1899.05.31
4,285 rows · 33,848 words · 210 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
Τῆς 31 Μαΐου 1899.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 109,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 226). Κάτοικοι τοῦ δήμου Οἰνοῦντος ἀπέστειλαν ὑπόμνημα περὶ τῶν ληπτέων μέτρων πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν τοῦ Κράτους ἐν γένει. Καθυστεροῦντές τινες κληρωτοὶ καὶ ἔφεδροι, διαμένοντες ἐν Ἀμερικῇ, δι’ αἰτήσεώς των παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ἐπιεικές τι μέτρον ὑπὲρ αὐτῶν. Ὁ Γρηγόριος Καλύβας δι’ ἀναφορᾶς του ἐξαιτεῖται βοήθειαν ὑπὲρ τῶν ἐν Ἠπείρῳ ὑπηκόων Ἑλλήνων, τῶν ζημιωθέντων κατὰ τὸν πόλεμον. Ὁ Δήμαρχος Θίσβης ἀπέστειλε ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Θίσβης, παρακαλοῦντος, ὅπως ἡ ἐπαρχία Θηβῶν ὑπαχθῇ διοικητικῶς εἰς τὸν νομὸν Ἀττικῆς. Ὁ Ἰωάννης Σουμαρίπας ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ὑδρεύσεως τῆς πρωτευούσης.
§2ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Συνιστῶ τὴν μελέτην αὐτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δ. Κουρελίδης ἢ Κουρελάκος, πρώην δημοδιδάσκαλος, δι’ ὑπομνήματός του προτείνει μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τῆς ἠθικῆς καὶ χριστιανικῆς διαπλάσεως τῆς νεολαίας.
§4ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τὸ ὑπόμνημα τοῦτο τοῦ συνταξιούχου δημοδιδασκάλου κ. Κουρελίδη, ὅπως μελετηθῇ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν καιρῷ καὶ προσηκόντως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κουνινᾶς τοῦ δήμου Αἰγίου δι’ αἰτήσεώς των παρακαλοῦσιν, ὅπως κανονισθῇ ἡ ἐπὶ τῆς ῥητίνης φορολογία συμφώνως πρὸς τὴν ἀγοραίαν αὐτῆς τιμήν.
§6Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ συστηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἀναφορὰ τῶν συμπολιτῶν μου, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονά των.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐν Πάτραις ἐμπορικὸς καὶ βιομηχανικὸς οἶκος Ἅμβουργερ δι’ ὑπομνήματός του, ἀποσταλέντος τηλεγραφικῶς, ἐκθέτει τὰς σκέψεις του ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Διάφοροι κατάδικοι τῶν φυλακῶν Συγγροῦ δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι νὰ τοῖς ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις.
§8Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Οἱ κατάδικοι οὗτοι εἶναι Θεσσαλοὶ, ἔχοντες εἰς τὰς φυλακὰς ἄλλος 19 καὶ ἄλλος 20 ἔτη, εἶναι δὲ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878 κατεδικάσθησαν διὰ διαφόρους ἐγκληματικὰς πράξεις. Νομίζω δίκαιον νὰ τύχωσι χάριτος, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφοράν των εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἁγυιᾶς βουλευτὴς κ. Ἀνδρέας Πεταλᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων Κασθαναίας καὶ Ζαγορᾶς καὶ τὸ τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου Βόλου, περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ χωρίου Βενέτου τοῦ δήμου Κασθαναίας τῆς ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς εἰς τὸν δῆμον Ζαγορᾶς τῆς ἐπαρχίας Βόλου.»
§10Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, ὅπως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητῶ, κατατεθῶσι πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωτσάκος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§12ΜΙΧ. ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ληγούσης σήμερον τῆς ἐν Ἄργει κτηνοτροφικῆς ἐκθέσεως, πρώτης τοιαύτης ἐν Ἑλλάδι, θεωρῶ ἀπαραίτητον καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὰς εὐχαριστίας καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τόσον τῆς ἐπαρχίας Ἄργους, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω ἐνταῦθα, ὅσον καὶ ἐμοῦ πρός τε τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, διὰ τὸ ζωηρὸν ἐνδιαφέρον, ὅπερ ἐπεδείξατο ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐκθέσεως, καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῇ προθύμῳ συνδρομῇ, ἣν παρέσχεν εἰς ἐγχείρημα ἐκ τῶν τὰ μάλιστα καλῶν καὶ ἐθνωφελῶν. Ἀλλ’ ἔλλειψις σπουδαία θὰ μοὶ κατελογίζετο, ἂν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ παρέλειπον νὰ ἐκφράσω τὰ αὐτὰ αἰσθήματα τῶν συμπολιτῶν μου καὶ ἐμοῦ πρὸς τὸν ἀληθῆ ἐπιστήμονα, τὸν ῥέκτην καὶ φιλοπονώτατον διευθυντὴν τοῦ ἐν Τίρυνθι γεωργικοῦ σταθμοῦ κ. Χασιώτην, τὸν συλλαβόντα τὴν ἰδέαν τῆς τοιαύτης ἐκθέσεως καὶ ἀνενδότως ἐργασθέντα εἰς πραγματοποίησιν αὐτῆς, καθὼς καὶ εἰς τὰ ἀξιότιμα μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Βιοτεχνικῆς Ἑταιρείας, τὰ τόσον καλῶς γνωρίσαντα τὸν ἐθνωφελέστατον προορισμὸν αὐτῆς, μετὰ νοημοσύνης δὲ καὶ δραστηριότητος θαυμαστῆς συντελέσαντα ἐν διμήνῳ μόλις χρονικῷ διαστήματι ἔργον, ὅπερ καὶ καθ’ ἑαυτὸ μὲν μεγάλης ὑπῆρξεν ἀξίας, ὡς ἀφετηρία δὲ ἄλλων ὁμοίας φύσεως ἔργων ἐν τῷ Κράτει, ἔσται μεγίστης ἐθνικῆς ὠφελείας πρόξενον, διότι καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ λαοῦ θέλει τρέψει εἰς ἔργα πρακτικά, καὶ τὴν ἀγάπην αὐτοῦ θέλει προσελκύσει εἰς τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν, τοὺς δύο τούτους ἀληθεῖς καὶ ἀσφαλεῖς παράγοντας τῆς εὐημερίας αὐτοῦ καὶ τῆς τοῦ Κράτους εὐρωστίας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως ταύτῃ, ἐπιτραπήτω μοι νὰ ὑποβάλω σχετικὴν σύστασιν καὶ παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς βαθμιαίας ἀνασυστάσεως καὶ τελειοποιήσεως τοῦ πρὸ ἐτῶν καταργηθέντος ἐν Ἄργει ἱπποφορβείου. Ἡ πρὸς ἔναρξιν τῆς ἀνασυστάσεως καὶ λειτουργίας αὐτοῦ ἀπαιτηθησομένη δαπάνη εἶναι μικρὰ, διότι καὶ τὸ κτίριον, ἐν προσφυεστάτῃ θέσει κείμενον, διατηρεῖται εἰς καλὴν κατάστασιν, καὶ αἱ πέριξ αὐτοῦ ἐθνικαὶ γαῖαι, ἐπιστημονικῶς καλλιεργούμεναι, δύνανται ἀφθόνως νὰ τροφοδοτῶσι τοὺς ἵππους. Ἀλλὰ καὶ μείζων δαπάνη ἂν ἀπῃτεῖτο, οὐδόλως, νομίζω, πρέπει νὰ ὀκνήσωμεν εἰς παροχὴν αὐτῆς, ἵνα προαγάγωμεν τὸ εἶδος τοῦτο τῆς κτηνοτροφίας, δυνηθῶμεν δ’ ἐν μελλούσαις ἐκθέσεσι νὰ ἐπιδείξωμεν καλλίστους καὶ ἰθαγενεῖς ἵππους. Ὑποβάλλω εἶτα ἐγγράφως ἐρωτήματά τινα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς συμπλήρωσιν ἐπερωτήσεως, ἣν ἐποιήσατο πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, περὶ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἀκινήτου περιουσίας τοῦ ἀοιδίμου Κωνσταντίνου Ζάππα ἀπὸ τοῦ 1891 ἕως τοῦ 1898, καθὼς καὶ ἐκ τῶν κατατεθειμένων παρὰ ταῖς Ἑλληνικαῖς Τραπέζαις χρημάτων, μετοχῶν ἢ ὁμολογιῶν καὶ περὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην καταθέτων, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητουμένας πληροφορίας.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Καλαβρύτων κ.κ. Θεόδωρος Ζαΐμης καὶ Ὀδυσσεὺς Λαμπρόπουλος κατέθηκαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 227).
§14Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐπὶ θέματος, ὅπερ ἤγειρε θύελλαν παρὰ τοῖς σταφιδικοῖς πληθυσμοῖς, ἂν μὴ ὁ ἔντιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει ἔφερε τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν σύλληψιν καὶ προφυλάκισιν τῶν σταφιδεμπόρων Πύργου. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς θὰ ἐνθυμεῖται ἴσως, ὅτι πρῶτος ἐγὼ ἔφερα τὸν λόγον περὶ Παπαδάκου, καὶ ἐν τῇ ἐπερωτήσει, ἣν ἀπηύθυνα τότε πρὸς αὐτὸν, ἐξέφραζον τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἐκδόσεως τοῦ Παπαδάκου παρὰ τῆς Ἰταλικῆς ἀρχῆς εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μας. Δὲν θὰ ὁμιλήσω οὔτε ὑπὲρ τῶν συλληφθέντων σταφιδεμπόρων, οὐδὲ κατ’ αὐτῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγράφη εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς Ἀθηναϊκὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ Παπαδάκος ἐζήτησε παρά τινων τῶν συλληφθέντων καὶ προφυλακισθέντων μεγαλεμπόρων 20,000 δραχμὰς, ὅπως μὴ περιλάβῃ καὶ τούτους εἰς τὸ ὑπόμνημα αὐτοῦ, νομίζω ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις θὰ ἀνεπαύετο, ἐὰν ἡ ἀνάκρισις ἐστρέφετο κατὰ τῶν κυρίως συνεργῶν τῆς κλοπῆς αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ὅμως περιφέρονται ἐλεύθεροι εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, διότι λέγονται καὶ εἶναι μεγαλόσχημοι. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι οἱ τῇ καταγγελίᾳ τοῦ Παπαδάκου συλληφθέντες σταφιδέμποροι οὐδέποτε ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος των νὰ ἀσχοληθῇ περὶ αὐτῶν, πλὴν τῆς σημερινῆς περιπτώσεως, ὡς ἐκ τῆς καταγγελίας τοῦ τέρατος αὐτοῦ, ὅπερ ὁ ᾅδης ἐξέβρασε πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐντίμων αὐτῶν ἀνθρώπων, καὶ παρουσιάζει σήμερον ὡς ὅπλον εἰς τοὺς ἀντιπαρακρατητικούς, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἑνὸς ἔτους καὶ ἐπέκεινα ἤγειρε τρικυμίαν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ὑπὸ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως οὑτωσὶ δοκιμαζομένων σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἐπεμβαίνῃ, οὐδ’ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, εἰς τὸ μέγα καὶ ἱερὸν τῆς ἔργον Δικαιοσύνης, μὴ πλανωμένης. Οὐχ ἧττον θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ τηρῇ ἄγρυπνον τὸ ὄμμα αὐτοῦ ἐπὶ τῆς περαιτέρω πορείας τοῦ ὅσον σκανδαλώδους, τόσον σπουδαίου τούτου ζητήματος, διότι θὰ ἦτο τερατῶδες, ἐὰν ἀπεδεικνύετο ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἠθέλησε νὰ ἀναζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ συνενόχους ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν ἴσως ἢ θύματα.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν δύο διατάγματα, φέροντα ἡμερομηνίαν 11 Ἰουλίου τὸ ἓν καὶ 5 Νοεμβρίου τὸ ἄλλο, ἀμφότερα τοῦ 1834, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δεδημοσιευμένα εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», καὶ τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ διαφορᾶς τῶν κατοίκων δύο δήμων γειτνιαζόντων τῶν ἐπαρχιῶν Γορτυνίας καὶ Μαντινείας.
§16Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Χοϊδᾶς ᾐτήσατο πληροφορίας, ἀφορώσας εἰς τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸ εἰσαχθὲν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἀποταμιεύσεως. Καταθέτω τὰς πληροφορίας. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ὑπογεγραμμένον παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 228).
§18ΜΠΑΣΙΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς δύο προτάσεις νόμων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἔργον τῆς δεσποινίδος Σεβαστῆς Καλλισπέρη: 1) Περὶ ἱδρύσεως ἀνωτέρων παρθεναγωγείων καὶ 2) Περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 229–230).
§20Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπί τινας στιγμὰς περί τινων τοπικῶν ζητημάτων τῆς ἐπαρχίας μου, περὶ τῶν ὁποίων ἔχω καὶ ῥητὴν παρὰ τῶν ἐκλογέων μου ἐντολὴν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, θεωρῶ δὲ τοῦτο καὶ ὑπαγόρευσιν τῆς συνειδήσεώς μου. Περὶ τὸ Αἴγιον ῥέει ὁ ποταμὸς Σελινοῦς, ὅστις εἰς ἀπόστασιν σταδίων τινῶν ἐκβάλλει εἰς τὴν θάλασσαν. Ὁ ποταμὸς οὗτος ἔχει ἀσταθῆ καὶ ἀβαθῆ τὴν κοίτην· καὶ τοῦτο μαρτυρεῖται καὶ ἐκ τῶν ἀρχαίων συγγραφέων. Ὁ Παυσανίας τὸν ἀναφέρει ὡς «ῥέοντα διὰ τῆς πόλεως τῶν Αἰγιέων», ἐνῷ σήμερον ῥέει εἰς ἀπόστασιν τινῶν σταδίων· ἕνεκα τούτου ὁ ποταμὸς κάμνει πλημμύρας καταστρεπτικάς, τὰ δὲ παρόχθια τοῦ ποταμοῦ κτήματα, σταφιδῶνες, ἀμπελῶνες, ἀγροί, πρὸς δὲ τούτοις καὶ συνοικισμοὶ σπουδαῖοι, κινδυνεύουσιν ἐκ τῶν πλημμυρῶν τούτων, καὶ ἰδίως αἱ κῶμαι Τέμενη καὶ Βαλιμίτικα. Πρό τινων ἐτῶν ὅ,τι συνέβη ἐδῶ μὲ τὴν πλήμμυραν τοῦ Ἰλισοῦ ἐν Βατραχονησίῳ συνέβη καὶ ἐν Τεμένῃ, διότι ἐπῆλθε νύκτωρ ἡ πλήμμυρα, καὶ οἱ κάτοικοι κατελήφθησαν ὑπὸ τρόμου. Ἐπειδὴ δὲ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται, ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται περὶ ἐκπατρισμοῦ. Ὁ δῆμος Αἰγίου ἐδαπάνησε πολλὰ χρήματα εἰς ἀμυντικὰ ἔργα, ἀλλ’ εἴτε διότι δὲν ἦσαν κατάλληλα, εἴτε διότι δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ, δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς τὸ νὰ προλάβουν τὰς καταστρεπτικὰς πλημμύρας τοῦ ποταμοῦ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἦλθεν εἰς ἐπικουρίαν ἄλλων δήμων ὁμοιοπαθῶν, καὶ παραγγείλῃ τὴν μελέτην μέτρων καταλλήλων. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ τῆς διευθετήσεως τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ καὶ περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν, ἔργων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαιτήσωσι χρόνον καὶ χρῆμα, δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν, ἔχομεν ὅμως τὴν ἀξίωσιν τῆς ἐπικουρίας τῆς Διοικήσεως. Οἱ κάτοικοι Τεμένης μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς εἰδικὴν φορολογίαν. Ἐπειδὴ δὲ τὰ παρόχθια κτήματα εἶναι κυρίως σταφιδῶνες, δύναται εὐκόλως νὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος οὗτος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ὑπάρχει καὶ συμφέρον τοῦ Κράτους. Πολλὰ τῶν κτημάτων ἤδη κατεστράφησαν, εἶναι δὲ κίνδυνος νὰ καταστραφῶσι καὶ τὰ ὑπόλοιπα. Διὰ τοῦτο ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν τὴν παράκλησίν μου διὰ τῆς ἑξῆς ἐπερωτήσεως: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ἀναγκαίων μέτρων πρὸς πρόληψιν τῶν πλημμυρῶν τοῦ ποταμοῦ Σελινοῦντος ἐν τῷ δήμῳ Αἰγίου καὶ τοῦ ποταμοῦ Κράθιδος ἐν τῷ τῆς Ἀκράτας καὶ τῶν ἐκ τῶν πλημμυρῶν τούτων ἐπερχομένων μεγάλων ζημιῶν εἰς τοὺς παροχθίους κατοίκους, νὰ ἀνακοινώσῃ δὲ ἐν καιρῷ τὰ μέτρα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ζητῶν τὴν παρ’ αὐτῆς ἔγκρισιν τῆς ἀπαιτηθησομένης πρὸς τοῦτο δαπάνης.» Δευτέραν παράκλησιν ἔχω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως δώσῃ διαταγὴν εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐπισκευῆς ἢ μᾶλλον περὶ τῆς ἐκ νέου κατασκευῆς τῆς παρὰ τὴν πόλιν Αἰγίου γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Σελινοῦντος, τῆς ἤδη καταρρευσάσης, νὰ μελετήσῃ δὲ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ παρὰ τὴν πόλιν Αἰγίου θαλασσίου τέλματος, γνωστοῦ ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἁλική». Ἐκεῖ, παρὰ τὴν πόλιν τοῦ Αἰγίου, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ὑπάρχει γέφυρα, διὰ τῆς ὁποίας συγκοινωνεῖ τὸ Αἴγιον μετὰ τῶν πέραν τοῦ ποταμοῦ μερῶν καὶ μετὰ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Ἐδῶ δὲ εἶναι καὶ μέλη τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, οἵτινες γινώσκουσιν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας, ἐὰν ἔλαβεν εἰς σημείωσιν τὴν πρό τινων ἡμερῶν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρὰ τοῦ Προεδρείου αὐτῆς διαβιβασθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναφορὰν διαφόρων ἐμπόρων τῆς ἀγορᾶς καὶ ἄλλων κατοίκων τῆς πόλεως Αἰγίου, δι’ ἧς ζητοῦσι νὰ ἦναι ἀκώλυτος ἡ πώλησις τῶν φαρμάκων τῆς κοινῆς χρήσεως, ὡς ἡ κινίνη, ἡ κίνα, τὸ κίκινον ἔλαιον, τὸ ῥῆον, τὸ ἔλαιον τοῦ ὀνίσκου, τροποποιουμένων τῶν περὶ τούτων ἀπαγορευτικῶν διατάξεων. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον διὰ τὸν λαὸν, διότι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἐπικρατοῦσιν ἑλώδεις πυρετοὶ καὶ λαμβάνουσιν οἱ κάτοικοι συχνάκις ἀνάγκην τῆς χρήσεως τῶν φαρμάκων τούτων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκουσιν εὐωνότερα ἐν τῷ ἐμπορίῳ, ἐνῷ οἱ φαρμακοπῶλαι πωλοῦσιν αὐτὰ εἰς ὑψηλὰς τιμάς. Περὶ τούτου ὑπάρχει τὸ διάταγμα τοῦ 1835. Ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτραπῇ τὸ τοιοῦτον ἢ ἀπαιτεῖται νομοθετικὴ πρόνοια.
§21Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τότε οἱ φαρμακοποιοὶ νὰ πωλοῦν ζάχαριν καὶ καφέν.
§22Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι κατὰ τῶν φαρμακοποιῶν, ἀλλ’ εἶμαι ὑπὲρ τῆς εὐκολίας τοῦ λαοῦ, πρόκειται δὲ μόνον περὶ τεσσάρων ἢ πέντε φαρμάκων κοινῆς χρήσεως. Θὰ παρακαλέσω τώρα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβε πρὸς καταστολὴν τῆς διὰ δυναμίτιδος ἁλιείας, κατόπιν τῆς πρὸς αὐτὸν δοθείσης ἀναφορᾶς πολλῶν ἁλιέων τοῦ Αἰγίου. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς παραστήσω πόσον δυσάρεστος εἶναι ἡ χρῆσις τῆς δυναμίτιδος εἰς τὴν ἁλιείαν, καὶ διὰ τὴν καταστροφὴν τῶν ἰχθύων καὶ διὰ τὴν καταστροφὴν αὐτῶν τῶν χειριζομένων αὐτήν. Δυστυχῶς ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία δὲν ἐπαρκεῖ· παρακαλῶ ἑπομένως νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ νομοθετήματος. Παρακαλεῖται ἐπίσης ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ὑπέσχετο, τὰ ζητηθέντα περὶ τῆς ἐν Χάγῃ Συνδιασκέψεως ἔγγραφα ἐν πρωτοτύπῳ καὶ ἐν μεταφράσει, τὸ δὲ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν αὐτῶν, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν καὶ τὴν διανομὴν εἰς τοὺς Βουλευτάς.
§23Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ παραστάσεις τοῦ ἐμπορίου Πατρῶν περὶ τῆς ἐμπορίας τῶν φαρμάκων εἶναι ἄξιαι τῆς μελέτης τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἀνάγονται εἰς τὴν ἀστυνομίαν τῆς δημοσίας ὑγείας. Γνωστόν, ὅτι τὸ διάταγμα, ὅπερ ἐκανόνισε τὰ περὶ τῆς πωλήσεως τῶν φαρμάκων καὶ τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι ἐν ἰσχύϊ, ἐσκόπει νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ποιότητα καὶ τὸ βάρος τῶν πωλουμένων φαρμάκων, ἑπομένως εἶχε λόγον τὸ διάταγμα τότε. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ λόγος ὑφίσταται καὶ νῦν, ὅσον ἄλλοτε, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι καλὸν εἶναι, τὰς παραστάσεις τοῦ ἐμπορίου Πατρῶν νὰ τὰς διαβιβάσῃ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον καὶ νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Τὸ Ἰατροσυνέδριον γινώσκει, ἄν, ἐπιτρεπομένης τῆς πωλήσεώς τινων ἐξ αὐτῶν ὑπὸ τοῦ ἐμπορίου, θὰ ὑπάρχῃ ἀσφάλεια ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τῶν φαρμάκων αὐτῶν, καθὼς καὶ ἂν ἡ ἐλευθέρα πώλησις αὐτῶν θὰ καταστῇ ἐπιζήμιος εἰς τοὺς φαρμακοποιοὺς εἰς βαθμὸν μὴ ἐπιτρέποντα τοιαύτην ἐλευθερίαν.
§24Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀπαντῶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν παρὰ τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων ἐπιβληθεῖσαν ἐν Θεσσαλίᾳ φορολογίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ ἡ διακοίνωσις, τῆς ὁποίας εἶχε κάμει μνείαν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5 Δεκεμβρίου 1897. Ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ τοῦ μηνὸς Μαΐου τοῦ 1898 ἐδημοσιεύθη ὑπόμνημα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς Πρεσβείας. Ἀντίγραφον αὐτοῦ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ. Διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐποιήσατο παραστάσεις διὰ τῶν ἀντιπροσώπων της ἐπὶ τῇ ἀδίκῳ φορολογίᾳ, τῇ εἰσπραττομένῃ ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο, ἀλλὰ δι’ ἐπανειλημμένων ἐγγράφων καὶ τηλεγραφημάτων πρὸς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπους της καὶ βραδύτερον πρὸς τὸν κ. Μαυροκορδάτον, ἀφοῦ διωρίσθη ἐκ νέου ἐν Κωνσταντινουπόλει, προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰσπράττουσα ἀδίκως τοὺς καταθλιπτικοὺς ἐκείνους φόρους. Δυστυχῶς αἱ προσπάθειαι ἐκεῖναι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπήνεγκον τὰ ἀπαιτούμενα ἀποτελέσματα, καὶ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐπέμεινε, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐγκατέλιπε τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος, εἰσπράττουσα τοὺς φόρους. — Ἐκ τοῦ ὀγκωδεστάτου φακέλου, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καταθέτω δύο ἔγγραφα, μίαν διακοίνωσιν τοῦ κ. Μαυροκορδάτου πρὸς τὴν Πύλην καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Τεφὶκ–πασσᾶ, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἐπιμένει φρονῶν, ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ τοὺς ἐν λόγῳ φόρους.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι γνωστὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἐξηνέχθη γνώμη τις ὑπὸ ἀντιπροσώπου τινὸς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων;
§26ΡΩΜΑΝΟΣ. Αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἠρκέσθησαν νὰ παραπέμψωσι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπους αὑτῶν.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γίνεται λόγος ἐν τοῖς ἐγγράφοις, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Τουρκίαν τὴν διατροφὴν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ;
§28ΡΩΜΑΝΟΣ. Οὐδαμῶς. Καταθέτω ἤδη τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Ζακύνθου καὶ ἐκ Καλαβρύτων ἐζήτησαν περὶ τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο εἰς ἐκτάκτους ἀποστολὰς εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ Βερολῖνον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βονίτσης παρετήρησε πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κατέθηκα, δὲν ἦτο ἀκριβής. Ἐξήτασα καὶ εὗρον αὐτὸν ἀκριβέστατον. Οἱ πίνακες οὗτοι ἀφορῶσιν εἰς τὰς δαπάνας τὰς γενομένας διὰ τὴν ἐπιτροπὴν περὶ συνομολογήσεως τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς προξενικῆς συμβάσεως.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι πρόχειροι αἱ πληροφορίαι περὶ τῶν δοθεισῶν ἀποζημιώσεων εἰς τοὺς μεταβάντας εἰς Βερολῖνον;
§30ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα. Εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νῦν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος ἐδόθη ἡμερησία ἀποζημίωσις 170 φράγκων χρυσῶν, εἰς τὸν κ. Ἄγγελον Βλάχον 50, εἰς τὸν κ. Φαρμακόπουλον 35, εἰς τὸν κ. Πανᾶν 25, εἰς τὸν κ. Γεννάδιον 20, καὶ εἰς τὸν κ. Σκουζὲν 20. Πρὸς τούτοις ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰαπωνίας συμβάσεως.
§31ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Οἱ πίνακες αὐτοὶ, ὡς καὶ οἱ προηγουμένως κατατεθέντες, παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰαπωνίας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 231–235).
§33Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ στενὴ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Διοίκησις εἰς τὸ παλαιὸν διάταγμα περὶ φαρμακεμπορείων, δὲν εἶναι δικαία, διότι διὰ τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς ἀπαγορεύεται εἰς τὸ ἐμπόριον νὰ πωλῇ χημικά τινα προϊόντα, τὰ ὁποῖα δὲν καταλέγονται μεταξὺ τῶν φαρμάκων, καὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἐμπορία. Εἶναι τῷ ὄντι μέγας περιορισμὸς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, καὶ ὑπάρχει περίπτωσις τῆς σοβαρᾶς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς.
§34Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς, νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν, ἐφαρμοζομένων τῶν ἐκτιμήσεων τῆς πωλήσεως τῶν φαρμάκων, θὰ ἦναι δυνατὸν τὰ φάρμακα, τὰ πωλούμενα ἐν τῷ ἐμπορίῳ καὶ χρήσιμα εἰς τὴν γεωργίαν, νὰ πωλῶνται πολὺ εὐθηνὰ, σχετικῶς πρὸς τὰ πωλούμενα ἐν τοῖς φαρμακείοις, διότι ἀγνοῶ, ἂν ἦναι εὐθηνότερα τὰ ἐν τῷ ἐμπορίῳ πωλούμενα, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ διατίμησις δὲν ἐφαρμόζεται. Ἐὰν ἦναι εὐθηνότερα, δίκαιον εἶναι νὰ μὴ ἐμποδίζηται ἡ ἐλευθέρα πώλησις αὐτῶν. Ἄλλως δὲν θεωρῶ συμφέρον τῇ κοινωνίᾳ ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ὑπάρχουσα προστασία ἀπὸ τὰ φαρμακεῖα. Ἂν ταῦτα στερηθῶσι τῆς ὠφελείας ἐκ τῶν συνηθεστέρων φαρμάκων, λόγῳ ὅτι ταῦτα δύναται νὰ πωλῇ ἀσφαλῶς καὶ εὐθηνότερα τὸ ἐμπόριον, τὰ φαρμακεῖα θὰ παύσωσι παρέχοντα ὅσην νῦν ἀσφάλειαν.
§35ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι ὀρθοτάτη, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τηρεῖται ἡ διατίμησις καὶ πωλοῦνται τὰ φάρμακα εἰς οἱανδήποτε τιμήν.
§36ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς τὴν πρόθεσιν τοῦ νομοθέτου. Τὸ νὰ ἀσκῶσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ φαρμακοποιοῦ καὶ νὰ πωλῶσι φάρμακα οἱαδήποτε μόνον ἄνθρωποι δοκιμασθέντες δι’ ἐξετάσεων καὶ διατελοῦντες ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, ἦτο ἀπαραίτητον, διότι αὐτοὶ φέρουσιν εὐθύνην ἀποζημιώσεως διὰ τὰ φάρμακα, καὶ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν ὑπόκεινται, ὅταν παραβαίνωσι τὰς διατάξεις, καὶ ἀπολλύασι τὴν ἄδειάν των. Ἡ Ἀστυνομία προσέτι, ἐν τῷ καθήκοντι αὐτῆς περὶ μερίμνης διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐλέγχῃ τὴν ποιότητα τῶν φαρμάκων καὶ νὰ βλέπῃ, ἐὰν οἱ κανονισμοὶ τηρῶνται. Ἐὰν δοθῇ εἰς τὰ φαρμακεμπορεῖα τὸ δικαίωμα τοῦ πωλεῖν ὡρισμένα φάρμακα, νομίζω, ὅτι εἶναι δικαία τις πρᾶξις. Ἡ κινίνη λ. χ. πρέπει νὰ ἦναι ποιότητος ἀρίστης ἐν τόπῳ κατατρυχομένῳ ἀπὸ πυρετοὺς, ὡς ἡ Ἑλλὰς, καὶ οἱ φαρμακοπῶλαι τιμωροῦνται, ἐὰν πωλήσουν κινίνην κατ’ ἀπομίμησιν ἢ κινίνην ἀναμεμιγμένην, ἐνῷ ἄλλοι ἔμποροι, ἂν πράξωσι τοῦτο, δὲν ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον. Διὰ τοῦτο δὲν θεωρῶ, ὅτι εἶναι ζήτημα ἐλευθέρου ἐμπορίου τὸ ἐμπόριον τῶν φαρμάκων, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ.
§37ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ τῶν φαρμάκων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν ἐπεξεργασίαν καὶ κατεργασίαν· πρόκειται περὶ τῶν φαρμάκων, τὰ ὁποῖα τὸ ἐμπόριον ἀνέκαθεν ἐμπορεύεται, περὶ κινίνης καὶ διαφόρων χημικῶν προϊόντων. Ἄλλως τε τὸ ἐμπόριον αὐτὸ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερον, διότι καὶ εἰς αὐτὸ ἡ Ἀστυνομία ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιτηρῇ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ στενὴ ἑρμηνεία τοῦ διατάγματος εἶναι ἄδικος.
§38ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: «Αʹ) Πίνακα, ἐμφαίνοντα πόσα εἰσέπραξεν ἕκαστος δῆμος κατὰ τὰ ἔτη 1892, 1893, 1894, 1895 καὶ 1896: αʹ) Ἐκ τῆς ἀμέσου φορολογίας. βʹ) Ἐκ τῆς ἐμμέσου φορολογίας. γʹ) Ποῖον τὸ ὁλικὸν ἄθροισμα ἐξ ἑκατέρων τῶν ἄνω φόρων καθ’ ἕκαστον τῶν ἄνω ἐτῶν. δʹ) Πόσα ἀπὸ ἐμπορικὰς πανηγύρεις καθ’ ἕκαστον τῶν ἄνω ἐτῶν. Βʹ) Ἕτερον πίνακα, ἐμφαίνοντα πόσα εἰσέπραξεν ἕκαστον λιμενικὸν ταμεῖον τοῦ Κράτους κατὰ τ’ ἀνωτέρω ἔτη. Γʹ) Ἕτερον, ἐμφαίνοντα: 1) Πόσα δαπανῶνται εἰς τὸ Δρομοκαΐτειον Φρενοκομεῖον καὶ πόσα εἰς τὸ τῆς Κερκύρας. 2) Πόσοι νοσηλεύονται ἐν ἑκατέρῳ ἐπὶ πληρωμῇ, πόσοι δὲ δωρεάν. 3) Καὶ πόσοι ἐν ἑκατέρῳ συντηροῦνται δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου. Δʹ) Σημείωσιν, ἐμφαίνουσαν πόσα δαπανῶνται εἰς ἕκαστον Γεωργικὸν σταθμὸν κατ’ ἔτος, καὶ ἐκ τίνων πόρων συντηρεῖται ἕκαστος. Εʹ) Πίνακα ἐμφαίνοντα: αʹ) Πόσοι ἀξιωματικοὶ τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ πόσοι ὑπαξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ καὶ πόσοι χωροφύλακες ὑπηρετοῦσιν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ἤδη. βʹ) Πόσος ὁ μισθὸς καὶ ἐν γένει αἱ ἀποδοχαὶ αὐτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα δεικνύοντα: 1) Πόσα καταστήματα μοιραρχιῶν ὑπὸ ἐνοίκιον ὑπάρχουσι σήμερον καὶ ἐν τίσι νομοῖς. 2) Πόσα δαπανᾷ τὸ Κράτος εἰς ἐνοίκια αὐτῶν κατ’ ἔτος; 3) Πόσα εἰς φωτισμὸν, θέρμανσιν καὶ καθαριότητα αὐτῶν κατ’ ἔτος;» Ὡσαύτως πίνακα δεικνύοντα: 1) Πόσα καταστήματα στρατολογικῶν γραφείων ὑπάρχουσι κατὰ νομοὺς ὑπὸ ἐνοίκιον· 2) ποῖον ἐνοίκιον πληρώνεται εἰς ἕκαστον κατάστημα κατ’ ἔτος, καὶ 3) πόση εἶναι κατ’ ἔτος δι’ ἕκαστον κατάστημα ἡ δαπάνη εἰς φωτισμόν, θέρμανσιν καὶ καθαριότητα. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσα τετραγωνικὰ χιλιόμετρα ἐδάφους ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τῆς χώρας ἕνεκα τῆς νέας ὁροθετήσεως τῆς ἐκ τοῦ πολέμου ἐπιβληθείσης εἰς τὴν χώραν.
§39Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀπευθύνω πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν ἐρωτήματά τινα, ἀπευθύνω δὲ ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι ἐπιθυμῶ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ τῶν ἐρωτημάτων καὶ τῆς ἀπαντήσεως ἐπ’ αὐτῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὸ ἔτος 1896 μετὰ διαγωνισμὸν εἰσήχθησαν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν τεσσαράκοντα ἓξ μαθηταὶ διὰ τὸ σῶμα τοῦ πεζικοῦ. Μεταξὺ τούτων εἷς ἦτο ἔγγαμος, κατὰ δὲ τὸν νόμον ἀπαγορεύεται ἡ εἰσαγωγὴ ἐγγάμου ὑπαξιωματικοῦ εἰς τὴν Σχολήν, ἂν δὲ εἰσαχθῇ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀποπέμπεται τῆς Σχολῆς, καὶ τὴν θέσιν του καταλαμβάνει ὁ τεταγμένος ἐν τῷ σχηματιζομένῳ κατὰ σειρὰν ἱκανότητος πίνακι πρῶτος μετὰ τοὺς εἰσαχθέντας. Τοιοῦτος πρῶτος ἐπιλαχὼν ἦτο ὁ λοχίας Φώτιος Γ. Βαλαβάνης. Ὁ ὑπαξιωματικὸς οὗτος, ἀδικούμενος ἐκ τῆς ἐναντίον τοῦ νόμου εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ ἐγγάμου συναδέλφου του, ἀνηνέχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀμέσως διὰ τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν, καὶ ᾐτήσατο νὰ εἰσαχθῇ ἐν δικαιώματι εἰς τὴν Σχολήν, ὡς τεσσαρακοστὸς ἕκτος, ἀντὶ τοῦ ἐγγάμου, ἀποκλειομένου. Ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἠξίωσε προσοχῆς τὴν τοιαύτην καταγγελίαν καὶ αἴτησιν τοῦ ἀδικουμένου ὑπαξιωματικοῦ. Μετ’ ὀλίγον χρόνον ἐπανέλαβεν ὁ Βαλαβάνης τὰ παράπονά του, παρουσιασθεὶς εἰς τὴν ἀναφορὰν τοῦ λόχου του. Ἀλλ’ οὐδὲ τότε ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν...
§40Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ποῖος ἦτο τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;
§41ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὰ 1896 εἶναι γνωστόν, ὅτι ἦτο ὁ συνταγματάρχης κ. Ν. Σμόλενιτς... Ὅτε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέλαβεν ὁ ὑποστράτηγος κ. Κ. Σμολένσκης, ὁ εἰρημένος λοχίας, παρουσιασθεὶς ἐνώπιον αὐτοῦ, ἐξέθετο τὰ γεγονότα καὶ ἐξητήσατο τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν αὐτῷ, ὅτι δὲν δύναται πλέον ν’ ἀποπέμψῃ τῆς Σχολῆς τὸν κακῶς εἰσαχθέντα ἐπιλοχίαν. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι οὗτος ᾐτήσατο, ἅμα εἰσαχθεὶς εἰς τὴν Σχολήν, τὴν ἀκύρωσιν τοῦ γάμου του, καὶ τὸ δικαστήριον ἐν ἔτει 1897 δι’ ἀποφάσεώς του ἠκύρωσεν αὐτόν. Τὸ εὐφυὲς τοῦτο τέχνασμα ἐνόμισεν ἴσως ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι κολάζει τὴν παρανομίαν. Ἐν τούτοις ὁ λοχίας Βαλαβάνης δὲν ἀπεθαρρύνθη καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δήλωσιν. Ἀπηυθύνθη διὰ τῆς ἀπὸ 18 Μαΐου ἐ. ἔ. ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναφορά του αὕτη κατέληξεν εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον Λαρίσης, τὸ ὁποῖον ἐτιμώρησεν αὐτὸν διὰ μηνιαίας φυλακίσεως, ὡς ὑπερβάντα τὰ ὅρια τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας, χωρὶς οὐδεμία νὰ παρέχηται αὐτῷ ἐλπὶς περὶ ἀνορθώσεως τοῦ ἀδικήματος. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ κατάχρησις ἢ ἡ ὑπέρβασις τῆς ἐξουσίας τῶν Ὑπουργῶν ἐσταμάτα ἕως ἐδῶ, ἴσως δὲν ἤθελον ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν, μολονότι ἐγένετο παρανομία, καὶ ἡ παρανομία δὲν πρέπει νὰ συγχωρῆται. Ἀλλὰ μετὰ δέκα τρεῖς ὅλους μῆνας ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν 46 πρώτων ὑπαξιωματικῶν εἰς τὴν Σχολήν, εἰσάγεται, δὲν ἠξεύρω πῶς, διαταγῇ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ τεσσαρακοστὸς ὄγδοος ἐν τῷ κατὰ σειρὰν ἱκανότητος σχηματισθέντι πίνακι, μεθ’ ἑτέρους δὲ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ 48ου εἰσάγεται καὶ ὁ τεσσαρακοστὸς ἔνατος, παραλείπεται δ’ ἐπιμόνως ὁ 47ος, ὁ ἀναφερόμενος καὶ παραπονούμενος λοχίας Βαλαβάνης. Δὲν ἤρκεσεν, ὅτι ἠδικήθη ἀρχικῶς, ἀλλὰ παρελείφθη καὶ ὅταν εἰσήχθησαν οἱ δύο μετ’ αὐτὸν τεταγμένοι ὑπαξιωματικοί, οἱ 48ος καὶ 49ος...
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ αὐτοὶ εἰσήχθησαν;
§43ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διὰ νὰ μάθω τοῦτο, κύριε συνάδελφε, κάμνω τὴν ἐπερώτησιν. Ἔχω διατυπώσει πολλὰ ἐρωτήματα ἐγγράφως, ἓν τῶν ὁποίων εἶναι καὶ τοῦτο, «ἐπὶ τίνι αἰτιολογίᾳ εἰσήχθησαν οἱ μετὰ τὸν ἀδικηθέντα 47ον τεταγμένοι δύο ὑπαξιωματικοί;» Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, οὐ μόνον νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν γενομένων, ἀλλὰ καὶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν τέλος πάντων πρὸς ἀνόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, ὅπερ προσεγένετο εἰς τὸν ἐν λόγῳ ὑπαξιωματικόν. Οὔτε συμβουλεύω, οὔτε ἐπιθυμῶ βεβαίως τὴν ἀποβολὴν ἐκ τῆς Σχολῆς τοῦ εἰσαχθέντος ἐν ἔτει 1896 ἐγγάμου ὑπαξιωματικοῦ, διότι τοιαύτη τις ἐνέργεια ἤδη ἔσται μείζων τοῦ γενομένου ἀδικήματος, ἀφοῦ μετὰ μῆνα ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος ἐξέρχεται τῆς Σχολῆς, ὡς ἀξιωματικός. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν ἦναι πλέον δίκαιον νὰ γείνῃ, πρέπει νὰ διαταχθῇ ἡ εἰσαγωγὴ καὶ τοῦ λοχίου Βαλαβάνη εἰς τὴν Σχολὴν, ἧς τρόπον τινὰ τρὶς ἀδίκως ἐξεδιώχθη, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὗτος, συμπληρώσας τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, δὲν δύναται νὰ διαγωνισθῇ ἐκ νέου. Ἀναγινώσκων, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἔκθεσιν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, συνήντησα εἰς τέσσαρας σελίδας αὐτῆς τὸ ὄνομα τοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ διατελοῦντος ταγματάρχου Στεφάνου Κοψίδα. Ἡ Α. Β. Ὑψηλότης, ὁ γενικὸς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, λίαν εὔφημον μνείαν ποιεῖται τοῦ ὀνόματος τοῦ ταγματάρχου τούτου καὶ εἰς τὰς τέσσαρας ταύτας σελίδας τῆς ἐκθέσεώς του. Ὡς δὲ γινώσκομεν πάντες, τὸ στράτευμα ὁλόκληρον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ταγματάρχου Κοψίδα μετὰ θαυμασμοῦ. Χαρακτηρίζουσι τὰς στρατιωτικὰς αὐτοῦ ἀρετὰς καὶ τὰς πολεμικάς του ἐπιχειρήσεις ὡς πράξεις ὑπαγορευούσας τὴν βράβευσιν, διότι αὗται δὲν ἀποτελοῦσιν ἁπλῆν ἐκπλήρωσιν καθήκοντος, δὲν εἶναι ἁπλῆ ἐκτέλεσις ἀνωτέρων διαταγῶν. Καὶ ἐσκέφθην, ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένον, ἂν ἦναι δίκαιον, ἂν ἦναι συμφέρον, ἀξιωματικὸς ἐπιδείξας τοιαύτην ἀξιοθαύμαστον διαγωγὴν, ἐπισήμως μαρτυρουμένην, νὰ παραμένῃ ἐν ἀποστρατείᾳ! Διατὶ δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ μὴ ἐπαναφέρωμεν αὐτὸν ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ, ἀφοῦ δὲν ἀπεστρατεύθη οὔτε ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας, οὔτε ἕνεκεν ἀνικανότητος, ἀλλ’ ἕνεκα...
§44ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἕνεκα καταπιέσεων.
§45ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. .. ἀπογοητεύσεως, καὶ εἶναι συνεπῶς ἐν καταστάσει νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ; Ἀλλὰ ἐὰν τοῦτο ἦναι ὑπερβολὴ ἀμοιβῆς, βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μένῃ ἄνευ τοιαύτης. Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν ἐπιστρατεύσει, ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτὸν ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ, νὰ τὸν προβιβάσῃ κατ’ ἐκλογὴν, καὶ νὰ ἐπανέλθῃ οὗτος ἐν τῇ καταστάσει τῆς ἀποστρατείας, φέρων τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. Οὕτω δὲ ἀπονέμεται αὐτῷ ὑπὸ τῆς Πολιτείας, εἰς ἔνδειξιν τιμῆς, καὶ βαθμὸς ἀνώτερος καὶ σύνταξις μεγαλειτέρα. Τοιαύτην σύστασιν θερμὴν ποιοῦμαι τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει σπουδαίως λάβει ταύτην ὑπ’ ὄψιν, διότι ἀναγνωρίζω εἰς αὐτὸν καὶ θέλησιν μεγάλην νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος καὶ πατριωτισμὸν πολύν.
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν σύστασίν μου εἰς ὅσα εἴπετε δικαιότατα.
§47ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ μὲ ὑποχρεώσητε. Τελευταίαν ἀφῆκα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν τινα, τὴν ὁποίαν ἔλαβον σήμερον, σχετιζομένην πρὸς τὰ στρατιωτικὰ ζητήματα, τὰ μετὰ τὸν πόλεμον γεννηθέντα. Ἡ ἀναφορὰ ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους τῆς Ἀμαλίας χήρας Ἀθανασίου Διάκου, μητρὸς τοῦ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου ἀποβιώσαντος ἐκ τῶν κακουχιῶν τῆς ἐκστρατείας λοχαγοῦ Ἰωάννου Διάκου. Οὐδεὶς γινώσκει, ἂν ζῶν ἔτι ἢ νεκρὸς ἐγκατελείφθη, οὐδ’ ἂν ἐτάφη κἂν καὶ ὑπὸ τίνος. Μόνον βέβαιον εἶναι, ὅτι κατέλιπε μητέρα γραῖαν, ἔρημον, ἀπροστάτευτον, ἡ ὁποία διὰ τῆς ὑποβαλλομένης ἀναφορᾶς της ζητεῖ νὰ συσταθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τῇ χορηγηθῇ μικρὸν μηνιαῖον βοήθημα, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἀποζῇ, ἐφ’ ὅσον χρόνον ἤθελεν ἡ μοῖρα ἀφήσῃ τὴν δυστυχῆ ἐν τῇ ζωῇ. Λαμβάνων δὲ ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν πανηγυρικὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔδωκεν, εἰσηγούμενος πρό τινων ἡμερῶν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, περὶ παροχῆς συντάξεως εἰς τὰς ἀπορφανισθείσας οἰκογενείας τῶν φονευθέντων ἐν πολέμῳ.
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε! εὖγε!
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δικαιότατον.
§50ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπομιμνήσκω τοῦτο, οὐχὶ διότι ὑποπτεύω, ὅτι ἐλησμόνησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὴν ὑπόσχεσίν του, ἀλλὰ διότι βλέπω, ὅτι, ὡς βαίνουσιν αἱ ἐργασίαι ἡμῶν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς ἐπιψήφισιν τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων ἁπάντων καὶ νὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ καλοῦ σημείου νὰ ψηφίσωμεν καὶ περὶ τούτου νομοσχέδιον, μήπω ὑποβληθέν. Ἂν δὲν ἦναι εὔκολον κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην νὰ λάβῃ γενικὸν μέτρον, κανονίζον ὁριστικῶς τὴν τύχην τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν πολέμῳ φονευομένων ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, ἂς λάβῃ μέτρον προσωρινὸν διὰ τὰς ὀλίγας οἰκογενείας τοὐλάχιστον τῶν ἀξιωματικῶν. Εἶναι δὲ τοῦτο εὐχερὲς, μεταρρυθμιζομένου τοῦ περὶ συντάξεων νόμου ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὰς χήρας, ὀρφανὰ, ἀδελφὰς ἀγάμους καὶ στερουμένας γονέων, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ εἰς γονεῖς ἀνικάνους πρὸς ἐργασίαν τῶν κατὰ τὸν πόλεμον φονευθέντων ἀξιωματικῶν ἀπονέμεται σύνταξις ἴση τῷ μισθῷ, ὃν ἐλάμβανεν ὁ φονευθείς,» Μοὶ φαίνεται, ὅτι διακεκριμένη πρέπει νὰ ἦναι ἡ σύνταξις, ἡ ἀπονεμηθησομένη εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν φονευθέντων ἐν πολέμῳ· διότι, ἐὰν ἐπιβάλλητε εἰς τὴν Πολιτείαν, εἰς τὸ Κοινοβούλιον, νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν διὰ τὰς οἰκογενείας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε μετέσχον τῶν κοινῶν, καὶ ν’ ἀπονέμῃ συντάξεις μεγάλας διὰ τὰς προσενεχθείσας ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, βεβαίως ἔχει ἱερὰν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπονέμῃ συντάξεις — ἐνδεικτικὰς τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης — εἰς τὰς οἰκογενείας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν τὴν ζωήν των ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
§51ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε! εὖγε!
§52ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καταλαμβάνομαι ὑπὸ συγκινήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀναγινώσκω ὑμῖν ἔκθεσιν μακρὰν φίλου μου καλοῦ περὶ τῆς πασχούσης οἰκογενείας τοῦ ἡρωϊκῶς πεσόντος ἐν Ἠπείρῳ κατὰ τὸν πόλεμον ταγματάρχου Ἀθαν. Κοκοτάκη. Ἡ χήρα αὐτοῦ καὶ τὰ ἓξ ἀνήλικα τέκνα του λαμβάνουσι μηνιαίαν σύνταξιν δραχμὰς 84! Τόση εἶναι ἡ κεκανονισμένη διὰ τοῦ νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲ γινώσκει κάλλιον παντὸς ἄλλου, τις ἦτο ὁ Κοκοτάκης, πῶς ἐπολέμησε καὶ πῶς ἔπεσεν.
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Παπαγιαννόπουλος;
§54ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ τοῦ Παπαγιαννοπούλου καὶ τοῦ λοχαγοῦ Τσαλτάκη καὶ τῶν ὀλίγων ἄλλων πεσόντων τὰ τετιμημένα ὀνόματα δὲν λησμονῶ, καὶ ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τούτων ὑψώνω τὴν φωνήν μου, Κύριοι. Εἶναι ἐντροπή, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, νὰ ἐγκαταλείψωμεν καὶ πάλιν, ἀπερχόμενοι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, τὰς οἰκογενείας τούτων πενομένας!
§55ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε! εὖγε!
§56ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικόν. Λυποῦμαι καὶ ἐγὼ, ὅτι ἀπουσιάζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα συστήσω πρὸς αὐτὸν ἀκριβῶς ὅσα καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος πρὸ μικροῦ ἐσύστησεν. Θέλω ὅμως ἐπεκτείνει τὴν παράκλησίν μου οὐχὶ μόνον πρὸς τὸν ἀπουσιάζοντα Ὑπουργόν, ἀλλὰ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, τῆς ἀπονομῆς συντάξεως πρὸς τοὺς ὁπωσδήποτε παθόντας ἢ φονευθέντας κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, διότι ἡ ἀστοργία, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία πρὸς τὰς ἐγκαταλειφθείσας οἰκογενείας, πρὸς τὰς χήρας, πρὸς τὰ ὀρφανά, πρὸς τὰς πενομένας οἰκογενείας, εἶναι ἀπαραδειγμάτιστος ἐν τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ! Ἀνέφερε πρὸ μικροῦ ὀνόματα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος, ὑπὲρ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ συνηγορῶ. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ καταθέσω ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ ἐνώπιον ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀναφοράς, ἃς ἔλαβον παρὰ τῶν μνησθεισῶν οἰκογενειῶν, ἵνα καταδειχθῇ ὁποῖά τινα ὑφίστανται αἱ ἀπορφανωθεῖσαι οἰκογένειαι τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπερεμάχησαν τῶν δικαίων τῆς πατρίδος καὶ οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν, ἐντίμως ἀγωνισθέντες τὸν ὕψιστον τῶν ἀγώνων, τὸν ὑπὲρ πατρίδος. Ἐγὼ θὰ ἦμαι φειδωλότερος τοῦ προλαλήσαντος καὶ θὰ συστήσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ὡς πρὸς τὰς οἰκογενείας, τὰς ἀτυχεῖς, τῶν ἐν πολέμῳ παθόντων, εἴτε ἀξιωματικῶν, εἴτε ὑπαξιωματικῶν, εἴτε καὶ ὁπλιτῶν, τὸν γενικὸν κανόνα περὶ ἀπονομῆς συντάξεως, νὰ ἀποδοθῶσι δηλαδὴ τὰ ⅔ τοῦ μισθοῦ των τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσιν οἱ συνταξιοῦχοι, οἱ πλήρη τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ἐν ὑπηρεσίᾳ διανύσαντες. Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἡ παροῦσα σύνοδος, πρὶν ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει σπεύσει νὰ ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον, καὶ τότε ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, νὰ ἐξετάσω καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα ἐκτενέστερον.
§57ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προστίθεμαι εἰς τὰς γνώμας τῶν προαγορευσάντων, καὶ ἐπεκτείνω τὴν πρότασιν καὶ ἐπὶ τῶν παθόντων κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μεινάντων ἀναπήρων ἢ ἄλλως καταστάντων ἀνικάνων νὰ ἐργασθῶσι. Τὸ θέαμα τῶν ἀνδρῶν τούτων, ὧν πολλοὺς βλέπομεν ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, περιερχομένους τὰς ὁδοὺς καὶ σχεδὸν ἐπαιτοῦντας, εἶναι ἐλεεινόν, εἶναι δὲ βεβαίως ἀνάξιον νὰ γίνηται λόγος περὶ τῶν εἰς αὐτοὺς ἀπονεμηθεισῶν συντάξεων, — ὁμιλῶ περὶ τῶν στρατιωτῶν, — διότι αἱ συντάξεις αὗται εἶναι ἀνεπαρκεῖς, ὅπως ζήσῃ καὶ εἷς μόνον ἄνθρωπος, οὐχὶ δὲ ὁλόκληρος οἰκογένεια. Ἕνδεκα δραχμαί, δέκα πέντε δραχμαί, δέκα δραχμαὶ καὶ 20 λεπτά, καὶ τὰ τοιαῦτα, ἵνα ζήσῃ ἄνθρωπος, μὴ ἔχων τοὺς πόδας, τὰς χεῖρας, ἐστερημένος τοῦ ἑτέρου ἢ καὶ ἀμφοτέρων τῶν ποδῶν! Ἐπιμένω, λέγω, καὶ προστίθεμαι εἰς τὴν γνώμην τῶν προαγορευσάντων καὶ ἐπεκτείνω αὐτὴν ἐπὶ τῶν οὕτω παθόντων. Ἐπειδὴ ὅμως ὅσα ἐλέχθησαν περὶ ἑνός, τοῦ ταγματάρχου κ. Κοψίδα, ὃν δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω, στηρίζονται ἐπὶ πληροφοριῶν ἐπισήμων, ὧν καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐρευνήσας ἔλαβον γνῶσιν, καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τὸ ἀναγόμενον εἰς τὸν ταγματάρχην Κοψίδαν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλον χαρακτῆρα ἢ τὸν τῆς ἐπιτίμου προαγωγῆς, ἀμοιβῆς ἠθικῆς, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς τὴν πρότασιν, ἣν τοσοῦτον καλῶς ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτής, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῆς τοιαύτης, ἄνευ ὑλικῆς ζημίας τοῦ Κράτους, ἠθικῆς προαγωγῆς.
§58Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀκριβέστατον, ὅτι τουτέστιν ἄνδρες πληγωθέντες, τραυματίαι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐργασθῶσι, περιφέρονται εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ ἴσως ἐπαιτοῦσιν, ἀλλὰ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἀτέλειαν τοῦ νόμου περὶ συντάξεως· διὰ τοῦτο ὁ νόμος οὗτος δεῖται μεταρρυθμίσεως καὶ κατὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ κατὰ ἄλλα πολλά, καὶ κατ’ ἐκεῖνο ἰδίως, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτής, καὶ ἐπὶ πλέον διὰ τὰς χήρας μητέρας, τὰς ἀπολεσάσας τοὺς υἱοὺς αὑτῶν ἐν πολέμῳ, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον οὐδεμίαν ἔλαβον σύνταξιν, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον ἔχουσιν. Ἑπομένως θέλω συστήσει καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ κειμένου νόμου περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, καὶ γενικῶς, διότι ὁ νόμος οὗτος εἶναι τὰ μάλιστα πλημμελής.
§59Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἔθιξαν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὄντως ἐνδιαφέρει τὴν Πολιτείαν, τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτίμου προαγωγῆς τῶν διακριθέντων ἀξιωματικῶν κατὰ τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον πόλεμον. Ὑπέμνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος ἀξιωματικόν τινα, καὶ ἐζήτησεν ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ἀμοιβήν, τὴν ὁποίαν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος ἠδύνατο καὶ περὶ ἄλλων, ἂν μὴ πλειότερον, ἀλλ’ ἐπίσης περιφανῶς ἀγωνισθέντων, νὰ ὁμιλήσῃ.
§60Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὡμίλησα εἰδικῶς, διότι πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ εὑρισκομένου ἐν ἀποστρατείᾳ. Ὥστε δὲν ἠσχολήθην περὶ γενικώτερα.
§61ΔΟΥΝΗΣ. Ἐγὼ ἐπεκτείνω τὸ ζήτημα, καὶ λέγω, ὅτι πρόνοια πρέπει νὰ ληφθῇ οὐχὶ μόνον περὶ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ περὶ ὅλων ἐν γένει τῶν διακριθέντων, διότι ἔχει συμφέρον ἡ Πολιτεία νὰ μὴ ἀποβλέψῃ μόνον εἰς τὸν ἐν ἀποστρατείᾳ διατελοῦντα καὶ αὐτὸν μόνον ἐπιτίμως νὰ προαγάγῃ, ἀλλ’ ἔχει συμφέρον νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ ἐκείνους ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν καὶ περὶ τῶν ὁποίων μνείαν εὔφημον ποιεῖται ἡ ἔκθεσις τοῦ Διαδόχου. Μεταξὺ δὲ τῶν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν, καὶ ὧν ἔντιμον μνείαν ποιεῖται ἡ ἔκθεσις, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ ἀναφέρω τὸν τότε ἀνθυπολοχαγὸν καὶ νῦν ὑπολοχαγὸν Βελισσαρίου. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὴν 6 Ἀπριλίου τὸ Γκριτζόβαλι, τὸ Παπαλίβαδον, ἡ Μελούνα καὶ ὁ Μενεξὲς ἔπεσαν, μόνον τὸ ἀνώνυμον ὀχύρωμα ἐπὶ τῆς Μελούνας ἡρωϊκῶς ἀνθίστατο... (θόρυβος καὶ διακοπαί).
§62ΦΩΝΑΙ. Διατὶ οἱ ἄλλοι;
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφήσατέ τα τώρα!
§64ΔΟΥΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ (νέαι διακοπαί).
§65ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔγεινεν ὑπολοχαγός;
§66ΔΟΥΝΗΣ. Παρακαλῶ, ὀλίγας λέξεις. Ἔχετε ὑπομονήν.
§67Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Προσωπικὰ ζητήματα μᾶς φέρετε ἐδῶ! (θόρυβος).
§68ΔΟΥΝΗΣ. Προήχθη μὲν ἀλλὰ δυνάμει τῆς ἀρχαιότητός του. Δικαιοῦμαι δὲ νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ, διότι περιεποίησε τιμὴν εἰς τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα (Θόρυβος). Ἐγὼ αὐτὴν φέρω τὴν παρατήρησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι, ἀντὶ νὰ ζητῆται ἡ πρσαγωγὴ δι’ ἕνα καὶ μόνον, δίκαιον εἶναι νὰ ζητῆται δι’ ὅλους, καὶ δι’ αὐτὸ ἐτόνισα, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, τὸ συμφέρον τῆς μορφώσεως τοῦ στρατοῦ ὑπαγορεύει τοῦτο. Ἐὰν δὲ ἐμνήσθην τοῦ τότε ἀνθυπολοχαγοῦ Βελισσαρίου, δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν ἤθελον κάμει μνείαν ἐπίσης ἄλλων διακριθέντων, καὶ δὲν ἐνόουν ἐγὼ νὰ ζητήσω μόνον δι’ ἐκεῖνον ἀμοιβήν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ ἐγὼ ἐπίσης ἑνώνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἀλλὰ νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν, ἵνα ἐμπνευσθῇ ἡ πεποίθησις ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν ψυχὴν τῶν ἀξιωματικῶν, ὅτι καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν καὶ αὐτοὶ θέλουσι τυγχάνει ἀμοιβῆς τιμητικῆς, διακινδυνεύοντες τὴν ὕπαρξίν των ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
§69Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ ἐκ Καρυστίας συνάδελφος κ. Δούνης, ἀφορμὴν λαβὼν ἐκ τῶν λεχθέντων ἐνταῦθα ὑπὲρ τοῦ ταγματάρχου κ. Κοψίδα καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων καὶ ὁπωσδήποτε παθόντων κατὰ τὸν πόλεμον, ἔκρινε καλὸν νὰ συστήσῃ τὴν λῆψιν μέτρων, ὅπως ἀμειφθῶσιν οἱ κατὰ τὸν πόλεμον ἐκπληρώσαντες τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, μεταξὺ τῶν ὁποίων συμπεριέλαβε καὶ τὸν τότε ἀνθυπολοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ, νῦν δὲ ὑπολοχαγὸν κ. Ἰωάννην Βελισσαρίου. Τοῦ κ. Βελισσαρίου ἡ κατὰ τὸν πόλεμον διαγωγὴ ὑπῆρξεν, ὡς δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ γνωρίζω, ἀρίστη. Μεθ’ ὅλην ὅμως τὴν ἐκτίμησιν, ἣν τρέφω πρὸς τὸν ἐν λόγῳ ἀξιωματικὸν, ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον πόλεμον δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του μόνον ὁ κ. Βελισσαρίου, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί.
§70ΔΟΥΝΗΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ.
§71ΚΡΙΤΣΑΣ. Καὶ δικαίως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος προτείνει τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἐν γένει τῶν μελῶν τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι τοιοῦτος, οἷον ἠθέλησαν νὰ τὸν παραστήσωσί τινες. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, νομίζω, περὶ τούτου σήμερον. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, καὶ πιστεύω, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θέλει τὸ συζητήσει ἡ Βουλὴ εὐρύτατα. Νομίζω δὲ πρὸς τούτοις, ὅτι ὁ κ. Βελισσαρίου δὲν ζητεῖ ἀμοιβὴν, διότι καὶ οὗτος εἶναι ἐκ τῶν πρεσβευόντων, ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος δὲν ἀμείβεται, προκειμένου μάλιστα περὶ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι πλήρη ἔχουσι τὴν συναίσθησιν αὐτοῦ. Ὁ κ. Βελισσαρίου, ὡς ἐγὼ γινώσκω, ζητεῖ ἄλλο τι· ζητεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἕν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν, ἐκ τῆς ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνεργείας πολλὰ ἴσως θέλουσιν ἀποκαλυφθῆ ἐπὶ τῶν ἐν Μελούνᾳ γενομένων. Ἀλλὰ, ὡς εἶπον πρότερον, ταῦτα πάντα θὰ ἐξετασθῶσιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα. Ὁ δοὺς σήμερον ἀφορμὴν εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν, ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τοῦ κ. Κοψίδα, ὃν καὶ ἐγὼ συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, γνωρίζοντα κάλλιον καὶ ἐμοῦ καὶ παντὸς ἄλλου τὸν ἄνδρα, παρακαλῶν αὐτὸν, ὅπως, ἂν τῷ ᾖναι δυνατὸν, τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, διὰ τὸν λόγον ὅτι τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ τιμῶσιν ἀληθῶς τὸ στράτευμα, ἐκτὸς, λέγω, τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα εἰς πρόσωπον ἀνεκτιμήτους ὄντως προσενεγκὸν ὑπηρεσίας, ὡμίλησε γενικῶς, ἀφορμὴν λαβὼν ἐκ τῆς καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου στερουμένης μητρὸς τοῦ λοχαγοῦ Διάκου, περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων ἢ ὁπωσδήποτε παθόντων κατὰ τὸν πόλεμον, περὶ τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ συντόνως. Λέγω δὲ, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὸ ταχύτερον πρόνοιαν περὶ τῶν ἀναξιοπαθουσῶν αὐτῶν οἰκογενειῶν, διότι εἶναι ἀληθῶς αἶσχος διὰ τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα νὰ ἀνέχηται αὕτη νὰ βλέπωμεν πεινώσας τὰς οἰκογενείας αὐτὰς, αἱ ὁποῖαι, στερηθεῖσαι ἕνεκα τοῦ πολέμου τῶν προστατῶν των, ἐστερήθησαν πάσης περιθάλψεως, πάσης ὑπὲρ αὐτῶν μερίμνης, καὶ θὰ ἐτρέποντο ἴσως πᾶσαι εἰς τὴν ἐπαιτίαν, ἂν μὴ ἡ «Ἕνωσις τῶν Ἑλληνίδων», εὐθὺς ὡς τὸ πρῶτον πυροβόλον ἐκρότησε, προενόει ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὴν φιλανθρωπίαν, ἵνα συλλέξῃ κεφάλαιόν τι, τοὺς τόκους τοῦ ὁποίου, καταλλήλως διατεθέντας, διανέμει ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ὑπὸ τύπον μηνιαίου βοηθήματος εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων. Ἐλάχιστον βεβαίως εἶναι κατὰ ποσὸν τὸ ὑπὸ τοῦ Τμήματος χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῆς «Ἑνώσεως τῶν Ἑλληνίδων» προσφερόμενον εἰς τὰς οἰκογενείας ταύτας· ἐνῷ ὅμως εἶναι μικρὸν κατὰ ποσὸν, εἶναι μέγα, μέγιστον κατ’ ἔννοιαν, καὶ τοιοῦτον, ὥστε νὰ δίδῃ εἰς πάντα τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνηται πρὸς τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα καὶ νὰ ἐρωτᾷ αὐτὴν, ἂν ἀκόμη ἐξακολουθῇ νὰ μὴ αἰσχύνηται ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀμεριμνησίᾳ της! Ἐγένετο ὅμως σήμερον λόγος καὶ περί τινος λοχίου Βαλαβάνη. Οὗτος ἀληθῶς ἠδικήθη, καὶ εὐθὺς ὡς προσεγένετο αὐτῷ τὸ πρῶτον ἀδίκημα, ἔφερα τὸν λόγον ἐνταῦθα, ζητήσας ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ τότε διευθύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ συνταγματάρχου κ. Νικολάου Σμόλενιτς, οὗτος δὲ μετά τινας ἡμέρας ἀπήντησεν, ὅτι ἀληθῶς εἷς ἐκ τῶν εἰσαχθέντων εἰς τὸ Σχολεῖον ὑπαξιωματικῶν ἦτο ἔγγαμος, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ γάμος οὗτος δὲν εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ἐπισήμως, ἔκρινε καλὸν νὰ μὴ παρεμποδίσῃ τὴν εἰσαγωγήν του, πρὸς προφανῆ ζημίαν τοῦ δικαίως μέχρι σήμερον παραπονουμένου Βαλαβάνη. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὄντως σκανδαλῶδες, καὶ νὰ προσκομίσῃ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας ἰδίως ἐπὶ τοῦ ἔτι σκανδαλωδεστέρου γεγονότος τῆς μετὰ χρόνον πολὺν εἰσαγωγῆς τῶν δύο ὑπαξιωματικῶν, τῶν μετὰ τὸν ἀδικηθέντα καὶ παραπονούμενον Βαλαβάνην καταταχθέντων ἐν τῷ πίνακι ἱκανότητος.
§72Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος συντόμως. Βεβαίως ἡ ἀμοιβὴ, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, εἶναι ἐκ τῶν πρώτων ὅρων ἑνὸς στρατοῦ καλῶς ὠργανωμένου, διότι αὐτὸ βεβαίως εἶναι τὸ πρῶτον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ἅμιλλαν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν ἔχω ὅμως καμμίαν ἀμφιβολίαν, καὶ δι’ ὅσα οἱ κ.κ. Βουλευταὶ ἐξέφρασαν, καὶ διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν, ὅτι θὰ ἦναι ἓν ἐκ τῶν πρώτων ἔργων του νὰ προσφέρῃ τὴν ἀπαιτουμένην συνδρομὴν ἢ προαγωγὴν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τὸ καθῆκόν των, ἢ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον διαφοροτρόπως ἐκ τοῦ πολέμου καὶ ἀφῆκαν τὰς οἰκογενείας των πενομένας. Περὶ τούτου δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ἀφορῶν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει διπλοῦν καθῆκον, καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς ἀγωνιστής. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ὑποστηρίζω καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, εἶναι ἡ συνδρομὴ εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον τὸ καθῆκόν των ἔπραξαν, ἀλλ’ ὑπερέβαλον τὸ καθῆκόν των. Τοιαύτη οἰκογένεια εἶναι ἡ οἰκογένεια τοῦ ταγματάρχου Παπαγιαννοπούλου, ὁ ὁποῖος δὶς ἐπληγώθη, πληγωμένος δ’ εἰς Ἄρταν ἀνέλαβε πάλιν τὴν διοίκησιν τοῦ τάγματός του, εἰς δὲ τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου ἐφονεύθη εἰς τὰς πρώτας τάξεις. Ὁ ἡρωϊσμὸς αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ἔδειξεν ὁ εἰρημένος ταγματάρχης, εἶναι ἄξιος πάσης συνδρομῆς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν οἰκογένειάν του. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τῆς οἰκογενείας Κοκοτάκη, περὶ τοῦ ὁποίου ἀνέφερεν ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς κ. Τσιριμῶκος. Ἐπίσης οὗτος ἔφιππος παρώτρυνε καὶ ὤθει τοὺς στρατιώτας πρὸς τὰ ἐμπρός, καὶ ἐπληγώθη, μετὰ δύο δὲ ἢ τρεῖς ἡμέρας ἀπεβίωσε. Καὶ οἱ δύο οὗτοι ταγματάρχαι ἀφῆκαν πενομένας οἰκογενείας, μὲ σύνταξιν μόνον 84 δραχμῶν. Ἡ σύνταξις αὕτη δύναται, κατ’ ἐμὲ, νὰ αὐξηθῇ, διότι ἐν τῷ νόμῳ ΣΕʹ τοῦ 1852, ὁ ὁποῖος κανονίζει ἐν γένει τὰς συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπάρχει εἰδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι διὰ τὰς ἐξόχους ὑπηρεσίας ἀποδίδεται ὅλως διόλου ἰδιαιτέρα σύνταξις. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὰς ἡρωϊκὰς πράξεις τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἡ συνδρομὴ αὕτη ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὰς οἰκογενείας, ὅπως δίδηται εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Τοιουτοτρόπως δύναται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβληθῇ πρότασις εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ αὐξηθῇ ἡ σύνταξις τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν. Δεύτερον ζήτημα, ἐπίσης σπουδαῖον, εἶναι τὸ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, ὡς τοῦ λοχαγοῦ Ἀργυράκη καὶ τόσων ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν, ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ πολεμοῦντες, εἰς τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου, ἰδίᾳ δὲ τῶν ὁπλιτῶν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔκτοτε δὲν ἐγένετο πλέον λόγος. Περὶ τῶν ὁπλιτῶν ἐπίσης ὑπεβλήθη, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρότασις νόμου. Ἅπαντες οἱ ὁπλῖται, διαφοροτρόπως παθόντες, ὑπήχθησαν εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου ΣΕʹ τοῦ 1852, ἑπομένως οἱ στρατιῶται ἔλαβον μόνον ἀντιμισθίαν ἐφ’ ὅρου ζωῆς 17 δραχμῶν, καὶ οἱ ὑπαξιωματικοί, νομίζω, δραχ. 25. Δὲν ὑπῆρξε διάκρισις μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 12 καὶ τοῦ ἄρθρου 13. Τὰ ἄρθρα 8 καὶ 12 ἐν συνδυασμῷ ὁρίζουσι ῥητῶς, ὅτι οἱ παθόντες ἀκρωτηριασμόν, ἢ οἱ παθόντες ἐκ τοῦ πολέμου κυρίως τοιαύτην πάθησιν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ πορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ὑπάγονται εἰς τὴν ἀνωτέραν σύνταξιν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν κατωτέραν. Κατὰ τὰ ἄρθρα δὲ 10 καὶ 13 ὁρίζονται πάλιν αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπάγονται εἰς τὴν μικροτέραν σύνταξιν. Λοιπὸν καθ’ ἑκάστην βλέπομεν ὁπλίτας, εἴτε ὑπαξιωματικούς, περιφερομένους εἰς τοὺς δρόμους, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες τοὺς πόδας ἢ τὰς χεῖρας συντετριμμένας, δὲν δύνανται νὰ πορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν! Ἐπειδὴ δὲ αὐτοὶ ἔπαθον ἐν πολέμῳ, ἐννοεῖται, ὅτι ὑπάγονται εἰς τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ΣΕʹ νόμου, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ἄρθρον 13. Ἡ διαφορὰ αὕτη προέκυψε, διότι, ὅταν ἐδίδοντο αἱ συντάξεις αὗται, δὲν ἐπεστήθη πολὺ ἡ προσοχὴ ὡς πρὸς τὸν κατάλογον, ὅπου διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ὁρίζονται τὰ διάφορα εἴδη τῶν τραυματισθέντων, τὰ ὁποῖα ὁρίζουσι ποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν πρώτην τάξιν καὶ ποῖοι εἰς τὴν δευτέραν. Ἀναφέρω ταῦτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κάμῃ νέαν ἐξέτασιν, ὡς πρὸς τοὺς ὁπλίτας ἰδίως, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δικαιοῦνται εἰς τὴν ἀνωτέραν σύνταξιν, συγχρόνως δὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅσον ἀφορᾷ τὰς οἰκογενείας Κοκοτάκη καὶ Παπαγιαννοπούλου καὶ τοῦ λοχαγοῦ Ἀργυράκη καὶ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν εἰς τὴν πρώτην τάξιν. Αὗται δέον νὰ τύχωσι τῆς προσηκούσης συνδρομῆς παρὰ τῆς Πολιτείας, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν αὐτὰς τεινούσας χεῖρα ἐπαίτου πρὸς πορισμὸν τοῦ ἄρτου.
§73Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἠκούσθη φωνὴ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ περὶ τῆς περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν τῷ πολέμῳ πεσόντων. Κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου ἐπανειλημμένως συνέστησα εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ νομοθετήματος λάβῃ μέριμναν ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον πεσόντων. Συνέστησα μάλιστα αὐτῇ, ὅπως διὰ τοιούτου νομοθετήματος χορηγηθῇ σύνταξις εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν πεσόντων ἀξιωματικῶν ἴση πρὸς τὰς ἀποδοχὰς, τὰς ὁποίας οὗτοι ἐν ἐνεργείᾳ ἐλάμβανον, διὰ δὲ τὰς οἰκογενείας τῶν ὁπλιτῶν νὰ προσδιορισθῇ ἀνάλογος σύνταξις· διότι εἶναι λίαν ἄδικον καὶ ἀχάριστον ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, αἱ χῆραι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προέταξαν τὰ στήθη των ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἔπεσαν ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος, οὐ μόνον νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀναθρέψωσι τὰ τέκνα των, ἀναλόγως τῆς κοινωνικῆς αὐτῶν τάξεως, ἀλλὰ νὰ μὴ δύνανται, ὡς ἐκ τοῦ γλίσχρου τῆς κεκανονισμένης συντάξεώς των, νὰ προσπορίζωσι μηδ’ αὐτὴν τὴν ἡμερούσιον τροφὴν εἰς ἑαυτὰς καὶ τὰ τέκνα των. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου, ἀνέγνωσα τότε αὐτὴν τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», εἰς ἣν ἐδημοσιεύοντο αἱ κεκανονισμέναι συντάξεις οἰκογενειῶν τινων φονευθέντων ἀξιωματικῶν. Οὕτω ταγματάρχου φονευθέντος ἡ χήρα καὶ τὰ πέντε αὐτῆς ἀνήλικα τέκνα ἐλάμβανον σύνταξιν ὀγδοήκοντα μόνον δραχμῶν, λοχαγοῦ δὲ ἡ χήρα καὶ τὰ τέσσαρα αὐτῆς τέκνα ἐλάμβανον σύνταξιν 60 μόνον δραχμῶν. Τί δὲ νὰ εἴπω διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν δυστυχῶν ὁπλιτῶν, ἐκείνων, οἵτινες ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας καὶ τῇ προσκλήσει τῶν ἡλικιῶν των ἐγκατέλειψαν καὶ τὰ ἐπαγγέλματά των καὶ τὰς οἰκογενείας τῶν εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου καὶ ἔσπευσαν νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὰ οἰκεῖα σώματά των, ἐνώπιον δὲ τοῦ ἐχθροῦ ἔπεσαν καὶ οὗτοι, προασπίζοντες τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος, ἐξ ὧν τινες μάλιστα ἐκίνησαν καὶ τὸν θαυμασμὸν τῶν σωματαρχῶν των ἐπὶ τῷ ἡρωϊσμῷ καὶ τῇ αὐτοθυσίᾳ αὐτῶν; Δὲν φέρω δυστυχῶς μετ’ ἐμοῦ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπιστολὴν τοῦ νῦν ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τότε σωματάρχου, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν πατέρα φονευθέντος λοχίου, υἱοῦ τοῦ νῦν διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κ. Σκιαδᾶ. Ἐὰν ἠθέλετε ἀναγνώσει τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, μέχρι δακρύων ἠθέλετε συγκινηθῆ διὰ τὸν ἡρωϊκὸν τοῦ λοχίου θάνατον· καὶ ἐν τούτοις ἡ δυστυχὴς χήρα καὶ τὰ ἀνήλικα αὐτῆς τέκνα δὲν λαμβάνουσι σύνταξιν, παρὰ μόνον 12 δραχμάς. Ἀλλ’ οὐχὶ μόνον ἐξ ἐπιβεβλημένου καθήκοντος πρὸς τὰς ἀπορφανισθείσας οἰκογενείας τῶν ἐν τῷ πολέμῳ πεσόντων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικῆς ἀνάγκης ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, καθόσον μετὰ τὰ ἀληθῶς ἀτυχῆ τελευταῖα γεγονότα, μετὰ τὰς περιπετείας, τὰς διαφόρους στερήσεις καὶ τὰς συμφορὰς τοῦ πολέμου, ἐὰν ἡ Πολιτεία φανῇ καὶ ἀχάριστος εἰς τὰς οἰκογενείας τούτων, φρίττω καὶ πρὸς στιγμὴν ν’ ἀναλογισθῶ, ὅτι ἐκ τῶν διαφόρων τούτων γεγονότων δύναται νὰ μειωθῇ τοσοῦτον τὸ ἐθνικὸν φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε ἐν δεδομένῃ περιστάσει ματαίως θ’ ἀναζητήσωμεν τοῦ λοιποῦ καὶ τὰς θυσίας καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν. Τοῦτο ἀπεύχομαι καὶ βεβαίως δὲν τὸ πιστεύω ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ἐγκαίρως πάντα τὰ μέτρα, πρὶν ἢ μετανοήσωμεν λίαν ἀργά. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι οὐ μόνον ἐξ ἐπιβεβλημένου καθήκοντος πρὸς τὰς ἀπορφανισθείσας ταύτας οἰκογενείας, ἀλλὰ καὶ πρὸς πρόληψιν ἐνδεχομένου ἐθνικοῦ κινδύνου, ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ μέριμναν ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τούτων, ὀφείλει ἡ Πολιτεία ν’ ἀποδείξῃ καὶ διὰ τῶν ἔργων, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν λησμονεῖ τοὺς ὑπὲρ αὐτοῦ ἀγωνιζομένους, ὀφείλει ἡ Πολιτεία ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἀμνήμων οὐδὲ τοῦ ἱεροῦ αὐτῆς καθήκοντος, οὐδὲ τῆς ἱστορίας τῶν πατέρων μας. Πάντες βεβαίως ἀνεγνώσατε τὴν ἱστορίαν, καὶ συνεπῶς πάντες θὰ εἴδετε ὅτι οἱ ἀρχαῖοι εἶχον θεσπίσει νόμους, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Πολιτεία υἱοθέτει τὰς οἰκογενείας τῶν φονευθέντων ἐν τῷ πολέμῳ καὶ ἔτρεφε καὶ ἀνέτρεφε τὰ τέκνα αὐτῶν μέχρι τῆς ἐφηβικῆς ἡλικίας, ὅτε ἐν πανοπλίᾳ παρουσίαζεν αὐτὰ εἰς τὸ κοινὸν καὶ τὰ ἐνεθουσία, ὅπως ἀκολουθήσωσι τὸ παράδειγμα τῶν πατέρων των. Μεθ’ ὅλας ὅμως τὰς ἐπανειλημμένας συστάσεις πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν, αὕτη, φαίνεται, ἀσχολουμένη εἰς σπουδαῖα τῆς Πολιτείας ζητήματα, ἐθεώρησε τὴν σύστασίν μου ταύτην ἐπουσιώδη ἢ μὴ κατεπείγουσαν, καὶ ἀφῆκε τὰς δυστυχεῖς ταύτας οἰκογενείας, θρηνούσας τὰ ἀπολεσθέντα στηρίγματά των, ἀλλὰ καὶ ματαίως ἀναζητούσας τὸν ἐπιούσιον ἄρτον! Ἀλλ’ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ἐθεώρει ἐπείγουσαν τὴν σύστασίν μου ταύτην, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἐθεώρει ὡς λίαν ἐπείγουσαν τὴν πλήρωσιν τῶν στελεχῶν τοῦ στρατοῦ. Καὶ οὕτω, ἐνῷ ὁ δυστυχὴς ἡμῶν στρατὸς, συντετριμμένος καὶ πληρώνων ἁμαρτίας ἄλλων, εὑρίσκετο ἀκόμη εἰς Λαμίαν, ἔχων ἐνώπιον αὑτοῦ τὸν ἐχθρὸν, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη προέβαινεν εἰς προβιβασμοὺς πρὸς πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων. Δὲν εἶμαι βεβαίως ἐναντίος τῶν προβιβασμῶν, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι στρατὸς καλῶς συντεταγμένος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τῶν ἀναγκαίων αὐτοῦ στελεχῶν. Ἀλλ’ εἴχομεν καὶ ἔχομεν τοιοῦτον στρατόν; Ἔπειτα ἡμεῖς ἐκάμομεν τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον πόλεμον ἄνευ στελεχῶν· λοχαγοὶ ἀπόστρατοι, ὡς γνωρίζετε πάντες, διῴκουν τάγματα καὶ συντάγματα, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀναμείνωμεν ἀκόμη ἐπί τινα χρόνον, μέχρις ὅτου ἀποδοθῇ ὁ στρατὸς ἀκέραιος εἰς τὸν στρατόν, ἀπομακρυνόμενος ἀπὸ πᾶσαν ξένην πρὸς τὸν προορισμόν του ὑπηρεσίαν, τινὲς μάλιστα τῶν ὁποίων καὶ διαφθείρουσιν αὐτόν, δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀναμείνωμεν τὴν πλήρη ἐκκαθάρισιν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὰ ἀνίκανα καὶ δειλὰ στοιχεῖα, τῶν ὁποίων μάλιστα εἶχε καθῆκον ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ ἐπιζητήσῃ διὰ πάντων τῶν μέσων τὸν χωρισμὸν ἐκ τοῦ στρατοῦ, δὲν ἠδυνάμεθα τέλος ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἐπιψήφισιν νέου ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὤφειλεν ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν; ἀλλ’ ὀργανισμοῦ, οὐχὶ ὅπως οἱ μέχρι τοῦδε ψηφισθέντες πρὸς νομιμοποίησιν θέσεων, ὅπως προάγωνται οἱ εὐνοούμενοι τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν, ἢ οἱ συντάττοντες αὐτοὺς, ἀλλ’ ὀργανισμοῦ τοιούτου, δι’ οὗ νὰ καταρτισθῇ στρατὸς τοιοῦτος, ὅστις νὰ ἐμπνέῃ πεποίθησιν πρὸς πάντας, ὅτι ἐν δεδομένῃ περιστάσει οὐ μόνον θ’ ἀνακτήσῃ τὸ ἀπολεσθὲν αὐτοῦ τε καὶ τῆς πατρίδος γόητρον, ἀλλ’ ὅτι θὰ κατασταθῇ τὸ κυριώτερον ὄργανον ἡμῶν, ὅπως διαφιλονικήσωμεν τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν δίκαια, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου νὰ προβῇ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν στελεχῶν τοῦ στρατεύματος. Ἀλλ’ ἄλλως ἔδοξε τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ, καὶ προέβη οὕτω εἰς προβιβασμοὺς πρὶν ἢ καθαρίσῃ τὸ στράτευμα, οὕτως ὥστε ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐμπεριέχει ἀκόμη στοιχεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, μεθ’ ὅλην τὴν σιδηρᾶν θέλησιν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀμφιβάλλω, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐκκαθαρισθῇ ὁ στρατός. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἠκούσαμεν ἐν μιᾷ τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγγέλλοντα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ λαμβάνηται πρόνοια περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν τῷ πολέμῳ πεσόντων, καὶ δὲν ἀμφέβαλον ποσῶς περὶ τούτου, καθόσον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὡς σωματάρχης ἐξετέλεσεν ἐν τῷ πολέμῳ, ὑπὲρ πάντα ἄλλον, τὸ καθῆκόν του, καὶ παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτοῦ εἶδε πίπτοντας πολλοὺς τῶν στρατιωτικῶν τούτων. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ προνοήσωμεν καὶ γενικώτερον, ψηφίζοντες νόμον οὐχὶ μόνον διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν πεσόντων ἐν τῷ ἀτυχεῖ ἡμῶν πολέμῳ, ἀλλὰ νόμον πάγιον περὶ τῶν πιπτόντων ἐν γένει ἐν πολέμῳ. Κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου 29 ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἕνδεκα εὐτυχῶς εὑρίσκονται καὶ σήμερον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὑπέβαλον, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου τότε βουλευτοῦ Εὐρυτανίας κ. Δ. Χατζοπούλου, νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου τιμῆς. Προορισμὸς τοῦ ταμείου τούτου ἦτο ἡ περίθαλψις τῶν γερόντων γονέων καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν φονευομένων ἐν πολέμῳ, ὡς καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον καταστῆ ἀνίκανοι ἐκ τοῦ πολέμου. Πόροι τοῦ ταμείου ἦσαν ὑπὲρ τὰς 300,000 δραχμαὶ, προερχόμεναι ἀπὸ διαφόρους εἰσφορὰς καὶ κατατεθειμέναι εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ διάφοροι ἄλλαι εἰσφοραὶ διαφόρων φιλανθρώπων. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀπηρτίζετο ἀπὸ 37 ἄρθρα. Κατόπιν δὲ τῆς λαμπρᾶς ὄντως καὶ συγκινητικῆς εἰσηγητικῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου τότε ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ, ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως ἀπεδέχθη, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τυπωθῇ, διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Δυστυχῶς ὅμως ἡ Βουλὴ ἐκείνη διελύθη, καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καίτοι ἀναγραφὲν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δὲν ἐψηφίσθη. Ἤδη ἀπόκειται εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν νὰ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως διατάξῃ ν’ ἀνατυπωθῇ, διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς καὶ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Μεταξύ, Κύριοι, τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι καὶ τὸ περὶ ἀφομοιώσεως τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἓν τῶν δικαιοτέρων, καὶ πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπεκρότησαν διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· δυστυχῶς ὅμως σήμερον ἀνέγνων ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «...Εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς 27ης μακρὰ ἐγένετο συζήτησις περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἀφομοιώσεως τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τῇ εἰσηγήσει ἀξιωματικῶν τῶν τεχνικῶν ὅπλων, ὡς φρονοῦσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ, εἰσηγήσαντο, ὅπως μὴ ὑποβληθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι δι’ αὐτοῦ ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμός.»
§74Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§75ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς μέλος τῶν τεχνικῶν σωμάτων ἔρχομαι νὰ ὑψώσω φωνὴν διαμαρτυρίας ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ ταύτῃ τῆς εἰρημένης ἐφημερίδος καὶ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν τεχνικῶν σωμάτων εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι θέλουσι νὰ ζήσουν ἐν συμπνοίᾳ καὶ ἀδελφότητι μετὰ τῶν συναδέλφων αὐτῶν, καὶ πρέπει νὰ παύσῃ πλέον ἡ ἀνισότης, διότι τὸ στράτευμα τότε θέλει λειτουργήσει καλῶς, ὅταν ἐν ἰσότητι καὶ ἀδελφότητι διάκειται. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀκριβείας ἢ μὴ τῶν δημοσιευθέντων.
§76Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ διαμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν χάνεται· πιθανὸν νὰ βραδύνῃ ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν ἀδικούμενον, ἀλλὰ δὲν χάνεται ποτέ. Καὶ σήμερον ἀπεδόθη δικαιοσύνη εἰς τὸν στρατὸν, διότι εὑρέθησαν πολλοὶ συνάδελφοι νὰ ἀριθμήσουν ὀλίγους ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον, ἀργότερον δ’ ἴσως, κατὰ τὴν κατάλληλον στιγμὴν, θὰ ἀριθμήσωμεν πολὺ περισσοτέρους ἀκόμη, (ἐὰν δὲν ἀριθμήσωμεν τὸ σύνολον) οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν μετ’ ἐπαίνων τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ σβεσθῇ τέλος ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος ἡμῶν ἡ ὕβρις, ἡ ὁποία ἐρρίφθη κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ὑπεσχέθην, Κύριοι, καὶ τὸ ἠκούσατε, ὅτι θέλω μεριμνήσει περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν τῷ πολέμῳ πεσόντων ἀξιωματικῶν καὶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ἀνίκανοι. Ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι ἐργάζομαι πρὸς τοῦτο.
§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ περὶ τῶν ὁπλιτῶν.
§78Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως· ἐγὼ δὲν ἐξαιρῶ κανένα. Ἡ ὕπαρξίς μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι παρὰ ἰσότης καὶ δικαιοσύνη. Ἐὰν ἀποδειχθῶ ἀνίκανος νὰ πράξω τοῦτο, θὰ ἀποσυρθῶ καὶ θὰ δώσω τὴν θέσιν μου εἰς ἄλλον, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι ἱκανώτερος ἐμοῦ νὰ πράξῃ τοῦτο (εὖγε! εὖγε!) Δὲν μὲ θέλγουν οἱ τίτλοι, ἐὰν δὲν συνοδεύωνται μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατέχει τίτλον τινὰ, καὶ δὲν θὰ μείνω, ἐπαναλαμβάνω, ἐν τῇ θέσει μου, ἐὰν ἡ ἰσότης καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν βασιλεύσῃ ἐπὶ τῶν πράξεών μου, καὶ διὰ τοῦτο εἰς πᾶσαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς πᾶσαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐνήργησα ὡς Ὑπουργὸς, πιθανὸν νὰ εἰσεχώρησε πλάνη τις ἐν αὐταῖς, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἦτο ἄλλο παρὰ ἀπονομὴ δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος, διότι οὕτω καὶ μόνον δύναται νὰ βασιλεύσῃ πειθαρχία ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ἀπὸ τὴν πειθαρχίαν ἐλπίζει ἡ πατρὶς νὰ ἐκτελέσῃ τὸ στράτευμα τὸ καθῆκόν του ἐν δεδομένῃ στιγμῇ. Ἄνευ πειθαρχίας δὲν δύναται οὔτε νὰ πολεμήσῃ ἓν στράτευμα, οὔτε ὁπωσδήποτε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Καὶ ἔχομεν παραδείγματα πλεῖστα, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκάμομεν πάντοτε ἐπίσημον πόλεμον, καὶ κατὰ τοὺς πολέμους τοὺς μὴ ἐπισήμους ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ ῥέμπελα σώματα δὲν ἔκαμαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς εἶχον καθῆκον νὰ κάμωσι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐνεργείας. Ἐὰν τὰ ῥέμπελα σώματα κατὰ τὸ 1821 ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ἦτο διότι εἶχον σεβασμόν, ἀφοσίωσιν, λατρείαν πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς αὐτῶν, ὅπου ἐνέκειτο καὶ ἡ πειθαρχία. Λοιπὸν ἡ πειθαρχία εἶναι ἡ βάσις, καὶ θέλω νὰ ἐγκαθιδρύσω τὴν πειθαρχίαν διὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος, ἐνόσῳ κάθημαι εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἠκούσθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὄνομα, τὸ ὁποῖον τιμᾷ τὸν στρατὸν, καὶ εἶναι λυπηρὸν, διότι δὲν ἀνήκει εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ πλέον, τὸ ὄνομα τοῦ Κοψίδα. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἀδικήσῃ κανεὶς τὸν Κοψίδαν, ἐὰν ἀναφέρῃ καὶ ἄλλο ὄνομα παραπλεύρως αὐτοῦ, τὸν νῦν ταγματάρχην Θεοδώρου· οἱ δύο αὐτοὶ ἔδωκαν τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ μὲν Κοψίδας ἐτέθη μεταξὺ τριῶν πυρῶν, ὁ δὲ Θεοδώρου ἦλθε μὲ τὴν λόγχην εἰς χεῖρας καὶ κατέλαβε τὴν κλεῖδα τῆς θέσεως...
§79ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποίαν μάχην;
§80Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ Βελεστῖνον. Καὶ τὴν διάταξιν τοῦ στρατεύματος δὲν τὴν εἶχε δώσει ὁ στρατηγὸς, τὴν ἔδωκεν ἡ ἐπίθεσις τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ὅταν ἔλθουν τὰ ζητήματα ταῦτα νὰ ἐκτυλιχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ μάθῃ ὁ δημοσιογραφικὸς κόσμος πόσον πρέπει, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ ἔχῃ φειδωλίαν περὶ τὸ γράφειν καὶ νὰ διυλίζῃ τὸν κώνωπα, διότι ἄλλως φέρει ἄτοπα πολλὰ καὶ μεγάλα εἰς τὴν πατρίδα. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλο τι περὶ τούτου, ἀλλ’ ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὴ στηρίζηται ἐπὶ δημοσιογραφικῶν ἀνακοινώσεων, προκειμένου περὶ τῶν συζητουμένων ἐν τοῖς ὑπουργικοῖς συμβουλίοις.
§81Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνετάλην ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν τεχνικῶν σωμάτων νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸ δημοσιευθὲν εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὸ ὁποῖον βαρέως φέρουσι.
§82Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ γνωρίζῃ ἐπακριβῶς τί γίνεται ἐν τοῖς ὑπουργικοῖς συμβουλίοις, ἡ μυστικότης δὲ αὕτη ἐτηρήθη ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ γραφὲν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀφομοιώσεως τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Χαίρω ὅμως, ὅτι ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ παρασταθῇ ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν τεχνικῶν σωμάτων καὶ νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν. Εἶναι τοῦτο μία ἀπόδειξις, ὅτι κατέχω τὸ ὑπουργικὸν ἑδώλιον, ἵνα ἀποδίδω δικαιοσύνην καὶ ἰσότητα.
§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ προσθέσω πολλά. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον καὶ τῶν παθόντων καὶ καταστάντων ἀνικάνων νὰ ζήσωσιν, εἶναι λελυμένον καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους. Ἐπιβάλλεται, καὶ ἐπιτακτικῶς, τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς τὴν Πολιτείαν. Ὅπως ἐπεβλήθη τὸ καθῆκον τῆς ἀρωγῆς τῆς Πολιτείας πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν ἐρειπίων τῶν ἀψύχων, οὕτως ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον εἰς αὐτὴν, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν ἐμψύχων ἐρειπίων. Ἐρείπια δὲ ἀφῆκαν οἱ πεσόντες ἐν τῷ πολέμῳ, ὅταν ἀφῆκαν τὰς οἰκογενείας αὑτῶν πεινώσας. Ἐρείπια εἶναι σχεδὸν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἀκρωτηριασθέντες καὶ καταστάντες ἀνίκανοι ἕνεκα τῶν πληγῶν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου, δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι. Καθῆκον ἑπομένως ἐπιτακτικὸν ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Πολιτείαν, δι’ ἐκτάκτων μέτρων καὶ χωρὶς νὰ ἀναμείνωμεν γενικώτερα μέτρα περὶ στρατοῦ καὶ τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ, ἐπιβάλλεται, λέγω, τὸ ταχύτερον νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε θεωρήσει ἐπιβαλλόμενον καὶ ἀναγκαῖον πρὸς περίθαλψιν τῶν πασχόντων τούτων ἐρειπίων τοῦ τελευταίου ἀτυχοῦς πολέμου. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐκταθῶ περισσότερον, ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ὅσα ἐλέχθησαν σήμερον καὶ αἱ ὀλίγαι λέξεις, τὰς ὁποίας εἰς ἐπίρρωσιν τῶν λεχθέντων ἔρχομαι καὶ ἐγὼ κατὰ καθῆκον νὰ προσθέσω, διότι γνωρίζω πολλὰ τῶν ἐρειπίων τούτων, ἐλπίζω, λέγω, ὅτι τὰ λεχθέντα θὰ ἐνθαρρύνωσι τὸν κύριον Ὑπουργόν, ἵνα ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη κατὰ τὴν συζήτησιν.
§84Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔργον τῆς παρούσης Βουλῆς εἶναι ἡ ἀπονομὴ βοηθειῶν καὶ συντάξεων, ἐνῷ ὁ λαὸς τὴν 7 Φεβρουαρίου μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, ὅπως σκεφθῶμεν πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας καὶ πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν μέσων τῆς ἀνορθώσεως καὶ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ πληρώσωμεν τὰς συντάξεις καὶ τὰ βοηθήματα (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι). Μόνος σκοπὸς τῶν προτάσεων τούτων περὶ ἀπονομῆς βραβείων καὶ συντάξεων εἶναι ἡ δημοκοπία καὶ ἡ ῥεκλάμα, καὶ δὲν εἶναι μακρὰν ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν πικρῶς θέλετε μεταμεληθῆ πάντες ὑμεῖς διὰ τὰ λαμβάνοντα χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡ ἀπονομὴ συντάξεων εἰς τοὺς παθόντας κατὰ τὸν πόλεμον εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπάρχουσι νόμοι, κανονίζοντες τὰ περὶ αὐτῶν, καὶ εἰδικὰ ταμεῖα, προβλέποντα περὶ τῆς θεραπείας.
§85Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐὰν ἔζῃ ὁ πρόγονός σου, θὰ ἐκάλυπτε τὸ πρόσωπον δι’ ὅσα εἶπες εἰς τὴν Βουλήν. (Εὖγε! εὖγε!).
§86Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πίνακα, ἐμφαίνοντα: αʹ) Πόση ποσότης σταφίδος ἐκ τῆς παρακρατήσεως κατηναλώθη εἰς οἰνοπνευματοποιεῖα ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς παρακρατήσεως, ἀφ’ ἧς λειτουργεῖ ὁ περὶ παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου νόμος. βʹ) Πόση ποσότης οἰνοπνεύματος καὶ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ἐξήχθη εἰς ξένας ἀγορὰς, καὶ εἰς ποίαν ἀξίαν ἀνέρχονται ταῦτα. γʹ) Πόσα οἰνοπνευματοποιεῖα ἀτμοκίνητα λειτουργοῦσιν ἐν Ἑλλάδι. δʹ) Πόση ποσότης οἰνοπνεύματος εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ.» Καταθέτω τὴν ἐπερώτησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως καταθέσῃ τὰ αἰτούμενα.
§87Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον νὰ διαβιβάσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον πρὸς ἐμὲ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν κυρίου Ἀλεξίου Συρμοπούλου, διευθυντοῦ συγχρόνως τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ πραγματευόμενον περὶ ἐκτρόπου ἐξαγωγῆς ἐκ τοῦ τόπου σταφίδος ὑπὸ ἄλλην μορφήν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τούτου, ἀφοῦ εἶναι ζήτημα ὑπηρεσιακὸν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ὃν παραδίδω αὐτὸ τοῦτο τὸ τηλεγράφημα, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἂν ἐγκρίνῃ τελεσφορώτερον.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἐστάλη καὶ πρὸς ἐμὲ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βενετίᾳ τῇ 19 Μαρτίου 1897 συνομολογηθείσης διεθνοῦς συμβάσεως πρὸς πρόληψιν τῆς εἰσβολῆς καὶ διαδόσεως τῆς πανώλους. 2) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας συνομολογηθείσης τῇ 28 Δεκεμβρίου 1898 συμβάσεως. 3) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῶν ἀδελφῶν Ἀλ. Γ. Μιχαλινοῦ καὶ Ζωρζῆ Δ. Μιχαλινοῦ, ἰδιοκτητῶν ἀτμοπλοίων, συνομολογηθείσης συμβάσεως. 4) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῶν ἀδελφῶν Π. καὶ Ε. Μαρκίδου, ἰδιοκτητῶν τοῦ ἀτμοπλοίου «Φοίνικος», συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως).
§90Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω τίποτε, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς συνομολογηθείσας συμβάσεις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, διότι διὰ τῶν συμβάσεων παρέχεται συνδρομή τις. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἔλθῃ σπουδαιότερον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἡ ναυτιλία ἔχει ἀνάγκην προστασίας, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ φροντίσῃ σπουδαίως περὶ τοῦ κλάδου τούτου, νομίζω δὲ, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὴν ἀτμήρη ναυτιλίαν, ἀνάγκη εἶναι νὰ δοθῇ χρηματικὸν ἐπιχορήγημα, διότι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωμεν ἀτμοπλοΐαν ἀξίαν λόγου. Βεβαίως καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ὅπως καὶ εἰς ἄλλα, παρουσιάζεται ἡ οἰκονομικὴ δυσχέρεια, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ᾖναι φειδωλή. Πᾶσα θυσία πρέπει νὰ γείνῃ ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ναυτιλίας. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἤθελον προτιμήσει, τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τοὺς στόλους καὶ τοὺς στρατοὺς, νὰ διετίθεντο εἰς τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν, διότι μόνον ἐὰν εὐημερήσῃ τὸ Κράτος οἰκονομικῶς, θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωμεν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ συντηρήσωμεν τοὺς βαθμοφόρους, περὶ τῶν ὁποίων τόσος γίνεται λόγος ἐν τῇ Βουλῇ. Ἄνευ τῶν οἰκονομικῶν τούτων μέσων οὔτε στρατοὺς οὔτε στόλους θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἡ Πολιτεία. Διὰ τοῦτο λοιπὸν συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ναυτιλίαν, διότι δι’ αὐτῆς θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀνάπτυξις τῶν οἰκονομικῶν πόρων τοῦ Κράτους.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν πληρεξουσίων τῆς ἐν Σμύρνῃ ἀτμοπλοΐας «Π. Πανταλέων» συνομολογηθείσης τῇ 4 Σεπτεμβρίου 1898 συμβάσεως.
§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Χθὲς ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ, καὶ ἰδίως εἰς τὸ ἄρθρον 10, δὲν περιλαμβάνεται μία παράγραφος, ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὰς ἄλλας τοῦ αὐτοῦ εἴδους συμβάσεις. Λόγος τῆς παραλείψεως ταύτης εἶναι, ὅτι ἡ σύμβασις, περὶ ἧς πρόκειται, ὑπεγράφη καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἶχεν ἀρχίσει νὰ περιλαμβάνηται ἡ παράγραφος αὕτη εἰς τὰς συμβάσεις. Πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ ἀτόπου, τοῦ προκύπτοντος ἐκ τῆς παραλείψεως τῆς παραγράφου, ὑπεγράφη σήμερον σύμβασις εἰδικὴ, καὶ παρακαλῶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 10 νὰ περιληφθῇ ἡ ἑξῆς περίοδος: «Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον καταγγελθῆ αἱ μετὰ τῶν λοιπῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν συμβάσεις, θεωρεῖται αὐτοδικαίως παύσασα ἡ ἰσχὺς τῆς παρούσης συμβάσεως 6 μῆνας μετὰ τὴν καταγγελίαν καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ἔτους.» Καταθέτω τὴν σύμβασιν τὴν ὑπογραφεῖσαν, ἥτις δικαιολογεῖ τὴν προσθήκην.
§93ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ᾖναι φειδωλοτέρα τοιούτων συμβάσεων πρὸς τὰς ἑταιρείας τὰς ἀντιπροσωπευομένας ὑπὸ ἑνὸς μόνον ἀτμοπλοίου, μάλιστα ἐμπορικοῦ, διότι παραβλάπτονται σπουδαιότατα συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἡ παρατήρησίς μου δὲν εἶναι ἐπίκαιρος, γινομένη ἐνταῦθα κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως τῆς ἑταιρείας «Πανταλέων», ἀλλὰ φέρω ταύτην διὰ τὰς ἄλλας μὴ ἐψηφισμένας συμβάσεις.
§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις βεβαίως δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἑταιρείαν «Πανταλέοντος», ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ὑπὸ πολλῶν ἀτμοπλοίων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, μετὰ τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 προταθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προσθήκης).
§95Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§96Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠδυνήθην εἰσέτι νὰ ὑποβάλω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ἐζήτησα ὅμως ταύτας καὶ συνέστησα εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατὰ τὴν συνομολόγησιν ἑτέρων συμβάσεων. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 χορηγηθεισῶν πιστώσεων διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Μαΐου καὶ Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1899. 2) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1899. 3) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1898 βασιλικοῦ διατάγματος περὶ τῶν εἰς Θεσσαλίαν εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καταλήψεως αὐτῆς. Ὁ κ. Καρτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§98Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐπὶ τὸ βῆμα μὲ φέρει ἡ ἰδιότης τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ἥτις ἔχει τὸ ὕψιστον ἐνδιαφέρον ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν θέματι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ ἕτεροι λόγοι συνέτειναν πρὸς αὐτό. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, περὶ τὴν λῆξιν αὐτῆς, τινὲς τῶν κ.κ. συναδέλφων, τῶν ὁμιλησάντων ἐναντίον τοῦ Β. Διατάγματος ἐφλέγοντο ὑπὸ σφοδρᾶς ἐπιθυμίας νὰ γνωρίσωσι, ποία θὰ ἦτο ἡ γνώμη ἡμῶν τῶν ἄλλων, οἵτινες δὲν ἐλάβομεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Ἴσως ὑποκάρδιος πόθος τινῶν ἐξ αὐτῶν θὰ ἦτο νὰ μᾶς φέρωσιν εἰς σύγκρουσίν τινα, ὡς Θεσσαλοὺς Βουλευτὰς ἀφ’ ἑνός, καὶ ὡς φίλους τῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑτέρου, καὶ οὕτω καταστήσωσιν ἡμᾶς ἀντιδημοτικοὺς εἰς τὰς ἐπαρχίας μας. Ἀλλὰ τοῦτο πολὺ ὀλίγον μὲ ἐνδιαφέρει, οὐδ’ εἶναι ἱκανὸν, ὅπως ἀπασχολήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου 1898 ἦτο σύμφωνον πρὸς τὰ διεθνῆ νόμιμα, ἢ ἦτο ἀντισυνταγματικὸν ἢ ὄχι, διότι ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐκ Λαρίσης καὶ Τυρνάβου, κατὰ πολὺ ἐντριβέστεροι ἐμοῦ εἰς τὴν ἐπιστήμην τοῦ Δικαίου ἐν γένει, διακεκριμένοι δὲ δικηγόροι, ἐξήντλησαν τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἐγὼ θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς πρακτικῆς αὐτοῦ ἀπόψεως, ἥτις εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὁπόταν οἱ ἔμποροι Βόλου ὑπέβαλον τὰ αἰτήματά των πρὸς ἀκύρωσιν τοῦ διατάγματος τῆς 19 Ἀπριλίου 1898, εὑρέθησαν αὐτοὶ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τετελεσμένου γεγονότος, ἀπέναντι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ διατάγματος, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεκτήθησαν δικαιώματα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ἐναντίον τῶν ἐμπόρων, προσεκτήσατο δηλαδὴ τὸ Δημόσιον 1,600,000 δραχμὰς, εἰσπραχθείσας καὶ εἰσπραξίμους. Ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποφασίσῃ ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ νὰ θυσιάσῃ 1,600,000 δραχμὰς μάλιστα ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ οἰκονομικὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν. Ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἔμποροι τοῦ Βόλου καὶ τῆς λοιπῆς Θεσσαλίας ἰσχυρίσθησαν, ὅτι εἶχον τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἑαυτῶν. Ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ μία λύσις συμβιβαστική, ἥτις καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ μὴ προσβάλλῃ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐπιφέρῃ καὶ ἀνακούφισίν τινα εἰς ὁλόκληρον ἐμπορικὴν τάξιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν ζωὴν ὁλοκλήρου ἐπαρχίας, τὴν ἀνακούφισιν δὲ ταύτην ἔσχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατυπώσῃ ἐν τῷ ὑποβληθέντι καὶ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ πρὸς κύρωσιν ὑπὸ διατάγματος τῆς 19 Ἀπριλίου 1898. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἡ ἀρίστη πασῶν, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι, προκειμένου νὰ θιχθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου πλούτου, ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα λίαν προσεκτικοί, καὶ ἂν πρόκειται νὰ βλαφθῇ ἡ δημοτικότης ἡμῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, νομίζω ὅτι ἔχομεν ὕψιστον καθῆκον νὰ φροντίζωμεν πρὸ παντὸς ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Οἱ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἀνήκοντες συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας εἶναι ἐλεύθεροι νὰ προτείνωσιν οἱανδήποτε πρότασιν, ἀπὸ τῆς ἀκυρώσεως τοῦ διατάγματος μέχρι τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοστοῦ πρὸς ἐπιστροφὴν, ἀλλὰ δὲν βλέπω ποῖον ἀποτέλεσμα δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πρότασις αὕτη, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ 400,000 δραχμαί, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον δωρεῖται εἰς τοὺς ἐμπόρους, εἶναι τὸ ἀνώτατον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πράξῃ ὑπὲρ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ἐγὼ καὶ οἱ μετ’ ἐμοῦ ὁμοφρονοῦντες ἐκ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ συναδέλων ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος, διότι νομίζω, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐπέρχεται ἡ ποθουμένη ἀνακούφισις ὑπὲρ τῆς ἐμπορικῆς τάξεως ἐν Θεσσαλίᾳ. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι δὲν εἶναι μόνος σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν ἐνταῦθα τὸ νὰ φροντίζωμεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν ἰδιαιτέρων ἡμῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐνθυμώμεθα, ὅτι εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος καὶ ὀφείλομεν ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων πρὸ παντὸς νὰ βουλευώμεθα.
§99Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐξ ἀνάγκης, Κύριοι, καὶ πάλιν θὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῆς Θεσσαλίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀσχάλλει, ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ αὐτῆς, (διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῶν κ.κ. Βουλευτῶν) ἐγὼ ὅμως δὲν δύναμαι ἢ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αἰσθάνομαι συγκίνησίν τινα, ὅταν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐν τῇ Βουλῇ συνέπειάν τινα ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐκληροδότησεν ὁ ἀτυχὴς ἡμῶν πόλεμος εἰς τὴν Θεσσαλικὴν χώραν, εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ, παρὰ τὴν ἐπιδεικνυομένην δυσφορίαν, αἰσθάνεται τὴν συγκίνησιν ταύτην, ἰδιαιτέρως ὅμως αἰσθανόμεθα αὐτὴν οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ, οἵτινες ἀντελήφθημεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τῶν συμφορῶν καὶ θλίψεων τῆς Θεσσαλίας, καὶ συνεζυμώθημεν μετ’ αὐτῶν. Ἡ ἀπόστασις ὅμως σμικρύνει τ’ ἀντικείμενα, ἐκμηδενίζει ἐνίοτε καὶ τὰς θλίψεις καὶ τὰ συμφοράς. Λυποῦμαι δὲ, διότι ἕνεκεν ἀλληλοδιαδόχων, φαίνεται, ἀντιξόων περιστάσεων δὲν ἐδόθη καιρὸς μετὰ τὴν νέαν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, δὲν ἐδόθη καιρὸς εἰς τοὺς προεξάρχοντας τῶν διαφόρων πολιτικῶν μερίδων νὰ ἐπισκεφθῶσι τὴν Θεσσαλίαν, ὅπως ἀντιληφθῶσιν ἐπιτοπίως τῶν γενομένων ἐκεῖ καταστροφῶν, ἵνα δυνάμεθα ἐντεῦθεν νὰ συζητῶμεν ἐν ἀκριβοδικαίᾳ ἐκτιμήσει τῶν πραγμάτων, ὁσάκις ἐγείρεται ζήτημα Θεσσαλικὸν ἐνταῦθα, ζήτημα ἰδίως Θεσσαλικὸν ἐκ τῶν ἀναφυέντων μετὰ τὸν πόλεμον. Ἐὰν εἷς ξένος τῶν πραγμάτων ἡμῶν, ἀγνοῶν τὰς τύχας, ὑφ’ ὧν ἐδοκιμάσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὸ Κράτος ἡμῶν, παρευρεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ἢ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἡμερησίας ἡμῶν διατάξεως, οὐδέποτε θὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἓν ὁλόκληρον διαμέρισμα τοῦ Κράτους ἐχρησίμευσε πρὸ διετίας ὡς θέατρον καταστρεπτικοῦ πολέμου, ὅτι ἐφιλοξένησε τὰ ἄτακτα στίφη τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ διέθρεψεν 150,000 τουρκικοῦ στρατοῦ, ἐπὶ ἓν ἔτος κατέχοντος καὶ λεηλατοῦντος τὴν χώραν ἐκείνην. Καὶ ἡ γλυκεῖα αὕτη πλάνη, Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι γεννᾶται καὶ εἰς ἡμᾶς συχνάκις, ὅταν γίνωνται αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἀμέσως αἱ φρικταὶ Θεσσαλικαὶ εἰκόνες ἐπέρχονται εἰς τὴν μνήμην μας καὶ μᾶς ἐξάγουσι τῆς εὐαρέστου ταύτης πλάνης. Διὰ τοῦτο συνήλθομεν ἰδιαιτέρως πρὸ δύο μηνῶν ἅπαντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ καὶ ὑπεδείξαμέν τινα τῶν προεξεχόντων ἐν αὐτῇ ζητημάτων καὶ διετυπώσαμεν ἐπ’ αὐτῶν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ἐπεδόθη, νομίζω, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῶν Βουλευτῶν τῆς συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει τοὐλάχιστον, ἐλάβομεν ἀπάντησιν, καὶ δὲν ἐλάβομεν ἀπάντησιν οὔτε διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κατεδείξαμεν, τὸ πρῶτον Θεσσαλικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον δὲν προβλέπει ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπιβάλλει ἐξαιρετικὴν φορολογίαν εἰς αὐτὴν, παρὰ τοὺς κειμένους νόμους, παρὰ τὰ διεθνῆ δίκαια, παρὰ τὸν συνταγματικὸν χάρτην. Πρὸς ἐξέτασιν καὶ ἀκριβῆ κατανόησιν τοῦ ζητήματος ἀνάγκη, Κύριοι, ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου, ἐξετάζοντες ἱστορικῶς αὐτό. Μετὰ τὴν νύκτα τῆς ἑνδεκάτης πρὸς τὴν δωδεκάτην Ἀπριλίου, τὴν ἀπαίσιον ἐκείνην καὶ ἀλησμόνητον νύκτα, τὸ πᾶν ἐν Θεσσαλίᾳ διελύθη. Ἅμα ὁ στρατὸς ὁ τουρκικὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν πεδιάδα Λαρίσης, ἔπαυσε πλέον ἐνασκουμένη ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ ἡ κυριαρχία ἡ Ἑλληνικὴ, ἀπέμεινε δὲ μόνον ἡ ψιλὴ κυριαρχία τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπεβλήθη εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἡ πραγματικὴ κυριαρχία τῆς Τουρκίας, ἡ διὰ τῶν ὅπλων ἀσκουμένη. Τὸ πᾶν παρέλυσε τότε, αἱ κοινωνικαὶ σχέσεις διεκόπησαν, καὶ εὐλόγως ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ὑφίστανται ἐμπορικαὶ τοιαῦται, διότι αἱ πόλεις ἐξεκενώθησαν, τὰ χωρία ἐγκατελείφθησαν, καὶ τὰ ὑπάρχοντα τῶν κατοίκων καὶ τὰ ἐμπορεύματα τῶν ἐμπόρων ἐξεχύθησαν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν καὶ τῶν οἰκιῶν εἰς τὰς ὁδοὺς, λεία τῶν ἀτάκτων στοιχείων καὶ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Μετὰ τὴν ἀνακωχὴν ὅμως, καὶ ἰδίως μετὰ τὴν ὁριστικὴν συνθήκην, ἤρξατο νὰ ἐγκαθίσταται ποιά τις τάξις, καὶ φυσικὸν εἶναι, ὅτι τὸ ἐμπόριον πρῶτον ἔπρεπε νὰ ἄρξηται λειτουργοῦν. Ἀλλὰ διάφοροι ἦσαν αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκλήθη τότε νὰ λειτουργήσῃ τὸ ἐμπόριον. Σμήνη Ἰσραηλιτῶν ἐμπόρων ἐπέδραμον ἐκ Θεσσαλονίκης εἰς Θεσσαλίαν, λαβόντα εἰς χεῖρας ἅπαν τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλίας, ἕνεκα δὲ τούτου ὑπεχρεώθησαν καὶ οἱ Θεσσαλοὶ ἔμποροι νὰ παρακολουθήσωσι τὰς ἐμπορικὰς τῆς χώρας ἀνάγκας, νὰ παρακολουθήσωσι τὰς ἐμπορικάς των ὑποχρεώσεις καὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐμπορικὰς σχέσεις των μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς δραστηριότητος, ἣν ἀπῄτουν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι. Ἔπρεπεν, ἢ ν’ ἀποφασίσωσι καὶ οὗτοι νὰ ἐκπατρισθῶσι καὶ γίνωσι βάρος τοῦ Κράτους, ἢ νὰ παραμείνωσιν εἰς τὴν χώραν ἐργαζόμενοι. Παρέμειναν δὲ κυρίως εἰς ἐκείνας τὰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι δὲν κατεστράφησαν ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, καὶ ἐν αἷς ἠδύναντο ὁπωσδήποτε νὰ ἐργασθῶσιν· ὡς τοιαύτας δὲ δύναμαι νὰ ἀριθμήσω τὸν Βόλον, τὰ Τρίκκαλα καὶ τὴν Καρδίτσαν. Ἐὰν καὶ αἱ πόλεις αὗται κατεστρέφοντο, ἐὰν παρέλυε καὶ ἐν αὐταῖς πᾶσα σχέσις ἐμπορικὴ, βεβαίως, μεθ’ ὅλα τὰ μέτρα, ἅτινα ἐλήφθησαν, καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σκοπεῖ βεβαίως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ, ἦτο ἀδύνατον πλέον νὰ ἀναλάβῃ ποτὲ ἡ Θεσσαλία. Παρακολουθοῦντες οὕτως οἱ ἔμποροι τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλικῆς χώρας, ἠναγκάσθησαν νὰ φέρωσι ποσὸν ἐμπορευμάτων ἀνάλογον καὶ πρὸς τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, εἰς τὸν πληθυσμὸν τῆς ὁποίας προσετέθησαν 150,000 στρατοῦ. Καὶ ἐὰν προσθέσητε εἰς τὰς αἰτίας ταύτας καὶ τὴν μεγάλην εὐθηνίαν τῶν πλείστων ἐμπορευμάτων, πρὸς ἣν ἀνάλογος βεβαίως ἦτο καὶ ἡ κατανάλωσις, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἦτο ἀνωτέρα παρ’ ὅσον ἦτο κατὰ τὰς ὁμαλὰς περιστάσεις τοῦ Κράτους. Καὶ εἰσήγαγον ἀφ’ ἑνὸς οἱ Θεσσαλοὶ ἔμποροι ἐμπορεύματα, εἰσήγαγον ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἐπήλυδες ἔμποροι τῆς Θεσσαλονίκης, οἱ μὲν Θεσσαλοὶ ἔμποροι ἀληθῶς μετά τινος περισκέψεως, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἰδίως, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μετέλθῃ τὸ Κράτος μέτρον τι, ὅπως μὴ ζημιωθῇ ὑπερόγκως ἐκ τῆς τοιαύτης ὑπερμέτρου εἰσαγωγῆς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τὸ γενικὸν ἐμπόριον, διότι εἶχον καὶ τὸ προηγούμενον ἐπὶ τῆς πρώτης κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας, ὅτε ἐγένετο ἀπόπειρα ἐφαρμογῆς ἀναλόγου, ἀλλ’ ἠπιωτέρου ἢ τὸ σημερινὸν μέτρον, τὸ τῆς τελωνιακῆς ζώνης, οἱ δὲ ἔμποροι τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ μείζονος τόλμης, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι δὲν θὰ εἰσήγετο τοιοῦτος νόμος τοῦ Κράτους, διότι ἤλπιζον οὗτοι, ὅτι καὶ περὶ τούτου ἤθελε ληφθῆ πρόνοια κατὰ τὴν ἐκ Θεσσαλίας ἀποχώρησιν τῆς Τουρκίας, ὅπως μὴ διαταραχθῶσι δηλαδὴ αἱ σχέσεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας τὰ ἄτομα συνωμολόγησαν πρὸς τὴν Τουρκικὴν ἀρχήν. Καὶ ἐγέμισε κατὰ γράμμα ἡ Θεσσαλία ἐκ τῶν ἐμπόρων τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἐξ ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐτοποθέτουν εἰς τὰς ἀποθήκας, ὅπως τοῖς χρησιμεύσωσι πρὸς κερδοσκοπίαν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἤθελεν ἐλευθερωθῆ ἡ Θεσσαλία. Αἱ εἰδήσεις αὗται ἤρχοντο βεβαίως καὶ ἐνταῦθα, συγκεχυμέναι ὅμως καὶ ὑπερβολικαί, καὶ ἡ νευροπάθεια ὅλων ἡμῶν, ἐν ᾗ διετελοῦμεν ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, φυσικῶς ἐπετείνετο, ἕνεκα τῶν ὑπερβολῶν, αἵτινες ἀσαφῶς μετεδίδοντο ἡμῖν, ἥτις, λέγω, νευροπάθεια ἐπετείνετο περισσότερον εἰς τοὺς πρόσφυγας κυρίως, οἱ ὁποῖοι, μακρὰν τῆς πατρίδος των, ἐφθόνουν, ὡς εἶναι φυσικὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἰδίως τὸν ταλαιπωρούμενον, τοὺς παραμείναντας ἐν Θεσσαλίᾳ συμπολίτας των, νομίζοντες ὅτι θὰ ἐπλούτιζον οὗτοι ἐκ τῆς καταστάσεως ἐκείνης. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν λοιπὸν ἐκείνων, αἵτινες ἤρχοντο ἐνταῦθα πάντως ἐξωγκωμέναι, ἀπεφασίσθη τότε, ὅπως μέτρον τι ληφθῇ κατὰ τῆς δημιουργηθείσης ἐκείνης ἐν Θεσσαλίᾳ καταστάσεως. Καὶ τότε ἀπεφασίσθη νὰ ἐφαρμοσθῇ μέτρον τι, ὅπερ καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Ράλλη θὰ ἐτίθετο εἰς ἐφαρμογήν, διότι ὁ τότε καὶ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς ἐμέ, ὅτι εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ ἐφαρμόσῃ τοιοῦτόν τι μέτρον, ὅπως προφυλάξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τὸ γενικὸν ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ μεγάλας ζημίας. Δὲν ἐπρόφθασεν ὅμως νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτό, διότι, ἀνατραπείσης τῆς Κυβερνήσεως Ράλλη, ἦλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη, ἡ ὁποία, ὑπείκουσα εἰς τὰς περιστάσεις καὶ εἰς τὴν ἐξεγειρομένην ὁλονὲν κοινὴν γνώμην καὶ ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐπείσθη, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου θὰ διέτρεχον μέγαν κίνδυνον, ὡς καὶ τὰ τοῦ ἐμπορίου τοῦ γενικοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἂν δὲν ἐλαμβάνετο κατάλληλον μέτρον, ὥστε νὰ δύνανται πρὸς τὰ ἐμπορεύματα, τὰ οὕτως εἰς Θεσσαλίαν εἰσαχθέντα, νὰ συναγωνισθῶσι καὶ τὰ ὅμοια ἐμπορεύματα τοῦ ἐπιλοίπου Κράτους. Ἀπεφασίσθη τότε νὰ τεθῇ τελωνιακὴ ζώνη εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ὑπεβλήθη νομοσχέδιον τοιοῦτον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὡς σᾶς ἐξήγησεν ὁ ἐκ Λαρίσης κ. συνάδελφος, εἰς τὰς ὁμοβροντίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας ἔπεσε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὑπὸ τὴν γενικὴν κατακραυγήν, ἐνῷ ἐπετάθη ἐκ τῆς γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως ἡ πεποίθησις, ὅτι 12 ἑκατομμυρίων τοὐλάχιστον τελωνιακοῦ δασμοῦ ἐμπορεύματα εἰσήχθησαν τότε εἰς Θεσσαλίαν, καὶ ἀπεδείκνυε τοῦτο ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας διὰ τῶν ἀναλογιῶν καὶ τῶν ἀντιστρόφως ἀναλογιῶν, τὰς ὁποίας ἔφερε τότε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἀπεφασίσθη τότε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον, ἀνάλογον πρὸς τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη τῇ 19 Ἀπριλίου καὶ ὑποβάλλεται εἰς κύρωσιν σήμερον. Ἀντελήφθημεν ὅμως ἀμέσως τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ προσγείνῃ ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ διὰ τοῦ νόμου τούτου, καὶ ἔσπευσα πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ βελτιώσῃ κάλλιον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπέσυρε, νὰ τὸ βελτιώσῃ δὲ κατὰ τρόπον, ὥστε, τεθείσης τῆς τελωνιακῆς ζώνης, νὰ ἀναμείνωμεν μετὰ τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Θεσσαλίας τὴν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐν τῇ ἀκριβοδικαίᾳ ἐκτιμήσει τῶν περιστάσεων θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἐμπορεύματα ὑπὸ ἀνάλογον φορολογίαν, τὴν ὁποίαν αὕτη ἤθελε κρίνει ἀναγκαίαν μετὰ τὴν ἐπιτόπιον ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸς οὐδὲ λόγον ἤθελε ν’ ἀκούσῃ πλέον περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔπεσεν ὑπὸ τὴν γενικὴν κατακραυγὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀνάλογον πρὸς τὸ διάταγμα, ὅπερ, ψηφισθὲν εἰς πρώτην μόνον ἀνάγνωσιν, δὲν ἐπρόφθασε νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἕνεκα τῆς προώρου λήξεως τῆς συνόδου ἐκείνης. Αἱ εἰδήσεις ἐν τούτοις ἔμενον αἱ αὐταί, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη διετέλει ἐν νευροπαθείᾳ, ἐπιμένουσα, ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐπιβληθῇ μέτρον τι φορολογίας καὶ περιορισμοῦ, καὶ ἀπεφασίσθη οὕτως ἡ ἔκδοσις τοῦ διατάγματος τῆς 19 Ἀπριλίου. Ἀλλ’ εἶναι ἐσφαλμένη ἡ γνώμη, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προχθὲς ὑπεστήριξεν, εἰπών, ὅτι ἐγὼ ἐγενόμην εἰσηγητὴς τοῦ διατάγματος τούτου. Τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου οἱ ἀντίπαλοι ἐμοῦ, πρὸς πολιτικὴν ὑπερίσχυσιν, καὶ ἀπορῶ, πῶς τὴν ἐνεκολπώθη ἀβασανίστως καὶ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπιμαρτύρομαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τρικκάλων, ἂν ἐγὼ ἔλαβον μέρος εἰς τινα τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἥτις ὡρίσθη πρὸς σύνταξιν τοῦ προκειμένου διατάγματος...
§100ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Οὐδέποτε ὁ κ. Τοπάλης ἔλαβε μέρος εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ διατάγματος.
§101ΤΟΠΑΛΗΣ. .. Ἐπιμαρτύρομαι τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν δὲν ἔσπευσα νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ποιούμενος παραστάσεις, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττώσῃ τὰς κακὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας βεβαίως θὰ ἔχῃ τὸ διάταγμα τοῦτο, διὰ παντὸς νομίμου διοικητικοῦ μέτρου. Καὶ ὑπείκων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς παραστάσεις μου ἐκείνας, ἐξέδωκε μίαν ἐγκύκλιον πρὸς τὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς τῆς Θεσσαλίας, ἡ ὁποία δυστυχῶς, χάρις εἰς τὸν ὑπέρμετρον ζῆλον τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, πρὸς οὐδὲν ὄφελος ἀπέβη, οὐδὲ εἰς μετριασμὸν τῶν κακῶν τοῦ διατάγματος, διότι ἰδίως τὰ σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἔμειναν τοσοῦτον σκοτεινὰ, ὥστε αἱ τελωνιακαὶ ἀρχαὶ τῆς Θεσσαλίας, ἐπωφεληθεῖσαι ἐκ τοῦ σκότους τούτου καὶ διὰ νὰ δείξουν ἴσως καὶ αὐταὶ ὑπέρμετρον ζῆλον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, δὲν τὰς ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν. Καὶ ἐφηρμόσθη, Κύριοι, ἐν ὅλῃ τῇ σκληρότητί του τὸ διάταγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔσχεν ὀλεθριώτατα ἀποτελέσματα καὶ διὰ τὸ ἐμπόριον τοῦ Βόλου καὶ διὰ τοὺς μικρεμπόρους ὅλης τῆς Θεσσαλίας. Δὲν θέλω νὰ γράψω τοῦτο εἰς τὸ παθητικὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐξέδωκε τὸ ἐν λόγῳ διάταγμα, διότι εἶναι μέτρον ὑπηγορευμένον ἀπὸ τὰς περιστάσεις, ἄνευ τοῦ ὁποίου, ὡς εἶχον τότε τὰ πράγματα, βεβαίως καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον πολλὰ θὰ ἐζημιοῦτο καὶ τὸ γενικὸν ἐμπόριον θὰ ἔπασχεν οὐ μόνον ἐκ τῆς κερδοσκοπίας τῶν Θεσσαλῶν ἐμπόρων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐμπορευμάτων τῶν ἐμπόρων τῆς Θεσσαλονίκης, οἵτινες ἅμα τῇ γνώσει τοῦ διατάγματος ἐξήγαγον ταῦτα ἀμέσως εἰς τὴν Τουρκίαν. Τὸ γράφω μόνον εἰς τὸ παθητικὸν τῶν θλιβερῶν καὶ ἀνωμάλων ἐκείνων περιστάσεων, ἀλλὰ τὸ γράφω συγχρόνως καὶ εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Θεσσαλίας, ἥτις πρὸς ταῖς ἄλλαις ζημίαις τοῦ πολέμου ὑφίσταται σήμερον ἐπίσης τὴν ἄδικον καὶ ἀδικαιολόγητον ταύτην φορολογίαν. Ὀλέθρια δὲ ἀποτελέσματα, ἐπαναλαμβάνω, ἔσχεν οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ — θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν παρέκβασιν — καὶ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς θέσεώς μου, ἣν ὅμως ἐγὼ οὐδόλως ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, διότι ὑπ’ ὄψιν μου ἔχω πρὸ παντὸς πάντοτε τὸ κῦρος τῶν νόμων τῆς πατρίδος μου. Προκειμένου δὲ περὶ τούτου, οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶ ἄλλως, καὶ κείμενοι τῆς πατρίδος μου νόμοι ἦσαν τοῦ διατάγματος ἐκείνου, μ’ ὅλας τὰς παρατυπίας του, αἱ διατάξεις, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς τότε νομίμου Κυβερνήσεως, διότι εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι τὸ κῦρος τῶν διαταγμάτων, τῶν ἐπεχόντων ἰσχὺν νόμου, ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κρίνεται καὶ ἀποφασίζεται, οὐχὶ δὲ ἐν τοῖς πολιτικοῖς γραφείοις καὶ τοῖς καφενείοις, οὐδὲ πρέπει νὰ χρησιμεύῃ τοιοῦτον ζήτημα πρὸς πολιτικὴν ὑπερίσχυσιν καὶ κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, διότι τοιαῦται ἀπόπειραι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ὀλεθριώτατα ἀποτελέσματα εἰς τὸ Κράτος, καὶ θὰ εἶχον ὄντως τοιαῦτα, Κύριοι, διότι οἱ ἔμποροι τῆς Θεσσαλίας, παραπειθόμενοι τότε, μιᾷ φωνῇ ἀπεφάσισαν νὰ κάμωσι στάσιν κατὰ τοῦ καθεστῶτος καὶ νὰ ἀρνηθῶσι παντελῶς τὴν πληρωμὴν τοῦ σχετικοῦ φόρου, μὴ ὑποβάλλοντες οὐδεμίαν δήλωσιν. Ἀλλ’ ἡ Θεσσαλικὴ νομιμοφροσύνη ὑπερίσχυσεν· εἰς τοῦτο δὲ καυχῶμαι, ὅτι συνετέλεσα μὲ τὰς μικράς μου δυνάμεις καὶ ἐγὼ, διότι εἶχον πεποίθησιν εἰς τὴν ὀρθοφροσύνην καὶ τὴν δικαιοσύνην τῆς Βουλῆς, φρονῶν, ὅτι δὲν θέλει ἀνεχθῆ αὕτη νὰ σφαγιασθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ συμφέροντα οὐδὲ νὰ ζημιωθῶσιν ἀδίκως Ἕλληνες πολῖται. Ἰδοὺ διατί, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προέτεινα χθὲς τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ἵνα γείνῃ γνωστὴ ἡ ψῆφος ἑκάστου καὶ μάθῃ ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς, τίνες ἀντεστρατεύθησαν πράγματι εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, ἰδοὺ δὲ διατὶ ὑπεστήριξαν καὶ ἄλλοι, πλέον τῶν 15, συνάδελφοι τὴν πρότασίν μου περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οὐδόλως εἴχομεν σκοπὸν νὰ ὑποβάλωμεν ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας, ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ τὴν πρόθεσιν ταύτην, διότι οὐδέποτε ὑπέβαλον ἐγὼ ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας· ἐὰν δὲ ὁ βραχὺς πολιτικός μου βίος δὲν τὸν ἔπεισεν εἰσέτι περὶ τούτου, ἐλπίζω, ὅτι ἡ μέλλουσα πορεία μου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ θὰ τὸν ἐξαγάγῃ ἐκ τῆς πλάνης του ταύτης. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς μου θὰ προέκυπτεν ἴσως ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου μὴ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς, εἰς τοῦτο δὲν πταίομεν ἡμεῖς. Ἡμεῖς ἐρχόμεθα τακτικῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ παραμένομεν μέχρι τοῦ τέλους αὐτῶν· πείσατε καὶ σεῖς τοὺς φίλους σας, οἵτινες κυρίως ἔχουσι πεποίθησιν ἐπὶ τὸ μεταρρυθμιστικὸν ὑμῶν ἔργον, νὰ ἔρχωνται καὶ παραμένωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ τότε ἐλπίζω νὰ μὴ εὑρεθῇ καὶ πάλιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἀδικαιολογήτῳ παραφορᾷ, ἥτις προχθὲς κατ’ ἐμοῦ ἐξεδηλώθη. Ἀλλὰ δὲν βλέπω διατὶ ἐκ τῆς προτάσεώς μου, ἣν ἔκαμα, ὑπεραμυνόμενος τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας μου, ἔπρεπε προχθὲς νὰ ἐρυθριάσω, ὡς διετάθη ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Δὲν ἔχω λόγον νὰ ἐρυθριάσω, ἰδίως μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις, ὅπως δὲν ἐρυθριῶ δι’ οὐδεμίαν πρᾶξιν ἐν τῷ βίῳ μου, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν! Νὰ ἐρυθριῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἄλλα ὑπεσχέθησαν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των, ἄλλα δὲ πράττουσι σήμερον καὶ ἄλλα ὑποστηρίζουσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου...
§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς διακόψω. Δὲν σᾶς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἐρυθριάσητε.
§103ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἦσθε ἴσως ἐν δικαίᾳ παραφορᾷ προχθὲς, διότι ἐβλέπετε τὴν Βουλὴν ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ, ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν πταίει βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις... Εἶχον λοιπὸν καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ὑποβάλω τοιαύτην πρότασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, σπουδαιοτάτου κατ’ ἐμὲ, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀντιστρατεύεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς τὰ Θεσσαλικὰ συμφέροντα. Σκοπεῖ νὰ κυρώσῃ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει καταρτισθῆ ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, αἵτινες ἐξέλιπον, παρὰ τοὺς κανόνας τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ὅπερ εἰς οὐδὲν κείμενον νόμου στηρίζεται καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ἐναντίον τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου. Ἢ θὰ παραδεχθῶμεν, Κύριοι, ὅτι οἱ Τοῦρκοι εἰσέπραξαν δικαίως τοὺς τελωνιακοὺς δασμοὺς, καὶ τότε οὐδόλως ἡμεῖς δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν ἐκ νέου τοιούτους, ἢ θὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ κυριαρχία τῆς Ἑλλάδος ὑφίστατο καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο, ἀναφέρομαι εἰς τὴν εὔγλωττον καὶ συνταγματικὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐκ Λαρίσης Βουλευτοῦ, ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ γνώμας συγγραφέων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐνήσκουν, καὶ νομίμως, τὸ μὲν δικαιώματι πολέμου, τὸ δὲ δικαιώματι τῆς Συνθήκης, τὴν πραγματικὴν κυριαρχίαν, ἐνασκοῦντες δικαιώματα, ἅτινα τὸ Διεθνὲς Δίκαιον τοῖς ἐπέτρεπε καὶ ἅτινα ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ. Σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, τὴν γνώμην τοῦ Block ἐν Dictionnaire de la politique (Occupation. Querre), ὅστις λέγει: «Προδήλως ἡ κατέχουσα χώραν τινὰ Δύναμις καθίσταται προσωρινῶς κυρία αὐτῆς, ἐνασκεῖ δικαιώματα κυριαρχίας, ἐπιβάλλει φόρους, νομοθετεῖ, ἐν ἀνάγκῃ δὲ ἀπονέμει καὶ δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἔχει κυριαρχίαν ὄχι δικαίαν, ἀλλὰ μόνον πραγματικήν.» Καὶ περὶ ταύτης, Κύριοι, ὁ λόγος ἐν σχέσει μὲ τὸ ζήτημα ἡμῶν τῆς φορολογίας. Ἀφοῦ δὲ οἱ Τοῦρκοι ἐνήσκουν τὴν κυριαρχίαν τὴν πραγματικὴν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ταύτην καὶ ἡ Ἑλλάς· καὶ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἕτερον συγγραφέα, Κύριοι, τὸν Rouard de Card (La guerre Continentale et la propriété, σελ. 67), λέγοντα: «Ὁ κατέχων προσωρινῶς, ἀντικαθιστῶν τὴν ἐθνικὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν φόρων, οἵτινες εἶναι εἰσπρακτέοι ἐν τῷ καταληφθέντι ἐδάφει.» Καὶ ὁ Morin ἐπίσης, Κύριοι, τὰ αὐτὰ ἀναγνωρίζει ἐν τῷ συγγράμματί του «Les lois relatives à la guerre selon le droit des gens modernes.» (1 p. 470). Καὶ οὗτοι μὲν ἀναγνωρίζουσι πλέον, ὡς εἴδετε, τὴν πραγματικὴν κυριαρχίαν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀπεδιώχθη ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλ’ ἔρχονται καὶ ἄλλοι συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι διϊσχυρίζονται ῥητῶς, ὅτι τὸ Κράτος τὸ ἡττηθὲν δὲν δύναται ἐπανερχόμενον νὰ ἀπαιτήσῃ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους εἰσέπραξεν ἡ πολεμία ἀρχὴ κατὰ τὴν κατοχήν. Καὶ λέγει ὁ Bluntschli (Völkerrecht): «Ἡ παλινόρθωτος Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ εἰς τοὺς νόμους ἢ κανονισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐκδίδει, ἀναδρομικὴν δύναμιν, καὶ νὰ κηρύσσῃ αὐτοὺς ἐφαρμοστέους καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ ἔδαφος κατείχετο ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Ὀφείλει νὰ ἀνεχθῇ τὰς συνεπείας τῶν πράξεων τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὧν δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀντιστῇ.» Καὶ ὁ Heffter ἐπίσης συμφωνεῖ (Droit international de l'Europe, 118), παραδεχόμενος ὅτι «ἡ παλινόρθωτος πολιτικὴ ἐξουσία δὲν δικαιοῦται νὰ ἐνασκήσῃ ἀναδρομικῶς διοικητικὰ δικαιώματα, οὔτε κατὰ τῶν ἰδίων ὑπηκόων, οὔτε κατὰ τρίτων, ἐπὶ σχέσεων, αἵτινες, ἀναγόμεναι εἰς τὸν τῆς κατοχῆς χρόνον, ἦσαν κανονιστέαι ὑπὸ τοῦ κατέχοντος τὴν χώραν. Διὸ καὶ δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ ταῦτα οὐδὲ ἡ μεταγενεστέρα ἀπαίτησις φόρων πληρωθέντων.» Τὰ αὐτὰ ἐξακολουθῶν ἀναγράφει καὶ ὁ ἀείμνηστος Σαρίπολος ἐν τῷ συγγράμματι αὐτοῦ περὶ Διεθνοῦς Δικαίου, λέγων: «Ἡ ἐθνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ σεβασθῇ ὡς ἔγκυρα πάντα τὰ κατὰ τὸ μεσόχρονον τῆς κατακτήσεως κεκτημένα δικαιώματα εἴτε ὑπὸ ἄλλων ἐθνῶν, εἴτε ὑπὸ ἰδιωτῶν, ἰθαγενῶν τε ἢ ξένων, διότι ὁ νικητὴς νομίμως ἐκυριάρχησε τῆς χώρας, ὑπεισῆλθε δὲ διὰ τῶν ὅπλων καὶ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἐκβληθείσης Κυβερνήσεως καὶ διεχειρίσθη τὰ δημόσια ταύτης πράγματα τοὐλάχιστον ὡς διαχειριστὴς ἀλλοτρίων ὑποθέσεων.» Τὰ διεθνῆ δὲ νόμιμα πρέπει πρὸ πάντων ἡμεῖς, Κύριοι, νὰ σεβώμεθα, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα μικροὶ, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, καὶ οἱ μεγάλοι νὰ σέβωνται ταῦτα, ὁσάκις προστατεύωνται ὑπ’ αὐτῶν τὰ συμφέροντα ἡμῶν. Ἀλλὰ μήπως στηρίζεται ἐπί τινος κειμένου νόμου τὸ ἐν λόγῳ διάταγμα; μήπως στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον μνημονεύει ὡς βάσιν του τὸ ἴδιον διάταγμα; Ἀκούσατε τί λέγει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ΑϠΞΘʹ τῆς 29 Φεβρουαρίου 1892, ἐφ’ οὗ στηρίζεται τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος διάταγμα: «Πᾶσα εἰσαγωγὴ ἢ ἐξαγωγὴ ἐμπορευμάτων ἢ ἁπλῆ ἀποβίβασις εἰς τὴν ξηρὰν ἢ ἐπιβίβασις εἰς πλοῖον πρέπει νὰ γίνηται ἐν γνώσει καὶ μὲ γραπτὴν ἄδειαν τῶν προϊσταμένων τῆς Ἑλληνικῆς ἀρχῆς διὰ τῶν διωρισμένων θέσεων καὶ εἰς τὰς διωρισμένας ὥρας, ἄλλως θεωρεῖται ὡς λαθρεμπόριον καὶ ὑποβάλλεται τὸ ἐμπόρευμα εἰς ὀκταπλοῦν τελώνιον.» Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐβλέπετε τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία εἶχε δημιουργηθῆ ἐν Θεσσαλίᾳ μετὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ ἐχθροῦ, διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τοῦ παραβόλου τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ὁποῖον θέλει καὶ καλὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάθρον τοῦ διατάγματος τῆς 19 Ἀπριλίου. Καὶ δὲν ἀρκεῖται εἰς ταῦτα τὸ διάταγμα, ἀλλ’ ἐπιμένει, πάλιν στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ νόμου ἐκείνου, νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ποινὰς, καὶ κηρύσσει ὅλους τοὺς ἐμπόρους τῆς Θεσσαλίας λαθρεμπόρους, διότι δὲν ἐφρόντισαν νὰ εὕρουν ἑλληνικὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς ἐν Θεσσαλίᾳ, λειτουργούσας εἰς διωρισμένας θέσεις καὶ εἰς διωρισμένας ὥρας κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς.
§104ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δι’ αὐτὸ, ἀλλὰ διότι δὲν ἐδήλωσαν ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας τοῦ διατάγματος.
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἦτο αὐθάδεια τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ διατάξῃ τοῦτο.
§106Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην. Λοιπὸν ἀπειλοῦνται καὶ διὰ τῶν ποινῶν τοῦ λαθρεμπορίου, ὡς εἶπον, οἱ κάτοχοι τῶν ἐμπορευμάτων τούτων. Ἀλλὰ ἀκούσατε, τί λέγει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ αὐτοῦ νόμου τῆς 29 Φεβρουαρίου 1892: «Τὸ λαθρεμπόριον τιμωρεῖται, ὅταν ἀνακαλυφθῇ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἤτοι ὅταν συντρέχωσιν αἱ περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 168 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.» Καὶ προσέξατε νῦν εἰς τὸ ἄρθρον 168 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὅπερ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐπ’ αὐτοφώρῳ πρᾶξις ὑπάρχει, ὅταν 1) τὸ κακούργημα ἢ πλημμέλημα ἦναι ἐν τῷ πράττεσθαι ἢ ἐπράχθη ἀρτίως, 2) ὁ κατηγορούμενος εὑρέθη ἐν καιρῷ τῆς κολασίμου πράξεως ἐγγὺς τοῦ τόπου, ὅπου αὕτη ἐτελέσθη, μὲ πράγματα, ἐργαλεῖα, ὅπλα καὶ ἄλλα πειστήρια, ἢ 3) ὁ κατηγορούμενος κατεδιώχθη διὰ δημοσίας κραυγῆς.» Ἂν ἦτο δυνατὸν ἐκ τοῦ Ξηροχωρίου ἡ δημοσία αὕτη κραυγὴ νὰ ἔφθανεν εἰς τὴν ἀκτὴν τοῦ Παγασιτικοῦ κόλπου, βεβαίως οἱ ἔμποροι τοῦ Βόλου θὰ κατεδιώκοντο, κατά τινα τρόπον δικαίως, ὡς λαθρέμποροι, ἀλλ’ οὔτε συνελήφθησαν οἱ ἀτυχεῖς μὲ ἐργαλεῖα ἢ ἄλλα πειστήρια, οὔτε ἐν τῷ πράττεσθαι κλπ. ἐφωράθησαν οὗτοι, ὡς διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον 168 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἐν γένει, Κύριοι, κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ στηριχθῇ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ νόμου ΑϠΞΘʹ· καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται νὰ στηριχθῇ, εἶναι φυσικῶς καὶ ἀντισυνταγματικὸν, διότι «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, λέγει τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματός μας, ἄνευ νόμου»· καὶ ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος, μυρία ἕπονται, διότι «ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου, ὁρίζοντος αὐτὴν», λέγει τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος, οὐδὲ κατ’ οἶκον ἔρευνα ἄνευ νόμου, κατ’ αὐτό, ἐπιτρέπεται. Καὶ ὅμως ὅλα ταῦτα ἔλαβον χώραν, διότι καὶ ποιναὶ ἐπεβλήθησαν, καὶ ἔρευναι ἐγένοντο ὑπὸ ἀναρμοδίων ἀρχῶν, καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν ἀνέτρεξαν αἱ ἀρχαὶ καὶ μέχρι καὶ αὐτῶν τῶν στομάχων τῶν Θεσσαλῶν κατοίκων, ἵνα φορολογήσωσι καὶ αὐτὰ τὰ καταναλωθέντα ἐμπορεύματα.
§107Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐνῷ λέγετε, ὅτι τὸ διάταγμα εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, σεῖς ἠκολουθεῖτε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην.
§108ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐπαρκῶς, νομίζω, ἐξηγήθην. Θὰ εἴχετε τὴν ἀπάντησιν, ἐὰν εἴχετε προσέξει εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι τότε, Κύριοι, οἱ λόγοι, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη τὸ διάταγμα; Λέγουσιν, ὅτι οἱ ἔμποροι τοῦ Βόλου καὶ τῆς Θεσσαλίας ὅλοι ἐκερδοσκόπησαν ἐκ τοῦ πολέμου, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἀνεχθῶσιν αἱ ἄλλαι τάξεις, αἱ ζημιωθεῖσαι ἐκ τοῦ πολέμου, ὅπως πλουτίσῃ μόνον μία τάξις, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἄλλων καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπικαλοῦμαι ὡς πρὸς τοῦτο τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἐν τῇ ὁποίᾳ βλέπετε, ὅτι τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, καὶ τὸ εἰσπραχθὲν καὶ τὸ εἰσπραχθησόμενον, εἶναι 1,513,723 δραχμαί. Καὶ μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 1,500,000 δραχμῶν θὰ πλουτήσωσιν οἱ ἔμποροι τῆς Θεσσαλίας καὶ θὰ διεγερθῇ ὁ φθόνος τῶν ἄλλων Θεσσαλικῶν τάξεων, θὰ ἐπέλθῃ δὲ καὶ μεγάλη ζημία εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ἀλλὰ μήπως θὰ ἦναι πράγματι ἐκ δρ. 1,500,000 τὸ κέρδος τῶν Θεσσαλῶν ἐμπόρων, ἐὰν ἀκυρωθῇ τὸ διάταγμα; Ἐκ τούτων πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν 11% τέλος, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσαν εἰς τὰς τελωνιακὰς ἀρχάς. Ἀλλὰ πρότερον πρέπει νὰ κάμω παρέκβασίν τινα, ἰδίως διὰ τοὺς ἀγνοοῦντας τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος τούτου. Πρόκειται, Κύριοι, κυρίως περὶ τῆς ζακχάρεως, ἥτις εἰσήχθη, καὶ ἣν ἰδίως σκοπεῖ νὰ φορολογήσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ τῆς ὁποίας ἡ τιμὴ εἶναι ἴση πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν 11% — καὶ ὑπολογίζω ὅλα τὰ τέλη...
§109Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀφῃρέθησαν τὰ τέλη τὰ τουρκικά.
§110ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ εἰσπρακτέου ποσοῦ τῶν 793,150 δραχ. Ἄλλως τε δύναμαι εἰς τὸ τέλος νὰ ἐκπέσω καὶ 10% ἀκόμη ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ μου. Οἱ ἔμποροι λοιπὸν ὑπέστησαν, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, πληθὺν ζημιῶν, δι’ ἃς ἐπεβαρύνθησαν τὰ ἐμπορεύματά των ταῦτα, καὶ πλὴν τῶν τουρκικῶν τελῶν ἐπεβαρύνθησαν μὲ τὸν τόκον δύο ἐτῶν, ὅστις ἂν ὑπολογισθῇ πρὸς 40%, προστίθενται εἰς τὸ ποσὸν τῶν ζημιῶν ἕτερα 20% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐμπορευμάτων, τῆς ζακχάρεως δηλ. κυρίως, ἣν λαμβάνω ὡς μονάδα, — διότι ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐμπορευμάτων τῶν ἐχόντων μείζονα ἀξίαν, ἡ ἐπιβάρυνσις ἐκ τοῦ τόκου, ὡς καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ζημιῶν, εἶναι μεγαλειτέρα. Ἐὰν πρὸς ταῦτα εὐλόγως παραδεχθῶμεν, ὅτι τὰ ἐν λόγῳ ἐμπορεύματα ὑπέστησαν φθορὰν δεκαπέντε τοὐλάχιστον τοῖς ἑκατὸν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς διαμετακομίσεως, ὅπου ἀπὸ ἔτους μένουσι, καὶ τὰς δαπάνας τῆς μετακομίσεως εἰς αὐτὰς καὶ τὴν διαφορὰν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἥτις τότε μὲν ἦτο 70%, σήμερον δὲ 50%, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς ζημίας τῶν ἐμπόρων ἀναβιβάζεται εἰς πλέον τῶν 60% ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα θέλετε σήμερον νὰ φορολογήσητε. Εἰς 900,000 δραχμὰς ἀναβιβάζεται δηλ. ἡ ζημία τῶν ἐμπόρων ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων τοῦ 1,500,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία ἐὰν ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰς 1,500,000 δρ. τοῦ εἰσπραχθέντος καὶ εἰσπραχθησομένου τελωνιακοῦ δασμοῦ, θὰ μείνῃ καθαρὸν κέρδος εἰς τοὺς ἐμπόρους, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ποσὸν τῶν 600,000 δρ. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ μέγα κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ διεγείρῃ τὰ φθονερὰ βλέμματα, Κύριοι, τῶν ἄλλων τάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐζημιώθησαν ἐκ τοῦ πολέμου, κατὰ τῶν χιλιάδων ἐμπόρων καὶ μικρεμπόρων, οἵτινες θὰ διαμοιρασθῶσι τοῦτο! Λέγουσιν ὅμως, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς μικρεμπόρους τῆς Θεσσαλίας, ἀλλ’ εἰς τοὺς μεγάλους. Καὶ πόσοι εἶναι οὗτοι; 400; 300; 200; Καὶ πάλιν τὸ ποσοστὸν τῆς ὠφελείας κατὰ κεφαλὴν θὰ ἦτο ἀνάξιον λόγου, ἵνα ἐφαρμοσθῇ, Κύριοι, ἄδικος νόμος, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται καὶ εἰς τὰ διεθνῆ νόμιμα καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν. Πρὸς τούτοις ὑπάρχει, φαίνεται, καὶ ἕτερος λόγος, ὁ ὁποῖος κατά τινας ἐδικαιολόγει τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος, ὡς καὶ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ, κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ὁ λόγος μήπως κλονισθῇ τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος, διότι οἱ Θεσσαλοὶ ἔμποροι θὰ ἠδύναντο νὰ πωλῶσιν εὐθηνότερον τὰ ἐμπορεύματά των. Ἀλλὰ, Κύριοι, θὰ ἦτο γελοῖον, ἂν ὑπεστηρίζετο σοβαρῶς, ὅτι ἐμπορεύματα 600 χιλιάδων δραχμῶν θὰ ἦτο δυνατὸν, ἐὰν ἔμενον ἀτελώνιστα, νὰ κλονίσωσι τὸν συναγωνισμὸν τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος. Ἐν τούτοις καὶ ἕτερος δικαιολογητικὸς λόγος τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου κ. Καρτάλη, τὸ δημόσιον συμφέρον καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκλήθη ἡ Θεσσαλία καὶ πάλιν, Κύριοι, νὰ πληρώσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου, ἡμεῖς εἴμεθα πρόθυμοι νὰ παραδεχθῶμεν ἀγογγύστως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀρκεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐχὴν ταύτην, ἀφοῦ, φαίνεται, δὲν ἔφθασαν ὅσα ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἡ Θεσσαλία ἤδη ὑπέστη. Καταστρέφων τὸν λόγον, ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ δι’ ἑτέραν σοβαρὰν αἰτίαν ἐπιμένω εἰς τὴν ἀκύρωσιν τοῦ διατάγματος τῆς 19 Ἀπριλίου, διότι πρέπει νὰ ἀποτρίψωμεν, Κύριοι, τὴν μομφὴν, ἡ ὁποία προσεγένετο εἰς τὸν ἐμπορικὸν κόσμον τῆς Θεσσαλίας, χαρακτηρισθέντα ὅλον ὡς λαθρέμπορον, ὡς εἰσαγαγόντα παρὰ τοὺς νόμους δῆθεν τοῦ Κράτους καὶ τὰς τελωνιακὰς διατάξεις διάφορα ἐμπορεύματα εἰς τὴν πατρίδα του κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Καὶ χάριν τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας τῶν ἐμπόρων τούτων καὶ χάριν τῆς ἐμπορικῆς αὐτῶν ὑπολήψεως, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν ν’ ἀποδοθῇ τοιαύτη μομφὴ εἰς Ἕλληνας πολίτας, τοσαῦτα ὑποστάντας ὑπὲρ τοῦ Κράτους, οὐδὲ νὰ ἀνεχθῶμεν νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ πλείστας ἐπόψεις δύναται νὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας.
§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.)
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§114Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἤθελον, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εὐγλώττου ὑπερασπίσεως τυγχάνουσι τὰ συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς, λίαν καλῶς κατηρτισμένων, ἡ δὲ ἀσθενὴς φωνή μου οὐδὲν δύναται νὰ προσθέσῃ εἰς τὰ τόσον εὐγλώττως ἀναπτυχθέντα ἐπιχειρήματα ὑπὸ τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων. Ἀλλὰ δόγμα ἐξενεχθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀφ’ ἑνός, ἡ μελέτη ἡ γενομένη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐν σχέσει καὶ πρὸς τοὺς παρ’ ἡμῖν κειμένους νόμους καὶ πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντα διεθνῆ νόμιμα, ἀφ’ ἑτέρου, μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου. Τὸ δόγμα, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐνόμισα ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ διαμαρτυρηθῶ, εἶναι τὸ ἐξενεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἐκ Βόλου ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Καρτάλη, τοῦ λαβόντος τὸν λόγον πρὸ τοῦ προλαλήσαντος κ. Τοπάλη. Τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον ἐξηνέχθη, ὅτι ἐνταῦθα συνελθόντες ἐκπροσωποῦμεν τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ καθῆκον ἔχομεν νὰ μεριμνῶμεν περὶ αὐτῶν, καὶ ὅτι περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων μεριμνῶντες δὲν πρέπει νὰ παρασυρώμεθα εἰς δημοκοπίας ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, τὸ δόγμα τοῦτο, λέγω, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ καταπολεμήσω, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἀντιπροσωπεύει ἁπλῶς καὶ μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἡ Βουλὴ ἀντιπροσωπεύει καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Ἡ Βουλὴ ἕνα ἀληθῶς ἔχει προορισμὸν, νὰ συμβιβάζῃ τὰ διεστῶτα συμφέροντα μεταξὺ λαοῦ καὶ Κράτους, καὶ νὰ παρέχῃ τὰ μέσα τῆς ἀλληλεξυπηρετήσεως λαοῦ καὶ Κράτους. Μᾶλλον δὲ δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Πολιτείας κεῖται νὰ μεριμνῶμεν μᾶλλον περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, διότι, ὅταν ὁ λαὸς εὐημερῇ, ἀναγκαίως καὶ ἡ Πολιτεία εὐημερεῖ, ὅταν ὅμως καταπιέζοντες καὶ ἐξαντλοῦντες τὸν λαὸν συγκεντροῦμεν πᾶσαν δύναμιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, τότε, ἐξασθενοῦντες τὸν λαόν, ὑποσκάπτομεν τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας, κατεδαφίζομεν αὐτὴν τὴν Πολιτείαν. Πλὴν τοῦ δόγματος τούτου ὁ ἐκ Βόλου ἔντιμος βουλευτὴς κ. Καρτάλης εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει δημοκοποῦντες νὰ ζημιῶμεν τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐν αὐτῇ τῇ ἐκφράσει ὑπάρχουσι στοιχεῖα ὀλέθρια διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ ἢ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος. Πλειστάκις ἤκουσα ἐνταῦθα λεγόμενον, ὅτι ὁ δεῖνα ὁμιλεῖ πρὸς δημοκοπίαν, ὁ τάδε ὁμιλεῖ πρὸς δημοκοπίαν. Ὅταν ἡμεῖς τοῦτο λέγωμεν, τότε ὀφείλομεν νὰ κηρύξωμεν τὴν λῆξιν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος, διότι, ὅταν λέγηται, ὅτι πᾶς ὅστις λαμβάνει τὸν λόγον, λαμβάνει τοῦτον πρὸς δημοκοπίαν, τότε εἶναι περιττὸν νὰ λαμβάνῃ τις τὸν λόγον καὶ περιττὸν νὰ ἔχωμεν ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα.
§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὰ λεγόμενα.
§116ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὰ λεγόμενα· ἀλλ’ εἶναι δυσχερεστάτη ἡ διάκρισις, μεταξὺ τῶν λεγομένων πρὸς δημοκοπίαν καὶ τῶν λεγομένων ἐξ ἐπιγνώσεως τῆς ἐντολῆς μας.
§117ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγηται πάντοτε.
§118ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ ἀλήθεια· ἀλλὰ τίς δύναται νὰ πιστοποιήσῃ τὴν ἀλήθειαν; Εἶναι βέλος δηλητηριῶδες κατὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τὸ λεγόμενον, ὅτι ἐκ δημοκοπίας συζητοῦμεν. Πᾶς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ ὁποιανδήποτε ἔχει γνώμην ἐπὶ τῶν συζητουμένων θεμάτων. Δὲν ἐξετάζεται ἡ ἔνδον διάνοια ἑκάστου. Ὅταν οὕτω πὼς ἀρχίσωμεν νὰ χαρακτηρίζωμεν τὰς ὁμιλίας ἡμῶν, τότε ἀναιροῦμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ συζητῶμεν, τότε, ὡς προεῖπον, ἀναιροῦμεν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἔχῃ ὁ λαὸς ἀντιπροσώπους. Περὶ οἱουδήποτε θέματος δύναταί τις νὰ εἴπῃ δι’ ἄλλον, ὅτι χάριν δημοκοπίας ὁμιλεῖ. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ, ὡς εἶπον, βέλος δηλητηριῶδες, διευθυνόμενον κατὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ὅταν ἀκόμη πράγματι παρεκκλίνῃ τις τῆς ἐντολῆς του, καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ μὴ γενικεύῃ τὴν κατ’ ἐξαίρεσιν ταύτην παρέκκλισιν, διότι τὰ ἐνταῦθα λεγόμενα δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς πρὸς δημοκοπίαν λεγόμενα. Μετὰ τὴν διαμαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην ἐπὶ τοῦ ὀλεθρίου αὐτοῦ δόγματος, ἔρχομαι ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται αἱ σχέσεις ἰδιωτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον. Τὸ διάταγμα αὐτὸ ἐξεδόθη καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δὲν ἦτο κύριον τῆς χώρας, δι’ ἣν ἐξεδόθη, οὐδὲ διεῖπε τὰς τύχας καὶ τὰς σχέσεις τῶν λαῶν, περὶ ὧν μεριμνᾷ. Τὸ διάταγμα αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς σχέσεις ἰδιωτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ σχέσεις ἰδιωτικὰς, ἀναγομένας εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον, καθ’ ὅσον κανονίζει τὰς ἰδιωτικὰς τῶν πολιτῶν σχέσεις καὶ ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ Δημόσιον. Περιεργείας ἕνεκα, ἀλλὰ καὶ ἐκ καθήκοντος ἀκόμη, ἠθέλησα νὰ ἴδω ποῖοι εἶναι οἱ νόμοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων αὐτὸ τὸ διάταγμα στηρίζεται. Ὑπέμνησεν ὁ λίαν εὐγλώττως καὶ μετὰ πειστικῶν ἐπιχειρημάτων πρὸ ἐμοῦ λαλήσας κ. Τοπάλης τοὺς νόμους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν τοιοῦτον διάταγμα νὰ στηριχθῇ, καὶ διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν κειμένων ἀπέδειξε πασιδήλως, ὅτι οὐδεμία ὑφίσταται βάσις νομικὴ, ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ διάταγμα τοῦτο. Ἀναφέρει μὲν τὸ διάταγμα τὸν νόμον τὸν τελωνιακὸν, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται νὰ χαρακτηρίζωνται ὡς λαθραῖα ἐμπορεύματα εἰσαχθέντα ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν ἰσχυόντων τότε νόμων, ἀποθηκευθέντα δὲ καὶ καταβαλόντα τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος καὶ πάντας τοὺς φόρους πρὸς τὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἐκράτει τότε ἐν τῇ χώρᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐναπετέθησαν; Πῶς δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα, τὰ καταβαλόντα τότε νόμιμα τέλη, εἶναι πράγματι ἐμπορεύματα λαθραῖα; καὶ πῶς δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ αὐτὸ τὸ θεμελιῶδες στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ τελωνιακοῦ νόμου, ὅτι οὐδὲν θεωρεῖται λαθραῖον, ἂν μὴ ἐπ’ αὐτοφώρῳ συνελήφθη; Παρ’ ἡμῖν, ἐάν τις κατορθώσῃ νὰ εἰσαγάγῃ ἐμπορεύματα λάθρᾳ, τὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτοῦ καὶ μετὰ μίαν, δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἡ ἐξουσία λάβῃ γνῶσιν, ὅτι λάθρᾳ τὰ εἰσήγαγε, δικαιοῦται τὸ Δημόσιον νὰ εἰσέλθῃ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτοῦ, νὰ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ κατάσχῃ τὰ ἐμπορεύματα; Βεβαίως οὐχί. Τότε μόνον δικαιοῦται, ὅταν τὰ ὄργανα τοῦ Δημοσίου παρακολουθήσωσι τὰ ἐμπορεύματα ἀπὸ τῆς ἀποβιβάσεως μέχρι τῆς ἀποθήκης, κατάσχωσι δὲ αὐτὰ πρὶν ἢ τοποθετηθῶσιν ἐντὸς τῆς ἀποθήκης. Ἀλλ’ ἅμα διέλθωσι τὸν οὐδὸν, ἅμα τοποθετηθῶσιν εἰς τὰς ἀποθήκας, ὁ νομοθέτης ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι τολμηρότατον καὶ καταστρεπτικὸν διὰ τὸ ἐμπόριον νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἀνευρίσκῃ τὰ δῆθεν λαθραίως εἰσαχθέντα ἐμπορεύματα. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐπετρέπετο, θὰ ἦτο λίαν εὐχερὲς, καὶ ἐμπορεύματα νομίμως τελωνισθέντα καὶ ἐναποθηκευθέντα νὰ τὰ χαρακτηρίσῃ ἡ ἐξουσία ὡς λαθραῖα. Ἕνεκα τοῦ κινδύνου ἀκριβῶς τούτου ἀπαγορεύει αὐτὸς ὁ νόμος τὴν ἀναζήτησιν καὶ ἀνεύρεσιν λαθραίου ἐν ταῖς ἀποθήκαις. Καὶ ἐν τούτοις τί ἐγένετο ἤδη; Ἀποστέλλομεν τὰς ἀρχὰς εἰς τὰ καταστήματα καὶ τὰς ἀποθήκας τῶν ἐν Βόλῳ καὶ ἀλλαχοῦ ἐμπόρων καὶ λέγομεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι λαθραῖον, καὶ ἐκεῖνο μὴ λαθραῖον. Νομίζω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἐξουσία διέπραξε σοβαρὰν παρανομίαν, διατάξασα, ἵνα τὰ ὄργανα αὐτῆς εἰσέλθωσιν εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ τὰ καταστήματα καὶ ἐρευνήσωσιν. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων κρίνω τὸ διάταγμα αὐτὸ ὡς μὴ νόμιμον, κρίνω ὅτι ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ πράγματι νὰ ἑδραιωθῇ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους, — καὶ ὁ σεβασμὸς αὐτὸς πρέπει κυρίως νὰ ἐκδηλῶται ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, — πρέπει νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ Δημόσιον, τοῦ πνεύματος τούτου ἐμφορούμενον, προκειμένου μεταξὺ συμφερόντων τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου, δέον αὐτὸ νὰ ἑρμηνεύῃ τὸν νόμον εὐρύτερον καὶ ἐν τῷ συμφέροντι μᾶλλον τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν ἤδη τὸ διάταγμα αὐτὸ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Κάλβο, ὁ ὁποῖος φέρει τὸ συμπέρασμα, ὡς γνωρίζετε, ὅλων τῶν συγγραφέων τῶν διασήμων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Ἀναφέρει τὰ τῆς ἀνακτήσεως χώρας προσκαίρως κατακτηθείσης, ἀναφέρει ποῖα δικαιώματα ἔχει ἡ Πολιτεία, ἤ, ὅπως λέγει, ὁ μονάρχης, ἐν τῇ χώρᾳ τῇ ἐπανακτηθείσῃ, καὶ ποῖα δικαιώματα δὲν ἔχει, καὶ λέγει (ἀναγινώσκει)... Ἐδῶ κυρίως ἀφορᾷ τὰ ἰδιωτικὰ, ἀλλὰ παρακάτω λέγει: «Ὁ μονάρχης, ὁ ὁποῖος ἐπανέρχεται, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς ἰσχὺν δικαιώματα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἐνησκήθησαν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ καταλαβόντος προσκαίρως μίαν χώραν»· ἀναφέρει δὲ ὡρισμένως: «Οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, ἤθελεν εἶναι ἄδικον πρᾶγμα νὰ ζητήσῃ τὸ Κράτος τοὺς φόρους τοὺς μὴ καταβληθέντας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ξενικῆς κατοχῆς.» Ἀναπτύσσει δὲ τὸ θέμα τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν, καὶ δι’ αὐτὸ περιορίζομαι εἰς ὅ,τι τόσον σαφῶς ἐκτίθεται. Τί δὲ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ζητεῖ ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους τῆς Θεσσαλίας; τοὺς φόρους τοὺς μὴ πληρωθέντας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ξενικῆς κατοχῆς! Μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τὸ πρᾶγμα, ὄχι διότι πρόκειται νὰ ἐξασθενώσωμεν τοὺς ἀτυχεῖς Θεσσαλοὺς, τοὺς τοσαύτας ὑποστάντας ἀφαιμάξεις, διὰ τῆς ἐπιβαλλομένης αὐτοῖς φορολογίας, ἀλλὰ δι’ ἕνα λόγον ὑψηλότερον. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρωτίστως καὶ ἡ Βουλὴ ἐπίσης ἔχουσι καθῆκον, διὰ τῶν μέτρων τῶν νομοθετικῶν, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι, νὰ παραστήσωσι τὴν Ἑλλάδα ὡς εὑρισκομένην εἰς τὸ αὐτὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται αἱ πεπολιτισμέναι τῆς Εὐρώπης χῶραι· νομίζω ὅτι, καὶ ἂν ἡ τήρησις τῶν ἀρχῶν τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου συνεπάγῃ ζημίαν τινὰ εἰς τὸ Δημόσιον, αἱρετώτερον εἶναι νὰ ὑποστῇ τὴν ζημίαν ταύτην τὸ Κράτος, παρὰ νὰ φωραθῇ παραγνωρίζον τὰ διεθνῆ νόμιμα· διότι εἶναι μέγα τὸ κέρδος τὸ ἠθικὸν, τὸ ὁποῖον ἀποκτᾷ ἡ Πολιτεία, ὅταν, ἔστω καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τινὶ, σέβηται καὶ τηρῇ τὰ διεθνῆ νόμιμα. Κατὰ τὴν δυστυχῆ δὲ ταύτην περίστασιν ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ φανῇ τηροῦσα μετ’ εὐλαβείας τὰς ἀρχὰς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Ἀνεγνωρισμένη δὲ ἀρχὴ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου εἶναι, ὅτι τὸ Κράτος, τὸ ἀνακτῆσαν ἐπαρχίας προσκαίρως κτηθείσας παρ’ ἄλλης Δυνάμεως, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ φόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν κατεβλήθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ξενικῆς κατοχῆς. Πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεβλήθησαν. Ἐν ὀνόματι τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἐν ὀνόματι τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει καὶ διὰ τῶν πράξεων τῶν νομοθετικῶν καὶ διὰ τῶν πράξεων τῆς διοικήσεως νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν Πολιτείαν καὶ νὰ τὴν ἀναγάγωμεν εἰς τὴν περιωπὴν πεπολιτισμένης χώρας, ἐπικαλοῦμαι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ποία δύναται νὰ ὑπάρξῃ δικαιολογία μείζων τῶν ἰσχυρισμῶν, τοὺς ὁποίους φέρω, ἀπὸ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, τὴν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην γενομένην; Ἐνθυμεῖσθε τί διεβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργός· ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ξενικῆς κατοχῆς ἀνεκοίνωσε δι’ ὑπομνήματός της εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, καὶ δὴ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅτι ἡ Τουρκία, προσκαίρως καταλαβοῦσα τὴν χώραν, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ φόρους· τί δὲ ἀπήντησαν, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, αἱ Δυνάμεις; Ἀπέστειλαν τὸ ὑπόμνημα εἰς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις καὶ ἐσιώπησαν. Ἀλλ’ ἡ σιωπὴ τί ἄλλο ἐνδεικνύει ἢ ὅτι καλῶς καὶ συμφώνως πρὸς τὰ διεθνῆ νόμιμα εἰσέπραξεν ἡ Τουρκία τοὺς φόρους;
§119ΜΠΑΣΙΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν ἰσχυρισμῶν σας; Ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἀναγνωρίζει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι ἐν τῷ κανονισμῷ τοῦ 1881 τοῦ στρατοῦ ἀναγράφει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν νὰ εἰσπράττῃ τοὺς φόρους, ὅταν εἰσέλθῃ εἰς ξένην χώραν.
§120Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι νόμος αὐτός;
§121ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἶναι διάταγμα.
§122ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὰ διατάγματα δὲν μᾶς κανονίζουν τὰς σχέσεις, ἀλλ’ οἱ νόμοι.
§123ΔΟΥΝΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔρχεται βεβαίως εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἰσχυρισμῶν μου. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι. Ὑπάρχει ἐπιχείρημα ἀποτελεσματικώτερον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν; Ἡ Τουρκία εἰσέπραξε πάντας τοὺς φόρους καὶ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἤτοι τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους, γνωρίζομεν δὲ πάντες, ὅτι εἰσέπραξε φόρους πολὺ περισσοτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι αὐτῆς ἐπέτρεπον νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαόν. Δὲν εἶναι, νομίζετε, ἄδικον νὰ ἔρχηται σήμερον ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ ζητῇ καταβολὴν προσθέτων φόρων, ἀφοῦ δὲν ἀναλαμβάνει ν’ ἀποζημιώσῃ συγχρόνως τοὺς Θεσσαλοὺς διὰ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπὶ πλέον τῶν ἑλληνικῶν κατέβαλον τῇ Τουρκίᾳ; Διὰ τίνα λόγον νὰ ζητῶμεν παρ’ αὐτῶν νὰ λάβωμεν, καὶ δὲν ἀποφασίζομεν, ἀφοῦ ἐπιμένομεν νὰ θεωρῶμεν, ὅτι δὲν ἔπαυσεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἡ ἑλληνικὴ κυριαρχία ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας, διὰ τίνα λόγον δὲν ἀποφασίζομεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς ἐκείνους τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπὶ πλέον οἱ Τοῦρκοι εἰσέπραξαν ἀπὸ τὸν Θεσσαλικὸν λαόν; Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ἵνα ἐννοήσητε ποίας ζημίας ὑπέστησαν οἱ ἔμποροι Βόλου, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἀναφέρω, ὅ,τι ἰδίαις αἰσθήσεσιν ἀντελήφθην. Ὅταν περὶ ὥραν 3 μετὰ τὸ μεσονύκτιον τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς πρὸς τὸ Μέγα Σάββατον διεδόθη ἐνταῦθα ἡ ἀπαισία εἴδησις τῆς φυγῆς τοῦ Ματιοῦ, ἐπὶ τοσοῦτον ἐστενοχωρήθην, ὥστε ἔσπευσα εἰς Βόλον, ἀναχωρήσας ἐντεῦθεν τὸ Μέγα Σάββατον τὸ ἑσπέρας. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς περιγράψω ἀκριβῶς, τί εἶδον, ἀποβιβαζόμενος εἰς Βόλον. Εἶναι ἀπερίγραπτος ἡ ταραχή, εἶναι ἀπερίγραπτος ἡ συσσώρευσις ἐμπορευμάτων καὶ ἐπίπλων ἐπὶ τῆς προκυμαίας. Μετέβην εἰς τὸ Βελεστῖνον, παρέστην κατὰ τὴν πρώτην συμπλοκὴν τῆς 15 Ἀπριλίου, καὶ τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἐπανῆλθον εἰς τὸν Βόλον. Ὁ πανικὸς ἦτο μέγας. Παρέστην ἐκεῖ εἰς διαπραγματεύσεις μεταξὺ ἐμπόρων καὶ λεμβούχων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν 500 καὶ 600 δραχμὰς διὰ νὰ μεταφέρωσι τὰ ἐμπορεύματα εἴς τινας νησῖδας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται παρὰ τὸ Τρίκερι! Ἐπληρώθησαν 1000 δραχμαὶ εἰς πλοῖα μικρὰ, εἰς τρεχαντήρια, διὰ νὰ μεταφέρωσιν ἐμπορεύματα ἐκ Βόλου εἰς Ὠρεούς, ἡ δὲ ζημία, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ τῆς φθορᾶς τῶν ἐμπορευμάτων, βεβαίως εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν διὰ τῆς πληρωμῆς ὑπερόγκων ναύλων.
§124ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε δι’ αὐτὰς τὰς ζημίας, διότι ζημίας ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν ὑπέστησαν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶπον τίποτε.
§125ΔΟΥΝΗΣ. Ἀφοῦ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ζητεῖ περὶ τὸ ἑκατομμύριον διὰ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν, ἐξ ἀκαίρου ἴσως, ἐξ ὑπερβολικοῦ φόβου, οἱ ἔμποροι, ποῖος θὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ;
§126ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Οἱ ἔμποροι τῆς Λαρίσης, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν καταστροφὴν, οὐδόλως θὰ ὠφεληθῶσιν, ἐὰν χαρισθῶσι τὰ τέλη, περὶ ὧν πρόκειται· θὰ ὠφεληθῶσι μόνον οἱ κερδοσκόποι τοῦ Βόλου, οἱ ὁποῖοι κατ’ οὐδὲν ἐζημιώθησαν.
§127ΔΟΥΝΗΣ. Μετατόπισις ἐμπορευμάτων ἐκ Λαρίσης δὲν ἐγένετο. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ζημίας κατὰ τὴν ἀποφράδα ἐκείνην ἡμέραν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησιν ὑμῶν, κύριοι Ὑπουργοί, ἵνα σκεφθῆτε, ἐὰν δὲν ἦναι δίκαιον, ἐὰν δὲν ἦναι προτιμότερον, σὺν ταῖς μεγάλαις θυσίαις, ἃς ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς διὰ τὴν Θεσσαλίαν, νὰ ὑποστῇ καὶ αὐτὴν τὴν ζημίαν τῶν 600 ἢ 700 χιλιάδων δραχμῶν.
§128ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑνὸς ἑκατομμυρίου.
§129ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν εἶναι σημαντικὴ ἡ διαφορά, ἐν σχέσει πρὸς τόσας ἄλλας ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ Δημόσιον διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Εἶναι ἐνδεχόμενον, τινὲς τῶν ἐμπόρων νὰ ἀδικηθῶσιν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθῃ καταστροφὴ εἴς τινας ἐξ αὐτῶν, φρονῶ δ’ ὅτι καὶ εἷς ἔμπορος ἐὰν καταστραφῇ, τοῦτο ἀποτελεῖ οὐ μόνον ἀδίκημα, ἀλλὰ καὶ ἀπώλειαν δι’ αὐτὸ τὸ Δημόσιον. Ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη τοσαύτας ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας θυσίας, ὥστε δὲν εἶναι μέγα τὸ κακὸν, ἐὰν κάμῃ καὶ αὐτὴν τὴν θυσίαν. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀκύρωσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται διατάγματος, ἵνα ἐπαναλάβωσιν οἱ ἔμποροι τὰς ἐργασίας των καὶ συντελέσωσιν ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ.
§130Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν εὑρίσκετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προχθὲς καὶ τῆς σήμερον ξένος τις ἢ οἱοσδήποτε διατελῶν ἐν ἀπολύτῳ ἀγνοίᾳ τῶν παρ’ ἡμῖν συμβαινόντων, ἤκουε δὲ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐκ Λαρίσης καὶ Βόλου, ἰδίως δὲ ἤκουε τοῦ ἐκ Λαρίσης βουλευτοῦ κ. Καραστεργίου, ὅστις κατηνάλωσεν ἅπασαν τὴν ἐπίζηλον αὑτοῦ εὐγλωττίαν, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν διεκτραγῳδήσῃ τὰ δεινοπαθήματα τῆς Θεσσαλίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παραστήσῃ τὴν ἀστοργίαν τῆς Πολιτείας ἡμῶν· ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, ἤκουε τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης Βουλευτοῦ, εἰπόντος, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ αἱ Ἑλληνικαὶ Βουλαὶ δὲν ἐσκέφθησαν μέχρι τοῦδε παρὰ μόνον περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Θεσσαλίας, οὐδέποτε δὲ καὶ περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς· ἐὰν ἤκουε τοῦ αὐτοῦ Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ κ. Τοπάλη, εἰπόντων ἐντεῦθεν, ὅτι ἔνοχος εἶναι ἡ ἀδιαφορία καὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως οὐδὲν ἀπέδειξε λαμβάνουσα μέτρον ὑπὲρ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ συμπολιτῶν ἡμῶν· ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, ἐν ἀγνοίᾳ διατελῶν τῶν παρ’ ἡμῖν συμβαινόντων ἤκουε πάντων τούτων τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ λεχθέντων, ἤθελεν ὑπολάβει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ὑπῆρξεν ὄντως ἄστοργος, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία περὶ οὐδενὸς ἐσκέφθη ἐκ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἀνακούφισιν τῆς Θεσσαλίας, μεθ’ ὅσα ὑπέστη ἐκ τοῦ τελευταίου ἀτυχοῦς πολέμου. Ἐγὼ τιμῶ ἰδιαιτέρως τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτάς, ὑπολήπτομαι αὐτοὺς καὶ διὰ τὴν εὐγλωττίαν των καὶ διὰ τὸν πατριωτισμόν των· μέχρι δέ τινος μέτρου ἀποδέχομαι, ὅτι ἡ ὑπερβολὴ αὕτη δύναται νὰ ἦναι συγγνωστὴ εἰς τὸν ἐκ Λαρίσης συνάδελφον, ὅστις ὑπέστη καὶ προσωπικὴν καταδίωξιν ἕνεκα τῶν πατριωτικῶν αὑτοῦ αἰσθημάτων. Ὡς μέλος δὲ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1897, ἀναμιμνήσκομαι μετὰ συγκινήσεως τῆς λυπηρᾶς ἐκείνης στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν τηλεγράφημα, ὅτι ὁ ἐκ Λαρίσης κ. Βουλευτὴς ἤχθη δέσμιος εἰς Θεσσαλονίκην, καὶ πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κατελυπήθημεν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ εἰδήσει. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἠδίκησαν καὶ ἑαυτοὺς, ἠδίκησαν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἠδίκησαν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν, εἰπόντες ὅσα εἶπον ἐντεῦθεν. Ἀνεξαρτήτως τῶν αἰσθημάτων τῆς ὀδύνης καὶ τοῦ ἄλγους, τὰ ὁποῖα ἤγειραν ἐν τῇ καρδίᾳ παντὸς Ἕλληνος τὰ δεινοπαθήματα τῆς Θεσσαλίας, καὶ τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον ἀκόμη δονοῦσι τὴν καρδίαν ἡμῶν, δὲν ὑπῆρξεν ἄστοργος ἡ Πολιτεία πρὸς τὰ δεινοπαθήματα τῆς Θεσσαλίας, τοὐναντίον ἤνοιξε τὰς φιλοστόργους αὐτῆς ἀγκάλας πρὸς πάντας τοὺς ἐκ Θεσσαλίας προσφυγόντας εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, δὲν ὑπῆρξε δὲ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος δὲν ἤνοιξε τὸ βαλλάντιον αὐτοῦ, ἵνα παράσχῃ συνδρομὴν ὀφειλομένην εἰς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας πρόσφυγας ἕνεκα τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου πολέμου. Ἀλλὰ μήπως μόνον τὰ ἄτομα κατ’ ἰδίαν παρέσχον τὴν συνδρομὴν αὐτῶν εἰς τοὺς ζητήσαντας αὐτὴν συμπολίτας ἡμῶν ἐκ Θεσσαλίας; Μήπως ἡ Πολιτεία ἡμῶν δὲν ὑπεβλήθη εἰς θυσίας ἐκτάκτους χάριν τῶν ἐκ Θεσσαλίας παθόντων συμπολιτῶν ἡμῶν; Μήπως τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δὲν ἤνοιξε τὸ ταμεῖόν του καὶ δὲν ἀπεστράγγισεν αὐτό, ἵνα παράσχῃ συνδρομὴν ἀμέριστον πρὸς πάντας τοὺς ἐκ Θεσσαλίας ἐνταῦθα ἕνεκα τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου προσφυγόντας; Μήπως καὶ κατὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν οἰκογενειῶν τῶν Θεσσαλῶν δὲν παρέσχε τὸ Δημόσιον ἄφθονον τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ; Ἑκατομμύρια ὅλα ἐδαπανήθησαν καὶ κατὰ τὴν ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἑλληνικῇ χώρᾳ διαμονὴν τῶν Θεσσαλῶν καὶ κατὰ τὴν εἰς τὰς ἑστίας των ἐπάνοδον καὶ καθ’ ὅλον ἀκόμη τὸν χρόνον τῆς εἰς Θεσσαλίαν ἐγκαταστάσεώς των. Ἀναμφισβήτητον καὶ ὡμολογημένον ὑπάρχει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία οὐδὲν παρέλιπεν ἐκ τῶν ὅσων ἐπέτρεπον τὰ μέσα αὐτῆς, ὅπως φανῇ χρήσιμος εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς, ὅπως ἐπουλώσῃ κατὰ τὸ ἐνὸν τὰς πληγὰς τῶν ἐκ Θεσσαλίας συμπολιτῶν ἡμῶν. Ὑπὲρ τὰ πέντε ἑκατομμύρια ἐδαπανήθησαν εἰς παλιννόστησιν καὶ εἰς συντήρησιν τῶν ἐκ Θεσσαλίας προσφύγων οἰκογενειῶν, ἑπτὰ δὲ ἑκατομμύρια διετέθησαν εἰς δάνεια πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας. Μετὰ τὰς θυσίας ταύτας δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία φιλόστοργος καὶ δὲν ἔπραξεν ὅ,τι τὰ μέσα αὐτῆς ἐπέτρεπον; Ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταὶ ἐπεκαλέσθησαν τὰ ἐν Γαλλίᾳ γενόμενα. Ἐρωτῶ ὅμως αὐτοὺς, ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Γαλλία; Ὑπάρχει σύγκρισις μεταξὺ τῶν μέσων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῶν μέσων τοῦ Γαλλικοῦ Δημοσίου ἐν τοιαύταις στιγμαῖς ἐθνικῶν δυστυχημάτων; Καὶ τίς ἐξ ἡμῶν διϊσχυρίζεται, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἦτο ἐπαρκὴς, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὸ πρώην καθεστὼς ἐν Θεσσαλίᾳ πλῆρες καὶ ἄρτιον; Λυπεῖται ἀληθῶς καὶ ὁ διαχειριζόμενος τὰ δημόσια καὶ ὁ βουλευόμενος ἐνταῦθα, ὅτι τὰ μέσα ἡμῶν εἶναι ἀνεπαρκῆ πρὸς τοιαύτην θυσίαν! Ἄλλως οὐδεὶς θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν εἰς τὴν παροχὴν μειζόνων θυσιῶν. Καὶ παρήλασαν ἐντεῦθεν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας, ὧν εἷς ζητεῖ νὰ ἀκυρωθῇ τὸ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη ἡ νόμιμος φορολογία εἰς τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν κατὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, ἕτερος δὲ προτείνει νὰ χορηγηθῶσι 3 ἑκατομμύρια πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ ἕτερος τῶν συναδέλφων ἄλλας προβάλλει προτάσεις, τῶν ὁποίων τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ ὑποβληθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον εἰς θυσίας δυσαναλόγους πρὸς τὰ μέσα αὐτοῦ. Μεθ’ ὅλην τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπόληψιν πρὸς πάντας τοὺς ἐκ Θεσσαλίας κ. κ. Βουλευτὰς, φρονῶ, ὅτι εἶναι πρέπον πάντες νὰ ἐξαρθῆτε εἰς ἣν περιωπὴν ἔθηκεν ὑμᾶς τὸ συνταγματικὸν ἡμῶν πολίτευμα, καὶ νὰ σκεφθῆτε ἀπὸ περιωπῆς, ἐὰν τὰ μέσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἐπιτρέπωσι νὰ ὑποβληθῇ τοῦτο εἰς μείζονας θυσίας ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας μέχρι σήμερον ὑπεβλήθη, ἢ μήπως διὰ τῶν ὁποίων προτείνετε θυσιῶν κινδυνεύῃ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ περιέλθῃ εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ν’ ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκὲς πρὸς συντήρησιν τοῦ μηχανισμοῦ τῆς διοικήσεως. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν διατελεῖτε εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν πρέπει νὰ ἐπωφελῆσθε ἐκ τοιούτων εὐκαιριῶν, ἵνα ἐπιδείξητε ὑπερβάλλον ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν ὑμῶν ἐνδιαφέρον, ἵνα καταστήσητε τοὺς συναδέλφους ὑμῶν ἧττον δημοτικοὺς διὰ προτάσεων, τὰς ὁποίας μετὰ γενναιότητος καὶ ἀφειδίας προβάλλετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι ὑμῶν συνάδελφοι, ὅσοι παρέχουσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐμπιστοσύνην των, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχήν, οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ ἀενάως νὰ ἐνοχλῶσιν ἡμᾶς, ὅπως προβῶμεν εἰς θυσίας, χάριν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ εἰς πάντας εἴπομεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπουσι τὰ μέσα ἡμῶν, ἵνα εἰς μείζονας θυσίας ὑποβάλωμεν τὸ Δημόσιον. Μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην παρέκβασιν ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ συζητήσω τὸ θέμα, εἰς ὃ ἀφορᾷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὀφείλω ὅμως πρὸ τούτου νὰ μνημονεύσω γεγονότος τινός, τὸ ὁποῖον δὲν διέλαθε τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου μνείαν ῥητὴν ἐποιήσατο ἐντεῦθεν. Προβάλλονται, ὡς εἶπον πρότερον, προτάσεις, ὅπως τὸ ὑπόλοιπον δῆθεν τοῦ ἐκ 10,000,000 ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προωρίσθη νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, χρησιμοποιηθῇ πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης ἐν Θεσσαλίᾳ. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἐγένετο κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ διετέθησαν πρὸς χορηγίαν δανείων τὰ δέκα ἑκατομμύρια, διότι τοῦτο εἶναι ἄγνωστον εἰς ὅσους ἐξ ὑμῶν δὲν ἦσθε ἐν τῇ παρελθούσῃ βουλευτικῇ περιόδῳ. Προεβλήθη ὑπὸ τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη νόμος τοῦ Κράτους, περὶ κατοχῆς δανείου ἐξ 8,000,000, ἢ ἐν ἀνάγκῃ μέχρι 10,000,000, ἵνα τὸ ποσὸν τοῦτο διατεθῇ εἰς δάνεια δῆθεν ἐπιστρεπτέα μετὰ τόκου μικροῦ διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶχον τότε τὸ θάρρος νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τοῦ μέτρου ἐκείνου, καὶ νὰ παραστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ 10,000,000 ἢ τὰ 8,000,000 ἐκεῖνα ἐπρόκειτο νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, Κύριοι, ὅτι εἶχον δίκαιον τότε. Προέβαλον καὶ ἕτερον μέτρον, ἀντὶ τοῦ προταθέντος διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Προέτεινα τότε εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐκ τῶν 10,000,000 ἢ τῶν 8,000,000 τὸ ἥμισυ διατεθῇ δωρεὰν ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, νὰ διατεθῇ δὲ εἰς ἀγορὰν βοῶν ἀροτήρων, εἰς ἀγορὰν σπόρου, εἰς ἀγορὰν ἀρότρων καὶ εἰς ἀνέγερσιν τῶν οἰκιῶν, αἵτινες κατεστράφησαν ἐν τῷ ἀτυχεῖ πολέμῳ, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ νὰ δοθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ἢ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀτόκως, μετὰ τῆς ὑποχρεώσεως ἵνα ἴσον ποσὸν καταβάλῃ καὶ αὕτη καὶ χρησιμοποιηθῇ οὕτως ἕν ποσὸν 8,000,000 ἢ 10,000,000 πρὸς σύστασιν κλάδου Γεωργικῆς Τραπέζης. Ὁ κλάδος οὗτος, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης λειτουργῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἤθελεν ἀποβῇ χρησιμώτατος εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης...
§131Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὄχι πάντες.
§132ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. τῶν ὁποίων ὀλίγιστοι παρέμειναν εἰς τὴν σημερινὴν Βουλὴν, ἀντέστησαν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος ἦσαν τότε ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐνθυμοῦμαι μετὰ λύπης, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος κ. Τοπάλης παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἀντέκρουσε τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προέβαλον, καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποβῆ εὐεργετικώτατον εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας. Ἰσχυρίσθη τότε ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ ἐπιθυμία τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν ἦτο νὰ θέσουν εἰς σύγκρουσιν τὰς δύο Τραπέζας, — ἤθελεν ἴσως νὰ εἴπῃ συναγωνισμὸν, — ἐγὼ δὲ ἐκ τῆς θέσεώς μου τῷ παρετήρησα, ὅτι τοιαύτη σύγκρουσις ἤθελε καταστρέψει καὶ τὰς δύο Τραπέζας καὶ δὲν ἤθελεν ὠφελήσει τὴν Θεσσαλίαν. Οὕτως ἀπερρίφθη ἡ ἐμὴ πρότασις, καὶ προετιμήθη τὸ σχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ δαπανηθῶσιν 6,700,000 δραχμαὶ ἄνευ πρακτικοῦ σκοποῦ, ἄνευ πρακτικῆς ὠφελείας ὑπὲρ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλ’ ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὰ ἐμπορεύματα τὰ εἰσαχθέντα εἰς τὴν Θεσσαλίαν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ξενικῆς κατοχῆς. Πάντες εἴχομεν τὴν πληροφορίαν, ὅτι πληθὺς ἐμπορευμάτων εἶχεν εἰσαχθῆ κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τῆς ξενικῆς κατοχῆς ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ προμηθειῶν, τὰς ὁποίας οἱ ἐν Βόλῳ ἔμποροι καὶ οἱ ἐπιδραμόντες ἐκεῖ Ἰουδαῖοι ἔμποροι εἶχον πραγματοποιήσει ἐκ τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης πρὸς σκοποὺς κερδοσκοπικούς, τουτέστιν ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα ἤθελον μείνῃ ἀτελῆ, ἤθελον καταστήσει τὸ ἐμπόριον τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος ἀνίκανον νὰ συναγωνισθῇ πρὸς αὐτούς. Καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν διηύθυνον ἀκόμη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπίσημον ἔλαβον πληροφορίαν ἀπὸ τὸν ἐν Τεργέστῃ ἡμέτερον Πρόξενον, ὁ ὁποῖος ἐσημείου ὁποῖαι καὶ ὁπόσαι εἶχον δοθῆ παραγγελίαι ὑπὸ τῶν ἐν Βόλῳ ἐμπορευομένων διὰ τὴν εἰς Θεσσαλίαν ἀποστολὴν ἐμπορευμάτων μεγάλης ποσότητος, ζακχάρεως ἰδίως. Καὶ ὑπῆρχε τῷ ὄντι ἰδέα τότε, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εὑρεθῆ ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, ἤθελον εἶναι τοσαύτης ποσότητος, ὥστε τὸ Δημόσιον, ἐὰν κατωρθοῦτο νὰ ὑποβάλῃ ταῦτα εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἠδύνατο καὶ μέχρι 10,000,000 νὰ εἰσπράξῃ. Δὲν εἶπεν ὑπερβολὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς εἰπὼν, ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ 40,000,000 νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἴσως δὲ καὶ μόνον ἐκ τῶν ἀποικιακῶν. Ἀλλὰ τὰ προβληθέντα τότε ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα διὰ δύο νομοσχεδίων, τῶν μήπω ψηφισθέντων, καὶ κατόπιν τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, καὶ περὶ οὗ ἡ συζήτησις, ὁποίαν ἔσχον ἐπιρροήν; Πάντες οἱ ἐν Βόλῳ ἐμπορευόμενοι, καὶ ἰδίως οἱ ἐκ Θεσσαλονίκης ἐπιδραμόντες εἰς Βόλον Ἰουδαῖοι ἔμποροι, πάντες οὗτοι τὰ ἐμπορεύματα αὑτῶν τὰ μετέφεραν ἀλλαχοῦ, καὶ τὰς παραγγελίας αὑτῶν, αἵτινες δὲν εἶχον ἐκτελεσθῆ, ἀνέστειλαν, ἕνεκα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα διεδόθη, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέτεινε τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπως ἡ Θεσσαλία ἀποτελέσῃ ἰδίαν τελωνιακὴν ζώνην, — δὲν εἶναι δὲ ἀκριβές, ὅτι ὁ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις συνέπεσε νὰ ἦναι καὶ καθηγητὴς τοῦ Διεθνοῦς καὶ Συνταγματικοῦ Δικαίου ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, εἶχε τὴν γνώμην, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγόρησαν οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀξιότιμοι Βουλευταὶ, διότι καὶ οὗτος παρεδέχετο, ὅτι κατὰ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον δὲν ἦτο προσῆκον καὶ δίκαιον, τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα νὰ μείνωσιν ἀτελῆ καὶ νὰ ἔχωσιν ἐλευθέραν κυκλοφορίαν εἰς ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, — ἀλλὰ τότε, οὐ μόνον διότι εἴχομεν τὰς πληροφορίας, περὶ ὧν ἐμνήσθην, οὐχὶ μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι μεγάλη ποσότης ἐμπορευμάτων εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς Θεσσαλίαν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς, διότι, ἐὰν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον τότε ὑπεβλήθη, ἤθελε γείνῃ δεκτὸν, ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἡ Θεσσαλία νὰ ἦναι κεχωρισμένη ἀπὸ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, καθόσον, ἐὰν ἐτίθετο τελωνιακὴ ζώνη μεταξὺ Θεσσαλίας καὶ Ἑλλάδος, ὁποῖα ἤθελον εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐπικοινωνίας τῆς ἐμπορικῆς μεταξὺ Θεσσαλίας καὶ Ἑλλάδος; ὁποῖαι δὲ ἦσαν αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πρὸς τήρησιν τῆς ζώνης ταύτης; Ἔπρεπεν ὁλόκληρον τὸν στρατὸν ν’ ἀπασχολήσῃ πρὸς φρούρησιν τῆς γραμμῆς, ἢ μᾶλλον τῆς παλαιᾶς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἵνα παρεμποδίσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ἐμπορευμάτων ἐκ Θεσσαλίας· εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι, καὶ διαρκούσης τῆς ξενικῆς κατοχῆς καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐπανῆλθον αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί, ποσότης ἐμπορευμάτων ἄφθονος εἰσήγετο εἰς πάσας τὰς μεθορίους ἐπαρχίας τῆς Θεσσαλίας. Ἡ Εὐρυτανία, ἡ Ἄρτα, ἡ Φθιῶτις καὶ ἅπασα ἡ Εὔβοια εἶχον πλημμυρήσει ἀπὸ τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαχθῆ εἰς Θεσσαλίαν ἐπὶ τῆς ξενικῆς κατοχῆς. Ἀποσυρθέντος τοῦ πρώτου τούτου νομοσχεδίου, ὑπεβλήθη τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον δὲν διαφέρει τοῦ διατάγματος, τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ ἐπικύρωσις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἐξήτασαν τὸ ζήτημα ὑπὸ δύο ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν θεωρητικὴν καὶ τὴν οὐσιαστικήν. Δὲν εἶμαι ἐντριβὴς, Κύριοι, εἰς τὸ Διεθνὲς Δίκαιον· δὲν ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχοληθῶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Νομικὴν ἐπιστήμην· ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ἄτοπον νὰ ζητήσω τὴν γνώμην ἀνδρῶν εἰδικῶν περὶ τὸ θέμα τοῦτο καὶ νὰ προκαλέσω παρ’ αὐτῶν γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος, ὁποία ἦτο ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃν χρόνον ἐπρόκειτο ν’ ἀποκατασταθῶσιν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐκδοθῇ νόμος, ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον εἰσπράξῃ τὸ εἰς αὐτὸ ἀνῆκον εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον εὑρεθῆ ἐν Θεσσαλίᾳ, καθ’ ὃν χρόνον ἐπανήρχοντο αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί. Δὲν θέλω ὁμιλήσει περὶ τῶν ποινῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται ἢ ὤφειλον νὰ ὑπόκεινται οἱ εἰς Θεσσαλίαν εἰσαγαγόντες ὑπὸ τὴν ξενικὴν κατοχὴν ἐμπορεύματα ἄνευ τῆς πληρωμῆς τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, διότι νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον. Οὐδεὶς τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐμπόρων ὑπεβλήθη εἰς ποινὴν τελωνιακὴν, εἰς τὴν ποινὴν δηλαδὴ τοῦ ὀκταπλοῦ τέλους· ἀπολύτως οὐδείς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις τελωνιακαί, ἐπιβάλλουσαι τοιαύτην ποινὴν, ἀλλ’ ἡ ἐκ νομικῶν συμβούλων ἐπιτροπὴ τὰς ἀποφάσεις ταύτας μετερρύθμισε, καὶ περιώρισε τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ἐμπόρων εἰς μόνην τὴν πληρωμὴν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους...
§133ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπάρχουσί τινες.
§134ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδείς... Ἐὰν τὸν ἔμπορον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ κινδύνῳ καὶ ζημίᾳ αὑτοῦ εἰσάγει εἰς τὸ Κράτος ἐμπορεύματα χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰ νόμιμα τέλη, καὶ τὰ εἰσάγει εἰς ἀνάλωσιν, καταδιώκῃ ἡ Πολιτεία διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς τοῦ ὀκταπλοῦ καὶ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως, ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Πολιτείας ἢ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄνευ κινδύνου τινός, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὀχλήσεως, ἐν πληρεστάτῃ ἡσυχίᾳ, εἰσήγαγον ἐμπορεύματα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἵνα εὑρεθῶσι, καθ’ ἣν ἡμέραν ἤθελον ἐγκατασταθῆ αἱ ἀρχαί, εἰς τὴν κατοχὴν ἐμπορευμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς πληρωμὴν τέλους ἐλαχίστου; Τὸ διάταγμα, περὶ οὗ πρόκειται, ἕνα φαίνεται ἔχον σκοπὸν, νὰ παράσχῃ εὐκολίαν εἰς αὐτοὺς, οὐχὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς τὴν πληρωμὴν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους—διότι ἡ πληρωμὴ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τοῦ ἁπλοῦ ἦτο αὐτοδικαίως ἐπιβεβλημένη. Ὁ προκαλέσας τὸ διάταγμα εἶπεν εἰς αὐτοὺς: «Ἐγὼ δὲν σᾶς ζητῶ νὰ πληρώσητε ὅσα ἐπληρώσατε τέλη εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ξενικῆς κατοχῆς, δὲν σᾶς ζητῶ νὰ πληρώσητε τέλη διὰ τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα κατηναλώσατε κατὰ τὸ διάστημα τῆς ξενικῆς κατοχῆς· ἐπειδὴ ὅμως εὑρίσκω ὑμᾶς ἐν κατοχῇ ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγετε κατὰ τὸ διάστημα τῆς ξενικῆς κατοχῆς, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθητε εἰς ἐλάχιστον τέλος, ζητῶ νὰ πληρώσητε τὸ ἁπλοῦν εἰσαγωγικὸν τέλος· ἀλλὰ δὲν ζητῶ καὶ τοῦτο ἀπολύτως· σᾶς παρέχω τὴν εὐκολίαν, ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος εἶναι ὑπερβολικὸν, νὰ τὰ ἐξαγάγητε πάλιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ οὕτω νὰ μὴ ὑποβληθῆτε εἰς τὸ τέλος τοῦτο.» Καὶ ὑπῆρξαν τῷ ὄντι τινὲς, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐξήγαγον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ τοιοῦτοι ἦσαν πρὸ πάντων οἱ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐπιδραμόντες ἐν Βόλῳ Ἰουδαῖοι ἔμποροι ἐκ Θεσσαλονίκης. Οἱ ἄλλοι, ἰδίως οἱ ἰθαγενεῖς ἔμποροι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν προτίθεμαι νὰ κατακρίνω, διότι καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ ἄλλοις ἀκόμη ἔθνεσι κρατοῦσι διάφοροι ἰδέαι ἐν τῷ ἐμπορικῷ κόσμῳ, οἱ ἔμποροι συνήθως δὲν νομίζουσιν ὅτι πράττουσί τι ἐπίμεμπτον, ὅταν κατορθώσωσιν ν’ ἀποφύγωσι τὴν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλήν. Ἴσως μάλιστα μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι καί τινες, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσιν ὡς τίτλον ἱκανότητος καὶ δεξιότητος, ἐὰν κατορθώσωσι ν’ ἀποφύγωσι τὰ εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλόμενα τέλη. Ὅσοι ὡμίλησαν ἐντεῦθεν θεωρητικῶς, παρέστησαν τὰ πράγματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι δὲν ὑπάρχει, παρὰ μία καὶ μόνη γνώμη, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ αἰτήσηται τὴν πληρωμὴν εἰσαγωγικοῦ τέλους παρὰ τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν ἐν τῇ κατοχῇ ἐμπορευμάτων εἰσαχθέντων ὁμολογουμένως κατὰ τὸ διάστημα τῆς ξενικῆς κατοχῆς. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς εἰσήχθη παρ’ ἡμῖν ὁ συρμὸς, ὁ ὁποῖος πρὸ πολλοῦ χρόνου εἶχε σχεδὸν ἐκλείψει ἀπὸ τὰς συζητήσεις τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου, ὁ συρμὸς τοῦ νὰ ἐπικαλώμεθα ξένους συγγραφεῖς,—ὁμολογῶ δὲ, ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως εἶδον καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν ἐπικαλεσθέντα συγγραφέα ξένον ἐπὶ τοῦ θέματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν μετατροπὴν τοῦ δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,—θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὥστε καὶ ἐγὼ νὰ ἐπικαλεσθῶ τινας ἐξ αὐτῶν, καίτοι, ὡς ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος νομικῶν, τῶν δυναμένων ἐξ ἰδίας μελέτης νὰ ἐπικαλῶνται τοὺς συγγραφεῖς τούτους. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐπικαλεσθῶ συγγραφεῖς, δοκίμους ἄλλως τε καὶ ἀναμφισβητήτου κύρους, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ γενόμενα ἐν χώρᾳ πεπολιτισμένῃ καὶ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ ἐν Γαλλίᾳ γενόμενα κατὰ τὸ διάστημα τῆς Γερμανικῆς κατοχῆς. Ὡς γινώσκετε, ἡ Γερμανικὴ κατοχὴ ἐν Γαλλίᾳ διαιρεῖται εἰς δύο στάδια, εἰς τὸ πρῶτον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἦτο ἐμπόλεμος κατοχὴ, καὶ εἰς τὸ δεύτερον, κατὰ τὸ ὁποῖον κατόπιν τῆς συνομολογηθείσης εἰρήνης ἡ Γερμανικὴ κατοχὴ ἀφεώρα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἐνεχυρούχου δανειστοῦ. Ὁμιλῶ λοιπὸν περὶ τοῦ πρώτου σταδίου. Ἐπὶ ζητήματος τοιαύτης φύσεως τὸ Ἐφετεῖον τοῦ Μέτς, ἑδρεῦον ἐν Mezières, ἐξέδοτο τὴν 28 Ἰουλίου 1871 ἀπόφασιν, ἧς αἱ σκέψεις ἔχουσιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ τὸ γεγονὸς τῆς εἰσαγωγῆς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰς τὴν Γαλλίαν ἐμπορευμάτων ἀπηγορευμένων (ἐκ τοῦ εἴδους σιγάρων καὶ καπνοῦ), προερχομένων ἀπὸ τὸ Βέλγιον, ἀποτελεῖ ἔγκλημα προβλεπόμενον καὶ τιμωρούμενον ὑπὸ τῶν τελωνιακῶν νόμων ἐν γενικῇ καὶ ἀπολύτῳ ἐκφράσει, ἄνευ ἐξαιρέσεως· ἐπειδὴ τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν μεταβάλλει φύσιν καὶ δὲν παύει νὰ ἦναι ἔγκλημα τιμωρητέον, διότι ἐξετελέσθη ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν τὸ μέρος τοῦ γαλλικοῦ ἐδάφους, ἔνθα ἔλαβε χώραν, εὑρίσκετο κατειλημμένον ὑπὸ ξένου στρατοῦ, καὶ ἐχθρικοῦ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶχεν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ νὰ καταστήσῃ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον δύσκολον ἢ ἀδύνατον τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν ὑπαλλήλων τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ὅπερ δὲν παρεκώλυε τοὺς ἀπαγορευτικοὺς καὶ ποινικοὺς νόμους νὰ ἔχωσι τὴν ἰσχύν των, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν γαλλικὴν ἰδιότητα τοῦ καταληφθέντος μέρους, καὶ ὅτι ἐκ τούτου καὶ μόνου ἀρκεῖ, ὅπως διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἀμέσως διαπραχθῇ ἔγκλημα λαθρεμπορίου, καὶ ὑπάρχει περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, οἵτινες τὸ τιμωροῦσι, νόμων μὴ καταργηθέντων, μηδὲ ἀνασταλέντων ἐκ τῆς ἀνωτέρας βίας τῆς κατοχῆς τοῦ ἐχθροῦ, νόμων μὴ ἐχόντων ἀνάγκην δημοσιεύσεως, ὅπως ὦσι σεβαστοὶ καὶ ἐκτελεστοί· ἐπειδὴ, ἐὰν οἱ Γερμανοί, κατέχοντες τὸ ἔδαφος, εἰσέπραξαν φόρους, ἢ ἠδύναντο νὰ εἰσπράξωσι τοιούτους, προκύπτει μόνον, ὅτι ὁ εἰσαγαγὼν ἀλλοδαπὰ ἐμπορεύματα, ἐὰν ἤθελε συναντήσει γερμανικὴν ἀρχὴν, ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς εἰσαγωγῆς, ὡς φόρον, ἐπὶ ποινῇ νὰ ὑποστῇ τὰς ποινὰς τοῦ λαθρεμπορίου, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν προκύπτει, ὅτι ὁ αὐτὸς, ἐὰν ἤθελε συναντήσει, ἀντὶ Γερμανῶν, ὑπαλλήλους Γάλλους, ἀναλαβόντας τὴν θέσιν των, δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος ἐπίσης νὰ τοῖς πληρώσῃ τὰ εἰσαγωγικὰ δικαιώματα ἐπὶ ἀπειλῇ τῆς αὐτῆς ποινῆς τοῦ λαθρεμπορίου, ὅπερ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀκριβῶς συμβαίνει...» Κατὰ ταῦτα, οὐδεὶς δύναται νὰ προβάλῃ τὸ δικαιολόγημα, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα εἰσήγαγε διαρκούσης τῆς τουρκικῆς κατοχῆς καὶ τῇ ἀνοχῇ αὐτῆς, ἢ ὅτι ἐπλήρωσε φόρον εἰς αὐτήν. Εἰς τοῦτον προσήκει ἡ ἀπάντησις, ὅτι οἱ ἀστικοὶ καὶ οἱ ποινικοὶ νόμοι τοῦ Κράτους ἴσχυον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἡ δὲ ξενικὴ κατοχὴ δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς καταργήσῃ, διότι οὗτοι ἔχουσι πλήρη ἐφαρμογήν. Ἡ γνώμη αὕτη καθιερώθη ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου τοῦ Nancy δι’ ἀποφάσεως τῆς 27 Αὐγούστου 1872 ἐπὶ ὑποθέσεως ἀρκετὰ περιέργου. Γάλλος ὑπήκοος, γενόμενος ὑπερθεματιστὴς ὑλοτομίας, πρὸς ὄφελός του ἐπιτραπείσης ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐκμεταλλευθεὶς αὐτὴν ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Γαλλικῆς ἀρχῆς, ἐκρίθη ἔνοχος παραβάσεως νόμου ἀγροτικοῦ· διότι οἱ ποινικοὶ νόμοι δὲν ἀπώλεσαν τὸ κράτος των διαρκούσης τῆς Γερμανικῆς κατοχῆς (Dalloz 1872 II p. 183). «Ἡ λύσις αὕτη, γράφει ὁ Rouar du Gard, ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται παράδοξος, διότι ὁ ἐχθρὸς ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ τοὺς δημοσίους φόρους καὶ νὰ καταλαμβάνῃ τὰ συνήθη εἰσοδήματα τῶν δασῶν· καὶ ὅμως ἡ λύσις αὕτη εἶναι ἐντελῶς δικαία, ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι αἱ ποινικαὶ διατάξεις των δὲν ἔπαυσαν νὰ διέπωσι τοὺς ἡμεδαποὺς, διαρκούσης τῆς ξενικῆς κατοχῆς.» Τὰ εἰσαχθέντα εἰς Θεσσαλίαν ἐμπορεύματα πρέπει νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας· εἰς ἐμπορεύματα εἰσαχθέντα διαρκούσης τῆς ἐμπολέμου καταλήψεως, καὶ εἰς ἐμπορεύματα εἰσαχθέντα μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν ὅρων τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, διότι ἄλλα τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐμπολέμου κατοχῆς καὶ ἄλλα τὰ τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς. Ὅταν ἡ κατάληψις χώρας τινὸς ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ διετηρήθη καὶ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης, ἡ κατεχομένη χώρα δὲν εὑρίσκεται πλέον ὑφ’ ἃς περιστάσεις εὑρίσκετο ὑφισταμένων τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει ὁ νικητὴς κρατεῖ τὴν χώραν ὡς ἐνέχυρον μέχρι τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὅρων τῆς συνθήκης. Εἶναι ἀναγκαῖον, Κύριοι, νὰ διακρίνωμεν τὴν κατοχὴν τμήματός τινος χώρας ὑπὸ δύο καταστάσεις. Εἶναι κατοχὴ προσωρινὴ, εἶναι καὶ κατοχὴ προσομοιάζουσα πρὸς κατάκτησιν. Ἐν τῇ προσωρινῇ κατοχῇ δὲν ἀναστέλλεται ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία. Ὅτι δὲν ἀνεστάλη ἡ Ἑλληνικὴ κυριαρχία ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας, ὑπάρχει ἀπόδειξις πρόχειρος καὶ ἀναμφισβήτητος. Ἐὰν εἶχεν ὄντως ἡ κυριαρχία ἡ Ἑλληνικὴ καταργηθῆ ἐν Θεσσαλίᾳ, κατὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν ἠδυνάμεθα νὰ διοικήσωμεν τὴν Θεσσαλίαν, ἐὰν δὲν ἐπανελαμβάνομεν τὴν δημοσίευσιν ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν νόμων; Γνωστὸν εἶναι, ὅτι δὲν ἐπανελήφθη ἡ δημοσίευσις τῶν Ἑλληνικῶν νόμων. Διατί; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὑπῆρξε μία προσωρινὴ ἀναστολὴ τῆς κυριαρχίας ἡμῶν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ κατάργησις. Ἦτο μία κατοχή, ἦτο ἕν γεγονὸς, ἐκ τοῦ πολέμου προκῦψαν, τὸ ὁποῖον εἶχε βεβαίως τὰς συνεπείας του, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον τὸ παράπαν δὲν ἐμείωσεν, οὐδὲ ἐπηρέασε τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους...
§135ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ὑπουργέ. Διὰ τῆς προκαταρκτικῆς περὶ εἰρήνης συμβάσεως, ἡ σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας παραχωρεῖται ἡ Θεσσαλία εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔλαβε νέον κῦρος διατηρηθεῖσα. Διὰ ῥητῆς διατάξεως λέγει, ὅτι διατηρεῖται, ἵνα προληφθῇ ἡ ἀμφιβολία ἀκριβῶς.
§136ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου συνάδελφον, ὅστις, ὡς εἰδικώτερος ἐμοῦ, μοὶ παρέσχε καὶ νέον ἐπιχείρημα πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυριαρχία δὲν κατηργήθη τὸ παράπαν. Ὑπέστη προσωρινήν τινα ἀναστολὴν, ἐφ’ ὅσον κατείχετο ἡ Θεσσαλία ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλὰ τὸ παράπαν δὲν ἐμειώθη.
§137ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐὰν ἡ κατοχὴ ἦναι προσωρινὴ, ἡ κυριαρχία δὲν εἶχε καταργηθῆ βεβαίως. Δὲν εἶναι ζήτημα.
§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ παρέθηκα ἀποφάσεις τῶν Γαλλικῶν δικαστηρίων, δι’ ὧν καθιερώθη ὁριστικὴ νομολογία ἐν Γαλλίᾳ, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τοὺς ἀναμφισβητήτου κύρους συγγραφεῖς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Ὁ Pradier-Fodéré (traité de droit international public, τόμ. 7, σελ. 716) γράφει τὰ ἑξῆς περὶ τῆς ἐμπολέμου καταλήψεως χώρας τινὸς ὑπὸ τοῦ νικητοῦ (ἀναγινώσκει): «Συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ Πλάτωνος, ὅστις δὲν βλέπει εἰς τὴν κατάληψιν ἢ εἰσβολὴν παρατεταμένην, ἥτις οὐδεμίαν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ μεταρρύθμισιν εἰς τὰς ὑφισταμένας σχέσεις μεταξὺ τῶν μερῶν. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ Βερνιέρ, ὅτι ἡ κατάληψις δὲν εἶναι, ὡς καὶ ἡ εἰσβολή, ἢ ἁπλῆ κατάστασις γεγονότος ἄνευ τινὸς νομικῆς βάσεως, καὶ οὐδέποτε κατάστασις δικαίου ἀποκτᾷ ἐπὶ τῆς καταληφθείσης χώρας οὐδεμίαν κυριαρχίαν, οὔτε ἀπόλυτον, οὔτε μερικὴν, οὔτε μάλιστα κυριαρχίαν ἐκ τοῦ γεγονότος, διότι ἡ κυριαρχία οὐδέποτε εἶναι γεγονὸς, ἀλλὰ δίκαιον. Καὶ παράγει μὲν ἕν ἄθροισμα σχέσεων μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς καταληφθείσης χώρας, ἀλλ’ αἱ σχέσεις αὗταί εἰσιν ἀποτέλεσμα τοῦ θριάμβου τῆς ἰσχύος. Τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ κατόχου δὲν ἔχουσιν ἄλλην πηγὴν ἢ τὴν μόνην καὶ ἀποκλειστικὴν θέλησίν του. Τοιαύτη εἶναι ἡ θεωρία τοῦ νεωτέρου Διεθνοῦς Δικαίου, μετὰ τὴν ἐν Βρυξέλλαις διεθνῆ Συνδιάσκεψιν, λαβοῦσαν χώραν τῇ προτάσει τῆς Ρωσσίας μετὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, καὶ ἥτις ἐν ἄρθρῳ 2 τῆς διακηρύξεώς της ἐδέχθη τὴν ἀρχὴν ταύτην (1874).» Ὁ Ἕφτερος, Γερμανὸς συγγραφεὺς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ὃν ἐπικαλεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτὴς, εἶναι ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων, ἐκ τῶν πρὸ τοῦ 1860 συγγραφέων, οἵτινες περὶ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου συνέγραψαν. Ἤδη ἐξεταστέον, ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐν πολέμῳ καταλήψεως. Πάντες οἱ νεώτεροι συγγραφεῖς συμφωνοῦσιν, ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς καταλήψεως δὲν ἀναστέλλει, οὔτε γενικῶς οὔτε ἀναγκαίως, τὸ κῦρος τῶν νόμων, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν ἡ κυριαρχία ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη δικαίῳ. Δεχθέντες ὡς ὀρθὴν τὴν ἐκδοχὴν, ὅτι ἡ κυριαρχία παραμένει εἰς τὸ καταληφθὲν Κράτος, ἄμεσος συνέπεια αὐτῆς εἶναι, ὅτι ἡ νομοθεσία τῆς καταληφθείσης χώρας μένει ἐν ἰσχύϊ, καὶ οὐδεμίαν ἀναστολὴν δύναται νὰ φέρῃ ἐπ’ αὐτῆς ὁ ἐμπόλεμος κάτοχος, ἐκτὸς ἂν τοῦτο συμβάλλῃ εἰς τὴν περάτωσιν τοῦ σκοποῦ τῆς καταστροφῆς, ὡς καὶ τὸ τέλος τοῦ πολέμου. Ὡς πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς νόμους καὶ ἰδίως τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, τὸ ἐν Βρυξέλλαις Συνέδριον ἀπεφήνατο, ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ εἰσπράξῃ ὅσους φόρους ἐδικαιοῦτο νὰ εἰσπράξῃ ὁ κυρίαρχος τῆς καταληφθείσης χώρας, καὶ νὰ εἰσπράξῃ τούτους συμφώνως πρὸς τὸ σύστημα τῆς εἰσπράξεως, ἣν ἡ καταληφθεῖσα χώρα ἔχει. Ἐὰν παρ’ ἡμῖν συνέβαινεν ὅ,τι εἰς πεπολιτισμένα ἔθνη συνέβη, ἤτοι ἐὰν συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐν Βρυξέλλαις Διεθνοῦς Συνεδρίου ἡ ξενικὴ κατοχὴ, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπέσκηψεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὑποκαθίστα τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, εἰσέπραττεν ὅσους φόρους εἰσέπραττεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἐφήρμοζε πάντας τοὺς φορολογικοὺς ἡμῶν νόμους, τὸ πρᾶγμα ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον σκέψεως ὡς πρὸς τοὺς ἐκπροσωποῦντας τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἴσως ἐδικαιοῦντο οἱ ἐν Θεσσαλίᾳ ἔμποροι νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι «ἡμεῖς εἰσηγάγομεν τὰ ἐμπορεύματα ἡμῶν ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ εἶχον φυγαδευθῆ, ἄλλη δέ τις ξενικὴ τὰς εἶχεν ὑποκαταστήσει, καὶ ὑπεβλήθημεν εἰς ὅσους φόρους ἠθέλομεν ὑποβληθῆ, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ ἀρχὴ ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν θέσιν της καὶ ἠθέλομεν συναντήσει αὐτὴν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐμπορευμάτων ἡμῶν.» Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως, ἐπαναλαμβάνω, τῶν θεωριῶν τούτων, αἵτινες δὲν συντελοῦσιν εἰς ὑποστήριξιν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα προέβαλον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν πρακτικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος, τί θέλομεν ἀπαντήσει; Θέλομεν ἀπαντήσει ἐμπόρους, οἵτινες διετέλουν ἐν γνώσει, καὶ ἐκ τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ἐνεργειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐν προσεχεστάτῃ ἐποχῇ ἐπρόκειτο ν’ ἀποκατασταθῇ τὸ πρώην καθεστὼς καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ εἰς Θεσσαλίαν· οἱ ἔμποροι οὗτοι δίδουσι παραγγελίας πρὸς προμήθειαν ἐμπορευμάτων, ὄχι πρὸς προμήθειαν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπελόγιζον, ὅτι ἦσαν ἀναγκαῖα, ἐφ’ ὅσον χρόνον ἐπρόκειτο νὰ ὑφίσταται ἡ ξενικὴ κατοχὴ, ἀλλ’ ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξ ὑπολογισμοῦ ἐγίνωσκον, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ χρησιμοποιηθῶσι μετὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν. Τίνα οὗτοι ἐπεδίωκον σκοπὸν διὰ τῶν τοιούτων προμηθειῶν; προφανῶς ἐπεδίωκον τοῦτο, νὰ εἰσαγάγωσιν ἐμπορεύματα, καὶ, ὑποβαλλόμενοι εἰς ἐλάχιστον τέλος, εἰς ὅσον ὑπεβάλλοντο ὑπὸ τὴν ξενικὴν κατοχὴν, νὰ κερδοσκοπήσωσιν εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου. Διότι, ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι ἤθελον οἱ ἐκπροσωποῦντες τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον σταυρώσει τὰς χεῖρας ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ ἤθελον ἀποδεχθῆ τὰς ἰδέας τῶν ἐκ Βόλου καὶ Λαρίσης κ.κ. Βουλευτῶν, καὶ ἑπομένως οἱ ἔμποροι οὗτοι ἤθελον προχωρήσει καὶ εἰς μείζονας ἔτι προμηθείας, ἢ δὲν ἤθελον ἀναστείλει ὅσας εἶχον δώσει παραγγελίας πρὸς νεωτέρας προμηθείας, ἠθέλομεν παραστῆ μάρτυρες ἑνὸς θεάματος ἀξίου πάσης προσοχῆς, διὰ τὸ ὁποῖον, ὡς ἐνθυμοῦμαι, καὶ ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτής, ὅτε κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν, ἀπετελοῦμεν μέλη μιᾶς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἔλεγε, διερμηνεύων ὄντως τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ, ὅτι πρέπει διὰ νόμου νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ εἰσαγαγόντες ἐμπορεύματα κατὰ τὸν χρόνον τῆς ξενικῆς κατοχῆς εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τελωνιακοῦ τέλους, καί, ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, δὲν ἦτο ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνηγόρουν ὑπὲρ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἐμπόρων αὐτῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν τελῶν τούτων...
§139ΤΟΠΑΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε...
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ. Δὲν εἶναι ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφισβήτησις, διότι πλὴν ἐμοῦ ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐκ Θεσσαλίας καὶ ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν, οἵτινες εἶχον ἀποτελέσει τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπήν, τὴν ἐπιφορτισμένην νὰ ἐξετάσῃ τὸ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, καὶ οὐδείς, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐκ τῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐκπροσωπούντων τὴν Θεσσαλίαν εἶχεν ἀναπετάσει τὴν σημαίαν τῆς ἀτελείας τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ξενικῆς κατοχῆς. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ἐκ Τυρνάβου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐν τῇ προηγουμένῃ Βουλῇ ἔλεγεν ἐντεῦθεν, ὅτι πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ πάντα τὰ σύντονα μέτρα, ἵνα πατάξῃ τὴν κερδοσκοπίαν, ἵνα καταστρέψῃ ἐκείνους, οἵτινες εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου ἐπεχείρησαν τοιαύτας πράξεις προμηθείας ἐμπορευμάτων. Ἐγώ, μάλιστα νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ διατάγματος τούτου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις, αἱ παρασχεθεῖσαι εὐκολίαι καὶ προθεσμίαι εἰς τοὺς ἐμπορευομένους ἐν Θεσσαλίᾳ ἀπέδειξαν μεγίστην πρὸς αὐτοὺς ἐπιείκειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι παρέσχεν αὕτη εἰς αὐτοὺς καὶ μετὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν Ἑλλην. ἀρχῶν ἐν Θεσσαλίᾳ χρονικὸν διάστημα ἑνὸς μηνός, ὅπως κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐλευθέρως ἐξαγάγωσι πάντα τὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰς τὰς ἀποθήκας των, ὅσοι δὲ τούτων ἤθελον προτιμήσει νὰ μὴ ἐξαγάγωσιν αὐτὰ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ μηνὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος σιωπηρῶς παρετάθη ἐπὶ ἕνα ἔτι μῆνα, ἠδύναντο νὰ τὰ εἰσαγάγωσιν, εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς διαμετακομίσεως, ὅπως συμφώνως πρὸς τὰ περὶ τούτου κρατοῦντα ἐξαγάγωσιν αὐτὰ βραδύτερον. Ὀλίγιστοι, δυστυχῶς, τῶν ἐμπορευομένων ἐπέδειξαν εὐλάβειαν πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Οἱ πλεῖστοι τούτων μετῆλθον πᾶν μέσον, ὅπως κερδήσωσι τὰ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἀνήκοντα νομίμως τέλη. Ἐπαναλαμβάνω δέ, ὅτι ὄχι μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπρομηθεύθησαν διὰ πολλοὺς μῆνας καὶ ζάκχαριν καὶ καφὲν καὶ ὑφάσματα καὶ ἄλλα εἴδη ἀκόμη ἐκ τῶν ἐχόντων βαρὺ τέλος, ἀλλὰ καὶ ὅλαι αἱ παρακείμεναι ἐπαρχίαι ἐπληρώθησαν τοιούτων ἐμπορευμάτων. Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ἐπιβάται ἐπανερχόμενοι ἐκ Βόλου ἐνταῦθα ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν ἐμπορεύματα ἀγορασθέντα εἰς τιμὰς κατωτέρας τῶν ἐνταῦθα ὑφισταμένων, ζάκχαριν ἰδίως; Ἡ χορηγηθεῖσα προθεσμία τοῦ μηνὸς ἐκείνου πρὸς τὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαγωγὴν ἐχρησιμοποιήθη πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς ἡμετέρας ἀγοράς. Ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ἐλαμβάνοντο, ἐὰν δὲν ἐγίνετο γνωστὸν εἰς τοὺς ἐμπορευομένους ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅτι ἤθελον ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσωσιν ὅ,τι δὲν ἐπλήρωσαν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ξενικῆς κατοχῆς, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ τέλους τοῦ ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, ἤθελεν εὑρεθῇ ἐν πληρεστάτῃ ἀδυναμίᾳ, ὅπως συναγωνισθῇ, τὸ ἐμπόριον τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος· διότι, ἐὰν ἤθελον εὑρεθῇ, ὅπως ὑπελογίζετο, μεγάλαι ποσότητες, ἑκατομμυρίων ὀκάδων, ἐμπορευμάτων, ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς φραγμὸς εἰς αὐτὸ, δὲν φρονεῖτε, ὅτι ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς δὲν ἤθελε λάβει ἀνάγκην νὰ προμηθευθῇ ζάκχαριν ἢ καφὲν ἢ ἄλλα εἴδη ἐκ τῶν ὑποκειμένων εἰς βαρὺ τέλος; Ἀλλ’ ὑπῆρξε συνάδελφός τις, ὅστις ἔλεγεν ἐντεῦθεν, ὅτι ὑπεβλήθησαν οἱ ἐμπορευόμενοι ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς τέλος εἰσαγωγικὸν ἀναλογοῦν πρὸς 11% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐμπορευμάτων. Ἐὰν συνέβαινε νὰ ζῶμεν μακρὰν τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἤθελε φανῆ ὄντως εὔλογον· ἀλλ’ ἡμεῖς γινώσκομεν ἐκ πληροφοριῶν αὐτῶν τούτων τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἐτελώνιζον ὑπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς ξενικῆς κατοχῆς, ὅτι οὔτε τὸ 8% δὲν ἐπλήρωνον, τὸ μὲν διότι, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸν τελωνιακὸν νόμον τὸν Ὀθωμανικὸν ὁ ἔμπορος, ὅταν ἡ ἐκτίμησις τοῦ τελώνου ὑποληφθῇ ὑπ’ αὐτοῦ ὡς ἀνωτέρα τῆς πραγματικῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραδίδῃ τὸ 8% εἰς εἶδος, ἵνα δὲ μὴ ἀναγκάσῃ τὸν ἔμπορον νὰ πληρώσῃ εἰς εἶδος, εἶναι ἐπιεικεστάτη ἡ ἐκτίμησις, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοιαύτης ἐκτιμήσεως πληρώνει μόνον 7 καὶ 5%. Ἀλλὰ γνωστὸν εἶναι καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον συνέβαινεν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ τὸ ὁποῖον συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλα τμήματα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Πολλάκις μεταξύ των οἱ ἔμποροι διατελοῦσιν ἐν συμπαιγνίᾳ, καὶ πάντες προβάλλουσι τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ ἐκτίμησις ἡ γενομένη παρὰ τοῦ τελώνου εἶναι ὑπερβολικὴ, οὕτω δὲ ἀντὶ χρημάτων 8% ἀφίνουσιν εἰς τὸ τελωνεῖον ποσοστὸν τῶν ἐμπορευμάτων· ὁ τελώνης εἶναι ὑπόχρεως, κατὰ τὸν Ὀθωμανικὸν νόμον, νὰ πωλήσῃ ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἐπὶ δημοπρασίας τὸ ἐμπόρευμα τὸ ἀντὶ χρήματος καταβληθὲν, τότε δὲ πάντες οὗτοι ἐκ συμφώνου ἀγοράζουσι τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα εἰς τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας των, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ τέλος τὸ εἰσαγωγικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑποβάλλονται, ἀντιστοιχεῖ πρὸς 4%. Ἐὰν δὲ προσθέσητε εἰς ταῦτα καὶ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ τελωνιακοὶ ὑπάλληλοι ἐν Θεσσαλίᾳ, γινώσκοντες ὅτι προσωρινῶς μετέθησαν ἐκεῖ καὶ ὅτι μετά τινας μῆνας θὰ ἔφευγον, εἶχον συλλάβει τὸ σχέδιον ν’ ἀποκομίσωσιν ἐκεῖθεν περιουσίας, φαντάσθητε, ὁποῖα ποσὰ ὠφελήθησαν οἱ ἐμπορευόμενοι Θεσσαλοί!
§141ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὰ αὐτά· ἐγένοντο πράγματι.
§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ παρουσιάζονται ἐντεῦθεν οἱ ἐκ Λαρίσης καὶ Βόλου ἀξιότιμοι Βουλευταὶ, παριστῶντες τὴν τάξιν τῶν ἐμπορευομένων ὡς ἀδικηθεῖσαν ἐκ τοῦ διατάγματος καὶ ὡς ἀδικουμένην ἐπὶ πλέον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου! Καὶ ἐνταῦθα εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ τις τὸ ἐρώτημα, πῶς, τοιαύτας ἰδέας ἔχων, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς τοιαύτην ἐπιείκειαν προέρχομαι ὑπὲρ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐμπορευομένων; Ἡ ἐπιείκεια αὕτη ὑπηγορεύθη ἐκ τοῦ κρατήσαντος ἐν τῇ Κυβερνήσει πνεύματος νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν πᾶσαν ἀνακούφισιν καὶ πᾶσαν συνδρομήν. Εἰς τὸν ἐκ Βόλου ἀξιότιμον Βουλευτὴν, εἰπόντα ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις οὐδὲν παρουσιάζει μέτρον ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν, δύναμαι ν’ ἀπαντήσω, ὅτι τὰ εἰσαχθέντα νομοθετήματα τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος ἀφορῶσι καὶ τοὺς Θεσσαλούς. Ὁ νόμος περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου δὲν ἀφορᾷ καὶ τὴν Θεσσαλίαν; Ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν ζώων, περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν κτηνοτρόφων ἀπὸ τῶν πιέσεων, εἰς ὅσας ὑποβάλλονται ἐκ τοῦ ἰσχύοντος μέχρι τοῦδε νόμου, δὲν ἀφορᾷ καὶ τὴν Θεσσαλίαν; Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον διοικητικῶς ἐγὼ ἔλαβον διὰ τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων τοῦ Τυρνάβου καὶ τῆς Καλαμπάκας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κτήματα, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς ὑπήχθησαν εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος, δὲν εἶναι μέτρον ὄντως ἐπιεικές, ὅπως τὰ κτήνη αὐτῶν καὶ τὰ προϊόντα αὐτῶν εἰς οὐδὲν ὑποβάλλωνται τέλος; Τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιησάμην μνείαν εἰς τὴν εἰσαγωγικήν μου ἀγόρευσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δὲν ἀφορᾷ ἰδίως τὴν Θεσσαλίαν; Ἐγὼ δὲ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. Βουλευτὰς τῆς Θεσσαλίας, ὅτι ἐν τοῖς Ὑπουργικοῖς συμβουλίοις πολλάκις γίνεται σκέψις περὶ μέτρων καὶ προνοίας, ἀφορώντων εἰς τὴν ἀποκατάστασιν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν ὑπεβλήθησαν νομοθετήματα ἀφορῶντα εἰς τὴν Θεσσαλίαν, τὰ ὁποῖα, ὡς ἐκ τῆς συζητήσεως ἀπεδείχθη, δὲν ἦσαν ἄρτια, ἀπεφασίσθη δὲ ἡ σύστασις εἰδικῆς ἐπιτροπῆς· μεταξὺ δὲ τῶν κατεχόντων σήμερον τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια ὑπάρχει τις, ὁ ὁποῖος ἐξέδραμεν ἐπὶ τούτῳ εἰς Θεσσαλίαν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Θεσσαλίας, ἵνα διατελῇ ἐν γνώσει τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπῆρχον ἔμποροί τινες, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἐκ κερδοσκοπίας προῆλθον εἰς τὰς γνωστὰς πράξεις, περὶ ὧν ἐμνήσθην· ἀλλὰ ἐσυλλογίσθημεν, ὅτι ὑπῆρχον καὶ ἔντιμοι ἔμποροι, δὲν εἶναι δὲ πρέπον νὰ λέγωμεν ἐντεῦθεν, ὅτι πάντες οἱ ἐμπορευόμενοι ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι κερδοσκόποι ἀσυνείδητοι. Μόνον ἐπὶ ἑνὸς ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἰδίᾳ δὲ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας, ὅτι ἡ τάξις ἡ ἐμπορικὴ ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι ἡ ἧττον παθοῦσα ἐκ τῆς ἀτυχοῦς ἐκβάσεως τοῦ τελευταίου πολέμου, ἀλλ’ αἱ τάξεις τῶν κτηματιῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐπαγγελμάτων ὑπεβλήθησαν εἰς μείζονας θυσίας καὶ ἔχουσι μείζονα δικαιώματα ἐπὶ τῆς κυβερνητικῆς προνοίας. Οἱ ἔμποροι ἐκ Βόλου ἀπέστειλαν ἐνταῦθα ἐπιτροπὴν, τῆς ἐπιτροπῆς δὲ ταύτης ὑπῆρξαν εἰσηγηταὶ ἰδίως οἱ ἐκ Βόλου ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες δίδουσιν εἰς ἡμᾶς τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὰς τάξεις τῆς ὑπουργικῆς φάλαγγος, τῆς ὑποστηριζούσης τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπανειλημμένως ἦλθον εἰς συζητήσεις μετ’ ἐμοῦ περὶ τοῦ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Καὶ μεταξὺ τῶν ἐκ Βόλου ἐμπόρων ὑπῆρξάν τινες οἱ ὁποῖοι ὑπέλαβον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ὡς διδάσκαλοι τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, διότι εἶχον ἀκούσει καὶ οὗτοι ἀπό τινας δικηγόρους, ὅτι τὸ Διεθνὲς Δίκαιον δύναται νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τοῦ διατάγματος· ὅταν δὲ εἰς αὐτοὺς παρετήρησα, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ συζητῶσι περὶ Διεθνοῦς Δικαίου, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι οὔτε ἄκρῳ δακτύλῳ ἥψαντο τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, καὶ ὅταν τοὺς ἐπανήγαγον εἰς τὸ ἔδαφος τὸ πρακτικόν, καὶ ἀπηύθυνα εἰς αὐτοὺς ἐρωτήματα, ἀφορῶντα εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν εἰσήγοντο τὰ ἐμπορεύματα ἐν Θεσσαλίᾳ, εὑρέθησαν ἐν τοιαύτῃ στενοχωρίᾳ καὶ ἀπορίᾳ ἐπιχειρημάτων, ὥστε ὡμολόγησαν, τι ἓν μόνον ζητοῦσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῶν τελῶν τῶν ἐπιβληθέντων ὑπὸ τῆς ξενικῆς κατοχῆς διὰ τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγον κατὰ τὸ διάστημα αὐτῆς, καὶ νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τέλος τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἠξίουν ὡς εἰσηγμένα ἐν Θεσσαλίᾳ πρὸ τῆς ξενικῆς κατοχῆς. Ὡς πρὸς τὰς ἀξιώσεις ταύτας, ὡς βλέπετε καὶ ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ἐζητήθησαν ὄχι θεωρητικαί, ἀλλ’ οὐσιαστικαὶ ἀποδείξεις. Τοῖς προέβαλον τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὅλα τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα κατεῖχον καθ’ ὃν χρόνον ἐπέσκηψεν ἡ ξενικὴ κατοχή, τὰ ἔθεσαν εἰς ἀνάλωσιν, διότι καὶ ὑποχρεωμένοι ἦσαν νὰ τὰ ἀναλώσωσιν ἐκ τῶν διαταγῶν καὶ τῶν πιέσεων τῆς ξενικῆς κατοχῆς, καὶ ἐξ ἄλλου λόγου ἀκόμη, διότι ἔμποροι Ἰουδαῖοι πρὸ πάντων παρηκολούθουν τὸν τουρκικὸν στρατὸν καὶ εἰσῆγον ὅμοια ἐμπορεύματα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν δύνανται ν’ ἀποδείξωσι πόσα ἐμπορεύματα εἶχον καθ’ ὃν χρόνον ἐπέσκηψεν ἡ ξενικὴ κατοχή, οὐχ ἧττον ὅμως ἀποδεικνύεται τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι εἶχον ἕν ποσὸν ἐμπορευμάτων τοιούτων, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον εἰς ἀνάλωσιν ἐπὶ ζημίᾳ αὐτῶν, διότι ὄντως τὰ τέλη ἡμῶν ἐπί τινων τῶν εἰδῶν τούτων, ἰδίως ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερα καὶ τῆς ἀξίας των, ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων τελωνιακῶν ἀρχῶν. Ὀφείλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐκ Βόλου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἐὰν ὁ διαχειριζόμενος τὸ τελωνεῖον Βόλου ἦναι εἷς τῶν χρηστοτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους· εἶναι ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος κατέλιπε τὴν Θεσσαλίαν τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς εἰσόδου τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, εἶναι ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος πρῶτος μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων εὑρέθη ἐν Βόλῳ, ὅτε ἐπανῆλθον αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί. Οὗτος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀφῆκεν εἰς τοὺς ἐμπόρους αὐτοὺς ὅσα ἐμπορεύματα κατὰ συνείδησιν εὗρεν, ὅτι εἶχον καθ’ ὃν χρόνον ἐπέσκηψεν ἡ ξενικὴ κατοχή, καὶ ὅτι οὗτος διατηρεῖ τινας ἀμφιβολίας περὶ ποσοῦ τινος ἐμπορευμάτων, εὑρεθέντων κατὰ τὸν χρόνον τῆς ξενικῆς κατοχῆς. Ὑπέλαβον λοιπόν, ὅτι, ἵνα μὴ ἐπὶ τέλους οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ καταγινώσκωσιν εἰς βάρος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔνοχον ἀδιαφορίαν εἰς τὰ δεινοπαθήματα τῆς Θεσσαλίας, ἠδυνάμεθα νὰ φανῶμεν ἐπιεικεῖς. Οὕτω διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου 410,000 δραχμὰς δωροῦμεν εἰς τὴν ἐμπορικωτάτην τάξιν τῆς Θεσσαλίας. Καὶ ἐνῷ ἐδικαιούμεθα ν’ ἀκούσωμεν ἐντεῦθεν εὐχαριστίας, ἢ ἂν ὄχι εὐχαριστίας, τουλάχιστον σιγὴν ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον προεβάλομεν, εἴδομεν τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς προλαλήσαντας, ἐπιρρίπτοντας ἐντεῦθεν εἰς βάρος ἡμῶν τὴν αἰτίασιν, ὅτι δεικνύομεν ψυχρότητα, ἀστοργίαν καὶ ἀδιαφορίαν ἔνοχον πρὸς τὴν ἐμπορικὴν τάξιν τῆς Θεσσαλίας. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ προσέξῃ εἰς ὅσα ἐντεῦθεν ἐλέχθησαν θεωρητικῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Τὰς δι’ αὐτοῦ γιγνομένας παραχωρήσεις καὶ δωρεὰς ἀναγνωρίζουσιν αὐτοὶ οἱ ἔμποροι Βόλου. Ὅτε τὸ πρῶτον ἔμαθον οὗτοι, ὅτι πρόκειται τοιαῦται παραχωρήσεις νὰ γένωνται, εἶχον τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον πρὸς ἐμέ, τῶν ἐμπόρων τοῦ Βόλου, διὰ τοῦ ὁποίου χάριν μοὶ ὡμολόγουν ἐπὶ τούτῳ· ὅτε ὅμως ἔμαθον, ὅτι ὑπάρχουσι Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι ἐξεγείρονται κατὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου, ἐπικαλούμενοι καὶ συγγραφεῖς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τοῦ διατάγματος, ἐλησμόνησαν τὸ προηγούμενον τηλεγράφημά των, καὶ διὰ νεωτέρου τηλεγραφήματος διαμαρτύρονται καὶ οὗτοι, ἐπικαλούμενοι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀκυρωθῇ τὸ διάταγμα, ὅπως τὰ πάντα χαρισθῶσιν, ὅπως λησμονήσωμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν, ὅπως ὦμεν τόσον ἐνδοτικαὶ ὑπὲρ αὐτῶν, ὥστε νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη Ἑλλάς! Δὲν συμμερίζομαι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας, οὐδέποτε δὲ καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοι ἐμοῦ θέλομεν λησμονήσει πάντα τὰ καθήκοντα ἡμῶν πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τοὺς Θεσσαλοὺς, οὐδέποτε θέλομεν παραλείψει τὸ καθῆκον ἡμῶν, ὅπως ἔλθωμεν ἀρωγοὶ εἰς τοὺς Θεσσαλικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ἐνισχύσωμεν τὴν Θεσσαλικὴν παραγωγήν· ἀλλὰ πρέπει πάντες οἱ τὴν Θεσσαλίαν ἐκπροσωποῦντες νὰ ὦσι δίκαιοι καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ μὴ προβάλλωσι πρὸς αὐτὴν προτάσεις παραβόλους καὶ ἀδίκους. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι).
§143Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ὅπως καὶ χθὲς εἶπον, δὲν διαφωνῶ μόνον πρὸς τοὺς προσβάλλοντας τὸ κῦρος τοῦ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1898 Β. Διατάγματος, διαφωνῶ καὶ πρὸς τὸν ὑποβαλόντα τὸ νομοσχέδιον κ. Ὑπουργὸν, ὡς πρὸς τὰς εὐκολίας καὶ δωρεὰς, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ παράσχῃ δι’ αὐτοῦ εἰς τοὺς ἐν Βόλῳ ἐμπόρους· διότι οἱ ἔμποροι τῶν ἄλλων διαμερισμάτων ἐνέχονται μὲν εἰς τὰς τελωνιακὰς ἀποφάσεις, τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ ἐπικύρωσις, διὰ 19,000 μόνον δραχμὰς, τὰ δὲ ποσὰ, τὰ ὁποῖα πρόκειται ἐπίσης νὰ χαρισθῶσιν εἰς τοὺς ἐμπόρους Λαρίσης διὰ τῆς ἐκπτώσεως τῶν 12% ἐπὶ τῶν δηλωθέντων ὡς εἰσαχθέντων κατὰ τὴν τουρκικὴν κατοχὴν ἐμπορευμάτων, δὲν πιστεύω νὰ ἀνέρχωνται εἰς πλέον τῶν 7,000 δραχμῶν. Πρόκειται λοιπὸν ἰδίως περὶ τῶν ἐμπόρων τοῦ Βόλου καὶ οὐχὶ περὶ τῶν ἐμπόρων τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐκ τούτου δύναται νὰ διακριθῇ, ἐὰν πρόκειται νὰ δοθῇ ἐνίσχυσις εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλίας, ἢ μόνον εἰς ὡρισμένους ἐμπόρους μιᾶς πόλεως. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ κῦρος τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐξέδωκε, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ μεγάλης σαφηνείας καὶ πειθοῦς καὶ διὰ τῆς ἐπικλήσεως συγγραφέων μεγάλου κύρους ἀνέπτυξε τὰ τοῦ κύρους τοῦ διατάγματος, καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι πάντα τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαχθῇ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἠδύνατο τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ φορολογήσῃ. Ἓν μόνον θὰ προσθέσω, ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἐνεργειῶν καὶ πράξεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τῶν ληφθέντων κατόπιν, ἐξάγεται, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐνόει τοὺς νόμους τοὺς Ἑλληνικοὺς ἰσχύοντας ἐν Θεσσαλίᾳ. Τοῦτο ἀποδεικνύουσι τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδιδε περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ πραγμάτων κατὰ τὸν χρόνον τῆς κατοχῆς τῶν Τούρκων. Καὶ ἔχομεν τὰ διατάγματα τῆς 16 Ἀπριλίου 1898, διὰ τῶν ὁποίων προήγοντο οἱ δῆμοι Νηλείας κλπ. ἀπὸ δήμων βʹ τάξεως εἰς δήμους αʹ τάξεως, ἔχομεν μεταθέσεις Εἰσαγγελέων ἀπὸ Καρδίτσης εἰς Τρίκκαλα, μεταθέσεις δικηγόρων ἀπὸ τῶν δικαστηρίων τῆς Θεσσαλίας εἰς τὰ δικαστήρια τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτου πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐχθρικῆς, ἤτοι τῆς ἐμπολέμου κατοχῆς, καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὸν χρόνον τῆς εἰρηνικῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀποζημιώσεως. Ὁ Calvo, εἷς τῶν ἐξοχωτέρων συγγραφέων, λέγει ὅτι «κατὰ τὸν χρόνον τῆς μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς εἰρήνης κατοχῆς παύει ἡ ἐκ τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολέμου κατάστασις· ὁ νικητὴς ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς εἰρήνης χάνει πᾶν δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ φόρους». Δὲν εἶχε λοιπὸν ἡ τουρκικὴ ἀρχὴ ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ φόρους. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ κυριαρχία τῆς Τουρκίας καὶ τὸ ἐκ τῆς ἐνασκήσεως αὐτῆς δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ αὕτη τοὺς φόρους τῆς Θεσσαλίας; Ἐὰν δὲ, παρὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα, ἀδικοπραγοῦσα, ἐν καταχρήσει τῆς δυνάμεώς της, εἰσέπραττε τοιούτους, δὲν δύνασθε νὰ ἀξιώσητε τίποτε ἄλλο, εἰμὴ, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναγνωρίσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέβαλον οἱ φορολογηθέντες καὶ ἐκπέσῃ αὐτὸ ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ εἰσπράξῃ. Θέλετε δὲ νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἄλλο; Ἠδύνατο ἡ Τουρκία νὰ εἰσπράξῃ αὐτὴ τοὺς φόρους τοὺς εἰσπραττομένους κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους (τοῦτο λέγει ὁ Bluntschli)· ἐὰν δὲ εἰσέπραξεν ἓν μέρος τῶν κατὰ τὸ ἑλληνικὸν δασμολόγιον δασμῶν καὶ τὸ ἄλλο μέρος τὸ ἀφῆκεν ἀνείσπρακτον, πάλιν δικαιοῦται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ εἰσπράξῃ τὸ ὑπόλοιπον. Παρέρχομαι λοιπὸν τὸ μέρος τοῦτο, καὶ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς ἄλλας, τὰς χαριστικὰς πρὸς τοὺς ἐμπόρους, διατάξεις του. Λέγω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἄδικον διὰ τὴν Θεσσαλίαν, διαφωνῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγοντα τοιοῦτον μέτρον· διότι δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ προτίμησιν καὶ μεμονωμένως, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῶσιν ἀπὸ κοινοῦ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῶν Θεσσαλικῶν πληθυσμῶν. Ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν ὅλα ταῦτα ὁμοῦ, νὰ προτιμηθῶσι δὲ ἐκ τούτων ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ δώσωσι πλείονα ἀνακούφισιν εἰς τοὺς πλειοτέρους καὶ μᾶλλον ἀξίους ἀνακουφίσεως πληθυσμοὺς, καὶ ὕστερον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐνισχύσωσιν ὀλίγους τινὰς εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις των. Ἔχομεν ἐν Θεσσαλίᾳ τοὺς καθ’ ὁλοκληρίαν κατεστραμμένους πληθυσμοὺς, ἔχομεν τοὺς γεωργοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔσπειραν, διότι δὲν εἶχον σπόρον, δὲν εἶχον ζῷα, δὲν εἶχον ἄροτρα, δὲν εἶχον τίποτε ἐκ τῶν πρὸς γεωργίαν ἐπιτηδείων ἐπαρκές. Δὲν μεμψιμοιροῦμεν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅτι δὲν παρέσχε συνδρομὴν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς ἐκ τῶν ἀναλόγως τῶν πόρων του· παρέσχε συνδρομὴν, ὅσην ἠδύνατο νὰ παράσχῃ, ἀλλ’ αὕτη δὲν ἦτο ἐπαρκὴς νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς κατοίκους εἰς τὴν πρὸ τοῦ πολέμου κατάστασίν των. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀκόμη ἡ Θεσσαλία πάσχει, ἀφοῦ οἱ πλεῖστοι κάτοικοι αὐτῆς δὲν ἔχουσιν οἰκίας, δὲν ἔχουσιν ὄχι οἰκίας, ἀλλ’ οὔτε καλύβας, δὲν ἔχουσι ναοὺς νὰ προσευχηθῶσιν εἰς τὸν Ὕψιστον, δὲν ἔχουσιν ἄροτρα νὰ ἐργασθῶσι τὴν γῆν, δὲν ἔχουσι βόας, καὶ παντοειδεῖς ὑφίστανται στερήσεις, εἶναι δίκαιον ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐμπόρων τοῦ Βόλου, καὶ ὄχι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι στέγην; εἶναι δίκαιον ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ τῶν πλουσίων ἐμπόρων τοῦ Βόλου καὶ μὴ στρέψωμεν τὸ βλέμμα εἰς τοὺς μένοντας νήστεις καὶ ἀστέγους, καὶ πάσχοντας καὶ καμπτομένους ὑπὸ τὸ βάρος τῆς πενίας καὶ τῶν ἐπιδημιῶν κατοίκους τοῦ Βελεστίνου, τοὺς ὁποίους οἱ συμπολῖταί των Βουλευταὶ λησμονοῦσι; Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ν’ ἀφήσῃ κατὰ μέρος ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπέβαλον κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀναγκαιότερα ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, τότε, ἐὰν καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνεται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἤθελε θεωρηθῇ δίκαιον ἔν τινι μέτρῳ, ἐὰν εὑρίσκετο καλὸν, ὅτι μετὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μέριμνα καὶ περὶ τῶν ἐμπορικῶν πληθυσμῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξεφράσθη πολὺ ὀρθῶς, εἰπὼν ὅτι δὲν εἶναι οἱ ἐμπορικοὶ πληθυσμοὶ, οἱ ἔχοντες τὴν μείζονα καὶ μᾶλλον ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς κυβερνητικῆς ἀρωγῆς, τότε νὰ προέλθωμεν καὶ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ μέτρου τούτου. Καὶ ποῖοι εἶναι οἱ οὐσιαστικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὴν δωρεὰν, τὴν ὁποίαν πρόκειται τὸ Κράτος νὰ κάμῃ πρὸς τοὺς ἐμπόρους τοῦ Βόλου; Ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις τοῦ τελώνου Βόλου διὰ δραχμὰς 179,000, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβλήθη τὸ ἁπλοῦν τέλος εἰς τοὺς ἐμπόρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρέλειψαν νὰ δηλώσωσιν ἐμπορεύματα, ὑπάρχοντα εἰς τὰς ἀποθήκας των, εἰσαχθέντα δὲ μετὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Τούρκων εἰς Θεσσαλίαν. Ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὁ ἱκανώτατος τελώνης Βόλου κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεών του ἔκαμε διάκρισιν καὶ ἐξῄρεσε μέγα μέρος ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ φορολογήσῃ, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶχον πρὸ τοῦ πολέμου ποσά τινα ἐμπορευμάτων εἰς τὰς ἀποθήκας των οἱ ἔμποροι· τὸ ποσὸν ἄρα τῶν 179,000 δραχμῶν ἀνταποκρίνεται εἰς ἁπλοῦν τέλος ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς τὴν κατοχὴν τῶν ἐμπόρων Βόλου καὶ εἶχον εἰσαχθῆ μετὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Ποῖος λόγος συνηγορεῖ νὰ χαρίσωμεν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἀποκρύψωσι δολίως τὰ ἐμπορεύματά των ταῦτα, τὸ τέλος, τοῦ ὁποίου διὰ τῆς ἀποκρύψεως ταύτης ἐπεζήτησαν ν’ ἀποφύγουν τὴν πληρωμήν; Εἶναι ἐνίσχυσις τοῦ ἐμπορίου αὐτὴ, νὰ θέλωμεν νὰ χαρισθῶσι τοσαῦτα ποσὰ εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ὠφεληθῶσιν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀποφεύγοντες τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις των; Ἐὰν ὑπάρχωσι μεταξὺ αὐτῶν μικροὶ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν ἠδικήθησαν, ἔχει τὰ μέσα ὁ κ. Ὑπυργὸς, μὴ παρελθούσης ἀκόμη τῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς κατὰ τὸν νόμον ΑΚΛʹ ἐπιτροπῆς, νὰ εἰσαγάγῃ τὰς αἰτήσεις αὐτῶν περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἀποφάσεων ἐνώπιον τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται καὶ ὀφείλει ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς τυχὸν ἀδικηθέντας. Ἐὰν δὲ δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο, δύναται νὰ νομοθετηθῇ μία διαδικασία ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, νὰ βεβαιωθῇ, ἔστω καὶ διὰ μαρτύρων, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα εἰσήχθησαν πρὸ τοῦ πολέμου, καὶ νὰ ἀπαλλαχθῶσιν οἱ δικαιούμενοι εἰς ἀπαλλαγὴν, βεβαιουμένων διὰ τῆς ἀξιοπιστίας τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν τῶν ὑπ’ αὐτῶν προβαλλομένων γεγονότων, ἤτοι τῆς πρὸ τοῦ πολέμου εἰσαγωγῆς τῶν ἀδίκως ὑποβληθέντων εἰς τέλος ἐμπορευμάτων. Πονοῦμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ἀλλ’ ἐν τῷ δικαίῳ τῶν ἐννοοῦμεν νὰ πονῶμεν αὐτοὺς, ἄνευ προσβολῆς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, καὶ ἄνευ προσβολῆς τῶν δικαίων τῶν Θεσσαλῶν, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον μεγάλας ζημίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκομεν οὔτε ὀρθὸν οὔτε δίκαιον τὸ νὰ παρέχηται διὰ τοιούτων μέτρων τοσαύτη ἀνακούφισις εἰς ἐλάχιστον μέρος τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας, χωρὶς νὰ παρέχωνται παντάπασιν ἀντισταθμίσματα πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρας ζημίας, καὶ ὑπέστησαν τὰς ζημίας αὐτὰς χωρὶς κατ’ οὐδὲν νὰ ὠφεληθῶσιν ἐξ ὅσων ὠφελήθησαν οἱ ἄλλοι, ἐκεῖνοι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων τόσον ἐπειγόντως καὶ τόσον ἐξαιρετικῶς λαμβάνεται πρόνοια. Δευτέρα βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ χαρισθῇ 12% ἐκ τοῦ φόρου εἰσαγωγῆς τῶν ἐμπορευμάτων, τῶν ὁποίων τὴν μετὰ τὸν πόλεμον εἰσαγωγὴν ὡμολόγησαν διὰ δηλώσεών των πρὸς τὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς οἱ κάτοχοι αὐτῶν. Μέρος τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, ὑποκειμένων εἰς δασμὸν 700,000 δραχμῶν περίπου, ἐτελωνίσθη ἤδη καὶ ἐπληρώθη τὸ τέλος· μέρος δ’ αὐτοῦ, εἰς ὃ ἀναλογεῖ δασμὸς 813,000 δραχμῶν, εὑρίσκεται ὑπὸ διαμετακόμισιν. Ἔχομεν δασμὸν ἐν ὅλῳ ἑνὸς ἑκατομμυρίου πεντακοσίων δέκα τριῶν χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ζητεῖται νὰ δωρήσωμεν 12% εἰς τοὺς ἐμπόρους. Βεβαίως, ἐὰν οἱ ἔμποροι τοῦ Βόλου, ὅτε εἰσῆγον τὰς μεγάλας αὐτὰς ποσότητας ἐμπορευμάτων, εἶχον κατὰ νοῦν νὰ καταστήσωσιν εἰς τὴν ἐπιχείρησίν των ταύτην συνέταιρον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ ἐσκόπουν ἀπὸ τὰ κέρδη νὰ δώσωσι μερίδιον εἰς τὴν ἀτυχῆ πατρίδα των, τότε ἠδύνατο καὶ τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν αὐτῶν διὰ τὰς ζημίας, εἰς ἃς ἤθελον τυχὸν περιπέσει κατὰ τὰς ἐπιχειρήσεις των· ἀλλ’ ἐὰν αὐτοί, καθ’ ὃν χρόνον εἰσῆγον τὰ ἐμπορεύματά των, ὄχι μόνον δὲν εἶχον τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν νὰ δώσωσί τι ἐκ τῶν κερδῶν των εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπεδίωκον νὰ ζημιώσωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον, νὰ σφετερισθῶσιν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Κράτους τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν, — διότι εἰς τόσον ἀνέρχεται ὁ φόρος ὅλου τοῦ εἰσαχθέντος ποσοῦ τῶν ἐμπορευμάτων, κατὰ τὰς ἀκριβεῖς πληροφορίας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, τὰ δὲ ἐμπορεύματα ταῦτα δὲν εὑρέθησαν ἅπαντα, διαμοιρασθέντα εἰς πολλοὺς μικροκαταναλωτὰς καὶ ἀποκρυβέντα εἰς διαφόρους καλύβας, εἰσαχθέντα δὲ καὶ εἰς τὰς γειτονικὰς τῆς Θεσσαλίας ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, — ἐὰν αὐτοὶ ἐπεζήτουν 4,000,000 δραχμὰς νὰ ζημιώσωσι τὸ Δημόσιον, ποῖον λόγον ἔχει νὰ ἔλθῃ τὸ ἀτυχὲς αὐτὸ Κράτος ἀρωγὸν εἰς αὐτοὺς διὰ τὰς προβαλλομένας ζημίας των, ἢ μᾶλλον ἀπωλείας κερδῶν, καὶ νὰ χαρίσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ ποσά, τῶν ὁποίων τὴν δωρεὰν σκοπεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; Ἐζημιώθητε, κύριοι ἔμποροι, διότι μετεφέρατε τὰ ἐμπορεύματά σας ἀπὸ μιᾶς ἀποθήκης εἰς ἄλλην, ἐχάσατε καὶ τοὺς τόκους τῶν χρημάτων σας κατὰ τὸν μεταξὺ χρόνον, ἔλθετε νὰ σᾶς χαρίσωμεν ὀλίγας ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, διὰ νὰ καλύψητε τὴν ζημίαν! Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ αὐτὰς τὰς πράξεις τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ χαρίσῃ εἰς τοὺς ἐμπόρους τοῦ Βόλου ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζονται, ὅτι πρόκειται νὰ ζημιωθῶσι, (σᾶς βεβαιῶ δέ, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῶσι τίποτε) ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι δυνάμεθα σήμερον νὰ κάμωμεν τοιαύτας γενναιοδωρίας, ἂς ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν θὰ ψηφίσω ποτὲ τοιοῦτον νόμον.
§144ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, διότι οὗτος ἀγορεύων ἐπεκαλέσθη δύο ἀποφάσεις τῶν Γαλλικῶν δικαστηρίων, τοῦ Μὲτς, συνεδριάζοντος ἐν Μεζιὲρ, καὶ τοῦ τοῦ Νανσὺ, διὰ τῶν ὁποίων κατεδικάσθησαν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ Γάλλοι, οἵτινες εἰσήγαγον εἰς τὴν Γαλλίαν ἐμπορεύματα κατὰ τὸ διάστημα τῆς Γερμανικῆς κατοχῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται δὲν ἐφαρμόζονται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς κατοχῆς ἔμενον αἱ Γαλλικαὶ ἀρχαὶ εἰς τὰς θέσεις των. Ἐν τῇ προκειμένῃ ὅμως περιπτώσει, περὶ ἧς συζητοῦμεν, αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ ἅπασαι ὑπεχώρησαν, καὶ δὲν ὑπῆρχον τοιαῦται, ἵνα τιμωρήσωσι τοὺς λαθρεμπόρους, οἵτινες οὐδ’ ὡς τοιοῦτοι δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐννοῶ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἐκ Λαρίσης καὶ Βόλου κ.κ. Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπερασπίζουσι τὰς ἐπαρχίας των, ζητοῦντες νὰ φορολογηθῶσιν οἱ συμπολῖται αὐτῶν ὅσον ἔνεστιν ὀλιγώτερον· ἐννοῶ ἐπίσης καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προσπαθοῦντα ἵνα τὸ Δημόσιον ζημιωθῇ ὅσον ἔνεστιν ὀλιγώτερον. Ὁμολογῶ ὅμως ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι οὐδόλως ἐννοῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τυρνάβου κ. Βουλευτὴν, ὅστις συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ὁλοκλήρου ἀδίκου φορολογίας, μεθ’ ὅλα τὰ δεινὰ, ἅτινα αὕτη ὑπέστη.
§145Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτής, σχετικῶς πρὸς τὰ ἐν Γαλλίᾳ γενόμενα, εἶπεν, ὅτι αἱ Γαλλικαὶ ἀρχαὶ διετήρησαν τὰς θέσεις των· ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ τὰ περὶ τούτου, ἄλλως ἤθελε γινώσκει, ὅτι, ὅτε ἡ Γερμανικὴ κατοχὴ ἐκάλεσε τὸν νομάρχην Βερσαλλιῶν νὰ διατηρήσῃ τὴν θέσιν του, αὐτὸς ἀπήντησεν, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον συγκατατίθεται εἰς τοῦτο· τὸ παράδειγμά του δὲ ἠκολούθησαν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ Γερμανικὴ κατοχὴ κατέλαβε πάσας τὰς δημοσίας θέσεις, εἰς ἃς περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἀστυνομικαί.
§146Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον οἱ δήμαρχοι παρέμειναν.
§147ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Οὐδαμοῦ παρέμειναν οἱ τελωνιακοὶ ὑπάλληλοι.
§148Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀφετηρίαν λαμβάνω εἰς τὸ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπεστήριξα, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος νὰ φροντίσῃ, ὅπως προστατεύσῃ καὶ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν οἰκονομικῶν, καὶ σήμερον ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει διὰ νόμου νὰ προβῶμεν εἰς τὸν κανονισμὸν τούτων, περὶ ὧν προβλέπει τὸ βασιλικὸν διάταγμα. Δὲν εἶμαι νομικός· ἄλλοι δύνανται νὰ κρίνωσιν, ἂν τὸ βασιλικὸν διάταγμα ἐκπληροῖ τὰ μέτρα, διὰ τὰ ὁποῖα προέβλεπε τὸ ὑποβληθὲν τότε νομοσχέδιον, καὶ ἐπὶ τούτου ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν τὸ ἔθιξεν. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ καλοῦμαι νὰ ψηφοφορήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐπειδὴ τὴν ψῆφόν μου πρέπει νὰ ἑρμηνεύσω, διότι τρεῖς διάφοροι γνῶμαι θέλουσι συμπέσει ἐπὶ δύο ψήφων, ἐγὼ θέλω ψηφίσει κατὰ τῆς ἀρχῆς· ἀλλ’ ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ψηφίζω, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀκυρωθῇ τὸ διάταγμα καὶ ἀποδοθῶσι τέλη τελωνιακὰ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον ταῦτα, δηλῶ, ὅτι θέλω ψηφίσει κατὰ τῆς ἀρχῆς, διότι ἐξακολουθῶ φρονῶν, ὅτι ἡ δωρεά, ἡ ὁποία γίνεται, τῶν 12% εἶναι καὶ ἄσκοπος καὶ ἀβάσιμος· ἄσκοπος, διότι δὲν δωροῦμεν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς Θεσσαλοὺς, ἀλλ’ εἰς 150 ἢ 200 ἐμπόρους. Ἐκτιμῶ καὶ εὐγνωμονῶ διὰ τὴν πρόθεσιν, ἣν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ ἀνακουφίσεως τῆς Θεσσαλίας, ἀλλ’ ἡ δωρεὰ αὕτη ἔχει σκοπὸν, οὐχὶ τὴν ἀνακούφισιν τῶν Θεσαλῶν, ἀλλὰ μόνον μικρᾶς μερίδος τούτων· καὶ ποίας μερίδος; ἐκείνης, ἥτις ὀλιγώτερον ἔπαθεν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ὑποβάλωμεν παράπονα. Τὸ Κράτος ἔπραξεν ὅ,τι ἠδύνατο, ἵνα ἀνακουφίσῃ τὴν δυστυχίαν τῶν Θεσσαλῶν, καὶ οἱ Θεσσαλοὶ εἶναι εὐγνώμονες διὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸ Κράτος· δὲν ἦσαν ἴσως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ηὔχετό τις, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράττῃ τις ὅ,τι ἐπιθυμεῖ. Διὰ τοῦτο δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ χαρίσωμεν αὐτὸ τὸ 12%, καὶ διὰ τοῦτο θέλω καταψηφίσει τὸ νομοσχέδιον.
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον κύριον σκοπὸν ἔχει τὴν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας κύρωσιν διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1898, πρὸς κανονισμὸν σχέσεων αἱ ὁποῖαι παρήχθησαν ἕνεκα τοῦ πολέμου, ἕνεκα τῆς καταλήψεως τῆς Θεσσαλίας, ἕνεκα τῆς παραμονῆς τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων ἐν αὐτῇ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ μεταφρασθῇ εἰς ἁπλουστέραν ἐρώτησιν, τὴν ἑξῆς: τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1898, ἐξεδόθη νομίμως, εἶναι δεκτικὸν κυρώσεως; Διότι, ἂν δὲν ᾖναι τοιοῦτον, δὲν πρέπει νὰ κυρώσωμεν αὐτὸ, νὰ δώσωμεν ὑπὲρ αὐτοῦ ψῆφον. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο εἶναι δεκτικὸν κυρώσεως, καὶ διὰ τοῦτο θέλω δώσει ψῆφον ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Παρενεβλήθησαν ὅμως μετὰ τοῦ ζητήματος τούτου ποικίλα ἄλλα ἐπιχειρήματα προταθέντα, διάφορα ζητήματα ἐγερθέντα, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι δύναταί τις νὰ θίξῃ, χωρίζων τὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ψῆφόν του ἀπὸ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα προὐτάθησαν. Ἓν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα προὐτάθησαν, ἦτο, ὅτι ἡ τουρκικὴ κατάληψις συνεπήγαγε τὴν κυριαρχίαν τῆς τουρκικῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας, καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς κυριαρχίας τῆς Ἑλληνικῆς. Νομίζω ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος εἶναι ἐντελῶς πεπλανημένος, διότι ἡ κυριαρχία ἔγκειται ἐν τοῖς λαοῖς οἵτινες κατοικοῦσι τὴν ἐπικράτειαν ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ Κράτος. Κυριαρχία εἶναι ἡ δύναμις τοῦ διατιθέναι τὰς τύχας τοῦ λαοῦ, τοῦ ἐνασκεῖν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ διὰ νόμων κανονίζειν τὰ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, τοῦ διοικεῖν τὴν χώραν καὶ μεριμνᾶν περὶ τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς καὶ περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀμύνης αὐτῆς. Κατὰ τὰ διάφορα πολιτεύματα, τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους εἰς μὲν τὰ ἀπόλυτα Κράτη οἱ λαοὶ ἀνέθηκαν εἰς τοὺς ἀρχηγούς των, εἰς δὲ τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα ἀνέθηκαν εἰς τὰς πολιτειακὰς ἐξουσίας, αἵτινες κατεστάθησαν ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος τὴν δὲ ἀντιπροσωπείαν των εἰς τὰ Κοινοβούλια. Ἂν δὲ δύο Κράτη περιέλθωσιν εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, καὶ τὸ ἓν νικήσῃ τὸ ἕτερον, καὶ ἐπιδράμῃ εἰς τὴν χώραν αὐτοῦ, δὲν ἕπεται, ὅτι τὸ ἡττηθὲν ἀπώλεσε τὴν κυριαρχίαν ἐπὶ τῆς χώρας τῆς καταπατηθείσης ὑπὸ τοῦ νικήσαντος Κράτους. Ἡ κυριαρχία θέλει ἀπολεσθῆ, μόνον ὅταν συνομολογηθῇ ἡ εἰρήνη καὶ μετ’ αὐτῆς συνομολογηθῇ ἡ ἀπώλεια τῆς κυριαρχίας καὶ ἡ μεταφορὰ αὐτῆς εἰς τὸ νικῆσαν Κράτος, τοῦ ὁποίου ὁ στρατὸς κατέλαβε τὴν νικηθεῖσαν χώραν. Ἐν ὅσῳ ἡ συνθήκη περὶ εἰρήνης δὲν ἐπιβάλλει τοιαύτην θυσίαν εἰς τὸ ἡττηθὲν Κράτος, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ κυριαρχία διετηρήθη, ἔμεινε δ’ οὕτως εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ κυριαρχία, εἰ καὶ εἶχε καταληφθῆ ἡ Θεσσαλία ὑπὸ τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων. Ἡ ἑλληνικὴ κυριαρχία διετηρήθη, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ ἐνασκήσῃ αὐτὴν, διότι ὑπῆρχεν ὁ τουρκικὸς στρατός. Ἀλλ’ ὅταν ἐπανῆλθεν ἡ εἰρήνη, ἐπανῆλθε καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Θεσσαλίας, καὶ τὸ Κράτος ἀνέκτησε τὴν ἱκανότητα νὰ ἐνασκήσῃ τὴν κυριαρχίαν. Ἡμεῖς ἠνειχόμεθα τοὺς Τούρκους, διότι δὲν εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν χώραν, ἵνα ἐνασκήσωμεν ἡμεῖς τὰ δικαιώματά μας. Ἡ Τουρκία ἐπέβαλλε φόρους, καὶ εἰσέπραττεν αὐτούς. Ἐμνημόνευσαν συγγραφέων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ὁποίων οἱ καταλαβόντες τὴν χώραν διὰ τοῦ πολέμου ἔχουσι τὸ δικαίωμα πρὸ τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης νὰ εἰσπράττωσι τοὺς φόρους, μετὰ τὴν εἰρήνην ὅμως δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα. Ἐὰν τὴν γνώμην αὐτὴν ἠθέλομεν ἐφαρμόσει, θ’ ἀνεύρισκον ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθησάν τινες τῶν ἀγορευσάντων, διότι ἡ Ἑλλὰς διεκοίνωσεν ὑπόμνημα εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, καταγγέλλουσα τὴν ὑπὸ τῶν Τούρκων εἴσπραξιν φόρων, αἱ δὲ Μεγάλαι Δυνάμεις δὲν ὑπεχρέωσαν τὴν Τουρκίαν νὰ ἀπόσχῃ τῆς φορολογίας. Ἐκ τούτου δὲ συνήγαγον, ὅτι οἱ Τοῦρκοι νομίμως ἐφορολόγουν. Ὁ συλλογισμὸς οὗτος δὲν εἶναι ὀρθός. Ἡ δρᾶσις, τὴν ὁποίαν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις εἶχον ἐνασκήσει ἐπὶ τῆς Τουρκίας, ἦτο δρᾶσις πολιτική, ἀφοῦ δ’ ἐνήσκησαν τὴν δρᾶσιν ταύτην διὰ νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν Τουρκίαν παραχωρήσεις κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης, ὑπέλαβον, ὅτι δὲν προσήκει νὰ πιέσωσι τὴν Τουρκίαν καὶ ἐπὶ τούτου. Ἡ σιωπὴ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων δὲν ἦτο ἀναγνώρισις τοῦ δικαιώματος τῶν Τούρκων νὰ φορολογήσωσιν, ἦτο ἀνοχή, διότι δὲν ἤθελον νὰ ἀναλάβωσιν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα ἄλλου ἰσχυρισμοῦ, ὅτι τὸ διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶχε ἀναδρομικὴν δύναμιν, διότι ἐκανόνιζε γεγονότα λαβόντα χώραν πρὸ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦτο εἰς ἀνικανότητα νὰ κυβερνήσῃ τὴν Θεσσαλίαν, ἀφοῦ αὕτη κατελήφθη ὑπὸ τῶν νικητῶν· ἀλλὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐκαλεῖτο νὰ καταλάβῃ τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἔμελλε νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματά της, ἀνεγνωρίζετο ὑπὸ τῶν Τούρκων ἡ κυριαρχία αὐτῆς, καὶ ἀπεχώρουν τὰ τουρκικὰ στρατεύματα, ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς Θεσσαλικῆς χώρας. Εὑρίσκετο ἐν Θεσσαλίᾳ πληθὺς ἐμπορευμάτων, εἰσαχθέντων οὐχὶ πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν τῆς χώρας, ἀλλὰ πρὸς κερδοσκοπίαν, ἵνα κερδήσωσιν οἱ εἰσαγαγόντες τὴν διαφορὰν τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Ὅθεν τὸ διάταγμα δὲν εἶχεν ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἀλλ’ ἐκανόνιζε σχέσεις, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ἐκαλεῖτο νὰ καταλάβῃ τὴν χώραν διὰ τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα ἦτο νόμιμον; Βεβαίως δὲν ἦτο νόμιμον, βεβαίως ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις, ἃς τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἐκανόνισεν. Ἀλλὰ συνέβη νὰ περιέλθωμεν εἰς κατάστασιν ἐξαιρετικὴν καὶ ἀνώμαλον. Ἐὰν ὑπὸ ἄλλους ὅρους ἤθελον συμβῆ ὅσα συνέβησαν πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος, ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθει ἀναστολὴ τῆς λειτουργίας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐγκατάλειψις πάντων τῶν σχέσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, ἤθελεν ὑπολάβει τις, ὅτι τὸ Κράτος ἐκεῖνο ἦτο ἐν καταστάσει ἀληθῶς ἐπαναστατικῇ· ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἐξουσίαν, ἂν καὶ αὐτοὶ ἀθετοῦσι τοὺς νόμους, ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ προνοῶσι πρὸς πρόληψιν ζημιῶν, αἵτινες ἐπέρχονται ἕνεκεν αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Οἱ τότε διοικοῦντές εἰσιν ὑπαίτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης, τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ Κράτους ἄνευ νομοθετικῆς ἐξουσίας, τῆς ἐλλείψεως πάσης προνοίας νομοθετικῆς καὶ διὰ τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ εἰσκομισθέντα ὑπὸ τῆς κερδοσκοπίας ἐμπορεύματα. Ἀλλ’ ἀφοῦ εὑρέθησαν εἰς οἵαν κατάστασιν εὑρέθησαν, ἔσπευσαν νὰ λάβωσι πρόνοιάν τινα, ἵνα προλάβωσι ζημίας, αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἑπομένως τὸ Β. Διάταγμα ἦτο μέτρον ἀστυνομικόν, μέτρον ἐπιτρεπόμενον εἰς τοὺς διοικοῦντας, ὅταν νόμος δὲν ὑπάρχῃ, ὅπως διασώσωσι κινδυνεύοντα συμφέροντα. Διὰ τοῦτο εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ ζητεῖ τὴν κύρωσιν τοῦ διατάγματος, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου πρὸς κύρωσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂν δίδω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, δὲν νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ δώσω ταύτην καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει διαιρέσεις, τὰς ὁποίας τὸ διάταγμα δὲν περιέχει. Διαιρεῖ τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εὗρεν ἡ Ἑλληνικὴ διοίκησις, εἰς κατηγορίας, εἰς κατηγορίαν ἐμπορευμάτων εἰσαχθέντων πρὸ τοῦ πολέμου, καὶ εἰς κατηγορίαν ἐμπορευμάτων εἰσαχθέντων μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλίας. Ποῖος λόγος δικαιολογεῖ ἀφορμὴν τοιαύτης διαιρέσεως; πῶς θέλομεν κανονίσει τὴν διαίρεσιν αὐτήν; ποῦ θέλομεν ἀνεύρει τὰ ὅρια αὐτῆς; ποίας ἀποδείξεις ἔχομεν; Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ποιούμεθα τὰς διαιρέσεις ταύτας, τί ἤθελε συμβῆ; Ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπαλλάξωμεν ὡρισμένους πολίτας ἀπὸ τὰ τελωνιακὰ τέλη; Τότε ἠθέλομεν ψηφίσει κατὰ παράβασιν νόμου, ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ ἐξαίρεσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν διατάξεων ἰσχυουσῶν, ἣν δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν. Ἀλλὰ ἔχομεν δικαίωμα νὰ κυρώσωμεν πράξεις τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, αἱ ὁποῖαι ῥητῶς ἀπαγορεύονται εἰς αὐτὴν, τὰς διατάξεις τὰς ποινικὰς, τὰς περὶ λαθρεμπορίου; Τὸ διάταγμα εἶχε μόνον ἀστυνομικὸν χαρακτῆρα, ἦτο μέτρον προληπτικὸν καὶ κανονιστικόν, ἵνα ἐπιφυλάξῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν εὐκολίαν νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς νόμους, ὅταν ἔλθῃ τὸ διάταγμα πρὸς κύρωσιν· δὲν ἔχομεν δὲ τὸ δικαίωμα ἡμεῖς νὰ ἀποδεχθῶμεν γνώμην, ἥτις ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατάξεως τοῦ πρώτου ἄρθρου, δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ δευτέρου, καὶ δὴ τῆς πρώτης παραγράφου αὐτοῦ. Ἄν εἰς τὸν νόμον, τὸν κυροῦντα τὸ διάταγμα, προστεθῇ διάταξις, ἀκυροῦσα πάσας τὰς περὶ καταδιώξεως λαθρεμπορίου ἐκδοθείσας πράξεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νομίζω ὅτι, τούτων γενομένων ἀποδεκτῶν, ἐκπληρῶ καθῆκον, ψηφίζων ὑπὲρ τῆς κυρώσεως τοῦ διατάγματος. Πάντα δὲ ἄλλον περιορισμὸν φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσω.
§150Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσοι ἤμεθα Βουλευταὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ἐνθυμούμεθα κάλλιστα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Εἶχε λεχθῆ τότε, ὅτι ἐν Βόλῳ εἰσήχθησαν ἄπειρα ἐμπορεύματα παρὰ κερδοσκόπων, ἐντοπίων καὶ ξένων, ὅπως οὗτοι ὠφεληθῶσι τὰ τελωνιακὰ τέλη. Παρίστατο τότε εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ποσοῦ δεκάδων ἑκατομμυρίων ἐμπορευμάτων καὶ περὶ ζημίας ἑκατομμυρίων διὰ τὸ Δημόσιον. Ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοιούτων εἰδήσεων, πάντες ἤμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ τὸ κακὸν τοῦτο, καὶ ὑπεβλήθη τότε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη, ἕνεκα τῆς διακοπῆς τῶν συνεδριάσεων, ἀλλ’ ἐβασίζετο ἐπὶ τῆς γενικῆς ἐντυπώσεως, ὅτι ἄπειρα ἐμπορεύματα εἰσήχθησαν. Βεβαίως τὰ ἀναπτυχθέντα ἐπιχειρήματα πείθουσιν, ὅτι ἐπιστημονικῶς ἡ Ἑλληνικὴ κυριαρχία οὐδέποτε ἔπαυσεν ὑφισταμένη ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἰδέας τῆς κυριαρχίας ὑπάρχουν τ’ ἀποτελέσματα τῆς κυριαρχίας, καὶ ταῦτα εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων καὶ ἡ ἐνάσκησις τῆς ἐξουσίας ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν κυριαρχίαν. Τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα, τὰ θετικὰ, ἐν Θεσσαλίᾳ βεβαίως δὲν ὑφίσταντο, ὅτε αὕτη κατείχετο παρὰ τῶν Τούρκων. Ἔδρα τότε ἡ αὐθαιρεσία, ἡ θέλησις τοῦ καταλαβόντος τὴν Θεσσαλίαν, καὶ αὕτη διεῖπεν ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ τουρκικὴ ἐξουσία ἐπέβαλε τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους αὕτη ἐθεώρησε καλὸν νὰ θέσῃ· ἐπέβαλεν ἀμέσους φόρους, ὅλως διαφόρους τῶν ἑλληνικῶν, καὶ ἀντὶ φόρων ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, εἰσέπραξε φόρους δεκάτης· ἐπέβαλεν αὐθαιρέτως φόρους ἀμέσους καὶ προσωπικούς, ἐπέβαλεν εἰσφορὰς καὶ διαρπαγὰς, ἀντικατέστησε δὲ καὶ τοὺς τελωνιακοὺς δασμοὺς τοὺς ἑλληνικοὺς διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς δασμῶν. Ἦσαν νόμιμοι ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν οἱ φόροι οὗτοι; ἦσαν παράνομοι. Τοῦτο εἶναι θεωρητικὸν ζήτημα, βεβαίως ὅμως ἦσαν θετικοὶ, βεβαίως ἐπληρώθησαν, καὶ ἡ Θεσσαλία ἐφορολογήθη οὐχὶ κατὰ τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, ἀλλὰ κατὰ τὴν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ὁ καταλαβὼν αὐτὴν κατακτητής. Δὲν νομίζω ἑπομένως σήμερον συζητήσιμον τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν θετικὴν αὐτοῦ ἔποψιν. Δυνάμεθα νὰ χωρίσωμεν τὸ ζήτημα τῶν τελωνιακῶν φόρων ἐκ τῶν ἄλλων φόρων, τῶν ἐπιβληθέντων ὑπὸ τῆς τουρκικῆς κατοχῆς; Ἐὰν θελήσωμεν νὰ θεωρήσωμεν ὡς μὴ γενόμενα τὰ κατὰ τὴν κατοχὴν λαβόντα χώραν, ὑπὸ φορολογικὴν ἔποψιν, δὲν δικαιούμεθα νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνον τὰ τελωνιακὰ τέλη, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ μέτρον τοῦτο ἐπὶ ὅλης τῆς φορολογίας. Πρέπει τότε νὰ σκεφθῶμεν, πῶς θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρωμεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἑλληνικῆς φορολογίας, ἀντὶ τῶν τῆς ὀθωμανικῆς. Βεβαίως δὲ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου δὲν θὰ ἦναι εὔκολος, Εἶπον ὅτι, ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς εἰς Βόλον εἰσαγωγῆς ποσῶν ὑπερβολικῶν ἐμπορευμάτων, ἤμεθα πάντες σύμφωνοι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἔκρυθμόν τι μέτρον. Ἀλλὰ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐκδοθέντος διατάγματος, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὑπερβολικαὶ ἦσαν αἱ ἀντιλήψεις πάντων ἡμῶν, ὅτε συνεζητοῦμεν τὸ θέμα τοῦτο. Δὲν βλέπομεν ἐνώπιον ἡμῶν 30 καὶ 40 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐμπορεύματα, εἰσαχθέντα καὶ μένοντα ἐν Βόλῳ, δὲν βλέπομεν 5 καὶ 10 ἑκατομμυρίων δραχ. τελωνιακὰ τέλη, ἀπολλύμενα παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου· ἀπ’ ἐναντίας βλέπομεν ἕν ποσὸν 1½ περίπου ἑκατομμυρίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προτείνεται νὰ εἰσπραχθῇ ὡς τέλος ἓν ποσὸν μεταξὺ 500 καὶ 600 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Βεβαίως ἓν ἑκατομμύριον διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δὲν εἶναι ἄξιον περιφρονήσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τῆς λήψεως μέτρου, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως εἶναι ἔκρυθμον, διότι λαμβάνεται μέτρον ἐπὶ τοῦ μέρους τῆς τουρκικῆς φορολογίας τοῦ ἐπωφελοῦς διὰ τὴν Θεσσαλίαν, οὐδὲν δὲ μέτρον λαμβάνεται ἐπὶ τῶν ἄλλων μερῶν, τῶν ἐπιβλαβῶν εἰς αὐτήν. Τὴν φορολογίαν τὴν ἐπιβλαβῆ τὴν παραβλέπομεν, τὴν δὲ ἐπωφελῆ ἐρχόμεθα νὰ κτυπήσωμεν διὰ νομοθετήματος. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐκδοῦσα τὸ διάταγμα, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἔπραξε προληπτικὸν καθῆκον, ἐκδοῦσα αὐτὸ καὶ ἀφήσασα εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀπευθύνῃ εἰς αὐτὴν μομφήν. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα σήμερον ἐνώπιον καθαρῶς πραγματικοῦ ζητήματος, οὐχὶ νομικοῦ. Εἶναι ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀπαιτηθῇ τὸ ἔκρυθμον μέτρον τῆς ἐπιβλαβοῦς δευτέρας φορολογίας, ἔστω καὶ ἀφαιρουμένης τῆς πρώτης; Νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν δὲν δικαιολογεῖ τὸ ἔκτακτον τοῦτο μέτρον, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ πράξῃ τι πολιτικώτερον καὶ συνεπέστερον πρὸς τὰ ἐπελθόντα δυστυχῆ γεγονότα, ἰδίως εἰς τὴν Θεσσαλίαν, μὴ κυροῦσα τὸ διάταγμα.
§151Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ ἐκ καθαρῶς φορολογικῶν ἀρχῶν. Πρὶν ὅμως ἐξετάσω ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τὸ διάταγμα καὶ τὸ νομοσχέδιον, νομίζω καλὸν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομιμότητα τῶν γενομένων ὑπὸ τὸ κράτος τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας, διότι δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ πλέον ζημία τις εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐὰν εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν. Ἡ τουρκικὴ κατοχὴ παρουσίασε δύο στάδια· τὸ πρῶτον, τὸ τῆς ἐπιδρομῆς τῶν Τούρκων ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὸν πόλεμον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει τὸ ὑπὸ σκέψιν ζήτημα, καὶ τὸ δεύτερον, τὸ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς ἀνακωχῆς καὶ μετὰ ταῦτα τῆς εἰρήνης. Μετὰ τὴν συνομολόγησιν αὐτῶν, δι’ ὧν ὡρίσθη ἡ ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ καταβάλῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν Τουρκίαν, παρίστατο καθ’ ὅλα τὰ διεθνῆ νόμιμα καὶ τὴν παραδεδεγμένην κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους πρᾶξιν νόμιμος ἡ κατοχὴ μέρους τῆς ἑλληνικῆς χώρας ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ καταβάλῃ τοῖς Τούρκοις τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Βεβαίως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας οὐδὲν ἐκανονίσθη, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατοχὴν τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὸ διάστημα τὸ μέχρι τῆς πληρωμῆς τῶν 4 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Ἐρρήθη, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διεμαρτυρήθη ἐπὶ τῇ παρανόμῳ εἰσπράξει φόρων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὸ τῶν Τούρκων, ὅτι ἀπετάθη εἰς τὰς Δυνάμεις, καὶ ὅτι αὗται οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔδωκαν, παραπέμψασαι τὸ ζήτημα εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει. Γνωστὸν ποία ἦτο ἡ κατάστασις τότε· χρήματα οὔτε εἴχομεν, οὔτε εὑρίσκομεν νὰ δανεισθῶμεν· ἐπεριμένομεν νὰ μᾶς εὐκολύνουν αἱ Δυνάμεις, ὅπως εὕρωμεν χρήματα καὶ πληρώσωμεν τὴν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν. Τὸ δάνειον προϋπέθετε τὸν συμβιβασμόν, καὶ οὗτος δὲν εἶχε συνομολογηθῆ ἀκόμη μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς προῆλθεν ἀναγκαίως ἡ μακροτέρα διαμονὴ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ. Βεβαίως οὐδεὶς εἶναι διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἐν Θεσσαλίᾳ, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ μακρὸν διάστημα, ἀνερχόμενος εἰς 150,000 περίπου ἄνδρας, ἔπρεπε νὰ συντηρῆται ἐξ ἰδίων χρημάτων. Περὶ τοῦ ζητήματος τῆς συντηρήσεως οὐδὲν συνεφωνήθη, ἀλλὰ βεβαίως ἀναγκαία συνέπεια, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ἂν καὶ δὲν τὴν ὁμολογοῦμεν, καὶ τὴν ὁποίαν αἱ Δυνάμεις ἐπίσης ἐνόουν, ἦτο, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσπράττῃ ἡ τουρκικὴ ἐξουσία πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ της ὅσους φόρους εἰς χρήματα ἢ εἰς εἶδος ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ, καὶ νὰ εἰσπράξῃ δυνάμει τῶν τουρκικῶν νόμων, ἀφοῦ περὶ τούτου δὲν συνωμολογήθη σύμβασις, ἄλλως ὁρίζουσα τὰ περὶ τῶν εἰσπρακτέων φόρων, ὅπως ἐγένετο ἄλλοτε ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1871 καὶ κατὰ τὸ 1815. Κατὰ τὸ 1871 ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβε, δυνάμει τῆς συνθήκης, νὰ τροφοδοτήσῃ ὅλον τὸν ἐν Γαλλίᾳ γερμανικὸν στρατόν, ἀνερχόμενον ἐν ἀρχῇ εἰς 500,000 ἄνδρας, καὶ πάντα τὰ κτήνη τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ. Πᾶς τις ἐννοεῖ, πόσον μέγας ἦτο καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ζώων τοσούτου στρατοῦ, καὶ ποία ἡ δι’ αὐτὰ δαπάνη. Θὰ κατέβαλλε δ’ ἡ Γαλλία τὰς δαπάνας αὐτὰς μέχρι τῆς ἀποπληρωμῆς τῆς ἀποζημιώσεως τῶν 5 δισεκατομμυρίων, καὶ αὗται θὰ ἠλαττοῦντο, καθ’ ὅσον θὰ κατεβάλλοντο αἱ διάφοροι δόσεις τῆς ἀποζημιώσεως. Διὰ τοῦτο παρετάθη ἐπὶ πολὺ ἡ κατοχὴ πολλῶν Νομῶν τῆς Γαλλίας. Ἀλλ’ ἐκεῖ εἶχε ῥητῶς συνομολογηθῆ, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, διαρκούσης τῆς κατοχῆς, ἤθελεν εἰσπράττει ὅλους τοὺς φόρους, ὅσοι βαρύνουν τοὺς Γάλλους, ἀπέχοντος τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ πάσης φορολογίας. Τοιοῦτόν τι παρ’ ἡμῖν δὲν ἐγένετο. Ὁ τουρκικὸς στρατὸς εἰσέπραττεν ὅσους τουρκικοὺς φόρους ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ, ἔπρεπε δ’ ἐξ ἀνάγκης νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς τουρκικοὺς νόμους, ἀφοῦ οὔτε ὑπεχρεοῦτο, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς ἑλληνικούς. Ὅ,τι λοιπὸν ἐγένετο τότε, ἦτο ἐξ ἀνάγκης νόμιμον, καὶ ἑπομένως ἡ εἰσαγωγὴ ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὸ τὰς τουρκικὰς ἀρχὰς τῶν ἐμπορευμάτων πρὸς διατροφὴν εἴτε τῶν κατοίκων, εἴτε τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ φορολογία αὐτῶν ἦτο νόμιμος. Ἐὰν δὲ ὑπὸ τὴν μονομερῆ ταύτην ἔποψιν μόνον ἐπρόκειτο τὸ ζήτημα νὰ κριθῇ, βεβαίως τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου θὰ ἦτο ἄδικον, ζητοῦν δευτέραν φορολογίαν τῶν εἰσαχθέντων καὶ καταβαλόντων τὸ νενομισμένον εἰσαγωγικὸν τέλος ἐμπορευμάτων. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει ὡς ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται. Φρονῶ ὅτι τὸ διάταγμα, καίτοι μὴ στηρίξαν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα διατάσσει, ἐπὶ λόγων βασίμων, εἶναι νόμιμον. Τὸ διάταγμα δὲν δικαιολογεῖται, διότι ἄνευ ἀδείας ἢ γνώσεως δῆθεν τῶν Ἑλληνικῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν εἰσήχθησαν εἰς Θεσσαλίαν ἐμπορεύματα, ἢ ὅτι δόλῳ τῶν εἰσαγαγόντων ἐστερήθη τὸ Δημόσιον τῶν δικαιωμάτων του. Οὐδεμίαν ταῦτα ἔχουν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἄλλος ὁ λόγος τοῦ μέτρου. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ φόρος πληρώνεται ὑπὸ τοῦ φορολογουμένου, ὅταν εἰσάγηται τὸ ἐμπόρευμα. Ἀληθῶς ὁ τελωνιακὸς φόρος καταβάλλεται ὑπὸ τοῦ εἰσάγοντος κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐμπορευμάτων. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν δασμῶν εἰσαγωγῆς ὁ ἔμπορος προκαταβάλλει μόνον τοὺς φόρους εἰς τὸ Δημόσιον, οἱ δὲ φόροι κυρίως καταβάλλονται τοῖς ἐμπόροις τὴν στιγμὴν τῆς καταναλώσεως ὑπὸ τῶν καταναλωτῶν. Διότι ἐν τῷ τιμήματι τοῦ ἐμπορεύματος, ὁσάκις τοῦτο πωλεῖται, προστίθεται καὶ ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος προκατεβλήθη, ἀλλ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν καταβάλλεται τῷ πωλητῇ μετὰ τοῦ τιμήματος. Ὁ εἰσάγων λοιπὸν ἐμπορεύματα προκαταβάλλει μόνον ἐν τῷ τελωνείῳ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους θέλει ἀναλάβει βραδύτερον, καθ’ ὅσον πωλεῖ αὐτά. Ὅταν λοιπὸν ἐμπορεύματα, φορολογηθέντα ὑπὸ τὸ κράτος τῶν τουρκικῶν τελωνιακῶν νόμων, ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν καὶ κατηναλώθησαν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀποκατεστάθησαν πάλιν οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι καὶ αἱ ἑλληνικαὶ ἀρχαί, βεβαίως νομίμως, δηλ. συμφώνως πρὸς τοὺς ἰσχύοντας κατὰ τὴν κατανάλωσιν νόμους, κατηναλώθησαν, καὶ ὁ φόρος ὁ πληρωθεὶς δι’ αὐτὰ εἶναι ὁ φόρος ὁ ἀναμφισβητήτως ὀφειλόμενος, τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν, ἐπανελθὸν καὶ καταλαβὸν τὴν Θεσσαλίαν, δὲν δύναται ἢ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς νόμιμον, χωρὶς νὰ δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῶν ἐμπόρων, οἵτινες εἰσήγαγον ἢ ἐπώλησαν αὐτὰ, νὰ συμπληρώσωσιν αὐτὸν, λόγῳ τῆς διαφορᾶς. Ἀλλὰ δι’ ὅσα ἐμπορεύματα ἐκ τῶν εἰσαχθέντων διαρκούσης τῆς κατοχῆς εὑρίσκονται ἀκατανάλωτα καὶ πρόκειται νὰ καταναλωθῶσιν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν τελωνιακῶν νόμων τῆς Ἑλλάδος, προστιθεμένου εἰς τὴν τιμὴν αὐτῶν οὐχὶ τοῦ τουρκικοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἀλλὰ τοῦ ἑλληνικοῦ φόρου, ὅστις εἶναι πολὺ μεγαλείτερος, δικαιοῦται τὸ Κράτος ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῶν ἐμπόρων, οἵτινες θὰ εἰσπράξωσι παρὰ τῶν καταναλωτῶν τὸν φόρον αὐτὸν, νὰ τὸν εἰσπράξωσι νομίμως, δηλ. ἀφοῦ τὸν καταβάλωσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἄλλως τοιαύτη εἴσπραξις φόρου ὑπὸ τῶν ἐμπόρων θὰ ἦτο αὐθαίρετος καὶ παράνομος, διότι δὲν προκατεβλήθη εἰς τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς δὲν εἶχον καταναλωθῆ καὶ πρόκειται νῦν νὰ καταναλωθῶσιν ἐπὶ τιμῇ, ἥτις περιλαμβάνει τὸν ἑλληνικὸν φόρον, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δύναται νὰ εἴπῃ: «Ἀναγνωρίζω τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπληρώσατε εἰς τὰς τουρκικὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς, διαρκούσης τῆς κατοχῆς, ἀλλὰ σᾶς θεωρῶ ὑποχρέους νὰ καταβάλητε ἤδη τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν τοῦ Ἑλληνικοῦ δασμολογίου». Θεωρῶ διὰ τοῦτο εὔλογον τὴν διάκρισιν μεταξὺ τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν διαρκούσης τῆς τουρκικῆς κατοχῆς καὶ κατηναλώθησαν, καὶ τῶν εἰσαχθέντων ὑπ’ αὐτὴν, ἀλλὰ μὴ καταναλωθέντων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς κατοχῆς, ἀλλ’ εὑρίσκονται ἀκατανάλωτα ἐν ἀποθήκαις, ἐπειδὴ ταῦτα θὰ πωληθῶσιν εἰς τιμὰς ἀνωτέρας, διότι θὰ περιλαμβάνουν τὸν ἑλληνικὸν φόρον, ὅπως καὶ τὰ μετὰ τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας εἰσαχθέντα, δίκαιον εἶναι ν’ ἀπαιτήσωμεν τὴν καταβολὴν τῆς διαφορᾶς, ἥτις δὲν προκατεβλήθη κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Δημόσιον. Ὡς πρὸς αὐτὰ, δικαιοῦται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καταλαμβάνον τὴν Θεσσαλίαν, νὰ εἴπῃ τοῖς κατόχοις: «Κύριοι, χορηγῶ ὑμῖν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλετε νὰ δηλώσητε, ἂν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα κατέχετε ἐν ἀποθήκαις, ἦναι ἐμπορεύματα εἰσαχθέντα πρὸ τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, ὅτε οὐδὲν τέλος εἰσαγωγῆς δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν, διότι τὸ τέλος τὸ κατὰ τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους καταβλητέον κατεβλήθη. Ὅσον ἀφορᾶ ὅμως τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν ἀποθήκαις, ἀλλ’ εἰσήχθησαν διαρκούσης τῆς τουρκικῆς κατοχῆς καὶ δὲν κατηναλώθησαν, ἀλλὰ θὰ καταναλωθῶσι νῦν, ὡς πρὸς αὐτὰ θεωρῶ νόμιμον καὶ δίκαιον, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπληρώσατε εἰς τὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς τὰς τουρκικὰς, νὰ συμπληρώσητε τὸ τέλος τὸ κατὰ τὸν ἑλληνικὸν νόμον ὀφειλόμενον, καὶ τότε μόνον θὰ σᾶς ἐπιτρέψω νὰ θέσητε αὐτὰ εἰς κατανάλωσιν.» Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν βασισθῇ ἐπ’ αὐτῆς τῆς σκέψεως καὶ τῆς διακρίσεως, ἔχει νόμιμον βάσιν καὶ πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μηδεμίαν διδούσης προσοχὴν εἰς τὸ αἰτιολογικὸν τοῦ διατάγματος τῆς 19 Ἀπριλίου 1898. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν εὕρει μετὰ τὸ διάταγμα αὐτό, τί πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ, τί πρέπει προσέτι νὰ ὑποστῇ ἐλάττωσιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι διατεθειμένος ν’ ἀμφισβητήσω τὰς προσθέτους διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖ τὸ διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τῆς κυρώσεως τοῦ διατάγματος τῆς 19 Ἀπριλίου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ νόμιμον καὶ δίκαιον.
§152ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἐτήρει τότε τὴν ψιλὴν κυριαρχίαν, πληροφορηθεῖσα, ὅτι ἐνηργεῖτο ἐν Βόλῳ οὐχὶ ἐμπόριον, ἀλλ’ ἐπιχείρησις πρὸς νοσφισμὸν τῶν φόρων τοῦ Κράτους, εἶχε καθῆκον νὰ λάβῃ μέτρα, ὡς διὰ τοῦ διατάγματος τούτου ἔπραξεν, ὅπως προλάβῃ τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία ἠπειλεῖτο κατὰ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ὅταν ἤθελε καταστῆ ἐνεργὸς ἡ κυριαρχία τοῦ Κράτους, ἡ τότε ἀδρανοῦσα ἕνεκα τῆς ξένης κατοχῆς, διὰ τῆς ἀνακαταλήψεως τῆς χώρας ἐκείνης. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον εἶχε τὸ καθῆκον τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὅσον ἤδη καὶ ἡ Βουλὴ εἶχε διὰ τῆς πρώτης ψηφίσεως τοῦ ὑποβληθέντος εἰς αὐτὴν νομοσχεδίου ἐκφράσει τὴν αὐτὴν γνώμην, ἥτις ἐδικαίου τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρον, ὁποῖον ἔλαβε διὰ τοῦ διατάγματος. Ἡ διεξαχθεῖσα ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἐπιστημονικῶς μὲν δὲν θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς διδασκαλίαν ἢ φωτισμὸν τῶν συγγραφέων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ἔδει δὲ μόνον ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς νὰ κριθῇ, καὶ τὴν τοιαύτην ἄποψιν ἔθηκεν ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἠδυνάμην δὲ διὰ τοῦτο νὰ παρατρέξω ἄνευ ἀπαντήσεως τὰς περὶ τῆς κυριαρχίας θεωρίας, τὰς ἀναπτυχθείσας, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καὶ χάριν τοῦ πρακτικοῦ μέρους τοῦ ζητήματος πρέπει νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ ῥηθὲν, ὅτι τὴν κυριαρχίαν τοῦ τόπου τὴν ἔχει, ὡς εἶπέ τις τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ὁ λαὸς, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, οὐδὲ πρόσφορον ἐν τῷ ζητήματι. Ὄντως τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῆς σχέσεως τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν χώραν του, πρὸς ἑαυτὸν, πρὸς τὸ πολίτευμά του, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς διεθνεῖς αὐτοῦ σχέσεις, τὴν κυριαρχίαν δὲν ἔχει ὁ κατοικῶν λαὸς, ἀλλ’ ἡ ἐκπροσωποῦσα αὐτὸν ἀρχὴ, καὶ ὅταν πρόκειται περὶ πολέμου, ὁ στρατός. Ὅταν δὲ ὁ στρατὸς ἡττηθῇ, ἀπόλλυσι τὰ δικαιώματα τῆς κυριαρχίας ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ λαὸς, τοῦ ὁποίου βεβαίως δὲν θὰ ζητήσῃ τὴν συγκατάθεσιν ὁ κατακτητής, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν πρόβλεψιν περὶ τοῦ μέλλοντος, ἐὰν δηλονότι ὁ κατακτητὴς ὁ εἰσβαλὼν σκοπὸν ἔχῃ διὰ τῆς εἰσβολῆς καὶ τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς νὰ κατακτήσῃ τὴν χώραν ἢ νὰ κατάσχῃ αὐτὴν μόνον προσωρινῶς, στρατιωτικῶς, νὰ κρίνωμεν οἱονεὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, ἂν ἡ κυριαρχία σῴζεται ἢ ἀπωλέσθη. Τοῦτο ὅμως εἶναι πραγματικὸν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἀπὸ παντοίας περιστάσεις. Αἱ δὲ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὁ τουρκικὸς στρατὸς κατέλαβε τὴν Θεσσαλίαν, ἀπέκλειον τὴν ἔννοιαν τῆς κυριαρχίας ἐκ μέρους τοῦ κατακτητοῦ· ἐκ τῶν γεγονότων δηλαδὴ συνήγετο, ὅτι ὁ κατακτητὴς ἐστερεῖτο τῆς ψυχῆς τοῦ κατακτῆσαι, διότι ἡ κατάκτησις εἶναι πηγὴ κυριότητος καὶ κυριαρχίας, ἡ δὲ κυριαρχία, ἡ διὰ τῆς κατακτήσεως ἐπερχομένη, ἐπεκτείνεται ὄχι μόνον εἰς τὴν χώραν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν λαὸν τὸν κατοικοῦντα τὴν χώραν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ πρόθεσιν καὶ δύναμιν τοῦ κατακτῆσαι. Ὅταν λοιπὸν αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγένετο ἡ κατοχὴ, ἀποκλείωσι τὴν ἔννοιαν τῆς πρὸς κατάκτησιν, τῆς πρὸς κυριαρχίαν κατοχῆς ἐκ μέρους τοῦ καταλαβόντος τὴν χώραν στρατεύματος, φυσικῶς ἡ κυριαρχία ἀπέμεινεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἀπέκλειε δὲ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ψυχῇ κατακτητοῦ κατελήφθη ἡ Θεσσαλία, καὶ ὁ λόγος, ὅτι ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν ἐθνῶν τῆς Ἀνατολῆς, δηλαδὴ τῆς χερσονήσου, τῆς ὁποίας μέρος ἀποτελεῖ ἡ Ἑλλάς, δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς εἶχεν ἤδη κηρυχθῆ ἐκ μέρους τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, ὅτι αἱ ἀλλοιώσεις δὲν ἠδύναντο νὰ γείνωσι διὰ μόνης τῆς θελήσεως τῶν συγκρουομένων ἢ τῶν ἐχόντων τὴν κυριαρχίαν Κρατῶν, καὶ ὅτι ἡ ἀνωτέρα καὶ τῆς τοῦ κατακτητοῦ δύναμις, ἡ δύναμις τῆς ὁμοφωνούσης Εὐρώπης, μόνη ἐκείνη ἤθελε κρίνει, καὶ αὕτη ἀπέκλειε τὴν παρ’ ἀμφοτέρων τῶν Κρατῶν (Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας) κατάκτησιν χώρας τοῦ ἄλλου Κράτους. Τουτέστιν αἱ ὁμοφωνοῦσαι Δυνάμεις εἶχον κηρύξει, ὅτι κυριαρχίαν δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ κανεὶς ἐκ τῶν δύο διαμαχομένων τότε ἐπὶ χώρας τοῦ ἄλλου. Ὅτε ὅθεν ἀνηγγέλθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἐκεῖ ἐτελεῖτο ἐπιχείρησις τοιαύτη, καὶ ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι ὁ Τύπος πρῶτος ὕψωσε φωνήν, πρέπει ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτὸν τὴν ἀνήκουσαν αὐτῷ χάριν διὰ τοῦτο, διότι προσέφερεν ὑπηρεσίαν ἀληθῶς σπουδαίαν. Ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐπιχειρήσει πλὴν τούτου εὑρίσκομεν τὸν δόλον τῶν ἐπιχειρησάντων. Εἰς πάντας τοὺς συγγραφεῖς θὰ εὕρητε, ὅτι, ὅπου ὑπῆρξε δόλος πρὸς μείωσιν δικαιωμάτων τῆς ἑτέρας τῶν δύο διαμαχομένων ἐπικρατειῶν, ἐκεῖ τὸ δικαίωμα τῆς δολιευθείσης ἐπικρατείας, ἅμα ἀναλάβῃ τὴν κυριαρχίαν της ἐνεργόν, γεννᾶται ἀπέναντι τοῦ δολιεύσαντος ἀκέραιον. Ἄλλως δὲ, μάτην ἐθεώρησαν γενικὸν τὸ ζήτημα καὶ ἐξετραγώδησαν τὰ παθήματα τῆς Θεσσαλίας. Ὁ Βόλος εἶναι ἡ μόνη πόλις, ἡ ὁποία δὲν ὑπέστη ἐκ τῆς εἰσβολῆς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ βλάβην, διότι παρεδόθη τῇ παρεμβάσει τῶν ξένων προξένων, καὶ εἰσῆλθεν εἰρηνικῶς ἐν αὐτῇ ὁ τουρκικὸς στρατός. Ἀλλὰ καὶ κατ’ ἄλλον λόγον δὲν πρόκειται περὶ παθημάτων τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ ἐν τούτῳ, διότι πρόκειται περὶ τῶν ἐμπόρων, τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ πωλήσωσι τὰ εἰσαχθέντα ἐμπορεύματα εἰς τὴν τιμήν, εἰς ἣν θὰ ἐπώλουν αὐτά, καὶ ἐὰν κατέβαλλον ὁλόκληρον τὸν φόρον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τουτέστι θὰ ὠφεληθῶσιν αὐτοὶ τὸν δασμόν, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ καταβάλωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἶναι λοιπὸν καθαρῶς ζήτημα νοσφισμοῦ τοῦ δασμοῦ τοῦ Δημοσίου ἐκ μέρους ὀλίγων ἐμπόρων, καὶ πρόκειται περὶ ὠφελείας ὀλίγων, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Κράτους. Εἶχεν ὅθεν πλῆρες δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ προνοήσῃ, καὶ ὀρθῶς προενόησε. Ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐστήριξεν ὀρθῶς εἰς τὸ πρακτικὸν τοῦτο σημεῖον τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους, καὶ ἤλεγχε τοὺς ἀντιλέγοντας, ἔπρεπε νὰ παρατηρήσῃ τις εἰς αὐτόν: ἀλλὰ τότε διατὶ αἱ δωρεαί, τὰς ὁποίας ποιεῖσθε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τῶν 12% διὰ ζημίας καὶ φόρους; — Ἐὰν αὐτοὶ εἰσήγαγον (καὶ εἰσήγαγον βεβαίως) ἐπὶ τῷ τοιούτῳ σκοπῷ ἐμπορεύματα, διότι ἡ τόσον μεγάλη ποσότης τῶν εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων, συνδυαζομένη μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι εἶχεν ἤδη συνομολογηθῆ ἡ προσωρινὴ εἰρήνη, καὶ ὅτι ἡ τουρκικὴ κυριαρχία, προσωρινῶς κατέχουσα τὴν χώραν, ἤθελεν ἀπομακρυνθῆ, ὅταν, λέγω, τὰ δύο ταῦτα γεγονότα βεβαιοῦν τὸν δόλον τῶν ἐπιχειρηματιῶν, δὲν νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὐτῶν αὕτη στερεῖται παντὸς δικαιώματος εὐνοίας καὶ ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ καὶ ὠφελείας αὐτῶν; Τὸ μόνον, ὅπερ ἐπιεικῶς ἠδύνατο νὰ γείνῃ, καὶ τὸ ὁποῖον ὀρθῶς γίνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι, νὰ ἐκπεσθῇ ὁ δασμὸς ὁ πληρωθεὶς εἰς τὰς τουρκικὰς ἀρχὰς, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον, ἐννοεῖται, καὶ αὐτὸς ἐπληρώθη, — διότι καὶ ἐν τούτῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέφρασε τὴν ἀμφιβολίαν, ὀρθῶς παρατηρήσας, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ὑπάλληλοι κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς προσεχοῦς ἀποχωρήσεώς των δὲν ἐτήρουν αὐστηρῶς τοὺς τουρκικοὺς νόμους, οὐδὲ εἰσέπραττον τόσον ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ τουρκικοῦ Δημοσίου, ὅσον ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ἐμπόρων καὶ ἑαυτῶν. Λοιπὸν ἐγὼ, κηρυσσόμενος ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θεωρῶ ὀρθὴν καὶ δὲν θὰ ψηφίσω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου, ὡς πρὸς τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 12%, διότι θεωρῶ αὐτὴν ὡς δωρεὰν κακῶς γινομένην, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐξεδόθη τὸ διάταγμα, καὶ ὑφ’ οὓς ψηφίζομεν τὸν νόμον. Δωρεὰν δὲ, γινομένην διὰ πράξεις καλυπτούσας δόλον τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὴν μεγάλην ποσότητα τῶν ἐμπορευμάτων, δὲν θεωρῶ δεδικαιολογημένην. Ὁ λόγος, ὅτι πρόκειται περὶ μικρῶν ποσῶν δωρουμένων, λόγος τὸν ὁποῖον ὡς οἱονεὶ ἔνστασιν ἀπαραδέκτου ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι λόγος ἱκανὸς, ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφόν του εἰς τὸ διάταγμα. Διότι τὸ νὰ λέγῃ ἡ Ἑλλὰς σήμερον, ὅτι δὲν θεωρεῖ σπουδαῖον τὸ ποσὸν τῶν 410,000 δραχμῶν, ὑφ’ ἃς εὑρίσκεται περιστάσεις, εἶναι, νομίζω, ἀδιαφορία πρὸς τὸν κανόνα τῆς ἄκρας φειδοῦς, τὸν ὁποῖον πρέπει ἀκριβῶς νὰ τηρῶμεν ἐφεξῆς εἰς τὰ ζητήματα τοῦ δημοσίου πλούτου, διότι καὶ περὶ χιλίων μόνον δραχμῶν ἐὰν πρόκειται, ὀφείλει τὸ Κοινοβούλιον νὰ δείξῃ αὐτὸ πρῶτον τὸ παράδειγμα τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς φειδοῦς, ὅπως καὶ τὸ ἐλάχιστον χρῆμα μὴ φεύγῃ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὅταν δὲ πρόκειται τὸ καλὸν τοῦτο, κατὰ τὰ βεβαιωθέντα γεγονότα, οὐχὶ νὰ ὠφελήσῃ τὸν παθόντα Θεσσαλικὸν λαὸν, οὐδὲ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἄλλον τινὰ κοινωφελῆ σκοπὸν, ἀλλὰ μόνον νὰ πλουτίσῃ ὀλίγους ἐμπόρους τοῦ Βόλου, νομίζω ὅτι εἶναι ἀκόμη μεγαλείτερος λόγος, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ τῆς δωρεᾶς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ἐπὶ μὲν τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δείξῃ οἱονεὶ ὁμόφωνον γνώμην πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς πρὸς δὲ τὸ 12%, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονοκικῶν δέον νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἡ Βουλὴ, ἐλευθέρως ἀποφαινομένη, ἀρνηθῇ τὴν ψήφισιν τῶν 12% ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων, τῶν εἰσαγαγόντων τὰ ἐμπορεύματα.
§153ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, ὅτι ἀναγκάζομαι κατὰ τοῦτο νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἔντιμον φίλον, τὸν ἐκ Ναυπλίας κ. Βουλευτήν. Φρονῶ, ὅτι δὲν ἦτο ἀναξία τοῦ θέματος ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τόσαι ἡμέρας, καίτοι ἴσως ἠδύνατο ἄνευ βλάβης νὰ παραλειφθῇ ἡ μακρὰ ἀντιλογία, ἡ τείνουσα εἰς ἀποδοχὴν τοῦ αὐτοῦ συμπεράσματος. Τὸ θέμα, ἐὰν ὑφίστατο ἢ δὲν ὑφίστατο ἡ ἑλληνικὴ κυριαρχία ἐν Θεσσαλίᾳ, καθ’ ὃν χρόνον αὕτη κατείχετο ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, δὲν δέχεται δύο λύσεις καὶ πάντες ἁπανταχοῦ τὰ αὐτὰ περὶ τοῦ τοιούτου ζητήματος φρονοῦσι. Φρονοῦσιν, ὅτι ἡ κυριαρχία μένει ἄθικτος· ὑποχωρεῖ μόνον ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἰσχυόντων νόμων εἰς τὴν ἀνωτέραν βίαν. Περὶ τούτου αἱ ἐπικλήσεις τῶν συγγραφέων εἶναι περιτταὶ, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ὑπῆρξεν ἀπώλειά τις χρόνου. Τὸ διάταγμα, ὅπερ ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ὅπως προλάβῃ καὶ ἀστυνομικῶς κανονίσῃ τὰ πράγματα ἐν Θεσσαλίᾳ, περισώσῃ δὲ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὰ φορολογικὰ αὐτοῦ δίκαια, τὰ ἀναντιρρήτως ὑφιστάμενα, δὲν εἶναι βεβαίως ἄξιον τῆς κατηγορίας, ἥτις ἐρρίφθη κατ’ αὐτοῦ, ὅτι ὑπῆρξεν ἀντισυνταγματικὸν, δὲν εἶναι βεβαίως, ὅπως κάλλιστα παρετήρησεν ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. συνάδελφος, ἀνάξιον νὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὅτε αἱ περιστάσεις ὑπεχρέουν τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε νὰ προνοήσῃ, ὅπως κανονίσῃ προληπτικῶς τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἡ πρόνοια, ἡ γενομένη ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς συγγνώμης καὶ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπερβαίνει τὸ συνταγματικὸν μέτρον. Ἂν μάλιστα δὲν ὑπῆρχε τὸ αἰτιολογικὸν τοῦ διατάγματος, ὅπερ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς μακρὰς συζητήσεις καὶ δικηγορικὰς γνωμοδοτήσεις καὶ φυλλαδίων δημοσιεύσεις, οὐδεὶς ἤθελεν ἐγείρει φωνήν. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐγερθῶσι διαμαρτυρίαι κατὰ ὑπερβασιῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑπῆρξεν ἡ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ διατάγματος ἐφαρμογὴ τῶν τελωνιακῶν ποινῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἧς σήμερον τὴν κύρωσιν ζητεῖ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου· διότι φαίνεται, ὅτι ὁδηγίαι ἐκπορευθεῖσαι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, στηριζόμεναι δὲ εἰς τὸ αἰτιολογικὸν τοῦ διατάγματος, (καθ’ ὅσον τὸ διατακτικὸν οὐδὲν περιέχει τὸ ἀντικείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους) ὤθησαν εἰς ἐφαρμογὴν διατάξεων ποινικῶν, ἃς βεβαίως δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσαγάγῃ τὸ διάταγμα, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐσκέφθη ὁ συντάξας αὐτὸ νὰ εἰσαγάγῃ ἐπὶ περιπτώσεως, οἵα ἡ Θεσσαλική, καίτοι οἱ νόμοι οἱ τελωνιακοὶ ἐξηκολούθουν ἰσχύοντες ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, ἕνεκα τῆς τελείας ἀνυπαρξίας τελωνιακῆς ἀρχῆς ἐν Θεσσαλίᾳ. Κατ’ ἀρχὴν τυπικῶς δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἀντείπω εἰς τὴν προτεινομένην κύρωσιν τοῦ διατάγματος· ἀλλ’ ἐρχόμενος εἰς τὴν οὐσίαν, λέγω, ὅτι θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἤρχετο συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἐγίνετο ἀπόπειρα διακρίσεως τοιαύτης, ὁποία γίνεται, καὶ φορολογίας τοιαύτης ἢ τοιαύτης μετ’ ἐκπτώσεως τῶν ἐμπορευμάτων τῶν εἰσηγμένων εἰς Βόλον. Καὶ πολιτικώτερον καὶ ἐθνικώτερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὴν ἄλλην πρόνοιαν, ἥτις ἐλήφθη πέρυσι περὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ καθ’ ἣν δὲν ἐξητάσθη, ἂν μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἐλάμβανον ἄφεσιν τῶν φόρων, ὑπῆρχον καὶ οἱ μὴ ζημιωθέντες, ὑπῆρχον καὶ οἱ ὠφεληθέντες, ἔπρεπε καὶ ἐνταῦθα, ὅπως κάλλιστα πρὸ ὀλίγου παρετήρησεν ὁ ἐξ Ἄρτης κ. συνάδελφος, νὰ μὴ ἐνδιατρίψωμεν εἰς τοιαύτας λεπτομερείας, νὰ μὴ ζητήσωμεν νὰ ἀνεύρωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ ἀνεύρωμεν, νὰ μὴ ἐπιδιώξωμεν νὰ φορολογήσωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ, πολιτικῶς καὶ ἐθνικῶς σκεπτόμενοι, ἠδυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν. Δὲν συμφωνῶ, ὅτι τὸ ὅλον τῶν εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων πρέπει νὰ μείνῃ ἀφορολόγητον, ἀλλὰ καὶ δὲν παραδέχομαι, ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῶσι τὰ ἐμπορεύματα, ἅτινα κατὰ τὴν ἐπάνοδον τῆς ἑλληνικῆς ἐξουσίας εἰς Θεσσαλίαν εὑρέθησαν ἐν οἱᾳδήποτε ἀποθήκῃ. Ἐγὼ ἤθελον προτείνει νὰ περιορισθῇ ἡ φορολογία ἐν Βόλῳ εἰς μόνον ἐκεῖνα τὰ ἐμπορεύματα, ἅτινα εὑρέθησαν ὑπὸ διαμετακόμισιν, ὄχι μόνον τὰ ἐμπορεύματα τὰ ἀναφερόμενα ἐνταῦθα ὑπὸ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἅτινα εὑρίσκοντο ὑπὸ διαμετακόμισιν κατὰ τὴν 31 Μαρτίου 1899, ἀλλὰ πάντα ἐκεῖνα τὰ ἐμπορεύματα, ἅτινα εὑρέθησαν ὑπὸ διαμετακόμισιν, καθ’ ἣν ἡμέραν εἰσῆλθεν ἡ ἑλληνικὴ ἀρχὴ εἰς Βόλον.
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τοῦ προλαλήσαντος, συμφωνῶ κατὰ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι, μὴ μεταβληθείσης, μηδὲ καταργηθείσης τῆς ἡμετέρας κυριαρχίας ἐκ τῆς ξενικῆς κατοχῆς, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δικαιοῦται νὰ εἰσπράξῃ τὰ εἰς αὐτὸ ἀνήκοντα νόμιμα τέλη ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων, ἅτινα εἰσήχθησαν εἰς Θεσσαλίαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, καὶ εὑρέθησαν καθ’ ὃν χρόνον ἐπανῆλθον εἰς Θεσσαλίαν αἱ ἑλληνικαὶ ἀρχαί. Τῆς ἀρχῆς ταύτης γενομένης ἀποδεκτῆς, τὸ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προκληθὲν Β. Διάταγμα, κανονίσαν τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τῶν τελῶν, δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Αἱ ὑπὸ τοῦ τελωνιακοῦ νόμου προβλεπόμεναι ποιναὶ ἠδύναντο νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ ἄνευ τοῦ βασιλικοῦ τούτου διατάγματος. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐμπορευόμενοι, οἵτινες εὑρέθησαν ἐν τῇ κατοχῇ τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, ὑπέστησαν πολλὰς ζημίας, ὑποβληθέντες εἰς τὴν πληρωμὴν εἰσαγωγικῶν τελῶν πρὸς τὸ Ὀθωμανικὸν Δημόσιον, ἡ Κυβέρνησις ὑπέλαβεν ὡς δικαιολογουμένας ὑπὸ τῶν εἰδικῶν ἐκτάκτων περιστάσεων τὰς γινομένας πρὸς τοὺς ἐμπόρους τούτους παραχωρήσεις, αἵτινες ἀναγράφονται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα, ἅτινα οἱ ἔμποροι, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς διατάξεως τοῦ διατάγματος τῆς προληπτικῆς, ἐνόμισαν ὅτι πρέπει νὰ θέσωσιν ὑπὸ διαμετακόμισιν, ἀπὸ ἐλευθέρας ὁμολογίας τῶν ἐμπόρων ταῦτα εὑρίσκονται ἐπὶ ἐδάφους ξένου, διότι ἡ διαμετακόμισις τελωνιακῶς εἶναι ἔδαφος ξένον, ταῦτα τὰ ἐμπορεύματα δὲν δύνανται νὰ γεννήσωσιν ἀμφισβήτησιν, καὶ τούτων τῶν ἐμπορευμάτων ἡ φορολογία ἀναβαίνει εἰς 793,000 περίπου δραχμάς.
§156ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἓν ἑκατομμύριον περίπου.
§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βλέπω μόνον ἐκεῖνα, ἅτινα ἀναγράφει ἡ ἔκθεσις. Ἂν τὰ ἐμπορεύματα τὰ πληρώσαντα εὑρίσκοντο ἤδη ὑπὸ διαμετακόμισιν, ἐλευθέρως εἰσαχθέντα ἐκεῖ ὑπὸ τῶν ἐμπόρων Βόλου, ἂν τὰ ἐμπορεύματα τ’ ἀναφερόμενα ἐνταῦθα εὑρίσκοντο τότε ὑπὸ διαμετακόμισιν ἐν Βόλῳ, ταῦτα τὰ ἐμπορεύματα καλῶς φορολογοῦνται, εἰσαγόμενα κατὰ τὴν ὁμολογίαν ἐκείνων, οἵτινες εἰσήγαγον αὐτὰ, καὶ ἐφ’ ὅσον εἰς τοιοῦτον σκοπὸν τείνει τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως εἶμαι πρόθυμος νὰ ψηφίσω αὐτό· δὲν παραδέχομαι ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσιν αἱ διακρίσεις, ἃς βλέπω ἀναπτυσσομένας ἐν τῇ ἐκθέσει, καὶ συμφωνῶν πρὸς ὅσα καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐξέθηκε, λέγω ὅτι θὰ καταψηφίσω τῆς ἀρχῆς, μόνον διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, κανονίζον τὰ πράγματα ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον.
§158ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὅτε πρὸ μικροῦ ἠγόρευεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρυστίας συνάδελφος, διέκοψα αὐτὸν, ἵνα κἀγὼ ἐπιπροσθέσω, ὅτι πράγματι δικαίως καὶ νομίμως οἱ Τοῦρκοι εἰσέπραξαν φόρους ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἤδη ἀνὰ χεῖρας ἔχω τὸ διάταγμα τῆς 5 Φεβρουαρίου 1881 περὶ οἰκονομικοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἐν ἐκστρατείᾳ στρατοῦ, ὅπερ ἐν ἄρθρῳ 14, παραγράφῳ ἕκτῃ, ἀναφέρει αὐτολεξεὶ τάδε: «Τὰ ἐπιμελητήρια, τῇ διαταγῇ τῶν ἀρχηγῶν, εἰσπράττουσιν ἐν καιρῷ πολέμου ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν καταλαμβανομένων χωρῶν τοὺς τυχὸν ὀφειλομένους φόρους εἰς τὴν προκάτοχον ἐξουσίαν, δέχονται τὰς ὑπὸ τῶν ἰδίων κατοίκων αὐτοπροαιρέτως προσφερομένας εἰς χρήματα ἢ εἰς εἶδος συνδρομὰς, καὶ διὰ πράξεων, συντασσομένων ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων καὶ θεωρουμένων ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν, ἐντέλλονται τὴν ἐν τοῖς ταμείοις ἢ ταῖς ἀποθήκαις κατάθεσιν τῶν εἰσπραχθέντων καὶ τὴν εἰς τὰ ἔσοδα ἐγγραφὴν αὐτῶν ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Ἐπιμελητηρίου, λογιζομένων ὡς δημοσίων ἐσόδων.» Κατ’ ἀναλογίαν κρίνων, ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, καταλαμβάνων ξένην χώραν, δικαιοῦται νὰ εἰσπράττῃ φόρους, νομίζω ὅτι καὶ ξένος στρατὸς, καταλαμβάνων ἑλληνικὴν χώραν, δικαιοῦται νὰ εἰσπράττῃ τοιούτους. Ἐξετάζων νῦν τὸ προκείμενον σχέδιον νόμου, παρατηρῶ λίαν εὐχαρίστως, ὅτι διὰ τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4 αὐτοῦ ἀνατρέπεται ἄρδην τὸ διὰ τοῦ περιφήμου διατάγματος καθιερωθὲν σύστημα· μετ’ ἀπορίας ὅμως σύναμα παρατηρῶ, ὅτι περιέργως πως ἀναγράφεται ἡ λέξις «κυροῦται» ἐν τῷ πρώτῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ, ἐνῷ κατὰ λογικὴν συνέπειαν ἔδει τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ ἀναγράφῃ «ἀκυροῦται τὸ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1898 Β. Διάταγμα, νομοθετεῖται δὲ τὸ ἐν τοῖς ἑπομένοις ἄρθροις καθεστώς». Ἐγώ, ὡς ἤδη ἐξεφράσθην, φρονῶ, ὅτι ἔδει νὰ ἀκυρωθῇ ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ διάταγμα, καὶ εἰς οὐδένα φόρον νὰ ὑπαχθῶσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐμπορεύματα τῆς Θεσσαλίας. Διὰ τοῦτο θὰ καταψηφίσω τοῦ διατάγματος, ἐν ἀνάγκῃ ὅμως θὰ δεχθῶ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 ὡς τελευταῖον καταφύγιον.
§159ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὀλίγα θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ προσθέσω, σχετικῶς πρὸς τὰς ἀναπτυχθείσας θεωρίας περὶ παύσεως ἢ μὴ τῆς κυριαρχίας τῆς ἑλληνικῆς ἐπὶ τὴν Θεσσαλίαν, διότι οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες ἐξήτασαν τὸ ζήτημα θεωρητικῶς, ἀναπτύξαντες ἕκαστος ἰδίαν θεωρίαν, καὶ ἴσως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐὰν προσφύγῃ τις εἰς συγγραφεῖς, ἠδύνατο ποικίλας γνώμας νὰ ὑποστηρίξῃ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ προαγορεύσαντες παρέλειψαν νὰ ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων, τῶν κανονιζόντων τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ πρὸς τὰς Δυνάμεις τὰς Μεγάλας τὰς ἕξ, τὰς συντελεσάσας εἰς τὴν παραχώρησιν τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ἡ Θεσσαλία παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ διπλῆς συμβάσεως, συμβάσεως συνομολογηθείσης ἀφ’ ἑνὸς μεταξὺ τῶν ἓξ Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας, καὶ συμβάσεως ἑτέρας, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς πρώτης, συνομολογηθείσης μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας. Τῷ ὄντι εἰς τὸ 18 ἄρθρον τῆς συμβάσεως τῆς μεταξὺ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας, τῆς ὑπογραφείσης ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὴν 12)24 Μαΐου τοῦ 1881, περιλαμβάνεται ἡ ἑξῆς διάταξις: «Τὴν ὑπογραφεῖσαν σήμερον σύμβασιν μεταξὺ τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου τῆς Μ. Βρεττανίας καὶ Ἰρλανδίας κτλ. (ἤτοι τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων) καὶ τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Ὀθωμανῶν, θέλει παρακολουθήσει ἀμέσως ἑτέρα σύμβασις μεταξὺ τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Ὀθωμανῶν καὶ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, περιεκτικὴ τῶν αὐτῶν διατάξεων.» Καὶ ὄντως τὴν 21 Ἰουνίου (2 Ἰουλίου) συνωμολογήθη ἑτέρα σύμβασις, περιλαμβάνουσα τὰ αὐτὰ τῆς πρώτης, διὰ τῆς ὁποίας ἐκανονίσθησαν τὰ νέα ὅρια τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον. Δυνάμει λοιπὸν τῶν συμβάσεων τούτων ἡ κυριαρχία ἡ Ἑλληνικὴ εἶχεν ἐγκαταστῆ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν τῇ λωρίδι ἐκείνῃ τῆς Ἠπείρου. Ἀλλὰ μετὰ τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον καὶ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων, αἵτινες διεξήχθησαν μεταξὺ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, ὡς ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῶν τῶν ἰδίων, καὶ τῆς Τουρκίας, ἡ Τουρκία ὑπεστήριξεν ὅτι διὰ τοῦ πολέμου κατηργήθησαν καὶ ἠκυρώθησαν πᾶσαι αἱ συμβάσεις καὶ αἱ συνθῆκαι, αἱ μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας ὑφιστάμεναι πρὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου. Ἡ θεωρία αὕτη, ἂν καὶ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τοὺς συγγραφεῖς, οὐχ ἧττον ἀπὸ τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου καθιερώθη διὰ τῆς συνθήκης τῆς Φραγκφούρτης, τὴν ὁποίαν τὸ νεώτερον Εὐρωπαϊκὸν Δίκαιον ἀπεδέχθη...
§160ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1856.
§161ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀπὸ τοῦ 1870 εἶναι... Διὰ τοῦτο καὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἀπήντησαν εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅτε προέβαλε τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ὅτι «δύναται νὰ ἔχῃ καλῶς ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν προβάλλεις, ὅτι τουτέστιν αἱ συμβάσεις μεταξὺ σοῦ καὶ τῆς Ἑλλάδος κατηργήθησαν διὰ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῇς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησε δικαιώματα δυνάμει συμβάσεων, συνομολογηθεισῶν μεταξὺ σοῦ καὶ ἡμῶν ὡς Μεγάλων Δυνάμεων, συμβάσεων, τὰς ὁποίας ὁ πόλεμος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ καὶ ἑπομένως ἀφῆκεν ἀκεραίας, μεταξὺ δὲ τῶν συμβάσεων τούτων εἶναι καὶ ἡ περὶ παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας». Διὰ τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ κυριαρχία, Κύριοι, οὐδέποτε ἔπαυσεν ὑφισταμένη νόμῳ ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι, καὶ ἐὰν πρὸς στιγμὴν παραδεχθῶμεν, ὅτι διὰ τῆς εἰσβολῆς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ κατελήφθη ἡ Θεσσαλικὴ χώρα, ἡ κατοχὴ ἐκείνη δὲν ἦτο κατοχὴ ψυχῇ δεσπότου, ἦτο κατοχὴ ἁπλῶς πραγματική, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ νομικοὶ ὀνομάζουσι detentio, διότι γνωστὸν εἶναι ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως τῆς Ρωσσίας, ἣν ἀπεδέχθησαν καὶ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις, ὅτι ὁ πόλεμος δὲν ἠδύνατο ὁπωσδήποτε ν’ ἀποβῇ πρὸς κατάκτησιν. Δὲν ἦτο λοιπὸν κατοχὴ ἐν τῇ νομικῇ ἐννοίᾳ, καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν δεχθῶμεν τοιαύτην κατοχὴν, ἐματαίωσαν τὰς συνεπείας ταύτης αἱ ἐπελθοῦσαι συμβάσεις μεταξὺ τῶν Μ. Δυνάμεων, αἵτινες συνωμολόγουν καὶ συνεβάλλοντο ὄχι μόνον ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἴδιον ἑαυτῶν συμφέρον, διότι διὰ τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων ἐκανόνιζον ζητήματα, μετέχοντα εὐρωπαϊκοῦ συμφέροντος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ νομιμότης τοῦ διατάγματος τῆς 19 Ἀπριλίου δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ, ὄχι δυνάμει τῆς θεωρίας, ἥτις ἀνεπτύχθη, τῆς γενικῆς, περὶ τοῦ ἂν διὰ τῆς εἰσβολῆς τοῦ ἐχθροῦ καταλύηται ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία, ἀλλὰ δυνάμει τῶν κειμένων, ἅτινα διέπουσι τὰς σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὴν Τουρκίαν. Εἶναι δὲ καὶ τοῦτο ἀξιοσημείωτον ἀκόμη, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ συνθήκῃ τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων, κατὰ τὴν ὁποίαν διερρυθμίσθησαν τὰ νέα ἡμῶν σύνορα, γίνεται χρῆσις τῆς λέξεως «ἐπανεκχώρησις» (rétrocession), μόνον προκειμένου περὶ τῶν τμημάτων ἐκείνων τῆς Θεσσαλικῆς χώρας, τὰ ὁποῖα ἐπανῆλθον εἰς τὴν Τουρκικὴν κατοχὴν συνεπείᾳ τῆς νέας διαρρυθμίσεως, προκειμένου ὅμως περὶ τῆς Θεσσαλίας, οὐδαμῶς γίνεται χρῆσις — καὶ ἀπέφευγον μάλιστα τοῦτο ἐπιμελῶς — τῆς λέξεως «ἐπενεκχώρησις», τῆς λέξεως δὲ ταύτης ἐὰν ἐγίνετο χρῆσις, ἀναγκαία συνέπεια θὰ ἦτο, ὅτι ἔπαυσε μὲν ἡ κυριαρχία, διαρκούσης τῆς ξενικῆς κατοχῆς, ἐπανῆλθε δὲ πάλιν ἢ μᾶλλον ἐπανεξεχωρήθη πάλιν ἡ κυριαρχία ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ κυριαρχία τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔπαυσεν οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὑφισταμένη ἐπὶ τῆς Θεσσαλικῆς χώρας, ἡ νομιμότης τοῦ διατάγματος εἶναι ἀναμφισβήτητος, διότι ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο εἴτε νὰ νομοθετήσῃ, εἴτε μέτρα νὰ λάβῃ ἀστυνομικὰ, συντηρητικὰ, οἱαδήποτε περὶ χώρας ἀνηκούσης εἰς αὐτήν. Ταῦτα ἤθελον νὰ ὑποβάλω εἰς τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς, ὥστε ψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον νὰ μὴ ἔχῃ ἐνδοιασμόν τινα περὶ τῆς νομιμότητος τοῦ τοιούτου μέτρου.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§163Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἔχει κατατεθῇ αἴτησις νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατετέθη μία αἴτησις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ ὑπογράψαντες αὐτὴν δέκα πέντε δὲν εἶναι παρόντες.
§165ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι.
§166ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἐπιμένωσιν οἱ Κύριοι, θὰ εὑρεθῶσι δέκα πέντε ἄλλοι· ἀλλὰ μετὰ τὴν συζήτησιν εἶναι περιττὸν, νομίζω.
§167ΤΟΠΑΛΗΣ. Παραιτούμεθα, κύριε Πρόεδρε.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως περιττὸν κατόπιν τοσαύτης συζητήσεως. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ διαγραφὴ τῆς πρώτης καὶ δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2. Τὴν πρότασιν ταύτην σᾶς παρακαλῶ νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, ὅπως ἀπαλειφθῶσιν αἱ παράγραφοι πρώτη καὶ δευτέρα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§172Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι αὐτὸ ἀφορᾷ κυρίως εἰς τὴν δωρεὰν, τὴν ὁποίαν ἀπεκρούσαμεν διὰ μακρῶν, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἄδικος καὶ ἐπιζήμιος εἰς τὸ Κράτος.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§174ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ αὔριον, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ὅτε καὶ θ’ ἀναπτύξω αὐτήν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 236). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν).
§176ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον τὰ λοιπά. (Ἐγείρονται πλεῖστοι πρὸς ἀναχώρησιν).
§177Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν θέλῃ νὰ μεταβληθῇ ἡ ὑφεστῶσα φορολογία τοῦ οἴνου, νὰ μὴ ἐπιμένῃ ἀναβάλλουσα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἐὰν δὲν ἔχω ὁλόκληρον τὸν Ἰούνιον εἰς τὴν διάθεσίν μου, ὅπως γένωνται αἱ δηλώσεις, δὲν θέλω δυνηθῆ νὰ ἐφαρμόσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§178ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§179ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Διαλογικαὶ ὁμιλίαι).
§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ μίαν ἐπεξήγησιν. Ἡ Βουλὴ ἀναβάλλει ποτέ;
§181ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε συμβαίνει νὰ ἤμεθα κουρασμένοι.
§182ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι μεσονύκτιον.
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις κανονίζει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐργαζόμεθα ἀπὸ τὰς 5–8 καὶ ἀπὸ τὰς 9½–1.
§184Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἐγγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν αὔριον.
§185ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δόσατε τὸν λόγον σας, ὅτι θὰ τεθῇ πρῶτον αὔριον, διότι ἀναγνωρίζετε βεβαίως ὅτι δεῖται συζητήσεως, καὶ συζητήσεως ἐπισταμένης...(διάλογοι).
§186Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἦναι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, κάμνει πολὺ καλά. Ἐγὼ δέχομαι τὴν γνώμην τους (διαμαρτυρίαι).
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἴμεθα ἐναντίοι τῆς μεταβολῆς. Σεῖς τὸ ἐθέσατε δέκατον πέμπτον. Δὲν ἐπιτρέπει ἡ ἀγαθοπιστία τῆς συζητήσεως νὰ μὴ τηρῶμεν τὰ λεγόμενα.
§188ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀγαθοπιστίας.
§189ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἦλθον ἐκ Τριπόλεως σήμερον δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§190ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος σοῦ εἶπε νὰ ὑπάγῃς εἰς τὴν Τρίπολιν;
§191ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἰδική μου δουλειά.
§192ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω παρατηρήσεις ἐφ’ ἁπάντων τῶν ἄρθρων νὰ ὑποβάλω. Εἶναι δυνατὸν ἀπόψε νὰ γείνῃ τοῦτο;
§193ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ὄχι. Πῶς εἶναι δυνατόν;
§194ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δυνατὸν νὰ σκοπῇ εἰς τὴν ῥιζικὴν μεταβολὴν τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας, ἀλλὰ βεβαίως, κατ’ ἐμὲ, εἶναι μεστὸν ἐλαττωμάτων. Θέλετε νὰ μᾶς ἐμποδίσητε νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ; Εἶναι συζητήσεις ἐπὶ ὅλων τῶν ἄρθρων σπουδαιόταται καὶ κατὰ τρόπον δηλοῦντα, ὅτι ὑπάρχει ἔδαφος συζητήσεως. Ζητοῦμεν νὰ συζητηθῇ αὔριον. Σήμερον, ταύτην τὴν ὥραν, δηλαδὴ τὴν πρώτην μετὰ τὸ μεσονύκτιον, εἶναι δυνατόν;
§195ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ συζητήσω, ὡς ἐλλιπὲς, καὶ τὸ τροποποιηθὲν νομοσχέδιον.
§196ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω.
§197ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε τώρα; Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ θὰ κάμητε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἠμπορέσητε νὰ ἐφαρμόσητε.
§198ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις (Θόρυβος).
§199ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§200ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον νὰ ἐγγραφῇ πρῶτον.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ψηφίσωμεν τὰ δύο ἄλλα.
§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχομεν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τυπικὰ νομοσχέδια αὐτά.
§204ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠξεύρετε, ὅτι τοιουτοτρόπως πιέζετε τὴν μειονοψηφίαν; Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε συνέχειαν. (Ὁ Πρόεδρος ἐπιμένει).
§206Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν εἶσθε ἐν ἀπαρτίᾳ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἄς ἔλθωσι δύο ψηφολέκται. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀθ. Μπασιᾶ καὶ Γ. Ἀναστασοπούλου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 133 Βουλευτῶν. (Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: 1) περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας εἰς ἕνα τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπαγομένων ὑπαλλήλων, καὶ 2) περὶ χορηγήσεως ἀδείας ἀπουσίας τριῶν ἐτῶν εἰς δύο μαχίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ Β. Ναυτικοῦ).
§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἑπόμενον νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὐρεῖα θὰ γείνῃ συζήτησις, εἶναι δὲ ἡ ὥρα 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον, παρακαλῶ νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 π. μ. τῆς ἐπιούσης).