1899.05.19
2,254 rows · 17,236 words · 127 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
Τῆς 19 Μαΐου 1899.
(Τετάρτη).
(Γνομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐκτελῶν τὴν ἐντολὴν, ἣν μοὶ ἀνέθηκε κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, διεβίβασα συλλυπητήριον τηλεγράφημα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱσπανικῆς Βουλῆς. Τὸ τηλεγράφημα διεβιβάσθη γαλλιστὶ, τὸ δὲ κείμενον ἐν μεταφράσει ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ ἐν τῇ σημερινῇ αὑτῆς συνεδριάσει συμμετέχουσα τῷ ἐθνικῷ Ἱσπανικῷ πένθει, μὲ ἐπεφόρτισε νὰ καταστῶ ἑρμηνευτὴς τῶν θερμῶν αὐτῆς συλλυπητηρίων ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Αἰμιλίου Καστελὰρ, τοῦ μεγάλου καὶ εὐγλώττου προμάχου τῶν δικαίων τῆς ἀνθρωπότητος.» Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱσπανικῆς Βουλῆς ἀπήντησεν Ἱσπανιστί· ἔχει δὲ τὸ κείμενον ἐν μεταφράσει ὡς ἑξῆς: «Οὐδεμία ἐκ τῶν συλλυπητηρίων ἐκδηλώσεων, ἃς πανταχόθεν τῆς Οἰκουμένης ἔλαβον ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ μεγάλου καὶ εὐγλώττου προμάχου τῶν δικαίων τῆς ἀνθρωπότητος Αἰμιλίου Καστελὰρ, ἠδυνήθη νὰ εἰσδύσῃ ἐν τῇ καρδίᾳ μου βαθύτερον τῆς πράξεως τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ἧς ἐπαξίως προεδρεύετε, πράξεως προερχομένης ἐκ τῆς χώρας, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ κοιτὶς τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ καὶ τῶν μεγάλων ῥητόρων, παρ’ ὧν προσπαθοῦσιν ἔτι καὶ σήμερον νὰ ἐμπνευσθῶσι πάντες οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀποκτήσωσι τὸν τίτλον τοῦτον ἐν τῇ ὑφηλίῳ.» (Εὖγε! εὖγε!). Συμφώνως πρὸς τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς προέβην εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν εἰδικῶν ἐπιτροπῶν ὡς ἑξῆς: Πρὸς ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν» καὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῶν ποινῶν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων» ὥρισα τοὺς βουλευτὰς κ. κ. Διον. Στεφάνου, Α. Καρτάλην, Ἀρ. Πετροπουλάκην, Δ. Βοκοτόπουλον, Δ. Τσάτσον, Λ. Ζάππαν, Ν. Τριανταφυλλάκον, Β. Λεώπουλον καὶ Π. Πετρίδην. Πρὸς ἐξέτασιν δὲ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων» τοὺς κ. κ. Γ. Παπαδιαμαντόπουλον, Ι. Τσιριμῶκον, Κ. Χριστόπουλον, Ἀνδρ. Στεφανόπουλον, Θ. Σαρσέντην, Θ. Βελλιανίτην, Π. Μανέταν, Ἀχ. Χοϊδᾶν καὶ Ἠλ. Ζέγγελην.
§2ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος εἶχε λάβει πολὺ ἐνεργὸν μέρος ἄλλοτε εἰς τὴν συζήτησιν περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§3ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κωλύομαι καὶ ἄνευ τούτου νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου εἰς τὴν Βουλήν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, παρακαλοῦντος, ὅπως ἡ ἐπαρχία αὕτη μετὰ τῶν Κυθήρων ἀποτελέσωσιν ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τῆς Καλαμπάκας, αἰτουμένου, ὅπως ἡ ἐπαρχία αὕτη ἀποτελέσῃ ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Ἤλιδος, παρακαλοῦντος, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Ἀναφορὰν τῶν δημοτῶν Δύμης, παρακαλούντων, ὅπως διὰ νομοθετήματος προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Οἰτύλου, διαμαρτυρομένου κατὰ τοῦ ὁρισμοῦ τῆς πόλεως Γυθείου ὡς ἕδρας τῆς διοικήσεως, ἀντὶ τῆς Ἀρεοπόλεως. Ψήφισμα τοῦ λαοῦ Βελεστίνου καὶ περιχώρων, παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ἔκτακτα μέτρα πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ κινδύνου τῆς ἐκ θεομηνίας καταστροφῆς των.
§5Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν ταύτην τοῦ λαοῦ Βελεστίνου, διότι ὁ λαὸς οὗτος περιῆλθεν εἰς ἀπόγνωσιν. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀτυχημάτων, τῶν ἐπισκηψάντων εἰς τοὺς ἀτυχεῖς κατοίκους τοῦ Βελεστίνου, τοῖς ἐπῆλθεν ἐσχάτως ἡ τελεία καταστροφὴ τῆς ἐσοδείας ἕνεκα τῆς ἀνομβρίας, καὶ δέον νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς διατροφῆς τῶν ἀτυχῶν τούτων. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησε κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου περὶ τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τοῦ Βελεστίνου, ἐὰν κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ καὶ τί ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τοῦ ἐξ Ἠπείρου ὁπλαρχηγοῦ Ν. Δαρλαμήτσα, αἰτουμένου τὴν ἀρωγὴν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ αὑτοῦ.
§7Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συνιστῶ τὴν αἴτησιν ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κ. Α. Πεταλᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως «περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῆς λιανικῆς πωλήσεως τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 149). Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Π. Αὐγερινὸς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐπιστολὴν, δι’ ἧς χαρακτηρίζει τὴν ἀπονομὴν συντάξεως πρὸς τὴν Σοφίαν Τρικούπη ὡς ὑποχρέωσιν ἱεράν. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἐπιστολή). Ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως διασαφηνίσῃ τὰς διατάξεις τοῦ ᾼΡΟΑ’ νόμου τῆς 29 Μαρτίου 1884, εἴτε διὰ σαφοῦς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τούτου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν μόρφωσιν ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ σώματος, εἴτε καὶ δι’ ἑρμηνευτικῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου ᾼΣΛΖ’ τῆς 24 Ἰουλίου 1885, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ᾼΡΟΑ’ παραμένει μέχρι σήμερον ἐν πληρεστάτῃ ἰσχύϊ, ἀφοῦ ὁ νόμος οὗτος δὲν μνημονεύει ῥητῶς καὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου ᾼΡΟΑ’ περιέχει τὴν διάταξιν, ὅτι ὁ νόμος ᾼΛΒ’ τῆς 21 Ἰουνίου 1882 ἐφαρμόζεται καὶ διὰ τὴν μόρφωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἀσαφὴς, καθόσον δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ᾼΡΟΑ’ ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ᾼΛΒʹ. Καὶ ἀφοῦ ὁ νόμος ᾼΣΛΖ’ τοῦ 1885 δὲν ἐτροποποίησε καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ᾼΡΟΑ’, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἰσχύει πλήρως. Φρονῶ δὲ, καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ᾼΣΛΖ’ εἶναι, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ πρώτου νόμου ἔχει τὴν ἰσχύν του, καθόσον ἐν τῷ σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν τὸ τρίτον ἔτος εἶναι ἔτος ἐφαρμογῆς μόνον διὰ τοὺς προωρισμένους διὰ τὸ πεζικὸν καὶ ἱππικὸν καὶ οὐχὶ καὶ διὰ τοὺς διὰ τὸ οἰκονομικὸν σῶμα, δι’ οὓς πρακτικὴ ἐφαρμογὴ θεωρεῖται ἡ ἐκτέλεσις οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰ διάφορα σώματα. Ἐπὶ τῆς ἀσαφείας ταύτης τῶν προλεχθέντων νόμων παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐν καιρῷ μοί παράσχῃ τὰς δεούσας πληροφορίας.» Ὁ βουλευτὴς Ναυπλίας κ. Μιχ. Λαμπρυνίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς σύστασιν: «Ὑπομιμνήσκων εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν τὸ ψήφισμα τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, δυνάμει τοῦ ὁποίου εἰσὶν ἀπηλλαγμένοι παντὸς ἐγγείου φόρου οἱ πολῖται Ἐπιδαύριοι δι’ ὅσα κτήματα εὑρέθησαν κατέχοντες κατὰ Μάρτιον τοῦ 1821, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐξαιρέσῃ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων (ἄρθρ. 32) καὶ τὸν δῆμον Ἐπιδαυρίων, πρὸς ἀποφυγὴν πιέσεων καὶ ματαίων δικαστικῶν ἀγώνων.»
§9Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τοῦ μεταξὺ Ἑλλάδος, Βελγίου, Γαλλίας, Ἰταλίας καὶ Ἑλβετίας προσθέτου πρωτοκόλλου εἰς τὴν νομισματικὴν συμφωνίαν τῆς 15 Νοεμβρίου 1893. Διὰ τοῦ προσθέτου τούτου πρωτοκόλλου ἀπαλλάσσεται ἡ Ἰταλία τῆς ὑποχρεώσεως, ἥτις ἐπεβλήθη αὐτῇ, ὡς καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως, ὅπως κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς νομισματικῆς λατινικῆς ἑνώσεως ἐξαγοράσῃ τὰ ἀργυρᾶ κέρματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη τῆς ἑνώσεως, καθόσον διὰ τῆς συμφωνίας τοῦ 1893 ἀνέλαβε καὶ ἐξεπλήρωσεν ἤδη τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῆς ἐξαγορᾶς τῶν ἀργυρῶν κερμάτων. Ὑποβάλλω καὶ ἕτερον σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βενετίᾳ τῇ 19 Μαρτίου 1897 συνομολογηθείσης διεθνοῦς ὑγειονομικῆς συμβάσεως πρὸς πρόληψιν τῆς διαδόσεως τῆς πανώλους.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 150–151).
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Ν. Καραστέργιος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ λεπτομερὲς σημείωμα περὶ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἀκινήτου περιουσίας τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα· 1) Ἐκ πόσων χωρίων (τσιφλικίων) ἀποτελεῖται αὕτη. 2) Ποία ἡ ἔκτασις ἑκάστου χωρίου κατὰ στρέμματα, εἶδος καὶ ποιότητα γῆς. 3) Πόσος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ ἐγκατεστημένων οἰκογενειῶν. 4) Πόσα ἄροτρα ἐργάζονται ἐν ἑκάστῳ τούτων. 5) Πόσα τὰ εἰσοδήματα ἐν ἑκάστῳ αὐτῶν κατὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1894–1897 πενταετίαν. 6) Διὰ πόσον ποσὸν ἐνῳκιάσθησαν κατὰ τὴν τρέχουσαν πενταετίαν. 7) Πόσα τὰ πρὸς διοίκησιν τῶν κτημάτων τούτων ἀπαιτούμενα κατ’ ἔτος ἔξοδα. 8) Πόσαι καὶ ποίου εἴδους αἱ ἕνεκα τοῦ πολέμου προξενηθεῖσαι ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν χωρίων τούτων ζημίαι. 9) Ἄν ἐπεσκευάσθησαν οἰκήματα ἐκ τοῦ πολέμου καταστραφέντα, καὶ ποῖον χρηματικὸν ποσὸν ἐδαπανήθη διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην. 10) Ἄν ὑπάρχῃ περίσσευμα χρηματικὸν ἐξ εἰσοδημάτων τῶν εἰρημένων χωρίων καὶ ποῦ εἶναι τοῦτο κατατεθειμένον. Παρακαλεῖται ὡσαύτως ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ ἀντίγραφον τῆς ὑπὸ τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα συνταχθείσης διαθήκης.» Καταθέτω πίνακα, ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρίσκονται ὅλαι αἱ αἰτηθεῖσαι πληροφορίαι.
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε ἀντίρρησιν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὁ πίναξ οὗτος;
§13ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 151 (α), ἐν τέλει τοῦ τεύχους).
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν κύρωσιν καὶ ἐφαρμογὴν τῆς ἐν Παρισίοις συνομολογηθείσης διεθνοῦς συμβάσεως τῇ 17|29 Ἰουνίου 1895 περὶ προστασίας τῶν ὠφελίμων τῇ γεωργίᾳ πτηνῶν.» Εἶναι ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, διότι ἐστάλη ἤδη εἰς τύπωσιν. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας περὶ ὁδῶν τινων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πάλλης. Καταθέτω σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ θέλει εὕρει τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἐρωτήματός του. Ἐπίσης ἐζήτησε τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ κυνηγεσίας. Συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον τὸ σχετικὸν, τυποῦται εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ θέλει ὑποβληθῇ ὅσον οὔπω. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Κριεμάδης ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου καταστροφῶν ἐν Τρικκάλοις. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ Νομάρχου Τρικκάλων, τὰς ὁποίας ἀναμένω, καὶ μόλις τὰς λάβω θέλω τὰς ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Χθὲς ὑπεβλήθη ἐπερώτησις, ἀφορῶσα εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ κρατουμένους. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ περιλαμβάνονται αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. Ὁ βουλευτὴς Καλαμπάκας κ. Παπαθανασίου ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ συνοικισμοῦ Κουτσούφλιανης. Οἱ Κουτσουφλιανῖται συνῳκίσθησαν πλησίον τῆς Μονῆς Λιμποχόβου, καὶ ἐξεδόθη περὶ τούτου βασιλικὸν διάταγμα, ἀλλ’ ἡ Μονὴ αὕτη δὲν ἔχει γαίας ἐπαρκεῖς, ὅπως παραχωρηθῶσιν εἰς τοὺς κατοίκους αὐτούς· ἐξητάσθησαν λοιπὸν τὰ περὶ τὴν Μονὴν κτήματα. Ὑπάρχει κτῆμά τι, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἀνήκει εἰς ὀκτὼ συνιδιοκτήτας. Δύο ἐξ αὐτῶν, οἱ ἔχοντες 36 μερίδια τοῦ κτήματος τούτου, ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα πωλήσωσι τὰ μερίδιά των, ἐζήτησαν δὲ διὰ τὰ μερίδια ταῦτα 90 χιλ. δραχμάς· ὥστε ὑπολογίζεται, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ ὅλου κτήματος θέλει ὑπερβῆ τὰς 200,000 δραχμὰς, ἐὰν καὶ οἱ ἄλλοι συνιδιοκτῆται συναινέσωσι νὰ πωλήσωσι τὰ μερίδιά των ἐπὶ τοῦ κτήματος αὐτοῦ. Δύο ἕτερα κτήματα ἐπίσης κεῖνται ἐκεῖ πλησίον, καὶ ἐξητάσθη ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγορασθῶσιν· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ σκέψις περὶ αὐτῶν, διότι κατοικοῦνται ἤδη ὑπὸ ἱκανοῦ πληθυσμοῦ. Ἐδόθησαν αἱ ἀναγκαῖαι ὁδηγίαι εἰς τὸν Νομάρχην Τρικκάλων, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τοῦ ζητήματος καὶ ἀναφέρῃ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως φέρῃ εἰς πέρας τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς χθὲς, εἶναι ἄξιον τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπίσης ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς περὶ διορισμοῦ ἀγροφυλάκων τινῶν. Καταθέτω σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ εὕρηνται ὅλαι αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γεν. Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐν Σμύρνῃ ἀτμοπλοίας «Π. Πανταλέων» συνομολογηθείσης τῇ 4 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. συμβάσεως. Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοίας συνομολογηθείσης τῇ 28 Δεκεμβρίου 1898 συμβάσεως. Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῶν ἀδελφῶν Ἀλ. Γ. Μιχαλινοῦ καὶ Ζωρζῆ Γ. Μιχαλινοῦ, ἰδιοκτητῶν ἀτμοπλοίων, συνομολογηθείσης συμβάσεως. Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῶν ἀδελφῶν Π. καὶ Ε. Μαρκίδου, ἰδιοκτητῶν τοῦ ἀτμοπλοίου «Φοίνικος», συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως. Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Ρουμανικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας συνομολογηθείσης συμβάσεως. Περὶ προστασίας τοῦ σήματος τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 152–157).
§17Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Χθὲς κατέθηκα τὰς πλείστας τῶν πληροφοριῶν, ἃς ᾐτήσατο ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, εἶπον δὲ, ὅτι θὰ καταθέσω σήμερον λεπτομερῆ λογαριασμὸν τοῦ κατὰ τὸ 1898 ἐκδοθέντος ἐξωτερικοῦ δανείου, τοῦ ἠγγυημένου ὑπὸ τῶν Δυνάμεων. Τὴν κατάστασιν ταύτην, φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀναπληρωτοῦ τοῦ γενικοῦ γραμματέως τοῦ Συμβουλίου τοῦ δημοσίου χρέους τμηματάρχου, καταθέτω ἤδη· ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι ἡ κατάστασις αὕτη μεγάλη καὶ εἶναι ἐνδιαφέρον τὸ θέμα, θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον, ὅπως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 157 (α), ἐν τέλει τοῦ τεύχους).
§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ θέλω ἀπαντήσει αὔριον.
§20ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν θὰ διανεμηθῇ;
§21ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διέταξα νὰ σταλῶσιν ἀνάλογα ἀντίτυπα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα διανεμηθῶσιν πρὸς ἕκαστον τῶν κ. Βουλευτῶν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθησαν.
§23ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διατάξω νὰ λάβητε ὅλοι.
§25Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προχθὲς ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἄρτης, ὁ ὁποῖος μοὶ τηλεγραφεῖ, ὅτι ἐτηλεγράφησε καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἀνεκοινώθη τὸ τηλεγράφημα τοῦτο...
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀταξιῶν, — διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ βαρυτέραν λέξιν, — αἱ ὁποῖαι ἀπὸ ἔτους καὶ ἐπέκεινα συμβαίνουσιν ἐν τῷ δημοτικῷ ταμείῳ. Αἱ ἀταξίαι αὗται κατηγγέλθησαν παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου πρὸ ἔτους καὶ ἐπέκεινα, ἐγένετο ἐξέλεγξις παρὰ ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους καὶ ἐβεβαιώθησαν αὗται. Ἔκτοτε ὅμως ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, ἔμεινε παρημελημένη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ ταῦτα ἐξηκολούθησεν ἡ αὐτὴ κατάστασις, ὁ δὲ δημαρχεύων σήμερον ὁ ἴδιος ἐζήτησεν ἐξέλεγξιν τοῦ δημοτικοῦ ταμείου· ἡ ἐξέλεγξις δ’ αὕτη ἀπέδειξεν ἔλλειμμα 27,000 δραχμῶν. Ἀντὶ δὲ νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος ὁ λογιστικός, ἀπ’ ἐναντίας ἐπετράπη δευτέρα ἐξέλεγξις. Κατὰ τὴν δευτέραν αὐτὴν ἐξέλεγξιν ὁ δημοτικὸς ταμίας κατώρθωσε νὰ περισυλλέξῃ δικαιολογητικά, καὶ κατῆλθε τὸ ἔλλειμμα εἰς 13,000 δραχ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἤρκεσεν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ὁ λογιστικός. Ἐπετράπη καὶ τρίτη ἐξέλεγξις, καὶ κατὰ τὴν τρίτην ταύτην, κατόπιν περισυλλογῆς πολλῶν δικαιολογητικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εἶναι ἀκριβῆ, τὸ ἔλλειμμα κατῆλθεν εἰς 1200 ἢ 1500, νομίζω, δραχμάς. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου μοὶ ἀναφέρει, ὅτι καὶ τὸ ἔλλειμμα αὐτό, ἀντὶ νὰ καλυφθῇ, ἐνῷ ἔπρεπε τὸ ἀρχικὸν ἔλλειμμα νὰ καλυφθῇ, ἀπ’ ἐναντίας παρανόμως καὶ διὰ συμβιβαστικῆς τινος λύσεως παρεσιωπήθη. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, λαμβάνων γνῶσιν τοῦ ζητήματος τούτου, θέλει φροντίσει νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος. Πρὸς εὐκολίαν δὲ τῆς ἐκτελέσεως ταύτης ὑποβάλλω καὶ ἐγγράφως σημείωσιν, καταθέτω δὲ καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δύναμαι νὰ ἀπαντήσω προχείρως εἰς τὴν ὑμετέραν ἐπερώτησιν. Πράγματι ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τηλεγράφημα ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἄρτης, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐλέγετο, ὅτι ἐγένετο ἐξέτασις τοῦ ταμείου τοῦ δημοτικοῦ, καὶ ὅτι εὑρέθη ἔλλειμμα, ἀνερχόμενον εἰς 27,000 δραχμὰς, νομίζω. Κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἔλαβον ἀναφορὰν τοῦ Νομάρχου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρει τὰ τῆς ἐξελέγξεως καὶ τὰ τοῦ ἐλλείμματος, προσθέτει δὲ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ, ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ πρὸς δικαιολόγησιν αὐτοῦ ἰσχυρίζεται, ὅτι τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ δημάρχου, ἀπουσιάζοντος ἐξ Ἄρτης· ἐζήτει δὲ ὁ νομάρχης ὁδηγίας, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Εἰς ταῦτα ἀπήντησα, ὅτι ὁ Νομάρχης οὔτε δικαίωμα οὔτε καθῆκον εἶχε νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ὁδηγίας, ὅπως ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ ἔδωκα ἐντολὴν εἰς αὐτόν, ἵνα ἐκτελέσῃ τὰ τοῦ νόμου. Τώρα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀναφέρει γεγονότα μεταγενέστερα, τὰ ὁποῖα δὲν περιῆλθον εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου. Θέλω ἀμέσως ζητήσει ἀπὸ τὸν Νομάρχην πληροφορίας καὶ θέλω δώσει τὴν δέουσαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν.
§29Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ὄχι διὰ νὰ παρεμβάλω προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἰδίως διὰ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν πρὸ παντὸς ἄλλου, καὶ νὰ παραστήσω εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ σπεύσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀρωγοὶ πρὸς θεραπείαν τῶν διαφόρων ἀναγκῶν τῶν ἐπαρχιῶν, τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύομεν. Ἐπὶ δύο ἔτη ἡ Βουλὴ διετέλει ἐν ἀργίᾳ, καὶ ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑψώσῃ τὴν φωνήν του καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν παθημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ τελευταῖα ἀτυχῆ γεγονότα ἔπαθε. Νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ποῖαι εἶναι αἱ πρῶται ἀνάγκαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ποία εἶναι ἡ σημερινὴ δυσπραγία, ἐν τῇ ὁποίᾳ διατελεῖ καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ φωνή του πανταχόθεν ἀκούεται, ποίαν ἑρμηνείαν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὰ συλλαλητήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς ἀναγκάζεται νὰ καταφεύγῃ, καὶ ἐὰν μᾶς ἦναι συγκεχωρημένον νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἄλλων θεμάτων, πρὶν ἢ ἐργασθῶμεν καὶ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν πρώτων αὐτοῦ ἀναγκῶν. Εἴδετε πρὸ δύο ἡμερῶν, εἰς ποίαν ἀνάγκην εὑρέθη ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν. Προέβη εἰς δύο συλλαλητήρια, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐκφραστικώτατα, καὶ τῶν ὁποίων τὴν σημασίαν ὀφείλομεν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν νὰ λάβωμεν· παρατηρεῖτε πόσαι καθ’ ἡμέραν ἀναφοραὶ ἔρχονται ἀπὸ διάφορα μέρη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὅλοι ἐπικαλοῦνται τὴν συνδρομήν μας, πρὸς θεραπείαν τῶν διαφόρων ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας διατελοῦσι, καὶ πρὸς διόρθωσιν πολλῶν ἀτόπων, ἕνεκα τῶν ὁποίων πάσχουσιν. Ἡ ἀστυνομικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶναι ἐλεεινὴ καὶ ἀθλία, ἡ κατάστασις τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἡ θέσις ἡ ἐλεεινή, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦσιν οἱ ἔχοντες τὴν ἀτυχίαν νὰ ὦσι παραγωγοί, οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ποιμνίων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως νόμου καταλλήλου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, τὸ ἐμπόριον καὶ αἱ ἐπαρχίαι, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως νόμου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, καὶ πολλὰ ἄλλα, κύριε Πρόεδρε, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν ἀκούομεν, καὶ τῶν ὁποίων οἱ πάντες ἔχομεν γνῶσιν. Θέλω λοιπὸν νὰ ἐρωτήσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἐπιτρέπεται ὕστερον ἀπὸ τοιαύτην κατάστασιν νὰ προχωρῶμεν εἰς ψήφισιν ἄλλων νομοσχεδίων; Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι δύνανται νὰ ὦσιν ὠφέλιμα καὶ σπουδαῖα, ἀλλὰ κατ’ ἐμὴν γνώμην εἰσὶ δευτερεύοντα. Παραμελοῦνται τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔλθωσιν εἰς ἄμεσον βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέθεσα. Εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σκεπτώμεθα ἢ συζητῶμεν καὶ νὰ ἀκούωμεν καθ’ ἑκάστην ἀναφορὰς ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ποία πρώτη νὰ προτιμηθῇ εἰς τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους, ἐνῷ τὸ ὅλον οἰκοδόμημα ἔχει ἀνάγκην στηρίγματος; ἐνῷ ὁ λαὸς πιέζεται ἀπὸ διαφόρους ἀνάγκας καὶ ζητεῖ θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, ἡμεῖς νὰ σκεπτώμεθα πῶς αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον μᾶς λέγουσιν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην στηρίγματος, πῶς δυνάμεθα ἐσωτερικῶς νὰ τὸ διακοσμήσωμεν καὶ νὰ κανονίσωμεν τὴν ἐσωτερικὴν διαίρεσίν του; Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀπαιτήσωμεν νὰ εἰσαχθῶσι τὰ νομοσχέδια τῆς πρώτης ἀνάγκης;
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖα;
§31Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Σᾶς τὰ εἶπον. Πρῶτον τὸ περὶ διαπυλίων τελῶν. Καὶ προκειμένου περὶ αὐτοῦ, ἰδοὺ τρία μέλη τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως τί ἔλεγον κατὰ τὸ 1894 ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο (ἀναγινώσκει): «Βουλὴ μετὰ θάρρους χωροῦσα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, θέλει ἀναντιρρήτως κατασταθῆ ἀξία νὰ λεχθῇ περὶ αὐτῆς ὅ,τι διακεκριμένος οἰκονομολόγος εἶπε ποτὲ περὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις ἐν Γαλλίᾳ ἤθελεν ἐπιληφθῆ τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, θέλει καταλίπει φωτεινὸν ἴχνος τῆς περιόδου αὐτῆς.» Τρεῖς εὐτυχῶς τῶν κ. Ὑπουργῶν ἔλεγον αὐτὰ καὶ ἔγραφον κατὰ τὸ 1894, θεωροῦντες κατεπείγοντα, ὠφέλιμον, ἀπαραίτητον τὸν νόμον περὶ διαπυλίων τελῶν, καὶ ἐγὼ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἐφώναζον καὶ ὑπεστήριζον τότε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἔμεινα μόνος. Ἂς ὑποβάλῃ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, διὰ νὰ ἀφήσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ φωτεινὸν ἴχνος τῆς διαβάσεώς της, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1894 δὲν ἀφῆκε. Πλησιάζομεν τὸν Ἰούνιον μῆνα, καὶ ὅμως ἀκόμη οὐδεμία ἐγένετο ἐργασία περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ οἴνου. Τὸ λαθρεμπόριον πανταχόθεν ἀνεγείρει τὴν κεφαλήν, καὶ βλάπτει ὄχι μόνον τοῦ Δημοσίου τὰ συμφέροντα ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας, διότι δὲν δύναται τὸ ἐμπόριον νὰ συναγωνισθῇ, καὶ ὅμως οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται κατ’ αὐτοῦ, ἐνῷ κατὰ τὴν γνώμην μου πολλὰ μέτρα δύνανται νὰ ληφθῶσι, καὶ πολλὰ ἄλλα ζητήματα μένουσιν ἐκκρεμῆ, περὶ τῶν ὁποίων πολλάκις ἐγένετο λόγος, καὶ τῶν ὁποίων τὴν θεραπείαν καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἄλλοτε, ὡς μέλη τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώρισαν καὶ ὑπεστήριξαν. Ἐκ συλλαλητηρίου, γενομένου ἐν Πάτραις, λαβὼν ἀφορμὴν, παρετήρησα, ὅτι ἡ Πολιτικὴ ἡμῶν Δικονομία μὲ μικρὰν τροποποίησιν ἑνὸς ἄρθρου περὶ ἐκτελέσεως ἀναγνωρίζει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ λαὸς τῶν Πατρῶν, διότι τὸ μὲν γράμμα τοῦ νόμου παραδέχεται τὸν κατ’ ἐκτίμησιν προσδιορισμὸν τῆς πρώτης προσφορᾶς, ἀλλὰ διάταγμά τι, δημοσιευθὲν πρὸ ἐτῶν, μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν σημερινὴν κακοδαιμονίαν, ὥστε ἡ κατάργησις τοῦ διατάγματος ἐκείνου θέλει μᾶς σώσει. Τί θὰ μᾶς ὠφελήσῃ, κύριε Πρόεδρε, ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὅταν οἱ σταφιδοκτήμονες εὑρεθῶσι μετ’ ὀλίγον ἀκτήμονες; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἐκτὸς τῶν μεταρρυθμιστικῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, δύνανται ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν νὰ ὦσιν ὀρθοί, πρὸ πάντων πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ θεραπείαν τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν. Ὑπάρχει εἷς νόμος περὶ παλαιῶν χρεῶν, ὁ ὁποῖος ἀνενεώθη μέχρι τέλους τοῦ 1897. Ἅμα τῇ λήξει τῆς προθεσμίας ὁ εὐεργετικὸς ἐκεῖνος νόμος θεωρεῖται ἄκυρος καὶ ἐπανελήφθη ἡ ἐκτέλεσις τῶν κειμένων νόμων. Ὑποβάλλω λοιπὸν πρότασιν νόμου καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην καὶ δεχθῇ παράτασιν τοῦ νόμου ἐκείνου μέχρι τέλους τοῦ 1900, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ εἶχε τοῦτο γείνει, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπὶ δύο ἔτη δὲν διετέλει ἐν ἀργίᾳ. Ὑποβάλλω καὶ ἑτέραν πρότασιν, εἰς ἣν ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχω οὔτε τοὺς Ὑπουργοὺς ἀντιθέτους, οὔτε τὴν Βουλήν. Ὁ ποινικὸς νόμος ἔχει ἓν ἄρθρον, τὸ 32, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἐκτὸς τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ ποινικὸν δικαστήριον, δύναται, ὑποχρεοῦν τὸν κατηγορούμενον πρὸς ἀπόδοσιν, ἀποζημίωσιν, ὡς καὶ δικαστικὰ ἔξοδα, ν’ ἀπαγγείλῃ προσωπικὴν κράτησιν. Ἡ τακτικὴ καθιέρωσε πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου τὰ ἑξῆς. Ὅταν εἷς κατάδικος ἐκτίσῃ τὴν ποινήν του, μετατίθεται ἀπὸ μιᾶς φυλακῆς εἰς ἄλλην, καὶ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἔχετε ἐπὶ δέκα ἔτη εἰς μίαν εἱρκτὴν, κακοδαιμονοῦντα καὶ βλασφημοῦντα τὴν τύχην του, μεταφέρεται εἰς ἑτέραν φυλακὴν διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Αὐτὸς πρῶτον δὲν γνωρίζει τὸν κόσμον πλέον, δὲν εἶδεν ἐπὶ δέκα ἔτη τὸ φῶς, αὐτὸς διατελεῖ εἰσέτι εἰς νόμιμον ἀπαγόρευσιν· ποῦ θὰ εὕρῃ τὰ μέσα νὰ πληρώσῃ; Δὲν ἐννοῶ νὰ ἀπαλλαχθῇ τῶν ἐξόδων, ἀλλὰ ἂς ἀφεθῇ εἰς αὐτὸν ὀλίγος χρόνος νὰ μεταβῇ καὶ ἴδῃ τὴν οἰκογένειάν του, νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν κατερημωθεῖσαν περιουσίαν του, νὰ ἴδῃ ποῦ εὑρίσκεται, καὶ ἔπειτα ἂς τοῦ ζητηθῶσι τὰ ἔξοδα. Ὑποβάλλω λοιπὸν πρότασιν νόμου, καθ’ ἥν, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, παρέχεται προθεσμία πρὸς καταβολὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων ἐπὶ μὲν πλημμελημάτων ἑξάμηνος, ἐπὶ δὲ κακουργημάτων ἐνιαυσία. Παρακαλῶ δὲ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον· καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον. Εἰς τὰς Πάτρας ἐτρελλάθη προχθὲς εἷς δυστυχής· διατί νομίζετε; τῷ ἀνήγγειλαν ὅτι ἔληξεν ἡ ποινή του, καὶ ὅτι θὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν. Μετέβησαν καὶ τὸν παρέλαβον, ἀλλὰ τὸν μετέφεραν εἰς ἄλλην φυλακὴν, εἰς ἐρώτησίν του δὲ τῷ ἀπήντησαν, ὅτι θὰ μείνῃ ἐκεῖ ἕως ὅτου πληρώσῃ τὰ ἔξοδα. Εἰς τὴν ἀναγγελίαν ταύτην ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἀπὸ τὴν Κάρυστον, παρεφρόνησε, καὶ τὸν συνέλαβεν ἡ ἀστυνομία καὶ τὸν ἐκράτει ὡς φρενοβλαβῆ, ὅτε ἔφθασεν ἡ ἀτυχὴς μήτηρ του μὲ τὸ πιστοποιητικὸν τῆς ἀκτημοσύνης! Εἶναι κατάστασις αὐτή; Καὶ ὁ τόπος αὐτὸς δύναται νὰ ὀνομασθῇ πεπολιτισμένος καὶ τείνων πρὸς ἀνόρθωσιν;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ρικάκη ὑποβληθεῖσαι δύο προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 158–159). Ὁ κ. Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον.
§33Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἤκουσα τῶν ἀξιοτίμων Ὑπουργῶν, ὑποβαλόντων εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς διάφορα νομοσχέδια, ἀπαρχὴν τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Μετ’ ἐνδιαφέροντος μεγάλου καὶ προσοχῆς πολλῆς παρηκολούθησα τὴν εἰσηγητικὴν ἀνάπτυξιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν ἐρίτιμον ἀδελφὴν τοῦ ἀειμνήστου Χαριλάου Τρικούπη, προὐκάλει τὴν συγκίνησιν πάντων ἡμῶν, καὶ κατήρχετο τοῦ βήματος τούτου ἐν μέσῳ παταγωδῶν χειροκροτημάτων, δικαιοτάτων κατ’ ἐμὲ, ὁρμεμφύτως μοὶ ἐγεννήθη τὸ ἐρώτημα: Καὶ περὶ τῆς ἑτέρας λοιπὸν ἀδελφῆς, τῆς ἐπίσης συντετριμμένης, τῆς ἐπίσης κατεστραμμένης καὶ ἀσπαιρούσης σήμερον ὑπὸ τὸ βάρος τῆς δυστυχίας καὶ τῆς πενίας, οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται, οὐδὲν λέγεται, οὐδὲν ἐπαγγέλλεται; Καὶ περὶ τῆς Θεσσαλίας λοιπὸν, ἵνα ὁμιλήσω συγκεκριμένως, οὐδὲν ἀκούεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδὲν ὑποβάλλεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Τὸ ἐρώτημα τοῦτο, Κύριοι, ἀποκλειστικῶς μὲ ἐξηνάγκασε νὰ παρέλθω τὸ βῆμα καὶ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὀλίγον. Δὲν προτίθεμαι νὰ καταγορήσω τὴν Κυβέρνησιν, μεταξὺ τῶν φίλων τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι καὶ ἐγώ· ἀναγνωρίζω, ὅτι εἰς ταύτην δὲν παρεσχέθη ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς χρόνος πρὸς παρασκευὴν καὶ ὑποβολὴν τῶν ἀναγκαίων μέτρων ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας· ἐπειδὴ ὅμως ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις βραδύτερον σκοπεῖ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς διάφορα νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἂς μὴ ἐπιτραπῇ, ἵνα καὶ ἐγώ, ὡς ἀντιπρόσωπος μιᾶς τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῆς, εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἡ δυστυχὴς αὕτη χώρα σήμερον εὑρίσκεται. Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀτυχὴς πόλεμος ἐκλόνισε τὴν ἔρρυθμον λειτουργίαν τῶν νόμων τοῦ Κράτους καὶ τὴν καθόλου οἰκονομικὴν κατάστασιν αὐτοῦ τε καὶ τῶν ἀτόμων ἐκ βάθρων ἐσάλευσε, πρὸς στιγμὴν δὲ ἠπείλησε τὴν ἀπώλειαν τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τὸν ἀκρωτηριασμὸν τῆς ἀκεραιότητος αὐτοῦ, ἐὰν μὴ αἱ εὐεργέτιδες Δυνάμεις, ἐκ προσωπικῶν λόγων πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Δυναστείαν, δὲν ἔσπευδον νὰ χειραγωγήσωσιν ἡμᾶς, ἐν σκοτίᾳ βαδίζοντας ἐκ τῆς μαύρης ἀπελπισίας ἐπί τινα χρόνον. Ἅπαν τὸ ἔθνος, ἅπας ὁ Ἑλληνισμός, εἶναι ἀληθές, ὅτι εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως ἔπαθεν, ἐτραυματίσθη· οὐδεὶς περὶ τούτου ἀμφιβάλλει. Ἀλλ’ οὐδεὶς ὡσαύτως θέλει ἀρνηθῆ νὰ ὁμολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὁ μέγας τραυματίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τὸν ἄδοξον ἡμῶν πόλεμον τοῦ 1897 ὑπῆρξεν ἡ δυστυχὴς Θεσσαλία. Ἐξ ὅλων τῶν τμημάτων τῆς χώρας ἡμῶν μόνη ἡ Θεσσαλία ἔσχε τὴν ἀτυχίαν νὰ δοκιμάσῃ ἀμέσως τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου, δεινὰ προελθόντα οὐ μόνον ἐκ τῶν ἡμετέρων στρατευμάτων, ὑποχρέων νὰ κινηθῶσι, νὰ συγκεντρωθῶσι καὶ νὰ τραφῶσιν ἐντὸς τῆς Θεσσαλίας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τούτων, ἀλλὰ καὶ μετ’ αὐτὰς νὰ δεχθῇ καὶ συντηρήσῃ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς πόρων, ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς προσόδων, ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς ἀποταμιευμάτων, ἐπὶ 14 ὅλους μῆνας, 150,000 τουρκικοῦ στρατοῦ, στρατοῦ κινητοῦ, στρατοῦ περιλαμβάνοντος εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ πλεῖστα ἄτακτα στοιχεῖα, μηδένα νόμον ἔχοντα, μηδένα σεβόμενα, μηδενὶ ὑπακούοντα ἢ τῇ ἰδίᾳ αὐτῶν ἀσυνειδήτῳ θελήσει, καὶ πανταχοῦ ἐνσπείροντα τὸν φόβον, τὴν ἐρημίαν καὶ τὴν καταστροφὴν διὰ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου. Ἐπεθύμουν νὰ εἶχον ἱκανὴν δύναμιν καὶ τέχνην λόγου, ὅπως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκθέσω λεπτομερῶς τὰς καταστροφὰς τῆς δυστυχοῦς Θεσσαλίας, τὰς δῃώσεις τῆς τερπνῆς πλὴν ἀτυχοῦς ταύτης χώρας. Πολλοὶ οἱ ῥήξαντες φωνὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, ἀλλ’ ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν οἱ ἔντιμοι πρώην καὶ νῦν συνάδελφοι διεξετραγῴδουν τὰ δεινοπαθήματα τοῦ τμήματος ἐκείνου, τοῦ στενάζοντος τότε ὑπὸ τὸν βασιβουζουκισμὸν τῶν ἀτάκτων τουρκικῶν στιφῶν, δὲν παρεῖχεν ἐν λεπτομερείαις πλήρη τὰ στοιχεῖα τῆς φοβερᾶς, τῆς οἰκτρᾶς εἰκόνος καὶ ἀπαισίας, ἥτις ἀπεκαλύφθη, ἀρθείσης τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, πρὸ τῶν ἐκπεπληγμένων ὀφθαλμῶν τῶν παλιννοστησάντων κατοίκων αὐτῆς. Ἡ ἐπαινετὴ καὶ πατριωτικὴ φωνὴ τῶν διαμαρτυρομένων τότε διὰ τὰ τελούμενα ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ φανατισμοῦ δὲν ἐδείχθη ἐπαρκὴς πρὸς ἀληθῆ ἐξιστόρησιν τῶν ἐκεῖ συμβάντων, τῶν ὁποίων πολλὰ ἀπεκρύπτοντο ἐπιτηδείως ὑπὸ τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν, ἢ ἠλαττοῦντο τὴν ἔκτασιν. Αἱ πληροφορίαι, αἵτινες τότε συνέρρεον ἐκ τῆς παθούσης Θεσσαλίας περὶ τῶν γενομένων καταστροφῶν, ἐδείχθησαν πολὺ κατώτεραι τῶν τελεσθέντων ἐκεῖ ὀργίων. Πολλοὶ βεβαίως ἐκ συμπαθείας πρὸς τὴν ἀτυχήσασαν χώραν περιῆλθον αὐτὴν, ἐξετάζοντες τὰς θρυληθείσας πληγὰς της, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ φρονῶ, ὅτι οἱ ἐντὸς πέντε ἢ δέκα ἢ δεκαπέντε ἡμερῶν θελήσαντες νὰ σπουδάσωσι καὶ ὑπολογίσωσιν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὸ μέγεθος τῶν ἐπελθουσῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καταστροφῶν, δὲν ἠδυνήθησαν οὔτε κατὰ τὸ ¼ ν’ ἀντιληφθῶσι καὶ ἐκτιμήσωσιν αὐτάς. Ὁ διαβάτης καὶ περιηγητής, ἐξ ἀπόψεως γενικῆς ἐξετάζων τὴν κατάστασιν τόπου τινός, ἀδύνατον νὰ εἰσέλθῃ εἰς λεπτομερείας καὶ διακρίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ μόνιμος κάτοικος, μέτρον ἔχων τὸ παρελθόν, εὐθὺς ἀντιλαμβάνεται, παραβάλλων τὴν πρῴην εὐημερίαν του πρὸς τὴν δημιουργηθεῖσαν δυστυχίαν, τὴν ἔκτασιν τῆς ὁποίας σήμερον ἐν Θεσσαλίᾳ κατανοοῦμεν, ἐπὶ πολλὰ ἔτη θὰ αἰσθανώμεθα, μετὰ φρίκης θ’ ἀναμιμνησκώμεθα καὶ οὐδέποτε θέλομεν δυνηθῆ ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν νὰ ὑπολογίσωμεν. Δὲν λέγω, Κύριοι, ὑπερβολάς. Ἐκεῖ, ἔνθα πρὸ τοῦ πολέμου ἡμῶν ἤνθουν εὐτυχῆ χωρία, σήμερον δὲν βλέπει τις ἢ μαύρους σωροὺς ἐρειπίων. Ἐκεῖ, ἔνθα ὑπῆρχον ἀχανεῖς ἐκτάσεις καλλιεργησίμων καὶ ἐσπαρμένων γαιῶν, μετὰ τὴν τουρκικὴν κατάληψιν δὲν ἐφαίνοντο πλέον ἢ χέρσοι, στεῖραι πάσης βλαστήσεως. Ἀλλὰ τί πρῶτον, τί ὕστατον νὰ ἀναμνησθῇ τις περὶ τῶν ἀτυχῶν Θεσσαλῶν; Μήπως οἱ ναοὶ αὐτῶν δὲν ἐσυλήθησαν, δὲν μετεβλήθησαν εἰς σταύλους; Μήπως αἱ κατοικίαι τῶν σπευσάντων ὑπὸ τὰς πτέρυγας τῆς ἐλευθέρας, τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, εὐθὺς ὡς ὁ ἱέραξ τῆς Ἀνατολῆς ἐπέπεσε κατ’ αὐτῶν, δὲν διηρπάγησαν, δὲν ἐλεηλατήθησαν, δὲν κατηδαφίσθησαν, δὲν ἀφῃρέθησαν πάσης ὕλης χρησίμου διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ; Μήπως ἡ κινητὴ περιουσία αὐτῶν, τὰ ἔπιπλα, τὰ τιμαλφῆ αὐτῶν ἀντικείμενα, καὶ ἐν γένει τὰ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἴσως καὶ ἀπ’ αἰώνων κατηρτισμένα οἰκοκυριὰ αὐτῶν δὲν ἐλήφθησαν καὶ κοσμοῦσι σήμερον τὰ χαρέμια καὶ τὰς οἰκίας τῶν πλουσίων ἐκ τῆς πλουσίας ταύτης λείας καταστάντων Τούρκων πασσάδων καὶ λοιπῶν βαθμοφόρων; Μήπως τὰ ἀποταμιεύματα τῶν ἐχόντων τοιαῦτα καὶ πάντα τὰ πρὸς συντήρησιν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἐπιτήδεια δὲν ἐλήφθησαν, κατὰ τὸ δικαίωμα τοῦ νικητοῦ, βίᾳ ἀπὸ τῶν ἀτυχῶν Θεσσαλῶν, εἰς οὓς ἐχορηγήθησαν οἱ περιβόητοι μασβατάδες, τὰ ἄχρηστα αὐτὰ χαρτιά, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν λάβῃ πρόνοιαν τινα περὶ τῆς ἐξοφλήσεως αὐτῶν; Μήπως, ὅπου φυτεία, ὅπου πλοῦτος φυσικὸς ἢ τεχνητὸς ὑπῆρχε, δὲν ἀντικατεστάθη διὰ τῆς γυμνότητος καὶ τῆς ἐρημώσεως; Ἀκόμη σήμερον μετὰ συντριβῆς καρδίας βλέπει τις εἰς πολλὰς οἰκίας ἀντὶ παραθυροφύλλων ἐξηρτημένα κλινοσκεπάσματα ἐκ τῶν ἀχρήστων τοῦ στρατοῦ, ἀντὶ ἐπίπλων καὶ σκεπασμάτων ῥάκη, προερχόμενα εἴτε ἐκ τῆς εὐγενοῦς συνδρομῆς τῆς ἀπανταχοῦ φιλανθρωπίας, εἴτε ἐκ τῶν περισωθέντων τοιούτων μετὰ τὴν προσφυγὴν τῶν ἀτυχῶν Θεσσαλῶν. Τὸ Κράτος τῇ ἀληθείᾳ, βαθέως συγκινηθὲν ἐπὶ τῇ ἐπελθούσῃ συμφορᾷ, ὡς φιλόστοργος μήτηρ, καίπερ διανύον τὴν κρισιμωτέραν ἐθνικὴν αὑτοῦ περίοδον, ἐδείχθη πρόθυμον, καὶ ἀντιλήπτωρ ἐγένετο πρὸς τοὺς τόσον σκληρῶς δοκιμασθέντας Θεσσαλούς. Ἡ παροιμιώδης ἑλληνικὴ γενναιοφροσύνη ἐξεδηλώθη ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ αἴγλῃ, ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ μεγαλοπρεπείᾳ. Ἡ μήτηρ Ἑλλάς, ὑπό τε τὴν ἐπίσημον αὐτῆς ἰδιότητα καὶ τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, δὲν ἐδείχθη ἀδιάφορος, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀμέτοχος τῆς θλίψεως, ἥτις τὴν δυστυχῆ Θεσσαλίαν κατέλαβεν. Ἐν σπουδῇ ὁμολογουμένως καὶ μετ’ ἐνδιαφέροντος, ἐπισύραντος τὴν εὐγνωμοσύνην τῆς Θεσσαλίας καὶ προκαλέσαντος τὸν θαυμασμὸν τῶν μισελλήνων αὐτῶν, ἤνοιξε τὸ πενιχρόν, τὸ κενὸν χρημάτων ταμεῖον αὐτῆς καὶ δαψιλὴς ἀρωγὸς ἐπεφάνη εἰς πᾶν τὸ δυνάμενον νὰ καταστήσῃ ἧττον αἰσθητὴν τὴν ἐπελθοῦσαν συμφοράν, διὰ δὲ τοῦ ῥακώδους καὶ ἐσχισμένου μανδύου αὑτῆς ἐκάλυψε τὰ διασπαρέντα τῇδε κἀκεῖσε, γυμνητεύοντα καὶ πεινῶντα τέκνα τῆς παθούσης ἀδελφῆς Θεσσαλίας, ὁτὲ μὲν παρέχουσα ἄρτον, ὁτὲ δὲ ἐνδύματα, ὁτὲ δὲ σκεπάσματα, ὁτὲ χρήματα καὶ τελευταῖον δάνειον ἐξ 8,000,000 πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν ἐπανελθόντων εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν, πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῶν ἐρειπωθεισῶν οἰκιῶν, καὶ πρὸς ἀνέγερσιν τῶν καταστραφεισῶν καλυβῶν. Ἀντιπρόσωπος, Κύριοι, ἐπαρχίας, τὰς μείζονας ὑποστάσης ζημίας καὶ τυχούσης ἀληθῶς ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, τῆς δυνατῆς ἀρωγῆς, δὲν δύναμαι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἢ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην ἐμοῦ, τὴν εὐγνωμοσύνην τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, Κύριοι, ἡ προσγενομένη εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς δυστυχία δὲν δύναται εὐχερῶς νὰ ὑπολογισθῇ, καθόσον αὕτη ἐξακολουθεῖ ὁλονὲν αὐξάνουσα, ἕνεκα τῆς καταστραφείσης ἁρμονίας ἐν ταῖς καθόλου σχέσεσι τῶν κατοίκων αὐτῆς, εὑρισκομένων ὑπὸ τὴν ἔποψιν μὲν τῆς ἐκ νέου ἐγκαταστάσεως εἰς τὰ οἰκεῖα αὑτῶν ἐπαγγέλματα ἄνευ τῶν ἀπαραιτήτων καὶ ἀναλόγων μέσων πρὸς ἀπρόσκοπτον καὶ πλήρη ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τῶν πρὸς τρίτους ὑποχρεώσεων ἐν τῇ αὐτῇ καταστάσει, εἰς ἣν καὶ πρὸ τοῦ πολέμου εὑρίσκοντο, πολὺ χείρονα μάλιστα ἐκείνης ἕνεκα τῶν ἀπανθρώπων καὶ τυραννικῶν τόκων ὑπερημερίας. Οὕτως οἱ ἀτυχεῖς Θεσσαλοὶ οὐ μόνον δὲν ἀνεκουφίσθησαν ὅσον ἔδει, Κύριοι, ἐκ τῶν τελευταίων συμφορῶν, ἀλλ’ ἴσως καὶ ὑπὸ δεινοτέρας τούτων κρίσεως ἀπειλοῦνται, προερχομένης, ὡς εἶπον, ἔκ τε τῆς ἀνεπαρκείας τῶν μέσων πρὸς λυσιτελῆ ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν αὑτῶν, καὶ ἐκ τῶν ἀπέναντι τρίτων ἀκεραίων μενουσῶν ὑποχρεώσεών των καὶ διαρκῶς ἐπαυξανομένων, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀτυχὴς αὕτη χώρα, ἡ τουρκοπατηθεῖσα Θεσσαλία, δὲν ἐπανακτήσῃ τὴν προτέραν αὐτῆς ζωτικότητα, τὴν προτέραν αὐτῆς σχετικὴν εὐημερίαν. Πτωχεία, Κύριοι, μέχρις ἀπελπισίας, περιορισμὸς τῶν προσόδων, δι’ οὓς προεξέθηκα λόγους, καί, τὸ χείριστον πάντων, ἡ μάστιξ πολλῶν ἀπηνῶν πιστωτῶν, ζητούντων νὰ λάβωσι παρὰ τῶν ἀτυχῶν Θεσσαλῶν, τῶν μὴ ἐχόντων σήμερον νὰ ζήσωσι μηδὲ διὰ ξηροῦ μόνον ἄρτου, μηδὲ διὰ μπομπότας μόνον, πᾶν τὸ δυνάμενον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ εἰς αὐτοὺς ὀφειλόμενα. Ἰδού, Κύριοι, ἡ σημερινὴ κατάστασις τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας, τοὐλάχιστον τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης, τὴν ὁποίαν, ὡς προεῖπον, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἐπιτρέπει νὰ σκεφθῇ τις σήμερον τοὐλάχιστον, ἐὰν τὸ Κράτος ἦναι ἱκανὸν νὰ πράξῃ διὰ τὰ παθόντα μέρη τῆς Θεσσαλίας ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Αὐστρία τῷ 1866, ἡ Σαξωνία τῷ 1867, καὶ πρὸ τριάκοντα περίπου ἐτῶν ἡ Γαλλία ἔπραξαν ὑπὲρ τῶν ὅμοια παθουσῶν ἐπαρχιῶν αὑτῶν. Ἀλλ’ ἂν τὸ Κράτος δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ πράξῃ τοιοῦτόν τι σήμερον, δὲν νομίζω, ὅτι συμφέρει αὐτῷ νὰ σταυρώσῃ πλέον τὰς χεῖρας, προκειμένου μάλιστα περὶ τῆς ἐριβώλακος Θεσσαλίας, τῆς ὁποίας τὰ θαυμαστά, τῷ τε μεγέθει καὶ κάλλει κατὰ τὸν Ἀθήναιον, πεδία, θέλουσιν εὐδοκιμήσει, βελτιουμένης τῆς περιλαλήτου παραγωγικῆς αὐτῶν δυνάμεως, προκειμένου, Κύριοι, περὶ τῆς Θεσσαλίας, τῆς ὁποίας ἡ εὐτυχία εἶναι ἱκανὴ οὐ μόνον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους νὰ καταστήσῃ ἰσοσκελῆ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ φλέγοντι σήμερον Μακεδονικῷ ζητήματι νὰ ἀποδειχθῇ ὁ πρῶτος καὶ κύριος παράγων, ἕνεκα τῆς τοπογραφικῆς καὶ ἐθνικῆς θέσεως αὐτῆς, προκειμένου περὶ τῆς Θεσσαλίας, λέγω, ἥτις ζωογονουμένη καὶ εὐρέως καλλιεργουμένη οὐ μόνον θέλει τηρεῖ ἐν τῷ τόπῳ τὰ ἐτησίως ἐξαγόμενα 25 ὅλα ἑκατομμύρια πρὸς προμήθειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν συντήρησιν ἡμῶν σίτου, ἀλλὰ θέλει ἰσοπεδώσει καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ὡς γνωρίζετε, σήμερον στηριζόμενα τὰ κραταιότερα καὶ σοφώτερα τῶν ἐθνῶν, ῥυθμίζουσι καὶ κανονίζουσι τὰ ἐξωτερικὰ αὑτῶν ζητήματα. Εἰς τοῦτο δὲ πρέπει, κατ’ ἐμὲ, νὰ στραφῶσι πᾶσαι αἱ φροντίδες ἡμῶν ἐφεξῆς, ὅπως μετὰ τοῦ ἑτέρου ἐπίσης ζωτικωτάτου ζητήματος, τοῦ ζητήματος τῆς σταφίδος, τοῦ ἑτέρου τούτου μαστοῦ τοῦ δημοσίου ταμείου, τεθῶσιν αἱ νέαι βάσεις τῆς ἀνορθώσεως ἡμῶν, ἀφ’ οὗ μάλιστα μετὰ τὴν μεγαλόφρονα πρότασιν τῆς Α. Μ. τοῦ αὐτοκράτορος πασῶν τῶν Ρωσσιῶν, ἴσως ἐπί τινα χρόνον ὁ Ἄρης θέλῃ παραδώσει τὰ σκῆπτρα πρὸς τὸν Ἑρμῆν, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν καὶ τὴν κυριαρχίαν τοῦ ὁποίου πιθανῶς νὰ παύσῃ ἡ κλαγγὴ τῶν ὅπλων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἐκ τῆς εἰρηνικῆς ταύτης περιόδου δέον ἡμεῖς νὰ ὠφεληθῶμεν, ἠρέμως καὶ συνετῶς πολιτευόμενοι, αὐξάνοντες τοὺς παραγωγικοὺς τῆς χώρας πόρους καὶ ἀναπτύσσοντες τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις. Πολλῶν βεβαίως, Κύριοι, ἔχει ἀνάγκην ἡ Θεσσαλία, ὅπως καταστῇ οἵαν ἄλλοτε ἡ Πυθία παρίστα πρὸς τοὺς χρηστηριαζομένους Μεγαρεῖς, «Γαίης μὲν πάσης τὸ Πελασγικὸν Ἄργος ἄμεινον», ἔλεγεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, καὶ χρημάτων πολλῶν, τοιαῦτα δὲ δὲν ἔχομεν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν συστάσεις τινὰς, τῶν ὁποίων τὴν λῆψιν θεωρῶ ἀπαραίτητον πρὸς τὸν προκείμενον σκοπὸν, δὲν ἀπαιτοῦνται δὲ ὑπέρογκα χρηματικὰ κεφάλαια, ἀλλ’ ἁπλῶς θέλησις καὶ μέτρα τινὰ, διὰ τῶν ὁποίων ὁ τόπος ἐκεῖνος ταχέως θέλει ἀναρρώσει καὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὑτοῦ πόρων κατόπιν δυνηθῆ ὄχι μόνον οἴκοθεν νὰ βελτιωθῇ, ἀλλὰ καὶ ξένα κεφάλαια προσελκυόμενα ἐκεῖ θέλουσιν ἐν πλάτει ἐπιταχύνει τὴν ἀναβίωσιν τῆς πάλαι ποτὲ εὐδαιμονεστάτης ταύτης χώρας. Τὸ ἐν Θεσσαλίᾳ, Κύριοι, λειτουργοῦν πρὸ αἰώνων ἐπίμορτον σύστημα, τοῦ γεωργοῦ δηλονότι καλλιεργοῦντος ξένας γαίας ἐπὶ τῇ ἀπολήψει μέρους τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ, καὶ στερουμένου ἑπομένως ἰδίας ἀκινήτου περιουσίας, ἀποτελεῖ, κατ’ ἐμὲ, τὸ κύριον καὶ σπουδαιότερον κώλυμα πρὸς ἀνάπτυξιν, βελτίωσιν καὶ συστηματοποίησιν τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν ἕνεκα τούτου ἀγροτικὴ πίστις δὲν ὑφίσταται, τὰ δὲ ἀπαιτούμενα πρὸς κίνησιν τῆς αὐτόθι πενιχρᾶς γεωργίας κεφάλαια, συγκεντρούμενα εἴτε εἰς χεῖρας ἐνίων ἄνευ καρδίας ἰδιοκτητῶν χωρίων, εἴτε εἰς τὰ χρηματοκιβώτια τοκογλύφων ἀπηνεστάτων, οὐ μόνον κωλύουσι τὴν αὔξησιν τῆς καλλιεργείας καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀτόμων αὐτῶν πρὸς ἐπιστημονικωτέραν ἐκμετάλλευσιν τῆς γῆς, ἀλλὰ τέλεον ἀποκλείουσι καὶ τὴν πανταχόθεν ἐκδηλουμένην ἐπιθυμίαν τῆς ἐξαγορᾶς τῶν τσιφλικίων ὑπὸ τῶν καλλιεργητῶν, ἐφ’ ὅσον οὗτοι ἀποκλειστικῶς ἐργάζονται πρὸς πλουτισμὸν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν τοκογλύφων, τῶν καταβαλλόντων ἐπὶ ἀκατονομάστῳ τόκῳ τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας τῶν γαιῶν, τῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ἀτυχῶν «τσιφτσήδων» καλουμένων.
§34ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶναι οἱ τσιφτσῆδες;
§35ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Καλλιεργηταὶ, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται πάσης πρωτοβουλίας ἐν ταῖς καθόλου σχέσεσιν αὑτῶν, καὶ κατάχρεοι διαρκῶς ἀπέναντι πολλῶν ἰδιοκτητῶν χωρίων, οἱ μετὰ τῶν ὁποίων λογαριασμοὶ, ἀπὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν ὑφιστάμενοι καὶ μηδέποτε ἐξομαλυνόμενοι, τοὐναντίον περιπλέκονται, πρὸς ζημίαν τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν θυμάτων καὶ πρὸς ὠφέλειαν τῶν ἰδιοκτητῶν ἢ πιστωτῶν ἀσυνειδήτων, οἱ ὁποῖοι, μολονότι πρὸ πάσης ἄλλης ἀπαιτήσεως αὑτῶν, πρὸ πάσης ἄλλης ὑποχρεώσεως τοῦ καλλιεργητοῦ, λαμβάνουσι πρῶτοι τὰ εἰς αὑτοὺς ὀφειλόμενα, σχεδὸν πάντοτε εἰς εἶδος καὶ εἰς τιμὴν εὐτελεστάτην, τὴν καλουμένην τῶν ἁλωνίων, ἐν τούτοις οὐδεμίαν παρέχουσιν εἰς αὐτοὺς ὑποστήριξιν, εὑρισκομένους εἰς τὴν ἀνάγκην εὐθὺς μετά τινας ἡμέρας μόνον νὰ ζητῶσι καὶ λαμβάνωσιν αὐτὸ τοῦτο τὸ προϊόν, τὸ ὁποῖον χθὲς ἀκόμη παρέδωκαν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἢ τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐπὶ τόκῳ 24%, 36%, καὶ 48%, ἐὰν ἔχωσι τὴν ἀτυχίαν καὶ προσφύγωσιν εἴς τινας ἀπανθρώπους τοκογλύφους, τὰς μετὰ τῶν ὁποίων ληψοδοσίας δὲν ἔχουσι τυχὸν ἐκπληρώσει ἀκεραίας. Μετὰ τὰ ἀνωτέρω λοιπὸν, Κύριοι, φρονῶ ὅτι, ἐὰν σοβαρῶς καὶ εἰλικρινῶς ἐνδιαφερώμεθα περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν γεωργῶν, καὶ εἰς τοῦτο, νομίζω, πρέπει πάντες νὰ προκαλέσωμεν ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα λάβῃ ῥιζικὰ μέτρα καὶ οὐχὶ ἐμβαλώματα, δέον νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπαλλάξωμεν τὸν γεωργὸν πάσης πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην ἢ τὸν τοκογλύφον συναλλαγῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπιτύχωμεν, ὥστε τὸ λαμβανόμενον, ἐπίμορτον ἔστω, προϊόν τῶν ἱδρώτων καὶ κόπων αὐτοῦ οὐ μόνον νὰ ἐξαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἰδίας αὐτοῦ τε καὶ τῆς οἰκογενείας του συντηρήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐν καταλλήλῳ χρόνῳ καὶ συμφερούσῃ τιμῇ πωλούμενον νὰ ἀποφέρῃ εἰς αὐτὸν περίσσευμά τι, διὰ τοῦ ὁποίου σὺν τῷ χρόνῳ, πλὴν ἀσφαλῶς θέλει καταστήσει αὐτὸν ἰδιοκτήτην, γεγονὸς ἄλλως τε, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὰς ἀκριβεῖς θεωρίας τῆς πλουτολογίας καὶ τοὺς νόμους τῆς ζητήσεως, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους ἰδιοκτήτας θέλει ἱκανοποιήσει, ὑπερτιμωμένων τῶν κτημάτων αὐτῶν καὶ αὐξανούσης ἑπομένως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, ἡ ὁποία θέλει προσελκύει ἄφθονα κεφάλαια ἐν Θεσσαλίᾳ, διὰ τῶν ὁποίων ἡ καλλιέργεια θὰ εὐρυνθῇ καὶ συστημαποιηθῇ, καὶ ἡ ἀπόδοσις σημαντικῶς θὰ αὐξηθῇ. Τρανὸν παράδειγμα τῶν σκέψεών μου τούτων ἐπὶ τῆς χειραφετήσεως τῶν γεωργῶν πρόκειται τὰ καλούμενα Κεφαλοχώρια. Εἰς ταῦτα οἱ γεωργοί, κύριοι ὄντες τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ποτίζουσι διὰ τοῦ ἱδρῶτος αὑτῶν, καταβάλλουσι μείζονα ἐπιμέλειαν, μείζονας προσπαθείας...
§36ΠΕΤΑΛΑΣ....
§37ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. .. ὅπως καταστήσωσι τὰς γαίας των μᾶλλον προσοδοφόρους, παραδιδόμενοι ψυχῇ τε καὶ σώματι εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς γονιμότητος τῶν γαιῶν καὶ ἑπομένως τὴν αὔξησιν τῆς ἀποδόσεως αὐτῶν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν καθόλου κλιματολογικὴν ἐξυγίασιν τῶν χωρίων τούτων διὰ τῆς εἰσαγωγῆς διαφόρων προϊόντων καὶ τῆς τελειοποιήσεως τῶν πρὸς καλλιέργειαν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων καὶ ἡ εὐφορία πολλαπλασιάζεται καὶ ἡ ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ εὐημερία τῶν κατοίκων ἐξασφαλίζεται. Ἤδη, Κύριοι, ἐγείρεται τὸ ζήτημα, πῶς θέλει ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπιδιωκομένη αὕτη βελτίωσις τῶν γεωργικῶν τάξεων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀναγνωρίζω, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, οὗτινος ἡψάμην, ἀπασχολεῖ διαρκῶς πάντα τὰ ἔθνη, μεθ’ ὅλην τὴν εὐθηνίαν καὶ ἀφθονίαν τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα διοχετεύονται εἰς τὰς τάξεις τῶν γεωργῶν, ἴσως δὲ μέχρι τοῦδε δὲν εὑρέθη ἀκόμη ἐπαρκὴς λύσις πρὸς ἀσφαλῆ κανονισμὸν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ἀκτημόνων, ἐπιτηδευματιῶν καὶ καλλιεργητῶν καὶ τῶν κεφαλαίων, διὰ τῶν ὁποίων τροφοδοτοῦνται καὶ ἐνισχύονται αἱ ἄποροι αὗται τάξεις. Ἐντεῦθεν κατανοῶ, ὁποίας δυσκολίας δύναται νὰ παρουσιάσῃ πᾶν μέτρον, ὑπ’ ἐμοῦ ἢ ἄλλου προταθησόμενον, προκειμένου μάλιστα νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο «εἰς τὸ Ρωμαίϊκο», κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς χθὲς τοὐλάχιστον δὲν ἠδύνατο νὰ καυχηθῇ ἐπὶ πλήρει εὐνομίᾳ καὶ ἀρτίᾳ ἀσφαλείᾳ, ἐπὶ ταῖς δυσὶ δηλονότι ταύταις πολιτειακαῖς ἀρεταῖς, εἰς τὴν ὕπαρξιν τῶν ὁποίων μόνον τὸ χρῆμα, τὸ μὴ ἔχον ἄλλως τε πατρίδα, ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἄνευ προσκλήσεώς τινος προστρέχει. Ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, Κύριοι, ὅτι, ὅταν ἡ θέλησις ὑπάρχῃ, πᾶν πρόσκομμα ἀποσοβεῖται, ἐὰν δὲ τυχὸν παρατηρηθῶσιν ἐλλείψεις εἰς πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν λάβει, κατόπιν, ἐν τῷ χρόνῳ τῆς ἐφαρμογῆς, δύνανται νὰ συμπληρωθῶσιν, ὅταν ἡ ἀνάγκη πείσῃ ἡμᾶς περὶ τούτων καὶ καταδείξῃ τὴν ἀτέλειαν αὐτῶν. Πόσων μέτρων, Κύριοι, ἡ λῆψις δὲν κατεδικάζετο μέχρι τινὸς ὡς ἀδύνατος καὶ δυσεφάρμοστος, καὶ ἐν τούτοις τὰ μέτρα ἐκεῖνα, θεσπισθέντα καὶ ἐφαρμοσθέντα, καὶ εὔκολα καὶ εὐεργετικὰ ἀπεδείχθησαν! Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην χρήματος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Ἴδωμεν, Κύριοι, ἂν ἡ εὕρεσις τῶν χρημάτων τούτων ἦναι εὔκολος. Τὸ Κράτος, ὡς γνωστόν, προώρισε, Κύριοι, ὑπὲρ τῶν δεομένων ἀντιλήψεως Θεσσαλῶν καὶ πρὸς ἐγκατάστασιν αὐτῶν εἰς τὰ ἔργα τῶν 8,000,000 διὰ νόμου, δυνάμενα νὰ ἀναβιβασθῶσιν εἰς 10,000,000. Ἐκ τῶν 10,000,000 τούτων διετέθησαν 6½ ἑκατομμύρια περίπου, ἑπομένως ἔχομεν περίπου 3½ ἑκατομμύρια...
§38Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀκτὼ ἐψηφίσθησαν.
§39ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Δυνάμενα ν’ ἀναβιβασθῶσιν εἰς 10... Ἔχομεν, λέγω, περίσσευμα 3½ ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ πλέον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, πρὸς ἐπούλωσιν τῶν πληγῶν τῆς ὁποίας ἔχει προορισθῇ καὶ δέον νὰ διατεθῇ, κατὰ τὸν ἐκπεφρασμένον ἄλλως τε εὐεργετικὸν σκοπὸν τοῦ σχετικοῦ νόμου. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω κατὰ ποῖον τρόπον καὶ πρὸς ποίους διετέθησαν τὰ 6½ ταῦτα ἑκατομμύρια, οὐδὲ ἂν ὁ σκοπός, δι’ ὃν ταῦτα προωρίσθησαν, ἐξεπληρώθη κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, κατὰ τὴν ἀπαίτησιν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, ἀφοῦ ἄλλως τε τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίνονται πλέον. Δέον ὅμως νὰ γνωσθῇ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι πολλὰ τούτων δὲν διενεμήθησαν ὡς ἔπρεπεν, ἱκανὰ δὲ ποσὰ αὐτῶν, κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, ἐρρίφθησαν ἴσως εἰς τὴν θάλασσαν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ τὸ περίσσευμα τοῦτο, ἢ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν δέκα ἑκατομμυρίων ὤφειλε νὰ διατεθῇ πρὸς ἀρωγὴν τῶν τόσον ζημιωθεισῶν καὶ ἀποκλεισθεισῶν ἐκ τοῦ δανείου ἀνεστίων καὶ παμπτώχων σήμερον οἰκογενειῶν, τῶν ὁποίων αἱ ἀραὶ οὐρανομήκεις ἐκπέμπονται ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τῶν ἐπιδειξαμένων ἀδικαιολόγητον πρὸς αὐτὰς ἀναλγησίαν. Ἀρκεῖ ὅτι—ἀδιάφορον ἂν καλῶς ἢ κακῶς— ἔχομεν περίσσευμα 3½ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα νόμῳ ἀνήκουσιν εἰς τὴν παθοῦσαν καὶ καταστραφεῖσαν Θεσσαλίαν καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς, ὑπὲρ μονιμωτέρας καὶ γονιμωτέρας μάλιστα ἀντιλήψεως τῶν κατοίκων αὐτῆς καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐργατικῶν τάξεων. Ἐὰν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου καὶ τὴν ἐντεῦθεν προσδοκωμένην ἀσφαλῶς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ὁλοκλήρου, ἂς μὴ δειλιάσωμεν πρὸ πάσης ἀποφάσεως, πρὸ πάσης δυσκολίας, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἡ ἀπόδοσις πρόκειται ταχεῖα καὶ ἱκανοποιητική. Ἂς κάμωμεν ἓν βῆμα ἀκόμη πρὸς τὰ ἐμπρός. Ἂς φανῶμεν ἐφάπαξ ἀκόμη γενναιόφρονες πρὸς τὴν παθοῦσαν ἀδελφὴν Θεσσαλίαν. Ἂς αὐξήσωμεν τὰ 3,500,000 κατὰ 1,500,000 μόνον, οὕτως ὥστε νὰ ἀποτελεσθῇ κεφάλαιον 5,000,000, ἀλλὰ τοῦτο ἂς μὴ διατεθῇ, πρὸς Θεοῦ! ὡς διετέθησαν τὰ 6,500,000· λέγων δὲ τοῦτο, ἐννοῶ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως, ὅστις δὲν ἐξησφάλισε τοὺς δεομένους ἀρωγῆς ἀπὸ τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν ἀδικιῶν. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, οἰκονομολόγος· ἐν τούτοις, ἐπιτρέψατέ μοι εἰδικῶς διὰ τὴν Θεσσαλίαν νὰ προτείνω σκέψεις τινάς, τῶν ὁποίων τὴν μελέτην συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν τὰ πέντε αὐτὰ ἑκατομμύρια κατατεθῶσι παρά τινι Τραπέζῃ, τῇ Ἐθνικῇ λ.χ., καὶ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς, ὅπως ἐκ τῶν ἰδίων της κεφαλαίων διαθέσῃ ἄλλα πέντε ἑκατομμύρια, καὶ ἂν τὸ Κράτος κάμῃ θυσίαν τινά, παραιτούμενον, φέρ’ εἰπεῖν, τοῦ τόκου ἐπὶ τῶν 5 ἑκατομμυρίων ἐπί τινα περίοδον ἐτῶν, ἢ λαμβάνον ἐλαφρὸν τόκον, ὡς 2% μόνον, νομίζω, ὅτι μὲ κεφάλαιον δέκα ἑκατομμυρίων δυνάμεθα ἐν Θεσσαλίᾳ νὰ ἱδρύσωμεν τὴν τόσον ἐπιθυμητὴν ἀγροτικὴν Τράπεζαν, ἥτις εὐχαρίστως θ’ ἀναλάβῃ νὰ δανείζῃ πρὸς 5–6%, ἀφοῦ τὸ ἥμισυ τῶν κεφαλαίων αὐτῆς τὸ Δημόσιον θὰ διαθέσῃ ἀτόκως ἢ καὶ πρὸς 2%, ὡς προεῖπον, ἀρκεῖ μόνον οἱ καλλιεργηταὶ καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ παράσχωσι τήν τε ἀναγκαίαν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῶν δοσοληψιῶν αὐτῆς. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρέχεται ἡ μοναδικὴ εὐκαιρία εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐφαρμόσῃ ἐν Θεσσαλίᾳ ὅ,τι κατὰ Μάρτιον τοῦ 1898 ἀνέπτυσσε καὶ ὑπεστήριξεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, τίνα ἀσφάλειαν θὰ παράσχητε εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην; Νομίζω ὅτι ὑπάρχει νόμος τοῦ 1896 περὶ ἱδρύσεως γενικῶν ἀποθηκῶν· ἂν ἱδρυθῶσι καὶ λειτουργήσωσιν ἐν Θεσσαλίᾳ αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι, παρέχομεν ἀδιάσειστον τὴν ἀσφάλειαν εἰς τὴν ἀνάδοχον Τράπεζαν διὰ τῆς ἐν ταῖς εἰρημέναις ἀποθήκαις τοποθετήσεως τῶν προϊόντων, πραγματικῶν ἐνεχύρων. Οὕτως ὁ θέλων νὰ δανεισθῇ δὲν ἔχει ἢ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν ἀνάλογον πρὸς τὸ αἰτηθησόμενον δάνειον ποσότητα σίτου, κριθῆς κλπ., καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δοθησομένου ἐνεχυρογράφου παρουσιαζόμενος νὰ συνομολογῇ τὸ δάνειον· τὸ ἐνεχυρασθὲν προϊὸν θὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀπόλυτον διάθεσιν τοῦ καλλιεργητοῦ, δυναμένου νὰ πωλῇ τοῦτο, ὁπόταν εὑρίσκῃ συμφέρουσαν τὴν τιμήν, ἢ νὰ μεταβιβάζῃ τοὺς τίτλους τῆς καταθέσεως πρὸς ἄλλους· οὕτω θὰ δύναται νὰ ὠφελῆται σημαντικῶς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ προϊόντος του, καὶ ἐπὶ 6–8 μῆνας νὰ μεταχειρίζηται πρὸς 5–6% δάνειον μέχρι 1000 δραχμῶν.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ λάβῃ ὁ γεωργὸς χρήματα πρὶν παραγάγῃ τὰ προϊόντα του.
§41ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἀμέσως περὶ τούτου. Ἕτερον σύστημα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν Τράπεζαν, εἶναι τὸ σύστημα τῶν ὑπευθύνων συνεταιρισμῶν ἀπέναντι τῆς Τραπέζης ἀλληλεγγύως. Τὸ σύστημα τοῦτο, λειτουργοῦν ἐν Βελγίῳ, Ἀγγλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, δύναται λαμπρὰ ν’ ἀποφέρῃ παρ’ ἡμῖν ἀποτελέσματα· ἀρκεῖ οἱ διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως ἀναγνωριζόμενοι ὡς ἀντιπρόσωποι ὑπεύθυνοι τῶν συνεταιριζομένων νὰ δικαιῶνται καὶ ἄνευ πολλῶν διατυπώσεων νὰ θέτωσι χεῖρα ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῶν καλλιεργητῶν, τῶν ἐν συνεταιρισμῷ εὑρισκομένων. Τοῦτο μάλιστα εὐεργετικὸν δύναται ν’ ἀποδειχθῇ, γνωστοῦ ὄντος, ὅτι ὁ καλλιεργητὴς ἔχει ἀνάγκην χρημάτων κατὰ Μάϊον, ἤτοι πρὸ τῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων του, τὰ ὁποῖα δανειζόμενος μέσῳ τῶν ἀντιπροσωπευόντων αὐτὸν δέον νὰ θεωρῇ ἐνυπόθηκα ἀπέναντι ἐκείνων καὶ τῆς δανειζούσης Τραπέζης, νὰ μὴ δύναται δὲ νὰ ἐκποιῇ ἄνευ ἀδείας τοῦ πιστωτοῦ αὐτοῦ, καὶ πᾶσα ἄνευ τούτου ἀγοραπωλησία γενομένη νὰ θεωρῆται ἄκυρος. Ἀλλ’ οὐχὶ μόνη ἡ ἔλλειψις κεφαλαίων συντελεῖ εἰς τὴν στασιμότητα καὶ τὴν φθίσιν τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐν τῇ ἐποχῇ ταύτῃ τῆς προόδου καὶ τῆς τελειοποιήσεως τῶν πρὸς καλλιέργειαν μέσων ἀχανεῖς ἐκτάσεις καλύπτουσιν ἕλη καὶ τέλματα, αἱ δὲ γεωργικαὶ γνώσεις καθυστεροῦσιν ἐν ἀπιστεύτῳ βαθμῷ. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ καταλλήλων διαπραγματεύσεων καὶ συνδυασμῶν ἐπιλάβηται τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, συστήσῃ δὲ εἰς τὰς πρωτευούσας ἐνίων τοὐλάχιστον ἐπαρχιῶν γεωργικοὺς σταθμοὺς, καὶ ὑποχρεώσῃ τοὺς δήμους, ὅπως ἕκαστος τούτων ἐξαποστέλλῃ ἕνα ἢ δύο ὑποτρόφους κατ’ ἔτος εἰς τὸν γεωργικὸν σταθμὸν, καὶ οὕτω πως ἠθέλομεν ἐπιτύχει, ὥστε μετ’ ὀλίγον νὰ κατέχῃ ἕκαστος δῆμος ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ 10 ἢ 15 ἐπιστήμονας γεωργοὺς, διὰ τῶν ὁποίων νὰ μεταδοθῶσιν αἱ δυναταὶ γεωργικαὶ βελτιώσεις ὡς πρός τε τὸν ἐπιστημονικώτερον τρόπον τῆς καλλιεργείας καὶ τὴν ποιότητα καὶ τὴν ποικιλίαν τῶν προϊόντων, ὡς καὶ τὴν αὔξησιν τῆς γονιμότητος τῶν γαιῶν διὰ καταλληλοτέρου συστήματος λιπάνσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μόλις ἔθιξε προχθὲς, καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν περιορίζει τὴν πρόοδον τῆς γεωργίας. Δέον νὰ ἀφεθῇ ὁ γεωργὸς, κατ’ ἐμὲ, ἐντελῶς ἐλεύθερος καὶ νὰ καλλιεργῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσοτέρας γαίας κατὰ βούλησιν καὶ ἄνευ περιορισμῶν, παρεχομένων ἀφθόνως τῶν πρὸς ἀροτρίασιν μέσων καὶ ἄνευ τοῦ φόβου τῶν ποινικῶν συνεπειῶν καὶ τῆς καταδιώξεως ἐκ μέρους τῶν συγχωρίων του. Ἂς μελετηθῇ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ συστήματος αὐτοῦ διὰ τοῦ συστήματος τῆς κατ’ ἄροτρον φορολογίας, χωρὶς τὸ Δημόσιον νὰ ζημιωθῇ τι· οὕτως, ἂν π. χ. τὸ δεῖνα χωρίον πληρώνῃ σήμερον 600 δραχμὰς, ἔχον 10 ἄροτρα, ἂς ἐξακολουθῇ τὸ χωρίον τοῦτο νὰ πληρώνῃ τὰς 600 δραχμὰς εἰς 5 ἔτη τῇ ἐγγυήσει τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀποκτῶντος ὅμως δικαιώματά τινα ἐπὶ τῶν προϊόντων τοῦ καλλιεργητοῦ· οὕτω πως οὐ μόνον ἀφίεται πλήρης ἐλευθερία καλλιεργείας εὐρυτέρας δι’ ὅσων δύναται μέσων καὶ ἀρότρων, τὸ δὲ Δημόσιον οὐδὲν ἔχει νὰ χάσῃ, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς τσιφτσῆδες (καλλιεργητὰς) δίδομεν ποιάν τινα θέσιν ἀπέναντι τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι συμφέρον θὰ ἔχωσι νὰ περιποιῶνται μᾶλλον αὐτοὺς καὶ νὰ μὴ ἀποπέμπωσιν, ὁσάκις θέλωσιν, ὡς σήμερον, καθόσον πᾶσα ἐκδίωξις ἐκείνων θὰ στοιχίζῃ καὶ μέρος τοῦ φόρου, διὰ τὸν ὁποῖον μόνος ὁ ἰδιοκτήτης θὰ εὐθύνηται ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἡ Θεσσαλία ἕνεκα τῆς τοπογραφικῆς αὑτῆς θέσεως δύναται ν’ ἀποδειχθῇ ὁ κύριος παράγων ἐν τῇ ἐθνικῇ ἀποκαταστάσει τῶν ἀλυτρώτων ἀδελφῶν ἡμῶν. Εἶναι ἡ μόνη χώρα, ἥτις διὰ τῆς ἐπικοινωνίας τῶν κατοίκων αὐτῆς μετὰ τῆς Μακεδονίας, διὰ τῶν σχέσεών της, διὰ τῶν συγγενειῶν της δύναται νὰ τηρῇ ἀκμαίους τοὺς δεσμοὺς μετὰ τῆς Μακεδονίας, νὰ ὑποθερμαίνῃ καὶ ἐνισχύῃ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα τῶν ἀδελφῶν Μακεδόνων, ἐπιδεικνύουσα ἀμεσώτερον εἰς τοὺς κατοίκους αὐτῆς τὰ ἀγαθὰ, ὧν ἀπολαύει ἡ μικρὰ αὕτη γωνία τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, τὴν αὐτονομίαν καὶ τὰς προόδους, ἃς ἀπεργάζεται ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ ἔθνους. Σήμερον οἱ λαοί, πρὸς ἐπικράτησιν τῆς ἐθνικότητος αὐτῶν, προτάσσουσι τὴν συναλλαγὴν, καὶ προωθοῦσι τὰ ἐμπορικὰ αὐτῶν συμφέροντα εἰς τὰ μᾶλλον ἀπομεμακρυσμένα μέρη, εἰς τοὺς ἀντίποδας αὐτῶν, ἐπιζητοῦντες πανταχοῦ ἀτελείας πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ εἰσαγωγὴν τῶν προϊόντων αὐτῶν τῶν φυσικῶν ἢ τῶν τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς ἐπιστήμης, τὰ ὁποῖα πάνυ δικαίως θεωροῦσιν ὡς προδρόμους τῶν ἐθνικῶν αὐτῶν βλέψεων, μετὰ τὴν ὡρίμανσιν τῶν ὁποίων δημιουργοῦσιν ἐθνότητος δικαιώματα, ἐνίοτε αὐθαιρέτως καὶ ἐπὶ ξένων ἐντελῶς χωρῶν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι αὐτὸς ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας, οὐχὶ πρὸ πολλοῦ χρόνου, πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Γερμανικοῦ γοήτρου δὲν ἐδίστασε μόνος νὰ ἀνοίξῃ λεωφόρους διὰ τὸ ἐμπόριον τῆς αὐτοκρατορίας του καὶ εἰς τὰ μηδόλως πρὸς τὸ ἔθνος του γειτνιάζοντα ἐκεῖνα μέρη τῆς Τουρκίας, νὰ ἐνισχύσῃ δὲ ἐθνικῶς τοὺς ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὑπηκόους του, μολονότι ὑπὸ τὸν στιβαρὸν αὑτοῦ βραχίονα οὐδένα κίνδυνον διέτρεχεν ἡ ἐθνότης καὶ ἡ πρὸς τὸ Γερμανικὸν στέμμα ἀφοσίωσις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ Μακεδονία διαρκῶς ἐπιβλέπεται. Οἱ δύο ἰσχυροὶ μνηστῆρες τοῦ Αἵμου δὲν παύουσι παντοῖα μετερχόμενοι μέσα πρὸς διαστρέβλωσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος τῶν κατοίκων αὐτῆς· καθ’ ἑκάστην δὲ ἀποστέλλουσιν ἐλέῳ χρυσοῦ διάφορα ὄργανα, ἀποστολὴν κυρίαν ἔχοντα τὴν ἐκμηδένισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου, τὴν ταπείνωσιν καὶ περιφρόνησιν αὐτοῦ. Ὁποῖα μέτρα κατὰ τούτων τῶν ἀντεθνικῶν ἐνεργειῶν λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσω. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἓν τῶν μέτρων, ἅτινα δύνανται τελεσφόρως νὰ κρατῶσι τὸ ἐθνικὸν φρόνημα τῆς Μακεδονίας καὶ στερρῶς νὰ κρατῶσιν αὐτὴν συνδεδεμένην μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, εἶναι καὶ ἡ ἐλευθέρα ἐμπορικὴ συγκοινωνία αὐτῆς μετὰ τῆς Θεσσαλίας. Καὶ χάριν ὅθεν τῆς ἀμοιβαίας ἐμπορικῆς εὐημερίας τῶν δύο τούτων ὁμόρων ἐπαρχιῶν, καὶ χάριν τῶν γενικωτέρων ἐθνικῶν τούτων λόγων, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ εἰσαγωγὴ ἐκ τῶν μεσημβρινῶν μερῶν τῆς Μακεδονίας, ἂν μὴ ὅλων τῶν προϊόντων, τοὐλάχιστον τῶν ποιμνίων καὶ τῶν λοιπῶν ζώων. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ζημιωθῇ. Δὲν δυνάμεθα ὅμως τὴν μικρὰν ταύτην ζημίαν νὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἄλλου τινὸς φόρου; Δὲν δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν, τῶν ὁποίων ἡ μίσθωσις ἐδιπλασιάσθη καὶ ἐτριπλασιάσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη; Βεβαιώθητε, Κύριοι, ὅτι ἕνεκα τῶν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν παρατηρουμένων ἐν γένει στενοχωριῶν καὶ τῶν λοιπῶν βαρέων εἰσαγωγικῶν τελῶν 500 χιλιάδες ποιμνίων δὲν εἰσέρχονται πλέον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ τρέπονται ἀλλαχοῦ, πρὸς μεγίστην ζημίαν, ἐθνικήν τε καὶ ἐμπορικήν. Ἂν εἰς πάντα ταῦτα προστεθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως καὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τοῦ δικτύου τῆς συγκοινωνίας, ἐπιταχυνθῇ ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, —περὶ τοῦ ὁποίου, πληροφορούμενος ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις, δὲν νομίζω συμφέρον νὰ εἴπω τι, —καὶ ληφθῇ μέτρον τι, ὥστε νὰ ἐκβιασθῇ καὶ ἐξαντληθῇ ἡ ἐπιείκεια τῶν ἀκάμπτων σκληρῶν τοκογλύφων, ὡς πρός τε τοὺς τόκους τοὺς κατὰ τὴν τουρκικὴν κατοχὴν καὶ ὡς πρὸς τοὺς μετ’ αὐτοὺς τόκους ὑπερημερίας, τόκους τυραννικούς, καὶ βαρυτάτους, ἀφοῦ μάλιστα τὰ κεφάλαια αὐτῶν ἔμειναν νεκρά, ἢ πολλά, εἰς ἔργα μετατραπέντα ἢ κτήματα, κατεστράφησαν καὶ διηρπάγησαν, βεβαιώθητε, Κύριοι, ὅτι ἡ Θεσσαλία, ἡ βρίθουσα ἄλλοτε ὄλβῳ καὶ εὐθαλεῖ εὐκαιρίᾳ, θέλει ζωογονηθῇ καὶ ἀνακτήσει τὴν πολυθρύλητον αὑτῆς παραγωγικὴν ἰδιότητα, μεταβαλλομένη εἰς πραγματικὸν σιτοβολῶνα τῆς Ἀνατολῆς ἁπάσης. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι εἰς τὰ ἀνωτέρω μέτρα ὑφίστανται δυσχέρειαι, ἀπαιτοῦσαι χρόνον πρὸς ἀναζωογόνησιν τῆς Θεσσαλίας, τότε ἂς μεριμνήσῃ περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ὑπολοίπων 3½ ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ διὰ τρόπου ἐξασφαλίζοντος τοὺς δεομένους ἀντιλήψεως ἐκ τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν ἀδικιῶν, αἵτινες κατὰ τὸ παρελθὸν παρετηρήθησαν.
§42Δ. ΓΙΔΑΣ. Πάντες ἀνεμένομεν, κατόπιν τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ πρῶτα ἡμῶν μελήματα ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἦτο ἡ στρατιωτικὴ συζήτησις περὶ τῶν προκαλεσάντων τὴν ἀποτυχίαν αἰτίων κατὰ τὸν πόλεμον. Ἀλλὰ καίτοι παρῆλθον δύο ἔτη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μόνον τελευταῖον εἴδομεν νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ταῦτα φαινομενικῶς συντελοῦσιν εἰς τὴν πρόληψιν τῶν παραπόνων καὶ ἀντιζηλιῶν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων σωμάτων, δὲν συντελοῦσιν ὅμως εἰς τὴν διόρθωσιν τῆς καταστάσεως. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ φέρῃ νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καλῶς μεμελετημένον, ἀνεπτέρωσε τὰς ἐλπίδας τῶν ἐπιθυμούντων τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, ὅπως ἀντιλαμβάνομαι αὐτήν. Ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι εὐχάριστος. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρὰ, ἐν τούτοις πρέπει νὰ λεχθῇ. Εὐχάριστον δὲν εἶναι δι’ ἐμὲ νὰ εἴπω τὴν κατάστασιν, διότι, στερούμενος εὐγλωττίας, δὲν θὰ δυνηθῶ μέρη τινὰ τοῦ θέματός μου νὰ εἴπω κεκαλυμμένως καὶ δι’ εὐήχων φράσεων, ἀλλ’ οἱ συνάδελφοί μου δὲν θὰ μὲ παρεξηγήσουν. Ὅπως μὴ ὑπολάβῃ τις, ὅτι εἶμαι φιλοκατήγορος, ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι αὐθαίρετος καὶ ἐσφαλμένη ἡ κρίσις μου, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω τὴν αὐθεντικὴν γνώμην ἀμερολήπτου καὶ ἀδεκάστου κριτοῦ περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος. Ἰδοὺ τί γράφει περὶ τοῦ στρατεύματος τῆς πατρίδος μας ὁ διοργανωτὴς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ Γκόλτς (ἀναγινώσκει): «Ἡ καθημερινὴ ἐξάσκησις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος εἶναι πολὺ παρημελημένη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἕνεκα τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν στρατιωτῶν καὶ τῆς ἀπασχολήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν καὶ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας. Τὸ ἐλάχιστον ἐνδιαφέρον τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν ἠλαττώθη πολὺ περισσότερον ἕνεκα τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως, πρὸ πάντων τῶν ἐκλογῶν καὶ τῶν ἀλλαγῶν τῶν Ὑπουργείων καὶ τῆς δυσκόλου οἰκονομικῆς καταστάσεως. Εἰς τὸ νέον καὶ ἀπαίδευτον σῶμα τῶν ὑπαξιωματικῶν λείπει ἡ πρᾶξις, ἡ ὤθησις καὶ ἐπίβλεψις τῶν ἀνωτέρων. Ἕνεκεν οἰκονομικῶν στενοχωριῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν χορηγεῖ εἰς τὸ πεζικὸν ἐλάχιστα μέσα διὰ τὴν ἐξάσκησιν εἰς τὰ πυρὰ, εἰς δὲ τὸ πυροβολικὸν οὐδόλως χορηγεῖ τοιαῦτα. Τὰ τελευταῖα ἔτη ἐχάθη σχεδὸν ἡ πολεμικὴ ἐξάσκησις τοῦ στρατεύματος. Μία ἀθεράπευτος πληγὴ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν εἶναι ἡ συμμετοχὴ τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν πολιτικήν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ κρίνῃ τις τὸ πολιτεύεσθαι τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μικρῶν Κρατῶν μὲ τὸ πολιτεύεσθαι τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μεγάλων Κρατῶν, διότι εἰς τὰ μικρὰ Κράτη ἡ ἀνάμιξις τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰ πολιτικὰ συνεπάγεται καὶ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ στρατοῦ, καὶ δηλητηριάζεται οὕτω τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα καὶ ἡ πειθαρχία.» Παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν ταχεῖαν ἀπομάκρυνσιν ἡμῶν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, (χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων), ἀφοῦ προηγουμένως ἐξασφαλίσῃ καὶ τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς ἐπεμβάσεις τῆς πολιτικῆς (χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης). Ἰδοὺ προσέτι πῶς ἐκθέτει τὰ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, ὅστις ἐδοκίμασε τὰς πικρίας τῆς καταστάσεως ταύτης (ἀναγινώσκει): «Στρατὸς ἄνευ συνοχῆς, ἄνευ ἠθικῆς δυνάμεως καὶ τῆς δεούσης ἀσκήσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ ἑλιγμοὺς μάχης καὶ τακτικὰς πορείας. Ἡ κατάστασις τῆς πειθαρχίας ἦτο ἀπελπιστική. Οἱ στρατιῶται δὲν εἶχον οὐδένα σύνδεσμον καὶ λόγον ὑποταγῆς εἰς τοὺς ἀνωτέρους των. Ἡ ἐκπαίδευσις τῶν στελεχῶν ἀτελεστάτη, διότι ἕνεκα τοῦ πλημμελοῦς ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τῆς ἐλλείψεως συστήματος ἐξασκήσεως, τῆς ἀπασχολήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς ξένα τοῦ προορισμοῦ του ἔργα καὶ τῆς μὴ παροχῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους τῶν ἀναγκαίων μέσων, οὐ μόνον τὰ ἀνώτερα στελέχη οὐδόλως ἐπαιδεύθησαν πρὸς διοίκησιν καὶ χρῆσιν μεγάλων μονάδων, ἀλλὰ καὶ τὰ κατώτερα στελέχη οὐδέποτε ἠσκήθησαν εἰς τὰς ἐφαρμογὰς τῆς τακτικῆς· οὐδέποτε ἔγειναν συνδεδυασμέναι τῶν τριῶν ὅπλων ἀσκήσεις μάχης. Οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν ἠγνόουν τὴν χώραν, οὐδὲ σκιὰ μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας ὑπῆρχε....» Καὶ πλείστας ἄλλας ἐλλείψεις ἀναφέρει ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης. Εἰς γενομένην πολεμικὴν σύσκεψιν τῶν διοικητῶν τῶν μεραρχιῶν καὶ ταξιαρχιῶν τὴν 15 Ἀπριλίου 1897 ἐν Φαρσάλοις, οὗτοι ἀπεφάνθησαν οὕτω: «Ὁ στρατὸς δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἐπιθετικῶς, ἕνεκα τῆς καταστάσεώς του, ἤτοι τῆς ἐλλείψεως ὀργανώσεως, συνοχῆς, πειθαρχίας, ἐκπαιδεύσεως, καὶ τῆς ἀνικανότητος τῶν στελεχῶν.» Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν πόλεμον. Ἔκτοτε ὄχι μόνον δὲν ἐβελτιώθη, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἐχειροτέρευσε. Πάντες γνωρίζετε τί ἔγεινε μετὰ τὸν πόλεμον. Συνεστήθη ἡ μεγάλη ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἧς πρόεδρος ἦτο ὁ κ. Μαυρομιχάλης, πρὸς δὲ διετάχθη καὶ γενικὴ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πολεμικῶν ἐκθέσεων καὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν, προὐτάθη ἡ ἀπομάκρυνσις πολλῶν ἀνικάνων ἀξιωματικῶν ἐκ τοῦ στρατοῦ, παρεπέμφθησαν δ’ οὗτοι εἰς τὰ Συμβούλια, ἀλλὰ τὰ Συμβούλια, ἀποτελούμενα ἀπὸ ἀξιωματικοὺς μὴ λαβόντας μέρος εἰς τὸν πόλεμον, ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῆς παραμονῆς πολλῶν ἐξ αὐτῶν εἰς τὸ στράτευμα, εἰς τὰς θέσεις δὲ τῶν ἀπομακρυνθέντων προήχθησαν ἀξιωματικοὶ καλοὶ ὑπὸ ἔποψιν χαρακτῆρος, ἀλλ’ οὐχὶ μᾶλλον πεπαιδευμένοι τῶν ἀπομακρυνθέντων. Ἐκθέτων τὰ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ ὁμιλήσω οὔτε περὶ τοῦ στρατολογικοῦ συστήματος, οὔτε περὶ τῶν στελεχῶν τῆς ἐφεδρείας, οὔτε περὶ τῆς μεταβάσεως τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς καταστάσεως τῆς εἰρήνης εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ πολέμου, οὔτε περὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι συναφῆ μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι αὐτὰ ἐξαρτῶνται ἐκ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἁρμόδιος νὰ φέρῃ τὰ ζητήματα ταῦτα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ θὰ εἴπω μόνον μερικὰ περὶ τοῦ γενικοῦ ἐπιτελείου. Τὸ σπουδαιότατον αὐτὸ σῶμα καὶ ἀναγκαιότατον, τὸ ὁποῖον ἐπέχει εἰς τὸ στράτευμα οἵαν θέσιν ὁ νοῦς εἰς τὸ ἀνθρώπινον σῶμα, παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει· ἡ ἔλλειψίς του δὲ κατὰ τὸν πόλεμον ἔβλαψε πολύ, ὡς γνωρίζετε, τὰς στρατιωτικὰς ἐπιχειρήσεις, διότι οἱ ἐπιτελεῖς δὲν αὐτοσχεδιάζονται· πάντες δὲ γνωρίζετε τὰς γνώσεις τῶν αὐτοσχεδιασθέντων ἐπιτελῶν ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ πολέμου. Θὰ εἴπω τινὰ καὶ περὶ τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰς διαφόρους θέσεις, διότι νομίζω ὅτι, ἂν καταρτίσωμεν σῶμα ἀξιωματικῶν ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του, τοῦτο θὰ καταρτίζῃ ὁπλίτας ἀξίους τῆς ἀποστολῆς των. Οἱ ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰς εἰδικὰς τῶν σωμάτων θέσεις, εἰς τὰς γενικὰς, καὶ εἰς τὰς μαχίμους ὀργανικάς· αἱ εἰδικαὶ θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἀπασχολοῦσι δυστυχῶς πολλοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἰδίᾳ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἡσυχάζωσι καὶ νὰ διαμένωσιν ἐν Ἀθήναις. Καταλαμβάνονται δὲ αἱ θέσεις τόσον μεροληπτικῶς παρ’ ὡρισμένων προσώπων, ὥστε ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ ἐξελθόντες ἀπὸ τὸ σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων καὶ φθάσαντες εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, χωρὶς νὰ ἀσκήσωσι ποτὲ ὀργανικὸν τμῆμα, χωρὶς νὰ σύρωσι ποτὲ τὸ ξίφος των εἰς ἀσκήσεις. Ὑπάρχουσιν εἰς τὸ πεζικὸν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι νὰ ἀσκήσωσι στρατὸν ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἦσαν λοχίαι. Αἱ γενικαὶ θέσεις, αἱ θέσεις αὗται περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ (ἔλαβε δὲ πρόνοιαν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν), εἶναι πάντοτε αἰτία ἀντιζηλίας μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων σωμάτων, διότι αἱ θέσεις αὗται δὲν ἀνήκουσιν εἰς ὡρισμένον σῶμα. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ τῶν ἀνικάνων καὶ τῶν ἱκανῶν ἀξιωματικῶν, αἱ θέσεις δίδονται κατὰ τὰς συμπαθείας τῶν Ὑπουργῶν. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐδόθη λύσις ὀρθοτέρα, νὰ δίδωνται εἰς τοὺς ἀρχαιοτέρους ἀξιωματικούς· καὶ τοῦτο, ὅπως ἡ προαγωγὴ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων συμβαδίζῃ μὲ τὴν προαγωγὴν ἄλλων διαφόρων σωμάτων. Θὰ εἴπω τινὰ νῦν περὶ τῶν ὀργανικῶν θέσεων. Ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ εἰς διαφόρους μονάδας συνδεδεμένας ἱεραρχικῶς σκοπεῖ ἐν μὲν τῷ πολέμῳ τὴν μετάδοσιν τῶν διαταγῶν ἀπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ μέχρι τοῦ στρατιώτου, ἐν δὲ τῇ εἰρήνῃ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ στρατεύματος καὶ πρὸ πάντων τὴν ἐξάσκησιν τῶν στελεχῶν. Παρ’ ἡμῖν ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀντιγραφὴ ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δὲ τοῦ πολέμου παρέμεινε παρ’ ἡμῖν ἡ ὀργάνωσις εἰς ἀνωτέρας μονάδας· ἀλλ’ αὗται κατ’ ὄνομα μόνον ὑπάρχουσιν, αἱ κατώτεραι δὲ μονάδες δὲν ἐκπληροῦσι τὸν προορισμόν των. Θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα τῆς μεραρχίας Λαρίσης, καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν αὕτη προσφέρει, καὶ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀξιωματικῶν. Ὅτε πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἤμην ἐν Λαρίσῃ, ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους πέντε διοικηταὶ τῆς μεραρχίας ἀντηλλάγησαν, οὐδεὶς δὲ ἀνῆκεν εἰς αὐτήν· ἕκαστος τούτων οὐδὲν ἄλλο ἐσυλλογίζετο ἢ πῶς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς Ἀθήνας· συστηματικὴ ἐργασία τῶν μονάδων δὲν ἐγίνετο, ἐπιτελεῖον τῶν μεραρχιῶν δὲν ὑπῆρχεν. Ἀλλ’ ἐνίοτε, λόγῳ πολιτικῆς ἀνάγκης ἀπεστέλλοντο καί τινες ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, λαμβάνοντες τοὺς τίτλους, ἄλλος ἐπιτελάρχου, ἄλλος διοικητοῦ τοῦ πυροβολικοῦ ἢ τοῦ μηχανικοῦ, δὲν ἐξετέλουν δὲ καμμίαν ὑπηρεσίαν, πλὴν τῆς ὑπογραφῆς ἐγγράφων· δὲν ἠδύναντο δὲ νὰ ἐπιβλέψωσι τὰς κατωτέρας μονάδας, διότι συνέβαινεν ὁ διοικητὴς τοῦ συντάγματος νὰ ἦναι καὶ διοικητὴς τῆς μεραρχίας καὶ ταξιαρχίας· ἡ κατωτέρα δὲ μονὰς, ἤτοι τὸ σύνταγμα, εἶναι ἡ μονὰς τῆς ἐκπαιδεύσεως· εἰς αὐτὸ διδάσκονται οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ χαρακτηρίζονται διὰ τοῦ ζήλου, τῆς ἐπιμελείας καὶ τοῦ χαρακτῆρός των. Εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς τοῦ κόσμου οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς σύνταγμα δὲν μετατίθενται ἢ ὅταν ἡ ἀνάγκη τὸ ἐπιβάλλῃ· παρ’ ἡμῖν συμβαίνει νὰ ἀλλάσσῃ ὁ ἀξιωματικὸς τρία καὶ τέσσαρα συντάγματα κατ’ ἔτος· καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Τὸ σύνταγμα Λαρίσης κατὰ τὸν ὀργανισμὸν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ 52 ἀξιωματικοὺς κατωτέρους καὶ 6 ἀνωτέρους, ἐν τούτοις εἶχεν, ὅτε ἤμην ἐκεῖ, 3 ἀνωτέρους καὶ 18 κατωτέρους· τὰ τάγματα τὰ φρουροῦντα τὴν μεθόριον γραμμὴν, ἀντὶ νὰ ἔχωσι 18 ἀξιωματικούς, εἶχον μόνον 7· μὴ ὑποθέσητε δὲ ὅτι τοῦτο συμβαίνει, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι ἀπεσπασμένοι εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἢ ἀσχολοῦνται εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Τοῦτο συμβαίνει, διότι δὲν διανέμονται καλῶς τὰ συντάγματα καὶ διότι ἀποφεύγουσι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν μονάδων. Ὅπως δὲ εἶπον, ἡ ἀξία παντὸς στρατεύματος ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀξίας τῶν ἀξιωματικῶν του, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τοὺς εὐρωπαϊκοὺς στρατοὺς μεγάλη καταβάλλεται φροντὶς διὰ τὴν στρατολογίαν, διὰ τὴν μόρφωσιν καὶ προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖ στρατολογοῦνται ἀπὸ τὰς στρατιωτικὰς Σχολὰς, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ στρατολογηθέντες ἐκ τῆς τάξεως τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκπαιδεύονται ἐκ νέου εἰς Σχολάς. Παρ’ ἡμῖν γνωρίζετε τί συμβαίνει· εἰς τὰ τεχνικὰ σώματα ἀνέκαθεν εἰσέρχονται ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, εἰς τ’ ἄλλα δὲ σώματα στρατολογοῦνται ἐκ τῆς τάξεως τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰς στοιχειώδεις γνώσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀπὸ δὲ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ καὶ ἄνω οἱ πλεῖστοι ἀξιωματικοὶ οὐδόλως ἐξεπαιδεύθησαν. Εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς μετὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ βαθμοῦ οἱ ἀξιωματικοὶ καταγίνονται εἰς τὰ συντάγματα, εἰς τὰς πολεμικὰς Σχολάς, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἀπόκτησιν πρακτικῶν γνώσεων, εἰς τὰ στρατόπεδα καὶ τὰ μεγάλα γυμνάσια, ὁ δὲ βαθμὸς τῶν θεωρητικῶν καὶ πρακτικῶν γνώσεων κανονίζει καὶ τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς. Παρ’ ἡμῖν μετὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ βαθμοῦ ὁ ἀξιωματικὸς οὐδόλως ἐκπαιδεύεται, περὶ ἑνὸς μόνον φροντίζων, πῶς νὰ παρέλθουν τὰ ἔτη καὶ προβιβασθῇ, πολλοὶ δέ, ἐξελθόντες τῆς Σχολῆς, ἐλησμόνησαν ὅ,τι ἔμαθον· ὑπάρχουσι καὶ πολλοὶ ἀξιωματικοί, μελετῶντες κοπιάζοντες, ἀποκτῶντες γνώσεις, ἀλλ’ αἱ γνώσεις των δὲν χρησιμοποιοῦνται, καὶ αὐτοὶ δὲ στεροῦνται τῶν πρακτικῶν γνώσεων, διότι δὲν γίνονται μεγάλαι ἀσκήσεις. Θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ περὶ τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν. Ἰδοὺ τί λέγει διακεκριμένος Γερμανὸς ἀξιωματικός: «Πᾶς νόμος περὶ προαγωγῆς πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν, ὅτι τὸ γενικὸν συμφέρον τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐπικρατέστερον τοῦ ἀτομικοῦ. Οἱ βαθμοὶ δὲν ἀποτελοῦσι θέσεις, ἃς πάντες δύνανται νὰ ἀξιῶσιν, ἀλλὰ λειτουργίας, αἵτινες ἀπαιτοῦσιν, ἰδίᾳ ἐφ’ ὅσον προβαίνουσιν ἱεραρχικῶς, διανοητικὴν καὶ ἠθικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἀρετὰς, ἃς ἡ φύσις μόνη δωρεῖται καὶ αἱ δοκιμασίαι ἀποκαλύπτουσιν. Ἡ δὲ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴ σκοπεῖ τὴν καλὴν σύνθεσιν τῶν ἀνωτέρων στελεχῶν καὶ τὴν ἅμιλλαν ἐν τῇ ἐργασίᾳ. Ὅσον αἱ πρὸς στρατολογίαν τῶν ἀξιωματικῶν γνώσεις εἶναι ὀλιγώτεραι, τόσον πρέπει νὰ γίνηται μεγαλειτέρα ἐκπαίδευσις καὶ προαγωγὴ διὰ τὴν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς προαγωγήν.» Εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς καταβάλλεται μεγάλη προσοχὴ διὰ τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς. Πανταχοῦ, ὅπως προαχθῶσιν εἰς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, πρέπει νὰ διέλθωσι τὸ πολεμικὸν σχολεῖον καὶ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις. Εἰς τὸν Αὐστριακὸν στρατὸν κατὰ τὰς τελευταίας ἐξετάσεις ἐκ 300 λοχαγῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν ἐξετάσεις διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἐπέτυχον μόνον 30. Θὰ σᾶς φανῇ παράδοξον, ἐὰν σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ διακεκριμένος χαρτογράφος Χὰρτλ, ὅταν προσῆλθεν εἰς ἐξετάσεις διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἐδίστασε. Παρ’ ἡμῖν οὐδεμία ἐξέτασις γίνεται διὰ τὴν προαγωγήν. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι γίνεται ἐπιθεώρησις· ἀλλ’ αἱ ἐπιθεωρήσεις δὲν ἀποκαλύπτουσι τὰς γνώσεις τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ τὴν διοικητικὴν ἱκανότητα, τὸν χαρακτῆρα· αἱ γνώσεις ἀποκαλύπτονται διὰ τῶν ἐξετάσεων. Παρ’ ἡμῖν διέρχεται ὁ ἐπιθεωρητὴς τὰ σώματα, προτείνει ἐρωτήσεις τινὰς τοῦ κανονισμοῦ, εἰς τὰς ὁποίας ἀπαντᾷ ἢ δὲν ἀπαντᾷ ὁ ἀξιωματικός, καὶ τελειώνει ἡ ἐξέτασις, ἡ δὲ ἀποκάλυψις τῶν προσόντων, τοῦ ἠθικοῦ τοῦ ἀξιωματικοῦ, τῆς διοικητικῆς ἱκανότητος γίνεται ἀπὸ φύλλα ποιότητος, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ διάφοροι κατὰ καιροὺς σωματάρχαι κατὰ τὰς συμπαθείας τῶν χαρακτηρίζουσι τοὺς ἀξιωματικούς. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουσι διάθεσιν νὰ ἐργασθῶσι, νὰ κοπιάσωσιν, ἀλλ’ οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια πρὸς μόρφωσίν των. Περὶ τῶν ὁπλιτῶν δὲν θὰ εἴπω ἢ μόνον, ὅτι, μόλις ἀποκτήσωσι τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, λαμβάνουσιν ἀδείας, καὶ ἀπέρχονται, καὶ εἰς τὰς εἰδικὰς θέσεις τὸ σύνταγμα τὸ Μηχανικόν, τοῦ ὁποίου ἡ δύναμις ἀνέρχεται εἰς 600 ἄνδρας, δὲν ἔχει παρὰ μόνον 300, παρόντας. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρούσας σοβαρὰς περιστάσεις, καὶ θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων εἰς τὸ στράτευμα. Δὲν θὰ ἀναφέρω φιλοσοφικὰ ἀξιώματα διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ στρατεύματος· οἱ θέλοντες ἔχουσι νὰ ἀναγνώσωσι πολλά. Θὰ εἴπω μόνον, ὅτι τὰ ⅔ τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἀκόμη ὑπὸ δουλείαν καὶ ἀποβλέπουσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν. Πρέπει δὲ νὰ καταρτίσωμεν καλὸν στρατὸν, διότι δὲν ἠξεύρομεν πότε θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ προσκληθῇ, ἵνα διαμφισβητήσῃ τὴν κληρονομίαν τῶν πατέρων μας, καὶ δὲν πρέπει νὰ εὑρεθῶμεν ἀπαράσκευοι, ὡς αἱ μωραὶ παρθένοι.
§43Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἐκ Κορινθίας ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Κροκιδᾶς ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος περὶ κανονισμοῦ τῶν πέριξ τῆς λίμνης Φενεοῦ γαιῶν, καὶ ὁ φάκελος περὶ ἀποτερματισμοῦ τοῦ δάσους Κινέτας. Εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Κροκιδᾶ προσετέθησαν καὶ δύο συνάδελφοι ἐκ Κορινθίας, ὁ κ. Πετρίδης καὶ ὁ κ. Δημητριάδης. Καταθέτων τὰ ἔγγραφα, τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν εὑρισκόμενα, παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους ἐπερωτήσαντας, ὅπως προσερχόμενοι εἰς τὸ Προεδρεῖον λάβωσι γνῶσιν, εἶτα δὲ ἀφήσωσιν ἐλεύθερον τὸν φάκελον νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις ἔχει ἀνάγκην κατεπείγουσαν αὐτοῦ.
§44Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐκ Καρυστίας βουλευτὴς κ. Δούνης ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου Κύμης κλπ. Τὴν 11 Μαΐου ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ τούτου καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ ἀνακρίσεις. Ὅταν τὰς λάβω, θὰ τὰς φέρω εἰς τὴν Βουλήν.
§45Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυπηρὸν εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν παρίσταται κατὰ τὴν συνεδρίασιν, ἵνα ἀκούσῃ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βόλου πρὸ μικροῦ μετὰ θάρρους, μετὰ φιλοπατρίας καὶ ἀπὸ βαθείας μορφώσεως, λίαν προσήκοντα καὶ λίαν χρήσιμα ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος. Ὁ κ. συνάδελφος ἀπεκόμισεν ἤδη τὴν γενικὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς Βουλῆς διὰ τῶν λόγων του. Εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν πρόθεσιν νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίας τινὰς, σχετιζομένας πρὸς τὸ παρελθὸν τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ πολέμου καὶ πρὸς τὴν νῦν κατάστασιν, διότι αἱ πληροφορίαι αὗται θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἡμᾶς πολλάκις ἐνταῦθα, ὡς εἰκάζω ἐγὼ τοὐλάχιστον, προβλέπων τὴν ἔκτασιν τῶν ἐγερθησομένων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ συζητήσεων διὰ τὴν κατάστασιν ἐκείνην· πιθανὸν δὲ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, τῶν ὑποβληθέντων ἤδη ἡμῖν καὶ τῶν ὑποβληθησομένων, νὰ χρησιμεύσωσιν αἱ αἰτούμεναι πληροφορίαι. Αἱ πληροφορίαι, ἃς ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ σημειώματος τούτου, (τὸ ὁποῖον θὰ καταθέσω διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἀκριβῆ τῶν αἰτημάτων μου,) εἶναι αἱ ἑξῆς· συμπίπτει δὲ νὰ ζητῶ καὶ πληροφορίας, συμπληρούσας τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος κ. συναδέλφου (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἑξῆς: 1) Πόσους ἀξιωματικοὺς εἶχεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς τῇ 1 Φεβρουαρίου 1897, κατὰ σῶμα καὶ κατὰ βαθμόν. 2) Πόσοι τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, καθ’ ὅπλον καὶ κατὰ βαθμὸν, μετέσχον ἐνεργῶς τῆς εἰς Κρήτην γενομένης στρατιωτικῆς ἀποστολῆς (συμπεριλαμβανομένων ἐνταῦθα καὶ τῶν ἐθελοντικῶς μεταβάντων ἐκεῖσε) καὶ τοῦ πρὸς τὴν Τουρκίαν πολέμου. 3) Εἰδικῶς, πόσοι ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ μετέσχον τῆς στρατεύσεως καὶ εἰς τίνα σώματα ἀνῆκον. 4) Πόσοι ἀξιωματικοὶ, ἀνακληθέντες ἐκ τῆς ἀποστρατείας εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἐνεργείας, ἀνέλαβον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατεύματι. 5) Πόσοι ἀξιωματικοὶ ἐφονεύθησαν ἐν ταῖς μάχαις, πόσοι δ’ ἐτραυματίσθησαν, καθ’ ὅπλον καὶ κατὰ βαθμόν. Εἰδικῶς δὲ, πόσοι τούτων ἀνῆκον εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐξ ἀποστρατείας ἀνακληθέντων καὶ πόσοι εἰς τὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. 6) Ἀπολυθέντων τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἐπανελθόντων εἰς τὴν ἀποστρατείαν τῶν ἐξ αὐτῆς ἀνακεκλημένων ἀξιωματικῶν, πόσοι ἐκ τῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ ἐξῆλθον τῶν τάξεων αὐτοῦ παραιτηθέντες ἢ ἀποστρατευθέντες· τουτωνὶ δὲ πόσοι (κατὰ βαθμὸν καὶ ὅπλον) ἐθελουσίως, πόσοι δὲ πάλιν δυνάμει ἀποφάσεων τῶν ἀνακριτικῶν συμβουλίων. 7) Πόσοι ἀξιωματικοί, πλὴν ἀποστρατευθέντων, ἐτιμωρήθησαν πειθαρχικῶς, εἰσαχθέντες εἰς ἀνακριτικὰ συμβούλια, καὶ διὰ τίνων ποινῶν, πόσοι δὲ ἐδικάσθησαν ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων, εἰς τίνας δὲ ποινὰς κατεδικάσθησαν, ἢ πόσοι ἠθωώθησαν, διὰ πράξεις ἢ παραλείψεις αὐτῶν, ἀναγομένας εἰς τὴν ἐν τῷ πολέμῳ ἢ ἐν τῇ στρατείᾳ ἐνέργειαν αὐτῶν. 8) Πόσοι προεβιβάσθησαν μετὰ τὴν 11 Ἀπριλίου 1897 καθ’ ὅπλον καὶ βαθμὸν, ποσάκις καὶ πότε ἐγένοντο προβιβασμοὶ ἔκτοτε μέχρι τοῦδε, πόσοι δὲ εἰδικῶς ἐγένοντο ἑκάστοτε. 9) Πόσοι εἰσὶν ἐν συνόλῳ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ νῦν καθ’ ὅπλον καὶ βαθμόν.» Ἐλπίζω ὅτι ἡ προσαγωγὴ τῶν πληροφοριῶν τούτων δὲν θ’ ἀποβῇ ὅλως ἄσκοπος εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὰς συζητήσεις, αἵτινες πιθανῶς, ὡς εἶπον, θὰ γίνωσιν ἐνταῦθα ἐπὶ τῶν γενομένων κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν προσαχθέντων ἡμῖν. Ἐλπίζω δὲ ὅτι θὰ χρησιμεύσωσιν αἱ πληροφορίαι αὗται· θὰ παραδεχθῆτε δὲ καὶ ὑμεῖς τοῦτο, ὅταν μάθητε, ὅτι δι’ ἓν καὶ μόνον σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ, εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω τὴν λέξιν ἓν, διὰ νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς ὅλους, —ἔχομεν σήμερον δέκα συνταγματάρχας. Ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν κατήλθομεν εἰς τὸν πόλεμον, τοιαύτη δὲ ἐξακολουθεῖ οὖσα ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ καὶ σήμερον· εἴμεθα ἄρα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν ἐπιβλητικώτατα μέτρα γενικὰ καὶ γενναῖα καὶ ῥιζικά· ἄλλως...
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πλατούτσας ἔχει τὸν λόγον.
§47Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο προτάσεις νόμου περὶ μεταβολῆς τοῦ τρόπου τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν διὰ τὰς βουλευτικὰς καὶ δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐφόρων καὶ δικαστικῶν ἀντιπροσώπων καὶ περὶ αὐξήσεως τῶν δημοτικῶν συμβούλων εἰς ἀριθμὸν διπλάσιον τοῦ διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὁριζομένου... Συμφωνεῖτε, κύριε Φλογαΐτη (ἱλαρότης) Κρίνω περιττὸν νὰ εἴπω τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἠνάγκασαν νὰ ὑποβάλω τὰς προτάσεις ταύτας, διότι ἐμπεριέχονται εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως αὐτῶν, θὰ λάβω τὸν λόγον. Δράττομαι τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα ὑποβάλω μίαν σύστασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὴν πολιτικὴν ἀσπάζομαι, δηλῶ δ’ ἐπισήμως εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲν ἐφοίτησα εἰς ἑλληνικὸν σχολεῖον, —ὑπῆρξα μόνον μαθητὴς δημοτικοῦ σχολείου—ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, τὸν ὁποῖον ἐχειροκρότησα διὰ τὰς ἀληθείας, τὰς ὁποίας εἶπεν· ἀκολουθῶ δὲ τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ τοὺς συναδέλφους του, διότι, ἀφ’ ὅτου τοὺς ἐγνώρισα, πάντοτε τὴν ἀλήθειαν ἤκουσα παρ’ αὐτῶν, ἅμα δὲ πεισθῶ, ὅτι δὲν λέγουσι τὴν ἀλήθειαν, δὲν θὰ ἦμαι φίλος των. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος περὶ δημαιρεσιῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐνεργῶνται αἱ ἐκλογαὶ τῶν δημάρχων καὶ τῶν συμβούλων τὴν αὐτὴν ἡμέραν, διότι ἡ ἐκλογὴ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, ὡς γίνεται σήμερον, δὲν εἶναι ἐκλογὴ, ἀλλ’ αὐτοδημιουργοῦνται τοιοῦτοι ἐν μέσῃ νυκτὶ καὶ ἀντιστάσεως μὴ οὔσης — διὰ νὰ τὸ εἴπω ἑλληνικὰ — οἱ ἐπιτηδειότεροι τῶν ὑποψηφίων. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι φίλος τοῦ κ. Γίδα, διότι ὁ ἀδελφός μου ταγματάρχης Λεωνίδας συνεπολέμησε μετ’ αὐτοῦ καὶ ἠγωνίσθη ἐκ τῶν πρώτων κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878 ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅλοι δὲ οἱ Θεσσαλοὶ ὁμολογοῦσιν, ὅτι συνετέλεσεν εἰς τὴν ἕνωσιν τῆς Θεσσαλίας μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ ὅμως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὴν ἕνωσιν ταύτην πρωτίστως τὴν ὀφείλομεν εἰς τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, τὴν δὲ Ἑπτάνησον ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Βασιλέα. Εὔχομαι δὲ εἰς τὸν Θεὸν νὰ ἴδωμεν καὶ τὴν Κρήτην ἑλληνικήν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βάσσου, ὑποστρατήγου, ὡς ἐπιθεωρητοῦ κατὰ τὸ 1897 τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου. Ἐπὶ 17 μῆνας εὑρισκόμην εἰς τὴν Λάρισαν πρὸ τοῦ πολέμου, ὡς νοσοκόμος τῆς μακαρίτιδος μητρός μου. Ἐκεῖ μὲ ηὗραν τὰ τύμπανα τοῦ πολέμου, καὶ εἰς τὴν ὀροσειρὰν τῆς Οἴτης μὲ ἀφῆκαν αἱ σάλπιγγες. Ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα, θὰ σᾶς εἴπω τί ἀντελήφθην κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου· χαίρω ὅμως, ὅτι ἔχομεν ἀξιωματικοὺς Βουλευτὰς, μετὰ θάρρους καὶ παρρησίας λέγοντας τὴν ἀλήθειαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν σύσσωμον, — διότι εἶναι ἀχώριστοι, ὡς ἡ Ἁγία Τριὰς, — ὅπως συστήσουν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τοῦ βίου καὶ νὰ κανονίσῃ τὰς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν συμφώνως πρὸς αὐτὰς, διότι ἡ σημερινὴ ἐποχὴ δὲν εἶναι ἡ πρὸ τριάκοντα ἐτῶν, ὅτε ἠδύνατο ὁ ἀξιωματικὸς καὶ πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος νὰ ζήσῃ μὲ τὸν γλίσχρον μισθὸν, τὸν ὁποῖον ἐνομοθέτησαν οἱ Βαυαροὶ, λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὸν κατάλογον φαγητῶν τοῦ ξενοδοχείου Βαρνάβα καὶ τῆς «Ἀνατολῆς», τὰ ὁποῖα ἦσαν τῆς αὐτῆς τάξεως μὲ τὰ σημερινὰ ξενοδοχεῖα τῆς «Μεγάλης Βρεττανίας» καὶ τῆς «Ἀγγλίας». Ὁ ἀξιότιμος κ. Καραπάνος δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, διότι ἔτρωγε τότε εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τοῦ Βαρνάβα μὲ μίαν σφάντζικα μόνον καὶ ἔπαιρνε καὶ ῥέστα (ἱλαρότης).
§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ποίαν ἐποχὴν, παρακαλῶ;
§49ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Πρὶν σᾶς κάμῃ γαμβρὸν ὁ ἀείμνηστος Χρηστάκης ἐφένδης (γέλωτες). Οἱ Βαυαροὶ, οἱ κυβερνῆται τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ὁ ἀείμνηστος Ὄθων ἐκανόνισαν τὰς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ὑπαλλήλων μὲ τὴν λίσταν τῶν ξενοδοχείων ἐκείνων. Λοιπὸν συνιστῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν θὰ ὑποβάλουν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν τοὺς καταλόγους τῶν σημερινῶν ξενοδοχείων. Ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε στρατιώτας, ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀξιωματικοὺς, πρέπει νὰ τοῖς δώσητε ἀνάλογον μισθοδοσίαν, διὰ νὰ μὴ τοὺς πιάνῃ λόξιγκας ἀπὸ τὸ ψωμοτῦρι, ὅπως συνέβη κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον (γέλωτες). Τώρα ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα, Κύριε Πρωθυπουργὲ, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἔγεινεν ἓν λάθος τυπογραφικόν. Ἀντὶ νὰ θέσουν 50,000 δραχμὰς διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν Ἀλμυροῦ τοῦ Ἄργους, ὡς σᾶς εἶχον συστήσει προφορικῶς, ἔθεσαν 5,000 μόνον, καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.—Καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ὑποβάλω μίαν σύστασιν διὰ τὰ οἰκόπεδα τῆς πρωτευούσης· νὰ ἐπιβάλῃ ἐπ’ αὐτῶν μικρὰν φορολογίαν, ὅπως ἀναγκασθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἢ νὰ τὰ κτίσουν, ἢ νὰ τὰ πωλήσουν εἰς ἄλλους δυναμένους νὰ κτίσουν (χειροκροτήματα).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Πλατούτσα ὑποβληθεῖσαι δύο προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 160–161). Ὁ κ. Λεώπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§51ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀξιοτίμων Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐν Σμύρνῃ νοσοκομείου ὁ «Ἅγιος Χαράλαμπος». Τὸ νοσοκομεῖον τοῦτο, ἱδρυθὲν κατὰ τὸ 1848 ὑπὸ τοῦ Παντολέοντος Σεβαστοπούλου, ἐργάζεται ἀπροσκόπτως, χάρις εἰς τὴν πρόθυμον ἀρωγὴν τῶν τέκνων τῆς Σμύρνης καὶ τῶν ἁπανταχοῦ φιλανθρώπων Χριστιανῶν. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη τὸ νοσοκομεῖον τοῦτο προήχθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νοσηλεύει κατ’ ἔτος περὶ τοὺς 3,000 ἀσθενεῖς ἐκ διαφόρων νοσημάτων. Διὰ τὴν κανονικὴν καὶ ἀπρόσκοπτον ὑπηρεσίαν τοῦ νοσοκομείου τούτου ἀπαιτοῦνται δαπάναι μεγάλαι, ἃς αἱ συνδρομαὶ τῶν φιλανθρώπων δὲν ἀρκοῦσιν, ὅπως καλύψωσιν, ἕνεκα δὲ τούτου θὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην νὰ παύσῃ ἐκπληροῦν τὸν θεῖον προορισμόν του. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰν τοῦ φιλανθρωπικοῦ τούτου ἱδρύματος, εἶχεν ἐγκρίνει, ὅπως ἅπαντα τὰ ἐλλιμενιζόμενα ἐν Σμύρνῃ ἑλληνικὰ ἐμπορικὰ πλοῖα πληρώνωσιν ἀνὰ δύο λεπτὰ κατὰ τόννον, χάριν τῶν ἐν τῷ νοσοκομείῳ νοσηλευομένων Ἑλλήνων ὑπηκόων. Κατόπιν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐτροποποίησε τὰ τῆς συνδρομῆς ταύτης, καὶ ἐχορήγει ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν 45 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ποσὸν λίαν γλίσχρον διὰ τοιοῦτον ἵδρυμα, ἐν τῷ ὁποίῳ νοσηλεύονται κατ’ ἔτος 300 περίπου ὑπήκοοι Ἕλληνες. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 45 δραχμῶν ἐχορηγεῖτο μέχρι τοῦ 1891, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δ’ ἐκείνης καθυστερεῖται ἐντελῶς. Κατὰ τὴν πρὸ μηνὸς ἐν Σμύρνῃ μετάβασίν μου ἡ Ἐφορεία τοῦ νοσοκομείου μὲ παρεκάλεσε νὰ συστήσω ἰδιαιτέρως τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς πληρωμῆς τῶν καθυστερουμένων, ἀνερχομένων εἰς δραχμὰς 5,814, καὶ τὴν αὔξησιν τῆς χορηγίας, διότι τὰ μέσα τοῦ νοσοκομείου δὲν εἶναι ἐπαρκῆ. Ἡ Ἐφορεία πολλάκις ἀνηνέχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδεμία ὅμως ἐδόθη ἀπάντησις. Θὰ παρακαλέσω θερμότατα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς καὶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως συντελέσωσιν, ἵνα πληρωθῇ τὸ καθυστερούμενον ποσὸν, αὐξηθῇ δὲ ἡ ἐπιχορήγησις εἰς 150 τοὐλάχιστον δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἡ μικρὰ αὕτη συνδρομὴ ἔστω ὡς συμβολὴ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο καθίδρυμα.
§52Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς ἐγχωρίου ἐν Τριπόλει δημοσιογραφίας ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Μελετόπουλος, ὡς Πρόεδρος τοῦ Ἐμποροβιομηχανικοῦ Συλλόγου Τριπόλεως καὶ κατ’ ἐντολὴν τῶν ἄλλων Συλλόγων, τῶν λειτουργούντων ἐν Τριπόλει, ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ παραστῇ ἐνώπιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ παραδώσῃ εἰς αὐτὸν ψηφίσματά τινα τῶν Συλλόγων τῶν ἐν Τριπόλει λειτουργούντων, διὰ τῶν ὁποίων ψηφισμάτων οἱ Σύλλογοι ηὔχοντο, ὅπως ἡ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία μεταξὺ Τριπόλεως καὶ Σπάρτης γίνηται ἐφεξῆς δι’ ἁμαξῶν, καὶ δεύτερον ψήφισμα, δι’ οὗ ηὔχοντο, ἵνα εὐαρεστηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ τὴν σύστασιν ὑποτελωνείου ἐν Τριπόλει. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν, ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, ἐὰν ἐκ τῶν πολλῶν αὐτοῦ ἀσχολιῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ εὐκαιρίαν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ ψηφίσματα ταῦτα, ἐὰν ἐμελέτησε τὰς εὐχὰς τὰς ἐκφρασθείσας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τί ἐπὶ τούτων ἀπεφάσισεν. Ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὰς πληροφορίας ταύτας, ἵνα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις συμφωνήσῃ πρὸς τοὺς Συλλόγους τούτους καὶ ἐγκρίνῃ τὰ ψηφίσματα ταῦτα, ἐκφράσω καὶ ἐγὼ, ὡς Τριπολίτης, τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἄλλως ἐπεθύμουν νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τούτων, ὅπως καὶ ἐγὼ συμβάλω εἰς πραγματοποίησιν τῶν δικαιοτάτων εὐχῶν, δι’ ὧν σκοπεῖται ἡ διευκόλυνσις τῆς τε συγκοινωνίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις παρέστη ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐνοχλήσω τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸν δι’ ἀμφιμεροῦς συστάσεως. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς συστάσεως ἐκείνης ἀφεώρα εἰς τὴν κατάπαυσιν τοῦ παρανόμως ἐπιβληθέντος φόρου ἐπὶ τῶν καυσοξύλων, καὶ τὴν σύστασιν ταύτην λαβὼν ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διέταξε τηλεγραφικῶς τὴν παῦσιν τοῦ παρανόμως εἰσπραττομένου τούτου φόρου. Εἰς τὸ δεύτερον δὲ μέρος τῆς συστάσεώς μου, ἤτοι περὶ τῆς παρανόμου εἰσπράξεως φόρου ἐπικαρπίας παρὰ τῶν καλλιεργούντων ἐθνικὰς ἢ ὡς ἐθνικὰς θεωρουμένας γαίας, κατὰ τῶν ὁποίων συνετάγησαν μὲν πρωτόκολλα καταμετρήσεως ἀδηλώτων ἢ ὡς ἀδηλώτων θεωρηθεισῶν ἐθνικῶν γαιῶν, ἀλλ’ ἐμπροθέσμως κατὰ τῶν πρωτοκόλλων τούτων ὑπεβλήθησαν ἀντιρρήσεις πρὸς τὸν ἔφορον, μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸς ἔσχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ πληροφορήσῃ ἐμέ τε καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν σύστασίν μου καὶ διέταξε τὴν παῦσιν τοῦ παρανόμου τούτου μέτρου. Δυστυχῶς εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ διαταγή του αὕτη δὲν ἔφθασεν εἰς Τρίπολιν, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἔφθασεν, ἀλλ’ ἐπετάθη ἐπὶ τοσοῦτον ἡ καταδίωξις τῶν τοιούτου εἴδους ὀφειλετῶν, ἢ θεωρουμένων ὡς ὀφειλετῶν, χωρὶς νὰ ᾖναι τοιοῦτοι, ὥστε πληθώραν διπλοτύπων ἀποδείξεων ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται, ὅτι εἰσεπράχθη φόρος, χωρὶς νὰ ὀφείληται. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ, γενομένης καταμετρήσεως διὰ τὸ ἔτος 1898 καὶ κοινοποιηθέντων τῶν πρωτοκόλλων τούτων πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς, οὗτοι ἔσπευσαν νὰ ὑποβάλωσιν ὁμοίας ἀντιρρήσεις ἐμπροθέσμως πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, καὶ ὁ φόρος οὗτος ἐβεβαιώθη, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον τὰ πρωτόκολλα, κατὰ τῶν ὁποίων ἐγένοντο ἀντιρρήσεις, δὲν καθίστανται ὁριστικά. Καὶ ἰδοὺ ὁ νόμος τί λέγει ἐν ἄρθρῳ 5 (ἀναγινώσκει): «Πρωτόκολλον, καθ’ οὗ δὲν ἐγένοντο ἀντιρρήσεις ἐμπροθέσμως, καθίσταται ὁριστικὸν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἡ βεβαίωσις τοῦ διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας χωρεῖ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναστολῆς.» Ἄρα τὰ πρωτόκολλα, κατὰ τῶν ὁποίων ἐγένοντο ἀντιρρήσεις, δὲν καθίστανται ὁριστικά. Καὶ τί γίνεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ὁ νόμος λέγει (ἄρθρον 3), ὅτι «λύεται ἡ ὑπόθεσις διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ». Ἔχομεν λοιπὸν συνέπειαν τῶν ἀντιρρήσεων, ὅτι δὲν ἐκτελεῖται τὸ πρωτόκολλον. Ὁ ἐνιστάμενος ἢ ὁ καλλιεργητὴς τῆς ἐθνικῆς γῆς βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προστρέξῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν παρέμβασιν τῶν δικαστηρίων ἔχει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σπεύδει εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ προκατόχου τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐδόθη ἄλλη ἑρμηνεία, καὶ διετάχθη ὁ ἔφορος, (ὁ ὁποῖος εἶχε πέμψει τὰ πρωτόκολλα μετὰ τῶν ἀντιρρήσεων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν) νὰ βεβαιώσῃ τὸν φόρον τοῦτον. Ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι διέταξε τὴν ἀναστολὴν τῆς τε βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ τοιούτου φόρου, ἀλλ’ ἡ διαταγὴ αὕτη δὲν ἐξετελέσθη, καὶ οὐ μόνον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐβεβαιώθη καὶ ὁ φόρος διὰ τὸ ἔτος 1898, καίτοι ἐγένοντο ἀντιρρήσεις ἐμπροθέσμως κατὰ τοῦ πρωτοκόλλου. Ἐπὶ τούτῳ δ’ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐγχειρίσω τῷ κ. Ὑπουργῷ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Θάνα τοῦ δήμου Τριπόλεως, εἰς τοὺς ὁποίους συμβαίνει καί τι χεῖρον. Τὸ χωρίον αὐτὸ εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ Ὀθωμανοῦ Ἀρναούτογλου, τοῦ κατοικοῦντος ἐν Χαλκίδι. Ἐκεῖ ἐθνικαὶ γαῖαι δὲν ὑπάρχουσι, καὶ κατ’ αὐτῶν συνέταξαν πρωτόκολλον. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ, ὅπως παύσῃ ἡ καταδίωξις αὕτη καὶ διαταχθῇ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν παρανόμως πληρωθέντων χρημάτων εἰς τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς, πρὸς ἀποφυγὴν διαφόρων δικῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον ἀναφέρει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ φορολογικοὶ νόμοι δὲν λειτουργοῦσιν ὁμοιομόρφως εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος· ἕκαστος ὑπάλληλος ἐφαρμόζει καὶ ἐκτελεῖ τοὺς νόμους αὐτοὺς κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὄρεξιν. Συμπολῖταί μου, κατοικοῦντες ἐν Πειραιεῖ, μοὶ παραπονέθησαν χθές, ὅτι ἐπλήρωσαν πρὸς τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα ἐν Πειραιεῖ φόρον ἐπὶ τοῦ δηλωθέντος οἴνου κατὰ τὴν 30 Μαρτίου, πληρώσαντες καὶ πρόσθετον φόρον, ἐνῷ ἡ προθεσμία πρὸς πληρωμὴν προσθέτου φόρου δὲν ἤρξατο. Ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὅτι ὁ αὐτὸς εἰσπράκτωρ εἰσέπραξε κατὰ τὴν 29 Μαρτίου φόρον δηλωθέντος οἴνου διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ... διπλοτύπου ἀποδείξεώς του, χωρὶς νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ πρόσθετον φόρον· ἀλλὰ κατὰ τὴν 30 Μαρτίου, τὴν ἐπιοῦσαν δηλαδὴ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐκείνου, ὁ αὐτὸς εἰσπράκτωρ ἔλαβε πρόσθετον φόρον. (Ἀναγινώσκει τὰς διπλοτύπους ἀποδείξεις.) Ἐπεθύμουν, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ δώσητε πρῶτον τὰς δεούσας διαταγὰς εἰς τὸν ἔφορον Μαντινείας, ἵνα ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν τῶν ἐχόντων πρωτόκολλα, ὡς καλλιεργησάντων ἐθνικὰς γαίας, ἀλλ’ ὑποβαλόντων ἐμπροθέσμως ἀντιρρήσεις κατὰ τῶν πρωτοκόλλων· δεύτερον νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τοῦ ταμίου Τριπόλεως καὶ Ὀρχομενοῦ, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν ἀδίκως φόρον, καὶ νὰ διατάξητε τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἀδίκως πληρωθέντος φόρου, διότι κυρίως οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι πάσχουν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, εἶναι οἱ δῆμοι Τεγέας, Μαντινείας καὶ Ὀρχομενοῦ. Ἐγὼ πεποιθότως φρονῶ, ὅτι ἀρκετὰ χρήματα ἤθελεν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον, ἐὰν κανονικῶς ἐλειτούργουν οἱ φορολογικοὶ νόμοι καὶ ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων ἐβεβαιοῦντο καὶ εἰσεπράττοντο τὰ νομίμως βεβαιούμενα καὶ ὀφειλόμενα.
§53Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐν Πειραιεῖ συμπολίτας σας, πρέπει νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφορὰν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἐπισυνάψωσι τὰ διπλότυπα καὶ νὰ ἀναγράψωσι τὴν λεπτομέρειαν τῆς ὑποθέσεως, ὅπως ἐξετάσω.
§54ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Στασινόπουλον, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τοῦτο, αὐτὸς θὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην ἀναφορὰν, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι πλὴν αὐτοῦ θὰ ἦναι καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εἴσπραξις φόρου μὴ ὀφειλομένου εἶναι συγκεκριμένη περίστασις, καὶ εἶναι καλὸν συγκεκριμένως νὰ μοὶ ὑποβληθῇ ἡ τοιαύτη ὑπόθεσις, ὅπως ἐξετάσω.
§56ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ δοθῇ γενικὴ διαταγή.
§57ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν δίδει ὁ νόμος.
§58ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος.
§59ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου εἶναι γενική, αὐτὸ δέ, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε, εἶναι συγκεκριμένη περίστασις παρανόμου εἰσπράξεως φόρου· δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μοὶ ὑποβληθῇ συγκεκριμένως τὸ γεγονὸς τοῦτο.
§60Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ δύο καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν εἶχε καταρτισθῆ καὶ ὑπογραφῆ σύμβασις μεταξὺ τοῦ δήμου Πατρέων καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν περὶ κατασκευῆς ἱπποσιδηροδρομικῶν τινων γραμμῶν ἐν Πάτραις. Ἡ σύμβασις εἶχεν ἀνάγκην νομοθετικῆς κυρώσεως, ἀνεγράφη δὲ ἐν αὐτῇ ὁ ἀνατρεπτικὸς ὅρος, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἔγκρισιν, εἴτε ἐν τῇ ὑφισταμένῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὑπογραφῆς συνόδῳ, εἴτε ἐν τῇ ἑπομένῃ. Δυστυχῶς οὔτε κατὰ τὴν μίαν οὔτε κατὰ τὴν ἄλλην σύνοδον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐν λόγῳ σύμβασις, οὕτω δὲ ἡ Τράπεζα διισχυρίζεται ἤδη, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἐξεμηδενίσθη αὕτη, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν οὐδεμίαν ἐξ αὐτῆς φέρει ὑποχρέωσιν. Ἄν τῷ ὄντι οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ἐθυσιάσθησαν πολύτιμα δικαιώματα τῆς πόλεως Πατρῶν, ἵνα ἀποδειχθῇ μίαν ἔτι φοράν, ὅτι ἀσύγγνωστον ἐπεδείξαντο αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἀστοργίαν εἰς τὰ γενικὰ καὶ ζωτικὰ τῆς πόλεως ταύτης συμφέροντα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν σύμβασιν καὶ πάντα τὰ σχετικὰ πρὸς ταύτην ἔγγραφα, ὅπως ἐπ’ αὐτῶν ἐρειδομένη ἡ Βουλὴ μορφώσῃ ἀκριβῆ γνώμην περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις ἀπίστευτον ἀληθῶς ἐπεδείξατο ὀλιγωρίαν περὶ τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκπλήρωσιν τῶν ἑαυτῆς καθηκόντων.
§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ὑποβάλει αὔριον πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ζητηθέντα ἔγγραφα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν.
§63ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τῇ Βουλῇ ἔκθεσιν περὶ τῶν κεφαλαίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων πάντων τῶν ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ὑπὲρ οἱουδήποτε λυσιτελοῦς σκοποῦ κληροδοτημάτων, καὶ πῶς μέχρι σήμερον ἐλειτούργησαν ταῦτα, ὡς καὶ περὶ τῶν διαχειριζομένων ὑπὸ ἰδιαιτέρων ἐκτελεστῶν ἢ σωματείων, ὅπου δήποτε τοῦ Κράτους, περιέχουσαν σύναμα ἀντίγραφα τῶν πράξεων, δι’ ὧν ταῦτα συνεστήθησαν. Τοῦτο θὰ γείνῃ ἀφορμὴ ἐξελέγξεως πολλῶν τοιούτων, ὧν ἡ διαχείρισις καὶ ἡ λειτουργία τυγχάνει ἄγνωστος καὶ διαλανθάνουσα. Ἤδη ἄλλοτε ἐπεχειρήθη εἰδικῶς τοιαύτη ἔκθεσις περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διαχειριζομένων ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Δ. Λεβίδου, βραδύτερον δὲ ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου Δ. Φανδρίδου, δημοσιευθεῖσα ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 10 παραρτήματι τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ἐν ἔτει 1894, ἅτινα πάντα δέον νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐκτενέστερον καὶ ἐνημερώτερον ἐν τῇ αἰτουμένῃ ἐκθέσει.»
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΒΥΠΒʹ τῆς 18 Φεβρουαρίου 1897 προστεθέντος δευτέρου ἄρθρου εἰς τὸν νόμον ΒΥΚϚʹ τῆς 10 Ἰουνίου 1896 περὶ ἐκποιήσεως μέρους τῆς κληρονομίας τοῦ Ἀλεξάνδρου Α. Σούτσου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον.
§65ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΒΥΠΒʹ τῆς 18 Φεβρουαρίου 1897 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Τὸ τίμημα τῶν διὰ δημοπρασίας ἐκποιηθησομένων οἰκιῶν τῆς κληρονομίας Ἀλεξάνδρου Α. Σούτσου καταβάλλεται ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὁ ἀγοραστὴς θέλει παραλάβει τὸ παραχωρητήριον, ὡς ἑξῆς· τὸ τρίτον ἅμα τῇ παραλαβῇ τοῦ παραχωρητηρίου, τὸ ἥμισυ τῶν ὑπολειπομένων δύο τρίτων μετὰ ἕξ μῆνας, καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ μετὰ τοὺς ἄλλους ἕξ.»
§66Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νομίζω, ὅτι διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ τιμήματος πρέπει νὰ ᾖναι ἐγγεγραμμένη ὑποθήκη ἐπὶ τῆς πωλουμένης οἰκίας.
§67Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ.
§68ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ κείμενον ἠδύνατο νὰ διορθωθῇ καλλίτερον. Ἐπειδὴ τὸ ἥμισυ τῶν ⅓ εἶναι τὸ ἓν τρίτον, ἀντὶ νὰ λέγῃ «τὸ ἥμισυ τῶν ὑπολειπομένων δύο τρίτων», πρέπει νὰ λέγῃ τὸ «ἕτερον ἓν τρίτον».
§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι παρατήρησις φιλολογική. Θὰ τὴν λάβω ὑπ’ ὄψιν.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω, προκειμένου περὶ ἐκποιήσεως ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία ὡρίσθη δι’ εἰδικὸν σκοπὸν διὰ τῆς διαθήκης τοῦ δωρητοῦ, ὅτι ἡ προταθεῖσα προσθήκη τῆς ἐγγραφῆς ὑποθήκης ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου τρίτου εἶναι ἀναγκαία, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ τῆς ἐκποιήσεως αὐτῆς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν διὰ νόμου δὲν ἐπεκταθῇ ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων τούτων καὶ ἐπὶ τῆς εἰδικῆς ταύτης περιπτώσεως.
§71ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὕτως εἶχε τὸ 1ον ἄρθρον, καὶ ἑπομένως, ἐπειδὴ δὲν μεταβάλλεται, θὰ τὸ ἐξετάσω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν. Εἶτα γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1898 Β. Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγορᾶς οἰκοπέδου κειμένου ἐν Ἀθήναις εἰς θέσιν Καμαράκια.
§73Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ποῖοι οἱ λόγοι οἱ κατεπείγοντες τῆς ἀγορᾶς αὐτοῦ τοῦ οἰκοπέδου, διὰ τὴν ὁποίαν ζητούμεθα νὰ δώσωμεν 40 χιλιάδας δραχμὰς περίπου. Πρόκειται, λέγουν, νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸν λαχανόκηπον· εἶναι τόσον κατεπείγουσα ἡ ἀνάγκη αὕτη, ὥστε νὰ δώσωμεν 40 χιλιάδας δραχμὰς εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν λέγομεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν χιλίας εἰς τοὺς πεινῶντας; Διατί; Ἀλλὰ καὶ ἄλλα τινὰ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἐξηγοῦνται σαφῶς. Εἶπε προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ οἰκόπεδον νὰ μείνῃ μόνον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τὸν λαχανόκηπον, καὶ ὅτι ἤδη πρὸ πολλοῦ τὸ ἔχει καταλάβῃ τὸ Δημόσιον αὐθαιρέτως, καὶ ἀπειλοῦνται ἀποζημιώσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ δι’ αὐτὸ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τὸ ἀγοράσωμεν εἰς τιμὴν διπλασίαν καὶ τριπλασίαν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἠγόρασεν ὁ ἰδιοκτήτης. Αὐτὰ νομίζω ὅτι εἶναι πράγματα δυσκόλως δυνάμενα νὰ ἐξηγηθῶσι. Τί θὰ εἴπῃ, τὸ Δημόσιον καταλαμβάνει αὐθαιρέτως ξένα οἰκόπεδα, καὶ σήμερον ζητούμεθα νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον μόνον καὶ μόνον, ἵνα ἐπεκτείνωμεν αὐτὸν τὸν λαχανόκηπον, καὶ ὑποβληθῶμεν εἰς δαπάνην 40,000 δραχμῶν; Αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ ἐγὼ ὡς συμφέρον, ἀλλ’ οὔτε καὶ ὡς δίκαιον.
§74Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅμοιον νομοσχέδιον, ὡς εἶπον, ὅταν ἐποιησάμην τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶχεν ὑποβληθῆ πρὸ τριῶν ἐτῶν. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ὁ προκάτοχός μου εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἀνάγεται εἰς τοῦτο, ὅτι ἢ πρέπει τὸ οἰκόπεδον τοῦτο νὰ προσκτήσηται τὸ Δημόσιον, καὶ δι’ αὐτοῦ προσαυξήσωμεν τὸν λαχανόκηπον, ἢ πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην αὐτοῦ νὰ οἰκοδομήσῃ· ἐπειδὴ ὅμως, ἂν συνέπεσε νὰ γνωρίζητε, τὸ οἰκόπεδον αὐτὸ ἀποτελεῖ ἓν τρίγωνον ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς μεγάλης λεωφόρου τῆς ὄπισθεν τῶν Ἀνακτόρων, μία δ’ ἐπ’ αὐτοῦ οἰκοδομὴ ἰδιωτικὴ ἤθελεν ἀφαιρέσει καὶ τὴν θέαν τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ προσκτήσηται τοῦτο τὸ Δημόσιον. Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ προσθέσῃ εἰς τὸν λαχανόκηπον ἔκτασιν μεγάλην, οὔτε ἀξίαν μείζονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἀνάγκη, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ Δημόσιον, νὰ προλάβῃ τὴν ἀνέγερσιν οἰκοδομῆς ἰδιωτικῆς, ἐπαγομένης προφανῆ ἀσχημίαν, εἶναι αἰτιολογημένη. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ προκάτοχός μου καὶ ἐγὼ ἐδέχθημεν νὰ προκαλέσωμεν τὴν πίστωσιν ταύτην. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβές, ὅτι ἡ ἀγορὰ γίνεται εἰς τιμὴν ὑπερβολικὴν, διότι, ὡς γνωστόν, τὰ οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα κεῖνται εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τιμῶνται ὑπὲρ τὰς ἑξήκοντα δραχμὰς κατὰ πῆχυν. Ἑπομένως ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν δίδει τὸ Δημόσιον, εἶναι κατά τι κατωτέρα ἐκείνης, εἰς ἣν σήμερον ὁ ἰδιοκτήτης αὐτοῦ δύναται νὰ τὸ πωλήσῃ. Διὰ τὸν λόγον λοιπὸν τοῦτον καὶ πρὸς καλλωπισμὸν τοῦ μέρους ἐκείνου νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἡ ἀγορὰ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου.
§75Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν εἰς τί χρησιμεύει ὁ λαχανόκηπος αὐτός, ἢ μᾶλλον εἰς τί θέλει χρησιμεύσει εἰς τὸ μέλλον, ὡς καὶ ἂν ὑπάρχῃ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ λαχανόκηπου, καὶ τίνα προορισμὸν ἔχει ἢ θέλει ἔχει ὁ λαχανόκηπος.
§76Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι περιουσία τοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα τὴν περιουσίαν ταύτην νὰ τὴν ἐκποιήσῃ, ὁπόταν θέλῃ.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐπρότεινα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὸ 1896, μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἡ πρόσκτησις τοῦ τριγώνου, περὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐξυπηρετεῖ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ λαχανόκηπος εἶναι γήπεδον, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, τὸ γήπεδον τοῦτο εἶχε διατεθῆ εἰς χρῆσιν τῶν Ἀνακτόρων ἄλλοτε, ὅτε ἡ κηπουρικὴ δὲν εἶχεν ἀναπτυχθῆ ἀκόμη ἐν Ἀθήναις, ὅτε ἡ εὕρεσις τῶν ἀναγκαίων εἰς τροφὴν τοῦ ἀνθρώπου λαχάνων δὲν ἦτο προηγμένη. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ ἀνάγκη αὕτη θὰ ὑφίσταται πάντοτε καὶ ἐὰν δὲν θὰ διατεθῇ ἄλλως τὸ γήπεδον τοῦτο. Τυγχάνει ὅμως τοῦτο πάντοτε γήπεδον ἐθνικὸν, τὸ δὲ γήπεδον τοῦτο τὸ ἐθνικὸν διὰ ῥυμοτομίας τῆς ὁδοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ ἔπαθε μείωσιν ἐκ τῆς ἐν αὐτῷ σφηνώσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται τριγώνου. Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ τριγώνου τούτου οἰκοδομήσῃ, βεβαίως ἡ ἀξία τοῦ γηπέδου τοῦ ἐθνικοῦ μειοῦται. Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν μείωσιν ταύτην τῆς ἀξίας τοῦ γηπέδου, ἐπρότεινα κατὰ τὸ 1896 εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀγορᾶς τοῦ τριγώνου αὐτοῦ, ἀνεβλήθη δὲ ἡ ψήφισις αὐτοῦ, διότι ἐπροτάθη δισταγμὸς, ἐὰν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ὡς κύριος τοῦ τριγώνου τούτου, ἦναι ὁ πραγματικὸς ἰδιοκτήτης. Ἕνεκα τοῦ δισταγμοῦ τούτου ἀνέβαλον τότε τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διὰ νὰ πληροφορηθῶ, ἐὰν τὸ τρίγωνον, τοῦ ὁποίου ἐπρότεινα τὴν ἀγορὰν, ἦναι ἰδιοκτησία ἀναμφισβήτητος τοῦ πωλητοῦ. Ἡ οὐσία ὅμως τοῦ νομοσχεδίου δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι παρέχει τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§78Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐζήτησα ἀκριβῶς τὸν λόγον, ὅπως ἐπαναλάβω ὅ,τι καὶ κατὰ τὴν πρώτην ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ὑπέβαλον. Δὲν γνωρίζω τίς ὁ κύριος τοῦ γηπέδου, ἀλλ’ ἡ τοποθεσία, ἐν ᾗ κεῖται, ἐμπνέει κἄποιαν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἀδόλου τῆς προελεύσεώς του, καὶ ἡ ἀμφιβολία αὕτη ἐσταμάτησε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς τίτλους τοῦ πωλητοῦ, καὶ νὰ δεχθῇ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, μέχρις οὗ πληροφορηθῶμεν ἀσφαλῶς, πῶς καὶ πόθεν ὁ νῦν κάτοχος ἐκτήσατο αὐτό.
§79ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου συναδέλφου, εἶναι ὀρθαί, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τις τὴν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καθόσον εἶναι γενικῶς γνωστόν, ὅτι αἱ πέριξ τοῦ τριγώνου ἐκείνου γαῖαι ἀνῆκον ἄλλοτε εἰς Μονήν. Οὐδένα ἔχω λόγον, ἵνα ἀμφισβητήσω τὰ δίκαια ἀνθρώπου, ὅστις ἔχει συμβόλαια· ἀλλά, προκειμένου νὰ δαπανήσῃ τὸ Δημόσιον ποσὸν σπουδαῖον διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ γηπέδου τούτου, εἶναι καλὸν νὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν τὸ οἰκόπεδον ἦναι καθαρὸν ἢ φέρῃ κηλῖδά τινα, ἥτις βεβαίως δὲν ἐννοῶ, ὅτι βαρύνει τὸν σημερινὸν πωλητήν. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι τὸ τρίγωνον τοῦτο ἐπιπροσθεῖ εἰς πρόσωπον ἐθνικοῦ γηπέδου, καὶ βεβαίως μειοῖ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἡμέραν δέ τινα, ἐὰν ἀποφασίσῃ τὸ Δημόσιον νὰ ποιήσηται ἑτέραν χρῆσιν τοῦ γηπέδου αὐτοῦ ἢ τὴν σημερινὴν, θὰ ἐξαναγκασθῇ νὰ προβῇ εἰς ἐξαγορὰν τοῦ τριγώνου, καὶ τότε θέλει δαπανήσει πολὺ μεγαλείτερον ποσόν. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ τι τὸ ἐπεῖγον, δὲν γνωρίζω καὶ ἂν λόγος, δι’ ὃν σπεύδει ἡ Κυβέρνησις σήμερον, εἶναι ὁ φόβος μήπως οἰκοδομηθῇ· ἐὰν οὗτος ἦναι ὁ λόγος, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι παρὰ τὸ τρίγωνον τοῦτο ὑπάρχει ἄλλη οἰκοδομή, ἡ οἰκοδομὴ τοῦ καφενείου τοῦ «Σταδίου», καὶ ὅτι ὀλίγον κατωτέρω, κατὰ παράλειψιν πάντων τῶν κανόνων τῆς καλαισθησίας καὶ τῆς ὀφειλομένης πρὸς τὸ Στάδιον εὐλαβείας, ᾠκοδομήθη κυκλοτερὲς οἰκοδόμημα, ὅπερ κινεῖ τὴν ἀγανάκτησιν παντὸς Ἕλληνος καὶ ξένου. Ἐὰν ἐκεῖ ἐπιτρέπωνται οἰκοδομαί, καὶ τοιαῦται οἰκοδομαί, διὰ τίνα λόγον ἐρχόμεθα νῦν νὰ ἀγοράσωμεν τὸ οἰκόπεδον τοῦτο, ὅπως ἐμποδίσωμεν νὰ ἐνεργηθῇ ἐκεῖ μικρὰ οἰκοδομή;
§80ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διὰ τὸν λόγον, ὃν εἴπετε πρότερον.
§81Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω, ἐὰν εἶναι κύριος πράγματι, ἢ ὄχι, ὁ πωλήσας· θέλω νὰ κάμω ἔκκλησιν εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων τῶν Βουλευτῶν, ἐὰν ἐπιτρέπεται εἰς τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις τοῦ ἔθνους νὰ δώσωμεν 40,000 δραχμάς, διὰ νὰ τετραγωνίσωμεν τὸν λαχανόκηπον. Προεβλήθη ὁ λόγος, ὅτι πρόκειται νὰ μειωθῇ ἡ ἀξία τοῦ λαχανοκήπου εἰς ἀπώτατον μέλλον, καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν περὶ τούτου. Ἡ ἐξήγησις αὕτη εἶναι βεβιασμένη, τὸ δὲ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἕτεροι λόγοι βιάζουσι τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἀγορὰν ταύτην. Τὸν λαχανόκηπον δυνάμεθα νὰ τετραγωνίσωμεν, ἀφίνοντες τμήματά τινα ἐξ αὐτοῦ, ἀφοῦ γνωρίζομεν πάντες, ὅτι οὐδέποτε τὸ Κράτος θὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὸν δι’ ἕτερόν τι ἢ ὡς λαχανόκηπον, ὡς παράρτημα τῶν ἀνακτόρων. Ἂς λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἂς μὴ θέλωμεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν ἄλλων λόγων. Διὰ τῆς ἀληθείας εὐκολώτερον δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦ σκοποῦ.
§82Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα νὰ ἐξηγηθῇ σαφέστερον. Ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ὄπισθεν τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὑπάρχει ἕτερος λόγος, παρακαλῶ καθαρῶς νὰ τὸ δηλώσῃ. Ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν οὔτε νὰ γνωρίσω κἂν τὸν κύριον τοῦ γηπέδου τούτου, ἐπειδὴ ὑπέλαβον, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, δὲν εἶναι μεγάλη· ἔχων δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι πράγματι δέον νὰ τετραγωνίσωμεν τὸ γήπεδον τοῦ λαχανοκήπου, ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον. Μὴ λησμονήσας δὲ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κατὰ τὴν πρώτην ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία μ’ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὄντως τὸ γήπεδον τοῦτο εἶναι καθαρόν. Δὲν ἔχω ὅμως κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ προσαγάγω εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τὰς πληροφορίας ταύτας.
§83Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπέμεινα εἰς τὴν προσαγωγὴν τῶν τίτλων, ἵνα μὴ διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς κυρώσεως αὐτοῦ ἐπέλθῃ ἀναγνώρισις τῆς κυριότητος τοῦ νῦν κατόχου, μεθ’ ἣν ἡ ἐξέτασις τῶν τίτλων τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ θ’ ἀπέβαινεν ἄσκοπος. Ἀλλ’ ἀποδεικνυομένης τῆς κυριότητος τοῦ νῦν κατόχου, θεωρῶ συμφέρουσαν τῷ Δημοσίῳ τὴν ἀγορὰν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος γηπέδου, συμφωνῶν κατὰ τοῦτο καὶ μὲ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ἀρχικὸν εἰσηγητὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ μὲ τὸν νῦν, διότι ὁ λαχανόκηπος εἶναι κτῆμα ἐθνικὸν, ὅπερ ζημιοῦται ἐκ τοῦ ὅτι εἰς μίαν γωνίαν αὐτοῦ σφηνοῦται γήπεδον ἀλλότριον. Ἐπείγει δὲ καὶ κατ’ ἐμὲ ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις, ἵνα μὴ ἰδιωτικὴ τυχὸν ἰδιοκτησία δημεύηται ἢ τοὐλάχιστον νεκρῶται ἐκ τῆς ἀντιστάσεως τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς κατὰ βούλησιν τοῦ κυρίου της.
§84Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τὸ οἰκόπεδον τοῦτο διεπραγματευόμην ἐγὼ νὰ ἀγοράσω πρὸ ἐτῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ μακαρίτου Βασιλείου Μελᾶ, ἀλλ’ ὁ μακαρίτης Τρικούπης ἠμπόδισε τὴν πώλησιν. Προσέφερα δὲ 50 δραχμὰς κατὰ πῆχυν· σήμερον δὲ, ἐὰν θέλῃ τὸ Δημόσιον νὰ πωλήσῃ 2000 πήχεις ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου τοῦ λαχανοκήπου, τῷ προσφέρω 2000 χιλιάδας δραχμάς.
§85Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ οἰκοπέδου τοῦ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν κῆπον τῶν Ἀνακτόρων, εἶναι ἰδιότης, ἥτις πρέπει νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν περὶ ἀγορᾶς αὐτοῦ, ἂν αὕτη ἦναι ἀναγκαία. Ὁ λαχανόκηπος εἶναι περιουσία τοῦ Κράτους. Ἐὰν σήμερον ἦναι παράρτημα τῶν Ἀνακτόρων, δὲν παύει ἐκ τούτου νὰ ἦναι περιουσία τοῦ Κράτους· δύναται τὸ Κράτος νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὸν, ὡς ἤθελεν ἐγκρίνει. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ λόγος οὗτος εἶναι πρέπον νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποφασίσῃ τὴν ἀγοράν. Αὕτη εἶναι ἀναγκαία προφανῶς. Ταῦτα λέγω, διότι σήμερον ἐξανιστάμεθα μὲν προκειμένου περὶ 37,000 δραχμῶν, ἀλλ’ αὔριον ἡ Βουλὴ θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσῃ πίστωσιν ἴσως ἑκατομμυρίου πρὸς ἐξαγορὰν οἰκοπέδων ἄλλων, ἐκεῖ πλησίον κειμένων, τῶν ὁποίων ἡ κυριότης ἐφιλονικήθη, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα τὰ δικαστήρια ἀνεγνώρισαν καὶ ἐπεδίκασαν ὡς ἰδιόκτητα.
§86ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ὅμως οἰκόπεδα αὐτὰ, εἶναι γήπεδα ἁπλᾶ· μόνον ἡ πλεονεξία ἀποδίδει εἰς αὐτὰ μεγάλην ἀξίαν.
§87Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ βέβαιον σήμερον εἶναι, ὅτι τὰ δικαστήρια ἀνεγνώρισαν μεγάλας ἐκτάσεις ὡς περιουσίαν ἰδιωτικὴν, καταληφθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Φιλονικεῖται ἤδη μόνον ἡ ἀξία αὐτῶν. Φιλονικεῖται δηλ. ἂν πρὸς ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας πρέπῃ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν κατελήφθησαν τὰ οἰκόπεδα, καὶ ποία εἶναι ἡ ἐποχὴ αὕτη. Ἐλέχθη ὅτι ἡ ζητουμένη ἀποζημίωσις μόνον εἰς κεφάλαιον ἀνέρχεται εἰς ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Ἐὰν εἰς ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ἀνέρχηται τὸ κεφάλαιον, φαντάσθητε μετὰ τῶν τόκων εἰς ποῖον ποσὸν ἔχει ἀνέλθει. Ὅτε θὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν πρέπῃ νὰ παραμείνωσιν αἱ ἐκτάσεις αὗται εἰς τὸ Ζάππειον ἢ νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, ἂν πρέπῃ ν’ ἀνεγερθῶσιν ἢ μὴ ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομαὶ, τότε θὰ ἴδωμεν τίνας ἀποζημιώσεις θὰ πληρώσωμεν. Σήμερον, προκειμένου περὶ 37,000 δραχμῶν καὶ περὶ χώρου τοσοῦτον χρησίμου, ὅσον εἶναι ὁ χῶρος ὃν προτείνεται ν’ ἀγοράσωμεν, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ φέρῃ δυσκολίαν. Ἂν δὲν ἀγορασθῇ, θὰ ἔχωμεν μίαν ἀσχημίαν εἰς ἓν τῶν ὡραιοτέρων μερῶν τῆς πόλεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 2 καὶ 7 τοῦ περὶ νομικῶν συμβούλων νόμου.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, ὅπως αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ ἑπόμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει «περὶ τῶν παρὰ τοῖς νομικοῖς συμβούλοις γραφέων» παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴν, παρακαλουμένην ὅπως ὑποβάλῃ συντόμως τὴν ἔκθεσίν της ἐπ’ αὐτῶν ἐντὸς πέντε ἡμερῶν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴν, ἥτις παρακαλεῖται, ὅπως ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπ’ αὐτῶν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας συντάξεως εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ Χαριλάου Τρικούπη. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ προσάγεται μία μόνον κάλπη; Ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκρίθη σύνθετον τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀπηγγέλθη τὸ διαιρετόν. Τὸ διαιρετὸν αὐτὸ ὑφίσταται, ὁσάκις ἐνεργῆται ψηφοφορία· δὲν εἶναι ἀνάγκη νέας προτάσεως περὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ διαιρετοῦ. Ἡ Βουλὴ δύναται, λέγουσι, τὰ πάντα νὰ πράττῃ, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ πράττῃ τὰ πάντα, ἰδίως δὲ δὲν πρέπει νὰ παραβαίνῃ τοὺς τύπους. Ἡ γενομένη παράβασις τῶν τύπων κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν προσδίδωσι πλημμέλειαν κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου εἰς νόμον.
§92Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτεταγμένη ἡ εἰδικὴ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ διαιρετοῦ, ἀφοῦ ἅπαξ ἀπερρίφθη τὸ δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωχθέν. Ἐν τούτοις εἶναι δικαίωμα ἑκάστου Βουλευτοῦ νὰ προβάλῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ τεθῶσι δύο κάλπαι.
§93ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ τεθοῦν δύο κάλπαι. Ἐγὼ χθὲς εἶχον σκοπὸν νὰ ὑπερψηφίσω τῆς προτάσεως περὶ ἀπονομῆς συντάξεως, ἀλλὰ νὰ μὴ ψηφίσω τὸ ἄλλο μέρος τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐτέθη μία μόνον κάλπη, ἠναγκάσθην νὰ ψηφίσω ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς μου. Λοιπὸν νὰ τεθοῦν δύο κάλπαι. Καὶ χθὲς ἐζήτησα νὰ τεθῶσι δύο κάλπαι.
§94Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ἀλέξανδρος Ρώμας ἠγέρθη καὶ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διπλῆ ψηφοφορία, διότι ὑπάρχει τὸ ζήτημα τοῦ διαιρετοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐπέμεινε.
§95Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι δὲν ἐγένετο χθὲς ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ διαιρετοῦ, καίτοι ἐπροτάθη, διότι δὲν ἐπέμεινεν ὁ προτείνας.
§96Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἑρμηνείας τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ κανονισμοῦ ἔχει σπουδαιότητα οὐχὶ διὰ τὴν ἐπικειμένην ψηφοφορίαν, ἧς τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι προκαταβολικῶς γνωστὸν ἐκ τῶν προηγηθεισῶν ψηφοφοριῶν, ἀλλὰ κατ’ ἀρχήν· διότι, ἂν δεχθῆτε, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ διάταξις ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀπέδωκεν αὐτῇ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν, οἱ Βουλευταὶ θ’ ἀπολέσωσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου των, ἐξαναγκαζόμενοι ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς πλειονοψηφίας εἰς σύγχρονον ἐπιψήφισιν ἢ καταψήφισιν δύο ζητημάτων, ἐπὶ ἑκατέρου τῶν ὁποίων εἷς ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην, καὶ ἑπομένως τὴν βούλησιν νὰ ὑπερψηφίσῃ τοῦ ἑνὸς, νὰ καταψηφίσῃ δὲ τοῦ ἑτέρου. Ἡ διάταξις αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸ μεταρρυθμιστικὸν πνεῦμα τοῦ Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ὅστις, κρατῶν ἄλλοτε τὸν κώδωνα τῆς Βουλῆς καὶ κρούων αὐτὸν, ἐφρόνει ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ πιέζῃ τὰς μειονοψηφίας καὶ νὰ στενοχωρῇ τὴν ψῆφον αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη, οὕτως ἑρμηνευομένη, ἀποτελεῖ δουλείαν διὰ τὰς μειονοψηφίας, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἔννοιαν, ἥτις ἀπεδόθη αὐτῇ, διότι οὕτως ἠθέλομεν ἀποβάλει τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφίζειν κατ’ ἰδίαν κρίσιν ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ζητήματος. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ τηρήσῃ τὰ δικαιώματά της, νὰ μὴ θελήσῃ δὲ νὰ δώσῃ παράλογον ἑρμηνείαν εἰς διάταξιν, ἥτις ἐκ τῆς κακοτρόπου ἐπιμονῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων ἀντικατέστησε τὴν ἐν τῷ ἀρχικῷ Κανονισμῷ σαφῆ καὶ ὀρθήν.
§97Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι ἡ τήρησις τῶν τύπων σῴζει τὴν οὐσίαν. Ὅταν προβληθῇ τοιαύτη πρότασις, ἂς ᾖναι βέβαιος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι θὰ τὴν δεχθῇ ἡ Βουλή. Τό γε νῦν ἔχον, ἀντιρρήσεως γενομένης περὶ τοῦ διαιρετοῦ, ἀποφαίνεται ἡ Βουλή. Ἂν χθὲς προεβλήθη τοιαύτη πρότασις περὶ διαιρέσεως καὶ ἂν ἀπερρίφθη, καλῶς ἀπερρίφθη δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡμεῖς παρεδέχθημεν νὰ γένηται διπλῆ ψηφοφορία, ἡ διὰ δύο καλπῶν. Τοῦτο πρέπει ἀκριβῶς νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι τὰ χθὲς γενόμενα ἐγένοντο καλῶς καὶ ἐγκύρως.
§98Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Βουλή, εἶπον ἤδη, ὀφείλει νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τρόπον λογικόν, δεχομένη ὅτι ἀποφαίνεται ἡ πλειονοψηφία περὶ τοῦ ἂν τὸ ζήτημα ᾖναι σύνθετον, οὐχὶ δέ, ὅτι ἐπὶ συνθέτου ζητήματος δύναται ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς μὴ διαιρέσεως αὐτοῦ, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν, διακρινόμενος διὰ τὰ φιλελεύθερα αὑτοῦ φρονήματα, δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τοιαύτην παράλογον ἑρμηνείαν. Οὕτω τίθεται τὸ ζήτημα ἁπλούστατα ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἰσχυρίσθητε ὅτι ἡ πρότασις δὲν εἶναι σύνθετος, καὶ τότε θὰ ψηφίσωμεν περὶ τούτου· ἀλλ’ ὅταν ὁμολογῆτε, ὅτι εἶναι σύνθετος, τὴν τῆς διαιρέσεως αὐτῆς πρότασιν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξαρτήσωμεν ἐκ τῆς ψήφου τῆς πλειονοψηφίας, διότι θὰ προσβάλωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου τοῦ Βουλευτοῦ, τὸ δικαίωμα αὐτοῦ νὰ ψηφίζῃ κατ’ ἰδίαν κρίσιν ἐπὶ παντὸς ζητήματος.
§99ΧΟΪΔΑΣ. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ μετατροπῆς τοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ.
§100Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ὀφείλετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, ἂν ὑπάρχῃ διαιρετὸν ἢ μή, ὁσάκις τὸ διαιρετὸν ἀμφισβητῆται, ὄχι ὅμως καὶ ὅταν παρ’ ὅλων ὁμολογῆται, ὅτι ὑπάρχει διαιρετόν, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, καὶ ὀφείλετε σεῖς νὰ ἀπαγγείλετε τὸ διαιρετόν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἀπήγγειλα ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου, ὅτι ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τοῦ διαιρετοῦ καὶ ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§102Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε διατὶ νὰ γίνεται διπλῆ ψηφοφορία;
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῃτήθη ὁ κ. Ρώμας τῆς προτάσεως ταύτης.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Ρώμας.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ διαιρεθῇ τὸ ἄρθρον, καὶ θὰ γείνωσι δύο ψηφοφορίαι, ὡς εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν ἐγένετο. Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὴν Σοφίαν Σ. Τρικούπη χορηγεῖται μηνιαία σύνταξις ἐκ δραχμῶν πεντακοσίων, πληρωτέα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ σύνταξις αὕτη προστίθεται εἰς τὴν σύνταξιν, ἣν λαμβάνει ἡ Σοφία Τρικούπη, κατὰ τοὺς περὶ συντάξεων νόμους, ὡς ὀρφανὴ θυγάτηρ συνταξιούχου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀναγνωσθὲν πρῶτον μέρος ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, κατὰ τὰ ἄρθρα 61 καὶ 62 τοῦ Κανονισμοῦ, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Ἀναστασοπούλου καὶ Ἀθ. Τυπάλδου Μπασιᾶ, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 165, ἐξ ὧν 157 εἰς τὸ Ναὶ καὶ 8 εἰς τὸ Ὄχι. Ἑπομένως τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου ἐγένετο δεκτόν. Τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ σύνταξις αὕτη ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ θανάτου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῆς Χαριλάου Τρικούπη.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, ὡς ἄνω, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν αὐτῶν Βουλευτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 156, ἐξ ὧν 145 εἰς τὸ Ναὶ καὶ 11 εἰς τὸ Ὄχι. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας τριῶν ἐτῶν εἰς ἕνα τῶν ἀρεοπαγιτῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Μπασιᾶς ἔχει τροπολογίαν ἐδῶ. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία).
§109Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μπασιᾶ ἀποτελεῖ νομοσχέδιον ὁλόκληρον, διότι ἀφορᾷ εἰς ἀντικείμενα πολὺ γενικώτερα, δηλαδὴ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς νὰ δέχωνται ξένην ὑπηρεσίαν.
§110ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Μὴ φέρετε δυσκολίας κύριε Μπασιᾶ.
§111ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι γενικώτερον τὸ νομοσχέδιον.
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§113ΜΠΑΣΙΑΣ. Τότε δὲν ἐπιμένω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει).
§114ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔχω τρίτον ἄρθρον, κύριε Πρόεδρε.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, ὑπέβαλε καὶ τρίτον ἄρθρον, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταχωρίσεώς του ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 3ον ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δρ. 120,000, χορηγηθεισῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§117ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι τυπικόν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 38,996.65, χορηγηθεισῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897 διὰ Β. Διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς.
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν νὰ συζητήσωμεν τοιαῦτα νομοσχέδια. Αὔριον θὰ συζητήσωμεν.
§120Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ ὑπάρχει ἀντίρρησις, ἂς ἀναβληθῇ.
§121ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ἂς ψηφισθῇ καὶ αὐτό.
§122Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐμπρός, κύριε Πρόεδρε. Ἄς κάμῃ ἔνστασιν ἀπαρτίας ὁ κ. Καραπάνος, ἐὰν θέλῃ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1898 Β. Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τῆς αἰτιολογίας τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ μὴ ψηφισθέντι εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ὑπὸ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ κεφαλαίου 7. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεων). Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1898 Β. Διατάγματος περὶ ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν ἐν τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μὴ ψηφισθέντι εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1898».
§124ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ἀρκεῖ ἕως ἐδῶ.
§125Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν μόνον.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐνεργείας τῆς ψηφοφορίας πρὸς ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλει τροπολογίαν ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 162). Λύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.).