1899.05.17
1,791 rows · 13,885 words · 125 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
Τῆς 17 Μαΐου 1899.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Μαρτίου 1898 Β. Διατάγματος περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1898 κ.λ.π. Περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1898, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς ἀπὸ 13 Μαΐου 1899 δηλώσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς ἀπὸ 13 Μαΐου 1899 δηλώσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Ἰανουαρίου 1899 Β. Διατάγματος περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 127–130). Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ ἐν Ἀθήναις Θηβαϊκοῦ Συνδέσμου, δι’ ὑπομνήματός του ζητεῖ, ὅπως ὁρισθῇ ἕδρα τοῦ νομοῦ Βοιωτίας ἡ πόλις τῶν Θηβῶν. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Χαιρωνείας ἀπέστειλε ψήφισμα, δι’ οὗ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νομοσχέδιον. Οἱ κάτοικοι Καρυταίνης δι’ αἰτήσεώς των παρακαλοῦσιν, ὅπως ὁρισθῇ ἕδρα τῆς διοικήσεως Ἀρκαδίας ἡ Καρύταινα. Ἀπεστάλη ψήφισμα τοῦ λαοῦ Φιλιατρῶν, ἐπιδοκιμάζοντος τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον καὶ ζητοῦντος τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισίν του. Ὡσαύτως ψήφισμα τοῦ λαοῦ Πλαταμώδους, παρακαλοῦντος, ὅπως ἀντιπρόσωπος τοῦ δήμου τούτου παρακάθηται ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἥτις κατ’ ἔτος θὰ ὁρίζῃ τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ὑποβάλλει αἴτησιν, ὅπως μελετηθῇ τὸ πρὸς τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς διανεμηθὲν ὑπόμνημά του.
§2Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν αἴτησιν ταύτην τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργόν, ὅπως σπουδαίως τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐξ Ἠπείρου φοιτηταὶ δι’ ἀναφορᾶς τῶν παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν.
§4ΓΙΑΝΝΗΚΩΣΤΑΣ. Τὴν αἴτησιν ταύτην συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ταχέως πρόνοια περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἠπείρου ὁπλαρχηγὸς Ἀν. Παπατζιμόπουλος δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ, ὅπως χορηγηθῇ αὐτῷ ἀνάλογον πρὸς τὰς ὑπηρεσίας του βοήθημα.
§6Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην συνιστῶ θερμότατα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν, ἀφοῦ μελετήσῃ τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ συνημμένα δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τί ἔπραξε κατὰ τὸν πόλεμον ὁ ἐν λόγῳ ὁπλαρχηγός, νὰ φροντίσῃ, ὅπως μὴ στερῆται οὗτος σήμερον, ὅπως πράγματι στερεῖται, τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τοῦ ἄλλου ὁπλαρχηγοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου χθὲς ὑπεβλήθη ἀναφορὰ εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ Γεωργίου Ἀρκούδα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργόν, εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ ἀπαντήσῃ, ἐὰν δύναται νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ αὐτῶν τῶν δυστυχῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ζητοῦσι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἕν τεμάχιον ἄρτου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλη εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναφορὰ τῶν ἐμπόρων καὶ κατοίκων Αἰγίου, παρακαλούντων, ὅπως μεταρρυθμισθῇ ὁ περὶ πωλήσεως φαρμάκων νόμος. Ὡσαύτως τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Ραψάνης, παρακαλούντων, ἵνα ἀνακληθῇ ἡ περὶ μετασταθμεύσεως τοῦ 7ου εὐζωνικοῦ τάγματος διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§8Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Ἀθήναις κιβωτιοποιοὶ καὶ κασσελοποιοὶ δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ περὶ ἐπιτηδευμάτων νόμος. Ὁ βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κ. Πεταλᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τὸ 1 ἄρθρον τοῦ ἀπὸ 15 Μαΐου 1899 νομοσχεδίου του «περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας τριῶν ἐτῶν εἰς ἕνα τῶν ἀρεοπαγιτῶν» δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 96 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται εἰς τὸν δικαστὴν νὰ δεχθῇ ἄλλην ἔμμισθον ὑπηρεσίαν, καὶ δὴ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν διάστημα τῆς τριετίας, —ἐν ᾗ περιπτώσει ψηφισθῇ καὶ κατασταθῇ νόμος τοῦ Κράτους τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον—θὰ ἀφήσῃ κενὴν τὴν οὕτω κενουμένην θέσιν τοῦ ἀρεοπαγίτου, ἢ θὰ συμπληρώσῃ αὐτήν.»
§10Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν πρὸ ἡμερῶν, προανήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑποβολὴν ναυτικῶν νομοσχεδίων. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑποβάλλω σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν. Πρῶτον νομοσχέδιον εἶναι «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ συνιστῶνται διάφορα τμήματα, ἀναγκαιότατα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, μεταξὺ δὲ ἄλλων συνιστᾶται καὶ τμῆμα ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζετε, δὲν ὑπάρχει σήμερον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Δεύτερον νομοσχέδιον ὑποβάλλω, καὶ τοῦτο εἶναι συναφὲς, «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Βασιλικοῦ Ναυστάθμου καὶ ὁρισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ». Τρίτον νομοσχέδιον εἶναι «περὶ ἐπιθεωρήσεως». Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, τὸ σῶμα τοῦ ναυτικοῦ δὲν ἔχει ἐπιθεώρησιν, ἡ ἔλλειψις δὲ ἐπιθεωρήσεως ἔχει τὴν συνέπειαν τοῦ νὰ μὴ δύναται ν’ ἀπομακρυνθῇ τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ πᾶς ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνίκανος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ τοὺς ὁποίους ἔχει τὸ σῶμα τοῦ ναυτικοῦ βάρος, διότι πρέπει νὰ ἀναμείνῃ νὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἵνα τοὺς ἀποστρατεύσῃ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου κανονίζεται θέσις ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου, τὴν ὁποίαν, ὡς θὰ ἴδητε καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ἀναλαμβάνει ὁ ἀνώτερος κατὰ βαθμὸν ἀξιωματικὸς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ἐπίσης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁρίζεται, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἀποτελοῦντες μέρος τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἔχουσι ψῆφον συμβουλευτικὴν, ἀφίεται δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν γνώμην τὴν συμβουλευτικὴν τῶν ἀποτελούντων τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ Γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Τέταρτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνιστῶ θερμῶς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ τὸ προτιμήσῃ τῶν ἄλλων ναυτικῶν νομοσχεδίων καὶ νὰ προβῇ ἐν τάχει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, εἶναι τὸ νομοσχέδιον «περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου».
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ θέσις τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εἶναι πολὺ δυσάρεστος, καὶ ἂν δὲν σπεύσῃ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ χορηγήσῃ μέσα εἰς τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν πολὺ ταχέως τοὺς ἀπομάχους τοῦ ναυτικοῦ ῥιπτομένους εἰς τοὺς δρόμους· ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἠναγκάσθη τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον νὰ δαπανήσῃ ἐκ τῶν κεφαλαίων του πλέον τῶν 200,000 δραχμῶν, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς συντάξεις τῶν ἀπομάχων, αἱ ὁποῖαι ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ αὐξάνουσι. Τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τὴν ἐπιψήφισιν, ἐπαναλαμβάνω, θερμῶς συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι εἶναι νομοσχέδιον μεγάλου ἐνδιαφέροντος.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 131–134).
§14ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Σπεύδοντα νὰ λάβω τὸν λόγον, μὲ ἐπεθάρρυνεν ἰδέα καθήκοντος ἐθνικοῦ, εἰς οὗ τὴν ἐπιτέλεσιν, φρονῶ, δὲν πρέπει νὰ ὑστερήσωμεν. Καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν ἐπιβάλλει μόνον διεθνὴς ἁβρότης. Εἶναι ἐπιταγὴ ἱστορικῶν νόμων. Ὅσῳ μικρὰ καὶ ἂν ἦναι ἡ πατρὶς ἡμῶν ὡς Κράτος, εἶναι ἰσχυρὰ ὡς ἔθνος, εἶναι μεγάλη ὡς ἰδέα. Ἐὰν δ’ ὁ νεώτερος πολιτισμὸς ἐρείδηται κυρίως ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἡ ἠθικὴ αὐτῆς ὑπόστασις πανταχοῦ ἐπεκτείνεται. Καὶ ὀρθῶς ἀκαδημαϊκοὶ, μεγάλοι συγγραφεῖς καὶ σοφοὶ λέγουσιν, ὅτι πᾶς ἔξοχος ἀνὴρ καὶ ἀληθὴς ἐπιστήμων ἔχει δύο πατρίδας, τὴν ἐν ᾗ ἐγεννήθη καὶ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες αἰσθανόμεθα εἶδός τι συγγενείας πρὸς τοὺς ἐπιφανεῖς τῶν ἄλλων ἐθνῶν ἄνδρας, διότι οὗτοι ἀποτελοῦσι διὰ τῶν αἰώνων τῶν μεγάλων, οὕτως εἰπεῖν, σειρὰν τῶν προγόνων ἡμῶν. Καὶ δικαίως συγκινούμεθα, εἴπερ τις καὶ ἄλλος λαὸς, ἑκάστοτε ἐπὶ ταῖς τύχαις αὐτῶν. Ἐνῷ δὲ νῦν μακρὰν ἐκεῖθεν ὁ τηλέγραφος ἤγγειλεν, ὅτι ἐξέλειπε μία τῶν μεγαλειτέρων προσωπικοτήτων τοῦ αἰῶνος ἡμῶν, δὲν νομίζετε, ὅτι ἔχομεν καθῆκον, διερμηνεύοντες ἁγνὸν τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ν’ ἀποστείλωμεν συλλυπητήριον τηλεγράφημα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱσπανικῆς Βουλῆς ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Αἰμιλίου Καστελλάρ, τοῦ μεγάλου ὑπερασπιστοῦ τῶν δικαίων τῆς ἀνθρωπότητος, τοῦ Ἱσπανοῦ Δημοσθένους, τοῦ ἐξόχου τῆς Ἑλλάδος φίλου, οὗ ἡ μάγος καὶ ὑψηλὴ ῥητορεία καὶ ἡ φιλόσοφος γραφὶς τοσάκις ἔθαλψεν, ἐπεθάρρυνεν, ὑπερήσπισε τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν ἰδεώδη; Τίς ἀκόμη δὲν ἐνθυμεῖται τῶν τόσων ἁγνῶς ἐκδηλωθέντων φιλελληνικῶν αὐτοῦ αἰσθημάτων κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ ἡμῶν ἀγῶνα; «Θεωρῶ», ἔγραφεν ἄλλοτε ἐν τῇ «Σφαίρᾳ» τῆς Μαδρίτης, «τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡ κλασικὴ αὐτοῦ πνοὴ διαδίδει εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, τὸν Προμηθέα τῶν λαῶν». Καὶ προκειμένου περὶ τῆς περιμαχήτου ἡμῶν Μακεδονίας, «συμφέρει», ἐκήρυσσεν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ τὸν κόσμον ὁλόκληρον, «ν’ ἀνήκῃ τόσῳ προνομιοῦχος χώρα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅστις δὲν θὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὴν, ἵν’ ἀπειλήσῃ διὰ μεγάλων κατακτήσεων, ἀλλὰ θὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ διὰ τὴν γεωργίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν!» Βέβαιος, ὅτι διερμηνεύω τὰ φρονήματα ὑμῶν, τῶν Βουλευτῶν Ἑλλήνων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τῷ Προεδρείῳ σχέδιον γαλλιστὶ καὶ ἑλληνιστὶ συλλυπητηρίου τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος παρακαλεῖται νὰ διαβιβάσῃ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱσπανικῆς Βουλῆς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποδέχεται ἡ Βουλὴ;
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§17ΣΤΑΗΣ. Καὶ παρακαλεῖ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συντάξῃ τὸ τηλεγράφημα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον.
§19Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Σᾶς, εὐχαριστῶ κύριε Πρόεδρε, διότι ἱκανοποιεῖτε τὴν ἀνυπομονησίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἔχω, καὶ τὴν ὁποίαν ἐγγράφως σᾶς ἐξέθεσα, ἵνα ἴδω τὴν Βουλὴν ἐπανερχομένην εἰς θέσιν νὰ ἐπιληφθῇ τῶν τακτικῶν αὐτῆς ἐργασιῶν. Ἤμην ἀνυπόμονος, κύριε Πρόεδρε, ὄχι μόνον διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ καὶ σπουδαῖα τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ὅτι εἰσὶ πολλαὶ καὶ μεγάλαι αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἰδίως ἤμην ἀνυπόμονος, ὅταν ἔμαθον ὅτι ἡ ἐθνικὴ τιμὴ διαπομπεύεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ἤμην ἀνυπόμονος, ὅταν ἔβλεπον ὅτι οἱ ἐν Μονάχῳ Ἕλληνες ἠναγκάζοντο ν’ ἀποταθοῦν εἰς τοὺς ἐν Ἑλλάδι ἁρμοδίους καὶ νὰ ἐπικαλῶνται τὴν προστασίαν αὐτῶν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν κειμηλίων, τὰ ὁποῖα ἐδημοπρατοῦντο ἐκεῖ ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ, ἡ δὲ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος διεπομπεύετο ἀπέναντι τῶν ξένων. Ἐνῷ ἐν Μονάχῳ ὁ φιλελληνισμὸς εἶναι ἀνεπτυγμένος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ἐνῷ ὁ Βασιλεὺς τῆς Βαυαρίας διὰ τῆς λύρας του ἔψαλλε τὴν Ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν, ἐνῷ ὁ ἀείμνηστος πρῶτος Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος κοιμᾶται ὑπὸ τὴν γῆν τῆς χώρας ἐκείνης, τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος κατέστη ἀντικείμενον γέλωτος καὶ μυκτηρισμοῦ, ἕνεκεν τῶν ἀρχαιοκαπήλων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐπόμπευσαν καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἐπετρέψαμεν νὰ μεταδῶσι καὶ δολοφονήσωσι τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ὑπόληψιν καὶ τιμήν. Θέλω νὰ μάθω λοιπόν, διότι μέχρι τοῦδε τίποτε δὲν ἐγένετο γνωστόν, ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν, ἵνα διασωθῇ ἡ περιουσία ἐκείνη. Ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι διαταγαὶ ἐδόθησαν νὰ καταδιωχθῶσι κατεπειγόντως καὶ ἐσπευσμένως οἱ ἀρχαιοκάπηλοι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, οὐδόλως ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν. Αἱ μηνύσεις καὶ αἱ καταγγελίαι καὶ αἱ καταδιώξεις τῶν ἀρχαιοκαπήλων, καθὼς δυστυχῶς καὶ πολλῶν ἄλλων ἐγκλημάτων, διαιωνίζονται καὶ διεξάγονται ἐν Ἑλλάδι, ὅπως πολλάκις ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐδῶ ἀπαιτεῖται ἐνέργεια, ἄμεσος ἐφαρμογὴ τῶν νόμων καὶ ὅλων τῶν καταλλήλων μέτρων, τὰ ὁποῖα δύνανται νομίμως νὰ ληφθῶσιν. Ὅταν αἱ ἀρχαιότητες ἦσαν ἐκτεθειμέναι ἐν τῷ δημοπρατηρίῳ τοῦ Μονάχου, ὅταν ὁ κῆρυξ διὰ τῆς ἐπικλήσεώς του ἠτίμαζε τὴν ἐθνικὴν τιμήν, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος εἶχον τὸ καθῆκον, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, νὰ σταματήσωσι τὸ κακόν. Καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Βαυαρίᾳ οἱ αὐτοὶ νόμοι ὑπάρχουσι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν. Καὶ κατὰ τὸν εἰδικὸν νόμον τῆς Δικονομίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀντιγραφὴ τῆς Βαυαρικῆς, τὸ ἄρθρον 27, συνδυασμένον μὲ τὸ ἄρθρον 22, λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀλλοδαποὶ δύνανται νὰ ἐναχθῶσιν ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων παρ’ ἀλλοδαπῶν εἰς ἰδιωτικὰς ἀπαιτήσεις, προερχομένας ἔκ τινος κολασίμου πράξεως, καὶ ἐὰν αὗται δὲν προβάλλωνται ἐνώπιον ποινικοῦ δικαστηρίου.» Ὁ Ἕλλην δὲν δύναται νὰ καταδιώξῃ τὸν Ἕλληνα ποινικῶς ἐν τῇ Βαυαρίᾳ, ἐν γένει ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, πολιτικῶς ὅμως δύναται νὰ διεκδικήσῃ τὸ κλαπὲν ἀντικείμενον. Αἱ ἀρχαιότητες ἐκλάπησαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ὁ κάτοχος αὐτῶν δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν κατοχήν των· τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος ὤφειλε νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν ἀμέσως ἐνώπιον τῶν Βαυαρικῶν δικαστηρίων καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συντηρητικὴν κατάσχεσιν τῶν ἀρχαιοτήτων. Θέλω νὰ μάθω, ἐὰν τὸ ἔπραξε. Δὲν ἠδύνατο ἡ δικαιοσύνη τῆς χώρας ἐκείνης νὰ μᾶς ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι μᾶς δίδουσιν. Ἴσως προβληθῇ ἡ ἀντίρρησις: καὶ πῶς θ’ ἀποδείξωμεν, ὅτι αἱ ἀρχαιότητές εἰσιν Ἑλληνικαί; Πρῶτον ἐπιστημονικῶς, ὡς γνωρίζετε, δύναται νὰ βεβαιωθῇ ἀμέσως τοῦτο, ἀλλ’ ὁ ἀναιδὴς ἐκεῖνος ἀρχαιοκάπηλος ἔγραψεν ἐπὶ τοῦ παραπήγματος τῆς δημοπρασίας «Ἑλληνικαὶ ἀρχαιότητες», ὁμολογήσας τὴν ἰδιότητα καὶ τὴν καταγωγήν των, ὤφειλεν ἑπομένως αὐτὸς νὰ ἀποδείξῃ ὅτι νομίμως τὰς ἀπέκτησε καὶ πῶς τὰς ἀπέκτησεν. Ἐνήργησαν τοιαύτην πρᾶξιν οἱ ἀντιπρόσωποι ἡμῶν; προσέφυγον εἰς τὴν δικαιοσύνην; ἐπεκαλέσθησαν τὰ νόμιμα μέτρα καὶ μέσα, ὅπως διασώσωσι τὴν ἐθνικὴν αὐτὴν περιουσίαν; ἢ ἠρκέσθησαν εἰς τὴν ἀνταπόκρισιν τῆς «Ἀκροπόλεως», εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν χάριν, διότι πρώτη μᾶς τὸ ἀνήγγειλε, καὶ εἰς τὴν πληροφορίαν ὅτι διαταγαὶ ἐδόθησαν νὰ ἐνεργήσωσιν οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι; Ἀξιῶ λοιπὸν νὰ μάθω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ πρὸ πάντων ἐὰν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἔσπευσε νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τοῦ τόπου ἐκείνου.
§20ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀξιότιμος συνάδελφός μου θέλει ἀπαντήσει, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, προκειμένου περὶ καταδιώξεως τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἀρχαιοκαπηλίας. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, προκειμένου περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰς ἀρχαιότητας, τὰς ἐκτεθείσας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εἰς δημοπρασίαν. Δὲν συμβαίνει, Κύριοι, τοῦτο τὸ πρῶτον νῦν. Καὶ ἄλλοτε οἱ ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ὁμογενεῖς παρέστησαν μάρτυρες τοιούτων ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν περιποιοῦσι τιμὴν εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν, καὶ ἄλλοτε πολὺς πάταγος καὶ θόρυβος ἐγένετο ἐν τῷ τύπῳ καὶ πολὺς λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ πάντοτε ἀπεδείχθη, ὅτι, εὐθὺς ὡς κατώρθωσαν αἱ ἀρχαιότητες νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῶν ὁρίων τῆς χώρας ἡμῶν, δύσκολον εἶναι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς αὐτήν. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει οὐδὲν ἄλλο ἠδυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν ἢ ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τὴν ἐν Βερολίνῳ Βασιλικὴν Πρεσβείαν καὶ νὰ παρακαλέσωμεν αὐτὴν, ὅπως προβῇ εἰς πᾶν δυνατὸν διάβημα, ὅπως περισώσωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ περισωθῇ ἐκ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀρχαιοτήτων. Ἡ Πρεσβεία, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία εἰς τοῦτο, μᾶς ἀπήντησεν, ὅτι ἀνέθεσεν εἰς τὸν ἐν Μονάχῳ Γενικὸν Πρόξενον νὰ κάμῃ τ’ ἀναγκαῖα διαβήματα· ἀλλὰ συγχρόνως μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι κατὰ τὴν κειμένην Γερμανικὴν νομοθεσίαν δὲν ἔχομεν νὰ προσδοκῶμεν πολλὰ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ ἐν Βερολίνῳ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν θὰ ἦναι εἰς θέσιν κάλλιον ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Πατρῶν νὰ γινώσκῃ, ἐὰν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς συνεβούλευσεν ὁ κ. συνάδελφος. Τὸ σπουδαιότερον, Κύριοι, ζήτημα εἶναι, πῶς δυνάμεθα νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἀρχαιοτήτων ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο δυστυχῶς, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἔχομεν γνώμην, ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ διὰ διοικητικῶν μέτρων. Ἔχομεν ἀνάγκην μέτρων νομοθετικῶν. Ὁ ἐν ἰσχύϊ περὶ ἀρχαιοτήτων νόμος εἶναι ἀπηρχαιωμένος, καὶ ὅπου μὲν δὲν πρέπει, ὑπὲρ μέτρον αὐστηρὸς, ὅπου δὲ εἶναι ἀνάγκη αὐστηρότητος, ὑπὲρ μέτρον ἐπιεικής. Ὁ νόμος εἶναι, ἐν μιᾷ λέξει, ἀτελὴς καὶ χρῄζει μεταρρυθμίσεως. Ἔχει δ’ ἐν ταὐτῷ ἀνάγκην ἐνισχύσεως καὶ ἡ ἀρχαιολογικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία. Οἱ ἔφοροι τῶν ἀρχαιοτήτων, οἱ ὁποῖοι —ὀφείλω πρὸς τιμήν των νὰ τὸ ὁμολογήσω—διακρίνονται καὶ ἐπὶ ἐπιστημονικῇ μορφώσει καὶ διὰ τὸν ζῆλον, ὃν ἐπιδεικνύουσιν ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας, παρασχόντες ἤδη πλείστας ὅσας ἐκδουλεύσεις εἰς τὸ Κράτος, δι’ ἃς εὐγνωμοσύνη ὀφείλεται εἰς αὐτοὺς, οἱ ἔφοροι, λέγω, τῶν ἀρχαιοτήτων εἶναι ὀλίγοι, μεθ’ ὅλας δὲ αὐτῶν τὰς μεγάλας ὑπηρεσίας, παραμένουσιν ἰσοβίως ὑπουργικοὶ γραμματεῖς, ἐνῷ ἕτεροι, μὴ ἔχοντες τὸ πολλοστημόριον τῆς ἐπιστημονικῆς αὐτῶν μορφώσεως καὶ ἀξίας, προάγονται εἰς τμηματάρχας βʹ καὶ αʹ τάξεως. Ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ βελτιώσωμεν κατὰ τοῦτο τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, αὐξάνοντες καὶ τὸ προσωπικὸν αὐτῆς. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἀνάγκη νὰ ἐξεύρωμεν καὶ τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τοῦτο μέσα. Ἀλλὰ δι’ ὅλα αὐτὰ ἔχομεν ἀνάγκην νόμων, προσεχῶς δὲ θὰ σᾶς ὑποβάλωμεν τὰ οἰκεῖα νομοσχέδια.
§21Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ αὐστηρὰ καὶ ἀμερόληπτος ἐφαρμογὴ τῶν νόμων εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἐνισχύσῃ τὸ κράτος αὐτῶν. Πάντοτε διαβεβαιῶ, ὁσάκις ἔχω τὴν τιμὴν νὰ λαμβάνω τὸν λόγον ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι τοῦτο θεωρῶ ὡς πρῶτόν μου καθῆκον. Δὲν εἶχον ἀνάγκην οὐδεμιᾶς παροτρύνσεως, ὅπως ἐνεργήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἀρχαιοκαπήλων· τοῦτο μὲ ἀπησχόλησεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καὶ ἀμέσως ἐζήτησα πληροφορίας, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀνακρίσεις, ποῖαι καὶ πόσαι, κατὰ τῶν ἀρχαιοκαπήλων. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν ἐπερωτήσαντα, πῶς ἄλλως ἤθελον λάβει γνῶσιν, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις κατ’ ἀρχαιοκαπήλων καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται, παρὰ ἐκδίδων τὰς σχετικὰς περὶ τούτου διαταγὰς καὶ ἐγκυκλίους; Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως σέβομαι καὶ τιμῶ, μὲ εἰρωνεύθη, διότι προσπαθῶ δι’ ἐγκυκλίων νὰ ἐνεργήσω.
§22Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Παντάπασι δὲν εἰρωνεύθην.
§23ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐνταῦθα Εἰσαγγελία μοὶ ἀνεκοίνωσεν ἀμέσως, ὅτι σπουδαῖαι ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις ἐπὶ ἀρχαιοκαπηλίᾳ, ἡ ὁποία ἔλαβεν ἀρχὴν ἐκ τοῦ ὅτι ἐν Βερολίνῳ ἀνευρέθη κιβώτιον, περιέχον σπουδαίας ἀρχαιότητας, εὑρέθη δὲ ἐκτεθειμένον ἐν τῷ τελωνείῳ, διότι ὁ παραλήπτης ἐκεῖ δὲν εἶχε καταβάλει τὰ τελωνιακὰ δικαιώματα. Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ κιβώτιον αὐτὸ εἶχεν ἀποσταλῆ ἐντεῦθεν εἴς τινα Ἰωάννην Λάμπρον, εὑρισκόμενον ἐν Βερολίνῳ, ὑπὸ τοῦ Τηλεμάχου Ράλλη. Ὁ ἀποστολεὺς οὗτος, κληθεὶς ἐνταῦθα ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ ἐξετασθείς, προεφυλακίσθη, διότι ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι αὐτουργὸς τῆς κλοπῆς· διότι τὰ δικαστήρια παραδέχονται ὅτι, ἐὰν ἀνακαλυφθῶσιν ἀρχαιότητες εἰς ἔδαφος δημόσιον ἐν ἀνασκαφαῖς ἄνευ ἀδείας ἐνεργουμέναις, ὁ ἀνακαλύπτων αὐτὰς ἐνεργεῖ κλοπήν. Ὁ Ράλλης αὐτὸς δὲν ἠδυνήθη μέχρι τοῦδε νὰ βεβαιώσῃ πόθεν ἐπρομηθεύθη τὰς ἀρχαιότητας αὐτὰς, προβαίνουσα ὅμως ἡ ἀνάκρισις συντόνως, θ’ ἀνακαλύψῃ τοὺς αὐτουργούς. Πέραν τούτου δὲν δύναμαι νὰ προβῶ, διότι ἡ ἀνάκρισις ἐξακολουθεῖ. Δευτέρα ἀρχαιοκαπηλία, ἥτις κατηγγέλθη, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τῷ ὄντι κατήγγειλεν ἡ ἐφημερὶς «Ἀκρόπολις», ὅτι ἐν Μονάχῳ ἐξετέθησαν ἀρχαῖα εἰς δημόσιον πλειστηριασμόν. Περὶ τούτου ἐπληροφορήθη ἡ ἀνάκρισις μέχρι τοῦδε, ὅτι εἷς Μαργαρίτης ἐξέθηκε τὰ ἀρχαῖα, καὶ ὅτι οὗτος εὑρίσκετο ἐνταῦθα μέχρι τῶν τελευταίων Ἀπόκρεων· ἐξάγεται λοιπὸν ἐκ τούτου, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐξήχθησαν αἱ ἀρχαιότητες. Ἡ ἀνάκρισις προβαίνει διὰ νὰ πιστοποιήσῃ πόθεν καὶ πῶς ὁ Μαργαρίτης ἀπέκτησε τὰς ἀρχαιότητας αὐτάς· βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι ἐργαζόμεθα πρὸς τοῦτο συντόνως. Εἰς τὰς ἐρωτήσεις τοῦ Ὑπουργείου οἱ κ.κ. Εἰσαγγελεῖς ἀπήντησαν, οὕτω δὲ τὸ Ὑπουργεῖον πρώτην φορὰν λαμβάνει γνῶσιν πόσαι καὶ ποῖαι εἶναι αἱ κατὰ τῶν ἀρχαιοκαπήλων καταγγελίαι. Πλὴν τούτου προβαίνω, Κύριοι, καὶ περαιτέρω. Ὡς παρέστησεν ὑμῖν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς, ὁ νόμος εἶναι πολὺ ἀτελὴς, διότι δὲν διακρίνει τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου· ὑπάρχει ὅμως ἐν αὐτῷ μία διάταξις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ, ἐφαρμοζομένη. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, πάντες οἱ κατέχοντες ἀρχαιότητας ὀφείλουσιν ἐπὶ ποινῇ νὰ τὰς δηλώσωσι, διότι ἔχει δικαίωμα τὸ Δημόσιον πάντοτε νὰ ἐπιβλέπῃ αὐτὰς καὶ λαμβάνῃ πρότυπα πάντοτε, ὁσάκις θέλῃ· ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ διάταξις αὕτη μέχρι τοῦδε δὲν ἐφηρμόσθη, ἐνῷ δι’ αὐτῆς θὰ ἦτο εὔκολος ἡ ἐπιτήρησις καὶ ἡ ἐξέλεγξις. Παρήγγειλα λιπὸν νὰ προσκληθῶσιν ὅλοι οἱ ἔχοντες ἀρχαιότητας ἐν Ἀθήναις ἢ ἀλλαχοῦ, ἵνα δηλώσωσιν αὐτάς, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἔπραξα πᾶν ὅ,τι τὸ καθῆκόν μου μοὶ ἐπέβαλλε. Δὲν δύναμαι νὰ πράξω τίποτε περισσότερον, διότι οἱ νόμοι μὲ ἐσταμάτησαν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου· λυποῦμαι δέ, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Πατρῶν μὲ παρεξήγησε.
§24Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης μὲ παρεξήγησεν ἐντελῶς, καὶ μάλιστα λυποῦμαι περισσότερον, διότι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐννοῇ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ὁμιλίας μου καὶ νὰ ἐκτιμᾷ, ἐὰν τὰ λεγόμενά μου ἦναι σπουδαῖα ἢ ἀστεῖα. Πᾶν ἄλλο ἢ τὸν εἰρωνεύθην ἐγώ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐνεργεῖ τὸ καθῆκόν της, ἀλλ’ ὅτι δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἠδύνατο νὰ διασώσῃ τὰς ἀρχαιότητας, καὶ ἐνταῦθα διαφωνοῦμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως σφάλλεται, φρονῶν ὅτι δὲν δύνανται νὰ διεκδικηθῶσιν αἱ ἀρχαιότητες ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Κατὰ τὸν νόμον τὸν Βαυαρικὸν καὶ ὅλων τῶν εὐνομουμένων Κρατῶν, ἡ διεκδίκησις αὕτη ἐπιτρέπεται· Θὰ ἦτο δὲ ὅλως παράλογον, νὰ ὑπάρχῃ Κράτος πεπολιτισμένον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ διατάξεις ἀπαγορευούσας τὴν διεκδίκησιν πράγματος κλοπιμαίου εἰς τοὺς ἀλλοδαπούς. Ἔχομεν ὅμως τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐνόμισεν, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι, οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν προστασίαν τῶν ἀρχαιοτήτων, δὲν δύνανται ἐντελῶς νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν τῶν, διότι ὁ βαθμὸς αὐτῶν εἶναι ὁ τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως καὶ ὄχι τοῦ τμηματάρχου. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι οὗτος ὁ λόγος· τὸ νέον νομοσχέδιον ἂς τὸ εἰσαγάγωσι, τώρα μάλιστα, ὅτε ὑποβάλλεται σωρεία νομοσχεδίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ φέρωσι καὶ αὐτό. Τοῦτο εἶναι εὔκολον, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ· ἐγὼ θέλω πράγματα. Ἀνέγνωσα ὅτι ὁ κ. Καββαδίας εἶπεν εἴς τινας συντάκτας ἐφημερίδων, ὅτι ὁ ἐξάγων εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀρχαιότητας πληρώνει συλλαμβανόμενος 50 μόνον δραχμὰς πρόστιμον, καὶ φρονεῖ ὁ κ. Καββαδίας, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δειλιῶσιν οἱ ἀρχαιοκάπηλοι εἰς τὴν λαθραίαν ἐξαγωγήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Καββαδίας, τὸν ὁποῖον ἄλλως πολὺ τιμῶ, ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ἐνόησε τὸν νόμον, διότι ὁ νόμος ἐπιβάλλει τὸ πρόστιμον τοῦτο εἰς τὸν συμμορφωθέντα πρὸς τὸν νόμον καὶ γενόμενον κύριον τῶν ἀρχαιοτήτων νομίμως, ἐξάγοντα δὲ αὐτὰς εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν λαθραίως. Ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐξάγονται ἀρχαιότητες μὴ νομίμως κεκτημέναι, ὁ δράστης τῆς λαθραίας αὐτῶν ἐξαγωγῆς θεωρεῖται κατὰ τὸν νόμον ὡς κλέπτης, καὶ ἐφαρμόζονται κατ’ αὐτοῦ αἱ κοιναὶ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου περὶ κλοπῆς. Δὲν ἐννοοῦσι λοιπὸν ἢ δὲν γνωρίζουσι τὸν νόμον οἱ ὑπάλληλοι· ὥστε δύνασθε νὰ παρασκευάζητε ἄνευ ἀποτελέσματος ὅσα θέλετε νομοσχέδια.
§25ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν, καίτοι ἀρχαῖος δικαστικὸς καὶ Ὑπουργὸς ἄλλοτε τῆς Δικαιοσύνης, ἀγνοεῖ ὅτι ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων ἔχει μόνον τὸ δικαίωμα νὰ καταγγέλλῃ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ν’ ἀπονέμῃ αὐτὸς τὸ δίκαιον. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι ὁ κ. γενικὸς ἔφορος, ὁσάκις περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν αὐτοῦ τοιαῦται παραβάσεις, προβαίνει ἀμέσως εἰς καταγγελίας, ἀλλὰ πταίει ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος, ἐπὶ ἑξήκοντα ἤδη ἔτη ἐφαρμοζόμενος, ἀπεδείχθη ἀτελής. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ πρὸ παντὸς ἀναγκαίαν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ἐνεργείας ἡμῶν ἐν Βαυαρίᾳ, ἁρμοδιωτέρα νὰ γινώσκῃ ἐὰν ἔχωμεν νὰ ἐλπίζωμέν τι ἐξ αὐτῶν, εἶναι ἡ ἐν Βερολίνῳ Πρεσβεία ἡμῶν. Αὕτη ὅμως δὲν μᾶς εὐελπίζει πολύ, ὡς προεῖπον. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατὰ τὸν νόμον ἐπετρέπετο ἐν Μονάχῳ ἡ διεκδίκησις, καὶ διεξεδικοῦμεν τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἀρχαιότητας, νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποδείξωμεν ἐν Βαυαρίᾳ, ὅτι αἱ ἀρχαιότητες αὗται ἀνευρέθησαν ἐπὶ δημοσίου ἐδάφους, καὶ ὅτι ἑπομένως ὁ κάτοχος αὐτῶν δύναται νὰ καταδιωχθῇ ἐπὶ κλοπῇ;
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοὺς ἐφόρους καὶ ἀπὸ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν, τὴν ὁποίαν ἐφωδιάσαμεν μὲ πολλὰ δικαιώματα καὶ προνόμια, μίαν εἶχον ἀξίωσιν, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ ὡς Ἕλλην, νὰ ἐπιβλέπωσι νὰ μὴ τοὺς κλέπτωσι τὰς ἀρχαιότητας. Τί μᾶς βασανίζουσι μὲ τοὺς νόμους; Ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ δέουσα ἐπίβλεψις.
§27Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ οὐδεὶς εὑρέθη νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοκαπήλων, ἂς ὁμιλήσω ὑπὲρ αὐτῶν ἐγώ, ὁ ὁποῖος οὐδόλως μετ’ αὐτῶν συνδέομαι, καὶ οὔτε ἀρχαιότητας ἔχω. Οἱ προλαλήσαντες φαίνεται ὅτι εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νόμου καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων· διαπομπεύουσι καὶ ἐξευτελίζουσι τοὺς πωλητὰς ἀρχαιοτήτων, τοὺς ἀποκαλοῦσιν ἀρχαιοκαπήλους, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου τοὺς ἀναγνωρίζουσιν ὡς ἐμπόρους καὶ τοὺς φορολογοῦσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία! Ἂς ἀναγνώσωμεν τί λέγει ὁ νόμος. Μετὰ τὸν νόμον τὸν ποινικόν, τὸν ἀναγράφοντα τὰ ἄρθρα τῆς κλοπῆς, ἐξεδόθη ὁ περὶ ἀρχαιοτήτων, ὅστις ἔχει ἀκροτελεύτιον ἄρθρον, τὸ 112, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «τὰ ἐν τῷ παρόντι νόμῳ προβλεπόμενα ἀδικήματα τιμωροῦνται ἀστυνομικῶς», καὶ τὸ ἄρθρον 113, δι’ οὗ καταργεῖται πᾶσα ἀντίθετος διάταξις τῶν προϋπαρχόντων νόμων. Διατί ἐπροφυλακίσατε τὸν πολίτην δι’ ἓν πταῖσμα; — καὶ σαφῶς ὁ Γερμανὸς νομοθέτης εἶπεν, ὅτι εἶναι πταῖσμα, διὰ νὰ τιμωρῆται ἀμέσως. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάνοια τοῦ νομοθέτου, διὰ νὰ φυλάττῃ τὰς ἀρχαιότητας. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου τί κάμνετε; Διαπομπεύετε τοὺς πολίτας, καὶ προφυλακίζετε ἄνευ νόμου αὐτοὺς πρὸς ἐπίδειξιν! Καὶ πρὸ δεκαετίας παρέστη ἡ Ἑλλὰς ὡς ἑστία κακούργων δι’ ὅμοιον πρᾶγμα. Ὁ ἐμπορευόμενος λοιπὸν τὰς ἀρχαιότητας εἶναι ἐγκληματίας, κατὰ τὴν γνώμην τῶν κυβερνώντων! Τὸν ἴδιον θόρυβον ἔκαμεν ἄλλοτε, πρὸ δέκα ἐτῶν, ἡ Κυβέρνησις συνεπείᾳ τῶν δημοσιευθέντων, καὶ διεπόμπευσε τότε τοὺς πολίτας, ἐξ ὧν εἷς μάλιστα ηὐτοχειριάσθη, ἕτερος δὲ, φυγοδικήσας, εὑρίσκεται ἔκτοτε εἰς Παρισίους ἐπαιτῶν. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον ὑπῆρξεν; Ἦλθεν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον πρὸ τεσσάρων μηνῶν ἡ παλαιὰ κατηγορία πρὸς ἐκδίκασιν, καὶ τὸ Πλημμελειοδικεῖον δι’ ἀποφάσεώς του ἀπεφήνατο, ὅτι εἶναι πταῖσμα παραγεγραμμένον. Λοιπὸν μελετήσατε τὸν νόμον πρῶτον, καὶ ὕστερον νὰ λαμβάνητε τοιαῦτα καταδιωκτικὰ μέτρα. Αἱ μικραὶ ἀρχαιότητες αἱ Ἑλληνικαὶ, ἄλλως, πρέπει νὰ διαδίδωνται ἀνὰ πᾶσαν τὴν ὑφήλιον. Ἂν ἀφήσητε ἐλευθέραν τὴν ἀνασκαφὴν, ἂν δώσητε δικαιοσύνην εἰς τοὺς ἐνεργοῦντας ἀνασκαφὰς, θὰ ἔχητε τὰ Μουσεῖα ἡμῶν πλήρη ἀρχαιοτήτων. Πλὴν οἱ ὑπάλληλοί σας τί κάμνουν; Πᾶσαν ἀρχαιότητα ἀνευρισκομένην ὁπουδήποτε τὴν κατάσχουν. Δύναμαι ν’ ἀριθμήσω σειρὰν ἐγκλημάτων τοῦ κ. Καββαδία, ὅστις ἐν τῇ προχθεσινῇ του συνεντεύξει, τῇ δημοσιευθείσῃ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει», λέγει ὅτι εἶναι τιμή του ὅτι εἶναι ἐγκληματίας, ὁμολογεῖ ὅτι ἔπραξεν ἀδικήματα, ἀφῄρεσε τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν καὶ τῶν ἀρχαιοκαπήλων, στηριχθεὶς εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν τὸν ἀπέλυσε, καὶ πῶς ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐνεργεῖ ὅ,τι δεῖ. Παύσατε, λοιπὸν, Κύριοι, τοιαύτας συζητήσεις περὶ ἀρχαιοτήτων καὶ ἀρχαιοκαπήλων, ἢ διὰ νόμου ὁρίσατε, ὅτι ἡ τοιαύτη συναλλαγὴ ἐπὶ τῶν ἀρχαιοτήτων εἶναι ἔγκλημα καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπάγγελμα. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ διαπομπεύητε τὴν τιμὴν τῶν πολιτῶν. Σώφρων Πολιτεία εἶναι ἡ διοικοῦσα σωφρόνως ἐπὶ τῶν τοιούτων πράξεων καὶ ὄχι ἡ καταστρέφουσα πρὸς ἐπίδειξιν, ῥυμουλκουμένη ἀπό τινας ὑπαλλήλους καί τινας δημοσιογράφους.
§28ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ ἀφήσω οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἄνευ ἀπαντήσεως τοιαύτην μομφὴν κατ’ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νομίζει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα, αὐτὸς νὰ θέτῃ ἀνθρώπους εἰς τὴν εἱρκτὴν αὐθαιρέτως ὅλως, καὶ ἡ γνώμη του αὕτη, ὡς φαίνεται, τὸν ἔκαμε νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔθεσεν εἰς τὰς φυλακὰς ἄνθρωπόν τινα, κατηγορηθέντα ἐπὶ ἀρχαιοκαπηλίᾳ. Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, καθὸ εἰδικὸς περὶ τὰ τοιαῦτα, γινώσκει πάντως κάλλιον πολλῶν ἄλλων, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖ ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει αὐτοτελῶς ὅλως καὶ αὐτοβούλως, καὶ χωρὶς νὰ λαμβάνῃ διαταγὰς παρ’ οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ, μηδ’ αὐτοῦ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐξαιρουμένου. Ἄν λοιπὸν αὐτὴ προέβη εἰς προφυλάκισιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος πολίτου, ἔπραξε τοῦτο πάντη αὐτοβούλως, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ πολὺ πολὺ συνέστησε μόνον εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Καὶ ἐγώ, ὡς ἀμέσως ἐνδιαφερόμενος Ὑπουργὸς, ἐκάλεσα ἐπανειλημμένως τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν, καὶ συνέστησα αὐτῷ μόνον τὴν ταχεῖαν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ διανοηθῶ τὸ παράπαν νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τὰ καθήκοντά του. Καὶ νῦν ὀφείλω, Κύριοι, ν’ ἀποκρούσω ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξήνεγκε μομφὴν κατ’ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι. Διαβεβαιῶ δὲ αὐτὸν, ὅτι ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων ἐπιτελεῖ πάντοτε τὸ καθῆκον αὑτοῦ μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν θὰ ἐσχημάτιζον τὴν ἐναντίαν περὶ αὐτοῦ γνώμην, δὲν θὰ παρέμενεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Καὶ δὲν εἶμαι ἐγὼ μόνος, ὁ ὁποῖος ἔχω τοιαύτην γνώμην περὶ τοῦ κ. Καββαδία· δέκα Ὑπουργοὶ περίπου διῆλθον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἔχοντες αὐτὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, πάντες δὲ αὐτοὶ ἀνεγνώρισαν τὴν ἱκανότητα, τὴν εὐσυνειδησίαν καὶ τὸν ζῆλον αὐτοῦ περὶ τὴν ὑπηρεσίαν. Διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι οὔτε ὁ γενικὸς ἔφορος, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἠρνήθη ποτὲ τὴν ἄδειαν εἰς πολίτην Ἕλληνα ἢ ξένον, ὅπως προβῇ εἰς ἀνασκαφάς. Ἄν δὲ μεταβῆτε εἰς τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον, θὰ ἴδητε ἐκεῖ ὁλοκλήρους ἀρχαιολογικὰς συλλογὰς, αἵτινες εἶναι προϊόν τοιούτων ἀνασκαφῶν ἰδιωτικῶν, γενομένων μετὰ προηγουμένην ἄδειαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῇ ἐποπτείᾳ τῆς ἀρχαιολογικῆς μας ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτων, πρόκειται περὶ ἐκείνων τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος ἀρχαιοκαπήλων, οἵτινες ἄνευ ἀδείας, νύκτωρ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, καθίστανται τυμβωρύχοι καὶ περισυλλέγουσι πᾶν ὅ,τι σώζεται ἐν τοῖς τάφοις τῶν προγόνων ἡμῶν. Αὐτοὶ ἐννοοῦσι νὰ ἐξαγάγωσι λάθρᾳ ὅλας τὰς ἀρχαιότητας, καὶ ἀπέναντι αὐτῶν βεβαίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου προβαίνει ἀμειλίκτως, ἐντὸς πάντοτε τοῦ νόμου. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύναται αὐτὴ πανταχοῦ καὶ πάντοτε νὰ ἐπαρκέσῃ, διότι δυστυχῶς δὲν ἐξήρτηται τὸ πᾶν ἐκ μόνης τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας. Ἀνάγκη νὰ συντρέξῃ καὶ ἡ δικαστική, αὕτη δὲ προσκρούει εἰς τὰς ἐλλείψεις τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἃς ὑπῃνίχθην ἤδη πρότερον. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον πάντες οἱ διαχειριζόμενοι τὸν νόμον τοῦτον εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ αὐτὸς, ὡς ἀπηρχαιωμένος καὶ ἐλλιπής, ἀπορῶ πῶς ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα οἱ ἔχοντες ἔτι τὴν ἐναντίαν γνώμην καὶ προβάλλοντες αὐτὴν δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§29Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσον ἐπιεικὴς καὶ ἂν ἦναι ὁ νόμος περὶ ἀρχαιοτήτων, βεβαίως δὲν ἐνόησεν ὅ,τι ὁ συνάδελφος ὑποστηρίζει, ὅτι τὸν κλέπτην ἀρχαιοτήτων τοῦ Δημοσίου ἢ τρίτου τὸν τιμωρεῖ μὲ πταῖσμα· αὐτὸ βεβαίως δὲν ἐννοεῖ ὁ νόμος. Ἄν λοιπὸν ὑπάρχῃ ἔνδειξις, ὅτι ἔκλεψέ τις ἀρχαιότητας ἀπολύτως, ἀνηκούσας εἰς τὸ Δημόσιον, εἴτε εἰς τρίτον, αὐτὸς πολὺ καλὰ προεφυλακίσθη ὡς ἐνεργήσας κλοπήν. Δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν τοῦτο ἐφρημόσθη· εἶναι ἤδη δύο ἐν τῇ φυλακῇ, καὶ παρεπέμφθησαν ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, οἱ ὁποῖοι ἔκλεψαν ἓν ἄγαλμα τοῦ Ἀπόλλωνος.
§30Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς βεβαίως ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἐγερθῇ, οὐδὲ πρέπει νὰ ἐγερθῇ ὡς συνήγορος τῶν ἀρχαιοκαπήλων, πολλῷ δὲ μᾶλλον οὐδεὶς θὰ εὑρεθῇ ν’ ἀκολουθήσῃ τὰς παραδόξους ἰδέας τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Σταυροπούλου περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον προτείνει νὰ δοθῇ εἰς τοὺς ἐπαγγελλομένους τὰ ἀρχαιοκαπηλικά. Ἐν τούτοις θέλω ὁμιλήσει· ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ στενῶς εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἐνεργείας τῆς δικαιοσύνης, συνεπείᾳ τοῦ ἐγερθέντος θορύβου, ἕνεκα τῶν ἀπεμποληθεισῶν ἐντεῦθεν ἀρχαιοτήτων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔχομεν ἐπείγουσαν ἀνάγκην νόμου, εἶναι τὸ ἀληθές· δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον εἰς πάντα νὰ ἐνεργῇ αὐθαιρέτως, εἴτε Εἰσαγγελεὺς εἴτε δικαστὴς εἶναι. Ἐπίσης εἶναι ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἔδει νὰ ἀκουσθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Κύριοι, εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰργάσθη ἡ δικαιοσύνη τελευταίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῶν ἀρχαιοκαπήλων, εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθές, ὅτι εἰργάσθη λίαν γοργῶς, ἀλλ’ ἐν τῇ γοργότητι ταύτῃ νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ διακρίνῃ τις τὴν ἀκεραίαν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἀνηγγέλθη ἐνταῦθα ἡ σύλληψις τοῦ κ. Τηλεμάχου Ράλλη, διὰ τὴν ἀποστολὴν ἑνὸς κιβωτίου εἰς Γερμανίαν. Νομίζω ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐνταῦθα, ἀντὶ νὰ συλλάβῃ τὸ ἔγκλημα, συνέλαβε τὴν σκιὰν, καὶ νομίζω ὅτι λίαν συγκεχυμένα εἶναι ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ τὰ ὅρια τῆς δικαιοσύνης πρὸς τὸ ἀδίκημα. Ὁ κ. Ράλλης εἶναι λίαν γνωστὸς ἐνταῦθα, ὡς διευθύνων γραφεῖον διεθνῶν ἀποστολῶν, φέρον μάλιστα τὰ σήματα τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου. Πρὸ δύο ἐτῶν ξένος τις, Γερμανὸς, ἀπέστειλεν ἐντεῦθεν αὐτὸ τὸ κιβώτιον. Τὸ Γραφεῖον δὲν ἐρευνᾷ τὸ περιεχόμενον. Ἠρκέσθη εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι περιέχει χειρουργικὰ ἐργαλεῖα. Παραλήπτης οὐδεὶς ἐφάνη εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἀπεστάλη, ἐπὶ ἕνα μῆνα, ἐπὶ δύο, ἐπὶ ἔτη. Ἀλληλογραφία διημείφθη μετὰ τοῦ ἐν Βερολίνῳ γραφείου τῶν ἀνταποκριτῶν τοῦ κ. Ράλλη, καὶ τὸ κιβώτιον ἔμεινεν ἐν τῷ τελωνείῳ τοῦ Βερολίνου ἔκτοτε, ὅτε τελευταῖον, ἐκ τοῦ θορύβου, ὁ ὁποῖος ἠγέρθη ἐπὶ τῶν ἀρχαιοκαπηλικῶν, τηλεγραφικῶς παρήγγειλεν ὁ κ. Ράλλης εἰς τὸν ἀνταποκριτήν του ἐκεῖ: «παραδώσατε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν τὸ κιβώτιον». Μόνον τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἤρκει νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἐντιμότητά του, καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἦτο ἐν γνώσει τοῦ περιεχομένου, ὅπερ ἐὰν ἤξευρεν, ἠδύνατο πρὸ καιροῦ νὰ παραλάβῃ ἀθορύβως. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ἔθεσε τὴν χεῖρα αὐτῆς ἡ δικαιοσύνη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἐνταῦθα ἡ πραγματικὴ ἔρευνα. Εἶναι ὅμως ἐπιβεβλημένη ἡ νομικὴ ἔρευνα, καὶ ὅπως ἐχώρησεν ἡ δικαιοσύνη, ἐνῷ ἐξεγείρομαι κατὰ τῶν ἀρχαιοκαπήλων, ἐρωτῶ: εἶναι ἐφαρμοστέαι ἐναντίον τῶν ἐξαγόντων ἀρχαιότητας αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ κλοπῆς; Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ παρασύρηται ἡ δικαιοσύνη ἐκ τῆς τωρινῆς ἐντυπώσεως ἐκεῖ, ὅπου ἔχομεν σαφεῖς διατάξεις τοῦ νόμου. Τὰς διατάξεις ταύτας θέλω τὰς ἀναγνώσει, ἡ στοιχειώδης δὲ αὐτῶν ἑρμηνεία θέλει πείσει πάντα, ὅτι ἡ δικαιοσύνη βαδίζει νομίμως. Ὁ ποινικὸς νόμος ἤρξατο ἐφαρμοζόμενος πρὸ τοῦ ἀρχαιολογικοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 702 λέγει: πρόστιμον πεντήκοντα μέχρι 500 δραχμῶν καταδικάζεται, ὅστις, ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, φέρει ἢ προσπαθεῖ νὰ φέρῃ εἰς ξένην Ἐπικράτειαν τὰς ἐν τῇ Ἑλλάδι εὑρεθείσας ἀρχαιότητας» κλπ. Ὑπάρχει τις ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ὑπάγει τὰ ἀδικήματα ταῦτα, τὰ ἐναντίον τῶν ἀρχαιοτήτων, εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον; Οὐδείς. Ἀλλ’ ἐλέχθη, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἀρχαιοτήτων ἐγένετο κατὰ τὸ 1834, τὸ νομοθετικὸν δὲ διάταγμα εἶναι μεταγενέστερον καὶ συνεπῶς ἐπικρατέστερον. Ἀλλ’ ἴδωμεν, ποῖον εἶναι τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. Βεβαίως εἶναι ἀνάγκη αὐστηροτέρων ποινῶν ἐναντίον τῶν κλεπτόντων τὰς ἀρχαιότητας, ἐναντίον τῶν ἀνοσίων ἐξαγωγέων τῶν ἀρχαίων τοῦ τόπου κειμηλίων ἐπὶ αἰσχρῷ χρηματισμῷ εἰς τὴν ξένην· ἀλλ’ οὔτε ἡμεῖς, οὔτε ἡ ἠθικολογία, οὔτε ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια, οὔτε οὐδεὶς Εἰσαγγελεὺς ἢ δικαστὴς δύνανται νὰ ἦναι ἀνώτεροι τοῦ νόμου. «Ὁ χαρίσας—λέγει τὸ 83 ἄρθρον τοῦ περὶ ἀρχαιοτήτων νόμου—ὁ ὑποθηκεύσας, ὁ πωλήσας ἢ ἄλλως πως ἐκποιήσας ἀρχαιότητας, εὑρεθείσας ἢ ἀνασκαφείσας εἰς δημόσιον τόπον, εἴτε πρίν, εἴτε ἀφοῦ γνωστοποιήσῃ αὐτὰς κατὰ τὸ ἄρθρ. 65 στοιχ. αʹ, τιμωρεῖται κατὰ τὰ ἄρθρα 371, 385 ἢ 693 τοῦ ποινικοῦ νόμου». Τὸ ἄρθρον 371 λέγει, ὅτι «ἔνοχος κλοπῆς εἶναι, ὅστις ἐν γνώσει λαμβάνει εἰς κατοχὴν αὐτογνωμόνως καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ἔχοντος δικαίωμα ξένα κινητὰ πράγματα» κτλ. Δηλ. ἀναφέρεται εἰς τὸν ὁρισμὸν τῆς κλοπῆς, ἄρα καὶ εἰς τὰς συνεπείας τὰς ποινικὰς τῆς κλοπῆς; Ὄχι· διότι τότε θὰ ἔλεγεν, ὅτι τιμωρεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 371 καὶ ἑπόμενα, καὶ ὅτι τιμωρεῖται μὲ τόσην ποινήν, ὅταν ὑπερβαίνῃ τὰς τόσας δραχμὰς ἡ ἀξία τοῦ κλαπέντος κτλ. Τὸ δὲ ἄρθρον 385 ποῖον εἶναι; δίδει τὸν ὁρισμὸν τῆς ὑπεξαιρέσεως: «Ἔνοχος ὑπεξαιρέσεως (λέγει) εἶναι, ὅστις διακατέχει ἢ φυλάττει ξένον πρᾶγμα κινητὸν καί, ἐπὶ σκοπῷ τοῦ νὰ ἀποστερήσῃ τούτου τὸν ἰδιοκτήμονα χωρὶς ἀποζημιώσεως, τὸ κατακρατεῖ» κτλ. Ἑπομένως τί ἐζήτησε τὸ ἀρχαιολογικὸν διάταγμα; Ἐζήτησε νὰ στιγματίσῃ διὰ τῶν ἰδιοτήτων τοῦ κλέπτου καὶ τοῦ ὑπεξαιρέτου ἐκείνους, οἵτινες κλέπτουσιν ἢ ἐξάγουσι τὰς ἀρχαιότητας, ἀλλὰ δὲν τοὺς ὑπήγαγεν εἰς τὰς διατάξεις τῶν ποινῶν τῆς κλοπῆς καὶ ὑπεξαιρέσεως. Λέγει ἔτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 112, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἁρμόδια νὰ δικάσωσι τὰς τοιαύτας πράξεις εἶναι τὰ Πταισματοδικεῖα. Οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα ἐπιστημονικῶς. Ἡ περαιτέρω ἔρευνα εἶναι περιττή. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἑπομένως συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἶναι, ὅπως τάχιστα ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ διορθώνῃ τὸ κενόν, διότι ἐν τῇ γοργῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης, ὡς αὕτη γίνεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, παρὰ τὰς καυχήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, συγχέονται τὰ ὅρια τῆς δικαιοσύνης πρὸς τὸ ἀδίκημα, καὶ δὲν διακρίνεται τίς ὁ ἀδικήσας καὶ τίς ὁ ἀδικηθείς. Νομίζω δέ, ὅτι τὰ τελευταῖον λαβόντα χώραν ἐν τῇ ὑπερβάσει τῆς καταδιώξεως τοῦ Ράλλη δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὰ τοῦ ἔργου τῆς δικαιοσύνης. Ἡ δικαιοσύνη ἔχει νόμους, καὶ κατὰ τούτους ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ, οὐχὶ δὲ κατὰ τὰς σπασμωδικὰς ἐνδείξεις τῆς ἐξεγερθείσης κοινῆς γνώμης συνεπείᾳ τῶν τελευταίων ἀρχαιοκαπηλικῶν σκανδάλων. Ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος ὁρίζει πταῖσμα, ἡ σπεύδουσα δικαιοσύνη δὲν δύναται νὰ εὕρῃ πλημμέλημα ἢ κακούργημα.
§31Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ παλλιλογήσω. Μετά τινας ἡμέρας, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ προσαγάγῃ ἔγγραφα, ζητηθέντα ἄλλοτε καὶ σχετιζόμενα μὲ ἀρχαιότητας, θὰ φέρω δημόσια ἔγγραφα, δι’ ὧν θ’ ἀποδείξω, διατὶ ἐκπατρίζονται αἱ ἀρχαιότητες, καὶ ποῖοι εἶναι οἱ ἀναίσχυντοι ἐκεῖνοι ὑπάλληλοι ποῦ ἀμοιβαίου θαυμασμοῦ, οἵτινες προκαλοῦσι τὰς προκειμένας σκηνάς. Σᾶς παρακαλῶ ἤδη νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ ἐξώσεως...
§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῶν ἀρχαιοτήτων, διότι δὲν ἐτελείωσε τὸ ζήτημα. Ὅσον καὶ ἂν ἡ ἀτέλεια τοῦ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων δικαιολογῇ τὴν ἀποτυχίαν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ὀργάνων εἰς τὰ τῆς καταδιώξεως τῆς ἀρχαιοκαπηλίας, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατὶ δὲν ἐφηρμόσθη ἑτέρα διάταξις τοῦ νόμου, περὶ ἧς δὲν ὑπάρχει διχογνωμία. Ὁ νόμος περὶ ἀρχαιοτήτων λέγει, ὅτι, ὅταν ἐξάγωνται ἀρχαιότητες, ἀδιάφορον ἂν εὑρέθησαν ἐν δημοσίῳ ἢ ἐν ἰδιωτικῷ τόπῳ, ὑποβάλλονται οἱ ἐξάγοντες εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν. Οὕτως ἐν παραδείγματι, κατά τινα ἐφημερίδα, ἐπωλήθησαν ἐσχάτως ἀρχαιότητες ἐν Μονάχῳ ἀξίας μέχρι 30,000 μάρκων. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε δυσκολία εἰς τὰ δικαστήρια, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ἀνακαλυφθῆ οἱ ἀποστείλαντες τὰς ἀρχαιότητας αὐτὰς εἰς Μόναχον, νὰ καταδικάσωσιν αὐτοὺς εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου, ὅπερ εὐκόλως δυνάμεθα νὰ μάθωμεν, ἀφοῦ ἐπωλήθησαν ἐν δημοσίᾳ ἀγορᾷ τοῦ Μονάχου. Διατὶ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου δὲν ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, ἡ ὁποία ἤθελε πολλοὺς ἀναχαιτίσει; Δὲν γνωρίζω ἂν ἐγένετο καταδίωξις ἀρχαιοκαπήλων, καὶ ποῖοι οὗτοι. Ἀλλ’ ἐγένετο καταδίωξις, ὅπως ἐπιβληθῇ αὐτοῖς ἡ τιμωρία, ἡ κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον· ἀλλὰ δὲν ἤκουσα νὰ γείνῃ καταδίωξις ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Οἰκονομικῶν πρὸς καταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως, ἤτοι τοῦ ἀντιτίμου. Κατὰ τὰ λοιπὰ εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ὁ ἀρχαιολογικὸς νόμος εἶναι ἀτελής, καὶ ἔτι πλέον, εἶναι ἀκατανόητος· καὶ λέγω ἀκατανόητος, διότι εἶναι ἄπορον, πῶς, ἐνῷ ἐμπνέεται ὑπὸ τοσούτου ἔρωτος πρὸς τὰς ἀρχαιότητας, ποιεῖται τὰς διακρίσεις, ἃς ποιεῖται, ἀναγράφων ὅτι, ὅσαι ἀρχαιότητες εὑρεθῶσιν εἰς δημόσιον τόπον, ἐκεῖναι μόνον εἶναι τοῦ Δημοσίου, ὅσαι δὲ εἰς ἰδιωτικόν, εἶναι ἰδιωτικαί, κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν τοῦ Δημοσίου καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ τοῦ ἰδιώτου, μετέχοντος εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ ἀντικειμένου. Κατ’ ἐμέ, πᾶσαι αἱ ἀρχαιότητες ἀνήκουν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Καὶ ἀνήκουν εἰς αὐτό, εἴτε εἰς δημοσίας εἴτε εἰς ἰδιωτικὰς γαίας εὑρέθησαν. Ὅσαι ἀρχαιότητες ἦσαν κτῆμα τῶν Ἑλληνικῶν Κοινοτήτων τῆς ἀρχαιότητος, ἐγένοντο κτῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εὐθὺς ὡς τοῦτο συνέστη, δυνάμει τῆς ἀρχῆς τοῦ νόμου, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀνῆκεν εἰς καταλυθείσας ὁπωσδήποτε Κοινότητας μεταβαίνει εἰς τὸ Κράτος, οὗτινος αὗται ἀποτελοῦσι μέρος. Ἰδιωτικὴ κτῆσις ἐπ’ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὴ, διότι εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς ἐπικρατεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους καὶ ἀποκρούει πᾶν δικαίωμα ἰδιωτικόν. Ἡ διαδοχὴ δὲ τῶν Κρατῶν, ὅπως ἐν Ἑλλάδι, ἀποκλείει πᾶν δικαίωμα τῶν ἰδιωτῶν ἐπὶ τῶν ἀρχαιοτήτων τούτων. Καὶ ἂν ὑπῆρξαν ἰδιωτικαὶ ἀρχαιότητες ἄλλαι παρὰ τὰς τῶν ἀρχαίων Κοινοτήτων, πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ τοῦτο, ὅπως κατισχύσῃ τὸ ἰδιωτικὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου. Ἡ πρόληψις εἶναι ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἡ δ’ εὕρεσις ἀρχαιοτήτων ἐν ἰδιωτικῷ τόπῳ δὲν καθιστᾷ αὐτὰς ἰδιωτικάς, ὡς δὲν καθιστᾷ ἰδιωτικὸν τὸν θησαυρὸν ἡ εὕρεσις ἐν ἰδιωτικῷ τόπῳ. Πλὴν ὁ περὶ ἀρχαιοτήτων ἡμέτερος νόμος δὲν ἠκολούθησε τοῦτο τὸ σύστημα, καὶ ἦτο λάθος ἀσυγχώρητον, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει σπεύσει νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἄτοπον καὶ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος τὰς ἀρχαιότητας, εἴτε συνίστανται εἰς τοὺς ἀρχαίους ναούς, εἴτε εἰς ἀρχαῖα ἄλλα μνημεῖα, ἢ στάδια ἢ θέατρα. Τοιαύτη διάταξις εἶναι ἰδίως ἀναγκαία διὰ τὰ ὑδραγωγεῖα, διότι εἶναι ἐκπληκτικὸν νὰ παρατηρῶμεν σήμερον, ὅτι αὐτὸ τὸ ὑδραγωγεῖον τοῦ Ἀδριανοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε κτῆμα τῆς Κοινότητος τῶν Ἀθηναίων, ἐγένετο ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία, ἐνῷ κατὰ τὸν Ῥωμαϊκὸν νόμον οὐδέποτε Κοινότης τις ἀποβάλλει τὴν θέλησιν, τὴν ψυχὴν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἑπομένως τὴν ἰδιοκτησίαν ἑνὸς ὑδραγωγείου, διότι τὸ ἐγκατέλιπεν ὅλον ἢ ἐν μέρει ἐπὶ πολὺν ἢ ὀλίγον χρόνον καὶ ἐποιήσαντο ἄλλοι χρῆσιν τοῦ ὕδατος αὐτοῦ, διότι ἡ Κοινότης δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὁλοκλήρου τοῦ ὕδατος. Τοιαύτη ἐγκατάλειψις ὑπονοεῖ τὸν ὅρον τῆς ἀναλήψεως τοῦ ὕδατος, ὀψέποτε ἡ Κοινότης ἤθελε λάβει ἀνάγκην αὐτοῦ. Περὶ τῶν δημοσίων ἀρχαιοτήτων λοιπὸν ἐν γένει καὶ περὶ τῶν ὑδραγωγείων πρέπει πρὸς ἄρσιν ἀμφιβολιῶν νὰ τὰ ἐπαναφέρῃ καὶ ῥητὴ διάταξις εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἑτέραν τάξιν ἀρχαιοτήτων, εὑρισκομένων εἰς τὰ ἀρχαῖα κοιμητήρια, ἀλλὰ καὶ ταῦτα, εἶναι πλέον ἢ ἀμφίβολον, ὅτι ἐγένοντο ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία ὁπωσδήποτε. Τούτων δύσκολον νὰ ἐμποδίσῃ τις τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλ’ ἀνάγκη νέος νόμος νὰ θέσῃ ὁπωσδήποτε περιορισμόν τινα εἰς τὴν ἐξαγωγὴν καὶ τῶν ἔργων τούτων τῆς ἀρχαίας τέχνης, ὅταν τοιαῦτα συμφέρῃ ἡμῖν μᾶλλον νὰ κοσμῶσι τὰ ἡμέτερα Μουσεῖα ἢ τὰ Μουσεῖα τῆς Εὐρώπης, ὅπου, ὁμολογῶ, θαυμάζονται περισσότερον ἢ ἐν τοῖς ἡμετέροις. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι τὰ Μουσεῖα δέον νὰ καταστῶσι τὰ τελειότατα τοῦ κόσμου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἑλληνικὰς ἀρχαιότητας.
§33ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ συμπέρασμα τῶν λεχθέντων ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν κηρυχθέντων ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων, εἶναι ἓν καὶ μόνον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ συνηγορῶ. Διὰ τοῦτο δὲ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ὑποβάλῃ ταχέως τὸ περὶ ἀρχαιοτήτων νομοσχέδιον, καὶ νὰ προτάξῃ αὐτὸ πάντων τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων του, διότι ἡ ζημία, ἡ προσγινομένη ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν εἰς τὸ Κράτος ὑπὸ τῶν ἀρχαιοκαπήλων, εἶναι ἀνεπανόρθωτος. Μὴ νομίζετε, ὅτι εἴτε διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν κειμένων νόμων, εἴτε καὶ τῇ παραβάσει αὐτῶν, οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι εἶναι δυνατὸν νὰ διασώσωσι τὰς ἀρχαιότητας ἀπὸ τοὺς ἀρχαιοκαπήλους. Ἐγὼ ἐπαινῶ τὰς ὑπερβασίας, τὰς παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων διαπραττομένας πρὸς διάσωσιν τῶν πατρογονικῶν ἡμῶν κειμηλίων. Δὲν ἥρμοζε δὲ, νομίζω, εἰς ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀττικῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους νὰ ἀναλάβῃ τὴν προστασίαν τῶν ἀρχαιοκαπήλων. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν κατέθηκεν εἰσέτι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἵνα καὶ ὁ ἴδιος μετανοήσῃ δι’ ὅσα εἶπεν. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐὰν ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα καὶ ἔχωσι κατατεθῆ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἐν τούτοις παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιοτήτων.
§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κτλ.). Ἐν ἔτει, Κύριοι, 1893, ὅτε πάλιν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, συνετάχθη νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιοτήτων ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τούτῳ ὁρισθείσης. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐτυπώθη, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἤδη, ὅτε ἀνέλαβον καὶ αὖθις τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἠδυνάμην βεβαίως νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπεν αὐτὸ νὰ ὑποστῇ μεταρρυθμίσεις τινὰς, τὰς ὁποίας θέλει ἐπιφέρει ἐπιτροπή, συγκροτηθεῖσα αὖθις ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν. Εὐθὺς δὲ ὡς ἑτοιμασθῇ αὐτὸ, θὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ὡς πρὸς τὴν παράκλησιν δὲ τοῦ κ. συναδέλφου, τοῦ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα παρατηρῶ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, παρατηρῶ, ὅτι ταῦτα εἶναι ἕτοιμα, ὑπολείπεται ὅμως ἕν, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ὡς μοι ὑποβληθῇ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, θὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν σχετικὸν φάκελον. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν παρατηρῶ τὸ ἑξῆς: ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα, ὁσάκις συλλαμβάνῃ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀρχαιότητας ἐξαγομένας εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νὰ κατάσχῃ αὐτάς. Ἀλλ’ αἱ ἀρχαιότητες αὐταὶ ἐξάγονται λαθραίως, καὶ δὴ μετὰ τοιαύτης ἐπιτηδειότητος, ὥστε δύσκολος ἀποβαίνει ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἡ κατάσχεσις αὐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε, ὁποῖος πάταγος ἠγέρθη πέρυσι δι’ ἀρχαιότητας ἐξαχθείσας λαθραίως εἰς τὴν Εὐρώπην· ἀλλ’ ἀδύνατον ἀπέβη νὰ ἀνακαλυφθῇ ὑπὸ τίνων ἐστάλησαν αὗται εἰς Παρισίους. Ἤδη γίνεται λόγος περί τινος κιβωτίου ἀρχαιοτήτων, ἀποσταλέντος εἰς Βερολῖνον πρός τινα ἐκεῖ Ἕλληνα, τοῦ ὁποίου παραλείπω τὸ ὄνομα. Ἀνεκαλύφθη δὲ, ὅτι ἀποστολεὺς εἶναι εἷς πράκτωρ ἀποστολῶν ἐνταῦθα, ὁ Τηλέμαχος Ράλλης. Ἡμεῖς ἀνεκοινώσαμεν τὸ ὄνομα εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ὅπως ἀνακαλύψῃ τὸν πραγματικὸν ἀποστολέα τοῦ κιβωτίου. Ἐνταῦθα σταματᾷ ἡ ἐνέργειά μας· ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι αὐτοτελὴς, καὶ ἐνόσῳ ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἐπεμβῶσιν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀποδίδωμεν καὶ τόσην σημασίαν εἰς τὰ ἑκάστοτε γραφόμενα, ἐν οἷς πολλάκις ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία παρουσιάζεται ὡς συνένοχος εἰς τὴν ἀρχαιοκαπηλίαν. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι καὶ ἡ Εἰσαγγελία καὶ ἡ Ἀνάκρισις πολλάκις προσεκάλεσε τοὺς γράφοντας, ἀλλ’ ἡ ἀπάντησίς των ἦτο ἡ συνήθης, «δὲν ἐνθυμοῦμαι πόθεν ἔλαβον τὴν πληροφορίαν», καὶ τὰ παρόμοια.
§35Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐλάλησα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου· ἐὰν ἄλλοι δύνανται νὰ λαλήσωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀγράφων ἰδεῶν των, τοῦτο ἀνήκει εἰς αὐτούς. Ὥστε ἡ ἐπίκλησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυθήρων, ἦτο ἄτοπος· εὔχομαι δὲ εἰς αὐτὸν νὰ μὴ μετανοήσῃ δι’ ὅσα εἶπεν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐξ ὑπερμέτρου αἰσθήματος ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων ὑπερβαίνουσι πολλάκις οἱ ὑπάλληλοι τὸ καθῆκόν των, οὐχ ἧττον, ὡς διδάσκουσιν οἱ ποινικολόγοι, ὁ κλέπτων τὸν ἄρτον τοῦ ἄλλου χάριν φιλανθρωπίας, ἵνα δώσῃ εἰς πάσχοντα, πράττει πρᾶξιν φιλάνθρωπον (Θόρυβος), ἀλλ’ οὐχ ἧττον τιμωρεῖται ὡς κλέπτης. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου. Ἤδη δὲ ἔρχομαι εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Προχθὲς ὁμιλῶν περὶ τοῦ νόμου περὶ ἐξώσεως, ἤκουσά τινας λέγοντας, ὅτι οἱ ἀγορεύοντες καὶ ἀποδεικνύοντες τὸ κακὸν νόμου τινὸς πρέπει νὰ προτείνωσι καὶ τὴν διόρθωσιν, εἰσάγοντες τὸν διορθωτικὸν νόμον! Ἕνεκα τούτου ἀνέγνωσα, καὶ μοι φαίνεται καλόν, τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ὑπέβαλεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Στεφάνου. Τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι λαμπρότατον σχέδιον, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον καὶ συζητηθῇ ἐκ τῶν πρώτων. Περιέχει δύο ἄρθρα, διὰ τῶν ὁποίων τῷ ὄντι αἴρεται πᾶσα ἀμφιβολία καὶ πᾶσα ἀντινομία, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου νὰ υἱοθετήσῃ καὶ αὐτὸς τὸ σχέδιον τοῦτο, μὲ τὴν προσθήκην εἰς τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὅτι «ἡ συζήτησις τῆς ἀναφορᾶς γίνεται τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπιδόσεως τῆς κλητεύσεως», καὶ οὕτω θὰ ἠξεύρουν οἱ διάδικοι πότε δικάζονται. Εἶναι δὲ κατεπείγουσα ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ τώρα, διότι καταστρέφονται καὶ οἱ ἰδιοκτῆται καὶ οἱ μισθωταί. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν ταύτην καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν μου, διότι ἰδίως εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ κατὰ τὸν Αὔγουστον δύναται νὰ ἔχῃ χρησιμότητα ὁ νόμος αὐτός. Ἐπειδὴ εἶμαι εἰς τὸ βῆμα, θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ δώσωσι τὰς ἑξῆς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν παρακαλοῦνται νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ Ἑταιρεία τῶν τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων ἐκτελῇ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, περὶ ἧς ὁ νόμος ΩΠϚʹ (1881), ἤτοι: 1) Ἂν ἔχῃ καὶ μεταχειρίζηται ὑλικὰ πρώτης ποιότητος εἰς τὴν κίνησιν (ἄρθρ. 14). 2) Ἂν ἔχῃ εἰς τὰς ἁμάξας ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιβατῶν καὶ ἂν ἔχῃ Αʹ, Βʹ θέσιν καὶ ὑπερῷον (ἄρθρ. 11). 3) Ἂν κατεσκεύασε σταθμοὺς εἰς τὰς ἐνδεδειγμένας διὰ τοῦ ἄρθρου 12 θέσεις (ἄρθρ. 12). 4) Ἂν ἔχῃ κεκλεισμένας τὰς ἁμάξας διὰ κρυστάλλων τὸν χειμῶνα καὶ κατὰ ποίους μῆνας (ἄρθρ. 19). 5) Ἂν λαμβάνῃ πλέον τῆς κεκανονισμένης ποσότητος παρὰ τῶν ἐν ταῖς ἁμάξαις εἰσερχομένων ἐπιβατῶν διὰ τὰ Φάληρα, καὶ τίνι δικαιώματι. 6) Ἂν ἔχῃ χορηγήσει διαρκῆ εἰσιτήρια δωρεὰν, πόσα εἰς ἰδιώτας, πόσα εἰς ὑπαλλήλους καὶ ποίους. 7) Ἂν διὰ ταῦτα πληρώνηται, καὶ παρὰ τίνος, ὁ νενομισμένος φόρος εἰς τὸ Δημόσιον.» Καταθέτω τὸ σημείωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 135).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάης.
§38ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἔχω νὰ ἀπευθύνω παράκλησιν καὶ νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἵνα τὴν διαβιβάσητε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ μέρους τῶν ἐπιθεωρητῶν, τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν ὁδηγῶν τῆς Ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν καὶ Περιχώρων. Ὡς ἡ ἀναφορὰ ἐκθέτει, ἄδικος φόρος ἐπιτηδεύματος ἐπεβλήθη εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς ἑταιρείας ταύτης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ ἕβδομον ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ 1867, δὲν ὑποβάλλονται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ οἱ ἐργαζόμενοι ἐπὶ μισθῷ ἢ ἡμερομισθίῳ εἰς ἐμπορικὰ ἢ βιομηχανικὰ καταστήματα. Ὁ νόμος οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1878 ὡς πρὸς τοὺς ἐπὶ μισθῷ, οὐχὶ ὅμως καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐπὶ ἡμερομισθίῳ ἐργαζομένους, δηλαδὴ τοὺς ἐργάτας, καὶ ἑπομένως οἱ ἐπὶ ἡμερομισθίῳ ἐργαζόμενοι ἐργάται δὲν ὑποβάλλονται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος. Ἐν τούτοις ἤδη οἱ ἐργάται τῆς ῥηθείσης ἑταιρείας ὑποβάλλονται εἰς τὸν ἄδικον τοῦτον φόρον ἐπιτηδεύματος. Βεβαίως οἱ ὁδηγοὶ, οἱ εἰσπράκτορες καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς ἑταιρείας δὲν εἶναι ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἡμερομίσθιοι ἐργάται, διότι ὁ μισθὸς αὐτῶν εἶναι ἡμερήσιος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, διότι πρόκειται περὶ οἰκογενειαρχῶν, ἐργαζομένων ἀντὶ γλίσχρου ἡμερομισθίου ἐπὶ τόσας ὥρας καθ’ ἑκάστην, ὅσας δὲν ἐπιτρέπουσιν ἀλλαχοῦ ἡ φιλανθρωπία καὶ οἱ νόμοι. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων, διότι πολλὰ ἄτοπα λαμβάνουσι χώραν, τὰ ὁποῖα καλύπτονται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, χάριν ἑνὸς διαρκοῦς εἰσιτηρίου. Νομίζω, ὅτι ταῦτα ἀρκοῦσιν, ἵνα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐννοήσῃ πολλά.
§39ΜΠΑΣΙΑΣ. Προσθέτω κἀγὼ εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου λεχθέντα, ὅτι ζητεῖ νῦν τὸ πρῶτον τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὴν ἑταιρείαν ν’ ἀποτίσῃ ἀθρόους τοὺς φόρους ἐπιτηδεύματος τριῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἐνῷ οὗτοι οὐδέποτε ἐζητήθησαν ἐν καιρῷ, καὶ ἐνῷ τὸ πλεῖστον τοῦ προσωπικοῦ ἔχει ἔκτοτε μεταβληθῆ. Ἡ ἑταιρεία ἤδη, ἐξ ἀνάγκης, ἐπιβάλλει ὅλους αὐτοὺς τοὺς φόρους εἰς τὸ ὑπηρετοῦν προσωπικόν, φρονῶ δὲ, ὅτι οὔτε ἡ Ἑταιρεία οὔτε τὸ προσωπικὸν εἶναι δίκαιον νὰ ὑποστῇ τὴν ἄδικον, ὡς ἀπεδείχθη, ταύτην φορολογίαν. Ἐκ τούτων τῶν ἀτυχῶν ἐργατῶν, οἵτινες οὐχὶ πλέον ὡς ἡμερομίσθιοι, ἀλλ’ ὡς εἵλωτες ἐργάζονται, ἄνευ περιθάλψεώς τινος ἢ ἐλπίδος, λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προνοήσῃ διὰ νομοθετικῶν μέτρων περὶ ῥυθμίσεως τῆς καταστάσεως τῶν ἐργατῶν καὶ τῆς ἐργασίας ἐν γένει, διότι, ὡς μὴ ὤφελεν, ἐντελῶς τυγχάνουσιν ἀπροστάτευτοι παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη οὐ μόνον διὰ νόμων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐπιστημονικῶν συνεδρίων καὶ σωματείων ἐπιδιώκουσι τὴν βελτίωσιν τῆς τε ἐργασίας καὶ τῶν ἐργατικῶν τάξεων.
§40ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνενῶ τὴν φωνήν μου εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κυθήρων.
§41Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι κακὴ εἰσήγησις ἐγένετο εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, διότι βεβαίως, ὅταν ἀκούσουν πῶς ἔχει ἡ ὑπόθεσις, θὰ πεισθῶσιν, ὅτι ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσεπάθησε νὰ προφυλάξῃ τὰ συμφέροντα τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος, ὅσον ἦτο δυνατόν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ ἦτο ἑτοίμη νὰ φορολογήσῃ ἅπαντας τοὺς ἐργάτας τῶν τροχιοδρόμων, ἀλλὰ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισε καθῆκόν του, στηριζόμενος εἰς παράπονα καὶ ἄλλων ἐργατῶν, νὰ προσκαλέσῃ τοὺς διευθυντὰς ὅλων σχεδὸν τῶν ἐν Ἀθήναις ἑταιρειῶν, ὅπως συσκεφθῶσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ὑπέδειξεν εἰς αὐτοὺς ὅ,τι ὁ νόμος ὥριζεν, ὅτι δηλ. οἱ ὑπάλληλοι ὤφειλον νὰ πληρώσωσι, καὶ ὅτι οἱ ἐργάται ἀπηλλάσσοντο τοῦ φόρου, ἀλλ’ αἱ ἑταιρεῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ δολιευθῶσι τὸν νόμον, δηλαδὴ δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώνωσι δι’ ἡμερομισθίων πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτῶν, ὤφειλον νὰ πληρώνωνται ὡς ὑπάλληλοι. Θέσεις ταμιῶν, εἰσπρακτόρων καὶ ἐπιθεωρητῶν, δηλαδὴ θέσεις ἐμπιστευτικαί, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι βεβαίως ὡς θέσεις ἐργατῶν. Ἐὰν αἱ ἑταιρεῖαι ἐννοοῦν νὰ τοὺς πληρώνουν δι’ ἡμερομισθίων, μόνον διὰ νὰ ἀποφύγουν τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, οὐδεὶς βεβαίως ἐξ ἡμῶν θὰ τὸ παραδεχθῇ ὡς νόμιμον. Ταύτην τὴν σκέψιν παρεδέχθησαν ἅπαντες οἱ διευθυνταί, καὶ ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ὥρισαν ποῖα πρόσωπα ὤφειλον νὰ θεωρηθοῦν ὡς ὑπάλληλοι, καὶ ποῖα ὡς ἐργάται. Ἔκτοτε, εἶναι ἀληθές, ἐγένοντο ἄλλου εἴδους παράπονα, ὅτι οἱ κατάλογοι ἔμελλον νὰ ἔχουν ὀπισθοδρομικὴν ἰσχύν, ὅτι διάφοροι ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τούτων ὑπεχρεοῦντο νὰ πληρώσουν τὸν φόρον, ὄχι μόνον διὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ προηγούμενα, καὶ ὅτι ὁ διευθυντὴς τῶν τροχιοδρόμων ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον αὐτὸν εἰς τοὺς νῦν ὑπηρετοῦντας ὑπαλλήλους, καίτοι διορισθέντας πρὸ ἑνὸς ἔτους. Εἰς τοῦτο ἐδόθη ἀπάντησις, ὅτι ἡ ἑταιρεία εἶναι πάντοτε ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἦτο ὑπεύθυνος ὁ τελευταῖος διορισθεὶς ὑπάλληλος διὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§42Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν δύναται οὔτε ὁ Ὑπουργὸς οὔτε οἱ διευθυνταὶ τῶν ἑταιρειῶν νὰ ἐπιβάλωσι φόρον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος δὲν ἐπιβάλλει. Οὐδαμοῦ ὁ νόμος φορολογεῖ τοὺς ἡμερομισθίους ἐργάτας, ἑπομένως φρονῶ, ὅτι κακῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε νὰ ὑποστῶσι τὴν φορολογίαν οἱ ἡμερομίσθιοι τῶν ἑταιρειῶν τῶν τροχιοδρόμων καὶ σιδηροδρόμων ὑπάλληλοι. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἤχθη ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, ἥτις ὅμως ἀτυχῶς, ἀπαρτιζομένη κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπὸ ὑπαλλήλους, κατώρθωσε νὰ φορολογήσῃ τοὺς ἡμερομισθίους, μειονοψηφοῦντος ἐμοῦ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ θερμῶς ἡ αἴτησις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα ὑπὲρ τῶν πτωχῶν αὐτῶν ἐργατῶν, τῶν ἀδίκως καὶ παραλόγως φορολογουμένων.
§43Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίκαιρον νομίζω, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς προπαρασκευαζομένης νομοθετικῆς ἐργασίας, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν μεταρρύθμισιν διαφόρων δικονομικῶν διατάξεων, νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω τῷ ἀξιοτίμῳ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργῷ, ὅτι ἐπιτακτικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθ. 190 καὶ 191 τῆς Ποιν. Δικονομίας. Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, ἡ ἐπίδοσις τῶν ἐγγράφων ἐν τῇ ποινικῇ διαδικασίᾳ γίγνεται ὑπὸ κλητῆρος, παραδιδομένου τοῦ δικογράφου εἰς τὸν πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις ἢ εἰς γείτονά τινα αὐτοῦ, καὶ συντάσσοντος τοῦ κλητῆρος ἀποδεικτικὸν ἐπιδόσεως, ὑπογραφόμενον ὑπ’ αὐτοῦ καὶ μόνου, ἄνευ τῆς συμπράξεως καὶ συνυπογραφῆς ἑτέρου προσώπου. Οἱ πλεῖστοι ἀτυχῶς τῶν δικαστικῶν κλητήρων ἀμελῶς ἔχουσι περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των τούτων, καὶ ἐκ ῥᾳθυμίας οὔτε εἰς χεῖρας τοῦ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, οὔτε εἰς χεῖρας γείτονός τινος παραδίδουσι τὰς κλήσεις, κλητήρια θεσπίσματα ἢ καὶ ἐρήμην ἀποφάσεις, ἀλλ’ εἰς χεῖρας τρίτων προσώπων, ἔστιν ὅτε ἐχθρικῶς διακειμένων πρὸς τὸν πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, ὅστις δικάζεται καὶ καταδικάζεται ἐρήμην, ἐν ἀγνοίᾳ πληρεστάτῃ. Τὸ ἄτοπον τοῦτο κολάζει ἑκάστοτε ἡ πρακτικὴ τῶν δικαστηρίων, δεχομένη δευτέρας καὶ ἐκπροθέσμους ἀνακοπὰς, καὶ καθιεροῦσα τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιεικείας, ὅτι οὐχὶ ἐξ ἀπειθείας, ἀλλ’ ἐξ ἀδυναμίας ὁ καταδικασθεὶς παρέβη τὸν δικονομικὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν προκύπτουσι καὶ ἕτερα ἄτοπα, ἡ βραδεῖα τιμωρία τῶν ἀδικημάτων καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῆς γραφικῆς ὑπηρεσίας τῶν δικαστηρίων. Ἡ ἐνδεικνυομένη ὑπὸ τῆς πείρας καὶ τῶν νομικῶν τροποποίησις τῶν ἄρθρων τούτων συνίσταται εἰς τὴν ἀφομοίωσιν αὐτῶν πρὸς τὰς περὶ ἐπιδόσεως διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Εὐελπίζομαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὃν διακρίνει μακρὰ δικαστικὴ πεῖρα καὶ εὐρυμάθεια ἐπιστημονικὴ, θέλει σπεύσει νὰ παρασκευάσῃ σὺν τοῖς λοιποῖς καὶ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§44ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ καταγείνω περὶ πεζότερα, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Μοὶ γράφουν ἐκ Στυμφαλίας, ὅτι εἰς τὸ ἐκεῖ χωρίον Ψάρι ἡ εὐλογία ἐνέσκηψε μετὰ τόσης ὁρμῆς, ὥστε μέχρι τοῦδε 50 ἀπεβίωσαν, ἴσος δὲ ἀριθμὸς εὑρίσκεται ὑπὸ τῆς νόσου κατατρυχόμενος, ἄνευ οὐδεμιᾶς βοηθείας, ἄνευ οὐδεμιᾶς περιθάλψεως, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων ἐτράπησαν εἰς τὰ ὄρη. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἶναι ἄξιοι, ὅπως ἐλπίζω, τῆς προστασίας καὶ τῆς μερίμνης του, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν τὴν σύστασίν μου ταύτην καὶ ν’ ἀποστείλῃ τάχιστα διαταγὰς, ὅπως ἀποσταλῶσιν ἰατροὶ, φάρμακα καὶ τρόφιμα, διότι οἱ μὲν νοσηλευόμενοι κινδυνεύουσι ν’ ἀποθάνωσι καὶ ἐκ τῆς πείνης περισσότερον, ὁ δὲ πέριξ πληθυσμὸς κινδυνεύει νὰ μολυνθῇ, καθόσον τὸ χωρίον ἐκεῖνο εὑρίσκεται δυστυχῶς παρὰ τὴν δημοσίαν ὁδὸν ἀπὸ Φενεοῦ, Στυμφαλίας καὶ Νεμέας εἰς Κόρινθον. Πρὸς τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν ἀναγγέλλω ἑρμηνείαν τινὰ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου τοῦ δήμου Εὐρωστίνης. Τὸ Δερβένιον εἶναι μία μικρὰ κώμη τοῦ δήμου τούτου, ἔχουσα περὶ τοὺς 200–300 κατοίκους. Ἐκεῖ ἐργάζεται ἀπὸ δεκαπενταετίας σιδηρουργός τις, ὀνόματι Ἠλιόπουλος, εἰς κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν τῶν ἐργαλείων καὶ ὀργάνων τοῦ ἐκεῖ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ. Ὁ ἐκεῖ ἀστυνόμος ἀνέγνωσε, φαίνεται, κἄπου, ὅτι τὰ σιδηρουργεῖα δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἐντὸς τῶν πόλεων, ἐνόμισε λοιπόν, ὅτι καὶ ἡ κώμη αὕτη εἶναι πόλις καὶ ἑπομένως τὸ σιδηρουργεῖον τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἐκτὸς τῆς πόλεως. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐν τούτοις ἠθέλησε νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ κ. ἀστυνόμου, καὶ τὸν ἠρώτησε, ποῦ εἶναι τὸ ἐκτὸς τῆς πόλεως· ἀλλ’ ὁ κ. ἀστυνόμος ἠρνήθη νὰ τῷ ὑποδείξῃ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ἐκτὸς τῆς πόλεως, οὕτω δὲ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του ἀπειλοῦνται ν’ ἀποθάνωσι τῆς πείνης ἐκ τῆς ἰδιοτροπίας τοῦ κ. ἀστυνόμου, ὁ ὁποῖος ἴσως καλῇ τῇ πίστει, ἀλλὰ βεβαίως ὀλίγον αὐστηρῶς, ἐξηγεῖ τὸν νόμον. Θὰ παρεκάλουν διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν τὴν αἴτησίν μου, διότι ἡ προθεσμία, ἡ ταχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. ἀστυνόμου, ἐκπνέει μετὰ δύο ἡμέρας.
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδόθη ἤδη ἡ διαταγή.
§46Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πολὺ εὐχαριστῶ, κύριε Πρόεδρε. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐνοικίασιν τῶν γαιῶν τῆς λίμνης Φενεοῦ, διότι μανθάνω, ὅτι ἐκεῖ πολλὰ τὰ ἔκτροπα διαπράττονται. Ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου ταύτην, τὴν ὁποίαν ὑποθέτω λησμονηθεῖσαν ἕνεκα τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος παρῆλθεν, ἀφ’ ὅτου ὑπέβαλον αὐτήν. Ἐπίσης μοὶ γράφουσιν ἐκ τοῦ χωρίου Ἁγίων Θεοδώρων, ὅτι αἱ ἐκεῖ δασικαὶ ἀρχαὶ ἐμποδίζουν τοὺς κατοίκους ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν τῶν πεύκων, τὴν ὁποίαν ἐνεργοῦσιν ἤδη ἀπὸ 30 καὶ πλέον ἐτῶν. Παρακαλῶ, ὅπως διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ τῆς ἀποτερματώσεως τοῦ δάσους Κινέτας· διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δασικοί, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ χωρικοὶ τοῦ χωρίου Ἁγίων Θεοδώρων προβαίνουσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν δάσους ἀπηγορευμένου, συνέλαβον περὶ τοὺς 15, οἱ ὁποῖοι μόλις ἀπελύθησαν, ἀφοῦ ἤχθησαν ἐδῶ δέσμιοι ἐνώπιον τῆς Εἰσαγγελίας. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ παραλείψῃ νὰ ζητήσῃ ὄχι μόνον τὰ σχετικὰ τῆς ἀποτερματώσεως τοῦ δάσους ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ ὅλην τὴν ἐνεργηθεῖσαν προηγουμένως διαδικασίαν, διότι ἰσχυρίζονται ἐκεῖνοι, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς ἀποτερματώσεως ἐγένετο παρανόμως. Ἐὰν δὲ τοῦτο συμβαίνῃ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ, ἀφοῦ ἀκουσθῶσι καὶ τὰ παράπονα ἐκείνων.
§47Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ συμπληρώσω ἐπερώτησιν, ἣν ὁ κ. συνάδελφος ἐποιήσατο, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὅμως ἀνέμενον νὰ ἐφίστα περισσότερον τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Πρόκειται περὶ τῆς λίμνης Φενεοῦ, ἥτις πρὸ τριετίας, ἕνεκα γεωλογικῶν λόγων, κατὰ τὸ πλεῖστον ἀποξηρανθεῖσα, ἀφῆκε μεγάλην ἔκτασιν γαιῶν καλλιεργησίμων. Ἐκ τῆς φυσικῆς ταύτης ἀποξηράνσεως ἐγεννήθη ἀγροτικὸν ζήτημα, ὡς ἐκ τῆς ἐπιπολαιότητος, μεθ’ ἧς ἐπελάβετο ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἀποκαλυφθεισῶν γαιῶν. Οἱ ἐνοικιασταὶ τῆς περὶ τὴν λίμνην ἐκτάσεως, ἀποτελουμένης ἐξ 20,000 στρεμμάτων, ἕνεκα τῶν ἐπαχθῶν ὅρων τῆς ἐνοικιάσεως καταπιέζουσι τοὺς δυστυχεῖς ἐκεῖ ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, παρακωλυομένους διὰ τῆς λόγχης καὶ ἐκ τῶν ἰδίων ἀγρῶν, οὓς πρὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν οὗτοι κατέχουσι καὶ καλλιεργοῦσιν, ἀποζῶντες ἐκ τούτων. Αἱ περιπλοκαὶ αὗται ἐγεννήθησαν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀπορῶ δὲ ἤδη τῇ ἀληθείᾳ, πῶς ὁ κ. συνάδελφος ἐπερωτᾷ τὴν νῦν Κυβέρνησιν, ἐνῷ ἠδύνατο καὶ ὤφειλε τότε νὰ ἐγείρῃ φωνὴν διαμαρτυρίας, φροντίζων περὶ τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν μας, πρὶν ἢ συμβῇ τὸ κακὸν καὶ πρὶν ἢ περιπλεχθῶσιν οἱ κάτοικοι ἐκεῖ εἰς ἀδιεξόδους ἀγῶνας δικαστικούς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰ σχετικὰ τῆς ἐνοικιάσεως ταύτης ἔγγραφα, ὅπως καταδειχθῇ ἡ προσγινομένη βλάβη εἰς τοὺς κατοίκους Φενεοῦ ἕνεκα τῶν καταπατουμένων αὐθαιρέτως δικαιωμάτων των. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ἐνοικιασθείσης ἐκτάσεως, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ὁ προκάτοχος ἐκώφευσεν εἰς τὰς εὐλόγους παραστάσεις μου, νὰ ἀποστείλῃ εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τοὺς φυσιολογικοὺς λόγους, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν ἐκκένωσιν τῆς λίμνης Φενεοῦ· διότι, ἂν δὲν ληφθῶσι τὰ προσήκοντα ἐπιστημονικὰ μέτρα, ἐνδεχόμενον, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐγένετο, νὰ καλυφθῇ ἡ ἔκτασις αὕτη ὑπὸ τῶν ὑδάτων καὶ νὰ στερηθῶσιν οἱ κάτοικοι τοῦ Φενεοῦ, καὶ ἐν μέρει καὶ τῆς Στυμφαλίας, τῆς καλλιεργείας τῶν ἀποξηρανθεισῶν ἤδη γαιῶν, ἐξ ὧν καὶ μόνον ἀποζῶσι.
§48Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν κατὰ τὴν ἐκλογικὴν αὑτοῦ περιοδείαν νὰ μνησθῇ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ δὲν ἐμνήσθη, ἀδιαφορῶ· δέχομαι δὲ, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μισθωτικὸν ἔγγραφον, ἵνα ἐξ ἐκείνου φωτισθῶμεν, διότι μανθάνω, ὅτι πολλὰ τὰ ἔκτροπα γίγνονται ἐκεῖ.
§49Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καμμία πρακτικὴ ὠφέλεια δὲν θὰ προκύψῃ.
§50Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ θερμὴν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι συμβαίνουσι πολλὰ ἄτοπα, τῶν ὁποίων πληρεστάτην γνῶσιν ἔχει πρὸ πολλοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, καὶ παραστάσεις ἐγένοντο ἄλλοτε πολλάκις καὶ κατ’ ἐπανάληψιν, περὶ τῶν ἀτόπων καὶ τῶν ἐκτρόπων, ἅτινα λαμβάνουσι χώραν ἐν Φενεῷ. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μισθωτικὸν ἐκεῖνο ἔγγραφον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος.
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε Πρόεδρε.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρίτσας ἐζήτησε τὸν λόγον.
§53Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Δίβρης τοῦ δήμου Λαμιέων μοὶ ἀπέστειλαν ἀναφοράν, διευθυνομένην πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσι δι’ ὑμῶν τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, καταληφθέντος τοῦ χωρίου των ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν πόλεμον, ἐγκατέλιπον αὐτὸ καὶ ἀπολέσαντες ἅπασαν τὴν κινητήν των περιουσίαν, στερηθέντες δὲ καὶ ἐπὶ δύο ἔτη τῶν ἐκ τῆς ἀκινήτου τοιαύτης εἰσοδημάτων των, περιέστησαν εἰς ἀθλίαν κατάστασιν. Ζητοῦσι δέ, Κύριε Πρόεδρε, νὰ τοῖς χαρισθῇ ὁ φόρος τοῦ τρέχοντος ἔτους. Σᾶς παρακαλῶ νὰ διαβιβάσητε τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὃν παρακαλῶ νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτων, ὡς καὶ περὶ τῶν κατοίκων τριῶν ἄλλων χωρίων, ὁμοίας τῶν ὁποίων ἀναφορὰς πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἐπιτραπήτω μοι, παρακαλῶ, νὰ ἀπευθύνω παράκλησίν τινα πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργόν. Πληροφοροῦμαι, ὅτι μετά τινας ἡμέρας, ἤτοι τῇ 1 προσεχοῦς Ἰουνίου, λήγει τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐργολάβος τις, ἐν Ἀθήναις διαμένων, ἀνέλαβε τὴν χορήγησιν τῆς νομῆς διὰ τὰ κτήνη τοῦ ἐν Ἀθήναις στρατοῦ, ὅτι δὲ τοῦτο ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὸ Ὑπουργεῖον, δὶς μέχρι τοῦδε ἐνήργησε μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, ἀλλ’ ὅτι καὶ δὶς ἡ δημοπρασία αὕτη, δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λόγους, ἀπέτυχε. Μετὰ τὴν δευτέραν δημοπρασίαν εἷς ἐκ Πειραιῶς, περὶ τὰ τοιαῦτα ἀσχολούμενος, ὑπέβαλεν ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἐκθέτων τοὺς λόγους, δι’ οὓς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο δύσκολος καὶ ἀσύμφορος εἰς τὸ Δημόσιον θὰ ἦναι ἡ προμήθεια σανοῦ, προσφέρεται ἵνα χορηγήσῃ αὐτὸς ἐπὶ τιμῇ λογικῇ ἀντὶ σανοῦ, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς ἐπικρατησάσης ἀνομβρίας σπανίζει, χόρτον. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ εἶδος τῆς τροφῆς τῶν ζώων, καίτοι καλῶς γινώσκω, ὅτι ὁ χόρτος δὲν εἶναι κακὴ διὰ τὰ κτήνη τροφή. Πληροφορηθεὶς ὅμως, ὅτι ὁ νῦν ἐργολάβος ἔλαβε τὰ μέτρα του, ὅπως ἀναγκάσῃ τὸ Δημόσιον νὰ προμηθευθῇ καὶ πέραν τῆς 1 Ἰουνίου παρ’ αὐτοῦ τὸν ἀπαιτούμενον σανὸν ἢ καὶ χόρτον ἐπὶ τιμῇ ἀνωτέρᾳ τῆς λογικῆς καὶ συμφερούσης, καὶ ἵνα προλάβω πᾶν ἐνδεχόμενον, ἔκρινα καλὸν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν λῆψιν παντὸς μέτρου πρὸς ματαίωσιν τῶν κερδοσκοπικῶν ὑπολογισμῶν τῶν ἀποθηκευόντων τοιαῦτα εἴδη, ὑπολογισμῶν οἱ ὁποῖοι, ἂν πραγματοποιηθῶσι, θ’ ἀναγκάσωσι τὴν ἐν Ἀθήναις στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν νὰ πληρώσῃ τὴν νομὴν πολὺ ἀκριβότερον τοῦ πρέποντος.
§54Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εὑρίσκεται εἰς λίαν δυσχερῆ θέσιν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα σχεδὸν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐφέτος σανός. Ὀλίγον σανὸν ἔχει ὁ κ. Καμπᾶς, τὸν ὁποῖον ἐπρομηθεύθη ἀπὸ τὴν Εὐρυτανίαν. Ἤδη καθίσταται ἀδύνατος ἡ διὰ τοῦ σανοῦ διατροφὴ τῶν ἵππων τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον προσπαθεῖ δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῶσιν οἱ ἵπποι νὰ διατραφῶσι καὶ τὸ θέρος καὶ τὸν χειμῶνα. Ἐζήτησα καὶ ἀπὸ τὸ Ἐξωτερικὸν πληροφορίας καὶ ἐπεκαλέσθην τὴν συνδρομὴν πολλῶν ἐκεῖθεν. Μοὶ ἐστάλησαν μάλιστα καὶ δείγματα χόρτου, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει σανός, τὰ ὁποῖα παρέδωκα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν ἦναι δυνατὸν ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, διότι εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι μόνον ὁ σανὸς κατὰ τὸν χειμῶνα διατηρεῖ τὴν ἀκμὴν τῶν ἵππων. Ἡ ὑπηρεσία ἀκόμη δὲν ἠδυνήθη νὰ μοὶ δώσῃ ἀπάντησιν. Σήμερον ἐπρόκειτο νὰ λύσω τὸ ζήτημα μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἱππικοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπησχολήθην εἰς Ὑπουργικὸν συμβούλιον καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ συναντήσω αὐτούς. Βεβαιῶ ὅμως τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀσχολεῖται μεθ’ ὅλης τῆς ἀπαιτουμένης σπουδαιότητος πρὸς ταχεῖαν καὶ ἐπιτυχῆ λύσιν τοῦ ζητήματος.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Ἀθήναις τὴν 15)27 Ἀπριλίου 1899 ὑπογραφείσης δηλώσεως, δι’ ἧς παρετάθη ἡ ἰσχὺς τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς συνθήκης τοῦ 1889». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπομιμνήσκω τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ὑπέβαλον, καὶ ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ.
§57Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν, ὅπως παραδεχθῶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι καὶ ἄλλαι συμβάσεις, ἐπικυρωθεῖσαι διὰ νόμου, διατυποῦνται, ὡς διατυποῦται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δηλαδὴ καὶ ἄλλα νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν περὶ κυρώσεως συμβάσεων, ἐν τοῖς ὁποίοις ἀναγράφεται, ὅτι τὸ κείμενον ἕπεται γαλλιστὶ καὶ ἐν ἑλληνικῇ μεταφράσει. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ τῷ ὄντι τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἔχει σπουδαιότητα διὰ τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ μετάφρασις, καὶ ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς μεταφράσεως, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, ὅπως ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου αἱ λέξεις «γαλλιστὶ καί», καὶ μείνῃ μόνον τὸ «ἕπεται ἐν ἑλληνικῇ μεταφράσει». (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 1076 καὶ 1077 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν ν’ ἀναβάλω δι’ αὔριον τὴν ἐξήγησιν τῆς τροπολογίας.
§61Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι περιττόν, κύριε Πρόεδρε.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§63ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω μίαν παρατήρησιν, διὰ νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Νομίζω, ὅτι ὁ κυριώτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον εἰσάγεται, εἶναι ὁ ἑξῆς, ὅτι εἰς τὴν ἡμεδαπὴν χρήματα ἀρκετὰ δὲν ὑπάρχουσιν· ὥστε, ἐὰν ἔλθωσιν ἐδῶ νὰ ἐκπλειστηριασθῶσι τὰ χρεώγραφα αὐτά, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ πωληθῶσιν εἰς καλὴν τιμήν. Εἶναι λόγος ἰσχυρότατος, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ προστεθῇ, ὅτι τὸ δικαστήριον δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ τὴν ἄνευ πλειστηριασμοῦ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἢ ἀλλοδαπῇ ἐκποίησιν.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι, ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἐννοεῖ πάντοτε ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν.)
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας συντάξεως εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ Χαριλάου Τρικούπη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§67Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ προηγουμένως τὸ ἄρθρον.
§69ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον μόνον. Εἰς τὴν Σοφίαν Σ. Τρικούπη χορηγεῖται μηνιαία σύνταξις ἐκ δραχμῶν πεντακοσίων (500), πληρωτέα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ θανάτου τοῦ ἀδελφοῦ της Χαριλάου Τρικούπη. Ἡ σύνταξις αὕτη προστίθεται εἰς τὴν σύνταξιν, ἣν λαμβάνει ἡ Σοφία Σ. Τρικούπη κατὰ τοὺς περὶ συντάξεων νόμους ὡς ὀρφανὴ θυγάτηρ συνταξιούχου.»
§70Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπονέμεται σύνταξις εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ ἀειμνήστου Χαριλάου Τρικούπη. Φρονῶ ὅμως, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἔχει, δημιουργεῖται κακὸν προηγούμενον, καὶ τὸ προηγούμενον τοῦτο ὀφείλομεν νὰ προλάβωμεν. Βεβαίως πρέπει νὰ χορηγηθῇ εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη σύνταξις, ὅση δήποτε ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὁσηδήποτε προταθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ σύνταξις αὕτη πρέπει ν’ ἀπονεμηθῇ ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου νὰ μὴ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, διότι, ἐὰν σήμερον χορηγήσωμεν σύνταξιν εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ μακαρίτου Τρικούπη ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἴσως αὔριον εἰς ἄλλα πρόσωπα ἀπονείμωμεν σύνταξιν ἀπὸ συστάσεως κόσμου. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ, τὸ ἄρθρον νὰ διαιρεθῇ, διότι ἴσως τινὲς, ἐπιθυμοῦντες τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως, δὲν συμφωνοῦσιν εἰς τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως, καὶ ἢ θέλουσιν ἐκβιασθῆ νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, ἢ θέλουσι καταψηφίσει αὐτοῦ.
§71Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§72ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, πρέπει πρῶτον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ διαιρετοῦ τοῦ ζητήματος, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις. Νὰ ἐρωτηθῇ λοιπὸν, παρακαλῶ, ἡ Βουλὴ, ἐὰν συναινῇ νὰ χωρισθῇ τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν Σοφίαν Σ. Τρικούπη χορηγεῖται μηνιαία σύνταξις ἐκ δραχ. πεντακοσίων (500), πληρωτέα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.» Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου. Τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου εἶναι: «ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ θανάτου τοῦ ἀδελφοῦ της Χαριλάου Τρικούπη.»
§73ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατ’ ἄρθρον θὰ ψηφισθῇ, βεβαίως.
§74ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕν ἄρθρον εἶναι. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι ἀμφιμερὲς, περιέχει δύο προτάσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διαιρεθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή: «νὰ ἀπονεμηθῇ εἰς τὴν Σοφίαν Τρικούπη σύνταξις;» Ἡ ψηφοφορία θὰ γείνῃ μυστική. Καίτοι δὲν ὀφείλει κανεὶς νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην του, ἐγὼ δηλῶ, ὅτι θὰ ψηφίσω τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν γνωρίζω ὅμως, ἂν θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, νὰ χορηγηθῇ δηλαδὴ ἡ σύνταξις ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ θανάτου τοῦ Τρικούπη. Διὰ τοῦτο προτείνω καὶ παρακαλῶ νὰ διαιρεθῇ τὸ ἄρθρον εἰς δύο.
§75ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δύο ψηφοφορίαι.
§76ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Δι’ ἀναστάσεως θ’ ἀποφανθῇ πρῶτον ἡ Βουλὴ, ἂν πρέπῃ νὰ διαιρεθῇ τὸ ἄρθρον.
§77Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας δικαίως διετύπωσε τὴν πρότασίν του, διὰ νὰ διαιρεθῇ ὁ νόμος περὶ τῆς συντάξεως τῆς ἐριτίμου Σοφίας Τρικούπη, ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς γνωστόν, δὲν ἔχομεν τοιούτους καὶ τοιαύτας, μὲ πατέρα Πρωθυπουργόν, μὲ θεῖον ἐκ μητρὸς Πρωθυπουργόν, μὲ ἀδελφὸν Πρωθυπουργόν, λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω ἑκατὸν ψήφους διὰ νὰ τὰς δώσω ταύτην τὴν ἑσπέραν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§78Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, νὰ θεραπεύσῃ χρηματικὰς ἀνάγκας, ὅπως ὑπολογίσωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πληρωθῇ, ἀλλὰ κύριον σκοπὸν ἔχει νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην πρὸς μέγαν πολιτευτὴν, ὅστις ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐκυβέρνησε τὴν χώραν, ἀφιερωθεὶς μετὰ ἀξιοζήλου αὐταπαρνήσεως εἰς μόνην τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος. Ἐπανειλημμένως, κύριε Πρόεδρε, ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου οἱ ἡγέται τοῦ Κοινοβουλίου κατῆλθον εἰς τὸν τάφον, ἐγκαταλιπόντες κενὸν, τὸ ὁποῖον οἱ ἀπομείναντες δὲν ἠδυνήθησαν ἀτυχῶς ν’ ἀναπληρώσωσι, τὸ δὲ ἔθνος δὲν ἔπαυσε νὰ εὐγνωμονῇ καὶ νὰ τιμᾷ τὴν μνήμην αὐτῶν. Ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου σκοπὸν ἔχει νὰ μειώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ νομοθετήματος, ὅπερ βραδέως ἔρχεται νὰ ἐκπληρώσῃ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι σύμπασα ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει· ἑπομένως προτείνω νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§79ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἔχω συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἐξύμνησε, καὶ διὰ τοῦτο ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχομεν ὅμως καθῆκον, ἐδῶ συνερχόμενοι, νὰ μὴ διανέμωμεν τὸν δημόσιον πλοῦτον ὑπὲρ οἱουδήποτε προσώπου... (ἐπιφωνήσεις ἐκ δεξιῶν εἰρωνικαί).
§80ΡΙΚΑΚΗΣ. Καταβιβάζετε τὴν ὑπόθεσιν.
§81ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἔχομεν καθῆκον, ἐδῶ συνερχόμενοι, νὰ μὴ ἀνταποδίδωμεν παλαιὰς χάριτας εἰς πρόσωπα ἐκλιπόντα ὁπωσδήποτε ἐκ τῆς πολιτικῆς. Λυποῦμαι πολὺ, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει, εὐσυνειδήτως ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του, νὰ περιφρουρῇ τὰ δημόσια συμφέροντα. Βεβαίως ἀξίζει εἰς τὴν Σοφίαν Τρικούπη ἡ ἀπονομὴ τῆς συντάξεως, καὶ διὰ τοῦτο, ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν μου, θὰ ψηφίσω τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἔχομεν δικαίωμα, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Πατρῶν, νὰ ἀπονείμωμεν σύνταξιν καὶ διὰ τὸ παρελθόν.
§82Ι. ΡΟΥΦΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν ἔκαμε τὸ καθῆκόν της τότε!...
§83ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ παντάπασι τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς. Πρότασιν εἰσάγω, ἡ δὲ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχον Σῶμα καὶ δύναται νὰ καταψηφίσῃ τὴν πρότασίν μου· ἐγὼ δὲ θέλω ὑποκύψει εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι.
§84ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διὰ νὰ γείνῃ ματαιοπονία!
§85ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ὅμως, ἂν πάντες οἱ Βουλευταὶ ἐν ὁμοφωνίᾳ θὰ ψηφίσωσι τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει. Ἐγὼ πολὺ θὰ σκεφθῶ...
§86ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Πάντες, πάντες.
§87ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. καὶ ἴσως βεβαίως ἡ ψῆφός μου, μία ἀπέναντι 233, εἶναι μηδὲν, ἀλλὰ διατὶ καὶ ἡ ψῆφος αὕτη νὰ ἦναι μέλαινα, προκειμένου περὶ τῆς συντάξεως τῆς Σοφίας Τρικούπη; Οἱ λόγοι οὗτοι καὶ μόνοι μὲ παρώρμησαν, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Πατρῶν, νὰ προτείνω τὸ διαιρετὸν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ οὐδεὶς ἄλλως πλάγιος σκοπός. Δὲν ἦτο ἀνάγκη λοιπὸν νὰ μᾶς ἐπιτιμήσητε, πῶς εὑρέθη εἷς Βουλευτὴς νὰ ὑψώσῃ φωνὴν ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, προκειμένου καὶ περὶ τῆς Σοφίας Τρικούπη ἀκόμη. Ἔχω λόγους νὰ τιμῶ τὸ ὄνομα αὐτὸ, ὅσους ὄχι σεῖς ἴσως, ἀλλὰ μοὶ ἐφάνη, ὅτι καὶ χάριν τῆς τιμῆς τῶν προσώπων ἐκείνων πρέπει νὰ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, διότι καὶ ἐκεῖνοι δὲν θέλουσι τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει. Οἱ λόγοι οὗτοι μὲ παρεκίνησαν νὰ προτείνω τὸ διαιρετὸν, — εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐπιμένω, — καὶ οὐδεὶς ἄλλος πλάγιος σκοπὸς, διότι τοὺς λόγους καὶ τὰς ἀναμνήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ἐγὼ πρὸς τὸν Χαρίλαον Τρικούπην καὶ τὴν Σοφίαν Τρικούπη, ἴσως δὲν τὰς ἔχετε σεῖς, ὅστις πολλάκις διεφωνήσατε πρὸς ἐκεῖνον ζῶντα (Θόρυβος)
§88ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι σεβασμὸς πρὸς τὸν ἄνδρα, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι οὗτος, τὸ νὰ παρακολουθῶσι τυφλῶς οἱ ἄλλοι τὴν γνώμην του καὶ νὰ μὴ διαφωνῶσι πρὸς αὐτόν. Ἐάν ποτε διεφώνησα πρὸς τὸν ἀοίδιμον Τρικούπην, οὐδέποτε ὅμως ἐμειώθη ὁ πρὸς αὐτὸν σεβασμὸς καὶ ἡ ἐκτίμησίς μου, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι προσὸν διὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, δηλοῦντα ὅτι πάντοτε ἠκολούθησε τὰς γνώμας ἐκείνου. Οἱ Βουλευταὶ καὶ οἱ πολιτευόμενοι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀκολουθῶσι τυφλῶς τὰς γνώμας τῶν ἄλλων. Προσωπικὸς σεβασμὸς καὶ ἐκτίμησις πάντοτε ἀπεδόθη ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὸν μέγαν ἐκεῖνον πολίτην.
§89ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐκ μέρους ὅλων, κύριε Ρικάκη.
§90ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι βλασφημοῦμεν πρὸς τὴν μνήμην καὶ αὐτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του, οἱ ὁποῖοι ἀπῆλθον τοῦ κόσμου καὶ δὲν ἀντελήφθησαν τὴν κατάστασιν αὐτὴν, εἰς ἣν περιήλθομεν. Δύο ὁμοίας ψήφους εἶχον τὴν ἀτυχίαν, κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσω μέχρι τοῦδε, εὔχομαι δὲ νὰ ᾖναι τελευταία ἡ ψῆφος, ἣν καλοῦμαι νὰ δώσω σήμερον, καθόσον ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅστις εἶναι κατά τι νεώτερός μου, θέλει ἐπιζήσει καὶ συνεχίσει τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας του.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσοι θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ὡς ὑπεβλήθη, δηλαδὴ ἵν’ ἀπονεμηθῇ σύνταξις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, θὰ πράξωσι τοῦτο, διότι ἔχουσι τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ σύνταξις ἔκτοτε ἔπρεπε ν’ ἀπονεμηθῇ τῇ ἀδελφῇ αὐτοῦ. (Φωναὶ ἐκ δεξιῶν: «βεβαίως βεβαίως»). Διατὶ δὲν ἀπενεμήθη, τοῦτο ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει σήμερον νὰ ἐξετάσῃ. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν παρελθούσας Κυβερνήσεις ἢ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τὴν ἀπονομὴν ἔκτοτε τοιαύτης συντάξεως, αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν γνώμην ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ σύνταξις ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ θανάτου, διότι ἔκτοτε ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη καὶ ἔκτοτε ἤρχισε τὸ δικαίωμα. Τοιαύτην ἔχων γνώμην, δηλῶ ὅτι θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν σεβαστὴν δέσποιναν, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἀλλὰ δὲν θὰ ψηφοφορήσω ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐδήλωσεν, ὅτι αὐτὸς ἀποδίδει εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκόμη ὁ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει ἀποφανθῆ εἰς τίνα ἐκ τῶν πολιτευομένων ὀφείλει νὰ εὐγνωμονῇ, εἰς τίνα δὲ νὰ μὴ εὐγνωμονῇ. Ψηφίζω μόνον ὑπὲρ τῆς συντάξεως, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ πάντοτε, ὁσάκις ἐψήφιζεν ἀπονομὴν συντάξεως, ἔκρινεν, ὅτι πρέπει νὰ προνοῇ περὶ ἐκείνων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἀφιεροῦσι τὴν ζωήν των εἰς τὴν διάπραξιν τῶν κοινῶν, δὲν ἠδυνήθησαν δ’ ἕνεκα τούτου νὰ ἐπιμεληθῶσι τῶν ἰδίων συμφερόντων, ὅπως παρασκευάσωσι τὰ μέσα τοῦ βίου εἰς τοὺς οἰκείους ἢ τοὺς κατιόντας αὑτῶν. Ἑπομένως τὸ Κράτος ἔρχεται ἐπίκουρον καὶ πράττει ὅ,τι ἐκεῖνοι, ἀσχολούμενοι εἰς τὰ κοινὰ, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πράξωσιν, ἤτοι νὰ παρασκευάσωσι τὸ μέλλον τῶν τέκνων των ἢ τῶν οἰκείων των. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἀπενέμοντο πάντοτε ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας αἱ συντάξεις, αἵτινες ἐδόθησαν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν πολιτευομένων, ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἀπενεμήθη ἡ σύνταξις εἰς τὴν χήραν τοῦ Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη, ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἀπενεμήθη σύνταξις εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου, καὶ ἐπροτάθη ἡ ἀπονομὴ αὐτῆς ὑπὸ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφείσθη οὐδὲ τῆς ἀπονομῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον Κουμουνδοῦρον. Ὀφείλω βεβαίως νὰ δηλώσω ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ ψῆφός μου, ἀφοῦ ἐπὶ πάντα τὸν βίον μου, ἀφ’ ἧς ὁ ἀποθανὼν μετέσχε τῶν κοινῶν, ἠρνήθην ῥητῶς καὶ ᾐτιολογημένως πρὸς αὐτὸν τὴν ἐμπιστοσύνην μου, διότι ἔκρινον, ὅτι ἡ πολιτεία αὐτοῦ δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ ἐγὼ, ὅστις ἐφρόνουν πεποιθότως, ὅτι ἐκείνου ἡ πολιτεία ἔβλαψε καὶ μεγάλως ἐζημίωσε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Μήπως ἐπολέμουν αὐτὸν ἐκ φιλαρχίας; Οὐχί· τὸν ἐπολέμουν μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα. Ἤθελον ἀναιρέσει ὅλον τὸν βίον μου τὸν μέχρι τοῦδε, ἤθελον ἀνομολογήσει, ὅτι ἐσφαλόμην, ἀντιπράττων εἰς αὐτὸν καὶ κατακρίνων τὴν πολιτείαν ἐκείνου, ἐνῷ καὶ σήμερον ἔχω τὴν πεποίθησιν ταύτην καὶ κατὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ βίου μου θέλω ἔχει αὐτὴν, ἀφοῦ τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας περιήχθησαν ἕνεκα τῆς πολιτείας ἐκείνου εἰς οἵαν διατελοῦσι κατάστασιν (ψιθυρισμοὶ ἐκ δεξιῶν).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ἡ Πολιτεία ὀφείλει πᾶσαν πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλιπον τὰς ἰδίας αὑτῶν ὑποθέσεις, ἀφοσιωθέντες εἰς μόνην τὴν ἐπιμέλειαν τῶν κοινῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἐπιμελῶνται ὅσον οἷόν τε πληρέστερον τῶν κοινῶν ὑποθέσεων, παρημέλησαν τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα. Ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ ὑπεισέλθῃ, ὅπως ἀντικαταστήσῃ αὐτοὺς, καὶ νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῶν τέκνων τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν οἰκείων αὐτῶν, οἵτινες ἐγκατελείφθησαν οὕτως εἰς τὴν προστασίαν τῆς Πολιτείας. Ἐγὼ, εὐλαβούμενος τὴν σεβαστὴν δέσποιναν, θέλω ψηφοφορήσει ὑπὲρ τῆς συντάξεως ταύτης. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ὑπέβαλε, —μὲ τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὰ αὐτὰ προηγούμενα, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐφρόνει ἄλλως κατὰ τὸ παρελθὸν ἢ ὡς ἐγὼ, — μοὶ φαίνεται λογική. Τὸ ζήτημα εἶναι σύνθετον. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ψηφοφορήσωσιν ὑπὲρ τῆς μιᾶς διατάξεως, ἐὰν ἔχωσι τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου, θέλουσι ψηφοφορήσει καὶ ὑπὲρ τῆς δευτέρας διατάξεως· δὲν μειοῦται παντάπασιν οὔτε ἡ πρόθεσις τοῦ Ὑπουργείου, οὔτε ἡ πρόθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θέλει ἐγκρίνει τὴν σύνταξιν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἀποβιώσεως τοῦ Χαριλάου Τρικούπη. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ δὲν μειοῖ, οὔτε βλάπτει τελείως τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Εἶναι ὅμως πρότασις λογικὴ, διότι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τίθενται εἰς τὴν Βουλὴν ζητήματα πρὸς ψηφοφορίαν, χωρὶς νὰ παρέχωσιν εἰς πάντας τοὺς Βουλευτὰς τὴν εὐκολίαν νὰ δύνανται νὰ δίδωσι ψῆφον. Διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσί τινες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι γνώμην ὑπὲρ τῆς μιᾶς διατάξεως, δὲν ἔχουσι δὲ γνώμην ὑπὲρ τῆς ἑτέρας. Πρέπει δὲ πάντοτε νὰ παρέχηται εὐκολία εἰς πᾶν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου νὰ δίδῃ τὴν ψῆφόν του κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ ἐκβιάζηται μέλος τοῦ Κοινοβουλίου εἴτε νὰ μὴ δώσῃ τὴν ψῆφόν του ὑπὲρ τῆς ἀπονομῆς συντάξεως, διότι δὲν ἀποδέχεται νὰ ἄρξηται ἡ ἀπονομὴ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ θανάτου, εἴτε νὰ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφόν του ὑπὲρ ἀπονομῆς τῆς συντάξεως, διότι δὲν στέργει νὰ ἄρξηται ἡ ἀπονομὴ αὐτῆς ἀπὸ τοῦ θανάτου. Ἀληθῶς θέλετε ἀναγκάσει αὐτὸ ἢ νὰ ψηφοφορήσῃ κατὰ τῆς συντάξεως, ἢ νὰ ψηφίσῃ πρότασιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸ δὲν θέλει. Ὤφειλον νὰ δηλώσω ὑπὸ ποίους ὅρους δίδω τὴν ψῆφόν μου, καὶ νὰ καταστήσω δῆλον, ὅτι δὲν ἀποδέχομαι τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ.
§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός.). Δὲν ἐπερίμενον βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἤθελεν ἐκφράσει τὴν ἀτομικὴν αὐτοῦ εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην, ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκείνου, ἤθελεν ἀναμνησθῆ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πολλάκις ἐξέφρασε τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Τρικούπην, ἤθελεν ἀναμνησθῆ, ὅτι ὁ Τρικούπης ἐτίμησε τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ δύναμις ἡ ῥητορικὴ τοῦ Τρικούπη ὑπῆρξεν ἡ τιμὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος παρ’ ἡμῖν, καὶ ἐπερίμενον, ὅτι τὰς ἰδιότητας καὶ τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ὁ ἀντίπαλος αὐτοῦ, ὁ κραταιὸς αὐτοῦ ἀντίπαλος, ἤθελεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ἐξάρει. Ἀδιαφορῶ, ἐὰν εὐγνωμονῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ καθῆκον ἔχει νὰ ψηφίσῃ τὴν σύνταξιν τὴν προτεινομένην, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἰς αὐτὴν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπρότεινεν αὐτὴν, ἀπέδωκεν εἰς αὐτὴν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν βεβαίως θέλει ἀποδώσει εἰς αὐτὴν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀντιπροσωπεύουσα τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἔννοια αὕτη εἶναι φόρος εὐγνωμοσύνης πρὸς ἄνδρα, ὁ ὁποῖος κατηνάλωσε τὸν βίον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρίδος, εἶναι φόρος εὐγνωμοσύνης πρὸς ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε τὴν πατρίδα αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὅσον δ’ ἀφορᾷ, Κύριοι, τὸ διαιρετὸν τῆς προτάσεως, ἐγὼ δὲν θὰ κατέλθω εἰς δικολαβικὰς συζητήσεις. Ἄς διαιρεθῇ ἡ πρότασις. Δὲν θέλω νὰ βιάσω κανένα εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης του. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, θὰ ψηφίσωσιν αὐτὴν, εἴτε διαιρεθῇ, εἴτε μή.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω ἀξιώσει, οὐδ’ ἐλπίσει, ἵνα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅστις τυγχάνει νὰ ἦναι καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκφράσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς ἐμὲ, ὅταν ἐγὼ ἐκλίπω ἀπὸ τὸν κόσμον τοῦτον. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ, καὶ εἰμὶ βέβαιος, ὅτι, ὁσάκις ψηφοφορῇ κατὰ τῶν προτάσεών μου, ψηφοφορεῖ μετὰ πλήρους πεποιθήσεως, καὶ ἀληθῶς φρονεῖ, ὅτι αἱ προτάσεις μου εἶναι ἐπιζήμιοι εἰς τὸ Κράτος. Ἐὰν δὲ φρονῇ μετὰ πεποιθήσεως, ὅταν ψηφοφορῇ κατὰ τῶν προτάσεών μου, ὅτι αὗταί εἰσιν ἐπιζήμιοι εἰς τὸ Κράτος, πῶς δύναμαι νὰ ἀξιώσω νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς ἐμέ; Καὶ εἶναι εὔλογος ἀφορμή, καὶ ἀρκεῖ ὅπως ἐκφράσῃ εὐγνωμοσύνην ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας πρὸς ἐμέ, μόνον ἐὰν κρίνῃ ὅτι ἐγὼ ἠγόρευον καλῶς, ἢ ὅτι ἤμην δεξιὸς ῥήτωρ; Αὐτὰ εἶναι ἀντιφάσεις, εἶναι ἀναιρέσεις τῆς ἀληθείας, εἶναι πλαστογράφησις τῆς ἱστορίας, διότι ἡ ἱστορία θέλει κρίνει τὸν πολιτικὸν βίον μου, θέλει ἐκτιμήσει τὸν ἀνταγωνισμόν, τὸν ὁποῖον ἀντέταξα πρὸς τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν πολιτείαν τοῦ ἀποθανόντος, καὶ θέλει ἐκπλαγῆ, πῶς ἀνομολογῶ σήμερον τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς αὐτὸν, ἐνῷ χθὲς ἐκήρυσσον αὐτὸν ὀλετῆρα τοῦ ἔθνους. Ὅ,τι ἔπραττον τότε, τὸ ἔπραττον μετὰ πάσης εἰλικρινείας. Δὲν ἐπολέμουν τὴν πολιτείαν τοῦ Τρικούπη, ἵνα ἀνατρέψω αὐτὸν καὶ γένωμαι ἐγὼ Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ἐπολέμουν αὐτὴν, διότι ἔκρινα πεποιθότως καὶ εἰλικρινῶς αὐτὴν ὀλεθρίαν. Ταύτην τὴν γνώμην ἔχων καὶ τώρα, δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω εὐγνωμοσύνην, ἀλλὰ προθύμως παρέχω τὰ μέσα τοῦ βίου εἰς τὴν σεβαστὴν δέσποιναν, πρὸς ἣν εὐλαβῶς ἔχω, ἵνα βιώσῃ ἐν πλήρῃ ἀνέσει. Ἀφοῦ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπεμελεῖτο αὐτῆς, ἀσχολούμενος εἰς τὰ κοινὰ, ἠμέλησεν ὅλως τῶν ἰδίων αὐτοῦ, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ πρὸς αὐτὴν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἐγὼ, ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ψηφοφορῶ, ἵνα πράξῃ ἡ Πολιτεία ὅ,τι ἐκεῖνος δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ, καὶ προθύμως δίδω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς συντάξεως τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ. (Εὖγε! εὖγε!).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπροτάθη τὸ διαιρετὸν τοῦ ἄρθρου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Κανονισμοῦ...
§98ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ διαιρετοῦ δὲν εἶναι ζήτημα ψηφοφορίας· ὅταν εἷς ἢ δύο Βουλευταὶ προτείνωσι τὸ διαιρετὸν, ὁ Πρόεδρος εἶναι ὑπόχρεος νὰ ἀπαγγείλῃ αὐτό.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιμείνατε νὰ ἀκούσητε. Διατὶ προλαμβάνετε;... Κατὰ τὸ ἄρθρον 30, ὅταν Βουλευτής τις προτείνῃ τὸ διαιρετὸν, ὀφείλει ὁ Πρόεδρος νὰ...
§100ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον.
§101ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει). «... Τὸ διαιρετὸν ἀπαγγέλλεται ὡσαύτως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῇ αἰτήσει παντὸς Βουλευτοῦ, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἀντίρρησις· ἀντιρρήσεως ὅμως γενομένης, ἀποφαίνεται ἡ Βουλή.»
§102ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγένετο ἀντίρρησις.
§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν, οὐχὶ ἀντίρρησις κατὰ τῆς προτάσεως, ἀλλ’ ἁπλῆ παρατήρησις, ὅτι ἡ πρότασις δὲν ἦτο τῆς παρούσης ὥρας· εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ ἀπήντησεν εὐγενῶς πολὺ ἡ φωνὴ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἐξηγήσασα τίνες οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡμέρα ἐνάρξεως τῆς συντάξεως τῆς ἀδελφῆς τοῦ Τρικούπη ὑπῆρξεν ἡ ἐπιοῦσα τοῦ θανάτου αὐτοῦ. Τὸ διαιρετὸν εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ εὐθὺς ὡς μία φωνὴ ἐζήτησεν αὐτὸ, ὀφείλει ν’ ἀναγνωρισθῇ. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς ὑπολείπεται νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἂν ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν πενίαν, ὅτε ὁμιλοῦμεν περὶ συντάξεως, διότι δυστυχῶς κατ’ ἄνθρωπον εἶναι ἀδύνατον νὰ παραβλεφθῇ ὅλως ἡ ἔννοια αὕτη, ἀλλ’ ἀποβλέπομεν πρὸ παντὸς εἰς τὸ μέγεθος ἐκείνου, ὅστις κατέλιπε πένησσαν τοιαύτην ἀδελφήν. Κύριε Πρόεδρε, στεντορείως κραυγάζω ἐνώπιον ὅλης τῆς Ἑλλάδος ἐνταῦθα, ὅτι μετὰ τὸν Ἰωάννην Καποδίστριαν δεύτερος ἀνὴρ τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξεν ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, ὑπερακοντίσας ὅλους. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα). Μετὰ τὴν ἐξαφάνισιν αὐτοῦ, ἐμείναμεν πάντες ἐνταῦθα ἰσοπεδωμένοι.
§104ΤΣΟΓΚΑΣ. Σύνταξιν θ’ ἀπονείμωμεν ἢ θὰ ποτίσωμεν φαρμάκι τὴν σεβαστὴν δέσποιναν; (ἐπιδοκιμασίαι).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ διαιρετοῦ, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἀποδέχηται τὸ διαιρετόν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§106Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἀποδεχόμεθα. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὴν Σοφίαν Σ. Τρικούπη χορηγεῖται μηνιαία σύνταξις ἐκ δραχμῶν πεντακοσίων, πληρωτέα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.»
§108ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ προσαχθῶσιν αἱ κάλπαι.
§109Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ τεθοῦν δύο κάλπαι· μία διὰ τὸ ἓν ζήτημα, καὶ ἄλλη διὰ τὸ ἄλλο, ὥστε ταυτοχρόνως νὰ γείνῃ ψηφοφορία καὶ διὰ τὰ δύο μέρη τοῦ ἄρθρου (διάλογοι).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορία θὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ ἀναγνωσθέντος πρώτου μέρους τοῦ ἄρθρου. Ὅσοι παραδέχονται τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως θὰ ῥίπτωσιν εἰς τὸ Ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι θὰ ῥίπτωσιν εἰς τὸ Ὄχι.
§111ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀτελῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα, νομίζω, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ ὑπάρχει καὶ ἡ ἔννοια τῆς προσθήκης τῆς συντάξεως ταύτης εἰς τὴν ἤδη ὑπάρχουσαν σύνταξιν. Ἔχομεν τριπλοῦν ζήτημα, καὶ θὰ κάμωμεν, ἂν οὕτω τεθῇ, καὶ τρίτην ψηφοφορίαν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· περιλαμβάνεται εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου. Ἡ ψηφοφορία θὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος: «Εἰς τὴν Σοφίαν Σ. Τρικούπη χορηγεῖται μηνιαία σύνταξις ἐκ δραχμῶν πεντακοσίων, πληρωτέα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ σύνταξις αὕτη προστίθεται εἰς τὴν σύνταξιν, ἣν λαμβάνει ἡ Σοφία Σ. Τρικούπη ὡς ὀρφανὴ θυγάτηρ συνταξιούχου.»
§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Πλατούτσα καὶ Γ. Καπετανάκη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 163, ἐξ ὧν 154 εἰς τὸ Ναὶ καὶ 9 εἰς τὸ Ὄχι. Ἑπομένως τὸ πρῶτον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ τεθὲν εἰς ψηφοφορίαν, ἐγένετο δεκτόν. Ἤδη ἄρχεται ἡ δευτέρα ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους: «Ἡ σύνταξις ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ θανάτου τοῦ ἀδελφοῦ της Χαριλάου Τρικούπη.» Οἱ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν αὐτῶν ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 164, ἐξ ὧν 146 εἰς τὸ Ναὶ καὶ 18 εἰς τὸ Ὄχι. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου, ὡς ἀνεγνώσθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας τριῶν ἐτῶν εἰς ἕνα τῶν ἀρεοπαγιτῶν.
§116ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὑποβάλλω ἐπὶ τούτου τροπολογίαν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 136).
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ χορηγίας ἀδείας ἀπουσίας τριῶν ἐτῶν εἰς ἕνα τῶν ἀρεοπαγιτῶν, διὰ νὰ προσκολληθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Κρητικῆς Πολιτείας, καὶ πρὸς ἑρμηνείαν τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διαβιβάσῃ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἐκανονίσθη σχέσις τις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Κρητικὴν Πολιτείαν, παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφον τῆς κυβερνητικῆς πράξεως, δι’ ἧς ὁ κανονισμὸς οὗτος ἐγένετο. Ὡσαύτως παρακαλεῖται νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ὑπάλληλοι πολιτικοὶ, ἢ μέλη τοῦ κατὰ ξηρὰν ἢ θάλασσαν στρατοῦ, ἀπεσπάσθησαν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν καὶ προσεκολλήθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Κρητικῆς Πολιτείας, καὶ τὰς πράξεις, δι’ ὧν ἐκανονίσθησαν αἱ πρὸς τὴν εἰρημένην Πολιτείαν ἢ πρὸς τὴν Ἁρμοστίαν τῆς Κρήτης σχέσεις αὐτῶν, ὡς καὶ οἱ παρὰ τοῦ ἡμετέρου δημοσίου ταμείου ἀπονεμόμενοι αὐτοῖς μισθοί, χρηματικαὶ χορηγίαι ἢ ἀποζημιώσεις.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν).
§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπρυργός). Κύριοι, ἔρχεται κατόπιν τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ παραπεμφθῇ πρότερον εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο καλλίτερον, ἐὰν παρεπέμπετο εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην ταύτην, ἂν ἡ Βουλὴ συναινέσῃ νὰ ὁρισθῇ προθεσμία πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως, πέραν τῆς ὁποίας νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§122ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπειδὴ ἔχω ὑποβάλει καὶ ἐγὼ πρότασιν νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ καὶ αὕτη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν μελέτην τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, θεωρουμένη ὡς τροπολογία αὐτοῦ.
§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ν’ ἀποτελῆται ἐξ ἐννέα μελῶν, τὰ ὁποῖα θέλει ὀνομάσει ὁ κ. Πρόεδρος.
§124ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 20′ μ. μ.)