1898.03.12
2,707 rows · 21,690 words · 104 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
Τῆς 12 Μαρτίου 1898.
(Πέμπτη)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλλει δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 124). Ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνεγίνωσκον ποτὲ, ὅτι ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ ὑπάρχει συνήθεια, ἢ μᾶλλον ἔθιμον, ἵνα ὁ λόρδος Καγκελάριος καὶ οἱ 12 δικασταὶ κάθηνται ἐπὶ προσκεφαλαίων κατεσκευασμένων ἐκ μαλλίνου ὑφάσματος. Προξενεῖ βεβαίως περιέργειάν τινα ἡ τοιαύτη συνήθεια τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἐὰν ἐρωτήσῃ τις, θέλει μάθει, ὅτι τὰ προσκεφάλαια ταῦτα ἐτέθησαν διὰ σκοπὸν ὑψηλόν. Εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν ἡ μόνη βιομηχανία, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Ἀγγλία, ἦτο ἡ κατασκευὴ τῶν μαλλίνων ὑφασμάτων, τούτου δ’ ἕνεκεν ὑπῆρξε συνήθεια νὰ θέτωσι τὰ ἐκ μαλλίνου ὑφάσματος προσκεφάλαια ἐπὶ τῶν ἑδρῶν, ἐφ’ ὧν ἐκάθηντο ὁ λόρδος Καγκελάριος καὶ οἱ 12 δικασταὶ, διὰ νὰ μὴ λησμονῶσι ποτὲ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑπὲρ τῆς προστασίας τῆς ἐθνικῆς των βιομηχανίας. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τοῦτο ἐγίνετο διότι ὁ λόρδος Καγκελάριος καὶ οἱ 12 δικασταὶ ἀπετέλουν μέρος οὐ μόνον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐκτελεστικοῦ. Ὡρμήθην εἰς τὸ προοίμιον τοῦτο ἕνεκα λυπηρᾶς εἰδήσεως, ἀνακοινωθείσης μοι ἐκ τῆς ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ δυστυχῶς κατεχομένης ἔτι πατρίδος μου. Ἡ πατρίς μου Θεσσαλία κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν της καὶ τὴν προσάρτησιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἰδίως ὁ Βόλος, προσεπάθησε ν’ ἀναπτυχθῇ βιομηχανικῶς, καὶ τοῦτο, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ὁσημέραι ἀναπτυσσομένην καὶ βελτιουμένην γεωργίαν. Ἡ γεωργία εἶχεν ἀνάγκην σιδηρουργείων καὶ ἐργαλείων, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ προοδεύσῃ, καὶ ἔτι μᾶλλον εἶχεν ἀνάγκην βιομηχανικῶν καταστημάτων, ἕνεκα τῶν ἁλωνιστικῶν μηχανῶν, πρὸς λειτουργίαν καὶ συντήρησιν αὐτῶν, ὧν ἡ χρῆσις κατέστη ἀπαραίτητος εἰς τὴν πεδιάδα, καὶ αἵτινες, διὰ πολλοὺς λόγους ὑφιστάμεναι ζημίας καὶ βλάβας οὐ σμικρὰς, ἀπαιτοῦσι πάντοτε ταχυτάτην τὴν ἐπισκευὴν πρὸς λειτουργίαν ἐπείγουσαν. Ἀγγέλλεται ὅμως σήμερον πρός με, ὅτι εὐρωπαϊκὰ καταστήματα διαφόρων Κρατῶν προέρχονται εἰς συμφωνίας, ἵνα ἐγκαταστήσωσιν ἀποθήκας οὐχὶ ἐν Βόλῳ, οὐχὶ ἐν ταῖς πόλεσιν, οὐχὶ ἐν τοῖς χωρίοις, διότι τοῦτο βεβαίως προάγει καὶ ἀναπτύσσει τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ δυστυχῶς, Κύριοι, ἐπιβουλευόμενα τὴν ὁσημέραι ἀναπτυσσομένην ἐθνικήν μας βιομηχανίαν, ἤτοι τὰ ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐγκατεστάθησαν καὶ λειτουργοῦσιν ἄριστα ἔν τε Βόλῳ καὶ Λαρίσῃ. Καὶ πῶς; Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἄροτρά τινα, εἰσαγόμενα ἔξωθεν, ἐπωλοῦντο ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ ἀντὶ 80 δραχ. ἕκαστον, μετὰ δὲ τὴν ἐγκατάστασιν ἐν Βόλῳ βιομηχανικῶν καταστημάτων ἤρχισεν ἡ ἅμιλλα, καὶ ἡ τιμὴ τῶν ἀρότρων διαδοχικῶς κατῆλθε, καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κυμαίνεται σήμερον εἰς τὰς 55–60 δραχ. δι’ ἕκαστον ἄροτρον, ἤτοι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις 25%. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι οὐ μόνον διὰ τὰ ἄροτρα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἁλωνιστικὰς μηχανὰς, ὡς προεῖπον, ὑπάρχει ἀνάγκη συντηρήσεως τῶν βιομηχανικῶν καταστημάτων. Δυστυχῶς ὅμως—καὶ ἔχω πληρεστάτας καὶ ἀκριβεστάτας περὶ τούτου πληροφορίας—ὅμιλος ἐπιχειρηματιῶν ἐξ Εὐρώπης προῆλθον εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς πολλὰς προσενεγκούσης ὑπηρεσίας εἴς τε τὴν γεωργίαν, τὴν συγκοινωνίαν καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλίας ἑταιρίας τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων, καὶ ζητοῦσι τίποτε ὀλιγώτερον ἢ εἰς ὅλους τοὺς σταθμοὺς, καὶ τὰς στάσεις ἔτι, τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων νὰ ἐγκαταστήσωσιν ἀποθήκας γεωργικῶν ἐργαλείων, τὰ ὁποῖα οἱ ὑπάλληλοι τῶν σιδηροδρόμων νὰ πωλῶσιν εἰς τοὺς Θεσσαλούς. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ ἐποχῇ ταύτῃ, καθ’ ἣν ὅλαις δυνάμεσι πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐθνικήν μας βιομηχανίαν καὶ διὰ πάσης θυσίας νὰ παρεμποδίσωμεν πλέον δι’ αὐτῆς τὴν ἐξαγωγὴν χρυσοῦ, σήμερον παρά ποτε ἐπιβάλλεται τοῦτο εἰς ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο θ’ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ πρὸς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐκ παντὸς τρόπου καταδείξωσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων, ὅτι προφασιζομένη προστασίαν τῶν Θεσσαλῶν γεωργῶν, πρὸς οὓς ἴσως καὶ διὰ τὸ ἴδιον συμφέρον ἀποβλέπει, τοὐναντίον θέλει συντελέσει εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ἀρχαρίου βιομηχανίας μας. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι γνωρίζομεν πάντες, ὅτι δύσκολον εἶναι νὰ συναγωνισθῇ ἡ ἐγχώριος ἡμῶν βιομηχανία πρὸς τὰ μεγάλα εὐρωπαϊκὰ καταστήματα, ἰδίως δὲ ὅταν παρέχωνται εἰς αὐτὰ αἱ ἐπιζητούμεναι μεγάλαι εὐκολίαι. Δὲν εἶναι δὲ οὗτος ὁ μόνος σκοπὸς τῆς καταναλώσεως τῶν προϊόντων τῶν εὐρωπαϊκῶν καταστημάτων· ὁ σκοπὸς αὐτῶν εἶναι δόλιος· ζητοῦν νὰ καταστρέψουν τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, καὶ ὅταν αὕτη καταστραφῇ, θέλει αὖθις ἀρχίσει ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἀρότρων καὶ ἄλλων ἐργαλείων. Ἀρκοῦμαι εἰς τὰς ὀλίγας αὐτὰς λέξεις, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μεριμνῶν ἰδιαζόντως περὶ τῶν Θεσσαλῶν, θέλει συμπληρώσει τὴν μέριμνάν μου ταύτην, ἐκ παντὸς τρόπου συνεννοούμενος καὶ μετὰ τῆς Διευθύνσεως τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων. Ἐπειδὴ δ’ ἐζήτησα τὸν λόγον, θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ μικρὸν ἔτι τὴν Βουλήν. Κατέχομαι, Κύριοι, ὑπὸ ψυχώσεως μὲ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Χθὲς ἢ προχθὲς διενεμήθη εἰς ἡμᾶς πίναξ, παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ σημειοῦνται ἅπαντες οἱ ἔχοντες λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων. Ἀλλὰ διατὶ, ἀφοῦ ἀναγράφομεν τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν, δὲν ἀναγράφομεν καὶ τοὺς ὀφείλοντας δοῦναι; Ὑπάρχει ἐν τῷ λογιστικῷ νόμῳ διάταξις τις, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «εὐθύνη», ἄρθ. 153 καὶ ἑπόμενα, ἐπιβάλλουσα εἰς τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους, ἵνα κατὰ τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους ὑποβάλλωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν καθυστερούντων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι οἱ ταμίαι, δικαιούμενοι εἰς τὴν ἀπόληψιν ποσοστῶν,—καὶ ὄχι μικρῶν, ἀλλὰ μεγίστων,—ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσπράττωσιν ἅπαντας τοὺς φόρους, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, ἐν οὐδεμιᾷ δὲ περιπτώσει ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ παραλείψωσι τὴν εἴσπραξιν οἱουδήποτε φόρου, ἐκτὸς ἐὰν εἰς τὰς παρατηρήσεις ἀποχρώντως δικαιολογήσωσι τὴν παράλειψιν ταύτην. Ἐπειδὴ δὲ πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ ἄλλοτε καὶ πολλὰ λέγονται, καλὸν εἶναι νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος, ποῖοι εἶναι οἱ ὀφειλέται, οἱ καθυστεροῦντες ἐκ φόρων πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα, εὐαρεστούμενος, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν γενικὸν πίνακα τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς χρήσεως τῶν διαφόρων ταμείων κατὰ τὴν τελευταίαν τοὐλάχιστον πενταετίαν. Εἶναι δ’ εὔκολον τὸ τοιοῦτον, ἐὰν οἱ ταμίαι συνεμορφώθησαν ἐπακριβῶς μὲ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου.
§3Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπιθυμοῦν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν περίθαλψιν τῆς γεωργικῆς τάξεως τῆς Θεσσαλίας, προέβη κατὰ τὰ προαποφασισθέντα εἰς τὴν προμήθειαν ἀρότρων κατὰ πρῶτον λόγον, ἔλαβε δ’ ὑπ’ ὄψιν του κατ’ αὐτήν, ὅτι πρέπει συνάμα νὰ ἐνισχύσῃ καὶ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, καίτοι προσεφέροντο ἄροτρα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Δὲν προέβην εἰς πάσας τὰς προμηθείας ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, καὶ τοῦτο ἄνευ ζημίας τοῦ Δημοσίου· διότι, ἐὰν προέβαινον νὰ προμηθευθῶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἤθελε κοστίσει ἕκαστον 56 φράγκα χρυσᾶ, ἐνῷ νῦν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἠγοράσαμεν ἀντὶ 47 δραχμῶν ἄροτρα συστήματος εὐρωπαϊκοῦ, μὲ τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξοικιωθῆ ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας καὶ τὸ ὁποῖον γνωρίζει νὰ χειρίζηται καλῶς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐπροτιμήσαμεν τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ καταστήματα, τὰ κατασκευάζοντα ἄροτρα, καθὼς καὶ τὰ ἐν Ἀθήναις. Περὶ τῆς ἄλλης περιστάσεως, περὶ ἧς ὡμίλησε, θέλω λάβω πᾶν μέτρον, ἐφ’ ὅσον ἔχω πρὸς τοῦτο δικαίωμα.
§4Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ν’ ἀπευθύνω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν. Αἰσθάνομαι δὲ τὴν ἀνάγκην, ὅπως δηλώσω ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδ’ ἐπερώτησιν προτίθεμαι ν’ ἀπευθύνω ἐπὶ σκοπῷ ἐλέγχου τῶν πράξεων ἢ παραλείψεων αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδὲ σύστασιν ν’ ἀπευθύνω, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑποτεθῇ παρ’ οὐδενός, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιλάθηται τῶν ἰδίων καθηκόντων καὶ τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὥστε νὰ χρῄζῃ ὑπομνήσεως ἢ παρακελεύσεως πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶχον καθῆκον καὶ ἐγώ, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος Βουλευτής, νὰ ὑψώσω φωνὴν ὑπὲρ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ἀξιωματικοῦ τὰ μάλα μὲν διακεκριμένου καὶ πρὸ τοῦ πολέμου, ἀλλ’ ὅστις καὶ κατὰ τὸν πόλεμον ἐπὶ τοσοῦτον ἀνεδείχθη κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ὥστε ἐστερέωσε τὴν ἀγαθὴν φήμην καὶ γνώμην, ἣν ἡ κοινωνία καὶ τὸ στράτευμα εἶχον περὶ αὐτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ ἐκτιμήσῃ κατὰ δίκαιον τρόπον τὴν ἀξίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, διότι ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ στρατηγοῦ Σμολένσκη, τοῦ τότε συνταγματάρχου, τοῦ διοικοῦντος τὴν ἔνδοξον τρίτην Ταξιαρχίαν, τὴν τιμήσασαν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ ὑπηρέτησεν ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, καὶ διὰ τῆς πιστῆς καὶ εὐόρκου ἐκπληρώσεως τῶν φρονίμων καὶ σοφῶν διαταγῶν τοῦ στρατηγοῦ Σμολένσκη καὶ τὸ ἴδιον ὄνομα ἐτίμησε, καὶ συνετέλεσε, τὸ καθ’ ἑαυτόν, εἰς τὴν παγίωσιν τῆς δόξης καὶ τῆς αἴγλης, ἥτις περιβάλλει τὸν στρατηγὸν Σμολένσκην. Δι’ ὅσων εἶπον, Κύριοι, ὠνόμασα ἤδη τὸν ἀξιωματικόν, περὶ τοῦ ὁποίου προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω. Πρόκειται περὶ τοῦ συνταγματάρχου κ. Νικολάου Γιαννηκώστα, διοικητοῦ τμήματος τῆς Ταξιαρχίας, ἧς τὴν διοίκησιν εἶχεν ὁ ἀξιότιμος νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ δὲν θὰ ἐποιούμην λόγον περὶ τῶν δικαίων τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, ἂν δὲν συνέπιπτε περίπτωσις νόμιμος, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ὁ πρὸ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτόν, ἐξόχως διακριθείς, ἐγκαταλείψῃ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μετ’ ὀλίγον, καταλαμβανόμενος ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας, πέραν τοῦ ὁποίου οἱ συνταγματάρχαι τίθενται εἰς ἀποστρατείαν. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἀξιωματικός, ὡς ὁ κ. Γιαννηκώστας, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐγκαταλίπῃ τόσον νέος καὶ ἀκμαῖος τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἀδικία μὲν δι’ αὐτὸν, τὸν τιμώμενον διὰ τῆς γενικῆς ὑπολήψεως, ζημία δὲ διὰ τὸ στράτευμα. Ταῦτα δὲ λέγων, θέλω ἐξηγήσει, ὅτι δὲν προτίθεμαι νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως κάμῃ ἐξαίρεσιν, χάριν τοῦ συνταγματάρχου κ. Γιαννηκώστα, ἀλλ’ ὅπως ἐπανορθώσῃ τὸ προσγιγνόμενον αὐτῷ ἀδίκημα, τιμῶν μὲν καὶ ἀμείβων ἀξιωματικὸν διαπρέψαντα, προνοῶν δὲ συνάμα καὶ περὶ τοῦ στρατοῦ. Συμβαίνει τι ἐξαιρετικὸν καὶ περίεργον διὰ τὸν συνταγματάρχην κ. Γιαννηκώσταν, ὅτι δηλ. καταλαμβάνεται, κατὰ τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἀπὸ τὸ ὅριον τῶν 67 ἐτῶν, συμπίπτει δὲ μετ’ ὀλίγον χρόνον νὰ συμπληρῶται τὸ 67 ἔτος αὐτοῦ, κατὰ τὸ μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ τηρούμενον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς πράγματι νὰ συμπληρώνῃ ἡλικίαν 67 ἐτῶν. Ἀλλὰ τί συμβαίνει λοιπόν; Τὸ μητρῷον τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὡς πρὸς τὸν συνταγματάρχην κ. Γιαννηκώσταν, διότι τὸ μητρῷον τοῦτο κατηρτίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχικῶν μητρῴων κατατάξεως τῶν ἀξιωματικῶν, κατὰ γραφικὸν δὲ λάθος ἐν τῇ ἀντιγραφῇ τοῦ ἀρχικοῦ μητρῴου κατατάξεως τοῦ συνταγματάρχου κ. Γιαννηκώστα, ὅστις τὸ πρῶτον κατετάγη εἰς τὴν στρατιωτικὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, ἀντὶ νὰ σημειωθῇ ἔτος γεννήσεως τὸ 1836, ὅπερ ἐσημειοῦτο εἰς τὸ μητρῷον τῆς Σχολῆς, ἐσημειώθη τὸ 1831. Προσετέθησαν δηλαδὴ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον πέντε ὁλόκληρα ἔτη πέραν τῶν πραγματικῶν· ἕνεκα τοῦ λάθους δὲ τούτου καταλαμβάνεται ἤδη οὗτος ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας, καὶ ἀναγκάζεται νὰ ἀπόσχῃ τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας. Καὶ ὑπάρχει μὲν νόμος, ὅστις ἐπιτρέπει τὴν διόρθωσιν τῶν ἐσφαλμένων μητρῴων τῶν ἀξιωματικῶν ἐπὶ τῇ βάσει αἰτήσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ ὁποίου ἀλλοιοῦται ἡ ἡλικία, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, πρὸς ὃ ἄλλοτε ἀπηύθυνε τὴν αἴτησίν του ὁ συνταγματάρχης, νομίζον ὅτι ἐκπροθέσμως ὑπέβαλε τὴν αἴτησιν, ἀπέῤῥιψεν αὐτήν. Ὁ κ. Γιαννηκώστας προσέφυγεν εἰς τὰ δικαστήρια. Τὸ Ἐφετεῖον δὲ Ἀθηνῶν ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τοῦ ἐνάγοντος, καὶ πεισθὲν ὅτι ἐκ παραδρομῆς καὶ γραφικοῦ λάθους ἐσημειώθη ὡς ἔτος γεννήσεως τὸ 1831, διέταξε τὴν διόρθωσιν τοῦ μητρῴου, ὅπως σημειωθῇ τὸ ἔτος 1836. Ἀλλ’ ὁ Ἄρειος Πάγος, εἰς ὃν παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις δι’ αἰτήσεως ἀναιρέσεως τοῦ Δημοσίου, ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου διὰ λόγους τυπικοὺς, καὶ παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως ἐκδικασθῇ εἰς ἕτερον Ἐφετεῖον. Οὐχ ἧττον ὅμως καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, αὐτὸς ὁ ἀναιρέσας τὴν ἀπόφασιν, παραδέχεται, ὅτι κατὰ λάθος γραφικὸν ἐσημειώθη ἕτερον ἔτος τῆς γεννήσεως. Ἡ ὑπόθεσις, Κύριοι, ἅπαξ εἰσελθοῦσα εἰς τὴν δικαστικὴν ὁδὸν, θ’ ἀκολουθήσῃ τὸν δρόμον αὐτῆς· πάντες δὲ, καὶ οἱ περὶ τὰ νομικὰ ἀσχολούμενοι καὶ οἱ μὴ ἀσχολούμενοι εἰς αὐτὰ, γνωρίζομεν ὁποία εἶναι ἡ βραδύτης ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν τοιούτων ὑποθέσεων, καὶ πῶς παρέλκονται αἱ δίκαι ἐν τοῖς δικαστηρίοις. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὰ δικαστήρια θ’ ἀναγνωρίσωσι τὸ δίκαιον τοῦ αἰτοῦντος ἀξιωματικοῦ, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ, μετὰ ἕνα μῆνα, ὁ συνταγματάρχης καταλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας, καὶ ἀπομακρύνεται κατ’ ἀνάγκην ἀπὸ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἔκρινα εὔλογον, ὄχι ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν, ἀλλ’ οὐδὲ σύστασιν, ἀλλ’ ἵνα, διερμηνεὺς γινόμενος τῆς κοινῆς ἀγαθῆς γνώμης, τῆς κρατούσης περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, τοῦ διακεκριμένου, οὗ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὴν ἀξίαν, συνηγορήσω θερμῶς ὑπὲρ τῶν δικαίων αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, διότι πρόκειται περὶ προσώπου, στενώτατα ὅμως συνδέεται καὶ πρὸς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, χάριν τοῦ δικαίου τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, ἀλλὰ καὶ χάριν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, νὰ μὴ παρίδῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλὰ νὰ μεριμνήσῃ πρὸς τακτοποίησιν αὐτῆς, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιτρέπουσιν οἱ νόμοι καὶ ἐπιβάλλει ἡ ἀξία καὶ ἡ ἱκανότης τοῦ συνταγματάρχου κ. Γιαννηκώστα.
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖον τρόπον;
§6ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προβιβάζων αὐτὸν εἰς τὸν βαθμὸν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται ν’ ἀποστρατευθῇ.
§7Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ τρίτη Ταξιαρχία, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διοικῶ κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον, ἀπηρτίζετο ἐκ δύο συνταγμάτων πεζικοῦ, ἐξ ἑνὸς τάγματος εὐζώνων, τοῦ ἀναλόγου πυροβολικοῦ καὶ μιᾶς ἴλης ἱππικοῦ. Βραδύτερον, κατὰ τὴν δρᾶσιν, ἀναλόγως τῶν παρουσιαζομένων περιστάσεων, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας ὁτὲ μὲν μοὶ προσέθετε δύναμιν, ὁτὲ δὲ μοὶ ἠλάττωνε. Κατὰ τὰς μάχας ἐν Βελεστίνῳ τῆς 18, 23 καὶ 24 Μαρτίου ἡ Α. Β. Ὑψ. μὲ ἐνίσχυσε δι’ ἑνὸς τάγματος εὐζώνων, δι’ ἑνὸς αὐθυπάρκτου πεζικοῦ τάγματος, διὰ μερικῶν ἀνίππων ἰλῶν καὶ διὰ μιᾶς πεδινῆς πυροβολαρχίας, ὁπότε ἡ δύναμις τῆς Ταξιαρχίας εἶχε φθάσει μέχρι 10,000 ἀνδρῶν· κατόπιν ὅμως ἡ δύναμις αὕτη ἠλαττώθη, διότι κατὰ διαταγὴν τῆς Α. Β. Ὑψ. ἠναγκάσθην νὰ ἀποστείλω εἰς Δομοκὸν τὸ 4ον εὐζωνικὸν τάγμα, τὸ 1ον αὐθύπαρκτον πεζικὸν τάγμα, τὴν πεδινὴν πυροβολαρχίαν, τὸν πυροσβεστικὸν λόγον καὶ ὅλας τὰς ἀνίππους ἴλας, ἵνα ἐνισχύσω τὸν στρατὸν τοῦ Δομοκοῦ. Καὶ πράγματι ἐγκαίρως ἀπέστειλα τὴν δύναμιν ταύτην, διαιρέσας αὐτὴν εἰς δύο, ὥστε τὸ μὲν ἥμισυ νὰ βαδίσῃ διὰ τῆς Γκούρας καὶ νὰ ὁδεύσῃ εἰς Δομοκὸν, ἐν περιπτώσει δὲ παρακωλύσεως, τὸ ἄλλο τμῆμα διὰ Λαμίας νὰ ὁδεύσῃ καὶ νὰ φθάσῃ ἀφεύκτως εἰς Δομοκὸν, καὶ οὕτω ἡ δύναμις ἔφθασεν ἐγκαίρως εἰς Δομοκὸν, καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ δύναμις ἔλαβε μέρος κατὰ τὴν μάχην τοῦ Δομοκοῦ. Εἰς τὴν Ταξιαρχίαν μου ἐννοεῖται ὅτι ἦσαν διάφοροι διοικηταί. Ἦτο ὁ διοικητὴς τοῦ 7ου πεζικοῦ συντάγματος ἀντισυνταγματάρχης κ. Ῥέγκλης, ὁ διοικητὴς τοῦ 8ου πεζικοῦ συντάγματος συνταγματάρχης κ. Γιαννηκώστας, ὁ διοικητὴς τοῦ 6ου εὐζωνικοῦ τάγματος ταγματάρχης κ. Μηλίτσης, ὁ διοικητὴς τοῦ 4ου εὐζωνικοῦ τάγματος ταγματάρχης κ. Ἀλεξάνδρου, ὁ διοικητὴς τοῦ 1ου αὐθυπάρκτου πεζικοῦ τάγματος ταγματάρχης κ. Μαυρογένης καὶ οἱ διοικηταὶ τῶν ἐπιλοίπων βοηθητικῶν σωμάτων τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν πρῶτόν μου μέλημα ἦτο νὰ ἐκτιμήσω τὰς ὑπηρεσίας τῶν διοικητῶν, ὑποδιοικητῶν καὶ ἁπάντων τῶν κ. κ. ἀξιωματικῶν τῶν σωμάτων τούτων. Τὸν συνταγματάρχην κ. Γιαννηκώσταν ἐξετίμησα δεόντως, καὶ τὸν ἐπρότεινα, ἵνα λάβῃ ἀνώτερον παράσημον, τὸν Ταξιάρχην. Τὸν ἀντισυνταγματάρχην κ. Ῥέγκλην ἐπρότεινα νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογὴν εἰς συνταγματάρχην, διότι δὲν λέγω ὅτι ὁ κ. Γιαννηκώστας δὲν ἐνήργησε καλῶς, ἀλλὰ δὲν ἔκαμέ τι πλειότερον τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Ῥέγκλη, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς μάχας εἶχε καὶ τὴν μείζονα δρᾶσιν, ὡς τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῶν ἀπωλειῶν τοῦ 7ου πεζικοῦ συντάγματος, σχετικῶς πρὸς τὰς ἀπωλείας τοῦ 8ου πεζικοῦ συντάγματος. Συνεπῶς δὲν ἠμέλησα νὰ πράξω τὸ καθῆκόν μου. Ἐσχάτως ἀληθῶς τὸ τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου Ὑπουργείου μοὶ ἀνέφερεν, ὅτι ὁ συνταγματάρχης κ. Γιαννηκώστας φθάνει εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἵνα ἀποστρατευθῇ, καὶ κατὰ νόμον δέον νὰ εἰδοποιηθῇ περὶ τούτου. Εἰδοποιήθη λοιπόν, ὅτι τὴν 2 Ἀπριλίου δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἦναι ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ ὅτι, ἐὰν θέλῃ, πρέπει νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν ἀποστρατεύσεως, ἵνα μὴ ἀποστρατευθῇ αὐτεπαγγέλτως συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Ἐδῶ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις. Ὁ νόμος μὲ ὑποχρεοῖ ν’ ἀποστρατεύσω τὸν συνταγματάρχην κ. Γιαννηκώσταν ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας. Τὴν ἀμοιβήν του ἐπρότεινα πρὸ καιροῦ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῶν ἀμοιβῶν, θὰ λάβῃ τὴν ἀμοιβήν, ἡ ὁποία ἐπροτάθη. Τώρα, ἵνα τὸν προάξω εἰς ὑποστράτηγον, σχετίζων τὸν συνταγματάρχην τοῦτον μὲ ἄλλους βαθμοφόρους τοῦ στρατεύματος, δὲν εὑρίσκω ὅτι ἔχει τ’ ἀπαιτούμενα προσόντα, διὰ νὰ καθέξῃ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου. Ἴσως ἕτερος Ὑπουργὸς κάμῃ καλλιτέραν ἐκτίμησιν τῆς ἐμῆς, ἐγὼ ὅμως, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ κατὰ τὴν δρᾶσιν καὶ μετὰ τὴν δρᾶσιν ταύτην, τὸν ἔκρινα ἄξιον νὰ λάβῃ τὸν Ταξιάρχην. Συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος μὲ περιορίζει, ἐγὼ εἶμαι ὑπόχρεως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Α. Μ, τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τοῦ στρατοῦ, διάταγμα, δι’ οὗ ν’ ἀποστρατευθῇ ὁ περὶ οὗ πρόκειται συνταγματάρχης.
§8ΠΕΡΡΟΣ. Ὑπάρχει μία διέξοδος, διὰ τὸν λόγον ὅτι τὸ μητρῷον εἶναι ἐσφαλμένον.
§9Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας καὶ ἐτέθη ὡς ἀφετηρία πρὸς ὑπολογισμὸν τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τὸ μητρῷον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐδόθη διὰ νόμου καὶ προθεσμία εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ὅπως, ἐὰν φρονοῦν ὅτι ἀδικοῦνται δυνάμει τοῦ ὑπάρχοντος μητρῴου, ὑποβάλωσι τὰ παράπονά των· μετὰ δὲ τὴν ταχθεῖσαν προθεσμίαν οὐδὲν παράπονον ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ τὸ μητρῷον δὲν ἠμπορεῖ νὰ μεταβληθῇ. Συνεπῶς δυνάμει τοῦ νόμου καὶ τοῦ μητρῴου, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται πάλιν δυνάμει νόμου, ὁ συνταγματάρχης κ. Γιαννηκώστας κατὰ τὴν 2 Ἀπριλίου πρέπει νὰ ἦναι ἀπεστρατευμένος.
§10ΠΕΡΡΟΣ. Μήπως εἶχε γείνῃ λάθος εἰς τὸ μητρῷον;
§11Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Καμμίαν ἀφορμὴν δὲν ἔχω νὰ ὑποθέσω ὅτι ἔγεινε λάθος.
§12ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχεν ὑποβληθῆ αἴτησις, καὶ ἀπεῤῥίφθη.
§13Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἀφοῦ ἀπεῤῥίφθη, ἐτελείωσε. Λυποῦμαι ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, ἕνα συνάδελφον συναγωνιστὴν νὰ τὸν ἀποστρατεύσω, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος εἰς τοῦτο δυνάμει τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα, ἵνα ἐκφέρω γνώμην τινὰ ἐπὶ τῆς ἀξιώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ συνταγματάρχης κ. Γιαννηκώστας προέβαλεν εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ζητῶν, ἵνα ἀναγνωρισθῇ ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἡλικίας αὐτοῦ τὸ μητρῷον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, καὶ ὄχι τὸ μητρῷον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι ὑπόθεσις, ἥτις διαφεύγει καὶ τὰς γνώσεις μου καὶ τὴν ἁρμοδιότητα, νομίζω, τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης δὲν ἔχω κανὲν δικαίωμα, ἵνα ἐκφέρω γνώμην περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ κ. συνταγματάρχου μετέδωκαν εἰς αὐτὸν, ἵνα ἀξιώσῃ προβιβασμὸν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ. Ἐνόμισα ὅμως, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω μίαν παρατήρησιν, ὅτι, ἐὰν ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας στηρίζεται ἐπὶ τῆς βάσεως ὅτι οἱ ἀνήκοντες εἰς ὡρισμένας ἡλικίας ἀπώλεσαν τὴν χρησιμότητα νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, τὸ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται ὅτι αἴρεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. συνταγματάρχης προσήνεγκε κατὰ τὰς τελευταίας στρατιωτικὰς πράξεις, ὡς ὁ κ. ὑποστράτηγος, ὁ εὐτυχῶς κατέχων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ἀπέδειξαν ὅτι τὸ πρᾶγμα τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς διὰ τὸν κ. συνταγματάρχην, καὶ ὅτι ἡ ἡλικία του δὲν τὸν κατέστησεν ἄχρηστον, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι χρήσιμος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι, ἐὰν τυχὸν ἤθελεν ὑποβάλει νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας διὰ τὸν συνταγματάρχην κ. Γιαννηκώσταν,—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ ἄλλοτε— νομίζω ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς δισταγμοὺς, ἵνα ψηφίσῃ τοιαύτην πρότασιν.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§16Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λογίζομαι εὐτυχέστατος, Κύριοι, ἐκ τῆς περιστάσεως ἡ ὁποία μοὶ παρουσιάζεται κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, νὰ συνδράμω, καθὼς σᾶς εἶπον, συναγωνιστὴν εἰς τὸ νὰ μείνῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος, καὶ θέλω τάχιστα σᾶς ὑποβάλει νομοσχέδιον, ἵνα ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας μὴ θίξῃ τὸν συνταγματάρχην κ. Γιαννηκώσταν ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα! εὖγε!
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπρότεινεν. Εἶμαι εὐτυχὴς, διότι τὴν γνώμην ταύτην συνεμερίσθη πρὸ ἐμοῦ ὁ ἁρμοδιώτερος ἐμοῦ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν μετὰ πάσης προθυμίας, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑπηρεσίας τοῦ συνταγματάρχου κ. Γιαννηκώστα.
§20ΣΠ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ὡς τάχιστα ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§21ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ κῦρος τῶν προλαλησάντων, ἰδίᾳ δὲ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι τόσον μέγα, ὥστε βεβαίως οὐδὲν θὰ προσθέσῃ ἡ ἐμὴ γνώμη. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε νομίζω ὅτι ὀφείλει πᾶς τις νὰ δηλώσῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην. Κατὰ τὴν γνώμην μου δὲ, τὰ πρὸ μικροῦ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι δίκαια. Ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὁ συνταγματάρχης κ. Γιαννηκώστας προσέφερεν ὑπηρεσίας κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀμειφθῶσι, φρονῶ ὅτι ὁ προτεινόμενος τρόπος ἀμοιβῆς δὲν εἶναι ὁ καταλληλότερος. Δὲν ἀμείβονται αἱ στρατιωτικαὶ ὑπηρεσίαι διὰ νόμων εἰδικῶν, ψηφιζομένων ὑπὸ τῶν Βουλῶν...
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοῦ ἁρμόζει.
§23ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἁρμόζει ν’ ἀμείβωνται αἱ στρατιωτικαὶ ἀρεταὶ, ἀλλ’ ὡς οἱ νόμοι τῆς πατρίδος ὁρίζουσι. Κατὰ τοὺς κειμένους δὲ νόμους, δύνανται ν’ ἀμειφθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ συνταγματάρχου κ. Γιαννηκώστα, χωρὶς ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων νὰ καθιερώσῃ κακὸν προηγούμενον δι’ εἰδικοῦ καὶ προσωπικοῦ νόμου. Φρονῶ ὅτι, ἐὰν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ συνταγματάρχου κ. Γιαννηκώστα εἶναι τοιαῦται,— καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι—ὥστε νὰ κριθῇ ἄξιος δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ στρατῷ, πρέπει ἡ ἀμοιβὴ αὕτη νὰ δοθῇ διὰ τῆς κεκανονισμένης ὁδοῦ. Ἡ ὁδὸς δὲ αὕτη εἶναι μία, ἡ τῆς προαγωγῆς εἰς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμόν. Ὀλεθρία, ἐπαναλαμβάνω, καὶ διὰ τὸν στρατὸν καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν εἶναι ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς τῶν ἀμοιβῶν διὰ τῆς Βουλῆς. Εἶναι πρόσφατον τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἡ Βουλὴ τοῦ 1892 ἐψήφισε, καὶ δι’ ὃ μεταμελούμεθα ὅσοι συνετελέσαμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προσωπικοῦ ἐκείνου νόμου. Μεταμελοῦμαι δὲ καὶ ἐγὼ, διότι ἐψήφισα τὸ σκάνδαλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διεσάλευσε τὰς βάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ· εὔχομαι δὲ νὰ ἔλθῃ ταχέως ἡ στιγμὴ, ἵνα δι’ ἄλλης ψήφου ἀναιρέσω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἔδωκα τότε ἀβασανίστως. Μὴ ἀναγκάσητε λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην. Ἔχει ἄλλως καθῆκον ἡ Πολιτεία ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὴν ἀντιγραφὴν τῆς ἡλικίας τοῦ κ. Γιαννηκώστα ἐκ τοῦ μαθητολογίου τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων εἰς τὸ μητρῷον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὴν ἀντιγραφὴν ταύτην μετεβλήθη ὁ ἀριθμὸς 6 εἰς 1, καὶ τὸ ἔτος γεννήσεως 1836 φαίνεται ὡς 1831. Τὸ λάθος εἶναι προφανὲς, καὶ ἀνεγνωρίσθη. Ἀφοῦ κατ’ οὐσίαν πρόκειται περὶ τοῦ δικαίου, δὲν φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ καθιερώσῃ ἄλλο ἄτοπον, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ μεταμεληθῶμεν, ὅπως μεταμελοῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὸν προσωπικὸν νόμον, τὸν περὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου.
§24Φ. ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, θὰ προσπαθήσω νὰ συμβιβάσω τὰ διεστῶτα. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ σεβαστοῦ καὶ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, δὲν συμμερίζομαι οὐδὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ. Εἶμαι εἷς ἐκ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπερεμάχησαν ὑπὲρ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, βεβαίως δὲ ὁ ἔνδοξος παρακαθήμενος στρατηγὸς θὰ εἶναι λίαν ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ ὅριον ἔπρεπε νὰ τεθῇ καὶ κατωτέρω ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου ἐτέθη. Τὸν συνταγματάρχην Γιαννηκώσταν γνωρίζω, καὶ τὸν ἐκτιμῶ πάρα πολύ. Παρηκολούθησα ὅλην τὴν ἐκστρατείαν τῆς Θεσσαλίας· ὡς μὴ εὐθυνόμενος δὲ, ἠδυνάμην νὰ παρακολουθήσω τὰ γεγονότα, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω αὐτὰ ἴσως καλλίτερον καὶ ἀπὸ τοὺς διοικήσαντας, διότι οἱ διοικήσαντες εἶχον τοιαύτην εὐθύνην, ὥστε νὰ μὴ τοὺς μένῃ καιρὸς νὰ παρακολουθήσωσι τὰ πράγματα κύκλῳ αὐτῶν. Εὐτυχῶς εἶδον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ταξίαρχος, ἐξετίμησε τὰς ὑπηρεσίας τοῦ συνταγματάρχου Γιαννηκώστα, ὁ ὁποῖος, ἂν εἶχεν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ συνταγματάρχου 8 ἐτῶν, ἠδύνατο ν’ ἀποστρατευθῇ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, ἀντὶ νὰ διατηρήσωμεν αὐτὸν εἰς τὸν στρατὸν καὶ γεννήσωμεν οὕτω ἓν κακὸν προηγούμενον, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, εἰσαγομένου, ἐννοεῖται, πρὸς τοῦτο νομοσχεδίου, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀποστρατεύσῃ τὸν συνταγματάρχην Γιαννηκώσταν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου. Αὐτὸ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο μία οἰκονομία μεταξὺ τῶν δύο λύσεων, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξαν οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Αὐτὰ ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἐνδιαφέρομαι πολὺ ὑπὲρ τοῦ συνταγματάρχου Γιαννηκώστα, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ὡς ἄξιον στρατιώτην, ἐκπληρώσαντα τὸ καθῆκόν του καὶ διακριθέντα μεταξὺ τῶν καλλιτέρων κατὰ τὸν πόλεμον.
§25Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ ἡ συνείδησις ἡ κοινὴ καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ ἁρμοδιωτάτου πρὸς τοιαύτην μαρτυρίαν βεβαιοῦσιν, ὅτι ὁ συνταγματάρχης, περὶ τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου τοῦ ὁποίου ἀπὸ ἱκανῆς ὥρας ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται, δὲν περιήχθη λόγῳ τῆς ἡλικίας αὑτοῦ εἰς κατάστασιν πληροῦσαν τὸ τεκμήριον, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας ἐπέβαλε τὴν ἀποστράτευσιν τῶν συνταγματαρχῶν. Καὶ ἡ συνείδησις ἡ κοινὴ καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ βεβαιοῦσιν, ὅτι ὁ συνταγματάρχης ἐκεῖνος δύναται τὸ ἀξίωμα καὶ τὰς ὑπηρεσίας αὑτοῦ ἐπὶ πολὺ ἀκόμη νὰ παράσχῃ εἰς τὴν πατρίδα. Ἀπέναντι τῆς γενικῆς αὐτῆς ἐκτιμήσεως καὶ ἀναγνωρίσεως ἔρχεται ὁ νόμος, καὶ ἐπέρχεται οὕτω σύγκρουσις τῆς γενικῆς συνειδήσεως καὶ τῆς γνώμης τοῦ ἁρμοδίου προϊσταμένου τοῦ στρατοῦ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου. Ἤδη ἐξετέθη πρὸς ἡμᾶς, ὅτι τοῦ μητρῴου τὴν διόρθωσιν ὁ συνταγματάρχης, περὶ οὗ πρόκειται, ἐζήτησεν ἐγκαίρως· ἂν δὲ ἀκριβῶς τὰ περὶ τούτου ἐξετέθησαν καὶ ἐγὼ καλῶς ἀντελήφθην, καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον αὐτοῦ, πεισθὲν ὅτι ἡ ἡλικία ἡ σημειουμένη ἐν τῷ μητρῴῳ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς ἀποδεικνύεται ἀκριβὴς καὶ ἔχουσα κῦρος ἐπισήμου ἐγγράφου, καὶ τὸ Ἐφετεῖον ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον αὐτοῦ. Ἐξ ὅσων λοιπὸν ἤκουσα σήμερον ἐθεώρησα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς γνώμην εἰς τὴν Βουλήν. Τῆς μὲν ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου ἐγένετο ἔφεσις, τῆς δὲ τοῦ Ἐφετείου αἴτησις ἀναιρέσεως· ἀναιρεθείσης ταύτης, εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις ἀκόμη ἐκκρεμὴς κατὰ παραπομπὴν ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν ὑπολείπεται δὲ χρόνου διάρκεια ἐπαρκὴς, ὥστε ἡ ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος καὶ ἀνέκκλητος δικαστικὴ ἀπόφασις νὰ ἐπέλθῃ, χωρὶς ἤδη οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ν’ ἀποστρατεύσωσιν αὐτὸν λόγῳ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ἤδη ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ μητρῷον τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, ἐλέχθη δὲ ὡς βέβαιον, ὅτι ἔγγραφα τοιαῦτα πολλάκις ἐχρησίμευσαν εἰς μεταβολὴν καὶ ἐπιεικῆ λύσιν ζητημάτων ἐξαρτωμένων εἴτε ἀπὸ προθεσμίας εἴτε ἀπὸ χρόνου ὅριον, ἐπὶ ποινῇ ἀνατροπῆς ὁριζόμενα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσε πολλὴν προθυμίαν εἰς τὸ νὰ φέρῃ νόμον, ἀπαλλάσσοντα τῆς ἰσχύος τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν, ἠκούσθησαν δὲ καὶ ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς τοιαύτης γνώμης. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα εὐθύτερον, ἴσως δὲ καὶ ἁρμοδιώτερον καὶ μᾶλλον ἀσκανδάλως, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν δι’ ἄλλης ὁδοῦ, διὰ παραιτήσεως δηλαδὴ τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τῆς ἐφέσεως. Γενομένης παραιτήσεως ἀπὸ τῆς ἐφέσεως, ἰσχύει ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ ἤθελε γείνῃ διόρθωσις τοῦ μητρῴου κατὰ τοῦτο καὶ παραμείνῃ ἐν τῷ στρατεύματι ὁ συνταγματάρχης, τὴν ἐν αὐτῷ παραμονὴν τοῦ ὁποίου καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἁρμοδιωτάτου τῶν ἀξιωματικῶν κριτοῦ ὑπεστήριξαν.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας τῳόντι ἤθελε μᾶς ἀγάγει εὐθὺ πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον καθορῶ, ὅτι πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἔχουσιν· ἀλλ’ εὑρίσκω ἐν αὐτῇ πλημμέλειάν τινα, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ καταδηλώσω· διότι, ἂν ἤθελε γείνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη αὕτη, ἤθελε παρασταθῆ ἡ Βουλὴ ἐνασκοῦσα ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου ἀνῃρέθη· πῶς εἶναι δυνατὸν, ἀφοῦ δίκη τείνουσα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἑπομένως δίκη οὐχὶ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ δίκη ἀντικείμενον ἔχουσα συμφέρον τῆς νομίμου τάξεως, ἐκδικάζεται ἀπὸ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, καὶ ἐκδίδεται ἀπόφασις ὑπ’ αὐτοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν πρᾶξιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας προῆλθεν ἡ δίκη εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, καὶ τὴν ὁποίαν πρᾶξιν, τὴν αἴτησιν ἀναιρέσεως, ἐνήργησεν ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὸ συμφέρον τῆς νομίμου τάξεως; Ἄλλως τε πρὸς τί πράττει τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Τὸ πράττει κατ’ εἰσήγησιν τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι τὸ πλημμελὲς, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν.
§27ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐὰν τῆς ἐμῆς γνώμης ἡ πλημμέλεια ἦναι αὕτη, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπεστήριξε, τότε βεβαίως δὲν ὑπάρχει πλημμέλεια, τοὐναντίον δὲ ἡ γνώμη τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ εἶναι καταφανῶς πλημμελής. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν, εὑρεθεὶς εἰς δύσκολον θέσιν, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀσκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως οὗτος παραιτηθῇ ἐνδίκου μέσου, τοῦ ὁποίου ἔκαμεν ἤδη χρῆσιν; Τοιοῦτόν τι ἐγὼ δὲν εἶπον, ἁπλῶς δ’ ὑπέδειξα, ὅτι, ἐὰν τὰ πρὸς ἡμᾶς σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνακοινωθέντα εἰσὶν ἀκριβῆ, ἐὰν ὑπάρχῃ οἵα ἐδηλώθη ἡμῖν ἡλικία ἐν τῷ μητρῴῳ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, καὶ ἐὰν ὑπάρχωσι προηγούμενα τοιούτων διορθώσεων, τότε ὁ Ὑπουργὸς ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας καὶ ὡριμωτέρας τοῦ ζητήματος μελέτης δύναται ἴσως νὰ πεισθῇ, ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθῇ τῆς ἐφέσεως. Ἀλλὰ πρὶν εἴπω ἐγὼ τοῦτο, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος συνέστησε ν’ ἀσκήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὄχι ἵνα παραιτηθῇ ἐνδίκου μέσου, ἀλλ’ ἵνα φέρῃ νόμον προσωπικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἐξαίρεσις ἀπὸ τῆς ἰσχύος ἑνὸς νόμου ἑνὸς προσώπου, λόγῳ ἐκτιμήσεως πρὸς τὸ πρόσωπον αὐτό. Ἀλλὰ ἡ γνώμη αὕτη εἶναι προδήλως ὑπὸ πλείστας ἐπόψεις πλημμελὴς καὶ ἀποκρουστέα.
§28ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ εἰς τὴν συζήτησιν ἀνεμίχθη καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι συμμεριζόμενος τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν ἐκτίμησιν ἁπάσης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν εἰρημένον ἀξιωματικόν, εὑρίσκεται ἐν τούτοις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἰς ἀνάκλησιν ἀναιρέσεως τότε μόνον δύναται νὰ συμπράξῃ, ὅταν ἐκ τῆς δικογραφίας ἤθελε πεισθῆ, ὅτι εἶχεν ἄδικον τὸ Δημόσιον νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναίρεσιν. Νομίζει δὲ, ὅτι μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου ἀποβαίνει λίαν ἀμφίβολον ὅτι ἤθελε πεισθῆ.
§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Συνιστῶμεν λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν.
§30Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπελήφθημεν ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἔχομεν ἁρμοδιότητα. Αὐτὸς ὁ κ. ἐπερωτήσας ἔσπευσε πρῶτος νὰ δηλώσῃ τοῦτο, καὶ ἁπλῶς μόνον ὕψωσε τὴν φωνήν του, ἵνα παραστήσῃ ἄδικόν τι γενόμενον, ἀλλὰ χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ ἔχῃ πρόχειρον ἄλλο μέσον, ἐκτὸς τοῦ προβιβασμοῦ, καὶ τοῦτο ἀκόμη δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ἀλλ’ ὑπεδήλωσε μόνον καὶ ἀφῆκεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ μόνου ἁρμοδίου. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τοῦ προβιβασμοῦ εἶναι ἐντελῶς τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐφάνη πρόθυμος. Ἐκ τῆς συζητήσεως ὅμως ταύτης ἀνεφύησαν καὶ προέκυψαν εἰς τὸ μέσον πολλὰ ἄλλα καὶ γνῶμαι διάφοροι, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς κατέληξαν εἰς συμπέρασμα οὐχὶ σύμφωνον πρὸς τὰ καθήκοντά μας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εὑρισκόμενος ἐν δυσχερείᾳ, διότι ἀφ’ ἑνὸς ἔβλεπε τὸ κατ’ οὐσίαν ἄδικον καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀπέναντι τοῦ νόμου εἶχε δεσμευμένας τὰς χεῖρας, ἐνόμισεν ὅτι ἦτο εὐχερὲς εἰς αὐτὸν νὰ φέρῃ διὰ νόμου θεραπείαν, καὶ βεβαίως ἐξ ἀγαθωτάτης προθέσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ἦτο ἕτοιμος νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, ἥτις ὅμως θὰ ἦναι προσωπική, καὶ ἑπομένως ἀποκρουστέα. Ἀλλὰ καὶ προσωπικὴ ἂν δὲν ἦναι, πάλιν, ἐὰν εἰσάγεται εἷς νόμος κατόπιν αὐτῆς τῆς συζητήσεως, θὰ ἦναι προσωπικὸς καὶ κάκιστον προηγούμενον, διότι οὐδὲν τερατωδέστερον τῶν προσωπικῶν νόμων. Σήμερον γίνεται προσωπικὸς νόμος ἐξ ἀφορμῆς δικαιοτάτης, ἀλλ’ αὔριον ἐξ ἀδικωτάτης ἀφορμῆς δύναται νὰ γείνῃ ἄλλος προσωπικὸς νόμος, καὶ ἐνῷ οὔτε ἠκούσθη οὔτε ὑπάρχει φωνὴ ἐναντίον ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, δύναται ν’ ἀκουσθῇ αὔριον ἄλλη φωνὴ ὑπὲρ ἄλλου, ἐπίσης δεδικαιολογημένη κατὰ τὸ φαινόμενον, καὶ οὕτως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιχειρήσωμεν πολλάκις τὸν διαμελισμὸν τοῦ νόμου, ἀναιροῦντες τὸν νόμον καὶ ταὐτοχρόνως ἀναιροῦντες καὶ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Τὸ ζήτημα εἶναι λεπτὸν, καὶ δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον. Ὅπως δήποτε ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα, σύμφωνα μὲν, ἐφ’ ὅσον δύναται, μὲ τὸ δίκαιον, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἁρμοδιότητος. Καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἁρμοδιότητος εἴμεθα, ὅταν ἀποκρούωμεν νόμον ἐκ τοιαύτης ἀφορμῆς, ὅστις βεβαίως θὰ ἦναι προσωπικός, καὶ ὡς προσωπικὸς σαλεύει τὰ θεμέλια τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει θεραπεία; Κατ’ ἐμὲ ὑπάρχει, καὶ ἡ θεραπεία αὕτη ἔγκειται ἐν τῇ συνεννοήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ἀμφοτέρων εἶναι ν’ ἀποφασισθῇ τὸ δίκαιον. Δὲν ἐγνώριζον τὴν ὑπόθεσιν ἐν λεπτομερείᾳ, ἐκ τῶν λεχθέντων ὅμως φαίνεται, ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις, δι’ ἧς ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, ὅτι ἔλαβε χώραν γραφικὸν λάθος. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ὀρθοῦ ἢ τοῦ πλημμελοῦς μιᾶς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικόν, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐκπροσωπεῖ τὸ Δημόσιον, ὡς πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, εἶναι οἱ μόνοι ἁρμόδιοι νὰ ἐπιληφθῶσι καὶ νὰ ἐξεύρωσι τὴν δέουσαν θεραπείαν. Εἶναι δὲ κατὰ τοὺς ὀργανικοὺς νόμους δυνατὴ τοιαύτη λύσις, χωρὶς νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὴν ψήφισιν νόμου, ὅστις ἄλλως τε, ὅσον ἐσπευσμένως καὶ ἂν γείνῃ, ἐνδέχεται νὰ προσκόψῃ, καὶ ν’ ἀδικηθῇ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικός, μολονότι ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος κατ’ ἀρχὴν τοιούτων νόμων. Ἐὰν κατὰ τὴν συνείδησιν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἡ ἀπόφασις τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας εἶναι ὀρθή, διότι παρεισέδυσε γραφικὸν λάθος, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους δύνανται οὗτοι, ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου, ἐὰν αὕτη ἀνεῦρε τὸ γραφικὸν λάθος, νὰ προκαλέσωσι γνωμοδότησιν τῶν νομικῶν συμβούλων,—μένει δὲ βεβαίως τοῦτο πάντοτε εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν αὐτῶν,—οἱ ὁποῖοι σύμβουλοι θ’ ἀποφανθῶσι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1882, καὶ ἐὰν ἐν ὁμοψηφίᾳ παραδεχθῶσι τὴν ἀπόφασιν ταύτην, νὰ προκαλέσωσιν οἱ κ. Ὑπουργοὶ τὴν κατάργησιν τῆς δίκης. Περὶ παντὸς θέματος δίκη δύναται νὰ καταργηθῇ κατὰ διατυπώσεις ἀναγεγραμμένας εἰς τὸν νόμον περὶ νομικῶν συμβούλων. Ὑπάρχει λοιπὸν αὐτὴ ἡ λύσις. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη. Ἤκουσα ὅτι ἀνῃρέθη ἕνεκα τυπικῶν λόγων ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου, ἡ ὁποία ἔδωκε δίκαιον εἰς τὸν συνταγματάρχην. Μέχρι τῆς 2 Ἀπριλίου δύναται νὰ προκληθῇ καὶ ἀπόφασις τοῦ Βʹ τμήματος τοῦ Ἀρείου Πάγου, δηλαδὴ νὰ προκληθῇ ἀπὸ τὸν ἐνδιαφερόμενον...
§31ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ αἴτησις προτιμήσεως.
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη; Ὥστε θεωρῶ ταῦτα περιττά. Ἀνάγκη νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι λίαν ἀκροσφαλὴς εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ νομοθετεῖν, ἐκ προσωπικῶν ἀφορμῶν καὶ λόγων νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν ψήφισιν νόμων. Διότι σήμερον θέλομεν ἀποφασίσει ἐξ ἀφορμῆς δικαιοτάτης, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐγγυῶμαι αὔριον τί θέλομεν πράξει. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ὑπάρχῃ ἡ λύσις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἔχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μελετηθῇ ἡ ὑπόθεσις, δὲν ἔχομεν δικαίωμα οὔτε σύστασιν νὰ κάμωμεν... (Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκφράζει ἀπορίαν). Κύριε Ὑπουργέ, κατὰ τὴν γνώμην μου οὔτε σύστασιν ἴσως δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν περὶ τούτου. Προκειμένου περὶ ἐκκρεμῶν δικαστικῶν διαφορῶν, οὐδεμίαν ἡμεῖς ἔχομεν ἁρμοδιότητα. Ἁπλῶς μόνον, διότι ἐδόθη ἀφορμή, εἶπον ἀκριβῶς, ὅτι σεῖς εἶσθε ὑπεύθυνοι διὰ τὸν νόμον. Δύνασθε νὰ φέρητε τὴν θεραπείαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καλῶς καὶ νομίμως θέλετε ζητήσει ἀπὸ ἡμᾶς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐγγεγραμμένοι ν’ ἀγορεύσωσι κύριοι Πετιμεζᾶς καὶ Ἀγγελόπουλος παραιτοῦνται τοῦ λόγου. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: αʹ) περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 2,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897, καὶ βʹ) περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 373,173.78 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 125–126).
§34ΣΑΚΚΗΣ. Πρὸ πολλοῦ ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι καιρὸς πλέον εἶναι νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως ἐπαναφέρωμεν νόμον καταργηθέντα πρὸ πολλοῦ καὶ ἀφορῶντα τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς λαμβάνοντας τὴν συνταγματικὴν ἄδειαν τῶν 5½ μηνῶν καὶ τοὺς τιθεμένους ἐν διαθεσιμότητι, ὡς διατελοῦντας Βουλευτάς. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὡς εἶχε τότε, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ γείνῃ, διότι ἐν τῇ Βουλῇ ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι νὰ παρακάθηνται καὶ ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν στρατιωτικῶν αὐτῶν γνώσεων καὶ τῆς πείρας των δύνανται νὰ συντελῶσιν εἰς τὸ νὰ φωτίζωσι τὴν Βουλὴν περὶ καθαρῶς στρατιωτικῶν ζητημάτων. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον συνέταξα πρότασιν νόμου, ἣν πρόκειται νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ νόμου, οἱ ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ ἀντισυνταγματάρχου καὶ ἄνω δὲν θέλουσιν ὑπάγεσθαι εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, διότι μέχρι τοῦ βαθμοῦ ἐκείνου ὑποτίθεται ὅτι ἀπέκτησαν τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις καὶ ἱκανὴν πεῖραν, ὥστε νὰ μὴ ἀπαιτῆται ἡ συνεχὴς παραμονὴ αὐτῶν ἐν τῷ στρατεύματι πρὸς τελειοτέραν στρατιωτικὴν αὐτῶν μόρφωσιν. Ἐπικαλοῦμαι λοιπὸν τὴν συνδρομὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τοῦτο, τώρα μάλιστα, ὅτε μετὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον κατεδείχθη ἡ ἀνάγκη, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, δι’ ὃν προωρίσθησαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Σάκκη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 127). Ὁ κ. Κοκκέβης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΥΚΕʹ περὶ παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὡσαύτως ὁ κ. Δαγρὲς ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. [Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 128 καὶ 128 (α), σελ. 187 καὶ 224]. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Πέῤῥος.
§36ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ ἐγὼ κατόπιν.
§37ΠΕΡΡΟΣ. Πρὸ τινων ἡμερῶν, Κύριοι, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκφράσω παράπονα διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, ἡ ὁποία ἐντελῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δημόσια ἔργα, εἶναι παρηγκωνισμένη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ εἰσακούσῃ τῆς παρακλήσεώς μου...
§38ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 23 θέλετε νὰ ὁμιλήσητε; Δύναται νὰ προταχθῇ αὔριον ἢ μεθαύριον. Σήμερον εἶναι ἀδύνατον.
§39ΠΕΡΡΟΣ. Ἐπειδὴ προσφάτως συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη νομοσχέδιον πλείστης σημασίας... (διακοπαί). Παρακαλῶ. Μὴ νομίζετε ὅτι τὴν πρότασιν ταύτην...
§40ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Αὔριον ἢ μεθαύριον.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§42ΠΕΡΡΟΣ. Αὔριον νὰ ἦναι ἐκ τῶν πρώτων, κύριε Πρόεδρε.
§43ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις...
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Πρὸ ἡμερῶν ὑπέδειξα τὴν ἀνάγκην, ὅπως ὅσον τάχιον ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ παρατάσεως τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως τῆς σταφίδος...
§46ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ ἐγὼ δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω.
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἐφάνησαν συγκατατεθεῖσαι εἰς τοῦτο, ὅπως τῇ ὑστεραίᾳ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§48ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον, αὔριον.
§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλπίζω ὅτι κατὰ τὴν πρώτην τοὐλάχιστον ἀνάγνωσιν αὐτοῦ δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις. Δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§50ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον εἶναι;
§51ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5. Λοιπὸν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ἂς ἀναγνωσθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Θὰ παρακαλέσω προσέτι τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγραφῶσιν αὔριον μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ δύο ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα βλέπω μετ’ ἀπορίας τελευταῖα. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι τὸ περὶ ἀτελείας τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ καὶ τὸ περὶ προσθήκης δύο ἀκόμη συνεργείων χάριν τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δηλώσεων ἐθνικῶν γαιῶν.
§52ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὔριον.
§53ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂν ἦτο δυνατὸν, σήμερον. Ἀλλ’ αὔριον ὅπως δήποτε νὰ ἦναι ἐκ τῶν πρώτων.
§54ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ παρακαλέσω ν’ ἀναγνωσθῇ ἓν νομοσχέδιον σήμερον...
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωσθῶσι ταῦτα, διότι εἶναι πολλαὶ ἀντιῤῥήσεις.
§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν αὔριον νὰ προταχθῶσι τὸ περὶ παρατάσεως τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως τῆς σταφίδος, τὸ περὶ συστάσεως δύο συνεργείων καὶ τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ τὰ τρία, τὰ ὁποῖα εἴπετε, θ’ ἀναγραφῶσι, κύριε Εὐταξία, αὔριον.
§58ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ θὰ παρατηρήσω εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πάντα τὰ νομοσχέδια ν’ ἀναγραφῶσι πρῶτα, ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ συστήσωμεν μικράν τινα ὑπομονήν. Σήμερον εἶναι σπουδαιότατον νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν. Ἐὰν δὲν τελειώσῃ τοῦτο, εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ παρακρατήσεως καὶ ἄλλων νομοσχεδίων.
§59ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγομεν ὅτι πάντα εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγραφῶσιν. Εἶναι ὅμως δυνατόν τινα ἐξ αὐτῶν, τὰ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των κατεπείγοντα, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δὲν θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, οὔτε δαπάνην χρόνου εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ν’ ἀναγραφῶσιν ἐκ τῶν πρώτων. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὑπάρχει καὶ ἕτερον, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ἐπίσης εἶναι κατεπεῖγον, καὶ οὐδεμίαν συζήτησιν θὰ προκαλέσῃ, διότι ἡ Βουλὴ παμψηφεὶ θὰ τὸ ψηφίσῃ, ἀναγνωρίζουσα τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ· εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀναγεγραμμένον τελευταῖον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, περὶ συστάσεως δύο ἔτι συνεργείων...
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ αὐτοῦ ἀπεφασίσθη ἤδη.
§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν προέτεινα νὰ προταχθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προκαλέσωσι μακρὰν συζήτησιν καὶ ἀντιῤῥήσεις πολλῶν, οὔτε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προκαλέσωσι μακρὰν συζήτησιν καὶ ἀντιῤῥήσεις πολλῶν, οὔτε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι γενικοῦ συμφέροντος. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρεκάλεσα ν’ ἀναγραφῶσι πρῶτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἶναι γενικώτατα καὶ τὰ μάλα κατεπείγοντος συμφέροντος, δὲν πρόκειται δὲ νὰ προκαλέσωσι μακρὰν συζήτησιν. Δι’ ἁπλῆς ἀναγνώσεως, ὅπως ἐψηφίσθησαν δύο ἄλλα νομοσχέδια, δύνανται νὰ ψηφισθῶσι καὶ αὐτά.
§62ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα σύμφωνοι.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ προκαλέσῃ συζήτησιν.
§64ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν προκαλέσῃ συζήτησιν, νὰ τὸ ἀφήσωμεν.
§65Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σκοπὸς τῆς συζητήσεως δὲν εἶναι νὰ περνοῦν τὰ νομοσχέδια ὅπως τύχει. Σπεύδει πολὺ ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος. Πρέπει νὰ μελετήσωμεν· πρέπει νὰ προσκομισθῶσι πολλαὶ καὶ πολύτιμοι πληροφορίαι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τί γίνεται ὁ σταφιδόκαρπος ὁ παρακρατούμενος, ἂν ἐπωλήθη ποσόν τι, καὶ πόσον, καὶ τί ποσὸν εἰσεπράχθη ἐξ αὐτοῦ κλπ.
§66ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχουσι κατατεθειμέναι αἱ πληροφορίαι.
§67ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δέον νὰ γείνῃ γενικώτερόν τι, νὰ ἴδωμεν τί παρελείφθη ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι, Κύριοι, δὲν ὠφελεῖ αὐτὸς ὁ νόμος, ἐὰν ἀφαιρῶμεν σταφίδα, εἴτε νομίμως εἴτε ἀνόμως, ἐκ τῶν παραγωγῶν, καὶ δὲν ἠξεύρωμεν εἰς τί θὰ χρησιμοποιηθῇ αὐτὸ τὸ ποσόν. Νὰ μένῃ δὲ εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ νὰ ἐπιβαρύνηται μὲ ἐνοίκια καὶ μὲ ἀμοιβὰς ἀποθηκαρίων, χωρὶς νὰ προέρχηται καμμία ὠφέλεια ἐξ αὐτῆς, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πολὺ ἄτοπον. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἔχῃ ὑπομονὴν ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, οἵτινες νὰ συνέλθωσι καὶ συντάξωσι τέλειον νομοσχέδιον, διότι αὐτὸ ἐν πολλοῖς εἶναι ἡμαρτημένον καὶ ἀτελές. Ἄλλοτε πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ εἰς τὸ Συνέδριον τὸ ἐν Πάτραις ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος πολλὰς καὶ διαφόρους γνώμας, ὁ δὲ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σιμόπουλος εἶχε καταρτίσει ὁλόκληρον σχέδιον περὶ διαθέσεως τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως. Τότε πολλὰ εἶπε περὶ αὐτοῦ καὶ πολλὰ ἠγόρευσε καὶ ἐν Πάτραις καὶ ἐδῶ, τώρα δὲ θέλει νὰ τὸ περάσωμεν τροχάδην αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον! Ἔχομεν καιρὸν νὰ τὸ συζητήσωμεν, νὰ τὸ τροποποιήσωμεν, διότι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς του ἀπεδείχθησαν ἐλαττώματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐὰν δὲν διορθωθῶσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ ὁ περὶ παρακρατήσεως νόμος. Ἐγὼ δὲ πρῶτος θέλω ἀντιταχθῆ, ἐὰν δὲν γείνῃ τέλειον τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου αὔριον ἠδύναντο ταῦτα νὰ λεχθῶσιν. Ἐγὼ δὲ δὲν ἔχω ἀντίθετον γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθωσι βελτιώσεις εἰς τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται κάλλιστα νὰ προτείνῃ τοιαύτας. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι δυνατὸν τώρα νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν ἡ παρακράτησις, καὶ βραδύτερον νὰ γείνωσιν ὅλαι αἱ τροποποιήσεις αὐταί. Ζημίας δὲν ἠξεύρω ποίας ἐπέφερεν ὁ νόμος αὐτός. Ἐγὼ προσωπικῶς σᾶς λέγω, ὅτι εἰς ἐμὲ ἐπέφερεν αὐτὴν τὴν ζημίαν: Ἄνευ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπώλουν πρὸς 80 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, μὲ τὸν νόμον αὐτὸν ἐπώλησα πρὸς 260 δραχμάς. Ἐὰν αὐτὸ θεωρῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ζημίαν διὰ τὸν τόπον, τότε θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης τῆς συντηρήσεως τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ ἔτους 1897 ὑπὸ κεφ. 7 ἄρθρ. 8 χορηγηθείσης πιστώσεως ἐκ δρ. 7,500,000 διὰ διαφόρους χορηγίας εἰς παλινοστοῦντας καὶ ἄλλους ἀπόρους Θεσσαλούς. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§71ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ παρῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, συζητουμένης τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δύναται δέ τις νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, σπεύδω, πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς συζητήσεως, νὰ δηλώσω, ὅτι ἀποδέχομαι πληρέστατα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ πεποιθότως, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει καὶ καθῆκον καὶ συμφέρον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἀγροτικοῦ τῆς Θεσσαλίας πληθυσμοῦ εἰς τὴν πρὸ τοῦ πολέμου κατάστασιν. Καὶ καθῆκον μὲν ἔχει, διότι οἱ συμπολῖταί μας οὗτοι Θεσσαλοὶ ἀπώλεσαν ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς τελευταίου πολέμου πάντα τὰ μέσα καὶ ἐφόδια, διὰ τῶν ὁποίων ἐργαζόμενοι ἐπορίζοντο τὰ πρὸς ζωάρκειαν αὐτῶν ἀπαιτούμενα, εἶναι δὲ κίνδυνος νὰ γένωνται θύματα τῆς πείνης, ἐὰν δὲν προσέλθῃ εἰς αὐτοὺς ἀρωγὸν τὸ Κράτος, ὅπως προσέρχεται εἰς πάσας τὰς ἐκ Θεομηνίας ἢ ἐξ ἄλλων αἰτίων δημιουργουμένας περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὡρισμένον τμῆμα τοῦ Κράτους ὑφίσταται τὸν ἐκ τῆς πείνης κίνδυνον. Συμφέρον δ’ ἔχει τὸ Κράτος, διότι οἱ συμπολῖταί μας οὗτοι ἀποτελοῦσι τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων συντελεῖται ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ τῆς Θεσσαλίας· ἐὰν δὲ ἤθελον οὗτοι περιέλθει εἰς ἀνικανότητα πρὸς τὸ ἐργάζεσθαι, βεβαίως καὶ τὸ Κράτος θ’ ἀπολέσῃ τὰ δικαιώματα καὶ τοὺς φόρους, οὓς ἀποδίδουσιν οἱ διάφοροι κλάδοι τῆς γεωργικῆς βιομηχανίας, καὶ ἡ χώρα θέλει ἀπολέσει ἕνα παράγοντα σπουδαιότατον τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἡμῶν ἐμπορίου. Ἐνῷ ὅμως τοιαύτην ἔχω γνώμην περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ κρίνω ἐπαίνων ἀξίους τόν τε ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν καὶ τοὺς ἐκ Θεσσαλίας ἀξιοτίμους Βουλευτάς, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ἔλαβον πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἀρχῆς ταύτης προνοίᾳ, οὐχ ἧττον ἔχω ἐνδοιασμοὺς σπουδαίους περὶ τοῦ ἐπικαίρου τῶν λαμβανομένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου μέτρων, καὶ περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν μὲ συνδέει ἀκραιφνὲς αἴσθημα ἀνυποκρίτου ὑπολήψεως· τιμῶ δὲ καὶ ὑπολήπτομαι τοὺς ἐκ Θεσσαλίας ἀξιοτίμους συναδέλφους. Ἀναγνωρίζω εἰς τούτους τὸ πλεονέκτημα τοῦ γινώσκειν τὰ κατὰ τὴν Θεσσαλίαν κρεῖσσον ἡμῶν τῶν ἄλλων Βουλευτῶν, ἀναγνωρίζω εἰς αὐτοὺς καὶ τὸ καθῆκον τῆς ἰδιαιτέρας αὐτῶν μερίμνης ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν των. Ἀλλά, μεθ’ ὅσην καὶ ἂν τρέφω ὑπόληψιν πρὸς τοὺς συναδέλφους τούτους, τοὺς ἔχοντας τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένας ἰδέας, καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὸν ἀποδεχθέντα ταύτας καὶ γενόμενον εἰσηγητὴν αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ, οὐχ ἧττον, ἐξ ὅσων ἐν ταῖς προηγουμέναις συζητήσεσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐλέχθησαν ἐνταῦθα, καὶ ἐκ τῆς ἐπισταμένης μελέτης τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἠδυνήθην νὰ μορφώσω ἀπολύτως εὐμενῆ γνώμην περὶ τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζεται τὸ νομοσχέδιον. Φρονῶ πρωτίστως, ὅτι πάντες ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων συζητήσεων διέγνωμεν, ὅτι ὑπῆρξε σπουδή τις ἐν τῇ καταρτίσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ περὶ τούτου πρόνοια ἔδει νὰ ληφθῇ ὀλίγον τι βραδύτερον, δηλ. καθ’ ὃν χρόνον ἠθέλομεν ἔχει τὴν Θεσσαλικὴν χώραν ἐλευθέραν, καθ’ ὃν χρόνον ἤθελεν εἶσθαι ἡμῖν δυνατὸν νὰ μελετήσωμεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰς ἀνάγκας καὶ πάσας τὰς μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον δημιουργηθείσας συνθήκας τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Τότε μόνον ἤθελεν εἶσθαι εἰς ἡμᾶς εὐχερὲς νὰ μορφώσωμεν βασιμωτέραν γνώμην καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τὸ Κράτος ἀπαραιτήτου θυσίας καὶ περὶ τῆς μεθόδου ἢ τοῦ συστήματος τῆς διανομῆς, ἵνα γένηται ἡ θυσία αὕτη πρόξενος καλοῦ, ἵνα συντελεσθῇ ὁ σκοπός, ὃν ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ὅτε, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιότιμος Ὑπουργὸς προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγραφῇ, πλὴν τῆς πιστώσεως τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων διὰ τοὺς παλινοστοῦντας, καὶ πίστωσις δραχ. 8,000,000 διὰ τὰς διαφόρους ἀνάγκας τῶν ἀπόρων ἐν γένει Θεσσαλῶν, ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ ἰδέα, ὅτι διὰ νόμου ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς χρήσεως τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἐφρόνουν ἐν τούτοις, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν ἤθελον λειτουργεῖ ἐν Θεσσαλίᾳ αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί, ὅτε ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ γινώσκῃ ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν καὶ τῶν ἐπὶ τούτῳ ἀποστελλομένων ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἠδύναντο σκοπιμώτερον νὰ πληρωθῶσιν αὗται. Ἔχομεν ἄλλως τε καὶ προηγούμενα ἄλλων ἐθνῶν, εἰς ὁμοίας πρὸς ἡμᾶς εὑρεθέντων περιστάσεις. Ἔχομεν τὴν Γαλλίαν, ἥτις διετέλεσεν ἐν χρόνῳ μέν τινι εἰς ἐμπόλεμον κατοχὴν, ἐν μείζονι δὲ ἄλλῳ χρόνῳ ὑπὸ προσωρινὴν κατοχὴν, τῆς ὁποίας σκοπὸς ἦτο ἡ πληρωμὴ τῆς συμπεφωνημένης ἀποζημιώσεως. Τί δὲ βλέπομεν γενόμενον τότε ἐκεῖ; Αἱ πρόνοιαι αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν ζημιῶν, ὧν ἐγένετο πρόξενος ὁ πόλεμος ἐκεῖνος, ἐλήφθησαν καθ’ ὃν χρόνον ἡ Γαλλία δὲν διετέλει ὑπὸ τὴν ἐμπόλεμον κατοχὴν τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ. Διήρεσα εἰς δύο περιόδους τὴν ἐν Γαλλίᾳ γερμανικὴν κατοχὴν, διότι κατὰ μὲν τὴν ἐμπόλεμον κατοχὴν, ἤτοι ἐφ’ ὅσον ἐξηκολούθει ὁ πόλεμος, διετέλει ἐν ἀναστολῇ ἡ ἐνέργεια τῶν γαλλικῶν ἀρχῶν, κατὰ τὴν κατοχὴν ὅμως, ἥτις ἐπῆλθε μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης, ἐπανῆλθεν ἡ λειτουργία τῶν γαλλικῶν νόμων, καὶ αἱ ὑπὸ τὴν κατοχὴν τῶν Γερμανῶν γαλλικαὶ ἐπαρχίαι διωκοῦντο ἀπροσκόπτως ὑπὸ τῶν γαλλικῶν ἀρχῶν, αἵτινες ἠδύναντο νὰ μεταδώσωσιν εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν πάσας τὰς ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν προξενηθεισῶν ἐκ τοῦ πολέμου ζημιῶν, περὶ τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τῶν καταληφθεισῶν ὑπὸ τοῦ ξενικοῦ στρατοῦ γαλλικῶν ἐπαρχιῶν, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ προέλθῃ εἰς σκόπιμον συνδρομὴν τῶν δεομένων τοιαύτης Γάλλων πολιτῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀναμφισβήτητον εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ὅταν ἐψηφίσθησαν αἱ πιστώσεις, τῶν ὁποίων ἐγένετο χρῆσις πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ζημιῶν, ἦτο εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ ἀκριβῶς, τίς ἦτο ἡ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν, ὑπὲρ ὧν ἤρχετο ἀρωγὸς διὰ τῆς χρηματικῆς θυσίας, εἰς ἣν ὑπεβάλλετο τὸ Γαλλικὸν Κράτος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συζητοῦμεν, πρόκειται νὰ ὑποβάλωμεν τὸ Κράτος εἰς οὐκ εὐκαταφρόνητον θυσίαν. Πρόκειται περὶ διαθέσεως 10,000,000, διότι εἰς τόσην ἀναβιβάζει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τὴν ποσότητα, ἣν τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ διαθέσῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τῶν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς ἐκ τοῦ πολέμου προσγενομένων ζημιῶν. Ὡς δὲ λίαν ὀρθῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε καὶ χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν εὑρίσκεται καὶ θὰ εὑρίσκηται ἐπὶ πολὺν ἀκόμη χρόνον εἰς ἐκτάκτως δυσχερῆ οἰκονομικὴν κατάστασιν. Τὸ εὐτυχὲς γεγονὸς, ὅτι κατωρθώθη ἐκ τῆς εὐμενείας τῶν τριῶν προστατίδων Δυνάμεων νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ δάνειον τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως καὶ τὸ οἰκονομικὸν δάνειον ἐπὶ τόκῳ ἐλάσσονι ἐκείνου, ἐφ’ ᾧ ἄλλως ἠδύνατο νὰ συνομολογηθῇ τοῦτο, δὲν συντελεῖ ἀπολύτως εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἐλαττώνει βεβαίως τὰ βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἡμῶν κατὰ τρόπον καθιστῶντα ταῦτα φορητὰ, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀνακούφισιν ταύτην πάντως τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εὑρίσκονται εἰς δυσχερῆ θέσιν. Λέγων ταῦτα, δὲν ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ μὴ διαθέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 8 ἢ 10 ἑκατομμυρίων δρ. ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν, ὥστε νὰ διατεθῇ τοῦτο ἀποκλειστικῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν πάντες οἱ παθόντες ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου συμπολῖται ἡμῶν Θεσσαλοὶ, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι ἐφικτόν. Ἴσως ἠδύνατο νὰ προβληθῇ ὑπό τινος ἡ παρατήρησις, ὅτι ἴσως καθ’ ὃν χρόνον πρόκειται νὰ λειτουργήσωσιν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, δὲν θὰ ἦναι παροῦσα ἡ Βουλὴ, ὅπως νομοθετηθῇ τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν ὑπὲρ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ παθόντων. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, διότι νομίζω, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἡ Θεσσαλία ἤθελεν ἐπανέλθει ὑπὸ τὴν λειτουργίαν τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, περὶ πολλῶν θεμάτων ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δέον νὰ μεριμνήσῃ. Εἶναι χρήσιμος ἡ παρουσία αὐτῆς οὐ μόνον πρὸς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἐπάνοδον τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος εἰς κανονικοὺς ὅρους καὶ ὑπὸ τὰς συνθήκας τὰς ἐνδεικνυομένας ἐκ τῆς ἀφετηρίας τῶν διδαγμάτων, ἅτινα ἐπόρισεν ἡμῖν ἡ μεγάλη ἐθνικὴ συμφορά. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δικαιολογῇ τὴν σπουδὴν, μεθ’ ἧς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατηρτίσθη, ἔδει τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἢ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, νὰ ἀφεθῇ δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐλευθερία, ὅπως μελετήσῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς διὰ τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τὰ κατὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ διὰ Β. Διατάγματος κανονίσῃ τὸν τρόπον καὶ τὸ σύστημα τῆς διανομῆς. Αἱ παρατηρήσεις αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὸ ἐπίκαιρον τῶν μέτρων, ἅτινα διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνονται ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Ἵνα ὅμως μὴ ὑποληφθῶ ὑπό τινος ὡς ἀποκρούων τὴν ὑπὲρ τῶν παθόντων συμπολιτῶν ἡμῶν Θεσσαλῶν ἄμεσον πρόνοιαν, δὲν προτίθεμαι νὰ καταλήξω εἰς πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς ὥρας, καθ’ ἣν τὸ ἔδαφος τῆς Θεσσαλίας ἤθελεν ἀπελευθερωθῆ ἐκ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Κατ’ ἐμὲ, τὸ σπουδαιότερον, ὅπερ τίθεται ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν ἡμῶν, ἀφορᾷ εἰς τὸ σκόπιμον ἢ μὴ τοῦ συστήματος, ὅπερ καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ συστήματος, καθ’ ὃ πρόκειται νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 10,000,000 πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς προσγενομένων ζημιῶν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ἐπροτιμήθη τὸ κρεῖσσον σύστημα. Ὑπῆρξέ τις δικαιολογικὸς λόγος, ὅπως ἀντὶ δωρεῶν προτιμηθῇ τὸ σύστημα τοῦ δανείου, ἵνα μὴ οἱ λαμβάνοντες τὸ βοήθημα, ὅταν δίδεται εἰς αὐτοὺς δωρεὰν, φανῶσιν ἄφρονες καὶ δὲν χρησιμοποιήσωσι τοῦτο πρὸς ὃν τὸ Κράτος προώρισε σκοπόν. Ἀλλ’ οὕτως ἤθελεν ἔχει τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἐπρόκειτο, ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται, νὰ καταβληθῇ ἡ δωρεὰ αὕτη εἰς χρήματα. Ἠδύνατο ὅμως καὶ ἄλλος τρόπος νὰ ἐξευρεθῇ, ἡ παροχὴ τῶν βοηθημάτων οὐχὶ εἰς χρήματα, ἀλλ’ εἰς εἶδος. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἵνα διὰ τῶν γλίσχρων τοῦ Κράτους μέσων δυνηθῶμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀρωγὴν τῶν μεγάλων ζημιῶν, αἵτινες ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου ἐγένοντο ἐν Θεσσαλίᾳ, πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ πολέμου εἰς δύο κατηγορίας. Εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων ἐκ τῶν τοῦ ἀγροτικοῦ ἢ τοῦ ἀστικοῦ πληθυσμοῦ, οἵτινες, εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ δανείου εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τῆς δωρεᾶς ἤθελον λάβει τὸ χρῆμα, οὐδέποτε ἔσονται εἰς κατάστασιν νὰ τὸ ἐπιστρέψωσι, καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κατοίκων, ὑπὲρ ὧν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια διάφορος, εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ παροχὴ πιστώσεως, εἴτε διὰ τραπεζικοῦ καταστήματος, εἴτε ἄλλως, ὑπὸ τύπον δανείου, ὅπως χρησιμοποιήσωσι τοῦτο εἰς βελτίωσιν τῆς ἐργασίας των, καὶ οἵτινες, βοηθούμενοι καὶ ἐνισχυόμενοι οὕτω, ἔσονται εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιστρέψωσι τὸ ληφθὲν μετά τινα χρόνον. Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν ὑπάγονται πρὸ πάντων ἐκεῖνοι ἐκ τῶν τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, οἵτινες ὡς ἐκ τοῦ πολέμου ἐστερήθησαν πάντων τῶν μέσων καὶ ἐφοδίων, δι’ ὧν ἠδύναντο νὰ ἐργάζωνται καὶ προσπορίζωνται τὰ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Ἐννοῶ αὐτὸν τὸν ἀγρότην, ὅστις ἀπώλεσε τὴν καλύβην του, ὅστις ἀπώλεσε τοὺς βόας του, τὸ ἄροτρον αὑτοῦ, καὶ ὅστις δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ μέχρι τῆς προσεχοῦς παραγωγῆς. Ὁ ἀγρότης οὗτος, προμηθευόμενος διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ Κράτους ἀροτριῶν κτῆνος ἢ ἄροτρον, δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιστρέψῃ ποτὲ τὸ οὕτω χρησιμοποιηθὲν βοήθημα, ἐκτὸς ἂν πρόκειται νὰ στερηθῇ τῶν μέσων τῆς ὑπάρξεως. Ἐὰν λοιπὸν μεριμνήσωμεν, ὥστε νὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν, ἤτοι τὴν πρὸ τοῦ πολέμου, πάντας τοὺς ἀγρότας, χορηγοῦντες εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἵνα ἐργασθῶσι, καὶ πλὴν τούτου καὶ ἀνάλογον εἰς σιτηρὰ ποσὸν διὰ νὰ συντηρηθῶσι μέχρι τῆς προσεχοῦς παραγωγῆς τοῦ 1899, δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ ἐργασθῶσιν. Εἰς αὐτοὺς δὲ, φρονῶ, ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ δώσῃ ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον, νὰ τὸ δώσῃ ὅμως οὐχὶ ὑπὸ τύπον δανείου, διότι ὁ τύπος οὗτος ἐξελέγχει ἡμᾶς παραπλανωμένους καὶ μὴ γινώσκοντας τὴν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν κατάστασιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ συμπολιτῶν μας. Διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ ὦμεν εἰλικρινέστεροι καὶ νὰ μὴ ἀναγράψωμεν εἰς νόμον τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ Κράτους βοήθειαν ἢ δωρεὰν ὡς χορηγίαν δανείου μὴ ἀποδοσίμου; Ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω οὐ μόνον ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιότιμος Ὑπουργὸς, ἦναι ἀκριβεῖς, 100 εἶναι περίπου τὰ χωρία, ἅτινα κατεστράφησαν ἐκ τοῦ τελευταίου ἀτυχοῦς πολέμου, δηλ. τὰ χωρία ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων διῆλθεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἢ διὰ τῶν ὁποίων διήλασεν ὁ ἐχθρικὸς στρατὸς ἢ ἐγκατεστάθη οὗτος ἐκεῖ βραδύτερον. Τὸ ἥμισυ περίπου τῶν χωρίων τούτων κατεστράφη ἐντελῶς, τὰ ἄλλα δὲ ὑπέστησαν μερικὴν καταστροφήν. Ὑπολογίζω τὰς κατοικούσας οἰκογενείας εἰς ἕκαστον τῶν χωρίων τούτων κατὰ μέσον ὅρον εἰς τριάκοντα, καὶ ὑπολογίζω, ὅτι αἱ κατοικοῦσαι εἰς πάντα αὐτὰ τὰ χωρία ἀγροτικαὶ οἰκογένειαι ἀνέρχονται εἰς 3,000. Ὁμιλῶ περὶ τῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν ἢ ἡμικατεστράφησαν. Ἐὰν εἰς αὐτὰς τὰς ἀγροτικὰς οἰκογενείας δώσωμεν δωρεάν, εἴτε διὰ τῆς Τραπέζης, εἴτε δι’ ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ὑπὸ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, τοὺς βόας, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην, ἢ ἓν ζεῦγος, ἐὰν ἔχωσιν ἀνάγκην αὐτοῦ, ἢ ἕνα βοῦν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ζεύγους, ἐὰν δώσωμεν ἓν ἄροτρον, ἐὰν ἔχωσιν ἀνάγκην αὐτοῦ, καὶ ἂν τὰς καλύβας αὐτῶν ἀποκαταστήσωμεν εἰς τὴν προτέραν αὐτῶν κατάστασιν, ἐὰν δὲ συνάμα δώσωμεν εἰς ἕκαστον αὐτῶν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως μέχρι τῆς ἑπομένης ἐσοδείας, ἂν δηλ. δώσωμεν εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν 40 ἢ 50 κοιλὰ σίτου ἢ ἀραβοσίτου, νομίζω ὅτι προσδίδομεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἱκανότητα, ἵνα ἐργασθῶσιν, ὅπως εἰργάζοντο καὶ πρὸ τοῦ πολέμου. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις τὸ προπαρελθὸν ἔτος εἶχε διορισθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Θεσσαλίας, ἑκάστη τῶν ἀγροτικῶν οἰκιῶν ἔχει ἀξίαν 675 δραχμῶν. Ἐὰν πρόκειται ἐκ θεμελίων νὰ οἰκοδομήσωμεν χιλίας τοιαύτας ἀγροτικὰς οἰκίας, ἐὰν πρόκειται ἑτέρας 2,000 νὰ διορθώσωμεν ἢ ἐπισκευάσωμεν, νομίζω ὅτι διὰ μιᾶς δαπάνης 1,300,000 δυνάμεθα νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰς ἀγροτικὰς οἰκίας εἰς ἣν εὑρίσκοντο πρότερον κατάστασιν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παθουσῶν ἀγροτικῶν οἰκογενειῶν νὰ περιέχηται ἀνακρίβειά τις· οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ἀκριβὲς τῶν ὑπολογισμῶν, διότι δὲν ὑπάρχει ἀκριβὴς στατιστικὴ περὶ τῶν δεομένων συνδρομῆς ἀγροτῶν καὶ περὶ τῶν οἰκιῶν, αἱ ὁποῖαι κατεστράφησαν. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐκ Θεσσαλίας, καταλήγουσι πᾶσαι εἰς τὴν ἑξῆς παράστασιν. Ἂν ἠθέλομεν εἰς τὰς οἰκογενείας ταύτας χορηγήσει δισχίλια ζεύγη βοῶν, ἢ μᾶλλον 4,000 βόας, ἂν ἠθέλομεν ἀγοράσει αὐτοὺς καταλλήλως διὰ τῆς Τραπέζης ἢ δι’ ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἤθελε μεριμνήσει νὰ προμηθευθῇ τούτους ἐκ Ρωσσίας ἢ ἀλλαχόθεν χονδρικῶς, δὲν ἠθέλομεν δαπανήσει δι’ ἕκαστον βόα πλέον τῶν 250 δραχμῶν, ἐνῷ εἰς ἕνα γεωργὸν ἤθελον κοστίσει 100 δραχ. περισσότερον. Οὕτω θὰ ἠδυνάμεθα διὰ δαπάνης 1,000,000 δρ. νὰ προμηθευθῶμεν 4,000 βόας. Ἂν διεθέτομεν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συντηρήσεως τῶν ἀπόρων ἀγροτῶν μέχρι τῆς προσεχοῦς ἐσοδείας 100,000 κοιλὰ σίτου ἢ ἀραβοσίτου, — δι’ αὐτοῦ δὲ τοῦ ποσοῦ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀσφαλίσωμεν τὴν συντήρησιν αὐτῶν μέχρι τῆς νέας παραγωγῆς, — θὰ δαπανήσωμεν περίπου 600,000 δραχμάς. Εἶναι μὲν ἡ τιμὴ τοῦ σίτου ἀνωτέρα τῶν 6 δραχμῶν κατὰ κοιλὸν, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τοῦ ἀραβοσίτου εἶναι κατωτέρα, ὡς ἐκ τούτου δὲ ὑπελόγισα, ὅτι διὰ τῆς τιμῆς 6 δρ. δυνάμεθα νὰ προμηθευθῶμεν τὰ 100,000 κοιλὰ διὰ δαπάνης δραχμῶν 600,000. Ἐὰν προμηθευθῶμεν 2,000 ἄροτρα καὶ δώσωμεν αὐτὰ εἰς τοὺς ἔχοντες ἀνάγκην τοιούτων, θὰ δαπανήσωμεν, πρὸς 60 δραχμὰς ἕκαστον, ἐν ὅλῳ δραχμὰς 120,000. Διὰ τὰς ἀγροτικὰς οἰκίας, διὰ τοὺς βόας, διὰ τὰ ἄροτρα καὶ διὰ σιτηρὰ χρήσιμα μέχρι τῆς προσεχοῦς ἐσοδείας θὰ διαθέσωμεν ἐν συνόλῳ δραχμὰς 3,020,000. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἀνάγκη κατεπείγουσα, ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν τὸ Κράτος εἰς τοὺς πενομένους ἀστικοὺς πληθυσμοὺς, τῶν ὁποίων αἱ οἰκίαι ὑπέστησαν μεγάλας ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου ζημίας· ἐννοῶ τὰς πόλεις Λαρίσης, Τυρνάβου, Φερσάλων, Βελεστίνου, καὶ ἄλλας πόλεις ἢ κωμοπόλεις, πρωτευούσας ἐπαρχιῶν ἢ δήμων. Δύναται καὶ ὑπὲρ τούτων νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν τὸ Κράτος, οὐχὶ χορηγοῦν εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν χρηματικόν τι βοήθημα, ὅπερ εἶναι μόνον ἐνδεικτικὸν φιλανθρώπου διαθέσεως, ἀλλὰ δὲν θὰ ᾖναι ἐπαρκὲς πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν βεβλαμμένων οἰκιῶν των εἰς τὴν πρὸ τοῦ πολέμου κατάστασιν. Ὑπολογίζω, ὅτι, ἐὰν ὑπὲρ τούτων διατεθῇ 1,000,000 δραχμῶν, εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ ἐφικτὸν νὰ ἐπανορθωθῶσιν αἱ οἰκίαι αἱ ἀνήκουσαι εἰς τοὺς πένητας κατοίκους τῶν πόλεων ἢ κωμοπόλεων τούτων. Τώρα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν μέτρων τούτων εἶναι δυνατὸν ἴσως νὰ ἐξαιρεθῶσιν αἱ οἰκίαι, αἱ ἀνήκουσαι εἰς τσιφλίκια, ὧν οἱ ἰδιοκτῆται εἶναι ὁμολογουμένως πλούσιοι, καὶ δύνανται νὰ ἀναλάβωσι τὴν δαπάνην ταύτην· ἀλλ’ ἐγὼ τοὺς ὑπολογισμούς μου στηρίζω ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπανορθώσεως τῶν γενομένων ἐν γένει ἐκ τοῦ πολέμου ζημιῶν εἰς τὰς ἀγροτικὰς οἰκίας, εὑρίσκω δὲ, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει συμφέρον ὡς τάχιστα νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικὴ παραγωγὴ εἰς τὸ πρώην καθεστώς. Εὑρίσκω δὲ συγχρόνως, ὅτι, ἐὰν αἱ προμήθειαι αὗται γένωνται οὐχὶ διὰ παροχῆς χρημάτων εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν παθόντων καὶ πενομένων ἀγροτῶν ἢ ἀστῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς εἰς εἶδος παροχῆς ἑνὶ ἑκάστῳ αὐτῶν τῶν ἀναγκαιούντων μέσων ἢ ἐφοδίων, προμηθευομένων χονδρικῶς ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἢ ὑπὸ ἐπιτροπῆς καταλλήλως ἐκλεγομένης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ καὶ οἰκονομία εἰς τὸ ἐπὶ τούτῳ δαπανηθησόμενον ποσόν. Ὡς πρὸς τὰς καταστραφείσας ἢ ἡμικατεστραμμένας ἀγροτικὰς οἰκίας καὶ ὡς πρὸς τὰς βλαβείσας οἰκίας τῶν πενήτων κατοίκων τῶν πόλεων, δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ χορηγηθῇ εἰς ἕκαστον ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν τὸ χρῆμα, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀνοικοδομήσῃ τὴν καλύβην αὐτοῦ, ἢ θὰ διορθώσῃ αὐτήν. Δύναται ἄλλο σύστημα νὰ προτιμηθῇ. Δύναται νὰ ἐκλεχθῶσι 4 ἢ 5 ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον βεβαίως προμηθευθῆ καὶ τὴν ξυλείαν καὶ τὰ ἄλλα ὑλικὰ εἰς πολὺ εὐθηνοτέραν τιμήν, καὶ οἱ ὁποῖοι, χονδρικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἐργαζόμενοι, βεβαίως ἤθελον ἔχει οἰκονομίαν δαπανῶν, βεβαίως ἤθελον κατορθώσει δι’ ὀλιγωτέρων χρημάτων νὰ οἰκοδομήσωσιν ἢ διορθώσωσι τὰς ἀγροτικὰς οἰκίας, ὡς καὶ τὰς τῶν πενήτων κατοίκων τῶν πόλεων ἢ κωμοπόλεων. Οὕτω δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐκ θεμελίων ἀνοικοδόμησις τῶν κατεστραμμένων ἀγροτικῶν οἰκιῶν καὶ ἡ ἐπισκευὴ ἢ ἐπιδιόρθωσις τῶν ἡμικατεστραμμένων ἀγροτικῶν καὶ ἀστικῶν οἰκοδομῶν πολὺ οἰκονομικώτερον ἢ ὅσον ἠδύναντο νὰ κτισθῶσιν ἢ νὰ ἐπιδιορθωθῶσιν αὗται ὑπὸ τῶν ἰδίων ἰδιοκτητῶν διὰ τῆς χορηγίας χρηματικῶν ἀνεπαρκῶν βοηθημάτων. Οὕτω, νομίζω, θὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος διὰ μιᾶς θυσίας, οὕτως ὅμως γενομένης, ὥστε νὰ ᾖναι ἀποτελεσματική, νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν Θεσσαλικὴν παραγωγήν, ἢ μᾶλλον τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν πρωτίστως καὶ τὸν πένητα ἀστικόν, εἰς τὴν πρὸ τοῦ πολέμου κατάστασιν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος, ὀφείλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐν τῷ μέλλοντι γεωργικὴν παραγωγὴν τῆς Θεσσαλίας, διότι, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἡ Θεσσαλία ἀποτελεῖ σπουδαιότατον παράγοντα τοῦ ἐξωτερικοῦ ἡμῶν ἐμπορίου. Ἐὰν κατορθώσωμεν, προάγοντες τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν ἐν Θεσσαλίᾳ, νὰ ἔχωμεν μείζονα ποσότητα σιτηρῶν, χρησιμοποιουμένων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, δὲν θέλομεν εὑρίσκεσθαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξάγωμεν χρυσὸν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς προμήθειαν τοῦ ἀπαραιτήτου ὡς πρώτης ἀνάγκης εἴδους καταναλώσεως ἐν ταῖς μὴ σιτοφόροις ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι, ὅσον ὀλιγώτερον χρυσὸν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐξάγωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, κατὰ τοσοῦτον ἡ νομισματικὴ ἡμῶν ἀνωμαλία αἴρεται ἢ βελτιοῦται. Ἡ Θεσσαλία ἄλλως τε παράγει καὶ ἕτερα εἴδη, πλὴν τῶν σιτηρῶν, οἷον καπνὸν κλπ., ἐξαγόμενα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ ἐπαγόμενα τὴν εἰσαγωγὴν μεταλλικοῦ νομίσματος εἰς τὴν χώραν. Ἡ ἐνίσχυσις ἄρα τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς διὰ τῆς ἄρσεως τῶν ὑφισταμένων κωλυμάτων ἢ ἐλλείψεων εἶναι ἐπιβεβλημένη, καὶ πρέπει ν’ ἀποτελῇ τὸ πρῶτον πάντων ἡμῶν μέλημα. Καὶ οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ πάντες οἱ ἐπισκεφθέντες καὶ σπουδάσαντες τὰ κατὰ τὴν Θεσσαλίαν ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ τοκογλυφία εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα τῆς Θεσσαλίας πληγή, καὶ ὅτι ἡ παροχὴ κεφαλαίων πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς ἐπὶ τόκῳ μετρίῳ, ἐπιτρέποντι τὴν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ γεωργοῦ χρησιμοποίησιν τοῦ δανεισθησομένου αὐτῷ ποσοῦ καὶ τὴν ἐμπρόθεσμον ἀπόδοσιν αὐτοῦ, ἤθελον εἶσθαι ἡ μόνη εὐεργέτις καὶ ὁ μόνος παράγων τῆς προόδου καὶ εὐημερίας τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Εἶναι ἄρα ἐπιβεβλημένη ἡ σύστασις καὶ ἡ λειτουργία μιᾶς ἀγροτικῆς Τραπέζης. Δὲν ὑπάρχει ἐν Θεσσαλίᾳ χωρίον, κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ ὁποίου δὲν ἀκούει τις τὸ κατὰ τῆς τοκογλυφίας παράπονον καὶ τὴν παράκλησιν ἢ εὐχὴν τῆς ἱδρύσεως μιᾶς ἀγροτικῆς Τραπέζης, δυναμένης νὰ χορηγῇ πιστώσεις γεωργικὰς ἐπὶ μετρίῳ τόκῳ. Ἀλλ’ ὡς γινώσκουσιν ὅσοι ἐμελέτησαν τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς δύναται νὰ ἦναι βιώσιμος μία ἀγροτικὴ Τράπεζα, δὲν ἦτο τοῦτο ἐφικτὸν, οὐδὲ θὰ ἦναι ἐφικτὸν, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν ὑποβληθῇ εἰς μίαν πρὸς τοῦτο θυσίαν διὰ τινος προσφόρου συνδυασμοῦ, ὅπως ἀποβῇ δυνατὸν νὰ χορηγῶνται γεωργικαὶ πιστώσεις ἐπὶ μετρίῳ τόκῳ. Κατ’ ἐμὲ, ἡ χορηγία πιστώσεων πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν γεωργικὴν παρ’ ἡμῖν τάξιν ἐπὶ τόκῳ μὴ ὑπερβαίνοντι τὰ 5% ἠδύνατο νὰ σώσῃ καὶ προαγάγῃ εἰς βαθμὸν μὴ ὑστεροῦντα τῶν μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων γεωργικῶν ἐθνῶν πάντας τοὺς κλάδους τῆς γεωργικῆς ἡμῶν παραγωγῆς, οὐ μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς λοιπαῖς τοῦ Κράτους ἐπαρχίαις. Βεβαίως πρὸς χορηγίαν τοιούτων πιστώσεων ἐπὶ τόκῳ 5% τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια δὲν δύνανται, τό γε νῦν, νὰ προσενεχθῶσιν, ἀφοῦ ὁ τόκος ὁ συνήθης παρ’ ἡμῖν ὑπερβαίνει τὰ 8%. Ἄλλως τε πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τοῦ τόκου τῶν 5% ἐπὶ τῶν γενησομένων πρὸς τοὺς γεωργοὺς χορηγήσεων πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε τοὐλάχιστον δύο τοῖς ἑκατὸν λόγῳ τῶν ἐξόδων καὶ τῶν ἐνδεχομένων ζημιῶν, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ πανταχοῦ, ὅπου ἱδρύθησαν ἀγροτικαὶ Τράπεζαι, δὲν ἠδυνήθησαν, κατὰ τὰ πρῶτα μάλιστα ἔτη, νὰ ἐργασθῶσιν ἄνευ μεγάλων ζημιῶν, καθόσον αἱ τοιαῦται Τράπεζαι δὲν δύνανται ἢ νὰ προσκόπτωσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν πολλῶν ἐξ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους χορηγοῦσι τὰς πιστώσεις. Κεφάλαια δὲ, ἐπὶ προσδοκίᾳ τόκου 3%, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι παρ’ ἡμῖν, ἴσως δὲ οὐδὲ ἀλλαχοῦ, ὅπου εἰσὶν ἄφθονα, διότι ὁ δίδων τὰ ἑαυτοῦ κεφάλαια εἴς τινα ἑταιρίαν Τραπεζικὴν ἢ ἄλλην ἐννοεῖ νὰ κερδίσῃ πλειότερον ἢ ὅσον κερδίζει διαθέτων ταῦτα ἀπευθείας εἰς ἰδιωτικὰ δάνεια. Ὄταν λοιπὸν ἔχωμεν ἀνώτερον ἀμφισβητήσεως, ὅτι πρὸς ἵδρυσιν ἀγροτικῆς Τραπέζης δέον νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος εἰς θυσίαν τινὰ, ἤτοι νὰ συνεταιρισθῇ πρὸς ἰδιώτας κεφαλαιούχους καὶ νὰ παράσχῃ αὐτοῖς πλεονεκτήματά τινα, δὲν φρονεῖτε, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ καταλληλοτέρα πρὸς τοῦτο στιγμή; Ἀφοῦ εἶναι ἤδη κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀποφασισμένον νὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας 10,000,000, δὲν δυνάμεθα ἐκ τῆς θυσίας ταύτης νὰ ὠφεληθῶμεν, ὅπως ἐγκαταστήσωμεν, ἐὰν ὄχι αὐτοτελῆ καθ’ ἅπαν τὸ Βασίλειον ἀγροτικὴν Τράπεζαν, τοὐλάχιστον ἕνα κλάδον ἀγροτικῆς Τραπέζης ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπως προσέρχηται ἀρωγὸς εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν ἐν Θεσσαλίᾳ; Ὁ συνδυασμὸς, κατ’ ἐμὲ, εἶναι εὐχερής. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι 4,000,000 ἀρκοῦσιν, ὅπως ἀποκατασταθῇ ὁ πένης ἀγροτικὸς καὶ ἀστικὸς πληθυσμὸς εἰς τὴν πρὸς τοῦ πολέμου κατάστασιν. Ἴσως προστεθῇ τι περισσότερον ἀκόμη, ὅταν ἡ ἐφαρμογὴ ἀποδείξῃ τὴν ἀπαραίτητον ἀνάγκην. Ἴσως πρὸς τὴν τοιαύτην ἀποκατάστασιν ἀπαιτηθῇ καὶ 1,000,000 ἀκόμη ἐκ τῶν 10,000,000, τὰ ὁποῖα διαθέτομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Τὸ πρόσθετον μάλιστα τοῦτο ἑκατομμύριον δύναται νὰ ληφθῇ ἐκ τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 πιστώσεως ὑπὲρ τῶν παλινοστούντων Θεσσαλῶν. Τὰ κατὰ τὴν ἐμὴν πρότασιν δωρεὰν διατεθησόμενα πρὸς προμήθειαν τῶν ἀναγκαίων εἰς τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν μέσων καὶ ἐφοδίων, ὅπως κατασταθῇ οὗτος ἱκανὸς νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας του, θὰ χρησιμεύσωσι λυσιτελέστερον εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἢ ὅσον θὰ χρησιμεύσωσι τὰ 10,000,000, διατεθησόμενα δῆθεν εἰς δάνεια, καθ’ ὃ σύστημα παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον. Ἀπομένουσιν ἄρα κατὰ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποστηριζόμενον σύστημα 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια. Ἐὰν ἐκ τῶν 6,000,000 δώσωμεν τὰ 4,000,000 εἰς μίαν Τράπεζαν, προτιμῶντες βεβαίως ἐκείνην, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἤ, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν αὕτη δὲν ἀπεδέχετο τὴν πρότασιν, καθ’ οὓς προβάλλεται ὅρους, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, παρακαλουμένην ἐπὶ τούτῳ,—πιστεύω ὅμως, ὅτι ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας, ἥτις πολύτιμον προσήνεγκε συνδρομὴν εἰς τὴν Θεσσαλίαν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου, δὲν θέλει ἀρνηθῆ τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου συνδρομήν της— ἐὰν διαθέσωμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον 4,000,000, ζητήσωμεν δὲ καὶ παρὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως διαθέσῃ καὶ αὕτη ἐκ τῶν ἰδίων της κεφαλαίων ἕτερα 4,000,000, καὶ ἂν ἡ τοῦ Κράτους θυσία περιορισθῇ εἰς μόνην τὴν παραίτησιν τοῦ ἐπὶ τοῦ τόκου τῶν 4,000,000 ἐπὶ δέκα ἢ δεκαπέντε ἔτη, δὲν νομίζετε, ὅτι ἱδρύεται οὕτως ἀγροτικὴ Τράπεζα ἐν Θεσσαλίᾳ μὲ κεφάλαιον δραχ. 8,000,000, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἔσεται ἐπαρκὲς ἐπὶ τοῦ παρόντος διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ; Ἡ Τράπεζα θὰ δανείζῃ τοὺς γεωργοὺς ἐπὶ τόκῳ 5%, ἀλλ’ αὐτὴ θὰ ἔχῃ 10%, διότι τὸ ἥμισυ τῶν κεφαλαίων θὰ προσφέρῃ τὸ Κράτος ἄνευ τόκου δι’ ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ πρότερον εἶπον, ὅτι ἐκ τῶν 10% πρέπει νὰ ἐκπεσθῇ ἓν ποσοστὸν ὡς ἐκ τῶν ζημιῶν, αἵτινες παρομαρτοῦσιν εἰς τὰ τοιαῦτα ἀγροτικὰ δάνεια, καὶ μάλιστα κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη. Οὕτω ἐπὶ 8,000,000 δανειζομένων πρὸς 5% ἔχομεν πρόσοδον ἐκ τοῦ τόκου δρ. 400,000. Ἐὰν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν, λόγῳ τῶν ζημιῶν, τὸ τέταρτον, ἤτοι 100,000, θ’ ἀπομένῃ εἰς τὴν Τράπεζαν κέρδος δρ. 300,000, ὅπερ ἀναλογεῖ πρὸς τόκον 7½% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς Τραπέζης ἐκ δρ. 4,000,000. Δὲν πρόκειται δὲ τὸ Δημόσιον νὰ δωρήσηται τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν Τράπεζαν. Δύναται τὸ ὑποδεικνυόμενον ὑπ’ ἐμοῦ σύστημα νὰ λειτουργήσῃ, κατὰ συνομολογηθησομένην μετὰ τῆς Τραπέζης συμφωνίαν, ἐπὶ χρονικὴν περίοδον 10 ἢ 15 ἐτῶν, μετὰ τὴν λῆξιν δὲ τῆς περιόδου ταύτης δύναται τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐὰν κριθῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει ἄλλην τινὰ χρῆσιν νὰ ποιήσηται τοῦ ποσοῦ τούτου. Εἶναι μάλιστα πιθανὸν νὰ ἦναι, μετὰ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου τούτου, οὕτως ἐγκατεστημένη ἡ ἀγροτικὴ αὕτη Τράπεζα, ὥστε νὰ δύναται νὰ λειτουργῇ ἄνευ περαιτέρω συνδρομῆς καὶ ἐνισχύσεως ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου ταμείου. Διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τούτου κατορθοῦται ἀμέσως, ἤτοι εὐθὺς ὡς ἐπαναλάβωσι τὴν ἰσχύν των ἐν Θεσσαλίᾳ οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι, ἡ λειτουργία ἑνὸς κλάδου ἀγροτικῆς Τραπέζης, δι’ αὐτοῦ δὲ παρέχομεν σταθερῶς καὶ ἀδιαλείπτως τὴν δέουσαν συνδρομὴν καὶ ἐνίσχυσιν πρὸ παντὸς εἰς τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν. Αὐτὸς οὗτος ὁ κλάδος τῆς ἀγροτικῆς Τραπέζης δύναται νὰ δανείζῃ πρὸς τοὺς ἀγρότας τὰ ποσὰ, ὧν δέονται οὗτοι πρὸς σπορὰν, δύναται δὲ νὰ δανείζῃ πρὸς αὐτοὺς, ἢ καὶ πρὸς ἄλλους μικροκτηματίας τῶν κεφαλοχωρίων, τὰ ποσὰ, ὧν ἔχουσιν ἀνάγκην πρὸς βελτίωσιν καὶ αὔξησιν τῆς παραγωγῆς. Διὰ νόμου δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι αἱ χορηγίαι τοῦ κλάδου τούτου τῆς ἀγροτικῆς πίστεως δέον νὰ μὴ ὦσιν ἀνώτεραι τῶν 2,000 δρ., ὥστε νὰ δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν καὶ ἐνίσχυσιν πρὸς πάντας τοὺς ἀγρότας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν φιλοπονίαν καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ βελτιώσωσι τὰς γεωργικὰς αὑτῶν ἐργασίας. Δυνάμεθα, ἐὰν ἤθελεν ὑποληφθῆ τὸ ποσὸν τῶν 8,000,000 ἀνεπαρκὲς, ν’ αὐξήσωμεν αὐτὸ μέχρι τῶν 10,000,000, χορηγοῦντος τοῦ Κράτους τὸ ποσὸν 5,000,000, καὶ τῆς Τραπέζης καταβαλλούσης ἴσον ποσὸν καὶ ἀπαλλασσομένης τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ διαθέτῃ τὸ ἓν πέμπτον τοῦ μετοχικοῦ της κεφαλαίου ὑπὲρ τῶν γεωργοκτηματικῶν χορηγήσεων. Οὕτω δυνάμεθα νὰ ἐγκαταστήσωμεν τὸν κλάδον τοῦτον τῆς ἀγροτικῆς Τραπέζης εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς μὲ κεφάλαιον 10,000,000. Οὕτω καὶ μόνον νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἐπανόρθωσιν τῶν γενομένων ἐκ τοῦ πολέμου ζημιῶν εἰς τὰς κοινωνικὰς ἐκείνας τάξεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ θεωρῶ παραγωγικὰς, εἰς ἐκείνας τὰς κοινωνικὰς τάξεις, τῶν ὁποίων ἡ ἐνίσχυσις δὲν ἐπιβάλλεται μόνον ἐκ καθήκοντος, ἀλλὰ καὶ ἐκ συμφέροντος τοῦ Κράτους. Ἐὰν, πρὸς τῇ συστάσει αὐτοῦ τοῦ κλάδου τῆς ἀγροτικῆς Τραπέζης, συντελεσθῶσι καὶ ὅσα ἄλλα ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖα πρὸς βελτίωσιν καὶ προαγωγὴν τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς· ἐὰν τουτέστι πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ὑπεχρεώθη νὰ χορηγήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ τῆς συμβάσεως, ἥτις κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1896 ἐκυρώθη διὰ νόμου, καὶ συντελεσθῶσι δι’ αὐτοῦ ὑδραυλικὰ ἔργα ἀπαραίτητα πρὸς προστασίαν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ· ἐὰν αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν χορηγίαν πιστώσεων γεωργικῶν διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ κυρώσαντος τὴν σύμβασιν ταύτην ἐφαρμοσθῶσι καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ· ἐὰν, ὅπως ἄλλος συνάδελφος χθὲς ἔλεγε, κατορθώσωμεν, ὥστε ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης νὰ ἦναι ἀπρόσκοπτος καὶ ἀρτία, δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐπὶ τὸ μέλλον τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς, ἐπ’ ἀγαθῷ οὐ μόνον τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ καὶ πάσης τῆς ἡμετέρας χώρας. Ἀλλ’ ἀντὶ τοιοῦτόν τι σύστημα, οἷον τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδειχθὲν, νὰ γένηται ἀποδεκτὸν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας διαθέσεως 8–10 ἑκατομμυρίων δραχ., σύστημα ὅπερ ἑνώνει δύο πλεονεκτήματα, τὸ πλεονέκτημα τῆς ἀμέσου συνδρομῆς πρὸς τοὺς ἐκ τοῦ πολέμου παθόντας ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν εἰς τὴν πρὸ τοῦ πολέμου κατάστασιν, καὶ τὸ πλεονέκτημα τῆς ἀμέσου ἱδρύσεως ἑνὸς κλάδου ἀγροτικῆς Τραπέζης, προωρισμένου νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν καὶ προαγωγὴν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι, ἐκ χρηστοῦ βεβαίως συνειδότος ὁρμώμενοι, ἀλλὰ σπεύδοντες εἰς τὸν διὰ νόμου καθορισμὸν τῆς εἰς Θεσσαλίαν διανομῆς τοῦ ἀναγραφέντος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ποσοῦ πιστώσεως, ἐπροτίμησαν καὶ ὑπέδειξαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ σύστημα, ὅπερ βλέπομεν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, ἤτοι τὴν διανομὴν τῶν 7½ ἑκατομμυρίων, αὐξανομένων ὁριστικῶς μὲν εἰς 8,000,000, δυνητικῶς δὲ, ἀλλὰ θετικῶς, εἰς 10,000,000, ὑπὸ τὸν τύπον δανείων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγων συντασσομένων ὑπὸ τῶν ἱερέων, τοῦ εἰδικοῦ παρέδρου, τοῦ δημάρχου καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἡ παρέμβασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς χορηγίαν τῶν δανείων τούτων οὐδεμίαν παρέχει ἐγγύησιν, διότι αὕτη εἶναι ὑποχρεωμένη, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, μηχανικῶς καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης νὰ ἐνεργήσῃ τὰς χορηγήσεις, ἢ μᾶλλον νὰ διανείμῃ τὰ βοηθήματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταλόγων, οἵτινες θὰ συνταχθῶσι καθ’ ὃν ἀνέφερα τρόπον. Πέποιθα, ὅτι καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας, οἵτινες προέβαλον καὶ ὑποστηρίζουσι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ὑμῶν κρατεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι ὀλίγισται ἐκ τῶν ὑπὸ τύπον δανείων γενησομένων χορηγήσεων θέλουσιν ἐπιστραφῆ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης, ἢ μᾶλλον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐντὸς τῶν τασσομένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου χρονικῶν διοριῶν. Οὐδὲν δὲ τούτου φυσικώτερον. Πῶς δύνασθε νὰ ἀξιῶτε παρὰ τοῦ ἀγρότου τοῦ χρησιμοποιήσαντος τὸ δοθὲν εἰς αὐτὸν χορήγημα πρὸς προμήθειαν ἀροτριῶντος κτήνους ἢ ἀρότρου, ἢ πρὸς ἐπισκευὴν τῆς καλύβης αὐτοῦ, νὰ εὑρεθῇ μετὰ δύο ἔτη εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ μετὰ τόκου, ἔστω καὶ 4%; Δὲν φρονεῖτε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι αἱ προκείμεναι χορηγήσεις εἰσὶ προωρισμέναι νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον καθυστερήσεων, αἵτινες κοινῶς χαρακτηρίζονται ὑπὸ τὸ ὄνομα non valeurs; Δὲν θέλω ἐπὶ πολὺ σᾶς ἀπασχολήσει, συζητῶν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Μόνον ἀνακαλῶ εἰς τὴν μνήμην πάντων ὑμῶν, ὁποῖα ἔσχον ἀποτελέσματα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ σπουδαίων μέτρων νομοθετικῶν αἱ ἀναμίξεις τῶν παρέδρων, τῶν δημάρχων καὶ τῶν ἱερέων. Εἰς παλαιὰν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐποχὴν διηύθυνε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος. Οὗτος, ἀγόμενος ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἴδῃ ἐγκαθιστάμενον ἐν Ἑλλάδι σύστημα φορολογικὸν κρεῖσσον τοῦ τῆς δεκάτης, προῆλθεν εἰς πολλὰς μελέτας, προκαλέσας τὴν σύμπραξιν τῶν παρ’ ἡμῖν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολουμένων, ἐν οἷς ἦν καὶ ὁ μακαρίτης καθηγητὴς τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας Ἰωάννης Σοῦτσος, καὶ ἀνωτέρων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ἐν οἷς κατελέγετο καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν κ. Σωτηρόπουλος, ὅπως ἐξεύρῃ σύστημα δυνάμενον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν δεκάτην, καὶ ἐφιλοπόνησε τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ὑποδεικνυόμενον σύστημα τῆς φορολογίας τῶν καλλιεργουμένων καὶ καλλιεργησίμων ἐκτάσεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διανομῆς τῶν ἐπιβλητέων φόρων ἀναλόγως τῆς ἐν τῷ παρελθόντι φορολογίας, ἵνα μὴ ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς φορολογίας παραβλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ 1,000,000 μείωσις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σοβαρὰ ἀποτελέσματα ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς τοῦ Κράτους. Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη καὶ ἀπεστάλη πρὸς μελέτην εἰς τοὺς νομάρχας καὶ τοὺς διαφόρους οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους· πάντες τὸ ἐπεκρότησαν, παρετήρησαν ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ κατ’ ἄτομον διανομὴ τῶν φόρων ἀνετίθετο, ὡς ἦτο φυσικὸν, εἰς τὸν δήμαρχον, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸν πάρεδρον καὶ τὸν ἱερέα, θὰ εὐνοηθῶσι μόνον οἱ φίλοι τοῦ δημάρχου, οἱ φίλοι τοῦ παρέδρου, οἱ φίλοι τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ θὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ πολιτικοὶ αὐτῶν ἀντίπαλοι. Ἡ παρέμβασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου οὐδεμίαν προσθέτει ἐγγύησιν, καθόσον ὅσοι γινώσκομεν τὰ καθ’ ἡμᾶς, γινώσκομεν ὅτι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ δημάρχων, πρέπει συγχρόνως νὰ ὁιλήσωμεν μετὰ τῆς αὐτῆς ἐκτιμήσεως καὶ περὶ τῶν συμβούλων, διότι ἀμφότεροι ἀνήκουσιν εἰς τὸ αὐτὸ πολιτικὸν κόμμα. Σπάνιον εἶναι παρ’ ἡμῖν νὰ εὑρίσκετε τὸν δήμαρχον ἐκλεχθέντα ἐκ τοῦ ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐκ τοῦ ἑτέρου. Ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ συμβαίνει, ὁσάκις ἐπικρατῇ ἐν ταῖς δημοτικαῖς ἐκλογαῖς ἓν κόμμα πολιτικὸν, ὁ δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀνήκουσιν εἰς τὸ αὐτὸ πολιτικὸν κόμμα. Ὀφείλομεν ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν ἀλήθειαν νὰ μὴ ἀρνώμεθα, ὅτι τὰ πολιτικὰ ἤθη παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι εἰσέτι προηγμένα, ὅσον εἰς ἄλλα ἔθνη πεπολιτισμένα. Ὅταν ἦναι γνωστὸν, ὅτι ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης τὰ πολιτικὰ κόμματα μέχρι τοσούτου ἐνίοτε ὠθοῦσι τὸ κομματικὸν συμφέρον, ὥστε νὰ εὑρίσκῃ προσκόμματα ἡ λειτουργία τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης, πῶς δύνασθε νὰ φρονῆτε, ὅτι ἐν τῇ διανομῇ χρηματικῶν βοηθημάτων δὲν θὰ ὁδηγήσῃ τὰ ὄργανα ταῦτα τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν τὸ πολιτικὸν καὶ τοπικὸν ἐνδιαφέρον; Γινώσκοντες τὰ συνήθη ἐλατήρια πάσης πράξεως τῶν κομματαρχίσκων, τῶν κατεχόντων τὰς δημοτικὰς ταύτας θέσεις, δὲν ὑποπτεύεσθε, ὅτι πολλοὶ μὲν τῶν παθόντων θ’ ἀδικηθῶσιν, ὀλίγοι δὲ θὰ λάβωσι γενναιότερα χρηματικὰ βοηθήματα, θὰ παρεισδύσωσι δὲ εἰς τοὺς τελευταίους τούτους καί τινες μηδὲν παθόντες καὶ μηδὲν δικαιούμενοι λαβεῖν; Ἐν τῇ ἐκτελέσει λοιπὸν τοῦ νόμου τούτου θὰ ἴδητε τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸν δήμαρχον καὶ αὐτὸν τὸν εἰρηνοδίκην, νὰ καταγράφωσι τοὺς δεομένους βοηθείας ἢ ἀνακουφίσεως πρὸς ἐπανάληψιν τῶν πρὸ τοῦ πολέμου ἐργασιῶν, καὶ θὰ εὑρεθῆτε πρὸ τοῦ θεάματος τοῦ ἀξιοθρηνήτου, οἱ μὲν εὐνοούμενοι ν’ ἀναγράφωνται μετὰ ποσοῦ ἀσυγκρίτως ἀνωτέρου τοῦ προσήκοντος, ἐν συγκρίσει πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν καταλέγονται μεταξὺ τῶν εὐνοουμένων φίλων, καὶ ν’ ἀναγράφωνται ἐν τοῖς καταλόγοις τούτοις ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκας, καὶ οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ παρουσιάζεται μία εὐκαιρία νὰ δανεισθῶσιν ἐπὶ τόκῳ 4%, θὰ μεταχειρισθῶσι τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὰ κατώτερα κοινωνικὰ στρώματα, ἵνα δανεισθῶσι δι’ ἄλλων, καὶ τὰς ὑπὸ τύπον δανείου χρηματικὰς παροχὰς νὰ διανέμωνται μετὰ τῶν προστατευομένων ὑπ’ αὐτῶν ὁ ἱερεὺς, ὁ δήμαρχος, ὁ σύμβουλος ἢ ὁ εἰδικὸς πάρεδρος, ὅστις συνετέλεσεν εἰς τὸ ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν κατάλογον μετὰ μείζονος ποσοῦ χρηματικοῦ, καὶ ὅστις συνεφώνησεν ἐκ τῶν προτέρων μεθ’ ἑκάστου ἐξ αὐτῶν, ἵνα ποσοστόν τι τοῦ δανείου τούτου χορηγήσῃ πρὸς αὐτόν. Αὐταὶ αἱ λαμβανόμεναι ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου πρόνοιαι, ὅπως ἐκτεθῇ ὁ κατάλογος, ὅπως γένωνται ἐνστάσεις, ὅπως μία ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν νομάρχην, τὸν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου, τὸν νομομηχανικὸν καὶ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ἐκδικάσῃ τὰ παράπονα ταῦτα, πᾶσαι αὗται αἱ ἐγγυήσεις, αἱ λαμβανόμεναι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, εἰσὶ, κατ’ ἐμὲ, ἀνεπαρκεῖς. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτιμηθῶσιν αἱ τοιαῦται ζημίαι, νὰ μὴ διανεμηθῶσιν αἱ χρηματικαὶ παροχαὶ, ὡς εἶπον πρότερον, ἀλλὰ νὰ χορηγηθῶσιν εἰς εἴδη αἱ συνδρομαὶ πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, ἤθελον προτιμήσει τὴν σύστασιν ἐπιτροπῶν ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, δικαστικῶν, οἰκονομικῶν καὶ μηχανικῶν, καθ’ ἣν ἡμέραν ἤθελον ἐπαναλάβει τὴν λειτουργίαν των αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἤθελον συστήσει, ἵνα ἐκλεχθῶσι δύο ἢ τρεῖς ἐπιτροπαὶ ἐκ ξένων, οὐδὲν ἐχόντων ἐνδιαφέρον νὰ φαίνωνται εὐμενεῖς πρός τινας τῶν πολιτῶν, αἵτινες νὰ ἐπισκεφθῶσιν ὅλα τὰ χωρία καὶ τὰς πόλεις, νὰ πιστοποιήσουν, ἔστω καὶ δι’ ἐνόρκων ἀκόμη διαβεβαιώσεων, τὰς ἀνάγκας ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν, καὶ καταγράφωσι τούτους ἐν καταλόγῳ, κατὰ τοῦ καταλόγου δ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἤθελε φέρει ὅλα τὰ ἐχέγγυα μείζονος ἀμεροληψίας, νὰ γίνωνται δεκταὶ ἐνστάσεις, ὅτε ἑτέρα ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων, ἀποφαινομένη ἐπὶ τῶν γενομένων ἐνστάσεων, δύναται νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ τυχὸν πλημμελῶς ἀναγραφέντα. Οὕτω καὶ μόνον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν οἱ ἔχοντες πράγματι ἀνάγκην βοηθείας, καὶ οὕτω καὶ μόνον θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ διάθεσις ὅλου τοῦ ποσοῦ τῶν 4 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, χορηγουμένων εἰς εἴδη χρήσιμα, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπάνοδον τῆς γεωργικῆς ἐν Θεσσαλίᾳ παραγωγῆς εἰς τὴν πρὸ τοῦ πολέμου κατάστασιν. Ὡς ἐκ τῆς σπουδῆς, μεθ’ ἧς οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἰργάσθησαν πρὸς ἐξεύρεσιν συστήματος ἢ μηχανισμοῦ πρὸς διάθεσιν τῶν 8 ἢ 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς ἀνακούφισιν τῶν παθόντων ἐν Θεσσαλίᾳ συμπολιτῶν των, ἠδίκησαν προφανῶς καὶ ἄνευ λόγου ἕν πιστωτικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον εὐδοκίμως λειτουργεῖ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπὶ 16 ἤδη ἔτη, τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, καὶ ἐζήτησαν τὴν συνδρομὴν καὶ τὴν παρέμβασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὐδὲν ἐπιδιώκει συμφέρον ἐν τῇ παρεμβάσει της ταύτῃ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπιέσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἵνα ἀποδεχθῇ τὴν παρέμβασιν ταύτην, ἵνα μὴ τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ναυαγήσῃ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα, καὶ ἄνευ τοῦ χορηγουμένου εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου δικαιώματος—ἢ μᾶλλον τῆς ἀναλαμβανομένης ὑπ’ αὐτῆς ὑποχρεώσεως, ἵνα ἐγκαταστήσῃ ὑποκαταστήματα,—εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκαταστήσῃ ὑποκαταστήματα, ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐργασία θὰ παρεῖχεν εἰς αὐτὴν ἀποζημίωσιν, οἵαν ἐπιζητοῦσι τὰ διὰ τῶν Τραπεζῶν διατιθέμενα κεφάλαια. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν, νομίζω δὲ, ὅτι εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, περὶ ὧν δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν, ὀφείλεται ἡ σύστασις καὶ ἡ λειτουργία τριῶν Τραπεζῶν ἐν Ἑλλάδι· ἐν χώρᾳ, ἥτις ἀριθμεῖ πληθυσμὸν 2½ ἑκατομμυρίων, ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ λειτουργία τριῶν Τραπεζῶν δὲν εἶναι ἁπλῆ πολυτέλεια, εἶναι ἀναίρεσις τοῦ σκοποῦ, οὗ ἕνεκεν συνιστῶνται καὶ λειτουργοῦσι τὰ προνομιοῦχα τραπεζικὰ ἱδρύματα. Ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἡ Πολιτεία παρέχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως γραμματίων εἰς μίαν Τράπεζαν, εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ πιστωτικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου καὶ ἡ διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης ἱκανότης τῆς Τραπέζης, ὅπως παρέχῃ μείζονα συνδρομὴν καὶ ἐνίσχυσιν εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας. Ἐφ’ ὅσον ὁ κύκλος τοῦ ἱδρύματος τούτου εἶναι περιωρισμένος, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ αὔξησις τῆς πιστωτικῆς δυνάμεώς του εἶναι δυσκολωτέρα. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῶν πολλῶν ἐν Ἰταλίᾳ Τραπεζῶν. Ὡς ἐκ τῆς συμπτώσεως τοῦ νὰ εὑρίσκωνται ἐν λειτουργίᾳ πολλαὶ Τράπεζαι εἰς τὰ διάφορα Κράτη, τὰ ὁποῖα βραδύτερον ἠνώθησαν, ἵνα σχηματισθῇ τὸ σημερινὸν Ἰταλικὸν βασίλειον, ἀπέμειναν καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐν λειτουργίᾳ πολλαὶ προνομιοῦχοι Τράπεζαι. Ἡ λειτουργία τῶν πολλῶν Τραπεζῶν ἀπεδείχθη ἐκ τῆς πείρας ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ κοινὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων τῶν Τραπεζῶν. Ὡς ἐκ τούτου ἤρξατο ἡ συγχώνευσις τῶν πολλῶν εἰς ὅσον οἷόν τε ἥσσονας. Ἀλλὰ τί ἄλλο σπουδαιότερον παράδειγμα θέλετε παρ’ ὅ,τι βλέπομεν ἐν Γαλλίᾳ; Εἰς χώραν ἔχουσαν πληθυσμὸν εἰκοσαπλάσιον τοῦ πληθυσμοῦ ἡμῶν μία καὶ μόνη λειτουργεῖ Τράπεζα, ἐκδίδουσα τραπεζικὰ γραμμάτια· ἐκ τούτου ἡ πίστις αὐτῆς εἶναι εὐρεῖα, ὁ δὲ σκοπὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐχορηγήθησαν ὅσα ἐχορηγήθησαν πρὸς αὐτὴν προνόμια, ἐπετεύχθη πληρέστατα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ συζητήσωμεν. Λειτουργεῖ ὅπως δήποτε ἐν Θεσσαλίᾳ μία Τράπεζα ἀπὸ 16 ἐτῶν. Ἡ Τράπεζα αὕτη, μεθ’ ὅλην τὴν στενότητα τοῦ χώρου, ἐν ᾧ λειτουργεῖ, ηὐδοκίμησεν ἀναμφισβητήτως, καὶ προσήνεγκε πολύτιμον ἐνίσχυσιν εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς, συντελέσασα πρωτίστως εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, ἐφ’ ᾧ πρότερον ἐχορηγοῦντο δάνεια πρὸς τοὺς κτηματίας καὶ τοὺς γεωργούς. Ἡ εὐδοκίμησίς της ὀφείλεται εἰς τὴν συνετὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν πανθομολογουμένην ἱκανότητα καὶ ὑλικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ ἱδρυτοῦ αὐτῆς καὶ Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ της Συμβουλίου. Πρὸς ταύτην οὐδὲν μὲ συνδέει, οὐδ’ ἁπλοῦς μέτοχος εἶμαι. Ὑπῆρξα ἐν τῷ παρελθόντι μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, καὶ παρηκολούθησα ἀληθῶς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἀλλὰ βραδύτερον παρητήθην ἐκ τῆς θέσεως τοῦ συμβούλου· γινώσκω ὅμως τὰ κατὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Τραπέζης ταύτης, ὄχι μόνον ἐξ οὗ χρόνου διετέλεσα μέλος τοῦ Διοικητικοῦ αὐτῆς Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος, ὅταν ὑπέλαβον ὡς ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ, ὡς πολιτευόμενον, τὸ καθῆκον νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν Θεσσαλίαν καὶ μελετήσω τὰ κατ’ αὐτήν, ἰδίᾳ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Ἡ Τράπεζα αὕτη συνεστήθη μετὰ μετοχικοῦ κεφαλαίου καταβεβλημένου 5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἀπέκτησε δὲ τὸ δικαίωμα, ὄχι ἐν ἀρχῇ τῆς ἱδρύσεώς της, ἀλλὰ βραδύτερον, νὰ ἔχῃ ἐν κυκλοφορίᾳ 6 ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως κυκλοφορούντων, ἤτοι τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου· ἄρα δι’ ἴδιον λογαριασμὸν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐν κυκλοφορίᾳ, εἰμὴ τὸ ποσὸν 5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἐργασίαι τῆς Τραπέζης ταύτης; Ἀνεξαρτήτως τῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας διεξάγει τὸ ἐν Ἀθήναις ὑποκατάστημα, κατὰ τὸ καταστατικόν,—τὸ ὁποῖον ἐπέχει νόμου ἰσχὺν, διότι δυνάμει νόμου ἐκυρώθη,—κατὰ τὸ ἄρθρ. 20 αὐτοῦ, τὰ ¾ μέχρι τῶν ⅘ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου καθορίζονται διὰ δάνεια ἐνυπόθηκα. Ἐὰν τὸν ἀνώτερον ὅρον λάβωμεν ὡς βάσιν, δηλαδὴ τὰ ⅘, ὤφειλε νὰ διαθέτῃ εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια 4 ἑκατομμύρια. Τοσοῦτον ποσὸν ἡ Τράπεζα αὕτη ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ διαθέτῃ εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια. Τί ποσὸν φαίνεται διατεθειμένον κατὰ τὴν τελευταίαν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δεδημοσιευμένην κατάστασιν; τὸ ποσὸν 5,546,000. Κατὰ τὸ αὐτὸ καταστατικὸν, ἄρθρον 36, ἡ Τράπεζα αὕτη εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ διαθέτῃ διὰ γεωργοκτηματικὰς χορηγήσεις τὸ ⅕ τοῦ μετοχικοῦ της κεφαλαίου, δηλαδὴ 1 ἑκατομμύριον. Τί ποσὸν εὗρε διατεθειμένον ἡ τελευταία τοῦ πολέμου περιπέτεια ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τούτου; 2,706,000. Εἰς προεξοφλήσεις ἐμπορικῶν γραμματίων δραχ. 2,072,000. Εἰς ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς δραχ. 304,000. Εἰς δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ σίτου κλπ. 383,000. Εἰς δάνεια πρὸς δήμους καὶ λιμενικὰ ταμεῖα δρ. 260,000. Καὶ εἰς διάφορα 50,000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 11,330,000. Ὑπὸ συναδέλφου, νομίζω, εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, ἐλέχθη, ὅτι οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι ἐξελιπάρησαν τὴν παρέμβασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι δὲν εἶχον ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Ὁ ἀξιότιμος ὅμως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀνῄρεσε τὸν τοιοῦτον τοῦ συναδέλφου ἰσχυρισμὸν, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον οὗτος ἦτο εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ· ἕτεροι δὲ συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας, λαβόντες μετ’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὡμολόγησαν, ὅτι δὲν κατεῖχεν αὐτοὺς αἴσθημα δυσπιστίας πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἀλλ’ ἕτερόν τι αἴσθημα, τὸ αἴσθημα τοῦ νὰ μεταφέρωσιν ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ ἓν ἕτερον τραπεζικὸν ἵδρυμα, ἵνα ἔχωσιν ἀνταγωνισμὸν, ὡς εἶπον, τραπεζικῶν κεφαλαίων, καὶ ἵνα κατορθωθῇ διὰ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τούτου περισσότερα νὰ διατίθενται κεφάλαια πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς. Ἄν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι ὡδηγήθησαν ἐκ τοιαύτης περὶ ἀνταγωνισμοῦ τῶν τραπεζικῶν κεφαλαίων σκέψεως, ἐλέγχονται ὡς ἀγνοοῦντες τοὺς ὅρους, καθ’ οὓς λειτουργοῦσιν αἱ προνομιοῦχοι Τράπεζαι. Κατὰ γενικὸν κανόνα, τὰ κεφάλαια, τὰ συνετῶς διοικούμενα, δὲν εἰσέρχονται εἰς ἀνταγωνισμὸν ἐπαγόμενον κινδύνους καὶ ζημίας. Ἰδιαιτέρως ὅμως αἱ προνομιοῦχοι Τράπεζαι ὑποβάλλονται εἰς πολλοὺς περιορισμοὺς ὡς πρὸς τὰ χορηγούμενα ὑπ’ αὐτῶν δάνεια, καὶ ὀφείλουσι νὰ ἐργάζωνται ἐν πάσῃ ἀσφαλείᾳ καὶ καθ’ ὡρισμένους ὅρους, ὅπως μὴ ἐκτεθῶσιν εἰς ζημίας μειούσας τὴν πίστιν αὐτῶν καὶ ἐπηρεαζούσας τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμά των. Ὡς ἐκ τῶν περιορισμῶν τούτων δὲν ἠδύνατο ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας νὰ διαθέσῃ ἐν Θεσσαλίᾳ μείζονα τῶν ὅσων διέθηκε κεφαλαίων. Εἶναι δὲ ἀνώτερον πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι αὕτη ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολήν της, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, εὐεργετήσασα τὴν Θεσσαλίαν μετὰ τὴν ἐκ τῆς τουρκικῆς δουλείας ἀπελευθέρωσίν της. Ἐὰν δὲ αἱ τελευταίως νομοθετηθεῖσαι διατάξεις περὶ τῶν γεωργοκτηματικῶν χορηγήσεων ὑπῆρχον ἐν ἐνεργείᾳ, φρονῶ ὅτι ἠδύνατο καὶ ἐπὶ πλέον νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγήν. Τὸ ἵδρυμα τοῦτο συνεστήθη μετὰ μετοχικοῦ κεφαλαίου ὀνομαστικοῦ 20 ἑκατομμυρίων, ἐλειτούργησε δὲ μέχρι τοῦδε διὰ τοῦ τετάρτου αὐτοῦ, καταβληθέντος, ἤτοι διὰ μόνον 5 ἑκατομμυρίων. Ἑπομένως, ἐὰν ἠδύνατο ν’ αὐξήσῃ τὰς ἐργασίας του ἄνευ κινδύνου καὶ εἶχεν ἀνάγκην κεφαλαίων, ἠδύνατο δι’ ἐπικλήσεως πρὸς τοὺς μετόχους νὰ εὕρῃ καὶ ἄλλα κεφάλαια. Ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ συνδυασμὸς, περὶ οὗ ἤδη ἐμνήσθην, ἤτοι ἡ σύστασις ἀγροτικῆς Τραπέζης, ἢ μᾶλλον κλάδου ἀγροτικῆς Τραπέζης, ἐπρόκειτο νὰ λειτουργήσῃ τῇ συμπράξει τοῦ ἱδρύματος τούτου, ἦτο πολὺ εὔκολος εἰς αὐτὸ ἡ εὕρεσις κεφαλαίου ἐκ τεσσάρων ἕως πέντε ἑκατομμυρίων. Ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι ἡ Τράπεζα αὕτη ὑπέστη μεγίστας ζημίας καὶ ἀπωλείας ἐκ τοῦ τελευταίου ἀτυχοῦς πολέμου. Νομίζω, ὅτι πάντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι γινώσκουσιν, εἰς ὁποίαν περιῆλθον κατάστασιν τὰ κτήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι κεχορηγημένα ἐνυπόθηκα δάνεια, εἰς ὁποίαν διατελοῦσι κατάστασιν οἱ ἔμποροι, πρὸς οὓς ἐγένοντο χορηγήσεις εἴτε ἐπὶ προσωπικῇ ἐγγυήσει, εἴτε ἐπὶ πραγματικῇ ἐγγυήσει, ἐπὶ ἐνεχύρῳ σιτηρῶν κλπ., καὶ εἰς τίνα περιῆλθον κατάστασιν οἱ γεωργοκτηματίαι, εἰς οὓς ἐγένοντο αἱ μνημονευθεῖσαι ἤδη χορηγίαι. Γινώσκουσιν οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι κάλλιον ἐμοῦ, ἂν μετὰ τὰς ἐκ τοῦ τελευταίου πολέμου καταστροφὰς εἰσιν εἰσπράξιμα τὰ ὑπὸ τῆς Τραπέζης κεχορηγημένα χρήματα. Ἐὰν αἱ εἰς γνῶσιν ἐμοῦ περιελθοῦσαι πληροφορίαι εἶναι ἀκριβεῖς, ὑπεβλήθη ἤδη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους, τῶν διοικούντων τὰ τῆς Τραπέζης ταύτης πίναξ τῶν ὑπολογιζομένων ζημιῶν,—διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ ζημίαι αὗται πᾶσαι νὰ ἦναι ἐξηκριβωμέναι, ἐν ὅσῳ δὲν λειτουργοῦσιν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ ἐν Θεσσαλίᾳ.—Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, αἱ ζημίαι τῆς Τραπέζης ταύτης ὑπολογίζονται εἰς δραχμὰς 3,700,000. Ὡς εἶπον ἤδη, τὸ ὅλον τῶν διατεθειμένων ὑπὸ τῆς Τραπέζης κεφαλαίων εἰς τοὺς νομοὺς Λαρίσης, Τρικκάλων καὶ Ἄρτης εἶναι 11,330,000, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν προεξοφλήσεων πρὸς τοὺς ἐμπόρους, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐν Ἀθήναις ὑποκαταστήματος, διότι μετὰ τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐν Ἀθήναις ὑποκαταστήματος τὸ ὅλον τῶν κεφαλαίων τῶν διατεθειμένων ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἀνέρχεται εἰς 15,500,000 περίπου. Ἡ ζημία τῶν 3,700,000 ἀνάγεται εἰς μόνα τὰ διατεθειμένα ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Ἄρτῃ κεφάλαια τῆς Τραπέζης. Κατ’ ἐμὴν ἐκτίμησιν, αἱ ζημίαι τῆς Τραπέζης ἐκκαθαρισθήσονται μείζονες τῶν ὑπολογιζομένων, ὅταν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐπελθοῦσαι καταστροφαὶ καὶ ὅταν ὑπολογισθῇ καὶ ἡ καθυστέρησις τῶν τόκων μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἡ Θεσσαλία καὶ ὁ νομός Ἄρτης θ’ ἀνορθωθῶσιν οἰκονομικῶς εἰς βαθμὸν ἐπιτρέποντα τὴν εἴσπραξιν κεφαλαίων καὶ τόκων. Ἐὰν σήμερον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ καθήκοντος σκέπτωνται καὶ μεριμνῶσι πρὸς ἐφικτὴν ἀνόρθωσιν τῶν ζημιῶν, τῶν ὁποίων ἐγένετο πρόξενος ἐν Θεσσαλίᾳ ὁ τελευταῖος ἀτυχὴς πόλεμος, φρονῶ ὅτι, καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τῶν πληθυσμῶν, ἐν οἷς λειτουργεῖ ἡ Τράπεζα αὕτη, καὶ χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἡ ἄμεσος καὶ ἐπείγουσα πρόνοια, ὅπως ἀνορθωθῇ ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας, διότι αὕτη τὴν ὕπαρξιν καὶ τὸ μέλλον αὐτῆς ἥνωσεν ἀδιαῤῥήκτως μετὰ τῆς Θεσσαλίας· ἐὰν δὲ ὑπέστη ζημίας, τὰς ὑπέστη διότι ἐπῆλθον αὐταὶ αἱ ἀτυχεῖς περιπέτειαι ἐν τῇ χώρᾳ, ὅπου λειτουργεῖ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γένηται καὶ διὰ τὴν Τράπεζαν τὴν Ἰονικὴν ἢ τὴν Ἐθνικὴν, ἐὰν ἐξετίθεντο ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιπετείας. Δι’ ὃ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ὁριστικῶς διευθετηθῇ τὸ ἐπίκαιρον τοῦ δανείου μέγα ζήτημα, τὸ ὁποῖον τὴν ἀπασχολεῖ εἰσέτι, θέλει λάβει ἀμέσως πρόνοιαν περὶ τῆς ἐπανορθώσεως τῶν ζημιῶν, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην. Κατ’ ἐμὲ, ποιὰ τις ἱκανοποίησις ἢ ἀνακούφισις τῆς Τραπέζης ταύτης ἠδύνατο νὰ παρασχεθῇ διὰ τῆς εἰς αὐτὴν ἀναθέσεως τοῦ ἔργου τῶν χορηγιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τοῦ Κράτους πρόκειται νὰ γείνωσιν εἰς τοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ συμπολίτας ἡμῶν. Εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν, ἐπὶ τῇ ἐργασίᾳ, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει, χορηγεῖται εὐτελὴς ἀποζημίωσις, διότι δίδεται εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ¼ τοῦ 1% λόγῳ προμηθείας· τὸ ¼ τοῦτο ἀποτελεῖ ποσὸν 25,000 δραχ. Ἡ ἀμοιβὴ αὕτη εἶναι γλισχροτάτη ὡς πρὸς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν, ἥτις ὀφείλει νὰ ἐγκαταστήσῃ τέσσαρα ὑποκαταστήματα ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ νὰ μισθοδοτῇ προσωπικὸν ἀνάλογον, ἤτοι διευθυντὰς, ταμίας, λογιστὰς κλπ. Δὲν ἔχει ὅμως οὕτω ὡς πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἥτις εὑρίσκεται ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγκατεστημένη, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς νέας δαπάνης ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ καὶ ἐκτελέσῃ σκοπιμώτερον τὴν ἐργασίαν τῆς διανομῆς τῶν ἀναγκαίων πρὸς τοὺς παθόντας ἐν Θεσσαλίᾳ συμπολίτας μας βοηθημάτων εἴτε εἰς χρήματα εἴτε εἰς εἶδος. Καὶ ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας δὲν θ’ ἀνορθωθῇ ἐκ τῆς ἀμοιβῆς τῶν 25,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν σύστασιν τοῦ κλάδου τῆς ἀγροτικῆς Τραπέζης, καθ’ ὃν ἤδη ὑπέδειξα τρόπον, δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐν μέρει ἀνόρθωσιν τῶν ζημιῶν αὐτῆς. Κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ἕτερόν τι, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς πρόκειται νὰ χορηγηθῶσι χρηματικὰ βοηθήματα εἰς τοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ παθόντας, ἵσταται ἀπέναντι αὐτῶν ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ἔχουσα καὶ ἕξουσα ἐν τῷ μέλλοντι τελεσιδίκους ἀποφάσεις κατὰ τοῦ πλείστου τῶν μελλόντων νὰ λάβωσι τὰ χρηματικὰ ταῦτα βοηθήματα, δικαιοῦται δὲ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως. Ἐὰν ἀφεθῶσι πάντες οὗτοι εἰς τὴν νόμιμον ἐκβίασιν τῆς Τραπέζης, τὸ χρῆμα, ὅπερ πρόκειται νὰ χορηγηθῇ εἰς αὐτοὺς πρὸς ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν των, θέλει ἀφαιρεθῇ. Ἐὰν ἤθελε προηγηθῆ συμφωνία τις μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, αὕτη ἤθελε πιθανῶς δεχθῆ τὴν ἐπί τινα χρόνον ἀναβολὴν τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν της, ἴσως δὲ ἤθελε δωρήσει καὶ τὸν τόκον ἑνὸς ἔτους. Οὕτω ἤθελον οἱ ὀφειλέται αὐτῆς ἐν μέρει ἀνακουφισθῆ. Οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι ἐπεδίωξαν τὴν παρέμβασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν χορήγησιν τῶν βοηθημάτων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ δεομένους συνδρομῆς, νομίζοντες, ὅτι οὕτως ἤθελον ἐπιτύχει τραπεζικὸν ἀνταγωνισμόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ὠφεληθῆ ἡ Θεσσαλία. Εἶπον ἤδη, ὅτι τοιοῦτος ἀνταγωνισμὸς δὲν ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ συμφέροντος αὐτῶν τῶν Τραπεζῶν. Ἀλλὰ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχῃ διαθέσιμα κεφάλαια, δύναται νὰ ἐπασχολήσῃ ταῦτα εἰς τὰς λοιπὰς τοῦ Κράτους ἐπαρχίας. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνέλαβεν ἤδη διὰ συμβάσεως, κυρωθείσης διὰ νόμου πρὸ ἑνὸς ἔτους, ὅπως διαθέσῃ εἰς γεωργοκτηματικὰς χορηγήσεις τὸ ποσὸν 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἤτοι ν’ αὐξήσῃ τὰς μέχρι τοῦδε εἰς τὸν κλάδον τοῦτον χορηγήσεις της κατὰ 6 ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Ἡ ὑποχρέωσίς της αὕτη κατ’ οὐδὲν μειοῦται ἐξ ὧν ἀναλαμβάνει διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ὑποχρεώσεων. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται τὰ διαθέσιμα αὐτῆς κεφάλαια νὰ διαθέτῃ ἀσφαλῶς εἰς δήμους καὶ εἰς λιμενικὰ ταμεῖα ἔχοντα ἀνάγκην τοιούτων δανείων. Διατὶ νὰ ἐκβιάσωμεν αὐτὴν νὰ ἐπασχοληθῇ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀφοῦ εἰς αὐτὴν λειτουργεῖ ἑτέρα Τράπεζα, δυναμένη νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας; Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἂν δὲν ἐπεδεικνύετο ἡ ἀδικαιολόγητος σπουδὴ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ἂν ὁ συνδυασμὸς, περὶ οὗ ὡμίλησα, ἐτίθετο πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, ἤθελον τὸν προτιμήσει· διότι ἐκ τῆς ἀμέσου συστάσεως καὶ λειτουργίας ἀγροτικῆς Τραπέζης ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ προκύψοντα ὠφελήματά εἰσι προφανῆ, ἐνῷ σήμερον πρόκειται νὰ ἀναμένωσι χρόνον πολὺν, μέχρις οὗ ἴδωσιν ἱδρυόμενον ἐν Θεσσαλίᾳ κλάδον ἀγροτικῆς Τραπέζης, ὑποστηρίζοντα καὶ ἐνισχύοντα τὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς. Ἂν δ’ ἀναμένωσιν ἐκ τῶν ἐπιστραφησομένων κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον χρηματικῶν βοηθημάτων μετὰ 2–6 ἔτη τὴν σύστασιν τοιούτου κλάδου τραπεζικοῦ, βεβαίως πλανῶνται. Ἀλλ’ ὅταν βεβαιωθῶσι περὶ τῆς πλάνης των, δὲν θὰ ὑφίσταται ἡ σήμερον παρουσιαζομένη εὐκαιρία τῆς διαθέσεως ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας δέκα ἑκατομμυρίων ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας δὲν προτίθεμαι νὰ προβάλω πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς περαιτέρω συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καθόσον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὲ ὑπολάβῃ τις ὡς ἀποστέργοντα τὴν ἄμεσον συνδρομὴν καὶ ἀνακούφισιν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων συμπολιτῶν μας ἐν Θεσσαλίᾳ. Παρακαλῶ μόνον τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως οὗτος προβάλῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ προτείνῃ τὰς ὑποδειχθείσας ὑπ’ ἐμοῦ μεταῤῥυθμίσεις, αἵτινες συγκεφαλαιοῦνται εἰς τὰ ἑπόμενα: 1) Νὰ διατεθῶσι δραχμαὶ 3,000,000 περίπου εἰς προμήθειαν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἀρότρων, ὅπως δοθῶσι ταῦτα δωρεὰν εἰς τοὺς ἔχοντας ἀπόλυτον αὐτῶν ἀνάγκην πένητας ἀγρότας, συνάμα δὲ νὰ κτισθῶσιν ἢ ἐπισκευασθῶσιν αἱ ἀγροτικαὶ αὐτῶν οἰκίαι καὶ νὰ δοθῇ εἰς ἑκάστην τῶν ἀγροτικῶν οἰκογενειῶν ἀνάλογος ποσότης δημητριακῶν καρπῶν πρὸς διατροφὴν μέχρι τῆς προσεχοῦς ἐσοδείας. 2) Νὰ διατεθῇ ποσότης 1,000,000 περίπου εἰς τὸν πενόμενον ἀστικὸν πληθυσμὸν, πρὸς ἐπισκευὴν τῶν βεβλαμμένων οἰκιῶν των. 3) Ἡ προμήθεια τῶν δωρεὰν δοθησομένων εἰς τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν ν’ ἀνατεθῇ εἴτε εἰς τὴν Τράπεζαν, εἴτε εἰς ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, ἡ δὲ ἀνοικοδόμησις ἢ ἐπισκευὴ τῶν ἀγροτικῶν καὶ ἀστικῶν οἰκοδομῶν νὰ δοθῇ εἰς ἐργολαβίαν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν δημοσίων μηχανικῶν. 4) Νὰ χορηγηθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἄνευ τόκου ἐπὶ δεκαετίαν ἢ δεκαπενταετίαν εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας ποσὸν μέχρι δραχμῶν 5,000,000, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ καταθέσῃ ἐκ τῶν ἰδίων κεφαλαίων καὶ ἡ Τράπεζα αὕτη ἴσον ποσὸν, ὅπως συσταθῇ ὑπὸ τῆς αὐτῆς Τραπέζης εἰδικὸς κλάδος ἀγροτικῆς Τραπέζης, χορηγῶν δάνεια πρὸς τοὺς γεωργοὺς ἐπὶ τόκῳ 5% κατ’ ἔτος, ἡ λειτουργία δὲ τοῦ κλάδου τούτου ν’ ἄρξηται ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς εἰς Θεσσαλίαν ἐγκαταστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν. 5) Ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἐγκαταλειφθῇ, ὡς ἄσκοπον καὶ ἀνωφελὲς, τὸ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καθιερούμενον σύστημα τῶν ἀνεπιστρόφων δανείων· καὶ 6) Νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιβαλλομένη πρόνοια, ὅπως ἀνορθωθῶσι διὰ καταλλήλου συνδυασμοῦ αἱ ζημίαι, τῶν ὁποίων ἐγένετο πρόξενος εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας ὁ τελευταῖος ἀτυχὴς πόλεμος. Ὑπέλαβον, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μελέτας μου, ὅπως χρησιμεύσωσιν αὗται ὡς ἀφετηρία μείζονος καὶ μᾶλλον ἐπισταμένης μελέτης ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τῶν παθόντων ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς τὴν πρὸ τοῦ πολέμου κατάστασιν, καὶ εἰς τὴν περαιτέρω ἐνίσχυσιν τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς.
§72ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον χορηγεῖ ἓν ποσὸν χρηματικὸν εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Θεσσαλίας, ὡς παθόντας ἐκ τοῦ πολέμου, καὶ μὴ δυναμένους νὰ ἐπαναλάβωσι τὰ ἐπαγγέλματά των, καὶ ἰδίως τὰ τῆς γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας, ὅπως πορίσωσι τὸν ἄρτον εἰς τὰς οἰκογενείας των. Ἀλλὰ, ὡς εἶπον καὶ προχθές, ἡ Φθιῶτις, ἥτις ὑπέστη τὰ αὐτὰ παθήματα, δὲν συμπεριλαμβάνεται. Εἶναι, νομίζω, δίκαιον νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ τὰ μέρη τῆς Φθιώτιδος, ἅτινα ἔπαθον ζημίας καὶ ἐντελῶς κατεστράφησαν, ποῦ περισσότερον, ποῦ ὀλιγώτερον. Δὲν ζητοῦμεν παρὰ 200,000 δραχμὰς, ἵνα διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς δήμους, εἰς οὓς σήμερον εὑρίσκονται οἱ Τοῦρκοι, καὶ τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι κατέφυγον εἰς τὴν Λοκρίδα, Παρνασσίδα, Ξηροχώριον καὶ Χαλκίδα, καὶ οἵτινες ἀπώλεσαν τὸ ἥμισυ τῶν μικρῶν ζώων των, διότι τὰ χειμερινὰ λειβάδια κατεστράφησαν ὑπὸ τῶν ζώων τῶν προσφύγων, διαμεινάντων ἐν αὐτοῖς μέχρι τῆς 20 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους, τὰ δὲ μεγάλα ἐξηφανίσθησαν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τροφῆς, ἀχύρου, διότι κατεστράφησαν τὰ σπαρτὰ καὶ τὰ χόρτα κατὰ τὸν Μάϊον π. ἔτους ὑπὸ τῶν ζώων τῶν προσφύγων Θεσσαλῶν καὶ τῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπῆλθεν ἐκ τούτου ἡ ἔλλειψις. Πῶς λοιπὸν οὗτοι θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς προτέρας ἐργασίας των καὶ συντηρήσωσι τὰς οἰκογενείας των ἄνευ βοηθείας; Πρέπει νὰ τοῖς δώσωμεν ἓν δάνειον. Διατὶ δίδομεν συνδρομὴν εἰς τοὺς Θεσσαλούς; Μοὶ φαίνεται παράδοξος αὐτὴ ἡ ἀπονία πάντων τῶν κυρίων συναδέλφων, καὶ αὐτῶν τῶν Θεσσαλῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀνθρώπους, περὶ ὧν ἔπρεπε νὰ μεριμνήσωσι. Καὶ ἡ Φθιῶτις ἔχει δικαιώματα, διότι εἰς ὅλας τὰς ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας ἐπαναστάσεις ἔλαβε μέρος. Τὰ χωρία δὲ τῆς οὐδετέρας ζώνης ἔπαθον τὰ πάνδεινα, καὶ οἱ κάτοικοι ἔφυγον, φοβούμενοι τὴν διὰ παρασπονδίας ἐπιδρομὴν τῶν Τούρκων, ὁ δὲ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς εὑρίσκεται ὥρας πολλὰς μακρὰν τῆς Λαμίας. Ἀπὸ Δερβὲν–Φούρκας μέχρι τοῦ Σπερχειοῦ εἶναι 3 ὥραι καὶ ἡμίσεια, εἶναι δὲ διεσπαρμένοι πανταχοῦ Τοῦρκοι στρατιῶται, ἀφοῦ 15 λεπτὰ τῆς ὥρας μακρὰν τῆς Λαμίας εἶναι ἐστρατοπεδευμένος στρατὸς τουρκικὸς ἀρκετός. Ἡ Φθιῶτις ἀπὸ Νέας Μιζέλης μέχρι Γιαννιτσοῦς ἔπαθε τὰ πάνδεινα. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ δώσωμεν συνδρομήν τινα ἀνάλογον, ὅπως καὶ εἰς τοὺς Θεσσαλούς. Ἐγὼ ὤφειλον, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, νὰ ἐκθέσω ταῦτα, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλῃ. Παρακαλῶ ὅμως καὶ ταύτην καὶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ παραδεχθῶσι τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασίν μου, ὡς ἔχει, καὶ οὕτω θὰ πράξωσιν ἔργον δίκαιον.
§73Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ μὴ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Θεσσαλίαν ἰδιαιτέρως δὲν δύνανται ν’ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν τοιούτου χαρακτῆρος νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο ὀλίγας παρατηρήσεις ἐσκέφθην νὰ φέρω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ πρόθεσις νὰ προσφέρωμεν μίαν βοήθειαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ, καὶ εἶπεν ἐν πρώτοις, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτου σκοποῦ, περὶ βοηθημάτων εἰς παθόντας ἐκ τοῦ πολέμου, τὸ καταλληλότερον θὰ ἦτο νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ὅταν ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἴδωμεν, τί πρέπει νὰ πράξωμεν. Τῷ ὄντι ἡ παρατήρησις αὕτη θὰ ἠνάγκαζε τὴν Βουλὴν νὰ πεισθῇ εἰς αὐτὴν, ἐὰν ἡ τοιαύτη ἀπαίτησις ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιηθῇ. Ἀλλ’ ὅταν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Παρνασσίδος ἀναπτύσσοντα ὁλόκληρον ὀργανισμὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Θεσσαλίας, ἐσυλλογίσθην ὅτι, ἐὰν ἡ Θεσσαλία ἦτο μία οἰκογένεια, παρευρισκομένη κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ ἀκούουσα τοιοῦτον λόγον, ἤθελεν ἐκβάλει ἴσως κραυγὴν κατὰ τῆς συζητήσεως ταύτης. Φαντασθῆτε μίαν οἰκογένειαν, ἡ ὁποία λιμώττει, ἡ ὁποία γυμνητεύει, τὰ τέκνα αὐτῆς πάσχουσι νόσους ἐπικινδύνους, εἰς τὴν ὁποίαν, χρήζουσαν ταχυτάτης βοηθείας, πρόκειται νὰ δώσητε 200 δραχμὰς, καὶ ἐν τούτοις λέγετε εἰς αὐτήν: «σκέπτομαι κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ διαθέσῃς αὐτὰς τὰς 200 δραχμὰς, θέλω νὰ ῥυθμίσω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ τὰς διαθέσῃς»· καὶ λησμονεῖτε, ὅτι τὰς 200 ταύτας δραχμὰς θὰ τὰς διαθέσῃ ἡ ἀνάγκη, οἱ κλαυθμοὶ καὶ οἱ γόοι τῶν τέκνων, αἱ φρικιάσεις τῶν γυμνητευόντων μελῶν!
§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ 2,000,000 μὴ πρὸς τοιαύτας ἀνάγκας διατεθειμένων.
§75ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐπὶ πληθυσμοῦ 300 χιλιάδων ψυχῶν γυμνῶν καὶ πειναλέων πρόκειται νὰ δώσω 10 ἑκατομμύρια, δύναμαι νὰ συμπεράνω, ὅτι πρόκειται περὶ παροχῆς 100 ἢ 200 δραχμῶν εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ προτείνω εἰς αὐτὴν τὴν οἰκογένειαν συστήματα οἰκονομολογικὰ, κατὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματα ταῦτα. Τοῦτο ἦτο ἑπόμενον νὰ συμβῇ, ὅταν ἐπὶ τοιαύτης ἀνάγκης λαμβάνῃ τὸν λόγον ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἰς πολὺ εὐρύτερον κύκλον ἠδύνατο νὰ περιστρέφηται, προκειμένου περὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων. Ἀλλὰ συνέβη ἀκριβῶς τοῦτο, ὅτι ἡ οἰκογένεια ἡ πάσχουσα, ἡ ἔχουσα ἀνάγκην τῶν 100 δραχμῶν, θὰ εὑρίσκηται εἰς οἵαν θέσιν εὑρίσκεται σήμερον ἡ Θεσσαλία, ἐὰν, προκειμένου περὶ τῆς διαθέσεως τῶν 100 δραχμῶν, ἐκάλει ἕνα οἰκονομολόγον διὰ νὰ κανονίσῃ τὴν καλλιτέραν διάθεσιν τοῦ χρήματος αὐτοῦ, ἢ ἐκάλει συγχρόνως καὶ ἕνα ὑγειονολόγον, ἵνα κανονίσῃ τὴν μέλλουσαν δίαιταν, ἐνῷ αἱ ἀνάγκαι εἶναι ἐπείγουσαι καὶ φωνάζουσιν ἀφ’ ἑαυτῶν. Περὶ τούτου, Κύριοι, πρόκειται. Πρόκειται νὰ δώσωμεν μίαν μικρὰν, ἐλαχίστην σχετικῶς, ἐπικουρίαν εἰς τὸ νὰ καλυφθῶσιν αἱ φοβεραὶ ἀνάγκαι τῆς τλήμονος ἐκείνης χώρας. Ἐὰν τὴν Θεσσαλίαν τὴν εἴχομεν ἐνσαρκωμένην εἴς τινα πρόσωπα, θὰ ἐλέγομεν πρὸς αὐτά: «λάβετε αὐτὸ τὸ ποσὸν καὶ οἰκονομηθῆτε· δὲν ἔχομεν ἄλλο, καὶ ὅ,τι ἠμπορέσητε κάμετε.» Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἀνέφικτον πρακτικῶς νὰ πράξωμεν τοῦτο, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προνοήσωμεν νομοθετικῶς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑπερμέτρως ἠθελήσαμεν καὶ τὰς λεπτομερείας νὰ ὁρίσωμεν ἐκ τῶν προτέρων, διότι ἡ φύσις τοῦ θέματος δὲν εὑρίσκεται συμβιβασμένη μὲ τὰς λεπτομερεῖς καὶ οἰκονομικὰς διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὅταν πρόκειται νὰ προσφέρητε εἰς μίαν χώραν, τῆς ὁποίας τὴν κατοχὴν δὲν ἐλάβετε ἀκόμη, μίαν βοήθειαν, δὲν εἶναι λογικὸν νὰ ὁρίζητε ἐκ τῶν προτέρων ὅλας τὰς λεπτομερείας. Ἐγὼ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος βεβαίως τοῦ νὰ ἀφήνωνται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καλεῖται νὰ διαῤῥυθμίσῃ, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀφήσω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν διαῤῥύθμισιν, βεβαίως δὲν ἤθελον τὸ πράξει, ὄχι διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἐξέφερα, καὶ διότι ἐπὶ τέλους ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελον ἀποκρούσει ἓν τοιοῦτον βάρος, νὰ διανέμῃ αὐτὸς τὰ βοηθήματα. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν τῷ ἐπιτρέπω, θέλω ὅμως νὰ τῷ ἐπιτρέψω ἄλλο τι, ὥστε, τιθεμένων γενικῶν ὅρων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ βασιλικοῦ διατάγματος κανονίσῃ ὅλας τὰς λεπτομερείας. Ἡ τοιαύτη ἐξουσιοδότησις γίνεται καὶ εἰς θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέπηται, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς νὰ ἐκχωρήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ εἰς ἄλλην ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ λεπτομερειῶν τοιούτου εἴδους, δύναται καὶ πρακτικῶς καὶ θεωρητικῶς νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνάθεσις εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ κανονισμοῦ τῶν λεπτομερειῶν διὰ διατάγματος, τὸ ὁποῖον συμπληροῖ τὸν νόμον. Λ. χ. εὑρίσκεσθε αἴφνης ἐνώπιον μιᾶς καταστάσεως τῆς Θεσσαλίας, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς παθόντας νὰ ὑποβάλλωσι τὰς αἰτήσεις ἐπὶ ἀποδείξεων ἐντὸς τόσων ἡμερῶν, ἢ εὑρίσκονται οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζουν τί πρέπει νὰ πράξωσι, διὰ νὰ λάβουν αὐτὸ τὸ δίκαιον. Λοιπὸν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπέλθουν ἀποκλεισμοί. Ὁ σκοπὸς τοῦ Κράτους εἶναι, νὰ σπεύσῃ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τοὺς πεινῶντας, χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ αὐτοὺς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς διαδικασίας αὐτῆς, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δικαίων νομικῶν, πρόκειται περὶ φιλανθρωπίας καὶ δωρεᾶς. Λοιπὸν διὰ τοῦτο ἡ παρατήρησις ἐκείνη τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ πληρέστατα ἱκανοποιεῖται, ἐὰν οὐδὲν ἄλλο πράξωμεν ἤ, προβαίνοντες εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων, ὅσον τὸ δυνατὸν ἀποκλείσωμεν διατάξεις λεπτομερεῖς καὶ ἀφήσωμεν αὐτὰς εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ νόμου δι’ ἑνὸς κανονιστικοῦ διατάγματος. Ταῦτα εἶχον μόνον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ ὁποίου καὶ τὴν ἀρχὴν ἀποδέχομαι, καὶ τὸ σύνολον, τὸ ἐν ταῖς γενικαῖς γραμμαῖς τοῦ συστήματος, βεβαίως ἐπίσης ἀποδέχομαι. Ἐθεώρησα δ’ εὔλογον νὰ προτάξω παρατηρήσεις τινὰς γενικωτέρας, διότι εἰς ἕκαστον ἄρθρον δύναμαι νὰ προτιμήσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προϋπέδειξα, νὰ μὴ ἐπιμείνωμεν εἰς πολλὰς λεπτομερείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα, βεβαίως ἁρμοδιώτεροι εἶναι οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας.
§76Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ παραξενευθῇ, ὅσον καὶ ἄν σπεύσῃ εἰς τὴν συζήτησιν, ὅτι ἄνθρωπος οὐχὶ εἰς τραπεζικὰ ἀσχολούμενος λαμβάνει τὸν λόγον ἐπὶ νομοσχεδίου καθαρῶς οἰκονομικοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει ἡ πρόληψις, ὅτι οἱ ἀναμιγνυόμενοι ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι κύριοι πάντων, ἀλλὰ ἐλέχθησαν τοιαῦτα, ὥστε εἶναι ὑποδεδειγμένον εἰς ἐμὲ, ὄντα ἕνα τῶν ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπροσώπων, νὰ προσθέσω κἄτι τι εἰς τὰ λεχθέντα. Δὲν παραγνωρίζω τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο καὶ διότι δὲν ὑπέθετον ὅτι ἤθελεν ἀρχίσει συζήτησις θεωρητική, καὶ δὲν παρεσκευάσθην, ὅπως ἀναπτύξω τὰς θεωρίας περὶ Τραπεζῶν κατὰ νεώτερα συστήματα, ὡς ἀπὸ ἕδρας συλλόγου τινὸς, διότι θεωρῶ αὐτὰ ὀλίγον ἄκαιρα, δὲν θὰ σᾶς βαρύνω εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ διαφωνῶ ῥιζικῶς πρὸς ὅσα ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Δὲν εἶχον, ἕνεκα τῶν ἐπαγγελματικῶν καὶ ἄλλων ἀσχολιῶν, τὸν ἀνάλογον χρόνον, καὶ ἑπομένως μόνον ἐκ τοῦ προχείρου θ’ ἀντικρούσω τὸν κ. συνάδελφον, διότι ἄλλως ἤθελον ἔλθει ὅπως δήποτε παρεσκευασμένος, ἵνα, ὑποθέτω, κατασυντρίψω τὰ ἐπιχειρήματα ἐκείνου. Ὁ κ. συνάδελφος μετὰ πολλῆς εὐστροφίας καὶ ἐπιτηδειότητος, ἡ ὁποία πάντοτε τὸν διακρίνει, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ κατόπιν ἐκηρύχθη καθ’ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, ἀπὸ τοῦ Α ἕως τοῦ Ω, καὶ ἑπομένως κατέληξε κατὰ τοῦ συνόλου, ἀλλὰ καὶ δὲν προέτεινε τὴν ἀναβολήν· εἶπεν ὅμως ὕστερον ἀπὸ αὐτά: «ἡ Κυβέρνησις ἂς τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν». Ἀλλ’ ἔμεινεν ἐντύπωσις πικρὰ καὶ πικρότατον παράπονον κατὰ τῶν Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας, ὅτι ὡς ἐκ τῆς σπουδῆς ἠδίκησαν πιστωτικὸν ἵδρυμα, καὶ ἡ πικρία αὕτη μεταδίδεται καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἀβασανίστως τρόπον τινὰ ἐδέχθη τὴν πρότασιν τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων. Καὶ βεβαίως ἡ μομφὴ αὕτη, μολονότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀνώτερος τοιαύτης ὑπονοίας, ἀλλ’ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν συμπίπτει νὰ ἦναι ὁ τέως διοικητὴς Τραπέζης, δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἄσχετος, μολονότι ἔσπευσε νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει συμφέρον ἡ Τράπεζα, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ὑπὲρ μιᾶς μόνον Τραπέζης, θὰ ἦναι προτιμότερον νὰ προσελκύσωμεν τοὺς Θεσσαλοὺς εἰς τὸ ἐγχώριον πιστωτικὸν ἵδρυμα, νὰ μὴ θελήσωμεν δὲ ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς ξένας χώρας. Δὲν γνωρίζω τίνας τῶν συναδέλφων ὑπῃνίσσετο, ὅταν ἔλεγεν, ὅτι ὑπάρχουσί τινες μὴ ἔχοντες ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ἵδρυμα. Ἐγὼ τοιαύτην φράσιν δὲν εἶπον, εἶπον ὅμως, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐνθουσιασμένοι, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐμπιστοσύνης· διὰ νὰ νομιμοποιήσω δὲ τὰς ἀντιῤῥήσεις μου, ἀφοῦ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη, δηλῶ, ὅτι καὶ ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς συναδέλφους, ὡς ἀντελήφθην, εἶναι μακρὰν πᾶσα ἰδέα ἄλλη, ἐκτὸς τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου· καὶ ὅπως ἀπομακρύνω καὶ πᾶσαν ἰδέαν περὶ ἐκλογικοῦ συμφέροντος, πρέπει νὰ δηλώσω ἐκ μέρους ὅλων, ὅτι κατὰ τὸ καλὸν παράδειγμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας δὲν ἀναμιγνύεται εἰς τὰς ἐκλογάς. Ὥστε βεβαίως λόγος ἐκλογικὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑποκρυπτόμενος. Καὶ σπεύδω νὰ προσθέσω, ὅτι ἐγὼ προσωπικῶς εἶμαι συνδεδεμένος μετὰ φιλίας πρὸς τὸν διευθύνοντα τὸ ὑποκατάστημα τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἐκδηλώσεων φιλίας καὶ ἀγάπης. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὅλα τὰ λοιπὰ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ ἦσαν διὰ νὰ στηρίξῃ τὸ οἰκοδόμημα ἀσαλεύτως ὑπὲρ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, τῆς ἀπηνῶς κατ’ αὐτὸν καταδιωκομένης (!) ὑπὸ τῶν ἀχαρίστων συναδέλφων ἐκ Θεσσαλίας (!). Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἐξήτασε τὰ πράγματα ἀπὸ τῆς μιᾶς ἀπόψεως, τῆς ἀπόψεως τοῦ ἱδρυτοῦ καὶ τοῦ συμβούλου, ἴσως καὶ τοῦ μετόχου, καὶ βεβαίως συγκεντρώνει ὑπὸ τοιαύτην ἰδιότητα τὰς μείζονας πληροφορίας ὅλων ἡμῶν. Ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι οἱ ἐκ Θεσσαλίας τὰ ἐξήτασαν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καὶ μέχρι τῆς τελευταίας ἀπὸ τῆς ἄλλης ἀπόψεως, τῶν συναλλασσομένων μετὰ τῆς Τραπέζης ἢ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν συναλλασσομένων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς κουράσω μὲ τοὺς ἀριθμοὺς, διὰ νὰ σᾶς εἴπω οὔτε πόσα ἦσαν τὰ κεφάλαια, οὔτε ποῦ διετέθησαν, οὔτε τὰ ἄλλα, περὶ ὧν ἠσχολήθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ὅμως τινὰ, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι θέλουσι σᾶς πείσει, καὶ ἀκραδάντως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε ἀβασανίστως τὰ λεχθέντα. Γνωρίζετε τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας. Ὅτι σύμπασα ἡ Ἑλλὰς μαστίζεται ὑπὸ τῆς τοκογλυφίας, τὸ ὁποῖον ἄλλος τις συνάδελφος, διακόψας με ἡμέραν τινὰ, εἶπε, καλῶς γνωρίζω. Ἀλλὰ καὶ ἡ Θεσσαλία στενάζει ὑπὸ τὴν τοκογλυφίαν. Βεβαίως ἡ ἵδρυσις τῆς Τραπέζης ἀνεπτέρωσε τὰς ἐλπίδας παντὸς ἔχοντος συμφέρον ἐκεῖ. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, αὕτη δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας. Ἐὰν τοῦτο προήρχετο ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας μέσων, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔκαμεν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ κάμῃ, τί θέλετε πλέον τούτου; Ἀλλὰ ἡ Τράπεζα δὲν ἐξετέλεσεν, ὡς ἔδει, τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς. Ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπῆρχον καί τινα προσκόμματα κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν χρημάτων, διότι ἡ ἀκίνητος κτῆσις δὲν ἦτο ἐκκαθαρισμένη, ὡς εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ ἐμεσολάβησαν πολλὰ ἔτη, καὶ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὅστις εἶπεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι μετὰ πολλῆς σπουδῆς καὶ ἕνεκα τῆς σπουδῆς συνεζητήσαμεν, ἔχει ἄδικον, διότι ἡμεῖς ἐμελετήσαμεν ἀκριβῶς ἐπὶ 17 ἔτη τὴν ἱστορίαν τῆς Τραπέζης, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο εὑρέθημεν διὰ μιᾶς ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι ἓν ἔχει συμφέρον ἡ Θεσσαλία, νὰ μεταφέρῃ ἐκεῖ τὸν συναγωνισμόν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσῃ ὑποκαταστήματα, καὶ τοῦτο εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τοῦ 1896, περὶ τοῦ ὁποίου ἔγεινε προχθὲς λόγος. Αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας παρεκάλεσαν τὴν Τράπεζαν, καὶ δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον, εἰμὴ διὰ νὰ μεταφέρωσι τὸν συναγωνισμὸν καὶ διότι ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ Τράπεζα τρανὰ μᾶς ἔδωκε δείγματα, ὅτι τὸ χρῆμα δὲν ἐσκόπει νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ ὑπὲρ τοῦ τόπου. Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀοριστολογῶ, θὰ σᾶς φέρω ψηλαφητὰ παραδείγματα, ὡς ὑποθέτω τοὐλάχιστον, ψηλαφητά. Ἐν ἔτει 1885, δηλαδὴ ὀλίγα ἔτη μετὰ τὴν προσάρτησιν, ὅτε ὁ τόπος ἐδίψα ἀπὸ χρήματα, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας τί νομίζετε ὡς πόρισμα τῶν ἐργασιῶν του ἔφερεν ἐνώπιον τῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων τῆς 30 Μαρτίου 1885; — γνωρίζετε δὲ, πῶς καταρτίζονται αἱ συνελεύσεις τῶν μετόχων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἕνεκα τῆς μεγάλης ἀτελείας τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν ἀπόντων κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν συνελεύσεων — τί νομίζετε ὅτι ἔφερεν; Ἔφερε τὰς προτάσεις, τὰς σοφὰς καὶ σοφωτάτας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε πρὸ μικροῦ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ὅστις, ὡς ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς εἶπεν, ἦτο μέλος τοῦ Συμβουλίου...
§77ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι τοῦ Συμβουλίου· «τοῦ Κοινοβουλίου» εἶπον.
§78Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος εἶναι ἐνταῦθα. Δύναται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τι;
§79ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι. Μετά τινα χρόνον, ἀφ’ ἧς ἤρξατο λειτουργοῦσα ἡ Τράπεζα αὕτη, ἐκλήθην ὡς σύμβουλος. Δὲν ἤμην ἀρχικῶς σύμβουλος. Ἐγενόμην μέλος τοῦ Συμβουλίου μετὰ 2 ἢ 3 ἔτη.
§80Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔστω. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ... Δύο κυρίως τροποποιήσεις προέτεινε,—διότι προέτεινε καὶ ἄλλας, ἀλλὰ αἱ δύο ἦσαν αἱ οὐσιώδεις.—Ἀκούσατε: Νὰ διαθέσῃ 2,000,000 φράγκα εἰς χρυσὸν, ὅπως ταῦτα ἐξέλθωσι τῆς Θεσσαλίας καὶ ἐκ τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου καὶ ταξειδεύσωσι μέχρι τῶν Παρισίων. Ἐκ τίνων; Ἐκ τῶν μετοχικῶν καταθέσεων ἐπὶ τριετίαν! Τὰ χρήματα δηλαδὴ, τὰ ὁποῖα οἱ καταθέται ἐπὶ τριετίαν ἤθελον καταθέσει, νὰ τὰ λάβωσιν οἱ σύμβουλοι καὶ νὰ τὰ στείλωσιν εἰς τὸ Παρίσι. Νὰ τὰ κάμουν τί; Νὰ τὰ τοκίσουν ἐκεῖ πρὸς 4, 6, 8, 10, 12%; Ὄχι βέβαια. Διὰ νὰ γείνωσι χρηματιστικαὶ ἐργασίαι (!), φυσικώτατα, αἱ ὁποῖαι ὀλίγον ἀπέχουσι τοῦ χαρτοπαιγνίου. Δύο ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ ἐζήτησαν οἱ τότε διευθύνοντες, οἵτινες εἶχον αὐτὰ τὰ σοφὰ σχέδια!... Δέχομαι ὅτι δὲν ἦτο ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος. Ἀφοῦ τὸ βεβαιοῖ, ὀφείλω νὰ τὸ δεχθῶ.
§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἀκριβὲς, βεβαίως δὲν ἤμην τότε μέλος τοῦ Συμβουλίου.
§82Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, μετὰ τὴν κατηγορηματικὴν μάλιστα δήλωσίν σας ταύτην, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν· ἀλλὰ ἦσαν εἰς θέσιν ὅμως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε.
§83ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Συμβουλίου;
§84Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαιότατα. Ἐφρόντισα νὰ ἔλθω μὲ τὰ ὅπλα μου ἐνταῦθα. Δὲν ἤθελον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ φέρω τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι εἰλικρινῶς φείδομαι τοῦ χρόνου αὐτῆς· ἀλλ’ ὅταν ἄλλοι μᾶς προκαλῶσι, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ τηρήσωμεν σιγήν. Ἐζήτησαν, Κύριοι, ὡς εἶπον, δύο ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ—ἐννοεῖτε πρὸς τίνα σκοπὸν—ἐκ τῶν μετοχικῶν καταθέσεων ἐπὶ τριετίαν, διὰ νὰ συστηθῇ ὑποκατάστημα ἐν Παρισίοις. Ἡ συνέλευσις, ἐννοεῖται, ὁμοφώνως ἐδέχθη τοῦτο. Συνέπεσε νὰ ἦναι μέτοχοι μεγάλων ποσῶν οἱ κύριοι Ζαφειρόπουλος καὶ Ζαρίφης,—εἰς τὸ κατάστημα τῶν ὁποίων ἄλλοτε καὶ ἐγὼ, πρὸ 30 ἐτῶν, εἶχον ἐργασθῆ,— καὶ ἐξ ἀκραιφνεστάτου πόθου ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς διοικοῦντας τὴν Τράπεζαν ἐκείνην, ἔδωκαν πρὸς ἐμὲ ἐντολὴν νὰ καταψηφίσω καὶ ν’ ἀντιταχθῶ, καὶ ἀντετάχθην. Ὑπῆρξα μόνος!... (ἐγχειρίζων εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον ἔγγραφα). Ἰδού, κύριε συνάδελφε. Λάβετε γνῶσιν τοῦ ἐπισήμου ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπὶ τῇ παρακλήσει μου, νὰ τὸ καταθέσῃ. Λάβετε καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐγγράφως. Δὲν ἐσταμάτησαν οἱ Κύριοι ἕως ἐκεῖ. Σημειώσατε, ὅτι ἤμεθα κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς παγιώσεως τῆς γεωργικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐν Θεσσαλίᾳ πίστεως, ὅτε πανταχόθεν ἐζητοῦντο χρήματα πρὸς καλλιέργειαν. Ἀλλὰ ἐπρότειναν καὶ κἄτι ἄλλο. Ἐν ἔτει 1881 ἐγένετο φοβερὰ κρίσις ἐν Γαλλίᾳ· διατὶ κυρίως; Κυρίως διότι ἐπετρέπετο εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας νὰ δανείζωσι τοὺς μετόχους, νὰ δίδωσι δηλαδὴ τὰ χρήματα τὰ καταβληθέντα ὡς δάνειον εἰς τοὺς μετόχους. Ἔχετε μίαν μετοχὴν 200 δραχμῶν; Νὰ ἔχητε δικαίωμα νὰ δανεισθῆτε 200 δραχμὰς, ἄνευ ἄλλης ἀσφαλείας!
§85ΖΑΡΙΜΠΑΣ. Καὶ νὰ τὰ δανεισθοῦν εἰς χαρτὶ, καὶ νὰ τὰ παίρνουν εἰς εἰκοσάφραγκα χρυσᾶ!
§86Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησαν λοιπὸν καὶ τὴν τροποποίησιν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τῶν ἄρθρων 3 καὶ 33 τοῦ καταστατικοῦ. Ἀντετάχθην, καθ’ ἃς εἶχον ὁδηγίας ἐκ τῆς μεγάλης πείρας τοῦ μακαρίτου Στεφάνου Ζαφειροπούλου καὶ τοῦ Γεωργίου Ζαφειροπούλου, διότι μοὶ ἔδωκαν μεγάλα ἐπιχειρήματα,—ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰ πρόσωπα, διότι περὶ τούτου δὲν ἐπρόκειτο,—καὶ προεῖδον ἐκεῖνοι τοὺς μεγάλους κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἐπέλθωσιν οὐχὶ μόνον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἵδρυμα, διὰ τὸ ὁποῖον, κύριε συνάδελφε, καὶ ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα, τουλάχιστον ὅσον σεῖς. Καὶ ἐκεῖ ἐμειονοψήφησα. Διηύθυνε τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ μακαρίτης Νικόλαος Παπαμιχαλόπουλος, ὁ πατὴρ τοῦ συναδέλφου ἡμῶν. Ὅτε ἦλθον ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἐξελέγην τὸ πρῶτον κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1885, ἔσπευσα νὰ καταστήσω προσεκτικὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ πραγματικῶς ἐπρόσεξε. Δὲν ἠρκέσθη δὲ εἰς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην καὶ τῶν συναδέλφων του, ἀλλ’ ἐζήτησε καὶ τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἀκούσατε δὲ, τί εἶπε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Ὡς πρὸς τὰ 2,000,000, τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 500,000 φρ. χρυσῶν, δὲν γνωρίζω ὅμως, ἂν ἐξεδόθη καὶ τὸ Διάταγμα, διότι δὲν μοὶ ἐδόθη, ὡς ἐκ τῆς ποικίλης ἐργασίας, καιρὸς νὰ ζητήσω τὰς λεπτομερείας καὶ τὸν ἰσολογισμὸν καὶ τὰ καταστατικὰ καὶ τὰ ἄλλα· ἀλλ’ ἐδῶ ἔχω τὸ ἐπίσημον σημείωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ, ὅτι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐπέτρεψε, μετὰ τινος στενοχωρίας, φαίνεται, μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν φρ. 500,000 (ἀναγινώσκει): «... Ἐζητήθη νὰ ἐπιτραπῇ ἡ διάθεσις ποσοῦ μέχρι 2,000,000 δι’ ἐπιχειρήσεις ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἐπιτρέπει τοῦτο, ἀλλὰ μέχρι τοῦ ποσοῦ 500,000, διότι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ὁμοφώνως ἔκρινεν, ὅτι ἡ διάθεσις μείζονος ποσοῦ εἰς ἐπιχειρήσεις ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἔσεται ἐπιζήμιος τῇ Τραπέζῃ, ἐνῷ ἑτέρωθεν ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην χρημάτων...» Αὐτὰ ἔλεγε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἰς τοὺς κυρίους τραπεζίτας. «Ἄλλως τε (προσέθετεν) αἱ ἐπιχειρήσεις τῆς ἀλλοδαπῆς ὀλίγον φέρουσι τόκον.» Τί δὲ εἶπε καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 33; Ριζικῶς ἀπέῤῥιψε τοῦτο τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, διότι τὸ ἔκρινεν ἐπιζήμιον τῇ Τραπέζῃ (ἀναγινώσκει): «Ἐζητήθη νὰ δανείζῃ ἡ Τράπεζα ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ἰδίων μετοχῶν της μέχρι τοῦ ποσοῦ τῆς καταβληθείσης μετοχῆς. Ἀπεῤῥίφθη, διότι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἔκρινε τοῦτο ἐπιζήμιον τῇ Τραπέζῃ, καθόσον διὰ τῶν τοιούτων δανείων θὰ ἐπεστρέφετο ἐμμέσως τὸ καταβληθὲν ποσὸν εἰς τοὺς μετόχους, καὶ θὰ ἐξησθένει ἡ Τράπεζα.» Διότι εἶχον ζητήσει (διὰ νὰ κατανοήσητε καθ’ ὁλοκληρίαν—κατὰ τὸ σημείωμα πάντοτε· δὲν προσθέτω μήτε μίαν τελείαν—) εἶχον ζητήσει, ἡ Τράπεζα νὰ δανείζῃ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ἰδίων της μετοχῶν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῆς καταβληθείσης μετοχῆς.
§87Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Νὰ πάρουν τὸ χαρτί, μόνον διὰ νὰ ἐκμεταλλεύωνται.
§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προσεθήκατε, ὅτι αἱ τροποποιήσεις αὗται προετάθησαν ὑπὸ τὸν ὅρον ν’ αὐξηθῇ τὸ κεφάλαιον μέχρι τῶν 10,000,000, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο. Διότι ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ 10,000,000, καὶ ἐξ αὐτῶν τὰ δύο νὰ διατεθῶσι.
§89Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ συμπληρώσητε, καὶ θὰ σᾶς ἦμαι εὐγνώμων... Τί θέλετε νὰ εἴπητε μὲ τοῦτο; Ἐπρόκειτο ν’ αὐξήσωσι τὰ κεφάλαια. Ἀδιάφορον. Ἀλλὰ ἐκεῖνα τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο ν’ αὐξήσωσι, διατὶ νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῆς Θεσσαλίας;—ὡσὰν νὰ μὴ ἔχωμεν νὰ τὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐν τῷ τόπῳ! Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι οὐχὶ δυσμένεια, οὐχὶ ἀπονία, οὐχὶ ἀγνωμοσύνη εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν εἰς τοὺς ἐκ τῆς Θεσσαλίας συναδέλφους, νὰ μὴ ἦναι ἐνθουσιασμένοι ὑπὲρ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερος λόγος, καὶ οὗτος εἶναι, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐχρησίμευσεν ὡς μετάξων μεταξὺ τῶν τοκιστῶν καὶ τραπεζιτῶν Θεσσαλίας καὶ τοῦ λαοῦ. Ἐδανείζοντο, Κύριοι, —δὲν γνωρίζω, διότι δὲν εἶμαι πολὺ ἐνήμερος εἰς τὰς λεπτομερείας· οἱ κύριοι συνάδελφοι οἱ ἄλλοι δύνανται νὰ μὲ συμπληρώσωσιν—ἐδανείζοντο οἱ κεφαλαιοῦχοι π. χ. πρὸς 7 ἢ 8%, ἀλλ’ ἐτόκιζον μὲ τὸ ἀζημίωτον, ἐννοεῖται, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῆς συνειδήσεως. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μέχρι τίνος ποσοῦ, διότι τὰ παρεμβαλλόμενα προσκόμματα εἰς πιστώσεις τῶν κατωτέρων τάξεων εἶναι ὑπέρμετρα, καὶ ἑπομένως ἐδανείζοντο εἰς μεγάλους ποσά. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος: «Ἰδοὺ, διέθεσε τόσα ποσά.» Ἀλλὰ ἤθελον νὰ ἔχω καὶ τὸν κατάλογον τῆς ἐπαρχίας Βόλου, ὅπου γνωρίζω τὰ πρόσωπα, ἵνα καταλάβω ποῦ ἐδόθησαν. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει καμμίαν σημείωσιν πρόχειρον. Σᾶς λέγω εἰλικρινῶς, εἶναι ἡ ἀντίληψις καὶ τὸ γενικὸν παράπονον. Ἔλεγεν εἷς συνάδελφος ὀρθότατα—ὅπερ ὅμως οὐχὶ πρῶτος αὐτός, ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ πρῶτος, ὅλοι πάντοτε λέγομεν—: «Δόσατε εἰς τὴν Θεσσαλίαν δικαιοσύνην, καὶ ἂς λείψωσιν ὅλα τὰ ἄλλα». Καὶ ἐγὼ λέγω: «δόσατε μετὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ ὑλικὴν ἀνεξαρτησίαν, καὶ θὰ ἔχητε τοὺς λαμπροτέρους πολίτας, τοὺς καλλιτέρους ἐκλογεῖς· ἐλευθερώσατε αὐτὴν ἀπὸ τὴν τοκογλυφίαν, καὶ ἰδού.» Ἀλλὰ πῶς γίνονται ταῦτα; Εὔκολον νὰ δίδωμεν τὰς συνταγάς· πῶς ἐκτελοῦνται ὅμως; Κύριοι, νομίζω ὅτι σᾶς ἐκούρασα. Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἐνῷ ἦτο ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἦτο ὅμως, ὡς εἶπε, καθ’ ὅλων—τῶν μεγαλειτέρων καὶ τῶν μικροτέρων—λεπτομερειῶν. Ἀλλὰ αἱ κεφαλαιώδεις, αἱ ἐξέχουσαι, αἱ κορυφαῖαι τῶν ἀντιῤῥήσεών του εἶναι αὗται: Ἔχει μεγάλην ἀδυναμίαν, ἢ μᾶλλον μεγάλην ἐχθρότητα εἰς τὸ νὰ δίδωνται βοηθήματα εἰς χρήματα, καὶ προτιμᾷ τὸ σύστημα τοῦ εἴδους. Διὰ τῶν ὑπαλλήλων. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι του. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ περὶ τόσα καὶ τόσα ἀσχολουμένη, ν’ ἀπασχοληθῇ καὶ εἰς τὴν ἀγορὰν ὑλικῶν, ξυλείας, διὰ τῶν ἐπιτροπῶν πάντοτε, καὶ εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῶν ἐχόντων ἀνάγκην. Εὑρίσκει αὐτὸ τὸ σύστημα ὁ κ. συνάδελφος ἁπλούστερον! Δὲν λέγω τώρα περὶ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνωσιν, ὡς πρὸς τὴν ἐποπτείαν, τὴν διανομὴν καὶ τὰ ἄλλα, καὶ περὶ τῶν καταχρήσεων, αἵτινες δύνανται νὰ εἰσδύσωσι φυσικώτατα. Ἀλλὰ μόνον νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ τοῦτο, ν’ ἀρχίσῃ ἡ Κυβέρνησις, δι’ ἐπιτροπῶν ἔστω, νὰ κάμῃ τὰς παραγγελίας, νὰ φθάσωσιν αὗται, νὰ διανεμηθῶσι καὶ καθεξῆς καὶ καθεξῆς, φθάνει! Τὸ σύστημα αὐτὸ ἐδοκιμάσθη, κύριε συνάδελφε, καὶ ἐδοκιμάσθη ἐπὶ πολὺ, διότι πολλαὶ εἶναι αἱ ἁμαρτίαι τοῦ τόπου. Ἐδίδετο εἰς τοὺς πρόσφυγας ἄρτος. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἄρτος πολλάκις, ἀντὶ νὰ ἦναι ἐξ ἀλεύρου, ἦτο ἐξ ἄμμου! Πολλάκις ἀντὶ ἡμισείας ὀκᾶς 180 δράμια, καὶ καθεξῆς! Ποῖος ἠδύνατο νὰ ζυγίσῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἄρτους; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις συγκεντρώνει πλειοτέρας πληροφορίας, ὑποθέτω ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ μᾶς δώσῃ γνώμην καὶ περὶ τούτου, ἂν ηὐδοκίμησε τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς διανομῆς εἰς εἶδος. Καὶ διὰ τοῦτο λέγουσιν ὅλοι: Ἐξοδεύετε τόσα; δόσατέ μας ὀλιγώτερα· ὁ καθένας νὰ τὰ δαπανήσῃ ὅπου καὶ ὅπως θέλει.» Ἐὰν ὡμίλησα περὶ αὐτῶν, ὡμίλησα ἀκροθιγῶς· διότι εἶπε τόσον πολλὰ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ὥστε πραγματικῶς ἤθελέ τις μὲ βαρυνθῆ, ἀντικρούοντα ταῦτα. Ἀλλὰ τὸ θεωρῶ καὶ περιττόν. Ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ὅμως ζητήματος οὗτος ἐνόμισεν, ὅτι ἐμφανὴς εἶναι ἡ ὑπηρεσία μιᾶς καὶ μόνης Τραπέζης, καὶ εἶναι βεβαίως ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου. Ἀρχὴ πολεμουμένη· ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ προνομίου, περὶ ἐκδόσεως γραμματίων.
§90ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται, περὶ Τραπέζης ἐχούσης προνόμιον ἐκδοτικὸν γραμματίων.
§91Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Φέρετε τότε τὴν συγχώνευσιν ὅλων τῶν Τραπεζῶν τοῦ Κράτους. Τότε λοιπὸν πρέπει νὰ μᾶς εὐχαριστήσητε, διότι κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἅμα ὑπάγῃ ἐκεῖ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὸ μεγάλο ψάρι θὰ φάγῃ τὸ μικρὸ, ὡς κοινῶς λέγεται, καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἡ συγχώνευσις. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ συμπέρασμά σας. Κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θέλω παντελῶς—καὶ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ καλῶς παρ’ ὅλων—δὲν θέλω νὰ ἐπιῤῥίψω τὴν ἐλαχίστην, οὐδὲ πόῤῥωθεν, ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔχει ἄλλην τινὰ πρόθεσιν, ἐκτὸς τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ συντελέσῃ εἰς καλλιτέραν λύσιν. Ἀλλὰ συμβαίνει εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅ,τι μὲ ἡμᾶς τοὺς δικηγόρους· ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μας καὶ τῶν ἕξεών μας, παρασυρόμεθα. Ἐὰν ἐπρόκειτο π. χ. ἐνταῦθα περὶ ὑποθέσεώς τινος, ἡ ὁποία μᾶς ἐνδιέφερεν, ἴσως–ἴσως δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ κρατήσω σιγὴν, καὶ ἤθελον παρασυρθῆ. Ὁ κ. συνάδελφος παρασύρεται ὑπερβαλλόντως ἐκ τῆς τραπεζικῆς ἀτμοσφαίρας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται· καὶ ἔχει μὲν πολλὴν πεῖραν, ἀλλ’ ἴσως ὑπάρχει καὶ ὁμίχλη, ἡ ὁποία τὸν ἐμποδίζει νὰ διακρίνῃ τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ συμβαίνοντα, διότι μία διάβασις ἁπλῆ δὲν ἀρκεῖ πάντοτε. Ὁμολογῶ, ὅτι κανὼν τῆς συγκροτήσεως τῶν Κοινοβουλίων εἶναι ἡ συγκρότησις αὐτῶν ἐξ ὅλων τῶν τάξεων, διότι οὕτω γίνεται τὸ μωσαϊκὸν τὸ Συνταγματικόν· ἐν τούτοις ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι καὶ μέτρα τινά, καὶ οὐχὶ σήμερον, ἀλλὰ πρὸ χρόνου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶχον καὶ ἔχω καὶ θὰ ἐξακολουθήσω ἔχων τὴν γνώμην,—διότι προέρχεται ἐξ ἑδραίας πεποιθήσεως — τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ πρὸ ἐτῶν, καὶ περὶ ἧς ὡμίλησα καὶ τελευταῖον, τὴν 7 Ἀπριλίου 1896, ὅτι πρέπει καὶ περὶ τῶν δικηγόρων πρωτίστως, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν συμβούλων ἑταιριῶν καὶ περὶ ἄλλων ἀκόμη νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ῥιζοσπαστικὴ γνώμη μου,—διότι ὅλα διὰ μιᾶς δὲν δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι,—καὶ ἂν σπουδαία γίνεται σκέψις περὶ βελτιώσεως, ἂς μελετηθῇ ἓν νομοσχέδιον περὶ ἀσυμβιβάστου δημοσίων θέσεων καὶ ἄλλων ἀξιωμάτων, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον· καὶ ἂς μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι ἰδιοτροπία προσωπική, διότι εἶναι πόρισμα μελέτης ἐκ τῆς συγκριτικῆς νομοθεσίας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶχε τὴν περιέργειαν νὰ ἀναγνώσῃ ὀλίγας γραμμάς, ἤθελε γνωρίσει, πῶς οἱ νόμοι λειτουργοῦσιν ἀλλαχοῦ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὄχι βεβαίως ἄσχετοι πρὸς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον ἤδη. «Ἐν Ἱσπανίᾳ ἀπαγορεύεται τὸ ἐκλόγιμον εἰς τοὺς ἐργολάβους δημοσίων ἔργων καὶ ὑπηρεσιῶν ἐν γένει, ἀφορωσῶν εἰς τὸ Κράτος καὶ τοὺς τούτων ἐγγυητάς. Ἐπίσης ἐν Αὐστρίᾳ στερεῖται τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι ὁ διευθυντὴς οἵας δήποτε ἐπιχειρήσεως, ὑπὲρ ἧς ὡρίσθη ἐπιχορήγησις παρὰ τοῦ Κράτους, ἢ ἐγγύησις τόκου τῶν κεφαλαίων αὐτῆς, ἢ διατελούσης εἰς διαρκῆ σχέσιν συναλλαγῶν πρὸς τὸ Κράτος. Ἐν Βελγίῳ ὁ διευθυντὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι. Ἐν Ἰταλίᾳ ἀπαγορεύουσιν εἰς τοὺς διευθυντάς, συμβούλους καὶ ὑπαλλήλους ἑταιριῶν, οἵαν δήποτε λαμβανουσῶν ἐπιχορήγησιν παρὰ τοῦ Κράτους ἢ ἐγγύησιν τόκου, ἐπίσης εἰς τοὺς δικηγόρους αὐτῶν, νὰ ἐκλεχθῶσι Βουλευταί. Ὁμοία διάταξις ὡς πρὸς τοὺς μετὰ τοῦ Κράτους συμβαλλομένους ἰσχύει καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ. Λίαν αὐστηροὶ ὡς πρὸς τὸ ἀσυμβίβαστον εἶναι καὶ ἐν Γερμανίᾳ, ἀπαγορεύοντες τὴν ἕνωσιν πάσης δημοσίας θέσεως πρὸς οἵαν δήποτε πρόσθετον, καὶ δὴ τὴν τοῦ ὑπαλλήλου καὶ συμβούλου ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ Τραπεζῶν, ἐπίσης πάσης κερδοσκοπικῆς ἑνώσεως καὶ παντὸς ἱδρύματος. Ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύουσιν ἀνάλογοι διατάξεις οὐ μόνον ὡς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν γερουσιαστῶν πρὸς τὰς θέσεις συμβούλων ἢ ἐπιθεωρητῶν προνομιούχων ἑταιριῶν, καὶ αὐστηραὶ ἐπεβλήθησαν ποιναὶ κατὰ παντὸς Βουλευτοῦ, δεχομένου δῶρα ἢ ὑποσχέσεις πρὸς ἐπιτυχίαν παρασήμων, δημοσίων θέσεων, ἢ καταχρωμένου τῆς ἀνατεθείσης αὐτῷ ἐντολῆς πρὸς παροχὴν ὠφελειῶν διὰ συμβάσεων μετὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς. Κύριοι, ἰδοὺ τὸ συμπέρασμά μου! Βεβαίως ἐν μεγίστῃ ἀνέσει δὲν ἐνομοθετήσαμεν ὄχι μόνον τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλ’ ὅλους τοὺς νόμους· εἶναι ὀργανικὴ ἡ νόσος, καὶ τ’ ἀποτελέσματα τὰ αἰσθανόμεθα πάντες, καὶ ὅμως ὀλίγιστα νομοσχέδια, ἐξ ὅσων ἐψηφίσθησαν, ὑπέστησαν τὴν βάσανον, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι περιαυτολογῶ, θὰ σᾶς ὑπομνήσω τὸν νόμον περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ, ὅστις ἦτο ἀντιγραφὴ ξένου. Συνεζητήθη εἰς τρεῖς κατὰ συνέχειαν ἡμέρας, εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ἐκυρώθη τὴν τρίτην αὐθημερόν, καὶ ἤρξατο ἰσχύων ἅμα τῇ δημοσιεύσει, διὰ ν’ ἀποθάνῃ λίαν ταχέως, ὡς ἀπέθανε! Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι συνηγορῶ pro domo mea, θὰ σᾶς προσθέσω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, δὲν εἶναι διατετυπωμένον ὑπ’ ἐμοῦ· διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Καρδίτσης. Μόνον μίαν διαφωνίαν εἴχομεν, νὰ μὴ ἤμεθα δεσμευμένοι οὔτε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀκριβῶς, διότι εἴμεθα ἐναντίοι τῶν μονοπωλίων, ἐζητήσαμεν νὰ λυθῶσιν αἱ χεῖρες μας, καὶ ἐλύθησαν, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθη τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας γνωρίζετε. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ πείσωσι τοὺς πάντας, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν καὶ νὰ ζήσῃ καὶ ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἐπιθυμοῦμεν μάλιστα νὰ γείνῃ μελέτη, καὶ νὰ ἀμειφθῇ δι’ ὅσα ἡ Τράπεζα αὕτη ὑπέστη, διότι ἡμεῖς θέλομεν οὐ μόνον νὰ ὑφίσταται, ἀλλὰ καὶ νὰ συναγωνίζηται μετὰ τῆς Ἐθνικῆς. Ἄς μὴ μείνῃ ὅμως εἰς οὐδένα δισταγμός, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου δὲν ἐστρέψαμεν ἐκεῖ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν, τοῦτο δὲν εἶναι ἀπόῤῥοια στιγμιαίας σκέψεως, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα μακρᾶς μελέτης.
§92ΣΤΕΡΙΑΔΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, προτιθέμενος νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ πολιτείας τῆς προνομιούχου Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Ἐπειδὴ ὅμως ἠγνόουν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασίδος Βουλευτὴς ἤθελε συστήσει αὐτὴν σήμερον τόσον θερμῶς, συνέπεσε νὰ μὴ ἔχω μετ’ ἐμοῦ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, δι’ ὧν ἁπτῶς καὶ ἀκαταμαχήτως ἤθελον ἀποδείξει τὴν ὀλεθρίαν αὐτῆς πολιτείαν. Ἐπιφυλάσσομαι ὅμως νὰ λάβω τὸν λόγον ἐν ἑτέρᾳ συνεδριάσει, καθ’ ἣν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολλὰς ὥρας, καθόσον εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ πολιτείαν τῆς Τραπέζης ταύτης.
§93Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ ὅτι δὲν προσεβλήθη ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ. Οὐχ ἧττον ὅμως νομίζω, ὅτι εἶναι καθῆκόν μου νὰ εἴπω τινὰ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν λεπτομερειῶν κυρίως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, προσπαθῶν νὰ ἦμαι βραχύτατος, διότι ὁμολογουμένως ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τόσον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον καὶ εἰς τοὺς Βουλευτὰς Θεσσαλίας, παρέσχε σοβαρὰς δυσκολίας, ὄχι μόνον διότι ἐπρόκειτο περὶ σπουδαίου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος διέθεσεν ἤδη ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, ὄχι μόνον ἕνεκα τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ σπουδαίου τούτου ποσοῦ, ἀλλ’ ἰδίως ἕνεκα τοῦ ἀγνώστου τῶν ζημιῶν, αἵτινες κατατρύχουσι σήμερον τὴν Θεσσαλίαν. Τοῦτο προέρχεται ἰδίως διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς ἐπικοινωνίαν σήμερον μετὰ τοῦ τόπου ἐκείνου, ἕνεκα τῆς κατοχῆς αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς ἐπακριβῶς καὶ ἀσφαλῶς τὰς ζημίας. Ἐσκέφθημεν ἐπὶ μακρόν, Κύριοι, καὶ συνελάβομεν ἐν τῷ μεταξὺ τὸ ὄνειρον, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο χρησιμοποιηθῇ εἰς ἵδρυσιν μιᾶς μεγάλης Γεωργικῆς Τραπέζης, ἥτις νὰ προβλέψῃ διὰ τὰς νῦν καὶ τὰς μελλούσας ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας. Ἐνομίσαμεν ὅτι, ὅπως ἄλλοτε ἐν Ἰταλίᾳ ἐκ δυστυχήματός τινος συνεστήθη τὸ Ταμιευτήριον τοῦ Μιλάνου, τὸ ὁποῖον κατόπιν ηὔξησε τὰς ἐργασίας του καὶ ἀποτελεῖ σήμερον μίαν τῶν μεγαλειτέρων Τραπεζῶν τῆς Ἰταλίας, ἐνομίσαμεν, λέγω, ὅτι κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦτο ἠδυνάμεθα, ἀφοῦ ἐδόθη εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὑπὸ τοῦ Κράτους τὸ ποσὸν αὐτό, νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν πίστωσιν ταύτην πρὸς ἵδρυσιν καθαρᾶς Γεωργικῆς Τραπέζης. Δυστυχῶς ὅμως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἐλαμβάνομεν ἐκ Θεσσαλίας περὶ τῆς κρατούσης ἐκεῖ ἀθλιότητος, ἐπίσης διάφοροι Τραπεζικοὶ συνδυασμοὶ καὶ ὑπολογισμοί, κατὰ τῶν ὁποίων προσεκόψαμεν, ὅλα ταῦτα συνετέλεσαν, ὥστε τὸ ὄνειρόν μας τοῦτο νὰ φυλλοῤῥοήσῃ. Καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ συνίδωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἡ ἰδέα μας ἐκείνη ἦτο, διὰ σήμερον τοὐλάχιστον, οὐτοπία. Εἴχομεν σκεφθῆ δηλαδὴ, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ παραχωρούμενον ὑπὸ τοῦ Κράτους, διπλασιαζόμενον τοὐλάχιστον ὑπὸ ἑτέρου ποσοῦ, καταβαλλομένου ὑφ’ ἑνὸς πιστωτικοῦ καταστήματος, διατεθῇ εἰς δάνεια μακροπρόθεσμα διὰ τὰς γεωργικὰς κυρίως ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια δὲν τρέχουσιν ἐπὶ ὀλισθηροῦ ἐδάφους, τὸ ἔδαφος δὲ τῆς Θεσσαλίας εἶναι σήμερον λίαν ὀλισθηρόν. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ εὐπόρων, ἀξιοπίστων δηλαδὴ, καὶ ἀπόρων, καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοὺς εὐπόρους, εἰς οὓς μόνον ἐμπιστεύεται τὸ ἰδιωτικὸν χρῆμα, ἀλλὰ πρόκειται σήμερον νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀρωγὴν κυρίως τῶν ἀπόρων, ἐκείνων δηλαδὴ, οἱ ὁποῖοι, ἀπολέσαντες τὸ πᾶν, δὲν ἔχουσιν ἢ μόνον τὴν δύναμιν τῶν χειρῶν των, ἵνα δι’ αὐτῶν ἐργαζόμενοι ἐξέλθωσι τῆς σημερινῆς ἀθλιότητος καὶ δυνηθῶσι ν’ ἀποδώσωσι βαθμηδὸν τὰ δανεισθησόμενα ποσά. Ἡ ἐλπὶς ὅμως τοῦ κέρδους, ἢ μᾶλλον τῆς ἀποδόσεως, εἶναι λίαν ἀβεβαία, καὶ τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια ἐκώφευσαν· ἡμεῖς δὲ, οὐδεμίαν εὑρόντες ὑποστήριξιν εἰς τὴν ἰδέαν μας ταύτην ὑπὸ τῶν ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, ἐτράπημεν ἄλλην ὁδὸν, ἐκ διαμέτρου μάλιστα ἀντίθετον, εἰς τὴν διάθεσιν δηλ. τῆς πιστώσεως διὰ καθαρῶν δωρεῶν εἰς τοὺς ἐκ τοῦ πολέμου παθόντας ἀπόρους Θεσσαλούς. Ἀλλ’ ἀμέσως κατείδομεν πάλιν, ὅτι δὲν θὰ ἐφθάνομεν εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα. Ὄχι μόνον ἀδικήματα πλεῖστα θὰ συνέβαινον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀλλὰ καὶ θὰ διετίθεντο χρήματα εἰς ἐκείνους ἴσως μᾶλλον, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ τὰ ἐχρησιμοποίουν εἰς παραγωγικὰς ἐργασίας. Ἐφοβούμεθα δὲ, ὅτι, μὲ τὴν ἐπικρατοῦσαν σήμερον κακοδαιμονίαν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐὰν δὲν ἐτίθετο φραγμός τις εἰς τὴν διάθεσιν τῆς πιστώσεως ταύτης, ὁλόκληρον τὸ ποσὸν ἤθελε χαθῆ, ὡς σταγὼν ὕδατος ἐν τῷ ὠκεανῷ τῆς Θεσσαλικῆς συμφορᾶς. Καὶ ἐβαδίσαμεν τότε τὴν μέσην ὁδὸν, ὅπως δηλ. τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 8,000,000 ἢ 10,000,000 χορηγηθῇ διὰ πιστώσεων εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ πολέμου Θεσσαλοὺς, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐπαναλάβωσι τὸν ἐργατικόν των βίον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἤμεθά τινες τῆς ἰδέας, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο διατεθῇ μόνον ὑπὲρ τῶν γεωργικῶν τάξεων, διότι μόνον ἐκ τῶν γεωργικῶν τάξεων ἔχομεν καὶ τὰς μεγαλειτέρας πιθανότητας ἀπολήψεως, ἑπομένως τὸ ὄνειρόν μας, τὸ ὁποῖον ἐφυλλοῤῥόησε πρὸς στιγμὴν, ἦτο δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ἀκέραιον καὶ ἀσφαλῶς ἀργότερον, ὅταν τὰ ποσὰ ταῦτα ἀνελαμβάνοντο παρὰ τῶν γεωργῶν. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη διαίρεσις θὰ ἦτο ἀδύνατος· ἔπρεπε τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ διὰ νέου ποσοῦ ἀρωγὸς εἰς τοὺς λοιποὺς ἀστικοὺς πληθυσμοὺς, οἵτινες εἶχον ἐπίσης ἀνάγκην στέγης, ἐργαλείων, βιβλίων οἱ ἐπιστήμονες, καὶ ἄλλων ὁμοίως μέσων πρὸς ἐξακολούθησιν τοῦ βίου των. Καὶ ὅταν ἐβεβαιώθημεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ περιωρίζετο μόνον εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ ἠδυνάτει νὰ δώσῃ, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, περιπλέον τι, δικαιολογουμένη ἄλλως τε καὶ ἐκ τῆς γενικῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὑπεχωρήσαμεν ἅπαντες εἰς τὴν ἰδέαν, ὅπως μὴ γένηται διάκρισις μεταξὺ ἀστικοῦ καὶ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, μὴ γενομένης τοιαύτης διακρίσεως, εἶναι δυνατὸν, ἅμα τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος οὗτος, ἡ Κυβέρνησις νὰ παύσῃ παρέχουσα τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα εἰς 90,000 καὶ πλέον ἀπόρους Θεσσαλοὺς, τοὺς ὁποίους σήμερον διατρέφει. Ἐσπεύσαμεν, εἶναι ἀληθὲς, εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι τὸ θέμα ἀπῄτει σπουδήν. Δὲν ἀπῄτει ὅμως ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου σπουδὴν, διότι τοῦτο ἐμελετήθη ἐπαρκέστατα, ἀλλ’ ἡ διάθεσις κυρίως τῆς πιστώσεως ταύτης ὅσον τάχιον, ἅμα τῇ ἐκκενώσει τῆς Θεσσαλίας. Διότι ἔχομεν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πολλάκις, ἐν τῇ παραγωγῇ ἰδίως, μικρὰ ποσὰ, διατιθέμενα ἐγκαίρως, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλάξωσι τὸ Κράτος μεγίστων θυσιῶν, καὶ τὸν τόπον ἐν γένει ἐκ πολλῶν καταστροφῶν. Ἴσως καὶ κατὰ τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ συνεδριάζωμεν ἐνταῦθα, καὶ εὔχομαι νὰ τὴν ἔχωμεν, ἀλλὰ δὲν τολμῶμεν νὰ λάβωμεν τὴν εὐθύνην τοιαύτης γνώμης, σκεπτόμενοι συγχρόνως, ὅτι, ἐὰν ἀνεβάλλομεν τὴν ψήφισιν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς θὰ ἦτο βεβαίως, ὅπως πορισθῶμεν διδόμενα μᾶλλον ὡρισμένα περὶ τῶν ζημιῶν. Τοῦτο ὅμως ἤθελεν ἐπὶ πολὺ ἀναβάλει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ ὁποίου ἔδει τότε ν’ ἀναμείνωμεν ἀναντιῤῥήτως τὰς ἐργασίας ἐπιτροπῆς τινος, τὴν ὁποίαν θὰ ἐστέλλομεν ἐπιτοπίως, ἵνα μᾶς δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Καὶ ἡ μακρὰ αὕτη ἀναβολὴ, Κύριοι, θὰ ἦτο καταστρεπτικὴ καὶ διὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ διὰ τὸ Κράτος. Ἄλλως τε οὕτως ἐγένετο καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐπλανήθη, ὑποστηρίξας τὸ ἐναντίον. Καὶ ἐκεῖ ὑπεβλήθησαν δύο σχέδια νόμου, ἢ μᾶλλον ἓν σχέδιον νόμου περὶ περιθάλψεως, καὶ μία πρότασις νόμου περὶ ἀποζημιώσεως, ἐν ᾧ ὁ ἐχθρὸς εὑρίσκετο εἰσέτι ἐν Γαλλίᾳ. Ἤρξαντο μάλιστα ἐπὶ τοῦ πρώτου λειτουργοῦντα τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια, ὡς πρώτη ἐπιτροπὴ πρὸς προσδιορισμὸν τῶν περιθάλψεων, ἀλλὰ τὸ 1871, τὸν Σεμπτέμβριον νομίζω, κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων, καὶ ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ τῆς ἀποζημιώσεως συνεχωνεύθη τὸ περὶ περιθάλψεως, διατεθέντων ἀμέσως 100,000,000 φράγκων διὰ τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων, τὰ ὁποῖα μετὰ ταῦτα ἤθελον συνυπολογισθῆ εἰς τὰς ἀποζημιώσεις. Καὶ ταῦτα, ἐν ᾧ ὁ ἐχθρὸς κατεῖχε καὶ τότε τὴν Γαλλικὴν χώραν. Ἑπομένως οὐδεὶς λόγος συνηγόρει, ὅπως ἀναβάλωμεν τὰς παρακλήσεις μας καὶ τὰς παραστάσεις μας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν νῦν εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἐλλιπὲς ἴσως τὸ νομοσχέδιον, καὶ βεβαίως ὑπεθέσαμεν, Κύριοι, καὶ ἡμεῖς ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θὰ εἶχεν ἀτελείας. Αἱ ἀτέλειαι ὅμως αὗται δὲν προέρχονται ἐξ ἐλλείψεως ἀκριβοῦς ἴσως γνώσεως τῶν ζημιῶν, αἵτινες εἶναι πάντοτε μείζονες τῶν γνωστῶν ἢ ὑποτιθεμένων, ἀλλὰ προέρχονται ἐξ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τοῦ θέματος, ὅπερ εἶναι πολύπλοκον καὶ πολυσχιδές. Καὶ ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθημεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν μὴ χορήγησιν εἰς εἶδος, ὑπὲρ ἧς ἐκηρύχθη ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, τῆς περιθάλψεως διὰ τοὺς παθόντας, διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἀδύνατον. Τὸ Κράτος θὰ ἦτο τότε ὑποχρεωμένον νὰ μετασχηματισθῇ εἰς ἓν ἀπέραντον ἐμπορικὸν κατάστημα, ἀνάλογον περίπου πρὸς ἓν ἀπειρομέγεθες Παρισινὸν Louvre ἢ Bon-Marchè, περιέχον τὰ πάντα, ἀπὸ τοῦ βιβλίου δηλαδὴ τοῦ ἐπιστήμονος μέχρι τῶν ἐργαλείων τοῦ τέκτονος, καὶ τῶν ζώων καὶ τοῦ ἀρότρου τοῦ γεωργοῦ. Διὰ τοῦτο ἀπεῤῥίψαμεν κατ’ ἀρχὴν ὅλοι ὁμοφώνως τὴν εἰς εἶδος διανομὴν, καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, καὶ ἕνεκα τῶν ἀναβολῶν καὶ τῶν καταχρήσεων, ἃς τὸ μέτρον τοῦτο ἤθελε συνεπάγει. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἀναλύων τὸ νομοσχέδιον, κατεφέρθη ἰδίως κατὰ τοῦ δημάρχου, τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου, τῆς πρώτης δηλαδὴ ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ καταλόγου τῶν πιστούχων. Βεβαίως, ὅταν ἀντιτάσσωνται οἱ πολῖται οὗτοι εἰς τὸ ὅλον ποσὸν τῶν δέκα ἑκατομμυρίων, ἐπισκιάζονται, χάνοντες ἴσως καὶ μέρος τῆς ὑποστάσεώς των. Ἄν ὅμως λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἕκαστος δήμαρχος, ἱερεὺς καὶ εἰρηνοδίκης θὰ διανείμουν 10 ἕως 15 χιλιάδας δραχμὰς, ἀναλόγως τῆς περιφερείας των, τότε νομίζομεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ εὕρωμεν ἐν τοῖς μικροῖς χωρίοις τῆς Θεσσαλίας πρόσωπα ἔχοντα βαρυτέραν ὑπόστασιν τοῦ δημάρχου, τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου. Ἄν ἠθέλομεν νὰ διανείμωμεν τὰ ποσὰ ταῦτα διὰ δύο ἢ τριῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες νὰ περιήρχοντο πρὸς τοῦτο ὅλην τὴν Θεσσαλίαν, τότε οὐδέποτε θὰ ἐτελειώναμεν, ἴσως δὲ θὰ ἐπήρχετο καὶ δεύτερος ἀτυχὴς πόλεμος, καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται θὰ ἐξηκολούθουν εἰσέτι ἡσύχως τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως τῶν δεομένων περιθάλψεως Θεσσαλῶν. Ὅσον ἀφορᾷ νῦν τὴν προτίμησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν διανομὴν τῆς πιστώσεως ταύτης, ὁμολογῶ, ὅτι ὁμοφώνως οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ τὴν ἐδώκαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὄχι ὅμως διότι μνησικακοῦμεν κατὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι μετὰ τῆς ῥηθείσης Τραπέζης καὶ τοσοῦτος χρόνος καὶ ἐπωφελὴς δρᾶσις αὐτῆς καὶ ἡ κοινὴ δυστυχία μᾶς συνέδεσαν ἀῤῥήκτως. Διὰ τοῦτο μάλιστα ἡ πρώτη θύρα, τὴν ὁποίαν ἐκρούσαμεν, ἦτο ἡ τῆς Θεσσαλικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἡ διάθεσις τῆς πιστώσεως ταύτης δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ παρ’ αὐτῆς ὡς αὐτοτελές τι, προταθεῖσα μόνον ὡς τμῆμα ἑνὸς ὅλου συστήματος ἀποζημιώσεως καὶ ὑποστηρίξεως, τὸ ὁποῖον ἡ Θεσσαλικὴ Τράπεζα προέτεινε διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς φυσικῶς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διαπραγματεύσεων τούτων, καὶ ἐσπεύσαμεν—δὲν ἐγνωρίζομεν ἄλλως τε τότε πόσας ἡμέρας θὰ διήρκουν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς—ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως παρέσχεν ἀμέσως τὴν ὑποστήριξίν της, ἄνευ οὐδεμιᾶς σχεδὸν ὠφελείας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχουν ἐν Θεσσαλίᾳ παράπονα κατὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας· ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι αἱ αἰτιάσεις αὗται εἶναι τὰ συνήθη παράπονα τῶν ὀφειλετῶν κατὰ τῶν δανειστῶν, ὅμοια τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι πανταχοῦ, ὅπως καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Οἱ λόγοι λοιπόν, οἵτινες μᾶς παρεκίνησαν ν’ ἀποταθῶμεν ἰδίως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν ἦσαν κυρίως τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον προσδοκῶμεν ἐκ τῆς καταλλήλου διαθέσεως τῆς ἐν λόγῳ πιστώσεως, δὲν ἦσαν μόνον αἱ ἐκ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Θεσσαλίᾳ μέλλουσαι ὠφέλειαι, ἀλλὰ κυρίως ἡ σταθερὰ ἐλπίς, ὅτι ἐκ τοῦ ἀναπτυχθησομένου συναγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν δύο Τραπεζῶν καὶ τῆς ἐπελευσομένης συγκρούσεως, οὕτως εἰπεῖν, τῶν δύο τούτων πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, θέλει ἐξέλθει ἀσφαλῶς ὁ εὐεργετικὸς σπινθὴρ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν ἀνεμείναμεν ἐν Θεσσαλίᾳ μάτην ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ὁμαλῶν περιστάσεων, καὶ τὴν ὁποίαν ἐλπίζομεν ν’ ἀπολαύσωμεν διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ τούτου καὶ τῶν κεφαλαίων πρὸ πάντων, τῶν ἀπαρτισθησομένων ἐκ τῆς ἀπολήψεως τῆς πιστώσεως ταύτης ἀπὸ τῶν Θεσσαλῶν, εἰς τοὺς ὁποίους θέλουσι δανεισθῆ τὰ 8 ἢ 10 ταῦτα ἑκατομμύρια, πρὸς προσωρινὴν περίθαλψιν, συντήρησιν καὶ ἐξακολούθησιν τῶν διαταραχθεισῶν ἐργασιῶν αὐτῶν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 129).
§95Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καθὼς ἀπέδειξεν ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸ μικροῦ. Πρόκειται, ὀκτὼ ὅλα ἢ δέκα ἑκατομμύρια, ὄχι νὰ δανεισθῶσιν, ὥς τινες νομίζουσιν, ἀλλὰ καθαυτὸ νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὴν θάλασσαν! Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἔχετε ἀντίῤῥησιν, ἀφοῦ κάματον ἔφερεν ἡ συζήτησις καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω, δὲν εἶμαι ὅμως—πυρέσσων δυστυχῶς—εἰς θέσιν νὰ πράξω τοῦτο ἀπόψε, δὲν θὰ ἔχετε, λέγω, ἀντίῤῥησιν, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον. Εἶναι πολὺ ἀναγκαία ἡ τοιαύτη ἀναβολὴ, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελεῖ τῇ ὥρᾳ ταύτῃ ἡ Βουλὴ, κεκμηκυῖα...
§96Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄλλοτε ἐκαθήμεθα ἐδῶ, συζητοῦντες μέχρι τῆς τρίτης ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ μᾶς ἔλεγον: «ὅποιος θέλει ἂς καθήσῃ, καὶ ὅποιος θέλει ἂς φύγῃ!»
§97Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἄλλως τε παρατηρήσητε, Κύριοι, καὶ τὴν ὄψιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἄλλως κατὰ τὰ ⅔ κενή...
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πάντοτε συμβαίνει αὐτό.
§99Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. δὲν πιστεύω νὰ εὕρητε τὴν παράκλησίν μου ἀδικαιολόγητον, νὰ ἀναβάλωμεν δηλαδὴ δι’ αὔριον· διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου, καὶ δὲν εἶναι καὶ πρέπον, τριάκοντα μόνον Βουλευταὶ, ὅσοι εἴμεθα τώρα παρόντες, ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς τύχης 10 ἑκατομμυρίων, καὶ διότι ἐπὶ τέλους δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου τοσοῦτον κατεπείγοντος, ὥστε ἡ ἐπὶ 24 ὥρας ἀναβολὴ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ φέρῃ ζημίαν, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ μετὰ μῆνας ἀπὸ τῆς ψηφίσεώς του.
§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς προέβαλεν ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ὁμιλίας του.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ἐνόησα καὶ ἐγώ... Ν’ ἀναγνωσθῇ ἀμέσως ὁ κατάλογος.
§103ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐδήλωσεν ἄλλως τε, ὅτι εἶναι καὶ ἀδιάθετος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ.