1898.03.11
2,938 rows · 23,326 words · 244 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
τῆς 11 Μαρτίου 1898.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ προστεθὲν 4ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἀπὸ Κούρταγα εἰς Διαβολίτσι τμήματος τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν» ἔχει ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῖς ἀναγνωσθεῖσιν ὡς προετάθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἡ γνώμη ἦτο, ὅτι ἡ ἔγκρισις πρέπει νὰ δοθῇ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος.
§3ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§4Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τοῦτο νὰ προστεθῇ εἰς τὰ σημερινὰ πρακτικά· διότι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἄρθρον.
§5ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς σήμερον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει προστεθῆ ἡ δήλωσις. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις;
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 603,323 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Ὡσαύτως ὑποβάλλει δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. Ἐπίσης δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Τό τε νομοσχέδιον καὶ αἱ δηλώσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 119–121). Οἱ Βουλευταὶ τῶν ναυτικῶν νήσων ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ κανονισμοῦ τῶν ναυτικῶν χορηγημάτων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 122). Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Κορίνθου διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ, ὅπως ἀνακληθῇ ἡ μετάθεσις τοῦ αὐτόθι εἰρηνοδίκου. Ὁ δήμαρχος Πλαταμώδους παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ νόμον περὶ παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος. Ὁ λαὸς τῆς Μεσσήνης, συνελθὼν ἐν συλλαλητηρίῳ, παρακαλεῖ νὰ παραταθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος. Ὁ κατὰ τὴν μάχην τῆς Δερβὲν Φούρκας πληγωθεὶς στρατιώτης Δημήτριος Δάλλας δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ μηνιαῖον βοήθημα. Κατήρτισα ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐκ Θεσσαλίας μεταφορᾶς ἐμπορευμάτων καὶ τῶν ἐν ταύτῃ εὑρισκομένων εἰδῶν τῶν μονοπωλίων» ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων βουλευτῶν: Σπυρίδωνος Δειμέζη, Ἀναργ. Σιμοπούλου, Ν. Βαλσαμάκη, Ἀθ. Εὐταξία, Δ. Καΐρη, Κ. Παπαμιχαλοπούλου, Ἀθ. Μουτσοπούλου καὶ Π. Ταταράκη.
§9ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν ἐπηρώτησε χθὲς περί τινος ὑπηκόου Ἕλληνος, Βελτάκη ὀνόματι, κρατουμένου ἐν ταῖς φυλακαῖς Μερσίνης, καὶ ἠρώτησε, τίνας ἐνεργείας κατέβαλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα καταθέτω, φαίνεται ὅτι ἐζητήθη ἡ ἀπελευθέρωσις τοῦ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐγγράφου της ἀπὸ 25 Νοεμβρίου πρὸς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἔκτακτον ἀποστολήν· κατόπιν δ’ ἐστάλη ἔγγραφον ἀπὸ 8 Φεβρουαρίου πρὸς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἤδη δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω, ὅτι, καθ’ ἃ τηλεγραφεῖ ὁ ἡμέτερος ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Τουρκίας τῷ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἐδόθησαν ὡρισμέναι διαταγαί, ὅπως ἀπολυθῶσι πάντες οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς διὰ πράξεις συνδεομένας πρὸς τὰ τοῦ πολέμου κρατούμενοι Ἕλληνες ὑπήκοοι.
§10Κ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν γενομένην παρὰ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, καταθέτω τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ἐν πρώτοις, ὅτι ὑπὸ κατηγορίαν διατελοῦσιν οἱ πλοίαρχοι Δημήτριος Κριεζῆς καὶ Κωνσταντῖνος Σαχτούρης, ὑπὸ διοικητικὸν ἔλεγχον ὁ πλωτάρχης Τομπάζης, ὁ ὑποπλοίαρχος Π. Ζῶτος, ὁ ὑποπλοίαρχος Σωτηριάδης καὶ ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Ἀνδρεάδης. Τὰ πλοῖα ἐτέθησαν εἰς ἐφεδρείαν ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, καὶ διότι μετὰ τὰς ἐχθροπραξίας τὰ πλεῖστα αὐτῶν ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπισκευῆς, καὶ μάλιστα τὰ θωρηκτά, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἄνευ ἐλαφροῦ ὁπλισμοῦ, καὶ ἤδη γίνεται ἡ προπαρασκευαστικὴ ἐργασία πρὸς τοποθέτησιν τούτου. Ἡ ἐπισκευὴ θέλει ἀποπερατωθῇ εἰς τὰς ἀρχὰς Ἰουλίου· ὥστε καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα θέλουσι διατελεῖ ἐν ἐφεδρείᾳ, ἐκτὸς ἐὰν ἔκτακτοι περιστάσεις προκαλέσωσι τὴν μετάστασιν αὐτῶν εἰς ἐνέργειαν. Ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν δὲ τῶν ἀξιωματικῶν, παρατηρῶ ὅτι πάντες, καὶ τῶν δύο καταστάσεων, εἰσὶν εἰς πλήρη ἐνέργειαν, διότι ὡς ἐκ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν τορπιλλοβολικῶν εὑρέθησαν τὰ στελέχη ἠραιωμένα.
§11Π. ΡΑΖΕΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν ἅμα ὡς λάβω γνῶσιν αὐτῶν καὶ μελετήσω τὰ ἔγγραφα.
§12Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὁ Ἀριστείδης Ράπτης ἐμίσθωσε τὸν ἐλαιῶνα τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ ἐπὶ πενταετίαν καὶ ἀντὶ ἐνιαυσίου μισθώματος 11 χιλιάδων δραχμῶν. Οὗτος προκατέβαλε τὸ πρῶτον μίσθωμα, ἀλλ’ ἤδη ἀδυνατεῖ νὰ καταβάλῃ τὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους, διότι ἕνεκα θεομηνίας κατεστράφη ἐντελῶς ὁ ἐλαιόκαρπος καὶ χίλια ἐλαιόδενδρα. Τοῦτο δὲ βεβαιοῦται καὶ ὑπὸ τοῦ δημάρχου, ἀστυνόμου καὶ εἰρηνοδίκου Διστομίων καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς, οἵτινες ἀνέφεραν περὶ τούτου ἁρμοδίως πρός τε τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πρὸς τὴν Νομαρχίαν· ἀλλὰ τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον ἤδη ἐπιμένει νὰ πληρώσῃ ὁ ἐνοικιαστὴς τὸ μίσθωμα, καὶ ἀπειλεῖ νὰ κηρύξῃ αὐτὸν ἔκπτωτον, ἐνῷ διὰ τὸ μίσθωμα ἔχει ὑποθήκην ἐπὶ περιουσίας ἀξίας πλέον τῶν 30 χιλιάδων δραχμῶν. Κατ’ ἀκολουθίαν ὁ ἀτυχὴς μισθωτὴς κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ, χωρὶς νὰ ὠφεληθῇ ἡ Μονή· διότι, ἐὰν ὁ μισθωτὴς κηρυχθῇ ἔκπτωτος, ἡ Μονὴ δὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ τίποτε, ἐνῷ ἐὰν μείνῃ εἰς τὴν ἐπικαρπίαν καὶ διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, θὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ καθυστερούμενον μίσθωμα καὶ τὰς λοιπὰς ὑποχρεώσεις του. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, οὗ ἅπασα ἡ περιουσία εἶναι βεβαρημένη, καὶ ἀδυνατεῖ νὰ ἀπαλλοτριώσῃ αὐτὴν καὶ διὰ τῆς ἀξίας αὐτῆς ἐξοφλήσῃ τὸ πρὸς τὴν Μονὴν χρέος του. Θὰ παρακαλέσω προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰν τοῦ μόνου ἐπιζῶντος ἀνδρὸς ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, τοῦ Ἀποστόλου Μαυρογιάννη, καὶ προβιβάσῃ αὐτόν, δίδων οὕτω μικρὰν ἱκανοποίησιν εἰς ἓν τῶν τελευταίων λειψάνων τοῦ ἀγῶνος, οὗ ἡ ζωὴ δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πλέον τῶν δύο ἐτῶν. Ἄλλως ἡ ἱκανοποίησις αὕτη θὰ συντελέσῃ καὶ πρὸς παραμυθίαν τῆς πολυμελοῦς οἰκογενείας τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀγωνιστοῦ, ἥτις διὰ τῆς μισθοδοσίας αὐτοῦ συντηρεῖται.
§13ΣΠ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Κατ’ αὐτὰς ἐδημοσιεύθησαν προβιβασμοὶ τῶν μαθητευομένων ἐργοδηγῶν, εἰς τοὺς ὁποίους μετ’ ἀπορίας εἶδον, ὅτι δὲν ἀναφέρεται καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Εὐαγγέλου Μπασιᾶ, ὅστις εἶναι ὁ ἀρχαιότερος καὶ διεκρίθη διὰ τὸν ζῆλόν του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις διακρίνεται διὰ τὸ φιλοδίκαιόν του, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ παράπονόν μου τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι πραγματικόν, καὶ διορθώσῃ τὴν παράλειψιν, τὴν ὁποίαν τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἔκαμε. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ὅλων τῶν ἐργοδηγῶν, διότι ἡ θέσις αὐτῶν εἶναι στάσιμος, ἄνευ προαγωγῆς. Οἱ μαθητευόμενοι ἐργοδηγοὶ εἶναι νέοι, οἱ ὁποῖοι μόλις ἀπολαμβάνουν 90 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐνῷ ἀναπληροῦσι τοὺς μηχανικούς, συντάσσουσι τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν τῶν μηχανικῶν, καὶ ἐν τούτοις εἶναι καταδικασμένοι εἰς στασιμότητα! Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν αἴτησιν ταύτην.
§14Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὸ παράπονον τὸ πρῶτον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, δὲν γνωρίζω ἂν ὁ ἐργοδηγός, περὶ οὗ ὡμίλησεν, ἦναι μεταξὺ τῶν προβιβασθέντων. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων, τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων συνέρχεται ἅπαξ τοῦ ἔτους ἐν ἀρχῇ, καὶ συντάσσει πίνακα τῶν προβιβασθησομένων, ὃν ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπόχρεως ν’ ἀκολουθήσῃ κατὰ γράμμα. Ἐὰν δὲ ὁ περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἦτο εἰς τὸν πίνακα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραλειφθῇ. Οὐχ ἧττον θέλω ἐξετάσει. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν μαθητευομένων ἐργοδηγῶν, τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀναγκαῖον, διότι ὑπάρχει μέγας ἀριθμὸς τοιούτων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ὡς καὶ οἱ λοιποί, καὶ λαμβάνουσι γλίσχρον μισθόν. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νομοθέτημα νέον, περὶ οὗ θέλω σκεφθῆ.
§15Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ συμπολίτου μου, ἀλλὰ πατριώτου ἐπιτελέσαντος ἀκριβῶς τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει ἀπολέσαντος τὴν δεξιάν. Τοῦτο ἀναγκάζει με ν’ ἀπευθύνω θερμὴν σύστασιν πρός τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Ὁ νέος αὐτὸς, Δημ. Δάλλας καλούμενος καὶ ἐκ Λαρίσης ὁρμώμενος, εἶχεν ἀδελφὸν στρατιώτην, ὅστις τὸ 1886 ἐφονεύθη, καὶ μετὰ τὸν θάνατον ἐκείνου παρέμεινεν οὗτος προστάτης μητρὸς χήρας. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστράτευσιν προσῆλθεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν τοῦ Δομοκοῦ ὑποχώρησιν ἀπώλεσε τὴν δεξιάν. Ὁ νόμος ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸν τὴν νόμιμον μὲν, ἀλλὰ λίαν ἀνεπαρκῆ σύνταξιν, ἥτις εἶναι 17 δραχμαὶ τὸν μῆνα. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ὅταν φαινώμεθα ἐλευθέριοι εἰς παροχὰς, ἔχομεν καθῆκον νὰ μεριμνῶμεν ἰδιαιτέρως περὶ τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν ἐν τῷ πολέμῳ τὰς δυνάμεις ἐκείνας, ἤτοι τὰ ὄργανα, δι’ ὧν ἠδύναντο νὰ προσπορισθῶσι τὸν ἄρτον των. Ἐντεῦθεν λαμβάνων ἀφορμὴν, ποιοῦμαι ἰδιαιτέραν μνείαν οὐ μόνον ὑπὲρ τῶν πληγωθέντων, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν τε ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν, περὶ συντηρήσεως τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, ἐὰν θέλωμεν οἱ προστάται αὐτῶν νὰ ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντά των πρὸς τὴν Πατρίδα, καὶ νὰ παραδειγματίζωσι καὶ τοὺς ἄλλους Διότι πῶς δύναται νὰ ζήσῃ ἡ χήρα λοχαγοῦ μὲ σύνταξιν 50 ἢ 60 δραχμῶν; Διὰ τὴν ἐν πολέμῳ κατάστασιν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἑτέρα κλίμαξ συντάξεως. Τὰ τέκνα τῶν στρατιωτικῶν ἀπεκλείσθησαν τοῦ εὐεργετήματος τῶν κληροδοτημάτων, δι’ ὧν ἄλλοτε ἐξεπαιδεύοντο τὰ τέκνα τῶν ἀγωνιστῶν· ὁ ἱερὸς σκοπός, δι’ ὃν τὰ κληροδοτήματα κατέλιπον εὐγενεῖς ψυχαὶ, ἀποβλέπουσαι πρὸς τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος, σήμερον δὲν ἐκτελεῖται. Ἐκλείσθη ἐπίσης ἡ ἐκπαίδευσις αὐτῶν καὶ εἰς τὸ στρατιωτικὸν Σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων, ὅπου τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις σήμερον ἔχει καὶ ὁ πλούσιος καὶ ὁ πένης. Ὁ ἀείμνηστος Καποδίστριας ἐμερίμνησε περὶ τῶν τέκνων τῶν ἀγωνιστῶν, πολλὰ τῶν ὁποίων σήμερον κατέχουσιν ἐπίζηλον θέσιν, καὶ ἡμεῖς λησμονοῦμεν τὸ στοιχειωδέστερον καθῆκον! Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τὰ τέκνα τῶν πεσόντων ἐν τῷ πολέμῳ ἀξιωματικῶν ἐκπαιδεύωνται εἰς τὸ στρατιωτικὸν σχολεῖον εἰς βάρος τῶν ἄλλων ἐν τῷ σχολείῳ ἐπὶ πληρωμῇ ἐκπαιδευομένων. Περὶ τούτου εἶχον ὑποβάλει καὶ νομοσχέδιον κατὰ τὸ 1890, τὸ ὁποῖον ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω ἐκ νέου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν πληγωθέντα στρατιώτην Δημ. Δάλλαν, ὅστις ἀπολέσας τὴν χεῖρά του κατέστη ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν.
§16Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συμπαθὴς ὑποδοχὴ, τῆς ὁποίας ἔτυχον οἱ λόγοι ὑμῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν ἀνηγγείλατε τὸν θάνατον τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος, μὲ ἐνεθάῤῥυνεν, ὅπως φέρω ἄλλην πρότασιν, ἣν θεωρῶ ἀνταξίαν τῶν εὐγενῶν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ αὕτη εἰς πᾶσαν περίστασιν ἐξεδήλωσε, καὶ πιστεύω ὅτι δὲν θέλει παύσει ἐκδηλοῦσα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ὡς γνωστὸν, ὁ Τιμολέων Φιλήμων ἀπέθανε, καταλιπὼν δύο ἀδελφάς, ὀρφανὰς πατρὸς καὶ μητρὸς, ὧν ἡ μία χήρα, ἡ ἑτέρα δὲ ἄγαμος, οὐδεμίαν δὲ κατέλιπε περιουσίαν. Τὰς ὀρφανὰς αὐτὰς οἱ νόμοι δὲν βοηθοῦν, ὅπως λάβωσι παρὰ τοῦ Κράτους τὴν ἐπαρκῆ βοήθειαν, τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἀνάγκην πρὸς συντήρησίν των. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ τίτλοι, τοὺς ὁποίους κατέλιπεν ὁ Τιμολέων Φιλήμων, τίτλοι μακροῦ δημοσιογραφικοῦ καὶ βουλευτικοῦ ἐντίμου βίου, καὶ οἱ δεσμοὶ, δι’ ὧν συνεδέθη μετὰ τῆς Βουλῆς, θέλουσι πείσει αὐτὴν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν, ἣν φέρω, περὶ ψηφίσεως συντάξεως. Ὁ Τιμολέων Φιλήμων ὑπῆρξε Βουλευτὴς, ὑπῆρξεν ἔφορος, ἀλλὰ κυρίως ἱδρυτὴς τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, διέπρεψε δὲ αὐτὸς μόνος πρὸς πλουτισμὸν αὐτῆς ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ὅσα ἄλλοι, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐργαζόμενοι, βεβαίως δὲν θὰ κατώρθουν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ἐπεθύμουν, ἡ Βουλὴ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὸν Τιμολέοντα Φιλήμονα ὡς δημοσιογράφον. Ὄχι τόσον διότι ὁ Τιμολέων Φιλήμων ἠσχολήθη περισσότερον παντὸς ἄλλου μεταξὺ τῶν συγχρόνων αὐτοῦ εἰς τὸ ἔργον τοῦ δημοσιογράφου, ἀλλὰ διότι οὐδεὶς θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι διετήρησε πάντοτε τὴν δημοσιογραφίαν εἰς τὸ ὕψος δημοσίας λειτουργίας, μετὰ φιλοπατρίας πάντοτε καὶ ἀξιοπρεπείας καὶ ἀφιλοκερδείας ἀσκήσας αὐτὴν καθ’ ὅλον αὐτοῦ τὸν βίον. Αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ δημοσιογράφου οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῶν θνησκόντων δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἦναι δημοσία ὑπηρεσία ἡ δημοσιογραφία, ὑπηρετεῖ ὅμως σπουδαίως τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, ἀπονέμουσα σύνταξιν, συμφέρει καὶ κατὰ τοῦτο νὰ δείξῃ, ὅτι κρίνει καὶ ἐκτιμᾷ ὡς ἀξίας δημοσίας ἀμοιβῆς τὰς ὑπηρεσίας πρὸς τὸν τόπον τοῦ δημοσιογράφου Τιμολέοντος Φιλήμονος. Τοῦτο συγχρόνως θέλει εἶσθαι διδακτικὸν μάθημα πρὸς τὴν δημοσιογραφίαν ἐκείνην, ἥτις δὲν ἀσκεῖται ἢ ὡς κοινὴ βιομηχανία μόνον. Πάντες οὗτοι οἱ λόγοι μὲ ἔπεισαν, ὅτι δὲν προσκρούω εἰς τὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς, παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ταχέως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀπονέμηται εἰς τὰς δύο ἀδελφὰς τοῦ μακαρίτου Τιμολέοντος Φιλήμονος προσωπικὴ σύνταξις, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀποδεχθῆ τὴν πρότασίν μου ταύτην.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§18Φ. ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου συναδέλφου, ὅστις ὑπέμνησεν εἴς τε τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὰς ὑπηρεσίας τοῦ πρὸ μικροῦ μεταστάντος Τιμολέοντος Φιλήμονος, δὲν βλέπω τί δύναμαι νὰ προσθέσω ἐγώ. Ἐν τούτοις καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ συστήσω καὶ ἐγὼ θερμῶς, ὅπως δοθῇ εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ σύνταξις ἢ βοήθημα, λόγῳ ἐνδείας καὶ τῶν πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσιῶν τοῦ τε πατρὸς καὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῆς.
§19Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ φέρω νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ χορηγῆται βοήθημα ἢ μᾶλλον αὔξησις τοῦ βοηθήματος, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν αἱ ὀρφαναὶ θυγατέρες τοῦ μακαρίτου Ἰωάννου Φιλήμονος,—διότι λαμβάνουν ἐλάχιστον βοήθημα ἐκ δραχμῶν 90. Τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίως μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ αὐξηθῇ.
§20Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ λησμονήσῃ μίαν πρότασιν, ἣν ἀπεδέχθη καὶ ἡ Βουλή, ὅπως εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ἀπονεμηθῇ ἀνάλογον βοήθημα, καθόσον ὅ,τι λαμβάνει εἶναι λίαν μικρόν.
§21ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ καταστήσω τὴν Βουλὴν ἐνήμερον τῶν διαπραττομένων ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἰδίως ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ, παρὰ τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων. Πολλάκις ἀπετάθην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἔκαμα τὰς δεούσας παραστάσεις, ἀλλ’ οὐδὲν δυστυχῶς μέχρι τοῦδε ἐγένετο. Ἀντὶ πάσης ἄλλης ἐκ μέρους ἐμοῦ ἐξιστορήσεως τῶν συμβαινόντων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον καὶ θὰ καταθέσω ἐνταῦθα (ἀναγινώσκει): «Σημείωμα περὶ τῶν συμβαινόντων ἐν τοῖς ἀνατολικοῖς δήμοις τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ». «Αʹ) Κατὰ τὰς ἀρχὰς Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους τουρκικὸς στρατός, εἰσορμήσας ἐν τῷ χωρίῳ Δρανίτσης τοῦ δήμου Ταμασίου, κατέστρεψε τὸ χωρίον τοῦτο, συνέλαβε δὲ καὶ τοὺς εὑρεθέντας τρεῖς Δρανιτσιώτας Κωνσταντῖνον Ἀντωνόπουλον, Δ. Λ. Λοΐζον καὶ Κουτσαγγέλην, καὶ μετέφεραν αὐτοὺς εἰς Δομοκὸν, καὶ ἐκεῖ, ἀφοῦ τοὺς ἐτιμώρησαν, τὴν μὲν νύκτα ἀφήνοντες αὐτοὺς ἐντὸς λίμνης ὕδατος, τὴν δὲ ἡμέραν δέροντες, ἀπέλυσαν μὲν τὸν τελευταῖον Κουτσαγγέλην, τοὺς δὲ δύο πρώτους μετέφεραν εἰς τὰς φυλακὰς Λαρίσης, ταλαιπωροῦντες αὐτοὺς καὶ βασανίζοντες’ εἶναι δὲ ἄγνωστος ἡ τύχη των. «Βʹ) Πασσᾶς Καρδίτσης κατὰ τὴν 16–17 παρελθόντος μηνὸς, προφασιζόμενος δῆθεν μικροκλοπὴν, ἀπέλυσεν ἴλην ἱππικοῦ μετὰ τριακοσίων πεζῶν, οὓς ἀπέστειλεν εἰς Παλλούριον δήμου Καλιφωνίου (Καρδίτσης), συνιστάμενον ἐξ ἑβδομήκοντα οἰκογενειῶν· ἔδεσαν ἄνδρας, ἔδειραν, αἱματοκύλισαν, καθεῖρξαν εἰς βουδρούμιον, συνήθροισαν γυναῖκας καὶ παρθένους, ἃς παρέδωκαν οἱ ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικοὶ Τοῦρκοι εἰς στρατιώτας καὶ ἑαυτοὺς πρὸς εὐωχίαν αὐτῶν καὶ ἀτίμωσιν ἐπὶ εἰκοσιτετράωρον· ἥρπασαν πᾶσαν κινητὴν περιουσίαν οἱ στρατιῶται Τοῦρκοι, καὶ ἀπῆλθον, φέροντες εἰς Καρδίτσαν· συναπήγαγον δὲ καὶ τοὺς προκρίτους Παλλουρίου Μάρκον Τσάκαν, Ἰωάννην Μπακάλην, Ἀντώνιον Κυρίτσην, Στέργιον Γιολδάσην, Κωνσταν. Παπᾶν, Δημ. Μπακάλην, Γ. Καλτσᾶν, Γ. Ζάκαν, Ἀπόστολον Κυρίτσην, Δημ. Κατούλην, Λεων. Παπᾶν, Ἀθανάσιον Ξανθούλην, οὗ καὶ ἔθραυσαν τὴν κεφαλὴν, ἐν ὅλῳ δώδεκα, δεδεμένους δ’ ἐπὶ ζώων καὶ ἐπ’ ὤμων φέροντας ἅπασαν κινητὴν περιουσίαν χωρίου. Μετὰ δὲ τὴν ἀναχώρησιν τούτων γυναικόπαιδα ἐτράπησαν ὄρη Ἀγράφων, ὀδυρόμενα. Τί γίνονται οἱ εἰς τὰς φυλακὰς κρατηθέντες, ὡς ἄνω εἴπομεν, Παλλουριῶται; «Γʹ) Ἀπὸ μηνὸς καὶ πλέον νύκτωρ ἐμπεσόντες δύο Γκέκηδες εἰς ἐνέδραν ἀγνώστων, ἐφονεύθησαν πλησίον χωρίων Φίλιας, Κουβανάδων, Ζαρχανάδων, δήμου Καλιφωνίου. Ἀρχαὶ Καρδίτσης, συλλαβοῦσαι οἰκοκυραίους τριῶν ἀνωτέρω χωρίων, εἴκοσι περίπου, ἔῤῥιψαν εἰς τὰς φυλακὰς Καρδίτσης. Πρώην Πασσᾶς ὑπεσχέθη ἀπελευθέρωσιν καὶ ἀπόλυσιν αὐτῶν, ἀμειβόμενος δι’ 100 λιρῶν, ἃς ἐκβιασθέντες ἐμέτρησαν αὐτῷ. Ἀλλ’ οὗτος μετετέθη, ἦλθε δ’ ἄλλος Πασσᾶς, ζητῶν ἄλλας 200 λίρας δι’ ἀπόλυσιν. Γκέκηδες ἀφ’ ἑτέρου, συσσωματούμενοι, βιαίως ζητοῦσι παρ’ ἀνωτέρω χωρίων ἀποζημίωσιν φονευθέντων, εἰς δὲ χωρίον Λουτροῦ ζητοῦσι δύο χιλιάδας δραχμάς. «Δʹ) Κατὰ τὴν 24 ἢ 25 Φεβρουαρίου ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Σμοκόβου τοῦ δήμου Μενελαΐδος Ἀχιλλεὺς Ξανθούλης εὑρέθη ἐσφαγμένος εἴς τι ῥεῦμα, παραπλεύρως τοῦ χωρίου Τζαμασίου, ὅπου, φαίνεται, Γκέκηδες τὸν ἐφόνευσαν, καθότι τὸ Τζαμάσιον ἀπέχει δύο ὥρας καὶ ἡμίσειαν τοῦ χωρίου Σμοκόβου. «Εʹ) Οἱ Τοῦρκοι, καὶ πρὸ πάντων ἄτακτοι Γκέκηδες καὶ Ἀλβανοὶ, ἐξηγριώθησαν καὶ πρὸ τοῖς ἄλλοις πρὸ πολλῶν ἡμερῶν τριάκοντα ἕως τριάκοντα πέντε κατοίκους Ἀσλαναρίου τοῦ δήμου Ταμασίου, μεταβάντας εἰς Καρδίτσαν διὰ νὰ λάβωσιν ἄλευρα ἐκ τῆς ἐκεῖ ἀποθήκης, τοὺς συνέλαβον εἰς ἓν χάνιον, τοὺς ἐφυλάκισαν, καὶ μόλις κατώρθωσεν ὁ κ. Στελούδης, ὁ ἀποθηκάριος Καρδίτσης, νὰ τοὺς ἀπελευθερώσῃ. «ΣΤʹ) Ὡς δὲ τηλεγραφικῶς χθὲς μανθάνομεν, Τοῦρκοι Γκέκηδες, εἰσελθόντες νύκτωρ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ δημάρχου Σοφάδων Θεοδώρου Ἀναγνωστοπούλου, ἐφόνευσαν καὶ κατεκρεούργησαν αὐτὸν καὶ ἅπασαν τὴν οἰκογένειάν του ἐξ 6 ἀτόμων συγκειμένην. «Ταῦτά εἰσι τὰ νωπότερα τῶν κακουργημάτων, ἅτινα διαπράττουσιν οἱ Τοῦρκοι καὶ Γκέκηδες ἐν τοῖς ἀνατολικοῖς δήμοις τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης. «Ζʹ) Τὴν 2 Μαΐου π. ἔτους τουρκικὸς στρατὸς περὶ τὰς τρεῖς χιλιάδας, ἀπὸ Τρικκάλων εἰς Φέρσαλα κατευθυνόμενος καὶ διερχόμενος τὸ χωρίον Κρανιὰ τοῦ δήμου Ἰθώμης τῆς Καρδίτσης, παρέλαβε μεθ’ ἑαυτοῦ ἕνα νέον, Ἰωάννην Δ. Κανιώραν, ὡς ὁδηγὸν δῆθεν, ἐνῷ πράγματι ἠχμαλώτισεν αὐτὸν ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατεύματος τούτου, μπίμπασης Ρεσὶτ–μπέης, καὶ ἔκτοτε ἐξηφανίσθη ὁ νέος οὗτος. Οἱ γονεῖς του μετὰ ταῦτα κατέφυγον εἰς τὰς ἐκεῖ τουρκικὰς ἀρχὰς, ἐν τέλει δὲ καὶ εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον Ἐτὲμ, πλὴν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εὕρωσι τὸν υἱόν των, ἀλλὰ θετικῶς ἐπληροφορήθησαν παρὰ διαφόρων, ὅτι τὸν ἀπέστειλεν ὁ εἰρημένος Ρεσὶτ–μπέης εἰς τὸν οἶκόν του, ὡς δοῦλον, εἰς τὴν κωμόπολιν Σμήθ (Νικομήδειαν), καὶ ἐκεῖ κατακρατεῖ αὐτόν. Ὁ εἰρημένος νέος ἔχει τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: Ἀνάστημα μέτριον, χρῶμα, τρίχες, ὀφθαλμοὶ ἐρυθροκαστανοί, ἐτῶν 23.» Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ νὰ κάμῃ τὰς δεούσας διαμαρτυρίας. Τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλῶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν οὐδετέραν ζώνην, διότι ἔστειλε μὲν ἄλευρα, ἀλλ’ ἀκόμη, καίτοι παρῆλθε μήν, δὲν ἔφθασαν εἰς τὸν πρὸς ὅν ὅρον, οὔτε ἐννοεῖ ὁ κ. νομάρχης Φθιώτιδος νὰ τ’ ἀποστείλῃ, διότι εἶναι, φαίνεται, ἄλλο Κράτος ἐν Λαμίᾳ...
§22Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ διαταγαί.
§23ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. .. καὶ κάθηνται οἱ ἄνθρωποι, ὡσὰν τὰ χελιδόνια, μὲ ἀνοικτὸν τὸ στόμα, καὶ περιμένουν ψωμί, διὰ νὰ φάγουν! Τὸν παρακαλῶ ἐπίσης νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τοῦ τηλεγραφείου Ρεντίνης κλπ., διότι ὁ κύριος Ἀραβαντινὸς δὲν ἐννοεῖ νὰ κάμῃ τίποτε.
§24Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐφρόντισα καὶ περὶ τούτου.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καράπαυλος ἔχει τὸν λόγον.
§26Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν φίλον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὰς δικογραφίας, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξέδοτο τὰς περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν ἀποφάσεις του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ μόνον τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῶν ὁποίων ἐγνωμοδότησεν οὗτος περὶ τῆς ἀποχωρήσεως δέκα δικαστῶν. Δὲν κατέθηκεν ὅμως τὰς ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Ἄρειος Πάγος ἐγνωμοδότησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἀποχωρήσεως διὰ τοὺς 27 ἄλλους, τῶν ὁποίων τὴν ἀποχώρησιν ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀνέγνων σήμερον ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι δὲν κατετέθησαν αἱ ἀποφάσεις αὗται, διότι κατὰ γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου αἱ ἀποφάσεις αὗται δὲν δύνανται ν’ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην αὐτήν. Ὁ νόμος περὶ ἀποχωρήσεως δικαστῶν ἀναφέρει τῷ ὄντι, ὅτι αἱ ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Ἄρειος Πάγος γνωμοδοτεῖ ὑπὲρ τῆς ἀποχωρήσεως, δημοσιεύονται, αἱ ἄλλαι δὲ ἐκδίδονται. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὰς ἀποφάσεις, αἵτινες ἐκδίδονται, διότι καὶ αὐταὶ καταχωροῦνται καὶ ἀποτελοῦν σειρὰν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ δύναται ἕκαστος νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν. Ὁ νόμος περὶ ἀποχωρήσεως ἀσφαλῶς τὰς χαρακτηρίζει. Ὅπως δὲ καὶ ἄν τὰς θεωρήσητε, καὶ ὡς γνωμοδοτήσεις ἐπὶ πειθαρχικῶν ἀποφάσεων, δικαιούμεθα νὰ τὰς ζητήσωμεν. Τὰ βουλεύματα δὲν δημοσιεύονται ἐπὶ ἀκροατηρίου, καὶ ὅμως οὐδέποτε ἠμφισβητήθη ἡμῖν ἡ προσαγωγή των. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ γνώμη ἐκείνη εἶναι ἐσφαλμένη. Τὴν ὑπόληψιν δὲ τῶν δικαστῶν δὲν θὰ μειώσῃ ἡ τῶν ἀποφάσεων τούτων γνῶσις· τοὐναντίον θὰ κρατύνῃ αὐτὴν ἀπέναντι τῶν διαδόσεων. Ἡ ἀληθὴς δικαστικὴ τιμὴ δὲν φοβεῖται τὸ φῶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ μάτην θέλουσι νὰ χαρακωθῶσιν ἀπέναντι τῆς ἀπειλουμένης δῆθεν δικαστικῆς ὑπολήψεως. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συμμερίζεται τὴν γνώμην ἐκείνην, καὶ νομίζῃ, ὅτι ἀποτελοῦσι μυστήριον αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, τότε ὅπως δήποτε δικαιοῦμαι καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενος ἐζήτησε τὴν ἀποχώρησιν τῶν 27 ἄλλων δικαστῶν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅπως εἶπον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐλέγξω τὸν Ἄρειον Πάγον. Οὐδὲ κανείς, σεβόμενος τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν, θὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον ἔλεγχον. Ἡ κρίσις τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἀνεξέλεγκτος· τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ θέλω, ἵνα μάθωμεν καὶ μελετήσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν δικαστηρίων καὶ κατὰ πόσον ἔπειτα ὁ νόμος περὶ ἀποχωρήσεως δικαστῶν λειτουργεῖ καλῶς. Εἶπον δὲ καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν λειτουργεῖ καλῶς ὁ νόμος αὐτός, ἡ ἰσοβιότης εἶναι τὸ χειρότερον κακόν. Προτιμῶ τὴν κατάργησιν τῆς ἰσοβιότητος, παρὰ νόμον ἀποχωρήσεως δικαστῶν μὴ λειτουργοῦντα καλῶς καὶ καταλλήλως.
§27Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὁ νόμος εἶναι καλός.
§28ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ μάθωμεν ἐκ τῆς προσαγωγῆς τῶν στοιχείων. Ἐξ αὐτῶν π. χ. θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον, νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἑκάστοτε τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς κατὰ τῶν ἰσοβίων δικαστῶν. Ἐγὼ συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου φίλου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπῆρξεν ὅμως πληθὺς ἄλλων Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν εἶναι καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δικαίωμα αὐτοῦ νὰ ὑποβάλλῃ τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Εἶναι κενὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συμπληρωθῇ νομοθετικῶς. Πρέπει νὰ μάθωμεν, ἐὰν πειθαρχικὴ ἀπόφασις, ἐκδοθεῖσα πρὸ εἰκοσαετίας κατά τινος δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, δύναται νὰ συνεπιφέρῃ τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ, ὅταν ἐπῆλθε καὶ αὐτὴ ἡ παραγραφὴ αὐτῆς. Ἔχομεν δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες πρὸ δεκαετίας ἐτιμωρήθησαν πειθαρχικῶς, καὶ μετὰ τὴν τιμωρίαν αὐτὴν προήχθησαν εἰς τοὺς ἀνωτάτους δικαστικοὺς βαθμούς, καὶ ἐτιμήθησαν διὰ παρασήμων, διὰ τὴν χρηστότητα καὶ φιλοπονίαν των, καὶ αἴφνης, μετὰ παρέλευσιν δεκαπενταετίας, βλέπομεν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία φρονεῖ, ὅτι ἡ πειθαρχικὴ ποινὴ ὄχι μόνον δὲν ἐπέτρεπε τὸν προβιβασμόν, ἀλλὰ καὶ ἐγέννα περίστασιν πρὸς ἀποχώρησιν. Εἶναι κενὰ ἐν τῷ νόμῳ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συμπληρωθοῦν. Δὲν νομίζω δ’ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρος ἡ στιγμὴ πρὸς βελτίωσιν τοῦ νόμου, τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ καταλληλοτέρα στιγμή, ἵνα ζητήσωμεν τὰς χρησίμους μεταῤῥυθμίσεις. Διότι—καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζουν ὅσοι παρακάθηνται ἐνταῦθα—αἱ Κυβερνήσεις, αἵτινες συγκροτοῦνται, ὅπως συνέστη ἡ παροῦσα, δύνανται εὐκολώτερον τῶν κομματικῶν νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτων νόμων. Διότι δὲν ὑπάρχει τὸ κομματικὸν συμφέρον τῆς ἀντιδράσεως. Ἴδετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὅλαι αἱ μερίδες τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ μείζων μερὶς καὶ αἱ μικρότεραι, συνεισφέρομεν καὶ τὴν πεῖράν μας καὶ τὰ φῶτά μας καὶ τὴν ἐργασίαν μας, ὅπως εὐκολύνωμεν τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Εἴμεθα μάρτυρες, ὅτι ἡ μείζων μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τοῦ ἡγέτου αὐτῆς πολλάκις εὐκόλυνε τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν πρὸ πάντων αὐτὴ ἡ στιγμὴ εἶναι ἡ κατάλληλος, καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ ἑτοίμην ὕλην πρὸς δικαστικὰς μεταῤῥυθμίσεις, καὶ ἰδίως τοῦ νόμου περὶ ἰσοβιότητος, εἶναι καταλληλοτάτη ἡ στιγμή. Θὰ παρακαλέσω ἐν τούτοις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ, ἂν ὄχι τὰς ἀποφάσεις, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν στηριζόμενος ἐζήτησε τὴν ἀποχώρησιν ἰσοβίων δικαστῶν.
§29Α. ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ὁ ἔντιμος προαγορεύσας συνάδελφος μετ’ εὐφραδείας καὶ ἀνεπτυγμένως περὶ δύο ἀντικειμένων ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν· πρῶτον ἐξεδήλωσε προθέσεις, ὅπως ὑποβάλῃ τροπολογίας εἰς τὸν νόμον περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, καὶ δεύτερον ἐζήτησεν, ἵνα προσκομισθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ἀποφάσεις καὶ αἱ σχετικαὶ δικογραφίαι, αἱ ἀφορῶσαι τοὺς δικαστὰς, οὓς ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν κρίνει ἱκανοὺς, ὅπως ἀποχωρήσωσιν, ἵνα ἐκ τῆς ἐρεύνης τούτων μορφώσῃ πεποίθησιν, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐξεπλήρωσεν οὗτος τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον ...
§30ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Ὑπουργέ.
§31ΤΟΜΑΝ. .. ἢ ὁ νόμος ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο χρήζει μεταβολῆς. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τοὺς ἐνδοιασμοὺς, οὓς ἔχει ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ νὰ εἰσαγάγῃ ὑποχρεωτικῶς ἢ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τοὺς δὶς τιμωρηθέντας δικαστὰς, ὁποτεδήποτε, ἄνευ ὅρων, ἢ ὅτι δέον νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἢ μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ ὁποίου νὰ μὴ εἰσάγωνται αἱ ὑποθέσεις εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ἄλλα τινὰ, ἴσως ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς, ἴσως, λέγω, ἔχει δίκαιον, καίτοι ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην αὐτοῦ. Προκειμένου ὅμως νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως καταθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Κράτους μετὰ σχετικῶν δικογραφιῶν, αἵτινες ἀφορῶσι δικαστὰς ἰσοβίους, διατηρουμένους ἐν τῇ θέσει των, ὡς πρὸς τοῦτο ἔχω ἐνδοιασμούς· ὀφείλω δὲ νὰ ἔχω τοιούτους, μεθ’ ὅλην τὴν διαδηλωθεῖσαν, οὕτως εἰπεῖν, ἐκτίμησιν καὶ μεθ’ ὅλον τὸν ἐκδηλωθέντα ἐκ μέρους τοῦ προαγορεύσαντος σεβασμὸν πρὸς τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ βεβαίως ὁ ἔντιμος προαγορεύσας δὲν εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι σκοπεῖ νὰ ἐλέγξῃ τὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι σκοπεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ καὶ νὰ ἐρευνήσῃ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς τὸ δίκαιον ἀπεδόθη. Ἀλλ’ ὅταν ἰσχυρίζηται εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκ τῶν ἀποφάσεων καὶ ἐκ τῶν δικογραφιῶν θέλει νὰ μορφώσῃ πεποίθησιν, ἐὰν ἐξετέλεσε καλῶς ὁ Ἄρειος Πάγος τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, ἢ ἐὰν ὁ νόμος ἕνεκα τούτου χρήζει μεταῤῥυθμίσεως, μοὶ φαίνεται ὅτι ἐνδοιασμοὺς ἐκφράζει, καὶ ἐπεμβαίνει εἰς τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Δι’ αὐτὸ ἐνδοιάζω καὶ δι’ αὐτὸ διστάζω νὰ συμμορφωθῶ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, τοῦ προλαλήσαντος. Ἐνισχύομαι δὲ ἐν τῷ δισταγμῷ μου τούτῳ, διότι, ὡς καλῶς γινώσκει ὁ ἔντιμος συνάδελφος, τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου περὶ ἀποχωρήσεως ἰσοβίων δικαστῶν διάκρισίν τινα ποιεῖται ὡς πρὸς τὴν δημοσίευσιν τῶν ἀποφάσεων· καὶ τὰς μὲν ἀποφάσεις ἐκείνας, αἵτινες διατάσσουν τὴν ἀποχώρησιν, λέγει ὅτι θεωρεῖ δημοσιευτέας, περὶ τῶν ἄλλων δὲ λέγει, ὅτι «δὲν δημοσιεύονται».
§32ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. «Ἐκδίδονται».
§33ΤΟΜΑΝ. «Ἐκδίδονται». Νομίζετε ὅτι ἀσκόπως ἐτέθη τοῦτο; Σκοπιμώτατα. Ἀκριβῶς πρὸς περιφρούρησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς ταύτης τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι δὲν ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ γίνωνται γνωσταὶ παραβάσεις δικαστικῶν ἀνωτέρων λειτουργῶν, οἵτινες ἐκρίθησαν μὴ ἄξιοι ἀποχωρήσεως, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ διασύρηται ἡ ὑπόληψις ἢ τὸ ἠθικὸν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν εἰς ἀνωτέρας λειτουργίας δικαστικὰς τοῦ Κράτους. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐνδώσω εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου, παρὰ τὴν ὁποίαν εἶχον ἐπιθυμίαν νὰ εὐχαριστήσω αὐτὸν, διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ περιφρουρήσω τὴν θέσιν τῶν δικαστῶν ἐκείνων, οἵτινες εἰσήχθησαν μὲν κατὰ τύπους ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἐθεωρήθησαν ὅμως ἄξιοι νὰ κατέχωσι καὶ κατέχουσι νῦν τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ. Ἐξετάζοντες τὰ τῶν δικογραφιῶν, ἐξετάζοντες τὰ τῶν ἀποφάσεων, πάντως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἰσέλθωμεν καὶ νὰ ἐκφέρωμεν κρίσεις περὶ τοῦ ἂν κακῶς ἢ καλῶς οὕτως ἢ ἄλλως ἀπεφάνθη ὁ Ἄρειος Πάγος· ἡ ἔρευνα δ’ αὕτη, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ διασύρῃ πιθανῶς τὸ ἠθικὸν καὶ τὴν ὑπόληψιν δικαστῶν λειτουργούντων, δικαστῶν ἐν ἐνεργείᾳ, ἠδύνατό πως νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς ἐξέλεγξιν ἐξουσίας, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος καὶ ἀνεπίδεκτος τοιαύτης ἐξελέγξεως. Ἐν τούτοις, καίτοι τὴν γνώμην ταύτην ἔχων, ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ φανῶ εὐχάριστος εἰς τὰ αἰτήματα τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, τὸ μὲν διότι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσέχω εἰς τὰς εὐχὰς καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ δὲ διότι δὲν ἐπιθυμῶ κατ’ ἀρχὴν νὰ δυσαρεστήσω κανένα, προὐκάλεσα περὶ τούτου καὶ τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ καὶ οὗτος τὴν αὐτὴν μὲ ἐμὲ ἔχει γνώμην, εἰπών μοι, ὅτι καὶ ἀντίγραφα τοῦ ἐζητήθησαν, ἀλλὰ δὲν ἐπέτρεψε νὰ δοθοῦν.
§34ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, σᾶς ἐζήτησα νὰ προσκομισθῶσιν αἱ πειθαρχικαὶ ἀποφάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενοι ἐζητήσατε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§35ΤΟΜΑΝ. Ἔχει διαφορὰν τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν θέλητε τὰς πειθαρχικὰς ἀποφάσεις, διὰ νὰ ἴδητε ἐὰν ἐγὼ συνεμορφώθην μὲ τὸν νόμον, εἶσθε ἐν τῷ δικαιώματι ὑμῶν· ἐνασκεῖτε ἔλεγχον. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ζητήσητε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀποφάσεων, διότι εὐθὺς θὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἕκαστος τῶν εἰσαχθέντων ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶχε τοὐλάχιστον δύο ποινὰς, ἐγὼ δ’ ἐξεπλήρωσα τὸν νόμον, εἰσαγαγὼν αὐτούς. Ἐὰν ὅμως θέλητε νὰ μελετήσητε τὰς δικογραφίας, διὰ νὰ ἴδητε ἐὰν ἐγὼ ἐξεπλήρωσα ἓν καθῆκον, πάλιν εἰσέρχεσθε εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ πράγματος ὅπερ διαφεύγει τὴν ὑμετέραν ἐξουσίαν. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἑξῆς γνώμην περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου τούτου. Φρονῶ ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὸς διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, φρονῶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, εὐθὺς ὡς ἔχει εἰς τὸ γραφεῖόν του δύο τοὐλάχιστον ἀποφάσεις καταδικαστικὰς κατὰ ἰσοβίου δικαστοῦ, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου, ῥητὴν, ἐπιτακτικὴν, νὰ εἰσαγάγῃ τοῦτον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον· ἔχει προσέτι τὴν ὑποχρέωσιν, μήτε γνώμην νὰ ἐκφέρῃ, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἔχῃ γνώμην· ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ ὡς διεκπεραιωτὴς ἁπλοῦς καὶ ἐκτελεστής, ν’ ἀφήσῃ δὲ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον πλήρη τὴν ἐξουσίαν, αὐτὸς ν’ ἀποφασίσῃ, καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, αὐτὸς μόνον νὰ γνωμοδοτήσῃ, διότι ῥητῶς ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ νόμου λέγεται, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς γνωμοδοτεῖ καὶ τὸ δικαστήριον ἀποφασίζει. Τοῦτο ἔπραξα, ἑρμηνεύων τὸν νόμον. Ἐὰν παρέβην τὸν νόμον, βεβαίως ἔχετε τὸ δικαίωμα πλῆρες νὰ μὲ ἐλέγξητε. Θέλετε νὰ σᾶς φέρω κατάλογον, πόσους δικαστὰς εἰσήγαγον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ τίνας ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἔχει πειθαρχικὰς ποινάς; Προθύμως θέλω τὸ πράξει· ἔχω καθῆκον. Ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, μὴ ἐπιμένετε νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα δικογραφίαι ποινικαὶ, μὴ ἐπιμένετε εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ἀποφάσεων καὶ σκέψεων ἀνωτάτου δικαστικοῦ πειθαρχικοῦ Συμβουλίου, περὶ τοῦ γοήτρου τοῦ ὁποίου πάντες μὲν, ἰδίᾳ δ’ ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ὀφείλω νὰ προνοήσω, καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ ὁποίου δέον νὰ προστατεύσω.
§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τοσοῦτον λεπτὸν καὶ τοσοῦτον ἐπεῖγον, ὥστε, εἰ καὶ ἀναγνωρίζω τὴν σπουδαιότητα τῶν νομοσχεδίων, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, καθόσον ἴσως ὀφείλω καὶ ὑπὸ ἄλλην τινὰ ἔποψιν νὰ πράξω τοῦτο, διότι εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐφήρμοσαν τὸν νόμον περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νῦν ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐφήρμοσεν αὐτόν. Θὰ προετίμων ἀντὶ τούτου νὰ ἐμάνθανον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίαν τινὰ περὶ τοῦ φλέγοντος ζητήματος, ἕνεκα τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες ἐδημοσιεύθησαν σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ αἵτινες δὲν εἶναι καθόλου σύμφωνοι μὲ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν εὐαρεστηθῆ πρὸ μικροῦ χρόνου νὰ κάμῃ· ἀλλὰ δὲν ἔχω τὸ θάῤῥος ν’ ἀπευθύνω τοιαύτην παράκλησιν, διότι γνωρίζω, ὅτι, ὁσάκις ἦναι εἰς θέσιν, αὐθορμήτως ποιεῖται τοιαύτας δηλώσεις. Διὰ τοῦτο θεωρῶ περιττὸν νὰ τῷ ὑπομνήσω τοιοῦτόν τι. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκεῖνο τὸ ζήτημα δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ τὴν στιγμὴν ταύτην, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι διατεθειμένη, ἐπὶ ὀλίγας τοὐλάχιστον στιγμὰς, νὰ μὲ ἀκροασθῇ ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θίγει τὴν σπουδαιοτέραν τῶν συνταγματικῶν ἐξουσιῶν, καὶ ἐν πάσῃ Πολιτείᾳ. Ὁμολογουμένως ἡ ἰσοβιότης εἶναι τυραννία, ἐὰν ἡ Πολιτεία δὲν ἦναι ἐξησφαλισμένη, ὅπως οἱ ὀκνηροὶ καὶ οἱ μὴ ἐνάρετοι ἐκδιώκωνται. Ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὁ νόμος περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν συνετέλεσεν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὅλοι γνωρίζομεν, καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι καὶ ἀτελὴς εἶναι, καὶ ἀτελέστερον ἐφηρμόσθη. Δὲν ἐγνώριζον ὅτι σήμερον προέκειτο τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχω μαζή μου τὰς σημειώσεις, ἵνα σᾶς δώσω ἀκριβεστέρας πληροφορίας περὶ τῆς ἱστορίας τοῦ θεσμοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ μνήμης ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ 1871, τὸν ὁποῖον εἰσηγήσατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας, εἷς καὶ μόνος, νομίζω, δικαστὴς εἶχε παυθῆ, καὶ ἐκλονίσθη ἡ πεποίθησις πολλῶν, ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύων ὁ νόμος οὗτος, διότι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἤθελον νὰ παραστήσωσιν αὐτὸν ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ὅτε συνέπεσεν ἐπ’ ὀλίγον χρόνον, ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας μᾶλλον, νὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ πρῶτον, τοῦ ὁποίου ἀνεμνήσθην, ἦτο ὁ νόμος περὶ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκκρεμῶν πειθαρχικῶν ὑποθέσεων. Τὸ τμῆμα τοῦτο εὑρίσκετο εἰς παραλυτικὴν κατάστασιν, καίτοι ἔπρεπε νὰ ἦναι τὸ ἄριστον, εὑρίσκετο, λέγω, εἰς παραλυτικὴν κατάστασιν, ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων,—διότι ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος τὸ διευθύνει, εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, γλισχρότατα μισθοδοτούμενος, ἀλλὰ μετὰ πολλοῦ ζήλου ἐργαζόμενος.
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος;
§38Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πανουτσόπουλος. Τὸ πειθαρχικὸν τμῆμα, Κύριοι, τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἦτο εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι, μὲ ὅλον τὸν ζῆλον τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν ἐζήτησα νὰ μάθω τὰ βιβλία τῆς ποιότητος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, εἶδον ὅτι εὑρίσκοντο εἰς μεγάλην ἀκαταστασίαν. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ ἀναγκαστικῆς ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχον τὰ στοιχεῖα, ὅπως εἰσαχθῶσιν ὅσοι εὑρίσκοντο εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, καὶ ἐπειδὴ προσέτι ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ μία ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα μάθω τὴν γνώμην τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου περὶ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, ὑπέβαλον ἐκεῖνον τὸν φάκελλον, ὅστις ἐφαίνετο ἀρτιώτερος, περὶ δικαστοῦ, ὅστις ἐφαίνετο μᾶλλον βεβαρημένος, χωρὶς νὰ ἔχω τὸ ἐλάχιστον κατ’ αὐτοῦ προσωπικῶς. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐβασάνισε τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐπειδὴ ἐπέκειντο ἐκλογαί, ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἐγνωμάτευσε δὲ ὑπὲρ τῆς παύσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόλαβε νὰ δημοσιευθῇ τὸ διάταγμα· τὸ συνέταξα ὅμως καὶ τὸ ὑπέβαλον, ἐνόμιζον δὲ, ὅτι ἦτο ζήτημα ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐπιτακτικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν εἰς τὸν διάδοχόν μου ἐκ Παρνασίδος νὰ προβῶ εἰς εἰσήγησιν καὶ ὑποβάλω καὶ τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν ἦτο ὁ ἁρμόδιος πλέον νὰ σκεφθῇ, ἂν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ, ἢ μὴ, διάταγμα περὶ ὑπογραφῆς. Λέγω ταῦτα, οὐχὶ διὰ νὰ περιαυτολογήσω, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑποβληθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν ἔλεγχον, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Διατὶ δὲν ὑπέβαλον τὰς ἄλλας δικογραφίας; Δὲν εἶχον ἀσχοληθῆ ἐγὼ τότε εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν εἶναι ὑποχρεωτικὴ, ἢ μὴ, ἡ ὑποβολή. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν εἶχον τοιαύτην γνώμην, ἤμην εἰς πλήρη ἀδυναμίαν, διότι οἱ φάκελλοι οἱ σχετικοὶ ἦσαν ἐλλιπεῖς. Ὁ κ. ἐκ Παρνασίδος συνάδελφος ὑπέβαλε τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ὑπεγράφη δὲ τοῦτο καὶ ἐδημοσιεύθη. Κατόπιν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας συνάδελφος ὑπέβαλε τέσσαρας ἄλλους φακέλλους, καὶ ἐγένετο ἡ ἀναγκαστικὴ ἀποχώρησις τεσσάρων ἀκόμη δικαστῶν. Προηγήθη καὶ ἄλλη ἀποχώρησις, νομίζω, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἑνὸς Προέδρου. Ἡ τελευταία, οὕτως εἰπεῖν, δόσις ἦτο ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ νῦν. Πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ἐὰν εἶναι ὑποχρεωτικὴ, ἢ μὴ, ἡ ὑποβολὴ τοῦ φακέλλου εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν συντρέχουσι τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν. Ἐξ ἴσου δύναταί τις νὰ εὕρῃ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς μιᾶς γνώμης, ὅσον καὶ ὑπὲρ τῆς ἄλλης. Ἐγὼ ὅμως, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξετέλεσα, δι’ οὓς λόγους πρὸ μικροῦ εἶπον, καὶ διότι δὲν μοὶ εἶχε δοθῆ ἀφορμὴ νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα τοῦτο τότε, τάσσομαι ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μένῃ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου δύναται ν’ ἀποφανθῇ μόνον τὸ ἁρμόδιον δικαστικὸν σῶμα, ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ τώρα ἔρχεται ἡ ἐφαρμογή, καὶ ἴδωμεν ἐὰν συμφέρῃ, μόνον καὶ μόνον διότι εἷς, πολλάκις ἄριστος, δικαστικὸς ὑπάλληλος ἐπιβαρύνεται μὲ δύο ἐπιπλήξεις, λόγῳ ὅτι δὲν ἐπανῆλθεν ἐγκαίρως εἰς τὴν θέσιν του, ἐὰν συμφέρῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ νὰ κλονισθῇ ὅπως δήποτε ἡ ἐπ’ αὐτοῦ πεποίθησις, ὄχι ὅμως καὶ νὰ παυθῇ. Βεβαίως ὁ νόμος εἶναι ἐλαττωματικός, καὶ νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ βελτιωθῇ διὰ διατάξεως, ἑνὸς οἱονεὶ προβουλεύματος, ἐκδιδομένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἢ ἐκ τριμελοῦς Συμβουλίου, ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑποβληθῇ, ἢ μὴ, εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἦναι δυνατόν, δύναται νὰ εὑρεθῇ ἄλλο τι. Ἀλλὰ βεβαίως, ὡς ἔχει ὁ νόμος, δὲν εἶναι καθόλου συμφέρον εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀνεφύη, ἐὰν δηλαδὴ καλῶς ἢ κακῶς δὲν κατετέθησαν αἱ ζητηθεῖσαι ἀποφάσεις, νομίζω ὅτι ἀμφότεροι οἱ προαγορεύσαντες ἔχουσι τοὺς λόγους των, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὴν γνώμην αὐτῶν. Τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἀτελείας τοῦ νόμου, κατ’ ἐμὴν γνώμην. Δὲν λέγει «αἱ μὲν δημοσιεύονται, αἱ δὲ ἐκδίδονται». Ἐπὶ λέξει ὁ νόμος λέγει ταῦτα: «Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐὰν μὲν ἦναι ὑπὲρ τῆς παύσεως, ἀπαγγέλλεται κατὰ τὸν νόμον ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, καὶ ὑποβάλλεται διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐν ἀντιγράφῳ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅστις προκαλεῖ τὸ προσῆκον περὶ τῆς παύσεως Β. Διάταγμα. Ἐὰν δὲ ἦναι κατὰ τῆς παύσεως, δὲν δημοσιεύεται, ἀλλ’ ἀποστέλλεται ἁπλῶς διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὸν Ὑπουργόν». Καὶ ἰδοὺ διατὶ ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀπόφασις μὴ δημοσιευομένη, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔδωκεν οὔτε ἀντίγραφον, πῶς θὰ προσαχθῇ; Ἀλλὰ ὁ κ. ἐκ Πυλίας συνάδελφος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀπόφασις ὅπως δήποτε εἶναι καὶ κατεχωρίσθη· μολονότι δὲ εἶναι ἐγκριτώτατος βεβαίως, καὶ δὲν πρόκειται ἐγὼ νὰ ὑπομνήσω τὰ ἐπιχειρήματά του, ἀλλὰ συνέπεσε νὰ λησμονήσῃ ἓν σπουδαῖον ἐπιχείρημα, τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Συντάγματος (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα ἀπόφασις πρέπει νὰ δημοσιεύηται καὶ ν’ ἀπαγγέλληται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει». Ὅταν δὲ ὁ νόμος τοῦ 1871 τὴν ὀνομάζῃ ἀπόφασιν, ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῇ. Ἀλλὰ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1871 εἶναι πλημμελής.
§39ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις ὁ νόμος τὴν λέγει ἀπόφασιν.
§40Α. ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κακῶς λέγεται ἀπόφασις, διότι συνταγματικῶς δὲν ἠδύνατο νὰ λέγηται ἀπόφασις.
§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα. Γραμματικῶς λέγεται ἀπόφασις, ἀλλὰ κατ’ ἔννοιαν εἶναι γνωμοδότησις, ὅταν δὲν πρόκειται περὶ παύσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλῶ νὰ μὲ βοηθήσῃ, ὡς τέως καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου.
§42ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶμαι σύμφωνος μὲ ὑμᾶς.
§43Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ γράμμα εἶναι ἀπόφασις, καὶ ἀφοῦ εἶναι ἀπόφασις, ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῇ· ἀλλ’ ἡ ἔννοια εἶναι ἄλλη. Τώρα βεβαίως μεταξὺ γραμματικῆς καὶ λογικῆς ἑρμηνείας...
§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις εἶναι ἀπόφασις· ἡ ἀπαλλακτικὴ δὲν εἶναι ἀπόφασις;
§45Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἔκτροπον, καὶ συμφωνῶ μαζή σας. Εἶναι πλημμελὴς ἡ ἔκφρασις· μᾶλλον γνωμοδότησις πρέπει νὰ ὀνομασθῇ αὕτη.
§46ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μήπως δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν καὶ τὰς γνωμοδοτήσεις; Μήπως δὲν δικαιούμεθα νὰ ζητῶμεν τὴν κατάθεσιν βουλευμάτων;
§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ βουλεύματα μὴ δημοσιευόμενα, ὡς τὰ διατάσοντα κρείττονας ἀποδείξεις. Τώρα αὐτὸ ἐπιδέχεται ἑρμηνείας, ἐγὼ ὅμως, ὁ ὁποῖος εἶμαι ὑπὲρ τοῦ εὐρυτέρου ἐλέγχου, δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς γνώμης σας. Διὰ τοῦτο, διὰ νὰ ἐπασχολήσω ὑμᾶς πλειότερον, ἐνόμισα πρέπον νὰ δώσω τὸν λόγον, διατὶ δὲν ἐφήρμοσα τὸν νόμον, ὡς ἐφήρμοσεν αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶτα δὲ νὰ ταχθῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς πρὸς δύο ζητήματα, ὅτι καλῶς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι νομοθετικὰ μέτρα διὰ τὸ μέλλον. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, συμφωνῶ ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἔγγραφα, ὧν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάθεσις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον, ἂν θέλετε, πλειότερον ἔλαβον τὸν λόγον, εἶναι νὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀσχοληθῇ ἐπισταμένως, ὅπως ἀναδιοργανώσῃ τὸ πειθαρχικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἢ μᾶλλον νὰ προνοήσῃ περὶ ἱδρύσεως τοιούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ νῦν καὶ ὁ μέλλων,—διότι πάντοτε μᾶς ἀπειλεῖ διὰ τῆς ἀποχωρήσεώς του — ἂς μὴ φεισθῶσι χρημάτων, ὅπως καταρτισθῇ τὸ τμῆμα τοῦτο.
§48ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μὴ ἐκτείνεσθε πλειότερον. Τοῦτο εἶναι ἡ κυρία καὶ πρώτη μου μέριμνα, καθόσον ἄνευ πειθαρχικοῦ τμήματος καὶ ἄνευ Εἰσαγγελέως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν χεῖρας καὶ πόδας καὶ ὀφθαλμοὺς, ὡς Ὑπουργοί.
§49Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τοῦτο προσθέτω, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν τὰ βιβλία τῆς ποιότητος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, κατὰ τὸ Γερμανικὸν σύστημα.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἐκ Πυλίας κ. Βουλευτὴς, εἶναι ἄξιον μελέτης, οὐχὶ μόνον διὰ τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι συνδέεται μετὰ συνταγματικοῦ δικαιώματος, τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν. Τοῦ δικαιώματος μάλιστα τούτου ἡ ἐνάσκησις πολλάκις ἐνέβαλεν εἰς ἀπορίαν τὸ Κοινοβούλιον, καὶ πολλάκις ἠρωτήσαμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐὰν ἡ γνώμη περὶ τοῦ δικαιώματος τούτου, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον Βουλευταὶ ἢ Ὑπουργοὶ, δὲν περιορίζῃ κατά τι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν, ὡς καὶ ἂν ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον ἕτεροι Βουλευταὶ, ἢ ἕτεροι Ὑπουργοὶ, δὲν εὐρύνῃ ὑπὲρ τὸ δέον τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐπερωτᾷν ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ δικαιώματος τούτου, πέραν τῶν ὁρίων τοῦ συνταγματικοῦ ἐλέγχου. Ἡ θέσις, ἐν ᾗ διατελῶ, μοὶ παρέχει ἐλευθερίαν μείζονα, ἵνα ἐξενέγκω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν, διότι δὲν θέλει ὑποτεθῇ ὑπό τινος, ὅτι δίδω τοιαύτην ἑρμηνείαν, ὅπως πορισθῶ ἐκ ταύτης πολιτικόν τι κέρδος. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ εὐρύνει ὑπὲρ τὸ δέον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν, διότι ὑπερβαίνει τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, τὸν ὁποῖον ἡ ἔννοια τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν ἐνέχει καὶ σκοπεῖ. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν; Παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἢ τὰς παραλείψεις αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἀρχή τις ἐκτελῇ λειτουργίαν ἀναγομένην εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἤτοι λειτουργίαν διοικήσεως, καὶ ἂν ἡ ἀρχὴ αὕτη, ὑπαγομένη εἰς ἄλλον κλάδον, ἐνασκῇ ἀνευθύνως τὰ κύρια αὐτῆς ἔργα, ὑπόκειται εἰς ἔλεγχον, καὶ τὸ Κοινοβούλιον ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον αἱ πράξεις αὗται τῆς τοιαύτης λειτουργίας της, καὶ, ἂν εὐλόγως αὗται διεπράχθησαν, νὰ ἐξετάσῃ μὴ παρεβάθη ἀρχὴ τοῦ δικαίου, εἴτε διάταξίς τις τῶν νόμων. Ὡσαύτως, ὁσάκις πρόκειται παράλειψις καθήκοντος, νὰ ἐξετάσῃ, μὴ ἡ εἰρημένη ἀρχὴ παρέλιπε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς, ὅτε τὸ Κοινοβούλιον ἔχει ἐπίσης τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνήσῃ διατὶ παρέλιπε τὴν ἐνάσκησιν τοῦ καθήκοντος αὐτῆς, καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς καὶ ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην. Ἀλλὰ διὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῶν ὁποίων οὗτος ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν εὑρίσκει ἀφορμὴν, ἵνα ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ ἀποχωρήσεως ἰσοβίων δικαστῶν ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὸν, διὰ τῶν ἀποφάσεων τούτων τί ἔπραξεν ὁ Ἄρειος Πάγος; Ἔπραξεν ἐκτίμησιν τῆς διαγωγῆς, τῆς πολιτείας τοῦ προσώπου, περὶ οὗ ἐπρόκειτο, ὁδηγούμενος ἀπὸ τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐπιβληθῆ εἰς αὐτόν. Ὡς δὲ οἱ λειτουργοὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δὲν ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, ὅταν ἀποφαίνωνται ὡς δικασταὶ, οὕτω δὲν ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον καὶ πάντες ὅσοι ἐκτελοῦσιν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μετεβίβασεν εἰς αὐτοὺς, συνισταμένην εἰς ἐκτίμησιν πραγμάτων, διότι καὶ τότε ἐκτελοῦσιν ἔργον συνειδήσεως. Ἀληθῶς, ὅταν πρόκειται περὶ ἐκτιμήσεως, οὐδεὶς ἔλεγχος δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Ὅθεν, ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ζητήσῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐκείνας, διὰ τῶν ὁποίων οὗτος ἀπεφάνθη, ὅτι πρέπει ν’ ἀποχωρήσωσιν ἰσόβιοι δικασταί, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἐτηρήθησαν αἱ νόμιμοι διατάξεις, μετὰ τὰς ὁποίας γεννᾶται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἑπομένως νὰ ζητήσωμεν τὰς ἀποφάσεις, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται. Δὲν ἔχομεν ὅμως τὸ αὐτὸ δικαίωμα διὰ τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφήνατο, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν νόμος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, οἱονδήποτε καὶ ἂν δώσητε χαρακτηρισμὸν εἰς τὰς πράξεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, δι’ ὧν οὗτος ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποταχθῶσιν ἰσόβιοι δικασταὶ, εἴτε ἀποφάσεις ὀνομάσωμεν αὐτὰς, εἴτε γνωμοδοτήσεις, εἴτε ψηφίσματα, αὗται εἶναι πράξεις ἐκτιμήσεως, καὶ ὡς τοιαῦται πρέπει νὰ θεωρηθῶσι, καὶ ἐπὶ πασῶν τῶν τοιούτων, πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ἐπεκτείνεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ ἡ γνώμη μου συμπίπτει καὶ μὲ ἑτέραν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι καὶ ἐγὼ κρίνω ὀρθὴν τὴν ἑρμηνείαν, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν. Καὶ ἵνα ἦμαι ἀκριβολόγος, ὁμολογῶ ὅτι ἐσφαλόμην, χαρακτηρίσας τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἑρμηνείαν, διότι ἡ διάταξις τοῦ νόμου δὲν ἔχει ἀνάγκην ἑρμηνείας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παρῆλθον 26 ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ διάταξις αὕτη τοῦ περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν νόμου δὲν ἐξετελέσθη. Διῆλθον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πολλοὶ διακεκριμένοι καὶ ἐπιφανεῖς ἄνδρες, καὶ κόμματα διάφορα καὶ ἄτομα πολλά, ἀλλ’ οὐδεὶς ἔδωκεν ἐφαρμογὴν εἰς τὴν διάταξιν, διότι δὲν ἐδόθη εὐκαιρία αὐτοῖς ν’ ἀναμνησθῶσιν, ὅτι τοιοῦτον ἦτο τὸ κείμενον τῆς διατάξεως. Τὸ κείμενον εἶναι διάταξις ἐπιτακτική, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην. Ἐγὼ αὐτὸς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν διῆλθον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διετέλεσα ὅμως τρὶς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον ἀφορμήν, ἵνα ἐνθυμηθῶ τὴν εἰρημένην διάταξιν περὶ ἀποχωρήσεως ἰσοβίων δικαστῶν ἢ μόνον τελευταῖον, κατὰ τὸ 1897, κατὰ μῆνα Φεβρουάριον, ὅτε μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου μοὶ ἀπηύθυναν παραστάσεις ἐπὶ ἀποφάσεως τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ πειθαρχικῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν ὁ Ἄρειος Πάγος εἶχεν ἀποφασίσει, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἀκυρώσει. Τότε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ προσφύγω εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ εἶδον ὅτι ἡ μνημονευθεῖσα διάταξις εἶναι ἐπιτακτική. Ἀμέσως τότε μετέδωκα τὴν γνώμην μου εἰς τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶχε προχωρήσει πολὺ ἡ ὥρα, τὰ πολιτικὰ συμβεβηκότα ἐπήρχοντο ῥαγδαῖα, οὐδ’ ἐπέτρεπον εἰς ἡμᾶς νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς κατὰ τοῦτο ἐκτελέσεως τοῦ νόμου. Πρὸ μικροῦ δέ, ἀφοῦ ἀπελύθημεν τῆς ὑπηρεσίας, μοὶ ἐφάνη ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ παραβῶ τὴν ἀμετάβλητον τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθῶ, μὴ στέργων νὰ δέχωμαι συνεντεύξεις μετὰ δημοσιογράφων. Τότε, ἰδὼν ὅτι ἐξωγκοῦντο ὁσημέραι πεπλανημέναι γνῶμαι ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ ἄφθονοι ἐδίδοντο συμβουλαὶ περὶ μεταβολῆς ἢ καταργήσεως τοῦ πολιτεύματος, ἔκρινα δὲ μὴ συμφερούσας εἰς τὸν τόπον τὰς γνώμας ταύτας, ἔστερξα συνέντευξιν τοιαύτην, ἵνα μεταδώσω ὅσον οἷόν τε εὐρύτερον τὴν γνώμην μου εἰς τὸ κοινὸν, καὶ δυνηθῶ νὰ ἀποτρέψω ἀπὸ τοιαύτης ὁδοῦ, τοσοῦτον ἐπισφαλοῦς, τοὺς σκεπτομένους ν’ ἀφεθῶσιν εἰς τοιαύτην κατωφέρειαν. Τότε ἐδήλωσα εἰς ἐκεῖνον, μεθ’ οὗ συνδιελεγόμην, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ 1871 περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν πρέπει νὰ τεθῇ ἐν ἐφαρμογῇ, καὶ νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ περιεχόμενον, τὸ ἀντίδοτον τοῦτο τοῦ κανόνος τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσοβιότητος, διότι ἡ ἰσοβιότης ἔχει πολλὰ τὰ καλὰ, ἐξασφαλίζουσα κατὰ πάσης ἐξωτερικῆς ἐπηρείας τοὺς δικαστὰς, ἔχει ὅμως καὶ τὸ κακὸν μέρος, ὅτι διατηρεῖ ὡς δικαστὰς ἀνθρώπους ὀκνηροὺς ἢ καὶ οὐχὶ ἀρτίως μεμορφωμένους. Ὁμολογῶ ὅμως,—καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πυλίας—ὅτι ὁ νόμος περὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστῶν ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεών τινων, καὶ πρὸ πάντων τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὡς στοιχεῖον φωτισμοῦ ἡ πειθαρχικὴ ἀπόφασις. Διότι, ἂν ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς πειθαρχικῆς ἀποφάσεως μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ὁ Ἄρειος Πάγος καλεῖται ν’ ἀποφανθῇ, παρῆλθε τοσοῦτον διάστημα χρόνου, ὅσον ἤρκει, ἵνα συμπληρωθῇ ἡ ἠθικότης ἢ ἀνορθωθῇ ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῷ νῷ τοῦ δικαστοῦ, νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ προσφεύγωμεν εἰς συμβεβηκότα λαβόντα χώραν πρὸ εἰκοσκετίας, διὰ νὰ τὰ μεταχειρισθῶμεν ὡς ἐπιχείρημα, ὅπως ἄρωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσοβιότητος.
§51ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ συμβῇ τὸ ἄτοπον αὐτὸ ἐν τῷ μέλλοντι, διότι ἡ ἑρμηνεία, ἡ δοθεῖσα παρ’ ἐμοῦ, ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζομένη. Ἂν δ’ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζομένη, τὸ ἄτοπον τὸ γενόμενον, τοῦ νὰ εἰσαχθῶσιν ὑποθέσεις διὰ παραπτώματα πολὺ παλαιὰ, βεβαίως ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ λάβῃ χώραν.
§52ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ἄτοπον δὲν προλαμβάνεται· διότι, ἂν ἔχετε σήμερον μίαν πειθαρχικὴν ἀπόφασιν, ἐκδοθεῖσαν πρὸ δέκα ἐτῶν κατά τινος δικαστοῦ, δὲν τὴν ὑποβάλλετε, διότι εἶναι μία· θέλετε δύο. Αὔριον ἔχετε καὶ ἄλλην, δευτέραν· τότε ὑποβάλλονται δύο πειθαρχικαὶ ποιναὶ, ἀλλ’ ἡ μία ἐκδοθεῖσα πρὸ δεκαετίας.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ νῦν γενόμενον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῇ, διότι νῦν πρώτην φορὰν ἐκλήθη ὁ Ἄρειος Πάγος, ἵνα ἐνασκήσῃ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1871 οἱ νόμοι χορηγοῦσιν εἰς αὐτόν· ἑπομένως εἶχε πᾶσαν τὴν ὕλην ἀπὸ τότε, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ὅλας τὰς δικογραφίας. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς...
§54ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Σήμερον ἔχει μίαν πειθαρχικὴν ποινὴν, μετὰ δέκα ἔτη θὰ ἐπέλθῃ ἄλλη· τότε θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἡ ὑπόθεσις.
§55Α. ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζετε ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος θὰ ἦναι τόσον ἐπιλήσμων τῶν ἑαυτοῦ καθηκόντων, ὥστε ν’ ἀποφασίσῃ ἀποχώρησιν δικαστοῦ ἰσοβίου ἐπὶ τῇ βάσει παραπτώματος καὶ κατὰ τοὺς νόμους καὶ κατὰ τὴν κοινὴν συνείδησιν παραγεγραμμένου; Ἐγὼ εἶχον ἐναντίαν γνώμην περὶ τοῦ ἀνωτάτου αὐτοῦ δικαστηρίου, καὶ ὅταν παρέπεμπον αὐτῷ διαφόρους ὑποθέσεις, τινὲς τῶν ὁποίων ἦσαν πολὺ προγενέστεραι τῆς ἄλλης, εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἤθελεν ἐκτιμήσει οὕτω τὰ πράγματα· ἄλλως, ἂν ἐξετάσητε τὰ πράγματα, ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἀποφαίνεται ὡς πολιτικὸν δικαστήριον, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων γεγονότων, ἀποφαίνεται ὡς ἀνώτερον πειθαρχικὸν Συμβούλιον, δυνάμενον καὶ δικαιούμενον νὰ μορφώσῃ πεποίθησιν ἐκ τῶν παραπτωμάτων τοῦ δικαστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων πληροφοριῶν.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἀπὸ τὸν νόμον περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, εἶναι δικαίωμα συνδεόμενον μὲ τὴν αὐτοτέλειαν, τὴν αὐτοδιοίκησιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Ἡ Πολιτεία ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸ τὸ δικαστικὸν σῶμα νὰ κανονίζῃ τὴν πορείαν αὐτοῦ, καὶ νὰ συμπληροῖ τὰς ἀποκαλυπτομένας ἐν αὐτῷ ἀτελείας. Ἑπομένως βεβαίως πᾶσαι καὶ αἱ ἁπλούσταται πειθαρχικαὶ ἀποφάσεις δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς φωτισμὸν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα κρίνῃ περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ν’ ἀποχωρήσῃ δικαστοῦ πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Κατ’ ἐμέ, αἱ εὐθύναι ὑφίστανται πρῶτον εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ὀφείλοντας νὰ διαβιβάζωσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τὰς ὑποθέσεις, τὰς ἀφορώσας ἐκείνους τοὺς δικαστάς, οἵτινες δὲν ἐτιμωρήθησαν διὰ πειθαρχικῶν ποινῶν· δεύτερον, εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ὡσαύτως διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῶν ἐνεκρίθη ἀποχώρησις ἀπὸ τῆς ἰσοβιότητος ὡρισμένου δικαστοῦ· τρίτον, ὑφίσταται τὸ δικαίωμα τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῶν ὁποίων ἐνεκρίθη ἀποχώρησις ἰσοβίου δικαστοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ἐξέτεινε τὸν λόγον αὐτοῦ καὶ εἰς κύκλον εὐρύτερον. Ὁ κ. συνάδελφος ἐμνήσθη τῆς προθυμίας τῆς πλειοψηφίας, ὅπως παρέχῃ τὴν συνδρομήν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὀφείλω νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν διασάφησιν, ἀφοῦ λόγος προὐτάθη περὶ τῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πολιτείας τῆς πλειοψηφίας, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ οἱ πολιτικοὶ φίλοι μου, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν πλειοψηφίαν, καὶ ἐγὼ ὑπέχομεν κοινὴν εὐθύνην. Ἡμεῖς ἀνομολογοῦμεν καὶ πιστεύομεν, ὅτι ἐν κοινοβουλευτικῷ Κράτει ἡ γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου πρέπει νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν πολιτειακὴν λειτουργίαν. Νομίζομεν μάλιστα — καὶ δὲν εἴμεθα οἱ πρῶτοι ἡμεῖς, οἵτινες ἔχομεν τὴν γνώμην ταύτην, διότι πρὸ ἡμῶν πολλοὶ σοφοὶ ἄνδρες καὶ συγγραφεῖς ἀνέγραψαν αὐτήν, — νομίζομεν, λέγω, ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἐνασκήσει τοῦ κυρίου νομοθετικοῦ καθήκοντος ἡ ψῆφος τοῦ Βουλευτοῦ ἐνέχει καὶ πολιτικὴν ἔννοιαν, καὶ ὅτι, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἔχει πολιτικὴν ἔννοιαν, πρέπει νὰ δηλῶται ῥητῶς, ὅτι εἶναι ψῆφος ἐστερημένη πολιτικῆς ἐννοίας. Τοσοῦτον νομίζομεν ἀναγκαίαν τὴν σύμπραξιν τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡμεῖς ἐλησμονήσαμεν τὰς ὁποίας ἔχομεν πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις, διότι οἱ πολιτευόμενοι πάντες, ὡς ἄτομα, καὶ τὰ κόμματα ἔχουσιν ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὴν κοινωνίαν, καὶ πρὸ πάντων τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εὐθυνώμεθα μόνον διὰ τὰς ἰδίας ἡμῶν πράξεις. Εἶναι ἄλλως τε τὰ μάλα τολμηρὸν νὰ προσέρχηταί τις, ἀναγγέλλων ὅτι ἀναλαμβάνει νὰ εὐθύνηται καὶ διὰ πράξεις ἀλλοτρίας. Ἀλλὰ τοῦτο ἐπέβαλλεν εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον ἡμῶν πρὸς τὴν πατρίδα. Ἐὰν παριστάμεθα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐν ᾧ ἀποτελοῦμεν τὴν πλειοψηφίαν, διϊστάμενοι πρὸς τὰ γενόμενα, τὰς κατὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς συντελεσθείσας μεταβολάς, ἠθέλομεν συντελέσει εἰς χασμῳδίαν, ἡ ὁποία, συντελουμένη κατὰ τὰς ὥρας ἐκείνας, ἤθελε κινήσει οὐχὶ βεβαίως τὸν θαυμασμόν, ἀλλ’ αἴσθημα δυσάρεστον εἰς ἐκείνους, οἵτινες, μακρόθεν ἐπισκοποῦσι τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα καὶ μακρόθεν κρίνουσιν ἐπ’ αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐκρίνομεν, ὅτι σκοπὸς τῆς συσταθείσης τότε Κυβερνήσεως ἤθελεν εἶσθαι πρώτιστα ἡ ἀποκλειστικὴ ἀσχολία πρὸς συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης καὶ ἡ ἀποκλειστικὴ ἀσχολία πρὸς παρασκευὴν τῆς ἐκκενώσεως τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ τοῦ ἐχθροῦ, ἐκρίναμεν ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτὸς μᾶς συνέδεε μὲ πᾶσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν δὲν ἦτο κοινοβουλευτική· οὐδὲ προσῆκε νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αὕτη συνεφώνει μεθ’ ἡμῶν καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων κυβερνητικῶν θεμάτων, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπρόκειτο ν’ ἀσχοληθῇ περὶ ἄλλων θεμάτων κυβερνητικῶν. Ἤρκει διὰ τοῦτο εἰς ἡμᾶς, ὅτι συνεφώνει περὶ τοῦ κυρίου Θέματος, τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἐκκενώσεως τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Δὲν θέλω ν’ ἀποκαλύψω, διότι δὲν ἐπέστη ἔτι ἡ ὥρα ἡ κατάλληλος, ἐὰν ἡ εὐθύνη αὕτη, τὴν ὁποίαν ἕνεκα τούτου ἀνελάβομεν μέχρι τοῦδε, δὲν βαρύνει ἔν τισι τὴν συνείδησιν ἡμῶν, καὶ ἄν, ὅταν κατ’ ἰδίαν ἐν τοῖς σπουδαστηρίοις ἡμῶν ἀναμιμνησκώμεθα τὸ παρελθὸν καὶ ἐξετάζωμεν ποῖαι αἱ σχέσεις μας πρὸς τὴν Πολιτείαν, δὲν ἀνευρίσκωμεν ἀφορμὰς, ἵνα ἀνησυχῶμεν, μήπως ἠθέλομεν ἐπικριθῆ διὰ πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο. Διὰ τοῦτο μάλιστα ἠναγκάσθημεν νὰ ζητήσωμεν ἄλλοτε τὴν μεταβολὴν τοῦ Ὑπουργείου, δηλοῦντες ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν ὑπέχοντες εὐθύνην διὰ τὴν παρ’ ἄλλων διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τοιοῦτοι κανόνες κανονίζουσι καὶ τώρα τὴν πολιτείαν ἡμῶν, καὶ δίδομεν προθύμως τὴν συνδρομὴν ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διεξαγάγῃ τὸ ἔργον της, φροντίζομεν διὰ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι συναφῆ μὲ τὴν εἰρημένην ἀποστολὴν τῆς Κυβερνήσεως, φροντίζομεν μάλιστα, ἐφ’ ὅσον ἡ γνῶσις ἢ τῶν πραγμάτων ἢ τῶν προσώπων μᾶς μεταδίδει τὴν ἱκανότητα, νὰ συντελῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ ὅταν παρέλθῃ ἡ ἔκτακτος αὕτη περίστασις, βεβαίως θὰ ζητήσωμεν, ἵνα τὸ Κοινοβούλιον ἀνακτήσῃ τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα προσήκει νὰ ἐνασκῇ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων.
§57ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου μὲ ἀνεβίβασεν εἰς τὸ βῆμα ἐν τῇ ἀνελίξει τῆς λίαν εὐστόχου ὁμιλίας του, τῆς σχετικῆς πρὸς τὰ πειθαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ προσωπικοῦ, ὑπαινιχθεὶς ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω τι σχετικῶς πρὸς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι ἐπὶ ἐδάφους λίαν ὀλισθηροῦ, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔχω πλήρη τὴν συνείδησιν τῆς ἰδικῆς σας ἀνησυχίας, ἐὰν κρίνω ἐκ τοῦ ἐμοῦ ἐπὶ τοῦ θέματος ἐνδιαφέροντος. Ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ διαδόσεως σχετιζομένης πρὸς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐγγυήσεως τῶν δύο Μεγάλων Δυνάμεων, τῶν ἐχουσῶν πολίτευμα κοινοβουλευτικὸν, εἰς τὰς Βουλὰς αὐτῶν. Ὅ,τι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς πληροφορήσω, εἶναι ἡ εἰδοποίησις τοῦ ἡμετέρου ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένου, ὅτι ὑποβάλλεται τὸ περὶ ἐγγυήσεως σχέδιον νόμου αὔριον εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον. Ἐκ Παρισίων εἴδησιν, ἐὰν ὑποβάλλεται αὔριον ἢ ἄλλην τινὰ ἡμέραν τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἔχομεν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ ἦμαι ἥσυχος, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μεταδώσω τὴν ἡσυχίαν καὶ εἰς ὑμᾶς, εἶναι, ὅτι νομοσχέδιον περὶ ἐγγυήσεως εἰς τὸ Γαλλικὸν Κοινοβούλιον δὲν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀναβάλῃ μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τὸ ζήτημα τῆς ἐκκενώσεως τῆς Θεσσαλίας. Ἔχω μάλιστα καὶ λόγον νὰ ὑποθέτω,—δὲν θὰ μοὶ ζητήσητε περισσότερα· παρακαλῶ, μὴ θέσητε περισσότερα εἰς τὰς λέξεις μου, παρ’ ὅσον κεῖται ἐν αὐταῖς,—ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ περὶ δανείου εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν δὲν εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένον πρὸς τὴν ἐκ τῶν προτέρων ὁριστικὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ πρὸς τὴν ἐγγύησιν νομοσχεδίου ἐν τῇ Βουλῇ τῇ Γαλλικῇ. Δὲν ἔχω λόγον νὰ ὑποθέτω τοῦτο. Εἶπον, Κύριοι, νὰ μὴ θέτητε εἰς τὴν ἔκφρασίν μου περισσότερα ἢ ὅσα περιέχει.
§58Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς εὐχαριστοῦμεν· διότι ἡμεῖς δὲν εἴχομεν μεγαλειτέρας ἀξιώσεις.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἔχει τὸν λόγον.
§60Α. ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον.
§61Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ, κ. Ὑπουργέ, ἔχω τὴν ἐναντίαν γνώμην πρὸς ὑμᾶς. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀναβάλω δι’ αὔριον.
§62Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ καὶ τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἀναπτύξει αὐτοῦ περιέλαβε πλεῖστα ἄλλα ζητήματα, εἶναι ἄξιον εὐρυτέρας συζητήσεως καὶ μᾶλλον πεφωτισμένης. Ἤθελον συστήσει εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, λόγῳ τῆς ὥρας καὶ λόγῳ τῆς γνωστῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς...
§63ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα πρότερον, κύριε συνάδελφε, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ ν’ ἀναβάλωμεν, λαμβάνω αὔριον τὸν λόγον.
§64ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἄς ἀναβληθῇ δι’ ἄλλην ἡμέραν, διότι μεθ’ ὑμᾶς θέλομεν ὁμιλήσει καὶ ἄλλοι, ἔχομεν δὲ καὶ ἀνάγκην πληροφοριῶν τινων. Ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν, κύριε Πρόεδρε, γεννᾶται ἡ ἀνάγκη νὰ παρακληθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ καὶ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τοῦ ποσάκις καὶ πότε ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν ἀπετάθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ ποῖαι ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποφάσεις, ἀπολύτως, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἀπεφάσισεν ὁ Ἄρειος Πάγος· ἐὰν ὑπάρχωσι παραδείγματα, καὶ τίνα, προκλήσεως ἀποφάσεως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔστω καὶ ἂν τυχὸν δὲν ἐπηκολούθησαν ἀποφάσεις ὁριστικαί, διότι μεταξὺ τῆς προκλήσεως τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου παρῃτήθησαν δικασταί, περὶ τῶν ὁποίων προεκαλεῖτο ἡ γνώμη τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ μεθ’ ὅσα δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος εἶπε περὶ τῆς καταστάσεως οὐχὶ τοῦ τμήματος τοῦ πειθαρχικοῦ,—διότι τοιοῦτον τμῆμα δὲν ὑπάρχει—ἀλλὰ τοῦ γραφείου, εἰς τὸ ὁποῖον κυρίως προπαρασκευάζονται τὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καὶ μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔχω ἀφορμὰς νὰ γνωρίζω, ὅτι ἡ εἰκών, τὴν ὁποίαν περὶ τοῦ γραφείου τούτου ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς, δὲν εἶναι ἡ ἀκριβής, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δύσκολον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι δὲ καὶ ἀναπόφευκτον, ὕστερον ἀπὸ τὰ λεχθέντα σήμερον, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοῦ γραφείου ἐκείνου καὶ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῆς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, κατὰ τὴν τελευταίαν τοὐλάχιστον δεκαετίαν, κατ’ ἔτος. Ταῦτα θὰ ἦναι στοιχεῖα ἀναπόφευκτα πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ ἡ ἀλήθεια εἰς φῶς θὰ προέλθῃ, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἁρμόδιος πιθανὸν νὰ ἀνεύρῃ ἀφορμήν, ἵνα πλειότερον μελετήσῃ καὶ ἀκριβεστέρας ὑποβάλῃ πρὸς τὴν Βουλὴν γνώμας καὶ πληροφορίας. Ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς προσκομίσεως τῶν πληροφοριῶν θεωρῶ ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω τινὰ ἐφ’ ὧν ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐξέθηκε...
§65ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἴπετε ν’ ἀναβάλωμεν.
§66ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Περὶ ἀναβολῆς πρόκειται... Περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου ὁμιλῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐχαρακτήρισεν αὐτὰς ὡς γνωμοδοτήσεις ἁπλᾶς. Ὑπομιμνήσκω ὅμως αὐτῷ, ὅτι, ἐὰν ἦτο γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον ἁπλοῦν ὁ Ἄρειος Πάγος, καὶ ἁπλαῖ γνωμοδοτήσεις αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ, τότε πάντα τὰ γενόμενα εἰσι προφανῶς παράνομα, καὶ ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅπερ διὰ τοῦ ἄρθρου 88 ῥητῶς καὶ ἐπιτακτικῶς ὁρίζει, ὅτι ἰσόβιοι δικασταὶ δὲν δύνανται νὰ παυθῶσιν ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ὀφείλω νὰ ἀρκεσθῶ σήμερον εἰς τὴν ἁπλῆν ταύτην ὑπόμνησιν, διότι, ὡς ὁ φίλος ἐκ Μαντινείας κ. συνάδελφος διακόψας με εἶπε, πρόκειται περὶ ἀναβολῆς.
§67Α. ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἵνα ἐγγράφως ὑποβάλητε τὰ αἰτήματα ὑμῶν, διότι περιεκτικῶς ἐζητήσατε ὅ,τι ἐζητήσατε, ἀλλ’ αἱ βλέψεις σας εἶναι πάντοτε εὐρύτεραι τῶν ὅσων φαίνεσθε ὅτι ζητεῖτε. Συνεπῶς ἐπεθύμουν νὰ μοὶ διετυποῦντο ἐγγράφως, ἵνα εἰσχωρήσω εἰς τὸ πνεῦμα τῶν ἰδεῶν σας.
§68ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὰς ὑποβάλω καὶ ἐγγράφως.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀνεβλήθη, ἀνεβλήθη.
§71ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποκρούω κατ’ ἀρχὴν αὐτὴν τὴν προκαταβολικὴν παρατήρησιν.
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§73ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, Κύριοι, ἤκουον αὐτὴν τὴν σύστασιν, τὴν ὀλίγον θορυβώδη, ἡ ὁποία μοὶ γίνεται, νομίζω ὅτι θὰ ἐγινόμην συνεργὸς ἑνὸς ἀτοπήματος. Τὴν χάριν αὐτὴν, ἐὰν ἐπρόκειτο προσωπικήν τινα χάριν νὰ κάμω, εὐχαρίστως θὰ παρεῖχον, τοῦ νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον καὶ σᾶς ἐνοχλήσω. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀτόπου, δὲν πρόκειται οὐδὲ περὶ ἐμοῦ, οὐδὲ περὶ τῆς προσωπικῆς αὐτῆς παρατηρήσεως, πρόκειται περὶ τοῦ ἀτόπου τοῦ νὰ μεταβάλλωμεν, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ λόγος πρὸς τοῦτο, τὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ εἰς ἁπλοῦν θόρυβον, θόρυβον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἁρμόζῃ εἰς σύλλογον παίδων, ἀλλ’ οὐχὶ ποτὲ εἰς σοβαρὸν σῶμα ἀνδρῶν βουλευομένων. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τὸν λόγον, καὶ πολλοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠξεύρουν περὶ τίνος ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω, φωνάζουσιν «αὔριον»! Ἐὰν, Κύριοι, δὲν δέχομαι τὴν σύστασιν ταύτην περὶ ἀναβολῆς εἰς τὴν αὔριον, εἶναι διότι νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν συζήτησιν μὴ ἔχουσαν θέμα. Διότι περὶ τίνος πρόκειται, παρακαλῶ, νὰ συζητήσωμεν αὔριον; Ὑπάρχει καμμία ἐπερώτησις; Νομίζω, ὅτι παρασκευαζόμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ νόμων, περὶ τῶν ἀτελειῶν ἢ τῶν πλεονεκτημάτων ἑνὸς νόμου. Δὲν ἔχω πρόχειρον αὐτὴν τὴν στιγμὴν, Κύριοι, τὴν μνήμην περιστατικοῦ ἀναλόγου εἰς Κοινοβούλιον Εὐρωπαϊκὸν, ὅπου ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι ἀπόλυτος, καὶ ὁ λεγόμενος ἔλεγχος ἀπεριόριστος, ἀπεριόριστος ἐντὸς λογικῶν ὁρίων, ὅπου ἐπιτίμησις ἐγένετο εἰς Βουλευτὴν, διότι ἐτόλμησε, χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν μεταβολῆς τοῦ νόμου, νὰ ἐλέγξῃ τὸν νόμον. Καὶ ὅταν γίνηται λόγος περὶ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν καὶ τοῦ ἐλέγχειν ἐντὸς ὁρίων τινῶν, παράδοξον ἀληθῶς καὶ πρωτοφανὲς καὶ πρωτάκουστον θὰ φανῇ παρ’ ἡμῖν, ἐὰν εἴπῃ τις, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀπαγορεύσεων, αἱ ὁποῖαι τηροῦνται εἰς Εὐρωπαϊκὰ Κοινοβούλια, εἶναι καὶ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς συζητήσεως περὶ νόμων καὶ τῆς μορφῆς πρὸς τοὺς νόμους. Σφοδρῶς ἐπετιμήθη ἐπὶ τούτῳ Βουλευτὴς εἰς Κοινοβούλιον Εὐρωπαϊκόν. Νομίζω ὅτι τοῦτο συνέβη ἐν Ἀγγλίᾳ, διότι ἐτόλμησε Βουλευτὴς νὰ ἀναφέρῃ ἀτελείας νόμου ὑφισταμένου, χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν μεταβολῆς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐδῶ, Κύριοι, πολλάκις ἔσχομεν δι’ ἐπερωτήσεων συζητήσεις περὶ ὑφισταμένων νόμων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατηναλώθη μία ὁλόκληρος συνεδρίασις εἰς ἔλεγχον τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡμεῖς, ὅταν λέγωμεν ἔλεγχον, φανταζόμεθα ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν ὅριον· τὰ πάντα δυνάμεθα νὰ ἐλέγχωμεν, καὶ τοὺς νόμους ἀκόμη τοὺς ὑφισταμένους. Οὐδὲν ἀτοπώτερον, Κύριοι, τούτου· καὶ εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἄτοπον, καθόσον ἔχετε τὸ δικαίωμα, ὅταν θεωρῆτε ὅτι εἷς νόμος εἶναι ἀτελὴς, νὰ ὑποβάλητε πρότασιν μεταβολῆς αὐτοῦ. Ποῦ ἠκούσθη, Κύριοι, αὐτὸ τὸ ἀτελεύτητον τῶν συζητήσεων περὶ τῶν νόμων τῶν ὑφισταμένων;
§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἀπὸ τὰς στιγμιαίας ἐμπνεύσεις. Εἰς οὐδὲν Κοινοβούλιον ἀπαντᾷ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε. Παρακαλῶ νὰ ἀναφέρητε πότε καὶ ποῦ ἐτόλμησε Βουλευτὴς νὰ ἐπικρίνῃ νόμον, καὶ ἀνεκλήθη εἰς τὴν τάξιν.
§75ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ τολμηρὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πράττετε σεῖς αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καὶ ἄτοπον δι’ ὑμᾶς αὐτόν· διότι, ἵνα ἀναφέρω ἐγὼ, ὅτι συνέβη τοῦτο, θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ ἐπινοήσω. Καὶ ταῦτα λέγων, γνωρίζω τὸ σύστημα τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον δύναταί τις ν’ ἀπορήσῃ καὶ διὰ τὴν μνήμην του ἀκόμη, διότι ἄνευ δισταγμοῦ δύναται ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ σᾶς εἴπῃ: εἰς τὴν Πρωσσίαν συμβαίνει τοῦτο, εἰς τὴν Γαλλίαν ἐκεῖνο!
§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπικαλεῖσθε ἓν γεγονός. Νὰ ἀναφέρητε ὡρισμένον γεγονός.
§77ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντιποιοῦμαι τὴν ὑπεράνθρωπον ἐκείνην δύναμιν τῆς μνήμης τοῦ ἐκ Λοκρίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς πᾶσαν περίστασιν σᾶς ἐκσφενδονίζει σοβαρώτατα, ὅτι εἰς τὴν Πρωσσίαν (πρὸ πάντων περὶ τῆς Πρωσσίας ὁμιλεῖ, ἀλλὰ πολλάκις καὶ περὶ τῶν ἄλλων χωρῶν,) ὅτι εἰς τὴν Πρωσσίαν λ. χ. δὲν ἠκούσθη ποτὲ τοῦτο, καὶ μάλιστα ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην, ὡς νὰ ἦναι πανταχοῦ παρὼν, ὅτι δὲν ἠκούσθη τι ποτὲ εἰς κανὲν Κράτος! (ἱλαρότης).
§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δηλαδὴ ἐγκαλεῖτε ὑμᾶς αὐτὸν, διότι σεῖς ἰσχυρίζεσθε τοιοῦτόν τι.
§79ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, μὴ ἔχων τὴν τόλμην αὐτὴν, νὰ εἴπω τί δὲν γίνεται εἰς ἓν Κράτος ὁλόκληρον, περιορίζομαι εἰς τὴν βεβαίωσιν μόνον τοῦ τί ἀνέγνωσα ἢ τί ἤκουσα ὅτι ἐγένετο εἰς ἓν Κράτος. Ἐκείνας μόνον λοιπὸν τὰς ἐντυπώσεις ἀναφέρω, καὶ τὰς ἀπομνημονεύσεις γενομένων, ὄχι δὲ καὶ τῶν μὴ γενομένων. Μόνον ἕως ἐκεῖ περιορίζεται τὸ θάῤῥος μου, ὡς πρὸς τοῦτο δηλαδὴ, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ἀνέγνων ὅτι κἄπου συνέβη τοῦτο, νὰ ἐπιτιμηθῇ εἷς Βουλευτὴς διότι ἐπέκρινε ἕνα νόμον, χωρὶς νὰ ἔχῃ πρότασιν μεταβολῆς αὐτοῦ. Τοῦτο ἐνθυμοῦμαι· τοῦτο λέγω. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος θέλῃ ν’ ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην τῆς βεβαιώσεως, ὅτι εἰς κανὲν Κράτος δὲν συνέβη ἐκεῖνο, ὅπερ αὐτὸς δὲν ἀνέγνωσε, δὲν ἤκουσεν, εἶναι κύριος ν’ ἀναλαμβάνῃ τοιαύτας εὐθύνας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εὐχερῶς ἀναλαμβάνει πολὺ μεγάλας εὐθύνας ὄχι μόνον περὶ τοιαύτας βεβαιώσεις, περὶ τῶν ἀλλαχοῦ συμβαινόντων ἢ μὴ συμβαινόντων, ἀλλὰ καὶ περὶ ὅσων ἐξ ἰδίας ἐπινοίας ἑκάστοτε κατασκευάζει, ὡς λόγου χάριν πολιτικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ὅμως πολλάκις κατόπιν παριστᾷ ὁ ἴδιος ὡς πολὺ κακῶς κατασκευασθέντα, ἀλλ’ ἐγὼ τοιαύτας εὐθύνας δὲν ἀναλαμβάνω. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἀρκεῖ ἆρά γε ἡ λογικὴ, δὲν ἀρκεῖ ἡ παρατήρησις, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ὅρια ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ χρόνος, ὅπως τὴν κυρίαν αὑτῆς ἐργασίαν, τὴν νομοθετικὴν, ἐκτελῇ; Καὶ ἐὰν, Κύριοι, ἀναγνωρίσητε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν τοὺς νόμους καὶ συζητεῖν περὶ αὐτῶν χωρὶς νὰ καταλήγητε εἰς πρότασιν περὶ μεταβολῆς, νομίζετε ὅτι ἔχετε πλέον σπουδαιότητα ἐν ταῖς ἐργασίαις ὑμῶν; Θὰ ἤρκει βεβαίως ἡ λογικὴ, ἵνα σᾶς ἐπιβάλῃ τὸν περιορισμὸν τοῦτον· διότι, ὅταν φρονῆτε ὅτι εἷς νόμος λειτουργεῖ κακῶς, ὀφείλετε νὰ ὑποβάλητε πρότασιν περὶ μεταβολῆς αὐτοῦ. Οὐδὲ συμφέρει ὁ νόμος νὰ ἐξευτελίζηται ἀσκόπως, ὡς δὲν συμφέρει νὰ ἐξευτελίζηται ἀσκόπως οἱαδήποτε ἐξουσία πολιτειακή. Ὅταν λέγητε πολλάκις, ὅτι παραλογιζομένη ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον τινὰ, νομίζετε ὅτι δὲν κλονίζετε εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ πολίτου τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ, ὅτι οἱ νόμοι εἶναι ἀπόῤῥοια σοβαρῶν σκέψεων; Ἀλλὰ λέγων τοῦτο περιορίζω κανὲν δικαίωμα; Μὲ τὸ ν’ ἀποκρούῃ κανεὶς τὴν κατάχρησιν ἐθεωρήθη παρ’ ἡμῖν, ὅτι περιορίζει τὸ δικαίωμα, ἐνῷ ἡ ἀποτροπὴ τῆς καταχρήσεως εἶναι τοὐναντίον ἡ ἐξασφάλισις τοῦ δικαιώματος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ζητῶ συγγνώμην, διότι ἐξέτεινα ὑπερμέτρως τὸν λόγον. Εἶπον ταῦτα, διότι εἶδον προμηνυομένην νέαν ἀτελεύτητον συζήτησιν αὔριον περὶ τοῦ νόμου περὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστῶν...
§80ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι ἀλλ’ ἐὰν πρέπῃ νὰ κατατεθοῦν αἱ δικογραφίαι ἢ ὄχι.
§81ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι κατόπιν τῆς προσθήκης γνώμης γνωστοῦ κύρους κοινοβουλευτικοῦ ἐθεώρησα ὅτι τοῦτο τὸ ζήτημα ἦτο λελυμένον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπέθεσα ὅτι ὑπάρχει καὶ δι’ αὔριον αὐτὸ τὸ ζήτημα, τοῦ νὰ κατατεθοῦν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ νὰ διέλθωμεν ὀλίγας ὥρας ἀναγινώσκοντες ἀντὶ ἐφημερίδων δικαστικὰς ἀποφάσεις. Τί ἔμενε λοιπόν; Ὁ ἔλεγχος τοῦ νόμου περὶ ἀποχωρήσεως. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει τοὐλάχιστον τοῦτο νὰ περικόψωμεν, καὶ εἴμεθα σήμερον εὐτυχῶς εἰς τὴν ὥραν τῶν διακρίσεων αὐτῶν, τὰς ὁποίας ἕτερος Βουλευτὴς, κύρους γνωστοῦ, ἤρχισεν εὐτυχῶς. Ἀπεχωρήσαμεν λοιπὸν, ὡς μὴ ὑποκειμένας εἰς ἐπερωτήσεις, τὰς πράξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας, ἀνηκούσας εἰς ἄλλην ἐξουσίαν, ἀνεξέλεγκτον, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξελέγξωμεν. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία λοιπὸν ἐν ταῖς ἀποφάσεσιν αὐτῆς μένει ἀνεξέλεγκτος ἐν τῇ Βουλῇ. Ἄς προσθέσωμεν καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι οἱ νόμοι μένουν ἀνεξέλεγκτοι, ἐφ’ ὅσον δὲν ζητεῖται ἡ κατάργησις ἢ ἡ τροποποίησις ἐν τῇ Βουλῇ.
§82Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἀποκεντρώσεως, μέμφεσθε ὅλους τοὺς νόμους μας, τοὺς ὁποίους θεωρεῖτε συγκεντρωτικούς.
§83ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἄρθρων νόμων συζητουμένων.
§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλπίζω ὅτι δεύτερος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν θὰ συμμερίζεται τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς, ὅτι δηλαδὴ τὸ Κοινοβούλιον δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ποιῆται λόγον περὶ ἀτελείας ἑνὸς νόμου, καὶ νὰ ζητῇ τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἄντικρυς ἀνατροπὴ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ παραδέχετο τὴν γνώμην ταύτην, δὲν θὰ εἶχε πλέον λόγον ὑποστάσεως. Ὡς πρὸς τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Χατζόπουλος καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἠθέλησε νὰ δώσῃ περὶ ἐπερωτήσεων, νομίζω ὅτι δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι ἢ νὰ τὸν παρομοιάσω πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος σᾶς πλησιάζει αἴφνης, ὅπως σᾶς εἴπῃ δύο μόνον λέξεις, καὶ ἐν προοιμίῳ σᾶς λιμάρει, τὸ δὴ λεγόμενον, ἐπὶ ὥραν ὁλόκληρον, ἵνα σᾶς πείσῃ, ὅτι αὐτὸς εἶναι κατὰ τῆς πολυλογίας! Ὁ κ. συνάδελφος καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἐπὶ ὥραν πολλὴν ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν, κατακρίνων τοὺς ἄλλους, ὅτι κατατρίβουσι τὸν χρόνον εἰς ἐπερωτήσεις. Δὲν νομίζετε, ὅτι ὁ κ. Χατζόπουλος θὰ παρεῖχεν ἔμπρακτον ἀπόδειξιν καὶ χθὲς καὶ σήμερον τῆς τοιαύτης ὀρθοφροσύνης του, φειδόμενος ὁ ἴδιος τοῦ χρόνου, καὶ μὴ ἀπασχολῶν ἡμᾶς τόσας ὥρας μὲ τὰς συμβουλὰς του;
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§86Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δύο ἀναφορὰς ἔχω νὰ ὑποβάλω, κ. Πρόεδρε. Ἡ μία τούτων φέρει τὴν ὑπογραφὴν τῆς χήρας Ἀθανασίου Διάκου, ἡ ὁποία ζητεῖ βοήθημά τι διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Εἶχεν υἱὸν τὸν λοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ Ἰωάννην Διάκον, ὁ ὁποῖος, ὑπηρετῶν κατὰ τὸν πόλεμον παρὰ τῷ 6ῳ εὐζωνικῷ τάγματι, ἀπέθανεν ἐκ συγκοπῆς, ἐπελθούσης ἴσως αὐτῷ ἐκ τῆς λύπης, ἣν ᾐσθάνθη ἐπὶ τῇ πραγματικότητι τῆς ἐκ τῶν συνόρων ὑποχωρήσεως τῶν στρατευμάτων τῶν φρουρούντων τὰ περὶ τὸν Ζάρκον μέρη. Ἀπέθανε, καὶ κατ’ ἄλλους μὲν ἔμεινεν ἐκεῖ ἄταφος, κατ’ ἄλλους δὲ ἐτάφη μὲν, δὲν ἐλήφθησαν ὅμως κατὰ τὸν θάνατόν του τὰ ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν ἐπιβαλλόμενα μέτρα, καὶ διὰ τοῦτο ἠφανίσθησαν ἐξ ὅλαι χιλιάδες δραχμῶν, τὰς ὁποίας, ὡς βεβαιοῦσιν οἱ γινώσκοντες τὰ κατὰ τὸν ἀποθανόντα λοχαγὸν, ἔφερεν οὗτος μεθ’ ἑαυτοῦ. Ἡ γραῖα λοιπὸν μήτηρ του, ἥτις κατὰ μῆνας ἴσως μετρεῖ τὸν βίον της, μετὰ τοῦ μόνου στηρίγματος τοῦ υἱοῦ της ἀπώλεσε καὶ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, ἡ ὁποία, ἐὰν δὲν ἐξηφανίζετο, θὰ ἐξήρκει εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δυστυχοῦς αὐτῆς μητρός. Περιττὸν εἶναι, νομίζω, νὰ εἴπω ὁποῖός τις ἦτο ὁ λοχαγὸς Διάκος· εἶναι δὲ περιττὸν, διότι κάλλιον ἴσως ἐμοῦ γνωρίζει τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὴν ταξιαρχίαν τοῦ ὁποίου ἀνῆκε. Παραιτούμενος λοιπὸν πάσης συστάσεως καὶ ἀναπτύξεως τῆς ὑποθέσεως, παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ διαβιβάσητε τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος βεβαίως θέλει ἐνεργήσει πᾶν ὅ,τι ἀπαιτεῖται ὑπὲρ τῆς ἀτυχοῦς ταύτης μητρὸς τοῦ λοχαγοῦ του. Ἔχω, ὡς εἶπον, καὶ δευτέραν ἀναφορὰν, ἀπευθυνομένην πρὸς ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε. Ταύτην μοὶ ἀπέστειλε, μετὰ τῆς παρακλήσεως ὅπως τὴν ἐγχειρίσω ὑμῖν, ὁ ἐν Λαμίᾳ κ. Ἀνδρέας Μιχαλόπουλος. Οὗτος μετὰ πολλοὺς κόπους κατώρθωσε νὰ συστήσῃ ὑδροκίνητον ἀλευρόμυλον παρὰ τὸ χωρίον Φραντζῆ τοῦ δήμου Ἡρακλειωτῶν, καὶ ἐν θέσει ἀπεχούσῃ μόλις περὶ τὰ δισχίλια μέτρα ἀπὸ τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, τοῦ ἀποτελοῦντος τὸ σύνορον τῶν δήμων Ἡρακλειωτῶν καὶ Λαμιέων, ἐν τῷ ὁποίῳ καταναλίσκει μέγα μέρος τοῦ προϊόντος τοῦ καταστήματός του. Τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο, ἀπὸ ἐτῶν ἤδη λειτουργοῦν, ἀπέβη εὐεργετικώτατον εἰς τὴν πόλιν τῆς Λαμίας, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας πρότερον ἠναγκάζοντο ν’ ἀγοράζωσι τὸ ἀναγκαιοῦν αὐτοῖς ἄλευρον εἰς τιμὴν, τὴν ὁποίαν ὥριζεν ἓν ἄλλο ὅμοιον κατάστημα, ἀπὸ τριακονταετίας λειτουργοῦν ἐν Φθιώτιδι, τὸ τοῦ κ. Ἀγαθοκλέους, ὅλως αὐθαιρέτως καὶ συμφώνως πρὸς τὰς κερδοσκοπικάς του βλέψεις. Τὸ προϊόν τοῦ ἐργοστασίου τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, διὰ πολλοὺς λόγους, ἰδίως δὲ διότι, ὡς πάντοτε παρετηρήθη, τὸν σῖτον, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται ἵνα παραχθῇ τὸ ἐν τῷ δήμῳ Λαμιέων καταναλισκόμενον ἄλευρον, ἐπρομηθεύετο ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ δήμου Λαμιέων, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον σιτοπαραγωγῶν δήμων τῆς Φθιώτιδος, ἔμενε, καὶ πολὺ ὀρθῶς, ἐλεύθερον δημοτικοῦ φόρου. Ἐσχάτως ὅμως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Λαμιέων, ἢ μᾶλλον ὁ κ. δήμαρχος, ἔκρινε καλὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς φορολογίαν καὶ τὸ ἄλευρον τοῦτο, φορολογίαν ἐκ τῆς ὁποίας ὁ κ. Μιχαλόπουλος καθίσταται ἀνίκανος νὰ διαγωνισθῇ, ἄνευ προφανοῦς ζημίας, πρὸς τὸν κ. Ἀγαθοκλῆ, καὶ τοιουτοτρόπως οἱ κάτοικοι τῆς Λαμίας περιέπεσαν εἰς τὸ κακὸν τοῦ μονοπωλίου, τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας πάντες γινώσκομεν καὶ πάντες δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν. Καὶ πρὸς τὸ παρὸν μὲν ὡς συνέπεια τούτου παρουσιάζεται ἡ ἀπραξία τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, μὴ δυναμένου, ὡς ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου καὶ τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς, νὰ πωλήσῃ ἄλευρα εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν· ἡ ἀπραξία ὅμως αὕτη μετὰ καιρὸν θέλει προκαλέσει τὴν ὁλοσχερῆ παῦσιν τῆς λειτουργίας τοῦ καταστήματός του, μεθ’ ἣν ὁ κ. Ἀγαθοκλῆς θέλει καταστῆ κύριος τῆς Λαμίας, ὡς ὑπῆρξε τοιοῦτος καὶ ἄλλοτε. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. δήμαρχον Λαμιέων, οὐδὲν λέγω, διότι πάντες οἱ ἐν Λαμίᾳ γνωρίζουσι καλῶς, ὅτι ταῦτα πάντα ἐνεργεῖ πρὸς τιμωρίαν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, παύσαντος ἀπό τινος χρόνου, κατὰ σύμπτωσιν, νὰ τιμᾷ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του τὸν κ. δήμαρχον. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει νὰ φέρω ἐνταῦθα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὸν λόγον, εἶναι ἡ ἐπιπολαιότης, μεθ’ ἧς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐκύρωσε τὸ τοιοῦτον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λαμίας ψήφισμα. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Λαμιέων ἀπεφάνθη, ὅτι πρέπει νὰ φορολογῶνται τοῦ λοιποῦ τὰ ἄλευρα τοῦ ἐργοστασίου τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ περὶ δήμων νόμου, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ δὲν ἐξηγήθη καλῶς. Ἐπιτρέπει μὲν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τὴν ὑπαγωγὴν εἰς φορολογίαν τῶν ἀλεύρων, τίθησιν ὅμως καὶ περιορισμούς, τοὺς ὁποίους τὸ μὲν Δημοτικὸν Συμβούλιον παρεῖδεν ἐπίτηδες, τὸ δὲ Ὑπουργικὸν τοιοῦτον ἐξ ἐπιπολαιότητος δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. Λέγει μὲν τὸ ἄρθρον 5 τοῦ περὶ δήμων νόμου, ὅτι καὶ τὰ ἄλευρα φορολογοῦνται, δὲν παραλείπει ὅμως νὰ εἴπῃ, ὅτι ταῦτα φορολογοῦνται ἕνεκα ἐκτάκτων περιστάσεων, διαταρασσουσῶν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ δήμου, καὶ ὅτι ἡ φορολογία ἐξακολουθεῖ ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ προκαλέσασα ταύτην αἰτία ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη. Ἀλλὰ ποία ἡ αἰτία αὕτη; ὁ πόλεμος; ἡ φυγὴ τῶν κατοίκων Λαμίας ἐπί τινα χρόνον καὶ ἡ συγκέντρωσις ἐν αὐτῇ πολλῶν χιλιάδων στρατοῦ; Βεβαίως ταῦτα θὰ ἐπικαλεῖται ἐν ταῖς σκέψεσί του τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον’ ἀλλ’ ἐκ πάντων τούτων πάντες ἀληθῶς οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Λαμιέων ἐζημιώθησαν, ὁ δῆμος ὅμως Λαμιέων ἀναντιῤῥήτως ὠφελήθη. Καὶ ὠφελήθη ὁ δῆμος Λαμιέων κατὰ εἴκοσι τοὐλάχιστον χιλιάδας δραχμὰς ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ φόρου τῶν ὠνίων, τὸν ἐνοικιαστὴν τοῦ ὁποίου ἐκήρυξεν ἔκπτωτον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἀναμφισβητήτου τούτου, ὑπὲρ τῆς μὴ φορολογίας τῶν ἀλεύρων τοῦ κ. Μιχαλοπούλου συνηγορεῖ καὶ τὸ ἑξῆς. Πρὸ ἐτῶν ἐψηφίσθη νόμος, ἰσχύων καὶ σήμερον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου τῆς εἰσαγωγῆς οἱ σῖτοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσάγονται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μεταποιήσεως εἰς ἄλευρα ἐν ἀτμομύλοις. Δὲν ἠδύνατο τάχα ἡ Κυβέρνησις καὶ τοῦτο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτε ἐκύρου τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Λαμιέων; Τὸ αὐτὸ περίπου συμβαίνει καὶ ἐν Λαμίᾳ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος προμηθεύεται σῖτον ἐκ τοῦ δήμου Λαμίας· τὸν σῖτον τοῦτον μεταποιεῖ εἰς ἄλευρον εἰς τὸ ἐν τῷ δήμῳ Ἡρακλειωτῶν ἐργοστάσιόν του, καὶ τὸ ἄλευρον αὐτὸ φέρει εἰς Λαμίαν καὶ τὸ καταναλίσκει ἐκεῖ. Εἶναι περίπτωσις ὁμοιοτάτη, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι τὸ ἐργοστάσιον τοῦ κ. Μιχαλοπούλου δὲν εἶναι ἀτμοκίνητον, ἀλλ’ ὑδροκίνητον. Ἡ διαφορὰ ὅμως αὕτη εἶναι ἀναξία λόγου, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁμιλεῖ περὶ ἀτμοκινήτων μύλων, διὰ τὸν λόγον ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίσθη, δὲν ὑπῆρχον ἐν Ἑλλάδι καὶ ὑδροκίνητοι τοιοῦτοι. Διὰ πάντα λοιπὸν ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, παραδίδων ὑμῖν τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ διαβιβάσητε ταύτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἣν παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἐνεργήσῃ πᾶν ὅ,τι ὑπαγορεύει ἡ λογικὴ καὶ τὸ συμφέρον τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ οὐχὶ τὸ συμφέρον ἑνός.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§88Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπευθύνω παρατήρησίν τινα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ ὑπομνήσω προγενεστέραν ἀπόφασίν της ἐν σχέσει πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀπὸ δέκα ἡμερῶν ἡ Βουλὴ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν, ὅπως νομοσχέδιόν τι, πρὸ καιροῦ εἰσηγμένον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀναγεγραμμένον δὲ σήμερον ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 4 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἤτοι τὸ «περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης τῆς συντηρήσεως τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης», προταχθὲν συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἔμενον ἐκκρεμῆ εἰσέτι τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τάξεως ὁμαλωτέρας ἐν Θεσσαλίᾳ, τὸ τῆς χορηγίας βοηθημάτων εἰς τοὺς δεομένους τοιούτων ἀπόρους Θεσσαλοὺς καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν φόρων, ἡ Βουλὴ ἠνέχθη, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης συζητηθῇ μετὰ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, μολονότι καὶ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον εἶναι εἰς ἄκρον ἐπεῖγον, διότι, ὡς ἄλλοτε παρέστησα, κίνδυνος νὰ παύσῃ λειτουργοῦν τὸ Γυμνάσιον ἐπαπειλεῖται ἐκ τῆς μὴ ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Οὐχ ἧττον, μολονότι ἡ ἡμερησία διάταξις ἠλαφρώθη ἤδη ἐκ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, παρατηρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, εἶναι ἐπεῖγον, ἀντὶ νὰ λάβῃ θέσιν ἀνωτέραν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὑποχωρεῖ πάλιν ἀπέναντι ἄλλων, καὶ προτάσσεται αὐτοῦ οὐχὶ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἡ πρότασις νόμου τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἐφημερίδων εἰς τὸ ταχυδρομικὸν μονοπώλιον τοῦ Κράτους». Νομίζω ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ προτάσσηται πρότασις νόμου, προερχομένη ἀπὸ βουλευτικῆς μάλιστα πρωτοβουλίας, νομοσχεδίου εἰσηγμένου ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅστις, ἀναγνωρίσας τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτου νομοσχεδίου, ἔφερεν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν.
§89ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναται ν’ ἀναγνωθῇ καὶ σήμερον πρῶτον, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καμμία.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης τῆς συντηρήσεως τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποπερατώσεως τοῦ κατασκευαζομένου ὑδραγωγείου τῆς κωμοπόλεως Λιγουδίστης τοῦ δήμου Φλεσιάδος διὰ χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τοῦ δήμου τούτου. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§93ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου σήμερον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι ἐκ τῆς ὑποβολῆς τινων ἐγγράφων, κατατεθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν ὁποίων ὁ φάκελλος ταύτην τὴν στιγμὴν μοὶ ἐδόθη, νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἡ ἐπερώτησις, ἡ ἀπὸ πέρυσιν ἀπευθυνθεῖσα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπαναληφθεῖσα τελευταῖον καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ἐσκόπει εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ χορηγηθῶσιν ἡμῖν καὶ ἐπίσημοι πληροφορίαι ἔνθεν μὲν περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσπραχθέντος δι’ εἰδικοῦ νόμου ὑπὲρ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν Λιγουδίστῃ καὶ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ, ἔνθεν δὲ περὶ τῆς συντελέσεως πάντων τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Φλεσιάδος καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπολείπεται ἐκ τῶν χρημάτων αὐτῆς. Τοῦτο ἀνέπτυξα ἐγὼ καὶ χθὲς, δι’ ὀλίγων λέξεων ὑποδείξας εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ καθῆκόν της εἶναι, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν δήμευσιν τόσου ποσοῦ χρημάτων, 45,000 δραχμῶν—καὶ θεωρῶ τοῦτο δήμευσιν, διότι τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἀνήκει εἰς μόνους τοὺς κατοίκους Λιγουδίστης, ἀλλ’ εἰς ὅλους τοὺς δημότας τοῦ δήμου Φλεσιάδος, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσουν, ὅπως διὰ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ κατασκευασθῶσιν ὁδοὶ συνδέουσαι τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου μὲ τὰ λοιπὰ χωρία, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη εἰσέφερον τὸν ὀβολόν των οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου ἐκείνου, ἡ ἀφαίρεσις λοιπὸν τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ προορισμοῦ του καὶ ἡ διάθεσις ὑπὲρ ἄλλου σκοποῦ ἀφορῶντος εἰς ἓν μέρος μόνον τῶν δημοτῶν, εἶναι, νομίζω, δήμευσις περιουσίας τῶν δημοτῶν ἐκείνων,—πρὶν ἤ, λέγω, ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ψηφίσῃ τὴν τοιαύτην δήμευσιν, ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας· ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, τί ἔγειναν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν χάριν τοῦ ὑδραγωγείου Λιγουδίστης ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικοῦ φόρου, ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐπὶ πενταετίαν ὁλόκληρον. Διότι ἐντεῦθεν θὰ πεισθῇ ἴσως, ὅτι ὑπάρχει τῷ ὄντι χρῆμα πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου, καὶ ἑπομένως οὕτω πως εἶναι περιττὴ ἡ ψήφισις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Δεύτερον ἔπρεπε νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ἐὰν κατεσκευάσθησαν προηγουμένως αἱ ὁδοὶ τοῦ δήμου Φλεσιάδος καὶ περισσεύουν 45,000 δραχμαί, ὅπως τότε συγκατατεθῇ νὰ διατεθῶσιν αὗται ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑδραγωγείου. Ἀπέναντι τῶν πληροφοριῶν τούτων τῶν αἰτηθεισῶν, τῶν μόνον δυναμένων νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ποίας πληροφορίας ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἕνα φάκελλον ὀγκώδη, περιέχοντα διάφορα ἔγγραφα, ἀνταλλαγέντα μεταξὺ νομάρχου, νομομηχανικοῦ, ἐπαρχιακοῦ ἐργοδηγοῦ, διευθυντοῦ δημοσίων ἔργων καὶ λοιπῶν ἀρχῶν, περὶ κατασκευῆς τοῦ ὑδραγωγείου Λιγουδίστης, οὐδεμία δὲ ἀπολύτως πληροφορία ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὑπάρχει ἐδῶ· μάλιστα, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει καμμία ἐκ τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν ἐν τῷ φακέλλῳ, ὑπάρχουσιν ἐν τῷ φακέλλῳ ἄλλα, ἄσχετα ὅλως διόλου ἔγγραφα. Ἀνευρίσκω λ. χ. μίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς ἐνταῦθα συνοικίας Μοναστηρακίου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξαιτουμένων, ὅπως μετενεχθῶσι τὰ σιδηρουργεῖα τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ἔξω τῆς πόλεως...
§94Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὕτη περιελήφθη κατὰ λάθος.
§95ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἐγγράφων ἐφωτίσθη καὶ πρέπει ν’ ἀφαιρέσῃ τὰς 45,000 δραχμὰς ἐκ τῶν δημοτῶν Φλεσιάδος, καὶ νὰ τὰς διαθέσῃ ὑπὲρ κατασκευῆς τοῦ ὑδραγωγείου τῆς Λιγουδίστης, εἶναι κυρία νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλ’ ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι οὕτω πως θ’ ἀπεδείκνυε μόνον, ὅτι ἔχουσι δίκαιον οἱ ἰσχυριζόμενοι περὶ τῶν Κοινοβουλίων, ὅτι τὰ πάντα δύνανται ν’ ἀποτολμήσωσι καὶ ν’ ἀνατρέψωσι, καὶ μόνον τὸν ἄνδρα δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσιν εἰς γυναῖκα καὶ τὴν γυναῖκα εἰς ἄνδρα. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις μόνον εἶχον νὰ κάμω δηλῶ δὲ, ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν πλέον νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ ἡ Βουλὴ δύναται ἀκωλύτως νὰ προβῇ εἰς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§96Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας· ἑπομένως τὴν στιγμὴν ταύτην συζητεῖται πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας. Καθ’ ἣν στιγμὴν χθὲς ἐπρόκειτο ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας. Αἱ πληροφορίαι, ἃς ἠδυνάμην εἰς τὸ διάστημα τοῦτο τὸ μικρὸν νὰ λάβω, ἦσαν ὁ φάκελλος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχεν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸν φάκελλον τοῦτον ἐζήτησα, καὶ, ἐν τῷ καθήκοντι, τὸ ὁποῖον ἔχω, κατέθεσα αὐτὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Εἶναι ἀληθὲς, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ᾐτήσατο ὁ κ. Βουλευτής, περὶ τοῦ ἂν κατεσκευάσθησαν αἱ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ κατασκευασθῶσι, δὲν περιέχονται ἐν τῷ φακέλλῳ, διότι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὁ ἐπερωτήσας Βουλευτὴς δὲν εἶχε, φαίνεται, ζητήσει τοιαύτας πληροφορίας...
§97ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀνέγνωσα τὴν ἐπερώτησιν ἐκ τοῦ ἐντύπου.
§98ΚΟΡΠΑΣ. Ἀφορᾷ τὸ παρελθόν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὑπεύθυνος δι’ ὅ,τι ἔπραξαν ἢ δὲν ἔπραξαν οἱ προκάτοχοί μου... Χθὲς λοιπὸν τὸ ἑσπέρας ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιθυμῇ νὰ προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, μέχρις οὗ προσαχθῶσιν αἱ πληροφορίαι, εἶναι ἐπίσης δικαίωμά του· ἐγὼ ὅμως τοιαύτας πληροφορίας οὔτε ἐζήτησα, οὔτε ἠδυνάμην νὰ ἔχω εἰς διάστημα ὀλίγων ὡρῶν.
§99ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ φακέλλῳ τῷ κατατεθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρίσκω ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Φλεσιάδος, τὸ ὁποῖον προτείνει, ὅπως δραχμαὶ 45,844, αἵτινες εἶναι κατατεθειμέναι εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν ταμεῖον Τριφυλίας, ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸν δῆμον Φλεσιάδος ἐκ τοῦ φόρου ὁδοποιίας, χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου τῆς κωμοπόλεως Λιγουδίστης τοῦ δήμου Φλεσιάδος. Θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ἐὰν τὸ ποσὸν, τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὸν δῆμον Φλεσιάδος ἐκ τοῦ φόρου ὁδοποιίας, ἀνέρχεται ἀκριβῶς εἰς 45,844 δραχμάς· διότι, ἂν τοῦτο καὶ μόνον τὸ ποσὸν ὀφείλεται εἰς τὸν δῆμον Φλεσιάδος ἐκ τοῦ φόρου ὁδοποιίας, εἶναι τότε ἄξιον περιεργείας, πῶς συνέπεσεν, ὥστε τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ὑδραγωγείου Λιγουδίστης νὰ ἀνέρχηται καὶ ἐκεῖνο ἀκριβῶς εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, ἤτοι εἰς δρ. 45,844, εἰς τὸ ποσὸν δηλαδὴ, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς τὸν δῆμον Φλεσιάδος παρὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λεπτομερέστερον ἐρευνήσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως καὶ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν εὐρυτέρας πληροφορίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον αὐτοῦ εἰς γʹ συζήτησιν).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Σχινᾶς.
§101Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγένετο ἓν κακούργημα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, δι’ οὗ ἀπεῤῥοφήθησαν χρήματα ἱερὰ, κατατεθέντα πρὸς ἱερὸν σκοπὸν συγκοινωνίας καὶ διαμορφώσεως καὶ ἐξευγενίσεως τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου. Ἡ σύστασις τοῦ ταμείου τούτου ὠφείλετο εἰς τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον, ἐγένετο δὲ τὸ 1868. Τὸ ταμεῖον τοῦτο, ὑπὸ τὴν ἀρχικήν του μορφὴν, ἔφερεν ἄριστα ἀποτελέσματα. Δυστυχῶς τὸ ἔργον τοῦτο κατεστράφη, καὶ τὰ χρήματα ἐτέθησαν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, τὰ δ’ ἔκτοτε ἀποτελέσματά εἰσιν οἰκτρὰ καὶ ἐλεεινά· οἱ δρόμοι ὅλοι βαίνουσιν εἰς καταστροφὴν, αἱ σιδηροδρομικαὶ συγκοινωνίαι, ἀντὶ, ὡς ἀλλαχοῦ, ν’ αὐξήσωσι τὴν ἁμαξιτὴν συγκοινωνίαν, κατέστρεψαν αὐτὴν καθ’ ὁλοκληρίαν, σήμερον δὲ ψηφίζονται νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων παραδίδομεν εἰς ἄλλην χρῆσιν, ὡς ἤδη διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον Λιγουδίστης, χρήματα ἀνήκοντα εἰς τὴν ὁδοποιίαν. Ἐὰν ἐν τούτοις χρησιμοποιηθῇ καταλλήλως τὸ χρῆμα, θὰ ἔχῃ ἐπίσης καλὰ ἀποτελέσματα διὰ τοὺς κατοίκους τῆς κώμης, περὶ ἧς πρόκειται· ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, μήπως καὶ τὸ χρῆμα τοῦτο δαπανηθῇ ματαίως, ὡς τὰ πρὸ αὐτοῦ εἰσπραχθέντα. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ ἔτους 1897 ὑπὸ κεφάλ. 7 ἄρθρ. 8 χορηγηθείσης πιστώσεως ἐκ δραχ. 7,500,000 διὰ διαφόρους χορηγίας εἰς παλινοστοῦντας καὶ ἄλλους ἀπόρους Θεσσαλούς. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πέμπτου ἄρθρου.
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἐγείρω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γενικωτέραν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐγείρει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διότι νομίζω, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμή, διότι σήμερον μᾶς ἀποῤῥοφᾷ ὡρισμένη καὶ καθωρισμένη ἐπασχόλησις. Μᾶς ἀποῤῥοφᾷ σήμερον ἡ νομοθετικὴ προετοιμασία τῶν ἔργων ἐκείνων, ἅτινα θὰ συντελέσουν εἰς τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας. Ἐφ’ ὅσον ταῦτα μένουσιν ἐν ἀργίᾳ, νομίζω, ὅτι ζητήματα γενικώτερα δὲν πρέπει νὰ συζητήσωμεν. Εἰς τὸ ἄρθρον πέμπτον εἶχον προτείνει, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μὴ κατασταθῇ ἁπλοῦς διεκπεραιωτὴς τῶν ὁριστικῶν καταλόγων, τῶν σχηματιζομένων παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου πέμπτου, καὶ εἶχον προτείνει, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ποιήσηται ἐξέλεγξιν τῶν καταλόγων, ἐὰν πράγματι οὗτοι ἐξετελέσθησαν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, καὶ τότε νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἀπαιτούμενον ἔνταλμα. Τὴν πρότασίν μου ταύτην θεωρῶ λογικήν, διότι δὲν νομίζω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον λειτουργεῖ τὸ σημερινὸν διοικητικὸν σύστημα, ὁ Ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀποφάσεις ὑπαλλήλων,—διότι ὑπάλληλοί του εἰσὶν ὁ νομάρχης, ὁ ἔφορος καὶ οἱ λοιποί,— ἀλλὰ πρέπει, ὡς Ὑπουργὸς, φέρων τὴν εὐθύνην, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως τοῦ καταλόγου, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν μάλιστα, διότι πᾶσα πρᾶξις διοικητικὴ ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸν ὑπεύθυνον ἐν τῇ Βουλῇ, τοιοῦτος δὲ εἶναι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Ἐὰν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν ἦναι, εἰμὴ ἁπλοῦς διεκπεραιωτὴς μιᾶς πράξεως οἵας δήποτε, βεβαίως δὲν δύναται νὰ φέρῃ καὶ εὐθύνην. Καὶ ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ἄριστα τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ὑπῆρχε τότε ἓν Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον διηύθυνε καὶ τὴν στρατιωτικὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἰδίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδεμίαν εἶχον ἀνάμιξιν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν, καὶ εἴχομεν συνεχῶς παράπονα πανταχόθεν περὶ καταχρήσεων, περὶ κακῆς συμπεριφορᾶς ἀστυνόμων, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπηρωτᾶτο ἑκάστοτε, καὶ ἀπήντα: «δὲν δύναμαι νὰ πράξω τίποτε, διότι μήτε ἐξουσίαν ἔχω, μήτε εὐθύνην φέρω». Ὥστε ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἐπεμβάσεως εἰς τὴν τελειοποίησιν τῶν πράξεων τούτων· διότι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ παρουσιασθῶσι παράπονα περὶ κακῆς τινος ἢ χαριστικῆς ἐκτελέσεως οἵας δήποτε διατάξεως τοῦ νόμου τούτου, καὶ διὰ τὸ τοιοῦτον παράπονον, τὸ ὁποῖον εἷς Θεσσαλὸς θὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἀπέναντί του τὸν ὑπεύθυνον, καὶ μόνος ὑπεύθυνος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§104ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Πῶς ἐννοεῖ ὁ κ. Βουλευτής; Διὰ τῆς συστάσεως νέας ἐπιτροπῆς ἢ διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ ἐνώπιόν του χιλιάδας παραπόνων νὰ ἐξελέγξῃ, καὶ τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ, εἰμὴ διὰ τοῦ διορισμοῦ νέων ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐξελέγξωσιν, ἐὰν αἱ ταχθεῖσαι ἐπιτροπαὶ ἐνήργησαν τὸ καθῆκόν των.
§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐννοῶ ἐξέλεγξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ ὅλων τῶν τμημάτων τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς αὐτόν. Αὕτη δὲν ἐνεργεῖται οὔτε διὰ τοῦ διορισμοῦ νέων ὑπαλλήλων, οὔτε διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνεργεῖται διὰ τῆς ἐπιβλέψεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων. Π. χ. ἐὰν γείνωσιν ἐνστάσεις εἰς δῆμόν τινα, καὶ οἱ ἐνιστάμενοι ἐκφράζωσι τοιοῦτον παράπονον, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐρωτᾷ, ἐὰν αἱ ἐνστάσεις ὡρισμένου δήμου ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν καταγγείλῃ τις, ὅτι ὁ ἔφορος ἢ ἕτερος ὑπάλληλος δὲν ἔλαβον μέρος, ἢ ὅτι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, εἰς πάντα ταῦτα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπή. Ἡ ἐπίβλεψις θὰ ᾖναι, ἐὰν ἐγένετο ἡ πρέπουσα καὶ πιστὴ ἐκτέλεσις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου.
§106Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 4, ὡς ἐψηφίσθη, ἱκανοποιεῖται ἡ ἐπιθυμία πάντων, ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι μετὰ τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῶν δύο νομῶν πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικαίαν καὶ νόμιμον διανομὴν τῶν χρημάτων, συνετελέσθη. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ λέγει: «Ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη κτλ. λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τοὺς προκαταρκτικοὺς καταλόγους, τὰς παρατηρήσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν τοιαῦται ὑπεβλήθησαν, καὶ τὰς γενομένας τυχὸν ἐνστάσεις, ἀποφασίζει ἀνεκκλήτως, ἐπιφέρουσα ὅσας ἤθελε κρίνει ἀναγκαίας τροποποιήσεις ἐπὶ τῶν προκαταρκτικῶν καταλόγων, οἵτινες καθίστανται ἅμα τῇ ἀποφάσει τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης καὶ συμφώνως πρὸς ταύτην ὁριστικοί.» Διὰ τούτου ὁρίζεται, ὅτι ἀνεκκλήτως ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν προκαταρκτικῶν καταλόγων, καὶ καθιστᾷ αὐτοὺς ὁριστικούς, οἱ δὲ κατάλογοι γίνονται ὑποχρεωτικοί. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι μόνον ἐντὸς τῶν 8,000,000 δρ. ἡ δικαιοδοσία τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἶναι ἐντελῶς ἄνευ περιορισμοῦ καὶ ἐξελέγξεως. Πρέπει νὰ γινώσκωμεν, ὅτι μέχρι τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσιν ἐξουσίαν νὰ φέρωσι παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν καταλόγων, καὶ ν’ ἀποφανθῶσιν, ὅτι ἐγκρίνουσι ἢ δὲν ἐγκρίνουσιν αὐτούς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τὸ ποσὸν δύναται ν’ αὐξηθῇ μέχρι 10,000,000 ὑπὸ ἄλλης ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἀπὸ τοὺς δύο νομάρχας καὶ τὸν Πρόεδρον τῶν ἐφετῶν, ὅτε οἱ κατάλογοι διὰ τὸ περιπλέον αὐτὸ ποσὸν ἐπίσης εἶναι ὁριστικοὶ καὶ ὑποχρεωτικοί, ἁπλῶς δὲ μόνον πέμπονται ὑπὸ τῶν νομαρχῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως προκληθῇ τὸ προσῆκον ἔνταλμα. Οὐδεμία καὶ ἐνταῦθα ἐξουσία τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐγένετο ἡ πρότασις παρ’ ἐμοῦ, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐδίδετο ἡ ἐξουσία εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἐγκρίνῃ, ἢ μὴ, τὴν αὔξησιν τουλάχιστον ταύτην τοῦ ποσοῦ, διότι διὰ τὴν αὔξησιν ταύτην τῶν 2,000,000, τὴν ὁποίαν ὡς ἐνδεχομένην θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ σήμερον, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ κάποιον ἔλεγχον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δικαίωμα ἐγκρίσεως. Τοῦτο, νομίζω, δὲν θὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς διανομῆς τῶν χρημάτων. Ἐὰν λοιπὸν προσθέσωμεν ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἐγκρίνωσιν, ὅταν τὸ ποσὸν ὑπερβῇ τὰ 8,000,000 δραχμῶν, θ’ ἀσφαλίσωμεν καὶ νόμῳ καὶ ἔργῳ ἔτι μᾶλλον τὴν διάθεσιν ποσοῦ, ὅπερ εἶναι σπουδαιότατον.
§107Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς περιώρισε τὴν τροπολογίαν του, ἐνδεικνύει ὅτι αὕτη δὲν ἔχει ἄλλην ἔννοιαν ἢ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἐποπτεύῃ ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Θὰ ᾖναι μία ἐπὶ πλέον ἐγγύησις. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει, διότι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀσκεῖ ὁ Ὑπουργὸς ἐκ τοῦ νόμου· διότι, ἐὰν μία καὶ μόνη διάταξις τοῦ νόμου δὲν ἐκτελεσθῇ, ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα.
§108ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν δὲν προελάμβανεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας, ἤθελον παρατηρήσει καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον νὰ ἐρευνήσῃ, ἐὰν ὁ νόμος ἐξετελέσθη· ἐνταῦθα δὲ περιλαμβάνονται καὶ πάντα ὅσα περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ ἐλέγχου εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Καὶ ἂν μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, πάλιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἐξετάσῃ τοὺς καταλόγους, ἀλλὰ πρὸς πλείονα διασάφησιν δύναται καὶ νὰ προστεθῶσι δύο λέξεις εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου: «πρὸς ἔγκρισιν καὶ πρὸς ἔκδοσιν τοῦ ἀπαιτουμένου ἐντάλματος».
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἦναι εἰς ταῦτα σύμφωνος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅστις ἐννοεῖ κἄτι τι περισσότερον. Ὡς ὑμεῖς εἴπετε, ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἀκυρωτικὴ, δηλαδὴ ἐξουσία πρὸς ἔρευναν ἂν ἐτηρήθησαν οἱ τύποι, καὶ ἑπομένως ἐπικύρωσις ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐτηρήθησαν οἱ τύποι, ἀκύρωσις δ’ ἐκείνων, ἐφ’ ὧν δὲν ἐτηρήθησαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐννοεῖ νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἡ οὐσία...
§110ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν ἐννοῶ τὴν οὐσίαν.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι τὸ ἄρθρ. 4 κηρύττει ἀνεκκλήτως τοὺς καταλόγους.
§112ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, λαμβάνων τοὺς καταλόγους, θὰ τοὺς θεωρήσῃ ἀνεκκλήτους, μόνον ὅταν ἴδῃ, ὅτι ἐτηρήθη ὁ νόμος. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν δὲ, λέγω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ τῆς ἐξελέγξεως χιλιάδων, ἴσως μυριάδων ὀνομάτων περὶ ἀπονομῆς ποσοῦ διακοσίων ἢ τριακοσίων δραχμῶν, ν’ ἀποφαίνηται περὶ αὐτῶν.
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφαίνηται, ἂν ὁ Α ἢ ὁ Β τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος δήμου ἔλαβε τόσον ποσὸν ὡς δάνειον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐξηγηθῇ, εἶναι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου.
§114ΣΤΡΕΙΤ. Παρακαλῶ λοιπὸν, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου, πρὸ τῶν λέξεων «πρὸς ἔκδοσιν», νὰ τεθῇ «πρὸς ἔγκρισιν καί».
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι παρουσιάζεται ἀνάγκη οὐσιαστικωτέρας τροπολογίας. Βεβαίως τὰ χορηγηθησόμενα δάνεια δὲν πρόκειται νὰ χορηγηθῶσιν εἰς εὐπόρους καὶ μεγαλοκτηματίας καὶ ἐμπόρους, ἀλλ’ εἰς τὸ πλῆθος τῶν παθόντων καὶ ἐχόντων ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των. Ὁ πληθυσμὸς οὗτος δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ δάνειον ἀνερχόμενον εἰς χιλιάδας δραχμὰς, ἀλλὰ δύνανται νὰ ὑπάρξωσι πρόσωπα, ἅτινα, εἴτε ἐπὶ κτηματικῇ πίστει, εἴτε ἐπὶ προσωπικῇ, εἴτε καὶ ἐπὶ ἐνεχύρῳ, νὰ ζητήσωσι δάνειον δεκάδων καὶ ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν. Τοῦτο εἶναι δυνατὸν, διότι ὑπάρχουσιν ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ παράσχωσιν ἐγγύησιν ἐκ 500 καὶ 600 χιλιάδων δραχμῶν. Νομίζω ὅτι πρέπει ὁ κίνδυνος οὗτος διὰ παντὸς τρόπου νὰ προληφθῇ, καὶ προλαμβάνεται, ὅταν ὁρισθῇ τὸ ἀνώτατον ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λάβῃ ἕκαστος, διότι ἄνευ τούτου τὸ δάνειον δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς πτωχοὺς, οἱ ὁποῖοι ἄνευ τοῦ δανείου τούτου δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς πρὸ τοῦ πολέμου ἐργασίας των. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὁρίσωμεν ποσὸν 1500 δραχμῶν, κατ’ ἀνώτατον ὅρον, εἶναι ἀρκετόν.
§117ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· ἐνθυμεῖσθε ὅτι πέρυσι, κατὰ τὸ 1897, ἐζητήθη παρὰ τῆς Βουλῆς πίστωσις ποσοῦ τινος, ἵνα χρησιμεύσῃ τοῦτο ἐξ ἑνὸς εἰς διατροφὴν τῶν Θεσσαλῶν προσφύγων, ἐξ ἑτέρου εἰς ὑποβοήθησιν τῆς παλινοστήσεως αὐτῶν, καὶ ἐκ τρίτου εἰς τὴν πρώτην παροχὴν συνδρομῆς πρὸς τοὺς ἐπανακάμψοντας εἰς τὴν πατρίδα των τέως πρόσφυγας. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ Κυβέρνησις, λαβοῦσα ἀφορμὴν ἐκ παρατηρήσεων τοῦ σεβαστοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα 3½ ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ ἐν λόγῳ ποσοῦ δαπανηθῶσι, διατιθέμενα διὰ Β. Διατάγματος ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ. Ἐπίσης παρεκάλεσεν, ὅπως 500,000 δρ. ἐκ τῶν ὑπολειπομένων χρησιμοποιηθῶσιν εἰς συνδρομὴν τῶν ἀφιχθησομένων πρὸ τῆς ἀναχωρήσεως τῶν Τούρκων. Περὶ τῶν 7½ ἑκατομμυρίων, τῶν ὑπολειπομένων, νόμος ἤθελε κανονίσει τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Ὅτε ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ ὑποβολῆς τοῦ σχετικοῦ τούτου νομοσχεδίου, ἐνόμισα προσῆκον (καὶ ὑποθέτω ὅτι καλῶς ἔπραξα) ν’ ἀκούσω πρωτίστως αὐτοὺς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Θεσσαλίας περὶ τοῦ τρόπου τῆς οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου. Μεταξὺ τῶν θεμάτων, τῶν θιγέντων τότε ἐν τῇ συζητήσει μετὰ τῶν εἰρημένων Κυρίων, ἐθίγη καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ἀνωτάτου καὶ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου, εἰς τοὺς ὁποίους ἤθελον δοθῆ αἱ ἐν λόγῳ χορηγίαι, ἀνεβλήθη δὲ ἡ σχετικὴ σημείωσις, ἵνα τεθῇ, κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιθυμούντων τῶν Κυρίων αὐτῶν καὶ ἐμοῦ νὰ σχηματίσωμεν ἑδραιοτέραν γνώμην περὶ τοῦ πράγματος, ἐπιφυλαχθείσης βεβαίως τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ προσώπῳ μου νὰ κρίνῃ περὶ τῆς γνώμης αὐτῆς. Λοιπὸν ἡ γνώμη μου σήμερον, καίτοι δὲν σχετίζεται ἀμέσως μὲ τὸ ἄρθρον 6, διότι ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ τεθῇ ἄρθρον ἰδιαίτερον, ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἰσῆλθεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ γνώμη μου εἶναι, ὁ ἀνώτατος ὅρος νὰ μὴ ὑπερβῇ τὰς 800 δραχμὰς, ὁ δὲ κατώτερος νὰ μὴ κατέλθῃ κάτω τῶν 100 δραχμῶν. Δὲν πρόκειται περὶ ἐλεημοσύνης ἐπὶ τέλους, ἵνα καταντήσωμεν εἰς κερματικὴν κατανομὴν 10 δραχμῶν ἢ 5 δραχμῶν, οὔτε πενταδράχμων μὲ δόσεις πενταετεῖς καὶ συμβόλαια κλπ. Ἐὰν ὁρίσωμεν τὸν κατώτατον ὅρον εἰς 100 δραχμὰς, νομίζω ὅτι ἐρχόμεθα εἰς συνάντησιν πάσης ἐπιθυμίας ἐξοικονομήσεως τῶν κατωτέρων ἀναγκῶν. Ὁ δὲ ἀνώτατος ὅρος νομίζω καλὸν νὰ μὴ ὑπερβῇ τὰς 800 δραχμάς. Μὴ εἴμεθα παρὰ πολὺ γενναῖοι, διότι πρόκειται νὰ διανείμωμεν 8 μέχρι 10 ἑκατομμυρίων δρ. εἰς πληθυσμὸν ἀνερχόμενον εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων. Συλλογισθῆτε ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην μειζόνων μέσων, καὶ μεθ’ ὅλους τοὺς ἐπιεικεῖς ὅρους, μεθ’ ὅλον τὸν μικρὸν τόκον καὶ τὰ ἄλλα εὐχάριστα, λάβετε, παρακαλῶ, ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ οἰκονομικὰ κατὰ τὰ ἐπερχόμενα ἔτη θὰ ἦναι οἰκονομικὰ πολὺ στενόχωρα.
§118ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦναι ἀπώλεια χρόνου νὰ ὁρίσωμεν κατώτατον ὅρον· διότι ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ λάβῃ κάτω τῶν 10 δραχμῶν, θὰ προσφύγῃ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς μακρὰς διατυπώσεις;
§119ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἀπορῶ ὅτι τὰ λέγει αὐτὰ ὁ κ. Σκουζὲς, ἀπορῶ ὅτι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, διὰ νὰ λάβῃ εἷς ἐπαίτης δωρεὰν 50 λεπτῶν, συνέταξεν ἴσως ἐπιστολὴν ἀπὸ δύο καὶ τρεῖς σελίδας πρὸς τὸν κ. Σκουζὲν, ἐξυμνῶν αὐτὸν καὶ ἀποδίδων αὐτῷ (πολὺ δικαίως ἄλλως τε) τὰ εὐγενέστερα τῶν αἰσθημάτων. Διατὶ νὰ μὴ ὑποθέσητε λοιπὸν, ὅτι διὰ 10 δραχμὰς θ’ ἀποφασίσῃ νὰ ὑπογράψῃ ἓν συμβόλαιον; Ἀμφιβάλλετε ὅτι θὰ ἦναι καὶ πτωχοὶ καὶ δυστυχεῖς, ἧττον εὐαίσθητοι εἰς τὴν φιλοτιμίαν; Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω μόνον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τοιαύτας ἀξιώσεις, καὶ καλὸν εἶναι νὰ καθοδηγήσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ σταματήσῃ ἐντὸς ἑνὸς μέτρου, ἀφοῦ κανένα δὲν βλάπτει.
§120Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παραδέχομαι καὶ ἐγὼ, συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁρισμὸν ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου, ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως, ὁριζομένου κατωτάτου ὅρου τοῦ ποσοῦ τῶν 100 δραχμῶν, δοθῇ μείζων ἀφορμὴ πρὸς κατάχρησιν, συνισταμένη εἰς τοῦτο, τὸ νὰ δοθῇ εἰς πολλοὺς δικαίωμα, μόνον 100 δραχμὰς νὰ δανεισθοῦν, νὰ παρέχηται δὲ εἰς ἄλλους χαριστικῶς τὸ δικαίωμα πρὸς μεγαλήτερον δάνειον. Ἀφ’ ἑτέρου δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι ὁ μικρὸς χωρικός, ὅστις ὑπέστη ἀπωλείας, θὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸν κατώτατον αὐτὸν ὅρον. Εἶναι μικρὸς καὶ διὰ τὸν πτωχότερον καὶ ἀνεπαρκής. Διὰ τοῦτο θὰ προετίμων μᾶλλον νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀνώτατον ὅρον κατά τι, καὶ ν’ αὐξήσωμεν τὸν κατώτατον, ὅπως μὴ ἦναι πολὺ μεγάλη ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τοῦ κατωτάτου καὶ ἀνωτάτου. Σεῖς ὁρίζετε 800 δραχμὰς τὸν ἀνώτατον καὶ 100 τὸν κατώτατον ὅρον. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ κριθῶσιν ἔχοντα ἀνάγκην, νὰ τὰ βοηθήσωμεν, καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ εἴπωμεν «μέχρις ὀκτακοσίων δραχμῶν», ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ ἐπιτροπὴ νὰ διέρχηται ὅλην τὴν κλίμακα, ἀλλὰ τὸν κατώτατον ὅρον νὰ ὁρίσωμεν ἀνώτερον τῶν ἑκατὸν δραχμῶν...
§121ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διακοσίας.
§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διακοσίας... Διότι μὲ ἑκατὸν δραχμὰς δὲν δύνασθε νὰ κάμητε τίποτε.
§123ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὔτε ἕνα βόιδι δὲν μπορεῖ νὰ πάρῃ κανείς.
§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱοσδήποτε Θεσσαλὸς ἐκ τῶν ἀπόρων δὲν δύναται νὰ πράξῃ τίποτε μὲ ἑκατὸν δραχμάς. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Ἐνῷ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ πάρῃ 600 δραχμάς, ἠμπορεῖ νὰ πάρῃ καὶ 500 (διακοπαί).
§125ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ. Δὲν ἐνόησα νὰ πάρουν ἢ ἑκατὸν ἢ ὀκτακοσίας, ἀλλὰ μεταξὺ ἑκατὸν καὶ ὀκτακοσίων.
§126ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φοβοῦμαι προσέτι τὴν κατάχρησιν. Φοβοῦμαι μήπως τὸ ποσὸν τῶν ἑκατὸν δραχμῶν γείνῃ ἀφορμὴ νὰ κατατάξῃ ἡ ἐπιτροπὴ πολλοὺς, ἰδίως τοὺς ἀπροστατεύτους, μὲ ἑκατὸν, διὰ νὰ δώσῃ περισσότερα εἰς τοὺς ἄλλους καὶ ὅταν δὲν ἔχουν πράγματι δικαίωμα.
§127ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὸν ἄλλον ἐνδοιασμὸν, λαμβάνει πρόνοιαν τὸ νομοσχέδιον· διότι ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει τὰ χρήματα, εἶναι ὑπόχρεως μία ἐπιτροπὴ νὰ τὰ περιορίσῃ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπαρκέσωσι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν περὶ μικρᾶς αὐξήσεως τῶν ὅρων, ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§128ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Θέλων νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ὑπομνήσω τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐχορηγήθησαν τὰ περὶ ὧν πρόκειται 7½ ἑκατομμύρια εἰς τοὺς Θεσσαλούς. Ὅταν δὲ ὑπομνήσω τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐχορηγήθησαν τὰ 7½ ταῦτα ἑκατομμύρια, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνωσιν οἱ λέγοντες, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἀνώτατον καὶ κατώτατον ὅριον... (διακοπαί). Ἀκούσατε τὴν ἰδέαν μου, καὶ κατόπιν διακόπτετε... Δὲν θὰ ἐπιμείνωσι δὲ, διότι νομίζω, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ κατώτατον ὅριον, περὶ αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος, ὡς ἐντελῶς ἀνεπαρκοῦς καὶ ἀνικάνου εἰς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῶν Θεσσαλῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον, περὶ τούτου θὰ εἴπω ὀλίγα. Ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐχορηγήθησαν τὰ 7½ ἑκατομμύρια, ἦτο ἡ συνδρομὴ πρωτίστως εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν Θεσσαλῶν, οἵτινες ἀμέσως ὑπέστησαν ζημίας ἐκ τοῦ πολέμου. Δὲν προέρχομαι ἐξ ἐπαρχίας, ἥτις ὑπέστη ὀλέθρους καὶ καταστροφὰς, οἵας ὑπέστησαν ὁ Δομοκός, τὰ Φέρσαλα, ἡ Λάρισα ἢ ὁ Τύρναβος. Ὥστε οὐδὲν ἴδιον ὑποστηρίζω· Ἀλλ’ ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὡς δεῖ, ὅτι ὁλόκληρα χωρία καὶ πολυάριθμοι οἰκίαι ἐν ταῖς πόλεσιν ἢ ἀνεσκάφησαν ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἐξηφανίσθησαν, ἢ ὑπέστησαν ἀνεπανορθώτους φθορὰς, ἄχρηστοι καταστᾶσαι, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τούτων καὶ οἱ κύριοι τῶν καταστραφεισῶν οἰκιῶν, ἀνέστιοι ἤδη, πρωτίστην ἀνάγκην ἔχουσι νὰ στεγασθῶσι τοὐλάχιστον διὰ προχείρου στεγάσεως, τότε θέλομεν ἴδει, ὅτι, ὁρίζοντες τὸ ποσὸν κατ’ ἀνώτατον ὅριον εἰς 800 δραχμὰς, δὲν τείνομεν εἰς ἄλλο τι ἢ εἰς τὴν ματαίωσιν τοῦ σκοποῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις τῶν 7½ ἑκατομμυρίων. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων ἐκ τῶν Θεσσαλῶν, οἵτινες ἐμμέσως ὑπέστησαν ζημίας ἐκ τοῦ πολέμου καὶ οἵτινες ἐπίσης ἔχουσι δικαίαν ἀξίωσιν ἐπὶ τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὗτοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δυνηθῶσι νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας αὑτῶν καὶ δι’ 800 καὶ διὰ 500 δραχμῶν, ἄλλοι δ’ ἴσως καὶ δι’ ὀλιγωτέρου ποσοῦ· πρόκειται περὶ τῶν ἄλλων, περὶ ὧν ἐμνήσθην προηγουμένως· διότι, ὅταν ἔχητε νὰ ἐξετάσητε, ὡς ὀφείλετε, ὅτι ἑξήκοντα ὁλόκληρα χωρία κατεστράφησαν καὶ κατεσκάφησαν ἐντελῶς, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Λαρίσης θὰ εὑρεθῶσι, παλινοστοῦντες, πρὸ τῶν τεσσάρων τοίχων τῶν οἰκιῶν αὐτῶν, ὅτι οἱ κάτοικοι Τυρνάβου θὰ εὑρεθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν αὐτὴν ἐπίσης θέσιν, ὅτι ἐν τῷ Δομοκῷ οἱ κάτοικοι αὐτοῦ εἶναι ἐν τῇ αὐτῇ καὶ χείρονι καὶ ἀθλιεστέρᾳ θέσει...
§129ΖΑΡΙΜΠΑΣ. Οὔτε πέτρα δὲν ἔμεινε!
§130ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. .. τότε εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ αὐτοῖς βοήθημα, οὗτινος κατ’ ἀνώτατον ὅριον ὁρίζετε τὸ ποσὸν εἰς 800 δραχμὰς; Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα, ὅπως πραγματεύομαι αὐτὸ, εἶναι ἄξιον μελέτης, εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέξῃ ὀλίγον ἐπὶ τούτου, διότι ἄλλως πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θέλομεν φθάσει ἀκριβῶς εἰς ἀντίθετον τέρμα ἐκείνου, εἰς ὃ ἀπέβλεψεν ἡ ἀγαθὴ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ψηφίσασης τὸ βοήθημα τῶν 7½ ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ.
§131ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα ποσοῦ ἐν συνόλῳ.
§132ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πόσαι οἰκογένειαι τοιαῦται θὰ λάβωσιν ἀνάγκην αὐτῶν τῶν πραγμάτων;
§133ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Σᾶς ἀνέφερα ἤδη, ὅτι ἑξήκοντα χωρία ἐξ ὁλοκλήρου κατεστράφησαν. Ὑποθέτω ὅτι κατὰ μέσον ὅρον κατοικοῦνται ἕκαστον ἐξ 100 οἰκογενειῶν.
§134ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ὅλον;
§135ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν. Ὑποθέτω, ὅτι οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι ἐκ τοῦ νομοῦ Λαρίσης εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι.
§136ΔΑΛΛΑΣ. Ἐκ τῶν 3½ χιλιάδων οἰκιῶν αἱ 1500 περίπου εἶναι αἱ ἐντελῶς καταστραφεῖσαι, αἱ δὲ ἄλλαι εἶναι αἱ σημαντικῶς βεβλαμμέναι.
§137ΣΤΡΕΙΤ. Καθ’ ὅλην τὴν Θεσσαλίαν;
§138ΔΑΛΛΑΣ. Ὄχι· ἐν τῷ νομῷ Λαρίσης μόνον. Διότι περὶ τοῦ νομοῦ Τρικκάλων δὲν κατωρθώσαμεν νὰ λάβωμεν πληροφορίας. Ἀλλὰ προσεγγίζουσιν εἰς τὸ ἀκριβὲς αἱ πληροφορίαι, κατὰ τὸ δυνατὸν, διότι ἠρωτήθησαν διάφορα πρόσωπα. Μοὶ φαίνεται ὅτι δύναται ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατηγορία τις εἰδικὴ, ὡς πρὸς ἐκείνους ἰδίως, τῶν ὁποίων αἱ οἰκίαι κατεστράφησαν, δηλαδὴ νὰ ἐπιτραπῇ ἐκ τοῦ νόμου νὰ ὁρίσῃ ἓν ποσὸν ἡ ἐπιτροπή· διότι, ὅταν ὁρίζωμεν 800 δραχμὰς, βεβαίως δὲν ἱκανοποιοῦμεν ἐκείνους, τῶν ὁποίων αἱ οἰκίαι κατεστράφησαν καὶ τοὺς ὁποίους σκοποῦμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν. Ὥστε νομίζω, ὅτι δύναται ν’ ἀναγραφῇ κατηγορία τις εἰδικὴ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεστράφησαν, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι 2,000 περίπου.
§139ΖΑΡΙΜΠΑΣ. Ἐννοεῖτε μόνον τὴν Λάρισαν; Ὅλος ὁ νομὸς ἔπαθε.
§140ΔΑΛΛΑΣ. Τὸν νομὸν Λαρίσης ἐννοῶ.
§141ΖΑΡΙΜΠΑΣ. Αὐτὸ μάλιστα. Διότι ὅλαι αἱ οἰκίαι κατεστράφησαν· δὲν ἔμεινεν οὔτε πέτρα, καὶ σήμερον κάθηνται εἰς καλύβας οἱ ἄνθρωποι!
§142ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ ἄλλων προκυπτόντων ἐκ τοῦ νομοσχεδίου...
§143ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ λύσωμεν πρῶτον τὸ ζήτημα αὐτό.
§144ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ καταλήξω, κύριε Βουλευτά.... Ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει δύο σκοπούς. Ὁ πρῶτος εἶναι νὰ χορηγηθῶσι ποσὰ πρὸς ἄμεσον βοήθειαν τῶν ὅπως δήποτε παθόντων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὁ δεύτερος σκοπὸς εἶναι, εἰσπραττόμενα τὰ ποσὰ ταῦτα, νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἄλλους σκοποὺς γενικωτέρους, περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνει ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον. Ἐν τούτῳ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ διαφορὰ τις ὡς πρὸς τὸ διαθετέον ποσόν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν πρῶτον σκοπὸν, τῆς διαθέσεως πρὸς ἄμεσον ἀρωγὴν ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου καταστραφέντων, δὲν θέλομεν ἀποβλέψει βεβαίως εἰς τὴν πίστιν ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα,—διότι δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ πίστις, προκειμένου περὶ χορηγίας βοηθήματος,—ἀλλὰ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι, ἵνα κατορθώσωμεν τὴν θεραπείαν τούτων. Ἀλλὰ μετὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ μνησθέντος ποσοῦ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξωμεν τοῦτο, βεβαίως πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν πίστιν τῶν δανεισθησομένων, ἵνα πραγματοποιήσωμεν τοὺς σκοπούς, εἰς οὓς καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ τῆς Θεσσαλίας ἀντιπρόσωποι ἀποβλέπομεν, δηλαδὴ εἰς τὸ νὰ συντελέσωμεν νὰ ἐνισχυθῇ καὶ νὰ βελτιωθῇ ἡ γεωργία καὶ ἐν γένει ἡ παραγωγικότης τῆς Θεσσαλίας. Ὥστε ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως κρινομένου τοῦ πράγματος, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἦναι γενναιοτέρα μὲν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χορήγησιν βοηθήματος, ὑπὸ τύπον δανείων, πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ πρώτου σκοποῦ, τοῦ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιδιωκομένου, φειδωλοτέρα δὲ, ὅταν πρόκηται, μετὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ποσῶν τούτων, νὰ διατεθῶσι ταῦτα εἰς τοὺς λοιποὺς σκοπούς. Ἐλπίζω, ὅτι εἶμαι καταληπτὸς ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἰδίως, καὶ ἑπομένως, ὅτι θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις μου αὗται, προκειμένου ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ περικλείωνται τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ διατεθῶσι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§145ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔφερα εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει ν’ ἀπολήξῃ εἰς τι ἐπωφελὲς διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται ν’ ἀπολήξῃ εἰς τι ἐπωφελὲς, ἐὰν θελήσωμεν νὰ προσδιορίσωμεν τὸν κατώτατον ὅρον τῶν δανείων καὶ ἄνω τῶν 100 δραχμῶν, τὸν δὲ ἀνώτατον εἰς τὰς 800 δραχμὰς μόνον. Οἱ γνωρίζοντες τὴν κατάστασιν τῶν ἀγροτῶν, εἴτε Θεσσαλῶν, εἴτε μὴ Θεσσαλῶν, γνωρίζουσιν ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ πτωχοὶ τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι δι’ ἑνὸς μόνον βοὸς ἢ καὶ διὰ τῆς ἀξίνης ζῶσι, κατοικοῦντες καὶ ἐν καλύβαις ἀκόμη. Πάντες γνωρίζομεν ὡσαύτως, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ὁ πτωχὸς ἀγροτικὸς πληθυσμὸς, ὅστις ἔπαθεν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ εὐπορώτερος ἀγροτικὸς πληθυσμὸς, εἶναι καὶ ὁ ἀστικὸς πληθυσμός. Ἐὰν ἀρνηθῶμεν εἰς τὸν πτωχὸν δάνειον κάτω τῶν 100 δραχμῶν, θὰ ἀδικήσωμεν πολλοὺς,—καὶ θὰ εἴπω μετ’ ὀλίγον διατί.—Ἐὰν δώσωμεν εἰς ἕνα ἕκαστον, τοῦ ὁποίου ἀπετεφρώθη ἡ οἰκία, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ποῦ νὰ κατοικήσῃ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν οἰκίαν του, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ κατοικήσῃ ἐν αὐτῇ, ἐὰν, λέγω, δώσωμεν εἰς αὐτὸν 800 δραχμὰς, δὲν θὰ τῷ δώσωμεν τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν οἰκίαν του, καὶ θὰ τὸν ῥίψωμεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. Ὡσαύτως, ἐὰν εἰς γεωργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο προηγουμένως εὔποροι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πολυμελῆ οἰκογένειαν καὶ δύνανται οὐχὶ δι’ ἑνὸς ζευγαρίου, ἀλλὰ καὶ διὰ δύο ζευγαρίων νὰ καλλιεργήσωσι γαίας μᾶλλον ἐκτεταμένας ἐκείνων, τὰς ὁποίας καλλιεργοῦσιν οἱ πτωχότεροι, ἐὰν, λέγω, εἰς ἕκαστον τῶν γεωργῶν τούτων δὲν δώσωμεν κἄτι πλειότερον τῶν 800 δραχμῶν, ὅπως δυνηθῇ νὰ προσπορισθῇ τοὺς ἀναγκαιοῦντας βόας, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν καταστραφεῖσαν οἰκίαν του, θὰ τὸν ῥίψωμεν πάλιν εἰς τὰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἔχωμεν ποσὸν ἀπεριόριστον δανείου, οὕτως ὥστε ὅλους τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς πτωχοὺς τῆς Θεσσαλίας νὰ δυνάμεθα νὰ τοὺς δανείσωμεν ἀπὸ 200 δραχμὰς, δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχον ἀντίῤῥησιν νὰ ὁρίσωμεν αὐτὰς τὰς 200 δραχμὰς ὡς κατώτατον ὅρον· ἀλλὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διαθέτομεν, εἶναι περιωρισμένον, πρέπει δὲ νὰ βοηθηθῶσι καὶ οἱ πτωχότεροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ οἱ πολυαριθμότεροι καὶ εἰς τοὺς ὁποίους, δὲν θὰ ἔχωμεν ἴσως ἀρκετὸν ποσὸν, ἵνα δώσωμεν 200 δραχμὰς εἰς ἕκαστον, ἐὰν θέλωμεν νὰ θεραπεύσωμεν καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν καὶ τῶν εὐπορωτέρων ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ παραδεχθῶμεν κατώτατον ὅρον, (τὸ ὁποῖον, ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν) βεβαίως δὲν πρέπει οὗτος νὰ ὁρισθῇ εἰς 100 δραχμὰς, ἀλλ’ οὔτε εἰς 200 ἢ πλέον δραχμὰς, ὅπως ἀνεπτύχθη. Ὁ ἀνώτατος δὲ ὅρος πρέπει νὰ τεθῇ τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἦναι ἱκανὸς νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τὰς ἀνωτάτας, τὰς ὁποίας καὶ ἀπὸ τοῦδε προβλέπομεν, καὶ αἱ ἀνάγκαι αὗται εἶναι αἱ ἀστικαὶ μᾶλλον, παρὰ αἱ ἀγροτικαί· ὀλίγαι ἔσονται αἱ ἀγροτικαί. Βεβαίως τὰς ἀστικὰς δὲν δύναται νὰ τὰς θεραπεύσῃ τὸ ποσὸν τῶν 800 δραχμῶν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν θ’ ἀπόκηται, μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τοῦ κατωτάτου ὅρου καὶ τοῦ ἀνωτάτου νὰ ὁρίσῃ τὴν κλίμακα, ἀναλόγως τῆς ὁποίας θὰ δανείσῃ εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ ἀνώτατος ὅρος δὲν πρέπει νὰ ὁρισθῇ κάτω τῶν 1500 δραχμῶν, ὅπως ἐπρότεινα, διότι μὲ 1500 δραχμὰς δύναται ὁ ἀστὸς, τοῦ ὁποίου κατεστράφη ἡ οἰκία, νὰ ἐπανορθώσῃ πως αὐτὴν, καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ κατοικήσῃ ἐν αὐτῇ, εἴτε ἐν Λαρίσῃ, εἴτε ἐν Φερσάλοις, εἴτε ἐν Δομοκῷ, εἴτε ἐν Βελεστίνῳ, ἐνῷ μὲ 800 δραχμὰς βεβαίως δὲν δύναται. Θὰ ἦναι ὡρισμένος ὁ ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὰς ἀνάγκας ταύτας, θὰ ἦναι δὲ καὶ μέγας ὁ ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἀνάγκας δυναμένας νὰ θεραπευθῶσι μὲ 100 δραχμὰς· ἐὰν δὲ τῷ δώσωμεν τὰς 100 δραχμὰς, θὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν δανεισθησομένων εἰς πολὺ ὀλιγώτερον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ἔχοντες ἀνάγκην· ἄλλως τε ὁ προσδιορισμὸς τοῦ κατωτάτου ὅρου θὰ ἀντίκηται εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν ἤδη ἐν τῷ ἄρθρῳ 5, ὅτι, ἂν αἱ ἀνάγκαι ὑπερβῶσι τὰ 8 ἑκατομμύρια δραχμῶν, θὰ φθάσωμεν καὶ μέχρι τῶν 10 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ θὰ φθάσωμεν καὶ μέχρι τῶν 10 ἑκατομμυρίων ἴσως μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείσωμεν καὶ ποσὸν 70 καὶ 80 δρ., διὰ τῆς ἐλαττώσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ κατ’ ἀναλογίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ μὲν κατώτατος ὅρος δὲν πρέπει νὰ προσδιορισθῇ, ὁ δὲ ἀνώτατος νὰ ὁρισθῇ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς 1500 δραχμάς.
§146ΖΑΡΙΜΠΑΣ. Ἐκεῖνο τὸ σπῆτι, τὸ ὁποῖον οἰκοδομεῖς, κύριε Καραπάνε, μὲ 1500 δραχμὰς τὸ οἰκοδομεῖς;
§147ΤΡΑΚΑΣ. Μήπως θὰ κάμωμεν τέτοια σπήτια; (διάλογοι καὶ θόρυβος).
§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν διαφωνῶ. Συμφωνῶ μαζή σας, κύριε Ζαρίμπα.
§149Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξ ὅσων ἐῤῥήθησαν ὑπὸ τῶν δύο τελευταίων ἀγορευσάντων ἐνισχύεται ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει καὶ κατώτατος ὅρος καὶ ἀνώτατος νὰ τεθῇ· διότι τινὲς προσέχουν εἰς τὸ μέγεθος τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑπέστησάν τινες ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ λέγουσιν ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν, εἶναι μέγα, εἶναι π. χ. ἡ καταστροφὴ μιᾶς οἰκίας καὶ ἑπομένως ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπανορθώσεως ἐν ὅλῳ ἢ κατὰ μέγα μέρος τῆς οἰκίας αὐτῆς, πρέπει τὸ βοήθημα νὰ ἦναι ἀνάλογον· ἢ λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψει τὸ ποσὸν τῆς ζημίας ἄλλου ἕνεκα παύσεως προσοδοφόρου ἐργασίας, ἣν μετήρχετο, καὶ νομίζουσιν ὅτι πρέπει πρὸς αὐτὸν νὰ χορηγηθῇ μεγαλείτερον ποσόν, καὶ τὸ ἀναβιβάζουσι καὶ εἰς χιλίας καὶ εἰς δύο καὶ τρεῖς χιλιάδας δραχμάς. Ἀλλὰ ταῦτα οὔτε πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διέθεσε καὶ δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος, ἀνταποκρίνονται, ἀλλ’ οὔτε πρὸς τὰς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης, τὰς ὁποίας ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐφαρμόσῃ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου μετὰ τὴν ἀπολύτρωσιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν κατοίκων αὐτῆς. Ἡ ἐπικρατοῦσα βεβαίως ἰδέα μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν εἶναι, ὅτι πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους Θεσσαλοὺς παθόντας νὰ βοηθήσωμεν, πρὸς συντήρησιν καὶ πρώτην ἐγκατάστασιν, ἀδιάφορον δὲ, ἄν τινες ἐζημιώθησαν δύο ἢ τρεῖς ἢ πέντε ἢ εἴκοσι χιλιάδας δραχ. Ἐὰν θέλετε, εὐτελῶς ἢ ἀναλόγως νὰ βοηθήσωμεν τοὺς ἐν τῇ πόλει Λαρίσης παθόντας, τῶν ὁποίων καὶ αἱ οἰκίαι ἐνίων ἔπαθον, πάντων δὲ σχεδὸν τὰ κινητὰ διηρπάγησαν, καὶ οἵτινες ἐπανερχόμενοι θὰ εὕρωσι τοὺς τέσσαρας μόνον τοίχους, βεβαίως πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀνώτατον ὅρον βοηθείας. Ἀλλὰ τότε οὐ μόνον θὰ ἐλαττώσωμεν τὸν κατώτατον ὅρον, ἀλλὰ θὰ περιορίσωμεν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν βοηθημάτων, διότι τὸ ποσὸν δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ. Ἐπίσης τὸ Βελεστῖνον, ὡς γνωστὸν, κατεστράφη ἐντελῶς. Νομίζω καὶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἐκεῖ δὲν ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ πρὸς τοὺς παθόντας τὰς μεγάλας ζημίας κατοίκους νὰ χορηγήσῃ ἀποζημίωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποῖαι ἐγένοντο ζημίαι καὶ ποῖαι ὀφείλονται ἀποζημιώσεις...
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως.
§151Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. Διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ τηρήσωμεν αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν, δὲν θέλει ὑπολειφθῆ μετὰ τὴν ἱκανοποίησίν τινων οἰκογενειῶν τίποτε διὰ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ναὶ μὲν δὲν ἔπαθον μεγάλας ζημίας, διότι δὲν εἶχον μεγάλα πράγματα, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα ἐπὶ βοηθείας τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐπανορθώσωσι καὶ αὐτοὶ μέρος τῶν ζημιῶν καὶ δυνηθῶσι μετ’ ὀλίγον καιρὸν, ὄχι μόνον νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς οἰκίας των, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των τὸ ταχύτερον, καὶ παύσωσι νὰ ἦναι βάρος εἰς τὸ Κράτος. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῶν δύο αὐτῶν ἀρχῶν, τοῦ νὰ δανείζωμεν μεγάλα ποσὰ ἀναλόγως τῶν ζημιῶν, νὰ κανονίζωμεν δηλαδὴ τὰ δάνεια κατὰ τὸ ποσὸν τῶν ζημιῶν, ἃς ἕκαστος ὑπέστη, καὶ δεύτερον κατὰ τὸ ἀξιόχρεων τῶν προσώπων. Βεβαίως ὑπάρχουσι κτηματίαι, οἱ ὁποῖοι ἐμπνέουσι πίστιν διὰ πολὺ μεγαλείτερα ποσὰ ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, εἰς αὐτοὺς νὰ δώσωμεν περισσότερα. Διὰ νὰ μὴ ἀφήσωμεν δὲ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοιαύτην ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν πολλοὶ νομίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀναγκασθῇ αὕτη νὰ ποιήσηται κατάχρησιν, πρὸς βλάβην τῶν πτωχοτέρων τάξεων τῶν παθόντων Θεσσαλῶν, τὸ κατ’ ἐμέ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἐντὸς τῶν δύο αὐτῶν ὅρων, τοῦ κατωτάτου καὶ τοῦ ἀνωτάτου. Ἐῤῥήθη, 100 δραχμαὶ νὰ ἦναι ὁ κατώτατος ὅρος. Εὑρίσκω ὅτι πρέπει ν’ αὐξηθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε 200. Εὑρίσκω ὅτι 200 εἶναι πλέον δίκαιον ποσόν. Ἀλλὰ προτιμότερον θὰ ἦτο καὶ νὰ κατέλθωμεν ἀκόμη κατά τι, παρὰ ν’ ἀφήσωμεν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ἐπροτάθη, καὶ αὐτὴ νὰ κανονίζῃ ἑκάστοτε τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα θὰ διανέμῃ. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, φαντασθῶμεν 20,000 οἰκογενείας τὰς ἐχούσας ἀνάγκην βοηθείας, καὶ αὐτὰς περιλάβῃ ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐνεργήσῃ, καὶ θέσωμεν μέσον ὅρον 500 δραχμὰς δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν, ἰδοὺ ὅτι ἔχομεν 10 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ προβῶμεν δαπανῶντες πέραν τῶν 10 ἑκατομμυρίων σήμερον; Δὲν ἠξεύρω τί θὰ γείνῃ εἰς τὸ μέλλον, ἄν, ἀποκαθισταμένης τῆς τάξεως, βεβαιωθῶσιν ἄλλα μεγάλα δυστυχήματα, τὸ δὲ Κράτος ἦναι εἰς θέσιν οἰκονομικῶς νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸν καὶ δι’ ἄλλων ποσῶν. Ἀλλὰ σήμερον ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς διανομῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὁρίζομεν καὶ δύναται τὸ Κράτος νὰ διαθέσῃ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν ἄνευ ὁδηγοῦ, ἄνευ χαλινοῦ, τὸν δὲ χαλινόν, ἔστω καὶ ἄν ἦναι αὐθαίρετος, πρέπει νὰ τὸν θέσωμεν διὰ τοῦ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου. Συμπεραίνω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνέλθωμεν ἄνω τῶν 800, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατέλθωμεν κάτω τῶν 200 δραχμῶν.
§152Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶπεν, ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὡρίσθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι τοσοῦτον μέγα, ὥστε νὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς σκέψεις περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῆς δι’ ἕκαστον τῶν κατοίκων Θεσσαλίας χορηγηθησομένης πιστώσεως, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι διακοσίων κατ’ ἐλάχιστον ὅρον δραχμῶν. Διαφωνῶ κατὰ τοῦτο. Λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὴν στατιστικὴν τῆς Θεσσαλίας, βλέπομεν ὅτι κατοικεῖται ὑπὸ 50 χιλιάδων οἰκογενειῶν· ἀφαιροῦντες δὲ 10,000 οἰκογενείας, ὅσας βεβαίως θὰ εὕρῃ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι δὲν ἔχουν ἀνάγκην, ἀπομένουσι 40,000 οἰκογένειαι, εἰς τὰς ὁποίας θὰ δοθῇ βοήθεια. Ἂν θελήσητε νὰ δώσητε 200 δραχμὰς κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, τότε οὐδεμία οἰκογένεια θὰ εὑρεθῇ, ἥτις νὰ λάβῃ πλέον τῶν 200 δραχμῶν. Διὰ νὰ δοθῇ εἴς τινας ἀνώτερον ποσόν, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῶν δραχμῶν 200, καὶ νομίζω, ὅτι προτιμότερον εἶναι ν’ ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ κατώτατον ὅριον, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ βοηθήσῃ τὰς οἰκογενείας ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν των. Τοῦτο δὲ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχήν σας, διότι ἄλλως θὰ δεσμεύσωμεν τὴν ἐπιτροπήν. Ἀνώτατον ὅριον θέσατε, μὴ περιορίσητε ὅμως τὸ κατώτατον.
§153Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε ἡ ἐπιτροπὴ θὰ δύναται νὰ ὁρίζῃ καὶ 25 δραχμὰς ὡς βοήθημα, ἐμπαίζουσα οὕτω τὰς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι προστάτας. Ἡμεῖς πρέπει ν’ ἀποφασίζωμεν δυσπιστοῦντες· ἂν δὲ κατεχώμεθα ὑπὸ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ὅλα θὰ ἐκτελεσθῶσι μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἀκρίβειαν καὶ προσοχήν, θὰ πλανηθῶμεν πολύ. Νομίζω ὅτι ὁ ὑπολογισμός, ὅτι ἐπὶ 40,000 οἰκογενειῶν θὰ ἐνεργηθῇ διανομή, εἶναι ὑπερβολικός. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰκογενειῶν δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 20,000. Οἱ πλεῖστοι τῶν διαμεινάντων ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ἔπαθον. Ἀφ’ ἑτέρου εἰργάσθησαν.
§154ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὔτε 20,000 δὲν εἶναι.
§155Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν λοιπὸν ἔχωμεν 20,000 οἰκογενείας, νομίζω ὅτι κάλλιστα δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν καὶ τὸ ἀνώτατον καὶ τὸ κατώτατον ὅριον. Ἂν ἀφήσωμεν ἀόριστον τὸ κατώτατον ὅριον, φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἐπέλθουν πολὺ περισσότεραι μεροληψίαι καὶ ἀδικίαι.
§156Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως, Κύριοι, τὸ ποσὸν τὸ αἰτηθὲν πρὸς βοήθειαν τῶν παθόντων Θεσσαλῶν δὲν εἶναι ποσὸν δυνάμενον νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, καὶ εἶναι λυπηρόν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ περισσότερα χρήματα. Τὰ διατιθέμενα ὅμως χρήματα πρέπει νὰ διατεθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ ἐξυπηρετήσουν ἐν γένει τὰς ἀνάγκας διὰ τῆς καταλλήλου διακανονίσεως τῆς διανομῆς αὐτῶν ἀπὸ τοῦδε. Αἱ καταστραφεῖσαι οἰκίαι, Κύριοι, ἐν τοῖς κεφαλοχωρίοις, ὅπου αἱ οἰκίαι ἀνήκουσιν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς ἰδιοκτήτας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβαίνωσι τὰς χιλίας, —μολονότι οἱ Κύριοι λέγουν 2,000, —διότι αἱ καταστραφεῖσαι οἰκίαι, αἱ ἀνήκουσαι εἰς μεγαλοκτηματίας, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς Θεσσαλούς, ἑπομένως οἱ μεγαλοκτηματίαι δὲν θ’ ἀποζημιωθοῦν, διότι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς μᾶλλον ἀπόρους. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ κατώτερον ὅριον, ὁριζόμενον εἰς 200 δραχμάς, εἶναι ἀρκετόν, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ λάβῃ τὰς 200 δραχμάς, δὲν ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν· τὸ ἀνώτατον δὲ ὅριον, ὁριζόμενον εἰς χιλίας δραχμάς, θὰ ἦναι ἀρκετὸν πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν μᾶλλον ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν κατοικούντων εἰς τὰ τσιφλίκια καὶ τῶν κατοικούντων εἰς τὰς οἰκίας τὰς ἰδιοκτήτους, καὶ τὸ ἀνώτατον ὅριον πρέπει νὰ ἦναι χίλιαι δραχμαί, τὸ δὲ κατώτατον 200 δραχμαί.
§157ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἀσφαλεστέρα βάσις πρὸς καθορισμὸν τοῦ κατωτάτου ὅρου φρονῶ ὅτι εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν προσφύγων, οἱ ὁποῖοι περίπου εἶναι 80,000 ψυχαί. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἂν ληφθῇ ὡς διαιρέτης, καὶ διαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν δέκα ἑκατομμυρίων, θὰ ἔχωμεν κατ’ ἄτομον 125 δραχμάς· ἂν δὲ λάβωμεν, κατὰ μέσον ὅρον, τὴν οἰκογένειαν ἐκ τεσσάρων ἀτόμων συνισταμένην, θὰ ἔχωμεν 500 δραχμὰς δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς ὁ μέσος ὅρος τοῦ κατωτάτου καὶ ἀνωτάτου ὅρου τῶν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προταθέντων, τουτέστι τῶν 200 καὶ 800 δραχμῶν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς λεπτομερείας, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησάν τινες πρὸ μικροῦ, διότι τὰς λεπτομερείας ἐκείνας θὰ κανονίσῃ ἡ ἐπιτροπή, ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένη. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ὁρίσῃ ἀνώτατον καὶ κατώτατον ὅριον, τὰ ὅρια δὲ ταῦτα καλῶς ὡρίσθησαν μεταξὺ τῶν 200 καὶ 800 δραχμῶν. Ἐὰν ἐξέλθητε τῶν ὁρίων τούτων, ἐξέρχεσθε τῶν πιθανοτήτων, τὰς ὁποίας σᾶς ὑποδεικνύουν οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοί, οἱ δηλοῦντες τίνες ἐκ τῶν Θεσσαλῶν ἔχουσι πραγματικὴν ἀνάγκην βοηθείας, διότι οἱ πραγματικῶς ἔχοντες ἀνάγκην Θεσσαλοὶ προσέφυγον εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὑποστηριζομένη καὶ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα.
§158ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν εἴχομεν στατιστικὴν ὡρισμένην, καὶ εἴχομεν τοὺς καταλόγους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ συνταχθῶσι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἦτο εὔκολος, καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν πρέπει νὰ δώσωμεν 200 ἢ 1000 δραχμάς· ἀλλὰ στερούμεθα τούτων καθ’ ὁλοκληρίαν. Δὲν πρόκειται δὲ νὰ ὑποστηριχθῶσι μόνον οἱ πρόσφυγες, διότι ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπάρχουσι παθόντες καὶ μὴ ἐξελθόντες τῆς Θεσσαλίας, καὶ τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν.
§159ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαιότατα.
§160ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ βασισθῶμεν ἐπὶ 80,000 προσφύγων· ἀλλὰ βεβαίως, ἂν ὄχι ἄλλοι τόσοι, περίπου ἄλλοι τόσοι ὑπάρχουν ἐν Θεσσαλίᾳ, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ βοηθηθῶσι. Λοιπὸν, ἂν οἱ χρήζοντες βοηθείας εἶναι 100,000 ἢ 80,000 ἢ 160,000, τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν σήμερον. Μὴ δυνάμενοι δὲ νὰ γνωρίζωμεν τοῦτο σήμερον, τί πράττομεν; Πράττομέν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι λογικόν, καὶ λέγομεν ὅτι ἐπιτροπαὶ ὡρισμέναι κατὰ ὡρισμένους τύπους θέλουσι κανονίσει καὶ ἐξεύρει τοὺς χρήζοντας βοηθείας καὶ τί ποσὸν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς ἕκαστον, ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν οὗτος θὰ παρουσιάσῃ, ὅπως ἐπαναλάβῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐξήσκει πρὸ τοῦ πολέμου. Αὐτὰς θέτομεν ὡς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐὰν εἴχομεν ποσὸν ἀπεριόριστον νὰ διαθέσωμεν, ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, δὲν θὰ εἴχομεν ἀνάγκην νὰ θέσωμεν οὐδένα περιορισμόν· θ’ ἀφήναμεν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ κανονίσῃ τὰς ἀνάγκας, καὶ θὰ ἐδίδομεν ὅλα τὰ ποσὰ, ἔστω καὶ ἂν ἀνήρχετο ἕκαστον ποσὸν εἰς χιλιάδας. Ἡ διάθεσις ὑπάρχει πλήρης παρ’ ἡμῖν, ἡ ἐπιθυμία ὑπάρχει τελεία παρὰ παντὶ Ἕλληνι, ὅπως δοθῇ ἡ βοήθεια, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὰ ποσά. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα διαθέτομεν, εἶναι ὀκτὼ ἕως δέκα ἑκατομμύρια, κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Ἂν θελήσωμεν νὰ προσδιορίσωμεν τὸν κατώτατον ὅρον εἰς 200 δραχμὰς, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εἰς ὅλους θὰ δώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐνδέχεται νὰ μὴ μᾶς ἀρκέσουν τὰ 10,000,000, ἵνα θεραπεύσωμεν ὅλας τὰς ἀνάγκας. Εἶπον «ἐνδέχεται», διότι εἶναι πολὺ πιθανὸν, ὅτι θὰ δοθοῦν αἱ 200 δραχμαὶ εἰς ὅλους. Ἀλλ’ ἂν αὔριον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐχόντων ἀνάγκην περιθάλψεως ἀνέλθῃ εἰς τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἀρκέσῃ νὰ δώσωμεν εἰς ἕκαστον 200 δραχμὰς, θὰ ἔλθωμεν νὰ κάμωμεν νέον νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς ἐπιτρέπῃ νὰ κατέλθωμεν κάτω τῶν 200 δραχμῶν; Ὁρίζοντες λοιπὸν κατώτατον ὅριον ἐν τῷ νόμῳ, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργὸς, φέρων τὴν εὐθύνην, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ δανείσῃ ποσὸν κάτω τῶν 200 δραχμῶν, ὅταν ὁ κατώτατος ὅρος ᾖναι 200. Λοιπὸν δὲν ἔχει σκοπὸν ὁ προσδιορισμὸς τοῦ κατωτάτου ὅρου. Ὁ κατώτατος ὅρος θὰ προσδιορισθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δικαιολογημένων αἰτήσεων καὶ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ὁρίσωμεν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἀναλόγως τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους διαθέτει τὸ Κράτος, θὰ περιορίσῃ τὰς αἰτήσεις περὶ δανείου, ὁ κατώτατος ὅρος δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τεθῇ. Θὰ ὑπάρξουν πολλοὶ Θεσσαλοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ ἐπαναρχίσουν τὰς προτέρας των ἐργασίας διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 800 δραχμῶν. Βεβαίως οὗτοι ἔσονται ἐλάχιστοι, σχετικῶς πρὸς τὸ ὅλον τῶν βοηθηθησομένων, ἔσονταί τινες ἐκ τοῦ ἀστικοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ὀλίγοι ἐκ τοῦ ἀγροτικοῦ, ἀλλὰ θὰ ὑπάρξωσι τοιοῦτοι· ὁ ἐν Λαρίσῃ π. χ. ἐγκατεστημένος παντοπώλης, διὰ νὰ ἐπαναρχίσῃ τὰς ἐργασίας του, θέλει πολὺ περισοτέρας τῶν 800 δραχμῶν. Ἐὰν δὲν τῷ δώσητε πολὺ περισσοτέρας τῶν 800, θὰ τὸν ῥίψητε εἰς τοὺς τοκογλύφους. Διὰ τοῦτο, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τοῦ ἀνωτάτου ὅρου, πρέπει τοῦτο νὰ ᾖναι 1500 δραχμαί. Βεβαίως αἱ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐργασθῶσι, θὰ ὦσι φειδωλαί, καὶ θὰ προσέξωσιν, ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ δανείου, ὦσιν οἱ πραγματικῶς δικαιούμενοι νὰ τὸν λάβωσι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ κατώτατον ὅριον, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ᾖναι κατώτερον τῶν 100 δραχμῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἀνώτατον ὅριον, τοῦτο πρέπει νὰ ᾖναι 1500 δραχμαί.
§161ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι ὅσα ἤκουσα μὲ ἐνισχύουσιν εἰς τὴν ἀρχικὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ τεθῇ ὅρος κατώτατος 100 δραχμῶν, καὶ ὅρος ἀνώτατος 800 δραχμῶν καὶ τοῦτο, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν παθουσῶν οἰκογενειῶν δὲν εἶναι βεβαιωμένος, καὶ φοβοῦμαι ὅτι εἶναι πολὺ μείζων τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσφύγων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι. Ἐξ ἑτέρου ἔχετε νὰ μοιράσητε κατ’ ἀνώτατον ὅρον 10,000,000 δραχμῶν. Πρόκειται νὰ δείξητε τὴν ἀγαθὴν ὑμῶν προαίρεσιν’ λάβετε δ’ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ταῦτα εἶναι ὁ ὀβολὸς τῆς χήρας, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν φειδωλοὶ περὶ τὴν διανομὴν αὐτῶν. Δὲν εἶναι παροχὴ πρὸς τοὺς Θεσσαλοὺς, ὅπως ἀνοικοδομήσωσι τὰς οἰκίας των, ἢ ἀνοίξωσι τὰ παντοπωλεῖά των, προμηθεύοντες αὐτὰ διὰ παντὸς εἴδους ἐδωδίμων, ὡς ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης· πρὸς τὰ τοιαῦτα δὲν ἔχομεν τὰ μέσα, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι τὰ 10 ἑκατομμύρια. «Θὰ τοὺς ῥίψωμεν εἰς τοὺς τοκογλύφους», εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτής. Εὐτυχῶς ἐκεῖνοι τῶν Θεσσαλῶν, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ θελήσωσι νὰ δανείσωσιν οἱ τοκογλύφοι, αὐτοὶ ἂς ὑπάγωσιν εἰς τοὺς τοκογλύφους. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ δώσωμεν εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν θὰ δώσωσιν οἱ τοκογλύφοι, καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται μὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ διορθώσωσι μίαν στέγην διὰ νὰ στεγασθῶσιν, ἢ νὰ προμηθευθῶσιν ἓν ἐργαλεῖον, ἢ ὀλίγον σῖτον πρὸς σποράν. Δι’ ὁλόκληρον χώραν δῃωθεῖσαν ἤθελον χρειασθῆ πρὸς ἀποκατάστασιν μέσα πολὺ ἀφθονώτερα· οἱ πρεσβύτεροι ἐξ ἡμῶν ἐνθυμοῦνται τὰς ἀφηγήσεις τῶν γονέων των περὶ τῆς ἐρημώσεως μετὰ τὴν ἐπανάστασιν· καὶ τότε ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ δι’ ὀλίγων οἰκονομήθησαν οἱ ἄστεγοι καὶ πεινῶντες. Καὶ ἐγὼ, μὲ ὅλον τὸ ξενικὸν ὄνομα, ἀνήκω εἰς οἰκογένειαν, ἡ ὁποία ἔπαθεν ὅ,τι ἔπαθον ὅλων ὑμῶν οἱ πατέρες, καὶ καλύβη, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν 1500 δραχμαὶ, ἠδυνήθη νὰ στεγάσῃ τὸ ἄθροισμα ὅλων τῶν ἀποτελούντων τὴν οἰκογένειαν αὐτήν· τὸ δὲ Κράτος οὐδὲν εἶχε νὰ δώσῃ, καὶ οὐδὲν ἔδωκε πρὸς ὁλόκληρον λαὸν, ἀπολέσαντα εἰς τὸν ἀγῶνα πᾶν ὅ,τι εἶχε. Μὲ μίαν λέξιν, νομίζω ὅτι ὁ ὅρος τῶν 100 καὶ τῶν 800 δραχμῶν εἶναι ἐπαρκής.
§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶχον γείνῃ προτάσεις, τροποποιοῦσαι αὐτὸ ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν, τὰς ὁποίας καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον ἀναγράφει: «Οἱ λαμβάνοντες παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δυνάμει τῶν ὁριστικῶν καταλόγων τὸ δι’ αὐτοὺς ὁριζόμενον ἐν τοῖς καταλόγοις ποσὸν ὑποχρεοῦνται νὰ τὸ ἀποδώσωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐντὸς ἑξαετίας ἐντόκως ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους πρὸς 4% κατ’ ἔτος καὶ εἰς πέντε ἴσας χρεωλυτικὰς δόσεις ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου ἑκάστου τῶν ἑπομένων ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους πέντε ἐτῶν...» Τὸ «ἐντόκως» δύναται νὰ ἀναφερθῇ καὶ εἰς τὴν ἑξαετίαν, ὅτι δηλαδὴ καθ’ ὅλην τὴν ἑξαετίαν θὰ πληρωθῇ ἐντόκως. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἐπροτάθη ἡ ἑξῆς τροποποίησις· «ἀτόκως μὲν διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, ἐντόκως δὲ ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους».
§165ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§166ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπίσης ἀντὶ τοῦ «ἐν τοῖς καταλόγοις» καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ τεθῇ «ἐν αὐτοῖς».
§167ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§168ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατωτέρω ἀναγράφεται: «... ὅτε καὶ ἐκβιασθήσονται, ἐν περιπτώσει ὑπερημερίας, εἰς τὴν πληρωμήν». Νομίζω ὅτι ἡ ἐκβίασις ἐννοεῖται ὅτι γενήσεται ἐντὸς ὁλοκλήρου τοῦ Ὀκτωβρίου, ἄνευ ὡρισμένης προθεσμίας.
§169ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως, ἐντὸς ὅλου τοῦ μηνός. Τοῦτο εἶναι λεπτομέρεια, ἥτις θὰ ὁρισθῇ εἰς τὸ συμβόλαιον.
§170Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ εἴσπραξις θὰ γείνῃ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ καθυστερούντων, ἑπομένως καὶ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὐλάχιστον, ὅπως ἡ προσωπικὴ κράτησις μὴ ἐκτελῆται διὰ ποσὰ κατώτερα τῶν 150 ἢ 200 δραχμῶν.
§171ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, ὅτι αἱ δαπάναι διὰ τὴν προσωπικὴν κράτησιν εἶναι τοιαῦται, ὥστε διὰ ποσὰ εὐτελῆ θὰ ἦναι οὐ μόνον ἀπανθρωπία, ἀλλὰ καὶ ἄστοχος δαπάνη ἐκ μέρους τοῦ ταμίου, νὰ προσωποκρατήσῃ ὀφειλέτην. Δύναται νὰ τεθῇ ὡρισμένον ποσὸν, κάτω τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται προσωπικὴ κράτησις. Εἰς τὸ ζήτημα δὲ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως οὐδεὶς σκέπτεται φιλανθρωπότερον ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν θέσει ἄλλῃ, ξένῃ τῆς Βουλῆς καὶ ξένῃ τῶν καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔσπευσα, ὁσάκις ἐπληροφορούμην, ὅτι κρατεῖταί τις ἐν τῇ φυλακῇ, αὐθωρεὶ νὰ τὸν ἀποφυλακίσω. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρέπει νὰ λείψῃ τὸ ξίφος αὐτὸ τοῦ Δαμοκλέους, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὡς ἀπειλὴ ἡ προσωπικὴ κράτησις. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν ὅμως νὰ ὁρισθῇ ἕν ποσὸν, κάτω τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπιτρέπηται προσωπικὴ κράτησις. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Οἱ λαμβάνοντες παρὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης δυνάμει τῶν ὁριστικῶν καταλόγων τὸ δι’ αὐτοὺς ὁριζόμενον ἐν αὐτοῖς ποσὸν ὑποχρεοῦνται νὰ τὸ ἀποδώσωσιν εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν ἐντὸς ἑξαετίας, ἀτόκως μὲν διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, ἐντόκως δὲ ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους κλπ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§173ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν πρὶν θίξω ἕτερον ζήτημα, συνδεόμενον μετὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, νὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Τὰ ὑπὸ τῆς Τραπέζης κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον εἰσπραττόμενα ποσὰ ἐκ τόκων καὶ κεφαλαίων λογίζονται ἀπὸ τῆς εἰσπράξεως κατατεθειμένα παρ’ αὐτῇ ἐπὶ δεκαετίαν ἐντόκως ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ ὅρῳ τοῦ τόκου κλπ.», καὶ κατόπιν γίνεται εἰς διάφορα ἄρθρα λόγος περὶ δεκαετίας. Ἡ δεκαετία ἀπὸ πότε θ’ ἀρχίσῃ;
§174ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ παρατήρησις θὰ εἶχε σημασίαν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ εὐκαιρία τῆς καταθέσεως τῶν χρημάτων παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ.
§175ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ προχθὲς ἐγένετο λόγος περὶ ἄλλης τινὸς διατάξεως. Ἡ Τράπεζα ἐνδέχεται νὰ διπλασιάσῃ τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεών της, τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλῃ εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς μετὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους ἐξ ἰδίων της. Τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλῃ ἡ Τράπεζα, ὅπως διπλασιάσῃ τὸ ποσὸν τῶν μελλόντων δανείων πρὸς τοὺς Θεσσαλοὺς, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀδικήσῃ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη ἡ Τράπεζα διὰ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ 1896, νομίζω, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείσῃ εἰς γεωργοκτηματίας 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὰ δέκα αὐτὰ ἑκατομμύρια πρέπει νὰ μείνωσιν εἰς τὸν προορισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔλαβεν ἀρχῆθεν, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος. Πρὸς τοῦτο προτείνω τὴν ἑξῆς τροποποίησιν: «Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὴν ἑτέραν αὐτῆς ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ δανείσῃ ὑπὲρ τῶν γεωργοκτηματιῶν τοῦ Κράτους 10,000,000 δραχμῶν κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΥΞΑʹ τῆς 8 Ἰανουαρίου 1897».
§176ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σχετικῶς πρὸς μίαν ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν εἰς τὸ βασιλικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὸν καταρτισμὸν δημοσίων βιβλίων πρὸς ἐγγραφὴν γεωργικῶν δανείων, λέγω ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα ἀναφέρονται ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα θέλοντα νὰ δανείσῃ τοὺς γεωργοκτηματίας· διότι, ὅταν τὸν νόμον ἐκεῖνον συνέστησα ἄλλοτε πρὸς τὸν σεβαστὸν Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, δὲν ἀπέβλεψα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ὡς ὀπαδὸς τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως συνέστησα, ὅπως ἡ διάταξις ἐκείνη περὶ δημοσίων βιβλίων γείνῃ γενική. Τὸ διάταγμα αὐτὸ παρεσκευάσθη, καὶ ἐλπίζω ὅτι κατὰ μίαν ἀπὸ τὰς ἡμέρας ταύτας θέλει δημοσιευθῆ.
§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἑρμηνεία αὕτη ὡς ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Βουλή.
§178ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀναγραφῆ ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§181ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 9 πρόκειται νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 7,500,000, ἢ ὀλιγωτέρου, ἐὰν δὲν κατορθωθῇ νὰ εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον τὸ διὰ δανείου χορηγητέον εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας καὶ κτηνοτρόφους ἐπὶ προσωπικῇ καὶ πραγματικῇ ἐγγυήσει ποσόν. Νομίζω ὅτι ἐδῶ ἀκριβῶς, εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, πρέπει νὰ ὁρισθῇ τοὐλάχιστον τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου.
§182ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἤθελον ὑποβάλει τὴν παρατήρησιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀντήλλαξα ἐπιστολὴν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ συναινέσῃ ἡ Τράπεζα νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κηδεμονίαν αὐτήν· οὐδὲ πιστεύω ὅτι πιστωτικὸν κατάστημα τῆς περιωπῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θ’ ἀποφασίσῃ ν’ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην τῶν δανείων αὐτῶν ὑπὸ τοιούτους περιορισμούς.
§183ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, παρακαλῶ, νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου, καὶ κατόπιν ν’ ἀντικρουσθῶ. Ἀλλ’ ὅταν διακόπτωμαι εἰς τὸ μέσον, χωρὶς νὰ ἐννοηθῶ εἰς τί θὰ καταλήξω...
§184ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς ζητῶ συγχώρησιν, διότι σᾶς διέκοψα.
§185ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν παραπονοῦμαι, ὅτι διεκόπην, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἀφέθην νὰ συμπληρώσω τὴν γνώμην μου, ἵνα καταστῶ καταληπτός. Ὁ σκοπὸς λοιπόν, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα αὐτὰ, εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῆς γεωργίας, ἡ ἐνίσχυσις τῆς κτηνοτροφίας. Τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου 9, τὸ ὁποῖον λέγει: «...ὑποχρεοῦται δὲ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὰ οὕτω κατατεθειμένα παρ’ αὐτῇ ποσὰ, περιλαμβανομένων καὶ τῶν τόκων, νὰ διαθέσῃ κατὰ τοὺς ὅρους τῶν καταστατικῶν αὐτῆς νόμων καὶ συμβάσεων ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς δάνεια πρὸς γεωργοὺς, κτηματίας καὶ κτηνοτρόφους, ἐπὶ προσωπικῇ ἢ πραγματικῇ ἐγγυήσει καὶ ὑπὸ ἀποκλειστικὴν αὐτῆς εὐθύνην...», καὶ ἐκ τοῦ ἑπομένου 10 ἄρθρου, ὅπερ διαλαμβάνει, ὅτι «ἡ ἐν λόγῳ παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἔντοκος κατάθεσις προορίζεται ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας, καὶ ἡ διάθεσις αὐτῆς πρὸς τὸν ῥηθέντα σκοπὸν κανονισθήσεται διὰ νόμου...» Ἐφιστῶ ἐπὶ τούτων τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἵνα μὴ συμβῇ καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὅ,τι συνέβη καὶ μὲ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἡ ὁποία δὲν ἠδυνήθη νὰ κλείσῃ τὰς θύρας πρὸς τὴν πίστιν, μὲ τὴν ὁποίαν παρουσιάζονται οἱ κτηματίαι ἐν Θεσσαλίᾳ,—διότι δικαιοῦνται καὶ οἱ κτηματίαι νὰ δανείζωνται κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,— οὕτω δὲ, ἐνῷ ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ἦτο ἡ ἐνίσχυσις τῆς γεωργίας, μὴ τολμῶσα πλέον νὰ κλείσῃ τὰς θύρας εἰς τοὺς πλουσίους ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι εἶχον δικαίωμα νὰ δανείζωνται, καὶ θὰ ἔχωσι βεβαίως τοῦτο καὶ νῦν...
§186ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ τοῖς κλείσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν θύραν.
§187ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. .. διέθετε τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς ἐκείνους, καὶ διὰ τὴν γεωργίαν κατόπιν ἐσταύρωσε τὰς χεῖρας, μὴ δυναμένη νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐφιστῶ λοιπὸν καὶ αὖθις τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἵνα μὴ φθάσωμεν πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, εἰς ὃ διὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ πολυτάλαντοι κτηματίαι τῆς Θεσσαλίας θέσωσι τὰς χεῖρας ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ τοιουτοτρόπως στειρεύσῃ ὁ πόρος ἐκεῖνος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλπίζομεν ἡμεῖς νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ εἰς τοὺς γεωργικοὺς καὶ κτηνοτροφικοὺς πληθυσμούς. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις μου αὗται, καὶ ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως, τοὐλάχιστον νὰ ἐπέλθῃ συνδυασμός τις, ὥστε καὶ οἱ γεωργοὶ καὶ κτηνοτρόφοι νὰ ἐξασφαλισθῶσι, καὶ οἱ κτηματίαι νὰ μὴ ἀποκλεισθῶσι. Τὸν συνδυασμὸν τοῦτον θὰ ἐξεύρῃ, ὡς ἁρμοδιώτερος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μελετῶν τὸ προηγούμενον τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, ὅπερ δὲν ἀποδίδω εἰς κακὴν αὐτῆς πρόθεσιν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐπέφερε τέλειον ἀποκλεισμὸν τῆς γεωργικῆς καὶ κτηνοτροφικῆς τάξεως ἀπὸ τῶν ταμείων αὐτῆς.
§188ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν, ἵνα ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπαναλάβωμεν τὰς συζητήσεις μετὰ τῆς Τραπέζης...
§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§190ΣΤΡΕΙΤ. .. Εἶμαι βέβαιος ὅμως, ὅτι θ’ ἀπολέσωμεν 5 ἢ 6 ἡμέρας, χωρὶς νὰ ἔχωμεν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα κατ’ οὐσίαν. Παρατηρῶ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπὸ 200 δραχ. μέχρι 10,000 περίπου δανείζει εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐπήγαγε καὶ ζημίας τινὰς εἰς τὴν Τράπεζαν, ὧν ἀκόμη φέρει τὰς συνεπείας, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς 12,000,000 εἶχον ἀνέλθῃ αἱ γεωργικαί της ἐπιχειρήσεις, ἐδέησε δὲ νὰ περιστείλωμεν αὐτὰς, μᾶλλον διότι ἐγίνετο κατάχρησις παρὰ τῶν ζητούντων μικρὰ ποσὰ, παρὰ ἐκ τοῦ ἐναντίου. Ἄλλως τε ἔχετε ἀντίληψιν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διοικεῖται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Δὲν ἔχετε νὰ φοβηθῆτε, ὅτι θὰ δανείσῃ τοὺς πολυταλάντους 100,000 δρ. ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν κτημάτων των, ἵνα μὴ τῇ μείνῃ ποσὸν διαθέσιμον διὰ τοὺς μικροὺς γεωργούς.
§191ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δὲν ἔχετε πραγματικὴν ἐγγύησιν ἐκ μέρους τῶν γεωργῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι στεροῦνται ὅλως τοιαύτης, κύριε Ὑπουργέ· θὰ ἔχητε μόνον προσωπικὴν, διότι οἱ γεωργοὶ ἐν Θεσσαλίᾳ κεφάλαιον ἔχουσι τὴν προσωπικὴν αὑτῶν ἐργασίαν, πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν ἐμπιστεύονται τὰ κεφάλαια, ὅσον πρὸς τὰς πραγματικὰς ἐγγυήσεις.
§192ΣΤΡΕΙΤ. Ὑπάρχουσιν ὅμως μεγάλοι κτηματίαι. Θέλετε νὰ τοὺς ἀποκλείσωμεν αὐτούς;
§193ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὄχι· δὲν ζητῶ ν’ ἀποκλεισθῶσιν, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς πραγματικῆς ἐγγυήσεως δὲν πρέπει νὰ ἐπιφέρῃ τὸν ἀποκλεισμὸν καὶ τῶν ἄλλων.
§194ΣΤΡΕΪΤ. Πῶς θέλετε νὰ θέσωμεν ὅρια; Ἐννοεῖτε 3,000, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου θέλετε νὰ δανείσῃ ἡ Τράπεζα 8,000,000, καὶ ἄλλα 8,000,000, καὶ ὅταν δὲν τὰ διαθέσῃ, θὰ εἴπητε ὅτι δὲν εἶναι καλῆς πίστεως,—διότι θὰ ἠδυνάτει νὰ τὰ διαθέσῃ. Σᾶς λέγω, ὅτι Τράπεζα σημαίνει εἰς πᾶσαν γλῶσσαν κατάστημα δανεῖζον ἀναλόγως τῆς φερεγγυότητος· δὲν θὰ τοποθετηθῇ δὲ οὐδὲ ὀβολὸς εἰς ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ὁ ἁρμόδιος διευθυντὴς τοῦ καταστήματος δὲν θὰ κρίνῃ φερέγγυον εἴτε προσωπικῶς, εἴτε πραγματικῶς. Ἐὰν εἶναι προσωπικῶς φερέγγυος, τοῦτο ἀρκεῖ· ἐὰν δὲν εἶναι φερέγγυος προσωπικῶς, οὐδὲ φερέγγυος πραγματικῶς, θὰ ἦναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ μετάσχωσι τῶν 8,000,000 σήμερον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ μετάσχωσι τῶν μεταγενεστέρων πρὸς γεωργοὺς καὶ κτηματίας δανείων, οὐδὲ ἐὰν κάμητε ἀγροτικὴν Τράπεζαν ἐν Θεσσαλίᾳ. Μὴ φανταζώμεθα ὅτι ἀγροτικὴ Τράπεζα θὰ ἦναι κατάστημα φιλανθρωπικόν. Τράπεζα, ὑπὸ οἱονδήποτε ὄνομα, θὰ εἴπῃ κατάστημα, τὸ ὁποῖον δανείζει εἰς φερεγγύους. Διὰ τοὺς ἀφερεγγύους δὲν ὑπάρχουσι Τράπεζαι, ὑπάρχουσιν ἀγαθοεργὰ καταστήματα.
§195ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῶν ἀφερεγγύων, ὡμίλησα περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὴν προσωπικήν των πίστιν μόνον.
§196ΣΤΡΕΪΤ. Λάβετε τὸν κόπον νὰ μάθητε, ποῖοι εἶναι οἱ ὅροι τῶν δανείων τούτων· θὰ πληροφορηθῆτε, ὅτι τὰ δάνεια αὐτὰ εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον γεωργικά.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§198ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§199Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐνῷ εὑρίσκω ὀρθοτάτας τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εὑρίσκω ὅμως ἀναξίας προσοχῆς καὶ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. ἐκ Τρικκάλων συναδέλφου. Ὁ κ. ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος διετύπωσεν ἓν παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔχει οὐχὶ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ κατὰ τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀκριβῶς διότι γίνεται αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ εἶπεν. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα, ἡ ὁποία θὰ μεταβῇ ἐκεῖ, ἂς φροντίσῃ νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν, ὅσον ἐπιτρέπει τὸ καταστατικὸν αὐτῆς. Ἀλλὰ περιορισμὸν τοιοῦτον, ἐπιβαλλόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸν θεωρῶ δύσκολον. Τὴν ὠφέλειαν προσδοκῶμεν ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ ἀκριβῶς τῶν Τραπεζῶν ἐν Θεσσαλίᾳ.
§200Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ, πῶς ὁ συνάδελφος καὶ φίλος μου κ. Κριεμάδης ἤγειρε τὸ ζήτημα αὐτό· διότι ἀκριβῶς ὁ χαρακτηρισμὸς, ὁ ὁποῖος δίδεται διὰ τοῦ ἄρθρου 10 εἰς τὰ δάνεια τὰ χορηγηθησόμενα ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, αἴρει πάντα δισταγμὸν καὶ πᾶσαν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν. Ὅταν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἦναι ὑποχρεωμένη νὰ διαθέτῃ ἀποκλειστικῶς τὸ χρῆμα τοῦτο ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας, τί ἄλλο θέλει ὁ ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος, ὁ ἐπιζητῶν τοῦτο ἀκριβῶς διὰ τῶν παρατηρήσεών του, τὴν ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας; Ὅσον δὲ περισσότερα χρήματα δώσῃ ἡ Τράπεζα εἰς ζητοῦντας τοιαῦτα δάνεια γεωργικὰ καὶ κτηνοτροφικά, τόσον τὸ καλλίτερον. Ἂς τὰ δώσῃ διὰ λογαριασμόν της.
§201Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν θ’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη πρὸ ὀλίγου, ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ λέγει, ὅτι θὰ ἐφαρμόζωνται οἱ τύποι οἱ κεκανονισμένοι ὑπὸ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἐθν. Τραπέζης διὰ τὰ γεωργοκτηματικὰ δάνεια. Ὑποθέτω ὅτι κατὰ τοῦτο μόνον μεταβάλλεται, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔγγραφον.
§202ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ συζητηθῇ τὸ ἄρθρον.
§203ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ νομίζω ὅτι συνεζητήθη. Ὁ λόγος εἶναι, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 ἦτο διατετυπωμένον μὲ τὴν λέξιν «τύπους», τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι θὰ ἐζητοῦμεν ἐγγυητὰς παρὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἵνα μὴ γεννηθῇ τοιοῦτος ἐνδοιασμὸς, διότι πρόκειται περὶ χρημάτων, τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα εἰς ἀφερεγγύους σήμερον θὰ δοθῶσι, περὶ τῶν ὁποίων ἑπομένως δυσκόλως θὰ εὑρεθῶσιν ἐγγυηταὶ, καὶ ἵνα μὴ καταστήσωμεν τὸ πρᾶγμα κωμικὸν, ἢ δυσχερῆ τὴν ἐνέργειαν περὶ τοὺς τύπους, διὰ τοῦτο ἀφῃρέσαμεν τὴν λέξιν «τύπους», καὶ εἴπομεν ἁπλῶς, ὅτι θὰ γίνεται ἡ χορήγησις διὰ συμβολαίου ἐπὶ πεντηκονταλέπτου χαρτοσήμου, ὥστε ὁ συμβολαιογράφος νὰ ἔχῃ κἄτι τι διὰ τὸν κόπον του.
§204ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπερβαίνηται εἰς τὰ δάνεια ποσόν τι. Τοῦτο ἀνεφέρατε ὁμιλοῦντες εἰς ἄλλην περίστασιν.
§205ΣΤΡΕΙΤ. Πότε;
§206ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπετε ἄλλοτε, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τριτεγγυημένων γραμματίων, ὅτι ἡ Τράπεζα δανείζουσα δὲν ὑπερέβαινε τὰς 10,000 δραχμὰς κατὰ γεωργοκτηματίαν. Τὸν κανόνα τοῦτον καλὸν νὰ τηρήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ εἰς τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ ὅμοια δάνειά της. Τοῦτο διὰ νὰ μὴ ἀρχίσωσι δάνεια, ὡς τὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, ἐκ 50,000 δραχμῶν π. χ., ὥστε ν’ ἀποῤῥοφήσωσιν ὅλα τὰ κεφάλαια ὑπὲρ ὀλίγων μόνον προσώπων.
§207ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δύναται νὰ δεσμευθῇ ἡ Τράπεζα, ἐὰν θέλῃ νὰ δανείσῃ καὶ 1,000,000 δραχμάς.
§208ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἑκατοντάδες ἀνηνέχθησαν εἰς ἐμὲ, ἐκφράζοντες τὴν εὐχὴν νὰ ἱδρύσῃ ἡ Τράπεζα ὑποκαταστήματα ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ Τράπεζα εἶχέ τινας δυσχερείας· ἀλλ’ ὑπεχώρησε, θέλουσα ἴσως νὰ μοὶ καταστήσῃ εὐχερῆ τὴν βραχυτάτην ταύτην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον, καὶ ἵνα παράσχω διὰ τῆς Τραπέζης ὑπηρεσίαν τινὰ εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἑπομένως εἰς τὴν πατρίδα μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις.
§209ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ἀδίκως καταφέρονται οἱ προαγορεύσαντες κατὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ὅπως ἀδίκως ἀργότερον θὰ καταφέρωνται καὶ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§210ΔΑΛΛΑΣ. Οὐδεὶς καταφέρεται.
§211ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἐπὶ τέλους, ὅτι αἱ Τράπεζαι δὲν εἶναι ἀγαθοεργὰ καταστήματα. Αἱ Τράπεζαι, διαχειριζόμεναι τὰ χρήματα τῶν μετόχων των, ἔχουσι καθῆκον νὰ δανείζωσι ταῦτα πρὸς ἐκείνους μόνον, παρ’ ὧν ἐλπίζουσι νὰ τὰ λάβωσι μίαν ἡμέραν μετὰ τῶν τόκων των. Λοιπὸν νὰ ἦσθε βέβαιοι ἀπὸ τοῦδε, καὶ νὰ μὴ πλανᾶσθε, ὅτι, ὅταν τελειώσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς διαθέσεως τῶν ὀκτὼ ἑκατομμυρίων καὶ εἰσπραχθῶσιν αὐτὰ πάλιν, ἄν θὰ εἰσπραχθῶσί ποτε, ἡ Τράπεζα θὰ δανείζῃ ἐκείνους καὶ μόνους, τοὺς ὁποίους θὰ θεωρῇ φερεγγύους.
§212ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ποῖος λέγει ὄχι;
§213ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Φερέγγυοι δὲ ἄνθρωποι, οἱ μὴ ἔχοντες ἀσφαλῆ ἰδιοκτησίαν, ἢ μὴ ἔχοντες διόλου ἰδιοκτησίαν, δὲν εἶναι. Θέλετε νὰ προσελκύσητε κεφάλαια εἰς τὸν τόπον αὐτόν; Δὲν ἔχετε ἀνάγκην συμβάσεων, οὐδὲ νόμων πολλῶν. Δικαιοσύνην δύνασθε νὰ ἐξασφαλίσητε εἰς τὸν τόπον; Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τότε θὰ ἔλθωσιν εἰς αὐτὸν καὶ 100 καὶ 200 ἑκατομμύρια, καὶ δὴ ὄχι μὲ 6%, διότι καὶ αὐτὸ εἶναι τοκογλυφία, ἀλλὰ καὶ μὲ 5 καὶ 4%. Ὅσοι λοιπὸν πονεῖτε τὸν τόπον αὐτόν, ὅσοι πονεῖτε καὶ τὴν παραγωγὴν τὴν ἐγχώριον καὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, σπεύσατε ν’ ἀποκαταστήσητε δικαιοσύνην. Ἄνευ αὐτῆς οὐδέποτε θὰ φέρητε τὴν πίστιν εἰς τὴν χώραν.
§214Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ταῦτα εἶναι ὀρθότατα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ δανείζειν τοὺς ἀξιοπίστους καὶ τοῦ δανείζειν ὀλίγους, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ ἐνοχλῆται ἡ Τράπεζα. Τοῦτο δὲν θέλομεν νὰ γίνηται. Δὲν ἀποδίδομεν μομφὴν εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ λέγομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ τάσις νὰ δανείζωσιν αἱ Τράπεζαι τὰ χρήματά των πρὸς ὀλίγους τινὰς, φερεγγύοις βεβαίως, ἀλλ’ ὀλίγους, ἐξαντλοῦντας τὸ διαθέσιμον κεφάλαιον αὑτῶν, ἵνα ἔχωσιν αἱ Τράπεζαι νὰ δοσοληπτῶσι μὲ ὀλίγους. Αὐτὸ εἶναι ἀσφαλὲς μόνον, ὅπως ὀλίγον ἐργάζωνται οἱ ὑπάλληλοι τῶν Τραπεζῶν. Τοῦτο δύνανται νὰ ἐπιδιώκωσιν ἰδιῶται κεφαλαιοῦχοι, ἀλλ’ οὐδέποτε Τράπεζαι προνομιοῦχοι. Αὗται πρέπει νὰ δανείζωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους, ἀρκεῖ οὗτοι νὰ παρέχωσιν ἀσφάλειαν. Τὸ γενικὸν συμφέρον δὲν πρέπει νὰ θυσιάζηται εἰς λόγους εὐκολιῶν καὶ ἀναπαύσεως τῆς Τραπέζης. Ὥστε δὲν πρέπει διὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ὅτι αἱ Τράπεζαι δὲν εἶναι φιλανθρωπικὰ καταστήματα, καὶ ὅτι δὲν δανείζουσι παρὰ τοὺς ἀξιοχρέους, νὰ παραγνωρισθῇ ἡ ἄλλη ἀρχὴ, ὅτι ὀφείλουσιν αἱ προνομιοῦχοι Τράπεζαι νὰ διαθέτωσι τὰ χρήματα αὐτῶν ἐν μικροῖς ποσοῖς πρὸς ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους φερεγγύους, παρὰ ἐν μεγάλοις ποσοῖς ὑπὲρ ὀλίγων πιστούχων.
§215ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἠθέλησε νὰ μᾶς δώσῃ ἓν μάθημα, τοῦ ὁποίου δὲν εἴχομεν ποσῶς ἀνάγκην. Γνωρίζομεν πολὺ καλὰ, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι αἱ Τράπεζαι δὲν εἶναι φιλανθρωπικὰ καταστήματα. Καὶ ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ὡς καὶ ἡ Ἐθνικὴ, ἐρχομένη εἰς τὸν τόπον μας, θὰ προσπαθῶσιν, εὐεργετοῦσαι τὸν τόπον, νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ συμφέροντα των. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ δὲν νομίζω νὰ ἔβλαψε τὴν Θεσσαλίαν. Ἡ Τράπεζα αὕτη ἐδάνειζε καὶ εἰς πλουσίους καὶ εἰς πτωχούς· εἶχε δὲ ὡς σύστημα τὸ τῆς ἀλληλεγγύου ἐγγυήσεως. Οἱ περισσότεροι τῶν χωρικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δανείζονται ἀλληλεγγύως ἓν ποσὸν, καὶ τὸ πληρόνουσιν εἰς τὴν διορίαν ἐπὶ τῷ νενομισμένῳ τόκῳ, ὁ ὁποῖος εἶναι 8%. Περὶ δικαιοσύνης προκειμένου, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Λοκρίδος, δὲν πρέπει νὰ ὁμιλήσητε διὰ τὴν Θεσσαλίαν μόνον, πρέπει νὰ ὁμιλήσητε διὰ τὴν ὅλην Ἑλλάδα.
§216ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Περὶ ὅλης ὡμίλησα.
§217ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Δικαιοσύνην τῷ ὄντι πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἔχωμεν, διότι δυστυχῶς δὲν ἔχομεν δικαιοσύνην, ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωμεν εἰς τὸν τόπον μας.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§219ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ διαφωνία, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 10. Ἐλπίζω τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ σύνταξίς του πρέπει νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἡ ἰδέα, ἥτις περιλαμβάνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, εἶναι ὅτι ἡ Τράπεζα, τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ διαθέσῃ ἐν Θεσσαλίᾳ συμφώνως μὲ τὰς ἤδη ψηφισθείσας διατάξεις, θὰ τὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας, ἐφ’ ὅσον δὲν σχηματισθῇ ἄλλος τις ὀργανισμὸς ἢ ἄλλο τι κατάστημα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναλάβῃ αὐτὴν τὴν διάθεσιν. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν ἀνήκει ἡ ἐν λόγῳ παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἔντοκος κατάθεσις· νομίζω δ’ ὅτι ἐκτὸς τῆς καταθέσεως τῆς ἐντόκου καὶ ἡ διπλασίασις τῆς καταθέσεως ταύτης προσδιορίζεται πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν.
§220ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ εἴπομεν ἀνωτέρω.
§221ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῦ τοῦ εἴπομεν;
§222ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ διατύπωσις τοῦ πρώτου ἐκείνου ἐδαφίου δὲν ἦτο τῆς γνώμης μου,—νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν,—δὲν ἐτέθη ἐν σχέσει πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἐτέθη διότι ἤθελον οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου νὰ σαφηνισθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ χρημάτων ἐχόντων ἕνα ὡρισμένον προορισμόν. Δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἔχει σχέσιν πρὸς τοῦτο, ὅτι ἤθελον οἱ Κύριοι οὗτοι νὰ δοθῇ διὰ τῆς φράσεως αὐτῆς ὁ διηνεκὴς προορισμὸς εἰς τὰ χρήματα αὐτὰ ὑπὲρ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργίας.
§223ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. «Τὰ χρήματα αὐτὰ» λέγοντες, ἐννοεῖτε τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου, ἢ καὶ τὸν διπλασιασμὸν τῶν χρημάτων;
§224ΣΤΡΕΙΤ. Τοῦ Δημοσίου μόνον. Τὰ χρήματα τῆς Τραπέζης δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὰ προορίσῃ εἰς ὅτι δήποτε.
§225ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· εἰς αὐτὸ διαφωνῶ, διότι ἡ Τράπεζα δὲν διπλασιάζει τὸ ποσὸν τοῦτο δωρεάν.
§226ΣΤΡΕΙΤ. Δωρεὰν βεβαίως.
§227ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· διότι ἡ Τράπεζα λαμβάνει τὴν ἔντοκον κατάθεσιν, ἡ ὁποία, περιττὸν νὰ ἀναπτύξωμεν, διατὶ εἶναι μεγάλης ὠφελείας δι’ αὐτήν. Πᾶσα Τράπεζα, λαμβάνουσα ἔντοκον κατάθεσιν μακροχρόνιον, διὰ τὴν ὁποίαν πληρώνει κατώτερον τόκον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον λαμβάνει...
§228ΣΤΡΕΙΤ. Δανείζει τὰ χρήματα αὐτὰ ὅπου θέλει, καὶ οὐχὶ εἰς γεωργούς, τῶν ὁποίων τὰ δάνεια εἶναι τὰ ἀκροσφαλέστατα τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῷ κόσμῳ, ὡς γνωστόν.
§229ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὰ δανείζει ὅπου θέλει.
§230ΣΤΡΕΙΤ. Κατὰ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς.
§231ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ δανείζει πρὸς ὡρισμένους σκοπούς· διότι δὲν ὑπάρχει Τράπεζα ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ὁποία, λαμβάνουσα ὡρισμένα χρηματικὰ ποσὰ, ἢ διαθέτουσα χρήματα δυνάμει προνομίου τινὸς, δύναται νὰ τὰ διαθέτῃ ὅπως θέλει· τὰ διαθέτει πρὸς ὡρισμένους σκοπούς· διατί; διότι λαμβάνει χρήματα ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ διὰ τὰ χρήματα ταῦτα πληρόνει ποσὸν μικρότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἡ Τράπεζα πρέπει νὰ δώσῃ ἀντάλλαγμά τι τούτου, καθόσον, ὡς καὶ ἐγὼ προηγουμένως εὑρέθην πληρέστατα σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ Τράπεζα εἰς τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα θὰ ποιήσηται, δάνεια καὶ πρὸς ἐμπόρους καὶ κτηματίας, ἐμπνέοντας εἰς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην. Ὥστε τὰ δάνεια αὐτὰ ἐκτελεῖ ἐπὶ ἰδίᾳ αὐτῆς εὐθύνῃ· ἑπομένως ἐκεῖ πρέπει νὰ ἔχῃ πλήρη τὴν ἐλευθερίαν της. Ὥστε νομίζω, ὅτι τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν, εἶναι, ὅτι ὁ διπλασιασμὸς τοῦ ποσοῦ τούτου, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦναι καὶ μέγας, διότι δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ εἰσπραχθῶσιν ὅλα τὰ 10,000,000, τὰ ἐκδοθησόμενα, πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν γεωργίαν.
§232ΣΤΡΕΙΤ. Τὸ εἴπομεν αὐτό. Τὸ λέγει ὁ νόμος, κύριε Βουλευτά.
§233ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴπετε «ὄχι».
§234ΣΤΡΕΙΤ. Σᾶς εἶπον ὅτι τὸ εὑρίσκετε ἀνωτέρω.
§235ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ εὑρίσκω.
§236ΣΤΡΕΙΤ. Βεβαίως.
§237ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 9.
§238ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μία ἄλλη διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν. «Ἡ ἐν λόγῳ παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἔντοκος κατάθεσις, λέγει τὸ ἄρθρον 10, προορίζεται ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας, καὶ ἡ διάθεσις αὐτῆς πρὸς τὸν ῥηθέντα σκοπὸν κανονισθήσεται διὰ νόμου». Διατὶ δὲν κανονίζεται διὰ τοῦ παρόντος νόμου;
§239ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Βουλευτά, πρόκειται καὶ πάλιν περὶ τῆς ἄλλης ἐκείνης διαθέσεως. Ὅταν οἱ κεφαλαιοῦχοι θὰ ἔχωσι τὴν γενναιότητα νὰ σχηματίσωσιν ἐν Θεσσαλίᾳ ἀγροτικὴν Τράπεζαν, θὰ χρειασθῇ ὁ νόμος; ἀλλ’ οἱ κεφαλαιοῦχοι δύνανται νὰ σκεφθῶσιν, ὡς εὐστοχωτέραν, καὶ ἄλλην τινὰ διάθεσιν, καὶ ἑπομένως ἀφήνονται ἐλεύθεροι.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§241ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ποσὸν τὸ διατεθησόμενον ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν, τῶν παθόντων ἕνεκα τοῦ πολέμου, παρέχεται εἰς αὐτοὺς ὡς δάνειον, ἐπὶ τόκῳ ἐλαχίστῳ, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ δυνηθῶσιν οὗτοι, ἄλλος ν’ ἀγοράσῃ κτήνη, ἄλλος νὰ διορθώσῃ τὴν οἰκίαν του, ἄλλος ν’ ἀγοράσῃ ἐργαλεῖα, καὶ νὰ δυνηθῶσιν οὕτω νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των. Ἀλλ’ ἐκ τῆς αὐτῆς περιστάσεως ἔπαθον καὶ οἱ κάτοικοι πολλῶν δήμων τῆς Φθιώτιδος. Δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησε χθές, διότι εἴπομεν, ὅτι τὸ ζήτημα ἐκεῖνο θὰ ἐξετασθῇ· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: Νὰ προστεθῇ ἄρθρον 11 μετὰ τὸ ἄρθρον 10, ἔχον οὕτω: «Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς πιστώσεως ταύτης δραχμαὶ διακόσιαι χιλιάδες διατίθενται, ὅπως διανεμηθῶσι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐν Λαμίᾳ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων τῶν παραμεθορίων δήμων Πτελεατῶν, Κρεμαστῆς Λαρίσης, Φαλάρων, Λαμίας καὶ Παραχελωϊτῶν τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, τοὺς ὡς ἐκ τοῦ πολέμου καὶ ἐκ τῆς εἰσβολῆς ἐν αὐτοῖς τουρκικοῦ στρατοῦ παθόντας ζημίας καὶ καταστάντας ἀνικάνους οἰκονομικῶς εἰς ἐπανάληψιν τῶν πρὸ τοῦ πολέμου ἐργασιῶν των πρὸ συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν των.» Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι δίκαιον, καὶ παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου, ὡς ἔχει.
§242ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 125). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ. μ.