1898.02.24
2,958 rows · 23,242 words · 243 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
Τῆς 24 Φεβρουαρίου 1898.
(Τρίτη).
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως δὲν ἐτυπώθησαν εἰσέτι. Διὰ τοῦτο ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἐπικύρωσις αὐτῶν γενήσεται κατόπιν. Ἡ ἐν Πάτραις «Ἕνωσις τῶν σταφιδοκτημόνων» παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ἵνα ὑποβληθῇ πρὸς ἐπιψήφισιν νόμος περὶ παρακρατήσεως, καθόσον ὁ μέχρι τοῦδε ἰσχύων λήγει μετά τινα χρόνον. Ἡ χήρα τοῦ κατὰ τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου φονευθέντος ἀξιωματικοῦ Ἀθ. Κοκκοτάκη παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως διὰ νομοθετήματος προσέλθῃ αὐτῇ ἀρωγός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἀπαντᾷ ἐγγράφως εἰς προηγουμένην ἐπερώτησιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Λεβίδου.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀπάντησις, κύριε Πρόεδρε, πρέπει ν’ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§3ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἀπαντῶν εἰς τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ περὶ τῶν ἐν Ζακύνθῳ δηλωθεισῶν κατὰ τὸ 1896 ἀβαριῶν, γνωρίζω αὐτῷ, ὅτι διετάχθη τηλεγραφικῶς ὁ λιμενάρχης Ζακύνθου νὰ ὑποβάλῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰ ὀνόματα καὶ τὴν κατοικίαν τῶν πλοιάρχων τῶν δηλωσάντων τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἀβαρίας. Τοῦτο δέ, ἵνα ἔχωμεν ἀκριβεῖς πληροφορίας.»
§4ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συμπληρώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὸν λιμενάρχην Ζακύνθου, ἀπαιτῶν ὅπως ὁρισθῇ καὶ ἡ προέλευσις ἑκάστου πλοίου, καὶ ὁ τόπος, εἰς ὃν ἦτο νηολογημένον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι Πύλου παραπονοῦνται κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ αὐτόθι ἰχθυοτροφείου ὡς καταστρεφόντων τὰ κτήματα αὐτῶν.
§6Π. ΣΑΚΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ν’ ἀποστείλῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καθόσον ἕνεκα τῆς ἀπληστίας τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ ἰχθυοτροφείου καὶ τῆς μὴ δεούσης προσοχῆς τῶν ἁρμοδίων ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων, ἵνα μὴ εἴπω τῆς ἐνόχου ἀμελείας αὐτῶν, καταστρέφονται οὐ μόνον τὰ συμφέροντα πλείστων κτηματιῶν, ἐχόντων κτήματα πέριξ τοῦ ἰχθυοτροφείου Γιαλόβης, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑγεία τῶν κατοίκων ὅλων τῶν πέριξ χωρίων, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ ἔφραξαν τὸ πρὸς τὴν θάλασσαν στόμιον τοῦ ἰχθυοτροφείου, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὰ ὕδατα κατέκλυσαν τὰς παρ’ αὐτῷ ἐκτάσεις. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κάμνει ταξείδια ἀνὰ τὴν χώραν, ἵνα ἀπαλλάξῃ ἀπὸ ἑλωδῶν πυρετῶν τὸν τόπον διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, ὁ ἔφορος Πυλίας, χάριν τοῦ κακῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, ἐπέφερε πλεῖστα δεινὰ εἰς τοὺς περιοίκους τοῦ ἰχθυοτροφείου Νταλιάνη ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Γιαλόβης διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν περιουσιῶν των καὶ τῆς ὑγείας των.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§8Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἰδοὺ ὅτι ἐψηφίσθη ὁ ἔλεγχος. Μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ τοῦ δανείου βεβαίως ὁ ὄφις αὐτὸς τοῦ ἀπολύτου καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν ἐλέγχου θέλει περισφύγξει τὸν λαιμὸν οὐχὶ μόνον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐὰν ὁ ἔλεγχος ἦναι ὄχι καλὸν, ὡς εἶπεν ἐν μετρίᾳ ἐκφράσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐὰν ἦναι κακὸν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, αὐξήσας τὴν δόσιν, ἐὰν ἦναι κάκιστον, ὡς ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀπεκάλεσεν αὐτὸν, ἐὰν μὴ ἦναι φρικῶδες, ὡς ἐγὼ φρονῶ, θὰ μάθωσι πάντες ἀσφαλῶς μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς του. Ὅπως δήποτε πρέπει νὰ ἦναι λίαν εὐχαριστημένοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν παρεσκεύασαν πέραν τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐν Ἑλλάδι τοῖς ἔδωκαν χεῖρα βοηθείας. Ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη ἔτι τὸ δάνειον, ὅπως ἄρξηται ἡ προθεσμία πρὸς ἀπομάκρυνσιν τῶν Τούρκων ἐκ Θεσσαλίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔφθασεν ἡ στιγμή, καθ’ ἣν δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν ἐλευθέρως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ δυνηθῶ σήμερον ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὰς ἐκ τοῦ προχείρου ἐντεῦθεν συζητήσεις ἢ μᾶλλον διαλέξεις περὶ ἐλέγχου, διότι μόνον διαλέξεις δέον νὰ χαρακτηρισθῶσιν αἱ οὐχὶ ἐν ἐλευθερίᾳ συζητήσεις, ἀφοῦ δὲν ἦσαν δυναταὶ αἱ τροποποιήσεις, οὐδὲ ἡ εὔορκος ψηφοφορία. Διὰ τοῦτο δὲν θὰ λάβω τὴν εὐχαρίστησιν ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος χθὲς ἰδίως εἶπε, θὰ ὑπενθυμίσω ὅμως ὅ,τι ἔλεγε μετὰ τόνου: «τὰ πράγματα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἱστορίαν», καὶ ὅτι εἶναι «πρόθυμος νὰ δώσῃ πᾶσαν ἐν πᾶσιν εὐθύνην.» Ἀλλὰ διὰ νὰ δώσῃ εὐθύνας ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ οἱ ὀλιγώτερον ἢ περισσότερον εὐθυνόμενοι, μηδενὸς ἐξ ἡμῶν ἐξαιρουμένου, ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ φωτὸς τῶν πραγμάτων, καὶ ἵνα ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου τούτου καὶ μὴ ἔχῃ δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἢ ἄλλος τις τῶν βοηθῶν του ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ νὰ παραπονῆται, ὅτι συζητοῦμεν οὐχὶ ἐπὶ ἀληθῶν πληροφοριῶν, ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων. Δέχομαι ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἔγγραφα, ἅτινα ἀκόμη δὲν δύνανται νὰ δημοσιευθῶσιν· ἀλλὰ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι πρὸ πολλοῦ δημοσιευμένα. Θὰ ἐνθυμεῖται βεβαίως ἡ Βουλή, διότι ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν καὶ ἄλλοτε νὰ τὸ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχομεν πολὺ μέγα ἀνάστημα, ἵνα ἐλέγξωμεν, ὅπως τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, ἀναζητοῦντες καὶ εὑρίσκοντες τοὺς πράγματι ὑπευθύνους, οὐδὲ ἡ ἐποχὴ εἶναι τοιαύτη· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει, ὅπως συγκεντρώσωμεν τὴν ἀπαιτουμένην ὕλην. Εἶχον λάβει τὴν τιμὴν ἀπὸ τῆς 10 Νοεμβρίου 1897 νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος συντελέσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἤρξατο ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Μία τῶν ἐπισημοτέρων πηγῶν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ μὴ στηριχθῇ καὶ ἡ Ἱστορία, ὑπὲρ τῆς ὁποίας τόσον ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ ὅλοι ἡμεῖς, ἡ πηγὴ ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ἀμερόληπτος ἱστορικὸς θέλει δώσει πίστιν, εἶναι πρωτίστως ὅλα τὰ σχετικὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, ἅτινα διημείφθησαν. Ἡ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς Κυβέρνησις κατέθηκε τὰ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν διαπραγματεύσεων τῆς εἰρήνης μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων, ἤτοι ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου 1897. Εἶναι τόμος πολύτιμος, ὁ ὁποῖος δὲν συνεζητήθη ἔτι, ἀλλ’ εἶναι εἷς τόμος τοῦ ὅλου ἔργου, ὅπερ σύγκειται ἀπὸ τέσσαρας τόμους, χρήσιμος μὲν, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐπαρκὴς χρῆσις ἄνευ τῶν ἄλλων τόμων. Ἐῤῥήθη μετὰ βασιμότητος, ὅτι ὁ πόλεμος προεκλήθη ἐξ αἰτίας τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Τοῦτο εἶναι πασίδηλον, καὶ πρὶν ἢ μάθωμεν ἐπακριβῶς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἔχωμεν γνώμην σαφῆ καὶ ὡρισμένην περὶ τοῦ ὅλου πολέμου. Δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη ἐπισήμως τὴν ἀληθῆ ἱστορίαν τοῦ πολέμου, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ μάθωμεν ἀπὸ τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα τῶν κομμάτων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐγὼ εἶμαι κατ’ ἀρχήν, —τὴν δήλωσιν ταύτην ἐν παρενθέσει—διότι τὸ κομματικὸν συμφέρον ἐνδέχεται νὰ παρασύρῃ τὰ ὄργανα ταῦτα εἰς ἐξηγήσεις ὄχι ἀκριβεῖς. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου 1895 μέχρι τῆς 26 Αὐγούστου 1896, ὅτε ὑπεγράφη ἐν Χανίοις ὁ νέος τῆς Κρήτης ὀργανισμὸς, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τῆς 14 Ἀπριλίου 1897 διαμειφθέντα ἔγγραφα μετὰ τῶν διπλωματικῶν καὶ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, ἐπίσης μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ξένων Κυβερνήσεων, ἐν σχέσει πρὸς τὸ Κρητικὸν ἐν γένει ζήτημα καὶ τὸν ἐπακολουθήσαντα Ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον. Βεβαίως ἡ εὐχή μου δὲν ἦτο ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀπάντησιν μετ’ ὀλίγας ὥρας ἢ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας· δὲν ἐννοῶ ν’ ἀπευθύνω μομφὴν κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἔχει καταθέσει ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἔχω ὅμως τὴν εὔλογον περιέργειαν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον νὰ μάθω, ἐὰν ἔδωκε τὴν προσήκουσαν σημασίαν εἰς τὴν παράκλησίν μου, καὶ ἐὰν ἐγένετο ἐνέργειά τις, ὅπως κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία δεδικαιολογημένη ἀντίῤῥησις δύναται νὰ γείνῃ, ἀφοῦ κατὰ τὴν γνώμην καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν, τέως δὲ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκε κατά τινα συνεδρίασιν ἐν μηνὶ Νοεμβρίῳ τοῦ 1896, οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἔκτοτε λόγος νὰ μὴ κατατεθῶσι τὰ μέχρις Αὐγούστου 1896. Ἀτυχῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν, διευθύνας ἐπὶ ἀρκετοὺς μῆνας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἐνεθυμήθη νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὑρισκόμενος εἰς τὰ ἑδώλια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εὐλόγως ἐζήτει. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ μετὰ ταῦτα διαμειφθέντα ἔγγραφα οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως μὴ κατατεθῶσι. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐγένετο περὶ τούτου. Ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἤρξατο ἐργασία περὶ τούτου, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παράκλησίς μου ὡς πρὸς τὰς χρονολογίας, ἵνα εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν νὰ ἀναγνώσωμεν ὁλόκληρον τὸ αἱματηρὸν δρᾶμα, καὶ ἕκαστος νὰ κρίνῃ ἐν ἀρτιότητι τοῦ θέματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶχον λάβει τὴν τιμὴν κατὰ τὴν ἰδίαν συνεδρίασιν νὰ ἀπευθύνω 15 ἐρωτήσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο προκαταρκτική τις συζήτησις εἰς ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν. Ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐγένετο σπουδαία ἐργασία, κατετέθησαν δὲ πίνακες πολυτιμότατοι καὶ πληροφορίαι. Δὲν θὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς τῆς Βουλῆς, διὰ ν’ ἀναγνώσω τὰς 15 ἐκείνας ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ὑποθέτω ὅτι ἀνεγνώσατε, ἀλλὰ θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι αἱ ἐρωτήσεις αὗται διαιροῦνται εἰς γενικὰς κατηγορίας, εἰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐζητοῦντο ἀπὸ τὰ τμήματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἰς ἄλλας ζητηθείσας ἀπὸ τὸ ἐπιτελεῖον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην ν’ ἀπαντήσῃ εἴς τινας, βεβαίως οὐχὶ εἰς τὰς σπουδαιοτέρας. Καὶ ἡ μὲν πρώτη ἐρώτησις καὶ ἡ δευτέρα ἔχουσι τελείαν ἀπάντησιν ὡς πρὸς τὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος ἦτο ὑπὸ τὰς σημαίας κατὰ τὴν 1 Φεβρουαρίου 1897 καὶ τὴν 5 Ἀπριλίου 1897, ἐπίσης περὶ τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν τῇ 1 Φεβρουαρίου καὶ 5 Ἀπριλίου 1897. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπανέρχωμαι βραδύτερον ὡς πρὸς ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθῶσι, προτείνω τὴν τύπωσιν ἐκείνων τῶν ἀπαντήσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ τυπωθῶσι, τοιαῦται δὲ εἶναι αἱ ὡς πρὸς τὰ δύο πρῶτα ἐρωτήματα, αἵτινες εἶναι καὶ συντομώταται. Ἕπεται ἡ πληροφορία περὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου κατὰ τὰς αὐτὰς ὡς ἄνω ἡμέρας. Ἐπίσης εὔκολος ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν τρίτην ἐρώτησιν. Ἀκολουθεῖ ἡ τετάρτη καὶ πέμπτη ἐρώτησις· ἡ τετάρτη ἀφορᾷ εἰς τὸ στρατιωτικὸν γραφεῖον τῶν ἀνακτόρων, εἰς τὴν ὁποίαν δίδεται ἐν μέρει ἡ ἀπάντησις, συνοδευομένη ὑπὸ τεσσάρων τηλεγραφημάτων, ὧν τὸ πρῶτον εἶναι ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῶν ἀνακτόρων πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Διαδόχου, ἀποσταλὲν εἰς Λάρισαν τῇ 12 Ἀπριλίου 1897, ὥρᾳ 7 τῆς πρωίας, διὰ τοῦ ὁποίου παρεκάλει τότε τὸν ἀρχηγὸν, ἐὰν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐκεῖ, νὰ ὑποχωρήσῃ μετὰ τοῦ στρατοῦ εἰς Φέρσαλα. Ἕπεται τηλεγράφημα τοῦ ἀρχηγοῦ γαλλιστί...
§9Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ μὴ γείνῃ χρῆσις τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ, διότι δὲν φέρει τὸν τύπον τοῦ ἐγγράφου τῆς ὑπηρεσίας· εἶναι ἐντελῶς ἰδιαίτερον πρὸς τὸν Βασιλέα.
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συμμορφοῦμαι, κύριε Ὑπουργὲ, μὲ τὴν ἐπιθυμίαν σας τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι δὲν θὰ συζητήσω. Ἂν δὲ κάμνω λόγον περὶ τούτου, κάμνω διότι τὸ εὗρον εἰς τὸ Γραφεῖον μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων.
§11Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εὑρέθη εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ κατὰ λάθος ἦλθε μὲ τὰ ἄλλα, ἀλλὰ δὲν θεωρεῖται ὡς ἔγγραφον τῆς ὑπηρεσίας.
§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔστω, κατὰ λάθος κατετέθη· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγὼ ἔλαβον γνῶσιν αὐτοῦ, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, δύναμαι νὰ κάμω χρῆσιν, καὶ θὰ κάμω, διότι οὐδεὶς ἔχει ἐξουσίαν νὰ μὲ ἐμποδίσῃ. Ἕπεται τηλεγράφημα τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡμερομ. 17 Ἀπριλίου 1897, πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τελευταῖον τηλεγράφημα τῆς 6 Ἀπριλίου 1897, ὥρᾳ 2 π. μ., τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Μεταξᾶ πρὸς τὸν ἐν Θεσσαλίᾳ ἀρχηγόν. Ἡ συντομωτάτη ἀπάντησις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν θεωρῶ περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἤδη, ἐν σχέσει πρὸς τὸ γραφεῖον τῶν Ἀνακτόρων, πρέπει νὰ δημοσιευθῇ, ὡς καὶ ἡ εἰς τὴν πέμπτην ἐρώτησίν μου ἀπάντησις περὶ σχεδίου πολέμου καὶ ἀμύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν ϛʹ, ζʹ, ηʹ, θʹ, ιαʹ...
§13Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἴδητε εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας, ὅταν δημοσιευθῇ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἀπεφασίσθη ἡ δημοσίευσις, καὶ θὰ ἐκθέσω τὸν λόγον κατόπιν.
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λοιπὸν ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ, λέγει ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου στερεῖται πάσης ἐπισήμου πληροφορίας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τῶν ἐκθέσεων τῶν ἀρχηγῶν μὴ ὑποβληθεισῶν εἰσέτι. Ὡς πρὸς τὴν ιʹ ἐρώτησιν ἀπαντᾷ ἐν μέρει, δὲν ἀπαντᾷ ὡς πρὸς τὸ λαφυραγωγηθὲν ὑλικὸν τοῦ πολέμου, διότι φαίνεται ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀνακρίσει τὸ ζήτημα. Ὡς πρὸς τὴν ιβʹ, πάλιν ὁ αὐτὸς λόγος τῆς ἀρνήσεως. Εἰς τὴν ιγʹ ἀπήντησεν ἐν μέρει. Πλήρης ἀπάντησις εἰς τὴν ιδʹ καὶ ιεʹ. Αἱ πληροφορίαι καὶ αἱ ἀπαντήσεις αὗται εἶναι συντομώταται, καὶ παρακαλῶ νὰ συναινέσῃ ἡ Βουλή, ἵνα τυπωθῶσιν. Ἐρωτήσατε, παρακαλῶ, περὶ τούτου τὴν Βουλὴν κύριε Πρόεδρε.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 65).
§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκτὸς τούτου εἶχον ἐρωτήσει καὶ ὡς πρὸς τὰ ζήτημα τῆς λιποταξίας, μὲ τὴν διάκρισιν τὴν σπουδαίαν τῶν λιποτακτῶν μέχρι τῆς 12 Ἀπριλίου, διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἤμεθα ἀμείλικτοι, καὶ τῶν λιποτακτῶν μετὰ τὴν χρονολογίαν ταύτην. Αὐτοὶ οἱ πίνακες δὲν εἶναι εὔκολον νὰ δημοσιευθῶσι βεβαίως, διότι ἔχουσι τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν λιποτακτῶν· ἀλλὰ παρακαλῶ τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς νὰ δημοσιεύσῃ τὰ πορίσματα τῶν πινάκων. Ἐκεῖ θὰ εὕρητε σημαντικὰ βοηθήματα, ὅπως φθάσητε εἰς συμπεράσματα ἀκριβῆ. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως. Πρέπει νὰ ἀρκεσθῶ εἰς αὐτά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, καὶ διατὶ δὲν κατετέθη ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ αἱ ἄλλαι. Ἐν ἀνάγκῃ δὲ θὰ λάβω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον μετὰ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§17ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐγένετο ἐργασία πρὸς ἐκλογὴν καὶ δημοσίευσιν τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα, καὶ ἤδη εὑρίσκεται ὑπὸ τύπωσιν τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα ἀπὸ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου 1896. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, χρονικῶς, μέρος τοῦ ζητήματος, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ἡ ἐργασία δὲν ἐπερατώθη. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ βραδύνῃ καὶ ὅτι θὰ δυνηθῶμεν οὕτω νὰ καταθέσωμεν δύο τεύχη Λευκῆς Βίβλου.
§18ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, νὰ διατάξητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ τυπωθῶσιν ἐπαρκῆ ἀντίτυπα, ὅπως διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, διότι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν οἱ Βουλευταί.
§19Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Ἰσχόμαχος μοὶ ἔκαμε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς μισθώσεις τῶν οἰκημάτων, ἅτινα ἐχρησίμευον ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἰδίως τὰ τῆς μισθώσεως τοῦ οἰκήματος τοῦ χρησιμεύοντος ἐν Λαρίσῃ ὡς Ἀρχηγεῖον, καὶ τῶν χρησιμευσάντων ἐν Τρικκάλοις ὡς Στρατολογικὸν Γραφεῖον καὶ Ἐπιμελητήριον». Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰ ἀντίγραφα τῶν σχετικῶν συμβολαίων. Ἕτερος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν μοὶ ἐσύστησεν, ὅπως κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐξαντληθῇ ὁ πίναξ, ὁ ὁποῖος κατηρτίσθη πέρυσι, κατόπιν τῶν ἐξετάσεων, κατὰ τὸν κανονισμὸν καὶ κατὰ τὸ Β. Διάταγμα τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1895. Ἡ εἰσαγωγὴ τῶν μαθητῶν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν γίνεται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· ἐν πρώτοις ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσαχθησομένων, κατόπιν παραγγέλλονται τὰ διάφορα σώματα νὰ προβῶσιν εἰς τὰς μερικὰς ἐξετάσεις τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποτελεσμάτων καταρτίζεται ὁ πίναξ τῶν ἐξετασθησομένων εἰς τὰς γενικὰς ἐξετάσεις τοῦ σχολείου καὶ κατόπιν τῶν ἐξετάσεων τῶν γενικῶν καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσαχθησομένων ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν εἰσάγονται οἱ μαθηταὶ εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Λοιπὸν ὁ λοχίας Γιαννούλης Ἰωάννης τοῦ 6 πεζ. συντάγματος, ὅστις ἐτύγχανεν ἀπεσπασμένος εἰς τὸ τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ὁ ἐπιλοχίας Μπαρτζώκας Κ. ἐπίσης τοῦ 6 συντάγματος, ὑπέστησαν τὰς ἐξετάσεις κατὰ τὸ 1896 πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν, συμφώνως πρὸς τὸ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1895 Β. Διάταγμα. Κατὰ τὰς ἐξετάσεις αὐτὰς ἔλαβεν ὁ πρῶτος τὸν ἀριθμὸν 48 καὶ ὁ δεύτερος τὸν ἀριθμὸν 49, εἰσήχθησαν δὲ 46 μαθηταί. Κατὰ συνέπειαν αὐτοὶ ἔμειναν, διότι 46 θέσεις ὑπῆρχον. Κατόπιν ὅμως αὐτοὶ παρεπονέθησαν εἰς διαφόρους ἐποχάς. Ὁ πρῶτος παρεπονέθη, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι κατὰ τὴν βαθμολογίαν τῶν διακεκριμένων πράξεων ἡ βαθμολογία αὐτὴ δὲν ἔγεινε σύμφωνα μὲ τὸ Β. Διάταγμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμα λόγον προηγουμένως, ἀλλ’ ἔγεινε σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ πεζικοῦ, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι διακεκριμέναι πράξεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι συνεπάγονται καὶ κίνδυνον ζωῆς. Κατὰ συνέπειαν, ἐπειδὴ δὲν ἔγεινεν ἡ βαθμολογία σύμφωνα μὲ τὸ Διάταγμα περὶ εἰσαγωγῆς μαθητῶν, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ πεζικοῦ, καὶ φαίνεται ὅτι αἱ διακεκριμέναι αὐταὶ πράξεις δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ συνεπάγωσι καὶ κίνδυνον τῆς ζωῆς, δι’ αὐτὸ ἔλαβον καὶ ἀριθμοὺς τοιούτους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἔφεραν εἰς αὐτὴν τὴν σειράν. Ἐγὼ τὸ ζήτημα τὸ ὑπέβαλον εἰς τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβούλου, ὁ ὁποῖος τὸ ὑπέβαλεν εἰς τὴν γνώμην τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἡ ὁλομέλεια αὕτη ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ βαθμολογία ἔπρεπε νὰ γείνῃ σύμφωνα μὲ τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα, καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ πεζικοῦ, διότι, ἐπειδὴ ἐλησμονήθη νὰ δημοσιευθῇ ὁ κανονισμὸς οὗτος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶχε καὶ τὴν ἀπαιτουμένην ἰσχὺν, ὥστε ἡ βαθμολογία νὰ γείνῃ μὲ αὐτὸν τὸν κανονισμόν. Ἔστειλα λοιπὸν τὸν κανονισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ πεζικοῦ καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σήμερον ἔχει τὸ κῦρος τὸ ἀπαιτούμενον. Ἀλλ’ ὅτε ὁ ὑπαξιωματικὸς αὐτὸς παρεπονέθη ὅτι δὲν εἶχε τὸ κῦρος, ἀμέσως, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην τοῦ Ν. Συμβουλίου, διέταξα τὸν σχηματισμὸν ἐπιτροπῆς, ἵνα γείνῃ ἡ βαθμολογία τῶν διακεκριμένων πράξεων σύμφωνα μὲ τὸ Διάταγμα τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὅτε, κατόπιν τῆς γενομένης βαθμολογίας, εὑρέθη ὅτι ὁ ὑπαξιωματικὸς οὗτος ἔπρεπε νὰ ἔχῃ σειρὰν 39 καὶ ὄχι 48. Κατὰ συνέπειαν διέταξα ἀμέσως νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν· εἰσῆλθε καὶ ἔδωσεν ἐξετάσεις μαζὶ μὲ τοὺς πρὸ αὐτοῦ καταταχθέντας, κατὰ τὰς ἐξετάσεις ἐπέτυχε καὶ εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν βʹ τάξιν τοῦ Σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ διὰ τὸν ἄλλον, ἐπειδὴ ὅμως οὗτος παρεπονέθη βραδύτερον, μετὰ τὰς ἐξετάσεις, αὐτὸς εἰσήχθη εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν αʹ τάξιν, ἐπειδὴ δ’ ἕνεκα ἀποτυχιῶν κατὰ τὰς ἐξετάσεις ἔμεινε καὶ εἷς ἄλλος παλαιὸς μετ’ αὐτοῦ, ἀποτελοῦσιν οὕτω δύο τὴν αʹ τάξιν τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ὥστε νομιμώτατα εἰσῆλθον εἰς τὴν Σχολὴν αὐτοὶ οἱ δύο παραπονεθέντες. Τώρα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ἂν πρέπῃ νὰ εἰσέλθουν καὶ οἱ παρακάτω, μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ 52, αὐτὸ δὲν εἶναι νόμιμον, διότι εἶναι πέραν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου ὁρισθέντος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ.
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσοι εἶναι αὐτοί;
§21Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δέκα, νομίζω. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς.
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μέγας ἀριθμός!
§23Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τώρα ἔρχομαι εἰς ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιωδέστατον. Γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη Στρατιωτικὴ Σχολή, ἡ Σχολὴ τῶν ἐφέδρων ἐν Κερκύρᾳ. Ἡ Σχολὴ αὕτη πράγματι ἔδωκε λαμπροὺς καρπούς, ὡς τοῦτο ἀπεδείχθη κατὰ τὸν τελευταῖον ἡμῶν πόλεμον, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των, ὅπως ἔπρεπεν. Εἰς τὸν νόμον ὅμως, ὁ ὁποῖος διέπει τὰ τῆς Σχολῆς ταύτης, ὑπάρχει μία διάταξις, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω πῶς ἀνεγράφη, ὑπάρχει ἡ διάταξις, ὅτι οἱ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων μετὰ τὰς ἐνιαυσίους ἐξετάσεις, ἀναλόγως τῆς ἱκανότητός των, κατατάσσονται εἰς τὸ στράτευμα πρὸς συμπλήρωσιν τῆς θητείας των, οἱ μὲν ἐπιτυχόντες ὡς ἀξιωματικοί, οἱ δὲ ἄλλοι, οἱ δευτερεύοντες, ὡς ὑπαξιωματικοί. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον περὶ ἐφεδρείας, οἱ μὲν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ τὰς περισσοτέρας ὑποχρεώσεις, διότι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ φέρωσι στολὴν ἀξιωματικοῦ μικρὰν καὶ μεγάλην, ἡ ὁποία εἶναι πολυδάπανος, ἀπολαμβάνουσι μισθὸν στρατιώτου, ἐνῷ οἱ ἄλλοι, κατατασσόμενοι ὡς ὑπαξιωματικοί, λαμβάνουσι τὸν μισθὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι τοῦτο εἶναι παράλογον. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν γνωρίζω πῶς ἀνεγράφη τοιαύτη διάταξις εἰς τὸν νόμον. Πρὸς διόρθωσιν τούτου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπως οἱ ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἐξερχόμενοι καὶ κατατασσόμενοι εἰς τὸν στρατὸν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς θητείας των λαμβάνωσι τὰς ἀποδοχὰς τοῦ βαθμοῦ των, ὁ μὲν ἀξιωματικὸς τὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὁ δὲ ὑπαξιωματικὸς τὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ (ἐπιδοκιμασίαι).
§24ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἰς τὸν νόμον αὐτὸν περιλαμβάνονται καὶ οἱ εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον ὑπηρετοῦντες;
§25Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων μόνον. Περὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ ἐρωτᾶτε, θὰ μελετήσω καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§26ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν θὰ περιλαμβάνονται, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν φοιτώντων ἐν τῇ Σχολῇ τῶν ἐφέδρων.
§27Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ τῶν λιποτακτῶν. Ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλήν, πράγματι ὁ ἀριθμὸς τῶν λιποτακτῶν ὑπῆρξε μέγας. Καὶ φρονῶ, ὅτι τοῦτο ἔλαβε χώραν, διότι εἰς ἄλλας ἐποχὰς δὲν ἐλειτούργησεν ὁ νόμος ὅπως ἔπρεπεν, ἀλλ’ ἐψηφίσθησαν νομοθετήματα τοιαῦτα, διὰ τῶν ὁποίων ἀπηλλάγησαν τῆς ποινῆς καὶ ἑπομένως δὲν συνετίσθησαν, δὲν ὑπῆρξεν ὁ παραδειγματισμός. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον αἱ λιποταξίαι ὑπῆρξαν πολυαριθμότεραι. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν ἀτιμώρητοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι πρὸς παραδειγματισμόν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα τινὰ, ὥστε ἡ δικαιοσύνη νὰ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς ὅσον οἷόν τε ταχύτερον. Διὰ τοῦτο, ὡς καὶ χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ἐσκέφθην περὶ σχηματισμοῦ δύο ἐκτάκτων Στρατοδικείων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐπιβαρύνωσι οὐσιωδῶς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν θὰ ληφθῶσιν ἐκ τῶν ἀποστράτων. Διὰ τῆς λειτουργείας τῶν Στρατοδικείων τούτων θὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐκδίκασις τῶν λιποτακτῶν, ὥστε νὰ ἴδωσι τὴν τύχην των τέλος πάντων, νὰ λάβωσι τὸ δίκαιόν των τὸ ταχύτερον. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ἐπίσης σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως δύο ἄρθρων τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω πολὺ τὴν Βουλήν, ὅπως, εἰ δυνατόν, αἱ γινόμεναι ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περιλαμβάνωνται εἰς κύκλον τοιοῦτον, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπηρεάζηται ἡ πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνη τοῦ στρατεύματος· διότι, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ ἀπαιτούμενον κῦρος καὶ τὴν ἀπαιτουμένην αὐθεντίαν, δὲν δύναται οὐδὲ νὰ ἐργασθῇ ἀναλόγως τῶν προσδοκιῶν τῆς Βουλῆς. Βλέπετε, τὰ πάντα ἐν τῷ στρατῷ βασίζονται ἐπὶ τῆς πειθαρχίας, καὶ πειθαρχία εἶναι ἡ ὑπαγωγὴ τῆς θελήσεως τῶν πολλῶν εἰς τὰς ἀποφάσεις ἑνὸς καὶ μόνου. Ὁ εἷς καὶ μόνος δύναται νὰ ἦναι: ὁ ἀνθυπολοχαγὸς ἀπέναντι τῆς διμοιρίας του, ὁ λοχαγὸς ἀπέναντι τοῦ λόχου, ὁ ταγματάρχης, ὁ συνταγματάρχης, ὁ μέραρχος. Βλέπετε χιλίους ἀνθρώπους ὑποβάλλοντας τὰς θελήσεις των εἰς τὰς ἀποφάσεις ἑνὸς καὶ μόνου. Τοῦτο εἶναι ἡ πειθαρχία. Ἀλλ’ ἵνα ὑπάρχῃ πειθαρχία τοιαύτη, ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὸς ὁ μόνος, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάγονται αἱ θελήσεις τῶν πολλῶν, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαιτουμένην αὐθεντίαν, τὸ ἀπαιτούμενον κῦρος. Κατὰ συνέπειαν ἐπαναλαμβάνω παρακαλῶν — βεβαίως δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος νὰ διδάξω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ καθήκοντά της, οὐδὲ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τὰ δικαιώματά των, καθότι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἀπαιτουμένην κοινοβουλευτικὴν πεῖραν διὰ νὰ διδάξω τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ παράκλησιν μόνον ἐκφράζω, — ἐπαναλαμβάνω, λέγω, παρακαλῶν, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν αἱ ἐπερωτήσεις περιορίζωνται εἰς κύκλον τοιοῦτον, ὥστε ἐξ αὐτῶν νὰ μὴ ἐπηρεάζηται τὸ στράτευμα καὶ ἐξασθενῇ ἡ πεποίθησις τοῦ στρατεύματος πρὸς τὸν προϊστάμενόν του, διότι τότε καλλίτερον εἶναι νὰ μὴ ἔχητε τοιοῦτον Ὑπουργὸν, δὲν σᾶς ὠφελεῖ ποσῶς. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔχετε τοιαύτην διάθεσιν, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἐπερωτήσεων νὰ ἐξευτελίζηται ἀπέναντι τοῦ στρατεύματος, τότε καλλίτερον εἶναι νὰ τῷ ἀφαιρῆτε ἀμέσως τὴν ἐμπιστοσύνην σας, καὶ νὰ ἐκλέγητε ἄλλον· διότι, καὶ ἂν μένῃ εἰς τὰ πράγματα, δὲν δύναται νὰ σᾶς φανῇ χρήσιμος, διότι, διὰ νὰ ἦναι χρήσιμος, πρέπει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἔχῃ αὐθεντίαν καὶ τὸ ἀπαιτούμενον κῦρος, διότι τότε ὑπάρχει ἡ πειθαρχία, ὅταν ἔχῃ τοιοῦτον κῦρος ὁ προϊστάμενος τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὥστε αἱ θελήσεις τῶν πολλῶν νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐκθέσεων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπετάθην ἐγγράφως πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ ἐγνώρισα αὐτῷ, ὅτι, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ Ἠπείρου, δύναται νὰ λάβῃ ἀντίγραφον αὐτῆς, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, ἐπίσης θὰ λάβῃ γνῶσιν ὅταν ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δηλαδὴ τὴν συμπληρώσῃ, διότι μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἔχει ὑποβάλει παρὰ μόνον τὸ ἥμισυ μέρος. Ἐλέχθη ὅτι ἐγὼ ἀντέστην εἰς τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης. Δὲν εἶναι ἀληθές. Οὐδέποτε ἀντέστην εἰς τοῦτο, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, ἐὰν ἐπιθυμῇ, ἐκ τοῦ ἀνακτόρου του, εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερος νὰ δημοσιεύσῃ τὴν ἔκθεσίν του, διὰ νὰ ῥιφθῇ τὸ ἄπλετον αὐτὸ φῶς· ἐὰν ὅμως ἐπιθυμῇ ἡ ἔκθεσίς του, νὰ ἴδῃ τὸ φῶς διὰ τοῦ τυπογραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τότε ἡ ἔκθεσις αὐτοῦ πρέπει νὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τοῦτο γίνεται διὰ πᾶσαν ἔκθεσιν ἀρχηγοῦ καὶ παντὸς ἀξιωματικοῦ, καὶ δι’ ὅλα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα τυπώνονται ἐν τῷ τυπογραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα· πρόκειται περὶ τῆς δημοσιεύσεως ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ ἀνακτόρου τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος. Ἐὰν θὰ δημοσιευθῇ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξακριβώσωσι τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει διαλαμβανόμενα. Ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν δημοσίευσιν, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ διοριζόμενος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως. Ἡ ἔκθεσις, ἓν μέρος δηλαδὴ αὐτῆς, ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐπιτελικήν. Ὅταν συμπληρωθῇ, ὡς ἔγραψα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴν, ὡς πρόεδρον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, δύναται οὗτος νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς κατοχῆς τῆς Κρήτης, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι διπλωματικά τινα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἴσως νὰ φέρωσι ζημίαν ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν δημοσιευθῶσι, ἐκρίθη καλὸν νὰ μὴ δημοσιευθῇ αὕτη. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ αὐτῆς, δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν;
§30Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁρίστε.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴπετε ὅτι τὴν ἔκθεσιν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου δὲν ἐννοεῖτε ὅτι θὰ δημοσιεύσῃ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ τυπογραφείου αὐτοῦ, παρὰ ἀφοῦ αὕτη ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπειδὴ δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ φωτίσητε καὶ ἐμὲ καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦσι ταῦτα, τί ἐννοεῖτε διὰ τοῦ ἐλέγχου· ἐννοεῖτε τὸ δικαίωμα τῆς μεταβολῆς τοῦ περιεχομένου τῆς ἐκθέσεως, ἢ τῆς παρεμποδίσεως τῆς δημοσιεύσεως ἐν περιπτώσει μὴ ἐγκρίσεως αὐτῆς παρὰ τοῦ ἐπιτελικοῦ γραφείου;
§32Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νὰ σᾶς φωτίσω. Ἐννοεῖται ὅτι εἰς μίαν δημοσίευσιν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι καὶ λάθη. Δὲν λέγω ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει ὑπάρχουσιν ἀνακρίβειαι· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρξωσιν ἀνακρίβειαί τινες καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη ἴδῃ τὸ φῶς ὡς ἐπίσημον ἔγγραφον, βεβαίως ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ἀμυνόμενος νὰ εἴπῃ, ὅτι «δὲν εἶναι ἀκριβῆ αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι δὲν ἔλαβον χώραν οὕτω πως, ἀλλ’ οὕτως ἢ ἄλλως. Καὶ ἰδοὺ φέρω μάρτυρας καὶ τὸ ἀποδεικνύω.» Λοιπὸν διὰ νὰ λείψῃ αὐτὸς ὁ ἀγὼν ὁ δημοσιογραφικὸς, φρονῶ ὅτι συμφέρει εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξέλθῃ ἡ ἔκθεσις τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος ἀκριβεστάτη, ὥστε νὰ μὴ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ τὴν πολεμήσῃ.
§33ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Εἶναι ἰδική του ἡ ἔκθεσις.
§34ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι θὰ ἦναι προσβολὴ τῆς Α. Ὑψηλότητος νὰ μεταβληθῇ τὸ περιεχόμενον τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας;
§35Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν θὰ μεταβληθῇ (διακοπαί). Ἀφήσατε, παρακαλῶ, νὰ ἐξηγηθῶ.
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§37Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ εὐλάβεια ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ προσώπου τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου εἶναι ἀπεριόριστος. Ὅλοι τὸν σεβόμεθα καὶ ὅλοι τὸν ἀγαπῶμεν καὶ ὡς Διάδοχον καὶ ὡς στρατηγόν. Βεβαίως δὲν θὰ πάρωμεν τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως καὶ ἀρχίσωμεν νὰ σβύνωμεν δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ. Θὰ πάρωμεν τὸ κείμενον αὐτὸ καὶ θὰ ζητήσωμεν συνέντευξιν μετὰ τοῦ Διαδόχου, καὶ θὰ τῷ εἴπωμεν: «Ὑψηλότατε, φρονοῦμεν ὅτι ἐδῶ δὲν ἔλαβε χώραν τὸ πρᾶγμα οὕτω πῶς, ἀλλ’ οὕτως, ὅπως ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων. Παρακαλοῦμεν νὰ συγκατατεθῆτε εἰς τὴν μεταβολὴν, ὥστε ἡ ἔκθεσίς σας δημοσιευομένη νὰ ᾖναι ἀκριβεστάτη.» Οὕτω πως θὰ γείνῃ, μεθ’ ὅλης τῆς λεπτότητος, χωρὶς νὰ θίξωμεν, ἐννοεῖται, τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, πρὸς τὸν ὁποῖον εἴμεθα ἀφωσιωμένοι, ἐγὼ πρῶτος (ἐπιδοκιμασίαι). Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ σᾶς δώσω καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐκθέσεων. Ἐκεῖ εὑρίσκονται αἱ ἐκθέσεις· ὅστις θέλει, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ λάβῃ γνῶσιν. Τὸ ζήτημα τῆς δημοσιεύσεως εἶναι ἄλλο, καὶ σᾶς ἐξέθεσα πῶς πρέπει νὰ γείνῃ καὶ διατὶ πρέπει νὰ γείνῃ οὕτω πως. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐξηγήθην καλῶς...
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐνοήσαμεν.
§39Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν νομίζετε ὅτι δύναται νὰ κατατεθῇ σήμερον;
§40Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὄχι.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἀρνεῖσθε.
§42Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μάλιστα. Ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν. Ὁ κ. Λιμπρίτης π. χ., ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§43ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι εἴπετε «καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος Βουλευτής».
§44Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν· ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ διώρισε μίαν ἐπιτροπὴν δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει πρόεδρον, καλλίτερον εἶναι νὰ συνεννοούμεθα μὲ τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς. Τώρα, ἐὰν θέλῃ καὶ ἄλλος τις νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, βεβαίως θὰ τὸν δεχθῶμεν μεθ’ ὅλης τῆς εὐγενείας. Δὲν εἶναι ζήτημα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 64–65).
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐκαλεῖτο ἵνα ποιήσηται εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις περὶ τῶν σχέσεων αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ πρὸς τοὺς διοικητὰς ἢ ἀρχηγοὺς τοῦ στρατοῦ ἢ σωμάτων στρατιωτικῶν, οἵτινες ὑπόκεινται εἰς αὐτόν. Ἐὰν ἐν ταῖς σχέσεσι ταύταις τηρῶνται ἢ δὲν τηρῶνται οἱ κανόνες οἱ προσήκοντες, εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐγένετο οὐδὲ καταγγελία τις, οὐδ’ ἀνακοίνωσις, οὐδ’ εἶχε δοθῆ ἀφορμὴ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἵνα προβῇ εἰς τοιαύτας. Διὰ τοῦτο θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἤθελε κριθῆ ἀναγκαῖον νὰ γείνωσιν αἱ γενόμενοι ἀνακοινώσεις.
§47ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, σεβαστὲ κ. Βουλευτά. Τοῦτο τὸ ἔκαμα διὰ νὰ προλάβω ἄλλας συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται, καταλαμβάνετε, ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, καὶ δημοσιεύονται εἰς τὰς ἐφημερίδας ἄλλα ἀντ’ ἄλλων. Διὰ νὰ θέσω τέρμα εἰς ὅλα αὐτὰ, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν δημοσίᾳ.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον, δὲν τὸ εἶπον μετὰ τοῦ σκοποῦ τῆς ἐπικρίσεως ὑμῶν, ἀλλὰ τὸ εἶπον πρὸς ἄμυναν ἡμῶν αὐτῶν· διότι, ἀφοῦ ἀνακοινώνονται εἰς ἡμᾶς συμβεβηκότα ἀναγόμενα εἰς σχέσεις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν διαφόρων ἀρχηγῶν τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ γίγνονται εἰς ἡμᾶς ἀνακοινώσεις οἱαιδήποτε, ἐνδεικνύεται εἰς ἡμᾶς καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην ἐπ’ αὐτῶν.
§49Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὡς συμβουλὴν τὴν δέχομαι εὐχαρίστως.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ διατί· διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν καλούμεθα νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην ἐπ’ αὐτῶν. Ἐνδέχεται δὲ νὰ ἐκληφθῇ ἡ σιωπὴ ἡμῶν πρὸς τὰ λεχθέντα ὡς γνώμη, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι le silence aussi est une opinion, ἐνῷ ἡμεῖς οὐδεμίαν ἐσμὲν διατεθειμένοι νὰ ἐκφέρωμεν σήμερον γνώμην. Τὰ θέματα ταῦτα εἶναι ἀκροσφαλῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον ἀνάγονται εἰς τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ, ἐγὼ δὲ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ μικροῦ ἐξέφρασεν, ὅτι ἡ πειθαρχία εἶναι ἡ μεταδίδουσα εἰς τὸν στρατὸν τὴν δύναμιν καὶ ἡ χρησιμοποιοῦσα αὐτὸν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους.
§51Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ οὐδένα ἔθιξα ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τοῦ στρατοῦ ἢ ἐκ τῶν ὑφισταμένων τοῖς ἀρχηγοῖς τοῦ στρατοῦ.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§53Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μοὶ ἐζητήθη λόγος ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτήν, καὶ ἐξήγησα ὅτι πιθανὸν νὰ ἦναι καμμία ἀνακρίβεια, καὶ διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐκλείψῃ αὐτὴ ἡ ἀνακρίβεια καὶ νὰ προλάβω ἄλλα πράγματα, καλὸν εἶναι νὰ γείνῃ ἡ ἐξήγησις καὶ αἱ ἀπαιτούμεναι διορθώσεις, τῇ συγκαταθέσει τοῦ ἀρχηγοῦ ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπονοεῖτε αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§54Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα, εἰς ὃ παριστάμεθα, εἶναι ἄξιον ἰδιαζούσης προσοχῆς. Ἀναγνωρίζω ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως. Περίεργον τῇ ἀληθείᾳ θέαμα! Βλέπομεν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ἐκθύμως ἀγωνιζόμενον ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, ὑπερθεματίζοντα καὶ ἀπέναντι τοῦ στρατηγοῦ κ. Σμολένσκη, χάριν δὲ αὐτῆς θέλοντα νὰ περιορίσῃ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδόθησαν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀκούομεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κηρύττοντα θεωρίαν οὐχὶ ὀρθὴν καθ’ ὅλα ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις. Βλέπομεν ὅμως αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν Βουλευτήν, κοινοβουλευτικώτερον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων τοιούτου. Ἐλησμόνησε, φαίνεται, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ὅτι ὑφίσταται ἀκόμη κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ θὰ ὑφίσταται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠρωτήθη, ἢ μᾶλλον ἐζητήθη παρ’ αὐτοῦ πληροφορία, καὶ ἀπαντήσας ἐξήγητε τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα δὲν κατέθεσε τὴν πληροφορίαν ταύτην, ὅτι δηλαδὴ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐκθέσεων τῷ ἦτο τοῦτο ἀδύνατον. Συνεπείᾳ τούτου ἔλαβε τὸν λόγον, ἵνα δώσῃ ὅσας ἔδωκε πληροφορίας, αἵτινες ἀπήρεσαν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος. Δὲν γνωρίζω διατί, ὁσάκις συζητοῦμεν περὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, κατηγορούμεθα ὅτι συζητοῦμεν ἄνευ βάσεως, ἄνευ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν. Ὁσάκις δ’ ἔρχεται τὸ φῶς αὐτό, οὗτοι σκοτίζονται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε παραπονοῦνται διὰ τὸ φῶς. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἐθεωρήθη ὡς ὑπερβὰς τὰ ἐσκαμμένα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀνάγκην βεβαίως συνηγορίας· ἀλλ’ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ πάντα Βουλευτὴν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῶν δημοσιευθέντων, τῶν σχετιζομένων μὲ τὰς πληροφορίας, ἔδωκε καθαρωτάτην ἀπάντησιν, καὶ εἶπεν, ὡς στρατιωτικὸς ἀνήρ, προερχόμενος ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ στρατοῦ, ὅτι σέβεται κατ’ ἐξοχήν, ὡς ὀφείλει, τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, διότι τυγχάνει νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλην ἰδιότητα, τὴν τοῦ Διαδόχου, ἀλλὰ χάριν τῆς πειθαρχίας δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις εἰς τὸν κανόνα τῆς δημοσιεύσεως ἄνευ ἐλέγχου τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις συγκεντρώνει ὅλας τὰς ἀναγκαίας ἐπισήμους πληροφορίας. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, δὲν νομίζω καὶ ἐγὼ, ἕνεκα λόγου εὐνοήτου, ὅτι εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς μεγαλειτέραν ἀνάπτυξιν τῶν θεμάτων τούτων. Ἀπαντῶ ὅμως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῶν ἐπερωτήσεων, ὅτι δὲν συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ. Οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἐξευτελίζονται διὰ τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλ’ ἀνυψοῦνται. Ἢ ὑπάρχει παράβασις, καὶ τότε ἡ παράβασις αὕτη βεβαίως πρέπει νὰ γείνῃ γνωστή, ἢ δὲν ὑπάρχει, καὶ τότε ἀκριβῶς διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ὁ Ὑπουργὸς ἀνυψοῦται ἀπαντῶν. Ὥστε νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καλὸν εἶναι νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Ὡς πρὸς τὸ εὐπρεπὲς τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐπερωτήσεων, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία.
§55ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἄλλως ἐξηγῶ τὴν σιωπὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐτήρησεν ἀπέναντι τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἤδη αἱ γενόμεναι ἐν τῷ τύπῳ ἀνακοινώσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τοῦ νῦν προϊσταμένου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ στρατευμάτων, τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον, ἐνεποίησαν ὁμολογουμένως ὀδυνηράν ἐντύπωσιν εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, διότι ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν ὅπως δήποτε εἰς τὸ νὰ μειωθῇ μὲν τὸ γόητρον τοῦ Ἕλληνος στρατηγοῦ, ὅστις ἐτίμησεν ὁμολογουμένως τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον, ἔνθεν δὲ τὸ γόητρον τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου, τοῦ μέλλοντος Βασιλέως. Ἀπέναντι τῶν ἀνακοινώσεων τούτων, ἐπαναλαμβανομένων νῦν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ἐτήρησε σιγὴν, διότι οὕτω πως μόνον ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἐξεδήλου τὴν ἐπ’ αὐταῖς βαθεῖαν λύπην της. Ἡ Βουλὴ καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος εὔχονται, εἰ δυνατὸν, αἱ γενόμεναι ἀνακοινώσεις νὰ παραδοθῶσιν εἰς λήθην, καὶ νὰ ἐξακριβωθῇ μὲν ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀμαυρωθῇ τὸ κῦρος καὶ γόητρον μήτε τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μήτε τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου. Τοιαύτην σημασίαν δίδω ἐγὼ εἰς τὴν σιωπὴν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ἡ Βουλή, καὶ νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τοῦτο μεταξὺ τῶν κυρίων συναδέλφων.
§56Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὸ εἶδος αὐτὸ τῶν τμηματικῶν συζητήσεων μιᾶς μεγάλης ὑποθέσεως, τῆς ὁποίας πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐπελήφθη ἡ Βουλή. Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι πάντα τὰ θέματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα σποραδικῶς θίγονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ σποραδικῶν ἐπερωτήσεων καὶ συζητήσεων, συνδέονται ἀναποσπάστως μὲ ἓν μέγα ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἄλλοτε ἐπελήφθη ἡ Βουλή; Πῶς δύνασθε σήμερον νὰ συζητήσητε τὰς λεπτομερείας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔφερεν ἓν γεγονὸς, τοῦ ὁποίου ἡ μεμονωμένη συζήτησις εἶναι ἀκροσφαλής; Πῶς δύνασθε ν’ ἀποχωρίσητε τοῦτο ἢ ἄλλο τι σχετικὸν, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τοῦ γενικοῦ θέματος τῶν ἐπὶ τῷ πολέμῳ εὐθυνῶν, καὶ ἐπιτροπὴν διώρισεν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθεσε τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὅλου μεγάλου ζητήματος; Εἰς πᾶσαν περίστασιν καὶ εἰς πᾶν θέμα ἡ σύγχυσις, ἡ ἀταξία, φέρει πάντοτε ἀτοπήματα καὶ δὲν ἄγει εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ἀληθείας· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοιούτου θέματος, πῶς δύναται ἤδη ἄλλο τι νὰ ζητῆται ἢ αὐτὸ καὶ μόνον, περιωρισμένως ὅμως, τὸ ὁποῖον εἴπετε πρὸ ὀλίγου, ἡ συγκέντρωσις πληροφοριῶν; Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη αἴτησις δὲν πρέπει νὰ γίνηται ἐν εἴδει ὑπαινιγμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀντικαθιστῶσι τὴν συζήτησιν ἐπιβλαβῶς καὶ ὀλεθρίως. Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ θίξωμεν ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἄλλος ἐννοεῖ νὰ σιωπᾷ, ἄλλος νὰ ῥίπτῃ ἕνα ὑπαινιγμὸν, ἄλλος νὰ φοβῆται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου, ἄλλος νὰ ἐξηγῇ τὴν σιωπὴν καὶ ἄλλος πολλὰ ἄλλα νὰ σκέπτηται, ἀποφεύγων νὰ ὁμιλήσῃ! Καὶ πῶς δύναται καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, μὲ ὅλον τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ ἡ γνώμη αὐτοῦ, καὶ μ’ ὅλην τὴν σημασίαν αὐτῆς, νὰ ἑρμηνεύσῃ ἀκόμη καὶ τὴν ἰδέαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σιωπῶσι; Καὶ βλέπετε, ἔχετε ἀμέσως ἕτερον Βουλευτὴν, ἐξηγοῦντα ἄλλως τὴν σιωπὴν, καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ ἡ σιωπὴ, πρέπει ὅλοι νὰ λύσουν τὴν σιωπὴν καὶ νὰ ὁμιλήσουν ὅλοι (ἱλαρότης). Θὰ ἦναι μία σιωπὴ, ἡ ὁποία δὲν δύναται ἄλλως νὰ ἑρμηνευθῇ, παρὰ ἐὰν ἅπαντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ λάβουν τὸν λόγον. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα πρέπει ν’ ἀποφεύγωνται, ἢ ἄλλως νὰ συζητῶνται ἀκέραια καὶ πλήρη. Μὴ ὁμιλεῖτε μήτε περὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς Α. Β. Υ. μήτε περὶ τῆς σχέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὰ πρόσωπα, τ’ ἀποτελοῦντα τοὺς διαφόρους βαθμοὺς εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἢ ἄλλην ἱεραρχίαν καὶ τὰ εὑρισκόμενα ὅσον δήποτε ὑψηλὰ, ἐὰν δὲν ἦσθε ἕτοιμοι νὰ ἐπιφέρητε πλήρη ἐπ’ αὐτῶν τὴν συζήτησιν. Μὴ θίγετε δὲ τὰ ζητήματα ταῦτα, ἐνόσῳ ἡ Θεσσαλία, κατεχομένη ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, σᾶς λέγει, οὐδὲν νὰ συζητήσητε ἐπὶ τοῦ παρόντος· διότι, ἐὰν θελήσητε νὰ ἐπιληφθῆτε τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, βεβαίως θὰ τὸ φέρητε ὁλόκληρον, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσητε, θὰ τὸ φέρητε παρὰ τὴν θέλησίν σας, ἀλλὰ καὶ παρὰ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς ὑμᾶς τὴν σιγὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος. Εἶπον, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε, ὅτε τινὲς ἐπέσπευδον τὰ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἔλεγον: μὴ σπεύδετε, διότι δὲν θὰ ἔχωμεν ἐλευθέραν τὴν γλῶσσαν, καὶ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς παρελεύσεως ὀλίγου χρόνου δύνανται νὰ καλυφθῶσι. Τῶν τοιούτων συμφορῶν τὴν ἀνάμνησιν καθημερινῶς τὴν ἔχομεν, καὶ τῶν πληγῶν τοῦ ἔθνους τὴν ἀνάξεσιν τὴν ἔχομεν διὰ διαφόρων ἐπεισοδίων καὶ θὰ τὴν ἔχωμεν τίς οἶδεν ἐπὶ πόσον χρόνον. Ἀλλ’ εἶναι βεβαίως καὶ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν κανονίζουν νόμοι ἢ Σύνταγμα ἢ θεσμοί. Ἄλλαι περιστάσεις κανονίζουν τὴν ἐπὶ τῶν τοιούτων πολιτείαν ἡμῶν. Ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος δὲν εἶναι βεβαίως, εἰμὴ στρατηγὸς, διατελῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ οὐδεὶς δύναται ἐπισήμως νὰ γίνηται λόγος περὶ τῆς Α. Υ. ὡς προσώπου ἀνευθύνου ἐπὶ τῇ βάσει νόμων, ἀλλ’ ὑπάρχουν ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἰδίως εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἐπιβάλλουν κανόνας συμπεριφορᾶς, οὕτως εἰπεῖν, πολιτικῆς καὶ πολιτευομένων καὶ ἑκάστου πολίτου ὅλως ἰδιαιτέρας. Ἐὰν φύγητε ἀπὸ τοὺς τοιούτους κανόνας τοὺς ἀγράφους, τότε βεβαίως δὲν ἠθέλατε ἀποδεχθῆ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἀπολύτως τὴν ἰδέαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ μᾶλλον ἠθέλατε ἑρμηνεύσει τοὺς λόγους αὐτοῦ ὡς ὑποδεικνύοντας ἁπλῶς, ὅτι πᾶσα περὶ στρατιωτικῶν ἐπερώτησις, ἄνευ ἀνάγκης γινομένη, δύναται νὰ ὑποβιβάζῃ τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ. Ἄλλως θὰ εἴχομεν τῳόντι ἀναγνωριζόμενον ἐν τῷ στρατῷ ἓν πανομοιότυπον τοῦ Συντάγματος τοῦ γενικοῦ τοῦ Κράτους· θὰ εἴχομεν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεύθυνον, καὶ σύμβουλον ἀνευθύνου στρατηγοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου πρέπει νὰ κάμῃ τὰς ἐκθέσεις του.
§57Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητεῖτε διὰ νὰ ἀποδείξητε ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητήσητε;
§58ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀξιότιμε συνάδελφε, δὲν παραγνωρίζω τὴν ἰδιοφυΐαν, ἣν ἔχετε, τοῦ νὰ εὐφυολογῆτε ἐνίοτε, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ σεῖς δὲν πρέπει νὰ κάμνητε κατάχρησιν τῆς εὐφυολογίας αὐτῆς. Εἴδετε καὶ ἠκούσατε, ὅτι δὲν συζητῶ τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος.
§59Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οὔτε ὑμεῖς πρέπει νὰ κάμνητε κατάχρησιν τῆς ὑπομονῆς ἡμῶν.
§60ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ εἴπω, δι’ ὅσων παρετήρησα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίγωνται ἐπὶ τοῦ παρόντος τοιαῦτα ζητήματα τῶν ἐπὶ τῷ πολέμῳ εὐθυνῶν.
§61Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἠρχίσατε μίαν συζήτησιν, ἥτις δὲν ἔχει κανένα λόγον καὶ καμμίαν βάσιν.
§62ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν συνείθισα νὰ τίθεμαι τόσον εὐχερῶς ὑπὸ τὰς τοιαύτας κρίσεις τινῶν ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν. Δὲν ἠξεύρω ἀπὸ πότε σεῖς εἶσθε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ὥστε ν’ ἀποφαίνησθε τόσον δογματικῶς, ποίαν ἔχουν σημασίαν ταῦτα ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει συνάδελφός σας· ἀλλ’ ἂν ὄχι ἄλλο τι, μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι εἶσθε, νομίζω, μετ’ ἐμὲ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ.
§63Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, διότι καὶ ἡ ἡλικία μου εἶναι μικροτέρα.
§64ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιλαμβανώμεθα τοιούτων συζητήσεων καὶ ὑπαινιγμῶν κἄν, ὅταν δὲν ἤμεθα ἀκόμη ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν τὰ τοιαῦτα ζητήματα κατ’ οὐσίαν ἀκέραια καὶ πλήρη. Δὲν δύνασθε νὰ συζητήσητε τὰ συνδεόμενα πρὸς τὸν πόλεμον, εἰμὴ ἐν πάσῃ τῇ εὐρύτητι καὶ τῇ ἀλληλουχίᾳ ἁπάντων τῶν σχετικῶν πρὸς πάντας τοὺς ἐπὶ τῷ πολέμῳ εὐθυνομένους, ἀπὸ τῶν ἀνωτάτων μέχρι τῶν κατωτάτων, τῶν νομίμως, ἐννοεῖται, ὑπευθύνων.
§65Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ, διορίσασα ἐξεταστικὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, ἀνέθηκεν εἰς αὐτὴν τὴν ὑψηλὴν ἐντολὴν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ τὰ κατὰ τὸν πόλεμον ἀτυχῆ γεγονότα, συγκεντρώσῃ ἐν γένει τὸ πόρισμα τῶν γεγονότων ἐκείνων καὶ ἀναπτύξῃ αὐτὸ ἀκολούθως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ προφορικῶς, ὑποβάλλουσα καὶ ἔκθεσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, εἴτε διότι δὲν κατώρθωσεν εἰσέτι νὰ συλλέξῃ τὰς ἀναγκαιούσας πληροφορίας, εἴτε διότι δὲν νομίζει κατάλληλον τὴν στιγμὴν πρὸς συζήτησιν τῶν ἐθνικῶν τούτων γεγονότων, ἵνα μὴ παραβλάψῃ ἄλλα ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐσιώπησε, χωρὶς νὰ θίξῃ οὐδόλως αὐτά. Ἐντούτοις συνεπείᾳ ἐπερωτήσεων, γενομένων εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις τινὰς σχετικῶς, ὡς εἶπε (καὶ τὸ ὁποῖον πιστεύω), πρὸς τὰ γραφέντα εἰς διαφόρους ἐφημερίδας πρό τινων ἡμερῶν, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν μεταξὺ τοῦ λαοῦ ἀμφιβολίας, ἐὰν ἡ ἔκθεσις τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ἡ ὁποία μέλλει νὰ ὑποβληθῇ, ἦναι εἰλικρινὴς ἢ οὔ, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ δημοσιευθῇ ἢ νὰ μὴ δημοσιευθῇ· ἠθέλησε νὰ διασαφήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ εἶπεν ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη θὰ περιέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, διότι φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος δὲν ἦτο πανταχοῦ παρὼν κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἑπομένως δυνατὸν νὰ τῷ ἐδόθησαν καὶ ἐσφαλμέναι πληροφορίαι, τῶν ὁποίων θέλει ζητηθῆ ἡ διόρθωσις. Τοῦτο, φρονῶ, δὲν ἦτο ζήτημα τοιοῦτον, ὥστε νὰ γεννήσῃ συζήτησιν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπὶ τοῦ τόσον ὑψηλοῦ ζητήματος, διότι ἡ συζήτησις αὕτη, καθὼς λίαν ὀρθῶς εἶπον πολλοὶ τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων, δύναται νὰ γεννήσῃ περιπλοκὰς μεγάλας. Διὰ τοῦτο εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ ὡς μέλος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι πρέπει ν’ ἀπέχωμεν πρὸς τὸ παρὸν τῆς συζητήσεως τῶν ζητημάτων τούτων, διότι νομίζω τὴν συζήτησιν ταύτην ἐπιβλαβῆ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντιπρόσωποι τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν δι’ ἀναφορᾶς τῶν πρὸς τὴν Βουλὴν καταγγέλλουσι τὴν διαγωγὴν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων τῆς πρωτευούσης, ὅτι πρὸς ἐφαρμογὴν ἀστυνομικῆς τινος διατάξεως ἐβιαιοπράγησαν κατὰ τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων τῶν ἐμπόρων, τινὰς δὲ τούτων ἀπήγαγον σήμερον εἰς τὸ κρατητήριον.
§67ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά. (Ἀναγινώσκεται).
§68Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας μοὶ ἀνέφερεν ὅτι πολλοὶ τῶν ἐμπόρων,—μάλιστα μοὶ ἔκαμε διάκρισιν, τῶν μικρεμπόρων—ἔχουν τὰς προθήκας αὑτῶν ἐπὶ τοσοῦτον ἐξεχούσας, ὥστε ἡ διάβασις διὰ τῶν πεζοδρομίων τῶν ὁδῶν Ἑρμοῦ καὶ Αἰόλου σχεδὸν ἀποβαίνει ἀδύνατος, πολλάκις δὲ ἕνεκα τούτου πολλοὶ τῶν συμπολιτῶν μας παρασύρονται ὑπὸ ἁμαξῶν, μὴ δυνάμενοι νὰ προφθάσουν, ἵνα διέλθωσι διὰ τῶν πεζοδρομίων. Ἕνεκα τούτου ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἐκδώσῃ ἀστυνομικὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ ἔμποροι οὗτοι νὰ φέρωσι τὰς προθήκας αὑτῶν ἐνδότερον καὶ ἐπὶ τῆς γραμμῆς τοῦ πεζοδρομίου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μένῃ τὸ ἐλάχιστον αὐτὸ πεζοδρόμιον τοῦ ἑνὸς μέτρου μόνον πλάτους ἐντελῶς ἐλεύθερον. Τοῦτο ἐπρόκειτο νὰ πράξῃ. Πρὸ ὀλίγων στιγμῶν, εἰσερχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν, ἔμαθον ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τούτου ὄργανά τινα ἀστυνομικὰ προσηνέχθησαν βιαίως, σκαιῶς, πρός τινας τῶν ἐμπόρων, μὴ θέλοντας νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν’ ἐκάλεσα ἀμέσως τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, τὸν ὁποῖον διέταξα νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐνεργήσῃ αὐστηροτάτην ἀνάκρισιν, καὶ ἐὰν ἀποδειχθῶσι τὰ ὄργανα ταῦτα παραβάντα τὸ καθῆκόν των, θὰ τιμωρηθῶσιν αὐστηρότατα. Περὶ τῆς τιμωρίας δὲ τῶν παρεκτραπέντων ἔστω βεβαία ἡ Βουλή.
§69Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐδημοσιεύθη ἀστυνομική τις διάταξις, κανονίζουσα τὰς διαστάσεις τῶν προθηκῶν τῶν ἐμπορικῶν καταστημάτων. Ἀλλ’ οἱ ἔμποροι τῶν Ἀθηνῶν ἰσχυρίζονται, ὅτι αἱ διαστάσεις τῶν προθηκῶν τούτων, ἃς κανονίζει ἡ ἀστυνομικὴ διάταξις, εἰσὶ τοσοῦτον μικραί, ὥστε ὁ σκοπὸς, εἰς ὃν ἀποβλέπει τὸ ἐμπόριον διὰ τῶν προθηκῶν, ἐντελῶς ἀναιρεῖται. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως εἶναι ζήτημα ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τουτέστι τῆς ἀστυνομίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν πρόκειται ὅμως κυρίως περὶ τούτου· πρόκειται, ὅτι, χωρὶς νὰ προβῶσι διὰ τῶν ἀναγκαίων νουθεσιῶν καὶ τῶν ἠπίων μέτρων, τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας αὐθαιρέτως ἐξιφούλκησαν, κατέστρεψαν τὰς προσθήκας, ἐῤῥάπισαν —βαρβάρως, δύναμαι νὰ εἴπω,—ἐντιμοτάτους ἐμπόρους, ἐξ ὧν δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὰ εἰς πάντας γνωστὰ ὀνόματα τῶν Σατόλια, Φιλίντρα, Δελοπούλου, Σωτηρακοπούλου κλπ., καὶ τοιουτοτρόπως ἐξήγειραν τὴν ἀγανάκτησιν τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς πόλεως ταύτης, ἐνῷ κατὰ γενικὸν κανόνα ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἔχει παράπονον κατὰ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, πρὸ πάντων δὲ κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ὅστις εἶναι ὁμολογουμένως ἀνὴρ φιλόνομος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρακτικωτέρα καὶ νομιμωτέρα διαδικασία ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐκεῖνοι, οἵτινες παρέβησαν τυχὸν τὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν, κατηγγέλλοντο ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας δικαστικῆς ἀρχῆς, ἥτις εἶναι τὸ Πταισματοδικεῖον· ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὗτινος τὸ φιλόνομον ἀναγνωρίζομεν πάντες, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα κατὰ τῶν παρεκτραπέντων ἀστυνομικῶν ὀργάνων, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐνδιατρίψωμεν περισσότερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§70Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λυποῦμαι ὅτι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω εἰς τὸν ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι μεταξὺ τῶν ὀνομάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε πρὸ μικροῦ, ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι ἐξύβρισαν καὶ αὐτὸν τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, εἰπόντες ὅτι δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ μαγαζιὰ αὐτῶν!
§71ΑΛΕΞ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔτυχε νὰ παρίσταμαι εἰς τὴν σκηνὴν ταύτην, καὶ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἄδικον εἶναι νὰ γίνεται λόγος κατὰ τῶν πράξεων τῆς ἀστυνομίας, προπάντων δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, διότι οἱ κύριοι ἔμποροι αὐτοὶ ἐνώπιον ἐμοῦ ἐξύβριζον καὶ τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας καὶ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα!
§72Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ θεωρίαι τοῦ ἐκ Ξηροχωρίου ἀντιπροσώπου εἶναι πολὺ τῷ ὄντι πρωτότυποι, καὶ ἂν ἀνεκτὸν ἦναι νὰ λέγωνται ὁπωσοῦν καὶ νὰ ἀκούωνται τοιαῦται ἐν Ξηροχωρίῳ, ἀλλ’ ἀνεκτὸν δὲν εἶναι νὰ λέγωνται ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ μετὰ τοιούτου μάλιστα τόνου...
§73ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Βέβαια, σεῖς ἔχετε ἀνάγκην νὰ δημοκοπήσητε! (Θόρυβος).
§74Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ, κἀνεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ διαταγὰς, καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομίμου τρόπου, διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ· νόμιμον ὅμως τρόπον καὶ νόμιμον ὁδὸν δὲν ἐξέλεξε, δι’ ὅσων βαναυσοτήτων διέπραξεν εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν. Ἀφοῦ δὲν λείπουσιν εἰς αὐτὴν τὰ μέσα τὰ ἐκ τοῦ νόμου, ὅπως ἐπιβληθῇ, διὰ ποῖον λόγον χειροδικεῖ; Ἐὰν οἱ πολῖται ἐξύβρισαν τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν, ὡς μαρτυρεῖτε ὑμεῖς ἐνταῦθα, — ἄλλως πολὺ ἀναρμοδίως — κύριε Πετσάλη, εἶχε τὸ μέσον ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ καὶ διὰ τὰς ὕβρεις ταύτας νὰ ζητήσῃ καὶ λόγον καὶ τιμωρίαν. Μὲ ποῖον δικαίωμα ἐκτύπησε καὶ ἐμωλώπισε, καὶ διεσκόρπισε εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους τὰ ἐμπορεύματα τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ἐκ τῶν φόρων τῶν ὁποίων συντηροῦνται καὶ ἀστυνόμοι καὶ κλητῆρες καὶ ὅσοι ἄλλοι, ἀφοῦ πρῶτον δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ἦν πρέπον νὰ πράξῃ, ν’ ἀπευθυνθῇ δηλονότι εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, καὶ ἐκεῖθεν νὰ ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν αὐτῶν, ἐὰν παρεβίασαν τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις, ἢ τὰ περὶ ἐξυβρίσεως ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου; Καθ’ ἑκάστην ἐνταῦθα καταγγέλλονται παρεκτροπαὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ χειροδικίαι, ἐξερεθίζουσαι πολὺ δικαίως τὴν κοινωνίαν, καὶ διαταράττουσαι τὴν ἔννομον τάξιν. Ἀλλ’ ὅταν χειροδικῶσιν αἱ ἀρχαὶ ἄνευ λόγου, τότε περιμείνατε νὰ ἴδητε καὶ τοὺς πολίτας νὰ χειροδικῶσιν. Ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους,—ποῖος ἀντιλέγει; πολὺ ὀλιγώτερον ἐγὼ,—εἶναί τι ἄριστον καὶ σωτήριον, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιβάλῃ τὸν σεβασμὸν τοῦτον πρωτίστως εἰς τὰς ἀστυνομικὰς ἀρχάς, τιμωρῶν καὶ κολάζων παρεκτροπὰς ὁμοίας πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας κατήγγειλε διὰ τῆς ἀναγνωσθείσης αὐτοῦ ἀναφορᾶς ὁ ἐμπορικὸς κόσμος τῶν Ἀθηνῶν.
§75Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ψηφοθηρική μας τάσις φρονῶ ὅτι δὲν συντρέχει καὶ δὲν συμβουλεύει εἰς τὸ ὀρθὸν τοὺς πολίτας, τοὐναντίον τοὺς ζημιοῖ καὶ τοὺς καταστρέφει (εὖγε! ἐκ τῆς αἰθούσης), διότι διὰ τῆς ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν κάμνομεν καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, εἶναι ὡς νὰ λέγωμεν εἰς αὐτούς: «μὴ σέβεσθε τὴν ἐξουσίαν, μὴ σέβεσθε τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἀσεβεῖτε!»
§76Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανᾶσθε πολύ! (Θόρυβος καὶ διακοπαί).
§77ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐὰν ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ παρηνόμησεν, ὁ πολίτης εἶχε τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ αὐτὴν ἐνώπιον τῆς ἀνωτέρας ἀρχῆς, ἢ καὶ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, καὶ ἐὰν ἡ ἀνωτέρα ἀρχὴ δὲν ἤθελεν ἐξετάσει τὰ πράγματα καὶ τιμωρήσει αὐστηρῶς τὰ παρεκτραπέντα κατώτερα ὄργανα, τότε ἠδυνάμεθα νὰ προέλθωμεν ἡμεῖς ἐντεῦθεν εἰς συζητήσεις καὶ νὰ ἐλέγξωμεν τὸν Ὑπουργὸν, διατὶ, ἀφοῦ κατηγγέλθη τοιαύτη παρεκτροπὴ μιᾶς ἀρχῆς, δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, τιμωρῶν τὰ παρεκτραπέντα ὄργανα. Ἀλλὰ διότι διεπληκτίσθη εἷς ἔμπορος πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα τὸν διέταξαν νὰ βάλῃ μέσα τῆς πάγκαις του, νὰ ἐρχώμεθα ἡμεῖς νὰ ἐγείρωμεν ἐνταῦθα συζητήσεις, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, καὶ εἰς τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν καθηκόντων τῶν ὑψηλῶν, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ν’ ἀφήσωμεν δὲ τὰς τοιαύτας συζητήσεις διὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν.
§78ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ὁ ἐκ Γυθείου ἀξιότιμος συνάδελφος οὔτε ὁ ἐκ Ξηροχωρίου θέλουσι μὲ παρεξηγήσει καὶ θέλουσι μὲ μεμφθῆ ἐπὶ ψηφοθηρικῇ τάσει, ἐὰν ἐξενέγκω ἐντεῦθεν τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ μὴ ἤρχοντο τοιαῦτα ζητήματα εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ λέγω νὰ μὴ ἤρχοντο τοιαῦτα ζητήματα εἰς τὴν Βουλήν, ὄχι διότι θέλω νὰ ἀρνηθῶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπερασπίζεσθαι τοὺς ἀδικουμένους πολίτας ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ βήματος, ἀλλὰ διότι θὰ ἐπεθύμουν καὶ θὰ ηὐχόμην, ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ νὰ μὴ ἔδιδεν ἀφορμὴν, ὅπως διατυπωθῶσι δίκαια παράπονα ἐναντίον αὐτῆς, προκειμένου περὶ τοιούτων ἐκτρόπων γεγονότων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώραν ἐν τῇ πρωτευούσῃ αὐτῇ τοῦ Βασιλείου. Ἐβεβαίωσεν ὁ ἐκ Ξηροχωρίου ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἔλαβον χώραν αἱ σκηναὶ, περὶ ὧν ὁ λόγος, καὶ ὅτι ἐξυβρίσθη ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας παρὰ πολιτῶν. Ἀλλὰ ἐὰν ἐξυβρίσθη οὗτος παρὰ πολιτῶν, ὑπάρχουσι νόμοι, οἱ ὁποῖοι ὁρίζουσι τὴν τιμωρίαν τῶν παραβάντων αὐτούς. Ἀλλ’ ὅταν κατώτερα ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἴσως, ὡς πέπεισμαι, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, προέρχωνται εἰς τοιαῦτα βανδαλικὰ μέτρα, νὰ βιαιοπραγῶσι κατὰ πραγμάτων καὶ κατὰ προσώπων, νὰ θραύωσι τὰς προθήκας καὶ τὰ παράθυρα ἐμπόρων χρηστῶν καὶ φιλονόμων, δικαίως ἐξεγείρεται ἡ ἀγανάκτησις τῶν πολιτῶν, καὶ δικαίως προσφεύγουσιν οὗτοι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητοῦσι τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ προσγενομένου αὐτοῖς ἀδικήματος. Ἀπόδειξις δὲ τοῦ ὅτι σπουδαίαν σημασίαν ἀποδίδει καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸ γεγονὸς, εἶναι, ὅτι ὑπεσχέθη ὅτι αὐστηρῶς θέλουσι τιμωρηθῆ τὰ παρεκτραπέντα ὄργανα, ὅταν βεβαιωθῇ ἡ παράβασις αὐτῶν. Ὑπάρχει ἀστυνομικὴ διάταξις, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τὴν ἔκθεσιν τῶν προθηκῶν εἰς τὴν πρόσοψιν τῶν καταστημάτων· ἀλλ’ ἐὰν παρεβιάσθη ἡ διάταξις αὕτη, ὁ νόμος ὁρίζει τί εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, ὅπως προληφθῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ τοιαύτη παραβίασις· εἶναι δυνατὸν νὰ καταγγελθῶσιν οἱ οὕτω πως παραβιάζοντες τὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν καὶ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον καὶ ὑποστῶσι τὴν νόμιμον τιμωρίαν, οὐδὲν ὅμως δικαίωμα εἶχον τὰ κατώτερα ὄργανα, ὅπως βιαιοπραγήσωσι, παραβιάζοντες τοὺς νόμους αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ τηρηταὶ τῆς τάξεως. Ἐγὼ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἀστυνομικῆς διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγορεύθη ἡ ἔκθεσις τῶν προθηκῶν, εἶναι μέτρον οὐχὶ εὔλογον. Οὐδέποτε παρεκωλύθη ἡ διάβασις καὶ ἡ κυκλοφορία ἐν ταῖς ὁδοῖς διὰ τῆς τοποθετήσεως τοιούτων προθηκῶν. Ἴσως οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἐναντίαν γνώμην, συγχέουσι τὰ πράγματα, διότι ἐκλαμβάνουσιν ὡς προθήκας ἄλλα ἀντικείμενα τοῦ ἐμπορίου, τὰ ὁποῖα ἀτόπως βεβαίως ἐκτίθενται εἰς τὰ πεζοδρόμια καὶ τὰς ὁδούς, καὶ ταῦτα βεβαίως πρέπει νὰ ἀρθῶσιν ἐκεῖθεν, ἵνα μὴ παρακωλύηται ἡ κυκλοφορία. Ἡ ἀναφορὰ ἡ πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθεῖσα, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, (διότι ἐν μέσῳ θορύβου ἀναγινώσκετο) λέγει ὅτι πολῖται καὶ ἔμποροι συνελήφθησαν παρὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ κρατοῦνται ἐν τῷ κρατητηρίῳ τῆς ἀστυνομίας. Ἑνόνω λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου μὲ τὰς παρακλήσεις τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ἀπευθύνω ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ νὰ ἀπολυθῶσιν ἐκ τῆς παρανόμου φυλακίσεως οἱ κρατούμενοι οὗτοι πολῖται.
§79Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπελύθη ἤδη ὁ κρατηθείς.
§80ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅσοι τῶν συναδέλφων ἤκουσαν τὴν κωμικὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, θὰ ᾤκτειραν τοὺς ἐκλογεῖς του, διότι τοιοῦτον ἐξέλεξαν ἀντιπρόσωπον (θόρυβος).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλλητε συνάδελφον.
§82ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀλλὰ πρὸς αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἀπαντῶν πρὸς ἐμὲ ἀπηυθύνετο ὄχι πρὸς συνάδελφόν του, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντήσω· θέλω ἀπαντήσει ὅμως εἰς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης, ὁ ὁποῖος εἶχε δίκαιον ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐμπόρων συμπατριωτῶν του, καὶ νομίζει ὅτι ἠδικήθησαν, νὰ τοὺς ὑποστηρίξῃ (γέλως).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα τυπωθέντα διενεμήθησαν πρὸ ὀλίγου. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ μετά τινας διορθώσεις ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται).
§84Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ προαγορεύσας συνάδελφος κ. Φιλάρετος εἶπεν ὅτι ὁ ὄφις περιέσφιγξε τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἔχιδνα, λέγω ἐγώ, τὴν παρακολουθεῖ. Ἔχιδνα δ’ εἶναι ἡ ἐμφωλεύουσα ὄπισθεν τοῦ ἐλέγχου Ἑλληνικὴ ἑταιρία, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ ἢ θ’ ἀντικαταστήσῃ τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων καὶ θέλει ἐνεργεῖ τὰς διαφόρους εἰσπράξεις. Χθὲς, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου, ἐγένετο συζήτησις περὶ τῶν δικαιωμάτων ἢ ποσοστῶν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Δυστυχῶς, ἐνῷ ἀνέμενον ὅτι οἱ κατὰ καιροὺς κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελον ἔλθει εἰς ἀρωγήν μου καὶ ἤθελον ἐκθέσει εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἐν τοῖς Μονοπωλίοις συμβαίνοντα καὶ τὰ παρανόμως λαμβανόμενα παρὰ τῆς ἑταιρίας ταύτης ποσοστὰ, ἐτήρησαν σιγὴν, καὶ οὕτω τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον θὰ ῥίψῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τοὺς ὀδόντας μιᾶς ἐχίδνης, διῆλθεν ἐν σιγῇ, καὶ σήμερον, ἢ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, θὰ ἐκδοθῇ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐγκατασταθῇ ἡ νέα ἑταιρία, πρὸς ἀφαίμαξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Λέγω ταῦτα, Κύριοι, οὐχὶ μόνον σήμερον, ἀλλὰ καὶ πρὸ ἐτῶν, ὁπότε κατ’ ἐπανάληψιν ἠρώτησα τὸν ἐκ Γόρτυνος κ. συνάδελφον, ἂν μετὰ τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ὑφίσταται ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων. Ἐν τούτοις, καίτοι παρὰ τὸν νόμον, ἡ ἑταιρία αὕτη παραμένει μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸν βοηθήσω ἐπὶ μικρὸν, παραθέτων ἀριθμούς, ἵνα καταδείξω τί γίνεται εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν εἶχον ζητήσει πληροφορίας τινὰς, σχετικὰς πρὸς τὴν ἑταιρίαν ταύτην, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐπελθοῦσα συζήτησις καὶ ἡ ἐπελευσομένη ταχεῖα σύστασις τῆς νέας ἑταιρίας, οἵα δήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη, δὲν θὰ ἐπιτρέψωσι ν’ ἀναμείνω τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἔχω ὅμως ὑπ’ ὄψιν μου ἐπίσημον ἀποτέλεσμα τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ἀπὸ τοῦ 1885 μέχρι τοῦ 1893, ἐπὶ τούτου δ’ ἐρειδόμενος, θὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰ συμβαίνοντα. Θὰ περιορισθῶ δὲ μόνον εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ ἑταιρία ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, τὰ ὁποῖα καὶ σπουδαιότερα θεωρῶ. Ἡ ἑταιρία, συσταθεῖσα κατὰ τὸ 1885, συνεφώνησε νὰ λαμβάνῃ 8,25% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν πωλουμένων κιβωτίων τοῦ πετρελαίου· ἀλλ’ ὅτε συνεφώνησε τοῦτο, ἡ τιμὴ τοῦ πετρελαίου, δυνάμει τοῦ ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου 1885 Β. Δικτάγματος, ἦτο 19 δρ. καὶ 20/00, καὶ ἐπὶ τῶν 19½ δρ. ἐλάμβανεν 8,25, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ πρὸς 1 δραχ. καὶ 58/00. Ἀλλὰ τὴν 16 Νοεμβρίου 1885, ἤτοι ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους, ἡ τιμὴ τοῦ πετρελαίου ὑψώθη εἰς 25 δραχ. καὶ 50/00, ἡ ἑταιρία δὲ, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ δικαιώματος ἐρειδομένη (ἄρθρ. 16 τῆς συμβάσεώς της), καίτοι οὐδὲν δαπανῶσα ἐπὶ πλέον διὰ τὰ κιβώτια πετρελαίου, λαμβάνει δραχ. 2,10 ἐπὶ ἑκάστου κιβωτίου...
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 8,25 εἶναι ἡ ἐφ’ ὅλων τῶν εἰδῶν προμήθεια, καὶ διὰ τὴν πώλησιν, τὴν μεταφοράν, τὴν ἀποθήκευσιν καὶ διὰ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχει.
§86Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἰδοὺ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τῆς συμβάσεως (ἀναγινώσκει): «Ἡ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ἀμοιβὴ διὰ τὴν διαχείρισιν καὶ πώλησιν ὁρίζεται εἰς 2% ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως, διά τε τὸ πετρέλαιον, τὰ παιγνιόχαρτα καὶ τὰ πυρεῖα. Ἡ δὲ ἀποζημίωσις αὐτῆς διὰ τὴν ἀπὸ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν παραλαβὴν, μεταφορὰν εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας, ἐνοίκια ἀποθηκῶν καὶ φύραν, ὁρίζεται διὰ μὲν τὸ πετρέλαιον εἰς πέντε καὶ τέταρτον τοῖς ἑκατὸν, διὰ δὲ τὰ παιγνιόχαρτα καὶ τὰ πυρεῖα εἰς δύο τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως. «Ἡ ἐκ θραύσεως δοχείων πετρελαίου κατὰ τὴν μεταφορὰν καὶ ἐκροῆς αὐτοῦ προσγινομένη εἰς τὴν ἑταιρίαν ζημία ὁρίζεται εἰς ἓν τοῖς ἑκατὸν, καὶ ἡ δι’ αὐτὴν ἀποζημίωσις πληρόνεται εἰς τὴν ἑταιρίαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν καὶ τὰ λοιπὰ αὐτῆς δικαιώματα.»
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξηγήσῃ ἡμῖν μίαν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε χθὲς, διότι εἶπεν, ὅτι αἱ διδόμεναι προμήθειαι διὰ τῆς νέας συμβάσεως περιέχουσιν ὑπέρβασίν τινα.
§88ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτι δύναμαι νὰ βεβαιώσω—διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν σύμβασιν—εἶναι, ὅτι ἐπὶ τούτου ἐγένετο ἀντιγραφὴ τῆς παλαιᾶς συμβάσεως.
§89ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπανέρχομαι. Τὴν 16 Νοεμβρίου 1885 ἡ τιμὴ σιωπηρῶς ἀπὸ δραχ. 19,20 κατὰ κιβώτιον ὑψώθη εἰς 25,50, σιωπηρῶς δὲ ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἀπὸ δραχ. 1,58, ὅσα εἰσέπραττεν ὡς δικαίωμα κατὰ κιβώτιον, ἐλάμβανε δραχ. 2,10.
§90ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸ θεωρεῖτε νόμιμον;
§91ΣΧΙΝΑΣ. Ὅταν τελειώσω, δύνασθε ν’ ἀπαντήσητε· διότι τοιαύτας πράξεις ἐγὼ τὰς θεωρῶ λῃστείαν. Εἶσθε νομικὸς καὶ δύνασθε νὰ γνωρίζητε ἐὰν ἦναι δίκαιον ἢ ἄδικον.
§92ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοῦ θυμοῦ δὲν θὰ καθιερώσητε λογικήν· πρέπει νὰ στηρίζησθε ἐπὶ συλλογισμῶν.
§93ΣΧΙΝΑΣ. Ζητήσατε τὸν λόγον, καὶ ἀπαντήσατε. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς. Ἐγὼ ἔρχομαι νὰ βοηθήσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς κατὰ τὸ ἐφικτὸν, ἵνα προλάβω ἓν κακὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ περισφίγξῃ τὴν πατρίδα μου, καὶ ἵνα γνωρίσῃ οὕτω ἡ Βουλὴ ὅ,τι ἀπ’ αὐτῆς τεχνηέντως λίαν καὶ δολίως ἀπεκρύβη. Κατὰ τὴν 11 Ὀκτωβρίου 1886 ἡ τιμὴ τοῦ πετρελαίου ηὐξήθη εἰς 26 δραχμάς, καὶ ἡ ἑταιρία ἐλάμβανε ποσοστὸν 2,14 ἐπὶ ἑκάστου κιβωτίου, καὶ τέλος τὴν 22 Φεβρουαρίου 1892, τῇ εἰσηγήσει τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος συναδέλφου, ὑψώθη ἡ τιμὴ τοῦ κιβωτίου πετρελαίου ἀπὸ 26 δραχ. εἰς 30, ἡ δὲ ἑταιρία ἠξίου καὶ ἐλάμβανεν, οὐχὶ ὡς ἀρχικῶς 1,58, ἀλλὰ 2,47. Ἡ διαφορὰ, τὴν ὁποίαν σήμερον τὸ Δημόσιον διαμφισβητεῖ πρὸς τὴν ἑταιρίαν, εἶναι μεταξὺ τῶν δρ. 2,14 καὶ 2,47, ἤτοι 33 λεπτὰ· ἤτοι ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης ἀνατιμήσεως ἀπὸ 26 δραχ. εἰς 30. Ἀλλ’ ἡ διαφορά, τὴν ὁποίαν καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστηρίξῃ, ἦτο ἡ ἀρχικὴ, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων πλειότερον τοῦ 1,58 κατὰ κιβώτιον πετρελαίου.
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις πταίει, ἢ τὰ Μονοπώλια; Αὐτὸ ἐξηγήσατε.
§95ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ἐκδράμω ὀλίγον. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠντήχησεν ἄλλοτε φωνὴ, ὅτι ἐπετύχομεν δωρεὰν δάνειον· τοῦτο δὲ ἦτο τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 τῆς 28 Μαΐου 1887. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ δανείου ἐκείνου, πῶς κατηρτίσθη, πόσα ἑκατομμύρια διετέθησαν διὰ τὰ θωρηκτὰ, οὐδὲ πόσον ποσὸν κατ’ ἔτος ἔπρεπε νὰ ἐξοφλῆται, οὔτε πόσας μετοχὰς ἔλαβεν ἡ Τράπεζα Comptoir d’ Escompte ἀντὶ τῆς τιμῆς τῶν 337 φράγκων· ἀλλὰ μόνον λέγω, ὅτι τότε ἐζητήθη ἡ προσθήκη εἰς τὴν σύμβασιν τῶν Μονοπωλίων τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, περὶ τοῦ ὁποίου θέλω ὁμιλήσει, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὡς ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας ἐχούσης τὰς μεγαλειτέρας ἁλικὰς τοῦ Κράτους, γνωρίζει περισσότερα ἐμοῦ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Κατὰ τοὺς ὑποβαλλομένους κατ’ ἔτος προϋπολογισμοὺς, ὁ μέσος ὅρος τοῦ καταναλισκομένου πετρελαίου ἐν τῷ Κράτει ἀνέρχεται εἰς 170,000 κιβώτια. Ἐὰν λοιπὸν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκ τῆς τιμῆς τῶν δρ. 19,20 πρὸς τὴν τιμὴν τῶν 25,50 ἐπελθοῦσαν διαφορὰν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 0,52, καὶ πολλαπλασιάσητε ταύτην μὲ τὸ 170,000, ὅσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν κιβωτίων, θέλετε εὕρει, ὅτι ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἐλάμβανεν ἀπὸ τῆς 16 Νοεμβρίου 1885 ἐπὶ πλέον κατ’ ἔτος 88,400 δραχμάς. Ἐὰν δὲ προβῆτε εἰς τὴν ἑτέραν αὔξησιν τῶν 26 δραχμῶν, θέλετε εὕρει, ὅτι ἐλάμβανεν ἐπὶ πλέον 96,050 δρ. κατ’ ἔτος· λέγω δὲ «ἐπὶ πλέον», διότι ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων διὰ τῆς γενομένης αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου κατὰ κιβώτιον εἰς οὐδεμίαν ὑπεβάλλετο ἐπὶ πλέον δαπάνην· εἶχε τὸ προσὸν νὰ εἰσπράττῃ περισσότερα χρήματα, ἀλλὰ δαπάνην πλειοτέραν δὲν ἔκαμε, διότι τὴν αὐτὴν μεταφορὰν εἶχε, τὰς ἀποθήκας τὰς αὐτὰς εἶχε, τὸ προσωπικὸν τὸ ἴδιον· ἄνευ λοιπὸν οὐδεμιᾶς προσθήκης οὔτε εἰς τὸ προσωπικόν, οὔτε εἰς τὰς ἀποθήκας, οὔτε εἰς τὴν μεταφοράν της, τὴν ὁποίαν, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, καὶ ἐμείου, ἕνεκα τῆς αὐξανομένης καθ’ ἑκάστην συγκοινωνίας διὰ τῶν ἀτμοπλοίων, σιδηροδρόμων καὶ ἁμαξῶν, ἐλάμβανε περισσότερα ποσοστά. Λοιπὸν κατὰ τὴν δευτέραν γενομένην ἐπαύξησιν ἡ ἑταιρία ἐλάμβανε 96,050 δραχ. ἐπὶ πλέον κατ’ ἔτος. Ἐὰν δ’ ἔλθωμεν εἰς τὴν τελευταίαν ὑπερτίμησιν, τὴν γενομένην κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1892, καὶ κάμωμεν αὖθις τὸν αὐτὸν ὑπολογισμὸν, βλέπομεν τὴν ἑταιρίαν λαμβάνουσαν κατ’ ἔτος ἐπὶ πλέον οὐχὶ 96,050 δραχ., ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, 152,150. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς εἰκὼν τῶν Μονοπωλίων! Ἀλλ’ ἤδη θὰ ἔλθω εἰς ἄλλο ζήτημα. Δυνάμει τῆς γενομένης συμβάσεως, ἐν τῷ Κράτει συνεστήθησαν ἑπτὰ κεντρικαὶ ἀποθῆκαι τοῦ Δημοσίου, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων λαμβάνουσα τὰ κιβώτια τοῦ πετρελαίου διανέμει πρὸς τὰς διαφόρους ἄλλας ἀποθήκας της, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ νόμου ὑπεχρεώθη νὰ καταρτίσῃ. Ἀλλὰ γνωρίζει πᾶς τις, ὅτι ἕκαστον κιβώτιον πετρελαίου ζυγίζει 25 μόνον ὀκάδας. Αὐτὸ εἶναι τὸ βάρος· 25 δὲ ὀκάδας ἐὰν πρόκειται ἐκ τῆς κεντρικῆς ἀποθήκης νὰ μεταφέρω εἰς ἀποθήκην ἀπέναντι ἢ ὀλίγον περαιτέρω κειμένην, βεβαίως δὲν θὰ πληρώσω περισσότερα ἀπὸ 10–15 λεπ. κατὰ κιβώτιον, καὶ ἐὰν τὰ δώσω ἐργολαβικῶς, μόνον 5 λεπτά, διότι χιλιάδας κιβωτίων καθ’ ἑκάστην ἠμπορεῖ νὰ μεταφέρῃ μία ἅμαξα. Ἐν τοσούτῳ εἰς τὰς πόλεις, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν,—δι’ αὐτὸ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ τὰ καταστήσω ὑμῖν γνωστά, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ μάθητε, οὔτε θὰ σᾶς τὰ ἔλεγαν,—ἡ ἑταιρία δι’ αὐτὴν τὴν ἁπλῆν μεταφορὰν λαμβάνει ἐπὶ ἑκάστου κιβωτίου, μὲ τὴν σημερινὴν τιμήν, οὐχὶ πλέον 15 λεπτά, ἀλλὰ λαμβάνει τὴν ὑπέρογκον τιμὴν τῶν δρ. 2,47½. Ἐννοεῖτε λοιπὸν τί κέρδος μένει.
§96ΣΑΛΜΑΣ. Πόσον;
§97ΣΧΙΝΑΣ. Διὰ τὸ πετρέλαιον, τὸ ὁποῖον π. χ. εἶναι εἰς τὰς ἀποθήκας Πειραιῶς καὶ ἡ ἑταιρία τὸ μεταφέρει ἐκεῖθεν εἰς μίαν παρακειμένην ἀποθήκην,—παρακειμένην καὶ εἰς μίαν καὶ μόνην—λαμβάνει ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἢ ἐλάμβανε 2,47½, ὅπερ ἀναλογεῖ εἰς 8,25 ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ κιβωτίου, ἡ ὁποία εἶναι 30 δραχμαί· σήμερον δὲ τὸ Δημόσιον εἶναι εἰς δίκην μετὰ τῆς ἑταιρίας, διὰ τὴν τελευταίαν ὅμως διαφοράν, ἤτοι μεταξὺ τῶν ποσοστῶν ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν 26 δρ. καὶ 30 δρ., ὄχι καὶ διὰ τὰς πρώτας, ἤτοι τῆς θεμελιώδους τῶν 19 20/00 καὶ 26 δρ. Ἀλλὰ τώρα, ἐὰν πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δικαιώματά του καὶ ἐὰν τὸ Δημόσιον ἔχῃ δίκαιον ἢ ἄδικον, δὲν γνωρίζω, διότι νομικὸς δὲν εἶμαι. Ἀλλ’ ἂν ἔχῃ δίκαιον, πρέπει νὰ ἀνατρέξῃ καὶ νὰ ζητήσῃ ὅλας τὰς διαφοράς, ὄχι τὰς τελευταίας, νὰ ζητήσῃ τὰς διαφορὰς ἀπὸ τῆς τιμῆς τῶν 19 καὶ 20/00 μέχρι τῆς τιμῆς τῶν 30. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τυγχάνει καὶ νομικός, καὶ γινώσκει, ἐὰν ἔχω δίκαιον ἢ ὄχι, λέγων ταῦτα. Λοιπὸν εἰς τὰς πόλεις, εἰς ἃς ὑπάρχουσιν αἱ κεντρικαὶ ἀποθῆκαι, ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων καταναλίσκει τὴν μεγίστην ποσότητα τοῦ πετρελαίου· διότι ποῦ εὑρίσκονται αἱ ἀποθῆκαι; Ἐν Πειραιεῖ, ἐν Πάτραις, ἐν Κερκύρᾳ, ἐν Καλάμαις, ἐν Ἑρμουπόλει καὶ ἐν Βόλῳ. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω ἀριθμῶν, καὶ δὲν παραθέτω κεχωρισμένως τοὺς πληθυσμοὺς ἑκάστης περιφερείας τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν, δύναμαι ὅμως νὰ ἐγχειρίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ καὶ νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, πίνακα λεπτομερῆ, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ πληθυσμὸς ὅλων τῶν μερῶν αὐτῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι τὰ κέντρα τοῦ Μονοπωλίου, ἀνέρχεται εἰς 317,995, καὶ συνταχθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτελευταίας ἀπογραφῆς. Λογίζοντες δ’ ὅτι 5 ἄτομα ἀποτελοῦσιν ἑκάστην οἰκογένειαν, ἔχομεν 63,599 οἰκογενείας, ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἑκάστη οἰκογένεια ἓν μόνον κιβώτιον καταναλίσκει κατ’ ἔτος, —πρᾶγμα ἀπίστευτον— ἔχει κέρδος ἡ ἑταιρία ἐκ τῆς καταναλώσεως τῶν κιβωτίων αὐτῶν, ἀφοῦ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν λαμβάνει, 14½ λεπτὰ διὰ τὴν μεταφορὰν αὐτῶν ἀπὸ τῆς κεντρικῆς ἀποθήκης εἰς τὴν ἀποθήκην τῆς καταναλώσεως, τὸ οὐκ εὐκαταφρόνητον ποσὸν τῶν δραχμῶν 127,198, ὅπερ εὑρί-
σκομεν πολλαπλασιάζοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν κιβωτίων
63,599 Χ (2,145–0,145)=127,198.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσον;
§99ΣΧΙΝΑΣ. 127,198, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι εἰς τὰς πόλεις τοῦ Πειραιῶς, τῶν Πατρῶν κλπ. οἰκοῦσιν οἰκογένειαι ἐκ πέντε ψυχῶν ἑκάστη, καταναλίσκουσαι ἑκάστη ἓν κιβώτιον πετρελαίου. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν δύο κιβώτια, βεβαίως τὸ ποσὸν διπλασιάζεται, καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν τρία, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ πραγματικὸς ἀριθμός...
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ παραδεχθῆτε τρία.
§101ΣΧΙΝΑΣ. Ἔστω δύο, ἔστω 1½ κιβώτιον πετρελαίου ἐτησίως. Φέρω ἤδη τὸν λόγον εἰς Ἀθήνας. Ἀφαιροῦντες ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἀθηνῶν τὸν δῆμον Λαυρίου, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάρχει βεβαίως ἀποθήκη Μονοπωλίων καὶ δὲν ἀγοράζουσι πετρέλαιον ἐκ τῶν Ἀθηνῶν, ὑπολογίζομεν ἐπὶ πληθυσμοῦ 173,422 κατοίκων, ποιοῦντες δὲ τοὺς αὐτοὺς πρὸς τοὺς ἀνωτέρω λογαριασμοὺς καὶ ἀφαιροῦντες τὴν μεταφοράν, ἤτοι 34½ λεπτὰ, (ἐνῷ ἡ μεταφορὰ κοστίζει τὸ πολὺ ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν ἢ λεπτὰ 25 τὸ κιβώτιον, συνήθως μεταφορὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἄτομον, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας τὸν λογαριασμὸν ποιούμενος, λογίζω πρὸς 1½ λεπτὸν) εὑρίσκομεν ὅτι ἡ ἑταιρία κερδαίνει ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ πετρελαίου ἐν Ἀθήναις (διὰ τοῦ αὐτοῦ λ)σμοῦ ἐπίσης ὑπολογίζοντες, ὅτι ἑκάστη τῶν 34,684 οἰκογενειῶν ἐξοδεύει 1½ κιβώτιον, ἤτοι 52,026 κιβώτια ἐπὶ 1,80 καθαρὸν κέρδος μόνον) 220,844 δρ., καὶ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ πετρελαίου μόνον. Γνωρίζω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι καὶ ἡ δυσχερεστέρα τῶν ἀποθηκῶν, ἡ μᾶλλον ἀπομεμακρυσμένη, ἡ τῆς Δημητσάνης, ὡς συναδελφός τις ἄλλοτε, ἀγορεύοντος ἐμοῦ, μᾶς ὑπενθύμισε, δὲν χρειάζεται οὔτε τὰ ποσοστὰ τὰ λαμβανόμενα ὡς ἔξοδα μεταφορᾶς. Πολὺ ὀλιγώτερα. Ἡ ἑταιρία ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1892 λαμβάνει δραχμὰς 2,47 1|, ὡς προανέφερα, δι’ ἕκαστον κιβώτιον, καὶ ἐν τούτοις διὰ τὴν μᾶλλον μεμακρυσμένην ἀποθήκην, τὴν ἐν Δημητσάνῃ, δὲν χρειάζεται οὔτε 2 δραχμὰς διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ πετρελαίου ἐκ τῆς κεντρικῆς ἀποθήκης. Διὰ τοὺς λόγους τούτους σπεύδουσι, κύριε Ὑπουργέ, νὰ συστήσωσιν ἢ νὰ ἐγκαταστήσωσι τὴν νέαν ἑταιρίαν διάδοχον τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Ὀφείλω δὲ, λέγων ταῦτα, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐγὼ χρεωστῶ χάριτας εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων—καὶ ἐγὼ προσωπικῶς ὀφείλω νὰ δηλώσω τοῦτο, ἵνα μὴ μὲ παρεξηγήσητε,—ὀφείλω χάριτας εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην, διότι εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν, συνεπείᾳ δικαίων μου παραστάσεων, ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων εὐηρεστήθη νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ὁ ὅρμος τῶν Καλῶν Νερῶν εἶχεν ἀνάγκην ἀποθήκης ἅλατος, ἀλλ’ εἶχε καὶ ἀνάγκην ἀποθήκης ὅλων τῶν εἰδῶν τοῦ Μονοπωλίου, διότι ἡ ἐπαρχία μου εἶναι οὐ μόνον λίαν ἐκτεταμένη, ἀλλὰ συνάμα καὶ λίαν δύσβατος κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ χειμῶνος, διότι οὐδεμία ὁδὸς κατεσκευάσθη δυστυχῶς. Ἐδαπανήθησαν τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο μνεία, χωρὶς καμμία ὁδὸς νὰ στρωθῇ εἰς τὸ δυστυχὲς Πήλιον, οὐδεμία γέφυρα, ἀλλὰ οἱ κάτοικοι μὲ κινδύνους μεγίστους συγκοινωνοῦσι κατὰ τὸ διάστημα τοῦ χειμῶνος καὶ πολλάκις πεινῶσι, διότι καὶ ἡ ἀνατολικὴ παραλία εἶναι ἐντελῶς ἀπροσπέλαστος καὶ ἐκ τῆς δυτικῆς πρὸς τὴν ἀνατολικὴν δὲν εἶναι εὔκολος ἡ μετάβασις.
§102Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπειδὴ εἴπετε περὶ ἀποθηκῶν, καὶ ἐν Μηλαίαις ἡ ἑταιρία ἵδρυσεν ἀποθήκην.
§103Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εὐχαριστῶ. Μάλιστα. Ὀφείλω βεβαίως νὰ εἴπω ὅτι, ὅ,τι λέγω, δὲν τὸ λέγω ἐξ ἐχθρότητος πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, περὶ τῆς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι καὶ ὁ διευθύνων αὐτὴν ἀκόμη προσπαθεῖ ὅλαις δυνάμεσι νὰ ἐπουλώσῃ πολλὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας ἀφῆκαν διὰ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρεχωρήθησαν ἀπὸ τοὺς παραχωρήσαντας ταῦτα εἰς τὴν ἑταιρίαν, εἶναι πώλησις τῆς Ἑλλάδος, εἶναι δήμευσις τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, Κύριοι, ἢ ἡ μέλλουσα Ἑταιρία (οἱαδήποτε καὶ ἂν τὴν διαδεχθῇ), κεφάλαια νεκρὰ δὲν θὰ ἔχῃ. Ἐρειδόμενος δ’ ἐπὶ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ συστηθησομένη ἑταιρία θὰ ἔχῃ ὡς κεφάλαιον 4,000,000, ἐξ ὧν τὰ μὲν δύο εἰς μετοχὰς, ἐὰν δὲ ἀπατῶμαι, θὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, τὰ δ’ ἕτερα δύο, ἐπίσης εἰς μετοχὰς, εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου. Ἑπομένως κεφάλαιον διὰ προμηθείας, ἢ νεκρὸν, ὅπως λέγουσιν, ἐμπορεύσιμον δὲν θέλει ἔχει. Τί δὲ θὰ λαμβάνῃ; Ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, Κύριοι, κατ’ αὐτὸν τὸν λογαριασμὸν, ὃν ἀνὰ χεῖρας ἔχω,—καὶ ὅστις εἶναι ἐπίσημος, ληφθεὶς ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν,—καὶ ἐκ τῆς ἀνακεφαλαιώσεως, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην ἐξ αὐτοῦ, ἔλαβε κατὰ τὰ ἔτη 1885–1893, συμπεριλαμβανομένου, ὡς ποσοστὰ, τὸ οὐκ εὐκαταφρόνητον ποσὸν τῶν 7,464,594 δραχμῶν καὶ, διὰ τὴν ἀκρίβειαν, 84 λεπτῶν!
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐντὸς πόσων ἐτῶν;
§105ΣΧΙΝΑΣ. Ἕξ.
§106ΣΕΧΟΣ. Πόσα ἑκατομμύρια εἴπατε;
§107ΣΧΙΝΑΣ. 7,464,594.84. Ἑπομένως κατ’ ἔτος ἐλάμβανεν ἡ ἑταιρία 1,244,145.80. Εἶναι ὁ μέσος ὅρος. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἀπέναντι τῶν παρεχομένων δυσκολιῶν μέχρι τοῦδε, τῆς ὑπάρξεως μιᾶς καὶ μόνης ἀποθήκης εἰδῶν τοῦ Μονοπωλίου εἰς τὴν συνοικίαν Ψυῤῥῆ τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι δίκαιον νὰ πληρόνῃ τὸ Δημόσιον ποσοστὰ 1,244,145 δραχμάς; Φρονεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησης εἰς τὴν μέλλουσαν ὅσον οὔπω συναφθῆναι νέαν σύμβασιν, ἥτις θὰ κυρωθῇ διὰ Β. Διατάγματος καὶ οὐχὶ διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν, φρονεῖτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ταῦτα πάντα ὑπ’ ὄψιν; Εἶμαι πεπεισμένος περὶ ὅλων τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου αὕτη θέλει ἤδη ἀνοίξει τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν καὶ θέλει περισώσει ἴσως πολλὰ τοῦ Δημοσίου συμφέροντα, καὶ παράσχει ἅμα βοήθημα εἰς τὸν πάσχοντα λαόν. Ἀλλ’ ἔρχομαι, Κύριοι, μετὰ τὸ πετρέλαιον εἰς τὸ ἅλας. Ὡς γνωστὸν, εἰς τὸ Κράτος καταναλίσκεται ποσὸν δέκα τέσσαρα ἑκατομμύρια ὀκάδων ἅλατος, ἐπ’ αὐτῶν δὲ ἡ ἑταιρία λαμβάνει, ἢ ἔλαβε, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1887 τοῦ δωρεὰν δανείου, 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος πρὸ τοῦ 1887 ὡρίζετο εἰς 10 λεπτὰ, καὶ οὕτως ἐπωλεῖτο εἰς ὅλας τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου, ὅπερ εἶχε κεντρικὰς ἀποθήκας καὶ μερικὰς ἀποθήκας εἰς διάφορα μέρη. Ὅταν ἀνέλαβεν ἡ ἑταιρία, ἐζήτησε, χάριν τοῦ δωρεὰν δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τὴν αὔξησιν εἰς 15 λεπτὰ, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ μὲν Δημόσιον ἐκέρδισε κἄτι τι, ἤτοι τὸ ἐκ τῆς συντηρήσεως τῶν μερικῶν ἀποθηκῶν του, τὰς ὁποίας εἶχε, ἡ δ’ ἑταιρία ἔλαβε τὸ ἐλάχιστον ποσὸν κατ’ ἔτος τῶν 700,000 δραχμῶν, κατὰ μέσον ὅρον, ὡς ἀμοιβὴν μεταφορᾶς καὶ πωλήσεως.
§108Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Τὸ ἔσοδον τὸ ἐξ ἅλατος διανέμεται ἐξ ἡμισείας μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἑταιρίας.
§109ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδόλως.
§110Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σφάλλετε καὶ εἰς αὐτὸ, κύριε συνάδελφε ἐκ Σύρου. Ἐπαναλαμβάνω, διότι δὲν μὲ παρακολουθήσατε, φαίνεται, καίτοι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διϋλίζετε. Δαπανᾶται κατ’ ἔτος ποσὸν 14,000,000 ὀκάδων, κατὰ μέσον ὅρον, ἅλατος εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς ἅλατος ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων λαμβάνει 5 λεπτά... Ὁ κύριος Σιμόπουλος εἶναι ἐδῶ. Εἶναι πέντε λεπτὰ, κύριε Σιμόπουλε;
§111ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸν νόμον ἔμπροσθέν σας.
§112ΣΧΙΝΑΣ. Λοιπὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἅλατος· ἑπομένως λαμβάνει 700,000 δρ. Ἀλλὰ φρονεῖται ὅτι καὶ διὰ 14,000,000 ὀκ. ἅλατος, τοῦ ὁποίου τὸ πλεῖστον πωλεῖται εἰς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας, ἤτοι εἰς τὰς ἁλικὰς αὐτάς, ἡ ἑταιρία εἶναι δίκαιον νὰ λαμβάνῃ ποσοστά; Πρῶτον διὰ τὴν ἁλικήν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν πατρίδα μου. Οἱ πλεῖστοι τῶν ποιμένων καὶ τῶν χωρικῶν μεταβαίνουσιν εἰς τὴν κεντρικὴν ἀποθήκην καὶ παραλαμβάνοντες τὸ ἅλας πληρόνουσι 15 λεπτά, καὶ ἑπομένως ἡ ἑταιρία, χωρὶς νὰ ὑποστῇ καμμίαν δαπάνην, παρὰ ⅒ τοῦ λεπτοῦ ἴσως, ἀπολαμβάνει 4 καὶ 9/10 τοῦ λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης καθόσον τὰ 5 λεπτὰ ἐκ τῶν 15 τῇ ἀνήκουσι. Λέγω δὲ τοῦτο μετὰ πικρίας, Κύριοι, διότι μία ἐπαρχία ἐν καιρῷ ἐλαιοεσοδείας ἔχει ἀνάγκην μεγίστης ποσότητος ἅλατος, μεγίστης! Καὶ διὰ νὰ σᾶς παραστήσω τὸ μέγιστον, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐν εὐτυχεῖ ἐποχῇ ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐλαίου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βόλου δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς 5,000,000 ὀκάδας ἐλαίου, καὶ χρειάζεται τὸ ⅒, ὡς ἔγγιστα, ἅλατος. Μετὰ τὰ λεχθέντα, τὰ ὁποῖα κατέστησαν φανερὸν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται εἰς τὴν ἑταιρίαν ἢ θ’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου. Ὅτε συνωμολογήθη ἡ ἀρχικὴ σύμβασις μετὰ τῆς ἑταιρίας, συνεστήθησαν τὸ πρῶτον 117 ἀποθῆκαι, ἐξ ὧν εἰς 34 ἐπωλεῖτο μόνον ἅλας. Ἀλλὰ ἡ ἑταιρία, βλέπουσα ὅτι ἔπρεπε κἄπως ν’ ἀνακουφίσῃ καὶ τὸν οὕτω φορολογούμενον λαόν, ἐθεώρησε καλὸν καὶ πρέπον νὰ προσθέσῃ 20 ἔτι ἀποθήκας, εἰς τὰς ὁποίας πωλοῦνται ἅπαντα τὰ εἴδη. Τοιουτοτρόπως ἀνεβίβασε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὅλων ἀποθηκῶν της εἰς 137. Δὲν γνωρίζω ἄν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη προσέθεσε καὶ ἄλλας, πάντως ὅμως ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω τὴν καλὴν τῆς ἑταιρίας θέλησιν. Θὰ ἐπιστήσω ὅμως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸ ἑξῆς. Ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν κατὰ πρῶτον δὲν ἔχει ἀνάγκην μιᾶς μόνον ἀποθήκης, οὔτε εἶναι δίκαιον νὰ ὑποχρεοῦται ὁ ἔμπορος ἢ ὁ ἰδιώτης, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὸ Κολωνάκι, νὰ μεταβαίνῃ εἰς τοῦ Ψυῤῥῆ διὰ ν’ ἀγοράσῃ τὰ εἴδη τοῦ μονοπωλίου, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὄχι μόνον ἐπιβαρύνεται μὲ τὰς δαπάνας τῆς μεταφορᾶς, ἀλλὰ χάνει πολλάκις καὶ ὁλόκληρον ἡμέραν ἐργασίας, διότι ὁ συνωστισμὸς εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτὴν εἶναι τοσοῦτος, ὥστε πολλάκις διακόπτεται ἡ συγκοινωνία τῆς ὁδοῦ, ἐγὼ δὲ αὐτὸς πολλάκις ἐκωλύθην ὑπὸ τοῦ συνωστισμοῦ νὰ διέλθω ἐκεῖθεν. Ὥστε πρέπει νὰ ἐγκατασταθῇ καὶ ἄλλη ἀποθήκη, καὶ ὄχι εἰς μέρη μὴ συχναζόμενα, ἀλλ’ εἰς τὰς διαφόρους ἀγοράς. Ἐπίσης τὴν αὐτὴν παρατήρησιν θέλω ὑποβάλει καὶ διὰ τὸν Πειραιᾶ, ὅπου ὁ κάτοικος τῆς Ὑδραϊκῆς συνοικίας εἶναι ὑποχρεωμένος ὁλοκλήρου ὥρας δρόμον νὰ διανύῃ διὰ νὰ εὕρῃ τὴν ἀποθήκην· γνωρίζετε δὲ πόσον τοῦτο ζημιοῖ τὸν πτωχὸν λαόν. Ὑμεῖς οἱ πλούσιοι ἔχετε ἠλεκτρικὸν φῶς, ἔχετε ὅμως καὶ τὰ μέσα ν’ ἀγοράσητε ἕν κιβώτιον πετρελαίου, ἀλλὰ ὁ πτωχὸς λαὸς, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται ν’ ἀγοράζῃ μεγάλην ποσότητα, ἀναγκάζεται ν’ ἀγοράζῃ μὲ τὴν ὀκᾶν, πρὸς 1,40. Ἵνα μὴ κουράσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν, περιορίζω τὸν λόγον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς νέας ἑταιρίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους μετὰ πόνου ψυχῆς ἐξέθηκα, καὶ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, καὶ ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν ἀποθηκῶν καὶ τὴν διατήρησιν τῶν προστεθεισῶν, ὡς ἐπροστάτευσεν ἤδη τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ὅσον ἠδύνατο, κατὰ τὰς παρούσας δεινὰς περιστάσεις. Πρέπει δὲ τὸ ἔθνος, μετὰ τὰς συμφορὰς τὰς ὁποίας ὑπέστη, νὰ διευκολυνθῇ, προστατευόμενον δεόντως, ἵνα ἀνορθώσῃ τὴν πίστιν αὑτοῦ καὶ καταλάβῃ τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ θέσιν.
§113Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, καὶ ἐγὼ καὶ πάντες δὲν εἴμεθα ποσῶς κατὰ τῆς λειτουργίας τῶν νόμων, νομίζομεν δὲ, ὅτι τῷ ὄντι πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ λιποτάκται, ὅσοι μάλιστα ἐλιποτάκτησαν εἰς αὐτὴν τὴν κρίσιμον περίστασιν τῆς πατρίδος. Διὰ τοῦτο οὐδέποτε εἴτε ἐγὼ εἴτε ἄλλος τις τῶν συναδέλφων θέλομεν ὑποστηρίξει, ὅτι πρέπει νὰ μείνωσιν ἀτιμώρητοι οἱ λιποτακτήσαντες. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζητήσαμεν εἶναι νὰ μὴ βασανισθῶσιν ἐπὶ μακρὸν χρόνον διὰ τῆς προφυλακίσεως, ἡ ὁποία πολλάκις συμβαίνει νὰ ἦναι ἄδικος, καθόσον πολλοὶ τῶν κατηγορηθέντων δὲν εἶναι ἔνοχοι, ὡς ἀποδεικνύεται καθ’ ἡμέραν διὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Στρατοδικείων. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν ὅτι προτίθεται νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὑπέβαλε, φρονῶ, καὶ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ἢ τοὐλάχιστον δὲν συντελοῦσιν εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐπιδιώκει. Ἡ σύστασις τῶν δύο Στρατοδικείων, τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς, δύναται νὰ συντάμῃ κατά τι τὸν χρόνον, ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται διὰ τῶν δύο λειτουργούντων Στρατοδικείων νὰ περατωθῶσι τὰ δεινὰ τῶν κρατουμένων εἰς τὰς φυλακὰς μετὰ 4 ἢ 5 ἔτη, θέλουσι διὰ τῆς προσθήκης τῶν δύο νέων Στρατοδικείων περατωθῆ μετὰ τρία ἢ δύο ἔτη. Διὰ τοῦτο, ἵνα ὑποβοηθήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν ἐξεύρεσιν μέτρου ἐπαρκοῦς, συνέταξα πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ εἰς τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι πᾶσα ἡ Βουλὴ συναινεῖ, ἡ ὁποία πρότασις ἐπιτρέπει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀπόλυσιν ὅλων τῶν κρατουμένων ἐπὶ λιποταξίᾳ ἐφέδρων τῶν ἡλικιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπελύθησαν, ἐπιφυλαττομένου τοῦ δικαιώματος νὰ κληθῶσιν οὗτοι ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων ἀφοῦ αἱ ὑποθέσεις των ὡριμάσωσιν, ἵνα δώσωσι λόγον. Τὸ σχέδιον ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει):
«ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ.
Περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς προφυλακίσεως τῶν ἐπὶ λιποταξίᾳ κρατουμένων ἐφέδρων. «Ἄρθρον μόνον.—Οἱ ἐπὶ λιποταξίᾳ κρατούμενοι ἔφεδροι, ὧν αἱ ἡλικίαι ἀπελύθησαν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἀπαλλάσσονται τῆς προφυλακίσεως, καὶ ἀποστέλλονται εἰς τὰς ἑστίας των, ἐπιφυλασσομένης τῆς κλήσεως τῶν παραπεμφθησομένων εἰς δίκην ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Στρατοδικείου. Ὁ παρὼν νόμος ἐκτελεῖται ἅμα τῇ δημοσιεύσει αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.» Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Φεβρουαρίου 1898. Οἱ Βουλευταὶ Α. Πετιμεζᾶς, Ἰω. Βρυώνης, Ἰω. Λάππας, Δ. Οἰκονομίδης, Π. Λεβέντης, Ν. Δρόσος, Κ. Φλέσσας, Π. Ζαρίμπας, Γ. Μαυρομιχάλης, Διονύσιος Στάϊκος, Π. Λαμπρούλιας, Ἀλέξ. Ἀλεξανδρόγιαννος, Γ. Κ. Φαρμακόπουλος, Ἀντ. Καρατζᾶς, Π. Μερλόπουλος, Ι. Βούτουνας, Ἰωάννης Α. Κανάρης, Ἀθ. Κ. Μουτσόπουλος. Οὕτω πῶς δὲν χαρίζεται ἡ ποινὴ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, ἀλλὰ χαρίζεται ἡ προφυλάκισις, ἡ ὁποία, ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον παρατεινομένη, ἀποτελεῖ μεγίστην ἀδικίαν, ὄχι μόνον διὰ τοὺς κρατουμένους τυχὸν μὴ ἐνόχους, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀποδειχθησομένους ἐνόχους.
§114Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ διὰ τοὺς λιποτακτήσαντας ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ τὸ αὐτὸ μέτρον ζητεῖτε νὰ ληφθῇ;
§115ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις. Δὲν πρόκειται νὰ μὴ τιμωρηθῶσι, πρόκειται νὰ τιμωρηθῶσι πάντες οἱ ἔνοχοι, οἱ δὲ λιποτακτήσαντες ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ νὰ τιμωρηθῶσιν αὐστηρότερον, ἀλλὰ νὰ δοθῇ ἓν πέρας εἰς τὴν προφυλάκισιν τὴν ἄδικον. Ἐπειδὴ δὲ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐπεῖγον, ὡς θέλει πεισθῆ πᾶς, ὅστις ἤθελε μεταβῆ εἰς τὰς φυλακὰς, διότι θὰ λυπηθῇ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι κλείουσι μὲ δάκρυα μαῦρα, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν καὶ σπουδαῖα νομοθετήματα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα, νὰ συναινέσῃ νὰ προταχθῇ ἡ πρότασίς μας αὕτη.
§116Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§118ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν, ὅπως ἡ Βουλὴ διατάξῃ ν’ ἀναγραφῇ αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ συνοδευθῇ καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§120ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν ἔκθεσιν ἔκαμα προφορικῶς, ἀλλὰ θὰ γράφω καὶ ὀλίγας λέξεις. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα τῶν ὀνομάτων τῶν δικαστῶν, ὅσοι προήχθησαν ἐσχάτως, καὶ ἐκείνων, καθ’ ὧν ἐφηρμόσθη ὁ περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν νόμος, ὡς καὶ τὰς ἀφορώσας εἰς αὐτοὺς δικογραφίας καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀποστράτευσιν τοῦ ἐπιάτρου Β. Χαριδήμου.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 66).
§122Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατ’ ἀρχὴν δὲν διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Καλαβρύτων κ. συνάδελφον, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μετανοήσωμεν ποτὲ, καλλίτερον εἶναι νὰ ἀναμείνωμεν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ὥστε νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό· διότι ἴσως εὑρεθῇ τρόπος τις καταλληλότερος, ὅπως ἐξοικονομήσωμεν τὴν περίστασιν. Προτείνω δὲ, ἐὰν ληφθῇ τοιαύτη ἀπόφασις, ἐὰν ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, νὰ τεθῇ ἐν ἐνεργείᾳ μετὰ τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὰ κατεχόμενα μέρη· διότι φρονῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐχθρὸς εὑρίσκεται εἰς τὴν πατρίδα μας, τοιαύτη περιποίησις, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς ἀνθρώπους ἐγκαταλείψαντας τὰς τάξεις των δὲν εἶναι ἐντελῶς δεδικαιολογημένη.
§123Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι αὐτὸς, ὡς ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, θὰ τὸ δεχθῇ, ἐὰν περιορίσω τὰς διατάξεις του εἰς μόνους τοὺς λιποτάκτας καὶ ὄχι εἰς τοὺς προφυλακισμένους καὶ δι’ ἄλλας πράξεις. Κατὰ τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπέβαλον, πρόκειται νὰ θεωρηθῇ ὡς χρόνος προφυλακίσεως ὁ χρόνος καθ’ ὃν ὑπηρετοῦσιν οἱ ἄνδρες οὗτοι ἐν τῷ στρατῷ. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ προταχθῇ καὶ τούτου ἡ συζήτησις.
§124ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ βραχυτάτων τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας προκαλεῖ τὸ ζήτημα τὸ ἀνακινηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, —ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τι τὸ ὑπηρεσιακῶς κωλῦον—ἐὰν τῷ ὄντι ἐξεδόθη διαταγὴ πρὸς τὰς ἁρμοδίας στρατιωτικὰς ἀρχὰς, ὅπως μὴ ἐνεργῆται ἡ καταδίωξις τῶν ἀνυποτάκτων.
§125Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἐξεδόθη τοιαύτη διαταγή· ἀλλ’ αὔριον θέλω σᾶς πληροφορήσει θετικῶς.
§126ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγκάζομαι νὰ περιορίσω τὰς παρατηρήσεις μου εἰς τὴν στενὴν σφαῖραν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον περικλείει ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων. Ἤθελον δὲ παρακαλέσει καὶ τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν καὶ σύμπασαν τὴν Βουλήν, νὰ μὴ σπεύσῃ ἐπὶ θέματος, τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγωσιν αἱ πολλαπλαῖ σοβαρώταται ἀπόψεις. Ἀφ’ ἑνὸς προκύπτουσι τὰ αἰσθήματα τοῦ δικαίου, τοῦ φιλανθρώπου, τοῦ οἴκτου καὶ τοῦ ἐλέους, ἅτινα ἐξεγείρονται ἐν τῇ προϋποθέσει ἀθώων, ἀδίκως βασανιζομένων εἰς τὰς φυλακάς, ὡς ἐκ τῆς ἐσπευσμένης καὶ ἀτελοῦς προανακρίσεως, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγῃ καὶ ἡ ἄποψις τῆς σοβαρωτάτης παραβάσεως, τῆς ὁποίας ὑποτίθενται οὗτοι ἔνοχοι, νὰ λιποτακτήσουν τουτέστιν ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν ἔτρεχε κίνδυνον αὐτὴ ἡ ὑπόστασις τῆς πατρίδος μας· τὸ παράδειγμα δὲ τῆς ἀτιμωρησίας ἔσται ὀλέθριον διὰ τὸ μέλλον. Λέγων ὅμως ταῦτα, σπεύδω νὰ συνομολογήσω τὸ δίκαιον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ περὶ τῆς ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας ἐκδικάσεως τῶν ἐπὶ λιποταξίᾳ δικῶν, καθόσον ἐνδέχεται μεταξὺ τῶν κατηγορουμένων νὰ ὑπάρχουν καὶ ἀθῶοι· προκειμένου δὲ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ κατέθηκεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν μελέτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα συναρμολογήσῃ τοῦτο μετὰ τοῦ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντος, ἤθελον ἐφελκύσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τῶν ἑξῆς παρατηρήσεων. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ λιποτακτῶν ἐν ἴσῳ μέτρῳ, καὶ θεωρῶ δίκαιον νὰ διακρίνωμεν τοὺς λιποτάκτας τοὺς ἐν καιρῷ πολέμου, τοὺς ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ ἐγκαταλιπόντας τὰς θέσεις αὐτῶν, ἀπὸ τῶν λιποτακτῶν οἵτινες κατέστησαν τοιοῦτοι μετὰ τὴν ἀνακωχήν, μετὰ τὴν προκαταρκτικὴν εἰρήνην.... Διὰ διακοπῆς παρά τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν μοὶ γίνεται γνωστόν, ὅτι ὁ νόμος προνοεῖ περὶ τούτου. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ διακόψας με εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην τὴν ποινικήν, τὴν ἀναγραφομένην ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, διότι καὶ ὁ λιποτακτήσας ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ καὶ ὁ λιποτακτήσας μετὰ τὴν ἀνακωχὴν ἢ τὴν προκαταρκτικὴν εἰρήνην, ἀλλὰ διαρκούσης τῆς ἐπιστρατεύσεως, εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς αὐτῆς παραβάσεως, καὶ ἀμφότεροι ὑπέχουσι τὴν αὐτὴν εὐθύνην. Ἀλλ’ ἂν εὑρίσκωνται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ ἀπέναντι τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου, δὲν εὑρίσκονται ὅμως, μοὶ φαίνεται, ἐν ἴσῃ μοίρᾳ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἠθικοῦ βάρους τοῦ ἀδικήματός των. Θέλω ν’ ἀποφύγω πᾶσαν λέξιν σχετιζομένην πρὸς τὰ γενικὰ θέματα, ὧν ἐφάπτεται κατ’ ἀνάγκην ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου, ὑπείκων εἰς τὸ κοινὸν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐσύστησε καὶ ὁ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Βουλευτής, τοῦ νὰ μὴ θιχθῶσι τμηματικῶς τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν μεγάλην ὑπόθεσιν, τὰ ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλει ἐξαφανίσει ἡ πάροδος τοῦ χρόνου. Ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ παρασιωπήσω, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονήσουν οὔτε οἱ εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος θέλει συλλέξει πάσας τὰς γνώμας καὶ συναρμολογήσει αὐτὰς πρὸς τὸ ἴδιον νομοσχέδιον, δὲν πρέπει, λέγω, νὰ λησμονήσωμεν τὴν ψυχολογικὴν κατάστασιν, τὴν démoralisation, οὕτως εἰπεῖν, εἰς ἣν εὑρίσκοντο οἱ στρατιῶται κατὰ τὴν ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν περικλείει τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ἀπὸ τῆς ἀνακωχῆς καὶ προκαταρκτικῆς εἰρήνης· προκειμένου δὲ περὶ τῶν λιποτακτῶν τῶν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἐγκαταλιπόντων τὰς τάξεις των, δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ψυχολογικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν διετέλουν οὗτοι μετὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα κατέπληξαν πάντας, μετὰ τὸν πανικὸν, μετὰ τὴν γενικὴν ἀποθάῤῥυνσιν· πρέπει ν’ ἀναπολήσωμεν, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι στρατιῶται, ὅταν ἐκαλοῦντο νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, μετὰ μεγάλου ἐνθουσιασμοῦ προσήρχοντο καὶ σπεύδοντες ἐτάσσοντο ὑπὸ τὰς σημαίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ λόγος τῆς ἀνανδρίας ἢ τῆς ἐλλείψεως συναισθήσεως τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος, δι’ ὃν ἐγκατέλιπον τὰς τάξεις των, ἀλλ’ ἄλλοι λόγοι, τοὺς ὁποίους, ὡς εἶπον, δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐξετάσωμεν ἐν πάσῃ τῇ ἀπαιτουμένῃ εὐρύτητι καὶ ψυχραιμίᾳ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ αἰτηθεῖσα διάκρισις ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης, ἀφοῦ αἱ διατάξεις τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας οὐδεμίαν τοιαύτην ἐν τούτῳ ποιοῦνται. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων ὁμιλεῖ περὶ ἀπαλλαγῆς, περὶ ἀπολύσεως τῶν ἤδη ἐν προφυλακίσει διατελούντων ὑποδίκων λιποτακτῶν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ὑποδίκων, περὶ ὧν μόνον προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν τοὺς ἐν τῇ αὐτῇ κατηγορίᾳ εὑρισκομένους, ἀλλὰ μὴ εἰσέτι προφυλακισθέντας, ὡς ἐπίσης καὶ τοὺς καταδικασθέντας ἤδη. Ἄν τὰ τοῦ θέματος τούτου κανονισθῶσι διὰ νομοσχεδίου, πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν, ὥστε τὰ ληφθησόμενα μέτρα νὰ διευκολύνουν μὲν τὴν ταχίστην διεξαγωγὴν τῶν σχετικῶν δικῶν, ἀλλὰ καὶ προσοχὴ, πρὸς Θεοῦ, νὰ μὴ περιέχωσι διατάξεις ἀμνηστευτικῆς ἐννοίας ἢ ὑπεράγαν ἐπιεικείας, διότι ἡ ἱκανοποίησις τῶν αἰσθημάτων τούτων θέλει γείνῃ ἐπὶ τρισμεγίστη βλάβη τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατιωτικοῦ πνεύματος καὶ τῶν στρατιωτικῶν καθηκόντων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχοντα ὑπ’ ὄψει πάντα τὰ στοιχεῖα, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλλω, ἵνα ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τοῦ νομοσχεδίου γένηταί τι, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀπομακρύνηται ἐκ τῶν ἰδεῶν τούτων. Πρὸς τούτοις δὲ νὰ ληφθῇ μέτρον περὶ τῶν ἀνυποτάκτων, διότι τὸ τυχὸν ἀκαταδίωκτον αὐτῶν, ἂν ὄντως διετάχθη, ἔσεται χείριστον παράδειγμα. Ἀφ’ ἑνὸς νὰ τιμωρῶμεν αὐστηρῶς λιποτάκτην, καὶ δὴ μετὰ τὸν πανικὸν ὑπερβάντα τυχὸν τὴν ἄδειαν, ἢ τυχόντα μὲν παρατάσεως ἀδείας, ἀλλὰ μὴ σημειωθείσης ταύτης ἕνεκα τῆς τότε σπουδῆς καὶ συγχύσεως, ἢ μὴ εἰδοποιηθέντος περὶ τούτου τοῦ σώματος ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑγειονομικῆς ἀρχῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ ἀνυπότακτοι, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως προσῆλθον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, νὰ μένουν ἀκαταδίωκτοι, μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο εἶναι τερατῶδες καὶ ἀδικώτατον, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τοῖς αἰσθήμασιν αὐτοῦ τοῖς φιλοδικαίοις, καταρτίζων τὸ νομοσχέδιον, θὰ φροντίσῃ, ἵνα μὴ εἰσχωρήσωσι τοιαῦτα ἄτοπα ἐπὶ βλάβῃ τοῦ στρατοῦ.
§127Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, ἂν ἦναι δυνατόν, αἱ προτάσεις αὗται νὰ μοὶ δοθῶσιν ἐγγράφως.
§128Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς εἶναι τῷ ὄντι σοβαραὶ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν· ἀλλὰ τῷ παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ὅλως διόλου ἐκτὸς τοῦ θέματος. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τοῦ μέτρου τῆς εὐθύνης τῶν λιποτακτῶν, διὰ νὰ κανονίσωμεν αὐτὴν βαρυτέραν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν πρὸ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ἐλαφροτέραν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν μετὰ τὴν ἀνακωχήν· οὔτε πρόκειται σήμερον περὶ τοῦ μέτρου τῆς ποινῆς τῶν λιποτακτῶν, διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον διόλου, ἔπταισαν περισσότερον ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προσῆλθον, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τὴν θέσιν των· δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Σήμερον πρόκειται καθαρῶς περὶ τῆς προφυλακίσεως μόνον, οὔτε δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν περιλαμβάνει πάσας τὰς περιπτώσεις τῆς προφυλακίσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν θὰ εἶχε δίκαιον, ἂν ἐγὼ ἐπρότεινα νὰ χωρισθῇ ἡ ποινὴ εἰς μίαν ἢ ἄλλην κατηγορίαν, ἢ ἂν ἐπρόκειτο νὰ δικασθῶσι πᾶσαι αἱ κατηγορίαι ὑπὸ τὸ αὐτὸ μέτρον· ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν προτείνω. Ἀφοῦ παραδεχόμεθα πάντες, ὅτι ἡ προφυλάκισις καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ἄδικος καὶ ὡς πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐλιποτάκτησαν ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ καὶ ὡς πρὸς τοὺς μετὰ τὴν προκαταρκτικὴν εἰρήνην λιποτακτήσαντας, νομίζω ὅτι δὲν ἔχουν τὸν τόπον τῶν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν, καὶ πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ αὔριον, ὅταν ἔλθῃ ἡ πρότασίς μου. Δὲν ἀντιλέγω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ συζητηθῇ εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν, καὶ ἔχει καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ τὰς παρατηρήσεις του.
§129Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νὰ μοὶ δοθῇ τὸ νομοσχέδιόν σας, διὰ νὰ τὸ ἴδω.
§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ τυπωθῇ.
§131Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτραπήτω μοι, Κύριοι, νὰ ὑποπτεύσω, ὅτι ὑφιστάμεθα κίνδυνον τοσοῦτον φοβερὸν ἐκ μιᾶς τάσεως, ἐξ ἀδυναμίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὥστε πρὸς τὸν κίνδυνον τοῦτον μόλις ὅλαι αἱ συμφοραὶ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου δύνανται νὰ παραβληθῶσι. Φοβοῦμαι ὅτι μετὰ τὰς συμφορὰς τοῦ πολέμου εἰσερχόμεθα εἰς μίαν κατωφέρειαν προστασίας τῶν ἐκλογέων ἡμῶν. Ἂν πρὸς τὴν τάσιν ταύτην φερόμενοι παρασυρθῶμεν, δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ βάραθρον πλέον δὲν εἶναι πρὸ τῶν ποδῶν ἡμῶν. Τίς δὲν συναισθάνεται, ὅτι τὰ πολυτιμότερα τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν ἐθυσιάσθησαν εἰς ἕνα ἀτυχῆ πόλεμον; Τίς δὲν συναισθάνεται, ὅτι αἱ περιουσίαι κατεστράφησαν, ὅτι τὰ ἐπαγγέλματα δὲν ἐξησκήθησαν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, ὅτι ἐπῆλθε μεγίστη ζημία ἔμμεσος καὶ ἄμεσος εἰς ὅλον τὸ ἔθνος; Καὶ τίς ἀγνοεῖ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσγίνεται, ὅταν μάλιστα γένηται μία σύγκρισις μεταξὺ τῆς θέσεως τῶν μὲν καὶ τῆς θέσεως ἄλλων, μεταξὺ τῆς εὐθύνης τῶν μὲν καὶ τῆς εὐθύνης ἄλλων; Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων δύνασθε ν’ ἀποδώσητε δικαιοσύνην; Οὐδὲν ἄλλο ἐπικινδυνώτερον ἢ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔργου τούτου τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπονομῆς δικαιοσύνης. Δὲν γνωρίζω ἄλλην ὀλεθριωτέραν σύγχυσιν ἐξουσιῶν, παρὰ τὴν τάσιν ἐκείνην, ὅπως ἡ Βουλὴ, σκεπτομένη περὶ τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ μυριάδας ἔπληξαν τοὺς πολίτας καὶ τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν, θελήσῃ νὰ ἐπιφέρῃ αὐτὴν τὴν θεραπείαν. Ποῖος ἐξ ἡμῶν δὲν συναισθάνεται, ὅτι χιλιάδες συμπολιτῶν του καὶ ἐκλογέων του ἀδικοῦνται; ποῖος ἐξ ἡμῶν δὲν συναισθάνεται, ὅτι χιλιάδες καὶ μυριάδες ἐκλογέων ἔχασαν τὰς περιουσίας των, ὅτι ἕνεκα τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ πολέμου ὁλόκληροι χῶραι τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκονται ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγὸν καὶ ὑφίστανται τὰ δεινότερα τῶν μαρτυρίων; Καὶ τολμᾶτε νὰ πιστεύητε, νὰ τὸ διανοῆσθε, ὅτι ἐν τῇ κατανομῇ τῆς εὐθύνης θὰ εὕρητε τὴν δικαιοσύνην ἐπὶ τέλους, ὅτι θὰ κατορθώσητε νὰ δικαιώσητε κατὰ πολλοστημόριον τοὐλάχιστον ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐθυσιάσαμεν! Ἀλλὰ ἐὰν σκεφθῆτε σήμερον περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κακῶς ἐφυλακίσθησαν, ἢ κακῶς ἐφορολογήθησαν, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐπιστρέψητε τὰ κακῶς φορολογηθέντα, καὶ νὰ μεριμνήσητε περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν φονευθέντων, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε τοὺς πόρους τοὺς ὑλικοὺς καὶ τοὺς ἠθικούς, δι’ ὧν θὰ ἐπιδαψιλεύσητε καὶ ἀπονείμητε τὴν δικαιοσύνην εἰς τοὺς συμπολίτας σας· διότι, ἂν δὲν ἦναι ἐπαρκεῖς, μὴ πράττετε τὸ χείριστον ἐν Ἑλλάδι, δημιουργοῦντες ἀνισότητας, διότι οὐδὲν ἄλλο τόσον αἰσθάνεται ὁ Ἕλλην, ὅσον τὴν ἀνισότητα. Καὶ ἂν τὴν ἀνισότητα τὴν αἰσθάνεται προερχομένην ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, πῶς δὲν θὰ τὴν αἰσθάνηται προερχομένην ἀφ’ ἡμῶν αὐτῶν διὰ νομοθετημάτων ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπονομῆς δικαιοσύνης;
§132ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνισότητα λοιπὸν προτείνομεν ἡμεῖς; Τὴν ἀνισότητα καταπολεμοῦμεν.
§133ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲ θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον προώρως καὶ προκαταβολικῶς, οὕτως εἰπεῖν, πρὶν ἢ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει δύο τινά· πρῶτον, ὅτι πρέπει νὰ καταστείλωμεν τὴν ὀλεθρίαν τάσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, καὶ ν’ ἀποτρέψωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κατωφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσερχόμεθα...
§134Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖοι;
§135ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ... Καὶ ἡ κατωφέρεια αὕτη καθίσταται τοσούτῳ μᾶλλον ἐπικίνδυνος καὶ ἀκροσφαλής, καθ’ ὅσον οὐδεὶς δύναται νὰ λησμονήσῃ καὶ νὰ μὴ αἰσθανθῇ τῷ ὄντι τὸ πλῆθος τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα μυριάδες συμπολιτῶν ἡμῶν καὶ ἐκλογέων ὑπέστησαν καὶ ὑφίστανται. Ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον λαμβάνω, οὕτως εἰπεῖν, προκαταβολικῶς τὸν λόγον, ἐκτὸς τοῦ λόγου ὅτι πρέπει νὰ καυτηριάσωμεν ἐγκαίρως τὴν πληγὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ ἀνοίξωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτούς, καὶ δι’ ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον ἤκουσα ἐκφραζόμενον διὰ τῶν ὀλίγων ἐκείνων λέξεων, τὰς ὁποίας ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σᾶς εἶπεν: «Ἄφετε, Κύριοι, μήπως εὕρωμεν κανένα τρόπον καταλληλότερον, ὅπως ἀποτρέψωμεν τὴν ἀδικίαν αὐτήν.» Ὅταν, Κύριοι, ἔχωμεν Ὑπουργὸν οἱονδήποτε, ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος —χωρὶς νὰ προσκρούσω εἰς τὴν μετριοφροσύνην του, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ τὸν περιποιηθῶ,—εἶναι Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προκύψας ἐξ αὐτοῦ τοῦ πολέμου τοῦ διεξαχθέντος, ὅταν ἔχωμεν τὸν Ὑπουργὸν τοῦτον, νομίζω ὅτι ὀφείλεται μία ὑποχώρησις εἰς τοιαύτην παρατήρησιν αὐτοῦ καὶ μία ἀναβολή, ὅπως ἴδωμεν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ὑποβάλῃ. Οὐδὲ φοβοῦμαι, Κύριοι, ποτὲ ἐν Ἑλλάδι τὴν ἀγριότητα καὶ τὴν ἀπανθρωπίαν τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ Ὑπουργὸς ἐν Ἑλλάδι διὰ πᾶν ἄλλο δύναται νὰ διακριθῇ, παρὰ διὰ καταδίωξιν ἀμείλικτον χιλιάδων πολιτῶν. Οὐδὲν συμφέρον δύναται νὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ὑποθέσεως σχετικῆς πρὸς τὸν διεξαχθέντα ἀτυχῆ πόλεμον, ὅσον καὶ ἂν ἀποφεύγω ν’ ἀπευθύνω περιποίησίν τινα, ἡ ὁποία ἤθελε παραστῆ καὶ τόσον τετριμμένη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι τοσούτῳ μᾶλλον δίδω προσοχὴν εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καθόσον εἴπερ τις καὶ ἄλλος αὐτὸς δύναται ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ νὰ συνδυάσῃ καὶ τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴν ἐπιείκειαν. Οὐδείς, νομίζω, πλὴν αὐτοῦ, αἰσθάνεται ἀφ’ ἑνὸς τὴν αὐστηρότητα ἐκείνην κατὰ τῶν ἄνευ ἐλαφρυντικῶν λόγων ὑπευθύνων λιποταξίας ἀνάνδρου ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἐπιείκειαν ἐκείνην ὑπὲρ τῶν ἁπλῶν ἰδίως στρατιωτῶν, οἵτινες, οὐχὶ ἴσως δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ δι’ ἔλλειψιν διευθύνσεως, κατήντησαν νὰ θεωρῶνται λιποτάκται, ἐνῷ δὲν ἐσκέπτοντο νὰ γείνωσι λιποτάκται, διότι, ὡς εἶπε, καὶ δικαίως, ἄλλοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτοῦ ἐκεῖ, ὅπου καλῶς διῳκήθη. Καὶ ἦτο περιττὸν νὰ τὸ εἴπῃ, διότι εἶναι ἡ ζῶσα ἀπόδειξις τῆς ἰδέας ταύτης αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Λοιπὸν δὲν ἔχω νὰ φοβηθῶ ἀπὸ τὰς σκέψεις ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας ἀρκετὰς ἤδη ἔλαβεν ἀφορμὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἔχω νὰ φοβηθῶ, διότι ὑποθέτω, ὅτι δύναται νὰ συνδυάσῃ ἐν ταῖς σκέψεσιν αὐτοῦ καὶ τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴν ἐπιείκειαν. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις, Κύριοι, ἀναγνωρίζων καὶ τὸ ὀρθὸν τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ ὡς καὶ τῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, ὅστις καὶ δικαίαν διάκρισιν ἐποιήσατο μεταξὺ τῶν τάξεων τῶν λιποτακτῶν, ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τοιαῦτα ζητήματα δὲν δύνανται νὰ λύωνται νομοθετικῶς διὰ δικαιοσύνης ἀπονεμομένης ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν ὑστέρων πρὸς ἐκλογεῖς τῶν Βουλευτῶν. Ταῦτα δέον ν’ ἀφήνωνται τὸ μὲν εἰς τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δικάζουσι, τὸ δὲ εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λαμβάνῃ καὶ θὰ λαμβάνῃ καὶ εἶναι διατεθειμένη, πιστεύω, νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ἔστω καὶ κατὰ τινα αὐθαιρεσίαν, ἐφ’ ᾗ οὐδεὶς θὰ μεμφθῇ αὐτήν...
§136Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα διὰ τοῦ ζητήματος. Ποῖα δικαστήρια;
§137ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ... Καὶ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, καὶ περὶ ἄλλων μὲν ζητημάτων, ἀλλ’ ἀκριβῶς προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, οὐδὲν ἕτερον ἔχω νὰ πράξω ἢ νὰ παρακαλέσω τὸ Ὑπουργεῖον,—εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐν ἄλλοις ζητήμασιν, ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ τῷ ζητήματι, σχετιζομένῳ πρὸς ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, ἔχω πεποίθησιν,—νὰ παρακαλέσω τὸ Ὑπουργεῖον νὰ σκεφθῇ περὶ μέτρων κυβερνητικῶν, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ λάβῃ, ἐὰν τυχὸν ἡ δικαιοσύνη τῶν δικαστηρίων, ἡ κυρίαρχος κρίσις τῶν δικαστηρίων δὲν ἤθελε θεωρηθῆ ἐπαρκὴς, ὅπως τὸ κατ’ οὐσίαν καὶ ἀπόλυτον δίκαιον ἀποδοθῇ, ἄλλως δὲ καὶ διὰ νομοθετικῶν μέτρων, ὑποβαλλομένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναπληρώσῃ πᾶν τὸ τυχὸν ἐλλεῖπον, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ ὑποτίθηται, ὅτι ἰδίως τῇ πρωτοβουλίᾳ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν γίνεται ἡ προσπάθεια, ὅπως ἐπανορθῶνται ἀδικήματα ἐκ τῶν ὑστέρων κατόπιν ἑνὸς ἀτυχοῦς πολέμου.
§138Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐδ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα αὐτό.
§139ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν καὶ ἐνησκήσαμεν ὅλα τὰ δικαιώματα αὐτά. Διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ φορολογῶμεν, διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ χαρίζωμεν ποινὰς, διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα, ἵνα δικαιοσύνην ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπονέμωμεν, διὰ νὰ ἔχωμεν πάντα ταῦτα τὰ δικαιώματα, συνετελέσαμεν καὶ συντελοῦμεν εἰς τὴν βλάβην τιμαλφῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν πάντων πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, πρὸ πάντων νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν καθηκόντων ἡμῶν, ὄχι μόνον διότι τὰ λεγόμενα δικαιώματα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι μόνον καθήκοντα, ἀλλὰ καὶ διότι τρεπόμενοι εἰς τὴν κατάχρησιν καὶ τῆς λέξεως καὶ τοῦ αἰσθήματος τοῦ δικαιώματος, σκεπτόμεθα πάντοτε περὶ δικαιωμάτων. Πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν πρὸ παντὸς νὰ σκεπτώμεθα περὶ καθηκόντων. Τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν ἀδικιῶν δὲν εἶσθε ἐπαρκεῖς νὰ τὴν φέρητε. Ἐβλάβησαν χιλιάδες καὶ μυριάδες πολιτῶν. Ἀπόκειται εἰς τὴν κοινωνίαν, τὴν μὴ παθοῦσαν, νὰ ἐπουλώσῃ τὰς πληγὰς αὐτῶν, ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα, ὅσα ἐπιτρέπουσιν οἱ θεσμοὶ καὶ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πρὸ πάντων πρέπει νὰ προσέχωμεν, μήπως, διὰ νὰ ἐπανορθώσωμεν ἓν κακὸν, ἀνοίξωμεν ἄλλην πληγὴν, ἐπὶ ὀλέθρῳ τοῦ δυστυχοῦς ἡμῶν ἔθνους.
§140ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ προαγορεύσας κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας δὲν θὰ ἦτο παρὼν, ὅταν ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς ὑπέβαλε τὴν περὶ λιποτακτῶν πρότασιν νόμου εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἦτο παρὼν καὶ ἤκουε τῶν λόγων αὐτοῦ, δὲν θ’ ἀπησχόλει ἴσως τὴν Βουλήν, ὡς πιστεύω πρὸς τιμήν του, διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, ἥτις ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἐνεῖχε διαστροφὴν τῆς ἀληθείας. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς οὐδόλως συνηγόρησεν ὑπὲρ τοῦ ἀκαταδιώκτου τῶν λιποτακτῶν, οὐδὲ ἠθέλησε διὰ τῆς προτάσεως νόμου, τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν καὶ φερούσης τὰς ὑπογραφὰς καὶ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων, νὰ παρακωλύσῃ τὸν ἔργον τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ἐκ Καλαβρύτων κ. συνάδελφος ἐζήτησε πᾶν τοὐναντίον, νὰ διευκολύνῃ δηλαδὴ τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης, ἀποκαθιστῶν ἐν ταὐτῷ καὶ τὴν ἰσοπολιτείαν μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, ἧς οὐδ’ ἴχνος ἀπαντᾷ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἤδη χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνωμολόγησε τὴν ἀνισότητα, τὴν ἀπαντῶσαν μεταξὺ τῶν λιποτακτῶν, καὶ τὴν ἀδικίαν, ἥτις προσγίνεται εἰς πολλοὺς ἐξ αὐτῶν. Ὑπελόγισε τοὺς λιποτάκτας εἰς 10,000 περίπου. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο ἀδύνατον νὰ περιλάβωσι πάντας τούτους αἱ φυλακαί, ἠναγκάσθη ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέρους πολλὰς χιλιάδας ἐξ αὐτῶν. Εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον θὰ ὑπῆγεν, ὡς ἐδήλωσε, προθύμως καὶ τοὺς ἐν προφυλακίσει ἤδη διατελοῦντας λιποτάκτας, ὅπως ἀποκατασταθῇ οὕτως ἡ ἰσότης, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο, διότι πάντες οἱ παραπεμφθέντες ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, πάντες οἱ προφυλακισθέντες ἤδη λιποτάκται δυνάμει ἐνταλμάτων τῶν εἰσηγητῶν τῶν Στρατοδικείων, δὲν δύνανται ν’ ἀπολυθῶσι πλέον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰμὴ μόνον ἐπὶ ἀθετήσει τοῦ νόμου. Τὸ πρόσκομμα τοῦτο ἔρχεται νὰ ἄρῃ νῦν ἐκ τοῦ μέσου ἡ πρότασις νόμου, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Δι’ αὐτῆς ἀποκαθίσταται ἐν πρώτοις ἡ ἰσότης μεταξὺ τῶν λιποτακτῶν. Πάντες οὗτοι ἀφίενται ἐλεύθεροι, ἀλλὰ μόνον ἕως ὅτου ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν ἡ κατηγορία ἐξακριβωθῇ καὶ ὡριμάσῃ ἐν τῇ ἀνακρίσει, ὁπότε καλούμενοι ὀφείλουσι νὰ ἐμφανισθῶσι πρὸ τοῦ Στρατοδικείου καὶ δικαζόμενοι καὶ ἔνοχοι ἀποδεικνύμενοι νὰ ὑποστῶσι τὴν καταλογισθησομένην εἰς αὐτοὺς ποινήν. Εἶτα δὲ καὶ διευκολύνεται οὕτω πως τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης. Μὴ πλανώμεθα, κύριοι! Δικαιοσύνη δὲν δύναται ν’ ἀπονεμηθῇ, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα. Κρατοῦνται ἐν προφυλακίσει χιλιάδες λιποτακτῶν, καταταλαιπωρούμενοι ἐν φυλακαῖς, εἰς ἃς ἔχουσι συμπυκνωθῆ εἰς βαθμὸν ἀφόρητον, στερούμενοι ἐνδυμάτων, κλινῶν καὶ σκεπασμάτων, ὑφιστάμενοι μυρίας κακουχίας, δι’ ἃς πολλοὶ καὶ ἀσθενοῦσι καὶ φθείρονται τὴν ὑγείαν. Ἡ Πολιτεία, ἀνεχομένη τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἐγκληματεῖ. Ἔχει δικαίωμα αὐτὴ νὰ τιμωρῇ τοὺς ἐνόχους, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ δολοφονῇ αὐτούς, ἀδιαφοροῦσα μάλιστα, ἐὰν μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχωσι καὶ πλεῖστοι ὅσοι ἀθῶοι. Ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως οὐδὲν τὸ παράδοξον, ἐὰν καὶ ἡ ἀνάκρισις καὶ τὰ Στρατοδικεῖα αὐτὰ δὲν ἐπιτελοῦσι τὸ καθῆκον των ὡς δεῖ. Πιέζονται ὑπὸ τῶν συγγενῶν καὶ φίλων τῶν κρατουμένων. Εἶναι δὲ ἄνθρωποι ἐπὶ τέλους καὶ οἱ εἰσηγηταὶ καὶ οἱ βασιλικοὶ ἐπίτροποι καὶ οἱ στρατοδίκαι, οἵτινες δὲν δύναται νὰ μὴ συγκινηθῶσι πρὸ τῆς τοιαύτης καταστάσεως καὶ νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ ἡ συνείδησίς των. Δικαιοσύνη ὅμως οὕτω πως ἀπονεμομένη, δὲν εἶναι δικαιοσύνη, ἀλλ’ ἐμπαιγμὸς αὐτῆς. Τί δικαιότερον λοιπὸν, τί ὀρθότερον ἐκείνου, ὅπερ προτείνεται διὰ τῆς προκειμένης προτάσεως νόμου; Ζητεῖται δι’ αὐτῆς νὰ μὴ μένωσιν ἄλλοι ἐλεύθεροι καὶ ἄλλοι ὑπόδικοι ἐν ταῖς φυλακαῖς, κατατρυχόμενοι ἐπὶ ἕξ, ἑπτὰ καὶ ἐπέκεινα μῆνας ἐν προφυλακίσει. Ζητεῖται νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν δικαιοσύνην, ὅπως πάσῃ ἡσυχίᾳ καὶ ἀπαθείᾳ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, ἐξακριβοῦσα τὴν ἀλήθειαν ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν κατηγορουμένων. Ζητεῖται νὰ δοθῇ οὕτως ἡ εὐκαιρία, ὅπως καταδιωχθῶσιν ἐπὶ τέλους καὶ οἱ ἀνυπότακτοι. Οὗτοι μένουσι μέχρι τοῦδε ἀκαταδίωκτοι, δι’ ὃν λόγον καὶ τόσαι χιλιάδες λιποτακτῶν διατελοῦσιν ἔτι ἐλεύθεροι, ἤτοι δι’ ἔλλειψιν χώρου ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἄδικον, δὲν εἶναι ἀπάνθρωπον καὶ ἐν ταὐτῷ ὀλέθριον διὰ τὸ μέλλον τοῦ στρατεύματος, νὰ μένωσι μὲν ἀκαταδίωκτοι οἱ παρακούσαντες εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος, οἱ μὴ προσελθόντες τὸ παράπαν ὑπὸ τὰς σημαίας, νὰ ὑφίστανται δὲ τὰ πάνδεινα ὅσοι ἅμα τῇ ἐπιστρατεύσει ταχθέντες ὑπ’ αὐτὰς ὑπέστησαν ὅλας τὰς κακουχίας καὶ τοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου, μόλις δὲ μετὰ τὴν ἀνακωχὴν ἀπουσίασαν ὑπὲρ τὰς τρεῖς ἡμέρας ἐκ τῶν τάξεών των; Ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων καὶ τὴν ἰσοπολιτείαν ἀποκαθιστᾷ ἐν ἡμῖν, καὶ τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης διευκαλύνει, καὶ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ στρατοῦ ἐπιζητεῖ. Ὅσοι θέλετε ἡ ἰσοπολιτεία ἐν ἡμῖν νὰ μένῃ νεκρὰ, ἀναγεγραμμένη ἐπὶ μόνου τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου, ὅσοι θέλετε νὰ παρῳδῆται, ὡς νῦν, ἡ δικαιοσύνη ἐπὶ τῶν λιποτακτῶν, ὅσοι θέλετε ἐν μελλούσῃ ἐπιστρατείᾳ νὰ μὴ προσέλθῃ κανεὶς ἔφεδρος ὑπὸ τὰς σημαίας, σεῖς μόνοι δύνασθε νὰ κηρυχθῆτε κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων. Ἀλλὰ πᾶς ἀληθὴς Ἕλλην θὰ συνομολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι τοιοῦτόν τι μόνον ὁ χείριστος τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ θὰ ηὔχετο εἰς ἡμᾶς.
§141ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου, ἀφορῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς πιστώσεως τῆς ἐνδεδειγμένης ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πρὸς χορηγίαν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς ἐπὶ τῇ παλινοστήσει αὐτῶν καὶ τῇ ἐγκαταστάσει ἐκ νέου μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν ξένων.
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχε προταθῆ ὑπό τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν;
§143ΣΤΡΕΙΤ. Μάλιστα. Εἶχε προταθῆ ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας ἡ ἰδέα ἢ μᾶλλον αἱ λεπτομέρειαι τῶν ἰδεῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 67). Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§145ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν πρόθεσιν εἶχον, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ δὲν θὰ ἐπανηρχόμην ἐπ’ αὐτοῦ, ἐὰν δὲν ἐνόμιζον ὅτι διέφυγον ἐκ τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας τοιοῦτοι λόγοι, οἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ προφερθῶσιν ἀπὸ χείλη Βουλευτοῦ ἐπὶ πολλὰς περιόδους παρακαθήσαντος ἐν τοῖς ἐδωλίοις τούτοις. Καὶ ὁμιλῶν περὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὁμιλῶ περὶ Βουλευτοῦ ὑποτιθεμένου ὅτι ἔχει ἐπίγνωσιν τῆς ἐννοίας τῶν λέξεων αὐτοῦ. Θλιβερὸν αἰσθάνομαι συναίσθημα, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ ταῖς ἐννοίαις, αἵτινες περικλείονται εἰς τὰς συνήθως στρυφνὰς ἐκφράσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, δι’ ὧν διέκρινα, ὅτι πρόθεσιν εἶχε νὰ ἐγκαλέσῃ τοὺς συναδέλφους του Βουλευτὰς ὡς ἀγομένους ἐν κατωφερείᾳ ἐκ πνεύματος, ὅπως φανῶσιν εὐάρεστοι εἰς συμπολίτας ἢ ἐκλογεῖς αὐτῶν. Τοιαῦται μορφαὶ, τοιαῦται κατηγορίαι, τείνουσαι νὰ ὑποβιβάσωσι τὸ κῦρος τοῦ Βουλευτοῦ, διασταυροῦνται δυστυχῶς ἀνὰ πάσας τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς ῥύμας, εἰς πολλὰς δὲ γλώσσας καὶ εἰς πολλὰς γραφίδας τὰς εὑρίσκομεν, αἵτινες χέουσι δηλητήριον, ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὑπολήψεως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ ἐν γένει τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ὡς νὰ μὴ ἦναι Ἕλλην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὡς νὰ μὴ ἐχρημάτισεν ἐπὶ μακρὰς περιόδους Βουλευτὴς καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ τὴν ἱστορίαν τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν κομμάτων, ἠθέλησε, τιθέμενος εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν κατηγόρων, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ συγχωρήσῃ τις, διότι δὲν γνωρίζουσι τὰ πολιτικὰ ἤθη τοῦ τόπου των, ἠθέλησε, λέγω, νὰ ἐπιπέσῃ κεραυνοβόλος κατὰ τῶν Βουλευτῶν, κατηγορῶν αὐτοὺς ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ, κατηγορῶν αὐτοὺς, ὅτι παραβλέπουσι τὰ ὕψιστα τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἵνα μόνον φανῶσιν εὐχάριστοι πρὸς ἐκλογικὴν κερδοσκοπίαν. Καὶ ταῦτα, προκειμένου περὶ κομμάτων, οἷα εἶναι τὰ τοῦ τόπου ἡμῶν, τὰ ὁποῖα ὅλα, χάριν τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος, διῆλθον βίον μαρτυρικὸν, καὶ Βουλευταὶ καὶ κόμματα καὶ ἡγέται αὐτῶν, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, πτωχοὶ, δηλητηριασμένοι, ἐν ἐξορίᾳ πιόντες τὸ ποτήριον τῆς ἀπογοητεύσεως ἐν τῷ περιπετιώδει πολιτικῷ ἀγῶνι, εἰς τὸν βωμὸν τοῦ ὁποίου προσέφερον ὁλοκαύτωμα καὶ ζωὴν καὶ περιουσίαν καὶ ἐπὶ τέλους καὶ τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν, μὲ τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν νὰ φανῶσι χρήσιμοι εἰς τὸν τόπον. Δὲν πρέπει λοιπὸν ἀπὸ τοῦ στόματος Ἕλληνος Βουλευτοῦ νὰ προφέρωνται τοιοῦτοι λόγοι, ἐκτὸς μόνον ἐὰν πρόκειται περὶ Βουλευτοῦ, —καὶ τοιοῦτος δὲν εἶναι, ὑποθέτω, ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος—ὅστις ἤθελεν ἐγείρει τὴν φωνὴν αὐτοῦ μὲ τὴν προαίρεσιν νὰ ἐνισχύσῃ τὰς κατηγορίας κατὰ τῶν Βουλευτῶν καὶ κατὰ τῆς σημερινῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία μαρτυρικώτατα ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον αὑτῆς. Οὐδὲν οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἐπροφέραμεν τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὰ αὐστηρὰ διδάγματα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Εἰς ὅσα εἴπομεν, ἤχθημεν ἀκριβῶς ὑπὸ τῶν αἰσθημάτων τῆς ἰσότητος· διότι, ὅταν βλέπωμεν χιλιάδας πολλὰς λιποτακτῶν καὶ ἀνυποτάκτων ἐντελῶς ἀκαταδιώκτων, ἐνῷ πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες προσέφεραν μετ’ ἐνθουσιασμοῦ τὴν ὑψίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, σήπονται εἰς τὰς φυλακὰς ἄνευ δίκης, λόγῳ ἀνεπαρκείας τῶν Στρατοδικείων, εἴχομεν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῆς τοιαύτης ἀνισότητος. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι κατέστημεν διὰ τοῦτο ἄξιοι οὔτε μομφῶν οὔτε διδαγμάτων, ὑποβαλόντες πρότασιν δικαιοτάτην, ἀφοῦ μάλιστα ἐσυστήσαμεν ταὐτοχρόνως, ὅπως μὴ ἐν τῷ συμφέροντι τούτῳ τῆς ὑπὲρ τῶν ἀτόμων δικαιοσύνης παραβλαφθῇ ἕτερον καὶ ἐθνικώτερον συμφέρον, καθόσον τρισμεγίστη βλάβη ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ παραδείγματος τῆς ἀτιμωρησίας, καὶ διεμαρτυρήθημεν μάλιστα ἐντόνως κατὰ πάσης ἀμνηστείας καὶ ὑπεράγαν ἐπιεικείας. Ὅταν δὲ τοιοῦτον νομοσχέδιον ὑπεβάλομεν καὶ τοιαύτας ἰδέας ἐξηνέγκομεν, οὐδὲν περιεκλείετο ἐν τοῖς λόγοις ἡμῶν περὶ ἀμνηστεύσεως, ἐνῷ ἀκριβῶς ἐπρόκειτο περὶ δικαιοσύνης ἐπιβαλλομένης. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἴδω τὸν κ. Βουλευτὴν μετὰ τοῦ αὐτοῦ σθένους νὰ ὁμιλήσῃ, προκειμένου περὶ τῶν μεγάλων ἐνόχων. Ἐλησμόνησε δὲ ὁ κ. συνάδελφος τὴν ἀλήθειαν, ἣν περικλείει ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἣν ἐπεκαλέσθη, χωρὶς ν’ ἀντιληφθῇ τοῦ νοήματος αὐτῆς. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του ὅπου διῳκήθη καλῶς, ἐνόει ἆρά γε νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς στρατιώτας; Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, δὲν ἔχω τίποτε νὰ ἐπαναλάβω, ἐμπιστευόμενος εἰς τὴν μελέτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, πέποιθα ὅτι, ἀκροασθεὶς ἤδη πολλῶν σκέψεων καὶ ἰδεῶν, θὰ καταρτίσῃ νομοσχέδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν πρὸ παντὸς τὸ γενικώτερον συμφέρον καὶ κατὰ δεύτερον λόγον τὰ αἰσθήματα τῆς ἐπιεικείας, ἐφ’ ὅσον δὲν προσκρούουσιν εἰς ἐκεῖνο, καὶ μόνον ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ θεραπευθῶσιν ἀδικήματα προκύψαντα ἐξ ἐσπευσμένης ἐνεργείας.
§146ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι πολλοὶ Ἕλληνες πλοίαρχοι, ἕνεκα τοῦ πολέμου ἠναγκάσθησαν νὰ ὑψώσουν ξένην σημαίαν, μέλλοντες νὰ πλεύσωσι πρὸς τὰ παράλια τῆς Τουρκίας, ἢ νὰ διαπλεύσωσι τὸν Βόσπορον πρὸς τὰ παράλια τῆς Βουλγαρίας, τῆς Ρωμουνίας ἢ τῆς Ρωσσίας, ὅπως ἀποφύγωσι τοὺς ἐκ τῆς Τουρκίας κινδύνους. Ἤδη οἱ πλοίαρχοι αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνακτήσωσι τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο θὰ ὑποστῶσι δαπάνας, διότι κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ γείνῃ νέα καταμέτρησις καὶ πολλὰ ἄλλα, ἀπαιτοῦντα δαπάνας. Ὅπως ὅλοι οἱ Ἕλληνες, οὕτω καὶ ἡ ναυτιλία ὑπέστη πολλὰς ζημίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν Ἑλλήνων ναυτιλλομένων ἀπὸ τῶν δαπανῶν, ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ ἀνακτήσεως τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας τῶν ἐμπορικῶν πλοίων. Ἀλλ’ ἤδη τὰ πλοῖα ἑτοιμάζονται νὰ ἀναχωρήσουν, καὶ ἐπείγει ἡ ἀλλαγὴ τῆς σημαίας. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ν’ ἀναγνωρίσωσι τὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ θελήσωσι νὰ προτάξουν αὐτὸ πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§148ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως, καὶ δὲν θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν.
§149ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, νὰ προταχθῇ.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§151Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον, ἵνα σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐκπληρώσωμεν καθῆκον λυπηρόν. Τὸ τηλεγραφικὸν σύρμα, τὸ ὁποῖον ἔφερε μέχρι τῆς αἰθούσης ταύτης τοὺς ποιητικοὺς φθόγγους διακεκριμένου μέλους τοῦ Ἰταλικοῦ Κοινοβουλίου, αὐτὸ τοῦτο τὸ σύρμα ἔφερε μέχρις ἡμῶν τὴν λυπηρὰν εἴδησιν, ὅτι ἐν μονομαχίᾳ ἐφονεύθη ὁ ἀποστείλας τὸν ἐνθουσιώδη ἐκεῖνον πρὸς τὴν Ἑλλάδα τηλεγραφικὸν χαιρετισμόν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸν ὀνομάσω. Τὸν γνωρίζετε πάντες. Ἦτο μὲν Ἰταλὸς, ἀλλ’ ἔκτοτε ἐπολιτογραφήθη σιωπηρῶς καὶ ὡς Ἕλλην. Ἐνθυμεῖσθε ὁπόσον ἐγαλβάνισε πάντας ἡμᾶς ὁ στρατιώτης ἐκεῖνος τῆς Ἐλευθερίας. Λαλῶν, δημοσιογραφῶν, ἢ συγγράφων τὸν «Ἀλκιβιάδην» καὶ τοὺς «Μεσσηνίους» του, οὓς ἐνεπνεύσθη ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας, ἐνέπνευσε καὶ ἐκαλλιέργησεν εἴπερ τις καὶ ἄλλος τὸν φιλελληνισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον εἴδομεν ἀναλάμψαντα ἐν Ἰταλίᾳ κατὰ τὰς τελευταίας ἐθνικὰς περιστάσεις. Δὲν ἔχω ἀνάγκην πολλῶν λόγων, ἵνα πείσω ὑμᾶς, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νὰ δώσωμεν ἐντολὴν εἰς τὸν Πρόεδρον ἡμῶν, ἵνα ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς τὴν βαθεῖαν λύπην τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ἡ Βουλή. Ἀρκεῖ ἡ μνεία τοῦ ὀνόματος τοῦ Φήλικος Καβαλλόττη.
§152ΦΩΝΑΙ (ἐξ ὅλων τῶν ἑδωλίων). Μάλιστα! μάλιστα!
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ θάνατος τοῦ Καβαλλόττη εἶναι τῷ ὄντι λυπηρὸν ἄγγελμα, διότι ἀπέρχεται τοῦ κόσμου οὐχὶ μόνον λογοτέχνης ἄριστος, οὐχὶ μόνον συγγραφεὺς δόκιμος καὶ ῥήτωρ εὔγλωττος, ἀλλὰ καὶ συνήγορος εἰληκρινὴς τῶν δικαίων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφράσῃ τὰ συλλυπητήρια τῆς Βουλῆς.
§154ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπον εἶναι τὰ συλλυπητήρια τῆς Βουλῆς ν’ ἀποσταλῶσι πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, ὅπως ἐγένετο καὶ κατὰ τὸν θάνατον τοῦ Φράττη.
§155Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§157Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶμαι ὁ πρῶτος ῥίψας τὴν ἰδέαν λήψεως μέτρου τινὸς ὑπὲρ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων ὡς κατηγορουμένων ἐπὶ λιποταξίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀφείλω, ἐγερθείσης σήμερον συζητήσεως περὶ αὐτῶν, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα προέβην εἰς τὴν πρὸ ἡμερῶν διατυπωθεῖσαν παράκλησίν μου. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, κ. Βουλευταί, μὴ προσέξαντες, φαίνεται, εἰς ὅσα ἐγὼ μὲν τότε, ἄλλοι δ’ ἐκ τῶν συναδέλφων σήμερον εἴπομεν, ἔσπευσαν τοὺς κατηγορουμένους μὲν, πάντας ἀνεξαιρέτως, νὰ παραστήσωσιν ὡς κακούργους τοῦ χειρίστου εἴδους, ἡμᾶς δὲ, τοὺς ὑπὲρ τῶν πλείστων ἐκ τούτων ὁμιλήσαντας, ὡς διεφθαρμένους, ὡς εἰς ἐκλογικὸν συμφέρον ἀποβλέψαντας. Ἐβιάσθησαν βεβαίως εἰς τοὺς χαρακτηρισμούς των. Ἂν δὲ τῇ στιγμῇ ταύτῃ ψυχραιμῶσι, τοὺς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκολουθήσωσι, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλουσι πεισθῆ, ὅτι ἀγωνιζόμενοι ἡμεῖς ὑπὲρ τῆς ἀποφυλακίσεως τῶν κρατουμένων, ἀγωνιζόμεθα ὄχι πρὸς ἐκλογικὸν κέρδος, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ δικαίου, ὑπὲρ τῆς ἰσότητος. Καὶ ἐν πρώτοις ἐρωτῶ τοὺς καθ’ ἡμῶν ἐπιτεθέντας συναδέλφους, εἶπέ τις ἐξ ἡμῶν, ὅτι οἱ πράγματι λιποτακτήσαντες πρέπον εἶναι νὰ μείνωσιν ἀκαταδίωκτοι; Ἐγὼ τοὐλάχιστον τοιοῦτόν τι δὲν ἤκουσα· καὶ ἂν σφάλλωμαι, τοὺς παρακαλῶ νὰ μοὶ ὑπομνήσωσι τὸ τοιοῦτον, ὅπως καὶ ἐγὼ ταχθῶ μετ’ αὐτῶν. Οὐ μόνον δὲν ἐζητήθη παρά τινος ἐξ ἡμῶν τὸ τοιοῦτον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐζητήθη νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὅπως ἐκ τῶν ἐπὶ λιποταξίᾳ κατηγορουμένων οἱ ἀδίκως κατηγορηθέντες μὴ διαμείνωσιν ἐπὶ πολὺ ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἐν ᾧ δὲ ἡμεῖς τοῦτο ἀκριβῶς ἐζητοῦμεν, οἱ κατήγοροι ἡμῶν ἐξανέστησαν καὶ εἶπον ὅσα πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, ἐμπνευσθέντες ἐκ τῆς λέξεως λιποτάκτης, καὶ οὐδόλως προσέξαντες εἰς τὸ ὑπὸ πάντων ἡμῶν λεχθὲν, ὅτι, ἂν σήμερον κύπτωσιν ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἐπὶ λιποταξίᾳ κατηγορίας καὶ σήπωνται ἀδίκως ἐν τοῖς ὑγροῖς τοῦ Μενδρεσὲ δωματίοις χιλιάδες Ἑλλήνων, ταῦτα πάντα ὑφίστανται οὗτοι ὄχι διότι πράγματι ἐγκατέλιπον τὰς σημαίας των, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἐπιπολαιότητος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει πασιγνώστους ὑπηρεσιακὰς λεπτομερείας, ἐξέδωκα διαταγὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνειδος τῆς λιποταξίας μυριάδες στρατιωτῶν, ἐνῷ γνωστὸν τοῖς πᾶσιν εἶναι, ὅτι οἱ τοιοῦτοι, οἱ πράγματι λιποτάκται, μόλις εἰς ὀλίγας ἑκατοντάδες ἀνέρχονται, ὡς ἀποδεικνύουσι καὶ αἱ μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων ἐκδοθεῖσαι ἀποφάσεις. Ὀλίγιστοι, Κύριοι, εἰσὶν οἱ λιποτάκται· ἐκτὸς δὲ τῶν ὀλιγίστων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, κατ’ ἐμὲ, ἀποτελοῦσιν ἀριθμὸν ἥκιστα κολακευτικόν, πάντες οἱ ἄλλοι κατηγοροῦνται ἀδικαιολογήτως. Ἵνα πεισθῆτε δὲ περὶ τούτου, θὰ σᾶς ἀναφέρω παραδείγματά τινα. Στρατιώτης τις τοῦ λόχου, εἰς ὃν καὶ ἐγὼ ὑπηρέτουν κατὰ τὸν πόλεμον, ἐτραυματίσθη κατὰ τὴν ἐν Ἀσπροκλησιᾷ μάχην, τὴν γενομένην τῇ 8 παρελθόντος Ἀπριλίου. Οὗτος, νοσηλευθεὶς ἐν τῷ νοσοκομείῳ Τρικκάλων, μετήχθη ὕστερον εἰς τὸ ἐν Λαμίᾳ τοιοῦτον, κατὰ τὰς ἀρχὰς δὲ Μαΐου θεραπευθεὶς ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ νοσοκομείου τούτου, διαταχθεὶς νὰ μεταβῇ εἰς τὸ σῶμά του. Ἐλάβομεν ἡμεῖς τὸ ἐξιτήριόν του, καὶ τοῦτον, μὴ παρουσιασθέντα, τὸν ἐφέραμεν, ὡς λέγομεν εἰς τὸν στρατὸν, εἰς ἄγνοιαν. Μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν τινων ὁ στρατιώτης ἐπαρουσιάσθη, ἐπεδείξας καὶ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀποχρώντως ἐδικαιολόγουν τὴν ἀργοπορίαν του ἐκείνην. Ὁ ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο διοικητὴς τοῦ τάγματός μας, πεισθεὶς ὅτι ἡ ἀπουσία τοῦ στρατιώτου ἐδικαιολογεῖτο, δὲν ἐκήρυξεν αὐτὸν λιποτάκτην, δὲν ἀπέσβεσεν ὅμως καὶ τὴν μεταβολὴν τῆς ἀγνοίας, διότι τοῦτο θὰ ἔδιδεν εἰς τὸν στρατιώτην τὸ δικαίωμα τῆς μισθοτροφοδοσίας, ἣν δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ, ἀφοῦ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας δὲν προσέφερεν ὑπηρεσίαν. Εἶναι οὗτος λιποτάκτης; Κατ’ ἐμὲ καὶ πάντας τοὺς γινώσκοντας τὰ τῆς παρὰ τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας, δὲν εἶναι λιποτάκτης. Καὶ ὅμως κατόπιν τῆς διαταγῆς ἐκείνης τοῦ Ὑπουργείου εὑρίσκεται ἀπὸ μηνῶν ἐν Μενδρεσέ! Ἄλλοι στρατιῶται ἐζήτησαν πρὸ τῆς παρὰ τὸν Δομοκὸν μάχης ἢ μετὰ τὴν ἀνακωχὴν ἄδειαν τεσσαρακοντάωρον, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀλλάξωσι τὰ ἐνδύματά των καὶ ἀπαλλαγῶσιν οὕτω ἀπὸ τῶν φθειρῶν, τὰς ὁποίας ἐλλείψει ἄλλων ἐνδυμάτων ἔφερον· ὑπερέβησαν τὴν ἄδειάν των ταύτην, ὡς ἐκ τῶν ἀποστάσεων, ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας· ὑπερβάντες ὅμως αὐτὴν, ἦλθον εἰς τὴν στήλην τῶν ἀγνοουμένων οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑπερβάσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν ἄδειαν, διότι οὕτως εἶναι κεκανονισμένον. Καὶ οὗτοι, καίτοι δὲν εἶναι λιποτάκται, κατηγοροῦνται δυνάμει τῆς διαταγῆς ἐκείνης ἐπὶ λιποταξίᾳ. Ταῦτα λοιπὸν καὶ πολλὰ ἄλλα μὲ πείθουσιν, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐκηρύχθησαν λιποτάκται χωρὶς νὰ ὑπάρξωσι τοιοῦτοι, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀπαξιώσῃ προσοχῆς τὴν πρότασιν τόσων Βουλευτῶν, τὴν ὁποίαν τόσον ἀδίκως τινὲς τῶν συναδέλφων κατέκριναν.
§158ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἐγενόμην ἀντικείμενον σφοδρῶν ἀπαντήσεων, ἐνῷ νομίζω, ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι· καὶ διὰ νὰ μὴ πολυλογῶ, σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ δικάσω τοὺς κατηγορουμένους ἐπὶ λιποταξίᾳ, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν θὰ ἦτο ἄλλος ἐπιεικέστερος ἐμοῦ· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω ὡς Βουλευτὴς, διαφέρει τὸ πρᾶγμα, διότι, ἐάν ποτε διεξήγετο ἄλλος πόλεμος,— καὶ δὲν θὰ διεξαχθῇ βεβαίως δεύτερος πόλεμος ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους διεξήχθη αὐτὸς,—οὐδεὶς τῶν ἐκλογέων μας θὰ μεταβῇ εἰς τὸν πόλεμον, καὶ ὅλοι θὰ λιποτακτήσουν, διότι θὰ συλλάβωσι τώρα τὴν ἐλπίδα, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ λάβουν κατόπιν ἓν νομοθετικὸν μέτρον περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι οὐδεὶς πλέον ἐμοῦ ἐπικροτεῖ εἰς τὰς σωρηδὸν ἐπερχομένας ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς πλέον ἐμοῦ διαμαρτύρεται κατὰ τῆς τάσεως τοῦ νὰ ἀναλαμβάνουν ἄνευ ἀνάγκης οἱ Βουλευταὶ νὰ νομοθετῶσι περὶ τοιούτων ὑποθέσεων. Τίς ἡ ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ διαμαρτύρησθε, νὰ ἐπιτίθεσθε, νὰ νομοθετῆτε, ὅταν ἔχητε αὐτοὺς τοὺς Ὑπουργοὺς λέγοντας πρὸς ὑμᾶς: «ἄφετε, Κύριοι, νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον»; Τί ἄλλο θέλετε νὰ σᾶς εἴπωσι; Διατὶ δὲν ἀφήνετε νὰ ἐπέλθουν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, καὶ καλλίτερα ἴσως, ἄνευ τῆς ἐπιδείξεως ἐκείνης, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι πάντοτε πρόθυμος, κατ’ οὐσίαν μὲν δικαίως, ἀλλ’ ἀνατρεπτικῶς, οὕτως εἰπεῖν, πάσης πεποιθήσεως ἐπὶ τοὺς νόμους, νὰ προσέρχηται αὕτη ἐν οὐ δέοντι ἀπονέμουσα δικαιοσύνην ἐκ τῶν ὑστέρων; Ἐνῷ λοιπὸν εἶμαι σύμφωνος κατ’ οὐσίαν, κατὰ τοῦτο διαφωνῶ, νὰ μὴ ἀναλαμβάνωμεν οἱ Βουλευταὶ ἐν τῇ Βουλῇ τοιαύτας ὑπερασπίσεις καὶ τοιαύτας προτάσεις νόμων.
§159ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον! Πρέπει ἡμεῖς ἐντεῦθεν νὰ διδάσκωμεν τοὺς πολίτας, ὅτι «πρέπει νὰ φοβῶνται πολὺ μᾶλλον τοὺς τῆς πόλεως νόμους», ὡς λέγει καὶ ἀρχαῖος συγγραφεὺς ἐπὶ παρομοίας περιστάσεως, «ἢ τὸν πρὸς τοὺς πολεμίους κίνδυνον». Πρέπει νὰ διδάσκωμεν τοὺς πολίτας, ὅτι ὑπόκεινται εἰς τὰς τιμωρίας, τὰς ὁποίας διαγράφουν οἱ νόμοι, οἱ νόμοι οἱ κείμενοι ὅταν διέπραξαν τὸ ἀδίκημα, καὶ ὄχι νὰ νομοθετῶμεν ὑπὲρ αὐτῶν ἐκ τῶν ὑστέρων.
§160Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦναι ὑγιὴς ἡ διδασκαλία ὑμῶν αὕτη, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποκομίζῃ ἀληθῆ διδάγματα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, νὰ μανθάνῃ νὰ σέβηται καὶ νὰ ὑποτάσσηται εἰς τοὺς νόμους, διὰ νὰ παραδειγματίζηται εἰς τὸ μέλλον, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι πρέπον καὶ ἀπαραίτητον πρὸς παντὸς ἄλλου νὰ μὴ τιμωρῶνται οἱ ἀθῶοι καὶ νὰ μὴ ἀπαλλάσσωνται τῆς τιμωρίας οἱ ἔνοχοι;
§161ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ δικαστήρια θ’ ἀποφανθῶσι περὶ τούτου.
§162Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ἀκριβῶς περὶ τίνος πρόκειται σήμερον, καὶ περὶ τίνος ὁμιλοῦμεν ἡμεῖς ἐδῶ. Δὲν ζητοῦμεν, οὔτε ἐζητήσαμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τῆς δικαίας τιμωρίας κανένα, καὶ μόνον ψευδὴς ἐπίδειξις φρονημάτων ὑψηλῶν δῆθεν καὶ γενναίων ἔρχεται ψευδῶς νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς ἐδῶ, ὅτι δὲν σκεπτόμεθα καὶ δὲν ἐπιδιώκομεν ἄλλο ἢ νὰ συναλλαγῶμεν εὐτελῶς πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν, καὶ εὐτελέστερον νὰ ψηφοθηρήσωμεν ἐντὸς τοῦ βουλευτικοῦ περιβόλου. Καὶ ἔρχονται οἱ ἐκ Γυθείου καὶ ἐκ Ξηροχωρίου ἀντιπρόσωποι νὰ διδάξωσιν εἰς ἐμὲ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν νόμον καὶ πρὸς τὴν τάξιν, καὶ ἔρχονται ἐμὲ νὰ παραστήσωσιν, ὅτι ἐπικρίνων τὰς ἀηδεῖς καὶ βαναύσους παρεκτροπὰς ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐναντίων τῶν ἐμπόρων τῶν Ἀθηνῶν, δὲν ἐπιδιώκω ἄλλο ἢ ψηφοθηρίαν καὶ συναλλαγὴν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς! Ὄχι! Τοιαύτην ψηφοθηρίαν καὶ συναλλαγὴν δὲν εἶμαι ἱκανὸς οὔτε νὰ διανοηθῶ, καὶ τὴν ἀφήνω εἰς τοὺς Κυρίους ἐκεῖ, ὡς στάδιον πολὺ εὔκολον εἰς αὐτούς. Ἐγὼ καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες ὡμίλησαν περὶ τοῦ ζητήματος τῶν λιποτακτῶν, ἓν ζητοῦμεν, τὴν αὐστηράν, ἀλλὰ δικαίαν καὶ ἴσην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου εἰς τοὺς πολίτας καὶ εἰς τοὺς στρατιώτας τῆς Ἑλλάδος, ἓν ζητοῦμεν, ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν δικαιοσύνην. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ ἰσότης αὕτη καὶ ἡ δικαιοσύνη, καὶ ποῦ τὴν εὑρίσκετε ὑμεῖς, ὅταν αἱ χιλιάδες τῶν ἀνυποτάκτων, τῶν μὴ προσελθόντων ὑπὸ τὰς σημαίας, μένωσιν ἀτιμώρητοι, ἀκαταδίωκτοι εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν, ἦναι δὲ ἐγκεκλεισμένοι ὡς ὑπόδικοι ἐπὶ πέντε καὶ ἓξ μῆνας στρατιῶται ὑπηρετήσαντες ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐπιστρατείας, ἐνθουσιωδῶς προσελθόντες, συμμετασχόντες προθύμως ὅλων τῶν κακουχιῶν καὶ περιπετειῶν τοῦ πολέμου, μόνον καὶ μόνον διότι ἔλειψαν μετὰ τὴν ἀνακωχὴν τῆς Ταράτσας ἐκ τῶν τάξεων αὐτῶν πολλὰς ἢ ὀλίγας ἡμέρας; Ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη, περὶ ἧς ὁμιλεῖτε ὑμεῖς, καὶ τὴν ὁποίαν προσκαλεῖτε τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον νὰ τὴν σεβασθῇ, καὶ βεβαίως καὶ νὰ τὴν θαυμάσῃ, ὅταν κρατῆτε ἐπὶ μῆνας ὅλους εἰς τὰς φυλακὰς στρατιώτας, διότι δὲν ἐδίδαξεν αὐτοὺς κανεὶς ἀξιωματικὸς, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς ἀνακωχῆς δὲν εἶναι κατάστασις εἰρήνης, καὶ οἵτινες ἑπομένως ἠγνόουν ἐντελῶς, ὅτι οὐχὶ μετὰ ἓξ ἡμερῶν ἀπουσίαν, ἀλλὰ μόνον μετ’ ἀπουσίαν ἀδικαιολόγητον τριῶν ἡμερῶν κηρύσσεται ὁ στρατιώτης λιποτάκτης, ἀφήνετε δὲ ἐλευθέρους ἐκείνους, οἵτινες ἐτράπησαν εἰς φυγὴν κατὰ τὴν ὥραν τῆς μάχης, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἔχετε φυλακὰς διὰ νὰ τοὺς ἐγκλείσητε, ἢ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ ἐνασχοληθῇ περὶ αὐτῶν; Τί εἴδους δικαιοσύνη εἶναι αὐτή, περὶ ἧς ὁμιλεῖτε, ὅταν ἐγκλείητε, δι’ ἔλλειψιν προσωπικοῦ δικαστικοῦ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὡς ὑποδίκους, ἐπὶ μῆνας ὅλους τοὺς υἱοὺς τῶν πολιτῶν, τοὺς υἱοὺς τῶν χωρικῶν τῆς Ἑλλάδος, τοὺς πλείστους οἰκογενειάρχας, εἰς τρώγλας ἐλεεινὰς, ὅπου φθισιοῦν καὶ θνήσκουν, διότι ἄθλιοι, ἐξηντλημένοι ἐκ τῶν ἀδιακόπων ὑποχωρήσεων, ἀνυπόδητοι, φθειριῶντες, ἀνέστιοι, κοιμώμενοι εἰς τὸν βόρβορον, λουόμενοι ὑπὸ τῶν ὑετῶν, ἀπῆλθον δι’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τοῦ καταράτου στρατοπέδου τῶν Θερμοπυλῶν, διὰ νὰ ἀλλάξωσιν ἐνδύματα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος δὲν ἐφρόντισε νὰ δώσῃ εἰς αὐτούς; ὅταν ἐγκλείητε, λέγω, αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ προβιβάζητε, πρὸς χλεύην καὶ περίγελων τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς κοινωνίας, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς δημοσίας ἠθικῆς, συνταγματάρχας καὶ στρατηγοὺς, εἰς τὸ διάταγμα τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ὁποίων συγχρόνως σημειώνετε, ὅτι τίθενται εἰς ἀποστρατείαν δι’ ἀνικανότητα περὶ τὸ διοικεῖν; Τί ἄλλο εἶναι καὶ τί καλύπτει ἡ ἀνικανότης αὕτη περὶ τὸ διοικεῖν ὑπὸ τὰς γνωστὰς περιστάσεις, εἰμὴ τὸ μέγιστον στρατιωτικὸν ἔγκλημα, τὴν αἰσχρὰν φυγὴν πρὸ ἀνυπάρκτου ἐχθροῦ, ἢ τὴν ἄνανδρον ἐγκατάλειψιν θέσεως ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ; Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὅλος σας ὁ πόνος καὶ ὅλον τὸ ἐνδιαφέρον σας ὑπὲρ τοῦ νόμου, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιοσύνη σας; Δικαιοσύνη Ἑλληνικὴ, ἱστὸς δηλαδὴ ἀράχνης, ὅπου συλλαμβάνονται καὶ περισφίγγονται καὶ πνίγονται αἱ μικραὶ μυῖαι, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον διατρυποῦν καὶ σχίζουν τὰ μεγάλα ἔντομα! Ζητοῦντες λοιπὸν ἡμεῖς μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν καὶ ἄλλων συναδέλφων, ὅπως γένηται δικαία κατανομὴ τῆς εὐθύνης ἑνὸς ἑκάστου ἐκείνων, ὅσοι περιέπεσαν εἰς στρατιωτικὰς παραβάσεις, ζητοῦμεν νὰ διακριθῶσι λογικῶς καὶ φιλοδικαίως εἰς διαφόρους, ἀλλ’ ὡρισμένας κατηγορίας οἱ λιποτάκται, ὅπως μὴ μία καὶ ἡ αὐτὴ τιμωρία ἐφαρμοσθῇ ἀλόγως ἐφ’ ὅλων ἀνεξαιρέτως. Ζητοῦμεν, οἱ λιποτάκται οὐχὶ νὰ τύχωσιν ἀτιμωρησίας, ὡς εὐχαριστοῦνταί τινες νὰ παριστάνωσιν ἐνταῦθα, διὰ νὰ ἀξιωθῶσι κωμικῶν ἐγκωμίων καὶ ἐπαίνων ὑπὸ μερίδος τινὸς ἐφημεριδογράφων, προσπαθούντων ἀπὸ καιροῦ νὰ καταῤῥίψωσιν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὸ νόμιμον πολίτευμα τῆς χώρας, ζητοῦμεν μόνον νὰ τύχωσι λογικοῦ καταλογισμοῦ εὐθύνης δι’ ὅ,τι ἔπραξαν, ζητοῦμεν, οἱ τριήμερον λιποτακτήσαντες μετὰ τὴν ἀνακωχὴν νὰ μὴ ταὐτίζωνται πρὸς τοὺς φυγόντας ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἢ πρὸς τοὺς μηδαμῶς προσελθόντας ὑπὸ τὰς σημαίας ἀνυποτάκτους, καὶ τοιαῦτα ζητοῦντες, λογικὰ καὶ δίκαια ζητοῦμεν, καὶ ὑπὲρ τῆς ἀληθοῦς καὶ πραγματικῆς δικαιοσύνης συνηγοροῦμεν.
§163Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀπήντησα πρὸ μικροῦ καὶ ὡμίλησα περὶ προθηκῶν, διότι ἐπρόκειτο ἀκριβῶς περὶ ἐκλογέων τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐμπορίσκοι καὶ ἠθέλησαν ν’ ἀναφερθῶσιν ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Ἀστυνομίας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τῶν λιποτακτησάντων στρατιωτῶν, δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα ὁ κ. Ἀγγελόπουλος νὰ ὁμιλήσῃ, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἐξ Ἀθηνῶν οὐδεὶς εἶναι λιποτάκτης, ἀφοῦ ἦσαν ὅλοι ἀπαλλαγέντες.
§164Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνακριβὲς, καὶ εἶναι ἀνάξιον νὰ λέγεται ἐντεῦθεν!
§165Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατὰ τοῦτο νομίζω δικαίαν τὴν πρότασιν τῶν ἐκ Καλαβρύτων καὶ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιοτίμων συναδέλφων, διότι εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ἤτοι πρὸ τῆς ἀνακωχῆς καὶ μετὰ τὴν ἀνακωχὴν, δὲν εἶχεν ἄλλην ἐργασίαν, εἰμὴ ν’ ἀποστέλλῃ τοὺς ἐπ’ ἀδείᾳ ἐρχομένους ἐνταῦθα, εἴτε ἀναῤῥωτικῇ εἴτε κανονικῇ, εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, καὶ ἀπὸ τοῦ Νοσοκομείου νὰ τοὺς προσκολλᾷ εἰς τὰ ἐδῶ σώματα, καὶ νὰ μὴ ἀναφέρῃ εἰς τὰ διάφορα σώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνῆκον οἱ ἄνδρες, καὶ οὕτως ἐκηρύσσοντο οὗτοι λιποτάκται. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πιστεύω, ὅτι οἱ πλεῖστοι, τὰ δύο τρίτα τοὐλάχιστον τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ λιποταξίᾳ καὶ κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς, εἶναι ἀθῶοι, διότι ἐκηρύχθησαν λιποτάκται δι’ ὃν λόγον σᾶς ἀνέφερα. Θλίβομαι διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην ταύτην, διότι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι τὴν ἀμείλικτον τιμωρίαν οὐ μόνον τῶν στρατιωτῶν τῶν λιποτακτησάντων, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς, δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους, ἀπηλλάγησαν ἐκ τῶν διαφόρων ἀνακριτικῶν συμβουλίων, καίτοι μεγάλαι καὶ βαρεῖαι κατηγορίαι ἐπεβάρυνον αὐτούς. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἐσκέπτετο διὰ τὸ μέλλον σοβαρῶς ἀληθῶς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, ἵνα ἐξεύρῃ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἦναι δυνατὴ πλέον ἡ τοιαύτη συμπάθεια καὶ ἡ τοιαύτη ὑποστήριξις ἐμοῦ π. χ. πρὸς τὸν συγγενῆ μου καὶ τοῦ ἑτέρου πρὸς τὸν ἰδικόν του. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, δὲν ἀποκλείει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, νὰ ἐγείρῃ φωνὴν δικαίας διαμαρτυρίας δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς χωρὶς νὰ ἐγκληματίσουν.
§166ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, καίτοι εὐγλώττως οἱ πλεῖστοι τῶν προλαλησάντων ἀνέπτυξαν αὐτό. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐν προσεχεστάτῳ μέλλοντι θὰ λάβωμεν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσωμεν διὰ μακρῶν καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· τότε δ’ ὀφείλομεν πάντες διὰ μακρῶν καὶ τὸ θέμα τοῦτο τῶν λιποταξιῶν νὰ ἐξετάσωμεν ἐν σχέσει πρὸς τὰ καθόλου πολεμικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐνταῦθα πρέπει νὰ συζητηθῶσι. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ ἑπομένως, ἐξετάζων τὸ σπουδαιότατον τοῦτο ζήτημα καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς περιπτώσεις· λαμβάνω μόνον τὸν λόγον, ἵνα ὑποδείξω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Καλαβρύτων κ. συναδέλφου, χωρὶς νὰ διατρέξωμεν τοὺς κινδύνους, οὓς ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Ἐπειδὴ δὲ διοικητικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ ταχέως τὸ ζήτημα, πρέπει νῦν ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ κατάλληλα μέτρα πρὸς θεραπείαν τοῦ γενομένου ἀδικήματος, διότι δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ ἦναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐργάζηται καὶ μετά τινας ἑβδομάδας ἢ μετά τινας μῆνας. Ἂς ἐπωφεληθῶμεν λοιπὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἂς κανονίσωμεν νομοθετικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ κανονίσῃ, ὁπόταν ἡ κατάλληλος στιγμὴ ἤθελεν ἐπέλθει, περὶ τῆς ὁποίας πρὸ μικροῦ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Μεγαλείτερον ἀδίκημα, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ὑπὸ τῆς Πολιτείας τοῦ νῦν λαμβάνοντος χώραν. Εἶναι μέγα ἀδίκημα νὰ εὑρίσκωνται χιλιάδες ἀνθρώπων ἐν προφυλακίσει ὅλως ἀδίκως· διότι δὲν ἐξηγήθη καλῶς, ὅτι οἱ ἐν προφυλακίσει διατελοῦντες στρατιῶται δὲν εἶναι λιποτάκται, ἀλλὰ θεωροῦνται ὡς λιποτάκται ἐκ τῆς ἀνικανότητος τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν ἀρχῶν.
§167ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§168ΣΤΑΗΣ. Ἴσως καὶ τούτου, ἀλλὰ ἰδίως τῶν ἄλλων ἀρχῶν, τῶν Φρουραρχείων, τῶν Νοσοκομείων, τῶν Μοιραρχιῶν, τῶν Ἀστυνομιῶν κλπ. Γινώσκω στρατιώτην παθόντα κατὰ τὴν μάχην τοῦ Βελεστίνου, εἰσελθόντα εἰς τὸ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον Βόλου, ἐκεῖθεν δὲ μετενεχθέντα, κατὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ Βόλου, εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις νοσοκομεῖα καὶ τέλος ἀπαλλαγέντα ὑπὸ τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἀρχῆς, ὡς ἔχοντα διπλῆν κοίλην, καὶ ἐν τούτοις κηρυχθέντα λιποτάκτην! Δύναμαι δὲ, καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ, οὐδὲ σκοπὸν ἔχω ὑστερόβουλον νὰ ὑπερασπίσω τοὺς δῆθεν λιποτάκτας, διότι, σχεδὸν οὐδεὶς τῶν ἐμῶν συμπατριωτῶν κατηγορεῖται ἐπὶ λιποταξίᾳ, δύναμαι, λέγω, τούτου ἕνεκα νὰ ὁμιλήσω ἐλευθέρως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καίτοι πολλάκις ἐφημερίδες ἀνήκουσαι εἰς κόμματα γνωστὰ μὲ ἐσυκοφάντησαν, ὅτι διένειμα ἀδείας εἰς ἐφέδρους καθ’ ἑκατοντάδας, διότι ἔτυχε νὰ ἦμαι φίλος τῆς τότε Κυβερνήσεως· ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῷ Προεδρείῳ τῆς Βουλῆς συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου κατατεθεῖσα σημείωσις περὶ τῶν δοθεισῶν ἀδειῶν εἰς στρατιώτας καὶ ὑπαξιωματικοὺς δηλοῖ ὅτι ἕνδεκα μόνον στρατιῶται ἐκ τῆς ἐμῆς πατρίδος ἔλαβον ἀδείας ἐπὶ δέκα χιλιάδων ἀδειῶν δοθεισῶν κατὰ τὴν ἀνακωχὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καυχῶμαι δὲ ἐπὶ τούτῳ καὶ εὐγνωμονῶ τοὺς συντελέσαντες εἰς τὴν κατάθεσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοῦ σημειώματος τούτου. Σημειώσατε δὲ, ὅτι καὶ οἱ ἕνδεκα οὗτοι συμπατριῶταί μου, οἱ λαβόντες ἀδείας διαρκούσης τῆς ἀνακωχῆς, δὲν ἔλαβον τὰς ἀδείας ταύτας τῇ ἐμῇ συστάσει. Ἐπίσης δὲ καυχῶμαι, καὶ πᾶς τις εὑρισκόμενος ἐν τῇ αὐτῇ θέσει ὀφείλει νὰ καυχηθῇ, ὅτι μόνον δύο λιποτάκτας, ὡς θετικῶς ἐπληροφορήθην, ἔχει ἡ ὅλη ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω. Δύναμαι ἑπομένως νὰ ἐκφέρω, ὡς εἶπον, τὴν γνώμην μου χωρὶς νὰ κινδυνεύω νὰ παρεξηγηθῶ· ἐκφέρων δὲ τὴν γνώμην μου, λέγω ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸς σπουδαίως ἠδίκησεν οὐ μόνον τὴν Κυβέρνησιν, οὐ μόνον τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, διαβεβαιώσας ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὅτι πολλαὶ ὑπάρχουσι χιλιάδες λιποτακτῶν, ἐνῷ δὲν εἶναι λιποτάκται ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐκήρυξαν τὰ σώματα λιποτάκτας, διότι τὰ νοσοκομεῖα δὲν εἰδοποίησαν ἐγκαίρως τὴν ἐν αὐτοῖς εἴσοδόν των, δὲν εἶναι λιποτάκται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσῆλθον ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν τῆς λήξεως τῆς ἀδείας των ἐνώπιον τῶν κατὰ τόπους διαφόρων Φρουραρχείων ἢ Ἀστυνομιῶν.
§169Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν τοὺς ἐκήρυξαν λιποτάκτας τὰ σώματα, διότι οἱ σωματάρχαι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ ἄνδρες ἀπουσίασαν ἐπὶ ἡμέρας τινάς, ἀπήλλαξαν τοὺς στρατιώτας των ἀπὸ τοῦ νὰ κηρυχθῶσι λιποτάκται· ἀλλὰ ἐπῆλθεν ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ αὐθαίρετος καὶ διὰ τοῦτο τοὺς ἐκήρυξαν.
§170ΣΤΑΗΣ. Γινώσκω τὰς λεπτομερείας ταύτας, ἀλλὰ δὲν ὁμιλῶ περὶ λεπτομερειῶν. Ἐὰν θέλετε λεπτομερείας, σᾶς ἀναφέρω ὅτι τὰ σώματα εἶχον τιμωρήσει διὰ μηνιαίας φυλακίσεως τοὺς ἀπουσιάσαντας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀδείας των ἐπὶ ἓξ ἡμέρας, ἀλλὰ συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεκλήθησαν αἱ τιμωρίαι καὶ ἐμηνύθησαν ὡς λιποτάκται, ἤδη δὲ οἱ τοιοῦτοι—καὶ εἶναι χιλιάδες—εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτων, πρόκειται περὶ τῶν πάντη ἀθώων, πρόκειται περὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους, ἐπαναλαμβάνω, ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν ἀρχῶν ἐκήρυξαν τὰ σώματα αὐτῶν λιποτάκτας. Ὑπάρχει στρατιώτης, ὃν γνωρίζω, ὁ ὁποῖος ἐπληγώθη κατά τινα μάχην καὶ ὁ ὁποῖος ἐκηρύχθη λιποτάκτης! ὑπάρχουσι σήμερον ἐν ταῖς φυλακαῖς ὡς λιποτάκται οἱ στρατιῶται οἱ λαβόντες μέρος ἐν ταῖς μάχαις, οἱ πληγωθέντες, οἱ θυσιάσαντες τὰ πάντα ὑπὲρ τῆς Πατρίδος! Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἐκ Πατρῶν ἔντιμος συνάδελφος κ. Γεροκωστόπουλος, εἶναι δικαιότατον· πρόκειται νὰ τεθῶσιν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ οἱ κρατούμενοι ὡς λιποτάκται, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δὲ ἀθῶοι, μὲ τοὺς ἀποσταλέντας μὲν εἰς τὰς ἑστίας των δυνάμει ὑπουργικῆς διαταγῆς, κατηγορουμένους ὅμως ἐπὶ λιποταξίᾳ. Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ὑπουργικὴ διαταγὴ ἐξεδόθη διότι δὲν εἶχεν ἐπιληφθῆ τῆς καταδιώξεως αὐτῶν ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ ἀρχή. Σημειώσατε δὲ καλῶς, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται ν’ ἀθωωθῶσι νομοθετικῶς οἱ λιποτάκται, ὡς κοινῶς πιστεύεται, ἀλλὰ πρόκειται νὰ δικασθῶσιν ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων, εὐθὺς ὡς κληθῶσι παρ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὀρθοτάτην ἐποιήσατο πρὸ μικροῦ παρατήρησιν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, ἐνόσῳ κατέχεται ἡ Θεσσαλία ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ ληφθῇ τοιοῦτον μέτρον. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἐπιτρέψῃ, τὸ μέτρον τοῦτο ἐν καταλλήλῳ μόνον στιγμῇ; Ἀλλ’ ἐὰν ὅμως δὲν ἔχητε τὴν ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, πῶς θὰ ἐφαρμόσητε τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θεωρεῖτε καὶ σεῖς δίκαιον, ἀπούσης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; ἐνῷ, ἐὰν χορηγηθῇ διὰ νόμου ἡ ἄδεια αὕτη, δύνασθε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον, ὅταν νομίσητε τὴν στιγμὴν κατάλληλον. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, νὰ ἐφαρμόσῃ δὲ ἡ Κυβέρνησις αὐτά, ὁπόταν θέλῃ κρίνει κατάλληλον τὴν στιγμήν.
§171ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂς γείνῃ τροπολογία τοιαύτη.
§172ΣΤΑΗΣ. Συνάδελφος μὲ διακόπτει, λέγων νὰ προταθῇ τροπολογία...
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον; (Διάλογοι).
§174ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη τοιαύτης τροπολογίας, διότι ἡ κύρωσις τοῦ νομοσχεδίου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἔχει δίμηνον προθεσμίαν πρὸς ἐξάσκησιν τῆς κυρώσεως, ἔχομεν δὲ πάντες δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἡ Θεσσαλία θὰ ἔχῃ κενωθῆ ἀπὸ τῆς προσωρινῆς κατακτήσεως κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα. Ἑπομένως παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον μεταξὺ τῶν πρώτων ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Πετιμεζᾶ.
§175ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἐνόησα καλῶς, τί ἐνόει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅταν ἔλεγεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀταξίαν αὐτὴν τῶν λιποτακτῶν. Τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ τὸ ἐξηγήσῃ.
§176Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἰδοὺ τί θέλω νὰ εἴπω, κύριε Ὑπουργέ. Πολλοὶ τῶν στρατιωτῶν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, διὰ διαφόρους λόγους καὶ ἕνεκα πολλῶν αἰτίων, ἀπουσίασαν ἐκ τῶν τάξεών των. Κατὰ τοὺς κανονισμούς, τοὺς ὁποίους ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, καίτοι ὡς ἐκ τῆς ἐν τῷ στρατῷ θέσεώς σας εἰς ἄλλα ὑψηλότερα μᾶλλον ἀσχολεῖσθε, 48 ὥρας μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἀπουσίας ὁπλίτου τινὸς ὁ ἐπιλοχίας τοῦ λόχου, ἕν ἐκ τῶν εἰδικῶν αὐτοῦ καθηκόντων ἐκπληρῶν, φέρει τὴν μεταβολὴν τῆς ἀπουσίας τοῦ ὁπλίτου ἐκείνου καὶ παραδίδει αὐτὴν εἰς τὸν τηροῦντα τὸ γενικὸν τοῦ σώματος βιβλίον μεταβολῶν, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ ἀπουσιάζων φέρεται, κατὰ τὴν στρατιωτικὴν φράσιν, εἰς ἄγνοιαν. Πολλοὶ λοιπὸν ἐνεγράφησαν εἰς τὴν στήλην τῶν ἀγνοουμένων, εἴτε μετὰ ἄδειαν, εἴτε μετὰ τὴν ἐκ νοσοκομείου ἔξοδον, εἴτε μετὰ πᾶσαν κατάστασιν, εἰς ἣν ἔτυχε νὰ εὑρεθῶσιν. Οἱ ὀπωσδήποτε ἀπουσιάσαντες ὁπλῖται ἐπανῆλθον, καὶ οἱ διοικηταὶ τῶν σωμάτων, οἱ μόνοι ἐκ τῶν κανονισμῶν ἁρμόδιοι νὰ ἐκτιμήσωσι τὸ μέγεθος τῆς ἀπουσίας, ἐξετίμησαν αὐτὰς, τοὺς μὲν κηρύξαντες λιποτάκτας, τοὺς δὲ τιμωρήσαντες πειθαρχικῶς, καὶ ἄλλους, τοὺς καὶ πλείστους, οὐδόλως τιμωρήσαντες, διὰ τὸν λόγον ὅτι οὗτοι λίαν ἀποχρώντως ἐδικαιολόγησαν τὴν ἐπὶ τρεῖς ἢ καὶ πλείονας ἡμέρας ἀπουσίαν των. Μέχρι λοιπὸν τοῦ σημείου τούτου τὰ πράγματα ἔβαινον κανονικῶς, καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ ἐσημειοῦντο μὲν, δυστυχῶς πάντοτε, λιποτάκται, ἀλλ’ ἐσημειοῦντο ὡς τοιοῦτοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀδιαφιλονεικήτως ἦσαν τοιοῦτοι. Ἐν ᾧ δὲ οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ μῆνα, νομίζω, Σεπτέμβριον παρελθόντος ἔτους, ἐξέδωκε τὴν γνωστὴν διαταγὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπέβαλε τοῖς σωματάρχαις νὰ κηρύξωσι λιποτάκτας πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐφέροντο ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἀγνοουμένων ἐπὶ τρεῖς τοὐλάχιστον ἡμέρας. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἂν δὲν ἐξεδίδετο ἡ διαταγὴ ἐκείνη, ἡ κατ’ ἐμὲ οὐχὶ κανονικῶς ἐκδοθεῖσα, δὲν θὰ ἐπαρουσιάζετο ὁ καταπληκτικὸς, ὅσον καὶ ψευδὴς, αὐτὸς ἀριθμὸς τῶν ἐπὶ λιποταξίᾳ κατηγορουμένων, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὴν Ἑλλάδα ὅλην ἐκηλίδωσε, καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων τῶν ἐπὶ λιποταξίᾳ τοιούτῳ τῷ τρόπῳ κατηγορηθέντων κατὰ πολὺ ἐδυσχέρανε.
§177Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Προκειμένου νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν. Οὐδεμία κολάσιμος πρᾶξις ἀποδεικνύεται τόσον εὐκόλως, ὅσον τὸ ἔγκλημα τῆς λιποταξίας. Εἶναι λίαν εὐαπόδεικτον, καὶ ἀποδεικνύεται τυπικῶς. Κατὰ τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, πᾶς στρατιώτης, ὅστις εὑρεθῇ ἀπὼν τῶν τάξεών του καθ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, κηρύσσεται πρῶτον ἀγνοούμενος καὶ κατόπιν λιποτάκτης. Ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ ἔχομεν τὰ προσκλητήρια· καλοῦνται οἱ βαθμοφόροι καὶ οἱ ὁπλῖται, καὶ ἐκφωνοῦνται τὰ ὀνόματα αὐτῶν· κατὰ τὴν ἐκφώνησιν ἑκάστου ὀνόματος ὀφείλει ἕκαστος ν’ ἀπαντήσῃ «παρών». Ἄν δὲν ἦναι παρὼν, καὶ ἦναι εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν, ὁ ἁρμόδιος βαθμοφόρος θὰ δηλώσῃ τοῦτο, δικαιολογῶν τὴν ἀπουσίαν. Ἄν ἡ ἀπουσία του ἦναι ἀδικαιολόγητος πέραν ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, κηρύσσεται λιποτάκτης. Ὥστε ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν ἀνάγκην μαρτύρων, ἵνα γνωσθῇ, ὅτι εἷς ὁπλίτης λείπει ἐκ τάξεων τοῦ στρατοῦ· διότι ὁ ἔλεγχος εἶναι τὰ προσκλητήρια.
§178ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὰς διαφόρους ὑποχωρήσεις, αἵτινες ἐγένοντο, ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ τύπος, αὐτὸς ὁ ἔλεγχος; Ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ πρόσκλησις;
§179Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἰς τὰς πορείας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐξετέλεσα, εἰς πάντα καταυλισμὸν ἐγίνετο τὸ προσκλητήριον, ἵνα γνωρίζωμεν τίνες ἦσαν ἀπόντες.
§180ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς ὅλας τὰς ὑποχωρήσεις ἐγίνετο τοῦτο;
§181ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἰς ὅλας τὰς ὑποχωρήσεις δὲν ἔλαβον μέρος· ἀλλ’ ὅπου ἔτυχον ἐγὼ, τὰ προσκλητήρια μᾶς ἐδείκνυον τοὺς ἀπόντας. Λοιπὸν ἐπανέρχομαι. Πέραν τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, τὸ ὁποῖον τάσσει ὁ νόμος εἰς τὸν ὁπλίτην, ἂν οὗτος ἦναι ἀπὼν, ὁ διοικητὴς τοῦ τάγματος τὸν διαγράφει ἐκ τῆς δυνάμεως καὶ τὸν κηρύσει λιποτάκτην. Ἅμα δὲ οὗτος προσέλθῃ ἢ προσαχθῇ, γίνεται πρόχειρος ἐξέτασις καὶ κατόπιν μήνυσις ὑπὸ τοῦ λοχαγοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς διατάσσει τὴν ποινικὴν καταδίωξιν· μετὰ τοῦτο ἡ ὑπόθεσις ἀνατίθεται εἰς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ Στρατοδικείου, ὅστις προβαίνει εἰς πρόχειρον ἀνάκρισιν, καὶ ταχέως ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ἀκροατήριον. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην δύνασθε νὰ πεισθῆτε, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν, ὅτι οἱ πλεῖστοι κακῶς ἐκηρύχθησαν λιποτάκται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὀρθά. Πιθανὸν νὰ ἔλαβον χώραν τινὲς παρεννοήσεις, ἀλλ’ ἡ πρᾶξις ἦναι τόσον εὐαπόδεικτος, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέβησαν ὅσα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας φρονῶ καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὥστε καὶ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη νὰ λειτουργήσῃ καὶ τὰ ἄτομα νὰ μὴ ὑποφέρωσι.
§182ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀπευθύνω παράκλησίν τινα πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ πολλοῦ δισταγμοῦ, διότι, ἀφοῦ κατηναλώσαμεν μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν συζητοῦντες μέχρι τοῦδε θέμα, ὅπερ δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἴσως δὲν ὑπολείπεται ἡμῖν ὁ χρόνος πρὸς ἄλλας εὐλόγους συζητήσεις. Ἀνεκινήθη ἐσχάτως ζήτημα προκῦψαν ἐκ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον ὑπήχθη εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δηλαδὴ ἐπιτρέπεται, ἡ σταφίς, ἡ εἰσαγομένη εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου καὶ πωλουμένη εἰς ἐγχωρίους καταναλωτὰς, νὰ μεταποιῆται εἰς οἶνον. Πρό τινος χρόνου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπηγόρευσε τὴν τοιαύτην μεταποίησιν εἰς οἶνον, κατόπιν ὅμως ἐπέτρεψε τὸ τοιοῦτον εἴς τινας καταστηματάρχας, ἀγοράσαντας σταφίδα. Ὁ νόμος ἐπὶ τούτου εἶναι ἀσαφής· τὸ 8ον ἄρθρον, νομίζω, προβλέπει περὶ τῆς καταναλώσεως ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, λέγει δὲ, ὅτι θὰ ἐπιτρέπηται μόνον ἡ βιομηχανικὴ κατεργασία τῆς σταφίδος· ὑπὸ τὸν ὅρον δὲ τοῦτον ἐννοεῖται καὶ ἡ μετατροπὴ εἰς οἶνον. Εὐλόγως λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσχημάτισε τὴν γνώμην, ὅτι ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὴν τοιαύτην κατεργασίαν τῆς σταφίδος εἰς οἶνον. Ἀλλὰ κατὰ πληροφορίας, ἃς ἔλαβον, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἀκρίβειαν δὲν ἐγγυῶμαι, — διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἀπευθύνω τὴν παράκλησίν μου, ἵνα βεβαιωθῶ, ἂν ἔχῃ ὑπόστασιν ἡ διάδοσις, — τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέτρεψε τὴν τοιαύτην μεταποίησιν τῆς σταφίδος εἰς οἶνον εἰς ὀλίγα καταστήματα, δὲν ἐπιτρέπει δὲ εἰς πάντα πολίτην, θέλοντα ν’ ἀγοράσῃ τὸ προϊὸν τοῦτο, ὅπως μεταποιήσῃ εἰς οἶνον. Ἐπέτρεψε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον μόνον εἰς ἐργοστάσια ἀτμοκίνητα, παράγοντα οἰνόπνευμα. Νομίζω ὅτι, ἂν τὸ πρᾶγμα ἔχεται ἀληθείας, ἡ δοθεῖσα λύσις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πεπλανημένη καὶ ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου· διότι, ἂν ὁ νόμος ἐπιτρέπῃ τὴν μεταποίησιν ταύτην, ἐπιτρέπει ταύτην εἰς ὅλους καὶ οὐχὶ εἰς ὡρισμένα ἄτομα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶμαι βέβαιος περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν πληροφοριῶν τούτων, καὶ διὰ τοῦτο ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα μᾶς διαβεβαιώσῃ, ἂν ἔδωκε τοιαύτην διαταγὴν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους καὶ τοὺς ἀποθηκαρίους.
§183ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, ἡ τηλεγραφικὴ ἀναφορὰ, ἣν ἀπηύθυνεν ἡ Σταφιδικὴ Ἕνωσις Πατρῶν, νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα συνείδησιν τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, θὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ παρατείνηται ἐπὶ ἓν ἔτος ἀκόμη ἡ παρακράτησις. Δὲν ἠξεύρομεν πόσον θὰ παραταθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν θὰ βλάψῃ, ἐὰν ὑποβληθῇ καὶ ψηφισθῇ ἀπὸ τοῦδε τὸ νομοσχέδιον. Ἡ παρακράτησις ἀπεδείχθη ἐν τοῖς πράγμασιν, ὅτι εἶναι τὸ μόνον δραστικὸν ἀντιφάρμακον κατὰ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος, Βελγίου, Γαλλίας, Ἰταλίας καὶ Ἑλβετίας προσθέτου συμβάσεως περὶ ἐπαυξήσεως τῶν ἐν ταῖς χώραις τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως κυκλοφορούντων ἀργυρῶν κερμάτων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας δηλώσεως πρὸς διακανονισμὸν τῆς συμβατικῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Τυνησίᾳ).
§185ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Τὸ «περὶ ἀνακτήσεως τῆς ἑλληνικῆς σημαίας» τώρα, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνακτήσεως τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας ὑπὸ τῶν ἐμπορικῶν πλοίων, τῶν ὑψωσάντων ξένην τοιαύτην κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–7 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§187ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ προστεθῇ ἄρθρον 8ον, καθ’ ὃ «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§188Κ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μάλιστα· δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἀνωτέρω, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1898.
§190ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ προτίθεμαι νὰ φέρω παρατηρήσεις κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου καταρτισθέντας ἀναλογικοὺς πίνακας τῶν κατὰ νομοὺς κληρωτῶν καὶ ὑποχρέων ἐπὶ διετεῖ θητείᾳ τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1896 καὶ 1897, ὡς καὶ ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 20243 τῆς 27 Μαρτίου 1896 διαταγῆς τοῦ πρὸς τοὺς νομάρχας τοῦ Κράτους.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Σέχος ἔχει τὸν λόγον.
§192ΣΕΧΟΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι, διότι ἔχω σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀνακριβείας τοῦ ἀριθμοῦ, καὶ θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Ἑπομένως ἐπιφυλάσσομαι διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ἐκ δρ. 18,000. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§194ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι ὑπάρχουσι δύο νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχοντα περίπου τὸν αὐτὸν σκοπόν· τὸ νομοσχέδιον—δὲν φέρει δυστυχῶς ἀριθμὸν— τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν δρ. 9,250, καὶ ἓν ἕτερον, τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ζητεῖ 18,000 δρ. ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Διατὶ νὰ μὴ γείνωσιν εἰς ἓν νομοσχέδιον ταῦτα, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ὁμοειδῶν περίπου δαπανῶν;
§195ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Τὸ ἓν νομοσχέδιον ἀφορᾷ πίστωσιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ δ’ ἕτερον ἀφορᾷ πίστωσιν ὁμοίας φύσεως, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Πρεσβειῶν καὶ τῶν Προξενείων. Εἶναι ἄλλο κεφάλαιον τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἕτερον.
§196ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἄλλο κεφάλαιον, ἀλλὰ πρόκειται πάντοτε περὶ δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ αὐτοῦ χαρακτῆρος, προξενικῆς, διπλωματικῆς καὶ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας.
§197ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Χαρακτῆρος ναί.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ἐκ δρ. 234,260. Εἶναι τὸ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τροποποιηθὲν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 27,260. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δημοσίων ὑπολόγων καὶ περὶ κανονισμοῦ τῶν σχετικῶν αὐτοῖς ὑπηρεσιῶν.
§201ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ λάβωσι πολλοὶ τὸν λόγον, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν φέρετε τὰς παρατηρήσεις σας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τούτων ἕνεκα τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ζημιῶν.
§204ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν θέλω προβῆ εἰς συζήτησιν ἕνεκα τῆς προκεχωρηκυίας ὥρας, ἀλλὰ ὑποβάλλω δύο τροπολογίας ἐγγράφους, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ διατάξητε τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν αὐτῶν.
§205ΤΡΑΚΑΣ. Τὸ αὐτὸ πράττω καὶ ἐγώ. Ὑποβάλλω τροπολογίας διὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§206ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου;
§207ΤΡΑΚΑΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ πρώτου καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου.
§208ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀκούσωμεν τοὐλάχιστον.
§209ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴπομεν, νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι τῶν κ.κ. Μαυρομμάτη καὶ Τράκα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 68 καὶ 70). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§211Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ δι’ ἀγορεύσεις, ἀλλὰ διὰ νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν, εὐθὺς ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Πρῶτον, ὅπερ καὶ σπουδαιότατον, ὅτι εἰς μὲν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν εἶναι σαφέστατον, — πρόκειται περὶ τριετίας — ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπίσης σαφὲς καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἰς τὸ ἄρθρον 1, διότι λέγει: «διὰ τὰ ἔτη 1897–1899», δὲν λέγει καὶ «συμπεριλαμβανομένου». Διὰ τοῦτο νὰ τεθῇ ἡ λέξις, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης συγχύσεως καὶ ἀμφιβολίας.
§212ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ φορολογία τῶν ἐτῶν 1897, 1898 καὶ 1899.
§213ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ σταλῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἱ τροπολογίαι πρὸ τῆς αὐρινῆς συνεδριάσεως, ἵνα μελετήσω αὐτὰς καὶ ἐκφέρω γνώμην κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§214Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἔχω τροπολογίας. Ἁπλῶς παρατηρήσεις ὑποβάλλω, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τοῦδε. Ἄλλην τινὰ παρατήρησιν ἔχω, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς λέξεως «κάτοικοι». «Οἱ φορολογούμενοι κάτοικοι», λέγει τὸ ἄρθρον. Ἡ λέξις «κάτοικοι» θὰ δώσῃ ἀφορμὰς εἰς μεγάλας καὶ ἐπιζημίους παρανομίας καὶ εἰς συγχύσεις περὶ τὴν ἐφαρμογήν. Διὰ τοῦτο καλὸν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «κάτοικοι».
§215ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δέχομαι.
§216Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θέλω ἐπιστήσει ὡσαύτως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ ἄλλης παρατηρήσεως. Δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων, ἐνῷ ὁμιλεῖ περὶ ἄλλων δημοτικῶν φόρων. Ἀπέχω νὰ ἐκφράσω τὴν ἐμὴν περὶ τούτου γνώμην.
§217ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἐν τῇ δευτέρᾳ συζητήσει πρέπει νὰ γείνῃ σπουδαιοτέρα σκέψις περὶ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων. Διότι τί θὰ γείνωσιν ἄνευ αὐτῶν οἱ δῆμοι; Ὅλαι σχεδὸν αἱ πρόσοδοι, αἱ ὁποῖαι νῦν εἰσπράττονται πρὸς συντήρησιν τῶν δήμων, δὲν θὰ εἰσπράττωνται πλέον. Ἐννοῶ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸ Κράτος, διότι τὸ Κράτος ἐκ τῶν ἄλλων αὐτοῦ πόρων θὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸν εἰς ἑαυτὸ, ἀλλ’ ὅταν στερήσωμεν τῶν κυριωτέρων αὐτοῦ πόρων τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, πῶς θὰ συντηρηθῇ ὁ δῆμος; πῶς θὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ πρὸς τοὺς δημότας καὶ πρὸς τὸ Κράτος; Ἐκτὸς ἄλλων ἔχομεν τὴν ἐκπαίδευσιν. Προχθὲς ἐπίσης ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου καταλογίζονται εἰς τοὺς Θεσσαλικοὺς δήμους αἱ προκαταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἀπὸ τὸ Κράτος ὑπὲρ αὐτῶν. Πόθεν θὰ πορισθῶσιν ὅ,τι ἀναγκαιοῖ δι’ αὐτάς; Δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πῶς θὰ θεραπευθῇ τὸ κακὸν, ἂν θὰ μείνῃ ὡς ἔχει ἡ διάταξις.
§218ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀμηχανία, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύει ὁ κ. Βουλευτής, δὲν μὲ διέλαθε, καὶ ὅταν συνέταξα τὸ νομοσχέδιον, ἀντήλλαξα γνώμην μετὰ τῶν συναδέλφων μου περὶ τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν εὑρεθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὴν συντήρησιν τῶν δήμων, καὶ θὰ λάβωμεν πρόνοιαν νομοθετικήν.
§219Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο καὶ ὑπεχώρησα εἰς τὴν παρέμβασιν.
§220ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, τότε πρέπει νὰ τὸ ἀναβάλωμεν, διότι βεβαίως ὑπάρχουσι πολλαὶ ἀντιῤῥήσεις, καὶ ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ τῶν δημοτικῶν φόρων, δὲν ἠμπορεῖ νὰ διέλθῃ ἁπλῶς, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θέλει εὑρεθῆ τρόπος ἱκανοποιήσεως τῶν δήμων.
§221ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς ἀπαλείψεως τῆς λέξεως «κάτοικοι», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§223ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἐπὶ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 παρατήρησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις, διότι πρόκειται περὶ δύο δήμων τῆς ἐπαρχίας μου, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς ἣν καὶ οἱ δῆμοι Λοκρίδος.
§224ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν θὰ εὑρίσκεται καὶ ἡ Φθιῶτις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται καὶ ἡ Λοκρίς. Τὸ δῶρον, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὰς, θὰ ἦναι ἄδωρον, ἐὰν δὲν ἐπεκτείνῃ αὐτὸ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων καὶ ἐπὶ τὰς δόσεις τῶν γαιῶν τῶν ὀφειλομένων, διότι οἱ δῆμοι οἱ κατ’ ἐξοχὴν παθόντες, οἱ μὴ θερίσαντες μηδὲ στάχυν, εἶναι οἱ καταβάλλοντες ἴσως τὰς μεγαλειτέρας δόσεις.
§225ΤΡΑΚΑΣ. Βεβαίως καὶ αὐτὸ εἶναι δίκαιον.
§226ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω νὰ προστεθῇ «καὶ αἱ δόσεις». Αὐτὸ πρῶτον. Ἀκολούθως, εἶναί τινες φόροι, οἱ ὁποῖοι κατὰ νόμον πληρόνονται τὸν Ἰανουάριον μῆνα τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Λοιπὸν ἀφοῦ μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1898 δίδετε τὴν ἀναβολὴν αὐτὴν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγας φόρους τὸν Ἰανουάριον μῆνα, εἶναι ὡς ἐὰν μὴ δίδεται καμμία ἀναβολή. Διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν νὰ ἐπεκταθῇ μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1899. Τότε θὰ ἦναι πλῆρες τὸ εὐεργέτημα, καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσι τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1899 τοὺς φόρους τοῦ 1898, τοῖς δίδεται μία προθεσμία δύο μηνῶν, διὰ νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰ χρήματα. Αὐτὰς μόνον τὰς δύο παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ θὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, ἥτις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 69). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου;
§229ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω, αὔριον νὰ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀφοῦ πρόκειται νὰ γείνῃ εὐρεῖά πως συζήτησις. Ἂν τεθῇ καὶ αὐτὸ μεταξὺ τῶν τελευταίων, θὰ εὑρεθῶμεν πάλιν εἰς τὴν δύσκολον θέσιν νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν.
§230ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς φέρῃ πίνακα, ἐνδεικνύοντα ποία ἔσται ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν διαφόρων τούτων παραχωρήσεων.
§231ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εὐχαρίστως.
§232ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Συγχρόνως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ἀφοῦ θέλει ψηφισθῆ μετ’ ὀλίγον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπευθύνῃ νέας συστάσεις εἰς τὰς ταμιακὰς ἀρχὰς τῶν δύο ἐπαρχιῶν Φθιώτιδος καὶ Λοκρίδος, ὅπως παύσῃ ἡ καταδίωξις.
§233ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα.
§234ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν λέγω διαταγὰς, ἀλλὰ συστάσεις ἁπλῶς. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ διατάξῃ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχει ὑποβληθῆ τοιοῦτο νομοσχέδιον, διότι αὐτοὶ ἐξακολουθοῦσι καταδιώκοντες τοὺς ὀφειλέτας...
§235ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν θὰ γείνῃ νόμος τὸ νομοσχέδιον.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§237ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ εἶναι ἕως ἐδῶ.
§238ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς φέρει ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας (ἱλαρότης).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ψηφίσωμεν καὶ τὸ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν.
§240ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι! Θὰ ἔχῃ συζήτησιν.
§241ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§242ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον (θόρυβος).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9. μ. μ.