1899.05.21
720 rows · 5,393 words · 58 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
Τῆς 21 Μαΐου 1899.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ λαοῦ Ἠλείας, δι’ οὗ παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ, ἵνα ἐπιψηφίσῃ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Παρευηνίων, ζητούντων, ὅπως ὁ δῆμος οὗτος συγχωνευθῇ μετὰ τοῦ δήμου Ἀμβρακίας καὶ ἀποτελέσῃ τμῆμα τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας. Αἴτησιν τῶν ἐμπόρων Ζακύνθου, παρακαλούντων, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ περὶ πωλήσεως φαρμάκων νόμος. Ἀναφορὰν τῶν ἐν Κάρδιφ διαμενόντων Ἑλλήνων, ἐξαιτουμένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διορίσῃ Πρόξενον ἐντόπιον, διατεθειμένον, ἵνα τὴν ἐκ 350 λιρῶν ἐτησίαν πρόσοδον τοῦ Προξενείου ἀφιερώσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀνεγέρσεως ναοῦ, οὗτινος στερεῖται ἡ παροικία. Αἴτησιν τῶν κατοίκων Γούρας τοῦ δήμου Ὄθρυος, παρακαλούντων, ὅπως ὁ δῆμος οὗτος προσαρτηθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 1,374,394.35 χορηγηθεισῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897 διὰ Β. Διαταγμάτων, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 165). Ὁ βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κ. Α. Πεταλᾶς, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 166). Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν δήμων Θαυμακοῦ καὶ Μελιταίας τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ, αἰτουμένων, ὅπως ἡ ἐπαρχία των κατὰ τὴν νέαν διοικητικὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους ὑπαχθῇ εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος. Ὁμολογουμένως, ἐν τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχεδίῳ, συνεπείᾳ τῆς γενομένης ὑπὸ τῆς ἐπιτροπείας τῆς παρασκευασάσης τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον μελέτης καὶ τῶν ἰδιαιτέρων παραστάσεων πρὸς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς, ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη πρὸς μελέτην εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπείαν, δὲν κρίνω ἄσκοπον τὴν ὑποβολὴν τῶν ἀναφορῶν τούτων, διότι ἐν αὐταῖς παρίσταται τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει τὴν ἕνωσιν τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ μετὰ τῆς Φθιώτιδος, καὶ ἐκδηλοῦται ὁ πόθος τῶν κατοίκων, ὅστις δὲν πρέπει νὰ παραβλέπηται ἐν τοιούτοις ζητήμασιν. Ἐπίσης ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Πλατυστόμου τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, δι’ ἧς αἰτοῦνται οἱ κατέχοντες δηλωθείσας ἐθνικὰς γαίας, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἔκδοσις τῶν παραχωρητηρίων καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν μετὰ τοῦ Δημοσίου λογαριασμῶν ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν, διότι ἀπὸ εἰκοσιοκτὼ ἐτῶν τακτικῶς καὶ συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ νόμου πληρώνουσι τὰς ἐτησίας δόσεις, χωρὶς νὰ ἐκδοθῶσι τὰ παραχωρητήρια, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ ἔχωσιν ἐκδοθῆ ἔκτοτε, δὲν γνωρίζουσι δὲ οὔτε τί ὀφείλουσιν, ἂν εἰσέτι ὀφείλωσιν, οὔτε ἕως πόσον χρόνον θὰ ἐξακολουθῶσι πληρώνοντες, καὶ ἂν ἀκόμη ἔχωσι πληρώσει πλέον τῶν ὅσων ὁ νόμος διέταξεν. Εἶναι δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο οὐ μόνον τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ περὶ οὗ πρόκειται χωρίου ἢ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ἀλλὰ γενικωτέρου τοιούτου, καθόσον ἐν πλείσταις ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους ὑπάρχουσιν ἐθνικαὶ γαῖαι, κατεχόμεναι συνεπείᾳ τῶν γενομένων δηλώσεων, καὶ τῶν ὁποίων οἱ κάτοχοι στεροῦνται τῶν παραχωρητηρίων. Εὐχαρίστως παρετήρησα, ὅτι ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἀνάγκη τῆς σπουδῆς πρὸς ἔκδοσιν τῶν παραχωρητηρίων καὶ ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν, καθόσον οὕτω πως δικαιολογεῖ διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δύο ἔτι συνεργείων πρὸς κατάρτισιν τῶν ἐκκαθαρίσεων τῶν τμημάτων τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν κτλ. Ἐκεῖνο ὅμως, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, καὶ εἶναι ὄντως δύσκολον νὰ ληφθῇ, δὲν εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν τῶν κατόχων δηλωθεισῶν γαιῶν, ἀλλὰ ἡ ἐξεύρεσις τοῦ μέσου πρὸς ἀκριβῆ καθορισμὸν ἅπαξ διὰ παντὸς τῆς ἐκτάσεως τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ἕκαστος τῶν κατόχων δηλωθεισῶν γαιῶν ἐπιπροσθέτως κατέχει, τῶν λεγομένων πλεονασμάτων. Διότι, ὡς σήμερον ἔχουσι τὰ πράγματα, οἱ κάτοχοι καὶ καλλιεργηταὶ τοιούτων ἀδηλώτων ἐθνικῶν γαιῶν εἰσιν ἠναγκασμένοι νὰ πληρώνωσιν ἐτησίως εἰς τὸν περιοδεύοντα γεωμέτρην φόρον ἀνάλογον πρὸς τὴν εὐσυνειδησίαν τούτου, διὰ νὰ μὴ συντάσσῃ κατ’ αὐτῶν πρωτόκολλα, ὅπερ καὶ κατὰ κανόνα ἐπιτυγχάνεται εἰς βάρος τῶν μὴ κατόχων ἀδηλώτων γαιῶν, καθόσον κατὰ τούτων συντάσσει τοιαῦτα πλαστὰ ὁ γεωμέτρης, διὰ νὰ φανῇ ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Ἡ τοιαύτη, Κύριοι, κατάστασις παρατεινομένη συντελεῖ μόνον πρὸς πλουτισμὸν ἀσυνειδήτων ὑπαλλήλων καὶ κατάθλιψιν τῶν δυστυχῶν χωρικῶν, κατόχων καὶ μὴ τοιούτων γαιῶν, χωρὶς οὐδὲ λεπτὸν νὰ ὠφελήται τὸ Δημόσιον. Διὰ τοῦτο θερμῶς παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀσχοληθῇ εἰς ἐξεύρεσιν μέτρου, δι’ οὗ νὰ σταματήσῃ ἐπὶ τέλους τὸ κακόν, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται αἱ μικραὶ αὐταὶ ἐκτάσεις, αἱ μὴ δηλωθεῖσαι, νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἰδιοκτησίαι τῶν κατόχων καὶ παραχωρηθῶσιν εἰς αὐτούς. Δὲν ἤθελον ὁμιλήσει περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσης σήμερον, ἂν μὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν χθὲς εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου κ. Τοπάλη, δὲν ἐδήλου, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου ἤρξαντο. Ἡ δήλωσις αὕτη μὲ φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως ζητήσῃ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του μελέτην γενομένην ἐν ἔτει 1890, νομίζω, ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κυρία γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου διέρχεται ἔξωθι τῆς πόλεως Λαμίας. Δὲν γνωρίζω ἕνεκα τίνων σκέψεων μετεβλήθη τὸ σχέδιον τοῦτο καὶ ἀπεφασίσθη νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν ὑπὸ τῶν Ἄγγλων μηχανικῶν σχεδιασθεῖσαν γραμμήν. Ἴσως διότι σκοπὸς τοῦ σιδηροδρόμου δὲν ἦτο μόνον ἡ μεταξὺ τῶν πόλεων συγκοινωνία, ἴσως διότι ἠναγκάσθημεν νὰ ἐνδώσωμεν εἰς πείσμονα ἐπιμονὴν τῆς ἀναλαβούσης τότε τὸ ἔργον καὶ ἤδη ἐκπτώτου ἑταιρείας. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἠδικήθη ἡ πόλις μου μεγάλως, ἄνευ σπουδαίου καὶ ἀποχρῶντος λόγου, ὑποπίπτοντος τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν πολλῶν. Ὅσον καὶ ἂν ᾖ διάφορος ὁ σκοπὸς τοῦ μεγάλου τούτου ἔργου, εὑρίσκω ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ μὴ παρίδωμεν τὸ συμφέρον πόλεως, ὡς ἡ Λαμία, καὶ μὴ συντελέσωμεν εἰς καταστροφὴν αὐτῆς ἄνευ ἀνάγκης ἐπιβαλλούσης ὡς θυσίαν τὸ συμφέρον μιᾶς πόλεως χάριν ἐθνικοῦ συμφέροντος. Ὡς βασίμως πληροφοροῦμαι, ἡ μεταβολὴ τῆς γραμμῆς ἀπὸ τῆς γεφύρας Φραντζῆ μέχρι τοῦ χωρίου Στύρφακα, κατὰ τὴν μελέτην τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, στοιχίζει ἀπώλειαν μὲν χρόνου ὀλιγωτέρου τῶν πέντε πρώτων λεπτῶν τῆς ὥρας, χρῆμα δὲ ὄχι πλειότερον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Φρονῶ, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ μετ’ ἐμοῦ βεβαίως θέλετε συμφωνήσει πάντες, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ γένηται ἡ μικρὰ αὕτη θυσία τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χρήματος, πρὸς πρόληψιν ζημίας ἀνυπολογίστου ἢ μᾶλλον πλήρους καταστροφῆς τοῦ ἐμπορικοῦ μέλλοντος πόλεως, ὡς ἡ Λαμία. Εἶναι δὲ δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις, ἤδη, προκειμένου ἄλλη ἑταιρεία ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἀποπεράτωσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου, ὡς ὅρον ἐν τῇ συμβάσει νὰ θέση τοιαύτην τοῦ σχεδίου μεταβολὴν, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ διέλευσις τῆς κυρίας γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου ἔξωθι τῆς Λαμίας, ὅπου νὰ ἱδρυθῇ καὶ κεντρικὸς σταθμός. Διὰ τοῦτο ἱκετεύω αὐτὴν νὰ μὴ παρίδῃ τὴν δικαίαν ταύτην σύστασίν μου.
§3Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων τοῦ τύπου πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Τὸ γεγονὸς δὲν εἶναι ἄξιον μειδιάματος, ἀλλὰ μείζονος καὶ σοβαρᾶς προσοχῆς. Πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι ὁ τύπος εἶναι παράγων μέγας ἐν τῇ συνταγματικῇ Πολιτείᾳ, ἡ ἐλευθερία δὲ αὐτοῦ στοιχεῖον τοῦ πολιτεύματος. Χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ ἦλθε ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι ὁ τύπος, ὅστις ἐξῆλθε τετραυματισμένος. Πολλὰ ἐλέχθησαν ὑπὲρ αὐτοῦ, ἄξια ὄντως καὶ τῆς ἀποστολῆς του καὶ τῶν προόδων του καὶ τῆς πρωτουργοῦ αὐτοῦ δράσεως ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Λέγεται ὅτι ὁ τύπος ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι εἶναι ἡ τετάρτη ἐξουσία, ἡ ἀνεπίσημος, ἀλλ’ ἡ ἰσχυροτέρα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνέλθω εἰς θεωρίας, ἵνα καταδείξω τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἤδη ἐργάζεται τὸ Κοινοβούλιον, κεκλημένον νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν σπουδαιοτάτων θεμάτων. Ἡ ἔλλειψις τῆς συμπράξεως τοῦ τύπου θὰ καταστήσῃ ἀφανές, θὰ μηδενίσῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Πρόκεινται εἰς συζήτησιν θέματα, οἷα ὁ στρατός, τὸ ναυτικόν, ἡ ἀστυνομία, νέα φορολογικὰ μέτρα, ἡ νέα διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους, καὶ ὁ τύπος ὡς διὰ σύρματος μεταδίδει τὸ ῥεῦμα τῶν συζητήσεων τούτων εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἐὰν ὁ τύπος ἔλειπε, δὲν θὰ ἐλάμβανον γνῶσιν αἱ ἐπαρχίαι, καὶ θὰ περιέμενον μόνον τὴν ξηρὰν εἴδησιν τοῦ ἀποτελέσματος. Τοῦτο δὲν θὰ ὠφέλει. Τοῦτο θὰ ἐζημίου μεγάλως. Ἡ γνῶσις ἐκ τῶν προτέρων τῶν διαφόρων θεμάτων μεταδίδει ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν νέον φῶς, νέαν ζωήν· καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ὑποβαλλομένας ἀναφορὰς καὶ γνώμας ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων, χρησιμωτάτας πρὸς τὴν ὀρθοτέραν λύσιν. Δὲν εἶναι ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, οὐδὲ πειρῶμαι νὰ φέρω γλαῦκα ἐνταῦθα, ἐὰν εἴπω, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ τύπου εἶναι πολύτιμοι, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἴδῃ τις ἢ μετὰ θλίψεως τὸ θέαμα τῶν δύο αὐτῶν κενῶν θεωρείων. Εἰς τοῦτο τίς ἔπταισεν; Ἐγένετο χθὲς συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἥτις νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ μὴ λάβῃ χώραν. Ἐν τῇ Βουλῇ πολλὰ φέρονται ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἥρμοζε νὰ ἔλθουν. Ἦλθε τὸ ζήτημα περὶ τύπου ἀκαίρως καὶ ἀτόπως. Ἐὰν προέκειτο νὰ συζητηθῇ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἡ συζήτησις καὶ ὁ ἔλεγχος ἐπεβάλλετο πρὸς ὀρθοτέραν νομοθεσίαν. Ὁ τόπος καὶ ὁ χρόνος θὰ ἦτο κατάλληλος, ἀλλὰ νὰ ἔρχηταί τις εἰς πᾶσαν ὥραν νὰ ὁμιλῇ διὰ ζητήματα ἀφορῶντα εἰς ἑαυτὸν καὶ μὴ σχετιζόμενα μὲ τὰ καθήκοντα καὶ τὰ ἔργα τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι, προσῆκον. Ἴσως διὰ τοῦτο ὁ τύπος ἀπέσχεν, ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀπέχων ἀπὸ τῆς συμπράξεως αὐτοῦ ἐν τῷ ἐθνικῷ ἔργῳ. Ἐὰν ὁ τύπος συμβαίνῃ ἐνίοτε νὰ ἐκτραπῇ ἐναντίον προσώπου, τόπος κρίσεως τοῦ τύπου δὲν εἶναι ἡ αἴθουσα τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι ἡ αἴθουσα τοῦ Δικαστηρίου. Ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου εἶναι ἔργον ἐλεύθερον, ἔργον ἐπιβεβλημένον εἰς τὸν τύπον, καὶ οὐδεὶς ἐπὶ τούτῳ πρέπει νὰ ταράσσηται, οὐδεὶς νὰ ἐνοχλῆται. Ἐν τούτοις ἐκ τῆς γενομένης περὶ τοῦ τύπου συζητήσεως νομίζω, ὅτι ποσῶς δὲν προέκυψέ τι τὸ θίξαν τὴν τιμὴν αὐτοῦ ἐκ τῆς Βουλῆς, οὐδὲ ἐνόησεν αὕτη νὰ προσβάλῃ τὸν τύπον. Καὶ δὲν προσεβλήθη ὁ τύπος. Τοιαύτην ἔννοιαν ἐννοῶ νὰ δώσω διὰ τῶν βραχυτάτων μου ἐξηγήσεων, τοιαύτην δὲ εἶχεν ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ὁ τύπος ἀπέσχεν ἴσως καὶ ἕνεκεν ἄλλου λόγου. Πολλάκις δημοσιεύονται γνῶμαι, αἵτινες δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, καὶ τοῦτο διότι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ ἡ ἀκουστικὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ μεταδίδηται ἡ ἔννοια πλήρης. Θὰ παρεκάλουν ἑπομένως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τὸν ἀκούσωμεν ἐκφράζοντα τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, νὰ προέλθῃ εἰς συνεννόησιν μετ’ ἐπιτροπῆς τῶν δημοσιογράφων (θόρυβος), ἵνα κατὰ κατάλληλον τρόπον κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς προσηκούσης τοποθετήσεως τῶν δημοσιογράφων. Οὕτω θὰ λείψωσι καὶ τὰ δίκαια παράπονα, ὅταν δὲν μεταδίδωνται αἱ ἀλήθειαι (θόρυβος). Εἶναι ἡ γνώμη μου, τὴν ὁποίαν ἔχω δικαίωμα νὰ προτείνω, καὶ τὴν ὁποίαν ὀφείλετε πάντες νὰ ὑποστηρίξητε, διότι τὰ κακὰ ἐκ τῆς ἀποχῆς τοῦ τύπου θέλομεν ἐννοήσει ἀπὸ τῆς αὔριον. Ὁ τύπος εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Κοινοβουλίου. Μεμονωμένα γεγονότα δὲν δύνανται γενικῶς νὰ χαρακτηρίσωσι τὸν τύπον, ὡς οὐδὲ μεμονωμένη φωνὴ Βουλευτοῦ κατὰ τοῦ τύπου δὲν δύναται νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§4ΙΩ. ΡΟΥΦΟΣ. Μὲ προέλαβεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος. Ἀπουσιάζων χθὲς ἐκ τῆς συνεδριάσεως, δὲν ἠδυνήθην νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν λεχθέντων κατὰ τοῦ τύπου παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου. Ὁ Ἑλληνικὸς τύπος προσέφερεν ὑπηρεσίας μεγάλας εἰς τὸ ἔθνος, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται νὰ ὑβρίζηται οὗτος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν· διότι, ἐὰν ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου ἔχῃ τὰ ἐλαττώματά της, τὰ ἐλαττώματα ταῦτα ὑπάρχουν καὶ εἰς τὸν λόγον, οὐδεὶς ὅμως προέτεινε νὰ ἐκριζωθῇ ἡ γλῶσσα τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ μὴ κακολογοῦν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος θὰ δεχθῇ ν’ ἀνακαλέσῃ τὰ λεχθέντα κατὰ τοῦ τύπου, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει μεγάλας ὑποχρεώσεις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ θέμα ἐξηντλήθη. Νομίζω ὅτι πάντες οἱ λαβόντες χθὲς τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ τύπου, ὅπερ ἐκίνησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὡμίλησαν ὑπὲρ τοῦ τύπου· μόνος δὲ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κατήγγειλε πρᾶξιν μεμονωμένην, βεβαίως μὴ ἀφορῶσαν εἰς ὁλόκληρον τὴν δημοσιογραφίαν Τοῦτ’ αὐτὸ ὡμολόγησε καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἄσκοπος ἡ περαιτέρω συζήτησις, καθόσον τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ μὴ ἀποδοκιμάσῃ τὴν διαγωγὴν τοῦ τύπου, διότι ὄντως ὁ τύπος ἐκπροσωπεῖ καλῶς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ συνεχίσῃ καὶ σήμερον τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§6Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω μόνον. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ τύπος, ὅταν ἐνεργῇ ὡς ἐμπρέπει, θὰ συντελέσῃ βεβαίως πρὸς διαφωτισμόν. Ἀλλὰ ὁ τύπος παρεδόθη εἰς χεῖρας νεανιῶν ζωηροτάτων, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ ἐπιτελοῦν τὸ καθῆκόν των, ἐξωτερικεύουσι τὰ πάθη των, ὑβρίζοντες καὶ ἐμὲ τὸν Βουλευτήν, τὸν ὁποῖον δὲν ἠδύναντο νὰ ὑβρίζωσι παρὰ μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Ἐγὼ ὡς Βουλευτὴς ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου, καὶ ἐὰν ἤθελε θεωρηθῇ ἀληθὴς ἡ ψευδολογία τῶν δημοσιογράφων, ὅτι δῆθεν ὑπερήσπισα τοὺς ἀρχαιοκαπήλους, ἔχω τὴν γνώμην μου καὶ δὲν ἠδύναντο αὐτοὶ νὰ ὑποκαταστήσουν τὴν γνώμην των εἰς τὴν ἐμήν. Ἀλλὰ νὰ μὲ ὑβρίζουν οἱ τοιοῦτοι ῥυπαρογράφοι, νὰ μὲ λέγουν ἀρχαιοκάπηλον, νὰ μὲ χαρακτηρίζουν ὡς κλέπτην, ὡς ἅρπαγα, ἐμὲ, ὁ ὁποῖος ἔχω τριάκοντα πέντε ἔτη ὡς δικηγόρος, καὶ ἔχω πολλοὺς ὑπερασπίσει ἀπὸ αὐτοὺς, εἶναι ὑψίστη κακοήθεια, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρούσω τοὺς ψευδεῖς αὐτοὺς λόγους. Μὴ τὰ θεωρεῖτε ἐπουσιώδη· ἡ τιμὴ τοῦ Βουλευτοῦ πρέπει νὰ ἦναι ἀμείωτος. Οἱ δημοσιογράφοι οὗτοι δὲν ἐδημοσίευσαν τὰ γενόμενα χθὲς, νομίζοντες ὅτι θὰ ἀναγκάσουν τὴν Βουλὴν νὰ τοὺς παρακαλέσῃ νὰ προσέλθωσιν! Ἀκούσατε δημοσιογραφίαν! Χθὲς ἠγόρευσα εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον εἰς μίαν ὑπόθεσιν, ὑπερασπίζων κατηγορούμενον ἐπὶ ἐξυβρίσει κατὰ τοῦ Βασιλέως, τὸν ὁποῖον κατηγορούμενον παρίστων ὅλοι οἱ μάρτυρες ὡς τιμιώτατον καὶ φιλοβασιλικώτατον. Εἶπον λοιπόν, ὅτι οἱ μάρτυρες τῆς ὑπερασπίσεως ἀπετέλουν ὅ,τι τιμιώτερον ἔχει ὁ τόπος· τί λέγει ἐδῶ εἰς τὴν ἐφημερίδα ὁ δημοσιογράφος· ὅτι τοὺς εἶπον ἀτίμους! (Ἀναγινώσκει περικοπὴν ἔκ τινος ἐφημερίδος).
§7ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Καταγγείλατέ τον.
§8ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, φωτίσατε τὴν Βουλὴν, πόσαι κατηγορίαι ἐπὶ ἐξυβρίσει ὑπάρχουν εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, καὶ πόσαι ἐκηρύχθησαν παραγεγραμμέναι, διότι καὶ οἱ δικασταὶ καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς φοβοῦνται νὰ δικάσουν τοὺς ὑβριστὰς δημοσιογράφους.
§9Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Χθὲς ἐξηνέχθη αἰτίασις κατὰ τῶν Εἰσαγγελέων, ὅτι ἀφίνουν καὶ παραγράφονται αἱ μηνύσεις. Ἀφοῦ οἱ μηνυταὶ εἶναι εὔκολον νὰ διακόψουν τὴν παραγραφὴν, διατὶ δὲν τὸ πράττουν;
§10ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε τὸ ἑξῆς. Εἰς τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς κατήγγειλα τὸν δήμαρχον Πειραιῶς Μουτσόπουλον καὶ τὸν δημοσιογράφον Καλοστύπην, διότι μὲ ἐξύβρισαν ἐπὶ δώδεκα συνεχεῖς ἡμέρας δι’ ἐκτάκτων παραρτημάτων. Πολλὰς ἔκαμα ἀναφορὰς διὰ νὰ δικασθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἐν τούτοις τίποτε δὲν ἔγεινε, διότι, ἄγνωστον πῶς, ἐκηρύχθη παραγεγραμμένη ἡ κατηγορία. Οὐχ ἧττον ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν δημοσιογράφων κατὰ τρόπον ἀξιοπρεπῆ, καὶ νὰ προσέρχωνται εἰς τὰς θέσεις των οἱ ἀληθεῖς δημοσιογράφοι, καὶ οὐχὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐδῶ, οἵτινες εἶναι παιδάρια. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀκούσῃ τοὺς δῆθεν ἐλευθερόφρονας Βουλευτὰς, ἀλλὰ τὰ πράγματα, καὶ νὰ προσέξῃ, διότι ἔχει σπουδαιότητα μεγάλην τὸ πρᾶγμα, καθόσον τὸ ἑσπέρας κοιμᾶσαι τίμιος καὶ διὰ τῶν δημοσιογράφων τὴν πρωΐαν ἐξυπνᾷς ἄτιμος.
§11ΑΛΕΞ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ἀλλοίμονον, ἐὰν πρόκειται νὰ κηρυχθῇ τις ὑπὸ δημοσιογράφων ἄτιμος!
§12ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καταλήγω εἰς τὸ ἑξῆς, ὅτι οἱ δημοσιογράφοι νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ Προεδρεῖον, ἐὰν ἦναι δημοσιογράφοι ἢ ἄλλοι οἱ ῥυπαρογράφοι, εἰς τοὺς ὁποίους ν’ ἀπαγορεύσῃ πᾶσαν εἴσοδον.
§13ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χάνομεν τὸν καιρόν μας καθ’ ἑκάστην ματαίως. Θὰ παρακαλέσω, αἱ ἐπερωτήσεις, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ γίνωνται εἰς ὡρισμένην ἡμέραν (θόρυβος).
§14ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕν παράπονον ἔχω κατὰ τῶν κλητήρων, οἱ ὁποῖοι διανέμουν τὰ ἔντυπα. Δὶς μόνον ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων ἔχω λάβει ἡμερησίαν διάταξιν. Παρεπονέθην ἐπανειλημμένως, ἀλλ’ εἰς μάτην. Σήμερον οὔτε ἡμερησίαν διάταξιν ἔλαβον, οὐδὲ ἐγνώριζον, ἐὰν θὰ ἦναι συνεδρίασις. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται αὐτά.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἐγένετο μνεία ἐδῶ, ὅτι θὰ γείνῃ συνεδρίασις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§16ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§17Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον νὰ προσκαλέσῃ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων νὰ συνέλθῃ αὔριον.
§19ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν ἐφημερίδι τινὶ, ἀνέγνων χθὲς ἀναφορὰν τῶν πολιτῶν Βυτίνης, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, δι’ ἧς παραπονοῦνται κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ αὐτόθι γεωργικοῦ σταθμοῦ. Τὰ παράπονα εἶναι διττὰ, πρῶτον, ὅτι ὁ διευθυντὴς εἶναι ἀνίκανος τελείως καὶ πάσχων πρὸ χρόνων, οὗ ἕνεκα καὶ δὲν ἐξέρχεται κἂν τοῦ δωματίου του, ἐκ τούτου δὲ καὶ ἡ διεύθυνσις παρέλυσε καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ σταθμοῦ κατεστράφησαν· δεύτερον καταγγέλλουσι καταχρήσεις σπουδαίας. Ἡ ἀναφορὰ φέρει ἡμερομηνίαν 24 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους. Πρὸ τούτου εἶχον ἀναφερθῆ οἱ κάτοικοι εἰς τὸν Νομάρχην καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἔδωκεν ἀκρόασιν. Ἀφοῦ ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Α. Μ. διετάχθη ὁ κ. Σμίθ, διευθυντὴς τοῦ γεωργικοῦ σταθμοῦ Πατρῶν, ὁ ὁποῖος μετέβη ἐκεῖ, καὶ ἐνήργησεν ἀνακρίσεις. Ἔχω δὲ πληροφορίας, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἐκείνη ἐβεβαίωσε τὰ καταγγελλόμενα· ἐπειδὴ ὅμως ἄχρι τοῦδε οὐδεμίαν διόρθωσιν εἶδον, ἀλλὰ τοὐναντίον βλέπω ἐπιμονὴν εἰς τὴν καταστροφὴν, ἕνεκα τῆς κακῆς διοικήσεως, ἀναγκάζομαι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ σταθμοῦ Βυτίνης καὶ ἰδίως τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Σμίθ.
§20Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μὲ προέλαβον ἄλλοι συνάδελφοι, ὁμιλήσαντες περὶ ἄλλων ζητημάτων· διὰ τοῦτο δὲ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω τινὰ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συμπολίτης μου κ. Τσιριμῶκος. Ὁ κ. συνάδελφος μεταξὺ τῶν ἄλλων ὡμίλησε καὶ ἐπί τινος ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Πλατυστόμου τῆς Φθιώτιδος, ἀφορώσης εἰς τὰς ὑπ’ αὐτῶν πρὸ ἐτῶν δηλωθείσας ἢ καὶ κατεχομένας ἐθνικὰς γαίας. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ ἀφορῶντος οὐχὶ μόνον εἰς τὸ χωρίον ἐκεῖνο, ἀλλ’ εἰς ὁλόκληρον τὸ Κράτος, καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα σύντονα, δι’ ὧν θὰ ἠδύνατο ταχέως νὰ ἐπιτύχῃ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀτελευτήτων αὐτῶν λογαριασμῶν, οἱ ὁποῖοι, ἀπὸ τοῦ 1871 ὄντες ἐκκρεμεῖς, ἔχουσι περιπλέξει τοὺς σχόντας ἔκτοτε τὴν ἀγαθότητα νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν ἀπόκτησιν ἰδιοκτησίας συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν τόσον, ὥστε ἐνῷ οἱ πλεῖστοι τούτων, τακτικῶς ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου πληρώνοντες εἰς τὸ Δημόσιον τὰς προσωρινὰς δόσεις, ἐξεπλήρωσαν τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος των, οὐ μόνον δὲν ἔτυχον εἰσέτι τῶν παραχωρητηρίων, διὰ τῶν ὁποίων καὶ μόνων θέλουσιν ἀναγνωρισθῆ κύριοι τοῦ κτήματος, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμενοι τὰς συνεπείας τῆς χαρακτηριζούσης τὰς ἀρχὰς ἀμελείας, καταζητούμενοι νὰ πληρώνωσι καὶ νῦν ἀκόμη τὰς ἀτελευτήτους αὐτὰς δόσεις, ὁδηγούμενοι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακάς. Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ συστάσεως δύο ἔτι συνεργείων· τοῦτο ὅμως εἶναι τὸ ἀναγκάζον με ν’ ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς παράκλησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν. Πρὸ τεσσάρων περίπου ἐτῶν συνεστήθησαν τὰ δύο πρῶτα συνεργεῖα, σκοπὸς τῶν ὁποίων ὡρίσθη ἡ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑφισταμένων μεταξὺ τοῦ Δημοσίου ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν δηλωσάντων τὰς ἐθνικὰς γαίας ἀφ’ ἑτέρου. Ὀλίγους μῆνας μετὰ τὴν συγκρότησιν τῶν συνεργείων ἐκείνων ἠγέρθη, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐνταῦθα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Δηλιγιάννης, ἀπαντήσας εἰς τοὺς διαφόρους Βουλευτὰς, οἵτινες ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἔφεραν τὸν λόγον, εἶπε σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἦτο δοκιμαστικὸν, καὶ ὅτι εἶχε δι’ ἐλπίδος ὅτι τὰ συνεργεῖα ἐκεῖνα θὰ κατώρθουν μετὰ εἰκοσιπενταετίαν ὅλην νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὸ ἀνατεθὲν αὐτοῖς ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἂν λοιπὸν ἡ μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν συνεργείων ἐκείνων ἐκτελεσθεῖσα ἐργασία ἐκρίθη ἐπαρκὴς καὶ λυσιτελὴς, τοιαύτη δὲ, ὥστε τῇ προσθήκῃ τῶν δύο εἰσέτι συνεργείων ἡ ἐργασία τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν διαστήματι δύο, τριῶν, ἔστω καὶ τεσσάρων ἐτῶν, ἔχει καλῶς· ἂν ὅμως ὁ τότε κ. Πρωθυπουργὸς καλῶς ὑπελόγιζε, λέγων ὅτι μετὰ 25 ἔτη θὰ ἐξεκαθαρίζοντο οἱ λογαριασμοὶ, καὶ ἂν ὁμοίαν περὶ τούτου γνώμην ἔχῃ καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ προτεινόμενον ὑπ’ αὐτοῦ μέτρον περὶ συστάσεως δύο ἔτι συνεργείων δὲν εἶναι, νομίζω, ἐπαρκές. Διὰ τοῦτο τῷ συνιστῶ, ἂν πράγματι ἐπιθυμῇ ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς δηλώσαντας ἐθνικὰς γαίας ἀπὸ τῶν καθημερινῶν, ἀδίκων ἄλλως, ἐνοχλήσεων, εἰς ἃς ὑποβάλλονται, τὸν ἀριθμὸν τῶν συνεργείων νὰ αὐξήσῃ καὶ εἰς ἓξ καὶ εἰς ὀκτὼ καὶ εἰς δέκα, ὅπως ταῦτα, κατανεμόμενα εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, ἐπιληφθῶσι τοῦ ἔργου των, ἡ περάτωσις τοῦ ὁποίου θέλει δώσει τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως τῆς περιουσίας των εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦσι νὰ πληρώνωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἀπέναντι δῆθεν χρέους, πρὸ ἐτῶν ἤδη ἐξοφληθέντος. Παρακαλῶ δὲ ἐν τέλει, ὅπως ἐν ἢ δύο τῶν συνεργείων τούτων ἐργασθῶσι κατὰ προτίμησιν ἐν Φθιώτιδι, ὅπου ἡ ὑπόθεσις αὕτη οὐδεμίαν δυσκολίαν παρουσιάζει.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐνεργείας τῆς ψηφοφορίας πρὸς ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§22ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μπασιᾶ). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπασιᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§24ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου φρονῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν, Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου, νὰ γείνωσιν αἱ ἐξελέγξεις τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἑπομένως αἱ νέαι δημοτικαὶ ἀρχαὶ νὰ παραλάβωσι τὴν 1 Νοεμβρίου, διότι τότε θὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀνάλογος χρόνος, ὅπως κατὰ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον ἐπιψηφίσωσι τοὺς προϋπολογισμοὺς αἱ νέαι δημοτικαὶ ἀρχαὶ καὶ τακτοποιήσωσι τὰ οἰκονομικά των. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ταύτην, καὶ ἴσως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν, διότι φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει ὁ κατάλληλος χρόνος πρὸς ἐπικύρωσιν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν καὶ ἐγκατάστασιν τῶν νέων ἀρχῶν τὴν 1 Νοεμβρίου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρατηρῶ, ὅτι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1836 περὶ συνόδων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων ὁρίζει, ὅπως ταῦτα συνέρχωνται τὴν 15 Σεπτεμβρίου πρὸς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο εἶναι κανονικώτατον μὲν διὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, ὄχι ὅμως καὶ διὰ τὸ ἔτος τῶν δημαιρεσιῶν, αἱ δὲ κατ’ ἔτος ἐκδιδόμεναι ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργείου δὲν κάμνουσι διάκρισιν περὶ τούτου. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δέον δι’ ἐγκυκλίου νὰ διατάξῃ τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, ὅπως οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν ἐκείνων, καθ’ ἃ γίνονται αἱ δημαιρεσίαι, ψηφίζωνται ἀπὸ τὰς νέας δημοτικὰς ἀρχὰς καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὰς παλαιάς.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς, Κύριοι, ἐτέθη ἡ προθεσμία αὐτή, διότι ἐκ τῶν προθεσμιῶν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένων πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς μηνὸς νὰ γείνῃ ἡ ἐκδίκασις αὕτη. Ἐὰν μὲν ἐπικυρωθῇ ἐκλογή τις ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου, ἔχει καλῶς. Ἐὰν ὅμως ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή, ἀπαιτεῖται νὰ παρέλθῃ ἡ προθεσμία πρὸς ἔφεσιν. Ἀκριβῶς ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν ὅλας αὐτὰς τὰς προθεσμίας, διότι ἀπαιτοῦνται, ὡς ἔγγιστα, 58 ἡμέραι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι ἀπαιτοῦσι πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὡρίσθησαν αἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προθεσμίαι.
§26ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ, ἐὰν ληφθῇ αὕτη ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ κηρυχθῇ καὶ ἡ λῆξις τῆς τετραετίας τῶν ὑφισταμένων ἀρχῶν πρὸ τῆς νομίμου προθεσμίας, καὶ νὰ ἀπέλθωσιν αὗται χωρὶς νὰ διανύσωσι πλήρη τετραετίαν, διότι καὶ αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ δὲν ἐνηργήθησαν ἐγκαίρως.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2ον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἀπὸ τῆς καταβολῆς ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§28Τ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρελήφθη μία λέξις, «πρακτικὰς», μετὰ τὸ «διδακτορικὰς», διότι καὶ οἱ ὑποβαλλόμενοι εἰς πρακτικὰς ἐξετάσεις πληρώνουσι τέλη χαρτοσήμου. Ὥστε νὰ τεθῇ «οἱ ὑποβληθησόμενοι εἰς διδακτορικὰς ἢ πρακτικὰς ἐξετάσεις». Πιστεύω ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θὰ παραδεχθῶσιν.
§29Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι. Οὕτως εἶχεν ὁ νόμος ὁ ἀπαλλάξας αὐτοὺς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν κατὰ τὰ 1897–1898.
§30Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις. Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ καταμερίσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ πρᾶγμα, καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς ἓν εἶδος συμβιβασμοῦ, διὰ τῆς ἀπὸ τοῦ ἡμίσεος τῶν τελῶν ἀπαλλαγῆς, καὶ ἤθελον ὑποστηρίξει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ ἀπαλλάξῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τοὺς φοιτητὰς ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν χρημάτων, τὸ ὁποῖον θέλει διαθέσει ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῶν φοιτητῶν. Πρόκειται περὶ τῆς ἀνάγκης. Πανθομολογεῖται δὲ, ὅτι ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ φοιτηταί, καὶ ἰδίως οἱ ἐκ Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατὶ νὰ ἐξομοιωθῶσι πρὸς τοὺς Κρῆτας, Ἠπειρώτας καὶ Μακεδόνας. Οἱ Θεσσαλοὶ εἶναι πολῖται Ἕλληνες, περὶ δὲ τῶν ἄλλων ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ λάβῃ μέριμναν, ὥστε οὐ μόνον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ πάντοτε νὰ σπουδάζωσιν ἀτελῶς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν Θεσσαλῶν φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολῖται Ἕλληνες, πληρώνοντες φόρους πρὸς τὸ Δημόσιον, φόρους πολλαπλοῦς, εἶναι, νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὀρθὸν νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ ἥμισυ, κατὰ τὸ ἕτερον δὲ ἥμισυ νὰ τοὺς ὑποβάλῃ εἰς πληρωμήν; Τοῦτο ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἕτερον νόμον, ψηφισθέντα πέρυσι, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀπήλλαξε τὴν Θεσσαλίαν τῆς πληρωμῆς φόρων καὶ δικαιωμάτων κατὰ τὸ ἔτος 1897 καὶ 1898, ὡς δὲ ἐνθυμούμεθα ὅσοι ἤμεθα καὶ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην Βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἐπεφυλάχθη νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Θεσσαλίαν τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων καὶ κατὰ τὸ 1899. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Βουλὴ ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ νὰ χορηγήσῃ ἀπαλλαγὴν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς πάντας, ἀδικαιολόγητον εἶναι νὰ χωρίζωνται ἐν ταύτῃ οἱ Θεσσαλοὶ φοιτηταί, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν τῆς πληρωμῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Μὲ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ παρεξηγηθῶ καὶ νὰ θεωρηθῶ ὅτι θέλω νὰ χωρίσω τοὺς Θεσσαλοὺς φοιτητὰς ἀπὸ τοὺς φοιτητὰς τοὺς ἐκ Κρήτης, Μακεδονίας ἢ ἐξ Ἠπείρου, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ὑπάρχει μικρά τις διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο τούτων τάξεων, καὶ ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι περὶ τῶν μὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις ὑπερτέρα, διὰ γενικωτέρους σκοποὺς, νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, περὶ δὲ τῶν ἄλλων, τῶν Θεσσαλῶν, ὑπάρχει ἡ ὑποχρέωσις ἡ ἐκ τῆς ἀλληλεγγύης, ἥτις ὑφίσταται μεταξὺ τῆς Πολιτείας καὶ τῶν ἀτόμων, καὶ ἐπὶ τούτου στηρίζεται ἀκριβῶς ἡ ἀπαλλαγή, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ τὸ Κράτος πρὸς τὰ ἄτομα, ὅταν ἕνεκα διαφόρων γεγονότων οἱ πολῖται καθίστανται ἀνίκανοι εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων, ἀνίκανοι εἰς τὸ νὰ εἰσφέρωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν μου ταύτην καί, εἰ δυνατόν, νὰ ἀποδεχθῇ, ὅτι ἐπιβάλλεται, ὅπως οἱ Θεσσαλοὶ φοιτηταὶ ἀπαλλαγῶσι τελείως τῆς πληρωμῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν...
§31ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ διὰ τὸ μέλλον; Ὄχι.
§32ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. .. Διότι ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι εἰς θέσιν οἱ φοιτηταὶ οὗτοι νὰ πληρώνωσιν ἐκπαιδευτικὰ τέλη. Ἔχω τὴν ἰδέαν,—ἡ ὁποία ἰδέα μου βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἦναι δεκτὴ κοινῶς—ὅτι ἡ σπουδάζουσα νεολαία, ἔχουσα πλήρη συναίσθησιν τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ ἰδίως ὑπὸ τὴν οἰκονομικήν, δὲν ἤθελε ποτὲ καταδεχθῆ νὰ ζητήσῃ, ὥστε νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος διὰ τῆς στερήσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἂν μὴ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ συντελέσῃ διὰ τῆς πληρωμῆς αὐτῶν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν θέσιν τῆς σπουδαζούσης ταύτης νεολαίας ἐκ Θεσσαλίας καὶ νὰ μεταβάλῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ οὕτω πως, ὥστε ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος φοιτηταὶ τελείως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, διότι ἡ κατὰ τὸ ἥμισυ ἀπαλλαγὴ εἶναι εἶδος συμβιβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὅμως ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω.
§33Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἀπαλλαγῆς· πρόκειται περὶ δωρεᾶς. Εἰς τὸν ἀξιότιμον προσλαλήσαντα παρατηρῶ, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον προσήχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ δωρεᾶς τοιούτων ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἐπρόκειτο μόνον περὶ χειμερινοῦ ἑξαμήνου. Τοιοῦτον ἦτο τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἐθεωρήθη τότε ἡ δωρεὰ αὕτη ὡς ἐπαρκεστάτη. Ἐπὶ τῇ προτάσει ὅμως πολλῶν Βουλευτῶν προσετέθη ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξουσιοδοτεῖτο ἡ Κυβέρνησις, ὅπως, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἀπόλυτος, αὐτὴν τὴν ἀτέλειαν ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς τὸ δεύτερον ἑξάμηνον. Καὶ πράγματι, ἐπειδὴ ὑπῆρξε τοιαύτη ἀνάγκη, ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος προὐκάλεσε τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπήλλασσε τοὺς φοιτητὰς καὶ διὰ τὰ τέλη τοῦ θερινοῦ ἑξαμήνου τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1897–1898. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγόρησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δηλαδὴ ἐπειδὴ ἅπαξ ἐγένετο τοῦτο, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν δωροῦντες, τότε θὰ καθιερώσωμεν πλήρη ἀσυδοσίαν, καὶ περὶ ἀσυδοσίας δὲν πρόκειται. Καὶ πάντες οἱ ἄλλοι καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας δὲν πρέπει νὰ νομίζωσιν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐμφορούμεθα τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων, ὅτι ἡμεῖς, δὲν θὰ εἴχομεν τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ἔχει, νὰ γενώμεθα εὐεργετικοὶ εἰς τοὺς φοιτητάς· ἀλλ’ ὑπάρχουσι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ὥστε καὶ ὅ,τι ἐπράξαμεν τὸ ἐπράξαμεν ὑπείκοντες εἰς τὴν ὡμολογημένην ἀνάγκην προνοίας ὑπὲρ τῶν φοιτητῶν. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἢ καὶ οἱ ἄλλοι ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ νομίζωσιν ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, ἂς ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ἡμεῖς τὸ ἀποσύρομεν.
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νὰ ἀποσυρθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§35Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι, μοὶ φαίνεται, ἀπειλὴ, ἀπευθυνομένη ἐναντίον μου. Ἐγὼ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ζητήσω νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζῃ, ὅτι εὗρε τὴν εὐκαιρίαν ἕνεκα τούτου νὰ τὸ ἀποσύρῃ, ἂς τὸ κάμῃ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι βεβαίως ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἰδέας ταύτης, ἀλλ’ ἂν τὸ ἀποσύρῃ, θὰ τὸ πράξῃ ὄχι βεβαίως διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ ἐμέ. Ὁ σκοπός μου δὲν ἦτο αὐτός. Ἦτο νὰ ζητήσω τὸ περισσότερον, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ δικαιότερον, καὶ ὄχι νὰ ζητήσω τὸ μηδενικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§36ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Λοιπὸν τί θὰ γείνῃ;
§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ ὅπως ἔχει.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους.
§40ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνεται ἡ Βουλή;
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε ἔνστασιν;
§42ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι· ἀπευθύνομαι εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ παρατηρήσῃ, καὶ ἂν νομίζῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀντιλαμβάνεται, νὰ προβῇ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ φέρητε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§44ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὶν ποιήσωμαι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχω, ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν Πρόεδρον νὰ παρατηρήσῃ, καὶ ἐὰν ἦναι ἀπαρτία, νὰ προχωρήσῃ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν εἶναι ὅλοι ἐν τῇ αἰθούσῃ. Ἐὰν θέλητε νὰ φέρητε ἔνστασιν, ἔχετε τὸ δικαίωμα.
§46ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως. Καὶ αὐτὸ φρονῶ, ἐναντίον τῆς γνώμης ὑμῶν, πιστεύοντος, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε ἔνστασιν;
§49ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί θὰ εἴπῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγω;
§50Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν φέρητε ἔνστασιν, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Ἀλεξάκη, ὡς ψηφολέκτης. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ κ. Ἀλεξάκη)
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες Βουλευταὶ 123. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§53ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ φέρῃ τροποποίησίν τινα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, ὥστε νὰ ἐπαναλαμβάνηται τὸ κείμενον τοῦ τελευταίου ἄρθρου τοῦ ἀπὸ 3 Ἀπριλίου 1833 Β. Διατάγματος.
§54Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 38,996.65, χορηγηθεισῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897 διὰ Βασιλ. Διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1898 Βασ. Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τῆς σιτιολογίας τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ μὴ ψηφισθέντι εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ὑπὸ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Κεφαλαῖου 7. 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1898 Βασ. Διατάγματος περὶ ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν ἐν τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μὴ ψηφισθέντι εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. 4) Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 120,000, χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Ἰανουαρίου 1898 Βασ. Διατάγματος περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1898· καὶ 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Μαρτίου 1898 Βασ. Διατάγματος περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 κλπ.)
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΥΠΒʹ τῆς 18 Φεβρουαρίου 1897 προστεθέντος δευτέρου ἄρθρου εἰς τὸν νόμον ͵ΒΥΚϚʹ τῆς 10 Ἰουνίου 1896 περὶ ἐκποιήσεως μέρους τῆς κληρονομίας τοῦ Ἀλεξ. Δ. Σούτσου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§56ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ ἀγοραστὴς δὲν ἔχει νὰ καταβάλῃ ὅλον τὸ τίμημα, ποίαν ἀσφάλειαν θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον περὶ τοῦ ὑπολοίπου του εἰς χεῖρας τοῦ ἀγοραστοῦ μένοντος;
§57Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐγγραφῇ διὰ τὸ ὑπόλοιπον πρώτη ὑποθήκη ἐπὶ τοῦ πωλουμένου. Εἶναι ὅρος τῆς διακηρύξεως αὐτό. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1898 Β. Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων. 2) Περὶ τοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ διανομῆς καὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν κλπ. προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. 3) Περὶ συστάσεως δύο ἔτι συνεργείων πρὸς κατάρτισιν τῶν ἐκκαθαρίσεων τῶν τμημάτων τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν κλπ. καὶ ἀνασυστάσεως τῶν ὑπαρχόντων δύο ἑτέρων).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 καὶ 50′ μετὰ μεσημβρίαν).