| 145 | Ἐκ τοῦ ἐπιδόματος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Ληξουρίου, | |||
| 146 | (νόμος ᾼΣΠΕʹ) | δρ. | 12,000 | |
| 147 | Ἐκ τοῦ ἐπιδόματος τοῦ Δημοσίου (νόμος ͵ΒΤΠΒʹ) | » | 6,000 | |
| 148 | Ἐκ τοῦ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χορη- | |||
| 149 | γουμένου ἐνοικίου (Β.Δ. 28/1/73, Β.Δ. 20/12/85 | 1,000 | ||
| 150 | Ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν | δρ. | 1,000 | |
| 151 | Ἐκ τῶν προϋπολογιζομένων πόρων τῆς καταλει- | |||
| 152 | φθείσης περιουσίας τοῦ ἀοιδίμου Στάμου Πετρίτση | δρ. | 5,000 | |
| 153 | δρ. | 25,000 |
1899.04.02
739 στίχοι · 5.542 λέξεις · 1 πίνακας · 54 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
Τῆς 2 Ἀπριλίου 1899.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 20′ μ. μ. ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ καταδίκου τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν Κεφαλληνίας Μιχαὴλ Παπαδοπούλου, παραπονουμένου διὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ χορηγουμένου τοῖς καταδίκοις ἄρτου. Ἡ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς ἐνεστώσης Συνόδου τῆς Βουλῆς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 72). Ἐπειδὴ οὗτος εἶναι ἤδη τετυπωμένος καὶ διενεμήθη, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, θεωρουμένου ἐκ τῶν ἐπειγόντων.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ προϋπολογισμὸς συζητεῖται εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν, μόλις δὲ ταύτην τὴν στιγμὴν μᾶς διενεμήθη τὸ ἔντυπον καὶ δὲν ἐλάβομεν καιρὸν οὔτε νὰ τὸ ἀναγνώσωμεν, παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’
§4Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θεωρῶ καθῆκόν μου, κύριοι Βουλευταί, ἵνα ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, παραιτηθείσης τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Θ. Ζαΐμη Κυβερνήσεως, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς εὐηρεστήθη νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἐμὲ τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως. Ἡ νέα Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας τὰ μέλη σήμερον ὤμοσαν τὸν νενομισμένον ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως ὅρκον, ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς κ.κ. Γ. Θεοτόκην, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ἄθων Ρωμάνον, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, Ν. Καράπαυλον, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, Α. Σιμόπουλον, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Ἀθ. Εὐταξίαν, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, Κ. Κουμουνδοῦρον, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ Β. Βουδούρην, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἡ νέα Κυβέρνησις λίαν προσεχῶς θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸ μεταρρυθμιστικὸν πρόγραμμα, τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν θέλει διὰ παντὸς τρόπου ἐπιδιώξει. (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
§5Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἕνεκα, Κύριοι, τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως τῆς Θεσσαλίας κατέστη ἀδύνατος ἡ ἐκδίκασις τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων δικαστηρίων, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ συγκρότησις Κακουργιοδικείων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐν τούτοις 150 δικογραφίαι εἶναι περατωμέναι, ἀφορῶσαι εἰς 200 περίπου ὑποδίκους, οἵτινες ἀναμένουσι τὴν ἡμέραν τῆς δίκης των. Ἵνα πληρωθῇ τὸ χάσμα τοῦτο, ὑποβάλλω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου κηρύσσονται ὁριστικοὶ οἱ κατάλογοι τῶν ἐνόρκων τοῦ 1895 διὰ τὸ Κακουργιοδικεῖον Καρδίτσης, οἱ τοῦ 1896 διὰ τὸ Κακουργιοδικεῖον Τρικκάλων καὶ οἱ τῶν ἐτῶν 1896 καὶ 1897 διὰ τὰ Κακουργιοδικεῖα Βόλου καὶ Λαρίσης. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, ἐπειδὴ δὲ εἶναι κατεπεῖγον τὸ πρᾶγμα, — ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ τὸ ἀναγνωρίζει ὡς τοιοῦτον, — παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου σήμερον.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§7Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν ἓν καθῆκον, ἐκφράζοντες τὴν λύπην ἡμῶν ἐπὶ τῷ θανάτῳ μεγάλου ἐθνικοῦ εὐεργέτου καὶ συναδέλφου ἡμῶν, τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς Ἀνδρέου Συγγροῦ, νὰ ἀναθέσωμεν δὲ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διαβιβάσῃ τὰ συλλυπητήρια τῆς Βουλῆς εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρός.
§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν μᾶς ἀνεκοινώθη ἀκόμη ὁ θάνατος.
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ θάνατος Βουλευτοῦ ἀγγέλλεται, ὅταν συμβῇ διαρκουσῶν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς.
§10Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, διευθύνετε τὴν συνεδρίασιν ἢ οἱ κύριοι Βουλευταί;
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν προέτρεξε, διότι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἴχετε σκοπὸν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην νὰ ἀναγγείλητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸν θάνατον τοῦ συναδέλφου, καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἐξέφρασεν ὁ κ. Ρικάκης, καὶ θὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην αὑτῆς ἐπὶ τῷ θανάτῳ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος τοσαύτας ὑπηρεσίας προσέφερεν εἰς τὸ ἔθνος καὶ μεγάλως εὐηργέτησε τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ λύπης ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν θάνατον τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς Ἀνδρέου Συγγροῦ, ἐπισυμβάντα ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀνὴρ διακεκριμένος, εὐεργέτης ἐθνικός, πολλαχῶς εὐεργετήσας τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰς Ἀθήνας πρὸ πάντων, ὁ μεταστὰς καταλείπει μέγα κενὸν μεταξὺ ἡμῶν. Προτείνω δὲ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ τὴν λύπην αὐτῆς ἐπὶ τῇ στερήσει τοιούτου συναδέλφου.
§13Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ λάβῃ διατύπωσιν ἐπισημοτέραν ἡ πρότασις· «Ἡ Βουλὴ ἐπιφορτίζει τὸ Προεδρεῖον, ὅπως ἐκδηλώσῃ τὴν λύπην αὐτῆς πρὸς τὴν χήραν τοῦ μεταστάντος Ἀνδρέου Συγγροῦ, ἐθνικοῦ εὐεργέτου, οὗτινος ἡ μνήμη ἔσται ἀΐδιος.»
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§16ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν τῷ ὄντι τρεῖς ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων παρέδρων κατὰ τὸν τελευταῖον διαγωνισμὸν καὶ ἤδη διορισθέντες τοιοῦτοι ἔμμισθοι, εἶχον ὑπερβῇ τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον ὅριον ἡλικίας, καὶ ἐὰν πρὸς πρόληψιν τούτου κατέφυγον εἰς τὴν συνήθη δικαστικὴν διόρθωσιν ἢ σύνταξιν ληξιαρχικῆς πράξεως, ἧς τὸ κῦρος τυγχάνει ἀμφισβητήσιμον· ἐὰν δὲ κατὰ τοῦ ἑνὸς τούτων, διατελέσαντος γραμματέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ὑπάρχῃ βαρεῖα καταγγελία, ἀφορῶσα τὸν ἠθικὸν αὐτοῦ βίον, μεταβιβασθεῖσα σὺν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον κατὰ τὸ ἔτος 1897, — ἐὰν μὴ ἀπατῶμαι — πρὸς δὲ, ἐὰν ὑπάρχῃ κατὰ ἑτέρου τοιούτου ἐκκρεμὴς καταγγελία ἐνώπιον τοῦ ἐνταῦθα Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν. Προκειμένου περὶ τοσοῦτο βαρειῶν καταγγελιῶν κατὰ δικαστῶν, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν θέλω νὰ πιστεύσω καὶ χάριν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, ὅπερ ὑπὸ τοιούτους ὅρους βεβαίως δὲν θὰ ἐδέχετο αὐτοὺς νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις, ἀφοῦ προεξελέγχῃ ἐὰν ἔχωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμενα προσόντα, παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τῆς ἀστικῆς καταστάσεως τῶν δικαστῶν τούτων, πρὸς δὲ καὶ τὰς προειρημένας καταγγελίας, ἐὰν ἀνευρεθῶσιν, εἰ δ’ ἄλλως, νὰ ζητηθῶσιν αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν καὶ τοῦ τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης φύλλον, ἐξ οὗ νὰ ἐμφαίνηται ἡ ποιότης, ἡ ἀστικὴ κατάστασις καὶ ἡ ὑπηρεσία ἑνὸς ἑκάστου τῶν δικαστῶν καὶ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, τοῦθ’ ὅπερ θεωρῶ ἀπαραίτητον μετὰ τὴν τελευταίως γενομένην δικαστικὴν ἐκκαθάρισιν. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» αἱ σχετικαὶ ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπείας τῶν διδακτικῶν βιβλίων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως τοῦ ἔτους 1896–1897, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 14 τοῦ νόμου ΒΤΓʹ καὶ τῷ 11 ἄρθρῳ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 12 Ἰουλίου 1895· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, ἢ ἅμα τῇ δημοσιεύσει αὐτῶν, νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίτυπα. Παρακαλῶ προσέτι τὸν αὐτὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψει ἀναφορὰν, ἣν ὑποβάλλω, τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐν Ληξουρίῳ Πετριτσείου Γυμνασίου, ἥτις, παραπονουμένη ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαρκέσωσι πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ οἱ πόροι, οὓς νῦν κέκτηται, προτείνει τὴν ἐκτόπισιν δύο ὑπεραρίθμων καθηγητῶν, τῶν κ. κ. Χάμπα καὶ Χάλδα. Οἱ νῦν πόροι τοῦ ἱδρύματος ἔχουσιν οὕτω ἐτησίως:
| Ἐκ τοῦ ἐπιδόματος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Ληξουρίου, | ||
| (νόμος ᾼΣΠΕʹ) | δρ. | 12,000 |
| Ἐκ τοῦ ἐπιδόματος τοῦ Δημοσίου (νόμος ͵ΒΤΠΒʹ) | » | 6,000 |
| Ἐκ τοῦ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χορη- | ||
| γουμένου ἐνοικίου (Β.Δ. 28/1/73, Β.Δ. 20/12/85 | 1,000 | |
| Ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν | δρ. | 1,000 |
| Ἐκ τῶν προϋπολογιζομένων πόρων τῆς καταλει- | ||
| φθείσης περιουσίας τοῦ ἀοιδίμου Στάμου Πετρίτση | δρ. | 5,000 |
| δρ. | 25,000 |
Ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι μόνον τὸ ὄνομα τῆς ἰδιοσυντηρήτου Σχολῆς φέρει, ἀφοῦ πλὴν τῶν ἀνωτέρω δημοσίων βοηθημάτων τὸ Δημόσιον καταβάλλει ὁλόκληρα τὰ ἔξοδα συντηρήσεως τοῦ συγχωνευθέντος τῇ Σχολῇ Ἑλλην. σχολείου, πρὸς δὲ καὶ τοὺς μισθοὺς δύο καθηγητῶν, ὡς τὸ Β. Διάταγμα ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1885, μόνον δὲ πεντακισχίλιαι δραχμαὶ προϋπολογίζονται ὡς ἐτησίως εἰσπραχθησόμεναι ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Στάμου Πετρίτση. Ἀλλ’ ἤδη δυστυχῶς τὸ ἐκ δραχμῶν ἑξακισχιλίων ἐτήσιον βοήθημα τοῦ Δημοσίου δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1898, οὐδὲ ἐν τῷ τοῦ τρέχοντος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου καθυστερεῖται τὸ ἐτήσιον χορήγημα ἐκ δραχμῶν χιλίων δι’ ἐνοίκιον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1885, δι’ ὃ ἤγειρεν ἀγωγὴν ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἐφ’ ἧς κατεδικάσθη τοῦτο νὰ πληρώσῃ τῇ ἐπιτροπῇ δραχμὰς 12 χιλιάδας ἐντόκως πρὸς 8% ἐτησίως, συνεπείᾳ δὲ ἀνακοπῆς ὑφίσταται ἔτι ἐκκρεμὴς ἡ δίκη. Τούτων ἕνεκεν ἐπανειλημμένως εὑρέθη ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ ἐν δυσχερεῖ θέσει, ἐλλείψει πόρων καὶ ἀφοῦ παρὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἀπὸ 28 Ἀπριλίου 1873 Β. Διατάγματος διωρίσθησαν καθηγηταί, ἐνῷ δὲν προὐτάθησαν τοιοῦτοι ὑπ’ αὐτῆς, ἐν ἔτι δὲ δυσχερεστέρᾳ οἱ ὑπηρετοῦντες καθηγηταὶ καὶ μὴ πληρωνόμενοι ἐλλείψει χρημάτων. Ὅθεν, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀνωμαλιῶν τούτων καὶ ἄλλων, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εὐαρεστούμενος νὰ διατάξῃ τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 τοῦ τε ἐπιδόματος τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ τοῦ παρελθόντος, ὅπερ δὲν ἀνεγράφη ἐν καιρῷ, πρὸς δὲ καὶ ἅπαντα τὰ καθυστερούμενα ἐνοίκια, ἵνα οὕτως ἀποτιθῶσιν οἱ καθυστερούμενοι μισθοὶ καὶ διάφοροι ὀφειλαί, ἀφ’ ἑτέρου δέ, πρὸς πρόληψιν τῶν τοιούτων ἐν τῷ μέλλοντι, νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ τοῦτο, ὡς ἤθελεν ἐγκρίνει, διὰ σχετικοῦ νομοθετήματος τὰ διάφορα χορηγούμενα δημόσια βοηθήματα καὶ ὁλόκληρον τὴν Πετρίτσειον περιουσίαν, σύναμα δὲ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρῇ δημόσιον Γυμνάσιον ἐν Ληξουρίῳ. Ὁ ἐν Ληξουρίῳ ἑλληνοδιδάσκαλος Φοντάνας διὰ τοῦ ἀπὸ 30 παρελθόντος Φεβρουαρίου καὶ ὑπ’ ἀριθ. 1435 ἐγγράφου του κατήγγειλε τῷ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργῷ τὸν προϊστάμενον αὐτοῦ σχολάρχην, ὅτι μετέρχεται συνάμα καὶ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ κατασκευαστοῦ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, τὸ δὲ Σεβαστὸν Ὑπουργεῖον ἀνέθηκε τὰς ἐπὶ τούτου ἀνακρίσεις τῷ ἐν Ληξουρίῳ καθηγητῇ κ. Παπαγεωργίῳ, αἵτινες ἀπαλλάττουσιν αὐτὸν τῆς ἀποδιδομένης μομφῆς, ὡς πληροφοροῦμαι. Ἐπειδὴ πλὴν τούτου πληροφοροῦμαι, ὅτι τὸ καταγγέλλον ἔγγραφον τυγχάνει πλημμελὲς κατά τε τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ὀρθὴν αὐτοῦ γραφήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ βλέπω ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» (ἀριθ. 67) προαγόμενον τὸν κ. Φοντάναν εἰς σχολάρχην ἐν Μεσοβουνίοις, καὶ δὴ διὰ Β. Δ. συνοδευομένου δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.
§17Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι σπεύδω νὰ ἐνοχλήσω τὸν ἔντιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι δι’ ἐπερωτήσεως, διότι πάντα τ’ ἀνακοινωθησόμενα ὑπ’ ἐμοῦ εἶναι γνωστὰ εἰς ἐμέ, καὶ τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηρίξω τὰς παραστάσεις μου, ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἀλλὰ διὰ τῆς παρακλήσεως, ἵνα, εὐθὺς ὡς μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διατάξῃ τὴν παῦσιν δύο παραβάσεων νόμων, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος προκάτοχός του εἶχε διατάξει, διότι φαίνεται ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἀρχίσει τὴν ἐπαγγελθεῖσαν ὑπ’ αὐτῆς μεταρρύθμισιν ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ ἐπιτηρητῶν ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὁ νόμος, Κύριοι, ΒΡΞΒʹ τῆς 18 Φεβρουαρίου 1893 ἐν ἄρθρῳ 3 λέγει τάδε: «Ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς παντὸς δικαιώματος τὰ καυσόξυλα τὰ πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν ἐξ οἱουδήποτε δάσους ὑλοτομούμενα, δι’ ἃ οὐδ’ ἄδεια ἀπαιτεῖται.» Ἀλλ’ ἠγέρθη τότε ἀμφισβήτησις, ἐὰν τὰ καυσόξυλα, τὰ ὁποῖα μεταφέρουσιν οἱ χωρικοὶ πρὸς πώλησιν, ὑποβάλλωνται εἰς φορολογίαν ἢ ὄχι, ἡ δὲ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πολὺ ὀρθῶς τότε ἀπηγόρευσε τὴν πώλησιν τῶν τοιούτων καυσοξύλων ἄνευ φορολογίας. Ἕνεκα τούτου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐγκαίρως τότε καὶ κατεπειγόντως κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος διὰ συμπληρωτικοῦ νόμου, τοῦ ΒΣΒʹ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1893, προσέθηκεν, ὅτι «τὰ καυσόξυλα τὰ πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν ἐξ οἱουδήποτε δάσους ὑλοτομούμενα καὶ τὰ ὑπὸ τῶν κατοίκων τῶν χωρίων ἐπ’ ὤμου ἢ διὰ τῶν ἰδίων ὑποζυγίων μέχρι τριῶν φορτίων κατ’ ἄτομον πρὸς πώλησιν ὁπουδήποτε μεταφερόμενα, δι’ ἃ οὐδὲ ἄδεια ἀπαιτεῖται, ἀπαλλάσσονται τῆς φορολογίας.» Ἔκτοτε ὁ νόμος αὐτὸς ἐλειτούργει κανονικώτατα, καὶ ἡ ἐπαρχία μου ἐθερμαίνετο ὑπὸ τῶν ξηρῶν αὐτῶν καυσοξύλων, καὶ ἰδίως ἡ πόλις τῆς Τριπόλεως. Ἀλλὰ κατὰ τὴν 23 Ἰανουαρίου 1899 διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 12 ἐγκυκλίου, κατακεχωρισμένης ὑπὸ τὸν ἀριθ. 5344 πρωτοκόλλου, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν γνωμοδότησίν τινα τοῦ ἐπιτηρητοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, καὶ διὰ τῆς τελευταίας αὐτῆς παραγράφου διέταξεν, ὅτι «κάτοικοι χωρίων ἐννοοῦνται οἱ κάτοικοι τῶν μικρῶν συνοικισμῶν, καὶ εἰς τούτους ἀφορᾷ ἡ ἀτέλεια, οἱ δὲ κάτοικοι τῶν μεγάλων συνοικισμῶν καὶ τῶν πόλεων δὲν ἀπαλλάσσονται τῆς φορολογίας.» Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη δὲν ἐτέθη ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν, διότι κατὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ὁ δασάρχης Τριπόλεως καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Μαντινείας, ἐὰν τὴν ἔθετον ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν, ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ συνδυασμὸς αὐτοῦ δὲν ἤθελον λάβει οὔτε μίαν ψῆφον. Εὐθὺς ὅμως ὡς ἐτελείωσαν αἱ ἐκλογαί, ὁ δασάρχης κατέσχε τὰ καυσόξυλα τῶν χωρικῶν τῶν χωρίων Ροϊνοῦ, Τσελεπάκου καὶ ὁλοκλήρου τοῦ δήμου Φαλάνθου, διότι κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν σαφέστατον νόμον ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, τὸ χωρίον Χρυσοβίτση καὶ τὸ χωρίον Ροϊνὸ καὶ τἆλλα ἀποτελοῦσι μεγάλους συνοικισμούς, καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν κρίσιν τῶν δασοφυλάκων, ἑρμηνευτῶν τῆς ἑρμηνευτικῆς ἐγκυκλίου, τὰ καυσόξυλα τὰ ἐκ τῶν χωρίων τούτων ὑπάγονται εἰς φορολογίαν. Δι’ ἀναφορᾶς μου ἀνέφερα τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος, μελετήσας καὶ τὸν νόμον καὶ τὴν ἐγκύκλιον, παρήγγειλε τὸν δασάρχην νὰ παύσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐγκυκλίου, διότι ἡ ἐγκύκλιος δὲν δύναται νὰ καταργήσῃ νόμον· ἠπείλησε μάλιστα τὸν δασάρχην, ὅτι θὰ τὸν φέρῃ κατηγορούμενον ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος. Μετέβην καὶ εἰς τὸν κ. Νομάρχην, ἄνδρα ἐντιμότατον καὶ ζηλωτὴν τοῦ καθήκοντος, ὁ ὁποῖος ὡσαύτως ἐκάλεσε τὸν δασάρχην καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον. Ὁ κ. δασάρχης ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔχομεν δίκαιον καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Νομάρχης καὶ ἐγὼ, ἀλλ’ αὐτὸς, ὡς στρατιώτης, ὀφείλει νὰ ὑπακούσῃ τὸν προϊστάμενόν του Ὑπουργὸν, καὶ οὕτω τὸ ἄτοπον δὲν ἐθεραπεύθη, ἡ δὲ Τρίπολις εὑρίσκεται ὡς ἐν πολιορκίᾳ, καὶ οἱ κλίβανοι ἔπαυσαν τὰς ἐργασίας των. Τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὁ ἐκδοὺς τὴν ἐγκύκλιον, μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ζητήσῃ διὰ τοῦ κ. Μομφερράτου τὴν γνωριμίαν μου, ἐγὼ δὲ, ἐπωφεληθεὶς τῆς εὐκαιρίας, παρεκάλεσα ἐκεῖνον νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου. Μοὶ τὸ ὑπεσχέθη, ἀλλὰ τὸ ἄτοπον ἐξακολουθεῖ, καὶ ἡ ἐπαρχία μου ὑποφέρει ἐκ τῆς παρανομίας ταύτης. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εὐθὺς ὡς μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς τὴν παῦσιν τοῦ ἀτόπου τούτου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ Τρίπολις παριστᾷ ἓν φαινόμενον πολὺ δυσάρεστον. Δευτέρα παράβασις νόμου εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1897 ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον, κανονίζοντα τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας τῶν καλλιεργούντων ἐθνικὰς γαίας. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον τὰ συντασσόμενα πρωτόκολλα ὑπὸ τῶν γεωμετρῶν κοινοποιοῦνται πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολ. Δικονομίας, καὶ ἐὰν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας οἱ καλλιεργηταὶ παραπονεθῶσι κατὰ τῶν τοιούτων πρωτοκόλλων, ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν, ἄχρις οὗ ἡ ὑπόθεσις λυθῇ δικαστικῶς. Τότε ἐγένετο εὐρεῖα συζήτησις, προκληθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ, περὶ τοῦ τί ἐνόει τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο διὰ τῆς λέξεως δικαστικῶς. Σύμπασα ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ νόμος ἐννοεῖ, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τῶν καλλιεργούντων ἐθνικὰς γαίας. Πολλοὶ συμπολῖταί μου παρεπονέθησαν κατὰ τῶν ῥηθέντων πρωτοκόλλων, καὶ ἡ ἀναστολὴ αὐτῶν ἐπῆλθεν· ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἀνέστειλε τὴν ἐκτέλεσίν των, ἀλλὰ τὸ ἐναντίον, διέταξε τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ τοιούτου φόρου, καὶ οὕτω πολλοὶ συμπολῖταί μου ἀδίκως καὶ παρανόμως καταδιώκονται. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ, ὅπως καὶ τοῦ νόμου τούτου ἡ ἐφαρμογὴ ἀναζήσῃ, διότι ἀλλοίμονον εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἐπαναστατοῦσι κατ’ αὐτῶν!
§18Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ζήτημα, ἐλπίζω ὅτι δι’ ὅσων θὰ εἴπω θὰ εὐχαριστήσω καὶ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Μαντινείας καὶ τὴν Βουλήν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ὅλως ἀσαφὴς, ἢ μᾶλλον εἶναι νόμοι πολλοὶ, τῶν ὁποίων αἱ διατάξεις παρέχουσι πολλὰ τὰ ἀμφίβολα. Ὡς ἐκ τούτου τὸ δασονομικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισε καλὸν νὰ προκαλέσῃ γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐξέδωκε γνωμοδότησιν...
§19ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον· ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, λέγετε εἰς τὴν ἐγκύκλιόν σας.
§20ΝΕΓΡΗΣ. .. καὶ ἡ ἐγκύκλιος ἐγένετο συμφώνως μὲ ταύτην. Δυστυχῶς ἀφίνετο διὰ τῆς ἐγκυκλίου τὸ δικαίωμα εἰς τὴν δασονομικὴν ἀρχὴν νὰ ὁρίζῃ ποῖαι ἦσαν αἱ μικραὶ περιφέρειαι καὶ ποῖαι ἦσαν αἱ μεγάλαι, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένοντο παράπονα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε διαταγὴν, ὅτι διὰ πᾶν χωρίον θ’ ἀφίνοντο ἐλεύθερα τὰ τρία φορτία, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ἡ ἐγκύκλιος, καὶ ἔκτοτε οὐδὲν ἐγένετο παράπονον. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως αἱ τελευταῖαι διαταγαὶ τηρηθῶσιν αὐστηρότατα. Ἡμεῖς εἴχομεν σκοπὸν νὰ ὑποβάλωμεν νόμον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, διότι εἶναι ἄξιον λόγου, καὶ, εἰ δυνατόν, νὰ ἐπέλθῃ μία διόρθωσις τῆς νομοθεσίας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, δὲν μοὶ ὑπεβλήθη τίποτε.
§21Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος ζητήματος. Ὅσοι ἀπετελοῦμεν μέρος τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὸ 1893, ἐνθυμούμεθα, ὅτι ὁ πρῶτος νόμος ἔμεινεν ἀτελής, ὁ δὲ δεύτερος ἦτο σαφέστατος, καθιερῶν τὴν ἀτέλειαν πάντων τῶν καυσοξύλων, τὰ ὁποῖα ἤθελον προσκομίζεσθαι ἐξ οἱουδήποτε χωρίου εἰς τὰς πόλεις· ὥστε ἀπορῶ, πῶς εὑρέθη νομικὸς σύμβουλος ἔχων διάφορον γνώμην. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου, εἰς ἐμὲ δὲν μένει παρὰ τὸ καθῆκον νὰ δώσω αὐστηροτάτας διαταγὰς νὰ μὴ παραβιάζηται ὁ νόμος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν ἐπερώτησιν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἐπίσης, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μαντινείας ἔχει δίκαιον, διότι κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον, εὐθὺς ὡς ἐγένετο ἔνστασις ὑπ’ ἐκείνου εἰς τὸν ὁποῖον ἐπεδόθη τὸ πρωτόκολλον, ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις. Κατ’ ἐμὲ, δὲν ὑφίσταται διάκρισίς τις. Ἐπιφυλάσσομαι ἐν τούτοις νὰ ἐξετάσω τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν, εἰς ἣν ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις, καὶ νὰ δώσω ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις.
§22Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐδημιουργήθη μία κατάστασις ἔκνομος καὶ πολὺ δυσάρεστος. Καὶ ἐγὼ ἐπανελθὼν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου ἔσπευσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ κάμω τὰς δεούσας παραστάσεις, ἔμαθον δὲ, ὅτι ἀληθῶς ἐστάλησαν διαταγαί, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη ἀνῃρέθη, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὁ νέος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλογερόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§24Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντολῇ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Συνεκλήθη ἡ ἐπιτροπή;
§26Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦσθε παρόντες χθὲς κατὰ τὴν συνεδρίασιν, ἠθέλετε ἀκούσει, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἐκάλεσε δύο ἐπιτροπὰς, τὴν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, νὰ συνέλθωσι πάραυτα. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Συνήλθομεν ἅμα τῇ λύσει τῆς συνεδριάσεως, εὑρέθημεν ἐν ἀπαρτίᾳ, προέβημεν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας ἡμῶν, καὶ μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν σκέψεών μας ἀνετέθη εἰς ἐμὲ ἡ σύνταξις τοῦ σχεδίου· τὴν ἐντολὴν δὲ ταύτην ἐξετέλεσα ἄνευ ἀναβολῆς. Ἡ νέα συνεδρία ἡμῶν ὡρίσθη διὰ τὴν σήμερον, 3ην μ.μ., συνήλθομεν δὲ πάλιν, παρόντος καὶ τοῦ ἐκ τῆς μειονοψηφίας συναδέλφου ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Μανέτα, καὶ τὸ σχέδιον ἀνακοινωθὲν ἐνεκρίθη· λαμβάνω δὲ τὴν τιμὴν νὰ τὸ καταθέσω νῦν.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδὲν ὑπάρχει κώλυμα, ἐὰν ὑπάρχωσι Βουλευταὶ ἄλλοι, ἔχοντες ἀλλοίαν γνώμην, νὰ συντάξουν ἄλλην ἔκθεσιν.
§28Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν, βεβαιότατα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Καλογεροπούλου, εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαιτήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὑποβληθὲν σχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 73).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ροῦφος ἔχει τὸν λόγον.
§31Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, ἅτινα παρωράθησαν τελείως, ὡς μὴ ὤφελεν, ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Καὶ πρῶτον περὶ τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας. Τὰ κτήματα τῶν πολιτῶν εἰσιν ἐκτεθειμένα τελείως, ἄνευ οὐδεμιᾶς προστασίας, διότι ἡ πρὸς φύλαξιν αὐτῶν στρατιωτικὴ δύναμις εἶναι ἀνεπαρκής· παρακαλῶ δὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια ταχέως. Δεύτερον περὶ τῶν ἱπποσιδηροδρόμων. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς μεταξὺ τοῦ δήμου Πατρέων καὶ τῆς ἑταιρείας τῆς ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν ἱπποσιδηροδρόμων συμβάσεως παρεμβάλλει προσκόμματα ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας, διατὶ δὲν λαμβάνεται ὁριστικὴ ἀπόφασις, ἢ ποῖον ὑπάρχει ἐμπόδιον εἰς τὸ νὰ ληφθῇ τοιαύτη. Τρίτον περὶ τοῦ ἀεριόφωτος τῶν Πατρῶν. Ἡ ἀναλαβοῦσα τὸ ἀεριόφως ἑταιρεία ὑποχρεοῦται νὰ κατασκευάσῃ νέον ἐργοστάσιον, ὑπεχρεώθη δὲ ὁ δῆμος νὰ ἐπιτύχῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἄδειαν ἐλευθέρας εἰσαγωγῆς τῶν ἀναγκαιούντων ὑλικῶν καὶ ἐργαλείων. Παρακαλῶ νὰ δοθῶσι πληροφορίαι, διατὶ δὲν ἐκδίδεται τὸ σχετικὸν διάταγμα. Τέταρτον, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ μέριμνα σύντονος διὰ τὸ τελωνεῖον Πατρῶν, διότι ἡ δευτερεύουσα πόλις τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται ἄνευ τελωνείου, εἶναι δὲ ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ οἰκοδομηθῇ τελωνεῖον ἐπαρκὲς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου. Σὺν τούτοις ὑποβάλλω τὴν εὐχὴν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, προκειμένου περὶ τοῦ λιμένος. Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη νὰ κατασκευασθῇ καὶ ἕτερος βραχίων τοῦ λιμένος ἀρκτικῶς, πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ μέρους τούτου ἀπὸ τοῦ Βορρᾶ καὶ εὔρυνσιν τοῦ λιμένος διὰ τῆς σχηματιζομένης δευτέρας λεκάνης. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέρριψε, καὶ τοῦτο ἐπὶ ζημίᾳ προφανεῖ τῶν συμφερόντων τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος διατάξῃ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων τούτων, ἐπανορθῶν τὸ προσγινόμενον ἀδίκημα.
§32Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν περιωρίσθη νὰ ἀκυρώσῃ μόνον τὴν ἀπόφασιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νὰ κατασκευασθῇ ὁ ἀρκτικὸς βραχίων τοῦ λιμένος, ἀλλ’ ὑποκατέστησεν εἰς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἰδίαν του γνώμην, τοῦ νὰ κατασκευασθῶσι κατὰ προτίμησιν τὰ κρηπιδώματα μεταξὺ τῶν μώλων Ἁγίου Νικολάου καὶ Καλαβρύτων. Ἐξανέστη, καὶ δικαίως, ἡ πόλις τῶν Πατρῶν, καὶ διότι ἡ κατασκευὴ τῶν κρηπιδωμάτων εἶναι ἔργον ἀμφιβόλου χρησιμότητος, καὶ διότι θὰ στοιχίσῃ ὑπὲρ τὰ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν, θ’ ἀπαιτήσῃ δὲ χρόνον ὑπὲρ τὰ 3 ἔτη, καὶ διότι κατεπείγουσα πρὸς ἀποτροπὴν δυστυχημάτων εἰς τὴν ναυτιλίαν εἶναι ἡ κατασκευὴ τοῦ ἀρκτικοῦ βραχίονος, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ δαπανηθῶσιν ὄχι περισσότεραι τῶν 160,000 δραχμῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, διατὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προέβη εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον· διὰ τοῦτο δὲ θὰ παρακαλέσω τὸν νῦν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ αὔριον, εἰ δυνατόν, νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα ἴδωμεν, ποῦ στηριζόμενος ὁ πρώην Ὑπουργὸς δὲν περιωρίσθη εἰς τὴν μὴ ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὑποκατέστησεν εἰς τὴν γνώμην αὐτῆς ἄλλην γνώμην, προφανῶς ἀντιστρατευομένην εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§34Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ ἦτο πρόωρον νὰ ποιήσωμαι ἐπερώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω μίαν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον καὶ εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ καρποφορήσῃ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀτυχημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκεν ὁ ἀτυχὴς πόλεμος γενικώτερον εἰς ἅπασαν τὴν ἐπικράτειαν, μερικαὶ ἐπαρχίαι, ὡς ὁ Τύρναβος, τὰ Τρίκκαλα, ἡ Καλαμπάκα, ὑπέστησαν καὶ ἄλλο δυστύχημα, τὸ νὰ ἔχουν κτήματα κείμενα ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς, ἥτις μετεβλήθη, ὡς εἶναι γνωστὸν ὑμῖν. Ἡ μεταβολὴ ἔβλαψε τὰ συμφέροντα πολλῶν κατόχων κτημάτων, οἵτινες εἶδον νὰ μείνῃ εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν μέρος τῶν κτημάτων αὐτῶν, τῶν ὁποίων ἡ νομὴ καὶ ἡ καλλιέργεια μεγίστην ἔχει σημασίαν, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι καὶ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπιβάλλουσι νὰ μὴ στερῶμεν αὐτὸ τὸν καρπὸν τῶν κτημάτων τούτων, ἀλλὰ καὶ οἱ κτηματίαι ζημιοῦνται. Ἡ συνθήκη προὐνόησε περὶ τούτου καὶ περιέχει ἄρθρον σχετικόν, ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι καὶ πρὸ τούτου, ἅμα ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη, εἶχον ὑποβάλει ὑπόμνημα, παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ. Μέριμνα ἐλήφθη τόσον μόνον, ὥστε νὰ περιληφθῇ τὸ ἄρθρον εἰς τὴν συνθήκην, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα οὐδὲν ἐγένετο, ἐξασφαλίζον τοὺς ἰδιοκτήτας. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐπανειλημμένως προσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ εἰς ἀποτέλεσμα δὲν ἔφθασα. Αἱ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαί, αἱ παρὰ τὴν μεθόριον γραμμήν, ἔδειξαν προθυμίαν πολὺ μεγαλειτέραν τῆς τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν. Νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι τοῦτο προήρχετο ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως τῶν ὑπαλλήλων ἢ ἐξ ἐντολῆς τῆς Κυβερνήσεώς των ἐκ Κωνσταντινουπόλεως; Οὐδὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω. Ὅ,τι ὅμως γινώσκω εἶναι, ὅτι οἱ Ἕλληνες, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα ἔμειναν εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, εὑρίσκουσιν εὐκολίας μεγάλας παρὰ τῇ Ὀθωμανικῇ Κυβερνήσει, τὰς μεγίστας δὲ τῶν δυσχερειῶν παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ. Τὸ τοιοῦτον, ὅσον καὶ ἂν τὸ ὑποθέσητε ἀδύνατον, εἶναι ὅμως ἀληθές. Κυρίως τὰ κτήματα ταῦτά εἰσι βοσκαί, ἐπειδὴ δὲ τὰ κτήματα τὰ εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν κατέχουσι τὸ ὑψηλότερον μέρος, ταῦτα χρησιμεύουσιν ὡς βοσκαὶ κατὰ τὸ θέρος, τὰ δὲ ἐναπομείναντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν ταῖς ὑπωρείαις τῶν ὀρέων, χρησιμεύουσιν ὡς βοσκαὶ κατὰ τὸ φθινόπωρον καὶ τὸν χειμῶνα. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἔχωσιν εὐκολίαν οἱ ἰδιοκτῆται, ἵνα μεταφέρωσι τὰ ποίμνιά των τὸ ταχύτερον ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους εἰς τὸ ἄλλο ἄνευ τῶν διατυπώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῆς ἐπικρατείας. Δυστυχῶς αἱ ἀρχαὶ ἐδείχθησαν λίαν δύσκολοι· φέρω δὲ παράδειγμα πρόχειρον, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας. Εἷς ἐκ τῶν μεγάλων γεωκτημόνων, ὅστις ἔχει βοσκὴν μεγάλης ἐκτάσεως, εἶχεν ἐξαγάγει τὸ ποίμνιόν του εἰς τὸ μέρος τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὸ Ὀθωμανικόν, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε δηλώσει εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀρχὰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ζώων του κατὰ τὸν Ὀκτώβριον. Τελευτῶντος τοῦ Φεβρουαρίου ἠθέλησε νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ποίμνιόν του,—καὶ μὲ συγχωρεῖτε ὅτι εἰσέρχομαι εἰς τοιαύτας λεπτομερείας—διότι ὁ χειμὼν κατ’ ἀρχὰς ἦτο λίαν ἤπιος, καὶ ἐφ’ ὅσον ἠδύναντο οἱ ἰδιοκτῆται ν’ ἀφήσωσιν ἄθικτον τὸ μέρος τῶν λιβαδίων, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν μέρος, τὸ ἔπραττον· ἀλλ’ ὅταν ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ ταῦτα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, κατεσχέθησαν ὡς λαθραίως εἰσαγόμενα. Ἐγένετο διαμαρτύρησις, τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως μέχρι σήμερον δὲν ἔλυσε τὸ ζήτημα...
§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ ποῖον τελωνεῖον;
§36ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τῶν Δύο Δένδρων... Ἐὰν μείνῃ τὸ ζήτημα ἄλυτον, διατρέχομεν ἕνα ἄλλον κίνδυνον, νὰ εὑρεθῶσι τὰ ποίμνια ταῦτα εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, καθ’ ἣν ἐποχὴν γίνεται ἡ δήλωσις διὰ τὸν ποιμενικὸν φόρον, καὶ οὕτω θὰ πληρώνουν ἕνα φόρον εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν καὶ ἕτερον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὑποβαλλόμενα συγχρόνως καὶ εἰς φόρον εἰσαγωγῆς. Ὥστε νομίζω ὅτι ὡρισμένως πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὰ κτήματα ταῦτα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀξίας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πρὶν ἐπέλθῃ ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν ὑποχρεοῦνται ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ εἰς πληρωμὴν τοῦ ποιμενικοῦ φόρου, νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν λύσιν. Ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου εἶναι εἰς γνῶσιν πασῶν τῶν σχέσεων, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὴν τοιαύτην περίστασιν, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ λύσις τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὰς ἐκεῖ παραμεθορίους στρατιωτικὰς ἀρχὰς ν’ ἀφήσωσι τὰς παλαιὰς ἕξεις. Τὰς ἕξεις ταύτας ἐπολέμησα διὰ πάσης δυνάμεως· ἦτο ἓν ἐκ τῶν κυρίων ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον, εἰσελθὼν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ μυρίας συστάσεις ἐποιησάμην εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς· εὐτυχῶς δὲ αἱ συστάσεις μου αὗται εἶχον φέρει ἀποτέλεσμα, καὶ οἱ κάτοικοι εἶχον ἀπαλλαγῆ ἐντελῶς. Τὸ πρᾶγμα ἦτο εὔκολον, καὶ ἐξηρτᾶτο μόνον ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ποῖα μέτρα τότε ἐλήφθησαν, διότι εἶναι γνωστὸν, πῶς οἱ μεθόριοι σταθμοὶ πορίζονται τὸ ἀναγκαιοῦν αὐτοῖς κρέας. Ταῦτα δύναται νὰ πληροφορηθῇ ὁ ἴδιος. Ἀλλ’ ὑπάρχει διάταξις, δὲν γνωρίζω πῶς ἰσχύσασα, ἡ ὁποία ὑπῆρξε μέσον πιέσεως τῶν ποιμένων. Ὑπάρχει διάταξις, λόγῳ ἀσφαλείας τῆς χώρας, λόγῳ ὑγειονομικῆς ἐπιτηρήσεως ἢ λόγῳ προλήψεως λαθρεμπορίου, καθ’ ἣν ζώνη 400 μέτρων, διήκουσα καθ’ ὅλην τὴν μεθόριον γραμμὴν ἀπὸ θαλάσσης εἰς θάλασσαν, ἀπὸ τοῦ Θερμαϊκοῦ κόλπου ἀρχομένη καὶ καταλήγουσα εἰς τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον, δὲν εἶναι ἐλευθέρα πρὸς βόσκησιν. Περιορίζομαι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Τὸ μῆκος τῆς γραμμῆς κατὰ ταύτην ὑπερβαίνει τὰ 250 χιλιόμετρα. Ἡ καθ’ ἅπαν τὸ μῆκος τοῦτο καὶ πλάτους 500 μέτρων γραμμὴ ἀποτελεῖ ἔκτασιν 125 χιλιάδων στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν πρόσοδον ἔχουσι. Φαντάσθητε τὴν μικρὰν Ἑλλάδα σμικρυνομένην ἀκόμη ὑπὸ τῆς αὐθαιρέτου ταύτης διατάξεως. Τὸ τοιοῦτον εἶχε καὶ ἄλλας συνεπείας, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν μὲ τὸ μέτρον ἀνὰ χεῖρας νὰ προσδιορίζηται ἡ ἀπηγορευμένη ἔκτασις, καὶ πολλάκις ἔφθαναν εἰς 1500–2000 μέτρα. Ἡ τότε Κυβέρνησις ἐξέδωκε διαταγὴν, αἴρουσαν τὴν παράνομον ἐκείνην διάταξιν, καὶ ἥτις ἴσχυσε μέχρι τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ μετὰ τὸν πόλεμον ἐνόμισαν ἀρχαί τινες στρατιωτικαί, ὅτι δύνανται νὰ ἐπαναφέρωσι τὴν διάταξιν ταύτην ἐν ἰσχύϊ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς τὴν διαταγὴν, διὰ τῆς ὁποίας αἴρεται ἡ παράνομος ἀπαγόρευσις, ἵνα μὴ βλέπωσιν οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι ἄνθρωποι καταδικαζόμενα τὰ κτήματά των εἰς ἀχρηστίαν.
§37Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἓν ἐκ τῶν πρώτων ἀντικειμένων, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, εἶναι ἡ κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ μετὰ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας σχέσεις ἡμῶν πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεων, τῶν ὁποίων ἡ διαπραγμάτευσις ἐξακολουθεῖ ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος, τὸ δὲ ἔθνος εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν γινομένων. Ὁ Ἑλληνισμὸς πάσχει, τὰ δὲ δικαιώματά του καταπατοῦνται. Ὑπήκοοι Ἕλληνες ἀναγκάζονται νὰ μεταβάλλωσιν ἐθνικότητα, τὸ δὲ ἔθνος, ἕνεκα τῆς παρεμπεσούσης ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, διατελεῖ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ. Παρακαλῶ, εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πληροφορίας, εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσιν ἐκκρεμεῖς, πρὸς συνομολόγησιν συνθηκῶν καὶ συμβάσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἐπιτρόπων τοῦ Κράτους ἐν Κωνσταντινουπόλει, εἰς οὓς ἀνετέθησαν αἱ διαπραγματεύσεις, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας· προσέτι δὲ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν χορηγιῶν καὶ ἀποζημιώσεων, αἵτινες ἐδόθησαν εἰς αὐτούς.
§39Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου τοῦ «Ἐθνικοῦ Στόλου», εἰς τὸ ὁποῖον ἐπ’ ἐσχάτων συνέβησαν ἔκτροπα, διότι ὁ ταμίας αὐτοῦ ἐγένετο ἄφαντος πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν μετὰ χρημάτων τοῦ ταμείου αὐτοῦ, ὁ δὲ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς οὐδὲν μέτρον ἔλαβε πρὸς σύλληψιν τοῦ ἀποδράντος ταμίου καὶ εὕρεσιν τῆς κλαπείσης περιουσίας τοῦ «Ἐθνικοῦ Στόλου».
§40Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ προσαγάγῃ τὴν δικογραφίαν τὴν ἀφορῶσαν τὸν ἐπὶ κλοπῇ κλπ. κατηγορηθέντα καὶ ἀθωωθέντα Δ. Ράπαν, τὴν ὑπάρχουσαν εἰς τὸ διαρκὲς Ναυτοδικεῖον Πειραιῶς. Τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον, τὸν σχετιζόμενον μὲ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν τοῦ Δ. Ράπα καὶ ἀφορῶντα εἰς τὸ ἀγαλμάτιον «Κασσιόπη». Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ τὴν διαδικασίαν τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, καὶ ἀντίγραφον τῆς πράξεως, διότι θ’ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ διοίκησις καὶ ἡ δικαιοσύνη εἶναι ὑπὸ ἀμφίβολον κατάστασιν. Ἀπὸ τὴν παροῦσαν δὲ Κυβέρνησιν ἐλπίζω πολλὰ νὰ διορθωθῶσι, καὶ πρὸ πάντων τὰ σπουδαιότερα ἀντικείμενα, ἤτοι ὅτι θὰ ἐκτελῶνται οἱ νόμοι καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων.
§41ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ, ὅπως ἐγγράφως ὑποβάλλωνται αἱ ἐπερωτήσεις.
§42Ν. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήθησαν κατόπιν τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ περὶ τῶν ὁποίων θὰ γείνῃ μακρὸς λόγος ἐν δέοντι, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ λάβῃ ταχυτάτην πρόνοιαν περὶ τῆς δυστυχοῦς πόλεως Βελεστίνου. Τὸ Βελεστῖνον, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὐτοῦ ἡ σημερινή, μετ’ ὀλίγον χρόνον δὲν θὰ ὑφίσταται. Ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν κατοίκων αὐτοῦ, ἐπὶ πληθυσμοῦ δύο χιλιάδων ἀπεβίωσαν μέχρι σήμερον ἐκ νοσημάτων μολυσματικῶν τετρακόσιοι, κατ’ ἐπίσημον πίνακα τοῦ δημάρχου. Πλεῖστα τηλεγραφήματα διεβιβάσθησαν περὶ τῆς οἰκτρᾶς ταύτης καταστάσεως πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν καὶ πλεῖστα ὅσα ἐγράφησαν καὶ ἐν τῷ τύπῳ, ἐν τούτοις οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη περὶ τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἐξ ἰατρῶν, ἥτις νὰ φροντίσῃ περὶ ἀπολυμάνσεως τῆς πόλεως, διότι ἀκόμη ὑφίστανται ῥάκη εἰς ὅλα τὰ ἐρείπια τῆς πόλεως, μεταδίδοντα μολυσματικὰς νόσους. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως ἀποσταλῶσι σκηναί, διότι οἱ ἄνθρωποι μένουσιν ἐντὸς τρωγλῶν ἐν παραπήγματι ἐκ τεσσάρων μέτρων μένουσι δέκα κάτοικοι! Πολὺ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ σύντονος πρόνοια περὶ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων.
§43ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς ἐκθέσεις τὰς ἀφορώσας τὰ σεισμόπληκτα μέρη τῆς Κυπαρισσίας καὶ Ἐράνης, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μένουσιν εἰσέτι ἐν ὑπαίθρῳ. Ἀτυχῶς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἐν πολυασχόλῳ θέσει εὑρισκομένη τότε, ἀπέστειλεν ἐπιτροπὴν ἐκ κατωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἑνὸς ὑπαξιωματικοῦ τοῦ μηχανικοῦ, ἥτις ἐλλιπῶς ἐξετέλεσε τὸ ἑαυτῆς καθῆκον. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων εἶναι οἰκτρά, ὅτι πλέον τῶν 150 οἰκογενειῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ καὶ τοῖς περιχώροις καὶ ἐν Ἐράνῃ καὶ τοῖς περιχώροις εὑρίσκονται ἐν ὑπαίθρῳ, καὶ αἱ νόσοι καταβιβρώσκουσιν αὐτούς. Παρακαλῶ λοιπόν, ὅπως ἐκ τῶν ἐπειγόντων μέτρων θεωρηθῇ καὶ τοῦτο, διότι ἄλλως κινδυνεύουσι ν’ ἀπολεσθῶσιν οἱ δυστυχεῖς αὐτοί, οἱ ὁποῖοι οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις ἔπαθον ἀπὸ σεισμικὰς δονήσεις, καὶ προχθὲς ἔτι ἐπανελήφθησαν τοιαῦται, ὅπερ ἤρκεσε νὰ ἐμπνεύσῃ τὸν πανικὸν εἰς τοὺς κατοίκους τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν μερῶν. Καὶ ἔργον δὲ φιλανθρωπίας θὰ ἐπιτελέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, λαμβάνων πρόνοιαν περὶ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν καὶ ἀποστέλλων καὶ ἄλλην ξυλείαν καὶ σκηνάς, διότι αἱ ὀλίγαι σκηναί, αἱ ὁποῖαι ἐστάλησαν ἐκεῖ, ὑπῆρξαν ὅλως ἀνεπαρκεῖς.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταλόγων τῶν ἐνόρκων διὰ τὸ ἔτος 1899 διὰ τὰ Κακουργιοδικεῖα Λαρίσης, Τρικκάλων, Βόλου καὶ Καρδίτσης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§45ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πρὸς συγκρότησιν τοῦ δωδεκαμελοῦς τῶν ὁρκωτῶν Δικαστηρίου διὰ τὸ ἔτος 1899 ἐν τοῖς νομοῖς Λαρίσης καὶ Τρικκάλων ἰσχύουσι διὰ τὰ ἐν Λαρίσῃ καὶ Βόλῳ Κακουργιοδικεῖα οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου ΒΚΗʹ τῆς 20 Ἰουλίου 1892 ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Συμβουλίων κηρυχθέντες κατὰ τὸ 1896 ὁριστικοὶ κατάλογοι διὰ τὸ ἔτος 1897, διὰ δὲ τὸ Κακουργιοδικεῖον Τρικκάλων οἱ διὰ τὸ 1896, καὶ διὰ τὸ Κακουργιοδικεῖον Καρδίτσης οἱ διὰ τὸ ἔτος 1895.»
§46Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Διὰ τὸ Κακουργιοδικεῖον Λαρίσης κηρύσσονται ἐν ἰσχύϊ διὰ τὸ ἔτος 1899 οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου ΒΚΗʹ τῆς 20 Ἰουλίου 1892 κατὰ τὸ 1896 συνταχθέντες κατάλογοι, οἵτινες ἔμελλον νὰ ἰσχύσωσι διὰ τὸ 1897. Ἀλλὰ τοιοῦτοι κατάλογοι δὲν ὑφίστανται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Πρωτοδικείου Λαρίσης, ὡς καταστραφέντες ἐκ τῆς εἰσβολῆς τοῦ ἐχθροῦ.
§47Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης βεβαιοῖ, ὅτι ὑπάρχουν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς πληροφορίας ταύτης τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον.
§48Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Σφάλλεται ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν.
§49Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον ΒΚΗʹ, διὰ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐκδίδεται καθ’ ἕκαστον ἔτος, ὁρίζεται ἡ ἕδρα καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν Κακουργιοδικείων. Διάταγμα διὰ τὰ Κακουργιοδικεῖα Θεσσαλίας δὲν ἐξεδόθη διὰ τὸ 1898, διότι δὲν ὑπῆρχον κατάλογοι. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπιτρέπεται διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου, νὰ ὁρισθῇ ἡ ἕδρα τοῦ Κακουργιοδικείου, διότι ἄλλως ἄνευ καταλόγου δὲν θὰ ἔχωμεν Κακουργιοδικεῖον.
§50Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης, ἂν ὑπάρχωσι κατάλογοι, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι ἐκ τῶν περισωθέντων καταλόγων ἐνόρκων ὑπάρχουσιν ἐν τῷ γραφείῳ του οἱ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Συμβουλίων κηρυχθέντες ὁριστικοὶ τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης διὰ τὰ ἔτη 1896 καὶ 1897.
§51Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δύνασθε νὰ ἐρωτήσητε τηλεγραφικῶς τὸν Εἰσαγγελέα Λαρίσης, καὶ νὰ μᾶς εἴπητε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§52Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνομίζετο ὅτι εἶχον ἀπολεσθῆ οἱ κατάλογοι, διότι ὁ Γραμματεὺς τῶν Πρωτοδικῶν ἐρευνήσας δὲν ἠδυνήθη νὰ τοὺς εὕρῃ. Κατόπιν ὅμως ἐπιμελεστέρας ἐρεύνης τοὺς ἀνεῦρε.
§53Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἤδη, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν παρατήρησιν τοῦ κ. Καραστεργίου, καὶ ἐγὼ πρὶν ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον ἐζήτησα πληροφορίας, ἡ δὲ ὑπηρεσία μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι ὑπάρχουν διατάγματα διὰ τὰ Κακουργιοδικεῖα Λαρίσης καὶ Τρικάλων ἐκδεδομένα, καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἄλλων διαταγμάτων. Ἐπειδὴ δ’ ἔχομεν ἀνάγκην Κακουργιοδικείου ἐν Καρδίτσῃ, προυκάλεσα σήμερον τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος περὶ συστάσεως τοιούτου, καὶ ἐπέσπευσα τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου, ὥστε νὰ δοθῇ καιρὸς νὰ μείνωσιν αἱ ἀπαιτούμεναι προθεσμίαι ἀκέραιαι καὶ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συστήσωμεν Κακουργιοδικεῖον καὶ ἐν Καρδίτσῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τό σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ.)