1898.03.04
2,121 rows · 16,960 words · 143 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
τῆς 4 Μαρτίου 1898.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Φιλάρετος ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρακτικὸν τῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, τῆς συγκροτηθείσης ἐν Βόλῳ τὴν 30 Μαρτίου 1885, δι’ οὗ ἐζητήθη ἡ τροποποίησις τῶν ἄρθρων 3 καὶ 33 τοῦ καταστατικοῦ τῆς αὐτῆς Τραπέζης, καὶ πᾶσαν σχετικὴν πρὸς τὸ θέμα τοῦτο πληροφορίαν, νὰ γνωρίσῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα δὲν ἐνεκρίθησαν αἱ προταθεῖσαι τροποποιήσεις τοῦ καταστατικοῦ.» Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Σχινᾶς ἐπερωτᾷ ἐγγράφως τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοὺς, ἵνα εὐαρεστούμενοι καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς κάτωθι πληροφορίας: αʹ) Τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν Μονῶν Πεντέλης καὶ Πετράκη τοῦ ἔτους 1896. βʹ) Εἰς ποίας θέσεις τῆς περιφερείας Ἀττικῆς εἶχεν ἐπιτραπῆ, συμφώνως τῷ νόμῳ, ἡ ἀνθρακοποιΐα. γʹ) Ἂν ἐξεδόθησαν ἄδειαι ἀνθρακοποιΐας, καὶ πρὸς ποίους, κατὰ τὸ ἔτος 1896, ἵνα προβῶσιν εἰς ἀνθρακοποιΐαν εἰς τὰς θέσεις Ἀλεγρανὰ, Δημηλιὰ, Βραῶνα, Χεροτσακοῦλι, Παλαιὰ Στρατῶνα, Νταοῦ–Πεντέλη καὶ περιφέρειαν Πεντέλης.» Ὁ ἐν Κεφαλληνίᾳ ἔμπορος Ἀναστάσιος Λιβιεράτος διὰ τηλεγραφήματός του παραπονεῖται κατὰ τοῦ αὐτόθι τελώνου, ὡς συντάξαντος πρωτόκολλον ἐπὶ ἀγοραπωλησίᾳ σταφιδοκάρπου εἰς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ νομίμου. Ἡ Κρῆτσα Μαριγὼ χήρα Κ. Παπαδογιάννη, δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐξαιτεῖται χρηματικὸν βοήθημα. Ὁ κ. Κοκκέβης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1888 εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασις μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἥτις καὶ ἐπεκυρώθη, καὶ κατόπιν, μετὰ ἓν ἔτος, εἰσήχθη ἄλλη σύμβασις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀνωνύμου διεθνοῦς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρία αὕτη συνεδέετο μὲ τὴν ἑταιρίαν Μύλων–Καλαμῶν. Ἡ ἑταιρία Μύλων–Καλαμῶν, ἕνεκα οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἐσταμάτησε τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ ἔργου, ἀνέλαβε δ’ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐξακολούθησιν καὶ τὴν περάτωσιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν. Κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἐζήτησα ἐπανειλημμένως νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ ἀνώνυμος αὕτη διεθνὴς ἑταιρία, ὅπως τὸ ποσὸν τῶν 417,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας εἶχε, λόγῳ ἐγγυήσεως, καταθέσει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, περιέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν χρημάτων κατασκευάσωμεν ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, διότι ἦτο ὑποχρεωμένη, ἀπὸ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1890 μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1895 νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν ὅλας τὰς γραμμὰς, δηλαδὴ Πύργου–Πύλου, Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ καὶ Καρυταίνης–Ξηροκάμπου, ὧν ἐν τούτοις οὔτε ἔναρξιν ἔκαμε. Πρό τινων ἡμερῶν ἔλαβε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, τὴν ἀνώνυμον, τὴν ἀπήλλαξε πάσης ὑποχρεώσεως, καὶ ὅτι οὐδένα πρὸς τὸ Κράτος ἔχει αὕτη σύνδεσμον.
§3ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὰ χρήματα τί ἔγειναν;
§4ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ὑποθέτω ὅτι τὰ ἐπῆρεν ἡ ἑταιρία αὐτή. 700,000 εἶχεν, ἀλλὰ 417,000 ἦσαν κατατεθειμέναι διὰ τὴν ἐγγύησιν τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ καὶ Πύργου–Πύλου. Μόνον δι’ αὐτὴν τὴν γραμμήν. Αἱ ἄλλαι ἦσαν διὰ τὴν γραμμὴν Καρυταίνης– Ξηροκάμπου. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ μᾶς δώσῃ τὴν πληροφορίαν, ἐὰν αἱ 417,000 δραχ. ἢ αἱ 700,000 ἐπεστράφησαν εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν ἢ εὑρίσκονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργὲ, νὰ μᾶς δώσητε αὐτὴν τὴν πληροφορίαν.
§5ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε μίαν σημείωσιν, ἵνα γνωρίζω τί ζητεῖτε.
§6ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὸ γνωρίζετε. Μοὶ εἴπατε ὅτι ἀπηλλάξατε τὴν ἀνώνυμον ἑταιρίαν, τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν κατασκευὴν τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, καὶ ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἐλεύθερον παντὸς δεσμοῦ πρὸς αὐτήν.
§7ΣΤΡΕΙΤ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐὰν ἦναι ἐπερώτησις, νὰ διατυπωθῇ ἐγγράφως.
§8ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπερώτησις. Ἐξακολουθῶ τὴν ὁμιλίαν μου. Εἴπετε ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἐλεύθερον νὰ διαθέσῃ τὴν γραμμὴν αὐτήν. Ἐπειδὴ ὅμως χθὲς ἐγένετο ὁμιλία, ὅτι τὸ Κράτος ἀνέλαβε νὰ κατασκευάσῃ μίαν ἄλλην γραμμὴν μικρὰν, ἀπὸ τὸ Χάνι–Μπιλάλη μέχρι τοῦ Σινάνου τῆς Μεγαλοπόλεως, καὶ ἤκουσα, μοὶ φαίνεται, ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ δαπάνη δὲν θὰ ἀνέλθῃ πλέον τῶν 200,000 δραχμῶν, παρατηρῶ ὅτι σχεδὸν τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου ἐξυπηρετοῦνται διὰ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν καὶ τῆς μικρᾶς γραμμῆς Μπιλάλη–Σινάνου, ὡς καὶ τῆς ἄλλης γραμμῆς Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἀποκλείονται δὲ μόνον αὐτοῦ τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τῆς συγκοινωνίας αἱ ἐπαρχίαι Τριφυλίας, Ὀλυμπίας καὶ Πυλίας, καθόσον μόνον αὐταὶ αἱ τρεῖς ἐπαρχίαι ἐν Πελοποννήσῳ δὲν ἔχουσι καμμίαν συγκοινωνίαν.
§9Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἄλλαι;
§10ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἶναι κατόπιν τῶν ἰδικῶν μας ἐπαρχιῶν.
§11ΜΥΚΩΝΙΟΣ (πρὸς τὸν Ι. Ἀντωνόπουλον). Σήκω νὰ μιλήσῃς καὶ σὺ διὰ τὴν ἰδικήν σου. Ὁμιλεῖ διὰ τὴν ἰδικήν του ἐπαρχίαν ὁ ἄνθρωπος! (ἱλαρότης).
§12ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ πλησιέστερον σημεῖον, τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ συνδέσῃ τὸν λιμένα τῆς Κυπαρισσίας μετὰ τοῦ Μελιγαλᾶ, εἶναι τὸ ἀπὸ Μελιγαλᾶ μέχρι Κυπαρισσίας διάστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπερβαίνει τὰ τριάκοντα χιλιόμετρα, καὶ ἐπειδὴ ἐμελετήθη ἡ γραμμὴ αὕτη ὑπὸ τῆς τότε Γαλλικῆς ἀποστολῆς καὶ ὑπάρχουσιν ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ ὅλα τὰ σχέδια εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ ν’ ἀπολαύσωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτοῦ τοῦ εὐεργετήματος τῆς συγκοινωνίας, καὶ διὰ νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ἐπαρχιῶν, Τριφυλίας, Ὀλυμπίας καὶ Πυλίας, νὰ ἀναθέσῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ μικροῦ αὐτοῦ τμήματος ἀπὸ Μελιγαλᾶ μέχρι τοῦ λιμένος Κυπαρισσίας εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, καὶ ἐὰν δὲν εἶναι τώρα τὸ Κράτος εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ τὰς 600,000 δρ. κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης,—διότι παρετήρησα, ὅτι μὲ τὴν σύμβασιν τοῦ 1888 ἀνέλαβε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Κούρταγα μέχρι Διαβολιτσίου,—νὰ ἐξακολουθήσῃ μὲ τοὺς αὐτοὺς ὅρους καὶ τὴν ἀπὸ Μελιγαλᾶ εἰς Κυπαρισσίαν, ὑπὸ τὸν ὅρον, τὸ Δημόσιον νὰ μὴ καταβάλῃ μὲν τώρα τὰς 20,000 δραχμὰς κατὰ χιλιόμετρον, δηλαδὴ τὰς 600,000 διὰ τὰ τριάκοντα χιλιόμετρα, ἀλλὰ νὰ συμψηφίσῃ αὐτὰς εἰς τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἢ νὰ πληρώσῃ αὐτὰς ἀργότερα, καὶ οὕτως ἢ ἄλλως ν’ ἀπολαύσωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτοῦ τοῦ εὐεργετήματος τῆς συγκοινωνίας καὶ νὰ κατορθοῦται αὐθημερὸν ἡ εἰς Ἀθήνας μετάβασίς μας. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον διατὶ νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, καὶ ν’ ἀποκλείωνται τὰ τῶν τριῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλίας, Ὀλυμπίας καὶ Πυλίας, ἀφοῦ εἰς τὴν πληρωμὴν ἐξ ἴσου πᾶσαι ὑποχρεοῦνται. Δὲν ἔχομεν ἁμαξιτὴν ὁδὸν, δὲν ἔχομεν βατὴν, δὲν ἔχομεν σιδηροδρομικὴν γραμμήν· εἴμεθα ἀποκεκλεισμένοι ἐντελῶς ἀπὸ ὅλον τὸ ἄλλο Κράτος, καὶ ἂν ἀποφασίσωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς Ἀθήνας, πρέπει νὰ περιμένωμεν 8 ἕως 10 ἢ 15 ἡμέρας διὰ νὰ εὕρωμεν τὸν καιρὸν κατάλληλον νὰ προσεγγίσῃ τὸ ἀτμόπλοιον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ διαπεραιωθῶμεν ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς τὸν λιμένα Κατακώλου!
§13ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Καθ’ ἡμέραν ἔχετε συγκοινωνίαν.
§14ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ἡμεῖς ’ποῦ δὲν ἔχομεν καθόλου;
§15ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγὼ δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς Σπάρτης. Ἔχετε τὸ αὐτὸ δικαίωμα νὰ ζητήσητε καὶ ὑμεῖς νὰ συγκοινωνήσητε σιδηροδρομικῶς. Ἀφοῦ ἀπήλαυσαν οἱ ἄλλοι αὐτοῦ τοῦ εὐεργετήματος, δίκαιον εἶναι ν’ ἀπολαύσητε καὶ ὑμεῖς. Ἀλλὰ καὶ ἂν σεῖς δὲν ἀπηλαύσατε τοῦ εὐεργετήματος αὐτοῦ, ἔχετε τουλάχιστον μίαν ἁμαξιτὴν ὁδὸν καὶ μεταβαίνετε εἰς Τρίπολιν, καὶ μίαν ἄλλην εἰς Γύθειον, καὶ συνδέεσθε τοιουτοτρόπως μὲ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸ ἄλλο Κράτος. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἵτινες δὲν ἔχομεν καμμίαν; Κατεσκευάσθη ἀπὸ τῆς Κυπαρισσίας μέχρι τοῦ Κοπανάκι μία ὁδὸς, ἀλλ’ ἐκεῖ ἐσταμάτησε, καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ Μελιγαλᾶ, ἀπέχοντος 3½ ὥρας, καὶ δὲν κατωρθώθη, διότι ὁτὲ μὲν μοὶ λέγουσιν, ὅτι τὰ σχέδια εἶναι συντεταγμένα εἰς τὴν Γαλλικὴν καὶ δὲν μετεφράσθησαν, ὁτὲ δὲ ὅτι παρηγγέλθη ὁ ἐπαρχιακὸς μηχανικὸς νὰ τὰ μεταφράσῃ, καὶ ἐν τούτοις παρέρχονται μῆνες, καὶ τούτους διαδέχονται τὰ ἔτη, καὶ ἀδύνατον ἀποβαίνει νὰ μεταφρασθῶσιν αὐτὰ τὰ σχέδια εἰς τὴν Ἑλληνικὴν καὶ νὰ κατασκευασθῇ τὸ τμῆμα αὐτὸ, Κοπανάκι–Μελιγαλᾶ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων, τὴν ἀναλαβοῦσαν ἤδη τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Κούρταγα–Διαβολιτσίου, ἵνα ἐπεκτείνῃ τὴν γραμμὴν αὐτὴν ἀπὸ Μελιγαλᾶ μέχρι Κυπαρισσίας, καὶ οὕτω τὸ δυσκολώτερον αὐτὸ τμῆμα τῆς μεσημβρινῆς γραμμῆς θὰ κατορθωθῇ νὰ γείνῃ ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο τὸ πολὺ ἐτῶν, καὶ βαθμηδὸν θὰ ἐπεκταθῇ ἡ γραμμὴ αὕτη καὶ ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Πύργον καὶ ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Πύλον, καὶ τότε πάντες οἱ νομοὶ Μεσσηνίας, Ἀχαΐας, Ἀργολιδοκορινθίας καὶ Λακωνίας θὰ συγκοινωνῶσι σιδηροδρομικῶς.
§16ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Ἀπὸ τὸν Πύργον ἕως τὴν Κυπαρισσίαν πόσα χιλιόμετρα εἶναι;
§17ΚΟΚΚΕΒΗΣ. 45. Εἶναι μακροτέρα ἡ ἀπόστασις. Τὸ ἐμπόδιον ἤδη δὲν εἶναι ἡ ἀπόστασις, διότι εἶναι ὁμαλὸν τὸ ἔδαφος, ἀλλὰ ἡ γέφυρα τοῦ Ἀλφειοῦ· καὶ ἵνα γεφυρωθῇ ὁ Ἀλφειὸς, λέγουν ὅτι ἀπαιτεῖται μεγάλη δαπάνη. Ὑπολογίζουν περὶ τὰς 800 χιλιάδας δραχ. μέχρι τοῦ ἑκατομμυρίου, καὶ δι’ αὐτὸ ὑποτίθεται δυσκολωτέρα ἡ γραμμὴ αὕτη, ἐνῷ εὐκολωτέρα εἶναι ἡ ἄλλη, ἡ ἀπὸ Μελιγαλᾶ εἰς Κυπαρισσίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τεχνικὰ ἔργα μεγάλα, καθόσον ἐνιαχοῦ τὸ ἔδαφος εἶναι ἐπίπεδον, καὶ εὐκολώτερον συντελεῖται ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς αὐτῆς. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ καλέσῃ τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ν’ ἀναλάβῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν μικρὰν αὐτὴν γραμμὴν Μελιγαλᾶ–Κυπαρισσίας, μέχρις οὗ ὑποβληθῇ νέα σύμβασις, ἢ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ διὰ τὸ μικρὸν τμῆμα ἀπὸ Χάνι–Μπιλάλη μέχρι τοῦ Σινάνου–Μεγαλοπόλεως, καὶ οὕτω ἐπέρχεται προσωρινὴ οἰκονομία καὶ χρόνου καὶ συγκοινωνίας.
§18Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι ὁ ζητηθεὶς παρ’ αὐτοῦ φάκελλος ἐγγράφων κατετέθη ἤδη εἰς τὸ Προεδρεῖον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμπάκας, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ συνταχθέντος τὴν 19 Ἰουνίου 1897 πρωτοκόλλου, ἡ διάμεσος γραμμὴ περὶ τὰ χωρία Βερέντζι καὶ Ὄστροβον διέρχεται τὴν μισγάγκειαν τὴν κατερχομένην ἐκ τῆς κορυφῆς Τσουλμάναγα. Κατὰ συνέπειαν τὰ ἐν λόγῳ χωρία, ὡς κείμενα ἀνατολικῶς τῆς εἰρημένης γραμμῆς, περιλαμβάνονται εἰς τὴν ὑπὸ τῶν Τούρκων κατεχομένην ζώνην. Ὡς πρὸς δὲ τὰς λοιπὰς πληροφορίας, τὰς ζητηθείσας ὑπὸ ἑτέρου κ. Βουλευτοῦ, πιστεύω ὅτι αὔριον θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τοὺς ζητηθέντας πίνακας.
§19ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω, κύριε Πρόεδρε, τηλεγράφημα ἑνὸς Δημητρίου Ζήκου, κατοίκου Κοκκόβης, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Καταγγέλλει δι’ αὐτοῦ τοῦ τηλεγραφήματος διάφορα ὄργια ἀστυνομικά. Τὸ χωρίον Κόκκοβα ὑπάγεται εἰς τὸν δῆμον Λευκασίου τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει διαβιβάσει τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος, διότι, φαίνεται, ὁ τηλεγραφῶν δὲν γνωρίζει καλῶς τὰ τῆς ἁρμοδιότητος. Καταγγέλλει δὲ πράγματα, τὰ ὁποῖα παντὸς τὴν ἀγανάκτησιν θέλουσιν ἐξεγείρῃ· διότι ἀπέκοψαν χεῖρας γυναικῶν! ἐγγύους γυναῖκας ἐτραυμάτισαν ἐπικινδύνως! ὄρνιθας ἀπὸ τὸ χωρίον ἐπῆραν! ἠθέλησαν διὰ τῆς βίας νὰ εἰσέλθωσι καὶ διὰ τῶν παραθύρων εἰς τὴν οἰκίαν καὶ νὰ διανυκτερεύσωσιν ἐκεῖ, ὅπου μία κόρη ἐκοιμᾶτο! Δὲν εἶχον δὲ ἐπὶ κεφαλῆς κανένα, ἀλλ’ ἦσαν περὶ τοὺς 15 χωροφύλακες ἄνευ ἀποσπασματάρχου.
§20Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἀστυνομικοί, ἀφοῦ εἶναι χωροφύλακες, καὶ τοιοῦτοι μάλιστα.
§21ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι τῆς χωροφυλακῆς, δηλαδὴ εἶναι τῆς ἀστυνομίας τοῦ δήμου, διότι τώρα ἔχομεν ἀστυνομίαν στρατιωτικήν. Ὥστε ἀστυνομικοὶ εἶναι· χωροφύλακες εἶναι ἡ ἀστυνομία. Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ,—ἀφήνω μάλιστα καὶ τὸ τηλεγράφημα, ἂν θέλετε,—σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, τῆς ἐκρύθμου, καὶ νὰ ἐπιδιώξητε τὴν τιμωρίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, καὶ σᾶς παρακαλῶ, μάλιστα, ἄν ἦναι δυνατόν, νὰ ἐπιδιώξητε καὶ τὴν ἄμεσον ἐκεῖθεν ἀπέλασιν αὐτῶν τῶν χωροφυλάκων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπικίνδυνοι. Θὰ παρακαλέσω προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ποῦ βασισθεὶς, διὰ τοῦ διατάγματος περὶ χορηγίας βοηθήματος ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐξῄρεσε τοῦ βοηθήματος τούτου τὸν δῆμον Λευκασίου τῆς ἐπαρχίας μου. Παρετήρησα ὅτι ὅλοι οἱ δῆμοι τῆς ἐπαρχίας, ἐκτὸς δύο, ἐθεωρήθησαν ὡς ἄποροι, καὶ ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτοὺς βοηθήματα, εἰς ἄλλους πολλὰ καὶ εἰς ἄλλους ὀλίγα· ἀλλ’ ὁ μᾶλλον ἄπορος δῆμος τῆς ἐπαρχίας μου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ δῆμος Λευκασίου, ἐθεωρήθη ὡς εὔπορος, καὶ δὲν ἐχορηγήθη εἰς αὐτὸν τίποτε! Ἔχω ἀντίγραφον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ δῆμος αὐτὸς, μολονότι συμβαίνουσιν ὅσα προχθὲς ἄλλοι συνάδελφοι εἶπον, ὅτι οἱ νομάρχαι, διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, τὸ βαρῦνον ἕκαστον δῆμον, ἐξογκώνουσι τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου, μ’ ὅλον τοῦτο ὁ δῆμος αὐτὸς, μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐξόγκωσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ νομάρχου Ἀχαϊοήλιδος, ἔσοδα μὲν ἔχει περὶ τὰς 5,600 δραχ., ἔξοδα δὲ 12,196· ἐκ δὲ τῶν 12,196 τὰς 7,728 ἀποῤῥοφᾷ ἡ ἐκπαίδευσις ἡ στοιχειώδης. Ὥστε βλέπετε, ὅτι, καὶ εἰλικρινὴς ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ὅλα τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου ἂν καταβληθῶσι, μόνον τὰ ⅔ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως δύνανται νὰ καλύψωσι, καὶ ὁ δῆμος θὰ μείνῃ ἀδιοίκητος. Ἤδη ὅμως ζητεῖται νὰ κρατηθῶσιν ὑπὸ τοῦ ταμείου τοῦ Κράτους 7,728 δρ. διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, κατὰ συνέπειαν ὁ δῆμος δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διότι ὑποθέτω ὅτι ἐκ παραδρομῆς θὰ συνέβη τὸ λάθος,—διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἶναι ἀληθῆ τὰ παράπονα τοῦ δημάρχου ἐκείνου κατά τινος προσώπου, —παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ προκαλέσῃ ἴδιον διάταγμα, ὅπως σωθῇ ὁ δῆμος αὐτὸς, διότι ὁ δήμαρχος δὲν δύναται πλέον νὰ διοικῇ τὸν δῆμον, θὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ γραφεῖόν του καὶ θὰ φύγῃ. Καὶ παρατηρῶ καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι ὁ δῆμος Λαπαθῶν εἶναι ὁ εὐπορώτερος δῆμος, καὶ ἐν τούτοις εἰς αὐτὸν χορηγεῖται βοήθημα δέκα χιλιάδων δραχμῶν.
§22Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν του ὁ κύριος Βουλευτής. Ἀγνοῶ ἐντελῶς τὸ ζήτημα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμοῦμαι δι’ ἕκαστον δῆμον τί βοήθημα χορηγεῖται. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἐγένετο χάριν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐλπίζω ὅτι δὲν τὸ πιστεύει οὔτε ὁ ἴδιος.
§23ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἀπέκρουσα.
§24ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ὅταν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τοιαύτας ὑποθέσεις δήμων, ὁ τελευταῖος, τὸν ὁποῖον ἐνθυμοῦμαι, εἶναι ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Καλαβρύτων.
§25ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, ἂν μὲ ἐνθυμῆσθε ἢ ὄχι, μοὶ κάμνετε μάλιστα τὴν χάριν νὰ μὴ μὲ ἐνθυμῆσθε ποσῶς, ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ μὴ λησμονῆτε τὰ καθήκοντά σας.
§26ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε οὕτω περὶ καθήκοντος, ὅταν ἀποδείξητε, ὅτι ὁ δῆμος ἐκεῖνος συνεμορφώθη πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ὅτι ἐκ προθέσεως δὲν ἔλαβε τὸ ἀναγκαῖον βοήθημα. Ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ῥίπτῃ ὑπαινιγμοὺς, ἴσως διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς ἐκλογεῖς του, τότε δικαίως ὡμίλησα ὡς ὡμίλησα. Διότι ἐγὼ οὐδεμίαν δυσμένειαν ἔδειξα, τοὐναντίον εὐμένειαν ἔδειξα· διότι, ἐνῷ γνωρίζω πόσοι, χάρις εἰς τὰς πρὸς προηγουμένην Κυβέρνησιν συστάσεις του, εὑρίσκονται ὑπάλληλοι ἐξαρτώμενοι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως φίλοι του καὶ ἀντίθετοι ἐκείνων, καθ’ ὧν ἐξέφερε τοὺς ὑπαινιγμούς του, διετήρησα καὶ διατηρῶ αὐτοὺς εἰς τὰς θέσεις των.
§27ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δι’ ὅσων εἶπεν ἀποδεικνύει τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπε, διότι βεβαίως πολὺ δυσμενῶς πρὸς ἐμὲ διακείμενος ἠδύνατο νὰ ἐκφρασθῇ οὕτω περὶ ἐμοῦ. Τὸν παρακαλῶ ν’ ἀφήσῃ αὐτὰ, διότι ἀπαξιῶ νὰ κάμνω λόγον περὶ τοιούτων μικρολογιῶν, καὶ νὰ λάβῃ μόνον ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον. Ἀφήνω ἀντίγραφον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται δήμου, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται τὸ βέβαιον τῶν παραπόνων αὐτοῦ. Τὸ καθῆκον δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι τοῦτο, ὅπως φροντίσῃ, ἵνα καὶ αὐτὸς ὁ δῆμος ὑπάρξῃ μετὰ τῶν ἄλλων δήμων τοῦ Κράτους.
§28Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πρὸ χρόνων ἀπεβίωσεν ἐν Τάντᾳ τῆς Αἰγύπτου ὁ ἀείμνηστος Πανταζῆς Βασσάνης, ὅστις ἀφῆκε ποσὸν 700,000 δρ. πρὸς ἀνέγερσιν Ναυτικῆς Σχολῆς. Ἀλλὰ καίτοι ἔκτοτε ἀρκετὰ ἔτη παρῆλθον, δυστυχῶς οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν οὐδόλως ἐφρόντισαν νὰ ἐκτελέσουν τὴν διαθήκην τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρός. Ἀλλὰ πλὴν τούτου δὲν γνωρίζομεν καὶ ποῦ εὑρίσκονται τὰ χρήματα αὐτὰ, τοῦτο δ’ ἔχει σπουδαιότητα, διότι ἡ διαθήκη διαλαμβάνει, ὅτι ἐκ τῶν τόκων τοῦ κληροδοτήματος πρέπει ν’ ἀποστέλλωνται πρὸς τελειοποίησιν τῶν σπουδῶν αὐτῶν οἱ ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων ἀριστεύοντες εἰς Εὐρώπην καὶ Ἀμερικήν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί γίνονται τὰ χρήματα αὐτὰ, καὶ διατὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ ἐπιθυμία τοῦ διαθέτου. Ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ μᾶς δώσῃ αὔριον τὰς αἰτουμένας πληροφορίας.
§29Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγένετο μακρὸς λόγος. Μάλιστα οἱ ἐκ Βόλου ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὁ κ. Φιλάρετος καὶ ὁ κ. Σχινᾶς, διὰ μακρῶν ἀνέπτυξαν τὰ τοῦ κληροδοτήματος τούτου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ αἱ Κυβερνήσεις αἱ διαπραξάμεναι τὰ κοινὰ ἔδειξαν, δύναταί τις εἰπεῖν, ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν, διότι ὁ σκοπὸς τοῦ διαθέτου ἦτο ὡρισμένος ἐπακριβῶς καὶ σαφής· ὁ ἀοίδιμος Βασσάνης κατέλιπεν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ Ἑλληνικὸν περιουσίαν ἀνερχομένην μέχρι σήμερον εἰς τὸ ἑκατομμύριον, ἴσως δὲ καὶ πλέον, ἵνα ἐξ αὐτοῦ, τὸ μὲν οἰκοδομηθῇ κτίριον Ναυτικῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων,—καὶ ὁμιλεῖ περὶ κτιρίου, οὐχὶ περὶ πλοίου, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ὑπάρχῃ Ναυτικὴ Σχολὴ, (ἐν ᾗ δ’ ἄν περιπτώσει αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις συμβαίνῃ νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς καλῶς ἔχουσιν ἐν πλοίῳ, εἶναι φόβος, μὴ οἱ λοιποὶ κληρονόμοι Βασσάνη διεκδικήσωσι δι’ ἑαυτοὺς τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν διέθεσε πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ὥρισεν ὁ διαθέτης ἐν τῇ διαθήκῃ αὐτοῦ) — τὸ δὲ ὁρίζει ἐν τῇ διαθήκῃ αὐτοῦ τὸ ὑπὲρ τὰς 500,000 φράγκα χρυσᾶ ποσὸν διὰ τὴν ἀποστολὴν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ εἰς αὐτὴν ἔτι τὴν Ἀμερικὴν, ἵνα τελειοποιῶνται εἰς τὸν κλάδον τοῦ ἐπαγγέλματός των καὶ εἰς τὰς γνώσεις αὐτῶν τὰς ἐπιστημονικάς. Οὔτε περὶ τοῦ ἑνὸς οὔτε περὶ τοῦ ἄλλου ἔλαβον μέχρι τοῦδε μέριμναν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀξιωματικὸς προερχόμενος εὐθὺ ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ Ναυτικοῦ, διότι ἐκλήθη ἐξ αὐτῆς τῆς Ναυτικῆς μοίρας, ἐν ᾗ ἐκυβέρνα ἓν ἐκ τῶν πλοίων τοῦ στόλου, ἵνα ἀναχθῇ λίαν ἐπαξίως εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι λίαν ἁρμόδιος νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου καὶ νὰ φέρῃ αὐτὸ εἰς πέρας, διότι θὰ εὕρῃ, ὑποθέτω, πρόθυμον τὴν Βουλὴν, ἐὰν χρειάζεται ἡ συνεργασία αὐτῆς, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς δὲν νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν σήμερον, διὰ λόγους, οὓς αὐτὸς οἶδεν, ἐλπίζομεν ὅτι θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διότι ἄλλοι Ὑπουργοὶ, προκληθέντες, ἢ οὔτε κἄν ἀπαντήσεως ἠξίωσαν τὴν Βουλὴν, ἢ ἀτελῶς καὶ ἀτελεσφόρως ἐνήργησαν. Ἀπὸ τὸν νῦν λοιπὸν κ. Ὑπουργὸν προσδοκῶμεν καὶ ἀπάντησιν καὶ ἐνέργειαν τῶν δεόντων γενέσθαι, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τε δημοσίου ταμείου καὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.
§30Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πρῶτον ἀπονέμω καὶ τὰς ἐμὰς εὐχαριστίας καὶ τὰς τῶν συμπολιτῶν τοῦ ἀοιδίμου Βασσάνη πρὸς τε τὸν ἐκ Σπετσῶν κ. συνάδελφον, ὡς καὶ πρὸς τὸν ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, καὶ εὐχαριστῶ αὐτοὺς ἰδιαιτέρως, διότι μᾶς ὑπενθυμίζουσιν ὅ,τι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι αἱ διατάξεις τῶν διαθηκῶν τῶν ἀειμνήστων δωρητῶν τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ ὦσι σεβασταὶ παρ’ ἁπάντων, ἰδίᾳ δὲ παρ’ ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι πρέπει ἑκάστοτε νὰ ζητῶμεν παρὰ τῶν ὑπολόγων τὴν ἀκριβῆ καὶ μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἐκπλήρωσιν τῶν διατάξεων αὐτῶν. Δυστυχῶς τὸ κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Πανταζῆ Βασσάνη διεσκορπίσθη καὶ ἄλλας ὁδοὺς ἔλαβε, παρὰ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ ἀείμνηστος δωρητὴς προώρισε. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Ὁ ἀείμνηστος δωρητὴς διέθετο τὴν περιουσίαν αὐτοῦ εἰς τρία κυρίως εὐεργετήματα. Τὸ πρῶτον κληροδότημα ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἡ κατὰ καιροὺς Κυβέρνησις, ἡ ἑκατομμύρια ὅλα δαπανήσασα, παρέλειψεν, ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἀγούσης ἀπὸ Βόλου εἰς τὴν ποθητὴν αὐτοῦ πατρίδα, τὴν ὡραίαν κώμην τῆς Πορταριᾶς· εὐτυχῶς δὲ, οἱ ἐκτελεσταὶ τῆς διαθήκης ὡς πρὸς τοῦτο ἐμερίμνησαν νὰ κατατεθῇ τὸ χρῆμα εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, καὶ ἡ ἐργασία προὐχώρει μέχρι τῆς ἀποφράδος ἡμέρας, καθ’ ἣν ἠναγκάσθημεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν χώραν τῆς Θεσσαλίας. Ἕτερον κεφάλαιον ἐκ 500,000 φράγκων διέθετο ὁ ἀείμνηστος δωρητὴς ὑπὲρ ἀνεγέρσεως κτιρίου, καὶ οὐχὶ πλοίου, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς Σχολὴ τῶν ναυτικῶν δοκίμων. Καὶ τέλος τρίτον κληροδότημα ἐκ 500,000 χρυσῶν φράγκων διέθετο μετὰ τῆς ῥητῆς ἐντολῆς, ἵνα τὸ ποσὸν τοῦτο κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἐκ τῶν τόκων αὐτοῦ ν’ ἀποστέλλωνται κατ’ ἔτος ἀξιωματικοὶ ἡμέτεροι εἰς εὐρωπαϊκοὺς στόλους, καθὼς καὶ εἰς Ἀμερικήν, πρὸς τελειοτέραν ἐκπαίδευσιν, διότι ὁ ἀείμνηστος ἀνὴρ ἐνόει, ὅτι τὸ ναυτικόν μας εἶχεν ἀνάγκην ἀξιωματικῶν τελείως μεμορφωμένων. Δυστυχῶς, μολονότι κατὰ τὴν 3 Δεκεμβρίου 1896 καὶ κατὰ τὴν 18 Μαρτίου ἰδίου ἔτους ἀπηύθυνα ἐπερωτήσεις πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν, καὶ μολονότι παρεκάλεσα νὰ κατατεθῇ, συμφώνως μὲ τὴν ῥητὴν διάταξιν τῆς διαθήκης, τὸ χρῆμα τοῦτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἰσηκούσθην, καίτοι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠδύνατο ἔκτοτε νὰ ἐπιληφθῇ δραστηρίως τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ χρήματος. Δὲν λησμονῶ, Κύριοι, ὅ,τι ἔλεγον τότε: «οἱ καιροὶ εἶναι χαλεποὶ, καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσιν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀναβολήν.» Δυστυχῶς δ’ ἀπεδείχθησαν ἀληθεῖς οἱ λόγοι μου· οἱ καιροὶ δὲν μᾶς ἐπέτρεπον πλέον νὰ σκεφθῶμεν περαιτέρω, καὶ ἔπρεπε νὰ δράσωμεν, φροντίζοντες περὶ τῆς καταλλήλου ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι ὁ σεβαστὸς τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν σημαίνει τίποτε, ἂν τὰ χρήματα εὑρίσκονται εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους ἢ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης· εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἀλλ’ ὁ διαθέτης, κύριε Πρόεδρε, ἠξίωσε καὶ ἀπῄτησε καὶ ἀνέγραψε ῥητὸν ὅρον, ὅτι πρέπει αἱ 500,000 νὰ κατατεθοῦν, ὄχι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὐδὲ ἄλλοθί που, ἀλλὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος· ὅταν δὲ ὁ διαθέτης ἔχῃ ῥητὴν διάταξιν, ἡ διάταξις αὕτη ὀφείλει νὰ ἦναι σεβαστὴ παρ’ ἡμῶν. Παρακαλῶ δὲ τοὺς κ. Βουλευτὰς, ἂν θέλουν νὰ ἔχωσι μιμητὰς τοῦ διαθέτου εἰς γενναῖα κληροδοτήματα ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, νὰ σεβασθῶσι τὴν διαθήκην τοῦ ἀειμνήστου Πανταζῆ Βασσάνη, καὶ νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα τὸ ποσὸν τοῦτο κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, συμφώνως μὲ τὸν πόθον καὶ τὴν διαθήκην τοῦ δωρητοῦ· ἄλλως, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῆς τύχης τῶν κληροδοτημάτων καὶ μὴ μεριμνῶντες περὶ αὐτῶν, θὰ κλείσωμεν τὴν θύραν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγάλην καρδίαν καὶ θέλουσι νὰ δωρήσωσι τὴν περιουσίαν των εἰς τὸ ἔθνος πρὸς διάπραξιν μεγάλων ἔργων.
§31Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ πρῶτον, κύριε Πρόεδρε, εἶναι δίκαιον νὰ δηλωθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἥτις διέθεσε τὰ χρήματα τοῦ Βασσανείου κληροδοτήματος δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Τὰ χρήματα ταῦτα, εἰσαχθέντα πρὸ πολλοῦ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν διετέθησαν ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ, ὃν ὁ διαθέτης εἶχε προορίσει. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὴν παρακράτησιν τῶν χρημάτων τούτων ἐνήργησεν ἄλλη Κυβέρνησις, καὶ οὐχὶ ἡ τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ. Δεύτερον δὲ, ὁμολογουμένως εἶναι ἀξιέπαινος ἡ μέριμνα, ἣν ἐπιδεικνύουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὑπὲρ τοῦ ἐν λόγῳ κληροδοτήματος· ἐνθυμοῦμαι δὲ καλῶς, ὅτι αὐτοὶ οὗτοι οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὡς καὶ ἄλλοι, κατὰ προηγουμένην τινὰ σύνοδον τῆς Βουλῆς ὡμίλησαν περὶ τῆς ἐν λόγῳ κληροδοσίας. Δὲν εἶναι ὅμως ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν παρά τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν προὐνόησαν περὶ τοῦ ἐν λόγῳ κληροδοτήματος, διότι καί τις τῶν προκατόχων μου καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐπανειλημμένως δι’ ἐγγράφων— ἅτινα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν — παρεκαλέσαμεν τοὺς τότε Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, μετατεθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, κατατιθέμενα, εἴτε ἐν συνόλῳ εἴτε ἐν μέρει, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Μπούμπουλης, Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἄλλοτε, ἐζήτησε τὴν μετάθεσιν τῶν χρημάτων τούτων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὡς θέλει φανῆ ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ φακέλλου τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως, εὑρισκομένου ἐν τῷ τμήματι φάρων καὶ φανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Φαίνεται ὅμως, ὅτι αἱ περιστάσεις αἱ οἰκονομικαὶ δὲν ἐπέτρεπον τότε τὴν μετάθεσιν τῶν χρημάτων τούτων, καὶ ἐνθυμοῦμαι ἄριστα, ὅτι, ὅταν περὶ τούτου καὶ ἰδιαιτέρως ὡμίλησα πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εὗρον αὐτὸν δυστροποῦντα εἰς τὸ νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν χρημάτων αὐτῶν, καὶ οὕτω, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σήμερον νομίζῃ, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον μετεβλήθησαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ δοθῇ τὸ κληροδότημα τοῦτο εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, βεβαίως εὐαρέστως ὅλοι θέλομεν ἴδει τὴν τοιαύτην μεταβίβασιν τῶν χρημάτων ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1895 ὁ κ. Φιλάρετος καὶ ἐγὼ ἐζητήσαμεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος πληροφορίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, προεδρευμένης ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, βουλευτοῦ Γόρτυνος. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλε εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν περὶ τοῦ κληροδοτήματος Βασσάνη, ἡ ὁποία εἶναι κατακεχωρισμένη ἐν τῷ Παραρτήματι τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τῆς Βʹ τακτικῆς συνόδου τῆς ΙΔʹ Περιόδου. Ἐξ αὐτῆς τῆς σημειώσεως ἐξάγεται, τί εἶχεν εἰσπράξει ὁ πρόξενος μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς· λέγω δὲ μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, διότι αἱ εἰσπράξεις τοῦ κληροδοτήματος ἐν Αἰγύπτῳ ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσωσι, διότι ὑπῆρχον ἀκίνητα, ὑπῆρχον καὶ ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἐκεῖ τότε πρόξενος δὲν εἶχεν εἰσπράξει ἐντελῶς, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ προξένου ἐκείνου ὁ διάδοχος πρόξενος θὰ ἐξηκολούθησε τὰς εἰσπράξεις, καὶ ἴσως θ’ ἀπέστειλε καὶ ἄλλο ποσόν. Περὶ τούτου ἀναγκαῖον εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ συμπληρωτικὰς πληροφορίας. Λοιπὸν μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, συνεπείᾳ πληροφοριῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶχον κατατεθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 745,263 φράγκα χρυσᾶ, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἀνωτέρω ποσὸν διετέθη παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς διαφόρους κατὰ καιροὺς παρουσιασθείσας δημοσίας ἀνάγκας, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ ἀνωτέρου ποσοῦ, ὁλοκλήρου ὄντος εἰς χρυσόν, κατελογίσθη μόνον διὰ τὴν πρώτην δόσιν ἐκ φράγκων χρυσῶν 207,000 νομισματικὴ διαφορὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκ δραχμῶν 90,268, ὅτι διὰ τ’ ἀνωτέρω ποσὰ, κατατεθέντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὰς προεκτεθείσας ἐποχὰς, δὲν ἐλογίσθη εἰσέτι τόκος, ὅτι ἡ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ὑπηρεσία τῶν φάρων καὶ ναυτικῶν κτιρίων ἔχει ἤδη συγκεντρώσει διαφόρους μελέτας πρὸς ἀνέγερσιν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὴν ὑπὸ τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Βασιλόπαιδος Γεωργίου καταρτισθεῖσαν, ἥτις φαίνεται καὶ ἡ μᾶλλον ἁρμόζουσα πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς Σχολῆς ἡμῶν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ διαθέτου, καὶ ὅτι ἀναμένεται ἡ τακτοποίησις τοῦ κληροδοτήματος καὶ ἰδίᾳ ἡ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δήλωσις, ὅτι τὸ ἀνωτέρω ποσὸν εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν πρὸς ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς τοῦ κτιρίου τούτου. Λοιπὸν ἐκ τῆς σημειώσεως αὐτῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐξάγεται, ὅτι ὑπῆρχον ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ 795,000 φράγκα χρυσᾶ, ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ ἀναχθῶσιν εἰς χαρτίνας δραχμὰς, κατὰ τὴν τιμὴν τῆς ἐποχῆς τῆς καταθέσεώς των, ὅτι ἐπὶ τῶν μὴ κατατεθέντων εἰς τὴν Τράπεζαν πρέπει νὰ λογισθῇ τόκος, καὶ ὅτι ἐκ τῶν χρημάτων αὐτῶν πρέπει μέχρι ποσοῦ 500,000 φρ. νὰ δαπανηθῶσι πρὸς ἀνέγερσιν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, διότι ὁ διαθέτης, ὅστις κατέλιπεν οὐχὶ ὡρισμένον κατὰ ποσὸν κληροδότημα, ἀλλὰ τὰ 60 ἑκατοστὰ τῆς περιουσίας του, ὥρισεν, ὅτι ἐκ τῶν 60 ἑκατοστῶν 500,000 φράγκα ὡρισμένως πρέπει νὰ χρητιμοποιηθῶσι πρὸς ἵδρυσιν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν ἤδη νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ χρέους αὐτοῦ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ τῶν Ναυτικῶν, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὰς 500,000 φράγκων, καὶ νὰ καταρτισθῇ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων τὸ σχέδιον τῆς Σχολῆς. Ἅμα καταρτισθέντος καὶ ἐγκριθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ σχεδίου, ὀφείλει νὰ προβῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν οἰκοδόμησιν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει πλέον ζήτημα, οὔτε δηλαδὴ τί ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ πόσον ποσὸν ἐξ αὐτοῦ πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς. Τὸ ζήτημα μόνον εἶναι νὰ σπεύσῃ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ Δημόσιον τὰ χρήματα τοῦ κληροδοτήματος, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησεν εἰς ἄλλας αὐτοῦ ἀνάγκας.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι τὰ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης δὲν διεξάγονται τακτικῶς. Αἱ ἐπερωτήσεις ἀπευθύνονται πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες ἔχουσι χρέος νὰ δίδωσι τὰς ἀναγκαίας πρὸς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, ὄχι μόνον ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν πράξεων, ἀλλὰ καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τῶν πράξεων ἢ τῶν παραλείψεων τῶν προκατόχων αὐτῶν. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σπετσῶν ἀπηύθυνε τὴν ἐπερώτησιν, συνέπεια ἦτο, οἱ ἁρμόδιοι ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν νὰ λάβωσι τὴν καλωσύνην ν’ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὰ γραφεῖά των, νὰ συγκεντρώσωσι τὰς πληροφορίας καὶ νὰ τὰς προσκομίσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε μόνον νὰ συζητήσωμεν. Ἄνευ τῶν ἀναγκαίων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θέλουσι καταθέσει οἱ ὑπεύθυνοι κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ συζητῶμεν ἢ νὰ ἐπικρίνωμεν, νὰ ἐλέγχωμεν ἢ ν’ ἀφήνωμεν ὑπαινιγμοὺς, τὸ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπές. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ δώσωσι τὴν βεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλουσι προσκομίσει τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, καὶ ὅταν φέρωσιν αὐτὰς, θέλομεν συζητήσει ἐπ’ αὐτῶν.
§34ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ συνεφώνουν πληρέστατα πρὸς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, ἐὰν τὰ πράγματα εἶχον ὡς τὰ παρέστησεν. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν ὡς τὰ παρέστησε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν. Διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, ἥτις πρῶτον ἤδη ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν Βʹ Σύνοδον τῆς περιόδου ταύτης, ἐνώπιον τῶν αὐτῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου ἐκ Βόλου κ. Σχινᾶ ἐπίσης, καὶ τοῦ κ. Τοπάλη βραδύτερον. Συνεπείᾳ δὲ τῶν παρακλήσεων τούτων κατετέθη ἡ διαθήκη καὶ αἱ πληροφορίαι παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου. Ἐμεσολάβησε χρονικὸν διάστημα μηνῶν, τὴν δὲ 2 Δεκεμβρίου 1896 προανήγγειλα ἐγὼ, ὅτι θὰ προκαλέσω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Καὶ πράγματι τὴν 3 Δεκεμβρίου 1896 ἔλαβον τὴν τιμὴν καὶ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα τὸ θέμα τοῦτο. Τότε δ’ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία αἰφνιδίως ἔρχεται καὶ διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐδημοσιεύθησαν πληροφορίαι, καὶ τρόπον τινὰ ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ τῶν λεγομένων καὶ πραττομένων. Ἐὰν ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἦτο τότε ἐν τῇ Βουλῇ, τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον, διότι ἡ Βουλὴ γνωρίζει τὰ γεγονότα· εἶναι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα κατατεθειμένα εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ τυπωμένα, ἐγένοντο συζητήσεις, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην πληροφοριῶν, ἵνα συζητήσῃ, ἐὰν ἔχῃ τὴν διάθεσιν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κύριοι προαγορεύσαντες, τῶν ὁποίων τὸν ζῆλον πολὺ ἐπαινῶ, νὰ νομίσω, ὅτι δὲν θὰ ὠφελήσωσιν εἴς τι, καὶ δὲν θὰ ὠφελήσωσι, διότι δὲν γνωρίζω, ἂν τὰ πράγματα μετεβλήθησαν ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1896 ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε οἱ κυβερνῶντες τὴν Ἑλλάδα νὰ σκέπτωνται σήμερον σπουδαιότερον περὶ ἀναπτύξεως τοῦ στόλου ἢ τότε. Πιθανὸν νὰ ἔχωσι διάφορον γνώμην. Ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὸ θέμα τοῦτο, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Ἑλλάς, εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ κοπιάσουν πολὺ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἵνα βελτιωθῇ ὁ Ἑλληνικὸς στόλος, ὅστις δὲν ἐχρησίμευσεν ὅταν ἴσως ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ. Ἀλλ’ ἔλαβον τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, διότι τὸ ζήτημα ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἔχει σημαντικωτάτην σημασίαν. Πρόκειται περὶ διαθέτου ἐκ Πορταριᾶς τοῦ Βόλου, ἐκλογικῆς περιφερείας, τὴν ὁποίαν ἰδιαιτέρως ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύωμεν μετά τινος ἐκ τῶν ὁμιλησάντων, καὶ ὑπὸ τὴν στενὴν ταύτην ἰδιότητα, καὶ ἰδίως ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πρέπει νὰ τονίσωμεν σφόδρα τὸ ζήτημα, διότι παρεβιάσθη ἡ τελευταία θέλησις τοῦ διαθέτου. Γνωρίζομεν δὲ, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ τι καλὸν ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὀφείλομεν εἰς τὴν γενναιοδωρίαν τῶν τέκνων αὐτῆς, καὶ ὅταν κλονισθῇ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ τελευταία θέλησις τοῦ διαθέτου παραβιάζεται, ἡ ζημία διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν εἶναι μεγίστη. Παρεβιάσθη δὲ ἡ θέλησις τοῦ διαθέτου, διότι ἐκεῖνος ῥητῶς διατάσσει ἐν τῇ διαθήκῃ του, ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶχε προσδιορίσει διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· παρῆλθον δὲ ἓξ ἔτη ἔκτοτε, καὶ δὲν κατετέθη. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ δημοσίου ταμείου λίαν φερεγγύου, τὸ πρᾶγμα ἤξιζε τὸν κόπον νὰ ἐπισπάσηται τὴν προσοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ νὰ γείνῃ διαμαρτυρία. Ἐγένετο διαμαρτυρία, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν συνετέλεσε. Παρεβιάσθη καὶ διότι ἀδικαιολογήτως δὲν κατεσκευάσθη ἡ Ναυτικὴ Σχολή. Διετέθησαν πρὸς ἄλλας τοῦ Δημοσίου ἀνάγκας τὰ χρήματα ταῦτα, οὐχὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν προήδρευεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἀλλ’ εἰς προγενεστέραν ἐποχήν. Ἀκριβῶς τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ, ἢ ἐὰν τοῦτο ἐγένετο εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῇ τὸ ἱερὸν τοῦτο χρέος, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις ἡ διάδοχος νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ τὸ χρῆμα τὸ ὀφειλόμενον, πρὶν ἢ προβῇ εἰς γενναιοδωρίας οἵας δήποτε καὶ περιποιήσεις. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα· ἐὰν θ’ ἀποκτήσωμεν Ναυτικὴν Σχολὴν, ἐὰν θ’ ἀποκτήσωμεν ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ καλλιτέρους διὰ τῶν χρημάτων τούτων. Περὶ τούτου ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ προνοήσωμεν ὅλοι, μηδενὸς ἐξ ἡμῶν ἐξαιρουμένου, εἶναι νὰ καταστήσωμεν σεβαστὴν τὴν τελευταίαν θέλησιν τοῦ διαθέτου. Τοῦτο γίνεται διὰ τῆς κατασκευῆς τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, καὶ ἐὰν κατατεθῇ τὸ ὑπόλοιπον χρῆμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τὸ ὅλον μέχρι τῆς 3 Δεκεμβρίου 1896 ἀνήρχετο εἰς 1,200,000 δραχμὰς, ὡς τότε ὑπελόγισα ἐγώ, κατὰ τὴν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ, ὡς ὀρθότατα δὲ καὶ ὁ προαγορεύσας κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐδήλωσε. Πρέπει—καὶ τοῦτο ἰδίως κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, ὅτε γίνεται ἡ οἰκονομικὴ ἐκκαθάρισις, — τὸ ἱερὸν τοῦτο χρέος νὰ κανονισθῇ, νὰ ὁρισθῶσι δηλαδὴ αἱ καταβολαὶ, νὰ ὑπολογισθῇ ἡ διαφορὰ τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν καταβολῶν, νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ τόκος ὁ καθυστερούμενος, καὶ ἂν δυνάμει τῶν ἰσχυόντων νόμων δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῇ τόκος, διὰ νόμου ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον βεβαίως ὀφείλει τὸ Δημόσιον εἰς τὸ κληροδότημα. Ἂς συγκεντρωθῇ τὸ χρῆμα, καὶ σκεπτώμεθα βραδύτερον τὰ περὶ τῆς ἐκτελέσεως· ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἂς συγκεντρωθῇ τὸ χρῆμα. Θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω ἄλλο τι. Τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ τόσον ἁπλοῦν καὶ σαφὲς, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ ἀντιλέγων.
§36Κ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πάντα ταῦτα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν γνωρίζει, καὶ ἐν γένει ἡ ὑπηρεσία ἡ Ναυτικὴ γνωρίζει τὰ δικαιώματά της, καὶ δὲν παρῃτήθη τούτων· γνωρίζει πῶς θὰ διατεθῇ τὸ Βασσάνειον τοῦτο χρῆμα, καὶ ποῖοι θὰ ἦναι οἱ καρποὶ τῆς καλλιτέρας διαθέσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅτε ἡμεῖς εἰσήλθομεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν εὕρομεν αὐτὸ τὸ χρῆμα ἕτοιμον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐμεριμνήσαμεν περὶ χρησιμοποιήσεως αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη εἰς ποίας σοβαρὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους διετέθη, καὶ δὲν δυνάμεθα ἀκόμη νὰ δώσωμεν καμμίαν ἀπολογίαν. Ὅταν λάβωμεν τὸ χρῆμα, γνωρίζομεν νὰ κάμωμεν καλῶς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὅτι ἀμφιβάλλει ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν θὰ δυνηθῇ νὰ καταρτίσῃ καλοὺς ἀξιωματικούς, δύναμαι νὰ τὸν διαβεβαιώσω, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν ἡ ὑπηρεσία νὰ καταρτίσῃ καλοὺς ἀξιωματικούς.
§37Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶπον νὰ καταρτίσῃ «καλοὺς ἀξιωματικούς». Εἶπον ὅτι ἀμφιβάλλω ἐὰν τὰ χρήματα ταῦτα θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ἀξιωματικῶν.
§38Κ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἀκριβῶς εἰς αὐτὸ θὰ χρησιμεύσωσι.
§39Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ εὑρεθῇ ὁ παρᾶς πρῶτον. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§40ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, θὰ φροντίσω νὰ προσκομίσω πᾶσαν πληροφορίαν.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσα ἐλέχθησαν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ λεχθῶσι, διότι οὐδὲν προσέθηκαν οἱ εἰπόντες ὅσα ἐλέχθησαν. Ἐὰν ἐγένετο ἐπερώτησις πρὸς τὴν Βουλὴν ἅπαξ ἢ δὶς, ἐὰν οἱ τότε Ὑπουργοὶ ἔδωκαν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκαν οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, ἦταν ἀκριβεῖς ἢ ὄχι, πᾶν ὅ,τι μετὰ ταῦτα ἐξετελέσθη ἢ δὲν ἐξετελέσθη, τοῦτο θέλομεν μάθει μόνον ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν οἱ κ. ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ θέλουσι φέρει εἰς τὴν Βουλήν. Τότε θέλει ἐξακριβωθῆ, τίνες ἦσαν οἱ διαθέντες τὰ χρήματα πρὸς ἄλλους σκοποὺς ἢ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ διαθέτης ὥρισε. Τότε θέλει ἐξακριβωθῆ, πότε ἐτελείωσεν ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῆς κληρονομίας τοῦ μακαρίτου Βασσάνη, πότε τὰ ἐκ τῆς κληρονομίας ταύτης εἰσπραχθέντα χρήματα εἰσήχθησαν εἰς τὸ ταμεῖον, πότε τὰ ἀκίνητα τῆς περιουσίας ταύτης ἐπωλήθησαν, ποῖοι λογαριασμοὶ προέκυψαν, ποῖαι δὲ δυσκολίαι πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ πραγματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διατεθῇ πρὸς τοὺς σκοποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἀείμνηστος διαθέτης προώρισεν αὐτά. Ἡ συζήτησις αὕτη ἐπῆλθεν ἐξ ἐφόδου· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο ἐξ ἐφόδου, ἡμεῖς δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ προβάλωμεν οὐδεμίαν ἀπάντησιν εἰς τὰ λεχθέντα, πρίν ἢ ὁ κύριος Ὑπουργὸς προσαγάγῃ τὰς ζητηθείσας ἀναγκαίας πληροφορίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἦσαν μάταια τὰ λεχθέντα. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μοὶ φαίνεται παράξενον τοῦτο, τὸ ὁποῖον γίνεται καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε καὶ νῦν ἐπαναλαμβάνω. Ἐὰν ἔλαβε χώραν ζημία τις, ἡ ζημία συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἐβράδυνεν ἡ ἐκτέλεσις τῶν σκοπῶν τοῦ ἀειμνήστου διαθέτου, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἐξετελέσθησαν οἱ κατὰ τὴν διαθήκην σκοποὶ αὐτοῦ. Οὐδεμία ἄλλη ζημία δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ κληροδότημα, διότι τὸ Κράτος, εἴτε ἐν πτωχεύσει, εἴτε ὑπὸ συμβιβασμὸν, εἴτε ἐν ἥττῃ, εἴτε ἐν νίκῃ, θέλει εἶσθαι εἰς κατάστασιν ν’ ἀποτίσῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν ἐκ τῆς κληρονομίας τοῦ ἀειμνήστου Βασσάνη. Ἐὰν τὰ διέθεσε πρὸς ἄλλους σκοποὺς ἢ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνος ὥρισεν, ἂς ζητηθῇ εὐθύνη παρὰ τῶν διαθέντων αὐτὰ πρὸς τοὺς ἄλλους σκοπούς· ἀλλ’ εἶναι ἀνάρμοστον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράζῃ τοιούτους δισταγμοὺς, ἐνῷ πᾶς τοιοῦτος δισταγμὸς ἀποτελεῖ ὕβριν πρὸς τὴν Ἑλλάδα.
§42ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Χαίρω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀνῄρεσε μομφὴν ἀποδοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βόλου καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλήν· διότι βεβαίως μομφὴ καὶ βλασφημία εἶναι νὰ λέγηται ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ἡμεῖς ἀθετοῦμεν τὰς ἱερὰς παρακαταθήκας τῶν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἑκάστοτε δωρουμένων τὴν περιουσίαν αὐτῶν. Εἶναι βλασφημία, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἠκούσαμεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ πολλάκις ἀνῃρέσαμεν. Τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολεῖται σήμερον ἡ Βουλή, πολλάκις, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἀνεπτύχθη ἐνταῦθα. Κατετέθησαν πᾶσαι αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, μακραὶ διεξήχθησαν συζητήσεις, ἐξηντλήθη τὸ θέμα, ἐπείσθη δὲ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς, ὅτι τὰ χρήματα τοῦ μακαρίτου Βασσάνη δὲν ἐδαπανήθησαν εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ φυλάσσονται ἐν τῷ δημοσίῳ θησαυρῷ, πᾶς δὲ ὁ δυνάμενος ν’ ἀναγινώσκῃ τοὺς ἀριθμοὺς ἂς ζητήσῃ τοὺς μηνιαίους ἰσολογισμοὺς τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ δημοσίου ταμείου, ἵνα μάθῃ ὅτι εὑρίσκονται ἐν αὐτῷ, ὡς κατετέθησαν. Ἀβασανίστως, κύριε Πρόεδρε, νὰ ῥίπτωμεν τοιαύτας μομφὰς, καὶ μάλιστα ἐν τοιαύταις περιστάσεσι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον, οὐδὲ πατριωτικόν. Τὰ χρήματα τοῦ κληροδοτήματος Βασσάνη κατετέθησαν ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ ἀπὸ τοῦ 1892, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διετέλει ἐν τοῖς πράγμασι κατὰ τὸ 1896 (ἀναγινώσκει): «Ἡ πρώτη κατάθεσις ἐγένετο κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1892 ἐκ φράγκων χρυσῶν 207,784.92, ἡ δευτέρα κατὰ τὸ ἔτος 1893 ἐκ φρ. χρυσῶν 127,802.50, ἡ τρίτη κατὰ τὸ 1894 ἐκ φρ. χρυσῶν 59,563.62, ἡ τετάρτη κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1894 ἐκ φρ. χρυσῶν 255,756.35, ἡ πέμπτη κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1894 ἐκ φρ. χρυσῶν 91,970.18, καὶ τέλος κατὰ Μάϊον τοῦ 1894 ἐκ φρ. χρυσῶν 2,386. Ὥστε τὸ ὅλον τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντων καὶ κατατεθέντων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ λογαριασμὸν τοῦ κληροδοτήματος Πανταζῆ Βασσάνη ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν φρ. χρ. 745,263.57.» Καὶ ταῦτα κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ ἔτους 1896. Κατὰ πληροφορίας δὲ ἀσφαλεῖς, ἤδη ἀνέρχεται ἡ κατάθεσις αὕτη εἰς ἓν περίπου ἑκατομμύριον. Ἐὰν δέ τινες τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων νομίζουσιν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι ἀξιόχρεων δι’ 1,000,000 δραχμῶν, φρονῶ ὅτι εὑρίσκονται ἐν πλάνῃ.
§43Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§44ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν δέ τινες νομίζουσιν ὅτι, ἐπειδὴ τὸ χρῆμα, περὶ οὗ ὁ λόγος, κατετέθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατεσπαταλήθη, ἀποδεικνύουσιν ἀμάθειαν περισσήν· διότι τὸ δημότιον ταμεῖον, ὡς πάντες γινώσκουσι, δὲν ἔχει ἰδιαίτερα διαμερίσματα, ἤτοι κουμπαράδες, ἵνα φυλάττῃ τὰς παρακαταθήκας, ἀλλ’ ἔχει τὸ ἐνεργητικόν του καὶ τὸ παθητικόν του. Εἰς τὰς τακτικῶς δὲ δημοσιευομένας καταστάσεις τοῦ δημοσίου ταμείου δύναται πᾶς τις νὰ ἴδῃ καὶ τὰ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Βασσάνη ὑπάρχοντα ποσά. Μίαν ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποδώσῃ τις μομφὴν κατὰ τῶν ἁρμοδίων, ὅτι δὲν ἐπελήφθησαν τῆς ἐκτελέσεως τῶν διαταγῶν τοῦ ἀειμνήστου Βασσάνη. Ἀλλὰ καὶ τὴν μομφὴν ταύτην δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἴδωμεν εἰς ποίαν Κυβέρνησιν ὀφείλει τις ν’ ἀποδώσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤρξατο ἡ κατασκευὴ τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, σημαίνει ὅτι τὸ χρῆμα τοῦ ἀειμνήστου Βασσάνη κατεσπαταλήθη; Ἢ ἐάν τινες δὲν εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀναγνώσωσι τὰς ἐπισήμους καταστάσεις τῶν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους, σημαίνει ὅτι κατεσπαταλήθη τὸ ἱερὸν χρῆμα; Ἢ ἐὰν ἠγνόει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτι ἡ κατάθεσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐντόκως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, σημαίνει ὅτι κατεσπαταλήθησαν τὰ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Πανταζῆ Βασσάνη εἰσελθόντα; Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠγνόει ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι ὑπόχρεων ν’ ἀναλαμβάνῃ ἐπὶ τόκῳ παρακαταθήκας κληροδοτηθείσας, ἢ νὰ καταβάλλῃ νομισματικὴν διαφοράν, διότι οὐδαμοῦ ὁ λογιστικὸς ἡμῶν νόμος ἐπιτρέπει τοιοῦτόν τι. Ἀλλ’ ἐὰν καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν ταύτην διὰ νόμου, δὲν γνωρίζω ὁποίας ζημίας χρηματικὰς εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου θέλετε προξενήσει. Τὸ δημόσιον ταμεῖον μίαν καὶ μόνην ἔχει ὑποχρέωσιν, ν’ ἀποδώσῃ τὴν παρακαταθήκην αὐτούσιον, ἢ τὸ πολὺ μετὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀποδόσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξητάσθη καὶ ὑπὸ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐλύθη δὲ ὡς πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέφερον. Δὲν εἶναι ἄλλως τε ἡ μόνη παρακαταθήκη ἡ εὑρισκομένη ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ. Εἰς ἑκατομμύρια ὅλα ἀνέρχονται αἱ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ κοιναὶ παρακαταθῆκαι, ὑπολόγων, λιμενικῶν ταμείων, δημοτικῶν φόρων κλπ., τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ἐπιστρέφει εἰς πρώτην ἀναζήτησιν. Ἐὰν ἡ πρώτη αὕτη ἀναζήτησις δὲν ἐγένετο, ζητήσατε εὐθύνας παρὰ τοῦ ὑπολόγου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, εἶναι πάντη ἄκαιρον...
§45Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ποσῶς ἄκαιρον· εἶναι σπουδαῖον.
§46ΣΤΑΗΣ. .. Κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τοῦτο ἐξηντλήθη· ἀλλ’ ἐν γένει παρατηρῶ, ὅτι αἱ γενόμεναι συζητήσεις καὶ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων δὲν εἶναι σπουδαῖαι, οὐδὲ ἐπείγουσαι, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλήν, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται νομοσχεδίων εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, εἴτε καὶ πρὸ αὐτῆς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Προτείνω δὲ τοῦτο διότι νομίζω, ὅτι τὰ τοῦ δανείου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῶσιν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, ὡς δηλοῖ τὸ τηλεγράφημα τὸ ληφθὲν χθὲς τὴν νύκτα. Κατὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ διέκοψε τὰς ἐργασίας αὑτῆς μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, τὸ δὲ νομοσχέδιον περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ δανείου δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν. Ἐὰν ταῦτα ἦναι ἀκριβῆ, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ παραμείνωμεν ἐπὶ πολλὰς ἀκόμη ἡμέρας, ἢ καὶ ἑβδομάδας, συζητοῦντες περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων. Ἵνα μὴ δὲ τοῦτο συμβῇ, προτείνω, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίων, ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν, μέχρις οὗ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καλέσῃ καὶ πάλιν ἡμᾶς εἰς συνεδρίαν.
§47Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ διὰ τῆς ἁπλῆς ἐπερωτήσεώς μου δὲν ἐνόουν νὰ ψέξω τινά, καὶ κακῶς ὁ ἐκ Κυθήρων κ. συνάδελφος μὲ παρεξήγησε. Πάντοτε ζωηρὸς ὑπῆρξεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ οὐδεὶς τὸν διέκοψεν. Ἐγὼ ἤθελον νὰ μάθω τί γίνεται τὸ χρῆμα αὐτὸ, καὶ διατὶ δὲν τίθεται εἰς ἐνέργειαν. Περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο. Δὲν ἀμφέβαλλον ὅτι τὸ χρῆμα αὐτὸ θὰ ὑπάρχει εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους· ἀλλὰ διατὶ δὲν διατίθεται, ἀφοῦ ὁ διαθέτης ὡρισμένως διατάσσει τὴν διάθεσίν του; Ἐὰν νομίζῃ δὲ ὁ ἐκ Κυθήρων κ. συνάδελφος, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι σπουδαῖον, πλανᾶται. Ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἡ σπουδαιότης τῶν θεμάτων ἔγκειται εἰς τὸ νὰ κάμνῃ συστάσεις χάριν ψήφων, πλανᾶται. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μεμφθῶ τινα· χαίρω μάλιστα, διότι ἔκαμα αὐτὴν τὴν ἀνασκαφὴν, καὶ κολακεύομαι διότι ἔφερον θέμα τοιοῦτον, καὶ ἐγένετο μεγάλη συζήτησις, πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους.
§48ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Σπετσῶν δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ, διότι ἐγὼ, μὴ παρευρεθεὶς ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, δὲν ἤκουσα ἐὰν ὑπέβαλε τοιαύτην ἐπερώτησιν. Ἐγὼ, ὡς εἶχον ὑποχρέωσιν, ὑπέμνησα τὰ ἄλλοτε ἀναπτυχθέντα ἐνταῦθα περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀπέδειξα δὲ διὰ πραγμάτων, ὅτι πολὺ σπουδαιότερον ὑπολαμβάνω ἐγὼ τὸ ζήτημα ἢ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, ὅτι τὸ χρῆμα τοῦ ἀοιδίμου Βασσάνη εὑρίσκεται ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ. Εὔχομαι δὲ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐπιλάβηται ταχέως τῆς ἐκτελέσεως τῆς τελευταίας ἐπιθυμίας τοῦ ἀειμνήστου Βασσάνη.
§49Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ μικροῦ μὲν εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον· ἀλλ’ εἰς τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν του κατέκρινε τοὺς ἀγορεύσαντας, ὅτι ὁμιλοῦσι περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων! Τότε μᾶς προέτρεψε νὰ ἐγκύπτωμεν εἰς τὰ ζητήματα, τῶν ὁποίων ἐπιλαμβανόμεθα. Τὸν εὐχαριστοῦμεν διὰ τὴν συμβουλὴν, ἥτις μάλιστα οὖσα δωρεὰν, εὐπρόσδεκτος εἶναι πάντοτε. Ἀλλὰ μᾶς εἶπε προσέτι, ὅτι δὲν γνωρίζομεν ν’ ἀναγινώσκωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἔχει δίκαιον· τοὺς ἀριθμοὺς καλῶς γινώσκει καὶ ἀναγινώσκει ἐκεῖνος, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος· δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ αὐτὸ καὶ μὲ τὰς διαθήκας. Ἐδῶ ἔπεσεν ἔξω! Πρόκειται δὲ περὶ ἑρμηνείας διαθήκης. Ὁ μακαρίτης Βασσάνης διὰ τῆς διαθήκης του διατάσσει (ἀναγινώσκει): «ἀφήνει 60 ἑκατοστὰ ἐκ τῆς περιουσίας του κληροδότημα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὑπὸ τὸν ὅρον (αὐτὸ τὸ λέγω διὰ τοὺς νομικοὺς καὶ τοὺς μὴ νομικούς), νὰ κτίσῃ Ναυτικὴν Σχολὴν ἐν Πειραιεῖ, ἥτις δὲν πρέπει νὰ στοιχίσῃ πλέον τῶν 500,000 φράγκων χρυσῶν, τὰ δὲ ὑπόλοιπα νὰ καταθέσῃ ὑπότοκα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, (κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος) καὶ διὰ τῶν τόκων ν’ ἀποστέλλωνται εἰς Εὐρώπην καὶ Ἀμερικὴν οἱ ἀριστεύοντες ἐκ τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς...» Λοιπὸν καὶ χωρὶς νὰ ᾖναί τις δεινὸς νομικὸς, ἐκτὸς ἐὰν ἠσχολήθη πάρα πολὺ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἀποῤῥοφηθεὶς ὑπ’ αὐτῶν δὲν ἔλαβε καιρὸν ν’ ἀσχοληθῇ καὶ εἰς ἄλλο τι, πολὺ εὐκόλως θέλει ἐννοήσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταθέσῃ τὰ ὑπόλοιπα μετὰ τὰς 500,000 φράγκων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ, καὶ νὰ τὰ καταθέσῃ εὐθὺς ὡς τὰ ἔλαβε, καὶ ἑπομένως ὑποχρεοῦται, ἀφοῦ δὲν τὰ κατέθεσε, καὶ εἰς τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ καὶ εἰς πληρωμὴν τόκου, διότι ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν δὲν κατετέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν ἔκτοτε. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κυθήρων, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ διά τε τὰς γνώσεις καὶ τὸ θάῤῥος του, εἶπεν ὅτι δὲν ἐσπαταλήθησαν τὰ χρήματα· ἤκουσα καὶ ἄλλου συναδέλφου, λέγοντος ὅτι δὲν ἐχάθησαν τὰ χρήματα, ὅτι ὑπάρχουσιν. Ἀλλά, Κύριοι, αἱ Ναυτικαὶ Σχολαὶ δὲν αὐτοκατασκευάζονται, οὔτε οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκπαιδεύονται μὲ τὰ λόγια. Εἶπεν ὁ ἐκ Κυθήρων κ. συνάδελφος, ὅτι θεωρεῖ βλασφημίαν νὰ λέγωνται τοιοῦτοι λόγοι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι βλασφημία νὰ μὴ ἐκτελῆται ἡ διάταξις τοῦ διαθέτου, ὁ ὁποῖος δὲν ἦλθεν εἰς γάμον, ὁ ὁποῖος διὰ μεγίστων οἰκονομιῶν ἐσχημάτισε τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησεν εἰς τὴν πατρίδα διὰ νὰ κατασκευασθῇ Ναυτικὴ Σχολὴ καὶ ν’ ἀποστέλλωνται πρὸς τελειοποίησιν τῶν σπουδῶν των οἱ ἄριστοι τῶν δοκίμων; Καὶ ἐν τούτοις οὔτε Ναυτικὴ Σχολὴ ἐγένετο, οὔτε ἀξιωματικοὶ ἐστάλησαν! Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα 735,363 φράγκα χρυσᾶ εἶχον εἰσπραχθῆ μέχρι τῆς 3 Δεκεμβρίου 1896. Ταῦτα νομίζω ἀρκετὰ πρὸς ἀπάντησιν τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ.
§50ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Οὔτε εἰς τοὺς ἀριθμοὺς διεκδικῶ εἰδικότητα, οὔτε εἰς τὰ νομικά. Εἶναι ὅμως περίεργον, πῶς ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται αὐθεντία περὶ τὰ νομικὰ, ὑποπίπτει εἰς λάθη, τὰ ὁποῖα δὲν συγχωροῦνται οὔτε εἰς μαθητὰς δημοτικοῦ σχολείου, διότι συγχέει τὴν πρόθεσιν μετὰ μὲ τὴν πρόθεσιν πρό. Ἀλλὰ ὁ κ. Φιλάρετος εἶναι δικηγόρος, εἰς τοὺς συναδέλφους του δὲ ἐνίοτε ἐπιτρέπονται τοιαῦται μεταστροφαί. Κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἀποσπάσματος τῆς διαθήκης ἠκούσατε πάντες, ὅτι μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις, τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς περιουσίας νὰ καταθέσῃ ἐντόκως εἰς τὴν Τράπεζαν.
§51Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διαμαρτύρομαι! ἡ «μετὰ» δὲν ὑπάρχει.
§52ΣΤΑΗΣ. Ὁπόταν λοιπὸν ἱδρυθῇ ἡ Ναυτικὴ Σχολὴ, εἶναι ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀκολουθήσῃ τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης· ἐνόσῳ ὅμως δὲν ἤθελε κατασκευασθῆ ἡ Ναυτικὴ Σχολὴ, δὲν εἶναι ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ τὴν διάταξιν ταύτην τῆς διαθήκης. Δὲν εἶναι βεβαίως τοῦ παρόντος νὰ συζητήσωμεν, ἂν ἐπιτρέπεται νὰ ἱδρυθῇ ἐν τῇ ξηρᾷ Ναυτικὴ Σχολή. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶπον, ἵνα ἐξοφλήσω προσωπικόν τινα λογαριασμὸν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βόλου συνάδελφον· δηλῶ ὅμως, ὅτι καὶ προκαλούμενος δὲν θὰ ὁμιλήσω καὶ πάλιν.
§53Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπασχολεῖται ἡ Βουλὴ ἐπὶ ὥρας, ἐνῷ δὲν πρόκειται παρὰ περὶ ἐξευρέσεως τῶν καταλληλοτέρων χρηματοκιβωτίων, ὅπου τὸ χρῆμα, περὶ οὗ πρόκειται, θὰ φυλαχθῇ ἀσφαλέστερον. Ὡς ἐνόησα, τὸ χρῆμα ὑπάρχει· δὲν ἀμφισβητεῖται τοῦτο παντάπασιν, εἴτε ὑπάρχουν αὐτούσια τὰ νομίσματα, τὰ ἀρχικῶς συναχθέντα, εἴτε ὑπάρχουν εἰς ἄλλα εἴδη νομισμάτων. Πρόκειται μόνον περὶ τούτου, ποῦ πρέπει νὰ μείνῃ τὸ χρῆμα· εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχει νὰ κρίνῃ περὶ ἄλλου τινὸς, εἰμὴ περὶ τοῦ ποῖα χρηματοκιβώτια εἶναι ἀσφαλέστερα, τὰ τοῦ Δημοσίου ἢ τὰ τῆς Τραπέζης; Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ διαθέτου, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἄκραν δυσπιστίαν πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπερ ἐκεῖνος προετίμησε, διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἀντὶ νὰ τὰ ἔχωμεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, προτιμῶμεν νὰ μείνουν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελῶνται αἱ διατάξεις τῶν διαθετῶν, διότι ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι εἶδός τι κλοπῆς καὶ ἱεροσυλίας ἡ μὴ κατὰ γράμμα ἐκτέλεσις αὐτῶν. Ἔχω τὴν ἰδιοτροπίαν νὰ νομίζω, ὅτι κατὰ γράμμα πρέπει νὰ ἐκτελῶνται αἱ διατάξεις τοῦ διαθέτου. Ἀλλ’ ἔχω καὶ μίαν ἄλλην ἰδιοτροπίαν. Ἐπεθύμουν, ἀφοῦ εὑρίσκονται ἀκόμη εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ δημοσίου τὰ χρήματα ταῦτα, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, νὰ παρακολουθήσουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ταῦτα, ὅπου δήποτε ἤθελε μεταβῆ (ἱλαρότης). Ἔχω μίαν ἰδιάζουσαν ἰδιοτροπίαν, νὰ ἐμπιστεύωμαι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωπικῶς ἀκόμη, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μὴ λησμονήσῃ, ἐὰν παρουσιασθῇ ἡ τοιαύτη εὐκαιρία,—τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἀπεύχομαι νὰ παρουσιασθῇ· μόνον χάριν τῶν χρημάτων αὐτῶν ἠδυνάμην νὰ τὸ εὐχηθῶ (ἱλαρότης)— θὰ ἐπεθύμουν, λέγω, νὰ μὴ λησμονήσῃ νὰ παραλάβῃ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὸ χρῆμα αὐτὸ καὶ κἄποιαν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος καὶ μερικοὺς τόκους (γέλως). Εἰς ταῦτα μόνον ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§54ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Ἐνθυμεῖσθε τὴν διαίρεσιν, ἥτις ἐπῆλθε μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων, καὶ ἐντεῦθεν τὴν παραίτησιν πολλῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τῆς Στρατιωτικῆς Λέσχης. Τὴν διαίρεσιν αὐτὴν τὴν ἐθεράπευσεν ὁ ἀτυχὴς πόλεμος, καὶ ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ὁ πόλεμος, βεβαίως ἡ διαίρεσις ἐκείνη θὰ εἶχε δυσαρέστους συνεπείας, ἐπειδὴ ἐπῆλθε μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν ἕνεκα τῆς κακῆς διανομῆς τῶν ὀργανικῶν θέσεων. Διὰ τοῦτο καλὸν εἶναι, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ θεραπεύσῃ αὐτὸ τὸ κακὸν, ὥστε ἡ διανομὴ τῶν ὀργανικῶν θέσεων νὰ γίνηται ἀνάλογος μεταξὺ ὅλων τῶν ὅπλων· διότι δὲν πρέπει νὰ ἐπέρχηται αὐτὴ ἡ διαίρεσις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιφέρῃ δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν συστηθῇ καὶ τμῆμα τοῦ ἱππικοῦ, διότι τὸ σῶμα αὐτὸ θεωρεῖται προσβεβλημένον, ὅταν καταφεύγῃ εἰς τὸ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου, τὸ διευθυνόμενον παρ’ ἀξιωματικοῦ ἄλλου σώματος, καὶ οὕτω ἀποφύγωμεν δυσάρεστως συνεπείας.
§55ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Εἶμαι, νομίζω, ὑποχρεωμένος καὶ πάλιν νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀληθῶς ζοφερᾶς καὶ ἀξιοθρηνήτου καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν, ὁσημέραι ἐπιτεινομένην, ὑποβάλλεται ἡ Θεσσαλία. Ἐνόμιζον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρώτιστον ἰδίως ἔργον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις καὶ κατὰ τὰς ἐργασίας τὰς σημερινὰς, ἤθελεν εἶσθαι ἡ μέριμνα περὶ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἰδίως ἡ μέριμνα, ὥστε ἡ Θεσσαλία ν’ ἀπαλλαγῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τοῦ ἐχθροῦ (διακοπαί). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ διακόπτωμαι. Ἀνησυχοῦν οἱ Κύριοι, ἀλλ’ ἀνησυχοῦν διότι μένουσιν ἐνταῦθα ἥσυχοι· δυστυχῶς δὲ, ἀνησυχοῦσιν ἐκεῖνοι, παρὰ τῶν ὁποίων ἡμεῖς τοὐλάχιστον εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει τὴν θερμὴν ὑποστήριξιν καὶ τὴν συνηγορίαν αὐτῶν ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν καὶ ὑπὲρ τῶν σκοπῶν, ὑπὲρ ὧν ἀγωνιζόμεθα ὄχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλ’ ἅπασα ἡ Βουλὴ καὶ ἅπαν τὸ ἔθνος, ἀφ’ ἧς ὁ πόλεμος ἔσχε τὰς φοβερὰς συνεπείας, ἃς σήμερον ὑριστάμεθα. Μοὶ ἐπροξένησεν ἐντύπωσιν, καί, ἂν θέλετε, ἐλυπήθην ὀλίγον, ὅταν ἤκουσα τοῦ ἐκ Κυθήρων ἀξιοτίμου συναδέλφου, εἰπόντος ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν προσωπικῶν ἐκείνων νομοσχεδίων περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰς ἀπορφανισθείσας οἰκογενείας Κρητῶν ἀγωνιστῶν,—ἡ ὁποία ἀληθῶς κατ’ ἐμὲ ἐπιβάλλεται, διότι εἶναι ἀμοιβὴ ὑπὲρ ἀνδρῶν τὸν βίον αὐτῶν καταναλωσάντων εἰς τὰ πράγματα τῆς πατρίδος,— εἰπόντος, λέγω, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἐνῷ ἐνόμιζον, ὅτι εἰς ἀντίθετον ἤθελε φθάσει συμπέρασμα, ὅτι ἤθελεν ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀμέσως ἐπιληφθῇ τῶν ἀντικειμένων τῶν συντελούντων εἰς τὴν ἀνακούφισιν λαοῦ ἀποτίνοντος τὰς ἁμαρτίας ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους ἀδίκως. Ἀλλὰ δὲν κατέληξεν εἰς τοιαύτην πρότασιν, ἀλλ’ εἰς ὅλως ἀντίθετον, ἡ δὲ Βουλὴ βεβαίως δὲν θὰ δεχθῇ αὐτήν. Εἶπον, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἀποτίει ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς τὰς ἁμαρτίας τοῦ ἔθνους, καὶ δυστυχῶς ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ ἀποτίῃ ταύτας, διότι ἔχω μεγάλας καὶ προσφάτους ἀφορμὰς, καὶ ἐπὶ τούτου θ’ ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγων τὴν Βουλήν. Βλέπω σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ ἄλλοθεν ἔχω πληροφορίας, ὅτι, ἀφοῦ τοσαῦτα ὑπέστη ἡ ζωὴ τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ἀφοῦ τοσαῦτα ὑπέστη ἡ περιουσία αὐτοῦ, ἤδη στιγματίζεται οὗτος ἀποτροπαίως!...
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς στιγματίζει τὸν Θεσσαλικὸν λαόν.
§57ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Στιγματίζεται, λέγω,—καὶ ἄφετέ με νὰ ὁμιλήσω, ἵνα ἐννοηθῶ,—διότι ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἤρξατο ἐπιτιθέμενος ἐναντίον καὶ τῆς τιμῆς αὐτοῦ! (αἴσθησις). Δὲν γνωρίζω ὁποία τις εἶναι ἡ κατάστασις ἡ ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης μέχρι τῆς ἐκκενώσεως, ἡ μεσάζουσα αὕτη κατάστασις, καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ τὴν μεσάζουσαν αὐτὴν κατάστασιν ὑπὸ τὴν προστασίαν τίνος Κράτους διατελεῖ ἡ Θεσσαλία, οὔτε τίνες εἶναι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι περιστείλει τὰ ἐγκλήματα τὰ φρικώδη, τὰ διαπραττόμενα ἐναντίον τοῦ λαοῦ αὐτῆς. Μοὶ ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ἐρωτήσω, τί εἶναι ὁ Θεσσαλικὸς λαός; Εἶναι λεία τοῦ τουρκικοῦ ἐκείνου στρατοῦ, ὁ ὁποῖος μένει ἐν Θεσσαλίᾳ, κατέχων αὐτὴν ἐπὶ ἐγγυήσει πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως, ἵνα μετὰ τοῦτο ἀποχωρήσῃ, καὶ οὐχὶ ὡς κατακτητής; Τάχα δὲν ὑπάρχουσι δι’ αὐτὸν νόμοι; τάχα δὲν ὑπάρχουσι δι’ αὐτὸν ἀνώτεροι; τάχα δὲν ὑπάρχουσι δι’ αὐτὸν τιμωρίαι; Καὶ διατὶ ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ἀφέθη ἔρμαιον τῶν διαθέσεων καὶ τῶν ὀρέξεων τοῦ τελευταίου στρατιώτου καὶ τελευταίου μεθύσου ἀξιωματικοῦ; Ἐγὼ γνωρίζω ὁποῖον εἶναι τὸ καθῆκόν μου, καὶ γνωρίζω ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ γλῶσσά μου, προκειμένου νὰ ὁμιλήσω περὶ ἔθνους, μετὰ τοῦ ὁποίου τὴν στιγμὴν ταύτην ἡ Ἑλλὰς διατελεῖ ἐν εἰρήνῃ καὶ φιλίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἐννοῶ ὅτι τὰ διαπραττόμενα ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ διαπράττονται ἄνωθεν ἐμπνεόμενα· λέγω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνεκτὰ ἐκεῖ, καὶ τῆς ἀνοχῆς τ’ ἀποτελέσματα ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων εἶναι τὰ αὐτὰ μὲ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἄνωθεν προαιρέσεως. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ διαλαλούμενα, καὶ βεβαιωθῇ περὶ τῶν διαπραττομένων ἐν Θεσσαλίᾳ. Λέγουσιν ὅτι ἐν Ἀμπελακίοις, ἐν τῷ δήμῳ Νέσσωνος καὶ εἰς χωρίον τι τοῦ Δομοκοῦ Τοῦρκοι στρατιῶται καὶ ἀξιωματικοὶ ἐπετέθησαν ἐναντίον παρθένων, τὰς ὁποίας διεκόρευσαν (φρικίασις), ἐναντίον γυναικῶν, ἐναντίον παίδων, καὶ τοσαῦτα φαῦλα καὶ ἀχρεῖα διαπράττουν ἐκεῖ, τὰ ὁποῖα στιγματίζουν ὄχι μόνον τὸν σημερινὸν αἰῶνα, ὄχι μόνον τὴν ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ τέλος πάντων νομίζω ὅτι στιγματίζουν ὁλόκληρον τὸν κόσμον. Ἀπαιτεῖται λοιπὸν νὰ ληφθῇ μία πρόνοια καὶ προστασία πραγματική· διότι ναὶ μὲν ἡ κυριαρχία τοῦ Κράτους ἐκτείνεται ἐπὶ τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλ’ ἡ κυριαρχία αὕτη μένει ἀπραγματοποίητος, φαινομενική. Τίς εἶναι λοιπὸν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θέσῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ τὸν τουρκικὸν στρατόν; Καὶ τίνα ἀποστολὴν ἔχει ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἤδη, μένων ἐν Θεσσαλίᾳ; Αὐτὴν τὴν ἀποστολήν, τοῦ διαρπάζειν, ἀτιμάζειν καὶ φονεύειν; Ὀφείλω λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τοῦ ἀδικουμένου Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ὄχι διότι ἔχω τὸ προνόμιον τοῦτο ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἐκ Θεσσαλίας ἐντίμων συναδέλφων καὶ ἁπάσης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι θέλει εἶσθαι παρηγορία διὰ τὸν λαὸν ἐκεῖνον, βλέποντα ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ, παριστάμενοι ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ, ἀσπαίροντος ὑπὸ τὸν τουρκικὸν στρατὸν, δὲν λησμονοῦμεν ὅτι ἔχομεν τὸ καθῆκον ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Θεσσαλία ἀντιπροσωπεύεται δι’ ἡμῶν ἐν τῷ Κράτει τῆς Ἑλλάδος, ἔπεται ὅτι εἶναι σήμερον ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν αὐτῆς καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, καὶ ἑπομένως ὅτι ὑπάρχουσι προστάται αὐτοῦ, ἡ δὲ Κυβέρνησις εὐελπιστῶ ὅτι θέλει λάβει πάντα τὰ μέτρα, ὥστε νὰ κατορθώσῃ νὰ περισταλῇ ἡ ὀλεθρία κατάστασις, ἡ ὁποία βαρύνει σήμερον τὴν Θεσσαλίαν. Ἐπὶ τούτου δὲ καὶ αὖθις παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ, ὥστε νὰ παύσουν πλέον τὰ διαπραττόμενα ἐν Θεσσαλίᾳ ὄργια.
§58Φ. ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ὁ προλαλήσας, Κύριοι, σᾶς ἐξέθεσε τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, ἡ ὁποία εἶναι οἰκτρά. Ὅλοι οἱ ἐδῶ παρακαθήμενοι συνετελέσαμεν εἰς τὸ νὰ γείνῃ ὁ πόλεμος...
§59ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι!
§60ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ὅλοι!— δὲν ἔχετε τὸ θάῤῥος τῶν ἰδεῶν σας· ἐγὼ τὸ ἔχω,— διότι ὅλοι τότε ἤμεθα ὑπὲρ τοῦ πολέμου... Λοιπὸν ἡ Θεσσαλία σήμερον, αἱμόφυρτος, καταδυναστευομένη, ἀποβλέπει πρὸς ἡμᾶς. Ἡ Κυβέρνησις ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀνακούφισιν τοῦ δυστυχεστάτου αὐτοῦ λαοῦ, ἀλλὰ δὲν βλέπω νὰ προτιμῶνται ταῦτα, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἡ Θεσσαλία, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ τὴν ἀνακουφίσῃ. Προχθὲς ἐπερωτῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῷ ἀνέφερα τὰ ἐν Ἀμπελακίοις γενόμενα. Ὁ δήμαρχος Ἀμπελακίων καὶ 15 πρόκριτοι τῶν δήμων Νέσσωνος καὶ Ἀμπελακίων στενάζουσιν ἀκόμη εἰς τὰς φυλακάς. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔπραξε πᾶν τὸ δυνατὸν, ὅπως τοὺς ἀπαλλάξῃ. Ἐγὼ αὐτὸς μετέβην παρὰ τοῖς πρεσβευταῖς τῶν τριῶν Μ. Δυνάμεων, τῆς Ῥωσσίας, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας, ἔχω δὲ τὴν εὐχάριστον ἀπάντησιν παρὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Γαλλίας, ὅτι ἐλήφθησαν μέτρα, καὶ εἶναι ἐλπὶς, ὅτι θὰ ἐξέλθωσι προσεχῶς τῶν φυλακῶν οἱ εἰρημένοι πρόκριτοι. Ἀποτείνομαι πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀποτείνομαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ σᾶς παρακαλῶ θερμῶς νὰ μετέλθητε πᾶσαν τὴν πατριωτικὴν ὑμῶν μέριμναν, τὴν ὁποίαν πᾶς ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἀσκῇ ὑπὲρ παντὸς εὐγενοῦς σκοποῦ, ἰδίως δὲ ὅταν πρόκειται περὶ ἀδελφῶν καταδυναστευομένων. Ἡ Θεσσαλία περιμένει πολλὰ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ τῇ ἀρνηθῇ τὴν συνδρομήν της.
§61ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως πάντας συνεκίνησαν τὰ πρὸ μικροῦ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων συναδέλφου κ. Κριεμάδη, καίτοι πάντες γινώσκομεν τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ἡ Θεσσαλία. Ἐν τούτοις, ἂν καὶ μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, δὲν ἠδυνήθην νὰ διακρίνω ὁποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἐμῆς προτάσεως καὶ τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων, οὐδὲ διατρέχων τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα πρὸς συζήτησιν νομοσχέδια, εὑρίσκω εὔλογον δικαιολογίαν τῆς μομφῆς τῆς ἀποδοθείσης πρός με ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συζητήσωμεν σήμερον τίνες ὑπέχουν τὰς εὐθύνας τοῦ παρελθόντος, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συζητήσωμεν σήμερον ποία ἦτο ἡ κατάστασις ἡ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ ἡ μετ’ αὐτὸν, οὐδὲ νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν νομοθετικῶς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων. Σήμερον ἓν ἔχομεν καθῆκον πάντες, νὰ σιωπῶμεν, ἀναμένοντες τὴν ἐπιψήφισιν τῶν καταλλήλων νομοσχεδίων, δι’ ὧν ὁ τόπος θὰ ἐλευθερωθῇ. Τὰ κατάλληλα δὲ ταῦτα νομοσχέδια, ὡς πάντες γινώσκετε, κατὰ τὰ δύο τρίτα ἐψηφίσθησαν, ἀπομένει δὲ ἓν μόνον, τὸ καὶ σπουδαιότερον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ πλήρης ἀπελευθέρωσις τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ καὶ τῆς κατακτηθείσης χώρας ἡμῶν. Ἁρμοδία δὲ ἵνα ὑποδείξῃ πότε θὰ ἦναι ἡ κατάλληλος στιγμή, καθ’ ἣν θέλει κληθῆ ἡ Βουλὴ πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου νομοσχεδίου, εἶναι ἡ Κυβέρνησις, πρὸς τὴν ὁποίαν πάντες ἔχομεν πεποίθησιν ὅτι μεριμνᾷ, ἐποπτεύει, παρακολουθεῖ καὶ ἐργάζεται, προστατεύουσα τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ ἐλευθέρου καὶ τοῦ δούλου Ἑλληνισμοῦ. Ἐὰν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Κριεμάδη ἐλέχθησαν διὰ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, τουτέστι τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῶν 7½ ἑκατομμυρίων, δὲν ἐλέχθησαν δικαίως, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ὑπόλογος διὰ τὴν μὴ διάθεσιν τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος χορηγηθέντων τούτων χρημάτων. Αὐτοὶ οὗτοι οἱ συνάδελφοι ἀπεφάσισαν νὰ μὴ γένηται ἡ διανομὴ τῶν χρημάτων τούτων πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πασχόντων ἀδελφῶν ἡμῶν, ἡμεῖς δὲ πάντες προθύμως προσεφέρθημεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν γνώμην αὐτῶν. Πλὴν δὲ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδὲν ἄλλο ἀνευρίσκω ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἄξιον ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ κληθῇ ὑπὸ τῆς μόνης πρὸς τοῦτο ἁρμοδίας, τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐπιψηφίσῃ αὐτό. Καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον μετ’ ἀπορίας ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, εἰπόντος ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπε, διότι δὲν κατέληξεν εἰς ὡρισμένην πρότασιν, νὰ ζητήσῃ τουτέστι νὰ ἀποσύρω ἐγὼ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασίν μου, ἢ νὰ καταθέσῃ ἐκεῖνος ἄλλην πρότασιν.
§62Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶναι καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐλησμονήσατε.
§63ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐν πρώτοις ἐγὼ δὲν ἐθεώρησα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν ὡς πρότασιν, ἀλλ’ ἐθεώρησα ὅτι ἦτο μία σκέψις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, χωρὶς ὅμως καὶ τὴν σκέψιν ταύτην νὰ τὴν παρουσιάσῃ ὑπὸ μορφὴν προτάσεως. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ λυπεῖ, εἶναι, ὅτι παρεξηγήθην, θεωρηθεὶς ὅτι ἐγὼ ἐξέφρασα μομφὴν ἐναντίον τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας ἐξέφρασα παράπονον, ὅτι ἐν τῷ ζήλῳ αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἰδέας περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν,—διότι κατ’ αὐτὸν ἡ Βουλὴ ἤδη ἀσχολεῖται εἰς ἄσκοπα ἔργα—ἐλησμόνησε νὰ μνησθῇ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς μέριμναν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Τοῦτο εἶναι παράπονον καὶ ὄχι μομφὴ, καὶ ἕνεκα τούτου ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος θ’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι μὲ ἠδίκησεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦλθε τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπει ν’ ἀναβάλῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της μέχρις ὅτου ἡ Κυβέρνησις εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ παρουσιάσῃ ἐργασίαν σχετικὴν πρὸς τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας, τουτέστι τὴν περὶ τοῦ δανείου ἐργασίαν, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν ἔχει λόγον, διότι μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς, ἀσχολουμένη εἰς τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἔχουσι μεγάλην σπουδαιότητα καὶ εἶναι ἄξια μελέτης καὶ πολλῆς προσοχῆς. Ἐξαιρετικῶς περὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων λέγω, ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ ψηφισθῶσι, διότι διὰ τοῦ ἑνὸς πρόκειται νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ἀπὸ τοὺς φόρους,—ὅπερ ὅμως δὲν εἶναι ἀπαλλαγὴ, διότι ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ἐπλήρωσεν ἤδη τοὺς φόρους τούτους δεκαπλασίους εἰς τοὺς Τούρκους· ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη εἶναι μᾶλλον συμψηφισμὸς,—διὰ δὲ τῶν ἄλλων νὰ ἐπέλθῃ ἀνακούφισις μεγάλη εἰς τὸν γυμνὸν ἤδη καὶ πεινῶντα Θεσσαλικὸν λαὸν, ὅπερ εἶναι ἀντικείμενον ὑψίστης σημασίας. Ἡ Θεσσαλία σήμερον δὲν ζητεῖ προώρως νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὰς δεινὰς περιστάσεις τῆς Πατρίδος· γνωρίζουσι δὲ οἱ Θεσσαλοὶ κάλλιστα, ὅτι ἡ Πατρὶς εὑρίσκεται εἰς ἀφορήτους οἰκονομικὰς δυσχερείας, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι φειδωλοὶ εἰς τὰς δικαίας ἀξιώσεις αὑτῶν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἀπαλλαγῆς, ὡς προεῖπον, πρόκειται περὶ ἀναγνωρίσεως μιᾶς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κράτος, νὰ μὴ ζητήσῃ φόρους ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην οὐδεὶς ἀρνεῖται. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις παρουσιάσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου. Τοῦτο θὰ ἦτο προτιμότερον, παρὰ ἄν ἤθελε διακόψει τὰς ἐργασίας της.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς ἠκούσαμεν τοὺς λόγους τοῦ κυρίου ἐκ Τρικκάλων Βουλευτοῦ, καὶ ὁμολογοῦμεν ὅτι οὗτοι συνεκίνησαν ἡμᾶς· δὲν ἤθελον δὲ μᾶς συγκινήσει, ἄν ὑπελαμβάνομεν, ὅτι οἱ λόγοι αὐτοῦ ἐξεδήλουν ἄλλο τι ἢ μόνον ἀγανάκτησιν διὰ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑποφέρει ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολάβωμεν, ὅτι οἱ λόγοι του περιεῖχον παράπονον κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, διότι οὐδεμίαν μέχρι τοῦδε ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἔδωκεν ἀφορμὴν, ἵνα ὑπολάβῃ τις, ὅτι εἶναι ἀπαθὴς καὶ ἀδιάφορος εἰς τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα τοὺς Ἕλληνας συγκινοῦσιν. Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία μεγίστην ἔδειξε προθυμίαν, ἵνα λάβῃ πᾶσαν φροντίδα,—ἴσως ὑπερέβη μάλιστα ἔν τισι τὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους—ὅπως προσέλθῃ ἐπίκουρος εἰς συμπολίτας, τοὺς ὁποίους ἡ μοῖρα τοσοῦτον ἠδίκησε καὶ διὰ τοσούτων ἐπιβαρύνει δεινῶν. Τοιαύτην προαίρεσιν ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Κριεμάδης εἶχε κατὰ νοῦν, εἰπὼν ὅσα εἶπεν. Ἐὰν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προετάθησαν μέχρι τοῦδε, ἦναι μόνον ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, θέλομεν ἐγκύψει εἰς ταῦτα, θέλομεν τὰ μελετήσει καὶ ἐξετάσει, προσπαθοῦντες νὰ τὰ καταστήσωμεν βελτίονα καὶ μᾶλλον ὠφέλιμα πρὸς τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν καὶ συμβαδίζοντα πρὸς τὰ ἄλλα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲν ἦναι μόνα ταῦτα τ’ ἀπαιτούμενα, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλα μέτρα, θέλομεν ἐξετάσει καὶ ταῦτα. Νομίζω ὅτι ὁ κ. ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος, τὸν ὁποῖον αἴσθημα θλίψεως διὰ τὰ παθήματα τῶν συμπολιτῶν του ἠνάγκασε ν’ ἀπευθύνῃ οὓς ἀπηύθυνε λόγους, ἕνα εἶχε σκοπὸν, νὰ καταδηλώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ὑποφέρουσιν οἱ Θεσσαλοί, τὰ δεινὰ, εἰς τὰ ὁποῖα περιήχθησαν, τὰ ἀπάνθρωπα καὶ μὴ ἁρμόζοντα εἰς λαοὺς πεπολιτισμένους βάσανα, τὰ ὁποῖα μετέρχονται κατ’ αὐτῶν οἱ κατέχοντες τὴν Θεσσαλίαν, καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μετέλθῃ πᾶσαν τὴν δύναμιν αὑτῆς, ἵνα σταματήσῃ τὸ κακὸν καὶ ἐλαφρύνῃ τὰ δεινὰ τῶν πασχόντων συμπολιτῶν.
§65ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καταθέσῃ σημείωσιν τοῦ ἐλλείμματος ἑκάστου ἀποθηκαρίου τῆς παρακρατήσεως σταφιδοκάρπου, καὶ πόσον ποσὸν ὑπάρχει ἐν ταῖς ἀποθήκαις, καὶ ποῖαι ἀποθῆκαι εἶναι ἐσφραγισμέναι παρὰ τῶν ἀρχῶν, καὶ πόσον ποσὸν παρήχθη σταφιδοκάρπου ἐξ ὅλου τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1897 ἔτος, διότι ἔχω ἀνάγκην αὐτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ.
§66ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω ἐπὶ τῆς τραπέζης μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὴν ὑμετέραν σημείωσιν. Ἐκράτησα αὐτὴν διὰ νὰ τὴν μελετήσω· αὔριον δὲ θέλω καταθέσει τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ἀρχόμενος τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς, ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἤκουσε παρά τινων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, ὅτι οὗτοι ἐκανόνισαν τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους μετὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων, καὶ ὅτι διεῤῥυθμίσθησαν αἱ ἀμοιβαῖαι σχέσεις. Ἐπειδὴ κατὰ πρώτην φορὰν ἤκουσα τοῦτο, μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἐπιθυμία νὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ καταθέσωσι τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔγγραφα.
§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπεθύμουν νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, ὅπως καλέσῃ ὑπαξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, ἵνα μετάσχωσι τῆς διδασκαλίας τῆς γυμναστικῆς ἐν τῇ ἐνταῦθα ἱδρυθείσῃ Γυμναστικῇ Σχολῇ. Ἡ γυμναστικὴ ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ ἦναι ἡ πρώτη βάσις. Τὸ τοιοῦτον ἐφαρμόζεται εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ἅτινα ἔχουσι καλῶς ὠργανισμένον στρατόν. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἀρθῶσιν ἄτοπά τινα. Ἂν ἐκ περιεργείας μετέβαινεν εἰς τὸ Γυμναστήριον, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἔχωσιν ὁμοιόμορφον στολὴν, ἰδίως οἱ εὔζωνοι, ὧν ἡ στολὴ δὲν εἶναι ἐπιτηδεία εἰς ἀσκήσεις ἐπὶ μονοζύγου καὶ διζύγου.
§69Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ Γυμναστικὴ Σχολὴ δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μοὶ ἐσύστησεν, ὅτι εἰς τὴν Γυμναστικὴν Σχολὴν ἠδύναντο νὰ λάβωσι μέρος καὶ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Τὸ τοιοῦτον παρεδέχθην, διότι ἡ γυμναστικὴ εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὸν στρατόν, καθότι συντελεῖ εἰς τὴν σωματικὴν ἀνάπτυξιν κλπ. καὶ τούτου ἕνεκεν εἶναι εἰσηγμένη γενικῶς εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς τοῦ κόσμου. Διέταξα λοιπὸν, ἵνα ἀνὰ δύο ὑπαξιωματικοὶ ἐξ ἑκάστου αἰθυπάρκτου σώματος ἔλθωσιν ἐδῶ καὶ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Σχολῆς ὅπερ καὶ ἐγένετο. Προσεκολλήθησαν δὲ οὗτοι εἰς ἓν σῶμα τῆς φρουρᾶς διὰ τὴν μισθοτροφοδοσίαν των. Ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς δὲν μοὶ ἔκαμε πρότασιν περὶ τῆς ἐνδυμασίας, ὅπως λάβω μέτρον τι καὶ ἀναγράψω τὴν δαπάνην εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἅμα λάβω ἀναφορὰν τοῦ προϊσταμένου τῆς Σχολῆς, θέλω μεριμνήσει περὶ ὅσων εἴπετε. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ φουστανέλλα δὲν ἐνοχλεῖ τὸν ἀσκούμενον ἐπὶ τοῦ μονοζύγου, διότι ἐπὶ τέλους δύναται καὶ νὰ τὴν βγάλῃ (γέλως).
§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, θὰ γράψῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως οἱ εὔζωνοι φέρωσι τοὐλάχιστον τὴν στολὴν τοῦ πεζικοῦ ἐν καιρῷ γυμναστικῆς. Παρακαλῶ ἤδη τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔσχε τὴν εὐκαιρίαν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα περὶ ἐκδόσεως νομοτελεστικοῦ διατάγματος, ἀφορῶντος εἰς τὸν νόμον τὸν κυροῦντα τὴν σύμβασιν τοῦ Κράτους μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§71ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συνέστη ἐπιτροπὴ, ἥτις θέλει ὑποβάλει ἔκθεσιν, μεθ’ ἣν θέλει ἐκδοθῆ τὸ διάταγμα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθέσεως τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ ἔτους 1897 ὑπὸ κεφ. 7 ἄρθρ. 8 χορηγηθείσης πιστώσεως ἐκ δραχ. 7,500,000 διὰ διαφόρους χορηγίας εἰς παλινοστοῦντας καὶ ἄλλους ἀπόρους Θεσσαλούς». Θέλει ἀνατυπωθῆ τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῶν τροπολογιῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 101 (α), σελ. 225). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§73Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος τοῦ σταφιδοκάρπου.
§74ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φέρει ἀριθμὸν 20· δὲν ἀντιλέγομεν νὰ λάβῃ αὔριον ἀριθμὸν μικρότερον.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῶν νομοσχεδίων περὶ ἀπονομῆς βοηθήματος εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀποβιωσάντων Κρητῶν Κωνστ. Μητσοτάκη, Ἐμμανουὴλ Δ. Κοκκίνη καὶ Μιχαὴλ Ντεντιδάκη.
§76ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντες, κ. Πρόεδρε, συγκινούμεθα διὰ τοὺς ἀγωνισθέντας ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἀλλ’ ἔχομεν καθῆκον, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον οἰκονομικὴν θέσιν, νὰ ἤμεθα φειδωλοὶ εἰς τὰ δημόσια. Καλούμεθα καὶ ἤδη, τρίτην φορὰν, ἵνα ψηφίσωμεν τρία νομοσχέδια ἀφορῶντα συντάξεις τριῶν ὁπλαρχηγῶν Κρητῶν. Βεβαίως οὐδόλως ἤθελον ἀρνηθῆ νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλὰ, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἐντὸς ὀλίγου ἡ Κρήτη γίνεται αὐτόνομος χώρα, καὶ θέλει ἔχει ἰδίαν Βουλὴν καὶ ἴδιον προϋπολογισμὸν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, καὶ θέλει εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ βοηθήματα καὶ συντάξεις εἰς τοὺς κατὰ τοὺς ἀγῶνας αὐτῆς παθόντας Κρῆτας. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν πρέπει νὰ ἰσχύσωσιν ὡς αἱ ἄλλαι συντάξεις, ἀλλὰ δι’ ἓν ἢ δύο μόνον ἔτη, ὅτε θὰ ἔχῃ ἀποκατασταθῆ ἐντελῶς ἡ τάξις ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ καὶ ἡ Βουλὴ αὐτῆς θέλει δώσει βοηθήματα καὶ συντάξεις ἀναλόγους. Διότι, ὡς ἔχει τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν σήμερον, ἔχει ἀνάγκην καὶ τοῦ λεπτοῦ.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας ἀποτελεῖ τροπολογίαν. Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν παρακαλῶ νὰ τὴν φέρητε κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων. Ἤδη θὰ ἐνεργηθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ι. Σισίνη καὶ Κ. Χατζηπέτρου, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 61 καὶ 62 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 122 Ἡ Βουλὴ ἐδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, περὶ ἀπονομῆς βοηθήματος εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, διὰ ψήφων 86 λευκῶν καὶ 36 μελαίνων. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, περὶ ἀπονομῆς βοηθήματος εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἐν Ἱεραπέτρᾳ Κρήτης φονευθέντος Ἐμμανουὴλ Δ. Κοκκίνη, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν διὰ ψήφων 78 κατὰ 44, τὸ δὲ τρίτον, περὶ ἀπονομῆς βοηθήματος εἰς τὴν χήραν τοῦ Μιχαὴλ Ντεντιδάκη, διὰ ψήφων 79 κατὰ 43. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ κατ’ ἀρχὴν εἰς γʹ ἀνάγνωσιν ψηφισθέντα, ὡς ἄνω, τρία νομοσχέδια).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος, Γερμανίας, Αὐστροουγγαρίας, Βελγίου, Δανίας, Ἱσπανίας, Γαλλίας, Ἀγγλίας, Ὁλλανδίας, Περσίας, Πορτογαλίας καὶ Ρωσσίας ὑπογραφείσης ὑγειονομικῆς συμβάσεως πρὸς πρόληψιν τῆς εἰς Εὐρώπην μεταδόσεως τῆς χολέρας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἔλαβον τὴν περιέργειαν νὰ ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὴν σύμβασιν, καὶ εἶδον, ὅτι πρόκειται περὶ διαφόρων μέτρων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐνέργειαν πολλὴν καὶ δαπάνας θέλουσιν ἀπαιτήσει. Τὸ πλεῖστον δὲ τῆς ἐνεργείας καὶ τῶν δαπανῶν τούτων ἀνήκει εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἑδρεύοντος Ἀνωτάτου Ὑγειονομικοῦ Συμβουλίου Ἐνῷ δὲ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ δαπανήσῃ καὶ νὰ ἐκτελέσῃ μέγα μέρος τῆς συμβάσεως ταύτης, δὲν βλέπω αὐτὴν συμβαλλομένην ἐν τῇ συμβάσει. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, πῶς ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας χωρὶς νὰ ᾖναι συμβαλλόμενον μέρος.
§81ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τούτων ἕνεκα τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ζημιῶν. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§84ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο συζήτησις ἐκτενὴς ἐν τῇ Βουλῇ, σχετικὴ πρὸς τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, καὶ ἰδίως πρὸς τὸ περιεχόμενον τοῦ πρώτου ἄρθρου. Συνεπείᾳ τῶν παρατηρήσεων τούτων, ἐν πλήρει συμφωνίᾳ καὶ ἁρμονίᾳ μετὰ τῆς Βουλῆς ἐπεφυλάχθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὰς προταθείσας τροπολογίας, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑποβαλλομένας παρατηρήσεις, καθ’ ὅσον πείθουσιν αὐτὸν περὶ τοῦ ὀρθοῦ τοῦ περιεχομένου των, καὶ ἐν τῇ τρίτῃ συζητήσει νὰ διατυπώσῃ τροπολογημένον τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ ἐκείνων τῶν σημείων, ἐπὶ τὰ ὁποῖα περιεστράφη ἡ συζήτησις, καθόσον καὶ αὐτὸς κρίνει, ὅτι ἀναγκαῖον νὰ ἐπαχθῇ τροπολογία. Καὶ ἰδού. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ, ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἐξετάθη, εἶναι ἰδίως ὁ κατὰ τόπους χῶρος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔδει νὰ λάβῃ χώραν ἡ ἀπὸ τῶν φόρων ἀπαλλαγή. Μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ἐν σχέσει πρὸς τὴν Φθιώτιδα, ὅτι οὐχὶ οἱ δῆμοι οἱ περιλαμβανόμενοι ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ νόμου, οἷον ὑπεβλήθη ἀπ’ ἀρχῆς, ἀλλὰ ὡρισμένων μόνον σημείων ὡρισμένα χωρία κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν τυγχάνουσιν εἰς τὴν αὐτὴν πρὸς τὴν Θεσσαλίαν κατηγορίαν. Ἀπήντησα, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν ἀπάντησιν ἐκείνην καὶ πάλιν, ὅτι τὰς πληροφορίας περὶ τῶν σημείων τῶν καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ τὰς ἐζήτησα ἁρμοδίως, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων διετύπωσα τὸ νομοσχέδιον. Ἵνα δὲ μὴ μείνῃ ἀμφιβολία τις ἐπὶ θέματος ἱστορικοῦ, ζητήματος τουτέστι πραγματογνωμοσύνης, καὶ μὴ ὑπαχθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην τοιαύτης πραγματογνωμοσύνης, ὑποβάλλω, ἤδη, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, διατύπωσιν τοιαύτην περὶ τῶν σημείων τῆς Φθιώτιδος, τῶν χρῃζόντων ἐφικτῆς τινος ἀπαλλαγῆς ἀπὸ φορολογίας, ἡ ὁποία ὁρίζει τὸ ζήτημα τὸ πραγματικὸν, οἷον τὸ ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ (ἀναγινώσκει): «Οἱ φορολογούμενοι τῶν νομῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων καὶ τῶν καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ χωρίων τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος...»
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§86ΤΡΑΚΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§87ΣΤΡΕΙΤ. Γνωρίζω ὅτι θὰ ὑπάρξωσιν ἀντιῤῥήσεις, γνωρίζω ὅτι, ἐὰν τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος συνεβιβάζοντο πρὸς τὰς διαθέσεις τῆς Βουλῆς καὶ τὰς διαθέσεις καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἀπαλλαγῆς, θὰ συνεμορφούμην πρὸς τὰς διαθέσεις τῆς Βουλῆς γενναιότερον. Ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ περιστείλω τὰ ὅρια ἐν ἐκείνῳ τῷ χώρῳ, σχετικῶς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Φθιώτιδα, τὸν ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἀντελήφθην ὡς ἐν τῇ διαθέσει τῆς Βουλῆς, καὶ τὸν ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἐσχημάτισα καὶ ὡς πεποίθησιν ἐμὴν, τουτέστι νὰ ἐπαγάγωμεν ἐξ ἀνωτέρας, οὕτως εἰπεῖν, βίας ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν φόρων τοῦ 1897, νὰ ἐπαγάγωμεν ἐξ ἀνωτέρας βίας ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν φόρων τοῦ 1898, τῶν ἀμέσων, τοὺς τόπους τοὺς περιελθόντας ἐπὶ μακρότερον ἢ βραχύτερον χρονικὸν διάστημα εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ ἐχθροῦ. Ἐνόμισα ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσω τὸ μέτρον τοῦτο κατὰ γράμμα, οἷον τὸ ἐφαρμόζω διὰ τὴν Φθιώτιδα, διότι, ὁμολογῶ, ὁλόκληρος ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου μέχρις ὅτου κενωθῇ ἡ Θεσσαλία ἀπὸ τῶν Τούρκων, εἶναι ἐξαιρετικὴ καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς ἐκεῖνα τὰ σημεῖα τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα προσωρινῶς κατελήφθησαν. Διὰ τοῦτο τὴν Θεσσαλίαν τὴν ἀφῆκα ὁλόκληρον μὲ τοὺς δύο της νομοὺς ἐξῃρημένην, μένει δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν νομίσῃ ἀναγκαῖον, νὰ ἐπαγάγῃ περιστολήν τινα. Ἐὰν τὴν ἀποφασίσῃ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ᾖμαι εὐγνώμων διὰ πάντα περιορισμόν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο ἔπρεπε νὰ προτείνω. Τὸ ζήτημα περὶ τοῦ νομοῦ Ἄρτης ἐπίσης διήγειρε συζήτησιν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Ἐλέχθη ὅτι ὁ νομὸς τῆς Ἄρτης δὲν ἐπατήθη ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ὡδήγησε νὰ περιλάβω καὶ τὸν νομὸν Ἄρτης ἐν τῷ χώρῳ τῷ ἀπαλλακτέῳ τῆς φορολογίας τῶν ἀμέσων φόρων τοῦ 1897 καὶ τῆς φορολογίας τῶν ἀμέσων φόρων τοῦ 1898, ἦτο πληροφορία, καὶ πληροφορία βάσιμος, μὴ προελθοῦσα δ’ ἔκ τινος Βουλευτοῦ τῆς ἐπαρχίας, ὅστις συνεζήτησε τὸ θέμα κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ὅπως ὁ νομὸς Ἄρτης ἐν δικαίῳ ἀπαλλαγῇ ἐπίσης, καθόσον καὶ τῆς πόλεως Ἄρτης τὰ κτήματα ἐν τῷ Τουρκικῷ κεῖνται, καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδεμίαν ἐκ τῶν κτημάτων τούτων ἔσχεν ἡ Ἄρτα πρόσοδον· τοὐναντίον ἀπώλεσε προσόδους, τὰς ὁποίας μεταχειρίζεται ὁ φορολογούμενος, ὅταν πρόκηται ν’ ἀποτίσῃ τοὺς φόρους του, ὁλόκληρος δὲ ὁ νομὸς τὰ ποίμνιά του τὰ βόσκει ἐν τῷ Τουρκικῷ. Αἱ πληροφορίαι αὗται ἦσαν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι μὲ ὡδήγησαν νὰ περιλάβω καὶ τὴν Ἄρταν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι καὶ τοῦ νομοῦ Ἄρτης ἡ ἀπαλλαγὴ εἶναι ἀναγκαία, ἂς τὴν ὑποβάλῃ ἐκ νέου. Ἐγὼ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἐξαιρῶ ἤδη τῆς ἀπαλλαγῆς τὸν νομὸν Ἄρτης, πλὴν τῆς πόλεως Ἄρτης. Ἕτερον θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ἐνόμισα σκόπιμον νὰ ἐπαγάγω τροπολογίαν, εἶναι τὸ θέμα τὸ σχετικὸν πρὸς τοὺς δημοτικοὺς φόρους. Καὶ πρὶν ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ζήτημα τῆς ἀνάγκης τῆς συντηρήσεως τῶν δήμων τοῦ χώρου τοῦ ἀπαλλασσομένου τῆς πρὸς τὸ Δημόσιον φορολογίας μὲ ἐπησχόλησεν, ἔσχον δὲ τὴν τιμὴν, εἰς τὸν παρατηρήσαντα σχετικῶς ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν ν’ ἀπαντήσω, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εἶχον ὑπὸ μελέτην ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶχον θέσει, χωρὶς τὴν πρόθεσιν νὰ μείνωσιν ἄνευ πόρων δημοτικῶν οἱ δῆμοι τῆς Θεσσαλίας, εἶχον θέσει ἐν τῷ σχεδίῳ μου τῷ ἀρχικῷ «τῶν φόρων τῶν δημοσίων καὶ τῶν δημοτικῶν, τῶν συμβεβαιουμένων μετὰ τῶν δημοσίων.» Δευτέρα σκέψις μὲ ὡδήγησεν, ὅπως σᾶς ὑποβάλω ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐν γένει τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν δημοτικῶν φόρων ἐν τῷ προκειμένῳ σχεδίῳ νόμου, μνείαν δὲ αὐτῶν νὰ ποιήσωμεν μόνον διὰ προσθέτου ἐδαφίου, κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων τούτων, ὅταν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια εὑρεθῶσιν εἰς θέσιν νὰ συνέλθωσι καὶ ἀποφασίσωσι τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων τούτων. Διέγραψα λοιπὸν, λέγω, ὅ,τι ἔπρεπε, ἔθηκα δὲ πρόσθετον ἐδάφιον, ἐν τῷ ὁποίῳ σημειῶ (ἀναγινώσκει): «Αἱ πρὸς βεβαίωσιν τῶν αὐτῶν φόρων διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1898 προθεσμίαι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐξ αὐτῶν ὑπὲρ τῶν δήμων εἰσφορὰς, ἐπιτρέπεται νὰ παραταθῶσι διὰ Β. Διαταγμάτων.»
§88Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δημοτικὰς εἰσφορὰς εἴπατε;
§89ΣΤΡΕΙΤ. Οὕτω τὰς ὀνομάζει ὁ δημοτικὸς νόμος. Τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνουσιν οἱ δῆμοι ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, τὸ καλεῖ ὁ δημοτικὸς νόμος εἰσφοράν. Μεταχειρίσθην τὸν ὅρον τοῦ δημοτικοῦ νόμου.
§90Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μόνον διὰ τὸ 1898;
§91ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ χρόνος τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἔτους 1897 παρῆλθε, καὶ ἐννοεῖτε καλῶς, ὅτι ἐξ ἑνὸς μὲν οἱ δῆμοι δὲν εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ ζητήσωσι βεβαίωσιν φόρων διὰ τὸ 1897, ἐξ ἄλλου δὲ δὲν πιστεύω νὰ ἐδαπάνησαν οἱ δῆμοι διὰ τὸ 1897, ἦλθε δὲ καὶ τὸ Κράτος, ὡς γνωρίζετε, ἐπίκουρον εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν, ἣν ποιοῦμαι διὰ τὸ ἔτος 1898, σκοπῶ νὰ ἐπιτραπῇ διὰ τοὺς φόρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βεβαιοῦνται τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1898, παράτασις διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Ὅταν ἡ Θεσσαλία ἐλευθερωθῇ, μεταβῶμεν δὲ ἐκεῖ καὶ ἀντιληφθῶμεν τὴν κατάστασιν, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην καὶ τὴν εὐχέρειαν, ἣν ἔχομεν ἐκ τοῦ δημοτικοῦ νόμου, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παραλείπομεν σήμερον. Τὸ ἄρθρον ὁλόκληρον διατυπώθη ὡς ἑξῆς: «Οἱ φορολογούμενοι τῶν νομῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, τῆς πόλεως Ἄρτης καὶ τῶν καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ χωρίων τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος ἀπαλλάσσονται παντὸς ὀφειλομένου δημοσίου φόρου καὶ δικαιώματος τῶν χρήσεων 1897 καὶ 1898 ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπὶ τῶν περιβολίων καὶ βοσκῶν, ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ τῶν ζώων, ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἀπαλλάσσονται ἐπίσης παντὸς ὀφειλομένου δημοσίου φόρου καὶ δικαιώματος διὰ τὸ ἔτος 1897 ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ζώων οἱ μεταναστεύσαντες, διαρκούσης τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως, ἐξ Ἠπείρου κτηνοτρόφοι. «Αἱ πρὸς βεβαίωσιν τῶν αὐτῶν φόρων διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1898 προθεσμίαι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐξ αὐτῶν ὑπὲρ τῶν δήμων εἰσφορὰς, ἐπιτρέπεται νὰ παραταθῶσι διὰ Β. Διαταγμάτων.» Παρέλιπον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι παρέλειψα τὸ ἔτος 1899, διότι ἀπ’ ἀρχῆς ἐνόμισα, ὅτι εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχων νὰ ἐργασθῇ διὰ τὸ ἔτος 1899 ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶναι ἠσφαλισμένη ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς κατ’ ἔτος, ἦτο περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψῃ εἰς τὰ τοῦ ἔτους 1899. Παρεκλήθην ὑπὸ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν νὰ θέσω καὶ τὸ ἔτος 1899, ἀλλ’ ἐπανέρχομαι, διότι νομίζω ὅτι, ὅταν τις ἀναγνωρίσῃ ὅτι δύναται νὰ ἐπανορθώσῃ τι, ὀφείλει νὰ τὸ πράξῃ, ἐπανέρχομαι λοιπὸν καὶ ἐμμένω μόνον εἰς τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898. Νομίζω ὅτι διὰ βραχυτέρων δύναμαι νὰ δικαιολογήσω, ὅτι ἐπὶ τῇ τροπολογίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Βονίτσης περιώρισα τὴν πρότασιν τῆς ἀφέσεως διὰ τὸ ἓν τῶν δύο ἐτῶν, τουτέστι διὰ μόνον τὸ 1897, τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ ὀφειλομένου δημοσίου φόρου καὶ δικαιώματος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῶν μεταναστευσάντων διαρκοῦντος τοῦ πολέμου. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἤδη αὐτοὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰς στέγας των, ἢ καρποῦνται τὰ ποίμνιά των.
§92ΕΠΑΜ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀδύνατον ἔτι νὰ ἐπανέλθωσιν, ἕνεκα τῆς ὑπαιτιότητος ἡμῶν.
§93ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι δεικνύομεν μεγάλην γενναιότητα. Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι τὴν μεγάλην γενναιότητα, ὡς Ὑπουργὸς, δὲν τὴν ἔχω, καὶ ὅτι πρέπει νὰ συσφίγξωμεν τὴν καρδίαν μας εἰς ὅ,τι πράττομεν, διότι πᾶν ὅ,τι πράττομεν τὸ πράττομεν οὐχὶ δι’ ἰδικῶν μας χρημάτων, ἀλλὰ διὰ δανείων. Ὑπολείπεται τὸ ζήτημα τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 6. Εἶχον θέσει τὴν εὐχέρειαν τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ προσθέτου φόρου καὶ ἀπὸ τοῦ προστίμου ὡρισμένου εἴδους φορολογίας ἐπὶ παραλείψει τῆς δηλώσεως τῶν ζώων. Ὁ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζητήσας κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἐπικαλεῖται ἐν τῇ συζητήσει του ταύτῃ, ὅτι δὲν εἶναι εὐάρεστον ν’ ἀφήνωμεν εἰς τὴν Κυβερνητικὴν ἐξουσίαν τὰ τῆς νομοθεσίας. Νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι, ὁσάκις ἦναι ἐνδεδειγμένον ν’ ἀπονεμηθῇ τοιαύτη ἐξουσία, πρέπει ν’ ἀσκηθῇ εἰς ὅσον ἔνεστιν ὀλιγώτερον μέτρον· ἀλλὰ ἤθελον εἶσθαι εὐγνώμων εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἤθελε δεχθῆ, τὸ τελευταῖον τοῦτο ἄρθρον νὰ διαγραφῇ ὁλόκληρον. Τὸ ἄρθρον ἔχει οὕτω: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαλλάξῃ τοῦ βεβαιωθέντος προσθέτου φόρου ἢ προστίμου ἕνεκα παραλείψεως τῆς δηλώσεως ζώων κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1897, ἢ νὰ ἐντείλῃ τὴν ἐπιστροφὴν τούτου ἐν περιπτώσει καταβολῆς, τοὺς ἀποδεδειγμένως ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τῶν πολεμικῶν ἐργασιῶν παραλείψαντας τὴν ἐμπρόθεσμον δήλωσιν τῶν ζώων των.» Βλέπετε ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, νὰ διατυπωθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Ταύτας τὰς ἐξηγήσεις ὤφειλον νὰ παράσχω. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς προσθήκας, θέλω προσπαθήσει νὰ τὰς καταπολεμήσω καὶ νὰ τὰς ἀποφύγω.
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακαλοῦμεν νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι καὶ διανεμηθῶσι.
§95ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅπως θέλετε.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀνατυπωθῆ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 102).
§97Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ἐνδεχόμενον νὰ εἰσπραχθῶσι δημοτικοὶ φόροι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιφυλαχθῆτε διὰ διατάγματος νὰ κανονίσητε τὴν βεβαίωσιν αὐτῶν.
§98ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ γείνῃ. Ὁ ἄμεσος φόρος, ἐκεῖνος ὅστις εἶναι καὶ δημόσιος καὶ τοῦ ὁποίου ποσοστὸν καθίσταται καὶ δημοτικὸς φόρος, ὁ ἄμεσος ἐκεῖνος φόρος βεβαίως δὲν θὰ βεβαιωθῇ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς βεβαιώσεώς του πρὸς εἴσπραξιν τοῦ δημοσίου φόρου, θὰ βεβαιωθῇ ὅμως διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ ἐκ μέρους τοῦ δήμου. Ἡ προθεσμία μόνον εἶναι ἀνάγκη νὰ παραταθῇ· ὁ κανονισμὸς διὰ βασιλικοῦ διατάγματος τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως μοὶ φαίνεται περιττὸς, διότι ὁ νόμος προνοεῖ περὶ αὐτοῦ· δὲν εἶναι δὲ ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι σύγχρονον τὴν βεβαίωσιν τοῦ τε δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, παραδείγματος χάριν, ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου δὲν εἶναι τοιοῦτοι.
§99ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο προσφορώτερον νὰ γείνῃ πληρεστέρα τις μελέτη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀναμφισβητήτως δὲν πρόκειται ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον μήτε νὰ χαρίσῃ μήτε νὰ κάμῃ γενναιοδωρίας εἰς ἰδιώτας. Εἰς πολίτας Ἕλληνας, παθόντας πράγματι ἕνεκα τοῦ πολέμου, παθόντας βεβαίως πολὺ πλειότερον καὶ οὐσιαστικώτερον παρ’ ὅσον ἔπαθον ἄλλοι, (διότι πάντες οἱ Ἕλληνες ἔπαθον) πρόκειται εἰς αὐτοὺς τοὺς μᾶλλον παθόντας νὰ δοθῇ ἀρωγή τις τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτοὺς νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των· διότι εἶναι ἀλήθεια ἀναμφισβήτητος, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι φόροι ἐπιβαλλόμενοι ἐπὶ προσώπων μὴ δυναμένων νὰ πληρώσωσιν αὐτοὺς εἶναι φόροι ἄδικοι καὶ παράνομοι. Περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται, δηλ. τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ἐπιδιώξῃ εἴσπραξιν φόρων παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ καταβάλωσιν αὐτούς· διότι οὔτε οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας, οὔτε οἱ κάτοικοι τῶν δήμων τῆς Φθιώτιδος οὔτε οἱ κάτοικοι τῆς Ἄρτης θὰ δεχθῶσι βεβαίως νὰ λάβωσί τι ὡς ἐλεημοσύνην· ἤθελε δ’ εἶσθαι ἄτοπον καὶ ἄδικον, νὰ θελήσωμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν Ἕλληνας πολίτας ὡς δεχομένους ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν ἄλλων συμπολιτῶν αὐτῶν. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο χρήζει πληρεστέρας τινὸς μελέτης, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον νομίζω καλὸν νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπή, ἥτις ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐκθέτῃ τίνες εἶναι οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των καὶ χάριν τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον.
§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐζητήθη ἀναβολὴ μέχρις αὔριον. Ἤδη ὁ κ. Καραπάνος προτείνει, ἡ ἀναβολὴ νὰ ἦναι μακροτέρα.
§101ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ ἀναβολῆς, ἀφοῦ ἤδη δὲν ὑπάρχει ὑποβεβλημένον τὸ νομοσχέδιον, διότι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ ὑποβληθῇ αὔριον, τυπούμενον ὡς ἐτροπολογήθη.
§102Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔλαβον ἤδη τὸ θάῤῥος νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι φερόμεθα ἐπὶ πολὺ ὀλισθηροῦ ἐδάφους, καὶ ὅτι μετὰ μεγάλης εὐκολίας καὶ ἐλευθεριότητος προβαίνομεν εἰς ἀπαλλαγὰς φόρων, ἀδιαφοροῦντες καὶ περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐν γένει ἡμῶν καταστάσεως καὶ περὶ τοῦ προσθέτου βάρους, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ μεταθέσωμεν εἰς τὴν ῥάχιν τῶν μὴ ἀπαλλασσομένων, χάριν τῶν νῦν ἀπαλλασσομένων ἐκ τῆς ἐνιαυσίας φορολογίας. Συνέστησα διὰ τοῦτο κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως μελετηθῇ προσεκτικώτερον τοῦτο, καὶ μὴ γένηται κατάχρησις φιλανθρώπων αἰσθημάτων πρός τινας, ἱκανὴ νὰ παρασύρῃ ἡμᾶς πολὺ μακρὰν, καὶ νὰ μᾶς παραστήσῃ πολὺ ἀφιλανθρώπους πρὸς ἄλλους περισσοτέρους, καὶ ἰδίως πρὸς τὸ σύνολον, πρὸς τὸ Κράτος, οὗ εἴμεθα ἀντιπρόσωποι. Δὲν ἐννοῶ ἀληθῶς, διατὶ σπεύδομεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν φόρων τῆς Θεσσαλίας, ἐνῷ ἡ Θεσσαλία δυστυχῶς εὑρίσκεται ἔτι πολὺ μακρὰν ἀπὸ τῶν Ἑλλήνων εἰσπρακτόρων. Οὐδεὶς Θεσσαλὸς κινδυνεύει σήμερον κίνδυνον καταδιώξεως ὑπὸ Ἑλλήνων ὑπαλλήλων. Οἱ Θεσσαλοὶ δυστυχῶς φορολογοῦνται μόνον ὑπὸ τῶν Τούρκων σπαχήδων, καὶ Τοῦρκος ταμίας εἰσπράττει. Διατὶ σπεύδομεν λοιπὸν τοσοῦτον, ἀφοῦ δυνάμεθα ἀξιόλογα νὰ περιμείνωμεν, μέχρις οὗ λυθῇ τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα καὶ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς ἡ Θεσσαλία; Ποῖος τάχα Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν σὺν Θεῷ εἰσέλθωσιν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ εἰς τὴν χώραν ἐκείνην, τὴν νῦν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ κατεχομένην, θὰ διατάξῃ τοὺς εἰσπράκτορας ν’ ἀρχίσωσιν ἀμέσως καὶ ἀμειλίκτως τὴν εἴσπραξιν, ὥστε νὰ φοβῆσθε ὑμεῖς καὶ νὰ σπεύδητε σήμερον νὰ προλάβητε τὸν κίνδυνον τοῦτον;
§103ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δυστυχῶς, κύριε Βουλευτὰ, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμὲ καὶ νὰ ἀναστείλω τὴν εἴσπραξιν.
§104Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται ὅμως καὶ νὰ γείνῃ εἴσπραξις ἀμέσως, καὶ ἄν ὑμεῖς θέλετε, καὶ ἄν ὑμεῖς διατάξητε, διότι οὔτε βιβλία θὰ ὑπάρχωσιν, οὔτε γραφεῖα τώρα, οὔτε χρήματα κἄν πρὸς πληρωμὴν, ἐκτὸς ἐὰν νομίζητε, ὅτι θὰ ἦναι πρέπον νὰ στείλητε τοὺς ἐκ τῶν Τούρκων ἐλευθερωθέντας Θεσσαλοὺς εἰς τὰς διὰ χρέη φυλακάς. Νομίζω λοιπὸν διὰ τοῦτο, ὅτι, ὅπως μὴ γένηται κατάχρησίς τις, πρέπον εἶναι νὰ γείνῃ ἐξέτασις ἐπαρκὴς τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς. Ἐνταῦθα βλέπω ἐκτὸς ἄλλων καὶ δήμους ὁλοκλήρους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμεναι αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί. Διατὶ νὰ μὴ διατάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, ἢ καὶ τὰς δικαστικὰς, καὶ πρὸ παντὸς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς, νὰ ἐξακριβώσωσι τὸ μέγεθος τῆς ζημίας ἑκάστου δήμου, καὶ ἀναλόγως τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν νὰ ἔλθωμεν καὶ ἡμεῖς ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ ἀπαλλαγῆς ἢ μὴ ἀπαλλαγῆς; Δὲν νομίζω δ’ ἐπίσης περιττὸν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν πληροφορίαν, εἰς τί συνοψίζεται καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1897, 1898 καὶ 1899 ἡ χρηματικὴ ζημία, τὴν ὁποίαν θέλει ὑποστῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἕνεκα αὐτῶν τῶν χαρίτων καὶ τῶν ἀπαλλαγῶν, καθόσον ἐκ τῆς πληροφορίας ταύτης ἐξήρτηται πολὺ καὶ ἡ ἀπόφασις ἡμῶν, καὶ εἰς τὴν πλάστιγα τῆς κρίσεως πρέπει νὰ βαρύνῃ πολὺ ἡ γνῶσις, ποῖον ἔλλειμμα δημιουργεῖται εἰς τὰ σαθρὰ ἡμῶν οἰκονομικὰ διὰ τῶν προτεινομένων ἀπαλλαγῶν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἄλλα μέρη, ἔνθα δὲν λειτουργοῦσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ, πρέπον εἶναι νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ λάβωμεν ἀρκετὰς πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων ζημιῶν καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς φορολογίας διὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν οἰκείων ἀρχῶν, ὅταν αὗται σὺν Θεῷ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν Βῶλον, ὅταν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Λάρισαν, ὅταν ἐγκατασταθῶσιν ἐκ νέου ἐν πάσῃ τῇ Θεσσαλίᾳ. Διατὶ νὰ σπεύδωμεν; Πρόκειται νὰ καταδιώξωμεν κανένα; (Θόρυβος). Εἴπετέ μοι ὑμεῖς οἱ θορυβοῦντες, ποῖον πραγματικὸν καὶ λογικὸν λόγον ἔχετε νὰ σπεύδητε τοσοῦτον, ν’ ἀπαλλάξητε ἀνεξετάστως ἀπὸ τοῦδε πάντας, καὶ ζημιωθέντας καὶ μὴ ζημιωθέντας, καὶ παθόντας καὶ μὴ παθόντας; Ἐὰν αἱ ζημίαι ἦναι πραγματικαὶ, τότε οὐδὲν ἔχετε νὰ φοβηθῆτε· αἱ ζημίαι αὗται θὰ ἐξελεγχθῶσιν ὑπὸ τῶν διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἀρχῶν, καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα ἐν γνώσει καὶ ἐν συνειδήσει θ’ ἀποφασίσωμεν τότε βεβαίως περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς.
§105ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖαι ζημίαι;
§106ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως, πρόκειται περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν φόρων.
§107Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως πρόκειται περὶ ἀπαλλαγῆς φόρων, ἀλλὰ τοὺς φόρους τῆς Θεσσαλίας λαμβάνει τώρα ὁ Τοῦρκος, τὸν Τοῦρκον δὲ δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὰ μέσα, ἵνα τὸν βιάσωμεν νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ. Ὅταν ἔλθῃ καὶ ἡ σειρὰ ἡμῶν νὰ φορολογήσωμεν, τότε ἔχομεν ὅλον τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀπαλλαγῆς ἐν ἀνέσει καὶ ἐν γνώσει, ἐπαναλαμβάνω, οὐχὶ ἐξ συναρπαγῆς καὶ ἐν σπουδῇ πολὺ ὑπόπτῳ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι περὶ μὲν τῶν δήμων, ὅσοι εὑρίσκονται ἔτι ὑπὸ Ἑλληνικὴν Διοίκησιν, ἀπαραίτητον εἶναι νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν — ἀπορῶ δὲ, πῶς δὲν ἔπραξε τοῦτο μέχρι τοῦδε — ἐκθέσεις τῆς διοικητικῆς ἢ καὶ οἰκονομικῆς ἀρχῆς περὶ τοῦ ποσοῦ καὶ τοῦ μεγέθους τῶν ζημιῶν, ὅσαι ἐγένοντο. Ἀπαραίτητον ἐπίσης εἶναι περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀπαλλαγῶν, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σημείωσιν λεπτομερῆ, εἰς τί ποσὸν χρηματικὸν ἀνέρχονται ὅλαι αἱ ἀπαλλαγαὶ, διὰ νὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν τὸ κολοσσιαῖον ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1898, τὸ ὁποῖον καὶ προχθὲς εἶπον πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἀνέρχεται εἰς 28,000,000, πρόκειται νὰ εὐρυνθῇ, καὶ μέχρι τίνος ποσοῦ θὰ ἀνέλθῃ· διότι νομίζετε ἐπὶ τέλους, ὅτι αἱ μεγαλοδωρίαι, διασπαθῶνται τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καλυφθῶσι πλέον διὰ δανείων νέων ἢ νέων φόρων, ῥιπτομένων εἰς τὴν ῥάχιν τῶν μὴ ἀπαλλασσομένων; Νέα δάνεια δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἐπιτετραμμένον πλέον οὔτε νὰ φαντασθῆτε νὰ ζητήσητε, νέοι δὲ φόροι θύελλαν διαμαρτυριῶν καὶ παραπόνων δικαίων θὰ ἐξεγείρωσιν εἰς ὅλην τὴν χώραν.
§108Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§109ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§110Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι πρέπον εἶναι καὶ δίκαιον, τὸ Κράτος νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρον, κύριε ἐκ Καρδίτσης συνάδελφε, εἰς τοὺς ἐκ τοῦ πολέμου παθόντας· ἀλλὰ πρόκειται μόνον περὶ τούτου; Οἱ σπεύδοντες ἀλόγως καὶ ἀμελετήτως γίνονται παραίτιοι, ὥστε μαζῆ μὲ σᾶς, τοὺς ἀληθῶς παθόντας, νὰ παρεισδύσωσι καὶ ἄλλοι, οὐδὲν παθόντες, καὶ μάλιστα ἐνιαχοῦ ὠφεληθέντες ὑλικῶς ἐκ τοῦ πολέμου. Περὶ τούτου πρόκειται. Ἐγὼ δὲν ἀντιτίθεμαι κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνακούφισιν τῶν ζημιῶν τῶν Θεσσαλῶν. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Πάντα ἔχω λόγον, καὶ ὡς ἄνθρωπος καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς συνάδελφος ὑμῶν, νὰ ἐνδιαφέρωμαι καὶ δι’ ὑμᾶς καὶ διὰ τοὺς συμπολίτας ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ἐκ τοῦ πολέμου καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι συμπολῖται καὶ ἐμοῦ, πολῖται τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, καὶ ἡ σπουδὴ ἄλλο. Ἡ σπουδὴ ὑμῶν εἶναι ἀδικαιολόγητος, καὶ τὴν σπουδὴν ταύτην καταγγέλλω ὡς ὀλεθρίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα καὶ ζητῶ νὰ προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλαι αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, ὅπως ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων, μετ’ ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν παθόντων μερῶν, κρίνωμεν ποίους πρέπει ν’ ἀπαλλάξωμεν, καὶ ποίους πρέπει νὰ μὴ ἀπαλλάξωμεν, ἀνοήτως καὶ ἐγκληματικῶς στεροῦντες τὸ Κράτος ἀναγκαιοτάτων καὶ δικαιοτάτων προσόδων, καὶ ἀσυνειδήτως αὐξάνοντες τὰ βάρη τῶν ἄλλων ἡμῶν συμπολιτῶν. Περὶ τούτου καὶ μόνον πρόκειται.
§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας φαίνεται ὅτι συγχέει δύο ὅλως διάφορα νομοσχέδια τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως πρὸς τοὺς Θεσσαλοὺς διὰ τὰς ἐκ τοῦ πολέμου ζημίας καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ φόρων ἢ ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς αὐτῶν.
§112Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓν νομοσχέδιον εἶναι.
§113ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει δύο νομοσχέδια ἀναγεγραμμένα. Ἐν τῷ πρώτῳ πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως διὰ τὰς ζημίας τὰς ἐκ τοῦ πολέμου, ἐν τῷ ἄλλῳ πρόκειται περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ φόρων. Προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, θὰ ἤμην καὶ ἐγὼ συμφωνότατος μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ἕως ὅτου, ἀποκαθισταμένης τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας ἐν Θεσσαλίᾳ, δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν πληροφορίας παρὰ τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, ὁποῖαι ζημίαι ἐγένοντο καὶ ὁποῖαι ἀποζημιώσεις πρέπει νὰ δοθῶσιν. Ἀλλὰ νῦν δὲν πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως. Πρόκειται ἐν πρώτοις περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ φόρων. Καὶ ἐγώ, Κύριοι, ὅστις ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν ὑποστᾶσαν τὰ πάνδεινα συνεπείᾳ τοῦ πολέμου, ἐγὼ πρῶτος ἤγειρα φωνὴν, καὶ εἶπον ὅτι πρέπει πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν μὲν οἱανδήποτε ζημίαν ἐκ τοῦ πολέμου, δὲν κατελήφθησαν ὅμως ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, νὰ ἐξαιρεθῶσι τοῦ τοιούτου εὐεργετήματος. Ἐπέμεινα καὶ ἐπιμένω νὰ περιορισθῇ ἡ ἀπαλλαγὴ μόνον εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ καταληφθέντα ὑπὸ τοῦ Τούρκου. Καὶ ἔχει ταύτην τὴν δικαιολογικὴν βάσιν ἡ γνώμη μου: Ἐκ τῶν μερῶν τούτων ἔλαβον οἱ Τοῦρκοι φόρους διπλασίους καὶ πενταπλασίους ἴσως ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θὰ ἐτέλουν οἱ δυστυχεῖς οὗτοι Θεσσαλοὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐὰν ἐκράτει αὐτὸ ἐκεῖ. Λοιπὸν ἀπέναντι τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πολλαπλασίως ἐπλήρωσαν εἰς τοὺς Τούρκους, ζητεῖται ἡ ἀπαλλαγὴ αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Δύναται, Κύριοι, νὰ ὑπάρξῃ δικαιοτέρα ταύτης ἀπαίτησις; Δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία τις περὶ τούτου, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν δὲν ἠξεύρω τίνας πληροφορίας καὶ παρὰ τίνων ἀρχῶν; Εἰς ὅλους ἡμᾶς εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐφορολόγησαν τοὺς Θεσσαλοὺς βαρύτατα καὶ διὰ τὸ 1897 καὶ διὰ τὸ 1898 καὶ πέραν τούτου. Τούτου ἀναντιλέκτου ὄντος, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὁποῖαι ἀκόμη πληροφορίαι πρέπει νὰ ζητηθῶσιν, ἵνα ψηφίσωμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος λέγει: «δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο καὶ μετὰ τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν;» Μάλιστα συνέστησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τοῦτο, ὅπως διατάξῃ τοὺς ταμίας καὶ εἰσπράκτορας, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβῶσιν εἰς Θεσσαλίαν, ἵνα μὴ προβῶσιν εἰς εἰσπράξεις, ἀγνοῶν ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται τοῦτο ἀπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ ἐκ τοῦ νόμου, ὁ νόμος δὲ εἶναι ὑπέρτερος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πάσης ἄλλης ἀρχῆς, καὶ ὁ νόμος ἐπιβάλλει τὴν ἄμεσον εἴσπραξιν.
§114ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τὴν βεβαίωσιν.
§115ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχει ἡ βεβαίωσις κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1897 καὶ ὑπάρχωσι τὰ βιβλία, βεβαίως θὰ προβῶσιν ἀμέσως εἰς εἴσπραξιν. Λοιπὸν τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι ἁπλούστατον καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἐν πρώτοις οἱ Θεσσαλοὶ ἐπλήρωσαν πολλαπλασίους φόρους διὰ τὸ 1897 καὶ 1898 εἰς τοὺς Τούρκους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θὰ ἐπλήρονον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος· καὶ ἀπέναντι τῆς φορολογίας αὐτῆς τῆς ἐκτάκτου, τῆς γενομένης ὑπὸ τῶν Τούρκων, ζητοῦμεν ἡμεῖς τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν. Ἔρχεται ὅμως, ὡς δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων εἰς ὡρισμένα μέρη, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν πολλὰς καὶ μεγάλας ζημίας συνεπείᾳ τοῦ πολέμου. Τοῦτο τὸ μέρος ἐπίσης οὐδεμίαν, νομίζω, ἀναβολὴν ἐπιδέχεται· διότι, ἂν πρόκειται τῷ ὄντι τὸ Κράτος νὰ σπεύσῃ εἰς ἀνακούφισιν αὐτῶν, πρέπει νὰ πράξῃ τοῦτο ἀμέσως, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν καὶ βεβαιωμένον καὶ ἐξ ἐπισήμων καὶ ἐξ ἰδιωτικῶν ἐκθέσεων, ὅτι καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ νομοῦ Ἄρτης δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσπράξωσιν ὅλην τὴν ἐσοδείαν, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ εἰσπράξωσι κατὰ τὸ τελευταῖον θέρος, καὶ οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν Φθιώτιδος καὶ Λοκρίδος τὸ αὐτὸ ὑπέστησαν· καὶ ἐπικαλοῦμαι, Κύριοι, τὴν μαρτυρίαν ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πάντων τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν ἐκ Θεσσαλίας ἰδίως, οἱ ὁποῖοι ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν, χάριν τῶν συμπολιτῶν των τῶν προσφύγων, νὰ ἐπισκεφθῶσι τὰ μέρη ἐκεῖνα. Ἂς ὁμολογήσωσιν οὗτοι, ἐὰν εἶδον ἐν τοῖς δήμοις Θερμοπυλῶν καὶ Θρονίου, ὡς καὶ ἐν τοῖς διαφόροις δήμοις τῆς Φθιώτιδος, τοὺς ἀνθρώπους ἁλωνίζοντας. Δὲν ζητοῦσι δ’ ἐκεῖνοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου, δὲν ζητῶ ἄφεσιν φόρων, δὲν ζητῶ καμμίαν δωρεάν· ζητῶ μόνον, καθ’ ὃν χρόνον οἱ συμπολῖταί μου στεροῦνται καὶ τοῦ ἄρτου, ὡς ἐκ τοῦ πολέμου, νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς μία ἀναβολὴ πληρωμῆς τῶν φόρων, ἕως ὅτου δυνηθῶσι νὰ καταβάλωσιν αὐτούς. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ κάμωμεν ἐπιτροπὰς καὶ παρεπιτροπάς, ὅπως συζητήσωσι καὶ σκεφθῶσι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδέχεται, νομίζω, καμμίαν συζήτησιν μακράν, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἤδη μορφώσει γνώμην καὶ ἡ Βουλὴ περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων, ἐὰν, λέγω, θελήσωμεν ἀκόμη ν’ ἀναβάλωμεν τὸ πρᾶγμα, εἶναι ὡς νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτούς: «σᾶς καταδικάζομεν, ἐκτὸς τῆς πείνης, τὴν ὁποίαν ὑφίστασθε τώρα συνεπείᾳ τοῦ πολέμου, νὰ σᾶς συλλαμβάνουν καθ’ ἑκάστην οἱ εἰσπράκτορες καὶ νὰ σᾶς ὁδηγῶσι δεσμίους εἰς τὰς φυλακάς»! Διότι αὐτὸ σημαίνει, ἂν δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός, ἂν δὲν κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἂν δὲν δημοσιευθῇ ὡς νόμος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν. Ἡ εἴσπραξις ἐξακολουθεῖ ἀμείλικτος, μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἄλλως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, οἱαιδήποτε συστάσεις καὶ ἂν ἀπευθύνωνται, ὑπεράνω τῶν συστάσεων ἵσταται ὁ νόμος. Καὶ ζητοῦμεν ἡμεῖς διὰ τὰ μέρη αὐτὰ τὴν ἀναστολὴν τῶν φόρων, ἐφ’ ὅσον χρόνον οἱ κάτοικοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσιν αὐτούς. Ὥστε, ὡς παρατηρεῖτε, δὲν πρόκειται κἂν περὶ ἀποζημιώσεως, ἵνα λάβωμεν πληροφορίας, οὐδὲ περὶ δωρεᾶς, οὐδὲ περὶ χάριτός τινος· ὡς πρὸς δὲ τοὺς Θεσσαλοὺς, πρόκειται ν’ ἀναγνωρίσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη καὶ εἶναι ἀναντίῤῥητον· ἀφοῦ ἐπλήρωσαν φόρους εἰς τοὺς Τούρκους, νὰ μὴ ζητήσωμεν τοιούτους καὶ ὑμεῖς. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ἐκ τοῦ πολέμου, ζητοῦμεν ἁπλῆν ἀναστολὴν τῶν φόρων, χωρὶς νὰ ζημιωθῇ τίποτε τὸ Δημόσιον· διότι εἶναι ἀρκετὰ ὑπερήφανοι νομίζω καὶ οἱ Ἀρτινοὶ καὶ οἱ Λοκροὶ ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, ὥστε νὰ μὴ ζητῶσι δωρεάν τινα.
§116Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, ἵνα ἀποκρούσω τὴν ἀναβολὴν καὶ τὴν σύστασιν ἐπιτροπῶν (θόρυβος)... Κύριε Πρόεδρε, μοὶ δίδετε τὸν λόγον; Λοιπὸν νὰ γείνῃ, παρακαλῶ, ἡσυχία. Δὲν διέκοψα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς, μολονότι ἔχουσι τὸ δικαίωμα ὅλοι οἱ Βουλευταὶ νὰ τὸν διακόπτωσιν, διότι ἔχει ἰδιάζουσαν εὐχαρίστησιν νὰ διακόπτῃ τοὺς πάντας.
§117Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά! ὑπερβολικὸς εἶσθε.
§118Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔλαβον ὅμως τὸν λόγον, διότι βεβαίως δὲν πρέπει νὰ παρέλθωσιν ἀπαρατήρητα τὰ διδάγματα αὐτὰ τῆς οἰκονομίας, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀκούομεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον. Βροχηδὸν πίπτουσι καὶ τὰ νομοσχέδια καὶ αἱ προτάσεις του περὶ οἰκονομίας, ὄχι μόνον περὶ τηλεγραφικῶν τελῶν τῶν ἐφημερίδων, ἀλλὰ καὶ ταχυδρομικῶν. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος μᾶς εἶπε νὰ ἤμεθα φειδωλοὶ, διότι ἔχομεν καιρὸν νὰ τὸ μελετήσωμεν καὶ βραδύτερον. Δὲν γνωρίζω πόσον χρόνον προϋπολογίζει διὰ τὴν Τουρκικὴν κατοχὴν τῆς Θεσσαλίας. Ἐὰν κρίνω ἐκ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἡσυχίας, μεθ’ ἧς ὡμίλησε, φαίνεται ὅτι προϋπολογίζει αὐτὴν μακροτάτην, καὶ τότε βεβαίως ἔχει δίκαιον. Ἡμεῖς ὅμως ἄλλως σκεπτόμεθα, πιστεύοντες εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ περιμένοντες ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ ἄρξηται ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν Τούρκων ἐκ τῆς Θεσσαλίας. Ἑπομένως θεωροῦμεν ζήτημα κατεπεῖγον καὶ φιλάνθρωπον, ὅπως μὴ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Ἡ πρότασις βεβαίως, ὅπως ἡ συζήτησις γείνῃ αὔριον, προκειμένου περὶ ἀναβολῆς ὡρῶν, δὲν δύναται νὰ προκαλέσῃ σπουδαίας ἀντιῤῥήσεις. Τί θέλει νὰ μάθῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος; Μικροῦ δεῖν ἐπρότεινε νέαν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, ἵνα μεταβῇ εἰς τὸ Στραταρχεῖον τοῦ Ἐτὲμ–πασσᾶ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ εἶτα ἐπιστρέψῃ εἰς Ἀθήνας, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἔλαβεν ἐκεῖ χώραν, διαρκούσης τῆς Τουρκικῆς κατοχῆς. Τί θέλει νὰ μάθῃ; Ἐὰν ἐγένοντο καταστροφαὶ ἐν Θεσσαλίᾳ; Δὲν ἀδικοῦμεν τὴν νοημοσύνην του, ἵνα ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν τὸ γνωρίζει. Ὅσον ὑπερβολικαὶ καὶ ἂν ἐθεωρήθησαν αἱ ἐκεῖθεν πληροφορίαι, βεβαίως παραδέχεται ὅτι μέγισται ὑπῆρξαν αἱ καταστροφαί. Τί θέλει ἄλλο νὰ μάθῃ;
§119Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ.....
§120Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βλέπετε πῶς διακόπτει! Κακὴ συνήθεια!... Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη, ἄλλως θὰ ὑποφέρῃ. Ἐγὼ ὅμως τῷ ἐπιτρέπω νὰ διακόπτῃ, ἵνα μὴ ὑποφέρῃ (ἱλαρότης). Θέλει νὰ μάθῃ, ὅτι ἐφορολογήθησαν οἱ Θεσσαλοὶ ὑπὸ τῶν Τούρκων, καὶ ὅτι ἐφορολογήθησαν διὰ χρόνον ἀνώτερον τῶν δύο ἐτῶν; Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι εἰς τόσην ἄγνοιαν.
§121Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§122Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ μήπως ἀγνοεῖ τὴν Συνταγματικὴν διάταξιν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου; Λέγει: «τί βιάζεσθε; Σταθῆτε νὰ λογαριασθῶμεν καλά!» Ἀλλὰ ἐὰν, Κύριοι, αὔριον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγγείλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, καὶ ἂν μετὰ 5 ἢ 10 ἢ 15 ἡμέρας εὐτυχήσωμεν ν’ ἀκούσωμεν ὅτι ἤρχισαν οἱ Τοῦρκοι ἀπομακρυνόμενοι τῆς Θεσσαλίας, τότε οἱ εἰσπράκτορες, ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκόν των, δὲν θὰ ζητήσωσι τοὺς φόρους; Ἐὰν δὲ δοθῇ παρ’ αὐτῶν ἀναστολή, τοῦτο θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικόν. Λέγει: «ἔχομεν καιρόν! Σταθῆτε! περιμένετε!» Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶναι ἀνυπόμονος, ὅταν πρόκειται περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουσιν ἀμέσως τοὺς ἐκλογεῖς του. Λέγει ὅτι ἡμεῖς φροντίζομεν περὶ τῶν ἐκλογέων μας. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς φροντίζει ἐκθύμως ὑπὲρ τῶν ἐκλογέων του· καὶ καλὰ κάμνει. Ἀλλὰ νὰ μὴ τὸ θεωρῇ ὡς μομφὴν καὶ διὰ τοὺς ἄλλους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι πράττουσι τὸ καθῆκόν των. Φαίνεται ὅτι ἔχει μεγίστην ἀνυπομονησίαν καὶ διὰ τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν λιποτακτῶν...
§123ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ διὰ τὰ σάρωθρα.
§124Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ποῦ νὰ τὰ ἀπαριθμήσω! Ἄλλοτε θὰ σᾶς φέρω κατάλογον. Ἀτυχῶς ὅμως ἔχει καὶ συνήγορον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐσίγησεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἕως ὅτου ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ καὶ ὁ νομός Ἄρτης. Μόλις ἐγένετο ἡ ἀναγγελία ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατὰ τὰς παρατηρήσεις τὰς γενομένας ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ τὸ νομοσχέδιον μόνον εἰς τὴν πόλιν Ἄρτης, ἀμέσως ἔλυσε τὴν σιωπήν. Ἐγὼ δὲν λέγω, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ὁ περιορισμὸς οὗτος, δὲν ἐπιλαμβάνομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ἂν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ νομὸς Ἄρτης· ἐπειδὴ ἀντιπροσωπεύω ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν γίνεται ἀπαλλαγή, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο καὶ ἀπρεπὲς νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὅπως δήποτε εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολούμενος, ὁ ἀντιλαμβανόμενος ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς πᾶν νομοσχέδιον, ὁ ἀποδεχθεὶς ὅλας τὰς γενομένας ἀναγνώσεις, ἤδη ἔχει ἀνάγκην μελέτης ὄχι μόνον ὡρῶν, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην καὶ ἐπιτροπῆς!
§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλετε νὰ σᾶς διακόψω;
§126Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διατὶ νὰ μὲ διακόψητε;
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λέγετε ἀνακριβείας, λέγετε ἀναληθείας.
§128Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ἀλλ’ ἀφοῦ μὲ διεκόψατε, εἰπέτε τὸ ἀκριβές.
§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξακολουθήσατε.
§130Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὥστε λέγω τὰ ἀκριβῆ. Ἔχει καλῶς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης λοιπὸν ἔχει ἀνάγκην ἐπιτροπῆς, ἵνα μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη τοσάκις καὶ τὸ ὁποῖον ἐξωνυχίσθη ὅσον ὀλίγιστα νομοσχέδια. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι σπουδαῖα. Μὴ τυχὸν ὄπισθεν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀναβολῶν κρύπτεται ἄλλος λόγος; Μὴ τυχὸν τὸ εὐεργέτημα τοῦτο θεωρεῖται ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ δοθῇ εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξετελοῦντο τὰ ὄνειρα τινῶν περὶ ἄλλης Κυβερνητικῆς καταστάσεως; Εἰπέτε το καθαρῶς· ἀλλὰ μὴ κρύπτεσθε, ἀλλὰ μὴ ἀποκρούετε τὸ κατεπεῖγον. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ψηφισθῆ ἤδη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ἄλλα τρία νομοσχέδια σχετικά. Διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῶσιν ἀμφότεραι αἱ προτάσεις αὗται, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§131ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§132ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ κατεπεῖγον εἶναι ἡ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων τοῦ 1897 καὶ 1898, ἂν καὶ δὲν ἐβεβαιώθησαν ἀκόμη οἱ φόροι τοῦ 1898. Ἀλλ’ οἱ φόροι τοῦ 1897 ἐβεβαιώθησαν. Δι’ αὐτοὺς πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν. Λοιπὸν νὰ χωρισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ ἔλθῃ μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς τῆς καταδιώξεως διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων τοῦ 1897 καὶ 1898, ἵνα, ὅταν ἐπιστρέψουν εἰς τὰς ἑστίας των οἱ ἀδελφοί μας Θεσσαλοί, ὦσιν ἐλεύθεροι καὶ μὴ τοὺς καταδιώξουν τινὲς μάλιστα ἐλεύθεροι καὶ διὰ τὸ 1896. Λοιπὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, νὰ χωρισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι πολλοὶ συνεπαρχιῶταί μου εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς σήμερον διὰ νὰ πληρώσουν φόρους. Ἀλλὰ πῶς νὰ πληρώσουν φόρους, ἀφοῦ κατεστράφησαν οἱ πρώϊμοι καρποί των καὶ ὀψίμους δὲν ἠδυνήθησαν νὰ καλλιεργήσουν, καὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἢ τὰ ὑποζύγιά των ἢ καὶ τὰ βώδια των νὰ πωλήσουν, διὰ ν’ ἀγοράσουν ψωμὶ πρὸς διατροφὴν τῆς οἰκογενείας των; Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπεῖγον διὰ τοὺς Θεσσαλούς, παρὰ τῶν ὁποίων σήμερον δὲν ζητοῦμεν τοὺς φόρους, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταδιώκονται καὶ μένουν εἰς τὰς φυλακάς. Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν Θεσσαλῶν ἀπὸ τῆς φορολογίας κατὰ τὸ 1897 καὶ 1898, ἔχομεν καιρὸν καὶ μετὰ ἕνα καὶ μετὰ δύο καὶ μετὰ ὀκτὼ μῆνας νὰ φροντίσωμεν, καὶ ἀφοῦ ἐξετάσωμεν καλλίτερον τὰ πράγματα· ἐνῷ ἡ ἀναστολὴ διὰ τὴν εἴσπραξιν τῆς φορολογίας ἀπὸ τοὺς κρατουμένους σήμερον εἰς τὰς φυλακὰς ἐπείγει, μὴ ἐπιδεχομένη ἀναβολήν. Καὶ ἡ Φθιῶτις, Κύριοι, ὑπέστη καταστροφὴν, διότι πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ καλλιεργήσουν καὶ νὰ θερίσουν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ, ἀφοῦ ἦσαν οἱ Τοῦρκοι πλησίον των, καὶ ἀφοῦ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, τραπεὶς εἰς φυγὴν, ἀφῆκε τὰ πέραν τοῦ Σπερχειοῦ μέρη ἕρμαιον τῶν Τούρκων, τῶν σταυραετῶν καὶ τῶν λωποδυτῶν; ... (Θόρυβος).
§133ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ ἀναμιγνύετε τὸν στρατόν.
§134ΤΡΑΚΑΣ. Δὲν προσβάλλω τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, διότι αὐτὸς ἐπολέμησε γενναίως, ὅπου διωκήθη καλῶς ὑπὸ ἱκανῶν διοικητῶν, ἀλλ’ εὑρέθησαν μερικοὶ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐπροτίμησαν τὴν φυγομαχίαν καὶ ἔφεραν τὸν Ἐτὲμ εἰς τὴν Λαμίαν.
§135ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὸ θέμα; (διάλογοι, θόρυβος).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐξέρχεσθε ἀπὸ τὸ θέμα.
§137ΤΡΑΚΑΣ. Ἔχουν μεγάλην σχέσιν, κύριοι Βουλευταὶ, διότι ἄλλως δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν σημερινὴν θέσιν μας...
§138Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς παρακαλῶ, προκειμένου περὶ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, καθὼς λέγετε, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τὸ καθῆκόν των, νὰ μὴ ἐκφράζεσθε ἀορίστως, διότι αὐτὸ καταντᾷ νὰ ᾖναι μία ἀθυροστομία, νὰ ὑβρίζητε ὅλον τὸν κόσμον! Ὅσοι δὲν ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των, θὰ τιμωρηθῶσιν. Οἱ νόμοι λειτουργοῦσι. Μὴ λοιπὸν ἀορίστως ὑβρίζετε, διότι δυσφημεῖτε ὅλον τὸ στράτευμα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ αὐτὸ ζημιοῖ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος.
§139ΤΡΑΚΑΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι σπουδαῖος, ἀλλὰ ὅταν δύο ἢ τρεῖς ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ δὲν ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των... (θόρυβος)· καὶ ἀπόδειξις εἶναι... (ἀντεγκλήσεις, θόρυβος παρατεταμένος)· καὶ ἀπόδειξις, λέγω, εἶναι, ὅτι ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, ἐμάχεσθε εἰς Βελεστῖνον ἐπὶ 10 ἡμέρας, ἄνευ ἐπικουριῶν, καθ’ ὅλου τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἀγνοοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῶν καθ’ ἡμῶν τότε ἐπιτιθεμένων, καὶ ἐδοξάσατε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ἐνῷ ἄλλοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κρατηθῶσι, καίτοι πολλαπλάσιοι ὄντες, οὐδ’ ἐπὶ μίαν ἡμέραν, διότι ἐφυγομάχησαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπάθαμεν τὰς συμφορὰς ταύτας. Ποῖοι δὲ οὗτοι, δὲν θὰ κάμω ἐγὼ τὸν μηνυτήν, ἀλλ’ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ καὶ τιμωρήσῃ αὐτοὺς αὐστηρῶς.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος αὐτά. Παρακαλῶ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς.
§141ΤΡΑΚΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν φόρων, ἡ ἀναβολὴ εἶναι ἀναγκαία, διότι θὰ ἔχωμεν τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα, καὶ θὰ εὑρεθῶσιν ὅσοι ἔχουν δίκαιον ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας. Ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τῆς Φθιώτιδος ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα, κατεστράφησαν αἱ καλλιέργειαι, τὰ ζῶά των, διότι καὶ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰσῆλθεν εἰς τὰ διάφορα μέρη καὶ ἐπέφερε ζημίας, καὶ οἱ Τοῦρκοι ἔμενον πλησίον, ἀφοῦ ἐστρατοπέδευσαν 20 λεπτὰ τῆς ὥρας μακρὰν τῆς Λαμίας, τουτέστιν ἐπὶ 2½ ὥρας εἰς τὰ ἐνδότερα τοῦ δήμου Λαμιέων ἀπὸ τῆς παλαιᾶς ὁροθετικῆς γραμμῆς, καὶ συνεπῶς δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ ἄνθρωποι νὰ καλλιεργήσουν καὶ νὰ θερίσουν, ἀφοῦ μάλιστα τὰ πεδινὰ μέρη, ὅπου ὑπάρχει ἡ καλλιέργεια, κατελήφθησαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Πῶς λοιπὸν τοὺς πετᾶτε ἔξω αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔγειναν παραστάσεις, ἀντὶ νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον, συμπεριλαμβάνων 10 δήμους, ἐδέχθη 5. Ἔστω. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται νὰ παραλειφθῶσι καὶ αὐτοί, τοὺς ὁποίους παρεδέχθη ὁ κύριος Ὑπουργός; Εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς πρέπει νὰ δώσωμεν, καὶ ὄχι νὰ ζητῶμεν παρ’ αὐτῶν φόρους. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, συνηγορῶν ὑπὲρ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὅλα τὰ δίκαια ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην ὑπερασπίσεως, καὶ παρακαλῶ νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς φορολογίας ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως, διὰ δὲ τὸ ἄλλο ἔχομεν καιρὸν μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου, ὁπότε θὰ ἦναι ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς, νὰ σκεφθῶμεν καὶ πράξωμεν ὅ,τι πρέπει, ἀφοῦ προσαχθῶσιν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι περὶ τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα ἔπαθον ζημίας ἕνεκα τοῦ πολέμου, ὥστε νὰ μὴ ἀδικήσωμεν κανένα... (Θόρυβος).
§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Λύσατε, κύριε Πρόεδρε, τὴν συνεδρίασιν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 10′ μ. μ.