1899.05.15
1.850 στίχοι · 14.346 λέξεις · 80 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
Τῆς 15 Μαΐου 1899.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τ’ ἀνατυπωθέντα, ὡς διωρθώθησαν, πρακτικὰ τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως, καὶ μετά τινας παρατηρήσεις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη καὶ Κ. Καραπάνου διορθωθέντα αὖθις ἐπικυροῦνται. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Λεβαδείας, παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν, ἵνα ταχέως ἐπιψηφίσῃ τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νομοσχέδιον. Ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πέτρας ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης τηλεγράφημα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ὀρχομενίου διὰ τὸν αὐτὸν λόγον. Ψήφισμα τῶν ἐν Ἀθήναις παρεπιδημούντων Λεβαδέων ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λεβαδέων, ἐκφράζοντος τὴν εὐγνωμοσύνην του ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, καὶ ἀγγέλλοντος, ὅτι ἐψήφισεν, ἵνα δαπάναις τοῦ δήμου ἀνεγερθῶσι τὸ Νομαρχεῖον καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀσωποῦ, παρακαλοῦντος, ὅπως ἡ ἐπαρχία Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἑνουμένη μετὰ τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων, ἀποτελέσῃ ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σκύρου, αἰτουμένου, ὅπως ἡ ἐπαρχία Καρυστίας ἀποτελέσῃ ἐπίσης ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν. Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Ἀρεοπόλεως, ὅπως ἡ πόλις αὕτη ὁρισθῇ ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ Οἰτύλου. Ἀναφορὰ τοῦ τραυματίου τοῦ πολέμου Ἰωάννου Πατρικίου, ζητοῦντος, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ ἐπαρκὲς ποσὸν πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του.
§2ΓΚΕΝΤΙΛΙΝΗΣ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ αἴτησιν Μακεδόνων φοιτητῶν, παρακαλούντων, ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τῆς πληρωμῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν.
§4Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, σχετικῶς μὲ τὴν ἀναφορὰν τῶν Μακεδόνων φοιτητῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐγένετο περὶ τῶν Θεσσαλῶν, τῶν Ἠπειρωτῶν καὶ τῶν Κρητῶν φοιτητῶν, περὶ ὧν ὑπεβλήθησαν ἀναφοραὶ πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε μέτρον τι σχετικῶς πρὸς τὰς ἀναφορὰς ταύτας.
§5Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τοῦτο, συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα οὕτως ἢ ἄλλως, δίδων μίαν ἀπάντησιν πρὸς τοὺς φοιτητάς, οἱ ὁποῖοι προσδοκῶσι τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ μένουσι μετέωροι· εἰσὶ δὲ πολλοὶ μεταξὺ αὐτῶν ἕτοιμοι δι’ ἐξετάσεις. Πρόκειται ὡς πρὸς τούτους περὶ τῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα καταβάλλουσι διὰ τὰς ἐξετάσεις. Ἀλλ’ ἂς δοθῇ μία ἀπάντησις εἰς τοὺς φοιτητάς.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐβαρύνθην νὰ συνιστῶ, καὶ ἑπομένως παύω συνιστῶν· παρακαλῶ ὅμως νὰ μάθω, τί ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι εἶναι νέοι ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι περιφέρονται μετέωροι, οὕτως εἰπεῖν, ἐπὶ τόσον καιρόν, ἀναμένοντες μίαν ἀπάντησιν.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ψηφισθῇ νέος νόμος.
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἄς τὸν εἰσαγάγουν.
§9Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται νὰ δωρηθῶσι τέλη εἰσπραττόμενα δυνάμει τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ἑπομένως ὁ ἁρμόδιος πρὸς ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Λαβὼν γνῶσιν τῶν γενομένων παραστάσεων τῶν διαφόρων συναδέλφων, ὅπως δωρηθῶσι τὰ τέλη ταῦτα διὰ νόμου, παρεκάλεσα τὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀξιότιμον συνάδελφόν μου νὰ μοὶ ἀποστείλῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τοὺς φοιτητάς, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην. Ὁ κ. συνάδελφος μοὶ ἀπέστειλεν ἕνα πίνακα, ἀναγράφοντα μόνον ἑπτὰ ἐκ τῆς Μακεδονίας καί, ἄν δὲν ἀπατῶμαι, πέντε ἐκ τῆς Ἠπείρου. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εἶναι μόνον αὐτοί. Διὰ τοῦτο τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἰδιαιτέρως τὰς παραστάσεις ταύτας μοὶ ὑπέβαλον, παρεκάλεσα νὰ κατορθώσουν, ὅπως συνταχθῇ πίναξ, ἀναγράφων ἀκριβῶς πάντας τοὺς φοιτητάς, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, ὅπως γινώσκω τὸ ποσόν, περὶ οὗ πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν. Ὅταν ὁ πίναξ οὗτος μοὶ παραδοθῇ, τότε θὰ σκεφθῶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβληθήσεται εἰς τὴν Βουλήν, περὶ δωρήσεως ὡρισμένου ποσοῦ τελῶν· διότι νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς δωρεὰν ποσοῦ, μὴ ἐκ τῶν προτέρων ὡρισμένου, δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ.
§10Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς πληροφορεῖ διὰ πρώτην φορὰν, ὅτι ἦλθεν εἰς συνεννόησιν ἰδιαιτέραν μετὰ Βουλευτῶν, οἵτινες πρὸς αὐτὸν ἀπετάθησαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα ἰδιαιτέρας συνεννοήσεως, καὶ ἀπορῶ, πῶς αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατορθώνομεν νὰ λάβωμεν πάντες γνῶσιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν, πολλάκις ζητηθεισῶν πληροφοριῶν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ἕξ, οὔτε ἑπτὰ, ἀλλ’ εἶναι πλέον τῶν πεντήκοντα οἱ φοιτηταί, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουσι τὴν ἀνανέωσιν τῆς ἐγγραφῆς των, καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτει πληροφορίας παρὰ τοῦ Πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος γινώσκει τίνες εἶναι οἱ φοιτηταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνενέωσαν τὴν ἐγγραφήν των καὶ ἀναμένουσι κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ Πρυτάνεως ν’ ἀποφανθῇ τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς των, ἤθελε πολὺ εὐκολώτερον τὸ γνωρίσει, ἀντὶ νὰ ζητῇ φιλικῶς παρὰ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου πληροφορίας.
§11ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ παράκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συναδέλφου μου, ἀπετάθην ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ μοὶ ὑποβάλῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα, τίνες ἐκ Θεσσαλίας καὶ Κρήτης φοιτηταὶ εἶχον ἤδη μετεγγραφῆ, καταβαλόντες τὰ σχετικὰ τέλη, καὶ τίνες δὲν εἶχον μετεγγραφῆ. Ὁ κ. Πρύτανις μοὶ ὑπέβαλεν αὐτὸν τὸν πίνακα, καὶ μοὶ ἀνέφερεν ἕξ ἢ ἑπτὰ Θεσσαλοὺς μετεγγραφέντας φοιτητὰς καὶ καταβαλόντας τὰ τέλη, καὶ πέντε ἢ ἕξ Κρῆτας, δὲν ἦτο δὲ εἰς θέσιν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐὰν ὑπάρχωσι, καὶ πόσοι, ἄλλοι Θεσσαλοὶ καὶ Κρῆτες, ἐπιθυμοῦντες νὰ μετεγγραφῶσιν. Ἐγὼ περιωρίσθην εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὸ νὰ διαβιβάσω τὸ σχετικὸν ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ἄλλης παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, δύναμαι νὰ τὸν διαβεβαιώσω, ὅτι ἀδιακρίτως πάντες οἱ Βουλευταὶ δύνανται νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ν’ ἀπευθύνωνται πρὸς πάντα τμηματάρχην, καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Ὑπουργόν, νὰ ζητῶσι πληροφορίας οἱασδήποτε καὶ νὰ κάμνωσι συστάσεις. Κατὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην, καθ’ ἣν ὄχι μόνον οἱ Βουλευταί, ἀλλὰ καὶ πᾶς πολίτης δύναται νὰ προσέρχηται, προσῆλθον καὶ Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πρὸς ἐμὲ, καὶ ἐζήτησαν τοιαύτας πληροφορίας, καὶ ἐγὼ ἔδωκα εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν παρέσχομεν καὶ ἐνταῦθα. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ γείνῃ κατάλογος ἀκριβὴς τῶν ἐκ Θεσσαλίας καὶ Κρήτης φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν μετενεγράφησαν ἀκόμη, εὐθὺς δ’ ὡς θὰ ἔχωμεν τὸν κατάλογον αὐτὸν καὶ ἴδωμεν πόσοι εἶναι καὶ ποῖον ποσὸν θὰ δωρήσωμεν πρὸς αὐτοὺς, τότε θ’ ἀποφασίσῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑποβληθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§12Τ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κατάλογον αὐτὸν δύναμαι νὰ γνωρίσω ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐζήτησα παρὰ τῆς Πρυτανείας σημείωσιν τῶν ἀνανεωσάντων κατὰ τὸ παρελθὸν Ἀκαδημαϊκὸν ἔτος 1897–1898 τὰς ἐγγραφάς των φοιτητῶν, καὶ μοὶ ἐδόθη ἡ σημείωσις, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνανεωσάντων ἀνέρχεται εἰς 139, τῶν δὲ ἐγγραφέντων εἰς 40–50. Οἱ ἐγγραφέντες κατὰ τὸ Ἀκαδημαϊκὸν ἔτος 1897–1898 θέλουσιν ἀνανεώσει τὰς ἐγγραφάς των κατὰ τὸ τρέχον Ἀκαδημαϊκὸν ἔτος, ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τῶν μελλόντων νὰ ἀνανεώσωσι τὰς ἐγγραφάς των Θεσσαλῶν φοιτητῶν ἀνέρχεται εἰς 180 περίπου. Αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι ἐπίσημοι, καθόσον προέρχονται ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ Πανεπιστημίου.
§13Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀδελφῆς νήσου Κρήτης ζητεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς ἓν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ δεχθῇ ἐπὶ τριετίαν ἐν Κρήτῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου τῆς Κρήτης. Ἡ Κυβέρνησις, ἀποδεχθεῖσα τὴν αἴτησιν ταύτην, λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἐμοῦ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ ἄδειαν μέχρι τριῶν ἐτῶν εἰς ἓν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀποδεχόμενον τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Κρήτῃ Ἐφετῶν. Εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν πᾶσαι σχεδὸν αἱ Κυβερνήσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων παρέχουσι πλήρη καὶ τὴν ὑλικὴν καὶ τὴν ἠθικήν των συνδρομὴν εἰς τὴν ἀδελφὴν νῆσον πρὸς ἀνοργάνωσιν αὐτῆς, εἶναι μεγάλη ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν περιποιεῖ εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος ἡ αἴτησις τῆς Κυβερνήσεως τῆς Κρήτης, καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὴν ἀδελφὴν νῆσον διὰ τὴν ταχεῖαν αὐτῆς ἀνοργάνωσιν, ἐπιβάλλει, νομίζω, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ἐὰν ᾖναι δυνατόν, ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα ἐπείγει, νὰ συζητηθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 123 (α), ἐν τέλει τοῦ τεύχους).
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδαμῶς ἀντιλέγομεν καὶ προθύμως θέλομεν ψηφίσει εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, παρακαλῶ ὅμως τοὺς κ. Ὑπουργοὺς ν’ ἀσχοληθῶσιν, ἵνα νομιμοποιήσωσιν ἢ τακτοποιήσωσι καὶ τὰς ἄλλας ἡμῶν σχέσεις, διότι καὶ ἄλλων κλάδων οἱ ὑπάλληλοι ἢ οἱ λειτουργοὶ διατελοῦσιν ἐν Κρήτῃ, καὶ τὰ κατὰ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν ἀνωμάλως ἔχουσι καὶ τὰ κατὰ τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν εἰς Κρήτην δὲν ἐτακτοποιήθησαν, πρέπει δὲ νὰ τακτοποιηθῶσιν. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ κ. Ὑπουργοὶ θέλουσιν εἰσακούσει τῆς συστάσεως ταύτης.
§17Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ συστηθῇ εἰς τὸν πρόεδρον καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ὅπως κατορθωθῇ αὔριον νὰ συνέλθωσι καὶ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ νομοσχέδια τ’ ἀναγόμενα εἰς τοὺς ὑποβληθέντας προϋπολογισμούς.
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατί αὔριον Κυριακήν;
§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἐὰν συνέλθῃ αὔριον ἡ ἐπιτροπή, θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τὴν Δευτέραν, καὶ τὴν Τρίτην νὰ ἔλθωμεν εἰς συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν κύρωσιν τῶν διαταγμάτων καὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1897, 1898 καὶ 1899, διότι ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν προσήκουσαν τάξιν.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πολλὰ δέονται τακτοποιήσεως καὶ ἰδίως ἐν τῷ κλάδῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διαφόρους καταστάσεις, τὰς ὁποίας πρὸς τοῦτο ἀνέγραψα ἐν τῇ παρούσῃ ἐπερωτήσει: αʹ) Κατάστασιν τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1898 κατὰ τὴν 31 Μαρτίου 1899, δηλοῦσαν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ: τὸ προϋπολογισθὲν ποσόν, τὸ βεβαιωθέν, τὸ ἐκ τούτου εἰσπραχθέν, καὶ τὸ μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως κρινόμενον ὡς πιθανῶς βεβαιωτέον καὶ εἰσπρακτέον. βʹ) Κατάστασιν τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1898 κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1899, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων, δηλοῦσαν τὸ ποσὸν τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ζητηθεισῶν πιστώσεων, τῶν διὰ δηλώσεων τῶν Ὑπουργῶν προστεθεισῶν καὶ διὰ Β. Διαταγμάτων χορηγηθεισῶν. γʹ) Κατάστασιν συντεταγμένην ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δηλοῦσαν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων: τὸ ποσὸν τῶν μέχρι τέλους Μαρτίου 1899 ἐνταλθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ὑπὸ τῶν δευτερευόντων διατακτῶν, καὶ τὸ ποσὸν τῶν μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1899 θεωρηθέντων χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἐκδοθέντων ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν δι’ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1898. δʹ) Κατάστασιν καθ’ Ὑπουργεῖον τοῦ ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ ἄνευ τῶν νομίμων δικαιολογητικῶν ἐκδοθέντων χρηματικῶν ἐνταλμάτων δι’ ἔξοδα τῶν χρήσεων 1897, 1898 καὶ 1899, ὅσα δὲν ἐδικαιολογήθησαν μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1899, ἐκτιθεῖσαν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐδικαιολογήθησαν ἔτι. εʹ) Λεπτομερῆ λογαριασμὸν τοῦ κατὰ τὸ 1898 ἐκδοθέντος ἐξωτερικοῦ δανείου ἐπὶ τόκῳ 2½% ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν Δυνάμεων, δηλοῦντα: τὸ πραγματοποιηθὲν ὀνομαστικὸν κεφάλαιον, τὸ εἰσπραχθὲν ἐξ αὐτοῦ ποσὸν, τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τῆς ἐκδόσεως καὶ λοιπῶν, καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, διὰ τὰς ὁποίας διετέθη τὸ εἰσπραχθὲν ποσόν. ϛʹ) Ἀπόσπασμα τοῦ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1898 κλεισθέντος ἰσολογισμοῦ τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ δημοσίου ταμείου, περιλαμβάνον τὰς μερίδας ἐκείνας, ἐφ’ ὧν κατὰ τὸ 1898 ἐγένοντο πράξεις, καὶ μόνον τὸ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐγγραφὲν εἰς τὸ ἐνεργητικὸν καὶ τὸ παθητικὸν ἑκάστης τῶν μερίδων τούτων ποσόν. Ἀλλὰ πλὴν τούτων παρακαλῶ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσωσι: αʹ) Σημείωσιν ἀκριβῆ, κατὰ τὰς διαιρέσεις τῶν σχετικῶν προϋπολογισμῶν συντεταγμένην, τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898 γενομένων ἐκτάκτων δαπανῶν, ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τοῦ πολέμου, εἰς μισθοὺς ἐν γένει, εἰς μετακομίσεις, εἰς ἀποζημιώσεις καὶ εἰς προσωπικὰς ἀποδοχὰς εἰς χρήματα παντὸς εἴδους. βʹ) Ἀναλυτικὴν κατ’ εἶδος κατάστασιν τοῦ ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τοῦ πολέμου καταναλωθέντος ὁπωσδήποτε ἢ ἀπολεσθέντος δημοσίου ὑλικοῦ παντὸς εἴδους, κατὰ βάρος, μέτρον καὶ ἀριθμὸν, καὶ κατ’ ἀξίαν χρηματικὴν, ἀναγραφομένην ἐν τοῖς βιβλίοις τῆς διαχειρίσεως. Παρακαλῶ ὡσαύτως πάντας τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς νὰ καταθέσωσιν ἕκαστος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λογαριασμόν, περὶ οὗ γίνεται λόγος ἐν Κεφ. Θʹ καὶ ἐν ἄρθροις 89–111 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, μετὰ τῶν δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν προσδιοριζομένων δικαιολογητικῶν, διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἔτους 1896, τῆς ὁποίας οἱ λογαριασμοὶ βεβαίως ἔκλεισαν πρὸ πολλοῦ, καὶ ἥτις διεξήχθη κανονικῶς καὶ ὁμαλῶς.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν νὰ συνέλθῃ αὔριον, ἵνα ἐπιλάβηται τοῦ ἔργου αὑτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατὰ ποίαν ὥραν;
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν 10 πρὸ μεσημβρίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§24ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δημόσια καὶ τὰ ἰδίαν οἰκονομικὰ ἀφ’ ἑνός, Ἐκκλησία καὶ παιδεία ἀφ’ ἑτέρου, ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ δύο θεμέλιοι λίθοι, ἐφ’ ὧν ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἔγνω νὰ ἐποικοδομήσῃ τὸ μεταρρυθμιστικὸν αὐτῆς ἔργον. Ἄν δι’ ἐκείνων πρόκειται νὰ ἔχωμεν τὰ ὑλικὰ, διὰ τούτων θ’ ἀποκτήσωμεν τὰ ἠθικὰ κεφάλαια, τ’ ἀναγκαῖα εἰς πᾶσαν μεταρρύθμισιν καὶ ἀνόρθωσιν ἐν ἡμῖν. Τοῦτο ὑπεδηλώθη ἤδη κατὰ τὴν γενικὴν τοῦ προγράμματος ἡμῶν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε ἐν ἀρχῇ ἀπὸ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐγένετο δὲ κατάδηλον τοῖς πᾶσιν, ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἰδίᾳ, ἐκ τῆς μακρᾶς καὶ ἀναλυτικῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, εἰσηγουμένου εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1899. Νῦν ὑπολείπεται νὰ καταδείξω ἐγὼ τὸ αὐτὸ ὡς πρός τε τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν παιδείαν. Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι, τοιαύτην γνώμην ἔχοντες ἡμεῖς περὶ τῶν εἰρημένων κλάδων, δὲν ἀποδίδομεν τὴν προσήκουσαν σημασίαν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν καὶ παντὸς ἄλλου κλάδου τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, τῆς διοικήσεως καθόλου, τῆς δικαιοσύνης, τῆς πολεμικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ παρασκευῆς τῆς χώρας καὶ τῆς λυσιτελεστέρας ἀναδιοργανώσεως τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας. Ἡ γενομένη ἤδη εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους ὑποβολὴ τοσούτων διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν νομοσχεδίων, εἰς ἃ θὰ ἐπακολουθήσωσι μετ’ ὀλίγον διάφορα ἄλλα νομοσχέδια τῶν τε πολεμικῶν Ὑπουργείων καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, μαρτυρεῖ τρανῶς, ὅτι τὴν Κυβέρνησιν ἡμῶν ἀπασχολεῖ ἐξ ἴσου ἡ μεταρρύθμισις καὶ τῶν κλάδων τούτων. Ἀλλὰ διατί τότε ἐξαίρομεν ἡμεῖς ἰδιαζόντως τὴν σημασίαν τῶν οἰκονομικῶν, ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐκπαιδευτικῶν μεταρρυθμίσεων; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, καθ’ ὃν πᾶσα ἄλλη μεταρρύθμισις θὰ ἐματαιοῦτο ἐν πολλοῖς, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνετο ἡ προσήκουσα πρόνοια, ἔνθεν μὲν περὶ ἐξευρέσεως τῶν ἀναγκαίων δι’ αὐτὴν πόρων, ἔνθεν δὲ περὶ τῆς προσηκούσης μορφώσεως ἐκείνων, δι’ ὧν μέλλει νὰ διενεργηθῇ αὕτη. «Δεῖ δὴ χρημάτων, καὶ ἄνευ τούτων οὐδέν ἐστὶ γενέσθαι τῶν δεόντων», κατὰ τὸν μέγαν τῆς ἀρχαιότητος ῥήτορα. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην κατέδειξεν ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνάδελφός μου, ὅστις ἐν ταὐτῷ σᾶς ἐξέθηκε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησίς μας προτίθεται νὰ πληρώσῃ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἀνάγκην. Ἀλλὰ καὶ τὰ χρήματα ἂν ἔχωμεν πρόχειρα καὶ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς πάντα τὰ ἀναγκαῖα νομοθετήματα διὰ τὰς ὑφ’ ἡμῶν ἐπιδιωκομένας μεταρρυθμίσεις τῶν λοιπῶν κλάδων, μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι οὕτω πως ἐπετεύχθη τὸ πᾶν. Πάντες οἱ νέοι νόμοι θὰ μείνωσιν ἐν πολλοῖς νεκρὸν γράμμα, ἂν μὴ ἐμφυσήσωσιν εἰς αὐτοὺς πνοὴν ζωῆς οἱ μέλλοντες νὰ τοὺς ἐφαρμόσωσιν, ἂν μὴ οὗτοι διὰ τῆς προσηκούσης μορφώσεως ἀποδειχθῶσιν ἱκανοί, ἵνα ἐξ ἀψύχων μεταβάλωσιν αὐτοὺς εἰς ἐμψύχους. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι. Ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ παιδεία εἶναι κατὰ ταῦτα τὸ φυτώριον παντὸς δημοσίου λειτουργοῦ οὐχ ἧττον ἢ παντὸς χρηστοῦ πολίτου, ὧν ἄνευ καὶ ἡ Πολιτεία καὶ ἡ κοινωνία διατρέχουσι τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων. Ἄνευ Ἐκκλησίας καὶ παιδείας, ἐπιτελούσης, ὡς δεῖ, τὸν μέγαν καὶ ὑψηλὸν προορισμόν της, καὶ πάντοτε μὲν, μάλιστα δὲ ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις, ἀδύνατον, πάντη ἀδύνατον, νὰ ἔχωμεν τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς δυναμένους νὰ ἐπιτελέσωσι πιστῶς καὶ εὐόρκως τὸ καθῆκόν των· ἀδύνατον, πάντη ἀδύνατον, ν’ ἀποκτήσωμέν ποτε ἀξιωματικοὺς εὐπαιδεύτους καὶ προθύμους ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ προτάξωσι τὸ στῆθός των ὑπὲρ πατρίδος καὶ εἰς ἄμυναν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαίων· ἀδύνατον, πάντη ἀδύνατον, νὰ ἔχωμεν πολίτας χρηστούς, προθύμους νὰ ἐπιτελέσωσι μετ’ ἐθελοθυσίας καὶ αὐταπαρνήσεως καὶ τὰς ἄλλας πρὸς τὴν Πολιτείαν ὑποχρεώσεις των, μάλιστα δὲ τὴν ἱερωτάτην καὶ τιμιωτάτην πασῶν, τὴν τοῦ αἵματος. Ἂν θέλωμεν, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν καλὰ οἰκονομικὰ, πρὸς δὲ χρηστὴν διοίκησιν καὶ ἱκανὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ ναυτικὸν ἀξιόμαχον, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ταχεῖαν καὶ ἀσφαλῆ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἀναθρέψωμεν ἐν φόβῳ Κυρίου καὶ νουθεσίᾳ διὰ τῆς Ἐκκλησίας, νὰ μεταδώσωμεν δὲ διὰ τῆς παιδείας τὴν προσήκουσαν γενικὴν καὶ εἰδικὴν μόρφωσιν οὐ μόνον πρὸς τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς, ἀλλὰ καὶ πρὸς πάντας τοὺς πολίτας. Διὰ τῆς τοιαύτης ἀγωγῆς καὶ παιδείας δὲν θὰ ἔχωμεν μόνον ἱκανοὺς δημοσίους λειτουργοὺς ἐν παντὶ κλάδῳ, ἀλλὰ καὶ πολίτας χρηστοὺς, διευκολύνοντας ἐν πολλοῖς τὸ ἔργον τῆς Πολιτείας, ὅπερ εἶναι εἰς ἐκείνους ἀνατεθειμένον. Οἱ τοιοῦτοι πολῖται θὰ διακρίνωνται διὰ τὴν φιλονομίαν των, θὰ ὑπολαμβάνωσι δὲ καθῆκον ἱερὸν καὶ ἀπαράβατον, καθῆκον κείμενον ὑπεράνω πάσης νομίμου ὑποχρεώσεως, νὰ ὑποβοηθῶσι τὴν Πολιτείαν εἰς τὴν διάπραξιν τῶν ὑπ’ αὐτῆς ἐπιδιωκομένων σκοπῶν. Θὰ καταβάλλωσι τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς τοὺς φόρους, τὰ τέλη καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, οὐχὶ τόσον ἐκ φόβου τῶν ἐπαπειλουμένων εἰς αὐτοὺς ποινῶν, ἐν περιπτώσει παραβάσεως τῶν σχετικῶν νόμων τοῦ Κράτους, ὅσον ἐκ καθήκοντος πρὸς τοῦτο. Θὰ ἦναι ἱκανοὶ νὰ φέρωσι τὰ δημόσια βάρη, διότι διὰ τῆς παιδείας θὰ μορφωθῶσιν, ὡς δεῖ, οἱ γεωργοὶ, οἱ βιομήχανοι, οἱ ἔμποροι καὶ οἱ ναυτικοὶ ἡμῶν, καὶ θὰ ἐπιδώσωσι καὶ προαχθῶσιν οὕτως εἰς ἀκμήν τινα πάντες οἱ σχετικοὶ κλάδοι τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, δι’ ὧν θὰ καθίστατο ἡ χώρα ἡμῶν ἱκανὴ νὰ ἀντίσχῃ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν καὶ εἰς μείζονα ταύτης φορολογίαν. Θ’ ἀποδειχθῶσιν ἱκανοὶ στρατιῶται, πρόθυμοι ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ ν’ ἀποτρίψωσιν ἐκ τοῦ μετώπου τῆς πατρίδος τὸ στίγμα τοῦ τελευταίου πολέμου. Θὰ διευκολύνωσι μεγάλως τὸ ἔργον τῆς διοικήσεως καὶ δικαιοσύνης· διότι ὡς χρηστοὶ πολῖται ὄχι μόνον πράγματα δὲν θὰ παρέχωσιν εἰς ταύτας, ἀλλὰ καὶ θὰ ὑποβοηθῶσιν αὐτὰς μεγάλως ἐν πάσῃ ἐνεργείᾳ, ἰδίᾳ εἰς τὴν πρόληψιν καὶ εἰς τὴν ἀποτελεσματικὴν ἀνακάλυψιν καὶ τιμωρίαν τοῦ ἐγκλήματος. Οἱ χρηστοὶ πολῖται θὰ συναγανακτῶσιν ἐξ ἴσου πρὸς τοὺς ἀδικουμένους συμπολίτας των, θὰ ὑπολαμβάνωσι δὲ καθῆκον αὐτῶν ἀπαραίτητον νὰ λέγωσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν, οὐ μόνον καλούμενοι ὡς μάρτυρες, ἀλλὰ καὶ αὐτόκλητοι ἐν ἀνάγκῃ ἐμφανιζόμενοι πρὸ τῆς δικαιοσύνης, οὐδὲ ἀδιαφοροῦντες, ὡς νῦν, πρὸς πᾶν ἀδίκημα, γενόμενον πρὸς ἄλλους, οὐδ’ ἀποκρύπτοντες τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐπιορκοῦντες, ὁσάκις ἐκ τῆς μαρτυρίας αὐτῶν ἐξήρτηται νὰ ἀπονεμηθῇ τὸ δίκαιον καὶ νὰ παταχθῇ τὸ ἔγκλημα, ὅταν ἰδίᾳ τοῦτο διασαλεύῃ τὰ θεμέλια πάσης πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς τάξεως. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ζήτημα ζητημάτων θεωροῦμεν ἡμεῖς, μετὰ τὸ οἰκονομικὸν, τὸ ἐκκλησιαστικὸν καὶ ἐκπαιδευτικόν. Εἰς τοῦτο δὲ καὶ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν αὐτῇ ὄντες ἀπεδώκαμεν πάντοτε ὑψίστην σημασίαν. Καίτοι δὲ ἀπὸ πολλοῦ παρεσκευασμένοι εἰς πᾶσαν σχετικὴν μεταρρυθμιστικὴν ἐργασίαν, οὐχ ἧττον δὲν ὑποβάλλομεν νῦν αὐτὴν ὁλόκληρον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐπιψηφισθῇ αὐτὴ πᾶσα κατὰ τὴν παροῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον. Πρόκειται περὶ νέου καταστατικοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν νόμου, περὶ νέου νόμου περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐπισκόπων, πρὸς δὲ περὶ νόμων περὶ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, περὶ Μονῶν, περὶ μορφώσεως τοῦ Κλήρου καὶ περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων. Πρόκειται προσέτι περὶ σωρείας ὅλης νομοσχεδίων, ἀναγομένων εἰς τὴν δημοτικήν, τὴν μέσην καὶ ἀνωτάτην ἡμῶν ἐκπαίδευσιν, πρὸς δὲ εἰς τὰς ἀρχαιότητας καὶ τὴν σχετικὴν πρὸς αὐτὰς ὑπηρεσίαν τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου. Τὸ φυσικώτερον θὰ ἦτο, Κύριοι, νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν ὑμετέραν ψῆφον ἐν ἀρχῇ τὰ ἐκκλησιαστικὰ νομοσχέδια, ὅπως οὕτως ἐκ Θεοῦ ἀρξώμεθα, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον. Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα νομίζομεν ἐπάναγκες νὰ ὑποβάλωμεν τὸ πρῶτον εἰς τὴν κρίσιν αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδὴ δὲ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐντὸς τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Συνόδου, ἔγνωμεν νὰ πράξωμεν αὐτὸ κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ μεταξὺ ταύτης καὶ τῆς ἐπιούσης Βουλευτικῆς Συνόδου, νῦν δὲ νὰ προτάξωμεν τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ, ἂν ψηφισθῶσιν αὐτὰ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος σχολικοῦ ἔτους, ἐνῷ ἄλλως ἡ ἐφαρμογή των θὰ ἤρχετο ἀπὸ τοῦ μετεπιόντος ἔτους. Περιττόν, Κύριοι, νομίζω, νὰ ὑποδείξω νῦν πρὸς ὑμᾶς, ὁπόσον ἐπείγουσα καὶ αὐτὸ τοῦτο ἐπιτακτικὴ εἶναι ἡ ἀνάγκη τῶν ἐκπαιδευτικῶν μεταρρυθμίσεων. Τὴν ἀνάγκην ταύτην συναισθανόμεθα ἤδη ἀπὸ πολλοῦ πάντες ἐν Ἑλλάδι. Πάντες σχεδὸν ἀνομολογοῦμεν ἀπὸ πολλοῦ ἤδη, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἡμῶν χωλαίνει καθ’ ὅλους αὐτῆς τοὺς κλάδους, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου. Ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις περιορίζεται συνήθως εἰς μόνην τὴν μετάδοσιν ξηρῶν τινων γνώσεων. Δὲν εἶναι αὐτή, ὡς ὤφελεν, ἀγωγή, ἔχουσα θρησκευτικόν, ἠθικὸν καὶ ἐθνικὸν τὸν χαρακτῆρα, οὐδὲ μεταδίδει πρὸς τῇ γενικῇ καὶ τὴν ἀπολύτως ἀναγκαίαν εἰδικὴν μόρφωσιν, οὕτως ὥστε οἱ δι’ αὐτῆς παιδευόμενοι νὰ ἀναδεικνύωνται πολῖται χρηστοὶ καὶ ἐπιτήδειοι εἰς πᾶν πρακτικὸν στάδιον, προκείμενον εἰς τὴν κατωτάτην τοῦ λαοῦ κοινωνικὴν τάξιν. Πολλῷ ὀλιγώτερον εἶναι ἀγωγή, θρησκευτικόν, ἠθικὸν καὶ ἐθνικὸν διασώζουσα τὸν χαρακτῆρα, ἡ μέση ἡμῶν ἐκπαίδευσις. Αὕτη εἶναι καὶ ἄλλως πλημμελής, καθόσον ἡ δι’ αὐτῆς μεταδιδομένη γενικὴ καὶ εἰδικὴ μόρφωσις εἴς τε τὰ μέλη τῆς μέσης ἢ ἀστικῆς λεγομένης τάξεως καὶ εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς ἀνωτέραν ἐπιστημονικὴν καὶ τεχνικὴν ἐκπαίδευσιν ἀστοχεῖ ἑκατέρου τῶν σκοπῶν τούτων. Τοιαύτης δ’ οὔσης τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ καλλιτέρα καὶ ἡ ἀνωτάτη ἡμῶν ἐκπαίδευσις, καὶ διότι ἀτελῶς πάνυ παρασκευάζονται δι’ ἐκείνης οἱ μέλλοντες νὰ σπουδάσωσιν ἐν αὐτῇ, καὶ διότι ἡ ὅλη ὀργάνωσίς της εἶναι τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀστοχῇ καὶ αὐτὴ ἑκατέρου τῶν ὑπ’ αὐτῆς ἐπιδιωκομένων σκοπῶν. Οὔτε δηλαδὴ ἡ ἐπιστήμη καλλιεργεῖται καὶ προάγεται δι’ αὐτῆς, ὡς ὤφελεν, οὔτε οἱ μέλλοντες νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς ἐπιστημονικὰς τῆς Πολιτείας καὶ κοινωνίας ἀνάγκας παιδεύονται δι’ αὐτῆς προσηκόντως. Τὴν τοιαύτην, Κύριοι, θλιβερὰν ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις κατάστασιν τοῦ ὅλου ἐκπαιδευτικοῦ ἡμῶν συστήματος βαρέως φέροντες πάντες οἱ Ἕλληνες, ἀπὸ πολλοῦ ἐπιζητοῦμεν τὴν βελτίωσιν αὐτῆς. Ἀπόδειξις τούτου τρανὴ πρόκεινται ἡμῖν αἱ ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ ἐπέκεινα διεξαχθεῖσαι ἐν τε τῇ Βουλῇ καὶ τῷ τύπῳ συζητήσεις καὶ αἱ ἔκτοτε γενόμεναι διάφοροι νομοθετικαὶ ἀπόπειραι πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἡμῶν συστήματος. Ἂν δὲ πρὶν ἐνομίζομεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν ἀπὸ συνόδου εἰς σύνοδον καὶ ἀπὸ περιόδου εἰς περίοδον τῆς Βουλῆς τὴν τοιαύτην μεταρρύθμισιν, ἀπὸ τῶν τελευταίων ὅμως ἐθνικῶν ἡμῶν ἀτυχημάτων, ἅτινα κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ἀπεδόθησαν εἰς τὴν πλημμελῆ καὶ ἐλλιπῆ ἐν πολλοῖς ἐκπαίδευσίν μας, κατέστη, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, κοινὴ πεποίθησις ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, ὅτι οὐδεμία πλέον ἐπιτρέπεται ἀναβολὴ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἡμῶν συστήματος. Ἐκ τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως ἀπεκδεχόμεθα νῦν πάντες νέαν ζωήν, νέον ἴδια αἷμα, μέλλον νὰ ἐγχυθῇ εἰς τὸν νοσηρὸν ἐθνικὸν ὀργανισμόν μας. Δι’ αὐτῆς ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐπικρατήσωσι καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς ἀλλαχοῦ, νέαι ἰδέαι ὑγιεῖς, τοὐλάχιστον ὑγιέστεραι τῶν μέχρι τοῦδε, καὶ δὴ παρὰ τοῖς νεωτέροις, οἵτινες, ὄντες μᾶλλον δεκτικοὶ αὐτῶν ἢ οἱ πρεσβύτεροι, ἀποτελοῦσι τὰς χρηστὰς τῆς πατρίδος ἐλπίδας. Οὕτω πως μόνον δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνόρθωσις ἔθνους, εὑρισκομένου ἐν ᾗ τὸ ἡμέτερον καταστάσει. Τοῦτο μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία ἄλλων λαῶν, οἵτινες, περιστάντες εἰς παραπλησίαν πρὸς ἡμᾶς θέσιν, ἐφρόντισαν πρὸ παντὸς διὰ τῆς παιδείας νὰ ἐξέλθωσιν ἐξ αὐτῆς. Διὰ τῆς παιδείας οἱ ἐν Πρωσσίᾳ κατέθεσαν μετὰ τὴν ἐν Ἰένῃ ἧτταν τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ μετέπειτα ἐθνικοῦ των μεγαλείου. Εἰς τὴν παιδείαν ἔστρεψαν ἀπερίσπαστον τὴν προσοχήν των καὶ ἐν Γαλλίᾳ μετὰ τὸ ἐν Σεδὰν πάθημά των, καὶ δι’ αὐτῆς κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐπεῖδον ἐπουλουμένας ταχέως τὰς ἐκ τοῦ πολέμου πρὸς τὴν Γερμανίαν πληγάς των καὶ ἀναγεννωμένην τὴν πατρίδα των εἰς νέαν ἀκμὴν καὶ δόξαν. Τὸ παράδειγμα δὲ, Κύριοι, τῆς Πρωσσίας καὶ Γαλλίας ὀφείλει νὰ μιμηθῇ νῦν καὶ ἡ μικρὰ Ἑλλὰς, ἂν θέλῃ νὰ ἐπίδῃ καὶ αὐτὴ κρείττονας ἡμέρας, ἂν μέλλῃ ν’ ἀναγεννηθῇ καὶ αὐτὴ ὡς φοῖνιξ ἐκ τῆς τέφρας τῶν μέχρι τοῦδε ἐθνικῶν ἀτυχημάτων της. Εἶναι τόσον ἁπλῆ καὶ καταφανὴς ἡ ἀλήθεια, ὥστε πρέπει νὰ ᾖναί τις τυφλὸς τὸν νοῦν καὶ πεπωρωμένος τὴν καρδίαν, ὅπως μὴ διίδῃ καὶ ἀνομολογήσῃ αὐτὴν, ὅπως μὴ ἀπονείμῃ εἰς τὰς ἐκπαιδευτικὰς μεταρρυθμίσεις τὴν σημασίαν ἐκείνην, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἀπονέμει εἰς αὐτὰς, ἔχουσα ἐν τούτῳ σύμφωνον τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις περιέβαλεν αὐτὴν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του καὶ διὰ τὰς ἄλλας αὐτῆς ἐπαγγελίας, μάλιστα δὲ διὰ τὰς περὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ζητήματος. Τὰς ἐπαγγελίας ταύτας, Κύριοι, καλούμεθα νὰ πληρώσωμεν νῦν διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων εἰς τὴν ὑμετέραν ψῆφον. Ὡς ἐκ τῆς ἐπισταμένης ἀναγνώσεως τῶν σήμερον προβαλλομένων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς προταττομένης αὐτῶν μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως θὰ πεισθῆτε, ἡ ἐργασία ἡμῶν αὕτη δὲν ἔγεινεν ἐν σπουδῇ καὶ ἐπὶ τοῦ γόνατος, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον. Εἶναι προϊὸν μακρᾶς καὶ ἐνδελεχοῦς μελέτης, καθ’ ἣν, ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν τὰς ἐκπαιδευτικὰς ἡμῶν ἀνάγκας ἠθελήσαμεν νὰ πληρώσωμεν ταύτας συνῳδὰ πρὸς τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, τῆς ἀπαντώσης παρ’ ἄλλοις λαοῖς, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένοις. Τὰ διδάγματα ταῦτα πᾶσαν καταβάλλομεν προσπάθειαν, ὅπως μεθαρμόσωμεν εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς, εἰς τὸ παρελθόν, εἰς τὸν ἰδιάζοντα χαρακτῆρα καὶ τὰς ἰδιαζούσας πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς ἡμῶν συνθήκας. Ὡς καὶ ἐν πάσῃ ἄλλῃ νομοθετικῇ ἐργασίᾳ, καὶ ἐν τῇ ἐκπαιδευτικῇ εἴχομεν πάντοτε ἐν νῷ, ὅτι νομοθετοῦμεν δι’ Ἕλληνας, καὶ οὐχὶ δι’ ἄλλον τινὰ λαόν. Ἀπὸ εἰκοσαετίας, Κύριοι, καὶ ἐπέκεινα εὐρύτατα συνεζητήθη παρ’ ἡμῖν τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, οὕτως ὥστε νὰ ᾖναι αὐτὸ ἤδη ὥριμον εἰς ἐπίλυσιν. Τὰς συζητήσεις ταύτας παρηκολουθήσαμεν ἀείποτε μετὰ ζωηροῦ τοῦ ἐνδιαφέροντος, μέλη δέ τινα τῆς Κυβερνήσεώς μας δύνανται νὰ καυχηθῶσι καὶ ὅτι ἀείποτε ἐπρωταγωνίστησαν κατ’ αὐτάς. Τὰ πορίσματα δὲ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος συζητήσεων θὰ εὕρητε διατυπούμενα ἐν τοῖς ἐκπαιδευτικοῖς ἡμῶν νομοσχεδίοις. Καίτοι δὲ τοιαύτης οὔσης τῆς ἡμετέρας ἐργασίας, οὐχ ἧττον δὲν ἠρκέσθημεν εἰς μόνα τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν ἡμῶν αὐτῶν. Προσεφύγομεν καὶ εἰς τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν τῶν ἐπαϊόντων καὶ εἰδικῶν θεωρουμένων περὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ ζητήματα παρ’ ἡμῖν, τυχόντες τῆς συμπράξεως τούτων καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν σύνταξιν, μάλιστα δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων ἐν ἐπιτροπαῖς, ἐπὶ τούτῳ συσταθείσαις, ὑφ’ ἡμῶν, ὅπως οὕτω τὰ ἡμέτερα νομοσχέδια προβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον οἷόν τε τελειότερον κατηρτισμένα. Διὰ τῆς νομοθετικῆς ἡμῶν ταύτης ἐργασίας ἐπεδιώξαμεν δύο τινά, ἔνθεν μὲν τὴν κωδικοποίησιν τῆς ὑφισταμένης ἐκπαιδευτικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἔνθεν δὲ τὴν ἀναγκαίαν αὐτῆς μεταρρύθμισιν. Ἡ τοιαύτη δηλαδὴ μεταρρύθμισις εἶναι μὲν ῥιζικὴ ἐν πολλοῖς, οὐχὶ ὅμως καὶ ἀνατρεπτικὴ τοῦ παντός. Ἐφροντίσαμεν νὰ περιλάβωμεν ἐν τοῖς ἡμετέροις νομοσχεδίοις πᾶσαν κειμένην ἤδη διάταξιν, ἣν εὕρομεν καλῶς ἔχουσαν, ἀντικαθιστῶντες μόνας τὰς μεταρρυθμιστέας διατάξεις καὶ συμπληροῦντες τὰ κενὰ τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας. Οὕτω πως δὲν θὰ ἔχῃ τις πλέον τὸ νῦν πολυδαίδαλον τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, οὗτινος ἔννοιαν ἀμυδρὰν δύνασθε νὰ ἔχητε, Κύριοι, ἐκ τῶν προκειμένων τεσσάρων νόμων (ἐπιδεικνύει αὐτοὺς), τῶν ἀφορώντων εἰς μόνην τὴν δημοτικὴν ἡμῶν ἐκπαίδευσιν. Ὡσαύτως πολύτομοι καὶ ὀγκώδεις εἶναι καὶ αἱ συλλογαὶ τῶν νόμων, διαταγμάτων καὶ ἐγκυκλίων, τῶν ἀναγομένων καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἐκπαιδευτικοὺς ἡμῶν κλάδους, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὸν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Αἱ συλλογαὶ αὗται εἶναι δυσπρόσιτοι καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς τῆς ὑπηρεσίας, οἵτινες μόλις καὶ μετὰ βίας πολλάκις κατορθοῦσι νὰ ἀνεύρωσιν ἐν αὐτοῖς ὅ,τι ζητοῦσι, νὰ γινώσκωσι δὲ τί τὸ ἰσχῦον καὶ τί τὸ μὴ ἰσχῦον πλέον. Εἰς τοὺς ἰδιώτας εἶναι σχεδὸν ἀπρόσιτοι αὗται. Ἡ ὑφ’ ἡμῶν ὅμως παρασκευασθεῖσα νομοθετικὴ ἐργασία, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ περιλαμβάνῃ τὰς ἰσχυούσας μόνον διατάξεις, ἔχει καὶ ἄλλως οὕτω πως συστηματοποιηθῆ, ὥστε νὰ ἦναι αὐτὴ προσιτὴ καὶ εὔχρηστος εἰς πάντα πολίτην. Τῆς τοιαύτης ἡμῶν ἐργασίας δεῖγμα ἔχετε, Κύριοι, ἐν τοῖς σήμερον ὑποβαλλομένοις εἰς τὴν ὑμετέραν ψῆφον νομοσχεδίοις περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ Διδασκαλείων τῶν ἀρρένων, εἰς ἃ ταχέως μέλλουσι νὰ ἐπακολουθήσωσι τὰ περὶ διδακτηρίων ἀνωτέρων παρθεναγωγείων καὶ διδασκαλείων τῶν θηλέων, πρὸς δὲ τὰ περὶ μέσης καὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδια. Περιττὸν νομίζω, Κύριοι, ν’ ἀνασκοπήσω κατὰ τὴν προφορικὴν ταύτην εἰσήγησιν τῶν νομοσχεδίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὴν ἱστορικὴν ταύτης ἀνέλιξιν ἀπὸ τῆς πρώτης ἀποκαταστάσεως τῆς Πολιτείας ἡμῶν ὑπὸ τὸν ἀοίδιμον Καποδίστριαν μέχρι τῶν ἐσχάτων τούτων χρόνων. Τὴν τοιαύτην ἀνακοίνωσιν εὑρίσκετε ὅσον οἷόν τε λεπτομερῆ ἐν τῇ προταττομένῃ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος νομοσχεδίων μακρᾷ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Τό γε νῦν, παρατηρῶ ἐν κεφαλαίῳ μόνον τὰ ἑξῆς. Ὑπὸ τὸν πρῶτον τῆς Ἑλλάδος Κυβερνήτην ἐγένετο ἡ πρώτη ἀπόπειρα εἰς εἰσαγωγὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως παρ’ ἡμῖν, καὶ δὴ ὑπὸ τὴν τότε κρατοῦσαν ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ἀλληλοδιδακτικὴν μέθοδον, ἱδρύθησαν δὲ ἐν ἡμῖν καὶ τὰ πρῶτα διδακτήρια δημοτικῶν σχολείων. Ὑπὸ τὴν Ἀντιβασιλείαν ἐδημοσιεύθη ὁ πρῶτος καταστατικὸς νόμος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 6|18 Φεβρουαρίου 1834. Ὁ νόμος οὗτος συνταχθεὶς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τότε ἰσχυούσης ἀλλαχοῦ, ἰδίᾳ ἐν Γαλλίᾳ, σχετικῆς νομοθεσίας, ἦτο διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν ἄριστος, ἀλλὰ δυστυχῶς δυσεφάρμοστος ἐν ἡμῖν, δι’ οὓς λόγους ἀναγράφομεν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Ἐν ᾧ δὲ ἔπρεπεν αὐτὸς βραδύτερον νὰ μεταρρυθμισθῇ καὶ συμπληρωθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρ’ ἡμῖν πείρας, ἔμεινε κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν ἰσχύϊ μέχρι τῆς σήμερον, εἰ καὶ πολλαὶ διατάξεις του περιῆλθον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς ἀχρηστίαν. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1834 ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ φαεινά τινα σημεῖα ἐν τοῖς σχετικοῖς νομοθετήμασι τῶν ἐτῶν 1878, 1892 καὶ 1895. Διὰ τοῦ νόμου ΧΘʹ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1878 «περὶ συστάσεως τοῦ Διδασκαλείου ἐν Ἀθήναις», εἰσήχθη παρ’ ἡμῖν συστηματικωτέρα τις ἐκπαίδευσις τῶν δημοδιδασκάλων, συνῳδὰ πρὸς τὰ τότε κρατοῦντα ἀλλαχοῦ, ἰδίᾳ ἐν Γερμανίᾳ, εἰς ἣν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1870 εἶχον ἀποσταλῆ, τῇ πρωτοβουλίᾳ ἰδίᾳ τοῦ ἐπὶ τῆς διαδόσεως τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων Συλλόγου, διάφοροι νέοι Ἕλληνες πρὸς τελειοποίησιν ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει. Δι’ αὐτῶν ἱδρύθη ἐν ἔτει 1876 τὸ ἐν Θεσσαλονίκῃ Διδασκαλεῖον, ὅπερ, ἐπί τινα μόνον ἔτη λειτουργῆσαν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Μακεδονίας, ἐμόρφωσεν ἱκανοὺς δημοδιδασκάλους, διδάσκοντας ἔτι καὶ νῦν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, ἐν Θράκῃ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἀνατολῆς. Αὐτοὶ ἔδωκαν καὶ τὴν πρώτην ὤθησιν εἰς σύστασιν τοῦ δευτέρου ἐν Ἀθήναις Διδασκαλείου ἐν ἔτει 1878, εἰς ἣν ἐπηκολούθησε βραδύτερον ἡ σύστασις τῶν Διδασκαλείων τῆς Πελοποννήσου, τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Θεσσαλίας, ὧν πάντων οἱ καρποί, ἂν καὶ δὲν ἀνταπεκρίθησαν ἐν πᾶσιν εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους ἡμῶν ἐξ αὐτῶν, οὐχ ἧττον ὑπῆρξαν ὁπωσδήποτε κρείττονες τῶν καρπῶν τοῦ πρώτου ἐν Ἀθήναις Διδασκαλείου καὶ τῶν μετὰ τὴν κατάργησιν τούτου χειροτονηθέντων δημοδιδασκάλων δι’ ἐπιτροπῶν. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ τῆς 12 Αὐγούστου 1892 «περὶ διοργανισμοῦ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως» ἐτέθη ὁπωσδήποτε ἓν τέρμα εἰς τὴν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπαντῶσαν χαώδη κατάστασιν ὡς πρός τε τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα καὶ ὡς πρὸς τὴν σύστασιν καὶ διαβαθμολόγησιν τῶν σχολείων καὶ τὸν κατατοπισμὸν τῶν διδασκάλων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Διὰ δὲ τοῦ νόμου ͵ΒΟΘʹ τῆς 6 Αὐγούστου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐλήφθη ἡ προσήκουσα πρόνοια περὶ μορφώσεως γραμματιστῶν, μελλόντων ν’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς γραμματοδιδασκάλους, οἵτινες ἀνέκαθεν ἐθεωρήθησαν ὡς λύμη τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἐξαίρονται ἐν πάσῃ δυνατῇ λεπτομερείᾳ τά τε πλεονεκτήματα καὶ αἱ ἐλλείψεις ἰδίᾳ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ. Τὰς ἐλλείψεις ταύτας ἐκέκλητο νὰ πληρώσῃ ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 «περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Ὁ νόμος οὗτος ἔσχε δύο μεγάλα πλεονεκτήματα, τὴν καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ τὴν πρώτην πρόνοιαν περὶ ἀνεγέρσεως διδακτηρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐν ἡμῖν. Δι’ ἐκείνου ἀπηλλάγησαν οἱ διδάσκαλοι, ὁπωσδήποτε, τῶν πρὶν ἀθρόων μεταβολῶν, οἵτινες συνήθως δὲν προήρχοντο ἐκ σχολικῆς ἀνάγκης, ὑπεβλήθησαν δὲ εἰς τακτικωτέραν καὶ ἀνελλιπεστέραν τοῦ καθήκοντος ἐκπλήρωσιν ἢ πρίν, ὅτε οὐδένα εἶχον τὸν ἐποπτεύοντα καὶ ἐλέγχοντα αὐτούς. Διὰ δὲ τῆς μερίμνης περὶ ἀνεγέρσεως διδακτηρίων ἔμελλε νὰ πληρωθῇ ἀνάγκη ἐπαισθητὴ τὰ μάλιστα ἐν ἡμῖν, ἀνάγκη, ἀναβιβάζουσα τὸ ἐρύθημα τῆς αἰδοῦς εἰς τὰς παρειὰς ἡμῶν, ἀναλογιζομένων ὅτι μετὰ ἑβδομηκονταετῆ σχεδὸν ἐλεύθερον βίον τὰ τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι καταδεδικασμένα νὰ φοιτῶσιν εἰς τρώγλας, καθ’ ὃν χρόνον ἄλλοι λαοὶ χθεσινοὶ ἐκ τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου ἔχουσιν ἤδη ἀνεγείρει ἐν ἑκάστῃ αὐτῶν κώμῃ ἀληθῆ μέγαρα εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα, Κύριοι, τοῦ νόμου τοῦ 1895 ὀφείλω τόσῳ μᾶλλον νὰ ἐξάρω, ὅσῳ εἰσηγηταὶ αὐτοῦ ὑπῆρξαν, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰσηγήσαντο ἐν ἡμῖν καὶ τὸν νόμον ΧΘʹ τοῦ 1878, ὅστις εἶναι, ὡς εἴδομεν, τὸ πρῶτον φαεινὸν σημεῖον τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1834. Ἀλλ’ ἡ σπουδὴ, μεθ’ ἧς ὁ νόμος ΒΤΜΘʹ συνετάχθη καὶ ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἔσχεν ὡς φυσικὸν ἐπακολούθημα καὶ τὴν ἀτέλειαν τοῦ δι’ αὐτοῦ καθιερωθέντος θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ τῶν περὶ διδακτηρίων διατάξεων καὶ ἄλλας πολλὰς ἐλλείψεις. Δὲν συνεζητήθη οὗτος ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὡς ὤφειλεν, ἐν ἐπιτροπῇ, ἀπαρτιζομένῃ ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν. Δὲν συνωδεύθη ὑφ’ οἵας δήποτε αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, δὲν παρεπέμφθη κἂν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπεξεργασίαν ἐν αὐτῇ, ἀλλὰ συνεζητήθη ἀπ’ εὐθείας ἐν τῇ ὁλομελείᾳ αὐτῆς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ὑπῆρξεν εὐρεῖα, καταναλώσασα ὁλοκλήρους συνεδρίας τῆς Βουλῆς, ἐγένοντο δὲ κατ’ αὐτὴν τοσαῦται τροποποιήσεις, ὥστε μετὰ τὴν τρίτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν κατέστη σχεδὸν ἀγνώριστον τὸ πρῶτον νομοσχέδιον. Καὶ οὕτως ὅμως ἔμεινεν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμος μὲ τόσας πλημμελείας καὶ χάσματα, ὥστε ἔκτοτε προσκόπτει ἡ ἐφαρμογή του ἀνὰ πᾶν σχεδὸν βῆμα. Τούτου ἕνεκεν ἕνα περίπου μῆνα ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς του ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθη ὁ τροποποιῶν αὐτὸν νόμος ΒΤΞΘʹ τῆς 6 Μαρτίου 1896, βραδύτερον δὲ οἱ νόμοι ΒΤϞΖʹ τῆς 5 Ἀπριλίου καὶ ΒΥΛϚʹ τῆς 16 Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Καθ’ ἣν δὲ, Κύριοι, ἡμέραν ἐδημοσιεύετο ὁ τελευταῖος οὗτος νόμος, ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν τέταρτον νομοσχέδιον ἐκ 15 ἄρθρων, ἔκτοτε δὲ συνετάχθη ἐν τῷ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείῳ τὸ παρὸν νομοσχέδιον (ἐπιδεικνύει αὐτὸ) ἐκ 35 περίπου ἄρθρων, τροποποιοῦν καὶ αὐτὸ ἰσάριθμα ἄρθρα τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, ταῦτα δὲ πάντα καθ’ ὑπόδειξιν αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας. Εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος σπουδὴν, μεθ’ ἧς συνετάχθη καὶ ἐπεψηφίσθη ὁ νόμος ΒΤΜΘʹ, ὀφείλονται αἱ ἐλλείψεις τοῦ ἄλλως λυσιτελοῦς θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν. Δὲν ἐλήφθη ἡ προσήκουσα πρόνοια περὶ προσόντων τούτων· διὸ ἐστρατολογήθησαν αὐτοὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ καθηγητῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, οἵτινες, ὡς τοιοῦτοι, δὲν ἔχουσι πολλὴν τὴν σχέσιν πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Καὶ οὕτω δὲ ἀφέθησαν ἅμα τῷ διορισμῷ εἰς τὴν τύχην των, ἄνευ οἱουδήποτε νομοτελεστικοῦ διατάγματος, ἄνευ ὁδηγιῶν κἂν περὶ τοῦ νέου ἔργου των. Διὸ ἠναγκάσθησαν αὐτοί, ἕκαστος ἀναλόγως τῆς ἰδιοφυΐας του, νὰ κανονίσῃ τὴν ἐνέργειάν του, ἥτις κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν περιωρίσθη εἰς τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον, εἰς ἓν εἶδος δηλαδὴ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν των διδασκάλων. Δὲν παραμένουσιν αὐτοὶ ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τούτων, ἐπανορθοῦντες καὶ χειραγωγοῦντες, ἐν ἀνάγκῃ δὲ ὑποβάλλοντες αὐτοὺς καὶ εἰς πρακτικὰς ἀσκήσεις, ἐν καιρῷ διακοπῶν, ὅπως γείνωσιν οὕτω κρείττονες ἑαυτῶν. Οἱ διδάσκαλοι κατέστησαν αὐτόχρημα ὑποχείριοι εἰς τοὺς ἐπιθεωρητάς, δυναμένους νὰ προτείνωσιν εἰς τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια καὶ νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἀπόλυσίν των, χωρὶς κἂν νὰ κληθῶσι πρότερον εἰς ἀπολογίαν. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ δύνανται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀναπολόγητοι νὰ δικασθῶσι καὶ καταδικασθῶσιν εἰς ἀπόλυσιν ὑπὸ τῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων, ἐνεργούντων πάντη ἀνευθύνως, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ὑπεράνω αὐτῶν τὸν ἐποπτεύοντα καὶ ἐλέγχοντα αὐτούς. Τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια δι’ ὅλας τὰς πράξεις των δὲν ἔχουσι νὰ δώσωσι λόγον εἰς ἄλλον τινά, εἰμὴ μόνον εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν συνείδησίν των! Διὰ τῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων, Κύριοι, ἐν μέρει δὲ καὶ διὰ τῆς ἀναμίξεως τῶν δημοτικῶν συμβουλίων εἰς τὸν διορισμὸν τῶν διδασκάλων καθιερώθη ἐν τῇ διοικήσει τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἡ ἀποκέντρωσις, ἡ ἐξυμνουμένη ὑπό τινων παρ’ ἡμῖν ὡς ἡ μόνη πανάκεια τῆς ἀπὸ πολλοῦ κατατρυχούσης ἡμᾶς πολιτικῆς κακοδαιμονίας. Ἀλλὰ τὰ σιωπηρὰ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀποτελέσματα, ἅτινα ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ τοιαύτη ἀποκέντρωσις, θὰ πείσωσιν, ὡς νομίζω, πάντας ἐν Ἑλλάδι, καὶ αὐτοὺς τοὺς φανατικωτέρους ὀπαδοὺς της, ὅτι, ἐν ὅσῳ διατελοῦμεν ὑπὸ τὰς σημερινὰς κοινωνικὰς συνθήκας, —καὶ θὰ διατελῶμεν δυστυχῶς ἐπὶ μακρὸν ἔτι ὑπὸ ταύτας, — ἡ ἀποκέντρωσις, ὡς φαντάζονταί τινες αὐτῶν, εἶναι καθαρὰ δι’ ἡμᾶς χίμαιρα. Διεσκεδάσθη οὕτω μία πλάνη μεγάλη ἐν ἡμῖν, ὡς ἔχω δι’ ἐλπίδος· τὸ καλὸν δὲ τοῦτο, εἰ καὶ ἀπεκτήσαμαν αὐτὸ τέλεσι καὶ δαπάναις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐχ ἧττον πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ νόμου τοῦ 1895 καὶ τῶν εἰσηγητῶν του, ἔστω καὶ ὑπὸ ἀρνητικὴν ἔποψιν. Τὰ δημοτικὰ συμβούλια, Κύριοι, δὲν ἔχουσι πανταχοῦ καὶ πάντοτε προχείρους τοὺς διδασκάλους, ἵνα, καλούμενα ὑπὸ τῶν ἐπιθεωρητῶν, προτείνωσι τοὺς διοριστέους εἰς τὰς κενὰς θέσεις τῶν σχολείων τῶν δήμων. Οὕτως ὅμως τὸ σχετικὸν δικαίωμά των μένει ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἰδανικὸν, γινόμενον μόνον πρόξενον ἀναβολῆς τοῦ διορισμοῦ τῶν διδασκάλων. Οὐδὲ αὐτὰ τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια ἔχουσι πανταχοῦ καὶ πάντοτε προχείρους τοὺς διδασκάλους, ὅπως διορίσωσι τούτους μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τεταγμένης πρὸς τοῦτο προθεσμίας εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια. Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως μένουσι πολλὰ σχολεῖα ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἄνευ διδασκάλων, καὶ δὴ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἀφοῦ ἐν τῷ μέσῳ τούτου ἐπιτρέπονται νῦν καὶ αἱ ἀπολύσεις αὐτῶν. Μῆνες δὲ ὁλόκληροι παρέρχονται τότε, ἕως οὗ ἐνασκήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸ ἐναπολειφθὲν εἰς αὐτὸν δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, ἀφοῦ ἐπὶ δίμηνον μείνῃ κλειστὸν ἓν σχολεῖον· διότι καὶ αὐτὸς δὲν ἔχει νῦν προχείρους τοὺς διοριστέους διδασκάλους, ὡς πρότερον, οἷοι πάντες οἱ ἐντὸς ὑπηρεσίας διατελοῦντες τοιοῦτοι πρὸς αὐτὸν καὶ μόνον ἀπετείνοντο, προκειμένου περὶ διορισμοῦ. Ἀλλὰ συμβαίνουσι νῦν καὶ ἄλλα ἄτοπα, ὡς πρὸς τὰς διδασκαλικὰς μεταβολάς. Προκειμένου περὶ ἀπολύσεως, δὲν ἐφαρμόζεται ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μέτρον ὑπὸ τῶν διαφόρων ἐποπτικῶν συμβουλίων, ἄλλων μὲν τούτων ὄντων, ἐξ ἰδιοσυγκρασίας τῶν μελῶν των, αὐστηροτέρων καὶ ἄλλων ἐπιεικεστέρων τοῦ δέοντος. Καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια προτείνουσι πολλάκις καὶ κατορθοῦσιν οὕτω τὸν ἀναδιορισμὸν διδασκάλων, μόλις ἀπολυθέντων ἐπὶ παντελεῖ ἀνικανότητι καὶ ἀβελτερίᾳ ἢ ἐπὶ ἀσέμνῳ βίῳ. Καὶ τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια ἐξ ἀγνοίας οὐχὶ σπανίως ἀναδιορίζουσι διδασκάλους οὕτω πως ἀπολυθέντας ἐξ ἄλλων νομῶν. Δυστυχῶς δὲ καὶ ταῦτα καὶ ἐκεῖνα οὐχὶ σπανίως ἐπηρεάζονται κατὰ τὰς προτάσεις καὶ τοὺς διορισμοὺς τῶν διδασκάλων ὑπὸ συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν καὶ ὑπὸ ἄλλων ἐλατηρίων, ἀφοῦ καὶ τὰ μέλη αὐτῶν εἶναι Ἕλληνες, ζῶντες ἐν τῇ πνιγηρᾷ κοινωνικῇ καὶ πολιτικῇ ἡμῶν ἀτμοσφαίρᾳ. Τὰ δημοτικὰ μάλιστα καὶ ἐποπτικὰ συμβούλια δὲν ἔχουσι κἂν τὸν χαλινὸν τοῦ ἐλέγχου τοῦ τύπου καὶ τῆς Βουλῆς, ὡς πρὶν ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις, ὁσονδήποτε αὐθαίρετος καὶ ἂν ἦτο, δυσκόλως θ’ ἀπετόλμα ν’ ἀναδιορίσῃ διδάσκαλον, μόλις ἀπολυθέντα ἐπὶ παντελεῖ ἀνικανότητι καὶ ἀσέμνῳ διαγωγῇ, ὡς νῦν συχνάκις συμβαίνει τοῦτο ἐπὶ τῶν πάντη ἀνευθύνων καὶ ἀνεξελέγκτων δημοτικῶν καὶ ἐποπτικῶν συμβουλίων. Ἕτερον μέγα ἄτοπον παρατηρεῖται νῦν ὡς πρὸς τὰς μεταθέσεις. Ἐπειδὴ αὗται ἐδυσχεράνθησαν κατὰ πολὺ διὰ τοῦ νόμου ΒΣΜΘʹ, πῶς νομίζετε ὅτι ἐσκέφθησαν νὰ παρακάμψωσι τὰς σχετικὰς διατάξεις οἱ δημοδιδάσκαλοι; ἁπλούστατα παραιτούμενοι ἐκ τῆς μιᾶς καὶ ἀναδιοριζόμενοι εἰς ἄλλην κενὴν θέσιν. Ἐπειδὴ ὅμως συνέβαινεν ἐνίοτε νὰ καταλαμβάνηται ἐν τῷ μεταξὺ ὑπ’ ἄλλου ἡ νέα θέσις καὶ αὐτοὶ νὰ μένωσιν οὕτως «εἰς τὰ κρύα τοῦ λουτροῦ», κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἐσοφίσθησαν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ ὑπερπηδήσωσι καὶ τὴν δυσχέρειαν ταύτην, ὡς ἑξῆς: Πρὶν ἢ παραιτηθῶσιν ἐκ τῆς θέσεώς των, ἀποτείνονται πρὸς διαφόρους ἐπιθεωρητὰς περὶ διορισμοῦ, ὡς δῆθεν διατελοῦντες ἐκτὸς ὑπηρεσίας. Συμβαίνει οὕτω νὰ διορισθῶσιν εἰς μίαν, δύο καὶ πλείονας συγχρόνως θέσεις. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐκλέγουσι καὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ὡς καλλιτέραν θεωρουμένην ἐξ αὐτῶν, ὅταν δὲ πεισθῶσιν ἐν τοῖς πράγμασιν ὅτι, ἐπέτυχον ἐν τῇ ἐκλογῇ, τότε μόλις ὑποβάλλουσι τὴν ἐκ τῆς προτέρας θέσεώς των παραίτησιν, ἀδιαφοροῦντες, ἐὰν οὕτως ἕν, δύο ἢ καὶ πλείονα σχολεῖα μένωσιν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας κλειστὰ ἐξ αἰτίας των. Ἴσως, Κύριοι, νομίζητε, ὅτι, ὁσάκις ἀνακαλύπτεται ὑπὸ τῶν ἐπιθεωρητῶν ἡ τοιαύτη καταστρατήγησις τοῦ νόμου, τιμωρεῖται ὑπ’ αὐτῶν· πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα αὐτῆς τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας μου. Διωρίσθη τις ἐν αὐτῇ διδάσκαλος πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος περίπου ἔτους, ὡς διατελῶν δῆθεν ἐκτὸς ὑπηρεσίας, ὅτε αἴφνης πρό τινων ἡμερῶν ἀπελύθη ἔκ τινος τῶν σχολείων τῆς Θεσσαλίας, ὡς ἔκτοτε ἐγκαταλιπὼν τὴν θέσιν του, διότι εἶχε λησμονήσει νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐκεῖθεν παραίτησίν του. Τὸ πρᾶγμα, ὥς με ἐπληροφόρησαν, ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸν οἰκεῖον ἐπιθεωρητήν, ὅστις ἀνεκάγχασε διὰ τὴν εὐφυΐαν τοῦ διδασκάλου, εἰς οὐδὲν λογιζόμενος, ὅτι ἐξ αἰτίας του τὸ ἐν Θεσσαλίᾳ σχολεῖον μένει κλειστὸν ἀπὸ τοσούτου ἤδη χρόνου! Ἐπὶ πᾶσι τούτοις, Κύριοι, διὰ τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ ἀνετράπη καὶ ἡ μόνη ὀρθὴ καὶ λογικὴ βάσις, ἡ ἀπαντῶσα ἐν πάσῃ πεπολιτισμένῃ χώρᾳ, ὡς πρὸς τὴν σύστασιν καὶ διαβαθμολόγησιν τῶν σχολείων καὶ διδασκάλων, ἡ βάσις τῆς ἀπογραφῆς τῶν κατοίκων, ἡ καθιερωθεῖσα καὶ ἐν ἡμῖν διὰ τοῦ νόμου ΒΠΕʹ τοῦ 1892. Ἀντὶ νὰ συμπληρωθῇ ἡ βάσις αὕτη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895, καθισταμένης ὑποχρεωτικῆς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀνεστράφησαν μόνον οἱ ὅροι. Ἡ μὲν δημοτικὴ ἐκπαίδευσις κατέστη ὑποχρεωτικὴ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἄνευ δηλαδὴ κυρώσεως τῆς σχετικῆς διατάξεως, ἀντὶ δὲ τῆς ἀπογραφῆς τῶν κατοίκων ἐλήφθη ὡς βάσις ὁ ἀκροσφαλὴς καὶ ἀβέβαιος πάντοτε ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, ὅστις δύναται νὰ ἐξογκῶται καὶ μειῶται ἐν τοῖς μαθητολογίοις κατὰ τὸ ἑκάστοτε συμφέρον, οὕτω δὲ δυνατὸν τὰ σχολεῖα νὰ προβιβάζωνται ἢ ὑποβιβάζωνται κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου δημοτικοῦ καὶ ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου. Φυσικὸν ἐπακολούθημα τῆς σφαλερᾶς ταύτης ἀρχῆς ὑπῆρξεν ὁ διορισμὸς τῶν διαφόρων διδασκάλων παρὰ τοὺς βαθμούς των. Οὕτως εἰς θέσεις πρωτοβαθμίων καὶ δευτεροβαθμίων ἐν πολυταξίοις σχολείοις διωρίσθησαν ἔκτοτε τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι, ὑποβιβασθέντων ἐκείνων εἰς μονοτάξια σχολεῖα ὡς τριτοβαθμίων, τούτων δὲ πάλιν εἰς γραμματεῖα ὡς γραμματιστῶν. Οἱ γραμματισταί, εἰ καὶ ἀπεδείχθησαν λαμπροὶ διδάσκαλοι, ὡς μαρτυροῦσιν αἱ ἐκθέσεις πολλῶν ἐπιθεωρητῶν, οὐχ ἧττον ἐτέθησαν ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ ἀπέναντι τῶν γραμματοδιδασκάλων, ἐξ οὗ ἀπογοητευθέντες πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀπεσύρθησαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἐδέησε δὲ ἀπὸ τοῦ 1896 νὰ κλεισθῶσι καὶ τὰ ὑποδιδασκαλεῖα, ἐλλείψει μαθητῶν. Πολλοὶ τῶν δήμων, μὴ δυνηθέντες νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν φόρων των κατὰ ἓν τοῖς ἑκατὸν, στεροῦνται νῦν καὶ αὐτῶν τῶν γραφικῶν ἐξόδων. Ἄλλοι, κατὰ τύπους μόνον ὑποβληθέντες εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος αὔξησιν, κατέστησαν τὴν δημοτικήν των ἐκπαίδευσιν πολυτελεστάτην, ἀφοῦ τὴν ὅλην δαπάνην ταύτης ἐπέρριψαν οὕτως εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπερ οὐδεμίαν μὲν γνώμην ἔχει πλέον περὶ συστάσεως καὶ διαβαθμολογήσεως σχολείων καὶ διδασκάλων, καταβάλλει ὅμως αὐτὸ πᾶσαν σχεδὸν τὴν οὕτω πως ἐξογκουμένην δαπάνην. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἐνῷ ὑπὸ τοῦ νόμου ΒΠΕʹ, ἐν ἔτει 1894, ἐπραγματοποιήθησαν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δαπάναι ἐκ δραχ. 4,233,291, ἀπέναντι τῶν ὁποίων τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ἐκ τῶν δήμων 2,479,086 καὶ ἐκ τῶν Μονῶν 90,616, κατέβαλεν ἄρα αὐτὸ ἐξ ἰδίων μόλις 1,633,589, τοὐναντίον ὑπὸ τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ διὰ τὸ ἔτος 1877 αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προυπελογίσθησαν εἰς 5,715,580 δραχ., νῦν δ’ ἴσως ὑπερέβησαν αὐταὶ τὰ 6,000,000, ἐξ ὧν τὴν μερίδα τοῦ λέοντος ἔχει πάντοτε τὸ Δημόσιον. Ἡ σπουδή, Κύριοι, μεθ’ ἧς συνετάχθη καὶ ἐπεψηφίσθη ὁ νόμος ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895, ἐγένετο κατάδηλος καὶ ἐν ἄλλοις πολλοῖς. Οὕτω διακρίνονται ἀτόπως ὅλως δι’ αὐτοῦ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα εἰς πλήρη ἢ ἑξατάξια, εἰς κοινὰ ἢ τετρατάξια καὶ εἰς γραμματοδιδασκαλεῖα, ἀδιάφορον ἐὰν τοιουτοτρόπως διάφορον μέτρον γνώσεων μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς δημοτικῆς, — τὸν ἐπιούσιον τοῦτον ἀναίμακτον ἄρτον τοῦ λαοῦ, — ἐφαρμόζηται ἐπὶ τῶν διαφόρων κατοίκων τοῦ Κράτους, ἐπὶ προφανεῖ ἀθετήσει τῆς διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερουμένης ἰσοπολιτείας τῶν Ἑλλήνων. Ἡ διάκρισις δὲ αὕτη δὲν γίνεται κἂν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, ὅστις καὶ μόνος πρέπει νὰ κανονίζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν διδασκάλων καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τὸ εἶδος τῶν σχολείων. Τοιουτοτρόπως συνεστάθησαν πολλάκις ἑξατάξια σχολεῖα ἐκεῖ, ὅπου ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν μόλις ἐξαρκεῖ διὰ μονοτάξιον ἢ τὸ πολὺ–πολὺ διὰ διτάξιον σχολεῖον. Τὸ δὲ παράδοξον, Κύριοι, εἶναι, ὅτι τὰ πλήρη ἢ ἑξατάξια δημοτικὰ σχολεῖα ἱδρύονται, ὅπου ὑπάρχουσιν Ἑλληνικὰ σχολεῖα, εἰ καὶ σκοπὸς τῶν δύο ἀνωτέρων τάξεών των εἶναι νὰ ἀναπληρώσωσι τὰς δύο κατωτέρας τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου τάξεις· διὸ παρέχεται εἰς τοὺς ἀποφοίτους αὐτῶν τὸ δικαίωμα ὑπὸ τοῦ νόμου, ἵνα ὑποστῶσι κατατακτήριον ἐξέτασιν διὰ τὴν ἀνωτέραν τούτου τάξιν. Διατί ὅμως τότε νὰ μὴ ἱδρυθῶσιν αὐτά, ὅπου δὲν ὑπάρχουσιν Ἑλληνικὰ σχολεῖα, ὅπως ἀναπληρῶσι τὰς δύο τούτων τάξεις; Διότι ἐγένοντο αὐτὰ ἀφορμή, ἵνα οἱ ἑλληνοδιδάσκαλοι, ἐκ φόβου μὴ καταργηθῶσιν οὕτως αἱ δύο κατώτεραι τάξεις τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ ἀπολέσωσιν αὐτοὶ τὸν ἄρτον των, κηρύττωσιν ἀναξίους τοὺς ἀποφοίτους τῶν πλήρων δημοτικῶν σχολείων, ἵνα καταταχθῶσιν εἰς ἀνωτέραν τῆς πρώτης τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων τάξιν.
§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Πεῖσμα διδασκαλικόν! Ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται.
§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ πεῖσμα, τὸ ὁποῖον γεννᾷ καὶ ὑποθάλπει ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος, πρὸς ζημίαν τῶν μαθητῶν. Δὲν εἶναι δ’ αὐτὸ ἁπλοῦν πεῖσμα, ὡς νομίζει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής, ἀλλ’ ἔχει καὶ βαθύτερον λόγον, καθ’ ὃν ἄλλος ὁ τῆς δημοτικῆς καὶ ἄλλος ὁ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως σκοπός, κακῶς δέ, κάκιστα ὁ νομοθέτης τοῦ 1895 ἠθέλησε νὰ συγχύσῃ αὐτούς.
§27ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ὄνομα δὲν μεταβάλλει τὸ πρᾶγμα.
§28ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ μεταβάλλει καὶ πολύ, ἀφοῦ ἡ μὲν δημοτικὴ ἐκπαίδευσις προτίθεται τὴν μετάδοσιν στοιχειώδους ὅλως γενικῆς καὶ εἰδικῆς μορφώσεως εἰς τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, ἅτινα ἐξ αὐτῆς μέλλουσι νὰ ἐξέλθωσιν ἀμέσως βιοπαλαισταὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, ἡ δὲ μέση ἐκπαίδευσις προτίθεται τὴν μετάδοσιν ἀνωτέρας γενικῆς μορφώσεως, ἐπιτηδείας διὰ τὴν μέσην ἢ ἀστικὴν τάξιν, πρὸς δὲ τὴν προπαρασκευὴν διὰ τὴν ἀνωτάτην ἐπιστημονικὴν καὶ τεχνικὴν ἐκπαίδευσιν. Οὐχ ἧττον, Κύριοι, ἐλλιπεῖς ὑπῆρξαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ καὶ ὡς πρὸς τὰ διδακτήρια. Ἐν πρώτοις διὰ τοῦ 68 ἄρθρου αὐτοῦ ὁρίζεται, ὅτι «τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων προσδιορίζονται ἐπὶ τοῦ παρόντος δύο τύποι, ὁ τοῦ διδακτηρίου τοῦ προοριζομένου νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, καὶ ὁ τοῦ διδακτηρίου τοῦ προοριζομένου νὰ χρησιμεύσῃ εἰς κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον ἢ γραμματοσχολεῖον». Ἀλλὰ τὸν τύπον τῶν διδακτηρίων, ὡς καὶ τὸ εἶδος τῶν δημοτικῶν σχολείων, κανονίζει ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν. Ὅταν ἔχωμεν μαθητάς, δυναμένους νὰ διδαχθῶσιν ὑφ’ ἑνὸς καὶ μόνου διδασκάλου ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς αἰθούσης, τότε ἔχομεν τὸ εἶδος καὶ τὸν τύπον τοῦ διδακτηρίου τοῦ μονοταξίου λεγομένου σχολείου. Ὅταν ὅμως ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἦναι ἀνώτερος καὶ ἀπαιτῇ τὴν διδασκαλίαν αὐτῶν ὑπὸ δύο, τριῶν, τεσσάρων, πέντε καὶ ἓξ διδασκάλων εἰς δύο, τρεῖς, τέσσαρας, πέντε καὶ ἓξ διαφόρους αἰθούσας, τότε ἔχομεν κατ’ ἀνάγκην τὰ ἤθη καὶ τοὺς τύπους τῶν διδακτηρίων τῶν διταξίων, τριταξίων, τετραταξίων, πενταταξίων καὶ ἑξαταξίων σχολείων. Τοῦτο ὑπέδειξα ὑμῖν, Κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ μνημονευθέντος ἄρθρου τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Ὅτε δὲ αὐτὸς ὁ εἰσηγητής του ἐκλήθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν σχετικὴν διάταξιν, εὑρέθη πρὸ τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης νὰ παραβῇ αὐτήν. Συνέστησεν ἐπιτροπὴν ἐκ τοῦ νομομηχανικοῦ κ. Καλλίου καὶ τριῶν εἰδικῶν περὶ τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνδρῶν, εἰς ἣν διὰ τοῦ ἀπὸ 14 Μαρτίου 1896 καὶ ὑπ’ ἀριθ. πρωτοκ. 3874, διεκπερ. 9053, ἐγγράφου ἀνέθεσεν (ἀναγινώσκει): «Ἐντελλόμεθα ὑμῖν, ὅπως προβῆτε εἰς καταρτισμὸν σχεδίων διπλῶν, τοῦ μὲν πολυτελεστέρου, τοῦ δὲ λιτοτέρου, σχολείου προωρισμένου δι’ 80 μαθητάς, σχολείου προωρισμένου δι’ 120 μαθητὰς καὶ σχολείου προωρισμένου διὰ 200 μαθητάς». Κατὰ ταῦτα ἐγένοντο ἀποδεκτοὶ αὐθαιρέτως ὅλως ἀντὶ τῶν δύο τύπων τοῦ νόμου τρεῖς τοιοῦτοι. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐγνωμάτευσεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνωσι τέσσαρες τύποι διδακτηρίων, εἷς μονοταξίου, εἷς διταξίου, εἷς τετραταξίου καὶ εἷς ἑξαταξίου, ἐπιλανθανομένη καὶ αὐτὴ καὶ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ δύο μόνον τύπων, καὶ τῆς ἀνάγκης δύο ἔτι τύπων διδακτηρίων, τοῦ τῶν τριταξίων καὶ πενταταξίων σχολείων κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα. Ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς ἠσπάσθη ἀβασανίστως ὅλως τὴν τοιαύτην αὐτῆς γνώμην καὶ ἐξεθείασε μάλιστα αὐτὴν ἐν ἐκθέσει αὑτοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα, δημοσιευθείσῃ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» (Μέρος Αʹ, ἀριθ. 10, σελ. 29 τοῦ 1899). Ἐν ἄρθρῳ 79 τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ ὁρίζεται (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὸν ἐγκεκριμένον τύπον μετασκευὴ τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν διδακτηρίων, ἢ ἡ κατὰ τοιοῦτον τύπον οἰκοδομὴ νέων διδακτηρίων, γίγνεται τὸ πρῶτον ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων τρίτης τάξεως, μετὰ τὴν πλήρωσιν δὲ τῶν ἀναγκῶν τῶν διδακτηρίων ἐν αὐτοῖς γίγνεται ἐν ταῖς πρωτευούσαις καὶ ταῖς κώμαις τῶν δήμων βʹ τάξεως» κλπ. Τῷ 1897, ὅτε εἶχον καὶ πάλιν τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εὗρον παρακατατεθειμένον ἐν τῇ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας ποσὸν ἐξ 1,000,000 δρ. περίπου, δυνάμενον νὰ διατεθῇ ὑπὲρ διδακτηρίων. Τότε ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρεσία μοὶ ὑπέδειξεν ὅτι, ἀφοῦ τὸ ποσὸν τοῦτο ἤρκει διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν διδακτηρίων τῶν δήμων καὶ πολλῶν γʹ καὶ βʹ τάξεως, ἠδυνάμεθα κάλλιστα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σύγχρονον ἀνέγερσιν διδακτηρίων καὶ ἐν ἐκείνοις καὶ ἐν τούτοις τοῖς δήμοις. Ἐγὼ ὅμως ἀπέκρουσα τὴν τοιαύτην γνώμην, ὡς ἀντιστρατευομένην πρὸς τὸ τόσον σαφὲς γράμμα τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου, ὅπερ πρὸ μικροῦ ἀνέγνων...
§29Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Οἱ διάδοχοί μου ὅμως, εἰς οὐδὲν λογιζόμενοι τὴν τοιαύτην διάταξιν τοῦ νόμου, προέβησαν εἰς τὴν σύγχρονον κατασκευὴν πέντε μὲν διδακτηρίων ἐν δήμοις γʹ τάξεως καὶ ὑπερτριπλασίων ἐν δήμοις βʹ τάξεως...
§31ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν παρέβην τὸν νόμον.
§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Ἀλλ’ ἐγὼ, ὢν τῆς γνώμης, ὅτι τοὐναντίον παραβαίνεται οὕτω πως τὸ σαφὲς γράμμα τοῦ νόμου, δὲν ἐνέκρινα τὴν κατασκευὴν πολλῶν διδακτηρίων δήμων βʹ τάξεως, ἥτις εἶχε κατακυρωθῆ ἤδη ἐπὶ δημοπρασίας. Ἐγὼ ὑπολαμβάνω παράβασιν τοῦ νόμου καὶ τοὺς τέσσαρας τύπους τῶν διδακτηρίων, τοὺς καθιερωθέντας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ οὗτοι δὲν ἐξυπηρετοῦσιν ἐπαρκῶς πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Λέγω δὲ ταῦτα, οὐχὶ ὅπως ἀπαγγείλω κατηγορητήριον κατὰ τῶν προκατόχων μου, ὡς ὑπέλαβεν ἴσως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰγιαλείας, ἀλλ’ ὅπως ἀποδείξω τὰς ἀτελείας τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου. Τελευταίαν ἔλλειψιν τούτου ἔχω νὰ ὑποδείξω, Κύριοι, τὴν ἑξῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ΒΠΕʹ τοῦ 1892 εἶχον συνταχθῆ ὡρολόγια καὶ ἀναλυτικὰ προγράμματα δι’ ὅλα τὰ εἴδη τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἅτινα εἶχον ἤδη ἐφαρμοσθῆ κατὰ τὸ πλεῖστον μέχρι τοῦ 1895. Ἀλλ’ ἐπελθὼν ὁ νόμος ΒΤΜΘʹ κατήργησε τὸν νόμον τοῦ 1892, μετ’ αὐτοῦ δὲ καὶ τὰ εἰς αὐτὸν ἐρειδόμενα ὡρολόγια καὶ ἀναλυτικὰ προγράμματα. Οὕτως ὅμως ἔμειναν ἐπίσης τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἄνευ ὡρολογίων καὶ ἀναλυτικῶν προγραμμάτων.
§33ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐφαρμόζονται τὰ παλαιά;
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐφαρμόζονται πολλαχοῦ, ἀλλ’ ἄνευ νομίμου ὑποχρεώσεως, τούτου δ’ ἕνεκα πολλοὶ διδάσκαλοι διδάσκουσι νῦν, ὡς πρὸ τοῦ 1892, ὅ,τι, ὅσον καὶ ὁπόταν θέλωσιν. Ἔκρινα, Κύριοι, τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν πάσῃ δυνατῇ ἀμεροληψίᾳ. Ἐξῆρα τὰ καλά του, κατέδειξα τὰ κακά του, οὕτως ὥστε νὰ γείνῃ κατάδηλος τοῖς πᾶσιν ἡ ἀναπόδραστος ἀνάγκη τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα νῦν προβάλλω εἰς τὴν ὑμετέραν ψῆφον. Ἐν τοῖς προκειμένοις, Κύριοι, νομοσχεδίοις, ὡς θὰ πεισθῆτε, ὅσοι ἐξ ἡμῶν θὰ εἴχετε τὴν ὑπομονὴν οὐ μόνον νὰ ἀναγνώσητε αὐτὰ καὶ τὴν προτασσομένην αὐτῶν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ἐπισταμένως, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἀντιπαραβάλητε πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν, ἀναγράφονται πᾶσαι αἱ καλῶς ἔχουσαι διατάξεις τῶν νόμων τοῦ 1834, 1892 καὶ 1895, πρὸς δὲ τῶν περὶ Διδασκαλείων νόμων ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ ἐντεῦθεν. Αἱ καθιερούμεναι νῦν μεταρρυθμίσεις ἀναφέρονται τοῦτο μὲν εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἐκ τῆς πείρας ἀποδειχθεισῶν πλημμελῶν διατάξεών των, τοῦτο δὲ εἰς τὰς πολλὰς καὶ παντοίας αὐτῶν ἐλλείψεις, ἃς ἐπίσης κατέδειξεν ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα. Αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται γίνονται συνῳδὰ πρὸς τὰ διδάγματα τῆς νῦν παιδαγωγικῆς καὶ διδακτικῆς ἐπιστήμης, πρὸς δὲ τῆς πείρας ἄλλων λαῶν, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων, καὶ ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν αὐτὰ νὰ μεθαρμοσθῶσιν εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, Κύριοι, ἐπεξειργάσθην κατ’ ἀρχὰς ἐν στενῷ κύκλῳ ἀνδρῶν εἰδικωτάτων περὶ τὰ τοιαῦτα, εἶτα δὲ, προκειμένου ἰδίᾳ περὶ τοῦ καταστατικοῦ, οὕτως εἰπεῖν, νομοσχεδίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐν εὐρυτέρῳ κύκλῳ, ἐν ἐπιτροπῇ δηλαδὴ περιλαμβανούσῃ πολλοὺς τέως γενικοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ Διευθυντὰς Διδασκαλείων, πρὸς δὲ τινὰς τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἐπιθεωρητῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895, καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ ἐνταῦθα Συνδέσμου τῶν Δημοδιδασκάλων. Ἅμα τυπωθὲν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, συνεζητήθη μόνον ὑπὸ τε τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ ὑπὸ τῶν ἐνταῦθα δημοδιδασκάλων, ὧν ἀπεδέχθην πᾶσαν τροποποίησιν, θεωρηθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ ὀρθὴν καὶ συνάδουσαν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Οὕτω πως παρασκευασθεῖσα καὶ προεπεξεργασθεῖσα ἡ προκειμένη νομοθετικὴ ἐργασία, ὑποβάλλεται νῦν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς μετὰ μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἧς ἡ ἀνάγνωσις θὰ πείσῃ, ὡς ἔχω δι’ ἐλπίδος, ἕκαστον ὑμῶν περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ λυσιτελοῦς τῶν προτεινομένων μεταρρυθμίσεων. Ἡμεῖς, Κύριοι, ὡς ἐπὶ τῶν ἄλλων, καὶ ἐπὶ τῶν προκειμένων νομοσχεδίων ἐπιθυμοῦμεν πεφωτισμένην τὴν κρίσιν ὑμῶν, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφίσητε κατὰ πεποίθησιν καὶ συνείδησιν, χωρὶς νὰ ἐναπολείπηται ἡ ἐλαχίστη εἰς ὑμᾶς ἀμφιβολία, ὅτι οὕτω πως ἐπιδιώκεται πράγματι ἡ διόρθωσις τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν ἡμῖν. Διὰ τοῦτο εἴμεθα πρόθυμοι τὰ νομοσχέδια ἡμῶν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς πᾶσαν δυνατὴν συζήτησιν καὶ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς καὶ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς, ν’ ἀποδεχθῶμεν δ’ εὐχαρίστως πᾶσαν γνώμην ὑμῶν, πᾶσαν τροποποίησιν, συντελοῦσαν εἰς βελτίωσιν ἢ καὶ εἰς κρείττονα αὐτῶν διατύπωσιν. Ἐπάναγκες ἐνόμισα, Κύριοι, νὰ προτάξω τὸν ὁρισμὸν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι οὕτω πως μόνον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν σαφῆ ἔννοιαν περί τε τοῦ χαρακτῆρος καὶ τοῦ σκοποῦ αὐτῆς, οὕτω πως μόνον δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν καὶ τὰ κατάλληλα μέσα, δι’ ὧν θὰ καθίστατο ἡμῖν ἐφικτὴ ἡ πραγμάτωσις αὐτοῦ. Ὁ ὁρισμὸς οὗτος ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, θρησκευτικόν, ἠθικὸν καὶ ἐθνικὸν ἔχουσα τὸν χαρακτῆρα, προτίθεται νὰ ἀναδείξῃ τοὺς δι’ αὐτῆς παιδευομένους πολίτας χρηστοὺς καὶ ἐπιτηδείους εἰς τὸν πραγματικὸν βίον, ἀναπτύσσουσα ἁρμονικῶς τὰς ψυχικὰς καὶ σωματικὰς δυνάμεις καὶ μεταδίδουσα αὐτοῖς τὰς προσηκούσας γνώσεις καὶ ἰδιότητας.» Ὁ ὁρισμὸς οὗτος, ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ πληρέστερος τοῦ ὁρισμοῦ, ὃν ἀναγράφει ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος, εἶναι καθιερωμένος ἐν πάσῃ σχεδὸν σχετικῇ νομοθεσίᾳ τῆς Ἑσπερίας. Ἐν αὐτῷ ἐξαίρεται ἰδίᾳ ὁ ἐθνικὸς χαρακτήρ, ὅστις ἐπὶ τοσοῦτον, ὡς μὴ ὤφελεν, ὠλιγωρήθη μέχρι τοῦδε καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ, μάλιστα δ’ ἐν τῇ δημοτικῇ ἡμῶν ἐκπαιδεύσει, εἰ καὶ ἔπρεπε νὰ ᾖναι οὗτος ὁ κυριώτατος διὰ λαόν, οἷος ὁ Ἑλληνικός, ὁ ἔχων νὰ συμπληρώσῃ ἔτι τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς του ἀποκαταστάσεως. Ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις, Κύριοι, δύναται νὰ προσλάβῃ τὸν προσήκοντα χαρακτῆρα καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ καθωρισμένου εἰς αὐτὴν σκοποῦ καὶ διὰ τῆς ὅλης ἀναδιοργανώσεώς της, ὡς αὕτη ἐπιδιώκεται διὰ τῶν προκειμένων νομοσχεδίων, μάλιστα δὲ διὰ τῶν διδακτέων ἐν τοῖς σχολείοις αὐτῆς μαθημάτων. Τὰ μαθήματα ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «αʹ) Θρησκευτικά, βʹ) Νέα Ἑλληνικὴ Γλῶσσα...»
§35ΡΙΚΑΚΗΣ. Διατὶ ὄχι ἡ ἀρχαία Ἑλληνική;
§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ γλῶσσα αὕτη οὔτε κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1892, οὔτε κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895 διδάσκεται πλέον ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις. Τῶν πλήρων τοιούτων, ὡς ὑπέδειξα πρότερον, αἱ δύο ἀνώτεραι τάξεις ἀναπληροῦσι μᾶλλον τὰς δύο πρώτας τῶν ἑλλην. σχολείων τάξεις· διὸ καὶ ἐπετράπη ἐν αὐτοῖς ἡ διδασκαλία τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, εἶναι στοιχειώδης κανὼν τῆς παιδαγωγικῆς καὶ διδακτικῆς, καθ’ ὃν πᾶσα διδασκαλία, μάλιστα ἐπὶ τῶν παιδίων, ὀφείλει ἀρχομένη ἐκ τῶν γνωστῶν νὰ χωρῇ εἰς τὰ ἄγνωστα. Προκειμένου δὲ περὶ γλώσσης, γνωστὴ εἶναι εἰς τὰ παιδία ἡ νέα Ἑλληνική, ἡ ὁμιλουμένη καὶ γραφομένη τὴν σήμερον ἐνταῦθά τε καὶ ἐν τῷ τύπῳ. Ταύτην σπουδάζοντα αὐτὰ πρῶτον, δύνανται εἶτα νὰ χωρήσωσιν ἐπὶ τὴν διδασκαλίαν τῆς ἀγνώστου ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, δι’ ἣν ἱκανῶς προπαρασκευάζει αὐτὰ ἡ σπουδὴ ἐκείνης.
§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν τότε νὰ διδάσκωνται αὐτὴν εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου.
§38ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ διδασκαλία τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς ἀνήκει εἰς τὰ σχολεῖα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἅτινα κακῶς, κάκιστα ἔχουσι συνδεθῆ παρ’ ἡμῖν ὀργανικῶς πρὸς τὰ σχολεῖα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς ὑπεδήλωσα τοῦτο καὶ πρότερον. Ἡ τελευταία αὕτη ἔχει νὰ ἐπιδιώξῃ ἴδιον αὐτοτελῆ σκοπὸν, νὰ ἐφοδιάσῃ δηλαδὴ μὲ τὴν ἀναγκαίαν ἀγωγὴν καὶ στοιχειώδη γενικὴν καὶ εἰδικὴν μόρφωσιν διὰ τὸν πρακτικὸν βίον τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, ἅτινα δὲν μέλλουσι νὰ φοιτήσωσιν εἰς τὰ σχολεῖα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Πασῶν δὲ τῶν γνώσεων, ὧν ἔχουσιν αὐτὰ ἀνάγκην, δὲν χρῄζουσιν οἱ μέλλοντες ταύτης μαθηταί. Διὰ τοῦτο ἄστοχον καὶ ἄτοπον ὅλως θεωρεῖται σήμερον νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον τῶν γνώσεων καὶ οὗτοι καὶ ἐκεῖνα. Τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ, ὡς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, ὅταν χάριν τῶν μελλόντων μαθητῶν στερῶμεν καὶ τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ τῆς ἀναγκαίας εἰς αὐτὰ μορφώσεως. Ἰδοὺ διατί, Κύριοι, ἡμεῖς ἔγνωμεν, καθιστῶντες ἑπταετῆ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐν Ἑλλάδι, ὅπως αὐτὴ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς σημερινὰς ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας τῆς κατωτάτης κοινωνικῆς τοῦ λαοῦ τάξεως, νὰ ἐπιτρέψωμεν ἐλευθέραν τὴν μετάβασιν εἰς τὰ σχολεῖα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ δὴ ἀπὸ τοῦ τετάρτου ἔτους ἐκείνης συμπεπληρωμένου. Τοῦτο γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ, πρέπει δὲ νὰ γείνῃ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἂν θέλωμεν καὶ ἡμεῖς ν’ ἀποκτήσωμεν πλήρη καὶ αὐτοτελῆ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Εἰς τὰς τρεῖς δὲ ἀνωτέρας τάξεις εἶναι πάντῃ περιττὴ ἡ διδασκαλία τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς. Διότι αὐτὴ θὰ ἦναι ἐλλιπὴς ὅλως, θὰ γίνεται δ’ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς νέας Ἑλληνικῆς, οὕτως ὥστε οἱ ἀποφοιτῶντες ἐκ τῶν δημοτικῶν σχολείων νὰ μὴ γινώσκωσι μήτε ταύτην μήτ’ ἐκείνην ἐπαρκῶς, θὰ γίνεται προσέτι ἐπὶ ζημίᾳ τῶν πρακτικῶν ἐκείνων γνώσεων, ἃς ὀφείλουσιν οἱ ἀπόφοιτοι τῶν δημοτικῶν σχολείων νὰ συναποκομίζωσιν, ὡς ἀπαραίτητον ἐφόδιον διὰ τὸν μετὰ ταῦτα βίον. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, ἐξαντλεῖται ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ὡς νομίζω, ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, εἰς ἣν παραπέμπων τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν, μεταβαίνω νῦν εἰς τὰ ἕτερα μαθήματα τῶν δημοτικῶν σχολείων (ἀναγινώσκει): «γʹ) Πρακτικὴ Ἀριθμητική. δʹ) Στοιχειώδης Γεωμετρία. εʹ) Ἐθνικὴ Ἱστορία καὶ τὰ σπουδαιότατα τῆς παγκοσμίου. ϛʹ) Τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τοῦ συνταγματικοῦ πολίτου...».
§39ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί εἶναι αὐτὰ πάλιν! Συνταγματικὸν δίκαιον θὰ διδάσκητε εἰς τὰ παιδιά;
§40ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, οὐχὶ ὅπως διδάσκηται ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, οὐδὲ ὅπως θὰ διδάσκηται αὐτὸ στοιχειωδέστερον ἐν τοῖς Γυμνασίοις, διότι καὶ εἰς ταῦτα μέλλει νὰ εἰσαχθῇ αὐτὸ, ἀλλὰ στοιχειωδέστατα ὅλως, ἐπὶ τῇ βάσει διδακτικοῦ ἐγχειριδίου, ὅπερ θὰ συνταχθῇ κατὰ τὰς περὶ τούτου ὑποδείξεις τοῦ Ὑπουργείου. Εἶναι πλάνη, καὶ πλάνη μεγάλη, Κύριοι, νὰ νομίζῃ τις, ὅτι τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τοῦ συνταγματικοῦ πολίτου ὀφείλουσι νὰ ἐκμανθάνωσι μόνοι οἱ ἀκαδημαϊκοί, πολῖται καὶ ἐκ τούτων πάλιν μόνοι οἱ τῆς Νομικῆς φοιτηταί. Τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τοῦ συνταγματικοῦ πολίτου πρέπει νὰ ἐκμανθάνωσιν ἁπαξάπαντες οἱ Ἕλληνες πολῖται, ἀφοῦ ἁπαξάπαντες οὗτοι κέκληνται νὰ ἐνασκήσωσι τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, ἀφοῦ ἁπαξάπαντες οὗτοι κέκληνται οὕτω πως ἐμμέσως ἢ ἀμέσως νὰ μετάσχωσι τῶν κοινῶν, ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ μετοχῆς των ἐξήρτηται ἡ εὐδαιμονία ἢ κακοδαιμονία τῆς πατρίδος. Ἡ παντελὴς ἄγνοια τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τοῦ συνταγματικοῦ πολίτου ἐν ἡμῖν ἤγαγεν ἤδη τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὅπου αὐτὰ εὑρίσκονται σήμερον. Εἶναι δὲ ν’ ἀπορῇ τις, πῶς Βουλευτής, οἷος ὁ ἐκ Πατρῶν γηραιὸς συνάδελφος, δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ περὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης τῆς διδασκαλίας τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος μαθήματος ἐν τοῖς δημοτικοῖς ἡμῶν σχολείοις.
§41ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Αὐτὸ διδάσκεται καὶ εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῆς Ἑλβετίας.
§42ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διδάσκεται καὶ εἰς ἄλλων ἔτι χωρῶν τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ὅπου κρατεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἀλλ’ ἐξακολουθῶ, Κύριοι, τὰ διδακτέα μαθήματα (ἀναγινώσκει): «ζʹ) Γεωγραφία, ηʹ) Φυσικὴ Ἱστορία, θʹ) Φυσικὴ καὶ Χημεία, ιʹ) Ὠδική, ιαʹ) Καλλιγραφία, ιβʹ) Ἰχνογραφία, ιγʹ) Γυμναστική, ιδʹ) Στοιχειώδεις γνώσεις τῆς Γεωπονίας, Κηπουρικῆς, Δενδροκομίας, Βαμβακοτροφίας, Μελισσοκομίας καὶ Ἐμπορίας, ιεʹ) Στοιχειώδεις γνώσεις τεχνολογικαί, ιϛʹ) Χειροτεχνία, καὶ ιζʹ) Ἐργόχειρα διὰ τὰ θήλεα.»
§43ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦναι εἰς θέσιν οἱ ὑπάρχοντες διδάσκαλοι νὰ διδάξουν ὅλα αὐτὰ τὰ μαθήματα;
§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ ὑπάρχοντες δημοδιδάσκαλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ δυνάμενοι νὰ παραβληθῶσι πρὸς τοὺς κρατίστους τῶν ὁμοτέχνων των ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, δύνανται κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον νὰ διδάξωσιν αὐτά, ὅταν ἔχωσι τὰ κατάλληλα πρὸς τοῦτο διδακτικὰ ἐγχειρίδια, πρὸς δὲ ὡρολόγια καὶ ἀναλυτικὰ προγράμματα, περὶ ὧν πάντων θὰ ληφθῇ ἡ προσήκουσα μέριμνα ἅμα τῇ ἐπιψηφίσει τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν νομοθετοῦμεν διὰ τὸ ἐνεστὼς μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος διδακτικοῦ προσωπικοῦ, ἀλλὰ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν διὰ τὸ μέλλον, καὶ δὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προσωπικοῦ, ὅπερ θὰ μορφωθῇ συνῳδὰ πρὸς τὴν προτεινομένην νῦν μεταρρύθμισιν τῶν Διδασκαλείων. Τὸ προσωπικὸν δ’ ἐκεῖνο θὰ ἀρκῇ καὶ θὰ ὑπεραρκῇ διὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος διδασκαλίαν, ὡς καὶ ἐν πάσῃ ἄλλῃ πεπολιτισμένῃ χώρᾳ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἡμεῖς νῦν, εἶναι, ἂν πρέπῃ ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις νὰ συμπεριλάβῃ πάντα τὰ μνημονευθέντα μαθήματα. Ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδεὶς σώφρων καὶ ἔχων ἔννοιάν τινα τῶν σημερινῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ, δύναται νὰ ἔχῃ ἀλλοίαν τῆς ἡμετέρας γνώμην. Τοῦτο γίνεται ἀλλαχοῦ, πρέπει δὲ νὰ γείνῃ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἂν θέλωμεν νὰ καταλογιζώμεθα καὶ ἡμεῖς μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων λαῶν, ἂν θέλωμεν νὰ τεθῶμεν ἐν τῇ πρωτοπορείᾳ τῶν ἄλλων λαῶν τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου καὶ τῆς Ἀνατολῆς καθόλου. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, Κύριοι, ἐπαναφέρονται εἰς ἰσχὺν αἱ περὶ ὑποχρεωτικῆς φοιτήσεως εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1834. Ἀφοῦ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι, ὡς εἴπομεν ἤδη, ὁ ἐπιούσιος πνευματικὸς ἄρτος τοῦ λαοῦ, τὸ ἀπαραίτητον μέτρον τῶν γνώσεων, ὅπερ ἡ Πολιτεία δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς μέλλοντας πολίτας, πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ καταστῇ αὕτη ὑποχρεωτική, ὡς ἀλλαχοῦ, καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τοῦ νόμου τοῦ 1834 καὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐνῷ κατ’ ἐκεῖνον ὀφείλουσι πάντα τὰ παιδία ἑκάστου δήμου νὰ φοιτῶσιν εἰς τὸ σχολεῖον τούτου, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀπέχῃ ἡ κατοικία των ἐξ αὐτοῦ καὶ οἱοσδήποτε ἂν διδάσκῃ ἐν αὐτῷ, κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἡ ὑποχρέωσις περιορίζεται εἰς μόνα τὰ παιδία, τὰ οἰκοῦντα ἐν αὐτῇ τῇ ἕδρᾳ τοῦ σχολείου, καὶ δὴ ὅπου τοῦτο λειτουργεῖ ὑπὸ δημοδιδάσκαλον ἢ τοὐλάχιστον γραμματιστήν. Ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀπάνθρωπον, Κύριοι, τὴν ὑποχρεωτικὴν φοίτησιν παιδίων, ἀναγκαζομένων ἐν ὥρᾳ χειμῶνος καὶ θέρους νὰ ὁδοιπορῶσιν ἔστω καὶ δὶς τῆς ἡμέρας ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν καὶ πλέον, ὅταν αὐτὰ οἰκῶσι μακρὰν τῆς ἕδρας τοῦ σχολείου. Ἐπίσης θεωροῦμεν ἄσκοπον τὴν ὑποχρεωτικὴν φοίτησιν εἰς σχολεῖα, λειτουργοῦντα ὑπὸ γραμματοδιδασκάλους, οἵτινες, ἐκτὸς εὐαρίθμων πάνυ ἐξαιρέσεων, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς κακὸν ἀνεκτὸν μέσον, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντικατασταθῶσιν αὐτοὶ τοὐλάχιστον ὑπὸ γραμματιστῶν. Πλὴν τούτου καθιεροῦνται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου διάφοροι ἀπαλλαγαὶ ἐκ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ὑποχρεωτικῆς φοιτήσεως, ἃς καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα ἔχουσιν ἤδη ἀποδεχθῆ ἀλλαχοῦ, τὰ πράγματα δὲ αὐτὰ ἐπιβάλλουσι καὶ ἐν ἡμῖν. Αἱ ἀπαλλαγαὶ αὗται εἶναι τόσον εὐεξήγητοι, ὥστε περιττὸν ὑπολαμβάνω νὰ ἐνδιατρίψω νῦν εἰς τὴν αἰτιολογίαν αὐτῶν. Οὐ μόνον δι’ οὓς λόγους ὑπέδειξα ἤδη, προκειμένου περὶ τῶν διδακτέων μαθημάτων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ὑγιεινῆς καὶ ἠθικῆς, Κύριοι, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ καταστήσωμεν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐν Ἑλλάδι τοὐλάχιστον ἑπταετῆ. Ἀλλαχοῦ, ὡς θὰ ἴδητε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, εἶναι αὕτη ὀκταετὴς καὶ ἐννεαετής, συμπληρουμένη ἐν ἀνάγκῃ καὶ διὰ τριετοῦς περαιτέρω παιδεύσεως ἐν ἀνωτέροις σχολείοις, ἄρχεται δὲ αὐτὴ συνήθως ἀπὸ τοῦ ἕκτου τῆς ἡλικίας ἔτους συμπεπληρωμένου καὶ λήγει τὸ δέκατον τέταρτον ἢ δέκατον πέμπτον. Ἡμεῖς, ὑπολαμβάνοντες πρωϊμωτέραν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παιδίων ἐν Ἑλλάδι, ἀποδεχόμεθα ὡς ἔτος ἐνάρξεως τῆς φοιτήσεώς των τὸ πέμπτον συμπεπληρωμένον.
§45ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νηπιαγωγεῖα βεβαίως δὲν παραδέχεσθε.
§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Περὶ νηπιαγωγείων ἐν οὐδεμιᾷ νομοθεσίᾳ καὶ αὐτῆς τῆς πρώτης κοιτίδος των, τῆς Γερμανίας, γίνεται λόγος. Τὰ σχολεῖα ταῦτα δύναται ν’ ἀνεχθῇ σιωπηλῶς ἡ Πολιτεία, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ἐπιβάλῃ αὐτά, ἀφοῦ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἤδη, ὅτι δι’ αὐτῶν οὐδόλως προάγεται ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις. Ἀλλὰ ποιούμεθα, Κύριοι, ἐξαίρεσιν ἐπὶ παιδίων ἀσθενικῶν καὶ μήπω ἐχόντων τὴν ἀπαιτουμένην διανοητικὴν καὶ σωματικὴν ἀνάπτυξιν, ἀποδεχόμενοι ἐπ’ αὐτῶν ἀναβολὴν κατατάξεως ἐπὶ ἓν ἔτος. Ὡς ἔτος ἀποφοιτήσεως ἐκ τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀποδεχόμεθα ἡμεῖς τὸ δωδέκατον συμπεπληρωμένον, προσθέτοντες ἓν ἔτι ἔτος διὰ τὰ παιδία, ἅτινα ἐκ φυσικῆς δυσνοίας ἢ ἀμελείας δὲν προβιβάζονται κατ’ ἔτος ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν. Ἂν, Κύριοι, ἀλλαχοῦ θεωρῆται ἐπικίνδυνον ὑπὸ ἔποψιν ὑγιεινὴν καὶ ἠθικὴν ν’ ἀποδύηται ὁ παῖς πρὸ τοῦ 13 ἢ 14 ἔτους συμπεπληρωμένου εἰς τὸν περὶ ὑπάρξεως ἀγῶνα τοῦ βίου, δι’ ἡμᾶς θὰ ἦτο ἔγκλημα καὶ κατὰ τῆς κοινωνίας καὶ κατὰ τῆς Πολιτείας νὰ ἐπιτρέπωμεν τοῦτο καὶ πρὸ τοῦ 12. Ὡς πρὸς τὴν ἑπταετῆ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, συμφωνοῦμεν πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1834, οὐχὶ δὲ πρὸς τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον τοῦ 1895, ὅστις, ἐναντίον τῶν διδαγμάτων καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, καθιέρωσε τὴν πρωτοφανῆ ἀρχήν, καθ’ ἣν παιδία ἑκατέρου φύλου ὑποχρεοῦνται νὰ φοιτῶσιν εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου τῆς ἡλικίας ἔτους, μέχρις ὅτου τύχωσιν ἀπολυτηρίου κοινοῦ ἢ πλήρους σχολείου. Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως οἱ εὐφυεῖς μαθηταὶ ὑπὸ μὲν τῶν κοινῶν σχολείων ὑποχρεοῦνται εἰς τετραετῆ, ὑπὸ δὲ τῶν πλήρων εἰς ἑξαετῆ, οἱ ἀφυεῖς, οἱ παραμένοντες ἐπὶ δύο ἔτη ἐν ἑκάστῃ τάξει, καταδικάζονται ὑπὸ μὲν τῶν κοινῶν εἰς ὀκταετῆ, ὑπὸ δὲ τῶν πλήρων εἰς δωδεκαετῆ. Δύναται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ φοίτησίς των εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον νὰ παραταθῇ μέχρι τοῦ 18 τῆς ἡλικίας ἔτους! Τῆς ἑπταετοῦς εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα φοιτήσεως ἀπαλλάττονται ὁλοσχερῶς μὲν οἱ ἀποδεικνύοντες, ὅτι παιδεύονται ἐν ἰδιωτικοῖς ἐκπαιδευτηρίοις ἢ κατ’ οἶκον, ἀπὸ δὲ τοῦ τετάρτου αὐτῆς ἔτους συμπεπληρωμένου, οἱ ἀποδεικνύοντες ὅτι κατετάχθησαν καὶ φοιτῶσιν ἐπὶ μίαν τριετίαν τοὐλάχιστον εἰς τὰ σχολεῖα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, πρὸς δὲ τὰ κοράσια, τὰ φοιτῶντα εἰς δημοτικὰ σχολεῖα μετ’ ἀρρένων. Τοὺς λόγους τῶν τοιούτων ἀπαλλαγῶν, Κύριοι, παραλείπω νὰ ἐκθέσω νῦν, ὡς εὐνοήτους. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν μόνην ὀρθὴν καὶ λογικὴν βάσιν τοῦ νόμου ΒΠΕʹ τοῦ 1892, ὡς πρὸς τὴν σύστασιν καὶ διαβαθμολόγησιν τῶν σχολείων. Ἡ βάσις αὕτη εἶναι ἡ τῆς ἐπισήμου ἀπογραφῆς τῶν κατοίκων τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ τὸν μνημονευθέντα νόμον τῆς τετραετοῦς ἐκπαιδεύσεως ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἀναλογία τῶν μαθητῶν πρὸς τοὺς κατοίκους ὡς 7:100, κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τῆς ἑπταετοῦς ἐκπαιδεύσεως ἀποδεχόμεθα ἀναλογίαν ὡς 10:100. Ἡ ἀκριβεστέρα ἀναλογία θὰ ἦτο εἰς 12:100, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τὰς τρεῖς ἀνωτέρας τάξεις δὲν θὰ φοιτῶσιν οἱ κατατασσόμενοι εἰς τὰ σχολεῖα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲ τὰ κοράσια τῶν μικτῶν μονοταξίων σχολείων, τούτου ἕνεκα περιωρίσαμεν τὴν ἀναλογίαν εἰς 10 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἐπὶ τῇ βάσει, Κύριοι, τῆς τοιαύτης ἀναλογίας θὰ ἐξευρίσκηται ὁ ἑκασταχοῦ ἀπαντῶν ἀριθμὸς τῶν πρὸς φοίτησιν εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ὑποχρέων παιδίων, ἀναλόγως δὲ τοῦ ἀριθμοῦ τούτων θὰ κανονίζηται ὁ βαθμὸς καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν διοριστέων διδασκάλων καὶ τὸ εἶδος τῶν διαφόρων σχολείων, μονοταξίων μὲν πάσης κατηγορίας ἀπὸ 20–90 μαθητῶν, διταξίων δέ, τριταξίων, τετραταξίων, πενταταξίων, ἑξαταξίων καὶ πλήρων ἑπταταξίων ἀπὸ 91–350 μαθητῶν καὶ ἄνω. Οὕτω δὲ συνισταμένων καὶ διαβαθμολογουμένων τῶν σχολείων, οὐδεμία ἐπέμβασις ἢ ἐπήρεια θὰ ἐγχωρῇ πλέον οὔτε ὡς πρὸς αὐτά, οὔτε ὡς πρὸς τοὺς διοριστέους διδασκάλους. Οὐδεμία ἐπέμβασις καὶ ἐπήρεια θὰ ἐγχωρῇ πλέον καὶ ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὴν ἀναλογοῦσαν εἰς ἕκαστον τῶν δήμων, καὶ ὡς πρὸς τὴν εἰσφοράν, ἥτις χάριν αὐτῆς μέλλει νὰ ἐπιβαρύνῃ τούτους. Ἐν τούτοις καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀποδεχόμεθα ἐξαιρέσεις, ἰδίᾳ τῶν πληθυσμῶν, ἐφ’ ὧν διὰ τῆς ἐπισήμου ἀπογραφῆς δὲν δύναται νὰ ἐξευρεθῇ ὁ ἀληθὴς ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν. Τοῦτο συμβαίνει, Κύριοι, ἰδίᾳ ἐν ἐπαρχίαις, ὧν πολλοὶ κάτοικοι ἐξαναγκάζονται ν’ ἀναζητήσωσιν ἀλλαχοῦ τὸν ἄρτον τῶν οἰκογενειῶν των, ἢ νὰ ἐκπατρίσωσι προώρως τὰ τέκνα των, ἄλλοι δ’ ἔχουσι διαφόρους διαμονάς, οὕτως ὥστε ἡ ἀπογραφὴ νὰ μὴ ἀποδίδῃ ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν τῆς μονίμου κατοικίας των. Αἱ διάφοροι ἐκπαιδευτικαὶ ἀρχαί, αἱ καθιερούμεναι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἐξακριβοῦσι τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς τελευταίας τριετίας, ἀναλόγως δὲ πρὸς αὐτὸν ἱδρύεται καὶ τὸ οἰκεῖον σχολεῖον. Ἐπεκτείνεται, Κύριοι, διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἡ σύστασις δημοτικῶν σχολείων καὶ εἰς χωρία, ἔχοντα κατοίκους μέχρι 200, ἐξ οὗ θ’ αὐξήσωσιν αὐτὰ κατὰ 660 περίπου. Καὶ οὕτω θὰ μείνωσιν ἄνευ σχολείων ὑπὲρ τὰ 1000 χωρία, ὧν οἱ κάτοικοι εἶναι ὀλιγώτεροι τῶν 200, ἐν οἷς οὔτε οἱ οἰκονομικοὶ πόροι οὔτε τὸ ὑπάρχον διδακτικὸν προσωπικὸν ἐξαρκεῖ, ἵνα ἱδρύσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος σχολεῖα. Ἐν μέρει ἐξοικονομεῖται τὸ πρᾶγμα ἐπὶ ἐγγὺς ἀλλήλων κειμένων παροικιῶν, ὡς τοῦτο συμβαίνει πολλαχοῦ τῆς βορειοδυτικῆς παραλίας τῆς Πελοποννήσου, ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἐπικρατείας. Ἐν τῇ κεντρικωτέρᾳ αὐτῶν ἱδρύεται σχολεῖον, εἰς ὃ δύνανται νὰ φοιτῶσι καὶ τὰ τέκνα τῶν πλησιοχώρων παροικιῶν. Ἀπορία, Κύριοι, γεννᾶται παρὰ πολλοῖς, πῶς θὰ κατορθῶται ὑφ’ ἑνὸς μόνον διδασκάλου νὰ διδάσκωνται ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ αἰθούσῃ οἱ μαθηταὶ ἑπτὰ διαφόρων τάξεων. Ἡ ἀπορία αὕτη ἐπιτείνεται ἔτι μᾶλλον ἐπὶ τῶν νῦν τὸ πρῶτον καθιερουμένων ἡμιημερησίων σχολείων, ἐφ’ ὧν εἷς διδάσκαλος θὰ διδάσκῃ ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς αἰθούσης τοὺς μαθητὰς 7 διαφόρων τάξεων, καὶ δὴ πρὸ μεσημβρίας μὲν ἐν ταύτῃ, μετὰ μεσημβρίαν δ’ ἐν ἐκείνῃ τῇ κώμῃ. Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἀπορία κινεῖ τὸ μειδίαμα παρὰ τοῖς ἐπαΐουσιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ προβάλλεται αὕτη, ὡς προεῖπον, ὑπὸ πολλῶν, παρατηρῶ νῦν, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τόσον δυσκατόρθωτον, ὅσον τοῦτο ἐμφανίζεται ἐκ πρώτης ὄψεως. Τὰ σχετικά, Κύριοι, ὡρολόγια καὶ ἀναλυτικὰ προγράμματα τῶν μαθημάτων διευκολύνουσι τὴν τοιαύτην διδασκαλίαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε πᾶς διδάσκαλος καὶ αὐτοὶ οἱ γραμματισταὶ νὰ μὴ ἀπαντῶσι πολλὰς δυσχερείας κατ’ αὐτήν. Αἱ ἑπτὰ τάξεις ὑποδιαιροῦνται εἰς τρία τμήματα, ὧν ἕκαστον διδάσκεται ἀπὸ κοινοῦ εἰς διάφορα τμήματα, καθ’ ὃν χρόνον τὰ ἄλλα τμήματα ἀσχολοῦνται σιωπηλῶς εἰς λύσεις προβλημάτων, εἰς τὴν καλλιγραφίαν καὶ ἰχνογραφίαν, ἢ εἰς τὴν ἀντιγραφὴν κειμένων. Τὰ μονοτάξια σχολεῖα ἔχουσι τὸ μέγα πλεονέκτημα, ὅτι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς διδάσκαλος παραλαμβάνων τὸν μαθητὴν ἀπὸ τῆς κατωτάτης διδάσκει μέχρι τῆς ἀνωτάτης τάξεως, οὕτως ὥστε καὶ αὐτὸς νὰ ἐξοικειῶται πρὸς τὴν ἀτομικότητα τοῦ μαθητοῦ καὶ νὰ διαπλάττῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸν χαρακτῆρά του, ὡς οἱ πάλαι διδάσκαλοι τοῦ Γένους, καὶ οἱ μαθηταὶ νὰ ἐξοικειῶνται πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ διδασκάλου. Ἰδοὺ διατί, Κύριοι, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γερμανίᾳ ἔχουσι περὶ πολλοῦ τὰ μονοτάξια σχολεῖα. Ἐν αὐτῇ εἷς τῶν ἐπιφανεστάτων παιδαγωγικῶν ἀνδρῶν, ὁ Kecher, ἐδημοσίευσεν ἰδιαιτέραν περὶ τούτου μονογραφίαν, ἐν ᾗ ἐκθειάζει «τὸ μονοτάξιον σχολεῖον ὡς πρότυπον σχολεῖον τοῦ Γερμανικοῦ Λαοῦ». (Die einklassige Schule als Musterschule des deutschen Volkes). Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι διὰ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἑπταετῆ, ὀφείλουσαν νὰ μεταδίδῃ, ὅσας γνώσεις καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἀνέφερον μέχρι τοῦδε, χρήζομεν διδασκάλων κάλλιον καὶ σκοπιμώτερον καταρτιζομένων τῶν νῦν τοιούτων. Πρέπει ἡ ἠθικὴ αὐτῶν παίδευσις, ἥ τε θεωρητικὴ καὶ ἡ πρακτική, νὰ ἦναι καὶ κατὰ ποσὸν καὶ κατὰ ποιὸν κρείττων τῆς μέχρι τοῦδε παρεχομένης εἰς αὐτούς. Πρέπει νὰ διδάσκωνται αὐτοὶ καὶ τὰς πρακτικὰς ἐκείνας γνώσεις, ἃς κέκληνται νὰ μεταδώσωσιν ἐφεξῆς εἰς τὰς ἀνωτέρας τῶν δημοτικῶν σχολείων τάξεις. Εἰς τοῦτο ὅμως δὲν ἐξαρκεῖ οὔτε ἡ νῦν ἐγκύκλιος προπαιδεία τῶν μελλόντων μαθητῶν τῶν Διδασκαλείων, οὔτε ἡ τριετὴς εἰς ταῦτα φοίτησις. Διὸ ἐπάναγκες ἐνόμισα διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νῦν εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν νομοσχεδίου περὶ Διδασκαλείων νὰ προτείνω τὰς ἑξῆς μεταρρυθμίσεις τούτων. Ἐν πρώτοις ἐπιτρέπεται ἡ εἰσιτήριος ἐξέτασις διὰ τὴν πρώτην αὐτῶν τάξιν εἰς μόνους τοὺς ἔχοντας ἐνδεικτικὸν προαγωγῆς ἐκ τῆς δευτέρας εἰς τὴν τρίτην τοῦ Γυμνασίου τάξιν, συνδεομένης οὕτως ὀργανικῶς τῆς πρώτης τῶν Διδασκαλείων τάξεως πρὸς τὴν δευτέραν γυμνασιακήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θ’ ἀνακουφισθῶσιν οἱ μαθηταὶ τῶν Διδασκαλείων κατὰ πολὺ ἐκ τῶν νῦν ἐγκυκλίων μαθημάτων, τοῦτο δὲ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς εἰδικῆς αὐτῶν παιδεύσεως, ἥτις θ’ ἄρχηται ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης τάξεως. Εἶτα καθίσταται τετραετὴς ἡ ἐν τοῖς Διδασκαλείοις φοίτησις. Κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη θὰ συμπληρῶται ἡ θεωρητικὴ εἰδικὴ αὐτῶν παίδευσις, ἤδη δὲ ἀπὸ τοῦ τρίτου θ’ ἄρχηται ἡ ὑποδειγματικὴ διδασκαλία, συνοδευομένη ὑπὸ τῆς δοκιμαστικῆς διδασκαλίας τῶν μαθητῶν μέχρι τέλους τοῦ τετάρτου ἔτους. Ἥ τε ὑποδειγματικὴ καὶ δοκιμαστικὴ διδασκαλία, γινομένη νῦν ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος, εἶναι πάντη ἀνεπαρκής, θ’ ἀποδειχθῇ δ’ ἔτι μᾶλλον τοιαύτη μετὰ τὴν καθιέρωσιν τῆς ἑπταετοῦς δημοτικῆς παιδεύσεως. Χάριν δὲ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος πρακτικῶν ἀσκήσεων ἐπάναγκες ἐνομίσαμεν, Κύριοι, νὰ προσαρτήσωμεν εἰς ἕκαστον Διδασκαλεῖον δύο πρότυπα σχολεῖα, ἐξ ὧν τὸ ἕτερον θὰ ᾖναι διηρημένον πολυτάξιον, τὸ δ’ ἕτερον ἀδιαίρετον μονοτάξιον. Ἐν μὲν τῷ πρώτῳ θὰ γίνωνται αἱ ἀσκήσεις εἰς πάντα τὰ εἴδη τῶν σχολείων, ἀπὸ τοῦ διταξίου μέχρι τοῦ πλήρους ἑπταταξίου, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ αἱ τοῦ μονοταξίου σχολείου. Ἐπὶ τετραετοῦς παιδεύσεως ἐν τοῖς Διδασκαλείοις, ἀνακουφιζομένης, ὡς εἴδομεν, κατὰ τὸ δυνατόν, ἐκ τῆς ἐγκυκλίου μορφώσεως, θὰ ἔχωμεν τὸν ἀναγκαῖον χρόνον καὶ πρὸς εὐρυτέραν μόρφωσιν ἐν τοῖς τεχνικοῖς μαθήμασι, καθ’ ἃ, καίτοι ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, οὐχ ἧττον χωλαίνουσι πολὺ οἱ νῦν διδάσκαλοι αὐτῆς, καὶ πρὸς διδασκαλίαν τῶν πρακτικῶν ἐκείνων γνώσεων, τῶν νῦν τὸ πρῶτον καθιερουμένων ἐν τῇ δημοτικῇ ἡμῶν ἐκπαιδεύσει. Τέλος εἰσάγομεν ἐν τοῖς Διδασκαλείοις τὴν ἐκμάθησιν τῆς γερμανικῆς γλώσσης, ἣν θεωροῦμεν ἀπαραίτητον διὰ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῶν δημοδιδασκάλων ἡμῶν, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ νῦν διανοίγεται εὐρύτερον δι’ αὐτοὺς στάδιον ἢ πρίν. Ἂν πρέπῃ αὐτοὶ νὰ προάγωνται κατ’ ἀξίαν εἰς διευθυντὰς πολυταξίων καὶ πλήρων σχολείων, εἰς νομαρχιακοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ εἰς διδασκάλους ὑποδιδασκαλείων, πρὸς δὲ εἰς καθηγητὰς τῶν τεχνικῶν μαθημάτων ἐν τοῖς Διδασκαλείοις, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἔχωσιν ὡς ἐφόδιον πρὸς τοῦτο τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, ἐν ᾗ θὰ εὑρίσκωσι πρόχειρα καὶ δαψιλῆ τὰ μέσα τῆς περαιτέρω ἀναπτύξεώς των ἐν συγγράμμασι καὶ περιοδικοῖς. Οὕτω καταρτιζόμενοι ἐν τοῖς Διδασκαλείοις θὰ ὑφίστανται τὴν ἐπὶ πτυχίῳ ἐξέτασίν των οἱ μέλλοντες διδάσκαλοι ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τούτῳ συνισταμένης ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει τὸ πτυχίον ν’ ἀπονέμωσιν οἱ ἑκασταχοῦ σύλλογοι τῶν Διδασκαλείων, ὡς νῦν, ὅτε ἀλλαχοῦ μὲν ἐνασκεῖται ὑπέρμετρος ἴσως αὐστηρότης καὶ ἀλλαχοῦ ὑπέρμετρος ἐπιείκεια, ἀναλόγως τῆς ἰδιοσυγκρασίας τῶν ἐξεταζόντων. Πρέπει ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ ἐφαρμόζηται ὑπὸ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ χρησιμεύῃ οὕτως ὡς Λυδία λίθος τῆς ἱκανότητος, τοῦ ζήλου καὶ τῆς ἐπιμελείας τῶν συλλόγων τῶν διαφόρων Διδασκαλείων. Οἱ οὕτω δ’ εὐδοκίμως ὑφιστάμενοι τὴν ἐξέτασιν θὰ διορίζωνται ὡς πρωτοβάθμιοι ἢ δευτεροβάθμιοι διδάσκαλοι,— τοὺς τριτοβαθμίους ἐνόμισα καλὸν νὰ καταργήσω ἐξ αὐτῶν —ἐκεῖνοι μὲν ἐν τοῖς πρωτοβαθμίοις μονοταξίοις, ἐν τοῖς διταξίοις καὶ πολυταξίοις, οὗτοι δ’ ἐν τοῖς δευτεροβαθμίοις μονοταξίοις δημοτικοῖς σχολείοις. Μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν ὑφιστάμενοι δευτέραν εὐδόκιμον ἐξέτασιν θὰ προάγωνται, ἐξομοιούμενοι κατὰ τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθὸν, οἱ πρωτοβάθμιοι καὶ δευτεροβάθμιοι εἰς διδασκάλους τῶν πρώτων τάξεων τῶν πολυταξίων καὶ εἰς διευθυντὰς τῶν διταξίων σχολείων. Μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν ὑφιστάμενοι εὐδοκίμως νέαν δοκιμασίαν θὰ προάγωνται εἰς διευθυντὰς πολυταξίων, οἱ διακρινόμενοι δὲ ὡς τοιοῦτοι μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν εἰς διευθυντὰς πλήρων σχολείων. Οἱ πρῶτοι δὲ τούτων μετὰ πενταετῆ, οἱ δεύτεροι μετὰ διετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν θ’ ἀποκτῶσι τὸ δικαίωμα, ἵνα διαγωνισθῶσι διὰ τὴν θέσιν τοῦ νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ διδασκάλου ἐν τοῖς ὑποδιδασκαλείοις.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ διδασκάλισσαι τί γίνονται;
§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὰ ἄλλα ὑπάγονται εἰς τὰς αὐτὰς πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους διατάξεις, γίνονται δὲ, ἀντὶ διδασκάλων ἐν ὑποδιδασκαλείοις, διδασκάλισσαι ἐν ἀνωτέροις παρθεναγωγείοις καὶ διευθύντριαι τούτων.
§49ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπιθεωρήτριαι δὲν γίνονται;
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι, διότι ἐγὼ θεωρῶ ἀνάρμοστον νὰ περιοδεύωσιν αὗται ἀνὰ τὰς ἐπαρχίας καὶ κώμας καὶ νὰ ἔρχωνται εἰς συνάφειαν πρὸς τὰς διαφόρους ἀρχὰς, ἐπιθεωροῦσαι τὰ διάφορα δημοτικὰ σχολεῖα τῶν θηλέων.
§51ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνονται οἱ ὑπάρχοντες δημοδιδάσκαλοι;
§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἀποδειχθῶσι διὰ τῆς νέας ἐπιθεωρήσεως ἀνίκανοι πάντως καὶ ἀνεπίδεκτοι οἱασδήποτε βελτιώσεως, πρὸς δὲ οἱ διάγοντες βίον ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ διδασκαλικὸν ἀξίωμα, θὰ ἐκβληθῶσιν ἅπαξ διὰ παντὸς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Οἱ λοιποὶ θὰ διατηρηθῶσιν ἐν αὐτῇ, ἀλλὰ ἐν ταὐτῷ θὰ ληφθῇ φροντίς, ὅπως γείνωσι κρείττονες ἑαυτῶν. Εἰς τοῦτο θὰ συντελέσωσιν οἱ νομαρχιακοὶ ἐπιθεωρηταὶ, οἵτινες θὰ παρακολουθῶσιν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν διδασκαλίαν των καὶ θὰ ἐπανορθῶσι τὰς ἐλλείψεις των, διδάσκοντες ἐν ἀνάγκῃ αὐτοὶ ὑποδειγματικῶς· θὰ συντελέσωσι προσέτι τὰ συνέδρια τῶν δημοδιδασκάλων, ἅτινα θὰ γίνωνται κατ’ ἔτος ἐν τῇ ἕδρᾳ τῶν ἀνωτέρων ἐπιθεωρητῶν, καὶ θὰ συνοδεύωνται ὑπὸ πρακτικῶν ἀσκήσεων αὐτῶν· θὰ συντελέσωσιν ἐπὶ πᾶσι τούτοις αἱ προαγωγικαὶ ἐξετάσεις, δυνάμει τῶν ὁποίων δύνανται καὶ οἱ ὑπάρχοντες δημοδιδάσκαλοι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τῶν μελλόντων δημοδιδασκάλων καὶ ὡς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν καὶ ὡς πρὸς τὸν προβιβασμὸν εἰς μονίμους διευθυντὰς πολυταξίων σχολείων, εἰς ἐπιθεωρητὰς, εἰς διδασκάλους ὑποδιδασκαλείων καὶ εἰς καθηγητὰς τῶν τεχνικῶν μαθημάτων ἐν Διδασκαλείοις. Δὲν πρέπει δὲ, Κύριοι, νὰ σᾶς φανῇ τοῦτο παράδοξον. Οὕτω πως προάγονται καὶ ἐν Γερμανίᾳ οἱ δημοδιδάσκαλοι. Ὁ Kechr, οὗτινος ἐμνημόνευσα πρότερον, ἐκ δημοδιδασκάλου προήχθη ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς διευθυντὴν Διδασκαλείου, ἀνεδείχθη δὲ εἷς τῶν ἐπιφανεστάτων παιδαγωγικῶν συγγραφέων. Τοιοῦτος ἀπεδείχθη καὶ ὁ Doerpfeld, πατὴρ τοῦ παρ’ ἡμῖν διευθυντοῦ τῆς Γερμανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς, οὗτινος τὰς παιδαγωγικὰς καὶ ἰδίᾳ τὰς περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως συγγραφὰς καὶ πραγματείας περὶ πολλοῦ ποιοῦνται ἐν τῇ σοφῇ Γερμανίᾳ. Καὶ παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, οἱ δημοδιδάσκαλοι, ὧν πολλοὶ διακρίνονται καὶ διὰ τὴν εὐφυΐαν καὶ διὰ τὴν φιλομάθειαν θὰ κατορθώσωσι σὺν τῷ χρόνῳ νὰ καταστῶσιν ἐφάμιλλοι πρὸς τοὺς Γερμανοὺς συναδέλφους των. Ἂν ἐλέχθη ἐν καιρῷ πολέμου τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Γερμανίαν, ὅτι οἱ Γερμανοὶ δημοδιδάσκαλοι ἐνίκησαν τοὺς Γάλλους, τοῦτ’ αὐτὸ θὰ λεχθῇ ποτε καὶ περὶ τῶν ὑμετέρων δημοδιδασκάλων, ἂν παράσχωμεν νῦν εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ μέσα καὶ τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἀνυψωθῶσιν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν περιωπὴν, συνανυψοῦντες μεθ’ ἑαυτῶν καὶ τὴν δημοτικὴν ἡμῶν ἐκπαίδευσιν. Εἰς τοῦτο, Κύριοι, ἀποβλέπει κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἡ νομοθετικὴ ἡμῶν ἐργασία, ἣν μάτην ἠθέλησάν τινες νὰ διαβάλωσι παρὰ τοῖς διδασκάλοις. Ὅσοι τούτων ἔλαβον αὐτῆς γνῶσιν, ἐνόησαν, ὁποῖον πνεῦμα στοργῆς πρὸς αὐτοὺς διαπνέει τὸ ἔργον ἡμῶν. Ἐνόησαν ὅτι δὲν εἶναι φίλοι των οἱ ἐγκαταλείποντες αὐτοὺς εἰς τὴν τύχην των, ἅμα ἀποφοιτήσαντας ἐκ τῶν Διδασκαλείων, δὲν εἶναι φίλοι των οἱ παραδόντες αὐτοὺς ὑποχειρίους εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν ἑκασταχοῦ ἐπιθεωρητῶν καὶ ἐποπτικῶν συμβουλίων. Φίλοι των εἰλικρινεῖς εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες περιστέλλομεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν τοιαύτην αὐθαιρεσίαν, ἀποδίδοντες οὕτω τὸν ἄνθρωπισμόν των εἰς τοὺς διδασκάλους. Φίλοι των εἰλικρινεῖς εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες ζητοῦμεν νὰ ὑπεκκαύσωμεν τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἅμιλλαν αὐτῶν, ἐξασφαλίζοντες τὴν προαγωγήν των εἰς μόνην τὴν ἱκανότητα καὶ ἀξίαν, οὐχὶ δὲ εἰς τὰ τέως γνωστὰ ταπεινὰ καὶ εὐτελῆ μέσα τῆς προστασίας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Φίλοι των εἰλικρινεῖς εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες ἔχομεν περὶ αὐτῶν ἣν γνώμην εἶχε Ναπολέων ὁ Αʹ περὶ τῶν στρατιωτῶν του, λέγων περὶ τούτων, ὅτι ἕκαστος αὐτῶν κατετάσσετο εἰς τὸν στρατόν του φέρων μεθ’ ἑαυτοῦ τὸ σκῆπτρον τοῦ στρατάρχου. Ἐκ τῆς ἱκανότητος καὶ ἀξίας ἑνὸς ἑκάστου τῶν διδασκάλων μας θὰ ἐξήρτηται ἐφεξῆς νὰ γείνῃ διευθυντὴς ὑποδιδασκαλείου, ἐπιθεωρητὴς καὶ καθηγητὴς Διδασκαλείου. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ γέρας, ὅπερ προβάλλομεν ἡμεῖς εἰς τὴν φιλοπονίαν αὐτῶν, εἰς τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἀφοσίωσίν των εἰς τὸ καθῆκον, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι οὕτω πως, καθ’ ὅσον ἀνυψοῦμεν τὴν θέσιν τοῦ δημοδιδασκάλου, ἀνυψοῦμεν καὶ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον καὶ τὴν δημοτικὴν καθόλου ἐκπαίδευσιν, τὴν βάσιν ταύτην καὶ κρηπῖδα τῆς προόδου καὶ εὐημερίας παντὸς λαοῦ. Διὰ τοῦ συστήματος, Κύριοι, ὅπερ καθιεροῦμεν ἡμεῖς, ἐζητήσαμεν ν’ ἀποφύγωμεν ἐν τῇ διοικήσει τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πάντα τὰ ἄτοπα καὶ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου καὶ τῆς πρὸ τοῦ 1895 νομοθεσίας. Ἀποφεύγομεν τὰ κακὰ καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, ὡς ἐξέθεσα αὐτὰ πρότερον, χωρὶς ὅμως νὰ περιπέσωμεν ἐκ νέου εἰς τὴν ἀπολυταρχίαν τῆς πρὶν συγκεντρώσεως, διασώζοντες οὕτω μόνα τὰ καλὰ καὶ ταύτης καὶ ἐκείνης. Ἀντὶ τῶν πολλῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων, τῶν ἀπαρτιζομένων ἐξ ἀνδρῶν πάντη ἀλλοτρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, θὰ ἔχωμεν ἓν καὶ μόνον τοιοῦτον, ἑδρεῦον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας...
§53Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἦναι ὑποχείριον τοῦ Ὑπουργοῦ.
§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἔχῃ πᾶσαν δυνατὴν ἀνεξαρτησίαν ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι, ὡς θὰ πεισθῆτε ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, τὰ μέλη αὐτοῦ θὰ ἦναι σχεδὸν ἰσόβια. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ἐξάρω ἐνταῦθα, εἶναι ὅτι μέλη τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐποπτικοῦ συμβουλίου δὲν θὰ γίνωνται ἰδιῶται, δικηγόροι, ἰατροὶ, ἔμποροι καὶ κτηματίαι, ὡς νῦν, ἀλλ’ ἄνδρες εἰδικοὶ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, συνενοῦντες τὴν ἀναγκαίαν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν πρὸς τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν. Δὲν θὰ ἔχωμεν δὲ τὸ νῦν πολυκέφαλον ἢ μᾶλλον ἀκέφαλον τῆς διοικήσεως, ἐξ οὗ εἴδομεν ἤδη ὁπόσα καὶ ὁποῖα ἄτοπα, ὁποῖον χάος ἐπῆλθεν εἰς τὴν δημοτικὴν ἡμῶν ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ μίαν καὶ ἑνιαίαν διοίκησιν, ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μέτρον ἐφαρμόζουσαν πανταχοῦ καὶ διευθύνουσαν ἀπὸ σχεδίου προδιαγεγραμμένου πρὸς σκοπὸν καθωρισμένον.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς δασκάλους!
§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ διδάσκαλοι ἀκριβῶς ὑπὸ τὸ ἡμέτερον σύστημα ἐξασφαλίζονται. Δὲν θὰ ἐξαρτῶνται πλέον οὗτοι ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας ἑνὸς καὶ μόνου ἐπιθεωρητοῦ, ἑνὸς καὶ μόνου ἐποπτικοῦ συμβουλίου, οὐδὲ θὰ δικάζωνται καὶ καταδικάζωνται ἀναπολόγητοι, ὡς νῦν, τοῦθ’ ὅπερ οὐδ’ ἐπὶ τῶν χειρίστων κακούργων ἐπιτρέπεται. Καταγγελλόμενοι ὑπὸ τοῦ νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ, θὰ ἀπολογῶνται προηγουμένως, θὰ γνωμοδοτῇ δ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταγγελίας καὶ τῆς ἀπολογίας των ὁ ἀνώτερος ἐπιθεωρητής, ἀλλ’ ἐν ἀνάγκῃ θὰ μεταβαίνῃ καὶ ἐπὶ τόπου πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας, καὶ τέλος θ’ ἀποφασίζῃ τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον. Τὴν ἀπόφασιν δὲ τούτου δὲν θὰ ἐκτελῇ ἢ ἀπορρίπτῃ ἄνευ λόγου, ὡς νῦν, ὁ Ὑπουργός.
§57ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ὑποχρεοῦται τώρα εἰς ἐκτέλεσιν αὐτῆς;
§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδαμῶς. Ὁ Ὑπουργὸς, ἂν θέλῃ, τὴν δημοσιεύει, ἂν δὲν θέλῃ, τὴν ῥίπτει εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων, χωρὶς νὰ δώσῃ περὶ τούτου λόγον, εἰμὴ μόνον εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν συνείδησίν του. Κατὰ τὸ ἡμέτερον ὅμως σύστημα, ὑποχρεοῦται αὐτός, ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου, ἢ νὰ δημοσιεύσῃ αὐτὴν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» μετ’ ἰδίας ᾐτιολογημένης ἀποφάσεως περὶ τῆς ἀπορρίψεώς της, δωσιλογῶν οὕτω καὶ ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι τὸ ἡμέτερον σύστημα εἶναι τὸ προτιμότερον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ὅτι δι’ ὑπ’ αὐτὸ καὶ οἱ διδάσκαλοι ἔχουσι μείζονας ἐγγυήσεις ἢ νῦν, καὶ τὸ ὑπεύθυνον τοῦ Ὑπουργοῦ διασώζεται ἀκέραιον; Ἐκ τῆς ἐπισταμένης, Κύριοι, ἀναγνώσεως τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡ καθιερουμένη ὑφ’ ἡμῶν διοίκησις ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει εἶναι ἡ μόνη προσήκουσα εἰς ἡμᾶς. Κατ’ αὐτό, συγκεραννύμεναι ἡ συγκέντρωσις καὶ ἡ ἀποκέντρωσις χαλιναγωγοῦνται ἀμοιβαίως, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κατ’ αὐτό, θὰ ἔχωμεν τὸν ὑπέχοντα τὴν εὐθύνην, ἧς ἄνευ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐνασκηθῇ ἔλεγχος, ἄρα ἐκλείπει ἡ ἑτέρα τῶν βάσεων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος. Κατ’ αὐτό, θ’ ἀποκατασταθῇ ἡ εὐθύτης ἐν τῇ διοικήσει τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, ἧς ἄνευ ἀδύνατον αὕτη ν’ ἀποβῇ ἐθνική, ἀδύνατον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον πληρώσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πόθων. Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἑνότης, Κύριοι, εἶναι ἀπαραίτητος εἰς πάντα τὰ ἔθνη, μάλιστα δὲ εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα δὲν ἐπεῖδον ἀκόμη συντελουμένην τὴν ἀποκατάστασίν των. Διὰ τοιαύτης ἑνιαίας διοικήσεως ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει ἠδυνήθη ἡ Πρωσσία νὰ καλλιεργήσῃ παρὰ τῷ λαῷ αὐτῆς τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη καὶ νὰ παρασκευάσῃ τὴν μετὰ ταῦτα ἑνότητα καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς Γερμανίας. Διὰ τῆς τοιαύτης διοικήσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ καλλιεργήσωμεν καὶ ἡμεῖς προσηκόντως τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν ἰδεώδη καὶ νὰ ἴδωμέν ποτε πληρουμένους τοὺς ἐθνικοὺς ἡμῶν πόθους. Πάντα, Κύριοι, τὰ συστήματα τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως, τὰ ἐφαρμοσθέντα μέχρι τοῦδε, ἀπέτυχον κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον. Τὸ χείριστον ὅμως πάντων ἀπεδείχθη τὸ νῦν ἐν ἰσχύϊ, ὡς εἴδομεν πρότερον. Τὸ ἄριστον σχετικῶς σύστημα θὰ ἦτο, ἐὰν ἐξευρίσκετο εἰδικός τις πόρος ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὃν εἰσπρᾶττον ἀπ’ εὐθείας τὸ Κράτος θὰ ἐδαπάνα χάριν αὐτῆς, χωρὶς νὰ ἐνοχλῇ τοὺς δήμους δι’ οἱασδήποτε εἰσφορᾶς. Ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ τοιούτου πόρου· ἀλλ’ ἕως οὗ καταλήξῃ εἰς ὡρισμένον συμπέρασμα περὶ τούτου, νομίζει προτιμότερον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1892, διότι θεωρεῖ τοῦτο ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν συμφερώτερον καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς δήμους ἢ τὸ ἐν ἰσχύϊ, δι’ οὓς λόγους ἀναγράφομεν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει καὶ οὓς περιττὸν θεωρῶ νὰ ἐπαναλάβω ἐνταῦθα. Μεθ’ ὅσα, Κύριοι, εἶπον πρότερον περὶ διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρηγορήσω νῦν, ὅπως ἐξηγήσω τὴν ἀνάγκην, τὴν ἐπιβαλοῦσαν τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως τμήματος ἀρχιτεκτονικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας. Ὑπὸ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον θὰ παρέλθωσι πολλαὶ δεκαετηρίδες, ἕως οὗ πληρωθῇ ἡ Ἑλλὰς διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅσα δὲ ἐν τῷ μεταξὺ κατασκευασθῶσι τοιαῦτα, θ’ ἀποδειχθῶσι σὺν τῷ χρόνῳ ἄχρηστα. Ἔχομεν, Κύριοι, νῦν παρὰ τὸν νόμον καθιερωμένους τέσσαρας τύπους διδακτηρίων δημοτικῶν σχολείων, τοὺς τῶν μονοταξίων, διταξίων, τετραταξίων καὶ ἑξαταξίων τοιούτων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν τῶν μονοταξίων σχολείων κυμαίνεται μεταξὺ 20 καὶ 90, ἀτοπώτατον νομίζω νὰ ἔχωμεν δι’ αὐτὰ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν τύπον, μὲ τὸ αὐτὸ δηλαδὴ ἐμβαδόν· τούτου ἕνεκεν ἡμεῖς ἀποδεχόμεθα τρεῖς τύπους μονοταξίων σχολείων, ἤτοι ἕνα δι’ 20–45, ἕτερον διὰ 46–70, καὶ τρίτον δι’ 71–90 μαθητάς. Παραδεχόμεθα πρὸς τούτοις, δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα, ὅσα εἴδη πολυταξίων σχολείων, ἀπὸ τοῦ διταξίου μέχρι τοῦ πλήρους ἑπταταξίου, τόσους καὶ τύπους αὐτῶν, ἤτοι 6 τοιούτους, οἵτινες ὁμοῦ μετὰ τῶν τριῶν τύπων τῶν μονοταξίων σχολείων ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς 9, ἀντὶ τῶν ἤδη τεσσάρων μόνον. Ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀπαραίτητον, Κύριοι, νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν κατασκευὴν τῶν διδακτηρίων οὐ μόνον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς ἃ κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ὑπαγάγωμεν καὶ τὰ τῶν Διδασκαλείων, ἀλλὰ καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, πρὸς δὲ νὰ ἐφοδιάσωμεν καὶ ταῦτα καὶ ἐκεῖνα διὰ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων διδακτικῶν ὀργάνων καὶ σχολικῶν ἐπίπλων καὶ σκευῶν. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀνάγκη ἱδρύσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος τμήματος τῆς ἀρχιτεκτονικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας. Δι’ αὐτοῦ θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν σύγχρονον κατασκευὴν πλειόνων διδακτηρίων ἢ νῦν, θὰ ἔχωμεν δὲ πᾶσαν δυνατὴν ἐγγύησιν περὶ εὐωνοτέρας καὶ σκοπιμωτέρας ἐργασίας ἢ νῦν. Ἔχομεν, Κύριοι, ἤδη εἰς τὴν διάθεσίν μας ἕως 2 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν πρὸς τοῦτο ὡρισμένων ἐκπαιδευτικῶν τελῶν διὰ τοῦ νόμου ΒΤΕʹ τοῦ 1895, πρὸς δὲ 1 ἑκατομμύριον ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου ἐθνικοῦ εὐεργέτου Συγγροῦ, ἤτοι ἐν ὅλῳ 3,000,000 δραχ. Ἀλλὰ μὲ μόνα ταῦτα τὰ κεφάλαια καὶ μὲ τὴν ἐτησίαν ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν πρόσοδον, τὴν ἀνερχομένην ἐτησίως εἰς 500,000 δρ. περίπου, θὰ παρέλθωσι πολλὰ ἔτη, ἕως οὗ δυνηθῶμεν νὰ ἀνεγείρωμεν πάντα τὰ ἀναγκαῖα διδακτήρια καὶ μόνης τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ἀνερχόμενα εἰς χιλιάδας ὅλας. Ἰδοὺ διατί, Κύριοι, ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι, ἂν ἀπεφασίζομεν νὰ κεφαλαιώσωμεν τὸ ἀνωτέρω ἔσοδον ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, πρὸς δὲ τὰ ἐνοίκια, τὰ καταβαλλόμενα νῦν διὰ διδακτήρια τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ ἅτινα ἀνέρχονται εἰς 600,000 δρ. ἐτησίως, ἐὰν, λέγω, ἐπὶ τῇ βάσει 1,100,000 δραχ. συνωμολογοῦμεν δάνειον ἐξ 20 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμυρίων, τότε θὰ ἠδυνάμεθα καὶ τάχιον καὶ εὐωνότερον νὰ οἰκοδομήσωμεν τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος διδακτήρια, θὰ ἦτο δηλαδὴ οὕτω δυνατὸν ἐν ἀνάγκῃ νὰ προκαλέσωμεν μειοδοσίαν μεταξὺ μεγάλων οἰκοδομικῶν ἑταιρειῶν, δι’ ὧν θ’ ἀποκλείομεν τὸν νῦν συνασπισμὸν τῶν ἑκασταχοῦ μικρῶν ἐργολάβων, οὗ ἕνεκεν οὐδεὶς διαγωνισμὸς ἐπιτρέπεται. Τοιαῦτα, Κύριοι, τὰ νομοσχέδια τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐξ ὧν μὲν δύο πρῶτα καταθέτω νῦν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, τὸ δὲ τρίτον, τὸ περὶ διδακτηρίων, θὰ ὑποβάλω λίαν προσεχῶς εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα συναπαρτίζουσιν ἕν τι ὅλον, ὡς τοιαῦτα δὲ πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ἐπισταμένως ὁμοῦ μετὰ τῆς προταττομένης αὐτῶν αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ἐκ τῆς μελέτης ταύτης, Κύριοι, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πάντες ὑμεῖς θὰ πεισθῆτε, ὅτι τὸ μόνον σύστημα, τὸ ὀρθὸν καὶ λυσιτελὲς εἰς τὴν δημοτικὴν ἡμῶν ἐκπαίδευσιν, τὸ μόνον συνᾷδον πρὸς τὰς πρώτας ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι τὸ ὑφ’ ἡμῶν προτεινόμενον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἄξιον νὰ τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Καθ’ ἣν στιγμήν, Κύριοι, θὰ συζητῶνται καὶ ἐπιψηφίζωνται ἐνταῦθα τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος νομοσχέδια, θὰ ἔχωσι πρὸς ἡμᾶς ἐστραμμένα τὰ βλέμματά των ὑπερδιακόσιαι χιλιάδες Ἑλληνοπαίδων, διότι εἰς τόσους θ’ ἀνέλθωσιν οἱ μαθηταὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν προκειμένων νομοσχεδίων. Θὰ ἔχωσιν ἐστραμμένα πρὸς ἡμᾶς τὰ βλέμματά των καὶ ὑπερπεντακόσιαι χιλιάδες Ἑλληνοπαίδων ἐν τῇ ἀλυτρώτῳ Ἑλλάδι, διότι τὸ παράδειγμα ἡμῶν θὰ μιμηθῶσι καὶ αἱ ἐκεῖ ὁμογενεῖς κοινότητες, ἐφαρμόζουσαι τὸ αὐτὸ ἐκπαιδευτικὸν σύστημα. Παρ’ ἡμῶν ἀναμένουσι νὰ ἴδωσι βελτιουμένην τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὴν πρώτην ταύτην πνευματικήν των τροφήν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς βελτιώσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπεκδέχεται τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς ἀνόρθωσίν του τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅπερ ὡς ἐπὶ τούτου ἔχει νῦν ὁλόκληρον τὴν προσοχήν του ἐστραμμένην πρὸς ἡμᾶς, ἀναμένον τὴν πεφωτισμένην συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων, ἀφορώντων εἰς ἓν τῶν ζωτικωτάτων δι’ αὐτὸ ζητημάτων. Καὶ ἡ παροῦσα Βουλή, Κύριοι, δὲν δύναται νὰ πολιτευθῇ ἄλλως, ἂν θέλῃ νὰ ἐμμείνῃ πιστὴ εἰς ἣν ἔλαβεν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκλεγεῖσα μετὰ τὰ τελευταῖα ἐθνικὰ ἡμῶν ἀτυχήματα. Ἡ ἐντολὴ αὕτη εἶναι ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν περισυλλογὴν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν πάντων, ἰδίᾳ δὲ τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥτις εἶναι ἡ ἀφετηρία πάσης ἄλλης μεταρρυθμίσεως ἐν ἡμῖν. Καὶ τὴν ἐντολὴν ταύτην δὲν θὰ διαψεύσῃ ἡ Βουλή, ἂν ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως ἐγκύψῃ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, δι’ ὧν ἐπιδιώκεται ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος ἐκ τῶν ναυαγίων τοῦ παρελθόντος, ἡ σωτηρία τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 124–125).
§60Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὰς ἐπερωτήσεις δι’ αὔριον, ὅπως δυνηθῶμεν σήμερον νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ὀλίγην νομοθετικὴν ἐργασίαν;
§62ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε εἶναι ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι πρὸ ὑμῶν.
§64ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σχετικόν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σημαίνει. Προηγεῖται ὁ κ. Ρικάκης, εἶτα ὁ κ. Βιτάλης καὶ ἄλλοι.
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε Πρόεδρε.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τοὺς ζητήσαντας τὸν λόγον, νὰ παραιτηθῶσι ἀπόψε τῶν ἐπερωτήσεων.
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ, ἵνα ἐξηγήσῃ τὰς πράξεις αὑτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται τώρα περὶ συζητήσεων. Ἐγένετο ἁπλῆ εἰσήγησις νομοσχεδίων.
§70ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον· ἔχω δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βιτάλης, βουλευτὴς Σύρου, ἔχει τὸν λόγον.
§72Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν διαθεσίμων, τῶν διὰ τρίμηνον ὑπηρεσίαν ὑποχρέων, οἵτινες ὅμως παραμένουσιν ἀκόμη εἰς τὸ στράτευμα. Κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον, μόνον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις δύνανται νὰ παραμένωσιν οἱ διαθέσιμοι εἰς τὸ στράτευμα. Οὐδεμία ὅμως τοιαύτη ἔκτακτος περίστασις ὑπάρχει σήμερον. Ἐὰν ὁ λόγος τῆς ἐκπαιδεύσεως ἠνάγκασε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κρατῇ τούτους, νομίζω ὅτι καὶ ὁ λόγος οὗτος ἐξέλιπε, διότι αἱ τελευταῖαι μεγάλαι ἀσκήσεις ἀπέδειξαν, ὅτι εἶναι καλῶς ἠσκημένοι. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ὑπάγονται οἱ διαθέσιμοι, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν, διότι ἡ ἐποχὴ τοῦ ἔτους εἶναι τοιαύτη, ὥστε νομίζω δίκαιον νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των.
§73Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, ἔχω καθῆκον νὰ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Αʹ) Πρὸς τὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ φροτίσῃ, ἵνα συνταχθῇ κατάστασις καὶ κατατεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, δηλοῦσα: αʹ) Τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν προέκυψε καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1895, 1896, 1897 καὶ 1898, ὡς προωρισμένον διὰ τὴν οἰκοδομὴν διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. βʹ) Τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἑκάστοτε κατετέθησαν τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς Τράπεζαν, τίνα καὶ ἐπὶ πόσῳ τόκῳ. γʹ) Τὸ ποσὸν τῶν τόκων, οἵτινες προέκυψαν καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν καθ’ ἑκάστην τῶν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο γενομένων καταβολῶν. δʹ) Τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἐδαπανήθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν πρὸς οἰκοδομὴν διδακτηρίων, μετὰ τῆς σημειώσεως τῶν τόπων καὶ τῶν δήμων, ἐν οἷς ᾠκοδομήθησαν ἢ οἰκοδομοῦνται τὰ διδακτήρια.» Βʹ) Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ φροντίσῃ, ἵνα συνταχθῇ καὶ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασις, δηλοῦσα τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον κατεβλήθη ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς εἰσφορὰ ἢ βοήθεια τοῦ Κράτους πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐκ τῶν δημοτικῶν ταμείων καταβληθέντων ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1895, 1896, 1897 καὶ 1898.»
§75ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔλαβε χώραν λυπηρὸν ἐπεισόδιον μεταξὺ τοῦ ἀξιωματικοῦ Πιερράκου καὶ τοῦ συντάκτου καὶ διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος «Παλιγγενεσίας» κ. Κ. Ἀγγελοπούλου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως, μετὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν δραστηριότητος, καὶ τιμωρήσῃ ἀμειλίκτως τὸν ἀξιωματικὸν Πιερράκον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος διέπραξεν ἀτόπημά τι. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ προστατεύσῃ τὴν τιμὴν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, διότι ἰδοὺ ποῦ ἀγόμεθα, νὰ περιυβρίζωνται οὗτοι ὑπὸ τοῦ πρώτου τυχόντος διὰ λιβέλλων τοῦ αἰσχίστου εἴδους.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Ἀθήναις τῇ 15|27 Ἀπριλίου 1899 ὑπογραφείσης δηλώσεως, δι’ ἧς παρετάθη ἡ ἰσχὺς τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς συνθήκης τοῦ 1889». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 1076 καὶ 1077 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 αὐτοῦ, ὡς ἔχουσι).
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῶν ψηφισθέντων εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἄρθρων 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλω τροπολογίας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ, ὅπως τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν ἐγκαίρως, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 126). (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 10′ μ.μ.)