1899.05.22
2.425 στίχοι · 18.340 λέξεις · 228 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
Τῆς 22 Μαΐου 1899.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Α. Στεφανοπούλου).
(Γνομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπή, ὡς καὶ ἡ πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου εἰδικὴ τοιαύτη, καίτοι κληθεῖσα εἰς συνεδρίασιν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προβῶσιν εἰς ἐργασίαν, διότι δὲν συνῆλθεν ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς ἀπαρτίαν ἀριθμός.
§2Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδή, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῶσιν αἱ ἐπιτροπαί, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποφασίσῃ νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Δευτέρας ἐκ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα: αʹ) τὸ περὶ μεταβολῆς τῆς ὑφεστώσης φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου, βʹ) τὸ περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ ζύθου, γʹ) τὸ περὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων.
§3Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τὸ νὰ συζητηθῶσι τὸ ταχύτερον καὶ ἐπιψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργός· νομίζω ὅμως, ὅτι ταῦτα ἔχουσιν ἀρκετὴν σπουδαιότητα, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη προμελέτης τινός. Ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δυσκολεύηται νὰ ἐργασθῇ, παρακαλῶ νὰ σχηματισθῇ ἑτέρα εἰδική, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ τεθῇ ὡρισμένη προθεσμία, ὅπως φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της. Μία προμελέτη θὰ εὐκολύνῃ τὴν συζήτησιν.
§4Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν ἦτο παρών, ὅτε ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συστήσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου· ἡ ταχθεῖσα εἰς αὐτὴν προθεσμία μάτην παρῆλθεν, ἀπεδείχθη δὲ δυστυχῶς, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ παρ’ ἡμῖν δὲν ἐργάζονται. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μου.
§5Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως δήποτε, ἂς δοθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τριήμερος ἀκόμη προθεσμία, ὅπως φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της· οὕτω δὲ καὶ ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν τὴν συνείδησιν ἀναπεπαυμένην, ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι Βουλευταί, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι θὰ εἴχομεν μίαν προμελέτην, δὲν ἐμελετήσαμεν τὰ νομοσχέδια. Ἂν δὲν ἔχητε ἀντίρρησιν, ἂς τάξωμεν τελευταίαν προθεσμίαν μέχρι τῆς Τετάρτης.
§6Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ νομοσχέδια νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐπιθυμοῦντος νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου, ὅπως ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Δευτέρας, διότι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαΐου.
§7Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου, ἔχουσιν ὑποβληθῆ πολλὰ νομοσχέδια, καὶ δυσκόλως θὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμα, ἂν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἀπευθείας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἐὰν ἡ συγκληθεῖσα ἐπιτροπὴ δὲν ἔχῃ ὄρεξιν νὰ ἐργασθῇ, νὰ σχηματισθῇ ἑτέρα ἀπὸ Βουλευτὰς θέλοντας νὰ ἐργασθῶσιν. Εἶμαι ἐκ τῶν θελόντων τὴν μετατροπὴν τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, καὶ ἔλαβον μέρος ἄλλοτε εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τούτου· εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμα, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ νομοσχέδια καὶ φέρῃ ἔκθεσιν.
§8Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκριβῶς τὸ ἐπιχείρημά σας εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἀναγραφῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἐξελέχθησαν καὶ εἰργάσθησαν προηγουμένως πολλοὶ καὶ νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν, ὥστε τὸ θέμα εἶναι ὥριμον. Θὰ παρακαλέσω δὲ νὰ μὴ ἐπιμένητε, διότι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος ἐντὸς τοῦ Μαΐου.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς προσεχοῦς Δευτέρας τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου;
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα, δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀναγραφῆ. Ὁ σύνδεσμος τῶν οἰνοπνευματοποιῶν Χαλκίδος διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν καὶ ποτῶν.
§13Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διάφοροι ἀναφοραί, αἱ ὑποβαλλόμεναι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἀφορῶσαι εἰς νομοσχέδια, ἐὰν ἦναι ἄξιαι λόγου καὶ προέρχωνται ἐκ σωματείων, πρέπει νὰ τυπῶνται καὶ διανέμωνται, διότι οὕτω πως φωτίζεται ἡ Βουλή.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐκ Κρήτης καὶ Θεσσαλίας φοιτηταὶ δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Οἱ ἀμπελοκτήμονες τοῦ δήμου Χαλκίδος δι’ αἰτήσεώς των κηρύσσονται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὁ Παναγῆς Λιβαδᾶς δι’ ὑπομνήματός του προτείνει νέον δικαστικὸν σύστημα. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Σικυῶνος δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι νὰ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης ἐν τῷ δήμῳ αὐτῶν καταστροφῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κ. Πεταλᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα κατὰ Δασαρχεῖον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιτηδευματιῶν, τὸ ποσὸν τοῦ παρ’ αὐτῶν πληρωνομένου φόρου ἐπιτηδεύματος, τὸ ποσὸν τῆς ὑλοτομουμένης οἰκοδομησίμου ξυλείας καὶ ἀνθράκων θερμάνσεως, ὡς καὶ τὸ εἰσπραττόμενον ἔσοδον παρ’ αὐτῶν.» Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Ι. Γιαννακίτσας κατέθηκεν ἀναφορὰν τῶν ἐκ Λαρίσης ἀποστράτων Δ. Δρίτσα, Γ. Τσαντίλα καὶ Κ. Λαγούλη, παρακαλούντων, ὅπως χορηγηθῇ αὐτοῖς δάνειον ἐκ τῶν πρὸς τοῦτο προωρισμένων ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν χρημάτων. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Κ. Χατζηπέτρος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ ὁ λοχίας τοῦ 9ου εὐζωνικοῦ τάγματος Ζούπας Ἀνδρέας δὲν ἐπροβιβάσθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ἀλλ’ ἐπῃνέθη μόνον, ἀφοῦ οὗτος, διατελῶν ἀποσπασματάρχης, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Μαγουλᾶ Εὐαγγέλου εἰς τοὺς δήμους Ἰτάμου καὶ Νευροπόλεως, συνεπλάκη τὴν 9 Σεπτεμβρίου 1897 μὲ τὴν ληστοσυμμορίαν τοῦ ἀρχιληστοῦ Κωνσταντίνου Μπακοδήμου, ἀπαρτιζομένην ἐκ δέκα μελῶν, καὶ ἐντεῦθεν ἤρξατο μάχη, ἥτις λυσσώδης διήρκεσεν ἐπὶ 12 ὥρας, ἤτοι ἀπὸ τῆς πρωΐας μέχρι τῆς ἑσπέρας, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ὁ φόνος τεσσάρων ληστῶν καὶ ἡ ζώγρησις τῶν λοιπῶν, ἐκ δὲ τοῦ ἀποσπάσματος ὁ φόνος ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου καὶ ἑνὸς χωροφύλακος. Μετὰ τὴν τοιαύτην ἐξαιρετικὴν πρᾶξιν ἔδει, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ΑΛΒʹ νόμου τῆς 21 Ἰουνίου 1882, νὰ προβιβασθῇ ὁ ἐν λόγῳ λοχίας εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ ἐν λόγῳ λήσταρχος μετὰ παρέλευσιν μηνὸς ἀπὸ τῆς συλλήψεώς του ἐπεκηρύχθη καὶ κατεδικάσθη εἰς ἰσόβια δεσμά.» Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 47,962,394.35, χορηγηθεισῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 διὰ Β. Διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 167).
§15Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 168). Ἰδιαιτέραν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλει ὁ κ. Μαρκεζίνης, μειονοψηφοῦν μέλος τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 169).
§17Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν εἰσιτήριον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ἀγόρευσίν μου ἀνήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ φέρω νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ζῴων φορολογίαν. Τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προεδρείου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταργεῖται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν προβάτων, τῶν αἰγῶν, τῶν βοῶν, ἀγελάδων, βουβάλων καὶ χοίρων. Ὅπως δὲ τὸ Δημόσιον μὴ ζημιωθῇ τὴν ἐκ τούτων πρόσοδον, ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν σφαζομένων αἰγῶν καὶ προβάτων μιᾶς δραχμῆς, ἐπὶ τῶν βοῶν καὶ βουβάλων 3, καὶ ἐπὶ τῶν χοίρων 2,50 κατὰ κεφαλήν. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι πάντες θέλετε λάβει γνῶσιν αὐτοῦ. Περιορίζομαι νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διατηρεῖται ἡ ὑφισταμένη φορολογία ἐπὶ τῶν ἡμιόνων, ἵππων καὶ ὄνων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ φόρου μὴ ἐπάγηται καταχρήσεις καὶ πιέσεις ἐπὶ τῶν κατόχων τῶν ζώων τούτων. Εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ζώων τούτων περιελήφθησαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ οἱ κύνες, οἵτινες ὑποδιαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς κύνας πολυτελείας, ἐφ’ ὧν ἐπιβάλλεται φόρος 10 δραχμῶν, εἰς κύνας κυνηγετικούς, ἐφ’ ὧν ἐπιβάλλεται φόρος 5 δραχμῶν, καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς κύνας, ἐφ’ ὧν ἐπιβάλλεται φόρος 3 δραχμῶν· ἐξαιροῦνται δὲ οἱ ποιμενικοί. Εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ μία καινοτομία, σκοποῦσα τὴν πρόληψιν τῶν ὑφισταμένων καταχρήσεων, διότι ὁ φόρος θὰ πληρώνηται ἀμέσως σὺν τῇ δηλώσει, οὕτω δὲ θ’ ἀποφύγωμεν τὰς καθυστερήσεις, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἐλάμβανον χώραν. Ἡ δήλωσις δὲ δὲν γίνεται ὡς πρότερον· μέχρι τοῦδε ἐγίνετο κατ’ ἄλλην ἐποχήν, νῦν δὲ θὰ γίνηται κατὰ μῆνα Δεκέμβριον. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐμφορεῖται ὑπὸ τῶν αὐτῶν μὲ ἐμὲ ἰδεῶν ὡς πρὸς τὴν προστασίαν τῆς κτηνοτροφίας, ἥτις παρ’ ἡμῖν παρημελήθη καί, ἀντὶ νὰ προοδεύῃ, ὁσημέραι ὀπισθοδρομεῖ. Ἡ κτηνοτροφία ἀποτελεῖ μίαν τῶν πηγῶν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ὅταν δὲ προστατευθῇ προσηκόντως, θὰ ἐπαρκῇ εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 170). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§19ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Προανήγγειλα, Κύριοι, κατὰ τὴν γενικὴν εἰσήγησιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, ὅτι ἕνεκεν ἐλλείψεως χρόνου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλω καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ νομοσχέδια κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον. Εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω ἕν βραχὺ τοιοῦτον, ὅπερ προτίθεται νὰ περιστείλῃ καταχρήσεις, γενομένας περὶ τὰ ἀπολυτήρια τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ τῶν Γυμνασίων, ἅτινα κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1895 καθιερώθησαν ὡς προσόντα διὰ τοὺς ἐφημερίους. Γινώσκετε ἴσως, ὅτι πρό τινος χρόνου ἐν τῷ τύπῳ πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ πλαστογραφήσεως τοιούτων ἀπολυτηρίων, καὶ ὅτι δυστυχῶς πολλοὶ κατώρθωσαν διὰ τοιούτων νὰ ἐγγραφῶσι καὶ εἰς τὸ ἀνώτατον ἐκπαιδευτήριον. Ἀλλὰ πολλὴ κατάχρησις αὐτῶν γίνεται κατὰ τὰς χειροτονίας. Ἀνεκαλύφθησαν δυστυχῶς ἱερεῖς χειροτονηθέντες ἐπὶ τῇ βάσει ἀπολυτηρίων Ἑλληνικῶν σχολείων σκαιότατα πλαστογραφηθέντων. Ἐγένοντο καταγγελίαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ζητήσας ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἀπολυτηρίων τούτων, ἐπείσθην δὲ ἰδίοις ὄμμασιν ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου, ὅτι ὁ κάτοχός του εἶχεν ἀποξέσει τὸ ἀρχικὸν ὄνομα καὶ εἶχε θέσει κακοζήλως τὸ ἰδικόν του. Παρέπεμψα τότε αὐτὸ εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχήν, καὶ ἐζήτησα τὴν καταδίωξιν τοῦ οὕτω χειροτονηθέντος. Ἀλλ’ εἶναι ἄτοπον νὰ παραπέμπωνται ἱερεῖς, ὅπως δήποτε χειροτονηθέντες, εἰς ποινικὴν καταδίωξιν· τοῦτο ὑποβιβάζει τὸν πρὸς αὐτοὺς σεβασμὸν τοῦ λαοῦ. Δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὸ κακόν, ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω. Κατ’ αὐτὸ ἀπαγορεύεται πᾶσα χειροτονία ἐπὶ τῇ βάσει ἀπολυτηρίου μὴ θεωρηθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§20Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θὰ ἔρχηται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐξελέγχῃ αὐτὰ τὰ πράγματα;
§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ὑπηρεσία εἶναι εἰς θέσιν κάλλιστα νὰ ἐξελέγχῃ τὴν παραχάραξιν, ἂν πρόκειται περὶ τοιαύτης. Ἐὰν ἔχῃ ἀμφιβολίαν, θὰ ἀποτείνηται πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον ἢ τὸ Γυμνάσιον, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὸ ἀπολυτήριον, καὶ θὰ ἐξακριβώνῃ τὴν ἀλήθειαν. Ὑπάρχει τι τὸ ἁπλούστερον καὶ εὐκολώτερον τούτου; Τοιοῦτον ἀπολυτήριον εἶδον προερχόμενον ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Αἰγίου. Ἠρώτησα τηλεγραφικῶς, ἐὰν ὑπὸ τὸ δεῖνα ὄνομα ἐξεδόθη ἀπολυτήριον: ἡ ἀπάντησις ἦτο ἁπλουστάτη, ὅτι δὲν ἐξεδόθη ὑπὸ τοιοῦτον ὄνομα, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλο παραπλήσιον. Ἡ ἐξέλεγξις εἶναι ἁπλουστάτη. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, εἶναι νὰ προλάβωμεν αὐτὰ τὰ ἄτοπα καὶ σκάνδαλα, τοῦτο δὲ κατορθοῦται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 171). (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Ν. Τσαμαδός).
§23ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν κατηρτίσατε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους· Εἰς τὴν κατάρτισιν αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς προέβητε βεβαίως κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τὸ μέτρον τοῦτο τοῦ καταρτισμοῦ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὅλως ἔκτακτον, διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς τὰ νομοσχέδια πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ἀρχῆς αὐτῶν, ἢ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς, στέλλονται εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπὰς, τὰς ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ προβλεπομένας καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκλελεγμένας, τὰς κατηρτισμένας κατὰ κανόνα ἐξασφαλίζοντα καὶ τὴν φωνὴν τῆς μειονοψηφίας ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Ἐὰν τοῦτο ὁ Κανονισμὸς ἐζήτησε διὰ πᾶν νομοσχέδιον, πολὺ περισσότερον ἔδει τοῦτο νὰ τηρηθῇ διὰ νομοσχέδιον τοσούτῳ γενικῆς ἀξίας καὶ τόσον μεγάλα συμφέροντα θίγον. Ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπάς. Δὲν ἤμην, δυστυχῶς, κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ χωρὶς βεβαίως ν’ ἀποδώσω μομφὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἣν αὐτὸ κατήρτισε, καὶ ὀλιγομελὴς ἦτο καὶ οὐχὶ μετὰ προσοχῆς ἐκλελεγμένη, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ γνώμη ἐκείνων, οἵτινες ἦσαν ἁρμόδιοι νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ ἑκάστης τοῦ νομοσχεδίου ὄψεως, καὶ ἐκείνων, οἵτινές εἰσιν ἐναντίοι καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Συνέβη μάλιστα, — κατὰ σύμπτωσιν βεβαίως — ἵνα τὰ πλεῖστα μέλη ὦσιν ἀντιπρόσωποι ἐπαρχιῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ἐπαγγέλλεται νὰ ἱδρύσῃ Νομαρχεῖα, νὰ συστήσῃ Πρωτοδικεῖα νέα, νὰ ἱδρύσῃ Γυμνάσια καὶ ἄλλα νὰ δωρήσῃ. Αὐτὸ τὸ μέτρον νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ κατακρίνω ἐν τῷ δικαιώματί μου, καὶ νὰ ζητήσω, ὅπως ἐφαρμοσθῇ καλῶς ὁ Κανονισμός. Προτείνω δὲ τοῦτο ἀπὸ σήμερον, ὅπως μὴ ὑποληφθῇ ὅτι θέλω (διὰ τοιαύτης προτάσεως βραδύτερον γενομένης) νὰ ἀναβάλω τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· προτείνω, λέγω, ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καθὼς καὶ τὰ συναφῆ αὐτῷ νομοσχέδια, περὶ Ἀστυνομίας, περὶ Νομαρχιῶν καὶ περὶ προσόντων τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, σταλῶσιν εἰς τὰς συνεστημένας ἐπιτροπὰς τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Παιδείας κλπ., ἵνα ὅλαι ὁμοῦ γνωμοδοτοῦσαι ἀποφανθῶσιν, ἐὰν κατ’ ἀρχὴν ἦναι ἀναγκαῖα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ ἐὰν δέωνται τροποποιήσεων, καὶ ὁποίων, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐν πλήρει γνώσει συζητήσῃ περὶ αὐτῶν. Τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἐντελῶς ἀπροόπτως εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς γενικὰ συμφέροντα, διὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῶσι καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ δῆμοι καὶ τὰ ἀνώτερα δικαστήρια καὶ ὁ ἀνώτερος κλῆρος, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη, πρέπει νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ εὐρέως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαίως δὲν σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ εὐρείας συζητήσεως καὶ ἀφθόνων πληροφοριῶν καὶ πρὶν κατανοηθῇ τοῦτο ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, ὑπὸ τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων ὅλων τῶν νομῶν καὶ τῶν Συμβουλίων ὅλων τῶν δικαστηρίων. Ἐὰν ὅμως, παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα, ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ μὴ ἀκούσῃ τὰς διαμαρτυρίας ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἀνάγκης εὐρείας προεξεργασίας τοῦ νομοσχεδίου, ἂς μὴ μᾶς ἀδικήσῃ, ἐὰν κατόπιν ἐξαντλήσωμεν ὅλα τὰ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δικαιώματα ἡμῶν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον συζητηθῇ εὐρέως. Ζητῶ λοιπὸν νὰ σταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἅπασαι αὗται, συνερχόμεναι ἐν κοινῷ, ἐκθέσωσι τὰς ἰδίας αὑτῶν γνώμας ἑκάστη ἐν τῷ κλάδῳ, ἐν ᾧ ἐκλήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ γνωμοδοτήσῃ. Ἐν τούτῳ δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ ἐρωτήσῃ τὰ Συμβούλια τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετῶν, ὅπως ἀποφανθῶσι μετὰ δικαιολογίας, ἐὰν θεωρῶσι τὴν σύστασιν νέων Πρωτοδικείων ἀναγκαίαν καὶ χρήσιμον, καὶ διὰ ποῖον λόγον, ἢ ἐὰν θεωρῶσιν αὐτὴν ἐπιβλαβῆ, καὶ διὰ ποῖον λόγον. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, περὶ τῶν ὁποίων ἔχω σημείωσιν ἐνταῦθα: 1) Τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, δι’ οὗ ἠρωτήθησαν οἱ κ. κ. Εἰσαγγελεῖς καὶ τὰ δικαστικὰ Συμβούλια περὶ τῶν τριμελῶν Πλημμελειοδικείων. 2) Ὅλας τὰς γνωμοδοτήσεις, τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐρωτήσεώς του. 3) Πίνακα δεικνύοντα: αʹ) τοὺς κατὰ τὰ ἔτη 1892, 1893, 1894, 1895 καὶ 1896 προσωποκρατηθέντας διὰ χρέη ἐν ἑκάστῃ τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους· βʹ) πόσοι ἐκ τῶν προσωποκρατηθέντων ἐν ἑκάστῃ φυλακῇ καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐπροσωποκρατήθησαν διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ εἰδικώτερον δι’ ἔξοδα ποινικῶν ἀποφάσεων, πόσοι διὰ χρέη πρὸς δήμους, πόσοι πρὸς πληρωμὴν χρέους καὶ πόσοι πρὸς ἐκτέλεσιν ἄλλης διατάξεως ἀποφάσεως· γʹ) πόσοι ἐκ τῶν προσωποκρατηθέντων ἔμειναν ἐν φυλακῇ πλειότερον τῶν τριῶν μηνῶν, πόσοι πλειότερον τῶν ἓξ μηνῶν, πόσοι πλειότερον τοῦ ἔτους, πόσοι διὰ ποσὸν μικρότερον τῶν 100 δραχμῶν, πόσοι διὰ ποσὸν μικρότερον τῶν 500 δραχμῶν καὶ πόσοι διὰ ποσὸν μικρότερον τῶν δραχ. 1000. Ταῦτα, καθ’ ὅσον τὰ βιβλία τῶν φυλακῶν παρέχουσι στοιχεῖα διὰ τὰς ἄνω λεπτομερείας. 4) Σημείωσιν ἀκριβῆ τῶν διὰ φυλακὰς ἐνοικιασμένων οἰκοδομῶν κατὰ πόλεις, σημειουμένων τοῦ μισθώματος, τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως καὶ λήξεως τῆς μισθώσεως, καὶ τοῦ εἴδους τῶν φυλακῶν, εἰς ὃ εἶναι προωρισμέναι. 5) Πίνακα ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμόν: αʹ) τῶν ἐγχειρισθεισῶν εἰς ἑκάστην Εἰσαγγελίαν Πλημμελειοδικῶν μηνύσεων κατὰ τὰ ἔτη 1892, 1893, 1894, 1895 καὶ 1896, διῃρημένον (ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν) κατὰ τὰς ἐπαρχίας, εἰς ἃς θὰ ὑπήγοντο αἱ μηνύσεις· βʹ) τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν βουλευμάτων τῶν Συμβουλίων τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἐπίσης κατ’ ἐπαρχίας καὶ κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη (ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν)· καὶ γʹ) τῶν ἐγγραφεισῶν ἀγωγῶν καὶ τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων εἰς ἕκαστον Πρωτοδικεῖον καὶ καθ’ ἕκαστον τῶν ἀνωτέρω ἐτῶν, μὲ σημείωσιν (ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν) πόσαι ἐξ αὐτῶν θὰ ὑπήγοντο εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Πρωτοδικείου ἑκάστης ἐπαρχίας, ἂν ἑκάστη ἐπαρχία εἶχε Πρωτοδικεῖον.
§24Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσῆλθε, χωρὶς νὰ θέλῃ ἴσως, ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας· περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ ζήτημα τὸ σχετικὸν πρὸς τὴν ἐπιτροπήν. Ὡς γινώσκει ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, ἀποφάσει τῆς Βουλῆς διωρίσθη εἰδικὴ ἐπιτροπή, ὅπως ἐξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑποβάλῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσιν. Κατὰ τοῦ διορισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς οὐδὲν εἶπε τότε ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἦτο ἐννεαμελής· ἓξ μέλη ἀντεπροσώπευον τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τρία τὴν μειονοψηφίαν. Ἐπειδὴ δὲ συμπίπτει αἱ διάφοροι ὁμάδες ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ νὰ μὴ ἦναι ἡνωμέναι, τὸ Προεδρεῖον δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἐκλέξῃ τρία μέλη ἐκ τῶν διαφόρων ὁμάδων. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἐκλογῆς νέας ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἐξ ὅλων τῶν εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, φρονῶ, ὅτι αὕτη δὲν ἔχει σκοπὸν πρακτικόν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ χρησιμεύει μόνον πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου· κατὰ τὴν συζήτησιν οἱ κ.κ. Βουλευταί, ὅσοι νομίζουν, ὅτι πρέπει νὰ πολεμήσωσι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἢ νὰ ὑποβάλωσι τροπολογίας, δύνανται νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἐπιθυμοῦσι. Δὲν ἀποκλείομεν εὐρεῖαν συζήτησιν, καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην, ὑποθέτω, ὁ κ. Βουλευτὴς σήμερον νὰ ἀπειλήσῃ, ὅτι θὰ κάμῃ χρῆσιν ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὁ Κανονισμὸς δίδει εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὅπως παρακωλύσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι δικαίωμα ἀπόλυτον, ἰδικόν σας, καὶ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ δύνασθε νὰ κάμητε ὁποιανδήποτε θέλετε χρῆσιν. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἤδη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἀναγραφῇ δὲ τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, ὅσον εὐρεῖα θέλετε. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε, βεβαίως αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι χρήσιμοι, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως ὑποβληθῶσι.
§25ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις δὲν εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν ἐπεξεργασίαν τὴν ἐν τοῖς τμήμασι, διότι ἐκεῖ ἡ μελέτη γίνεται ὁπωσοῦν ἠρέμα καὶ ἐπὶ ἑκάστης διατάξεως. Ἡ ἐπ’ ἀκροατηρίου συζήτησις ἥκιστα συντελεῖ εἰς τὴν διαφώτισιν ἢ τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου· μόνον ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ γενικῆς ἀπόψεως, δύναται ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἔχῃ λόγον τινά. Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποκρούων τὴν ἐν τοῖς τμήμασιν ἐπεξεργασίαν. Ἡ ἀνάθεσις νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν ἐκλελεγμένην ὑπὸ τοῦ Προέδρου, φέρει πολλὰ τὰ ἄτοπα, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι μικρὸν τὸ παράδειγμα, τὸ ἐν τῷ θέματι ἡμῶν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν συνέπεσε βεβαίως ἡ ἐκ τῶν τριῶν μελῶν μειονοψηφία νὰ ἦναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, συνέπεσε δὲ, ὥστε καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἦναι ἐξ ἐπαρχιῶν, αἵτινες γίνονται πρωτεύουσαι Νομαρχιῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι διὰ πάντα ταῦτα θεωρῶν τὴν μεγάλην σπουδὴν ὡς ἐναντίαν τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ τρόπου τοῦ νομοθετεῖν, ἐναντίαν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ κακῶς γενομένην, διαμαρτύρομαι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατὰ τοῦ τοιούτου τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς τῆς συζητήσεως τοιούτων νομοσχεδίων.
§26Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο πληρεστέρα ἡ συζήτησις, ἐὰν, πρὶν τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον, ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακες τῶν διαφόρων δαπανῶν, τὰς ὁποίας θέλει προκαλέσει ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τῶν συναφῶν αὐτῷ, δηλ. τοῦ περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν καὶ τοῦ περὶ ἀστυνομίας. Δεύτερον, πίναξ τῆς προσθέτου δαπάνης, τὴν ὁποίαν θέλει προκαλέσει ἡ σύστασις τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ἀναγραφομένων ὅλων τῶν δαπανῶν μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου, τὰς ὁποίας θὰ προκαλέσῃ ἡ λειτουργία τῶν Συμβουλίων αὐτῶν. Ἐπίσης πίναξ τῆς προσθέτου δαπάνης, τὴν ὁποίαν θέλει προκαλέσει ἡ σύστασις τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Νομίζω χρήσιμον, ὅπως ἡ Βουλὴ ἔχῃ τοὺς πίνακας αὐτοὺς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων.
§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ζητηθείσας πληροφορίας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, αὗται κατὰ τὸ πλεῖστον κατετέθησαν, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ὑπάρχει πίναξ, ἀναγράφων τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας προκαλεῖ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ οἱ πόροι, οἱ ὁποῖοι δίδονται εἰς τὰ Συμβούλια ταῦτα, καὶ ἐκ τούτων δύναται νὰ κρίνῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς περὶ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ὅμως εἶναι ἄσχετοι πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀστυνομίας, ὑπέβαλον πίνακα, ἐν τῷ ὁποίῳ περιλαμβάνονται ὅλαι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον προκαλεῖ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι πληρεστάτη. Μένει μόνον ἴσως ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θὰ δώσῃ, περὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θὰ προκαλέσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι καὶ τὰ πέντε Πρωτοδικεῖα θὰ συστηθῶσιν.
§28Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν αἱ δαπάναι θὰ ἦναι αἱ αὐταὶ ἢ ἀνώτεραι τῶν νῦν γιγνομένων.
§29Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχει πίναξ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται αἱ δαπάναι τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἐν αὐτῷ θὰ εὕρητε τὴν πληροφορίαν.
§30Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἑτέρα ἄποψις τοῦ ζητήματος πρέπει κυριώτερον ν’ ἀπασχολήσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Ἐὰν πράγματι θέλωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν βελτιώσεις εἰς τὴν διοίκησιν ἡμῶν, βεβαίως τὰς βελτιώσεις ταύτας δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς νέας διαιρέσεως τοῦ Κράτους.
§31Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, κύριε Πρόεδρε;
§32Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κανονίσω ἐγὼ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ ἐὰν ἦμαι ἠναγκασμένος νὰ θίξω τὴν οὐσίαν, ὅπως ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πράξω τοῦτο. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ διαίρεσις τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, θελόντων νὰ φέρωμεν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως. Ἐκεῖνο, ὅπερ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τῶν νομῶν. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρέπει πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους νὰ μελετηθῇ, εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν Νομαρχιῶν. Πρὶν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νομίζω ὅτι ἡ διαίρεσις τοῦ Κράτους δὲν θὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν. Ἐὰν δὲ δὲν ἦναι εὔκολον νὰ προηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Νομαρχιῶν καὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, βεβαίως ὅμως πρέπει νὰ συμβαδίσῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρακτικὸν νὰ προτάξωμεν τὴν συζήτησιν τῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, νὰ παραμελήσωμεν δὲ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ Νομαρχιῶν νομοσχεδίου. Τούτου δεκτοῦ γενομένου, ἐκλείπει τὸ μέσον πρὸς πληρεστέραν μελέτην τοῦ ζητήματος. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ πλειότερον, ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον, ὅταν ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν, ἥτις σήμερον ὑπεβλήθη. Ἀλλ’ ἐπιμένω, νομίζων ὅτι καὶ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς αἱ μελέται θὰ ἦναι πληρέστεραι, ἐὰν ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν συμβαδίσῃ.
§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς συνεζήτησεν ἐπὶ τῆς οὐσίας...
§34Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§35ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως... Προέβαλε τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων πρὸ τῶν ἄλλων. Διατὶ πρέπει νὰ συζητήσωμεν τοῦτο πρὸ τῶν ἄλλων; Ἰδοὺ ζήτημα οὐσίας. Ποῖον σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως; Νὰ κανονίσῃ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν τῆς χώρας. Φρονοῦμεν, ὅτι σήμερον ἡ διοικητικὴ διαίρεσις τῆς χώρας εἶναι ἐσφαλμένη, φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ κατά τι ἡ ἔκτασις τῶν νομῶν, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσι νομοί τινες. Κατὰ τί ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως; Ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν, ὅτι καταψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Βεβαίως κατὰ τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς μας ἡ καταψήφισις τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἦναι ἐπιβλαβὴς διὰ τὴν καλὴν διαχείρισιν τῶν νομῶν· ἀλλ’ ἡ διαίρεσις τῶν νομῶν, ἀλλοία τῆς σημερινῆς, κατὰ τί ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομῶν; Μήπως σήμερον δὲν ἔχετε διοικητικὴν λειτουργίαν ἐν τοῖς νομοῖς ἄνευ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων; Διατὶ λοιπὸν λέγετε: «Θέλομεν νὰ συζητήσωμεν κατὰ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων»; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἰσήλθετε εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ κακῶς εἰσήλθετε εἰς τὴν οὐσίαν. Τὸ ἐπιχείρημά σας εἶναι νέον ἐπιχείρημα τοῦ ἐφευρετικοῦ σας νοῦ, ὅπως ἐπιδιώξητε τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ἐλέγετε καθαρῶς, ὅτι θέλετε τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐπανελαμβάνετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε πρότερον. Ἀφοῦ ἀπετύχετε εἰς τὴν ἀναβολὴν, ἐφεύρετε νέον ἐπιχείρημα, ὅπως ἐπιτύχητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεδέχθη. Ἡ λογικὴ σειρὰ λοιπὸν τῆς συζητήσεως εἶναι νὰ συζητηθῇ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ δεύτερον τὸ νομοσχέδιον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου δὲν περιορίζεται ἢ εὐρύνεται ἡ περιφέρεια τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ κανονίζονται τὰ τῆς διοικήσεως, τὰ τῆς ἐποπτείας καὶ τοῦ ἐλέγχου. Ἔρχεται κατὰ λογικὴν ἀνάγκην ἔπειτα ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀστυνομικοῦ, νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἐπείγει, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἢ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως δὲν γείνῃ δεκτὸν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἡ διασκευὴ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀστυνομικοῦ πρέπει νὰ ἦναι ἀλλοία, διότι αἱ διαιρέσεις θὰ ἦναι ἀλλοῖαι. Ἡ ἀνάγνωσις ἡ ἁπλῆ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας πείθει ἕνα ἕκαστον, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις ἢ μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἔρχεται ἔπειτα ὡς συμπλήρωμα τοῦ ὅλου τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων. Ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ὁρίσωμεν τὰς περιφερείας, ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων βελτιώσωμεν τὴν διοίκησιν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων ἐπιδιώκομεν τὴν βελτίωσιν τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν τε νομῶν καὶ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας.
§36Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνεθυμεῖτο ἐπανειλημμένας συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐπανειλημμένας ἐκφράσεις γνωμῶν περὶ διοικήσεως, ἤθελεν ἐνθυμηθῆ, ὅτι, ἐὰν μὴ ὁ πρῶτος, ἀλλὰ βεβαίως εἶμαι εἷς ἐκ τῶν πρώτων ὑποστηριξάντων πάντοτε τὴν νέαν διαίρεσιν τοῦ Κράτους, τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Ὄχι μόνον λοιπὸν δὲν εἶμαι ἐναντίος ἀμφοτέρων τῶν ἰδεῶν τούτων, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶμαι ὁ πρῶτος ὑποστηρίξας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τὰς δύο ταύτας θεμελιώδεις ἰδέας, καὶ ἐὰν εἶχεν ἀξίαν τινὰ ἡ πρωτοβουλία, ἤθελον διεκδικήσει αὐτήν. Ἀλλ’ ἐγώ, ὅστις κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ ἀμφοτέρων τῶν νομοσχεδίων τούτων, εἶμαι ὑπὲρ αὐτῶν, ὄχι ὅπως αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν διοικητικῶν ἡμῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὅπως βελτιώσωμεν τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῶν νόμων, ὅπως ἐπιτύχωμεν βαθμόν τινα αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, καὶ ἀπαλλαγῶμεν τῶν κακῶν τῆς συγκεντρώσεως, ἡ ὁποία ἔπνιξε τὸν τόπον τοῦτον. Ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἐπιτύχωμεν τοιοῦτόν τι, ἐὰν πρόκειται νὰ λειτουργῶσιν οἱ νόμοι, ὅπως λειτουργοῦσι σήμερον, βεβαίως θὰ πράξωμεν τι μὴ ἐπωφελὲς, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ Κράτος διὰ δαπανῶν, ἐφαρμόζοντες μόνον τὴν αὔξησιν τῶν νομῶν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιτύχωμεν πραγματικὴν βελτίωσιν τῶν νομῶν, τότε συμφέρει τὸ Κράτος νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν νέαν κατανομὴν τῶν νομῶν. Τώρα, ἐὰν ἦναι ἀκριβὴς ἡ γινομένη κατανομὴ ἢ ὄχι, εἶναι ζήτημα οὐσίας, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶμαι ἑπομένως τῆς γνώμης νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, καὶ δι’ ὅσων εἶπον, δὲν ἐνόουν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐπέρχεται ἡ ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ὅπως συμβαδίσῃ μὲ τὴν συζήτησιν περὶ ὀργανώσεως τῶν νομῶν. Προηγουμένως ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν νομοσχεδίων φορολογικῶν, διότι ἐνόμιζον ἐν πεποιθήσει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκβιασθῇ ἡ συζήτησις αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἐκείνη ἡ πρότασίς μου. Καὶ τότε δὲν ἠθέλησα νὰ παρελκύσω διόλου τὴν συζήτησιν. Ἐζήτησα ἀντὶ τῆς Δευτέρας τὴν Τετάρτην, ὅπως βελτιωθῶσι τελειότερον τὰ νομοσχέδια. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, διότι δὲν θέλω ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ θυμώσῃ...
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδόλως.
§38Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Θέλω μόνον νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι τὰ δύο αὐτὰ νομοσχέδια θὰ συμβαδίσωσι, καὶ πρέπει νὰ συμβαδίσωσι.
§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ θέλω νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς συνεζήτησεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, μὴ μελετήσας τὰ νομοσχέδια· διότι, ὅταν συζητῶμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν νομοσχεδίων, πρέπει νὰ λέγωμεν πράγματα ἀκριβῆ. Μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι, ἐὰν δὲν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, συζητηθῇ δὲ μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, πολὺ φοβεῖται, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν ἄλλον σκοπὸν δὲν ἔχει ἢ νὰ αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν καὶ ἰδοὺ ὅτι σφάλλεται, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδεμία αὔξησις γίνεται· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς αὐξάνει κατά τι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων διὰ τῆς δημιουργίας νέων θέσεων, ἀφ’ ἑτέρου ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων διὰ τῆς καταργήσεως θέσεών τινων.
§40Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ συζητήσωμεν τὴν οὐσίαν;
§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σεῖς συζητεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας, καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω νὰ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὑποβάλλομεν τὸ νομοσχέδιον δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ὅταν μετέρχησθε αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, θὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἐμὲ νὰ μὴ περιμένω τὴν συζήτησιν τὴν κανονικὴν, ἀλλὰ νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως, ὅπως διορθώσω τὰ λάθη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποπίπτετε.
§42Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ἐζήτησεν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἐνόει βεβαίως ὅτι, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀναστατώσῃ τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, τοῦτο ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ συζητήσῃ καὶ ἐξετάσῃ αὐτὸ, καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν ἠτιολογημένην· ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸ Προεδρεῖον, χωρὶς νὰ δώσῃ προσοχὴν, κατήρτισεν ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας τὰ μέλη κατὰ σύμπτωσιν ἔτυχε νὰ ἦναι μέλη ἀμέσως ἐνδιαφερόμενα ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ν’ ἀποδώσῃ ἡ Βουλὴ βαρύτητα εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀμέσως ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου; Διὰ τοῦτο πολὺ ὀρθῶς ὁ ἐκ Ναυπλίας ἀξιότιμος συνάδελφος ἐζήτησε νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς τρεῖς ἐπιτροπὰς τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὄχι μόνον εἰς τὰς τρεῖς ἐπιτροπὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ, διότι προκειμένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ κανονισθῶσιν ἕδραι Ἐπισκόπων καὶ Γυμνασίων, πρέπει καὶ ἡ τετάρτη ἐπιτροπὴ νὰ τὸ μελετήσῃ. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας.
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐπανελήφθη τρὶς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι συνέπεσε τὸ Προεδρεῖον νὰ καταρτίσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, ὁ ὁποῖος ἠξεύρει νὰ τονίζῃ τὰς λέξεις, ἐτόνισε τὴν λέξιν συνέπεσε, καὶ ἐννοεῖται ὅτι διὰ τούτου ἀπηύθυνεν ἔμμεσον παράπονον διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Προεδρείου, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἦτο ἐννεαμελὴς, ὅτι ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ὁ κ. Στάης οὐδὲν ἐνδιαφέρον ἄμεσον ἔχει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§44Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἔχει ὑπὲρ τοῦ Γυθείου.
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γείνωσιν ἕδραι νομοῦ τὰ Κύθηρα... Ὁ κ. Μαρκεζίνης βεβαίως ἐπίσης δὲν ἔχει ἄμεσον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§46ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἡ ἐπαρχία του ἐνδιαφέρεται.
§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Βαρότσης ἐπίσης, ὁ κ. Μανέτας ἐπίσης δὲν πιστεύω νὰ ἐνδιαφέρηται ἀμέσως ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Τερτίπης ἐπίσης.
§48ΔΑΟΥΤΗΣ. Πλὴν τοῦ κ. Μανέτα, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐνδιαφέρονται.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διακόπτητε, κύριε Βουλευτά.
§50Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν Στάης εἷς, Μαρκεζίνης δύο, Βαρότσης τρεῖς, Μανέτας τέσσαρες, Τερτίπης πέντε, δὲν ἔχουν κανὲν ἐνδιαφέρον ἄμεσον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ ἐρωτῶ, ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ὁποῖος τώρα ἠγόρευσεν, ἔχει ἐνδιαφέρον ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου;
§51ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἔχω, μάλιστα, — τὸ ὁμολογῶ — ἀλλὰ δὲν εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ πρὸς τὸ Προεδρεῖον ἀπευθύνεται μομφή, ἀπαντῶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον νὰ παραπονῆται, διότι τὸ Προεδρεῖον δὲν δύναται νὰ ἐξετάσῃ, τίς ἔχει συμφέρον καὶ τίς δὲν ἔχει συμφέρον. Τὸ Προεδρεῖον προκειμένου περὶ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, συνιστᾷ αὐτάς, ὅταν λάβῃ τὴν πρὸς τοῦτο ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, ἐκ Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους νομίζει ἁρμοδίους πρὸς συζήτησιν καὶ ἐξέτασιν τῶν νομοσχεδίων. Δὲν δύνασθε λοιπόν, κύριε Βουλευτά, νὰ ἀπευθύνητε μομφὴν πρὸς τὸ Προεδρεῖον ἐπὶ μεροληψίᾳ, σχετικῶς πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα.
§53ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπηύθυνα μομφὴν πρὸς τὸ Προεδρεῖον· ἁπλῶς εἶπον, ὅτι ἐκ συμπτώσεως ὑπάρχουν μέλη, τὰ ὁποῖα ἀμέσως ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου.
§54Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ ὁ τρόπος τῆς ἐκφράσεώς σας, ὅπως καὶ ὁ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας, ἦτο μομφὴ πρὸς τὸ Προεδρεῖον.
§55ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ βλέπω εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα κατηρτισμένην ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν βλέπω τὸν κ. Στάην, βλέπω τοὺς κ. κ. Μπουφίδην, Γ. Πετροπουλάκην, Τερτίπην, Κροκιδᾶν, Βαρότσην καὶ ἄλλους. Τώρα, ἐὰν ὁ κ. Στάης (δὲν ἠξεύρω πῶς) ἐτέθη κατόπιν, ἀνεξαρτήτως τούτου, ἐγὼ νομίζω, ὅτι πάλιν ἔχω χρέος νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι περισσότερον παντὸς ἄλλου ὑπεστήριξε τὴν ἀνάγκην τῆς προμελέτης ὅλων τῶν νομοσχεδίων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν ἀναμόρφωσιν, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νομοσχέδιον, ὁμολογήσας τὴν σχέσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ νόμων καὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, πρὸς τὸ νομοσχέδιον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, καὶ τὴν σχέσιν τοῦ ἀστυνομικοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν ἄλλων πρὸς τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ἠθέλησεν ἴσως ἐν τῇ πρώτῃ ὁρμῇ τοῦ λόγου του νὰ εἴπῃ, ὅτι βεβαίως, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν, ἀπομένει ἄχρηστος ὁ δεύτερος νόμος, ἀλλ’ ἐκρατήθη. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὑπὸ τῶν πλείστων Βουλευτῶν δὲν ἔχει ἀναγνωσθῆ κἂν τὸ περὶ νομῶν καὶ ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οἱ κλητῆρες καθ’ ἑκάστην φέρουσιν ἐν δέσμαις εἰς τὰς οἰκίας μας, καὶ τὰ ὁποῖα καὶ ἐν περιλήψει μόνον ἵνα γνωρίσωμεν, πρέπει νὰ καταναλώσωμεν τριπλάσιον χρόνον ἐκείνου, ὅστις ἀφίεται ἡμῖν. Ἔπρεπε δὲ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν των οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι ἡμεῖς, καὶ ἂν δὲν εἴχομεν ἄλλας ἀσχολίας, ἵνα δυνάμεθα νὰ φέρωμεν γνώμην ἐπὶ νομοσχεδίων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπὶ δύο μῆνας οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἰργάσθησαν μετ’ ἐπιτροπῶν καὶ τὰ ὁποῖα παρ’ ἄλλων εὗρον προητοιμασμένα, ἔχομεν ἐπίσης ἀνάγκην χρόνου διπλασίου, ἵνα μόνοι μελετήσωμεν ὅλα, ἢ καὶ ἴσου χρόνου πρὸς ἐκεῖνον, ὃν κατηνάλωσαν οἱ Ὑπουργοί, ἵνα φέρωμεν γνώμην ἁπλῆν, πολὺ δὲ πλειότερον ἂν θέλωμεν νὰ συζητήσωμεν, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἤμεθα μηχαναί, διὰ νὰ λέγωμεν ἁπλῶς ναὶ ἢ ὄχι. Ὅταν δὲ ὅλοι ἤμεθα σύμφωνοι περὶ τούτου, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου, ἵνα συμμελετηθῶσιν ὑπὸ τῶν οἰκείων ἐπιτροπῶν, τῶν κανονικῶς κατηρτισμένων, καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν πρόχειρον κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου, εἶναι νόμιμος καὶ ὀρθή. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ περὶ δαπανῶν καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀπήγγειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὰ ἀφορῶσιν εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, θὰ ἴδωμεν, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρόκειται νὰ φέρῃ δαπάνην 40,000 δραχμῶν, ὡς λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἢ πρόκειται νὰ φέρῃ δαπάνην 750,000 δραχ. κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Τότε θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἡ σπουδή, κατὰ τῆς ὁποίας ἡμεῖς κυρίως ἀντιτασσόμεθα, ἦναι δικαιολογημένη, ὥστε νὰ μέμφηται ἡμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰπόντας, ὅτι θὰ ἐνασκήσωμεν ὅλα τὰ δικαιώματα ἡμῶν, οὐχὶ ὅπως ματαιώσωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅπως πείσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον ν’ ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν νὰ μελετήσῃ ἐν χρόνῳ ἐπαρκεῖ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διότι πρόκειται, ὡς εἶπον, περὶ μεταρρυθμίσεως, εἰς γενικὰ καὶ μέγιστα τοῦ τόπου συμφέροντα ἀφορώσης.
§56Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ἐζήτησεν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, «ἐπὶ τῇ βάσει τίνων πράξεων ἐγένετο ἡ ἐκ δρ. 38,000 προπληρωμὴ εἰς δαπάνας συμπληρωτικὰς τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου». Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ Β. Διάταγμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐδαπανήθη τὸ ποσόν, περὶ οὗ πρόκειται.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Στέφ. Δραγούμης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ μέχρι τοῦδε δὲν διενεμήθησαν εἰς τοὺς ἐκ τῆς πλημμύρας ἐν ἔτει 1896 παθόντας Ἀθηναίους αἱ περιθάλψεις αἱ ψηφισθεῖσαι δι’ αὐτοὺς (15 χιλιάδες δραχμῶν) διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΥΜϚʹ. τῆς 17 Δεκεμβρίου 1896.» Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Θ. Πέρρος κατέθηκε τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν: «Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρακαλεῖται νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν: αʹ) τὴν γνωμοδότησιν τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ νομικοῦ συμβούλου, ὑπ’ ἀριθ. 80, τὴν ἀφορῶσαν τοὺς κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν καταταχθέντας ἐθελοντάς, καὶ βʹ) τὴν ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης ἐκδοθεῖσαν ὑπ’ ἀριθ. 36726 ἐ. ἔ. ἐγκύκλιόν του.» Ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς ὑποβάλει πρότασιν νόμου «περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν ταῖς κωμοπόλεσιν Ἄστρους τοῦ δήμου Θυρέας διὰ χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τοῦ δήμου τούτου καὶ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Ἄστρους». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 172).
§58Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Σεβαστοί μοι καὶ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἢ διὰ ὀλίγον μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ὀλίγα ταῦτα θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως μὴ μὲ διακόψῃ κανείς, διότι, ὡς ἄπειρος, δυνατὸν ν’ ἀπολέσω τὸν εἱρμὸν τῶν ἰδεῶν μου.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν δὲν ἐπιτρέπητε διακοπάς, δὲν θὰ σᾶς διακόψῃ κανείς.
§60Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Μετὰ τὰ μεγάλα ἀτυχῆ γεγονότα οἱ πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην ῥιζικῶν μεταρρυθμίσεων, καὶ οἱ πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῶσιν εὐρέως, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος προεῖπε, τὰ ὑποβληθέντα ἤδη ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς μεταρρυθμιστικὰ νομοσχέδια. Ἀλλ’ ἐνῶ, Κύριοι, πάντες ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην ταύτην, συντρέχομεν τὸ ἔργον κατὰ τρόπον ὅλως ἀρνητικόν, ἐπιδιώκομεν δηλαδὴ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ὑποβληθέντων μεταρρυθμιστικῶν νομοσχεδίων κατὰ τρόπον παρακωλύοντα αὐτήν· τοῦτο δέ, ἀσχέτως πρὸς τὴν σημερινὴν συζήτησιν, παρατηρεῖται ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν διὰ βροχῆς ἐπερωτήσεων. Καὶ δυστυχῶς τὸ νέον τοῦτο εἶδος τῆς κωλυσιεργίας παρατηρεῖται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν Κυβερνητικὴν φάλαγγα, τῶν ἀρχῶν τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ὁ πιστότατος ὀπαδός, ὑπὸ τὰς αἱρέσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔλειψα νὰ ἐκθέσω ἔκτοτε πρὸς ἓν τῶν ἐπιφανεστέρων μελῶν αὐτῆς καὶ τὰς ὁποίας δὲν παρέλειψα ν’ ἀνακοινώσω καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, τὰς μεγάλας καὶ ποικίλας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μας ἔχομεν, οὐδὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχομεν πρὸς τὴν πατρίδα μας, ὡς ἐπίσης δὲν ἀρνοῦμαι καὶ τὸ ἀναφαίρετον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἔχομεν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ καὶ τὴν ἐν τούτῳ γιγνομένην ἑκάστοτε κατάχρησιν. Καὶ πολὺ φοβοῦμαι, μήπως καὶ ἡ πάροδός μου ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο σήμερον ὑπαγάγῃ καὶ ἐμὲ εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην κατηγορίαν· φοβοῦμαι μάλιστα πλειότερον, μήπως ὁμιλῶν κατὰ τοῦ νέου τούτου εἴδους τῆς κωλυσιεργείας, δημιουργήσω ἐγὼ αὐτὸς νεώτερον τοιοῦτον. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, Κύριοι, ἀκούω ὅτι πρόσωπα, ὑψίστην κατέχοντα ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέσιν, οἷον Πρωθυπουργοί, Ὑπουργοί, Βουλευταί, ἰδιῶται, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι ἀξιωματικοί, δημοσιογράφοι, ὅλοι διεκτραγῳδοῦσι τὴν οἰκτρὰν τοῦ στρατεύματος κατάστασιν, ὑποβάλλουσι γνώμας διαφόρους καὶ ὑποδεικνύουσι μέτρα πρὸς ἀναδιοργάνωσιν αὐτοῦ. Θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὅλους τούτους τοὺς κυρίους νὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ἔχω διαφορετικὴν γνώμην τῆς ἰδικῆς των. Ἴσως νὰ εὑρίσκωμαι ἐν πλάνῃ. Ἐὰν τοῦτο ἦναι, ζητῶ ἐκ προκαταβολῆς συγγνώμην. Πάντες οὗτοι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλουσι τὰ μέτρα, περὶ τῶν ὁποίων προελάλησα, νομίζω, ὅτι ὑπολαμβάνουσιν, ὅτι τὸ νόσημα εἶναι τραυματικόν. Προσδιορίζουσι λοιπὸν φάρμακα πρὸς θεραπείαν, ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ τοπικοῦ νοσήματος. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ νόσημα εἶναι παθολογικόν. Θέλω νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι ἔχομεν πρὸ ἡμῶν προσφιλῆ ἀσθενῆ, τὴν Πολιτείαν καὶ κοινωνίαν, τῶν ὁποίων ὅλος ὁ ὀργανισμὸς μέχρι τῶν κέντρων εἶναι δηλητηριασμένος· ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔχομεν ἀσθενῆ, τοῦ ὁποίου εἶναι δηλητηριασμένη ἡ καρδία, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀρδεύονται καὶ ἀντλοῦσι τὴν ζωὴν πάντα τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ σώματος, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν διοχετεύεται τὸ δηλητηριασμένον αἷμα διὰ τῶν ἀρτηριῶν εἰς τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ σώματος, καὶ ἐντεῦθεν τὸ νόσημα αὐτῶν. Ἀντὶ λοιπόν, Κύριοι, νὰ τυρβάζωσι περὶ τὴν θεραπείαν τῶν κάτω ἄκρων, ἤτοι τοῦ στρατεύματος μόνον, τὸ ὁποῖον ἴσως ἴσως εἶναι καὶ τὸ ὀλιγώτερον πάσχον... (γέλωτες καὶ φωναί: «βέβαια, βέβαια»), ἔπρεπε νὰ μεριμνήσωσιν, ὅπως ἀποκτείνωσι τὸ μικρόβιον, τὸ ὁποῖον ἐμφωλεύει ἐν ταῖς πτυχαῖς τῆς καρδίας, καὶ ἐὰν τοῦτο ἤθελε γείνῃ ἀμέσως, αὐτόματος θὰ ἐπήρχετο ἡ θεραπεία πάντων τῶν μελῶν, ἤτοι ὅλων τῶν κλάδων.
§61Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐννοῆτε κάτω ἄκρα τοὺς πόδας, ἀπεδείχθη ὅτι τὸ ὑγιέστερον στοιχεῖον ἀποτελοῦσι τὰ κάτω ἄκρα (γέλωτες).
§62Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν διακοπὴν, καὶ σᾶς συγχαίρω διὰ τὸ εὐφυές, ἀλλ’ ἄδικον λογοπαίγνιον.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§64Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Λαρίσης καὶ Βόλου, ὁ μὲν μετὰ πολλῆς χάριτος καὶ εὐφραδείας, ὁ δὲ μετὰ πολλῆς ἀφελείας καὶ εἰλικρινείας, διεξετραγῴδησαν τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τοῦ στρατεύματος, καὶ ὑπέβαλον γνώμας καὶ ὑπέδειξαν μέτρα σωστικὰ διὰ τὴν ἀναμόρφωσιν αὐτοῦ. Ἕτερος πάλιν Βουλευτής, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, τὸν ὁποῖον σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ ἀπείρως καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον πάνδημον ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων μου ἀξιωματικῶν, διότι ποτὲ ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης δὲν ἐλησμόνησε τὸ δυστυχισμένον στράτευμα, ἐζήτησε καὶ αὐτὸς τὴν κατάθεσιν καταστάσεων, ἵνα τῷ χρησιμεύσωσιν, ὡς εἶπεν, εἰς τὴν συζήτησιν τῶν πολεμικῶν, ἥτις, ὅπως προσέθηκε, νομίζω, ὅτι θὰ γείνῃ λίαν προσεχῶς...
§65Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ ἄλλων συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ γείνωσι.
§66Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἔστω... Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι αἱ διάφοροι ὑποβολαὶ τῶν μέτρων πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατεύματος, παρακαίρως ὑποβαλλόμεναι, καὶ αἱ σχετικαὶ περὶ πολεμικῶν ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε εἶναι καὶ ἀναγκαῖαι, νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀποτελοῦσιν εἶδος ἀψιμαχιῶν, αἵτινες πολὺ ταχέως μέλλουσι νὰ μᾶς φέρωσιν εἰς κραταιὰν μάχην. Θέλω νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι αἱ παρακαίρως ὑποβαλλόμεναι τοιαῦται ἐπερωτήσεις καὶ τὰ μέτρα δυνατὸν νὰ μᾶς φέρωσι μοιραίως εἰς τὴν συζήτησιν τῶν πολεμικῶν, χωρὶς νὰ ἤμεθα πρὸς τοῦτο παρεσκευασμένοι. Διότι, Κύριοι, οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ διεξαχθεὶς ἀτυχὴς πόλεμος δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ προϊόν καὶ γινόμενον, οὕτως εἰπεῖν, μακρᾶς κακοδιοικήσεως ἐν τῷ παρελθόντι, πολιτικῆς ἐξαχρειώσεως καὶ κοινωνικῆς διαφθορᾶς.
§67Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ στρατιωτικῆς.
§68Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἔννοια σας! ἀναμείνατε, παρακαλῶ, καὶ θὰ τ’ ἀκούσητε ὅλα.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§70Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Διὰ νὰ ἐξετάσωμεν λοιπὸν πάντα ταῦτα, Κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία καὶ μόνη σῴζει, διὰ νὰ ἐξετάσωμεν πάντα ταῦτα, ἀπαιτεῖται νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, νὰ ἐρευνήσωμεν πράγματα, νὰ ἐξετάσωμεν γεγονότα, νὰ μελετήσωμεν ἔγγραφα, ὀργανισμούς, διατάγματα καὶ λοιπὰ ἄλλα, ὅπως ἀνεύρωμεν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα περιήγαγον τὸ Κράτος καὶ τὸ στράτευμα εἰς τὸ οἰκτρὸν ἐκεῖνο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἴδομεν αὐτὸ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατ’ αὐτόν. Διὰ νὰ γείνωσιν ὅμως ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ἀπαιτεῖται χρόνος, καὶ χρόνος μακρὸς, ἐνῷ κατὰ τὴν ὁμολογίαν πάντων ἐλάχιστος ὑπολείπεται ἡμῖν, καὶ μόλις ἐξαρκεῖ πρὸς συζήτησιν τῶν ὑποβληθέντων ἤδη νομοσχεδίων. Θέλω λοιπὸν λάβει τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν σεβαστὴν Βουλὴν, καθὼς καὶ πάντας ἐκείνους τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ συζητήσωσι, ν’ ἀναβάλωσι τὴν συζήτησιν τῶν πολεμικῶν εἰς ἀπώτερον χρόνον, ὅτε θὰ ἤμεθα πάντες παρεσκευασμένοι πρὸς τοῦτο...
§71Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ περισσότερον ψύχραιμοι...
§72Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Καὶ τοῦτο βεβαίως... Τότε λοιπὸν, Κύριοι, κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καθ’ ὃν θὰ προσδιορισθῇ ἡ συζήτησις τῶν πολεμικῶν, τότε, ἐπαναλέγω, πρέπει νὰ ἀκουσθῇ διάτορος ἡ φωνὴ πάντων τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπὸ τῆς κρατυνούσης καὶ ἐπιβαλλούσης γνώμης τοῦ σεβαστοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθὼς καὶ τοῦ πεπειραμένου κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἑνὸς ἐκ τῶν ὀλίγων ἀνωτέρων συναδέλφων του, οἵτινες ἐξῆλθον τετιμημένοι ἀπὸ τὸν ἐπονείδιστον αὐτὸν ἀγῶνα· τότε πρέπει νὰ ἀκουσθῇ διάτορος ἡ φωνὴ πάντων τῶν ἐνταῦθα ἐπιφανῶν, ἀπὸ τῆς πολυπείρου γνώμης τοῦ σεβαστοῦ Πατριάρχου τοῦ Κοινοβουλίου μέχρι τῆς τοῦ τελευταίου τῶν νεωτέρων διακόνων αὐτοῦ...
§73ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ παραίτιος.
§74ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἴσως· τοῦτο ὅμως θ’ ἀποκαλυφθῇ κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν, κύριε συνάδελφε... Ἀλλὰ, Κύριοι, ὑποβάλω θερμὴν καὶ τελευταίαν παράκλησιν νὰ μὴ μὲ διακόπτητε.
§75Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμά σας.
§76Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ ἐκάματε καὶ τοὺς ἀποκαλέσατε διάκους. Μὴ ἀπαντᾶτε, διὰ νὰ μὴ σᾶς διακόπτωσι.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε.
§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ βαδίζωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων. Τὴν στιγμὴν ταύτην σεῖς ἐχειροτονήσατε πατριάρχην μὲ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχετε (γέλωτες).
§79Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ὁ ἀρχαιότερος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σᾶς παρακαλῶ, μὴ δέχεσθε διακοπάς.
§81Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Μὰ, Κύριοι, δηλῶ ὑμῖν, ὅτι οὔτε δικανικὸς, οὔτε κοινοβουλευτικὸς ῥήτωρ εἶμαι, ἀλλ’ οὔτε κἂν καὶ κοινὸς ὁμιλητής. Ἑπομένως εἶμαι ἄπειρος εἰς τὰ τοιαῦτα, καὶ σᾶς παρακαλῶ, σᾶς ἱκετεύω ἐπὶ τέλους, νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, διότι δὲν εἶμαι ἐπὶ πλέον οὔτε εἰς διαλογικὴν συζήτησιν συνειθισμένος.
§82ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.
§83Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Πῶς νὰ μὴ ἐπιτρέπω, ἀφοῦ μὲ διακόπτουν;
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.
§85Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ σεῖς, κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιτρέπετε.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§87Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Μετὰ τοῦτο, Κύριοι, ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ κατὰ τὸν πόλεμον λαβόντα χώραν, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ μεγάλα καὶ πολὺ σοβαρά. Ἀλλὰ διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο, Κύριοι, πρέπει νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις οὐχὶ μόνον τῶν κυρίων ἀρχηγῶν, οὐχὶ μόνον τῶν μεράρχων καὶ τῶν ταξιάρχων, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν κυρίων σωματαρχῶν, ὅπου θὰ ἴδωμεν μεγάλα καὶ τεράστια...
§88Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον θὰ ἦναι;
§89ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε.
§90Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα ἀπὸ σᾶς ἐξαρτᾶται ποῖον πρέπει νὰ ἦναι· νὰ πατάξητε!
§91ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε εἰς κανένα.
§92Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἔχομεν, Κύριοι, μετὰ τοῦτο νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ λαβόντα χώραν μετὰ τὸν πόλεμον, καὶ αὐτὰ νομίζω ὅτι εἶναι μεγαλειτέρας καὶ σοβαρωτέρας σπουδαιότητος, διότι μετὰ τὸν πόλεμον ἔλαβον χώραν τόσα, ὅσα ὑπάρχουσιν ἱκανὰ νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι οὐδὲν δυστυχῶς ὠφέλιμον ἐπορίσθημεν ἀπὸ τῶν ἀτυχημάτων τοῦ πολέμου.
§93ΛΕΒΙΔΗΣ. Εὖγε!
§94Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐκεῖ θὰ ἴδωμεν μεγάλα ἀδικήματα· θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἄλλοι ἠμείφθησαν παρ’ ἀξίαν, ἄλλοι πάλιν δι’ ἐλάχιστον παράπτωμα ἐτιμωρήθησαν τοσοῦτον αὐστηρῶς, ὥστε ἡ ὑπερβολὴ τῆς ποινῆς ἀπὸ ἐνόχους τοὺς κατέστησε θύματα· θὰ ἴδωμεν ὅτι σωρεῖαι κατηγοριῶν ἐγένοντο καὶ ὑφίστανται ἀκόμη ἐκκρεμεῖς εἰς τὰς καλλένδας τῶν στρατιωτικῶν γραφείων κατ’ ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων, ὅσοι μὲν εἶναι ἀθῷοι, διασύρεται σήμερον ἡ ὑπόληψις εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ οὐδεμίαν θέσιν ἔχουσιν εἰς τὸ στράτευμα, ὅσοι δὲ εἶναι ἔνοχοι, ἔχουσι σήμερον ἀγερώχως ὑψωμένον τὸ μέτωπον, ἀντὶ νὰ νεύωσι κάτω. Δέσμαι ὁλόκληροι, κύριοι Βουλευταί, χρυσῶν σειρητίων διεσκορπίσθησαν καὶ περιέβαλον λαιμοὺς — φρίττω νὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ θὰ τὸ εἴπω, — ἀξίους ἴσως ἴσως ἀγχόνης, καὶ ἐκόσμησαν κεφαλὰς ἀξίας ἴσως τῆς τύχης τοῦ Πανίτσα.
§95Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μοῦ ἐπιτρέπετε;
§96Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Μάλιστα, κύριε Ὑπουργέ.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς ὁ ἴδιος ἐζητήσατε, πρὸ τοῦ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀποφαίνεσθε ὅμως περὶ ἀξιωματικῶν τόσον σκληρῶς καὶ σκαιῶς.
§98Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Σκληρῶς ὄχι, δικαίως ναί, σκαιῶς ποτέ.
§99ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν λέγει ὀνόματα.
§100Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν λέγει ὀνόματα, ἀλλὰ προσβάλλει ὁλόκληρον τάξιν ἀξιωματικῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὀφείλει νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ θέμα.
§101Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Εὑρίσκομαι ἐν τῷ θέματι, καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ ἡ ἀλήθεια, κύριε Ὑπουργέ. Σᾶς ἤκουσα μίαν ἡμέραν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ νομίζω ὅτι ἦτο ἡ ἡμέρα τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, ἀνακράζοντα καὶ βοῶντα: «σώσωμεν τὴν πατρίδα, Κύριοι· σπεύσατε νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα». Οὕτως ὅμως δὲν σῴζεται ἡ πατρίς. Νομίζω ὅτι ἡ κραυγὴ ἐκείνη ἦτο κραυγὴ πόνου, κραυγὴ ὀδύνης, ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα καὶ λατρείας· ἀλλ’ ἡ λατρεία, κύριε Ὑπουργέ, θέλει βωμοὺς, καὶ οἱ βωμοὶ θέλουσι θύματα. Λοιπὸν ἀφήσατε νὰ πέσω ἐγὼ τὸ πρῶτον θῦμα.
§102Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ καταδίκη μετὰ δίκην.
§103Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Καὶ ὅμως, ὡς ἐν ὀλίγοις θὰ εἴπω μετ’ ὀλίγον, τὸ στράτευμα ἐδικάσθη ἐρήμην καὶ κατεδικάσθη ἀναπολόγητον. Συνελόντι εἰπεῖν, Κύριοι, ἐπωδύνως ἀξιοθρήνητοι περὶ τῆς δράσεως ἑκάστου ἐκράτησαν πλάναι, αἵτινες ἐξίκοντο μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε μετέβαλον τὸν γενναῖον δανειστὴν εἰς ἐλεεινὸν χρεώστην, καὶ μᾶς παρουσίασαν τὸ μεγαλείτερον τῶν θυμάτων ὡς τὸν μεγαλείτερον τῶν ἐνόχων. Ἀλλὰ περὶ τούτων ὅλων, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅταν ἔλθῃ ἡ σχετικὴ συζήτησις.
§104Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε;
§105Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ καὶ προσδιορίσῃ.
§106Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Τώρα.
§107ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τώρα, εἶπον, σεβαστὲ συνάδελφε, ὅτι δὲν ἔχομεν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα πρὸς συζήτησιν, οὐδὲ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε, κύριε Βουλευτά.
§109Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀπαντήσω εἰς τὸν σεβαστὸν συνάδελφον· τοῦτο θ’ ἀπετέλει ἐκ μέρους μου ἔλλειψιν ἁβρότητος καὶ σεβασμοῦ πρὸς αὐτόν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε.
§111Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Μηδεὶς ὑπολάβῃ, Κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ζητῶν τὴν εἰς ἀπώτερον χρόνον συζήτησιν τῶν πολεμικῶν, ἔχω λόγους νὰ μὴ συζητηθῶσι ταῦτα. Τοὐναντίον μάλιστα, ἐὰν ὅλος ὁ κόσμος ἐπιθυμῇ τὴν συζήτησιν τῶν πολεμικῶν, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πλειότερον πάντων ἐπιθυμεῖ τοῦτο, εἶναι τὸ στράτευμα, τὸ ὁποῖον, ὡς καὶ πρὶν εἶπον, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐδικάσθη ἐρήμην καὶ κατεδικάσθη ἀναπολόγητον. Πλειότερον παντὸς ἄλλου ἐπιθυμεῖ τὸ στράτευμα νὰ συζητηθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ κατὰ τὸν πόλεμον, διὰ νὰ γείνῃ γνωστὸν, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τόσην καταφοράν, τὴν ὁποίαν ἔσχε καὶ ἐξακολουθεῖ δυστυχῶς νὰ ἔχῃ. Ἐὰν ὅλον τὸ Κράτος, Κύριοι, ἐὰν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπιθυμῇ ν’ ἀκούσῃ καὶ νὰ μάθῃ ἐν τῇ Βουλῇ ἐκτυλισσόμενα τὰ πολεμικὰ γεγονότα, πλειότερον πάντων ἐπιθυμοῦσι τοῦτο οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος. Ἡμεῖς δὲ οἱ στρατιωτικοὶ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὴν ὑψηλὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶμεν μέρος τοῦ στρατεύματος, διακαέστερον παντὸς ἄλλου ἐπιθυμοῦμεν τοῦτο. Διότι οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν ἡμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, ἐξηυτελίσθη τόσον, — καὶ τοῦτο λέγων, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι οὐδὲν διὰ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦτον ἐκ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ὑπαινίττομαι — οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν ἡμῶν, ἀπεκλήθη ἄνανδρος, δειλὸς, ῥίψασπις, φυγὰς, λιποτάκτης, προδότης. Ἡμεῖς καὶ μόνον ἡμεῖς οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος ἐστολίσθημεν διὰ τῶν ἐπιθέτων τούτων. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον διακαέστερον, ὅπως προεῖπον, παντὸς ἄλλου ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν τὴν συζήτησιν τῶν πολεμικῶν. Διότι, Κύριοι, μήπως ἠρκέσθησαν εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦτον; Ἀφοῦ ἐξευτέλισαν τοὺς ἐπιζήσαντας, ἀφοῦ κατειρωνεύθησαν τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου, ἐπροχώρησαν καὶ περαιτέρω. Δὲν ἐσεβάσθησαν μηδὲ τοῦ πενθίμου καὶ σεπτοῦ ἀσύλου τῶν ὑπὲρ πατρίδος πεσόντων, ἀλλ’ ἱερόσυλον διενεργήσαντες ἐκταφὴν, διέπραξαν τὴν βεβηλοτέραν τῶν τυμβωρυχιῶν...
§112ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι;
§113Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θὰ μάθητε, ὅταν ἔλθῃ ἡ σχετικὴ συζήτησις.
§114Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρομεν τίποτε περὶ αὐτῶν· ποίους ἐννοεῖτε;
§115Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐποιησάμην ἤδη τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν ὑπαινίττομαι κανένα ἐκ τῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τούτοις.
§116ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπαινίττεσθε μίαν ἀσέβειαν.
§117Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Μάλιστα· καὶ ἐννοῶ τοὺς ἀπαλλαγέντας καὶ δημοσιογραφικὸν φύλλον, οἵτινες, ἐν ᾧ οἱ τραυματίαι ἐνοσηλεύοντο εἰς τὰ νοσοκομεῖα ἐδῶ, αὐτοὶ τοὺς ἔφερναν ὡς λιποτάκτας καὶ ἐγκαθειργμένους εἰς τὸ Παλαμῆδι!
§118ΣΑΜΟΪΛΗΣ. Εἰς τὴν συζήτησιν θὰ ἴδωμεν.
§119Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Καὶ τέλος, Κύριοι, μόνον ἡμεῖς οἱ ἀξιωματικοὶ ὑπήρξαμεν ὁ σκοπὸς, κατὰ τοῦ ὁποίου πάντες τὰ βέλη αὐτῶν ἔστρεψαν, καὶ δυστυχῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔβαλον πλειότερον καθ’ ἡμῶν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καιριώτερον μᾶς ἐτραυμάτισαν, ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὅταν ἡ πατρὶς ὑφίστατο τὰς ὀδυνηροτέρας τῶν δοκιμασιῶν, ὅταν οἱ ὕψιστοι κίνδυνοι ᾐωροῦντο ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, αὐτοὶ ἐπὶ τῶν τραπεζίων τῶν γραφείων των καὶ ἐπὶ τῶν περιωνύμων τραπεζίων τοῦ καφφενείου τοῦ Ζαχαράτου κατέστρωνον σχέδια μαχῶν, καθῄρουν στρατηγοὺς καὶ ἀνηγόρευον στρατάρχας, καὶ ἐνῷ αὐτοὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῷ στρατοπέδῳ, ἐνῷ δὲν ἠθέλησαν, κατὰ τὴν ἀλησμόνητον ῥῆσιν τοῦ Αἰμιλίου Παύλου, νὰ εὑρίσκωνται ἐντὸς τοῦ πλοίου τοῦ κλυδωνιζομένου εἰς τὸ πέλαγος τῶν κακουχιῶν, τῶν περιπετειῶν καὶ τῶν κινδύνων, ἠξίουν αὐτοὶ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, οἱ μεγάλοι πατριῶται, νὰ διευθύνωσι τὸ πλοῖον, κρατοῦντες τὸν οἴακα τοῦ πηδαλίου ἀπὸ τῆς παραλίας! Εἶχον πλειότερα νὰ εἴπω, Κύριοι, ἀλλὰ διότι βλέπω ὅτι σᾶς κατεπόνησα, καὶ ὅτι...
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, ἐξακολουθήσατε.
§121Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Ἤκουσα, Κύριοι, προχθὲς ἀξιοτίμου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν, σχέσιν ἔχουσαν πρὸς τὸν ἀφοπλισμὸν τῶν Κρατῶν. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸν σεβαστὸν συνάδελφον, μοὶ ἐφάνη ὀλίγον ἀστεῖον καὶ πολὺ ὀδυνηρὸν (ἱλαρότης). Ἀστεῖον μὲν, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς, παραιτούμενοι τῶν ἐνδόξων ἡμῶν παραδόσεων καὶ ἀφιέμενοι τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων, στρέφομεν διηνεκῶς ἱκετήριον βλέμμα πρὸς τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς, εἴμεθα, νομίζω, πολὺ κενόδοξοι νὰ κολακευώμεθα, πιστεύοντες ὅτι μᾶς ἐλογάριαζαν ποτὲ οἱ ἰσχυροὶ ἢ ὅτι μέλλουν νὰ μᾶς λογαριάσουν καὶ εἰς τὸ μέλλον, οὕτω πολιτευομένους· ὀδυνηρὸν δὲ, διότι, ἐφ’ ὅσον πέραν τοῦ Ἀράχθου καὶ τοῦ Πηνειοῦ, πέραν τοῦ Ὀλύμπου ὑψοῦνται καπνοδόχοι, ἀναδίδουσαι τὸν ἐπάρατον τῆς δουλείας καπνόν, ἐφ’ ὅσον ἐν ἡμῖν αἰσθανόμεθα, ὅτι ὑπάρχουσι καρδίαι πάλλουσαι καὶ στενάζουσαι ὑπὸ τὸν ζυγόν, ἐρρέτω πᾶσα τοιαύτη ἰδέα, ῥιπτομένη ἐν τῷ εὐέλπιδι τούτῳ Κοινοβουλίῳ. Διότι, Κύριοι, καὶ ἂν ἠδύνατο τὸ αἷμα εἰς ὕδωρ νὰ μεταβληθῇ, ἐὰν ἠδύναντο τὰ στέρνα ἀδελφῶν νὰ καταψυγῶσι καὶ μεταβληθῶσιν εἰς μάρμαρον, ἐὰν ὅλοι τῆς φύσεως οἱ νόμοι ἠδύναντο νὰ ἀνατραπῶσιν, ἡμεῖς δὲν θὰ θελήσωμεν ποτὲ νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἱστορικούς, τοῦ μέλλοντος νὰ ἀναγράψωσιν ὅ,τι καὶ ὁ ἱστορικὸς ἐκεῖνος, ὁ μισέλλην, —καὶ νομίζω ὁ Φαλμεράϊερ—ἐν τῷ παρελθόντι περὶ ἡμῶν ἀνέγραψε, καὶ ἂν ἀκόμη ἠδύναντο ὅλοι τῆς οἰκουμένης οἱ ἐχθροί μας νὰ μεταβάλωσι τὰ λόγχας αὑτῶν εἰς νυστέρια ἐπὶ τῶν φλεβῶν μας, καὶ μία ἀκόμη κἂν ῥανὶς ἐὰν ἤθελε ἀπομείνει ἡμῖν, ταύτην πάντως θὰ χύσωμεν διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῶν δούλων ἡμῶν ἀδελφῶν. Δὲν πρέπει νὰ θελήσωμεν νὰ ἀκούσωμεν εἰς τὰ ὦτα ἡμῶν τὴν φωνὴν τῶν πατέρων μας, βοῶσαν καὶ προβάλλουσαν τὸ ἀπηνὲς ἐρώτημα: «Κάϊν, τί ἔκαμες τὸν ἀδελφόν σου;» Μία φωνή. Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ!
§122Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν πιστεύω πλέον, μετὰ τὰ τόσα ἀτυχήματα. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ μᾶς ἀποθαρρύνωσι τὰ τελευταῖα ἀτυχήματα, καθόσον δὲν ἐχρεωκοπήσαμεν ἐθνικῶς, διότι δὲν εἴμεθα οἱ ἐξ ἀπογραφῆς κληρονόμοι τῶν ἐνδόξων πατέρων ἡμῶν, ἀλλ’ εἴμεθα οἱ γνήσιοι ἀποδέκται τῆς μεγάλης καὶ αἱμοσταγοῦς ἐκείνης συναλλαγματικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ εἱμαρμένη ἐξέδοτο εἰς διαταγὴν τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ τὴν ὁποίαν εἰς ἡμᾶς ἔλαχεν ὁ τετιμημένος κλῆρος νὰ ἐξοφλήσωμεν διὰ τοῦ ἰδίου ἡμῶν αἵματος. (Χειροκροτήματα).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Θ. Κριεμάδης κατέθηκε τὴν ἑπομένην σύστασιν: «Παρακαλῶ τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸν καὶ συνιστῶ αὐτῷ νὰ σπεύσῃ ν’ ἀναστείλῃ τὴν περαιτέρω ἐφαρμογὴν ἐν Θεσσαλίᾳ τοῦ νόμου ΑΦΜΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ στρατιωτικῶν εἰσφορῶν, διότι ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἐν ταῖς σημεριναῖς ὁμαλαῖς περιστάσεσι τοῦ πιεστικοῦ καὶ ἐπιζημίου τούτου νόμου, ἐν Θεσσαλίᾳ μάλιστα, καθίσταται πρόξενος μεγάλων ζημιῶν καὶ βασιμωτάτων παραπόνων.» Θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§124Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶχον σκοπὸν νὰ ὑποβάλω μίαν σύστασιν καὶ παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ἐν συντόμῳ ἤθελον ἀναπτύξει, ἀλλὰ μὲ ἀνεπλήρωσεν ἡ σύστασις, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ῥητῶς ὑπέδειξεν, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴν φορολογικὴν καὶ οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ βελτιώσωσι τὸ καθεστώς. Αὐτὸ τοῦτο ζητῶ καὶ ἐγὼ, καὶ συμφωνῶν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸν παρακαλῶ νὰ σπεύσῃ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ περὶ σταφίδος νομοσχέδιον, διότι, ὅπως παρατηρῶ τὰ διάφορα σημεῖα, ἀμφιβάλλω, ἐὰν θὰ ἐπιψηφισθῶσι καὶ τὰ οἰκονομικὰ τὰ ἰδικά του καὶ τὸ σταφιδικὸν τὸ ἰδικόν μου· διότι, ὡς πρὸ ὀλίγου ἐδόθη ἡ πρώτη νύξις, πολὺ φοβοῦμαι ὅ,τι πάντοτε ἐφοβήθην, ὅτι, ἐὰν προηγηθῶσι γενικαὶ συζητήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Παρακαλῶ λοιπόν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτων συμφερόντων, αἱ δὲ ἐπαρχίαι ὅλαι ἐξανέστησαν, καὶ συλλαλητήρια ἐγένοντο ἐν Πύργῳ καὶ εἰς διάφορα ἄλλα μέρη, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι οὐσιώδη, ἀναγκαῖα καὶ ἀπαραίτητα. Ὁ κόσμος ὅλος εἶναι ἐπὶ ποδὸς, ἡμεῖς δὲ συζητοῦμεν περὶ τῶν παρελθόντων! Ἀρκεῖ ἕως ἐδῶ. Ἂς εἰσέλθωμεν πλέον εἰς τὴν κυρίαν ἡμῶν ἐργασίαν, καὶ αὕτη εἶναι κατὰ πρῶτον λόγον, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ μὲ τὴν βελτίωσιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Ἐὰν αἱ ἄλλαι μεταρρυθμίσεις μείνωσι διὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν θὰ βλάψῃ, πιθανὸν μάλιστα νὰ ὠφελήσῃ, διότι εἶναι ἀνάγκη πρῶτον νὰ μάθωμεν, ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάσπασις, καὶ ἔπειτα νὰ σκεφθῶμεν, πῶς θὰ διαθέσωμεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωμεν. Ἀλλὰ νὰ ἀρχίζωμεν τώρα νὰ συζητῶμεν πῶς νὰ κανονίσωμεν τὰς ἐσωτερικὰς διαιρέσεις, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποῖα μέσα ἔχομεν, νομίζω ὅτι θὰ καταναλώσωμεν τὸν χρόνον ματαίως, καὶ τὰ ἀποτελέσματα θὰ ὦσιν ὀλέθρια. Καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ζητήματος πολὺ σπουδαίου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ σοβαρῶς τὴν προσοχήν του. Φαίνεται ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν εὑρίσκεται εἰς πολὺ καλὴν κατάστασιν. Εἴδετε τί ἀνεκαλύφθη ἐν Πάτραις; ἀνεκαλύφθη μία συμμορία κλεπτῶν, ἐξηπλωμένη εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ὑπῆρχον πρακτορεῖα τῆς ἑταιρείας ταύτης εἰς ὅλα τὰ κέντρα, ἐξετελοῦντο κλοπαὶ μετὰ μεγάλης θρασύτητος, ὥστε ἠναγκάσθη ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νὰ τρέξῃ εἰς τὰς Πάτρας, ἵνα ὑποβοηθήσῃ τὰς ἐκεῖ ἀρχάς. Ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν εὑρίσκεται εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν οὐσιωδῶν τούτων ζητημάτων, διότι ἐν γένει βλέπω, ὅτι δὲν πηγαίνομεν καλά, καὶ ἂς ἀφήσωμεν τοὺς νεωτερισμούς. Ἂς διορθώσωμεν πρῶτον τὴν κατάστασίν μας, καὶ ἔπειτα σκεπτόμεθα, ἔπειτα ἀσχολούμεθα εἰς τὰ παρελθόντα τοῦ πολέμου καὶ μεριμνῶμεν περὶ τοῦ μέλλοντος.
§125Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος Βουλευτὴς παρέστησε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ὡς διατελοῦσαν εἰς κακὴν κατάστασιν, ἀλλὰ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν, ἀποδεικνύει τί; ὅτι ὑπῆρχε μία συμμορία κακοποιῶν, ὅτι ἡ συμμορία αὕτη ἀνεκαλύφθη, συνελήφθησαν οἱ κλέπται, καὶ δὲν πιστεύω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ταράξῃ τὴν ἡσυχίαν σας, ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἡ ἐνέργεια τῶν ἀρχῶν ἀπέδειξεν, ὅτι δύνασθε νὰ κοιμᾶσθε ἥσυχοι. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ὑπέδειξεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον κατηρτίσθη, ὅτι ἐζητήθη ἡ γνώμη τῶν ἁρμοδίων, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταρτισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιμένει τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων, διὰ τὰς ὁποίας εἶχε ταχθῇ ὡρισμένη προθεσμία. Αἱ ἐκθέσεις αὗται ὑπεβλήθησαν, καὶ ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος, κατὰ τὰς πρώτας αὐτῆς ἡμέρας, τὸ νομοσχέδιον θέλει ὑποβληθῇ.
§126Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἴσως δὲν μὲ ἐνόησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ μὴ μὲ ἐνόησε, διότι, ἐὰν ἤθελεν εἰλικρινῶς νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς παρατηρήσεις μου ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις γνωρίζει, τί ἐννοῶ μὲ τὰς λέξεις «δημοσία ἀσφάλεια καὶ ἀστυνομία», δὲν ἤθελε μοὶ δώσει τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἀποστολὴ τῆς ἀστυνομίας εἶναι νὰ συλλαμβάνῃ τοὺς κακούργους, ἀλλὰ νὰ προλαμβάνῃ τὴν διάπραξιν τῶν ἐγκλημάτων· ὅταν δὲ εἶναι λοιπὸν εἰς κατάστασιν ν’ ἀνακαλύψῃ ἐπὶ χρόνον πολὺν ὠργανισμένην ἑταιρείαν κλεπτῶν, οἱ πράκτορες τῆς ὁποίας ἐταξίδευον ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, ἐξετέλουν εἰς κεντρικὰ μέρη κλοπὰς τῶν ἐμπορικῶν καταστημάτων καὶ διερρήγνυον χρηματοκιβώτια σιδηρᾶ, ἡ ἀνακάλυψις καὶ σύλληψις τῶν ἐνόχων δὲν εἶναι ἱκανή, ἵνα παρουσιάσῃ τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἰς εὐάρεστον σημεῖον.
§127Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον βλάπτει πολὺ τὴν ἡμετέραν πατρίδα, τοῦ νὰ ἐξογκώνωμεν ὅ,τι γίνεται ἐνταῦθα. Ἀλλὰ τὰ ἐνταῦθα γινόμενα συμβαίνουν καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, καὶ ἐκεῖ, ὅπου αἱ ἀστυνομίαι εἶναι λαμπρὰ ὠργανισμέναι, ὅπου διατίθενται μεγάλα ποσὰ διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐκεῖ συμβαίνουσι καθ’ ἡμέραν κλοπαὶ καὶ ἐγκλήματα, καὶ πολλὰ ἐγκλήματα, τῶν ὁποίων τὸ χιλιοστημόριον ἐὰν ἤθελε συμβῆ ἐνταῦθα, ἤθελεν ἐξαναστῆ ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν καὶ ἤθελε παραστήσει τὴν τάξιν παρ’ ἡμῖν ὡς διασαλευθεῖσαν. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα. Πῶς ἔχουν; Μία συμμορία κλεπτῶν διέπραξε μερικὰς κλοπὰς, ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ προέβη εἰς τὴν σύλληψιν τῶν κλεπτῶν· ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελεν ἐκφράσει ἐπαίνους διὰ τὴν ἐνέργειαν ταύτην τῶν ἀρχῶν καὶ ὄχι νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ δημοσία τάξις εὑρίσκεται εἰς κακὴν κατάστασιν.
§128Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Πολλαί, Κύριοι, ἀνωμαλίαι ἐδημιουργήθησαν ἐν Θεσσαλίᾳ συνεπείᾳ τοῦ πολέμου, περὶ τῶν ὁποίων θὰ λάβω τὴν τιμὴν λίαν προσεχῶς νὰ ἐπασχολήσω τὴν Βουλήν, ζητῶν τὴν συνδρομὴν αὐτῆς πρὸς ἐξομάλυνσιν αὐτῶν. Σήμερον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἐπασχολήσω ἐπὶ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ δημιουργηθείσης τελωνιακῆς ἀνωμαλίας, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὁποίας καὶ ἐτελέσθησαν καὶ ἐξακολουθοῦσι τελούμεναι κατὰ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐμπορίου δεινόταται παρανομίαι, τυραννικώταται καταπιέσεις. Τὴν τελωνιακὴν ταύτην ἀνωμαλίαν ἐδημιούργησεν ἐν Θεσσαλίᾳ τὸ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1898 βασιλικὸν διάταγμα, ἐκδοθὲν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦ διατάγματος τούτου ὑπεχρεώθησαν πάντες οἱ κατέχοντες ἐμπορεύματα, εἰσαχθέντα ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἑλληνικῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν καὶ δηλώσωσι τὰ ποσὰ καὶ τὸ εἶδος τῶν παρ’ αὐτῶν κατεχομένων ἐμπορευμάτων, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ὑποβληθῶσι ταῦτα εἰς τὴν κατὰ τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους τελωνιακὴν φορολογίαν. Διὰ τοῦ διατάγματος ἐκείνου οὐ μόνον ἐπεβάλλετο παρ’ ἡμῖν τελωνιακὴ φορολογία, ἀλλὰ καὶ ἠπειλοῦντο ποιναί, αἱ κατὰ τῶν λαθρεμπόρων ἰσχύουσαι, κατὰ παντός, ὅστις δὲν ἤθελε συμμορφωθῆ πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἅμα τῇ ἐκ μέρους τῶν ἑλληνικῶν ἀρχῶν καταλήψει τῆς Θεσσαλίας ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ διατάγματος, κατὰ τρόπον ἀδικαιολογήτως αὐστηρόν. Οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τελωνιακοὶ ὑπάλληλοι ἐφαίνοντο λησμονοῦντες τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διετέλει τὸ Θεσσαλικὸν ἐμπόριον, ἐφαίνοντο ἀγνοοῦντες τὰς οἰκονομικὰς πρὸ πάντων περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἐξηκολούθουν διατελοῦντες οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας, μόλις ἀπελευθερωθέντες ἀπὸ τὴν σπάθην καὶ τὰς ἁρπαγὰς τοῦ κατακτητοῦ. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ποῖαι αἱ συνέπειαι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ διατάγματος τούτου. Ἡ περιουσία καὶ ἡ τιμὴ τῶν Θεσσαλῶν κατόχων ἐμπορευμάτων ἀφέθη εἰς τὴν διάκρισιν καὶ τὰς χεῖρας τοῦ τελευταίου τελωνοφύλακος καὶ ἀστυφύλακος. Τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας ἑνὸς ἑκάστου τῶν Θεσσαλῶν ἦτο ἐκτεθειμένον εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ ἀδιακρισίαν τοῦ τελευταίου ὀργάνου τῆς δημοσίας ἀρχῆς, τὸ ὁποῖον εἴτε ἐξ ἰδιοτελείας εἴτε ἐκ διαθέσεως πρὸς καταπίεσιν, εἴτε ἐκ κακῶς ἐννοουμένου ζήλου περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἐνόμιζεν ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῷ οἴκῳ παντὸς, τὸν ὁποῖον κατ’ αὐθαίρετον διάθεσιν ἐθεώρει κάτοχον ἐμπορευμάτων. Αἱ καταδιώξεις ὑπῆρξαν ἀθρόαι, οἱ τελῶναι δὲν ἐπρόφθανον νὰ ἐκδίδωσι καταδικαστικὰς ἀποφάσεις, πάμπολλαι δὲ ἦσαν αἱ ἐκ μέρους τῶν Εἰσαγγελέων ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ ποινικαὶ καταδιώξεις. Τὸ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐμπόριον, τετραυματισμένον καιρίως ἐκ τῶν ἀνυπολογίστων ζημιῶν, ἃς ὑπέστη, συνεπείᾳ τῆς εἰσβολῆς τοῦ ἐχθροῦ καὶ τῆς παρ’ αὐτοῦ διαρπαγῆς ὅλων τῶν πρὸ αὐτοῦ εὑρεθέντων ἐμπορευμάτων, ἀπενεκρώθη ἐντελῶς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ διατάγματος, καὶ ἀπὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους οὐδεμία συναλλαγὴ ἀξία λόγου λαμβάνει χώραν. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, δὲν ἐλειτούργει ἡ Βουλὴ, ἡ μόνη ἁρμοδία ἐξουσία, ἵνα κανονίσῃ τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, ἡμεῖς ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀνεχώμεθα τὴν κατάστασιν ταύτην, ὑποχρεωμένοι νὰ σιγῶμεν ἀπέναντι τῶν τελουμένων αὐθαιρέτως καταδιώξεων, καθόσον μόνον ἀπὸ τῆς Βουλῆς εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἔννομον προστασίαν, μόνον ἀπὸ ταύτης ἐδικαιούμεθα νὰ ἀναμένωμεν τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Βουλὴ συνεδρίαζε ἀπὸ τοσούτου χρόνου, οὐδεμία, φαίνεται, ἐγένετο σκέψις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμία, φαίνεται, ἐλήφθη ἀπόφασις, καθόσον οὐδὲν μέτρον νομοθετικὸν εἰσήχθη μέχρι σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφορῶν εἰς τὴν ἐξομάλυνσιν τῆς αὐθαιρέτου ταύτης καταστάσεως. Φαίνεται, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀποδέχεται ὡς καλῶς ληφθὲν τὸ μέτρον τῆς φορολογίας, φαίνεται ἀποδεχομένη καὶ ἐπιδοκιμάζουσα τὰ γενόμενα. Ἕνεκα τούτου, μὴ ἐλπίζων τὴν περιστολὴν τοῦ γενομένου εἰς τὸ Θεσσαλικὸν ἐμπόριον κακοῦ ἐκ προτάσεως ἀπορρεούσης ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως, ὑποβάλλω ἐγὼ εἰς τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς πρότασιν περὶ ἀκυρώσεως τοῦ διατάγματος τῆς 19 Ἀπριλίου 1898. Πάντες, Κύριοι, ὅσοι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσωσι τὸ ἐν λόγῳ διάταγμα, πάντες ὅσοι ἐζήτησαν νὰ φωτισθῶσιν ἀπὸ τὰς γνώμας τῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο συγγραψάντων, ἐχαρακτήρισαν αὐτὸ ὡς μέτρον αὐθαίρετον, ὡς μέτρον παρανομώτατον. Ἀντίκειται εἰς θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἡμῶν. Παρερμηνεύει καταφανῶς τὰς διατάξεις τῶν παρ’ ἡμῖν κειμένων τελωνιακῶν νόμων, καὶ προσκρούει εἰς τοὺς ἐκ τῶν διεθνῶν νομίμων ἀπορρέοντας κανόνας, τοὺς ῥυθμίζοντας ἀπαρεγκλίτως καὶ ἀμεταβλήτως τὰ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας χώρας καταληφθείσης καὶ κατεχομένης ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, Κύριοι, τὸ μέτρον, διότι πάντες γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι ἔχομεν ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν θεμελιώδη διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ καὶ εἴσπραξις φόρων ἄνευ ἀδείας καὶ ψήφου τῆς Βουλῆς. Παρερμηνεύει τὰς κειμένας διατάξεις τῶν παρ’ ἡμῖν ἰσχυόντων τελωνιακῶν νόμων. Κατὰ τὸν ἀπὸ 19 Μαρτίου 1843 περὶ τελωνείων νόμον (ἄρθρα 13, 25 καὶ 66) ὁρίζεται ὁ τρόπος καὶ ὁ χρόνος τῆς βεβαιώσεως τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἐμπορευμάτων, ὁρίζονται οἱ ὑπόχρεοι πρὸς δήλωσιν, διασάφησιν καὶ πληρωμὴν τοῦ τέλους. Διὰ τοῦ Β. Διατάγματος ἐπῆλθε τροποποίησις ἐφ’ ὅλων τούτων. Καθιεροῦται νέος τρόπος καὶ ὁρίζεται ἄλλος χρόνος δηλώσεως, διασαφήσεως καὶ πληρωμῆς, καὶ ἄλλοι οἱ πρὸς τοῦτο ὑπόχρεοι. Ἐνῷ κατὰ τοὺς κειμένους τελωνιακοὺς νόμους ὁ εἰσαγωγεὺς τοῦ ἐμπορεύματος εἶναι ὁ ὑπόχρεος εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, διὰ τοῦ ἐν λόγῳ Β. Διατάγματος ἐθεωρήθη ὑπόχρεος πρὸς τοῦτο ὁ κάτοχος τοῦ ἐμπορεύματος· μετερρύθμισε δηλονότι τὸ Βασ. Διάταγμα νόμον κείμενον, ἐνῷ τοῦτο ἀπαγορεύεται, καθόσον πᾶσα μεταβολὴ νόμου τινὸς μόνον διὰ νόμου ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ. Ἀλλὰ τὸ κορύφωμα τῆς αὐθαιρεσίας ἀποτελεῖ ἡ γενομένη διὰ τοῦ διατάγματος παραπομπὴ εἰς τὸν ἀπὸ 29 Φεβρουαρίου 1892 νόμον. Κατ’ ἐκείνων οἵτινες δὲν ἤθελον συμμορφωθῆ πρὸς τὸ διάταγμα ἀπειλεῖται ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου, χαρακτηρίζεται δηλαδὴ ὡς λαθρέμπορος πᾶς κάτοχος ἐμπορεύματος καὶ καταδιώκεται ὡς τοιοῦτος. Ἀλλὰ διὰ νὰ παραπέμψῃ τὸ ἐκδὸν τὸ ἐν λόγῳ διάταγμα Ὑπουργεῖον εἰς τὸν εἰρημένον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ ὀργανισμοῦ νόμον, ἠγνόει, φαίνεται, τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ κατάστασιν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, Κύριοι, πᾶσα εἰσαγωγὴ ἐμπορευμάτων πρέπει νὰ γίνηται ἐν γνώσει καὶ μὲ γραπτὴν ἄδειαν τῶν προϊσταμένων τῆς τελωνιακῆς ἀρχῆς. Τὸ Β. Διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου 1898 ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Θεσσαλὸν ἔμπορον, τὸν εἰσαγαγόντα ἐμπορεύματα κατὰ τὸν χρόνον τῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας, ἐζήτησε, λέγω, νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου· ἠγνόει τάχα, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοὺς τελωνιακοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἑλλάδος, ἀποσυρθέντας ἕνεκα τοῦ πολέμου, εἶχον ἀντικαταστήσει τελωνιακοὶ ὑπάλληλοι ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἄλλων μερῶν τῆς Τουρκίας; Οἱ Θεσσαλοὶ εὑρίσκοντο ἐν προφανεῖ ἀδυναμίᾳ, δημιουργουμένῃ ὑπὸ ἀνωτέρας βίας, τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως, νὰ ὑποβάλωσι τὰ εἰσαγόμενα ὑπὸ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου καὶ ἐκζητήσωσι τὴν ἄδειαν τῶν ἑλληνικῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν. Πῶς ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ συμμορφωθῇ ὁ Θεσσαλὸς ἔμπορος πρὸς τὰς ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ διατάξεις; Καὶ εἰς ποῖον νόμον τοῦ Κράτους ἐστήριξε τὸ Β. Διάταγμα τὴν ἐκ τῶν ὑστέρων, ἤτοι μετὰ μακρὸν ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἐμπορευμάτων χρόνον, ἐπιβολὴν τῆς ὑποχρεώσεως εἰς τοὺς κατόχους τῶν ἐμπορευμάτων νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν εἰρημένον νόμον, ἀφοῦ οὗτος πραγματεύεται περὶ ὑποχρεώσεων τοῦ εἰσαγωγέως κατὰ τὸν χρόνον τῆς εἰς τὸ τελωνεῖον εἰσαγωγῆς τοῦ ἐμπορεύματος; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ εἰρημένον Βασ. Διάταγμα ἀντίκειται εἰς τοὺς κανόνας τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Ἠπόρησα μάλιστα, πῶς κατὰ τὴν ἔκδοσιν τούτου δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ γνῶμαι συγγραφέων ἀναμφισβητήτου κύρους. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπάς τινας δύο συγγραφέων ὑπερόχου αὐθεντίας, πραγματευομένων τὸ ζήτημα τοῦτο. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ ζητήματος ὁμολογουμένως ἀρκετὰ σοβαροῦ, διότι καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου τὴν κατάστασιν θίγει καὶ ἐπὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ ἐμπορίου ῥιζικώτατα ἐπιδρᾷ, ἡ Βουλὴ δέον νὰ ᾖ καλῶς πληροφορημένη, ἐν πλήρει καὶ λεπτομερεῖ γνώσει ὅλων τῶν στοιχείων τοῦ θέματος, καὶ ὑπὸ τὴν πραγματικὴν καὶ ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν. Οἱ συγγραφεῖς, Κύριοι, οἱ περὶ τοῦ θέματος τούτου ἀσχοληθέντες, Bluntschli καὶ Heffter δογματίζουσι τὰ ἑξῆς: «Οἱ κάτοικοι τοῦ καταληφθέντος ἐδάφους ἀπαλλάσσονται ὅλων τῶν καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων ἀπέναντι τῆς προηγουμένης αὐτῶν Κυβερνήσεως καὶ ὑποχρεοῦνται νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν διὰ τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν. Ἡ παλινόρθωτος Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ εἰς τοὺς νόμους ἢ κανονισμούς, τοὺς ὁποίους ἐκδίδει, ἀναδρομικὴν ἰσχὺν καὶ νὰ κηρύσσῃ αὐτοὺς ἐφαρμοστέους, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ ἔδαφος κατείχετο ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Ὀφείλει νὰ ἀνεχθῇ τὰς συνεπείας τῶν πράξεων τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὧν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀντιστῇ. Δὲν δύναται ὁ ἀνακτῶν τὴν ἐξουσίαν ἀρχικὸς κυρίαρχος νὰ ἐνασκήσῃ ἀναδρομικῶς τὰ δικαιώματά του ἀπέναντι τῶν ὑπηκόων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν χρόνον τῆς καταλήψεως, καὶ νὰ εἰσπράξῃ φόρους ἀναγομένους εἰς τὸν χρόνον τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς, καθόσον κατὰ ταύτην ἡ Πολιτεία ὑφίστατο μόνον ὑπὸ τὴν ἐξάρτησιν ἐκ τοῦ κατακτητοῦ, ὅστις νομίμως ἐντεῦθεν ἐξεπροσώπει αὐτήν, καὶ πᾶσαι αἱ κατὰ τὸν χρόνον τῆς κατακτήσεως συναφθεῖσαι σχέσεις κανονιστέαι εἰσὶ κατ’ αὐτήν.» Τοιαῦτα, Κύριοι, ἀποφαίνονται, ὡς εἶπον προηγουμένως, συγγραφεῖς κύρους ἀναμφισβητήτου. Κατὰ ταῦτα ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν εἴσπραξιν φόρων δι’ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαχθῆ διαρκούσης τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαχθῆ τῇ ἀδείᾳ καὶ συναινέσει τῶν τουρκικῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν τὸ κεκανονισμένον ὑπὸ τῶν τελωνιακῶν νόμων τῆς Τουρκίας τέλος, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαχθῆ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ εὑρίσκοντο εἰς τὴν κατοχὴν τῶν ἐμπόρων καὶ ἄλλων Θεσσαλῶν πολιτῶν 4 καὶ 5 μῆνας πρὸ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγκαταστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν καὶ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἰσχύος τῶν Ἑλληνικῶν νόμων. Οἱ λόγοι οὗτοι, Κύριοι, μὲ ἠνάγκασαν νὰ συντάξω καὶ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ ἀκόλουθον σχέδιον νόμου: «Ἄρθρον μόνον. Τὸ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1898 βασιλικὸν διάταγμα περὶ φορολογίας τῶν εἰσαχθέντων εἰς Θεσσαλίαν διαρκούσης τῆς τουρκικῆς κατοχῆς ἐμπορευμάτων ἀκυροῦται.» Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγραφήν του.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα παράρτημα, ἀριθ. 177).
§130ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγώ, καίτοι μὴ Βουλευτὴς τῆς Θεσσαλίας, συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Λαρίσης λεχθέντα, διότι φρονῶ, ὅτι ἤρκουν ὅσα ἔπαθον οἱ Θεσσαλοὶ ἐκ τοῦ πολέμου, ὥστε νὰ μὴ ζητήσωμεν νὰ ἐπιτείνωμεν ἡμεῖς διὰ τοιούτων μέτρων τὰ δεινά των.
§131Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν τὸ διάταγμα ἦναι παράνομον, δὲν ἐννοῶ, τίς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Τὸ παράνομον τοῦ ἐν λόγῳ διατάγματος εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὀφείλεται δὲ ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ εἰς τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἔταμεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ χάριν τῆς ὁποίας ἀπέφυγε τὴν μετὰ τῆς Βουλῆς σύμπραξιν. Ἀναμφισβητήτως ἡ Βουλή, ἐπιλαμβανομένη τοιούτου ζητήματος καὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἤθελε διατυπωθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου τοῦ διατάγματος, ἤθελε διστάσει, ἕνεκα τῶν διατάξεων τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, νὰ προβῇ εἰς ψήφισιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ διάταγμα, ἐπιβάλλον ποινὰς ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, διάταγμα παραβιάζον πᾶσαν διάταξιν παντὸς δικαίου, καὶ τοῦ τελωνειακοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τὴν φορολογίαν τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων, βεβαίως δὲν δύναται νὰ σταθῇ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν εἰς τοὺς πόδας του. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὰ δικαστήρια προέβησαν εἰς ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐκύρωσαν ἢ ἠκύρωσαν τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσηγήσατο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης, καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἔχει καθῆκον ἀναπόδραστον ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θεωρῇ ὅτι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἐξεδόθη ἐπὶ νοσφίσει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ προβῇ εἰς ἄμεσον ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Μὴ προβαίνουσα δ’ εἰς ταύτην, συγκομίζει τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν συνεκομίσατο ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐκδοῦσα αὐτό.
§132ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ Β. Διάταγμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι Βουλευταὶ, λειτουργεῖ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἤτοι ἀφ’ ἧς ἐπανῆλθον εἰς Θεσσαλίαν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ προκαλέσασα τοῦτο, ὑπέχει, οὐδὲ περὶ τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἀνελάβομεν, μὴ ἀκυρώσαντες αὐτό. Περὶ τούτων γενήσεται συζήτησις διεξοδικώτερον ἐν καιρῷ. Ἐν τῷ διατάγματι ἐκείνῳ ἐτέθη μία ἐπιφύλαξις ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις τὸ προεκάλεσεν, ἐπιφύλαξις ἀναγράφουσα διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἅτινα ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων, τῶν εἰσαχθέντων κατὰ τὸ διάστημα τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, ἀφαιροῦνται τὰ πληρωθέντα λόγῳ τελωνιακῶν τελῶν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν, τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ἰδίως ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τῶν τελῶν τῶν πληρωθέντων ἐπὶ τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, νὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· ἡμεῖς δὲ, ἐπειδὴ νομίζομεν, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο ὁπωσδήποτε ὑποβληθήσεται εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐσκέφθημεν νὰ φέρωμεν ὁλόκληρον τὸ διάταγμα εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ὑπέβαλον δὲ τοῦτο μέχρι τοῦδε, διότι προσῆλθεν ἐνταῦθα ἐπιτροπὴ ἐμπόρων ἐκ Θεσσαλίας, ἡ ὁποία ἐποιήσατο παραστάσεις ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τοῦ διατάγματος τούτου. Συνεζήτησα ἐπανειλημμένως μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, καὶ ἐμόρφωσα γνώμην περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τῶν τελῶν αὐτῶν. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο ἀκύρως ἐξεδόθη, ὅτι διὰ τοῦ διατάγματος τούτου ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνοσφίσθη δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἐπεκαλέσθησαν συγγραφεῖς τοῦ διεθνοῦς δικαίου, οἵτινες ἔχουσιν οἵαν γνώμην ἔχει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λαρίσης. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ συγγραφεῖς ἀναμφισβητήτου αὐθεντίας καὶ κύρους, ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου θὰ συζητήσωμεν, ὡς εἶπον, ὅταν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ διάταγμα ἐκεῖνο. Ἐπὶ τὸ βῆμα παρῆλθον νῦν ὄχι ἐπὶ τῷ σκοπῷ συζητήσεως τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης Βουλευτοῦ, ὅτι ἐπεβλήθησαν ποιναὶ, ὅτι ὑπέστησαν καταδιώξεις οἱ ἔμποροι τῆς Θεσσαλίας, δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Διότι κατὰ καθῆκον τὴν προσοχήν μου ἐπέστησα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, μέχρι τοῦδε εἰς οὐδένα ἐπεβλήθη ποινὴ, ἂν δὲ οἱ ἔμποροι Βόλου, ὡς πρὸς μίαν κατηγορίαν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐδήλωσαν ὅτι εἰσήχθησαν καθ’ ὃν χρόνον ἐλειτούργουν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ, ὑπεβλήθησαν εἰς ποινὴν, τὸ Νομικὸν Συμβούλιον μετερρύθμισε τὴν ἐπιβαλοῦσαν τὴν ποινὴν ἀπόφασιν καὶ ἐπέβαλεν εἰς τοὺς ἐμπόρους τὴν πληρωμὴν τοῦ ἁπλοῦ μόνον εἰσαγωγικοῦ τέλους. Τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδήλωσαν οἱ ἔμποροι, ὅτι εἰσήχθησαν ὑπὸ τὴν τουρκικὴν κατοχήν· διά τινα ἐξ αὐτῶν ἐζήτησαν νὰ πληρώσωσι τὸ ἁπλοῦν εἰσαγωγικὸν τέλος, διά τινα δὲ νὰ τεθῶσιν ὑπὸ διαμετακόμισιν, διότι τὸ διάταγμα παρέσχεν εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκολίαν, ἐὰν θέλωσι, νὰ τὰ εἰσαγάγωσι εἰς τὴν διαμετακόμισιν καὶ κατόπιν νὰ τὰ ἐξαγάγωσι τοῦ Κράτους. Ὡς πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδήλωσαν, ὅτι εἰσήχθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ ὑπεχρέωσε τοὺς κατόχους νὰ πληρώσωσι τὸ ἁπλοῦν τέλος, ὡς εἶπον πρότερον. Εἰσεπράχθησαν δ’ ἐξ αὐτῶν 650,000 δρ. περίπου, τὰ λοιπὰ δὲ ὑπάρχουσιν εἰς τὴν διαμετακόμισιν. Ὡς πρὸς τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἐδηλώθησαν, ὅτι εἰσήχθησαν πρὸ τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, τὸ τέλος αὐτῶν ὑπελογίσθη εἰς δραχ. 190,000 περίπου· διὰ τὸ ἥμισυ τούτων ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις, διὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ δὲν ἐξεδόθησαν ἀκόμη. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέλαβεν, ὅτι ἔχει καθῆκον ν’ ἀκούσῃ τὰ παράπονα τῶν ἐμπόρων καὶ νὰ τὰ βασανίσῃ, καὶ, ἐφ’ ὅσον εὕρῃ τινὰ ἐξ αὐτῶν δικαιολογούμενα ὑπὸ τῶν συνθηκῶν, εἰς ἃς εὑρέθη ἡ Θεσσαλία, προτίθεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ, νὰ προτείνῃ ἐπιεικῆ τινα λύσιν· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ διάταγμα, προτείνουσα τὴν νομοθετικὴν αὐτοῦ κύρωσιν. Ὡς πρὸς πάντα ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιφυλάσσομαι νὰ δώσω μείζονας ἐξηγήσεις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§133Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω ἀκριβῶς ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· φρονῶ, ὅτι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο εἶναι ἄντικρυς ἀντισυνταγματικόν. Καθ’ ὅσον δ’ ἐξακολουθεῖ ἐκτελούμενον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναινέσω εἰς τὸ ν’ ἀναμείνω τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιόν της ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν, ἵνα κατ’ αὐτὴν ἀναπτύξω τὴν σχετικὴν ἐπερώτησιν. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμά μου· ἀλλὰ μὴ θέλων νὰ κάμω κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ νὰ ὁρίσῃ αὕτη τὴν ἡμέραν, διότι φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται, χάριν τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, χάριν τῆς εὐκοσμίας τῆς Πολιτείας ἡμῶν, ἡ ἄρσις τοῦ διατάγματος τούτου.
§134Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλπίζω ὅτι τὴν προσεχῆ Δευτέραν θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον.
§135Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τὴν προσεχῆ Δευτέραν, τότε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, διότι βεβαίως θὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος πρότερον. Ἐν περιπτώσει ὅμως, καθ’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἤθελεν εὐκολυνθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιόν του, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ τὴν προσεχῆ Πέμπτην διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου.
§136Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ διάταγμα δὲν ἐξεδόθη παρὰ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ παρακαλέσω αὐτόν, πρὶν ἢ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀκυρώσεως ἢ ἐπικυρώσεως αὐτοῦ, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, εἰς τίνων συγγραφέων γνώμας ἐστηρίχθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἐπετρέπετο ἡ ἐπιβολὴ φορολογίας ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, κατὰ δὲ τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου γνωρίσῃ ἡμῖν τὰς γνώμας ταύτας τῶν νομομαθῶν.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἀπὸ τῆς καταβολῆς ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§138Κ. ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἀντὶ «σχολικοῦ» ἔτους, παρακαλῶ νὰ τεθῇ «ἀκαδημαϊκοῦ».
§139Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§141Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς ἄρθρον 2ον παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἑξῆς: «Ἄρθρον 2. Εἰς τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, τοὺς ἐκ Θεσσαλίας, Κρήτης, Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας, τοὺς ἐγγραφέντας καὶ ἀνανεώσαντας τὴν ἐγγραφὴν αὐτῶν τῇ καταβολῇ τῶν νενομισμένων τελῶν χαρτοσήμου κατὰ τὰ δύο ἑξάμηνα τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1898–1899, ἐπιστραφήσεται τὸ ἥμισυ τῶν πληρωθέντων τούτων τελῶν». Τὸ δὲ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου νὰ γείνῃ ἄρθρον 3. Ὁ κ. Πρύτανις τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως μοὶ ὑπέβαλε παραστάσεις, ὅτι ἀδικοῦνται οἱ ἐκ τῶν μερῶν τούτων φοιτηταί, οἱ ὁποῖοι, ὑποβληθέντες εἰς χρέη, κατώρθωσαν νὰ καταβάλωσι τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου διὰ τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἀκαδημαϊκὸν ἔτος. Μοὶ προσέθηκε μάλιστα, ὅτι τινὲς τούτων εἶναι ἀσυγκρίτως πενέστεροι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνεγράφησαν ποσῶς καὶ δὲν κατέβαλον τέλη. Ἐνόμισα δεδικαιολογημένην τὴν ἐπέκτασιν τῆς δωρεᾶς ταύτης, τὴν ὁποίαν παραδεχόμεθα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τοὺς μὴ ἐγγραφέντας, καὶ εἰς τοὺς φοιτητάς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 2ον τὸ πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθέν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προταθὲν ἄρθρον 2).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου γίνεται ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§143Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, παρακαλῶ, ἀντὶ τῆς λέξεως «δημοσιεύσεως», νὰ τεθῇ «καταχωρίσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§145Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον μέτρον, ἤτοι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν τῶν ἐκ Κρήτης, Ἠπείρου, Θεσσαλίας καὶ Μακεδονίας φοιτητῶν, εἶναι δίκαιον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἡ Βουλὴ θέλει τὸ ψηφίσει, ὡς ἀντιλαμβάνομαι, ἄνευ ἀντιρρήσεως, ἀναγνωρίζουσα τὰς ζημίας, ἃς τὰ μέρη ταῦτα ὑπέστησαν ἕνεκα τοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ἂν τὰ μέρη ταῦτα ὑπέστησαν ὡς ἐκ τοῦ πολέμου ζημίας, εἰς πάντας ἡμᾶς εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Μακεδονία, παρὰ τὰς ζημίας ταύτας, ὑφίσταται κινδύνους ἐθνικώτατον φέροντας χαρακτῆρα, καὶ ὅτι τοὺς κινδύνους τούτους πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν ἰδίως εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Ρουμανίας καὶ Βουλγαρίας, ἰδίως δὲ τῆς δευτέρας, ἡ ὁποία, ἵνα ἐξαπλώσῃ τὴν ἐν Μακεδονίᾳ ἐπιρροήν της, οὐ μόνον ἀπαλλάσσει τοὺς ἐκ Μακεδονίας παντὸς τέλους, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς νέους ἐκεῖθεν τοὺς ἐκπαιδεύει δαπάναις τῆς Κυβερνήσεως, κατορθώσασα διὰ τοῦ μέσου τούτου ν’ ἀποκτήσῃ καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν τῷ Μακεδονικῷ ἐδάφει ἐνθέρμους τοῦ σκοποῦ της πράκτορας. Ἂν τὸ αὐτὸ ἠδύνατο καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ πράξῃ, οὐδόλως θὰ ἦτο κατακριτέα. Ἂν ὅμως ἕνεκα οἰκονομικῶν δυσχερειῶν νομίζῃ, ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἂς δεχθῇ τοὐλάχιστον, ὅπως οἱ ἐκ Μακεδονίας ἐρχόμενοι ἐνταῦθα, ἵνα συμπληρώσωσι τὰς σπουδάς των, ἀπαλλάσσωνται τοῦ λοιποῦ παντὸς ἐκπαιδευτικοῦ τέλους. Τοῦτο ἐπιβάλλεται, νομίζω, εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει δεχθῇ νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοιαύτην τινὰ διάταξιν.
§146ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ προσελκύσῃ ἐνταῦθα τοὺς Μακεδόνας, Ἠπειρώτας, Θρᾷκας, Αἰγαιοπελαγίτας καὶ Μακρασιάτας, δὲν θὰ ἦναι ἡ κατάργησις τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς ἐπαφὴν μετ’ αὐτῶν, καὶ γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ προσείλκυεν αὐτοὺς μᾶλλον, εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς ἀνωτάτης ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, καὶ πρὸς τοῦτο ἐψηφίσθησαν τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, καὶ πρὸς τοῦτο ἐργάζεται ἡ Κυβέρνησις καὶ προσπαθεῖ, ὅπως τὸ Ἐθνικὸν ἡμῶν Πανεπιστήμιον ἀνυψώσῃ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ περιωπήν, καὶ καταστήσῃ αὐτὸ τὸ πρώτιστον πνευματικὸν κέντρον τῆς Ἀνατολῆς. Ἐργαζομένη ἡ Κυβέρνησις οὕτω, θὰ προσελκύσῃ πολὺ πλείστους φοιτητὰς ἢ πᾶσα ἄλλη χώρα τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου, ἔχουσα Πανεπιστήμια, καὶ θὰ κατορθώσῃ ὄχι μόνον ἀνωτέραν ἐπιστημονικὴν παίδευσιν νὰ παρέχῃ εἰς αὐτούς, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν φρόνημα νὰ ὑποθάλπῃ παρ’ αὐτοῖς.
§147Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶπεν, ὅτι τοὺς ἐκ Μακεδονίας καὶ ἄλλους θὰ προσελκύσωμεν, μόνον ἂν φέρωμεν τὸ Πανεπιστήμιόν μας εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ περιωπήν. Τοῦτο ὅμως, τὸ ἄλλως ἀδιαφιλονίκητον, δὲν ἀποκλείει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ προέτεινα. Εὔχομαι καὶ ἐγὼ ἀπὸ καρδίας ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός· δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου σήμερον, ἀλλὰ περὶ τοῦ πῶς δυνάμεθα νὰ δείξωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν παύει τείνουσα τοὺς βραχίονάς της, ὅπως ἐναγκαλισθῇ τὴν Μακεδονίαν της, ἡ ὁποία, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἀποκεχωρισμένη αὐτῆς, δὲν παύει καὶ δὲν πρέπει νὰ παύσῃ πιστεύουσα, ὅτι ἡ μήτηρ της τὴν ἐνθυμεῖται καὶ ἰδιαιτέρας ὅλως ὑπὲρ αὐτῆς λαμβάνει φροντίδας. Ἐγώ, Κύριοι, ὑπέβαλον μίαν πρότασιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἂν τὴν ἀποδέχηται, ἂς τὴν πραγματοποιήσῃ, βεβαία οὖσα, ὅτι ἐπὶ τούτῳ οὐδὲν παράπονον θ’ ἀκουσθῇ ἐκ μέρους τοῦ ἄλλου ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ, ἀναγνωρίζοντος τοὺς πολλαπλοῦς κινδύνους οὓς διατρέχει ἡ ἀδελφή του Μακεδονία. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω, εἶναι, ὅτι ἡ Βουλγαρία, προσλαμβάνουσα καὶ ἐκπαιδεύουσα νέους ἐκ Μακεδονίας, κατορθώνει νὰ καθιστᾷ αὐτοὺς βουλγαρικωτέρους καὶ τῶν Βουλγάρων.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§149ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Προχθὲς ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀνάγκην νὰ συμπληρώσῃ τὸ πρῶτον ἄρθρον, διότι, ὡς εἶναι διατετυπωμένον, εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἐπιστημονικῶς σόλοικον. Τὸ ἄρθρον λέγει ὅτι «ἐπανέρχονται ἐν ἰσχύϊ αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 3 Ἀπριλίου 1833 Β. Διατάγματος, ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν ἐτροποποιήθησαν διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΦΙΘʹ τῆς 26 Φεβρουαρίου 1898 περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου.» Διὰ τῆς φράσεως «ἐπανέρχονται ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2» ἐννοεῖ ὅτι καθιστᾷ νόμον τὸν νόμον τὸν καταργηθέντα διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1878. Τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα πᾶς νόμος, διὰ νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ, πρέπει νὰ ψηφισθῇ τρίς. Ἅμα δὲ νόμος τις καταργηθῇ, ἐκλείπει καὶ δὲν γίνεται πάλιν νόμος δι’ ἁπλῆς δηλώσεως, ὅτι τὸν καταργηθέντα νόμον τὸν ἐπαναφέρει εἰς τὴν ζωήν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ψηφίσῃ αὐτὸν ἡ Βουλὴ ὡς τὸ Σύνταγμα ὁρίζει. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἀντισυνταγματικὸν τοῦτο, εἶναι καὶ ἐντελῶς συγχυστικὸν τῆς νομοθεσίας, διότι διὰ νὰ ἑρμηνεύσητε αὐτὸν τὸν νόμον πρέπει νὰ ἀνατρέξητε εἰς πέντε ἄλλους νόμους, νὰ τοὺς ἔχητε ἐνώπιόν σας, διὰ νὰ εὕρητε τὴν ἁπλῆν ἔννοιάν του· ἀφίνω δὲ, ὅτι μετὰ τὰς γενομένας νομοθετικὰς τροποποιήσεις εἰς τὸ θέμα θὰ ἦναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἑρμηνεύσητε αὐτόν. Νομίζω ὅτι, ἀντὶ νὰ γεννᾷ τοιαύτην σύγχυσιν ὁ νόμος, ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ ἐπανελάμβανε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὃν θέλει νὰ φέρῃ ἐν ἰσχύϊ, καὶ νὰ σχετίζῃ αὐτὰς πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1878, διότι οὕτω θὰ φανῇ κατὰ πόσον τροποποιεῖ αὐτόν. Προχθὲς ὑπέμνησα τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος μὲ καθησύχασεν, ὅτι θὰ τὸ φέρῃ, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔφερε.
§150ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγείρεται ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ καθιέρωσεν ἀντίθετον νομολογίαν.
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἅπαξ μόνον, κατὰ τὸ 1881.
§152ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ τὸ 1893 καὶ τὸ 1894 καὶ τὸ 1897. Καθιερώθη λοιπὸν τοιαύτη νομολογία· διαβεβαιῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι διίστανται αἱ γνῶμαι τῶν πολιτειολόγων περὶ τούτου. Ἐγὼ εὑρέθην εἰς θέσιν νὰ διαφιλονικήσω τὸ ζήτημα πρός τινα φίλον μου, ὅστις ἐπεκαλέσθη τὴν μαρτυρίαν ἑνὸς τῶν πρωτίστων πολιτειολόγων τῆς Γερμανίας, τοῦ Laband, ὅστις δι’ ἐπιστολῆς του κατ’ ἀρχὰς ἀπεφάνθη κατὰ τῆς γνώμης μου. Ἀπεστάλη τότε πρὸς αὐτὸν μακρὰ ἐπιστολή, ἐν ᾗ διετυποῦντο πάντες οἱ λόγοι, οἱ προβαλλόμενοι κατὰ τῆς νομολογίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ Laband ἀνταπέστειλεν ἔκθεσιν μακράν, διὰ τῆς ὁποίας σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἡ Βουλή, ἀφοῦ ἅπαξ ψηφίσῃ νόμον τινὰ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, δύναται ἀκολούθως νὰ τὸν θέσῃ εἰς ἀργίαν, βραδύτερον δὲ δι’ ἑνὸς ἄρθρου πάλιν νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ εἰς ἰσχὺν, χωρὶς νὰ ἦναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐπαναλάβῃ ὅλας τὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐτηρήθησαν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ πρῶτον ὁ νόμος. Δὲν πρόκειται τὸ πρῶτον νῦν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἡμῶν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα· καὶ εἰς ἄλλα Κοινοβούλια ἠγέρθη τοῦτο καὶ οὕτως ἐλύθη. Ἠκολουθήσαμεν τὴν συνήθη νομολογίαν τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου, προκειμένου περὶ γνώμης, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι διίστανται οἱ πολιτειολόγοι.
§153Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδένα ἔχω ἐγὼ λόγον νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην, ἣν διετύπωσα ὁσάκις παρουσιάσθη τὸ προκείμενον ζήτημα. Καὶ δυστυχῶς παρουσιάζεται ἐπανειλημμένως τὸ ἄτοπον ἀπὸ τοῦ 1889. Ἐθεώρησαν ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι παράρτημα τῆς ἐκτελεστικῆς. Κατ’ ἐμὲ, τοιαῦται νομοθετικαὶ πράξεις, ἐρχόμεναι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων μετὰ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δὲν δύνανται νὰ σταθῶσιν εἰς τοὺς πόδας των. Δὲν ἠξεύρω ποῦ ἐστηρίχθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγνωμοδότησαν, ὅτι τοιαῦτα νομοθετήματα ἔχουσι κῦρος· οὗτοι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν των τὴν συνταγματικὴν διάταξιν ἡμῶν. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ῥητῶς καὶ συνταγματικῶς, ὅτι, διὰ νὰ ἰσχύσῃ νομοθετικὴ διάταξις ὡς νόμος τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ ψηφισθῇ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ κατ’ ἄρθρον. Καὶ τίθεται τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον διάταξις καταργηθεῖσα ἤδη διὰ προγενεστέρου νόμου δύναται ν’ ἀναβιώσῃ διὰ τοιαύτης διατάξεως ἀναφερομένης εἰς τὴν καταργηθεῖσαν. Ἡ διάταξις ἐκείνη ἐξέλιπε, καὶ ἐκλιποῦσα δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβιώσῃ, διότι τὸ θέλει ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι δὲ ματαιοπονία, δὲν εἶναι ἀπώλεια χρόνου νὰ μάθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, τίνες νομοθετικαὶ πράξεις ἰσχύουσιν, ἀφοῦ ἐνταῦθα χάνομεν τὸν χρόνον εἰς ἐπερωτήσεις ἀσκόπους· ἔχουσι καθῆκον νὰ μελετῶσι τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ψηφίζουσι, διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὸ Σύνταγμα ἐπέβαλε τὴν ἀνιαρὰν ἀνάγκην νὰ ψηφίζωνται οἱ νόμοι εἰς τρεῖς χωριστὰς συνεδριάσεις· διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἐκείνη θὰ μᾶς κάμῃ νὰ ἐξυπνήσωμεν καὶ νὰ ἐννοήσωμεν περὶ τίνος νομοθετικῆς πράξεως πρόκειται. Ἀλλὰ γνωρίζετε σεῖς πάντες, τίνων διατάξεων πρόκειται ἡ ἀναβίωσις; Τίς τὰς ἐμελέτησε καὶ τίς τὰς γνωρίζει; Δὲν πρέπει οὕτω νὰ νομοθετῶμεν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσιν ὑποχρεώσεις, καθιστῶσιν ἀρχάς, καθιστῶσιν ὑπηρεσίας.
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον παραβιάζει τὸ Σύνταγμα. Παραδέχομαι ὅμως, ὅτι δυσάρεστον εἶναι νὰ ἀνατρέχῃ τις εἰς διατάξεις προηγουμένου παλαιοῦ νόμου, πρὸς κατανόησιν καὶ ἐφαρμογὴν νεωτέρου τοιούτου, καὶ ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἐπαναλαμβάνωνται αἱ διατάξεις αὗται. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, ὅτε θέλω φέρει τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 1,374,394.35, χορηγηθεισῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897 διὰ Β. Διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Ἰανουαρίου 1899 Β. Διατάγματος περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
§157Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἔχω ἀμφιβολίας, ἂν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς κύρωσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται διατάγματος.
§158Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄς ἀναβληθῇ.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Μαρτίου Β. Διατάγματος περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1898. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§161ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐπαναφέρω παρατήρησιν, ἣν προχθὲς περὶ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ὑπέβαλον, ἀλλὰ δὲν εἶχον τὴν τύχην νὰ ἴδω γινομένην ἀποδεκτὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως καὶ διὰ τοῦ προηγουμένου τοῦ ἀναβληθέντος, ὅπερ ἀφεώρα εἰς τὸ διάταγμα περὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1899, προτείνεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπικυρωθῇ τὸ βασιλικὸν διάταγμα περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου προτείνεται ἡ κύρωσις τῶν τεσσάρων ἄρθρων τοῦ Β. Διατάγματος, διὰ δὲ τοῦ δευτέρου ἄρθρου δὲν προτείνεται ἁπλῶς ἡ κύρωσις τοῦ πέμπτου ἄρθρου τοῦ διατάγματος, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνονται αὐτολεξεὶ αἱ διατάξεις τοῦ πέμπτου ἄρθρου. Τὸ διάταγμα τοῦτο, ὅπως καὶ τὸ προηγούμενον, ἔχουσι τὸν αὐτὸν σκοπὸν, διότι ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τοῦ 1898, ὁ ὑποβαλὼν τὸ διὰ τὸ 1899 διάταγμα, ἔπραξεν ὅ,τι καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, ὅτε ὑπέβαλε τὸ σχετικὸν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898. Ἀμφότεροι ἀπεμιμήθησαν τὰ γενόμενα κατὰ τὸ ἔτος 1875. Ἀλλ’ ὡς ἐν ἄλλῃ συζητήσει ἀνεπτύχθη, ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀπεμιμήθη, μὴ τηρήσας ὅμως ἀκριβῶς ὅ,τι ἐγένετο τῷ 1875. Καὶ τοῦ μὲν πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ἡ διάταξις εἶναι ὀρθή, διότι κυροῖ τὰ τέσσαρα ἄρθρα τοῦ διατάγματος, τὰ προνοοῦντα περὶ τῆς ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, λόγῳ ὑπερτέρας ἀνάγκης, λειτουργίας τῶν ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων καὶ τῆς μηνιαίας διανομῆς αὐτῶν. Καθ’ ὅσον δὲ τὸ νομοσχέδιον ἀνάγεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου πέμπτου τοῦ εἰρημένου διατάγματος, φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει ὀρθῶς. Ἡ διάταξις τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου λέγει: «Τὸ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ μνημονευόμενον Β. Διάταγμα ἰσχύει μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ κυρώσεως τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1898, καὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1898». Δηλαδὴ αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ καὶ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ διατάγματος. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ἂν εἶχε δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ ὑπὸ τὸν ὅρον αἰτήσεως συγγνώμης τῆς Βουλῆς, λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων καὶ τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, ἂν εἶχε δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς ἐξόδων κατὰ τὰ ἀναφερόμενα ἐν τοῖς προηγουμένοις ἄρθροις, δὲν εἶχε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ δεσμεύσῃ τὴν Βουλὴν ἀφ’ ἧς ὥρας αὕτη κατηρτίσθη. Ἀφ’ ἧς ὥρας κατηρτίσθη ἡ Βουλή, τὸ εἰρημένον διάταγμα δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ λειτουργήσῃ, διότι ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἡμέρας τὸ πρόσταγμα ἔχει ἡ Βουλή. Εἶναι δὲ ἐσφαλμένη ἡ θεωρία, καθ’ ἣν τὸ διάταγμα πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ σήμερον ἔτι λειτουργοῦν· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ ἄλλου διατάγματος, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ἠναγκάσθημεν νὰ στήσωμεν τὴν χρῆσιν αὐτοῦ καὶ ζητήσωμεν δωδεκατημόρια. Ὁ συντάκτης τοῦ διατάγματος τοῦ ἔτους 1875 εἶχεν ὀρθοτέραν ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων, καὶ ἐν τῷ διατάγματι ἐκείνῳ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μηνιαίων χρηματικῶν αἰτήσεων χορηγούμενα ποσὰ πιστώσεων θέλουσι λογισθῆ ἀπέναντι τῶν διὰ τὰς χρήσεις 1874 καὶ 1875 προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους, ὡς ἤθελε ῥυθμίσει τὰ περὶ τούτων ἡ προσεχῶς συγκροτηθησομένη Βουλή, ὅτε ὑποβληθήσεται εἰς νομοθετικὴν κύρωσιν καὶ τὸ παρὸν Β. Διάταγμα, ἰσχῦον μέχρις οὗ νομοθετικῶς κανονισθῶσι τὰ περὶ τῶν προκειμένων πιστώσεων». Ἀλλ’ ἴσως θὰ ἦτο ἀκριβέστερον ἔτι τὸ κείμενον τοῦ διατάγματος ἐκείνου, ἂν ἔλεγεν ἁπλῶς «μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλευτικῆς περιόδου». Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προχθές, ὅτε ὑπέβαλον τὴν παρατήρησιν ταύτην, μοὶ ἀπήντησε πρῶτον, ὅτι πᾶσαι αἱ πράξεις εἶναι τετελεσμέναι καὶ ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ τὸ διάταγμα ἐν συνόλῳ καὶ μετὰ τοῦ ἄρθρου 5· ἔπειτα προσέθηκεν, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ χρῆσις· καὶ αὐτὸ τοῦτο παρετήρησε καὶ ὁ πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσας Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις ἡ δευτέρα ἀναιρεῖ τὴν πρώτην· διότι, ἂν ἐξακολουθῇ ἡ χρῆσις, πᾶσαι αἱ πράξεις τῆς χρήσεως δὲν εἶναι τετελεσμέναι· ὡς γινώσκετε δὲ, ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἔτι μῆνας 4 καί τινας ἡμέρας, καθ’ οὓς γίνεται ἐκκαθάρισις ἐξόδων καὶ ἔκδοσις ἐνταλμάτων· ἄρα, ἂν ἐξακολουθήσωμεν σήμερον, μὴ ὑπάρχοντος ἐψηφισμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898, νὰ ἐκκαθαρίζωμεν ἔξοδα καὶ ἐκδίδωμεν ἐντάλματα πληρωμῆς, προφανῶς θέλομεν πράττει ταῦτα οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ τοῦ διατάγματος, ὅπερ οὕτω θέλει ἐπιτάσσει καὶ δεσμεύει ἡμᾶς. Ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν οὕτω πράττοντες κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νῦν ψηφιζομένου ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898, τὸ γενησόμενον ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν καὶ τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος. Προβάλλω λοιπὸν νὰ μὴ κυρωθῇ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ διατάγματος, ἀλλὰ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν κύρωσιν μόνον τῶν τεσσάρων πρώτων ἄρθρων καὶ θέσωμεν τέρμα εἰς τὴν περαιτέρω χρῆσιν τοῦ διατάγματος τούτου, ὁρίζοντες ἐν τέλει, ὅτι ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως αὐτοῦ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ.....
§163ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ διατάγματος λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὸ διάταγμα τοῦτο, ἰσχῦον μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ κυρώσεως τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 καὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμίου φάρων καὶ φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1898, ὑποβληθήσεται πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἅμα συνελθοῦσαν.» Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὸ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ μνημονευόμενον βασιλικὸν διάταγμα ἰσχύει μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ κυρώσεως τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ ἔτους 1898 καὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1898». Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, στηριχθεὶς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρετήρησεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὸ διάταγμα, διότι ἔχομεν ἀνάγκην αὐτοῦ διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων. Ἔχω ἐνταῦθα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, ἐν οἷς ἀναφέρεται ἡ ἀπάντησίς του αὕτη (ἀναγινώσκει)...
§164Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ πρακτικὰ ταῦτα δὲν ἔχω διορθώσει.
§165ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐσκέφθην ποτὲ νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῶν πρὸ τῆς θεωρήσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ περιείχοντο ἐν διακοπῇ εἰς τὴν πρὸς θεώρησιν πεμφθεῖσαν ἀγόρευσίν μου, ἀνέγνωσα αὐτά· δὲν ἀμφισβητεῖτε δὲ βεβαίως, ὅτι τοιαῦτα περίπου εἴπετε. Εἰς ταῦτα ἀποκρίνομαι, ὅτι τὸ Β. Διάταγμα εἶναι εἰς ἡμᾶς περιττὸν, διότι στηρίζεται ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα εἰς τὸν νόμον τῆς 25 Φεβρουαρίου 1898 ΒΦΙΗʹ, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 5 ἐπιτρέπει τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων κατὰ τοὺς κειμένους νόμους πρὸ τῆς ψηφίσεως τῶν ἐτησίων νόμων. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου τούτου ἔχει οὕτως: «Ἐπιτρέπεται ὡσαύτως μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῶν περὶ ἐσόδων τοῦ ἔτους 1898 νόμων νὰ βεβαιώνωνται καὶ εἰσπράττωνται τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, ὡς ἀναγράφονται ἐν τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1898, ἐφ’ ὅσον ταῦτα κατέστησαν νόμοι ἰσχύοντες ἐν τῷ Κράτει.» Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, ἀναγνωρίζων τὴν ὀρθότητα τῶν λεχθέντων, διαγράψῃ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου.
§166Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ ποσῶς τὴν ὀρθότητα τῶν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντων, οὐδὲ νὰ διαγράψῃ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὀρθῶς ἔχει. Ἐὰν ἐξέφρασα δισταγμοὺς περὶ τοῦ ἂν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου, τοῦτο ἔπραξα, διότι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο καταρτίζει προϋπολογισμὸν ἴδιον. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀναφέρεται εἰς προϋπολογισμὸν ὑποβληθέντα. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ, ἡ ὁποία μᾶς ἄγει εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ ἐπαναφέρῃ πάλιν. Τὸ ἄρθρον ὁρίζει τὸν χρόνον, μέχρι τοῦ ὁποίου θὰ ἰσχύῃ τὸ διάταγμα τοῦτο τὸ κυρούμενον, καὶ καθορίζει ὡς χρόνον τῆς ἰσχύος αὐτοῦ ἐκεῖνον, καθ’ ὃν θὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1898. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔρχεται ἀκριβῶς νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὸν πρόχειρον ἐκεῖνον κανονισμόν, τὸν ὁποῖον καθιστᾷ τὸ διάταγμα. Ἀφοῦ δὲ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου θέλει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ διατάγματος, διατὶ δὲν θέλει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 5, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἔρχεται νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὸν διὰ διατάγματος κανονισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ τῶν ἐσόδων; Δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ συμπολίτης μου, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἀνεμνήσθη τῶν γενομένων κατὰ τὸ 1875, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν διαφέρει ἡ γνώμη μου ἀπὸ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν οὗτος τότε. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1875, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος, εὑρέθη ὑπὸ τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ τὸ νομοθετικὸν ἐκεῖνο διάταγμα. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1874 εἶχε ψηφίσει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875 ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ, ἡ δὲ Κυβέρνησις τοῦ 1875 ἐκλήθη νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία δὲν ὑφίστατο, διότι ἡ δῆθεν πλειονοψηφία δὲν ἀπετέλει πλειονοψηφίαν, καὶ ἐνομοθέτει παρανόμως, ἡ δὲ μειονοψηφία εἶχεν ἀποστῆ τῶν συνεδριάσεων καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ. Τί ἠθέλετε λοιπὸν νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤθελε συνέλθει ἡ Βουλὴ καὶ ἤθελε καταρτισθῆ; Νὰ μὴ πληρώσῃ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους; νὰ μὴ εἰσπράξῃ τὰ ἔσοδα; Βεβαίως θὰ εὑρισκόμεθα τότε ἐν τελείᾳ ἀναρχίᾳ, καὶ ἕνεκα τῆς ἀνάγκης ταύτης ἐξεδόθη τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἡ νομιμότης ἀνεγνωρίσθη παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου διέπραξε σφάλμα, νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν περίστασιν ἐκείνην μὲ τὸ διάταγμα τοῦ 1898. Τὸ διάταγμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐξεδόθη ὀρθῶς μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1899 εἶναι ἐντελῶς ἔκτροπον, διότι ἄνευ ἀναποδράστου ἀνάγκης κατεστρώθη δι’ αὐτοῦ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἶχον μόνον ἐν ταῖς κεφαλαῖς αὑτῶν οἱ Ὑπουργοί, οἵτινες ὑπέχουν καὶ τὴν εὐθύνην.
§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι, Κύριοι, ν’ ἀποκρύψω τὴν ἔκπληξίν μου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ὅπως τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου ἐξαλειφθῇ. Εἰς ἄλλους νόμους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ἤτοι τὴν κύρωσιν διατάγματος, ὁλόκληρον τὸ διάταγμα ἀνεγράφη καὶ ἐκυρώθη. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου, ὤφειλον νὰ διατυπώσω τοῦτο ὡς εἶναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐὰν ἤθελον ἀποδεχθῆ τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ, ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898. Διὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἄρθρου δίδεται εἰς τὸ βασιλικὸν διάταγμα κῦρος νόμου, μέχρις οὗ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1898. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐὰν ἤθελεν ἀναβληθῆ ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898, οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν θὰ εἶχε δικαίωμα οὔτε νὰ εἰσπράξῃ οὔτε πρὸ πάντων νὰ διατάξῃ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων. Ἐπικαλεῖσθε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Περὶ τοῦ πολιτικοῦ λόγου, ὃν ἀνεῦρον οἱ κ.κ. Ράλλης καὶ Δραγούμης ἐν τῷ Β. Διατάγματι τοῦ 1895, νομίζω, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορά, διότι καὶ τὸ τότε διάταγμα ὥριζεν, ὅτι θὰ ἐξακολουθῇ ἰσχῦον μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Μόνον αἱ λέξεις διαφέρουσιν· ἡ ἔννοια εἶναι ἡ αὐτή. Διὰ τὴν διαφορὰν τῶν λέξεων δὲν νομίζω προσῆκον νὰ γίνηται συζήτησις. Τὸ ἄρθρον 2 σκοπεῖ νὰ προσδώσῃ εἰς τὸ βασιλικὸν διάταγμα κῦρος νομοθετικὸν μέχρις οὗ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Τὸ χρονικὸν διάστημα δύναται νὰ ἦναι βραχὺ ἢ μακρόν, ἀλλὰ πρέπει νὰ κανονισθῇ, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς δυσχερῆ θέσιν.
§168ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι ἤθελον ἀκούσει παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐκεῖνο, ὅπερ νῦν ἠκούσαμεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἐλευθερίας, ἵνα προβῇ εἰς τὴν περαιτέρω ἐκκαθάρισιν τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων. Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἐσκόπει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εὐνόητον, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶχε φροντίσει περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἣν ἀντικατοπτρίζει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, προχθὲς παρετήρησα εἰς αὐτὸν, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον, ἐὰν προετάσσετο ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1898, ὅστις ἔχει χαρακτῆρα ἀπολογισμοῦ, καὶ ἐπετάσσετο τὸ νομοσχέδιον, οὗτινος ἡ βραδυτέρα ἐπιψήφισις οὐδεμίαν ἤθελε φέρει δυσκολίαν· καὶ αὐτὸ τοῦτο παρακαλῶ νὰ θελήσῃ νὰ πράξῃ σήμερον, ἵνα ἐκλίπωσιν οἱ κίνδυνοι τῶν δυσχερειῶν, ἃς παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Περίεργον ὅμως εἶναι, ὅτι οἱ μετασχόντες εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην παρέλειψαν νὰ παρατηρήσωσιν, ὅτι ἀκριβῶς τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον, τὸ ἀναβληθὲν, μετὰ μεγάλης φροντίδος ἐπιμελεῖται νὰ μὴ κυρώσῃ τὸ ἄρθρον τὸ ἀντίστοιχον τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ διατάγματος τοῦ 1898, δηλαδὴ τὸ ἄρθρον ἕκτον τοῦ διατάγματος τοῦ 1899. Διότι ἐκεῖ βεβαίως δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀνησυχία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μήπως δεθῶσιν αἱ χεῖρές του. Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ διατάξεως, ἥτις ἀποτελεῖ δέσμευσιν τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι εὐπρεπὲς, δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ κύρωσιν. Οὐδαμῶς ἔθιξα ἐνταῦθα τὸ πολιτικὸν ζήτημα, οὐδ’ ἐτόλμησα νὰ ἐπιχειρήσω παραβολὴν τοῦ ἔτους 1875 πρὸς τὸ 1898, ἑπομένως ὅλη ἐκείνη ἡ μακρὰ θεωρία περὶ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ περιστάσεως καὶ περιστάσεως, ἣν ἀνέπτυξεν ἐνταῦθα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἦτο ἐντελῶς περιττή. Ὁμιλεῖ πρὸς ἄνθρωπον πολὺ πλέον πεπεισμένον ἢ ὅτι εἶναι αὐτὸς οὗτος, ἀπὸ καταβολῆς τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἄλλοτέ ποτε ἀμφότεροι ἀνήκομεν. Τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως, ὅπως λέγω αὐτὸ, ὅτι, κυροῦντες ἀπεριορίστως διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ διατάγματος, ἀναγνωρίζομεν δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ αὐτὴ ἐκεῖνο, ὅπερ ἔχει δικαίωμα νὰ κανονίσῃ μόνη ἡ νομοθετική.
§169Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μίαν μόνον παρατήρησιν θὰ ὑποβάλω, ὅτι, ἐξαιρέσει τοῦ κειμένου τοῦ διατάγματος, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 τὴν ἀνέγραψα εἰς ἴδιον ἄρθρον, διὰ νὰ γείνῃ καὶ τοῦτο γνωστὸν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ θέματος τούτου. Νομίζω, ὅτι διὰ τῆς προβαλλομένης ὑπ’ ἐμοῦ διατυπώσεως ἀπ’ ἐναντίας δεικνύω τὴν ὀφειλομένην εὐλάβειαν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§170Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ μίαν παρατήρησιν θὰ ὑποβάλω. Ἐπεκαλέσθη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875, ἀλλὰ κατόπιν μετανοήσας προέβη εἰς ἑτέραν ὑποχώρησιν, διότι, ἐνῷ προχθὲς μᾶς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ὅτι δὲν χρειάζεται διάταγμα, σήμερον λέγει: «Ψηφίσατε τὸν προϋπολογισμὸν διὰ νὰ μὴ χρειασθῇ τὸ διάταγμα». Ἀλλὰ διὰ νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός, πρέπει νὰ διέλθῃ διὰ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς θὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ διάταγμα δὲν θὰ σταματήσῃ τὴν ἀνάγκην τῶν ἐξόδων καὶ τῶν ἐσόδων. Ταῦτα θὰ δαπανηθῶσι καὶ θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος, τοῦ ὁποίου ἡ κύρωσις δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν ἢ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς νομίμου τάξεως. Παραδόξως ὅμως δὲν θέλει νὰ ἐννοήσῃ καὶ τὴν διαφοράν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν αὕτη ἦτο παροῦσα, πρὸς διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη κατὰ παράβασιν ὅλων τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι μᾶς διέπουν. Διότι τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου 1899 καθιστᾷ προϋπολογισμὸν ἐντελῶς αὐθαίρετον, οὐδὲ ὑπάρχει ἐν τῷ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμῳ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ δικαιολογῇ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος ἐκείνου ἐλέχθη, ὅτι ἐπρόκειτο δῆθεν περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, εἶναι ὅλως σόλοικον, διότι ὁλόκληρος προϋπολογισμός, ἀναγράφων τὴν δαπάνην πασῶν τῶν τακτικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔκτακτος πίστωσις.
§171Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγνώριζον, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ μακροῦ τὸ εὐφάνταστον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ δὲν ἀπορῶ, πῶς, τοσαῦτα ἐκθέσας περὶ πραγμάτων, ἅτινα ἐγὼ δὲν ἔθιξα, ἔφθασε νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε πρὸς ὑμᾶς. Τὸν τύπον ἁπλῶς τῶν πραγμάτων ἐγὼ ἐνταῦθα ἐξήτασα· δὲν ἀντιπαρέβαλον τὴν οὐσίαν οὐδὲ τοῦ διατάγματος τοῦ 1875 πρὸς τὸ διάταγμα τοῦ 1899, οὐδὲ τοῦ διατάγματος τοῦ 1899 πρὸς τὸ διάταγμα τοῦ 1998. Ἡ διάκρισις μεταξὺ διατάγματος ὁρίζοντος κατάστασιν πραγμάτων ἐστερημένην βάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διατάγματος ὁρίζοντος κατάστασιν πραγμάτων στηριζομένην ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ὑποβεβλημένου, νομίζω ὅτι εἶναι τόσον εὔκολος, ὥστε καὶ τὰ παιδία τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἐὰν ἀνήκωσιν εἰς τὴν ἀνωτέραν τάξιν, δύνανται νὰ τὴν διατυπώσωσι...
§172Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς δὲν τὴν διετυπώσατε.
§173ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι δὲν προελάβετε ἴσως νὰ μὲ φωτίσητε... Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὡς ἀπεδείχθη καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν, ὁμιλεῖ ἐπὶ τῶν θεμάτων πρίν ἢ ἀναγνώσῃ τὰ κείμενα. Πρὸ ὀλίγου διεβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1898, διότι δὲν προεξήλεγξεν αὐτὸν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐγὼ ἔχω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898 προεξεληλεγμένον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἔχω καὶ τὴν ἔκθεσιν ἐνταῦθα, ἥτις δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἦτο καὶ πολὺ κοπιαστικὸν νὰ ἀναγνωσθῇ, διότι ἀποτελεῖται ἀπὸ 6 ἢ 7 στίχους.
§174Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πότε σᾶς ἐδόθη ἡ ἔκθεσις;
§175ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν.
§176Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν ἔλαβον.
§177ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ βλέπετε ὅτι, ἐὰν δὲν ἐσπεύδετε, δὲν ἠθέλετε μ’ ἐλέγξει, εἰ μὴ δι’ ἄλλο τι, τοὐλάχιστον διότι ἀπεδείχθη ὅτι εἶμαι ἐνημερώτερος ὑμῶν.
§178Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶναι ἐνημερώτερος ἐμοῦ ὡς πρὸς τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ βεβαίως αὐτὸς μεταβάλλει τὸ ἔδαφος, διότι πρόκειται περὶ τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος ἤθελε διαρρεύσει ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τὸ κυροῦν τὸ διάταγμα τὸ 1898 μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελε συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἐὰν δ’ ὡμίλησα περὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898, βεβαίως ὡμίλησα διὰ νὰ τῷ ἀποδείξω, ὅτι χρειάζεται χρόνος πρὸς ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὸν χρόνον αὐτὸν δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ λειτουργία τῆς διοικητικῆς μηχανῆς καὶ τῆς μηχανῆς τῆς κυβερνητικῆς νὰ σταματήσῃ. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον παρετήρησα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς· ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι συνήθισε νὰ ὑποχωρῇ καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς τακτικῆς, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα, καὶ ἤκουσε καὶ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ, καὶ δύναται νὰ κρίνῃ, τίς διαστρέφει τὰ γεγονότα καὶ τίς διαστρέφει τοὺς λόγους τῶν ἄλλων.
§179Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν θεωρῶ μεγάλης πρακτικῆς ἀξίας τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν διὰ μακρῶν διεξήγαγον, περὶ τοῦ ἂν κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τύπον θὰ κυρωθῶσι τὰ γενόμενα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις περιεστράφη εἰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι, ὑφισταμένης ἤδη τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχουν μεγάλην σημαντικότητα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, εἶναι σπουδαῖον, εἶναι, ποίαν ἔννοιαν θὰ ἔχῃ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ψηφιζούσης κατ’ ἐπανάληψιν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων κυροῦνται νομοθετικὰ διατάγματα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐννοεῖ δηλαδὴ ἡ Βουλή, ἐγκρίνουσα τὰ νομοθετικὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης μέτρα διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, ὅτι καλῶς ἐγένοντο ὅσα ἐγένοντο; Ἢ ἐξ ἐναντίας φρονεῖ, ὅτι τὰ γενόμενα ἐγένοντο κακῶς καὶ ἀντισυνταγματικῶς; Καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ ταύτῃ περιπτώσει, ἐννοεῖ ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ παρέλθῃ τοῦτο ἐντελῶς ἀπαρατήρητον; Πρέπει δηλ. νὰ ψηφίσῃ ὅλα τὰ νομοσχέδια, χωρὶς οὐδεμίαν κἂν νὰ κάμῃ μνείαν περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῶν μέτρων τούτων; Τοῦτο εἶναι, κατ’ ἐμὲ, τὸ σπουδαῖον κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν· ἐπειδὴ δὲ ἡ συζήτησις δὲν θὰ λήξῃ ἀπόψε, διότι ἔχομεν καὶ ἄλλα παρομοίας φύσεως νομοσχέδια, διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ἐκείνων, πρὸς εὐρυτέραν ἀνάπτυξιν τῆς γνώμης μου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1898.
§181Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς δέον νὰ ψηφισθῇ κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον.
§182Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§183Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐξηντλημένη ἤδη τόσον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ προϋπολογισμόν. Δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ περαιτέρω νομοσχέδια.
§184Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν ὑποβάλλεται ἡ αὐτὴ ἔνστασις.
§185Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ πολιτικὴ συζήτησις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος.
§186Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι τόσα ἄλλα νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ διεξαχθῇ τοιαύτη συζήτησις. Ὑπάρχει τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου. Τώρα πρόκειται περὶ ἀπολογισμοῦ πλέον.
§187ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀφοῦ γίνεται ἡ δήλωσις ἐκ μέρους τῶν ψηφιζόντων τὰ νομοσχέδια, ὅτι ἡ τοιαύτη ψήφισις δὲν λογίζεται ἀμνηστεύουσα τὴν τυχὸν γενομένην παράβασιν τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, ὅτι δηλαδὴ ἀφαιρεῖται πᾶσα πολιτικὴ ἔννοια ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας, ἕπεται ὅτι ἐπιφυλάσσεται κατόπιν πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν θὰ θεωρηθῇ ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων τούτων ὡς ἀποτελοῦσα οἱονδήποτε δεδικασμένον. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1898 κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1898).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων. — Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. (Γίνονται δεκτὰ κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν συνόλῳ τὰ κεφάλαια 1–11).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 12. «Ταμεῖα».
§190Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποφύγωμεν νομοσχέδια εἰδικὰ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τοῦ 1898, καὶ ἐπειδὴ μοὶ ὑπεβλήθησαν παραστάσεις ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ἐπάγονται ἀναγκαίως τὴν ψήφισιν εἰδικῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, παρακαλῶ νὰ ἐπιτραπῇ, ὥστε, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ εἰδικῶν ἀντικειμένων, νὰ γένωνται μεταβολαί τινες, οὐχὶ σπουδαῖαι. Ἐπὶ παραδείγματι, ἐν κεφαλαίῳ 12, ἄρθρῳ 1, «ἔξοδα ὑπηρεσίας ἐν γένει», νὰ προστεθῶσι δραχ. 1,000...
§191Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δηλώσεις.
§192ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, δηλώσεις... Εἰς τὸ αὐτὸ κεφάλαιον, ἄρθρον 3, «ἔξοδα μεταθέσεων κλπ.», προστίθενται δραχ. 3,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 12, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν συνόλῳ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 13 καὶ 14, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 15. «Ἄμεσοι φόροι».
§194Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ κεφάλαιον 15, ἄρθρον 8, «ποσοστὰ εἰσπράξεων ἐν γένει», νὰ προστεθῶσι δραχ. 70,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 15, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 16–19, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20. «Χαρτόσημον καὶ γραμματόσημον».
§196Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 1, «δικαιώματα καὶ προμήθειαι χαρτοσήμου», νὰ προστεθῶσι δρ. 384,000. Εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 2, «ποσοστὰ γραμματοσήμου κλπ.», νὰ προστεθῶσι δρ. 10,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 20, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 21–31, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 32. «Ἐπιστροφαὶ χρημάτων».
§198Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 1, «ἐπιστροφαὶ ἀχρεωστήτως εἰσπραττομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χρημάτων», νὰ προστεθῶσι δραχ. 150,000. Εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 2, «ἔξοδα διατροφῆς ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου», νὰ προστεθῶσι δρ. 5,200. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 32, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 33. «Ἀποδόσεις».
§200Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 3, «ἀπόδοσις φαρικῶν δικαιωμάτων εἰς τὸ εἰδικὸν αὐτῶν ταμεῖον», νὰ προστεθῶσι δρ. 220,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 33, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς καὶ τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸς ὁ πρϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον. Ὡσαύτως γίνονται δεκτοὶ, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐξόδων τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων. Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1898).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§203Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ προστεθῶσιν ἐν ὅλῳ δρ. 843,200, ἤτοι τὸ ὅλον τῶν δηλώσεων.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§206ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 παρατηρῶ, κύριε Πρόεδρε, — ὄχι διότι ἔχει σημασίαν τινὰ σήμερον, ἀλλὰ διότι πρέπει νὰ γείνῃ διαμαρτυρία ἐπὶ τῇ καινοτομίᾳ, καὶ προαναγγελία, ὅτι ὁμοία διαμαρτυρία θέλει ὑποβληθῆ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, — ὅτι τὸ πρῶτον νῦν εἰσήχθησαν αἱ ἄδειαι πρὸς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, αἱ ἀναφερόμεναι ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, «δι’ ἐξωτερικὰς δαπάνας», «δι’ ἐκτάκτους δαπάνας» τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, «διὰ βοηθείας» καὶ «δι’ ἐκτέλεσιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου» τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, νομίζω, ὅτι ἡ προσθήκη δὲν δύναται νὰ προκαλέσῃ ἀντίρρησιν. Ὅ,τι ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὰ κεφάλαια τῶν «ἐκτάκτων δαπανῶν» καὶ τῶν «ἐξωτερικῶν δαπανῶν» τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἰς τὸ τῶν «βοηθειῶν» τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, φρονῶ, ὅτι αἱ διδόμεναι ἄδειαι ἐμβάλλουσιν εἰς μέγιστον κίνδυνον, προκειμένου νὰ εὑρεθῶμεν πάλιν ὑπὸ συνθήκας παραπλησίας πρὸς ἐκείνας, ἃς διήλθομεν.
§207Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον κίνδυνον;
§208ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅταν δώσητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις διὰ βοηθείας, δύνασθε νὰ φθάσητε καὶ μέχρις ἑκατοντάδος χιλιάδων. Ἀρκετὰ δ’ ἔχει πρὸς βοηθήματα ἀναγεγραμμένα ὁ προϋπολογισμὸς, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ λαμβάνῃ καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Προτείνω λοιπὸν νὰ διαγραφῇ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ ἄρθρου. Φρονῶ ἐπίσης, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ δώσητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐλευθερίαν νὰ ζητῇ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς δι’ ἐκτάκτους δαπάνας. Εἶναι καὶ τὸ πρᾶγμα ὄχι λογικόν. Διότι, ἐὰν ᾖναι ἔκτακτοι αἱ δαπάναι, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἔκτακτον πίστωσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Κεφάλαιον ἐκτάκτων δαπανῶν προϋπῆρχεν εἰς ἄλλον προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ εἶναι διαγεγραμμένον ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1897. Διὰ τοῦτο δὲ κακῶς παρεισήχθη πάλιν ἡ περὶ αὐτοῦ μνεία εἰς τὸν περὶ τῶν ἐξόδων νόμον τοῦ 1898, καὶ προτείνω νὰ διαγραφῇ. Προτείνω ὡσαύτως νὰ διαγραφῇ τὸ ἐδάφιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὄχι μόνον διότι καὶ ἐνταῦθα γεννᾶται κίνδυνος δαπανῶν ὑπερμέτρων, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ νόμος, ἐφ’ οὗ στηρίζονται αἱ δαπάναι αἱ ἐξωτερικαί, δὲν ἐπιτρέπει τοιοῦτόν τι. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἔχει ὁ νόμος ΒΚΔʹ (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἀναγράφεται κατ’ ἔτος εἰδικὴ πίστωσις εἰς ἐξωτερικὰς δαπάνας. Ἡ πίστωσις αὕτη διατίθεται ἀποκλειστικῶς κλπ. ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ εἰδικὸν προϋπολογισμὸν προεψηφισμένον ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἀνεπίδεκτον αὐξήσεως διὰ μεταγενεστέρων πιστώσεων πέραν τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου ἀναγεγραμμένης». Διὰ τούτους τοὺς λόγους, καίτοι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ παρατήρησις δὲν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν, φρονῶ οὐχ ἧττον, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῶσι τὰ δύο ταῦτα ἐδάφια.
§209Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι μόνον εἶναι ἄνευ πρακτικῆς σημασίας, ἀλλὰ θὰ ἦναι καὶ ἀπολύτως ἄτοπον, ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπολογισμὸς ἤδη, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἐδάφια ταῦτα.
§210ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐπιμένω καὶ δὲν ἀρνοῦμαι. Εἶναι ἀναγγελία.
§211ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, τότε θὰ συζητήσωμεν καὶ τὸ θέμα αὐτό. Πρόκειται περὶ τῶν δύο πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§212ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ μιᾶς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν «Βοηθειῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων. (Ἐγείρονται πολλοὶ πρὸς ἀναχώρησιν).
§214ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§215Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς καὶ τροπολογίας. Ὅπως ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ὁ τελευταῖος νόμος περὶ δασῶν ἐψηφίσθη, τῷ 1893, ἐγένετο ἡ ψήφισις κατόπιν μακρᾶς συζητήσεως, εἶναι δὲ οὗτος πόρισμα μελέτης εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀναγνωρίζω, ὅτι πνεῦμα προνοίας εὐεργετικὸν ὑπὲρ τῶν ὑλοτόμων ἐν πολλοῖς ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἐννοῶ ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ οὐχὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ δεῖται ὁπωσδήποτε μιᾶς συζητήσεως ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἰδίως, διὰ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ καυσοξύλων, ἅτινα δέον νὰ ἀφεθῶσιν ὅλως ἐλεύθερα ἀδείας καὶ τελῶν, καὶ δέον νὰ δοθῇ εὐρύτερον δικαίωμα εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας νὰ ἐκδίδωσιν ἀδείας ὑλοτομίας ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν ἔφοροι. Τοιαύτας τροπολογίας θέλω ὑποβάλει ἐγγράφως.
§216Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Ἀλλ’ ἐὰν, καθ’ ὃν τρόπον ἐπεχείρησάν τινες τῶν κ.κ. Βουλευτῶν νὰ συζητήσωσι, θελήσωμεν νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἅπτονται τοσούτων συμφερόντων, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον· ἀφορῶντες δὲ εἰς τὸ κατεπεῖγον ἄλλων νομοσχεδίων, θὰ ὦμεν ἠναγκασμένοι νὰ ἐγκαταλείψωμεν ταῦτα, ὅτε θέλομεν ἀκούσει παράπονα ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅσοι ἐμελέτησαν τὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων καὶ εἶναι προπαρεσκευασμένοι, ἀντὶ νὰ περιμένωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν ἀνάπτυξιν τῶν γνωμῶν των, νὰ ὑποβάλωσι διὰ τροπολογιῶν ταύτας εἰς τὸ Προεδρεῖον. Πρέπει δὲ νὰ ὦσι βέβαιοι, ὅτι θέλω τὰς λάβει ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐφ’ ὅσον συμβιβάζονται πρὸς τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν τῶν νομοσχεδίων καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, βεβαίως θέλω τὰς ἀποδεχθῆ. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, ὁ πρακτικώτερος τρόπος εἶναι νὰ ὑποβληθῶσιν αὗται ἐγγράφως.
§217ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω ἐγγράφως τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§218ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θέλω, οὐδὲ δικαίωμα ἔχω νὰ ἀποκλείσω τινὰ νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῶν τοιούτων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τόσον πρακτικὸν χαρακτῆρα, εἶναι προτιμοτέρα αὐτὴ ἡ ὁδός.
§219Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπλοποιεῖται ὁπωσδήποτε. Λοιπὸν ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον.
§220ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ δασικὰ, τὰ οἰκονομικὰ, τὰ φορολογικὰ, παρεπέμφθησαν διὰ τὴν Δευτέραν. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν, παρακαλῶ νὰ γνωρίζωμεν ἀπὸ ἀπόψε ποῖα θὰ συζητηθῶσι τὴν Δευτέραν.
§221ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλει διανεμηθῆ αὔριον ἡ ἡμερησία διάταξις.
§222ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ διανεμηθῇ αὔριον. Εἶναι Κυριακή.
§223ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλομεν φροντίσει νὰ διανεμηθῇ αὔριον.
§224Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ διακόπτωμεν κάθε βράδυ εἰς τὰς 8½ μέχρις ἐννέα, καὶ ἐπανερχόμενοι μετὰ μίαν ὥραν νὰ μένωμεν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου. (Ἀντιρρήσεις).
§225ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ὕστερον νὰ κοιμώμεθα καὶ τὰ λοιπά!!
§226Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς 20 συνεδριάσεις θὰ τελειώσωμεν;
§227ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Βεβαίως.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ φεισθῆτε ὀλίγον τοῦ χρόνου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ αἱ ἐπερωτήσεις νὰ ἦναι συντομώτεραι, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἡ Βουλὴ θὰ ἐργασθῇ περισσότερον. Ἐπὶ τοῦ ἀναβληθέντος νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων» ὑπεβλήθησαν τρεῖς τροπολογίαι, ἡ μὲν μία ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Καρδίτσης κ. κ. Τερτίπη, Φραγκίδου, Παπαποστόλου καὶ Τσαμαγκίδου, ἡ ἑτέρα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Μπακοπούλου, καὶ ἡ τρίτη ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κραναίας κ. Μαρκέτου. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 175–177). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 20′ μ. μ.).