1899.05.12
946 rows · 7,104 words · 17 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 12 Μαΐου 1899.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Προσελθόντες ὀμνύουν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον οἱ βουλευταὶ κ. κ. Πέτρος Αὐγερινὸς καὶ Ὀδυσσεὺς Λαμπρόπουλος).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐν Βερώνῃ τῆς Ἰταλίας ἐπιτροπῆς, ἥτις ἤγειρε μνημεῖον πρὸς τιμὴν τοῦ ἐν Δομοκῷ πεσόντος Γαριβαλδινοῦ Μαξιμιλιανοῦ Τρομπέλλη, δι’ ἐπιστολῆς του ἀνακοινοῖ ἡμῖν τοῦτο. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἀπηντήσαμεν, ὅτι συμμεριζόμεθα τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ τῆς Βερόνης, ἐκφράζοντες συνάμα τὰς εὐχαριστίας ἡμῶν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα ἐκ Θηβῶν, δι’ οὗ ἀγγέλλεται πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν συλλαλητηρίῳ διαμαρτυρήθησαν οἱ κάτοικοι κατὰ τοῦ σκοπουμένου προσδιορισμοῦ τῆς Λεβαδείας ὡς ἕδρας τῆς νέας διοικήσεως τοῦ νομοῦ Βοιωτίας. Ὡσαύτως ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Θηβαίων, ἀφορῶντος εἰς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἐπίσης τηλεγράφημα τοῦ Παντεχνικοῦ Συνδέσμου τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν περὶ τοῦ αὐτοῦ. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Νέας Μιζέλης, δι’ οὗ ἐκφράζεται ἡ εὐχή, ὅπως ἀποσπασθῇ ὁ δῆμος οὗτος ἐκ τῆς Φθιώτιδος καὶ προσαρτηθῇ εἰς τὴν διοίκησιν Βόλου. Τηλεγράφημα ἐκ Φιλιατρῶν, δι’ οὗ ἀγγέλλεται, ὅτι ὁ λαὸς ἐν συλλαλητηρίῳ ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν, ὅπως ἕδρα τῆς διοικήσεως τοῦ νομοῦ Ἄνω Μεσσηνίας ὁρισθῶσι τὰ Φιλιατρὰ καὶ οὐχὶ ἡ Κυπαρισσία. Ἕτερον ἐκ Κύμης τηλεγράφημα, ὅπως ἡ ἐπαρχία Καρυστίας ἀποτελέσῃ ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν. Ἐπίσης ἄλλο ἐκ Σκύρου πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Νάξου, δι’ οὗ παρακαλεῖται ἡ Βουλή, ὅπως διαιρέσῃ τὸν νομόν Κυκλάδων εἰς δύο διοικητικὰς περιφερείας, τῆς ἑτέρας τῶν ὁποίων νὰ ὁρισθῇ πρωτεύουσα ἡ Νάξος. Τηλεγράφημα ἐκ Νάξου, δι’ οὗ ἀγγέλλεται, ὅτι ὁ λαὸς, συνελθὼν εἰς συλλαλητήριον, ἐξέφρασε τὴν αὐτὴν εὐχήν. Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Κουτσούφλιανης, αἰτουμένων, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθήσῃ χορηγοῦσα αὐτοῖς τὸ εἰκοσιπεντάλεπτον ἡμερήσιον ἐπίδομα, διατάξῃ δὲ καὶ τὴν ἀνέγερσιν οἰκιῶν πρὸς στέγασιν τῶν οἰκογενειῶν των. Τηλεγράφημα ἐκ Τρικκάλων διαφόρων οἰκογενειαρχῶν, καταγομένων ἐκ τῆς μακεδονικῆς κώμης Περιβολίου καὶ αἰτουμένων ὅπως ἐγκριθῇ ἡ γενομένη δημοπρασία, δι’ ἧς κατεκυρώθη αὐτοῖς τὸ κατὰ τὴν κορυφὴν τοῦ Κόζακα κτῆμα τῆς Μονῆς Βαρλαὰμ, ἵνα ἐπ’ αὐτοῦ παραθερίζωσι μετὰ τῶν οἰκογενειῶν των.
§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ συστηθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἵνα ληφθῇ πρόνοια δι’ αὐτό.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὡσαύτως: Τηλεγράφημα τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐκλεχθείσης ὑπὸ τοῦ λαοῦ Τυρνάβου, ὅστις ἐν συλλαλητηρίῳ ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν, ὅπως ἡ Βουλὴ λάβῃ νομοθετικὰ μέτρα περὶ καθορισμοῦ τῶν χρεῶν καὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Αἴτησιν διαφόρων ὁπλαρχηγῶν, ζητούντων τὴν προστασίαν τῆς Βουλῆς. Ἑτέραν αἴτησιν τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Γεωργίου Ἀρκούδα, ζητοῦντος χρηματικόν τι ἐπίδομα. Ἀναφορὰν καταδίκων τῶν φυλακῶν Καρδίτσης, αἰτουμένων, ὅπως ὁ χρόνος τῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας θεωρηθῇ δι’ αὐτοὺς ὡς χρόνος φυλακίσεως. Ἑτέραν ἀναφορὰν ἄλλων καταδίκων, κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Λαρίσης, αἰτουμένων τὴν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς ἀπαλλαγήν των. Ἀναφορὰν τοῦ φαρμακοποιοῦ Μιχαὴλ Βήτου, αἰτουμένου ἀποζημίωσιν διὰ τὴν κατὰ τὸν πόλεμον διαρπαγὴν τοῦ ἐν Λούρῳ τῆς Φιλιππιάδος φαρμακείου του. Αἴτησιν τοῦ ἀποστράτου ἀνθυπολοχαγοῦ Π. Ἀγγελογιάννη, ζητοῦντος ἀμοιβὴν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας του. Αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ Αʹ τμήματος Ἀθηνῶν, ζητούντων, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ λατομῶσιν ἐκ τῶν παρὰ τὰ Σφαγεῖα λόφων. Ἀναφορὰν τῆς Σοφίας Ν. Μπούμπουλη, αἰτουμένης αὔξησιν τοῦ χορηγουμένου αὐτῇ μηνιαίου ἐκ 35 δραχμῶν ἐπιδόματος, ὡς ἀνεπαρκοῦς. Τηλεγράφημα ἐμπόρων ἐκ Καλαμῶν, παρακαλούντων, ὅπως ἐπιστραφῇ αὐτοῖς τὸ διὰ τὴν εἰσαγωγὴν θεϊκοῦ χαλκοῦ καταβληθὲν τέλος, ἐπικειμένης τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς τοῦ εἴδους τούτου. Ἀναφορὰν ἐμπόρων τινῶν ἐκ Πατρῶν, ζητούντων τὴν τροποποίησιν τῶν περὶ φαρμακείων καὶ πωλήσεως φαρμάκων ἰσχυόντων νόμων. Αἴτησιν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Ἀκροπόλεως Πατρῶν καταδίκων, αἰτουμένων μετριασμὸν τῆς ποινῆς των. Αἴτησιν τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου, τῶν καταστάντων ἀνικάνων πρὸς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν των, αἰτουμένων αὔξησιν τοῦ χορηγουμένου αὐτοῖς ἐπιδόματος.
§4Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἴτησιν τῶν ἐκ Κρήτης φοιτητῶν, παρακαλούντων, ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τῆς καταβολῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν κατὰ τὸ τρέχον ἀκαδημαϊκὸν ἔτος.
§6Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν αἴτησιν ταύτην, ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνω τὴν δέουσαν σύστασιν πρὸς τοὺς κ.κ. Ὑπουργούς. Πρόκειται ἐν γένει περὶ τῶν φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ δώσουν ἐξετάσεις κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν, καὶ στερούμενοι τῶν μέσων τοῦ νὰ καταβάλωσι τὰ τέλη, ἀδυνατοῦσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις, καὶ ἑπομένως δι’ αὐτοὺς ἡ ἐποχὴ αὕτη παρέρχεται. Καὶ οἱ Θεσσαλοὶ καὶ οἱ Ἠπειρῶται καὶ οἱ Κρῆτες, νομίζω ὅτι ἔχουσιν ἀρκοῦντας λόγους νὰ δικαιολογήσωσι τὴν αἴτησιν ταύτην. Δὲν ἐρωτῶ οὔτε νομίζω ὅτι εἶναι ἄξιον ἐξετάσεως, κατὰ πόσον τὸ Δημόσιον θέλει ζημιωθῇ· διότι, ἐὰν ἡ αἴτησις αὕτη δὲν γείνῃ δεκτή, βεβαίως αὐτοὶ ἀδυνατοῦσι νὰ καταβάλωσι τὰ τέλη καὶ τὸ Δημόσιον δὲν πρόκειται νὰ εἰσπράξῃ τίποτε. Ἀπέναντι ὅμως τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι προβάλλονται, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν αἴτησιν ταύτην καὶ ἀποφασίσῃ, διότι ὁ χρόνος παρέρχεται καὶ οἱ νέοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ὀλίγοι, θὰ καταστραφῶσιν ἐντελῶς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Ἀθαν. Μπασιᾶς κατέθηκε διαφόρους ἐπερωτήσεις, αἵτινες θὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς. Οἱ βουλευταὶ Πάλλης κ. κ. Π. Τυπάλδος καὶ Α. Μπασιᾶς κατέθηκαν αἴτησιν τοῦ Κεφαλλῆνος Θεοφάνους Μουλίνου, ζητοῦντος νὰ χορηγηθῇ αὐτῷ χρηματικόν τι ποσὸν πρὸς ἐκτύπωσιν συλλογῆς τινος ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς ἐκπονηθείσης ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ του Ἀρσενίου, ἱερομονάχου καὶ ἐγκριθείσης ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἢ νὰ ἀγοράσῃ ταύτην ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς. Τὴν αἴτησιν ταύτην συνιστῶσιν οἱ εἰρημένοι κύριοι Βουλευταί. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§8Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν γενομένην διακοπὴν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις ἠσχολήθη πρὸς παρασκευὴν τῶν νομοσχεδίων, τῶν παρ’ αὐτῆς θεωρουμένων ὡς μᾶλλον ἐπειγόντων. Ἀλλὰ πρὸ πάντων καθῆκον εἶχε ν’ ἀσχοληθῇ πρὸς καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, τὸν ὑποβληθησόμενον εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ὑπελογίσθησαν εἰς 105,795,658, τὰ τακτικὰ δ’ ἔξοδα τῆς αὐτῆς χρήσεως ὁρίζονται εἰς δραχμὰς 99,347,623, ἑπομένως προκύπτει περίσσευμα 6,448,035. Ἐὰν, Κύριοι, ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων ἐξαιρεθῶσι τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἔξοδα, ἀνερχόμενα εἰς 29,064,277, τὰ διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους ἔξοδα περιορίζονται εἰς δραχ. 70,283,346. Ἐὰν δὲ ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων, τῶν ἀνερχομένων, ὡς εἶπον, εἰς 105,795,658, ἀφαιρέσωμεν τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἔξοδα, ἀνερχόμενα εἰς 29,064,277, ἀπομένει ὑπόλοιπον ἐσόδων 76,732,381, καὶ ἐὰν ἐκ τούτο ἀφαιρέσωμεν τὰ ἔξοδα 70,283,346, ἀπομένει πάλιν περίσσευμα 6,449,035. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβής, πρέπει ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν τῷ ποσῷ τῶν ἐσόδων περιελήφθη ποσὸν 3,859,258, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς σταθερὸν τακτικὸν ἔσοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον τὸ ποσὸν τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ εἰσπραχθέντος ἐξ ἰσοτίμου σταφιδοκάρπου καὶ ἐξ ἀντιτίμου ἐκποιηθέντος σταφιδοκάρπου ἐκ τῶν ἀποθηκῶν ἀποταμιεύσεως τῶν χρήσεων 1895, 1896 καὶ 1897. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ περισσεύματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ ἔχωμεν ὑπόλοιπον 2,589,777. Ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ προσθέσωμεν ποσὸν 1,200,000 διὰ φόρον πρὸς δρ. 4 κατὰ χιλιόλιτρον ἐκ τοῦ ἐξαχθησομένου μέχρι 5 Αὐγούστου ἐ. ἔ. σταφιδοκάρπου τῆς ἐσοδείας τοῦ 1898, ὑπολογιζομένου εἰς λίτρας 300,000,000, σὺν τῇ προσθήκῃ τῶν δαπανῶν, ὑπολογιζομένων εἰς δραχ. 160,000. Ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα δέον νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ παρόντι, εἶναι κατάδηλον, διότι ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις εἰσαχθέντος καὶ εἰσαχθησομένου σταφιδοκάρπου εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1898, θέλει ὅμως βεβαίως γείνῃ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ 1899, καὶ ἑπομένως ὁ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήκων φόρος θέλει βεβαιωθῇ καὶ εἰσαχθῇ ὡς ἔσοδον κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ ἔτους 1899. Οὕτω, Κύριοι, τὸ περίσσευμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθησομένου σήμερον ἀνέρχεται εἰς 3,949,777. Ἐὰν δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν ποσόν, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς 3,000,000 ἐκ τῶν μὴ διατεθησομένων πιστώσεων, θὰ ἔχωμεν ποσὸν 6,949,777. Ἐὰν τώρα, Κύριοι, ἐξετάσωμεν τὰ ἔξοδα, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι ἐν αὐτοῖς περιλαμβάνονται καὶ ποσά, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποτελοῦσι δαπάνας τακτικὰς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οὕτω ἀναγράφεται ποσὸν 150,000 διὰ τὴν Ἔκθεσιν τῶν Παρισίων, ἀναγράφεται ποσὸν 716,576 διὰ κατασκευὴν ἀτμολεβήτων, δαπάναι ἔκτακτοι, δαπάναι μὴ προωρισμέναι νὰ ἐπαναληφθῶσι τακτικῶς. Ἐὰν τὰ ποσὰ ταῦτα ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 70,283,000, ὡς ἐπίσης ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων δραχ. 1,709,674, ἤτοι ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐν συνόλῳ δραχ. 2,576,250, ἔχομεν καθαρὰ ἔξοδα ἀνερχόμενα εἰς τὸ ποσὸν 67,707,096, κατὰ δραχ. 3,358,802 τουτέστιν ἐπὶ ἔλαττον τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1896· λέγω τοῦ 1896, διότι σύγκρισις δύναται νὰ γείνῃ μόνον μὲ τὰς δαπάνας τοῦ ἔτους ἐκείνου, καθόσον αἱ δαπάναι τῶν ἐτῶν 1897 καὶ 1898 παρουσιάζουσί τι τὸ ἔκτακτον. Ἐὰν ὅμως, Κύριοι, συγκρίνωμεν τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1899 πρὸς τὰς δαπάνας τῆς χρήσεως τοῦ 1898, θέλομεν εὕρει, ὅτι, ἐνῷ αἱ ζητούμεναι πιστώσεις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 ἀνέρχονται εἰς 99,347,623, κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1898 ἐχορηγήθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πιστώσεις 87,254,858, διὰ δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν 13,888,981, διὰ Β. Διαταγμάτων ἀναπληρωματικαὶ μὲν πιστώσεις δρ. 5,527,655, ἔκτακτοι δὲ 5,495,060, ἐν ὅλῳ 11,022,715. Ὥστε τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τοῦ 1898 ἀνέρχεται εἰς 112,167,533. Συγκρινομένων δὲ τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθησομένου καὶ τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον 12,819,931. Εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο δὲν περιλαμβάνεται τὸ ποσὸν τῶν 8,000,000, τὸ πρὸς χορήγησιν δανείων εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Θεσσαλίας χορηγηθέν, καὶ τὸ ὁποῖον, προστιθέμενον εἰς τὰ 12,819,931, ἀναβιβάζει τὴν διαφορὰν εἰς 20,819,931. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ὅπως πεισθῶμεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἀποφέρει περίσσευμα ἐπιτρέπον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐν μέρει τοὐλάχιστον τὸ μεταρρυθμιστικὸν σχέδιον, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἄνευ διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἄφινε περίσσευμα, νὰ ὁμιλῇ τις περὶ μεταρρυθμίσεων, θὰ ἦτο ματαιοπονία, διότι αἱ πλεῖσται μεταρρυθμίσεις κατ’ ἀνάγκην θὰ φέρωσιν αὔξησιν δαπανῶν. Ἀρχόμενος, Κύριοι, τῆς εἰσηγήσεως τῶν νομοθετημάτων, διὰ τῶν ὁποίων πραγματοποιοῦνται αὗται, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ δύο νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων τὸ πρῶτον σχετίζεται μὲ τὸν ὑποβληθησόμενον προϋπολογισμὸν καὶ τὸ δεύτερον μὲ τὴν παρακράτησιν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα, ὅταν ἀνέπτυξα τὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 3,859,258, τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐγγραφέντος. Τὸ πρῶτον τῶν νομοσχεδίων τούτων εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Πρὸ πολλοῦ τὸ ζήτημα τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου συνεζητήθη ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Ὅσοι διετέλεσατε Βουλευταὶ κατὰ τὰς παρελθούσας περιόδους, γινώσκετε, ὅτι οὐδεμία σύνοδος αὐτῶν παρήρχετο, χωρὶς νὰ διατυπωθῇ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὰς οἰνοφόρους ἐπαρχίας ἡ δικαία ἀπαίτησις, ὅπως μεταρρυθμισθῇ ὁ ἰσχύων νόμος περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου. Ὁ νόμος οὗτος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ κατεδείχθη τοσοῦτον καταθλιπτικός, τοσοῦτον πιεστικὸς καὶ ἐνοχλητικὸς εἰς τοὺς φορολογουμένους, ὥστε πάντοτε ἐζητεῖτο ἡ μεταρρύθμισίς του, ἡ ὁποία ὅμως πάντοτε ἀνεβάλλετο. Ἐσκέφθημεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐπὶ πλέον ν’ ἀναβληθῇ· ἐσκέφθημεν ὅτι καθῆκον εἴχομεν νὰ ἐξεύρωμεν ἄλλον τρόπον φορολογίας, ὁ ὁποῖος νὰ συνδυάζῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ ἡ πρόσοδος, μετὰ τῶν δικαίων ἀπαιτήσεων τῶν φορολογουμένων, ζητούντων νὰ ἀπαλλαγῶσιν ἀδίκων πιέσεων. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι οἱ δύο οὗτοι σκοποὶ πραγματοποιοῦνται διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Τὸ ἕτερον νομοσχέδιον σχετίζεται πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Πρὸ πολλοῦ, Κύριοι, συζητεῖται τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως. Ὅτε ὁ σταφιδόκαρπος, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον συνετέλεσεν εἰς τὴν πρόοδον τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἔπαυσε πωλούμενος εἰς τὰς τιμὰς, αἵτινες ἀπετέλουν ἀληθῆ πηγὴν πλούτου διὰ τὰς ἐπαρχίας τῆς παραγωγῆς καὶ τὸν τόπον ἐν γένει, ἤρχισεν ἡ δυσπραγία τῶν ἄλλοτε πλουσίων ἐπαρχιῶν τούτων. Αἱ τιμαὶ κατ’ ἔτος ἠλαττοῦντο, καὶ ἡ ἐλάττωσις ηὔξανε καθ’ ὅσον ἐκλείοντο αἱ ἀγοραὶ τῆς καταναλώσεως καὶ ἡ κατανάλωσις ἠλαττοῦτο. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπήρχετο ἐλάττωσις καταναλώσεως, ἡ παραγωγὴ ηὔξανεν, αἱ δὲ εὐτυχεῖς ἄλλοτε σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι εὑρέθησαν πρὸ μεγάλης οἰκονομικῆς δυσχερείας, ἡ ὑποτίμησις ἐξηκολούθει, αἱ τιμαὶ ἐξηυτελίζοντο, δυσαναλογία ἐπῆλθε μεταξὺ προσφορᾶς καὶ ζητήσεως καὶ ἀνεστράφησαν οἱ παλαιοὶ ὅροι. Ἄλλοτε ἡ ζήτησις ὑπερέβαινε τὴν προσφορὰν καὶ ἑπομένως αἱ τιμαὶ ηὔξανον, ἀλλ’ ἀντιστραφέντων τῶν ὅρων, εἰς πολλὰς ἐπαρχίας αἱ τιμαὶ τοῦ εἴδους δὲν ἐπήρκουν πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῆς παραγωγῆς. Ἐντεῦθεν, Κύριοι, κραυγὴ ὀδύνης ἐξῆλθεν ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Συνεταράχθησαν αἱ ἐπαρχίαι αὗται καὶ μετ’ αὐτῶν ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν τοσαύτην ὑπέστησαν διατάραξιν τὰ οἰκονομικὰ τῶν ἰδιωτῶν, συνέπασχον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τὰ μετ’ αὐτῶν στενῶς συνδεόμενα. Ἐμελετήθη τὸ ζήτημα καὶ κατενοήθη ὅτι τὸ κακὸν προήρχετο ἐκ τῆς ἀνισορροπίας τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως. Πρὸς ἐπαναφορὰν τῆς ἰσορροπίας ταύτης ἐπενοήθη ἡ παρακράτησις, καὶ δὲν πιστεύω, Κύριοι, ὅτι ἐπιστημονικῶς καὶ κατὰ θεωρίαν ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ· δὲν πιστεύω ὅτι δύναταί τις κατὰ θεωρίαν νὰ εἴπῃ, ὅτι δίκαιον εἶναι, μέρος τοῦ διὰ κόπων καὶ δαπανῶν παραγομένου σταφιδοκάρπου νὰ καταστραφῇ, ἢ τοὐλάχιστον ἡ χρῆσις αὐτοῦ νὰ περιορισθῇ. Κατὰ θεωρίαν ἔδει ν’ ἀφεθῇ ἡ παραγωγὴ ἐλευθέρα, ὅπως παλαίσῃ μὲ τὴν κατανάλωσιν, ἔδει νὰ περιμείνωμεν, ὅπως ἡ ἰσορροπία μεταξὺ προσφορᾶς καὶ ζητήσεως ἐπέλθῃ διὰ τῆς λειτουργίας τῶν νόμων, τῶν κανονιζόντων τὴν προσφορὰν καὶ τὴν ζήτησιν, ἡ ἰσορροπία δ’ αὐτὴ βεβαίως θὰ ἐπήρχετο διὰ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου. Ὑπάρχουν γαῖαι παράγουσαι σταφιδόκαρπον ἀρίστης ποιότητος· αἱ γαῖαι αὗται θὰ ἐξηκολούθουν προοριζόμεναι εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὑπάρχουν γαῖαι παράγουσαι μεγάλην ποσότητα διὰ μικρᾶς δαπάνης, καὶ αὗται θὰ ἐξηκολούθουν προοριζόμεναι διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ σταφιδοκάρπου. Αἱ μὴ ἀνήκουσαι εἰς μίαν τῶν δύο τούτων κατηγοριῶν γαῖαι βεβαίως ἤθελον προορισθῆ εἰς ἄλλην καλλιέργειαν. Ἀλλ’ ὁποῖαι ἐν τούτοις καταστροφαί! Πρὸς ἀποφυγὴν τῶν καταστροφῶν τούτων ἐπενοήθη ἡ παρακράτησις. Ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι διετελέσατε Βουλευταὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ὁπόση ἐγένετο περὶ τῆς παρακρατήσεως συζήτησις. Ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους καὶ ἐπὶ νύκτας ὅλας συνεζητήθη τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἐπὶ τέλους ἡ παρακράτησις ἐνίκησε καὶ ἐπεβλήθη, ἀμέσως δ’ ἐκινήθη τὸ ζήτημα, τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ παρακρατουμένου σταφιδοκάρπου προερχόμενον, καὶ ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφιερωθῇ πρὸς ἐνίσχυσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν κόπων καὶ τῶν δαπανῶν αὐτῶν παρήγαγον τὸ παρακρατηθὲν ποσὸν σταφίδος. Ἐκ τῆς θεμελιώδους ταύτης ἀρχῆς προέκυψεν ἡ ἰδέα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιδιώκεται, ὅπως δοθῶσιν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς δάνεια ἐπὶ καλλιεργείᾳ καὶ παρασχεθῶσιν αὐτοῖς τὰ μέσα, ὅπως καλλιεργήσωσι τὰς σταφιδαμπέλους, ἐξ ὧν προῆλθε τὸ παρακρατηθὲν ποσὸν σταφιδοκάρπου. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐγένετο γενικῶς εὐμενῶς ἀποδεκτόν· ἠκούσθησαν καὶ φωναὶ διαμαρτυρίας, ἀλλ’ αὗται ἀπετείνοντο μόνον πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς παρακρατήσεως ἢ πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, θέλει παρ’ ὑμῶν ἐξετασθῆ, εἴμεθα δὲ πρόθυμοι, ἀκολουθοῦντες μετὰ προσοχῆς τὴν συζήτησιν, ἥτις θὰ διεξαχθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ παραδεχθῶμεν πάσας τὰς τροπολογίας ἐκείνας, αἵτινες δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς καλλιτέραν τοῦ νομοσχεδίου διασκευήν, πρὸς πληρεστέραν ἐπίτευξιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Καὶ ἄλλα νομοσχέδια θέλει ὑποβάλει ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν ὁ ἴδιος θέλει ἀσχοληθῆ. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐπέστησαν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσουν ταύτην, διότι ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν Δικαιοσύνην πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐνέχον μεγάλην σπουδαιότητα, διότι ἄνευ καλῆς δικαιοσύνης πᾶσα πρόοδος ἀδύνατος ἀποβαίνει. Πολλαὶ ἐγένοντο, Κύριοι, καὶ γίνονται ἐπικρίσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν. Αἱ ἐπικρίσεις αὗται ἀφορῶσι καὶ εἰς τὰ πρόσωπα καὶ εἰς τὴν νομοθεσίαν. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα, ἐπικρίσεις γίνονται, ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν εἶναι ἐντελἐντελῶς ἀμέτοχος τῆς πολιτικῆς, ὅτι εἶναι βραδεῖα κατὰ τὴν ἀπονομήν. Περὶ προσώπων, Κύριοι, ἐπιβάλλεται νὰ καταβληθῇ ἰδιαιτάτη μέριμνα· πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν διὰ νόμου περὶ προσόντων αὐστηροῦ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν βελτίωσιν τῶν τῆς δικαιοσύνης. Ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλει ὑποβάλει ὑμῖν νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἀσχολεῖται περὶ ὅλων ἐν γένει τῶν λειτουργῶν τῆς δικαιοσύνης, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου βαθμοῦ μέχρι τοῦ ἀνωτάτου· ὡς βάσιν διορισμοῦ θέτει τὸν διαγωνισμόν. Πρὸς προαγωγὴν ἀπαιτεῖ γνωμοδότησιν Συμβουλίου, ἀλλὰ διὰ συστήματος διαφόρου τοῦ σήμερον ἰσχύοντος. Σήμερον τὰ Συμβούλια γνωμοδοτοῦν κατόπιν αἰτήσεως τοῦ ἐνδιαφερομένου κατὰ τρόπον ἀπόλυτον· παρατηρεῖται δὲ τὸ ἄτοπον, ὅτι ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχουσι τοσαῦται γνωμοδοτήσεις, ὑπὲρ προαγωγῆς, ὅσοι οἱ συμπληρώσαντες τὰ τυπικὰ προσόντα. Ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠθέλομεν συντελέσει εἰς τὸ νὰ καταστήσωμεν σπουδαίας τὰς γνωμοδοτήσεις, ἐὰν, ἀντὶ νὰ δοθῶσιν αὗται κατὰ τρόπον ἀπόλυτον καὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ἐνδιαφερομένου, δοθῶσι προκαλούμεναι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅταν κενωθῇ θέσις, πρὸς πλήρωσιν τῆς θέσεως ταύτης. Αἱ γνωμοδοτήσεις δοθήσονται οὕτως ἐν συγκρίσει μεταξὺ τῶν ἐχόντων τὰ τυπικὰ προσόντα· κενουμένης μιᾶς θέσεως, προσκαλοῦνται τὰ Ἐφετεῖα, ὅπως ἕκαστον αὐτῶν ὑποδείξῃ τρεῖς ὑποψηφίους. Τὰ ὀνόματα τῶν ὑποψηφίων τούτων ὑποβάλλονται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὁ Ἄρειος Πάγος ἐκλέγει τρεῖς, μεταξὺ δὲ τῶν τριῶν ὁ Ὑπουργὸς διορίζει ἕνα πρὸς πλήρωσιν τῆς κενῆς θέσεως. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κανονίζονται καὶ τὰ τῶν μεταθέσεων. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, οἱ Πρόεδροι, οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ δικασταὶ δύνανται νὰ μετατεθῶσιν: αʹ) ἐὰν ὑπάρχωσι κεναὶ θέσεις καὶ ζητηθῇ ἐγγράφως ἡ μετάθεσις· βʹ) ἐὰν ὑποβληθῇ ἔγγραφος αἴτησις περὶ ἀμοιβαίας μεταθέσεως· γʹ) ἐὰν ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας ἐπιβάλλῃ τὴν μετάθεσιν καὶ προηγηθῇ ὑπὲρ τῆς μεταθέσεως γνωμοδότησις Συμβουλίου, ἀποτελουμένου, ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ Εἰσαγγελέως, Προέδρου Πρωτοδικῶν ἢ Πρωτοδίκου, ἐκ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ ἀρχαιοτέρου Ἐφέτου, ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ Προέδρου Ἐφετῶν, ἢ Ἐφέτου, ἢ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ἐκ τοῦ Προέδρου, τοῦ Ἀντιπροέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἡ δικαιοσύνη γίνεται αὐτοτελής, περιορίζονται τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ, εὐρύνονται δὲ τὰ δικαιώματα τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Πολλοί, κρίνοντες ἐκ τοῦ παρελθόντος, μετὰ δυσπιστίας ἀποβλέπουσι πρὸς δικαιώματα τοσοῦτον εὐρέα, καὶ ἐκφράζουσι φόβους. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ μέλλον θὰ διαψεύσῃ τοὺς φόβους τούτους. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ δικαιοσύνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποδίδονται τὰ δικαιώματα, τὰ μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξασκούμενα, συναισθανομένη τὸ μέγεθος τῶν δικαιωμάτων τούτων, θὰ ποιήσηται ἀγαθὴν αὐτῶν χρῆσιν. Ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὸ μέλλον ὁ ζῆλος πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ἱκανότης, ἡ χρηστότης θέλουσιν ἀμείβεσθαι, καὶ ὅτι ταῦτα μόνον θέλουσιν ἀποτελέσει τίτλον πρὸς προαγωγήν. Ἀλλὰ, Κύριοι, νόμος περὶ προσόντων δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκής, ἐὰν τὸν νόμον τοῦτον δὲν παρακολουθήσῃ καὶ ἕτερος νόμος, ὁ νόμος περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Καθ’ ὅσον ἐξασφαλίζεται ἡ μονιμότης τῶν δικαστῶν, καθ’ ὅσον περιορίζεται τὸ πρὸς μετάθεσιν δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, πρέπει βεβαίως νὰ εὐρύνωμεν, νὰ καταστήσωμεν αὐστηροτέραν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Τοῦτο ἐλπίζομεν ὅτι κατορθοῦται διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων. Ἕτερον νομοσχέδιον, ὅπερ παρεσκευάσθη ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφορᾷ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου 363 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Σήμερον τὰ Πλημμελειοδικεῖα σύγκεινται ἐκ πέντε μελῶν, ἀλλὰ κατὰ κανόνα δικάζουσι τρεῖς δικασταὶ καὶ δύο δικηγόροι. Τὸ σύστημα τοῦτο πολλὰ ἔχει τὰ ἐλαττώματα. Ἡ τοιαύτη συγκρότησις τοῦ δικαστηρίου εἶναι πλημμελής, διότι ἡ ἐξ ὑπαμοιβῆς μεταλλαγὴ τῶν δικαστῶν εἰς συνηγόρους ἢ κατηγόρους καὶ τἀνάπαλιν ἐξασθενίζει τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν ἀμεροληψίαν τοῦ δικάζοντος δικαστοῦ. Ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπαρτιζόντων τὰ πλημμελειοδικεῖα ἀπὸ πέντε εἰς τρεῖς, ἀλλὰ δικαστάς. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἀρκοῦσιν οἱ νόμοι περὶ προσόντων, οἱ νόμοι περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Ὅπως τὸ ποιὸν τῶν δικαστῶν πράγματι βελτιωθῇ, εἶναι ἀναγκαῖον ἡ ἀντιμισθία τῶν δικαστῶν ν’ αὐξήσῃ. Ἐνόσῳ ἡ ἀντιμισθία εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀπολαμβάνουν, ὀλίγας ἐλπίδας νομίζω ὅτι δικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν, ὅτι νέοι ἱκανοὶ θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Λυποῦμαι, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας, ἡ ὀλίγη ἐλαστικότης τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν δὲν ἐπιτρέπει γενναίαν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν. Ἐνομίσαμεν ὅμως, ὅτι εἴχομεν καθῆκον, ἵνα τοὐλάχιστον κατά τι συντελέσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν μισθοδοσιῶν τῶν δικαστῶν, καὶ προτείνομεν εἰς ὑμᾶς, ὅπως οἱ δικασταὶ μετὰ παρέλευσιν πενταετοῦς ὑπηρεσίας ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ἔχωσι μισθὸν 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα ἀνώτερον, καταργηθῇ δὲ ἡ τρίτη τάξις τῶν εἰρηνοδικῶν. Σήμερον ἔχομεν εἰρηνοδίκας τόσον γλίσχρως πληρωνομένους, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἀξιώσεις, ὅπως ἱκανοὶ διπλωματοῦχοι ἐπιδιώξωσι τὴν θέσιν τοῦ εἰρηνοδίκου. Καταργοῦμεν τὴν γʹ τάξιν καὶ ὁρίζομεν τὸν μισθὸν τῶν εἰρηνοδικῶν αʹ τάξεως εἰς 200 δραχμὰς, τῶν εἰρηνοδικῶν βʹ τάξεως εἰς 160 δραχμάς. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ἀνάγονται εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ῥιζικῆς μεταβολῆς. Μόνοι ἴσως ἡμεῖς μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν δὲν ἔχομεν ἀστικὸν κώδικα. Μελέται πρὸ πολλοῦ ἐγένοντο, ἐπιτροπαὶ κατηρτίσθησαν, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν μελετῶν αὐτῶν εὑρίσκονται εἴτε ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε ἐν τοῖς γραφείοις τῶν ἀποτελεσάντων τὰς ἐπιτροπάς. Νομίζομεν ὅτι εἶναι καιρὸς, ὅπως τὸ ἔργον αὐτὸ ἐξακολουθήσῃ καὶ ὅπως ἐπὶ τέλους φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα του καὶ ἔλθῃ εἰς φῶς. Ὁ ἐμπορικὸς νόμος, ὁ νεώτερος, εἶναι ἀπηρχαιωμένος. Εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὰς τότε ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου, ἀλλ’ ἔκτοτε τὸ ἐμπόριον τεραστίας ἔκαμε προόδους, καὶ ὁ νόμος, ὁ κανονίζων τὰς ἐμπορικὰς σχέσεις, μένει πάντοτε ὁ αὐτός. Αἱ ξέναι νομοθεσίαι παρακολουθοῦν τὰς προόδους τοῦ ἐμπορίου, παρακολουθοῦν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων, ὁ ἡμέτερος νόμος μένει πάντοτε στάσιμος. Ἀνάγκη εἶναι, ὅπως ὁ ἐμπορικὸς νόμος σπουδαίως βελτιωθῇ. Ἡ δικονομία, Κύριοι, ἔχει ἀνάγκην ῥιζικῶν μεταρρυθμίσεων. Εἶναι ἔργον σοφὸν, δὲν δύναταί τις ὅμως νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ διεστράφη καὶ πλεῖστα παρεμβάλλει προσκόμματα, χρησιμεύουσα εἰς διαιώνισιν δικῶν διὰ τῶν ἀναριθμήτων ἐνστάσεων, τῶν ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς προβαλλομένων. Τὰ τῆς ἐκτελέσεως χρήζουσι ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα, Κύριοι, δὲν εἶναι ἔργον ὀλίγων ἡμερῶν. Περὶ αὐτῶν ὅλων ἀσχολούμεθα, ἐλπίζομεν δὲ εἰς ἄλλην σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἐὰν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔχωμεν τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶμεν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, νὰ ὑποβάλωμεν τὰ περὶ τούτων ἀναγκαῖα μέτρα. Τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, Κύριοι, ὡς εἰκός, ἀπησχόλησαν σοβαρῶς τὴν Κυβέρνησιν. Κρίνω περιττόν, ἀποτεινόμενος εἰς ὑμᾶς, νὰ ἐξάρω τὴν σημασίαν καλοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ τύχη παντὸς λαοῦ, ἡ ἀκμὴ καὶ ἡ παρακμὴ αὐτοῦ ἐξήρτηνται ἐκ τῆς ἀγωγῆς, ἧς ἀπολαύει ἡ νεολαία αὐτοῦ. Οὐδεὶς ἐπίσης ὁ ἀγνοῶν, ὅτι τὸ παρ’ ἡμῖν κρατοῦν ἐκπαιδευτικὸν σύστημα εἶναι πλημμελές· πλημμελὴς ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, πλημμελὴς ἡ μέση ἐκπαίδευσις, πλημμελὴς ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις βεβαίως δὲν δίδει εἰς τοὺς πολίτας τὴν γενικὴν ἐκείνην μόρφωσιν, τὴν ὁποίαν σκοπὸν ἔχει ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις νὰ μεταδώσῃ καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος εἰς πάντα ἄνθρωπον. Ἡ μέση ἐκπαίδευσις παρ’ ἡμῖν δὲν παρασκευάζει πρὸς πρακτικὰ στάδια. Οἱ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτηρίων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐξερχόμενοι δὲν ἀποκομίζουσι τὰς γνώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ὅπως δυνηθῶσι νὰ παλαίσωσιν οὗτοι τὴν πάλην τοῦ βίου. Ἡ κλασικὴ ἐκπαίδευσις, ἀτελὴς μάλιστα, ὅπως παρ’ ἡμῖν, δὲν ἑτοιμάζει αὐτοὺς πρὸς τὴν πάλην ταύτην. Εἶναι ἀδύνατον εἰς αὐτοὺς νὰ συναγωνισθῶσι μετὰ τῶν ἐξερχομένων ἐκ τῶν ἐκπαιδευτηρίων τῆς Εὐρώπης, ὅπου πρακτικαὶ γνώσεις ἀποκτῶνται. Πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ σκεφθῶμεν περὶ παροχῆς τῶν πρακτικῶν τούτων γνώσεων, πρέπει αἱ ξέναι γλῶσσαι, πρέπει ἡ φυσική, ἡ χημεία, ἡ γεωγραφία, ἡ ἱστορία, νὰ διδαχθῶσι κατὰ τρόπον ἐπαρκῆ, ὥστε ὁ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτηρίων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐξερχόμενος νὰ φέρῃ τὰ ἐφόδια, τὰ ἀναγκαῖα, ὅπως ἐπιδοθῇ εἰς στάδιον πρακτικόν. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἀνωτάτη ἡμῶν ἐκπαίδευσις εἶναι τελεία; μήπως αὕτη δίδει τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν παρ’ αὐτῆς; Ὄχι. Δὲν δίδει τοὺς καρποὺς αὐτούς, ὄχι μόνον διότι ἡ διδασκαλία εἶναι ἀτελής, ὄχι μόνον διότι ὁ ὀργανισμὸς τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἁρμόζει πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ δὲν δίδει τοὺς καρποὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ δίδῃ, διότι οἱ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον εἰσερχόμενοι δὲν παρασκευάζονται ἐπαρκῶς διὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Μεταρρύθμισις λοιπὸν ἐπιβάλλεται γενικὴ τῆς τε δημοτικῆς, τῆς μέσης καὶ τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν μόνον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀναβάλλοντες τὰ τῆς μέσης καὶ τῆς ἀνωτέρας· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ βελτιωθῶσιν, ἐὰν δὲν παρασκευάσωμεν διδασκάλους διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ταύτην; Οὐδέποτε δὲ θὰ ἔχωμεν ἱκανοὺς διδασκάλους, ἐνόσῳ τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως δὲν βελτιωθῶσι. Πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῶσι τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ διδάξωσιν ἐν τοῖς διδακτηρίοις τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἔχωσι πανεπιστημιακὴν μόρφωσιν, ἐπιτρέπουσαν αὐτοῖς νὰ γείνωσι καλοὶ καθηγηταί; Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὰ τρία ταῦτα μέρη τοῦ ὅλου ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος εἶναι στενῶς καὶ ἀρρήκτως συνδεδεμένα. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ἐν τῇ μεταρρυθμιστικῇ ἐργασίᾳ, τὴν ὁποίαν μετὰ πολλοῦ ζήλου ἐπεχείρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός, ὠφεληθεὶς καὶ ἐκ τῶν γνώσεων καὶ τῆς πείρας εἰδικῶν ἀνδρῶν, δὲν πρόκειται πάντα ν’ ἀνατραπῶσι· δὲν πρόκειται περὶ ἀνατροπῆς· πρόκειται περὶ τῶν μεταρρυθμίσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἀνάγκην ἐπιβάλλονται καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ πλέον ν’ ἀναβληθῶσι. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἠσχολήθην ἐν πρώτοις περὶ νόμου ἀφορῶντος εἰς τὰ προσόντα τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, περὶ νόμου γενικοῦ τουτέστιν, ἐφαρμοζομένου καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς κεντρικῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπιδιώκομεν κυρίως τὴν βελτίωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων· ζητοῦμεν προσόντα, καὶ προσόντα αὐστηρά· ὑποβάλλομεν τοὺς διοριστέους εἰς ἐξετάσεις, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς διαγωνισμὸν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ περιορισθῶσι πέραν τοῦ δέοντος· νομίζω, ὅτι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία καλὸν εἶναι νὰ κρατήσῃ προκειμένου περὶ δικαιοσύνης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Ἐλέχθη καὶ πολλάκις ἐπανελήφθη, ὅτι αἰτία τῆς κακῆς ποιότητος τῶν ὑπαλλήλων εἶναι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς διορίζει καὶ παύει αὐτοὺς, καὶ ὑπεστηρίχθη ὅτι ἔπρεπεν εἰς ἐπιτροπὴν ν’ ἀναθέσωμεν τὸν διορισμὸν, τὴν μετάθεσιν καὶ τὴν παῦσιν τῶν ὑπαλλήλων. Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὁ ὑπεύθυνος πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ δικαιώματα τοῦ διορισμοῦ, τῆς μεταθέσεως καὶ τῆς παύσεως, ὅπως ὑπευθύνως ἐξασκήσῃ ταῦτα. Ἀπόδοσις εἰς ἐπιτροπὰς τῶν δικαιωμάτων τούτων δὲν εἶναι ἄλλο ἢ μεταφορὰ εἰς ἀνευθύνους τῆς εὐθύνης καὶ ἑπομένως ἐκμηδένισις τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς ἀκεραίαν. Φρονῶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι οὐδεὶς παρ’ ἡμῖν Ὑπουργὸς ἐκ προαιρέσεως προέβη εἰς διορισμὸν ἐπιβλαβῆ διὰ τὰ συμφέροντα τῆς ὑπηρεσίας· φρονῶ ὅτι, ἐὰν τυχὸν τοιοῦτοι ἐγένοντο διορισμοὶ, οὗτοι ὀφείλονται εἰς ἐσφαλμένας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς ἔλαβε παρὰ προσώπων πλανωμένων ἢ κακοπίστων. Πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν Ὑπουργὸν κατὰ τῶν ἐσφαλμένων τούτων πληροφοριῶν, ἀπαιτοῦντες, ὅπως τὰς πληροφορίας περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν διοριστέων ἀρυσθῇ ἐκ δοκιμασιῶν, εἰς ἃς οἱ διοριστέοι νὰ ὑποβάλλωνται. Καὶ οὕτω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν διορισμὸν, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ γίνηται ἐξέτασις, ἀποδεικνύουσα ἐὰν ἔχῃ ὁ θέλων νὰ λάβῃ δημοσίαν θέσιν τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα· ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἐπιτυχόντων ἐν ταῖς ἐξετάσεσι νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἐξασκήσῃ ἀπόλυτον δικαίωμα ἐπιλογῆς. Δὲν παραδέχομαι ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ διὰ μιᾶς διαφορᾶς τοῦ 1/16 ἢ τοῦ 1/20 πρέπει νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸν διορισμόν· αἱ ἐπιτροπαὶ θὰ ἐξετάσωσιν, ἐὰν οἱ ἐπιδιώκοντες νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου ἔχωσι τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα, μεταξὺ ὅμως τῶν ἐν ἐξετάσεσιν ἐπιτυχόντων τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς βεβαίως πρέπει ν’ ἀνήκῃ εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐν τῷ νόμῳ κανονίζονται τὰ προσόντα τῶν κατὰ πρώτην φορὰν διοριστέων, καὶ ὁρίζονται τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα, καὶ ἐξασφαλίζεται ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων. Βεβαίως ὁ νόμος περὶ προσόντων, ὅπως εἶπον, ἀσχολούμενος καὶ περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς ἀντίρροπον, οὕτως εἰπεῖν, τὸν νόμον περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας· πρέπει ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία νὰ ἦναι αὐστηρά, αὐστηροτάτη, ὡρίσαμεν δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ προσόντων, ἐν τῷ ὁποίῳ περιελάβομεν καὶ τὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται πρόστιμον, προσωρινὴ παῦσις, ὁριστικὴ παῦσις κτλ. Νομίζομεν, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἱκανοὺς ὑπαλλήλους· νομίζω, ὅτι θὰ κατορθώσωμεν ἐπὶ τέλους διὰ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων ν’ ἀποκτήσωμεν ὑπαλλήλους, ἀφιεροῦντας τὸν βίον αὑτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου, θεωροῦντας τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, οὐχὶ ὡς προσωρινὸν σταθμόν, ἀλλ’ ὡς στάδιον τοῦ βίου αὑτῶν. Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, ἠσχολήθη περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Νέα διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους ἐπεβάλλετο ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἐπαρχιῶν ἡ διοίκησις, ἐκτεινομένη ἐπὶ μεγάλης περιφερείας, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτελέσῃ προσηκόντως τὰ εἰς αὐτὴν ἐπιβαλλόμενα καθήκοντα. Τινὲς τῶν νομῶν τοσαύτην εἶχον ἔκτασιν, ὥστε ἡ ἐπίβλεψις τῆς διοικήσεως ἐπὶ τῶν ἀπωτέρων δήμων ἦτο ἰδανική, εἰς δὲ τὸν λαὸν τῶν δήμων τούτων ὁ διοικητὴς ἀπρόσιτος. Ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ περιορισθῇ κατά τι ἡ περιφέρεια τῶν νομῶν, ν’ αὐξήσῃ τουτέστιν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν. Πολλοὶ λόγοι ἐπιβάλλουσι περισσοτέραν συγκέντρωσιν καὶ ποιάν τινα συγχρόνως ἀποκέντρωσιν. Ἀποκέντρωσιν ἀπὸ τοῦ κυβερνητικοῦ κέντρου καὶ συγκέντρωσιν ἐν τῷ νομῷ. Καταμερισμὸς δηλονότι πλείων τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας, ὅπως αὕτη κάλλιον ἀντιλαμβάνηται τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν θεραπεύῃ αὐτάς. Πρέπει ὁ νομὸς ν’ ἀποτελέσῃ νομικὸν πρόσωπον καὶ νὰ δοθῇ ποιά τις αὐτενέργεια εἰς τὸν νομόν. Διὰ τῆς αὐτενεργείας ταύτης θέλομεν ἐπιτύχει, ὅπως ὁ λαὸς ἐνδιαφέρηται εἰς τὰ τῆς διοικήσεως. Ἐκ τῶν ἰδεῶν τούτων, Κύριοι, ὁρμώμενοι, διῃρέσαμεν τὸ Κράτος εἰς 27 διοικητικὰς περιφερείας. Ἐν τῇ διαιρέσει ταύτῃ ἐπροτιμήσαμεν τὴν σύστασιν τῶν νομῶν ἐξ ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν. Ἀναντιρρήτως, Κύριοι, δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, κάλλιον ἤθελεν ἐπιτευχθῆ δι’ ἐπιστημονικωτέρας διαιρέσεως τῶν νομῶν, διὰ τῆς προσκολλήσεως τουτέστι δήμων τινῶν εἰς ἄλλον νομόν, ὅταν ἡ ἀπόστασις αὐτῶν ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ ἐπιβάλλῃ τὴν προσκόλλησιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅπως ἀκολουθήσωμεν τὴν ἐπιστημονικὴν ταύτην μέθοδον, ἔδει νὰ θίξωμεν τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας· ἄλλαι τῶν περιφερειῶν τούτων θὰ ηὐρύνοντο, ἄλλαι θὰ περιωρίζοντο σπουδαίως, τινὲς δ’ ἐξ αὐτῶν θὰ ἐξέλειπον. Ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε τοῦτο σήμερον νὰ γείνῃ· ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν τὴν σύστασιν τῶν νέων νομῶν ἐξ ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν. Ἀργότερον, ὅταν ἡ πεῖρα ὑποδείξῃ ὅτι εἴς τινα μέρη εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ μεταρρύθμισίς τις, ἢ ὅταν σκέψις γείνῃ περὶ ἀλλαγῆς ἐκλογικοῦ συστήματος, δυνάμεθα νὰ μεταρρυθμίσωμέν τινα τῶν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐν τῇ διοικήσει ἐτάξαμεν νομάρχας ἰσοβάθμους, ἀλλὰ διαφέροντας ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν μισθόν. Ἡ διαφορὰ τοῦ μισθοῦ, κατὰ τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβάλλεται, καθόσον ὁ βίος εἴς τινας πρωτευούσας νομῶν εἶναι πολυδάπανος, ἐνῷ εἰς ἄλλας πρωτευούσας αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου δὲν εἶναι τόσῳ πολυδάπανοι. Παρεδέχθημεν, ὅτι εἰς δέκα Νομαρχίας ὁ μισθὸς ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ εἰς 600 δρ., εἰς ἑπτὰ 480 δρ. καὶ εἰς δέκα ἄλλας εἰς 400 δρ. Ἀλλά, Κύριοι, ἡ διαίρεσις τοῦ Κράτους εἰς περισσοτέρους ἢ ὀλιγωτέρους νομούς, ἐνόσῳ διὰ ταύτης δὲν πρόκειται ν’ αὐξήσωμεν ἢ νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν νομαρχῶν, βεβαίως μεγάλην σημασίαν δὲν ἔχει. Εἰς ἄλλα Κράτη, ἔνθα κρατεῖ τὸ διοικητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον διέπει ἡμᾶς, μέ τινας παραλλαγάς, ἐπεδίωξαν ἐν τῇ τοπικῇ διοικήσει τὸ μὲν τὴν ἀνάρρησιν τοῦ νομοῦ εἰς πρόσωπον νομικόν, μὲ ἰδίαν περιουσίαν, μὲ ἰδίους ἐτησίους πόρους, θεραπεῦον ἰδίας τοπικὰς ἀνάγκας, τὸ δὲ εὐρεῖαν συμμετοχὴν τῶν κατοίκων τοῦ νομοῦ ἐν τῇ διοικήσει αὐτοῦ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀντιπροσώπων, μεριζομένων τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ δὲ τὰ λοιπὰ ἀσκούντων ἐποπτείαν καὶ ἔλεγχον ἐπὶ πασῶν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν δήμων, σωματείων κτλ. Παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, οὐδὲν τούτων λειτουργεῖ. Ἡ διοίκησις ἀνήκει ὅλη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐξασκεῖται δὲ παρὰ τῶν κατὰ τόπους νομαρχῶν, ἄνευ ἐπιβλέψεως οὐδεμιᾶς τῶν τοπικῶν ἀρχῶν. Ἐφάνη ἡμῖν, Κύριοι, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ σύστημα τοῦτο νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἐὰν ἀφ’ ἑνὸς φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ μιᾶς νὰ διοχετεύσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, ἄνευ μεγάλων κινδύνων ἀποτυχίας,—διότι οὔτε φόροι αὐτοσχεδιάζονται, οὔτε ἐξοικείωσις πρὸς εὐρεῖαν συμμετοχὴν εἰς τὴν διοίκησιν προϋπάρχει τῆς ἀπονομῆς ταύτης,—ἐὰν, λέγω, φρονῶ, ὅτι ὁ κίνδυνος μέγας θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν ἐλλείψει καὶ πόρων καὶ ἐξοικειώσεων ἠθέλομεν ἐφαρμόσει παρ’ ἡμῖν τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα· ἐὰν ἐπίσης φρονῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν θὰ ἦτο ἐπιβλαβὲς, διότι θὰ ὑπῆρχε κίνδυνος συγχύσεως ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, διότι ἡ τοπικὴ διοίκησις ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν καὶ σύμπραξιν μετ’ ἄλλων ὑπηρεσιῶν, μὲ τὰς οἰκονομικὰς, μὲ τὰς ἐκκλησιαστικάς, μὲ τὰ τὰ δημόσια ἔργα, καὶ ἐπιθυμητὸν θὰ ἦτο, ἵνα, μεταρρυθμιζομένων τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, μελετήσωμεν τίνα εἶναι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἄνευ κινδύνου δυνάμεθα ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια. Ἐὰν, λέγω, εἶναι ἀδύνατον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, νὰ παραδεχθῇ τις τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τῶν ἀλλαχοῦ κρατούντων, εἶναι ἀδύνατον ἀφ’ ἑτέρου νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1893 εἰσήχθη, διότι τὸ σύστημα ἐκεῖνο οὔτε ἐπαρκεῖς ἀπέδιδε πόρους εἰς τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια, οὔτε δικαιοδοσίαν ἀξίαν λόγου ἀνεγνώριζεν αὐτοῖς. Ἐνομίσαμεν, Κύριοι, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡμῖν ν’ ἀκολουθήσωμεν μέσην τινὰ ὁδὸν, ἀφισταμένην μὲν ἐκ τῆς πλήρους αὐτενεργείας καὶ αὐτοδιοικήσεως τῆς κρατούσης ἐν Γαλλίᾳ, ἰδίᾳ δὲ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ Βελγίῳ, ἀπέχουσαν δ’ ἀφ’ ἑτέρου ἐκ τῆς νομοθεσίας τῆς παρ’ ἡμῖν κρατούσης. Ὁ μέσος ὅρος ἐπεδιώχθη. Ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, ἐφ’ ὧν ἀβλαβῶς ἀπὸ τοῦδε δικαιοδοσία κυριαρχικῆς ἀποφάσεως δύναται ν’ ἀσκηθῇ, ἀπονέμεται αὕτη. Ἐπὶ ἄλλων συμπληροῖ τὴν δικαιοδοσίαν ἡ ἔγκρισις τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ ἄλλης κατηγορίας περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπῃτήθη χαλινὸς εἰς ὑπερβάσεις, ἀπενεμήθη ἄσκησις ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος προτάσεων, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ διοίκησις δὲν δύναται νὰ προβῇ. Ὑπάρχουσιν ἐπὶ τέλους θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια γνωμοδοτοῦσι μόνον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν δικαιωμάτων τούτων τὸ νομοσχέδιον δίδει εἰς τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια δικαίωμα ἐποπτείας καὶ ἐλέγχου ἐπὶ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν, δικαίωμα ἐποπτείας καὶ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν δημοτικῶν διαχειρίσεων, τῶν διαχειρίσεων τῶν ἱδρυμάτων, τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων κλπ. Καὶ περὶ τῶν πόρων τῶν ἀναγκαίων, ὅπως λειτουργήσωσι τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια, ἐλήφθη φροντὶς, καὶ περιελάβομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων καθιεροῦνται οἱ πόροι οὗτοι. Νομίζομεν, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν τὸ πρῶτον τοῦτο βῆμα, εὔχομαι δὲ, ἵνα ἡ πεῖρα ἀποδείξῃ διὰ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ πρώτου βήματος, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡμῖν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι τὸ σχετικὸν πρὸς τὴν ἀστυνομίαν. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, Κύριοι, εἶχε πέσει τοσοῦτον εἰς τὴν κοινὴ συνείδησιν, ὥστε ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1893 ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ καταργήσῃ αὐτὴν, ἐσκέφθη ὅτι ἦτο ἀνάγκη, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἐν τῇ χώρᾳ εὐπρεπὴς ἀστικὴ τάξις, νὰ νομοθετήσῃ σύστημα ἀστυνομικόν, στερρὰν ἔχον τὴν συνοχὴν, αὐστηρὰν τὴν πειθαρχίαν, καὶ ἐνομοθέτησε τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ σύστημα τῆς ἀστυνομίας τῆς στρατιωτικῆς ἐβασίζετο κυρίως ἐπὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, πλήρους ὅμως, ὁποῖον καθιεροῦτο ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1893, τ’ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν ἀγαθά. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἡ στρατιωτικὴ εἶχεν ἐπιτύχει. Ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας ταύτης εἶναι, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅτε ἀνέλαβον τὴν ἀρχὴν, δὲν προέβησαν εἰς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς, μὴ καταργήσαντες τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, κατήργησαν τὸ Ἀρχηγεῖον, κατέστρεψαν τουτέστι τὸ θεμέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐβασίζετο. Μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου κατέπεσεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ παρέστημεν εἰς τὰ κακὰ τοῦ ἀναπήρου καταστάντος συστήματος. Ἐπῆλθεν ἄρα ἀντίδρασις κατὰ τοῦ συστήματος τούτου, καίτοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ ἀστυνομικῇ ὑπῆρχον ἱκανότατα καὶ χρηστότατα στοιχεῖα. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ Ἀρχηγείου νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παλαιὸν ἀστυνομικὸν σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι σύστημα, τὸ ὁποῖον κατέπεσεν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, δυσκόλως δύναται ν’ ἀνορθωθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δι’ ἄλλον καὶ σπουδαιότερον λόγον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Ἀτυχῆ γεγονότα ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι ἔφθασεν ἡ στιγμή, ὅπως ὁ στρατὸς ἀποδοθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ στράτευμα, ὅπως πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ ἀποδοθῶσιν εἰς τὰ ἔργα τὰ καθαρῶς στρατιωτικά. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, καθιεροῖ τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἕκαστος νομὸς ἀποτελεῖ ἰδίαν ἀστυνομικὴν διοίκησιν μὲ ἕδραν τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστου νομοῦ. Θὰ ἔχωμεν 27 ἀστυνομικὰς διοικήσεις. Ἐν ἑκάστῳ νομῷ ὑπάρχουσι τόσαι ἀστυνομικαὶ περιφέρειαι, ὅσαι αἱ συνιστῶσαι τοῦτον ἐπαρχίαι. Ἑκάστη ἐπαρχία ἔχει ἀστυνομικὰς περιφερείας τοὺς ἐν αὐτῇ δήμους, ἐν οἷς συνιστῶνται ἀστυνομικοὶ σταθμοί. Ὁ προϊστάμενος τῆς ἀστυνομίας δήμου ὑπάγεται εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ προϊσταμένου τῆς ἐπαρχίας, οὗτος δὲ καὶ πάντες ὁμοῦ εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς ἀστυνομίας τοῦ νομοῦ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθορίζονται τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τοὺς διευθυντὰς, τοὺς ἑδρεύοντας ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῶν νομῶν, διὰ τοὺς ἀστυνόμους, διὰ τοὺς ὑπαστυνόμους. Περιττὸν, Κύριοι, νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τῶν καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι μὲ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν, μὲ σῶμα ἀστυνομικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι στρατιωτικῶς ὠργανωμένον καὶ ὑπὸ πειθαρχίαν αὐστηρὰν, — διότι ἐφαρμόζομεν εἰς αὐτὸ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ πεζικοῦ — ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ νέα ἀστυνομία διὰ τῆς συνοχῆς αὐτῆς θέλει δυνηθῆ νὰ ἐκτελέσῃ πρεπόντως τὰ εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἐπιβαλλόμενα καθήκοντα. Ἐξασφαλίζομεν τοὺς ἀστυνόμους κατὰ τῶν μεταθέσεων καὶ παύσεων, καὶ συνιστῶμεν ἐν μὲν τοῖς νομοῖς ἐποπτικὰ συμβούλια, ἀποτελούμενα ἐκ τοῦ Νομάρχου, τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας, ἐν δὲ τῇ πρωτευούσῃ ἀνώτερον ἐποπτικὸν συμβούλιον, ἀποτελούμενον ἐκ τεσσάρων νομικῶν συμβούλων, ὑποδεικνυομένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦ τμηματάρχου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, συμβούλιον προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Διὰ τῶν ἐποπτικῶν αὐτῶν συμβουλίων ἐξασφαλίζονται οἱ τῶν διαφόρων τάξεων ἀστυνόμοι κατὰ πάσης αὐθαιρέτου ἐνεργείας, ἀλλ’ ὑποβάλλονται οὗτοι εἰς αὐστηρὰν πειθαρχίαν. Ἔχομεν δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῶν μισθῶν, τοὺς ὁποίους καθιεροῦμεν, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προσελκύσωμεν νέους ἱκανοὺς καὶ μορφωμένους, οἱ ὁποῖοι θὰ δυνηθῶσι νὰ ὑπηρετήσωσιν εὐδοκίμως καὶ ν’ ἀναδείξωσιν ἐπιτυχῆ τὸν θεσμόν, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Σήμερον, Κύριοι, ὑπηρετοῦσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν 6,000 ὡς ἔγγιστα, ἄνδρες, ὑπηρετοῦσιν ὑπὲρ τὰς 2,000 ἀστυφύλακες, ὑπὲρ τὰς 3,000 χωροφύλακες. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἅπαντα τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Ἔχομεν δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ σώματος 4,500 ἀνδρῶν, σώματος, ὅπως εἶπον, ὑπὸ πειθαρχίαν αὐστηρὰν τελοῦντος, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς ἀστυνομικάς, ἀπαλλάσσοντες τὴν χωροφυλακὴν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐκτελεῖ. Σήμερον, Κύριοι, οἱ πλεῖστοι τῶν χωροφυλάκων ἀσχολοῦνται εἰς ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Τῆς ἀστυνομίας ἀναλαμβανούσης τὰ καθήκοντα ταῦτα, ἡ χωροφυλακὴ θέλει ἀναλάβει τὰ καθήκοντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου εἰς αὐτὴν ἀνετέθησαν, θέλει ἀναλάβει τουτέστι τὴν γενικὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους, τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἀστυνομίας, ὁσάκις ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν ἡ ἀνάγκη τῆς ἐνισχύσεως παρουσιάζηται, θέλει ἀναλάβει τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, θέλει ἀναλάβει τὴν συνοδείαν τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων, θέλει ἀναλάβει τὴν ἐνίσχυσιν τῶν εἰσπρακτόρων πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ἀπαλλάσσουν τὸν στρατὸν τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὅλων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι σήμερον αὐτὸν ἐπὶ βλάβῃ οὐχὶ μόνον τῶν εἰς τὰ καθήκοντα ταῦτα ἀσχολουμένων, ἀλλ’ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ὅλου στρατοῦ, ὅστις σήμερον κατανέμεται εἰς μικρὰς μονάδας, καθισταμένης ἀδυνάτου πάσης συγκεντρώσεως αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως πάσης ἐκπαιδεύσεως. Ἀποδιδομένου τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ ἀποκλειστικῶς στρατιωτικὰ αὑτοῦ καθήκοντα, ἔρχεται ὡς ἀναγκαία συνέπεια, ὅτι εἰς τὸν στρατὸν πρέπει ν’ ἀποδοθῶσι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοῦ. Ὁ στρατὸς πρέπει, ἀναλαμβάνων ἀπολύτως στρατιωτικὰ καθήκοντα, ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν αὑτοῦ, ὅπως καταστῇ ἄξιος νὰ προασπίσῃ τὴν πατρίδα καὶ τὰ ἐθνικὰ δίκαια, εἶναι δὲ ἀνάγκη οἱ ἀξιωματικοὶ ν’ ἀσχοληθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, ὅπως καταστήσωσιν ἑαυτοὺς καὶ αὐτὸν ἱκανούς, ἵνα τὰ δίκαια ταῦτα προασπίσωσι. Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, αὐτοὶ πρῶτοι, θὰ ἐπικροτήσωσι τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὑπὸ τοιούτων ἐμπνεομένου ἰδεῶν· δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κατανοοῦσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τιμὴ μεγαλειτέρα ἐκείνης, ἥτις συνδέεται πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ· ὅτι διὰ τὸν ἀξιωματικὸν δὲν ὑπάρχει τιμὴ μεγαλειτέρα ἢ νὰ παρασκευασθῇ καταλλήλως, ὅπως ἐν δεδομένῃ στιγμῇ τὰ δίκαια τὰ ἐθνικὰ προασπίσῃ. Τὰ λυπηρὰ μαθήματα τοῦ παρελθόντος ἀποδεικνύουσιν, ὅτι πρέπει ὁ στρατὸς ἡμῶν νὰ ἐκπαιδευθῇ. Ἡ Πολιτεία βεβαίως κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ὑπὲρ αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ πράξῃ· ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι, ἀποδιδομένου τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν στρατόν, ἐκπαιδευομένου τούτου, θὰ ἦναι δυνατὸν ἐπ’ ἐλπίδι αἰσιωτέρου μέλλοντος νὰ λησμονήσωμεν τὸ παρελθόν, τὸ πικρὸν πρόσφατον παρελθόν. Ἀποδιδομένου τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν στρατὸν, καθῆκον ἔχομεν ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ καταλλήλου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ὑψίστης σημασίας, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο χρήζει σπουδαίας μελέτης. Περὶ αὐτοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἀσχολοῦνται οἱ ἁρμόδιοι. Ἐλπίζω νὰ δυνηθῶμεν, ἵνα τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ ὑποβάλωμεν ἐντὸς τῆς συνόδου ταύτης, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε μὴ λησμονῶμεν, ὅτι μικρά τις ἀναβολὴ μεγάλην ζημίαν δὲν δύναται νὰ φέρῃ, διότι πρὶν ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς καὶ δι’ αὐτῶν ἐπιτευχθῇ ἡ συγκέντρωσις στρατοῦ, καὶ ὁ καλλίτερος ὀργανισμὸς δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ. Ἄλλως τε, Κύριοι, φρονοῦμεν, ὅτι, προκειμένου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δὲν πρέπει εἰς μόνας τὰς ἡμετέρας δυνάμεις νὰ ἐμπιστευθῶμεν· εἶναι ἀνάγκη νὰ προσκαλέσωμεν ξένους ἀξιωματικοὺς μεγάλου κύρους, ὅπως διὰ τῶν φώτων καὶ τῆς πείρας αὐτῶν βοηθήσωσιν ἡμᾶς ἐν τῷ ἔργῳ τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ἅπαντα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται σήμερον, τοιοῦτο μετῆλθον σύστημα, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ξένοι ἀξιωματικοὶ, μὴ περιοριζόμενοι βεβαίως εἰς συμβουλευτικὴν ἐξουσίαν, μεγάλως θέλουσι συντελέσει, ἵνα ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ γείνῃ, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τελειοτέρα. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὁ συνάδελφός μου κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ἕτερον νομοσχέδιον σπουδαιότατον περὶ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου, διὰ τοῦ ὁποίου πληροῦται ἔλλειψις, τὴν ὁποίαν βεβαίως πάντες ἀναγνωρίζετε. Νομοσχέδιον θέλει ἐπίσης ὑποβληθῆ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν περὶ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Ἡ κατάστασις τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ ληφθῶσι σύντονα μέτρα. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τέλος θέλει ὑποβάλει νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπέρχονται εἰς τὸν περὶ προξενικοῦ ὀργανισμοῦ νόμον μεταρρυθμίσεις καὶ τροποποιήσεις σπουδαιόταται καὶ ἀναγκαιόταται. Τοιοῦτο, Κύριοι, τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις παρεσκεύασε. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ παρ’ ἡμῶν παρασκευασθὲν ἔργον εἶναι τέλειον. Οὐδὲν τέλειον ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ. Προσεπαθήσαμεν, μετὰ ζήλου ἐργασθέντες καὶ ἐκ τῶν γνώσεων καὶ τῆς πείρας εἰδικῶν ἀνδρῶν ὠφεληθέντες, νὰ παρασκευάσωμεν νομοσχέδια ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὰς μᾶλλον ἐπειγούσας ἀνάγκας. Παρακαλῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἵνα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀσχοληθῆτε. Ἐπιθυμοῦμεν εὐρεῖαν ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν. Παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, Κύριοι, ὅπως μελετήσητε ταῦτα καὶ συντελέσητε εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι τελειοτέραν διασκευὴν αὐτῶν. Τὴν ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν θέλομεν μετὰ πλείστης προσοχῆς ἀκολουθήσει, μὲ τὴν πρόθεσιν, ὅπως ἐξ αὐτῆς φωτισθῶμεν, καὶ μὲ τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ἀποδεχθῶμεν πᾶσαν τροπολογίαν τείνουσαν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν. Τὴν ὑμετέραν συνδρομὴν ζητοῦμεν, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν συνδρομὴν ταύτην δὲν θέλετε ἀρνηθῆ ἡμῖν, καθόσον πρόκειται περὶ ἔργου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ πρόοδος τοῦ ἔθνους, πρόοδος, ἥτις ἀποτελεῖ κοινὸν πόθον πάντων τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθημένων. (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν παρατεταμένα).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 76–79).
§10Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τῆς δηλώσεως, ἥτις ὑπεγράφη τὴν 15 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. μεταξὺ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἰταλίας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνταῦθα περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῆς συνθήκης ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος. Ἡ συνθήκη τοῦ 1889 λήγει μεθαύριον· ὡς ἐκ τούτου παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως σήμερον δεχθῇ νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις εἰς πρώτην συζήτησιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 80).
§12ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου περὶ ὑποβολῆς τοιαύτης συνθήκης, εἶναι ἐπίκαιρον νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διατὶ δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις, περὶ ἧς πληροφορούμεθα, ὅτι ἐδημοσιεύθη ἤδη ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τῆς Βουλγαρίας. Συνεφωνήθη μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Βουλγαρικῆς, ὅτι ἡ σύμβασις ἤρτηται ἐξ ἀνωτέρας κυρώσεως, εἰς ἣν ὑπόκειται; ἢ πῶς ἡ σύμβασις αὕτη συνωμολογήθη; πῶς δὲν ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» τὴν Ἑλληνικήν; ποίαν ἐκτέλεσιν ἔλαβε μέχρι τῆς ὥρας ταύτης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς, ἀφοῦ ἐν αὐτῇ, φαίνεται, ὑπάρχει ὁ ὅρος, ὅτι μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως ἰσχύει εἰς ἀμφότερα τὰ Κράτη;
§13Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ συμφωνία αὕτη συνωμολογήθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, θὰ δημοσιευθῇ δὲ αὔριον ἢ μεθαύριον.
§14ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πολὺ θὰ σκεφθῇ, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἣν βλέπω ἤδη ὅτι ἔχει, περὶ δημοσιεύσεως τῆς συμβάσεως, διότι ἡ σύμβασις αὕτη ἀποτελεῖ τολμηρὰν παραβίασιν τῶν κειμένων νόμων, ἐξ ἧς ἦτο δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ἡ ὑπόνοια, ὅτι οἱ συνομολογήσαντες αὐτὴν πάσχουσι μεγίστην ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς νόμους τῆς χώρας, ἐὰν αὐτὸς ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συνωμολογήθη, δὲν ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν εἶχον παντελῶς συνείδησιν ἐκείνου, ὅπερ ἔπραττον. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, θέματος ὑψίστης σημασίας.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Ἀθ. Τυπάλδος Μπασιᾶς κατέθηκε πρότασιν νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς κατέθηκεν ἑτέραν πρότασιν νόμου, ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Μαυροκεφάλου καὶ Ν. Λεωνίδα, «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου». Ἀμφότεραι αἱ προτάσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 81–82). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, παρακαλῶ, τὴν 5ην μ. μ. ὥραν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 καὶ 30′ μ. μ.)