθαν. Εὐταξίας Ν Κ. Χατζηπέτρος
3724Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Γ. Κανούτας
3725Παν. Μανέτας Ν Ν. Ταρμπάζης Ν
3726Ι. Μπακόπουλος Ν Θ. Κριεμάδης
3727Ἡλ. Ζέγγελης Ν Γ. Ῥαδινὸς Ν
3728Φίλ. Βάρβογλης Ν Ἀπόστολος Ζάππας Ν
3729Ἀθαν. Κατριβάνος Ν Θ. Σαρσέντης
3730Ἡλ. Κοσσονάκος Ν Ἀλέξ. Πονηρόπουλος Ν
3731Γ. Ἀναστασόπουλος Ο Δ. Ἀναστασόπουλος Ν
3732Γ. Νικολαΐδης Δ. Παπατσώρης Ν
3733Κ. Τρικούπης Ν Δ. Κατσάνος
3734Λεων. Δεληγεώργης Ν Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος
3735Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν. Τζανετόπουλος Ν
3736Δ. Λυμπερόπουλος Ν Γ. Ῥοδόπουλος Ν
3737Γ. Λυμπερόπουλος Θ. Λιμπρίτης
3738Περ. Μποῦτος Ο Ι. Κουντουριώτης Ν
3739Ἀρ. Προβελέγγιος Ν Ν. Τσαμαδὸς Ν
3740Α. Μάτσας Ν Παντελῆς Γκίκας Ο
3741Νικ. Κρίσπης Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης
3742Ι. Ναυπλιώτης Ν Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
3743Μιλτ. Βαρότσης Ο Ι. Τσιριμῶκος Ν
3744Γ. Σισμάνης Ν Δ. Κρίτσας Ο
3745Δ. Φαρμάκης Ν Α. Πλατῆς
3746Γ. Πλατανιώτης Ν. Χατζῖσκος
3747Ἡλ. Ποταμιάνος Ν Ν. Καλογερόπουλος Ν
3748Μιχ. Λαμπρυνίδης Β. Βουδούρης Ν
3749Γ. Γαζέπης Ν Μιλτ. Κανάρης
3750Γ. Ἀβέρωφ Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
3751§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 148, ἐξ ὧν 118 ὑπὲρ
3752τῆς προτάσεως, 27 κατ’ αὐτῆς καὶ 3 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπο-
3753μένως ἡ τροπολογία ἐγένετο ἀποδεκτή, καὶ ὁ νομὸς Ἀρκα-
3754δίας δὲν διαιρεῖται.
3755Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία, ὑποβληθεῖσα ταύτην τὴν
3756στιγμὴν ὑπὸ τοῦ κ. Καπετανάκη, περὶ διαιρέσεως τοῦ νο-
3757μοῦ Λακωνίας.
3758§183Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἡ Μάνη δὲν ἡττήθη ποτὲ ὑπὸ
3759τῶν Τούρκων. Μὴ θέλων λοιπὸν νὰ ἐξέλθῃ ἡττημένη ἐκ τῆς
3760αἰθούσης ταύτης, ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου. Αὐτὸ ἀπαι-
3761τεῖ ἡ Μανιάτική μου ὑπερηφάνεια.
3762§184ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρ-
3763θρου 1, ὅπως οἱ νομοὶ ἀπὸ 26 περιορισθῶσιν εἰς 25. Ἀφορᾷ
3764δὲ ἡ τροπολογία αὕτη τὸν νομὸν Λακωνίας. Ὁ νομὸς οὗτος
3765παρουσιάζει πλειοτέρους ὅρους καὶ συνθήκας, διὰ νὰ μείνῃ
3766ἀδιαίρετος, παρ’ ὅσους παρουσιάζει ὁ νομὸς Ἀρκαδίας. Ἡ
3767εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ αἰτιολογοῦσα
3768τὴν διαίρεσιν τῶν νομῶν διὰ τῆς πρὸ ὀλίγου ἐνεργηθείσης
3769ψηφοφορίας περὶ τοῦ ἀδιαιρέτου τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, ψηφο-
3770φορίας ἥτις κατέληξεν οὕτω τῇ προτάσει αὐτοῦ, κατεξεσχί-
3771σθη, ῥιφθεῖσα εἰς ῥάκη πρὸς τὴν Βουλήν. Οὐδεὶς πλέον ὑπάρ-
3772χει λόγος νὰ διαιρεθῶσιν οἱ νομοί, ἀφοῦ ὁ μεγαλείτερος νο-
3773μὸς τοῦ Κράτους, ὁ τῆς Ἀρκαδίας, ὅστις καὶ ὀρεινὸς εἶναι
3774καὶ δύσβατος, μένει ἀδιαίρετος, δι’ ὃν δὲν ὑπάρχει, φαίνε-
3775ται, ὁ λόγος, ἵνα ἡ Διοίκησις ἦναι πλησίον τῶν διοικουμέ-
3776νων καὶ ἡ Δικαιοσύνη πλησίον τῶν δικαζομένων. Διὰ ποῖον
3777λόγον ἡ Λακωνία, ἐν τῇ ὁποίᾳ αἱ συνθῆκαι καὶ οἱ ὅροι εἶναι
3778εὐνοϊκοὶ ἕνεκεν τοῦ εὐχεροῦς τῆς συγκοινωνίας, διατὶ νὰ
3779διαιρεθῇ εἰς δύο νομούς; Νομίζω ὅτι πλειότεροι λόγοι συνη-
3780γοροῦσιν, ἵνα μείνῃ ὁ νομὸς Λακωνίας ἀδιαίρετος καὶ ὡς εἶ-
3781ναι μέχρι σήμερον, οὐδεὶς δὲ λόγος, ὅπως μὴ ἀποδεχθῇ ὁ
3782κ. Πρωθυπουργὸς τοῦτο, ἀφοῦ ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπο-
3783λογίας τοῦ ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Μπακοπούλου ἀπε-
3784δείχθη, ὅτι οἱ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀνα-
3785φερόμενοι λόγοι δὲν εἶναι οἱ ὑπαγορεύοντες τὴν ὑποβολὴν καὶ
3786ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
3787Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ παρα-
3788καλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἐπ’ αὐτῆς ἡ Βουλὴ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ,
3789ἂν ὁ νομὸς Λακωνίας δικαίως πρέπει νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο,
3790ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφέρεται, ἢ νὰ μείνῃ ἀδιαίρετος καὶ
3791ὡς ἔχει σήμερον.
3792§185Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύ-
3793της τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Λεωπούλου
3794εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διαφωνήσω. Εἶμαι κατ’ ἀρχήν, ὡς
3795προχθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βου-
3796λῆς, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
3797ἔχῃ τι, πρὸς τὸ ὁποῖον συμπαθέστατα ἀποβλέπω, εἶναι ὁ
3798σχηματισμὸς καὶ διοικήσεως, καὶ πρὸ πάντων Πρωτοδικείου
3799ἐν Γυθείῳ, ὅπου ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀπὸ δεκαετιῶν ὁλοκλή-
3800ρων, ἔχει ἤδη ἐνδειχθῆ ἡ ἵδρυσίς του, καὶ ὅπου εἶναι ἀναγ-
3801καιοτέρα ἢ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐπαρχίαν, νομὸν νῦν, ἢ πόλιν
3802τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι κατὰ τῆς προτάσεως
3803τοῦ συναδέλφου καὶ φίλου μου. Ἐπίσης κηρύσσομαι καὶ ὑπὲρ
3804διοικήσεως καὶ Πρωτοδικείου ἐν Κορίνθῳ...
3805§186ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν εὑρί-
3806σκομαι εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότι-
3807μον ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴν διὰ τὴν ἀναγνώρι-
3808σιν ὑπ’ αὐτοῦ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Γυθείου, διότι τὸν
3809ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξήγαγε προχθὲς ἐνταῦθα καὶ εἰς τὴν
3810ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, τὸν
3811διεξήγαγε μόνον, ἵνα πολεμήσῃ τὸ Γύθειον, διότι μόνον κατὰ
3812τοῦ Γυθείου ἔστρεψε τὰ βέλη του, ὑποβαλὼν πρότασιν, ὅπως
3813ἡ Ἐπίδαυρος μετὰ τῶν Κυθήρων ἀποτελέσωσιν ἰδίαν διοίκη-
3814σιν, δὲν εἶχεν ὅμως τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην
3815του ταύτην, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, ὁ ὁποῖος
3816ἐζήτησε νὰ μὴ διαιρεθῇ εἰς δύο ὁ νομὸς Λακωνίας. Οὐδεὶς,
3817Κύριοι, ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ Μάνη πλειότερον παντὸς ἄλλου μέρους
3818δικαιοῦται ν’ ἀποτελέσῃ ἰδίαν διοίκησιν ἕνεκα τῶν πολλα-
3819πλῶν αὐτῆς δικαιωμάτων καὶ τῶν συνθηκῶν καὶ ἐθίμων,
3820ὑπὸ τὰ ὁποῖα διατελεῖ, καὶ τὰ ὁποῖα πολὺ ὀρθῶς ἀνέπτυξεν
3821ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ
3822Λακεδαίμονος ἔρχεται ἐνταῦθα, ἐκ ταπεινῶν καὶ ἐξ ἰδιοτελῶν
3823λόγων ὠθούμενος, νὰ ὑποστηρίξῃ, ἵνα ὁ νομὸς Λακωνίας μείνῃ
3824ἀδιαίρετος, παρορῶν τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα ἡμῶν.
3825§187ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ταπεινὸς λόγος μὲ παρώρ-
3826μησεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεώς μου ταύτης. Λυ-
3827ποῦμαι πολὺ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐνόησεν οὔτε τὴν
3828φράσιν οὔτε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξεστόμισε, καὶ τοὺς
3829ὁποίους ἐπαναφέρω εἰς αὐτὸν, νομίζω δὲ, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ
3830φθάσῃ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, νὰ ψέξῃ τόσον σκαιῶς ἄνθρωπον,
3831τὸν ὁποῖον γνωρίζει καὶ ὡς ἐκ τῶν σχέσεών του μὲ τὴν Λα-
3832κεδαίμονα καὶ ἐξ ἄλλων περιστάσεων.
3833§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄτοπον!
3834§189ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παντάπασι δὲν ὕβρισα· εἶ-
3835πον ὅ,τι τῷ ἥρμοζε, καὶ μάλιστα εἶπον ὀλιγώτερα τῶν ὅσων
3836ἔπρεπε, σεβόμενος ἐμαυτόν.
3837§190Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν κατ’ ἐμοῦ γενο-
3838μένην παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γυθείου ὅλως ἄδικον καὶ
3839ἀναίτιον ἐπίθεσιν, διότι ὑποστήριξα, καὶ μετὰ χαρᾶς, τὴν διὰ
3840τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένην διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Λακω-
3841νίας, ἐξ ἧς ἐπέρχεται καὶ ἡ ἵδρυσις, ἡ ἀναγκαιοτάτη, ὡς
3842εἶπον, Πρωτοδικείου ἐν Γυθείῳ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ
3843ἐπιτρέψῃ νὰ ἀπαντήσω.
3844§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπο-
3845λογίας τοῦ κ. Λεωπούλου.
3846Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται
3847νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3848§192ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, κατὰ τύπους νὰ
3849τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἡ πρότασίς μου διὰ τὸν νομὸν Ἀργολί-
3850δος καὶ Κορινθίας, ὅπως μὴ διαιρεθῇ. Νομίζω δὲ, ὅτι συρρέουσιν
3851ὅλαι αἱ περιστάσεις, καὶ λόγῳ ἀποστάσεως καὶ λόγῳ πληθυ-
3852σμοῦ καὶ λόγῳ πολλῶν ἄλλων ὅρων, διὰ νὰ γείνῃ ἀποδεκτή.
3853§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐκ
3854Ναυπλίας κ. Βουλευτοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
3855ρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3856Ὁ ἐκ Θηβῶν βουλευτὴς κ. Δαούτης ὑπέβαλε τροπολογίαν,
3857δι’ ἧς ζητεῖ νὰ μὴ διαιρεθῇ ὁ νομὸς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.
3858§194Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν
3859ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ
3860πρότασις, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον, ὅσον ἀφορᾷ τὸν νομὸν
3861Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, δηλ. νὰ μὴ διαιρεθῇ οὗτος· διότι, ἐὰν
3862ἡ πρότασις αὕτη γείνῃ ἀποδεκτὴ, ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν
3863μετὰ τῶν συναδέλφων μου ὑπέβαλον, ἵνα ἡ ἐπαρχία τῶν
3864Θηβῶν προστεθῇ εἰς τὸν νομὸν Ἀττικῆς, φυσικὰ ἀποσύρεται.
3865§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην
3866τοῦ ἐκ Θηβῶν κ. Βουλευτοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
3867(Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3868Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, ἤτοι νὰ
3869ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν ἀπὸ 27 εἰς 26, παρακαλοῦν-
3870ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
3871παρεδέχθη.
3872Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
3873Ὁ κ. Δαούτης ἔχει τὸν λόγον.
3874§196Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3875§197Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἤθελεν εἶναι ἴσως ἀναγκαῖον
3876ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν προέβαλεν
3877ἐντεῦθεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἂν ἄλλοι λόγοι δὲν μὲ ὑπε-
3878χρέουν νὰ προβῶ εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Εἶμαι ἠναγ-
3879κασμένος νὰ ὁμιλήσω καὶ ν’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν
3880Βουλὴν, διότι ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν στιγμὴν ταύτην
3881ἡμᾶς ζητήματος πολλὰ ἐγράφησαν ἐν τῷ τύπῳ, καὶ πολλὰ
3882διεδραματίσθησαν ἐν Θήβαις. Πρέπει δὲ νὰ καταστήσω γνω-
3883στὸν, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου
3884μὲ ἀκούουσιν ὄχι μόνον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ
3885σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν μετὰ
3886τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐν σχέσει πρὸς τὴν
3887φαινομένην ἔριδα τῶν δύο πόλεων, δὲν ἐλέχθησαν οὐδ’ ἐγρά-
3888φησαν ἀπὸ πεποιθήσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶπον ταῦτα, ἀλλὰ
3889ἐδημιουργήθησαν ἐξ ἀφορμῶν κομματικῆς διαμάχης μεταξὺ
3890τῶν ἐν Θήβαις διαγωνιζομένων πολιτικῶν κομμάτων ἐντὸς
3891τῆς πόλεως τῶν Θηβῶν, ἕνεκα λόγων, τοὺς ὁποίους οἱ κύριοι
3892ἀντιπρόσωποι τῶν Θηβῶν γνωρίζουσι κάλλιον ἐμοῦ. Διότι
3893δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου
3894νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅ,τι ἠμφισβητήθη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ
3895Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον, τουτέστιν ὅτι πρω-
3896τεύουσα τῆς Βοιωτίας ἔδει νὰ ἦναι ἡ Λεβαδεία. Θὰ σᾶς
3897καταδείξω δὲ δι’ ἐπισήμων κειμένων, ὅτι, ἀφ’ ἧς τὸ Ἑλλη-
3898νικὸν Βασίλειον συνέστη, αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος, ὁσά-
3899κις ἀπεφάσισαν νὰ καταστήσωσι τὴν Βοιωτίαν ὅλην μίαν
3900διοικητικὴν περιφέρειαν, ἢ καὶ ὁσάκις διενοήθησαν νὰ προ-
3901βῶσιν εἰς τοῦτο, πάντοτε ὡς πρωτεύουσαν τῆς Βοιωτίας
3902ἔθετον τὴν Λεβαδείαν. Ὅ,τι δὲ ἐγένετο ὑφ’ ὅλων τῶν Κυ-
3903βερνήσεων, καὶ ὅταν αὗται συνίσταντο ἐκ Βαυαρῶν, καὶ
3904ὅταν συνεστάθησαν ἐξ Ἑλλήνων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ
3905γείνῃ ἐπὶ τῆς παρούσης. Καὶ ἔδει ἐπὶ πολὺ νὰ ἐργασθῇ ἡ
3906κακοβουλία, ἵνα δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ σημερινὴ
3907Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου
3908ὁρμωμένη ἐκ λόγων προσωπικῶν. Ἰδοὺ διατὶ εἶμαι ὑποχρεω-
3909μένος νὰ ὁμιλήσω· ἐξαιτοῦμαι δὲ τὴν εὐμενῆ προσοχὴν τῆς
3910Βουλῆς, διότι ἐννοῶ, ὅτι ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἐκλήθην νὰ ἐκ-
3911πληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο, δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος, ὅπως
3912ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ εἶναι ἤδη ἡ τρίτη σχεδὸν μετὰ
3913τὸ μεσονύκτιον ὥρα. Ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βου-
3914λευτὰς νὰ μοὶ χαρίσωσιν ὀλίγας στιγμὰς, ἵνα καταδειχθῇ
3915ὅτι ἡ Λεβαδεία ἀξιοῖ τὴν πρώτην ἐν τῇ Βοιωτίᾳ θέσιν ἐν
3916δικαιώματι· καθόσον τοιαύτην ἐκτήσατο οὐχὶ ἤδη τὸ πρῶ-
3917τον, οὐχὶ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου,
3918ἀλλὰ πολὺ πρὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ. Θὰ προσπαθήσω νὰ
3919ἦμαι σύντομος· θὰ ἐπικαλεσθῶ κείμενα, θὰ ἐπικαλεσθῶ ἀριθ-
3920μοὺς, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει καταδειχθῆ πασιφανῶς,
3921ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, οἱανδήποτε καὶ
3922ἂν εἶχον ἐγὼ ἀπέναντι αὐτῆς θέσιν, ἂν ἐσκόπει νὰ κατα-
3923στήσῃ τὴν Βοιωτίαν μίαν διοίκησιν, νὰ ἀποβλέψῃ εἰς ἄλλην
3924πόλιν ἢ εἰς τὴν Λεβαδείαν, ὡς πρωτεύουσαν.
3925Κατὰ τὸ 1836, διὰ διατάγματος τῆς 20 Ἰουνίου, ἐγένετο
3926ἡ πρώτη τοῦ Κράτους διαίρεσις κατ’ ἐπαρχίας. Κατὰ τὸ
3927διάταγμα τοῦτο ἡ Βοιωτία, ἀποτελέσασα μίαν ἐπαρχίαν,
3928ἔσχε πρωτεύουσαν τὴν Λεβαδείαν. Αἱ Θῆβαι κατὰ τὸ διά-
3929ταγμα τοῦτο ἀπετέλεσαν ἰδίαν ἐπαρχίαν, ἥτις ὅμως δὲν
3930ἔφερε τὸ ὄνομα τῆς Βοιωτίας, ἀλλ’ ἐπωνομάσθη ἐπαρχία
3931Θηβαΐδος. Ἀλλ’ ὅτε κατὰ τὸ 1838 ἀπεφασίσθη ἡ ἕνωσις
3932τινῶν ἐπαρχιῶν εἰς μίαν διοίκησιν, ἡ ἐπαρχία Βοιωτίας ἠνώ-
3933θη μετὰ τῆς ἐπαρχίας Θηβαΐδος, ὑπὸ πρωτεύουσαν τὴν Λε-
3934βαδείαν. Ἀκούσατε ἤδη, κύριοι Βουλευταὶ, τὸν νόμον περὶ
3935μεταρρυθμίσεως τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους τῆς 22 Ἰουλίου
39361838· ἀκούσατε κατὰ τίνα τρόπον κανονίζει τὰς διοικήσεις.
3937Ἀναγινώσκω αὐτὸν εἰς ἐπήκοον πάντων, ἵνα ἀκούσωσι καὶ
3938οἱ ἀνακριβείας ὑποστηρίξαντες, ἀλλὰ καὶ οἱ τὰ ψεύδη ἐν
3939τοῖς ὑπομνήμασι γράψαντες, ὅτι εὐλόγως ἔλεγον αὐτοῖς ὅτι
3940φοβοῦνται τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν, διότι ἐν αὐτῇ ἤθε-
3941λεν ἀναλάμψει ἡ ἀλήθεια (ἀναγινώσκει):
3942«Ἄρθρον 19. Διοίκησις Βοιωτίας, περιλαμβάνουσα τὰς
3943ἐπαρχίας Βοιωτίας καὶ Θηβαΐδος, πρωτεύουσα ἡ Λεβαδεία».
3944Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον ἡνώθη ἡ Βοιωτία εἰς
3945μίαν διοίκησιν, πρωτεύουσα αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ Λεβαδεία, τὸ
3946δὲ διὰ τοῦ νόμου τούτου δημιουργηθὲν καθεστὼς διετηρήθη
3947μέχρι τοῦ 1845, ὅτε ἐφηρμόσθη τὸ νῦν ἰσχῦον νομαρχιακὸν
3948σύστημα. Ἐνῷ δὲ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα πρωτεύουσα
3949τῆς Βοιωτίας ὑπῆρξεν ἡ Λεβαδεία, ἐγράφη ὑπὸ τῶν γειτόνων
3950ἡμῶν ἐν τῷ ὑπομνήματι αὐτῶν, καὶ ὑπεστηρίχθη δυστυχῶς
3951ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι
3952οὐδέποτε ἡ Λεβαδεία ὑπῆρξε πρωτεύουσα τῆς Βοιωτίας,
3953ἀλλ’ ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξαν πάντοτε αἱ Θῆβαι, ἐνῷ αἱ Θῆβαι,
3954καὶ ὅτε ἀπετέλουν, πρὸ τοῦ 1838, ἰδίαν ἐπαρχίαν, δὲν ἔφε-
3955ρον οὐδὲ τὸ ὄνομα τῆς Βοιωτίας.
3956Καὶ ταῦτα μὲν μόνα ἤρκουν, νομίζω, νὰ καταδείξωσιν,
3957ὅτι μόνοι ἡμεῖς ἐδικαιούμεθα νὰ προβάλωμεν κεκτημένα δι-
3958καιώματα, ἀφοῦ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, δυνάμει
3959κειμένων νόμων, μόνον ἡ Λεβαδεία ὑπῆρξε πρωτεύουσα τῆς
3960Βοιωτίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχον τὴν τόλμην μετὰ παραδόξου
3961ἐπιμονῆς νὰ ἀγωνίζωνται, ὅπως διαστρέψωσι τὰ πράγματα,
3962θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ
3963ἄλλας ἀποδείξεις, ἵνα οὐδεμία μείνῃ ἀμφιβολία καὶ εἰς
3964αὐτοὺς τοὺς ἀγαπητοὺς γείτονας, ὅτι Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ,
3965σεβομένη ἑαυτὴν, ἦτο ἀδύνατον νὰ προβῇ εἰς καταπάτησιν
3966δικαίων τοσούτῳ προφανῶν καὶ νὰ ὁρίσῃ πρωτεύουσαν ἄλλην
3967τῆς Βοιωτίας πόλιν ἢ τὴν Λεβαδείαν.
3968Κατέδειξα προηγουμένως, ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι καθιέρωσαν
3969τὰ δικαιώματα τῆς Λεβαδείας. Ἀλλ’ ἆρά γε, καὶ μετὰ τὸ
39701845, ὁσάκις ἐγένετο σκέψις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ καθε-
3971στῶτος, ἐπῆλθεν ἀλλοία σκέψις εἰς τὰς μελετησάσας μεταρ-
3972ρύθμισιν Κυβερνήσεις; Οὐχί! Μετὰ τὸ 1845 ἡ πρώτη ἀπό-
3973πειρα πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ καθεστῶτος ἐγένετο κατὰ τὸ
39741865, ἐπὶ πρωθυπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου.
3975Τότε ἐγένετο καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον
3976περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους· καὶ τότε, κατὰ τὸ
3977νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἡ Βοιωτία ὁλόκληρος ἀπετέλει μίαν διοί-
3978κησιν, ἧς πρωτεύουσα ὡρίζετο καὶ πάλιν ἡ Λεβαδεία. Κατὰ
3979τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχον ἐγὼ, ὑπῆρχον ὅμως τ’ ἀναμ-
3980φισβήτητα δικαιώματα τῆς Λεβαδείας, ἡ ἀναμφισβήτητος
3981ὑπεροχὴ αὐτῆς, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν, Κυβέρνησις νομιμό-
3982φρονος ἀνδρὸς νὰ παρίδῃ τὰ τοιαῦτα δικαιώματα. Ἀλλ’ ἐκ-
3983τὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ὑπε-
3984βλήθη καὶ νομοσχέδιον δικαστικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους,
3985ὅπερ ἀνευρίσκω ἐντὸς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς
3986Βουλῆς τοῦ 1865· καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἕδρα τοῦ
3987δικαστηρίου ὡρίζετο ἡ Λεβαδεία. Ἀκούσατε, κύριοι Βου-
3988λευταὶ, τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει):
3989«Ἄρθρον 15. Πρωτοδικεῖον Βοιωτίας, περιλαμβάνον τὰς
3990ἐπαρχίας Θηβῶν καὶ Λεβαδείας, ἕδραν ἔχον τὴν Λεβαδείαν».
3991Ὅτε δὲ συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς πρώτην
3992ἀνάγνωσιν, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ποίαν, νομί-
3993ζετε, ἐπαρχίαν ἐπεκαλέσθη, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ἀνάγκην
3994τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου; τὴν Λεβαδείαν. Ἰδοὺ τί
3995ἔλεγεν ὁ τότε Ὑπουργὸς, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης
3996ἠναντιοῦτο εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ζητῶν νὰ προ-
3997ταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νομο-
3998σχεδίου (ἀναγινώσκει):
3999«Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἄσχετον τὸ ἓν ἀπὸ τὸ
4000»ἄλλο. Τὸ διοικητικὸν σύστημα ἅπαξ ἦτο καὶ πάλιν ἐπανῆλ-
4001»θε, καὶ πάλιν ὁ τόπος ἠμπορεῖ νὰ τὸ ζητήσῃ. Τὸ δικαστι-
4002»κὸν τὸ ἐζήτησε πάντοτε ὁ τόπος, διότι μόνον τὰ ἔξοδα τῶν
4003»μαρτύρων διὰ τὴν μετάβασιν θὰ ἦναι περισσότερα ἀπὸ
4004»200,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, καὶ ἐκτὸς τούτου σᾶς
4005»δίδω ἓν παράδειγμα: Ἀπὸ τὴν Λεβαδείαν ἔρχεται ἕνας
4006»μάρτυς· ἐγὼ διατάσσω καὶ τοῦ δίδουν 13 δραχμὰς, αὐτὸς
4007»θὰ πάρῃ ἕνα ζῷον μὲ 30 δραχμὰς, θὰ φάγῃ αὐτὸς καὶ τὸ
4008»ζῷόν του 20, καὶ θὰ χασομερήσῃ 10 ἡμέρας· ὥστε θὰ πλη-
4009»ρώσῃ καὶ αὐτὸς ἄλλας 40 δραχμάς. Ἐξ αὐτοῦ βλέπετε,
4010»ὅτι ὄχι μόνον τὸ Δημόσιον ὠφελεῖται, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ
4011»λαός. Αὐτὸ εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης.»
4012Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης
4013ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας κατεῖδε τὴν ἀνάγκην τῆς διαιρέ-
4014σεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ἀλλὰ συγχρόνως ἀνεγνώ-
4015ρισεν, ὅτι μόνον ἐν Λεβαδείᾳ ὤφειλε νὰ συστήσῃ τὸ Πρω-
4016τοδικεῖον. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἡ Λε-
4017βαδεία ἤδη ἀπὸ τοῦ 1838 εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ὡς πρωτεύουσα
4018τῆς ὅλης Βοιωτίας, εἶχε δὲ διατηρηθῆ ὡς τοιαύτη ἐπὶ ἑπτὰ
4019ὅλα ἔτη, ἐνῷ αἱ Θῆβαι οὐδὲ ὑποδιοίκησις ἐθεωρήθη ἀναγ-
4020καῖον νὰ γείνῃ, καίτοι ἄλλαι πόλεις, ὡς τὰ Μέγαρα, ἡ Ἀτα-
4021λάντη καὶ ἄλλαι, ἐγένοντο ὑποδιοικήσεις. Πῶς ἦτο δυνατὸν
4022λοιπὸν νὰ παροραθῶσι κεκτημένα δικαιώματα; Ἀλλ’ ἐκτὸς
4023τούτου, καὶ πρὸ τοῦ 1865, κατὰ τὸ ἔτος 1841, ὅτε ἐκα-
4024νονίσθησαν τὰ τῆς ἕδρας τῶν Μοιραρχιῶν διὰ τοῦ διατάγ-
4025ματος τῆς 19 Μαρτίου 1841, ἡ Λεβαδεία ὡρίσθη ὡς ἕδρα
4026τῆς Μοιραρχίας τῶν ἐπαρχιῶν Θηβῶν καὶ Λεβαδείας, περι-
4027ληφθείσης μάλιστα ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῆς καὶ τῆς διοικήσεως
4028τῆς Φωκίδος. Ἰδοὺ, ἀκούσατε τὸ διάταγμα (ἀναγινώσκει):
4029«Διάταγμα περὶ μεταρρυθμίσεώς τινων ὡς πρὸς τὰ ὅρια
4030»τῆς Στερεᾶς Μοιραρχιῶν». Ἐδάφ. βʹ: «Ἡ μέχρι τοῦδε
4031»Μοιραρχία Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἑδρεύουσα ἐν Λεβαδείᾳ,
4032»θέλει περιλάβει τὰς διοικήσεις Βοιωτίας καὶ Φωκίδος καὶ
4033»τὴν ὑποδιοίκησιν Λοκρίδος· ἑπομένως ἡ Μοιραρχία αὕτη
4034»θέλει ὀνομάζεσθαι εἰς τὸ ἑξῆς Μοιραρχία Παρνασσίδος.»
4035Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ διοι-
4036κητικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Θηβῶν
4037Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀντιτάξῃ εἰς ἡμᾶς τὰ
4038ἐκ τῆς ἱστορίας δικαιώματα τῶν Θηβῶν. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία
4039δὲν ἀναγνωρίζει τὰς Θήβας ὡς πρωτεύουσαν τῆς Βοιωτίας,
4040οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι πρωτεύουσα, ἀφοῦ τοῦτο ἀντέ-
4041κειτο εἰς τὸν τότε ὀργανισμὸν τῆς ὅλης Ἑλλάδος, καθ’ ὃν αἱ
4042πόλεις ἦσαν αὐτόνομοι καὶ ἀπετέλουν ἴδιον καὶ ἀνεξάρτη-
4043τον ἑκάστη Κράτος. Αἱ Θῆβαι ὑπῆρξαν ἀναμφισβητήτως μία
4044ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων Βοιωτικῶν πόλεων, ἴσως μάλιστα ἡ
4045σπουδαιοτέρα πασῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς ὀργα-
4046νώσεως, ἀλλὰ πρωτεύουσα οὐδέποτε ὑπῆρξα· τοὐναντίον μά-
4047λιστα ἐπί τινα χρόνον ὑπῆρξαν φόρου ὑποτελεῖς εἰς τὸν
4048Ὀρχομενὸν, καὶ ἐν ἄλλῳ χρόνῳ κυρίαρχος, καὶ οὐχὶ πρω-
4049τεύουσα πασῶν τῶν Βοιωτικῶν πόλεων.
4050Ἀλλὰ ταῦτα οὐδαμῶς συμβάλλονται εἰς τὴν λύσιν τοῦ
4051ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὸ μεγα-
4052λεῖον τοῦ Ἐπαμεινώνδου καὶ τῶν προγόνων ἡμῶν. Ἀλλὰ
4053τὴν δόξαν τῆς Ἑλλάδος τὴν συναντῶ καὶ ἀλλαχοῦ. Τὴν
4054βλέπω περιπλανωμένην εἰς τὸν ὑπερήφανον βράχον τῶν Ψα-
4055ρῶν, ἐκεῖθεν δὲ τὴν βλέπω φερομένην πρὸς τὸ Σοῦλι, τὸ
4056Μεσολόγγι, τὸ Βαλτέτσι, τὴν βλέπω σπεύδουσαν εἰς τὸ
4057Δίστομον καὶ τὴν Ἀράχωβαν καὶ ἐπιστρέφουσαν εἰς τὴν
4058Ἀκρόπολιν τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ἐκεῖθεν, παρακάμπτουσαν
4059τὴν πόλιν τῶν Θηβῶν, τὴν βλέπω γονυπετοῦσαν πρὸ τῆς
4060Πέτρας, ἵνα στεφανώσῃ τοὺς πεσόντας ἐκεῖ ἥρωας, ἐκ τοῦ
4061αἵματος τῶν ὁποίων ἀνεβλάστησε καὶ ἐπαγιώθη ἡ ἀνεξαρτη-
4062σία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Αὕτη εἶναι ἡ δόξα, ἥτις ἐση-
4063μείωσεν ἐπὶ τοῦ περιφανοῦς διαδήματος τῆς Λεβαδείας τρία
4064περιλαμπῆ ἐμβλήματα, συμβολίζοντα τὰς τρεῖς μυριονέκρους
4065μάχας, καθ’ ἃς ἐδοξάσθησαν τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα, τὰς μάχας
4066τοῦ Διστόμου, τῆς Ἀραχώβης καὶ τῆς Πέτρας! (εὖγε!).
4067Ἀλλά, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι πάντες οἱ λόγοι οὗτοι δὲν
4068εἶναι ἱκανοί, ὅπως ἀναγνωρισθῇ πόλις τις ὡς πρωτεύουσα
4069νομοῦ τινος. Σπουδαιότεροι λόγοι εἰσὶν ἄλλοι· εἶναι ἡ ἀνά-
4070πτυξις, εἶναι τὸ κλῖμα, εἶναι τὸ κεντρικὸν τῆς πόλεως...
4071§198Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Τώρα τὸ ’πέτυχες!
4072§199ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἴδωμεν ἀμέσως, ἂν ἐπέτυχον... Καὶ
4073ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ κεντρικὸν τῆς θέσεως, θὰ σᾶς ἀπο-
4074δείξω ἀμέσως, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ. Μεταξὺ
4075τῶν δύο πόλεων κεῖνται οἱ δῆμοι Πέτρας καὶ Ὀρχομενοῦ
4076τῆς Λεβαδείας, καὶ οἱ δῆμοι Ἀκραιφνίου, Θεσπιῶν, Θίσβης
4077καὶ Πλαταιῶν τῶν Θηβῶν. Ἀφοῦ οἱ δῆμοι οὗτοί εἰσι μεταξὺ
4078τῶν δύο πόλεων, δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῆς δια-
4079φορᾶς τῶν ἀφ’ ἑκάστης πόλεως ἀποστάσεων, διότι αὕτη εἶ-
4080ναι ἄνευ ἀξίας. Ἡ ἀξία λόγου διαφορὰ εἶναι διὰ τοὺς δήμους
4081τοὺς κειμένους ὄπισθεν τῶν δύο πόλεων. Αἱ Θῆβαι ἔχουσιν
4082ὄπισθεν αὐτῶν δύο δήμους, τὸν τῆς Τανάγρας καὶ τὸν τῆς
4083Αὐλίδος. Ἡ ἀπόστασις αὐτῶν ἀπὸ Λεβαδείας εἶναι κατὰ
4084μέσον ὅρον ὧραι δώδεκα ἐπὶ ἐδάφους ἐπιπέδου καὶ ὁμαλοῦ·
4085ἀλλ’ ἡ Λεβαδεία ἔχει ὄπισθέν της τρεῖς δήμους, ἐπὶ ἐδά-
4086φους ὀρεινοῦ καὶ ἀνωμάλου, τοὺς δήμους Χαιρωνείας, Διστο-
4087μίων καὶ Ἀραχώβης, οἵτινες ἀπέχουσι τῶν Θηβῶν, ὁ μὲν
4088τῆς Ἀραχώβης 17 ὥρας, οἱ δὲ ἕτεροι δύο δέκα τρεῖς ὥρας.
4089Ἔχομεν λοιπὸν ἐντεῦθεν δύο μὲν δήμους τῶν Θηβῶν, ἔχον-
4090τας κατὰ τὴν στατιστικὴν πληθυσμὸν 7253 κατοίκων, ἀπέ-
4091χοντας δὲ 12 ὥρας τῆς Λεβαδείας, ἐνῷ ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου
4092τρεῖς δήμους τῆς Λεβαδείας, μὲ πληθυσμὸν κατὰ τὴν στα-
4093τιστικὴν 10,213 κατοίκων, ἀπέχοντας πλέον τῶν 14 ὡρῶν.
4094Νομίζω ὅτι τὸ κέντρον εἶναι καταφανές.
4095Ἀλλ’ ὡς ἐπέτυχον εἰς τὴν ἀπόδειξιν τούτου, εἶμαι βέ-
4096βαιος ὅτι θέλω ἐπιτύχει εἰς τὴν ἀπόδειξιν καὶ τῶν λοιπῶν
4097ἰσχυρισμῶν μου, καὶ θέλω ἀφοπλίσει τελείως τοὺς ἀντιπά-
4098λους μου, διότι τὸ κεντρικὸν τῆς θέσεως καὶ ἡ κατὰ τὰ
4099λοιπὰ ὑπεροχὴ τῆς Λεβαδείας κατέστησαν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ
4100ΙΕʹ αἰῶνος πρωτεύουσαν οὐ μόνον τῆς Βοιωτίας, ἀλλὰ καὶ
4101πάσης τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος, εἰς ἣν κατὰ τὸν Pou-
4102queville ἔδωκε καὶ τὸ ὄνομά της. Ἀκούσατε δὲ τί περὶ
4103τούτου λέγει ὁ ἐπιφανὴς Γάλλος εἰς τὸ σύγγραμμα αὑτοῦ
4104«Περιηγήσεις ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα». Ὁ συγγραφεὺς ἐπεσκέφθη
4105τὴν Λεβαδείαν κατὰ τὸ 1814· ἰδοὺ δὲ τί λέγει περὶ αὐ-
4106τῆς (ἀναγινώσκει):
4107«Ἡ Λιβαδιά, ἥτις ἀντικατέστησε τὴν Λεβάδειαν, εἶναι
4108»ἡ νῦν πρωτεύουσα τῆς ἀρχαίας Βοιωτίας, τῆς ὁποίας ἡ ἔκ-
4109»τασις σχηματίζει ἓν Βοϊβοδιλίκι. Ἡ πόλις Λιβαδιὰ ἔδωκε
4110»τὄνομά της εἰς ὅλην τὴν Βοιωτίαν καὶ πρὸ τοῦ ΙΕʹ αἰῶνος,
4111»ἀπετέλεσε δὲ Βοϊβοδιλίκι διὰ φιρμανίου τοῦ Σουλτάνου
4112»Σουλεϊμὰν τοῦ Περιφήμου, περιλαμβάνον 18 μεγάλα χω-
4113»ρία. Ὑψωθεῖσα δὲ εἰς ἐπισκοπὴν περὶ τὰ μέσα τοῦ ΙΖʹ
4114»αἰῶνος, διατηρεῖ ἀκόμη εἰς τὴν κατοχὴν τῶν χριστιανῶν
4115»πολλοὺς χριστιανικοὺς ναούς. Οἱ Ἕλληνες τῆς Λιβαδιᾶς
4116»εἶναι πρᾷοι καὶ πολυμήχανοι· ἡ μᾶλλον συγκινητικὴ καὶ
4117»ἐγκάρδιος φιλοξενία τοὺς χαρακτηρίζει· μεθ’ ὑπερηφανείας
4118»δὲ δεικνύουσι τὸν τάφον τῆς μητρὸς τοῦ Λάμπρου Κα-
4119»τσώνη.»
4120Καὶ ταῦτα μὲν περὶ Λεβαδείας. Περὶ δὲ Θηβῶν ἀκούσατε
4121τί γράφει (ἀναγινώσκει):
4122«Ὁ Duloir εἶναι ὁ πρῶτος ταξιδιώτης, ὅστις ὁμιλεῖ περὶ
4123»Θηβῶν εἰς ἐπιστολήν του πρὸς τὸν περιώνυμον Ménage.
4124»Δὲν βλέπει τις ἐκεῖ (γράφει) ἄλλα ἴχνη τῆς ἀρχαιότητος,
4125»πλὴν θεμελίων τινῶν λιθίνων τοίχων, ἅτινα ἔκλειον τὴν
4126»πόλιν ἐκ τοῦ μεσημβρινοῦ μέρους· ἀλλὰ καὶ ταῦτα εἶναι
4127»ἀσήμαντα. Ἐκ τῆς παλαιᾶς εὐκλείας τῆς πόλεως οὐδὲν
4128»ἀπέμεινε, διότι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἐπαμεινώνδου κατέ-
4129»στη ἀφανής, καί, καθὰ ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Κικέρων, ἡ δόξα
4130»τῶν Θηβῶν ἐγεννήθη καὶ ἀπέθανε μετὰ τοῦ Ἐπαμεινώνδου.»
4131Αὐτὴν τὴν κρίσιν ὀλίγῳ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ποιεῖται
4132ὁ διαπρεπὴς ἀνὴρ περὶ τῶν δύο πόλεων.
4133Ἀλλὰ, σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς Θηβῶν πρὸ ὀλίγου,
4134ὅτι αἱ Θῆβαι πληρώνουσι περισσοτέρους φόρους εἰς τὸ Δημό-
4135σιον. Τὸ ἐπιχείρημα, Κύριοι, δὲν θεωρῶ σοβαρόν. Δὲν νομίζω
4136ὅτι τὸ καταβάλλειν πλείονας φόρους δίδει δικαίωμα πρω-
4137τείων, ὅταν δὲν συντρέχωσιν ἄλλα προσόντα. Ἴσως ὅμως
4138λέγων ταῦτα, δώσω ἀφορμὴν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀκριβῆ ἔλεγεν
4139ὁ συνάδελφος περὶ τούτου· διὰ τοῦτο θέλω σπεύσει ἀμέσως
4140νὰ καταδείξω, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ἀνακριβείας εἶπε.
4141Λαμβάνω εἰς χεῖράς μου τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1897. Κατὰ
4142τὸν ἀπολογισμὸν τοῦτον, ἐν τῷ ταμείῳ καὶ τῷ ὑποταμείῳ
4143Θηβῶν κατεβλήθησαν δρ. 269,959 + 264,678, ἤτοι ἐν ὅλῳ
4144δραχ. 534,637· ἐν δὲ τῷ ταμείῳ καὶ ὑποταμείῳ Λεβαδείας
4145δραχ. 375,547 + 50,528, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμαὶ 426,075.
4146Ἀλλ’ ἐκ τῶν ποσῶν τούτων δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ κατα-
4147βληθέντα διὰ πληρωμὴν παγίων καὶ προσωρινῶν δόσεων· διότι
4148ἡ καταβολὴ τούτων δὲν ἀποτελεῖ καταβολὴν φόρου, ἀλλὰ
4149τιμήματος ἀγορᾶς γαιῶν· δέον λοιπὸν ν’ ἀφαιρεθῶσιν ὅσα
4150κατὰ τὰς καταστάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν
4151κατεβλήθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Οὕτως ἀφαιροῦμεν
4152διὰ τὸ ἔτος 1897, διὰ μὲν τὰς Θήβας τὸ ποσὸν τῶν δραχ.
4153191,234, διὰ δὲ τὴν Λεβαδείαν τὸ ποσὸν τῶν δρ. 74,247·
4154ἐντεῦθεν ἔχομεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι διὰ μὲν τὰς Θήβας
4155ἐναπομένει πληρωθὲν ποσὸν ἐκ φόρων δραχ. 343,405, διὰ
4156δὲ τὴν Λεβαδείαν ἐναπομένει πληρωθὲν ποσὸν δραχμῶν
4157351,832. Ἐντεῦθεν παρατηροῦμεν, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὴν
4158καταβολὴν φόρων ὑπερτερεῖ κατά τι ἡ Λεβαδεία. Ἀλλ’ ἡ
4159τοῦ θέματος τούτου ἔρευνα μοὶ κατέδειξέ τι ἄλλο· μοὶ κατέ-
4160δειξεν, ὅτι κατὰ τοὺς φόρους, τοὺς ἀποδεικνύοντας τὴν ὕπαρ-
4161ξιν ἐμπορικῆς καὶ κοινωνικῆς κινήσεως, ἡ Λεβαδεία ὑπερτε-
4162ρεῖ εἰς καταπληκτικὸν βαθμὸν τὰς Θήβας. Ἀκούσατε. Φό-
4163ρος οἰκοδομῶν: Θῆβαι δρ. 11,167, Λεβαδεία δρ. 16,658.
4164Τηλεγραφικὰ τέλη: Θῆβαι δρ. 2685, Λεβαδεία δρ. 4053.
4165Σιγαρόχαρτον: Θῆβαι δρ. 686, Λεβαδεία δρ. 21,791.
4166Ταινίαι: Θῆβαι δρ. 1859, Λεβαδεία δρ. 53,293. Γραμμα-
4167τόσημα: Θῆβαι δρ. 6,146, Λεβαδεία 9,875. Χαρτόσημον:
4168Θῆβαι δρ. 115,801, Λεβαδεία 118,217. Μόνον εἰς τὸν φό-
4169ρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὑπερτεροῦσιν αἱ Θῆβαι· ἀλλὰ
4170ταῦτα, ἐνῷ πληρώνουσιν εἰς τὸ ταμεῖον Θηβῶν, καλλιεργοῦ-
4171σιν ὅμως ἔδαφος τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας κατὰ τὸ πλεῖστον,
4172διότι καλλιεργοῦσιν ἐν Κωπαΐδι.
4173Ἀλλὰ μὴ τυχὸν ὁ πληθυσμὸς τῶν δύο πόλεων δικαιολογεῖ
4174τὴν σύστασιν τῆς ἕδρας ἀλλαχοῦ ἢ ἐν Λεβαδείᾳ; Ἡ ἐπί-
4175σημος στατιστικὴ τοῦ Κράτους φέρει τὰς μὲν Θήβας ἐχού-
4176σας πληθυσμὸν 3469 κατοίκων, τὴν δὲ Λεβαδείαν 6271...
4177§200ΔΑΟΥΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε· ἀφαιρεῖτε
4178τὰ δύο προάστεια, τὰ ὁποῖα εἶναι συνέχεια τῆς πόλεως.
4179§201ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ τὰ προσθέσω πρὸς χάριν σας, μολο-
4180νότι τὰ προάστεια εἶναι κεχωρισμένα τῆς πόλεως, καὶ εἶναι
4181γνωστὸν ὅτι ἀπέχουσι πολὺ τῆς πόλεως. Ἰδού: Θῆβαι 3469,
4182Ἅγιοι Θεόδωροι 1094, Πυρὶ 1049, ἐν ὅλῳ 5612. Ἀλλ’ ἡ
4183Λεβαδείᾳ μόνη ἄνευ τῶν προαστείων ἔχει 6271.
4184§202ΔΑΟΥΤΗΣ. Βάλετε καὶ τ’ ἄλλα προάστεια.
4185§203ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θέλετε νὰ ὑπολογίσω καὶ τὸ ἡμίσειαν
4186ὥραν ἀπέχον Τάχι ὡς προάστειον; Θέλετε ὅλον τὸν δῆμον
4187τῶν Θηβαίων νὰ ὑπολογίσω ὡς πόλιν τῶν Θηβῶν; Τὸ πράτ-
4188τω πρὸς χάριν σας. Ὅλος ὁ δῆμός σας ἔχει 6586, συγκεί-
4189μενος ἐξ 7 χωρίων, μόνη δὲ ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας ἔχει
41906271 κατοίκους, ὁ δὲ δῆμος Λεβαδείας 8476! Εἶσθε εὐχα-
4191ριστημένος; Αὐτὰ λέγουσιν οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοί· καὶ ὅμως
4192καὶ ἀπέναντι ἀριθμῶν ἐγράψατε καὶ εἴπετε ἀνακριβείας, μὴ
4193ἀναλογιζόμενοι ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἡ συζήτησις αὕτη καὶ ὁ
4194ἔλεγχος, καὶ ἤθελεν ἀναλάμψει ἡ ἀλήθεια.
4195Ἀλλὰ μήπως κατὰ τὴν τελευταίαν μόνον ἀπογραφὴν
4196παρουσιάζεται αὐτὴ ἡ διαφορὰ τοῦ πληθυσμοῦ; Ἐν τοῖς
4197ὑπομνήμασιν αὑτῶν οἱ κύριοι Βουλευταὶ Θηβῶν ἀνέφεραν,
4198ὅτι ἡ τοιαύτη διαφορὰ τοῦ πληθυσμοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν
4199ἀπογραφὴν παρατηρεῖται, διότι ἡ ἀπογραφὴ ἐγένετο εἰς τὰς
42006 Ὀκτωβρίου, ὅτε ἕνεκα τῆς συλλογῆς τοῦ βάμβακος παρα-
4201μένουσι πολλοὶ ξένοι ἐν Λεβαδείᾳ. Πρὸς ἄρσιν καὶ τούτου,
4202τοῦ ἐπιπολαίως ῥιφθέντος ἐπιχειρήματος, λαμβάνω εἰς χεῖρας
4203τὴν στατιστικὴν τοῦ 1890, ἥτις ἐγένετο τὸν Ἀπρίλιον,
4204ὅτε δὲν γίνεται συλλογὴ οὐδενὸς προϊόντος, οὐδὲ τοῦ βάμ-
4205βακος, καὶ ἐκεῖ εὑρίσκω, ὅτι ἡ πόλις τῶν Θηβῶν ἔχει κατοί-
4206κους 3,228, ἡ δὲ Λεβαδεία 4,990, δηλαδὴ 5,000. Ἐντεῦ-
4207θεν ἀποδεικνύεται, ὅτι, πρὶν ἢ προβάλωσιν ἐπιχείρημα τοι-
4208οῦτον, ἔδει νὰ σκεφθῶσιν, ἂν τοῦτο ἠδύνατο νὰ τοὺς ὠφε-
4209λήσῃ. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ἐξαγόμενον τῆς συγκρίσεως τοῦ πλη-
4210θυσμοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν; ὅτι ἐντὸς τῆς δεκα-
4211ετίας ἡ πόλις τῶν Θηβῶν ηὔξησε κατὰ 200 μόνον κατοί-
4212κους, ἡ δὲ τῆς Λεβαδείας κατὰ 1300. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη
4213τί ἀποδεικνύει; ὅτι ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας εἶναι πόλις ζωῆς
4214καὶ κινήσεως, καὶ ὅτι πάνθ’ ὅσα περὶ τοῦ νοσηροῦ τοῦ κλί-
4215ματος ἐγράφησαν, εἰσὶν αὐτόχρημα συκοφαντίαι· Θέλω δὲ
4216τοῦτο ἀποδείξει ἀμέσως δι’ ἐπισήμων ἀριθμῶν.
4217Εἴπετε, καὶ ἐπανελάβετε τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ ἐγρά-
4218ψατε εἰς τὸ ὑπόμνημά σας, ὅτι ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας εἶναι
4219νοσηρὰ, προσβαλλομένη ὑπὸ ἑλειογενῶν πυρετῶν, καὶ διε-
4220δώσατε τὴν φήμην ταύτην ἐπιτηδείως, ἐκμεταλλευόμενοι τὸ
4221πρὸ τριακονταετίας νοσηρὸν τοῦ κλίματος, ἕνεκα τῆς τότε
4222καλλιεργείας τῆς ὀρύζης, ὅπως γείνητε πιστευτοί. Ἀλλ’ ἀκρι-
4223βῶς τοῦτο μὲ ἐξηνάγκασε νὰ μεριμνήσω, ὅπως σᾶς ἀποδείξω,
4224ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ἐσυκοφαντήσατε τὴν Λεβαδείαν. Ἠρεύ-
4225νησα τὰς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν στατιστικὰς,
4226ὅπως ἀνεύρω πληροφορίας περὶ τῆς θνησιμότητος τῶν δύο
4227πόλεων, καὶ ἀνεῦρον τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἀκούσατε
4228ἤδη, τί λέγουσιν οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοί· ἀκούσατε, διὰ νὰ μά-
4229θητε καὶ ὑμεῖς μεθ’ ὅλης τῆς Βουλῆς, ὁποῖα ἀποτελέσματα
4230μᾶς δίδει ἡ συγκριτικὴ μελέτη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἔχω
4231εἰς χεῖράς μου ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ βιβλίου τῶν νεκροσκόπων
4232τῶν δύο πόλεων. Κατ’ αὐτὸ προκύπτει, ὅτι ἡ πόλις τῶν
4233Θηβῶν, κατὰ μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1896–1897–1898, ἔχει
4234θνησιμότητα 32 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, ἡ δὲ πόλις τῆς Λεβαδείας
4235μόνον 20. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω καὶ ἓν ἕκαστον τῶν ἐτῶν ἰδι-
4236αιτέρως, διότι δὲν θὰ ἀφήσω τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀπο-
4237δείξω ἐξ ἐπισήμων ἀριθμῶν. Κατὰ τὸ 1896 ἐν Θήβαις ἀπε-
4238βίωσαν 69, εἶναι δὲ κεχωρισμένοι οἱ θάνατοι τῆς πόλεως
4239ἀπὸ τοὺς τῶν προαστείων ἢ χωρίων Πυρὶ, Ἁγίων Θεοδώ-
4240ρων καὶ τῶν ἄλλων χωρίων. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος, διαιρούμενος
4241διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων, ἀνερχομένων, ὡς ἐρρήθη, εἰς
42423469, μᾶς δίδει θνησιμότητα 23 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Κατὰ τὸ
4243ἔτος 1897 οἱ θάνατοι εἶναι 110· ὥστε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο
4244ἔχομεν θνησιμότητα 35 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Κατὰ τὸ ἔτος 1898
4245οἱ θάνατοι ἀνέρχονται εἰς 116, καὶ ἑπομένως ἡ θνησιμότης
4246ἀνέρχεται εἰς 37 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Ἂς ἴδωμεν ἤδη καὶ τὴν
4247τῆς Λεβαδείας. Κατὰ τὸ 1896 οἱ θάνατοι ἐν Λεβαδείᾳ ἀνῆλ-
4248θον εἰς 135 ἐπὶ 6,271 κατοίκων· ὥστε ἔχομεν θνησιμότητα
424920 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Κατὰ τὸ 1897 ἐν Λεβαδείᾳ οἱ θάνατοι
4250ἀνῆλθον εἰς τὸν ἀριθμὸν 122· ὥστε ἔχομεν θνησιμότητα 19
4251ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Κατὰ τὸ 1898 ἀνῆλθον εἰς 117· ὥστε ἔχο-
4252μεν ἐπίσης 19 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Ἀκούετε, κύριε Βουλευταί,
4253τί βεβαιοῦσιν οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοί; Ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς
4254θνησιμότητος παρ’ ἡμῖν ἐξικνεῖται μέχρι τοῦ 20 ἐπὶ τοῖς χι-
4255λίοις, ὁ δὲ κατώτατος μέχρι τοῦ 19 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, ἐνῷ
4256ἐν Θήβαις ὁ μὲν ἀνώτατος ὅρος ἐξικνεῖται μέχρι τοῦ ἀριθ-
4257μοῦ 37 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, ὁ δὲ κατώτατος μέχρι τοῦ 23 ἐπὶ
4258τοῖς χιλίοις. Κρίνατε ἤδη ὑμεῖς, μετὰ τὴν ἐντονωτάτην ταύ-
4259την διαμαρτύρησιν τῶν ἀριθμῶν, τίς εἶναι ἡ νοσηρὰ πόλις.
4260Ἀλλ’ ἀνάγκη ν’ ἀνακοινώσω ἡμῖν συγκριτικὴν μελέτην
4261καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων πόλεων, ἵνα ἴδητε, ὅτι καὶ ἐκ τῆς μελέ-
4262της ταύτης θέλει γείνῃ καταφανὲς, ὅτι μᾶς ἐσυκοφάντησαν.
4263Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἐπίσημος στατιστική. Αἱ Ἀθῆναι φέρουσι
4264θνησιμότητα 23 ἐπὶ τοῖς χιλίους, ὁ Πειραιεὺς 21, αἱ Πάτραι
426524, ἡ Σῦρος 28, τὰ Τρίκκαλα 28, ἡ Κέρκυρα 26, ὁ Βόλος
426629, ἡ Λάρισα 29, ἡ Ζάκυνθος 24, αἱ Καλάμαι 18, ὁ Πύρ-
4267γος 21, ἡ Τρίπολις 21. Ἐκ τῆς συγκριτικῆς ταύτης μελέ-
4268της ἀποδεικνύεται, ὅτι αἱ Καλάμαι κατέχουσι τὴν τελευταίαν
4269θέσιν, ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῆς θνησιμότητος, καὶ ἀμέσως
4270μετὰ τὰς Καλάμας ἔρχεται ἡ Λεβαδεία· πρώτη δὲ πασῶν, ὡς
4271πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῆς θνησιμότητος ἔρχεται ἡ πόλις τῶν Θηβῶν.
4272§204ΔΑΟΥΤΗΣ. Ὅστις σᾶς ἀκούει, θὰ γελᾷ μὲ σᾶς!
4273§205ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ γελάσω τελευταῖος! Ἀκού-
4274σατε ἀκόμη.
4275Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι θὰ ἀρκεσθῶ ἕως ἐδῶ, διὰ νὰ
4276ὑποστηρίξω τὸν ἀναμφισβήτητον ἤδη καταστάντα ἰσχυρισμὸν,
4277ὅτι ἡ Λεβαδεία εἶναι μία τῶν μᾶλλον ὑγιεινῶν πόλεων τῆς
4278Ἑλλάδος; Ἀνέτρεξα εἰς ἑτέραν στατιστικὴν, δημοσιευθεῖ-
4279σαν πρὸ δεκαετίας, ἔνθα εὗρον τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Ἰδοὺ
4280ἡ στατιστικὴ τοῦ 1884. Ἂς ἴδωμεν ὁποῖα εἶναι τὰ ἐξ αὐτῆς
4281ἐξαγόμενα, ὡς πρὸς τὴν θνησιμότητα τῶν πόλεων Θηβῶν
4282καὶ Λεβαδείας. Κατὰ τὴν στατιστικὴν ταύτην, ἔχομεν
4283θανάτους ἐντὸς τοῦ ἔτους 1884 εἰς τὴν πόλιν τῶν Θηβῶν
4284165, εἰς δὲ τὴν πόλιν τῆς Λεβαδείας 103· ἡ ἀναλογία κατὰ
4285τὸ ἔτος τοῦτο εἶναι πολὺ μικροτέρα, ἡ δὲ σύγκρισις λίαν
4286ἱκανοποιητικὴ διὰ τὴν Λεβαδείαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται
4287περὶ τούτου· θ’ ἀκούσητε ἀμέσως διατὶ ἐπεκαλέσθην τοὺς
4288ἀριθμοὺς αὐτοὺς, διὰ νὰ κλείσω διὰ παντὸς τὰ στόματα ἐκεί-
4289νων, οἱ ὁποῖοι συκοφαντοῦσι τὴν πόλιν τῆς Λεβαδείας, γρά-
4290φοντες καὶ λέγοντες, ὅτι αὕτη ἔχει κλῖμα νοσηρὸν, καὶ ὅτι
4291προσβάλλεται ὑπὸ ἑλειογενῶν πυρετῶν. Εἶναι γνωστὸν πρὸς
4292πάντας ὑμᾶς, καὶ μάλιστα πρὸς τοὺς ἐξ ὑμῶν ἰατροὺς, ὅτι
4293οἱ ἑλειογενεῖς πυρετοὶ εἰς τὰ νοσώδη κλίματα ἀναπτύσσον-
4294ται κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας, Ἰούνιον, Ἰούλιον καὶ Αὔγου-
4295στον. Τούτου δοθέντος, ἂς ἴδωμεν ποία εἶναι κατὰ τὴν συγ-
4296κριτικὴν στατιστικὴν ἡ θνησιμότης τῶν μηνῶν τούτων εἰς
4297τὰς δύο πόλεις, ἐντεῦθεν δὲ θὰ ἔχωμεν ἀσφαλῆ βάσιν νὰ
4298κρίνωμεν περὶ τῆς ὑγείας τῶν δύο πόλεων.
4299Ἰδοὺ, σᾶς ἀναγινώσκω τοὺς ἀριθμούς. Μάϊος, ἐν Θήβαις
4300θάνατοι 15, ἐν Λεβαδείᾳ 5· Ἰούνιος, ἐν Θήβαις θάνατοι
430113, ἐν Λεβαδείᾳ 8· Ἰούλιος, ἐν Θήβαις θάνατοι 15, ἐν Λε-
4302βαδείᾳ 6· Αὔγουστος, ἐν Θήβαις θάνατοι 11, ἐν Λεβαδείᾳ
43039· Σεπτέμβριος, ἐν Θήβαις θάνατοι 15, ἐν Λεβαδείᾳ 9.
4304Ἀκούετε, κύριοι συνάδελφοι, τί λέγουσιν οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοὶ,
4305οὓς προκαλῶ νὰ βοῶσιν ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς;
4306Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κυρίων ἰατρῶν, τῶν εὑρι-
4307σκομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα μοὶ εἴπωσιν, ἂν πόλις,
4308εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τοὺς μῆνας, οὓς ἀνέφερα, παρατηρεῖται
4309τοιαύτη θνησιμότης, δύναται νὰ θεωρηθῇ νοσώδης... Ποῖον
4310λοιπὸν τὸ κέρδος, ὅπερ προσεπορίσθητε ἐκ τῆς συκοφαντίας
4311ταύτης; Ὅτι, ἂν ὑποτεθῇ ἡ Λεβαδεία νοσώδης, νοσωδεστέρα
4312βεβαίως ἀποδεικνύεται ἡ πόλις τῶν Θηβῶν. Ἑπομένως καὶ
4313κατὰ τοῦτο ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας ὑπερτερεῖ.
4314Ἀλλ’ ἆρά γε ταῦτα μόνον ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ἕδρα τῆς
4315Βοιωτίας δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλη πόλις, πλὴν τῆς Λεβα-
4316δείας; Ἐγὼ θὰ ἐπικαλεσθῶ κρίσεις περὶ τῆς πόλεως Λεβα-
4317δείας, οὐχὶ ἐκ Θηβῶν προερχομένας, οὐχὶ ἐκ δημοσιογρά-
4318φων ἀνταποκριτῶν, ἀλλὰ κρίσεις προερχομένας ἐξ ἀνδρῶν
4319ἐπιφανῶν, σοβαρῶν, καὶ ἐκ τῆς ἐπισημότητος αὐτῶν δυναμέ-
4320νων νὰ ἔχωσι κῦρος ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ξένων δὲ πρὸς
4321τὰ πάθη καὶ τὰ συμφέροντα ἡμῶν. Θὰ ἴδωμεν δὲ ὁποίας
4322ἀπεκόμισαν οὗτοι ἐντυπώσεις περὶ τῆς Λεβαδείας καὶ ὁποίας
4323περὶ τῶν Θηβῶν, ἀμφοτέρας ἐπισκεφθέντες. Καὶ πρῶτον θὰ
4324σᾶς ἀναγνώσω τὰς περὶ τῶν δύο πόλεων κρίσεις γνωστοῦ
4325καὶ ἐπιφανοῦς ἀνδρὸς, τοῦ μακαρίτου Σχλίεμαν. Πρὶν ὅμως
4326προβῶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τούτων, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι
4327λυποῦμαι, διότι κατάστασις ἀνάγκης μὲ ὑποχρεοῖ νὰ προβῶ
4328εἰς ἀνακοινώσεις κατὰ γείτονος πόλεως, ἐπίσης ἀγαπητῆς εἰς
4329ἐμὲ, μεθ’ ἧς συνδέομαι στενώτατα. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι δια-
4330τελῶ ἐν καταστάσει ἀνάγκης. Ἡ συκοφαντηθεῖσα πατρίς
4331μου ἀξιοῖ παρ’ ἐμοῦ τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην, καὶ ἐγὼ
4332μετ’ ἀποφάσεως προβαίνω εἰς τὸ καθῆκόν μου. Ἰδοὺ τί γράφει
4333λοιπὸν ὁ μακαρίτης Σχλίεμαν ἐν τῷ συγγράμματι αὑτοῦ
4334«Ὀρχομενὸς» (ἀναγινώσκει):
4335«Ἡ νῦν ἐπὶ τὴν Καδμείαν περιοριζομένη πόλις εἶναι ὁ
4336»ῥυπαρώτερος καὶ ἀπεχθέστερος τόπος τῆς Ἑλλάδος, καὶ συμ-
4337»βουλεύω σπουδαίως τοὺς περιηγητὰς, προτιμότερον νὰ δια-
4338»νυκτερεύσωσιν εἰς τὸν φαυλότερον ἀχυρῶνα παρὰ εἰς τὸ λεγό-
4339»μενον Ξενοδοχεῖον τῶν Θηβῶν.»
4340Ὀλίγον δὲ κατωτέρω, ὡς εἰ μὴ ἤρκουν ταῦτα, μεταχει-
4341ρίζεται τὴν ῥυπαρότητα τῆς πόλεως ὡς ὅρον συγκρίσεως πρὸς
4342τὸ χωρίον Τοπόλια (ἀναγινώσκει):
4343«Ἐν τῇ τοποθεσίᾳ τῶν Κωπῶν κεῖται τὸ χωρίον Τοπό-
4344»λια, σχεδὸν τοσοῦτον ῥυπαρὸν, ὅσον καὶ αἱ Θῆβαι...»
4345§206ΔΑΟΥΤΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἔγραψε, διότι δὲν τὸν ἄφιναν νὰ
4346κλέπτῃ ἀρχαιότητας.
4347§207ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὐθὺς δὲ ἀμέσως γράφει τὰ ἑξῆς περὶ
4348Λεβαδείας (ἀναγινώσκει):
4349«Ἡ νῦν Λεβαδεία ἦτο ἐπὶ τουρκοκρατίας ἡ μάλιστα ἀν-
4350»θοῦσα πόλις τῆς βορείου Ἑλλάδος, ἔχουσα 1500 οἰκίας· καὶ
4351»σήμερον ἀκόμη εἶναι πόλις, ἥτις ἐμποιεῖ ἐντύπωσιν εὐπο-
4352»ρίας καὶ καθαριότητος. Εὑρίσκει τις νυκτερινὸν κατάλυμα,
4353»μολονότι ὁ εὐγενὴς καὶ εὐπαίδευτος ἀστυνόμος κ. Γ. Λου-
4354»κίδης δὲν ἐπιτρέπει τοῖς ξένοις νὰ κατοικήσωσιν ἀλλαχοῦ ἢ
4355»ἐν τῇ φιλοξένῳ αὐτοῦ οἰκίᾳ.»
4356§208ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ. Ὁ Σχλίεμαν ἦτο ἄνθρωπος τοῦ συμ-
4357φέροντος.
4358§209ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔστω. Ἀφοῦ εὑρίσκετε ὅτι δὲν εἶναι
4359ἀμερόληπτος ἡ μαρτυρία τούτου, ἂς ἐπικαλεσθῶ ἄλλην· διότι
4360ἔχω ἀπόφασιν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰς κρίσεις πασῶν τῶν ἐθνικο-
4361τήτων, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ κατασυντρίψω ὁριστικῶς τὰ βέλη
4362τῆς συκοφαντίας. Ἰδοὺ λοιπὸν ἕτερος ἐπίσημος ἀνὴρ, ὁ κατὰ
4363τὸ ἔτος 1881 πρῶτος γραμματεὺς τῆς ἐν Ἀθήναις Γαλλι-
4364κῆς Πρεσβείας Henrie Belle, ἐν τῷ συγγράμματι αὑτοῦ
4365«Περιηγήσεις ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα», πῶς περιγράφει τὰς δύο
4366πόλεις. Τὴν σύγκρισιν ποιεῖτε ὑμεῖς, ἀφοῦ ἀκούσητε τὰς περι-
4367γραφάς. Καὶ πρῶτον περὶ Θηβῶν (ἀναγινώσκει):
4368«Παρακάμπτοντες, λέγει, ὑπέρυθρον λόφον, διακρίνομεν
4369»αἴφνης περὶ τὰς 300 οἰκίας ἐπὶ στενοῦ ἐπιπέδου πεντήκοντα
4370»μέτρων, μεμονωμένου πανταχόθεν ἀπὸ τῶν παρακειμένων
4371»ὑψωμάτων. Εἶναι ἡ πόλις τῶν Θηβῶν, ὅπου μετ’ ὀλίγον
4372»εἰσερχόμεθα.
4373»Αἱ Θῆβαι ἀποτελοῦνται ἐκ μιᾶς μόνον ὁδοῦ, ἀρκούντως
4374»εὐρείας, διερχομένης διὰ διπλῆς σειρᾶς μονωρόφων οἰκιῶν,
4375»τῶν ὁποίων τὸ ἰσόγειον, κατειλημμένον ὑπὸ διαφόρων κατα-
4376»στημάτων, προστατεύεται διὰ πλατέος προστεγάσματος ἐκ
4377»σανίδων, στηριζομένων ἐπὶ ξυλίνων πασσάλων, χονδροειδῶς
4378»τετραγωνισμένων. Τὰ συνεχῆ ταῦτα προστεγάσματα, ἐκ-
4379»τεινόμενα ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ, ἀποτελοῦσιν εἶδος στοᾶς,
4380»χρησιμευούσης ὡς καταφυγίου καὶ περιπάτου εἰς τοὺς κατοί-
4381»κους κατὰ τὰς βροχὰς, συχνὰς κατὰ τὴν χώραν ταύτην.
4382»Πολλαὶ οἰκίαι, κρημνισθεῖσαι ὑπὸ σεισμοῦ καὶ μὴ οἰκοδο-
4383»μηθεῖσαι, παρουσιάζουσι τὴν ὄψιν πόλεως τὴν ἐπιοῦσαν πο-
4384»λιορκίας. Σήμερον, μίαν ἐκ τῶν ἑκατὸν ὀγδοήκοντα ἑορτῶν
4385»τοῦ ἡμερολογίου τῶν ὀρθοδόξων, τὸ πλῆθος περιφέρεται εἰς τὰς
4386»ὁδούς. Φοβούμεθα μήπως, ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν χωρικῶν
4387»τοῦ συρρεύσαντος εἰς τὴν πόλιν, δὲν εὕρωμεν δωμάτιον εἰς
4388»τὸ χάνι, ὁπόθεν ἐκπέμπεται ὀσμὴ ναυτιώδης, λίαν δυσάρε-
4389»στος. Ἀλλὰ χάρις εἰς τὴν προστασίαν τοῦ δημάρχου εὑρί-
4390»σκομεν κατάλυμα ἐν τῇ πόλει.
4391»Καθ’ ὅλην τὴν νύκτα ἡ κατοικία συνεταράσσετο ὑπὸ τοῦ
4392»πνέοντος σφοδροῦ ἀνέμου, ὅπως ἐν ὥρᾳ σεισμοῦ. Εἰς τὰς
4393»διαφόρους ὁδοὺς τῆς πόλεως ἑκατοντάδες ἀμνῶν ἐβέλαζον
4394»κατὰ παντοίους τόνους. Τὰ ποίμνια ἐσκηνωμένα ἐντὸς τῆς
4395»πόλεως, σχεδὸν ὑπὸ τὰ παράθυρά μας, ἐθορύβουν, ποθοῦντα
4396»ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὰ ὄρη των. Ἐνίοτε ἡ φωνὴ τοῦ ποιμέ-
4397»νος ἐπέβαλλε σιγὴν εἰς τὸν θόρυβον τοῦτον, ὅστις ἔπαυεν
4398»ἐπὶ στιγμὴν, ὅπως μετ’ ὀλίγον ἐπαναληφθῇ.»
4399Ἀκούσατε δὲ ἤδη, Κύριοι, ὁποίαν ποιεῖται τῆς Λεβαδείας
4400περιγραφὴν, καὶ κρίνατε περὶ τῶν ἐντυπώσεων, ἃς προυξέ-
4401νησαν αὐτῷ αἱ δύο πόλεις (ἀναγινώσκει):
4402«Ἀφοῦ ἐπί τινα χρόνον διήλθομεν ἀνωφέρειαν κεκαλυμ-
4403»μένην ὑπὸ ἠνθισμένης ἐρείκης, φθάνομεν εἰς κορυφὴν, ὁπό-
4404»θεν διακρίνομεν πέραν εὐφόρου πεδιάδος τὴν πόλιν τῆς
4405»Λεβαδείας, μίαν τῶν γραφικωτέρων καὶ χαριεστέρων πόλεων
4406»τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας αἱ λευκαὶ μὲ ἐρυθρὰς στέγας
4407»οἰκίαι, κλιμακηδὸν ἐπὶ ταχείας κλίσεως διατεθειμέναι,
4408»ἀναμιγνύονται μὲ δένδρα καὶ ἄνθη εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ
4409»Ἑλικῶνος ἐπὶ τῆς εἰσόδου μυστηριώδους στενοπορίας.
4410»Ἡ νὺξ εἶχεν ἤδη ἐπέλθει, ὅτε κατήλθομεν εἰς τὴν πόλιν
4411»δι’ εὐρείας καὶ καθαρᾶς ὁδοῦ, ἐν μέσῳ διπλῆς σειρᾶς κατα-
4412»στημάτων καὶ καφενείων.
4413»Τὴν ἐπιοῦσαν ἐγερθέντες εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ μεγα-
4414»λείτερον μέρος τῆς πόλεως τοῦ Ἑλικῶνος. Αἱ χαρίεσσαι
4415»καὶ κομψαὶ οἰκίαι της κατέρχονται μέχρι τοῦ χειμάρρου,
4416»φωτιζόμεναι ὑπὸ τοῦ ἡλίου τῆς πρωΐας, ὅστις ῥίπτει ἐπὶ
4417»τῶν λευκῶν τοίχων καὶ ἐρυθρῶν στεγῶν ζωηρὸν φῶς ἀντι-
4418»θέτως πρὸς τὰ πέριξ ἀπείρου γλυκύτητος. Ἡ κάτω πόλις
4419»ἐκτείνεται ἐπὶ τῶν δύο ὀχθῶν τῆς Ἑρκύνης, ἥτις ἀπωτέρω
4420»χωρεῖ ὀφιοειδῶς ἐν τῇ πεδιάδι μέχρι τῆς λίμνης Κωπαΐδος.
4421»Τὸ πᾶν παρουσιάζει κίνησιν καὶ ζωὴν, καὶ εἰς τὸν θόρυβον
4422»τοῦ χειμάρρου ἀνεμιγνύετο ὁ ὑπόκωφος καὶ κανονικὸς θόρυ-
4423»βος τοῦ κοπάνου τῶν γναφέων. Κυπάρισσοι, πλάτανοι καὶ
4424»λεῦκαι ἐκάλυπτον τὰ κλιμακηδὸν διατεθειμένα δώματα,
4425»ἐν δὲ τῇ πεδιάδι λευκοὶ οἰκίσκοι εὑρίσκοντο διεσπαρμένοι
4426»ἐν τῷ μέσῳ κήπων, πεφυτευμένων ὑπὸ ἀμυγδαλῶν, ῥοδα-
4427»κινῶν καὶ ἀπιδεῶν, ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν ὁποίων βλαστάνου-
4428»σιν ὁ ἀραβόσιτος καὶ τὸ ὀρύζιον...»
4429Ἀλλ’ εἶπον ὅτι θὰ ἐπικαλεσθῶ πάσης ἐθνικότητος μάρ-
4430τυρας, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω
4431περικοπὴν περὶ Λεβαδείας ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ Ἄγγλου
4432καθηγητοῦ Mahaffy, ὅστις διελθὼν τὴν Ἑλλάδα, οὐδὲν
4433ἀναφέρει περὶ Θηβῶν, ἐκτὸς τῶν γνωστῶν ἱστορικῶν γεγονό-
4434των. Ἰδοὺ δὲ τί γράφει περὶ Λεβαδείας. Περὶ τῆς Λεβαδείας
4435γράφων, ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Λίνου καὶ τοῦ Ἡσιόδου, καὶ δὲν
4436περιορίζεται νὰ τὴν παρουσιάσῃ ὡς μίαν ἐκ τῶν πρώτων
4437πόλεων τῆς Ἑλλάδος, εἰς ἣν ἤκμασεν ὁ μέγας Βοιωτικὸς
4438πολιτισμὸς, ἀλλ’ ὁμιλεῖ περὶ τῆς συγχρόνου ζωῆς της (ἀνα-
4439γινώσκει):
4440«...Καὶ ἤδη, ὑπάρχει περισσοτέρα ζωὴ εἰς τὴν Λεβαδείαν
4441»παρὰ εἰς τὰς πλείστας τῶν ἑλληνικῶν πόλεων. Ὅλος ὁ
4442»βάμβαξ τῆς χώρας εἰσάγεται καὶ πωλεῖται ἐκεῖ. Καὶ μὲ
4443»τὴν βοήθειαν τῆς μεγάλης δυνάμεως τοῦ ὕδατος κέκτηται
4444»ἡ Λεβαδεία μίαν σημαντικὴν βιομηχανίαν, ὅπου ὁ βάμβαξ
4445»κλώθεται καὶ ὑφαίνεται. Μέγας καὶ διαυγέστατος ποταμὸς
4446»χωρίζει τὴν πόλιν εἰς δύο. Ὁλόκληρος ἡ ἄποψις τῆς πόλεως
4447»ὁμοιάζει πρὸς ἑλβετικὴν πόλιν, καὶ ὁλόκληρος ἡ πέριξ ἀνω-
4448»φέρεια τῶν ἐνδοξοτέρων βουνῶν τοῦ κόσμου, ἅτινα τὴν
4449»στέφουν, φέρει εἰς τὸν ταξιδιώτην ἑλβετικὰς ἀναμνήσεις.»
4450Καὶ ἤδη, ἂν δύναταί τις, ἂς μὴ ὁμολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι
4451ἡ Λεβαδεία, ἡ τοιαύτας προκαλοῦσα ἐντυπώσεις παρὰ τοῖς
4452ξένοις, δὲν ἔχει παρὸν ἄξιον νὰ προκαλέσῃ τὸ ἐνδιαφέρον
4453πάσης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἆρά γε μόνον παρὸν
4454ἔχει; Ἂς ἀκούσωμεν τί περὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλον-
4455τος αὐτῆς γράφει διακεκριμένος ἀνὴρ, ὁ Ἀλσατὸς ἀκαδημαϊ-
4456κὸς Μεϋμὰρ, εἰς τὴν περὶ τῶν δημοσίων ἐν Ἑλλάδι ἔργων
4457περισπούδαστον αὑτοῦ μελέτην, τὴν δημοσιευθεῖσαν ἑλληνι-
4458στὶ εἰς τὸ ἐν Παρισίοις ἐκδιδόμενον κατὰ τὸ 1870 περιοδι-
4459κὸν «Ἐθνικὴ Ἐπιθεώρησις» (ἀναγινώσκει):
4460«Ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας (γράφει) εἶναι μία τῶν ὡραιο-
4461»τάτων καὶ κομψοτάτων πόλεων τῆς Ἑλλάδος. Χωριζομένη
4462»ἀπὸ τῆς πεδιάδος δι’ ὀρεινῆς ὀφρύος, ἀναπετάννυται ζωγρα-
4463»φικῶς δίκην ἀμφιθεάτρου ἐπὶ ὑπωρείας ἀποτόμου πολυποικί-
4464»λου θέας. Ἡ Ἔρκυνα, ἔχουσα τὰς ἀρχὰς ἀπ’ αὐτῆς, ῥεῖ
4465»διὰ μέσης πόλεως. Αἱ βαθεῖαι χαράδραι καὶ αἱ ἀναμνήσεις
4466»τῶν σπηλαίων τοῦ Τροφωνίου Διὸς πληροῦσι τὴν ψυχὴν
4467»ἀπεριγράπτου ῥέμβης. Ἀλλ’ ἡ σκηνὴ μεταβάλλεται καὶ κα-
4468»θίσταται εὐθυμοτέρα ὡς κατέλθωμεν εἰς τὴν πόλιν. Αἱ ὁδοὶ
4469»τῆς πόλεως καθαραὶ καὶ ὑπὸ ἐργαστηρίων ποικίλης ὕλης καὶ
4470»πολυχρώτων προϊόντων ὁριζόμεναι, εἰσὶ πλήρεις λαοῦ εὐθύ-
4471»μου καὶ ἐργατικοῦ, ὅστις ἔχει ἐν Ἑλλάδι ὑπόληψιν λαοῦ
4472»τιμίου καὶ φιλοξένου. Αἱ κυπάρισσοι, αἱ πλάτανοι καὶ αἱ
4473»ἰτέαι, σκιάζουσαι τὰς στέγας καὶ τὰ δώματα τῶν οἰκιῶν,
4474»γραφικὴν ἀποτελοῦσι τὴν πρόσοψιν. Ὁ διὰ μέσου τῆς πό-
4475»λεως διερχόμενος ποταμὸς τῆς Ἐρκύνης πληροῖ ζωῆς καὶ
4476»ποιήσεως τὰς ὁδούς. Καὶ νῦν μὲν λάλος, κελαρύζων, χειμαρ-
4477»ρώδης καὶ εὔθυμος, νῦν δὲ μελαγχολικὸς καὶ σοβαρὸς, κατα-
4478»φέρεται ἐπὶ τὸ προάστειον, μεταβαλλόμενος εἰς πρᾶον ῥεῖ-
4479»θρον, οὗτινος τὰ ἐλαφρὰ νάματα ἕρπουσιν ἀνὰ μέσον σει-
4480»ρᾶς μακρᾶς ἀγροικιῶν καὶ ἀγροκηπίων, κομψῶν, χλοερῶν
4481»καὶ κατασκίων, ἄνεσιν καὶ εὐημερίαν ἀποπνεόντων.
4482» Ἡ πόλις τῆς Λεβαδείας δὲν παρέχει τὴν ὄψιν τῆς πενίας,
4483»τῆς ἀργίας καὶ τῆς ἀγροικίας πολλῶν πόλεων τῆς Ἑλλά-
4484»δος, ὑφ’ ἧς παθαίνεται ὁ περιηγητής. Οἱ κάτοικοι κέκτην-
4485»ται εὐφορωτάτας γαίας εἰς τὰς παρακειμένας πεδιάδας, καὶ
4486»εἰσὶν ἔκδοτοι εἰς τὴν καλλιέργειαν. Ἡ τακτικὴ ἐργασία καὶ
4487»ἡ ἐξ αὐτῆς ἀπορρέουσα ἄνεσις ἐξημέρωσε τὰ ἤθη αὐτῶν.
4488»Ὅταν ἡ λίμνη Κωπαΐς ἀποξηρανθῇ, ἡ Λεβαδεία θέλει δρέ-
4489»ψει πρώτη τοὺς καρποὺς τῆς ὠφελείας ταύτης καὶ θέλει
4490»καταστῆ μία ἐκ τῶν πρώτων πόλεων τῆς Ἑλλάδος. Αὕτη
4491»ἔσται εἰς τὸ μέλλον τὸ κέντρον πάσης δράσεως ἐν τῇ Βοιω-
4492»τία, καὶ ἡ ἀφετηρία μεγάλης παραγωγῆς παντοίων βιομη-
4493»χανικῶν ἐπιχειρήσεων.»
4494§210ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ. Μπᾶ! μπᾶ! μπᾶ! Σὺ κοντεύεις νὰ
4495μᾶς τὴν κάμῃς Παρίσι τὴ Λιβαδιά!
4496§211ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ μὲ ἐρωτήσητε ἴσως, τί γράφει περὶ
4497Θηβῶν. Οὐδέν! Διῆλθε τῶν Θηβῶν καὶ ἀπῆλθε, μηδὲν ἕτε-
4498ρον γράψας ἢ ὅτι καὶ αἱ Θῆβαι ἔχουσι γῆν παράλυπρον,
4499προσομοίαν πρὸς τὴν τῆς Ἀττικῆς.
4500Ἀλλ’ ἵνα καταδείξω ὑμῖν τίνα καὶ αὐτοὶ οἱ γείτονες ἡμῶν
4501Θηβαῖοι ἀποδίδουσιν ἀξίαν εἰς τὴν Λεβαδείαν, ὡς πόλιν
4502ἐμπορικῆς ζωῆς, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀγόρευσιν τοῦ ἄλλοτε ἀντι-
4503προσώπου τῶν Θηβῶν μακαρίτου Κατσίνα. Ὅτε κατὰ τὸ
45041863 βαρεῖα χιὼν ἐκάλυψε τὸν Κιθαιρῶνα, καὶ ἡ συγκοινω-
4505νία μεταξὺ τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἀθηνῶν
4506διεκόπη ἐπὶ μακρὸν, ὁ τότε πληρεξούσιος τῶν Θηβῶν, θέ-
4507λων νὰ προκαλέσῃ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς
4508ταχείας ἀποκαταστάσεως τῆς συγκοινωνίας, ποίαν, νομίζετε,
4509ἐπεκαλέσθη πόλιν, ἵνα ἐξεγείρῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερ-
4510νήσεως; Τὰς Θήβας; Οὐχί. Τὴν Λεβαδείαν ἐπεκαλέσθη,
4511διότι τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς Λεβαδείας ἐθεώρει ὡς ἐπιβλαβῆ εἰς
4512τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ ἐπὶ τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως
4513τῆς Λεβαδείας στηριχθεὶς, ἐπεζήτησε ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν
4514συγκοινωνίαν τῆς πατρίδος του. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει):
4515«ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Κύριοι, πρὸ 20 ἡμερῶν γνωρίζετε, ὅτι
4516»διεκόπη ἡ συγκοινωνία μεταξὺ τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος
4517»καὶ τῆς πρωτευούσης. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δι’ αὐτὸ,
4518»ἀλλὰ διότι ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας ἀγνοοῦμεν τί γίνεται εἰς τὴν
4519»Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα, ὅπου μεγάλα ἐμπορικὰ συμφέροντα
4520»διακινδυνεύουν, καὶ διότι ἔχομεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ
4521»ἐπαρχία Λεβαδείας, ἡ ὁποία κάμνει ἐξαγωγὴν βάμβακος
4522»2–3 ἑκατομμυρίων ὀκάδας, θὰ ὑποστῇ μεγάλην ζημίαν,
4523»διότι οἱ ἔμποροι τοῦ Λονδίνου διαμαρτύρονται κατὰ τῶν
4524»προμηθευτῶν ...» κλπ.
4525Τοιαῦται, Κύριοι, εἰσὶν αἱ κρίσεις τῶν τε ξένων καὶ τοῦ
4526πληρεξουσίου τῶν Θηβῶν περὶ τῆς Λεβαδείας, τὴν ὁποίαν
4527τόσον σκαιῶς συκοφαντοῦσιν ἐπὶ μῆνας ἤδη, γράφοντες καὶ
4528λέγοντες ἀνυπόστατα περὶ αὐτῆς.
4529§212ΔΑΟΥΤΗΣ. Δὲν συκοφαντοῦμεν· λέγομεν τὰ δικαιά μας.
4530§213ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς ἀπέδειξα ὁποῖά εἰσι τὰ δίκαιά σας.
4531Ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπω ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, διότι ἐπι-
4532θυμῶ, ὅταν κληθῆτε νὰ δώσητε τὴν ψῆφον ὑμῶν, νὰ μὴ εὑ-
4533ρεθῇ Βουλευτὴς, ὅστις ἤθελε νομίσει, ὅτι χαριζόμενος πρός
4534με προσωπικῶς, ἢ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δίδει τὴν ψῆφον
4535αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς Λεβαδείας. Ἡ ὑπὲρ τῆς Λεβαδείας ψῆφος
4536ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς ὑπεροχῆς της, καὶ τὴν ὑπὲρ αὐτῆς γνώ-
4537μην τῆς Βουλῆς ἀπεκδέχομαι ὁμόφωνον. (Εὖγε! εὖγε!).
4538§214Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Κρίνω περιττὸν, κύριοι Βουλευταί, νὰ
4539σᾶς κουράσω, μεθ’ ὅσα ἐνταῦθα ἐλέχθησαν ἐπὶ τῶν ὑποβλη-
4540θεισῶν διαφόρων τροπολογιῶν. Διὰ μακρῶν ὁ δεινὸς χειρι-
4541στὴς τοῦ λόγου καὶ συμπολίτης μου, κ. Μπουφίδης, σᾶς ἐξέ-
4542θηκε τοὺς λόγους, δι’ οὕς ἡ Λεβαδεία πρέπει νὰ προτιμηθῇ
4543ὡς πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ Βοιωτίας. Πλὴν τῶν ποικίλων ἄλ-
4544λων λόγων, καὶ ἡ ὑπεροχὴ τοῦ πληθυσμοῦ, διότι κατὰ τὴν
4545τελευταίαν ἀπογραφὴν ἡ Λεβαδεία ἀριθμεῖ 6271 κατοίκους,
4546αἱ δὲ Θῆβαι μόνον 3469, καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῆς Λεβαδείας
4547ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐπὶ ἑπταετίαν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1838–1845,
4548ὡς πρωτευούσης τῆς διοικήσεως Βοιωτίας, ἀλλὰ πρὸ πάντων,
4549κύριοι Βουλευταί, διότι αὕτη εἶναι ἡ μετὰ τὸν Πειραιᾶ καὶ
4550τὴν Σῦρον τρίτη βιομηχανικὴ πόλις ἐν Ἑλλάδι, ἐπιβάλ-
4551λουσιν εἰς τοὺς Θηβαίους νὰ ἀναγνωρίσωσι τὴν Λεβαδείαν ὡς
4552πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ Βοιωτίας.
4553Νῦν δὲ στρέφομαι πρὸς τοὺς κυρίους ἀντιπροσώπους τῶν
4554Θηβῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ συνομολογήσωσιν, ἀφοῦ
4555πλέον ἔχομεν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πατρίδα, τὴν Βοιωτίαν,
4556ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ὡς ἀντιπροσώπους τῶν Θηβῶν καὶ
4557τῆς Λεβαδείας, νὰ φροντίσωμεν ἐκ καθήκοντος νὰ συμφιλιώ-
4558σωμεν καὶ ἀδελφοποιήσωμεν τοὺς δύο λαούς, καὶ νὰ συνερ-
4559γασθῶμεν χάριν τῶν κοινῶν συμφερόντων.
4560§215ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ. Οὐδέποτε θὰ εὑρεθῶμεν μαζῆ!
4561§216ΛΑΠΠΑΣ. Θὰ εὑρεθῶμεν, κύριε συνάδελφε, διότι τοὺς
4562Θηβαίους καὶ Λεβαδεῖς συνδέουσι κοινοὶ πόθοι καὶ κοινὰ βιο-
4563τικὰ συμφέροντα.
4564§217Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
4565§218Ξ. ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
4566καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα συμφώνως καὶ τῇ γνω-
4567μοδοτήσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῶν
4568ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν τῶν Βουλευτῶν Καρδίτσης καὶ
4569Φαρσάλων ὑπαγάγῃ τὴν ἐπαρχίαν Φαρσάλων εἰς τὸν νομόν
4570Καρδίτσης, ὅστις νομὸς νὰ μετονομασθῇ νομὸς Θεσσαλιώτι-
4571δος, καὶ ὑπαγάγῃ αὐτὸν τὸν νομὸν εἰς τὴν βʹ κατηγορίαν
4572τῶν νομῶν. Οἱ κάτοικοι Φαρσάλων ἔχουσι συμφέρον νὰ ἑνω-
4573θῶσι μετὰ τοῦ νομοῦ Καρδίτσης καὶ ἀποσπασθῶσι τοῦ νομοῦ
4574Λαρίσης, διότι καὶ τὰ αὐτὰ ἤθη καὶ ἔθιμα ἔχουσι καὶ πλησιέ-
4575στεροι εἶναι πρὸς τὴν Καρδίτσαν ἢ τὴν Λάρισαν, κερδίζον-
4576τες τὸ ἥμισυ περίπου τῆς πρὸς τὴν Λάρισαν ἀποστάσεως καὶ
4577διὰ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ πεζῆ καὶ ἔφιπποι.
4578§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
4579§220Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς γενομένας ψη-
4580φοφορίας κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, διὰ τῶν ὁποίων ἀπεδεί-
4581χθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας
4582διετύπωσεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, βεβαίως καὶ εἰς ἐμὲ ἐπιβάλ-
4583λεται νὰ θεωρῶ περιττὴν πᾶσαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐσκε-
4584πτόμην, ὑπὸ ἄλλην ὄψιν ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, νὰ
4585ὑποβάλω, καθὼς καὶ περὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων ὑποθέτω,
4586ὅτι τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχουσιν. Ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ
4587ἀφήσω ἄνευ μνείας τὴν γνώμην καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν
4588ὁποίαν ἐξέφρασαν οἱ συμπολῖταί μου νὰ ἴδωσι διαρρυθμιζό-
4589μενα τὰ κατὰ τὸν νέον νομὸν Λακεδαίμονος ἄλλως ἢ ὡς
4590ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Οἱ συμπολῖταί μου καὶ διὰ
4591πανδήμων συλλαλητηρίων καὶ διὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβου-
4592λίων, ἅτινα ἐξέδωκαν ψηφίσματα, ἐζήτησαν παρὰ τῆς Βου-
4593λῆς καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν τροποποίησιν τοῦ σχε-
4594τικοῦ ἐδαφίου τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζη-
4595τοῦμεν, ὡς πρὸς τοῦτο: νὰ σχηματισθῇ νομὸς ἰδιαίτερος ἐκ
4596τῶν ἐπαρχιῶν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ Κυθήρων. Οἱ συμπο-
4597λῖταί μου ἀπηυθύνθησαν μετὰ τῆς αὐτῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς
4598ὅλους ἡμᾶς τοὺς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ πρὸς τοὺς ἐκ
4599Κυθήρων συναδέλφους. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐν τῇ
4600ἰδιαιτέρᾳ συνεννοήσει πρὸς τὸν ἕνα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλ-
4601φων Κυθήρων, τὸν κ. Στάην, καθαρῶς ἐπείσθημεν, ὅτι δὲν
4602πρόκειται περὶ πραγματοποιήσεως τοῦ πόθου τῶν συμπολι-
4603τῶν ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι διατεθειμένος, οὔτε ζή-
4604τημα νὰ φέρω περὶ τούτου, οὔτε ψηφοφορίαν νὰ προκαλέσω
4605κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἢ κἂν δι’ ἀναστάσεως, διότι εἶναι
4606γνωστὴ ἡ τύχη, ἥτις περιμένει τὴν τροπολογίαν. Ἐν
4607τούτοις ὤφειλον νὰ ἐγείρω τὴν φωνήν μου ἐνταῦθα καὶ νὰ
4608διατυπώσω τὴν εὐχὴν τῶν συμπολιτῶν μου, ἣν θὰ συνεμερι-
4609ζόμην, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίζω τὴν πραγματοποίησιν.
4610Ἀλλὰ δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν ἐλπίδα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελ-
4611φος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Λύρας, βλέπων καὶ ἐκεῖνος,
4612ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ εὐχὴ αὕτη,
4613προέβη εἰς ἄλλην πρότασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία
4614καὶ ἐκείνη, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά της, ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ. Ὁ
4615κ. Λύρας προέβαλε τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων· τοῦτο
4616δὲ δηλοῖ, ὅτι καὶ ἐκεῖνος, συμμεριζόμενος τὰς γνώμας τὰς
4617ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, αἰσθάνεται, ὡς αἰσθάνονται ὅλοι οἱ συμ-
4618πολῖταί μου, τὴν ἔλλειψιν διοικήσεως ἕνεκα τῆς μεγάλης
4619ἀποστάσεως, ἥτις χωρίζει τὴν ἐπαρχίαν Ἐπιδαύρου Λιμη-
4620ρᾶς ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἔφερε
4621τὴν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας λέγει, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν ἀνα-
4622σύστασιν τῶν ἐπαρχείων. Τοῦτο εἶναι καὶ μία ἱκανοποίησις
4623πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἀρχῆθεν ἔχοντας τὴν τοιαύτην γνώμην καὶ
4624ἀρχῆθεν προτείνοντας αὐτήν. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ
4625ὑποβάλω τὴν γνώμην περὶ ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχείων,
4626διότι δι’ αὐτῶν φρονῶ, ὅτι ἤθελε προαχθῆ ἡ χώρα. Ἦτο
4627εὐτύχημα νὰ ἴδω τοὺς μετ’ ἐμὲ ἀγορεύσαντας συμμεριζομέ-
4628νους τὴν γνώμην μου ταύτην. Ἐὰν σήμερον δὲν ἔχωμεν
4629τὴν δύναμιν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν γνώμην
4630μας, ἐὰν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ψηφίζεται καὶ τὸ
4631ὁποῖον μετ’ ὀλίγας ὥρας θὰ ἔχῃ ψηφισθῆ εἰς τρίτην ὁριστι-
4632κὴν ἀνάγνωσιν, καὶ τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας δημοσι-
4633ευόμενον διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» θὰ ἦναι
4634νόμος τοῦ Κράτους, ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο θὰ εὐδοκιμήσῃ
4635ἢ ὄχι, ἀγνοῶ, ἵνα ἐπὶ τὸ μετριώτερον ἐκφρασθῶ. Ὑπάρχου-
4636σιν ὅμως ἐν τῇ Βουλῇ οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο
4637δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ ἀγαθὰ εἰς τὴν χώραν. Ἀνεπτύ-
4638χθησαν ὅμως διὰ μακρῶν οἱ λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρί-
4639ζεται ἡ γνώμη τῶν ἀντιφρονούντων, καὶ δὲν εἶμαι διατε-
4640θειμένος κατὰ τὰς μεταμεσονυκτίους ταύτας ὥρας νὰ ἐπανα-
4641λάβω αὐτούς· ἔχω ὅμως πεποίθησιν, ὅτι ταχέως θὰ ἔλθῃ
4642περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔλθῃ ἄλλος Μεσσίας, ὁ
4643ὁποῖος, ὅταν λάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, θὰ κανονίσῃ
4644καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι διὰ τῆς συστάσεως τῶν ἐπαρ-
4645χειῶν θὰ προαχθῇ ἡ καλὴ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν, τὴν
4646ὁποίαν ματαίως ζητοῦμεν σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
4647§221Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Τὸ ἐδάφιον 7 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ
4648νομοσχεδίου ἀναφέρει μόνον τὴν ἐπαρχίαν Ἄρτης, ὡς ἀπο-
4649τελοῦσαν τὸν νομὸν Ἄρτης, παραλείπει δὲ τὴν ἐπαρχίαν
4650Τζουμέρκων. Συνεπῶς δέον νὰ συμπληρωθῇ, ὅτι ὁ νομὸς Ἄρ-
4651της ἀποτελεῖται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Ἄρτης καὶ Τζουμέρκων.
4652Ἐκτὸς τούτου, ὡς γνωρίζετε, ἔχει ὑποβληθῆ καὶ τροπολο-
4653γία παρὰ τῶν Βουλευτῶν Βάλτου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται
4654ἡ ὑπαγωγὴ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου εἰς τὸν νομὸν Ἄρτης. Ἡ
4655τροπολογία αὕτη εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα
4656τοῦ νομοῦ Ἄρτης. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ δὲν
4657ὑπάρχει ἀντίρρησις οὔτε ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν Ἄρτης,
4658νὰ τὴν παραδεχθῇ.
4659§222Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, κύριε Πρόεδρε, θὰ
4660εἴπω ὀλίγα.
4661Τὸ ἐδάφιον 19 ἀναφέρει, ὅτι ὁ νομὸς Τριφυλίας, συνιστά-
4662μενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας, ἕδραν ἔχει
4663τὴν Κυπαρισσίαν. Ἐμνήσθην εἰσηγητικῆς τινος ἐκθέσεως τοῦ
4664κατὰ τὸ 1892 Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ νῦν Ὑπουρ-
4665γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
4666περὶ καταργήσεως τριῶν Πρωτοδικείων, καὶ μοὶ ἐφάνη παρά-
4667δοξον, πῶς ἡ Κυβέρνησις, προτείνουσα διὰ τοῦ ὑπὸ συζή-
4668τησιν νομοσχεδίου ὡς ἕδραν τὴν Κυπαρισσίαν, δὲν ἐμνήσθη
4669τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Κυπαρισσία κρίνεται
4670ὡς παντελῶς μὴ ἱκανὴ νὰ ἔχῃ ἕδραν δικαστηρίου, πολλῷ δὲ
4671μᾶλλον βεβαίως δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἔχῃ ἕδραν διοικήσεως, καὶ
4672δὴ νομοῦ ὁλοκλήρου. Ἡ πόλις τῆς Κυπαρισσίας, κατὰ τὴν
4673εἰσηγητικὴν ἐκείνην ἔκθεσιν, «δὲν παρέχει τὰς ἀπαιτουμένας
4674εὐκολίας πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ καταστήματος τοῦ Πρωτο-
4675δικείου καὶ τῶν παρομαρτούντων αὐτῷ καταστημάτων φυλα-
4676κῶν κλπ. καὶ πρὸς ἐνοίκισιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων...
4677Τὸ μειονέκτημα τοῦτο τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου (προσ-
4678θέτει ἡ ἔκθεσις) ὑπῆρξε πάντοτε σπουδαῖον κώλυμα ἐν τῇ
4679λειτουργίᾳ τοῦ δικαστηρίου, καθόσον οἱ δικαστικοὶ ὑπάλλη-
4680λοι βαρέως φέρουσι τὴν ἐν Κυπαρισσίᾳ τοποθέτησίν των, ἐπι-
4681ζητοῦντες παντὶ σθένει τὴν ἐκεῖθεν μετάθεσίν των καὶ προσ-
4682φεύγοντες ἐν ἀποτυχίᾳ ταύτης εἰς αἰτήσεις ἀδειῶν ἀπουσίας
4683πρὸς βελτίωσιν τῆς παθούσης ὑγείας των...»
4684Ἀφοῦ ἡ Κυπαρισσία ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς
4685Δικαιοσύνης ὡς μὴ δυναμένη νὰ διατηρήσῃ οὔτε μόνους τοὺς
4686ὑπαλλήλους ἑνὸς Πρωτοδικείου, πῶς δύναται σήμερον νὰ ἔχῃ
4687ἐπαρκῆ τὰ μέσα, οἷον κατάστημα διὰ τὸν νομάρχην, κατά-
4688στημα διὰ τὰ γραφεῖα τῆς Νομαρχίας, κατάστημα διὰ φυ-
4689λακὰς, καταστήματα διὰ τὰς ἄλλας ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγ-
4690καταστῶσι συνεπείᾳ τοῦ νόμου τούτου; Καὶ πῶς εἶναι δυ-
4691νατὸν νὰ πιστεύσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ἀφοῦ οἱ δικαστικοὶ
4692ὑπάλληλοι καταφεύγουσιν εἰς πᾶν μέσον, ἵνα ἀπομακρυνθῶσι
4693τῆς Κυπαρισσίας, αὐτοὶ οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι
4694πρόκειται νὰ ἐγκαταστῶσι, δὲν θέλουσιν ἐπίσης καταφεύγει
4695εἰς πᾶν μέσον, ὅπως ἀπομακρύνωνται τῆς Κυπαρισσίας; Διατὶ,
4696ἀφοῦ τόσους σπουδαίους λόγους ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ πι-
4697στεύῃ, ὅτι ἡ Κυπαρισία δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὅπως χρησιμεύσῃ
4698ὡς πρωτεύουσα νομοῦ, διατὶ δὲν στρέφει τὰ βλέμματα πρὸς
4699ἄλλην πόλιν τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Διατὶ δὲν στρέφει τὰ
4700βλέμματα πρὸς τὴν πόλιν τῶν Φιλιατρῶν, ἡ ὁποία ἔδωκε
4701τόσα δείγματα προόδου, καὶ ἡ ὁποία καὶ κατὰ τὸ τὸ κάλλος
4702καὶ κατὰ τὸν πληθυσμὸν, καὶ εἰς ὅλα ἐν γένει ὑπερέχει οὐ
4703μόνον τῆς Κυπαρισσίας, ἀλλὰ καὶ πλείστων ἄλλων πόλεων
4704τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ ὁποία κέκτηται ὅλα τὰ μέσα καὶ ὅλα
4705τὰ πλεονεκτήματα, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ;
4706Ποῖος ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ
4707εἴπῃ «παραδέχομαι ὡς ἕδραν τὴν Κυπαρισσίαν, καταδικάζουσα
4708τὸν νέον αὐτὸν νομὸν εἰς στασιμότητα;» Διατὶ ἡ Κυβέρ-
4709νησις δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν προοδευτικωτάτην ὄντως
4710πόλιν τῶν Φιλιατρῶν, καὶ διατὶ δὲν παρέχει εἰς αὐτὴν
4711ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως θὰ παρασχεθῶσι διὰ
4712τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν ἀρχῶν ἐν Φιλιατροῖς, ὅπως δοθῇ μία
4713ὤθησις εἰς τὴν πρόοδον τοῦ νέου αὐτοῦ νομοῦ; Ποῖος ὁ λό-
4714γος, διὰ νὰ μείνῃ ἡ ἕδρα εἰς πόλιν, τὴν ὁποίαν οἱ ἐπισκε-
4715πτόμενοι οὕτω περιγράφουσιν; (ἀναγινώσκει):
4716«Γνωρίζετε (λέγει τις ἐπισκεφθεὶς τὴν Κυπαρισσίαν καὶ
4717δημοσιεύων ἐν τῷ «Νεολόγῳ» τὰς ἐντυπώσεις του) γνωρίζετε
4718τὰ ῥυπαρὰ καὶ κατεσκληκότα καὶ σαραβαλιασμένα ἐκεῖνα
4719γραΐδια, τὰ διατηρούμενα ἀκόμη ἐν τῇ ζωῇ, τὰ διατηροῦντα
4720ὅλους τοὺς τύπους, ὅλα τὰ ἔθιμα καὶ ἤθη, ὅλας τὰς προλή-
4721ψεις καὶ τὰ παράξενα τῆς τουρκοκρατίας, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων
4722αἱ νεώτεραι ἐκπολιτιστικαὶ ἰδέαι δὲν ἐπέδρασαν καθ’ ὁλο-
4723κληρίαν; Τοιαύτη τις ἡ Κυπαρισσία ὡς πόλις... Ὁ μὴ ἐπι-
4724σκεφθεὶς τὴν Κυπαρισσίαν θὰ ἔχῃ πολὺ ἄδικον, ἂν κατηγο-
4725ρήσῃ τὴν παρομοίωσίν μας. Ἀπὸ τῆς ἐλευθερώσεως τοῦ Ἑλ-
4726ληνικοῦ Βασιλείου ὅλαι αἱ σημαντικώτεραι τῆς Ἑλλάδος
4727πόλεις καὶ αἱ πρωτεύουσαι τῶν ἐπαρχιῶν μάλιστα μετέβα-
4728λον, ἄλλαι ὀλίγον, ἄλλαι πολὺ, ὄψιν, ἐξωραΐσθησαν κἄπως,
4729ἐδείχθησαν ὅτι συμμορφοῦνται πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν
4730περιστάσεων, ἐχάραξαν εἰς ἑαυτὰς σχέδια, ἔκαμαν δρόμους,
4731ἀνέπτυξαν συγκοινωνίας, ὑπέθρεψαν κἄποιον ἐμπόριον, κἄ-
4732ποιαν δρᾶσιν καὶ κίνησιν, καὶ ἀπέσβεσαν καὶ ἀπέβαλον βαθ-
4733μηδὸν τὴν μορφὴν τὴν μακαρίτιδα, ἣν εἶχε δώσει εἰς αὐτὰς
4734ὁ πολιτισμὸς τῶν πιστῶν τοῦ Προφήτου. Μόνη ἡ Κυπαρισ-
4735σία δὲν μετέσχε τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ, καὶ μόνη αὕτη ὑπῆρξε
4736καὶ παραμένει πιστὴ καθ’ ὅλα εἰς τὸ παρελθόν....
4737»Ἄν ὑπάρχῃ ἀληθῶς πόλις ἀποροῦσα καὶ τοῦ στοιχειωδε-
4738στέρου προσόντος δράσεως, ζωῆς, προόδου, ἡ πόλις αὕτη εἶ-
4739ναι ἡ πρωτεύουσα τῆς Τριφυλίας. Καὶ ὁ λόγος τῆς ἀπορίας
4740αὐτῆς δὲν εἶναι ἀκατανόητος, ἂν ἴδῃ κανεὶς τὴν πόλιν αὐτήν.
4741Τότε θὰ ἐννοήσῃ, πῶς δὲν δύναται νὰ ἀναπτύξῃ ἐμπόριον,
4742αὐτὴ ἡ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην δυναμένη ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς
4743της θέσεως νὰ καταστῇ περιφανέστατον ἐμπορικὸν στάδιον.
4744Τότε θὰ πεισθῇ περὶ τοῦ αἰτίου τοῦ ἐλαττοῦντος ἀνὰ πᾶν
4745ἔτος τὸν πληθυσμόν της καὶ θὰ ἐξηγήσῃ τὸν λόγον, δι’ ὃν
4746οὐδεὶς ξένος δύναται νὰ παραμείνῃ εἰς αὐτὴν πλέον τῆς μιᾶς
4747ἡμέρας...»
4748Τοιαύτη εἶναι ἡ πόλις τῆς Κυπαρισσίας! Ἀντιστρόφως
4749ὅμως γνωρίζετε πόλιν ἄλλην ἐγκλείουσαν ἐν ἑαυτῇ ζωήν,
4750ἐγκλείουσαν στοιχεῖα ἀκμῆς καὶ βαίνουσαν ἀδιακόπως πρὸς
4751πρόοδον. Τοιαύτη εἶναι ἡ πόλις τῶν Φιλιατρῶν.
4752Ἐὰν, Κύριοι, ἔλαβον τὸν λόγον, ἔλαβον αὐτὸν οὐχὶ διότι
4753ἔχω συμφέρον τι ἀτομικὸν, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Πολι-
4754τεία ἔχει τὸ καθῆκον νὰ μεριμνᾷ, ὅπως αἱ ἐπαρχίαι προο-
4755δεύωσιν· ὅταν δὲ ἡ Πολιτεία παρορᾷ τὸν κανόνα τοῦτον, ἀντὶ
4756νὰ συντελῇ εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἐν γένει χώρας, συντελεῖ
4757τοὐναντίον εἰς τὴν παρακώλυσιν τῆς προόδου αὐτῆς. Ἐν ὀνό-
4758ματι λοιπὸν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν,
4759παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ὡς ἕδρα τῆς Τριφυλίας, ἀντὶ
4760τῆς Κυπαρισσίας, ὁρισθῇ ἡ πόλις τῶν Φιλιατρῶν.
4761§223ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠδυνάμην, Κύριοι,
4762νὰ πιστεύσω ποτὲ, ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ ἠναγκασμένος, ἐν τοι-
4763αύτῃ ὥρᾳ, κεκμηκυίας οὔσης τῆς Βουλῆς, νὰ ἀπασχολήσω
4764αὐτὴν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ ὑπάρξῃ,
4765δὲν ἀνέμενον δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας συνάδελφος
4766ἤθελεν ἐντείνει τὰ ἑκηβόλα αὑτοῦ ὅπλα ἀπὸ τῆς παρασάγ-
4767γας ἀπεχούσης ἀνατολικῆς παραλίας τῆς Εὐβοίας μέχρι τῶν
4768ἐσχατιῶν τῆς Πελοποννήσου, ἵνα ὑποδείξῃ ἐλαττώματα μιᾶς
4769πόλεως τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας καὶ ὑπερμαχήσῃ τῶν πλεο-
4770νεκτημάτων τῆς ἑτέρας, ἅτινα διὰ τηλεσκοπίου διέκρινε,
4771καὶ κηδεμονεύων, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς ἀντιπροσώπους οὐ μόνον
4772τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἑτέρας ἐπαρχίας, τῆς
4773Ὀλυμπίας, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀποτελέσωσι τὸν νέον νομὸν, ὑπο-
4774δείξῃ εἰς ἡμᾶς ὁποῖον ἦτο τὸ καθῆκόν μας πρὸς τὴν Βου-
4775λὴν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς παρελίπομεν. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ
4776ὁμολογήσω, ὅτι δι’ ἐμὲ ὁ ἀγὼν, τὸν ὁποῖον τὴν στιγμὴν
4777ταύτην ἀναλαμβάνω, ἵνα ἀποκρούσω τὴν ἰδέαν τὴν ἐξενε-
4778χθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ ἐκ Καρυστίας κ. συναδέλφου, εἶ-
4779ναι ἄχαρις· καὶ λέγω ὅτι εἶναι ἄχαρις, καθόσον εἶμαι πρὸ
4780παντὸς Ἕλλην, κατὰ δεύτερον λόγον Τριφύλιος καὶ κατὰ
4781τελευταῖον λόγον Κυπαρίσσιος. Μετὰ τῆς ἐπαρχίας Τριφυ-
4782λίας ὁλοκλήρου ὄχι μόνον μὲ συνδέει ὁ ἱερὸς δεσμὸς τῆς
4783ἀντιπροσωπείας, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἔχω ἐκ
4784τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ οἰκογενειακαὶ παραδόσεις,
4785καὶ δὲν θέλω νὰ ὑποληφθῶ, ὅτι προτίθεμαι νὰ ψέξω τὴν πό-
4786λιν τῶν Φιλιατρῶν. Θὰ περιορισθῶ μόνον, Κύριοι, ἵνα μὴ
4787κουράσω καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ ἀντικρούσω ὅσα ἐγράφησαν εἴτε
4788ἐν ὑπομνήμασιν εἴτε ἐν ἄλλοις δημοσίοις φύλλοις συκοφαντι-
4789κῶς κατὰ τῆς Κυπαρισσίας καὶ ἐγκωμιακῶς ὑπὲρ τῶν Φι-
4790λιατρῶν, — διότι, ὡς ἔμαθον, καὶ φωτογραφίαι παρουσιάσθη-
4791σαν εἴς τινας τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὡς συμβαίνει εἰς νύμ-
4792φας τινὰς, διὰ νὰ σαγηνεύσωσι κανένα γαμβρόν.
4793§224ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συκοφαντικῶς διὰ τὴν
4794Κυπαρισσίαν ἴσως ὄχι, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς πόλεως τῶν Φιλιατρῶν.
4795§225ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι ἀγαπῶ τὰ
4796Φιλιατρὰ πλειότερον παντὸς ἄλλου.
4797Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Καρυστίας ἐλησμόνησεν, ὅτι, ἐὰν
4798πράγματι ὑπῆρξεν αἰτιολογικὴ ἔκθεσις νομοσχεδίου περὶ κα-
4799ταργήσεως τριῶν ἢ τεσσάρων Πρωτοδικείων, αὕτη ἔχει ἑτέ-
4800ραν βάσιν, διότι ὄντως ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
4801σύνης καὶ νῦν ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς
4802εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι τὰ ἐπαρχιακὰ ταῦτα δικαστήρια ἄνευ
4803τοῦ μετὰ τῆς διοικήσεως συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον παρουσιά-
4804ζει τὸ σήμερον ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, δὲν εἶχον λόγον
4805ὑπάρξεως. Λησμονεῖ προσέτι ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἀπὸ τοῦ
48061892 μέχρι τοῦ 1899 παρῆλθον 7 ἔτη ὁλόκληρα, δὲν γνω-
4807ρίζει δὲ,—καὶ δὲν τὸν ἀδικῶ διὰ τοῦτο—ὅτι ἐν Κυπαρισσίᾳ
4808καὶ δημόσιον κατάστημα Πρωτοδικείου ἀξίας 55,000 δραχ-
4809μῶν περικαλλὲς καὶ ἐκ τῶν σπανίων κατεσκευάσθη, καὶ ἄλλα
4810δημόσια καταστήματα παρ’ αὐτῷ καὶ οἰκοδομαὶ πλεῖσται
4811ἀνηγέρθησαν, ἐν αἷς καὶ ἡ τοῦ λαμπροῦ καταστήματος τῆς
4812Τραπέζης, καὶ λιμὴν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχ-
4813μῶν ἀξίας κατεσκευάσθη καὶ ἐξακολουθεῖ ἔτι κατασκευαζό-
4814μενος, ἔργον ἀληθοῦς προόδου. Διότι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ,
4815Κύριοι, ὅτι αἱ παράλιοι πόλεις διὰ τῶν λιμένων προοδεύουσι.
4816Λυποῦμαι τῇ ἀληθείᾳ, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μά-
4817τσας, ὁ ὁποῖος εἶναι συντελεστής τοῦ ἔργου τούτου, δὲν εἶ-
4818ναι παρὼν, ἵνα βεβαιώσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα· ἀλλὰ
4819παραπέμπω πάντα τὸν βουλόμενον νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς προό-
4820δου αὐτῆς τῆς πόλεως Κυπαρισσίας εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα
4821τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
4822§226Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ.
4823§227ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τούτου ποία ἔσται ἡ πρόο-
4824δος τῆς Κυπαρισσίας διὰ τῆς συντελέσεως τοῦ σιδηροδρόμου
4825Μελιγαλᾶ καὶ Κυπαρισσίας; Δὲν εἶναι ἡ Κυπαρισσία σήμε-
4826ρον τὸ κέντρον τῆς ναυτιλίας καὶ τοῦ ἐμπορίου πέντε ὀρει-
4827νῶν δήμων; Καὶ δὲν ἔχομεν μόνον προϊὸν τὸν σταφιδόκαρ-
4828πον. Ἔχομεν ποικιλίαν προϊόντων, ἔλαιον, βαλανίδια, σι-
4829τηρά. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι τοῦ 1896, ἐνῷ
4830ἀτυχῶς αἱ ὅμοροι ἐπαρχίαι καὶ οἱ δῆμοι ὑπέστησαν τὰ πάν-
4831δεινα ἐκ τῆς ἀπορίας, ἡ Κυπαρισσία ἀντέσχε, λόγῳ τῆς ποι-
4832κιλίας τῶν προϊόντων αὐτῆς. Ἐὰν δὲ ὁ σιδηρόδρομος συντε-
4833λεσθῇ, — καὶ θὰ συντελεσθῇ προσεχῶς, διότι ἡ πρόοδος δὲν
4834παύει, —θὰ ἔχωμεν αὔξησιν μεγίστην τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπο-
4835ρίου τῆς Κυπαρισσίας, διότι οἱ δῆμοι τῆς Ἀνδανίας καὶ
4836Ἰθώμης τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης θὰ προτιμῶσι νὰ ἐξάγωσι
4837τὸ προϊόν των διὰ τῆς Κυπαρισσίας, καθόσον τὸ προϊὸν τῶν
4838δήμων ἐκείνων προσομοιάζει πρὸς τὸ προϊὸν τῆς Κυπαρισ-
4839σίας, ὅπερ ὑπερέχει κατὰ ποιότητα τοῦ Μεσσηνιακοῦ.
4840§228ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
4841§229ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σεβόμενος τῆς Βουλῆς τὴν θέλη-
4842σιν, κατέρχομαι τοῦ βήματος τούτου μετὰ τῆς πεποιθήσεως,
4843ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς
4844ἔχει, καθόσον ἡ Κυπαρισσία ὑπῆρξε μέχρι τοῦ 1845 πρω-
4845τεύουσα νομοῦ καὶ διοικήσεως, ἔκτοτε δὲ μέχρι σήμερον πρω-
4846τεύουσα ἐπαρχίας, ἐν ᾗ καὶ Πρωτοδικεῖον ἑδρεύει καὶ ἄρι-
4847στα ἐλειτούργησε καὶ λειτουργεῖ, ὡς μαρτυροῦσιν οἱ στατι-
4848στικοὶ πίνακες.
4849§230ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος προλα-
4850λήσας, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἀγαπᾷ τὰ Φι-
4851λιατρὰ καὶ τὰς ἄλλας πόλεις, τὰς ὁποίας ὠνόμασεν, ἀλλὰ
4852βεβαίως δὲν ἀγαπᾷ τὴν ἀλήθειαν· διότι ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι
4853ὑπὲρ τῆς Κυπαρισσίας, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν Φιλιατρῶν. Ἡ ἐπί-
4854σημος στατιστικὴ ἀναφέρει, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῶν Φιλιατρῶν,
4855τὰ ὁποῖα εἶναι πρωτεύουσα τοῦ δήμου Ἐράνης, ἀνέρχεται εἰς
48569,700 ψυχάς· ἐπίσης ἡ αὐτὴ στατιστικὴ μαρτυρεῖ, ὅτι ἡ Κυ-
4857παρισία, ἡ ὁποία εἶναι πρωτεύουσα τοῦ δήμου Κυπαρισσίας, ἔχει
4858πληθυσμὸν 6,529. Ἑπομένως ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπισήμου στα-
4859τιστικῆς ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πρωτεύουσα ἔπρεπε νὰ ἦναι
4860ἐν Φιλιατροῖς καὶ οὐχὶ ἐν Κυπαρισσίᾳ. Ἀλλὰ νομίζω, κύ-
4861ριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ σπουδαιότατος λόγος, ἵνα ὁρισθῶσιν ὡς
4862ἕδρα τοῦ νομοῦ Τριφυλίας τὰ Φιλιατρὰ, δὲν εἶναι μεταξὺ
4863τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων, ὁ σπουδαιότερος λόγος εἶναι αἱ
4864ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς δὲν κατετέθησαν ἐνώπιον τῆς
4865Βουλῆς, καίτοι ἐζητήθησαν, ἁπάντων, ἄνευ ἐξαιρέσεως, τῶν
4866ἑκάστοτε ὑπηρετησάντων ὡς Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων ἐν
4867τῷ δικαστηρίῳ Κυπαρισσίας, αἱ ὁποῖαι σταθερῶς καὶ στερεο-
4868τύπως ἀναφέρουσιν εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, ὅτι εἶναι
4869ἀδύνατος ἡ διαμονὴ τῶν δικαστῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἐπιβεβλη-
4870μένη δὲ ἡ μεταφορὰ τοῦ δικαστηρίου εἰς Φιλιατρά.
4871§231Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ἐπιβεβαιῶ καὶ ἐγώ.
4872§232ΣΤΑΗΣ. Ἰδοὺ ὅτι καὶ ἕτερος ἔντιμος συνάδελφος, ὑπη-
4873ρετήσας ἐν Κυπαρισσίᾳ ὡς δικαστής, μαρτυρεῖ καὶ τὴν στιγ-
4874μὴν ταύτην, ὅτι πρέπει νὰ μετατεθῇ τὸ δικαστήριον ἀπὸ
4875Κυπαρισσίας εἰς Φιλιατρά. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόε-
4876δρε, ἵνα ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τῶν
4877φρονούντων, ὅτι ἕδρα τοῦ νομοῦ Τριφυλίας πρέπει νὰ ὁρι-
4878σθῶσι τὰ Φιλιατρὰ καὶ οὐχὶ ἡ Κυπαρισσία.
4879§233Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συν-
4880τάσσομαι καὶ ἐγὼ μὲ τὴν γνώμην τῶν προλαλησάντων, ὅτι
4881πρέπει ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ Τριφυλίας νὰ ὁρισθῶσι τὰ Φιλια-
4882τρά, διότι τόσον καλὴ εἶναι ἡ Κυπαρισσία, ὥστε οἱ δικα-
4883σταὶ ἐπίτηδες μεταφέρουσι τὰ πολιτικά των δικαιώματα
4884ἐκεῖ, διὰ νὰ μὴ δύνανται κατὰ τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλ-
4885λήλων νόμον νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὸ δικαστήριον Κυπα-
4886ρισσίας.
4887§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχουσι κατατεθει-
4888μέναι τρεῖς τροπολογίαι.
4889Πρώτη τροπολογία ἡ τῶν Βουλευτῶν Βάλτου καὶ Ἄρ-
4890της, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν, ἵνα ἡ ἐπαρχία Βάλτου ἀποτελέσῃ
4891μέρος τοῦ νομοῦ Ἄρτης.
4892Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπο-
4893λογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
4894ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
4895Ἑτέρα τροπολογία εἶναι ἡ τῶν Βουλευτῶν Θηβῶν, οἱ
4896ὁποῖοι προτείνουσιν, ὅπως ἡ ἐπαρχία Θηβῶν ἀποτελέσῃ μέ-
4897ρος τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς.
4898Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
4899ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
4900δέχθη.
4901Τρίτη τροπολογία εἶναι ἡ τῶν βουλευτῶν Βόλου κ. κ.
4902Καρτάλη καὶ Κασσαβέτη καὶ τοῦ βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς κ. Πε-
4903ταλᾶ, οἵτινες προτείνουσιν, ὅπως τὸ χωρίον Βενέτη τοῦ δή-
4904μου Κασθαναίας τῆς ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς ἀποτελέσῃ μέρος τῆς
4905διοικήσεως Βόλου.
4906Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται
4907νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
4908δέχθη.
4909§235Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι τροπολογία καὶ διὰ τὰ Φιλιατρά,
4910κύριε Πρόεδρε.
4911§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παρεδόθη εἰς τὸ Προεδρεῖον.
4912§237ΔΟΥΝΗΣ. Τὴν ὑποβάλλομεν ἡμεῖς.
4913§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχηται τὴν
4914τροπολογίαν, ἵνα ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ Τριφυλίας ὁρισθῶσι τὰ
4915Φιλιατρά.
4916Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
4917ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
4918δέχθη.
4919§239Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
4920§240ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Τί εἶναι αὐτά! (Θό-
4921ρυβος).
4922§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία, τὴν ὁποίαν
4923καταθέτει ταύτην τὴν στιγμὴν ὁ ἐκ Θηβῶν βουλευτὴς κ.
4924Δαούτης, νὰ ὁρισθῇ ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ Βοιωτίας ἡ πόλις
4925τῶν Θηβῶν.
4926Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
4927ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
4928δέχθη.
4929§242Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διορθωθῇ, κύριε
4930Πρόεδρε, τὸ ἐδάφιον 7. Ἀντὶ «Ὁ νομὸς τῆς Ἄρτης, συνιστά-
4931μενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης», νὰ τεθῇ: «Ὁ νομὸς τῆς Ἄρ-
4932της, συνιστάμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Ἄρτης καὶ Τζουμέρκων».
4933§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
4934§244Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλη τροπολογία.
4935§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία, τὴν ὁποίαν
4936καταθέτουσιν οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μαυροκέφαλος, Μπασιᾶς,
4937Μομφερρᾶτος καὶ Μαρκέτος, ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 24, καθ’ ἣν ὁ
4938νομὸς Κεφαλληνίας συνίσταται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Κραναίας,
4939Πάλλης, Σάμης καὶ Ἰθάκης· προστίθεται δηλαδὴ ἡ Ἰθάκη
4940εἰς τὸν νομὸν Κεφαλληνίας.
4941§246Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἡ Βουλὴ
4942θὰ μοὶ παράσχῃ εὐμενῆ ἀκρόασιν, προκειμένου περὶ σοβαροῦ
4943ζητήματος, θὰ εἴπω ὀλίγα τινά, ἂν καὶ ἡ ὥρα εἶναι λίαν
4944προκεχωρηκυῖα.
4945Δὲν συμμερίζομαι, κύριοι Βουλευταί, καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν
4946γνώμην, ὅτι τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς
4947διαιρέσεως τοῦ Κράτους θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τῆς κακοδιοική-
4948σεως καὶ θὰ ἐπανορθώσῃ τελείως τὴν Δικαιοσύνην. Ἵνα
4949ταῦτα συντελεσθῶσιν, ἀναγκαῖον καθίσταται νὰ προβῶμεν εἰς
4950ῥιζικώτερα μέτρα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν φαίνεται νὰ γίνηται
4951σκέψις ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ τοῦ χειρίστου εἴ-
4952δους συναλλαγὴ ἀποτελεῖ τὴν κρηπῖδα τοῦ πολιτεύματος, τὸ
4953ὁποῖον μᾶς διέπει, δὲν εἶναι κατὰ τὴν κρίσιν μου πιθανὴ
4954τῶν δημοσίων πραγμάτων ἡ βελτίωσις, μ’ ὅλην τὴν καλὴν
4955διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωσιν οἱ κυβερνῶντες
4956τὴν χώραν. Ἀλλά, καίπερ οὕτω σκεπτόμενος, δὲν κατεψή-
4957φισα κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, διότι θεωρῶ τοῦτο ὡς δυ-
4958νάμενον ν’ ἀποβῇ χρήσιμον εἰς τὸν καταθλιβόμενον λαόν.
4959Ἀληθῶς δέ, διὰ νὰ ἔχῃ τις ἐναντίαν γνώμην, πρέπει νὰ μὴ
4960ἔλαβεν ἀφορμήν, ἵνα γνωρίσῃ τὰς ταλαιπωρίας, τὰς ὁποίας
4961ὑφίστανται οἱ ἄνθρωποι, ὑποχρεούμενοι νὰ διατρέχωσι μακρὰς
4962ἀποστάσεις καὶ νὰ χρονοτριβῶσιν ἐπὶ ἡμέρας, διὰ νὰ περα-
4963τώνωσι τὰς διοικητικὰς καὶ δικαστικὰς αὑτῶν ὑποθέσεις. Ἀλλὰ
4964ὅστις ἔχει πεῖραν τῶν στενοχωριῶν τούτων δὲν δύναται νὰ
4965μὴ ἐπιδοκιμάσῃ ἐν γένει μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ παράσχῃ πολ-
4966λὰς εὐκολίας εἰς μεγάλους πληθυσμοὺς τοῦ Κράτους.
4967Ἀλλ’ ἤδη γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: διὰ τῆς νέας διοικητι-
4968κῆς διαιρέσεως ἐπιτυγχάνεται πανταχοῦ ἡ τῶν πολιτῶν εὐ-
4969κολία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν δικαιολογητικὴν βάσιν τοῦ νο-
4970μοθετήματος; Νομίζω ὄχι, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπό-
4971σπασιν τῆς Ἰθάκης ἀπὸ τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας καὶ τὴν
4972προσάρτησιν αὐτῆς εἰς τὸν νεοσχηματιζόμενον τῆς Λευκάδος.
4973Ἵνα πεισθῇ τις, ὅτι ἡ μεταβολὴ δὲν ἐκπληρώνει τὸν σκο-
4974πὸν, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται, δὲν ἔχει ἀνάγκην πολλῶν ἐπι-
4975χειρημάτων ἢ ἄλλων ἀποδείξεων, διότι ἀρκεῖ μόνον νὰ ῥίψῃ
4976ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ χάρτου, ἵνα παρατηρήσῃ τὴν ἀπόστασιν.
4977Βεβαίως δὲ θὰ σχηματίσῃ ἐναντίαν περὶ τῆς προσαρτήσεως
4978εἰς τὴν Λευκάδα γνώμην, ἐκτὸς ἂν συμπέσῃ νὰ ᾖναι ἐντελῶς
4979ἀγεωγράφητος.
4980Ἡ Ἰθάκη χωρίζεται ἀπὸ τῆς Κεφαλληνίας διὰ στενωτά-
4981του πορθμοῦ, τὸν ὁποῖον διαπλέει τις ἐπὶ μικρᾶς λέμβου εἰς
4982διάστημα μιᾶς ὥρας. Δύναταί τις ἀναχωρῶν τὴν χαραυγὴν
4983νὰ φθάνῃ εἰς Ἀργοστόλιον καὶ ἀφοῦ περατώσῃ τὰς ὑποθέ-
4984σεις του νὰ ἐπιστρέφῃ εἰς Ἰθάκην πρὶν ἢ ὁ ζοφερὸς τῆς νυ-
4985κτὸς πέπλος διαχυθῇ ἐπὶ τὰς κορυφὰς τῶν ὀρέων. Διὰ τὴν
4986ταχεῖαν ταύτην μετάβασιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ
4987κατὰ τὸ θέρος, ὁ πτωχὸς ἄνθρωπος δαπανᾷ τρεῖς ἢ τέσσα-
4988ρας μόνον δραχμάς, πιθανὸν δὲ καὶ ὀλιγωτέρας, ὅσαι δηλαδὴ
4989ἀπαιτοῦνται μόνον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν πορθμείων.
4990Ἄς ἴδωμεν τώρα, τί θὰ συμβαίνῃ ἐκ τῆς προτεινομένης
4991μεταβολῆς. Τὸ Βαθὺ, ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἰθάκης, ἀπέχει ἀπὸ
4992τῆς Λευκάδος πέντε ἢ ἕξ ὥρας διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον
4993μόνον ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος προσεγγίζει ὑποχρεωτικῶς. Ὁ
4994θέλων λοιπὸν ν’ ἀναχωρήσῃ πρέπει νὰ περιμένῃ τὴν ἄφιξιν
4995τοῦ ἀτμοπλοίου, διότι διὰ λέμβου, καὶ μάλιστα τὸν χειμῶνα,
4996καθίσταται ἐπικίνδυνος ὁ διάπλους τῆς ἐκτεταμένης θαλάσ-
4997σης, ἡ ὁποία διαχωρίζει τὰς δύο νήσους. Ἤδη, ἐὰν ὁ μετα-
4998βὰς εἰς Λευκάδα ἐπιτύχῃ νὰ περατώσῃ τὰς ὑποθέσεις του τα-
4999χέως, δύναται νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν ἐπιοῦσαν· ἄλλως θὰ ὑπο-
5000χρεωθῇ νὰ περιμείνῃ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα τὴν ἐπάνοδον τοῦ
5001ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον ἐνίοτε καθυστερεῖ ἐπὶ πολλὰς ἡμέ-
5002ρας. Διὰ τὴν νέαν δὲ ταύτην ὀδυσσειακὴν περιπλάνησιν ὁ
5003πτωχὸς ἄνθρωπος θὰ δαπανᾷ τοὐλάχιστον 20 δραχμάς.
5004Ἐκ τῶν ὀλίγων τούτων προκύπτει, ὅτι διὰ τῆς μεταβο-
5005λῆς ζημίαν θὰ ἔχῃ ὁ λαὸς τῆς Ἰθάκης, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέ-
5006πει νὰ γείνῃ ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τῆς Κεφαλληνίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ
5007ἐπιθυμῶ νὰ λέγω πάντοτε τὴν ἀλήθειαν, πληροφορῶ τὴν
5008Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Ἰθάκῃ καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες
5009τὴν προσάρτησιν μετὰ τῆς Λευκάδος. Πλὴν οὗτοι εἶναι οἱ
5010ὀλίγοι, οἱ εὐπορώτεροι, οἵτινες σπανίως λαμβάνουσιν ἀφορμὴν
5011νὰ τρέχωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ οἵτινες ἐκ τοῦ φόβου μή-
5012πως ἤθελόν ποτε κληθῆ μάρτυρες προτιμῶσι τὴν μετάβασιν
5013εἰς Λευκάδα ὡς γινομένην ἀνετώτερον διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου.
5014Ὁ πτωχὸς ὅμως λαός, ὁ ἔχων συχνοτέρας σχέσεις μετὰ τῆς
5015Δικαιοσύνης, προκρίνει τὴν ἄγουσαν εἰς Κεφαλληνίαν. Προ-
5016κειμένου δὲ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν
5017μόνον τῶν πολλῶν τὸ συμφέρον καὶ νὰ μὴ ὑποβάλῃ τούτους
5018εἰς θυσίας ἐπιπροσθέτους.
5019Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Ἰθάκη ἐπὶ τῆς
5020Ἰονίου Πολιτείας εἶχεν αὐτοτελῆ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν δι-
5021καιοσύνην, οἱ δὲ κάτοικοι ἀπέλαυον τῶν ἀγαθῶν τούτων
5022χωρὶς νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῇ ἀνάγκῃ νὰ περιπλανῶνται μα-
5023κράν. Μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἕνεκεν οἰκτρᾶς ἀπροβλεψίας, ἡ Ἰθάκη
5024ἀπώλεσε τὴν αὐτοτέλειάν της καὶ ὑπήχθη εἰς τὸν νομὸν Κε-
5025φαλληνίας, ἐπὶ ζημίᾳ βεβαίως τῶν κατοίκων οἵτινες ὑποχρε-
5026οῦνται νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Ἀργοστόλιον πρὸς περάτωσιν τῶν
5027διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν αὐτῶν ὑποθέσεων. Ἀλλ’ αἱ ἀγα-
5028θαὶ σχέσεις, αἵτινες ὑπῆρξαν πάντοτε μεταξὺ τῶν δύο νήσων,
5029καὶ ἡ φιλόξενος προθυμία τῶν Κεφαλλήνων κατέστησαν ὀλι-
5030γώτερον ἐπαισθητὰς τὰς ἐκ τῆς μεταβολῆς ταλαιπωρίας.
5031Ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου καλοῦνται οἱ Ἰθακήσιοι νὰ διαρ-
5032ρήξωσι τὰς πρὸς τὴν Κεφαλληνίαν σχέσεις καὶ νὰ ζητήσωσι
5033νέας ἐν Λευκάδι. Σὺν τῇ μεταβολῇ δὲ ταύτῃ ν’ ἀπολέσωσι
5034καὶ τὴν θρησκευτικὴν αὐτοτέλειαν, διότι μία θὰ ὑφίσταται
5035ἕδρα ἐπισκόπου ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ. Ἡ καινοτο-
5036μία δὲ αὕτη γίνεται κατὰ παράβασιν τῶν δικαίων, διότι συμ-
5037φώνως πρὸς τὴν συνθήκην μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος
5038ἀπὸ 1)13 Ἰουλίου 1863 ἐν ἄρθρῳ 4 διατηροῦνται ἀκέ-
5039ραια τὰ καθιερωμένα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια
5040ὑπὸ τοῦ Αʹ καὶ Εʹ κεφαλαίου τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου
5041τῆς Ἡνωμένης Πολιτείας τῶν Ἰονίων Νήσων. Δυνάμει δὲ
5042τῶν διατάξεων τούτων χορηγεῖται εἰς τὴν νῆσον ταύτην τὸ
5043δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἀρχιεπίσκοπον ἢ ἐπίσκοπον.
5044Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον συντρίβει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐξ-
5045αφανίζον καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος τῆς παλαιᾶς λαμπρότητος
5046διὰ τῆς ὑπαγωγῆς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἰθάκης εἰς τὴν ἐξου-
5047σίαν τοῦ ἐν Λευκάδι ἑδρεύοντος ἐπισκόπου. Τοιουτοτρόπως
5048νέα ζημία προσγίνεται εἰς τοὺς Ἰθακησίους, ἁπλῶς καὶ μό-
5049νον ἵνα σχηματισθῇ περιπλέον εἷς νομός. Ἀλλ’ οἱ κάτοικοι
5050τῆς πατρίδος τοῦ περιφήμου Ὀδυσσέως, ἀντὶ νὰ ῥίπτωνται
5051δεξιᾷ ἢ ἀριστερᾷ κατὰ τὰς περιστάσεις, ἔπρεπε, νομίζω, νὰ
5052λαμβάνωνται σπουδαιότερον ὑπ’ ὄψιν. Οἱ Ἰθακήσιοι, ὡς ἐκ
5053τοῦ παρελθόντος καὶ ὡς ἐκ τῆς ναυτικῆς κινήσεως, ἠδύ-
5054ναντο ν’ ἀξιώσωσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἵδρυσιν μετα-
5055βατικοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον νὰ δικάζῃ ἐπὶ τόπου τοὐ-
5056λάχιστον τὰ πλημμελήματα, διὰ ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς τα-
5057λαιπωρίας ἵνα μεταβαίνωσιν ἀλλαχοῦ, διασχίζοντες τὰ πε-
5058λάγη. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκονομικὰς στενοχω-
5059ρίας τοῦ Κράτους καταστέλλωσι τοιαύτας ἀξιώσεις, δικαι-
5060οῦνται ὅμως ν’ ἀπαιτήσωσιν ἵνα μὴ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς μεί-
5061ζονας θυσίας διὰ τῆς προσαρτήσεως εἰς τὴν Λευκάδα καὶ τῆς
5062ἀπωλείας τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοτελείας.
5063Ἴσως ἡ πληροφορία, ὅτι οἱ Ἰθακήσιοι πρόκειται νὰ ζη-
5064μιωθῶσι διὰ τῆς μεταβολῆς, δὲν ἀρέσκει εἰς τοὺς κυρίους
5065Βουλευτὰς ἐκ Λευκάδος. Ἀλλὰ πταίω ἐγώ, ἂν ἦμαι ἀντι-
5066πρόσωπος τοῦ πτωχοῦ τῆς Ἰθάκης λαοῦ; Ἵνα σχηματίσω
5067ἄλλην γνώμην, πρέπει νὰ ἴδω συντετελεσμένα τὰ κολοσ-
5068σιαῖα ἔργα, τὰ ὁποῖα, ἵνα μὲ πείσῃ, προανήγγειλεν ὁ ἀξιότι-
5069μος συνάδελφος κ. Φίλιππας. Ἀλλὰ μέχρι τῆς μακαρίας
5070ἐκείνης ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ περατωθῶσι τὰ θαλάσ-
5071σια, τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ ὑποβρύχια ταῦτα μεγαλουργήματα,
5072ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ φρονῶ, ὅτι συμφέρει εἰς
5073τὴν Ἰθάκην ν’ ἀποτελῇ τμῆμα τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας,
5074μετὰ τῆς ὁποίας πάντοτε διατελέσασα συνδεδεμένη ἔχει
5075κοινὰ συμφέροντα καὶ ἐν τῷ ἐμπορίῳ καὶ ἐν τῇ ναυτιλίᾳ,
5076καθὼς ἀνέφερα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
5077Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ὑπέβαλον τὴν παρὰ τοῦ κ.
5078Προέδρου τῆς Βουλῆς ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν
5079ὑποστηρίζων, ἐξαιτοῦμαι, ἵνα ἡ Ἰθάκη μένῃ ἐν τῷ νομῷ
5080Κεφαλληνίας.
5081§247ΤΗΛ. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ
5082νομοσχεδίου ἀπέφυγον νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, καθ’ ὅ-
5083σον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Ἰθάκης, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν
5084τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, διότι, ὡς ἐδήλωσα τότε, οὐδε-
5085μίαν εἶχον λάβει ἐντολὴν ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου, ὅπως
5086συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας λύσεως. Ἤδη ἀναγ-
5087κάζομαι νὰ ἐξέλθω τῆς ἐπιφυλακτικότητος, διότι ἐνώπιον
5088ἡμῶν παρίστανται ἀντιμέτωποι ἡ Κεφαλληνία καὶ ἡ Λευ-
5089κὰς, ἐρίζουσαι μεταξὺ των περὶ τοῦ τίς τῶν δύο δικαιοῦ-
5090ται, λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ
5091μετ’ αὐτῆς ἕνωσις ἤθελε παράσχει εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἰθάκης,
5092διὰ τῆς προσαρτήσεώς της νὰ εὐρύνῃ τὴν διοικητικὴν καὶ
5093τὴν δικαστικὴν αὑτῆς περιφέρειαν. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ ἀγὼν
5094εἶναι εὐγενής· συγχαίρω μάλιστα καὶ ἐκφράζω τὴν εὐγνω-
5095μοσύνην τῶν συμπολιτῶν μου εἰς τοὺς κυρίους ἀντιπροσώ-
5096πους τῶν ἐπαρχιῶν τούτων διὰ τὰ ἀγαθά των αἰσθήματα
5097ὑπὲρ ἡμῶν καὶ διὰ τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ δεικνύουσιν ὑπὲρ τῶν
5098συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας μου.
5099Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Μαυροκέφαλος, θερμῶς
5100συνηγορήσας ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος, ἐδήλωσεν ὅτι πράττει
5101τοῦτο διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, τοὺς ὁποίους ἐνώ-
5102πιον ὑμῶν ἀνέφερε, καὶ ἰδίως, καθὼς εἶπε κατὰ τὴν πρώτην
5103συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, συνεπείᾳ πολλῶν ἐπιστολῶν,
5104τὰς ὁποίας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐξ Ἰθάκης ἔλαβεν. Ἐγὼ
5105ὁμολογῶ, ὅτι ὀλιγίστας τοιαύτας ἐπιστολὰς ἔλαβον, κατὰ
5106παράδοξον δὲ σύμπτωσιν, πᾶσαι σχεδὸν ἔτυχε νὰ συνηγο-
5107ρῶσιν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἰθάκης μετὰ τῆς Λευκάδος.
5108Ἀφεθεὶς λοιπὸν ἐλεύθερος ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου, δηλῶ
5109ὅτι θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, οἷον ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυ-
5110βερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, διότι πράττων οὕτως ἔχω τὴν
5111πεποίθησιν, ὅτι ἐξυπηρετῶ καλλίτερον τὰ συμφέροντα τῆς
5112ἐπαρχίας μου καὶ ὅτι ἀνταποκρίνομαι πληρέστερον εἰς τὴν
5113ἐπιθυμίαν τῶν συμπολιτῶν μου. Ἐνώπιον δὲ αὐτῶν ἐπιφυ-
5114λάσσομαι νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἔπεισαν εἰς τοῦτο·
5115διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνωφελὲς νὰ κατατριβώμεθα καὶ νὰ
5116ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν δύναν-
5117ται νὰ ἔχωσι πολὺ ἐνδιαφέρον εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
5118§248ΑΝΤ. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐπὶ τῆς Γαλ-
5119λικῆς κατοχῆς, ἐν ἔτει 1794, ἡ Ἰθάκη ἔσχε τὴν ἀξίωσιν
5120νὰ καταστῇ ἕδρα νομοῦ. Ἡ Γαλλία, ὅτε ἐπρόκειτο ἐν Ἑπτα-
5121νήσῳ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ νομαρχιακὸν σύστημα, τὴν Ἰθάκην
5122ἐξέλεξεν ὡς ἕδραν καὶ τὴν Κεφαλληνίαν προσήρτησεν εἰς αὐ-
5123τήν. Σήμερον παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἕτερος τῶν ἀντιπροσώπων
5124αὐτῆς ἐκφράζει τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα ἡ Ἰθάκη προσαρτηθῇ εἰς
5125τὴν Λευκάδα! Ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κεφαλληνίας,
5126ἀναγκάζομαι νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ ἔχω δικαίωμα, νομίζω,
5127πρὸς τοῦτο, ἐπικαλούμενος καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἑτέρου τῶν
5128ἀντιπροσώπων τῆς Ἰθάκης, τοῦ κ. Μαυροκεφάλου.
5129Δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε γεωγραφικῶς, οὔτε κοινωνικῶς,
5130οὔτε διοικητικῶς νὰ δικαιολογηθῇ ἡ προσάρτησις τῆς Ἰθά-
5131κης εἰς τὴν Λευκάδα. Καὶ ὅτε δὲ, κατὰ τὸ 1865, ἐγένετο
5132πρότασις περὶ τοιαύτης ἑνώσεως, ὁ Ἰακωβᾶτος, ὁ Βράϊλας
5133καὶ ὅλοι οἱ Ἑπτανήσιοι Βουλευταὶ ἐξηγέρθησαν, καὶ δὲν ἐπέ-
5134τυχεν ὁ σκοπὸς οὗτος, ἀλλ’ ὑπεχώρησεν ὁ ἀοίδιμος Κουμουν-
5135δοῦρος. Σήμερον οἱ αὐτοὶ λόγοι συντρέχουσι, κοινὰ αἰσθή-
5136ματα, κοινὰ φρονήματα, τὰ αὐτὰ συμφέροντα ἀδιαρρήκτως
5137συνδέουσι τὴν Κεφαλληνίαν πρὸς τὴν Ἰθάκην. Οὐδεὶς λόγος
5138ὑπάρχει νὰ προσαρτηθῇ ἡ Ἰθάκη εἰς τὴν Λευκάδα. Ὁ κ.
5139Πρωθυπουργὸς εἶναι, φαίνεται, φιλόμουσος, καὶ ἴσως θέλει νὰ
5140ἱκανοποιήσῃ τὴν Λευκάδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἐστέναξε τὸ τελευ-
5141ταῖον ἡ Σαπφώ. Ἀλλ’ οὐδεὶς πρακτικὸς λόγος δύναται νὰ
5142δικαιολογήσῃ τοιαύτην ἕνωσιν. Ἡ Λευκὰς ἀνήκει εἰς τὴν
5143Ἀκαρνανίαν. Μόνον συνδεομένη πρὸς τὴν Ἀκαρνανίαν ἠδύ-
5144νατο νὰ ἀπαρτίσῃ νομόν. Διαμαρτύρομαι λοιπὸν ἐκ μέρους
5145τῶν συμπολιτῶν μου.
5146§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ
5147ἐξ Ἰθάκης βουλευτοῦ κ. Μαυροκεφάλου καὶ λοιπῶν, ὅπως
5148ἡ Ἰθάκη ὑπαχθῇ εἰς τὸν νομὸν Κεφαλληνίας, παρακαλοῦν-
5149ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν
5150παρεδέχθη.
5151Τὸ ἄρθρον 2 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς. Ἐν ἐδαφίῳ 7, ἀντὶ
5152«ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης» ἐτέθη «ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Ἄρτης
5153καὶ Τζουμέρκων». Ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου 15 προσετέθη καὶ
5154ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας· ἤτοι ἀντὶ «καὶ Μεγαλοπόλεως» ἐτέθη
5155«Μεγαλοπόλεως καὶ Γορτυνίας». Διεγράφη δὲ ὁλόκληρον τὸ
515616ον ἐδάφιον, τὸ ὁρίζον νομὸν τὴν Γορτυνίαν καὶ ἕδραν αὐτοῦ
5157τὴν Δημητσάναν.
5158Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
5159καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
5160Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5161(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα
51623 καὶ 4 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
5163§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
5164§251Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 5 εἶναι κακῶς
5165συντεταγμένον. Λέγει ὅτι «ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ διεύθυνσις
5166ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται εἰς νομάρχην». Τοῦτο ἐλήφθη ἐκ
5167νόμου, ὁ ὁποῖος δὲν ἰσχύει πλέον. Ἐλήφθη ἐκ τοῦ νόμου
5168τοῦ 1845, καθ’ ὃν εἴχομεν νομάρχην καὶ ἔπαρχον. Ὁ νο-
5169μάρχης εἶχε τὴν ἀνωτάτην διοικητικὴν διεύθυνσιν τοῦ νο-
5170μοῦ, διοικεῖ δὲ ἀπ’ εὐθείας τὴν ἐπαρχίαν μόνον, ἐν ᾗ ἥδρευεν.
5171Ὁ νόμος ἐκεῖνος κατηργήθη. Ἔπαρχοι διοικοῦντες ὑπὸ τὴν
5172ἀνωτάτην διοικητικὴν διεύθυνσιν τοῦ νομάρχου δὲν ὑπάρ-
5173χουν. Καταργηθέντος τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν
5174ὑπάλληλον, δημόσιον ὄργανον, τὸ ὁποῖον νὰ διοικῇ τὰς ἐπαρ-
5175χίας καὶ ἑπομένως τὸν νομόν ὁλόκληρον.
5176Ἐν τῇ γλώσσῃ τῇ διοικητικῇ ἀνωτάτη διοικητικὴ διεύ-
5177θυνσις δὲν ἐννοεῖται ἡ ἀπ’ εὐθείας διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν ἢ
5178τῶν νομῶν. Ἐννοεῖται ἡ ἐξουσία ὑπαλλήλου, ἔχοντος τὴν
5179ἀνωτάτην ἐπίβλεψιν καὶ διεύθυνσιν καὶ ὑπ’ αὐτὸν ὄργανα,
5180τὰ ὁποῖα ἀπ’ εὐθείας διοικοῦσι. Ποῖα εἶναι νῦν τὰ ὄργανα,
5181τὰ ὁποῖα διοικοῦσιν; Οὐχὶ βεβαίως οἱ ἔπαρχοι. Ἀλλ’ ἂν
5182δὲν διοικῶσιν αὐτοὶ τὸν νομὸν, διότι δὲν ὑπάρχουσι πλέον
5183ἔπαρχοι διοικοῦντες, ποῖος διοικεῖ; Ὁ νομάρχης; Ἀλλὰ
5184τότε πρέπει ῥητῶς νὰ τὸ εἴπωμεν. Τοῦτο δὲ ἔτι χεῖρον γί-
5185νεται ἐκ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου, διότι ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ
5186δὲν μνημονεύεται ὁ νόμος ΒΚΖʹ τοῦ 1892, ὁ ὁποῖος καταρ-
5187γήσας τὰ ἐπαρχεῖα κατέστησε τὸν νομάρχην διοικητὴν τοῦ
5188νομοῦ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ΒΚΖʹ νόμου τῆς
518914 Ἰουλίου 1892 (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐπαρχεῖα καταρ-
5190γοῦνται, αἱ δὲ ἀποτελοῦσαι τοὺς νομοὺς τοῦ Κράτους ἐπαρ-
5191χίαι διοικοῦνται ἀμέσως ὑπὸ τῶν νομαρχῶν». Αὐτὴ εἶναι
5192ἡ κατάστασις τῶν νομαρχῶν καὶ σήμερον.
5193Λοιπόν, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 5 λέγει, ὅτι ἡ «ἀνωτάτη διοικη-
5194τικὴ διεύθυνσις ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται εἰς νομάρχην»,
5195ἀφοῦ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 6 λέγει, ὅτι «ἡ ἁρμοδιότης καὶ τὰ
5196»καθήκοντα τοῦ νομάρχου θέλουσιν ὁρισθῆ διὰ νόμου καὶ
5197»συμφώνως πρὸς τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα 3 καὶ 4. Μέχρι δὲ τῆς
5198»ἐκδόσεως τοῦ περὶ τούτου νόμου ἰσχύει τὸ «περὶ καθηκόν-
5199»των καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν νομαρχῶν» Β. Διάταγμα τῆς
5200»5 Δεκεμβρίου 1845», δὲν ἀναφέρει δὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρον τὸν
5201νόμον, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα, τὸν νόμον ΒΚΖʹ, ἕπεται ὅτι
5202ἔχομεν κατάστασιν διοικήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀνώμαλος,
5203διότι δὲν ὑπάρχει ὁ διοικῶν τὸν νομὸν μὲ τὴν νέαν διοικη-
5204τικὴν διαίρεσιν, οἱ νόμοι δὲ, εἰς τοὺς ὁποίους ὡς πρὸς τοῦτο
5205παραπέμπει τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 6, δὲν ἀναπληροῦσι τὴν ἀτέ-
5206λειαν τοῦ ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον, ἀντὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἡ ἄμεσος
5207διοίκησις ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται εἰς νομάρχην, λέγει ὅτι
5208ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ διεύθυνσις ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται
5209εἰς νομάρχην, ὡσὰν νὰ ὑπάρχῃ κατωτέρα ὑπὸ ἄλλην διοικη-
5210τικὴν ἀρχήν. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ
5211ἄρθρον οὕτω πως: «Ἡ διοίκησις ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται
5212εἰς νομάρχην». Νὰ προστεθῇ δὲ εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον,
5213ὅταν ἔλθωμεν εἰς αὐτὸ, μετὰ τὸ «Β. Διάταγμα τῆς 5 Δε-
5214κεμβρίου 1845»: «ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ
5215ΒΚΖʹ νόμου καὶ διὰ τῶν σχετικῶν διαταγμάτων».
5216§252Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω ὅτι εἶ-
5217ναι ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ ἡ μεταρρύθμισις αὕτη, καθόσον ἐν
5218τῷ ἄρθρῳ 6 ὁρίζονται τὰ καθήκοντα τοῦ νομάρχου. Ἡ διά-
5219ταξις τοῦ ἄρθρου 5, ἡ ὁποία λέγει: «ἡ ἀνωτάτη διοικη-
5220τικὴ διεύθυνσις ἑκάστου νομοῦ ἀνατίθεται εἰς νομάρχην», θὰ
5221ἠδύνατο ἴσως νὰ δώσῃ χώραν εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ.
5222Βουλευτοῦ, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6, αἱ
5223ὁρίζουσαι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ νομάρχου.
5224§253Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω.
5225§254Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπέναντι τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου
52266 νομίζω ὅτι πᾶσα τροπολογία εἶναι ἐντελῶς περιττή.
5227Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ὑπόμνησιν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἀνέ-
5228φερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, παρατηρῶ ὅτι ἐν τῷ νομοσχε-
5229δίῳ θὰ προστεθῇ ἓν τελευταῖον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου «κα-
5230ταργεῖται πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ
5231παρόντος νόμου». Ἑπομένως εἶναι περιττὴ ἡ μνεία τοῦ νό-
5232μου ἐκείνου.
5233§255Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνοήθην, κύριε Πρόεδρε,
5234καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον.
5235Τὸ ἄρθρον 6, εἰς τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι γίνεται διασάφησις τοῦ
5236ἄρθρου 5 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παραπέμπει, ἕως ὅτου κανονισθῶσι
5237διὰ νέου νόμου τὰ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ νομάρχου, εἰς τὸν νό-
5238μον τοῦ 1845. Ὁ νόμος τοῦ 1845 ἰδοὺ τί λέγει ἐν ἄρθρῳ 5 περὶ
5239αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου: «Ἑκάστου νομοῦ ἡ ἀνωτάτη διοι-
5240κητικὴ διεύθυνσις ἀνατίθεται εἰς ἕνα νομάρχην». Τοῦτο εἶ-
5241ναι, τὸ ὁποῖον μετέφερε νῦν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ ἄρθρον
52425: «Εἰς τὸν νομάρχην ἀνατίθεται ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ
5243διεύθυνσις ἑκάστου νομοῦ». Ἀλλὰ τότε ὑπῆρχον ἔπαρχοι,
5244διοικοῦντες τὰς ἐπαρχίας, ἐφ’ ὧν ὁ νομάρχης εἶχε τὴν ἀνω-
5245τάτην διοικητικὴν διεύθυνσιν, διοικῶν ἀπ’ εὐθείας μόνον τὴν
5246ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ ἥδρευεν. Ἀληθῶς κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ
5247νόμου τοῦ 1845 «ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν ἑκάστου νο-
5248μοῦ, ἄλλης παρ’ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἑδρεύει ὁ νομάρ-
5249χης, διοικεῖται ὑπὸ τῶν ἐπάρχων». Πλὴν τὰ πράγματα δὲν
5250ἔχουσι πλέον οὕτω. Τὰ ἐπαρχεῖα κατὰ τὰ 1892 κατηργή-
5251θησαν. Τί δὲ λέγει ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος κατήργησε κατὰ τὸ
52521892 τὸν νόμον τοῦ 1845; «Τὰ ἐπαρχεῖα καταργοῦνται,
5253αἱ δὲ ἀποτελοῦσαι τοὺς νομοὺς τοῦ Κράτους ἐπαρχίαι διοι-
5254κοῦνται ἀμέσως ὑπὸ τῶν νομαρχῶν». Αὐτὸ ὤφειλε νὰ τὸ
5255εἴπῃ. Διατί; Διότι πρὶν ἀνετίθετο ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρ-
5256χιῶν αὐτῶν εἰς τοὺς ἐπάρχους, ἀφοῦ δὲ κατηργήθησαν τὰ
5257ἐπαρχεῖα, θὰ ἔμενεν ἄνευ ὁρισμοῦ ποῖος διοικεῖ τὰς ἐπαρχίας
5258τοῦ νομοῦ, διότι αἱ ἐπαρχίαι καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν
5259ἐπαρχείων δὲν κατηργήθησαν. Λοιπὸν εἶπεν, ὅτι τὰς διοικεῖ
5260ἀπ’ εὐθείας ὁ ἴδιος νομάρχης. Ἤδη εἰς τὸ ἄρθρον 6 δὲν γίνεται
5261παραπομπὴ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν τοῦ 1892. Ἐξ ἐναντίας
5262τὸν παρατρέχει, ἀφοῦ ὥρισεν εἰς τὸ ἄρθρον 5 ὅ,τι δὲν ὑπῆρχε
5263πλέον, ὅ,τι δὲν ἴσχυε πλέον. Ἐὰν λοιπὸν μνημονεύσητε
5264ῥητῶς ἐνταῦθα τὸ ἄρθρον καὶ τὸν νόμον τοῦ 1892, βεβαίως
5265διορθοῦται τοῦ ἄρθρου 5 ἡ ἀτέλεια.
5266§256Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Αὐτὸ, εἶ-
5267πον, τὸ παραδέχομαι καὶ ἐγώ.
5268§257ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἦτο κανονικώτερον, ἂν ἔλε-
5269γεν, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι διοικοῦνται ὑπὸ τοῦ νομάρχου.
5270§258Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν νὰ γείνῃ, κύριε Πρόεδρε, ἡ
5271προσθήκη αὕτη εἰς τὸ ἄρθρον 6, διὰ νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις.
5272§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 6 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς:
5273«Ἡ ἁρμοδιότης καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ νομάρχου θέλου-
5274σιν ὁρισθῆ διὰ νόμου καὶ συμφώνως πρὸς τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα
52753 καὶ 4. Μέχρι δὲ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ τούτου νόμου
5276ἰσχύει τὸ «περὶ καθηκόντων καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν νομαρ-
5277χῶν» Β. Διάταγμα τῆς 5 Δεκεμβρίου 1845, ὡς ἐτροπο-
5278ποιήθη διὰ τοῦ ἄρθρου πρώτου τοῦ ΒΚΖʹ νόμου τῆς
527914 Ἰουλίου 1892 καὶ διὰ τῶν ἀπὸ 24 Σεπτεμβρίου 1892
5280καὶ ἀπὸ 5 Φεβρουαρίου 1893 Β. Διαταγμάτων καὶ ὑπὸ
5281ἄλλων διατάξεων εἰδικῶν νόμων.»
5282Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
5283καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
5284Βουλὴ παρεδέχθη.
5285§260Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
5286τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου,
5287παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἑξῆς:
5288«Ὁ μισθὸς τοῦ νομάρχου ὁρίζεται εἰς δραχμὰς τετρακο-
5289σίας κατὰ μῆνα.
5290» Ἐπιτρέπεται, ὅπως διὰ Β. Διατάγματος, ἐφάπαξ ἐκδι-
5291δομένου, ὁρισθῇ ἐπιμίσθιον μέχρι δραχμῶν διακοσίων κατὰ
5292μῆνα εἴς τινας νομάρχας, ὧν ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ
5293τοὺς δέκα καὶ πέντε.»
5294§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου
5295τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωσθὲν ἄρθρον, ὡς ἄρθρον 7, παρακα-
5296λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
5297Βουλὴ παρεδέχθη.
5298Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
5299§262Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ
5300πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ τρίτου στίχου τῆς γʹ αὐτοῦ
5301παραγράφου ἡ λέξις «Γορτυνίας», ν’ ἀντικατασταθῶσι δὲ ἐν
5302τῷ πέμπτῳ στίχῳ τῆς αὐτῆς παραγράφου αἱ λέξεις «βʹ τά-
5303ξεως» διὰ τῶν λέξεων «αʹ τάξεως».
5304§263Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν θὰ ἦτο καλὸν νὰ ὡρίζετο ἐνταῦθα
5305ὡς πρὸς ποίους ἐκ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν θὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος
5306περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων; Μέχρι τοῦδε οἱ ὑπηρετοῦντες
5307παρὰ ταῖς Νομαρχίαις ὡς γραμματεῖς δευτέρας τάξεως δὲν
5308ὑπήγοντο εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Θὰ
5309ἰσχύῃ τὸ αὐτὸ καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τού-
5310του; ἢ θὰ ὑπάγωνται καὶ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι εἰς τὸν νόμον
5311περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων; Καλὸν ἤθελεν εἶναι νὰ ὡρίζετο.
5312§264Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ
5313ἐναντία διάταξις, θὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος ὁ ὑπάρχων.
5314(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ
5315τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
5316§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκει):
5317«Τὸν νομάρχην, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ὁ γραμ-
5318ματεὺς αʹ τάξεως ἐν οἷς Νομαρχείοις ὑπάρχει τοιοῦτος, καὶ
5319ὁ γραμματεὺς βʹ τάξεως ἐν οἷς Νομαρχείοις δὲν ὑφίσταται
5320γραμματεὺς αʹ τάξεως.»
5321§266Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω ν’ ἀπαλει-
5322φθῶσιν ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου πᾶσαι αἱ μετὰ τὰς λέξεις «ὁ
5323γραμματεὺς αʹ τάξεως» τοῦ δευτέρου στίχου λέξεις. Οὕτω
5324τὸ ἄρθρον τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς:
5325«Τὸν νομάρχην, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον, ἀναπληροῖ ὁ
5326γραμματεὺς αʹ τάξεως.»
5327(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ
5328τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γί-
5329νεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει).
5330§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
5331§268Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ πρώτῳ στί-
5332χῳ, ἀντὶ «ἕνδεκα νέων Νομαρχείων» νὰ τεθῇ «δέκα νέων
5333Νομαρχείων».
5334(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη).
5335§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
5336§270Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή, Κύριοι, ἡ
5337ἐπεξεργασθεῖσα τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
533812 προτείνει τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι οὐσιώδεις καὶ αἱ
5339ὁποῖαι βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βου-
5340λῆς. Ἐν πρώτοις, λόγῳ τῆς μεταβολῆς τῆς περιφερείας τοῦ
5341Πρωτοδικείου Λαρίσης, ἐξ οὗ ἀποσπᾶται ἡ ἐπαρχία Δομο-
5342κοῦ, ἵνα προστεθῇ διὰ τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου εἰς τὴν
5343περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, καταργεῖται ἡ δι-
5344καιοδοσία τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Δο-
5345μοκοῦ, ἡ ὁποία θὰ ὑπαχθῇ ἐφεξῆς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ
5346Ἐφετείου Ἀθηνῶν, εἶναι δ’ ἐντεῦθεν ἀνάγκη, ἐν τέλει
5347τῆς σχετικῆς παραγράφου, μετὰ τὰς λέξεις «τῶν Πρωτο-
5348δικείων», νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ Ἐφετείων».
5349§271ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θέλετε νὰ τροποποιήσητε περιφέ-
5350ρειαν Ἐφετείου διὰ βασιλικοῦ διατάγματος;
5351§272ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμει νομοθετικῆς ἀδείας θὰ
5352ἐκδοθῇ τὸ βασιλικὸν διάταγμα.
5353§273ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Αὐτὰ εἶναι τερατώδη πράγματα!
5354§274ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται βασιλικὸν διά-
5355ταγμα αὐτοτελὲς νὰ τροποποιήσῃ περιφέρειαν Ἐφετείου.
5356Ὅταν Β. Διάταγμα θὰ ὁρίσῃ τὰς περιφερείας τῶν Πρωτο-
5357δικείων, νομίζω ὅτι οὐδὲν νομοθετικὸν κώλυμα ὑπάρχει,
5358ἐὰν δοθῇ ἡ ἄδεια, τὸ Β. Διάταγμα νὰ κανονίσῃ καὶ τὴν
5359περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου, περὶ οὗ πρόκειται.
5360§275ΔΟΥΝΗΣ. Ποία ἡ ἀνάγκη;
5361§276ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ, ὑπο-
5362βαλλομένη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας,
5363ἀποσπᾶται ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης καὶ
5364νὰ ὑπάγηται ἐφεξῆς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου
5365Ἀθηνῶν.
5366§277ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ περιφέρεια τοῦ Πρω-
5367τοδικείου Λαμίας ὑπάγεται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφε-
5368τείου Ἀθηνῶν, καὶ ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ, ὑπαγομένη εἰς τὴν
5369περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, θὰ ὑπάγηται καὶ
5370αὐτὴ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν.
5371§278ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία σκέψις, τὴν ὁποίαν
5372διατυπώνετε, ἀλλὰ νομίζω ὅτι νομοθετοῦντες καὶ γενομέ-
5373νων παρατηρήσεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶναι εὐκολώ-
5374τατον νὰ προΐδωμεν τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ τὸ λύσωμεν νομο-
5375θετικῶς καὶ ῥητῶς.
5376§279ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὡς διατυποῦται τὸ ἄρθρον, νὰ ἐπι-
5377τρέπηται διὰ Β. Διατάγματος ἡ μεταβολὴ τῆς περιφερείας
5378τῆς δικαιοδοσίας τῶν ὑπαρχόντων Πρωτοδικείων, καὶ αὐτὸ
5379εἶναι ἄτοπον.
5380§280ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφάπαξ δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο.
5381§281ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θὰ γεννήσητε ζήτημα, ἐὰν δύναται
5382νὰ γείνῃ τοῦτο.
5383§282Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ
5384τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον, ὑπέβαλεν ἔκθε-
5385σιν εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἔχετε, καὶ διὰ τῆς
5386ἐκθέσεως ταύτης προτείνει, ὅπως προστεθῇ ἡ λέξις «ἐφάπαξ»
5387ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 12 μετὰ τὴν λέξιν
5388«δύναται»· τοῦτο δὲ προτείνομεν καὶ ἡμεῖς νὰ προστεθῇ.
5389§283ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τούτου ἡ ἐπιτροπὴ προ-
5390τείνει, ἵνα ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ τῶν ἐκκρεμῶν
5391δικῶν, αἱ ὁποῖαι λόγῳ τῆς μεταβολῆς τῆς περιφερείας τῆς
5392δικαιοδοσίας τῶν δικαστηρίων θὰ μεταβιβασθῶσιν ἀπὸ Πρω-
5393τοδικείου εἰς Πρωτοδικεῖον, καὶ ἀπὸ Ἐφετείου εἰς Ἐφε-
5394τεῖον. Προτείνει λοιπὸν τὴν ἀναγραφὴν τρίτου ἐδαφίου ἐν
5395τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, συμφώνως πρὸς ὅσα μέχρι τοῦδε ἐνομοθε-
5396τήθησαν ἐπὶ παρομοίων περιπτώσεων. Ἡ προτεινομένη πρόσ-
5397θετος διάταξις περιλαμβάνεται ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ εἶναι ἡ ἑξῆς:
5398«Αἱ ἐκ τῆς περιφερείας τῶν συσταθησομένων Πρωτοδι-
5399κείων ἐκκρεμεῖς πολιτικαὶ, ἐμπορικαὶ καὶ ποινικαὶ δίκαι
5400μεταβιβάζονται ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν εἰς τὰ
5401σχετικὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τὰ Ἐφετεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα συνε-
5402πείᾳ μεταβολῆς τῆς ὑφισταμένης περιφερείας αὐτῶν ὑπή-
5403χθησαν, πλὴν τῶν ὑπὸ διάσκεψιν εὑρισκομένων, αἵτινες μετα-
5404βιβάζονται ὡσαύτως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ἢ τοῦ
5405βουλεύματος, ἂν δι’ αὐτῶν δὲν περατοῦται ὁριστικῶς ἡ δίκη.»
5406§284ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Οὔτε αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γείνῃ, ἀλλὰ
5407νὰ ἀφήσητε τὰς δίκας νὰ προχωρήσουν ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἐκ-
5408κρεμεῖς, διότι θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη ἀνωμαλία· διότι συμφέ-
5409ροντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς
5410πρωτευούσης, θὰ μετατεθῶσιν εἰς ἄλλα δικαστήρια.
5411§285ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω πάντοτε ἐγένετο ἐπὶ
5412παρομοίων περιπτώσεων.
5413§286Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
5414Ἀπορῶ πῶς γίνεται συζήτησις περὶ τούτου, διότι καὶ ἄλ-
5415λοτε, ὅτε ἐνομοθετήθη ἡ σύστασις νέων δικαστηρίων, ῥητῶς
5416περιελήφθη ἐν τοῖς νόμοις ἐκείνοις ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν
5417προτείνομεν σήμερον, ῥητῶς ἀναφέρεται, ὅτι αἱ δίκαι αἱ ἐκ-
5418κρεμεῖς κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων
5419μεταφέρονται εἰς τὰ νέα δικαστήρια. Εἶναι λοιπὸν διατετυ-
5420πωμένον τὸ ἄρθρον ὡς καὶ εἰς ἄλλους νόμους. Καὶ εἶναι
5421ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, διότι ἄλλως ἡ
5422ἁρμοδιότης τῶν συσταθησομένων δικαστηρίων δὲν δύναται νὰ
5423ἐκταθῇ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν.
5424Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν Ἐφετείων, δύναταί τις
5425νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤκουσα ὅτι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνά-
5426δελφος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἁρμοδιότης
5427καὶ ἡ δικαιοδοσία τῶν Ἐφετείων ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν
5428Πρωτοδικείων, καὶ ἐὰν ἑνώσωμεν μίαν ἐπαρχίαν μὲ τὴν περι-
5429φέρειαν ἄλλου Πρωτοδικείου, πάλιν ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐφε-
5430τείου δὲν μεταβάλλεται. Παραδείγματος χάριν, ἐὰν τὴν
5431ἐπαρχίαν Δομοκοῦ τὴν ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ
5432Πρωτοδικείου Λαμίας, ἐπειδὴ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ἐφετείου
5433Ἀθηνῶν ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἄρα
5434ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ.
5435Ἵνα μὴ ὅμως γεννηθῇ ποσῶς ζήτημα, προστίθενται καὶ αἱ
5436λέξεις «καὶ Ἐφετείων». Παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ εἴπητε, ἡ
5437προσθήκη τῶν λέξεων τούτων, καὶ ἐὰν περιττεύῃ, κατὰ τί
5438βλάπτει; Καὶ ἂν δὲν προσθέσωμεν τὰς λέξεις ταύτας, πά-
5439λιν, ἐπαναλαμβάνω, ἐπειδὴ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐφετείου
5440Ἀθηνῶν ἐκτείνεται ἐπὶ τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, προστι-
5441θεμένης τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Πρω-
5442τοδικείου Λαμίας, ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν εἶ-
5443ναι πλήρης. Τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἰθάκης. Ἡ Ἰθά-
5444κη, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ὑπήγετο εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ
5445Ἐφετείου Κερκύρας, σήμερον, προστιθεμένη εἰς τὴν Λευκάδα,
5446θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν. Τοῦτο
5447λοιπὸν θὰ γείνῃ καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ, καὶ ἀπορῶ
5448διατὶ γίνεται τόσος θόρυβος ἄνευ λόγου.
5449§287Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν
5450ἐξεθέσατε, εἶναι ὀρθή, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ προκύψῃ
5451δισταγμός τις, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ περιληφθῇ ἐν τῇ
5452περιφερείᾳ τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας, ἐπεκτείνεται ἡ ἁρμο-
5453διότης τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Δομο-
5454κοῦ. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι ὀρθὴ, οὕτω δὲ δὲν ἀναγκαζό-
5455μεθα νὰ περιλάβωμεν τὴν προσθήκην τῶν Ἐφετείων. Ἀλη-
5456θῶς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μεταβιβάσεως δικαιωμάτων ὑπὸ
5457τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, δὲν εἶναι
5458ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας μετα-
5459βίβασις τοῦ δικαιώματος πρὸς μεταβολὴν τῶν περιφερειῶν
5460τῶν Ἐφετείων, ἀφοῦ εἶναι καταφανὲς, ὅτι ἡ ἐπαρχία Δομο-
5461κοῦ θέλει ὑπάγεσθαι εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Πρέπει μετὰ
5462φειδοῦς νὰ μεταβιβάζωμεν τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς
5463ἐξουσίας, διότι ἐνδέχεται νὰ γίνεται ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώ-
5464ματος καὶ ἐπὶ ἄλλων μεταβολῶν. Ὅταν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξου-
5465σία ἀναλάβῃ τὸ δικαίωμα ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς νὰ μετα-
5466βάλλῃ διὰ διατάγματος τὴν περιφέρειαν τῶν Ἐφετείων, τὸ
5467δικαίωμα τοῦτο δύναται νὰ ἐνασκήσῃ ὡς θέλει, ἀνατρέπουσα
5468ἄνευ ἀνάγκης τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν. Διὰ τοῦτο νομίζω,
5469ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιλάβωμεν αὐτὴν τὴν προσθήκην.
5470§288Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
5471Εἰς τὸ σχέδιον τοῦ νόμου ἀληθῶς ἐγὼ τὴν λέξιν «Ἐφε-
5472τείων» δὲν τὴν εἶχον, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέ-
5473φρασα, καὶ τὴν ὁποίαν ἀποδέχεσθε, ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἁρμοδιότης
5474τῶν Ἐφετείων ἐπεκτείνεται ἐπὶ ὡρισμένων Πρωτοδικείων,
5475δὲν εἶναι καμμία ἀνάγκη νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν
5476ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβάλῃ διὰ διατάγματος τὴν
5477ἁρμοδιότητα τῶν Ἐφετείων. Τὴν λέξιν «Ἐφετείων» τὴν
5478προσέθηκεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκω, ὅτι ἡ προσθήκη
5479τῆς λέξεως περιττεύει, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ βλάπτῃ, δι’ αὐτὸ
5480τὴν δέχομαι, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν τεθῇ ἡ λέξις «Ἐφετείων»,
5481πάλιν ἡ ἁρμοδιότης τῶν Ἐφετείων εἶναι πλήρης.
5482§289Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
5483Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἀποδε-
5484χθῇ τὴν τροποποίησιν ταύτην, διότι ἡ μεταβίβασις τῶν ἐκ-
5485κρεμῶν δικῶν εἰς ἄλλα Πρωτοδικεῖα θὰ ἐπενέγκῃ γενικὴν
5486ἀναστάτωσιν καὶ ἀνωμαλίαν. Ὑπάρχουσι δίκαι, αἱ ὁποῖαι
5487εἶναι ἐκκρεμεῖς καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχουσι διαταχθῆ ἀποδεί-
5488ξεις. Αὗται, εἰσαγόμεναι εἰς ἄλλο Πρωτοδικεῖον, θὰ προκα-
5489λέσωσι πλεῖστα ζητήματα καὶ πολλὰς ἀδικίας. Προτιμότε-
5490ρον βεβαίως εἶναι νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, αἱ δὲ ἐκκρε-
5491μεῖς δίκαι, ἐκεῖ ὅπου εἶναι, νὰ ἐξακολουθήσωσι.
5492§290Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κρα-
5493ναίας δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὴν προηγουμένην νομοθεσίαν,
5494ἥτις ἐκανόνισε τὸ ζήτημα παρομοίως. Τελευταῖον δὲ νομο-
5495θέτημα, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισε τὸ ζήτημα ὡς ἡ ἐπιτροπὴ προ-
5496τείνει, εἶναι τὸ νομοθέτημα περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας
5497Σκοπέλου εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Βόλου καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον
5498Λαρίσης, καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ νομοθέτημα εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν,
5499καθ’ ἣν στιγμὴν διετυποῦμεν τὴν πρότασιν. Λοιπὸν δὲν εἶ-
5500ναι δυνατὸν, ὅταν καταρτίσητε τὰ νέα Πρωτοδικεῖα, νὰ
5501ὁρίσητε τὴν περιφέρειαν αὐτῶν καὶ ν’ ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ
5502τῶν μέχρι τοῦδε ἐπικρατουσῶν ἰδεῶν εἰς παρομοίας περιπτώ-
5503σεις, ἵνα εἴπητε, ὅτι ὅλαι αἱ παλαιαὶ δίκαι θὰ ἐξακολουθῶ-
5504σιν ἐκδικαζόμεναι ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων, εἰς τὰ ὁποῖα μέ-
5505χρι τοῦδε ὑπήγοντο, ὅλαι δὲ αἱ νέαι θὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ
5506νέα Πρωτοδικεῖα, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἔχητε εἰς τὴν αὐ-
5507τὴν περιφέρειαν δύο δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι ἐπίσης
5508ἁρμόδια· διότι, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι εἶναι ἡ δίκη ἐνώπιον τῶν
5509Ἐφετῶν καὶ θὰ ἐπανέλθῃ ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν, δίκη
5510ἀρξαμένη ἤδη θὰ ἔλθῃ διὰ τὴν ὁριστικὴν λύσιν της ἐνώπιον
5511Πρωτοδικείου, τοῦ ὁποίου ἡ δικαιοδοσία ἔπαυσεν ὑφισταμένη
5512ὡς πρὸς τὴν περιφέρειαν, ἐξ ἧς ἡ δίκη.
5513Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Γόρτυ-
5514νος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέβαλεν, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ
5515ἀφεθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα διὰ δια-
5516τάγματος κανονίσῃ τὴν περιφέρειαν τῶν Ἐφετείων, βεβαίως
5517ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον ἔποψιν αὐτῆς ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βου-
5518λευτοῦ εἶναι ὀρθοτάτη. Ἀλλ’ ὅταν δηλῶται ῥητῶς, ὅτι δὲν
5519πρόκειται ἐνταῦθα διὰ τῆς τοιαύτης ἀδείας νὰ κανονίσῃ
5520ἄλλο τι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία παρὰ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν δύο
5521αὐτῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες ἀπὸ Ἐφετείου εἰς Ἐφετεῖον μετα-
5522βιβάζονται, τουτέστι τῶν ἐπαρχιῶν Ἰθάκης καὶ Δομοκοῦ, δὲν
5523πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἐλάχιστος κίνδυνος, ὅπως ἀφεθῇ τὸ
5524δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν Πρὸς μείζονα
5525δὲ ἐγγύησιν καὶ ἡσυχίαν παντὸς ἀμφιβάλλοντος δύναται νὰ
5526γείνῃ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ὡρισμένη μνεία περὶ τούτου.
5527Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ γείνῃ τὸ τοιοῦτον, ἵνα δύνηται νὰ κα-
5528νονισθῇ καὶ ἡ τύχη τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν ἐνώπιον τῶν Ἐφε-
5529τῶν, διότι, ἐὰν δὲν προΐδωμεν περὶ τοιούτου κανονισμοῦ καὶ
5530διὰ τὰ Ἐφετεῖα, θὰ ἔχητε ἐκκρεμεῖς δίκας, αἱ ὁποῖαι δύ-
5531νανται ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου νὰ μὴ ἐκδικασθῶσιν ὁριστικῶς, καὶ
5532κατόπιν δὲν θὰ ἠξεύρωμεν εἰς ποῖον Ἐφετεῖον θὰ ὑποβληθοῦν
5533πάλιν. Ἡ ἐπιτροπὴ, Κύριοι, κατόπιν μελέτης, καὶ μελέτης
5534ἀκριβοῦς, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, προέβη εἰς ἣν πρότασιν ὑπέβαλε,
5535νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει ἡ πρότασις νὰ ψηφισθῇ ὅπως ὑποβάλ-
5536λεται, διότι ἄλλως θὰ προκύψωσι ζητήματα κατὰ τὴν λύσιν
5537τῶν δικαστικῶν διαφορῶν, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἤμεθα εἰς καιρὸν
5538νὰ κανονίσωμεν κατὰ τρόπον συμφέροντα εἰς αὐτοὺς τοὺς
5539διαδίκους.
5540§291Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὸ κεί-
5541μενον αἱ δύο λέξεις, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ἤτοι
5542αἱ λέξεις «καὶ Ἐφετείων», ὁ ἐκτελῶν τὸν νόμον θὰ ἔχῃ
5543κείμενον, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβιβάσθη ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς
5544ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ
5545τὴν περιφέρειαν τῶν Ἐφετείων διὰ Β. Διατάγματος, δὲν
5546ἔχει δὲ δικαίωμα ὁ ἐκτελῶν τὸν νόμον νὰ περιορίσῃ τὴν
5547ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μετέδωκε διὰ τῶν
5548νόμων εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, διότι, ὅπου ὁ νόμος δὲν διακρί-
5549νει, δὲν δύναται νὰ διακρίνῃ καὶ ὁ δικαστής. Ὅθεν, καὶ
5550ἐὰν ἤθελεν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ τι, πρὸς διασάφησιν
5551τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξήνεγκε, πρέπει
5552τοῦτο ῥητῶς νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὄχι δὲ νὰ ἀφεθῇ ἀπόλυ-
5553τον τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐγὼ εἶμαι
5554φειδωλὸς εἰς τὴν μεταβίβασιν τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθε-
5555τικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, καὶ δὲν ἤθελον νὰ
5556μεταβιβασθῇ οὔτε τὸ δικαίωμα τῆς μεταβολῆς τῶν περιφε-
5557ρειῶν τῶν Πρωτοδικείων διὰ διατάγματος· διότι, ἐὰν σήμε-
5558ρον ἦσθε ὑμεῖς Ὑπουργοὶ καὶ ἐκτελῆτε ὑμεῖς τοὺς νόμους,
5559δὲν γνωρίζω τίνες θέλουσιν εἶναι αὔριον, οὐδὲ ποίαν χρῆσιν
5560θέλουσι ποιήσει αὐτῆς τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν παρέχετε
5561αὐτοῖς διὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ
5562μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε.
5563§292Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
5564Σᾶς εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν μὴ
5565προσθήκην τῶν δύο λέξεων «τῶν Ἐφετείων». Καθ’ ὅσον ὅμως
5566ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν διάταξιν, ὅτι αἱ ἐκκρεμεῖς δίκαι θὰ μετα-
5567βιβασθῶσιν εἰς τὰ Ἐφετεῖα, τοῦτο θεωρῶ ἀπαραίτητον.
5568§293Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θὰ φέρητε μεγάλην ἀνωμαλίαν.
5569§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὸ ἄρθρον 12 ἐγένετο ἡ ἑξῆς
5570τροποποίησις. Ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ μετὰ τὰς λέξεις «δύ-
5571ναται νὰ μεταβληθῇ», προσετέθησαν αἱ λέξεις «ἐφ’ ἅπαξ»...
5572§295Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, καὶ
5573εἰς τὸν τίτλον τοῦ ἄρθρου νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς διόρθωσις. Ἀντὶ
5574«περὶ συστάσεως πέντε Πρωτοδικείων» νὰ τεθῇ «περὶ συ-
5575στάσεως τεσσάρων Πρωτοδικείων».
5576§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
5577§297Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ὑπὸ
5578τῆς ἐπιτροπῆς προτεινομένη τρίτη παράγραφος, ὡς ἑξῆς:
5579«Αἱ ἐκ τῆς περιφερείας τῶν συσταθησομένων Πρωτο-
5580δικείων ἐκκρεμεῖς πολιτικαί, ἐμπορικαὶ καὶ ποινικαὶ δίκαι
5581μεταβιβάζονται ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν εἰς
5582τὰ σχετικὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τὰ Ἐφετεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα,
5583συνεπείᾳ μεταβολῆς τῆς ὑφισταμένης περιφερείας αὐτῶν,
5584ὑπήχθησαν, πλὴν τῶν ὑπὸ διάσκεψιν εὑρισκομένων, αἵτινες
5585μεταβιβάζονται ὡσαύτως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ἢ
5586τοῦ βουλεύματος, ἂν δι’ αὐτῶν δὲν περατοῦται ὁριστικῶς
5587ἡ δίκη.»
5588§298ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
5589§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτρο-
5590ποποιήθη, μετὰ τῆς προσθήκης καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουρ-
5591γοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀναγνωσθείσης τρίτης παραγράφου,
5592παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότε-
5593ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5594Ἄρθρον 13.
5595§300ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
5596«Ἑκάστη περιφέρεια νομοῦ ἀπαρτίζει, συνῳδὰ πρὸς τοὺς
5597θείους καὶ ἱεροὺς κανόνας, ἰδίαν ἐκκλησιαστικὴν διοίκησιν,
5598ἧς προΐσταται Ἀρχιερεὺς, ἑδρεύων ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ
5599νομοῦ.
5600»Ἐξαίρεσιν ποιοῦνται οἱ Ἀρχιερεῖς Καλαβρύτων, Θήρας
5601καὶ Νάξου, οἵτινες, ἑδρεύοντες καὶ ἐφεξῆς ἐν ταῖς πρωτευ-
5602ούσαις τῶν νῦν ἐπισκοπῶν των, διασώζουσι τὰς μέχρι τοῦδε
5603ἐκκλησιαστικὰς περιφερείας τούτων.»
5604§301ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
5605κῶν κλπ.). Νὰ προστεθῶσι, παρακαλῶ, αἱ λέξεις «Ὕδρας καὶ
5606Κυθήρων».
5607§302Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ σύμβασις τῆς παραχωρήσεως
5608τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπαιτεῖ νὰ διατηρηθῶσι
5609καὶ ἄλλαι ἐπισκοπαί.
5610§303ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως διὰ συμβάσεων δὲν εἶναι
5611δυνατὸν νὰ κανονισθῶσιν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι
5612τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκκλη-
5613σίας. Ὑπάρχει δὲ, Κύριοι, θεμελιώδης ἀρχὴ ἐν τῷ διοικη-
5614τικῷ ὀργανισμῷ τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, καθ’ ἣν αἱ ἐκκλησια-
5615στικαὶ διοικήσεις παρακολουθοῦσι τὰς πολιτικάς. Εἶναι αὕτη
5616ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία ἀντέταξε κατὰ
5617τῶν σχισματικῶν Βουλγάρων, ὅτε οὗτοι ἠθέλησαν νὰ συστήσωσι
5618τὰς παρασυναγωγάς των. Εἶναι ἀρχὴ, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς,
5619νομίζω, ἐπιτρέπεται νὰ ἀντιτάξῃ νῦν οἱανδήποτε σύμβασιν.
5620Ἀλλὰ καὶ ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ περὶ ἧς
5621ὁ λόγος σύμβασις οὐδεμίαν σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ πρὸς ζητή-
5622ματα, οἷον τὸ προκείμενον. Ἐὰν, Κύριοι, ἦτο ὀρθὸν τὸ προ-
5623βληθὲν ἐπιχείρημα, τότε ἔπρεπε νὰ φέρωσι καὶ νῦν, ὡς ἐπὶ
5624Προστασίας, τὸν τίτλον τοῦ Μητροπολίτου οἱ ἀρχιεπίσκοποι
5625Κερκύρας καὶ Κεφαλληνίας, καὶ νὰ μὴ τιτλοφορῶνται ἁπλῶς
5626ἀρχιεπίσκοποι. Ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατον τῶν κατὰ τὴν
5627προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου Μητροπολιτῶν ἐξέλιπεν ὁ τίτλος
5628οὗτος, χωρὶς βεβαίως νὰ λάβωσιν ἐντεῦθεν ἀφορμὴν οἱ Ἄγ-
5629γλοι καὶ νὰ θεωρήσωσιν ὡς ἠθετημένην τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος
5630σύμβασιν. Καὶ δικαίως, Κύριοι, διότι ἡ σύμβασις δὲν ἀφορᾷ
5631εἰς τὸν ἀριθμὸν καὶ τοὺς τίτλους τῶν ἑκασταχοῦ ἐπισκόπων,
5632ἀλλ’ εἰς τὴν τήρησιν τῆς πίστεως καὶ τοῦ καθόλου πολιτεύ-
5633ματος τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
5634§304Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸ Κανονικὸν Δίκαιον τί λέγει;
5635§305ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ Κανονικὸν Δίκαιον καθιεροῖ τὴν
5636ἀρχὴν, εἰς ἣν ἐστηρίχθη καὶ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνο-
5637δος τοῦ 1872, ἡ ἐκσφενδονήσασα κατὰ τῶν Βουλγάρων τὸ
5638σχίσμα. Τὸν Κανόνα τοῦτον ἐπανέλαβε καὶ ἡ ἐν Τρούλῳ Ϛʹ
5639Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Συνῳδὰ πρὸς τοὺς Κανόνας τούτους,
5640ὅτε ἀνεγνωρίσθη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς ἐν Κων-
5641σταντινουπόλει Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ ἐξεδόθη ὁ σχετικὸς
5642Τόμος, κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ ὁποίου ἐψηφίσθη ὁ ἐν ἰσχύϊ
5643Καταστατικὸς νόμος τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου καὶ ὁ νόμος
5644περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων, διερρυθμίσθησαν τὰ τῆς ἐκ-
5645κλησιαστικῆς ἡμῶν διοικήσεως οὕτως, ὥστε νὰ συνᾴδῃ αὕτη
5646κατὰ τὸ δυνατὸν πρὸς τὴν πολιτικὴν ἡμῶν διοίκησιν.
5647Καὶ ὡς πρὸς τοὺς τίτλους, Κύριοι, ἐνομίσαμεν δίκαιον νὰ
5648συμμορφωθῶμεν πρὸς τὸ ἀρχαῖον τῆς Ἐκκλησίας δίκαιον,
5649ὅπερ δὲν γνωρίζει Μητροπολίτας καὶ ἀρχιεπισκόπους ἐπὶ
5650ψιλῷ μόνον τίτλῳ, ἤτοι ἄνευ ἐπισκόπων διατελούντων ὑπὸ
5651τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τοὺς
5652χρόνους τῆς καταπτώσεως τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους, ὅτε τοὺς
5653πάντας εἶχε καταλάβει ἡ τιτλομανία, εἶχον δημιουργηθῆ
5654Μητροπόλεις καὶ Ἀρχιεπισκοπαὶ ἐπὶ ψιλῷ τίτλῳ μόνον.
5655Ἀλλ’ ἤδη ὁ Νόμος Ϛʹ τοῦ 1852 ἐν ἄρθρῳ 1 αὐτοῦ ἐπανέρ-
5656χεται εἰς τὸ πάλαι ἐκκλησιαστικὸν καθεστώς. Τὸ ἄρθρον ἔχει
5657ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει αὐτό).
5658Ὥστε, ὡς παρατηρεῖτε, ὁ νόμος ὁμιλεῖ μόνον περὶ Ἐπι-
5659σκοπῶν καὶ ἐπισκόπων, καθιερώθη δὲ νὰ ὀνομάζηται Μητρο-
5660πολίτης ὁ τῶν Ἀθηνῶν ἐπίσκοπος, ὡς ἰσόβιος Πρόεδρος τῆς
5661Ἱερᾶς Συνόδου. Εἶναι δέ τι ἀκατανόητον, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν
5662τὸν τίτλον τοῦ ἀρχιεπισκόπου, χωρὶς οἱ ἀρχιεπίσκοποι νὰ
5663ἔχωσιν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν των ἐπισκόπους, ἐνῷ ἐν τῷ
5664τίτλῳ αὐτῶν ἔγκειται ἡ ἔννοια, ὅτι ἄρχουσιν ἐπισκόπων.
5665Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, συμμορφούμενοι πρὸς τὸ αὐστηρὸν
5666Κανονικὸν Δίκαιον, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι ὅσους νομοὺς
5667τόσας καὶ Ἐπισκοπὰς καὶ τόσους ἐπισκόπους.
5668Τώρα γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, διατὶ ἐδέχθημεν καὶ ἐξαιρέ-
5669σεις ὡς πρὸς τὰς ἐκκλησιαστικὰς διαιρέσεις. Ὁ ἀξιότιμος
5670ἐκ Κραναίας συνάδελφος, ὅστις ἔχει ἀσχοληθῇ εἰς τὸ Κανο-
5671νικὸν Δίκαιον, γνωρίζει, ὅτι ἔχουσι καθιερωθῇ αἱ τοιαῦται
5672ἐξαιρέσεις ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν ὑπὸ τὸν τύπον τῆς λεγο-
5673μένης Οἰκονομίας. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν οἰκονομίαν παρεδέ-
5674χθημεν καὶ ἡμεῖς. Οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, χάριν ἱστο-
5675ρικῶν λόγων διατηρεῖται ἡ Ἐπισκοπὴ Καλαβρύτων, ἡ ὁποία
5676ἔχει ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν της πολλὰς ἱστορικὰς Μονάς. Δια-
5677τηροῦνται ὡσαύτως καὶ ἕτεραί τινες Ἐπισκοπαὶ, ὡς αἱ τῆς
5678Θήρας καὶ Νάξου, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουσι καθολικαὶ Ἐπισκο-
5679παί. Ἐδέχθημεν νὰ παραμείνῃ ὁ ἐπίσκοπος Κυθήρων, διότι
5680εἶναι δύσκολος ἡ μετάβασις ἐκεῖσε ἐπισκόπου ἄλλοθεν.
5681§306ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν Γόρτυνι δὲν εὑρίσκετε λόγον νὰ
5682παραδεχθῆτε Ἐπισκοπήν; Ἀφοῦ εἰς τὰ Κύθηρα ἔχετε ἐπί-
5683σκοπον, εἰς τὴν Γόρτυνα νομίζετε ὅτι περιττεύει;
5684§307ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἄρθρον διετυπώθη ὡς εἶναι ἐνταῦθα
5685διατετυπωμένον, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἐψηφίζετο τὸ 2ον ἄρ-
5686θρον τοῦ νομοσχεδίου ὡς εἶχεν ἀρχῆθεν, δηλαδὴ μὲ δεύτε-
5687ρον νομὸν ἐν Ἀρκαδίᾳ, τὸν νομὸν Γόρτυνος. Τώρα, ὅτε
5688παρεδέχθη ἡ Βουλὴ νὰ μείνῃ καὶ ἐφεξῆς ὁ νομὸς Ἀρκαδίας,
5689ὡς εἶχε μέχρι τοῦδε, βεβαίως εἶναι τόσον εὐρεῖα ἡ περιφέ-
5690ρειά του, ὥστε δύσκολον εἶναι νὰ ἐπαρκέσῃ εἷς ἀρχιερεὺς εἰς
5691αὐτήν. Διὸ δίκαιον νομίζω νὰ διατηρηθῇ καὶ ἡ Ἐπισκοπὴ
5692Γόρτυνος.
5693§308ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι σπου-
5694δαιότατον. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι εἰς τοιαύτην στιγμὴν, ὅλως
5695ἀκαταλλήλως, ἔρχεται πρὸς συζήτησιν, διότι κατὰ τὴν γνώ-
5696μην μου ἔπρεπε διὰ μακρῶν νὰ συζητηθῇ. Ὀφείλω ἐν τού-
5697τοις νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιο-
5698τίμου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ὑπουργοῦ, καὶ πράττω
5699τοῦτο, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρξε διαμαρτυρία κατὰ
5700τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται πρὸς
5701τὴν συνθήκην, κατὰ τὴν ὁποίαν παρεδόθη ἡ Ἑπτάνησος εἰς
5702τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας.
5703Ἐπειδὴ ἐλπίζω προσεχῶς νὰ παρουσιασθῇ εὐκαιρία νὰ
5704ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐκτενέστερον, σήμερον
5705παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μόνον νὰ ἀναγνώσω ὀλίγας λέ-
5706ξεις ἐκ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συνθήκης παραδόσεως τῆς Ἑπτα-
5707νήσου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς:
5708«Ἡ μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις τῆς Ἡνω-
5709μένης Πολιτείας τῶν Ἰονίων Νήσων οὐδαμῶς ἀκυρώσει τὰς
5710ὑπὸ τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας τῶν νήσων καθιερωμένας
5711ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας καὶ τῆς ἀνεξιθρησκείας·
5712ἑπομένως τὰ καθιερωθέντα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνό-
5713μια ὑπὸ τοῦ Αʹ καὶ τοῦ Εʹ κεφαλαίου τοῦ συνταγματικοῦ χάρ-
5714του τῆς Ἡνωμένης Πολιτείας τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ ἰδίως ἡ
5715ἀναγνώρισις τῆς ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὡς Ἐκκλη-
5716σίας ἐπικρατούσης ἐν ταῖς νήσοις, ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τῆς
5717λατρείας, ἡ χορηγουμένη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Κράτους
5718τῆς προστάτιδος Δυνάμεως, καὶ ἡ πλήρης ἀνεξιθρησκεία, ἡ
5719πρὸς τὰς ἄλλας χριστιανικὰς κοινότητας ὑποσχεθεῖσα, δια-
5720τηρηθήσονται καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ ἰσχύϊ...»
5721Ἐξεταστέον ἤδη, ποῖα εἶναι τὰ θρησκευτικὰ δικαιώματα
5722καὶ προνόμια τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ Αʹ καὶ Εʹ κεφαλαίῳ τοῦ
5723συνταγματικοῦ χάρτου τοῦ 1817. Ἐν πέμπτῳ κεφαλαίῳ
5724τοῦ βʹ τμήματος, ὡς καὶ πρὸ μικροῦ εἶπον, ἄρθρῳ 1ῳ,
5725ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι «ἐκτὸς τῶν ἀρχιεπισκο-
5726πῶν καὶ ἐπισκοπῶν τῶν νήσων Κερκύρας, Κεφαλληνίας,
5727Ἁγίας Μαύρας καὶ Κυθήρων, ὀρθὴ τυγχάνει ἡ ἵδρυσις ἐπίσης
5728ἀρχιεπισκοπῆς ἢ ἐπισκοπῆς καὶ εἰς τὴν νῆσον τῶν Παξῶν.»
5729Ῥητῶς λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τοῦ
5730Συντάγματος τοῦ 1817 ἀναφέρεται ὡς προνόμιον καὶ δικαίωμα
5731ἡ ὕπαρξις ἀρχιεπισκόπων καὶ ἐπισκόπων. Καὶ ἐδῶ ἔγκειται
5732ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία μία εἶναι εἰς τὴν Ἑλλάδα,
5733σαφὴς καὶ ἀπαράβατος, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει
5734νὰ σεβασθῇ τὰς διατάξεις τῆς συνθήκης. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι
5735θὰ ὑπάρξῃ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ ἀποπειραθῇ
5736τὴν καταπάτησιν συνθήκης, δι’ ἧς τοσοῦτον εὐηργετήθη τὸ
5737Ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ διὰ τῆς καταργήσεως τῆς ὁποίας, ἔστω
5738καὶ ἐν ἐλαχίστοις προνομίοις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γεννηθῶσι
5739πολλὰ πράγματα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.
5740§309Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω μίαν παρατήρησιν νὰ
5741ἀπευθύνω οὐχὶ τροπολογίαν τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου,
5742περὶ οὗ πρόκειται, ἀλλὰ μόνον παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν
5743παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
5744τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἴσως, ἐὰν
5745ἦτο ἐνταῦθα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἤθε-
5746λον παρακαλέσει καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
5747κῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτήν. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομο-
5748σχεδίου, οἱ ἱεράρχαι τῆς Ἑλλάδος θέλουσιν εἶναι τοῦ λοιποῦ,
5749πλὴν τοῦ Μητροπολίτου Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πάν-
5750τες ἐπίσκοποι, διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τηροῦσι τὸν τίτλον
5751τοῦ ἀρχιεπισκόπου, θέλουσιν ἐκλίπει φυσικῶς, ὡς ἄνθρωποι,
5752καὶ ἑπομένως θέλουσιν ἀντικατασταθῆ δι’ ἐπισκόπων. Ἡ
5753Ἐκκλησία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου δὲν εἶναι μεμονωμένη
5754Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ’ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὑπάρχουσι
5755καὶ ἄλλαι Ἐκκλησίαι, ἡ Ἐκκλησία τῆς Παλαιστίνης, ἔχουσα
5756προϊστάμενον τὸν Πατριάρχην τῆς Ἱερουσαλὴμ, ἡ Ἐκκλη-
5757σία τῆς Ἀντιοχείας, ἔχουσα προϊστάμενον τὸν Πατριάρχην
5758Ἀντιοχείας, ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας, ὑπάρ-
5759χει ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Κατὰ τὴν δια-
5760κόσμησιν τῶν Ἐκκλησιῶν τούτων δὲν τηροῦνται οἱ κανόνες,
5761τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἀναγράφομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ἐκεῖ
5762παρέχουσι βαθμοὺς, καὶ μάλιστα ἐν ἀφθονίᾳ. Ἐάν ποτε ὁ
5763κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελε κρίνει, ὅτι ἦτο
5764συντελεστικὸν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων νὰ προβῇ εἰς
5765ἀποστολὴν ἱεράρχου τινὸς ἢ ἱεραρχῶν εἰς τὰς Ἐκκλησίας
5766ταύτας, οἱ ἀποσταλησόμενοι θέλουσιν εἶναι ἐπίσκοποι, δηλο-
5767νότι ἐστερημένοι τῆς παραστάσεως τῆς ἀναλόγου πρὸς τὴν
5768παράστασιν, τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἔχει οἱ ἱεράρχαι τῶν Ἐκ-
5769κλησιῶν ἐκείνων. Ἐὰν δὲ ἤθελε συμβῆ ποτε νὰ συγκληθῇ
5770Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν διαφόρων Ἐκ-
5771κλησιῶν, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας θέ-
5772λουσιν εἶναι οἱ κατέχοντες τὴν ἐσχάτην θέσιν. Ἐγὼ εὑρέθην
5773εἰς τὴν ἀνάγκην ἄλλοτε, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
5774κῶν, νὰ ποιήσωμαι ἀποστολὴν ἱεράρχου τῆς Ἐκκλησίας
5775τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰς Ἀντιόχειαν, εἰς Παλαιστί-
5776νην, εἰς Ἀλεξάνδρειαν καὶ Κωνσταντινούπολιν· καὶ δευτέραν
5777δὲ φορὰν εὑρέθην ἠναγκασμένος νὰ ποιήσωμαι ἀποστολὴν
5778ἱεράρχου τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰς Κων-
5779σταντινούπολιν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ ἀπεσταλ-
5780μένου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπίσκοπος, ἴσως συνετέλεσεν, ἵνα μὴ τύχῃ
5781δεξιώσεως ἁρμοζούσης εἰς τὸν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Βασι-
5782λείου ἀπεσταλμένον ἱεράρχην.
5783Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὤφειλον νὰ ἀπευθύνω εἰς τὴν
5784Κυβέρνησιν.
5785§310ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
5786κῶν κλπ.). Ἕκαστος τῶν Πατριαρχῶν τῆς Κωνσταντινου-
5787πόλεως, τῶν Ἱεροσολύμων, τῆς Ἀντιοχείας καὶ Ἀλεξαν-
5788δρείας ἔχει ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του Μητροπολίτας, ἀρχιε-
5789πισκόπους καὶ ἐπισκόπους διὰ λόγους ἱστορικούς. Ἀλλ’ ἐν
5790Ἑλλάδι οὔτε Πατριάρχην ἔχομεν οὔτε Μητροπολίτας. Καὶ
5791εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι πάλαι ποτὲ εἴχομεν καὶ ἐν Ἑλλάδι,
5792ὡς προεῖπον, πολλοὺς Μητροπολίτας ἐπὶ ψιλῷ τίτλῳ. Ἀλλὰ
5793πλὴν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν κατηργήθη ὁ τίτλος ἐπ’ αὐ-
5794τῶν, ἐπί τινων μάλιστα Μητροπολιτῶν κατηργήθη καὶ ἡ
5795Ἐπισκοπὴ αὐτῶν, χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ νῦν προ-
5796βαλλόμενοι λόγοι ἐνδεχομένης συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συν-
5797όδου ἢ ἀποστολῆς εἰς τὴν Ἀνατολήν.
5798Τότε, ὡς νομίζω, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὑφ’ ἃς πολιτικὰς
5799συνθήκας εὕρηται σήμερον ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκ-
5800κλησία, ἀδύνατον σχεδὸν νὰ συγκληθῇ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
5801Τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους, Κύριοι, συνεκάλει πάλαι ποτὲ
5802ὁ Αὐτοκράτωρ τῶν Ρωμαίων, εἰς οὗ τὴν δικαιοδοσίαν ὑπή-
5803γετο πᾶσα σχεδὸν ἡ τότε Οἰκουμένη. Ποῦ ὅμως σήμε-
5804ρον ἡ τοιαύτη ἀρχὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν; Καὶ ἐὰν θὰ ἦτο
5805δυνατὸν νὰ συγκληθῇ νῦν Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, εἶναι πλάνη,
5806καὶ πλάνη μεγάλη, νὰ νομίζῃ τις, ὅτι οἱ Μητροπολῖται καὶ
5807ἀρχιεπίσκοποι θὰ ἔχωσιν ἐν αὐτῇ τὴν πρωτοκαθεδρίαν καὶ
5808τὴν ἀποφασιστικὴν ψῆφον. Εἰς τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους
5809ἔχουσι τὴν αὐτὴν θέσιν, γνώμην καὶ ψῆφον πάντες οἱ ἀρχιε-
5810ρεῖς. Ἐν τῇ πρώτῃ μάλιστα Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ προήδρευ-
5811σεν ὁ ἁπλοῦς ἐπίσκοπος Κορδούης Ὅσιος.
5812Μὴ νομίσητε δὲ, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐπὶ ἀποστολῶν σήμε-
5813ρον ἐκτάκτων εἰς τὴν Ἀνατολὴν θὰ ἐπεβάλλοντο οἱ ἡμέ-
5814τεροι ἀρχιερεῖς διὰ τῶν τίτλων. Ἐγένοντο πάλαι ποτὲ
5815τοιαῦται ἀποστολαί, ὧν δὲν εἶναι ἀμέτοχος καὶ ὁ κ. Βουλευ-
5816τὴς ἐκ Γόρτυνος, διὰ τοῦ ἐπισκόπου Φωκίδος καὶ διὰ τοῦ
5817ἀρχιεπισκόπου Σύρου Ἀλεξάνδρου Λυκούργου.
5818§311Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὴν ἔκαμα ἐγὼ αὐτήν.
5819§312ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γινώσκω, ἐὰν
5820ὁ τελευταῖος ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ταύτην ὤφειλε μᾶλλον εἰς
5821τὴν εὐρυμάθειαν καὶ τὴν εὐφράδειάν του ἢ εἰς τὸν τίτλον
5822τοῦ ἀρχιεπισκόπου. Μεθ’ ὅλον δὲ τὸν ἁπλοῦν τίτλον τοῦ
5823ἐπισκόπου, ὁ Φωκίδος Δαυῒδ κατώρθωσε νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τοῦ
5824σεμνοπρεποῦς ἤθους, διὰ τῆς σκέψεως καὶ περινοίας, ἥτις
5825διέκρινεν αὐτὸν, καὶ χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἐγένετο αὐτῷ περι-
5826φανὴς ὑποδοχὴ ἐν Κωνσταντινουπόλει. Καὶ ἐπὶ τέλους, Κύ-
5827ριοι, οἱ ἀπεσταλμένοι τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν ἐπιβάλλονται διὰ
5828τῶν ἀτομικῶν των τίτλων, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὄγκου τῶν ὑπ’ αὐ-
5829τῶν ἀντιπροσωπευομένων Ἐκκλησιῶν. Καὶ ἀπεσταλμένος τῆς
5830Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐπιβληθῇ διὰ τοῦ ὄγκου ταύ-
5831της, καὶ ἁπλοῦς ἀρχιμανδρίτης ἢ ἱερεὺς ὤν.
5832§313ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, ὅπου λέγετε! Ἡ Λευ-
5833κὰς ἀνέκαθεν εἶχεν ἀρχιεπίσκοπον. Πῶς θ’ ἀφαιρέσητε τὸν
5834τίτλον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐδώσατε σεῖς;
5835§314Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ Λάρισα, κύριε Ὑπουργὲ,
5836εἶχε πάντοτε Μητροπολίτην, τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει τώρα νὰ
5837ὑποβιβάσητε.
5838§315ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ Μητροπολίτης Λαρίσης ἦτο πρὶν πράγ-
5839ματι τοιοῦτος, ἔχων ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του διαφόρους ἐπι-
5840σκόπους. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς
5841τὴν Ἑλλάδα ἀπέβαλε τὴν τοιαύτην δικαιοδοσίαν καὶ ἔμεινε
5842καὶ αὐτὸς ἐπὶ ψιλῷ τίτλῳ Μητροπολίτης. Ἀλλ’ ἐπαναλαμ-
5843βάνω καὶ πάλιν, Κύριοι, ὅτι οἱ τοιοῦτοι ψιλοὶ τίτλοι εἶναι
5844ὅλως ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὴν νομοθεσίαν μας.
5845§316Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπετε ὅτι ὑμεῖς δὲν ἐπιμένετε
5846εἰς τὴν γνώμην σας, οὐδὲ θέλετε νὰ κάμητε ζήτημα τὴν ὑπό-
5847θεσιν ταύτην. Τοῦτο ἐβεβαίωσα καὶ ἐγὼ, ἀρχόμενος τοῦ λό-
5848γου μου· δὲν ἐπρότεινα τροπολογίαν, δὲν ἔδωκα γνώμην...
5849§317ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπήντησα εἰς τὸν κύριον ἐκ Λευκάδος
5850Βουλευτήν.
5851§318Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... Ἀνεκοίνωσα μόνον παρατή-
5852ρησιν, διότι ὑμεῖς ἀποτελεῖτε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀπηύθυνα
5853τὰς παρατηρήσεις μου, ἵνα κρίνητε καὶ σκεφθῆτε καὶ πρά-
5854ξητε ὅ,τι ἂν θέλητε. Ὅ,τι ὅμως χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω,
5855εἶναι, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν ἐπιτρέπει ὑπερβολὰς
5856εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ, ἴσως δὲ καὶ βεβαιώσεις περὶ πραγ-
5857μάτων μὴ λαβόντων χώραν,—διότι ἐβεβαιώσατε πρᾶγμα τὸ
5858ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζητε· δὲν γνωρίζετε δὲ τὰ
5859κατὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐπισκόπου Φωκίδος, διότι πᾶσα ἡ
5860ἀλληλογραφία ἐγένετο μετ’ ἐκείνου δι’ ἰδιωτικῶν ἐπιστολῶν,
5861δὲν περιῆλθε δ’ εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ἑπομένως δὲν γνωρίζετε,
5862ἐὰν ἐγένετο αὐτῷ ὑποδοχὴ, ὡς βεβαιοῦτε, περιφανής. Ἐγὼ, ὁ
5863ὁποῖος κατέχω τὴν ἰδιαιτέραν ἀλληλογραφίαν, δύναμαι νὰ
5864γνωρίζω ποῖα προσκόμματα ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν
5865τῶν ἔργων του. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἱεράρχης ἐκεῖνος διεκρί-
5866νετο διὰ τὴν μεγάλην νοημοσύνην του, ὅτι εἶχεν ἀντίληψιν
5867ὀξυτάτην, ὅτι εἶχε διάνοιαν μετὰ πολλῆς ἐλαστικότητος, καὶ
5868ἠδυνήθη νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολήν του, ἀλλὰ μετὰ πολ-
5869λοῦ κόπου. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι καὶ δευτέραν φορὰν
5870ἀπέστειλα αὐτὸν εἰς Κωνσταντινούπολιν, εἰς τὸν Πατριάρ-
5871χην Ἰωακεὶμ Βʹ, τὸν ἀπέστειλα δὲ, διότι Κυβέρνησις Με-
5872γάλης Δυνάμεως ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ πληροφορίας, τὰς ὁποίας
5873δὲν ἠδυνάμην νὰ πορισθῶ, εἰμὴ ἐκ τῶν ἀρχείων τῆς Μεγά-
5874λης Ἐκκλησίας. Καὶ παρεκάλεσα τὸν ἐπίσκοπον Φωκίδος
5875νὰ μεταβῇ εἰς τὰ Πατριαρχεῖα καὶ ζητήσῃ τὰς πληροφο-
5876ρίας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ συναντηθῇ μετὰ τοῦ Πατριάρ-
5877χου, μόλις δὲ ἔλαβε συνέντευξιν μετὰ τοῦ Μεγάλου Πρωτο-
5878συγγέλλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέτω ὅτι
5879δύναται νὰ εὕρῃ ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τὰ ἔγ-
5880γραφα τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἐπισκόπου Φθιώτιδος κατὰ τὸ 1869
5881καὶ τὸ 1878, ἐὰν δ’ εὕρῃ αὐτὰ, δύναται νὰ κυρώσῃ τοὺς
5882λόγους μου.
5883§319ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαφτι-
5884κῶν κλπ.). Δὲν ἰσχυρίσθην ὅτι γινώσκω τι περὶ τῆς ἀποστο-
5885λῆς τοῦ πρώην Φωκίδος ἐξ ἐγγράφων, οὐδ’ ὅτι ἔχω γνῶσιν τῶν
5886τότε λεχθέντων μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρ-
5887τυνος Βουλευτοῦ. Ὅ,τι γινώσκω, τὸ γινώσκω ἐκ συνομιλίας
5888πρὸς τὸν ἀοίδιμον ἐπίσκοπον Φωκίδος Δαυΐδ. Ὅτι δὲ εἶ-
5889χον δίκαιον ἐγὼ, εἰπὼν ὅ,τι εἶπον περὶ αὐτοῦ, μαρτυρεῖ τρα-
5890νῶς τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε τὸν αὐτὸν
5891ἐπίσκοπον ἐκ δευτέρου εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ὅπερ δὲν θὰ ἔκα-
5892μνε βεβαίως, ἐὰν ἀπετύγχανεν ἡ πρώτη αὐτοῦ ἀποστολή.
5893§320Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, τί θὰ γείνῃ ὁ ἀρ-
5894χιερεὺς Θαυμακοῦ μετὰ τὴν προσάρτησιν τοῦ Δομοκοῦ εἰς
5895τὴν Λαμίαν;
5896§321ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
5897κλπ.). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ δύο ἐπίσκοποι Θαυμακοῦ καὶ
5898Πλαταμῶνος δύνανται νὰ μετατεθῶσιν εἰς δύο τῶν νέων ἐπι-
5899σκοπῶν. Ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος ἐπιτρέπει τὴν μετάθεσιν.
5900§322Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν
5901κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν, ἂν οἱ ἐπίσκοποι θὰ
5902φέρωσι τὰ ὀνόματα τῶν νομῶν.
5903§323ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
5904κλπ.). Ταχέως ἐλπίζω, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν
5905τὰ ἐκκλησιαστικὰ νομοσχέδια. Ἓν τούτων θὰ ᾖναι τὸ περὶ
5906Ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων, ἐν ᾧ θὰ καθιερῶνται οἱ τίτλοι
5907τῶν ἐπισκόπων.
5908§324ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ὁ Σπάρτης λέγε-
5909ται Σπάρτης καὶ Μογεμβασίας.
5910§325ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶπον ὅτι περὶ τούτου θὰ φέρω νομοσχέδιον.
5911§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτρο-
5912ποποιήθη διὰ τῆς προσθήκης ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τῶν
5913λέξεων «Κυθήρων, Ὕδρας, Γόρτυνος», παρακαλοῦνται νὰ
5914ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ πα-
5915ρεδέχθη.
5916Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
5917§327ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν δή-
5918λωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἑτοιμά-
5919ζει νόμον περὶ ἐπισκόπων καὶ Ἐπισκοπῶν, τὸ ἄρθρον αὐτὸ
5920εἶναι περιττόν.
5921§328ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο βεβαίως περιττεύει,
5922διότι καὶ κατὰ τοὺς κανόνας ἡ Ἐκκλησία ἀκολουθεῖ τὴν πο-
5923λιτικὴν διαίρεσιν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον,
5924παρακαλῶ νὰ περιληφθῇ διάταξις περὶ τοῦ τίτλου τοῦ Μη-
5925τροπολίτου Λαρίσης.
5926§329ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
5927κλπ.). Κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν δὲν δύναται νὰ φέρῃ ὁ
5928μέλλων νὰ χειροτονηθῇ διὰ τὴν Λάρισαν ἢ τὸν τίτλον τοῦ
5929ἀρχιεπισκόπου.
5930§330ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Λαρίσης φέρει τὸν τίτλον Μη-
5931τροπολίτου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων.
5932(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγι-
5933νώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15 ἄνευ ἀντιρ-
5934ρήσεως).
5935Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
5936§331ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
5937κλπ.). Εἰς τὸν πρῶτον στίχον τοῦ ἄρθρου τούτου παρακαλῶ
5938νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν λέξιν «διορίζεται» αἱ λέξεις «ἐπὶ
5939βαθμῷ καὶ μισθῷ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως»· εἰς
5940δὲ τὸ τέλος αἱ λέξεις «καταργοῦνται αἱ θέσεις τῶν βοηθῶν
5941τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων».
5942§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἐτρο-
5943ποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
5944περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5945§333ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
5946κλπ.). Παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἄρθρον ἀκροτελεύτιον, 17, ἔχον
5947ὡς ἑξῆς:
5948«Πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον κα-
5949ταργεῖται».
5950(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
5951§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δη-
5952λιγιάννης.
5953(Ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης ἀνέρχεται ἐπὶ τὸ βῆμα).
5954§335ΑΣΗΜ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν
5955ὑπάρχει ἀπαρτία. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
5956§336Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος
5957Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εὑρίσκεται ἐπὶ τὸ βῆμα, νομίζω, ὅτι
5958εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ ἵνα ὁμιλήσῃ. Ἄν ὁ
5959κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος νομίζῃ ὅτι εἶναι κουρασμένος, ἢ
5960ἐπιθυμῇ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ συζήτησις, δὲν ἔχομεν
5961ἀντίρρησιν.
5962§337Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ
5963ἀκούσῃ τοὺς λόγους μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
5964βουλίου, ὅπως ἔθηκε τὸ θέμα, δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ τῷ δώσω
5965ἀπάντησιν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ τὴν 4ην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύ-
5966κτιον πάντες εἶναι κουρασμένοι.
5967§338Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ ἀναβά-
5968λωμεν;
5969§339ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔπρεπε σεῖς νὰ συλλογισθῆτε τοῦτο.
5970§340Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσος καὶ ἂν ἦναι ὁ κάμα-
5971τος, τὸν ὁποῖον αἰσθανόμεθα πάντες, δὲν ἠδυνάμην νὰ παρα-
5972λίπω νὰ λάβω τὸν λόγον, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ συνόλου,
5973ἀφοῦ τὰ συμβάντα κατὰ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως
5974δὲν μοὶ κατέστησαν δυνατὸν νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως
5975ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ὤφει-
5976λον δὲ νὰ μὴ παραλίπω τὸ καθῆκον τοῦτο, οὐχὶ διότι προσ-
5977δοκῶ, ὅτι ἡ ἔκκλησις, τὴν ὁποίαν ἤθελον ποιήσει πρὸς τὴν
5978Βουλὴν, ἤθελε φέρει ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκπληρώσω,
5979ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ καθῆκον, τοῦ ὁποίου ἔχω
5980πλήρη τὴν συνείδησιν, λέγων τὰς ἐμὰς γνώμας καὶ ἀνακοι-
5981νῶν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ φρονήματά μου.
5982Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ δύο ἐπαγ-
5983γελιῶν, ὅτι θέλει ἀνορθώσει τὴν διοίκησιν, καὶ ὅτι θέλει βελ-
5984τιώσει τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐν παραλύσει περιελ-
5985θοῦσαν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδέτερος τῶν λόγων
5986τούτων θέλει πραγματοποιηθῆ. Ἐὰν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οἱ
5987εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, φρονῶσι τοῦτο καλῇ τῇ
5988πίστει, προσδοκῶ, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ μεταβάλωσι γνώμην,
5989ἀφοῦ ἀκούσωσι τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους θέλω προβάλει,
5990καὶ διὰ τῶν ὁποίων θέλω ἀποδείξει, ὅτι οὔτε ἡ διοίκησις
5991θέλει ἀνορθωθῆ, ἐξ ἐναντίας θέλει καταπέσει, οὔτε ἡ ἀπο-
5992νομὴ τῆς δικαιοσύνης θέλει βελτιωθῆ, ἐξ ἐναντίας θέλει χει-
5993ροτερεύσει, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους θέλουσιν αὐξήσει,
5994ὅτι τέλος πάντων ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου θέλει γείνῃ
5995πηγὴ τοιούτου συναγωνισμοῦ, θέλει προκαλέσει τοιαύτας δι-
5996χοστασίας καὶ ἐχθρότητας μεταξὺ γειτόνων, μεταξὺ κατοι-
5997κούντων τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν, ὥστε δικαίως ἐπεθύμουν νὰ
5998μὴ εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτο νομοσχέδιον.
5999Ὡμίλησαν περὶ διοικήσεως πολλὰ κατὰ τὰς τρεῖς συζη-
6000τήσεις οἱ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀγορεύσαντες. Ὁμολογῶ
6001ὅτι πολλὰ τῶν λεχθέντων, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι
6002ὀρθά. Ὡμίλησαν περὶ διοικήσεως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρὸ παν-
6003τὸς ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ, τί εἶναι διοίκησις. Ἐὰν γνωρί-
6004σωμεν, τί εἶναι διοίκησις, θέλομεν κρίνει εὐκολώτερον, ἐὰν
6005βελτιώνωμεν ἢ ἐὰν χειροτερεύωμεν τὴν διοίκησιν.
6006Ἐν τῷ Κράτει ἔχομεν τρεῖς διοικητικὰς περιφερείας. Ἡ
6007πρώτη διοικητικὴ περιφέρεια εἶναι ἡ περιφέρεια τοῦ δήμου.
6008Ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ ἐκτελοῦνται τὸ πρῶτον οἱ νόμοι,
6009ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ ὁ ἄρχων τοῦ δήμου εἶναι ἐντεταλ-
6010μένος νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου, δηλαδὴ
6011νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἔννοιαν τῶν νόμων εἰς τοὺς πολίτας, νὰ παρα-
6012στήσῃ εἰς αὐτοὺς, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι ἐξεδόθησαν μὲ τὸν
6013σκοπὸν ὠφελείας τοῦ τόπου, νὰ πείσῃ αὐτοὺς, ὅπως στέρ-
6014ξωσιν, ἵνα προθύμως ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νό-
6015μου, νὰ προστατεύσῃ καὶ ἐνισχύσῃ τὴν ἐργασίαν τῶν συν-
6016δημοτῶν του, νὰ παράσχῃ βοήθειαν εἰς τὴν γεωργίαν, νὰ ἐνι-
6017σχύσῃ τὴν δενδροφυτείαν, νὰ συνδράμῃ τὴν ἐκπαίδευσιν, τέ-
6018λος πάντων νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν πρόοδον.
6019Ἰδοὺ διατὶ ὠνόμασα φιλελεύθερον τὸ σύστημα τὸ δημοτικὸν,
6020διότι πᾶσαι αὗται αἱ ἐργασίαι ἀνετέθησαν εἰς ἄνθρωπον, ὁ
6021ὁποῖος δὲν διωρίσθη ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὁ
6022ὁποῖος ἐξελέγη ὑπὸ τῶν συνδημοτῶν του διὰ καθολικῆς ψη-
6023φοφορίας. Διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του ὁ ἀνὴρ οὗ-
6024τος, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν ὕπαρξιν πολιτικὴν διὰ τῆς ψήφου τῶν
6025συμπολιτῶν του, ἔχει συμφέρον πρὸ παντὸς νὰ μὴ δυσαρεστῇ
6026αὐτούς· ἑπομένως ἔχει συμφέρον νὰ προσπαθῇ, ἡ ἐκτέλεσις
6027τῶν νόμων νὰ γίνεται μετὰ πάσης ἠρεμίας καὶ πρᾳότητος,
6028νὰ μὴ μετέλθῃ αὐστηρὰ μέσα καὶ ἀδυσώπητα, τὴν τραχύ-
6029τητα καὶ τὴν βίαν, τὸ σύστημα δὲ τοῦτο τὸ φιλελεύθερον
6030εἶναι ἐγγύησις εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων,
6031καὶ ἂν οἱ νόμοι οὗτοι ἐπιβάλλωσι βάρη εἰς αὐτοὺς ἢ εἰσ-
6032φορὰς, θέλει γίνεσθαι κατὰ τρόπον, ὅστις καὶ αὐτὰς τὰς ὑπο-
6033χρεώσεις, αἵτινες ἐπιβάλλονται, νὰ καταστήσῃ ἀνεκτὰς ὑπὸ
6034τῶν πολιτῶν.
6035Ἀλλ’ ἐκπληροῖ ὁ δήμαρχος τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας;
6036Εὔγλωττος καὶ εὐφυέστατος συνάδελφος, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
6037Ἀττικῆς, ὁ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ταύτας λαβὼν τὴν δευτέραν
6038θέσιν μεταξὺ τῶν συναγωνισθέντων, παρεξήγησε, καὶ ἀπέ-
6039δωκε προαίρεσιν ἀνάρμοστον εἰς τὸν ἀρχικαγκελλάριον τοῦ
60401835 καὶ 1836· διότι τὴν μεταβολὴν τοῦ νομαρχιακοῦ συ-
6041στήματος εἰς διοικητικὸν σύστημα ἐξήγησεν ὡς ἐκδήλωσιν
6042τῶν συγκεντρωτικῶν τάσεων αὐτοῦ, τῶν αὐταρχικῶν δια-
6043θέσεων αὐτοῦ. Δὲν ἦτο αὕτη ἡ αἰτία· ἡ αἰτία ἦτο, ὅτι οἱ
6044δῆμοι, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησαν τότε οἱ νόμοι, ἀπετελοῦντο
6045ἀπὸ δημότας, οἵτινες ἦσαν ἀπαράσκευοι διὰ τὴν ἐνάσκησιν
6046δημοτικῶν καὶ πολιτικῶν καθηκόντων, οἵτινες ἦσαν ἐνδεεῖς,
6047οὔτε τὰ μέσα εἶχον νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν.
6048Ἔκρινε λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ τάξῃ ἐγγύτερον εἰς τοὺς δή-
6049μους τοὺς διοικητὰς, διὰ νὰ δύνανται οἱ διοικηταὶ νὰ διδά-
6050σκωσι τοὺς δημάρχους εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων,
6051νὰ χειραγωγῶσιν αὐτοὺς, νὰ τοὺς ἐπιτηρῶσι καὶ ἐν ἀνάγκῃ
6052νὰ τοὺς συμβουλεύωσι καὶ νὰ τοὺς προτρέπωσιν. Ἀλλὰ τώρα
6053ἀπέχομεν ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου 60 καὶ πλέον ἔτη. Καὶ
6054τυγχάνουσι νῦν ἐν καταστάσει οἱ δήμαρχοι νὰ ἐκπληρῶσι
6055τὰ καθήκοντα ταῦτα; Κατὰ δυστυχίαν ὄχι, διότι αἱ δημο-
6056τικαὶ ἀρχαὶ ἔχουσι καθήκοντα, ὡς ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς
6057ἐξουσίας, ἵνα φροντίζωσι περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων,
6058ἔχουσι καθήκοντα δὲ καὶ ὡς διοικηταὶ τῶν συνδημοτῶν των·
6059ἀλλ’ ἡ διοίκησις τῶν δήμων ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις, ἀπαι-
6060τεῖ μέσα, τὰ ὁποῖα οἱ δῆμοι δὲν ἔχουσι πλέον. Νόμοι ἀλ-
6061λεπάλληλοι, τοὺς ὁποίους ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατεσκεύασε,
6062δημοσιευθέντες καὶ ἐκτελεσθέντες, ἀφήρεσαν πάντα τὰ μέσα
6063ἀπὸ τοὺς δήμους, παρέλυσαν τὴν δημοτικὴν διοίκησιν. Ὅταν
6064δὲ ἠκούσατε, ὅτι οἱ δήμαρχοι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι τὴν
6065ἀντιμισθίαν τῶν γραμματέων των, ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι
6066τὰ γραφικὰ ἔξοδα, τί περιμένετε ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῶν δη-
6067μάρχων; Πῶς θέλουσιν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν των, ὡς
6068ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Ἀλλὰ πῶς θέλουσιν ἐκ-
6069πληρώσει καὶ τὸ καθῆκόν των ὡς δήμαρχοι, ὡς πατέρες τῶν
6070μικρῶν ἐκείνων κοινωνιῶν; Ἑπομένως τὴν κοινωνίαν ἐκεί-
6071νην τὴν μικρὰν, ἥτις εἶναι τὸ σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θέ-
6072λουσι διδάσκεσθαι οἱ δημόται ὡς μέλη τῆς κοινωνίας, τὴν
6073μικρὰν αὐτὴν Πολιτείαν, ἡ ὁποία χρησιμεύει καὶ ὡς διδακτήριον
6074τοῦ δημοσίου βίου, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ θέλουσι μορφωθῆ πολι-
6075τικοὶ ἄνδρες, οἱ πολιτευόμενοι, θέλουσι τέλος πάντων διδα-
6076χθῆ ἐκεῖ τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν, αὐτὴν τὴν κοινωνίαν
6077τὴν παρελύσαμεν.
6078Καὶ ἐπειδὴ εἶπον «τὴν παρελύσαμεν», καὶ ἀπηύθυνα τὴν
6079αἰτίασιν ταύτην κατὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀπηύθυνα
6080αὐτὴν ἐμμέσως καὶ κατ’ ἐμοῦ· διότι καὶ ἐγὼ ὑπῆρξα Ὑπουρ-
6081γὸς κατὰ τὸ διάστημα τὸ παρελθὸν, καὶ ὑπῆρξα Ὑπουργὸς
6082ἰδίως κατὰ τὰ 1895 καὶ 1896, ὅτε εἶχεν ἐκδοθῆ ὁ νόμος
6083περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅτε εἶχεν ἐφαρμοσθῆ αὐτὸς,
6084ὅτε εἶχεν ἐπιβληθῆ ἡ ὑποχρέωσις τῆς εἰσφορᾶς ὑπὸ τῶν δήμων
6085μεγάλων ποσῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
6086νομίας. Ἀλλὰ δὲν θέλει μοὶ ἀποβῆ δύσκολον νὰ ἀνασκευάσω
6087τὴν αἰτίασιν ταύτην, διότι, ἂν δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ κυ-
6088ρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ
6089ἐψήφισε, περὶ ἀστυνομίας, δὲν ἐγένετο δυνατὸν οὐχὶ διότι
6090ὁ Βασιλεὺς ἠρνήθη νὰ κυρώσῃ αὐτὸ, ἀλλὰ διότι ἐγὼ παρε-
6091κάλεσα τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ὑποβάλῃ
6092τὸ νομοσχέδιον εἰς κύρωσιν, διότι εἶχε τόσον ἀλλοιωθῆ ἡ
6093κατάστασις τῆς χώρας, εἶχε τόσον ἐξεγερθῆ τὸ δημόσιον
6094φρόνημα, εὑρίσκετο ἐν τοιαύτῃ νευροπαθείᾳ ὁ Ἑλληνικὸς
6095λαὸς, ὥστε ἤθελεν εἶναι τολμηρότατον κατὰ τὴν στιγμὴν
6096ἐκείνην νὰ ἀντικαταστήσω τὴν ὑπάρχουσαν ἀστυνομίαν, διὰ
6097νὰ καταστήσω ἀντ’ αὐτῆς ἄλλην, νέαν, διότι αἱ περιστάσεις
6098τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μοὶ ἐνεδείκνυον πιθανοὺς τοὺς κινδύνους
6099διαταράξεως τῆς τάξεως, δὲν ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἐπιχειρήσω
6100ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ἀναλάβω βαρείας
6101εὐθύνας. Διὰ τοῦτο διετηρήθη ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς
6102ἀστυνομίας λειτουργῶν μέχρι τοῦδε. Λέγω ταῦτα διὰ νὰ
6103ἀκουσθῶσι παρ’ ὅλων, διότι ἐλέχθη τότε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς
6104ἠρνήθη νὰ κυρώσῃ τὸ νομοσχέδιον· τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀλη-
6105θές. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἡτοιμάζετο νὰ ὑπο-
6106βάλῃ αὐτὸ πρὸς κύρωσιν, ἐγὼ δὲ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μὴ
6107τὸ ὑποβάλῃ.
6108Ἀλλὰ μήπως δὲν ἀφαιροῦνται μεγάλα ποσὰ ἀπὸ τὰ δη-
6109μοτικὰ ἔσοδα δι’ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Δυσ-
6110τυχῶς καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1843 καὶ ἐν τῷ Συντάγ-
6111ματι τοῦ 1864 διεπράχθη τὸ αὐτὸ σφάλμα. Συνηθίζομεν
6112κατὰ δυστυχίαν νὰ ἀντιγράφωμεν τοὺς ξένους θεσμοὺς καὶ
6113τοὺς νόμους τῶν ἄλλων Κρατῶν, νὰ μεταφέρωμεν αὐτοὺς
6114εἰς τὴν χώραν, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἦναι παραπλήσιαι
6115αἱ περιστάσεις, ἂν ὑφίστανται ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν αἱ ἀνάγ-
6116και, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἀλλαχοῦ καὶ αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν
6117τὰ ἄλλα Κράτη νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὰ Συντάγματά των
6118διάταξιν, ὁποίαν καὶ ἡμεῖς μετεφέρομεν ἐν τῷ ἡμετέρῳ.
6119Ποία εἶναι ἡ διάταξις; Ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκ-
6120παιδεύσεως ἐπιβαρύνουσι τοὺς δήμους, τὸ δὲ Κράτος συμ-
6121πληροῖ αὐτὰ, ἐρχόμενον ἐπίκουρον. Τὴν διάταξιν παρέλαβον
6122οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843 ἐκ τοῦ Συντάγ-
6123ματος τοῦ Βελγικοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὸ Βέλγιον ἦσαν ἠναγκα-
6124σμένοι νὰ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ Συντάγματι τοιαύτην διάτα-
6125ξιν, διότι ἐκεῖ, γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἡ κοινωνία διαιρεῖται εἰς
6126κληρικόφρονας καὶ μὴ κληρικόφρονας· ἐπρόκειτο δὲ περὶ στοι-
6127χειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐν χερσὶν εἶχεν ὁ κλῆ-
6128ρος. Ἀνέγραψαν τὴν διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ μὴ
6129ὑποχρεώσωσι τὴν μὴ κληρικόφρονα κοινωνίαν νὰ παραδώσῃ
6130τὰ τέκνα της εἰς τοὺς κληρικοὺς, ἀλλὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν
6131ἐλευθερίαν νὰ ἐκλέξῃ αὐτὴ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐμπιστεύε-
6132ται ὡς διδασκάλους. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν οἱ λειτουργοὶ τοῦ
6133Ὑψίστου οὐδέποτε ἦσαν πολέμιοι τῶν δημοσίων συμφερόντων
6134καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐξ ἐναντίας πάντες μετ’ εὐ-
6135γνωμοσύνης ἀναμιμνησκόμεθα ὅτι τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθε-
6136ρίας καὶ ἱεράρχαι καὶ ἱερεῖς ἀνύψωσαν καὶ ἐκράτησαν.
6137Ἐνῷ λοιπὸν καθῆκον εἴχομεν νὰ προνοήσωμεν, πῶς νὰ
6138ἀνορθώσωμεν τὸν δῆμον, πῶς νὰ τὸν κρατύνωμεν, πῶς νὰ δώ-
6139σωμεν εἰς αὐτὸν τὰ μέσα, ἵνα οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ ἐκπλη-
6140ρῶσι τὰ καθήκοντα, τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν,
6141ἀσχολούμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, τὰ
6142ὁποῖα ἐτάχθησαν πρὸς ἐπιτήρησιν αὐτῶν. Καὶ ἂν ἠθέλομεν
6143πράγματι βελτιώσει αὐτὰ διὰ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας
6144περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θέλομεν ἀνεγείρει οἰκο-
6145δόμημα, τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει στέγην πολυτελῆ, τὸ ὁποῖον
6146ὅμως δὲν στηρίζεται ἐπὶ θεμελίων. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τοὐ-
6147λάχιστον οὐδὲ τὴν στέγην τὴν πολυτελῆ, διότι δὲν βελτι-
6148οῦμεν τὴν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ τὴν παραβλά-
6149πτομεν καὶ τὴν ζημιοῦμεν, τὴν καθιστῶμεν ἀτονωτέραν καὶ
6150ἀσθενεστέραν, διότι ἀτονωτέρα θέλει εἶναι ἡ ἐπιτήρησις,
6151ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιτηρεῖν, τὸ δικαίωμα τοῦ νουθετεῖν
6152καὶ ὁδηγεῖν πρὸς τὴν διοίκησιν, ἡ ἐντολὴ αὕτη δίδωται πρὸς
6153ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπαράσκευοι, ἵνα διαχειρισθῶσιν
6154αὐτήν.
6155Μετὰ τὴν περιφέρειαν τὴν δημοτικὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ
6156πρώτη διοικητικὴ περιφέρεια, ἔχομεν τὴν περιφέρειαν τῆς
6157ἐπαρχίας. Ἡ ἐπαρχία ἔχει ἱστορικὴν ὕπαρξιν, ἡ ἐπαρχία
6158εἶναι θεσμὸς, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ πρὸ ἀμνημο-
6159νεύτων χρόνων, καὶ τὸν ὁποῖον συνήθισεν ἡ κοινωνία· ἀλλὰ
6160ἡ ἐπαρχία οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ γείνῃ νομικὸν πρόσωπον.
6161Ἠθέλησεν ἡ νομοθεσία νὰ περιαγάγῃ αὐτὴν εἰς τὸν βαθ-
6162μὸν αὐτὸν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη ἡ ἐπαρχία νὰ κατορθώσῃ
6163τοῦτο. Ὁ νόμος περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων τοῦ 1836
6164δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια νὰ ψηφί-
6165ζωσι φόρους ἐπαρχιακούς· ἀλλ’ ἓν μόνον παράδειγμα ὑπῆρξε
6166διατάγματος ἐκδοθέντος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθησαν φόροι
6167ἐπαρχιακοί, δὲν ἐγένετο ὅμως δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ διά-
6168ταγμα, διότι ἡ ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν, ἵνα εἰσφέρωσι
6169δημοσίους φόρους, ἡ ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν, ἵνα εἰσφέρωσι
6170δημοτικοὺς φόρους, ἐξήντλει πᾶσαν ἰκμάδα τῆς ἐργασίας καὶ
6171τῶν προσόδων αὐτῶν, παρέλυεν αὐτοὺς, καθίστα αὐτοὺς ἐν-
6172τελῶς ἀνικάνους, ἵνα εἰσφέρωσι καὶ ἐπαρχιακοὺς φόρους. Αἱ
6173ἐπαρχίαι λοιπὸν δὲν ἔχουσι περιουσίαν, δὲν ἔχουσιν ἔσοδα,
6174εἶναι ὄργανα διοικήσεως, ἐν διαθεσιμότητι. Αἱ ἀνάγκαι τῆς
6175ἐπαρχίας, αἱ γνωσταὶ μέχρι τοῦδε, εἶναι ἡ φροντὶς περὶ κατα-
6176σκευῆς ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἡ συντήρησις ὁδῶν, οἱ νόμοι δὲ
6177ἠναγκάσθησαν νὰ προβλέψωσιν, ἵνα παράσχωσι τὰ μέσα
6178πρὸς κατασκευὴν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν ἢ συντήρησιν αὐτῶν δι’ ἄλ-
6179λου τρόπου καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιβολῆς ἐπαρ-
6180χιακῶν φόρων. Ὁ νόμος τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος συνέστησε τα-
6181μεῖον τῆς ὁδοποιίας καὶ ὁ ὁποῖος διῄρεσε τὰς ὁδοὺς εἰς δη-
6182μοτικάς, ἐπαρχιακὰς καὶ ἐθνικὰς, προέβλεψε καὶ περὶ τῶν
6183μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν αὐτῶν ἤθελε
6184γείνῃ, καὶ συνέστη ταμεῖον ἐπαρχιακῆς ὁδοποιίας, καὶ τὸ
6185ταμεῖον τοῦτο ἐκλήθη, ἵνα χρησιμεύῃ εἰς κατασκευὴν καὶ
6186συντήρησιν τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἀλλ’ οὐδένα πόρον ἔχουσι
6187πρὸς ἵδρυσιν ἀγαθοεργῶν ἢ φιλανθρωπικῶν καταστημάτων.
6188Ἡ ἐπαρχία οὐδέποτε ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἱδρύσῃ ἢ νὰ δια-
6189τηρήσῃ ἀγαθοεργὸν ἢ φιλανθρωπικὸν κατάστημα, οὐδὲ ὁ
6190νομὸς ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἱδρύσῃ καὶ διατηρήσῃ τοιαῦτα
6191καταστήματα, διότι καὶ ἡ ἐπαρχία καὶ ὁ νομὸς εἶναι μονά-
6192δες· εἶναι μὲν διοικητικαὶ περιφέρειαι, ὁ νομὸς μάλιστα εἶναι
6193ἁπλοῦν δημιούργημα τοῦ νόμου μόνον, οὐδ’ ὑπὸ τῆς ἱστο-
6194ρίας κἂν εἶχε δημιουργηθῆ ὡς ἡ ἐπαρχία, ἀλλὰ μέσα
6195δὲν ἔχουσιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν ἄλλῳ νομοσχεδίῳ, τὸ
6196ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ μετ’ ὀλίγον ὑπὸ τῆς Βουλῆς,
6197κανονίζονται τὰ τῆς διοικήσεως τῶν νομῶν, καὶ εἰσήχθησαν
6198ἐν αὐτῷ διατάξεις, καθιστῶσαι τὴν διοικητικὴν δρᾶσιν τοῦ
6199νομάρχου οὐχὶ ἀπὸ μόνου αὐτοῦ ἐξαρτωμένην, σκοποῦσαι
6200δὲ νὰ καταστήσωσιν αὐτὴν μᾶλλον πεφωτισμένην. Πρὸς
6201τοῦτο τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον δημιουργεῖ τὰ
6202Νομαρχιακὰ Συμβούλια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται φροντί-
6203δες καὶ δικαιώματα καὶ ἐνέργειαι. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο
6204ἁρμόζει εἰς νομοὺς ἔχοντας μέσα, ἔχοντας περιουσίαν, καὶ δυ-
6205ναμένους νὰ δράσωσι καὶ νὰ ἐργασθῶσι. Παρ’ ἡμῖν ὅμως οἱ
6206νομοὶ δὲν εἶναι τοιοῦτοι, εἶναι ἀφῃρημένη ἰδέα. Καὶ κατὰ τὸ
62071887 τὸ πείραμα εἶχε γείνῃ καὶ ἀπέτυχεν ἐντελῶς. Οἱ εἰσ-
6208αγαγόντες τότε τὸ πείραμα τοῦτο, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ
62091887, τὸ ὁποῖον ψηφισθὲν ἐγένετο νόμος, ὑπέλαβον ὅτι ἠδύ-
6210ναντο νὰ δημιουργήσωσι τὸν θεσμὸν τοῦτον, μεταφέροντες
6211αὐτὸν ἐκ θεσμῶν ἄλλων Κρατῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθησαν
6212νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸν ζωὴν, ἐπῆλθεν ἀναγκαίως ἡ κατάρ-
6213γησις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς, ὁ ὁποῖος νῦν θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ
6214τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἐκδοθησομένῳ,
6215ὅταν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, θέλει τάχα
6216αὐτὸς πραγματοποιήσει τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπροτάθη;
6217Ἐνθυμοῦμαι Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, διακριθέντος καὶ προ-
6218χθὲς ἐπὶ εὐγλωττίᾳ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδωκε τὴν διαβεβαίωσιν,
6219ὅτι ἐν τῷ νέῳ τούτῳ θεσμῷ ὑπάρχει ἡ ἑνότης ἐν τῇ ἐν-
6220εργείᾳ καὶ τὸ πολλαπλοῦν τῆς σκέψεως. Οἱ ὅροι, τοὺς
6221ὁποίους ἀπήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι ὀρθοὶ, τὸ πολ-
6222λαπλοῦν τῆς σκέψεως· ἴσως ἡ φράσις δὲν εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ
6223ἡ ἔννοια εἶναι ὀρθή. Ἡ ἑνότης ἐν τῇ ἐνεργείᾳ εἶναι ἡ ἐνέρ-
6224γεια, ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν ὁ νόμος εἰς τοὺς νο-
6225μάρχας. Αὐτὸ ὑπάρχει καὶ τώρα. Τὸ πολλαπλοῦν τῆς σκέ-
6226ψεως, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θέλει κατορθωθῆ,
6227τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια θέλει κατασταθῆ δυνατὸν νὰ
6228μελετῶσι τὰς ὑποθέσεις, νὰ δίδωσι πεφωτισμένην γνώμην εἰς
6229τὸν νομάρχην, νὰ ἐνασκῶσι τὰ καθήκοντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
6230κατὰ τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον ἀνατίθενται εἰς τὸ Νομαρχια-
6231κὸν Συμβούλιον; Ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀμφιβάλλω. Διότι τὸ
6232Νομαρχιακὸν Συμβούλιον εἶναι ἄθροισμα ἀντιπροσώπων, τοὺς
6233ὁποίους ἐξελέξαντο οἱ δῆμοι, δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ οἱ ἐκ-
6234λεκτοὶ τῶν δήμων. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἐκλεκτοὶ οὗτοι τῶν δήμων
6235ἀνετράφησαν ἐν τῇ δημοτικῇ κοινωνίᾳ, ἐδιδάχθησαν ἐκεῖ τὰ
6236δημόσια καθήκοντα, δυστυχῶς δ’ ἡ κατάστασις τῶν δήμων, σᾶς
6237περιέγραψα ποία εἶναι, φρονῶ ὅτι τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα θέλουσι
6238συγκομίσει εἰς τὸν νομάρχην, ἥκιστα θέλουσι διαφωτίζει τὰς
6239ὑποθέσεις. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι εἰς τὰς στενὰς περιφερείας οἱ
6240ἄνθρωποι εἶναι μᾶλλον μέλη τῆς κοινωνίας παρὰ πολῖται, μέλη
6241τῆς κοινωνίας ἐργαζόμενοι νυχθημερὸν, ἄγοντες βίον λιτὸν,
6242προσπαθοῦντες νὰ δημιουργήσωσιν ἀποταμιεύματα, νὰ βοη-
6243θήσωσι τὴν οἰκογένειαν αὐτῶν, νὰ ἀποκαταστήσωσιν αὐτὴν,
6244ἄριστοι οἰκογενειάρχαι· ἀλλ’ ἵνα δυνηθῶσι νὰ λησμονήσωσι
6245τὸ ἐγὼ, νὰ ὑψωθῶσιν ὑπεράνω τοῦ ἐγὼ, νὰ ἐμβλέψωσιν εἰς
6246γενικὰ συμφέροντα, νὰ μελετήσωσιν ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι δὲν
6247ἀφορῶσι μόνον αὐτοὺς, δὲν εἶναι ἀνάγκαι τῆς οἰκογενείας
6248των, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκαι τῆς κοινότητος, τοῦ δήμου, τῆς ἐπαρ-
6249χίας καὶ τοῦ νομοῦ, πρέπει νὰ λάβωσιν ἀνατροφὴν πεφωτι-
6250σμένην. Ἑπομένως ἐν τοῖς Νομαρχιακοῖς Συμβουλίοις δὲν
6251θέλομεν εὕρει τὰ φῶτα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ συλ-
6252λέξωμεν, ὅπως δυνηθῇ ὁ νομάρχης νὰ κατασταθῇ τελειότε-
6253ρος περὶ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ. Ἀλλὰ μήπως
6254θέλομεν δώσει ὀντότητα εἰς τοὺς νομούς; Ποίαν θέλομεν
6255δώσει ὀντότητα; Ποῖα χορηγοῦμεν εἰς τοὺς νομοὺς μέσα, ἵνα
6256δυνηθῶσι νὰ ἐκπληρώσωσιν ἀνάγκας τῶν νομῶν, ἐὰν ὑπάρ-
6257χωσι τοιαῦται; καὶ ὑπάρχουσι...
6258§341ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλὰ κοιμῶνται ὅλοι! Εἰς κοιμωμένους
6259θὰ ὁμιλῆτε, κύριε Πρόεδρε; (ἀποτείνεται πρὸς τὸν ἀγο-
6260ρεύοντα).
6261§342ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν κοιμᾶται κανείς.
6262§343ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ σκεφθῶμεν καὶ
6263περὶ τῆς ὑγείας σας, κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἀγορεύητε κατὰ
6264τοιαύτην ὥραν.
6265§344ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι μόνον αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν κοι-
6266μωμένων, καὶ τοιοῦτοι πρωτίστως εἶναι οἱ κύριοι Ὑπουργοί.
6267§345Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπατᾶσθε.
6268§346ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν λέγω διὰ σᾶς, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς
6269τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν θὰ μὲ διαψεύσῃ.
6270§347ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς διακόψωμεν πλέον.
6271§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως οὐδεμίαν ποιοῦ-
6272μαι πρότασιν.
6273§349ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε νὰ ἀγορεύσητε ἐπὶ μακρὸν
6274ἀκόμη;
6275§350Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
6276§351ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ βεβαίως εἶναι κεκοπιακυῖα.
6277§352Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρα-
6278τιωτικῶν). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πρὸ ὀλί-
6279γου, ἂν ὁ ἀγορεύων ἦναι κουρασμένος, νὰ διακόψωμεν.
6280§353ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εὐχαριστοῦμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
6281βερνήσεως, ἀλλὰ λέγομεν ὅτι, ὅταν γίνηται ἀγόρευσις τοιαύτη,
6282πρέπει νὰ ἦναι εἰς θέσιν οἱ Βουλευταὶ νὰ ἀκούουν.
6283§354ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀκούομεν.
6284§355ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλογερόπουλος κοιμᾶται,
6285ἐπίσης ὁ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτής...Θέλετε ὀνόματα;
6286§356ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διακόπτομεν τέλος πάντων;
6287§357Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ...
6288§358Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε
6289Πρόεδρε, νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν.
6290§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 4 καὶ 25′
6291π. μ. τῆς ἐπιούσης).