1899.03.30
1,108 rows · 8,254 words · 104 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
Τῆς 30 Μαρτίου 1899.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ προσωρινοῦ Προέδρου κ. Ε. Τσαρλαμπᾶ).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 25′ π. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Ἄρτης, διαβιβάζοντος τὰ παράπονα τῶν κατοίκων ὅλης τῆς πόλεως διὰ τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ Ἀρχηγείου στρατοῦ ἐξ Ἄρτης εἰς Μεσολόγγιον.
§2Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον ὅμοιον τηλεγράφημα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν...
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν κατηρτίσθη ἀκόμη ἡ Βουλή.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα Γ. Μάνθου, διαμαρτυρομένου, ὅτι κακῶς καταλέγεται μεταξὺ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῶν φερομένων ὡς ἐγκαταλιπόντων τὴν θέσιν των καὶ μεταβάντων εἰς Καλάβρυτα χάριν τῆς ἐκλογῆς, καθόσον ἀπελύθη τῆς δημοσίας θέσεως διὰ διατάγματος ἀπὸ 5 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., δημοσιευθέντος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 6 φύλλῳ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων;
§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλος τις νὰ ὁμιλήσῃ, θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§7ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἠκολούθησα, Κύριοι, τὰς ἐνώπιον τοῦ τμήματος συζητήσεις τακτικῶς καὶ μετὰ προσοχῆς, ἐμελέτησα τὴν ἔκθεσιν καὶ ἤκουσα τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας ἐνταῦθα συζητήσεις. Ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὡς δικαστής, μὴ ἐπηρεαζόμενος ὑπὸ οὐδεμιᾶς πολιτικῆς σκέψεως, ὅπως ὁλόκληρον τὸ Σῶμα πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζω τὸ προϊὸν τῶν σκέψεων καὶ τῆς ἀποφάσεώς μου. Προκειμένου, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ προκειμένη ἐκλογὴ ᾖναι προϊὸν ὄχι εἰλικρινοῦς ἐκφράσεως τοῦ λαοῦ ἢ ἐπηρεάσθη ὅπως δήποτε ὑπὸ διαφόρων ἐξωτερικῶν περιστάσεων, συγχωρήσατέ μοι νὰ διαιρέσω τὴν ἐκλογὴν εἰς δύο ἴσα μέρη. Πρὶν ἢ ἀναπτύξω καὶ ἐξετάσω τὰ ἐκτεθέντα ὡς πρὸς τὴν ἐπίδρασιν τὴν κυβερνητικὴν, ὀφείλω νὰ ἐξαιρέσω ἀπὸ τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν κατὰ πρῶτον λόγον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν Ἀλέξανδρον Ζαΐμην, διὰ τὸν ὁποῖον φρονῶ, ὅτι οὐδεμία ἐπίδρασις ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ τῶν Καλαβρύτων. Ὁ κ. Ἀλέξ. Ζαΐμης, ἀνήκων εἰς μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ οἰκογένειαν τῶν Καλαβρύτων, κληρονόμος τῆς μακρᾶς πολιτείας τοῦ ἀειμνήστου πατρός του Θρασυβούλου Ζαΐμη, δὲν εἶχεν ἀνάγκην κυβερνητικῶν παροχῶν, ὅπως ἐπιτύχῃ τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν του. Ἤθελον ἐξυβρίσει τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ συζητήσω ἀντικείμενον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον προσβάλλει, κατ’ ἐμὲ, τὸ φρόνημα καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Ἐπίσης διὰ τὸν ἰατρὸν Θεόδωρον Ζαΐμην δὲν πείθομαι ὅτι ὅπως δήποτε ἐπηρεάσθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς· ὁ Θεόδωρος Ζαΐμης, διακρινόμενος διὰ τὴν ἐπιστημονικήν του ἐκπαίδευσιν καὶ ἱκανότητα, διὰ τὴν μεγάλην φιλανθρωπίαν του, ἀπολαμβάνει ὄχι μόνον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαβρύτων γενικῶν συμπαθειῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου. Ὡς γείτων τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τὴν ἐπιρροὴν, τῆς ὁποίας ἀπολαμβάνει ὁ κ. Θεόδωρος Ζαΐμης, καὶ ἑπομένως δὲν παραδέχομαι ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀλλοιώσῃ ὅ,τι δήποτε τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων Καλαβρύτων ὡς πρὸς αὐτόν. Λυποῦμαι, ὅτι διὰ τοὺς δύο ἄλλους Βουλευτὰς Καλαβρύτων δὲν δύναμαι νὰ φθάσω εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα...
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Παναγιώτης Ζαΐμης δὲν εἶναι καὶ αὐτὸς υἱὸς τοῦ Θρασυβούλου Ζαΐμη;
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι υἱός του, ἀλλὰ δὲν εἶναι διάδοχος τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ οἰκογένεια παρέδωκεν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ἀλεξάνδρου Ζαΐμη. Ὁ Παναγιωτάκης Ζαΐμης, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἀπολαμβάνει τῆς ἐπιρροῆς, τῆς ὁποίας ἀπολαμβάνει ὁ ἀδελφός του. Ὁ Παναγιωτάκης Ζαΐμης ἀπ’ ἀρχῆς ἐπεδόθη εἰς τὸ στρατιωτικὸν στάδιον; εἰς τὸ ὁποῖον ἀνετράφη καὶ ἀνεδείχθη, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον τιμᾷ τὴν ἐπαρχίαν του· ὡς τοιοῦτον τὸν ἐκτιμᾷ ἡ ἐπαρχία του, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐπειδὴ μία οἰκογένεια ἔχει ἐπιρροὴν καὶ ὑπόληψιν καὶ ἐπιφανῆ θέσιν ἐν μιᾷ ἐπαρχίᾳ, πρέπει ὅλα τὰ μέλη αὐτῆς νὰ κληρονομήσωσιν ἐξ ἴσου τὴν θέσιν αὐτῆς, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, οἱ ἔχοντες κεκτημένα δικαιώματα, πρέπει ν’ ἀποτύχωσιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κ. Πρόεδρε, τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1895. Τότε, ἐνῷ τὸ ῥεῦμα τὸ ἐκλογικὸν ἦτο ὅλως διόλου οὔριον ὑπὲρ τοῦ συνδυασμοῦ Ζαΐμη, μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἠδυνήθη νὰ σώσῃ ὁλόκληρον τὸν συνδυασμόν, καὶ ὁ κ. Λεων. Πετιμεζᾶς ἐπέτυχε νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων· πολὺ ὀλιγώτερον εὔκολον, νομίζω, ἦτο ἐφέτος, νὰ ἐξέλθῃ ὁλόκληρος ὁ συνδυασμὸς Ζαΐμη ἄνευ οἱασδήποτε ἐπιδράσεως ἐξωτερικῆς. Σᾶς ἐρωτῶ, τίνες συνδυασμοὶ καὶ πόσοι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ὅλων ἐξῆλθον ὁλόκληροι, ἀμιγεῖς, ἄτρωτοι; Ἀπαντήσατέ μοι. Τὸ πνεῦμα τῶν ἐπαρχιῶν ἐφέτος ἦτο ὅλως διάφορον, ἦτο ἐκλεκτικόν· ὅλοι οἱ ἐκλογεῖς προσεπάθουν νὰ ἀνεύρωσι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον, ὅτι θὰ δικαιώσουν τὴν ἐκλογήν των. Λοιπὸν δὲν πείθομαι, ὅτι διὰ τοὺς ἄλλους δύο ἤθελεν ἐπέλθει τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε. Καὶ ὡς πρὸς τὰς κυβερνητικὰς μεταβολὰς τῶν ὑπαλλήλων, ἔχω παραδείγματα εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, τὰ ὁποῖα μὲ πείθουν, ὅτι ἐπιδρῶσιν αἱ τοιαῦται μεταβολαὶ σπουδαίως ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν ἐκλογέων. Εἰς ἕνα δῆμον ὁ δήμαρχος ἀνέκαθεν ἦτο πατρικὸς φίλος τοῦ κ. Ρούφου· ἡ οἰκογένεια Ρούφου συνεδέετο στενότατα μετὰ τῆς οἰκογενείας ἐκείνης...
§10ΧΟΪΔΑΣ. Ποῖος δήμαρχος;
§11ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ δήμαρχος Ἐρινεοῦ.
§12Ι. ΡΟΥΦΟΣ. Ἀνῆκεν εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ μετεθέσατε τὸν ὑποταμίαν εἰς Ἀθήνας, διωρίσατε τὸν ἀδελφόν του εἰρηνοδίκην, ὅπως καὶ τὸν ἄλλον εἰς τό... (Θόρυβος).
§13ΧΟΪΔΑΣ. .. (Θόρυβος).
§14ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφήνω τὸ ζήτημα, διότι παρατηρῶ, ὅτι προκαλεῖ ἀντεγκλήσεις προσωπικάς. Προκειμένου λοιπὸν νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, περιορίζομαι νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ἐκτεθέντα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς προσωπικὰς μεταβολὰς, τὰς μεταθέσεις ἀστυνόμων κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, ὡς τοῦτο ἔλαβε χώραν καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, ταῦτα πάντα, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἦσαν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καίτοι εὑρισκομένου εἰς τὸν συνδυασμόν, διότι δὲν ἐφρόντιζε περὶ ἐνισχύσεώς του ἐκλογικῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ τροποποιηθῇ ἡ πρότασις τοῦ τμήματος, ἤτοι νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ἕνα ἕκαστον χωριστά· ἐγὼ δὲ συμφωνῶ νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τοὺς Ἀλέξανδρον Ζαΐμην καὶ Θεόδωρον Ζαΐμην, νὰ ἀκυρωθῇ δὲ διὰ τοὺς δύο ἄλλους.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§16Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐχὶ τόσον ἵνα πείσω τὴν Βουλήν, ὅσον ἵνα δικαιολογήσω τὴν ἐν τῷ τμήματι ψῆφόν μου, ἀναγκάζομαι νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις κατὰ τῆς προκειμένης ἐκλογῆς. Ἀγορεύω, οὐδαμῶς ἐνδιαφερόμενος περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, ἐξ οὗ ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι, οὐδὲν ἔχω νὰ κερδήσω ἢ ν’ ἀπολέσω. Ἀγορεύω ἐκ συστήματος. Εὐτυχῶς, ὁσάκις παρεκάθησα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ,— εἶναι δὲ αὕτη ἡ ἕκτη φορὰ — παρεκάθησα οὐχὶ δυνάμει κυβερνητικῶν παροχῶν, διότι ἡ ὑποψηφιότης μου ἦτο πάντοτε ὑποψηφιότης ἀντιπολιτευομένου. Καὶ διὰ τοῦτο, ὁσάκις, προκειμένου περὶ ἐξελέγξεως ἐκλογῶν, εἶχον λάβει τὸν λόγον, συνέπεσε νὰ μέμφωμαι τὰς πράξεις τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, αἵτινες ἐζήτησαν ὁπωσδήποτε νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων. Διὰ μακρῶν ἀνεπτύχθησαν αἱ ἐνστάσεις καὶ ἀντενστάσεις καὶ ἐν τῷ τμήματι καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πολλὰ τῶν γενομένων ἄλλοτε, πολλαὶ τῶν παραβάσεων, τῶν γενομένων κατὰ παρελθούσας ἐκλογὰς, ἔπρεπε νὰ λείψωσι διὰ παντός. Τὸ ἔθνος ἤλπιζεν, ὅτι μετὰ τὰ τελευταῖα ἀτυχήματα, ὧν τὴν εὐθύνην δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμή, ἵνα ἐξετάσω τώρα, τοὐλάχιστον τὰς ἐξελέγξεις τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἀστραπηδὸν ἤθελε τὸ Κοινοβούλιον διεξαγάγει, διότι πάντες εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελον ἀνατείλει ὁρίζοντες ἀνέφελοι, ὅτι ἠθέλομεν λησμονήσει τὸ παρελθόν. Καὶ δικαίως ἴσως ἠλπίζοντο ταῦτα, διότι ταῦτα ἐπηγγέλλετο ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας μετὰ τηλικαύτας συμφοράς. Ἠκούομεν προγράμματα ἐπὶ προγραμμάτων καὶ συνεντεύξεις ἐπὶ συνεντεύξεων, καὶ ἀνεγινώσκομεν ἔν τινι ὑπομνήματι, ὑποβληθέντι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι «... οὐδ’ ἦν εὐχερὲς, οὐδ’ ἐθεωρήθη τὸ παράπαν ἐπίκαιρον νὰ περιλάβω ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ πάντα τὰ δέοντα γενέσθαι, πεποιθὼς ὅτι, ἐὰν δὲν βελτιώσωμεν πρῶτον τὴν διοίκησιν, ἐὰν δὲν θέσωμεν φραγμοὺς εἰς τὴν πλημμύραν τῶν προσωπικῶν ζητημάτων, δυσχερὴς ἀποβαίνει ἡ ἐπίτευξις τῶν τροποποιήσεων καὶ συμπληρώσεων ἐν τῇ νομοθεσίᾳ.» Ἤλπιζον οἱ ὀλιγώτερον πεπειραμένοι, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι ἤθελον πραγματοποιηθῆ κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τῶν ἐκλογέων, τουλάχιστον τῶν ἐκλογέων ἐκείνων, οἵτινες ἔμελλον νὰ στείλωσιν ἐνταῦθα τοὺς Πρωθυπουργοὺς καὶ τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλὰ παρ’ ἐλπίδα παριστάμεθα σήμερον ἀκροαταί, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, κρατοῦντος κόσκινον, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὰς χεῖρας, καὶ προσπαθοῦντος νὰ περάσῃ ὑπὸ τὰς ὀπὰς τοῦ κοσκίνου πάντας τοὺς διορισμούς, ὅπως μηδεὶς μείνῃ ὕπερθεν αὐτοῦ. Ἡ ἐντύπωσίς μου εἶναι, ὅτι πολλοὶ ἔμειναν ἐπὶ τοῦ κοσκίνου. Ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε, ἐν ἄλλῃ περιόδῳ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἠκυρώθησαν πανηγυρικῶς ἐκλογαὶ ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, διότι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, αἱ διεξαγαγοῦσαι τὰς ἐκλογάς, κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς τότε πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐποιήσαντο χρῆσιν μέσων τοιούτων, ἅτινα εἶχον ἐπηρεάσει τὴν βούλησιν τῶν ἐκλογέων. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐκλογῆς π. χ. τῆς Τροιζηνίας, ἣν μετὰ μακρὰν συζήτησιν ἡ Βουλὴ τοῦ 1885 ἠκύρωσεν. Ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ἀκυρώσεως ἦτο νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ὁ ἀληθὴς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ τῆς Τροιζηνίας, ὁ κ. Δουζίνας. Ἠκυρώθη δὲ ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη, διότι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς ἐνεφανίσθη πρὸ τοῦ Πόρου ὁ ἑλληνικὸς στόλος καὶ δικαίως ἠκυρώθη, διότι εἶχον ἐξέλθει ναῦται καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἐκ τῶν πλοίων, καὶ ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διότι 5 ἢ 6 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἤρξατο ἡ κατασκευή τινος ἐκεῖ λιμένος. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐκλογὴν Βάλτου, ὅτε πρώτην φορὰν εἶχον εὐτυχήσει νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, κατὰ τὸ 1881 ἔτος, καὶ ἐπὶ τῇ εὐγλώττῳ ἀγορεύσει τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ Λομβάρδου ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἠκυρώθη ἕνεκα κυρίως τῆς κατασκευῆς φρέατός τινος, δι’ ἰδιωτικῶν μάλιστα χρημάτων. Ἐὰν ἤθελον νὰ ἀναφέρω παραδείγματα ἄλλα ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, ἐδυνάμην ἐπὶ πολλὰς ὥρας νὰ ἔχω τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς ἄλλας ἐποχὰς καὶ εἰς ἄλλα Κράτη. Γνωρίζω ὅτι ἐν τῇ Γαλλίᾳ, τῇ αὐτοκρατορουμένῃ καὶ μοναρχικῇ, τῷ 1863 ἔτει, ἐνεργουμένων τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν περιφερείας τινός, ἡ ἐκεῖ ἀρχὴ προεκήρυξε τὰ ἐγκαίνια γεφύρας τινὸς καὶ διώρυγος, μὴ εἰσέτι ἀποπερατωθείσης, δι’ ἧς διωχετεύετο ὕδωρ εἴς τινα διαμερίσματα. Καὶ ἐτοιχοκολλήθησαν λοιπὸν προγράμματα μεγάλα ἐπὶ τῶν τοίχων τῶν μεγάλων οἰκιῶν, καὶ προσεκαλεῖτο ὁ λαός, ἵνα παραστῇ εἰς τὰ ἐγκαίνια. Καὶ διότι ἡ γέφυρα καὶ ἡ διῶρυξ δὲν εἶχεν ἀποτελεσθῆ, καὶ διότι τὸ τοιοῦτον ἐθεωρήθη ἐκλογικὸν τέχνασμα, ἐπιδρᾶσαν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς ἐκλογῆς, ἡ αὐτοκρατορουμένη καὶ μοναρχικὴ Γαλλία, ἧς τὰς ἐκλογὰς διηύθυνε τὸ ξίφος Ναπολέοντος τοῦ Γʹ, ἠκύρωσε διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέτρεξεν εἰς τὸ παρελθόν, ἵνα δικαιολογήσῃ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐκλογὴν Καλαβρύτων, ἤλπιζον, ὅτι αὐτὸς τουλάχιστον δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τοιαύτας συγκρίσεις. Ἐγὼ δὲν ἀνήκω, οὐδὲ ἀνῆκον εἰς τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, ἀλλ’ ὀφείλω ὅπως δήποτε νὰ σέβωμαι αὐτό. Τὸ παρελθὸν ὅμως, εἰς ὃ ἀνέτρεξεν, ἦν παρελθὸν τέλος πάντων κοινοβουλευτικωτάτης Κυβερνήσεως μέχρι τότε, μέχρι τῶν ἐκλογῶν. Ὁ δὲ διεξαγαγὼν τὰς ἐκλογὰς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἶχε δώσει οὐδὲ εἰς τὸν λαὸν οὐδὲ εἰς τὸ Στέμμα τὰς ὑποσχέσεις, ἃς ἔσπευσε νὰ δώσῃ ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Καὶ ἂν τέλος πάντων τότε συνέβαινον πράξεις ἐπίμεμπτοι, ἀφίενται αἱ ἁμαρτίαι τοῦ παρελθόντος, διότι ὁ διεξαγαγὼν τότε τὰς ἐκλογὰς εἶχε μεγάλην πλειονοψηφίαν, ἥτις ἴσως ἐπίεζεν, εἶχεν ἓν κόμμα ἐθνικὸν ὄπισθεν αὐτοῦ, ἦν δεδοκιμασμένος ἄλλως καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν ταῖς ἐκλογικαῖς περιφερείαις· καὶ ἄν ποτε τὸ παρελθὸν παρεξετράπη κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἐπιεικῶς ἡ ἱστορία θέλει κρίνει, ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, περὶ ἐκείνων. Ἀλλὰ μετὰ τηλικαύτας ἐθνικὰς συμφορὰς, ἐκεῖνοι οἵτινες, ἀντικοινοβουλευτικώτατοι ὄντες, ἐξ ἐπιεικείας τῆς Βουλῆς ἀκόμη κάθηνται ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων, ἐκεῖνοι οἵτινες ὕψωσαν τὴν σημαίαν κατὰ τῆς συναλλαγῆς, νομίζω ὅτι παρέστησαν θέαμα οὐχὶ ἄξιον σεβασμοῦ, ἱστάμενοι ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκείνου τοῦ ἱεροῦ μὲ τὸ κόσκινον εἰς χεῖρας, καὶ προσπαθοῦντες νὰ κατορθώσωσιν, ἵνα καταπέσωσεν ὑπ’ αὐτὸ ὅλοι ἐκεῖνοι διορισμοί. Οὐχί! ἐν τῇ περιόδῳ ταύτῃ δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν φέροντες, οὕτως εἰπεῖν, τὰ χειρόκτια εἰς τὰς χεῖρας. Ἐν τῇ περιόδῳ ταύτῃ πρέπει οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ νὰ λάβωσι τὸ θάρρος νὰ εἴπωσι τὴν σκάφην σκάφην. Οἱ ἐμπαιγμοὶ καὶ αἱ ὀπισθοβουλίαι θὰ λήξωσι, καὶ τὰ προσωπεῖα θὰ πέσωσιν. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους τοὐλάχιστον οἱ πλείονες τῶν Βουλευτῶν εἰσήλθομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τοὺς ἡγέτας τῶν ποικίλων πολιτικῶν μερίδων, ὁποίαν ἄρα γνώμην ἔχουσι περὶ τῆς κατηγορουμένης ἐκλογῆς. Ἤθελον ν’ ἀκούσω τὴν πεπειραμένην καὶ σοβαρὰν γνώμην τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἤθελον ν’ ἀκούσω τὴν πεφωτισμένην γνώμην τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἤθελον ν’ ἀκούσω τὴν βαρύνουσαν γνώμην τοῦ ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ. (Θὰ ἐξακολουθήσωσιν ἆρά γε τὴν αὐτὴν ὀλισθηρὰν πορείαν; Θὰ προσκομίσωσι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια προσωπικὰ καὶ νομοσχέδια περὶ συντάξεων καὶ δωρεῶν, ὡς ἐν παραδείγματι; Θὰ ἦναι συνέχεια τοῦ παρελθόντος τὸ μέλλον καὶ τὸ παρόν;) Ἄν εἰσήλθομεν, κύριοι συνάδελφοι, ἐδῶ, ἵνα ἀποβάλωμεν τὸ παρελθόν, ἵνα καυτηριάσωμεν τὰ ἄξια καυτηρίου, τῷ ὄντι τότε ἐργαζόμεθα ὑπὲρ ἀνακουφίσεως τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἐγώ, Κύριοι, μὴ ἀνήκων εἴς τινα τῶν ἐνταῦθα πολιτικῶν μερίδων, ὧν τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ τὰ μέλη ἔχω πάντα λόγον νὰ σέβωμαι καὶ νὰ τιμῶ, ἐψήφισα ἐν τῷ τμήματι κατὰ πεποίθησιν, ἐπιβαλλομένην ἐκ τῶν πραγμάτων. Καὶ θέλω ψηφίσει κατὰ τὴν αὐτὴν πεποίθησιν πάλιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πεποίθησιν ἀντλουμένην οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, ἀλλ’ ἐκ τῆς ὅλης, οὕτως εἰπεῖν, ἀτμοσφαίρας, ἐξ ὅλων τῶν λαβόντων χώραν καὶ πρὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην. Ἡ πεποίθησις, ἣν ἀπεκόμισα, εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἔλειπον ἐκεῖνοι οἱ διορισμοί, ὧν τὸν ἀριθμὸν ἀπαξιῶ νὰ ἀναφέρω, (διότι καὶ οἱ ἡμίσεις ἐὰν ἐγένοντο, κατὰ τὴν γνώμην μου ἦσαν ἀρκοῦντες, ἵνα ἐπιδράσωσι ψυχολογικῶς ἐπὶ τῶν ἐκλογέων τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων) ἀλλοῖον ἤθελεν εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς. Ἐψήφισα καὶ θέλω ψηφίσει ἀκυρωτικῶς, ἀδιαφορῶν περὶ τῆς δυνάμεως τῆς Βουλῆς καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα, διότι πέποιθα, ὅτι, ἐὰν ἄλλη Κυβέρνησις, μᾶλλον ἰσχυρὰ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἤθελε διαπράξει ὅσα διεπράχθησαν ἐν τῇ ἐκλογῇ Καλαβρύτων, Φιλιππικοὺς ἠθέλομεν ἀκούσει ἐνταῦθα ἐξ ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Πάντες πολιτευόμεθα καὶ πάντες γνωρίζομεν ὁποίαν ἠθικὴν ἐπίδρασιν δύναται ν’ ἀσκήσῃ μικρά τις γέφυρα, ἢ μικρὰ ἐπιδιόρθωσις ὁδοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅταν μόνος περιηρχόμην τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς κατὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ἐν τοῖς δήμοις Ὠρωπίων, Μαραθῶνος, Ἀχαρνῶν, Φυλῆς, οὐδὲν ἄλλο παρ’ ἐμοῦ ἐζήτουν οἱ συμπολῖταί μου, εἰμὴ νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ὑψώσω τὴν ἀσθενῆ φωνήν μου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἵνα κατασκευασθῇ ἡ δεῖνα γέφυρα, ἢ ἵνα ἐπισκευασθῇ μικρά τις ὁδός. Καὶ ὅταν διεξάγωνται πρὸ ἀμνημονεύτου χρόνου μελέται περὶ γεφυρῶν καὶ ὁδῶν, καὶ αἱ μελέται αὗται κοιμῶνται ἐπὶ χρόνον μακρόν, πραγματοποιοῦνται δὲ 15 ἢ 18 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅταν ἡ διαφορὰ τῶν ψήφων τῶν ἐπιτυχόντων καὶ τῶν ἀποτυχόντων δὲν ἦναι τοσοῦτον καταπληκτική, ὅσον ἠθέλησάν τινες νὰ παραστήσωσι, δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἠσκήθη ψυχολογικὴ ἐπίδρασις ἐπὶ τῶν ἐκλογέων ἐκείνων; Καὶ ταῦτα εἶναι, Κύριοι, τὰ φανερὰ, ἅτινα πάντες γνωρίζομεν. Ἀλλ’ ἐὰν κατ’ ἀναλογίαν κρίνωμεν, κατὰ τὸ τῆς συγκριτικῆς ἀνατομίας «ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα», φαντάσθητε, τί ἐγένετο εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς ἀποκρύφους ὑπηρεσίας. Ἐὰν φαντασθῶμεν ὁποία τις πίεσις ἐνησκεῖτο καὶ πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ πρὸς τὴν διοικητικὴν καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, δύναταί τις νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἐπηρεάσθη, καὶ ἐπηρεάσθη οὐσιωδῶς, ἡ βούλησις τῶν ἐκλογέων; Ἀνιαρὸν ἔργον τῷ ὄντι ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐλάμβανον ἀνὰ χεῖρας τὸ τεῦχος, ἵνα καταδείξω, ὅτι οὐχὶ ἓν ἢ δύο, ἀλλὰ πεντεκαίδεκα καὶ ἐπέκεινα δημόσια ἔργα προεκηρύχθησαν δεκαπενθήμερον πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐτέθησαν αὐτοστιγμεὶ ἐν ἐνεργείᾳ. Καὶ θέλετε μοὶ εἴπει, ὅτι πάντα ταῦτα, καὶ ἐκεῖνα ὅσα βεβαίως ἐγένοντο, τὸ δὲ τμῆμα δὲν ἐδυνήθη νὰ ἀνεύρῃ, θέλετε, λέγω, μοὶ εἴπει, ὅτι πάντα ταῦτα δὲν ἐπέδρασαν ἐπὶ 70 καὶ μόνον ἐκλογέων, ὅσοι ἀκριβῶς ἀπαιτοῦνται, ἵνα μεταβληθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ τελευταίου ἐπιτυχόντος ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ ὑπουργικοῦ; Ἢ θέλετε μοὶ εἴπει, ὅτι ταῦτα πάντα δὲν ἀρκοῦσιν, ἵνα ἐπηρεασθῇ τὸ ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα καὶ αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις 200 ψήφους ἔλαττον ἐὰν εἶχε, βεβαίως δὲν ἤθελεν ἔχει τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Διὰ τοὺς λόγους τούτους, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐκφράζων ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ἐψήφισα κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ τμήματι, θέλω δὲ ψηφίσει κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ θέλω καταψηφίσει τῆς ἐκλογῆς καὶ δι’ ἄλλον τινὰ οὐσιωδέστατον λόγον. Ἤκουσα πολλάκις ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἁπλῶς αἴθουσα δικαστηρίου. Ἐλησμόνησαν νὰ προσθέσωσιν, ὅτι εἶναι αἴθουσα ὁρκωτοῦ δικαστηρίου, καὶ ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, συμβιβαζόμενος πρὸς τὴν συνείδησιν αὐτοῦ, νὰ δώσῃ εἰς ἑαυτὸν μόνον, ἢ καὶ εἰς ἄλλους, ἐὰν θέλῃ, τοὺς λόγους τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε γνώμης αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲ, καταψηφίζων τῆς ἐκλογῆς ταύτης, καταψηφίζω καὶ δι’ ἀνώτερόν τινα λόγον, ἵνα διδαχθῶμεν, ὅτι ἐπάναγκες εἶναι νὰ κυβερνώμεθα καὶ θέλομεν ἀναμφισβητήτως νὰ κυβερνώμεθα κοινοβουλευτικῶς (εὖγε! εὖγε!). Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀπὸ τοῦδε προεξοφλῶ τὴν ψῆφόν μου, οὐδὲν ἀξιῶν νὰ λάβω παρ’ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι διαδεχθῆ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Οὐδὲν μὲ συνδέει πρὸς τοὺς πλειονοψηφοῦντας ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ. Ἀλλὰ τὴν ψῆφόν μου θέλω δώσει ὑπὲρ ἐκείνου, ὅστις ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἀρκετὸν χρόνον ἐνεπαίχθημεν, κυβερνώμενοι ὑπὸ δύο ἢ τριῶν ἀντικοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων, μετὰ τὰ φοβερὰ ἐκεῖνα γεγονότα, ἵνα ἡ αἴθουσα αὕτη ἀναλάβῃ πλέον τὰ ἱερὰ καὶ ἀπαράγραπτα αὐτῆς δικαιώματα, ἵνα διδάξῃ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην διδασκαλίας, ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἶναι ἡ ζωὴ καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§17Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ, διότι νομίζω ὅτι καὶ περιττὸν εἶναι καὶ ἀδιάκριτον ἐκ μέρους μου θὰ ἦτο τὸ τοιοῦτον, μετὰ τοσαῦτα λεχθέντα καὶ ἐκτυλιχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ. Οὐδὲ σκοπὸν εἶχον νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ γηραιοῦ καὶ ἀρχαίου φίλου μου, τοῦ ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Ρικάκη, πρῶτον, καὶ δεύτερον ἐκ τῆς ἀκολουθησάσης αὐτὴν ἀγορεύσεως ἑτέρου ἀξιοτίμου φίλου καὶ συναδέλφου, τοῦ κ. Λεβίδου. Ὁ κ. Λεβίδης ἐξέθεσε μάλιστα τόσον σαφῶς καὶ τόσον πειστικῶς τὰ πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ τὴν αὐτὴν θεωρίαν, ὥστε καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ὁμιλήσω μακρότερον, ἀλλὰ θεωρῶ ἔργον συνειδήσεως νὰ εἴπω ὅσα θὰ σᾶς εἴπω. Εὑρισκόμενος ἐν Αἰγιαλείᾳ καὶ ἀπησχολημένος εἰς τὴν ἰδίαν μου ἐκλογὴν, ἐμάνθανόν τινα ἐκ τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ γείτονι ἐπαρχίᾳ τῶν Καλαβρύτων· ἦτο δὲ τόσον εὐκολώτερον νὰ μανθάνω τινὰ τούτων, διότι καθὼς ἠξεύρετε, ὄχι μόνον αἱ δύο ἐπαρχίαι γειτνιάζουν πολὺ, ἀλλ’ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο πληθυσμὸς κοινὸς καὶ εἰς τοὺς δήμους τοὺς συνορεύοντας πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας καθὼς καὶ πρὸς τὴν τῶν Πατρῶν, ὅπως καὶ ἐξετέθη ἐν τῇ Βουλῇ. Παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς τὰ ἐκτεθέντα ἐν τῷ τμήματι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του Ὑπουργῶν ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἐπικαλοῦνται ὑπομιμνήσκοντες τὰ παρελθόντα, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, τὰς ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐλαφρυντικαὶ περιστάσεις, ἐπικυρώσατε τὴν ἐκλογὴν ἀδιστάκτως, ἄλλως ἀκυρώσατε ἐπίσης ἄνευ δισταγμοῦ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν τὸ νομίζω περὶ τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Ζαΐμη. Ἴσως περὶ ἄλλου τινὸς θὰ τὸ ἐνόμιζον καὶ θὰ τὸ παρεδεχόμην, ἀλλὰ περὶ τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Ζαΐμη, ὅστις πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἦλθε μὲ τοιαύτας λαμπρὰς ἐπαγγελίας ὡς Πρωθυπουργὸς, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα αὐστηρότεροι. Δὲν νομίζω δὲ, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ γηραιοῦ φίλου μου καὶ συναδέλφου κ. Ρικάκη, ὅτι πρὸς τοῦτο ἐπιτρέπεται χωρισμὸς εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν ἀναδειχθέντων Βουλευτῶν. Ἢ ἐπικυρώσατε καθ’ ὁλοκληρίαν, ἢ ἀκυρώσατε. Λυποῦμαι, διότι λέγω τοιαῦτα περὶ συγγενοῦς μου, ὃν ἄλλως ἐκτιμῶ, καὶ περὶ υἱοῦ ἀνδρὸς, τὸν ὁποῖον ἐξετίμησα καθ’ ὅλον τὸν βίον του, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἔκλειψιν ἀκόμη θρηνῶ, τοῦ ἀειμνήστου Θρασυβούλου Ζαΐμη, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο εἶμαι αὐστηρότερος κριτὴς, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἦσθε καὶ ὑμεῖς· διότι ὑπάρχει ἓν ῥητὸν γαλλικὸν, —τὸ ὁποῖον πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἠξεύρετε — τὸ ὁποῖον λέγει: «noblesse oblige», καὶ τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι ἡ καταγωγὴ ἡ εὐγενὴς, ἡ ἔνδοξος, δύναμαι νὰ εἴπω, τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Ζαΐμη, τῷ ἐπέβαλλε νὰ ᾖναι αὐστηρότερος πρὸς τὸν ἑαυτόν του καὶ τοὺς οἰκείους ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαβρύτων κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐξηγήσω τὴν ἀκυρωτικὴν ψῆφόν μου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον λίαν εὐγλώττως καὶ λίαν πειστικῶς ὑπέμνησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας κ. Λεβίδης, τὸ περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις περὶ τούτου. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἀπό τινων ἐτῶν εἶναι ὑπόδικον ἐν τῷ κόσμῳ τῷ πολιτειολογικῷ, ὑπάρχουν δηλαδὴ οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν ἀναπληροῖ σήμερον τὸν προορισμόν του. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἐλειτούργησεν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν Ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην, ἀλλὰ κυρίως μετὰ τὴν μεγάλην Γαλλικὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1789 ἐθεωρήθη ὡς ἄριστόν τι κρᾶμα πολιτειακόν, περιέχον τὰ πλεονεκτήματα τοῦ μοναρχικοῦ συστήματος καὶ τῶν νέων ἰδεῶν τῆς ἐλευθερίας. Ἀλλά, ὡς εἶπον, ὑπάρχουσι πολλοὶ ἀντιδοξοῦντες. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1871 ὁ μέγας πολιτειολόγος καὶ κριτικὸς Ταὶν ἔγραψεν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐνῷ ἐπέτυχεν ἐν τῇ Ἀγγλοσαξωνικῇ γῇ, ἀπέτυχεν ἐν τῇ Ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ. Καὶ ἐν μὲν τῇ Γαλλίᾳ καὶ τῇ Ἰταλίᾳ ἀπεδείχθη ἀνίκανον ν’ ἀποφέρῃ καρπούς, ἐν δὲ τῇ Ἱσπανίᾳ ἀπεδείχθη οἰκτρὸν (lamentable), ἐν Ἑλλάδι κωμικὸν (grotesque). Ἐγὼ δὲν τὸ νομίζω, διότι δὲν θέλω νὰ τὸ νομίζω, διότι πιστεύω ὅτι, ἐὰν πλεῖσται καταχρήσεις καὶ ἀσχημίαι, προερχόμεναι ἐκ τῆς διαφθορᾶς, ὡς ὑπῆρξαν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ, ὑπάρχουσι δὲ νῦν καὶ ἀλλαχοῦ, παρεισέφρησαν καὶ ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος τούτου παρ’ ἡμῖν, προϊόντος τοῦ χρόνου θὰ διορθωθοῦν, διότι δὲν εἶμαι ἀπαισιόδοξος, οὔτε θέλω νὰ ἦμαι ἀπαισιόδοξος, ἀλλ’ ὀφείλομεν πάντες ἡμεῖς νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν. Ἕτερος δὲ διαπρεπὴς Ἄγγλος, ὁ Bugehot, γράψας περὶ τοῦ πολιτεύματος τοῦ Ἀγγλικοῦ, λέγει, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ ἄριστον πάντων, ἀλλὰ καὶ τὸ χείριστον, ὅταν ἐπικρατῇ ἡ διαφθορὰ ἐν αὐτῷ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον πρέπει νὰ δειχθῶμεν, ὅσον τὸ δυνατόν, αὐστηρότεροι πρὸς τὰς παρεκτροπὰς καὶ τῶν ἀρχόντων καὶ τῶν ἀρχομένων, καὶ διὰ τοῦτο ἐγώ, κατὰ δυστυχίαν. — Λυποῦμαι δὲ διὰ τοῦτο — εἶμαι ἀκυρωτικός.
§18ΙΩΑΝ. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μετὰ λύπης ἄκρας ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ἐκλογικῶν ὀργίων, διαπραχθέντων εἰς γείτονα ἐπαρχίαν τῆς ἡμετέρας, ἐπὶ ὀργίων, ἅτινα μέλλουν νὰ κηλιδώσουν ὄνομα, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέομαι ἐκ τοῦ παρελθόντος. Ἀποδείξεις πολλὰς τῶν διαπραχθέντων ὀργίων προσεκομίσατο τὸ τμῆμα, ἀλλὰ καὶ αὗται ἂν δὲν προσήγοντο, νομίζω ὅτι ἤρκει ἓν καὶ μόνον, ἵνα ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων νὰ ἦναι οἷον παρεστάθη, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε νὰ μειδιάσωσι χθές. Ὁ λαὸς τῶν Καλαβρύτων, λαὸς εὐγενὴς καὶ ὑπερήφανος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ νὰ περιυβρίζηται, διότι ἡ ὕβρις πρὸς αὐτὸν ἦτο ὕβρις πρὸς τὴν Ἑλλάδα, πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν σύμπαντα. Ὅταν τὸν ἠπείλουν, ὅτι τοὺς ἀντιπροσώπους του θὰ τοὺς ἀποπέμψουν κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, ἐὰν ὁ σώσας τὴν Ἑλλάδα δὲν φέρῃ πλειονοψηφίαν, ὁ λαὸς τῶν Καλαβρύτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ στείλῃ ἀντιπροσώπους τοὺς ὑβριστὰς τοῦ πολιτεύματος, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν ἠπείλουν. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι πάντα τὰ καταγγελλόμενα ὄργια ἔλαβον χώραν...
§19ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε, πόθεν συνάγετε τὴν ἀπειλήν, τὴν κατὰ τῆς Βουλῆς ἀπευθυνομένην, ὅτι κατὰ τὸν Ἀπρίλιον ἠθέλομεν ἀποδιωχθῇ ἐντεῦθεν.
§20Ι. ΡΟΥΦΟΣ. Πρῶτον ἐκ τῆς κυκλοφορησάσης φήμης, ἔπειτα καὶ ἐκ τῶν ἐν Πάτραις λεχθέντων περὶ τούτου, καὶ ἐκ τῆς καταχωριζομένης ἐν ταῖς ἐνστάσεσι τῶν κ.κ. Φωτήλα καὶ Πετιμεζᾶ ἐπιστολῆς...
§21ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Πῶς ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται χρῆσις ἐπιστολῆς;...(Θόρυβος).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται αἱ διακοπαί. Κύριοι (Θόρυβος καὶ διακοπαί).
§23Ι. ΡΟΥΦΟΣ. Ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ του ἐπαρχίᾳ εἷς Ὑπουργὸς, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς συμπολίτας του, εἶπεν (ἀναγινώσκει)...
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος Ὑπουργός;
§25ΕΤΕΡΟΙ. Ὁ κ. Μομφερράτος ἐν Κεφαλληνίᾳ.
§26Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Στενογράφος δὲν ὑπῆρχεν ἐκεῖ.
§27Ι. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν τὸ διεψεύσατε. Λοιπὸν ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ στείλῃ ὡς ἀντιπροσώπους της ἐκείνους, οἵτινες περιυβρίζουν τοὺς ἐλευθέρους τῆς χώρας θεσμούς. Ἀλλ’ ἵνα καὶ ἔτι ἐναργέστερον ἀποδειχθῶσι τὰ τελεσθέντα, θὰ ἀναφέρω δύο παραδείγματα, λαβόντα χώραν ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα ἱδρύονται δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναμιγνύεται. Ἀλλὰ, βλέπετε, οἱ εἰς Πάτρας ἀποσταλέντες ἄποικοι εἶχον ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἀπέστειλαν τὸν ἐπιθεωρητὴν εἰς τὸν δῆμον Δύμης, ἵνα ἐξαπατήσῃ τὸ χωρίον Τραγάνα.
§28ΑΣΗΜ. ΖΑΙΜΗΣ. Ψεύματα!
§29ΡΟΥΦΟΣ. Τὸ χωρίον Τραγάνα κεῖται ἐπί τινος λόφου, εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ ὁποίου κεῖται τὸ χωρίον Κασνεσέϊκα, ὅπου ὑπῆρχε γραμματοδιδασκαλεῖον. Ὑπεσχέθησαν εἰς τοὺς κατοίκους, ὅτι θὰ μεταφέρωσι τοῦ σχολεῖον ἀπὸ τὰ Κασνεσέϊκα εἰς τὴν Τραγάναν, καὶ ἠνάγκασαν τὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ μεταβῇ ἐκεῖ· ἀλλ’ ὁ κ. Δουκάκης ὡμολόγησεν εἰς τοὺς χωρικούς, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ. Ἀπέστειλαν μηχανικὸν εἰς τὸν δῆμον Τριταίας, ἵνα δῆθεν χαράξῃ νέαν ὁδὸν, ἐνῷ ὑπῆρχε κατατεθειμένον νομοσχέδιον περὶ τούτου, καὶ ἡ σχετικὴ πίστωσις ἀναγεγραμμένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1898. Ἀνομολογοῦσι, φρονῶ, οὕτως, ὅτι ταῦτα ἔχουσι μεγάλην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς. Ὀρθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε χθὲς, ὅτι κατηγορεῖτο. Ἡ κατηγορία εἶναι μεγάλη καὶ βαρεῖα· εἶναι βαρεῖα, διότι προΐσταται προσωπικῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲν ἀντιπροσωπευούσης ἐν τῷ τόπῳ, οὐδεμίαν ἐχούσης ὑπόστασιν ἢ ἔννοιαν πολιτικὴν καὶ ἥτις δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ κάμῃ ὅ,τι ἔκαμεν. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ πρέπει νὰ ἐξονυχίζηται πάσης ἄλλης πλειότερον, διότι πρέπει νὰ καθορισθῶσι τὰ ὅρια τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς εὐλαβείας πρὸς τὴν ἠθικὴν καὶ τὸν νόμον τῶν ἐχόντων τὴν ἀξίωσιν νὰ κυβερνήσωσι τὸν τόπον. Διὰ τοῦτο δόγμα ἐπιεικείας, δόγμα ἀνοχῆς θὰ ἦναι αὐτόχρημα καταστρεπτικὸν διὰ τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς τῆς χώρας. Καταστρεπτικὸν θὰ ἦναι, οἱ κείμενοι νόμοι νὰ καταπατῶνται ὑπὸ τοῦ πρώτου τυχόντος, ὅστις νὰ θέτῃ ἑαυτὸν ὑπεράνω τῶν νόμων. Ἡ ἀνοχὴ καὶ ἐπιείκεια, ἐὰν κατὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην ἐπικρατήσῃ, θὰ καταστρέψῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ, εἴτε ἐπικυρωθῇ, εἴτε ἀκυρωθῇ, ἔχει ὑψίστην σημασίαν. Ἡ ἐπικύρωσις αὐτῆς θὰ ἦναι καταδίκη τοῦ πολιτεύματος, θὰ ἦναι ἡ παρασκευὴ δυστυχημάτων διὰ τὸν λαὸν, ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τὸ 1862. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως ἡ ψῆφος ὑμῶν δοθῇ ἀκυρωτικὴ, διότι οὕτω πως θὰ δείξητε εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους καὶ θὰ καταργήσητε διὰ παντὸς τὰς προσωπικὰς Κυβερνήσεις, τὰς Κυβερνήσεις τῆς εὐνοίας. Τοιαύτην ἐντολὴν ἐλάβομεν καὶ παρὰ τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν, ἵνα μὴ ἔρχωνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄνθρωποι ἄγνωστοι, ἐφ’ ὧν ὁ κόσμος οὐδεμίαν ἔχει πεποίθησιν, ἀλλ’ ὁ τόπος νὰ διοικῆται παρὰ τῶν κεκτημένων τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους.
§30Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ τὴν Βουλήν, καὶ προέρχομαι εἰς τοῦτο δυστυχῶς ἕνεκα τῆς γλώσσης, ἣν μετεχειρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐζήτησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ τμήματος ἦτο γνώμη ἐμπαθῶν ἀνθρώπων καὶ ἀτίμων. Ἡ ὕβρις αὕτη ἔλαβε τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ κατέλθῃ τοῦ βήματος. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἵνα ἀποδείξω ὅτι τὸ τμῆμα δὲν ἔκρινεν ἢ ὡς δικαστήριον, καὶ ἐξεπλήρωσεν εὐόρκως τὸ καθῆκόν του. Τὸ τμῆμα ἀπεφήνατο κατὰ τῆς ἐκλογῆς, ὡς ἀπεφήνατο....
§31Γ. ΑΒΕΡΩΦ. Δηλαδὴ ἡ πλειονοψηφία (θόρυβος).
§32ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ πλειονοψηφία εἶναι τὸ τμῆμα, διότι τὸ τμῆμα ἀποφασίζει κατὰ πλειονοψηφίαν. Εἷς ἦτο ὁ μειονοψηφῶν· αὐτὸς δὲ ὁ κ. Ἀβέρωφ δὲν εἶχε τὴν τόλμην νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἐπιφυλακτικός.
§33Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν τόλμην νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των, ἔρχονται καὶ μὲ διακόπτουσι! Λυποῦμαι διὰ τοῦτο. Τὸ τμῆμα εἶχε λόγον ν’ ἀποφανθῇ, ὡς ἀπεφάνθη, διότι εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἤμεθα συνεπεῖς ἐν τοῖς πράγμασι. Κανεὶς τῶν Βουλευτῶν δὲν δύναται, ἀναγνώσας τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, ἢ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαβρύτων ἐτέθησαν εἰς χρῆσιν μέτρα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο ἢ νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν συνείδησιν καὶ τὴν ψῆφον τῶν ἐκλογέων. Ὅσα δὲ εἶπεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ῥητορικὰ σχήματα, δι’ ὧν δὲν ἀνέτρεψαν τὴν βάσιν τῆς κατηγορίας, ἥτις εἶναι, ὅτι ἐν τῇ ἐκλογῇ Καλαβρύτων δὲν ἐτηρήθησαν οἱ νόμοι. Ἂν ἀπαριθμήσω τὰ μέσα, ἅτινα μετεχειρίσθησαν πρὸς νοθείαν τοῦ ἀποτελέσματος, θὰ κουράσω τὴν Βουλήν ματαίως. Θὰ ἔλθω εἰς τὴν οὐσίαν. Θὰ ἔλθω ἐκεῖ, ὅπου στηρίζεται ἡ ἀπόφασις τοῦ τμήματος. Κύριοι, εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος Ζαΐμης εἶναι ἀνεψιὸς τοῦ κ. Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης ἐπεδαψίλευσεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν εὔνοιάν του· σκανδαλωδῶς παρεχώρησεν αὐτῷ δύο Ὑπουργεῖα...
§34ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατὶ σκανδαλωδῶς;
§35Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ κ. Δηλιγιάννης τῆς συνηγορίας σας· καὶ γνωρίζει νὰ ὁμιλῇ καὶ ἐννοεῖ τὰ ζητήματα. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπίεσε πάντας τοὺς φίλους, ὅτε ὁ κ. Ἀλέξανδρος Ζαΐμης ἔμενεν ἐν τῷ Μομπελιὲ ῥεμβάζων, καὶ τοῦ ἔστειλε καὶ τὸ εἰσιτήριον διὰ τὴν εἴσοδον αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ.
§36ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸν ἐπλήρωσε καλά.
§37Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠδύνατο ὁ κ. Ἀλέξανδρος Ζαΐμης, μένων τοσαῦτα ἔτη παρὰ τῷ κ. Δηλιγιάννῃ καὶ ἀπολαύων τοιαύτης ὑποστηρίξεως, νὰ ἐπιδαψιλεύσῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ ὅλα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα μία Κυβέρνησις δύναται νὰ χορηγήσῃ, καὶ μάλιστα εἰς ἐπαρχίαν ὀρεινήν, κατασκευάζων γεφύρας καὶ ὁδοὺς ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ σεβαστοῦ κ. Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν καὶ ὁ κ. Νικόλαος Δηλιγιάννης, συγγενὴς καὶ αὐτὸς τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Ζαΐμη, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ ἠδύνατο ὁ κ. Ζαΐμης νὰ παράσχῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν εὐημερίαν αὐτῆς. Αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε νὰ πραγματοποιήσῃ ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, ἀπατῶν τοὺς συμπολίτας του. Ἀλλ’ οὐχὶ μόνον κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα δὲν ἐπροθυμοποιήθη νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς εὐνοίας ταύτης ἐκείνου, πρὸς ὃν ὤφειλεν εὐγνωμοσύνην, καὶ ἐκ τῆς ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ Λεωνίδας Πετιμεζᾶς, κατὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν παρίστατο Βουλευτὴς ἐνταῦθα, φίλος ὢν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, προσεπάθησε νὰ πραγματοποιήσῃ ἔργα δημόσια τῆς ἐπαρχίας του, κατέστρεψε διὰ τῆς παρεμβάσεώς της ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον ἔργον; ἐπεθύμουν νὰ μάθω ποῖον ἔργον κατέστρεψα.
§39ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὡς ἐνθυμοῦμαι, εἶχε γείνῃ λόγος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου τέως βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων κ. Λεωνίδα Πετιμεζᾶ περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους τῶν Σουδενῶν ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς ἤδη, ἂν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Ἀλέξανδρος Ζαΐμης ἢ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ εἶπεν, ὅτι τὸ ἔργον δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Βραδύτερον ἐψηφίσθη νόμος, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσθη. Κατόπιν δ’ ἐξετελέσθησάν τινα ἔργα, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ τέως Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, τοῦ ὁποίου ἐμνημονεύσατε, ἐπρότεινεν ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους τῶν Σουδενῶν, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπρότεινεν ὡσαύτως τὴν αὐτὴν σύστασιν, καὶ ὅτι ἡμεῖς πρῶτοι ἀνεγράψαμεν τότε πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, ἀλλ’ αἱ ἐπελθοῦσαι πολιτικαὶ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Διετάξαμεν τοὺς μηχανικοὺς νὰ κάμωσι μελέτας, αἱ μελέται ἦλθον βραδύτερον, ὅτε δὲν ἦτο καιρὸς νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ ἔργον. Διὰ τοῦτο μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1897 δὲν μοὶ εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις ὥριμος, ἵνα διατάξω τὴν ἐκτέλεσιν. Ὅθεν δὲν κατέστρεψα τὸ ἔργον. Ἡ καταστροφὴ ἔργου δημοσίου, ὑφ’ οἱουδήποτε γινομένη, εἶναι παράλειψις, — τί λέγω; — εἶναι παράβασις· ἀλλὰ τοιαύτης παραβάσεως δὲν ἐγενόμην αἴτιος.
§41ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦτο ἐβεβαίωσα καὶ ἐγώ. Προσθέτω δὲ καὶ ὅτι ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας σας ἐψηφίσθη νόμος περὶ διευθετήσεως τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ, ἀλλ’ ἔμεινεν ἀνεκτέλεστος.
§42Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν νὰ στηριχθῇ ἐπὶ λέξεως, ἥτις διεξέφυγεν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μου, καὶ στηριζόμενος ἐπ’ αὐτῆς νὰ κάμῃ τὴν ἀπολογίαν του. Γνωρίζω ὅτι χειρίζεται τὸν λόγον πρεπόντως, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές· ἀπεδείχθη ὅτι ὁ Λεωνίδας Πετιμεζᾶς ἔκαμε τὴν πρότασιν, καὶ τὸ ἔργον δὲν ἐξετελέσθη. Ἀλλ’ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν ἐσκέφθη νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ κάμῃ πολὺ πρότερον, ὅτε ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Προέβη δὲ εἰς ταῦτα προφανῶς, ἵνα ἐπηρεάσῃ τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων. Εἶναι ἀνάγκη ἄλλων ἀποδείξεων, ἵνα ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογήν, ἐνῷ ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔδιδε χάριτας, ἵνα μὴ λογισθῇ ὡς ἐνεργῶν συναλλαγήν; — διότι ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ὁλόκληρος ὁμὰς εἶχε ζητήσει λόγον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατί δὲν ἐκτελεῖ τὸν νόμον, νὰ δώσῃ χάριτας, ἐνῷ ἀπεκεφάλιζε καταδίκους, καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐδέχθη νὰ ἀπαντήσῃ, καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐζήτησε νὰ καλύψῃ τὴν τοιαύτην διαγωγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἥτις ἦτο μία μεγάλη ἀσχημία, ὅτε συνάδελφοι Βουλευταί, ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἐζήτουν λόγον τῶν πράξεών του, διὰ νὰ μὴ εἴπω βαρυτέραν λέξιν. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι πάντες εἶσθε κατατεθλιμμένοι ἐκ τῆς σημερινῆς καταστάσεως, θὰ τολμήσητε νὰ δώσητε ἐπικυρωτικὴν ψῆφον; Δὲν θὰ θελήσητε τέλος πάντων νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν ὁ νόμος καὶ ἡ ἰσότης ἀπέναντι πάντων; δὲν θὰ θελήσωμεν πλέον νὰ λησμονήσωμεν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον; Ἐὰν ἀληθῶς ἡ συναλλαγὴ μᾶς περιήγαγεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, τοῦ νὰ μειωθῇ ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Κράτους ἐξ αὐτῆς, δὲν νομίζετε, ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑψώσωμεν τὸν νόμον καὶ νὰ τὸν στηρίξωμεν, καὶ ν’ ἀποδείξωμεν εἰς ἐκείνους οἵτινες μᾶς ἔστειλαν ἐδῶ, ὅτι αἰσθανόμεθα εἰς ποίαν καταστροφὴν περιήλθομεν καὶ ὅτι θὰ προσπαθήσωμεν διὰ παντὸς μέσου καὶ εἰς ὅλα τὰ σημεῖα νὰ ἀναστηλώσωμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν; Νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ προσέχητε εἰς τὰ πρόσωπα καὶ τὴν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος καὶ σεβαστός μοι φίλος κ. Ρικάκης; Δὲν εἶναι δυνατόν, εἶπεν ὁ κ. Ρικάκης, ὁ ἔγγονος τοῦ Ἀνδρέου Ζαΐμη, ὁ υἱὸς τοῦ Θρασυβούλου Ζαΐμη, ὁ Ἀλέξανδρος Ζαΐμης νὰ μὴ λάβῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του. Καὶ μήπως τὸν Θρασύβουλον Ζαΐμην δὲν ἐξεδίωξε κλωτσηδὸν ἡ ἐπαρχία του καὶ δὲν ἔφερεν ἐνταῦθα τὸν Ἀριστείδην Οἰκονόμου ἀντ’ ἐκείνου; καὶ μήπως δὲν εἰσηγάγομεν ἐκ τοῦ παραθύρου τὸν Θρασύβουλον Ζαΐμην εἰς τὴν Βουλήν, ἐκδιώξαντες τότε τὸν κ. Σολιώτην; Ἕως πότε τὰ ἴδια; Ἀνανήψατε, σώσατε τὴν πατρίδα, μὴ προσέχετε εἰς τὰ πρόσωπα. Διότι ὅταν κομματικοὶ λόγοι σᾶς ὠθῶσι νὰ μεταβάλλητε τὸ Κοινοβούλιον εἰς ἐκλογικὴν ποταπὴν διαπάλην, καὶ νὰ βγάζητε τοὺς μὲν καὶ εἰσάγητε τοὺς δὲ, δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ σωθῇ ἡ πατρίς. Ἄλλοι, κατὰ τῶν ὁποίων ἠσέβησαν κατὰ παλαιοτέραν ἐποχήν, δὲν ἠγανάκτησαν, ἐσεβάσθησαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐξῆλθον ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, φέροντες μόνον τὸ πικρὸν παράπονον, ὅτι παρεβιάσθησαν οἱ νόμοι διὰ νὰ ἐξυπηρετηθῶσι ποταπὰ καὶ οὐτιδανὰ πάθη. Τοῦτο ἐνόμισε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐγένετο σήμερον, ὅτι δηλ. ὅταν ἔθετον τὴν ὑπογραφήν μου εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος περὶ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων καὶ ἐκήρυσσον ὅτι εἶμαι ἀκυρωτικός, λόγοι κομματικοὶ καὶ ποταποί, ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι μὲ ἐξώθησαν, ἵνα ἔχω τοιαύτην γνώμην· ἀλλὰ προκαλῶ τοὺς συναδέλφους τοῦ τμήματος νὰ δηλώσωσι, τί εἶπον πρὸς αὐτούς, ὅταν εἰσήλθωμεν, ἵνα ἐξετάσωμεν τὰ τῆς ἐκλογῆς καὶ ἀποφανθῶμεν ἐπ’ αὐτῆς. Ἔχω τὴν ὑπερηφάνειαν νὰ μὴ κατέρχωμαι μέχρι τοιούτου σημείου. Νομίζω ὅτι εἶμαι ἀνώτερος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ κατεδίωξαν· τοὺς θέλω δ’ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, διότι θέλω νὰ διακρίνωνται τὰ ἄτομα ἐν τῇ πάλῃ ταύτῃ. Θὰ ἐπεθύμουν, — καὶ τὸ λέγω ἐπὶ τῇ τιμῇ μου, καὶ ἀξιῶ νὰ μὲ πιστεύσητε, — θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦσαν ἀλλοῖα τὰ πράγματα καὶ νὰ ἔδιδον ἐγὼ πρῶτος λευκὴν ψῆφον ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιθυμῶ τοιούτους ἀντιπάλους νὰ ἔχω ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀκολουθῶν τοῦ πατρός μου τὴν πολιτικήν. Δὲν μᾶς ἔφεραν εἰς τὴν γνώμην τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὰ προσωπικὰ πάθη· ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος, τοῦ ὑπερτάτου καὶ ἱεροῦ, τὸ ὁποῖον νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ὁδηγῇ τὰς πράξεις καὶ τὰς σκέψεις ἡμῶν, ἐψηφίσαμεν κατὰ τῆς ἐκλογῆς. Κύριοι, δὲν ἔχω τὴν δύναμιν τοῦ λόγου τοσοῦτον ἰσχυρὰν, ἵνα σᾶς παραστήσω τὰ πράγματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ συναρπάσω ὑμᾶς καὶ σᾶς ὁδηγήσω εἰς τὸ καθῆκον· ἀλλὰ κατέρχομαι τὸ βῆμα μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἠδυνήθην ἐκ τῆς ἀδυναμίας τῆς ῥητορικῆς νὰ σᾶς πείσω, τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ λαλοῦσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἐπιτρέψωσι νὰ ὑπερψηφίσητε τῆς ἐκλογῆς. Ἐγὼ θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου. Σεῖς, ἐὰν δὲν ἐκπληρώσητε τοῦτο, θὰ ἔχητε τὴν ἀρὰν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἔστειλαν ἐδῶ μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ σώσητε τὴν πατρίδα.
§43ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ δώσω μίαν πληροφορίαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα συνάδελφον, τὴν ὁποίαν ἢ θὰ ἐλησμόνησεν, ἢ δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἀντιληφθῇ. Ὅταν ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων ἐξέλεξεν ἀντὶ τοῦ ἀοιδίμου Ζαΐμη τὸν Ἀριστείδην Οἰκονόμου, ἠδύνατο καὶ τὸν ἕνα ἐκλέξῃ καὶ τὸν ἕτερον· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι ὑπῆρξε τότε μία ἐκλογικὴ παραφορά, ὅπως συνέβη καὶ ἀλλαχοῦ. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα κατ’ ἄλλην ἐποχὴν, ὅτε ἡ Γορτυνία δὲν ἐξέλεξε τὸν Γενναῖον Κολοκοτρώνην, ἀλλ’ ἐξέλεξε τὸν Σακελλαριάδην, ἀξιότιμον ἄλλως, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ παραβληθῇ πρὸς τὸν Κολοκοτρώνην. Ἔχομεν καὶ ἄλλα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ μεγαλείτεροι ἄνθρωποι ὑπέκυψαν εἰς λαϊκὰς παραφοράς. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐν Μεσολογγίῳ ἀπεκλείσθη διὰ τεσσάρων ψήφων, ἀλλὰ βλέπετε, πῶς μετενόησε τὸ Μεσολόγγιον, καὶ ματαίως ἀγωνίζεται νὰ ἐξαγνισθῇ. Δὲν θὰ ἐξαγνισθῇ ποτέ! Ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ὁ ἀοίδιμος Ζαΐμης εἰσῆλθε διὰ τοῦ παραθύρου. Ὄχι, δὲν εἰσῆλθε διὰ τοῦ παραθύρου, ἀλλὰ τοὐναντίον εἴδομεν τὸν ἀείμνηστον πατέρα τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, τὸν μέγαν ἐκεῖνον ἄνδρα, νὰ εἰσαγάγῃ τὸν ἀοίδιμον Ζαΐμην, κρατῶν αὐτὸν ἀπὸ τῆς χειρὸς, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι δι’ ἐγκλήματος εἶχεν ἀποκλεισθῆ. Ἐπιμένω δὲ φρονῶν, ὅτι εἰς παρομοίας περιστάσεις τοιαῦτα παραδείγματα πρέπει νὰ δίδωνται. Ἦτο βεβαιωμένον τὸ ἔγκλημα ἐκεῖνο, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἠθέλησε νὰ καλύψῃ αὐτό.
§44Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Ρικάκην νὰ λησμονῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀφορμὴ ν’ ἀποκλεισθῇ ὁ Ζαΐμης. Οὔτε εἰς ἐμὲ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω τί συνέβη. Δύναται ὅμως νὰ τὸ εἴπῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τῆς ἱστορίας τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ὁ Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μοσχούλας, κατόπιν δὲ ὁ κ. Καΐρης.
§46Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐὰν ἦναι πολλοὶ μέλλοντες νὰ ὁμιλήσωσι, θεωρῶ καλὸν νὰ διακόψωμεν, διότι πλησιάζει μεσημβρία.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 4 μ.μ. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 11 καὶ 50′ π. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 4 μ. μ.)
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπουσιάζει.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καΐρης.
§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται τοῦ λόγου.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδείς.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν τὴν συζήτησιν περατωμένην.
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τί ζήτημα θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν;
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον προτείνει τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων.
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ τμήματος εἶναι βεβαίως ψηφιστέα. Ἀλλ’ ἠκούσαμεν σήμερον, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη πρότασις. Λοιπὸν νὰ γνωρίζωμεν ποία θὰ προταχθῇ.
§59ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἀπωτέρα προηγεῖται.
§60ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ προτείνω ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἦσθε 15. Λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, δύο προτάσεις ἔχομεν, μίαν τοῦ τμήματος καὶ ἑτέραν τοῦ κ. Ρικάκη, ὁ ὁποῖος προτείνει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ χωριστὰ διὰ τοὺς κ. κ. Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμην καὶ Θ. Ζαΐμην καὶ χωριστὰ διὰ τοὺς ἄλλους δύο.
§62Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ τμήματος εἶναι ἡ ἀπωτέρα, καὶ αὐτὴ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§63ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως. Ἅμα αὕτη ἀπορριφθῇ, εἶναι ὁλόκληρος ἡ ἐκλογὴ ἔγκυρος.
§64ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Πρέπει ἑνὸς ἑκάστου ἡ γνώμη νὰ ἦναι γνωστή, διότι δὲν εὐθύνεται ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος, ἀλλ’ εἷς ἕκαστος διὰ τὴν ψῆφόν του.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ τμήματος ἡ πρότασις εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§66Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί· ἀλλ’ ὑπάρχει πρότασις νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουν ὁ κ. Δραγούμης καὶ ὁ κ. Λεβίδης, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν προσχωρῶ καὶ ἐγώ.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται παράδοξον, μετὰ τοιαύτην συζήτησιν, μετὰ τοιαύτας μομφὰς, μετὰ τοιαύτας ἐπιθέσεις, μετὰ τοιαύτας ἀντεγκλήσεις, μετὰ τὴν ἐξανάγκασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταβῇ ἀπὸ τοῦ βήματος, νὰ διστάζῃ ἡ Βουλή, ἂν πρέπῃ νὰ ψηφίσῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ νὰ ἀρνῶνται εἰς Βουλευτὰς, ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν, τὸ δικαίωμα νὰ δώσωσι τὴν ψῆφον αὑτῶν φανερά.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἡ Βουλὴ ἐρωτᾶται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὅταν 15 Βουλευταὶ ζητήσωσι τοῦτο.
§69ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα 15.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγέρθητε. (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν 15). Δὲν εἶσθε. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν...
§71ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ τμήματος εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως· τὸ εἴπομεν.
§73Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἂν ἡ ψηφοφορία γενήσεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἢ τοὐναντίον. Ηὐχόμην καὶ ἐπεθύμουν, τοὐλάχιστον ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἕκαστος νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος τῶν ἰδεῶν του (διαμαρτυρίαι)· ἐπεθύμουν νὰ γνωρίσῃ τὸ ἔθνος τὴν γνώμην ἑκάστου φανερὰ ἐπὶ τῶν καταγγελθεισῶν παρανομιῶν κατὰ τὴν ἄρτι διεξαχθεῖσαν ἐκλογὴν Καλαβρύτων· ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι δικαίωμά μου νὰ κανονίσω τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς ὃ ἐπιμένω, εἶναι, ὅτι ἐτέθη ζήτημα περὶ τοῦ κύρους ὡρισμένων ἐπιτυχόντων ἐν τῇ ἐκλογῇ Καλαβρύτων προσώπων. Εἶπεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, ὅτι θεωρεῖ μὲν τὸν πρῶτον ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων καὶ τὸν δεύτερον νομίμως καὶ ἀνεπηρεάστως ἐκλεχθέντας, δὲν θεωρεῖ ὅμως τοὺς λοιποὺς οὕτω. Νομίζω, ὅτι ἡ τάξις ἀπαιτεῖ καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, νὰ τεθῇ περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐπιτυχόντων ζήτημα ἰδιαίτερον, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ τμήματος. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἑπομένως κηρύσσεται ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων οἱ κ.κ. Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης, Θεόδ. Ζαΐμης, Π. Θ. Ζαΐμης καὶ Ὀδυσσεὺς Λαμπρόπουλος, ἔχοντες τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα.
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ ἔγκυρον τῶν ἐκλογῶν τῶν ἑξῆς ἐπαρχιῶν, δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστης αὐτῶν ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως: Καλαμπάκας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ, Ἡρ. Καλαμπάκας καὶ Γ. Παπαθανασίου. Καλαμῶν, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Περικλῆς Περρωτῆς, Ἠλίας Μαυρομιχάλης καὶ Γ. Οἰκονομόπουλος. Καρδίτσης, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Δημ. Τερτίπης, Τιμ. Ἀδαμόπουλος, Κων. Ζωγλοπίτης, Γ. Φραγκίδης, Ἰω. Καζαμπάκας, Σπ. Παπαποστόλου καὶ Ξ. Τσαμαγκίδης. Καρυστίας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ.κ. Γ. Χατζηνικολῆς, Ἰω. Σαραφιανὸς, Π. Λεβέντης, Κ. Δούνης καὶ Γ. Μέρμηγκας. Κέας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Γ. Κόρπας καὶ Τρ. Πατρίκιος. Κερκύρας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ.κ. Γ. Θεοτόκης, Μιχ. Θεοτόκης, Γ. Σκάρπας, Ἀλκίνοος Ζερβὸς, Σπ. Χυτήρης, Σπ. Ἀγάθος, Β. Σαμοΐλης καὶ Ν. Καλοσγοῦρος).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλογὴ Κορινθίας.
§77ΣΠ. ΝΟΤΑΡΑΣ. ... (θόρυβος).
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐμπρὸς, ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§79ΝΟΤΑΡΑΣ. Παρακαλῶ, δύο λέξεις. Ἐνώπιον τοῦ τμήματος ὑπέβαλον ἔνστασιν περὶ ἀνηλικότητος τοῦ συναδέλφου κ. Δ. Δημητριάδου. Τὴν ἔνστασιν ταύτην ἀποσύρω.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Κορινθίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας τοὺς κ.κ. Κ. Χρηστόπουλον, Π. Δ. Πετρίδην, Σπυρ. Νοταρᾶν, Σωτ. Κροκιδᾶν, Δημήτρ. Δημητριάδην καὶ Περ. Μεντζελόπουλον. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ ἔγκυρον τῶν ἐκλογῶν τῶν ἑξῆς ἐπαρχιῶν, δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστης αὐτῶν ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως: Κραναίας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ.κ. Ἄθως Ρωμάνος, Ἀγαμ. Μεταξᾶς, Ἀντ. Μομφερράτος καὶ Θ. Μαρκέτος. Κυθήρων, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Σπ. Στάης καὶ Διον. Καλούτσης. Κυνουρίας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Π. Χαντζόπουλος, Χ. Βοζίκης, Θ. Πέρρος καὶ Ν. Τσοῦχλος. Λακεδαίμονος, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Στέφανος Κοπανίτσας, Γ. Φικιώρης, Βρ. Λεώπουλος, Μελ. Ρουσόπουλος καὶ Γ. Μαυρομιχάλης. Λαρίσης, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ἰω. Γιαννακίτσας, Ν. Καραστέργιος καὶ Δ. Πιπινόπουλος. Λεβαδείας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ἰω. Λάππας καὶ Ν. Μπουφίδης. Λευκάδος, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ.κ. Περ. Βαλαωρίτης, Ε. Τσαρλαμπᾶς καὶ Γερ. Φίλιππας. Λοκρίδος, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ξ. Κυριαζῆς καὶ Ἀθ. Εὐταξίας).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλογὴ Μαντινείας.
§83Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἀκύρου. Ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ἐνστάσεις ἐν τῷ τμήματι, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τοῦ ἀποτυχόντος συναδέλφου μου κ. Παπαναστασίου, καὶ ἐπειδὴ εἶπον χθὲς, ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν Μαντινείας θέλουσιν ἀποδειχθῇ πολλαὶ παραβάσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι μοὶ δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν καταρτισθῇ ἡ Βουλὴ, ἐπιφυλάσσομαι τότε νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Μαντινείας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ.κ. Ν. Τριανταφυλλάκος, Π. Μανέτας, Ι. Μπακόπουλος, Ἠλ. Ζέγγελης καὶ Φ. Βάρβογλης. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἔγκυρον τῶν ἐκλογῶν τῶν ἑξῆς ἐπαρχιῶν, δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστης αὐτῶν ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως: Μεγαλοπόλεως, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ἀθ. Κατριβάνος καὶ Ἠλ. Κοσσονάκος. Μεγαρίδος, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Γ. Ἀναστασόπουλος καὶ Γ. Νικολαΐδης. Μεσολογγίου, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ.κ. Κ. Τρικούπης καὶ Λ. Δεληγεώργης. Μεσσήνης, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Σπ. Κουμουνδοῦρος, Δ. Λυμπερόπουλος, Γ. Λυμπερόπουλος καὶ Περ. Μποῦτος. Μήλου, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ.κ. Ἀρ. Προβελέγγιος καὶ Α. Μάτσας. Νάξου, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ν. Κρίσπης, Ι. Ναυπλιώτης καὶ Μ. Βαρότσης. Ναυπακτίας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ.κ. Γ. Σισμάνης, Δ. Φαρμάκης καὶ Γ. Πλατανιώτης. Ναυπλίας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ἠλ. Ποταμιάνος καὶ Μ. Λαμπρυνίδης. Ξηροχωρίου, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ι. Βοῦρτσος καὶ Ἀθ. Πετσάλης. Οἰτύλου καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ.κ. Κ. Α. Κουμουνδοῦρος, Κυριακούλης Μαυρομιχάλης καὶ Γ. Καπετανάκης. Ὀλυμπίας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ἀσημ. Χρηστόπουλος, Φώτ. Μοσχούλας καὶ Χαρ. Κανελλόπουλος. Πάλλης, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ἀθ. Τυπάλδος Μπασιᾶς καὶ Π. Τυπάλδος. Παξῶν, καὶ ἀναγνωρίζεται νόμιμος βουλευτὴς ὁ κ. Θεόδ. Βελλιανίτης. Παρνασίδος, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ.κ. Ἀνάργυρος Σιμόπουλος, Ἀθ. Παπαθανασίου καὶ Πέτρος Μόρης. Πατρῶν, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ἰωάν. Γ. Ροῦφος, Ἀνδρέας Παπαγιαννακόπουλος, Ἀσημ. Θ. Ζαΐμης, Α. Ρικάκης, Ἀχ. Χοϊδᾶς, Ἀχ. Γεροκωστόπουλος καὶ Γ. Παπαδιαμαντόπουλος. Πυλίας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ.κ. Ν. Μισυρλῆς, Ν. Καράπαυλος καὶ Γ. Ράλλης. Σάμης, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ.κ. Γ. Ζερβὸς καὶ Σπ. Γκεντιλίνης. Σκοπέλου, καὶ ἀναγνωρίζεται νόμιμος βουλευτὴς ὁ κ. Κοσμᾶς Δουμπιώτης. Σπετσῶν, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ν. Λεωνίδας καὶ Διομ. Κυριακός).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλογὴ Σύρου.
§86ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακάτω, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§88ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ καθῆκον ὑμῶν εἶναι νὰ προστατεύσητε τὸν θέλοντα ν’ ἀγορεύσῃ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε ἀπὸ τοῦ βήματος, κύριε Μελετόπουλε.
§90Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Περὶ τίνος ἐκλογῆς πρόκειται, κύριε Πρόεδρε;
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τῆς ἐκλογῆς Σύρου.
§92Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐν τῷ Αʹ τμήματι, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκληρώθην διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν εἰς αὐτὸ παραπεμφθεισῶν ἐκλογῶν, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ζητήσω τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Σύρου διὰ τὴν σκανδαλώδη, τὴν κολοσσιαίαν, τὴν ἀναιδῆ δωροδοκίαν, ἡ ὁποία καὶ τώρα ἔγεινε καὶ συστηματικῶς γίνεται εἰς πᾶσαν ἐκεῖ ἐκλογήν. Εὑρέθην μόνος, ἐκτὸς τεσσάρων ἄλλων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν ἐπιφυλακτικοί, τοῦ κ. Σαρσέντη ζητήσαντος τὴν ἀποστολὴν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς κατηγορίας. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ἀποστολὴ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἐθεώρησα ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐκ τῶν πασιδήλων, καὶ μάλιστα ὅταν ὁ ἔφορος τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων — αὐτὸ θὰ σᾶς εἴπω μόνον — λέγει αὐτὰ (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω ὑμῖν, ὅτι ἡ κατὰ τὴν 7 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἐνεργηθεῖσα ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν Βουλευτῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Σύρου ἐγένετο μὲν ἐν ἡσυχίᾳ καὶ τάξει, καθ’ ἃ βεβαιοῦσιν αἱ συνημμέναι ὀκτὼ ἐκθέσεις τῶν παρασταθέντων δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐν νομιμότητι, διότι, κατὰ γενικὴν πεποίθησιν καὶ πανθολογουμένην φήμην ὑπὸ πάντων τῶν κατοίκων Ἑρμουπόλεως καὶ ἄνω Σύρου, μηδ’ αὐτῶν τῶν συναγωνισθέντων ὑποψηφίων ἐξαιρουμένων, ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο διὰ χρημάτων, δαπανήσαντος τοῦ μὲν πρώτου συνδυασμοῦ, ἐξ οὗ ἐξελέχθησαν τρεῖς Βουλευταὶ, 200,000 δραχμάς, τοῦ δὲ δευτέρου, ἐξ οὗ ἐξελέχθησαν δύο, 100,000 δραχμάς, τοῦθ’ ὅπερ παρὰ πλείστων ἀξιοτίμων πολιτῶν ἤκουσα βεβαιούμενον.» Εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν, ὅπως σᾶς παραστήσω, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀκύρωσις τῆς τοιαύτης ἐκλογῆς· εἶχον σκοπὸν νὰ καταδείξω τὴν ἀνάγκην τῆς καταστολῆς ἐν γένει τῆς δωροδοκίας καὶ δι’ εἰδικοῦ νομοθετήματος, ὅπως ἐγένετο ἐν Ἀγγλίᾳ· ἀλλὰ βλέπω ὅτι ἡ Βουλὴ σπεύδει. Ἐπιτρέψατέ μοι ἐν τούτοις νὰ εἴπω ὑμῖν σήμερον, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος, δι’ οὗ, μέχρις οὗ γείνῃ εἰδικὸν νομοθέτημα, δύναται νὰ καταστείλῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἐπονείδιστον ταύτην διαφθοράν, ἀκυροῦσα δηλαδὴ συστηματικῶς τὰς τοιαύτας ἐκλογὰς, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ἀληθὲς στίγμα καὶ ὄνειδος, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦσι τὸν συγγραφέα, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα τὴν πρωΐαν, τὸν Ταὶν, ἀποκαλοῦντα κωμικὸν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι· διότι, ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1885, ὅτε ὁ κ. Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς, βουλευτὴς ὤν, ἐζήτησε τὴν συστηματικὴν ἀκύρωσιν τῶν τοιούτων ἐκλογῶν, ἐγίνετο τὸ τοιοῦτον, ἡ δωροδοκία θὰ κατεστέλλετο ἴσως ἔκτοτε. Ἡ δὲ ἀκύρωσις αὕτη ἡ πραγματικὴ τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι πεποίθησιν, ὅτι εἶναι προϊόντα συστηματικῆς δωροδοκίας, θὰ ἦτο εὐεργέτημα καὶ πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς ἐκλογικοὺς καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς πολιτευομένους, διότι βεβαίως οἱ πολιτευόμενοι δὲν πηγαίνουν νὰ παρακαλοῦν τοὺς ἐκλογεῖς νὰ λαμβάνουν χρήματα, ἀλλὰ πιέζονται παρ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ σεῖς ἔχετε διάθεσιν ἐπικυρώσεως γενικῆς, καὶ λέγετε: «νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες εἰσέλθετε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου». Διὰ τοῦτο παύω τὸν λόγον.
§93ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Σύρου, θὰ ἐπιστήσω ὅμως τὴν προσοχὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν,—ἂν μείνωσιν,—ἢ ἐκείνων οἵτινες θὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐπὶ τοῦ ἥκιστα ἀξιεπαίνου τρόπου, καθ’ ὃν διεξήχθησαν αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν ἐν τῇ παρούσῃ Περιόδῳ. Δὲν θέλω νὰ φέρω καμμίαν κρίσιν οὐδὲ περὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, οὐδὲ περὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον οἱ διάφοροι ὁμιλήσαντες. Ἀντὶ ἄλλης κρίσεως καὶ ἀντὶ ἄλλης κατακρίσεως τοιαύτης κοινοβουλευτικῆς τακτικῆς, συνιστῶ εἰς τὴν μέλλουσαν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ τάχιστα δύο νόμους, τὸν ἕνα κανονίζοντα τὸν τρόπον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, συμφώνως μὲν πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἀπαλλάσσοντα τὴν Βουλὴν τῆς τοιαύτης δικαστικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία δὲν περιποιεῖ πάντοτε τιμὴν εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν σῶμα, οὐδὲ χρησιμεύει ὡς παράδειγμα ἀξιομίμητον. Τὸν δὲ δεύτερον νόμον, περὶ δωροδοκίας τελουμένης κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ διὰ τὰς ἐκλογάς. Ἔχει ὡς πρότυπα νόμους ἄλλων Κρατῶν, καὶ δὴ τὸν νόμον τὸν Ἀγγλικόν. Ἐκεῖθεν ἂς λάβῃ διατάξεις, τὰς ὁποίας ἂς ἀναγάγῃ εἰς τὰ ἡμέτερα ἤθη καὶ ἔθιμα, καὶ ἂς προσπαθήσουν νὰ ἐμποδίσουν, ὅσον εἶναι δυνατόν, ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ἀσχημίαν αὐτὴν διὰ νόμων προσφόρων.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Σύρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ Σύρου οἱ κ.κ. Λ. Μαυρογορδάτος, Ἀθ. Λαδόπουλος, Νικ. Βαφειαδάκης, Λ. Βιτάλης καὶ Δ. Βοκοτόπουλος. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ ἔγκυρον τῶν ἐκλογῶν τῶν ἑξῆς ἐπαρχιῶν, δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστης αὐτῶν ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως: Τήνου, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ι. Γκιὼν καὶ Κάρολος Βιτάλης. Τρικκάλων, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Κ. Χατζηπέτρος, Γ. Κανούτας, Γ. Ραδινὸς, Ν. Ταρμπάζης, Θ. Κριεμάδης καὶ Ἀπ. Ζάππας. Τριφυλίας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Δ. Ἀναστασόπουλος, Θ. Σαρσέντης, Λ. Πονηρόπουλος καὶ Δ. Παπατσώρης. Τριχωνίας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Δ. Κατσάνος καὶ Α. Σκαλτσοδῆμος. Τροιζηνίας, καὶ ἀναγνωρίζεται νόμιμος βουλευτὴς ὁ κ. Ν. Τζανετόπουλος. Τυρνάβου, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Γ. Ροδόπουλος καὶ Θ. Λιμπρίτης. Ὕδρας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Ι. Κουντουριώτης, Ν. Τσαμαδὸς καὶ Π. Γκίκας. Φαρσάλων, καὶ ἀναγνωρίζεται νόμιμος βουλευτὴς ὁ κ. Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλογὴ Φθιώτιδος. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος οἱ κ. κ. Κ. Ἀγαθοκλῆς, Α. Πλατῆς, Ἰωάννης Τσιριμῶκος, Δ. Κρίτσας καὶ Ν. Χατζῖσκος.
§96ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐπενεχθῇ μία διόρθωσις ἐν τῷ καταλόγῳ, εἰς τὴν σειρὰν τῶν Βουλευτῶν Φθιώτιδος, συμφώνως πρὸς τὰ ἐπίσημα ἀποτελέσματα. Πρῶτος νὰ τεθῇ ὁ κ. Ἀγαθοκλῆς, κατόπιν ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὁ δὲ κ. Πλατῆς, ὁ ὁποῖος κατέχει τὴν δευτέραν θέσιν, νὰ καθέξῃ τὴν τετάρτην.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θὰ διορθωθῇ.
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακάτω, κύριε Πρόεδρε.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλογὴ Χαλκίδος. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος οἱ κ. κ. Ν. Καλογερόπουλος, Β. Βουδούρης, Γ. Γαζέπης καὶ Γ. Ἀβέρωφ. Ἐκλογὴ Ψαρῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταὶ Ψαρῶν οἱ κ. κ. Μιλτιάδης Κανάρης καὶ Ἀλέξ. Μ. Κανάρης.
§100Κ. ΖΩΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤδη, ὅτε ἐπερατώθησαν αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Σῶμα νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας αὑτοῦ· πρὸς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου.
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ ποίαν ὥραν θέλετε;
§103ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὰς δέκα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον εἰς τὰς 10 π. μ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 5 μ. μ.)