1899.06.01
2,950 rows · 22,862 words · 252 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
Τῆς 1 Ἰουνίου 1899.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 25′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔμποροι Πειραιῶς δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφισθῇ νόμος περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Διάφοροι Θεσσαλοὶ διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ νόμος περὶ ἐγγραφῆς προσημειώσεων, ὑποθηκῶν κλπ. διὰ τοὺς δήμους τῆς Θεσσαλίας, διότι κατεστράφησαν τὰ οἰκεῖα βιβλία κατὰ τὸν πόλεμον. Διάφοροι ἔμποροι, βιομήχανοι καὶ κτηματίαι Ἄρτης δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως νομοσχέδιον. Ἔμποροι Βόλου διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ περὶ τῶν εἰσαχθέντων εἰς Θεσσαλίαν ἐμπορευμάτων νομοσχέδιον. Οἱ ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ Αἰγίνης κρατούμενοι βαρύποινοι κατάδικοι δι’ ἀναφορᾶς των ἐξαιτοῦνται νὰ τοῖς ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Κάτοικοι Λεχαινῶν δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαχθῶσι διὰ νόμου τοῦ καταβαλλομένου ὑπ’ αὐτῶν φόρου διὰ δηλωθείσας, ἀλλὰ μὴ παραχωρηθείσας αὐτοῖς ἐθνικὰς γαίας.
§2Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αἴτησις τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Λεχαινῶν παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὴν θερμὴν παράκλησιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ κείμενον αὐτῆς καὶ συγχρόνως συνταχθῇ τὸ περὶ οὗ διαλαμβάνει ἡ αἴτησις νομοσχέδιον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι ζωέμποροι καὶ κρεοπῶλαι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται κατὰ τοῦ τελώνου Βόλου, ὡς παρακωλύοντος τὴν φόρτωσιν εἰδῶν τοῦ ἐμπορίου των διά τινας τυπικὰς καὶ ὅλως ἀσημάντους παραλείψεις.
§4Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων καὶ ἐπέλθῃ ἡ δέουσα θεραπεία.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Γεώργιος Μπελέτσης, κάτοικος Καρβασαρᾶ, διὰ τηλεγραφήματός του παραπονεῖται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, παραπεισθὲν ἐκ τῶν ἀνακριβῶν παραστάσεων τοῦ δημαρχοῦντος Ἀμβρακίας, διεκδικεῖ τὰς εἰς αὐτὸν ἀνηκούσας γαίας, ὡς ἐθνικάς.
§6Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ προσελκύσῃ ὀλίγον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι κίνδυνος μὴ καταστῇ ἀναρχικὸν κροῦσμα. Πρό τινος καιροῦ οἱ κάτοικοι ἑνὸς χωρίου, καλουμένου Πέτα, συνωμολόγησαν ἀμοιβαίαν συμφωνίαν καὶ ἐξεδίωξαν διὰ τῶν ὅπλων τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ ἰδιοκτήτου. Τὸ δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον παρεπέμφθησαν, ἐτιμώρησε διὰ φυλακίσεως τοὺς πρωταιτίους, συνεπείᾳ δὲ προσφυγῆς εἰς τὸ δικαστήριον τοῦ ἰδιοκτήτου, διέταξε τοῦτο τὴν διὰ δημοσίας δυνάμεως ἐγκατάστασίν του εἰς τὸ κτῆμά του. Τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἐγκατέστησεν εἰς τὸ ῥηθὲν κτῆμα καὶ σταθμόν, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ πρόληψιν συμπλοκῶν μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τῶν χωρικῶν. Ἤδη ὅμως πληροφοροῦμαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Βάλτου ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου καλεῖται οὗτος, ὅπως θεωρήσῃ τὰς γαίας ταύτας ἐθνικάς. Ἀλλὰ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ὁ Μπελέτσης εἰς τὸ δικαστήριον καὶ τὰ ὁποῖα τῷ ἀνεγνώρισε τὸ δικαστήριον, ἀποδεικνύεται, ὅτι πρὸ 50 καὶ πλέον ἐτῶν ἔχουσιν ἀγορασθῆ αἱ γαῖαι αὗται ἀπὸ τοὺς χωρικούς, καὶ ἑπομένως οὔτε ἐθνικαὶ εἶναι ἢ ἦσαν, οὔτε ἐκ δηλώσεων προέρχονται. Δὲν πρόκειται βεβαίως ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτοῦ· παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀπέστειλε τοιοῦτον ἔγγραφον εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Βάλτου, διατὶ τὸ ἀπέστειλε καὶ πῶς ἀπεφάσισε νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν ἔφορον νὰ διεκδικήσῃ ὡς ἐθνικάς, γαίας, τὰς ὁποίας τὸ δικαστήριον ἐπεδίκασεν εἰς τὸν ἀναφερόμενον.
§7Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς δηλώσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, κύριε Πρόεδρε, ἔδωκεν ἀφορμὴν, ἀντὶ νὰ ἐπέλθωσιν ἀποτελέσματα διὰ τούτου εὐεργετικὰ εἰς τὸν λαόν, νὰ ἐπέλθωσιν ἀποτελέσματα καταπιεστικά. Τοῦτο δὲ προῆλθε, διότι, ἐλλείψει κτηματολογίου καὶ ἀκριβοῦς διακρίσεως τῶν ὁρίων, ἦτο ἑπόμενον, ὅτι αἱ δηλώσεις ἤθελον συγκρουσθῆ μεταξὺ των, καὶ ὅτι ἑπομένως πολλοὶ ἐκ τῶν δηλωσάντων ἤθελον συναντηθῆ εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Οὕτω συμβαίνει, εἰς διάφορα μέρη, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Πατρῶν, νὰ δηλώσωσι πολλοὶ ἐθνικὰς γαίας μὲ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ προχείρου ἠδύναντο νὰ διαγνώσωσι, καὶ μὲ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ προχείρου ἠδύναντο νὰ προσδιορίσωσιν. Ἐν τούτοις συνέβη, ἄλλοι νὰ καταλάβωσι περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐδήλωσαν, ἄλλοι ὀλιγώτερα καὶ ἄλλοι τίποτε, διότι αἱ δηλώσεις συνεκρούσθησαν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλλείψει κτηματολογίου, δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ διακρίνῃ καὶ προσδιορίσῃ τὴν ἔκτασιν ἑνὸς ἑκάστου, ὥστε ἐξέδωκε παραχωρητήρια, ἐξέδωκε διπλότυπα δόσεων ἐτησίων, χωρὶς οἱ δηλώσαντες νὰ λάβωσι τίποτε. Ἐὰν λοιπὸν τὸ Δημόσιον παρεχώρησεν εἰς πέντε ἀνθρώπους ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον φυσικῶς δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ καταληφθῇ ὑπὸ ἑνὸς μόνον ἐξ αὐτῶν, τὸ Δημόσιον δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν πληρωμὴν ἀπὸ ὅλους, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον τίποτε. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρῶτον ἓν διοικητικὸν μέτρον, ἵνα σταματήσωσιν αἱ καταδιώξεις, καὶ δεύτερον νὰ λάβῃ ἓν νομοθετικὸν μέτρον, ἵνα σωθῶσιν οἱ ἀδίκως καταδιωκόμενοι.
§8Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος πραγματεύεται ἡ πρὸ μικροῦ ἀνακοινωθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Λεχαινῶν.
§9Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰνομικῶν σύστασιν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ μεριμνήσῃ διὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα ἐπανορθωθῇ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ προχείρου, τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς μίαν τῶν πολλῶν κατηγοριῶν, ἐξ ὅσων ἀνέφερεν ὁ σεβαστὸς συνάδελφος ἐκ Πατρῶν κ. Ρικάκης. Τινὲς π. χ. ἐδήλωσαν δέκα στρέμματα, καὶ ὅταν μετέβησαν νὰ ἐγκατασταθῶσιν, εὗρον μόνον δύο ἢ τρία, εἴτε διότι κατὰ λάθος ἐδήλωσαν πλείονα, εἴτε διότι τὰ λοιπὰ κατέλαβον ἄλλοι. Βεβαίως ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δύναται νὰ ἐπαναλάβῃ τις ὅ,τι ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἀντὶ νὰ ἦναι εὐεργετικός, ἔγεινε καταθλιπτικὸς κατὰ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν.
§10Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔχω προσέτι νὰ ὑποβάλω αἴτησιν, ἀποβλέπουσαν εἰς τοὺς πλειστηριασμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦσι νὰ γίνωνται εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ὑπάρχει πλήρης ἀχρηματία, ὅπερ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ γνωρίζουσιν· ἐν τούτοις, ἐπειδὴ οὐδὲν μέτρον νομοθετικὸν ὑπάρχει, ὅπως σταματήσῃ τὴν κατάχρησιν ἐκ μέρους τῶν ἐχόντων λαμβάνειν ἐνυποθήκων δανειστῶν, ὄχι μόνον ἰδιῶται, ἀλλὰ καὶ τραπεζῖται καὶ Τράπεζαι προβαίνουσιν εἰς ἐκτέλεσιν τῶν δανειστικῶν συμβολαίων των, ἐκ τούτου δὲ κινδυνεύουσι νὰ γείνωσιν ἐντελῶς ἀκτήμονες ἐκεῖνοι, περὶ τῶν ὁποίων θέλομεν νὰ φροντίσωμεν διὰ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Διότι, ὅσοι ἔχουσι λαμβάνειν 5,000 δραχμὰς π. χ., προβαίνουσιν εἰς πλειστηριασμὸν ἐνυποθήκου κτήματος, ἔχοντος ἀξίαν 50,000 δραχμῶν; καὶ ἐπειδὴ οὐδεὶς προσέρχεται, ἵνα πλειοδοτήσῃ, κατακυροῦται τὸ κτῆμα εἰς τὸν δανειστὴν ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τῆς πρώτης προσφορᾶς, οὕτω δὲ ὅλα τὰ κτήματα περιέρχονται εἴς τινα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι δανείσει χρήματα, καὶ οἱ δυστυχεῖς κτηματίαι μένουσιν ἄνευ κτημάτων. Διὰ τοῦτο, ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω νὰ γίνωνται οἱ πλειστηριασμοὶ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικογίας καὶ ὄχι κατὰ τὸ μεταγενέστερον Διάταγμα τοῦ 1836.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ρικάκη ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 237).
§12Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς μίαν ἀπὸ τὰς πρώτας συνεδριάσεις τῆς παρούσης Συνόδου εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, καθόσον ἐνόμιζον, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θέλει συζητηθῇ εὐρέως ἐν τῇ Βουλῇ, πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἵνα μὴ μᾶς καταλάβῃ ἡ ἐσοδεία ἡ νέα ἀπαρασκεύους ἐντελῶς. Διάφοροι περιστάσεις συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ἐπιβραδύνῃ ὀλίγον ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦτο διέρρευσεν οὐχὶ ἐπὶ ματαίῳ, διότι πλεῖσται γνῶμαι ἐξηνέχθησαν ἐπὶ τοῦ δημοσιευθέντος νομοσχεδίου ὑπὸ διαφόρων συλλόγων ἐκ τῶν σταφιδικῶν κέντρων καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν τόπων τῆς καταναλώσεως, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο διεσκευάσθη ἐπὶ τὰ βελτίω. Ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι πᾶσα βραδύτης περὶ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἰσοδυναμεῖ πρὸς ματαίωσιν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγε χθές, λίαν δεδικαιολογημένως, ὅτι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ταχέως τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, θ’ ἀποβῇ μάταιος ὁ σκοπὸς αὐτοῦ, διότι, παρερχομένων τῶν προθεσμιῶν, τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων, θὰ ἦναι ἀδύνατος ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ σταφίδος, θὰ ἴδητε ὅτι συμβαίνει τὸ αὐτό· θὰ ἴδητε ὅτι τὴν 1 Αὐγούστου συνέρχεται ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς καθορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς ὑπάρχουσι καὶ δύο μέλη τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· ἵνα ὅμως καταρτισθῇ ἡ Τράπεζα καὶ ὑπάρξωσι τὰ δύο ταῦτα μέλη, ἀπαιτοῦνται προθεσμίαι τινές. Προσέτι δὲ, ἵνα τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἐκλέξωσι τοὺς ἀντιπροσώπους των, ἀπαιτεῖται νὰ συνέλθωσι κατὰ τὴν ὡρισμένην προθεσμίαν, καὶ ἐὰν δὲν ἐπιτευχθῇ ἀπαρτία, πρέπει νὰ συνέλθωσιν αὖθις μετὰ 15 ἡμέρας. Ἐν γένει δὲ ἀπαιτοῦνται πολλαὶ διατυπώσεις, αἵτινες πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν. Ἕνεκα τούτου λοιπὸν ὑποβάλλω πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ, ὅπως τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν ζώων.
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§14ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀναγραφῇ μετὰ τὰ νομοσχέδια περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ τῶν ζώων, μὴ πιστεύσητε ὅτι θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Σημειώσατε δὲ, ὅτι μεγάλη συγκίνησις κρατεῖ παρὰ τῷ σταφιδικῷ πληθυσμῷ, ἕνεκα τῆς ἐκκρεμότητος τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ 40,000,000 σταφίδος παραμένουσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, αἱ τιμαὶ ἤθελον κατρακυλίσει μέχρι σημείου τοιούτου, ὥστε οὔτε λόγος θὰ ἐγίνετο πλέον, ὅτι προσφέρεται τιμὴ εἰς τὸν καρπὸν αὐτόν.
§15Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ὑπέβαλε πρότασιν νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Τί ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§17Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προτείνετε ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον μετὰ τὰ ὀνομασθέντα νομοσχέδια;
§18ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα εἰς τὴν 40ὴν συνεδρίασιν, καὶ δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ τις φρονῶν, ὅτι μέχρι σήμερον προέβημεν εἰς σπουδαίαν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Καὶ ὅμως αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη Βουλὴ μετὰ τὰς ἀτυχεῖς ἐθνικὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν καὶ ἐπέβαλλον εἰς τοὺς Ἕλληνας ἀντιπροσώπους ν’ ἀποδείξωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι θὰ ἐπελαμβάνοντο σπουδαίας ἀνορθωτικῆς ἐργασίας. Ἐν τούτοις καὶ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον καὶ τὸ περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τὸ περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ τὸ περὶ φορολογίας τῶν ζώων βλέπω ὅτι πάντοτε παραγνωρίζονται ἐν τῇ ἡμερησία διατάξει. Ποία ἄλλη σπουδαιοτέρα νομοθετικὴ ἐργασία εἶναι ἐκείνη, τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῶμεν; Δὲν ἔπρεπε σήμερον νὰ ἔχωμεν συζητήσει πρὸ πάντων τὰ τρία στρατιωτικὰ νομοσχέδια, τὸ περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὸ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν; Καὶ ὅμως αὐτὰ τὰ τρία νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπεδείκνυον, ὅτι πράγματι εἴμεθα ἀποφασισμένοι κἄτι τι σπουδαῖον πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας νὰ κάμωμεν, ὄχι μόνον δὲν προετιμήθησαν, ἀλλὰ καὶ φοβοῦμαι μήπως εἶναι καταδεδικασμένα νὰ μὴ συζητηθῶσι διόλου. Τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ἀξιεπαίνως φερόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ εἶχε δημοσιεύσει καὶ τὸ εἶχε παραδόσει εἰς τὴν κρίσιν ὅλου τοῦ σταφιδικοῦ καὶ μὴ πληθυσμοῦ. Ἐν τούτοις παρῆλθον ἔκτοτε 40 ἡμέραι, καὶ μόλις χθὲς ὑπεβλήθη· ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ ὑπεβλήθη, τὸ βλέπομεν πάλιν οὐχὶ μεταξὺ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν ἡμέρας συνεδριάσεων ἢ 20 καὶ μόνον, διότι οἱ Βουλευταὶ θὰ φύγωσιν ἀναγκαίως περὶ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁρίσωμεν, τί θὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, πρέπει ἀφεύκτως νὰ συζητηθῶσι τὰ τρία στρατιωτικὰ, ἤτοι τὸ περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὸ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, εἶτα τὸ σταφιδικὸν καὶ εἶτα τὸ περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, τὸ περὶ φορολογίας τῶν ζώων καὶ ὁ προϋπολογισμός. Αὐτὰ ἀπαιτοῦσι πολλὴν ἐργασίαν, καὶ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καταδαπανῶμεν τὸν χρόνον ἡμῶν εἰς ἀμφιβόλου χρησιμότητος νομοσχέδια, οἷον τὸ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τὰ παραπλήσια αὐτῷ.
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀπαντήσω, ὅτι ἡ Βουλὴ κατηνάλωσε τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν της μέχρι σήμερον κανονίζουσα τὸ παρελθόν. Γινώσκετε, ὅτι ἐπὶ δύο ὅλα ἔτη Βουλὴ δὲν συνῆλθεν, ἦτο ἀδύνατον λοιπὸν νὰ μὴ κανονισθῶσι τ’ ἀφορῶντα εἰς διατάγματα νομοθετικὰ καὶ εἰς τὰς πιστώσεις, ὅλη δ’ αὐτὴ ἡ ἐργασία κατηνάλωσε τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς· μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι ἐψηφίσατε καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898. Συνετελέσθη λοιπὸν ἐργασία, ἡ ὁποία ἔπρεπε πρὸ πάσης ἄλλης νὰ συντελεσθῇ. Ἂν καταναλίσκωμεν τὸν χρόνον εἰς ἐπερωτήσεις, εἰς τοῦτο δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ χρόνος ἐπείγει, νὰ ἦναι φειδωλότεροι πρὸς τοὺς λόγους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παραμείνῃ πέραν τῆς 15 Ἰουλίου. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν εἰς ἡμᾶς νὰ περιορισθῶμεν ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι καταναλίσκουν πολὺν χρόνον. Ὡς πρὸς τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ συζητηθῇ μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων· γνωρίζετε δὲ, ὅτι μετὰ ταῦτα κατ’ ἀνάγκην ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀστυνομικὸν, τὸ τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς Βουλευτὰς κλπ. Ταῦτα θεωροῦμεν σπουδαιότατα· ὅπως ὅμως κανονίσωμεν τὸ ζήτημα τὸ ἀστυνομικὸν, πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ μίαν ἢ δύο συνεδριάσεις. Αὐταὶ αἱ ἰδέαι ἐπεκράτησαν κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐὰν ἐγκαταλείψωμεν τὸ σύστημα τῶν πολλῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῆς ἀτόπου ἀναπτύξεως αὐτῶν, θέλομεν δυνηθῆ πάντα τὰ νομοσχέδια νὰ ψηφίσωμεν. Δὲν ἐννοῶ νὰ περιορίσω τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τοῦ ἐλέγχου, ἀλλὰ παρακαλῶ, εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν νὰ ὑπάρχῃ περισσοτέρα φειδὼ χρόνου. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ἡ παράκλησίς μου γείνῃ δεκτὴ, θὰ ἦναι δυνατὸν ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰουνίου ἢ τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ Ἰουλίου νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὴν ὑποβληθεῖσαν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§20Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πρέπει νὰ προταχθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν.
§22ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἤλθομεν ἐνταῦθα ἔχοντες εἰδικὴν ἀποστολὴν, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν οὔτε εἰς συμφέροντα οὔτε εἰς ἄλλο τι· πρέπει νὰ παραμείνωμεν καὶ μέχρι τοῦ Αὐγούστου ἔτι. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας ὑπέβαλε πρότασιν ὡρισμένην, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον· συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου εἰς τοῦτο. Πρέπει δὲ νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα καὶ τὰ ἕτερα φορολογικὰ νομοσχέδια, τὸ περὶ τοῦ οἴνου καὶ τῶν ζώων, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ἀπεφάσισε;
§25ΧΟΙΔΑΣ. Ὁ κ. Σπηλιάδης ἐζήτησεν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἐγγραφῇ ἐκ τῶν πρώτων.
§26Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προταχθῇ πρῶτον, διότι πρὸ αὐτοῦ ὑπάρχουσι τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικά. Δὲν ἔχομεν δυσκολίαν, μετὰ τὴν ψήφισιν τούτων νὰ ἔλθῃ πρῶτον. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ τόσον ἐνθέρμως παρά τινων ὑποστηριζομένη, περὶ τῆς προτάξεως τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ παρακωλύσῃ τὴν ψήφισιν τῶν ἄλλων νομοσχεδίων.
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§28Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταὶ, ὡς γνωρίζετε, δυνάμει νόμου ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων ὡρίσθη εἰς 40· ἐφέτος ὅμως, κατ’ ἐξαίρεσιν, ἐν τῇ Σχολῇ φοιτῶσι μόνον 34· ἑπομένως, ἐξαιρουμένων τῶν 7, οἵτινες ὅσον οὔπω θὰ ἐξέλθωσι τῆς Σχολῆς, θ’ ἀπομείνωσιν εἴκοσι καὶ ἑπτὰ τὸ ὅλον. Ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς προεκήρυξε διαγωνισμὸν περὶ εἰσαγωγῆς μετὰ ἐξέτασιν πέντε μόνον μαθητῶν εἰς τὴν Σχολὴν, διὰ νὰ ᾖναι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν πάντων 32. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσακτέων νὰ αὐξηθῇ κατὰ πέντε ἀκόμη, ὥστε ὅλοι οἱ μαθηταὶ νὰ ἀνέρχωνται εἰς 37 τοὐλάχιστον. Τὴν δὲ εἰσαγωγὴν τῶν 10 θεωρῶ ἀναγκαίαν καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ νὰ μὴ ὑπάρξωσι μετὰ 4 ἔτη μεγάλα κενὰ εἰς τὸ ναυτικὸν, ἕνεκα τῆς ἀποστρατεύσεως πολλῶν ἀξιωματικῶν, ἥτις θὰ γείνῃ μετὰ δύο ἔτη ἀπὸ τῆς σήμερον, καὶ ἄλλων τόσων, ἐπίσης μετὰ τρία. Πρὸς τοῦτο ὅμως χρειάζεται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ζητῶ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Πλὴν τούτου ὑποβάλλω καὶ ἕτερον νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς περὶ προσλήψεως ἱερέων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναυτικοῦ, διὰ νὰ ἐξεγείρωσι τὸ καταπεσὸν θρησκευτικὸν αἴσθημα, ἄνευ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον ἄτομα δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν, ἀλλὰ καὶ κοινωνίαι δὲν δύνανται νὰ συμπαγῶσι καὶ ἔθνη δὲν δύνανται νὰ σταθῶσι. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ διορίζωνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ δύο ἱερεῖς, κεκτημένοι τὸ προσὸν νὰ ᾖναι προλύται τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, καὶ μετὰ γνωμοδότησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ θ’ ἀπολύωνται τῆς ὑπηρεσίας, πάλιν μετὰ γνωμοδότησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ διὰ λόγους σπουδαίους.
§29Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ εὑρίσκωνται ἐντὸς τῶν πλοίων;
§30ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τοῦτο θὰ κανονίσῃ ὁ Ὑπουργός. Ὑποβάλλω προσέτι ἄλλο νομοσχέδιον, περὶ ναυτικῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, διότι κατὰ τὸν ἰσχύοντα σήμερον νόμον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχει ἄλλο δικαίωμα, παρὰ μόνον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τοὺς παρεκτρεπομένους ἀξιωματικοὺς τὴν τιμωρίαν δεκαπενθημέρου μόνον προσωπικῆς κρατήσεως, ὅπερ καὶ μόνον δὲν ἀρκεῖ, ἀφοῦ ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνισχυθῇ ἡ πειθαρχία ἐν τῷ ναυτικῷ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνω νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν, προκειμένου περὶ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, τὰ κρατοῦντα καὶ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς· πιστεύω δὲ, ὅτι οὐδεὶς Βουλευτὴς ὑπάρχει μὴ ἀναγνωρίζων τὴν ἀνάγκην νὰ δοθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἡ ἰσχὺς, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν, ἀφοῦ σήμερον, ὡς προεῖπον, ἔχομεν μόνον τὸ δικαίωμα πρὸς τιμωρίαν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕκαστος κυβερνήτης πλοίου ἐπὶ τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ.
§31Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Χρειάζεται νόμος διὰ τοῦτο;
§32ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως ταύτῃ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω καὶ ὀλίγα τινὰ γενικῶς περὶ τοῦ ναυτικοῦ. Τὸ ἔθνος, Κύριοι, πολλὰ προσεδόκα παρὰ τοῦ ναυτικοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ ἐλπίδες του ὅλαι ἐματαιώθησαν, διότι τ’ ἀποτελέσματα τῆς δράσεως τόσον τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, καθὼς καὶ τοῦ ναυτικοῦ, κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον, ἦσαν ἥκιστα κολακευτικὰ, ἦσαν πολὺ δυσάρεστα. Διὰ τοῦ λόγου μου τούτου δὲν θέλω βεβαίως νὰ μεμφθῶ τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον κατὰ μέγα μέρος εἶναι ἔνοχον αὐτῆς τῆς καταστάσεως τοῦ ναυτικοῦ, οὐδεμίαν φροντίδα καταβαλὸν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, οὐδεμίαν ἐργασίαν πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, πρὸς βελτίωσιν τοῦ ναυτικοῦ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐπίσης νὰ σᾶς εἴπω ἐν ὀλίγοις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὗρον τὸ ναυτικὸν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Εὗρον θωρηκτὰ πλοῖα ἠγκυροβολημένα, χωρὶς νὰ γίνεται ἐν αὐτοῖς οὐδεμία ἐργασία, διότι εἶχον ἀνάγκην ἐπισκευῆς. Καὶ ἐζητήθησαν μὲν παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου νὰ πλεύσωσιν εἰς Ναύσταθμον, ἀλλ’ ἀντὶ τὰ πλοῖα νὰ πλεύσωσιν εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἵνα ὑποστῶσι τὴν δέουσαν ἐπισκευὴν, ἐδέησε παραδόξως ὁ Ναύσταθμος νὰ μετακομισθῇ εἰς Πειραιᾶ, διότι ἐκουβαλήθησαν 80 τεχνῖται, διὰ νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐπισκευῆς ἐν τῷ λιμένι Πειραιῶς, καὶ διότι διὰ πᾶν ἐργαλεῖον, τὸ ὁποῖον ἐχρειάζετο, καὶ διὰ πᾶν ἄλλο ὑλικὸν ἔπλεον οἱ τορπιλλοθέται εἰς τὸν Ναύσταθμον...
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί;
§34ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ ἐννοεῖτε καὶ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὸ εἴπω... Εὗρον ἐπίσης ἀτμόπλοια πολεμικὰ ἄνευ λεβήτων ἠγκυροβολημένα· καὶ ἐν τούτοις τὰ πλοῖα ταῦτα ἦσαν πλοῖα ἐφεδρείας, εἰς τὰ ὁποῖα ἐτοποθετοῦντο ἀξιωματικοί, τῶν ὁποίων ἡ θαλασσία ὑπηρεσία δυστυχῶς συνίστατο εἰς τὸ νὰ ἀναπαύωνται εἰς τοὺς οἴκους τῶν οἰκογενειῶν των καὶ οὐδέποτε νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ πλοῖα των. Ἐν ἑνὶ λόγῳ εὗρον κατάστασιν πολὺ δυσάρεστον, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ παθήματα δὲν μᾶς ἔγειναν μαθήματα, καὶ ὅτι μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, τὸν ὁποῖον ὑπέστημεν, ἐννοοῦμεν νὰ ἐξακολουθῶμεν τὴν αὐτὴν πορείαν, δηλ. ἐννοοῦμεν νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ 7,000,000 κατ’ ἔτος, ὁ δὲ Ὑπουργὸς διὰ τῆς ὑπογραφῆς του νὰ δαπανᾷ αὐτὰ εἰς μισθοδοσίας ἀργῶν ἀξιωματικῶν καὶ ναυτῶν, — καὶ εἰλικρινῶς σᾶς ἐξομολογοῦμαι, ὅτι οὐδεμίαν ἐργασίαν ἄλλην κάμνω ἢ νὰ ὑπογράφω μισθοδοτικὰς καὶ τροφοδοτικὰς καταστάσεις. Κύριοι, δὲν εἶμαι ναυτικός, ἀλλ’ ἀνήκω εἰς οἰκογένειαν, ἡ ὁποία στενῶς συνδέεται μὲ τὸ ναυτικὸν καὶ τὴν ναυτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ πιστεύσητε, ὅτι δὲν ἐννοῶ σήμερον νὰ ῥεκλαμάρω, διότι δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τῆς ῥεκλάμας. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐννοῇ νὰ ἀνεχθῇ, ὅπερ δὲν πιστεύω, μίαν τοιαύτην κατάστασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς περιέγραψα, τότε ἐγὼ δὲν ἔχω παρὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ...
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§36ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ θὰ τὸ πράξω, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ συνδέσω τὸ ὄνομά μου μὲ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν εὐχαρίστησιν εὑρίσκω (Θόρυβος). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ναυτικὸν πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν ἀληθῆ προορισμόν του, καὶ διὰ ὑπάρξῃ, πρέπει νὰ ἐργάζηται, πρέπει νὰ κινῆται, πρέπει νὰ ἐκγυμνάζηται. Λέγων δὲ ταῦτα, δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι πολὺ εὐλόγως δύνανται νὰ παραπονεθῶσι κατὰ τῆς Πολιτείας, ὅτι δὲν τοῖς ἔδωκεν ἐργασίαν, ἀφοῦ ἔχουσι πολὺ τὴν διάθεσιν πρὸς ταύτην, ἀλλὰ θέλω νὰ παραστήσω τὰ πράγματα αὐτά, ὅπως ἔχουν ἐν τῷ ναυτικῷ, τὴν ἀλήθειαν αὐτήν, ἡ ὁποία, ὅσον πικρὰ καὶ ἂν ἦναι, πρέπει νὰ λέγηται, πρὸς τὸ καλὸν ἡμῶν αὐτῶν, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου. Κύριοι, τώρα θὰ ἔλθω εἰς ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος ὅτι πάντες θὰ ἐπικροτήσητε. Κατὰ τὴν γνώμην μου, πλοῖον πολεμικόν, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἔχει πολεμικὴν ἀξίαν, πρέπει νὰ μεταβάληται εἰς πλοῖον ἐκπαιδευτικόν, καὶ τοῦτο ἔπραξα ἐγὼ ὡς πρὸς τὸν «Ναύαρχον Μιαούλην». Τὸ πλοῖον τοῦτο προητοιμάσθη, ἵνα κάμῃ ἐκπαιδευτικὸν πλοῦν, ὄχι ἐν τῇ Μεσογείῳ, ὄχι μέχρι τῆς Σικελίας μόνον, ἀλλ’ εἰς τὸν Ὠκεανὸν αὐτὸν, ἐπὶ πέντε ὁλοκλήρους μῆνας, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐκπαιδευθῶσιν ἐμπράκτως τὸ πλήρωμα, οἱ ἐπιτελεῖς ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ σημαιοφόροι, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς θ’ ἀνέρχηται εἰς 17, κατὰ τὴν ἀπόφασίν μας. Ἐπανερχομένου δὲ τοῦ πλοίου κατὰ μῆνα Νοέμβριον, ἐὰν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἕως τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐννοῶ νὰ τοῦ ἀλλάξω τὸ πλήρωμα καὶ τὸ ἐπιτελεῖον καὶ νὰ διατάξω αὐτὸ νὰ κάμῃ νέον πλοῦν εἰς τὰς Ἰνδίας, εἰς τὴν Ἰαπωνίαν, πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ νέου πληρώματος. Πλὴν τούτου ὅμως ἐννοῶ νὰ σχηματίσω καὶ μοῖραν ἐκπαιδευτικὴν, τὴν ὁποίαν θ’ ἀποτελέσουν δύο θωρηκτὰ, τέσσαρες ἀτμομυοδρόμωνες καὶ ἓξ τορπιλλοβόλα. Ἡ μοῖρα αὕτη ὅλον τὸ θέρος θὰ ταξειδεύῃ εἰς τὴν θάλασσαν ἡμῶν, τὴν Μεσόγειον, πρὸς πρακτικὴν ἐπίσης ἐκπαίδευσιν ναυτῶν καὶ ἀξιωματικῶν καὶ διὰ νὰ παύσωμεν πλέον καὶ ἡμεῖς τοῦ νὰ βλέπωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς συχνάζοντας εἰς τὰ καφενεῖα τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἐργασίαν. Τρίτον, ἐννοῶ, κατ’ ἔτος ν’ ἀποστέλλωνται εἰς τὴν Εὐρώπην οἱ τρεῖς πρωτοβάθμιοι ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων, ἵνα μὴ μένωσιν, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἀργοὶ καὶ καταστρέφωνται, περιφερόμενοι εἰς τὰς ἀγυιάς. Τώρα νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ὅταν τὸ Κράτος δαπανᾷ 7 ἑκατομμύρια διὰ νὰ μὴ ἔχῃ τίποτε, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ὑποστῇ μίαν πρόσθετον δαπάνην 300 χιλιάδων δραχμῶν, ἢ νὰ ἐξοικονομήσῃ αὐτὰς ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ οἰκείου Ὑπουργείου διὰ νὰ δώσῃ ἐργασίαν εἰς τὸ ναυτικόν; Εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς Βουλευτὴς θὰ ἀντείπῃ εἰς τὰ μέτρα ταῦτα, μέτρα τὰ ὁποῖα τείνουν εἰς τὸ νὰ ἐκγυμνάσουν τὸ ναυτικὸν καὶ καταστήσουν αὐτὸ ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του. Ἀλλὰ πόση θὰ ἦναι ἡ δαπάνη, θὰ μοὶ εἴπῃ τις ἴσως ἐξ ὑμῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν πλοῦν, τὸν ὁποῖον μέλλει νὰ ἐπιχειρήσῃ ὁ «Ναύαρχος Μιαούλης»; Ἡ δαπάνη, Κύριοι, θὰ ἀνέλθῃ, κατὰ τοὺς ἀκριβεστέρους ὑπολογισμούς μας, εἰς 60 χιλιάδας δραχμὰς μόνον, διότι τοὺς ναύτας καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἔχομεν ἐμμίσθους, μὲ τὴν διαφορὰν μόνον, ὅτι οἱ μισθοί των θὰ πληρώνωνται εἰς χρυσὸν, πλὴν τοῦ κυβερνήτου, οὗτινος ὁ μισθὸς θὰ ἦναι διπλάσιος τοῦ ὑπάρχοντος. Ἡ καθ’ ὑπέρβασιν λοιπὸν δαπάνη θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν μισθῶν, πληρωνομένων εἰς χρυσὸν, ἀντὶ δραχμῶν, καὶ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῶν τροφίμων. Ἀλλὰ καὶ πάλιν θὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια, ὥστε τὸ πλοῖον, πρὶν ἢ ἀποπλεύσῃ ἐκ τῶν λιμένων τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἐφοδιασθῇ μὲ δύο μηνῶν τροφὰς, διὰ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ διαφορὰ ἡ ἐκ τῆς τιμῆς τῶν τροφῶν τῶν πέντε μηνῶν ἐπαισθητῶς. Τὴν δὲ δαπάνην ὅλου τοῦ μακρινοῦ αὐτοῦ πλοῦ θὰ ἐξοικονομήσω ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ οὐδεμίαν πίστωσιν θὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς. Κύριοι, ἀναγγέλλω εἰς ὑμᾶς πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι πρὸ ἡμερῶν διὰ διατάγματος ἀπεστάλη εἰς τὸν ἀμερικανικὸν στόλον ὁ υἱὸς τοῦ ἀοιδίμου Δεληγεώργη, ἀλλ’ ἔχω ἀποφασίσει νὰ ἐπεκτείνω τὸ μέτρον αὐτὸ καὶ ν’ ἀποστείλω καὶ ἄλλους πέντε σημαιοφόρους ἐπὶ τρία ἔτη. Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτων ἴσως θὰ μὲ ἐρωτήσῃ τις, ποία θὰ ἦναι ἡ πρόσθετος δαπάνη; Οὐδεμία ἄλλη, ἀπαντῶ, ἢ ἐκείνη, ἥτις θὰ προκύψῃ πληρωνομένων τῶν μισθῶν των εἰς χρυσὸν, ἀντὶ δραχμῶν, καὶ ἡ τοῦ ἐπιδόματος, ἤτοι 22,500 δραχμαὶ καὶ διὰ τοὺς ἕξ. Λοιπὸν, πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσῃ τὸ Κράτος, προκειμένου περὶ μιᾶς τοιαύτης δαπάνης;
§37ΦΩΝΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§38ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν προκειμένου περὶ ἐκπαιδεύσεως νέων ἀξιωματικῶν, ὅπως κατασταθῶσι χρήσιμοι εἰς τὴν πατρίδα, ἡ Βουλὴ δὲν ἐννοεῖ νὰ ὀπισθοδρομήσῃ· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τὴν δαπάνην τῶν ἓξ πρώτων μηνῶν τοῦ τρέχοντος ἔτους δὲν ἐννοῶ νὰ ζητήσω καμμίαν πίστωσιν, ἀλλὰ θὰ ἐξοικονομήσω ταύτην ἐκ τῶν ἐνόντων, ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ. Κύριοι, αὐτὰ εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ λάβω...
§39Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὸν νόμον τοῦ 1892, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου.
§40ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς Βουλευτὴς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐγκρίνῃ αὐτὰ, διότι οὐδεὶς Βουλευτὴς θέλει (εἶμαι ἐπίσης βέβαιος) νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα ἡ κατάστασις αὐτὴ, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ ναυτικόν μας. Ἀλλ’ ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, πρόκειται νὰ μὴ μεταβάλωμεν αὐτὴν, τότε εἶναι προτιμότερον νὰ καταργήσωμεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ νὰ διαθέσωμεν τὰ δαπανώμενα κατ’ ἔτος 7 ἑκατομμύρια ὑπὲρ ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Πρὶν ἢ ὅμως, Κύριοι, κατέλθω τοῦ βήματος τούτου, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴν καὶ ἀνεψιόν μου. Μὲ ὑπέμνησε τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου. Μὲ γνωρίζετε, νομίζω, ὅπως καὶ ἐγὼ σᾶς γνωρίζω, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἔχω δείξει ἀρκετὰ δείγματα ἀνεξαρτήτου φρονήματος. Εἶμαι ὁ ἄνθρωπος — καὶ μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὸν ἐγωϊσμόν μου — ὁ ὁποῖος οὔτε ἐκολάκευσα οὔτε θὰ κολακεύσω ποτὲ κανένα ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου ἦτο ἐπιζήμιος εἰς τὸ ναυτικὸν καὶ εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἀλλ’ ὅπως τότε ἐφρόνουν, οὕτω καὶ τώρα ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, χωρὶς νὰ φοβῶμαι παρεξήγησιν διὰ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ φρονήματος, ὅτι μεταβὰς εἰς τὸν Ναύσταθμον πρό τινων ἡμερῶν, ἐπείσθην ὅτι ἤμην εἰς πλάνην, καὶ ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ Διευθυντοῦ σήμερον, ἐπιστοποίησα πρὸ ἡμερῶν καὶ δι’ ἡμερησίας διαταγῆς μου, δι’ ἧς τῷ ἐξέφραζον τὴν εὐαρέσκειάν μου, διότι εἶναι ἀνὴρ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του μετ’ ἀφοσιώσεως καὶ ζήλου, ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος τὸν Ναύσταθμον ἔχει φέρει εἰς καλλίστην θέσιν. Ἐκεῖ εὗρον συνεργεῖον λειτουργοῦν κάλλιστα καὶ δυνάμενον νὰ ἐκτελέσῃ πᾶσαν ἐργασίαν τοῦ στόλου, χωρὶς νὰ καταφύγωμεν οὐδαμοῦ ἀλλοῦ. Ἐπεσκέφθην τὰ συνεργεῖα, τὰς ἀποθήκας τῶν τορπιλλοβόλων, καὶ εὗρον ἐν αὐτοῖς παραδειγματικὴν τάξιν. Ἐκ τοῦ βήματος λοιπὸν τούτου ἀνομολογῶ καὶ πάλιν, ὅτι διετέλουν ἐν πλάνῃ, ὡς καὶ ὁ κ. Λάππας διατελεῖ.
§41Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Ὑπενθυμίσας ὑμῖν τὸν νόμον τοῦ 1892, δὲν ἐνόουν, ὡς μὴ ὢν ναυτικός, νὰ μεμφθῶ τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ κ. Κουτσούκου· ἁπλῶς μόνον ἠθέλησα νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸν νόμον περὶ ἰσοβιότητος αὐτοῦ, νόμον, ὁ ὁποῖος εἰς οὐδένα ἄλλον ἐκ τῶν ναυτικῶν ἡμῶν ἀνδρῶν ἐφηρμόσθη.
§42ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ μὴ ἐνοχλήσω ὑμᾶς περισσότερον, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε ναυτικόν, ὀφείλετε καὶ θυσίας χρηματικὰς νὰ κάμητε καὶ τὰ μέσα νὰ δώσητε εἰς τὸν Ὑπουργόν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ καταστήσῃ αὐτὸ χρήσιμον εἰς τὴν πατρίδα, διότι ἄλλως, ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς λόγους μόνον καὶ ὑποσχέσεις, χωρὶς νὰ διορθώσωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν τοῦ ναυτικοῦ, φοβοῦμαι μήπως ἐν δοθησομένῃ νέᾳ περιστάσει ἔχωμεν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προχθὲς εἴχομεν, πρὸς μεγάλην λύπην μας. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 238–240).
§44Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἐκφράσω χαρὰν καὶ εὐχαρίστησιν, διότι εὑρέθη Ὑπουργὸς, οἷος ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, παρρησίας καὶ φρονήματος, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀπένειμεν ἐπὶ τέλους τὸν ὀφειλόμενον ἔπαινον καὶ τὴν δικαίαν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου κ. Κουτσοῦκον, ὁ ὁποῖος ἐκακολογήθη καὶ ἐδυσφημήθη ἀδίκως· διότι ὁ κ. Κουτσοῦκος, διὰ τὸν ὁποῖον δικαίως καὶ καλῶς ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ νόμον εἰδικὸν, ὑπῆρξεν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν μεγάλων καθηκόντων του, ὡς Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, τοιοῦτος, οἷον παρέστησεν αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Συγχαίρω δὲ ὄχι μόνον τὸν κ. Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου, ὁ ὁποῖος εὗρε τοιαύτην ἀναγνώρισιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσου θάρρους εἶπε τὴν ἀλήθειαν.
§45ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ οὐδὲν προσωπικὸν συμφέρον ἔχω· σήμερον εἶμαι Ὑπουργὸς, αὔριον δὲν θὰ ἦμαι· Ἀλλὰ ψηφίσατε, παρακαλῶ, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπέβαλον, ἂν θέλητε νὰ ἀρχίσῃ ἐργασία τις εἰς τὸ ναυτικόν, ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τίποτε.
§46Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔθιξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σοβαρώτατον ζήτημα. Ὁμιλῶν ἐφάνη πραγματικῶς ἄξιος καὶ τῶν οἰκογενειακῶν του παραδόσεων καὶ τῆς ἀτομικῆς του ὑπερηφανίας. Δὲν ἐννοεῖ νὰ διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εἶπε, χωρὶς νὰ κάμῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἀναγκαῖα καὶ κατεπείγοντα διὰ τὴν πρόοδον τῶν ναυτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ζητήσας μόνον 300,000 δραχμὰς, ἐζήτησε παρὰ πολὺ ὀλίγας διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ ναυτικοῦ. Αἱ 300,000 δραχμαὶ, σὺν τοῖς ἑπτὰ ἑκατομμυρίοις, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος δίδει, ἴσως δὲν εἶναι ἐπαρκὲς ποσὸν, καὶ ἐπίκαιρος εἶναι ἡ ἐποχὴ νὰ συζητηθῇ ὄχι μόνον διὰ τὸ ναυτικὸν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν στρατὸν, νὰ συζητηθῇ δηλ. ὁλόκληρον τὸ ναυτικὸν καὶ στρατιωτικὸν μέλλον τῆς χώρας, ὁποῖον δύναται νὰ ἦναι καὶ ὁποῖον πρέπει νὰ ἦναι, διότι ἡ μέχρι σήμερον ἐθνικὴ πορεία ὑπῆρξεν ἡ λεγομένη πορεία ἐκ τῶν ἐνόντων, ἡ τῶν ἐμβαλωμάτων. Ἐλαμβάνομεν δηλ. μερικὰ ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διεθέτομεν αὐτὰ πρὸς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς τῆς χώρας, τὰ ὁποῖα ὅμως βεβαίως ἦσαν ἀνεπαρκῆ, διότι δὲν ἐγίνετο τίποτε, ἀλλ’ ἐλέγομεν «ἐκ τῶν ἐνόντων· δὲν δυνάμεθα περισσότερον». Ἐκ τῶν ἐνόντων ὅμως, Κύριοι, διὰ σῶμα, ὁποῖον τὸ ναυτικὸν καὶ τὸ στρατιωτικὸν, νομίζω ὅτι δὲν χωρεῖ· εἶναι λέξις, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται, διότι, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ ναυτικὸν, ὀφείλομεν νὰ τὰ ἔχωμεν παρεσκευασμένα καὶ ἕτοιμα πρὸς δρᾶσιν· δὲν πρέπει νὰ λείπῃ τίποτε ἐξ αὐτῶν. Ἄλλως θὰ φέρωμεν τὴν χώραν πάλιν εἰς οἷον σημεῖον περιῆλθε πρὸ δύο ἐτῶν. Πραγματικῶς ὅλη ἡ χώρα ἐξανέστη τότε καὶ ἐζήτει τὸν πόλεμον, καὶ οἱ κληρικοὶ ἀκόμη ἐζήτουν αὐτόν· διατὶ ὅμως; καὶ τί μᾶς ἐνεθάρρυνεν εἰς τοῦτο; διότι ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἔχομεν 80,000 στρατόν, διότι ἠκούομεν, ὅτι ἔχομεν ναυτικὸν τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀξιόμαχον ὄχι μόνον ἀπέναντι τοῦ τουρκικοῦ ναυτικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι ναυτικοῦ ἄλλων Δυνάμεων. Ἡ πλάνη λοιπὸν αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο τὸ ἔθνος καὶ ἡ Βουλή, καὶ ὅσοι ἦσαν τότε Βουλευταὶ, ἔφερε τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὅπου τὰ ἔφερε. Θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ὅλοι ἤμεθα ἐν πλάνῃ, ἴσως δ’ ἐν πλάνῃ ἦσαν καὶ οἱ τότε Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν περὶ τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀνάγκη τὸ σύστημα αὐτὸ νὰ παύσῃ, ἀνάγκη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ τῶν Ναυτικῶν νὰ προσέλθωσι καὶ νὰ εἴπωσιν, ὁ μὲν τῶν Ναυτικῶν: «δὲν μὲ ἀρκοῦσι τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, θέλω δέκα», καὶ ὁ ἕτερος νὰ εἴπῃ τὸ αὐτό. Τότε τίθεται πρὸ τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα ἀκριβῶς ὡς ἑξῆς: Θὰ παραιτήσωμεν πᾶσαν ἄλλην διαρρύθμισιν καὶ βελτίωσιν, καὶ θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ναυτικὴν καὶ στρατιωτικὴν τοιαύτην τῆς χώρας; ἢ θ’ ἀναγκασθῇ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ «δὲν δίδω ὅσα μοῦ ζητεῖτε», συνεπῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἤμεθα καὶ ναυτικὸν καὶ στρατιωτικὸν Κράτος; Τὴν σημασίαν, Κύριοι, τοῦ πράγματος αὐτοῦ τὴν ἐννοεῖτε πολὺ καλά· ἐννοεῖτε ὅτι στρατὸς ἐκ τῶν ἐνόντων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὡς καὶ ναυτικόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν φιλοτίμως προσπαθεῖ, ἐκ τῶν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων νὰ οἰκονομήσῃ, ὡς εἶπε, τριακοσίας χιλιάδας δραχμάς, διὰ νὰ ἐκγυμνάσῃ τὰ πληρώματα. Ἀλλὰ πόσας ἄλλας ἀνάγκας θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ μὴ πληρώσητε; Ἴσως ἐντὸς ὀλίγου χρόνου χρειασθῶμεν ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἐπισκευὴν τῶν πλοίων μας, θὰ χρειασθῶμεν ν’ ἀγοράσωμεν ἀντιτορπιλλικὰ καὶ τορπιλλικὰ ἀκόμη, πρέπει νὰ προσθέσητε καὶ καταδρομικὰ καὶ θωρηκτά, καὶ νὰ παρακολουθήσητε τὰς νέας προόδους, αἱ ὁποῖαι ἐπίκεινται· ἐντὸς ὀλίγου θ’ ἀκούσητε ἴσως νέα πυροβόλα, ὑποβρύχια πλοῖα κλπ. Ὅλα αὐτὰ ὀφείλει νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔθνος, καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ ἴδω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν γενναιότερον. Ὑπερηφάνως ὡμίλησεν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἦναι γενναιότερος ὡς πρὸς τὰ αἰτήματα αὐτοῦ, καὶ τὸ ἔθνος ἂς σκεφθῇ, ἂν θέλῃ νὰ ἦναι παρεσκευασμένον στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς.
§47Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὰ νομοσχέδια.
§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§49ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι νομοσχέδια ὑπηρεσιακὰ ἐντελῶς· εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν εἰσακτέων εἰς τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν δοκίμων, τὸ τῶν ἱερέων καὶ τὸ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§51ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ συναινεῖ νὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει προηγουμένως νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§53ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τέλος πάντων, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ τὸ δέχεται...
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§55Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπαινετὴ εἶναι τῷ ὄντι ἡ πρόθεσις τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἀτομικοῦ φίλου μου, ἀποφασίσαντος νὰ προνοήσῃ περὶ ἀνορθώσεως τῶν ναυτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας· ἔστω δὲ βέβαιος, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τουλάχιστον ἀπὸ ἐμοῦ ἐξήρτηται, θέλω συντελέσει διὰ τῶν ὀλίγων γνώσεων, ἃς περὶ τῶν πραγμάτων τούτων ἀπέκτησα, εἰς ἐπικουρίαν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ἐὰν αὕτη ἤθελεν εἶναι εὐπρόσδεκτος...
§56Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πολὺ εὐχαρίστως.
§57ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Ἂς βεβαιωθῇ ὅμως καὶ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς καὶ πᾶς ἄλλος, ὅτι, ἐὰν ὁ στόλος κατὰ τὸν τελευταῖον οἱονεὶ πόλεμον δὲν ἐξετέλεσε προσηκόντως τὸ καθῆκον αὐτοῦ, αἰτία τούτου δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀτελὴς δῆθεν παρασκευὴ τῶν πολεμικῶν αὐτοῦ στοιχείων. Ὅταν βεβαίως οὑτωσὶν ἐξαπίνης προκαλῶνται τοιαῦτα ζητήματα, καὶ μάλιστα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, θέλει ἐπαινεθῆ βεβαίως ἡ ἐπιφυλακτικότης ἡμῶν, μὴ ἀναδεχομένων οὑτωσὶν αἰφνιδίως νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν πλήρη καὶ ἀπροκάλυπτον ἐξέτασιν τῶν τότε λαβόντων χώραν καὶ εἰς τὴν ἀποκάλυψιν αὐτῶν, ἀλλὰ μηδεὶς ἂς ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἐλεύσεται ἡμέρα, καθ’ ἣν τὰ πάντα θέλουσιν εὐρέως συζητηθῆ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ...
§58Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πότε;
§59ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν τὸ ζητήσητε. Ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀπαντήσωμεν διὰ τὰ τότε γενόμενα καὶ νὰ κατηγορήσωμεν ἅμα. Ἀλλὰ θέλομεν ἀπαντήσει καὶ θέλομεν κατηγορήσει, ὅταν κατηγορηθῶμεν καὶ ὅταν προκληθῶμεν ἐπαρκῶς, σοβαρῶς καὶ νομίμως, καθὰ κελεύουσι τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ὅταν ὅμως δειλῶς καὶ παρεμπιπτόντως καὶ ἐπιπολαίως προκαλῶνται εἴτε ἐνταῦθα εἴτε ἐν τῷ τύπῳ ζητήματα εὐθυνῶν, καὶ οὐδεὶς αἰσθάνηται τοσοῦτον ὑψηλὸν τὸ ἀνάστημα αὑτοῦ, ὥστε νὰ ἔλθῃ νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ὑπευθύνους ἢ τοὺς ἀνευθύνους, ἡμεῖς βεβαίως οὐδὲν καθῆκον ἔχομεν νὰ προκαλέσωμεν αἰφνιδίως τοιαύτην συζήτησιν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι διεφώνησα καὶ διαφωνῶ πρὸς τὸν σεβαστὸν Ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν ἐπὶ πολλῶν ζητημάτων, λαβόντων τότε χώραν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἤμην, εἰμὶ καὶ ἔσομαι πληρέστατα πρὸς ἐκεῖνον σύμφωνος. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθές, καὶ ἴσως ἐλέχθη μετ’ ἀφελείας παρὰ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι, ἐὰν ὁ στόλος δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτοῦ, αἰτία τούτου ὑπῆρξε δῆθεν τὸ ἀπαράσκευον αὐτοῦ. Ταῦτα ἴσως ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωνται παρ’ ἄλλων, κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ ἐν ἄλλοις τόποις. Ἀλλ’ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ, ἐὰν δὲν φέρῃ καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς κατηγορίας καὶ τὰς ἀποδείξεις...
§60Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπιτρέψατέ μοι μίαν παρατήρησιν. Οὐδεμίαν πρόθεσιν εἶχον νὰ κατηγορήσω ὑμᾶς, ἢ τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἀπετελεῖτε μέρος, καὶ ἂν προσείχετε, ἠθέλετε ἀκούσει, ὅτι εἶπον, ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ Κράτος δυστυχῶς δὲν ἐμερίμνησε διὰ τὸ ναυτικόν. Ὥστε οὔτε κατὰ φαντασίαν ἐνόουν νὰ ἀποδώσω τὴν εὐθύνην τῆς κακῆς, κατὰ τὴν γνώμην μου, καταστάσεως τοῦ ναυτικοῦ οὔτε εἰς ὑμᾶς, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἀπετελεῖτε μέρος.
§61ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολὺ καλά. Τοῦτο βεβαίως λαμβάνεται ὑπὸ σημείωσιν, ἐλήφθη ὅμως ὑπὸ σημείωσιν καὶ τὸ λεχθὲν παρ’ ὑμῶν, ὅτι, ἐὰν ὁ στόλος δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτοῦ κατὰ τὸν πόλεμον, αἰτία τούτου ἦτο ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ ναυτικοῦ. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Φραγκίδης).
§62Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἀπαράσκευον. Οὔτε οἱ ἀξιωματικοί, οἱ διοικοῦντες, εἶχον τὴν ἀπαιτουμένην ἄσκησιν, διότι δὲν ἐγένοντο τὰ ἀπαιτούμενα γυμνάσια.
§63ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγω λοιπόν, ὅτι, ὅταν προκληθῇ εὐρεῖα καὶ εἰδικὴ περὶ τούτου συζήτησις, ἣν ἐγὼ τοὐλάχιστον εὐχαρίστως θέλω ἀποδεχθῆ, ἀποδειχθήσεται, ὅτι ὁ στόλος ἦτο ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, ὥστε τὰ πάντα ἐδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ.
§64Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Διατὶ δὲν τὰ ἐξετέλεσε;
§65ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§66ΑΛΕΞ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε τὰ γενόμενα ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ.
§67ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, καίτοι προεκλήθη συζήτησις ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν εἰμὶ ἐντελῶς ἄοπλος, διότι οὐδὲν ἔγγραφον ὧδε ἔχω. Ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἢ οἱ διακόπτοντες, ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος ἀνεγίνωσκε τὸ νεώτατον σύγγραμμα περικλεοῦς ἀξιωματικοῦ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ξένου Κράτους, περικλεεστάτου δὲ συγγραφέως, τοῦ Γάλλου κυρίου Μπαλιγκοὺρ, ἤθελε μάθει, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στόλος ἦτο τοιοῦτος, ὥστε ἐδύνατο ν’ ἀντιπαραταχθῇ μετὰ βεβαιότητος ἐπιτυχίας πρὸς ἅπαντα τὰ πλοῖα τοῦ ὀθωμανικοῦ στόλου. Ἐν τῷ συγγράμματι αὐτοῦ ὁ Μπαλιγκοὺρ γράφει, ὅτι: «ὁ ἑλληνικὸς στόλος δύναται νὰ μηδενίσῃ ἅπαν τὸ τουρκικὸν ναυτικὸν καὶ νὰ κατέχῃ ἐν τῷ Ἀρχιπελάγει τὴν θέσιν, ἥτις ἀνήκει αὐτῷ. Οἱ Ἕλληνες ἦσαν καὶ διαρκῶς εἰσιν ἔξοχοι ναυτικοί. Ἑπομένως ὁ στόλος αὐτῶν εἶναι φοβερὸς καὶ κατὰ πάντα ἱκανὸς, ἵνα προκαλέσῃ τὴν προσοχήν.»
§68Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Διατὶ ἐπόδιζε;
§69ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδὲν τῶν ἀπαιτουμένων ἐφοδίων ἔλειπεν, ἐντὸς δὲ ὀλιγίστων ἡμερῶν ἐπεστρατεύσαμεν 7,202 ναύτας, 37 δὲ ὅλα πλοῖα πολεμικὰ, μικρὰ καὶ μεγάλα, κατὰ πάντα ἑτοιμοπόλεμα, ἀνέμενον τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως πρὸς δρᾶσιν. Ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στόλου ἦτο ἀρίστη, ἀπεδείχθη ἐν ἄλλαις αἰθούσαις καὶ ἐν τῷ τύπῳ. Τὴν γνώμην ἄλλως ταύτην ἐξήνεγκεν ἐπισημότατα ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀνατολικῆς μοίρας τοῦ στόλου, ὁ πλοίαρχος κ. Σαχτούρης, γράφων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀντιπαραταχθῇ καὶ πρὸς τοὺς στόλους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων! (ἱλαρότης). Εὑρέθη ἀληθῶς ἓν δικαστήριον, οἱονεὶ Ναυτοδικεῖον, ὅπερ ἐκήρυξεν αὐτὸν ἀθῷον. Ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὸ δικαστήριον συνεκροτήθη, ὅταν γένηται εἰδικὴ περὶ τούτου συζήτησις, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι καὶ οἱ νόμοι—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν—κτηνωδῶς παρεβιάσθησαν, ἵνα παρακαθίσωσιν ὡς μέλη τοῦ δικαστηρίου οἱ φυγάδες τῆς Λαρίσης, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου τῆς Λαρίσης, ἵνα δικάσῃ τὸν ἄλλον ἐκεῖνον, τὸν στρέψαντα τὰ νῶτα πρὸ τοῦ ἀνυπάρκτου ἐχθροῦ, τὸν πλοίαρχον κ. Σαχτούρην, καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀξιοπρέπεια τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου πρόδηλον εἶχεν ὑποστῆ τότε μείωσιν.
§70Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται, κύριε Πρόεδρε, ὕβρεις κατὰ ἀτόμων...
§71Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ σταματήσητε τὸν ῥήτορα εἰς τὸ ὑβρεολόγιον, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι συνήγορος οὔτε τοῦ Σαπουντζάκη, οὔτε τοῦ Σαχτούρη.
§72ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τίς ἀγορεύει;
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπει ὁ ἴδιος ὁ ῥήτωρ τὰς διακοπάς.
§74ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀπαγορεύσω διακοπάς· ὑμεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα αὐτό.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς συνιστῶ, κύριε ἀγορεύων, νὰ μὴ θίγητε πρόσωπα ἀπόντα.
§76Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ περιορίσητε τὸν λόγον.
§77Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ῥυθμίσητε τὸν λόγον οὐδενός. Ὁμιλεῖ περὶ δικαστῶν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁμιλεῖ δριμέως κατὰ προσώπων.
§79ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸν ἀγορεύοντα.
§80ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ὁ στόλος δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ὡς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, αἰτία τούτου δὲν ἦτο οὔτε ἡ δῆθεν ἀνικανότης τῶν ἀξιωματικῶν, οὔτε ἡ δῆθεν ἀνικανότης τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν ναυτῶν, οὔτε τὸ ἀπαράσκευον δῆθεν τῶν πλοίων, οὔτε ἡ ἔλλειψις δῆθεν τῶν ἐφοδίων. Ὅταν συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, βεβαίως θέλουσιν ἔλθει ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἐκεῖνοι, οἵτινες ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ἀπαντήσωσι, καὶ θέλουσι τότε ἐν πλείστῃ λεπτομερείᾳ ἀποδείξει, ὅτι πάντα τὰ γραφέντα ὑπὸ μερίδος τινὸς τοῦ τύπου, πάντα τὰ λεχθέντα ὁπουδήποτε περὶ τοῦ ἀπαρασκεύου δῆθεν τοῦ στόλου, προήρχοντο εἴτε ἐκ πλάνης, εἴτε καὶ ἐκ κακοβουλίας. Εὐτυχῶς ἐν ἄλλαις αἰθούσαις, ὑπ’ ἐμοῦ δὲ καὶ ἐν τῷ τύπῳ, διεχύθη τοσοῦτον φῶς ἐπὶ τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὸν πόλεμον ἐν σχέσει πρὸς τὰ τοῦ στόλου, ὥστε ἴσως ἤθελεν εἶναι περιττὸν νὰ ἀναλάβω ἐγὼ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Διότι, ἵνα ἀπαντήσω προχείρως εἰς τὸν διακόπτοντά με κύριον συνάδελφον, ὁμιλοῦντα περὶ κενῶν ὀβίδων, ὅταν ἑκατὸν μάρτυρες, ἔντιμοι, ἀνδρεῖοι καὶ εὐπαίδευτοι ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ παρῆλθον εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον, οὐχὶ ἀνοησίας λέγοντες, ἀλλ’ ἐνόρκως καταθέτοντες, ὅτι ἐν τοῖς πολεμικοῖς πλοίοις ὑπῆρχον ὅλα τὰ ὑλικά, ἵνα πληρωθῶσιν αἱ ὀβίδες, ὅταν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀνατολικῆς Μοίρας τοῦ στόλου, ψευδόμενος, ἐβεβαίου τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι ἐξέπλεεν ἵνα συναντήσῃ τὸν Ὀθωμανικὸν στόλον, καὶ ἐνῷ οἱ διευθύνοντος τὸ πυροβολικὸν τῶν πλοίων ἔλεγον εἰς αὐτόν, ὅτι αἱ ὀβίδες ἦσαν κεναί, καὶ ἔδει νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ ἀφθόνως ἐν τοῖς πλοίοις ὑπάρχοντος ὑλικοῦ, ὁ ἀρχηγὸς ἀπήντα, ὅτι τοῦτο πρὸς τὸ παρὸν ἦτο περιττὸν, «πληροῦμεν αὐτὰς αὔριον», ποίαν εὐθύνην δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ διευθύνοντες τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἢ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος;
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τοὺς τουφεκίσητε!
§82ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ τουφεκίσωμεν, ἠθέλομεν πολλοὺς τουφεκίσει. Ὅτε ἄλλως ἐβεβαιοῦντο ταῦτα, ἐγὼ δὲν ἤμην πλέον Ὑπουργός. Ἠθέλομεν τουφεκίσει ἐκείνους, οἵτινες, ὅταν ὁ κ. Σαχτούρης, διατάγματι τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως, ἀφῃρεῖτο τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στόλου, αὐτοί, ἀνώτεροι ὄντες ἀξιωματικοί, συνήρχοντο ἔν τινι τῶν δωματίων ἑνὸς τῶν θωρηκτῶν, καὶ συνέταττον ἐπίσημον πρωτόκολλον, δι’ οὗ ἀπεδοκίμαζον τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις εἶχε μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Καὶ ταῦτα ἐγίνοντο ἐν καιρῷ πολέμου καὶ πρὸ τοῦ ἐνόπλου ἐχθροῦ! ἐβεβαιώθησαν δ’ ἐν τῷ Ναυτοδικείῳ, κατατεθέντος τοῦ πρωτοκόλλου, ὅτε ἐγὼ δὲν ἤμην Ὑπουργός. Καὶ δυστυχῶς ὑπὸ τὸ πρωτόκολλον τοῦτο τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ εἶναι ὑπογεγραμμένος καὶ ὁ κυβερνήτης τοῦ «Κανάρη». Ἰδοὺ διατί, ὑποθέτω, ὁ διάδοχός μου δὲν διέταξε τὸν τουφεκισμὸν τῶν ἀπειθῶν ἐκείνων ἀξιωματικῶν, ὧν μεταξὺ δυστυχῶς ἦτο καὶ εἷς τῶν υἱῶν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Ἐλεύσεται βεβαίως ἡμέρα, καθ’ ἣν συζητηθήσονται πάντα ταῦτα. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ ἐμὲ ἀτομικῶς, οὐδεμίαν αἰσθάνομαι ἀνάγκην νὰ ἀπολογηθῶ, διότι ἀπήντησαν εἰς τὰς ἀτίμους ἐρεσχελίας ἀντ’ ἐμοῦ, μαχομένου μόνου κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς, ἄνευ συνδυασμοῦ, ἑπτακαίδεκα χιλιάδες ψηφοφόρων τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς, ὧν αἱ χεῖρες βιαίως ὑψοῦνται καὶ προτείνονται μετ’ ἀνοικτῶν δακτύλων πρὸς ἐκείνους, οἵτινες, ὅταν δὲν ἠδυνάμεθα, ἢ δὲν ἠθέλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν, εἶχον τὴν ἐλευθερίαν νὰ φλυαρῶσι καὶ νὰ ὑβρίζωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνεγίνωσκε καὶ τὴν τελευταίαν ἐπιστημονικὴν καὶ ἱστορικὴν πραγματείαν τοῦ ὀργανωτοῦ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, τοῦ φὸν δὲρ Γκόλτς πασσᾶ, περὶ τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου, ἤθελεν ἴδει μετὰ πόσου σεβασμοῦ καὶ μετὰ πόσου θαυμασμοῦ ὡμίλησεν οὗτος περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου. Λυποῦμαι διότι, ἐξαπίνης ἐρχομένου τοῦ ζητήματος, δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ εὕρω τὴν σελίδα τοῦ βιβλίου ἐκείνου, ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς ὑμᾶς ὁ ὀργανωτὴς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὁ ἑλληνικὸς στόλος, ἐὰν ἐθνικῶς ἐκυβερνᾶτο, ἐὰν ἔμενεν ἄκαμπτος ἐκ πλαγίων ἐπηρεασμῶν, ἐὰν ἐξετέλει τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ περὶ πάντων τούτων, ἐπαναλέγω, θέλει ἐγερθῆ ἡ συζήτησις, ὅταν εὑρεθῇ τὸ μέγα καὶ ὑψηλὸν ἐκεῖνο ἀνάστημα, ὅπερ θέλει ἀναλάβει τὴν κατηγορίαν, ἣν ἐγὼ τοὐλάχιστον προθύμως ἀπεκδέχομαι. Ἡ σύγχρονος ἱστορία, ἡ λαϊκὴ ἐτυμηγορία, ἧς οὐδεμία ὑπερτέρα, ἡ ἐτυμηγορία τοῦ λαοῦ τῆς Ἀττικῆς ἐδικαίωσεν ἐκεῖνον, ὅστις, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐξετέλεσε τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον. Ἐὰν δὲ ὑπῆρξαν καί τινες μὴ ἐκτελέσαντες αὐτό, καὶ περὶ τούτων ὡμίλησε καὶ θέλει ὁμιλήσει ἡ ἱστορία. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα βεβαίως δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Καὶ πῶς, νομίζετε, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ δώσητε τροφὴν εἰς τὴν κακολογίαν; Καὶ πῶς, νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε περὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, εἴτε ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, εἴτε ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, τὸν ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν παρασχόντα μέσα πρὸς βελτίωσιν τοῦ στόλου, ὅταν ἐγὼ καὶ προχείρως ἀκόμη κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δύναμαι νὰ ἀποδείξω, ὅτι οὐδὲν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρέλειψεν, ἐξ ὅσων ἐδύνατο νὰ πράξῃ, πολὺ πρὶν ἢ ἐγερθῇ ἡ θύελλα τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου, ὅπως ὁ στόλος ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει παραστῇ ἄξιος τοῦ προορισμοῦ αὑτοῦ; Ἐλησμονήσατε ἆρά γε, ὅτι ἄλλοι εἶχον φέρει ἐνταῦθα τὰ τρία θωρηκτὰ ἄνευ τῶν ἀπαραιτήτων ταχυβόλων; Ἐλησμονήσατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, συνεννοηθεῖσα πρὸς Γαλλικὸν κατάστημα, ἤρξατο ὁπλίζουσα καὶ ὥπλισε τὰ θωρηκτὰ διὰ τῶν ἀπαραιτήτων πρὸς ἄμυναν τῶν πλοίων «ταχυβόλων»; Λησμονεῖτε, ὅτι τότε πρώτην φορὰν εἰσήχθη ἡ ἄκαπνος πυρῖτις εἰς τὸ Κράτος; Λησμονεῖτε, ὅτι τὰ θωρηκτὰ δὲν εἶχον τὰ ἀναγκαῖα μηχανήματα, δι’ ὧν τὸ θαλάσσιον ὕδωρ μεταβάλλεται εἰς γλυκύ, πρὸς μὴ καταστροφὴν τῶν λεβήτων, καὶ ὅτι περὶ τούτων προενόησεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, λαβὼν τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν καὶ θεραπεύσας τὴν οὐσιωδεστάτην ταύτην ἔλλειψιν τοῦ στόλου; Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι, ὅτε ἐξέπλευσεν ἡ «Ὕδρα» εἰς τὴν Κρήτην, ἦτο ἀνάγκη νὰ στέλλωμεν ἐκεῖ βυτία ὕδατος ἐκ Πειραιῶς, ἵνα κινῆται τὸ πλοῖον, διότι τὸ θαλάσσιον ὕδωρ ῥητῶς κατὰ τοὺς κανονισμοὺς ἀπαγορεύεται πρὸς ὕψωσιν ἀτμοῦ; Λησμονεῖτε ὅτι χάρις εἰς ἡμᾶς ἐπανῆλθον ἐκ τῆς Γαλλίας τὰ θωρηκτὰ, φέροντα τὰ μηχανήματα ἐκεῖνα, τὰ ἀπαραίτητα πρὸς κίνησιν τοῦ στόλου; Λησμονεῖτε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δι’ ἡμῶν προενόησε περὶ ὁπλισμοῦ τῶν πολεμικῶν πλοίων ἡμῶν δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς, οὗτινος ἡ κατάστασις ἡ προτέρα ἦτο ἐλεεινὴ καὶ ἀξιοδάκρυτος, καὶ ὅτι ἠλεκτρικαὶ συσκευαί, ἐλθοῦσαι δι’ ἡμῶν ἐκ Γαλλίας, τελειόταται, κατέστησαν πλήρη καὶ τελείαν τὴν πρότερον ἀνύπαρκτον ἄμυναν τῶν πλοίων τοῦ στόλου ἐκ τορπιλλικῆς ἐπιθέσεως; Δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡμεῖς ἐφωδιάσαμεν τὸν στόλον διὰ διαστημομέτρων, μηχανημάτων τῆς πρώτης ἀνάγκης, ὧν πρὸ ἡμῶν ὁ στόλος ἐστερεῖτο, καὶ ὅτι ἐπληρώσαμεν τὰς ἀποθήκας βαμβακοπυρίτιδος ἀρίστης ποιότητος καὶ καλωδίων, ὧν εἰδῶν ἐντελῶς ἦτο κενὸς πρὸ ἡμῶν ὁ Ναύσταθμος; Καὶ τίς ἢ ἐγὼ διὰ τῆς ἐν Πειραιεῖ βιομηχανίας ἀντικατέστησε τοὺς ἐλεεινοὺς λέβητας πλείστων πλοίων τοῦ πολεμικοῦ στόλου; Καὶ τίς ἢ ἡμεῖς ἀνενεώσαμεν κατὰ χιλιάδας τοὺς αὐλοὺς τῶν λεβήτων καὶ ἐκομίσαμεν ἐργαλειοφόρα κιβώτια πρὸς χρῆσιν τῶν τορπιλλικῶν σταθμῶν, ὅλως πρότερον ἀνύπαρκτα, καὶ πυξίδας καὶ νυκτερινοὺς δείκτας, καὶ σκοπευτικὰ μηχανήματα τορπιλλῶν, καὶ μικρόμετρα, καὶ μηχανήματα διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν πυξίδων, καὶ πυξίδας Thompson καὶ ἄλλα πολλὰ, ὧν πάντων, ἀπαραιτήτων καὶ τῆς πρώτης ἀνάγκης ὄντων, ἐστερεῖτο πρὸ ἡμῶν ὁ στόλος.
§83Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Νομίζω ὅτι πᾶσαν τὴν ἐργασίαν ταύτην, περὶ τῆς ὁποίας κάμνετε λόγον, τὴν εὕρετε ἑτοίμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀφ’ ὅτου τὸ διηύθυνα ἐγώ.
§84Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον.
§85ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι νομοσχέδια εὗρον συντεταγμένα παρὰ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸ ἐμοῦ, κατὰ τὸ 1890 ἔτος, ὑπάρξαντος Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τότε καὶ ὑμεῖς ἀνήκετε εἰς τὸ κόμμα, εἰς ὃ καὶ ἐγὼ ἀνῆκον (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ πολεμικοῦ ὑλικοῦ.
§86Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ τότε μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸν τότε δύνανται νὰ ὁμολογήσουν διατί δὲν ἐξετελέσθησαν τὰ ἔργα.
§87ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν κατηγορῶ ὑμᾶς.
§88Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε; Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν, ἐὰν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένετο ἡ παραγγελία τῶν πλοίων, ἐὰν, καθ’ ἣν στιγμὴν παρελήφθησαν τὰ πλοῖα, ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὰ ταχυβόλα, τὰ ὁποῖα ἀργότερον παρηγγέλθησαν, ἐὰν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν δὲν ὑπάρχῃ ἀλληλογραφία ἐκτεταμένη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἐὰν συμβουλῇ τοῦ τότε ἐπιστατοῦντος εἰς τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων δὲν ἀνεβλήθη ἡ προμήθεια τῶν ταχυβόλων, ἀκριβῶς διότι καθ’ ἣν στιγμὴν παρηγγέλθησαν τὰ πλοῖα, καθ’ ἣν στιγμὴν παρελήφθησαν, δὲν εἶχεν ἀκόμη λυθῆ τὸ ζήτημα τῶν ταχυβόλων ἄνευ ἀκάπνου πυρίτιδος, κατ’ ἐκείνην δὲ τὴν στιγμὴν ἡ ἐμπορία τῆς ἀκάπνου πυρίτιδος δὲν ἐπετρέπετο. Παρακαλῶ, ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, τὰ ὁποῖα βεβαίως γινώσκετε, ὅπως τὰ γινώσκω καὶ ἐγὼ, δώσατε πληροφορίας: ἐξ αὐτῶν θέλει προκύψει, ὅτι ἡ αἰτίασις ὑμῶν κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως δὲν εἶναι βάσιμος. Βάσιμα δὲν εἶναι ἐπίσης ὅσα ἄλλα κατ’ αὐτῆς ἐλέχθησαν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε τὰ τρία ἐκεῖνα θωρηκτά, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησε διὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, βεβαίως ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦτο εἰς χεῖρας τῶν Τούρκων.
§89ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπαντῶ πρὸς ὑμᾶς τὰ ἑξῆς, ὅτι ἀκριβῶς καὶ αὐτολεξεὶ ταῦτα, ἅτινα τώρα παρατηρεῖτε, παρετηρήσατε καὶ κατ’ ἄλλην ἐποχὴν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἦσαν ἐντελῶς περιττὰ, διότι ἐγὼ δὲν κατηγορῶ τὴν προτέραν διοίκησιν ἐπὶ ἀμελείᾳ ἢ ῥαθυμίᾳ πρὸς τελειότερον καταρτισμὸν τοῦ στόλου. Ἐγὼ λέγω μόνον, ὅτι δὲν ἐδυνάμην νὰ ἀφήσω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν μοὶ δίδεται ἡ εὐχάριστος αὕτη εὐκαιρία, ἄνευ ἀπαντήσεως ἂν οὐχὶ τὴν μομφὴν, τοὐλάχιστον ὅμως τὴν οἱονεὶ μομφήν.
§90Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Οὐχί! Διαμαρτύρομαι.
§91ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Τὴν οἱονεὶ μομφὴν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, παραστήσαντος ὅτι ὁ στόλος δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτοῦ ἐλλείψει προσηκούσης παρασκευῆς. Καὶ ἐπανέρχομαι ἀκριβῶς εἰς αὐτὸ τὸ θέμα, καὶ λέγω, ὅτι οὐχὶ μόνον τούτων τῶν ἀπαραιτήτων πραγμάτων ἐστερεῖτο πρὸ ἡμῶν ὁ στόλος, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἄλλων καὶ παντὸς ἐν γένει ἐφοδίου, ἀναγκαίου, ὅπως ἔχῃ ὁ στόλος τὴν ἱκανότητα στόλου πολεμικοῦ. Τίνες εὐθύνονται ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ τότε πρὸ ἐμοῦ καταστάσει τοῦ στόλου; Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ ἀναπτύξω τοῦτο ἐνταῦθα, διότι ἐγὼ οὔτε κατηγορίαν ἐγείρω, οὔτε εὐθύνας παρά τινος ζητῶ. Ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ πιστοποιηθῇ ἐπισήμως γεγονὸς ἐντελῶς ἀνύπαρκτον καὶ δολίως ψευδές, ὅπερ ἐπὶ πολλοὺς πρό τινος μῆνας ἐκυκλοφόρει, ὅτι τουτέστιν αἰτία τῆς ἀδρανείας τοῦ στόλου ὑπῆρξε τὸ ἀπαράσκευον δῆθεν αὐτοῦ, ἡ κακὴ κατάστασις τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ κακὴ κατάστασις τῶν πληρωμάτων.
§92Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ἀπετύχομεν λοιπόν, κύριε Βουλευτά; (Θόρυβος).
§93ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἀποδείξω ἀκόμη—θέλω δὲ ἀποδείξει καὶ τοῦτο βεβαίως, — ὅτι καὶ τὰ πληρώματα (ἀπαντῶ πρὸς τὸν φίλον μου βουλευτὴν κ. Στράτον) ἦσαν οὕτω κατηρτισμένα, ὥστε βεβαίως ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει ἠδύναντο νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν. Ὅταν δὲ τοιουτοτρόπως ἐκφράζωνται περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου οὐχὶ συμπολῖται ἡμῶν, ἀλλὰ ξένοι συγγραφεῖς καὶ δοκιμώτατοι δημιουργοὶ στρατῶν, τιμήσαντες τὸ ὄνομα αὐτῶν, ὅταν οὕτως ἐκφράζηται περὶ τοῦ στόλου ἡμῶν ὁ Φὰν Δὲρ Γκόλτς πασσᾶς, ὁ Γερμανὸς ὀργανωτὴς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ὅταν οὕτως ἐκφράζηται ὁ Γάλλος ἀξιωματικὸς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καὶ συγγραφεὺς διαπρεπὴς κ. Δὲ–Μπαλιγκούρ, ὅταν οὕτως ἐν ἐπισημοτάτῃ ἐκθέσει ἐξεφράσθη περὶ τοῦ στόλου ἡμῶν περίβλεπτος ἀξιωματικὸς τοῦ Δανικοῦ στόλου, ὁ πλοίαρχος κ. Χρίστμας, ὅστις μάλιστα καὶ σπουδαιότατα μοὶ ἐχρησίμευσε κατὰ τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην περίστασιν, ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω ἀνάγκην οὔτε ν’ ἀπολογηθῶ, οὔτε ν’ ἀκούσω ἐκείνους, οἵτινες οὐδεμίαν εἰδικότητα ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων δύνανται νὰ ἔχωσιν, οὔτε εἶχον ποτέ...
§94Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§95Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀρεσκόμεθα νὰ ἀπατῶμεν τὸν ἑαυτόν μας, καὶ ἐννοοῦμεν νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ νὰ πιστεύωμεν, ὅτι εἴμεθα στόλος εὐρωπαϊκός.
§96ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι... Ἐν τούτοις δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν ὁ στόλος εὑρίσκεται ἐν ἐλεεινῇ καταστάσει. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, τίνες εὐθύνονται ἐπὶ τῇ ἀθλίᾳ καταστάσει τοῦ στόλου ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου, ἢ ἐπὶ τῇ μὴ προνοίᾳ περὶ ἀνορθώσεως τῶν πραγμάτων τοῦ τῆς ξηρᾶς στρατοῦ ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου. Δύο ἔτη σχεδὸν διέρρευσαν ἔκτοτε, καὶ οὐδεμία περὶ βελτιώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν καὶ ναυτικῶν πραγμάτων πρόνοια ἐλήφθη. Ἀλλὰ τίς ἢ τίνες εὐθύνονται ἐπὶ ταῖς ἀμελείαις ταύταις, θέλει ἔλθει πάλιν ἡμέρα, καθ’ ἣν εὐρέως θέλομεν συζητήσει. Εὐθύνονται ὅμως μεταξὺ ἄλλων πρωτίστως ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ ποικίλων μέσων καὶ ποικίλων τεχνασμάτων καὶ τρόπων ἀντισυνταγματικῶν ἔκλεισαν τὰς θύρας τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἀκριβῶς ἐποχὴν ἡ Βουλὴ ὤφειλεν ἀμέσως νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπουλώσῃ τὰς χαινούσας πληγὰς τῆς πατρίδος, ἀνορθοῦσα τὰ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τὰ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης (εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ πείσῃ πάντας, ὅτι ἐν ἄλλῃ σφαίρᾳ ὑψηλοτέρᾳ ἔγκειται τὸ μικρόβιον ἐκεῖνο, οὗ ἕνεκεν οὐδέποτε οὔτε ὁ στρατὸς τῆς θαλάσσης, οὔτε ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς θέλει ἀνορθωθῆ καὶ ἀκμάσει. Τὸ μικρόβιον ἐκεῖνο εἶναι, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν ἀφίνεται ἐλεύθερον, ἵνα ἔχῃ ἐθνικὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν....
§97Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἀπὸ ποῖον; παρακαλῶ. Ὀφείλετε νὰ τὸ δηλώσητε.
§98ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ τὸν εὕρητε ὑμεῖς, ὅστις εἶσθε νεώτερός μου.
§99Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§100ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.
§101ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μὴ διακόπτετε!
§102Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δύο λέξεις.
§103ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁρίσατε ἐπὶ τέλους. Τί νὰ γείνῃ!
§104Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀποδέχομαι ὅτι ὅσα εἴπετε περὶ τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ στόλου εἶναι ὅλα ἀληθῆ, ὅτι τὸν παρεσκευάσατε, καὶ τὰ πληρώματά του ἦσαν λαμπρά. Ἡ λαμπρὰ ὅμως ἐκείνη κατάστασις εἶχεν ἀνάγκην καὶ διαταγῶν. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ὁποίας διαταγὰς εἶχεν ὁ στόλος; (διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν, θόρυβος).
§105ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, μετὰ τὰ ἀτυχῆ ἐκεῖνα γεγονότα ἐζητήσαμεν νὰ καλύψωμεν χερσί τε ποσί τε τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἐζητήσαμεν νὰ φράξωμεν ἑρμητικῶς τὰς θύρας καὶ τὰ παράθυρα τοῦ Κοινοβουλίου. Εὕρομεν πρὸς τοῦτο συνεργάτας, ἐκ τῶν ὁδῶν ἁρπασθέντας, Ὑπουργοὺς τουτέστιν ἀντικοινοβουλευτικούς... (εὖγε! εὖγε! ἐκ πολλῶν ἑδρῶν).
§106ΘΕΟΔ. ΖΑΙΜΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§107ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Εὕρομεν βωβοὺς καὶ μετριωτάτης ἱκανότητος ἀνθρώπους, ἐλθόντας νὰ ἀνορθώσωσι τὴν πατρίδα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀκριβῶς τὸ ἔθνος εἶχεν ἀνάγκην τοῦ Κοινοβουλίου αὑτοῦ, τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἵνα ἐπιχυθῇ καὶ φῶς ἄπλετον ἀκόμη καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν, διατὶ ἐνικήθη τὸ Κράτος, καὶ πῶς ἔπρεπε νὰ ἀνορθωθῇ. Ἀλλὰ ταῦτα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἴσως ἤθελον συναγείρει θύελλαν μεγάλην. Ἐὰν ἔχωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἐλαφρυντικήν τινα περίστασιν οἱ συνένοχοι καὶ συνεργοὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐθνικῆς ἐτυμηγορίας, αὕτη εἶναι οἱ κίνδυνοι, οἵτινες ἴσως ἠπειλοῦντο κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἠπειλοῦντο ὅμως ὅπως δήποτε καὶ ἐπὶ τοσοῦτον μακρὰν διάρκειαν χρόνου. Καὶ νομίζω, ὅτι περισσότερον ἐζημιώθη τὸ ἔθνος, διότι ἀνέστειλαν τὸν ἔλεγχον τῶν πεπραγμένων, τὴν εὕρεσιν τῆς ποινικῆς, τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἠθικῆς εὐθύνης ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὑπὸ μόνου αὐτοῦ. Κατήρτισαν τοὐναντίον ἐπιτροπὰς, καὶ ἤρξαντο ἀποστρατεύοντες, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς στρατιώτας καὶ τοὺς ἐπιλοχίας, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἁρπάσωσιν ἐκ τῶν ὤτων τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν δύο Ἀρχηγείων καὶ τὰ ἐπιτελεῖα αὐτῶν, καὶ παρ’ αὐτῶν νὰ ἐπιζητήσωσι τὴν εὐθύνην τῆς αἰσχρᾶς ἡμῶν ἥττης (εὖγε! εὖγε! ἐκ πλείστων ἑδρῶν). Ὑπῆρξαν ἐπιτελάρχαι κατὰ τὰς κρισίμους ἐκείνας στιγμὰς, τηλεγραφικῶς παραγγείλαντες τὴν συλλογὴν τῶν μαγείρων καὶ τῶν μαγειρικῶν σκευῶν τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ αὐτῶν (αἴσθησις). Καὶ ὅμως οἱ ἐπιτελάρχαι ἐκεῖνοι ἀνεβιβάσθησαν, ἐναντίον τῶν νόμων περὶ συγκροτήσεως Ναυτοδικείων, δικασταὶ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὅστις ὑπῆρξε τὸ ὄργανον, δι’ οὗ ἠτιμάσθη τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικὸν (συγκίνησις καὶ ψίθυρος)... Ὅστις ἔχει ἐναντίαν γνώμην, εἶναι περιττὸν νὰ μασσουλίζῃ. Ἂς ἔλθῃ ἐνταῦθα νὰ μὲ ἀντικρούσῃ.
§108ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἰς ὅσα λέγετε δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἀπαντήσῃ τις. Ὅταν ἔλθωσιν αἱ εὐθῦναι, θὰ ἴδητε. (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν, ζωηραὶ ἀντεγκλήσεις καὶ θόρυβος).
§109ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν κατεμέτρησας, ἀγαπητὲ συνάδελφε ἐκ Ναυπλίας, τὸ ἀνάστημά σου, καὶ τὸ εὑρίσκῃς τοσοῦτον ὑψηλὸν, ὥστε νὰ ἐγείρῃς κατηγορίαν, μὴ κάθησαι ἐκεῖ, ὡς συκοφάντης, δειλῶς καὶ ἀνάνδρως, ἀλλ’ ἐδῶ εἶναι τὸ βῆμα (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§110ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (πρὸς τὸν Ποταμιάνον). Δειλότατε ἄνθρωπε! (θόρυβος).
§111ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ τότε θὰ σοῦ ἀποδείξω ἐγὼ, ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς.
§112Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ (πρὸς τὸν Ποταμιάνον, χειρονομῶν ἀπειλητικῶς). Νὰ παύσητε νὰ συκοφαντῆτε (σάλος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§113ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, Βουλὴ εἶναι ἐδῶ μέσα, ἢ τίποτε ἄλλο;
§114ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ τίς πταίει διὰ τοῦτο;
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετριώτερον νὰ ἀγορεύητε.
§116ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ τρόπος τοῦ ἀγορεύειν ἀνήκει εἰς ἐμέ. Δὲν δέχομαι καμμίαν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ ἀγορεύειν. Εἶμαι 20 ἔτη ἐδῶ, καὶ γινώσκω τὰ δικαιώματά μου καὶ τὸν Κανονισμὸν, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ εἴπῃ πῶς θὰ ἀγορεύω (φωναὶ προστατευτικαὶ ἐξ ἀριστερῶν, θόρυβος).
§117ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Προεδρεῖον εἶναι αὐτό!
§118ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΖΑΪΜΗΣ. Νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν. Ὑβρίζει τὸ Προεδρεῖον! (θόρυβος, ἀπειλαί).
§119Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κοπιάσατε σεῖς νὰ τὸν ἀνακαλέσητε! (Θόρυβος, πλεῖστοι Βουλευταὶ ἐγείρονται, ἔξαψις γενική. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ ἀντιπροέδρου ὁ πρῶτος ἀντιπρόεδρος κ. Κ. Ζῶτος).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ ὑπακούσητε εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ Προεδρείου, ἢ θὰ διευθύνητε ὑμεῖς; (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).
§121ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διευθύνητε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε (ἐπιδοκιμασίαι).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡσυχάσατε.
§123ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή;
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ Πατρῶν, ἡσυχάσατε ἐπὶ τέλους!
§125ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἀφοῦ κατέγειναν μὲ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς στρατιώτας, ζητοῦντες παρὰ τῶν ἀθλίων αὐτῶν τὴν εὐθύνην τῶν ἐθνικῶν ἀτυχημάτων, κατήρτισαν, λέγω, ἱεροδικεῖα, καὶ ἐζήτησαν εὐθύνας παρὰ κατωτέρων ἀξιωματικῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ὑπάρχει οὔτε ἐγχώριος, οὔτε ξένος ἀνώτερος ἀξιωματικὸς καὶ ὁπωσδήποτε ἐνήμερος περὶ τὰ τῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης, ὅστις νὰ μὴ ἀποδίδῃ τὴν ἧτταν ἡμῶν—διότι περὶ ἥττης πρόκειται—οὐχὶ εἰς τὸν στρατόν, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀτυχῶς ἡγοῦντο τοῦ στρατοῦ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ φράσεις σας νὰ ἦναι σαφέστεραι.
§127ΛΕΒΙΔΗΣ. Σαφέσταται.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι μὲ ὑπαινιγμούς.
§129ΛΕΒΙΔΗΣ. Σαφέσταται εἶναι αἱ φράσεις. Οὐδείς, πλὴν τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἀνεύθυνος, κατὰ τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ἐν τῇ ἀτυχεῖ ταύτῃ χώρᾳ. Ἰδού, τὰς σαφηνίζω. Καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀξιοῦσιν ἢ δέχονται νὰ ἡγῶνται τῶν στρατευμάτων, εἴτε κατὰ ξηρὰν εἴτε κατὰ θάλασσαν, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τῶν νόμων. Ἐὰν ζητῆτε λοιπὸν τουφεκισμούς, τοῦ τουφεκισμοῦ οὐδεὶς ἀπαλλάσσεται, εὐθὺς ὡς δέχεται νὰ ὑπηρετῇ εἴτε ἐν τῷ κατὰ ξηρὰν, εἴτε ἐν τῷ κατὰ θάλασσαν στρατῷ, πλὴν τοῦ Βασιλέως. Ἰδοὺ ἴσως διατὶ ὁ τουφεκισμὸς δὲν ἔλαβε χώραν, ἰδοὺ διατὶ καταχθονίως, παρανόμως, ἀντισυνταγματικῶς, ἀπανθρώπως, ἀδίκως ἔρριψαν τὴν εὐθύνην ἐπὶ τὸν στρατὸν, τουτέστιν ἐπὶ τοὺς διατασσομένους, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοὺς διατάσσοντας. Δὲν ἤμην παντάπασι διατεθειμένος νὰ φέρω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τοσοῦτον μεγάλην καὶ σοβαρωτάτην συζήτησιν. Ἀλλὰ πρωτίστως πρέπει νὰ ἡγῶνται τῆς διευθύνσεως τοῦ Κοινοβουλίου ἐκεῖνοι, οἵτινες κατέχουσι, καὶ δικαίως, τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ, οἱ κυβερνῶντες. Πλὴν ἂς μὴ νομίσῃ τις, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον αἰσθάνομαι τὴν παραμικροτέραν δυσκολίαν, ὅταν θέλῃ ἐγερθῆ ἡ μεγάλη καὶ φοβερωτάτη ἐκείνη συζήτησις, δι’ ἣν ἀπεκδέχομαι εἰσηγητὴν τὸ ἀνάστημα τοῦ ἐκ Ναυπλίας κ. Βουλευτοῦ, μηδείς, λέγω, ἂς ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον τότε θέλω καταθέσει τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ἐξ ὧν ἀποδειχθήσεται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐξετέλεσεν ὑπερανθρώπως, πάσῃ φιλοπατρίᾳ (καὶ ἐπιμαρτύρομαι τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐπισκεπτόμενόν με τὰς μεσονυκτίους ὥρας κατὰ τὰς ἀτυχεῖς ἐκείνας νύκτας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ), ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐξετέλεσε τὸ ἑαυτοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Διὰ τούτων βεβαίως δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ, οἱ τότε, δὲν ἐξετέλεσαν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. Ἐὰν ἐπῆλθε διαφωνία ἐμοῦ πρὸς αὐτοὺς καὶ πρὸς τὸν ἡγέτην αὐτῶν, ἡ διαφωνία ἐκείνη ἠγέρθη ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, οὐχὶ ὅμως ποτὲ περὶ τῆς μὴ παρασκευῆς τῆς προσηκούσης τοῦ στρατοῦ, τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν. Ἐγείρονται καὶ χοροπηδῶσιν ἀκόμη οἱ Ὀθωμανοὶ στρατιῶται, οἱ περιβληθέντες τὰς στολὰς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἃς κατὰ χιλιάδας εὗρον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς Λαρίσης, τῆς Λαρίσης ἐκείνης, ἧς τὴν ἐγκατάλειψιν ἠγνόει ὁ Ὑπουργὸς ὁ τότε τῶν Στρατιωτικῶν, ἠγνόει καὶ τὸ ἐπιτελεῖον αὐτοῦ, καὶ ἧς τὴν εὐθύνην ἀκεραίαν φέρουσιν, ἐὰν ὑπάρχῃ εὐθύνη, ἐκεῖνοι οἵτινες διέταξαν τὴν ἐγκατάλειψιν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις τότε, διαμαρτυρόμενος καὶ ἀφρίζων ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ἐξ ἱερᾶς καὶ φιλοπάτριδος ἀγανακτήσεως, εἶπεν εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτοῦ, τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν — καὶ ζητῶ νὰ μὲ διαψεύσῃ (στρέφεται πρὸς τὸν κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην). Εἶπεν ὑμῖν, ἡγέτα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι «ἐφ’ ὅσον οἱ βασιλόπαιδες ὑπάρχουσιν ἐν τῷ στρατῷ, στρατὸς καὶ ναυτικὸν δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ νὰ ὑφίστανται»; Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσητε. Διότι, ἐὰν εἴπητε «ὄχι», θὰ σᾶς ἀποδείξω ἐπισημότατα, ὅτι σᾶς τὸ εἶπε (στρέφεται πρὸς τὸν κ. Κυριακούλην Μαυρομιχάλην). Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν τότε, ἐλέχθη τοῦτο ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐμανθάνομεν, ἡμεῖς οἱ ἀγνοοῦντες, τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Λαρίσης;
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπετε, οὐδὲν τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ διαψεύσῃ, ὅτι τὸ εἶπεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§131ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἀμφέβαλλον ἐγὼ, ἡγέτα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἤθελες ἔχει τὸ θάρρος καὶ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ μὴ μὲ διαψεύσῃς.
§132Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διατὶ δὲν παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις τότε;
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§134ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐδυνάμην ἐπὶ πολλὴν ὥραν νὰ κατέχω τὸ βῆμα, οὐχὶ ἵνα ἀπολογηθῶ, ἀλλ’ ἵνα κατηγορήσω, διότι δὲν αἰσθάνομαι ἐμαυτὸν περιβεβλημένον τὴν ἰδιότητα τοῦ κατηγορουμένου, αἰσθάνομαι καὶ τοὺς πόδας καὶ τὴν συνείδησίν μου τοσοῦτον ἐν ἰσχύϊ, αἰσθάνομαι τοσοῦτον, ὅτι ἐξετέλεσα τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, ὥστε οὐχὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ὁ ἐκ Ναυπλίας, ὁ κατὰ μακρὰ διαλείμματα βλέπων τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, αὐτοῦ ὑπέρτεροι καὶ κατ’ ἀριθμὸν πλεῖστοι, οὐδέποτε θέλουσι δυνηθῆ νὰ μοὶ περιστείλωσι τὸν λόγον καὶ νὰ μὲ καταβιβάσωσι τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος, κατηγοροῦντα ἐκείνους, οἵτινες εἶναι οἱ πραγματικοὶ αἴτιοι τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν συμφορᾶς. Διότι τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν συμφορᾶς αἴτιοι δὲν ὑπῆρξαν οὔτε οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ, οὔτε οἱ ὑπαξιωματικοί, οὔτε οἱ ναῦται, οὐδὲ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ οἱ στρατιῶται. Αἰτία τῆς ἀποτυχίας ἡμῶν εἶναι ἡ πολιτικὴ διεύθυνσις τῶν πραγμάτων τοῦ πολέμου, αἰτία εἶναι, ὅτι οἱ διευθύνοντες τὰ τοῦ πολέμου — ἐννοῶ ἐκείνους, οἵτινες ἦσαν πρὸ τοῦ ἐχθροῦ, — δὲν εἶχον ἐξαρθῆ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς ὃ δέον νὰ ἐξαίρωνται οἱ ἐντεταλμένοι τὴν ὕψιστην τῶν τιμῶν, νὰ προτάσσωσι τὰ στήθη αὐτῶν ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἕνα ἀνώτατον ἀξιωματικὸν καὶ πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, λαβόντα τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ, οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον, ἀδίκως, νομίζω, προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέδειξεν, ἀλλὰ λαβόντα τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ δικαίως, ἐνδόξως, ἐνθυμοῦμαι, λέγω, τοῦ στρατηγοῦ ἐκείνου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰπόντος, ὅτι «ὅπου ὁ στρατὸς διῳκήθη καλῶς, ἐκεῖ δὲν ἡττήθη, καὶ ὅπου δὲν διῳκήθη καλῶς, ἐκεῖ ἡττήθη».
§135Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἔκφρασίς μου παρεξηγήθη. Εἶπον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν εἰς κίνδυνον καὶ ἔδωκαν τὰ γαλόνια εἰς τὸν στρατηγὸν, δὲν ἐξετιμήθησαν ἀπὸ τὸν στρατηγόν.
§136ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐκφράζων τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, λυποῦμαι μὲν, διότι, χωρὶς βεβαίως, ὡς δηλοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, νὰ θέλῃ, ἔφερε τοσοῦτον αἰφνιδίως τὴν συζήτησιν ταύτην περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, χαίρω ὅμως ἀκόμη μίαν φορὰν, διότι βλέπω, ὅτι οὐδεὶς τολμᾷ νὰ ἐγερθῇ, οὐχὶ ἵνα ὑβρίσῃ, — ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐνταῦθα ὑβρισταί, βεβαίως αὐτοὶ ἐκτιμῶνται ἀναλόγως τῶν λόγων αὑτῶν, — ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακάθηνται ἄνδρες σοβαροὶ καὶ ἔντιμοι, ὡς εἶναι πάντες. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ πεποίθησις πραγματική, ὅτι ὑφίστανται εὐθῦναι, ἄξιαι ἐρεύνης, ἃς ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι οὐχὶ τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, ἃς καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα πρὸ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἂς λειτουργήσῃ ἡ σοβαρὰ καὶ ἀπηνὴς νομοθεσία τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ τότε θέλομεν ἴδει, ἐὰν ἐπιτρέπηται οἱῳδήποτε νὰ κατηγορῇ δολίως καὶ κρυφίως. Καὶ τότε προσκομισθήσονται ἔγγραφα, καὶ ἀνοιγήσονται βίβλοι, καὶ κατατεθήσονται πρακτικὰ Ὑπουργικῶν Συμβουλίων, καὶ τότε κληθήσονται οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι τῶν ἐπικαίρων σημείων τοῦ πολέμου, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὸν πτερνιστῆρα τοῦ ἐπιτελάρχου τῆς Λαρίσης ἐν τῷ Ναυτοδικείῳ, ἀλλ’ ἐν τῇ εὐρείᾳ καὶ πεφωτισμένῃ καὶ ἐθνικῇ καὶ ἐλευθέρᾳ ταύτῃ αἰθούσῃ, καὶ ἀπὸ τοῦ ἱερωτάτου τούτου βήματος θέλει ἀκουσθῆ ἡ κατήγορος φωνὴ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσιν ἀποκαταστήσει τὴν τάξιν καὶ τὴν δικαιοσύνην, οἵτινες θέλουσι διδάξει, ὅτι ἄλλοτε, ἐὰν θέλωμεν νὰ ζήσωμεν ὡς ἔθνος, ἄλλα μέτρα πρέπει νὰ λαμβάνωνται ἐν κρισίμοις περιστάσεσι. Τότε τὸ ἔθνος θέλει πεισθῆ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νομοθετημάτων σπουδαίων πρὸς ἀνόρθωσιν καὶ τῶν ναυτικῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Τότε θέλει ἀπαντήσει ἡ Ἐθνικὴ Κυριαρχία, οὐδεὶς νὰ ἦναι ἀνεύθυνος, πλὴν τοῦ Βασιλέως, καὶ τούτου μὴ ὑπέχοντος μὲν βεβαίως τὰς πολιτικὰς καὶ τὰς ποινικὰς εὐθύνας, ἀείποτε ὅμως τὰς ἠθικάς. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§137Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. «Οὐδεὶς τολμᾷ», εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς, διακόψας τὴν φράσιν. Καὶ ἄλλοτε ἐξήνεγκε τὴν φράσιν «ἂς τολμήσῃ τις νὰ μὲ διαψεύσῃ», καὶ ἐτόλμησα ἐγὼ τότε, καὶ πάλιν τολμῶ σήμερον νὰ ἀντιλέξω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν, καὶ νὰ διαψεύσω αὐτόν. Ἀληθῶς ἐξαπίνης ἦλθε τὸ ζήτημα, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐτύγχανε προπαρεσκευασμένος διὰ τοιαύτην συζήτησιν, ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς οὐχὶ ἀπαράσκευος ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἐπωφελήθη ἐκ τῆς ἀφελοῦς ὄντως ὁμιλίας τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργοῦ, εἰσηγουμένου τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀληθῶς πρακτικὰ καὶ συντελεστικὰ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, ἐπωφελήθη, λέγω, ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης καὶ ἦλθε νὰ προκαλέσῃ ζήτημα σκανδαλωδέστατον, ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἤμεθα παρεσκευασμένοι, ὅπως ἀντικρούσωμεν τὰς κατηγορίας κατὰ τοῦ ναυτικοῦ, τοῦ στρατεύματος καὶ καθ’ ἡμῶν ἔτι τῶν διατελεσάντων Ὑπουργῶν κατὰ παρῳχημένας ἐποχάς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν προσήκει εἰς ἡμᾶς, ἀπαρασκεύους ὄντας, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν καὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου, διότι μεταξὺ τῶν πρώτων ἢ μᾶλλον ὁ πρὸ παντὸς ὑπεύθυνος εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, διότι αὐτὸς ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ πάσης καταστροφῆς τοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ. Δὲν δύναμαι ὅμως, ἀνερχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, νὰ σιωπήσω τινὰς λεπτομερείας, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ τὰς ὁποίας ἐπραγματεύθη μετ’ ἐλευθερίας ἀσυνήθους. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐμέμψατο τοῦ στόλου, ὅτι οὗτος, παρεσκευασμένος ὤν, (παρεσκευασμένος ὅμως ὡς αὐτὸς παρεσκεύασεν αὐτὸν) δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, διότι οἱ διοικοῦντες αὐτὸν ἦσαν ἀνίκανοι πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των. Καὶ λησμονεῖ ὁ προλαλήσας, ὅτι αὐτὸς ἦτο Ὑπουργὸς, ὅστις μὴ ἔχων καμμίαν ἁρμοδιότητα καὶ ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει ἀνέλαβε τὴν διεξαγωγὴν πολέμου, οὗτινος ὑπῆρξεν ἀνίκανος νὰ προΐδῃ τὰς συνεπείας, καὶ ἐξέδιδε πομπώδεις διαταγὰς «καταποντίσατε! καταστρέψατε!», φρονῶν ὅτι ὁ στόλος ἠδύνατο νὰ πολεμήσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, χωρὶς νὰ ἔχῃ παρεσκευασμένον σχέδιον ἐκστρατείας καὶ ἄνευ προηγουμένης μελέτης διὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, καὶ ἐνόμισεν ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἠδύνατο ὁ στόλος νὰ καταλάβῃ τὴν Κωνσταντινούπολιν, αὐτὸς ὁ ὁποῖος εἰργάζετο εἰς τὸ γραφεῖόν του μετ’ ἀδαοῦς προσωπικοῦ, μὴ ἔχων συνείδησιν τῶν πράξεών του! Καὶ σήμερον κατηγορεῖ τοὺς διοικήσαντας τὸν στόλον ἀξιωματικούς, νομίζων ὅτι οἱ στόλοι καὶ οἱ στρατοὶ κινοῦνται εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε, καὶ ὅτι μία διαταγὴ ἀρκεῖ νὰ ἐξέλθῃ τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τὰ πάντα ἐγένοντο. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ θέματος, διότι, ἀπαράσκευος ὤν, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ συζητήσω ἐπὶ ἀντικειμένου, δι’ ὃ στεροῦμαι καὶ αὐτῶν τῶν στοιχείων, ὅπως ἀναπτύξω αὐτὸ ἐν λεπτομερείᾳ. Φρονῶ δὲ ἐπίσης, ὅτι καὶ πᾶσα ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ᾖναι παρεσκευασμένη, ὅπως οἱ ἐπιθυμοῦντες ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εὐχερῶς. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη εἰς τὸν στόλον ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς, ὡμίλησε καὶ περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ὕβρισε δὲ καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς αὐτοῦ, ὡς κακῶς διοικήσαντας αὐτόν. Ἀναντιρρήτως ἐγένοντο σφάλματα, ἀλλὰ τὰ σφάλματα αὐτὰ δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ, ὅπου τὰ ἀποδίδει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐφ’ ᾧ νομίζω, ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι μετὰ προσοχῆς καὶ ἐν ἀνέσει, οὐχὶ δὲ ταύτην τὴν στιγμήν. Ἐξαπίνης ἀληθῶς ἐπελήφθημεν τῆς συζητήσεως θεμάτων, τὰ ὁποῖα χρήζουσι καὶ δικαιολογητικῶν καὶ τῆς ἀναγκαίας παρασκευῆς. Δι’ αὐτὸ κρίνω καλὸν νὰ προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς τοῦτο.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§139ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀναντιρρήτως τότε θὰ μετάσχωμεν πάντες τῆς συζητήσεως, καὶ ἐκεῖθεν θὰ προέλθῃ ἡ ἀλήθεια.
§140ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἀναμφιβόλως, κύριοι Βουλευταὶ, πρέπει νὰ λειτουργήσουν οἱ νόμοι καὶ νὰ τουφεκισθῇ πρῶτος ὁ καταδικάσας αὐτὸς ἑαυτόν, ὁ μὴ δυνάμενος νὰ σωθῇ οὐδὲ διὰ τῶν 17 χιλιάδων λευκῶν σφαιριδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέκλεψεν ἐκ τῶν ψηφοφόρων τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς· θὰ τουφεκισθῇ δὲ βεβαίως διὰ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναπτυχθῶσιν ἐνώπιον ὑμῶν, καίτοι ἐτουφεκίσθη ἤδη διὰ τῆς παγκοσμίου ἀνὰ τὸ Ἑλληνικὸν φήμης, ὅτι εἶναι ὁ μόνος διαφθορεὺς καὶ καταστροφεὺς τοῦ ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ· διότι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι οἱ τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀποτελέσαντες κατὰ τὰς κρισιμωτάτας στιγμὰς τῆς πατρίδος ἦσαν λογισταί, ὑπολογισταὶ καὶ γραφεῖς, ἀπολυτήριον Γυμνασίων μόνον ἐφόδιον ἔχοντες.
§141ΛΕΒΙΔΗΣ. Ψεῦδος!
§142ΣΤΑΗΣ. Οἵαν συνείδησιν ἔχει τῆς λέξεως, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κατηγορούμενος, ἢ μᾶλλον ὁ καταδεδικασμένος, τὴν αὐτὴν συνείδησιν εἶχε καὶ τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἐπετέλει κατὰ τὴν κρισιμωτάτην ἐκείνην ἐποχήν, καὶ τῶν διαταγῶν, τὰς ὁποίας ἐξέδιδε καὶ μετεβίβαζεν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στόλον. Ἀλλ’ ἀληθῶς, Κύριοι, εἶναι οἰκτρὸν τὸ θέαμα, τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου μάρτυρες ὑπήρξατε ὅλοι ὑμεῖς, νὰ ἴδητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν γνωστὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἰσχυριζόμενον μετὰ τοσαύτης τόλμης, ἵνα μὴ εἴπω αὐθαδείας, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στόλος ἠδύνατο νὰ καταναυμαχήσῃ πάντων τῶν ἡνωμένων στόλων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων.
§143ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ψεύδεσθε, Κύριε!
§144ΛΑΠΠΑΣ. Ὁ κ. Λεβίδης εἶπεν, ὅτι τοῦτο ἐρρήθη ἀπὸ τὸν Σαχτούρην.
§145ΣΤΑΗΣ. Αὐτὰ εἶπεν ὁ τότε Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος ἄξιον τῆς ἐμπιστοσύνης αὑτοῦ εἶχεν ἐκλέξει τὸν ῥηθέντα ἀξιωματικόν, ἵνα διευθύνῃ τὴν Ἀνατολικὴν Μοῖραν. Διὰ τοῦτο μόνον ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν φέρει τὴν εὐθύνην ἀκεραίαν, δι’ ἅπαντα τὰ ἀτυχήματα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὸ δύσμοιρον ἡμῶν ναυτικόν. Μὴ λησμονεῖτε δέ, Κύριοι, ὅτι ὁ πρὸ μικροῦ τοῦ βήματος κατελθών, ὁ προσπαθήσας διὰ τῆς γραφίδος τὸν φόβον καὶ τὸν τρόμον νὰ ἐνσπείρῃ ἀνὰ τὰ πελάγη καὶ τοὺς στόλους τῆς ὑφηλίου, χωρὶς νὰ ἔχῃ συνείδησιν οὐδὲ τῶν στοιχειωδεστάτων ναυτικῶν πραγμάτων, ἀπέστειλε τὸν στόλον εἰς Κρήτην ἀπαράσκευον, στερούμενον τῶν πάντων, καὶ αὐτοῦ τοῦ ὕδατος, ὡς πρὸ μικροῦ ὁ ἴδιος σᾶς ἔλεγε.
§146ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἔστειλεν ὁ Βασιλεύς.
§147ΣΤΑΗΣ. Ἀπέστειλε τὸν στόλον ἀπαράσκευον οὐ μόνον εἰς Κρήτην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀνατολικὴν καὶ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα, ἄνευ τῶν ἀπαιτουμένων ἐφοδίων, προσεπάθει δὲ — ἐν ᾧ τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ ναυτικοῦ — τὴν 16 Μαρτίου 1897 νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς γείτονος Ἐπικρατείας, μόνος αὐτός, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ ἡγέτου αὑτοῦ, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐναντίον τῶν μειδιαμάτων καὶ τῶν γελώτων τῶν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ συναδέλφων του, οἱ ὁποῖοι συνενοοῦντο εἰς βάρος του διὰ τῶν ποδῶν των ὑπὸ τὴν τράπεζαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἠκούσατε, μετὰ μειδιαμάτων βεβαίως, πρὸ μικροῦ τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ, προκαλοῦντος ἡμᾶς νὰ κατέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν εὐθυνῶν. Ἀλλὰ τὰς εὐθύνας — τοὐλάχιστον τὰς ἠθικὰς καὶ τὰς πολιτικὰς — τὰς κατένειμεν ἤδη ὁ ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 7 Φεβρουαρίου, ἐὰν δὲ καὶ ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος δὲν εὑρίσκηται ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἃς ὀφείλῃ χάριτας εἰς τὰς ὑφαρπαγείσας λευκὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων Ἀττικῆς, πρὸς οὓς ὑπέσχετο ὅτι θὰ ἀπεκάλυπτε μυστήρια, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνακοινώσῃ! Εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν τελευταίαν καταστροφὴν, ἀντὶ νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ὁμιλῶμεν μετ’ εἰλικρινείας καὶ παρρησίας, λέγοντες τὰ σῦκα σῦκα, καὶ τὴν σκάφην σκάφην, ἀποδίδοντες τὰς αἰτίας τῆς καταστροφῆς ἐκεῖ, ὅπου πράγματι ἁρμόζει, εἰς τὸ καθόλου σύστημα καὶ κυρίως εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς πάντας, ἄνευ ἐξαιρέσεως, ἐρχόμεθα καὶ ζητοῦμεν εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ζητῆτε ποινικὰς εὐθύνας, πρῶτος ἐγὼ ἔρχομαι νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ τοιαύτας...
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν Ἰούλιον.
§149ΣΤΑΗΣ. Ὄχι τὸν Ἰούλιον, ἀλλ’ αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμὴν, ἀφοῦ ἔχει τὸ θάρρος ὁ Ἄρης τῆς Ἑλλάδος τοῦ 1897 νὰ ζητῇ εὐθύνας, ἀντὶ νὰ ζητῇ νὰ κρύψῃ, ὅτι ἐν τῇ ἀμαθίᾳ του προσεπάθει νὰ ἐμπλέξῃ τὸ Κράτος εἰς πόλεμον, ὃν ἤθελε διευθύνει αὐτὸς, ὁ οὐδὲν ἐν νῷ ἔχων, ὁ οὐδὲν μελετήσας, ὁ οὐδὲν προετοιμάσας!
§150Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σὺ τὰ ἐγνώριζες, διότι ἦσο δημοδιδάσκαλος.
§151ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἄλλοτε σὲ ἐδίδαξα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἀλλ’ ἡ διδασκαλία ἔμεινεν ἄκαρπος, διότι ὁ σπόρος ἔπεσεν ἐπὶ ἀκανθῶν καὶ τριβόλων. Θέλω ὅμως εὐχαρίστως ἐπαναλάβει τὸ μάθημα.
§152Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ σοῦ τινάξω τὸ τομάρι! (Θόρυβος).
§153ΣΤΑΗΣ. Ζητεῖ εὐθύνας αὐτὸς ὁ μόνος ὑπεύθυνος διὰ τὰς κενὰς ὀβίδας καὶ τὰ κενὰ ἐμπύρια καὶ τὰς ἀρρυθμίστους τορπίλλας καὶ τὰς συγκρούσεις τῶν τορπιλλοβόλων καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ναυτικὰ αἴσχη! Ζητεῖ εὐθύνας αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐπρομηθεύετο διὰ τῶν ἰδιαιτέρων φίλων του τὰ ἄχρηστα ἐμπύρια καὶ τὴν ἀπερριμμένην βαμβακοπυρίτιδα! Ζητεῖ εὐθύνας αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐκάλυπτε τοὺς καταχραστὰς, — τί λέγω! — τοὺς δολοφόνους τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, οἱ ὁποῖοι ἔκλεπτον τὴν πυρίτιδα ἀπὸ τὰ φυσίγγια Χόσκιν καὶ τὰς ὀβίδας, ἵνα κερδήσωσιν ὀλίγα κέρματα!
§154ΛΕΒΙΔΗΣ. Ψευδές!
§155ΣΤΑΗΣ. Καὶ μᾶς ἀπειλεῖ, Κύριοι, διὰ τῶν εὐθυνῶν, ὁ ὄντως ἀνεύθυνος, διότι μόνον εἰς πνευματικῶς ἀνευθύνους εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὁμιλῶσι περὶ εὐθυνῶν, ἀφοῦ τοιαῦτα ἔχουσι διαπράξει ἐγκλήματα. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ προκειμένη συζήτησις δὲν θὰ ἔχῃ πρακτικὸν καὶ ὠφέλιμον ἀποτέλεσμα, οὕτω διεξαγομένη. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συσταθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν· τότε δὲ παρακαλῶ τὸν λαβόντα τὰς 17,000 λευκὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων Ἀττικῆς νὰ ἔλθῃ νὰ συζητήσωμεν.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γουλιμῆς ἔχει τὸν λόγον.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις αὕτη; Ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω.
§158ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέβαλε πρότασιν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων.
§159Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προέχει, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναβλητικὴ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας. Νομίζω, ὅτι πρὸς συζήτησιν τοιούτου ζητήματος πρέπει νὰ παρασκευασθῶμεν.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γουλιμῆς ἔχει τὸν λόγον.
§161Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἐρρίφθησαν μομφαὶ καὶ κατὰ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Θεσσαλίας καὶ κατὰ τῶν ἀποτελούντων τὸ ἐπιτελεῖον τότε τοῦ Ἀρχηγείου αὐτοῦ, ἐν γένει κατὰ τοῦ στρατοῦ, ἐν γένει κατὰ τοῦ ναυτικοῦ. Νομίζω, ὅτι, καὶ ὡς ἀποτελῶν μέρος τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Θεσσαλίας καὶ ὡς ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς τὸν στρατὸν, εἴτε τῆς ξηρᾶς εἴτε τῆς θαλάσσης, ὀφείλω νὰ λάβω τὸν λόγον, ὄχι διότι θεωρῶ ἐπίκαιρον νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἀλλὰ διότι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἐννοήσῃ τὸ ἔθνος, νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι, ἐὰν τὰ λάθη ἐπιρρίπτωνται εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς Μοίρας καὶ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης κυβερνήτην τοῦ «Κανάρη», τότε τὸ ἔθνος θὰ νομίζῃ, ὅτι μόνον οὗτοι εἶναι ὑπαίτιοι, καὶ συνεπῶς, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε τὸ ἔθνος νὰ πράξῃ, ἵνα ἀνορθώσῃ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τὸν στόλον. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν ἔπταισαν οἱ ἀρχηγοί· πιθανὸν νὰ ἔπραξαν σφάλματα, ἀλλὰ αἴτιοι τῆς ἐπελθούσης συμφορᾶς δὲν εἶναι οἱ ἀρχηγοὶ, οἵτινες ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των μετὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, οἱ ὁποῖοι ὡσαύτως τὸ καθῆκόν των ἐξετέλεσαν ἀνθρωπίνως καὶ μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία τοῖς παρέσχει Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία εἶχε παράσχει μέχρι τοῦδε, δὲν ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὁ στρατὸς καὶ ὁ στόλος, ἵνα ἐπιτελέσωσιν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε τὸ ἔθνος τότε, ἴσως παρασυρθὲν, νὰ ἐπιτελέσῃ ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς καὶ τὸ ναυτικόν. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ναυτικοῦ. Τὸ ναυτικὸν πράγματι ἡτοιμάσθη πρὸς ἐκστρατείαν ἐντὸς τόσον βραχείας προθεσμίας, ὥστε εἶχεν ἐπισπάσει τὸν θαυμασμὸν ὅλων τῶν ξένων ἀξιωματικῶν. Τί ἄλλο ἐπερίμενεν ἀπὸ τὸ ναυτικὸν τὸ ἔθνος ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν; Ὁ τουρκικὸς στόλος δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐξέλθῃ τῶν Δαρδανελλίων διὰ νὰ ἀντιμετωπισθῇ μὲ τὸν ἑλληνικὸν στόλον...
§162ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἐτόλμησεν ἢ δὲν ὑπῆρχε;
§163ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὑπῆρχε τουρκικὸς στόλος, ὑπῆρχεν ἐλλιμενισμένος, καὶ ὑπὸ τὰς ζητωκραυγὰς τῶν Τούρκων τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐξῆλθε τοῦ Κερατίου κόλπου, ἵνα ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ στενά. Ὁ ἑλληνικὸς στόλος ἔμεινε κύριος κατὰ θάλασσαν· αὐτὸς ἦτο ὁ προορισμός του· δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Τουρκίαν οὐδεμίαν κατὰ θάλασσαν συγκοινωνίαν νὰ ἐκτελέσῃ, ἠναγκάσθη δ’ αὕτη ἁπάσας τὰς συγκοινωνίας της νὰ ἐκτελέσῃ διὰ ξηρᾶς. Ἑπομένως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδιώκετο διὰ τοῦ στόλου, ἐπετεύχθη· ἂν δὲ δὲν κατήγαγε νίκας εἰς ναυμαχίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ τὸ τοιοῦτον, ἀφοῦ δὲν ἐτόλμησεν ὁ τουρκικὸς στόλος νὰ ἐξέλθῃ, ἵνα ἀντιμετρηθῇ. Διετάχθη ἡ κατάληψις τῶν νήσων. Καὶ ποῦ ἠκούσθη, ὅτι αἱ νῆσοι καταλαμβάνονται ἀπὸ τὸν στόλον; Αἱ νῆσοι καταλαμβάνονται ἀπὸ τὰ ἀποβατικὰ ἀγήματα, τὰ ὁποῖα φέρει ὁ στόλος· δὲν ἠδύνατο ὁ στόλος διὰ τῶν πληρωμάτων του νὰ ἐξέλθῃ καὶ καταλάβῃ νήσους καὶ στερεάς. Ἐζητήθη ἡ κατάληψις τῆς Πρεβέζης. Ἔχομεν, Κύριοι, παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ἐννοήσουν σήμερον ὄχι ἀπὸ συγγράμματα, ἔχομεν τὸ πρόσφατον παράδειγμα τοῦ Ἰσπανοαμερικανικοῦ πολέμου. Ἅπαντες γνωρίζετε τὴν δύναμιν τοῦ ἱσπανικοῦ στόλου, ἅπαντες γνωρίζετε τὴν δύναμιν τοῦ ἀμερικανικοῦ στόλου, ἐν τούτοις ὁ ἀμερικανικὸς στόλος ἐπὶ ἑβδομάδας ἐβομβάρδιζε τὰ φρούρια, χωρὶς νὰ δύναται νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα, καὶ μόνον ὁ ἀμερικανικὸς στρατὸς ἠδυνήθη νὰ ἐκπολιορκήσῃ τὸ φρούριον, τὸ ὁποῖον μάτην ἐβομβάρδιζεν ὁ στόλος. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τοῦ ἱσπανικοῦ στόλου, ὁ ὁποῖος ἀπετελεῖτο ἀπὸ θωρηκτὰ πρώτης τάξεως, ἀπὸ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐθαυμάζοντο, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο ὡς ἐπίφοβα οὕτως ὥστε πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν αἱ ἀμερικανικαὶ παραλιακαὶ πόλεις ἠναγκάζοντο νὰ φεύγωσι πανοικεί· ἐν τούτοις ἔμενεν ἄπρακτος ὁ στόλος ἐκεῖνος, καὶ μετὰ τόσων ἑβδομάδων ἀγκυροβολίαν ἐντὸς λιμένος τινὸς ἐξῆλθε πανηγυρικῶς, διὰ νὰ βυθισθῇ ἀπὸ τὰς ὀβίδας τῶν Ἀμερικανῶν. Ἀπέναντι τοιούτων παραδειγμάτων ἐρχόμεθα νὰ ῥίπτωμεν τὴν τιμὴν τοῦ στόλου μας, ὅτι δὲν ἐδείχθη ἀντάξιος τῆς πατρίδος! Νομίζω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ, διὰ νὰ ἐπικρίνῃ τις τὸ ναυτικόν, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Ἄν δὲν ἔπεσεν ἡ Πρέβεζα, εἶναι ὅτι δὲν ὑπῆρχε στρατὸς νὰ ἐξέλθῃ, ὅταν τὰ πλοῖα ἠνάγκαζον τὰ πυροβολεῖα νὰ σιγῶσι, καὶ νὰ καταλάβῃ τὰ πυροβολεῖα. Ἀλλ’ ἄνευ ἀποβατικοῦ στρατοῦ τί ἠθέλετε νὰ κάμῃ ἡ Δυτικὴ Μοῖρα; Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τοῦ βομβαρδισμοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσεν ὁ πρῶτος στόλος τοῦ κόσμου, ὁ ἀγγλικός. Τί λέγουν αἱ ἐκθέσεις καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ναυάρχου; ὅτι ἀπέναντι τῶν Ἄγγλων δὲν εὑρίσκοντο παρὰ πυροβόλα τινὰ λεῖα καὶ τέσσαρα μόνον ῥαβδωτὰ, καὶ ἐν τούτοις ὁ στόλος ἐκεῖνος καὶ ζημίας ὑπέστη καὶ ἠναγκάσθη ἐπὶ ὥρας νὰ βομβαρδίζῃ κατὰ τίνων; κατὰ τῶν Ἀράβων τοῦ Ἀραμπῆ! Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ πρὶν ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ θίξω τὸ ζήτημα τῆς ὑπογραφῆς τοῦ πρωτοκόλλου, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔθιξεν. Ἄν συνῆλθον οἱ κυβερνῆται τῶν πλοίων καὶ ἀπεδοκίμασαν τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ στολάρχου, ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ δρῶντος, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διαταγὰς, ἐκ τίνος ἀφορμῆς ἐγένετο τοῦτο; ἐκ τηλεγραφήματος ἑνὸς κατωτάτου ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτικοῦ, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπευθυνομένου. Αὐτὸ τὸ παράδειγμα τῆς πειθαρχίας τὸ ἔδωκεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅστις ἀντικαθίστα τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στόλου κατόπιν τηλεγραφικῆς καταγγελίας κατωτάτου ἀξιωματικοῦ τοῦ στόλου. Λοιπὸν ἀπέναντι τοιούτου παραδείγματος ὁμιλοῦν περὶ τοῦ κυβερνήτου τοῦ «Κανάρη» καὶ τῶν κυβερνητῶν, οἵτινες ὑπέγραψαν τὸ πρωτόκολλον, εἰς τὸ ὁποῖον συγκαταλέγεται καὶ ὁ νῦν Ἁρμοστὴς τῆς Κρήτης, τὸν ὁποῖον βλέπετε μὲ ποίαν λατρείαν περιβάλλουν οἱ Κρῆτες διὰ τὸν χαρακτῆρα, μὲ τὸν ὁποῖον κυβερνᾷ τὴν Κρήτην ἑλληνοπρεπέστατα. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ. Ἀπεδόθη, Κύριοι, ἡ μομφὴ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, ὅτι δὲν ἔδωκεν εὐθύνας. Ἀλλ’ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, καίτοι βασιλόπαις, ἐζήτησε πρῶτος αὐτὸς νὰ δώσῃ εὐθύνας, καὶ τὰς ἔδωκεν ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐκθέσεως τῶν γεγονότων. Τὸ ἔθνος καὶ ἡ Βουλὴ θὰ κρίνωσι, καὶ τότε θὰ ἴδητε, ἂν ὁ ἀρχηγὸς ἐξετέλεσεν ἢ ὄχι τὸ καθῆκόν του. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρθῶσιν εἰς τὸ ὕψος οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εὑρίσκωνται οἱ τοιαύτην ἔχοντες θέσιν. Ἤρθη εἰς τὸ τοιοῦτον ὕψος ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, ὅτε προέταξεν ἀτομικῶς τὰ στήθη του εἰς τὴν μάχην τῶν Φαρσάλων. Εἰς τὴν μάχην τῶν Φαρσάλων ὁ Διάδοχος μετέβη καὶ ἐπεθεώρησεν ἔφιππος τὴν γραμμὴν τῶν ἀκροβολιστῶν, ὑπὸ τὰ πυρὰ τοῦ ἐχθροῦ καὶ εἰς ἀπόστασιν πεντακοσίων μέτρων ἀπ’ αὐτοῦ, ἐπευφημούμενος ὑπὸ τοῦ στρατοῦ· ἔκαμε πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται μόνον ὅταν πρόκειται νὰ θυσιάσῃ ἑαυτὸν πρὸς σωτηρίαν τοῦ στρατοῦ, τὸ ἔκαμε δὲ πρὸς ἐνθάρρυνσιν τοῦ στρατοῦ.
§164ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ καταρτίσωμεν ἐδῶ φύλλον ποιότητος τοῦ Διαδόχου. Ὁ Διάδοχος ἵσταται πολὺ ὑψηλά. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ Διαδόχου. Ἄν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἂς ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν, καὶ πάντες θὰ ἐκθέσωμεν πᾶν ὅ,τι γνωρίζομεν.
§165ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ γενικὰ αἴτια...
§166ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε.....
§167ΓΟΥΛΙΜΗΣ. .. Δὲν πρέπει τὸ ἔθνος νὰ νομίζῃ, ὅτι τὰ σφάλματα προῆλθον ἀπὸ τοὺς ἀρχηγούς, διότι τότε δὲν θὰ διορθωθῶμεν, διότι τότε, εἰς δευτέραν περίστασιν, νομίζοντες ὅτι μόνοι οἱ ἀρχηγοὶ εἶναι οἱ αἴτιοι, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἴσως πολὺ ταχέως δύναται νὰ ἔλθῃ περίστασις νέα. Ἡ Σερβία ἡττήθη εἰς τὰ 1875, ἠττήθη δὲ ὑπὸ πολὺ χειροτέρους ὅρους (θόρυβος). Μία φωνή. Τί συζητοῦμεν τώρα; (διακοπαί).
§168ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπω ἀκόμη...
§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καλὸν εἶναι νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διεξάγεται. Ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν μέρος ἔλαβεν εἰς αὐτήν, οὐδεμίαν μέχρι τοῦδε ὑπέβαλε παρατήρησιν, ὀφείλει ὅμως νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι πᾶσαν αὐτὴν τὴν συζήτησιν βεβαίως προεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, προκληθεὶς δῆθεν ἐκ μιᾶς φράσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔδωκεν, ὅπως ἐδήλωσεν αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν’ ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὠφελήθη ἐκ τῆς φράσεως αὐτῆς, συνεζήτησε δὲ διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα, καὶ βεβαίως δὲν συνεζήτησεν αὐτὸ μὲ τὴν ψυχραιμίαν καὶ μὲ τὴν σοβαρότητα, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο ἐκ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος. Συνεζήτησε τὸ ζήτημα κατηγορῶν, καὶ ἀσεβῶς συζητῶν, ἐνῷ ἔπρεπε ν’ ἀφηγηθῇ μετὰ ψυχρότητος τὰ γεγονότα. Δὲν λέγω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ λάβῃ στάσιν κατηγορουμένου, ἀλλὰ βεβαίως οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ λάβῃ στάσιν κατηγόρου. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ προὐκάλεσε τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ καὶ κατόπιν τὴν τοῦ ἐκ Κυθήρων. Καὶ ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ, καὶ συζητοῦμεν χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν ἐπὶ τίνος θέματος συζητοῦμεν. Ἐὰν τὸ συζητούμενον ζήτημα ἦναι τὸ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, τὸ ζήτημα ἔχει ὑψίστην σπουδαιότητα. Νομίζω ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ προτίθηται νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, ἢ ἐὰν προτίθηται ν’ ἀναζητήσῃ τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου, τότε πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, ὅπως λάβῃ ἡ συζήτησις τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ λάβῃ. Ἀλλὰ νὰ ἔρχηται ὁ εἷς καὶ νὰ ἐπιρρίπτῃ εὐθύνας ἐπὶ τοῦ ἄλλου, οὗτινος δὲ ἀμυνόμενος ν’ ἀποδίδῃ τὰς κατηγορίας, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ σπουδαίαν τοῦ ζητήματος συζήτησιν, οὔτε δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἐπιχυθῇ φῶς ἐπὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον ἐπέδρασαν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς πατρίδος. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ συζήτησις διεξάγεται ἄνευ ψυχραιμίας. Εἶναι δυνατόν, ἐν μέσῳ διακοπῶν, κραυγῶν, φωνῶν καὶ ἀντεγκλήσεων συζητοῦντες, νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν πάντες πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν; Νομίζω καλὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ ἑτέρα πρότασις, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῶν θεμάτων τῶν σχετιζομένων μὲ τὸν πόλεμον καὶ τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου. Αἱ δύο αὗται προτάσεις δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς συζήτησιν, αὐταὶ δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι θέμα συζητήσεως· ἀλλὰ νὰ εἰσερχώμεθα σήμερον εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος ἀπαράσκευοι, καὶ νὰ συζητῶμεν διὰ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου μέχρι τοῦδε τὸ ζήτημα συνεζητήθη παρὰ τινων, νομίζω ὅτι δὲν τὸ ἐπιτρέπει ἡ σπουδαιότης καὶ τὸ μέγεθος τοῦ ζητήματος.
§170Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε, διότι ἠγέρθη συζήτησις ἐπὶ παρεμπίπτοντος.
§172ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶχον τελειώσει, ὅτε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ διέκοψεν, ὁμιλήσας.
§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι ἀκριβέστατον· διέκοψα τὸν κύριον Βουλευτὴν ἀγορεύοντα, τὸν διέκοψα ὅμως, ὅπως παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ συζητοῦσα ἐν τῇ νευρικῇ ἐξάψει, ἐν τῇ ὁποίᾳ διατελεῖ. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχον διακόψας, ἤθελον δὲ παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτήν, μετὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ταύτην.
§174ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καταλήγω, συμφωνῶν μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ἰδία πρὸς συζήτησιν, ὅτε ὅλα θὰ ἐκτυλιχθῶσι.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνέστην νὰ ἀγορεύσω περὶ τῶν πράξεων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς κατὰ τὸν πόλεμον, οὐδὲ περὶ τῆς δράσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου. Τὰ θέματα εἶναι τοσοῦτον εὔθικτα καὶ τοσοῦτον ἀκροσφαλῆ, ὥστε ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ δυσαρεσκείας ἤκουσα τὴν ἐκτροπὴν ἐπὶ τὰ θέματα ταῦτα συζητήσεως ἀρξαμένης ἀπὸ θέματος ἐντελῶς ἀλλοτρίου τῆς συζητήσεως. Ἡ δρᾶσις τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ ἡ δρᾶσις τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης ἀνάγονται εἰς τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου, ἡ δὲ Ἑλλὰς, ὡς Κράτος ἐπίσημον, πόλεμον οὐδέποτε ἀπὸ τῆς συστάσεώς του διέπραξεν. Ἂν λοιπὸν ὁ πόλεμος τοῦ 1897 ἦναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον μετὰ ἔτη 64 διεπράχθη, καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ δυστυχίαν κατέληξεν εἰς συμφορὰς καὶ ζημίας τῆς Ἑλλάδος, τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι θέμα ἄξιον ἐρεύνης, ἄξιον μελέτης, ἄξιον σκέψεων πολλῶν καὶ συζητήσεων ἀδελφικῶν μετὰ τοῦ πόνου, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς Ἕλλην, ὅπως μὴ ἴδωμεν ἐπαναλαμβανόμενα ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν ὅσα μετὰ θλίψεως εἴδομεν πάντες τελεσθέντα. Ἂν ἡ δρᾶσις τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἦτο ὁποία ἔπρεπε νὰ ἦναι, ἢ ὄχι, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ χωρίσητε ἀπὸ τὴν δρᾶσιν τῆς Πολιτείας, ἀπὸ τὴν ἔρευναν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς πράξεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ἀπὸ πάντα τὰ συμβεβηκότα καὶ πάσας τὰς διαφόρους πράξεις τοῦ ὀδυνηροῦ τούτου καὶ ἀξιοθρηνήτου δράματος. Ἀλλὰ τὰ θέματα ταῦτα πρέπει νὰ γένωνται ἀντικείμενα ἐρεύνης καὶ ἀναλύσεως, δὲν πρέπει δὲ νὰ χρησιμεύωσιν εἰς ἐπιθέσεις καὶ ἀντεγκλήσεις ἢ εἰς αἰτιάσεις καὶ συκοφαντίας πρὸς ἐξυπηρέτησιν πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθημεν τότε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δὶς μέχρι τοῦδε ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐσμὲν πρόθυμοι νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς πᾶν εἶδος ἐλέγχου καὶ εἰς πᾶσαν ἔρευναν, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελε ζητηθῆ εὐθύνη παρ’ ἡμῶν. Δὲν τὸ δηλοῦμεν σήμερον μόνον, ἀλλ’ ἐδηλώσαμεν καὶ πρὸς τὴν προκάτοχον αὐτῆς, τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν, καὶ ὑπεστηρίξαμεν ἐκθύμως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας καὶ τοῦ πρώην βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶ περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, καὶ ἐπεμείναμεν τότε τοσοῦτον, ὥστε ἠναγκάσαμεν καὶ τοὺς διστάζοντας νὰ ὑποκύψωσι καὶ νὰ στέρξωσι τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου προχθὲς σᾶς ἀνεκοίνωσε τὰ περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς συσταθείσης τότε ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, σᾶς ἐξέθηκε ποῖά τινα ἔπραξεν ἐκείνη, σᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας της, νὰ περάνῃ τὸ ἔργον της, προσεκάλεσε δ’ ὑμᾶς νὰ ἀποφασίσητε, ἂν θέλητε νὰ ἐξακολουθήσῃ αὕτη τὰς ἐργασίας, ἵνα περάνῃ αὐτὰς (θόρυβος), ἢ ἂν θέλητε νὰ ἀναθέσητε τὴν ἐργασίαν εἰς ἄλλην ἐπιτροπήν, ὅπως ἐκλέξητε αὐτήν. Ἀλλ’ εἰς οἵας δήποτε νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ προβῆτε πράξεις, σεῖς ἔχετε τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν· ἀρκεῖ νὰ ὑπογράψητε πρότασιν 20 Βουλευταί· ἡμεῖς βεβαίως δὲν θέλομεν ἀντιλέξει. Τὸ λυπηρὸν μόνον εἶναι, εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, νὰ χρησιμεύωσι θέματα τόσον ὑψηλὰ ζητημάτων τόσῳ μεγάλων, ὡς ἐγχειρίδιον, τὸ ὁποῖον τινὲς ἔχουσι κρύψει ὑπὸ τὸ ἔνδυμά των, διὰ νὰ τὸ ἐμπήξωσιν εἰς τὰ πλευρὰ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων των. Τοῦτο παρήγαγεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς συμβουλεύω νὰ μὴ ἐξακολουθήσητε, οὐχὶ διὰ νὰ σωθῶμεν ἡμεῖς ἀπὸ δολοφονικὰς χεῖρας, ἀλλὰ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, τῆς ὁποίας σεῖς εἶσθε ἀντιπρόσωποι. Νομίζετε, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου παρέχει ἀφορμὴν πρὸς συζήτησιν, καὶ ζητεῖτε νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα· ἀλλὰ τί νὰ συζητήσητε, ἀφοῦ δὲν γνωρίζετε τί θέλετε συζητήσει, ἀφοῦ οὐδὲν γνωρίζετε; Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ συσταθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, διὰ νὰ συναθροίσῃ καὶ προετοιμάσῃ τὴν ὕλην. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ πληροφοριῶν; Συστήσατε τότε ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Ὅ,τι ὅμως γίνεται σήμερον, πρέπει νὰ παύσῃ. Εἶναι ἄνανδρος πολιτική, λίαν δ’ ἐπιζήμιος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, οὐδὲ πρέπει νὰ γίνησθε ὄργανα τοιαύτης ἀνάνδρου τακτικῆς, οὐδὲ πρέπει νὰ λησμονήσητέ ποτε, ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ σᾶς ἔστειλεν ἐνταῦθα, ὀφείλετε δὲ νὰ ἀμυνθῆτε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ.
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ στάσις τῆς πλειονοψηφίας ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κατ’ αὐτῆς. Ἐὰν ἡ συζήτησις ἔλαβε τὴν τροπήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, τοῦτο χρεωστεῖται εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος δεκάκις σᾶς ἀπεκάλεσεν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀνεγνώρισεν ὑμᾶς ἀρχηγόν του, καὶ ὁ ὁποῖος ἦτο συνυπουργός σας πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατὰ τὸν πόλεμον. Ποῦ ἠκούσατε ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας κατηγορίαν καθ’ ὑμῶν; ποῦ ἀνεκαλύψατε ἐνέργειαν οἱανδήποτε ἐκ μέρους της; ποῦ τὸ ἐγχειρίδιον τοῦ δολοφόνου; Ἐὰν ἐνόμιζεν ἡ πλειονοψηφία, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἤθελε διστάσει νὰ τὸ πράξῃ. Μέχρι τοῦδε δὲν τὸ ἔπραξε. Διατί λοιπὸν ἡ κατηγορία αὕτη κατὰ τῆς Συμπολιτεύσεως; Διατὶ στρέφεσθε κατ’ αὐτῆς; Ἔπρεπεν ὅλαι αἱ αἰτιάσεις ὑμῶν νὰ στραφῶσι πρὸς τὸν ἄλλοτε συνάδελφόν σας, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἔφερε τοῦτο κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ κατεδίκασε. Μέχρι τοῦδε ἡ Συμπολίτευσις προσεπάθησε ν’ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, οὐχὶ διότι φοβεῖται ταύτην, ἀλλὰ διότι φρονεῖ, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡμῖν νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τῶν πικρῶν διδαγμάτων τοῦ παρελθόντος, βεβαίως δὲ δὲν θὰ ὠφεληθῶμεν, ἀδίκως κατηγοροῦντες, ἐξερεθίζοντες τὰ πάθη, ὑβρίζοντες καὶ ἀδικοῦντες. Ὁ τρόπος, ὅπως ὠφεληθῶμεν ἐκ τῶν διδαγμάτων τῶν λυπηρῶν τοῦ παρελθόντος γεγονότων, εἶναι νὰ ἐργασθῶμεν, ὅπως βελτιώσωμεν τὰ τῆς διοικήσεως, τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ τοῦ ναυτικοῦ. Αἱ ἀντεγκλήσεις δὲν ὠφελοῦσιν. Οὐδεὶς ἀποδίδει εἰς ὑμᾶς πρόθεσιν, ὅπως βλάψητε τὴν πατρίδα, οὐδεὶς ἀποδίδει ὑμῖν ἔλλειψιν πατριωτισμοῦ. Ἀποδίδονται ὑμῖν σφάλματα, ἅτινα πολλὰς προυκάλεσαν καταστροφάς. Ἀλλὰ τὰ σφάλματα ταῦτα δικαιολογοῦσι τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς; Κατὰ τί θὰ ὠφελήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη; εἰς τί θὰ καταλήξῃ; κατὰ τί ἡ Ἑλλὰς θὰ ὠφεληθῇ, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔσφαλον; Ἡ Ἑλλὰς θὰ ὠφεληθῇ, ἐὰν ἀναγνωρίσῃ, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐσφαλμένως πεπραγμένων, ἡ ἀτυχὴς ἔκβασις τοῦ πολέμου ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς καταστάσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀπὸ ἐτῶν, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εὑρίσκεται ἡ πολιτικὴ καὶ διοικητικὴ μηχανή. Τὴν κακὴν ταύτην κατάστασιν πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ διορθώσωμεν. Τί ὠφελεῖ ἂν ἀποδειχθῶσι τὰ σφάλματα ἢ ἡ ἐνοχὴ τῶν ἄλλοτε Ὑπουργῶν; Ὠφέλειαν τότε μόνον θὰ ἔχωμεν, ὅταν οἱ πονοῦντες τὴν πατρίδα σπεύσωσιν εἰς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἡμετέρων πραγμάτων, ὅταν πάντες οἱ δυνάμενοι ἐργασθῶσιν, ὅπως συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν ταύτην, ὅταν κυρίως οἱ διαχειρισθέντες τὰ κοινὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι πᾶσα βελτίωσις καθίσταται ἀδύνατος, ὅταν ἔρχωνται νὰ ἐπιρρίψωσι τὰς εὐθύνας τῶν ἀτυχιῶν τοῦ πολέμου εἰς ἓν πρόσωπον, ὅταν προσπαθῶσι ν’ ἀπαλλάξωσι πάσης εὐθύνης τοὺς πράγματι ὑπευθύνους. Πρὸς Θεοῦ! μὴ γενικεύσωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ στρατὸς ἦτο κατὰ πάντα παρεσκευασμένος, ὅτι τὸ ναυτικὸν δὲν εἶχεν ἐλλείψεις, ὅτι οἱ στρατιῶται, ἀξιωματικοί, ὑπαξιωματικοί, πάντες ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ἀσεβῶς καὶ ἀδίκως ἐπιρρίπτοντες τὴν εὐθύνην εἰς ἕνα καὶ μόνον (χειροκροτήματα). Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ κολακεύσω κανένα, θὰ ἦτο ὅμως ἡ μεγαλειτέρα τῶν ἀδικιῶν, ἂν ἤθελεν ἀποδοθῇ εἰς ἕνα καὶ μόνον ἡ εὐθύνη, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ποία ἦτο καὶ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις εἰς αὐτὸν ἀνετέθη. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀδικίας ἐρωτῶ, τίς διῴκει κατὰ τὸν πόλεμον τὸν στρατὸν τῆς Ἠπείρου; Μήπως ἀρχηγὸς αὐτοῦ ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ; Διατὶ ὁ στρατὸς τῆς Ἠπείρου, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ καταλάβῃ τὰ Ἰωάννινα, δὲν κατέλαβε τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἠπείρου; Διατὶ ἡ Ἤπειρος, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ᾖναι σήμερον ἑλληνική, ὑπετάγη αὖθις εἰς τὴν τουρκικὴν δυναστείαν; Ἀπαντήσατε εἰς τὴν ἐρώτησίν μου ταύτην. Ἡ ἀποτυχία τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ κατηγορία τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ εἶναι ἄδικος. Δὲν πταίει εἷς ἄνθρωπος, δὲν πταίει ὁ στρατός· πταίει ἡ ὅλη κατάστασις τοῦ Κράτους. Δὲν πταίει ὁ στρατός, δὲν πταίουν μόνον οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, δὲν πταίουν, ἐὰν δὲν ἔχωσι τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν, ἐὰν ἕνεκεν ἐλλείψεως τῶν γνώσεων τούτων δὲν ἦσαν ἐν καταστάσει νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν, ὅπως τοῦτο αὐτοῖς ἐπεβάλλετο. Πταίει καὶ ἡ Πολιτεία, πταίει, διότι δὲν παρέσχεν αὐτοῖς τὰ μέσα νὰ ἐκπαιδευθῶσιν, ὅπως δυνηθῶσι ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἐλπίδας τοῦ ἔθνους τὴν ἡμέραν τῆς δράσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι πταίει μόνος ὁ στρατηγός, μόνος ὁ συνταγματάρχης, ὅταν ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν οὐδέποτε ὁ στρατηγὸς διῴκησε ταξιαρχίαν, ὁ συνταγματάρχης οὐδέποτε διῴκησε σύνταγμα; Πῶς δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι αὐτοὶ μόνοι εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὰ ἐπελθόντα λυπηρὰ γεγονότα; Ταῦτα παρεσκεύασεν ἡ ὅλη κατάστασις τῶν πραγμάτων, ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους πρὸς ἐπαρκῆ στρατιωτικὴν παρασκευήν. Ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη προῆλθεν οὐχὶ βεβαίως ἐξ ἀκηδίας τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ ἐκ τῆς δυσχερείας τῶν πραγμάτων. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἡ Ἑλλὰς ἠκολούθησεν ἐθνικὴν πολιτικήν, ἀπαιτοῦσαν θυσίας ἀνωτέρας τῶν δυνάμεων αὑτῆς, ἕνεκα δὲ τῆς πολιτικῆς ταύτης ἐξετέθη εἰς δαπάνας ἀνωτέρας τῶν πόρων αὐτῆς, χάριν αὐτῶν, ἐνῷ ἠμέλησε πάσας τὰς ὑπηρεσίας, κατεδικάσθη νὰ παλαίσῃ κατὰ τῆς χρεωκοπίας· ὅταν δὲ οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινὰ πᾶσαν τὴν προσοχὴν αὐτῶν ὑπεχρεοῦντο νὰ στρέψωσιν πρὸς εὕρεσιν τῶν ἀπαιτουμένων χρημάτων, ὅπως καταβάλωσι τοὺς τόκους τῶν δανείων καὶ ἀποσοβήσωσι τὴν χρεωκοπίαν, ἐρωτῶ, ἠδύναντο νὰ δώσωσιν εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν τὰ μέσα, τῶν ὁποίων εἶχον ἀνάγκην, ὅπως παρασκευασθῶσιν, ἵνα ἐπιτυχῶς ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των; Ὅταν λόγῳ οἰκονομιῶν ἀνετίθεντο εἰς τὸν στρατὸν ἔργα ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ του, ὅταν ὁ στρατὸς ἠσχολεῖτο εἰς φρούρησιν φυλακῶν, εἰς ἐνίσχυσιν εἰσπρακτόρων, εἰς ἐνίσχυσιν ἀστυνομιῶν, εἰς συνοδείαν καταδίκων καὶ ὑποδίκων, εἶναι ὑπεύθυνος αὐτός, ἂν δὲν παρεσκευάσθη καταλλήλως πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του; Διὰ τοῦτο ὑπεστήριξα, ὅτι τὰ ζητήματα τὰ συνδεόμενα μὲ τὸν πόλεμον καὶ μὲ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν οὗτος διεξήχθη, εἶναι οὐ μόνον σπουδαῖα, ἀλλὰ καὶ πολύπλοκα καὶ δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἐνταῦθα, κατὰ τὸν τρόπον μάλιστα, καθ’ ὃν διεξάγεται σήμερον ἡ συζήτησις. Ἐὰν εἶχον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ γνώμη μου ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἀσπαστή, θὰ ἔλεγον ὅτι ἐκ συζητήσεων διεξαγομένων ὡς ἡ προκειμένη συζήτησις διεξήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ διορισμοῦ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἡ πατρὶς οὐδὲν θὰ ὠφεληθῇ. Ἡ πατρὶς θὰ ὠφεληθῇ, ἂν ὅλοι, συναισθανόμενοι τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ὁ πόλεμος ἐπέφερε, σπεύσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, ἀπὸ κοινοῦ ἐργαζόμενοι, ὅπως συντελέσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν.
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπέδωκεν εἰς τοὺς λόγους μου ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον· ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδέποτε οἱ ἐμοὶ λόγοι εἶχον τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἀφοῦ μάλιστα ἐπρόκειτο περὶ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω ἰδίαν ὑπόληψιν· οὐδὲ ἤθελον νὰ παραστήσω αὐτὸν κρατοῦντα ἐγχειρίδιον, ἵνα δολοφονήσῃ ἡμᾶς. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁμιλῶν ἀνέδραμεν εἰς τὰ τοῦ στόλου καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἦναι εὔθικτος, ἀφοῦ μετεῖχε τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διεξήγαγε τὰς παρασκευὰς πρὸ τοῦ πολέμου, ἦτο δ’ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου καὶ κατὰ τὰς τότε συμβάσας περιπετείας· οὐδ’ εἶναι ἄπορον, ἂν τυγχάνῃ εὔθικτος, καὶ πρέπει νὰ ἦναι τοιοῦτος· ἑπομένως δὲν εἶναι ἐπίσης ἄπορον, ἂν ἔσπευσε νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὰς σκέψεις του. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐπαύθημεν ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος καὶ μέχρι τῆς ὥρας ταύτης δὲν μὲ συνδέουσι πολιτικαὶ σχέσεις μὲ τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, οὐδὲ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐκφέρω γνώμην περὶ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀγορεύων ἔθιξε. Δύναμαι ὅμως νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τῆς τακτικῆς, ἥτις εἶναι πρὸ πολλοῦ ἐν χρήσει, καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ἔχομεν συμφέρον νὰ μὴ πιστευθῇ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ μᾶς δώσῃ πιστοποιητικὸν φιλοπατρίας, καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν παρέβημεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς κατηγορίαν διὰ τὰς πράξεις ἡμῶν· ἀλλ’ ὅσον τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο δὲν ἦτο εἰς ἡμᾶς ἀναγκαῖον, ὅσον μᾶς ἀναγκάζει νὰ ζητήσωμεν τὴν λογοδοσίαν καὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν πράξεών μας, διότι οὕτω θέλει καταδειχθῆ, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐσφαλόμεθα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι ἴσως ἐσφάλομεν, πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι τὰ τοῦ πολέμου, διότι θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡμεῖς οὐδαμῶς ἐσφαλόμεθα, ἀλλ’ ἔσφαλον ἄλλοι, οἵτινες λέγουσι νῦν, ὅτι ἡμεῖς ἐσφάλομεν. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἡ πολιτικὴ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον τῆς Βουλῆς καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι καὶ αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική, καὶ τὰ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης, καὶ αἱ περὶ ταύτης ἐνέργειαι, καὶ τὰ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ νὰ κατανοηθῇ, πῶς κατέλαβε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁ καταλαβὼν τότε αὐτὸν ἐρεθισμός, νὰ κατανοηθῇ ποῖαι ἐδημιουργήθησαν περιστάσεις καὶ δυσχέρειαι; ὑπὸ τίνας συνθήκας εἶχε περιαχθῆ ἡ Κυβέρνησις, ποία ἦτο ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, τίνας εἶχε σκοποὺς καὶ ποίας διέπραττεν ἐνεργείας, πῶς εἶχεν εἰσδύσει εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ εἰς ποίας εἶχε παρασύρει αὐτὸν πλάνας, ἂν εἶχεν εἰσδύσει καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σῶμα τῶν λειτουργῶν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ ποίαν ἐκεῖθεν ἐποριζόμεθα συνδρομήν, ἢ ποίας εὑρίσκομεν ἀντιδράσεις. Ἡμεῖς ἐκτιμῶμεν ἐπαρκῶς τὴν σπουδαιότητα τῶν θεμάτων τούτων. Ἀλλ’ ἔπρεπεν οἱ συνάδελφοί μου νὰ ἦναι τόσον γενναιόκαρδοι, ὅσον ἐδείχθησαν, καὶ ἐγὼ νὰ μιμηθῶ αὐτούς, καὶ νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν δύναμιν, ὅπως τηρήσωμεν κεκλεισμένα τὰ στόματα ἡμῶν καθ’ ὅλην τὴν διαρρεύσασαν μακρὰν περίοδον, καὶ καθ’ ὃν χρόνον πανταχόθεν καὶ ἐξ αὐτῆς ἔτι τῆς πτέρυγος (δεικνύει τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα) ὑπεδαυλίζοντο αἱ καθ’ ἡμῶν συκοφαντίαι, αἱ αἰτιάσεις καὶ αἱ ἐπιθέσεις, αἱ ψευδολογίαι καὶ αἱ παντοῖαι τρεσχελίαι, αἱ ὁποῖαι παρεσκεύαζον ἐσχάτους κινδύνους καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς πολιτικῆς ὑπάρξεως ἡμῶν. Τὴν ὑπομονήν, ἣν ἐδείξαμεν, προβάλλομεν ὡς παράδειγμα εἰς πάντας ὑμᾶς τοὺς νεωτέρους. Ἐσφραγίσαμεν τὰ χείλη ἡμῶν, καὶ οὐδὲ λέξιν εἴπομεν, διότι, ἂν ἐλέγομεν λέξιν, ἠθέλομεν θέσει τὸ πῦρ πλησίον εἰς ὕλην εὔφλεκτον, ἠθέλομεν προβάλει θέματα, τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις ἤθελε παραγάγει γενικὸν ἐρεθισμὸν εἰς πᾶσαν τὴν χώραν, ἠθέλομεν φέρει ἐν τῷ μέσῳ καὶ τὰ θέματα τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τὰ θέματα τῆς δράσεως τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης. Ἀλλὰ νῦν πλέον, μετὰ τὴν ἐξήγησιν, ἣν ἔδωκα περὶ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι, διὰ νὰ κατασταλῶσι πλέον οἱ φαῦλοι, οἱ καταγγέλλοντες ἡμᾶς διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζουσιν, ἢ διὰ παραλείψεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐννοοῦσι. Πρέπει νὰ βάλωμεν κημὸν εἰς τὸ στόμα αὐτῶν, ὅπως καταστείλωμεν τὴν αὐθάδειαν ἐκείνων, οἵτινες ἀνέρχονται ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ζητοῦσι τὸν πρῶτον ὑπεύθυνον. Πρέπει τέλος νὰ χαλιναγωγήσωμεν τὴν ῥυπαρὰν τακτικήν, τὴν ἄνανδρον τόλμην, καὶ διὰ τοῦτο προθύμως ἀποδεχόμεθα τὴν κατατεθεῖσαν πρότασιν ὑπό τινος τῶν προαγορευσάντων περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, ὅπως ἔπειτα προβῶμεν, ἂν κριθῇ ἀναγκαῖον, εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο εἶναι ἀναποφεύκτως τὸ πρακτέον· πρέπει νὰ τεθῇ ἓν τέρμα, ὅπως κλεισθῇ τὸ στόμα τῶν καὶ σιγήσῃ.
§178Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μετὰ τοὺς σοβαροὺς καὶ πατριωτικοὺς λόγους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐγὼ τουλάχιστον, Κύριοι, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. Ἤλπιζον δὲ, ὅτε εἶδον τὸν πολύπειρον κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος λαμβάνοντα καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, ὅτι ἤθελε συμφωνήσει μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· δυστυχῶς ἡ ἐλπίς μου διεψεύσθη, καὶ ἀντὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος νὰ ῥίψῃ τὸν πέπλον τῆς λήθης ἐπὶ τῶν ἀτυχῶν γεγονότων, ἔρχεται νὰ ἐπιχύσῃ ἔλαιον ἐπὶ τῆς πυρᾶς καὶ νὰ ἐξεγείρῃ τὰ πάθη καὶ νὰ μᾶς κάμῃ νὰ παρασταθῶμεν μάρτυρες εἰς σκηνὰς ἀγρίας (θόρυβος) καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, τὰς συνεπείας τῶν ὁποίων οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ.
§179ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μοὶ εἶπον μετὰ τὸν θόρυβον, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν διέκοψα τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν ὁμιλοῦντα, ἐξηνέχθη κατ’ ἐμοῦ λέξις ἢ φράσις ὑβριστική. Φρονῶ δύσκολον καὶ ὕβρις νὰ ἐξηνέχθη καὶ ὑβριστὴς, ἂν ὑπάρχῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐμοῦ, ἀνωτέρου πάσης ὕβρεως, νὰ ἐξήνεγκε ὕβριν. Ἐὰν ὅμως συνέβη τοιοῦτόν τι, ἐπιστρέφω τὴν ὕβριν εἰς τὸν ὑβριστὴν, ὃν ἀγνοῶ. Μετὰ τοῦτο εἰσέρχομαι ἀμέσως εἰς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται. Καὶ πρῶτον ἀποδίδω πλῆρες δίκαιον εἰς τὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ζητοῦντα νὰ δώσῃ εὐθύνας, διότι πρέπει νὰ δώσῃ τοιαύτας. Δὲν δικαιολογῶ δ’ ἔπειτα τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, συμβουλεύοντα νὰ ῥίψωμεν πέπλον ἐπὶ τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀνορθώσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς διὰ τῆς ψηφίσεως νόμων. Ἡ συμβουλὴ αὕτη δὲν ὑπηρετεῖ καθόλου τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἐγὼ ἀνέμενον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν πλειονοψηφίαν νὰ φέρῃ πρότασιν περὶ ζητήσεως εὐθυνῶν, διότι τοιοῦτον τραῦμα, τὸ ὁποῖον ὑπέστη ὁ τόπος, δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀνεξέταστον, οὔτε δὲ θεραπεύεται διὰ τῆς δημιουργηθείσης φράσεως «ὅλοι πταίομεν», οὔτε εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιρρίψωμεν τὴν εὐθύνην εἰς ὅλον τὸ ἔθνος. Ἐπερίμενα δὲ νὰ φέρῃ τὴν πρότασιν ἡ πλειονοψηφία, διότι, κατὰ τὸ ἐνώπιόν μου πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξέδωκε πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὡς πρῶτον θέμα πρὸς τὸν λαὸν ὑπεσχέθη τὴν ζήτησιν τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου. Δι’ αὐτοῦ εἶπεν (ἀναγινώσκει): «Καλεῖται τῷ ὄντι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, μετὰ τὰς προσφάτους ἐθνικὰς συμφορὰς, ὧν ὑφίσταται τ’ ἀποτελέσματα, νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν του περὶ τῶν τελεσθέντων, καταλογίζων τὰς εὐθύνας εἰς ἐκείνους, οἵτινες, ἄνευ τῆς στοιχειώδους παρασκευῆς καὶ συντάξεως, ἄνευ σχεδίου οὐδενὸς καὶ εἰλικρινοῦς ἢ πεφωτισμένου σκοποῦ, ἐν ἀκρίτῳ καὶ ἐγκληματικῇ συγχύσει καὶ ἀταξίᾳ ἐκάλεσαν τὸ ἄνθος τοῦ ἔθνους εἰς τὰ ὅπλα καὶ ἐκάλεσαν αὐτὸ εἰς πόλεμον ὀλέθριον καὶ εἰς ἥττας πολεμικὰς, ἀναξίας τῆς ἡρωϊκῆς αὐτοῦ ἱστορίας.»
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τῆς ψήφου κατὰ τὰς ἐκλογάς.
§181ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀπεδώσαμεν τόσον στενὴν ἑρμηνείαν εἰς τὸ πρόγραμμα, διότι ἡ ψῆφος τῆς ἐκλογῆς εἶναι ψῆφος ἀποδοκιμασίας μόνον ἢ ἐπιδοκιμασίας· δὲν τιμωροῦνται ὅμως οὐδ’ ἐξελέγχονται συμφοραὶ τοιαῦται, προκληθεῖσαι κατὰ τοῦ ἔθνους, διὰ μόνης τῆς ψήφου τοῦ ἐκλογέως. Θὰ ἦτο πολὺ μικρὰ ἡ τιμωρία καὶ πολὺ μικρὰ ἡ εὐθύνη. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν πρέπει νὰ κυβερνᾶται ὁ τόπος. Ὅπως πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι παράνομοι ἀπαιτήσεις ἐκλογέων πολλάκις συνετέλεσαν εἰς παρεκτροπὴν τῆς λειτουργίας τῶν νόμων, οὕτω πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ ἀτιμωρησία τῶν κυβερνώντων, μὴ διδόντων λόγους, μὴ ὑπεχόντων καμμίαν εὐθύνην ἢ τὴν τῆς ἀπωλείας μιᾶς ἐκλογῆς ἢ τὴν τῆς προσκαίρου στερήσεως τοῦ ὑπουργικοῦ χαρτοφυλακίου, εἶναι μεγάλη ἀφορμὴ τῶν κακῶν κακῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἂν ἐσυλλογίζετο ἕκαστος τῶν κυβερνώντων, ὅτι θὰ ὑπέχῃ εὐθύνας ἀπέναντι τῶν νόμων βαρυτέρας, ἤθελε σκεφθῆ σοβαρώτερον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ πρότασιν...
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπέβαλε.
§183ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ ἐκ Πάλλης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Μπασιᾶ ἄλλην, καί, ἐὰν συμφωνῶσι κατὰ τὸν σκοπὸν ἀμφότεραι, ἂς συνδυασθῶσιν, ἢ ἂς ἐγκριθῇ ἡ ἑτέρα. Ἡ πρότασις ἡμῶν ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Προτείνομεν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐκλέξῃ, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, δεκαπενταμελῆ ἐκ Βουλευτῶν ἐπιτροπὴν, ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ: 1) Ποῖα τὰ αἴτια τοῦ πολέμου; 2) Ἦτο ὁ τόπος παρεσκευασμένος πρὸς τοῦτον; 3) Ἔπρεπε καὶ ἠδύνατο ν’ ἀποφύγῃ αὐτὸν τὸ Κράτος; 4) Ἐλήφθησαν ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα, ὅπως οὗτος διεξαχθῇ προσηκόντως; 5) Εἰς τί ὀφείλονται αἱ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ἀποτυχίαι ἡμῶν; Ἐν γένει δὲ ἡ ἐκλεχθησομένη ἐπιτροπὴ θὰ ἐκλέξῃ τὰ στοιχεῖα καὶ θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐξαγόμενα αὐτῶν δι’ ἐκθέσεώς της, ἵνα καὶ τὸ ἔθνος καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ φωτισθῶσι, καὶ ἡ Βουλὴ δὲ ἰδίως κρίνῃ, ἂν ὑπάρχωσι περιστάσεις νὰ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματα αὑτῆς κατὰ τῶν ὑπεχόντων εὐθύνας.» Ὡμίλησαν περὶ ὅπλων δολοφονικῶν, περὶ διαδόσεων, περὶ συκοφαντιῶν. Θὰ εἶχον δίκαιον, ἂν ἐπρόκειτο περὶ διαδόσεων γενομένων μακρὰν τοῦ φωτὸς τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, μακρὰν τῆς δημοσιεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐξασφαλίζει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ πολίτευμα. Ὅταν ὅμως ἐν τῷ φωτὶ καὶ τῇ δημοσιότητι διὰ τῶν ἐδῶ συζητήσεων προκαλῶνται εὐθῦναι, αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κατακριθῇ καὶ πολὺ πλειότερον νὰ ὀνομασθῇ δολοφονικὸν ἐγχειρίδιον καὶ δολοφονικὴ ἐπίθεσις. Ἐκτιμῶ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον δεικνύει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, λέγων ὅτι θέλει νὰ δώσῃ εὐθύνας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπιμείνῃ συμβουλεύων τὴν πλειονοψηφίαν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, διότι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ ἡ πλειονοψηφία ἤθελον προσφέρει κακὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἤθελον παρεξηγηθῆ. Ἠκούσατε, ὅτι ζητοῦσιν οἱ ὑπέχοντες εὐθύνας νὰ ῥίψωσι τοιαύτας καὶ κατ’ ἄλλων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους λειτουργῶν τῆς Πολιτείας, τῶν ὁποίων σεῖς οἱ Ὑπουργοὶ εἶσθε ἐδῶ οἱ κατὰ νόμον ὑπερασπισταὶ καὶ προστάται, ὡς εἶσθε ἀντιπρόσωποι καὶ παντὸς μὴ ἐν τῇ Βουλῇ ἑδρεύοντος καὶ ὅμως ὑπὸ τοῦ νόμου κεκλημένου εἰς δημοσίαν λειτουργίαν. Ὀφείλετε νὰ ὑπερασπίσητε πᾶν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον, μὴ δυνάμενον ν’ ἀπολογηθῇ, ἔχει δικαίωμα νὰ ὑπερασπίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὀφείλετε νὰ δεχθῆτε τὴν εὐθύνην, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ σεῖς θέλετε ν’ ἀποφύγητε αὐτήν, διότι μίαν τινὰ περίοδον τοῦ πολέμου ἐκυβερνήσατε τὸν τόπον. Ἔχετε καθῆκον νὰ τὴν δεχθῆτε, διότι τοῦ στρατοῦ ἡ τιμή, ἡ συχνὰ διασυρομένη, πρέπει νὰ ἐξιλασθῇ διὰ τῆς ἐρεύνης καὶ ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Πρέπει νὰ συναινέσητε εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι αὕτη θὰ δείξῃ ποῦ ὑπῆρξαν τὰ σφάλματα καὶ ποῦ πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ φέρῃ τὴν θεραπείαν. Πρέπει ὁ τόπος νὰ φωτισθῇ διὰ τῆς ἐκτυλίξεως τῶν ἀληθῶν γεγονότων καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ λάβῃ εὐρεῖαν ἐντολήν, ὅπως ἐξετάσῃ ὅλα, ἐξ ὧν ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ. Καὶ ἐὰν μὲν δὲν ὑπέχωσιν εὐθύνην οἱ κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ πολέμου κυβερνήσαντες τὸν τόπον, νὰ τύχωσι τῆς ἀφέσεως τῆς προσηκούσης· ἐὰν ὅμως ὑπέχωσιν εὐθύνας, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ἵνα μὴ ἔρχωνται μετὰ τοσούτου θάρρους νὰ ῥίπτωσιν εἰς ἄλλους εὐθύνας καὶ νὰ ἐπισείωσι καὶ πρὸς τοὺς κυβερνῶντας τὸν φόβον τῆς ἐξελέγξεως τῶν πραγμάτων. Πρέπει σεῖς νὰ δεχθῆτε τὴν ἐπιτροπήν, διότι, ἐὰν δὲν δεχθῆτε αὐτὴν, εἶναι ὡς νὰ καταδικάζητε σεῖς ὑμᾶς αὐτούς.
§184Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατηγορούμεθα, ὅτι ἐκ φόβου θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐκ φόβου θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν τὸν διορισμὸν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω ὅτι σαφῶς ἐξεδήλωσα τὴν γνώμην μου, εἰπών, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, τοῦ τόσα παθόντος, ἔπρεπε ν’ ἀποφύγωμεν περιττὰς συζητήσεις καὶ περιττὰς ἐπιτροπάς. Εἶπον ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ποῦ κεῖται ἡ εὐθύνη, ἔπρεπε ν’ ἀποφύγωμεν ὅσα ἀπησχόλησαν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν Βουλὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν ἠθέλησε μεθ’ ἡμῶν νὰ συμφωνήσῃ· ἠθέλησε μάλιστα νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ περαίνων τὸν λόγον ἀφῆκε νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι οὐδεμία εὐθύνη ὑπάρχει ἐκ μέρους του, καὶ ὅτι ἀλλαχοῦ πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ εὐθύνη. Καὶ βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἀνευθύνου, διότι δὲν ὑποθέτω ποτέ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, αὐτὸς ὑπεύθυνος, θέλει κρυφθῇ ὄπισθεν τοῦ ἀνευθύνου. Ἐπρόκειτο ὅμως περὶ ὑπευθύνων καθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, καὶ τότε ἀλλάσσει τὸ ζήτημα, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ ἐγὼ νὰ συνταχθῶ μετὰ τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν. Προσεπάθησα ν’ ἀποφύγω ἐξεταστικὰς ἐπιτροπάς, ἀποβλέπων εἰς τὸ συμφέρον τῆς χώρας. Ἀτυχῶς αἱ προθέσεις μου παρερμηνεύονται, ὑπαινιγμοὶ ῥίπτονται, ὅτι ἐγώ, ἀποτελέσας μέρος ἄλλης Κυβερνήσεως, θέλω ν’ ἀποφύγω νὰ ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἵνα ἐξετασθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Τότε ἐγὼ πρῶτος συντάσσομαι μετὰ τῆς προτάσεως, καὶ λέγω, ἂς ἐκλεχθῇ ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή. Θὰ ἔλθῃ ὅμως ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι μετὰ τοσούτου πατάγου ἐπιζητοῦσι τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, θὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι κακῶς ἔπραξαν ἐπιμένοντες, ὅπως ζητήσωσι τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§185Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Καταλήγων τὸν λόγον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι θὰ μεταμεληθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον ἐπιζητοῦσι τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀκριβῶς ἡ φράσις αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔρχεται νὰ βεβαιώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη παρὰ τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ ἀρχηγοῦ μου, ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐπιτροπή, νὰ γείνῃ τὸ κατηγορητήριον παρ’ ἐκείνων, οἵτινες τὸ ἐπιθυμοῦσι, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ ἕκαστος τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ ἐντεῦθεν, ὅτι θὰ ὑπάρξουν οἱ μεταμεληθησόμενοι. Οἱ μεταμεληθησόμενοι δὲν γνωρίζομεν ποῖοι θὰ ἦναι, καὶ θὰ τοὺς ἴδωμεν μόνον τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς.
§186ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ποταμιάνου εἶναι ἡ αὐτὴ κατ’ οὐσίαν μὲ τὴν ἐμήν, ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου καὶ συντάσσομαι μετὰ τῆς τοῦ κ. Ποταμιάνου.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μένει ἡ πρότασις τῶν κ. Ποταμιάνου καὶ Μπασιᾶ.
§188Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἤρχισε τὸν λόγον του περὶ τῶν παρασκευῶν τοῦ στόλου καὶ τῆς ἐν γένει λαμπρᾶς καὶ καλῆς καταστάσεως αὐτοῦ, κατηγορῶν τοὺς κυβερνήσαντας τὸν στόλον κατὰ τὸν πόλεμον, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, τουτέστιν ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ μέσου ἢ μᾶλλον ἀπὸ τοῦ τέλους τῆς ὑποθέσεως. Ἐγὼ ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι λίαν ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπιμένει εἰς τὸ νὰ συστηθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, διότι τὰ τοῦ πολέμου εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῶσιν ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ν’ ἀπολογηθῇ αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους περὶ τοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος τὸν ἠνάγκασε νὰ κηρύξῃ κατὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας τὸν πόλεμον. Ἀρνεῖται, λέγων ὅτι δὲν ἐκήρυξε τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅστις διὰ τοῦ στόλου καὶ τοῦ στρατοῦ του καταλαμβάνει ξένην χώραν, βεβαίως κηρύττει τὸν πόλεμον· μετὰ τὴν κήρυξιν δὲ τοῦ πολέμου δὲν ἔλαβε μέτρα, ὅπως ὁ στρατὸς καὶ ὁ στόλος ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των. Καὶ μετὰ τοῦτο θὰ ἔλθωμεν νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὁ στόλος καὶ ὁ στρατὸς ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ κατὰ πόσον παρεσκεύασεν αὐτοὺς πρὸς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Μετὰ δὲ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ ἐκθέσω τὰ λεχθέντα δύο μῆνας πρὸ τοῦ πολέμου μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὡς Πρωθυπουργοῦ τότε.
§189Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐννοῶ κάλλιστα τὴν ψυχολογικὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ τῇ στιγμῇ ταύτῃ εὑρίσκεται ἡ Βουλή. Ἀλλ’ αἰσθάνομαι συγχρόνως ἐμαυτὸν ἀληθῶς πλήρη ἱερᾶς συγκινήσεως. Δέον νὰ κατανοῶμεν πάντες, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι ἱερὸς βωμὸς, ὃν ἵδρυσαν ἡμῖν ἀγῶνες καὶ θυσίαι γενεῶν ὁλοκλήρων, βωμὸς φιλοπατρίας καὶ ἐλευθερίας. Ἡ ἐλευθερία δ’ ἀκριβῶς τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐξειλίχθη ἐδῶ, δικαίως ἥρμοζε πρὸς ὕψιστα ζητήματα. Ἀλλ’ ἡ φιλοπατρία ἐπίσης ἐνίοτε ἐπιτάσσει, ὡς διδάσκει ἡ ἱστορία, ἵνα καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐν ἀνάγκῃ σιγῶσι. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐξετίμησα δεόντως καὶ αἰσθάνομαι ὅλην τὴν πολιτικὴν εὐτολμίαν καὶ ὑπερηφάνειαν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δεχθέντος τὸν ἔλεγχον, ἀλλ’ ὡσαύτως καὶ τὴν πολιτικὴν ἐχεφροσύνην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὑπέδειξε τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἔδει τὸ ζήτημα νὰ μείνῃ ἕως ἐδῶ. Παρ’ ὅλην ὅμως τὴν ἐκτίμησιν, ἣν αἰσθάνομαι πρὸς αὐτὸν, ἀδυνατῶ νὰ κρύψω τὴν ἀπορίαν μου, διατὶ οὕτως αἴφνης μετέβαλεν ἀμέσως φρόνημα καὶ δὲν ἐνέμεινεν ἐν τῇ λίαν ὀρθῇ πρώτῃ αὐτοῦ γνώμῃ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ καὶ ὁ ἀρχηγὸς ἢ ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐπιφανῶν ἡγετῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οἱ ἄλλοι πάντες ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι νὰ μὴ θελήσω νὰ συμφωνήσω πρὸς τὰς ἐκφρασθείσας παρ’ αὐτῶν ἰδέας. Θὰ παρεκάλουν δὲ τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ τὴν ἀκόλουθον πρότασίν μου: «Ἡ Βουλή, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἡ μετάβασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀκριβῶς θ’ ἀποδείξῃ, ὅτι συναισθανόμεθα κάλλιον τὸ καθῆκον ἡμῶν πρὸς βελτίωσιν τῶν κοινῶν, καὶ ὅτι τὴν βελτίωσιν ταύτην θὰ ἐπιδιώξωμεν διὰ νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν ἐνδεικνύει καὶ ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα περὶ τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν. Ἀφοῦ πάντες ἀνομολογοῦμεν, ὅτι κακῶς ἔχει ἡ κατάστασις ἡ πολιτική, ὑφ’ ἧς ἐπικινδύνως ἐπηρεάζονται πάντα, ὅτι τὸ σύστημα εἶναι κυρίως ἐκεῖνο, ὃ πταίει, διατὶ νὰ ἐγείρωμεν πρὸς ἀλλήλους ἀντεγκλήσεις; Καὶ τίς πιστεύει ὀρθῶς, ὅτι οἱ λαμβάνοντες τὴν τιμὴν νὰ ἀνέρχωνται ἑκάστοτε εἰς τὰ ἀνώτατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα συλλογίζονται μᾶλλον τὴν ἑαυτῶν εὐθύνην ἢ τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος; Οὐδέποτε ἐγὼ τοὐλάχιστον θέλω νὰ φρονῶ, ὅτι τὰς σκέψεις αὐτῶν καὶ τὰς πράξεις ἐρρύθμισέ τις φόβος ποινῆς, ἀλλ’ αἴσθημα πατριωτικόν, ὅπως τι, ἀφορῶν εἰς τὸ ἔθνος, ἀποφύγωσιν ἢ ἐπιτελέσωσι. Καὶ πιστεύω, ὅτι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ὡδηγήθησαν ὑπὸ τοιούτου αἰσθήματος, εἰ δέ ποτε ἐσφάλησαν, τὸ πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον (humanum errare). Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἀκριβῶς τὸ ὑφεστὼς σύστημα τῆς συγκεντρώσεως τῆς διοικητικῆς εἶναι κυρίως ἡ αἰτία τῶν κακῶν πάντων. Καὶ ξένοι πολιτικοὶ καὶ πολιτειολόγοι ἔξοχοι ἀνομολογοῦσιν, ὅτι ἡ συγκέντρωσις (centralisation), ὁπουδήποτε ἐπεκράτησεν, ἐγένετο ἡ μήτηρ πάσης διαφθορᾶς. Καὶ ἄλλα Κράτη, μεγάλα μάλιστα καὶ ἰσχυρά, ὑπὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα, πολλὰ δεινὰ ἔπαθον, καὶ περιῆλθον καὶ ἐκεῖνα εἰς οἵαν θέσιν καὶ ἡμεῖς νῦν εὑρισκόμεθα. Εἰς τί, ὡς ὀρθῶς παρετήρησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ὠφέλει ἡ περὶ εὐθυνῶν νῦν συζήτησις, παρέλκουσα ἡμᾶς ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἐργασίας, ἣν ἔχομεν πρὸ πάντων καθῆκον νὰ ἐπιτελέσωμεν καὶ δι’ ἣν κυρίως ἐξέλεξεν ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Τὰ αἴτια τῶν γενομένων καὶ τῶν σφαλμάτων γνωρίζομεν. Εἶναι πολλά, ἔμμεσα. Ἀλλ’ ἄμεσον ἕν. Τὸ Σύστημα. Ἀκριβῶς δ’ αὐτὸ τοῦτο κυρίως πταίει. Ὄχι τὰ πρόσωπα. Τί θέλετε λοιπὸν νὰ ζητῆτε εὐθύνας παρὰ τῶν προσώπων; Ἐν ὅσῳ τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως ἐπικρατεῖ, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐλευθερίαν ἐνεργείας οὔτε οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοὶ τοῦ λαοῦ, οὔτε οἱ Ὑπουργοί. Διατελοῦμεν δ’ ἀκριβῶς πάντες ἐν κύκλῳ ἀμοιβαίας ἐξαρτήσεως, καὶ διαφθείρεται ἡ συνείδησις τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἀναιρεῖται ἡ Ὑπουργικὴ εὐθύνη. Παραμελοῦντες καθ’ ἑκάστην τῶν δεόντων, ἀπασχολούμεθα λεληθότως εἰς ἐθνοφθόρον ἐργασίαν, ὅταν δ’ ἐπιστῇ ὁ καιρὸς τῆς δράσεως, ἀποκαλυπτόμεθα οἷοι εἴμεθα, χρήζοντες πλείστων, τοῦ καθήκοντος ἀμεριμνήσαντες. Καὶ οἱ κατήγοροι χθὲς γίνονται κατηγορούμενοι σήμερον. Καὶ ἐγείρονται ζητήματα ἀντεγκλήσεων καὶ εὐθυνῶν, ἵνα, ὡς εὐνόητον οἴκοθεν, εἰς μηδὲν καταλήξωσιν ἀποτέλεσμα. Διότι ὑπὸ συγκέντρωσιν «ὁ ἀναμάρτητος τὸν λίθον πρῶτος βαλέτω». Ἀκριβῶς δὲ ἡ νῦν Κυβέρνησις, ὡς φαίνεται, κατενόησε κατὰ μέγα μέρος τὴν αἰτίαν τοῦ κακοῦ, καὶ τὰ νομοσχέδια, ἃ εἰσάγει εἰς τὴν Βουλήν, βεβαίως θὰ τείνωσιν εἰς τὴν μετρίασιν τῆς συγκεντρώσεως, ἵνα καταλήξῃ ποτὲ ἡ μέλλουσα νομοθετικὴ ἐργασία εἰς τὴν ὅλην ἄρσιν αὐτῆς, ἣν ἡμεῖς τοὐλάχιστον, δι’ οὓς λόγους ἐν καιρῷ θ’ ἀναπτύξωμεν, φρονοῦμεν ἐνεργητέαν. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν αἴρεται ἡ αἰτία, τὰ ἀποτελέσματα ἔσονται πάντοτε τὰ αὐτὰ, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οἱ κυβερνῆται καὶ οἱ Ὑπουργοί. Διότι οἱ καλοὶ γίνονται λεληθότως κακοί, καὶ οἱ κακοὶ χείρονες. Διαφορὰ ὑπάρχει μόνον κατὰ ποσόν. Αἱ δὲ ἐξαιρέσεις εἰσὶν ὀλίγισται. Μὴ κατηγορῶμεν λοιπὸν ἀλλήλων, ὅτι ἐξ ἐλλείψεως φιλοπατρίας ἠμελήσαμεν τούτου ἢ ἐκείνου, ἢ ἐξεκλίναμεν τῆς εὐθείας. Πρὸς Ἕλληνας Βουλευτάς, συναισθανομένους ἀκριβῶς, ἐν τοῖς νῦν μάλιστα καιροῖς, τὴν ὑψηλὴν αὐτῶν ἀποστολὴν, φρονῶ, ὅτι δικαίως ποιοῦμαι ἔκκλησιν, παρακαλῶν, ὅπως δεχθῆτε τὴν ἐμὴν πρότασιν. Αὐτὴ δὲ εἶναι καὶ ἡ συμφωνοτέρα ἀληθῶς πρὸς τὴν νῦν κατάστασιν. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐπιμείνωμεν, συζητοῦντες καὶ ἀσχολούμενοι ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ, θ’ ἀπολέσωμεν μάτην καιρὸν, διότι οὗτος θὰ παρέλθῃ ἄνευ πρακτικῆς τινος ἐργασίας. Ὁ μέγας Φωκίων ἔλεγεν «ἴσμεν ἀλλήλους». Καὶ μήπως δὲν γνωρίζομεν ἀλλήλους ἐδῶ ἀρκούντως, ὥστε νὰ γινώσκωμεν, ὅτι πάντες ἔχομεν προτερήματα καὶ πάντες ἔχομεν ἐλλείψεις; Ἀλλὰ πάντας ἡμᾶς βεβαίως συνδέει καὶ ἐμπνέει ἁγνὸς πρὸς τὴν πατρίδα ἔρως, ὅστις δέον νὰ μᾶς ὁδηγῇ εἰς ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος ἐνταῦθα, καθ’ ὅλην τὴν ἐργασίαν, τὴν ἐπιτασσομένην ὑπὸ τῆς ὑψηλῆς ἐντολῆς, ἣν ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία εἶναι λοιπὸν ἡ πρότασίς σας;
§191ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. «Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§192ΠΟΛΛΟΙ. Γραπτὴν νὰ τὴν ὑποβάλητε.
§193ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§194Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἂν μὴ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς μὴ ὤφελε, θρασεῖαν ἤγειρε κεφαλὴν τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπέφερε τὸν ὄλεθρον τῆς Ἑλλάδος. Τὸ κακὸν τοῦτο εἶναι ἡ δημοκοπία, ἡ ὁποία ἤγειρε καὶ πάλιν αὐθάδη τὴν κεφαλὴν, προκαλοῦσα καὶ πρόθυμος δῆθεν νὰ δώσῃ εὐθύνας, αὐτὴ ἐκείνη, ἥτις ἐγένετο ἡ ἀφορμὴ πάντων τῶν κακῶν, τῶν συντριψάντων τὴν Ἑλλάδα, ἡ δημοκοπία ἡ προκαλέσασα τὴν 7ην Ἀπριλίου καὶ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου καὶ τὴν 16ην Ἀπριλίου. Εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ τέρμα, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς ταύτην καὶ νὰ κτυπηθῇ κατακέφαλα ἡ ἔχιδνα αὐτὴ, ἀφαιρουμένης τῆς λεοντῆς αὐτῆς, καὶ πρὸς τοῦτο κρίνω ἀπαραίτητον τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Ναυπλίας ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἣν καὶ ἐπικροτῶ.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη καὶ ἑτέρα πρότασις παρὰ τοῦ κ. Καπετανάκη, ἥτις εἶναι καὶ ἡ ἀπωτέρα...
§196ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ ψηφισθῇ ἀπόψε; ἢ θὰ τυπωθῇ;
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ νὰ τυπωθῇ; Ἡ πρότασις τοῦ κ. Καπετανάκη ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπερρίφθη.
§198Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπερρίφθη.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτως ἀντιλαμβάνεται τὸ Προεδρεῖον. Τίθεται τώρα ἡ δευτέρα πρότασις εἰς ψηφοφορίαν, ἡ τῶν κ. κ. Ποταμιάνου καὶ Μπασιᾶ, ἣν ὑπέγραψε καὶ ὁ κ. Στάης (ἀναγινώσκει): «Προτείνομεν ἵνα ἡ Βουλὴ ἐκλέξῃ, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, δεκαπενταμελῆ ἐκ Βουλευτῶν ἐπιτροπὴν, ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ: 1) Ποῖα τὰ αἴτια τοῦ πολέμου; 2) Ἦτο ὁ τόπος παρεσκευασμένος πρὸς τοῦτον; 3) Ἔπρεπε καὶ ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ αὐτὸν τὸ Κράτος; 4) Ἐλήφθησαν ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα, ὅπως οὗτος διεξαχθῇ προσηκόντως; 5) Εἰς τί ὀφείλονται αἱ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ἀποτυχίαι ἡμῶν; Ἐν γένει δὲ ἡ ἐκλεχθησομένη ἐπιτροπὴ νὰ συλλέξῃ τὰ στοιχεῖα καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐξαγόμενα αὐτῶν δι’ ἐκθέσεώς της, ἵνα καὶ τὸ ἔθνος καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ φωτισθῶσι καὶ ἡ Βουλὴ δὲ ἰδίως κρίνῃ, ἂν ὑπάρχωσι περιστάσεις νὰ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς κατὰ τῶν ὑπεχόντων εὐθύνας.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§200ΦΩΝΑΙ. Δὲν παρεδέχθη.
§201ΑΓ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Εἶσθε ὀλίγοι.
§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀντιρρήσεις, νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§205ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τῶν κ.κ. Ποταμιάνου, Μπασιᾶ καὶ Στάη. Θέλετε νὰ προβῶμεν τώρα εἰς τὴν ἐκλογήν;
§207Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὔριον.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§209ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πότε θὰ ἐπανέλθωμεν; Εἶναι ἡ ὥρα 9 καὶ 15′.
§211ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μείνωμεν μίαν ὥραν ἀκόμη, καὶ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν, ἐπειδὴ εἶναι ἀργά.
§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά. Μετὰ μίαν ὥραν ὅμως νὰ ἀπέλθωμεν.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐξακολουθεῖ ἡ συνεδρίασις. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐν Σμύρνῃ ἀτμοπλοΐας «Π. Πανταλέων» συνομολογηθείσης τῇ 4 Σεπτεμβρίου ἐ.ἔ. συμβάσεως. 2) Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 χορηγηθεισῶν πιστώσεων διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Μαΐου καὶ Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1899. 3). Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1899. 4) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1898 Β. Διατάγματος περὶ τῶν εἰς Θεσσαλίαν εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καταλήψεως αὐτῆς. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§216Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ὑπέβαλον μίαν τροπολογίαν, Κύριοι, καὶ ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπ’ αὐτῆς. Ἀφοῦ τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου 1898 πρόκειται νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, κυρούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ψηφίζεται, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν μου ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου καὶ ἐφεξῆς, τὴν ὁποίαν χθὲς ὑπέβαλον. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, Κύριοι, ἐπειράθην νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο δὲν στηρίζεται ἐπ’ οὐδενὸς νόμου τοῦ Κράτους, ἐπίσης ὅτι καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν στηρίζεται ἐπὶ οὐδεμιᾶς βάσεως, αἰτιολογούσης τὴν ἐπιβαλλομένην φορολογίαν, καὶ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, θὰ ἀποβῇ νόμος δημευτικός, φορολογῶν δηλαδὴ οὐχὶ τὸ κέρδος τῶν ἐμπόρων τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διισχυρίσθη χθές, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ διατάγματος τῆς 19 Ἀπριλίου καὶ ἄνευ νομοσχεδίου κυροῦντος τὸ διάταγμα τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐπιστρέφουσα εἰς Θεσσαλίαν, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ φορολογήσῃ τὰ ἐμπορεύματα, ἅμα τὰ εὕρισκεν, ἔστω καὶ εἰς τὰς χεῖρας τῶν κατόχων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλὰ τότε πρὸς τί ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου 1898; ἢ ποῖοι εἶναι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιτρέπουσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ φορολογήσῃ τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα καὶ νὰ ἐπιβάλῃ μάλιστα καὶ ποινὰς οὐχὶ μόνον εἰς τοὺς εἰσαγαγόντας ταῦτα, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς κατέχοντας αὐτά; Ἀντὶ ἀπαντήσεώς του θέλω ὑποβάλει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν ἑξῆς συλλογισμόν. Ἐὰν ὁ τελωνιακὸς δασμὸς τῆς Τουρκίας ἦτο ἴσος πρὸς τὸν τελωνιακὸν δασμὸν τῆς Ἑλλάδος, ἢ ἐπ’ ὀλίγον τι μόνον κατώτερος, θὰ ἐπήρχετό ποτε εἰς τὸν νοῦν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ φορολογήσῃ τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ φορολογήσῃ ἐκ νέου τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα, καίτοι πληρώσαντα ἤδη τὸν τελωνιακὸν δασμὸν εἰς τὴν Τουρκίαν, ἥτις τότε ἐνήσκει δικαιώματα κυριαρχικά; Οὐδέποτε βεβαίως. Καὶ ὅταν εἰς τὰ σοφίσματα ἐκεῖνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦλθεν ἀρωγὸς καὶ ὁ ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, διισχυρισθεὶς ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ τότε, ἐπὶ τῆς κατοχῆς, ἐνήσκει δικαιώματα κυριαρχικὰ ἐντεῦθεν διὰ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐδημοσίευεν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» διὰ τὴν κατεχομένην Θεσσαλίαν, ἐνεθυμήθην, Κύριοι, ἓν παλαιὸν ἀνέκδοτον ἔχον σχέσιν μὲ τὴν ἐπαρχίαν μου. Ὁπλαρχηγός τις κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1854, ἀνελθὼν εἰς τὰς κορυφὰς τοῦ Πηλίου μετὰ ὁπλιτῶν τινων, ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐκήρυξεν ὑπερηφάνως τὴν κατάργησιν τῆς τουρκικῆς δυναστείας καὶ τὴν ἀναγόρευσιν τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.
§217ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μικρὰ πράγματα!
§218ΤΟΠΑΛΗΣ. Τοιαύτην ἐντύπωσιν ἐπροξένησαν καὶ εἰς ἐμὲ τὰ κυβερνητικὰ μέτρα, τὰ τότε λαμβανόμενα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ χθὲς, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξήσκει ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας κυριαρχίαν, ἥτις ἐματαίου τὴν ἐνασκουμένην κυριαρχίαν τῆς Τουρκίας ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας. Καὶ ἐγένοντο — εἶναι ἀληθὲς — μεταβολαί τινες τότε, σχετιζόμεναι πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, δημοσιευθεῖσαι διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἐτοποθετήθη μάλιστα, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, καὶ γυμνασιάρχης τις, μετατεθεὶς εἰς τὸ Γυμνάσιον Λαρίσης, ἀλλὰ ταῦτα βεβαίως δὲν συνέτεινον, ἵνα ἀποδείξωσι τὴν κυριαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἐνήσκει ἡ Ἑλλὰς εἰσέτι ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας, διότι ἡ τουρκικὴ δυναστεία ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν της, καὶ τὸ ἀτύχημα εἶναι, ὅτι ἔμεινε καὶ ἐντὸς τῆς Θεσσαλίας! Ἀλλὰ μᾶς ὑπέμνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀνάλογοι κατ’ αὐτὸν περιστάσεις ὁμοίως ἐλύθησαν καὶ ἐν Γαλλίᾳ, διότι τὸ Ἐφετεῖον τοῦ Μὲτς καὶ τὸ Ἐφετεῖον τοῦ Νανσὺ κατεδίκασαν Γάλλους πολίτας εἰς τὴν ποινὴν τοῦ λαθρεμπόρου, διότι εἰσήγαγον κατὰ τὴν Γερμανικὴν κατοχὴν ἐμπορεύματα εἰς Γαλλίαν...
§219ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§220ΤΟΠΑΛΗΣ. Θὰ ἔλθω ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε μείζονα τὴν περιέργειαν, ἤθελε μάθει, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται τῶν Ἐφετείων τοῦ Μὲτς καὶ τοῦ Νανσὺ δὲν ἐκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῆς Γαλλίας, ὅπως κυροῦται σήμερον τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου ὑπὸ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἐκτὸς δὲ τούτου αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς ἡ κατοχὴ τῆς Γερμανίας ἐλειτούργει ἐν Γαλλίᾳ, ἦσαν ὅλως διάφοροι ἐκείνων, ὑφ’ ἃς ἐτελεῖτο ἡ κατοχὴ ἡ τουρκικὴ ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι ἐκεῖ παρέμενον οἱ Γάλλοι ὑπάλληλοι, παρέμενον οἱ Γάλλοι δικασταὶ, ὡς καὶ οἱ τελωνιακοὶ ὑπάλληλοι εἰς ἐπὶ τούτῳ ὁρισθείσας θέσεις, δι’ ὧν ἐνησκοῦντο τὰ δικαιώματα τὰ κυριαρχικὰ τῆς Γαλλίας.
§221ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις ἀναγράφουν, ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε τελωνιακὸς ὑπάλληλος Γάλλος, ἀλλ’ ὅτι ἦσαν οἱ Γερμανοί, οἱ ὁποῖοι ἔδιδον ἀδείας καὶ ἐτελώνιζον.
§222ΤΟΠΑΛΗΣ. Λυποῦμαι πολύ, διότι δὲν ἐνδιετρίψατε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅσον εἰς ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Γαλλίας, διότι οἱ Γερμανοί, ἅμα εἰσήρχοντο εἰς γαλλικὸν ἔδαφος, κατήργουν μὲν δυνάμει τοῦ πολέμου τὰς γαλλικὰς ἀρχάς, ἀλλ’ ἵνα τὰς ἀνασυστήσουν ἀμέσως.
§223ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν συνομολογήθη ἡ εἰρήνη.
§224ΤΟΠΑΛΗΣ. Καὶ πρὸ τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης, κύριε Ὑπουργέ.
§225ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης τὰ δικαιώματα τῶν ἀρχῶν ἤσκουν Γερμανοί.
§226ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἑπομένως, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὡς βάσις δικαιολογητικὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἀπομένει ἄλλη, εἰμὴ ὁ ἰσχυρισμὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον πολλοὶ τῶν συναδέλφων ἐνταῦθα προέβαλον, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θέλει νὰ φορολογήσῃ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προσπορισθῶσιν οἱ ἔμποροι, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἐμπορευμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Διισχυρίσθησαν ἰδίως, ὅτι, ἀφοῦ οἱ καταναλωταὶ θὰ πληρώσουν τὸν φόρον τοῦτον, εἶναι δίκαιον τὸ Δημόσιον νὰ φορολογήσῃ τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα, ἵνα τοὐλάχιστον προσπορισθῇ αὐτὸ τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα θὰ προσεπορίζοντο ἄλλως οἱ ἔμποροι. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς, Κύριοι, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ὑποστηρίζεται, ἡ μόνη ἐναπομένουσα ὡς δικαιολογητικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, φορολογήσατε τότε δικαίως, φορολογήσατε δηλαδὴ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προσπορισθῶσιν οἱ ἔμποροι ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, λάβετέ το ὁλόκληρον, ἂν θέλητε, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸ κεφάλαιον τούτων, ὄχι καὶ τὴν ἀξίαν τῶν ἐμπορευμάτων αὐτῶν, τὴν ἐπιβεβαρημένην μὲ ὅλας τὰς ζημίας καὶ τὰς δαπάνας καὶ τοὺς τόκους, δι’ ὧν ἐπεβαρύνθη ἕνεκεν τῶν ἐκρύθμων περιστάσεων ἡ ἀξία τῶν ἐμπορευμάτων τούτων. Ἐὰν ἐξετάσωμεν καταλεπτῶς τὸ ζήτημα, θέλετε πεισθῆ πάντες, ὅτι τὸ ποσὸν, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπεβαρύνθη ἡ ἀξία τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, ἀνέρχεται εἰς πλέον τῶν 50%, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν ταύτην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, ὅπως τὸ 12% ἐπὶ τῶν καταβλητέων τελῶν ἀνέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 50%. Καὶ φέρω ὡς παράδειγμα, Κύριοι, τὴν τιμὴν τῆς ζακχάρεως, χάριν τῆς ὁποίας κυρίως ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου 1898, διότι ἡ ζάκχαρις ἦτο τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἑλληνικοῦ τελωνιακοῦ τέλους της, φέρω ὡς παράδειγμα, λέγω, τὴν ζάκχαριν, τῆς ὁποίας ἡ τιμὴ κατ’ ὀκᾶν ἀντιστοιχεῖ περίπου μὲ τὸ ποσὸν τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ κατ’ ὀκᾶν. Ἡ τιμὴ αὐτῆς εἶναι δραχμὴ μία περίπου κατ’ ὀκᾶν. Ἐὰν εἰς ταύτην προσθέσητε, Κύριοι, τὰ τουρκικὰ τέλη, ἐὰν προσθέσητε δύο ἐτῶν τόκους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐπεβαρύνθη ἡ ἀξία αὕτη, ἐὰν προσθέσητε τὰς δαπάνας, δι’ ὧν ἐπεβαρύνθη τὸ ἐμπόρευμα τοῦτο τῆς μετακομίσεως ἀπὸ τῶν ἀποθηκῶν τῶν ἐμπόρων εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς διαμετακομίσεως, καὶ ἐὰν προσθέσητε τὴν διαφορὰν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπεβαρύνθη τὸ ἐμπόρευμα τοῦτο, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ ἀξία τῆς ἐν λόγῳ ζακχάρεως ἄνευ τελωνισμοῦ ἀνέρχεται ἤδη εἰς τὴν τιμὴν τῆς μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν. Ἑπομένως, ἐὰν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον φορολογήσῃ τὴν ζάκχαριν ταύτην μὲ μίαν εἰσέτι δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν, θέλομεν ἔχει ἀμέσως τιμὴν τῆς ζακχάρεως ταύτης 2 δραχ. καὶ ἡμίσειαν κατ’ ὀκᾶν, εἶναι δὲ ἀδύνατον τότε οἱ ἔμποροι τῆς Θεσσαλίας καὶ τοῦ Βόλου νὰ συναγωνισθῶσι μὲ τοιαύτην τιμὴν πρὸς τὸ ἐμπόριον τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν δὲ πωλήσωσι τὴν ζάκχαριν αὑτῶν πρὸς 1,80 κατ’ ὀκᾶν, ὅπως ἀναντιρρήτως θὰ τὴν πωλήσωσι, θέλουσι ζημιωθῆ ἀνενδοιάστως, δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοὐλάχιστον 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ προτείνω τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἡ ὁποία ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν τῶν 12% εἰς 50%. Καὶ τὰ 50% δὲ ταῦτα, ἐὰν ἐκπεσθῶσιν, οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι δωροῦμεν κέρδη εἰς τοὺς ἐμπόρους ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου· ἀπαλλάσσομεν αὐτοὺς ἀπὸ μέρους τῆς ζημίας, ἡ ὁποία προῆλθεν ἕνεκα τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθησαν, ἀλλ’ οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δωροῦμέν τι εἰς τοὺς ἐμπόρους τῆς Θεσσαλίας, ἀκόμη καὶ ἂν ἐκπέσωμεν καὶ αὐτὰ τὰ 50%. Οὔτε πρέπει, Κύριοι, νὰ παραπεισθῆτε ἐκ τῶν ἰσχυρισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν ἐντεῦθεν, ὅτι οἱ ἔμποροι τοῦ Βόλου ἐπλούτησαν κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, ὅτι οἱ ἔμποροι τοῦ Βόλου δὲν ἐζημιώθησαν ἐκ τῆς καταστάσεως ἐκείνης τῆς ἐκρύθμου, ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Ἐνδεχόμενον, Κύριοι, νὰ μὴ εὕρητε καταστροφὰς ἐν Βόλῳ, ἀλλὰ ζημίας θὰ εὕρητε εἰς πάντα ἔμπορον, εἰς πάντα κάτοικον τοῦ Βόλου. Τὸ ἐμπόριον, Κύριοι, τῆς Θεσσαλίας εἶναι εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Βόλου, ἡ παραμικρὰ δὲ πάθησις τοῦ ἐμπορίου τῆς Θεσσαλίας ἔχει τὸν ἀντίκτυπόν της ἐν Βόλῳ. Τὰ πλεῖστα τῶν τσιφλικίων, Κύριοι, καὶ τῶν λοιπῶν κτημάτων τῆς Θεσσαλίας ἀνήκουσιν εἰς ἐμπόρους ἢ κατοίκους τοῦ Βόλου, καὶ ἑπομένως ἡ καταστροφὴ αὐτῶν ἐπέδρασε σπουδαίως ἐπὶ τῆς περιουσίας τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν κατοίκων τοῦ Βόλου. Αἱ ἀποθῆκαι, αἵτινες διηρπάγησαν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Θεσσαλίας, ἀνήκουσι κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς κατοίκους τοῦ Βόλου· τὰ κτίρια, τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Θεσσαλίας, ἦσαν ὑποθηκευμένα κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς κατοίκους τοῦ Βόλου· οἱ μπασματάδες, Κύριοι, οἱ εὑρισκόμενοι σήμερον εἰς χεῖρας τῶν Θεσσαλῶν, ἀνήκουσι κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς κατοίκους τοῦ Βόλου, καὶ τὰ ξένα δὲ ἀκόμη τσιφλίκια, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς κατοίκους τοῦ Βόλου, εἶναι ὑποθηκευμένα κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς αὐτοὺς, καὶ ἕνεκεν τῆς καταστροφῆς ἐκείνων βεβαίως οἱ δανεισταὶ θέλουσιν ἔλθει εἰς συνεννόησιν ἐπιεικῆ μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν αὐτῶν, καὶ θὰ χάσωσιν οὐ μόνον ἐκ τῶν τόκων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν κεφαλαίων. Καὶ εἶναι δυνατόν, Κύριοι, μετὰ ταῦτα νὰ διϊσχυρισθῶμεν, ὅτι δὲν ἐζημιώθη ὁ Βόλος; Ἐὰν δὲν βλέπωμεν καταστροφὰς ἐν Βόλῳ, εἶναι, διότι ἕνεκα τῆς γεωγραφικῆς του θέσεως καὶ ἄλλων αἰτίων οἱ Τοῦρκοι ἠναγκάσθησαν νὰ φεισθῶσι τῶν οἰκοδομῶν, αἱ ζημίαι ὅμως εἶναι τοιαῦται, ὥστε οὐδόλως δύνανται νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστησαν, ὅσον μεγάλαι καὶ ἂν ἦναι αὗται, αἱ μικρότεραι ἄλλαι πόλεις καὶ τὰ χωρία τῆς Θεσσαλίας. Ἀπέναντι δὲ τῶν ζημιῶν τούτων, ἃς ὑπέστησαν οἱ ἔμποροι Βόλου, τί ἔρχονται νὰ ζητήσωσιν οὗτοι ἀπὸ τὸ Κράτος σήμερον; Νὰ τοῖς ἐπιβάλῃ μίαν φορολογίαν, ἡ ὁποία τοὐλάχιστον νὰ μὴ ζημιώσῃ αὐτούς. Τοῦτο μόνον παρακαλοῦσιν. Ἀλλὰ θὰ παραπονεθῶσι, λέγουσιν, αἱ ἄλλαι τάξεις, αἵτινες ἐζημιώθησαν ἐκ τοῦ πολέμου, ἐὰν χαρισθῇ τι εἰς τοὺς ἐμπόρους. Καὶ μήπως, θὰ εἴπωσιν εὐλόγως οἱ ἔμποροι, δὲν ἐδόθησαν 6 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας; μήπως δὲν ἐδαπάνησεν, ὡς πολὺ εὐλόγως ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέρογκα ποσὰ τὸ Κράτος διὰ νὰ διαθρέψῃ τοὺς καταφυγόντας ἐνταῦθα πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας; μήπως δὲν ἔδωκεν ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν εἰς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας ἐπαγγελματίας, οἱ ὁποῖοι παρέμενον εἰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἑλλάδος; Καὶ ἔρχονται σήμερον οἱ ἔμποροι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι τόσα ὑπέστησαν, παραμείναντες ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Βόλῳ μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς των, μὲ κίνδυνον τῆς περιουσίας καὶ τῆς τιμῆς των, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διετήρησαν κατὰ μέγα μέρος τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἠμπόδισαν τὴν ὁλοσχερῆ αὐτῆς καταστροφήν, κοινωνικὴν καὶ ἐμπορικήν, ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουν: «Ἀπέναντι ὅλων τῶν ζημιῶν τούτων, ἀπέναντι ὅλων τῶν κινδύνων, τοὐλάχιστον νὰ μὴ μᾶς ζημιώσητε· δὲν θέλομεν νὰ μᾶς χαρίσητε, — ἂν καὶ τὸ ὅλον ποσὸν εἶναι ἐλάχιστον, οὐδ’ ἔπρεπεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ διαφιλονικήσῃ αὐτό, — ἀλλὰ τοὐλάχιστον μὴ μᾶς ζημιώσητε, μὴ μᾶς ἀναγκάσητε, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ συναγωνισθῶμεν πρὸς τὸ ἐπίλοιπον ἐμπόριον τῆς ἄλλης Ἑλλάδος.» Ἐὰν θέλητε νὰ κωφεύσητε εἰς ταῦτα, κωφεύσατε, ἀλλὰ βεβαίως θ’ ἀδικήσητε Ἕλληνας πολίτας! Πλὴν τούτου, Κύριοι, ὑποβάλλω καὶ ἑτέραν τροπολογίαν, προτείνων, ἵνα μεταξὺ τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου προστεθῇ ἕτερον ἄρθρον, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1898 Β-Διατάγματος «περὶ τῶν εἰς Θεσσαλίαν εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καταλήψεως αὐτῆς» εἰσπραχθέν, ὡς καὶ τὸ δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου εἰσπραχθησόμενον ποσόν, κατατεθήσεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα διατεθῇ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὸν ἐπὶ τούτῳ ψηφισθησόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμον.» Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, ἔπραξε βεβαίως πολλὰ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ βεβαιώθητε, ὅτι δὲν ἔπραξεν εἰσέτι ὅσα ἔπρεπε νὰ πράξῃ, διότι ἄλλως δὲν ἠθέλετε ἀκούει ἡμᾶς ἑκάστοτε διαμαρτυρομένους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνορθώσῃ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου ἐψηφίσθη νόμος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῇ προτάσει τοῦ τότε Ὑπουργείου, περὶ διαθέσεως τῆς πιστώσεως τῶν 10 ἑκατομμυρίων, καὶ διετέθησαν ἤδη ἐκ τούτων 6,500,000 ὑπὲρ τῶν γεωργικῶν ἰδίως πληθυσμῶν τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσι πρὸς πραγματικὴν ἐπούλωσιν τῶν πληγῶν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου. Παρέσχον βεβαίως μεγάλην ἀνακούφισιν εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς πενομένους, οὐδὲ δύναμαι νὰ ἐννοήσω, Κύριοι, τὴν κατακραυγὴν κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἡ ὁποία ἐγείρεται ἐνίοτε ἐντεῦθεν, ἰδίως ἀπὸ Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν διενεμήθη ποσόν τι ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης, διότι αἱ ἁρμόδιαι ἐπιτροπαί, δικαίως ἢ ἀδίκως, ὑπέλαβον, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ διανεμηθῶσι ποσὰ εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, ὅπως δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς ἐπετέθη ἐπίσης κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ ἐχαρακτήρισεν αὐτὸν ἀποτυχόντα ἐν τῇ ἀποστολῇ του. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διῆλθεν ἐκ Θεσσαλίας καὶ ἀντελήφθη διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν ὀξυνοίας, ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν παρέμεινεν ἐκεῖ, πολλὰς ἀνάγκας Θεσσαλικὰς, ἀλλὰ τὰς μετὰ τὸν πόλεμον ἀνάγκας βεβαίως δὲν ἠδυνήθη νὰ τὰς κατανοήσῃ, ἀφοῦ δὲν παρέστη εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, παρέστην μάρτυς τῶν συλλαλητηρίων τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων τῶν χωρίων καὶ τῶν πόλεων, οἵτινες ἤθελον νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου, καὶ εἶδον τὴν ἀγωνίαν τῶν συμπολιτῶν μου ἐν Βελεστίνῳ, μετὰ τῆς ὁποίας ἀνέμενον τὴν παροχὴν ἐκείνου τοῦ χρήματος, καὶ εἶδον τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν σημασίαν, τὰς ὁποίας ἀπέδιδον εἰς τὸ γλίσχρον ἀληθῶς ἐκεῖνο ποσὸν, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐδόθη διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ εἶδον ποίαν ἀνακούφισιν ἀληθῶς ἠσθάνθησαν, διότι ἠδυνήθησαν διὰ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου καὶ μόνου, ἀφοῦ τίποτε ἄλλο δὲν εἶχον, νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς παραγωγικὰς αὐτῶν ἐργασίας καὶ νὰ δυνηθῶσι νὰ παραγάγωσι τὸν ἄρτον των διὰ τὸ τρέχον ἔτος. Διὰ τοῦτο ἀληθῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὰς ἐκφράσεις τὰς βαρείας, διὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐστόλισε τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τῇ προτάσει τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν ἐψηφίσθη κατὰ τὴν λήξασαν Περίοδον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ χαρισθῶσι καὶ ὄχι νὰ δανεισθῶσιν, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, 5 ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον εἰς τοὺς παθόντας Θεσσαλούς! Καὶ τί μᾶς ἐμποδίζει σήμερον νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἐὰν κατίδωμεν τὴν ἀνάγκην ταύτην; Ἀντὶ νὰ τὰ θεωρῶμεν ὡς δάνεια, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβανόμενα θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς πυρὴν Γεωργικῆς Τραπέζης, τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ τὰ χαρίσωμεν εἰς τοὺς Θεσσαλούς; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ τὸ θάρρος τῆς γνώμης του, ἂς ὑποβάλῃ ταύτην πράγματι εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἔπρεπεν, εἶπεν ἐπίσης ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς, τὰ ἐπίλοιπα 5 ἑκατομμύρια νὰ διατεθῶσιν ἀμέσως πρὸς σύστασιν Τραπέζης Γεωργικῆς ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τί μᾶς ἐμποδίζει σήμερον, ἵνα τὰ περισσεύσαντα 3½ ἑκατομμύρια ἐκ τῆς πιστώσεως ἐκείνης τὰ διαθέσωμεν ἀμέσως πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης; Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ δυσανασχετήσῃ διὰ τοῦτο, ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἔπρεπε νὰ ὑπερηφανεύηται καὶ νὰ χαίρῃ, διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς Τραπέζης ταύτης θὰ φέρῃ κάτωθεν τὴν ὑπογραφήν του. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον διετέθη, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ποσῶν, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως τὸ Κράτος διέθεσεν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, θὰ ἐπιστῇ ἀνάγκη, Κύριοι, πολλῶν δαπανῶν καὶ ἀπροόπτων, διότι γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουσι πενόμενοι πληθυσμοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται ἢ νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ Κράτους, διότι ἄλλως ἡ Θεσσαλία δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχαίαν ὁδὸν, ἐπὶ τῆς ὁποίας βαδίζουσα θὰ φθάσῃ μίαν ἡμέραν εἰς τὴν εὐημερίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο πρὸ τοῦ πολέμου. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπρότεινα τὰς τροποποιήσεις ταύτας, νομίζων ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὕτω διαρρυθμιζόμενον, θέλει μετριάσει τὸ κακὸν, ὅπερ ἐγένετο εἰς τὴν Θεσσαλίαν, δὲν θέλει δὲ εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, πιεζομένη ὑπὸ τῶν περιστάσεων, νὰ ἐπιβάλῃ ἄδικον φορολογίαν εἰς τὴν χώραν ἐκείνην, ἥτις τόσα ἔπαθε κατὰ τὸν χρόνον τοῦ πολέμου, τῆς ὁποίας οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων, εὖ ἔχοντες πρὸ τοῦ πολέμου, μετεβλήθησαν σήμερον εἰς πενομένους πληθυσμοὺς, οἵτινες, ἐνῷ ἀναμένουσιν ἀπὸ τὸ Κράτος ἀντίληψιν καὶ βοήθειαν, βλέπουσιν ἀντὶ τούτων σήμερον νὰ ἐπωφελῆται τοῦτο ἐκ τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων περιστάσεων καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ ἄδικον φορολογίαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς βλάβην τῆς Θεσσαλίας.
§227Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 πρέπει νὰ διαγραφῶσι μετὰ τὴν ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ τοῦ βʹ ἐδαφίου λέξιν «δικαιωμάτων» αἱ λέξεις «λόγῳ τῶν ζημιῶν, ἃς ὑπέστησαν οἱ κάτοχοι τῶν ἐμπορευμάτων τούτων ἐκ τοῦ τόκου τῶν κεφαλαίων καὶ ἐκ φθορᾶς τῶν ἐμπορευμάτων)». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§228ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ;
§229Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὴν ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἴδιος· ἀπερρίφθη.
§230ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἤθελε τὴν θέσει εἰς ψηφοφορίαν.
§231ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακάτω, κύριε Πρόεδρε.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως τῶν πρὸς ἀποξήρανσιν λιμνῶν καὶ ἑλῶν διατάξεων τελευταίας βουλήσεως τοῦ Ναπολέοντος Ζαμπέλη.
§233Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον κακῶς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, διότι εἰσήχθη παρὰ τὸν Κανονισμόν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διανομὴ νομοσχεδίου ἄνευ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ εἰρημένον ἄρθρον: «Πᾶσα πρότασις νόμου ἢ πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον, συνοδευομένη ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἔγγραφος καὶ ἰδιοχείρως παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν ὑπογεγραμμένη...» Τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον οὔτε εἰσηγητικὴ ἔκθεσις συνοδεύει, οὔτε τίποτε ἐξ ὅσων προβλέπει ὁ Κανονισμὸς· ἑπομένως ἔπρεπε ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ νομοσχέδιον, καὶ συσταθῇ πρὸς τὸν εἰσηγητὴν τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως ἴδῃ κατὰ τίνα τρόπον εἰσάγονται τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἀπαιτεῖται εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ὅσον διότι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης τοῦ μακαρίτου Ζαμπέλη. Ἕνεκεν ἀκριβῶς τοῦ λόγου τούτου ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως δεχθῇ πρότασίν μου, ἵνα τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ διαθήκη τοῦ μακαρίτου Ναπολέοντος Ζαμπέλη, καὶ τιμῆς μὲν ἕνεκεν, ἀλλὰ καὶ ὅπως λάβωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν αὐτῆς. Ἔχει βεβαίως κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφον αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν ἐκ τοῦ ἑνὸς αὐτοῦ ἀντιγράφου γνῶσιν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαγωγὴ αὐτοῦ ἐκ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν δύναται νὰ προσαχθῇ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις.
§235Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς διατάσσει, ὅπως τὰ νομοσχέδια συνοδεύωνται ὑπὸ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος εἶσθε τόσον τηρητὴς τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπιτρέπετε τοῦτο, σεῖς, ὅστις προχθὲς δὲν μοὶ ἐπετρέψατε νὰ λάβω τὸν λόγον, ἰσχυρισθέντες ὅτι ἐξήντλησα τὸ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δικαίωμα, καὶ δὲν μοὶ ἐπετρέψατε, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐρρίπτετο ἐναντίον μου παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἄδικος μομφή, ὅτι ὕβρισα αὐτὸν, ἐνῷ πράγματι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς εὐπρεποῦς συζητήσεως. Ἐπράξατε τοῦτο ἔχοντες ὑπὲρ ὑμῶν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Πῶς θέλετε ἤδη, παρὰ τὰς διατάξεις τούτου, νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν;
§236Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως διὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· ἐπειδὴ ὅμως ζητεῖται αὕτη, θέλω ὑποβάλει ταύτην, ἀλλὰ πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω αὔριον, θὰ ἦναι συντεταγμένη οὕτω πως: «Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἑλῶν». Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαθήκην τοῦ Ζαμπέλη, κατέθηκα ταύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ τυπωθῇ αὕτη, θὰ χρειασθῶσι πολλαὶ ἡμέραι καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ὅλως τυπικοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται τὰ τῆς ἀποζημιώσεως, ὡς ὁρίζει ἡ διαθήκη τοῦ Ζαμπέλη. Ἡ ἐργασία τῆς ἀποξηράνσεως δὲν δύναται ν’ ἀρχίσῃ, ἐὰν μὴ ψηφισθῇ νόμος, ἐπιτρέπων ταύτην. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ὑπεβλήθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Πρόκειται περὶ ζητήματος καθαρῶς τοπικοῦ, δὲν γνωρίζω δὲ ποῖον ἐνδιαφέρον δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κύριος προλαλήσας, προκειμένου περὶ ζητήματος καθαρῶς τοπικοῦ, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ ἢ νὰ δαπανήσῃ τὸ Δημόσιον, πρόκειται μόνον νὰ ἐπιτραπῇ, ὅπως γείνῃ χρῆσις τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον ὁ μακαρίτης Ζαμπέλης προώρισε διὰ τῆς διαθήκης του πρὸς ὡρισμένον σκοπόν. Ἐὰν δὲ δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἔναρξις τῶν ἔργων κατὰ τὸ παρὸν ἔτος.
§237Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ, ὅτε ἐζήτησα ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἐζήτησα τοῦτο διότι ὑπεβλήθη παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, οὐδόλως δ’ εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ παρακωλύσω τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον προσεκάλεσα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Ἐὰν δ’ ἐζήτησα καὶ τὴν δημοσίευσιν τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ζαμπέλη, ἐζήτησα ταύτην, διότι νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο εὐχερές. Ἐὰν ὅμως παρουσιάζῃ τοῦτο δυσκολίαν τινὰ καὶ δύναται νὰ ἐπιβραδύνῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἐπιμένω. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν αὖθις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι μόνον τὴν ἐπαρχίαν των καὶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς ζητήματα σχετιζόμενα μὲ ζητήματα ἄλλων ἐπαρχιῶν, νομίζω ὅτι ἡ γνώμη του αὕτη προέρχεται, διότι ἴσως δὲν ἔσχε τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσῃ τὸ Σύνταγμα, καὶ μάθῃ τί ἀντιπροσωπεύουσιν οἱ Βουλευταί.
§238Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἔχω καὶ πεῖραν βουλευτικήν, ἐκ τῆς ὁποίας γνωρίζω, ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν ἀναμιγνύονται συνήθως εἰς τὰ τοπικὰ ζητήματα ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἀνέγνωσα, ἐπαναλαμβάνω, τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην ἐκ Παξῶν νὰ λάβω μαθήματα. Ἐπιμένω παρακαλῶν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§240Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὰ Κερκυραϊκὰ (ἱλαρότης), θὰ ἤμην πολὺ εὐχαριστημένος, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μ’ ἐπληροφόρει, διατὶ περιωρίσθη τὸ ἔργον εἰς μόνας τὰς ἐκθέσεις τῶν μηχανικῶν Γέγκε καὶ Κελλενὲκ καὶ εἰς τὰ διαγράμματα τοῦ πρώτου. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον ν’ ἀφεθῇ εἰς τοὺς ἐκτελεστὰς τοῦ νόμου τούτου νὰ κρίνωσι περὶ τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν καὶ νὰ ἦναι ἐλεύθεροι νὰ προβῶσιν, ἐὰν τὸ νομίσωσιν ἀναγκαῖον, εἰς νέας μελέτας.
§241Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ τί συνέβη ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπή, τῇ συστάσει μου, εἶχεν ἀποφασίσει ἄλλοτε, ὅπως μελετηθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν καὶ ἑλῶν Κερκύρας, καὶ εἶχε καλέσει πρὸς τοῦτο ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς τὸν μηχανικὸν Γέγκε, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν μελέτην ταύτην καὶ εἰς τὴν σύνταξιν διαγραμμάτων καὶ προϋπολογισμοῦ. Ὁ Ζαμπέλης παρηκολούθει τότε τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἐξετελεῖτο διαταγῇ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ συνέλαβε τὴν ἰδέαν ν’ ἀφιερώσῃ τὴν περιουσίαν του πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῶν ὑποδειχθέντων ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ Γέγκε, καὶ ὥρισεν ἐν τῇ διαθήκῃ του, ὅτι τὰ ἔργα θὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μελετῶν τῶν ἐκτελεσθεισῶν ὑπὸ τοῦ Κελλενὲκ καὶ τοῦ Γέγκε.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§243Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, ὅπως ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, μετὰ τὴν ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ τῆς βʹ παραγράφου λέξιν «ἀποζημίωσις» προστεθῇ ἡ λέξις «ὁρίζεται». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4–9 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§245ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τούτου τοῦ ἄρθρου παρακαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ ὁρίζωνται ποιναὶ διὰ πράξεις, αἵτινες προβλέπονται ἤδη ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τιμωροῦνται ἄλλως ὑπ’ αὐτοῦ. Δὲν βλέπω διατὶ ἡ μετατόπισις τῶν στύλων ἢ ἡ μετάθεσις τῶν ὁροσήμων πρέπει νὰ τιμωρῆται εἰδικῶς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Παρακαλῶ δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παρατήρησίς μου αὕτη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11–14 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§247Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 15 τῆς πρώτης παραγράφου, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 4, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤθελον νὰ φέρω τὴν παρατήρησιν αὐτήν, ἀλλὰ διῆλθε χωρὶς νὰ προφθάσω νὰ λάβω τὸν λόγον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4, παρέχεται ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται ὑπερβολικὸν (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποξηράνσεως καὶ πρὸς ἐξυγίανσιν τῶν περὶ ὧν αἱ μνησθεῖσαι ἐπιδιαθῆκαι τοῦ Ναπολέοντος Ζαμπέλη λιμνῶν καὶ ἑλῶν, ἀπαλλοτριωθήσονται λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, καὶ καταληφθήσονται ἀναγκαστικῶς, τῇ αἰτήσει τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατὰ τὰ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὁριζόμενα, καὶ τὰ ἀκίνητα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη τῆς καταλήψεως ἤθελεν ἀναγνωρισθῆ διὰ Β. Διατάγματος, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ διευθύνοντος τὰ ἔργα μηχανικοῦ. Τὴν ἀποζημίωσιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων τούτων ἀποτελεῖ ἡ λόγῳ τῆς διὰ τῆς ἀποξηράνσεως καὶ ἐξυγιάσεως βελτιώσεως ὑπερτίμησις τῶν ὑπολειπομένων τῷ κυρίῳ ἢ νομεῖ ἀκινήτων.» Ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι εἰς τὸ ἔργον παρέχεται μία ἐξουσία, ἡ ὁποία, καλῶς ἐκτελουμένη, δύναται νὰ μὴ γείνῃ πρόξενος ζημίας εἰς τοὺς γείτονας, ἀλλ’ εἰς τὴν ὁποίαν ἐνέχεται νὰ ἔλθῃ τις ὁ ἐκτελέσων, ὁ ὁποῖος ἐξ ὑπερβολικοῦ ζήλου ὑπὲρ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου νὰ καταλάβῃ κτήματα, χαρακτηρίζων αὐτὰ ὡς ἀναγκαῖα, ἀλλὰ μὴ ὄντα ἀπολύτως ἀναγκαῖα. Δύναται δὲ ἐξ ὑπερβολικοῦ ζήλου νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 15 ἐπιτρέπεται, ἐὰν τὰ κεφάλαια τοῦ διαθέτου δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει πρὸς ὁλοσχερῆ συμπλήρωσιν τῶν ἔργων, νὰ προβῇ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἐκποίησιν ὅλων ἢ μέρους τῶν καταληφθέντων ἢ ἀποξηρανθέντων ἀκινήτων. Πρὸς αὔξησιν λοιπὸν τῶν κεφαλαίων τῆς περιουσίας ταύτης θὰ ἔχωμεν ἴσως μίαν ἐργασίαν, δὲν θέλω νὰ εἴπω κερδοσκοπικήν, ἀλλὰ πάντως ἐπεκτεινομένην ἐκτὸς τῶν πόρων τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν, καὶ προσποριζομένην πόρους διὰ καταλήψεως τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν θ’ ἀποζημιώνωσι, διότι δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ κανονισθῇ ἡ ἐκποίησις κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν ἢ μόνον ἐλάχιστον ποσὸν ἢ τίποτε, διότι θὰ ἐκτιμηθῇ, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ μένοντος μέρους τοῦ κτήματος λαμβάνει τοιαύτην ὑπερτίμησιν, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ δοθῇ τι, ἢ θὰ δοθῇ ἐλάχιστον. Τοῦτο δὲ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως αὐξηθῇ κατὰ πολὺ τὸ κεφάλαιον τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν ἐξόδοις καὶ δαπάναις τῶν γειτόνων.
§248Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως, εἶναι λογικὴ καὶ δικαία, διότι ὁρίζει, ὅτι πρὸς κανονισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν καταλαμβανομένων κτημάτων λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ὠφέλεια, ἡ ὁποία προσδίδεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην διὰ τῆς βελτιώσεως τοῦ κτήματος. Ἄλλως τε σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἐν Κερκύρᾳ ἔχουσι τοσαύτην ἐπιθυμίαν, ὅπως συντελεσθῶσι τὰ ἔργα ταῦτα, ὥστε θὰ προσφέρωσι τὰ κτήματά των, χωρὶς νὰ ληφθῇ ἀνάγκη ἐφαρμογῆς τῶν νόμων περὶ ἀπαλλοτριώσεως, καὶ χωρὶς νὰ αἰτήσωνται ἀποζημιώσεις. Ὥστε βεβαίως τὸ ἐδάφιον αὐτὸ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ· ἐὰν δὲ τυχὸν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ εἶναι δικαιοτάτη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 190,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1898).
§249ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τελειώσωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§250Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου, διότι θὰ ἔχῃ συζήτησιν, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν νομοσχεδίων τινῶν ἐντελῶς ὑπηρεσιακῶν, ὡς τὸ περὶ συστάσεως συνεργείων. Ὅλοι, νομίζω, ἀναγνωρίζετε τὴν ἀνάγκην...
§251Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς, κύριε Πρόεδρε. Δὲν εἶναι ὥρα πλέον διὰ νὰ προχωρήσωμεν.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 καὶ 10′ μετὰ μεσημβρίαν).