1899.04.07
1,885 rows · 14,626 words · 112 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
Τῆς 7 Ἀπριλίου 1899.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Χθὲς, εἰς τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς τὴν Βουλήν, ἐνόουν ὅλας τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν ζημίας καὶ καταστροφὰς ἐκ τοῦ πολέμου, καὶ ἑπομένως ἐζήτησα τὴν προστασίαν τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῶν φοιτητῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, καὶ βεβαίως τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἦτο σύμφωνον μὲ τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον. Ἀλλ’ εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν ὡρίσθη καθαρῶς, ὅτι συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ἐκ τῆς Ἠπείρου. Ἂν νομίζητε καλὸν, νὰ σημειωθῇ «Κρήτης, Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας» ἐν τοῖς σημερινοῖς πρακτικοῖς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, θὰ διορθωθοῦν. (Τὰ πρακτικὰ, διορθωθέντα συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ρικάκη, ἐπικυροῦνται.)
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα τοῦ ἀειμνήστου Ἀνδρέου Συγγροῦ δι’ ἐπιστολῆς της εὐχαριστεῖ τὴν Βουλὴν διὰ τὰ πρὸς αὐτὴν ἐκδηλωθέντα αἰσθήματα ὑπὲρ τοῦ συζύγου αὐτῆς. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Πάτραις πλημμελειοδικῶν ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐνεργήσῃ ποινικὴν καταδίωξιν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Καλαβρύτων Παναγιώτου Ζαΐμη, καταγγελθέντος ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Οἱ ἐξ Ἠπείρου φοιτηταὶ ζητοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ὁ πρόεδρος τοῦ ἐν Βόλῳ ἐμπορικοῦ συλλόγου ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τοῦ ζητήματος τῶν τελωνισθέντων ὑπὸ τῶν Ὀθωμανικῶν ἀρχῶν ἐμπορευμάτων, διαρκούσης τῆς Τουρκικῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας. Οἱ δήμαρχοι τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ὑποβάλλουν αἴτησιν, ὅπως τὸ Δημόσιον συνδράμῃ τοὺς δήμους τούτους πρὸς ἐκπλήρωσιν ἀπαιτητῶν ὑποχρεώσεών των. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§5Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς ἄρτι ἀνακοινωθείσης τῶν ἐξ Ἠπείρου φοιτητῶν ἤμην διατεθειμένος νὰ ποιήσωμαι σύστασιν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, μετὰ τῆς παρακλήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Ρικάκης ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα τοῦτο χθὲς, σήμερον δὲ περιέλαβεν ἐν τοῖς πρακτικοῖς καὶ τοὺς ἐξ Ἠπείρου φοιτητὰς, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἐπ’ αὐτῆς.
§6Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ὡς πρὸς τὴν ἀναφορὰν καὶ τὰ αἰτήματα τῶν δημάρχων Τρικκάλων θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τοῦ δημοτικοῦ ζητήματος ἐν γένει, ἤτοι περὶ τῆς νομοθεσίας τῆς δημοτικῆς, καθόσον αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου ἴσως ἄλλοτε γείνῃ λόγος. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ἤδη, εἶναι, ὅτι οἱ δῆμοι τοῦ νομοῦ Τρικκάλων πάντες περιῆλθον εἰς ἀνώμαλον οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ σχεδὸν ἔπαυσεν ἡ λειτουργία αὐτῶν, διότι ἡ δημοτικὴ φορολογία ἀνεστάλη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαΐου μέχρι σήμερον, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀναστολὴ ἐπὶ μῆνας ἀκόμη, καὶ οὕτω πᾶσα δημοτικὴ διοίκησις παρέλυσε σχεδὸν καὶ θέλει παραλύσει. Ἐξαιτοῦνται λοιπὸν οἱ δήμαρχοι τοῦ νομοῦ Τρικκάλων, ὅπως, εἰ δυνατὸν, ἐξευρεθῇ μέσον τι καὶ γείνῃ προκαταβολή τις, ἔστω καὶ διὰ λογαριασμὸν τῶν μελλόντων προϋπολογισμῶν, καθόσον ἄλλως καθίσταται ἀδύνατος ἡ διοίκησις τῶν δήμων. Ἐπὶ τούτῳ παρακαλοῦμεν καὶ ἡμεῖς τὴν Βουλήν, καθὼς καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν τὴν αἴτησιν τῶν δημάρχων αὐτῶν, διότι ἀφορᾷ εἰς σπουδαιότατα δημοτικὰ συμφέροντα.
§7ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαμπάκας· ἀλλὰ παρακαλῶ, τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ ληφθῇ καὶ διὰ τοὺς δημάρχους τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης κλπ. καθὼς καὶ διὰ τοὺς γραμματεῖς αὐτῶν καὶ τὸ λοιπὸν προσωπικόν, διότι, ὡς κατήντησαν, οὔτε γραμματεῖς δύνανται νὰ εὕρωσιν, οὔτε τὸ λοιπὸν προσωπικόν. Πρέπει δὲ ταχέως νὰ ληφθῇ κυβερνητικὴ πρόνοια, ὅπως μὴ παραλύσῃ ἡ διοίκησις τῶν δήμων.
§8ΓΕΡ. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πληροφορίαν ἐπὶ ζητήματος ἐνδιαφέροντος πολλὰ μέρη τοῦ Κράτους, ἰδίᾳ δὲ τὴν ἐπαρχίαν Λευκάδος. Γνωστόν, Κύριοι, ὅτι προσεχῶς, καὶ νομίζω κατὰ τὴν 5)17 Μαΐου ἐ. ἔ., λήγει ἡ σύμβασις ἡ ἰσχύουσα μεταξὺ Ἰταλίας καὶ τοῦ ἡμετέρου Κράτους. Ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης πλεῖστα συμφέροντα ἐξαρτῶνται καὶ πλεῖστα προϊόντα πολλῶν μερῶν τοῦ Κράτους προστατεύονται. Ἂν παύσῃ ἰσχύουσα ἡ σύμβασις αὕτη, οἱ οἶνοι δὲν θὰ ἐξάγωνται πλέον εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, εἰς τί σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Ἐν τῇ νήσῳ Λευκάδι ὑπάρχει ἀρκετὴ παρακαταθήκη οἴνων, καὶ ἕνεκα τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τῆς συμβάσεως οἱ ἔμποροι τηροῦσιν ἀπέναντι τῶν παραγωγῶν ἐφεκτικὴν θέσιν, καὶ οἱ νησιῶται ἐκεῖνοι σήμερον πένονται. Ἑπομένως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, ἵνα μὴ ἐκμεταλλεύωνται τὸν ἱδρῶτα τοῦ παραγωγοῦ οἱ ἔμποροι. Ἐνόμιζον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ γηραιὸς συνάδελφός μου, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, περὶ τούτου θὰ ἐποιεῖτο μνείαν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἡ σύστασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τσαρλαμπᾶς προχθὲς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ὑπὲρ ταύτης ἐνδιαφέρον του ὅλως παρῆλθε, διότι καλῶς γνωρίζει, ὅτι, ὡς ἀφίχθημεν εἰς Ἀθήνας, ἐγὼ καὶ ὁ κ. Βαλαωρίτης, ἀμέσως παρεκαλέσαμεν τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ ἐγκριθῇ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κατασκευὴν δημοτικῆς ὁδοῦ, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον αὐτό. Παραστάσεις ὡσαύτως ἐκάμαμεν καὶ εἰς τὴν νῦν Κυβέρνησιν. Μόλις ἀνῆλθεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἰς τὴν ἀρχήν, ἀμέσως δι’ ἐπερωτήσεως ἠθέλησε νὰ προκαλέσῃ ζήτημα ὁ συνάδελφος. Φρονῶ ὅτι ὑπὲρ τοῦ χωρίου ἐκείνου, ἐκ τοῦ ὁποίου κατάγεται ὁ κ. Τσαρλαμπᾶς, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν οἰκτρᾷ, ὡς ἐκ τῆς ἐνσκηψάσης θεομηνίας εἰς τὰ προϊόντα του, καταστάσει, αἱ χίλιαι δραχμαὶ ἠδύναντο νὰ διατεθῶσι παρὰ τοῦ κ. Τσαρλαμπᾶ. Ἑπομένως ὁ πάταγος, τὸν ὁποῖον ἐπροκάλεσεν, ἦτο περιττός· ἴσως δὲ τὸν προκαλεῖ καὶ δι’ ἴδιον σκοπόν.
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι πράγματα αὐτά!
§10ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Δὲν εἶναι πράγματα αὐτά, διότι συνειθίσαμεν νὰ μὴ λέγωμεν ποτὲ τὴν ἀλήθειαν. Τὸ καθῆκόν μας εἶναι νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν παρρησίᾳ, διὰ νὰ ἀκούσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὅλοι, ὅτι ἐκλήθημεν ἐνταῦθα διὰ νὰ θέσωμεν ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του, διότι, ἂν ἔπαθε τὸ ἔθνος, ἔπαθε διὰ δύο λέξεις: «ἐκτέλεσις καθήκοντος». Τοῦτο ἀπαιτεῖ παρ’ ἡμῶν. Πάντες ὀφείλομεν νὰ αἰσθανώμεθα, ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελῶμεν τὸ καθῆκόν μας, πρῶτοι ἡμεῖς καὶ ὕστερον ὅλοι οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι καὶ ὅλαι αἱ πολιτικαὶ ἐξουσίαι, αἱ ἐξαρτώμεναι ἐκ τοῦ ἔθνους. Μίαν παράκλησιν ἢ ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τοὺς ἄρτι γενομένους στρατιωτικοὺς προβιβασμοὺς θέσις ἀνήκουσα εἰς σῶμα ὡρισμένον τοῦ στρατοῦ, ἤτοι εἰς τὸ οἰκονομικὸν σῶμα, ἐθεωρήθη γενικὴ καὶ διετέθη ὑπὲρ ἄλλου σώματος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τὸ τοιοῦτον ἔχηται ἀληθείας. Ἀναγνωρίζω τὸ πραγματικὸν αὐτοῦ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος, τὸν πόνον τὸν ὁποῖον αἰσθάνεται, ὅπως τὸ στράτευμα περιέλθῃ εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία τῷ ἐμπρέπει. Πονεῖ, ὅπως τὸ στράτευμα ἵσταται εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἵσταται, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ διορθώσῃ τὸ προσγενόμενον ἀδίκημα καὶ θ’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τὸ σῶμα τὸ ἀδικηθὲν, διότι δὲν εἶναι δίκαιον εἰς τὸ στράτευμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σκέπτηται, νὰ ἐργάζηται καὶ νὰ ἐνεργῇ ἑνιαίως, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ στράτευμα, τοῦ ὁποίου ἡ συνεκτικὴ δύναμις εἶναι τὸ πᾶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἂν λείψῃ ἡ πειθαρχία, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, δὲν ἐπιτρέπεται, λέγω, νὰ γίνωνται τοιαῦται διακρίσεις, διακρίσεις αἵτινες προκαλοῦν σκώμματα παρὰ τῇ κοινωνίᾳ καὶ παράπονα ἐκ μέρους τῶν ἀδικουμένων. Ὁ συνάδελφος κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης χθὲς, λόγον ποιούμενος περὶ τῶν ἐν γένει μέτρων, τὰ ὁποῖα δέον νὰ ληφθῶσιν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἐσύστησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ πολλῶν. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἐλησμόνησε νὰ μνημονεύσῃ καὶ ἐκεῖνο, οὗτινος ἡ ἔλλειψις φέρει τὴν διαίρεσιν καὶ τὴν διάκρισιν ἐν τῷ στρατῷ· ἐννοῶ τὴν ἰσότητα κατὰ τὸν χρόνον τοῦ προβιβασμοῦ διὰ πάντα, διότι ἤκουσα πολλὰ παράπονα, καὶ ἰδίως ὅτι τινὲς, λοχίαι ἄλλοτε, σήμερον εἶναι λοχαγοὶ, ἐνῷ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ, ὑπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπολοχαγοὶ, μένουσιν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον μέχρι τοῦδε. Αὐτὸ λαμβάνει χώραν εἰς τὸ σῶμα τὸ ὑγειονομικὸν καὶ οἰκονομικὸν, ἀπέναντι τοῦ σώματος τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν ἄλλων ὅπλων. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως κατανέμωνται οἱ βαθμοὶ κατὰ δικαιοσύνην, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου παθαίνει ἡ πειθαρχία, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἰσότης κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῶν βαθμῶν εἰς τοὺς προβιβασμούς.
§11Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θεωρῶ λίαν δεδικαιολογημένον τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον δεικνύει ὁ κ. ἐκ Λευκάδος Βουλευτὴς, ὅπως ἀνανεωθῇ ὅσον τάχιον ἡ ἐμπορικὴ συνθήκη μετὰ τῆς Ἰταλίας. Δύναμαι δὲ νὰ τὸν διαβεβαιώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σπουδαίως ἀσχολεῖται εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· εἶναι μάλιστα ἐκ τῶν πρώτων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνομίσαμεν καθῆκόν μας νὰ μελετήσωμεν.
§12ΡΙΚΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Λευκάδος διὰ τὴν διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν, ἀλλὰ τὸν ὑπομιμνήσκω, ὡς πρεσβύτερος, ὅτι καλὸν εἶναι εἰς τὰ πρῶτα βήματά μας νὰ ἤμεθα μετριοφρονέστεροι καὶ δικαιότεροι πρὸς τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν ἐπίσης νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκον αὐτῶν μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος.
§13Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐν ταῖς προσεχῶς ἐπαναληφθησομέναις συνεδριάσεσι τῆς Βουλῆς ὑποβάλῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας, καθόσον αὗται θέλουν συντελέσει πολὺ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Νὰ μᾶς ὑποβάλῃ κατάλογον, ἐξ οὗ νὰ ἐμφαίνηται: 1) Πόσοι κατάδικοι εὑρίσκονται ἐν ταῖς φυλακαῖς καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. 2) Πόσοι ὑπόδικοι εἶναι προφυλακισμένοι. 3) Πόσοι καταδιώκονται δυνάμει βουλευμάτων ἢ ἐνταλμάτων ἐκδεδομένων ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀνακριτῶν. 4) Πόσαι ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ δικογραφίαι εὑρίσκονται ἐν τοῖς διαφόροις ἀνακριτικοῖς γραφείοις τοῦ Κράτους, καὶ πόσα ἄτομα δι’ αὐτῶν ἐν συνόλῳ καταγγέλλονται. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα: 1) Πόσα ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη διὰ νόμου, ἤτοι διὰ προϋπολογισμῶν, πόσα διὰ τακτικῶν πιστώσεων, καὶ πόσα δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων, καὶ ποῦ διετέθησαν ταῦτα. 2) Ἐὰν ἐγένετο κωδικοποίησις τῶν δανείων, καὶ πόσα ἐν συνόλῳ δάνεια ὀφείλει τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς πιστωτάς του, καὶ ποῖοι εἶναι οἱ πληρωνόμενοι τόκοι κατ’ ἔτος. Ὡσαύτως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων, ἤτοι ἀπαιτήσεων ἰδιωτῶν καὶ ἑταιρειῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Δημοσίου κατὰ πολιτῶν ἢ καὶ ἑταιρειῶν, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον αὗται εὑρίσκονται. Ὡσαύτως κατάλογον τῶν δαπανῶν, ἃς τὸ Δημόσιον ἔχει ὑποστῆ εἰς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, ἔξοδα ἐνοικίων, ἐπιθεωρήσεων ἀποθηκῶν, καὶ πόσα εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως.
§14Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε προκηρυχθῆ καὶ δημοπρατηθῆ πρὸ πολλοῦ χρόνου ἡ ὁδὸς μεταξὺ Πύργου–Πατρῶν, συνετελέσθη δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀλλ’ ἔμεινεν ἐλάχιστον αὐτῆς τμῆμα, δύο μόλις χιλιομέτρων, ἀνεκτέλεστον, εἰς μικρὰν ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς Ἀχαΐας, διότι εὑρέθη, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ ἐργολάβος, πετρῶδες τὸ μέρος. Τούτου ἕνεκα εἶναι ἐντελῶς ἢ σχεδὸν ἐντελῶς ἄχρηστος ἡ ὅλη ὁδός. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα φροντίς, ὅπως τεθῇ ἐκποδὼν τὸ ἔκτροπον τοῦτο, ἀφοῦ ἐγένετο ἤδη τόσῃ μεγάλη δαπάνη. Ἐπίσης ὑπάρχει μία διακλάδωσις, ἀπὸ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ ἀρχομένη καὶ ἀπολήγουσα εἰς ἓν χωρίον τοῦ δήμου Δύμης, ὅπερ ὀνομάζεται Ριόλος. Ἔχει κατασκευασθῆ ἡ διακλάδωσις αὕτη πρὸ πολλοῦ, ἀλλ’ εἶχε κατὰ τοῦτο μείνει ἀτελής, ὅτι δὲν ἐγένετο φροντὶς πρὸς ἐπιχαλίκωσιν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἔχῃ χαρακτηρισθῆ ὡς ἐπαρχιακὴ ὁδός, ἀλλὰ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἑνώνει δύο ἐπαρχίας, τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Ἠλείας. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχῃ νόμιμόν τι κώλυμα, νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὴν ἐπιχαλίκωσιν, τῆς ὁποίας ἡ δαπάνη εἶναι πολὺ μικρὰ, καὶ τῆς ὁποίας ἡ χρησιμότης εἶναι πολὺ μεγάλη, διότι ἐξ αὐτῆς διέρχονται ὑπὲρ τὰ εἴκοσιν ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου καὶ βαλανιδοκάρπου, κατὰ τὸν χειμῶνα δὲ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάβατος.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δραγούμης κατέθηκε τὰς ἑξῆς συστάσεις πρὸς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν, Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν.
§16ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν διάθεσιν δραχμῶν μέχρι δέκα χιλιάδων εἰς καταδίωξιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἀρουραίων, τὴν διὰ Β. Διατάγματος τῆς 27 Φεβρουαρίου 1899 διαταχθεῖσαν, καὶ νὰ πληροφορήσῃ ἐν τούτῳ τὴν Βουλὴν, ὁποῖον τὸ ὑπόλοιπον πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰρημένου Β. Διατάγματος κεφάλαιον, καὶ ἂν ἦτο μετατετραμμένον εἰς ἔντοκα γραμμάτια ἐπ’ ὀνόματι τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργῶν. Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων πράξεων ἐγένετο ἡ ἐκ δραχμῶν 38,000 προπληρωμὴ εἰς δαπάνας συμπληρωτικὰς τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου Ἀθηνῶν, περὶ ἧς τὸ ἀπὸ 22 Φεβρουαρίου 1899 Β. Διάταγμα, καὶ νὰ προσαγάγῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: αʹ) Πόσα τὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 31 τοῦ νόμου περὶ Ἐλέγχου τεθέντα μέχρι τοῦδε εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; βʹ) Πότε ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς; γʹ) Πόσα ὤφειλεν ἡ Τράπεζα καὶ πότε διέθεσεν αὐτὰ εἰς τὰς ἐν ἐδαφίοις αʹ ἕως δʹ τοῦ ἄνω εἰρημένου ἄρθρου καταβολάς; δʹ) Ἄν μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καταβολῶν τούτων ἀπέμεινεν ὑπόλοιπον, καὶ πόσον. εʹ) Ἄν τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο κατετέθη, πότε καὶ κατὰ τίνα τρόπον εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους.»
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Ν. Καραστέργιος κατέθηκε τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν.
§18ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ λεπτομερὲς σημείωμα περὶ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἀκινήτου περιουσίας τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα. 1) Ἐκ πόσων χωρίων (τσιφλικίων) ἀποτελεῖται αὕτη. 2) Ποία ἡ ἔκτασις ἑκάστου χωρίου κατὰ στρέμματα, εἶδος καὶ ποιότητα γῆς. 3) Πόσος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ ἐγκατεστημένων οἰκογενειῶν. 4) Πόσα ἄροτρα ἐργάζονται ἐν ἑκάστῳ τούτων. 5) Πόσα τὰ εἰσοδήματα ἑκάστου αὐτῶν κατὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1894–1897 πενταετίαν. 6) Διὰ πόσον ποσὸν ἐνοικιάσθησαν κατὰ τὴν τρέχουσαν πενταετίαν. 7) Πόσα τὰ πρὸς διοίκησιν τῶν κτημάτων τούτων ἀπαιτούμενα κατ’ ἔτος ἔξοδα. 8) Πόσαι καὶ ποίου εἴδους αἱ ἕνεκα τοῦ πολέμου προξενηθεῖσαι ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν χωρίων τούτων ζημίαι. 9) Ἄν ἐπεσκευάσθησαν οἰκήματα ἐκ τοῦ πολέμου καταστραφέντα, καὶ ποῖον χρηματικὸν ποσὸν ἐδαπανήθη διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην. 10) Ἄν ὑπάρχῃ περίσσευμα χρηματικὸν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν εἰρημένων χωρίων καὶ ποῦ εἶναι τοῦτο κατατεθειμένον. Παρακαλεῖται ὡσαύτως ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ ἀντίγραφον τῆς ὑπὸ τοῦ Κωνστ. Ζάππα συνταχθείσης διαθήκης.»
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέθηκε τὴν παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Κωνστ. Σταυροπούλου ζητηθεῖσαν δικογραφίαν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν κατὰ Δημητρίου Ράππα ποινικὴν κατηγορίαν ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου.
§20Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρωινή τις ἐφημερὶς ἀνέγραψεν, ὅτι ὁ λογιστὴς τῆς Βουλῆς ἀνεκαλύφθη καταχραστής, καίτοι οὐδεμίαν διαχείρισιν ἔχων, ὅτι δὲν εὑρέθησαν βιβλία λογιστικὰ καθόλου ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὅτι ὑμεῖς λίαν ὀρθῶς (ἐὰν ᾖναι ἀκριβὴς ἡ εἴδησις) ἀνεφέρθητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως σταλῇ ἐπιθεωρητὴς καὶ ἐπιθεωρήσῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ λογιστοῦ. Καὶ ἐὰν μὲν ἡ εἴδησις ᾖναι ἀκριβής, δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω. Ἐὰν ὅμως, ὅπως γνωρίζω, ἡ εἴδησις ᾖναι ἐντελῶς ψευδής, νομίζω ἐπιβάλλεται εἰς ὑμᾶς, ὡς Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ἀφήσητε νὰ διασύρηται ἡ ὑπόληψις ἀνδρὸς ἐντίμως ἐπὶ δεκαεννέα ἔτη ὑπηρετοῦντος εἰς διαφόρους δημοσίας θέσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσητε τὰς δεούσας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔχηται ἀληθείας ἡ ἀναγραφεῖσα εἴδησις ἢ ὄχι.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ καταχρήσεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τυπικῆς παραδόσεως.
§22ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἄλλο παράδοσις καὶ ἄλλο κατάχρησις.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κατάχρησις. Οὔτε λόγος κἄν.
§24Ι. ΛΑΠΠΑΣ. «Οὔτε λόγος». Ἄρα ἡ ὑπόθεσις εἶναι διὰ τὸν Εἰσαγγελέα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ παραδόσεως τοῦ Ταμείου, καὶ οὐδὲν πλέον.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει διαχείρισις, πῶς θὰ γείνῃ κατάχρησις;
§27ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ἡ εἴδησις τῆς ἐφημερίδος εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβής;
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§29ΜΠΑΣΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διασύρηται ἡ ὑπόληψις ὑπαλλήλου ἀείποτε τιμίου. Νὰ τῷ ἐκφρασθῇ καὶ μία εὐαρέσκεια.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διασύρεται.
§31ΑΛ. ΡΩΜΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ ὑπάλληλος θὰ καταγγείλῃ τὴν δυσφημήσασαν αὐτὸν ἐφημερίδα ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης.
§32ΛΑΠΠΑΣ. Βεβαίως. Ἡ ὑπόθεσις θὰ λάβῃ τὸν δρόμον της.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς κατέθηκε τὰς ἑξῆς συστάσεις:
§34ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως ὡς τάχιον προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος, ἵνα τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νέος ἀπὸ 19 Ἰουνίου (1 Ἰουλίου) 1897 Διεθνὴς Κανονισμὸς, πρὸς ἀποφυγὴν συγκρούσεων πλοίων ἐν θαλάσσῃ, ὃν παρεδέχθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 24 ἐγκυκλίου τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Ἐκ τῆς ταχείας ἐνεργείας τούτου ἐξαρτῶνται σπουδαιότατα συμφέροντα τῶν ναυτιλλομένων, ἐπιτευχθήσεται δὲ καὶ ἡ ὁριστικὴ κατάργησις τῆς ἰσχύος τοῦ διὰ τοῦ ἀπὸ τῆς 20 Αὐγούστου 1884 Β. Διατάγματος ἐγκριθέντος παλαιοῦ κανονισμοῦ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ὑποβάλῃ ὡς τάχιον σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τῆς ὑπογραφείσης τὴν 10 καὶ 22 Ἰουλίου 1896 ἐν Βουδαπέστῃ ἀναθεωρήσεως τοῦ διεθνοῦς τηλεγραφικοῦ κανονισμοῦ καὶ τιμολογίου, συμφώνως τοῖς ἄρθροις 15 καὶ 16 τῆς διεθνοῦς συμβάσεως τῆς Πετρουπόλεως, καὶ ἅτινα πάντα συμφώνως τῇ ἀποφάσει τοῦ Συνεδρίου ἔδει νὰ τεθῶσιν εἰς ἐφαρμογὴν ἀπὸ τῆς 19 Ἰουνίου (1 Ἰουλίου) 1897, οὕτω δὲ ὁριστικῶς ἐφαρμοσθῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ καὶ εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ συμβαλλόμενα Κράτη ἐφηρμόσθησαν κυρωθέντα. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν καὶ Πρόεδρον, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν κύρωσιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐν Παρισίοις συνομολογηθείσης διεθνοῦς συμβάσεως τὴν 17)29 Ἰουνίου 1895 περὶ προστασίας τῶν ὠφελίμων τῇ γεωργίᾳ πτηνῶν. Συμφώνως τῷ 10 ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως ταύτης, δέον τὰ συμβαλλόμενα μέρη ἐντὸς τριετίας ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς νὰ προβῶσιν εἰς καταρτισμὸν τῆς σχετικῆς αὐτῶν νομοθεσίας, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τῆς συμβάσεως. Ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἐσχημάτισεν ἐπιτροπὴν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 45149 ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1895 ἀποφάσεως αὑτοῦ, ἥτις συνέταξε καὶ ὑπέβαλε μετὰ μακρᾶς ἠτιολογημένης ἐκθέσεως σχέδιον νόμου περὶ κυνηγεσίας καὶ προστασίας τῶν ὠφελίμων τῇ γεωργίᾳ ζώων καὶ πτηνῶν, νομοθετήματος, οὗ δυστυχῶς στερεῖται ἡ ἡμετέρα νομοθεσία, καὶ ἐφ’ οὗ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου κ. Ὑπουργοῦ.»
§35Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω θερμοτάτην σύστασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, προκειμένου περὶ ζητήματος λίαν σοβαροῦ. Δυστυχῶς, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε, ὑπάρχουσιν εἴκοσι δύο ἢ εἴκοσι τέσσαρες χιλιάδες ἀνυποτάκτων. Διὰ κατηγορίας τῶν ἁρμοδίων εἰσηγητῶν καὶ ἀντεισηγητῶν τῶν τριῶν διαρκῶν Στρατοδικείων καλοῦνται, ὅπως εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην καὶ δώσωσι λόγον τῆς πράξεώς των ταύτης. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὄχι τρία Στρατοδικεῖα, ἀλλὰ καὶ δεκατρία ἐὰν λειτουργήσωσι, καὶ ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ κατορθώσωσι νὰ γείνωσιν ἐνήμερα καὶ νὰ περατώσωσι τὰς ἐκκρεμεῖς ταύτας δικογραφίας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ φέρῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπεβλήθη, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπλήρωνον βαρὺ τέλος οἱ ἀνυπότακτοι οὗτοι καὶ ἀπηλλάσσοντο πάσης περαιτέρω καταδιώξεως, διότι τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ εἰσπράξῃ ἄνω τῶν δύο ἑκατομμυρίων, ἢ ἐὰν καὶ τοῦτο θεωρηθῇ, ὅτι δὲν συνάδει, δύναται νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πάντες οὗτοι νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ ἕξ μῆνας ἢ ἐννέα ἢ ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς περαιτέρω ποινικῆς καταδιώξεως (Θόρυβος).
§36ΑΛΕΞ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅλοι θὰ ἀπαλλάσσωνται, ἅμα πληρώνωσι, καὶ οὐδεὶς θὰ προσέρχηται εἰς τὸ μέλλον.
§37ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ληφθῇ πρόνοια, κύριε Βουλευτά, ὅπως τὰ τρία Στρατοδικεῖα αὐξήσωσιν εἰς δέκα ἢ δέκα πέντε, διότι καὶ δέκα ἔτη ἀκόμη ἐὰν διαρκέσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, δὲν τελειώνει.
§38ΚΑΝΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ ἰσχύσῃ τὸ κράτος τοῦ νόμου.
§39Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαιῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δημιουργήσω κανὲν Στρατοδικεῖον, διότι μόλις ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, ἀμέσως προσεκάλεσα τοὺς Βασιλικοὺς ἐπιτρόπους τῶν τριῶν Στρατοδικείων καὶ τὸν τμηματάρχην καὶ ἐμελέτησα ἐπὶ ὥρας αὐτὸ τὸ ζήτημα, μὲ ἐβεβαίωσαν δέ, ὅτι ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος θὰ περατωθῶσι πᾶσαι, καθόσον ἐπερατώθησαν ἤδη καὶ ἄλλαι ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν πάμπολλαι καὶ λίαν περιπεπλεγμέναι. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ μέρη τῆς συστάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σοβαρά.
§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ σωστά.
§41Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, περὶ ἐξαγορᾶς τῆς ὑπηρεσίας τῶν καθυστερουμένων κληρωτῶν, ἀφορᾷ εἰς ἄλλους, ἀφορᾷ εἰς τοὺς καθυστερουμένους κληρωτούς. Ἤδη πρόκειται περὶ τῶν ἀνυποτάκτων, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἐπιβάλλεται πρόσθετος ὑπηρεσία, ὅπως ἐξαγοράσωσιν αὐτήν, ὡς ἐγένετο διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀλλ’ ἐπιβάλλονται ποιναί, ποιναὶ φυλακίσεως. Αἱ ποιναὶ δ’ αὗται νομίζω, ὅτι δὲν δύνανται πλέον νὰ ἐξαγορασθῶσιν.
§42Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ εἴπω εἴπω δύο λέξεις. Τὸ ζήτημα τῶν ἀνυποτάκτων παρ’ οὐδενὸς ἔχει νοηθῇ καλῶς. Εἶναι ζήτημα κοινωνικὸν μεγάλης σπουδαιότητος. Πρόκειται περὶ 22 χιλιάδων ἀνυποτάκτων. Κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον, τιμωροῦνται διὰ φυλακίσεως, ἔστω καὶ ἐὰν τάχιστα τὰ Στρατοδικεῖα περατώσωσι τὰς ἀφορώσας αὐτοὺς δικογραφίας. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος; Ἐὰν ναί, πρέπει νὰ κτισθῇ μία πόλις, περιλαμβάνουσα εἴκοσι δύο χιλιάδας, διὰ νὰ τεθῶσιν ἐντὸς τῶν φυλακῶν· διότι, ἐὰν μὲν μείνουν ἐκκρεμεῖς, ὥστε ὀλίγαι ὑποθέσεις κατ’ ἔτος νὰ ἐκδικάζωνται—ὅπως δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω παράδειγμα, ὅτι ἔλαβον παρά τινος συνεπαρχιώτου μου ἐπιστολήν, ὅτι καλεῖται ἀπὸ τοῦ 1881, μετὰ 18 ἔτη, νὰ δώσῃ λόγον τῆς ἀνυποταξίας του, ἀφοῦ ἐγήρασεν, (ἦτο τότε 29 ἐτῶν, καὶ ἔχει πολυμελεστάτην οἰκογένειαν)— ἐὰν, λέγω, πρόκειται εἰς τὰ 1925 νὰ ἔλθωσιν οἱ ἀνυπότακτοι τοῦ 1897 νὰ δώσωσι λόγον, διαφέρει τὸ ζήτημα. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ὅπως ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμα, ὥστε εἰς τὸ μέλλον οἱ προσκαλούμενοι νὰ προσέρχωνται προθύμως, φοβούμενοι τὰς ποινικὰς συνεπείας, πρέπει νὰ γείνῃ νόμος δυνατὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ἡ φυλάκισις διὰ εἴκοσι ἢ δεκαπέντε ἢ εἴκοσι πέντε χιλιάδας ἀνυποτάκτους εἶναι ἀνεφάρμοστος. Ποῦ θὰ τεθῶσι; Δὲν πρόκειται περὶ τῶν λιποτακτῶν· διότι ἴσως καὶ τῶν λιποτακτῶν ἀκόμη αἱ δικογραφίαι δὲν ἔχουσι περατωθῇ. Νομίζω ὅτι εἰς ἓν τῶν Στρατοδικείων ὑπάρχουσι δύο χιλιάδες δικογραφίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπερατώθησαν καὶ ἀναμένουσι τοὺς λιποτάκτας, ὅπως δικασθῶσιν. Ἐὰν ἐξ ἀναλογίας ᾖναι τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὰ δύο ἄλλα Στρατοδικεῖα, ἔχομεν μόνον 6,000 λιποτάκτας διὰ νὰ δικασθῶσι. Τώρα προσθέσατε καὶ τὰς 22,000 τῶν ἀνυποτάκτων, διὰ νὰ ἴδητε εἰς ποῖον σήμερον εὑρίσκεται σημεῖον ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θεωρῶ κοινωνικόν, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐπιβάλλον, ἀλλὰ πρόνοιαν δυναμένην νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀτιμωρησίας τῶν ἀνυποτάκτων· διότι, ἐὰν τιμωρῶνται οἱ λιποτάκται, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τέλους ὑπηρέτησαν, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν, καὶ περὶ τὸ τέλος τῆς ἐπιστρατείας ἠναγκάσθησαν ἕνεκα οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν ἀναποφεύκτων νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς τάξεις των, εἴτε ἐξ ἀδείας, εἴτε καὶ αὐτοβούλως, πολλῷ μᾶλλον πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως προσῆλθον νὰ ὑπηρετήσωσιν, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπέστησαν καμμίαν κακουχίαν, κανένα κίνδυνον, οἱ ὁποῖοι ἴσως καὶ ἔγειναν ἀφορμή, ἵνα οἱ ἔφεδροι ἐγκαταλείψωσι τὰς τάξεις των, λέγοντες ὅτι «δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπηρετῶμεν ἡμεῖς καὶ ν’ ἀφήνωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως προσῆλθον, νὰ περιφέρωνται ἀνενόχλητοι καὶ νὰ θερίζωσιν ἴσως τοὺς ἀγρούς, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐσπείραμεν». Τὸ ζήτημα λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως. Δὲν πρόκειται διὰ νὰ γείνῃ λόγος βεβαίως, ἀλλὰ νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὰς μελλούσας διακοπὰς τῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι, νομίζω, ἐπίκεινται, νὰ σκεφθῇ κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ δοθῇ μία λύσις εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§43ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀξίωμα, ὅτι ὁ ἀκριβὴς καθορισμὸς παντὸς ζητήματος περιέχει καὶ τὴν λύσιν αὐτοῦ. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι ἐξ ὑπογυίου ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, — τὸ μέγιστον ἴσως τῶν ζητημάτων, τῶν περιεχομένων ἐν τῷ ὅλῳ στρατιωτικῷ ζητήματι, τῷ ἀνακινηθησομένῳ ἀναμφιβόλως προσεχῶς, — δὲν ἔχομεν δὲ πρόχειρα τὴν στιγμὴν ταύτην τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, ἵνα καθορίσωμεν καὶ λύσωμεν αὐτό. Κατὰ τὴν γνώμην μου, Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν ἀνυποτάκτων εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, διότι μέγιστα ἀδικήματα διαπράττονται ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν κατὰ τῶν πτωχῶν χωρικῶν, ἰδίᾳ τῶν μακρὰν τῆς πρωτευούσης κατοικούντων, τῶν συρομένων ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων ἐπὶ ἡμέρας ἀνὰ τὰς πόλεις καὶ τὰ παράλια καὶ τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὰ Στρατοδικεῖα καὶ τὰ Φρουραρχεῖα, ὅλως ἀδίκως. Ἀξιοθρήνητον δὲ εἶναι τὸ θέαμα τῶν ἀναιτίως ἐνώπιον τῆς ποινικῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης συρομένων. Καὶ ἐγὼ πολλάκις ἔλαβον τὴν ἀτυχίαν νὰ προσέλθω ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων στρατιωτικῶν ἀρχῶν, ἵνα ὑπερασπίσω ἀδικουμένους συμπολίτας μου, ἐκπληρώσαντας τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ὑποχρέωσιν καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστρατείαν, καὶ ὅμως θεωρουμένους ἀνυποτάκτους, καὶ ὡς τοιούτους κατηγορουμένους. Οἱ ἀνυπότακτοι, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρεῖς κατηγορίας, αʹ) εἰς ἀνυποτάκτους μὴ προσελθόντας καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐπιστρατείας καὶ τοῦ πολέμου, βʹ) εἰς ἀνυποτάκτους προσελθόντας μετὰ τὸ ὀκταήμερον ἀπὸ τῆς ὁρισθείσης πρὸς προσέλευσιν ἡμέρας, εὐθὺς ὡς ἐχορηγήθησαν μέσα μεταφορᾶς, καὶ ἐκπληρώσαντας τὰς στρατιωτικὰς αὐτῶν ὑποχρεώσεις, καὶ γʹ) εἰς ἀνυποτάκτους προσελθόντας καὶ ἐκπληρώσαντας ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν βραδύτερον μὲν — καίτοι ὑπῆρχον μέσα συγκοινωνίας καὶ μεταφορᾶς αὐτῶν — τῆς ταχθείσης πρὸς προσέλευσιν ἡμέρας καὶ τοῦ ὀκταημέρου τοῦ παρὰ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου χορηγουμένου, πάντως ὅμως πρὸ τοῦ πολέμου. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε τάξει προθεσμίαν 48 ὡρῶν πρὸς προσέλευσιν ἡλικιῶν τινων ἐκ τῶν ἐφέδρων τῆς τελευταίας ἐπιστρατείας. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τῆς Ἀνάφης, νὰ προσέλθῃ ὁ ἔφεδρος ἐντὸς 48 ὡρῶν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, εἰς τὴν Σύρον, ἢ ἀπὸ τῶν Κυθήρων ἢ τῶν Ἀντικυθήρων εἰς Ναύπλιον; Καὶ τοῦτο ἦτο τὸ πρῶτον λάθος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἡ ὑπηρεσία του σπεύδουσα δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς σπουδαίας συνεπείας, τὰς ὁποίας ἡ παράβασις τῆς διαταγῆς ἐκείνης, τῆς κατὰ τὸ 1896 ἐκδοθείσης, ἔμελλε νὰ ἔχῃ κατὰ τῶν ἀτυχῶν ἀνδρῶν, τῶν μὴ δυναμένων, καίτοι ἐπιθυμούντων, νὰ προσέλθωσι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς στρατιωτικῆς αὐτῶν ὑποχρεώσεως. Ἄλλοτε πάλιν ἐτάσσετο προθεσμία δέκα ἢ καὶ περισσοτέρων ἡμερῶν, ἵνα προσέλθωσιν αἱ καλούμεναι ἡλικίαι, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐὰν τοῦτο ἦτο κατορθωτὸν, καὶ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ποῖαι θὰ ἦσαν αἱ συνέπειαι τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος τιμωρεῖ διὰ φυλακίσεως δύο ἐτῶν μέχρι πέντε τοὺς ἐν ὥρᾳ πολέμου ἀνυποτάκτους, καὶ δι’ ἑνὸς μέχρι δύο ἐτῶν τοὺς ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ γνωστοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνυποτάκτων, ἤ, ὡς ἐλέχθη, τῶν 20 χιλιάδων, αἱ δώδεκα χιλιάδες ἀνήκουσιν εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην κατηγορίαν τῶν ἀνυποτάκτων. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀνυπότακτοι αἱ δώδεκα αὗται χιλιάδες τῶν μὴ ἐμπροθέσμως προσελθόντων, ἀλλὰ πάντως προσελθόντων καὶ ἐκπληρωσάντων τὰς ὑποχρεώσεις των, καὶ λαβόντων μέρος εἰς τὸν πόλεμον, καὶ τυχόντων ἀφέσεως ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἐξαιρέτου; Εἶναι ἀνυπότακτοι οἱ τοιοῦτοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία δὲν ἐχορήγησε τὰ μέσα τῆς ἐμπροθέσμου αὐτῶν προελεύσεως; Καὶ εἶναι δίκαιον, ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ σύρωνται ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, ἐγκαταλιμπάνοντες ἀπροστατεύτους τὰς πτωχὰς αὐτῶν οἰκογενείας, δανειζόμενοι ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀπροόπτους ταύτας δαπάνας, οἱ ἐκπληρώσαντες τὰς στρατιωτικὰς αὐτῶν ὑποχρεώσεις; Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν προσήγαγον ἐγὼ αὐτὸς ἐνώπιον τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ Αʹ Στρατοδικείου τέσσαρας ἐφέδρους, κατηγορουμένους ὡς ἀνυποτάκτους, ἐκ τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἕνδεκα ἡμέρας μετὰ τὴν ταχθεῖσαν πρὸς προσέλευσιν προθεσμίαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει μέρος εἰς τὰς μάχας, καὶ οἱ ὁποῖοι, ἐν τούτοις κατηγοροῦντο ὡς ἀνυπότακτοι! Ἐννοεῖται ὅτι ὁ εἰσηγητὴς προέτεινε τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἐνέκρινε τὴν ἀπόφασίν του. Ἀλλὰ διατὶ οἱ πολῖται οὗτοι νὰ κατηγορηθῶσιν ὡς ἀνυπότακτοι καὶ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἑστίας αὐτῶν καὶ νὰ ὑποστῶσι τόσας δαπάνας, ἀφοῦ ἡ βραδεῖα προσέλευσις αὐτῶν προῆλθεν ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Ἐγὼ, ἐὰν ἔλαβον τὴν στιγμὴν ταύτην τὸν λόγον, ἔπραξα τοῦτο, ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλέσω, ἵνα κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα ὑπὸ τὰς τρεῖς αὐτοῦ ἀπόψεις. Περὶ τῶν ἀνυποτάκτων τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης κατηγορίας, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον ἐγκαίρως ἐλλείψει μέσων συγκοινωνίας, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ἀνάγκην μέσων μεταφορᾶς τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἐφοδίων αὐτοῦ, εἶχε λάβει εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῆς ὑπηρεσίαν τὰ ἀτμόπλοια τῶν διαφόρων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ συγκοινωνία τῶν νήσων καὶ τῶν παραλίων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν κέντρων, φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν ταχέως. Πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι προσήρχοντο οἱ ἐπίστρατοι καὶ ἀνέμενον ἐπὶ ἑβδομάδας, ἵνα εὕρωσι μέσα συγκοινωνίας, ὅπως προσέλθωσιν εἰς τὰ στρατολογικὰ αὑτῶν γραφεῖα. Ἐκ τῆς ἐλλείψεως μέσων συγκοινωνίας προῆλθεν ἡ ἐκ 12 χιλιάδων περίπου ἀνδρῶν δευτέρα κατηγορία τῶν ἀνυποτάκτων. Ἡ τρίτη κατηγορία εἶναι ἡ τῶν ἀνυποτάκτων, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον ὀλίγον μὲν βραδύτερον τῆς ταχθείσης προθεσμίας, ἀλλὰ πάντως πρὸ τοῦ πολέμου. Καὶ τὴν κατηγορίαν ταύτην φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται καὶ ὀφείλει νὰ ἀπαλλάξῃ τῶν συνεπειῶν τοῦ 152 ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην κατηγορίαν, τῶν μὴ προσελθόντων, φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ φανῶμεν ἀμείλικτοι. Οὗτοι εἶναι περίπου 10,000, Ἐκ τούτων βεβαίως πλείστους ὅσους θὰ ἀνακαλύψωμεν ὡς ἐσφαλμένως θεωρηθέντας ἀνυποτάκτους, εἴτε διότι ὑπηρέτησαν, εἴτε διότι ἀπεβίωσαν, εἴτε διότι ἐσφαλμένως ἐγράφησαν· ἀλλ’ ὀφείλει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταγείνῃ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτῶν, καὶ νὰ γνωρίσῃ τίνες εἶναι οἱ πράγματι κωφεύσαντες εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος κατὰ τὰς κρισιμωτάτας περιστάσεις αὐτῆς, νὰ τιμωρήσῃ δὲ αὐτοὺς ἀμειλίκτως.
§44Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδή, Κύριοι, δὲν ἤθελον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ νὰ εἴπω τίνας συζητήσεις ἔκαμα μὲ τοὺς ἁρμοδίους περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν εἶπον, ὅπως εἶπεν ὁ κύριος Στάης, ὅτι ἐμελέτησα κατηγορίας τοιαύτας καὶ ἐπὶ τούτου οἱ ἁρμόδιοι προσπαθοῦσι νὰ εὕρωσι μίαν λύσιν κατάλληλον. Ἕως τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα διὰ τῆς Βουλῆς, διότι καὶ ἄλλοτε ἐλύσαμεν παρόμοιον ζήτημα διὰ τῆς Βουλῆς, ὅτε ἐγὼ ἤμην ἐναντίος τῆς λύσεως ταύτης, καὶ εἴχομεν τὰς συνεπείας αὐτῆς. Διὰ τοῦτο, ἀναμιμνησκόμενος τῆς περιστάσεως ἐκείνης, ζητῶ διὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ μόνον διὰ τῆς ὑπηρεσίας νὰ λύσω τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ κατηγορίας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Στάης.
§45Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κυθήρων, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα λαμβάνει ἄλλην ὄψιν. Δὲν πρόκειται περὶ ἀνυποτάκτων ἀπολύτως, δὲν πρόκειται νὰ τιμωρήσωμεν τὴν ἀπείθειαν, δὲν πρόκειται νὰ τιμωρήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὀφείλοντες νὰ ἐκπληρώσωσιν ἓν καθῆκον, καὶ καθῆκον ἱερόν, περιεφρόνησαν τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεώς των. Πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν ἐν καιρῷ νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ὑποχρέωσίν των. Καὶ ἐὰν ἐδῶ σταματήσωμεν, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς περιπτώσεως ταύτης, νομίζω ὅτι οὐ μόνον πρέπει, ἀλλὰ καὶ ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα ἐπιεικεῖς καὶ νὰ τοὺς ἀπαλλάξωμεν πάσης καταδιώξεως. Ὅλοι γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸν παρελθόντα πόλεμον, ἄπειροι ἐλλείψεις παρουσιάσθησαν ὄχι μόνον ἐκ μέρους τῶν ἀνυποτάκτων καὶ τῶν στρατιωτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους καὶ τῶν ἀνωτέρων στρατιωτικῶν ἀρχῶν, διότι δὲν εἶχον προητοιμασμένα τὰ ἀναγκαῖα ἐφόδια πρὸς ἐπιχείρησιν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἠθελήσαμεν νὰ ἐπιχειρήσωμεν. Ἐὰν λοιπὸν οἱ πολῖται αὐτοί, ἐλλείψει τῶν ἀναγκαίων μέσων τῆς συγκοινωνίας, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παρουσιασθῶσιν ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας, οὐχ ἧττον ὅμως βραδύτερον παρουσιάθησαν καὶ ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, νομίζω, ὅτι κακῶς μέχρι τοῦδε καταδιώκονται. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ νομοθέτημα περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν. Ὁ τρόπος, Κύριοι, εἶναι εὐκολώτατος. Τὸ Σύνταγμα δὲν δίδει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας, φρονῶ ὅμως, ὅτι διοικητικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ τέρμα εἰς ἔλλειψιν ἐξ ἀνωτέρας βίας καὶ ὄχι ἐκ δολίας προαιρέσεως ἐπελθοῦσαν, ἀφοῦ μετὰ τὴν νόμιμον προθεσμίαν οἱ καθυστερήσαντες προσῆλθον καὶ ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των (θόρυβος). Νὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον. Συνιστῶ τὴν τοιαύτην λύσιν, ὅπως λείψῃ ἡ προδικασία, καθ’ ἣν οἱ καταδιωκόμενοι θέλουσι συλληφθῆ, θέλει ἐνεργηθῆ ἀνάκρισις, θέλει ἐκδοθῆ βούλευμα, καὶ θέλουσι προσαχθῆ ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, τὸ ὁποῖον βεβαίως θέλει τοὺς ἀθωώσει.
§46Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, πῶς σκεφθεὶς προέτεινεν ὅ,τι προέτεινεν ὁ ἐκ Τρικκάλων κ. συνάδελφος. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι τὸ θάρρος πρὸς διατύπωσιν τοιαύτης συστάσεως ὑπὲρ τῶν κατὰ τὸν πόλεμον ἀνυποτάκτων, τὸ ἤντλησεν ἐξ ἀποφάσεως ληφθείσης ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ αἰθούσῃ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τῆς Βουλῆς περίοδον, ὅτε σύσσωμος ἡ τότε πλειονοψηφία ἠθέλησε νὰ δώσῃ καὶ ἔδωσεν ἀμνηστείαν εἰς 27 χιλιάδας ἀφιλοπατρίδων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, ἀποφεύγοντες νὰ ταχθῶσιν ὑπὸ τὰς σημαίας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκλήθησαν ὡς κληρωτοὶ ἐπὶ δέκα, νομίζω, ἔτη. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἀπὸ τριετίας ἤδη λειτουργῶν, ἀποτελεῖ τὴν αἰτίαν τοῦ κακοῦ· καὶ τὸ κακὸν τοῦτο, ἀντὶ πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθήμενοι νὰ τὸ κολάσωμεν, τὸ ἐνισχύομεν, ἐρχόμενοι ἐδῶ καὶ λέγοντες ὅτι καὶ πάλιν πρέπει νὰ ληφθῶσι νομοθετικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν ἀνυποτάκτων, τὸ ἔγκλημα τῶν ὁποίων εἶναι τὸ χείριστον καὶ τὸ μόνον τὸ ὁποῖον μετὰ τὰ παθήματά μας ἔπρεπε νὰ ὑπαγορεύσῃ ἡμῖν λῆψιν μέτρων, δι’ ὧν, ἂν ἐπετρέπετο νὰ τὰ λάβωμεν σήμερον, νὰ ἐπεβάλλετο ἡ αὐστηροτάτη τῶν ποινῶν. Ὁ σήμερον συνηγορήσας ὑπὲρ τῶν ἀνυποτάκτων εἶναι εἷς ἐκ τῶν καὶ τότε ὑπὲρ τῶν 27 ἐκείνων χιλιάδων ἀνυποτάκτων ψηφισάντων· ἠκούσατε δὲ τί σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου. Ἀφελέστατα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι διὰ τοὺς κατηγορουμένους, συμφερώτατον δὲ διὰ τὸ Κράτος, οἱ ἀνυπότακτοι αὐτοὶ ἀντὶ πάσης ἄλλης ποινῆς νὰ ὑπεχρεοῦντο νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπ’ ὀλίγους μῆνας εἰς τὸν στρατόν, μὲ τὸ δικαίωμα μάλιστα τῆς ἐξαγορᾶς τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Τὴν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν, βλέπετε, ἡ ὁποία ἁπανταχοῦ τῆς γῆς θεωρεῖται ἡ ὑψίστη τῶν τιμῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἐπιβάλλει ὡς ποινήν· καὶ τοῦτο εἶναι ἱκανὸν νὰ σᾶς δώσῃ ἓν στοιχεῖον ἐκτιμήσεως τῶν σημερινῶν μας ἠθῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποδοτέον τὸ πλεῖστον μέρος τῆς καταπτώσεώς μας καὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ, ὃν πρὸ μικροῦ μόλις ὑπέστημεν. Τοιαῦτα νομοθετήματα, Κύριοι, ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθόν. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα ἔργα παρήγαγε κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Βουλή, ἂς λάβωσι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν οἱ τὸ πρῶτον εἰσελθόντες εἰς αὐτὴν καὶ ἂς ὁπλισθῶσι μετὰ τοῦ ἀπαιτουμένου θάρρους, ὅπως καταπολεμήσωσι τὰς παλαιὰς ταύτας τινῶν ἐκ τῶν παλαιῶν Βουλευτῶν συνηθείας. Διεμαρτυρόμην ἐγὼ τότε κατὰ τοῦ τοιούτου μέτρου, καὶ ἡ τότε πλειονοψηφία διὰ πολλῶν μελῶν της ἔλεγεν, ὅτι, ἂν δὲν ἐψηφίζετο ὁ νόμος ἐκεῖνος, θὰ ἠναγκάζοντο νὰ ἐκπατρισθῶσιν 27 χιλιάδες Ἕλληνες, διαμένοντες ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Τότε προσεπάθησαν νὰ προλάβωσι δῆθεν τὸν ἐκπατρισμὸν τῶν 27 χιλιάδων ἀφιλοπατρίδων, κατ’ ἐμὲ, καὶ ἀχρήστων Ἑλλήνων· σήμερον προτείνει εἷς Βουλευτὴς τὴν νομιμοποίησιν τῆς ἀφιλοπατρίας! Τὸ ἓν ἔρχεται κατόπιν τοῦ ἄλλου, ὡς βλέπετε· ἀλλ’ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσωμεν οὕτω σκεπτόμενοι, ἄν ποτε ἡ Ἑλλὰς λάβῃ τὴν ἀνάγκην νὰ καλέσῃ ὑπὸ τὰς σημαίας τοὺς πολίτας, ἐστὲ, λέγω, βέβαιοι, ὅτι οὐδεὶς τότε θέλει προσέλθει. Ἔ! κύριε Πρόεδρε, ἂς συνέλθωμεν τέλος πάντων. Ἂς ἀποβάλωμεν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον· ἐργασθῶμεν πάντες ὁμοῦ, ὅπως ἀναστηλώσωμεν τοὺς νόμους, δίδοντες πρῶτοι τὸ παράδειγμα τοῦ πρὸς αὐτοὺς σεβασμοῦ. Ἂς ἐννοήσωμεν ἐπὶ τέλους, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐγενόμεθα αἴτιοι τῶν περισσοτέρων κακῶν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πολὺ κακῶς ἐννοοῦμεν τὸ συμφέρον μας, πολὺ κακῶς ἐννοοῦμεν τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§47Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἰδοὺ εἰς ποίαν ἀγανάκτησιν, Κύριοι, φέρετε τοὺς στρατιωτικούς, ὅταν προτείνητε τοιαύτας προτάσεις, διότι δὲν ἀνήκετε εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ στρατοῦ, διότι δὲν εἴδετε τί ὑπέφεραν οἱ στρατιῶται καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ὑποχωροῦντες. Δὲν ἐπετρέπετο εἰς γηραιοὺς πολιτευτάς, οὐδὲ εἰς κανένα Βουλευτὴν ἀντιπροσωπεύοντα τὴν πατρίδα του, ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, διὰ νὰ δείξῃ ὅτι δύναται νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς πάντα τὰ ζητήματα, νὰ συζητῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τόσον σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα ζητήματα, κλονίζοντα τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, τὸ Κράτος ἐκλονίσθη, ἐμειώθη ἡ ἀνεξαρτησία αὐτοῦ ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν παροχῶν, τὰς ὁποίας κάμνει τὸ Κοινοβούλιον ἑκάστοτε. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ αὕτη, εἶναι ἀπὸ τῆς πρώτης ἐπιστρατείας, ὅτε Πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ μακαρίτης πατήρ μου...
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι καὶ τότε ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, ἔδωκεν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ἀπειθήσαντας νὰ προσέλθωσιν ὑπὸ τὰς σημαίας καὶ νὰ προσφέρωσι τὸ αἷμά των ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
§50Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἐρεθίζηται τόσον, καὶ νὰ μὴ ὀργίζηται μάλιστα κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ αὐτὸ δικαίωμα, ἵνα ἐκφέρωσι γνώμην καὶ δίδωσι ψῆφον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον ἐπολιτεύθη κατὰ τὸ παρελθὸν οὕτως ἢ ἄλλως, θέλει κρίνει αὐτὸ ἡ ἱστορία. Τὰ μέλη ὅμως τῆς παρούσης Βουλῆς δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐπικρίνωσι πλειονοψηφίας παρελθούσας, ἢ νὰ ἐπικρίνωσι πράξεις, αἱ ὁποῖαι περιεβλήθησαν διὰ τῆς ἀξίας καὶ τῆς δυνάμεως τοῦ νόμου. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι προβάλλονται πρὸ ἡμῶν, νὰ ἐξετάζωμεν αὐτὰς καὶ νὰ δίδωμεν ψῆφον συμφώνως μὲ τὴν συνείδησιν ἡμῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομίζῃ, ὅτι αἱ παραστάσεις, τὰς ὁποίας προέβαλον οἱ κ.κ. Βουλευταὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι ὀρθαὶ, δύναται, ὅταν προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, καὶ διὰ λόγου καὶ διὰ σκέψεων νὰ ἀνασκευάσῃ τὰς γνώμας καὶ τὰς σκέψεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἠγόρευσαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰθισμένον νὰ ἐπιτιμᾷ τις τοὺς Βουλευτὰς, νὰ ἀπαγορεύῃ εἰς αὐτοὺς νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ· καὶ οὐ μόνον δὲν εἶναι εἰθισμένον, ἀλλ’ εἶναι καὶ πρωτοφανές. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου γνωρίζω καὶ τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὴν φιλοπατρίαν, νὰ συστέλλῃ τὰ αἰσθήματα τῆς ἀγανακτήσεως ἢ ὀργῆς, τὰ ὁποῖα κρατοῦσιν ἐν αὐτῷ.
§53Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μόνον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ σεβαστοῦ κ. Θεοδώρου Δηλιγιάννη ἠδύνατο νὰ εἰσέλθῃ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου· καὶ ἐννοῶ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος τὸν ἠνάγκασε νὰ δώσῃ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν· ἀλλ’ εἶχον τὸ δικαίωμα ἐγὼ, καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς στρατιώτης, νὰ παραπονεθῶ διὰ τὴν τοιαύτην κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀνάμιξιν τῶν Βουλευτῶν, καὶ νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀνάμιξις τῶν Βουλευτῶν καὶ αἱ τοιαῦται ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἔδωκαν δυστυχῆ ἀποτελέσματα διὰ τὴν πατρίδα. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπιτιμήσω, ἀλλὰ νὰ ἀναμνήσω εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου ὀφείλουσιν, ὅταν θέλωσι νὰ ἀγορεύσωσι καὶ νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέτρα δι’ ὑποθέσεις στρατιωτικὰς, ν’ ἀνατρέχωσιν εἰς τὸ παρελθὸν, νὰ λαμβάνωσιν ἐξ αὐτοῦ διδάγματα καὶ μεμελετημένως νὰ ὑποβάλλωσι τὰς συστάσεις των εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Ἐὰν τὸ παρελθὸν εἶχεν ἀποτελέσματα δυστυχῆ διὰ τὴν πατρίδα, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμνήσω εἰς τοὺς ἐπίσης πατριώτας Βουλευτὰς, ὡς μὲ ἀπεκάλεσεν ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμνήσω εἰς αὐτοὺς, ὅτι ὀφείλουσι νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ μὴ ὑποβάλλωσιν ἀπροσέκτως, ἀμελετήτως προτάσεις, οἷαι αἱ σήμερον ὑποβληθεῖσαι. Ἐὰν ἦμαι Βουλευτὴς, εἶμαι καὶ στρατιώτης, καὶ ὁ τελευταῖος πόλεμος ἀφῆκεν ἴχνη εἰς τὴν καρδίαν μου πικρίας, ὡς εἰς τὴν καρδίαν παντὸς Ἕλληνος, διὰ τὴν μείωσιν τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἀτυχῆ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς τοιαύτας ἀμελετήτους πράξεις τοῦ παρελθόντος.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ φαίνεται ὅτι ἐμμένει εἰς πλημμελῆ κύκλον σκέψεων καὶ συλλογισμῶν, νομίζει δὲ, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἔχωσιν αὐτὴν τὴν γνώμην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην. Ἐάν ποτε ἡ πατρὶς ἡμῶν ἤθελε μεταβάλει τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν φύσιν τοῦ πολιτικοῦ τούτου Σώματος, ἐὰν αὐτὸ τὸ Σῶμα ἤθελε κατασταθῇ Συμβούλιον ἁπλῶς γνωμοδοτικὸν, τότε οἱ Ὑπουργοὶ, ἀλλὰ μόνον τότε, θέλουσιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς λέγωσι τί ἐπιτρέπεται νὰ πράττωσιν οἱ Βουλευταὶ καὶ τί δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πράττωσι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ πρὸ παντὸς τοὺς διαχειριζομένους τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ εὐλαβῶνται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτὸ μελῶν. Ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἔχωσι γνώμας, νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὰς, νὰ τὰς ἀναπτύσσωσιν, ἡμεῖς δὲ εὐγνωμόνως θέλομεν χρησιμοποιεῖ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα θέλουσι μεταδίδει εἰς ἡμᾶς. Ἀλλὰ δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐπικρίνωσι καὶ νὰ ἐπιτίθενται κατὰ τῶν ἀλλοτρίων γνωμῶν, διότι τότε καὶ ἡμεῖς, ὅσοι τυχὸν ἠθέλομεν διαφωνεῖ πρὸς αὐτοὺς, θέλομεν ἔχει τὸ αὐτὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτιθέμεθα κατ’ αὐτῶν καὶ νὰ ἀποδίδωμεν εἰς τὴν προαίρεσιν ἢ εἰς ἀτέλειαν πνευματικὴν ἢ φυσικὴν τὰς πλημμελεῖς γνώμας αὐτῶν.
§55Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἡλικία μου, κ. Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος, δὲν συνεπάγεται ἀτέλειαν φυσικὴν ἢ πνευματικήν.
§56Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ, ἀφοῦ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας καὶ τῆς στρατιωτικῆς εἰλικρινείας, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἐνόησε δι’ ὅσων εἶπε νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης τῶν Βουλευτῶν ἐν οἱῳδήποτε ζητήματι, ἐκφράζω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν ἀδικαιολογήτως ἐπιεικῆ ὑπὲρ τῆς κατηγορίας αὐτῆς τῶν στρατιωτῶν, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅπως πάντες, ὅτι οὐ μόνον οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνυποτάκτων παρεβίασαν καὶ νόμον καὶ καθῆκον, ἀλλ’ ἐγένοντο καὶ μία τῶν κυρίων αἰτιῶν ὅλων τῶν ἀσχημιῶν, τὰς ὁποίας ἐπαρουσίασεν ὁ ἡμέτερος στρατὸς κατὰ τὸν πόλεμον. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἐὰν παραλύῃ τι τὴν πειθαρχίαν τῶν ὑπὸ τὰς σημαίας στρατιωτῶν καὶ τὸν ζῆλον ὅπως ὑπηρετῶσι, τοῦτο εἶναι ἡ γνῶσις τῶν ὑπηρετούντων καὶ κινδυνευόντων, ὅτι συμπολῖται αὐτῶν, συγχωριανοὶ, οὓς καλῶς γνωρίζουσιν, ἄνευ οὐδενὸς λόγου, ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτίας, ἀρνοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὑπὸ τὰς σημαίας, καὶ δὲν παρευρίσκονται οὐδὲ συμμετέχουσι μετ’ αὐτῶν τῶν στερήσεων καὶ τῶν λοιπῶν ἀγώνων. Λοιπὸν δὲν νομίζω ὅτι ὑπὲρ τοιούτων ἀνθρώπων πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν.
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔφερε κανὲν μέτρον, περὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἀποφασίσωμεν σήμερον.
§58Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τούτοις παρὰ Βουλευτῶν ἐγένοντο προτάσεις καὶ μία καὶ δύο. Αὐταὶ καὶ ὅσα ἄλλα ἐλέχθησαν μὲ ἀναγκάζουσι νὰ λάβω τὸν λόγον. Πιθανῶς καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ παρασυρθῇ εἰς ὑποσχέσεις.
§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συστάσεις ἐγένοντο.
§60Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ συζητῶμεν ἐν καλῇ πίστει.
§61Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς ἀμφισβητεῖται τοῦτο. Πρῶτον ἐπροτάθη μέτρον περὶ ἐξαγορᾶς τῆς παραβάσεως αὐτῆς τοῦ καθήκοντος διὰ χρημάτων. Ἐπροτάθη εἶτα μέτρον, ὅπως οἱ ἀνυπότακτοι ἀμνηστευθῶσιν ἀπὸ πάσης κατηγορίας καὶ ποινῆς. Αὐταὶ δὲν εἶναι προτάσεις; Εἶχε λοιπὸν δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔστω καὶ ὑπερβὰς κατά τι τὰ ὅρια τῆς ἐπικρίσεως, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τηρήσῃ, νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔπρεπε τοιαῦται προτάσεις νὰ φέρωνται ἐν τῇ Βουλῇ. Φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ὑπὲρ λήψεως γενικοῦ μέτρου διὰ τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν ἀνυποτάκτων, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ νομίσῃ ὅτι ἐπιβάλλονται ἴσως ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅπως ἐπιεικῶς κριθῇ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ 22,000 στρατιώτας. Δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει πρέπει ν’ ἀφεθῇ τὸ ζήτημα εἰς μόνην τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν. Νομίζω ὅτι τὰ πράγματα ἐπιβάλλουσιν, ὅπως προέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς νομοθετικόν τι μέτρον, διότι ὄχι μόνον περιστάσεις τοιαῦται, οἷας ἐξέθηκεν ὁ προλαλήλας ἔντιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, δικαιολογοῦσιν, ὅπως σπουδαῖος ἀριθμὸς ἀνυποτάκτων ἐντελῶς ἀπαλλαγῇ, ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν περιστάσεων αὐτῶν, ἕνεκα τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεράγαν αὐστηρὸς καὶ ὠθεῖ τὴν αὐστηρότητα μέχρις ἀδικήματος, πρέπει νὰ προταθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα νομοθετικά. Τινὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ δύναμαι ν’ ἀναφέρω. Πρῶτον ἐν τῷ νόμῳ ἡμῶν οὐδόλως ἀναγράφεται ἡ λόγῳ ἀνωτέρας βίας ἀπαλλαγὴ τοῦ μὴ προσελθόντος ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν τοῦ νόμου ἐφέδρου. Ταύτην παρ’ ἡμῖν δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ἡ στρατιωτικὴ ἀρχή. Ἐν τούτοις, πλὴν τῶν λόγων, ὧν ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος, ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, ὡς λ. χ. ἀσθένεια, ἢ ἄλλη ἀδυναμία, τὴν ὁποίαν, ἀποδεικνυομένην, θὰ δύναται ἡ στρατιωτικὴ διοίκησις ἢ τὸ δικαστήριον νὰ δεχθῇ, καὶ ἥτις θὰ φέρῃ δικαίαν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ αὐστηροτάτης ποινῆς. Ἐννοεῖται ὅτι, εἰσαγομένης καὶ παρ’ ἡμῖν διὰ νόμου τῆς ἀπαλλαγῆς αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἄλλα ἔθνη στρατιωτικώτερα ἡμῶν ἐδέχθησαν, θέλει φροντίσει ὁ νομοθέτης νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτὴν δι’ ἄλλων διατάξεων, ὅπως μὴ ἀποβῇ πηγὴ καταχρήσεων. Πάντως ὅμως εἶναι δίκαιον καὶ ἀναγκαῖον νὰ καθιερωθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἡ ἀνωτέρα βία ἀπαλλάττει ἀπὸ τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένων αὐστηροτάτων ποινῶν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ὑπάρχουν περιστάσεις. Μοὶ συνέβη νὰ γνωρίσω ἐν Ἀθήναις γέροντα ποιμένα, ἔχοντα μέγιστον ποίμνιον καὶ τέσσαρας υἱοὺς, κληθέντας καὶ τοὺς τέσσαρας νὰ μεταβῶσι λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως εἰς τὰ ἴδια αὐτῶν σώματα, ἐγκαταλείποντες πολυπληθὲς ποίμνιον, ἤτοι ὁλόκληρον περιουσίαν αὐτῶν ἄνευ ἑνὸς τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν. Εἶναι δίκαιον καὶ ὠφέλιμον νὰ καλῇ ὁ νόμος ἐκ τεσσάρων υἱῶν ὑποχρέων καὶ τοὺς τέσσαρας συγχρόνως, ἐνῷ οὗτοι ἀποτελοῦν μίαν οἰκογένειαν, τῆς ὁποίας τρία μέλη, νομίζω, εἶναι ἀρκετὴ προσφορὰ ὑπὲρ τῆς πατρίδος; Ἰδοὺ αὐτὴ μία περίστασις, τὴν ὁποίαν μετ’ ἄλλων πολλῶν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐκτὸς τούτων, παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει καὶ ἄλλο τι λίαν ἔκτροπον, τὸ ὁποῖον δὲν παρετηρήθη, ὅτι δηλ. ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους πρὶν ἐπέλθῃ ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις, ἡ καταδικάζουσα αὐτοὺς, ἐπιβάλλει δηλ. τὴν ποινὴν τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἡ ὁποία κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον ἐπιβάλλεται μόνον ὡς συνέπεια ἄλλης ποινῆς, ἐπιβάλλει ταύτην πρὸ πάσης ἄλλης καταδίκης καὶ ἄνευ καταδίκης. Διὰ τοῦτο χιλιάδες ἐκλογέων διαγράφονται ἀπὸ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ ἁπλῆς εἰδοποιήσεως τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, ὅτι ὁ τάδε ἐκλογεὺς ἐκηρύχθη ἀνυπότακτος. Ἅπαντες οὗτοι εἶναι ἆρά γε δίκαιον νὰ μὴ δύνανται νὰ ψηφοφορῶσιν εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἐνῷ ἴσως θὰ κηρυχθῶσι δικαζόμενοι ἀθῶοι, καὶ τοῦτο ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι δὲν κατωρθώθη ἡ ἐκδίκασις ταχέως τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων; Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἐξήνεγκεν, ὅπως τὰ τοῦ νόμου μείνωσιν ὡς κεῖνται, ἀνέπαφα. Ὁ νόμος δέον ν’ ἀναθεωρηθῇ. Εἶμαι ὅμως ἐναντίος παντὸς μέτρου, διὰ τοῦ ὁποίου σκοπεῖται ν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἅπαντες ἀνεξετάστως οἱ ἀνυπότακτοι πάσης ποινῆς.
§62ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι κατηναλώθη πολὺς χρόνος ἀδίκως, καὶ εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς ἐλέχθησαν τόσα πράγματα ἐντελῶς μάταια καὶ περιττὰ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐὰν ὑπῆρξεν ἀδυναμία προσελεύσεως, εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ἀθῷοι οἱ κατηγορούμενοι. Αἱ γενικαὶ διατάξεις τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε οἱ ἀνυπότακτοι οὗτοι καὶ τόσον συμπαθείας ἄξιοι; καὶ ὁ νόμος μας εἶναι τόσον αὐστηρός; Ὁ νόμος τάσσει ὀκταήμερον προθεσμίαν πέραν τῆς τασσομένης πρὸς προσέλευσιν, ὥστε μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς τασσομένης πρὸς προσέλευσιν καὶ προσέτι ἑτέρων ὀκτὼ ἡμερῶν κηρύσσονται ἀνυπότακτοι. Τὸ ἄρθρον 148 λέγει: «Ἀνυπότακτοί εἰσιν ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐτησίαν ἀπογραφὴν τῶν ἐφέδρων καὶ τῶν ἐθνοφρουρῶν... οἱ μὴ ἀφικνούμενοι εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον... ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἐντὸς ὀκταημέρου ἀπὸ τῆς ὁρισθείσης πρὸς προέλευσιν προθεσμίας». Ἀφοῦ δὲ ἐκαλοῦντο νὰ προσέλθωσιν ἐντὸς δύο ἡμερῶν, εἶχον δέκα ἡμερῶν χρόνον νὰ προσέλθωσιν, ἐντὸς δέκα δὲ ἡμερῶν θὰ ἦναι πολὺ σπάνιον, ἐὰν δὲν δυνηθῶσι νὰ προσέλθωσι καὶ ἀπὸ τὰ Ἀντικύθηρα ἀκόμη. Ἀλλ’ ἂν ἀποδειχθῇ ἡ ἀδυναμία τοῦ νὰ προσέλθωσιν ἕνεκα ἀνωτέρας βίας, θὰ ἀθῳώσῃ τὸ δικαστήριον τοὺς μὴ δυνηθέντας νὰ προσέλθωσιν. Ἐὰν αἱ ποιναὶ ἦναι αὐστηραί, δύνανται νὰ μετριασθῶσι διὰ τὸ μέλλον, ἀλλ’ ὄχι διὰ τὸ παρόν. Ἀλλὰ διατὶ ἤχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα; Ἡ Βουλὴ ἀμνηστείαν δὲν δύναται νὰ δώσῃ, διότι τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, ἀνῆκον ἄλλοτε εἰς τὸν Βασιλέα, περιώρισε τὸ Σύνταγμα μόνον ἐπὶ τῶν περὶ Ὑπουργῶν διατεταγμένων καὶ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων· ὥστε τὰ δικαστήρια πρέπει ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τῶν ἀνυποτάκτων. Ἡ τελευταία παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου περὶ τῶν κακῶς διαγραφομένων ἐκ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων ὡς ἀνυποτάκτων εἶναι ὀρθή. Καὶ ἐγὼ εἶδον ἐφαρμοσθὲν ἀτόπως τὸ ἄρθρον 153 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας διὰ τῆς διαγραφῆς ἀπὸ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων οὐχὶ τῶν καταδικασθέντων ἀνυποτάκτων, ἀλλὰ τῶν κηρυχθέντων τοιούτων ὑπὸ τῶν στρατολογικῶν γραφείων, ἅτινα εἰδοποιοῦσι περὶ τῆς κηρύξεως ταύτης τοὺς δημάρχους, καὶ οὗτοι συνεπείᾳ τῆς εἰδοποιήσεως τῶν στρατολογικῶν γραφείων, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι πάντοτε πολὺ τακτική, ζητοῦσι τὴν διαγραφήν, καὶ τὰ δικαστήρια κακῶς διαγράφουσι τοὺς καταγγελλομένους πρὶν καταδικασθῶσι, διότι πολλάκις στρατιῶται ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ στρατῷ ἐκηρύχθησαν ἀνυπότακτοι καὶ διεγράφησαν ἀπὸ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ἢ διεγράφησαν ἄλλοι κατόπιν ἀθῳωθέντες. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ διαγραφὴ πρέπει νὰ γίνηται μόνον ἀφοῦ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως κηρυχθῶσιν ἔνοχοι ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ καὶ ἐπιβληθῇ ἡ διαγραφὴ ἐκ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων ὡς ποινή. Γενικῶς δὲ παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προκληθῇ τοιαύτη συζήτησις, κατ’ ἐμέ, διότι δὲν πρέπει νὰ χαλαρῶται τοῦ νόμου ἡ ἰσχὺς διὰ συζητήσεων ἢ δι’ ἐλπίδων, ὅτι δύνανται διὰ τοῦ Κοινοβουλίου ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς ποινῆς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλιπον ἐν τῇ δεινοτέρᾳ ὥρᾳ τὴν πατρίδα.
§63Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, δὲν μετέβαλε τὴν γνώμην μου· ἀλλ’ ἴσως δὲν ἐξεφράσθην εὐκρινῶς καὶ δὲν ἐνοήθην. Τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, εὐθὺς ὡς βεβαιωθῇ ὅτι παρῆλθεν ἡ προθεσμία τοῦ νόμου, κηρύσσει ἀμέσως καὶ ἀνεξετάστως τὸν ἔφεδρον ἀνυπότακτον, διότι δὲν παρέχεται αὐτῷ ὑπὸ τοῦ νόμου, τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἂν ἡ μὴ προσέλευσις προῆλθεν ἐξ ἀνωτέρας βίας. Εἶναι λοιπὸν τοῦτο ἔλλειψις τοῦ νόμου καὶ ὅταν βλέπωμεν παρ’ ἄλλοις ν’ ἀναγράφηται ἡ περίπτωσις τῆς ἀνωτέρας βίας, ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν νὰ παραμένῃ διάταξις, ἀδίκως αὐστηρὰ, δυνάμει τῆς ὁποίας μάλιστα δύνανται τὰ στρατολογικὰ συμβούλια, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ βεβαιώσει των, ὅτι δὲν προσῆλθον οἱ ἔφεδροι, νὰ ἀναγκάζωσι τὰ δικαστήρια νὰ τοὺς διαγράφωσιν ἀπὸ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Ἐπιμένω διὰ τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει ὡς πρὸς αὐτὸ ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως, διότι τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων γὰ μὴ διαγράψωσιν αὐτοὺς, διότι ἡ ἀνικανότης τοῦ ἀνυποτάκτου, ὅπως μὴ ἦναι ἐκλογεὺς, ἄρχεται αὐτοδικαίως ἅμα τῇ παρελεύσει ἀπράκτου τῆς τελευταίας ἡμέρας τῶν πρὸς προσέλευσιν τεταγμένων.
§64Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας βραχύνουσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ εἴπω περὶ τοῦ θέματος τούτου· ἐν τούτοις τὸ θέμα, ὅπως ἐρρίφθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἀποδεικνύει ἀρτίαν τὴν περὶ αὐτοῦ μελέτην τῶν συζητητῶν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ συζήσις ἡ γενομένη, ἂν δὲν ἐγένετο πρὸς πρώϊμον ψηφοθηρίαν κατὰ μελλούσας ἐκλογὰς, βεβαίως δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὴ τοῦ μεγάλου ζητήματος τοῦ στρατοῦ, τοῦ ὁποίου μετὰ τοσούτου σθένους ἔθιξε τὰς μεγάλας γραμμὰς ὁ ἐκ Λαρίσης ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γιαννακίτσας χθές. Ἐγὼ εὑρίσκω οὐ μόνον νόμιμα καὶ ἀληθῆ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐνδεικνύουσι τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ καὶ ὡς στρατιωτικὸς καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, ὡς μὴ ὤφελεν. Ἐλέχθη ἐνταῦθα, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δύναται νὰ ἐπιτραπῇ, τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα νὰ λύωσι τὸ ζήτημα τῆς ἀνυποταξίας! Ἀλλὰ πάντα τὰ ἔργα εἶναι σαφῶς ὡρισμένα καὶ ἅπασα ἡ τῶν στρατολογικῶν γραφείων ὑπηρεσία καὶ δικαιοδοσία εἶναι διαγεγραμμένη· καὶ τὰ τῆς κηρύξεως τῶν ἀνυποτάκτων εἶναι διαγεγραμμένα, αἱ περιπτώσεις δὲ τῆς ἀδυναμίας τῆς προσελεύσεως τῶν καλουμένων δύνανται νὰ προταχθῶσι μόνον ἐνώπιον τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ Στρατοδικείου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνατίθεται ἡ ἀνάκρισις διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κατόπιν ὑποβολῆς τῶν μηνυτηρίων ἐγγράφων ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ἐπαρκῶς λόγοι ἀδυναμίας πρὸς προσέλευσιν, δύναται ν’ ἀπαλλαχθῇ τῆς κατηγορίας ὁ μηνυόμενος καὶ νὰ ἐλευθερωθῇ πασῶν τῶν συνεπειῶν τοῦ νόμου, μὴ προφυλακιζόμενος κἄν. Μόνος δὲ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Στρατοδικείου, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ Βασιλικοῦ ἐπιτρόπου. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι τοῦτο προσῆκον καὶ ἐπίκαιρον θέμα συζητήσεως; Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλήν, τὴν πρώτην ἐρχομένην μετὰ πόλεμον ἐπονείδιστον, ἡ ἀπαλλαγὴ 27,000 ἀνυποτάκτων διὰ μιᾶς νομοθετικῆς μονοκονδυλιᾶς; Καὶ τίνες εἶναι οἱ ἀνυπότακτοι; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας σᾶς ἀνέγνω τὸ σχετικὸν ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον τάσσονται προθεσμίαι καὶ πάλιν προθεσμίαι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται ὑπὸ τὰ ὅπλα. Ὁ νόμος εἶναι πολὺ προνοητικὸς καὶ ἐπιεικὴς, καὶ ὁρίζει δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν προσέλθωσιν εἰς τακτὴν ἡμέραν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς περαιτέρω πρόσθετος βραχεῖα ὑπηρεσία. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως σημάνῃ ὁ κώδων τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ἠχήσῃ ἡ σάλπιγξ τοῦ πολέμου καὶ, ἔτι πλέον, οἱ Ἕλληνες μάχονται εἰς τὰ σύνορα καὶ τρέπονται ὑπὸ τῶν ὀρδῶν τῶν Τούρκων μέχρι καὶ ἐντεῦθεν τῆς Ὄθρυος, τότε ἐπάγει εἰς τοὺς δειλοὺς τούτους ἀνυποτάκτους, εἰς τοὺς ἀρνησιπάτριδας τούτους ποινὰς, ὡς ἐπάγει εἰς τοὺς λιποτάκτας.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἴδιον ἔγκλημα ἡ ἀνυποταξία.
§66Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἀλλ’ αἱ ποιναὶ αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἶναι αἱ αὐταί. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν εἰσῆλθον εἰς τὰ ὅρια τῶν εἰρημένων περιπτώσεων, οἱ ἀνυπότακτοι τοῦ τελευταίου πολέμου, εἶναι εὐπρεπὲς, εἶναι ἑλληνικὸν, εἶναι ἀνθρώπινον, νὰ γίνηται περὶ τούτων ἐνταῦθα λόγος περὶ νομοθετικῆς ὑπὲρ αὐτῶν προνοίας; Βεβαίως οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦσαν ζωηροί· ἀλλὰ τοὺς ζωηροὺς τούτους λόγους προκρίνω τῶν συνετῶν λόγων καὶ τῶν συμβιβαστικῶν γνωμῶν τοῦ πολυίδμονος Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Εἴμεθα νεαροὶ πολιτευόμενοι, ἀλλ’ εἰσήλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα εἶναι φλέγον, τμῆμα δὲ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος εἶναι τὸ τῶν ἀνυποτάκτων. Ἐὰν θελήσητε νὰ ἀποστείλητε εἰς τὰς ἑστίας των, ἐξαγοράζοντας τὴν ἀτιμίαν των, αὐτοὺς τοὺς ἀνυποτάκτους, ἀφίνω ὅτι πᾶσα ἐπὶ τὸ μέλλον τοῦ στρατοῦ πίστις κλονίζεται, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλην τάξιν, τὴν τῶν λιποτακτῶν, περὶ τῶν ὁποίων τότε τί θέλετε νὰ εἴπωμεν; τί πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν; Κύριοι, ὅσοι παρηκολούθησαν τὰς εἰκόνας τὰς εἰδεχθεῖς, τὰς ἐκτυλιχθείσας ἐν τοῖς τρισὶ Στρατοδικείοις ἐν Ἀθήναις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ αἰσθάνωνται τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ἠσθάνθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον πολλάκις εἶδον παρακολουθοῦντα τὰς συζητήσεις καὶ τὸν εἶδον θρηνοῦντα εἰς ἐκτυλισσομένας σελίδας ἀφροσύνης, ἀνανδρίας ἢ ἥττης. Ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη λειτουργεῖ· ἐξακολουθεῖ τὸ ἔργον της. Εἶδον στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον εἰς τὰς τάξεις ἅμα κληθέντες, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ καθῆκον μέχρι πέρατος τοῦ ἀθλίου μας πολέμου, καὶ ἐπειδὴ μετὰ τὴν ἀνακωχὴν, μετὰ τὴν 8 Μαΐου, ἀπουσίασαν αὐθαιρέτως διὰ πέντε ἡμέρας εἰς τὰς ἑστίας των, διὰ νὰ ἴδωσι τὴν οἰκογένειάν των ἢ νὰ πωλήσωσιν ὅ,τι εἶχον καὶ νὰ παράσχωσιν εἰς αὐτὴν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως, σιτία εἰς τὰ τέκνα των, τούτους ἔρχεται ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη καὶ τοὺς κατηγορεῖ, θέτει ἐπ’ αὐτῶν τὴν μακρὰν αὐτῆς χεῖρα, τοὺς προφυλακίζει, τοὺς δικάζει καὶ τοὺς καταδικάζει αὐστηρῶς, ἀλλὰ νομίμως. Σήμερον, Κύριοι, παρέστην εἰς μίαν τοιαύτην δίκην ἐν τῷ Αʹ Στρατοδικείῳ. Κατηγορεῖτό τις ἐκ Θηβῶν στρατιώτης ἔφεδρος, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν μάχην τοῦ Βελεστίνου, καθ’ ἣν ἐτραυματίσθη ὁ ταγματάρχης του Κοψίδας καὶ ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ τάγματος ὁ λοχαγὸς Δελλαγραμμάτης, καὶ διετάχθη ἡ ὑποχώρησις, κατηγορεῖτο, ἐπειδὴ ἐγένετο ἐν τῷ λόγῳ προσκλητήριον μετὰ τὴν ὑποχώρησιν καὶ δὲν εὑρέθη παρὼν μετὰ 5–6 ἄλλων, καίτοι καλῶς ἐπολέμησε, κατηγορεῖτο ἐπὶ ἐγκαταλείψει θέσεως, καὶ ἐκηρύχθη ἔνοχος ἐγκαταλείψεως θέσεως· διατί; διότι ἔλειψεν ἀπὸ ἓν προσκλητήριον καὶ ἦτο ἀπών· κατεδικάσθη δὲ εἰς διετῆ φυλάκισιν. Ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη, ἀναγνωρίζουσα τὸ αὐστηρὸν τοῦ μέτρου, παμψηφεὶ προέτεινε καὶ ἐσύστησεν αὐτὸν εἰς τὸ ἔλεος τῆς Βασιλικῆς χάριτος· καὶ βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ τοῦτο, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν φροντίσῃ, ὡς εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ φροντίσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαῦτα μέτρα αὐστηρὰ λαμβάνωνται ἐναντίον τοιούτων λιποτακτῶν, ἐὰν βρίθωσιν αἱ στρατιωτικαὶ φυλακαὶ—καὶ βρίθουσιν—ἐκ τοιούτων, διὰ πέντε ἢ ἓξ ἡμερῶν λιποταξίας, τί πρέπει νὰ γείνῃ δι’ ἐκείνους τοὺς ἀνυποτάκτους, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἐκλήθησαν, ποσῶς δὲν προσῆλθον, καὶ ὅταν ἐκρότησαν τὰ τηλεβόλα καὶ ἡ ἐθνικὴ τιμὴ διεκυβεύετο, αὐτοὶ ἀναισθήτως, ἀνάνδρως, ἀντεθνικῶς, ἀτίμως ἐκάθηντο εἰς τὰς οἰκίας των; Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀδυναμίαι προσελεύσεως, ἐὰν ὑπάρχωσιν ὅλαι αἱ ἐκτραγῳδούμεναι περιστάσεις, τὰς περιστάσεις ταύτας δὲν θὰ τὰς κρίνῃ ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἡ δικαιοσύνη. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη θὰ ἦτο σκόπιμος, ἐὰν ἀφεώρα εἰς ψηφοθηρίαν μέλλουσαν μεταξὺ τῶν τάξεων τῶν χιλιάδων ἀνυποτάκτων· ἀλλὰ νομίζω ὅτι πολὺ ἀπωτέρα θὰ ἦναι ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν δέον νὰ σκεφθῶσιν οἱ Βουλευταὶ περὶ τῶν ἐκλογικῶν τούτων ὑποθέσεων. Συμπεραίνω ἑπομένως, ὅτι χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας πάντων τῶν Βουλευτῶν τοιοῦτον πνεῦμα δὲν ὑπῆρχεν. Ἐὰν ὑπηγόρευσε τὴν συζήτησιν ταύτην πνεῦμα ἐπιεικείας, ἡ ἐπιείκεια αὕτη εἶναι ὀλεθρία, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς τοῦ στρατεύματος, τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως τοῦ στρατεύματος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ τοιοῦτον ζήτημα περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἀνυποτάκτων δι’ ἑνὸς νομοθετήματος· αἱ τοιαῦται ἀφιλοπάτριδες ὁρμαὶ τῶν ἀνυποτάκτων πρέπει νὰ παταχθῶσιν. Ἀνήκουσι πλέον εἰς τὴν δικαιοσύνην. Τὰ λάθη τὰ κρατήσαντα μέχρι τοῦδε ἔφεραν, ὡς ἔφεραν, τοὺς Ὀθωμανοὺς μέχρι τῆς Ὄθρυος καὶ ἐντεῦθεν, μέχρι τῆς Λαμίας. Ἐὰν τοιαῦτα νομοθετήματα προταθῶσι καὶ συζητηθῶσι σοβαρῶς, νὰ ἦσθε βέβαιοι ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι πλέον ὄχι νὰ ἔχωμεν στρατόν, ἀλλὰ νὰ ὀνομαζώμεθα ἔθνος ἐλεύθερον, ἀξιοῦν νὰ διεκδικήσῃ δικαιώματα καὶ νὰ τρέφῃ ἐθνικὰ ἰδεώδη! Ἡ Βουλὴ ἐκπίπτει, συζητοῦσα τοιοῦτον ζήτημα, μόλις συνῆλθε μετὰ τὸν τοιοῦτον πόλεμον, καὶ μερίζεται τὰς εὐθύνας καὶ τὸν ῥύπον τῶν ἀπατρίδων ἀνυποτάκτων! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν ὀφείλω παρατήρησιν, ἐπειδὴ ἐμνημόνευσεν ἐμοῦ καὶ ὁ τελευταῖον ἀγορεύσας, τὴν παρατήρησιν ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ οἱ πολιτικοὶ φίλοι αὐτοῦ οὐδὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, οὐδεμίαν ἀπεφήναντο γνώμην, διότι καὶ οὐδεὶς ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν γνώμην. Ἡ γνώμη τῶν Βουλευτῶν ζητεῖται παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅταν τίθενται ζητήματα πρὸς ψηφοφορίαν, γνώμη δὲ Βουλευτῶν ἐκφέρεται, ὅταν συζητῶνται θέματα, τὰ ὁποῖα προεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν. Οὐδὲν θέμα ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδὲν ὑπάρχει ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς πρὸς συζήτησιν, οὐδεμία δ’ ἀφορμὴ ἦτο νὰ δώσῃ τις γνώμην ἐπὶ θέματός τινος. Μόνον ἐπερώτησις ἐγένετο ἢ σύστασις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἢ τῆς συστάσεως οὐδὲν ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν δικαίωμα καὶ οὐδὲν προσετέθη τοιοῦτον δικαίωμα εἰς αὐτόν· διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἁρμόδιος νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, νὰ κρίνῃ, ὡς αὐτὸς νομίζει, καὶ ἐὰν μὲν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπως ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν νόμου ὑπάρχοντος, αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ προβάλῃ νόμον, καὶ τότε θέλομεν ἐρωτηθῇ, ἐὰν στέργωμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ προταθὲν νομοσχέδιον, ἢ ὄχι· ἐὰν δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προκαλέσῃ τροποποίησιν νόμου τινὸς κειμένου, οὐδεὶς σήμερον προὐτάθη οἱοσδήποτε τοῦ Ὑπουργοῦ ἔλεγχος, ἐὰν δὲν γένηται τοιοῦτος, ἐὰν κληθῇ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ δὲν προβάλλει νόμον πρὸς τροποποίησιν τῶν κειμένων νόμων, τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει δικαιολογήσει ἣν ἔχει γνώμην, καὶ τότε θέλομεν ἀποφανθῆ ἐπὶ τούτου. Ἀποδέχομαι ὅτι πᾶσα ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι ἴσως ἐκδήλωσις φιλοπατρίας, εἶναι συζήτησις ἐκδηλοῦσα τὸν ἐνθουσιασμόν, ὁ ὁποῖος φλέγει τὰ στήθη τῶν ἀγορευσάντων, ἀλλὰ δὲν εἶναι συζήτησις καταλήγουσα εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἀπεφηνάμην γνώμην, ἵνα ἦμαι ἄξιος ἐπικρίσεώς τινος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, μόνην δὲ γνώμην, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην νὰ ἀποφήνωμαι, εἶναι ὅτι πρέπει, ὅταν συζητῶμεν, νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι πάντες εἴμεθα ἴσοι, καὶ ὅτι ὅλοι ἔχομεν τὰ αὐτὰ δικαιώματα, καὶ τοῦτο, διότι συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἀφ’ ἧς ἀνεμίχθην εἰς τὰ κοινά. (Εὖγε! εὖγε!).
§68Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ θέμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, εἶναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε ἐπεθύμουν ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ πολὺ ἠρεμώτερον καὶ ἄνευ τῶν ἀδικαιολογήτων ἀντεγκλήσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἐφθάσαμεν. Νομίζετε, ὅτι εἶναι ζήτημα τόσον ἁπλοῦν, ὥστε νὰ δύναται νὰ λυθῇ διὰ τῶν ἀμοιβαίων ἀντεγκλήσεων τὸ ζήτημα τῆς ἀνυποταξίας εἰκοσάδος χιλιάδων πολιτῶν Ἑλλήνων;—διότι τοσοῦτοι δὲν προσῆλθον νὰ ἐκτελέσουν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον.—Βεβαίως ὑπάρχει ἐνταῦθά τι τὸ ἀνώμαλον, καὶ τὸ ἀνώμαλον ὑπάρχει εἴτε ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς στρατολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, εἴτε ἐν αὐτῇ τῇ κοινωνικῇ λειτουργίᾳ. Ἴσως ἡ πληθὺς αὕτη τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ καὶ ἡ δυσχέρεια, πρὸ τῆς ὁποίας θέλει εὑρεθῆ ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη νὰ διεξαγάγῃ ὅλας ταύτας τὰς δίκας, ἐνέπνευσεν εἰς τινας τῶν συναδέλφων τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε νὰ ληφθῇ ἓν γενικώτερον μέτρον περὶ τῶν κατηγορουμένων αὐτῶν. Ἄλλοι ἐπέκριναν τὴν γνώμην ταύτην, ἐπέκριναν μάλιστα ὑπὲρ πᾶν μέτρον καὶ ἀδικαιολογήτως τὴν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην, ὅπως ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος, καὶ πρῶτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἀνυποταξίαν 20 χιλιάδων πολιτῶν Ἑλλήνων εἰς τοὺς νόμους τοὺς εὐεργετικούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ψηφισθῇ ἄλλοτε. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι οἱ νόμοι οἱ εὐεργετικοί, οἵτινες ἐψηφίσθησαν ἄλλοτε, — ἤμην δὲ πάντοτε κατ’ αὐτῶν, — ἐψηφίσθησαν ἀκριβῶς ἕνεκεν ὁμοίων περιστάσεων, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρέθη ἡ Πολιτεία. Ἐὰν ἠδύνατό τις μὲ τὴν στατιστικὴν εἰς χεῖρας ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ψηφοφορίας τῶν εὐεργετικῶν ἐκείνων νόμων ηὔξησε τὸ ἀδίκημα τῆς ἀνυποταξίας, τότε βεβαίως θὰ εἶχε δίκαιον, διαμαρτυρόμενος καὶ κατὰ τῆς ἰδέας, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ηὔξησαν ἔκτοτε αἱ ἀνυποταξίαι, ὑπῆρξαν μάλιστα πολλαπλάσιαι κατὰ τὰς ἐπιστρατείας τὰς πρὸ τοῦ 1897, καὶ ἐὰν ὑπῆρξαν πολλαπλάσιαι, ἕπεται ὅτι οἱ εὐεργετικοὶ νόμοι δὲν ὑπῆρξαν ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀνυποταξίας τῶν τελευταίων ἀνυποτάκτων. Ὡς εἶπον, Κύριοι, φρονῶ ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ἀνώμαλον ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τούτου ἤθελον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς· οὔτε θεωρῶ ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἀνάξιον τῆς προσοχῆς αὐτῆς, ἢ ὅτι τῇ ἀπαγορεύεται νὰ ἐξετάσῃ πόθεν προῆλθεν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἀνυποταξίαι· ἀπ’ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου ἀμέσως, ἅμα ὡς ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας της, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ ἀκριβεστάτας πληροφορίας παρ’ ὅλων τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων, τὰς ὁποίας νὰ κομίσῃ πρὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐν γνώσει πλέον τῶν πραγματικῶν γεγονότων ἐξετάσῃ αὕτη τὸ ζήτημα· ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῶν ὑφισταμένων του, τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων, οὕτω δὲ ἡ Βουλὴ θὰ δυνηθῇ νὰ προέλθῃ εἰς λυσιτελῆ ἀνάκρισιν καὶ ἀπόφασιν· διότι, εἴτε λάβητε εἴτε δὲν λάβητε μέτρα ἐπιεικείας, ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν κατὰ τὸ παρελθόν, μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ δικαιοσύνη θέλει εὑρεθῆ ἐν τελείᾳ ἀδυναμίᾳ νὰ ἐκκαθαρίσῃ ὅλον ἐκεῖνον τὸν ἀριθμὸν τῶν δικῶν τῶν ἀνυποτάκτων, αἵτινες ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον δὲν ὡρίμασαν. Δύναταί τις νὰ κατατάξῃ τοὺς ἀνυποτάκτους εἰς τάξεις, καὶ δύναται νὰ εὕρῃ μεταξὺ αὐτῶν ἀριθμόν τινα ἀνυποτάκτων ἐξ ἀδυναμίας, ἥτις ἀδυναμία ἀναγκαίως κάμνει νὰ ἐκλείψῃ ἡ δολία προαίρεσις τοῦ ἀδικήματος, — διότι πρόκειται περὶ ἀδικήματος, — ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ἡ τάξις αὕτη τῶν ἀνυποτάκτων, τῶν ἐξ ἀδυναμίας μὴ προσελθόντων, ἐν οἷς δὲν ὑπῆρχεν ἡ δολία προαίρεσις τῆς ἀνυποταξίας, ἡ τάξις, λέγω, αὕτη θὰ ἦναι ἡ ὀλιγώτερον πολυάριθμος, θὰ ἔχητε δὲ τὰς δύο ἄλλας τάξεις κατὰ τοσοῦτον πολυαρίθμους, ὥστε ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ δικαιοσύνη νὰ εὑρεθῇ ἐν ἀδυναμίᾳ καὶ ἀπορίᾳ περὶ τοῦ πρακτέου. Ὑποθέσατε ὅτι πρόκειται περὶ ἀνυποτάκτων 14 ἢ 15 χιλιάδων. Ἐγὼ δὲν εἶμαι τόσον ἐπιεικής, ὅπως ἐφάνη ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος, εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἀνυποταξίας καὶ τῆς λιποταξίας, διότι πρὸ ὀλίγου τὸν ἠκούσατε ἀγορεύοντα ἐπὶ τῶν ἐλαφρυντικῶν περιπτώσεων τῆς λιποταξίας. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ διαρκουσῶν τῶν ἐχθροπραξιῶν, καὶ ὄχι μόνον καθ’ ὃν χρόνον εὑρισκόμεθα ἐν ἀνακωχῇ, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης, ἐκεῖνοι, οἵτινες κατέλιπον τὰς τάξεις των, ἠδίκησαν τὴν Πολιτείαν, διότι παρέλυσαν τὸ στράτευμα, καὶ ἔχομεν μυριάδας τοιούτων λιποτακτῶν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν φυγάδων, δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους συνελέξαμεν εἰς Τοπόλια μετὰ μίαν οἱανδήποτε ὑποχώρησιν· δυστυχῶς ὡς πρὸς ἐκείνους ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ δικαιοσύνη δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της, ὡς ὤφειλε νὰ τὸ ἐκτελέσῃ. Ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσι καὶ περὶ τῶν ὁποίων φρονοῦμεν, ὅτι δυνάμεθα, ὅταν πρόκειται περὶ στρατοῦ τακτικοῦ, νὰ προβάλωμεν ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις, λέγοντες ὅτι ἔχουσι 2 ἢ 3 τέκνα. Ἠδύναντο νὰ ἔχουν καὶ δύο καὶ τρία τέκνα, διότι οἱ ἔχοντες τέσσαρα δὲν καλοῦνται πλέον εἰς στράτευσιν. Ἀλλ’ ὅταν ἡ φωνὴ τῆς πατρίδος τοὺς ἐκάλει, ὤφειλον τὰ τέκνα αὑτῶν νὰ τὰ ἐγκαταλείψωσιν, ἔστω καὶ ἄνευ ἄρτου. Ἡ Πολιτεία καὶ ἡ ἰδιωτικὴ φιλανθρωπία ἤθελον φροντίσει περὶ τῶν τέκνων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν συνηγορῶμεν ὑπὲρ αὐτῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐὰν ὑπολαμβάνωμεν, ὅτι ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἔχουσι δύο ἢ τρία τέκνα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι συνωμολογήθη μία ἀνακωχή, ἥτις δύναται νὰ ἦναι ἡ ἀφετηρία νέων ἐχθροπραξιῶν, δικαιοῦνται νὰ ἐγκαταλείψουν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ...
§69Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς εἶπεν αὐτό;
§70ΡΑΛΛΗΣ. .. τότε ἐχαντακώσαμεν διὰ παντὸς τὸν τακτικὸν στρατόν. Ἐὰν κατέστη δεινοτέρα ἡ θέσις τῆς Πολιτείας, ἐὰν κατέστησαν δεινότεραι αἱ περιστάσεις τῆς Πατρίδος, τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὰς τοιαύτας σκέψεις, αἵτινες ἐπεκράτησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἐγὼ, ὅστις εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, γνωρίζω τίνα ὀδύνην ἠσθάνθημεν, ὅταν ἐβλέπομεν αὐτὸ τὸ γενικὸν ξέφτισμα τοῦ στρατεύματος, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὑπῆρχον κοινωνικαὶ ἀνάγκαι. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ εἶμαι πολὺ αὐστηρότερος ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Μεγαρίδος.
§71Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε ὅμως.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ καίτοι αὐστηρότερος ὡς πρὸς πάντα τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν στρατόν, δὲν θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀναρμοδία ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ, πῶς ἐπῆλθον αἱ πολυάριθμοι αὗται ἀνυποταξίαι, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ λιποταξίαι. Ἀπ’ ἐναντίας ἡ Βουλὴ ἐπὶ πάντων ἐκείνων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγουν, ὡς τὸ προκείμενον, εἰς τὰ καίρια τὴν Πολιτείαν, ἔχει τὴν κρατοῦσαν ψῆφον, καὶ ἤθελεν ἀληθῶς παραιτηθῆ τῶν ἰδίων της δικαιωμάτων, ἀλλ’ ὄχι δικαιωμάτων, τῶν καθηκόντων της, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς τὸν τόπον, πρὸς τὴν πατρίδα, ἐὰν ἤθελεν ἀπόσχει ἀπὸ τοιούτων ζητημάτων. Ἀναγκαίως, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους τὴν ἐξέτασιν ταύτην λυσιτελεστέραν, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πόθεν προῆλθον αἱ ἀνυποταξίαι καὶ αἱ λιποταξίαι, ποῦ χωλαίνει ὁ στρατολογικὸς νόμος. Εἶναι τάχα ἡ ἀγωγὴ ἡ κοινωνική, ἥτις ὑπηγόρευσε τὰς δεκάδας χιλιάδας τῶν ἀνυποταξιῶν, εἶναι ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὅστις δίδει ἀφορμὴν εἰς αὐτὰς, ἢ εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια τῆς Πολιτείας, —καὶ σημειώσατέ το αὐτὸ — ἡ ὁποία ἀπεγοήτευσεν ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἄλλως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἴσως προθύμως ἤθελον προσέλθει, ὅπως θυσιασθῶσιν ὑπὲρ τῆς πατρίδος; Αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα ἀλλότριον πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, οὔτε δικαιοῦταί τις νὰ παραφέρηται καὶ ὀργίζηται, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα φέρονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι θὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἐπιτακτικοῦ τούτου καθήκοντος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ὅτι θέλει εὐκολύνει αὐτὴν νὰ ἐξετάσῃ, πόθεν αὗται αἱ πολυάριθμοι ἀνυποταξίαι καὶ λιποταξίαι. Καὶ πρῶτος ἐγὼ, ὁ τοσοῦτον αὐστηρῶς κρίνων περὶ αὐτῶν, θέλω προκαλέσει τὴν Βουλὴν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς ἐκλογὴν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν μελλούσῃ περιστάσει, μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, εἴτε ἀφήσητε νὰ λειτουργήσῃ ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη, εἴτε λάβητε μέτρα ἐπιεικῆ, ὅπως ἐλήφθησαν κατὰ τὸ παρελθόν, θὰ εὑρεθῆτε πρὸ τοῦ αὐτοῦ πλήθους τῶν ἀνυποτάκτων. Καὶ τὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν ἀνυποτάκτων συνεπάγεται διπλῆν ζημίαν· ζημιοῖ, διότι στερεῖ τὴν Πολιτείαν ὅλων ἐκείνων τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ προσέλθουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ δὲν προσῆλθον, ἀλλὰ ζημιοῖ, καὶ διότι καθιστᾷ τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον, ἀκόμη ἐπαχθεστέραν, καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι φρονοῦσιν, ὅτι ἄλλοι ἀπαλλάσσονται ἀδικαιολογήτως. Εἶναι, Κύριοι, σπουδαιότατον τὸ ζήτημα, καὶ παρακαλῶ τοὺς ἁρμοδίους νὰ μὴ ζητήσουν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος νὰ κλείσουν τὸ στόμα τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ζητήσουν νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ αὐτῆς. Μόνον διὰ τῆς Βουλῆς εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα ζητήματα νὰ λυθῶσι λυσιτελῶς. Καλὸν θὰ ἦτο δι’ ἑνὸς ἀφορισμοῦ νὰ ἐλύοντο τοιαῦτα ζητήματα, ἀλλὰ δὲν λύονται ταῦτα δι’ ἀφορισμῶν, λύονται δι’ ἐρεύνης ἐπισταμένης, διὰ τῆς παρακολουθήσεως ὅλων τῶν γεγονότων, διὰ τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν καὶ διὰ τῆς μορφώσεως γνώμης ὡρίμου, ἐκ τῆς ὁποίας θέλομεν ὁδηγηθῆ περὶ τοῦ πρακτέου.
§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐπὶ ζητημάτων τοσοῦτον σοβαρῶν ἀσχοληθῇ, οὔτε δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τις, ὅτι πλῆρες ἔχει δικαίωμα ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ν’ ἀσχοληθῇ ἐπὶ ζητήματος, ὅπερ δικαίως θεωρεῖται ὡς ἔχον μεγίστην σπουδαιότητα, οὔτε ἡ ἔννοια τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἦτο τοιαύτη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤκουσε γνώμην, τὴν ὁποίαν Βουλευτὴς ἐξήνεγκεν, ὅπως ἐπιβληθῇ χρηματικὴ ποινὴ εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους, καὶ ἀπαλλαγῶσι πάντες οὗτοι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς παραβάσεώς των ταύτης. Ἡ γνώμη αὕτη ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ Βουλὴ βεβαίως πρέπει ν’ ἀσχοληθῇ, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συλλέξῃ ὅλας τὰς πληροφορίας, τὰς δυναμένας νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν λύσιν τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, καὶ κατόπιν νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της. Τότε δὲ θὰ ἦναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ ἐκφέρῃ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην της. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ, καίτοι σέβομαι τὰ δικαιώματα τῶν κ.κ. Βουλευτῶν καὶ τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ σύστημα, ὅπερ κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας κρατεῖ, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καλὰ ἀποτελέσματα. Βουλευτής τις ἀγορεύει ἐπί τινος σπουδαίου ζητήματος, ἐκφέρει γνώμην, ποιεῖται σύστασίν τινα, καὶ ἡ Βουλὴ ἀμέσως ἐπιλαμβάνεται τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος. Οὕτω χθὲς ἠκούσαμεν εὔγλωττον ἀγόρευσιν ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀμέσως τινὲς ἐπελήφθησαν τῆς συζητήσεως περὶ ὀργανισμοῦ, ὡς εἰ ἐπρόκειτο νὰ λυθῶσι τὰ πολλὰ καὶ σπουδαῖα ζητήματα, τ’ ἀναγόμενα εἰς τὸν ὀργανισμόν. Σήμερον ἕτερος Βουλευτὴς ποιεῖται σύστασιν, ὅπως ἀσχοληθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἀνυποτάκτων. Δικαίωμα ἀπόλυτον εἶχεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος στιγμή, ὅπως εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ζήτημα, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ὅλα τὰ στοιχεῖα, τ’ ἀπαιτούμενα πρὸς σοβαρὰν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι μέριμνα κυρία τῆς Κυβερνήσεως θέλει εἶσθαι ν’ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων καὶ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ συζητοῦσα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§74Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς συμβουλεύει ἡμᾶς νὰ συζητῶμεν ἄνευ παραφορᾶς. Δὲν ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ δίδῃ τοιαῦτα διδάγματα, μετὰ τὴν τελευταίαν μάλιστα ἀπάντησίν του πρὸς τὸν κ. πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συμπολίτην του. Ὡς πρὸς ἐμὲ, δὲν ἀντελήφθη, παρηρμήνευσε τοὺς λόγους μου περὶ λιποτακτῶν. Ἐγὼ εἶπον μόνον, ὅτι, ἂν ἦναί τινες, οἵτινες λόγῳ ἁπλῆς ἀπουσίας μετὰ τὴν ἀνακωχὴν ὑφίστανται ὅλας τὰς δεινὰς συνεπείας τῆς καταδιώξεως, τί πρέπει νὰ γείνῃ περὶ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ὑπήκουσαν παντάπασιν εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς Πολιτείας, δὲν συνεκινήθησαν εἰς τοὺς κινδύνους τῆς πατρίδος; Τὸ ζήτημα τόσον σαφῶς ἔθεσα, ὥστε δὲν ἐπετρέπετο τόση παρανόησις, ἐκτὸς ἐὰν ὑπῆρχε πολλὴ ἔλλειψις προσοχῆς.
§75Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Συμπολῖταί μου ἀπέστειλαν πρός με τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἵνα τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης παραπονοῦνται, ὅτι, καίτοι δυνάμει τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῶν 8 ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων Θεσσαλῶν συντρέχουσι πάντες οἱ ὅροι, ὅπως ἐπεκταθῶσι καὶ ἐπ’ αὐτοὺς αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου καὶ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς ποσόν τι, ἐν τούτοις ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ τοὺς περιλάβῃ εἰς τοὺς καταλόγους, οὓς συνέταξε. Τὸ περιστατικὸν τοῦτο μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἀναφέρω καὶ δι’ ἄλλους συμπολίτας μου ὅμοιον παράπονον, προερχόμενον ἐπίσης ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ῥηθέντος νόμου· ἐπειδὴ ὅμως δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ ἐγείρω συζήτησιν κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ προσεχῶς, ἀναγκαῖον θεωρῶ νὰ ζητήσω μερικὰς πληροφορίας, λίαν χρησίμους, ἃς θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐν πρώτοις, ἂν ἐκ τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων κατὰ τὸ διάστημα τῆς Τουρκικῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπῆρξαν πρόσφυγες ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, καὶ δὴ ἐν Ἀθήναις, καὶ πόσοι, καί, εἰ δυνατόν, νὰ ὑποβάλῃ ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν διαμεινάντων ἐνταῦθα καὶ τροφοδοτηθέντων ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας. Δεύτερον, ἄν κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ εἰς Θεσσαλίαν καὶ μετὰ ταῦτα, καθ’ ὃν χρόνον κατείχετο αὕτη ὑπὸ τούτου, κατεστράφησαν χωρία τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων καὶ οἱ κάτοικοι τούτων, ἄλλοι μὲν ἐφυλακίσθησαν, ἄλλοι δὲ ἔφυγον καὶ κατέφυγον εἰς Ἀθήνας, καὶ τρίτον διατὶ εἰς τοὺς κατοίκους τούτους ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπή, αὐτὴ ἡ ὁποία ἦτο ἐντεταλμένη νὰ συντάξῃ τὸν κατάλογον τῶν πιστούχων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῶν 8 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, δὲν συμπεριέλαβε καὶ τούτους εἰς τὸν κατάλογον τοῦτον. Ὅταν μοὶ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, τότε ὑποθέτω ὅτι καὶ ἄλλοι ἐκ τοῦ νομοῦ Τρικκάλων συνάδελφοι θὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ θὰ ζητήσωσιν ἐξηγήσεις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ διαθέσεως τῶν 8 ἑκατομμυρίων ἐν τῷ νομῷ Τρικκάλων, τὴν ὁποίαν ἐπέτεινε, οὕτως εἰπεῖν, στρεβλὴ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς τελείως κατεστράφη ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου τούτου καὶ σοβαρῶς ἐσαλεύθησαν αἱ βάσεις, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο καὶ στηρίζεται. Καὶ λέγω οἱ Βουλευταὶ Τρικκάλων, διότι κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν ὁ νόμος ἐφηρμόσθη μόνον ἐν τῷ νομῷ Λαρίσης καὶ οὐχὶ καὶ ἐν τῷ τῶν Τρικκάλων. Ἀλλὰ εἰς τὰ περὶ τούτων θέλω λεπτομερῶς καταγίνει, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παράσχῃ τὰς πληροφορίας, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ ἔκαμα λόγον. Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι συμπολῖταί μου ὑπέστησαν ἀληθῆ λεηλασίαν, καθ’ ἣν ἡμέραν ἀπεχώρησαν ἐκ Τρικκάλων αἱ στρατιωτικαὶ καὶ πολιτικαὶ ἀρχαί, τὴν 12 Ἀπριλίου 1897. Αἱ πολιτικαὶ ἀρχαί, μὴ φροντίσασαι νὰ μεταφέρωσι τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἠναγκάσθησαν, ἐλλειπούσης στρατιωτικῆς δυνάμεως, νὰ ἀφήσωσιν αὐτοὺς ἐλευθέρους, μόλις δὲ τοῦτο ἐγένετο, οὗτοι ἐτράπησαν πρὸς τὴν ἀγορὰν Τρικκάλων, ἣν ἐλεηλάτησαν, καὶ ἰδίως τὰ τσαρουχοποιεῖα καὶ τὰ καταστήματα τὰ πωλοῦντα ἑλληνικὰ ἐνδύματα, πάντες δὲ οἱ ἔμποροι τούτων κατεστράφησαν, ὡς στερηθέντες τῆς μόνης περιουσίας αὐτῶν, καὶ ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσι νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῶν 8 ἑκατομμυρίων. Παρακαλῶ λοιπόν, ὅπως εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην, στελλομένην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δοθῇ ἡ δέουσα προσοχή. Ἤδη ἔρχομαι ἐπὶ ἑτέρου σχετικοῦ ζητήματος· λέγω δὲ σχετικοῦ, διότι, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Θεσσαλίας, διὰ πολὺν καιρὸν ἔχω νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ ζητημάτων πηγαζόντων ἐκ τῶν συνεπειῶν, ἃς ἀφῆκεν ὁ πόλεμος. Ὁ ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος κ. Λιμπρίτης πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, δι’ ἧς κατήγγειλε διαφόρους καταχρήσεις τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν, ἢ μᾶλλον παρεκτροπὰς καὶ προσκόμματα, ἅτινα παρεμβάλλουσιν εἰς τοὺς κατοίκους τῶν παραμεθορίων χωριῶν...
§76Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διετάχθησαν τὰ δέοντα. Ἦλθεν ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς καὶ συνεννοήθημεν, καὶ ὑπεγράφη ἡ διαταγή.
§77ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἡ πληροφορία αὕτη... Εἶναι γνωστὸν, ὅτι δυνάμει τῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης τὸ Κράτος ὑπέστη ἐδαφικὴν μείωσιν, διετυπώθη δὲ ἐν αὐτῇ ἄρθρον, ἵνα οἱ ἑκατέρωθεν τῆς παραμεθορίου γραμμῆς κάτοικοι ὦσιν ἐλεύθεροι εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ νομὴν τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἅτινα ἀπέμειναν εἰς τὴν Τουρκικὴν ἐπικράτειαν. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ἄρθρου τούτου προέκυψαν πλεῖστα ζητήματα, ὡς τὸ τῆς διαβάσεως τῶν κατοίκων, ὡς καὶ τῶν ζώων, τὸ τῆς φορολογίας τούτων καὶ τῶν προϊόντων καὶ ἄλλα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν, περιώρισε τὸ πρᾶγμα εἰς ἓν ζήτημα, εἰς τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν, ὅτι ἔλαβε μέτρον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ μικρὰ ζῷα, καὶ ὅτι περὶ τῶν μεγάλων ζώων δὲν δύναται εἰσέτι νὰ λάβῃ μέτρον τι, φοβούμενος τὰς καταχρήσεις, αἵτινες δυνατὸν νὰ λάβωσι χώραν πρὸς ζημίαν τοῦ Κράτους. Ἐπὶ τούτου ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς, διότι νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀντὶ νὰ λύσῃ, περιέπλεξε τὸ ζήτημα. Αἱ παραχωρηθεῖσαι ἐκτάσεις εἰς τὴν Τουρκίαν πρὸς ὄφελος αὐτῆς εἶναι βοσκήσιμοι, καλλιεργήσιμοι καὶ δασώδεις, ἐνδιαφέρονται δὲ περὶ τούτων καὶ γεωργοὶ καὶ ποιμένες· ἀλλ’ οἱ γεωργοὶ δὲν δύνανται νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ τουρκικὸν ἔδαφος καὶ νὰ καλλιεργῶσι διὰ τῶν μικρῶν ζῴων, ἀλλὰ διὰ τῶν μεγάλων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ μέτρου, ὅπερ ἔλαβεν, ἀπέκλεισε τοὺς γεωργοὺς, καὶ τὴν θέσιν αὐτῶν ἐδυσχέρανεν, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ. Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ αὐτὸν νὰ σκεφθῇ, καὶ συντόνως, νὰ προληφθῶσιν αἱ τυχὸν ἐπικείμεναι βλάβαι. Καὶ ὡς πρὸς τοὺς κτηνοτρόφους δὲ, δὲν νομίζω, ὅτι κατώρθωσε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, καθόσον εἰς τούτους ἀνήκουσι τὰ μικρὰ ζῷα, ἴσως δὲ καὶ ὡς πρὸς τούτους μᾶλλον περιέπλεξεν αὐτό. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ κτηνοτροφία ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι μεγάλη, συντηρεῖται δὲ ἐν ἐξιδιασμένοις θερινοῖς καὶ χειμερινοῖς λιβαδίοις. Καὶ τὰ μὲν χειμερινὰ λιβάδια εὑρίσκονται εἰς τὴν πεδινὴν Θεσσαλίαν, τὰ δὲ θερινὰ εἰς τὴν ὀρεινήν. Διὰ δὲ τῆς ἄρτι γενομένης διαρρυθμίσεως τῶν συνόρων κυρίως μέγα μέρος τῶν θερινῶν τούτων λιβαδίων ἀπέμεινεν εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἤδη οἱ κτηνοτρόφοι οὗτοι πρόκειται νὰ ὁδηγήσωσι τὰ ποίμνια αὐτῶν εἰς τὰ τοιαῦτα θερινὰ λιβάδια αὐτῶν, διότι ἡ τῶν χειμερινῶν λιβαδίων μίσθωσις λήγει συγχρόνως δι’ ὅλους τοὺς κτηνοτρόφους τὴν 23 Ἀπριλίου. Οἱ δὲ κτηνοτρόφοι οὗτοι, ἀποτελοῦντες μεγάλας ποιμενικὰς ὁμάδας, κατέχουσιν ἐπίσης μέγαν ἀριθμὸν μεγάλων ζώων ὡς καὶ μικρῶν, ἅτινα δὲν δύνανται νὰ χωρίσωσιν οὐδὲ νὰ συντηρήσωσιν εἰς κεχωρισμένα λιβάδια, καὶ διότι τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον εἰς αὐτοὺς, καὶ διότι δὲν ὑπάρχουσι λιβάδια ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἐδάφει, κατ’ ἀνάγκην δὲ ἀνυπέρβλητον, εἰσὶν ὑπόχρεοι νὰ ἐξαγάγωσι καὶ τὰ μεγάλα ζῷα, ὅπου θέλουσιν ὁδηγήσει καὶ τὰ μικρά. Ἀλλὰ τὸ περιοριστικὸν μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καθίσταται ἐπιζημιώτατον εἰς τοὺς κτηνοτρόφους, καὶ συνιστῶ αὐτῷ νὰ σπεύσῃ νὰ διορθώσῃ αὐτὸ, πρὸς πρόληψιν πάσης ζημίας, ἥτις ἀπειλεῖ τὴν πάσης προστασίας ἀξίαν τάξιν τῶν κτηνοτρόφων τούτων. Περιορίζομαι σήμερον μόνον εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα ἐκ τῶν πολλῶν, ἅτινα ἀνεφύησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης, περὶ δὲ τῶν ἄλλων ζητημάτων ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ θέλω ὁμιλήσει. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς θέλει δώσει τὴν προσήκουσαν σημασίαν καὶ προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ θέλει δώσει τὴν ἐπωφελεστέραν λύσιν πρὸς προστασίαν τῆς κτηνοτροφίας, ἐξ ἧς πολλὰ ὠφελεῖται τὸ Κράτος.
§78Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῶν παραπόνων, ἅτινα διετύπωσεν ὁ κ. ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς, ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ μερικὰ παράπονα διὰ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς τὴν διανομὴν τοῦ εὐεργετικοῦ δανείου ἐν Θεσσαλίᾳ ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Ἁγυιᾶς, ἥτις, καίτοι ἔπαθε πολλὰ, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Βεβαίως δὲν θὰ ἀρχίσω ἱερεμιάδας περὶ τῶν καταστροφῶν, ἃς ὑπέστη ἡ Θεσσαλία ἐκ τοῦ πολέμου καὶ μετὰ τὴν ἀνακωχὴν, διότι ἄλλοι πολλοὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐξετραγῴδησαν τὰ παθήματα, ἅτινα ὑπὲρ πάντα ἄλλον γνωρίζει αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ παροῦσα Βουλή. Οἱ πάντες ἐνθυμεῖσθε μετὰ πόσου ἐνδιαφέροντος ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ παρηκολούθησε καὶ ἐν ταῖς ἐλαχίσταις λεπτομερείαις τὴν ἐκτύλιξιν τῶν ἀτυχῶν γεγονότων, καὶ μετὰ πόσης προθυμίας ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς πρὸς τοὺς δεινοπαθήσαντας Θεσσαλοὺς, καὶ προέβη εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ δανείου ἐξ 8 ἑκατομμυρίων, ἢ 10, ἐν περιπτώσει ἀνεπαρκείας. Οἱ πάντες ἐνθυμεῖσθε τότε, ὅτι ὁλόκληρον τὸ Κράτος ἐπευφήμησε τὴν γενναίαν καὶ φιλόστοργον πρᾶξιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, καὶ οἱ Θεσσαλοὶ εὐγνωμόνως ἤκουσαν καὶ ἐναγωνίως περιέμενον τὴν στιγμὴν τῆς ἐκτελέσεως. Δὲν θέλω ἤδη πειραθῆ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς περιπετειώδεις λεπτομερείας, αἵτινες, παρ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν τῶν ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν, συνέβαλον εἰς τὸ νὰ βραδύνῃ ἡ διανομὴ τοῦ δανείου τόσον ἀργὰ, διότι οὔτε ἐμὸν ἔργον εἶναι, οὐδὲ τῆς παρούσης ὥρας· θέλω μόνον νὰ διατυπώσω τὸ παράπονον τῆς ἐπαρχίας μου κατὰ τῶν τότε ἁρμοδίων· διότι, ἂν τὸ Κράτος ἐδείχθη φιλόστοργος μήτηρ εἰς ἅπασαν σχεδὸν τὴν Θεσσαλίαν, ἐφάνη ὅμως ἀφιλόστοργος μητρυιὰ πρὸς τινα τμήματα αὐτῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγεται καὶ ἡ ἐπαρχία μου. Ἰσχυρίσθησαν, ὅτι οὐδὲν ἔπαθεν ἡ ἐπαρχία αὕτη, ἐνῷ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἐπλήρωσε πρὸς τοὺς Τούρκους τὸν βαρύτατον φόρον ἐξ 1,300,000 δραχμῶν· εἶναι ἐπίσης βεβαιωμένον, ὅτι ἐξεμυζήθη μέχρις ὀστέων ἀπὸ τοὺς Τούρκους ὑπαλλήλους, οἵτινες ἄλλοτε μὲν συνελάμβανον τὸν ἕνα ὡς ὑποκρύπτοντα ὅπλα, ἄλλοτε τὸν ἄλλον ὡς κομίτην, καὶ ἄλλοτε τὸν ἄλλον ὡς ὑποθάλποντα ἀντάρτας, καὶ ἀφοῦ κατεβασάνιζον αὐτοὺς, οὐδέποτε τοὺς ἀπέλυον, ἂν δὲν ἐλάμβανον παρ’ ἑκάστου ἐξ αὐτῶν 10–20 ἢ καὶ 50 λίρας πολλάκις. Ἀφ’ ἑτέρου οἱ Τοῦρκοι στρατιῶται ἐξερχόμενοι εἰς τὰ χωρία ἐνέσπειρον τὸν τρόμον καὶ τὸν ὄλεθρον, διεσπάθιζον ἅπασαν τὴν κινητὴν περιουσίαν τῶν χωρικῶν ἐκείνων, καὶ ἠπείλουν τελείαν καταστροφὴν, ἂν δὲν ἐλάμβανον παρ’ αὐτῶν ἱκανὰ μετζίτια. Καὶ ταῦτα πάντα, Κύριοι, διεπράττοντο ὑπὸ τὰς ὄψεις τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι διττὸν εἶχον συμφέρον πρὸς τοῦτο, τὸ μὲν διὰ ν’ ἀποφεύγωσι τὰς καθ’ ἑκάστην διαμαρτυρίας καὶ στάσεις τῶν στρατιωτῶν των, πρὸς τοὺς ὁποίους οὐδέποτε ἔδιδον μισθὸν, τὸ δὲ διότι ἐγνώριζον, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἤθελον ἀπέλθει ἐκεῖθεν, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχον συμφέρον νὰ ἀφήσουν καὶ τὴν ἐλαχίστην ἰκμάδα εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν τόπον. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν κατώρθωσα νὰ ἀνακαλύψω τὰ κύρια ἐλατήρια τῆς ἀναλγησίας ταύτης, φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἂν μὴ ἰδιοτελεῖς συνέβαλον λόγοι, πάντως ἀξιοθρήνητος ἔλαβε χώραν ἑρμηνεία οὐχὶ τοῦ γράμματος, ἀλλὰ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου. Ἤθελε, Κύριοι, εἶναι πολὺ ἀνιαρὸν δι’ ἐμὲ νὰ ζητῶ σήμερον, ὅτε τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς μεγίστας οἰκονομικὰς δυσχερείας, τὴν παροχὴν δανείου διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου· ἀλλ’ ἐνόμιζον ὅτι εἶχον μεγίστην πρὸς τοῦτο ὑποχρέωσιν, καὶ θὰ ἀπετέλει ἀγνώμονα παράβασιν ἡ σιωπή μου. Διὰ τοῦτο μετὰ σεβασμοῦ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σπεύσῃ πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀδικήματος ἐκείνου, ἵνα ἐξοικονομήσωσι καὶ οἱ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι τὰς πρωτίστας καὶ ἀπολύτους ἀνάγκας των, ὀρθὴ δὲ καὶ τὸ μέγα παράπονον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὴν γνώμην πολὺ δικαίως κατὰ τῆς πατρίδος ἔχουσι.
§79Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καταθέτω μίαν ἐπερώτησιν γραπτὴν, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Δ. Τσάτσος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἔχηται ἀληθείας, ὅτι ὁ πρώην ἡγούμενος τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Εὐρυτανίας Μονῆς Προυσοῦ Παπανδρεόπουλος, ἅμα μαθὼν τὴν παῦσίν του, ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς Μονῆς ἄνευ ἀδείας τῆς προϊσταμένης Ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ὑπεξῄρεσε πλεῖστα κινητὰ τῆς Μονῆς πράγματα καὶ ἤδη περιφέρεται εἰς Μεσολόγγιον καὶ Πάτρας ἀνενόχλητος, ἐνῷ διαχειρισάμενος ἐπὶ τριετίαν τὴν περιουσίαν τῆς Μονῆς, δὲν ὑπέβαλε τοὺς κατὰ νόμον προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμούς.» Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς κατέθηκε καὶ τὴν ἑπομένην σύστασιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὄντως ὑπεγράφη Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἀναγνωρίζονται ἐν Ἑλλάδι αἱ νομίμως ἐν Βουλγαρίᾳ συσταθεῖσαι ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν ἐξησφαλίσθη ἡ ἐπὶ ἴσοις ὅροις ἀναγνώρισις ἐν Βουλγαρίᾳ τῶν Ἑλληνικῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, χωρὶς αὗται νὰ ὑποβάλλωνται διὰ τὴν ἀναγνώρισιν ταύτην εἰς οἱανδήποτε ἐγγυοδοσίαν.»
§81Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Γνωρίζω καλῶς, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ποινικὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους ὑπάρχουσιν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐκκρεμεῖς πλεῖσται ὅσαι κατηγορίαι, ἀπευθυνόμεναι κατ’ ἀστυνόμων καὶ ἀστυνομικῶν ἐν γένει ὀργάνων. Γνωρίζω ἐπίσης, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶχε καταρτίσει ἄλλοτε πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν ὅλων τῶν τοιούτου εἴδους ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν πίνακα αὐτόν, ἵνα μάθωμεν ἐπακριβῶς, πόσαι τοιαῦται κατηγορίαι διατελοῦσιν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐκκρεμεῖς, κατὰ σκανδαλώδη παράβασιν ῥητοῦ καὶ ὡρισμένου ἄρθρου τοῦ περὶ ἀστυνομίας νόμου, ὅστις τάσσει προθεσμίαν δεκαπενθήμερον, ἐντὸς τῆς ὁποίας δέον νὰ εἰσάγωνται, νὰ ἐκδικάζωνται καὶ νὰ περατῶνται αἱ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα σκοπεῖ νὰ λάβῃ πρὸς ταχεῖαν ἐκδίκασιν καὶ περάτωσιν τῶν ἐκκρεμῶν τούτων ὑποθέσεων.
§82Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι οἱ πίνακες, οἵτινες ἐδημοσιεύθησαν, ἀφορῶσιν εἰς τὴν τελευταίαν τριμηνίαν τοῦ ἔτους 1898.
§83ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Καθ’ ὅλας τὰς πιθανότητας ἡ Βουλή, ἐπαναλαμβάνουσα τὰς ἐργασίας της μετὰ τὰς ἑορτὰς, δὲν θὰ ἀποφύγῃ καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην τὴν συζήτησιν, περὶ παρακρατήσεως. Συνεπῶς ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Τί ποσὸν σταφιδοκάρπου μέχρι σήμερον εἰσήχθη εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως. 2) Τί ποσὸν εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὰς ἀποθήκας. 3) Τί ποσὸν ἐχορηγήθη εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα. 4) Εἰς ποῖα οἰνοπνευματοποιεῖα, κατ’ ὄνομα. 5) Τί ποσὸν δύνανται ν’ ἀποστάξωσι, δηλ. ποίας δυνάμεως εἶναι ἕκαστον. 6) Τί ποσὸν εἰς χρήματα ὑπάρχει ἀφ’ ἧς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ παρακρατήσεως μέχρι σήμερον.
§84Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Πολλάκις ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐξέφρασα τὰ παράπονά μου διὰ τὴν παντελῆ ἔλλειψιν ἁμαξιτῶν ὁδῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Συνεπείᾳ τῶν παρακλήσεών μου καὶ τῶν παραπόνων μου ἐπέτυχον νὰ κατασκευασθῶσι τμήματά τινα ἐκ τῶν ὑποδειχθέντων, καὶ μάλιστα ἀνομολογῶ καὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τότε. Τὰ τμήματα ταῦτα ὅμως, διὰ τὰ ὁποῖα πολλὰ ἐδαπανήθησαν, δὲν ἔφεραν τὰ ἐπιδιωκόμενα ἀποτελέσματα, διότι, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ καταρτισθῇ μία ζώνη ὁλόκληρος, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐξυπηρετῶνται τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας, αἱ κατασκευασθεῖσαι ὁδοὶ ἀποτελοῦσι δύο μεγάλα τμήματα, μὴ συνεχόμενα, διότι μένουσιν ἀκατασκεύαστα τὸ τμῆμα ἀπὸ Βαμβάκια τῆς Ἐξανθείας εἰς Λαζαράτα ἐξ 6,810 μέτρων, καὶ τὸ ἄλλο ἀπὸ Πασᾶ εἰς Κατοῦνα ἐξ 9,485 μέτρων. Καὶ ἐπειδή, ὡς ἐδήλωσε τὸ Ὑπουργεῖον, κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν θὰ καταρτίσῃ καὶ ἅμα τῇ ἐπαναλήψει αὐτῶν θὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, προλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προνοήσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος δύο τμημάτων, τόσον ἀναγκαίων διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ὁδοποιΐας τῆς ἐπαρχίας μου, διότι ἄλλως ἄχρηστα ἀποβαίνουσι τὰ κατασκευασθέντα τμήματα καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος τὰ δαπανηθέντα χρηματικὰ ποσά. Ἐκτὸς τούτων κατεσκευάσθη καὶ ἑτέρα ἐθνικὴ ὁδὸς, γνωστὴ ὑπὸ τὸ ὄνομα Λευκάδος–Βονίτσης, ἥτις ἐξυπηρετεῖ μεγάλα ἐμπορικὰ καὶ γεωργικὰ συμφέροντα τῶν δύο ἐπαρχιῶν Λευκάδος καὶ Ἀκαρνανίας· ἀλλὰ καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη διακόπτεται ἐκ τῆς διώρυγος Λευκάδος, καὶ πρέπει νὰ κατασκευασθῇ ἐπ’ αὐτῆς σιδηρᾶ γέφυρα, ἥτις νὰ ἑνώνῃ τὰ δύο ἄκρα τῆς ὁδοῦ ταύτης, διότι, ὡς ἔχει, καὶ οἱ ἔμποροι καὶ οἱ γεωργοὶ ὑποχρεοῦνται νὰ διέρχωνται καὶ νὰ μεταφέρωσι τὰ ἐμπορεύματα καὶ τὰ ζῷά των μετὰ μεγάλης δυσκολίας διὰ τῶν ἐκεῖ εὑρισκομένων ἰδιωτικῶν πλοιαρίων, καὶ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ὑπερόγκους δαπάνας καὶ διαπληκτισμοὺς, καὶ ὡς ἐκ τούτου μυρία καθημερινῶς ἐγείρονται παράπονα. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ προνοήσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος γεφύρας. Ἐπίσης πληροφορῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου ὑπάρχει πρᾶξις τῆς Λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Λευκάδος, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 20 Ὀκτωβρίου 1897, καὶ ὁμοία ἐπικυρωτικὴ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λευκαδίων ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1897, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν λιμενικῶν ἔργων τῆς πόλεως Λευκάδος. Γνωρίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὸ ἔργον αὐτό, καὶ ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι θὰ τύχω τῆς συνδρομῆς σας. Τὸ λιμενικὸν ταμεῖον ἐδαπάνησεν ὑπὲρ τὰ 2½ ἑκατομμύρια, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεσκευάσθη ὁ ἔξω τοῦ φρουρίου καταστραφεὶς λιμὴν καὶ ἡ ἀπ’ αὐτοῦ αὖλαξ μέχρι τοῦ ἐσωτερικοῦ λιμένος. Νῦν δὲ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς κατὰ συνέχειαν ἐκσκαφῆς τῆς μέχρις Ἀλεξάνδρου διώρυγος, ἥτις θὰ ἐξυπηρετήσῃ μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας ἐν γένει, διότι τὰ ἀπὸ τοῦ Κορινθιακοῦ εἰς τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον καὶ τὰς ἀκτὰς τῆς Ἠπείρου πλέοντα ἱστιοφόρα καὶ ἀτμόπλοια βεβαίως θὰ προτιμήσωσι τὴν ἐκ τῆς διώρυγος διάβασίν των, οὐ μόνον λόγῳ οἰκονομίας χρόνου καὶ δαπάνης, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἐπικινδύνου διαβάσεως αὐτῶν ἐκ τοῦ Τρικυμιώδους ἀκρωτηρίου Λευκάδος, ἐκ τοῦ ὁποίου, ἐλλείψει τῆς διώρυγος, ὑποχρεοῦνται νῦν νὰ διέρχωνται. Ἐκτὸς τούτου, διὰ τοῦ ἀνοίγματος αὐτοῦ θὰ σχηματισθῇ ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον θὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐπίχωσιν τῶν κατασκευασθέντων ἔργων καὶ οὕτω θὰ ἐπέλθωσι μεγάλα ὠφελήματα εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἥτις κατέβαλε τὸ ὑπεράνω τῶν δυνάμεών της δαπανηθὲν μέχρι τοῦδε ποσόν. Τὰ δὲ προσδοκώμενα ὠφελήματα θὰ ὦσιν ἀναμφισβήτητα, διότι καθ’ ἑβδομάδα θὰ διέρχωνται διὰ τῆς διώρυγος ἐκτὸς τῶν 10 ἀτμοπλοίων, τῶν διατηρούντων νῦν τὴν μεταξὺ Πειραιῶς, Κορινθιακοῦ κόλπου καὶ Ἀμβρακικοῦ συγκοινωνίαν, καὶ ἄλλα ἱστιοφόρα καὶ ἀτμόπλοια. Οὕτω δὲ τὸ κατασκευασθησόμενον ἔργον θὰ γείνῃ παραγωγὸν εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον, καὶ ταχέως θ’ ἀπαλλαγῇ καὶ ἡ ἐπαρχία ἐκ τῶν ἐπιβληθέντων εἰς αὐτὴν λιμενικῶν φόρων. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου ὑπάρχοντα ἔγγραφα τῆς Λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐνεργήσητε ὅ,τι νομίσητε προσφορώτερον διὰ τὴν ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων.
§85ΓΕΡ. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κατ’ οὐδὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν ὁδοποιίαν ἐν τῷ τόπῳ...
§86ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐὰν ἐγὼ συνετέλεσα, τὸ ἠξεύρει ὁ τόπος.
§87ΦΙΛΙΠΠΑΣ. .. Λαμβάνει δὲ τὸν λόγον, ὁσάκις ἦναι ἀντιπολιτευόμενος, διὰ νὰ ὑποβάλλῃ τοιαύτας συστάσεις. Ἡ ἐπαρχία τὸν εὐχαριστεῖ διὰ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, οὐχ ἧττον μὲ τὴν ἐκτίμησιν, ἣν εἶχε παρὰ τῷ ἀξιοτίμῳ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτῇ, ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν δύναμιν, ἣν τῷ παρέσχεν οὗτος, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τὴν συγκοινωνίαν τῆς νήσου Λευκάδος, ἧς καθ’ ὁλοκληρίαν αὕτη στερεῖται. Ἐν τούτοις ὅλας τὰς δυνάμεις του τὰς ἐξήσκησε διὰ νὰ κατασκευασθῇ ἔργον, διὰ νὰ ἐκδικηθῇ ἀφορμάς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐναντίον ἄλλων πολιτευομένων ἐν τῷ τόπῳ (θόρυβος).
§88ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Σὲ διαψεύδω!
§89ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Μὴ ταράττεσθε!
§90ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὰ εἶναι προσωπικά.
§91ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Αὐτὰ τὰ λέγει διὰ νὰ γραφοῦν αὔριον εἰς τὴν «Πρωΐαν», νὰ προκαλέσουν ἀπήχησιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν.
§92ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διατὶ κατακρίνετε τὸν κ. Τσαρλαμπᾶν δι’ ὅ,τι θέλει νὰ εἴπῃ;
§93ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Πάντα ὅσα ἐλέχθησαν δὲν ἔχουσιν ἄλλον σκοπόν, παρὰ διὰ ν’ ἀπηχήσουν ἐκεῖ, καὶ ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὁ δυστυχὴς ἐργάτης τῆς Λευκάδος, τὸ χρῆμα ἐκεῖνο δὲν ἐχρησίμευσε διὰ νὰ γείνῃ κοινωφελές τι ἔργον· τὸ ἐζήτησεν ὁ συνάδελφος διὰ νὰ κατασκευασθοῦν φυλακαί, ἐν ταῖς ὁποίαις θὰ ἀποθάνουν ἅπαντες οἱ κρατούμενοι ἀπὸ ῥευματισμοὺς καὶ φθίσιν.
§94ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ψεῦδος!
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω, κύριε Τσαρλαμπᾶ, νὰ ὑβρίζητε.
§96ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι προσωπικά· δὲν ἐνδιαφέρεται ἡ Βουλή.
§97ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἐπίσης καὶ διὰ τὸ λιμενικὸν ἔργον... Πῶς εἶναι προσωπικά, κύριε Ρικάκη; Ἐδῶ διατίθεται χρῆμα δημόσιον, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται ἀπὸ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ. Εἶναι προσωπικά; Τὸ χρῆμα αὐτὸ πρέπει νὰ διατίθηται ὅπως πρέπει, διὰ νὰ διευκολύνηται ἡ κατασκευὴ ἔργων γενικῆς ὠφελείας, ὄχι ὅπως θέλει ὁ καθείς.
§98ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς μὲ ἐπετίμησεν, ὅτι οὐδέποτε ἐφρόντισα διὰ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος μου, καὶ ὅτι χρῶμαι τῷ δημοσίῳ πλούτῳ, ὃν ὁ λαὸς πληρώνει, ὅπως κορέσω τὰ πάθη μου, κατασκευάσας φυλακάς, εἰς ἃς οἱ κρατούμενοι θὰ ἀποθάνωσιν ἀπὸ ῥευματισμοὺς καὶ φθίσιν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Τὸ χρῆμα, ὅπερ ἐδαπανήθη εἰς τὴν ἐπαρχίαν διὰ φυλακὰς καὶ ὁδοὺς, αἵτινες ἐξυπηρετοῦν γενικὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ ἔθνους, ἐξῆλθε διὰ τῶν ἐνεργειῶν μου ἐκ τοῦ γενικοῦ ταμείου τοῦ Κράτους, καὶ δι’ αὐτοῦ ἐδόθη ἐργασία καὶ ἄρτος εἰς πολλὰς πεινώσας οἰκογενείας. Καὶ πρὸς βεβαίωσιν ὅτι δὲν εἶναι τὰ λεχθέντα περὶ ὑγιεινῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν ἀληθῆ, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ἐν αὐταῖς ἀσθενησάντων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο χρῆσις αὐτῶν μέχρι σήμερον, καὶ ἕτερον τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐν ταῖς πρώην φυλακαῖς ἀσθενησάντων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτής, ὅστις τοσοῦτον βαρυαλγεῖ διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν παλαιῶν φυλακῶν, ὡς δημοτικὸς σύμβουλος κατέβαλε πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν πρὸς παρεμπόδισιν τῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐγερθεισῶν, εἴτε διότι δὲν ἤθελε νὰ γείνῃ καλόν τι εἰς τὴν πατρίδα του, εἴτε καὶ διότι ἄλλας βλέψεις ἔκτοτε ἐκαλλιέργει. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὡς ἀντιπρόεδρος, ἐπεδίωξα προσωπικὰ καὶ ὄχι γενικὰ τοῦ τόπου συμφέροντα. Τὰ προσωπικὰ δὲν τὰ ὀρέγομαι, καὶ προκαλῶ τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ πρώην Ὑπουργοὺς νὰ εἴπωσιν, ἐάν ποτε τοὺς ἠνώχλησα διὰ τοιαῦτα ζητήματα· μόνον διὰ τὰ γενικὰ ἀείποτε εἰργάσθην καὶ ἰδιαιτέρως καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν ἐπέβαλον φόρους οὔτε διὰ τὰ λιμενικὰ ἔργα, διότι ἄλλως τὴν κατασκευήν των εἶχον ὀργανώσει, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ τὰ φέρω εἰς πέρας. Ἀφοῦ ὅμως ἐπεβλήθησαν φόροι κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγὼ ἰδιώτευον, καθῆκον εἶχον, ὅπως διὰ τοῦ εἰσπραχθέντος ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ λαοῦ χρήματος ἐπιδιώξω τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμενικοῦ ἔργου καὶ ἀποπεράτωσιν αὐτοῦ, ἵνα μὴ τὰ μέχρι τοῦδε δαπανηθέντα ἀπολεσθῶσι, μετ’ αὐτῶν δὲ καὶ τὰ προσδοκώμενα ὠφελήματα. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω διὰ τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ ἔχῃ τὰ πάθη του καὶ τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἐγὼ δὲν ἐξελέγην ἐν συνδυασμῷ. Ἐξέθεσα τὴν κάλπην μου ὡς ἄτομον, ἔδωκα τὴν λογοδοσίαν τῶν πράξεών μου πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μου, καὶ οὗτοι μὲ ὑπεστήριξαν· δὲν εἶμαι ὑποδουλωμένος εἰς κανένα, καὶ κατὰ τὰς πεποιθήσεις μου ἐκτελῶ τὰ καθήκοντά μου.
§99ΦΙΛΙΠΠΑΣ. ... (Θόρυβος).
§100ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.
§101ΕΤΕΡΟΙ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικά.
§102Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν νομίζῃ ὅτι εἶναι δυνατόν, χωρὶς νὰ βλαφθῇ τὸ συμφέρον τῆς ὑποθέσεως, σχετικόν τι πρὸς τὰς διαφημιζομένας διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν ἐμπορικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ρωσίας. Πολλὰ ἐγράφησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἀλλ’ οὐδὲν ἐπισήμως γνωρίζει τὸ ἔθνος καὶ ὁ σταφιδικὸς κόσμος. Νομίζω ὅτι ἀναγκαιότατον εἶναι, ὅπως δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἄν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα ἡμῶν.
§103Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακοινωθῇ τι εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν διαπραγματεύσεων αὐτῶν.
§104Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μίαν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπειδὴ ἡ παροῦσα Βουλὴ ἀποτελεῖται καὶ ἐκ μελῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηνται ἐνταῦθα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν διανομὴν εἰς τὰ νέα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Λευκῆς Βίβλου, ἡ ὁποία εἶχεν ἐκδοθῇ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ράλλη, Ὑπουργοῦ ὄντος τοῦ κ. Σκουλούδη,—τὸν ὁποῖον μετὰ λύπης δὲν βλέπω παρακαθήμενον ἐνταῦθα,—διότι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος περὶ τῶν αἰτίων καὶ ἀφορμῶν τοῦ πολέμου σπουδαίως θὰ συμβάλῃ καὶ ἡ μελέτη τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ὅπερ ἔχει σπουδαίαν θέσιν ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ προταθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τῶν εἰσαχθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δηλώσεων «περὶ ἐπενεκτέων ἐν αὐτῷ μεταβολῶν», χορηγηθεισῶν πιστώσεων, διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1899. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§106ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἂν θὰ ζητηθῇ ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διακόψωμεν σιωπηρῶς.
§108ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὀρθότερον εἶναι νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις περὶ διακοπῆς.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀποφάσεως.
§110Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν συνάδελφοι θὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὁρισθῇ ὡς ἔγγιστα ὁ χρόνος τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπαναληφθῶσι περὶ τὸ τέλος τῆς ἑβδομάδος τοῦ Θωμᾶ. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 15′ μ. μ.).