1899.05.24
3,570 rows · 28,072 words · 207 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
Τῆς 24 Μαΐου 1899.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: 1) Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 99,795,060.14, χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς· καὶ 2) Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ἐκτελεσθέντων καὶ παραληφθέντων ἔργων ἐν τῷ στρατιωτικῷ νοσοκομείῳ τῶν Ἀθηνῶν καὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 81,089.82 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 178–779). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Ἀμαλιάδος, παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφίσῃ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ δήμου Τροπαίων, παρακαλοῦντος, ἵνα ὁρισθῶσιν ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ Γορτυνίας τὰ Λαγκάδια. Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Βονίτσης, παρακαλούντων, ὅπως ἡ Ἀκαρνανία ἀποτελέσῃ ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν.
§2ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ συστηθῇ ἰδιαιτέρως ἡ αἴτησις αὕτη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ἀνακοινῶ ὑπόμνημα τοῦ πρώην νομάρχου Κ. Καλαμίδα περὶ διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Καρδίτσης, καταδίκων, αἰτουμένων, ἵνα λογισθῇ ὡς χρόνος φυλακίσεως ὁ χρόνος τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, χαρισθῇ δὲ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ τέταρτον τῆς ποινῆς. Αἴτησιν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Τρικκάλων καταδίκων, ἐξαιτουμένων, ἵνα χαρισθῇ αὐτοῖς τὸ τέταρτον τῆς ποινῆς.
§4Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν αἴτησιν ταύτην, ὑποβάλλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἑξῆς. Μερικοὶ κατάδικοι ἐκ τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰς φυλακὰς Τρικκάλων καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Θεσσαλίας εἶχον προσέλθει αὐτοθελήτως, εἶναι δὲ οὗτοι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν, ὅτε αὗται ἐγκατελείφθησαν ἄνευ στρατιωτικῆς δυνάμεως. Τελευταῖον ἐλήφθη τὸ μέτρον, ὅπως εἰς τοὺς ἑκουσίως προσερχομένους χαρισθῇ τὸ τέταρτον τῆς ποινῆς, ὅπερ καὶ ἐγένετο, πρὸς τοῦτο δὲ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ἐκθέσεις τοιαῦται περὶ ἑκουσίας προσελεύσεως. Κατὰ τὴν σύνταξιν ὅμως τῶν ἐκθέσεων τούτων, ὅπως γνωρίζουν οἱ κύριοι Βουλευταί, λαμβάνουν χώραν πολλαὶ καταχρήσεις, διότι πολλάκις οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν σύλληψιν τῶν φυγοδίκων ἢ καταδίκων ἔχουν συμφέρον νὰ παριστῶσι τὰ πράγματα ἄλλως παρ’ ὅ,τι ἔλαβε χώραν, καὶ ἐνῷ πολλοὶ τῶν καταδίκων τούτων εἶχον προσέλθει καὶ ἦσαν ἐντὸς τῆς πόλεως, συνετάχθη ἐναντίον τῶν ἔκθεσις, ὅτι συνελήφθησαν, καὶ ἔβλεπέ τις τὴν ἄλλην ἡμέραν, ὅτι συνελήφθη ὁ δεῖνα κατάδικος ἢ φυγόδικος, καὶ οὕτω καθεξῆς. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν, εἰς πάντας τούτους νὰ χαρισθῇ τὸ ἓν τέταρτον τῆς ποινῆς, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη προσέλευσις, ἐκτὸς σπανίων ἐξαιρέσεων, ὅταν τις ἐγνωσμένως καὶ ἀποδεδειγμένως ἐκ τούτων περιέπεσεν εἰς ἔγκλημα μετὰ τὴν τοιαύτην προσέλευσιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν αἴτησιν ταύτην, διότι εἶναι λίαν δεδικαιολογημένη. Ἐκτὸς δὲ τούτου συνέβη καὶ τὸ ἑξῆς ἄδικον, κατ’ ἐμὲ, καὶ παράλογον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς καταδίκους τοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὑπάρχει χρονικόν τι διάστημα ἀπὸ τῆς εἰσβολῆς τῶν Τούρκων ἐν Θεσσαλίᾳ μέχρι τῆς νεωτέρας ἐγκαταστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπολογίζεται εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ἀποτινομένης ποινῆς. Φρονῶ, ὅτι εἶναι νόμιμον καὶ πολὺ δίκαιον, ὁ χρόνος οὗτος νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν ποινήν των, διότι βεβαίως οὔτε πταίουσιν αὐτοὶ, οὔτε στηρίζεται ἐπὶ νόμου τινὸς τὸ νὰ λέγῃ τις εἰς αὐτοὺς, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἀρχαὶ, ἄρα πρέπει τώρα νὰ ἔλθωσι ν’ ἀποτίσωσι ποινὴν, τὴν ὁποίαν ἀπέτισαν, διότι ὁ χρόνος αὐτὸς βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς βάρος τῶν καταδίκων. Καὶ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡσαύτως ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου καταδίκων, ζητούντων χάριν. Ἀναφορὰν τοῦ Γρηγορίου Μπούκη, παραπονουμένου κατὰ τοῦ ἀστυνόμου τοῦ Βʹ τμήματος, διότι παρεμποδίζει αὐτὸν νὰ ἐκποιήσῃ τὰ ἐμπορεύματά του διὰ κήρυκος. Αἴτησιν τοῦ Β. Βασιλάκου, πρώην τηλεγραφοφύλακος, παρακαλοῦντος, ὅπως χορηγηθῇ αὐτῷ χρηματικὸν βοήθημα.
§6Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Παπαγιαννακόπουλος εἶχεν ὑποβάλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Πρὸ δύο καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν εἶχε καταρτισθῇ καὶ ὑπογραφῆ σύμβασις μεταξὺ τοῦ δήμου Πατρέων καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν περὶ κατασκευῆς ἱπποσιδηροδρομικῶν τινων γραμμῶν ἐν Πάτραις. Ἡ σύμβασις εἶχεν ἀνάγκην νομοθετικῆς κυρώσεως, ἀνεγράφη δ’ ἐν αὐτῇ ὁ ἀνατρεπτικὸς ὅρος, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἔγκρισιν εἴτε ἐν τῇ ὑφισταμένῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὑπογραφῆς συνόδῳ, εἴτε ἐν τῇ ἑπομένῃ. Δυστυχῶς οὔτε κατὰ τὴν μίαν οὔτε κατὰ τὴν ἄλλην σύνοδον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐν λόγῳ σύμβασις, οὕτω δὲ ἡ Τράπεζα διισχυρίζεται ἤδη, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἐξεμηδενίσθη αὕτη καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν οὐδεμίαν ἐξ αὐτῆς φέρει ὑποχρέωσιν. Ἄν τῳόντι οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἐθυσιάσθησαν πολύτιμα δικαιώματα τῆς πόλεως Πατρῶν, ἵνα ἀποδειχθῇ μίαν ἔτι φορὰν, ὅτι ἀσύγγνωστον ἐπεδείξαντο αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἀστοργίαν εἰς τὰ γενικὰ καὶ ζωτικὰ τῆς πόλεως ταύτης συμφέροντα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν σύμβασιν καὶ πάντα τὰ σχετικὰ πρὸς ταύτην ἔγγραφα, ὅπως, ἐπ’ αὐτῶν ἐρειδομένη ἡ Βουλὴ, μορφώσῃ ἀκριβῆ γνώμην περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις ἀπίστευτον ἀληθῶς ἐπεδείξατο ὀλιγωρίαν περὶ τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκπλήρωσιν τῶν ἑαυτῆς καθηκόντων.» Καταθέτω ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, νομίζω δὲ, ὅτι ὑπάρχει χρόνος πρὸς ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως, καὶ ὅτι δυνάμεθα κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν σύνοδον νὰ ὑποβάλωμεν τὴν σύμβασιν ταύτην πρὸς ἔγκρισιν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι διαφωνίαι τινὲς ὡς πρὸς ὅρους τινὰς τῆς συμβάσεως, αἱ ὁποῖαι πιστεύω νὰ ἐξομαλυνθῶσι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, καὶ τότε θέλει ὑποβληθῆ ἡ σύμβασις. Ἐν τούτοις δύναται καὶ ὁ ἐπερωτήσας κ. Βουλευτὴς καὶ εἴ τις ἄλλος νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλων τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· παρακαλῶ ὅμως νὰ ἐπιστραφῇ ἡ σύμβασις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῆς. Ὁ ἐκ Βόλου βουλευτὴς κ. Τοπάλης ἐζήτησεν, ὅπως κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ μηχανικοῦ Καντᾶ, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν σιδηρόδρομον Πηλίου. Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν ταύτην. Ἐπίσης καταθέτω τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας περὶ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς– Λαρίσης. Ἐν τοῖς σημειώμασι, τὰ ὁποῖα κατατίθενται, εὑρίσκονται ὅλαι αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφορῶσιν αἱ πληροφορίαι εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης;
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα, ἀφορῶσιν εἰς τὰς γενομένας δαπάνας διὰ τὴν κατασκευήν. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι περὶ τῶν δαπανηθέντων ποσῶν διὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐξετελέσθησαν. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Σταυρόπουλος ἐζήτησεν, ὅπως δοθῶσι πληροφορίαι τινὲς σχετικῶς πρὸς τὴν ἑταιρείαν τῶν τροχιοδρόμων. Καταθέτω σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρίσκεται ἀπάντησις εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπηρώτησεν. Ἕτερος Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν διαφόρων κληροδοτημάτων. Ἡ ἐργασία περὶ τῶν κληροδοτημάτων γίνεται ἤδη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαιτεῖ ὅμως χρόνον τινὰ, ὅπως ἔλθῃ εἰς πέρας· ὅταν περατωθῇ, θὰ δημοσιευθῇ εἰς ἰδιαίτερον τεῦχος, τὸ ὁποῖον θέλω καταθέσει εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§9ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες διαχειρίζονται τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα ὅλα δυστυχῶς εὑρίσκονται εἰς κακὴν κατάστασιν.
§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου πληροφορίαι ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν περὶ τῶν διαφόρων κληροδοτημάτων. Μόλις ἀποσταλῶσι, θὰ δημοσιευθῇ τεῦχος, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ περιλαμβάνωνται ὅλαι αἱ αἰτηθεῖσαι πληροφορίαι.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ, ἵνα τυπωθῇ ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθηκε πρὸ μικροῦ περὶ τῶν γενομένων δαπανῶν πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν.
§12ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 179 (α), ἐν τέλει τοῦ τεύχους).
§14Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἀνήγγειλα τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου, ἀφορῶντος εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1898 Β. Διατάγματος περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ εἰσαχθέντων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ξενικῆς κατοχῆς ἐμπορευμάτων καὶ περὶ παραχωρήσεων, ὅσας ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν ἀναγκαίας ὑπὲρ τῶν κατόχων τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, ἕνεκα τῶν ἰδιαιτέρων συνθηκῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἔτη. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σήμερον.
§15Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ζητεῖται ἡ κύρωσις τοῦ διατάγματος διὰ τοῦ νομοσχεδίου;
§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ κύρωσις τοῦ διατάγματος τούτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παρέχονται εὐκολίαι τινὲς καὶ ἀνακουφίσεις ἢ μᾶλλον ἀπαλλαγαὶ εἰς τοὺς κατόχους τῶν ἐμπορευμάτων κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ σᾶς ἐξηγήσω. Ὡς εἶπον καὶ ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει, οἱ κάτοχοι τῶν ἐμπορευμάτων διῃρέθησαν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς κατόχους ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα οὗτοι ἠξίουν, ὅτι εἶχον ἐν τῇ κατοχῇ των κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐπῆλθεν ἡ ξενικὴ κατοχή, καὶ εἰς κατόχους ἐμπορευμάτων, τῶν ὁποίων δὲν ἠμφισβητήθη ἡ εἰσαγωγὴ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, καὶ τὰ ὁποῖα ἐν μέρει μὲν ἐδόθησαν εἰς ἀνάλωσιν, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ εἶναι ἐναποτεταμιευμένα εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς διαμετακομίσεως. Αἱ τελωνιακαὶ ἀρχαὶ αἱ ἁρμόδιαι, καθ’ ὃ εἶχον ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα, ἐπελήφθησαν τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ἠξίουν οἱ ἔμποροι ὡς εὑρισκόμενα ἐν τοῖς καταστήμασιν αὑτῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἐπῆλθεν ἡ ξενικὴ κατοχή. Καὶ ὡς πρός τινα μὲν ἐξ αὐτῶν αἱ ἀρχαὶ εὗρον, ὅτι τοῦτο βεβαιοῦται ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν προσαχθέντων, καὶ παρέδωκαν εἰς τοὺς κατόχους, ἵνα ἔχωσι τὴν ἐλευθέραν αὐτῶν διαχείρισιν, ὡς πρὸς τὰ πλεῖστα ὅμως ἐξ αὐτῶν εὗρον τὰς ἀποδείξεις τὰς προσενεχθείσας ἀνεπαρκεῖς, καὶ προῆλθον εἰς τὴν σύνταξιν πρωτοκόλλου ἐπὶ παραβάσει τοῦ τελωνιακοῦ νόμου, προέβησαν δὲ καὶ εἰς ἔκδοσιν ἀποφάσεων, τῶν ὁποίων αἱ πλεῖσται ἐξεκλήθησαν ἐνώπιον τῆς ἐκ νομικῶν συμβούλων ἐπιτροπῆς. Ὁ τελώνης Βόλου ἐξέδωκεν 157 ἀποφάσεις, ὧν τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 179 χιλιάδας δραχμὰς, ὁ δὲ τελώνης Λαρίσης 18, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δρ. 19,028· ὑπάρχουσιν ὅμως ἐν τῷ τελωνείῳ Βόλου ἐκκρεμῆ πρωτόκολλα, ὧν 9 μὲν ἀφορῶσιν εἰς καταλογιστέον τέλος ἐκ δραχμῶν 24,000, τῶν δὲ λοιπῶν τοιούτων δὲν ἐπερατώθη εἰσέτι ἡ ἐξέλεγξις· ἐν ὅλῳ τὰ τέλη, ἅτινα κατελογίσθησαν εἰς βάρος τῶν κατόχων τῶν ἐμπορευμάτων τῆς κατηγορίας ταύτης, ἀνέρχονται εἰς 223,000 δρ. Ἐκ τούτων εἰσεπράχθησαν μόνον 7,547 δρ. ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ τελώνου Βόλου, καὶ 180 δρ. ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ τελώνου Λαρίσης. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐγένετο εἰς ἐμὲ ἡ παράστασις ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐξ ἐμπόρων Θεσσαλῶν, εὗρον ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτῶν, ὅτι κατεῖχον τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα καθ’ ὃν χρόνον ἐπῆλθεν ἡ ξενικὴ κατοχὴ, ἦτο ἐξελέγξιμος. Μετεκάλεσα ἐνταῦθα τὸν τελώνην ἰδίως Βόλου, ὁ ὁποῖος ἐξ ὑπαρχῆς εἶχεν ἐπιληφθῆ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἐξ ὅσων οὗτος μοὶ εἶπε καὶ ἐξ ὅσων ἔλαβον πληροφοριῶν καὶ παρ’ ἄλλων ὑπαλλήλων, ἐπείσθην, ὅτι, καὶ ἐὰν οἱ κάτοχοι τῶν ἐμπορευμάτων τούτων δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἠξίουν ὡς εὑρισκόμενα ἐν τοῖς καταστήμασιν αὐτῶν καθ’ ὃν χρόνον ἐπέσκηψεν ἡ τουρκικὴ κατοχὴ, διετηροῦντο αὐτούσια, οὐχ ἧττον ἀπέδειξαν, ὅτι εὑρίσκοντο ἐν τῇ κατοχῇ ἐμπορευμάτων ὁμοίων κατά τε τὸ εἶδος, τὸ ποσὸν καὶ τὴν ποιότητα, ἠναγκάσθησαν δὲ, ἐπελθούσης τῆς ξενικῆς κατοχῆς, νὰ τὰ παραδώσωσιν εἰς ἀνάλωσιν, ἐπὶ τιμῇ ὅμως ἀσυγκρίτως κατωτέρᾳ καὶ ἐπὶ ἀπωλείᾳ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθησαν, ὅτε τὸ πρῶτον τὰ εἰσήγαγον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπέλαβον, ὅτι καὶ ἐπιεικὲς καὶ δίκαιον εἶναι νὰ ἀπαλλαγῶσιν οὗτοι παντὸς τέλους καὶ δικαιώματος, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, προτείνεται ἡ ἀπαλλαγὴ τούτων, καὶ ἡ ἀκύρωσις τοῦ τε πρωτοκόλλου καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν τε τελωνιακῶν ἀρχῶν καὶ τῆς ἐκ νομικῶν συμβούλων ἐπιτροπῆς. Ὡς πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν ἑτέραν κατηγορίαν, εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐμπορευμάτων, τῶν ὁποίων δὲν ἀμφισβητεῖται ἡ εἰσαγωγὴ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ξενικῆς κατοχῆς, προεβλήθη εἰς ἐμὲ ἡ παράστασις, ὅτι οἱ κάτοχοι τῶν τοιούτων ἐμπορευμάτων ὑπεβλήθησαν εἰς ἐκτάκτους ζημίας, τὸ μὲν διότι ἐστερήθησαν τοῦ τόκου τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα εἶχον καταβληθῆ πρὸς ἀγορὰν τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, τὸ δὲ, διότι ὑπεβλήθησαν ἐπίσης εἰς φθορὰν τῶν ἐμπορευμάτων ἕνεκα τῆς μετακινήσεως τῆς ἐπανειλημμένης εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἐναποταμιεύσεως καὶ τῆς εἰσόδου καὶ ἐξόδου αὐτῶν· πλὴν δὲ τούτου μοὶ παρεστάθη, ὅτι διὰ τὰ ἐμπορεύματα, τὰ τελωνισθέντα ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τῆς ξενικῆς κατοχῆς, ὑπεβλήθησαν, πλὴν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, καὶ εἰς τοπικά τινα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῶσι, λιμενικὰ, μωλικὰ καὶ ἄλλα. Ὡς πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ἐμπορευμάτων τῆς κατηγορίας ταύτης, ἐπίσης ὑπέλαβον, ὅτι εἶναι καὶ δίκαιον καὶ ἐπιεικὲς νὰ γένηται μία ἔκπτωσις 12% ἐπὶ τῶν εἰσπρακτέων τελῶν. Αὐταὶ εἶναι αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ὡς πρὸς τὸ θέμα ὅμως, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάπτυξιν ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης πρότασις νόμου περὶ ἀκυρώσεως τοῦ διατάγματος, πρὸ παντὸς μὲν ἡ εἰσηγητικὴ τῆς προτάσεως ἐκείνης ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης καὶ ἡ εἰς ἐπικουρίαν ταύτης ἐλθοῦσα ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, νομίζω, ὅτι ἐπικαίρως δύναται νὰ συζητηθῇ, καθ’ ὃν χρόνον θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Παρακαλῶ δέ, κ. Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως συζητηθῇ κατὰ τὴν προσεχῆ Πέμπτην, ἣν ὥρισεν ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς του.
§17Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ κρίνωμεν κατὰ πόσον ἔχουσι δίκαιον οἱ ἔμποροι Βόλου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἑξῆς πίνακας. Τίνες ποσότητες ἐμπορευμάτων καὶ ἰδίως ἀποικιακῶν, κυρίως καφὲ καὶ ζακχάρεως, εἰσήχθησαν κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1894, 1895 καὶ 1896, καὶ τίνες κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τοῦ ἔτους 1897. Προσέτι δέ, ποῖοι εἶναι οἱ κάτοχοι μεγάλων ποσοτήτων ἐκ τῶν ἐμπορευμάτων αὐτῶν, καὶ ἰδίως ἐὰν οἱ εἰσαγαγόντες μεγάλα ποσὰ ἐξ αὐτῶν ἦσαν ἔμποροι ἀποικιακῶν καὶ πρότερον ἢ κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκικῆς κατοχῆς ἐδημιουργήθησαν ἔμποροι ἀποικιακῶν.
§18Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως ἐγγράφως ὑποβάλητε τὰς ἐρωτήσεις σας. Ὡς γινώσκει ἡ Βουλή, ἡ Κυβέρνησις πάντοτε ἐπεδίωξε τὴν εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους ὑπαγωγὴν πασῶν τῶν ἁλικῶν, προσέκρουσεν ὅμως ἀπέναντι τῶν νόμων τῶν ὑφισταμένων ἐν Ἑπτανήσῳ ὡς πρὸς τὴν εἰδικὴν διαχείρισιν τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ ἁλικῶν, διότι κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου κρατοῦντας, τὸ προϊόν τῶν ἁλικῶν προωρίζετο κατὰ διάφορον τρόπον εἰς ἑκάστην νῆσον, ἡ τιμὴ δ’ ἐπίσης παρήλλασσε. Κατωρθώθη νὰ ἐπέλθῃ ἐξομοίωσίς τις ὡς πρὸς τὰς ἁλικὰς Λευκάδος διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1877, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ ἁλικαὶ τῆς Λευκάδος ὑπήχθησαν εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους καὶ διαχειρίζονται καθ’ ὃν τρόπον καὶ αἱ ἄλλαι ἁλικαί, ἀνέλαβεν ὅμως τὸ Δημόσιον ὡρισμένας ὑποχρεώσεις καὶ ὡς πρὸς τὸ χορηγητέον ποσὸν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς νήσου ταύτης καὶ ὡς πρὸς τὰς χορηγίας, αἵτινες ἐγένοντο ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῆς καταναλώσεως τοῦ ἅλατος εἰς τὴν Λευκάδα, τὴν Κεφαλληνίαν καὶ Ἰθάκην. Ἀπομένουσι δὲ αἱ ἁλικαὶ Ζακύνθου, Κερκύρας καὶ Κυθήρων ὑπὸ τὸ πρὸ τῆς ἑνώσεως καθεστώς. Αἱ τελευταῖαι, αἱ ἐν Κυθήροις, δὲν παρουσιάζουσι σπουδαιότητά τινα, καίτοι καὶ περὶ αὐτῶν εἶναι δυνατὸν προσεχῶς νὰ κατορθώσω νὰ ὑποβάλω ἴδιον νομοσχέδιον. Ὡς πρὸς τὰς τῆς Κερκύρας ἐπίσης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ἡ ἄμεσος μετὰ τῶν ἐκπροσωπούντων τὴν ἐγχώριον διαχείρισιν τῆς Κερκύρας συνεννόησις, ἐλπίζω ὅμως καὶ αὕτη νὰ κατορθωθῇ προσεχῶς· κατωρθώθη ὅμως συνεννόησις μετὰ τῶν ἐκπροσωπούντων τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα τῆς Ζακύνθου, ὑπὲρ ὧν προορίζεται τὸ ἐκ τοῦ ἅλατος ποσόν. Ἐζήτησα, ποῖον ποσὸν διατίθεται ὑπὲρ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, καὶ εὗρον ὅτι τοῦτο παραλλάσσει ἀπὸ 15,000 μέχρι 25,000 καὶ 28,000· ἀλλὰ πλὴν τούτου, μοὶ παρεστάθη, ὅτι πολλάκις παρουσιάσθησαν δυσχέρειαι περὶ τὴν διάθεσιν τοῦ προϊόντος τῆς ἁλικῆς, ἕνεκα δὲ τούτου περιῆλθον τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα εἰς χρηματικὰς στενοχωρίας. Ὑπέλαβον, ὅτι ἄνευ ζημίας τοῦ Δημοσίου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῶσιν αἱ ἁλικαὶ Ζακύνθου εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους, ν’ ἀναλάβῃ δὲ τὸ Δημόσιον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πωλῇ τὸ ἅλας, ἐπὶ τιμῇ ὅμως κατά τι ἀνωτέρᾳ τῆς σήμερον κρατούσης, ἵνα τὸ εἰσπραχθησόμενον ἐκ τῆς κατὰ τι ηὐξημένης τιμῆς τοῦ ἅλατος χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. Ὑπολογίζω, ὅτι, ἐὰν ἐν Ζακύνθῳ καταναλίσκηται κατ’ ἔτος ποσὸν ἅλατος 1,000,000 ὀκάδων πρὸς 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, θὰ ἔχωμεν πρόσοδον 50,000 δραχμῶν, καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν 18,000 διὰ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας καὶ διαχειρίσεως, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως δίδωμεν κατ’ ἔτος 32,000 δραχμὰς εἰς τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἅλας σήμερον πωλεῖται πρὸς μόνον 3 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ηὔξησα τὴν τιμὴν εἰς 5 λεπτά, ἵνα, χωρὶς νὰ κερδήσῃ τι τὸ Δημόσιον, ἔχωμεν τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον ὑπὲρ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. Ὡς πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος, γνωρίζετε, ὅτι πρὸ τῆς ἑνώσεως ἴσχυε νόμος, καθ’ ὃν δὲν ἠδύνατο νὰ πωλῆται τὸ ἅλας ἄνω τῶν 3 λεπτῶν, ἀλλὰ χάριν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀνεβίβασε τὴν τιμὴν μέχρι 4 λεπτῶν. Ἐνόμισα, ὅτι, ἐὰν πρὸς ἓν λεπτὸν ἐπὶ πλέον διατιμηθῇ τὸ ἅλας, ἐὰν ἡ τιμὴ αὕτη πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ μόνον χάριν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, δὲν θέλουσιν οἱ κάτοικοι τῆς Ζακύνθου διὰ τὴν μικρὰν ταύτην αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος παραπονεθῆ. Λαμβάνει προσέτι τὴν ὑποχρέωσιν τὸ Δημόσιον, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ποσὸν τοῦ ἅλατος δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει, νὰ χορηγῇ τοιοῦτον ἐκ τῶν ἄλλων ἁλικῶν τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ. Ἀναλαμβάνει προσέτι τὸ Δημόσιον τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα μὴ ἀφαιρεθῇ ἡ ἐργασία ἀπὸ τῆς νήσου, νὰ καλλιεργῇ τὴν ἁλικὴν Ζακύνθου, ἐκτὸς ἐὰν καιρικαὶ περιστάσεις δὲν ἤθελον ἐπιτρέψει τὴν καλλιέργειαν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ σκοπὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορῶ, εἶναι νὰ προλάβω τὴν λαθρεμπορίαν, ἥτις τελεῖται ἐκ τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου, περιορίζεται τὸ ποσὸν τοῦ ἅλατος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κατέχῃ πᾶς τις τῶν ἐν τῇ νήσῳ οἰκούντων. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ καθοριζόμενον εἶναι ἐπαρκές. Νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἐξασφαλίζεται ἡ συντήρησις τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων Ζακύνθου, καὶ τὸ Δημόσιον ἀπαλλάσσεται τῆς λαθραίας εἰσαγωγῆς τοῦ ἅλατος, ἰδίως εἰς τὰς παρακειμένας ἀκτὰς τῆς Πελοποννήσου, καὶ τρίτον ἐξασφαλίζεται ὁπωσδήποτε ἡ ποσότης τοῦ ἅλατος, ἥτις εἶναι ἀναγκαία εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Ζακύνθου καὶ πρὸς χρῆσιν αὐτῶν καὶ πρὸς ἁλατισμὸν τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν.
§19ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου κατὰ τὴν συζήτησιν.
§20Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε τὴν ἄμεσον τύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως ἀναγραφῇ αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ συζητηθῇ, διότι ἐπίκειται ὁ καιρὸς τῆς καλλιεργείας.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 180–181).
§22ΙΩΑΝ. ΡΟΥΦΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ καταθέσω πρότασιν νόμου, ἀφορῶσαν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν λιμένων τῆς ἐξαγωγῆς τῆς ξηρᾶς σταφίδος, τῆς προσδιωρισμένης διὰ τὴν ἀλλοδαπήν. Ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ νόμου περιλαμβάνεται ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναβιοῖ ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, δι’ οὗ προσδιορίζεται ἡμέρα ἐνάρξεως τῶν φορτώσεων. Ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη τύχῃ τῆς ὑμετέρας ἐπιδοκιμαστικῆς ψήφου, ἀπεκδέχομαι μεγάλα τὰ ὀφέλη τοῦ Κράτους, διότι, ὡς σήμερον γίνονται αἱ φορτώσεις, εἰς πάντα ὅρμον, εἰς πάντα λιμενίσκον, ἡ λαθραία ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνει, ἐπὶ ζημίᾳ μεγάλῃ τοῦ Δημοσίου. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ καιροῦ ἀντελήφθη τὸ τοιοῦτον, καὶ ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, ἄνευ ὑπάρξεως νόμου, περιώρισε τοὺς λιμένας τούτους. Οἱ πράκτορες δὲ ἐν Πάτραις διὰ συμβολαίου, ἐπὶ ποινικῇ ῥήτρᾳ, ἀπεφάσισαν νὰ μὴ στέλλωσι πλέον τὰ ἀτμόπλοια νὰ φορτώνωσιν εἰς λιμένας μικρούς. Ὥστε πρόκειται περὶ νομοθετικῆς κυρώσεως τῶν καθεστώτων· ὅπως μὴ διαρρηχθῇ δὲ τὸ συμβόλαιον τοῦτο, προτείνω νὰ καθιερωθῇ τοῦτο διὰ παντός. Ὄχι δὲ μόνον τὸ Δημόσιον θέλει ὠφεληθῆ, ἀλλὰ καὶ ἡ ναυτιλία, ἡ μικρὰ ἱστιοφόρος, ἡ φθίνουσα, θέλει ἐμψυχωθῆ. Καὶ τοῦτο, διότι ἅπας ὁ σταφιδόκαρπος, ὁ ἤδη φορτωνόμενος εἰς τὰς ἀγόνους ταύτας παραλίας, θὰ μεταφέρηται εἰς τὰ κέντρα τὰ μεγάλα διὰ τῆς μικρᾶς ἱστιοφόρου ναυτιλίας. Ἐπίσης δὲ θὰ δοθῇ ζωὴ εἰς τὰ κέντρα τὰ μεγάλα, καὶ τὰ ὁποῖα εὐημεροῦντα καθιστῶσιν εὐημέρους καὶ πάσας τὰς πέριξ αὐτῶν χώρας.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 182).
§24Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, λόγος ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς φορολογίας, εἰς ἣν ὑποβάλλονται οἱ ἐπὶ ἡμερομισθίῳ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρείας τοῦ τροχιοδρόμου Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων. Οἱ ὁμιλήσαντες κύριοι συνάδελφοι ἀνέπτυξαν ὁπωσδήποτε διὰ μακρῶν τοὺς λόγους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐσκέπτοντο, ὅτι ἡ φορολογία τῶν ἐπιτηδευματιῶν τούτων δὲν βασίζεται εἰς τὰ κείμενα τῶν νόμων. Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀνέλαβε νὰ ἀνασκευάσῃ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἡ δὲ Βουλὴ παρεκάλεσε τὸν νῦν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ ἐπὶ τῆς τοιαύτης φορολογίας. Ἀναγνωρίζων τὴν περὶ τοὺς οἰκονομικοὺς νόμους ἱκανότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πιστεύω, ὅτι θέλει ἐντὸς βραχέος χρόνου πληροφορήσει τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ νομίμου ἢ μὴ νομίμου τῆς φορολογίας ταύτης, καθόσον εἶναι γενικὴ ἀρχὴ φορολογικὴ καὶ οἰκονομικὴ, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον οἱ φόροι εἰσπράττονται ἀκόπως, ἐφ’ ὅσον οἱ φορολογούμενοι ἔχουσι πεποίθησιν, ὅτι δικαίως φορολογοῦνται. Πολυάριθμος ὁμὰς πολιτῶν ὑπέβαλον περὶ τούτου παράπονα δι’ ὑπομνήματος εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἔχω τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐὰν δὲ δὲν ἦναι δυνατὸν σήμερον νὰ δοθῶσιν αἱ αἰτούμεναι πληροφορίαι, κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος ὑποθέτω ὅτι θὰ ἦναι εἰς θέσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰς πληροφορίας νὰ δώσῃ καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, δυνάμει τῶν ὁποίων ἡ εἰρημένη φορολογία ἐπεβλήθη, νὰ καταθέσῃ.
§25Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀναφορὰν 200 καὶ πλέον συμπολιτῶν μου, παραπονουμένων ἐναντίον τῆς ἀστυνομίας Πατρῶν. Ἐν αὐτῇ περιγράφουσι διὰ τῶν μελανωτέρων χρωμάτων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν πλήρη ἀνεπάρκειαν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων πρὸς περιφρούρησιν τῆς ζωῆς, περιουσίας καὶ ἰδιοκτησίας τοῦ πολίτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰς ἀναριθμήτους βιαιοπραγίας καὶ κακώσεις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐναντίον παντὸς φιλησύχου πολίτου ὅλως ἀναιτίως. Ὅσοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀνεγνώσατε τὰ ἀπόκρυφα τῆς ἱερᾶς Ἐξετάσεως, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐφήρμοσαν ἅπαντα τὰ βασανιστήρια ἐκείνης εἰς τοὺς φορολογουμένους καὶ φιλησύχους συμπολίτας μου. Συνεπῶς θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως, ἀφοῦ λάβῃ γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, μεριμνήσῃ διὰ συντόνων μέτρων πρὸς κατάπαυσιν τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ πρόληψιν ἐνδεχομένων συγκρούσεων τῶν πολιτῶν μετὰ τῆς ἀστυνομίας, θὰ παρακαλέσω δὲ πρὸς τούτοις αὐτὸν, ὄχι μόνον ν’ ἀντικαταστήσῃ πάντα τὰ ἀνώτερα, εἰ δυνατὸν, ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἀλλὰ καὶ νὰ σταλῇ ἀνώτερος ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος, ὅπως, ἐὰν ἔχωνται ἀληθείας τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ περιγραφόμενα, τιμωρήσῃ ἀμειλίκτως τοὺς δράστας τοῦ βιαιοπραγιῶν καὶ κακώσεων τούτων.
§26Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας τριῶν ἐτῶν εἰς ἕνα ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Πρό τινων ἡμερῶν ἐψηφίσθη νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐχορηγήθη εἰς ἕνα τῶν ἀρεοπαγιτῶν ἄδεια τριῶν ἐτῶν, ὅπως ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν ἐν Κρήτῃ. Τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἔχει καὶ τὸ ἤδη ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι παρὰ τῇ Α. Β. Ὑψηλότητι τῷ πρίγκιπι Γεωργίῳ ὑπηρετεῖ εἷς τῶν προξενικῶν ὑπαλήλων, ὅστις δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς ἀπεσπάσθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πρίγκιπος. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐκανόνισε προσωρινῶς τὴν θέσιν τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου διὰ Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐκανονίσθησαν αἱ ἀποδοχαί του, καὶ δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς, δι’ ἧς διετάχθη νὰ μεταβῇ εἰς Κρήτην. Ἐνομίσαμεν πρέπον τὴν θέσιν ταύτην νὰ κανονίσωμεν διὰ μίαν τριετίαν.
§27ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Θὰ μείνῃ κενὴ εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ τῶν τριῶν ἐτῶν ἡ θέσις, ἣν κατεῖχε μέχρι τοῦδε ὁ περὶ οὗ πρόκειται προξενικὸς ὑπάλληλος;
§28ΡΩΜΑΝΟΣ. Περὶ τούτου θ’ ἀπαντήσω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εὑρίσκωνται εἰς τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τακτοποιήσῃ τὴν θέσιν αὐτῶν.
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλήφθη πρόνοια.
§31ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἔφερεν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν προσκόλλησιν ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πρίγκιπος Γεωργίου. Τὰ σχετικὰ ἔγγραφα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴς ἐζήτησε πίνακα σχετικὸν πρὸς τὰς δαπάνας, τὰς γενομένας διὰ τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐστάλη εἰς Κωνσταντινούπολιν πρὸς διαπραγμάτευσιν τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ὁριστικῆς συνθήκης καὶ τῶν πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῆς προσωρινῶν συμβάσεων. Τοὺς πίνακας τούτους ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλλήν. Ἐκ τῶν πινάκων τούτων ἐμφαίνεται, ὅτι ἀπὸ τῆς 2 Ὀκτωβρίου 1897 μέχρι τέλους Μαρτίου 1899 ἐδαπανήθησαν ἐν ὅλῳ δι’ ἀποζημιώσεις δραχμαὶ 156,979 καὶ φράγκα χρυσᾶ 27,952. Ἡ χορήγησις τῶν ἀποζημιώσεων ἔπαυσεν ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν.
§32ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νομίζω καλὸν νὰ τυπωθῇ αὐτὸς ὁ πίναξ.
§33ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρὸς τούτοις ὑποβάλλω καὶ πίνακα, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς Βονίτσης ἐζήτησε, διὰ τὰς δαπάνας, αἵτινες ἐγένοντο διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἀποσπασθέντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ πρίγκιπος Γεωργίου, καὶ αἵτινες ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 17,600.
§34ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§35ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου...
§36ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, κανονίσατε τὴν συζήτησιν. Ἐζήτησα τὸν λόγον.
§37ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Σχετικὸν δὲν ὑπάρχει.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν ἐγγεγραμμένων εἶναι δικαίωμα νὰ λάβωσι τὸν λόγον.
§39ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Δύο λέξεις μόνον. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πρῶτον διὰ ποίους λόγους μετετέθη ἐκ Ζακύνθου ὁ ἀστυνόμος κ. Στρατάκος, καὶ δεύτερον διὰ ποίους λόγους ὁ ἀστυνόμος οὗτος συνέλαβε τὸν πολίτην Σκοπιώτην Μόρφην.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 183).
§41ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σχετικῶς πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν προσεκόμισεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βονίτσης, φρονῶ, ὅτι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων, ἐὰν ἐπ’ αὐτῶν πρόκειται νὰ στηριχθῇ συζήτησις, ὅπως τινὲς τῶν κ. συναδέλφων ἐδήλωσαν, πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλαι τινὲς πληροφορίαι, διότι ἐκ τοῦ κατατεθέντος πίνακος φαίνονται μόνον αἱ δαπάναι, αἱ γενόμεναι ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἡ διαπραγμάτευσις τῆς προξενικῆς συμβάσεως, ἐπειδὴ δὲ ἔν τινι ἐφημερίδι ἐδημοσιεύθησαν πίνακες ἢ ποσὰ, ἐκ τῶν ὁποίων ἐφάνη, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε δαπάνη τοῦ Κράτους διὰ τὰς πρὸς τὸ ὅμορον Κράτος διαπραγματεύσεις ἀνῆλθεν εἰς 400,000 δραχμῶν καὶ ἡ ἐντύπωσις αὕτη μένει εἰς τὸ κοινὸν καὶ εἰς τοὺς κ. συναδέλφους, διὰ τοῦτο πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ πίνακος νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῇ καὶ πίναξ, περιλαμβάνων τὸ προσωπικὸν τῆς ἐκτάκτου ἀποστολῆς, ὁποῖον κατηρτίσθη κατὰ τὴν σύστασιν αὐτῆς, τουτέστι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1897, καὶ ὁποῖον παρέμεινε διαρκουσῶν τῶν περὶ εἰρήνης διαπραγματεύσεων, μετὰ σημειώσεως καὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη καθ’ ὅλας τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἀπέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι, ὡς πρὸς τὰς ἄλλας δαπάνας, αὗται δύνανται τρόπον τινὰ νὰ θεωρηθῶσιν ὅλως μάταιαι, ἀφοῦ ἀποτέλεσμα δὲν ἐπῆλθεν ἔτι. Εἰς τὸν πίνακα δὲ τοῦτον πρέπει νὰ περιλαμβάνηται καὶ ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου τῶν προσώπων, τῶν ἀποτελεσάντων τὴν ἔκτακτον ἀποστολὴν, διότι σημειοῦνται ἐν τῷ διατάγματι τῷ κατατεθέντι εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν μετέσχον τῆς ἀποστολῆς, οὔτε ἐμισθοδοτήθησαν, οὔτε ἀπεζημιώθησαν. Π. χ. ὡς Γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς, διωρίσθη τὸ πρῶτον ὁ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Νάζος, ἀλλ’ ὁ κ. Νάζος δὲν μετέθη εἰς Κωνσταντινούπολιν μετὰ τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ ἕνεκα λόγων ὑγείας, τοὺς ὁποίους ἐξετίμησεν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, καὶ ἀπήλλαξεν αὐτὸν τῆς ἐντολῆς ἐκείνης. Ἐν τούτοις ἡ μισθοδοσία τοῦ κ. Νάζου, ὑποθέτω, ὅτι περιελήφθη εἰς ἀποτέλεσιν τοῦ ποσοῦ τῶν 400 χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ θέσις τοῦ κ. Νάζου ἔμεινεν ἐπί τινα χρόνον κενή, καὶ πολὺ βραδύτερον ἀντικατεστάθη οὗτος δι’ ἄλλου. Ἀλλὰ καὶ τὸ προσωπικὸν τῆς ἀποστολῆς ἠλαττώθη σπουδαίως μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς περὶ εἰρήνης συμβάσεως, καὶ διότι εἷς τῶν ἀκολούθων ἀνεκλήθη καὶ διότι ἀφ’ ἧς αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς Τουρκίας ἐπανελήφθησαν, ἐγκατεστάθη δὲ ἡ Πρεσβεία ἡμῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ τὸ Προξενικὸν Γραφεῖον, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας ἔπαυσαν ν’ ἀποτελῶσι μέρος τῆς ἐκτάκτου ἀποστολῆς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἀναγκαῖαι καθίστανται αἱ συμπληρωτικαὶ αὗται πληροφορίαι, ἵνα ἔχωμεν αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐγερθῇ συζήτησις. Ἐπίσης ἀναγκαίας θεωρῶ διὰ τὴν συγκριτικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἔρευναν πληροφορίας τινὰς, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν αἱ ὁρισθεῖσαι ἡμερήσιαι ἀποζημιώσεις εἰς τοὺς ἀποτελέσαντας τὸ προσωπικὸν τῆς ἐκτάκτου ἐκείνης ἀποστολῆς ὡρίσθησαν ὑπέρογκοι, σχετικῶς πρὸς ἄλλας προηγουμένας ἀποστολάς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας, τὰς ἀφορώσας εἰς προηγουμένας ἀποστολάς.
§42ΑΛΕΞ. ΘΡ. Α. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐπειδὴ κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ Β. Διατάγματος ἐδόθη πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν ἔκτακτον ἀποστολὴν, ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ γενόμενα κατὰ τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφα τῶν δαπανῶν τῶν γενομένων τότε.
§43Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ σημειώματος, τὸ ὁποῖον καταθέτω, ζητῶ πληροφορίαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σχετικῶς πρὸς τὰς εἰσπράξεις ἐκ διαφόρων προσόδων, αἵτινες σχετίζονται μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Ὡσαύτως ζητῶ πληροφορίας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ φορολογηθέντος οἴνου κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, καὶ ἑτέραν πληροφορίαν περὶ τῶν σφαζομένων αἰγῶν, προβάτων καὶ λοιπῶν, σχετιζομένην πρὸς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν.
§44Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐξέθηκα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Πάτραις. Δὲν εἶναι μόνον ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ διαγωγὴ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἡ ὁποία ἐξήγειρε πρὸ πολλοῦ τὸ δημόσιον πνεῦμα, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας καὶ συλλαλητήρια καὶ διαδηλώσεις ἐγένοντο, καὶ ὁ τύπος καθ’ ἑκάστην ζητεῖ θεραπείαν. Ἀφοῦ, ὡς καθ’ ἑκάστην παρατηρῶ εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», ἐλήφθη πρόνοια περὶ μετατοπίσεως τῶν τοιούτων ἀστυνόμων, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμποδίζῃ νὰ γείνῃ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου, ὁσάκις νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ μετατόπισις, νομίζω, ὅτι καὶ ἐν Πάτραις δύναται νὰ ληφθῇ τοιοῦτον μέτρον. Καὶ ἐὰν ἀκόμη τὰ παράπονα ἦναι ὑπερβολικὰ, καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑποτεθῇ, ὅτι λόγοι προσωπικοὶ τῶν συμπολιτῶν μας κατά τινων ἀστυνομικῶν ὀργάνων δὲν δικαιολογοῦσι τὴν ὑπερβολὴν τῆς γενικῆς ἐξεγέρσεως, οὐχ ἧττον, χάριν τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου, χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, νομίζω, ὅτι ὀφείλουσιν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ νὰ λάβωσι πρόνοιαν περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης. Δὲν ἐπανέρχομαι εἰς τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἥτις καθ’ ἑκάστην παρουσιάζεται εἰδεχθεστέρα, διότι καὶ σήμερον ἀκόμη ὁ τύπος ἀνήγγειλε νέας ἀνακαλύψεις, αἵτινες ἀποδεικνύουν, ὅτι πᾶν ἄλλο ἐγένετο παρὰ σκέψις περὶ δημοσίας ἀσφαλείας. Καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν ἐννοῶ τὰς ἐξωτερικὰς πράξεις, ἢ τὰς διαρπαγὰς, τὰς ὁποίας δύνανται οἱ κλέπται νὰ διαπράττωσιν, ἐννοῶ τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, ἥτις, ὡς καὶ προχθὲς εἶπον, προορισμὸν ἔχει νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα. Ἐὰν παρατηρήσητε τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν διέτρεξεν ἡ ἀνακαλυφθεῖσα συμμορία, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ μέλη αὐτῆς ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐν πλήρει ἀνέσει καὶ ἡσυχίᾳ ὠργάνωσαν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν κλοπῶν, ἐταξίδευον ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, ἐγκαθίστων πράκτορας καὶ συνεταίρους, ἡ δὲ ἐργασία αὕτη οὐδόλως προὐκάλεσε τὴν προσοχὴν τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν. Τώρα νομίζω, ὅτι δὲν δικαιοῦνται τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα νὰ ἀξιῶσιν ἔπαινον, διότι ἐπὶ τέλους ἀνεκάλυψάν τι. Ἐγὼ ἀξιῶ ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν νὰ μὲ προφυλάξῃ ἀπὸ τὸν δολοφόνον. Ἀφοῦ οὗτος μὲ φονεύσῃ, δὲν τῇ χρεωστῶ καμμίαν χάριν, διότι συνέλαβε τὸν φονέα. Αὐτὸ ἀπαιτῶ καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἀπαιτήσω. Αὐτὰ, ὅσα εἶπον, εἶναι λόγος, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ ὅ,τι εἶπον πρὸ ἡμερῶν, δηλαδὴ ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ ἀστυνομικὸν νομοσχέδιον. Τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατεδικάσθη, τὸ σύστημα ἀπέτυχε, καὶ ὅμως βλέπετε ὅτι ἐξακολουθεῖ. Καὶ ὅσον βλέπει, ὅτι εἶναι εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ τέλους τοῦ βίου του, τόσον περισσότερον ἐξαχρειοῦται. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ θεωρήσωμεν ὅλα τὰ ἄλλα δευτερεύοντα ἀπέναντι τοῦ μεγάλου συμφέροντος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
§45Ι. ΡΟΥΦΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος παρασύρεται ἀπὸ αἰτιάσεις ἐντελῶς δημοκοπικὰς καὶ συλλαλητήρια μηδεμίαν ἀπολύτως ἔχοντα σημασίαν, καὶ ἐκφράζεται κατὰ τρόπον προσβάλλοντα καὶ τὴν Διεύθυνσιν τῆς ἀστυνομίας Πατρῶν καὶ τὸν Διευθυντὴν, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων ἀξιωματικῶν...
§46ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ κάμω τίποτε μὲ τὰ πρόσωπα.
§47ΡΟΥΦΟΣ. .. Ὁμολογῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη τῆς ἀλλαγῆς τοῦ θεσμοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται νὰ μεταβληθῇ, δὲν πρέπει νὰ γίνωνται συζητήσεις καὶ νὰ ἐκφέρωνται μομφαὶ κατ’ ἀξιωματικῶν ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των.
§48Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, μεθ’ ὅσα εἶπον οἱ προαγορεύσαντες ἐκ Πατρῶν συνάδελφοι κ.κ. Παπαδιαμαντόπουλος καὶ Ρικάκης περὶ τῆς δυσαρέστου καταστάσεως τῆς δημοσίας τάξεως ἐν Πάτραις. Δυστυχῶς ὅμως ἕτερος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ὁ κ. Ροῦφος, διαφωνῶν πρὸς τοὺς ἄλλους, ἐχαρακτήρισε τὰς κατὰ τῆς ἀστυνομίας Πατρῶν ἐκδηλώσεις ὡς δημοκοπικὰς, τοῦθ’ ὅπερ μὲ ὑποχρεοῖ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ἀποκρούσω μὲν ἀφ’ ἑνὸς ἄδικον κατὰ πλείστων πολιτῶν μομφὴν, παραστήσω δὲ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συνήθων ἐκ προσωπικῶν ἀφορμῶν δυσαρεσκειῶν κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἀλλὰ περὶ παραπόνων ῥιζικῶν καὶ βασίμων, ἅτινα κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἰδίως ἡμέρας προὐκάλεσαν τόσον μέγαν ἐρεθισμὸν μεταξὺ πολιτῶν καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀστυνομίας, ὥστε δὲν φοβοῦμαι νὰ φανῶ ὑπερβολικὸς, ἂν εἴπω, ὅτι ἐδημιουργήθη κατάστασις, ἥτις ἐγκυμονεῖ σοβαρὸν κίνδυνον διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Καὶ ἐφιστῶ σπουδαίως ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μήπως βραδύτερον δὲν εἶναι εἰς καιρὸν νὰ ἐπανορθώσῃ κακὸν, ὅπερ ἤδη δυνάμεθα εὐκόλως νὰ προλάβωμεν. Εἶπε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχει ἀσφαλεῖς καὶ ἐπισήμους πληροφορίας, αἱ κατὰ τῆς ἀστυνομίας Πατρῶν αἰτιάσεις δὲν εἶναι βάσιμοι. Τὸν παρακαλῶ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι αἱ πληροφορίαι του, ὅθεν δήποτε καὶ ἂν προέρχωνται, δὲν στηρίζονται εἰς ὀρθὴν τῶν πραγμάτων ἀντίληψιν. Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἐν Πάτραις ὑφίσταται ἀπὸ χρόνου μακροῦ παραλυτικὸν ἀστυνομικὸν καθεστώς. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετασθῶσι τὰ αἴτια, τὸ γεγονὸς ἐν τούτοις εἶναι, ὅτι ἡ ἐκεῖ ἀστυνομία κατεδείχθη ἥκιστα ἱκανὴ πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ της. Δυνατὸν νὰ ὀφείληται τοῦτο εἰς τὴν ἀνεπιτηδειότητα τῶν ἀστυνομικῶν, δυνατὸν νὰ ὀφείληται εἰς τὴν ἔνοχον ἀδράνειάν των, δυνατὸν νὰ ὀφείληται εἰς τὴν παραγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων των, ἀλλὰ δευτέρα γνώμη δὲν ὑπάρχει περὶ τοῦ ὅτι ἀστυνομία ἀξία τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ἀποστολῆς της δὲν ὑπάρχει. Περὶ τοῦ διευθυντοῦ κ. Στυμφαλιάδου οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω. Εἶναι ἄριστος ἀξιωματικός, καὶ ἐμφορεῖται ἀγαθῶν προαιρέσεων· ἀλλὰ δὲν ηὐτύχησε νὰ συνδέσῃ τὸ ὄνομά του μὲ τὴν λειτουργίαν καλοῦ ἀστυνομικοῦ καθεστῶτος. Πῶς συμβαίνει τοῦτο, δύσκολον εἶναι νὰ ἐξηγηθῇ. Μανθάνω ὅτι ὁ κ. Στυμφαλιάδης ἀποδίδει τοῦτο εἰς ἀνεπάρκειαν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργόν, — διότι πρὸς αὐτὸν κυρίως ἀποτείνομαι — ὅτι ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐν Πάτραις ἀστυνομιῶν μὲ πεντήκοντα μόνον ἐν ἐνεργείᾳ ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, μὲ ὀκτὼ εἰρηνοφύλακας ἢ ἀρχικλητῆρας, μὲ ἕνα ἀστυνόμον πολίτην καὶ μὲ ἕνα ὑπαστυνόμον ἐτελεῖτο ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία καλῶς. Πῶς λοιπὸν τώρα μᾶς λέγουν, ὅτι μὲ ἀνώτερον ἀξιωματικόν, ὡς διευθυντήν, μὲ τρεῖς κατωτέρους ἀξιωματικούς, ὡς ἀστυνόμους, μὲ ἑκατὸν περίπου ἀστυφύλακας στρατιωτικῶς ὠργανωμένους καὶ μὲ πολλοὺς ἐνωμοτάρχας, πῶς μᾶς λέγουν, ὅτι τὸ προσωπικὸν εἶναι ἀνεπαρκές; Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀνεπαρκείας ποσοτικῆς, ἀλλὰ περὶ ἀνεπαρκείας ποιοτικῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ ἐπαναπαυθῇ εἰς τὰς ἐπισήμους πληροφορίας του, ἀλλὰ νὰ μεριμνήσῃ σοβαρῶς καὶ ταχέως περὶ λήψεως τῶν ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐνδεικνυομένων μέτρων, διότι εἶναι φόβος, μήπως ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει εὑρεθῶμεν πρὸ γεγονότων λίαν δυσαρέστων, ὁπότε δὲν θὰ ᾖναι καιρὸς ἐπανορθώσεως.
§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον σκοπὸν νὰ ἀπαντήσω, ὅταν ἤθελον καταθέσει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ἐπειδὴ καθιερώθη τὸ σύστημα, πᾶσα σύστασις γινομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποτελῇ ἀντικείμενον συζητήσεως, ὀφείλω νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις. Ὅταν εἶδον ἐν τῷ τύπῳ τὰς κατὰ τοῦ ἀστυνόμου καταγγελίας, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ τοῦ Νομάρχου Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἥτις ἀποτελεῖ ἔπαινον ἀληθῶς τῆς διοικήσεως τοῦ ἀστυνόμου. Ἡ ὑπηρεσία θεωρεῖ τὸν ἀστυνόμον Πατρῶν ἐκ τῶν ἀρίστων, οὓς ἔχομεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Μετὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκτίθενται καὶ οἱ λόγοι τῆς ἐπιθέσεως τῶν δημοσιογράφων, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ διατηρήσω τὸν κ. Στυμφαλιάδην ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Στυμφαλιάδης ἐζήτησεν, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῶν καθηκόντων του, χάριν τῆς ὑγείας του· ἐνόμισα ὅμως, ὅτι, ἀφοῦ ἐτίθετο τὸ ζήτημα οὕτω πως, νὰ ζητῆται ἡ ἀποπομπὴ τοῦ κ. Στυμφαλιάδου, ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὰς ἀπειλάς, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἔν τινι τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων, καὶ δὲν ἀπεδέχθην τὴν αἴτησιν αὐτοῦ. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων θέλει πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι αἱ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου κατηγορίαι δὲν εἶναι βάσιμοι.
§50Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ ἱδρύσεως «Ταμείου τιμῆς». Ὁ θεσμὸς εἶναι παλαιός, εἶναι ὁ ὑψηλότερος θεσμός, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἀνελάμβανε τὴν περίθαλψιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ. Τὸ ἔργον ὀφείλεται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἔμπνευσιν καὶ τὴν φιλοπατρίαν γυναικός, τῆς δεσποινίδος Σεβαστῆς Καλλισπέρη. Ἐν τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ ἀνευρίσκεται καὶ ἔννοιά τις τῆς ὀρθοτέρας χειραφετήσεως τῆς γυναικός. Ὅπως δήποτε 25 Βουλευταί, καὶ πρεσβύτεροι καὶ νεώτεροι, ὑπεγράψαμεν τὴν πρότασιν καὶ ἀνελάβομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ πατριωτικοῦ τούτου νομοσχεδίου. Ὅταν συζητηθῇ, θὰ γείνῃ ἡ προσήκουσα εἰσήγησις καὶ ἀνάπτυξις. Νῦν μόνον ἀναγινώσκω τὴν ἱστορικὴν ὑποθήκην τοῦ Ἀριστοτέλους: «Τοῖς παισὶ τῶν ἐν πολέμῳ τελευτώντων ἐκ δημοσίου γίνεσθαι τὴν τροφήν». Ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τῶν σοφῶν τούτων ῥημάτων γένοιτο ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐν τῷ εὐθέτῳ χρόνῳ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 184).
§52Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν, ἐὰν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρέσχε πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἰταλίας Δοῦκα D'Avarna ὑπόσχεσιν ἀποζημιώσεως 500,000 δραχμῶν πρὸς τοὺς ὑπεργολάβους τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαρίσης, καὶ νὰ καταθέσῃ τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα. Εἶχον ζητήσει ἄλλοτε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως πληροφορίας τινάς, ἀλλ’ ἐπειδὴ διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, δὲν μοι ἐδόθη ἀπάντησις. Νῦν ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λυμπρίτης καταθέτει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ἐπροτάθη ἡ μεταστάθμευσις τοῦ 7ου εὐζωνικοῦ τάγματος ἐκ Ῥαψάνης εἰς Μακρυχώρι, πρὸς δὲ ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως, ἥτις συνοδεύει τὸ Β. Διάταγμα περὶ τῆς ἐν λόγῳ μεταθέσεως.»
§54ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παξῶν, ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησίν του, ὅτι ἐφήρμοσα πάντοτε τὸν νόμον καὶ ἐξετέλεσα πάντοτε τὰς προτάσεις τῶν δημοτικῶν Συμβουλίων περὶ ἱδρύσεως εἴτε πλήρων δημοτικῶν σχολείων, εἴτε γραμματοδιδασκαλείων. Ἐπὶ τοῦ προκατόχου μου, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἐγένετο χρῆσις τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠκολούθησα τὸ σύστημα τοῦτο. Εὐθὺς ὡς μοὶ ὑπεβάλλετο πρότασις περὶ συστάσεως σχολείου, ἔσπευδον νὰ τὴν ἐκτελέσω.
§55ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ εἰς πράξεις τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ.
§56Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ Ῥαψάνης μοὶ ἔστειλαν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐκθέτει τὰ ἑξῆς. «Μετὰ πέντε ἡμέρας ὁριστικῶς τάγμα μετασταθμεύει. Ἐπὶ γεγονότι τούτῳ πάντες κάτοικοι δήμου Ὀλύμπου ἀνάστατοι διατελοῦσιν, ἀναλογιζόμενοι μεγάλα ἀδικήματα καὶ ἰδίως ὅτι ἐγκαταλειπόμεθα εἰς διάθεσιν νιζάμηδων καὶ ἕρμαιον τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς κακοποιῶν στοιχείων. Παραστήσατε ἁρμοδίοις, ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐκπατρισθῶμεν, ἐὰν πραγματοποιηθῇ μεταστάθμευσις. Ἐὰν δὲν εἰσακουσθῆτε, διαμαρτυρηθῆτε ἐντόνως ἐνώπιον ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ ἀπεκδυθῆτε πᾶσαν εὐθύνην διὰ συμβησόμενα ἀδικήματα. Παρακαλοῦμεν τηλεγραφήσατε ἐνέργειαν. Καραβασίλης, Βαγενᾶς, Ζαφειρίδης, Γεωργιάδης, Σπετσιώτης, Βλαχοστέργιος, Δαλαμάγκας, Δίδυμος, Κ. Τρέμας.» Περὶ τῆς μετασταθμεύσεως τοῦ τάγματος τούτου ἐγένετο καὶ προηγουμένως λόγος. Εἰς ἐνίσχυσιν τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα τηλεγραφικῶς ὑποβάλλουσιν οἱ κάτοικοι τῆς Ῥαψάνης, θὰ εἴπω δύο λέξεις. Κατὰ τὴν κρίσιν πάντων τῶν εἰδότων τὰ ἐκεῖ πράγματα, οὐδεὶς σοβαρὸς λόγος δύναται νὰ προβληθῇ πρὸς μεταστάθμευσιν τοῦ τάγματος. Οἱ λόγοι οἱ στρατηγικοί, οἱ ἄλλοτε προβληθέντες, νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἐξ αὐτῶν ἀπορρέοντος μέτρου τῆς μετασταθμεύσεως τοῦ τάγματος, διότι δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει γνώμη, ὅτι εἶναι δυνατὸν προσεχῶς ἐκ πολεμικῶν γεγονότων νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποχωρήσωμεν ἐκ τῶν συνόρων. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπέλθουν προσεχῶς πολεμικὰ γεγονότα εἰς τὰ σύνορα, τὸ μέτρον τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ δικαιολογίαν τινά. Ἀλλὰ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι δίκαιον, νομίζω, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, τὸ περιλαμβάνον δύο ὁλοκλήρους δήμους ἐκτεθειμένους εἰς τοὺς ἐχθρούς, —τοὺς ὑποτιθεμένους δηλ. ἐχθρούς, διότι νῦν εἶναι φίλοι. — Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, οἱ ὁποῖοι προβάλλονται ἐκ πρώτης ὄψεως, ὑπάρχουσι καὶ ἕτεροι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν, ὅταν διατάσσωνται τοιαῦται μετασταθμεύσεις, διότι πρόκειται νὰ μετασταθμεύσῃ τὸ τάγμα εἰς χωρίον, ἄδενδρον καὶ ἄνυδρον, θερμὸν δὲ κατὰ τὸ θέρος, εἰς χωρίον, ὅπου οὔτε οἰκήματα διὰ στρατιώτας, οὔτε οἰκίαι διὰ κατοικίαν τῶν ἀξιωματικῶν ὑπάρχουσιν. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἠθικὴν ἔποψιν νομίζω, ὅτι εἶναι σκληρόν, τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τόσα ὑπέστησαν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ τοὺς ὁποίους κατατρύχει ἡ πενία, νὰ ἐγκαταλείψωμεν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν Τούρκων καὶ μόνην μέριμναν νὰ λαμβάνωμεν πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ τάγματος ἐκ μελλούσης ἐπιθέσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἀναβάλῃ τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ τάγματος εἰς μέλλοντα ἀπώτερον χρόνον.
§57Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Συγχαίρω τὸν προλαλήσαντα διὰ τὰς στρατιωτικάς του γνώσεις, καὶ τὸν εὐχαριστῶ δι’ ὅσα μαθήματα ἔδωκε καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ χωρίον εἶναι ἄνυδρον, διότι ἐντὸς αὐτοῦ ὑπάρχει βρύσις...
§58Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν τὸ ἐπεσκέφθητε.
§59Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν δὲν τὸ ἐπεσκέφθην, ἔχω ὀφθαλμούς, οἱ ὁποῖοι τὸ εἶδον, ἔχω τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία μὲ διαφωτίζει... Ὁ ποταμὸς ἀπὸ τοῦ χωρίου δὲν ἀπέχει παρὰ 20 λεπτὰ τῆς ὥρας. Τὸ χωρίον εὑρίσκεται εἰς κατωφέρειαν, ἔχει δὲ πέριξ καὶ πεδιάδας καὶ εἶναι σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ στηριχθῇ ἄμυνα, προκειμένου περὶ ἐπιθέσεως ἐχθροῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι ἀφίνομεν τὸ χωρίον Ραψάνην ἐκτεθειμένον εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἐχθροῦ, τοῦτο εἶναι ἀνακριβές, διότι ἐπὶ ὅλης τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ὑπάρχουσι σταθμοὶ καὶ ἀπέναντι ἔτι τοῦ χωρίου αὐτοῦ. Διὰ λόγους δὲ, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω, ἐπιβάλλεται ἡ μεταστάθμευσις.
§60Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐλησμόνησε διατὶ διέκοψα αὐτόν, ὅτε ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἔλαβε τὸν λόγον, ἵνα μοὶ ἀπαντήσῃ. Ἀφοῦ ἀνέπτυξα ὅλους τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὐχὶ νὰ λέγωμεν, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ σκεπτώμεθα περὶ ὑποχωρήσεως, σήμερον ἐπανέρχεται, ἐπικαλούμενος τὴν ἀνάγκην ταύτην διὰ λόγους στρατιωτικούς. Δι’ αὐτὸ διέκοψα τότε, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ γνωσθῇ, ὅτι ὁ κ. ἀρχηγὸς προτείνει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸν κάτω Ὄλυμπον.
§61Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν προτείνει τοιοῦτόν τι.
§62ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὴ διακόπτετε!... Καὶ νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὸ ἐλεεινὸν χωρίον Μακρυχῶρι, διότι ἔχει κλίσεις τινὰς τοῦ ἐδάφους. Ποίας κλίσεις, δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅ,τι ὁ ἀρχηγὸς ἀναφέρει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, φαίνεται, δὲν γνωρίζει τὸ Μακρυχῶρι, δὲν γνωρίζει τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, καὶ ὡμίλησεν ἐνταῦθα ἀμελέτητος· καὶ λυποῦμαι διότι λέγω τοῦτο. Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦσι τὴν πρᾶξιν, εἰς ἣν προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν ἀπόφασιν τὴν ληφθεῖσαν παρὰ τοῦ ἐπιτελείου του, διότι μόνον ἁρμόδιον εἶναι τὸ τμῆμα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τὸ εἰσηγούμενον τὰς μετασταθμεύσεις, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω, πῶς δικαιολογεῖ ταύτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι λόγοι στρατιωτικοὶ ἐπιβάλλουσι τὴν μεταφορὰν τῆς ἕδρας τοῦ τάγματος ἐντεῦθεν τοῦ Πηνειοῦ, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουσι πρανῆ, ὅπου δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ ἄμυνα. Λυποῦμαι ὅτι τόσον στενῶς καὶ τόσον ἀπαράσκευος ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα ἐκθέσῃ γνώμας στρατιωτικάς. Δὲν ὑποθέτω ποτὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μελετήσας τὸ θέμα, ἦλθε νὰ μᾶς εἴπῃ ὅσα εἶπεν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι παρορμηθεὶς ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἠθέλησε νὰ εἴπῃ αἰτιολογίας τινάς. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, νὰ ἔλθῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνταῦθα διὰ τεχνικῶν λόγων τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας τοῦ τάγματος. Ἐγὼ θὰ τῷ εἴπω τότε τοὺς λόγους, δι’ οὓς τοῦτο γίνεται. Οὕτω δὲ ῥιπτόμενοι οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καταρρίπτουσι καὶ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ ἐκείνου, τοῦ δυστυχοῦς, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦδε εἰδοποιεῖται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἡμεῖς θὰ διέλθωμεν τὸν ποταμόν, θὰ ἐπαναλάβωμεν, Κύριοι, τὸ αὐτὸ θέαμα, ὡς ὅταν ὁ στρατὸς ἔφευγε πρὶν τῶν κατοίκων τοῦ Τυρνάβου, ὅταν ὁ στρατὸς ἔφευγεν πρὶν ὁ ἐχθρὸς ἐμφανισθῇ, πρὶν οἱ κάτοικοι ἐκκινήσωσι τῶν οἴκων των. Τουλάχιστον τότε ἕνεκα τοῦ πανικοῦ ἔφυγον ἐκεῖθεν, — τὸ ἐννοῶ — ἀλλὰ σήμερον πανικὸς ἐν εἰρήνῃ, δι’ ὄνομα Θεοῦ! εἶναι ἀσυγχώρητος. Ἐπειδὴ δὲ ἦλθεν οὕτω τὸ ζήτημα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προσθέσω ἀκόμη ὀλίγας λέξεις. Πρὸ πολλοῦ πολλοὶ τῶν συναδέλφων μὲ παρεκάλεσαν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶχεν ἐκλεχθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης περιόδου, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ θέματα, ἅτινα περιέχονται ἐν ταῖς συγχωνευθείσαις προτάσεσι τοῦ ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ καὶ τοῦ τέως ἐκ Καλαβρύτων. Τὰ θέματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον συναφῆ μὲ τὴν μετάθεσιν τοῦ τάγματος, μὲ ἀναγκάζουσιν, ἵνα ταύτην τὴν στιγμὴν γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη εἰργάσθη εὐσυνειδήτως, ἐφ’ ὅσον ἠδύνατο, καθ’ ἑκάστην συνερχομένη. Ἐζήτησεν ἔγγραφα παρὰ τῶν διαφόρων ἀρχῶν, καὶ παρά τινων μὲν ἔλαβε, παρ’ ἄλλων δὲ ὄχι, διὰ διαφόρους λόγους, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα ἐν καιρῷ νὰ ἐξετάσωμεν. Ἐπειδὴ, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, εἶμαι κάτοχος τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα διάφοροι ἀρχαὶ ἀπέστειλαν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, προσέτι δὲ τῶν καταθέσεων τῶν διαφόρων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐκλήθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐν ὁρισθησομένῃ ἡμέρᾳ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ συνεχισθῇ τὸ ἔργον, ὅτε πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἄλλης ἐπιτροπῆς, ἢ ἂν δὲν θέλῃ νὰ συνεχισθῇ τὸ ἔργον, ν’ ἀποφανθῇ περὶ τούτου, ἵνα τὰ μὲν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὰς διαφόρους ἀρχὰς, ἐπιστρέψω πρὸς αὐτὰς, τὰς καταθέσεις δὲ, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται παρ’ ἐμοὶ, κρατήσω ἐγὼ, διότι αὗται ἀνήκουσι μόνον εἰς ἐμὲ, ὡς πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς.
§63Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπετρέπετο, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὸν πρῶτον ὁμιλήσαντα κ. Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος εἶναι πολίτης, νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα, καὶ χάριν ἐκλογικῶν λόγων νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἐναντίον λόγων στρατιωτικῶν, ἐναντίον πάσης λογικῆς μετετέθη τὸ τάγμα ἀπὸ ἑνὸς χωρίου εἰς ἄλλο. Ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν συνταγματάρχην τοῦ μηχανικοῦ, τὸν καυχώμενον ὅτι κατέχει τὴν στρατηγικὴν τέχνην, νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ μεταχειρισθῇ γλῶσσαν ἀνάρμοστον καὶ εἰς τὸ ἀξίωμά του καὶ εἰς τὴν παιδείαν, τὴν ὁποίαν νομίζει, ὅτι κατέχει (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§64Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν, ἡ ὁποία εἶναι προσβλητικὴ δι’ ἐμέ.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπε καμμίαν φράσιν ὑβριστικήν.
§66Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς, τὸν ὁποῖον ἐπηρεάζει πολὺ τὸ νευρικὸν σύστημα, δὲν μὲ παρηκολούθησεν εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, διὰ νὰ ζητῇ ἀνάκλησιν λέξεως. Ποία λέξις ἐλέχθη, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην ἀνακλήσεως αὐτὴν τὴν στιγμήν; Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ τὴν εἴπῃ.
§67ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀνάρμοστον.
§68Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνάρμοστον βεβαίως εἶναι εἰς ἕνα συνταγματάρχην, ὡς εἶσθε ὑμεῖς, καυχώμενον ὅτι κατέχει τὴν στρατηγικὴν τέχνην...
§69ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Βεβαίως εἶμαι ἱκανώτερος.
§70Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. νὰ ὁμιλῇ κατ’ ἀξιωματικοῦ τοῦ μηχανικοῦ, κατέχοντος σήμερον τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου, μὲ τοιαύτην ἀνάρμοστον γλῶσσαν...
§71ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος διὰ νὰ λήξῃ τὸ ἐπεισόδιον (θόρυβος).
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει ἀπαρτία.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε;
§74ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Δὲν ἐπιμένω.
§75Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. συνταγματάρχην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ ἐκτεθῶσιν οἱ λόγοι οἱ στρατηγικοὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ τάγματος, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἀναγνώσωσι πάντες οἱ κύριοι Βουλευταί. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπέμενε περισσότερον εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ τάγματος ἐκεῖθεν, εἶναι ἀξιωματικός, λαβὼν μέρος εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν ὁρίων καὶ γνωρίζων πάντα τὰ σημεῖα τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, καὶ ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, καὶ ἐξελέχθη πρὸς τοῦτο. Μετὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, προσεκάλεσα τὸ ἁρμόδιον τμῆμα καὶ συνενοήθην ἐκτεταμένως περὶ τούτου, ἐπείσθην δ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ὅπως ἔγεινε. Ἀλλὰ, ὡς προεῖπον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῶσιν ἐνταῦθα οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπείσθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν μεταστάθμευσιν, καὶ τὸ γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθῶσιν οἱ λόγοι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν πᾶς Βουλευτὴς, προσερχόμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ἰδιαιτέρως, καὶ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς μετασταθμεύσεως. Ὅταν λοιπὸν ἦναι τοιαύτη ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὅταν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῶσι τὰ πράγματα καθ’ ὅλην αὐτῶν τὴν ἔκτασιν, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικὸν νὰ ἀνέρχηται ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ μεταχειρίζηται τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.
§76ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα.
§78ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἔλαβον ἅπαξ τὸν λόγον. Νομίζω ὅτι ἔχω δικαίωμα καὶ δευτέραν φορὰν νὰ ὁμιλήσω. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἀναμείνω τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τὴν ὁποίαν ᾐτησάμην δι’ ἐγγράφου αἰτήσεως πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δύνασθε ὅμως νὰ λάβητε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων καὶ σεῖς καὶ ὅλοι οἱ Βουλευταί.
§80ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, σᾶς παρακαλῶ. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δηλοῖ, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, νομίζω, ὅτι ἡ γνῶσις τῶν ἐγγράφων οὐδόλως προβιβάζει τὸ ζήτημα· ἀφίνει αὐτὸ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ταύτην τὴν στιγμήν. Ἴσως ἡ γνῶσις τῶν ἐγγράφων ἱκανοποιεῖ τὴν περιέργειαν τῶν συναδέλφων, ἀλλὰ πάντως οὐδεμία δύναται νὰ ἐξενεχθῇ σύστασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως εἰς ἐμὲ ἓν μόνον ἐναπομένει, Κύριοι, παρατρέχοντα πάσας τὰς περὶ τῆς ἰδίας μου ἀξίας ἢ ἱκανότητος κρίσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ἀναρμόδιον νὰ μὲ κρίνῃ, τό γε νῦν ἔχον...
§81Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πολὺ καλά.
§82ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὴ μὲ ἀπειλεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν. Τὰς ἀπειλὰς ἐγὼ δὲν τὰς δέχομαι.
§83Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν συνηθίζω, κύριε Βουλευτά, νὰ ἀπειλῶ. Ἐκτελῶ, ὅταν θέλω νὰ ἀπειλήσω.
§84ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σᾶς περιμένω.
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι πράγματα αὐτά! (Θόρυβος).
§86ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἑπομένως, θεωρουμένης τῆς συζητήσεως ὡς ληξάσης, δὲν δύναμαι νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ πλέον· διότι, ὅταν ἐγὼ μὲν ἐπικαλῶμαι τῶν ἐγγράφων αὐτῶν τὴν κατάθεσιν, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν συζητήσω, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δηλοῖ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις συζητήσεως, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι περατωμένη. Εἰς ἐμὲ ὅμως ἐπιτρέπεται νὰ σύρω ἓν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον κρατῶ δι’ ἐμαυτόν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ λάβωσιν ὑπὸ σημείωσιν πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους...
§87Γ. ΡΩΜΑΣ. Καὶ ποῖος δὲν ἐνδιαφέρεται;
§88ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶπον «πάντες», κύριε Ρώμα. Δὲν βλέπω ποῖοι εἶναι ἐκτὸς τῶν πάντων. Εἰς τοὺς ἁγίους Πάντας ὅλοι περιλαμβάνονται. Θέλω λοιπὸν νὰ λάβωσιν ὑπὸ σημείωσιν πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὅτι ἕνεκα λόγων στρατηγικῶν ὑψίστης σημασίας δὲν δύναται τὸ τάγμα νὰ μείνῃ εἰς τὴν Ραψάνην, ὅτι πρὸς τοῦτο ἐξελέχθη τὸ Μακρυχώριον, τὸ ἐντεῦθεν τοῦ Πηνειοῦ εὑρισκόμενον, ὡς τὸ κατάλληλον, καὶ συνεπῶς ὅτι οἱ ἀμεσώτερον ἐνδιαφερόμενοι κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων πρέπει νὰ φροντίσωσι νὰ σμικρύνωσι τὰς οἰκίας των, νὰ μὴ φροντίσωσι νὰ ἐγείρωσιν ἄλλας οἰκίας, προωρισμένας νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν ἐν ἐνδεχομένῃ στιγμῇ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ παύσωσι συγκομίζοντες ὅ,τι εἰς πάντα οἰκογενειάρχην θεωρεῖται ὡς πρώτη ὑποχρέωσις, ἵνα σχηματίσωσι τὰς προῖκας τῶν θυγατέρων των καὶ αὐξήσωσι τὸν πλοῦτον αὐτῶν. Αὐτά, Κύριοι, εἶναι πλέον μάταια δι’ αὐτούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδωκε τὸν ἀφορισμόν, ὅτι τὰ ἐκεῖθεν τοῦ Πηνειοῦ χωρία εἶναι ἐγκαταλελειμμένα εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐχθροῦ.
§89Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κανεὶς δὲν εἶπε, Κύριοι, ὅτι ἡμεῖς παραδίδομεν τὴν ἐκεῖθεν τοῦ Πηνειοῦ χώραν εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐχθροῦ, οὐδὲ κανεὶς εἶπεν, ὅτι θὰ ἦναι ἀδύνατον εἰς τὸ Κράτος ἐν ἐνδεχομένῃ στιγμῇ νὰ ἀμυνθῇ εἰς οἱονδήποτε σημεῖον νομίσῃ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀμυνθῇ, οὐδὲ εἶναι ὑποχρεωτικὸν εἰς κανὲν Κράτος νὰ ἀμυνθῇ ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, οὐδὲ κανεὶς κανὼν ὁρίζει, ὅτι πρέπει ὡρισμένως νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ ἑκάστου χωρίου τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἰδίως τελωνιακὴ γραμμὴ σήμερον. Μήπως δὲν ἔχωμεν παραδείγματα ξένων Κρατῶν, καὶ αὐτῆς τῆς Γαλλίας, ὅτι ἐντεῦθεν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, πρὸς τὸ ἐσωτερικόν, ἔχει ἀμυντικὴν γραμμήν, καὶ δὲν ὑπολογίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ πέραν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς; Καὶ μήπως μέχρι Παρισίων δὲν ἔχῃ ἡ Γαλλία ὀχυρώσεις καὶ ὑπονόμους; καὶ μήπως δὲν ἦναι στρατηγικόν, Κράτος τι νὰ μὴ ἀμυνθῇ ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἀλλὰ νὰ ἀφήσῃ τὸν ἐχθρὸν νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ ἐσωτερικοῦ, καὶ ἐκεῖ νὰ φέρῃ τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ; Τῶν λόγων τῶν στρατηγικῶν δύνασθε νὰ λάβητε γνῶσιν, ἀλλ’ οὗτοι δὲν δύνανται ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Καὶ δύνασθε, ἀφοῦ λάβητε γνῶσιν αὐτῶν, νὰ φέρητε τὰς κρίσεις σας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ εἴπητε, ἂν οἱ λόγοι οὗτοι δὲν ἦναι ἰσχυροί.
§90Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη συζήτησις ἐπὶ στρατιωτικῶν.
§91Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε. Καὶ δὲν ἐπιτρέπεται τάχα εἰς ἕκαστον Βουλευτήν, ἀφοῦ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, χωρὶς νὰ ἐκθέσῃ τὰ ἐν αὐτοῖς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν τὸν ἔπεισεν ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐγγράφων περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως τὸ τάγμα κατέλθῃ εἰς Μακρυχώριον; Ποῖος ἠμπόδισε τὸν κ. συνάδελφον ἢ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφήνηται γνώμην μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων; Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ὑποχωρήσεων, εἶχεν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ νῶτα αὐτοῦ ἐν Κρήτῃ δὲν τὰ εἶδεν ὁ ἐχθρὸς καὶ τὰ εἶδεν ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὑβρίσῃ ἓν σῶμα στρατοῦ, καὶ τὸ ὕβρισεν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης τοσοῦτον σκαιῶς καὶ ἀδίκως! Καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω λόγον περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου κατὰ τὴν πρώτην ὁμιλίαν τοῦ κ. συναδέλφου· ἀλλ’ ὅταν ἦμαι ἠναγκασμένος, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα, ὀφείλω νὰ σημειώσω τὴν παρέκβασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἀνώτερος ἀξιωματικός, τιμώμενος ἐκ μέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὕβρισεν. Ἐὰν δικαίως τιμᾶται, δὲν ἠξεύρω ἐγώ, δὲν εἶναι ὥρα νὰ φέρω τὰς κρίσεις μου, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐκ μέρους τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ ὕβρις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς αὐτὸν ὁ κ. Βουλευτής. Δὲν εἶναι δὲ τοῦ θέματος σήμερον, ἐὰν ὁ τύπος καλῶς ἐστιγμάτισεν ἕνα στρατόν, τὴν καρτερίαν τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία χρυσοῖς γράμμασι θὰ ἀναγράψῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος· εἶπε καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐὰν ἐπεχείρουν ν’ ἀνασκευάσω ἓν πρὸς ἕν, θὰ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω σκληρότερον, ἀλλὰ σεβόμενος καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ἐμαυτόν, ἀρκοῦμαι νὰ σιωπήσω.
§92Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐξηντλημένον τὸ ζήτημα.
§95Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰπέ τινα, τὰ ὁποῖα χρήζουσιν ἀπαντήσεως. Ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐνόουν νὰ μεμφθῶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ ἐνόουν, ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἔχω, νὰ ἐλέγξω τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀρχηγοῦ, προτείναντος τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ τάγματος ἐκ Ραψάνης, νὰ ἐνασκήσω τὸ δικαίωμά μου τοῦτο τοῦ ἐλέγχου. Ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς πατριώτης, καὶ θέτω τὸν πατριωτισμόν μου ὑπεράνω πολλῶν ἄλλων, διότι ἡμεῖς ὑπέστημεν σοβαρὰς θυσίας μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ ἴδωμεν τοὺς Τούρκους, διὰ νὰ μὴ χαιρετίσωμεν αὐτοὺς, ἐγκατελείψαμεν περιουσίας ὁλοκλήρους, καταστραφείσας, εἰς οὐδὲν λογισάμενοι τὰς χρηματικὰς θυσίας ἀπέναντι καὶ μόνον τοῦ συναισθήματος τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Ἔχομεν λοιπὸν δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν τὰς πράξεις τῶν στρατιωτικῶν. Καὶ ἐὰν δὲν ἤμεθα εἰδικοί, ἔχομεν ὅμως τὸν κοινὸν νοῦν, γνωρίζομεν τὸν τόπον, παρηκολουθήσαμεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν κατὰ τὸν πόλεμον δρᾶσιν, εἴδομεν πολλὰ πράγματα, περὶ ὧν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν γνώμην. Δὲν βλέπω διατί δὲν ἐπιτρέπεται καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ εἰσδύσωμεν εἰς τὰ ἄδυτα τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, ἡ ὁποία τόσα μᾶς ἐδίδαξε κατὰ τὸν πόλεμον. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ δὲν στηρίζεται εἰς σοβαρόν τινα λόγον. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν ἀρχηγόν, ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδένα λόγον εἶχεν ὁ ἀρχηγός, ὅταν ἐπρότεινε τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ τάγματος, καὶ ἂν γείνῃ εὐρυτέρα συζήτησις, θὰ κριθῶσι λεπτομερέστερον τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὀφείλω νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως. Εἶπεν, ὅτι, ἀποσύροντες τὸ τάγμα ἐκ Ραψάνης, δὲν ἐγκατελείψαμεν τοὺς κατοίκους, ἀλλὰ ἀφίνομεν σταθμούς. Ἀλλ’ ὅταν ὁ διοικητὴς τοῦ συντάγματος καὶ τὸ ἐπιτελεῖόν του δὲν νομίζωσιν ἑαυτοὺς ἀσφαλεῖς ἐν Ραψάνῃ, ὥστε εἰς τὴν πρώτην σύγκρουσιν φοβοῦνται μήπως αἰχμαλωτισθῶσιν...
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§97ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ὑπονοεῖται, διότι κανεὶς ἄλλος λόγος δὲν προβάλλεται... Ἐὰν λοιπὸν ἡ διοίκησις τοῦ συντάγματος δὲν θεωρῇ ἑαυτὴν ἀσφαλῆ καὶ ἀπὸ τοῦδε μετασταθμεύῃ, διὰ νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς κίνδυνον ἐν περιπτώσει συγκρούσεων, ποῦ ἀφίνει τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου ἐκείνου, τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδία καὶ τὰς περιουσίας αὐτῶν, καὶ ποίαν προστασίαν θὰ παράσχωσιν εἰς αὐτοὺς οἱ ἐγκαταλειπόμενοι ἀσθενεῖς σταθμοί; Πρόκειται λοιπὸν καὶ πάλιν, ἐν περιπτώσει πολέμου, νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ διαμέρισμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἐγκατελείφθη τρεῖς ὅλας ἡμέρας πρὸ τῆς εἰς Φάρσαλα ὑποχωρήσεως, ὅπως μᾶς ἀφῆκαν καὶ τὴν νύκτα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς καὶ ἔφυγαν, χωρὶς νὰ εἰδοποιήσουν τὸν κόσμον περὶ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς Λαρίσης, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον καθῆκον νὰ εἰδοποιήσουν!
§98Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν διένεξιν τὴν στρατιωτικὴν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη μεταξὺ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Τυρνάβου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶμαι ὅμως ἁρμόδιος νὰ δώσω γνώμην ἐπὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔπρεπε νὰ δώσῃ χώραν εἰς δημοσίαν συζήτησιν. Οὔτε οἱ κ.κ. ἀντιπρόσωποι ἔχουσι τὸ δικαίωμα, οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ἄδειαν ἢ τὸ καθῆκον, νὰ προβαίνωσιν εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι παραβλάπτουσιν ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἡ σημερινὴ συζήτησις θέλει ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μεταβῇ ὁ Σεϊφουλλὰχ καὶ νὰ μελετήσῃ τὸ μέρος, ὅπου μετετέθη τὸ σύνταγμα, διὰ νὰ μάθῃ τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔκαμε τὴν μετακίνησιν, καὶ τὸν ὁποῖον, καθὼς εἶπε, δὲν δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι ὑπέπεσεν, ἴσως ἐκ τῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἐρώτησις τῷ ἔκαμεν, εἰς σφάλμα, τὸ ὁποῖον θὰ διορθώσῃ, προσηνέχθη δηλ. νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν Βουλευτῶν τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ γνῶσιν αὐτῶν. Αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν καταθέτει τὰ ἔγγραφα, διότι εἶναι ζητήματα τῆς ἰδιαιτέρας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§100ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Πρὸ ὀλίγου, Κύριοι, ἐν ὥρᾳ ὀργῆς ἐζήτησα ζωηρῶς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, οὔτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε ἀλλαχοῦ, νὰ παρεξηγηθῶ, ἐὰν ἐκφράσω τὴν λύπην μου εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ζακύνθου ἐπὶ τούτῳ.
§101ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου μοὶ ὑπενθύμισεν, ὅτι κατέχει ἔγγραφα τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων τοῦ πολέμου ἐπιτροπῆς, τῆς ἐκλεγείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου, καὶ τῆς ὁποίας πρόεδρος ἦτο ὁ ἐκ Τυρνάβου ἀξιότιμος Βουλευτής. Ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων αὐτῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. προέδρου εἶναι ὅλως περιττή. Τὸ ζήτημα τῆς ἐρεύνης τῶν γεγονότων τοῦ πολέμου νομίζω, ὅτι θὰ ἔλθῃ ταχέως εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νομίζω ὅτι τότε ἡ Βουλὴ δι’ ὅλων αὐτῆς τῶν μερίδων, καθ’ ἣν ἔχει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, θὰ δεχθῇ πᾶσαν πρότασιν, ὑποβληθησομένην εἰς αὐτὴν, περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων τοῦ πολέμου, ἥτις θ’ ἀπαλλάξῃ τὴν Βουλὴν τῶν παντοίων συζητήσεων, αἵτινες γίνονται ἕνεκα τῶν πολεμικῶν, διότι θὰ γείνῃ ἐφάπαξ τοιαύτη περὶ αὐτῶν.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποβάλλω συστάσεις, τινὰς τῶν ὁποίων παρακαλῶ νὰ λάβωσιν γνῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Διενεμήθη πίναξ, δηλῶν τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον τῇ ἐγγυήσει τῶν Μεγάλων Δυνάμεων συνωμολογήσαμεν ἐπὶ τόκῳ 2½%. Ἐν τῷ πίνακι τούτῳ ἀναγινώσκω, ὅτι ἐδαπανήθησαν 1,617,716 φράγκα δι’ ἔξοδα ἐκδόσεως τοῦ δανείου τούτου. Ἐπειδὴ ὑποθέτω, ὅτι πιθανῶς ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ νὰ διεβίβασεν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κατάλογον τῶν ἐξόδων τούτων, παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ὁ κατάλογος οὗτος. Προσέτι ἐν τῷ πίνακι τούτῳ εὗρον, ὅτι ἐδαπανήθησαν εἰς διαφόρους ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ εἰρημένου δανείου φράγκα 4,150,000. Παρακαλῶ ὡσαύτως νὰ κατατεθῇ σημείωσις τῶν ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας ταῦτα διετέθησαν. Τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην παρεκάλεσα τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διετέθησαν τὰ τῆς πιστώσεως τῶν 100,000 δραχμῶν, τῶν χορηγηθεισῶν πρὸς βοήθειαν τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων ἢ ζημιωθέντων ἐν Τριφυλίᾳ, ἐν γένει δὲ νὰ κατατεθῇ κατάλογος τῶν δαπανῶν πασῶν, ἤτοι τῶν ἀποστολῶν καὶ τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἐπιμισθίων καὶ πάντων τῶν δαπανηθέντων πρὸς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἐζήτησα ὡσαύτως κατάλογον τῶν δαπανηθέντων δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα ἐν Ἀθήναις, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχε δοθῆ πίστωσις ἐξ εἴκοσι χιλιάδων δραχμῶν. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀπευθύνω τὴν ἑπομένην παράκλησιν. Κατὰ τὸ 1898, ὅσον καὶ ἂν ἐκρίνετο ἀκατάλληλος ἡ περίστασις, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισε καλὸν νὰ βελτιώσῃ τὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσιν, διὰ τῆς ὁποίας προσετίθεντο δύο τμηματάρχαι, τρεῖς γραφεῖς τρίτης τάξεως καὶ δύο γραμματεῖς δευτέρας τάξεως, κατηργοῦντο δὲ θέσεις δύο γραμματέων πρώτης τάξεως. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ κατακρίνω τὸν Ὑπουργὸν, διότι οὕτως ἔπραξε κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἐψηφίσθη νόμος, ὅπως δικαιολογηθῇ ἡ ἐγγραφὴ τῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἂν δὲ δὲν ἐψηφίσθη νόμος, δὲν γνωρίζω ἂν ἐγένετο ἡ δαπάνη καὶ ἂν ἐξετελέσθη ἡ εἰρημένη προσθήκη, διότι ἀνέγνων δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς ἀναγραφῆς τῆς πιστώσεως ταύτης, ὑπισχνεῖτο δὲ διὰ τῆς δηλώσεως ἐκείνης νὰ εἰσαγάγῃ καὶ νομοσχέδιον πρὸς νομιμοποίησιν τῆς προσθήκης. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν τῆς χώρας. Ὡσαύτως οἱ βουλευταὶ Κυνουρίας κ.κ. Ν. Τσοῦχλος καὶ Π. Χοντζόπουλος ὑποβάλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων. Ἑτέραν δὲ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλει ὁ βουλευτὴς Τριχωνίας κ. Δ. Κατσάνος. Ἅπασαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 185–187). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἀπὸ τῆς καταβολῆς ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§104ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, μετὰ τὰς λέξεις «διδακτορικὰς, νὰ προστεθῶσι δύο λέξεις «ἢ πρακτικὰς» ἐξετάσεις, διότι εἶναι ἄδικον νὰ παραπονῶνται καὶ οἱ ὑποψήφιοι διὰ πρακτικὰς ἐξετάσεις, ἀφοῦ μάλιστά εἰσιν εὐάριθμοι, δύο ἢ τρεῖς διδάκτορες τῆς Ἰατρικῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (Ἀναγινώσκεται).
§106Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέτει εἰς ἴσην μοῖραν τοὺς διελθόντας τὰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις ἢ τὰς ἐξετάσεις εἰς τὰ γενικὰ μαθήματα φοιτητὰς πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἐκτὸς τῶν ἀνανεωσάντων τὴν ἐγγραφὴν ὑπάρχουσι καὶ φοιτηταὶ ἐκ Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Κρήτης καὶ Ἠπείρου, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ διέλθωσι τὰς διδακτορικὰς αὑτῶν ἐξετάσεις ἢ τὰς τῶν γενικῶν μαθημάτων, κατέβαλον ἐν στενοχωρίᾳ τὰ τέλη. Νομίζω, ὅτι, ὅπως ἐπιστρέφονται τὰ καταβληθέντα τέλη διὰ τὴν ἐγγραφὴν, εἶναι δίκαιον καὶ διὰ τὰς διδακτορικὰς καὶ τὰς ἄλλας ἐξετάσεις νὰ γίνηται τὸ ἴδιον.
§107Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδὲν τοιοῦτον παράπονον μοὶ διετυπώθη. Ἡ προσθήκη τοῦ δευτέρου ἄρθρου ἐγένετο κατόπιν παραστάσεων τοῦ Πρυτάνεως, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλουν οἱ φοιτηταί, καλλίτερον ὑμῶν. Ἑπομένως οὐδεμίαν ἄλλην τροποποίησιν δύναμαι νὰ δεχθῶ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἷς τῶν φίλων μου μοὶ ἀπηύθυνε παρατήρησιν ἐν εἴδει παραπόνου, διότι οὐδὲν εἶπον περὶ ἑνὸς πίνακος, προσηρτημένου εἰς τὸ διανεμηθὲν νομοσχέδιον περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ γραφείου τοῦ δημοσίου χρέους, τῶν κατὰ τὸν ἐκδοθέντα κατὰ τὸ 1895 νόμον περὶ συστάσεως γραφείου τοῦ δημοσίου χρέους γενομένων δαπανῶν, καὶ περὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θέλει ἐπιφέρει τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προταθὲν ἄρτι καὶ συζητούμενον νομοσχέδιον περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ὁ εἰρημένος φίλος μου ἐφρόνει, ὅτι τοῦ πίνακος τούτου ἡ προσάρτησις εἰς τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον παρῆγε νέφος τί αἰτιάσεως ἐπὶ σπατάλῃ κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1895, τοῦ ὁποίου προϊστάμην. Ἐγὼ ὄντως δὲν ἀπέδωκα τοιαύτην προαίρεσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἁπλῆ σχολαστικότης τοῦ γραφείου ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν τοῦ πίνακος, ὁ δὲ Ὑπουργὸς δὲν ἐπρόσεξεν, ὅταν ἐπέτρεψε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ εἰρημένος πίναξ. Δὲν ἀπέδωκα τοιαύτην προαίρεσιν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν αἱ δαπάναι τοῦ περὶ συστάσεως γραφείου τοῦ δημοσίου χρέους νόμου τοῦ 1895 νὰ ᾖναι τόσαι, ὅσαι θέλουσιν εἶναι νῦν, ὅτε ἀντὶ τοῦ γραφείου ἐκείνου συνιστᾶται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἁπλοῦν τμῆμα. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ἀκρίβειαν τοῦ προσαρτηθέντος εἰς τὸ νομοσχέδιον πίνακος εἶχε δίκαιον νὰ παραπονεθῇ ὁ τὸ εἰρημένον παράπονον ἀνακοινώσας μοι φίλος μου, διότι παρελείφθησαν ἀπὸ τῶν κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἐξόδων πέντε χιλιάδες δραχμῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ δαπανήσῃ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς ἀντιμισθίαν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων. Πιστεύω ὅμως, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τοιαύτην νὰ ἔχῃ προαίρεσιν, διότι τὸ μὲν γραφεῖον τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895 ἱδρυθὲν, ἀπετελεῖτο ἐκ τριῶν τμημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ πρῶτον ἠσχολεῖτο εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα ἤθελον προορισθῆ διὰ τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον ἤθελε καθορισθῆ διὰ τῶν Συμβιβασμοῦ, τὸ δὲ δεύτερον τμῆμα προορίζεται νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν φροντίδα τῆς εἰσπράξεως καὶ συγκεντρώσεως τῶν ἐκ τῶν εἰρημένων φόρων καὶ δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἐσόδων, καὶ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῶν πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τοὺς δανειστὰς τῶν προσδιορισθησομένων διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ ποσῶν. Νῦν διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἀμφότερα τὰ τμήματα ταῦτα καταργοῦνται, διότι τότε μὲν, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895, συνιστᾶτο ἀντέλεγχός τις ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τῶν δανείων, ἔλεγχος, οὕτως εἰπεῖν, τῆς διαχειρίσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τῶν Ὑπουργῶν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους· ἀλλὰ τώρα, ὅτε μᾶς ἐπεβλήθη δυστυχῶς ὁ ξενικὸς ἔλεγχος, οὗτος ὑποκατέστησε τὸν ἀντέλεγχον, καταργοῦνται ἑπομένως τὰ εἰρημένα δύο τμήματα, ὡς ἄχρηστα, ἀφοῦ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν ἐκπληροῖ πλέον ἡ διαχειριζομένη τὸν ξενικὸν ἔλεγχον Διεθνὴς Ἐπιτροπή. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ ἀνάγκη τῶν 44,800 δραχμῶν, αἵτινες ἐδαπανῶντο τότε πλέον τῶν διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἐπαγομένων ἐξόδων, διότι ἀντὶ τῶν 44,800 δραχμῶν τούτων δαπανῶνται 150 χιλιάδες φράγκων διὰ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου.
§110Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως οὐδεμία προαίρεσις ὑπῆρχεν, ἵνα ἐπιρριφθῇ μομφὴ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέστησαν τὸ Συμβούλιον τοῦ δημοσίου χρέους. Ὅτε συνέταξα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρεκάλεσα τὸν ἐκπληροῦντα χρέη γενικοῦ γραμματέως τμηματάρχην νὰ συντάξῃ σημείωμα τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ἐγίνοντο, καὶ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωνται εἰς τὸ ἑξῆς. Τὸ σημείωμα τοῦτο δὲν προέτεινα νὰ τυπωθῇ, τὸ εἶχον εἰς τὸν φάκελον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ γραφεῖον δὲ τοῦ Προεδρείου διέταξε τὴν τύπωσιν, χωρὶς ἐγὼ νὰ τὸ ζητήσω. Βεβαίως εἰς τὸ ποσὸν τῶν 24,800 δραχμῶν θὰ προστεθῶσι καὶ 5,000 δραχμαί, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ πρόσληψιν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων πρὸς ἐνημερότητα τῆς ὑπηρεσίας.
§111Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος καὶ τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι εἰς τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον συνιστᾶται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, διατηροῦνται ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ἄλλοτε τὸ πρῶτον τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν. Ἡ βεβαίωσις, ἡ ἐξέλεγξις ὅλων τῶν εἰσοδημάτων εἶναι πλήρης. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν κατὰ τί ἠλαττώθη ἡ ὑπηρεσία ὡς πρὸς τοῦτο. Ἀναμφίβολον δὲ εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐξέλεγξις τῶν τοκομεριδίων ἦτο ὅλως ἐλλιπής. Ὅτε εὑρισκόμην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἠδυνήθην νὰ βεβαιωθῶ, ὅτι ὑπὲρ τὰ 25 ἑκατομμύρια τοκομερίδια εὑρίσκοντο ἀκόμη σεσωρευμένα ἀνεξέλεγκτα, μὴ κατατεταγμένα. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι εἷς ὑπάλληλος, ὅσον καλὸς καὶ ἂν ᾖναι, εἶναι δυνατὸν νὰ κατατάξῃ, νὰ καταγράψῃ μεταξὺ τοκομεριδίων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται σωρηδὸν ἐνώπιόν του, πλέον τῶν χιλίων καθ’ ἑκάστην. Καὶ θεωρῶ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον πολὺ ἐξωγκωμένον. Ἐὰν ὅμως τὸν παραδεχθῶμεν, θέλομεν ἴδει, ὅτι εἷς ὑπάλληλος, ἔστω ὁ καλλίτερος, δὲν δύναται νὰ καταγράψῃ καὶ κατατάξῃ πέραν τῶν 300 χιλιάδων τοκομεριδίων κατ’ ἔτος. Ἐν δὲ τῷ νομοσχεδίῳ τί βλέπομεν; ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλπίζει, ὅτι ἐντὸς τριῶν ἐτῶν θέλει κατορθώσει, κατὰ τὸ ἄρθρον 16, νὰ ἔχῃ κατατάξει καὶ καταγράψει ὅλα τὰ τοκομερίδια αὐτά. Ἀλλὰ κατὰ τὸν ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον σᾶς ἔκαμα, ἐὰν εἷς ὑπάλληλος δύναται μόνον 300 χιλιάδας τοκομεριδίων νὰ ἐξελέγξῃ κατ’ ἔτος, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι καὶ οἱ ἔκτακτοι γραφεῖς, τοὺς ὁποίους προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, χρησιμοποιοῦνται, ἐὰν δηλαδὴ καὶ αἱ 5,000 δραχμαί, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ, καταβληθῶσιν, ὅπως ἔχωμεν γραφεῖς βʹ τάξεως, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἔχωμεν παρὰ ἑτέρους δύο, τὸ ὅλον ὀκτὼ γραφεῖς. Οἱ ὀκτὼ οὗτοι γραφεῖς, Κύριοι, θέλουσι δυνηθῆ ἐν διαστήματι τριῶν ἐτῶν νὰ κατατάξωσι καὶ νὰ καταγράψωσιν 2,400,000 τοκομερίδια. Θέλουσι λοιπὸν χρειασθῆ δέκα ἔτη, Κύριοι, ἀντὶ τῶν τριῶν ἐτῶν.
§112Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσα εἶναι τὸ ὅλον;
§113ΝΕΓΡΗΣ. 25,000,000 εἶχον ἀφήσει ἐγὼ τοκομερίδια μὴ κατατεταγμένα, μὴ καταγεγραμμένα.
§114Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κομμάτια;
§115ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι καὶ ὅλοι οἱ γραφεῖς ἐὰν περιορισθῶσιν εἰς τὰ τοκομερίδια τῶν χρόνων τῶν πρὸ τοῦ 1898, ἐὰν καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν πέντε χιλιάδων καταναλωθῇ εἰς τοῦτο, καὶ πάλιν θέλουσι χρειασθῆ δέκα ἔτη. Ἀλλὰ τί θὰ γείνωσι τὰ τοκομερίδια ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1898 καὶ ἐντεῦθεν, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐλέγχου καὶ ἐντεῦθεν; Γνωρίζομεν κάλλιστα, ὅτι ὁ Ἔλεγχος παρεπονέθη, ὅτι ταῦτα συσσωρεύονται ἕνεκεν ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ τοῦ δημοσίου χρέους. Ὡς δὲ εἶπον κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι μικροῦ λόγου ἄξιον, Κύριοι. Δὲν πρόκειται περὶ τυπικῆς ἐξελέγξεως. Ἡ ἐξέλεγξις αὕτη θὰ μᾶς καθαρίσῃ πόσα χρήματα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον κατέθηκεν εἰς τὰς διαφόρους Τραπέζας, ἀληθῶς διετέθησαν καὶ ἐπληρώθησαν νομίμως, δηλαδὴ θὰ ἀποδειχθῇ, ἂν δὲν ἐπληρώθησαν τοκομερίδια διαγεγραμμένα. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐπιστροφῆς χρημάτων πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ φροντίζωμεν, ὅπως ταῦτα ἀνακτηθῶσι τὸ ταχύτερον. Διὰ τοῦτο συνιστῶ διὰ τελευταίαν φορὰν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ φεισθῇ ὀλίγων δαπανῶν περιπλέον, διότι θέλομεν ἀνακτήσει ταύτας πολλαπλασίας.
§116Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν θέλω ἀσχοληθῆ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας· θέλω περιορισθῆ μόνον εἰς ἕν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, καταργοῦνται δύο θέσεις τμηματαρχῶν καὶ δύο θέσεις ὑπουργικῶν γραμματέων. Διὰ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος καταργεῖται, ἦσαν τρεῖς τμηματάρχαι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον γίνεται εἷς. Κατὰ τὸν ὑφεστῶτα νόμον ἦσαν ἓξ ὑπουργικοὶ γραμματεῖς, μένουσιν νῦν τέσσαρες. Διὰ τῶν δραχ. 5,000, τὰς ὁποίας θὰ ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν μου, ὅπως χρησιμοποιήσω δι’ ἔκτακτον προσωπικὸν διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτήν, θὰ δυνηθῶ νὰ προσλάβω συνταξιούχους, 4 ἕως 5, καὶ δι’ αὐτῶν ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐλέγχου τῶν καθυστερούντων κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον θὰ διεξαχθῇ.
§117Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ὁ Ἔλεγχος ἐκτελῇ ἐξέλεγξιν τῶν εἰς χρυσὸν τοκομεριδίων, τῶν ἀποστελλομένων ἔξωθεν. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ τοκομερίδια τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία γίνεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, παρεδίδοντο κατὰ τὰς συμβάσεις εἰς τοὺς ἡμετέρους Προξένους, καὶ ἀπεστέλλοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖθεν. Ἐπίσης ἐν τῷ Συμβιβασμῷ, ἐν τῷ δωδεκάτῳ ἄρθρῳ, λέγεται, ὅτι ταῦτα ἐξελέγχονται παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δωδέκατον ἄρθρον — τὸ ὁποῖον εἶναι μεταφρασμένον οὐχὶ μὲ ἀκρίβειαν — ἰδοὺ τί ἀκριβῶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐξοφληθέντα τοκομερίδια θέλουν παραδίδεσθαι εἰς τοὺς Προξένους τῆς Ἑλλάδος ἐν αἷς πόλεσιν ἐγένοντο αἱ πληρωμαὶ, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, ἥτις θέλει γίνεσθαι ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως» (de concert avec le gouvernement hellénique). Τὸ κείμενον ὅμως τὸ Ἑλληνικὸν δὲν ἔχει οὕτω. Τὸ Γαλλικὸν δίδει ἐμφαντικωτέραν τὴν ἔννοιαν περὶ συμμετοχῆς τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον δίδει· τοῦτο, νομίζω, λέγει (ἀναγινώσκει μετάφρασιν): «Παραδίδονται τὰ τοκομερίδια διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἐπαλήθευσιν, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς (Γαλλιστί: pour servir à la vérification qui en sera faite par la Commission internationale, de concert avec le gouvernement hellénique») Λοιπὸν ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Γαλλικοῦ κειμένου συνάγει τις, ὅτι ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ θὰ ἐκτελῇ τὴν ἐπαλήθευσιν τῶν τοκομεριδίων, τὰ ὁποῖα παρεδίδοντο ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρὸς τοὺς ἡμετέρους Προξένους, καὶ ὅτι θὰ τὴν ἐκτελῇ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἤδη, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Νέγρης, ἔμαθον, ὅτι τοιαύτη ἐπαλήθευσις πρόκειται νὰ ἐνεργῆται μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου τμήματος, ὡς εἶπεν. Εἶναι τοῦτο ἀκριβές; δὲν συμμετέχει ἀληθῶς εἴτε εἰς ἀπὸ κοινοῦ ἐξέλεγξιν εἴτε εἰς προγενεστέραν προεξέλεγξιν ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου; Δὲν λαμβάνει αὕτη μέρος εἰς οὐδεμίαν ἐξέλεγξιν τῶν τοκομεριδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παραδίδονται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς τοὺς Προξένους, καὶ ἀφίνεται αὕτη μόνον εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀτελῶς δὲ γινομένη, δίδει ἀφορμὴν, λίαν εὔλογον κατ’ ἐμὲ, εἰς παράπονα ἐκ μέρους τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου; Αὐτὸ ἐπεθύμουν νὰ μάθω.
§118Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ προκάτοχός μου, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὡμίλησεν οὐχὶ περὶ τῶν τοκομεριδίων καὶ ὁμολογιῶν τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ τελευταῖον ἔτος. Ὡμίλησε περὶ τῶν τοκομεριδίων καὶ ὁμολογιῶν, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν περίοδον τὴν πρὸ τούτου.
§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν ἀπὸ τοῦ 1897.
§120ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς γνωρίζετε, δὲν ἔχομεν πληρώσει ἢ μίαν δόσιν τοῦ 1897 καὶ μίαν μέχρι τοῦ 1899, καὶ πρόκειται νὰ πληρωθῇ καὶ ἡ δευτέρα. Βεβαίως ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ συμπράττει μετὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ τὰ τοῦ γραφείου τοῦ δημοσίου χρέους εὑρίσκονται ἔν τινι ἀνωμαλίᾳ, διότι τὸ πρῶτον εἶχεν ἀποσπασθῇ ἐξ αὐτοῦ εἷς τμηματάρχης καὶ εἷς ἄλλος ὑπάλληλος, καὶ διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν παρ’ ἡμῖν καθιερώθη ὁ διεθνὴς ἔλεγχος, πάντες οἱ ὑπάλληλοι ἐνόμισαν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ διατηρηθῶσιν εἰς τὰς θέσεις των καὶ δὲν εἰργάζοντο ὅπως ὤφειλον. Δὲν ὑπάρχει δὲ καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῶν τοκομεριδίων ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ ἐντεῦθεν θέλει γίνεσθαι τῇ συμπράξει τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, καθ’ ἃς ἔχω διαβεβαιώσεις, θέλει ἀποστείλει τινὰ τῶν ὑπαλλήλων της, μετὰ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἐπεξεργάζεσθαι τὰ τοκομερίδια.
§121Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν ἄλλην πληροφορίαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ. Τὰ τοκομερίδια τῶν παρελθόντων ἐτῶν δὲν ἦσαν οὐχὶ μόνον ἐξεληλεγμένα, ἀλλ’ οὔτε καὶ καλῶς κατατεταγμένα πρό τινων ἐτῶν. Ἦσαν μάλιστά τινα ἐρριμμένα εἰς αἰθούσας μὴ καλῶς προπεφυλαγμένας. Ἐξακολουθεῖ ἡ κατάστασις αὐτή; ἢ ἐλήφθη μέτρον τι πρὸς τήρησιν τῶν μὴ ἐξελεγχθέντων τούτων τοκομεριδίων, ὅπως μὴ συμβῶσι λάθη, ἢ καὶ ὑπεξαιρέσεις τῶν τοκομεριδίων τούτων, καθὼς καὶ τῶν κληρωθεισῶν ὁμολογιῶν; Ἐλήφθη τοιοῦτον μέτρον;
§122Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκριβῶς διότι τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῶν τοκομεριδίων καὶ τῶν κληρωθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ παρελθόντος, δι’ αὐτὸ τὸ τμῆμα τὸ προωρισμένον νὰ ἐξελέγξῃ τῆς περιόδου ἐκείνης τὰ τοκομερίδια τὸ πρῶτον ἠσχολήθη εἰς τὸ νὰ τὰ καθαρίσῃ καὶ ταξινομήσῃ. Τοῦ τμήματος τούτου προΐσταται εἷς τῶν ἀρίστων ὑπαλλήλων, ὁ τμηματάρχης κ. Ἐξαρχάκος. Δυστυχῶς ἐπὶ δύο σχεδὸν ἔτη ἀπησχολήθη εἰς Θεσσαλίαν. Ἤδη ἐπανέλαβε τὴν ἐργασίαν του, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ καὶ ἡ πληρεστέρα ταξινόμησις καὶ ἡ πλήρης αὐτῶν ἐξέλεγξις.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ πληροφορίαι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσιν ὁμόφωνοι, ὅτι μεγάλαι ἀταξίαι καὶ αἰσθητὰ κενὰ θέλουσιν ἀποκαλυφθῆ κατὰ τὴν πρόολον τῆς ἐξελέγξεως τῶν τοκομεριδίων. Δύναμαι, νὰ ἀναφέρω π. χ. ὅτι κατὰ τὸ 1896 ἐκ Μασσαλίας μᾶς ἐστάλη φάκελος, περιέχων τοκομερίδια, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἐπί τινος παρὰ τὴν Μασσαλίαν ἀκτῆς τῆς Γαλλίας. Αὐτὸ ἀρκεῖ νὰ σᾶς βεβαιώσῃ περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἡ κατάταξις καὶ ἡ ἀναγραφὴ τῶν τοκομεριδίων κατὰ δάνειον καὶ κατὰ χρονολογίαν ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1890, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν, διηυθύνετο δὲ τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης. Τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, ἀτελῆ μὲν, ὡς μὴ ὀργανωθεῖσαν τότε, διακοπεῖσαν ὅμως κατὰ τὸ 1892, ὅτε ἐπαύθημεν, παρελάβομεν κατὰ τὸ 1895, καὶ ὠργανώσαμεν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895, καὶ ὠθήσαμεν ἔκτοτε, βαίνει δὲ νῦν ἡ ἐργασία προβαίνουσα. Βεβαίως ὑπάρχουσιν ἀκόμη ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνακαλύπτονται, ὅσον προβαίνει ἡ ἐργασία. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐτελείωσε πᾶσα ἡ ἐργασία, θέλει δυνηθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σᾶς ἐκθέσῃ μέχρι τίνος σημείου προέβη, καὶ ἂν διεξάγηται ἀκριβῶς.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§125Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει, ὅτε ἦτο εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὑπό τινος συναδέλφου, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ 1ον ἄρθρον, καθιεροῖ ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἐπάγεται εἶδος συγχύσεως. Ἐλέχθη καί τι ἕτερον, ὅτι ἡ ἀναβίωσις διατάξεως προηγουμένου νόμου εἶναι καὶ ἀντισυνταγματική. Ἀπεδέχθην ὅμως τὴν πρότασιν, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν, ὁσάκις νομοθετῶμεν, νὰ νομοθετῶμεν οὕτω πως, ὥστε, ὅταν ἀναγινώσκωμεν ἕνα νόμον, νὰ μὴ ὦμεν ἠναγκασμένοι ν’ ἀνατρέχωμεν εἰς ἄλλον, καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1833. Ὡς ἐκ τούτου ἐζήτησα νὰ ἀναβληθῇ ἡ τρίτη συζήτησις, ἵνα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑποβάλω τροποποίησιν. Προτείνω λοιπόν, ὅπως τὸ 1ον ἄρθρον σταματήσῃ εἰς τὴν λέξιν «καταργεῖται» (ἀναγινώσκει): «Ὁ νόμος τῆς 24 Ἰουνίου 1895, ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν σύστασιν Συμβουλίου τοῦ δημοσίου χρέους καταργεῖται». Νὰ προστεθῇ δὲ ἄρθρον 2, ἔχον οὕτως (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου ὑπάγονται, πλὴν τῶν κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους ὑπαγομένων εἰς αὐτὴν, καὶ πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι, αἵτινες, τηρουμένων τῶν διατάξεων τοῦ ͵ΒΦΙΘʹ τῆς 26 Φεβρουαρίου 1898 νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, ἀφορῶσιν: αʹ) Εἰς τὴν ἀνωτάτην διεύθυνσιν τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους προσδιωρισμένων κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους δημοσίων ἐσόδων. βʹ) Εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κατὰ τὰς ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἀναγραφὰς προσδιορισθεισῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους πιστώσεων, καὶ εἰς τὴν φροντίδα καὶ τὴν ἐπιτήρησιν πρὸς ἐκπλήρωσιν ἐμπρόθεσμον καὶ ἀκεραίαν τῶν κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ὡρισμένων ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου ταμείου. γʹ) Εἰς τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ δημοσίου χρέους, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ἀποσβέσεως διατάξεων τῶν περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἰσχυόντων νόμων διὰ τῆς διαθέσεως τῶν εἰδικῶς πρὸς τοῦτο κεχορηγημένων πιστώσεων· καὶ δʹ) Εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν Τραπεζῶν, τραπεζιτῶν, ἢ ἄλλων οἱωνδήποτε, οἵτινες κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐνήργησαν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου νόμου πληρωμὰς ἀπέναντι τόκων ἢ χρεωλυσίων τῶν δανείων τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πρὸς ἐπαλήθευσιν τῆς διαχειρίσεως ταύτης παραδοθέντων ἢ παραδοθησομένων τοκομεριδίων καὶ ὁμολογιῶν ὑπὸ τῶν τὰς πληρωμὰς ταύτας ἐνεργησάντων.»
§126Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτήρησις τῶν Τραπεζῶν δὲν εἶναι.
§127ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τοῦτο λέγει ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον καταργοῦμεν, δηλαδὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῶν Τραπεζῶν ἢ τραπεζιτῶν, οἵτινες διεχειρίσθησαν τὰς πιστώσεις ταύτας καὶ ἐπλήρωσαν τοκομερίδια ἢ ὁμολογίας.
§128Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον;
§129ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐντελῶς ἀντιγραφὴ ἐκ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον καταργοῦμεν. Ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ μὴ δώσωμεν ἀναβίωσιν εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου τοῦ 1833. Ἐνόμισα, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 2 οἰκονομεῖται τὸ πρᾶγμα.
§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μήπως τυχὸν εἰσεχώρησε καμμία παράλειψις;
§131ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῆς παρατηρήσεως, ἣν πρὸ μικροῦ ἐποιήσατε, συνήγαγον, ὅτι ἡ ἔννοια αὐτῆς ἦτο, ὅτι αἱ διατάξεις αἱ καταργηθεῖσαι, ἵνα ἀναβιώσωσι, πρέπει νὰ νομοθετῶνται αὖθις ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πλὴν ταύτης ὅμως τῆς ἐννοίας, παρατηρῶ, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον, ὡς εἶχε συνταχθῆ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ, διότι δὲν ἐπλήρου ὅλας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας μετὰ τὴν ἐπιβολὴν δυστυχῶς τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου ἐδημιούργησεν ἡ νέα κατάστασις τῶν πραγμάτων. Ὡς δὲ συνετάχθη νῦν, πληροῖ βεβαίως τὰ κενὰ ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο ἠδυνήθην νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τούτου.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προταθὲν ἄρθρον 2. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἄρθρα 3–7, τὰ ἄρθρα 2–6 τοῦ νομοσχεδίου).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8, κατὰ τὴν νέαν τάξιν (ἀναγινώσκεται).
§135Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὅπως καὶ ἐπὶ τοῦ ἑπομένου, ὅτι δὲν γίνεται εἰδικὴ μνεία περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν τοκομεριδίων ἢ τῶν πληρωθεισῶν ἢ ἀποσβεσθεισῶν ὁμολογιῶν, τῶν ὁποίων τὴν διαχείρισιν ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Τὸ ἄρθρον 12 τοῦ παραρτήματος τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, δηλαδὴ τοῦ Συμβιβασμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπει τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον, ὁμιλεῖ μόνον περὶ τῶν τοκομεριδίων, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ ἀποστέλλουν, καὶ ἀποστέλλουν, αἱ ἐπιφορτισμέναι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἡμετέρων δανείων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Τράπεζαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐπαλήθευσιν, οὐδὲν ὅμως λέγεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 περὶ τῶν τοκομεριδίων καὶ τῶν ὁμολογιῶν, ὧν τὴν ὑπηρεσίαν διαχειρίζεται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, — διότι καὶ εἰς αὐτὴν εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ὑπηρεσία καὶ τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους. — Ὅ,τι δὲν ἔπραξεν ὁ Συμβιβασμὸς, διότι δὲν ὤφειλε νὰ τὸ πράξῃ, προκειμένου περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ τὸ πράξῃ ἤδη ὁ νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 καὶ 8 ἢ 8 καὶ 9, ὅπως ἐγένοντο μετὰ τὴν προσθήκην, ἐν μὲν τῷ ἄρθρῳ 8 διὰ τὰ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐλέγχου τοκομερίδια, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 9 διὰ τὰ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐλέγχου, ἄνευ διακρίσεως ἂν ἐπληρώθησαν ταῦτα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἢ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ἑπομένως πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ὑποχρέωσις καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως τὰ τοκομερίδια καὶ τὰς ὁμολογίας, τῶν ὁποίων αὐτὴ ἔχει τὴν ὑπηρεσίαν, μετὰ τὴν ἐξόφλησιν ὑποχρεωτικῶς ἀποστέλλῃ καὶ παραδίδῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δηλ. τὸ τοῦ δημοσίου χρέους. Διότι, ὅ,τι προχθὲς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἀπῄτησε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθη ν’ ἀποστέλλῃ δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς τὰ γραφεῖα αὐτῆς, ὅπως αὐτοὶ ἐκεῖ ἐκτελῶσι τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐπὶ τῶν τοκομεριδίων καὶ ὁμολογιῶν, ἃς ἐξώφλησεν, ἤτοι τὴν τῆς ἀνευρέσεως, τῆς ἐξελέγξεως καὶ κατατάξεως αὐτῶν, δηλαδὴ τὴν ἐργασίαν ἥτις βαρύνει αὐτὴν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ θεωρῶ καὶ ἄτοπον καὶ ἄδικον. Ἄτοπον μὲν, διότι, ἀφοῦ ἐπὶ προμηθείᾳ ἐκτελεῖ μία Τράπεζα ὑπηρεσίαν δανείου, ὀφείλει, εὐθὺς ὡς ἐγένετο ἡ ἐξόφλησις, εὐθὺς ὡς ἀπεσβέσθησαν τίτλοι, νὰ παραδίδῃ αὐτοὺς εἰς τὸν δικαιοῦχον, μετὰ τακτικῆς σημειώσεως αὐτῶν πρὸς ἐξέλεγξιν. Ἀφοῦ αἱ Τράπεζαι αἱ ξέναι, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τῇ αὐτῇ προμηθείᾳ ἀνέλαβον τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἡμῶν, ἐκτελοῦσι τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ τακτικῶς ἔκτοτε ἀποστέλλουν τὰ τοκομερίδια καὶ τὰς ὁμολογίας, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ μὴ πράττῃ τὸ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἐπίσης τὸ θεωρῶ ἄδικον, διότι δὲν εἶναι δίκαιον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ ἔχει τοσαῦτα βάρη, ὅπερ πληρώνει τόσα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν του, νὰ ἐκτελῇ ἰδίαις δαπάναις καὶ ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία βαρύνει τὴν Ἐθνικὴ Τράπεζαν, ἥτις διαχειρίζεται ἐπ’ ἀμοιβῇ μέρος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ ῥητῶς, ὅτι ὑπάρχει ὑποχρέωσις καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως ἀποστέλλῃ ἀκριβῶς καὶ τακτικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τοὺς ἐξοφληθέντας παρ’ αὐτῆς τίτλους τῶν δημοσίων δανείων, καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μέρος αὐτῶν τὸ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου πληρωθὲν, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μέρος τὸ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐλέγχου πληρωθὲν δι’ αὐτῆς, διότι διὰ τῆς παραλείψεως ταύτης ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπαυξάνεται ἡ λογιστικὴ καὶ ἡ πραγματικὴ ἀταξία, ἥτις ἐπικρατεῖ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν.
§136Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 τοῦ νομοσχεδίου δὲν κανονίζουσι τὰς ὑποχρεώσεις τῶν Τραπεζῶν διὰ τὴν ἐξέλεγξιν καὶ παράδοσιν τῶν τοκομεριδίων καὶ τῶν ὁμολογιῶν. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἔχουν αἱ Τράπεζαι, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων, διότι πᾶς, ὅστις διαχειρίζεται χρήματα ξένα, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδῃ καὶ λογαριασμόν. Τὰ καθήκοντα ταῦτα ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου εἰς πάντα διαχειριζόμενον δημόσια χρήματα. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἡ Τράπεζα ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, μετὰ τὸ πέρας τῶν πληρωμῶν τούτων, μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρόνου, νὰ ἀποδίδῃ λογαριασμὸν τῆς διαχειρίσεως, ἡ ὁποία τῇ εἶναι ἀνατεθειμένη, καὶ νὰ παραδίδῃ τὰ πληρωθέντα τοκομερίδια καὶ τὰς κληρωθείσας ὁμολογίας. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἠρνήθη νὰ πράξῃ τοῦτο. Ὑπῆρξε δυσχέρειά τις ἐν τῷ παρελθόντι, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἔχουσα μέγαν ἀριθμὸν τοκομεριδίων πληρωθέντων καὶ ἐξωφλημένων ὁμολογιῶν, εὑρίσκετο εἰς ἀδυναμίαν νὰ τὰ τακτοποιήσῃ, καθ’ ὃν τρόπον αἱ ἄλλαι Τράπεζαι τὰ ἐτακτοποίουν. Ἐν τούτοις ἐπῆλθεν ἡ ἀναγκαία συνεννόησις καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, ἡ δὲ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπεδέχθη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην, ὅπως πράξῃ καὶ αὐτὴ ὅπως καὶ αἱ ἄλλαι Τράπεζαι, δηλαδὴ νὰ τακτοποιήσῃ πάντα τὰ εἰς χεῖράς της εὑρισκόμενα καὶ τὰ παραδώσῃ. Δὲν εἶναι δὲ πρέπον ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ νόμῳ καθήκοντα ἐπιβαρύνοντα τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ ἄλλην οἱανδήποτε Τράπεζαν.
§137Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐζήτησα ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ τοῦτο, διότι ἐνόμιζον ὅτι, ἵνα μὴ γίνηται μέχρι τοῦδε, ὑπῆρχεν ἴσως κενὸν ἢ ἔλλειψις ἐν τῷ νόμῳ. Βεβαίως εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήγγειλε πρὸ ὀλίγου, ὅτι πᾶς ὁ διαχειριζόμενος ξένην περιουσίαν ὀφείλει μετὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης νὰ παραδώσῃ πᾶν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνήκει πλέον εἰς τὸν δικαιοῦχον. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην ἀρχήν, ἐὰν τὴν ἀνέγραψαν οἱ νόμοι, τὴν ἀνέγραψαν ῥητῶς ὡς πρὸς τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐκτελούσας ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἡμῶν Τραπέζας, δὲν τὴν ἀνέγραψαν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Βεβαίως παρέλιπον τοῦτο, διότι ἐπίστευσαν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ δυνάμει τῆς γενικῆς ἀρχῆς καὶ διότι εἶναι κατάστημα ἐθνικὸν προνομιοῦχον, ἤθελε προθύμως ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Ἀλλ’ ὡς εἶναι γνωστόν, καὶ ὡς καὶ εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, ἴσως διότι δὲν ἀναγράφεται ῥητῶς ἡ ὑποχρέωσίς της, εἶχε ζητήσει ὑπαλλήλους τοῦ Δημοσίου νὰ μεταβαίνουν καὶ ἀνευρίσκουν ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἢ ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῆς, ἐν οἷς εἶναι ἐρριμμένοι, τοὺς τίτλους τῶν δημοσίων δανείων, καὶ τοὺς κατατάσσουν καὶ μεταφέρουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος παράλειψις ἀναμφισβητήτου ὑποχρεώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ συγχρόνως ὅτι εἶναι καὶ πρόξενος μεγίστης ζημίας καὶ ἀταξίας εἰς τὸ Δημόσιον. Ἄν ὅμως ἤδη βεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, — καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τοῦτο οὕτως ἔχει, — ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐδέχθη, ὅπως ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, καὶ ὅτι ἔχει τοιαύτην ὑποχρέωσιν, βεβαίως, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προνομιούχου τραπεζιτικοῦ καταστήματος, δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἐφεξῆς θέλει ὑπάρξει καθυστέρησις εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἀφοῦ ἅπαξ τὴν ἀνεγνώρισε.
§138ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη, ἣν ἐξήνεγκεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτής, θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη, ἂν ἀκριβῶς, ὅπως ὠργανώθησαν τὰ πράγματα ἐν τῷ νόμῳ περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, δὲν ἐξησφαλίζετο ἡ πλείων ἐπιμέλεια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐφεξῆς· διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ Τράπεζα εἶναι ταμεῖον τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐκτελεῖ πληρωμὰς κατ’ ἐντολὴν αὐτῆς χρήματος, οὗτινος τὴν διάθεσιν ἔχει ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή. Ὀφείλει ἄρα λογαριασμὸν περὶ τῶν πληρωμῶν τούτων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ ἐν τῇ ἀποδόσει τοῦ τοιούτου λογαριασμοῦ ἔχομεν ἐγγύησιν, ὅτι θέλει λάβει γνῶσιν τῶν πραγμάτων καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν θέλει παραλείψει βεβαίως τὴν ἐξέλεγξιν.
§139Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ τὰ πρὸ τοῦ Ἐλέγχου.
§140Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς οὐδένα τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι κανονίζουν τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ τῷ ἐσωτερικῷ δάνεια, ἀναγράφεται τοιαύτη ὑποχρέωσις, ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις τῶν Τραπεζῶν, διὰ τῶν ὁποίων γίνονται αἱ πληρωμαί, εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ ἐν τῷ γενικῶς κρατοῦντι κανόνι, τῷ ἀφορῶντι εἰς τοὺς διαχειριζομένους ξένην περιουσίαν. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶς ὁ διαχειριζόμενος χρήματα δημόσια εἶναι ὑπόλογος καὶ ὀφείλει λογοδοσίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 8. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ὡς ἄρθρον 9 τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§142Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ κείμενον ἔχει: «Πρὸς εὐχερεστέραν διεξαγωγὴν ἡ ὑπηρεσία τῆς διὰ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου κλπ.» ἀλλ’ εἶναι λάθος τυπογραφικὸν, καὶ πρέπει νὰ διορθωθῇ ὡς ἑξῆς: «Πρὸς εὐχερεστέραν διεξαγωγὴν ἡ ὑπηρεσία τῆς διὰ τῶν προηγουμένων ἄρθρων 8 καὶ 9» κλπ. (Οὕτω διορθωθὲν τὸ ἄρθρον 10 γίνεται δεκτόν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρα 11 καὶ 12, ὡς ἔχουσι).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§144Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ ἐδαφίῳ αʹ τοῦ ἄρθρου, ἀντὶ «τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀποδόσεως ἑνὸς ἑκάστου» κλπ. νὰ τεθῇ «τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀποδόσεως μιᾶς ἑκάστης» κλπ., διότι ἐπίσης εἶναι λάθος τυπογραφικόν. Ὡσαύτως ἐν τῷ δʹ ἐδαφίῳ, ἀντὶ «τοῦ ἀναλογοῦντος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου τόκου», νὰ τεθῇ «τοῦ ἀναλογοῦντος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους τόκου» κλπ. (Οὕτω διορθωθὲν τὸ ἄρθρον 13 γίνεται δεκτόν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρα 14–16, ὡς ἔχουσι).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§146ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θέλω ὑποβάλει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Δὲν νομίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ ἦτο συμφέρον νὰ ὡρίζετο ἐκ τίνος ὑπηρεσίας ἢ ἐκ τίνων προσόντων θέλουν προσλαμβάνεσθαι οἱ ὑπάλληλοι διὰ τὴν εἰδικὴν ταύτην ὑπηρεσίαν; Εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θέλει ἀπευθυνθῆ εἰς συνταξιούχους· ἀλλὰ δὲν νομίζει, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ὁ νόμος νὰ ὁρίζῃ τὸ πρᾶγμα, ὥστε νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι οἱ διορισθησόμενοι δὲν θὰ ἦναι ἀργόμισθοι;
§147Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον. Οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι προσλαμβάνονται ἐκτάκτως· ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν θὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις θὰ διορίζῃ αὐτοὺς κατὰ πρότασιν τοῦ προϊσταμένου τῆς οἰκείας ὑπηρεσίας.
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Εἶπον ταῦτα, διότι ἐξ ἰδίας πείρας ἔχω τοὺς φόβους. Συνέπεσε νὰ συντάξω ἄλλοτε νομοσχέδιον, ὁρίζον οὕτως ἀορίστως τὰ πράγματα, καὶ ἐπείσθην ἔπειτα, ὅτι ἔσφαλον.
§149Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅπως μεταξὺ συνταξιούχων ὑπαλλήλων ἢ οἱωνδήποτε ἄλλων ἐκλέξῃ τὰ κατάλληλα πρόσωπα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρα 18 καὶ 19, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 1,374,394.35, χορηγηθεισῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται)
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ τῶν πιστώσεων τούτων ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πίστωσις τριῶν περίπου χιλιάδων δραχμῶν, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς πιστώσεως τῆς χορηγηθείσης διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δι’ ἄλλου διατάγματος ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἔκτακτοι ἀποστολαὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν». Εἰ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐζήτησαν κατάλογον τῶν δαπανηθέντων δι’ ἀποστολὴν τῶν σταλέντων εἰς Κωνσταντινούπολιν, πρὸς συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης καὶ τῶν συμβάσεων, παρακαλῶ ὅμως καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ καταθέσῃ κατάλογον τῶν διαφόρων πιστώσεων, ἵνα ἴδωμεν ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ εἰρημένα ποσά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 47,962,655.20.
§154Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ, ὅτι εἶναι καλόν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ συζητηθῇ μετὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς πίστωσιν διὰ τὴν αἰτίαν τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἶναι ὑπὸ τὴν μελέτην τῆς ἐπιτροπῆς.
§155Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν πρότασίν σας, διότι καὶ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, τὸ συνδεόμενον πρὸς τὴν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν, ἐπεξειργάσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἶναι ἕτοιμον πρὸς συζήτησιν· ὥστε αὔριον ἀναγράφονται ἀμφότερα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§156Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν, παρακαλῶ. Εἰς τὰ «ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας» ἀναγράφεται ποσὸν 250,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη κατόπιν συμβιβαστικοῦ συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Πειραιῶς Εὐαγγέλου Σταυριανοπούλου. Εἰς τίνα ἐπληρώθη τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν ἀναγράφεται οὔτε εἰς τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὔτε εἰς τὸ διάταγμα, οὔτε εἰς τὸ νομοσχέδιον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς τίνα τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπληρώθη.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Ἰανουαρίου 1899 Β. Διατάγματος, περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
§158ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ διὰ τῶν ἑτέρων δύο προηγουμένων ὡς καὶ δι’ ἄλλων τινῶν, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν ἤδη εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, ἐζητήθη καὶ ζητεῖται ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν διαταγμάτων τῶν νομοθετικῶν, τὰ ὁποῖα ἡ πρώην Κυβέρνησις ὑπ’ εὐθύνην της ἐξέδωκε περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ὅπως γνωρίζετε, οὔτε ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων, οὔτε ἡ πληρωμὴ τῶν ἐξόδων δύναται νὰ γείνῃ διὰ Β. Διαταγμάτων, εἰς μόνην δὲ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἶναι ἀνατεθειμένον τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ διὰ νόμου τὰ περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων. Καὶ ὑπάρχουσι μὲν βεβαίως ἐξαιρετικαί τινες περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ Κυβερνήσεις εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην ἐν κανονικῇ ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ὅπως διὰ Β. Διαταγμάτων κανονίσωσι τὰ περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων, ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδεμία τοιαύτη ἀνάγκη ὑπῆρχεν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ προηγουμένη Βουλὴ ὑφίστατο, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξεδίδοντο τὰ πλεῖστα τῶν διαταγμάτων, περὶ ὧν πρόκειται, ἀλλ’ εἶχε καταδικασθῆ εἰς ἐξηναγκασμένην ἀδράνειαν. Καὶ μέχρι μὲν τῆς 23 Μαρτίου π. ἔτους, αἱ ἔκτακτοι καὶ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις, λόγῳ τῶν ἐθνικῶν δοκιμασιῶν, δι’ ὧν ἐδοκιμάσθη δυστυχῶς ὁ Ἑλληνισμὸς σύμπας, ἐδικαιολόγουν τὴν ὕπαρξιν τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καίτοι αὕτη δὲν ἀπέρρεεν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 23 Μαρτίου καὶ ἐντεῦθεν, ὅτε ἐκανονίσθησαν ὁριστικῶς ὅλα τὰ ἐκκρεμῆ ἐξωτερικὰ ζητήματα, οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχεν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ παραμένουσα ἐν τῇ ἀρχῇ. Καὶ ὅμως ἐκήρυξε τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ διῴκησεν ἀπολυταρχικῶς, ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή, ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε μὲν τὸ τῆς συγκλήσεως διάταγμα, ἀλλὰ διὰ καταστρατηγήσεως ἀσυστόλου τὸ ἐματαίωσε διὰ τῆς τεσσαρακονθημέρου ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν. Ἀφοῦ δηλαδὴ ἀνέβαλε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν σύγκλησιν, ἐπὶ 15 ἡμέρας κατὰ πρῶτον, ἐπὶ 25 δὲ ἡμέρας βραδύτερον, κατόπιν ἐξέδωκε τὸ διάταγμα περὶ διαλύσεως. Ἡ σειρὰ ὅλων αὐτῶν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, συνδυαζομένη πρὸς τὰ διατάγματα τὰ νομοθετικὰ, τὰ ὁποῖα ἐξέδιδε καὶ δι’ ὧν διεχειρίσθη ἑκατομμύρια ὅλα, ἀποτελεῖ βεβαίως οὐχὶ ἁπλῆν παραβίασιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ οἱονεὶ πραξικόπημα. Τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη κατ’ ἀρχὰς ἐνώπιον τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου, ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, τότε δὲ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον εἶχε συντάξει σχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐλέγετο, ὅτι τὰ νομοθετικὰ μέτρα τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ἤθελον ἐξετασθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν πνεύματι δικαιοσύνης καὶ νομιμότητος. Ἀλλ’ ἡ φράσις αὕτη δὲν ἐφάνη ἐπαρκὴς εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην, καὶ διὰ τοῦτο ἔφερε τότε τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ ἄτονος καὶ ἄχρους ἐκείνη φράσις, ὡς τὴν ἐχαρακτήρισε τότε, δι’ ἐντονωτέρας καὶ ζωηρότερον κεχρωματισμένης, καὶ ἐνθυμούμεθα ὅτι διὰ τῆς ὑποβληθείσης ὑπ’ αὐτοῦ τροπολογίας ἐλέγοντο τὰ ἑξῆς: «Ἡ πρόωρος λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Γʹ Συνόδου τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου, δι’ ἧς ἀνεστάλη ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος καὶ περιήχθη ἐν ἀργίᾳ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐστέρησεν ὄντως τῆς συνδρομῆς αὐτῆς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἥτις προέβη εἰς νομοθετικὰ μέτρα, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς γνωστὰς καὶ συνήθεις κυβερνητικὰς ἀνάγκας. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου θέλουσι πάντως ἐξετασθῆ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, οὐ μόνον, ὅπως μὴ παραβλαφθῶσι τὰ δημόσια συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ ὅπως μόνον ἐν ἀνωμολογημένῃ ἀνάγκῃ συμβαίνῃ ἐπὶ τὸ μέλλον ἡ τοιαύτη τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν σύγχυσις.» Τὴν τροπολογίαν ταύτην ἐψήφισα καὶ ἐγὼ τότε ἐκ πεποιθήσεως, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπίστευον, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν δεομένων νομοθετικῆς κυρώσεως διαταγμάτων τῆς πρώην Κυβερνήσεως θὰ ἤρχετο τὸ ζήτημα, ἵνα ἑρμηνευθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος συνάδελφος, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης, δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ἐπαρκὴς ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὡς οὗτος διετυποῦτο ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἔφερεν ἴδιον σχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον: «Ἡ Βουλὴ μετ’ ἐπιμελείας, ἐν πνεύματι δικαιοσύνης, θέλει ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως τῶν δεομένων νομοθετικῆς κυρώσεως πράξεων, εἰς ἃς, ἐν τῇ ὑπερμέτρως παραταθείσῃ ἀπουσίᾳ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἠναγκάσθη νὰ προέλθῃ μόνη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, φόβῳ ζημίας ἐθνικῶν ἢ δημοσίων συμφερόντων...» Ἤδη πιστεύω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμή, ὅπως τόσον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καθὼς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ πᾶς ἄλλος ὁμοφρονῶν εἴπωσι τὴν γνώμην των ἐπὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἐγκρινούσης τὰ διατάγματα ἐκεῖνα τὰ νομοθετικὰ, διὰ τῶν ὁποίων ἡ πρώην Κυβέρνησις διῴκησεν ἐπὶ ἔτος ἄνευ ἐλέγχου, αὐταρχικῶς, ὅπως αὐτὴ ἐδόκει. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος ἡ τακτικὴ αὕτη τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἥτις ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης, καὶ μόνον ὅπως μὴ ἐκπέσῃ τῆς ἀρχῆς, προέβη ὄχι εἰς παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ὄχι εἰς παραβάσεις τῶν νόμων, ἀλλὰ, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, «εἰς ἀναστολὴν τοῦ πολιτεύματος ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον». Καὶ ἐπιβάλλεται, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὴν Βουλὴν τὸ καθῆκον, ἵνα εἴπῃ, ἐὰν ἡ ψῆφός της ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι καλῶς ἐγένοντο ὅσα ἐγένοντο ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ἢ ἂν ἐγένοντο ἀντισυνταγματικῶς, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλή, εὑρισκομένη πρὸ τετελεσμένων γεγονότων, ὑποκύπτει εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, χάριν λογιστικῆς τάξεως, νὰ ἐγκρίνῃ τὰ γενόμενα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμὴ γνώμη, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν εἰς τὴν σκέψιν καὶ ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς: «Ἡ Βουλή, εὑρισκομένη πρὸ τετελεσμένων γεγονότων, ὑποκύπτει μὲν εἰς τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκρίνῃ χάριν τῆς λογιστικῆς τάξεως τὰ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ ἀναφερόμενα βασιλικὰ νομοθετικὰ διατάγματα, διακηρύσσει ὅμως, ὅτι ταῦτα ἐξεδόθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου ὑπὸ τὸν κ. Ἀλέξ. Ζαΐμην Κυβερνήσεως ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, καὶ συνιστᾷ, ὅπως, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἐκ θεμελίων διασαλεύσεως τοῦ πολιτειακοῦ καθεστῶτος, μὴ ἐπαναληφθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι παραπλήσια τολμήματα.» Ἐὰν, Κύριοι, δεχθῆτε καὶ ψηφίσητε τὴν πρότασιν ταύτην, ἢ ἄλλην παραπλησίαν, θὰ εἴπητε ὅτι εἶσθε ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ δὲν ἀφίνετε νὰ σφετερίζηται ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία τὰ δικαιώματά σας. Θὰ εἴπητε ὅτι δὲν ἐπῆλθεν ὁ κάματος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον θέλουσί τινες ν’ ἀποδώσουν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Θὰ δώσητε νὰ ἐννοήσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν παύουν ἀποδίδοντες πάντα τὰ κακῶς ἔχοντα εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅτι δὲν πταίει τὸ πολίτευμα τοῦτο, ἀλλ’ ἡ μὴ εὔορκος καὶ πιστὴ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἄλλον νὰ τὸ παραβιάζουν, ἢ νὰ ἀναστέλλουν τὴν λειτουργίαν του ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον. Δὲν μ’ ἐνδιαφέρουν οἱ ἀποτελέσαντες τὴν πρώην Κυβέρνησιν. Δὲν ἀποβλέπω εἰς τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ εἰς τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο ἀπροκαλύπτως λέγω, ὅτι πρόκειται νὰ κριθῇ, ἐὰν ἤμεθα ἀποφασισμένοι νὰ κυβερνηθῶμεν κοινοβουλευτικῶς, ἢ ἂν, διδαχθέντες τυχὸν ἐκ πείρας πικρᾶς, ἀπωλέσαμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι μόνον διὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτελέσωμεν πολιτειακῶς τὸ καθῆκον ἡμῶν καὶ ἀπέναντι τῆς ἐλευθέρας καὶ ἀπέναντι τῆς δούλης Ἑλλάδος.
§159ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ κατ’ ἐμέ, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ συνταχθῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος καὶ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως αὐτοῦ, καταλλήλως τροπολογουμένης, οὐχὶ ἵνα ἀναιρεθῇ ἡ ἔννοια, ἥν περιλαμβάνει, ἀλλ’ ἵνα συνταχθῇ κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τοιαύτην πρότασιν. Διότι βεβαίως ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὅτε ἐχαρακτήρισε τὰ διατάγματα ἀντισυνταγματικὰ, ἤθελε νὰ δείξῃ, ὅτι τὰ διατάγματα ταῦτα συνετάχθησαν καὶ ἐξεδόθησαν ἐν καταστάσει πραγμάτων ἀντικοινοβουλευτικῇ. Ἂν τὰ διατάγματα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ ἦναι ἀντισυνταγματικὰ, βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται κατ’ οὐδένα λόγον νὰ κυρώσωμεν αὐτά· ἂν ὅμως προεκλήθησαν κατὰ τύπους συνταγματικῶς, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ὑπὸ ὅρους ἀντικοινοβουλευτικούς, πάντως ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης, ἥν προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, εἶναι ὁμοία ἐκείνης, ἥν καὶ ἐγὼ πρεσβεύω, καὶ ὑπὸ τὴν τροπολογίαν ἢ ἐξήγησιν ταύτην εἶμαι πρόθυμος νὰ ψηφίσω αὐτὸ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐκ πεποιθήσεως πρεσβεύω.
§160Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ, προκειμένης τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899. Τὸ διάταγμα αὐτὸ ἐξεδόθη κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, ἀφορᾷ δὲ εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον διαρκούσης τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς ἤθελον εἰσπραχθῆ τὰ ἔσοδα καὶ καταβληθῆ τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου· ἐντεῦθεν εἶναι ἐντελῶς δεδικαιολογημένη ἡ ἔκδοσις τοῦ διατάγματος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἀναφέρεται τὸ ἐν λόγῳ διάταγμα εἰς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ 1898. Τὸ διάταγμα ἀληθῶς, τοῦ ὁποίου ἡ κύρωσις ζητεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, περιλαμβάνει διατάξεις ἐκτρόπους, περιλαμβάνει κυρίως τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, τὴν ὁποίαν πρῶτος ἐγὼ κατέκρινα ἐν παρελθούσῃ συνεδριάσει, ἀλλὰ δὲν δικαιολογεῖ τὴν ὑποβολὴν προτάσεως τοιαύτης, οἵα ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν. Θὰ ἐπεθύμουν, ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ μᾶλλον εἰς τὴν κατὰ μέρος ἐξέλεγξιν τῶν διαταγμάτων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν ἐπανειλημμέναι πιστώσεις, καὶ πιστώσεις καθ’ ὑπέρβασιν τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν διαταγμάτων ἐκείνων θὰ ᾖναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον δὲν ὑπῆρξεν ἡ πρόθεσις τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν διατάξεων ἐκείνων τῶν συνταγματικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς Πολιτείαν ὁπωσδήποτε λειτουργοῦσαν κατὰ τρόπον κανονικόν. Τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν δι’ ἕτερον λόγον, διότι θεωρῶ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει σκοπὸς εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899, ἰδίᾳ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δωδεκατημορίων, ἡ ὁποία ψήφισις ἐγένετο κατ’ εἰσήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀποβλέπει εἰς τὴν κύρωσιν διατάγματος, ἐν τῷ ὁποίῳ κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ καταβολῆς τῶν ἐξόδων διὰ τὸ ἔτος 1899, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἄρθρῳ 1 τοῦ διατάγματος καὶ ἄρθρῳ 1 τοῦ νομοσχεδίου ἔχομεν τὴν ἑξῆς διάταξιν: «Τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τὰ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899 θέλουσι βεβαιοῦσθαι καὶ εἰσπράττεσθαι μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων νόμου τοῦ ἔτους 1899 συμφώνως ταῖς ἰσχυούσαις ἐν τῷ Κράτει διατάξεσι.» Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς κυρώσεως τῆς διατάξεως ταύτης; Κατ’ ἐμὲ, δὲν ὑπάρχει, διότι εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 7ης Ἀπριλίου εὑρίσκω διάταξιν ἀκριβῶς ὁμοίαν, ψηφισθεῖσαν παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθεῖσαν παρὰ τοῦ Βασιλέως, τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας δύο δωδεκατημορίων, νομοσχεδίου κυρωθέντος ἤδη καὶ δημοσιευθέντος καὶ ἰσχύοντος ὡς νόμος τοῦ Κράτους. Τὸ ἄρθρον 4 λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται ὡσαύτως μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ ἐσόδων τοῦ ἔτους 1899 νόμου νὰ βεβαιῶνται καὶ εἰσπράττωνται τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, ὡς ἀναγράφονται ἐν τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898, ἐφ’ ὅσον ταῦτα κατέστησαν νόμοι ἰσχύοντες ἐν τῷ Κράτει.» Δηλαδὴ ἔχομεν ἤδη νομοθετικὴν διάταξιν, δι’ ἧς ἐπιτρέπονται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται νὰ ἐπιτραπῶσι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ διατάγματος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κύρωσις. Δὲν δύναται δέ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν ζητεῖται ἡ κύρωσις τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899, τοῦτο ζητεῖται διὰ τὸ παρελθόν. Ζητεῖται διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἀποβλέπει δῆθεν ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς, ὁ περὶ χορηγίας δύο δωδεκατημορίων. Ἀλλ’, ὡς ἀντελήφθητε, τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ἐκείνου περιλαμβάνει τὴν ἄδειαν περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος. Ἑπομένως ἀναμφισβητήτως ἡ πρώτη διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ διατάγματος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κύρωσις, παρέλκει ἐντελῶς. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι παρέλκει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ διατάγματος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κύρωσις Τὸ ἄρθρον 3 ὁρίζει: «Διὰ μόνα τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ ἔτους 1899 θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὁ συμφώνως τῷ ΒΦΙΘʹ «περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου» καὶ τοῖς σχετικοῖς τούτῳ ἑτέροις νόμοις καὶ ἡμετέροις διατάγμασι, καταρτισθεὶς ἤδη καὶ τῷ διατάγματι τούτῳ συναπτόμενος εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.» Ἀλλ’ αὐτὸ λέγει καὶ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ χορηγίας δύο δωδεκατημορίων, διότι ὁρίζει, ὅτι «ὑπέρβασις τῆς ἀναλογίας τῶν κατὰ τὰ προηγούμενα ἄρθρα δύο δωδεκατημορίων ἐπιτρέπεται διὰ μόνας τὰς δαπάνας, ὧν ἡ ἐντὸς τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου 1899 πληρωμὴ εἶναι ὑποχρεωτικὴ δυνάμει νόμων ἢ ἰδιαιτέρων συμβάσεων περὶ συμφωνιῶν.» Ἀναμφισβητήτως δὲ καὶ τὰ περὶ ἐλέγχου. Ἀλλὰ—καὶ διὰ τοῦτο θὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν—δὲν ἐγκρίνω ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ τὴν κύρωσιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899, τοὐλάχιστον τὴν κύρωσιν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦδε, διότι περιλαμβάνει ἄδειαν, τὴν ὁποίαν οὔτε ζητεῖτε, οὔτε ἐζητήσατε, ἀλλ’ ἄδειαν, ἧς ἔκαμε χρῆσιν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ τῆς ὁποίας ἀδείας ἡ χρῆσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξελεγχθῇ, εἰμὴ καθ’ ὅσον ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῶν διαταγμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐξετέλεσαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κύρωσις. Τὸ ἄρθρον 4 λέγει τὰ ἑξῆς. «Διὰ δαπάνας μὴ ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898, ἀφορώσας δὲ εἰς ὑπηρεσίας, αἵτινες, στηριζόμεναι εἰς τοὺς νόμους, θεωροῦνται ἀναπόφευκτοι διὰ τὸ ἔτος 1899, εἴτε διότι ἔλαβον ἀρχὴν ἐκτελέσεως, εἴτε διότι εἰσὶν ἀπαραίτητοι εἰς τὴν κανονικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἐπιτρέπεται, ὅπως χορηγῶνται πιστώσεις εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῶν ἄρθρων 15, 16, 17, 18 καὶ 19 τοῦ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1852 νόμου ΣΙΒʹ περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους». Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἤθελε ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον τὸ κυροῦν μετὰ τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899 καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, ἤθελεν ἀπεμπολήσει τὰ δικαιώματά της, ἤθελε χορηγήσει μίαν γενικὴν ἄδειαν καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ κατηγορήσω, ὅτι πρόκειται νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγραφῇ τοιαύτη ἄδεια, διότι, ὑφισταμένης τῆς Βουλευτικῆς συνόδου, βεβαίως διὰ Β. Διατάγματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ πίστωσις, ἡ δὲ Κυβέρνησις, οἱασδήποτε πιστώσεως ἔχουσα ἀνάγκην, δὲν ἔχει παρὰ νὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν. Εἰς τί λοιπὸν θὰ χρησιμεύσῃ ἡ κύρωσις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ διατάγματος; Θὰ χρησιμεύσῃ μόνον εἰς τὸ νὰ κυρώσῃ τὰς πράξεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὰς ἐνεργηθείσας αὐτοβούλως, καὶ τῶν ὁποίων πράξεων ἡ Βουλὴ οὐδὲ ἔλαβε κἂν γνῶσιν. Δύνανται αἱ πράξεις αὗται ἐκ τῶν ὑστέρων ν’ ἀποδειχθῶσιν ὡς πράξεις ἐντελῶς νόμιμοι, ὡς γενόμεναι ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε θὰ ἀποτρέψω τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ κυρώσῃ τοιαύτην διάταξιν, δι’ ἧς ἤθελεν ἀπεκδυθῆ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξελέγχῃ τὰ διατάγματα, τὰ προκληθέντα δι’ ἐκτάκτους πιστώσεις. Διότι περὶ ἀναπληρωματικῶν δὲν πρόκειται, ἂν καὶ αἱ πιστώσεις αὗται προεκλήθησαν διὰ τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἤ, ὅπως ἐκφράζεται τὸ ἄρθρον, «διότι ἔλαβον ἀρχὴν ἐκτελέσεως, εἴτε διότι εἰσὶν ἀπαραίτητοι εἰς τὴν κανονικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους». Ἂν καὶ κατὰ πόσον ἦσαν ἀπαραίτητοι εἰς τὴν κανονικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ, καὶ μόνον ἀφοῦ πεισθῇ περὶ τούτου, νὰ κυρώσῃ τὰ προκληθέντα διατάγματα. Ἡ Βουλὴ, ἐπαναλαμβάνω, θέλει ἀπεκδυθῆ δικαιώματος αὑτῆς, προβαίνουσα εἰς τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899, καὶ μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἐν λόγῳ διατάγματος. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς ἐξελέγξεως καὶ ἐπιψηφίσεως ὅλων ἐκείνων τῶν διαταγμάτων τῶν πολλαπλῶν, τὰ ὁποῖα ἤδη εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλήν.
§161Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν αὐτῇ πρὸς κύρωσιν τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου. Τὸ διάταγμα τοῦτο τῆς 12 Ἰανουαρίου, μεταβαλλόμενον εἰς νόμον, δὲν ἔχει ἄλλην ἔννοιαν, εἰμὴ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899. Μεταβάλλοντες εἰς νόμον τὸ διάταγμα τοῦτο, θέλομεν ἔχει προϋπολογισμὸν ἐφαρμοζόμενον καθ’ ὅλον τὸ 1899 τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα διὰ τὸ 1898, ἂν δὲ ἀκολούθως ἐπανέλθωμεν, ὅπως ψηφίσωμεν ἕτερον προϋπολογισμόν, δὲν θὰ ψηφίσωμεν τοῦτον, εἰμὴ ἀκυροῦντες τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον προθυμοποιούμεθα σήμερον νὰ ψηφίσωμεν. Τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899 ὁρίζει διὰ τοῦ ἄρθρου 1, τίνα εἶναι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα δικαιοῦται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ εἰσπράξῃ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ 1899. Διὰ τοῦ ἄρθρου δὲ 2 ὁρίζει τίνα εἶναι τὰ ἔξοδα, ἅτινα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δικαιοῦται νὰ ἐκτελέσῃ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1899. Ρητῶς δ’ ὁρίζει, ὅτι τὰ ἔξοδα βασίζονται «ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μήπω ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ» κτλ. Ὥστε τὸ ἄρθρον 2 τοῦ διατάγματος ὁρίζει τίνα εἶναι τὰ ἔξοδα, ἅτινα θέλουσιν ἐκτελεσθῆ ἐντὸς τοῦ ἔτους 1899. Μεταβάλλοντες δ’ ἡμεῖς τὸ διάταγμα τοῦτο εἰς νόμον, ὁρίζομεν τίς εἶναι ὁ προϋπολογισμός, ὅστις θέλει ἐφαρμοσθῆ κατὰ τὸ 1899. Ἂν δὲ θέλωμεν ἀκολούθως νὰ ψηφίσωμεν καὶ προϋπολογισμόν, τὸν ὑποβληθέντα παρὰ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ψηφίσωμεν νόμον νέον, ἀκυροῦντα τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν καὶ ψηφίζομεν σήμερον. Νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ δεχθῶμεν δυοῖν θάτερον· ἢ νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 καὶ ψηφίσωμεν τὸν προταθέντα ὑπὸ τοῦ νῦν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἢ νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ μελετήσωμεν καὶ συζητήσωμεν ἄλλον προϋπολογισμὸν διὰ τὸ 1899 καὶ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898 καὶ διὰ τὸ 1899. Ἓν μόνον ὀφείλομεν νὰ κυρώσωμεν διὰ νόμου ἐκ τοῦ διατάγματος, τὸ μέρος τὸ ἐκτελεσθὲν ἤδη ἐν σχέσει πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899. Μέρος δὲ ἐκτελεσθὲν τοῦ διατάγματος τούτου ἄνευ νόμου εἶναι τὰ δύο δωδεκατημόρια, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ Β. Διατάγματος. Τὰ δύο ταῦτα δωδεκατημόρια ἐδαπανήθησαν ἄνευ νόμου, ἐδαπανήθησαν δυνάμει Β. Διαταγμάτων καὶ χρήζουσι νομοθετικῆς κυρώσεως. Ἐὰν ψηφίσωμεν τὸν νόμον τοῦτον, ἀναιροῦμεν τὸν ἕτερον τῶν δύο δωδεκατημορίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν, καθιστῶμεν δὲ περιττὴν καὶ τὴν ψήφισιν παντὸς ἄλλου δωδεκατημορίου, καὶ τὸν Μάϊον θὰ δαπανήσῃ τὸ Δημόσιον συμφώνως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898. Ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον, δίδομεν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαπανήσῃ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος συμφώνως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898. Πρέπει νὰ ἤμεθα συνεπεῖς μὲ ὅσα ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου. Ἐὰν ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898, θὰ ἤμεθα συνεπεῖς πρὸς ὅσα ἐψηφίσαμεν. Νομίζω ὅτι τὸ κανονικώτερον εἶναι νὰ κυρώσωμεν τὸ διάταγμα τῶν δύο δωδεκατημορίων Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, νὰ ψηφίσωμεν τὰ δωδεκατημόρια, τὰ ὁποῖα νομίζει ἀναγκαῖα ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ μὴ ψηφίσωμεν ὁλόκληρον προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἑτέρου.
§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα συνεζητήθη ὑπὸ δύο ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν λογιστικήν. Ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ἐκφράσῃ ἐν τῇ συζητήσει τοῦ θέματος οἱανδήποτε ἔχει γνώμην περὶ τῆς διοικήσεως τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ παρ’ αὐτῆς πεπραγμένα νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀντισυνταγματικά, διότι φέρουσι τὸν τύπον τὸν συνταγματικόν. Ἕτερον ζήτημα ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ, ἂν ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε νὰ ἐνασκήσῃ τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ Βασιλεὺς διὰ τῆς Κυβερνήσεως δικαιοῦται νὰ ἀσκῇ, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἐνασκεῖ ὁ Βασιλεὺς ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Τώρα ἐρωτῶ, κατὰ τὰ κρατοῦντα παρ’ ἡμῖν, πῶς ἡ Βουλὴ ἐκφράζει μομφὴν κατὰ Κυβερνήσεως; Ἐὰν μὲν ἡ Κυβέρνησις ἦναι εἰς τὰ πράγματα, ἐκφράζει πρὸς αὐτὴν δυσπιστίαν καὶ τιμωρεῖ αὐτήν, διὰ τὰ παρανόμως παρ’ αὐτῆς πεπραγμένα, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς αὐτὴν ἡ πλειονοψηφία. Ἕτερον στάδιον ἀφίεται εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ὑπέπεσεν εἰς πράξεις, ἐφ’ ὧν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου. Ἐκτὸς τῶν δύο τούτων λύσεων ἄλλην δὲν βλέπω, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπὸ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἔποψιν δὲν ἀπολήγει εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Μένει τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ λογιστικόν· καὶ ἐδῶ ὑπάρχει σύγχυσις· διότι τί ἐπιδιώκομεν ἡμεῖς, ὑποβάλλοντες εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τῶν δωδεκατημορίων Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ 1898: Ἐπιδιώκομεν νὰ κανονίσωμεν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐλειτούργει μέχρι τινός. Δὲν δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε ὅτι μέχρι τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἐλειτούργει τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, περὶ οὗ πρόκειται· τί ἔκαμε δὲ ἡ Βουλή, ψηφίσασα τὰ δύο δωδεκατημόρια; ἀνεγνώρισεν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα, ἵνα δυνάμει τῶν δωδεκατημορίων ἐξασκήσωμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν· τί ἐπράξαμεν ἡμεῖς, ζητήσαντες τὰ δωδεκατημόρια; ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἔμενον οἱ μῆνες Ἰανουάριος καὶ Φεβρουάριος, καθ’ οὓς ἐγένοντο εἰσπράξεις καὶ δαπάναι· πρόκειται λοιπὸν τῶν μηνῶν τούτων τὴν διαχείρισιν νὰ κανονίσητε. Ἀλλ’ ὡς ἠκούσατε, ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν τῶν διαταγμάτων δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ διότι ἔχομεν προϋπολογισμὸν διὰ τὸ 1899· ἀλλὰ ἐλησμόνησεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου λέγει, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα ἡ λειτουργία τοῦ διατάγματος δὲν θὰ ἰσχύσῃ ἢ μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· μένει λοιπὸν πάντοτε ὁ κανονισμὸς τῶν δύο μηνῶν. Ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προτείνει, ὅπως, ἀντὶ νὰ ὑποβάλωμεν τὸ διάταγμα πρὸς κύρωσιν, ζητήσωμεν τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν τῶν δαπανηθέντων δύο δωδεκατημορίων διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι αἱ πράξεις αἱ λογιστικαὶ ἐτελέσθησαν, καὶ κατ’ ἐμὲ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι πρὸς κανονισμὸν τῶν πράξεων τῶν ἀναγομένων εἰς τοὺς δύο πρώτους μῆνας, πρέπει νὰ κυρωθῇ τὸ διάταγμα, δι’ οὗ αἱ πράξεις αὗται κανονίζονται. Τοιαύτην ἔννοιαν δίδομεν εἰς τὸν νόμον, καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ.
§163ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον δὲν προέβλεψε περὶ κυρώσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ διατάγματος, καὶ διότι θὰ ἦτο ἔκτροπος ἡ κύρωσις τοῦ ἄρθρου 6, ὅπως δήποτε, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα Β. Διάταγμα, ἐκδοθὲν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, νὰ περιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ παράσχῃ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, καὶ διότι ὁ ἤδη ψηφισθεὶς νόμος τῶν δύο δωδεκατημορίων ἀνέστειλε διὰ παντὸς τὴν δύναμιν τοῦ διατάγματος ἐκείνου. Ἀφ’ ἧς ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος, κανονίσασα τὰ τῶν δύο δωδεκατημορίων διὰ τρόπου, οἷος ὁ περιλαμβανόμενος ἐς τῷ ψηφισθέντι νομοσχεδίῳ, ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς τὸ διάταγμα οὐδεμίαν ἔχει ἰσχύν. Καὶ διὰ τὸν λόγον ἄρα τοῦτον θὰ ἦτο ἔκτροπος ἡ ἐπικύρωσις τοῦ Β. Διατάγματος, καὶ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ζητεῖ τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ ἄρθρου 6. Αὐτοὶ οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, οὓς ἀνέπτυξα ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, προκειμένου περὶ διατάγματος, ἀναγομένου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898. Τὸ πρᾶγμα εἶναι προφανὲς, σύμφωνον πρὸς ὅσα ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ πρὸς ὅσα ἡ λογικὴ ἐπιβάλλει, καὶ προτείνω νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ ψηφισθῇ τοῦτο μετὰ τῆς ἑπομένης τροπολογίας ἐν ἀρχῇ: «Κυροῦνται τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4 καὶ 5 τοῦ ἀπὸ 12 Ἰανουαρίου 1899 Β. Διατάγματος, καθ’ ὅσον ἐγένετο ἐφαρμογὴ αὐτοῦ μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΝΑʹ τῆς 8 Ἀπριλίου 1899, ἔχοντα οὕτω...»
§164Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅ,τι ἐγένετο ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, ἐγένετο πάντοτε, προκειμένου περὶ κυρώσεως διαταγμάτων ἐκδοθέντων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ Κυβερνήσεις εὑρίσκονται ἠναγκασμέναι νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς διατάγματα ἐκδοθέντα ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς. Δὲν θίγω τὸ θέμα τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, τῆς ὀφειλομένης παρὰ τῶν προκαλεσάντων τὸ διάταγμα, διότι τὸ θέμα εἶναι κεχωρισμένον. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὰς γενομένας παρατηρήσεις, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι περιττὴ, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ εἰς ἄλλας νομίμους διατάξεις, ἔχω καθῆκον νὰ διαφωνήσω. Ἡ κύρωσις τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899 ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς γενομένας βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ τὰς πληρωμὰς κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, διότι ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαρτίου καὶ ἐντεῦθεν εἰσήλθομεν εἰς πορείαν κανονικὴν, ψηφίσαντες τὸν νόμον τῶν δύο δωδεκατημορίων διὰ τοὺς μῆνας Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου ἐγένοντο εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων, πάντα τὰ βιβλία ἀναγράφουσιν ὡς βάσιν, ἐφ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἐστηρίχθη πρὸς εἴσπραξιν καὶ πρὸς πληρωμὴν τῶν δημοσίων δαπανῶν, τὸ διάταγμα τοῦτο. Πρόκειται λοιπὸν διὰ τῆς κυρώσεως τούτου νὰ κυρωθῶσι τὰ γενόμενα, ἵνα μὴ αἱ πράξεις, αἱ ἀναγεγραμμέναι εἰς τὰ δημόσια βιβλία, θεωρῶνται ἄκυροι, καὶ προσέτι ἵνα μὴ αἱ δαπάναι τῶν μηνῶν τούτων μένωσι μετέωροι. Ἡμεῖς κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς προκειμένης Συνόδου εὑρέθημεν πρὸ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐξακολουθῶμεν διαχειριζόμενοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, καὶ ὑπεβάλομεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζητήσαμεν τὰ δύο δωδεκατημόρια. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης παρετήρησεν, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐν τοῖς νόμοις τῶν δωδεκατημορίων ἐπιτρέπεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898 νὰ γίνωνται αἱ εἰσπράξεις καὶ αἱ δαπάναι, δὲν ἔχομεν λόγον νὰ κυρώσωμεν τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἔσοδα, διότι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἐλήφθη πρόνοια. Νομίζω, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀφορᾷ εἰς τὰ γενησόμενα ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελε καταχωρισθῇ εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», καὶ οὐχὶ εἰς τὰ γενόμενα πρὸ τοῦ νόμου. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ βεβαιώνῃ καὶ εἰσπράττῃ τὰ δημόσια ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898, ἀλλὰ περὶ τῶν γενομένων ἐξόδων τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου οὐδεμία διάταξις περιελήφθη, παρέχουσα τὸ δικαίωμα νὰ πληρωθῶσιν ἔξοδα, ἀναγόμενα εἰς τοὺς δύο πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους, ὡς ἐκ τούτου εἰς οὐδεμίαν προέβημεν δαπάνην ἀναγομένην εἰς τοὺς δύο μῆνας, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κυρώσωμεν διὰ νόμου τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ὅπως διατάξωμεν τὰς πληρωμὰς τῶν δαπανῶν τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, καὶ ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς ἐκκαθάρισιν καὶ πληρωμὴν δαπανῶν, διότι, ὑφισταμένης τῆς Βουλῆς, τοῦτο ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου. Οὕτως ἐπράξαμεν. Προκαλέσαντες τὸν νόμον αὐτὸν, ἐδείξαμεν τὴν εὐλάβειαν ἡμῶν πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ πράγματι πολλαὶ τῶν δαπανῶν, τῶν ἀναγομένων εἰς τοὺς μῆνας Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον, ὅσαι δὲν εἶχον πληρωθῆ, παραμένουσιν ἐκκρεμεῖς. Παρετηρήθη ὑπό τινος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὅτι ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ, ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ διάταγμα, εἶναι περιττὸν νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, διότι κυροῦμεν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899. Τὴν παρατήρησιν ταύτην προέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν ὑπὸ ἄλλου προεβάλλετο τοιαύτη παρατήρησις, δὲν ἤθελον ἐκπλαγῆ· ἐξεπλάγην ὅμως, ὅταν εἶδον τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, ἐντριβέστατον περὶ τὰ οἰκονομικὰ, τοιαῦτα προβάλλοντα· διότι, ὅταν πρόκειται νὰ κυρωθῇ διὰ νόμου διάταγμα ἐκδεδομένον ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς δὲν δύναται νὰ παραταθῇ παρὰ μέχρις οὗ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἄλλως νομοθετήσῃ περὶ τούτου, τὸ διάταγμα τοῦτο οὐδὲν ἔχει πλέον κῦρος διὰ τὰ ἀπὸ 1 Μαρτίου καὶ ἐντεῦθεν γενόμενα εἴτε γενησόμενα. Ἀλλ’ ἵνα μὴ τὸν καιρὸν χάνωμεν εἰς συζητήσεις ματαίας, ἵνα ἀπαλλάξωμεν πάντας τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους ἀπὸ τὸν φόβον, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς κυρώσεως τοῦ διατάγματος τούτου νὰ κυρώσωμεν πρᾶξιν ἀντισυνταγματικὴν, ἢ πράξεις, αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ γεννήσωσι περιπλοκὰς, προβάλλω τὴν ἑξῆς εἰς τὸ ἄρθρον 1 προσθήκην: «Κυροῦνται, ἐφ’ ὅσον ἀφορῶσιν εἰς τὰς βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις τῶν ἐσόδων καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ ἔτους 1899, τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4 καὶ 5 τοῦ ἀπὸ 12 Ἰανουαρίου 1899 Β. Διατάγματος, ἔχοντα οὕτω...» Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ, ὁμολογῶ, δὲν θεωρῶ χρήσιμον, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν προβάλλω διὰ νὰ ἀπαλλάξω τοῦ φόβου τοὺς φρονοῦντας, ὅτι θὰ ἔχωμεν περιπλοκὰς, νομίζω, ὅτι ὅλαι αἱ ὑπόνοιαι διασκεδάζονται.
§165Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραδέχηται τὰς προτεινομένας πρακτικὰς γνώμας, ὅπως εἶχε τὴν καλωσύνην σήμερον νὰ παραδεχθῇ, διότι, ὡς ἀνέπτυξα, τὸ διάταγμα μόνον ἐπὶ τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἡ τροπολογία ἱκανοποιεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ νὰ παραδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς ἀντάλλαγμα τὴν ὁμολογίαν, ὅτι παρεδέχθη τὴν γνώμην μου.
§166Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ σταματήσω τὴν περαιτέρω συζήτησιν, ἢ μᾶλλον νὰ προλάβω τὴν ματαίαν κατανάλωσιν τοῦ χρόνου, καὶ προέτεινα τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι δὲν τὴν θεωρῶ σκόπιμον ἢ χρήσιμον.
§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχει καινοτομίαν τινά. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἀνωμολόγησε τὴν καινοτομίαν ταύτην, ὑπολαβὼν, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ νομοθετικὴ κύρωσις, ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῆς ἐντολῆς τοῦ Ἡγεμόνος, ὅπως τὸ διάταγμα εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 6 δὲν περιέχει μόνον ταύτην τὴν ῥῆσιν, ἀλλὰ καὶ ἑτέραν ῥῆσιν, δι’ ἧς κηρύσσει τὰς διατάξεις πάσας, ὅσας περιέχει, ὡς ἰσχυούσας μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἔτους 1899. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐὰν ἐπρόκειτο τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ μὴ κυρωθῇ, δὲν ἤρκει νὰ παραλειφθῇ ἀπὸ τοῦ κυροῦντος τὸ διάταγμα νομοσχεδίου τὸ ἄρθρον 6 τοῦ διατάγματος, ἀλλ’ ἔπρεπε διὰ ῥητῆς διατάξεως νὰ ἀκυρωθῇ, ἢ νὰ ἀκυρωθῇ τοὐλάχιστον τὸ μέρος αὐτοῦ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, ἔκρινεν, ὡς εἶπεν, ἀκυρώσιμον. Δὲν ἤρκει δὲ νὰ παραλειφθῇ μόνον ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἔπρεπε ἢ νὰ κυρωθῇ, ἂν ἐκρίνετο κυρώσιμον, ἢ νὰ ἀκυρωθῇ· νὰ παραλειφθῇ ὅμως ἐν σιωπῇ διάταξις διατάγματος ἐκδοθέντος ὑπὸ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν προσήκει. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατὰ τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἥτις δεῖται κυρώσεως, νὰ παραλειφθῇ δὲ ἐκείνη ἡ διάταξις αὐτοῦ, ἡ ὁποία δὲν δεῖται κυρώσεως. Ἐὰν δὲ τυχὸν δὲν ἦναι οὔτε ἡ μία οὔτε ἡ ἄλλη ἀξία κυρώσεως, πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ ῥητῶς διὰ τοῦ νόμου. Περὶ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἐπαρκὴς, διότι περιορίζει τὴν ἰσχὺν τοῦ διατάγματος μόνον ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου. Ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 ἐκβαίνει τοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 ἔθηκαν. Τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ἔταξαν ὡς κανόνα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898, ἑπομένως γνωρίζει ἡ Βουλή, ὅτι, κυροῦσα τὴν διάταξιν τοῦ 1 καὶ τοῦ 2 καὶ τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, κυροῖ τι γνωστὸν ἤδη εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 4 ἐξέρχεται τοῦ γνωστοῦ καὶ ἐμβαίνει εἰς τὸ ἄγνωστον, καὶ ἐπιτρέπει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ δαπανᾷ ἐπὶ ἀγνώστων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ δὲν ἐγνώριζεν, οὐδὲ εἶχεν ὑπ’ αὐτῆς τεθῇ ὅριόν τι εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, οὔτε ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία διὰ τοῦ διατάγματος εἶχε χαράξει εἰς ἑαυτὴν ὅριον. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νομίζω, ὅτι καλῶς ἡρμήνευσε τὸ πρῶτον μέρος τοῦ διατάγματος. Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ διατάγματος ἀποτελεῖ ἀντιποίησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ οὐχὶ ἀντιποίησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοσαύτην, ὅσην ἀποτελεῖ τὸ ἄρθρον 4· διότι δι’ αὐτοῦ ἐπετράπη εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ δαπανῶσιν οὐχὶ ἐπὶ γνωστῆς βάσεως, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀνάγκαι ἀνυπέρβλητοι ἤθελον ἐπιβάλλει αὐτοῖς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δαπανῶσιν. Ἑπομένως ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία διὰ τοῦ ἄρθρου 4 ἰδιοποιεῖται ἐξουσίαν περισσοτέραν ἐκείνης, ἣν ἔχει ἡ Βουλὴ, διότι ἡ Βουλὴ συζητεῖ δημοσίᾳ, ἡ δὲ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δι’ ἑνὸς διατάγματος, συνταχθέντος ἔν τινι γραφείῳ, ἐπιτρέπει εἰς ἑαυτὴν ἀπεριόριστον ἐξουσίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθὴ, καὶ πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ κυρώσῃ τὰς δαπάνας, ὅταν εὕρῃ αὐτὰς ἐπιβεβλημένας ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, μόνον δὲ τότε νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν αὐτῶν· ὁσάκις δὲ κρίνῃ αὐτὰς μὴ τοιαύτας, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν αὐτῶν, ὑπ’ εὐθύνην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὸ διάταγμα. Αὐτὴν ἔχω τὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἀναδρομὴν πρὸς τὴν πολιτικήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς ἀναδρομῆς ταύτης. Ἡ ἀναδρομὴ μοὶ φαίνεται δεδικαιολογημένη, διότι ἡ Βουλὴ, καὶ νομοθετοῦσα ἁπλῶς, ἐκδηλοῖ πολιτικὰς ἐννοίας· κατὰ πλείονα λόγον, ὅταν ἐξετάζῃ πράξεις τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἔχει δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἐὰν αἱ πράξεις αὗται συμβιβάζωνται πρὸς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, πρὸ πάντων πρὸς τοὺς ἐν τῇ Πολιτείᾳ κρατοῦντας θεσμοὺς, ἐὰν δὲν ἀντιτίθενται εἰς τὸν προορισμὸν τῆς Πολιτείας καὶ τοὺς πολιτικοὺς θεσμοὺς τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ ἀναδρομὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου μοὶ φαίνεται εὔλογος, δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ αὐτὸν εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν προέτεινεν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ, ἀγορεύων τὸ πρῶτον ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἐπρότεινα τροπολογίαν, τῆς ὁποίας ἡ ἔννοια ἦτο εὐχὴ πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, ἵνα ἐπὶ τὸ μέλλον διαρρυθμίζῃ τὰ τῆς πολιτείας οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνηται ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ἐπιδρομὴ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν νομοθετικήν. Τὸ Κοινοβούλιον ἔχει καθῆκον νὰ ἀναφέρηται εἰς τὸν Ἡγεμόνα, διότι οὗτος εἶναι ὁ ἀνώτερος ἐπιτηρητὴς τῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους. Εἰς τὸν Ἡγεμόνα ἀποδίδεται οὐχὶ μόνον τὸ δικαίωμα νὰ μετέχῃ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, οὐχὶ μόνον τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι ἀρχηγὸς τὸς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, οὐχὶ μόνον ἐν ὀνόματι αὐτοῦ γʹ ἀπονέμηται ἡ δικαιοσύνη, οὐχὶ μόνον νὰ ἦναι ἀρχηγὸς τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων, οὐχὶ μόνον νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ διαλύῃ αὐτὴν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἰς τὸν Ἡγεμόνα ἀνήκει καὶ ἡ μετριαστικὴ λεγομένη ἐξουσία (le pouvoir modérateur), αὕτη δ’ εἶναι ἡ συντηροῦσα τὰ τῆς τάξεως καὶ τῆς εὐκοσμίας τῆς Πολιτείας. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν εἶχε δικαίωμα, ἀποκρινομένη εὐλαβῶς πρὸς τὸν Βασιλέα ἐπὶ τῶν διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἀγγελθέντων ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐχὴν ταύτην. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔκρινε τότε νὰ πράξῃ τοῦτο, ὅπερ προέτεινα, ἀλλ’ ἡ εὐκαιρία ἐκείνη παρῆλθεν, ἐδόθη δ’ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλέα, ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶχε προβάλει, ἤ, νὰ εἴπω καλλίτερον, ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐσυμβούλευσε τὴν Βουλὴν, —διότι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως ἀγορεύων εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν γνώμην μου. Οὕτως ἡ Βουλὴ διετηρήθη ἐν ὁμαλῇ καταστάσει, καλουμένη νὰ ἐνασκήσῃ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς, συνήθης δὲ ἐνάσκησις τῆς λειτουργίας αὐτῆς εἶναι τὸ νομοθετεῖν καὶ τὸ ἐλέγχειν τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐπικρίνειν τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι κακῶς διαχειρίζεται τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐμπεπιστευμένην αὐτῷ ἐξουσίαν, ἀρνηθῇ δ’ ἡ Βουλὴ τὴν πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, οὕτω δ’ ἀπαλλάξῃ τὸ Κράτος ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες, κυβερνῶντες, εἴτε παρανόμως εἴτε κακῶς διαχειρίζονται αὐτήν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Βουλὴ τὸ ἐνήσκησε κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου, σιωπηρῶς ἐνδείξασα, ὅτι δὲν εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἕνεκα τούτου παρῃτήθη τότε, ἔληξε δ’ οὕτω τὸ πολιτικὸν ζήτημα. Μένει ἄλλο ζήτημα νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ζητήσῃ ποινικὴν εὐθύνην· συμφωνῶ δὲ κατὰ τοῦτο μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἰμὶ ἀληθῶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλάγησαν διὰ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον εἶχον οἱ Ὑπουργοὶ, ὅτε διεχειρίζοντο τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ ἔτος 1898 μέχρι τοῦ 1899. Ἡ Βουλὴ συνεκλήθη κατὰ τὴν 30 Ὀκτωβρίου εἰς τρίτην σύνοδον, ἑπομένως ἔμελλε νὰ διαρκέσῃ μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου. Ἡ Βουλὴ συνῆλθε τότε εἰς ἐννέα συνεδριάσεις μέχρι τῆς 16 Νοεμβρίου, συνῆλθεν εἶτα εἰς τρεῖς συνεδριάσεις μεταξὺ τῆς 4 καὶ τῆς 6 Δεκεμβρίου, διέκοψε δὲ μετὰ τοῦτο τὰς ἐργασίας της, καὶ κατὰ τὴν 23 Μαρτίου ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς εἰρημένης Συνόδου. Κυρίως εἰπεῖν, δὲν ἐξεπλήρωσε τὰ καθήκοντά της, διότι συνεκλήθη διὰ νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, ὅπως κατορθωθῇ νὰ συνομολογηθῇ ἡ εἰρήνη, νὰ κενωθῇ ἡ Θεσσαλία ἀπὸ τὸν τουρκικὸν στρατὸν, νὰ εὑρεθῶσι τὰ χρήματα διὰ νὰ πληρώσωμεν τὴν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν, καὶ νὰ διαπραχθῶσιν αἱ ἄλλαι ἐργασίαι αἱ πρὸς τοῦτο συναφεῖς. Ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλὴν οὐδὲν ἄλλο ἐπετράπη. Εἶπε Βουλευτής τις ἐν τῇ Βουλῇ ἄλλοτε, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχεν ἐκπέσει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπετράπησαν αὐτῇ αἱ ἄλλαι ἐργασίαι της· ἀλλ’ ἐὰν ὄντως εἶχεν ἐκπέσει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἔθνους ἡ Βουλὴ ἐκείνη, πῶς οἱ Ὑπουργοὶ ἐζήτουν τὴν ἐπικουρίαν αὐτῆς διὰ νὰ κυρωθῇ ἡ συνθήκη περὶ εἰρήνης, διὰ νὰ συνομολογηθῶσι τὰ δάνεια; Ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ προσήρχοντο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτουν τὴν ἐπικουρίαν αὐτῆς, δὲν ἀνεγνώριζον οὐ μόνον τὴν νόμιμον ὕπαρξιν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ κῦρος αὐτῆς τὸ ἀκέραιον, καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτῆς εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτήν; Καὶ ποίας λειτουργίας ἀνέθηκε τὸ Σύνταγμα; Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τοῦ 1898, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1897 δὲν ἐγένετο δυνατὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ πράγματι, ἀλλ’ ἐπεψήφισεν αὐτὸν κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ ἔτους, οὕτως εἰπεῖν, εἰκονικῶς. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898; Ἀλλ’ εἶχε τοῦτο μόνον τὸ καθῆκον ἡ Βουλή; Ἐὰν ἐρωτήσητέ τινας ἐκ τῶν πολιτευομένων, διατὶ στρατιωτικῶς ἀπετύχομεν, συνήθισαν πάντες νὰ ἐπαναλαμβάνουν ἐν ἤχῳ ψαλμῳδίας, ὅτι αἰτία τούτου, ἦτο ὅτι ὁ στρατὸς ἀνεμίχθη εἰς τὴν πολιτικὴν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νὰ ἐκλέγωνται Βουλευταί. Δὲν σκοπῶ νὰ ἀνακοινώσω ἣν ἔχω γνώμην περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐν τούτοις οὕτως ἐφρόνουν τότε οἱ πολλοὶ, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ οὐ μόνον τὸ ἐφρόνουν, ἀλλὰ καὶ πολλάκις τὸ εἶπον καὶ διέδιδον, ὅτι αὐτοὶ θέλουσι πατάξει τὴν ἀσθένειαν ταύτην τοῦ στρατοῦ· τελευταῖον δὲ εἷς ἐκ τῶν Βουλευτῶν, ὁ ἐκ Βόλου, νομίζω, κ. Βουλευτὴς, τὸ ἐπανέλαβε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἠκούσθησαν δὲ χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δι’ ὧν ἐδηλοῦτο, ὅτι καὶ ἄλλοι ὑπάρχουν φρονοῦντες αὐτό. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἐφρόνουν τότε καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, διατὶ δὲν εἰσῆγον τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην; Τότε ἡμεῖς, οἱ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, ῥητῶς ἐδηλώσαμεν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἂν αὐτὸς ἐφρόνει ὅτι τοῦτο ἦτο ἀναγκαῖον, καὶ ἡμεῖς ἐστέργομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον· τοιοῦτον ὅμως δὲν ἐψηφίσθη, διότι δὲν εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προέβαλε πρὸ μικροῦ νομοσχέδιον διὰ νὰ διαρρυθμίσῃ καὶ τακτοποιήσῃ τὴν ὑπόθεσιν τῶν εἰσαχθέντων εἰς τὴν Θεσσαλίαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τουρκικῆς καταλήψεως ἐμπορευμάτων. Νομίζετε, ὅτι ἤθελε παρασταθῆ ἡ ἀνάγκη νὰ συνταχθῇ καὶ προταθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον; Εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν ἐκανονίσθησαν τότε τὰ περὶ τούτου διὰ νόμου, ἀλλ’ ἐξεδόθη μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου Β. Διάταγμα, ὅπερ ἀτελῶς ἐκανόνισε τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἕνεκα δὲ τῆς κακῆς καὶ ἀτέχνου διαρρυθμίσεως τῆς ὑποθέσεως ἐγεννήθησαν ἀφορμαὶ πρὸς παράπονα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀναγκάζεται νῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαρρυθμίσῃ καὶ νὰ συμβιβάσῃ τὰ πράγματα. Ἐὰν εἶχον κανονισθῆ διὰ νόμου, βεβαίως δὲν ἤθελον προταθῆ οἱ ὑπὸ τῶν ἐμπόρων προταθέντες ἰσχυρισμοί, βεβαίως αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἤθελον κανονίσει πληρέστερον τὰ τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐκτελεσθῆ ἄνευ γογγυσμῶν. Εἶχε δὲ τότε παρασταθῆ, ὅτι, ἐὰν διὰ νόμου ἐκανονίζοντο τὰ περὶ τούτων, πολλὰ χρήματα ἤθελον εἰσαχθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον εἶχε τότε προταθῆ νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἀτελείας τοῦ εἰσαγομένου, θειικοῦ χαλκοῦ, αἱ δὲ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι ἐφώναζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν εὐκολίαι, ὅπως δύνωνται οἱ πολλοὶ νὰ προμηθεύωνται τὸν θειικὸν χαλκὸν πρὸς ψεκασμὸν τῶν ἀμπέλων· ἀλλὰ καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐγκατελείφθη. Πλὴν δὲ τούτων γνωστὰ ἦσαν τότε καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἀπογραφῆς, κατ’ αὐτὰ δ’ ἐνεδεικνύετο, ὅτι ἔμελλε ν’ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν πλέον τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνου, ὅστις ἕως τότε ἀπετέλει τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ περὶ τούτου ἀφῆκεν εἰς τὴν τύχην των, μηδεμίαν προβαλοῦσα πρότασιν, ὅπως μὴ ἀναβιβασθῇ τοσοῦτον τῶν Βουλευτῶν ὁ ἀριθμός. Ἐγὼ, ἀντιπροσωπεύων τότε τὴν ἀντιπολίτευσιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀντιπολίτευσις παρίστα τὸ ἔκτροπον φαινόμενον νὰ ἦναι συγχρόνως καὶ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς (ἱλαρότης), ἐγὼ, ἵνα μὴ ὑποληφθῶ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς παραιτούμενος δικαιωμάτων, ἀπὸ τῶν ὁποίων δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ παραιτηθῶ, ὡς παραιτούμενος τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχειν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ οὐδαμῶς ἠδυνάμην νὰ δικαιολογήσω τοιαύτην παραίτησιν, ἀφοῦ ἡ περὶ εἰρήνης συνθήκη εἶχε πλέον συνομολογηθῆ, ἀφοῦ τὸ δάνειον εἶχεν εὑρεθῆ, ἀφοῦ ἡ εἰρήνη εἶχεν ἀποκατασταθῆ, οἱ δὲ Τοῦρκοι ἐκένουν τὴν Θεσσαλίαν, ἐγὼ, λέγω, ἐδήλωσα τότε, ὅτι ἐσμὲν διατεθειμένοι νὰ ἐπαναγάγωμεν τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν ἀκεραίαν καὶ πλήρη λειτουργίαν αὐτοῦ, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ προβῇ τοῦτο πλέον εἰς τὰ τακτικὰ ἔργα του, τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκαιούντων νόμων, ὧν ἐμνημόνευσα προηγουμένως· ἀλλὰ τοῦτο εἶπον ἐγὼ τὸ Σάββατον, τὴν δὲ Δευτέραν, ἅμα συνελθούσης τῆς Βουλῆς, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπήγγειλε τὴν λῆξιν τῆς συνόδου αὐτῆς. Περίεργον τότε ἐπεισόδιον, ὅτι ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἐπεδοκιμάσθη διὰ χειροκροτημάτων ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα), ἡ ὁποία πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐφώνει καὶ ἐκόπτετο ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐπεκαλεῖτο ἀληθῶς προχθὲς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς, φοβουμένη ὅτι δὲν ἤθελε κληθῆ εἰς τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ τότε, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἀνεστέλλετο ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος διὰ τῆς ἀγωνιώδους καὶ σπασμωδικῆς κηρύξεως τῆς λήξεως τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, τότε ἐχειροκρότουν τὰ μέλη τοῦ μνημονευθέντος κόμματος τὴν λῆξιν αὐτῆς. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑπομένης κατὰ Ὀκτώβριον, ὅτε ἐπεβάλλετο πλέον ὑποχρεωτικῶς τῆς νέας Βουλευτικῆς Συνόδου ἡ ἔναρξις, διότι ἡ ἀναβολὴ ἦτο πρᾶξις ὑβριστικὴ ἐντελῶς, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ χρόνου τῆς ἀναβολῆς ἐκηρύχθη τῆς Βουλῆς ἡ διάλυσις. Λοιπὸν εἶχε συγκληθῆ ἡ Βουλὴ, ἵνα μὴ προφθάσῃ νὰ ἐργασθῇ, ἵνα ἀναβληθῇ καὶ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ νομίμου χρόνου τῆς ἀναβολῆς ἀποπεμφθῇ; Ὁμολογῶ ὅτι αἱ πράξεις αὗται δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, διότι, ἐνῷ αὐταὶ ἀποτελοῦσιν εἰρωνείαν ὑβριστικὴν καὶ παραποίησιν τοῦ πολιτεύματος, ἐπέφεραν τὴν ἀθέτησιν εἶτα τῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος, καταστήσασαι ἀναπόφευκτον τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων ἄνευ νόμου, καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων ἄνευ νόμου. Ἀλλ’ ἐγὼ εἰμὶ ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ παραβαίνωσι τοὺς νόμους οἱ Ὑπουργοὶ, ὅπως ἐγείρηται κατ’ αὐτῶν ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ, διότι δὲν κρίνω τοὺς παραβαίνοντας τοὺς νόμους Ὑπουργοὺς ὡς τοὺς κοινοὺς ἐγκληματίας. Τούτους ὁ Εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ καταδιώκῃ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία ἐκπληροῖ ἔργον Εἰσαγγελέως, ὀφείλει νὰ κρίνῃ πρὸ παντὸς, ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐγείρῃ ποινικὴν δίκην κατὰ τῶν ἐγκληματούντων Ὑπουργῶν. Ἄλλοτε εὑρέθην πρὸ παραπλησίας περιπτώσεως, εἶχον δὲ τότε διαπραχθῆ πράξεις προβλεπόμεναι καὶ τιμωρούμεναι ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, καὶ ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ, ἂν στέργῃ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ὁ Πρωθυπουργὸς, καθ’ ἣν εἶχε προβάλει τότε πρότασιν ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς συσταθεῖσα Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Ἐγὼ δὲ, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, διότι ἐτύγχανον τότε διαχειριζόμενος τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ σταματήσῃ, διότι ἔκρινα, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἤθελον ζημιωθῆ, ἂν παρεπέμπετο εἰς δίκην ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος. Νῦν βεβαίως δὲν καλοῦμαι νὰ δώσω γνώμην, οὐδὲ σκοπῶ ἐγὼ νὰ διατυπώσω ἀγωγὴν ποινικὴν κατὰ τῶν μελῶν τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου· ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ, ἐὰν νομίζῃ συμφέρον ἢ ὄχι εἰς τὸ Κράτος νὰ διατάξῃ κατ’ αὐτῶν δικαστικὴν ἀνάκρισιν. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι νομίζω, ὅτι, προτοῦ ν’ ἀποφανθῇ, ἂν πρέπῃ νὰ ἐγερθῇ ποινικὴ ἀγωγὴ, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ καὶ κρίνῃ, ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν πρέπει νὰ παρακληθῇ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τροπολογίαν αὑτοῦ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν ἀποτελεῖ ἔκφρασιν γνώμης ἐπὶ τῆς πολιτείας τοῦ παρελθόντος Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν καλεῖται τώρα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, ἀφοῦ ταύτην ἐξέφερε κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δὲν τὴν ἐξέφερε τότε ἠτιολογημένην, διέπραττεν ὅμως πολιτικὴν πρᾶξιν, τὴν πρώτην, ἣν ἔπραττεν, ἅμα καταρτισθεῖσα, δηλοῦσα ἀμέσως, ὅτι δὲν μεταδίδει ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκείνους. Τώρα εἶναι περίσσεια γνωμῶν, εἶναι σπατάλη γνωμῶν, ἂν αὖθις ἀποφήνηται ἡ Βουλὴ γνώμην, ὅτι ψέγει τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκείνους, ἀφοῦ ἐκήρυξεν ἤδη αὐτοὺς ἀναξίους τῆς ἐμπιστοσύνης της. Τὰ μέλη τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ ἐκφέρωσι γνώμην οἵαν θέλουσιν, ἀλλ’ ἡ Βουλή, ὡς σῶμα πολιτικόν, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται τὴν δημοσίαν ἀγωγήν, δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς ἔκφρασιν γνώμης περὶ μομφῆς, οὐδ’ ἔχει πλέον λόγον ἡ ἔκφρασις μομφῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τροπολογίαν του.
§168Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Πατρῶν κ. Βουλευτοῦ. Θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Δύο ὑπέβαλε προτάσεις ὁ προλαλήσας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν· κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, εἶναι προσῆκον νὰ ἀκυρωθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ διατάγματος· ἡ δευτέρα πρότασις αὐτοῦ εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ ἐκ τῆς κυρώσεως τὸ ἄρθρον 4. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἐν τῷ νόμῳ, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, περιληφθῇ διάταξις, ἀκυροῦσα τὸ ἄρθρον 6 τοῦ διατάγματος. Τὸ ἄρθρον 6, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, περιλαμβάνει ἐντολὴν τοῦ Ἡγεμόνος, ὅπως τὸ διάταγμα τοῦτο ὑποβληθῇ ἐν χρόνῳ προσήκοντι εἰς τὴν κύρωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὡς ἐκ τούτου ὑπέλαβον, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραλείψω τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ διατάγματος, διότι, εὐθὺς ὡς διὰ νόμου ἤδη ἐκυροῦμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην κυρώσεως, τοῦτο δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ κυρωθῇ. Ὡς πρὸς τὴν ἀκύρωσιν δὲ τοῦ ἄρθρου 4, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγόρησε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, νομίζω, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ κατανοήσωμεν τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον 4 περιέλαβε διάταξιν ὁμοίαν ἐκείνῃ, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνουσιν οἱ νόμοι οἱ ἀφορῶντες εἰς τὴν κύρωσιν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 4, τίνα εἰσίν; Εἶναι τὰ ἄρθρα τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν χορηγίαν ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Ὅταν τις ἀναγνώσῃ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, θὰ παρατηρήσῃ, ὅτι διὰ μὲν τῶν ἄρθρων 15, 16 καὶ 17 ἐπιτρέπεται, ὅπως προκαλῶνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Αἱ πιστώσεις αὗται ἐπιτρέπονται ἐπὶ μόνον τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ οἰκονομικὸς νόμος ἐπέτρεψεν, ἵνα ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς χορηγῶνται τοιαῦται διὰ Β. Διατάγματος, ὅταν δηλαδὴ ἡ πίστωσις ἡ ψηφισθεῖσα διὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκής, καὶ ῥητὴ ἐδόθη περὶ τούτου ἄδεια ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ. Τὰ δὲ ἄρθρα 18 καὶ 19 ἀφορῶσιν εἰς τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς προκαλῇ τοιαύτας πιστώσεις δι’ ἀνάγκας μὴ προβλεθείσας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὑποβάλλῃ δέ, ὅταν συνέλθῃ ἡ Βουλή, εἰς κύρωσιν αὐτῆς τὰ ἐπὶ τούτῳ ἐκδοθέντα διατάγματα. Λοιπὸν διὰ τοῦ ἄρθρου 4 ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προκάτοχον, ἢ μᾶλλον αὕτη ἐπρότεινε νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ διατάγματος ἡ ἐξουσία, ὅπως δύνηται νὰ προκαλέσῃ πιστώσεις ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους κατὰ τὰ ἄρθρα 15–19 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Γινώσκομεν δὲ ἡμεῖς, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προὐκάλεσεν ἓν διάταγμα περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως 120,000 δραχμῶν. Τὸ διάταγμα τοῦτο ὑπεβάλομεν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς διὰ νομοσχεδίου, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετεβλήθη εἰς νόμον τοῦ Κράτους. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τούτου ὑπάρχει πλέον κίνδυνος νὰ γένηται χρῆσις τῆς ἀδείας αὐτῆς; Βεβαίως ὄχι. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἀνάγκην, διατὶ νὰ προβάλληται ἐπιμόνως ἡ ἀπάλειψις τοῦ ἄρθρου 4 ἐκ τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον κυροῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν.
§169Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης. Δὲν διετύπωσα τὴν πρότασίν μου ἐξ ἀπόψεως τῆς εὐθύνης τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι περὶ τοιαύτης εὐθύνης οὐδὲ λόγος πλέον πρέπει νὰ γείνῃ. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ, ἀποδεχομένη ἀπαρατηρήτως τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα, καθ’ ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας, εἶναι ἀντισυνταγματικὰ, νὰ μὴ ἐκφράσῃ τὴν περὶ τούτου γνώμην της. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὰ, τότε τὸ πρᾶγμα θὰ διέφερεν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνομολογεῖ τὴν ἀντισυνταγματικότητα, πῶς ὑποστηρίζει, ὅτι πρέπει νὰ παρέλθωμεν τοῦτο ἐν σιγῇ; Ὄσον ἀφορᾷ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, τὸν κ. Ράλλην, ὅστις εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ εἰσαγάγω τὴν κατατεθεῖσαν πρότασιν, παρατηρῶ, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἔσπευσα νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν περιώρισα τὰς σκέψεις μου μόνον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν προηγουμένων, τῶν παρομοίας φύσεως, καὶ ἐπὶ ἐκείνων ἀκόμη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἤδη ψηφισθῆ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης παρέστησεν, ὅτι οὐδεὶς πλέον πρέπει νὰ γίνηται λόγος περὶ εὐθύνης τῶν πρώην Ὑπουργῶν, ἀφοῦ περὶ ποινικῆς διώξεως δὲν γίνεται συζήτησις. Δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, διότι δὲν βλέπω πλέον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τῆς πρώην, ἥτις ἄνευ ἀνάγκης προέβη εἰς νομοθετικὰ μέτρα, καὶ πάσης ἄλλης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, εὑρισκομένη εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην, προσφεύγει εἰς τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Ἡ πρώην Κυβέρνησις ἐξέδωκε τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, ἀφοῦ κατεδίκασε τὴν Βουλὴν εἰς ἐξηναγκασμένην ἀδράνειαν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκδίδουσι διατάγματα ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ αἵτινες χάνουσιν εἰς τὰς ἐκλογάς. Καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν περὶ πολιτικῆς εὐθύνης δὲν πρόκειται· ἀλλ’ ἀρά γε πρέπει διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἔγκρισιν τῶν νομοθετικῶν μέτρων νὰ μὴ γίνηται καμμία διάκρισις; Θὰ μᾶς εἴπωσιν ἴσως, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν ποινικὰς εὐθύνας. Εἰς τοῦτο ἐγὼ οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν, ἂν εὑρίσκοντο ἄλλοι 19 ὁμόφρονες Βουλευταὶ, ἀλλὰ γνωστὸν εἶναι, ποίαν ἀξίαν ἔχουσι πλέον τὰ περὶ ποινικῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ διότι ἀκριβῶς γνωρίζομεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσι πλέον ἀξίαν τὰ περὶ ποινικῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὄχι μόνον τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ πολιτικῶς τὴν γνώμην της. Οἱ πάντες σήμερον δύνανται ἀνευθύνως νὰ διαπράττωσιν ὅ,τι θέλουν. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ θεμελιῶδες αἴτιον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀθλίαν αὐτὴν κατάστασιν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχομεν τὸ ἠθικὸν σθένος νὰ καθιστῶμεν πραγματικὰς τὰς εὐθύνας δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσι τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ κάμῃ τουλάχιστον μνείαν ὅτι τὰ διατάγματα ἐκεῖνα τῆς πρώην Κυβερνήσεως εἶναι ἀντισυνταγματικά; Ἐὰν ἀπαρατηρήτως τὰ δεχθῶμεν, θὰ καθιερώσωμεν τεκμήριον, ὅτι καλῶς ἐξεδόθησαν. Ὅσοι λοιπὸν ἔχουσι τυχὸν τὴν ἰδέαν, ὅτι καλῶς ἐξεδόθησαν τὰ διατάγματα τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἂς τὰ ψηφίσωσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅμως, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικώτατα, διὰ τοῦτο θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρότασίν μου, ὅπως ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη.
§170Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τὰς παρατηρήσεις, ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος τῶν πεπειραμένων πολιτικῶν ἀνδρῶν, τῶν διοικησάντων καὶ διοικησόντων ἴσως βραδύτερον τὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη ἡμῶν τῶν νεωτέρων, τοὐλάχιστον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἀρκώμεθα εἰς ἓν Ναὶ ἢ ἓν Ὄχι ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων. Ἐλέχθη ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρος, οὐδὲ σκόπιμος ἡ συζήτησις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις ἐν τοῖς βασιλικοῖς τούτοις διατάγμασι τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Διὰ ποῖον λόγον; Διότι, ἀπαντῶσι, δὲν ὑπάρχουσι πλέον τὰ πρόσωπα, ἐναντίον τῶν ὁποίων θ’ ἀπευθυνθῇ ἡ μομφὴ ἐπὶ τοῖς γεγονόσι τούτοις. Καὶ φέρουσιν ἐνταῦθα ὡς παράδειγμα τὴν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ ἡ ὁποία ἐγένετο ἄχρους, διότι δὲν ἀπηυθύνετο πλέον πρὸς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐλεγχθῶσι, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ἐν τοῖς ὑπουργικοῖς ἑδωλίοις. Εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι καὶ ἡ ἀπάντησις ἐκείνη δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι ἄχρους, διότι ἡ ἀπάντησις οὐδέποτε δίδεται εἰς τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ δίδεται εἰς τοὺς λόγους, εἰς τὰς πολιτικὰς ἰδέας τὰς ἐξενεχθείσας διὰ τῶν ἐκλιπόντων, ἔστω πολιτικῶς, ἐκείνων προσώπων. Οἱ παλαιότεροι ἐξ ὑμῶν γνωρίζουσιν, ὅτι τοιαύτη ἄχρους δὲν ἐδόθη ἀπάντησις εἰς ἄλλην Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχεν ἐν τοῖς πράγμασι, ὅταν ἐδίδετο ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως. Ὅτε κατὰ τὸ 1875 μέγας πολιτικὸς καινοτόμος, ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης, διεξήγαγε τὰς ἐκλογὰς, καὶ ἤρξατο εἶτα ἡ Βουλὴ λειτουργοῦσα, διὰ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως ἐξήνεγκε τὰς ἰδέας τοῦ πολιτικοῦ του συστήματος. Ὅτε ὅμως βραδύτερον συνεζητεῖτο ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν ἐκεῖνον λόγον, καίτοι ἡ Κυβέρνησις Τρικούπη δὲν ὑπῆρχεν, ἡ Βουλὴ ἐκείνη εἰργάσθη, συνεζήτησε καὶ ἀπηύθυνεν ἀπάντησιν εἰς τὸ Στέμμα, μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν οἱ Ὑπουργοί, οἱ ἐξενεγκόντες τὰς γνώμας των διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ἐκάθηντο εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα ἢ εἰς ἄλλα, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Βουλή, πολιτικῶς συζητοῦσα, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρέρχονται εἴτε πολιτικῶς εἴτε ἀνθρωπίνως, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καὶ ἀπαντᾷ εἰς τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν, εἰς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν, ἐὰν συμβιβάζωνται μὲ τοὺς θεσμοὺς ἢ δὲν συμβιβάζωνται πρὸς τὸ πολίτευμα τῆς χώρας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον τῆς παρούσης Συνόδου δὲν ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἐν τῇ ὁδῷ τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, ἤδη καὶ βραδύτερον, ὅταν συναντῶμεν πράξεις ἀντικειμένας εἴτε εἰς τὸ Σύνταγμα, εἴτε εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ καθεστῶτα, εἴτε εἰς τὴν δημοσίαν συνείδησιν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συζητῶμεν καὶ ψηφίζωμεν, χωρὶς νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην τῆς μομφῆς ἢ τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τοῖς πράγμασι τούτοις, τὰ ὁποῖα καταφώρως δὲν ἐστηρίχθησαν εἰς τὰ καθεστῶτα τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν πολιτείαν νόμιμον τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως; ἔχομεν ἐνέργειαν κοινοβουλευτικήν; Τὸ ἀνώμαλον τῆς τοιαύτης λειτουργίας ἀνεγνώρισε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἀμφότεροι συνεφώνησαν, ὅτι εἶναι ἀπαλειπτέα ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐπὶ τοσοῦτον μάλιστα, καὶ δικαίως, ἐχώρησεν, ὥστε νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, διότι οὕτως ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παρελθοῦσαν ἐξουσία τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀνακοπῇ ἡ κοινοβουλευτικὴ λειτουργία καὶ νὰ ποδοπατηθῇ αὐτὴ ἡ Βουλὴ μετὰ τῶν δικαιωμάτων της· ἐπὶ τοσοῦτον ἐχώρησεν, ὥστε ἐν τοῖς λόγοις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ὑπάρχει τι ἐπιζητούμενον πλειότερον τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, ζητεῖται ἡ ποινικὴ εὐθύνη! καὶ διὰ τοῦτο λέγει: «Δὲν δύναμαι νὰ κυρώσω τὸ ἄρθρον 4 διὰ νόμου, διότι ἐν ταῖς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ὑπηρεσίαις καὶ ταῖς δαπάναις, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τὰ στοιχεῖα ποινικῶν εὐθυνῶν.» Καὶ διὰ τοῦτο ἐπεζήτησε παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἵνα τὸ ἐλλεῖπον διὰ τῆς μὴ κυρώσεως τοῦ ἄρθρου 4 ἐν τῷ νόμῳ τῷ σήμερον ψηφιζομένῳ ἀναπληρωθῇ δι’ ὑποβολῆς πιστώσεων, εἴτε ἐκτάκτων, καθ’ ὅσον εἰς ἐκτάκτους ἀφεώρων αἱ δαπάναι ἐκεῖναι, εἴτε ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, καθ’ ὅσον εἶναι ἀναγεγραμμέναι τοιαῦται ἀρχικῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898. Ἑπομένως, ὅταν ἔχωμεν τὰ πράγματα ταῦτα βοῶντα κατὰ τῆς ἐνεργείας τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν, χωρὶς νὰ συζητήσωμεν πολιτικώτερον τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, χωρὶς νὰ ψηφίσωμεν ταύτην. Ἡ μὴ ψήφισις τῆς προτάσεως ταύτης τί ἐλέγχει; Ὅτι ἡ Βουλὴ δέχεται τὰ πεπραγμένα, καὶ τὰ δέχεται ὅτι ἐπράχθησαν καὶ κοινοβουλευτικῶς καὶ συνταγματικῶς. Σκοπεῖ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, τοῦ κυροῦντος τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου; Δικαίωμα ὅμως καὶ ἡμῶν εἶναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν δίδομεν τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ παρόντος διατάγματος, καὶ καθῆκον ἡμῶν εἶναι, σεβόμενοι καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν πολιτικὴν ἠθικὴν καὶ ἑαυτοὺς, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ψήφισιν τῆς ὑποβληθείσης πολιτικῆς προτάσεως τοῦ ἐκ Πατρῶν κ. Βουλευτοῦ.
§171ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§172ΠΟΛΛΟΙ. Τότε νὰ ἀναβάλωμεν.
§173ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§174ΦΩΝΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§176ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Πάντες σχεδὸν οἱ ὁμιλήσαντες ὑπεστήριξαν, ὅτι τὰ διατάγματα ταῦτα δὲν ἐξεδόθησαν ἐντὸς τῶν ὅρων, οὓς τὸ Σύνταγμα, καθὼς παρ’ ἡμῖν ἐφαρμόζεται, τουτέστι κοινοβουλευτικῶς, ἀπαιτεῖ, ἵνα ἐκδίδῃ ἡ Κυβέρνησις τοιαῦτα διατάγματα ὑπὸ τὴν μέλλουσαν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἄλλοι μὲν κατ’ ἄλλον τρόπον ἐδικαιολόγησαν τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν τῶν διαταγμάτων τούτων. Ὁ δὲ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν αὐτῶν κυρίως ἕνεκα τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου κηρύξεως τῆς λήξεως τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς τὴν ἐπιούσαν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνήγγελλεν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀντιπρόσωπος, ὅτι ἔμελλε νὰ ἀσκήσῃ τὰ ἐλεγκτικά του δικαιώματα, ὡς Βουλευτὴς, καὶ νὰ φέρῃ ζήτημα πολιτικὸν περὶ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἠξεύρω ποίαν γνώμην ἔχουσιν ἄλλοι περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· ἐγὼ τρέφω πρὸς αὐτὸ ἀπόλυτον πίστιν καὶ ἐλπίδας ἐπιτυχίας, ἐὰν καλῶς λειτουργήσωσι τὰ κόμματα. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι σήμερον, ἐνῷ μεριμνῶμεν περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς τηρήσεως αὐτοῦ, ὅπως μὴ ἐν τῷ μέλλοντι παραβιασθῇ, ὀφείλομεν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἠξίου, ὅτι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ κρατήσῃ τὴν Βουλήν, ἵνα φέρῃ αὐτὸς ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ἐλέγχου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, δὲν ἐδικαιολόγουν τὴν πρότασιν αὐτοῦ. Δὲν ἠξεύρω ὁποίας ὑπέχει εὐθύνας διὰ τὸν πόλεμον. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη θέλει καταδικάσει ἠθικῶς ἑαυτήν, ἐὰν ἐν τῇ πρώτῃ αὐτῆς συνόδῳ δὲν ζητήσῃ νὰ ἀνεύρῃ τίνας εὐθύνας ὑπέχουσιν οἱ κατὰ νόμον ὑπεύθυνοι διὰ τὸν πόλεμον αὐτόν. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλή, ἐν ᾧ πρόκειται νὰ ἐκφράσῃ γνώμην περὶ τῆς στοργῆς αὐτῆς πρὸς τὸ πολίτευμα, ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς ἱστορίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν κατερρύπανεν ὁ τελευταῖος πόλεμος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπροπαρασκεύαστον, ἀβούλως καὶ ἀκρίτως, ἐξωθήθη τὸ ἔθνος. Τίς ὑπέχει διὰ τοῦτο εὐθύνας; Τίς ἄλλος, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἢ ἐκεῖνος, ὅστις ἠδύνατο ν’ ἀποφύγῃ ἢ κἂν νὰ ἀναστείλῃ τὸν πόλεμον; Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τῆς Ἀρχῆς μία ἀποστολὴ εἶναι, οὐ μόνον τὸ νὰ πράττῃ τὸ καλόν, ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ παρεμποδίζῃ τὸ κακόν. Ὅπου ἐλειτούργησε τελεσφόρως πολίτευμα φιλελεύθερον, ἐκεῖ ἀνεγνωρίσθη ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦτο ἔχει τὴν ἰσχὺν, «ἐπὶ τῷ κωλύειν μᾶλλον ἢ ἐπὶ τῷ πράττειν.» Δὲν ὑπάρχει δὲ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, θέλον νὰ ζήσῃ, τὸ ὁποῖον ἔζησεν ἄνευ ζητήσεως εὐθυνῶν παρὰ τῶν ὑπευθύνων, καὶ ὅταν μικρῶν κακῶν οὗτοι ἐγένοντο παραίτιοι· ὅταν δὲ μεγάλα κακὰ προεκλήθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἔθνος, ὅπερ ὑπέστη αὐτά, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ζήσῃ, ἐὰν δὲν ἐδείκνυε τὴν ἀποδοκιμασίαν αὐτοῦ κατὰ τῆς ὑπευθύνου ἀρχῆς καὶ ἂν δὲν ἔσπευδεν εἰς ζήτησιν εὐθυνῶν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπέχουσιν αὐτάς. Δὲν θέλω νὰ προσφύγω εἰς τὰς ἀρχαίας Πολιτείας, διότι οἱ νεώτεροι χρόνοι μᾶς ἔδειξαν,—εἶναι κανὼν ἄνευ ἐξαιρέσεως,—ὅτι οἱ λαοί, ὅσοι ἠθέλησαν νὰ δείξωσιν, ὅτι ἔχουν φιλοτιμίαν καὶ ζῶσι καὶ θέλουν νὰ ὑπάρξωσιν, ἔπραξαν τοῦτο, δείξαντες στοργὴν εἰς τὴν ἠθικὴν αὑτῶν ὑπόστασιν καὶ αὐστηρότητα κατὰ τῶν ὑπευθύνων λειτουργῶν τῶν βλαψάντων αὐτήν. Τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος ἡ ὕπαρξις εἶναι βεβαίως οὐχὶ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῆς, ἢ ὁ μέγας πληθυσμός, ἢ ἄλλη αὐτῆς ὑλικὴ δύναμις. Ἡ ὑπόστασις αὐτῆς ἦτο ἠθικὴ καὶ ἐστηρίζετο εἰς τὴν ὑπόληψιν τοῦ κόσμου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἔθνος μικρὸν μέν, ἀλλὰ φιλότιμον καὶ ἀξιόμαχον καὶ ζηλότυπον τῶν δικαιωμάτων του. Ἀλλ’ ὁ πόλεμος αὐτὸς ἀπεστέρησε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπὸ τὴν ὑπόληψιν ταύτην, ἢ κἂν ἐκλόνισεν αὐτὴν ἐκ βάθρων. Λαὸς δὲ ἢ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑποστῆ ἧτταν, ἔστω πολὺ μικροτέραν, καὶ δὲν ζητήσῃ ἀμέσως εὐθύνας, παρὰ τῶν κατὰ τὸ πολίτευμα ὑπευθύνων, δεικνύει ὅτι ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ τὴν καταστροφὴν νὰ τρέφῃ μικρὰν στοργὴν εἰς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ φιλοτιμίαν. Ἂν θέλητε, ἐξετάσατε ποῖον ἔθνος ἐκ τῶν νεωτέρων ὑπέστη ὁμοίαν ἧτταν καὶ δὲν ἐτιμώρησεν ἀμέσως ἐκεῖνον, ὅστις διεχειρίζετο τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς καταστροφῆς. Τὸν Ὀλιβιὲ τῆς Γαλλίας θέλετε νὰ σᾶς ἐνθυμίσω; Θέλετε νὰ ἀναφέρω τὸν Ἰούλιον Φερρύ, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ὁποίου μικρὰν ὑπέστη ἡ Γαλλία ἧτταν εἰς τὸ Τογκῖνον καὶ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀπέβαλε τῆς ἀρχῆς, οὕτως εἰπεῖν, πὺξ καὶ λάξ, χωρὶς νὰ δυνηθῇ ν’ ἀπολογηθῇ; Θέλετε τὸν Κρίσπην τῆς Ἰταλίας; Θέλετε ἄλλα ἔθνη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔπταιε διὰ τὸν πόλεμον καὶ τὴν ἀποτυχίαν ἡ Κυβέρνησις, θέλετε νὰ ἴδητε πῶς ἐζήτησαν παρὰ τῶν ὑπαιτίων στρατιωτικῶν ἀμέσως εὐθύνας; Τὸν στρατάρχην Βενεδέτην τῆς Αὐστρίας θέλετε νὰ μνημονεύσω; Θέλετε τὸν ναύαρχον Περσιάνην; Διατὶ ἔκαμαν τοῦτο; Διότι ἔπρεπε νὰ εὑρεθῶσιν οἱ ὑπεύθυνοι καὶ νὰ ἀπαλλάξωσι τὴν ἱστορίαν των. Καὶ ὅταν ἡ πολιτικὴ ᾖναι ὑπεύθυνος; ὅταν ᾖναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις; — καὶ εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἀπέτρεψε τὸν πόλεμον, — τί ὤφειλε τὸ ἔθνος, ὅταν ἀμέσως μετὰ τὴν καταστροφὴν ἐξέλεγε καὶ ἔστελλεν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτοῦ, νὰ τοῖς παραγγείλῃ νὰ πράξωσιν ἐν τοῖς πρώτοις; Ὤφειλε νὰ τοῖς εἴπῃ — καὶ τοῦτο εἶπεν εἰς ἡμᾶς: καθαρίσατε τὴν ἱστορίαν μου, δείξατε ὅτι δὲν ἔπταιον ἐγὼ ὁ λαὸς, ἀλλ’ ὅτι ἔπταιεν ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ νόμον κρατῶν πλήρη τὴν ἰσχὺν καὶ τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους ἐκαλεῖτο νὰ κρίνῃ, ἂν ἦτο καιρὸς πολέμου, καὶ νὰ μὲ ὁδηγήσῃ εἰς τοῦτον μετὰ παρασκευὴν, ἢ ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς πολέμου καὶ νὰ ἀποτρέψῃ αὐτόν. Οὔτε θὰ δεχθῇ δὲ δικαιολογίαν, καθ’ ἣν ἄλλοι δύνανται νὰ ᾖναι ὑπεύθυνοι, διότι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ταύτην ἔχει τὴν ἀποστολὴν, νὰ δίδῃ ὁλόκληρον τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ἐξουσίαν εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ θέλει νὰ καθιστᾷ ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, οἱᾳδήποτε, τὴν ἐξουσίαν ταύτην δὲν τὴν χειρίζηται ἰσχυρῶς, ὅπως τὴν ἐννοεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τότε οὗτος κακῶς ἐννοεῖ τὴν ἀρχὴν, ἥτις τῷ ἐνεπιστεύθη, δὲν δεικνύει τὸν προσήκοντα εἰς τὸ πολίτευμα σεβασμὸν καὶ δὲν δικαιοῦται νὰ ὑπερασπίζῃ αὐτὸ πλέον. Δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶ τὰς πολλὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας εἰς τὸ πολίτευμα καὶ τὴν πατρίδα προσέφερεν ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ἐν τῇ ἀναρρήσει καὶ τῇ δράσει αὑτοῦ ὡς ἀρχηγοῦ κόμματος, κοινοβουλευτικῶς ἀναγαγόντος αὑτὸν εἰς τὴν ἀρχηγίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἔδειξεν ὅτι τῆς ἐξουσίας τὴν ἰσχὺν δὲν ἐννοεῖ νὰ χειρισθῇ στιβαρᾷ χειρί. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν ἄλλοτε μικρὰ ἐπροξενοῦντο ἕνεκα τούτου κατὰ τοῦ τόπου κακὰ, ἦτο συγχωρητέος. Ἀλλ’ ὅταν προεκάλεσε συμφορὰς τόσον μεγάλας, ὅσον εἶναι αἱ ἐκ τοῦ πολέμου τοῦ 1897, δὲν δύναται νὰ ἐπιδεικνύηται ὡς μεριμνῶν περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καθ’ ἃς ὥρας ὑπέχει τοιαύτας εὐθύνας; διότι τὸ πολίτευμα ἡ Βουλὴ θέλει τὸ ὑπηρετήσει καὶ τὸ προφυλάξει, ἀλλὰ τὸ νὰ λέγῃ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν τοῦ κατασυντετριμμένου ἔθνους, πρὶν ἀκόμη δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, ὅτι ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, πρὶν συμπληρωθῇ ἔτος ἀπὸ τῆς καταστροφῆς, νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι πρὸς τοῦτο ἠθέλησε νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, λέγων ταῦτα, καταδικάζει, χωρὶς νὰ θέλῃ, τὸ πολίτευμα, διότι δὲν ἠδύνατο καὶ δὲν ἔπρεπε τότε νὰ ἔλθῃ, καὶ ἐὰν ὑπῆρχε πλειονοψηφία, ἡ ὁποία ἤθελε νὰ φέρῃ αὐτὸν, καὶ ἡ ὁποία ἦτο κίνδυνος νὰ φέρῃ αὐτὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν, τότε καλῶς ἀνεβλήθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν περὶ ἐμοῦ ὡς πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἢ ὡς προϊσταμένου τοῦ Ὑπουργείου ἔχει ὁ κ. ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴς, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει ὁδηγεῖ αὐτὸν, ὁσάκις πρόκειται νὰ δώσῃ ψῆφον πολιτικὴν, ἀντικείμενον ἔχουσαν ἐμὲ, νὰ κανονίζῃ τὴν ψῆφόν του κατὰ τὴν γνώμην αὑτοῦ. Ἐγὼ δὲν προσελιπάρησα ποτὲ τὴν ψῆφον αὐτοῦ· ἑπομένως θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀδιαφορῶ, ἐὰν καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νομίζῃ, ὅτι ἐγὼ, ὡς προϊστάμενος τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν συντελῶ εἰς ἀπόκρουσιν τοῦ κακοῦ, ἀλλ’ ἴσως συντελῶ εἰς τὴν διάπραξιν αὐτοῦ. Εἶναι γνώμη, ἡ ὁποία δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν κ. ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴν πρὸς σύνταξιν ἄρθρων ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, διὰ νὰ φωτίσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἵνα μὴ ἐμπιστεύηται ἐμὲ, εἶναι γνώμη, ἡ ὁποία δύναται καὶ πρέπει νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ψῆφον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ ὥρα αὕτη δὲν ἦτο ἡ προσήκουσα, ἵνα ἀνακοινώσῃ αὐτὴν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, διότι δὲν ψηφοφορεῖ τὸ Κοινοβούλιον περὶ ἐμοῦ, ἂν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἢ ὄχι εἰς ἐμὲ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἐνδέχεται νὰ τέρπῃ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ναυπλίας ἡ ἐπιδρομὴ, τὴν ὁποίαν πράττει ἐπὶ θεμάτων ἀλλοτρίων τῆς συζητήσεως, πιθανὸν νὰ εὐχαριστῇ αὐτὸν ἢ νὰ θερμαίνῃ τὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ βεβαίως ἄκαιρος ἦτο ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης του ταύτης. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας διψᾷ, ἂς περιμένῃ ἀνυπομόνως τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσι ζητηθῆ εὐθῦναι διὰ τὰ πεπραγμένα· ἐγὼ, ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπεύθυνος διὰ πᾶν ὅ,τι ἔπραξα καὶ διὰ πᾶν ὅ,τι παρέλιπον νὰ πράξω, θέλω πρῶτος σπεύσει νὰ ὑποβάλω ἐμαυτὸν εἰς αὐτάς. Δὲν ἔχει δὲ καὶ ἀφορμὴν νὰ ἐλέγξῃ ἐμὲ ἐπὶ ἀποφυγῇ τῆς εὐθύνης, διότι, ἐνῷ κόμμα ὁλόκληρον, τὸ νῦν ἐν τῇ ἀρχῇ, ἀπέστεργε τὴν πρότασιν τοῦ πρώην κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐν Μαντινείας, περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἐγὼ καὶ οἱ πολιτικοὶ φίλοι μου πρῶτοι ἐψηφοφόρησαν τὴν πρότασιν, καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὴ οὕτως ἡ πρότασις, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ συνέστη καὶ προέβη αὕτη εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ἐὰν δὲ τὰς ἐργασίας αὐτῆς δὲν ἐπέρανεν ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ, σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ τὴν αἰτίαν ὁ πρόεδρος αὐτῆς. Μοὶ ἔλεγον δὲ πάντοτε μέλη αὐτῆς, παραπονούμενα κατὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ὅτι δὲν παρεῖχον οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰς ζητουμένας ἑκάστοτε ἀναγκαίας πληροφορίας. Δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ κατακρίνω τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, λέγω μόνον, ὅτι ἤκουσα, ποίαν τινὰ προέβαλον τῆς ἐπιτροπῆς τὰ μέλη ὡς αἰτίαν, δι’ ἣν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ περάνωσι τὰς ἐργασίας των, καὶ δὲν ἐδόθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ εὐκαιρία νὰ συζητήσῃ περὶ εὐθυνῶν. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας συνεδρεύει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὅτε ἔχει φωνὴν, — καὶ ἠκούσατε πῶς ὁμιλεῖ, — ὅτε ἔχει γνώμην, — καὶ ἠκούσατε τὴν γνώμην αὐτοῦ, — διατὶ δὲν σπεύδει νὰ ζητήσῃ εὐθύνας; Διατὶ δὲν συντάσσεται μετὰ παντὸς Βουλευτοῦ, ὅπως μαζὺ ζητήσωσι παρ’ ἡμῶν εὐθύνας; Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ζητηθῶσι παρ’ ἡμῶν εὐθῦναι, διότι ἴσως τότε διδαχθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περὶ πολλῶν πραγμάτων, ἴσως τότε θέλει φωτισθῆ περὶ τῆς ἀληθείας, ἴσως θέλει μάθει, ἂν ὑπάρχωσιν ὑπεύθυνοι, καὶ τίνες εἰσὶν οὗτοι. Εἰμὶ δὲ πεπεισμένος, ὅτι τότε θέλει αἰσθανθῆ αἴσθημά τι δυσάρεστον, διότι θέλει καταμάθει, ὅτι οἱ δημοκόποι καὶ οἱ ἀγύρται ἀπεπλάνησαν αὐτὸν, καὶ παρώρμησαν αὐτὸν εἰς πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει μεταμεληθῆ.
§178Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε Πρόεδρε.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου προέκυψαν δύο προτάσεις, ἡ μὲν μία ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, ἡ δὲ ἑτέρα ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη...
§180Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἰδικήν μου τὴν συνεχώνευσα εἰς τὴν τοῦ κ. Δραγούμη. Αὐτὴν παραδέχομαι.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀναγνώσω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δραγούμη, ὡς τροπολογίαν, ἐννοεῖται, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ θὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδέχηται ἢ μὴ ταύτην.
§182ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι ὡς τροπολογίαν. Ὡς ἀπόρροιαν τῆς συζητήσεως, πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Δραγούμη, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ, ἀναγράφουσα μετὰ λύπης τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, εἰς ἣν εὑρίσκεται, ἕνεκα λογιστικῆς τάξεως, νὰ ψηφίσῃ τετελεσμένα ἐν ἀνωμάλῳ πολιτειακῇ καταστάσει, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ ἐφεξῆς ἀπέναντι παραπλησίας παρεκτροπῆς.» Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν...
§184ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἄν ὑποστηρίζηται ἀπὸ δέκα.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§186ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15;
§188Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν. Διὰ νὰ τὴν θέσῃς εἰς ψηφοφορίαν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ δεόντως ὑπογεγραμμένη παρὰ δέκα. Λοιπὸν τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, εἶναι αὐτό, νὰ ὑποστηρίζηται παρὰ δέκα.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀλλαγῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι εἴμεθα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Πρόκειται περὶ προτάσεως προελθούσης ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§190Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ προτάσεως ὅπως δήποτε αὐτοτελοῦς.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔστω καὶ αὐτοτελοῦς.
§192Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔρχεται ὡς τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι πρότασις αὐτοτελής, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν προτεινόντων προῆλθεν ὡς συμπέρασμα τῆς συζητήσεως, διεξαχθείσης ἐπὶ πολιτικοῦ θέματος, ἀσχέτου ἐντελῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Πρῶτον δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον, ὡς εἶναι διατετυπωμένη ἡ πρότασις, εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει προεκαλεῖτο συζήτησις πολιτικὴ, διότι ἡ Βουλὴ δὲν καλεῖται ποτὲ νὰ ἐκφράζῃ εὐχάς. Ἡ Βουλή, μόνον ὅταν συζητῇ ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, δύναται νὰ ἀποφαίνηται ὑπὸ τύπον εὐχῆς. Ἀλλ’ ὅταν καλῆται νὰ συζητήσῃ ἐπὶ οὐσιαστικῶν θεμάτων, ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται θετικῶς ἐπὶ τῶν θεμάτων, καὶ οὐδέποτε ὑπὸ τὸν τύπον εὐχῆς. Ἑπομένως ὡς εἶναι διατετυπωμένη ἡ πρότασις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θεωρουμένη ὡς ἀπαράδεκτος, λόγῳ τοῦ τύπου, τὸν ὁποῖον φέρει. Ἀλλὰ προέχει τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθετο καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτής. Εἶναι αὐτοτελής. Δέον νὰ ὑποστηρίζηται παρὰ δέκα, διὰ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τοῦτο δὲν συμβαίνῃ, εἶναι περιττὸν νὰ χάνωμεν τὴν ὥραν μας. (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν δέκα).
§193ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ὑπεβλήθη καθ’ ὃ δικαίωμα ἔχουσιν οἱ Βουλευταί, καθ’ ὃ δικαίωμα ἔχει πᾶς Βουλευτὴς, καὶ αὐτὴ ἡ μονὰς, νὰ ὑποβάλλῃ προτάσεις ἀποτυπούσας τὴν γνώμην αὑτοῦ. Τὴν πρότασιν ταύτην οἱ προτείναντες ὀλιγάριθμοι Βουλευταὶ βεβαίως ἔχουσι σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξωσι, καὶ ἂν ζητῶσι τὴν ἐπ’ αὐτῆς ψηφορίαν, δι’ οὐδὲν ἄλλο πράττουσι τοῦτο ἢ μόνον, ὅπως ἀναγραφῇ, ὅτι ὑπ’ αὐτῶν δὲν ἀφέθη ἀπαρατήρητος ἡ ἀνωμαλία, ἧς σήμερον πρόκειται νὰ κυρωθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὰ ἀποτελέσματα. Ἐὰν δὲν συμφέρῃ εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν οὕτως ἀπαρτιζομένην ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὑπὸ συμπάντων τῶν ἐνταῦθα ἀντιμαχομένων ἐπὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων, νὰ προβῶσιν εἰς συζήτησιν καὶ ψήφισιν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ εἴπωσιν, ὅτι μένουσιν ἱκανοποιημένοι, διότι ἐγερθέντες οἱ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς ἔδειξαν τίνες εἶναι.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἄρθρον 34, «πᾶσαι αἱ προτάσεις, ὅσαι δὲν εἶναι προτάσεις νόμου ἢ τροπολογίαι ἢ ὑποτροπολογίαι τοιούτων, ὡς ἐπίσης αἱ προτάσεις αἱ πηγάζουσαι, ἐκ τῆς διατάξεως τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 42, δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἅμα τῇ ὑποβολῇ αὐτῶν καὶ ἀφοῦ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ γραμματέως. Ἐπὶ τοιούτων προτάσεων δύναται ν’ ἀποφήνηται ἀμέσως ἡ Βουλή.» Δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν.
§195ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ διάταξις.
§196ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἷς μόνον Βουλευτὴς δύναται νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν.
§197Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας δὲν εἶναι δυνατὸν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, εἷς Βουλευτὴς νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, οὐδὲ νὰ διατυπώσῃ εἰς πρότασιν τὴν γνώμην αὑτοῦ. Διότι ἔφερε τὴν καινὴν θεωρίαν σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὅτι πᾶσα πρότασις αὐτοτελὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ, ἐὰν δὲν ὑποστηριχθῇ ὑπὸ 10 Βουλευτῶν. Παρερμηνεύει προφανῶς τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃ «πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἢ περὶ προτάξεως ἄλλων ἀντικειμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δέον νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ 10 Βουλευτῶν». Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 29 ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς εἰς περιορισμὸν ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ταῦτα κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ· ἀλλὰ κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας τῆς συζητήσεως καὶ τῶν γνωμῶν ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ στενὴ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας; Ἀλλ’ ἐπὶ παντὸς νομοσχεδίου πᾶσα πρότασις, κατὰ τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, δύναται νὰ γείνῃ αὐτοτελὴς, καὶ μία τροπολογία δύναται ν’ ἀποτελέσῃ αὐτοτελῆ ἔννοιαν διὰ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως ἡ γνώμη ἑνὸς Βουλευτοῦ, προτείνοντος εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν ἰδέαν του, δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν δὲν ὑποστηρίζηται ὑπὸ 10 Βουλευτῶν. Τὸ θέμα δὲν θεωρῶ ἄξιον εὐρυτέρας ἀντικρούσεως. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἑτέραν γνώμην του, ὅτι ἡ Βουλὴ δέον νὰ ἔχῃ καὶ νὰ ψηφίζῃ θετικὰ πορίσματα, τὸ θετικὸν πόρισμα ὑπάρχει ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ προτάσει, τὸ θετικὸν πόρισμα εἶναι ὅτι, ὅ,τι ἐγένετο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐγένετο ἀνωμάλως, ἐκνόμως, οὐδὲ παρέλκει ἡ εὐχὴ, ἂν καὶ δὲν πρόκειται περὶ εὐχῆς, ἀλλὰ περὶ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀνώμαλος συνταγματικῶς τοιαύτη κυβερνητικὴ ἐνέργεια καὶ ἴσως ἀξιόποινος, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐγερθῇ ποινικὴ ἀγωγὴ συνεπείᾳ τῆς εὐρυτέρας μελέτης, ἥτις θὰ γένηται, ὅταν ὑποβληθῶσιν αἱ προτάσεις νόμου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων μετὰ τῶν λεπτομερειῶν των, ὅτε θέλομεν ἤδη ποῖαι ἦσαν αἱ μὴ ἀναγεγραμμέναι ἀρχικῶς δαπάναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1898, καὶ εἰς τίνας περιστάσεις δι’ αὐτῶν τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων ἐδαπανήθησαν καὶ τίνα ποσά. Ἑπομένως τὸ θετικὸν πόρισμα ὑπάρχει. Εὐχὴ ἄρα ἀσύλληπτος ἐν τῷ θετικῷ πνεύματι τοῦ κ. Μπουφίδου δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχεν, οὐδεὶς δύναται νὰ θέσῃ τὰ ὅρια τῆς προτάσεως ἑνὸς Βουλευτοῦ. Οὔτε ὁ Κανονισμὸς οὔτε τὸ Σύνταγμα οὔτε ὁ ὀρθὸς λόγος παραδέχονται ὅσα παράδοξα ἀπόψε ἀποφαίνεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας.
§198Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διὰ νὰ κατασιγασθῇ ἡ ἐξέγερσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐξέφερε τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ τὴν ἐξέφερε πρακτικώτατα καὶ λίαν κατηγορηματικῶς, ἐξέφερε δὲ τὴν γνώμην της ἐπὶ πολλῶν περιστάσεων καὶ δὴ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου, τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ προλαλήσαντες προανέφεραν, διότι τότε ἐξεδήλωσεν, ὅτι ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις δὲν χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν νομίζω ὅτι πᾶσαν στιγμὴν πρέπει νὰ ἁρπάζῃ τις, διὰ νὰ δεικνύῃ ὅτι ἔχει τοιαύτας ἢ τοιαύτας γνώμας περὶ τῶν πράξεων τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων. Ἐνταῦθα δὲν συζητοῦμεν μόνον ἵνα φαινώμεθα ὅτι καταγινόμεθα ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, συζητοῦμεν ἵνα πράξωμέν τι τὸ ἀγαθὸν ὑπὲρ τοῦ τόπου· περὶ τούτου καταγινόμεθα καὶ κυρίως αὐτὸ πρέπει νὰ ἦναι ἡ μέριμνα ἡμῶν. Ὅταν πᾶσαν στιγμὴν ἐπιζητῶμεν, ἵνα ἀποδείξωμεν, ὅτι πρεσβεύομεν τὰς δεῖνα θεωρίας τὰς πολιτικὰς ἢ τὰς δεῖνα θεωρίας τὰς συνταγματικὰς ἀκαίρως, δὲν νομίζω ὅτι ἐκπληροῦμεν τὸν προορισμὸν ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω τίνα γνώμην ἔχουσιν οἱ κ.κ. Βουλευταὶ, οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ταύτην, περὶ τῶν πράξεων τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως· ἐγὼ τὴν γνώμην μου τὴν ἐξεδήλωσα πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι ἦτο ἤδη ἐπίκαιρον νὰ συζητήσωμεν τὸ συνταγματικὸν ἢ μὴ τοῦ διατάγματος· ὅταν δὲ γνωρίζωσι τὴν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην μου ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, δὲν νομίζω ὅτι δικαιολογοῦνται, ἀποφαινόμενοι κατὰ τοιοῦτον τρόπον κατὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον, θέλων νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς, ἵνα εὑρίσκηται ἡ Βουλὴ ἐν τάξει, κυρίως ἐν τάξει τοῦ Κανονισμοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κυρίως παρεκτρέπονται ἕνεκα τοιούτων ἐξεγέρσεων.
§199ΑΘ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Παρατηρῶ μετ’ ἀπορίας, ὅτι, ἐνῷ πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι κατηγοροῦσι τῶν πράξεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, — τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἄλλοτε, ὁσάκις ἐδόθη ἀφορμὴ, ἔσπευσαν προθύμως νὰ πράξωσι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ὁμάδων, — ἀρκοῦνται νῦν, παραδόξως πως, εἰς μόνην τὴν ποινὴν τῆς πτώσεως, ἥν ἤδη, καὶ μοιραίως ἄλλως τε, ὑπέστη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἀλλὰ παρατηρῶ ἐπίσης, ὅτι πλὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις πίπτουσι, διότι ἡ πτῶσις εἶναι ὁ φυσικὸς ὅλων θάνατος, καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν κοινοβουλευτικωτάτων. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ ἴδω καὶ νὰ γείνῃ τοῖς πᾶσι δῆλον, ὁποία ὑφίσταται διαφορὰ μεταξὺ τῆς πτώσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῆς πτώσεως ὅλων τῶν ἄλλων προηγουμένων Κυβερνήσεων.
§200Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι προσπάθεια καταβάλλεται, ὅπως ἀποδοθῇ πρακτικὴ σημασία ὑπέρμετρος εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, δι’ αὐτὸν δ’ ἴσως τὸν λόγον, ἢ καὶ διότι ἀνευρίσκεται παρά τινων πολιτικὸν θάρρος μέγα ἐν τῇ διατυπώσει τῆς προτάσεως ταύτης, κατηγοροῦνται πάντες, ὅσοι δὲν ἔσπευσαν νὰ ἐπικροτήσουν αὐτὴν, γενομένην ὑπὸ τῶν δύο ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὡς στερούμενοι θάρρους καὶ ὡς ἀδιάφοροι ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τῶν μεγάλων, περὶ ὧν πρόκειται, καὶ τῶν συνεπειῶν τῶν σπουδαίων, αἵτινες θ’ ἀπορρεύσουν ἐξ αὐτῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι μέγα τὸ πολιτικὸν θάρρος ἀπέναντι Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, κριθεῖσα κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μεθ’ ὅσα διέπραξε, δὲν ἐπεδοκιμάσθη, ἐν δὲ τῇ νέᾳ Βουλῇ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ ἠναγκάσθη, ὅπως ἀποσυρθῇ τῆς Ἀρχῆς, δὲν εἶναι, λέγω, μέγα πολιτικὸν θάρρος, νὰ ἔρχωνταί τινες σήμερον, ἐνῷ εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, καὶ νὰ ζητοῦν νὰ τὴν ἀποδοκιμάσουν, ἀφοῦ ἡ ἀποδοκιμασία, ἀποδοκιμασία πολὺ σπουδαιοτέρα, ὡς προερχομένη ἐκ μέρους σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, ἐγένετο ἤδη, καὶ ἐγένετο κατὰ τρόπον πολὺ ἐπισημότερον διὰ τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἀλλ’ οὐδείς, Κύριοι, μελετήσας τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν καὶ γνωρίζων τὴν ἱστορίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων, ἱστορίαν ἡ ὁποία θέλει δυστυχῶς ἐξακολουθήσει ἐπὶ πολὺν ἀκόμη χρόνον, εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῇ, ὅτι μετὰ τὴν ἀποδοκιμασίαν, ἡ ὁποία ζητεῖται διὰ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία προεβλήθη, ἢ δι’ ὁμοίων ἀποδοκιμασιῶν, θὰ σταματήσουν τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἀποδοκιμάζονται, καὶ δὲν θέλομεν ἴδει καὶ πάλιν Κυβερνήσεις εἰσπραττούσας φόρους καὶ δαπανώσας τοὺς φόρους αὐτοὺς ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἄνευ προϋπολογισμῶν. Τουλάχιστον ἐγὼ οὐδεμίαν πρακτικὴν σημασίαν ἀποδίδω εἰς τὴν ἀποδοκιμασίαν ταύτην, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάπαυσιν τοῦ ἀτόπου αὐτοῦ. Ἀλλὰ πρὸ πάντων πρέπει νὰ μὴ συγχέωμεν τὰ πράγματα. Ποία εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐξέδωκε τὸ διάταγμα, οὗτινος ζητεῖ σήμερον τὴν κύρωσιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὴν συζήτησιν; Πᾶσα ἡ εὐθύνη εἶναι ἐκ τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐπιδοκιμάζω· ἡ πολιτεία αὕτη συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν Σύνοδον τὴν ἀρξαμένην ἀναγκαστικῶς κατὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου 1898 ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ὑπέβαλεν εἰς τὸν Βασιλέα διάταγμα περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου, καὶ μετὰ ταῦτα ἄλλο διάταγμα παρατάσεως ἐπὶ 40 ἡμέρας τῆς ἀναβολῆς, καὶ ἕνεκα τούτου μόνη ἐδημιούργησε τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχεν, ὅπως εἰσπράττῃ φόρους καὶ δαπανᾷ ἄνευ προϋπολογισμοῦ οὔτε ἐψηφισμένου, οὔτε κἂν ὑποβεβλημένου, καὶ ὅπως προκαλέσῃ τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου, τοῦ ὁποίου τὴν κύρωσιν ζητεῖ σήμερον τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἀνάγκη ἐπλάσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν βαρύνει. Οὐδόλως συμφωνῶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν αὐτῇ τότε νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Βασιλέως τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς. Πλὴν φρονῶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι, ἐὰν τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις, τὴν ἐδημιούργησε, διότι ὑπῆρχεν ἡ ἀπόφασις τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀπόφασις γενικὴ, αὐτὴ δὲ ἐνόμιζε, κακῶς κατ’ ἐμέ, ὅτι δὲν ἔπρεπεν οὔτε κἂν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔδιδεν αὐτῇ τὸν προϋπολογισμόν, καὶ διὰ τοῦτο ἐσκέφθη, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποφύγῃ τὴν δαπάνην νέας Συνόδου, ἥτις δὲν εἶναι μικρά. Ἐνήργησε λοιπὸν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου τῆς καταψηφίσεως εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς, ἅμα τῇ ἐμφανίσει, παντὸς μέτρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, διότι αὕτη δὲν ἐτύγχανε τῆς πλειονοψηφίας. Τὸ κατ’ ἐμέ, ἀφοῦ ἀπόφασιν εἶχε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, οὐδόλως ἔπρεπε νὰ φοβηθῇ ἀνατροπὴν αὐτῆς ἐκ τῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ ἐνόμιζεν ἴσως, ἀναβάλλουσα τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως τὴν ἡμέραν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι ἤθελεν ἐξασφαλίσει περισσότερον τὰ ἐκλογικὰ αὐτῆς συμφέροντα, ἢ ὅτι ἤθελε καταστήσει εὐκολώτερον τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τῆς Θεσσαλίας μετὰ τὰς καταστροφὰς τῆς καταλήψεως. Διὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοὺς ἐτιμωρήθη ἐν ταῖς ἐκλογαῖς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐὰν σήμερον τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην διὰ τῆς προβληθείσης προτάσεως τὴν μεμφθῶμεν, εἶναι τάχα βέβαιον, ὅτι οὕτω Κυβερνήσεις ἄλλαι εἰς τὸ μέλλον, ἂν ἤθελον εὑρεθῇ εἰς ὁμοίας περιστάσεις, δὲν θὰ ζητήσουν παρὰ τοῦ Βασιλέως ἀναβολὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου καὶ παράτασιν μετὰ ταῦτα, ὅσην ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα, φοβούμεναι, ὅτι θὰ κυβερνήσουν ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ ὅτι θὰ τὰς μιμηθῇ διὰ τοῦτο πιθανῶς ἡ Βουλή, ἂν δὲν πλειονοψηφῶσιν ἐν αὐτῇ; Τὴν εὐθύνην τοῦ νὰ ἴδῃ ἐν ταῖς ἐκλογαῖς ἀποδοκιμαζομένην ἑαυτὴν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν ἤθελε συγκληθῆ, διὰ ψήφου ἀποδοκιμασίας καὶ δι’ ἀρνήσεως ἐμπιστοσύνης, δὲν θεωρῶ ἐπαρκῆ μέσα, ὅπως ἀποτρέπωνται αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τοιαύτης πολιτείας. Ἄλλη εἶναι ἡ εὐθύνη καὶ ἄλλα τὰ κωλύματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν, ὅπως μὴ ἀποτολμῶσιν αἱ Κυβερνήσεις τόσον εὐκόλως, ὡς παρ’ ἡμῖν, νὰ κυβερνῶσιν ἄνευ προϋπολογισμῶν. Τοῦτο σχεδὸν κατήντησεν ὁ κανών. Οἱ νόμοι δὲν κατέστησαν αὐτὸ δύσκολον, εἰς πρώτην δ’ ἀνάγκην πολιτικὴν πάντες προσφεύγουν εἰς τοῦτο. Εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν προσκρούει ἐν πρώτοις ὅ,τι ἔπραξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διότι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι ὑπάρχει, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς δεχθῇ, νὰ ἐπιτύχῃ διὰ διατάγματος ἀναβολὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου, καὶ διότι οὔτε τὸ Σύνταγμα οὔτε ἄλλοι νόμοι ἀπαγορεύουν τὴν εἴσπραξιν φόρων ἢ τὰς δαπάνας ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν ἀντισυνταγματικὸν δὲν εἶναι. Ἡ μόνη εὐθύνη, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ φέρῃ Κυβέρνησίς τις, εἶναι ἡ πολιτικὴ εὐθύνη, δηλ. ἡ ἀποτυχία ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, ἡ ἀποτυχία συγκροτήσεως πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἡ ἀποδοκιμασία αὐτῆς. Παραβίασις συνταγματικῆς σαφοῦς διατάξεως ἢ νόμου, παραβίασις δυναμένη νὰ φέρῃ εἰς νομικὴν εὐθύνην, δὲν ὑπάρχει. Τὴν πολιτικήν, τὴν ἠθικὴν εὐθύνην ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὴν ὑπέστη, περὶ εὐθύνης δὲ δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν δὲν δύναται νὰ γείνῃ σπουδαῖος λόγος, διότι ἡ κειμένη νομοθεσία δὲν στηρίζει αὐτήν, οὐδὲ δικαιολογεῖ. Δὲν νομίζω λοιπόν, ὅτι, ἐὰν ἀναγραφῇ σήμερον ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι συνεπείᾳ προτάσεως, ἡ ὁποία προεβλήθη ὑπὸ Βουλευτῶν, ἐξεφράσθη διὰ τὰς πράξεις ἐκείνας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δυσμενής τις γνώμη ἢ ἀποδοκιμασία κατ’ αὐτῆς, ἐνῷ προϋπάρχει τῆς Βουλῆς αὐτῆς ἀποδοκιμασία, ἐνῷ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας συνεπείᾳ αὐτῆς εὑρισκομένη ἡ ἰδία Κυβέρνησις καταγγέλλει ἑαυτὴν καὶ βεβαιοῖ τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς ἀποτυχίαν, τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς σφαλερὰν πολιτείαν, δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι διὰ νέας ἀποφάνσεως θέλει προστεθῆ σπουδαία ἐγγύησις εἰς τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρχουν κατὰ τῆς ἐπαναλήψεως τοιούτων πράξεων, πράξεων ματαιουσῶν τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐγγυήσεις ἐν τῇ κυβερνήσει τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι τὸ κακὸν κεῖται ἀλλαχοῦ, τὸ κακὸν κεῖται εἰς τὴν ἀτέλειαν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ὅταν τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ λογιστικὸς νόμος οὕτως ἀτελῶς ἔχωσι κανονίσει τὰ τῆς ἐξουσίας τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ εἰσπράττειν τοὺς φόρους καὶ δαπανᾶν, ὥστε νὰ δύνανται καὶ ἄνευ προϋπολογισμοῦ νὰ διοικήσουν αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν ταῖς συμφέρῃ, χωρὶς νὰ δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ αὐτὰς ἐπὶ παραβιάσει τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων, μάτην προσπαθεῖ ἡ Βουλὴ νὰ περιορίσῃ τοιαύτας παρεκτροπὰς κοινοβουλευτικὰς διὰ μομφῶν, οἵα ἡ προταθεῖσα. Αὗται πάντοτε ἀτιμωρητὶ θὰ γίνωνται. Διότι, ὅταν συμφέρῃ, δὲν ἔχει ἄλλο τι Κυβέρνησίς τις παρ’ ἡμῖν νὰ πράξῃ ἢ νὰ προκαλέσῃ ἓν Β. Διάταγμα, ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς μελλούσης Βουλῆς, ἐν ᾧ, ἐλλείψει προϋπολογισμοῦ ἐψηφισμένου ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, καὶ λόγῳ ἀνάγκης, νὰ λέγηται, ὅτι διατάσσεται ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων καὶ αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, τῶν νόμων δηλαδή, οἵτινες ἐπιβάλλουσιν αὐτούς, ἢ ἐπιτρέπουσι τὰς δαπάνας. Οὐδεμία διάταξις τοῦ Συντάγματος ἢ νόμου ἀπαιτεῖ ῥητῶς καὶ ἀπαγορευτικῶς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως εἰσπράττωνται κατ’ ἔτος οἱ φόροι ἢ ἐπιτρέπωνται αἱ δαπάναι. Ἔπρεπεν ἐν τῷ νόμῳ ἢ ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν νὰ ὑπῆρχον αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι καὶ ἀλλαχοῦ ἐτέθησαν, ὅπως ἐμποδίζηται ἡ ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν κατάχρησις τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ κυριώτερον καὶ τὸ σπουδαιότερον τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, τοῦ δικαιώματος τοῦ μὴ εἰσπράττειν φόρους, μηδὲ δαπανᾶν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως αὐτῶν. Καὶ παρ’ ἡμῖν πιστεύεται, ὅτι ὑπάρχει τοῦτο, ἀλλὰ κακῶς. Ὑπάρχει μόνον διάταξις, ὅτι οὐδεὶς φόρος εἰσπράττεται ἄνευ νόμου, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι νὰ μὴ εἰσπράττηται ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ νόμος φορολογικός. Ἐν Βελγίῳ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι οἱ νόμοι περὶ φόρων δὲν ἰσχύουν ἢ δι’ ἓν μόνον ἔτος, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ἐκεῖ οἱ φόροι εἶναι ἐτήσιοι, καὶ οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ τοὺς εἰσπράξῃ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς. Οὕτως αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ συνεργάζωνται μετὰ τῶν Βουλῶν, ἡ δὲ εἴσπραξις τῶν φόρων δυνάμει βασιλικοῦ διατάγματος δὲν εἶναι πρᾶγμα εὔκολον, διότι δὲν εἶναι νόμιμον, δὲν εἶναι συνταγματικόν. Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα δὲν ἐμιμήθη τὸ Βελγικὸν κατὰ τοῦτο. Τὸ τοιοῦτον δὲ ὄχι μόνον ἐν τῷ Βελγικῷ Συντάγματι ὑπάρχει, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ Γαλλικῷ νόμῳ. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Γαλλικῷ Συντάγματι ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλ’ ὑπάρχει ὡς πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους ἐν τῷ λογιστικῷ νόμῳ. Κατ’ αὐτόν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσπράττωνται οἱ ἄμεσοι φόροι παρὰ μόνον δι’ ἓν ἔτος· μόνον διὰ τοὺς ἐμμέσους φόρους δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὴν εἴσπραξιν καὶ δι’ ἄλλο ἔτος. Διὰ τοὺς ἀμέσους ἀπαιτεῖται κατ’ ἔτος ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Ἐκτὸς ὅμως τούτου καὶ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχουσι παρ’ ἡμῖν ἀτελῶς καὶ δίδουν χώραν εἰς ἀντικοινοβουλευτικὰς παραβάσεις. Ἐνῷ κατὰ τὸν λογιστικὸν Γαλλικὸν νόμον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐλάβομεν τὸν ἡμέτερον, ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι οὐχὶ ἁπλοῦς λογιστικὸς πίναξ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους δι’ ἓν ἔτος, ἀλλ’ ἡ ἄδεια τοῦ εἰσπράττειν τοὺς φόρους καὶ τοῦ δαπανᾶν αὐτοὺς δι’ ἑκάστην χρῆσιν, ἡμεῖς τὸν προϋπολογισμὸν θεωροῦμεν, ὅτι εἶναι ἁπλῶς ὁ πίναξ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις καὶ ἡ δαπάνη γίνονται δυνάμει ἄλλων νόμων. Ἐν Γαλλίᾳ ἄνευ προϋπολογισμοῦ ἀδύνατος ἡ εἴσπραξις καὶ ἡ δαπάνη τῶν φόρων, διότι εἶναι ἀναγκαία ἡ νομοθετικὴ ἄδεια, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις διὰ τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰς δαπάνας. Παρ’ ἡμῖν δὲν ἔχει τοιοῦτον σκοπὸν ὁ προϋπολογισμός, τοὐλάχιστον δὲν τὸν ἔχει σαφῆ, εἶναι μᾶλλον ἓν λογιστικὸν ἔργον. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὑπάρχουν αἱ ἀτέλειαι αὗται τῆς νομοθεσίας, νομίζω ὅτι δὲν θὰ παύσωμεν ἔχοντες Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι, ὅταν εὑρίσκωσι συμφέρον πολιτικόν, θὰ τολμῶσι καὶ ἄνευ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ καλῶσι τὰς Βουλάς, εἴτε νὰ διαλύωσιν αὐτάς. Θὰ τὸ πράττωσι, διότι δυνάμει Β. Διαταγμάτων θὰ δύνανται νὰ εἰσπράττωσι καὶ νὰ δαπανῶσι, χωρὶς νὰ διατρέχωσιν ἄλλον κίνδυνον ἢ ν’ ἀποδοκιμασθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο, ἂν ἀπέτυχον νὰ καταρτίσωσι πλειονοψηφίαν. Δὲν συμφωνῶ λοιπὸν μετὰ τῶν προτεινάντων τὴν πρότασιν, ὅπως, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Βουλὴ ἀπεδοκίμασε τὰς πράξεις ἐκείνας, ψηφίσωμεν νέαν ἀποδοκιμασίαν δι’ αὐτάς. Ἄν θέλωμεν πρακτικὰ ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ τροποποιήσωμεν τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ὡς εἶπον, εἰδικῶς δὲ τὸν λογιστικὸν νόμον.
§201Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν διὰ τῆς προτάσεώς των δὲν προτείνουσιν οὔτε τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, οὔτε τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, ὑπέβαλον πρότασιν. Τὴν πρότασιν ταύτην δικαιοῦται καὶ εἷς καὶ μόνος Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀποδέχηται τὴν πρότασιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, εἰς ἣν προσεχώρησε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν.
§203ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν τὴν ζητῆτε 15, νὰ ἐγερθῆτε.
§205ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα. (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν 15).
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δραγούμη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ παράγραφον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 καὶ 50′ μετὰ μεσημβρίαν).