1898.03.03
2,134 rows · 16,579 words · 158 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 3 Μαρτίου 1898.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, παρόντων 120 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2,500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 97). Τινὲς Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἐφημερίδων εἰς τὸ ταχυδρομικὸν μονοπώλιον τοῦ Κράτους. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 98). Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κρατούμενος κατάδικος Νικόλαος Γαλεγαλὲς, καταδικασθεὶς πρὸ ἑξαετίας εἰς 19 ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμὰ, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξαιτεῖται τὴν ἀναθεώρησιν τῆς δίκης του.
§2Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν ὑλοτόμων τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων, Καλαμπάκας καὶ Καρδίτσης, παρακαλῶ δὲ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα οὗτος μεριμνήσῃ περὶ τῶν δικαίων παραπόνων τῶν ὑπογεγραμμένων ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§4ΣΩΤ. ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιζητήσω καὶ νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν θεραπείαν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν ἑνὸς ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον αὕτη, χωρὶς νὰ θέλῃ, διέπραξε κατὰ τῆς πόλεως τοῦ Ἄργους. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι πρὸ ἐτῶν πολλῶν διὰ Β. Διατάγματος εἶχεν ἀπαγορευθῆ ἡ εἰσαγωγὴ παντὸς φυτοῦ καὶ χόρτου, καὶ δὴ καὶ αὐτῶν τῶν σαρωμάτων, ἐκ φόβου μήπως ταῦτα μεταφέρωσι τὴν φυλλοξήραν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῶν νοσηρῶν χωρῶν. Τὸ μέτρον ἐκεῖνο ὑπῆρξε θαυμάσιον, καὶ ἐπέφερε τ’ ἀποτελέσματά του, διότι ἕως τώρα εὐτυχῶς δὲν ἠκούσθη ἡ νόσος αὕτη εἰς οὐδεμίαν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Παρὰ πάντα ὅμως ταῦτα, παρατηρῶ νέον βασιλικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ παντὸς εἴδους χόρτου, φυτοῦ καὶ λοιπῶν ἄλλων, καὶ δὴ καὶ αὐτῶν τῶν σαρωμάτων. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι διὰ τοῦ σαρώματος καὶ παντὸς ἄλλου φυτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταδοθῇ ἡ φυλλοξήρα ἐνταῦθα. Τοῦτο δ’ ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον στηριζόμενον εἰς γνωμοδότησιν τοῦ Γεωργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν ὅμως, κύριε Πρόεδρε, τὸ Γεωργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐγνωμοδότησε περὶ τῆς τοιαύτης προτάσεως, ἀποδειχθῇ ὅτι σφάλλεται, καὶ ὅτι 1% ἢ 1‰ ὑπάρχει ὑπόνοια, ὅτι ἡ φυλλοξήρα εἶναι δυνατὸν νὰ μεταδοθῇ καὶ διὰ τοῦ χόρτου καὶ διὰ τῶν φυτῶν καὶ διὰ τῶν σαρωμάτων, τότε εἰς τί θὰ μᾶς ὠφελήσουν ὅλοι οἱ νόμοι περὶ παρακρατήσεως καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα καὶ λοιπά; Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν καὶ νὰ ὑποστῶμεν μικράς τινας ζημίας ἐκ τῆς ἐλευθέρας εἰσαγωγῆς τῶν σαρωμάτων μᾶλλον ἢ νὰ ὑριστάμεθα τὸν κίνδυνον καὶ τὴν ἀπειλὴν τῆς φυλλοξήρας; Ὁ ἀξιότιμος πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Μαυρομιχάλης ἐπροτίμησε νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μετενεχθῇ ἐνταῦθα ἡ φυλλοξήρα διὰ τῶν χόρτων καὶ τῶν φυτῶν. Ἄλλοτε ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἄλλην γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τώρα ἔχει ἐναντίαν γνώμην δὲν γνωρίζομεν, αὔριον ὁποίαν θὰ ἔχῃ.
§5Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§6ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου, περὶ τοῦ κινδύνου τῆς μεταφορᾶς τῆς φυλλοξήρας εἰς τὴν Ἑλλάδα, δι’ ἣν ἐγὼ βεβαίως δὲν φέρω τὴν εὐθύνην. Ὅταν ἀπηγορεύθη ἡ εἰσαγωγὴ τῶν σαρωμάτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἡ παραγωγὴ αὐτῶν ἐν Ἄργει ἔλαβε μεγάλην ἀνάπτυξιν. Οἱ καλλιεργηταὶ ἠγόρασαν γαίας καταλλήλους πρὸς παραγωγὴν σαρώματος, κατεσκεύασαν ἀποθήκας, καὶ ἔλαβε ζωὴν τινα τὸ ἐμπόριον τῶν σαρωμάτων καὶ ἡ ἐργασία αὐτῶν, διότι ἐπαγιώθη ἡ γνώμη, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἐπικρατεῖ ἡ φυλλοξήρα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ σάρωμα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐντὸς τοῦ Κράτους. Τώρα λοιπὸν, ὅτε ἐπετράπη ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῶν, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι καταστρέφονται τελείως, διότι δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὴν εὐθηνίαν τῶν σαρωμάτων τοῦ ἐξωτερικοῦ, καίτοι ταῦτα πραγματικῶς δὲν εἶναι εὐθηνότερα, διότι δὲν ἀντέχουσι παντελῶς, εἶναι σεσηπότα, ἀπέναντι τῆς στερεότητος τῶν σαρωμάτων τοῦ Ἄργους· ἀλλ’ ὁ καταναλωτὴς προτιμᾷ αὐτὰ προσκαίρως, ὡς εὐθηνότερα, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ καταστρέφεται.
§7Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν ἔχει τὸ βασιλικὸν διάταγμα;
§8ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς 23 Δεκεμβρίου 1897.
§9ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει τὸ διάταγμα;
§10ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ διάταγμα ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέρχωνται ὅλα τὰ εἴδη τῶν χόρτων, βοῦρλα, ψάθαις, σαρώματα, ἄνθη καὶ λοιπὰ καρποφόρα δένδρα, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ ἡ εἰσαγωγὴ δύο ἢ τριῶν εἰδῶν μόνον, δηλαδὴ φυτωρίων ἀπὸ ἀμπέλους, φουρκῶν, λιπασμάτων καὶ χαλίκων ἐκ τῶν νοσηρῶν μερῶν. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ τάχιστα πρόνοια περὶ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων καλλιεργητῶν τῶν σαρώθρων ἐν Ἄργει, εἴτε διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς εἰσαγωγῆς, ἢ τοὐλάχιστον διὰ τῆς ἐπιβολῆς δασμοῦ εἰσαγωγικοῦ 40 ἢ 50 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς τὰ σάρωθρα τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀντιστοιχῇ ἡ ἐκ τοῦ δασμοῦ ὠφέλεια πρὸς τὴν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς ἐπερχομένην ζημίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ παράκλησις τῶν κατοίκων Ἄργους, διότι ἄλλως καταστρέφεται ἡ ἀρτιγενὴς αὕτη παραγωγὴ τῆς πόλεως καὶ τῶν χωρίων τοῦ Ἄργους.
§11Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐξ Ἄργους ἀντιπρόσωπος ἐπαναφέρει εἰς τὴν Βουλὴν συζήτησιν, ἥτις καὶ ἄλλοτε ἱκανῶς ἀπησχόλησεν αὐτὴν, τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ νόμου τῆς φυλλοξήρας καὶ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ εἰς ξένας πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτοῦ περιστάσεις. Φαντάζονται οὐκ ὀλίγοι ἐνταῦθα,—διέκρινα δὲ, ὅτι καὶ ὁ κ. Δανόπουλος εἶναι μεταξὺ τῶν φανταζομένων,—ὅτι ὁ νόμος τῆς φυλλοξήρας εἶναι εἶδος προστατευτικοῦ δασμοῦ, ὃν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, ὅπως προφυλάξῃ τὸ Κράτος καὶ τὰ εἴδη τῆς γεωργίας ἢ τῆς βιομηχανίας αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ξενικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἡ ἰδέα αὕτη χρονολογεῖται ἀπὸ παλαιᾶς ἐποχῆς, ἐδέσποζε δὲ ἀληθῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὸ οἰκεῖον τμῆμα τῆς Γεωργίας, ὅτε διηύθυνε τοῦτο τμηματάρχης τις πολὺ τῷ ὄντι ἐκκεντρικὸς καὶ ῥέπων εἰς αὐθαιρέτους, ὅσον καὶ τολμηρὰς, ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε, πρό τινων ἐτῶν, ὅτε διετέλουν Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐδοκίμασα ἱκανὴν ἔκπληξιν, μανθάνων, ὅτι ἀπηγορεύετο ἡ εἰσαγωγὴ ὠῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, παράπονα δὲ ὑπεβλήθησαν εἰς ἐμὲ περὶ τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης. Ἠρώτησα ἀμέσως τὸν ἐκκεντρικὸν τμηματάρχην τοῦ σχετικοῦ τμήματος, ποῖος ὑπῆρξεν ὁ λόγος τῆς ἀπαγορεύσεως, καὶ ποῦ ἐστηρίζετο, καὶ ὁ κ. τμηματάρχης μετ’ ἐμφάσεως ἱκανῆς μοὶ ἀπεκρίθη, ὅτι ὁ λόγος εἶναι ἡ φυλλοξήρα. Τὸν παρετήρησα ἔκπληκτος, καὶ ἐν θαυμασμῷ τὸν ἠρώτησα, τί τὸ κοινὸν μεταξὺ φυλλοξήρας καὶ ὠῶν, καὶ ὁ τμηματάρχης μοὶ ἀπεκρίθη μετὰ νέας ἐμφάσεως, ὅτι τὰ ὠὰ εἰσκομίζονται τετυλιγμένα μετ’ ἀχύρων, καὶ ὅτι ἕνεκα τῶν ἀχύρων τούτων ἐγένετο ἡ ἀπαγόρευσις. Νέα ἔκπληξις ἐμοῦ, καὶ νέα πάλιν ἐρώτησις: «Ἀλλ’ ἐὰν μὲ τὰ ἄχυρα ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Κράτος ἡ φυλλοξήρα, εἶπον εἰς τὸν ἐκκεντρικὸν τμηματάρχην, τότε φυσικῷ τῷ λόγῳ πρέπει ν’ ἀπαγορεύσωμεν πᾶν ὅ,τι ξένον προϊὸν τυλίσσεται μὲ ἄχυρα ἢ ἄλλα χόρτα, καὶ δὲν εἶναι, ταῦτα, νομίζω, ὀλίγα. Τότε νὰ κλείσωμεν τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους, διότι μὲ ἄχυρα τυλιγμένα εἰσέρχονται καὶ ὕαλοι καὶ λάμπαι καὶ ἔπιπλα καὶ ὅσα ἄλλα προϊόντα βιομηχανίας.» Ὁ τμηματάρχης, στενοχωρηθεὶς τότε, ἔδωκε τὴν ἀληθῆ ἐξήγησιν τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν ὠῶν· εἶπεν, ὅτι δὲν εἰσέρχεται ἡ φυλλοξήρα διὰ τῶν ἀχύρων,—ἡ ἐπιστήμη σαφῶς διδάσκει περὶ τούτου,—ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ὠῶν, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐντόπιον παραγωγήν! Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι τοιαύτη δικαιολογία, τοιαύτη αὐθαίρετος καταστρατήγησις τοῦ νόμου περὶ φυλλοξήρας εἶναι ἀσυγχώρητος, ὅτι κανὲν δικαίωμα δὲν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ οἰκειοποιῆται νομοθετικὰ καθήκοντα, καὶ ὑπέβαλον αὐθωρεὶ εἰς τὸν προϊστάμενόν μου Ὑπουργὸν, ὅπως ἀκυρώσῃ τὸ Β. Διάταγμα τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν ὠῶν, τὸ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον, ἀφήσῃ δὲ εἰς μόνην τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ, ἂν θέλῃ, καὶ ὡς ἔχει δικαίωμα, ἐὰν πρέπει νὰ ἐνισχύσῃ καὶ τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν τῶν ὠῶν. Περιττὸν νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἀποτέλεσμα τῆς ἄρσεως τῆς ἀπαγορεύσεως ἦν νὰ τρώγωσιν οἱ Ἕλληνες πολῖται τὰ ὠὰ 5 λεπτὰ τὸ ἓν, ἀντὶ τῶν 20, ὅσα ἐπλήρωνον διὰ τοῦ μέτρου τοῦ κ. Γενναδίου. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἑρμηνευόμενος καὶ ἐφαρμοζόμενος ὁ φυλλοξηρικὸς νόμος ὑπὸ τοῦ τμήματος τῆς Γεωργίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχε μεταβληθῆ ἀνεξελέγκτως καὶ πολὺ ἐπικινδύνως, διὰ πολλοὺς λόγους, εἰς ὅπλον ἢ καταδυναστεύσεως ἢ προστασίας διαφόρων συμφερόντων γεωργικῶν καὶ βιομηχανικῶν. Μεταξὺ τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἀπηγορεύθησαν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, εἶναι καὶ τὰ χόρτα, τὰ ὁποῖα εἰσήγοντο ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποιοῦντο ὑπό τινος ἀρτιπαγοῦς βιομηχανίας ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ. Διὰ τῆς βιομηχανίας ταύτης κατωρθώθη βαθμηδὸν, ὥστε πάντα τὰ εἴδη τῶν ψηκτρῶν, τῶν χρησίμων πρὸς πλύσιν πατωμάτων καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν εὐρὺ στάδιον καταναλώσεως ἐν Ἑλλάδι, νὰ κατασκευάζωνται εἰς τὸν τόπον, ἐλαττωθείσης εἰς βαθμὸν μέγαν τῆς ἔξωθεν εἰσαγωγῆς. Τὸ χόρτον τοῦτο εἰσάγεται ἐξ Ἁμβούργου, ὅπου οὐδὲ ἴχνος φυλλοξήρας ὑπάρχει, ἡ δὲ ἐπιστήμη ἀπεφάνθη, ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρχῃ, ἀδύνατον εἶναι νὰ χρησιμεύσῃ ὡς φορεὺς τοῦ μικροβίου τῆς φυλλοξήρας, καθόσον τὸ χόρτον τοῦτο πλύνεται προηγουμένως δι’ ἀναλύσεώς τινος θείου, τὸ ὁποῖον ἤθελε καταστρέψει τὸ ὠάριον τῆς φυλλοξήρας ἀσφαλῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατήργησε τὸ Β. Διάταγμα τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ χόρτου τούτου, καὶ παρέχει εἰς τὴν βιομηχανίαν τῶν ψηκτρῶν τὸ μέσον νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ ἑαυτῆς καὶ τοῦ τόπου, τὴν βιομηχανίαν ταύτην, δι’ ἧς καὶ πολλοὶ ἀποζῶσι, καὶ χρῆμα δὲν ἐξέρχεται πλέον ἐκ τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ὁ κ. Δανόπουλος παραπονεῖται. Ἐγὼ εἰλικρινῶς συγχαίρω τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως, διότι εὐθὺς ὡς ὁ Ὑπουργὸς πείθεται, ὅτι ἕν ὡρισμένον προϊόν, οἷον δήποτε, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιστήμης δὲν δύναται νὰ μεταφέρῃ τὸν ἰὸν τῆς φυλλοξήρας, ἔχει καθῆκον εὐθὺς καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ, διότι δὲν ἀπέκτησε, δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα, κανεὶς νόμος δὲν ἀνεγνώρισεν εἰς αὐτὸν τοιοῦτον, ν’ ἀπαγορεύῃ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ, οἰκειοποιούμενος αὐθαιρέτως καὶ ἀξιοποίνως, ἂν θέλετε, νομοθετικὰ καθήκοντα. Ὁ κ. ἐξ Ἄργους ἀντιπρόσωπος βεβαίως ὡρμήθη εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ βλέπῃ τὰ σάρωθρα τῆς πατρίδος του πωλούμενα εἰς μεγαλειτέραν τιμήν. Τοῦτο ἴσως ἐν μέρει τὸν τιμᾷ, διότι φροντίζει περὶ τῶν ἐκλογέων του. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα νὰ φροντίζῃ μονομερῶς περὶ τῶν ἐκλογέων του, ἀδιαφορῶν διὰ τοὺς ἄλλους, ἢ διὰ τὰ γενικώτερα συμφέροντα, πρὸς ἃ εἶναι ἐνδεχόμενον ἐκ διαμέτρου ἐνίοτε νὰ συγκρούωνται τὰ ἰδιαίτερά μας ἢ ὀλίγων ἐπαρχιῶν, ἢ καὶ ἀτόμων πολλάκις. Οἱ Βουλευταὶ ἐνταῦθα ἄλλως τε δὲν εἴμεθα ἀντιπρόσωποι ὡρισμένης ἐπαρχίας· ἀντιπροσωπεύομεν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ἅπαν τὸ Κράτος, καταχρηστικῶς δὲ, νομίζω, φέρεται παρὰ τὸ ὄνομα ἑκάστου ἡμῶν εἰς τὸν βουλευτικὸν κατάλογον καὶ ὁ τίτλος Βουλευτὴς Ἄργους, ἢ Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Ὀρθότερον ἴσως θὰ ἦτο νὰ γράφωνται τὰ ὀνόματα ἡμῶν κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν, ἄνευ μνείας ἐπαρχίας, διὰ νὰ μὴ γεννῶνται καὶ πόῤῥωθεν αἱ στεναὶ ἰδέαι εἰς κανένα περὶ τοπικισμοῦ, αἵτινες βεβαίως πάντοτε εἶναι ἀνάξιαι ἰδέαι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ διατάγματος, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσεν ὁ κ. ἐξ Ἄργους ἀντιπρόσωπος, καταργήσας τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ χόρτου αὐτοῦ, ἔπραξε πρᾶξιν πολὺ ὀρθὴν, πολὺ δικαίαν καὶ συντελεστικὴν εἰς ἀνάπτυξιν βιομηχανίας, ἡ ὁποία καὶ τώρα μὲν ἔχει σημασίαν τινὰ, ἀλλὰ καὶ βραδύτερον, ἐὰν δὲν παρεμβληθῶσιν εἰς αὐτὴν προσκόμματα, ὑπόσχεται πολὺ πλείονα νὰ κατορθώσῃ.
§12ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποία βιομηχανία;
§13Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τῆς κατασκευῆς ψηκτρῶν παντὸς εἴδους.
§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι πολλὰ καταστήματα τοιαῦτα;
§15Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἱκανὰ τοιαῦτα καταστήματα. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ φυλλοξήρα δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπιστημονικῶς νὰ μεταφερθῇ δι’ αὐτῶν τῶν χόρτων.
§16ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιστημονικῶς, εἶχεν εἴπει ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ εἰσαγωγὴ τῆς φυλλοξήρας.
§17ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐν Ἄργει, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἄργους συνάδελφος, ὑπάρχει ἀνεπτυγμένη ἡ βιομηχανία τῶν σαρώθρων, ἡ δὲ βιομηχανία αὕτη παραβλάπτεται διὰ τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἢ καὶ διὰ τῆς ἐπὶ τέλει μικρῷ εἰσαγωγῆς τῶν προϊόντων τῆς ξένης ὁμοειδοῦς βιομηχανίας, δίκαιον εἶναι, ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ Βουλὴ ἐν ἀνάγκῃ, νὰ μεριμνήσῃ περὶ προστασίας τῆς βιομηχανίας ταύτης. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄργους συνάδελφος δὲν ἔχει δίκαιον, ἐν τῇ παραινέσει του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας ταύτης, νὰ ἐπικαλῆται τὸν φόβον τῆς μεταδόσεως τῆς φυλλοξήρας εἰς τὸν τόπον· διότι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἐξ ἐπιστημόνων γεωπόνων, εἰς τοὺς ὁποίους παρεπέμφθη πρὸς μελέτην τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ζήτημα ἐὰν τὸ χόρτον, διὰ τοῦ ὁποίου κατασκευάζονται τὰ σάρωθρα ἢ αἱ ψῆκτραι, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς φορεὺς τοῦ ὠαρίου τῆς φυλλοξήρας, ἀφοῦ, λέγω, ἐπιτροπὴ τοιαύτη ἀπεφάνθη ἀποφατικῶς, πολὺ ὀρθῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε τὸ μέτρον, ὅπως ἐπιτρέψῃ τὴν εἰσαγωγήν. Τώρα τί συμβαίνει ἐντεῦθεν; Συμβαίνει ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ χόρτου νὰ παραβλάπτηται ἡ ἐν Ἄργει βιομηχανία. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ μέτρον τι προστατευτικὸν τῆς τοιαύτης πρωτογενοῦς βιομηχανίας. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ σχετισθῇ πρὸς τὸν φόβον τῆς εἰσαγωγῆς, διὰ τῶν τοιούτων εἰδῶν, τοῦ ὠαρίου τῆς φυλλοξήρας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τοιαύτην πλάνην ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ὑπέστη καὶ ἄλλοτε, ἀπαγορεύσασα λ. χ. πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ πευκοφλοιοῦ, ὅστις ἦτο τὰ μάλιστα χρήσιμος εἰς τὴν βιομηχανίαν τῆς βυρσοδεψίας, βιομηχανίαν ἀρκούντως ἀνεπτυγμένην ἐν Σύρῳ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐπὶ τέλους τὸ Ὑπουργεῖον, κατιδὸν τὴν πλάνην, ἐπέτρεψε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ πευκοφλοιοῦ, ἔκτοτε δὲ, μολονότι ἔτη παρῆλθον, οὐδεμία ζημία προέκυψεν εἰς τὴν γεωργίαν τοῦ τόπου. Τὸ αὐτὸ συνέβαινεν ἐπὶ ἀρκετὸν διάστημα χρόνου, προκειμένου περὶ εἰσαγωγῆς ἐλαιοπυρήνων. Τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη πέρυσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ μετὰ μακρὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία διεξήχθη ἐνταῦθα, προέκυψεν ἡ γνώμη, σαφὴς καὶ ἀναντίῤῥητος, ὅτι οὐδεὶς ἐπίσης κίνδυνος εἰσαγωγῆς τῆς φυλλοξήρας ὑπῆρχε διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐλαιοπυρήνων, καὶ ἐδέησεν ἐν τέλει τοῦ ἔτους 1897 ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἐπιτραπῇ καὶ τῶν ἐλαιοπυρήνων ἡ εἰσαγωγή. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τῆς εἰσαγωγῆς φυλλοξήρας ἐν τῷ τόπῳ οὐδὲν ἔχει νὰ κάμῃ ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ. Δίκαιον ὅμως εἶναι, ἡ βιομηχανία τῆς σαρωθροποιΐας καὶ ψηκτροποιΐας, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη ἐντόπιος βιομηχανία, δυναμένη νὰ προσφέρῃ ὠφέλειαν εἰς τὸν τόπον, νὰ προστατευθῇ, ὡς ἠξίωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄργους Βουλευτής.
§18Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἤμην ἐδῶ, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄργους Βουλευτὴς ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν σχετικῶς πρὸς τὸ διάταγμα περὶ φυλλοξήρας, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, πόθεν ὡρμήθην νὰ προκαλέσω τὸ διάταγμα τοῦτο. Πολλὰ μοὶ ἐγένοντο παράπονα, καὶ ἰδίως ἐκ μέρους τῶν ἐν Σύρῳ βιομηχάνων, ὅσον ἀφορᾷ τὸν πευκοφλοιόν. Ἐπίσης πολλὰ μοὶ ἐγένοντο παράπονα καὶ δι’ ἄλλα εἴδη, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν πρόοδον τῆς ἐπιστήμης, κατὰ τὰς νέας ἰδέας, δὲν δύνανται νὰ εἰσαγάγωσι τὴν φυλλοξήραν εἰς τὸ Κράτος. Μάλιστα δὲ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὁ μακαρίτης Παστὲρ εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐκθέσεις πολλὰς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, τῶν ὁποίων ἀντίγραφα ἔλαβε καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πᾶσα ὑποψία περὶ εἰσαγωγῆς τῆς φυλλοξήρας ἐν Ἑλλάδι διὰ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ εἰσαγωγὴ ἀπηγορεύετο εἰς τὸ Κράτος, ἐξέλιπε. Τὸ Γεωργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἢ μᾶλλον ἀπετελέσθη,—διότι σήμερον δὲν ἐργάζεται, εἰργάσθη ἐπὶ 15 ἡμέρας, κατὰ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος,—τὸ Γεωργικὸν Συμβούλιον, λέγω, συνῆλθε καὶ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν πάσας τὰς νέας ἰδέας καὶ πάντα τὰ νέα συγγράμματα, ἐξήρεσε τῆς ἀπαγορεύσεως ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαγάγωσι τὴν φυλλοξήραν. Μάλιστα δὲ, διατυπῶσαν τὴν ἔκθεσίν του, εἶπεν ὅτι δι’ ὅλων τῶν ἀντικειμένων τούτων οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ ἡ φυλλοξήρα, ἡ ὁποία δύναται νὰ εἰσέλθῃ μόνον διὰ τοῦ χλωροῦ κλήματος, τοῦ ἔχοντος ἡλικίαν 2 ἐτῶν,—οὐδὲ πλέον, οὐδὲ ἔλαττον· διότι ἐὰν μὲν ἦναι ἔλαττον τῶν δύο ἐτῶν, τὸ κλῆμα εἶναι τοσοῦτον μαλακόν, ὥστε τὸ ὠάριον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ, ἐὰν δὲ ἦναι πλέον τῶν δύο ἐτῶν, ἔχει σχίσματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δύνανται νὰ ἐπικαθήσωσι τὰ ὠάρια. Πρέπει λοιπὸν τὸ κλῆμα νὰ ἦναι δύο ἐτῶν. Μάλιστα εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ ὁ μακαρίτης Παστὲρ λέγει, ὅτι εὗρεν εἰς βιβλιάριόν τι ὠὸν φυλλοξήρας, ἑπομένως ἐὰν ἡ φυλλοξήρα ἠδύνατο νὰ εἰσέλθῃ καὶ διὰ τῶν βιβλίων, ἔπρεπε νὰ πετάξουν ὅλα τὰ βιβλία. Αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτουν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐστηρίζοντο εἰς τὰ τότε συγγράμματα, τὰ ὁποῖα πράγματι ἔδιδον τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἡ φυλλοξήρα καὶ δι’ ἄλλων εἰδῶν, ἐνῷ, ὡς εἶπον προηγουμένως, δὲν εἰσέρχεται παρὰ διὰ τοῦ χλωροῦ κλήματος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ χόρτον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄργους Βουλευτής, καὶ ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ἡ παραγωγὴ τοῦ χόρτου νὰ πάθῃ βλάβην· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον μᾶλλον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπιβάλῃ μικρόν τινα φόρον εἰς τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα χόρτα, ὅπερ ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ κεράμων καὶ τούβλων, τὰ ὁποῖα πρίν ἦσαν ἀτελῆ, ἐντεῦθεν δὲ ὑψώθησαν αἱ τιμαὶ τῶν κατασκευαζομένων ἐν Ἑλλάδι.
§19ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα νὰ ἐπανέλθῃ τὸ πρότερον ἀπαγορευτικὸν διάταγμα. Ἐγὼ ἐπρότεινα, ἐὰν ᾖναι βέβαιον καὶ ἐξησφαλισμένον, ὅτι ἡ φυλλοξήρα δὲν εἰσέρχεται δι’ αὐτῶν τῶν εἰδῶν, τότε ἂς ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν σαρώθρων εἰσαγωγικός τις δασμὸς, πρὸς διάσωσιν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Ἄλλοτε ἡ ἐπιστημονικὴ ἐπιτροπὴ ἐβεβαίου, ὅτι εἰσέρχεται ἡ φυλλοξήρα δι’ αὐτῶν τῶν εἰδῶν, τώρα λέγει, ὅτι δὲν εἰσέρχεται. Τίς ἠξεύρει, ἐὰν τότε ἔσφαλλεν ἡ ἐπιτροπὴ ἢ νῦν σφάλλει; Ἔπρεπε νὰ περιμείνωμεν τουλάχιστον ν’ ἀποδειχθῇ ἀσφαλῶς τὸ πρᾶγμα. Ἐγὼ ὅμως δὲν ζητῶ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς εἰσαγωγῆς, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐπιβληθῇ δασμός τις, διότι καταστρέφεται ἡ παραγωγὴ τοῦ Ἄργους.
§20Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως ὅ,τι ἄλλοτε ὑπεστήριξα, προκειμένου περὶ τῶν ἐλαιοπυρήνων, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ αὐτῶν, ὡς καὶ διὰ παραπλησίων μέσων, ἀλλὰ μόνον διὰ χλωρῶν κλημάτων, νὰ εἰσαχθῇ ἡ φυλλοξήρα εἰς τὸν τόπον, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διὰ μακρᾶς πείρας καὶ διὰ παρατηρήσεων ἐβεβαιώθη, ὑποστηρίζω καὶ ἤδη. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν δύναται δι’ αὐτῶν τῶν εἰδῶν νὰ μεταφερθῇ ἔξωθεν ἡ φυλλοξήρα εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν ἐνθαῤῥύνῃ, ὅπως ὅλα ἐκεῖνα τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἀπηγορεύοντο νὰ εἰσαχθῶσιν, ἀνεξαιρέτως καὶ ἄνευ ἄλλης ἐξετάσεως ἐπιτραπῇ ἤδη νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλος λόγος, ὁ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἐντοπίου βιομηχανίας. Ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Ἄργους ἔντιμος Βουλευτής, λόγῳ τῆς μέχρι τοῦδε ἀπαγορεύσεως ἐπροστατεύθη καὶ ἀνεπτύχθη σήμερον μεταξὺ ἄλλων καὶ σπουδαία βιομηχανία παραγωγῆς σαρώθρων καὶ κατασκευῆς ψηκτρῶν. Διὰ ποῖον λόγον, καίτοι ἐπιστημονικῶς ἐβεβαιώθη ὅτι δι’ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ μεταδοθῇ ἡ φυλλοξήρα, νὰ ἄρωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς εἰσαγωγῆς πάντων ἀπολύτως; Ἐννοοῦμεν νὰ μὴ λάβωμεν ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὰ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς συμφέροντα; πρέπει νὰ ἄρωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν μόνον ἐπὶ ἐκείνων τῶν εἰδῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἐλευθέρα εἰσαγωγὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ ἐγχώριον βιομηχανίαν. Διότι καὶ ἡμεῖς πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν Κράτη ἀρχαιότερα ἡμῶν ἐφήρμοσαν καὶ ἐφαρμόζουν, ὅτι πρέπει χάριν τῆς ἐντοπίου γεωργίας καὶ βιομηχανίας νὰ προστατεύωμεν διὰ τῶν τελωνειακῶν ἀπαγορεύσεων ἢ βαρῶν αὐτὴν, ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην τοιαύτης προστασίας. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι, οἵτινες θὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς ἀπολύτους τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου ἀρχάς. Ὅταν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐντόπιον βιομηχανίαν ἀξίαν λόγου διὰ προστασίας τελωνειακῆς, πρέπει νὰ τὴν προστατεύσωμεν. Ἔχομεν ἀπαγόρευσιν εἰσαγωγῆς τινων γεωργικῶν εἰδῶν ἕνεκα τῆς φυλλοξήρας ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀπαγόρευσιν ἡ ὁποία ὠφέλησε τὴν ἐντόπιον αὐτῶν παραγωγήν. Ἄν, αἰρομένης τῆς ἀπαγορεύσεως ἤδη, κινδυνεύῃ αὕτη νὰ ἐκλίπῃ, δὲν πρέπει νὰ ἀρθῇ. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔπρεπεν ἐκεῖνα μόνον τὰ ἤδη νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσάγωνται, τῶν ὁποίων ἡ εἰσαγωγὴ δὲν δύναται νὰ παραβλάψῃ τὴν ἐντόπιον βιομηχανίαν. Διὰ τὰ ἄλλα ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ἡ ἀπαγόρευσις. Ἐλέχθη ὅτι δύναται νὰ ἐπιβληθῇ τέλος τι προστατευτικὸν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἀντὶ νὰ φορτώνωμεν τὸ δασμολόγιον διὰ φόρων, καὶ νὰ λαμβάνωνται ἔπειτα ὑπ’ ὄψιν εἰς διαπραγματεύσεις συμβάσεων καὶ νὰ ζητῆται ἡ κατάργησις ἢ ἐλάττωσις, ὡς συνήθως συμβαίνει, διὰ νὰ προστατεύσωμεν τὴν βιομηχανίαν τῶν ἄλλων Κρατῶν, καλλίτερον εἶναι, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν ἀπαγόρευσιν λόγῳ τοῦ κινδύνου τῆς φυλλοξήρας, νὰ διατηρήσωμεν αὐτήν, ὅπου συμφέρει ἡμᾶς, καὶ νὰ αἴρωμεν αὐτὴν μὲ πνεῦμα πρακτικόν, καθ’ ὅσον δηλ. συντελεῖ εἰς τὴν προστασίαν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸ διάταγμα, εἰ δυνατόν, καὶ συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκείνων μόνον τῶν εἰδῶν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγήν, τὰ ὁποῖα εἰσαγόμενα δὲν δύνανται νὰ παραβλάψωσι τὴν ἐντόπιον βιομηχανίαν.
§21Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούομεν ἐνταῦθα ἐνίοτε ἀληθῶς παραδόξους ἰδέας περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐντοπίου βιομηχανίας. Νομίζουν ὅτι πρέπον, δίκαιον καὶ συμφέρον εἶναι νὰ ἐπιβάλλωμεν ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει καὶ ἀμελετήτως εἰς πᾶσαν περίστασιν ἀπαγορευτικοὺς δασμοὺς ἐναντίον τῶν πολλῶν, ὅλων τῶν ἄλλων, πρὸς ὄφελος ἀποκλειστικὸν πολὺ ὀλίγων. Ἐὰν εἰς τὸ Ἄργος παράγεται ποσότης χόρτου πρὸς κατασκευὴν σαρώθρων, νομίζετε ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἐθνικὴν βιομηχανίαν, καὶ ὅτι εἶναι καὶ πρέπον, χάριν τοιαύτης βιομηχανίας, ν’ ἀπαγορεύσωμεν τὴν ἔξωθεν εἰσαγωγὴν ὁμοίων ἢ ἄλλων ἀναλόγων χόρτων, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὴν τιμὴν τῶν σαρώθρων τοῦ Ἄργους εἰς βάρος ὅλων τῶν ἄλλων καταναλωτῶν; Τοῦτο εἶναι μία προστασία —διστάζω νὰ εἴπω τὴν λέξιν, ἀλλὰ νὰ μὲ συγχωρήσητε,— ὀλίγον ἀναίσχυντος. Ἀλλ’ εἴτε εἶναι ἀναίσχυντος, ὡς ἐγὼ νομίζω, εἴτε δὲν εἶναι, πάντες θὰ συνομολογήσητε, ὅτι τοιαῦτα ζητήματα δασμολογικά, ζητήματα προστασίας, εἶναι ἄξια προηγουμένως νὰ βασανίζωνται καὶ νὰ μελετῶνται ἐπισταμένως ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, καὶ νὰ προσάγωνται ἐφ’ ὅλων τῶν συνδεομένων πρὸς ταῦτα λεπτομερειῶν αἱ δέουσαι καὶ ἐξηκριβωμέναι στατιστικαὶ πληροφορίαι καὶ ὅσαι ἄλλαι. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλωμεν τοὺς προστατευτικοὺς τούτους δασμοὺς, οὓς ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Δανόπουλος χάριν τῶν σαρώθρων τῆς ἐπαρχίας του. Ἔχομεν, εἶπε, νόμον περὶ φυλλοξήρας, μὲ τὸν ὁποῖον δυνάμεθα ἀξιόλογα, κατὰ τὴν γνώμην του, νὰ δημιουργῶμεν ἑκάστοτε, ὁσάκις θέλωμεν, ἀνενοχλήτως προστατευτικὰ τέλη. Θέλομεν νὰ πωλήσωμεν λ.χ. ἀκριβὰ–ἀκριβὰ τοὺς ἐλαιοπυρῆνας μερῶν τινων, ὡρισμένων, τῆς Ἑλλάδος; ἀπαγορεύομεν διὰ τοῦ νόμου τῆς φυλλοξήρας τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτων ἔξωθεν, ἀδιάφορον ἐὰν καταστρέφωνται μεγάλαι βιομηχανίαι διὰ τῆς τοιαύτης ἀπαγορεύσεως. Ἀντιθέτως, θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν τὰ χόρτα τοῦ Ἄργους; ἀπαγορεύομεν διὰ τοῦ νόμου τῆς φυλλοξήρας τὴν εἰσαγωγὴν ἔξωθεν, χωρὶς νὰ δώσωμεν καμμίαν ἄλλην δικαιολογίαν ἢ τὴν θέλησιν ἡμῶν. Ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, εἶναι κατάφωρος καταστρατήγησις τοῦ νόμου περὶ φυλλοξήρας, καὶ οἰκειοποίησις τολμηρὰ ἐκ μέρους τῶν διευθυνόντων τὰ Ὑπουργεῖα νομοθετικῶν δικαιωμάτων, οἰκειοποίησις ἐντελῶς ἀσυγχώρητος ἐκ μέρους ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ὁ νόμος περὶ φυλλοξήρας ἕνα σκοπὸν εἶχε, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς ἀμπέλους τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ φθοροποιοῦ μικροβίου. Ὅταν ἡ ἐπιστήμη λέγῃ, ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς χόρτου, ἀχύρων καὶ ἄλλων εἰδῶν δὲν τρέχει κίνδυνον νὰ προσβληθῇ ἡ Ἑλληνικὴ ἄμπελος, τότε διὰ ποῖον λόγον καὶ μὲ ποῖον δικαίωμα θεσπίζομεν διὰ Β. Διατάγματος τὴν ἀπαγόρευσιν; Ἡμεῖς τὸν νόμον περὶ φυλλοξήρας ἐννοοῦμεν ἐδῶ νὰ μεταβάλλωμεν κατὰ βούλησιν εἰς δασμὸν προστατευτικὸν ὡρισμένων συμφερόντων, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀπολύτως κανὲν πρὸς τοῦτο δικαίωμα. Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητον, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ συναινέσῃ ποτὲ εἰς τοιαύτην παραχάραξιν, νὰ συναινέσῃ, ὥστε νόμος ψηφισθεὶς ἵνα προστατεύσῃ τὴν ἄμπελον τῆς Ἑλλάδος κατὰ τῆς φυλλοξήρας, νὰ μεταβληθῇ εἰς χεῖρας ἡμῶν εἰς ὅπλον ἀμύνης ἢ ἐπιθέσεως ὑπὲρ ἢ ἐναντίον ἄλλων συμφερόντων, ξένων ἐντελῶς πρὸς τὴν φυλλοξήραν καὶ τὸ μικρόβιον αὐτῆς. Τοῦτο νομίζω καὶ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ συμβῇ.
§22Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν εἶχον τὰς αὐτὰς ἰδέας περὶ ἀναισχυντίας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, θὰ συνεφώνουν μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τὰς αὐτάς. Νομίζω ὅτι ὁ κοινὸς νοῦς ἔπρεπε νὰ τὸν ὁδηγήσῃ, ὅτι, ἂν ὅσα ἔλεγεν ἐφηρμόζοντο, θὰ ἔφερον εἰς καταστροφὴν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἐὰν ὅλους ἐν τῷ τόπῳ, ὅσοι ἐργάζονται ἢ καὶ δὲν ἐργάζονται, ἀλλὰ ζητοῦσι νὰ ἐργασθῶσι, λέγωμεν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τοὺς προστατεύσωμεν, διότι θὰ ὠφελήσωμεν μὲν αὐτούς, ἀλλὰ θὰ ζημιώσωμεν τοὺς ἄλλους, δὲν ἐργαζόμεθα ἢ πρὸς ἐθνικὴν ἀποσύνθεσιν. Ἐάν τις νομοθετῶν σκέπτεται περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος του μὲ τὸν αὐτὸν ψυχρόν, τὸν παγετώδη τρόπον, βεβαίως δὲν θέλει ὑπηρετήσει τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἀφοῦ δ’ αὐτὰς τὰς ἰδέας, τὰς κατὰ τῆς προστασίας, ἔθνη μεγάλα, τὰ ὁποῖα δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀσθένειαν καὶ τὴν ἀδυναμίαν, τὰς ὁποίας αἰσθανόμεθα ἡμεῖς, τὰς ἀπεσκοράκισαν, καὶ σήμερον βλέπομεν καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην κατισχύουσαν τὴν προστατευτικὴν πολιτικὴν ἐν τῷ ἐμπορίῳ καὶ ἐν τῇ ἐργασίᾳ, ἐρχόμεθα ἡμεῖς καὶ μὲ ἓν ἐγχειρίδιον πολιτικῆς οἰκονομίας εἰς χεῖρας ζητοῦμεν νὰ πείσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ὅτι μὲ αὐτὰς πρέπει νὰ ζήσῃ καὶ προαχθῇ! Ὅταν λέγωμεν πρὸς τὸν ἕνα, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τὸν προστατεύσωμεν, διότι παράγει σάρωθρα ἀκριβότερα, καὶ εἰς τὸν ἄλλον, ὅστις παράγει σταφίδα, διότι παράγει πολλὴν, καὶ τὰ τοιαῦτα, ἐφαρμόσωμεν δὲ αὐτὰ καθ’ ὅλων, βεβαίως θὰ καταντήσωμεν ἡμέραν τινὰ πτωχοὶ καὶ ἐλεεινοὶ, καὶ θὰ ζητήσωμεν νὰ ὑπηρετῶμεν ἄλλους, διὰ νὰ ζήσωμεν, μὴ δυνάμενοι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ ζήσωμεν διὰ τῆς ἰδίας ἐργασίας. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ὅπου τὰ κεφάλαια εἶναι ἀκριβὰ, ὅπου ἐλλείπουν τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, ὁ σίδηρος, ὁ ἄνθραξ, ἡ ἐπιστήμη ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἡ γῆ δὲν ἐπλάσθη ὑπὸ τῆς φύσεως λίαν παραγωγική, ὅπου 7 μῆνας τοῦ ἔτους δὲν πίπτει σταγὼν βροχῆς, ὅπου δὲν εὑρίσκεται μία διῶρυξ διὰ νὰ ποτίσητε αὐτὴν, θέλομεν ἡμεῖς οἱ χθεσινοὶ νὰ διαγωνισθῶμεν πρὸς τοὺς μᾶλλον εὐνοηθέντας καὶ ἐμπειροτέρους ἡμῶν! Λοιπὸν οἱ τελευταῖοι εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐρχώμεθα μὲ αὐτὰς τὰς ἰδέας καὶ μὲ κομποῤῥημοσύνην νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, καὶ νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος πᾶσα πρότασις, ἡ ὁποία σκοπεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐθνικὴν ἐργασίαν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἄλλων ὠφελειῶν ἐκ τῆς προστασίας τῆς ἐντοπίου βιομηχανίας. Ὅταν παύσωμεν εἰσάγοντες ὅλον τὸ πλῆθος τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν βιομηχανικῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον εἰσάγομεν, ἐννοεῖτε ὅτι θὰ ἐξάγωμεν ὀλιγώτερον χρυσὸν, ὅταν δ’ ἐξάγωμεν ὀλιγώτερον χρυσὸν, ἐννοεῖτε ὅτι βελτιοῦμεν τὸ νόμισμα τοῦ τόπου, καὶ ὀλιγώτερον ζημιοῦμεν τὸν τόπον, καὶ οὕτω προσφέρομεν βεβαίως μεγίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος τὸ νόμισμα σήμερον τὸ ἀνταλλάσσει ἐπὶ ζημίᾳ πρὸς τὰ διάφορα ἐμπορεύματα. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ὡς ἀρχὴν τὸ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προστατεύσωμεν ἓν βιομηχανίαν, καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι καὶ ἐν τῇ παρούσῃ περιπτώσει πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσπαθήσῃ, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον βλαφθῇ ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία ἐκ τῆς ἀνακλήσεως τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς εἰσαγωγῆς, ἥτις ὑπῆρχε λόγῳ τῆς φυλλοξήρας.
§23ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὀλίγα ὑπολείπονται εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω. Βεβαίως μοὶ ἔκαμον ἐντύπωσιν αἱ ἔκτροποι ἰδέαι, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ὑποστηρίζει. Ἀπορεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος διατὶ ὑποστηρίζονται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ αἱ ἰδέαι τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ λησμονεῖ, ὅτι ἐν ὅλοις τοῖς Κοινοβουλίοις αἱ κραταιότεραι κοινοβουλευτικαὶ μάχαι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, καὶ λησμονεῖ ὅτι ἡ σταφὶς ἀπεκλείσθη ἀπὸ τὴν Γαλλίαν διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ οἰνοπαραγωγή. Εἰς τὴν Ρωσσίαν ἐπίσης οἱ οἰνοπαραγωγοὶ τῆς Βεσσαραβίας ἀπέκλεισαν τὴν σταφίδα, καὶ ὅταν ἔχωμεν δεδομένον σήμερον, ὅτι ἐν Ἑλλάδι παράγεται τὸ χόρτον, ἐκ τοῦ ὁποίου κατασκευάζονται τὰ σάρωθρα, πῶς ἄλλως θὰ ὑποστηριχθῇ ἡ βιομηχανία αὕτη, παρὰ διὰ τῆς προστατευτικῆς συνδρομῆς; καὶ πῶς ἄλλως ὅλα τὰ Κράτη ὑπεβοήθησαν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, παρὰ διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως; ποίαν δὲ ἄλλην συνδρομὴν δύναται νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις, παρὰ δι’ ἀπαγορευτικῶν δασμῶν προστατεύουσα τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν; Σήμερον πρόκειται νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὴν εἰσαγωγὴν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐπιβάλωμεν δασμοὺς εἰς τὸ εἰσαγόμενον χόρτον, τὸ ὁποῖον καταστρέφει τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, διότι μεγάλαι ἐκτάσεις ἐν Ἄργει καλλιεργοῦνται διὰ τοῦ χόρτου αὐτοῦ, αἵτινες πρόκειται νὰ μείνουν ἀκαλιέργητοι, καὶ τόσαι ἐργατικαὶ χεῖρες ἀργαί. Δὲν ὑπάρχει δικαιοτέρα πρότασις, καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἄργους Βουλευτοῦ.
§24ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ὁμιλήσω περὶ προστασίας τῆς βιομηχανίας ἢ τῆς γεωργίας, διότι αὐτὸ εἶναι θέμα εὐρὺ, καὶ δὲν εἶναι σήμερον ἡ κατάλληλος στιγμή. Θὰ ἐπιστήσω ὅμως τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ φίλου μου ἐπὶ ἀντικειμένου ἀφορῶντος ἓν τῶν πρωτίστων προϊόντων τῆς παραγωγῆς ἡμῶν. Πρόκειται περὶ τῆς σταφίδος. Εἰς τὸ διάταγμα, τὸ ἐσχάτως ἐκδοθὲν, περὶ εἰσαγωγῆς χόρτου καὶ λοιπῶν εἰδῶν ὅτι πρόκειται περὶ κωδικοποιήσεως τῶν ἀφορώντων τὴν φυλλοξήραν νόμων. Εἶδον ὅμως, ὅτι πρόκειται καὶ περὶ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς δύνανται νὰ εἰσαχθῶσι τὰ φυτά. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς ἐλαιοπυρῆνας καὶ τὸ χόρτον, ἔχει λόγον τὴν γενικὴν χρῆσιν· ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ φυτὰ, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ φυτῶν, διότι δύο εἰδῶν φυτὰ πρόκειται νὰ εἰσαχθῶσιν, ἢ δένδρα ὀπωροφόρα, ἢ φυτὰ πολυτελείας, φυτὰ διακοσμήσεως αἰθουσῶν, θερμοκηπίων καὶ ἐν γένει οἰκημάτων. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ ὀπωροφόρα δένδρα, νομίζω ὅτι ὁ κλάδος οὗτος τῆς παραγωγῆς ἀνεπτύχθη ἀρκούντως παρ’ ἡμῖν, ὥστε δὲν ἔχομεν ποσῶς ἀνάγκην νὰ εἰσάγωμεν ὀπωροφόρα δένδρα, ὅπως ἄλλοτε εἰσήγοντο πολλὰ ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Γαλλίαν. Μένουν λοιπὸν τὰ φυτὰ τῆς πολυτελείας, δύναμαι νὰ εἴπω. Ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῶν δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, διότι, ὅσον φιλανθὴς καὶ ἂν ἦναί τις, (καὶ εἶμαι καὶ ἐγὼ) δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι χρήσιμον νὰ τρέχωμεν ἔστω καὶ τὸν ἐλάχιστον κίνδυνον, διὰ τοιούτων φυτῶν νὰ εἰσαχθῇ ἡ φυλλοξήρα, ὅταν πρόκειται νὰ κινδυνεύσῃ τὸ σπουδαιότατον εἶδος τῆς ἐξαγωγῆς ἡμῶν, ἡ σταφὶς καὶ αἱ ἄμπελοι. Εἶδον ὅτι εἰς τὸ διάταγμα περιέχονται μέτρα, καθ’ ἃ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτων φυτῶν παρὰ ἀπὸ χώρας, ἔνθα δὲν ὑπάρχει ἡ φυλλοξήρα, δηλαδὴ τὴν Σουηδίαν, τὴν Ὁλλανδίαν, τὸ Βέλγιον. Ἀλλὰ τὸ Βέλγιον κεῖται εἰς ὡρῶν μόνον ἀπόστασιν ἐκ Παρισίων καὶ τῆς ὅλης Γαλλίας, ὥστε τὰ φυτὰ τῆς Γαλλίας ἐντὸς 5 ὡρῶν φθάνουσιν εἰς τὸν λιμένα τοῦ Βελγίου, καὶ ἐκεῖθεν ἐξάγονται. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ διάταγμα ζητεῖ πιστοποιητικὸν τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, ἐπικεκυρωμένον ὑπὸ τῆς προξενικῆς Ἑλληνικῆς ἀρχῆς, περὶ τοῦ ὅτι τὸ φυτὸν ἔρχεται ἀπὸ τὸν τόπον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐξάγεται. Ἀλλ’ ὁ πρόξενος δὲν πιστοποιεῖ, παρὰ μόνον τὴν γνησιότητα τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκδιδούσης τὸ πιστοποιητικὸν, ἡ δὲ ἀρχὴ ἡ ἁρμοδία ἐν πάσῃ συνειδήσει δύναται νὰ ἐκδώσῃ τὸ πιστοποιητικὸν, διότι τὸ φυτὸν ἐξάγεται ἀπὸ ἀγροκήπιον ἢ ἀπὸ κῆπον τῆς περιφερείας αὑτῆς. Ἀλλὰ δύναται ἡ ἀρχὴ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι τὸ φυτὸν αὐτὸ δὲν μετεφέρθη ἐκ Γαλλίας εἰς Βέλγιον; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὁ δήμαρχος Ἀμβέρσης δύναται νὰ ἠξεύρῃ πόθεν προέρχεται ἕκαστον φυτὸν, τὸ ὁποῖον εἷς κηπουρὸς τῆς Ἀμβέρσης καλλιεργεῖ; Ἑπομένως τρέχομεν τὸν κίνδυνον δι’ αὐτῆς τῆς ἀδείας νὰ ἴδωμεν εἰσαγόμενα φυτὰ καὶ ἐκ τῆς Γαλλίας ἀκόμη, ἡ ὁποία, ὡς γνωστὸν, εἶναι χώρα φυλλοξηριῶσα. Ἐγὼ καὶ ἄλλοτε, πρὸ τοῦ διατάγματος τούτου, ἐνόμισα καθῆκόν μου καὶ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πάνυ προθύμως — πρέπει νὰ ὁμολογήσω — ἔλαβεν ἀνάλογα μέτρα, ὅταν τῷ ὑπέδειξα, ὅτι καὶ ὑφισταμένων τῶν κωλυμάτων ἐκ τῆς φυλλοξήρας γίνεται λαθρεμπόριον· καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω ἐν δυσὶ λόγοις πῶς γίνεται. Εἰσάγονται φυτά· ὑποθέσωμεν ὅτι ταῦτα εἰσάγονται ἐκ Κερκύρας, χώρας Ἑλληνικῆς, ὅπου δὲν ὑπάρχει φυλλοξήρα· ζητεῖται μόνον πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου, ὅτι πέντε ἢ ἓξ φυτὰ ἐφορτώθησαν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἢ Αὐστριακοῦ ἀτμοπλοίου δι’ Ἀθήνας· ὁ δήμαρχος κατὰ καθῆκον ἐκδίδει τὸ πιστοποιητικόν· μεταφέρονται 5 ἢ 6 φυτὰ κοινὰ, εἴτε λεῦκαι, τὰ ἁπλούστερα δένδρα, ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου· εἰς τὸ ἴδιον ἀτμόπλοιον ἔρχονται γλάστραι ἀπὸ τὸ Τριέστη, ἀπὸ χώραν φυλλοξηριῶσαν, τὰ ἕτερα φυτὰ, τὰ ἄχρηστα, ῥίπτονται εἰς τὴν θάλασσαν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, ἀφ’ ἧς τὸ ἀτμόπλοιον ἐξέλθῃ τοῦ λιμένος, καὶ τὸ πιστοποιητικὸν τοιουτοτρόπως χρησιμεύει διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν γλαστρῶν αὐτῶν ἀπὸ χώρας φυλλοξηριώσης. Αὐτὸ περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου, καὶ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε πράγματι μίαν ἐγκύκλιον καὶ ἐπέστησεν αὐστηρότατα τὴν προσοχὴν τῶν τελωνειακῶν καὶ λιμενικῶν ἀρχῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν γνωρίζομεν, ὅτι ὑφισταμένων τῶν κωλυμάτων τούτων γίνεται τοιοῦτον λαθρεμπόριον, καὶ ἐντεῦθεν διατρέχει ἡ χώρα ἡμῶν τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων, διατὶ νὰ ὑπάρχῃ ἔστω καὶ καθ’ ὑπόνοιαν αὐτὸς ὁ κίνδυνος; Διὰ νὰ εἰσάγωμεν φυτὰ πολυτελείας ἢ διακοσμήσεως, ὡς εἶπον; Δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον. Ἐκτὸς τούτου, νομίζω ὅτι τὸ διάταγμα εἶναι ἀτελὲς, καὶ ἀφήνει θύραν ἀνοικτὴν εἰς καταχρήσεις. Τὸ διάταγμα προβλέπει, ὅτι τὰ φυτὰ δὲν εἰσάγονται, παρὰ τῇ αἰτήσει τῶν διευθυντῶν τῶν γεωργικῶν σταθμῶν, ἀλλὰ δὲν λέγει, ἂν καὶ διὰ τὴν χρῆσιν τῶν γεωργικῶν σταθμῶν μόνον, ἢ καὶ διὰ γενικὴν χρῆσιν. Ἐγὼ π.χ. ἔχω φίλον ἕνα διευθυντὴν γεωργικοῦ σταθμοῦ· πηγαίνω καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ μίαν αἴτησιν, ἵνα εἰσαγάγῃ 100 γλάστραις ἀπὸ τὴν Γαλλίαν, καὶ οὗτος, χαριζόμενος εἰς ἐμὲ, τὸ κάμνει. Λοιπὸν τοιοῦτον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ διατάγματος, ἢ ὅτι τὰ εἰσαγόμενα φυτὰ εἶναι ἀποκλειστικῶς προωρισμένα διὰ τὴν χρῆσιν τῶν γεωργικῶν σταθμῶν; Διὰ τοῦτο ἤθελον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σκεφθῇ, μήπως διὰ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ ἀνοίγονται θύραι εἰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται ν’ ἀποβῶσιν ὀλέθριαι διὰ τὸ κυριώτατον προϊὸν τῆς χώρας μας, τὴν σταφίδα καὶ τὰς ἀμπέλους.
§25Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μολονότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνωμολόγησεν, ὅτι ἐλήφθησαν πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα, ἵνα προλάβωσι καὶ τὴν κατάχρησιν καὶ τὴν εἰσαγωγὴν ἀνθέων ἐκ μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει φυλλοξήρα, μ’ ὅλα ταῦτα πρὸ πολλῶν ἡμερῶν γίνεται σκέψις καὶ ἐργασία, ὅπως, εἰ δυνατόν, κατορθωθῇ νὰ τροποποιηθῇ τὸ μέρος τοῦ διατάγματος τούτου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ μόνα ἐκ Βελγίου εἰσερχόμενα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι εἰς τὸ Βέλγιον δύναται νὰ συμβῇ ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς προεῖπε, τὸ ὁποῖον ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ συμβῇ, διότι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε εἶναι ἀδύνατον. Ἐν τούτοις γίνεται τοιαύτη σκέψις.
§26ΣΚΟΥΖΕΣ. Πληροφορῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι πλησίον τοῦ Βελγίου, ἀλλ’ ἐγγύτατα, εἰς δύο ὡρῶν μόνον ἀπόστασιν, εὑρίσκεται ἡ Ὁλλανδία, καὶ διὰ τοῦτο καλὸν θὰ ἦτο, εἰ δυνατόν, νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ Ὁλλανδία.
§27ΚΟΡΠΑΣ. Μάλιστα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλλίας κ. Κοκκέβης ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλεῖται νὰ καταθέσῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὸν φάκελλον τὸν ἀφορῶντα τὴν διαχείρισιν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τὴν διαμειβὴν τῶν ἐγγράφων περὶ τῆς διαχειρίσεως ταύτης μεταξὺ τοῦ οἰκονόμου καὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ προσέτι τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἥτις ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὸν διευθυντὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνες λόγοι ἠμπόδισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον.»
§29ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποβάλλω, κ. Πρόεδρε, ἀναφορὰν συμπολιτῶν μου καταδίκων ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται, ὅτι ἄλλοι κατάδικοι ἐφόνευσαν ἕνα ἐκ τῶν καταδίκων, συγγενῆ καὶ φίλον αὐτῶν, ὀνόματι Κωνστ. Κοντόπουλον, πολὺ ἥσυχον, καὶ ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν ἔλαβεν οἷον ἔδει ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἵνα τιμωρηθῶσιν οἱ δράσται τοῦ φόνου αὐτοῦ, καὶ ἕνεκα τούτου θρασυνθέντες οἱ φονεῖς, πρόκειται καὶ αὐτοὺς νὰ φονεύσωσι, διότι οἱ φονεῖς εἶναι κατάδικοι βαρύποινοι, καταδεδικασμένοι εἰς θάνατον ἢ εἰς ἰσόβια δεσμά. Ἑπομένως συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν συμπολιτῶν μου καταδίκων, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ μέτρα πρὸς πρόληψιν τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχουσιν οὗτοι, ἀπομακρύνων ἐκεῖθεν καὶ μεταφέρων εἰς ἄλλας φυλακὰς τοὺς περὶ ὧν πρόκειται βαρυποίνους καταδίκους.
§30ΤΟΜΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔλαβον γνῶσιν τῶν παραπόνων αὐτῶν, καὶ ἐνηργήθησαν τὰ δέοντα.
§31ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τοὺς μετατοπίσητε ἐκεῖθεν.
§32ΤΟΜΑΝ. Ἐφρόντισα ἤδη. Ὀλίγον ἐξωγκωμένα εἶναι τὰ πράγματα, σᾶς λέγω ἐπὶ τοῦ παρόντος, αὔριον δὲ θὰ σᾶς δώσω ἀκριβεστέρας πληροφορίας.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§34Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεθέσατε εἰς ἡμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβεβλημένου ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἀφορῶντος εἰς τὴν παράστασιν τῶν δήμων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Τὸ θέμα βεβαίως εἶναι ἄξιον καὶ τῆς μελέτης καὶ τῆς ἐπειγούσης μερίμνης τῆς Βουλῆς, διότι οἱ πάντες γνωρίζομεν, ὅτι πάντοτε καὶ εἴς τινας ἰδίως ἐξαιρετικὰς περιστάσεις τὰ συμφέροντα τῶν δήμων κινδυνεύουν νὰ μείνουν ἐντελῶς ἀνυπεράσπιστα. Ἐὰν ὁ κίνδυνος οὗτος δὲν προξενῇ εἰς ἡμᾶς μεγάλην αἴσθησιν, τοῦτο προέρχεται διότι τοὺς δήμους περιστάσεις τυχαῖαι, τοπικαί, ἢ ἀπρονοησία ἡμῶν αὐτῶν, τοὺς κατέστησαν, ἂς τὸ εἴπωμεν, σχεδὸν νεκρούς, καὶ ἑπομένως περὶ τῶν νεκρῶν φαινόμεθα φυσικῷ τῷ λόγῳ μὴ μεριμνῶντες πολύ. Ἀλλὰ βεβαίως, ἐὰν θὰ ἔχωμεν δήμους, θὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ἵνα καταστήσωμεν αὐτοὺς ἀπὸ νεκρῶν ζῶντας, θὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς ἐπαρκεῖς πόρους, ὅπως προοδεύουν, διότι, εἰς ἣν κατάστασιν σήμερον εὑρίσκονται οἱ δῆμοι, καταντοῦν, ἂς τὸ εἴπωμεν, ἀντὶ κέντρου ζωῆς καὶ προόδου, μᾶλλον πρόσκομμα καὶ σκόπελος πάσης ζωῆς, σκόπελος εἰς τὴν στοιχειώδη διοίκησιν τοῦ Κράτους. Τοιαύτη κατάστασις βεβαίως ἐπὶ πολὺ δὲν θέλομεν ἐπιτρέψει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τοὺς δήμους, ἀλλ’ ἓν τῶν δύο θὰ πράξωμεν: ἢ θὰ καταργήσωμεν αὐτὴν τὴν ὑποτιθεμένην δημοτικὴν αὐτοδιοίκησιν, ἵνα μὴ ὑπάρχωσιν αὐταὶ αἱ πέδαι καὶ οἱ σκόπελοι εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἢ θὰ τὴν καταστήσωμεν πράγματι ὑφισταμένην καὶ ζῶσαν ἐπειδὴ δὲ οὐδεὶς, πιστεύω, σκέπτεται ἐν Ἑλλάδι περὶ ὀπισθοδρομήσεως καὶ καταργήσεως καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἐλευθεριῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ συμφυεῖς εἶναι πρὸς τὸν τόπον καὶ ἀνεγνωρίσθησαν ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Μοναρχίας, ἅμα τῇ ἀπελευθερώσει τῆς γωνίας ταύτης τοῦ ἔθνους ἡμῶν, διὰ τοῦτο βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ σκέπτηται ἄλλο παρ’ ὅτι πρέπει τὰς ἐλευθερίας αὐτὰς, ἃς ἔχομεν, νὰ τὰς καταστήσωμεν ζώσας καὶ πρακτικάς...
§35Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δὲν νομίζετε ὅτι ἁρμοδιώτερον θὰ ἦτο νὰ ἐγίνετο ἡ εἰσήγησις αὕτη ὅταν θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου;
§36ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔπραξα τοῦτο ἐγὼ ἐντελῶς αὐτοβούλως· νομίζω ὅτι ἔχω καὶ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ καὶ ἡ κατάθεσις τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ τροποποιημένου καὶ συμπεπληρωμένου ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, σήμερον, καί τις πρόχειρος εἰσήγησις, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι πρέπει νὰ προσθέσῃ καί τινα εἰς τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον. Νομίζω δὲ, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον, ν’ ἀποδεχθῶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ κ. συναδέλφου, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ὑποπίπτωμεν εἰς αὐτὸ τὸ καίριον καὶ χρόνιον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τοῦ νὰ ἀναβάλλωμεν τὴν εἰσήγησιν καὶ τὴν εἰσαγωγὴν μεταῤῥυθμίσεων νόμων κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῶν συζήτησιν. Δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς νὰ φαινώμεθα νομοθετοῦντες, καὶ νομοθετοῦντες ὡς οἷόν τε περισσότερα. Ὁ σκοπὸς εἶναι, ἵνα παντὸς θέματος, τοῦ ὁποίου ἐπιλαμβανόμεθα, κάμνωμεν τὴν ἀπαιτουμένην πραγματικὴν μελέτην. Πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὸ δικαίωμα τῆς παραστάσεως τῶν δήμων, καὶ νομίζετε ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ εἰς τὴν τελευταίαν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου; Νομίζω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν κατόπιν τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ ἦναι ἀτοπώτατον νὰ φέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ μεταβολὰς καὶ προσθήκας εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ὡς τροπολογίας. Τοιαῦται μεταβολαὶ πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται πολὺ πρότερον.
§37ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Χατζόπουλε.
§38ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγκρίναντες, Κύριοι, τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβεβλημένου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καθ’ ἣν, ὁσάκις ὑπάρχῃ κίνδυνος ἐκ τῆς ἀναβολῆς, καὶ ὁσάκις Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν ὑφίσταται ἢ δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν συνῆλθεν, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τῶν θεμάτων, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, τότε ὁ δήμαρχος δύναται νὰ διορίζῃ τὸν δικηγόρον...
§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου; (Διάλογοι).
§40ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ κάμω τὴν εἰσήγησιν ταύτην, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς τελευταίας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Θέλετε εἰς τὴν τελευταίαν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ μελέται τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰσάγει νέας ὅλως διατάξεις εἰς τὸ νομοσχέδιον; Ἐὰν σεῖς ἔχετε τοιαύτην ἀντίληψιν καὶ ἱκανότητα, ὥστε νὰ θεωρῆτε περιττὴν πᾶσαν συζήτησιν καὶ εἰσήγησιν, ἐγὼ θὰ σᾶς εὐχαριστήσω, διὰ νὰ μὴ ματαιοπονῶ, καὶ λαμβάνω τότε τὸν λόγον. Θέλετε τοῦτο; Θέλετε νὰ καταληφθῆτε αἰφνιδίως ὑπὸ θεμάτων, ὧν δὲν ἔχετε προηγουμένως καμμίαν ἰδέαν, δηλ. ἐν σχέσει πρὸς τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς;
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προχωρήσατε, κύριε Χατζόπουλε.
§42ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προνοεῖ περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν πληρεξουσίων, καὶ δὲν λέγει, ἀλλὰ βεβαίως προϋποτίθεται, ὅτι καθιστᾷ περιττὴν καὶ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Συμβουλίου τὴν οὐσιαστικὴν, τὴν ἀναγομένην εἰς τὰς δίκας τὰς ἀναφυείσας ἢ ἀναφυησομένας, διότι ἄλλως τὸ δικαίωμα τοῦ δημάρχου, ὅπως διορίζῃ τὸν πληρεξούσιον, ματαιοῦται ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὡς πρὸς τὴν δίκην τὴν ἐγερθεῖσαν. Δὲν τὸ λέγει ῥητῶς, ἀλλὰ τὸ προϋποθέτει· ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ, ὅτι ὁ δήμαρχος ὄχι μόνον διορίζει τὸν πληρεξούσιον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν περίστασιν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἀποφαίνεται ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου περὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ ἐγερθῇ μία δίκη, ἢ ἄλλη νὰ μὴ ἐγερθῇ. Τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καταντᾷ ἐπικίνδυνον εἰς χεῖρας τοῦ δημάρχου, διότι ἄλλα δικαιώματα τῶν δήμων, διατιθέμενα οὕτως ἢ ἄλλως, ἴσως ἐπιδέχονται ἐπανόρθωσιν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ δικῶν καὶ διεξαγωγῆς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων μεγάλων συμφερόντων, τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ δημάρχου εἶναί τι λίαν ἐπικίνδυνον. Καὶ ἂν ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ὁ δήμαρχος ἦτο ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν ἐκείνην τὴν αὐστηρὰν τῆς Μοναρχίας, δὲν ἐκρίνετο ἄξιος ἐμπιστοσύνης, πῶς δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν αὐτὸν σήμερον ἄξιον τοιαύτης ἐμπιστοσύνης, καὶ νὰ παραγνωρίσωμεν τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὅπως δήποτε προσδίδει τινὰ ἐγγύησιν καὶ διὰ τοῦ πολυμελοῦς ἔστω μόνον τοῦ καταρτισμοῦ αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἐσκέφθημεν, ὅτι ἐπιλαμβανόμενοι τοῦ θέματος τούτου δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμέν τι κενὸν, καὶ πρέπει νὰ προνοήσωμεν δι’ ἐκείνας τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς δὲν εἶναι ἔλλειψις Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ὑπάρχει τὸ Συμβούλιον καὶ ὅμως δὲν λειτουργεῖ. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἀναγκαζόμεθα νὰ προνοήσωμεν περὶ τούτου, καθόσον εἶναι προφανὲς, ὅτι, ἐὰν μέχρι τοῦδε οἱ δήμαρχοι ἀμελοῦν νὰ συγκαλῶσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια χάριν ἰδίως δικαστικῶν διαφορῶν, ἔτι μᾶλλον θὰ ἀμελοῦν ἐφεξῆς, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων θὰ τὸ ἐνασκήσουν αὐτοί. Θὰ ἔχωμεν οὕτω τὸ ἄλλο κακὸν, ὅτι θὰ δύναται ἐνιαχοῦ ὁ δήμαρχος ἐκ διαφόρων λόγων νὰ δυστροπῇ καὶ καταστρέφῃ τὰ συμφέροντα τῶν δήμων διὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν δικηγόρων. Διὰ τοῦτο ἔτι μᾶλλον ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου γεννᾶται ἡ ἀνάγκη τῆς προνοίας περὶ τῆς κανονικῆς παραστάσεως τῶν δήμων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ὁ νόμος ἡμῶν περὶ δήμων ἐθεώρησεν ὅτι ἔλαβεν ἐπαρκῆ πρόνοιαν, ἐὰν ἀναθέσῃ εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ κρίνουν περὶ δικαστικῶν διαφορῶν καὶ περὶ διορισμοῦ ἀντιπροσώπου ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: γνωρίζετε πολλὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἐν Ἑλλάδι, τὰ ὁποῖα, εἰσαγομένης τινὸς ὑποθέσεως τοιαύτης ἐνώπιον αὐτῶν, ἀπεφάσισαν νὰ ἐξετάσουν, νὰ ἐρευνήσουν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐγερθῇ δίκη, ἢ ν’ ἀποκρουσθῇ, ἢ νὰ μὴ ἀποκρουσθῇ; Δὲν πιστεύω νὰ καυχᾶται κανεὶς δῆμος, ὅτι ἔχει συμβούλους, οἱ ὁποῖοι καὶ νομομαθεῖς εἶναι ἀρκούντως καὶ τόσον κήδονται τῶν συμφερόντων τῶν δήμων, ὥστε νὰ καθήσουν νὰ μελετήσουν μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν, ἵν’ ἀποφασίσουν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐγερθῇ μία δίκη ἢ ὄχι, ἐὰν πρέπῃ νὰ γείνῃ ἔφεσις ἢ ὄχι, ἀναίρεσις κλπ., καὶ ἐπειδὴ δὲν πρέπει ν’ ἀπατώμεθα, ὡς ἀπατώμεθα συνήθως μὲ τὴν ἐπιφάνειαν τῶν πραγμάτων, καὶ νὰ νομίζωμεν ὅτι ἔχομεν ἐγγυήσεις ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει καμμία, παρὰ εἰρωνεία ἐγγυήσεως, πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τὸ πλέον εὐσυνείδητον Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν θὰ πράξῃ ἄλλο, παρὰ ν’ ἀποταθῇ εἰς ἕνα δικηγόρον, ἵνα τὸν ἐρωτήσῃ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐγερθῇ μία ἀγωγὴ ἢ ὄχι, ἐὰν πρέπῃ νὰ γείνῃ δίκη ἢ ὄχι, ἀνακοπή, ἔφεσις κλπ. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο θὰ κάμῃ τὸ εὐσυνείδητον Δημοτικὸν Συμβούλιον, διατὶ δὲν ἀναθέτομεν εἰς αὐτὸ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸν διορισμὸν διαρκῶν πληρεξουσίων; — ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντικαθιστᾷ, ἐννοεῖται, τοὺς διορισθέντας. — Ὁ κύριος βεβαίως τῶν ὑποθέσεων μένει πάντοτε, ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ νομάρχου, τὸ Συμβούλιον, ἵνα διορίζῃ τοὺς δικηγόρους καὶ ἀντικαθιστᾷ τοὺς διωρισμένους. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ μείνῃ ὁ δῆμος ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν παράστασιν ἄνευ ἀντιπροσώπου. Ἕν σωματεῖον, μία Τράπεζα τί πράττει; διορίζει πάντοτε δικαστικοὺς πληρεξουσίους πανταχοῦ, ὅπου ἔχει δικαστικὰς ὑποθέσεις. Οὕτω πράττουσιν ὅλα τὰ νομικὰ καὶ φυσικὰ πρόσωπα. Διατὶ τοῦτο νὰ μὴ ὑπάρχῃ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Καὶ ὑπάρχει μὲν μία ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 50 ἐδαφ. 9 τοῦ περὶ δήμων νόμου, καθ’ ἣν ὑποστηρίζεται ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τοῦ νὰ διορίζῃ μόνιμον ἀντιπρόσωπον δικηγόρον, στηρίζονται δὲ οἱ ἑρμηνεύοντες εἰς τὸ Γερμανικὸν κείμενον, ἀλλ’ ἡ παρ’ ἡμῖν νομολογία καθιέρωσεν, ὅτι διὰ πᾶσαν δίκην πρέπει ν’ ἀποφαίνηται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία εἶναι σαθρά, καὶ φέρει προφανῶς τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων. Ἕνεκα τούτου ἁπλουστάτη σκέψις ὡδήγησε τὴν ἐπιτροπὴν νὰ θέσῃ διάταξιν, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια θὰ διορίζωσι τοὺς δικηγόρους κατὰ τὴν πρώτην αὐτῶν σύνοδον, ὅπου εἶναι πιθανὸν νὰ ὑπάρξωσι δίκαι. Ὁ δήμαρχος, ἅμα δοθείσης ἀφορμῆς, θ’ ἀπευθύνηται εἰς ἕνα τῶν δικηγόρων, ἐπὶ τῇ ἐγκρίσει τοῦ νομάρχου, μεταξὺ τῶν διορισθέντων. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἤθελε θεωρηθῆ μικρολογία μία διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ δικηγόρου ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι ἀπεριόριστος· διότι ἐθέσαμεν τὸν ὅρον νὰ ἐκλέγηται μεταξὺ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς δύο πρώτας τάξεις τῶν φορολογουμένων δικηγόρων, οὐχὶ διότι οὗτοι εἶναι οἱ ἱκανώτατοι καὶ δὲν ὑπάρχουσι καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἱκανοί, ἀλλὰ διότι ἔχουσι μεγαλειτέραν ἐμπειρίαν· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν λεπτομέρειαν ταύτην, καθόσον ἔχομεν ἄλλως τὴν ἐγγύησιν τῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομάρχου. Ἀφοῦ ταῦτα ἐκανονίσαμεν, ἐσκέφθημεν ἄλλο τι περὶ τῶν Ἑλληνικῶν δήμων, νὰ εἰσαγάγωμεν ἓν εἶδος δημοτικῆς ἀγωγῆς, ὅπως λέγεται ἐν τῷ Ρωμαϊκῷ δικαίῳ, δι’ ἧς νὰ δύναται οἱοσδήποτε δημότης νὰ προστατεύῃ συμφέροντα τοῦ δήμου κινδυνεύοντα. Ἐσκεπτόμεθα περὶ τοιαύτης τινὸς προσθήκης, ἡ ὁποία ἤθελε βεβαίως θεωρηθῆ ὡς τολμηρὰ καινοτομία, καὶ πολλῷ μᾶλλον πείθομαι τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι ἤθελε θεωρηθῆ τολμηρόν τι, ὅταν βλέπω νομομαθέστατον ἄνδρα, εὑρισκόμενον μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκπλησσόμενον, πῶς εἶναι δυνατὸν ἰδιώτης νὰ κάμῃ ἀγωγὴν ἐν ὀνόματι τοῦ δήμου. Ἡ τόλμη ἐν τούτοις εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι δὲν εἶναι ἐστερημένη ἐνθαῤῥυντικοῦ παραδείγματος. Ἠθέλησα νὰ παρατηρήσω τὸν νόμον τῆς Γαλλίας τοῦ 1884 περὶ παραστάσεως τῶν δήμων, καί, ὢ τοῦ θαύματος! εὗρον ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κατωτέρους δημάρχους ἀπὸ ἡμᾶς, δὲν ἐθεώρησαν ἐπαρκῆ τὴν ἀντιπροσωπείαν ταύτην, καὶ ἔδωκαν εἰς πάντα πολίτην τὸ δικαίωμα νὰ ἐνάγῃ οἱονδήποτε διὰ λογαριασμὸν τοῦ δήμου. Ἐὰν λοιπὸν ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύῃ τοῦτο, δὲν ἠθέλομεν σκεφθῆ ἡμεῖς νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἔκθετα τὰ δικαιώματα τῶν δήμων εἰς τὴν διάκρισιν τῶν δημάρχων, καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὸν δημότην, ὁ ὁποῖος βλέπει θυσιαζόμενον ἓν δικαίωμα τοῦ δήμου, νὰ μένῃ μὲ τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας; Δὲν εἶναι δ’ ἔκτακτον τὸ τοιοῦτον δικαίωμα καὶ ἕνεκα ἄλλου παραδείγματος. Εἰς τὸν νόμον περὶ κοινοτήτων παραδέχεται ἡ νομολογία, ὅτι δύναται καὶ ἓν μέλος τῆς κοινότητος νὰ ἐγείρῃ ἀγωγήν. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι τῶν κτημάτων τῆς κοινότητος ἔχει πᾶν μέλος ἄμεσον κάρπωσιν καὶ χρῆσιν. Καὶ τί σημαίνει τοῦτο; Μήπως ἡ ἔμμεσος ὠφέλεια ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ δήμου δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν δημότην καὶ δὲν δικαιολογεῖ νὰ προστατεύηται αὕτη καὶ τὸ συμφέρον τοῦ δήμου; Ἐὰν θέτητε ἕκαστον δημότην κέρβερον καὶ φύλακα τῶν δημοτικῶν συμφερόντων, βεβαίως καὶ οἱ δήμαρχοι θὰ ἀγρυπνῶσι, διότι θὰ ἐκτίθενται διὰ μιᾶς ἀγωγῆς τοῦ ἰδιώτου. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις ἐναντίον τοῦ δήμου δὲν δύναται ν’ ἀποτελῇ δεδικασμένον μὲ μόνην τὴν παράστασιν τοῦ δημότου. Ἵνα ἀποτελῇ δεδικασμένον, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἐναγόμενος νὰ προσκαλέσῃ τὸν δῆμον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Ὁ ἐναγόμενος ὑπό τινος δημότου δύναται ν’ ἀσφαλίσῃ ἑαυτὸν, προσεπικαλῶν τὸν δῆμον. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Γαλλικοῦ νόμου τοῦ 1884 λέγει ῥητῶς: «Πᾶς δημότης, ἢ μᾶλλον πᾶς φορολογούμενος, ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ δημοτολόγιον, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκῇ ἰδίαις δαπάναις καὶ ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ, μὲ τὴν ἐξουσιοδότησιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἀνηκούσας εἰς τὸν δῆμον καὶ τὰς ὁποίας ὁ δήμαρχος προκαλούμενος ἀπεποιήθη ἢ ἠμέλησε νὰ ἐνασκήσῃ». Ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ν’ ἀποτείνηται ὁ δημότης εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ἵνα λάβῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν, ὑποτίθεται ὅτι παρέχει ἐγγύησιν καὶ περιστέλλει ὑπόπτους δίκας, τὰς ὁποίας οἱ δημόται ἠδύναντο νὰ ἐγείρωσιν. Ἐὰν θεωρῆτε ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ περιστολὴ αὐτῶν, Θέσατε τὴν ἐγγύησιν τῆς ἀδείας τοῦ νομάρχου. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἄλλη ἐγγύησις, ἐὰν ἐκ κακεντρεχείας ἔχῃ ὁ πολίτης ἀφορμὰς νὰ ἐναγάγῃ ἕτερον δημότην ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Δὲν πρέπει βεβαίως ὁ ἐναγόμενος νὰ μένῃ ἐκτεθειμένος νὰ ὑποστῇ μακρὰν καὶ δαπανηρὰν δίκην ἄνευ ἀσφαλείας. Νομίζω ὅτι τοῦτο προλαμβάνεται, ἐὰν τὸ δικαστήριον, ἅμα τῇ πρώτῃ εἰσαγωγῇ τῆς δίκης, ἐπιβάλλῃ ἐγγύησιν εἰς τὸν ἐνάγοντα διὰ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, ἐν περιπτώσει ἀποῤῥίψεως τῆς ἀγωγῆς. Ἡ διάταξις αὕτη καθιστᾷ πραγματικὴν ἐγγύησιν τῆς διασώσεως τῶν δημοτικῶν συμφερόντων, καὶ προλαμβάνει πολλὰς ζημίας. Αὐταὶ εἶναι αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ ἐργασθεῖσα κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον, ἀποδεχομένη καὶ τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅπως πληρωθῇ τὸ κενόν. Καταθέτω τὸ νομοσχέδιον, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 98 (α), σελ. 222). Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κατέθηκε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐζήτησεν ὁ βουλευτὴς Θήρας κ. Βαλέττας, περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 152,797.50 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1897. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 99). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§44ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἀπὸ δέκα ἡμερῶν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον εἰς ἄκρον ἐπεῖγον, ἀλλὰ μέχρι τῆς σήμερον δὲν ηὐτύχησε νὰ λάβῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν νὰ ἐκφωνηθῇ ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθ. 11. Εἶναι τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἀλλὰ ἐνδιαφέροντος μεγίστου, διότι πρόκειται περὶ συντηρήσεως ἐκπαιδευτικοῦ καθιδρύματος, τὸ ὁποῖον παρέχει μεγάλην ὑπηρεσίαν ἐν ᾧ τόπῳ ὑπάρχει. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, λαμβάνεται δὲ δι’ αὐτοῦ πρόνοια περὶ συμπληρώσεως τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης, διότι οἱ πόροι, ἐξ ὧν συνετηρεῖτο μέχρι τοῦδε, ἐξηντλήθησαν. Ἀπὸ τῆς 31 Αὐγούστου 1897 ἔπαυσεν ἰσχύων νόμος εἰδικὸς, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Μεσσήνης ἤρχετο ἐπίκουρον εἰς τὸν δῆμον Παμίσου διὰ τὴν πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου δαπάνην. Σήμερον ἐξέλιπε πᾶς πόρος, καὶ κίνδυνος ὑπάρχει δεδικαιολογημένης ἀπεργίας τῶν καθηγητῶν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλὴν, ὅπως συναινέσῃ νὰ ἐγγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§45ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14 νομοσχέδιον, ὅπερ εἶναι ἐπίσης τοπικῆς ἀνάγκης, «περὶ ἀποπερατώσεως τοῦ κατασκευαζομένου ὑδραγωγείου τῆς κωμοπόλεως Λιγουδίστης τοῦ δήμου Φλεσιάδος διὰ χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τοῦ δήμου τούτου».
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῶν νομοσχεδίων περὶ ἀπονομῆς βοηθημάτων εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀποβιωσάντων Κρητῶν Κωνστ. Μητσοτάκη, Ἐμμανουὴλ Δ. Κοκκίνη καὶ Μιχαὴλ Ντεντιδάκη.
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤμην κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τῆς ἀπονομῆς τοιούτων συντάξεων, ἐθεώρησα δὲ ἄκαιρον ὅλως τὴν ὑποβολὴν τοιούτων νομοσχεδίων εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἀφοῦ ὅμως ἐθεωρήθη καλὸν νὰ ὑποβληθῶσιν αὐτὰ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ αἴτησιν τῆς χήρας Παπαδογιαννάκη, ὁπλαρχηγοῦ, ὅστις εἶδε τὴν περιουσίαν του καταστραφεῖσαν ἐν ἔτει 1866 καὶ 1867, ὑπῆρξε Πρόεδρος τῆς Κρητικῆς Συνελεύσεως, ἀρχηγὸς τοῦ τμήματος Σελίνου καὶ διοικητὴς Σφακίων. Ἡ χήρα αὐτοῦ εἶδε κατὰ τὸν τελευταῖον ἐμπρησμὸν παραδιδομένην εἰς τὰς φλόγας τὴν οἰκίαν της, ἀπώλεσε δὲ καὶ πᾶσαν τὴν περιουσίαν της, ἣν εἶχεν ἐν Χαλέπᾳ, καταστραφεῖσαν ὑπὸ τῶν Τούρκων, καὶ σήμερον στερεῖται καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Συνιστῶ λοιπὸν νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον καὶ διὰ τὴν χήραν Παπαδογιαννάκη.
§48ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνενῶ τὴν παράκλησίν μου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§49ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, χωρὶς ν’ ἀμφισβητήσω τὰς μεγάλας θυσίας τῶν ὁπλαρχηγῶν τῆς μεγαλομάρτυρος νήσου, ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς νὰ προβῶμεν εἰς προσωπικὰς ἀμοιβὰς, καὶ οὐ μόνον δὲν ἦτο καιρὸς, ἀλλὰ καὶ τὸ μέτρον τὸ ληφθὲν θ’ ἀποβῇ ἐπιβλαβές· διότι δὲν εἶναι μόνον αἱ τρεῖς αὐταὶ οἰκογένειαι, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν σήμερον· εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, καὶ ἡ τοῦ Παπαδογιαννάκη, αὔριον δὲ θὰ φέρω καὶ ἀναφορὰν ἑτέρου ὁπλαρχηγοῦ. Ἐκ τῆς διακρίσεως, τὴν ὁποίαν κάμνομεν, παρέχοντες προσωπικὴν σύνταξιν εἰς τρεῖς μόνον οἰκογενείας, θὰ γεννήσωμεν παράπονα δεδικαιολογημένα, τὰ ὁποῖα θὰ στραφῶσι κατὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἡ ὁποία κάμνει τὰς διακρίσεις αὐτάς. Ἔχομεν δὲ σήμερον δεδικαιολογημένην ἀφορμὴν ἀναβολῆς τὸν λόγον, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἀτυχῶς εἰς θέσιν νὰ ἀμείψωμεν προσωπικὰ δικαιώματα. Τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης μετ’ ὀλίγον λύεται. Ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος φοβερᾶς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, καὶ ἐκπλήσσομαι βλέπων, ὅτι ἀπό τινων ἡμερῶν δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ζητῶμεν προσωπικὰς παροχὰς, ἀφέσεις φόρων, συντάξεις, ὡς νὰ εὑρισκώμεθα ἐν πλουσιωτάτῃ τραπέζῃ, καὶ δὲν ἔχωμεν παρὰ νὰ διανείμωμεν τὰ ἐδέσματα, ἐνῷ ἡ τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, Κύριοι, δὲν ἔχει ἄρτον· ἐκ τῶν ψυχίων πρόκειται νὰ ζήσωμεν! Ἐγὼ δὲν εἶμαι, Κύριοι, τόσον αἰσιόδοξος, μὲ ὅσα καὶ ἂν λέγωνται. Ἐγὼ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ πληρώσωμεν ἑκατομμύρια ὅλα τοῦ λοιποῦ ἀσφαλῶς πρὸς τοὺς ξένους δανειστάς μας, καὶ δὲν θὰ ἐπιτραπῇ πλέον εἰς ἡμᾶς νὰ κάμωμεν δευτέραν χρεωκοπίαν, διότι ἐκεῖνοι ἐξησφάλισαν διὰ τὸ μέλλον τὸ χρῆμά των. Ἐὰν ἐπέλθῃ δευτέρα χρεωκοπία, —καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἀτυχῶς; ὅπως βαίνομεν,—θὰ ἐπέλθῃ ἐσωτερικὴ, καθ’ ἡμῶν τῶν ἰδίων. Ἐγὼ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν βλέπω αἴτιον τὸ μέλλον διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πληρώσωμεν εἰς τοὺς δανειστάς μας. Ἐὰν σήμερον, κύριε Πρόεδρε, ἡ εὐμένεια τῷ ὄντι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τῇ συμπράξει τοῦ ἡγεμόνος, ὅπως εὐλόγως εἶπεν ὁ φίλος μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μᾶς ἔσωσεν ἐξ ἐπαπειλουμένου ἀμέσου κινδύνου, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἠσφαλίσθη τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν θέλωμεν δὲ νὰ ἀσφαλισθῇ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἐμβλέψωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν περισυλλογὴν, Κύριοι. Μόνον ὅταν περισυλλεγῶμεν οἰκονομικῶς, τότε δυνάμεθα νὰ ἐμβλέψωμεν εἰς τὸ μέλλον. Ὅλα τὰ ἄλλα πρέπει νὰ λείψωσι. Καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος ἔγκειται ποῦ, κύριε Πρόεδρε; Εἰς τὰς χεῖρας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἐκείνων, αἵτινες μᾶς ἔσωσαν καὶ σήμερον. Καὶ τί ζητοῦσι παρ’ ἡμῶν αἱ Μεγάλαι ἐκεῖναι Δυνάμεις; Τοῦτο ζητοῦσι: τὴν σωφροσύνην ἡμῶν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μας πραγμάτων, τὴν οἰκονομικὴν περισυλλογήν. Καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς, λησμονοῦντες τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχομεν, ἠνοίξαμεν τὰς θύρας καὶ τὰ παράθυρα, καὶ πανταχόθεν, Κύριοι, ῥίπτομεν ἀμοιβὰς καὶ συντάξεις καὶ παροχὰς καὶ ἀφέσεις φόρων! Μοὶ εἶπέ τις συνάδελφος, ἔχων ἐναντίαν ἰδέαν: «Ἀλλὰ μήπως ἡ Γαλλία μετὰ τὸν πόλεμον τὸν Γαλλογερμανικὸν δὲν ἔκαμεν ἀμοιβὰς καὶ ἀφέσεις;» Λησμονοῦσιν ὅμως, ὅτι ἡ Γαλλία καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ πολέμου εἶχε πέντε δισεκατομμύρια, καὶ ἀντετάχθη ὑπερηφάνως εἰς τὸν νικητὴν οἰκονομικῶς. Ἡμεῖς δὲ τί ἔχομεν; Ἐπαιτοῦμεν, κύριε Πρόεδρε! ἐπαιτοῦμεν τὴν ὑπὲρ ἡμῶν εὐμένειαν τῶν Δυνάμεων, διὰ νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον. Λέγω ταῦτα, Κύριοι, μολονότι δύνανται νὰ ἦναι δυσάρεστα· ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ τὰ εἴπωμεν. Καὶ γνωρίζετε διατὶ ὀφείλομεν νὰ τὰ εἴπωμεν; Διότι παρῆλθε καὶ μία ἄλλη ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀτυχῶς εἴχομεν ἐναντίαν ἰδέαν τῶν γενομένων. Τότε δὲ, ὁμολογῶ, δὲν ἐτολμήσαμεν νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας. Τὴν ἐλέγομεν ἐν τοῖς παρασκηνίοις ἐγὼ καί τινες ἄλλοι, ἀλλ’ ἡ γνώμη ἡμῶν δὲν ἠκούετο. Καὶ ἠναγκαζόμεθα, κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ τὸν κλοιὸν νὰ σιωπῶμεν. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἴχομεν τὸ θάῤῥος ν’ ἀντιτάξωμεν τὴν γνώμην μας πέντε ἢ δέκα, ἴσως τὰ πράγματα θὰ μετεβάλλοντο. Ἀλλ’ ὑπεκύψαμεν. Ἐὰν τότε ὑπεκύψαμεν καὶ σήμερον μετανοῶμεν, δὲν πρέπει νὰ μετανοήσωμεν καὶ μεθαύριον. Λέγω λοιπὸν καὶ θὰ ἐπαναλαμβάνω πάντοτε, ὅτι εἶμαι ἐναντίος—καὶ βεβαίως συμμερίζεται τὴν γνώμην μου καὶ ἡ Βουλὴ—κατὰ πάσης παροχῆς, κατὰ πάσης σπατάλης, κατὰ πάσης προσωπικῆς ἀμοιβῆς, ὅσον δικαία καὶ ἂν ἦναι, ἐπὶ τοῦ παρόντος. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἀναβληθῶσι πᾶσαι αὐταὶ αἱ προσωπικαὶ παροχαὶ ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ.
§50Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας χαρακτηρίζει ὡς σπατάλην, εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους ἐπιτακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀδύνατον εἶναι νὰ λησμονήσῃ καὶ δὲν θὰ λησμονήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ. Δὲν καλούμεθα νὰ συγγράψωμεν παραλλήλους βίους τῶν διαπρεψάντων στρατιωτικῶς καὶ πολιτικῶς Κρητῶν, ἵνα ἐν συγκρίσει ἀνεύρωμεν τοὺς δικαιουμένους νὰ τύχωσι τῆς περιθάλψεως τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν θὰ παρηκολούθησέ τις βεβαίως τὰ πράγματα τῆς Κρήτης, οὔτε τοὺς διαρκεῖς αὐτῆς ἀγῶνας, ἵνα διστάζῃ ν’ ἀποφανθῇ γνώμην περὶ τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κράτος, νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὴν ἀπορφανισθεῖσαν οἰκογένειαν τοῦ Κωνστ. Μητσοτάκη, ὅστις ἀποθανὼν ἐγκατέλιπεν ἀπροστάτευτα ὀκτὼ τέκνα. Ὁ Μητσοτάκης ὑπῆρξεν ἐν Κρήτῃ οὐχὶ ὁ πρόμαχος τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, ἀλλ’ ὑπῆρξε καθ’ ὅλον αὑτοῦ τὸν πολιτικὸν βίον ὁ ἀνεπίσημος πράκτωρ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, — καὶ τοῦτο εἶναι τὸ οὐσιῶδες, Καὶ πῶς φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι εἰς τὰς στενὰς ταύτας σκέψεις πρέπει νὰ ὑπαγάγωμεν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν διστάζω νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἐθνικὰς, καὶ τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ λησμονήσῃ τὸ Κράτος, χωρὶς νὰ κλονίσῃ τὴν ἐπ’ αὐτὸ πεποίθησιν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς ὑπηρεσίαν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας; Ἐπὶ τοῦ προκειμένου—καὶ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀειμνήστου Μητσοτάκη, διότι τοὺς ἄλλους συμβαίνει νὰ μὴ γνωρίζω,— ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ, ἀποτελουμένη ἐκ χήρας καὶ ἐξ ὀκτὼ ὀρφανῶν τέκνων, ὧν τὸ μεγαλείτερον δὲν ὑπερέβη τὸ 15 ἔτος τῆς ἡλικίας, δὲν ἔχει οὔτε στέγην νὰ στεγασθῇ, οὔτε ἄρτον νὰ διατραφῇ, ἐπὶ εἰκοσαετίαν δὲ ὁ Μητσοτάκης ὑπῆρξεν ὁ ἀντιπρόσωπος, ὡς εἶπον, ὁ ἀνεπίσημος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δεξιὸς βραχίων τοῦ Ἕλληνος προξένου, ὅταν ἡ ῥᾳδιουργία ἐπειρᾶτο ν’ ἀναστατώσῃ τὴν Κρήτην, ποικίλα δὲ συμφέροντα ἠπειλοῦντο, καὶ ἐκ τούτου ἐκλονίζετο ἴσως ἡ ἐπὶ τὸ Κράτος τὸ ἐλεύθερον πίστις τῶν λιποψύχων. Ὅτε κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ 1889 ἐκρίθη, ὅτι οἱ Χριστιανοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν Κρήτῃ, ἔπρεπε νὰ παραιτηθῶσιν, ὁ Μητσοτάκης, δὲν γνωρίζω τί διατελῶν, πρόεδρος ἢ εἰσαγγελεὺς ἐφετῶν...
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφέτης.
§52ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. .. παρητήθη, μὴ λαβὼν οὐδαμῶς ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶχε τέκνα νὰ διαθρέψῃ καὶ οἰκογένειαν, περὶ τῆς ὁποίας ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ. Ἐπροτίμησε νὰ ταλαιπωρηθῇ, ἀλλὰ ν’ ἀκούσῃ εἰς τὸ ἐξ Ἀθηνῶν κέλευσμα.
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ἐπροτάθη δὲ ἡ θέσις τοῦ προέδρου τῶν ἐφετῶν ἀντὶ 60 λιρῶν κατὰ μῆνα, καὶ δὲν ἐδέχθη.
§54ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἀντὶ ὀγδοήκοντα.
§55ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Πῶς λοιπὸν τὸ Κράτος τὸ ἐλεύθερον, μετὰ τοιαύτας ὑπηρεσίας, μετὰ ὑπηρεσίας εἰκοσαετεῖς εἰς συνελεύσεις καὶ συναθροίσεις παντοίας, καθ’ ἃς ἐξαιρέτως ὁ Μητσοτάκης ἀντεπροσώπευε τὴν ἰδέαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πῶς, χωρὶς νὰ διακινδυνεύσῃ σοβαρώτατα ἐν τῷ μέλλοντι συμφέροντα, χωρὶς νὰ δείξῃ διὰ τῆς ἀποφάσεως αὑτοῦ καὶ δι’ ὅσων ἔτι λέγονται ἐνταῦθα,— ἐκ δεδικαιολογημένου ἴσως δισταγμοῦ — ὅτι χωρίζεται ἀπὸ τὸν ἄλλον Ἑλληνισμὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμνημονήσῃ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν καὶ νὰ στερήσῃ τὴν οἰκογένειαν τοῦ σεμνοῦ, ὑπερηφάνου καὶ χρηστοῦ αὐτοῦ πατριώτου, τοῦ ἐθνομάρτυρος ἀληθῶς τούτου, ὃν δὲν θ’ ἀποκαλέσῃ τοιοῦτον μόνον ὁ μὴ παρακολουθῶν τὰ Κρητικὰ πράγματα, νὰ στερήσῃ τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ μόνον πρόκειται; Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν, οὔτε πρέπει, Κύριοι, ἡ Βουλὴ ἡ Ἑλληνικὴ, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις, νὰ ἐμπνευσθῇ ὑπὸ τοιούτων στενῶν σκέψεων, καὶ πεποιθότως φρονῶ, ὅτι καὶ αἱ μέλανες ψῆφοι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας χθὲς μετὰ λύπης εἴδομεν πάντες οἱ εἰδότες τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Μητσοτάκη, προελθούσας ἐκ τῆς διαλογῆς, οὔτε αἱ ψῆφοι αὗται δὲν θὰ συγκεντρωθῶσιν, οὔτε πρέπει νὰ συγκεντρωθῶσι κατὰ τὴν σημερινὴν ψηφοφορίαν.
§56Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς, ἀλλ’ οὔτε κανεὶς ἄλλος, νομίζω, ἀμφισβητεῖ τὰς ἐκδουλεύσεις τῶν περὶ ὧν πρόκειται Κρητῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς δὲν εἶπεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀμείψῃ τὰς ἐκδουλεύσεις τῶν ὑπηρετησάντων ὁπωσδήποτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον τῶν περὶ ὧν πρόκειται σήμερον, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς ὑποστηρίζει τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡμεῖς μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον εὑρισκόμεθα οἰκονομικῶς ἐν μεγίστῃ κρίσει, καὶ δὲν γνωρίζομεν ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν αὔριον, διότι ἀκόμη δὲν ὑπελογίσαμεν ἀκριβῶς, ποῦ εὑρισκόμεθα. Θὰ ἔχωμεν αὔριον ἔλεγχον, θὰ ἔχωμεν προσόδους ὡρισμένας διὰ τὰ δάνεια τὰ ἐθνικά. Τί μᾶς ὑπολείπεται, οὔτε ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ γνωρίζει, διότι ἀκόμη δὲν τὸ ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἆρά γε μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ὑπολειφθῶσι, θὰ δυνάμεθα νὰ διατηρηθῶμεν; θὰ δυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν τὸ Κράτος; θὰ δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν, ἔστω καὶ ἀτελῶς, τὰς ἀνάγκας τὰς μεγάλας, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Κράτος ἡμῶν; Καλὸν, φρονῶ, θὰ ἦτο νὰ ἀφήναμεν νὰ πεισθῶμεν πρῶτον, ὅτι δυνάμεθα καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους νὰ οἰκονομήσωμεν, ἔστω καὶ ἀτελῶς, καὶ ὅτι μᾶς μένει καὶ κἄτι τι, διὰ ἔλθωμεν εἰς συνδρομὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, καὶ τότε, ἀναλόγως τῶν μέσων, νὰ χορηγήσωμεν καὶ τὴν συνδρομήν. Δὲν ἠμφισβήτησε λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλλὰς, ὡς μήτηρ, νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν τέκνων της, ἔστω καὶ ἂν αὐτὰ δὲν ἀνήκωσιν εἰς τὸ ἐλεύθερον Κράτος, ὅπως σήμερον, ἀλλ’ εἰς ὑπόδουλον μέρος τῆς Ἑλλάδος...
§57ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πολὺ περισσότερον.
§58ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ περισσότερον, ἔστω, μετὰ τὰς ἐκδουλεύσεις, τὰς ὁποίας προσήνεγκον εἰς τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν... Ἀλλ’ ὅταν ἡ Βουλὴ, χωρὶς νὰ ἔχωμεν κανένα ὑπολογισμὸν, χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν τί ἔχομεν, χωρὶς νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην συνδρομὴν, ἔρχηται, Κύριοι, νὰ δημιουργήσῃ συντάξεις καὶ νὰ δώσῃ παροχὰς ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν μᾶς τιμᾷ ποσῶς. Ἀπορῶ δὲ, Κύριοι, πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν τῶν τοιούτων μέτρων, ἵνα τὰ εἰσαγάγῃ εἰς εὐθετωτέραν στιγμήν, ὅτε θὰ νομίζῃ, ὅτι ἔχομεν τὰ μέσα καὶ δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἐκδουλεύσεις αὐτῶν τῶν ὁπωσδήποτε ἡρωϊκῶς ἀγωνισθέντων ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Τότε βεβαίως οὐδεὶς θὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, οὐ μόνον δι’ αὐτῶν τῶν συντάξεων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἔτι γενναιοτέρων νὰ ἱκανοποιήσωμεν αὐτούς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, εἶναι εὐλογωτάτη· καὶ πρέπει μάλιστα ν’ ἀναβληθῇ ὄχι μόνον δι’ ὀλίγας ἡμέρας, ἀλλὰ μέχρις οὗ ὑποβληθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1898, διὰ νὰ ἴδωμεν, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἔλλειμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ καλύψωμεν, καὶ πῶς θὰ τὸ καλύψωμεν, καὶ ποῖα μέσα δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν, διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀξιώσεις ταύτας· διότι δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, εἶναι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν πατρίδα, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς θὰ κάμωμεν διάκρισιν. Ἢ μήπως εἶπέ τις, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν δὲν θὰ ἔλθωμεν καὶ αὔριον νὰ ψηφίσωμεν καὶ ἄλλα δι’ ἄλλους, καὶ νὰ μὴ εὑρίσκωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἄκρη, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον; Εἶναι ὀρθὸν τοῦτο, κύριε Πρόεδρε; Νομίζω ὅτι πάντες θὰ μᾶς κατακρίνωσι διὰ τὴν πρᾶξιν· διότι εἶναι μὲν εὐγενὴς ἡ τοιαύτη πρᾶξις, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, καὶ εἶναι βεβαίως ἐπιβεβλημένη ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὅταν τὸ Κράτος δὲν δύναται, πρέπει νὰ περιμένῃ τὴν εὐκαιρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ κ. ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δέκα, ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν;
§60Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπάρχουσι πολλοί. Ἔγεινε ψυχοσάββατον!
§61Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς Κρῆτας, ἰδίᾳ δὲ πρὸς τὸν πρωτεύσαντα καὶ τὸν προσενεγκόντα μακρὰς ὑπηρεσίας χάριν τῆς πατρίδος καὶ τῆς ἐλευθερίας· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι καὶ ὄπισθεν αὐτοῦ ὑπάρχει χορεία ἄλλων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ δειχθῇ ἀγνώμων. Ὀφείλομεν καὶ καθῆκον ἔχομεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς οἰκογενείας τοῦ Κρητὸς Μητσοτάκη, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ παραλείψωμεν καὶ τὰς οἰκογενείας τῶν ἄλλων; Εἶμαι Θεσσαλὸς, Κύριοι, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω δημοσίᾳ, ὅτι, καίτοι ἡ Θεσσαλία μετέσχε καὶ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος τοῦ 1821 πανταχοῦ, ὡς καὶ κατὰ τὸ 1854, καὶ τέλος τὸ 1878, ὅτε ἀνύψωσε τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας καὶ ὑπερήσπισε ταύτην ἐπὶ τοῦ Σαρακηνοῦ τῆς Μακρυνίτσης, μ’ ὅλα ταῦτα οὐδεμίαν σύνταξιν ἐζήτησε. Μία μόνη φωνὴ ἠκούσθη προχθὲς, ἡ τοῦ ἐξ Ἀγυιᾶς κ. συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε περί τινος χήρας, εὑρισκομένης εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ βίου της, καὶ ἐζήτησε — τί νομίζετε; — βοήθημα ἐλάχιστον, πεντήκοντα μόνον δραχμῶν, διὰ νὰ προσπορίζηται τοὐλάχιστον ἡ δυστυχὴς τὸν ἄρτον, καὶ οὐδεμία φωνὴ ἐντεῦθεν ἠκούσθη συνηγοροῦσα ὑπὲρ αὐτῆς. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἔξωθεν τοῦ φρουρίου τοῦ Βόλου εἰς τὰ 1821 ὁ ἐκ Μηλεῶν ἀείμνηστος Ἄνθιμος Γαζῆς ἐστήριξε τὴν σημαίαν. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐν Πηλίῳ ἔπεσαν πολλοὶ πολεμοῦντες, αὐτὴ δὲ ἡ Μακρυνίτσα ὑπῆρξεν ἀληθὲς σφαγεῖον καὶ πεδίον αἰχμαλωσίας. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ὅλον τὸ Πήλιον ἐπανεστάτησε καὶ μετέσχε, καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις, τοῦ ὑπὲρ ἐλευθερίας ἀγῶνος, καὶ ὅτι τῷ 1854 πατὴρ συναδέλφου μου μετέσχεν ἐπίσης τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου. Μὴ λησμονεῖτε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰς τὰ 1878 ἐπὶ τῶν βράχων τοῦ Σαρακηνοῦ τῆς Μακρυνίτσης ἐκυμάτιζεν οὐ μόνον ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἀλλ’ ἐπὶ μῆνας, ἡ Ἑλληνικὴ σημαία. Ἔπεσαν πολλοὶ, ἔχω δὲ καὶ συγγενεῖς ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι ἔμειναν χῆραι καὶ ὀρφανὰ, καὶ ἐν τούτοις οὐδέποτε ἀπετόλμησαν αὗται νὰ ζητήσωσί τι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως; σήμερον δὲ παρουσιαζόμεθα προσφέροντες—δικαίαν, δὲν ἀρνοῦμαι, — εὐγνωμοσύνην, μνήμην ἀΐδιον πρὸς τοὺς τρεῖς ἐκείνους ἄνδρας, τοὺς προσενεγκόντας ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ, ὡς καὶ ὁ ἐκ Πυλίας κ. συνάδελφος ἀνέφερεν, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ διαχωρίσωμεν τοὺς μὲν τῶν δὲ κατὰ τὰς δεινὰς ταύτας περιστάσεις, καὶ νὰ δίδωμεν παροχάς; Διατὶ λησμονοῦμεν; Σᾶς παρεκάλεσα τοσάκις νὰ ἀνατρέχωμεν πάντοτε εἰς τὰς διατάξεις ἑνὸς θεμελιώδους νόμου, τὸν ὁποῖον πάντοτε ἔχω παρ’ ἐμοὶ καὶ ὑπὸ μάλης. Εἶναι ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Πυλίας. Ῥητὴ διάταξις τοῦ κεφ. Γʹ ἄρθρ. 9 αὐτοῦ λέγει: «Πᾶσα αἴτησις πιστώσεως δι’ ἔξοδον μὴ προβλεφθὲν ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ πρέπει νὰ καταδεικνύῃ καὶ τὸν χρηματικὸν πόρον, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλει πληρωθῆ». Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἔκθεσιν τὴν εἰσηγητικὴν τῶν ὑπὸ συζήτησιν τριῶν νομοσχεδίων. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδένα πόρον μᾶς καταδεικνύει, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλουσι πληρωθῆ αἱ συντάξεις αὗται. Ἐρωτῶ ἤδη, θὰ ἐξακολουθῶμεν δανειζόμενοι, διὰ νὰ πληρόνωμεν συντάξεις; Θὰ πληρώσωμεν δὲ συντάξεις μεγαλειτέρας τῶν συντάξεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν πεσόντων κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον 80 ἕως 100 ἢ 120 τὸ πολὺ δραχμάς; Διατὶ, Κύριοι, νὰ φαινώμεθα πλούσιοι καὶ νὰ παρέχωμεν ἀμοιβὰς εἰς τοὺς σήμερον, ἀξίως βεβαίως, ζητοῦντας τὴν βοήθειαν ἡμῶν, καὶ νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἄλλοι στεροῦνται δυστυχῶς καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου; Φρονῶ ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ὀφείλομεν νὰ σταθμίσωμεν τὰ διαβήματά μας, καὶ, ὡς εἶπον καὶ προχθὲς καὶ πάλιν λέγω σήμερον, δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθῶμεν παραβαίνοντες τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς ἀείποτε τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἅπαντες πράξωμεν τὸ τοιοῦτον, οὐδεμία Κυβέρνησις θὰ δυνηθῇ νὰ κάμῃ δαπάνην ἔστω καὶ 100 δραχμῶν. Μετὰ μικρὸν δὲ θέλομεν προβῆ εἰς συζήτησιν νομοσχεδίου ἑτέρου, εἰς τὸ ὁποῖον θέλω λάβει τὸν λόγον, καὶ θέλω σᾶς καταδείξει τὴν πρόνοιαν τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου. Καταλήγων συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν πρότασιν τῶν κ. κ. ἐκ Πυλίας καὶ Καλαβρύτων Βουλευτῶν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δέκα, ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν ταύτην;
§63Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἴμεθα πολλοί.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῶν ὑπὸ συζήτησιν τριῶν νομοσχεδίων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§65ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐρωτήσατε τὸ ἀντίστροφον, κ. Πρόεδρε.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν ἀναβολήν.
§67ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε δέκα πέντε;
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα πολλοί.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐγερθῆτε. (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν 15). Δὲν εἶναι δεκαπέντε. Προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§71ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ψηφοφορίαν ἐπὶ τίνος, κύριε Πρόεδρε;
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας. Εἶναι τὰ τρία νομοσχέδια περὶ ἀπονομῆς συντάξεως. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν τριῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 61 καὶ 62 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Κωνστ. Χατζηπέτρου καὶ Ι. Σισίνη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 119. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς βοηθήματος εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Κωνστ. Μητσοτάκη ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 72 κατὰ 47. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς βοηθήματος εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἐμμανουὴλ Κοκκίνη ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 69 κατὰ 50. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς βοηθήματος εἰς τὴν χήραν τοῦ Μιχαὴλ Ντεντιδάκη ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 70 κατὰ 49. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ὡς ἄνω ψηφισθέντα κατ’ ἀρχὴν τρία νομοσχέδια).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1898. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τούτων ἕνεκα τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ζημιῶν.
§76ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου διὰ τὴν αὔριον...
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπεφασίσθη, διότι ἐλύθη ἡ συνεδρίασις ἐν ᾧ συνεζητεῖτο τὸ δεύτερον ἄρθρον.
§78ΣΤΡΕΙΤ. Κατὰ συνέπειαν ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθην, θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἦναι ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, βεβαίως.
§80ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐπροτίμων, ὅπως ἅπασαι αἱ τροπολογίαι συζητηθῶσι συγχρόνως.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε λοιπὸν τὰς τροπολογίας εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐκηρύχθην κατὰ τῆς ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν φόρων πάντων τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλ’ ὑπέστησαν ὅπως δήποτε ζημίας, παρακαλῶ, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἑξῆς σύστασίς μου. Ἡ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1899, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 3 μέχρι τοῦ τέλους Μαρτίου 1899, δὲν εἶναι ἐπιτυχής, κατ’ ἐμὴν γνώμην. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνήθως ὅλοι οἱ γεωργοὶ μόλις καὶ μετὰ βίας ἔχουσι τὰ μέσα πρὸς συντήρησίν των, πολλῷ δ’ ὀλιγώτερον θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσι φόρους, καὶ φόρους μάλιστα, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀνέρχωνται εἰς σημαντικὸν ποσόν. Ὥστε, ἂν θέλητε νὰ εὐεργετήσητε αὐτοὺς, δέον ἡ ἀναβολὴ νὰ παραταθῇ μέχρι τέλους Αὐγούστου 1899, διότι κατὰ Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον θὰ ἔχωσι τὴν ἐσοδείαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ θὰ ἦναι εἰς θέσιν τότε νὰ πληρώσωσι. Παρακαλῶ νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ παραδεχθῆτε νὰ δοθῇ ἡ τοιαύτη παράτασις.
§83ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν σύστασιν τῆς τροπολογίας μου, ἐπιφυλαττόμενος νὰ ἀναπτύξω αὐτὴν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν γένει εἰς τὸν στρατὸν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστράτευσιν δικαιοῦνται εἰς ἐπιστροφὴν τῶν παρ’ αὐτῶν καταβληθέντων λόγῳ προσθέτου τέλους καὶ τόκου ὑπερημερίας κατὰ τὴν § αʹ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ᾼΥΙΓʹ νόμου τοῦ 1887 διὰ τὰ ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ὁριζομένων, ἐκπροθέσμως καταβληθέντα τῆς χρήσεως τοῦ 1897.»
§85Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον θὰ ἔχῃ πρακτικὴν σημαντικότητα· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀναφέρεται εἰς πολλὰ ἄρθρα τοῦ νόμου ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν ὑπηρετησάντων κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστράτευσιν ἀπὸ διαφόρων ὑποχρεώσεων πρὸς τὸ Δημόσιον, καλὸν ἴσως θὰ ἦτο νὰ προνοήσωμεν, ἐν σχέσει πρὸς ὀδυνηρὰς περιπετείας λιποταξιῶν, ἵνα μὴ προστεθῇ τὸ σκάνδαλον, ὅτι θὰ ὦσιν ἀπηλλαγμένοι φορολογίας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν μὲν εἰς τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ἔσπευσαν πολὺ ταχέως νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των. Λοιπὸν θὰ ἦτο πολὺ σκανδαλῶδες καί τινες μόνον νὰ παρουσιασθῶσιν ὡς ἀπηλλαγμένοι διὰ νόμου, διότι θὰ παρασταθῶσιν ὡς ὑπηρετήσαντες εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλ’ ὑπηρετήσαντες κακῶς ἐν τῷ ἐπιλόγῳ διὰ τῆς λιποταξίας. Ἀλλὰ ὑποθέσατε ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ καταδικασθέντες ἐπὶ λιποταξίᾳ. Ὑπάρχουσι καὶ πολλοὶ οἱ ἀθωωθέντες. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ πολλὴν σημαντικότητα. Ἀλλὰ καὶ περὶ ἑκατοντάδων ἂν πρόκειται, θὰ ἦναι σκάνδαλον νὰ ὦσιν ἀπηλλαγμένοι φορολογίας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ἐπὶ λιποταξίᾳ.
§86Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποδεικτικὸν τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἡ ἄφεσις. Ὅσοι εἶναι λιποτάκται, φυλλάδιον τοιοῦτον δὲν ἔχουσιν, ἑπομένως δὲν θὰ ἔχωσι δικαίωμα νὰ προβάλλωσι τὴν ζητουμένην ἀπαλλαγήν.
§87ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ θὰ καταφεύγωμεν εἰς ἑρμηνείας, καὶ θὰ λέγωμεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἀποδεικτικὸν τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἡ ἄφεσις κλπ. Ἀλλ’ ὅταν σᾶς λέγῃ ὁ νόμος «οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν γένει εἰς τὸν στρατὸν», δὲν εἶναι φόβος ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου τούτου, χωρὶς νὰ γίνηται ἡ προσφυγὴ εἰς ἄλλα ἄρθρα καὶ εἰς τεκμήρια καὶ εἰς ἀναλογίας, θὰ ὦσιν ἀπηλλαγμένοι τοῦ φόρου καὶ οἱ καταδικασθέντες ἐπὶ λιποταξίᾳ; Μὲ δύο λέξεις διορθοῦται: «Ἐξαιροῦνται οἱ καταδικασθέντες ἐπὶ λιποταξίᾳ κλπ.»
§88ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§90ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαλλάξῃ τοῦ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου βεβαιωθέντος προσθέτου φόρου ἢ προστίμου ἕνεκα παραλείψεως τῆς δηλώσεως ζώων κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1897, ἢ νὰ ἐντείλῃ τὴν ἐπιστροφὴν τούτου ἐν περιπτώσει καταβολῆς, τοὺς ἀποδεδειγμένως ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τῶν πολεμικῶν ἐργασιῶν παραλείψαντας τὴν ἐμπρόθεσμον δήλωσιν τῶν ζώων των.» Δὲν ἠξεύρω, ἂν κανεὶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πολὺ περισσότερον, ὑποθέτω, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἤδη ὑπάρχων, δὲν πτοῆται ὅτι θὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι πληθώρας ἀπαιτήσεων τοιούτων περὶ ἀπαλλαγῆς, καὶ ἂν δὲν θὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ διανείμῃ, οἱονεὶ ὡς βοηθήματα, ἀπαλλαγὰς πρὸς διαφόρους πολίτας, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἴτε δι’ ἀντιπροσώπων των θὰ παρίστανται ἐνοχλοῦντες τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοιούτων ἀπαλλαγῶν. Δὲν θέλω νὰ ὑποδείξω, ὅτι ἕνεκα τοῦ πολιτεύματος οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ εὑρίσκωνται βεβαίως πολλάκις καὶ εἰς τὸν πειρασμὸν τῆς ἀποφάσεως ὑπὲρ ἢ κατὰ πολιτῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἀπόκειται εἰς τὴν διακριτικὴν αὐτῶν ἐξουσίαν νὰ κρίνωσι, ποῖοι ἀποδεδειγμένως ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως παρέλειψαν τὴν ἐμπρόθεσμον δήλωσιν τῶν ζώων. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν σήμερον ἐνώπιόν μας, ἀνεδέχετο τὴν εὐθύνην, ὅτι θὰ μείνῃ δὲν ἠξεύρω ἐπὶ πόσον χρόνον εἰς τὴν ἀρχὴν, ἠδυνάμην ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν νὰ μὴ ἀνησυχήσω παντάπασι· θὰ ἀνησύχουν μόνον, μήπως θ’ ἀπησχολεῖτο ἀπὸ μίαν ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὀχληρὰ εἰς αὐτὸν, ἐργασίαν πολὺ μικρολόγον καὶ ἀπογοητεύουσαν αὐτὸν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον θὰ εὑρίσκηται ἐν αὐτῇ μετὰ τὴν αἰσίαν—πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν—διεξαγωγὴν μεγάλων ζητημάτων. Εἰς αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐὰν ἀναθέσητε νὰ μοιράζῃ αὐτὰ τὰ βοηθήματα εἰς τὸν μὲν καὶ εἰς τὸν δὲ πολίτην, τὸν ζητοῦντα αὐτὰ ἕνεκα τοῦ τελευταίου πολέμου, μοὶ φαίνεται ὅτι θέλετε τῷ ἀναθέσει ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον θέλει πολὺ τὸν ἀπογοητεύσει, κατόπιν τῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας ἤθελε νὰ ἐκτελέσῃ χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ κατ’ ἀρχὴν δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ποτὲ νὰ ἀφήνωμεν τὰ τοιαῦτα εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν. Ὅσον τὸ δυνατὸν τὰ πάντα πρέπει νὰ ᾖναι κεκανονισμένα εἰς τὸν νόμον· πρέπει ν’ ἀποτρέψωμεν διὰ τῶν νόμων, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὴν πηγὴν τῶν παροχῶν, τὴν ὁποίαν ἀφήνετε εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον πρέπει νὰ πράξωμεν τοῦτο, καθόσον ἡμεῖς ἐπὶ τέλους διὰ τῶν ὀχληροτάτων αὐτῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας μᾶς ἐπιφορτίζει ἡ ἀτέλεια τῶν νόμων, ἡ ἀτέλεια τῆς ὑπηρεσίας, συγχρόνως ἐπιφορτιζόμεθα καὶ μετὰ τῆς μομφῆς, ὅτι γινόμεθα προστάται ἰδιοτελῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἐκλογέων μας. Οἱ πάσχοντες τοιοῦτον μαρτύριον—καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ Βουλευταὶ—θεωροῦνται ὡς ἔνοχοι, ἐνῷ εἶναι οἱ προκαλούμενοι παρὰ τῶν πολιτῶν, ὅπως ἀναπληρώσωσι τὴν ἀτέλειαν τῶν νόμων, τὴν ἀτέλειαν τῆς ὑπηρεσίας. Οἱ ἐπιφορτιζόμενοι ὀχληρότατα παρὰ τῶν πολιτῶν θεωροῦνται καὶ ὑπεύθυνοι διατί; Διότι δὲν ὑπῆρξεν ἀρκετὴ πρόνοια, ὅπως οἱ νόμοι ἡμῶν ὦσι καλῶς μεμελετημένοι, ὦσι πρακτικοὶ, ἀπαλλάττοντες καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς Βουλευτὰς ἀπὸ τῶν τοιούτων ἐνοχλήσεων. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου πρέπει ἐκ παντὸς τρόπου ν’ ἀπομακρυνθῇ, ἢ ῥιζικῶς νὰ τροποποιηθῇ, διότι ποία διαδικασία θὰ ὁρίσῃ τίνες ἀποδεδειγμένως ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας παρέλιπον τὴν ἐμπρόθεσμον δήλωσιν; Ἐγὼ ἤθελον προτείνει, ἂν ἠθέλετε ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῇ τοιαύτη διάταξις, νὰ ἐπιστραφῶσιν ὅλα τὰ πρόσθετα ἐκεῖνα τέλη, τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν εἰς πολλοὺς, παραλείψαντας τὴν ἐμπρόθεσμον δήλωσιν· διότι ποῖος δὲν θὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι ἕνεκα τοῦ σάλου τῆς ἐπιστρατείας, ἕνεκα τοῦ σάλου τοῦ πολεμικοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ δηλώσῃ ἐμπροθέσμως; Λοιπὸν ἀποφασίσατε γενικῶς, ὅτι τὰ πρόσθετα τέλη, τὰ ἐπιβληθέντα εἰς τοὺς παραλείψαντας τὴν δήλωσιν τῶν ζώων, ἐπιστρέφονται εἰς τοὺς πολίτας· διατί; διότι τὸ πᾶν συνεταράχθη ἐκ τοῦ πολέμου τοῦ τελευταίου, τὸν ὁποῖον πόλεμον ἠθελήσαμεν νὰ καταστήσωμεν ὅσον οἷόν τε ἐθνικώτερον, δηλ. ὅσον οἷόν τε τοῦ ἔθνους καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ ἑπομένως πρέπει ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς πάντας.
§91ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλετε, παρακαλῶ, τὴν τροπολογίαν σας.
§92ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον.
§93ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ. Ν’ ἀπαλειφθῇ, εἶμαι ἔτι μᾶλλον σύμφωνος.
§94Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἀναθεωροῦντες τὸ νομοσχέδιον δὲν θέλετε περιορισθῆ εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου γενομένας παρατηρήσεις, ἀλλὰ θὰ ἐπεκτείνητε τὴν μελέτην σας ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων, διότι ἐδόθη τοιαύτη ἐπέκτασις, ὥστε θὰ μετανοήσωμεν, ἐὰν τὸ ψηφίσωμεν καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια, εἰς τοιαύτας περιστάσεις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παλαίῃ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, μὴ ἐνδίδων, καὶ μόνον ἐξαναγκαζόμενος, βιαζόμενος, ἐπὶ τέλους νὰ ἐνδίδῃ, ἂν δὲν δυνηθῇ. Τώρα θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ ἐναντίον γίνεται, ὅτι ἐδώσατε μάλιστα περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἴσως θ’ ἀπῄτουν καὶ οἱ ἀπαιτητικώτεροι τῶν Βουλευτῶν. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ τῶν δικηγόρων; τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ ὅλων τῶν ὑπηρετησάντων ἐν τῷ στρατῷ; Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ προνοήσωμεν περὶ ἐπιστροφῆς ὅλων τῶν προστίμων, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου 1897 ἐπληρώθησαν; Δὲν εἶναι μόνον ἡ ζημία, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐνόχλησις. Ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, ἵνα ἐξελεγχθῶσι κατὰ στρατιώτην ἢ ἐπίστρατον τὰ πληρωθέντα καὶ ἐπιστραφῶσι, θὰ σταματήσωσι πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, ὅπως διεξάγωσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἐπίσης καὶ τὸ τελευταῖον ἄρθρον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας, θ’ ἀνοίξῃ τὴν θύραν πρὸς μεγάλας καταχρήσεις. Θεωρῶ καλὸν νὰ δείξωμεν περισσοτέραν ἐγκράτειαν εἰς παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ὅλοι μὲν εἴμεθα πρόθυμοι νὰ παράσχωμεν, ἀλλὰ μέχρις ἑνὸς ὁρίου μόνον, ἵνα μὴ ἀποβῶσιν ἐπιζήμιοι εἰς τὸ Κράτος.
§95ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰδικὴν μνείαν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο περὶ τῶν δικηγόρων ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, πολλαχῶς μοὶ παρεστάθη, ὅτι συνεπείᾳ τοῦ δικαιοστασίου οἱ δικηγόροι δὲν εἰργάσθησαν. Ἐν τούτοις σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ὡς καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ἐνόμισα ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Δημοσίου δὲν ἐπιτρέπει πλείονα ἐπέκτασιν τῆς ἀφέσεως, παρὰ ὅσον διαλαμβάνει τὸ πρῶτον ἄρθρον. Περὶ παροχῆς λοιπὸν δὲν πρόκειται· πρόκειται περὶ ἀναστολῆς ἐξαναγκασμοῦ τῆς πληρωμῆς. Διὰ τὴν ἀναστολὴν ταύτην ἐσκέφθην, καὶ ἐνεδοίασα περισσότερον ἢ ὅσον φαντάζεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἵνα τὴν ἀποδεχθῶ. Ἐπικαλοῦμαι τὰς διαθέσεις τῆς Βουλῆς, ἐὰν τῷ ὄντι ἦμαι ἄξιος τοῦ ὑπαινιγμοῦ, ὅτι, παρὰ τὰς γενικωτέρας ἀξιώσεις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἤνοιξα τὰ βαλάντια τοῦ Δημοσίου. Διαμαρτύρομαι, ὅτι δὲν ἔχω τοιαύτην τάσιν, καὶ εἰς πᾶσαν ὑποβολὴν προτάσεως νόμου σχετιζομένης πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τὸ εἶπον ἐπανειλημμένως, — δὲν εἶχον τὴν τύχην νὰ μὲ ἀντιληφθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς — ὅ,τι δήποτε περικόψῃ ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν παρ’ ἐμοῦ προτεινομένων, θ’ ἀπέβαινεν εὐγνωμόνως παρ’ ἐμοῦ ἀποδεκτόν.
§96ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δικηγόρους, εἶναι δικαιότατον, διότι ἀπηγορεύθη αὐτοῖς ἡ ἐργασία.
§97ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ εἰσέλθω τὴν στιγμὴν ταύτην, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον διέκρινα, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἀναβληθήσεται, ὅπως τοῦτο ἀναθεωρηθῇ καὶ συναρμολογηθῇ πρὸς ὑποβληθείσας παρατηρήσεις· αἰσθάνομαι ὅμως τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον ἔκφρασιν, ἥτις λυποῦμαι ὅτι διέφυγε τὰ χείλη τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ὁ κ. Δεληγεώργης μοὶ ἐφάνη νὰ εἶπεν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ προστατεύουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀμυνόμενοι κατὰ τῶν πιέσεων τῶν Βουλευτῶν, προσπαθούντων νὰ παρασύρωσιν αὐτοὺς εἰς βαρείας παροχάς...
§98ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§99ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστησιν αἰσθάνομαι, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης ἔσπευσε ν’ ἀπαρνηθῇ τὰς ἐκφράσεις, ἃς μὲ πολλήν μου χαρὰν ἀποδίδω εἰς ἀκουστικήν μου πλάνην, διότι τῇ ἀληθείᾳ θὰ ἐθλιβόμην, ἂν ἔγκριτος συνάδελφος παρεσύρετο εἰς τὸν συρμὸν τῶν νέων ἰδεῶν, ἃς ἡ πλάνη ἢ ἡ κακοβουλία κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους καιροὺς προσπαθεῖ νὰ ἀναγάγῃ εἰς σύστημα, ἐπὶ δυσφημισμῷ τοῦ Κοινοβουλίου.
§100Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σεῖς ἐδώσατε τοιαύτην ἑρμηνείαν εἰς τοὺς λόγους μου Ἀπορῶ δὲ, πῶς σεῖς, νοημονέστατος ἀνὴρ, παρεξηγήσατε κοινοτάτην φράσιν, ἡ ὁποία πανταχοῦ, ὁσάκις πρόκειται λόγος περὶ βαρῶν ἢ ἐλαττώσεων αὐτῶν μεταξὺ Κοινοβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, λέγεται. Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν πανταχοῦ εἶναι φιλοχρήματοι, δύσκολοι εἰς τὸ νὰ ἐνδίδωσι πολλάκις καὶ εἰς τὰ εὐλογώτερα, καὶ δικαίως, οἱ δὲ Βουλευταὶ συνήθως ζητοῦσι περισσότερα τῶν ὅσων πρέπει, εἴτε διότι ἀντιπροσωπεύουσι τὰ συμφέροντα τῶν παραπονουμένων, εἴτε διότι δὲν ἀντιλαμβάνονται, ὅσον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο δὲν εἶναι πρωτάκουστος παρατήρησις καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Βουλῇ, καὶ ἀπορῶ, πῶς συνέπεσε νὰ σᾶς διαθέσῃ τόσον δυσμενῶς.
§101ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ ψηφισθῇ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 6 εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, βεβαίως θὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τροπολογίαν. Νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ μία ἐγγύησις, πρέπει νὰ κανονισθῇ μία πρόχειρος διαδικασία, διότι τὸ «ἀποδεδειγμένως», μένον ἐντελῶς εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπιφορτίσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μὲ μίαν ἐργασίαν ἀφόρητον. Λοιπὸν νὰ κανονισθῇ μία διαδικασία, ὥστε πράγματι, ἂν ἕνεκα ἀνωτέρας βίας, ἕνεκα ἀπολύτου ἀδυναμίας δὲν ἐδήλωσαν, νὰ ἐπιστραφῶσιν αὐτοῖς τὰ πρόστιμα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων κλπ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 100). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἀπὸ Κούρταγα εἰς Διαβολίτσι τμήματος τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν.
§104Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εὑρίσκομαι, Κύριοι, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποπερατώσεως τῆς γραμμῆς Κούρταγα–Διαβολίτσι τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, διότι, ὡς μηχανικὸς, καὶ χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, τοῦ ἐμπορίου, καὶ χάριν στρατιωτικῶν κινητοποιήσεων, ἐπιθυμῶ τὴν συντέλεσιν τοῦ δικτύου τῶν σιδηροδρόμων μίαν ὥραν ταχύτερον. Αὐτὸς εἶναι ὁ πόθος μου, καὶ αὐτὸν πάντοτε διετράνωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς ὅμως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀποφεύγομεν τὴν Σκύλλαν καὶ περιπίπτομεν εἰς τὴν Χάρυβδιν. Ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν εἶναι ὁ πολυπαθὴς σιδηρόδρομος, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπὸ τοῦ 1890 ἔφερον τὸν λόγον ἐνταῦθα, καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι κακὸν τέλος τὸν περιέμενε καὶ κακὸν τὸν περιμένει. Δυστυχῶς ἡ ἱστορία τοῦ σιδηροδρόμου τούτου εἶναι μακρά. Θὰ προσπαθήσω νὰ μὴ κουράσω τοὺς κ. κ. συναδέλφους, ἀλλ’ ἐν ὀλίγοις θὰ ἀφηγηθῶ τινα, σχέσιν ἔχοντα μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Κατὰ τὸ 1891 ἐψηφίσαμεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου παρεχωρεῖτο εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἁπάσης τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, τῆς συντετελεσμένης τότε, ἐκτὸς τοῦ τμήματος Τριπόλεως–Διαβολίτσι, καὶ ἐτηρήσαμεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου δικαίωμά τι ἀπέναντι τῶν εἰσπράξεων τῆς ἑταιρίας. Ὑπεχρεώθη ὅμως τὸ Δημόσιον διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ τμήματος ἐκείνου νὰ καταβάλῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν 3,300,000 δραχμὰς εἰς χαρτονόμισμα. Ὡς γνωστὸν ἐκ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντων λογαριασμῶν, εὑρίσκοντο κατὰ τὴν 11 Ἰουλίου 1895 δραχ. 2,575,991. Ἡ ἑταιρία, δυνάμει τῆς συμβάσεως τοῦ 1891, ὑποχρεοῦτο νὰ χαράξῃ τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Τριπόλεως–Διαβολίτσι καὶ ἀποπερατώσῃ αὐτὴν τελείως ἐν διαστήματι δύο καὶ ἡμίσεως ἐτῶν· διὰ τῆς αὐτῆς δὲ συμβάσεως ἐδικαιοῦτο νὰ λαμβάνῃ ποσὸν 3,300,000 δραχμῶν, εἰς πέντε ἴσας δόσεις, τῶν ὁποίων τὰς τέσσαρας πρώτας ἐζήτει νὰ λάβῃ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ἑκάστου τμήματος ἐξ 20 χιλιάδων μέτρων. Ἐπιστεύομεν δ’ ἅπαντες, ὅτι μετὰ τὴν παροχὴν τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἑτέρου τμήματος ἡ ἑταιρία ἤθελε φέρει εἰς πέρας τὸ ἔργον ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας. Ἀλλὰ τὸ 1895 διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΒʹ μετεβλήθησαν ἄρδην αἱ θεμελιώδεις ἐκεῖναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1891 εἶχον τεθῆ, κυρίως δὲ ὁ τρόπος τῆς καταβολῆς τοῦ τιμήματος. Ἐν ᾧ δὲ διὰ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως ἐδικαιοῦτο νὰ λαμβάνῃ ἡ ἑταιρία μετὰ τὴν συντέλεσιν ἑκάστου τμήματος ἐξ 20 χιλιομέτρων τὸ πέμπτον τῶν 3,300,000 δραχμῶν, διὰ τῆς δευτέρας συμβάσεως ἀνετράπησαν ἄρδην οἱ ἀρχικοὶ ὅροι, καὶ ἐλάμβανε ποσὰ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δι’ ἁπλῆς καταστάσεως, ὑποβαλλομένης ὑπ’ αὐτῆς. Ἐὰν, Κύριοι, αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐφηρμόζοντο, καὶ ἐὰν οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ δὲν ἐλησμόνουν τὰς διατάξεις τοῦ δεκάτου κεφαλαίου αὐτοῦ, ἠθέλομεν εὑρίσκεσθαι εἰς θέσιν νὰ βλέπωμεν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὰ κατ’ ἔτος ἐκτελούμενα ἔργα. Δυστυχῶς ἡ ἀδικαιολόγητος σιγὴ μᾶς ἔφερε σήμερον ἀπέναντι νέας ἀπορίας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ περίφημον ἄρθρον τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, διὰ νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὁποίαν ὑποχρέωσιν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὴν Βουλὴν. Ἐὰν ἔφερε τὰς πληροφορίας ταύτας, τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλλῃ κατ’ ἔτος εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ εἴχομεν τὰς καταστάσεις, ἐν ταῖς ὁποίαις κατοπτρίζεται καθαρώτατα πᾶν ἐκτελούμενον ἔργον. Σήμερον ἐγὼ αὐτὸς, καίτοι μηχανικὸς, εὑρίσκομαι εἰς τὴν λυπηρὰν θέσιν νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεμίαν κατάστασιν ἔχομεν οὔτε τοῦ μήκους καὶ πλάτους τῶν ὁδῶν, οὔτε τῶν κλίσεων αὐτῶν, οὔτε τῶν γεφυρῶν. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἐζήτησα ἀπὸ τοῦ 1895, ὅτε λυπηραὶ περιστάσεις πάλιν μὲ ἐκάλεσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπιτελικοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τότε δι’ ἐπανειλημμένων ἐγγράφων, διὰ παρακλήσεων καὶ διὰ προσωπικῶν μεταβάσεων ἐζήτουν νὰ λάβω τὸ κάτοπτρον αὐτὸ, ἀλλ’ οὐδὲν ἔλαβον. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 99 τοῦ λογιστικοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Διὰ πᾶσαν δημοσίᾳ δαπάνῃ κατασκευὴν ὁδοῦ, γεφύρας, διώρυγος, καταστημάτων καὶ ἄλλων δημοσίων ἔργων, ἥτις δὲν ἀπεπερατώθη ἐντὸς τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἐνεκρίθη νὰ γείνῃ, θέλει ὑποβάλλεσθαι εἰς τὰς Βουλὰς ἰδιαιτέρα ἔκθεσις, φανερώνουσα τὴν κατάστασιν τῶν ἐργασιῶν καὶ τῆς γενομένης δαπάνης, ταύτης δὲ κατὰ σύγκρισιν μὲ τὰς δοθείσας πιστώσεις.» Σοφωτέραν διάταξιν οὐδεὶς δύναται νὰ ζητήσῃ. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὰ Παραρτήματα τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν παρελθουσῶν συνόδων, θέλετε εὕρει τὰς 30 ἐπερωτήσεις μου, διὰ τῶν ὁποίων ἐζήτησα τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθην, καὶ λυποῦμαι διὰ τοῦτο· διότι, ἐὰν εἴχομεν τὰς καταστάσεις ταύτας, τῶν ὁποίων τὴν ὑποβολὴν αἱ ῥηταὶ αὗται διατάξεις ἐπιβάλλουσι, δὲν ἠθέλομεν ἀγνοεῖ σήμερον τί γίνεται καὶ τί ἐξετελέσθη. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου νόμου δὲν ἀναφέρονται οὔτε αἱ ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρίας, οὔτε ποῖον εἶναι τὸ ὁλικὸν τίμημα, οὔτε ποῖον τμῆμα τῆς γραμμῆς ταύτης ἐξετελέσθη, οὔτε ἐὰν ἐξηντλήθη τὸ ποσὸν τῶν 3,300,000 δραχμῶν. Δὲν ἔχομεν τίποτε· ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὡς μηχανικός, δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου τίποτε σχετικὸν τῆς ἐκτελέσεως τῆς γραμμῆς. Ἐγὼ βεβαίως θέλω τὴν ἀποπεράτωσιν, ἀλλὰ ὄπισθέν μου ἔχω καὶ μίαν εὐθύνην ὑπερτάτην. Ἐὰν ἔχητε ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, εὐθύνην, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς μεγαλειτέραν, καὶ ὅταν δίδωμεν οἱανδήποτε πίστωσιν, πρέπει νὰ ἐπιβλέπωμεν δεόντως. Παρουσιάζεται σήμερον ἡ ἑταιρία καὶ ὑποβάλλει νέαν σύμβασιν, καὶ ζητεῖ τίποτε ὀλιγώτερον ἢ νὰ παραιτηθῇ τὸ Δημόσιον τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἐκ τοῦ ἀποπερατωθέντος τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἀλλὰ ποῖα ποσοστὰ ἔλαβεν ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη; Ἔθιξεν ὁ ἐκ Μαντινείας κ. συνάδελφος κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν χορδὴν ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἐξέθεσεν οὐδ’ ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ ἑταιρία. Ἀνεδίφησα πολλά, ἀνέτρεξα εἰς τὰ Παραρτήματα τῆς «Ἐφημερίδος τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς», ἐν τῷ Παραρτήματι δὲ τῆς Βʹ Συνόδου τῆς τρεχούσης Περιόδου, σελ. 62, ἀνεῦρον πίνακα, ὑποβληθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνονται αἱ εἰσπράξεις ὅλων τῶν σιδηροδρόμων μέχρι τοῦ 1893. Κατὰ τὸν πίνακα ἐκεῖνον, ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ἀπέδωκε ποσοστὰ, κατὰ μὲν τὸ 1891 δρ. 168,072, κατὰ τὸ 1892 δρ. 204,396, κατὰ τὸ 1893 δρ. 182,991. Ἐννοεῖται δὲ, Κύριοι, ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ παρεχομένων περισσοτέρων μέσων ἡ κίνησις αὐξάνει καὶ τὰ ποσοστὰ αὐξάνουν. Τί ζητοῦν λοιπὸν σήμερον; Ζητοῦν νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν 2,500,000 δραχ. διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸ τμῆμα, δηλαδὴ νὰ δώσωμεν ἡμεῖς 2,500,000 δωρεὰν, καὶ αὐτὴ νὰ νέμηται ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδαπάνησε μέχρι τοῦδε, καὶ 2½ ἑκατομμύρια ἀκόμη! Ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ζητεῖ οὐχὶ ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ζητεῖ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸ Κράτος ἐσαεὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τοῦτο ἔχει ἐκ τῆς συμβάσεως. Ζητεῖ ἐγγύησιν τοῦ δανείου. Εἰς ποῖον ποσὸν, μετὰ τίνων θὰ συμβληθῇ, πρὸς πόσον θὰ τὸ λάβῃ καὶ διατὶ νὰ ἐγγυηθῇ τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ ἐν τῇ ὑπὸ συζήτησιν συμβάσει ἔχει ῥητὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ ἑταιρία ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν, κατὰ τὸ ἐνδιάμεσον χρονικὸν διάστημα τῶν 2½ ἐτῶν νὰ ἐξεύρῃ αὐτὴ μόνη τὸ ἀπαιτούμενον χρῆμα πρὸς ἐντελῆ τοῦ ἔργου ἀποπεράτωσιν; Ἐν τῇ συμβάσει τῆς 4 Ἰουλίου 1895, κυρωθείσῃ διὰ τοῦ Νόμου ͵ΒΤΜΒʹ τῆς 7 Αὐγούστου 1895, ὁρίζεται, ὅτι «μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ἄνω ποσοῦ τῶν 3,300,000, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἐντὸς 15 μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς παρούσης συμβάσεως, ὀφείλει ἡ ἑταιρία νὰ ἐξακολουθήσῃ δι’ ἰδίων χρημάτων τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς μεταξὺ Κούρταγα καὶ Διαβολιτσίου, εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀποπερατώσῃ ταύτην ἐμπροθέσμως.» Ἀπὸ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1895 εὑρισκόμεθα εἰς τὸν Μάρτιον τοῦ 1898· πιστεύω δ’ ὅτι εἶναι ὑπερδιπλάσιον χρονικὸν διάστημα. Ἐρωτῶ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, —διότι οἱ τελευταῖοι δὲν φέρουσιν εὐθύνην—τί ἔπραξαν; τίνα διαβήματα ἐποιήσαντο; διατὶ τὴν ἑταιρίαν τὴν ἄφηναν νὰ λαμβάνῃ τὰ 3,300,000, χωρὶς νὰ ἐκτελῇ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε; Βεβαίως ἐπεθύμουν καὶ ἐπιθυμῶ διακαῶς, ἵνα Ἑλληνικὴ ἑταιρία ἀποπερατώσῃ τὸ σιδηροδρομικὸν δίκτυον τῆς Πελοποννήσου, ἀλλὰ, Κύριοι, ἄνευ ζημίας τοῦ Δημοσίου, ἄνευ παροχῶν ἐπὶ παροχῶν. Βλέπετε ὅτι εἰς τὰ 1891 ψηφίζομεν μίαν σύμβασιν, εἰς τὰ 1895 τὴν ἀνατρέπομεν, καὶ εἰς τὰ 1898 ζητοῦμεν νέαν ἀνατροπήν! Νομίζω, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα ἀπαιτοῦσι μεγάλην περίσκεψιν καὶ μεγάλην σύνεσιν. Μετὰ τὰ εἰρημένα φρονῶ, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ὀφείλει, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 99 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, νὰ φέρῃ, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν, τὸ κάτοπτρον τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων καὶ τῶν ἐκτελεσθησομένων· διότι, ὅπως σήμερον λέγει, ὅτι τὰ 3,300,000 δὲν ἤρκεσαν, αὔριον θὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ τὰ 2½ αὐτὰ ἑκατομμύρια δὲν ἤρκεσαν.
§105Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θέλω σᾶς ἀπαντήσει περὶ τῶν λογαριασμῶν σας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι καθ’ ὅλα ἀκριβεῖς. Ἐπειδὴ δ’ ἔχετε ἀπορίας, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διατυπώσητε τὰς ἐρωτήσεις σας, ἵνα σᾶς δώσω τὰς ἀπαντήσεις.
§106Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς παρεπονέθην· διότι, ἐὰν ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καταστάσεις καὶ ἐκθέσεις, δὲν θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ζητῶ πληροφορίας.
§107Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται περὶ συμβάσεων καὶ νόμων παλαιῶν.
§108Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν· εἶπον, ὅτι δὲν φέρετε ὑμεῖς τὴν εὐθύνην. Πολλάκις ἐζήτησα, ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς καταστάσεις ἢ ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν αὑτῶν. Δι’ αὐτὸ δὲ σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς ἄγνοιαν, καὶ πολλάκις προκαλοῦμεν συζητήσεις ἐπὶ συζητήσεων, ἐλλείψει φώτων, διότι τὰ φῶτα τὰ κρατοῦν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἐνῷ τὰ φῶτα ἔπρεπε νὰ τὰ κατέχῃ ἡ Βουλή, ἵνα φωτίζηται. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔπρεπε νὰ φωτίζουν τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ μάτην δαπανᾶται ὁ χρόνος εἰς ἀντεγκλήσεις καὶ εἰς ἐσφαλμένους ὑπολογισμούς. Ἐὰν σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ μᾶλλον τὸ σχετικὸν τμῆμα, τὸ σιδηροδρομικόν, εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς ὑποβάλῃ ἓν κάτοπτρον τῆς καταστάσεως τῆς σημερινῆς καὶ τῶν ἐκτελεσθησομένων ἔργων καὶ τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς ἀποπεράτωσιν δαπάνης...
§109Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπέβαλα ὁλόκληρον τὸν προϋπολογισμόν.
§110Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὸν εἶδον.
§111Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Τὸν ἔχει ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής.
§112Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Λυποῦμαι, διότι ὑπεβλήθη καὶ δὲν τὸν ἔχω.
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ νὰ μὴν τὸν ἔχωμεν ὅλοι;
§114Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Εἶναι Γαλλιστὶ συντεταγμένος· τὸ εἶπον καὶ προχθές.
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ κυκλοφορήσῃ.
§116ΚΟΡΠΑΣ. Ὅστις θέλει, ἄς τὸν ζητήσῃ.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸ γραφεῖον.
§118Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δηλοῖ, ὅτι κατέθηκεν εἰς τὴν Γαλλικὴν τὸν προϋπολογισμόν· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, τίνα προϋπολογισμὸν κατέθηκε; Γνωρίζω ὅτι σήμερον Ἑλληνικὴ ἑταιρία ἀνέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ὀφείλει δὲ καὶ καθῆκον ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῇ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ νὰ εἰσάγῃ τ’ ἀναγκαῖα ἔγγραφα, οὐδέποτε δὲ καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ ἐπιτρέψῃ χρῆσιν ἄλλης γλώσσης.
§119Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅταν ἔλαβε τὸν προϋπολογισμὸν, ἠρωτήθη παρ’ ἐμοῦ, ἐὰν θέλῃ νὰ μεταφρασθῇ, καὶ ἀπήντησεν ὅτι... Δὲν ἔχει οὕτω, κύριε Βουλευτά;
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§121Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Καθ’ ἣν δ’ ἡμέραν ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς, ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὑλικὸς χρόνος, ἵνα μεταφρασθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς ὅλους τοὺς Βουλευτάς.
§122Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄλλο ἠρώτησα ἐγώ. Ἠρώτησα, ἐὰν ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς ἦναι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλληνικῆς ἑταιρίας Σ.Π.Α.Π. ἢ ὁ τοῦ σιδηροδρομικοῦ τμήματος τῆς μακαρίᾳ τῇ λήψει Γαλλικῆς ἀποστολῆς.
§123ΚΟΡΠΑΣ. Εἶναι προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται καὶ σήμερον ἀκόμη.
§124Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Λυποῦμαι διότι εὑρίσκομαι ἀντιμέτωπος φίλου συναδέλφου καὶ τὸν ὁποῖον ἴσως παρεξηγῶ, ἀλλὰ τὰ σφάλματα εἶναι προγενεστέρας ἐποχῆς, καὶ δι’ αὐτὸ ὁμιλῶ καὶ θέλω ὁμιλεῖ· εἶναι συνέχεια ἀπὸ τοῦ 1890, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτε σᾶς ἀπησχόλουν καὶ σᾶς ἔλεγον νὰ προσέξωμεν, διότι τεκταίνεταί τι, καὶ τὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν κινδυνεύουσιν· ἀλλ’ οὐδεὶς ἤκουεν. Ἐὰν δὲ, Κύριοι, ἡ ἑταιρία, ἡ σήμερον ζητοῦσα τὴν ἐγγύησιν τῶν 2½ ἑκατομμυρίων, ἔλθῃ αὔριον καὶ μᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐξήρκεσαν τὰ 2½ ἑκατομμύρια, τί θὰ πράξητε; σᾶς ἐρωτῶ. Εἶχεν ὑποχρέωσιν διὰ τῶν μέχρι τοῦδε συμβάσεων ν’ ἀποπερατώσῃ τὴν ἐργασίαν; Ἐν τοσούτῳ δὲν τὴν ἀπεπεράτωσεν. Εἶχεν ἔτι ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ καὶ ἐξ ἰδίων κεφαλαίων ἢ δανείου τὸ ἀναγκαιοῦν χρῆμα διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν, καὶ ἐνῷ δὲν τὸ κατέβαλλε ζητεῖ σήμερον ἄλλα; Λαμβάνει σήμερον τὰ 2½ ἑκατομμύρια, καὶ σᾶς λέγει αὔριον «δὲν ἀπεπεράτωσα τὸ ἔργον·» τί γίνεται τότε; Φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σταθμίσῃ τὸ τοιοῦτον. Δὲν εἶμαι ἐναντίος πάσης παροχῆς εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἀλλ’ ὄχι διαβατικῆς. Ἐννοῶ, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε μέχρι τοῦδε 24 ἑκατομμύρια καὶ πλέον διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, μὴ ὑπολογιζομένων τῶν τόκων, τοὺς ὁποίους ἐπλήρωσεν ἔκτοτε, ὅπερ ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν εἰς 35 ἑκατομμύρια καὶ πλέον, ἐννοῶ νὰ τηρήσῃ τὰ κυριαρχικά του δικαιώματα τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Βεβαίως ἔχει δώσει τὸ προνόμιον τῆς ἐκμεταλλεύσεως διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1891 ἐν χρονικῷ διαστήματι ἴσῳ μὲ τὸ ὑπολειπόμενον εἰς τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἀλλ’ οὐδέποτε πρέπει νὰ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐπὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς γραμμῆς ταύτης, καὶ τὰ ὁποῖα ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ θὰ βαίνωσιν αὐξανόμενα· ἐὰν δ’ εὐδοκήσῃ ὁ Ὕψιστος ν’ ἀποτελέσουν αἱ Καλάμαι ἀρχὴν συγκοινωνίας μετὰ τῆς Ἀνατολῆς, τότε βεβαίως τὰ ἔσοδα τοῦ σιδηροδρόμου θέλουσιν ὑπεραυξηθῆ. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται ἤδη νὰ πράξῃ ὅ,τι νομίσῃ καλόν.
§125ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς ἐχαράχθη ἡ γραμμὴ Μύλων– Καλαμῶν, ἡ Μεγαλόπολις μένει μίαν ὥραν μακρὰν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ἀγνοῶ τὸν λόγον τῆς τοιαύτης διαχαράξεως, ἐνῷ ὁ σιδηρόδρομος ἔδει νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Μεγαλοπόλεως, εἰς τὴν ὁποίαν καταλήγουσιν αἱ δημόσιαι ὁδοὶ τῆς τε Ὀλυμπίας καὶ Γορτυνίας, καὶ ἐκεῖθεν βεβαίως ἤθελον συγκοινωνήσει αἱ δύο αὗται ἐπαρχίαι. Ὡς ἐπληροφορήθην, εἰς 400,000 δραχμὰς προϋπελογίσθη ἡ διακλάδωσις ἀπὸ Χάνι– Μπιλάλη μέχρι Μεγαλοπόλεως...
§126Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μόνον 290,000.
§127ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον... Μόνον μία γέφυρα ἀπαιτεῖται νὰ κατασκευασθῇ, διὰ τὴν ὁποίαν θέλουσι δαπανηθῆ ὀλίγα χρήματα, καθόσον τὸ ἄλλο μέρος εἶναι λίαν ἐπίπεδον καὶ μικραὶ ἀπαιτοῦνται δαπάναι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ταῦτα, καὶ προβῇ εἰς τὴν συντέλεσιν τῆς διακλαδώσεως ταύτης.
§128Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ συμφωνία μεταξὺ τῆς Ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου καὶ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς κατασκευὴν τῆς διακλαδώσεως ἀπὸ Χάνι Μπιλάλη εἰς Μεγαλόπολιν εἶναι τετελεσμένη κατὰ 99½%. Ὑπολείπεται ½%, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ θὰ τελειώσῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήνομεν ἤδη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7 νομοσχέδιον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἀμέσως ἑπόμενον. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν μᾶς διενεμήθη τὸ οὕτω διορθωθὲν νομοσχέδιον, διότι ἐδῶ ἔχει ἄλλα.
§131Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου, παρεισέφρησε κατὰ λάθος ἡ τροπολογία τοῦ κ. Χατζηπέτρου, ὡς γενομένη δεκτή.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τυπογραφεῖον ἔκαμε λάθος κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν. Ἀναγινώσκεται τὸ κατὰ πρῶτον ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, τροποποιημένον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§133Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον ἐτροποποιήθη, ὡς τὸ παρεδέχθη ἡ Βουλὴ. Ἂς ψηφισθῇ λοιπὸν σήμερον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἂς διανεμηθῇ τροποποιημένον εἰς ὅλους τοὺς κ. Βουλευτάς.
§134Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἡ ἰδική μου τροπολογία νὰ τυπωθῇ χωριστὰ καὶ νὰ διανεμηθῇ, ὥστε κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§135ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πῶς ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, κύριε Βουλευτά.
§137Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέφρασε τὴν γνώμην, ὅπως ἐπεκτείνῃ τὰς διατάξεις τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, τὰς ἀφορώσας τὰ ἐν πολέμῳ ἐκτὸς τοῦ Κράτους Στρατοδικεῖα, καὶ ὁσάκις ὁ πόλεμος λαμβάνῃ χώραν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ.
§138Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰς ἐπεξέτεινα διὰ τοῦ ἄρθρου 2, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστῶνται πλειότερα τῶν δύο Ἀναθεωρητικά. Ὅλον τὸ λοιπὸν μέρος τῆς λειτουργίας ὑπάρχει ἤδη εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐν ἰσχύϊ. Ὥστε εἶναι περιττὴ πᾶσα ἄλλη τροποποίησις.
§139Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ δὲ ἄρθρον 24 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου: «Καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος συνιστῶνται ἓν ἢ πλειότερα Ἀναθεωρητικὰ δικαστήρια, ὧν ἡ ἕδρα ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.» Ὥστε δὲν ἐπεκτείνει, ὡς εἴπατε, τὰς διατάξεις ἐκείνας καὶ ἐν πολέμῳ ἐσωτερικῷ.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἐνῷ πρόκειται περὶ τοῦ πρώτου.
§141Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων ὑποβάλλω γενικῶς αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, διότι πρόκειται νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ νὰ γείνουν μόνον αἱ παρατηρήσεις, καὶ ἐπὶ τῆς τρίτης νὰ γείνουν αἱ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐγκριθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Θέλω λοιπὸν νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς ἐτροποποιήθη ἤδη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν φαίνεται ἡ μεταβολή, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὑπεσχέθη καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν προχθές, δηλαδὴ ἡ ἐπέκτασις τῆς κειμένης στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, τῆς λειτουργούσης ἐν ὥρᾳ ἐκστρατείας ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου, καὶ ἐν ὥρᾳ ἐκστρατείας ἐντὸς τοῦ Βασιλείου. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 2 προσέθεσε τὸ ἑξῆς: «Καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος συνιστῶνται ἓν ἢ πλειότερα Ἀναθεωρητικὰ δικαστήρια, ὧν ἡ ἕδρα ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.» Ἀλλὰ τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια ἐν ὥρᾳ πολέμου δὲν τ’ ἀποτελεῖ ὁ ἀριθμὸς ὁ μεγαλείτερος αὐτῶν καὶ τῶν Ἀναθεωρητικῶν, ἀλλὰ τ’ ἀποτελεῖ ὁ τρόπος τῆς συστάσεως αὐτῶν, ἡ ἰδιαιτέρα σύνθεσις, ἡ παρακολούθησις τῶν σωμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκουν, ἡ ἁρμοδιότης καὶ διάφοροι ἄλλαι περιστάσεις, ἀῤῥωταὶ προθεσμίας καὶ διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐπεκταθοῦν ἁπλῶς διὰ μιᾶς διατάξεως, ὅτι ἐφαρμόζονται καὶ ὁσάκις πόλεμος λαμβάνῃ χώραν ἐντὸς τοῦ Βασιλείου. Τοῦτο ἀρκεῖ. Τοιοῦτόν τι δὲν γίνεται. Προστίθενται δύο ἀκόμη Στρατοδικεῖα καὶ ἓν ἢ πλειότερα Ἀναθεωρητικά· ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ σχηματισμὸς τῶν Στρατοδικείων αὐτῶν; Ὁ ἐν ὥρᾳ πολέμου; Ὄχι. Δὲν εἶναι τὰ ἐν πολέμῳ Στρατοδικεῖα, Στρατοδικεῖα τὰ ὁποῖα σχηματίζονται ἐν τοῖς σώμασι στρατοῦ καὶ ἐν μεραρχίαις στρατοῦ καὶ ἐν τμήμασι μικροτέροις στρατοῦ, καὶ παρακολουθοῦν αὐτὰ κατὰ τὴν ἐνέργειάν των. Ἤδη ἐπεκτείνομεν τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐν εἰρήνῃ Στρατοδικείων καὶ ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἐνέργειαν τῆς κειμένης ποινικῆς νομοθεσίας καὶ ἐν ὥρᾳ πολέμου, ἣν διεξάγομεν ἐντὸς τοῦ Κράτους. Θὰ τὸ ἀπετέλει ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ἐν ὥρᾳ πολέμου ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου σχηματίζονται ἐν τοῖς σώμασι στρατοῦ καὶ ἐν ταῖς μεραρχίαις στρατοῦ καὶ ἐν ἀποσπάσμασι στρατοῦ ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν Στρατοδικεῖα ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν. Τοιοῦτόν τι δὲν θὰ ἰσχύῃ ἐν ὥρᾳ πολέμου, ὡς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔλαβε πρό τινος χώραν ἐν Ἑλλάδι, δηλαδὴ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Τοιοῦτόν τι δὲν διατάσσει τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ ἐλλείπει. Ἐν τούτοις ἀπεδείχθη ἀναγκαιότατον. Θὰ ἔχωμεν μόνον τὰ δύο ἤδη ὑπάρχοντα Στρατοδικεῖα, τὰ ὁποῖα ἑδρεύουσιν ἐν Ἀθήναις, θὰ ἔχωμεν δύο ἄλλα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα ὁ κείμενος νόμος ἐπιτρέπει εἰς τὸν Βασιλέα διὰ Β. Διατάγματος νὰ συνιστᾷ, ὁρίζων καὶ τὴν ἕδραν αὐτῶν. Προστίθενται δ’ ἄλλα δύο διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Μ’ ὅλα ταῦτα ὅμως δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ἐν ὥρᾳ πολέμου κατὰ τὸ ἄρθρον 26. Ἐν τούτοις οὐ μόνον τὸ πρᾶγμα εἶναι λογικὸν καὶ ἀναγκαῖον, ἀλλ’ εἶναι καὶ εὐκολώτατον, διότι δὲν ἀπαιτεῖται ἢ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ «ἐκστρατεύοντος τοῦ στρατοῦ ἐκτὸς τοῦ Κράτους» καὶ τὸ «ἢ ἐντὸς τοῦ Κράτους, ὁσάκις ὁ πόλεμος λαμβάνῃ χώραν, ἐντὸς τοῦ Κράτους.» Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παρουσιάσῃ αὐτὴν τὴν μεταβολὴν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§142Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Φαίνεται ὅτι ἐλησμονήθησαν ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ· διότι, ἐὰν τὸ πρᾶγμα δὲν εἶχεν οὕτω, βεβαίως δὲν θὰ ἐπανελαμβάνετο αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία θὰ μᾶς κάμῃ νὰ χάσωμεν ὥραν χωρὶς κἀνένα λόγον. Εἶπον καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι ὅλα περιλαμβάνονται ἐν τῇ στρατιωτικῇ ποινικῇ νομοθεσίᾳ, μόνον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπαιτουμένων Στρατοδικείων καὶ τῶν ἀπαιτουμένων Ἀναθεωρητικῶν δικαστηρίων δὲν περιλαμβάνεται, διὰ νὰ δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ νομοθεσία ἀναλόγως τῆς σημερινῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ· διότι, ὅταν ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη, δὲν εἴχομεν δύναμιν, εἰμὴ μόνον 10,000 ἀνδρῶν ἐν εἰρήνῃ. Σήμερον ἔχομεν δύναμιν 25,000 ἀνδρῶν, ἐν πολέμῳ δὲ αὕτη ἀναβιβάζεται, ὡς τοῦτο γνωρίζετε πολὺ καλῶς. Κατὰ συνέπειαν δὲν πρόκειται νὰ τροποποιήσωμεν σήμερον τὰ ἄρθρα τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, διὰ νὰ λειτουργήσῃ αὕτη· πρόκειται νὰ προσθέσωμεν τ’ ἀπαιτούμενα Στρατοδικεῖα καὶ Ἀναθεωρητικὰ δικαστήρια, οὕτως ὥστε ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ νομοθεσία νὰ λειτουργῇ εἰς τὸ μέλλον ἀναλόγως τοῦ σημερινοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ. Περὶ τούτου μόνον πρόκειται. Ἡ λειτουργία τῶν Στρατοδικείων καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ ἐν καιρῷ πολέμου, καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, προβλέπεται ὑπὸ τῆς ἐν ἰσχύϊ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Ἀλλὰ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς τὰ ἑξῆς· ὅτι κατὰ τ’ ἀποδειχθέντα ἐκ τῆς πείρας, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, ἐν περιπτώσει δράσεως, πάντοτε θὰ διαιρῆται εἰς τρεῖς μεγάλας μονάδας. Πρόκειται λοιπὸν ἑκάστη τῶν τριῶν αὐτῶν μεγάλων μονάδων νὰ ἔχῃ τ’ ἀπαιτούμενα Στρατοδικεῖα καὶ τὸ Ἀναθεωρητικὸν, διὰ νὰ δύναται νὰ λειτουργῇ ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ νομοθεσία. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ὅτι εἰς ἑκάστην μονάδα, διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ νομοθεσία, ἀπαιτοῦνται δύο Στρατοδικεῖα καὶ ἓν Ἀναθεωρητικόν. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἰς τὸ μέλλον θὰ ἔχωμεν τρεῖς μεγάλας μονάδας, ἀπαιτοῦνται ἓξ Στρατοδικεῖα καὶ τρία Ἀναθεωρητικά. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὸ νομοσχέδιον τροποποιεῖται οὕτως, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὰ ἓξ Στρατοδικεῖα καὶ τὰ τρία Ἀναθεωρητικά. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων τούτων, αὕτη κανονίζεται ὑπὸ τῆς ἐν ἰσχύϊ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Κατὰ συνέπειαν, ἡ περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι ἐντελῶς περιττὴ, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τὸ ἔχω τροποποιημένον, συμφώνως μὲ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν.
§143ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ 1ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τροποποιηθὲν ἀνεγνώσθη.
§145ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἔχομεν τὸ κείμενον ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ πάλιν.
§146ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 1. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΦϞΒʹ τῆς 19 Μαΐου τοῦ 1860 περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, τροποποιηθέντος διὰ τοῦ νόμου ᾼΥΞΕʹ τῆς 28 Μαΐου τοῦ 1887, τροποποιεῖται ὡς ἕπεται. «Μετὰ τὸν ἕκτον στίχον καὶ τὴν λέξιν «θέσεις» προστίθενται τὰ ἑπόμενα: «Ὡσαύτως, ἀνεξαρτήτως τῆς συστάσεως τῶν δύο τούτων Στρατοδικείων, ἐπιτρέπεται καὶ ἡ σύστασις δύο ἑτέρων, εἰς ἃ οἱ πρόεδροι, οἱ Βασιλικοὶ ἐπίτροποι καὶ ἀντεπίτροποι, οἱ εἰσηγηταὶ καὶ ἀντεισηγηταί, οἱ γραμματεῖς καὶ ὑπογραμματεῖς δύνανται νὰ διορίζωνται καὶ ἐκ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν»
§147ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὁρίσῃ τοὺς ἀποστράτους, διότι εἶναι διαφόρων τάξεων· εἶναι οἱ αὐτεπαγγέλτως ἀποστρατευόμενοι, οἱ ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας, οἱ ἕνεκα ἀνικανότητος περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, οἱ ἕνεκα παραπτώματος. Ἐννοεῖ πάντας τούτους νὰ τοὺς κατατάξῃ ἐν τῇ αὐτῇ κατηγορίᾳ καὶ διορίσῃ εἰς δικαστήρια;
§148Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Γνωρίζετε, ὡς ἀρχαῖος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ πολλὰς περιόδους, ὅτι πᾶς νόμος ἐπεξηγεῖται διὰ Β. Διατάγματος. Εἰς τοῦτο θὰ περιέχωνται αἱ ἀπαιτούμεναι ἰδιότητες τῶν προέδρων τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν βασιλικῶν ἐπιτρόπων. Πῶς εἶναι δυνατόν, προκειμένου περὶ προέδρου Στρατοδικείου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καλέσῃ ἀξιωματικόν, ὅστις δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου ἀπεβλήθη τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ;
§149ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι τὸ βασιλικὸν διάταγμα θέλει κανονίσει τὰ προσόντα.
§150Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἐπὶ τούτου ἀντίῤῥησιν.
§151ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§152ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρέπει ἐπίσης νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ, πόσα Ἀναθεωρητικὰ θὰ ἦναι.
§153Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λέγει τὸ νομοσχέδιον «ἓν ἢ πλειότερα». Θέλετε νὰ ὁρίσωμεν τρία; Ὁρίζομεν τρία· διότι βεβαίως εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσι τὰ πλειότερα; Νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «ἓν μέχρι τριῶν».
§154ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ ἦναι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ ὅμοιοι;
§155Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὄμοιοι· διότι τὰ καθήκοντα τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ εἶναι ὑψηλά, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παραλαμβάνωμεν ἀποστράτους πρὸς συγκρότησιν αὐτοῦ.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. Τὸ ἄρθρον 2 ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὡς ἑξῆς: «Τὸ δὲ ἄρθρον 24 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου: «Καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος συνιστῶνται ἓν μέχρι τριῶν Ἀναθεωρητικὰ δικαστήρια, ὧν ἡ ἕδρα ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἡ ἔναρξις καὶ ἡ λῆξις τῶν δικαστηρίων τούτων ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη, διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. («Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 101). (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ μὴ ὑπαγωγῆς εἰς κλήρωσιν τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καταταχθέντων ἐθελοντῶν καὶ ἀποκτησάντων τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 15′ μ. μ.