1899.05.20
2,445 rows · 19,042 words · 161 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
Τῆς 20 Μαΐου 1899.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν ἐμπόρων Λαμίας, αἰτουμένων τὴν μεταρρύθμισιν τῶν περὶ φαρμακείων καὶ πωλήσεως φαρμάκων νόμων. Ὡσαύτως αἴτησιν τῶν γεωργοκτηματιῶν τοῦ δήμου Μιδέας, ζητούντων τὴν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἀπαλλαγήν τῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἕνεκα τῆς ἐκ τῆς ἀνομβρίας ἐπελθούσης καταστροφῆς. Ψήφισμα τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐν Λεβαδείᾳ συνδέσμου τῶν τεχνιτοεργατῶν, παρακαλούντων, ὅπως ψηφισθῇ τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νομοσχέδιον. Ὑπόμνημα τοῦ ἰατροῦ Κ. Τρίχα, παρακαλοῦντος, ὅπως, ἐπικειμένης τῆς ἀφομοιώσεως τῶν ἡμερολογίων, ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθὲν ἐν ἔτει 1893 σχέδιόν του. Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Χώνικα τοῦ δήμου Προσυμναίων, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τῆς κατὰ τὸ τρέχον ἔτος πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§2ΜΙΧ. ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Συνιστῶ θερμῶς πρός τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὴν αἴτησιν ταύτην, διότι ὁμολογουμένως κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἕνεκα τῆς ἐξαιρετικῆς ἀνομβρίας, ἥτις ἐπεκράτησεν, οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ γεωργοὶ δὲν ηὐτύχησαν νὰ συγκομίσουν οὔτε τὴν σπορὰν, τὴν ὁποίαν κατέβαλον. Θεωρῶ λοιπὸν δίκαιον νὰ δοθῇ αὐτοῖς τὸ εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον αἰτοῦσι διὰ τῆς ὑποβληθείσης ἀναφορᾶς των.
§3ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως εἶδον ὅτι ὅλα ἐν γένει τὰ σπαρτὰ ἐν τῇ Ἀργολικῇ πεδιάδι ἐφέτος κατεστράφησαν ῥιζικῶς, καὶ ἐν τούτοις οἱ χωρικοὶ γεωργοὶ ὑπόκεινται καὶ εἰς τὴν φορολογίαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ζητοῦσι τὴν ἀπαλλαγήν των. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει, πληροφορούμενος περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ γεγονότος τούτου, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως μὴ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν καὶ τὸν σπόρον καὶ τὴν ἐργασίαν των, ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ἐπίσης πρὸς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τοῦ Βελισσαρίου Καλαμάτα, καταδότου τῆς ληστοσυμμορίας Τσουλή, ζητοῦντος μηνιαῖον βοήθημα.
§5Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ ἔγγραφον τῆς Εἰσαγγελίας, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῇ ἀναφορᾷ συνημμένον, διότι θέλω ὁμιλήσει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα πεισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἔγγραφον).
§7Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ὁ Βελισσάριος Καλαμάτας, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβε τὸ ἀναγνωσθὲν αὐτὸ ἔγγραφον παρὰ τῆς εἰσαγγελικῆς καὶ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅπως μετέλθῃ ὅλα τὰ μέσα καὶ μεταβῇ εἰς τὰ διάφορα μέρη πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ληστοσυμμορίας τοῦ Τσουλῆ. Πράγματι μετέβη καὶ διὰ διαφόρων μέσων καὶ πειστικῶν λόγων κατώρθωσε καὶ παρέδωκε τὴν ληστοσυμμορίαν ταύτην εἰς χεῖρας τῆς ἐξουσίας, καὶ ἐξηφανίσθη ἡ ληστοσυμμορία ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐδαπάνα τόσα χρήματα. Ἀλλὰ τὸ Κράτος, ἀφοῦ ὁ Καλαμάτας αὐτὸς ἔφθασεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, νὰ γείνῃ προδότης χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὴν μὲν προδοσίαν τὴν ἠγάπησε καὶ τὴν ηὐνόησε, τὸν δὲ προδότην τὸν παρέπεμψεν εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν συγγενῶν τῶν λῃστῶν αὐτῶν, καὶ δὲν τὸν ἀντήμειψε διόλου· τῷ ἐδόθησαν μόνον 2,000 δραχμαί, ἐνῷ τῷ εἶχον ὑποσχεθῆ 20,000 δραχμὰς καὶ νὰ τὸν κάμωσιν ἀποσπασματάρχην ἢ ὁδηγόν· ἐν τούτοις τῷ τὰ ἠρνήθησαν, καὶ σήμερον καταδιώκεται ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς τῶν λῃστῶν καὶ δὲν ἔχει ποῦ νὰ σταθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἢ νὰ τὸν κάμῃ ὁδηγὸν, ἢ νὰ τῷ δώσῃ ἓν ἱκανοποιητικὸν βοήθημα. Ὁ Θησεὺς, ὡς γνωρίζετε ἐκ τῆς ἱστορίας, καταστρέψας εἰς τὰς Σκειρωνίδας Πέτρας τὸν λῃστὴν Προκρούστην, ἠξιώθη τόσων ἀμοιβῶν ἀπὸ τὴν πατρίδα τὴν ἀρχαίαν· σήμερον καταδιώκωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ὀνομάζομεν καὶ προδότας, ἐκείνους, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
§8Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀπορῶ, τῇ ἀληθείᾳ, βλέπων τὸν ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτὴν ἀναλαβόντα τὴν ὑποστήριξιν ἐνταῦθα ἀνθρώπου, ὃν δὲν γνωρίζει, ὡς δὲν γνωρίζει βεβαίως καὶ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ προσενεχθεῖσαν ὑπηρεσίαν. Ὁ Καλαμάτας αὐτὸς, κύριοι Βουλευταὶ, ἠμείφθη...
§9Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἔλαβε μόνον δύο χιλιάδας δραχμάς.
§10ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἔλαβεν 6 χιλιάδας καὶ 200 δραχμὰς, τουτέστιν ὁλόκληρον τὸ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁρισθῆ διὰ τὸν Τσουλῆν καὶ τοὺς δύο ἄλλους συντρόφους του διὰ τοῦ διατάγματος τῆς ἐπικηρύξεως αὐτῶν. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθῆ τὰ ὑπὸ τοῦ Καλαμάτα λεγόμενα, ὅτι τὰ διὰ τὴν κατάδειξιν ὡρισμένα χρήματα ἐδόθησαν εἰς τοὺς συντελέσαντας εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς συμμορίας τοῦ Τσουλῆ στρατιώτας, διότι, ὡς κάλλιστα γνωρίζω, εἰς τούτους διενεμήθη ἄλλο ποσὸν δι’ ἐπιτροπῆς συγκειμένης ἐκ τοῦ Νομάρχου Φθιωτιδοφωκίδος, τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λαμίᾳ Πρωτοδικῶν, τοῦ Μοιράρχου Φθιώτιδος καὶ τοῦ διοικητοῦ τῶν ἐκεῖ μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος παρέστησεν, ὅτι ὁ Καλαμάτας ἔκτοτε δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ, ἀπειλούμενος ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς τῶν λῃστῶν ἐκείνων. Ἀλλὰ ποῖον τὸ ἔργον τοῦ Καλαμάτα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται οὗτος ἔκτοτε νὰ ἐνασκήσῃ; Ὁ Καλαμάτας ἦτο πάντοτε ὑπηρέτης κρεοπωλείου. Τὸ ἔργον τοῦτο καὶ νῦν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἐν τέλει, κύριοι Βουλευταί, ὁ Καλαμάτας ἠμείφθη συμφώνως πρὸς τὸν περὶ λῃστείας νόμον, καὶ ἂν τὸ δοθὲν εἰς αὐτὸν ποσὸν θεωρῇ ὁ ἴδιος ἀνεπαρκές, τοῦτο δὲν εἶναι, νομίζω, ἱκανὸν ν’ ἀπασχολῇ τὴν Βουλήν.
§11Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἠμείφθη μόνον μὲ 2,000 δραχμάς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ λάβῃ 20,000, ἀλλὰ τὰς 18,000 τὰς διένειμαν μεταξύ των οἱ στρατιωτικοὶ καὶ τὰ ἀποσπάσματα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀνδρέας Ἠλιόπουλος, ἐπιζῶν ἀγωνιστὴς τοῦ 1821, παρακαλεῖ, ὅπως ἀπονεμηθῇ αὐτῷ ὁ βαθμὸς τοῦ φαλαγγίτου, ἢ νὰ τῷ χορηγηθῇ μηνιαῖον χρηματικὸν βοήθημα.
§13Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Ἀνδρέας Ἠλιόπουλος αὐτὸς εἶναι τὸ μόνον ἐπιζῶν λείψανον τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος· φέρει εἰς τὴν ῥάχιν του τὰ εὐσεβῆ ἔτη 102, ἠγωνίσθη τὸν ὑπὲρ πατρίδος ἀγῶνα ἀπὸ τοῦ 1821 καὶ ὑπηρέτησεν ἐν τῷ στρατῷ μέχρι τοῦ 1845, ἔλαβε δ’ ὅλα τὰ πιστοποιητικὰ τῶν διαφόρων ὁπλαρχηγῶν καὶ στρατηγῶν τῆς ἐπαναστάσεως. Σήμερον ὅλοι, καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ στρατιωτικοί, ἀναφέρονται εἰς τὰ ἔνδοξα κατορθώματα τῶν ἡρώων ἐκείνων τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ τοὺς ἥρωας ἐκείνους τοὺς ἐγκατέλιπον ἐντελῶς, τοὺς ἐγκατέλιπον, παρέχοντες αὐτοῖς 23 μόνον δραχμάς. Ὁ ἄλλοτε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Γενικὸς Γραμματεὺς κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης τῷ ἔδωκεν ἓν μόνον βοήθημα δι’ ὅλην τὴν ζωήν του ἐκ 250 δραχμῶν, ἔκτοτε δὲ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐγκατελείφθη. Σήμερον κατάκειται ἐν μιᾷ τρώγλῃ, γέρων 102 ἐτῶν ἡλικίας, μὴ δυνάμενος νὰ ζήσῃ, μηδὲ νὰ περιποιηθῇ κἂν τὸν ἑαυτόν του. Εἶναι καθῆκον τῆς Πολιτείας, καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ συναινέσῃ, ὅπως τῷ δοθῇ ἓν βοήθημα, διότι ἄλλο τι δὲν δύναται νὰ γείνῃ δι’ αὐτόν, καθόσον εὑρίσκεται πλέον εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ βίου του.
§14ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω, παραβαίνων κανόνα, ὃν ἔχω τεθειμένον εἰς ἐμαυτόν, προκειμένου περὶ προσωπικῶν συστάσεων, δύο λέξεις ὑπὲρ προσώπου, οὗτινος ἡ ἡλικία καὶ αἱ πάμπολαι ὑπηρεσίαι δικαιολογοῦσι τὴν σύστασιν. 102 ἐτῶν ὁ Ἀνδρέας Ἠλιόπουλος ζητεῖ τοῦτο μόνον, νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ὁ νόμος περὶ φάλαγγος δύναται νὰ περιλάβῃ καὶ αὐτὸν ἐγκαίρως, πρὶν ἢ τὸ μοιραῖον τέλος καταλάβῃ αὐτόν.
§15Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε, συνιστᾷ τὴν αἴτησιν ταύτην τοῦ Ἀνδρέου Ἠλιοπούλου.
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Σπετσῶν κ. Ν. Λεωνίδας ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς αἴτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἶχε συστηθῆ, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τῆς καταστάσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, προτείνουσα τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἀνόρθωσιν αὐτῆς.» Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἐλήφθησαν πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς διασαλευθείσης δημοσίας τάξεως ἐν Πάτραις.» Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς κατέθηκε τὴν ἑπομένην σύστασιν: «Γνωστὸν τυγχάνει, ὅτι πρὸ τῆς Ϛʹ Βουλευτικῆς Περιόδου δὲν ἐξετυποῦτο παράρτημα τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἑπομένως μόνον τὰ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ψηφισθέντα σχέδια ἢ προτάσεις νόμων ἀναγράφονται ἐν τοῖς οἰκείοις ἐπισήμοις πρακτικοῖς, αἱ δὲ ἐκθέσεις, ὡς καὶ τὰ ἁπλῶς ὑποβληθέντα ἢ καὶ εἰς τὰς δύο πρώτας ἀναγνώσεις ψηφισθέντα νομοθετήματα, ταῦτα οὐδαμοῦ ἀνευρίσκονται, ἐκτυπούμενα τότε εἰς φύλλα καὶ διανεμόμενα μόνον εἰς τοὺς κατὰ καιρὸν Βουλευτὰς, γίνεται δὲ ἁπλῶς μνεία τῆς ὑποβολῆς καὶ τῶν δύο πρώτων ἀναγνώσεων ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ὡς καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῶν Συζητήσεων, ἐὰν ἐγένοντο τοιαῦται. Ἐπειδὴ τὰ πλεῖστα τούτων τυγχάνουσι μεγίστης χρησιμότητος πρὸς μελέτην ἑκάστοτε, ἅπαντα δὲ διὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν, παρακαλῶ τὸν ῥέκτην κ. ἔφορον τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ὅστις εἴπερ τις καὶ ἄλλος τυγχάνει ἁρμοδιώτατος εἰς πάντα τὰ ἀφορῶντα τὰ γράμματα, εὐαρεστούμενος νὰ μεριμνήσῃ πρὸς περισυλλογὴν τῆς πολυτίμου ταύτης ὕλης, εἴτε ἐκ δημοσίων βιβλιοθηκῶν καὶ ἀρχείων, εἴτε ἐξ ἰδιωτικῶν, εἰς τὴν τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ τὴν ἀνατύπωσιν αὐτῶν.» Ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος κατέθηκε τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1881 μέχρι σήμερον κατηγγέλθη, καὶ ἐπὶ ποίαις πράξεσιν, ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Βαρνακώβης Χριστοφόρος Νικηφόρου, ἐὰν αἱ καταγγελίαι αὗται μένωσιν ἐκκρεμεῖς καὶ εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκονται αὗται, ἢ ἐὰν ἐπερατώθησαν, καὶ τί περὶ τούτων ἀπεφάνθησαν τὰ Συμβούλια τῶν Πλημμελειοδικῶν Παρνασσίδος καὶ Ἐφετείου Ἀθηνῶν.»
§18Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἄριστα ἔπραξεν, ὑποβαλοῦσα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ χθὲς ἐψηφίσαμεν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, περὶ ἀπονομῆς εἰδικῆς συντάξεως εἰς τὴν ἀξιοσέβαστον, ἀλλ’ ἀτυχῆ ἀδελφὴν τοῦ ἐξόχου πολιτικοῦ ἀνδρὸς Χαριλάου Τρικούπη, καὶ ὅπερ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε μετὰ στοργῆς καὶ συμπαθείας, σχεδὸν ὁμοθύμως, ἐπεκρότησε δὲ, ὡς ἀντελήφθην, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη. Δὲν νομίζω ὅτι τὰ ἔθνη πτωχύνονται διὰ τῆς παροχῆς ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν εἰς περίθαλψιν τῶν οἰκογενειῶν ἢ τῶν ἀπογόνων τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀφιέρωσαν ὅλον αὑτῶν τὸν βίον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, καὶ κατέρχονται πένητες εἰς τὸν τάφον. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐθεώρησα καθῆκόν μου, ἐθεώρησα ἔργον συνειδήσεως, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, περὶ τῆς ἀδελφῆς ἄλλου ἀγαθοῦ τέκνου τῆς πατρίδος καὶ διακεκριμένου ἀνδρὸς, ὅστις καὶ αὐτὸς, ἐν τῇ σφαίρᾳ του, ἀφιέρωσεν ὅλον του τὸν βίον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, καὶ κατῆλθε πένης εἰς τὸν τάφον, τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος.
§19ΛΑΠΠΑΣ. Δικαιότατον.
§20ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ περιττὸν νὰ μακρηγορήσω περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀνδρός· αἱ ὑπηρεσίαι του εἶναι γνωσταὶ εἰς πάντας ἡμᾶς. Ὑπηρέτησε καὶ ὡς ἰδιώτης καὶ ὡς πολιτευόμενος, καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὡς δημοσιογράφος, καὶ παρέσχεν ἀναμφισβητήτους ὑπηρεσίας, ἐτίμησε δὲ τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα καὶ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Αἱ τελευταῖαί του ὑπηρεσίαι ἦσαν ἡ ἐργασία του ἡ ἄοκνος, ἡ πρόθυμος, ἡ ἀποτελεσματική, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων. Οἱ πρεσβύτεροι τῶν συναδέλφων ἐνθυμοῦνται πόσον ἐτίμησε καὶ τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ τὸ βῆμα ἐκεῖνο τοῦ τύπου κατ’ ἐξοχὴν, διότι μετῆλθε τὸν δημοσιογράφον ὡς ἱεροφάντης, ἐν συνειδήσει καὶ ὄχι ὡς κερδοσκόπος ἢ κάπηλος.
§21ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀληθέστατον.
§22ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εὐκταῖον εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ εἰς σημείωσιν αὐτὴν τὴν ἐπίκλησίν μου, καὶ χαίρω βλέπων ὅτι καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν συναδέλφων ἐδῶ ἐπιδοκιμάζουσι.
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρον ὑπὲρ τῆς ἀγάμου ἀδελφῆς τοῦ Φιλήμονος.
§25ΜΠΑΣΙΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ θερμῶς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μελετοπούλου.
§26Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν συνιστῶ θερμότατα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῶν οἰκογενειῶν ἄλλων ἀνδρῶν, παρασχόντων σπουδαίας τῇ πατρίδι ὑπηρεσίας. Μία τῶν οἰκογενειῶν τούτων εἶναι καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ μακαρίτου Καλαμογδάρτου, ὅστις πολλάκις ἐχρημάτισεν ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας του, καὶ οἱ πατέρες αὐτοῦ ἐθυσίασαν ὁλοκλήρους περιουσίας ὑπὲρ τῆς Πατρίδος.
§27ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μακαρίτου Γεωργίου Μίληση, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς προσέφερεν ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, γνωρίζομεν δὲ καλῶς, ὅτι ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ πένεται.
§28ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μὲ προέλαβεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, προκειμένου περὶ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ συνεχεῖς περιόδους ἀντεπροσώπευσε τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἐγὼ σήμερον ἀντιπροσωπεύω, ἣν αὐτὸς τόσον ἐτίμησε· ἐγνώριζον δὲ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον πρὸς τοῦτο εἶχον. Ὡς παρετηρήσατε, πολλαὶ ἐγένοντο συστάσεις περὶ βοηθείας οἰκογενειῶν πολιτευομένων. Ἡ ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ἡ προσωπικὴ δὲν ἔχει ἀληθῶς νὰ ἐπιδείξῃ πολλοὺς εἰσελθόντας ἐν αὐτῷ πλουσίους, ἔχει ὅμως νὰ ἐπιδείξῃ σχεδὸν πάντας ἐξελθόντας αὐτοῦ πενεστέρους ἢ ὅσον εἰσῆλθον. Ἐκ τούτου ἡ ἀνάγκη τῶν συστάσεων ἀρωγῆς, αἵτινες ἀπευθύνονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν νομίζω βεβαίως ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ ἔρχηται ἀρωγὸς εἰς πάσας τὰς ἀπορφανιζομένας οἰκογενείας τῶν πενήτων πολιτικῶν αὐτῆς ἀνδρῶν, φρονῶ ὅμως, ὅτι ὀφείλει νὰ ἔρχηται ἀρωγὸς προκειμένου περὶ ἀνδρῶν, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς διακόσμησιν αὐτῆς, τοῦτο δὲ πράττοντες ἔδωκαν εἰς αὐτὴν χρόνον, τὸν ὁποῖον, ἐὰν ἀφιέρουν εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των, βεβαίως ἤθελον καταλίπει τὰς οἰκογενείας αὐτῶν ἐν οἰκονομικῇ αὐταρκείᾳ, ἵνα μὴ εἴπω ἐν πλούτῳ. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ Μίληση, ἐὰν τὸν χρόνον αὐτοῦ ἔδιδεν εἰς τὴν δικηγορίαν, ἣν τόσον εὐδοκίμως καὶ μετὰ τόσης ἱκανότητος ἤσκει, βεβαίως δὲν ἤθελον εὑρεθῇ εἰς τὴν λυπηρὰν, ὁμολογῶ, ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ τὴν σύστασιν ταύτην. Ἀντήχησε πολλάκις ἡ εὔλαλος φωνὴ τοῦ Γεωργίου Μίληση ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Συνελεύσεως, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐπὶ τιμῇ τῆς Ἑλληνικῆς ῥητορικῆς, ἐπὶ τιμῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, τὰ δὲ πρακτικὰ τῆς τε Συνελεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἔχουσιν ἀποθησαυρίσει γνώμας αὐτοῦ σοφὰς, εἰς ἃς καὶ νῦν ἔτι προσφεύγει ἡ Βουλὴ, ὁσάκις παρουσιάζηται σχετικόν τι ζήτημα. Ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας τοιούτου ἀνδρὸς φρονῶ, ὅτι ἐγείρω φωνὴν τόσον δικαίαν, ὥστε οὐδεμία θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις. Ἀληθῶς αἱ περιστάσεις εἶναι δυσχερεῖς, καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιότιμος Ὑπουργὸς εὑρίσκεται εἰς λίαν δυσχερῆ θέσιν, προκειμένου νὰ ἀποσπάσῃ ἔστω καὶ μικρόν τι κονδύλιον εἰς ἄλλας ἀνάγκας, πλὴν τῶν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους· προκειμένου ὅμως, ἐπαναλέγω, περὶ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς θεμελίωσιν αὐτῶν τῶν βάθρων τῆς Πολιτείας, εἰς διακόσμησιν αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον καὶ τὴν Πολιτείαν καθόλου, νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ οἰκονομήσῃ ὁθενδήποτε μικρόν τι ποσὸν, ἵνα μὴ δυσχεραίνωνται αἱ ἀπωρφανισμέναι οἰκογένειαι τοιούτων πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐν τῇ δυσχερείᾳ των δὲ ταύτῃ ἀναλογίζωνται, ὅτι ἡ πενία των ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὸ ὅτι οἱ προστάται αὐτῶν ἀφιέρωσαν ὅλον τὸν χρόνον εἰς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς Πολιτείας.
§29Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ. Δραγούμη, καταθέτω πίνακα, ἐνδεικνύοντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς καταθέσεις παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου. Ἐν τῷ πίνακι ἐμφαίνονται ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἀπαντῶσιν εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Χοϊδᾶς προέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς μέχρι τοῦδε εἰσαχθέντος εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἀποταμιεύσεως σταφιδοκάρπου, περὶ τοῦ ἐκποιηθέντος ἐκ τούτου ποσοῦ, περὶ τοῦ εἰς χρήματα πληρωθέντος, περὶ τοῦ ὑπολοίπου ἐν ταῖς ἀποθήκαις καὶ ἀκόμη περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον διετέθη εἰς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος, ὡς καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διετέθη εἰς κατασκευὴν σιροπίου. Πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης καταθέτω δύο καταστάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν καὶ οἱ ἐπιθυμοῦντες ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν περὶ τῶν γενομένων.
§30Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει δυσκολία νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι;
§31ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι, ἐὰν ὅλα, ὅσα κατατίθενται τῇ αἰτήσει τῶν Βουλευτῶν, ζητήσωμεν νὰ τυπῶνται, θὰ παρακωλυθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθητε νὰ καταθέσητε, ἔχουσι γενικώτερον χαρακτῆρα τόσον διὰ τὸ δημόσιον χρέος, ὅσον καὶ διὰ τὴν κίνησιν τῆς σταφίδος.
§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 162(α)–162(β), ἐν τέλει τοῦ τεύχους).
§35ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν σταφιδόκαρπον, παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ πίναξ, ἐμφαίνων τὴν δαπάνην ἐν γένει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς παρακρατήσεως.
§36ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ὑποβάλητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας, διὰ νὰ τὴν λάβω ὑπ’ ὄψιν.
§37ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νόμου τῆς 14 Νοεμβρίου 1897 ἀπηλλάγησαν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἐν γένει τελῶν πάντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας, Κρήτης, Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ μαθηταὶ τῶν Γυμνασίων. Ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ παρείχετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἵνα ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τῶν τελῶν τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1897–1898. Πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἀπηλλάγησαν ἁπάντων τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἀλλ’ ὅταν εἰσήλθομεν εἰς τὸ σχολικὸν ἔτος 1898–1899, νόμος τοιοῦτος δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἐπειδὴ εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν τὰ αὐτὰ ὑπεβλήθησαν παράπονα καὶ αἱ αὐταὶ παραστάσεις, αὕτη, ἤτοι ἡ προκάτοχος ἡμῶν, μὴ δυναμένη διὰ νόμου νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς φοιτητὰς τῶν τελῶν τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1898–1899, ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια. Φαίνεται δὲ, ὅτι ὑπῆρξε καὶ συνεννόησις μετὰ τῆς Πρυτανείας, ὅπως γένωνται δεκτοὶ οἱ φοιτηταὶ οὗτοι μέχρις ὅτου δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς Βουλῆς πρὸς ἔκδοσιν τοιούτου νόμου. Ὅταν ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παρουσιάσθησαν καὶ εἰς ἡμᾶς οἱ φοιτηταὶ οὗτοι καὶ παρέστησαν, ὅτι ἤθελον ἀπολέσει τὸ σχολικὸν ἔτος, ἐὰν δὲν ἀπαλλαχθῶσι τῶν τελῶν. Ἔπρεπε πρωτίστως νὰ ἐξακριβώσωμεν, ὁποῖα εἶναι τὰ τέλη ταῦτα, ἐξηκριβώσαμεν δὲ, ὅτι ἀνέρχονται εἰς 149,000 ἕως 150,000 δραχμὰς, περιλαμβανομένων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐξετάσεων. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθωμεν εἴς τινα ἐπικουρίαν τῶν φοιτητῶν τούτων, διότι ἄλλως ἤθελον ἀπολέσει τὸ σχολικὸν ἔτος 1898–1899, ἀλλὰ ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς φοιτητὰς τούτους διὰ τὸ ὅλον, καὶ ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ ἡμίσεος ἐξ αὐτῶν εἶναι πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ πραχθῇ ἐπιεικέστερον ὑπὲρ αὐτῶν. Μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον περὶ τούτου, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 163).
§40ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπηρώτησε πρό τινων ἡμερῶν περὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἔχει μέχρι τοῦδε κατατεθῇ εἰς τὰς Τραπέζας, προερχόμενον ἐκ τοῦ νόμου περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ περὶ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ τῆς μέχρι τοῦδε. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐξ οὗ ἐμφαίνεται ὅτι μέχρις Ἰανουαρίου 1899 εἶχον κατατεθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας ἐπὶ τόκῳ 2½% δραχμαὶ 1,531,871, ὁ τόκος δὲ αὐτῶν μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἀνῆλθεν εἰς 73,513 δραχμάς. Ἔκτοτε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ καταθέσῃ τὰ τέλη ταῦτα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, κατετέθησαν δὲ τὴν 2 Φεβρουαρίου 1899 δρ. 436,434.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῷ αὐτῷ τόκῳ;
§42ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑποθέτω, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τοῦτο· τὸ σημείωμα δὲν ἀναφέρει τόκον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ κατέθηκα εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας, διότι αὕτη μοὶ ἔδωκε τόκον 2½% ἐνῷ ἡ Ἐθνικὴ μοὶ ἔδωκε μόνον 2%.
§44ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα, τὸ γνωρίζω. Ὥστε ἐν ὅλῳ ἔχομεν διαθέσιμον ποσὸν ὑπὲρ τῶν σκοπῶν τῶν καθοριζομένων εἰς τὸν νόμον 2,092,000 δραχμῶν. Ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ διετέθησαν μέχρι τοῦδε 267,492 δραχμαὶ δι’ ἀνέγερσιν σχολείων, ἀλλ’ ἐπληρώθησαν μόνον 36,000 δραχμαί. Ἀπεφασίσθη ἡ κατασκευὴ, ἐγένετο ἡ μειοδοσία, ἡ κατακύρωσις καὶ ἡ ἔγκρισις τῆς οἰκοδομῆς τῶν ἑξῆς σχολείων· εἰς πέντε δήμους γʹ τάξεως, ἤτοι 1) τοῦ τῶν Ἀρφαρῶν τῆς Λιγείρας ἀντὶ 13,365 δραχμῶν, 2) τοῦ τῶν Φαρακλάτων τοῦ ὁμωνύμου δήμου ἀντὶ 17,485 δρ., 3) τοῦ τῆς Καρδίτσης τοῦ Ἀκραιφνίου ἀντὶ 12,240 δρ., 4) τοῦ τοῦ Κοκκίνου τοῦ αὐτοῦ δήμου ἀντὶ 14,615, καὶ 5) τοῦ τῆς Ἀκράτας τοῦ ὁμωνύμου δήμου ἀντὶ 14,550· ἤτοι διὰ σχολεῖα δήμων γʹ τάξεως διετέθησαν ἐν ὅλῳ δρ. 72,240. Συγχρόνως διετέθησαν διὰ σχολεῖα δήμων βʹ τάξεως τὰ ἑξῆς ποσά: 1) διὰ τὰ Χάλια Αὐλίδος δρ. 16,447, 2) διὰ Λεβέτσοβαν Κροκεῶν 28,500, 3) διὰ Λάγκαν Λαγείας 19,000, 4) διὰ Θεολόγον Σελλασίας 18,620, 5) διὰ Καρβελᾶ Μαλευρίου 19,600, 6) διὰ Μαζέϊκα Κλειτορίας, προκειμένου περὶ μετασκευῆς τοῦ σχολείου, 9,900, 7) διὰ Τράπεζον Βουρῶν 10,580, 8) διὰ Σκούταρι Καρυοπόλεως 22,050, 9) διὰ Καθολικὸν τῶν Βουρῶν 10,580, 10) διὰ Σουδενὰ ὁμωνύμου δήμου 17,205, καὶ 11) δι’ Ἅγιον Βλάσιον Λαπαθῶν 14,550· ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 190,252. Εὗρον προσέτι ἐκρεμῆ ὑπὸ ἔγκρισιν σχολεῖα πέντε δήμων βʹ τάξεως ἀντὶ δρ. 153,225 ἐν ὅλῳ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἐδικαιούμην νὰ ἐγκρίνω τὰ σχολεῖα ταῦτα, δι’ οὓς λόγους σᾶς ἐξέθηκα ἤδη, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Διότι εἶμαι, Κύριοι, τῆς γνώμης, ὅτι εἶναι τοῦτο παράβασις τοῦ νόμου, ὅστις ὁρίζει, ὅτι ἔπρεπε προηγουμένως νὰ συντελεσθῇ ἡ κατασκευὴ τῶν σχολείων γʹ τάξεως, καὶ εἶτα ν’ ἄρξηται ἡ κατασκευὴ ἐν τοῖς δήμοις βʹ τάξεως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ὑπηρεσία, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤμην ἄλλοτε Ὑπουργός, μοὶ ἐπρότεινεν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἴχομεν ἤδη ποσὸν ἱκανὸν, ἵνα ἐπαρκέσῃ καὶ διὰ τὰ σχολεῖα γʹ καὶ διὰ σχολεῖα βʹ τάξεως, νὰ προβῶμεν ἔκτοτε εἰς τὴν ἔναρξιν κατασκευῆς σχολείων καὶ δήμων βʹ τάξεως, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀπεδέχθην τοῦτο.
§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν μένουσιν ἐν ταῖς Τραπέζαις πρὸς ἵδρυσιν δημοτικῶν σχολείων. Τῷ ὄντι κατὰ τὸ ἄρθρον 75, νομίζω, τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ ἀνέγερσις δημοτικῶν σχολείων πρέπει νὰ ἄρξηται ἀπὸ τῶν δήμων γʹ τάξεως, ἀλλὰ τέλος πάντων πρέπει νὰ ἄρξηται ἡ ἀνέγερσις τῶν τοιούτων δημοτικῶν σχολείων, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν ἀνέγερσιν καὶ εἰς δήμους βʹ καὶ αʹ τάξεως· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μένουσι τὰ χρήματα κατατεθειμένα ἐν ταῖς Τραπέζαις, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τοὺς δήμους αʹ τάξεως καὶ εἰς τοὺς δήμους βʹ τάξεως τὰ σχολεῖα ὁμοιάζουσι πρὸς χοιροστάσια. Ἐν Τριπόλει, τῇ πρωτευούσῃ τῆς Πελοποννήσου, τὰ δύο δημοτικὰ σχολεῖα, τῶν ἀρρένων καὶ τῶν θηλέων, εἶναι ἑτοιμόρροπα ἐκ τῶν περυσινῶν σεισμῶν, καὶ θέλω παρακαλέσει μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν παῦσιν τῶν ἐν αὐτοῖς παραδόσεων, ἵνα μὴ θρηνήσωμεν ἐκ τούτου θύματα. Ἐὰν δὲ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν σχολείων ἐν ἄλλοις δήμοις τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ ἐξεγερθῇ ἡ φρίκη παντὸς ἀκούοντος περὶ αὐτῶν. Ἐν τῷ δήμῳ Τεγέας, ἐν τῷ δήμῳ Μαντινείας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τὰ διδακτήρια, καὶ ἐν τούτοις μένουσι δύο ἑκατομμύρια προωρισμένα πρὸς ἀνέγερσιν σχολείων ἐν ταῖς Τραπέζαις! Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀνέγερσιν δημοτικῶν σχολείων, ἀρχομένη ἔστω ἀπὸ τῶν δήμων γʹ τάξεως. Εἰδικῶς δὲ συνιστῶ τὴν ἐπισκευὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων τῆς Τριπόλεως, τὰ ὁποῖα καταρρέουσιν ἀπὸ μιᾶς στιγμῆς εἰς ἄλλην, καὶ εἰς πρώτην ἰσχυρὰν πνοὴν τοῦ ἀνέμου θέλουσι καταρρεύσει τελείως. Περὶ τούτων ὑπάρχει καὶ ἀλληλογραφία μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀρχῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς ὁποίας παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν. Πλὴν τούτων σᾶς πληροφορῶ, ὅτι κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ Διδασκαλείου ἐν Τριπόλει ὁ δῆμος ἐδώρησε τὸ κατάστημα διὰ τὸ Διδασκαλεῖον, καὶ ὅμως καὶ τοῦτο τὸ οἴκημα, ἕνεκα τῶν σεισμῶν, εἶναι ἤδη τελείως ἑτοιμόρροπον, ὡς ἀντελήφθη τοῦτο καὶ ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, ὅταν ἐπεσκέφθη τὴν Τρίπολιν.
§46Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἂν κατηρτίσθη προϋπολογισμὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ περὶ τῆς ἀναγκαιούσης δαπάνης δι’ ἀνέγερσιν διδακτικῶν κτιρίων ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως, καὶ προσέτι εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται ἡ δαπάνη αὕτη, διότι προχθὲς μὲν προσδιώρισε τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς εἰς πόσον, ἐν ᾧ ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός, ἀπαντῶν ἔπειτα, εἶπεν, ὅτι 270,000 δραχμαὶ ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ διδακτήρια ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως. Θεωρῶ τὸ ποσὸν τοῦτο μικρόν, ὥστε ἐπιθυμῶ λεπτομερεστέραν καὶ ὁριστικωτέραν, εἰ δυνατόν, πληροφορίαν. Τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν μίαν ἐνίσχυσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα δυνηθῇ νὰ προβῇ εἰς κατασκευὴν σχολείων βʹ καὶ αʹ τάξεως δήμων· διότι εἶναι λυπηρὸν νὰ ὑπάρχωσι τόσα χρήματα ἄτοκα, ἤδη μάλιστα, ὅτε ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ συγχώνευσις τῶν δύο Τραπεζῶν, καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ μείνῃ ἄτοκον, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν διδακτήρια, ὅσα δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν.
§47ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγώ, Κύριοι, εἰσηγούμενος τὰ νομοσχέδια περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διεξετραγῴδησα τὴν κατάστασιν ὅλων ἐν γένει τῶν διδακτηρίων καὶ τῆς μέσης καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὄχι μόνον ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς δήμοις βʹ καὶ αʹ ἔτι τάξεως, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ ὑπάρχουσι διδακτήρια, τὰ ὁποῖα προσηκόντως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἀπεκάλεσε χοιροστάσια, τὰ ὁποῖα φθείρουσι τὴν ὑγείαν τῶν μαθητῶν καὶ ἠθικῶς παραβλάπτουσι τούτους. Ἐγὼ τῷ 1897 ἀνέθηκα εἰς ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν καὶ ἰατρῶν τὴν ἐξέτασιν διαφόρων τῶν Ἀθηνῶν διδακτηρίων, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ αὕτη μοὶ ὑπέβαλε λεπτομερῆ ἔκθεσιν. Ἀλλ’ ὅπως τότε δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω τι ἄνευ νόμου, οὕτω καὶ σήμερον. Ὁ νόμος ὁ ἐν ἰσχύϊ ἔκαμε τῷ ὄντι μεγάλην πρόοδον, πρὸς ἀπόκτησιν σχολείων, ἵνα μὴ ἔχωμεν πλέον χοιροστάσια διδακτήρια, καθ’ ὃν χρόνον καὶ οἱ Βούλγαροι ἔχουσιν ἀληθῆ μέγαρα διὰ τὰ δημοτικά των σχολεῖα καὶ εἰς τὰς τελευταίας κώμας. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1895 ἔθηκε τὴν βάσιν, ὅτι ἔπρεπε προηγουμένως νὰ συντελεσθῶσι τὰ σχολεῖα γʹ τάξεως, καὶ εἶτα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν οἰκοδομὴν σχολείων ἐν τοῖς δήμοις βʹ τάξεως. Ἡ βάσις αὕτη τῷ ὄντι εἶναι σφαλερὰ, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἐγένετο ἀποδεκτὴ τῇ ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει μου· διότι τὸ νομοσχέδιον ἐν ἀρχῇ συνετάχθη περιλαμβάνον διάταξιν, καθ’ ἣν ὡρίζετο ὅτι κατὰ πρῶτον ἤθελον οἰκοδομηθῆ σχολεῖα ἐν ταῖς πρωτευούσαις. Ἐγὼ τότε ἀντέλεξα, ὅτι ἐν ταῖς πρωτευούσαις εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι κτίρια κατάλληλα. Ἤλπιζον δὲ τότε πράγματι, ὅτι μὲ τὴν ἀποκέντρωσιν, ἣν καθιέρου ὁ νόμος τοῦ 1895 καὶ ὡς πρὸς ἄλλα καὶ ὡς πρὸς τὴν μίσθωσιν τῶν διδακτηρίων, θὰ κατωρθοῦτο εἰς τὰς πρωτευούσας καὶ καθόλου εἰς τοὺς δήμους αʹ καὶ βʹ τάξεως νὰ μισθωθῶσι τὰ καταλληλότερα κτίρια. Δυστυχῶς ὅμως ἐπλανήθην· διότι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ ἀποκέντρωσις αὕτη δὲν ἀπεδείχθη καλλιτέρα τῆς συγκεντρώσεως. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία μου ἐγένετο τότε ἀποδεκτή. Ἀφοῦ δὲ τώρα ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως, ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται εἴς τινα, ἔστω καὶ εἰς Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ ἀνατρέψῃ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ἐγὼ, Κύριοι, ὁμιλῶν περὶ δαπάνης διὰ κατασκευὴν διδακτηρίων, δὲν ἐνόουν μόνον τὰ διδακτήρια γʹ τάξεως, διότι τοῦτο θὰ ἦτό τι πλέον ἢ ἀφελές. Οὐδεὶς προϋπολογισμὸς ἔχει συνταχθῆ ἀκόμη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ περὶ τῆς δαπάνης, τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὰ σχολεῖα δήμων γʹ τάξεως, διότι ἔχομεν διαφόρους τύπους σχολείων, καὶ οἱ διάφοροι αὐτοὶ τύποι στοιχίζουν διαφόρους τιμὰς κατὰ τοὺς διαφόρους δήμους καὶ ἐπαρχίας. Ἰδοὺ διατὶ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἔχωμεν ἐκ τῶν προτέρων προϋπολογισμόν. Μόνον διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς καθιεροῦμεν—καὶ τὸ καθιεροῦμεν λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὴν μέχρι τοῦδε πεῖραν καὶ τὴν σχετικὴν νομοθεσίαν ἄλλων Κρατῶν, ἰδίᾳ τῆς Γαλλίας, τῆς ὁποίας ἡ σχετικὴ νομοθεσία δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον— μόνον, λέγω, διὰ τοιούτου συστήματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν πολλὰ ἄλλα ἄτοπα καὶ νὰ κατορθώσωμεν ὡς τάχιστα νὰ ἀποκτήσωμεν διδακτήρια ὅλων τῶν δήμων ἀνεξαιρέτως, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι ἀπαιτεῖται προηγουμένως ἡ ἐπιψήφισις τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἀκολούθως ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου.
§48Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διὰ νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀνέγερσιν διδακτηρίων εἰς αʹ καὶ βʹ τάξεως δήμους, ἀπαιτεῖται νομοθετικὴ διάταξις. Ἐγὼ ἐν τούτοις παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὴν διακοπὴν τῶν μαθημάτων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις Τριπόλεως καὶ τῷ ἐκεῖ Διδασκαλείῳ, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἀναλαμβάνω ὅλην τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῶν γονέων συμπολιτῶν μου. Εἶναι ἀνάγκη, ἢ νὰ διακοπῶσι τὰ μαθήματα, ἢ νὰ μετατεθῶσι τὰ διδακτήρια εἰς ἄλλα οἰκήματα.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν, τὰ ἐν Τριπόλει ὑπάρχοντα δημοτικὰ σχολεῖα, ἂν ἦναι ἑτοιμόρροπα τὰ κτίρια αὐτῶν. Τὰ κτίρια ταῦτα ἢ ἀνήκουσιν εἰς τὸν δῆμον, ἢ ἀνήκουσιν εἰς ἰδιώτας. Ἂν ἀνήκωσιν εἰς ἰδιώτας καὶ ἦναι μεμισθωμένα, πρέπει νὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ ἰδιῶται νὰ ἐπισκευάσωσι τὰς οἰκίας των, ἄλλως πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν ὡς ἑτοιμόρροπα· ἂν δ’ ἀνήκωσιν εἰς τὸν δῆμον, δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ τὴν ἐπισκευὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς συζητοῦμεν περὶ οἰκοδομῆς δημοτικῶν σχολείων, οὐχὶ δὲ περὶ ἐπισκευῶν. Ἂν συζητῶμεν περὶ οἰκοδομῆς δημοτικῶν σχολείων, πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀφεθῇ εἰς τὴν αὐθαίρετον κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ προσδιορίζῃ τοὺς δήμους, ἐν οἷς θέλουσιν οἰκοδομηθῆ ταῦτα. Ἐὰν τὰ ὑπάρχοντα μέσα δὲν ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν σύγχρονον οἰκοδομὴν δημοτικῶν σχολείων ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις τῆς βʹ τάξεως, πρέπει δὲ κατ’ ἀνάγκην νὰ οἰκοδομηθῶσι ταῦτα βαθμηδὸν, δὲν πρέπει, φρονῶ, νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἡ ἐλευθερία νὰ προσδιορίζῃ κατὰ βούλησιν εἰς τίνας δήμους κατὰ προτίμησιν θέλουσι ταῦτα οἰκοδομηθῆ· ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι τὸ ἀγαθὸν πρέπει νὰ διανέμηται καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Τὸ ἔργον τῆς οἰκοδομῆς σχολείων δημοτικῶν θέλει ἐξακολουθήσει ἐπὶ 15 ἔτη ἢ ἐπὶ 12 ἔτη, ὅπως κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις διδακτήρια. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ τάξις, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν προβαίνει εἰς τὴν οἰκοδομὴν τῶν σχολείων δευτέρας τάξεως, νὰ λαμβάνηται λ. χ. ἐξ ἑκάστου νομοῦ ἀριθμός τις δήμων, ὥστε νὰ οἰκοδομῶνται ἐν πᾶσι τοῖς νομοῖς διδακτήρια, καὶ ὄχι κατὰ προτίμησιν εἰς ἕνα ἢ εἴς τινας ἐκ τῶν νομῶν. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, τότε θέλω ἐκθέσει τὰς γνώμας μου, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἦναι σύμφωνοι μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργός, καθ’ ἃ προχθὲς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Διότι φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται καὶ κατὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων ὅ,τι συνέβη κατὰ τὴν ὁδοποιίαν· βεβαίως δὲν πρέπει τοιοῦτόν τι νὰ συμβῇ καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μέτρων περὶ δημοτικῶν διδακτηρίων. Καὶ τότε ἔκριναν οἱ κυβερνῶντες, ὅτι πρέπει συγχρόνως νὰ κατασκευάσωμεν ὁδοὺς πανταχοῦ τοῦ Κράτους, συνέβη δὲ νὰ δαπανηθῶσι πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν πολλαὶ δεκάδες ἑκατομμυρίων, αἱ πλεῖσται δὲ τῶν ἀναγκαιοτέρων ὁδῶν δὲν κατεσκευάσθησαν. Τὸν τρόπον αὐτὸν πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν κατὰ τὴν οἰκοδομὴν δημοτικῶν διδακτηρίων. Ὅταν θὰ ὑποβληθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, θέλω ἐκθέσει τὰς περὶ τούτου γνώμας μου.
§50ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὅταν λάβῃ γνῶσιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλω, θὰ πεισθῇ, ὡς ἐλπίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ἂν ὄχι πάντα, ἀλλὰ μέγα μέρος τῶν διδακτηρίων νὰ κατασκευασθῶσι συγχρόνως καὶ ἀντὶ τιμῆς ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ εὐθηνοτέρας. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, παρατηρῶ ὅτι, προκειμένου περὶ δημοτικῶν σχολείων, ὁ Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἔχει ἐξουσίαν. Ὁ ἐπιθεωρητὴς, αὐτὸς καὶ μόνος, δικαιοῦται νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ σχολεῖα, καὶ ὅταν πείθηται ὅτι σχολεῖόν τι ἔχει ἀνάγκην ἐπισκευῆς, τότε προτείνει τοῦτο εἰς τὸν οἰκεῖον δήμαρχον. Ὡς πρὸς δὲ τὸ Διδασκαλεῖον τὸ ἐν Τριπόλει, ὤφειλεν ὁ Διευθυντὴς αὐτοῦ νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην πρότασιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔπραξε τοῦτο· ὅταν τὴν ὑποβάλῃ, θὰ σπεύσω ἀμέσως νὰ διατάξω, ὅπως ἢ ἐπισκευασθῇ τὸ Διδασκαλεῖον, ἂν δέηται ἐπισκευῆς, ἢ μετενεχθῇ εἰς ἄλλο κτίριον, ἂν τὸ ὑπάρχον ἦναι τόσῳ ἑτοιμόρροπον, ὥστε νὰ ἦναι ἀνεπίδεκτον ἐπισκευῆς.
§51Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ ἐν Τριπόλει Διδασκαλείου ἀνέφερε περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ καταστήματος. Ὡς πρὸς τὰ δημοτικὰ δὲ σχολεῖα Τριπόλεως, ὁ νομὸς Ἀρκαδίας ἐστερεῖτο ἐπιθεωρητοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος. Δὲν εἶναι δὲ ὑπεύθυνοι οἱ δῆμοι νὰ καταβάλλωσι πρὸς ἐπισκευὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, διότι οἱ δῆμοι κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπεχρεώθησαν νὰ συνεισφέρωσι μόνον τὴν μισθοδοσίαν τῶν δημοδιδασκάλων. Θὰ εὕρητε δὲ, κύριε Ὑπουργὲ, ἐκθέσεις ὅλων τῶν ἀρχῶν τῆς Τριπόλεως, ὅτι τὰ οἰκοδομήματα τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ τοῦ Διδασκαλείου κατέστησαν ἐντελῶς ἑτοιμόρροπα, ἰδίως τὸ κτίριον τοῦ πρώτου δημοτικοῦ σχολείου.
§52Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ Πολιτεία δέον νὰ φροντίζῃ οὐ μόνον περὶ νόμων φορολογικῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ νόμων ἀφορώντων εἰς τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς τιμῆς τοῦ πολίτου. Ὑπεστήριξα ἄλλοτε, ὅτι ἡ μονομαχία, τὸ βάρβαρον αὐτὸ ἔθιμον, πρέπει νὰ ἐκλείψῃ διὰ νομοθετήματος ἀναλόγου, καὶ ὑπέδειξα, καὶ ὑποδεικνύω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἁπλούστατον μέσον πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἤτοι νὰ συγκαταδιώκωνται καὶ οἱ μάρτυρες καὶ νὰ δικάζωνται ἀπὸ τὸ πολιτικὸν δικαστήριον, ἀδιαφόρως τῆς ἰδιότητος τῶν μονομαχούντων. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία συμφέρον ἔχει νὰ βιῶσιν οἱ πολῖται ἐν ἐρρύθμῳ καταστάσει καὶ νὰ μὴ κινδυνεύῃ ἡ ζωή των ἔκ τινων τυχαίων γεγονότων, νὰ συντάξῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ θὰ εὐχαριστήσῃ τὸν πολὺν κόσμον. Θὰ παρακαλέσω ἀκόμη νὰ προνοήσῃ νομοθετικῶς καὶ δι’ ἄλλο ζήτημα, διὰ τὸ ζήτημα τῆς δημοσιογραφίας. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι προχθὲς ἠγόρευσα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τῶν ἀρχαιοκαπήλων, καὶ σᾶς ὀμνύω ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ, ὅτι οὔτε ἠξεύρω ποῖοι εἶναι οἱ ἤδη κατηγορούμενοι ὡς ἀρχαιοκάπηλοι, οὔτε θέλω νὰ τοὺς μάθω. Οὐδὲν ἧττον, διότι ἐπετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, σπεῖρα δημοσιογράφων καὶ ὑπαλλήλων, συνεργαζομένων ἀπὸ κοινοῦ, ἤρχισαν νὰ δημοσιεύωσιν ἀπὸ προχθὲς τὰς χειροτέρας δυσφημήσεις κατ’ ἐμοῦ, ἐκπληροῦντος τὸ καθῆκόν μου, ὡς Βουλευτοῦ. Δι’ αὐτὸ ἐσχέτισα τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὴν μονομαχίαν, διότι ἔχω συγγενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἤθελον καὶ διὰ τῆς μονομαχίας νὰ διδάξουν αὐτοὺς τοὺς ῥυπαρογράφους, ὅτι δὲν δικαιοῦνται νὰ διασύρουν τὴν τιμὴν τῶν πολιτῶν ἀτιμωρητί· μόλις δὲ καὶ μετὰ πολλῆς δυσκολίας ἡ φρόνησις κατίσχυσε νὰ τοὺς παρεμποδίσῃ. Ἕνα, Κύριοι, ἐντιμότατον πολίτην, διανύσαντα τὸν βίον αὐτοῦ ἐν ὑπηρεσίαις πρὸς τὴν πατρίδα, τὸν Διονύσιον Στεφάνου, τὸν λέγει ἡ «Παλιγγενεσία» λωποδύτην! Εἶναι δημοσιογραφία αὐτή; Ἐμὲ ἄλλη ἐφημερὶς μὲ λέγει Παππαδάκον!! Ἡ δύναμις τοῦ τύπου, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, οὕτω πως πρέπει νὰ ἐνασκῆται, ῥυπαρογραφικῶς, ὑβριστικῶς κατὰ τῆς τιμῆς τῶν πολιτῶν;
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ δὲν τοὺς καταγγέλλετε;
§54ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει νόμος ἐπαρκὴς πρὸς τοῦτο. Παρεδόθη ἡ δημοσιογραφία εἰς διεφθαρμένους τινὰς νέους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀποζήσουν ἐκ τῆς δημοσιογραφίας, καὶ οἱ ὁποῖοι χάριν τούτου εἰς οὐδὲν λογίζονται τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἄλλου. Αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὕβρισαν μὲ τὰ αἰσχρότατα ὀνόματα. Ἐξύβρισαν καπηλικώτατα τὴν οἰκογένειαν Μαυρομιχαλαίων, εἰς οὓς ὀφείλει ἡ πατρίς μας εὐγνωμοσύνην, καὶ ἠνάγκασαν δύο μέλη αὐτῆς, ἀρίστους πολίτας, ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους ἔφεραν εἰς ἀπόγνωσιν, νὰ αὐτοδικήσουν ὑπὲρ τῆς συκοφαντουμένης οἰκογενειακῆς των ὑπολήψεως, τὴν ὁποίαν χυδαίως ὕβριζε μία ἐφημερίς.
§55Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νομίζω δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑβρίζητε γενικῶς μίαν τάξιν ὁλόκληρον.
§56ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ ὅλους τοὺς δημοσιογράφους, ἀλλὰ τινὰς τούτων, ἤτοι τοὺς ῥυπαρογράφους. Ἔχουν δὲ καὶ ἄλλην τέχνην δολοφονικὴν, τάχα ὅτι ποιοῦνται συνεντεύξεις, ἃς δημοσιεύουν, καὶ δολοφονοῦν οὕτω τὴν τιμήν μας. Διότι δὲν τιμωροῦνται, καὶ πρέπει νὰ ἐπέλθῃ νόμος, δι’ οὗ σὺν τῇ φυλακίσει νὰ ἐπιβάλληται ὑπὲρ τοῦ ὑβρισθέντος καὶ κατὰ τοῦ ὑβριστοῦ καὶ χρηματικὴ ἱκανοποίησις, ἥτις ἤδη δὲν ἐπιβάλλεται, διότι ἡ τιμὴ δὲν ἀποτιμᾶται, καὶ εἶναι ἀσυγκρίτως κατωτέρα τῆς τιμῆς οἱαδήποτε χρηματικὴ ποσότης. Λοιπὸν ἡ πρόνοιά σας πρέπει νὰ στραφῇ καὶ εἰς τὸν τύπον. Πρέπει πρῶτον νὰ ἐπέλθῃ νόμος ἐπαρκὴς κατὰ τῶν δημοσιογράφων, περιλαμβάνων ποινὰς κατὰ τῶν ἐκδοτῶν καὶ συντακτῶν, καὶ ἀπαγγέλλων χρηματικὴν ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τοῦ ὑβριζομένου· πρέπει οἱ ζητοῦντες ἄδειαν πρὸς ἔκδοσιν ἐφημερίδος νὰ ὑποχρεῶνται εἰς χρηματικὰς ἐγγυήσεις, καὶ ἀφοῦ καταθέσωσι τοιαύτην χρηματικὴν ἐγγύησιν, θὰ ἴδωμεν, ἂν θὰ ὑβρίζουν τότε. Δεύτερον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀπαγορεύσῃ τοῦ νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις οἱ ῥυπαρογραφοῦντες δημοσιογράφοι· ἡ δὲ διάδοσις τῶν ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τῆς Βουλῆς λαμβανόντων χώραν νὰ γίνηται διὰ τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ἅτινα νὰ δίδωνται καὶ εἰς τοὺς δημοσιογράφους, καὶ οὕτω θὰ δημοσιεύωνται ἐν εἰλικρινείᾳ τὰ γινόμενα, καὶ οὐχὶ νὰ γράφουν ὅ,τι θέλουν οἱ δημοσιογράφοι, διαστρεβλοῦντες τὰς ἀγορεύσεις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου τάχιστα.
§57ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅπως ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς δημοσιογράφους νὰ παρίστανται εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων, νομίζω ὅτι τὸ παράλογον αὐτῆς θέλει ἀναγνωρίσει καὶ ὁ ἴδιος, διότι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, ὑφ’ ὃ πολίτευμα ζῶμεν. Ἀλλὰ ὑφ’ ὃ πολίτευμα ζῶμεν εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνωσι καὶ ὅσα ἄλλα νομίζει ὁ κύριος Βουλευτὴς ὅτι δύνανται νὰ γείνωσιν ἐναντίον τοῦ Τύπου. Πρῶτος ὁ Τύπος ἤγειρε φωνὴν περὶ τῆς ἀνάγκης νέου νόμου, καθορίζοντος τὰ τῶν εὐθυνῶν αὐτοῦ. Ὁ ὑπάρχων νόμος, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς φαίνεται ἐπιεικὴς ὑπὲρ τοῦ Τύπου, ἐξ ἄλλου εἶναι βαρύτατος, διότι εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ὀφείλω δὲ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἶμαι δημοσιογράφος καὶ ἤδη Βουλευτὴς, νὰ κάμω γνωστὸν, ὅτι πλειστάκις οἱ δημοσιογράφοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ βλέπωσι διατάξεις τοῦ νόμου ἀντισυνταγματικὰς ἐφαρμοζομένας ἐναντίον αὐτῶν. Ἂς λεχθῇ καὶ τοῦτο παρ’ ἐμοῦ σήμερον, ὅτε περιβάλλει καὶ ἐμὲ ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία, ὅτι οἱ δικαστικοὶ δὲν ἐσκέφθησαν ποτὲ νὰ συγκρίνωσι τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τὰς ἀναιρουμένας ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἵνα ἐφαρμόζωσι μόνον ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀναιροῦνται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Λησμονοῦμεν δὲ, Κύριοι, ὅταν ζητῶμεν περιορισμοὺς ἐναντίον τοῦ Τύπου, ὅτι τοὺς ζητοῦμεν ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, αἵτινες ἀποβλέπουσιν εἰς τιμωρίαν πράξεων ὄντως ἀξίων κολασμοῦ, οἷον ἐξυβρίσεως ἰδιωτῶν, πρῶτος ὁ Τύπος, ἐπαναλαμβάνω, ἤγειρε φωνὴν ὑπὲρ ψηφίσεως τοιούτου νόμου, πάσχων καὶ αὐτὸς ἐκ τοῦ ἰσχύοντος, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἐν τούτοις ποιούμενοι τοιαύτην σύστασιν δὲν πρέπει ἐξ ἀφορμῆς ἀτομικῆς νὰ ἐξυβρίζωμεν ὁλόκληρον τάξιν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἀμυνθῇ, καθ’ ὃν τρόπον προκαλεῖ ὁ κ. Σταυρόπουλος, καταχρώμενος τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν.
§58Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἑρμιονίδος δὲν θὰ ἦτο ἐναντίος μου. Ἡ ἀντιπρότασις, ἣν ποιεῖται, ἴσως εἶναι παράλογος. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον ἡ δημοσιογραφία ἤγειρε τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς Βασιλείας καὶ ἐνέβαλε ψύχωσιν διὰ τῶν ψευδολογημάτων της εἰς τοὺς Ἕλληνας νὰ εὑρίσκωνται εἰς διαρκῆ ταραχὴν κατὰ τοῦ Βασιλέως καὶ κατὰ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. Σεῖς οἱ μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἐφοβεῖσθε νὰ χάσητέ τι, ἡμεῖς ὅμως οἱ ἐν Ἀθήναις διετελοῦμεν εἰς μίαν οἱονεὶ ἐπαναστατικὴν κατάστασιν, ἀπειλούμενοι νὰ καταστραφῶμεν ὑπὸ ἀτάκτων στοιχείων.
§59ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Λέγετε, ὅτι σεῖς εἴχετε νὰ χάσητε. Σᾶς ὑπενθυμίζω, Κύριε, ὅτι ὑπῆρξεν ἐφημερίς, ἡ ὁποία ἐκινδύνευε νὰ χάσῃ τὸ πᾶν, κηρυχθεῖσα κατὰ τοῦ πολέμου, ὅταν τὸ ἔθνος ὁλόκληρον ἦτο ὑπὲρ τοῦ πολέμου.
§60ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δημοσιογραφία συνετέλεσε ψευδῶς εἰς τὸ νὰ καταδιωχθῇ εἷς χρηστὸς πολίτης, ὅτι δῆθεν ἐξύβρισε τὸν Βασιλέα εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ τὰ δικαστήρια δὲν εἶχον τὸ θάρρος ν’ ἀποφανθῶσιν ὑπὲρ τοῦ πολίτου. Συνετέλεσε προσέτι νὰ κατασκευασθῶσι δικαστικοί τινες ὡς ὑπερασπισταὶ τῆς Βασιλείας ἄνευ λόγου καὶ νὰ κερδοσκοπήσωσι πρὸς προαγωγήν. Εἷς τούτων εἶναι καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὅστις σήμερον δικάζων ἀπεκάλεσε μὲ τὰ ὑβριστικώτερα ὀνόματα τοὺς καλλιτέρους πολίτας τοῦ Πειραιῶς. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔφερεν ὁ τύπος, τοῦ ὁποίου τὸ θράσος ἂν δὲν ἀναστείλητε, ὅλοι κινδυνεύετε. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ ὑβρίζησθε ἀδιακόπως ὑπὸ ἀνευθύνων ῥυπαρογράφων.
§61Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι ἡ φύσις τῆς δημοσιογραφίας εἶναι τοιαύτη, ὥστε πλειστάκις ὑπὸ δυνάμεώς τινος ὑπερτέρας ἀγομένη παρεκκλίνει τῆς εὐθείας ὁδοῦ. Ὡς δημοσιογράφος, πολλάκις εὑρέθην εἰς δυσχερεστάτην θέσιν μεταξὺ τοῦ καθήκοντος τοῦ νὰ μεταδώσω τὴν ἀλήθειαν πρὸς τὸ κοινὸν καὶ τῆς συναισθήσεως, ὅτι διὰ τῆς ἀληθείας αὐτῆς προσεβάλλοντο πρόσωπα καὶ συμφέροντα. Εὑρίσκεται ὁ τύπος οὕτω μεταξὺ σφύρας καὶ ἄκμονος. Ἐντεῦθεν δυσχερὴς καθίσταται ἡ νομοθέτησις μέτρων, δι’ ὧν ὁ τύπος ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν του, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ μὴ προσβάλλῃ πρόσωπα ἢ συμφέροντα. Διὰ τοῦτο οὔτε ἐν Ἀγγλίᾳ, οὔτε ἐν Γαλλίᾳ, οὔτε ἀλλαχοῦ ὑπάρχει νόμος τέλειος, ὁ ὁποῖος νὰ ἱκανοποιῇ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ δικαιώματα τῆς κοινωνίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μὴ παρακωλύῃ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ προορισμοῦ τοῦ τύπου. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς ὁ περὶ τύπου νόμος εἶναι ἀτελέστατος· δὲν προβλέπει τὰς περιπτώσεις τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἡ πρόοδος τῆς κοινωνίας καὶ ἡ πρόοδος αὐτῆς τῆς Πολιτείας. Δι’ ὃ ἀναμφισβήτητος ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου, προβλέποντος τὰς νέας αὐτὰς περιπτώσεις, δὲν παραδέχομαι ὅμως τὴν ἰδέαν τοῦ φιλτάτου συναδέλφου κ. Σταυροπούλου, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι δρακόντεια μέτρα. Ὁ τύπος εἶναι ἀπαραίτητος εἰς Πολιτείαν κοινοβουλευτικῶς λειτουργοῦσαν. Ἄνευ τοῦ τύπου ἀδύνατον καὶ ἐπὶ μίαν ἡμέραν νὰ λειτουργήσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καὶ ἵνα ὑπάρξῃ τύπος, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν τινὰ, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ὑπάρξῃ καὶ πραγματικὴ εὐθύνη αὐτοῦ. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀδύνατον· δεῖται βεβαίως πολλῆς μελέτης, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀνέφικτον. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐπιτευχθῇ νόμος, παρέχων τὴν ἀπαραίτητον ἐλευθερίαν εἰς τὸν τύπον διὰ τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, καὶ ἐξ ἄλλου νὰ ἐξασφαλίζῃ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἀτόμου. Ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει περὶ τούτου τὸ ταχύτερον, διότι ὁμολογουμένως, καὶ παρὰ τὴν θέλησιν ἐνίοτε καὶ παρὰ τὸν πόθον τῶν διευθυντῶν τῶν ἐφημερίδων, παρεισδύουσι καταχωρίσεις, προσβάλλουσαι δικαιώματα καὶ συμφέροντα, στιγματίζουσαι πρόσωπα, καὶ φέρουσι πολλάκις βλάβην ἀνεπανόρθωτον· ἀλλὰ τὸ κακὸν πολλάκις τελεῖται ἐν ἀγνοίᾳ τῶν διευθυντῶν, διότι δὲν ἐπαρκεῖ εἷς διευθυντὴς πρὸς ἐπίβλεψιν. Ὅτε ἐδημοσιογράφουν, ἠγειρόμην συχνὰ εἰς τὰς 3 μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἵνα ἐπιβλέπω τὰς σελίδας τῆς ἐφημερίδος κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκτυπώσεως, φόβῳ παρεισδύσεως δημοσιευμάτων ἐπιβλαβῶν. Πλὴν φρονεῖτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἷς ἄνθρωπος νὰ ζῇ οὕτως ἀδιακόπως; ἀδύνατον. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ὁ νόμος νὰ τιμωρῇ τὸν διευθυντήν, ὁσάκις ἀποδεικνύεται, ὅτι διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ. Ὁ νόμος πρέπει νὰ κολάζῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὸ δημοσίευμα, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐννοεῖται, ὅτι ὁ διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος δὲν θέλει ὑποδεικνύει ὡς συντάκτας τῶν κολασίμων δημοσιευμάτων ἀνθρώπους μετερχομένους τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὑπευθύνου συντάκτου· ἄλλως νὰ εὐθύνηται ὁ ἴδιος. Ὅταν ὅμως προσάγῃ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ δημοσίευμα εἶναι προϊὸν τοῦ καλάμου τούτου ἢ ἐκείνου, διατὶ νὰ στρέφηται ὁ νόμος κατὰ τοῦ διευθυντοῦ, ἀφοῦ εἶναι γνωσταὶ αἱ δυσχέρειαι τοῦ ἔργου του;
§62Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητοῦμεν περὶ τύπου τώρα;
§63ΔΟΥΝΗΣ. Εὑρίσκω δὲ καὶ αὐστηρὰν τὴν κρίσιν τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι πρέπει νὰ παύσωσι παριστάμενοι ἐνταῦθα οἱ δημοσιογράφοι· τοὐναντίον εἶναι ἀπαραίτητοι καὶ ἀναγκαῖοι. Εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ ἐγὼ ἔχω παράπονον κατὰ τῶν πρώην συναδέλφων, διότι σπανιώτατα μεταδίδουσι τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἐνταῦθα λεγομένων· τοῦτο δὲ βλάπτει οὐσιωδῶς αὐτὴν τὴν κοινωνίαν, τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ ἐξυπηρετήσωσι, διότι μεταδίδουσι περὶ ἡμῶν σκέψεις καὶ λόγους, τοὺς ὁποίους ἄνθρωποι μόνον παραλογιζόμενοι δύνανται νὰ ἐκφέρωσι· τίνα γνώμην δὲ θὰ σχηματίσῃ ἡ κοινωνία περὶ τῆς Βουλῆς, τίνα ἐμπιστοσύνην δύναται νὰ ἔχῃ περὶ ἡμῶν, συζητούντων καὶ νομοθετούντων, ὅταν βλέπῃ ἡμᾶς παραλογιζομένους; Τὸ ἐκ τούτου κακὸν εἶναι μέγα. Οἱ δημοσιογράφοι λέγουσιν, ὅτι δὲν ἀκούουσι καλῶς καὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται τὰ λεγόμενα· διατὶ τότε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ μὴ κατασκευάσωμεν εἰδικὰ θεωρεῖα εἰς τὰς δύο γωνίας τῆς αἰθούσης; Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἤμεθα αὐστηροὶ πρὸς τοὺς δημοσιογράφους, πρέπει νὰ παράσχωμεν καὶ πάντα τὰ μέσα, ἵνα ἀντιλαμβάνωνται τῶν λεγομένων, καὶ τότε δικαιούμεθα νὰ ἀξιῶμεν τὴν ἀποβολὴν αὐτῶν ἐκ τῆς Βουλῆς, διότι τότε πᾶσα οὐσιώδης ἀνακρίβεια ἤθελε προέλθει ἐκ κακοβουλίας εἴτε καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐναντίον μέλους τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ ζήτημα δεῖται πολλῆς προσοχῆς καὶ μελέτης, καὶ μάλιστα εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται τῆς συζητήσεως σοβαρωτάτων νομοσχεδίων· αἱ δὲ σκέψεις καὶ ἰδέαι τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ μεταδίδωνται ἀκριβῶς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι οὕτω θέλει ἐνισχύεσθαι τὸ νομοθετικὸν ἔργον αὐτῆς. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητος ἡ τοῦ τύπου συνδρομή. Ὅταν δὲ ὁ τύπος δὲν συντρέχῃ τὴν Βουλήν, ἢ τὴν συντρέχῃ καθ’ ὃν τρόπον καὶ νῦν, τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς καθίσταται μάταιον, διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ νομοθετῶμεν, πρέπει νὰ γείνῃ γνωστὸν καὶ τὸ πνεῦμα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ὅπως ἀποδεχθῇ ἡ κοινωνία μετὰ πλήρους ἐμπιστοσύνης τὰ νομοθετικὰ ἡμῶν ἔργα. Εἶναι ἔργον πατριωτικὸν ἐκ μέρους τῆς δημοσιογραφίας νὰ παρέχῃ εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα τὴν συνδρομήν του καὶ μεταδίδῃ τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα ὅσον οἷόν τε ἀκριβέστερον καὶ μὲ πνεῦμα ὑψηλόφρον, ἵνα οὕτως ἡ νομοθετικὴ ἐργασία περιβάλληται τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης τὰ νομοθετήματα βαθέως ῥιζοῦνται παρὰ τῷ λαῷ καὶ παράγουσι τοὺς προσδοκωμένους ὠφελίμους καρπούς.
§64Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς νὰ ἀνήρχετο ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅταν οὐχὶ αὐτὸς, ἀλλ’ ἄλλος θὰ ἦτο ὁ ἀδικηθεὶς ὑπὸ τοῦ τύπου. Ἀτυχῶς συνηθίζομεν νὰ κραυγάζωμεν τότε μόνον, ὅταν ἡμεῖς γινώμεθα τὰ θύματα οἱασδήποτε ἀδίκου τῶν ἄλλων πράξεως, ὅταν δὲ πρὸ ἡμῶν βλέπωμεν τὰ καθημερινὰ τοιαῦτα τῶν ἀρχῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, τότε σιωπῶμεν. Ζητεῖτε δικαιοσύνην παρὰ τῆς κοινωνίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ συγκαταλέγεται ὁ τύπος, ὅταν ἡ Πολιτεία ἀδυνατῇ νὰ παράσχῃ τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν κοινωνίαν! Ζητεῖτε παρ’ αὐτῆς δικαιοσύνην, καὶ ὅταν ἐγκλείωνται εἰς τὰς φυλακὰς πολῖται παρὰ τὸν νόμον, παρὰ τὸ Σύνταγμα, πάντες σιωπᾶτε. Ἀλλ’ ἁπανταχοῦ ἡ Πολιτεία προΐσταται εἰς τὴν ἔμπνευσιν τοῦ περὶ δικαίου αἰσθήματος παρὰ τῷ λαῷ. Ὅπου δὲ τοιαύτη Πολιτεία ὑπάρχει, οὐδεὶς ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἀδικήσῃ. Ὑπάρχουσι νόμοι παρ’ ἡμῖν, καὶ ὁ παραβάτης τῶν νόμων δέον νὰ τιμωρῆται. Ἀλλ’ αἱ προσδιωρισμέναι πρὸς τιμωρίαν ἀρχαί,—καὶ ὁμιλῶ εἰδικῶς περὶ τοῦ ἀδικήματος τῆς ἐξυβρίσεως, διότι περὶ τούτου πρόκειται σήμερον, —τὰ δικαστήρια, δὲν ἐμπνέονται ἐκ τῆς ἀπολύτου δικαιοσύνης κατὰ τὰς εἰδικὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἐκδικάζουσιν. Ἀποδεικνύω δ’ ὅ,τι λέγω. Ἐρρίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς ἄνδρες τιμήσαντες τὸν τύπον, καὶ ἐρρίφθησαν ἐκεῖ, ἔχοντες ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ δίκαιον. Ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν νόμοι, ὑπάρχει Σύνταγμα, ἐν ᾧ ἀναγράφεται ῥητῶς, ὅτι οἱ ὑποπίπτοντες εἰς πολιτικὰ ἀδικήματα δὲν προφυλακίζονται, ἢ μᾶλλον ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀποφυλάκισις αὐτῶν ὑπὸ τῶν Συμβουλίων μετὰ προηγουμένην ἐγγύησιν. Καὶ ὅμως ἐν τοῖς Συμβουλίοις τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ ἐν τοῖς Συμβουλίοις τῶν Ἐφετῶν καὶ παρ’ αὐτῷ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ δὲν ὑπῆρξε μία φωνὴ, ἡ ὁποία νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς νόμους, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος. Ὑπάρχει τοσαύτη δειλία παρ’ ἡμῖν, ὥστε ἐθέσαμεν ἄλλους ἀνωτέρους τῶν νόμων! Νὰ σεβασθῶμεν πρῶτον ἡμεῖς τὸν νόμον, καὶ τότε ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν παρὰ τῶν ἄλλων τὸν σεβασμὸν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς. Ὅταν κατά τι ταξείδιόν του ἐγένετο ἀπόπειρα δολοφονίας κατὰ τοῦ Ναπολέοντος τοῦ Γʹ, ὁ ἀποπειραθεὶς τὴν δολοφονίαν κατέφυγεν ἐπὶ τοῦ Βελγικοῦ ἐδάφους. Ἐζητήθη τότε ὑπὸ τοῦ πανισχύρου Αὐτοκράτορος τῆς Γαλλίας ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐγκληματίου εἰς τὰς Γαλλικὰς ἀρχὰς, ἀλλὰ τὰ δικαστήρια τοῦ Βελγίου, μεθ’ ὅλην τὴν πίεσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶπον: «ἔχομεν Σύνταγμα», —ὡς καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα ἔχομεν ὅμοιον ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιστάσει—«καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις τῶν διαπραττόντων πολιτικὰ ἀδικήματα»· καὶ ἀπεφάνθησαν κατὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐγκληματίου, καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βελγίου ἠρνήθη ταύτην εἰς τὸν ἰσχυρὸν τότε Ναπολέοντα. Ἀλλ’ εἶχον τὸ θάρρος τὰ δικαστήρια ἐκεῖνα νὰ εἴπωσι τὴν γνώμην των, καὶ ἐπροτίμησε νὰ κινδυνεύσῃ τὸ Βέλγιον πρὸ τῆς ὀργῆς τοῦ Ναπολέοντος, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ παραβιάσῃ, νὰ καταφρονήσῃ τοὺς νόμους του. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο τὸ Βέλγιον εἶναι Βέλγιον. Πρὶν ἢ διὰ τοῦτο ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου διὰ τῆς δικαιοσύνης, μεγάλα δεσμὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θέσωμεν εἰς τὸν τύπον. Ἔπρεπε νὰ λάβῃ ταῦτα πάντα ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφός μου, ὅστις εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ μετενόησεν ἤδη δι’ ὅσα εἶπε, ἔπρεπε νὰ κρίνῃ ὡς προσωπικὸν ζήτημα τὴν γενομένην κατ’ αὐτοῦ ἀδικίαν. Εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα καὶ αὐταὶ αἱ ὕβρεις κατὰ τῶν πολιτικῶν, τῶν δημοσίων προσώπων δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται τοσοῦτον ὑπ’ ὄψιν, ὥστε νὰ προκαλῶσι μεγάλας κατὰ τοῦ τύπου ἀξιώσεις. Τὸν Πὶτ καὶ τὸν Πὴλ καὶ ἄλλους ἐν Ἀγγλίᾳ πολιτικοὺς ἄνδρας ἀπεκάλεσαν κακούργους καὶ κλέπτας καὶ λῃστὰς, οὐδέποτε ὅμως ἐσκέφθησαν ἐκεῖ περὶ ὅσων ζητεῖτε, ἵνα ἡμεῖς σκεφθῶμεν. Διότι τῶν πολιτικῶν προσώπων ἡ ἐπιτυχὴς ἄμυνα κατὰ τῶν ἀδίκων ἐπιθέσεων εἶναι αἱ δημόσιαι αὐτῶν πράξεις καὶ ἐνέργειαι. Ἄλλον βεβαίως φέρουσι χαρακτῆρα αἱ κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ οἰκογενειακοῦ βίου ἐξυβρίσεις. Κατὰ τοιούτων παρεκβάσεων ἠδύναντο νὰ ἐπαρκῶσι τὰ δικαστήρια καὶ μὲ τοὺς ὑφισταμένους νόμους. Ἐπαναφέρωμεν διὰ τοῦτο τὸ ἀπολεσθὲν συναίσθημα περὶ τοῦ δικαίου μεταξὺ ἡμῶν, καὶ μὴ ἀπαιτῶμεν νὰ ἦναι ὁ τύπος ἀνώτερος τοῦ περιβάλλοντος αὐτόν. Μὲ τὴν ἐπικρατοῦσαν κατάπτωσιν τοῦ συναισθήματος αὐτοῦ γενικῶς παρ’ ἡμῖν εἶναι θαῦμα, πῶς ἔχομεν καὶ αὐτὸν τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον ἔχομεν. Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως νομοσχεδίου περὶ τύπου, οὗ ἡ ὑποβολὴ προκαλεῖται, τότε εἴμεθα ἐν καιρῷ νὰ ἐκθέσωμεν τί καλὸν καὶ τί κακὸν ἔπραξεν ὁ τύπος ἐν Ἑλλάδι, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι θὰ πεισθῶμεν τότε, ὑπολογίζοντες καὶ τὸ μὲν καὶ τὸ δὲ, ὅτι καὶ ὁ τύπος συνετέλεσε νὰ διατηρήσωμεν καὶ τὰς σημερινὰς ἐλευθερίας, ὧν ἀπολαύομεν.
§65Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τὸ ἀναφυὲν ζήτημα, Κύριοι, εἶναι σπουδαιότερον ἢ ὅσον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς φαίνεται. Καὶ ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις ἠγέρθη τοῦτο, καὶ ἐν Ἐθνικαῖς Συνελεύσεσι, προκειμένου νὰ καταρτισθῶσι καταστατικοὶ τῆς Πολιτείας νόμοι. Ἐν τούτοις, μετὰ μακρὰς ἀγορεύσεις καὶ πολύτροπον τοῦ πράγματος ἐξέτασιν, καὶ ἀπὸ δογματικῆς καὶ πρακτικῆς ἀπόψεως ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου ὠφέλησε μᾶλλον τὰς κοινωνίας καὶ πολιτείας. Ἐν φιλελευθέροις συνταγματικοῖς Κράτεσι δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται καὶ σπουδαία ἡ συζήτησις, ἂν ὁ τύπος δέον νὰ περιορισθῇ νομοθετικῶς. Ἐκ τῶν προτέρων νόμοι προληπτικὸν ἢ κατασταλτικὸν ἔχοντες περὶ τύπου πνεῦμα ἀναφαίνονται καὶ εἶναι εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ καλῶς νοούμενον Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ὁ θέλων ὁπωσδήποτε νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, θὰ ἐζήτει νὰ περιορίσῃ τῆς ἐλευθερίας τὴν κυριωτέραν ἔκφανσιν. Ἐὰν δέ τις ἐνίοτε παρατηρῇ παρεκτροπὰς τῆς Ἑλληνικῆς δημοσιογραφίας, ὀφείλομεν ὅμως ἐπίσης νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι αὐτὴ ἐγένετο ὁ κῆρυξ καὶ προασπιστὴς τῶν προοδευτικωτέρων ἰδεῶν. Διατί νὰ μὴ θέλωμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν καὶ τὴν ἐργασίαν αὐτῆς τὴν ἐν τισιν ἀληθῶς ῥηξικέλευθον; Ἐὰν δέ τις πάλιν ἀδικῆται, μὴ δὲν ἱκανοποιῆται εἶτα ἢ παρ’ αὐτῆς ταύτης τῆς δημοσιογραφίας, ἢ παρὰ τῆς Δικαιοσύνης, προσφεύγων αὐτῇ; Ἀλλά τινες μὲν λέγουσιν, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη, φοβουμένη ἐπικρίσεις, τόσῳ εὐχερεῖς τοῖς δημοσιογράφοις, δὲν τιμωρεῖ τούτους δεόντως, ἄλλοι δὲ πάλιν, ὅτι ὑπείκουσα ἀνωτέραις ἐπηρείαις, ὑπὲρ τὸ δέον αὐστηρῶς τιμωρεῖ καὶ καταδιώκει τούτους. Ἀλλ’ οὕτως ἐγείρεται ἕτερον ζήτημα, ἀφορῶν πλέον εἰς τὴν Δικαιοσύνην αὐτὴν, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν. Ἀλλ’ ἵνα καταρτισθῇ ἡ Δικαιοσύνη ὡς δεῖ, χρῄζομεν νομοθετημάτων, δυναμένων νὰ ὑψώσωσιν αὐτὴν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν. Ἡ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφομένη ἰσοβιότης δὲν ἤρκεσεν, ὅπως ὁ δικαστὴς πράγματι καταστῇ οἷος ἔδει νὰ ἦναι. Μόλις δὲ μετὰ ἐξέτασιν πολυετῆ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐπικρατοῦσαν κατάστασιν ζητημάτων εἴδομεν Κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, κηρύσσουσαν μεταρρυθμιστικὸν πρόγραμμα καὶ ὑποβάλλουσαν νομοσχέδια, ὧν τινα, ἐν πολλοῖς διορθούμενα καὶ ἐπιψηφιζόμενα, θὰ βελτιώσωσιν ἴσως τὰ κακῶς ἔχοντα. Ἂν δὲ πάλιν τὸ μεταρρυθμιστικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ὅλα δὲν φαίνηται οἷον ἀνέμενέ τις νὰ ἦναι, παρέχεται ὅμως ἀφορμή, ἀναγνωρισθείσης ἐπισήμως τῆς ἀνάγκης, εἰς σπουδαιοτέρας νομοθετικὰς ἐργασίας. Ὡς πρὸς δὲ τὸ περὶ τύπου νομοσχέδιον, οὗτινος τὴν ὑποβολὴν ᾐτήσαντο, ἂν τοῦτο εἰσαχθῇ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς τῆς ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεως, εἰμὶ βέβαιος, ὅτι ἡ ἐπικρατήσουσα γνώμη ἔσται κατὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τύπου. Διότι οὕτως ἢ ἄλλως πάντοτε οἱ ὁπωσδήποτε περιορισμοὶ ἐλευθεριῶν, ἀνεγνωρισμένων ὑπὸ τῶν καταστατικῶν νόμων τῆς Πολιτείας, εἰσὶν ἀποδοκιμαστέοι, ἅτε ἀντισυνταγματικοί, καὶ ὑπὸ συντηρητικῶν καὶ ὑπὸ φιλελευθέρων. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἄν ποτε ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτο νομοσχέδιον, νὰ ἀποκρούσω τοῦτο. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἐν γένει οἱ κατ’ αὐτοῦ λόγοι ἔσονται ἰσχυροί, ἅτε σύμφωνοι πρὸς τὰς σημερινὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀληθῶς ἐλευθέρων καὶ καλῶς συντεταγμένων πολιτειῶν.
§66Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ἐλησμόνησεν ἐν τῇ ἐξάψει του τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ὁ τύπος προσήνεγκε πολλάκις καὶ προσφέρει εἰς τὸν τόπον, ὑπηρεσίας ἀληθῶς ἐθνικὰς, διότι πολλάκις σχεδὸν κατὰ κανόνα προηγήθη ὁ τύπος τῆς ἐκδηλώσεως τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος. Ὁ τύπος ὁμολογουμένως εἰς τὴν Ἑλλάδα προώδευσε καταπληκτικῶς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καὶ προέτεινε πάντοτε τὸ στῆθος εἰς πολλὰ ζητήματα. Κατηγορήθη ἐν αὐτῇ τῇ αἰθούσῃ, καὶ σήμερον ἔτι, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἐθνικὰς περιπετείας ὁ τύπος ἐξῆψε τὸ ἐθνικὸν φρόνημα. Ἐν τούτοις οὐδεὶς γνωρίζει, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἔξαψιν αὐτὴν εἰς τὸν τύπον, ἢ ἐὰν καὶ ὁ τύπος συνεξήφθη μεθ’ ὅλου τοῦ τόπου. Ἐπίσης κατηγορήθη, ὅτι ἔφερε πολλάκις ὁ τύπος τὰ πράγματα εἰς δεινὸν σημεῖον κατὰ τῆς Βασιλείας· ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ συνάδελφος, ὅτι μετὰ τὰ ἐθνικὰ δυστυχήματα, ὅτε ἠπειλεῖτο δεινοτέρα ἔτι ἐθνικὴ συμφορά, ὁ τύπος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ ἔπρεπε νὰ σταθοῦν, καὶ ὅλοι πρέπει νὰ συναισθανώμεθα τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκε τότε οὗτος εἰς τὸν τόπον. Ἀκόμη προχθὲς εἷς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν εἶπεν, ὅτι εἰς ἓν ζήτημα ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἐνεργήσῃ ἐκ τῆς ἐφημερίδος «Ἀκροπόλεως». Ἑπομένως μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα νηφάλιοι εἰς τὰς σκέψεις μας, καὶ νὰ μὴ λαμβάνωμεν ἀφορμὴν ἐξ ἑνὸς γεγονότος, ἵνα ἐρχώμεθα καὶ κραυγάζωμεν ἐναντίον ὁλοκλήρου τῆς τάξεως τῆς δημοσιογραφίας, ἀλλ’ ἐὰν βλέπωμεν τὸ σκιερὸν μέρος, νὰ βλέπωμεν συγχρόνως καὶ τὸ φωτεινόν.
§67Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἤμην δημοσιογράφος ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε μετῆλθον τοιαύτην γλῶσσαν. Ἀκούσατε ποίαν ἐλευθερίαν τύπου ζητεῖ ὁ κ. Γουναράκης καὶ οἱ λοιποὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. (Ἀναγινώσκει περικοπὴν ὑβριστικὴν ἔκ τινος ἐφημερίδος). Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ τύπου εἰς τὸν τόπον, τὸ νὰ ἐξυβρίζῃ διηνεκῶς. Ἠξεύρετε καὶ ποία ἄλλη εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ τύπου; Ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, ὁ εὐεργέτης τῆς Ἑλλάδος, ἐδολοφονήθη συκοφαντηθεὶς ὑπὸ τοῦ τύπου· ἡ πατρίς μας ἠτιμάσθη καὶ διατελεῖ ἄτιμος ἕνεκα τῆς δημοσιογραφίας. Ὁ Σεϊφουλλὰχ κατὰ τὸν πόλεμον δὲν εἶχε τμῆμα πληροφοριῶν περὶ τῶν κινήσεων τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, διότι εἶχεν ἐφημερίδας ἑλληνικάς.
§68ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν θὰ εἴπω παρὰ ὀλίγας λέξεις, διότι δυστυχῶς καὶ ἡ φωνή μου δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ εἴπω πολλὰ περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ τύπου. Νομίζω ὅτι ὁ συνάδελφος παρεξηγήθη. Οὗτος παρετήρησεν, ὅτι τὴν διὰ τοῦ τύπου κατὰ προσώπων παρεκτροπὴν πολλάκις δυστυχῶς ἐνεθάρρυνεν ἡ κακὴ τοῦ νόμου λειτουργία ὡς πρὸς τοῦτο. Καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ νομοσχεδίου, ἑτοιμαζομένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ τύπου, ἤθελον συστήσει αὐτῇ νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ κατηρτισμένον προσηκόντως. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ὁ τύπος προσέφερε καὶ προσφέρει εἰς τὸ πολίτευμα καὶ εἰς τὴν πατρίδα. Ἀλλ’ ἐπίσης δὲν πρέπει ν’ ἀρνηθῇ τις, ὅτι καὶ κακὰ ὁ τύπος ἐν τῇ λειτουργίᾳ του ἔφερεν. Ἀφ’ ὅτου εἰσήχθη ἐν τῷ τύπῳ ὁ συναγωνισμός, ἀφ’ ὅτου ἰδίως ἀνεπτύχθη πνεῦμα κερδοσκοπίας, τοῦτο ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀπέναντι τῶν γενικῶν συμφερόντων. Φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ ἡ Πολιτεία, κακῶς ἐφαρμόζουσα τοὺς νόμους, δὲν ἔθεσε φραγμὸν εἰς τὰς ὑπερβασίας, καὶ τὰς ἐν ὥρᾳ τοῦ πολέμου καὶ τὰς κατόπιν, ἀφοῦ ὁ νόμος ἐδικαίου αὐτὴν νὰ λάβῃ μέτρα. Οὕτω καὶ σήμερον ἐλέχθη, ὅτι ἡ δημοσίευσις τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κατὰ τὴν Ἤπειρον στρατοῦ εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ θεωρεῖ μυστικὸν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου. Ἄν ἐθεώρει αὐτὸ μυστικὸν, ἠδύνατο νὰ καταδιώξῃ οὐχὶ τὸν παραδόντα μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν δημοσιεύσαντα αὐτό. Ἔχει ὁ περὶ τύπου νόμος διάταξιν, καὶ ἠδύνατο νὰ τεθῇ αὕτη εἰς ἐνέργειαν. Δυστυχῶς, ὅπως παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Γουναράκης, καὶ ἡ λειτουργία τῶν δικαστηρίων συνετέλεσεν εἰς τὴν μὴ περιστολὴν τῶν παρεκτροπῶν τοῦ τύπου. Πολλάκις καὶ αὐτὰ ἔβλαψαν. Ἄς ὁμολογήσωμεν, ὅτι τῆς σημερινῆς ἐποχῆς χαρακτὴρ εἶναι καὶ ἡ σπάνις χαρακτήρων ἰσχυρῶν, ἡ ἔλλειψις συνήθως θάρρους καὶ ἀνδρείας ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος. Δικαστικὰ πρόσωπα ἐφάνησαν σαλευόμενα μεταξὺ τοῦ φόβου τῆς δημοσιογραφίας καὶ τοῦ φόβου τῆς Κυβερνήσεως. Συνάδελφος πρὸ ὀλίγου μοὶ ἐγνώρισεν, ὅτι παρέστη εἰς συνεδρίασιν Πλημμελειοδικείου τινὸς, καθ’ ἣν εἰσήγαγεν ἡ Εἰσαγγελία τριακοντάδα δικῶν περὶ ἐξυβρίσεως διὰ τοῦ τύπου, διὰ νὰ κηρύξῃ αὐτὰς τὸ δικαστήριον παραγεγραμμένας! Διατὶ τὰς ἀφῆκε νὰ παραγραφῶσι; Διότι οἱ Εἰσαγγελεῖς ἴσως ἐφοβοῦντο τὸν τύπον. Ἐὰν δὲ, ὡς ἐρρήθη, δημοσιογράφος τις κατεδικάσθη ἀδίκως, βεβαίως θὰ κατεδικάσθη ἀπὸ ἀντίθετον πνεῦμα. Ταῦτα πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ νὰ συντάξῃ καλὸν νόμον περὶ τύπου. Πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὴν διαδικασίαν ὡς πρὸς τὴν ἐξύβρισιν κατὰ προσώπων καὶ νὰ κανονίσῃ τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐπέρχηται ἄμεσος καὶ τάχιστα καὶ ἄνευ πολλῶν διατυπώσεων ἡ ἀνόρθωσις διὰ τῆς τιμωρίας τοῦ ὑβριστοῦ, νὰ ἐπιβάλλωνται δὲ καὶ ποιναὶ χρηματικαί. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλοῦν· ἐξ ἐναντίας χρήζει προσεκτικῆς διατυπώσεως, ἀλλὰ πάντοτε εἶναι ἀνάγκη ταχείας προνοίας. Φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ καλῶς, ἐπισπεύδουσα τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ προνοήσῃ καὶ νὰ σεβασθῇ καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν τύπον, ἀλλὰ καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν πρέπει ἐπίσης νὰ καταστήσῃ σεβαστά.
§69Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 7ης Ἀπριλίου, δηλαδὴ πρὸ 45 ἡμερῶν περίπου, ὑπέβαλον ἐπερώτησιν ἢ μᾶλλον παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτουν, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ παράσχῃ μερικὰς πληροφορίας σχετικὰς πρὸς ζητήματα ἀναφυέντα ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς ἢ μᾶλλον ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῶν 8 ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τῶν εἰς Θεσσαλίαν παλιννοστησάντων Θεσσαλῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε, νομίζω, χθὲς, ὅτι ἐζήτησε τὰς πληροφορίας ταύτας παρὰ τοῦ κ. Νομάρχου Τρικκάλων, ὁ ὁποῖος μέχρι σήμερον δὲν ὑπέβαλε τοιαύτας. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι ἡ μὴ παροχὴ τῶν πληροφοριῶν μέχρι σήμερον ἐκ μέρους τοῦ κ. Νομάρχου δὲν ὀφείλεται εἰς δυσχερείας περὶ τὴν παροχὴν ἢ περὶ τὴν συλλογὴν τῶν τοιούτων πληροφοριῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀμέλειαν τοῦ κ. Νομάρχου Τρικκάλων, ἢ μᾶλλον τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Νομαρχίας Τρικκάλων, διότι αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν εἶναι ἐκ τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων, διὰ τὰς ὁποίας χρειάζεται πολὺς χρόνος καὶ μεγάλη ἐργασία. Ἄν ἀπηυθύνετο πρὸς τὸ Ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Τρικκάλοις, θὰ ἐλάμβανε τὸν κατάλογον ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐχορηγήθη μέρος ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 8 ἑκατομμυρίων. Ὡς πρὸς τὸν κατάλογον ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐχορηγήθη ξυλεία ἐκ τοῦ χωρίου Γριζάνου, ὁ κ. Νομάρχης δὲν εἶχεν ἐπίσης παρὰ νὰ διατάξῃ τὴν ἀντιγραφὴν ἑνὸς καταλόγου, τὸν ὁποῖον ἔχει εἰς τὸ γραφεῖόν του. Καὶ ἄλλην πληροφορίαν ἐπίσης ἐζήτησα περὶ πολιτῶν ὑποστάντων ζημίας κατὰ τὴν ὑποχώρησιν τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων ἐκ Τρικκάλων, ἐνῷ δὲ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὁ Διευθυντὴς τῆς Νομαρχίας εἶναι ἕτοιμος νὰ παράσχῃ ταύτην, καθ’ ἃς ἐγὼ ἔχω ἀσφαλεῖς πληροφορίας, ἐν τούτοις δὲν ἔπραξε τοῦτο, τοὐλάχιστον μέχρι χθές, ὅτε ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Νομάρχην νὰ σπεύσῃ νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ 45 ἡμερῶν, ἐπαναλαμβάνω, ἐζήτησα, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς οὐσιωδέστατα συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μου. Ὁ ἐκ Λαρίσης ἔντιμος συνάδελφος κ. Καραστέργιος ἐπίσης ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν ἀπὸ τῆς 7ης Ἀπριλίου, διὰ τῆς ὁποίας μεταξὺ τῶν ἄλλων παρεκάλει τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ κατοθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφον τῆς ὑπὸ τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα συνταχθείσης διαθήκης. Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς ἄλλο μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, παρέλειψε νὰ καταθέσῃ καὶ τὸ ἀντίγραφον τῆς διαθήκης ταύτης. Τοῦτο μὲ ἀναγκάζει νὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως κατατεθῇ ἡ διαθήκη αὕτη, ἡ ὁποία ἐν πολλοῖς θὰ χρησιμεύσῃ ἡμῖν, προκειμένου περὶ ζητημάτων ἐπειγόντων, ἀναφυέντων ὡς ἐκ τῆς κακῆς ἑρμηνείας καὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου ἀνδρός. Μίαν περίπτωσιν, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ἀναφέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πρό τινων ἡμερῶν ὁ διευθυντὴς τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ Ζαππείων κτημάτων ἐκοινοποίησε πρὸς 54 κατοίκους τοῦ χωρίου Μεγάλα Καλύβια, ἀνήκοντος εἰς τὴν Ζάππειον περιουσίαν, ὅτι πρέπει ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ χωρίον, διότι νομίζει ὅτι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς ἐπιθυμίας αὐτοῦ, καὶ διότι νομίζει, ὅτι ἡ παρουσία τῶν 54 ἐκείνων οἰκογενειῶν δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῶν κτημάτων, τὸν ὁποῖον ἔχει καθιερώσει ὁ διευθυντὴς οὗτος τῶν Ζαππείων κτημάτων.
§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Πῶς τὸ δικαιολογεῖ; παρακαλῶ.
§71ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἰδοὺ πῶς τὸ δικαιολογεῖ (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ ὀθωμανικοῦ κώδικος ἡ σύμβασις τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας λύεται τῇ βουλήσει τοῦ ἰδιοκτήτου, ἡμεῖς δὲ δὲν συναινοῦμεν ἐφεξῆς εἰς τὴν σιωπηρῶς κατ’ ἔτος γινομένην ἀνανέωσιν τῆς τοιαύτης μεταξύ μας σχέσεως. Ἐπειδή, ὡς βασίμως πληροφορούμεθα, μετ’ ἄλλων καλλιεργητῶν ἐκ συστάσεως προσπαθεῖτε διὰ ψευδῶν παραστάσεων νὰ προβῆτε εἰς σφετερισμὸν καὶ ἁρπαγὴν ἐθνικῆς Ζαππείου περιουσίας ἐν Μεγάλοις Καλυβίοις...» Ταῦτα περιλαμβάνουσιν αἱ πρὸς τοὺς χωρικοὺς κοινοποιηθεῖσαι ἐξώδικοι γνωστοποιήσεις, δι’ ὧν καλοῦνται οὗτοι ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ καταλίπωσι τὸ κτῆμα, ἀπειλούμενοι ἄλλως διὰ δικαστικῆς ἐξώσεως.
§72ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ διευθυντὴς αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ τοιαύτας κοινοποιήσεις;
§73ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ κ. διευθυντὴς τῶν Ζαππείων κτημάτων ἐκοινοποίησε τοιαύτας κοινοποιήσεις εἰς τοὺς χωρικούς, διὰ τῶν ὁποίων θέλει νὰ ἐξώσῃ αὐτούς, χωρὶς ὅμως νὰ ὁρίζῃ καὶ ποῦ πρέπει νὰ μεταβῶσιν οἱ Ἕλληνες οὗτοι πολῖται, εἶναι διότι οἱ χωρικοὶ οὗτοι διεκδικοῦσι δικαιώματα ἐπὶ κτηματικῆς περιφερείας ἀνηκούσης εἰς τὸν ἐν τῷ χωρίῳ ναόν, ἐνῷ ὁ διευθυντὴς οὗτος, ἀσεβῶν πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου, ἠθέλησεν, ἀφ’ ἧς κατέστη διευθυντὴς τῶν Ζαππείων κτημάτων, νὰ ἁρπάσῃ καὶ τὴν περιουσίαν ταύτην, τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὸν ναόν. Ἐν τῇ διαφορᾷ δὲ ταύτῃ πρὸς τοὺς χωρικούς, ἥτις δὲν ἀφορᾷ εἰς ἴδια τούτων συμφέροντα, ἀλλὰ εἰς στήριξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ναοῦ τοῦ χωρίου, ἐνόμισεν ὁ κ. διευθυντὴς τῶν κτημάτων, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισείσῃ κατ’ αὐτῶν τὴν σπάθην τῆς ἐξώσεως, ἵνα ἐκβιάσῃ αὐτοὺς νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος, κακὴν βεβαίως εἰσήγησιν ποιούμενος πρὸς τὴν Ζάππειον ἐπιτροπήν, ἴσως ἔλαβε τὴν ἄδειαν αὐτῆς, ἵνα προβῇ εἰς τοιαῦτα σκληρὰ καὶ ἐπιζήμια μέσα, δι’ ὧν ζητεῖ πολίτας Ἕλληνας νὰ καταστήσῃ ἀθιγγάνους. Ὁ ἀείμνηστος ἀνήρ, ὅταν ἐκληροδότει τὴν περιουσίαν του εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, δὲν ἐνόει νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ τοιοῦτον δικαίωμα, ἀλλὰ νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν τῶν χωρικῶν καὶ σεβασθῇ τὰ δικαιώματα αὐτῶν καὶ τῶν ναῶν τῶν χωρίων των. Τούτῳ τῷ λόγῳ, κύριε Πρόεδρε, ζητῶ νὰ κατατεθῇ ἡ διαθήκη καὶ νὰ μελετηθῇ. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐφ’ ὅσον δύναται νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰ τῆς Ζαππείου ἐπιτροπῆς, νὰ συστήσῃ πρὸς αὐτὸν νὰ σπεύσῃ, ἵνα περιστείλῃ τὴν τοιαύτην τάσιν τοῦ κ. διευθυντοῦ τῶν Ζαππείων κτημάτων, τάσιν ἡ ὁποία βεβαίως δὲν τιμᾷ καθόλου τὸν διευθυντὴν τοῦτον, κατὰ τοιοῦτον τρόπον θέλοντα νὰ παραστήσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ διαθέσαντος τὴν περιουσίαν αὐτοῦ ἀειμνήστου ἀνδρός, ὅστις δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν καταπίεσιν τῶν χωρικῶν, ἀλλὰ εἰς τὸν ἀνετώτερον βίον αὐτῶν, τὸν ὁποῖον δυστυχῶς δὲν δύνανται νὰ ἀπολαύσωσιν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τῶν Ζαππείων κτημάτων ἔχει πολλὴν σχέσιν πρὸς τὸ σύνολον τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτησίας καὶ πρὸς τὰς σχέσεις μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, ὑποβάλλω θερμὴν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς προΐστατο ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτής, πέντε ἢ ἓξ νομοσχέδια, ἤτοι 1) περὶ παραχωρήσεως γαιῶν ταῖς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικαῖς οἰκογενείαις, 2) περὶ συστάσεως εἰδικοῦ γεωργικοῦ ταμείου, 3) περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, 4) περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν διὰ στρεμματικῆς φορολογίας ἐν τοῖς γεωργικοῖς χωρίοις τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, καὶ 5) περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ παραγομένων δημητριακῶν καρπῶν. Ἐπίσης δὲ ὑπεβλήθη καὶ παρ’ ἐμοῦ πρὸ τῆς ὑποβολῆς τούτων πρότασις νόμου περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν γεωργῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα παρεπέμφθησαν εἰς δύο μεγάλας ἐπιτροπὰς ἐκ Βουλευτῶν πρὸς ἔλεγχον, καὶ ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται διὰ μακρῶν ἐμελέτησαν αὐτά. Ἐπίσης εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ ἔργον κατέληξε μὲ τὴν γνωμοδότησιν, ὅπως ἀποσταλῇ ἐπιτροπὴ νὰ μελετήσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα ἐπιτοπίως, ἐξεδόθη δὲ διάταγμα, δι’ οὗ συνέστη μεγάλη ἐπιτροπὴ ἀπὸ ὑπαλλήλους ἀνωτάτους, ἀπὸ τοὺς νομικοὺς συμβούλους, ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τῆς ἐν Ἀϊδινίῳ Γεωργικῆς Σχολῆς καὶ ἀπὸ ἕνδεκα Βουλευτὰς Θεσσαλοὺς, οἵτινες εἶχον ἐντολὴν νὰ μελετήσωσιν ἐπὶ τόπου τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ νὰ ὑποβάλωσιν ἔκθεσιν. Σύναμα δὲ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συνέστησεν ἑτέραν ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδημόνων, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ μελέτη περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα. Αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται εἰργάσθησαν καὶ ὑπέβαλον ἐκθέσεις, καὶ ἐν τούτοις ἕνεκα διαφόρων περιστάσεων, ἕνεκα τῶν μεγάλων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐργασία. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσωσι τὰς ἐκθέσεις ταύτας, εἰ δυνατόν, τετυπωμένας, διότι ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐκθέσεων τούτων πολλὰς γνώμας εἰδικῶν ἀνδρῶν θὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ἵνα ἐν γνώσει δύνηται νὰ συζητήσῃ καὶ προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν ὁριστικὴν, ὅταν προσεχῶς, ὡς ἐλπίζω, τεθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἕως οὗ δὲ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις αὗται, ἐγὼ ἀναβάλλω νὰ καταγείνω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπιφυλασσόμενος ἵνα μετὰ τὴν κατάθεσιν λάβω τὸν λόγον.
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τῆς διαθήκης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης Βουλευτοῦ, καὶ ἑπομένως δὲν κατετέθη· σήμερον ζητεῖται, καὶ βεβαίως θέλω καταθέσει αὐτὴν, ὡς ἐπίσης θὰ ὑποβάλω ὅσα ἀνάγονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Νομίζω, ὅτι τὸ παράπονον περὶ τῆς μὴ ἐγκαίρου ἀπαντήσεως εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον, καθόσον ἐν τῇ ἐπερωτήσει ταύτῃ δὲν περιωρίσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἰς τὴν αἴτησιν τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζήτησε σήμερον, ἀλλὰ καὶ ἄλλας πολλὰς πληροφορίας ἐζήτησεν, ἃς βεβαίως ἦτο δύσκολον ἡ ὑπηρεσία νὰ ἑτοιμάσῃ, μεθ’ ὅλην τὴν προθυμίαν, ἣν εἶχε, νὰ παρασκευάσῃ τὰ στοιχεῖα, τὰ ἐπιτρέποντα, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Ἐζήτησε: «πόσοι κάτοικοι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων προσέφυγον εἰς Ἀθήνας ἢ καὶ ἀλλαχοῦ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας, πόσοι ἐλάμβανον σιτηρέσια», καὶ νὰ προσαγάγω κατάλογον ὀνομαστικόν. Δεύτερον, «ἂν κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ εἰς Θεσσαλίαν καὶ μετὰ ταῦτα, ἐφ’ ὅσον χρόνον κατείχετο αὕτη ὑπὸ τούτου, κατεστράφησαν χωρία τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων» κλπ. Βλέπετε, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν εἶχον σχέσιν μόνον μὲ τὴν διάθεσιν τῶν ὀκτὼ ἑκατομμυρίων, πρᾶγμα, ὅπερ βεβαίως ἦτο εὔκολον ἡ ὑπηρεσία νὰ προσαγάγῃ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονὴν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἦμαι εἰς κατάστασιν νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὰ ἕτερα ἐρωτήματα, περὶ ὧν δὲν ἔκαμε λόγον σήμερον, καὶ τὰ ὁποῖα παρεκώλυσαν τὴν ἔγκαιρον ὑποβολὴν τῶν πληροφοριῶν.
§75Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Φαίνεται, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ἐπερωτήσεων δὲν μεταβιβάζονται εἰς τὰ σχετικὰ Ὑπουργεῖα, καὶ ἤθελον συστήσει, ὅπως μεταβιβάζωνται πληρέστεραι αἱ ἐπερωτήσεις, ἵνα μὴ συμβαίνωσι λάθη.
§76Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἀνώμαλον τῶν σχέσεων τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς ἐν Θεσσαλίᾳ παρουσιάσθη ἀμέσως ἀπὸ τῆς καταλήψεως, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον μένει ἐκκρεμὲς, χωρὶς νὰ ληφθῇ οὐδεμία πρόνοια, καὶ ἡ ἀνωμαλία ἕνεκα τούτου ὄχι μόνον ἐπεξετάθη, ἀλλὰ κατέστη καὶ ἐπαχθὴς εἰς τοὺς γεωργούς. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ διὰ νομοθετήματος νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις ταύτας, ἀλλὰ πρὸ τούτου νομίζω, ὅτι πρέπει διοικητικῶς νὰ λάβῃ μέτρα καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία διευθύνει τὰ κτήματα τῆς Ζαππείου περιουσίας, νὰ ῥυθμίσῃ τὴν διαγωγήν της πρὸς τοὺς κατοίκους μᾶλλον ἀνθρωπινώτερον, διότι πολλάκις ἤκουσα παράπονα, μὴ περιποιοῦντα τιμὴν εἰς εἰδικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον διευθύνει τὴν περιουσίαν ταύτην. Ἔχουσι καθῆκον οἱ διευθύνοντες τὴν Ζάππειον περιουσίαν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν θέσιν τῶν χωρικῶν, καὶ ὄχι μόνον νὰ μὴ παρεμβάλλωσι τοιαῦτα προσκόμματα, ἀλλὰ καὶ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν δικαιοτέραν καὶ ἐπιεικεστέραν διαρρύθμισιν τῶν σχέσεων μεταξὺ κατόχων καὶ χωρικῶν.
§77Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Δὲν θὰ εἴπω σχετικόν τι πρὸς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, διότι αὐτὸ εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπασχολήσῃ ἰδιαιτέρως τὴν Βουλὴν· θ’ ἀπευθύνω μόνον πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν δύο βραχείας ἐπερωτήσεις. Κατὰ τὴν λήξασαν περίοδον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, παρέστησα τὴν ἀνάγκην τῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, δηλαδὴ τὴν ἀνάγκην τῆς περατώσεως τοῦ σιδηροδρόμου Λεχωνίων μέχρι Ζαγορᾶς. Συνεστήθη τότε μεγάλη ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐξήτασεν ἐπιτοπίως τὸ ζήτημα, καὶ διωρίσθη κατόπιν μηχανικός, ἵνα ἐκπονήσῃ τὰ σχέδια τῆς γραμμῆς ταύτης. Τὰ σχέδια κατηρτίσθησαν, καὶ λεπτομερὴς ἔκθεσις κατὰ τὰς ἀρχὰς τρέχοντος ἔτους ὑπεβλήθη, νομίζω, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ πρότερον τὴν μελετήσῃ, καὶ νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ γραμμὴ αὕτη, διότι ἐπαρχία πλουσία καὶ παραγωγικὴ, ὡς ἡ ἐπαρχία Βόλου, ἔχει ἀνάγκην συγκοινωνίας. Αἱ ἤδη ὑφιστάμεναι ἐκεῖ ὁδοὶ, τὰς ὁποίας κατεσκεύασαν οἱ προπάτορες ἡμῶν, αἱ πρωτογενοῦς ἐποχῆς, τῆς λιθίνης τῶν καλδιριμίων ἐποχῆς δὲν ὑπάρχουν πλέον, καταστραφεῖσαι λόγῳ τῆς πολυκαιρίας. Ἑπομένως πρέπει νὰ ληφθῇ τάχιστα πρόνοια περὶ ἐγκαταστάσεως συγκοινωνίας, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγκρίνῃ τυχὸν τὴν σιδηροδρομικὴν, νὰ φροντίσῃ περὶ ἄλλης, ἀναλόγως τῶν μεγάλων ἀναγκῶν τοῦ τόπου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἐπερώτησίν μου, αὕτη ἀποβλέπει εἰς τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς γραμμῆς ταύτης· δεύτερον, ποῖον ποσὸν ἐδαπανήθη μέχρι τοῦδε, καὶ ποῖον ποσὸν ἐναπολείπεται ἀκόμη πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου. Ἔχω ἀνάγκην τῶν ἐγγράφων τούτων, διότι ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, — ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἤθελε δηλώσει, ὅτι ἡ ὁμιλία μου ἐντεῦθεν ἤθελεν εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰς διεξαγομένας διαπραγματεύσεις, — καὶ ἕνεκα λόγων τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἕνεκα λόγων ἐπαρχιακῶν, οἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπαρχίας μου.
§78Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Περὶ τῶν δύο σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἀπαντῶ τὰ ἑξῆς. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, πράγματι εἶχε γείνῃ μελέτη ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ κ. Καντᾶ, ἀλλ’ ἐκ τῆς μελέτης αὐτῆς γεννᾶται ζήτημα σπουδαιότατον, τὸ τῆς εὑρέσεως πόρων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου. Μετ’ ἐνδιαφέροντος ἐμελέτησα τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐκ καθήκοντος, καὶ διότι οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Βόλου ἐπέστησαν πολλάκις τὴν προσοχήν μου ἐπὶ τούτου. Ἤδη ἀσχολοῦμαι περὶ τὴν εὕρεσιν τῶν μέσων, τῶν ἐπιτρεπόντων τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἡ ἑταιρεία τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων ἀσχολεῖται εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἔκαμεν ἰδίας μελέτας καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ ὑποβάλῃ προτάσεις. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς –Λαρίσης, δὲν νομίζω, ὅτι δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων ὑπὸ τῆς ἐκπτώτου ἑταιρείας καὶ νὰ ὑποβάλω προϋπολογισμὸν τῆς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου ἀπαιτουμένης δαπάνης. Δύναμαι νὰ ὑποβάλω τὸ πρῶτον, διότι εἶναι γνωστὰ τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα, καὶ οὐδεμία βλάβη ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς γνώσεως αὐτῶν, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσι, διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν διαπραγματεύεται ἡ Κυβέρνησις πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ σιδηροδρόμου, νομίζω, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία ἔκαμεν, ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὰς διαπραγματεύσεις. Δι’ αὐτὸ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν θὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἔργων τῶν ἀναγκαίων πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης.
§79ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Δύναμαι νὰ συμπληρώσω τὰς πληροφορίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Βόλου, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ σιδηροδρόμου Πηλίου. Κατόπιν τῶν εἰσηγήσεων ὅλων τῶν φίλων Βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Βόλου πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διετάχθη ἐκ μέρους τοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρείας τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων ὁ κ. Κηρῦκος, ὅπως μεταβῇ καὶ μελετήσῃ τὴν γραμμὴν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης του πρὸ τοῦ ἀκόμη παρέλθῃ χρονικόν τι διάστημα. Κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἐλπίζομεν ὅτι ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἡ τοιαύτη μελέτη ἐκ μέρους τοῦ κ. Κηρύκου θέλει ὑποβληθῇ. Τότε θὰ δύναται τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἑταιρείας νὰ ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ ἦναι προθυμοτάτη, ὑποθέτω, νὰ τὰς συζητήσῃ.
§80Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὀλυμπίας συνάδελφος ἐζήτησε δι’ ἐπερωτήσεώς του νὰ καταθέσω καταστάσεις ἀφορώσας εἰς τοὺς ἀπαλλαγέντας. Τὰς καταστάσεις ταύτας καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν. Ἐπίσης ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος συνάδελφος ἐζήτησε καταστάσεις περὶ ἀπαλλαγέντων κληρωτῶν τινων ἀπογραφῶν. Καὶ ταύτας τὰς καταστάσεις καταθέτω. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτησε καταστάσεις τινὰς, τὰς ὁποίας καταθέτω, ἐκτὸς καταστάσεων τῶν παραλειφθέντων ἢ ἀπολεσθέντων παντὸς εἴδους ὑλικῶν κατὰ τὸ 1897 καὶ 1896. Αὐτὰς ἀδυνατεῖ ἡ ὑπηρεσία νὰ ἑτοιμάσῃ, διότι ὡς ἐκ τοῦ πολέμου οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, εἶχον διατεθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκστρατείας, καὶ κατὰ συνέπειαν τώρα ἤρχισεν ἡ ἐξέλεγξις αὐτῶν, καὶ ὅταν ἐξελεγχθῶσι, θὰ προσαχθῶσι.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Γίνεται ἐξέλεγξις αὐτῶν;
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι πρό τινος ἐβεβαιώθη, ὅτι δὲν εὑρίσκοντο ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀναλάβωσιν αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνέλαβον οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ προβαίνει ἡ ἐργασία, βραδέως μὲν, ἀλλὰ ἐλπίζω ταχέως νὰ περατωθῇ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κατανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 164).
§86Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγων λέξεων, ἀναφερομένων εἰς τὰ τοῦ στρατεύματος. Ἐπειδὴ ὅμως βλέπω, ὅτι εἶσθε καταπεπονημένοι, ἐὰν θέλητε, ἀναβάλλω δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§88ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως θὰ παρεκάλουν νὰ δώσῃ μίαν πληροφορίαν, ἂν δηλονότι δημοδιδάσκαλός τις, ὅστις προήχθη δυνάμει τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχε, δύναται νὰ ἔχῃ θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρότερον. Εἰς τὸ χωρίον Ρεκούνη τοῦ δήμου Λαγκαδίων ὑπῆρχεν εἷς δημοδιδάσκαλος τριτοβάθμιος, ἐνῷ εἶχε βαθμὸν δευτεροβαθμίου. Αὐτὸς ὁ δημοδιδάσκαλος, διότι ἐκενώθη θέσις τις εἰς τὸ σχολεῖον Λαγκαδίων, διωρίσθη εἰς τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο μὲ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε, τοῦ δευτεροβαθμίου. Ἀλλὰ ἀφοῦ διωρίσθη παρὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ δυνάμει πράξεως αὐτοῦ, ἡ ὁποία φέρει ἡμερομηνίαν, νομίζω, τῆς 10 Μαρτίου, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀνακαλεῖ τὸν διορισμὸν ὁ κ. Ὑπουργός. Πρὸ τῆς ἀνακλήσεως ὅμως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Λαγκαδίων προτείνει εἰς τὸν νομάρχην τὸν διορισμὸν αὐτοῦ τούτου τοῦ δημοδιδασκάλου, καὶ ὁ νομάρχης προβαίνει εἰς τὸν διορισμόν. Συγχρόνως ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ μετὰ ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐπωφελούμενος ἐκ τοῦ νόμου, διότι εἶχε παρέλθει ἡ προθεσμία ἡ ἀνάλογος, διώρισεν ἄλλον, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ δημοδιδάσκαλος, ὁ περὶ οὗ πρόκειται, ἔδωκε τὸν ὅρκον τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὴν θέσιν του. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν μετέβη ὁ ἄλλος διδάσκαλος, ὁ ὁποῖος ὁρκίζεται. Ἐρωτᾶται, τίς θὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ σχολείῳ ἐκείνῳ, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς διατάσσει νὰ ὑπηρετήσῃ ὁ δεύτερος, διότι διωρίσθη τῇ συστάσει συναδέλφου του. Ὁ ἀτυχὴς διδάσκαλος ὁ πρῶτος ἔμεινε μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας. Καὶ ἐρωτᾷ διὰ τοῦ δημάρχου: δύναται νὰ κατέχῃ τοὐλάχιστον τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὶν ἢ προαχθῇ; — διότι ὁ Ὑπουργὸς, παύων αὐτὸν, ἔλεγεν, ὅτι δὲν παρῃτήθη ἀπὸ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατεῖχε πρότερον, ἐνῷ πράγματι παρῃτήθη. — Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ παρῃτήθη, καὶ ἀφοῦ ἠκυρώθη ὁ διορισμὸς ὁ δεύτερος, κατέχει τὴν πρώτην θέσιν; Περὶ τούτου ἀνεφέρθη διὰ τοῦ δημάρχου Λαγκαδίων εἰς τὴν Νομαρχίαν Ἀρκαδίας, ὁ δὲ κ. νομάρχης ἀνεφέρθη, ὡς ἐβεβαίωσε τὸν δήμαρχον δι’ ἀπαντήσεώς του πρὸς τὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Αὐτὸς ὁ διδάσκαλος περιμένει νὰ μάθῃ, ἂν ἔχῃ τὴν πρώτην θέσιν, ἀφοῦ ἠκυρώθη ἡ δευτέρα, ἡ ὁποία τῷ ἐδόθη. Ταύτην τὴν πληροφορίαν νὰ δώσητε, κύριε Ὑπουργὲ, ἡ ὁποία, νομίζω, δὲν χρῄζει πληροφοριῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ἂν, ἀφοῦ ἠκυρώθη ὁ διορισμὸς ὁ δεύτερος, διότι δὲν εἶχε παραιτηθῇ ὁ δημοδιδάσκαλος ἐκ τῆς πρώτης θέσεως, κατέχῃ οὗτος τὴν πρώτην θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἢ μήπως ἀπειλῆται νὰ ἐκτοπισθῇ καὶ ἐκεῖθεν;
§89ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω τὴν ἄλλοτε πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν καὶ νῦν ἀκολουθῶ. Ὅταν σχολεῖόν τι μείνῃ ἐπὶ μίαν διμηνίαν ἄνευ διδασκάλου, καθόσον οὔτε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐξήσκησεν ἐν τῷ μεταξὺ τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα, ἵνα προτείνῃ τὸν διοριστέον διδάσκαλον, οὔτε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐφρόντισε νὰ ἀσκήσῃ ἐγκαίρως τὸ οἰκεῖον δικαίωμα, ὅταν, λέγω, ἐπὶ μίαν διμηνίαν μείνῃ κλειστὸν τὸ σχολεῖον ἢ κενὴ ἡ θέσις διδασκάλου τινὸς, τότε προβαίνω ἐγὼ εἰς διορισμόν. Τοῦτο διατάσσει ὁ νόμος, αὕτη εἶναι καὶ ἡ πρᾶξις, ἡ καθιερωθεῖσα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Τί συμβαίνει ὅμως ἐνίοτε; Ἀφοῦ τὸ Δημοτικὸν καὶ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀφήσωσιν ἐπὶ δίμηνον, τρίμηνον καὶ τετράμηνον κενὸν τὸ σχολεῖον, ὅταν ἴδωσιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον προβαίνει εἰς διορισμὸν, προβαίνουσι καὶ αὐτοὶ εἰς πρότασιν καὶ διορισμὸν, ἐπέρχεται δὲ τότε σύγχυσις καὶ συμβαίνει, ὥστε εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» μετὰ τὸν διορισμὸν τὸν γενόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ δημοσιεύηται καὶ ὁ διὰ τοῦ νομάρχου γενόμενος. — Ὁσάκις λοιπὸν τοιαύτη περίπτωσις παρουσιάσθη, διέταξα ν’ ἀναγνωρισθῇ ὁ δημοδιδάσκαλος ὁ διορισθεὶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πρὸ τοῦ δημοδιδασκάλου τοῦ διορισθέντος κατὰ πρότασιν τοῦ νομάρχου... Τοιαύτη περίπτωσις μοὶ παρουσιάσθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ὅταν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς πρὸς τὸ σχολεῖον τῶν Λαγκαδίων. Μοὶ εἶπεν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι δὲν εἶχεν ἐνασκήσει ἐγκαίρως τὸ δικαίωμα οὔτε τὸ Δημοτικὸν οὔτε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον...
§90ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διότι εἶχε διορίσει ὁ Ὑπουργὸς αὐτόν.
§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῆς νομίμου προθεσμίας, ὅτε καὶ μόνον ὁ Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ δημοδιδασκάλου, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ὁ νομάρχης, ὑπείκων εἰς πρότασιν τοῦ οἰκείου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἔγνω νὰ διορίσῃ ἄλλον. Τότε μὲ ἠρώτησεν ἡ ὑπηρεσία, τί ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἐγὼ δὲ, ὡς συνήθως, διέταξα νὰ μείνῃ ὁ δημοδιδάσκαλος, ὁ ὁποῖος διωρίσθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Τοῦτο ἐνθυμοῦμαι περὶ τοῦ προκειμένου. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐπιμένῃ νὰ λάβῃ ἀκριβεστέρας πληροφορίας, θέλω ζητήσει καὶ προσαγάγει ἔκθεσιν τῆς ὑπηρεσίας λεπτομερεστέραν.
§92ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν μοὶ ἀπηντήσατε εἰς τὸ σπουδαιότερον, κύριε Ὑπουργέ. Σᾶς εἶπον καὶ σᾶς ἠρώτησα: τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὁ δημοδιδάσκαλος κατεῖχε πρότερον, καὶ ἐξ ἧς μετετέθη ἀλλαχοῦ, τὴν κατέχει; Περὶ αὐτοῦ σᾶς ἠρώτησα. Διότι, ἀφοῦ σεῖς, τὸ Ὑπουργεῖον δηλαδὴ, εἶπεν, ὅτι «ἀκυρώνω τὴν πρᾶξίν μου περὶ τοῦ διορισμοῦ του, διότι δὲν παρῃτήθη ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν», ὁμολογεῖ διὰ τῆς πράξεως αὑτοῦ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι κατέχει τὴν θέσιν ἐκείνην. Ἤδη ἐρωτᾶται — καὶ ἠρωτήθητε πρὸ πολλοῦ, πρὸ ἡμερῶν, διὰ τοῦ κ. νομάρχου —: ἔχει ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος δημοδιδάσκαλος τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρότερον; Αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημά μου· ἐδῶ ἤθελον νὰ καταλήξω, καὶ αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν θέλω.
§93ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἦτο Βουλευτὴς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν, καὶ ἐψήφισε τὸν σχετικὸν νόμον τοῦ 1895. Ἠξεύρει καλῶς, ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐν ὅσῳ δὲν λαμβάνεται ἀπόφασις παρὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀπολύσεως ἑνὸς δημοδιδασκάλου, αὐτὸς δὲν δύναται ν’ ἀπολυθῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τότε μόνον ἔχει δικαίωμα, ἵνα προβῇ εἰς ἀπόλυσιν, ὅταν τῷ ὑποβληθῇ ἀπόφασις τοῦ σχετικοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.
§94ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λοιπὸν διετάξατε τὸν νομάρχην, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τὸ λύσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπηντήσατε, ὅτι μένει εἰς τὴν θέσιν του ὁ δημοδιδάσκαλος, περὶ οὗ πρόκειται;
§95ΚΑΪΡΗΣ. Εἶναι διδάσκαλος. Τί ἄλλο θέλετε;
§96ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον εἶναι ἁρμόδιον.
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ραδινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§99Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἡ θεμελιώδης βάσις τῆς ὑλικῆς εὐημερίας καὶ τῆς ἀληθοῦς προόδου πάσης χώρας ἐθεωρήθη ἀνέκαθεν καὶ πράγματι εἶναι ἡ γεωργία. Σήμερον μάλιστα, εἴπερ ποτὲ ἄλλοτε, ἡ γῆ, ἡ πολύτιμος αὕτη καὶ πιστὴ τοῦ ἀνθρώπου σύντροφος, ἑλκύει τὰ βλέμματα καὶ τὴν προσοχὴν σύμπαντος τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Σήμερον, εἴπερ ποτέ, πᾶσα χώρα θεωρεῖ ὡς πρώτιστον καὶ μέγιστον τῶν ἑαυτῆς συμφερόντων τὸ νὰ ἔχῃ γεωργίαν ἀκμαίαν καὶ προοδεύουσαν. Πλεῖσται ἑπομένως καταβάλλονται προσπάθειαι ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων τῶν διαφόρων χωρῶν, πρωτοστατούσης καὶ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, ὅπως ἡ γεωργία προσλάβῃ νέας δυνάμεις, ἵνα ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐνασκεῖ κατ’ αὐτῆς ἡ καταπληκτικὴ ὄντως διάδοσις τῶν διαφόρων ἐπιστημῶν. Ἀπανταχοῦ σχεδὸν τῆς Εὐρώπης ἔχουσιν ἱδρυθῆ ἑταιρεῖαι γεωργικαὶ, σκοποῦσαι τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ἀλληλοβοήθειαν καὶ τὴν ἑταιρικὴν συνεργασίαν τοῦ ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ. Ἀπανταχοῦ δ’ ἔχουσι ψηφισθῆ νόμοι, προστατεύοντες τὴν γεωργίαν καὶ ἐξασφαλίζοντες τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς. Τί μέχρι τοῦδε ἐγένετο εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς Ἑλληνικῆς γεωργίας; Τί ἐγένετο ὑπὲρ ταύτης ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ, χώρᾳ κατ’ ἐξοχὴν γεωργικῇ, χώρᾳ τὴν ὁποίαν πᾶσαι αἱ φυσικαὶ συνθῆκαι προώρισαν ὡς τὴν μόνην καὶ τὴν ἀστείρευτον πηγὴν πλούτου καὶ εὐτυχίας δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα; Δὲν θ’ ἀνατρέξω, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὸ παρελθὸν διὰ νὰ ἐξετάσω ὁποίας μερίμνας κατέβαλον αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις μας πρὸς προστασίαν τῆς γεωργίας μας. Ἡ τοιαύτη ἐξέτασις ἤθελεν εἶναι ὄντως λυπηρὰ, διότι ἤθελε καταδειχθῆ διὰ τῆς συζητήσεως ἐνταῦθα, ὅτι δυστυχῶς οὐδεμία σοβαρὰ σκέψις ἀπησχόλησε τὰς Κυβερνήσεις μας, σχετιζομένη μὲ τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας μας. Ὅ,τι ὅμως Κύριοι, δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ὅ,τι ἀσκόπως ἐν τῷ παρελθόντι ἀνεβάλλετο, εἶναι ἀνάγκη νὰ συντελεσθῇ ἤδη τὸ ταχύτερον ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Τὰ δεινὰ τὰ ἐνσκήψαντα ἀπὸ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου εἰς τὴν κακοδαίμονα ταύτην χώραν ἔχουσι πολλαπλασιάσει τὰς ἀνάγκας αὐτῆς καὶ ἔχουσι δημιουργήσει κατάστασιν ἀθλίαν καὶ ἀπελπιστικὴν, χρῄζουσαν δὲ ταχείας κυβερνητικῆς ἀντιλήψεως. Εὐτυχῶς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις σύνοιδε τὸ ἐπεῖγον τῆς ἀνορθώσεως τῆς γεωργίας, σύνοιδε τὸ ἐπεῖγον τῆς περιθάλψεως τῶν ἀτυχῶν γεωργῶν, τῶν λευκῶν αὐτῶν δούλων, ὅπως προσφυῶς τοὺς ὠνόμασαν, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς παραδόσεως αὐτῶν ἐκ τῆς τυραννίας τοῦ Τούρκου εἰς τὴν τυραννίαν τοῦ ἀφέντη, δὲν ἔτυχον ὑπὸ τῆς Πολιτείας οὐδενὸς εὐεργετικοῦ νομοθετήματος. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιχειρῶ ἐγὼ μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις νὰ ἀναπτύξω σήμερον διὰ μακρῶν τοὺς λόγους, οἵτινες περιάπτουν τὸν χαρακτῆρα τοῦ κατεπείγοντος εἰς πάντα παράγοντα ἀνορθώσεως τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἄλλως τε κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἐκ Λαρίσης ἀξιότιμος συνάδελφός μου μετὰ πολλῆς εὐγλωττίας καὶ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξε τὰς διαφόρους ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας καὶ ὑπέδειξε τὰ πρὸς θεραπείαν αὐτῶν μέσα. Ποῖος ἀγνοεῖ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν εὔφορον χώραν τῶν Θεσσαλῶν ἔχει στήσει πρὸ πολλοῦ τὰ πολύπλοκα δίκτυά της ἡ ἀπάνθρωπος ἡ ἀσυνείδητος τοκογλυφία; Ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι ἐκεῖ ὁλόκληρος περιουσία, ὁλόκληρος ἡ ἐτησία παραγωγὴ τοῦ πτωχοῦ ῥαγιᾶ, τοῦ ἐργαζομένου ἀκαταπαύστως νύκτα καὶ ἡμέραν, μέσα σταῖς λάσπαις καὶ στὰ ἡλιοβόρια, χωρὶς νὰ δυνηθῇ ποτε νὰ σηκώσῃ ὑψηλὰ τὸ κεφάλι του, χωρὶς νὰ δυνηθῇ ποτε νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν κακομοιριὰ καὶ τὴν δυστυχίαν, ἡ ὁποία τὸν παραδέρνει, ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν τοκογλύφον; Καὶ ποῖος δὲν θὰ ὁμολογήσῃ κατόπιν τούτων, ὅτι ἡ σύστασις Γεωργικῆς Τραπέζης εἶναι διὰ τὴν Θεσσαλίαν ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη καὶ ἐπείγουσα; Ἀφ’ ἑτέρου, Κύριοι, ἡ κατάργησις τοῦ βαρβάρου, τοῦ ἀπανθρώπου δικαιώματος τῆς ἐξώσεως εἰς πᾶσαν στιγμὴν τοῦ πτωχοῦ καλλιεργητοῦ, δικαιώματος τὸ ὁποῖον κατέχει καὶ ἐνασκεῖ σήμερον αὐθαιρέτως καὶ κατὰ τὰς ὀρέξεις του ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγνοῶν τὰ ἀληθῆ αὑτοῦ συμφέροντα καὶ παρορῶν τὰς μετὰ τοῦ ἀγρότου σχέσεις του, — καθ’ ἑκάστην μοὶ ἀγγέλλονται δι’ ἐπιστολῶν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου ἁθρόαι τοιαῦται ἐξώσεις, — ἐπίσης δὲ καὶ τὸ ἀκατάσχετον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀποτελοῦσι διὰ τὴν Θεσσαλίαν ὑπηρεσίας πολυτιμοτάτας καὶ τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ὅταν, Κύριοι ἐπιστῇ ἡ εὐτυχής, ἡ τρισευδαίμων ὥρα τῆς συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νομοσχεδίων ἀφορώντων εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Θεσσαλίας, θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ὑμῖν διὰ μακρῶν τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος. Ἐπὶ τοῦ παρόντος περιορίζομαι νὰ ὑποβάλω θερμήν, θερμοτάτην παράκλησιν εἰς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ καὶ σήμερον παραγκωνισθῇ καὶ λησμονηθῇ ἡ ἀτυχὴς Θεσσαλία, ἡ τοσαῦτα παθοῦσα καὶ ἐκ τῆς ἀνορθώσεως τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται αὐτὸ τὸ μέλλον τῆς ἀγαπημένης μας Ἑλλάδος. Συγχρόνως δὲ ὑποβάλλω καὶ ὑπόμνημα τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν περὶ ἀνορθώσεως τῆς Θεσσαλίας, τῆς ἐξετάσεως τοῦ ὁποίου, ἐλπίζω, θέλει ἐπιληφθῆ ἡ σεβαστὴ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ ζήλου καὶ τῆς ταχύτητος, τὴν ὁποίαν ἡ ζωτικότης καὶ ἡ μεγίστη σπουδαιότης τῶν ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ αἰτημάτων ἐπιβάλλει.
§100Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ ἑνὸς δικαστικοῦ σκανδάλου ἀναβάλλω δι’ αὔριον. Λαβὼν ὅμως ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. ἐκ Τρικκάλων Βουλευτοῦ, παρατηρῶ ὅτι ἀπό τινος διετυπώθη ἓν οἰκτρὸν καθεστώς. Δὲν γνωρίζω, ἂν τοῦτο ὀφείληται εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀκουστικῆς τῆς Βουλῆς ἢ εἰς ἄλλην αἰτίαν, νομίζω ὅμως, ὅτι πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ὁμιλοῦσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀκούωνται μόνον εἰς ὡρισμένον κύκλον, πέριξ τῆς θέσεως, ἀφ’ ἧς ἀγορεύουσι... (διακοπαὶ καὶ θόρυβος).
§101ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἔχουσι φωνήν.
§102ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐὰν ἡ ἔλλειψις ὀφείληται εἰς τὴν ἀκουστικὴν τοῦ κτιρίου, πρέπει νὰ πέσῃ τὸ κτίριον, διότι ἐγὼ θέλω νὰ φωτίζωμαι ἐκ τῆς πείρας καὶ τῶν γνώσεων τῶν πρεσβυτέρων. Ἐπειδὴ πρώτην φορὰν εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὁσάκις ἐγερθῇ πρεσβύτερος ἐμοῦ συνάδελφος νὰ ὁμιλήσῃ, ἐντείνω μετὰ προσοχῆς τὴν ἀκοήν μου, ἵνα ἀντιληφθῶ καὶ φωτισθῶ ἐκ τῆς πείρας καὶ τῶν γνώσεων αὐτοῦ. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, μέχρις ὅτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λάβῃ πρόνοιαν — ὅπως εὐχαρίστως ἤκουσα αὐτοῦ ἑσπέραν τινὰ ὁμιλοῦντος ἐν τῷ οἴκῳ του — περὶ ἀνεγέρσεως νέου κτιρίου, θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁσάκις τις τῶν κ.κ. Βουλευτῶν ἀγορεύῃ χωρὶς νὰ ἀκούηται, νὰ παρακαλῇ τοῦτον νὰ ἐντείνῃ τὴν φωνήν, ὥστε νὰ ἀκούηται· διότι, ὡς εἶπον, ἡμεῖς οἱ νεώτεροι Βουλευταί, κατὰ πρώτην φορὰν εἰσελθόντες εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φωτιζώμεθα ἐκ τῆς πείρας καὶ τῶν γνώσεων τῶν πρεσβυτέρων ἡμῶν.
§103Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν κατηρτίσθη νέα σύμβασις συμπληρωτικὴ μεταξὺ τῶν ἐργολάβων τοῦ λιμένος Βόλου καὶ τῆς οἰκείας Λιμενικῆς ἐπιτροπῆς περὶ κατασκευῆς προσθέτων ἢ νέων ἔργων, καὶ νὰ καταθέσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην περὶ τῶν προσθέτων τούτων ἔργων, περὶ τῆς ὁποίας ἤκουσα ὅτι πράγματι κατηρτίσθη.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους.
§105ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ἀντίρρησιν, κύριε Ὑπουργέ;
§107Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ὡς γνωστόν, πρόκειται περὶ ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία δὲν λειτουργεῖ μετὰ τὸν νόμον περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, πρόκειται δὲ σύναμα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ τακτοποιηθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ἵνα πραγματοποιήσωμεν καὶ οἰκονομίαν τινὰ εἰς τὰς δημοσίας δαπάνας. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί, ἀφοῦ ὅλα παρεπέμφθησαν;
§109ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐπεξεργασίας· εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακόν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§111Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέξῃ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ εὑρισκόμην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἠδυνήθην νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐργασία ἦτο μεγάλη εἰς τὸ δημόσιον χρέος, σπουδαιοτάτη, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν τοκομεριδίων τῶν τε παλαιῶν δανείων καὶ τῶν νέων. Ἤδη ὑπάρχει ἓν τμῆμα ὁλόκληρον, τὸ ὁποῖον ἐργάζεται διὰ τὰ τοκομερίδια τῶν παλαιῶν δανείων μέχρι τοῦ ἔτους 1895, εἰς τὸ τμῆμα δὲ αὐτὸ ὑπάρχει εἰδικὸς τμηματάρχης καὶ ὑπάρχει καὶ ἰδιαίτερον προσωπικόν. Ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν ἐργάζονται, ὅπως κατορθώσουν νὰ ἐξελέγξουν τὰ τοκομερίδια τῶν παλαιῶν χρεῶν, καὶ δὲν ἔχουσιν ἀκόμη φθάσει οὔτε εἰς τὸ ἔτος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 1887, κατὰ τὰς πληροφορίας δέ, ἃς εἶχον λάβει παρὰ τοῦ τμηματάρχου, ἐὰν τὸ προσωπικὸν δὲν ἤθελεν αὐξήσει, δὲν ἠδύναντο νὰ προχωρήσωσιν ἢ πολὺ βραδέως. Ἐσκόπουν δέ, ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐξακολουθήσω ὢν Ὑπουργὸς ἐν τῇ Κυβερνήσει, νὰ ζητήσω τὴν αὔξησιν τοὐλάχιστον τεσσάρων ἔτι γραφέων εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο καὶ μόνον. Ἐξ ἄλλου μέρους, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν τοκομεριδίων, ἀπὸ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐλέγχου καὶ ἐντεῦθεν ταῦτα ἐξελέγχονται ἀπὸ ἕτερον τμῆμα, παρουσίᾳ καὶ ἀντιπροσώπου τοῦ ἐλέγχου· ὁ ἔλεγχος ἀληθῶς ἀπέστειλε τὸν ἀντιπρόσωπόν του ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀλλὰ μοὶ παρήγγειλεν ὅτι, ἐνόσῳ τὸ προσωπικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνετέθη ἡ ἐξέλεγξις τῆς νέας ταύτης χρήσεως, δὲν ἤθελεν αὐξηθῆ, τὰ τοκομερίδια ἤθελον συσσωρεύεσθαι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ ἡ ἐργασία ἤθελε προσκόψει. Ἐσκόπουν λοιπὸν καὶ εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο νὰ αὐξήσω κατὰ δύο ἔτι τοὺς γραφεῖς· ὡς βλέπετε, ἐσκόπουν νὰ αὐξήσω τὸ προσωπικὸν κατὰ 6 γραφεῖς. Οὐδόλως ἀντιτείνω νὰ καταργηθῇ τὸ δημόσιον χρέος, ὡς Διεύθυνσις ἰδιαιτέρα, τοὐναντίον φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ προσωπικοῦ θέλει βλάψει καιρίως τὰ συμφέροντα τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Συνιστῶ λοιπὸν θερμῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα μέχρι τῆς δευτέρας καὶ τρίτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἂν πεισθῇ καὶ αὐτὸς, ὅτι πρέπει ν’ αὐξηθῇ τὸ προσωπικὸν καὶ ὄχι νὰ ἐλαττωθῇ, νὰ φέρῃ τὴν ἀναγκαίαν τροποποίησιν εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§112Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸν ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν εὐχαριστῶ, διότι εἶναι πολυτελέστερος ἐμοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλ’ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὸν πληροφορήσω, ὅτι, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ ζητήματα τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, ἐκ πολυχρονίου πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω, κατέγεινα περισσότερον καὶ δύναμαι νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι μὲ τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσυγκρίτως κατώτερον τοῦ ὑπάρχοντος, θὰ γίνηται ὑπηρεσία ἀσυγκρίτως τελειοτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐγίνετο· διότι σήμερον οἱ τμηματάρχαι, ὑπουργικοὶ γραμματεῖς καὶ γραφεῖς δὲν ἐργάζονται. Τὸν διαβεβαιῶ καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἦναι ἥσυχος καὶ, ὅταν μετ’ ὀλίγον συναντηθῶμεν πάλιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, θέλει πεισθῆ περὶ τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει ἐργασία ἐκκρεμὴς ἐκ τοῦ παρελθόντος, διὰ τοῦτο προβλέπεται μία δαπάνη, μὴ ὑπερβαίνουσα, κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη, τὰς 5,000 δραχμὰς, ἵνα καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ παρελθόντος καταστήσῃ ἐνήμερον καὶ τὴν μέλλουσαν ὑπηρεσίαν διεξάγῃ ἐγκαίρως.
§113Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς συμπλήρωσιν προσθέτω τὰ ἑξῆς· ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ προκατόχου τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, εἶχεν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἀποσπασθῆ εἰς ὅλως ἄλλην ὑπηρεσίαν ἐν Θεσσαλίᾳ ὁ τμηματάρχης, εἰς ὃν ἦτο ἀνατεθειμένη ἐν τῷ γραφείῳ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἡ ἐργασία τῆς ἐξελέγξεως τῶν τοκομεριδίων. Λοιπὸν, ἂν δὲν εὗρεν, ὡς παρετήρησε πρὸ μικροῦ, τὴν ἐργασίαν ταύτην προοδεύσασαν ἀρκούντως καὶ ἀναλόγως τοῦ χρόνου, ἰδίως ἀφ’ ὅτου συνέστη ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, ὁ κυριώτερος λόγος ἦτο, ὅτι ὁ τμηματάρχης, ὁ ἁρμόδιος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, εἶχεν ἀποσπασθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ εἰς Βόλον καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Θεσσαλίας διὰ τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς Θεσσαλούς. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφέρεται, θὰ ἦναι ἐπαρκὲς, ἵνα καταστῇ ἐνήμερος ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐξελέγξεως τῶν τοκομεριδίων, ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι ἀφίνωνται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐργάζωνται καὶ μὴ ἀποσπῶνται εἰς ἀλλοτρίας ὑπηρεσίας.
§114ΝΕΓΡΗΣ. Εὔχομαι τοῦτο νὰ ἦναι ἀληθὲς, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐλπίζω.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ γραφεῖον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους συνέστη κατὰ τὸ ἔτος 1895 διὰ νόμου εἰδικοῦ. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους μετεβλήθη ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1898, ἑπομένως τὸ γραφεῖον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον συνεστάθη ἵνα ἀποκατασταθῇ ἀντέλεγχος ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν περὶ τούτου, κατεστάθη περιττὸν, ἀφ’ οὗ ἐπεβλήθη ἡμῖν ὁ ξενικὸς ἔλεγχος. Ἰδίως ἐξέλιπεν ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας δύο τμημάτων, τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ τῆς φροντίδος πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ προορισθῶσιν, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων, καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς πληρωμῆς τῶν δόσεων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Τὰ δύο εἰρημένα τμήματα δὲν ἔχουν λόγον ὑπάρξεως, ἑπομένως νομίζω, ὅτι καλῶς καταργεῖται τὸ γραφεῖον αὐτὸ καὶ καλῶς ἀνετέθη ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς ἓν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ τμῆμα ὅμως αὐτὸ ἔχει μεγάλας καὶ μακρὰς ὑποχρεώσεις, διότι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργασίαν, ἡ ὁποία μόλις τῷ 1895 ἤρχισε, τὴν ἐργασίαν τῆς ἐξελέγξεως τῶν πληρωθέντων τόκων καθ’ ὅλα τὰ ἔτη ἀπὸ τοῦ 1879, ὅτε συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομ., μέχρι τοῦδε, καθ’ ἣν διάρκειαν συνωμολογήθησαν τὰ δάνεια, προσέτι δὲ καὶ τὴν ἐργασίαν τῆς ἐξελέγξεως τῶν τοκομεριδίων τῶν τρεχουσῶν χρήσεων. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσδιώρισε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θέλῃ ἐπαρκέσει εἰς τὴν σύγχρονον ἐκτέλεσιν καὶ τῶν δύο τούτων ὑπηρεσιῶν, τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ βεβαίως, ἐὰν ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ, θέλει ζητήσει τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ, ἵνα συνταχθῶσι πίνακες, οἱ ὁποῖοι νὰ κατατεθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως γένηται γνωστὸν εἰς ἡμᾶς κατὰ πόσον προώδευσεν ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐξελέγξεως τῶν τοκομεριδίων τῶν τε παρελθουσῶν χρήσεων καὶ τῆς συγχρόνου χρήσεως, διότι, ὡς ἐνθυμοῦμαι, μέχρι τοῦ 1897 ἡ ἐργασία προέβαινε μετὰ μεγάλης ταχύτητος καὶ ἀκριβείας, χάρις ἰδίως εἰς τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ διευθύνοντος τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τμηματάρχου κ. Ἐξαρχάκου. Ἐὰν τυχὸν ἡ ἐργασία αὕτη ἐβράδυνε μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, βεβαίως ἡ παρατήρησις τοῦ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτοῦ ἐξηγεῖ τὸν λόγον, ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ γνωσθῇ, μέχρι τίνος προώδευσεν ἡ ἐργασία αὕτη μέχρι τοῦδε.
§116Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν θὰ ἀπησχόλουν βεβαίως τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ συμφερόντων σπουδαίων. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τυπικῆς ἐξελέγξεως. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω πῶς γίνεται ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων, ἵνα ἐννοήσητε τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος. Ἕκαστον ἔτος στέλλεται εἰς τὰς Τραπέζας, αἵτινες εἶναι ἐπιφορτισμέναι τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, ποσὸν ἀνάλογον πρὸς ὅλον τὸν ἀριθμὸν τῶν τοκομεριδίων· ἐὰν μὲν τὰ τοκομερίδια ἐπληρώνοντο ὅλα, βεβαίως οὐδὲν εἶχον νὰ προσθέσω, δυστυχῶς ὅμως, ὡς γνωρίζετε, ἓν μέγα μέρος τῶν τοκομεριδίων μένει ἀπλήρωτον, τὸ μὲν διότι ἀπόλλυται, τὸ δὲ διότι ἴσως δὲν ἐζητήθησαν ἀκόμη, μένουσι δὲ αἱ καταθέσεις εἰς τὰς Τραπέζας εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τῆς ἐξελέγξεως λοιπὸν τῶν τοκομεριδίων δύναται νὰ εὑρεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπακριβῶς καὶ νὰ ἐκκαθαρίσουν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ποσὰ σπουδαῖα, ποσὰ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀνέλθουν εἰς ἑκατομμύρια ἴσως. Ὥστε ἡ ἐπίσπευσις τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν ἐπιβάλλεται. Καὶ διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ἅπαντα τὰ μέτρα, ὅπως τὸ ταχύτερον τὸ Δημόσιον δυνηθῇ νὰ γνωρίσῃ πόσα χρήματα, ἐξ ὅσων ἔχει καταθέσει εἰς τὰς Τραπέζας, ὀφείλουν νὰ τῷ ἐπιστραφῶσιν, ὅπως ζητήσῃ ταῦτα.
§117Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν μόνον παρατήρησιν θέλω προσθέσει, ἐνισχύων τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ὑπέβαλεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Τραπέζας, αἵτινες δυνάμει τῶν περὶ δανείων συμβάσεων, διαχειρίζονται τὰς πιστώσεις πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, οὐδεμία ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαιτεῖται ἄλλη ἐνέργεια, εἰμὴ προσωπικὸν ἐπαρκές, ἵνα τακτικῶς καὶ κανονικῶς ἐργαζόμενον καταστήσῃ ἐνήμερον τὴν ἐξέλεγξιν, τὴν ὁμολογουμένως ἐν καθυστερήσει εὑρισκομένην, τῶν πληρωμῶν τῶν τοκομεριδίων. Διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ξένας Τραπέζας, αὗται τακτικῶς ἀποστέλλουσι τὰ ἐξοφλούμενα τοκομερίδια ἢ τὰς κληρουμένας ὁμολογίας, παραδίδουσαι αὐτὰ τοῖς ἡμετέροις Προξένοις, κατὰ τὰ συμπεφωνημένα· ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ἐπίσης διαχειρίζεται ὁμοίαν περιουσίαν τῶν δανείων ἡμῶν, γνωστὸν εἶναι, ὅτι αὕτη οὐδέποτε ἐδείχθη, ὅσον ἔπρεπε νὰ δειχθῇ, πρόθυμος, ἵνα ἀποστέλλῃ τακτικῶς μετὰ τὰς λήξεις καὶ τὰς πληρωμὰς τῶν τίτλων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τοὺς ἐξοφληθέντας μετὰ τοῦ πρέποντος πίνακος πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεώς της. Μόλις ἐσχάτως ἐδέχθη ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐνεργῶσι τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν παρ’ αὐτῇ, ἐν ᾧ τοῦτο εἶναι καθῆκον τῆς Τραπέζης, ἥτις ἐπ’ ἀμοιβῇ διαχειρίζεται χρήματα δημόσια. Οὕτως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἑκατομμύρια τοῦ Κράτους ἐπὶ ἔτη πολλὰ διαχειριζομένη, μένει ἀνεξέλεγκτος, ἀφίνεται δ’ ἀνεξέλεγκτος μέχρι τοῦδε. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καὶ κατὰ τοῦτο ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἰδιαιτέρως καὶ καταστήσῃ ἐφεξῆς εὐχερῆ καὶ ἄνετον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοὐλάχιστον τοῦ Δημοσίου, τοὺς τεταγμένους παρὰ τῇ Τραπέζῃ πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν τοκομεριδίων, τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν διαχείρισιν πολλῶν ἑκατομμυρίων.
§118Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς πιθανὸν νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρέχει δυσχερείας, ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδέποτε ἠρνήθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὴν παροχὴν ὅλων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ν’ ἀποτελέσουν τὸν ἔλεγχον τῶν δημοσίων λογαριασμῶν, καὶ ἐὰν ὑπῆρχε καθυστέρησις, αὕτη ἀποδοτέα εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, τὴν ἐπιτετραμμένην τὴν ἐξέλεγξιν. Αὕτη εἶναι ἤδη ἐν συνεννοήσει πληρεστάτῃ μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως πάντα τὰ ἐξοφλούμενα τοκομερίδια καὶ αἱ κληρούμεναι ὁμολογίαι ἐξελεγχθῶσι κανονικῶς.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαιῶ, ὅτι τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν κατέλιπον τὴν ἀρχὴν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρεῖχε πᾶσαν εὐκολίαν εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην, μετέβαινον δ’ εἰς τὴν Τράπεζαν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῆς, βοηθούμενοι ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ ἐργασία, εἶπον, εἶναι μακρὰ καὶ μεγάλη, διότι, ἀφ’ ἧς ἠρχίσαμεν νὰ συνομολογῶμεν δάνεια μέχρι τοῦ 1895 δὲν ἐγένετο ἐργασία τις πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν τοκομεριδίων, πλὴν μικρᾶς τινος ἀρχῆς, γενομένης κατὰ τὸ 1891, ἐγκαταλειφθείσης δὲ μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1892 παῦσιν ἡμῶν. Τὰ τοκομερίδια συνεκεντροῦντο, ἀποστελλόμενα ἀπὸ ξένας Τραπέζας εἰς μίαν Τράπεζαν ἐν Ἀθήναις, ἡ ὁποία εἶχεν ἐπιτραπῆ νὰ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων, εἰσήγοντο δὲ ἐν κιβωτίοις καὶ ἐπλήρουν τὰ ὑπόγεια τῆς Τραπέζης ἐκείνης, ὅταν δὲ μετεφέρθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ὑπῆρχε χῶρος, ἵνα τὰ περιλάβῃ, ἕνεκα τοῦ μεγάλου ὄγκου αὐτῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3–11 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§121ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν εἰς τὸ τέταρτον ἐδάφιον, ὅπερ λέγει, ὅτι τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους κρατεῖ λεπτομερῆ λογαριασμὸν καὶ τοῦ ἀναλογοῦντος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου τόκου ἐπὶ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 25 τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου γενομένων καταθέσεων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 25 τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, ὁ τόκος οὗτος εἶναι συνωμολογημένος ὑπὲρ τῶν δανειστῶν καὶ ὄχι ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον: «Ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ καταθέτει προσωρινῶς ἐπὶ τόκῳ διὰ λογαριασμὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τὰ εἰς χρυσὸν τραπέντα ποσά.» Ἡ ἐγγραφὴ ἄρα εἰς τὸ βιβλίον τῶν τόκων τούτων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου. Νομίζω πρὸς τούτοις, ὅτι παρελείφθη ἐκ τοῦ ἄρθρου ἐδάφιον, ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως ἐπιβάλλῃ τὴν ἀναγραφὴν τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ παρηρτημένου εἰς τὸν περὶ ἐλέγχου νόμον κανονισμοῦ τόκων καὶ κεφαλαίων, τῶν παραγραφομένων. Περὶ μὲν τοῦ πρώτου τῶν θεμάτων, περὶ ὧν ἀσχολοῦμαι, προβλέπουσι τὰ ἄρθρα 8 καὶ 11 τοῦ κανονισμοῦ τοῦ παρηρτημένου εἰς τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου, καθ’ ἃ κανονίζεται ἡ χρῆσις τῶν ἐκ προσωρινῆς τοποθετήσεως προκυπτόντων τυχὸν τόκων· περὶ τῆς ἀποσβέσεως δὲ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων ἐν ἄρθρῳ 16 λέγονται ταῦτα: «Οἱ τόκοι τῶν δανείων, εἰς ἃ ἀφορᾷ ὁ παρὼν κανονισμός, παραγράφονται μετὰ πενταετίαν. Ἡ ἐξόφλησις τῶν κληρωθέντων τίτλων παραγράφεται μετὰ πενταετίαν.» Ὅτε ἡ παραγραφὴ ἀνακηρύσσεται, οὐδεμία διάταξις ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ κέρδος, τὸ ἐκ τῆς παραγραφῆς· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κανονισμοῦ, προβλέπουσα περὶ τοῦ κέρδους τῶν τόκων τῶν ἐξαγοραζομένων ἢ κληρουμένων τίτλων ὑπὸ τῶν δανειστῶν, ὧν αὐξάνει οὕτω τὸ ποσοστὸν τοῦ ἀρχικοῦ τόκου, δὲν συμπεριλαμβάνει καὶ τοὺς τόκους τοὺς παραγραφομένους. Τὸ ἄρθρον 4 λέγει: «Οἱ τόκοι τῶν ἐξαγοραζομένων ἢ ἐπὶ τῇ βάσει κληρώσεως ἀποσβεννυμένων τίτλων προορίζονται ἀποκλειστικῶς εἰς αὔξησιν τῶν τόκων τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ μενόντων τίτλων.» Ἀφοῦ ἄρα οἱ τόκοι οἱ παραγραφόμενοι, ὡς καὶ τὰ κεφάλαια τὰ παραγραφόμενα, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος, ἀναγκαῖον φαίνεται νὰ μνημονευθῇ ῥητῶς ἡ ἀναγραφὴ αὐτῶν. Ὑποβάλλω ταύτην τὴν παρατήρησιν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατ’ αὐτήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§122Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 2, 3, 4, 5 καὶ 6 νομοσχέδια παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν· μάλιστα τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 ἀνεγράφη χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ ἀκόμη εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε προβαίνομεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῆς ψηφοφορίας πρὸς ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν.
§124Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μικρὸν πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μετέβην εἰς ἐπίσκεψιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀκριβῶς ἵνα μάθω ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι αὐτοῦ περὶ τῆς ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφαίνετο ἀποκλίνων ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, μοὶ εἶπεν ὅμως, ὅτι ἐπεθύμει νὰ ἐπανέλθωσι καὶ οἱ λοιποὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Βουλευταί, ἵνα ἀκούσῃ καὶ αὐτῶν τὴν γνώμην, καὶ τότε σχηματίσῃ τὴν ἰδικήν του καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περί ἀναβολῆς, ἐὰν τὸ νομίσῃ ἀναγκαῖον. Μοὶ ἀπηύθυνε δὲ μίαν ἐρώτησιν, ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ ἠδύναντο ν’ ἀναβληθῶσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἰουλίου· ἐγὼ δὲ τῷ ἀπήντησα, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐν τῇ ὡρισμένῃ προθεσμίᾳ, διότι τὸ τέλος Ἰουλίου συμπίπτει μὲ τὸν γενικὸν τρυγητὸν τῆς σταφίδος. Περὶ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου παρατηρῶ, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐκλογαί, καὶ τὰς ἀναβάλλει διὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Σεπτεμβρίου. Ἐγὼ ἤμην ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς βεβαίως, καὶ τοῦτο τὸ εἶδον μ’ εὐχαρίστησίν μου· ἀλλ’ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν θέλῃ νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ τὴν συνιστῶ εἰς τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀκριβῶς κατὰ τὴν 5 Σεπτεμβρίου συμπίπτει περίοδος ἄλλης ἐργασίας, συμπίπτει δηλ. ἡ ἀναβολὴ μὲ τὴν περίοδον τῶν ἐργασιῶν τοῦ τρυγητοῦ τῶν ἀμπέλων, ἐξακολουθεῖ δὲ καὶ ἡ ἐργασία τῆς σταφίδος, διότι τότε γίνεται ἡ ἀγοραπωλησία καὶ ἡ φόρτωσις εἰς παραλίους πόλεις. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τόν τε κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσωσιν, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναβολῆς ἐγένετο δεκτή, νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἐνέργεια τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν κατὰ τὴν τελευταίαν Κυριακὴν τοῦ Σεπτεμβρίου, ἢ κατὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ὀκτωβρίου. Ἐγὼ νομίζω μάλιστα, ὅτι ἡ πρώτη Κυριακὴ τοῦ Ὀκτωβρίου πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὡς τακτικὴ ἡμέρα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, τροποποιουμένου τοῦ νόμου κατὰ τοῦτο, διότι τότε ἀκριβῶς συμπίπτει αἱ ἐργασίαι αἱ ἀγροτικαὶ νὰ ἦναι εἰς τὸ τέλος των καὶ δὲν ἀρχίζουσιν ἀκόμη αἱ ἐργασίαι τῆς σπορᾶς.
§125ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἡ τοιαύτη ἀναβολὴ εἶναι ὀλεθριωτάτη διὰ τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας. Ὁ νόμος πολὺ ὀρθῶς ὥρισε τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ἰουλίου, διότι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἁπάσας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Τώρα, ἐὰν ἔκτακτοι περιστάσεις καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον ἔπεισαν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νόμον καὶ ἀναβάλῃ ταύτας διὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Σεπτεμβρίου, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος, ὅπως ὁριστικῶς κανονισθῇ ἡ ἡμέρα αὕτη· μάλιστα προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ὁρισθῇ ἤδη ἡ τελευταία Κυριακὴ τοῦ Αὐγούστου, διότι κατὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Σεπτεμβρίου συμπίπτουσι πολλαὶ ἐμπορικαὶ πανηγύρεις εἰς διαφόρους ἐπαρχίας καὶ παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ὡς ἐν Εὐρυτανίᾳ καὶ Θεσσαλίᾳ.
§126ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προσδιορισμὸς τῆς διεξαγωγῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν κατὰ τὴν 4ην Ἰουλίου ἐγένετο ἕνεκα ἑτέρου λόγου, διότι συμπίπτει μὲ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἔχει διαθεσίμους πλείονας δικαστὰς, ἵνα στείλῃ ἀντιπροσώπους. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον δὲν ἀρχίζουν ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ μηνὸς αἱ ἐργασίαι τῶν δικαστηρίων.
§127ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συντάσσομαι καὶ ἐγώ, Κύριοι, μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας περὶ ψηφίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς παγίου νόμου, κανονίζοντος τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Ὀκτωβρίου ἢ τὸ τελευταῖον δεκαήμερον τοῦ Σεπτεμβρίου. Δὲν πρέπει ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων ν’ ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς συλλογῆς καὶ καλλιεργείας τῶν καρπῶν, διότι, καθὼς εἶπε καὶ ἕτερος συνάδελφος, ὑπάρχει καὶ τὸ ζήτημα τῶν πανηγύρεων, ἕτεροι δὲ θὰ προβάλωσιν ἑτέρους λόγους. Τὸ σπουδαιότερον ζήτημα συνίσταται εἰς τοῦτο· συμφέρει αἱ ἐκλογαὶ νὰ γίνωνται κατὰ τὸν Ἰούλιον καὶ ἡ ἐγκατάστασις τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν νὰ γίνηται, ὅπως σήμερον, τὸν Ὀκτώβριον; Ἐγὼ ἐπείσθην, ὅτι ὄχι· διότι ἡ ἕναρξις καὶ ἡ λῆξις τῆς δημοτικῆς περιόδου δὲν συμπίπτει μὲ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος τῶν δήμων, καὶ ἐκ τούτου πλεῖσται ἀνωμαλίαι προέρχονται ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῖς δημοτικοῖς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ λόγου τούτου ἕτερος λόγος ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος ἐνδεικνύει, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ προτιμότερον εἶναι νὰ ἐνεργῶνται τὸν Σεπτέμβριον ἢ τὸν Ὀκτώβριον, καὶ ἡ ἐγκατάστασις τῶν ἀρχῶν νὰ γίνηται τὸν Ἰανουάριον. Ἀτυχῶς παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, τὸ κακὸν τῆς δωροδοκίας ἐν ταῖς δημοτικαῖς ἐκλογαῖς ὑπερέβη τὰ ὅρια. Φρονῶ, ὅτι εἷς συντελεστής, ἐλάχιστος ἔστω, διότι θὰ ληφθῇ βεβαίως πρόνοια ἄλλη νομοθετικὴ περὶ περιστολῆς τοῦ κακοῦ τούτου, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτουσιν ἄρχοντες τοῦ λαοῦ οὐχὶ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν γνησίαν τοῦ λαοῦ θέλησιν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαφθείρουσι τὰς συνειδήσεις αὐτοῦ, εἷς συντελεστὴς ὅμως πρὸς τὴν περιστολὴν ταύτην θὰ ἦναι καὶ ἡ ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν κατὰ Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον, καὶ οὐχὶ τὸν Ἰούλιον. Ὡς γνωστόν, τὰ γεωργικὰ προϊόντα συγκομίζονται κατὰ τὸν Ἰούλιον μέχρι τέλους Αὐγούστου. Τότε ὁ ἀγρότης δὲν ἔχει οὐδὲ ὀβολόν, καὶ ἑπομένως ἡ ἐξαγορὰ τῆς συνειδήσεως αὐτοῦ γίνεται εὐχερέστερον, ἐνῷ κατὰ Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον θὰ γίνεται δυσχερέστερον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν διστάζω νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην ταύτην, ἀκολουθῶν τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
§128Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν κατὰ τρόπον διαρκῆ καὶ μόνιμον τὴν ἐποχὴν τῆς ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, πρόκειται νὰ λάβωμεν πρόνοιαν διὰ τὴν ἔκτακτον περίστασιν, ἡ ὁποία παρουσιάζεται σήμερον, ὡς παρουσιάσθη, καὶ ἄλλοτε. Ἡ ἔκτακτος περίστασις εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι συνεδριάζει ἡ Βουλή, ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς πιθανὸν νὰ παραταθῶσι μέχρι τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ μηνὸς Ἰουλίου καὶ ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ κατὰ τὴν 4ην Ἰουλίου. Αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ἀναβληθῶσιν ἐκτάκτως αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ποία ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα τῆς ἐνεργείας αὐτῶν. Πλεῖσται ὑπάρχουσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνῶμαι, προερχόμεναι βεβαίως ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων καὶ τῶν ἀγροτικῶν ἐργασιῶν ἐν ταῖς διαφόροις ἐπαρχίαις. Ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι, ἐν ταῖς ὁποίαις αἱ ἐργασίαι τῆς σταφίδος ἀπασχολοῦσι τοὺς κατοίκους μέχρι τέλους Αὐγούστου, ὑπάρχουσιν ἄλλαι, ὅπου ὁ τρυγητὸς ἄρχεται περὶ τὰ μέσα Σεπτεμβρίου. Ἐκρίναμεν, ὅτι ὁ ὁρισμὸς τῆς πρώτης Κυριακῆς τοῦ Σεπτεμβρίου, δηλ. τῆς 5 Σεπτεμβρίου, εἶναι ὁ πρακτικώτερος, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ εὐχαριστήσῃ ἐν γένει τὰς ἐπαρχίας, καθόσον ὁρίζομεν ἀκριβῶς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ μὲν ἐργασίαι τοῦ σταφιδοκάρπου δύνανται νὰ θεωρηθῶσι, κατὰ τὸ πλεῖστον τοὐλάχιστον, περατωμέναι, αἱ δὲ τοῦ τρυγητοῦ τῶν ἀμπέλων δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μήπω ἀρξάμεναι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὀρθῶς ὡρίσθη ὡς ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς ἡ 5η Σεπτεμβρίου. Ὅσον ἀφορᾷ, τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ περὶ μονίμου μέτρου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ληφθῇ σχετικῶς πρὸς τὴν ἐγκατάστασιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν καὶ περὶ ὁρισμοῦ ταύτης κατὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου, βεβαίως τὸ ζήτημα δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συζητήσεως· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἡ πρώτη Ἰανουαρίου δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὁρισθῇ ὡς ἡμέρα ἐγκαταστάσεως τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, καὶ ὅτι καλῶς ἴσως ὁ νόμος ὥρισε τὴν ἐγκατάστασιν τὸν Ὀκτώβριον, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἐγκαθιστάμεναι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον δύνανται νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἐνῷ ἄλλως, ἐὰν ἐγκαθίσταντο τὴν 1 Ἰανουαρίου, θὰ ἦσαν ἠναγκασμέναι ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος νὰ ἐνεργήσωσι δυνάμει προϋπολογισμοῦ συνταχθέντος παρ’ ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρόκειται κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ἐξετασθῇ, διότι πρόκειται δι’ ἐξαιρετικοῦ νόμου νὰ κανονίσωμεν τὴν ἐξαιρετικὴν περίστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα.
§129ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν κατὰ Ὀκτώβριον δὲν κωλύει τὴν μεταβολὴν ταύτην, συμμεταβαλλομένου καὶ τοῦ νόμου περὶ τοῦ χρόνου τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δηλαδὴ ψηφισθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ γίνεται ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου. Οὕτως αἴρεται καὶ τὸ κώλυμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς φραγμὸς ἀνυπέρβλητος.
§130ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν εἶναι βεβαίως, οἷον ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δηλ. αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἴσως θὰ ἦτο δυνατόν, χωρὶς νὰ βλαφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, νὰ ἐγίνετο μία διακοπὴ τῆς Βουλῆς εἰκοσαήμερος, ὥστε αἱ ἐκλογαὶ νὰ διεξαχθῶσι κανονικῶς τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ἰουλίου. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ εὑρεθῇ ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἐὰν ἐλπίζῃ, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ παραταθῶσι καὶ καθ’ ὅλον τὸν Ἰούνιον, ἴσως παραταθῶσιν αὗται καὶ μέχρι τῆς 20 Ἰουνίου, ἀλλὰ πέραν τῆς ἐποχῆς αὐτῆς πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των.
§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν συνέβη ἄλλοτε νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ καὶ μετὰ τὴν 20ὴν Ἰουνίου;
§132ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Συνέβη· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην περίοδον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωσιν οἱ Βουλευταὶ μετὰ τὴν 4ὴν Ἰουλίου καὶ ἅμα τῷ πέρατι τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νομίζῃ ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὴν 4ὴν Ἰουλίου, ὅπως ἐπανέλθωμεν μετὰ ταῦτα, τότε ὀρθῶς ἐζητήθη ἡ διεξαγωγὴ τῶν ἐκλογῶν πέραν τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου δεκαημέρου τοῦ Σεπτεμβρίου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λόγων εἶναι καὶ ὁ ἑξῆς· λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς ψηφοφόρους, οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦνται ἕνεκα τοῦ τρυγητοῦ· ἀλλ’ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτής, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὰς οἰνοφόρους ἐπαρχίας ὁ τρυγητὸς εἶναι ἐν πλήρει ἀκμῇ, καὶ δυσκολώτατον νὰ μὴ συμβῶσι καὶ ἀνωμαλίαι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλος λόγος, ἡ τοποθέτησις τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστῶν καὶ τῶν δικηγόρων, ὡς δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, καὶ τῶν ἐφόρων. Διότι οἱ μὲν ἀρεοπαγῖται, κατὰ τὰ τρία τέταρτα, κατὰ τὸ πρῶτον δεκαπενθήμερον τοῦ Αὐγούστου θὰ ἔχωσι τὴν κανονικὴν ἄδειαν τῶν διακοπῶν, καὶ δυσκόλως θὰ καταρτισθῇ ἡ ἀπαιτουμένη ὁλομέλεια, μάλιστα δὲ τώρα, μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προσωπικοῦ, ὥστε νὰ κάμῃ τὰς τοποθετήσεις. Ἀλλὰ καὶ οἱ δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι καὶ οἱ ἔφοροι θὰ εὑρίσκωνται διατεθειμένοι κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον, καὶ δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ κοινοποιηθῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ ἔγγραφα ἐγκαίρως ἐντὸς τοῦ Αὐγούστου. Λοιπὸν, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἐγκρίνῃ, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ὁρισθῇ ἡ πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν 15ην Σεπτεμβρίου, νὰ δοθῇ δηλονότι ἀκόμη δεκαπενθήμερος προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ τρυγητὸς ἐξαντλεῖται, τοὐλάχιστον εἰς τὰ πεδινὰ μέρη, οἱ δὲ δικασταὶ θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των, ὥστε καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ δύναται νὰ συνεδριάσῃ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι καὶ οἱ ἔφοροι νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὰς θέσεις των.
§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρατήρησιν ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν συναινῇ, μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσωσιν αὐτὴν, ἵνα, ἂν κρίνωσιν αὐτὴν βάσιμον, ῥυθμίσωσι τὰ τῆς ἀναβολῆς προσηκόντως, ἀποφεύγοντες τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία θέλει ἐπέλθει, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μονίμου προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῶν ἐκλογῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ἔπρεπε διὰ μακρῶν νὰ συζητήσωμεν, ἂν πρέπῃ νὰ μεταβάλωμεν τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δήμων προσδιωρισμένον χρόνον. Πρόκειται περὶ ἐξαιρετικοῦ μέτρου, διὰ τοῦ ὁποίου, ἀναστελλομένων νῦν τῶν ἐκλογῶν, προσδιορίζεται ἄλλος χρόνος πρὸς ἐνέργειαν αὐτῶν, ἑπομένως πρέπει πρὸς τοῦτο νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀνυπέρβλητος. Τοιαύτη ἀνάγκη ἐπῆλθε κατὰ τὸ 1895, διότι ἐκλήθημεν τότε εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν 31 Μαΐου, ἀνελάβομεν δὲ τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὴν 1 Ἰουνίου, ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου δὲ μέχρι τῆς πρώτης Κυριακῆς τοῦ Ἰουλίου δὲν ὑπελείποντο τόσαι ἡμέραι, ὅσαι ἀπαιτοῦνται κατὰ τὸν περὶ ἐκλογῶν νόμον, ἵνα ἐκτελεσθῶσι πᾶσαι αἱ διατάξεις αἱ προπαρασκευαστικαὶ τῶν ἐκλογῶν, διότι ἀπαιτοῦνται 55 περίπου ἡμέραι πρὸς τοῦτο, ἐνῷ τότε μόλις 38 ἡμέραι ὑπελείποντο ἡμῖν...
§134ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχεν ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα πρὶν ἢ ἀναλάβητε ὑμεῖς τὴν ἀρχήν;
§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι... Ἡ περίπτωσις αὕτη δὲν παρουσιάζεται εὐτυχῶς νῦν, οὐδ’ ἀνάγκη ὑπάρχει ἀνυπέρβλητος· ἐὰν δ’ ἀποδεχθῶμεν τὴν γνώμην τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐκλογῶν διὰ τὴν 5 Σεπτεμβρίου, θέλομεν παρασκευάσει αἰτίαν ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων, ἥτις θέλει δυσχεράνει κατά τι τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Γνωστόν, ὅτι τὴν 1 Σεπτεμβρίου λήγουσιν αἱ δικαστικαὶ διακοπαὶ, ἄρχεται δὲ τότε ἡ λειτουργία τῶν δικαστηρίων πλήρης καὶ ἀκεραία· ἀλλ’ ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον, μόλις ἐπανέλθωσιν οἱ δικασταὶ καὶ οἱ δικηγόροι ἐκ τῶν διακοπῶν θέλουσιν ἀποσταλῆ δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι, ἀποστέλλονται δ’ ἑκατοντάδες τοιοῦτοι, ὅταν γίνωνται ἐκλογαὶ, καὶ ἕνεκα τῆς ἀποστολῆς ἑκατοντάδων δικαστικῶν ἀντιπροσώπων τὰ δικαστήρια ἀργοῦσιν. Οὕτω κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, πλὴν τῆς ἀργίας τῶν δικαστηρίων ἕνεκα τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἧς ἕνεκεν ἀνεστάλη ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ 15 ἡμέρας, ἄλλας 15 ἡμέρας πάλιν θέλομεν ἔχει ἀργίαν τῶν δικαστηρίων ἕνεκα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Αὐτὴν τὴν ζημίαν ἐσκόπουν νὰ καταδείξω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προέβαλε, δικαιολογῶν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, βεβαίως ἔχει ἀξίαν τινά· πρέπει ὅμως νὰ συγκρίνωμεν τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἐὰν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς λήξωσι τὴν 1 Ἰουλίου, πρὸς τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν ἀργήσῃ ἡ λειτουργία τῶν δικαστηρίων ἐπὶ 15 ἡμέρας ἕνεκα τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ προσδιορισθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί. Ἐγὼ συμμερίζομαι τὴν γνώμην ἑνὸς τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δύσκολον κατὰ Ἰούλιον μῆνα νὰ ἐργάζηται ἡ Βουλή, κρίνω δὲ, ὅτι ἐλαχίστη ἀποβαίνει ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν, ἐὰν δὲν ἀναβάλωμεν τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐμμείνωμεν εἰς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον προσδιώρισεν ὁ νόμος πρὸς ἐνέργειαν τῆς ψηφοφορίας, ἐνῷ ἡ ζημία ἡ ἄλλη, ἡ ἐκ τῆς ἀργίας τῶν δικαστηρίων ἐπὶ 15 ἡμέρας, θὰ ἦναι βεβαίως μεγάλη. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν παρατήρησιν ταύτην.
§136Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς ἀποβλέποντες εἰς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀνέπτυξεν, ὡρίσαμεν τὴν 5 Σεπτεμβρίου, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι τὰ δικαστήρια, καίτοι κατὰ νόμον ἐπαναλαμβάνουσι τὰς τακτικάς των ἐργασίας ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου, πολὺ σπανίως πράγματι ἐπαναλαμβάνουσι ταύτας τὴν 1 Σεπτεμβρίου. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν, ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ ὁρισθῇ ἡ 5 Σεπτεμβρίου, ὅπως ἐπιτραπῇ ἀκριβῶς εἰς τοὺς δικαστὰς νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των κατὰ τὸ πρῶτον δεκαπενθήμερον, καὶ μὴ ἀναμένωσι τὰς ἐκλογὰς μέχρι τῆς 15 Σεπτεμβρίου, ὅτε βεβαίως ὁλόκληρος ὁ μὴν θὰ ἀπώλλυτο διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπῆρξε λοιπὸν ἀκριβῶς εἷς λόγος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔπεισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁρίσωμεν τὰς ἐκλογὰς κατὰ τὴν 5 Σεπτεμβρίου. Βεβαίως, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ πρὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ ἡ ἡμέρα ἡ πρὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου· ἀλλὰ γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὡς ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς συγκομιδῆς τοῦ σταφιδοκάρπου πᾶς ὁρισμὸς ἡμέρας πρὸ τῆς πρώτης Σεπτεμβρίου θὰ παρουσίαζε δυσκολίας μεγάλας καὶ διὰ τοὺς ἐκλογεῖς καὶ διὰ τὴν ἐν γένει διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν.
§137ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρὸ τῆς 20 Σεπτεμβρίου αἱ ἐργασίαι τῶν δικαστηρίων δὲν ἀρχίζουσιν εἰς κανὲν δικαστήριον, καὶ τοῦτο, διότι καὶ δικασταὶ καὶ δικηγόροι ἐπανέρχονται μετὰ τὴν 1 Σεπτεμβρίου εἰς τὰς θέσεις των, ἀπουσιάζοντες ἕνεκα τῶν διακοπῶν. Λοιπὸν ὁ Ἄρειος Πάγος πρέπει νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ κάμῃ τὰς τοποθετήσεις τοὐλάχιστον 20 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἐντὸς τοῦ Αὐγούστου δύσκολον νὰ κατορθώσωσιν οἱ ἔφοροι καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι νὰ εἰδοποιηθῶσι τοὐλάχιστον 20 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, διότι δύσκολον νὰ εὑρεθῶσιν, ἵνα γείνωσιν αὐτοῖς κοινοποιήσεις. Ἐὰν προσδιορισθῇ ἡ ἐκλογὴ τὴν πρώτην Κυριακὴν μετὰ τὴν 15 Σεπτεμβρίου, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, καὶ αἱ ἐργασίαι τῶν δικαστηρίων δὲν θὰ πάθωσιν ἀναβολὴν οὐδ’ ἐπὶ πέντε ἡμέρας, διότι, ἐὰν γίνωσιν αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὰς 16 ἢ 17 Σεπτεμβρίου, εἰς τὰς 25 θ’ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι τῶν δικαστηρίων· ἡ βλάβη θὰ ἦναι πέντε ἡμερῶν, ἴσως δὲ δὲν θὰ ἐπέλθῃ οὐδ’ ἡ βλάβη αὕτη, διότι οἱ ἔφοροι καὶ οἱ δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι ἅμα τῷ πέρατι τῶν ἐκλογῶν θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὰς θέσεις των.
§138ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ χαθῇ ὁ Σεπτέμβριος.
§139ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ Σεπτέμβριος πάντοτε χάνεται. Πρὸ τῆς 25 Σεπτεμβρίου ποτὲ δὲν ἀρχίζουν τὰ δικαστήρια ἐργαζόμενα.
§140Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἐξητάσθησαν τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἐκτὸς τῶν συμφερόντων τῆς Θεσσαλίας. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰουλίου ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι αἱ σπουδαιότεραι γεωργικαὶ ἐργασίαι, διότι γίνεται ὁ θερισμὸς καὶ ἡ μεταφορὰ τῶν γεννημάτων ἐκ τῶν ἀγρῶν εἰς τὰ ἁλώνια καὶ ὁ ἁλωνισμὸς αὐτῶν. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν εἶναι ἐπιβλαβέστατον νὰ γίνωνται αἱ ἐκλογαὶ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ἰουλίου. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν δικαιολογεῖται ἐκ τῶν περιστάσεων, ἃς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἡ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας ὀφειλομένη στοργὴ δικαιολογεῖ τὴν ἀναβολὴν ἐφέτος τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, προσέτι δὲ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Τριφυλίας ἀξιοτίμου συναδέλφου περὶ παγίας ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἵνα κατὰ τὸν μόνιμον προσδιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 38,996.65, χορηγηθεισῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897 διὰ Β. Διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1898 Β. Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τῆς αἰτιολογίας τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ μὴ ψηφισθέντι εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ὑπὸ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ κεφαλαίου 7. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι πλάνη χωρεῖ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Διορθοῦται ἡ αἰτιολογία τῆς πιστώσεως, ἀλλὰ διορθοῦται κατὰ τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας, οὐχὶ κατὰ τὸν ψηφισθησόμενον γενικὸν πίνακα. Ὅταν μεθαύριον ἔλθῃ εἰς ψήφισιν ὁ προϋπολογισμός, ὅστις ὑπεβλήθη, οἱ γενικοὶ δηλαδὴ πίνακες, θὰ ψηφισθῶσιν ἐκεῖ «πρόεδροι καὶ πρωτοδίκαι», οὐχὶ δὲ καὶ «μισθοὶ παρέδρων». Σήμερον δὲ ἐνταῦθα κυροῦμεν διάταγμα, ὅπερ διορθοῖ τὴν αἰτιολογίαν οὐχὶ τῶν γενικῶν, ἀλλὰ τῶν ἀναλυτικῶν πινάκων. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄσκοπον. Εἶναι, ἐπαναλέγω, ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μεθαύριον θὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῶν γενικῶν πινάκων, ἐκεῖ δὲ ἡ αἰτιολογία εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ κακῶς γενόμενον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1898 Β. Διατάγματος περὶ ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν ἐν τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μὴ ψηφισθέντι εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 120,000, χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ δαπάναι ἐγένοντο ἤδη, καὶ ἡ δαπάνη τῶν 100,000 διὰ συνδρομὴν τῶν κατὰ τὴν δυτικὴν Πελοπόννησον παθόντων ἐκ τοῦ σεισμοῦ, καὶ τῶν 20,000 δι’ ὑδραυλικὰς ἐργασίας πρὸς εὕρεσιν ὑδάτων ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀττικῆς. Ἀφοῦ δὲ ἐγένοντο, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ, ἵνα συνταχθῇ πίναξ περὶ τῶν γενομένων δαπανῶν καὶ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Ἰανουαρίου 1899 Β. Διατάγματος περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Μαρτίου 1898 Β. Διατάγματος, περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1898 κλπ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§147ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἔχει, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὀρθῶς. Τὸ ἄρθρον ἐπαναλαμβάνει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ διατάγματος, ἣν δὲν κυροῖ τὸ προηγούμενον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὁρίζον ὅτι τὸ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ μνημονευόμενον Β. Διάταγμα ἰσχύει μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ κυρώσεως τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1898 κτλ. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύῃ τὸ νομοθετικὸν τοῦτο διάταγμα μέχρι τῆς κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ σήμερον ἡ Βουλὴ συνεδριάζει καὶ ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ θέσῃ τέρμα, καὶ ῥητῶς, εἰς τὴν ἰσχὺν τοῦ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς ἐκδοθέντος διατάγματος τούτου; Μεταξὺ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ψηφίζομεν τὴν διάταξιν ταύτην, καὶ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ κυρωθῇ ὁ γενικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ 1898, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι τὸ διάταγμα τὸ νομοθετικὸν τοῦ 1898 θέλει κανονίζει τὰ τοῦ ὑπολοίπου μέρους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898; Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι ὀρθή, καὶ προτιμότερον θὰ ἦτο, ἀντὶ τῆς τοιαύτης διατάξεως, νὰ ἐλέγετο ἁπλῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ: «Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεως αὐτοῦ, ὅτε καὶ λήγει ἡ ἰσχὺς τοῦ διατάγματος».
§148Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πάντα τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ 1898 ἐρρυθμίσθησαν δυνάμει αὐτοῦ τοῦ Β. Διατάγματος, ἑπομένως τὸ διάταγμα τοῦτο ὑπελήφθη ὡς νόμος τοῦ Κράτους, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐνηργήθησαν καὶ εἰσπράξεις καὶ δαπάναι. Μέχρις οὗ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1898, ἐννοεῖται, ὅτι τὸ διάταγμα δίδει κῦρος καὶ εἰς ὅλας τὰς πράξεις, αἵτινες ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ συντελέσθησαν· εὐθὺς δ’ ὡς ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός, θὰ παύσῃ ἰσχῦον. Διὰ τοῦτο ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5 τοῦ διατάγματος.
§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον ἔπρεπε νὰ γείνῃ.
§150ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διεξήχθησαν, ἐπαναλέγω, πᾶσαι αἱ πράξεις ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ διατάγματος καὶ οὕτως ἀνεγράφησαν αἱ δαπάναι εἰς τὰ δημόσια βιβλία. Λοιπὸν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κυρωθῇ, ἀφοῦ τὸ διάταγμα αὐτὸ ἐξεδόθη ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς κυρώσεως; Τότε ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ λαβοῦσαι χώραν ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ τοῦ διατάγματος, εἶναι ἄκυροι.
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πᾶσαι αἱ πράξεις ἐτελέσθησαν· ἐφ’ ὅσον ἄρα τὸ διάταγμα τοῦτο ἐκυβέρνησε τὰ κατὰ τὰς πράξεις ταύτας, κυροῦται ἐν τοῖς προηγουμένοις ἄρθροις. Τὸ ἄρθρον 5 εἶναι πλέον ἄχρηστον, ἀφοῦ αἱ πράξεις, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐτελέσθησαν. Τί σημαίνει ἐπὶ τετελεσμένων πράξεων τὸ «ἰσχύει μέχρι τῆς κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ»;
§152Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξακολουθεῖ ἡ χρῆσις.
§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ τότε πῶς αἱ πράξεις ἐπερατώθησαν;
§154ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξακολουθεῖ ἡ χρῆσις.
§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ἐξακολουθεῖ, ἀλλὰ τὸ διάταγμα, εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ ὁ νόμος οὗτος, παύει νὰ ἔχῃ ἰσχὺν διὰ τὰ μέλλοντα. Ἡ κύρωσις τοῦ ἄρθρου 5 βεβαίως ἀντίκειται εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον.
§156Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ λόγος τῆς κυρώσεως τοῦ διατάγματος εἶναι προφανής· εὑρισκόμεθα ἀκόμη ὑπὸ τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ τοῦ διατάγματος. Ἐν περιπτώσει δὲ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλομεν κυρώσει τὸ διάταγμα, βεβαίως δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ βεβαιωθῶσιν οὐδὲ νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἐν τούτοις πρέπει νὰ εἰσπραχθῶσι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§157Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀμέσως ἑπόμενα δύο νομοσχέδια, ὑπ’ ἀριθ. 14 καὶ 15, «περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1898» καὶ «περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1898», παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῶσι.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΥΠΒʹ τῆς 18 Φεβρουαρίου 1897 προστεθέντος δευτέρου ἄρθρου εἰς τὸν νόμον ͵ΒΥΚϚʹ τῆς 10 Ἰουνίου 1896 περὶ ἐκποιήσεως μέρους τῆς κληρονομίας τοῦ Ἀλεξάνδρου Σούτσου. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1898 Β. Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγορᾶς οἰκοπέδου, κειμένου ἐν Ἀθήναις, εἰς θέσιν Καμαράκια.
§160Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, διότι δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ ἐξετάσω τὰ τῶν τίτλων αὐτοῦ.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 10′ μ. μ.)