1898.02.23
2,955 rows · 23,763 words · 155 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
Τῆς 23 Φεβρουαρίου 1898.
(Δευτέρα)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, παρόντων 115 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ θερμῶς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως συνέλθωσι καὶ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1898. Θὰ ἦναι εὐχῆς ἔργον, διότι ἐπείγει ὁ καιρός. Πολλάκις προσεκλήθησαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ δὲν συνῆλθον. Οἱ Θεόδωρος Βαλαβάνης, Ἡρακλῆς Χριστόπουλος καὶ Ε. Τόλιας δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἐξάντλησιν τοῦ πίνακος τῶν ἐπιτυχόντων κατὰ τὰς πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐξετάσεις ὑπαξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, καθόσον δύο μόνον ἐκ τοῦ ὅλου πίνακος εἰσήχθησαν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἰς τὴν εἰρημένην Σχολήν.
§2Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὴν ἀναφορὰν τῶν Κυρίων αὐτῶν συνιστῶ καὶ ἐγὼ θερμότατα εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος, δὲν ἀμφιβάλλω, ἐν τῇ ἀμεροληψίᾳ του καὶ τῇ δικαίᾳ ἐκτιμήσει, θὰ ἐξαντλήσῃ ὁλόκληρον τὸν πίνακα, διότι εἶναι ἄδικον τόσοι ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἔτη ἐβασανίσθησαν διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Σχολὴν, ν’ ἀποκλεισθῶσιν ἤδη, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ παντὸς ἄλλου, ὅτι ὑπάρχει μεγίστη ἔλλειψις κατωτέρων ἀξιωματικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ χῆραι τῶν κατὰ τὸν πόλεμον φονευθέντων λοχαγῶν τοῦ πεζικοῦ Σολωμοῦ, Ἀργυράκη καὶ Χαραλάμπους δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως χορηγήσῃ εἰς αὐτὰς μηνιαίαν περίθαλψιν.
§4ΑΡ. ΜΑΝΕΣΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν, κύριε Πρόεδρε.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι τὴν συνιστῶμεν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Α. Μαυρογέννης, ἕνεκα τῶν πολλῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ πρὸς τὸ ἔθνος, παρακαλεῖ, ὅπως προβιβασθῇ εἰς μίαν ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν κενῶν θέσεων ἀντισυνταγματαρχῶν τῆς φάλαγγος.
§7Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Μαυρογέννης, οὗτινος ἡ ἀναφορὰ, ἄγει τὸ 90 ἔτος τῆς ἡλικίας του...
§8Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὸ 94ον.
§9ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. εἶναι ἐκ τῶν ὀλίγων πραγματικῶν λειψάνων τοῦ ἀγῶνος, φέρει δύο πληγὰς, ἃς ἔλαβε κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, εἶναι δὲ ἤδη ἰατρὸς στρατιωτικός. Ἀπ’ ἀρχῆς κατετάχθη εἰς τὴν φάλαγγα καὶ ἀνήκει εἰς τὴν φάλαγγα. Φέρει τὸν βαθμὸν λοχαγοῦ αὐτῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὸν νόμον νὰ προβιβασθῇ τις δύο βαθμοὺς ἐν τῇ φάλαγγι. Ἰδοὺ διατὶ ἀποτείνεται εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἀναφορᾶς, παρακαλῶν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ποιήσηται αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τοὺς πολλοὺς καὶ μακροὺς ἀγῶνας οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ καὶ τὰς μετ’ αὐτὴν ὑπηρεσίας ἐν τῇ ὑγειονομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐν ᾗ πάντοτε ἐξετέλεσε πιστῶς καὶ μετὰ μεγάλου ζήλου τὸ καθῆκόν του. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραπέμψητε αὐτὴν μὲ τὴν σύστασιν ὅλης τῆς Βουλῆς, ὅπως τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θέλω μελετήσει τὰ ζητήματα, περὶ ὧν αἱ σήμερον ἀνακοινωθεῖσαι ἀναφοραὶ διαλαμβάνουσι, καὶ λίαν προσεχῶς θέλω ἀπαντήσει.
§12ΡΑΖΕΛΟΣ. Θὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ὀλίγας λέξεις, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὑποβληθείσης καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἀγγελθείσης ἀναφορᾶς τῶν χηρῶν τῶν φονευθέντων κατὰ τὸν πόλεμον λοχαγῶν, διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν, οἵτινες ἔπεσαν μαχόμενοι. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπιβεβλημένον τῇ Πολιτείᾳ, καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξεδήλωσαν εἰσέτι τὴν πρόνοιαν ταύτην διὰ τῆς εἰσηγήσεως τῶν ἀναγκαίων νομοθετικῶν μέτρων οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι εἶχον ἀποῤῥοφήσει ὁλόκληρον τὴν προσοχὴν αὐτῶν τὰ ἄλλα ἐπείγοντα ἐθνικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως, ὡς ἀνεκοίνωσεν ἡμῖν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ἐπερατώθησαν ἢ εἶναι ἤδη ἐν τῷ περατοῦσθαι. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀνάγκη ἐπιχειρημάτων ῥητορικῶν διὰ νὰ ἐξάρῃ τις καὶ καταδείξῃ τὴν ἀνάγκην καὶ ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἔθνος νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν κατὰ τὸν πόλεμον πεσόντων, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι διερμηνεύω ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους τὴν θέλησιν, ἐὰν παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν κατὰ τὸν πόλεμον πεσόντων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν νὰ λαμβάνωσιν, αἱ μὲν χῆραι καὶ μέχρις ἐνηλικιώσεως τὰ ὀρφανὰ ὁλόκληρον τὸν μισθόν, τὸν ὁποῖον οἱ σύζυγοι ἢ οἱ πατέρες αὐτῶν θὰ ἐλάμβανον, ἐὰν ἔζων, ἐπίσης δὲ ἀνάλογος σύνταξις καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν πεσόντων ἐν τῷ πολέμῳ ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν. Σχετικῶς ὅμως μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ τῷ ἀπευθύνω μίαν σύστασιν, ὅπως δύο ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐτραυματίσθησαν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ μόνοι, νομίζω, οἱ ὁποῖοι ἐκινδύνευσαν νὰ ὑποστῶσι καὶ ἀκρωτηριασμὸν ἐκ τῶν τραυμάτων, ἀποσταλῶσιν εἰς Εὐρώπην δημοσίᾳ δαπάνῃ πρὸς θεραπείαν. Εἶναι δὲ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι οἱ δύο ὑπολοχαγοὶ τοῦ πεζικοῦ Δημήτριος Νικηταράκος καὶ Ἰωάννης Πετρέας. Ἀμφότεροι ἔσχον τὴν τύχην νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ σώματι, τὸ ὁποῖον διῴκει τότε ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀσφαλεῖς, καὶ γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. Ὑπουργός, πῶς καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, γενναίως μαχόμενοι, ἐτραυματίσθησαν. Ὁ πρῶτος ἐξ αὐτῶν σχεδὸν ὑπέστη ἤδη ἀκρωτηριασμόν, καθ’ ὅσον ἡ χείρ του κατέστη ἄχρηστος θραυσθέντος τοῦ ὀστοῦ τῆς ἀριστερᾶς χειρὸς καὶ διακοπείσης οὕτω τῆς συνεχείας αὐτοῦ, τοῦ δὲ δευτέρου κινδυνεύει ὁ ποῦς, διότι ἓν τεμάχιον σφαίρας εἶναι εἰσέτι ἐμπεπηγμένον μεταξὺ τῶν ὀστῶν τῆς πτέρνης, καθόσον, φαίνεται, δὲν ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα τὰ μέσα διὰ νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐσφηνωμένον. Ὡς ἐπληροφορήθην, ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἀπεστέλλοντο εἰς Εὐρώπην, ἴσως ἤθελον ἀποφύγει τὸν ἀκρωτηριασμόν, ἢ τοὐλάχιστον ἤθελε καταστῆ εἰς αὐτοὺς εὐχερὴς ἡ χρῆσις τῶν παθόντων μελῶν των, ἐνῷ ἤδη δὲν δύνανται οὔτε νὰ ἐνδυθῶσι καὶ ἐκδυθῶσι μόνοι των, καὶ ἀναγκάζονται νὰ ἔχωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των ἀνθρώπους ἐπὶ τούτῳ, ἐξαντλοῦντες οὕτω ὁλόκληρον τὴν μισθοδοσίαν των εἰς τὰς ἀνάγκας, ἃς ἐδημιούργησαν αὐτοῖς τὰ τραύματα, ἅτινα ὑπερασπιζόμενοι τὴν τιμὴν καὶ ἀκεραιότητα τῆς πατρίδος ἔλαβον. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἔχει ὅλην τὴν διάθεσιν καὶ τὸν σκοπὸν νὰ φροντίσῃ περὶ ἱκανοποιήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ τῷ ἀπευθύνω τὴν σύστασιν καὶ τὴν παράκλησιν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς Εὐρώπην, ὅπου τὰ ἐπιστημονικὰ μέσα εἶναι τελειότερα καὶ ἀφθονώτερα, ἴσως δὲ καὶ ἡ ἐπιστήμη πλέον ἀνεπτυγμένη, ὥστε τὰ τραύματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν, νὰ μὴ ἀφήσωσι συνεπείας διὰ τὴν μέλλουσαν ζωήν των, συνεπείας τὰς ὁποίας βεβαίως θέλουσιν ἀφήσει, ἐὰν ἐγκαταλειφθῶσιν εἰς τὴν τύχην των. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος, κύριοι Βουλευταί, περὶ τῶν κατὰ τὸν πόλεμον ὑπηρεσιῶν τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω καὶ ἑτέραν σύστασιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἀφορῶσαν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ πεζικοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου τοῦ πεζικοῦ Ἀλεξάνδρου Δράκου. Μολονότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ ἤδη λάβει τὴν πρόνοιαν, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἱκανοποιηθῇ, φρονῶ ὅτι ἔχω τὸ καθῆκον νὰ φέρω ἐπὶ τούτου εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον, καθόσον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ βεβαιώσω τήν τε Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον περὶ τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος διεδραμάτισε κατὰ τὸν πόλεμον. Συνέπεσα νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν τύχην, ὡς καὶ ἄλλοι στρατιωτικοὶ Βουλευταὶ, νὰ ἀπαρτίσω μέρος τοῦ στρατοῦ τῆς Ἠπείρου, καὶ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου. Ὅθεν δύναμαι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Δράκος, ὁ ὁποῖος διῴκει τὴν δεξιὰν πτέρυγα τῆς παρατάξεως, ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του οὐχὶ μόνον ὡς ἐπεβάλλετο αὐτῷ ἐκ τῆς θέσεώς του, ἀλλὰ καὶ κατὰ βαθμὸν ὑπερβάλλοντα τὸν συνήθη κύκλον κατὰ τὴν ἀνδρείαν καὶ ἀκατάβλητον δραστηριότητα, εἰς τὴν ἀντίληψιν δὲ ὅλων ἡμῶν ὑπέπεσεν, ὅτι ἔφιππος περιήρχετο τὴν πρώτην κυριολεκτικῶς γραμμὴν τῆς μάχης, καὶ ἐνῷ ἐπεριμέναμεν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ τὸν ἴδωμεν πίπτοντα, ἔπεσεν ὑπ’ αὐτὸν ὁ ἵππος του, φονευθεὶς ἀπὸ βλήματα τοῦ ἐχθρικοῦ πεζικοῦ, σωθέντος ἐκ τύχης τοῦ ἀναβάτου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὁ ἐν λόγῳ ἀξιωματικὸς, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, κατὰ τὸ ἔτος 1886 ἐξεπλήρωσεν ὡς ἔδει τὸ καθῆκόν του, ἀνδραγαθήσας ἐν Γκριτζόβαλι, ὅπου διῴκει τὰ ἐκεῖ στρατιωτικὰ σώματα. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἀποστρατεύεται, ἐθεώρησα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ φέρω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν καὶ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ τὴν ὑπόθεσιν, διότι φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, ἀξιωματικὸς τοῦ ὁποίου τοιαύτη εἶναι ἡ δρᾶσις ἐκεῖ, ὅπου φαίνονται οἱ ἄνδρες, νὰ ἀπέλθῃ ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν πρέπουσαν ἱκανοποίησιν, καὶ μὲ τὸ παράπονον, ὅτι δὲν ἐξετιμήθησαν δεόντως αἱ στρατιωτικαί του ὑπηρεσίαι. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ, μολονότι, ἐπαναλαμβάνω, ἔχω πεποίθησιν ὅτι θὰ προὐνόησε περὶ τούτου, νὰ ὑποβάλῃ διάταγμα τοῦ προβιβασμοῦ του εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, καὶ τοῦτο οὐχὶ μόνον πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀντισυνταγματάρχου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ στρατεύματος.
§13Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ σᾶς διακόψω, ὅπως ἀνακοινώσω ὅ,τι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω, ὡς πρὸς τὴν δρᾶσιν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Δράκου κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1886, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετῶ ὑπ’ αὐτὸν κατὰ τὴν μάχην τοῦ Γκριτζόβαλι. Ὅ,τι εἴπετε εἶναι ὀλιγώτερον τῆς ἀληθείας, διότι, ἴσως ἐκ μετριοφροσύνης πρὸς τὸν ἄνδρα, δὲν ἠθελήσατε νὰ εἴπητε ἀκριβῶς, τί ἀξίζει καὶ κατὰ πόσον ἀδικεῖται ἀποστρατευόμενος τοιοῦτος ἀξιωματικός. Καὶ ἐγὼ λοιπὸν συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν πρότασιν περὶ προαγωγῆς τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Δράκου.
§14Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ ὑποβάλῃ—εἰ δυνατόν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον—εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ἀβαριῶν, τῶν γενομένων ἐν Ζακύνθῳ κατὰ τὸν χειμῶνα τοῦ 1896.
§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καταγγελίαν τινὰ, γενομένην ὑπὸ τῶν ἐν Φιοῦμε ἐμπορευομένων ἀδελφῶν Μαγγανάρα κατὰ τοῦ ἐκεῖ Ἕλληνος προξένου, ὡς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων, τῶν ἐνεργηθεισῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταγγελίας ἐκείνης. Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος καταγγελία ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν δὲν πλανῶμαι, κατὰ Μάϊον τοῦ 1897.
§16Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν σύστασιν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ποιήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς πρόληψιν τῆς παραλυσίας τῆς διοικητικῆς μηχανῆς ἐν γένει καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Γνωρίζετε ὅτι ἡ κατωτέρα βαθμὶς τῆς διοικητικῆς μηχανῆς εἶναι τὰ δημαρχικὰ γραφεῖα. Τὰ δημαρχικὰ γραφεῖα ἀπὸ πολλοῦ κατέστησαν ἀνίκανα πρὸς οἱανδήποτε διοικητικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τοῦτο ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἅπαντα ἀποῤῥοφοῦντος τὰ εἰσοδήματα τῶν ἀπορωτέρων δήμων τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου πλὴν τοῦ δημάρχου Τριπόλεως οὐδεὶς ἄλλος δήμαρχος ἔλαβεν, ἀφ’ ὅτου ἐγένοντο αἱ τελευταῖαι δημαρχικαὶ ἐκλογαί, οὐδὲ ἓν λεπτὸν δι’ ἔξοδα τοῦ γραφείου καὶ διὰ κλητῆρας, καὶ οὕτως αἱ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται παρ’ ὅλων τῶν Ὑπουργείων εἰς τοὺς δημάρχους, μένουσιν ἀνεκτέλεστοι. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δυνάμει τοῦ ὁποίου, ἐὰν ἐγίνετο νόμος τοῦ Κράτους, μέρος τῶν δημοτικῶν εἰσοδημάτων ἔμενε πρὸς χρῆσιν τῶν δημοτικῶν γραφείων. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τοὺς ἐντίμους Ὑπουργοὺς, ἵνα ὑποβάλωσι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὁποίου ἀντέστη τότε ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης κ. Καραπάνος, διότι ἡ διάταξις αὕτη συνεσχετίζετο μὲ ἄλλας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τότε δὲ ἐδήλωσεν ὁ κ. Καραπάνος, ὅτι διὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀντίστασιν, ἐὰν ἀπεχωρίζετο τῶν ἄλλων διατάξεων. Ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω, ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἐδόθησαν διαταγαὶ πρὸς διαφόρους δημάρχους, τὰς ὁποίας ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ἐκτελέσουν οἱ δήμαρχοι, δι’ ἔλλειψιν κλητήρων καὶ γραφείων. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσι τὴν σύστασίν μου ταύτην ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ παραιτηθῶσιν οἱ δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι δικαίως ἀπειλοῦσιν, ὅτι θ’ ἀποστείλουν τὰς σφραγῖδας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§17Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ οἰκονομικὴ παραλυσία, ὡς νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὤφειλε νὰ τὴν ὀνομάσῃ, παρὰ διοικητικὴν, μοὶ εἶναι ἐντελῶς γνωστή. Καὶ ἡ ἔλλειψις κλητήρων καὶ γραφείων μοὶ εἶναι ἐπίσης γνωστή, ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνεις εἰς πολλοὺς ἀπόρους δήμους, οἵτινες ὡς ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχουν, ἵνα εἰσφέρωσιν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, περιῆλθον εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο· ἑπομένως χρήζει μεταῤῥυθμίσεως ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νὰ κατορθωθῇ νὰ ἔχωσιν οἱ δῆμοι τὰ μέσα, διὰ νὰ ἔχωσι καὶ κλητῆρας καὶ γραφεῖς.
§18ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπομνήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν συνεκεντρώθησαν αἱ παρ’ ἐμοῦ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, νὰ ὑποβάλῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται νὰ ἴδωμεν ἐντεῦθεν, τί προκατέβαλε τὸ Δημόσιον ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, καὶ τί ἀπέναντι τῆς προκαταβολῆς ταύτης τοῦ Δημοσίου εἰσέφεραν οἱ δῆμοι, ἀκριβῶς διότι ἐντεῦθεν θὰ πεισθῶμεν, ἐὰν ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα ἐπῆλθεν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν βελτίωσις εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν ἐν ἄλλαις λέξεσι τὸ Κράτος ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο εἰσφέρῃ ὀλιγώτερα ἢ περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι εἰσέφερε πρὶν, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ νόμου. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ, ὅπως λάβῃ ῥιζικὰ μέτρα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν μόνον ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τῶν δήμων, ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἀκριβῶς δὲ, εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου σήμερον, νομίζω ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Περὶ τούτου θὰ ἦναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ γνώμην, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συγκεντρώσας ἤδη τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, ὑποβάλῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ, ἐὰν θὰ τὰς ὑποβάλῃ ταχέως.
§19Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τοιαύτας πληροφορίας στατιστικὰς εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦδε. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, κατηρτίσθησαν στατιστικοὶ πίνακες, δεικνύοντες τὴν σχέσιν τῶν δήμων μετὰ τοῦ δημοσίου ταμείου κατά τε τὸν παλαιὸν καὶ τὸν νέον νόμον, ἐν πλήρει δὲ λεπτομερείᾳ δι’ ἕκαστον δῆμον.
§20ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολλῶν ἐτῶν;
§21ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ἤτοι τοῦ 1894 καὶ 1895, ὅτε ἐλειτούργει ὁ νόμος ὁ πρὸ τοῦ ἐν ἰσχύϊ, καὶ τοῦ ἔτους 1896, καθ’ ὃ ἐλειτούργει ὁ νῦν κρατῶν νόμος, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ σύγκρισις μεταξὺ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δύο νόμων. Σημειοῦνται δὲ δι’ ἕκαστον δῆμον ἐν λεπτομερείᾳ τά τε προϋπολογισθέντα καὶ τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα, ὡς καὶ πᾶσαι αἱ δαπάναι διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, καθ’ ὅσον προϋπελογίσθησαν αὗται ἢ ἐπραγματοποιήθησαν, ἐπίσης ἡ ὀφειλὴ τῶν δήμων εἰς τὸ Δημόσιον· ἐξ αὐτῶν δ’ ἐξάγεται καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἑκάστου δήμου, ὥστε νὰ καθίσταται δυνατὴ ἡ ἐξεύρεσις κατὰ πόσον αὐτοὶ θὰ ἀποδώσουν πραγματικῶς τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἐκ τῆς μελέτης ὅμως τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων κατὰ νομοὺς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν συνάμα καὶ τὴν πληροφορίαν κατὰ πόσον ἐπεβαρύνθη τὸ Δημόσιον ἢ οἱ δῆμοι ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου. Τὰ ὁλικὰ ποσὰ, τὰ καταβληθέντα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς δήμους κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ παλαιοῦ νόμου, ἀνέρχονται διὰ τὸ ἔτος 1894 εἰς 1,754,205, διὰ τὸ ἔτος 1895 εἰς 2,922,491· τὰ ὁλικὰ δὲ ποσὰ τὰ καταβληθέντα κατὰ τὸ 1896 εἰς 1,681,286. Τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ κατὰ τὸν νόμον τὸν τελευταῖον ἀπὸ ἐπαρκεῖς δήμους, ἀπὸ δήμους δηλ. ὄντας εἰς κατάστασιν ν’ ἀποδώσουν τὴν γενομένην προκαταβολὴν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀνέρχονται εἰς 751,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι βεβαίως πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ πίνακες πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ἐν λεπτομερείᾳ, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσίς των.
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§23ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πίνακες συνετάχθησαν μετὰ τῆς δυνατῆς ἀκριβείας. Ἐν αὐτοῖς σημειοῦται, τίνες δῆμοι δέον νὰ τύχωσι τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου, τίνες ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένας αὐτοῖς ὑποχρεώσεις καὶ τίνες δὲν ἐξεπλήρωσαν αὐτάς. Λύουσι πολλὰς ἀπορίας, δύνανται δὲ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις εὐρυτέρας μελέτης τοῦ ζητήματος. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω καὶ ἕτερον πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων ἑκάστου δήμου, τὰ σχολεῖα τὰ λειτουργοῦντα ἐν αὐτοῖς ἀῤῥένων καὶ θηλέων, ἢ γραμματοδιδασκαλεῖα, τὸ ποσὸν τῶν διδασκάλων τῶν ὑπηρετούντων καὶ τῶν δημοδιδασκαλισσῶν, τὸ εἶδος τῶν δημοδιδασκάλων, τὴν προέλευσιν δηλαδὴ αὐτῶν, τοὺς μαθητὰς τοὺς φοιτῶντας ἐν ἑκάστῳ σχολείῳ, καὶ τὸ ποσὸν τῶν μαθητῶν τῶν ἀντιστοιχούντων εἰς τὸν πληθυσμὸν ἑκάστου δήμου.
§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόνον ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου; ἢ καὶ ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸν παλαιὸν νόμον;
§25ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου.
§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς Ὑπουργείου, ὅπως συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν παρεμφερῆ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὴν κατάστασιν ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ παλαιοῦ νόμου.
§27ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γίνεται προσπάθεια ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, νὰ καταρτισθῶσι πίνακες διὰ τὴν ἐν τῷ παρελθόντι κατάστασιν τῶν σχολείων, ἑτοιμάζεται δὲ ἡ ἀναγκαία ἐργασία διὰ νὰ γείνῃ μετ’ ὀλίγον ἀπογραφὴ τῶν σχολείων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἥτις, ἐὰν ἐπανελαμβάνετο κατ’ ἔτος, βεβαίως θὰ εἴχομεν πορίσματα ἀσφαλέστερα πρὸς μελέτην τῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ μέσος ὅρος ὡς πρὸς τὴν φοίτησιν τῶν μαθητῶν εἶναι 5,39%.
§28ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐν σχέσει πρὸς τί;
§29ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸν πληθυσμόν. Εἶναι ὁ συνήθης ὅρος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου γίνονται αἱ τοιαῦται μελέται· ἔχομεν ἐπὶ 100 κατοίκων 5 καὶ 39% μαθητῶν, ἔχομεν δὲ 1 καὶ 19% μαθητριῶν. Ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι ἀξία πολλῆς προσοχῆς. Ἐὰν δὲ παραβάλωμεν τὰ πορίσματα ταῦτα πρὸς τὰ πορίσματα τῶν στατιστικῶν ἄλλων χωρῶν, θὰ καταληφθῶμεν ὑπὸ λύπης, διότι θὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι τοιαύτη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἄῤῥενος πληθυσμοῦ καὶ τοῦ θήλεως δὲν παρατηρεῖται παρὰ εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, ἐν αἷς καὶ ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ πρόοδος ἐν γένει καθυστερεῖ. Τὰ μᾶλλον εὐνομούμενα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐγκαίρως ἐβελτίωσαν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὑπὸ πνευματικὴν καὶ παραγωγικὴν ἔποψιν προΐστανται σήμερον τοῦ πολιτισμοῦ, ὄχι μόνον εὑρίσκονται ἐν ἰσοζυγίῳ ἐκπαιδεύσεως ὡς πρὸς τὸν ἄῤῥενα καὶ τὸν θῆλυν πληθυσμὸν, ἀλλ’ ἐνιαχοῦ καὶ ὑπερβάλλει ὁ τελευταῖος τὸν πρῶτον. Ἡ Δανία, ἡ Σαξωνία, ἡ Πρωσσία, ὡς ἐνθυμοῦμαι ἐκ τοῦ προχείρου, ἔχουσιν ὑπέρβασιν ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ θήλεος αὐτῶν πληθυσμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι ἄξιον προσοχῆς προκύπτει ἐκ τῆς παρούσης στατιστικῆς ἐργασίας. Εἰς πλείστους δήμους δὲν παρέχεται καμμία ἐκπαίδευσις διὰ τὰ θήλεα. Τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου νὰ μελετήσῃ, ἂν δυνάμεθα διὰ μικτῶν σχολείων ν’ ἀναπληρώσωμεν τὴν ἐπείγουσαν αὐτὴν ἀνάγκην. Ἔχομεν δὲ καὶ σημεῖα τῆς ἐπικρατείας, ὅπου καὶ διὰ τὸν ἄῤῥενα πληθυσμὸν οὐδὲν λειτουργεῖ δημοτικὸν σχολεῖον, ἔχομεν συνοικισμοὺς ὑπερβαίνοντας κατὰ τὸν πληθυσμὸν τὰς 200,000 ψυχῶν, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐκπαίδευσιν. Ἡ ὁλικὴ ἐτησία δαπάνη κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα ἀναλύεται εἰς τὰ ἑξῆς στοιχεῖα· εἰς μισθοὺς δημοδιδασκάλων αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως, εἰς μισθοὺς δημοδιδασκαλισσῶν αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως, εἰς μισθοὺς γραμματιστῶν καὶ γραμματοδιδασκάλων. Οἱ γραμματοδιδάσκαλοι οἱ μὴ ἐκ Διδασκαλείου ἐξελθόντες ἀνέρχονται εἰς 663, εἶναι δὲ γνωσταὶ αἱ ὑπηρεσίαι, ἃς παρέχουσιν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν· θὰ ἔλεγέ τις, ὅτι τοιαύτη ἐκπαίδευσις κάλλιον νὰ ἔλειπε. Διὰ νὰ ἔχωμεν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ὁμοιόμορφον, ἀνάγκη νὰ προστεθῇ δαπάνη, ὅπως ἀντικαταστήσωμεν διὰ δημοδιδασκάλων τοὺς γραμματοδιδασκάλους· ἡ ὅλη δὲ δαπάνη θ’ ἀνέλθῃ τότε εἰς πέντε ἑκατομμύρια καὶ ἑπτακοσίας δέκα πέντε χιλιάδας δραχμῶν. Ἐπειδὴ ὅμως τοιαύτη μεταβολὴ θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ γενῇ εὐθὺς, διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἀναγκαίου ἀριθμοῦ δημοδιδασκάλων, προερχομένων ἐκ Διδασκαλείων, κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, ὃ θ’ ἀπῃτεῖτο πρὸς τὴν τοιαύτην βελτίωσιν, θὰ ἠλαττοῦντο ἄλλοθεν τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ τοῦ δαπανωμένου ποσοῦ εἰς ἐνοίκια διδακτηρίων, ἀνερχομένου ἤδη εἰς δραχμὰς 410,000. Τὸ Δημόσιον δύναται ν’ ἀποκτήσῃ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἴδια κτίρια ἐκ τοῦ ἐτησίως κατατιθεμένου εἰς τὴν Τράπεζαν ποσοῦ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπὸ τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ἀνερχομένου τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς 1,500,000 δρ. καὶ πλέον. Οὕτω μετὰ δεκαετίαν ἢ δεκαπενταετίαν τὸ Δημόσιον, ἀπαλλασσόμενον ἐντελῶς τοῦ δι’ ἐνοίκια δαπανωμένου ποσοῦ, δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν δαπάνην πρὸς βελτίωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη οἰκονομία δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ἄν, ὅπου ὑπάρχουσι σήμερον Ἑλληνικὰ σχολεῖα, καταργηθῶσιν αἱ δύο τοὐλάχιστον τάξεις τούτων καὶ συστηθῶσι πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα. Ἡ οἰκονομία αὕτη θ’ ἀνήρχετο περίπου εἰς τριακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, καὶ διὰ μικρᾶς δαπάνης θὰ ἐβελτιοῦμεν τὴν ἐκπαίδευσιν ἡμῶν. Ὑποβάλλω τὸν πίνακα τοῦτον, ὅπως τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἐν τέλει τοῦ τεύχους).
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι πολύτιμον ἐφόδιον διὰ τὴν μελέτην ἡμῶν οὐ μόνον περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς μέσης. Ἡ ἰδέα δὲ, ἣν ἐξέφερε, τῆς καταργήσεως τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν δημοτικῶν καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν Γυμνασίων, εἶναι πολὺ σοβαρὰ καὶ θετικὴ, καὶ πολλάκις ἐνταῦθα ἐπανελήφθη, εὐχόμεθα δὲ νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν συνδέεται σήμερον μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Μπακοπούλου, ὅστις ἐπανέλαβε πρότασιν πολλάκις ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ληφθῇ μέτρον οὐχὶ βελτιώσεως, ἀλλὰ συντηρήσεως πλείστων δήμων, διότι μέγας ἀριθμὸς δήμων, ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εὑρίσκεται εἰς στενοχωρίαν. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ χωρισθῇ ἐκ τοῦ γενικωτέρου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐκ τῆς περιλήψεως, ἣν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ Κράτος δὲν συνεισέφερε παρὰ ποσὸν 900,000 δραχμῶν, δηλ. 1,600,000 μεῖον 700,000, τὰς ὁποίας εἰσέπραξε, τουτέστιν ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 ἓν ἑκατομμύριον ὀλιγώτερον.
§31Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρόκειται περὶ ὀφειλῶν, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀποδοθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, πρὶν ἢ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς οἱανδήποτε ἀπόφασιν, νὰ περιμείνῃ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ πίνακος, ἐξ οὗ θέλει φωτισθῇ. Διότι δύο γνῶμαι ὑπάρχουσι· κατὰ τοὺς μὲν, ἡ μεταβολὴ τοῦ νόμου ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους, κατ’ ἄλλους, ἐπιβαρύνει τὸ Κράτος. Ἡ ἀλήθεια ἔγκειται ἐν τῷ μέσῳ.
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο προτείνω καὶ ἐγὼ ὡς πρὸς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τῆς μέσης καὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἣν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιχειρήσωμεν σήμερον. Ὑποστηρίζων δὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, παραδέχομαι ὅτι πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὸ ζήτημα. Διακόσιοι περίπου δῆμοι πάσχουσι, στερούμενοι, ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, πόρων πρὸς συντήρησίν των. Ὑποστηρίζω δὲ, ὅπως ἐξευρεθῇ μέτρον τι κατεπεῖγον, καὶ οὐχὶ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν γενικὴν μελέτην περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Πάντες οἱ Βουλευταὶ ἔχουσιν, ὡς καὶ ἐγὼ, συχνὰς παραστάσεις παρὰ Δημάρχων δήμων ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, ὅπως ψηφισθῇ τοιοῦτον μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ σώσῃ τοὺς δήμους καὶ θὰ καταστήσῃ αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ λειτουργήσωσι. Τοῦτο δὲ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν κ. Ὑπουργῶν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Οἰκονομικῶν μελετήσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα δοθῶσιν εἰς τοὺς δήμους τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς των. Τὸ Δημόσιον εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 νὰ δώσῃ ὡς εἰσφορὰν εἰς τοὺς δήμους 1½ ἑκατομμύριον, αὐτὸ δὲ τὸ ποσὸν δὲν τὸ ἐδαπάνησε. Διὰ τοῦτο πρέπει ἤδη νὰ ἔλθῃ εἰς ἀῤῥωγὴν τῶν πασχόντων δήμων δι’ ἑνὸς οἱουδήποτε μέτρου.
§33ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἤμην χθὲς ἐδῶ, ὅτε ὁ κ. Μαυρομμάτης ἔκαμε λόγον περὶ τοῦ τηλεγραφήματος τῶν ἐμπόρων Αἰτωλικοῦ. Πλὴν τῶν κ. κ. Δεληγεώργη, Χατζοπούλου, Γουλιμῆ καὶ Μαυρομμάτη ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, μόνον περὶ τοπικοῦ συμφέροντος· εἶναι παράπονον προερχόμενον ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Τριχωνίας, Βονίτσης καὶ Εὐρυτανίας, αἵτινες προσεγγίζουσιν εἰς τὸ Αἰτωλικὸν, καὶ πληρόνουσι φόρον λιμενικὸν διὰ τὰ ἐπιβιβαζόμενα ἐμπορεύματα αὐτῶν ἐν Αἰτωλικῷ καὶ ἐν Μεσολογγίῳ, τουτέστι διπλοῦν φόρον. Τὸ Αἰτωλικὸν ὡς καὶ ἡ πόλις Μεσολογγίου εὑρίσκονται εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς λίμνης, ἥτις συγκοινωνεῖ μὲ τὴν ἀνοικτὴν θάλασσαν διὰ στενοῦ πορθμοῦ, τὸν ὁποῖον σχηματίζει τὸ Βασιλάδι καὶ ὁ Ἅγιος Σώστης. Ἐὰν ὑπῆρχον ἀντὶ τῶν δύο δέκα πόλεις, ἑκάστη θὰ εἶχε νὰ μεταβιβάσῃ τὰ ἐμπορεύματα εἰς τὴν ἀνοικτὴν θάλασσαν, καταβάλλουσα ἕνα καὶ μόνον φόρον. Ἀλλὰ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Μεσολογγίου ἀπεφάσισε νὰ πληρόνουν τὰ ἐμπορεύματα καὶ εἰς τὴν πόλιν Μεσολογγίου, τοὐτέστι νὰ πληρόνουν διπλοῦν λιμενικὸν φόρον. Τοῦτο φαίνεται ἄδικον καὶ παράνομον, καὶ, ὡς ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν φαίνεται συμφωνῶν μετ’ ἐμοῦ. Τί λέγει ὁ νόμος; Ἀναφέρει παραλίαν· ἀλλὰ παραλία δὲν εἶναι τὸ μέσον τῆς θαλάσσης, τὸ μεταξὺ Καβο–Πάπα καὶ Ἁγίου Σώστη. Οἱ κάτοικοι Τριχωνίας ἐκ τούτου ζημιοῦνται ὑπερμέτρως, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ ὡρίμως. Ἔμαθον ὅτι ἀπετάθη εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ πρέπει εἰς τοῦτο νὰ δοθῶσι πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, ὅπως ἐν γνώσει ἀποφασίσῃ, διότι οἱ κύριοι σύμβουλοι δὲν γνωρίζουσι τὸν τόπον. Νομίζω δὲ, Κύριοι, ὅτι πάντες οἱ ἐπιβιβάζοντες ἐκ τοῦ Αἰτωλικοῦ τὰ ἐμπορεύματά των δὲν πρέπει νὰ πληρόνωσι καὶ διπλοῦν φόρον.
§34Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ παρενέβαινον εἰς συζήτησιν μεταξὺ δύο δήμων τῆς ἐπαρχίας μου, ἂν δὲν ἔβλεπον ὅτι ἀνεμίχθησαν καὶ γειτονικῶν ἐπαρχιῶν Βουλευταὶ, ἐπιδιώκοντες ὄπισθεν τοῦ τηλεγραφήματος τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν των, πρὸς βλάβην τοῦ Μεσολογγίου. Ἡ πόλις τοῦ Μεσολογγίου δὲν εἶναι τόσον ἠδικημένη ἐκ τῆς φύσεως. Ἐπῆλθεν ὅμως τὸ Κράτος κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ Βασιλείου καὶ ἐπεδείνωσε τὴν κατάστασιν αὐτῆς. Ὁ κύριος πόρος, ὃν ἠδύνατο ἡ πόλις τοῦ Μεσολογγίου νὰ ἔχῃ πρὸς συντήρησίν της, εἶναι ἡ ἁλιεία καὶ ἡ πῆξις τῶν ἁλάτων, ἀλλὰ τὸ Κράτος ἀνεκήρυξε καὶ τὰ δύο ὡς νομήματα αὐτοῦ, καὶ τὰ ἀφῄρεσε, καὶ σήμερον δὲν δύναται ὁ δῆμος Μεσολογγίου νὰ πορίζηται ἐξ αὐτῶν ὅ,τι πορίζονται οἱ ἄλλοι δῆμοι ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν κατοίκων αὐτῶν. Ἀφοῦ ἀφῃρέθησαν τὸ ἅλας καὶ ἡ ἁλιεία, τί ἀπέμεινεν εἰς τὴν πόλιν ταύτην, ἥτις ἐν τούτοις εἶναι πρωτεύουσα νομοῦ, καὶ ἔχει ἀνάγκην, ὅπως συντηρῆται εὐπρεπῶς, ἐπαρκῶν πόρων; Ὑπῆρχεν ἄλλοτε κίνησίς τις καὶ εἰσαγωγὴ καὶ εὐπορία ἐν τῇ πόλει ἐκ τῆς Τουρλίδος, ὅπου ὑπῆρχεν ὁ νέος λιμὴν τῆς πόλεως. Τότε ἐκεῖθεν πλέον τῶν 25,000 ἀνθρώπων εἰσήρχοντο καὶ ἐξήρχοντο κατ’ ἔτος καὶ ἄφηνον ἀρκετά. Ἀλλὰ κατεσκευάσθη ὁ σιδηρόδρομος, ὁ ὁποῖος ἀντὶ τῆς πόλεως Μεσολογγίου αὐτὸς μεταφέρει ἐκ τοῦ νομοῦ καὶ εἰσάγει εἰς αὐτὸν τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ ἐμπορεύματα διὰ Κρυονερίου, διέρχεται δ’ ἁπλῶς ἔξωθεν τῆς πόλεως. Καὶ οὕτως ἔπαυσε πᾶσα κίνησις ἐμπορικὴ διὰ τῆς Τουρλίδος. Ἐσχάτως ἡ μετάθεσις τοῦ Ἀρχηγείου καὶ ὁ περονόσπορος ηὔξησαν τὰς στερήσεις, καὶ οἱ κάτοικοι χάριν τοῦ δήμου ἐσκέφθησαν νὰ ζητήσωσι φόρον λιμενικόν. Ἅμα ὅμως ἐπεβλήθη οὗτος, ἐξηγέρθη ἡ Ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Κρυονερίου–Ἀγρινίου. Ὁ σιδηρόδρομος ἀπό τινος μεταφέρει ἐκ τοῦ Ἀχελῴου διὰ Κρυονερίου τὴν ξυλείαν, τὴν ὁποίαν πρὶν οἱ ξυλέμποροι μετέφερον διὰ τοῦ Ἀχελῴου ἕως εἰς τὰς ἐκβολὰς αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖθεν εἰς Πάτρας, ὅπου εἶναι τὸ κύριον κέντρον τῆς καταναλώσεως, ἥτις δυστυχῶς γίνεται ἐπὶ ἐντελεῖ καταστροφῇ τῶν ὑπολειφθέντων δασῶν τοῦ τόπου. Ὁ λιμενικὸς φόρος προσθέτει μικρὸν ποσὸν ἐπὶ τῆς ξυλείας, ἤτοι 50 λεπτὰ, νομίζω, κατὰ κυβικὸν μέτρον. Ἐὰν ὑπολογίσητε ἐπὶ τοῦ βάρους τοῦ κυβικοῦ μέτρου, ὑπολογιζομένου εἰς 800 ὀκάδας, ἡ καταβολὴ 50 λεπτῶν εἶναι μηδαμινή. Ἀλλὰ ἕνεκα τοῦ σιδηροδρόμου, ὅστις εἰσπράττει φαίνεται, βαρέα μεταφορικὰ καὶ δὲν θέλει νὰ τὰ ἐλαττώσῃ, ἐξηγέρθησαν αἱ πέριξ ἐπαρχίαι καὶ ἐγένετο σταυροφορία κατὰ τοῦ ἀρτιγενοῦς λιμενικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον μόλις ἤρξατο λειτουργοῦν καὶ δι’ οὗ ἐπιβάλλονται τέλη ἀνάξια λόγου, ἐπὶ τῷ λόγῳ δῆθεν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος παρακωλύει τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν αὐτῶν. Πρὸς τοῦτο τί ἀπεφάσισαν νὰ μετέλθωσιν, ὅπως ματαιώσωσιν ἐντελῶς τὸν λιμενικὸν φόρον Μεσολογγίου καὶ καταστρατηγήσωσι τὸ ταμεῖον; Νὰ μεταφέρωσι τὰ πράγματα καὶ τὰ ἐμπορεύματα διὰ τοῦ Αἰτωλικοῦ, ὅπου λειτουργεῖ ἀπὸ καιροῦ ὁ φόρος, ἀλλ’ εἶναι κατά τι μικρότερος. Ὅταν πᾶσα ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἐξαγωγὴ θὰ γίνηται διὰ τοῦ Αἰτωλικοῦ, ἡ πόλις τοῦ Μεσολογγίου θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ λιμενικοῦ φόρου Μεσολογγίου. Τί λοιπὸν προτείνουσι; Προτείνουσι νὰ ἀρθῇ δῆθεν ἡ παρανομία, τοῦ νὰ εἰσπράττωνται δηλαδὴ δύο φόροι, εἷς φόρος ὅταν φορτώνωνται ἢ ἐκφορτώνωνται τὰ προϊόντα ἐν Αἰτωλικῷ, καὶ ἕτερος ὅταν μεταφορτώνωνται ἐν Ἁγίῳ Σώστῃ. Διότι τὸ Αἰτωλικὸν ἐπίσης δὲν ἔχει βαθέα ὕδατα, ὥστε νὰ πλησιάσωσι μεγάλα πλοῖα, ἀλλ’ ἐργάζεται διὰ μικρῶν, ἐφ’ ὧν φορτώνονται ἢ ἐκφορτώνονται ταῦτα. Εἰσάγει λοιπὸν διὰ τοῦ Ἁγίου Σώστη ἢ ἐξάγει διὰ τοῦ Ἁγίου Σώστη καὶ μεταφέρει δι’ αὔλακος, «αὔλακος τοῦ Μεσολογγίου», ἀπὸ τοῦ Αἰτωλικοῦ εἰς Ἅγιον Σώστην καὶ τἀνάπαλιν. Τὸ Μεσολόγγιον ἐννοεῖ νὰ εἰσπράττῃ φόρον ἐπ’ αὐτῶν, διότι ἡ μεταφορὰ γίνεται δι’ ὅρμου τοῦ Μεσολογγίου, διότι ὅρμος τοῦ Μεσολογγίου εἶναι ὁ Ἅγιος Σώστης. Οἱ ἔμποροί τινων γειτονικῶν ἐπαρχιῶν θεωροῦν τὸ μέρος αὐτὸ ἀνοικτὴν θάλασαν. Πλὴν τοῦτο εἶναι πασίγνωστον καὶ ἐπίσημον γεγονὸς, ὅτι ὁ Ἅγιος Σώστης εἶναι ὅρμος τοῦ Μεσολογγίου, ὅλως δ’ ἀδιάφορον εἶναι, ἂν μέρος τι ἀνεγνωρισμένον ὡς ὅρμος ᾖναι κλειστὸν ἢ ἀνοικτὸν μέρος. Οὐδεὶς ἐμποδίζει τὰ δι’ Αἰτωλικοῦ ἐξαγόμενα ἢ εἰσαγόμενα ἀπευθείας νὰ ἐξάγωνται ἢ εἰσάγωνται διερχόμενα διὰ τοῦ αὔλακος Μεσολογγίου· ἀλλ’ ἂν μεταφορτώνωνται εἰς μέρη ἀνήκοντα εἰς τὸν δῆμον Μεσολογγίου, ἡ πληρωμὴ τοῦ λιμενικοῦ τέλους εἶναι νόμιμος. Εἶναι κίνησις ἐμπορικὴ, γινομένη ἐντὸς ὅρμου τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Μεσολογγίου, καὶ ὁ δῆμος Μεσολογγίου δὲν λαμβάνει παράνομα δικαιώματα, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ ἔντιμος προλαλήσας. Πασίγνωστον ὅτι ὁ Ἅγιος Σώστης καὶ μετὰ τὴν κατασκευὴν τῆς Τουρλίδος καὶ τοῦ σιδηροδρόμου δὲν ἔπαυσεν ὢν εἷς τῶν ὅρμων τοῦ δήμου Μεσολογγίου. Πόλις τις ἢ δῆμος δύναται νὰ ἔχῃ πολλοὺς ὅρμους, καὶ εἴτε ἔχει εἴτε δὲν ἔχει ἀληθῆ λιμένα εἷς δῆμος, δὲν παύουν οἱ ὅρμοι αὐτοῦ ὑφιστάμενοι, τουλάχιστον ὅπως μὴ χρησιμεύουν εἰς ζημίαν αὐτοῦ. Παράνομος ἑπομένως δὲν εἶναι ἡ εἴσπραξις. Ἄλλως φορτώνοντα ἀτμόπλοια ἐν Ἁγίῳ Σώστῃ καὶ ἐκφορτώνοντα τὰ εἰσαγόμενα ἢ ἐξαγόμενα τοῦ νομοῦ ὁλοκλήρου χωρὶς νὰ πληρόνουν τέλος, θὰ κατήργουν τὸν λιμενικὸν φόρον, παρὰ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, ὅστις ἐπιτρέπει τὴν φορολόγησιν παντὸς ὅ,τι εἰσέρχεται καὶ ἐξέρχεται διὰ τῶν παραλίων τοῦ δήμου, ὅστις φορολογεῖ, καὶ πολὺ περισσότερον ὅταν εἰσέρχηται καὶ ἐξέρχηται δι’ ὅρμων αὐτοῦ τοῦ δήμου. Νομίζω ὅτι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τιθέμενον τὸ ζήτημα, δὲν στηρίζεται οὔτε ἐπὶ τῶν πραγμάτων, οὔτε ἐπὶ τοῦ νόμου, καὶ θεωρῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θὰ κρίνῃ ποτὲ παράνομον τὴν φορολογίαν, ἣν ὡς τοιαύτην τῷ καταγγέλλουν ἐνδιαφερόμενοι ἔμποροι καὶ ἣν διὰ τοῦ διατάγματος ἐπέτρεψεν ἐπὶ τῇ προτάσει του ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ἂν εἰσπράττεται διπλοῦς φόρος, δικαίωμα ἔχει ἐκ τοῦ νόμου νὰ τὸν εἰσπράττῃ ὁ δῆμος Αἰτωλικοῦ, δικαίωμα ἔχει νὰ τὸν εἰσπράττῃ καὶ ὁ δῆμος Μεσολογγίου. Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι τόσον βαρὺς ὁ διπλοῦς αὐτὸς φόρος, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος εἶναι νόμιμος καὶ δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ. Ἕκαστος δῆμος ἔχει τὰς λιμενικὰς ἀνάγκας του καὶ ἑπομένως τὸ δικαίωμα νὰ τὰς θεραπεύσῃ διὰ τῶν νομίμων τελῶν. Ἡ τοποθεσία τῶν δύο αὐτῶν δήμων εἶναι τοιαύτη, ὥστε διὰ τῶν αὐτῶν παραλίων νὰ δικαιῶνται νὰ εἰσπράττουν λιμενικὰ δικαιώματα καὶ οἱ δύο. Ὁ διπλοῦς φόρος δὲν εἶναι διὰ τοῦτο καὶ μόνον παράνομος, ὅταν εἰσπράττηται παρὰ δύο διαφόρων δήμων, ἐνεργούντων δυνάμει τοῦ νόμου.
§35ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν λαβὼν τὸν λόγον ἀπηυθυνόμην πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ διεμαρτυρόμην διὰ τὸ ἄτοπον καὶ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τοὺς συμπολίτας μου, φορολογουμένους ἐν Καλάμαις διὰ καταβολῆς τέλους λιμενικοῦ, δὲν ἐφανταζόμην ὅτι τόσον ταχέως θὰ ἐπήρχετο ἐπίκουρος καὶ ἑτέρα φωνὴ διαμαρτυρίας, ἡ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριχωνίας συναδέλφου, καταγγέλλοντος εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅμοιον ἀτόπημα, παρεμφερὲς ἀδίκημα συμβαίνει εἰς τοὺς συμπολίτας αὐτοῦ τοὺς ἐν Αἰτωλικῷ, ἴσως δὲ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐξακολουθήσῃ ἐπί τινα ἔτι καιρὸν τὰς ἐργασίας αὐτῆς, καὶ ἄλλας διαμαρτυρίας θέλομεν ἀκούσει, ὅτι ὅμοιον ἀδίκημα συμβαίνει καὶ ἀλλαχοῦ, ἀφοῦ ἅπαξ ἐτέθη, φαίνεται, ἡ ἀρχὴ, ἵνα διπλοῦς καταβάλλωσι φόρους λιμενικοὺς οἱ ἔμποροι οἱ μεταφέροντες ἐμπορεύματα ἀπὸ τόπου εἰς τόπον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Καὶ ἴσως μὲν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος δὲν ἔχει τόσον δίκαιον, ἐπιμένων, ὅπως μὴ φορολογῶνται ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μεσολογγίου τὰ ἐμπορεύματα τὰ ἐπιβιβαζόμενα ἢ ἀποβιβαζόμενα εἰς τὸν ὅρμον τοῦ Ἁγίου Σώστη· διότι ἀληθῶς μὲν πληρόνεται διπλοῦς φόρος, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐν Αἰτωλικῷ καὶ ἐν Μεσολογγίῳ, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος Σώστης εἶναι λιμενίσκος, ὑπαγόμενος εἰς τὴν νόμιμον περιφέρειαν τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μεσολογγίου, ἔνθα εὐκολώτερον, ἀσφαλέστερον, παρὰ εἰς τὸν λιμένα τοῦ Αἰτωλικοῦ, δύνανται νὰ προσορμισθῶσι τὰ πλοῖα καὶ παραλάβωσιν ἀπὸ τῆς ξηρᾶς ἐμπορεύματα, καὶ ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς εὐκολίας ταύτης τὰ πλοῖα προσορμίζονται εἰς τὸν Ἅγιον Σώστην καὶ οὐχὶ εἰς τὸ Αἰτωλικόν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος Σώστης ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μεσολογγίου, γίνεται δὲ χρῆσις τῆς παραλίας τοῦ Ἁγίου Σώστη, τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσολογγίου δικαίως, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ἐξετάζων τὸ πρᾶγμα ἀπὸ στενῆς νομικῆς ἀπόψεως, ἀξιοῖ νὰ εἰσπράττῃ τέλος λιμενικὸν διὰ τὰ ἐκεῖ ἀποβιβαζόμενα ἢ ἐπιβιβαζόμενα ἐμπορεύματα. Ἀλλὰ εἶναι ὅλως διόλου διάφορος ἡ περίπτωσις τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Καλαμῶν, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον διάφορος, ὥστε τὸ δίκαιον τῶν παραπονουμένων ἐμπόρων προκύπτει καταφανές. Ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κύριος ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος, ὁ νόμος περὶ συστάσεως λιμενικῶν ταμείων χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὰ ταμεῖα ταῦτα, ὅπως εἰσπράττωσι φόρον λιμενικὸν διὰ τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴτε ἐπιβιβάζονται ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἐν τοῖς πλοίοις ἔν τινι λιμένι, εἴτε ἀποβιβάζονται ἀπὸ τοῦ πλοίου εἰς τὴν ξηράν. Ἀλλὰ συμβαίνει τοιοῦτόν τι ἐν τῷ λιμένι Καλαμῶν; Οὐχί. Ἔμποροι Μεσσήνης, προμηθευόμενοι ἐμπορεύματα εἰς Πειραιᾶ ἢ ἀλλαχοῦ, φορτώνουσι ταῦτα ἐν τοῖς ἀτμοπλοίοις ἐν Πειραιεῖ, τὰ ἀτμόπλοια προσορμίζονται πρῶτον εἰς τὸν λιμένα Καλαμῶν, ἀλλὰ καθ’ ἣν ὥραν προσορμίζονται ἐκεῖ, πνέει μεσημβρινὸς ἄνεμος τοσοῦτον σφοδρὸς, ὥστε δὲν δύνανται εὐκόλως νὰ προσορμισθῶσιν εἰς τὴν παραλίαν Μεσσήνης. Χάριν λοιπὸν τῆς εὐκολίας τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, τῶν παραλαμβανουσῶν τοιαῦτα ἐμπορεύματα,—καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὰ παραλαμβάνουσι—τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα ἐπιβιβάζουσιν εἰς φορτηγίδας ἐν αὐτῷ μὲν τῷ λιμένι Καλαμῶν, ἀλλὰ — σημειώσατέ το καλῶς — χωρὶς ν’ ἀποβιβασθῶσιν εἰς τὴν ξηρὰν, χωρὶς νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς παραλίας τοῦ λιμένος. Ἀπὸ τοῦ κύτους τοῦ πλοίου τὰ ἐμπορεύματα μεταβαίνουσιν εἰς φορτηγίδας, διὰ τῶν φορτηγίδων δὲ καὶ τῇ μερίμνῃ αὐτῆς τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, εἰς ἣν ἀνήκει τὸ ἀτμόπλοιον τὸ μετακομίσαν τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα μεταφέρονται αὐτοστιγμεὶ, χωρὶς ν’ ἀποβιβασθῶσιν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸ παράλιον τοῦ λιμένος Καλαμῶν, εἰς τὴν παραλίαν Μεσσήνης, ἔνθα τελοῦσι λιμενικὸν φόρον ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μεσσήνης. Ἀλλὰ φόρον τοιοῦτον, καὶ φόρον μάλιστα βαρὺν, διότι ἐν Καλάμαις ἰσχύει ὁ ἀνώτατος τῆς φορολογίας φόρος ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, κατέβαλον ἤδη τὰ ἐμπορεύματα ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Καλαμῶν, φόρον ἄδικον, φόρον παρανομώτατον, διότι ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ συστάσεως λιμενικῶν ταμείων ἐπεβλήθη καὶ εἰσεπράχθη ὁ φόρος οὗτος ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Καλαμῶν. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, πρό τινων ἡμερῶν διεμαρτυρόμην, ὅτι κακῶς ἐπεβλήθη τοιοῦτος φόρος, προὐκάλουν δὲ τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Παρακαλῶ δὲ αὐτὸν καὶ ἤδη, ὅπως μὴ παρίδῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι πολλοὶ πολῖται ἀδικοῦνται, φορολογούμενοι δὶς διὰ τοῦ αὐτοῦ φόρου, ἀλλ’ ἐρευνήσῃ τὸ κατ’ αὐτὸν καὶ προκαλέσῃ ὅσον ἔνεστι τάχιον, διάταγμα, ἀνακαλοῦν τὸ παλαιότερον διάταγμα, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι τῆς 19 Ἰουνίου 1897, ἐφ’ ὅσον εἶναι πεπλανημένον, ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, καὶ τροποποιήσῃ τὰ τῆς φορολογίας ταύτης εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται ἡ εἴσπραξις τοῦ λιμενικοῦ φόρου ἐν τῇ παραλίᾳ Μεσσήνης, ὄχι δὲ καὶ ἐν τῇ παραλίᾳ Καλαμῶν.
§36ΜΑΝΕΣΗΣ. Μᾶς μετέφερεν ὁ προλαλήσας εἰς τὸν Μεσσηνιακὸν κόλπον, ὅπου ὀλίγου δεῖν νὰ πνιγῶμεν (ἱλαρότης), ἀλλὰ σωθέντες ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ θέμα. Ἐδῶ εὐτυχῶς ἔχομεν λίμνην ἀβαθῆ, καὶ ἑπομένως δυνάμεθα πάντες ἀκινδύνως νὰ ἐμμείνωμεν. Ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι δὲν ἐγένετο σταυροφορία κατὰ τῶν συμφερόντων οὐδενός· ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅστις πάντα τὰ συμφέροντά μου ἔχω ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ καὶ εἶμαι κάτοικος αὐτῆς, εἶναι ἀληθέστατον ὅτι ὁμιλῶν οὕτω ὁμιλῶ κατὰ τῶν συμφερόντων μου, ἀλλ’ ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ δικαίου. Εἶναι ἀληθέστατον, ὅτι ἴσως ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ θυσιάσῃ κἄτι τι ὑπὲρ τοῦ τόπου ἐκείνου, διότι ὁ τόπος ἐκεῖνος κατέστη νεκρὸς, δὲν ἔχει ζωήν· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ὅτι διὰ νὰ δώσωμεν ζωὴν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, πρέπει νὰ λαφυραγωγήσωμεν τοὺς ἄλλους. Δὲν ἐνόησα, τί ἐννοεῖ λιμένα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ὁ Ἅγιος Σώστης δὲν εἶναι λιμήν· τὰ ἀτμόπλοια, διὰ νὰ ἔχουν ἓν φωτεινὸν σημεῖον, ὅπου νὰ μεταβοῦν, βλέπουν ἐκεῖ μίαν νῆσον, προσεγγίζουν δύο ἢ δύο ἥμισυ χιλιάδας μέτρα μακρὰν, καὶ ἐκεῖ ἐπιβιβάζονται καὶ οἱ ἀναχωροῦντες ἐκ τῆς πόλεως τοῦ Αἰτωλικοῦ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐντὸς μιᾶς λιμνοθαλάσσης νὰ ὑπάρχωσι δύο λιμενικοὶ φόροι, εἷς ἐν Αἰτωλικῷ καὶ εἷς ἐν Μεσολογγίῳ; Ἡ στάσις τοῦ ἀτμοπλοίου γίνεται ἐν τῇ ἀνοικτῇ θαλάσσῃ, μετὰ τῆς ὁποίας ἀνοικτῆς θαλάσσης συγκοινωνοῦν δι’ αὐτοῦ τοῦ πορθμοῦ ὄχι μόνον δύο, ἀλλὰ δέκα καὶ δεκαπέντε πόλεις ἐὰν ὑπῆρχον εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς λίμνης. Ἅπασαι αἱ πόλεις αὗται ἔπρεπε νὰ προσφέρωσι πρόσθετον ἄδικον φόρον εἰς τὸ Μεσολόγγιον; Τοῦτο βεβαίως θὰ ἦτο εὐάρεστον διὰ τὸ Μεσολόγγιον, καὶ εὐαρεστότατον δι’ ἐμὲ, τὸν κάτοικον τοῦ τόπου ἐκείνου, διότι καὶ καθαριότητα ἤθελεν ἔχει καὶ ἔργα καὶ ζωὴν ὁ τόπος. Ἀλλὰ δὲν ἐξήγησε καλῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου διὰ ποῖον λόγον τότε ὑπάρχει ὑποτελωνεῖον ἐκεῖ, ἐν τῇ πόλει Αἰτωλικοῦ. Ὁ ἐμπορευόμενος ὀφείλει, προσεγγίζων εἰς ἕνα λιμένα, νὰ πληρόνῃ ἕνα μόνον φόρον, ὄχι νὰ πληρόνῃ δύο. Καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω, σᾶς φέρω παράδειγμα τὰς Πάτρας. Εἰς Πάτρας μεταβιβάζουσιν ἀπὸ τοῦ Αἰτωλικοῦ ἢ τοῦ Μεσολογγίου ἔμποροι τὰ ἐμπορεύματά των διὰ ἱστιοφόρων πλοίων καὶ ἐπιβιβάζουσιν αὐτὰ ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου ἐντὸς τοῦ λιμένος Πατρῶν ἀπληρωτεὶ, ἐνῷ ἐκεῖ ἴσως θὰ εἶχον δίκαιον νὰ ἀξιώσωσι πληρωμὴν, διότι χάριν τοῦ λιμένος κατεσκεύασαν κυματοθραύστην καὶ ἐδαπάνησαν χρήματα πολλὰ, καὶ συνεπῶς ἠδύναντο εὐλόγως ν’ ἀπαιτήσωσι πληρωμὴν, καὶ ὅμως δὲν πληρόνουν οἱ ἔμποροι, ἐνῷ οἱ ἐκ τοῦ λιμένος Αἰτωλικοῦ μεταφέροντες τὰ ἐμπορεύματά των εἰς τὴν ἀνοικτὴν θάλασσαν, παρὰ τὸν Ἅγιον Σώστην, πληρόνουν λιμενικὸν φόρον δεύτερον διὰ τὸν λιμένα Μεσολογγίου. Μὲ θλίβει ἀληθῶς ἡ νεκρότης, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ πόλις τοῦ Μεσολογγίου, καὶ ἤθελεν εἶσθαι εὐχῆς ἔργον νὰ δοθῇ ζωὴ εἰς τὴν ἱστορικὴν ἐκείνην πόλιν παρὰ τοῦ Κράτους, διαῤῥυθμίζοντος καταλλήλως ὑπὲρ αὐτῆς τὰ τῶν ἁλυκῶν καὶ ἰχθυοτροφείων. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ἡ πόλις τοῦ Μεσολογγίου ἔχει ἀνάγκην ἐνισχύσεως, ἀλλὰ πρέπει αὕτη νὰ ἐξευρεθῇ δι’ ἄλλου τρόπου, ὡς προεῖπον, καὶ ὄχι μὲ τὴν βλάβην τῶν κατοίκων τῶν ἄλλων μερῶν.
§37Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον προοιμιαζόμενος προέταξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καταδεικνύει τὴν ἔλλειψιν δικαίου, διότι προέταξε τὴν θέσιν τοῦ Μεσολογγίου, τὴν ἀξίαν τῷ ὄντι πάσης συμπαθείας, καὶ ἠθέλησε νὰ ὑπομνήσῃ εἰς πάντας, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Μεσολογγίου ὑπάρχει καὶ ἐν τῇ ἐθνικῇ ἱστορίᾳ. Ταῦτα ὅμως δεικνύουν ἄλλο ἢ τὴν ὕπαρξιν δικαίου. Τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς ὑπερασπίσεως ἀληθῶς εἶναι ὀλίγον ἀρχαϊκόν· οἱ ἀρχαῖοι, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ὑποθέσεως ἀφορώσης ἔστω καὶ εἰς ἰδιωτικὰ δίκαια, προέτασσον τὰς ὑπηρεσίας πρὸς τὴν πατρίδα. Τότε ἀπεῤῥόφα τῷ ὄντι ἡ πατρὶς καὶ τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα, καὶ ἐπὶ τῶν ἀτομικῶν δικαίων καὶ συμφερόντων εἶχον ἐπιῤῥοὴν καὶ αἱ πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συμπαθειῶν πρὸς τὸ Μεσολόγγιον, ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου κατέχονται ὑπὸ μεγάλων συμπαθειῶν πρὸς τὴν πόλιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἔτη ἱκανὰ ἐβίωσα καὶ ἐγώ.
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὔτε ἀνέφερα ἐγὼ περὶ δικαιωμάτων καὶ ἐκδουλεύσεων τοιούτων.
§39ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἡ ὑπόμνησις αὕτη θὰ ἦτο περιττή.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ ἀπευθύνεσθε πρὸς ἐμέ.
§41ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἐπεκαλέσθητε τὰς συμπαθείας ὁπωσδήποτε.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι.
§43ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ὄντι πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῶν συμπαθειῶν πρὸς τὴν πόλιν τοῦ Μεσολογγίου, καὶ πᾶς τις, ὅστις μάλιστα ἤθελε μεταβῆ ἐκεῖ, θέλει θλιβῆ διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, διότι ἤθελεν ἴδει, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα τῆς ἀναζωογονήσεως ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ, διότι βλέπει μίαν πόλιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ οὔτε τῆς θαλάσσης οὔτε τῆς ξηρᾶς ἐμπόριον ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει παρὰ μία ἁλιεία, ἡ ὁποία συντηρεῖ τὴν πόλιν, καὶ τέλος πάντων πρέπει βεβαίως, ἀφοῦ συνεκεντρώθησαν ἀρχαὶ καὶ συμφέροντα ἀτομικὰ, ἐκτίσθησαν οἰκοδομαὶ, πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν τὸ Κράτος, ὅπως μὴ καταστραφῇ μία πόλις, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα συνδέεται καὶ μὲ τὴν ἐθνικὴν ἱστορίαν. Καὶ ὑπάρχουσι βεβαίως μέσα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τεθοῦν ἐν ἐνεργείᾳ, ὅπως τὸ Μεσολόγγιον καταστῇ τόπος βιώσιμος· διότι ἄλλως τῳόντι ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ τόπος ἐκεῖνος θέλει καταστῇ ἑστία μολυσμάτων καὶ τυφοειδῶν πυρετῶν, καὶ βαθμηδὸν θέλει καταστῇ ἀκατοίκητος. Βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ πᾶσα πρόνοια. Ἀλλὰ ἡ πρόνοια αὕτη οὔτε ἐπαρκὴς εἶναι, οὔτε ἐπιτρέπεται, ἐὰν συνδέηται μὲ ἀδικίας πρὸς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας καὶ πόλεις, εἶναι δὲ ὅ,τι ἄτοπον νὰ καλῶνται εἰς συνδρομὴν ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης ἀκριβῶς τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀντιμαχόμενα δίκαια καὶ συμφέροντα. Μία ἄλλη πόλις, ὡς τὸ Ἀγρίνιον, δύναται νὰ παραπονῆται διατὶ εἶναι ὑποτεταγμένη εἰς τὸ Μεσολόγγιον, καὶ διὰ τοῦτο εἰς ἐπίμετρον πρέπει νὰ πληρόνῃ εἰς συνδρομὴν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ἀντιπάλου. Ἐὰν πρόκειται περὶ συνδρομῆς, πρέπει νὰ γείνῃ ὑπὸ ὅλου τοῦ Κράτους, καὶ ὄχι νὰ παράσχωσιν αὐτὴν αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀδικοῦνται ἴσως χάριν τῆς πόλεως ταύτης. Ἀλλὰ διατὶ νὰ καταδικάζηται τὸ Ἀγρίνιον εἰς ποινήν; Ἐδώσατε ἓν γέρας εἰς τὴν πόλιν τοῦ Μεσολογγίου, ἀνεγνωρίσατε αὐτὴν ὡς πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, καίτοι εὑρισκομένην εἰς τὸ ἄκρον, καὶ κατεδικάσατε τὸ εἰς τὸ κέντρον εὑρισκόμενον Ἀγρίνιον, τὸ ὁποῖον ἐνισχυόμενον ἤθελεν εὐχερῶς γείνῃ μεγαλόπολις κεντρική, δίδουσα ζωὴν εἰς ὁλόκληρον τὸν μέγαν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας. Ἀλλὰ διὰ τίνα λόγον θέλετε νὰ ἐπιβάλητε εἰς αὐτὸ καὶ ἕνα φόρον ὑπὲρ τῆς πόλεως τοῦ Μεσολογγίου, ἐνῷ ὀφείλετε βεβαίως νὰ μεριμνήσητε ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ δι’ ἄλλων δραστικωτέρων ἐνισχύσεων, ἔστω καὶ διά τινων θυσιῶν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους; Καὶ γίνεται λόγος περὶ λιμένος «Ἁγίου Σώστη», ἐνῷ πᾶς, ὅστις γνωρίζει τὴν θέσιν ταύτην, ἤθελε βεβαίως γελάσει μὲ τὴν ἰδέαν αὐτήν, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς λιμὴν τοῦ Μεσολογγίου ὅλος ὁ κόλπος ὁ Κορινθιακός. Ὁ Ἅγιος Σώστης εἶναι νησίδιόν τι, καὶ ὄχι λιμὴν, ἂν δ’ ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν λέξιν, τὴν ἐν τῷ διατάγματι, «ἀκτὴ», ὑπὸ γραμματικὴν ἔννοιαν, ἤθελε βεβαίως γελάσει, διότι ἡ ἀκτὴ παράγεται ἀπὸ τὸ ἄγνυμι (θραύω) καὶ σημαίνει μέρος, εἰς ὃ θραύονται τὰ κύματα. Πᾶς, ὅστις γνωρίζει τὴν πόλιν τοῦ Μεσολογγίου, βεβαίως γνωρίζει, ὅτι πᾶν ἄλλο δύναται νὰ γείνῃ ἐκεῖ ἢ νὰ θραύωνται κύματα ἐπὶ ἀκτῆς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἴσως τόσον περὶ αὐτῶν. Τὸ ζήτημα τὸ κύριον εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ τις πληρόνῃ ἕνα φόρον, δὲν πρέπει νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρόνῃ διὰ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον καὶ δεύτερον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πᾶν ἄλλο μέσον δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν, ὅπως καταστήσωμεν βελτίονα καὶ ἀνεκτὴν τὴν κατάστασιν τοῦ Μεσολογγίου, ἀλλὰ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ γείνῃ τὸ τοιοῦτον ἐπὶ βλάβῃ ἄλλων πόλεων, καὶ δὴ ἐκείνης τῆς πόλεως, δηλονότι τῆς τοῦ Ἀγρινίου, ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ καὶ παράπονον μέγα, ὅτι μεγάλως παραγκωνίζεται, ἐπὶ βλάβῃ ὁλοκλήρου μεγάλου νομοῦ.
§44Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ νομιμωτέρα ὑποστήριξις ὑπὲρ Μεσολογγίου εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν καταπολεμοῦσιν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες. Τὸ Μεσολόγγιον δὲν ζητεῖ παρὰ τοῦ Κράτους συνδρομὴν ἕνεκα ἐκδουλεύσεων, τὰς ὁποίας ὑπηνίξαντο οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες. Ἐννοεῖ νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐκ τῶν νόμων καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων. Δὲν ἐννοῶ δὲ διατί, ἀφοῦ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἡ φύσις ἠδίκησε τὴν πόλιν τοῦ Μεσολογγίου καὶ αὕτη πρέπει ν’ ἀπελπισθῇ, πρέπει καὶ νὰ ἐγκαταλειφθῇ. Ἐὰν τοιαύτην ἀρχὴν ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ, πρώτη πάντων ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ πατρίς του, ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας, διότι δὲν ἠξεύρω, ἄν ὑπεβάλλετο εἰς ἐξέτασιν ἐμπειροτεχνῶν ἡ Εὐρυτανία, ἐὰν θὰ ἠδύνατο νὰ κριθῇ κατοικήσιμος· ἀλλ’ οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη, ὅτι πρέπει καὶ νὰ ἐγκαταλειφθῇ. Ἡ πόλις τοῦ Μεσολογγίου δὲν ἐπαρκεῖ ἀληθῶς εἰς ἐπαρκῆ συντήρησιν ἑαυτῆς, ἀλλὰ δὲν ἐπαρκεῖ διότι τὸ Κράτος ἀφῄρεσεν αὐτῇ τοὺς δύο πόρους, τοὺς ὁποίους εἶχον οἱ κάτοικοι, ὅτε συνῳκίσθησαν, καὶ διότι δι’ ὅσων ἔπραξε τὸ Κράτος ἐν τῇ πόλει κατέστησε δαπανηροτέραν τὴν συντήρησιν αὐτῆς ἢ πρότερον. Πραγματικῶς ἡ πόλις τοῦ Μεσολογγίου εἶναι τοποθετημένη οὕτως, ὥστε ἐξηγεῖται διατὶ γίνεται καὶ πρέπει νὰ γίνηται αὐτὸ, τὸ ὁποῖον καταπολεμοῦσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι. Ὁ δῆμος τοῦ Μεσολογγίου, ὢν κυρίως μακρὰ λίμνη καὶ μακρὰ παραλία, εἶναι προσιτὸς διὰ μικρῶν μὲν πλοίων, ἀλλὰ πανταχόθεν, τὰ δὲ μεγάλα πλοῖα καὶ τὰ ἀτμόπλοια ἵστανται μακρὰν, ὅπως λάβωσιν ἢ ὅπως ἐξαγάγωσι τὰ ἐμπορεύματα, ἅτινα ἐξάγονται ἢ εἰσάγονται διὰ τὰ μέρη τοῦ νομοῦ, ὅσα ἐμπορεύονται καὶ συγκοινωνοῦσι διὰ τῆς πόλεως. Ὅλα τὰ παράλια, ὅσα ἐκτείνονται ἑκατέρωθεν τῆς πόλεως, εἶναι προσιτὰ εἰς μικρὰ πλοῖα, ἅτινα δύνανται νὰ συγκοινωνῶσι μετὰ τῶν ἀτμοπλοίων, ὅσα διέρχονται. Ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι πᾶσα ἀκτὴ εἶναι ἐλευθέρα ν’ ἀποστέλλῃ ἢ νὰ δέχηται ἐμπορεύματα ἀφορολόγητα, ἀρκεῖ νὰ μὴ διέρχωνται ταῦτα διὰ τῆς πόλεως Μεσολογγίου; Βεβαίως ὄχι. Ὁ Ἅγιος Σώστης, ὅστις κεῖται ἐντὸς τῶν παραλίων τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Μεσολογγίου καὶ ὑπῆρξεν ἄλλοτε ὁ κύριος καὶ σήμερον εἶναι εἷς τῶν ὅρμων αὐτοῦ, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ λιμὴν, ἀλλ’ εἶναι ὅρμος, εἰς τὸν ὁποῖον προσορμίζονται ἀτμόπλοια καὶ εἰς ὃν ζητεῖται νὰ γένηται ἡ ἀποβίβασις καὶ ἡ ἐπιβίβασις ἐμπορευμάτων διὰ τὸν νομόν. Ὑπάρχει ἐκεῖ φάρος, γενόμενος δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου, ὑπάρχει κατάστημα Ὑγειονομείου καὶ ἄλλα. Δύνανται τὰ ἀτμόπλοια ἤδη νὰ προσορμίζωνται ἐκεῖ, καὶ νὰ λέγωμεν ὅτι εἶναι εἰς τὴν ἀνοικτὴν θάλασσαν καὶ ἀφορολόγητα δύνανται νὰ φορτώνουν καὶ ἐκφορτώνουν τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἄλλως θὰ εἰσήγοντο διὰ Μεσολογγίου καὶ θὰ ἐφορολογοῦντο; Βεβαίως ὄχι, διότι ταῦτα εἶναι ἐμπορεύματα ἐπιβιβαζόμενα καὶ ἀποβιβαζόμενα διὰ τῶν παραλίων τοῦ δήμου Μεσολογγίου. Ἐπειδὴ διέρχονται διὰ τῶν παραλίων καὶ τοῦ Αἰτωλικοῦ, ὑπόκεινται εἰς τέλος καὶ διὰ τὸν δῆμον Αἰτωλικοῦ, καὶ νομίμως ὑπόκεινται εἰς τοιοῦτον τέλος καὶ πρὸ καιροῦ ὑπόκεινται. Ἀλλ’ ἂν ἡ πόλις τοῦ Μεσολογγίου τὰ αὐτὰ πράγματα, διερχόμενα καὶ διὰ τῶν ἰδικῶν της παραλίων, τὰ φορολογεῖ δυνάμει τοῦ νόμου, δὲν ἕπεται ὅτι παρανόμως τὰ φορολογεῖ, καὶ ὅτι ἡ διπλῆ φορολογία καὶ μετὰ τὴν τῆς πόλεως Αἰτωλικοῦ ἐπιβληθεῖσαν πρέπει νὰ καταργηθῇ. Ἀμφότεραι στηρίζονται εἰς τὸν νόμον καὶ ὑπηρετοῦσι διαφόρων δήμων τὰς ἀνάγκας.
§45Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου καὶ ἀπὸ τὸν Ἅγιον Σώστην τοῦ Μεσολογγίου, ἰδοὺ λοιπὸν τώρα πάλιν, κύριε Πρόεδρε, ἡ περίστασις ἐπιβάλλει νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὸν Μεσσηνιακὸν κόλπον. Συναισθάνομαι, ὅτι ὁ καιρὸς δὲν εἶναι πολὺ εὐχάριστος, καὶ ὅτι καὶ ὄρεξις ἐλλείπει εἰς τοὺς κ. κ. συναδέλφους, ὅπως ἐπιχειρῶσι τοσοῦτον μακρυνὰ καὶ ἀλλεπάλληλα ταξείδια, ἀλλ’ ἀνάγκη παρίσταται νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν, καὶ νὰ ἐπισκεφθῶμεν τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, διότι, ἂν ὁ σταφιδόκαρπος οὗτος παρέχῃ ἀφορμὰς παραπόνων καὶ διαμαρτυριῶν εἰς τοὺς ἐκ Καλαμῶν συναδέλφους καὶ εἰς τὸ λιμενικὸν αὐτῶν ταμεῖον, ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς ἀντιπροσωπεύων ἰδιαιτέρως τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἀττικῆς, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐλογώτατα παράπονα μεγάλης καὶ σπουδαίας τάξεως συμπολιτῶν μου, τῆς τάξεως τῶν ἐν Πειραιεῖ οἰνοπνευματοποιῶν. Καθὼς γνωρίζετε πάντες, ὁ σταφιδόκαρπος τῆς Μεσσηνίας, ὡς ἐκ τῆς μετριωτάτης αὐτοῦ ποιότητος, ἠγοράσθη ὁλόκληρος, ὅπως χρησιμεύσῃ διὰ τὴν παρακράτησιν· διὰ τοῦτο δὲ αἱ μεγαλείτεραι ἀποθῆκαι παρακρατήσεως εὑρίσκονται ἐν Καλάμαις. Μεγάλαι μερίδες ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου τῶν ἀποθηκῶν Καλαμῶν ἐπωλήθησαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τοῦ Πειραιῶς, ἀλλὰ ἐπωλήθησαν ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅστις πάντοτε ἐφηρμόσθη ἀνέκαθεν εἰς τὰς πωλήσεις ταύτας, ὅτι δηλαδὴ οἱ ἀγορασταὶ αὐτοῦ δὲν θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πληρωμὴν λιμενικοῦ φόρου. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, γίνεται ἐξ ἀρχῆς καὶ περὶ τούτου ἐξεδότο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐγκύκλιον γνωστήν, διαλαμβάνουσαν, ὅτι οἱ ἀγορασταὶ σταφιδοκάρπου δὲν εἶνε ὑπόχρεοι εἰς πληρωμὴν λιμενικῶν δικαιωμάτων. Οὕτως ἠγοράσθη καὶ ἐξήχθη ἀφορολόγητος δι’ ὅλων τῶν σταφιδικῶν λιμένων, ἐκ Πατρῶν, ἐκ Κατακώλου, ἐκ Μαραθουπόλεως καὶ ἀλλαχόθεν, ὁ σταφιδόκαρπος τῆς παρακρατήσεως, ὅστις ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιίαν. Ἀλλ’ ἤδη παραδόξως τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Καλαμῶν θέλει καὶ ζητεῖ νὰ γείνῃ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐξαίρεσις, καὶ ἐξαιρετικῶς ὁ σταφιδόκαρπος τῆς παρακρατήσεως, ὁ ἐκ Καλαμῶν ἐξαγόμενος, νὰ ὑποβληθῇ εἰς λιμενικὸν φόρον, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὸ ταμεῖον δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰ ἔξοδά του, καὶ ὡς ἐκ τῆς κακῆς ποιότητος τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ χρησιμοποιηθέντος διὰ τὴν παρακράτησιν, καὶ ἑπομένως μὴ ἐξαχθέντος διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, κινδυνεύει ν’ ἀπολέσῃ τὸ μέγιστον μέρος τῶν εἰσοδημάτων του. Ὡς παρετήρει πολὺ ὀρθῶς προχθὲς ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ἡ φιλανθρωπία εἶναι πολὺ καλὸν πρᾶγμα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχῃ χάριν καὶ ἀξίαν, πρέπει νὰ γίνεται ἐκ τῶν ἰδίων χρημάτων, ὄχι μὲ τὰ θυλάκια καὶ εἰς βάρος τῶν ἄλλων. Ἂν τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Καλαμῶν πένεται ἢ δυστυχῇ, τοῦτο βέβαια εἶναι εἷς λόγος λύπης οὐ μόνον διὰ τοὺς συναδέλφους τῶν Καλαμῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ πάντας ἡμᾶς, ἐπιθυμοῦντας ὅπως ἡ καλὴ πόλις τῆς Πελοπονήσου ἀποκτήσῃ ὁριστικῶς λιμένα· δὲν εἶναι ὅμως ποτὲ λόγος διὰ νὰ ζημιώσωμεν ἀδίκως καὶ ἀνόμως τὸ βαλάντιον τῶν ἄλλων, καὶ ὑποβάλωμεν εἰς φορολογίαν τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τοῦ Πειραιῶς, οἵτινες ἠγόρασαν μὲ τὸν ῥητὸν ὅρον, ὅτι δὲν θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς λιμενικὸν φόρον. Τοιαύτη παραχάραξις τῶν ἀμοιβαίων ὑποχρεώσεων θὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς πολὺ μακρὰν, καὶ θὰ παρουσιάσῃ τὸ Δημόσιον ὡς πολὺ κακῆς πίστεως, ἂν τοῦτο ἀποφασίσῃ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Καλαμῶν νὰ εἰσπράξῃ φόρον, δι’ ὃν δι’ ἐπισήμου ἐγκυκλίου ἐδήλωσε καὶ ἐκήρυξε καὶ διεβεβαίωσε τοὺς ἀγοραστὰς, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσπραχθῇ. Σημειώσατε δὲ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ παραπονούμενοι οἰνοπνευματοποιοὶ Πειραιῶς ἐναντίον τῆς ἀδίκου ταύτης φορολογίας παρατηροῦσιν, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη ἐπαυξάνει αἰσθητῶς τὴν καὶ ἄλλως ὑπάρχουσαν μεγάλην καὶ καταθλιπτικὴν ἀνισότητα μεταξὺ τῶν οἰνοπνευματοποιείων Καλαμῶν καὶ τῶν τοῦ Πειραιῶς. Διότι οἱ μὲν Καλάμιοι, ἀγοράζοντες τὸν σταφιδόκαρπον τῆς παρακρατήσεως ἐκ τῶν ἀποθηκῶν Καλαμῶν, δὲν ὑποβάλλονται εἰς ἔξοδα μεταφορᾶς, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται οἱ Πειραιεῖς, καὶ τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουσιν εἰς 12, 13 ἢ 15 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα. Τώρα, ἂν εἰς τὰ ἔξοδα ταῦτα οἱ Πειραιεῖς ἀναγκασθῶσι νὰ πληρώσωσι καὶ φόρον λιμενικὸν, δηλαδὴ δραχ. 5, ἡ θέσις αὐτῶν ἀπέναντι τῶν ἐν Καλάμαις ὁμοτέχνων ἀποβαίνει πολὺ δυσχερεστέρα καὶ ἥττων, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἐντελῶς ἄτοπον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἀτόπου τούτου, ἐκ τῆς φανερᾶς ἀδικίας κίνδυνος εἶναι νὰ συμβῇ καὶ ἓν ἄλλο. Ὁ μέγας ὄγκος τῆς παρακρατήσεως Καλαμῶν κινδυνεύει νὰ μείνῃ ἀπώλητος, διότι τὰ μεγάλα οἰνοπνευματοποιεῖα τοῦ Πειραιῶς ἐξ ἀνάγκης θὰ στραφῶσιν εἰς ἄλλας ἀποθήκας καὶ εἰς ἄλλους λιμένας ἐξαγωγῆς, ὅπου δὲν ζητεῖται παρ’ αὐτῶν λιμενικὸς φόρος, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν εἶναι τάχα κίνδυνος νὰ ἴδωμεν σηπόμενον καὶ καταστρεφόμενον τὸν σταφιδόκαρπον Καλαμῶν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων πάντων τὸ Δημόσιον, ἐπαναλαμβάνω, συνηλλάχθη πρὸς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τοῦ Πειραιῶς ὑπὸ πολὺ γνωστοὺς ὅρους, καὶ πολὺ ἐπισήμως ἐβεβαίωσεν αὐτοὺς, ὅτι δὲν θὰ πληρώσωσι φόρον λιμενικόν· ἑπομένως σήμερον ζητοῦντες ἡμεῖς ἐδῶ νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν τοιαύτην ὑπὲρ τοῦ λιμένος Καλαμῶν εἰς βάρος ἰδιωτῶν, ζητοῦμεν, ὅπως τὸ Δημόσιον ἀναφανδὸν καὶ αὐθαδῶς κηρυχθῇ κακῆς πίστεως, ἐνῷ αὐτὸ πρέπει νὰ ἦναι τύπος καὶ ὑπογραμμὸς εἰς τὴν τήρησιν τῶν συμφωνιῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ τοιαύτην καταστρατήγησιν, τοιαύτην παραχάραξιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι δὲν θ’ ἀνεχθῇ τοιαύτην κατάφωρον ἀδικίαν ἐναντίον βιομηχάνων ἰδιωτῶν, οἵτινες πολλὰ ἄλλα συνεισφέρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐργάζονται καὶ ἄλλως ὑπὸ πολὺ καταθλιπτικοὺς ὅρους ἕνεκα τῆς παρακρατήσεως, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἀνεκτὸν νὰ βαρύνωμεν αὐτοὺς διὰ παρανόμων ὅλως καὶ ἀδίκων φορολογιῶν.
§46ΔΑΓΡΕΣ. Ἐλησμόνησεν ὁ κύριος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἐν Καλάμαις ἐκτελοῦνται ἔργα καὶ ἔργα μέγιστα, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις ἀπαιτεῖ δαπάνας. Ἐὰν ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἤθελεν ἐκτιμήσει καλλίτερον τὰ πράγματα, ἤθελεν εὕρει, ὅτι δὲν εἶναι ἄδικον τὸ ζητούμενον παρὰ τῶν Καλαμίων. Διότι ἅπας ὁ σταφιδόκαρπος τῆς Μεσσηνίας καταναλίσκεται εἰς τὸ ποσὸν τῆς παρακρατήσεως, ὅλαι αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι προμηθεύονται τὸν φόρον τῆς παρακρατήσεως ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς Μεσσηνίας. Ἐὰν παραδεχθῶμεν λοιπὸν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, νὰ μὴ πληρόνῃ ὁ σταφιδόκαρπος τῆς παρακρατήσεως οὔτε λιμενικὸν φόρον, οὔτε τὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Παμίσου, θέλει προκύψει τὸ ἄτοπον νὰ μὴ ἔχωσιν οὐδὲν κεφάλαιον τὰ ταμεῖα ταῦτα, τὰ ὁποῖα τὰ μεγαλεῖτερα κεφάλαια αὐτῶν προσπορίζονται ἐκ τοῦ φόρου τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἤθελεν ἐγκύψει ἐπὶ τῶν σχετικῶν νόμων, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διάταξις ἀπαγορεύουσα τὴν φορολογίαν τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως· τοὐναντίον μάλιστα ὁ νόμος περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος καὶ περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἀναγράφει ῥητῶς, ὅτι ὁ ἐξαγόμενος σταφιδόκαρπος καὶ λοιπὰ ὡρισμένα προϊόντα φορολογοῦνται προσθέτως διὰ φορολογίας μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς κατὰ χιλιόλιτρον τῆς σταφίδος. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ μετὰ βασιμότητος ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ φορολογία τοῦ σταφιδοκάρπου, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς φορολογίας αὐτῆς μέγιστον ἀδίκημα θέλει προσγείνῃ εἰς τοὺς Μεσσηνίους ἐν γένει, διότι δὲν θὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα συνδέεται ἡ ὕπαρξις τοῦ τόπου, ἡ ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς γεωργίας τῆς Μεσσηνίας, ἡ ὁποία προσφέρει μεγίστους φόρους εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐὰν προσγίγνεται ἀδίκημα εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τοῦ Πειραιῶς, πρέπει νὰ καταστραφῇ ἡ Μεσσηνία ὁλόκληρος χάριν τριῶν, πέντε ἢ δέκα οἰνοπνευματοποιῶν τοῦ Πειραιῶς; Φρονῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν ἠθέλησε σπουδαίως νὰ ὑποστηρίξῃ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀδικήσῃ λαὸν ὁλόκληρον, χάριν τριῶν ἢ πέντε οἰνοπνευματοποιῶν.
§47Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Χωρὶς νὰ ἐξετάσω ποῖα εἶναι τὰ συμφέροντα τῶν ἐμπόρων καὶ αἱ ἐπιθυμίαι τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου καὶ τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς ἐκ Τριχωνίας καὶ ἐξ Εὐρυτανίας ν’ ἀναμείνωσιν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, μέχρις οὗ λάβω τὴν γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, ὡς εἶπον καὶ προχθὲς, τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, κατόπιν τῆς ὁποίας θέλω ἐκφέρει τὴν προσήκουσαν γνώμην. Διὰ τοῦτο ἀποφεύγω ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐκφράσω τὴν ἐμὴν γνώμην. Διαβεβαιῶ ὅμως τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Τριχωνίας, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ προσέξω, μὴ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ὑποπέσῃ εἰς σφάλμα, ὡς μὴ ἔχον πάντα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, διαβεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι οὐ μόνον πάσας τὰς πληροφορίας, περὶ τῶν ὁποίων καὶ αὐτὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐποιήσαντο λόγον, παρέσχον, ἀλλὰ πλὴν τούτων καὶ ἀκριβὲς σχεδιάγραμμα ἀπέστειλα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Ὄσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐξέθηκε, διαβεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι θέλω μελετήσει καὶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καθόσον αὕτη, ὡς καὶ προγενεστέρως εἶπον, ἀνέρχεται εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§48ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, χθὲς τὴν ἑσπέραν ἔλαβον εἴδησιν λυπηρὰν, λυπηροτάτην, ἐκ Λαρίσης. Πρόκειται περὶ ἐκστρατείας τουρκικῆς ἀνὰ τὸν Κίσσαβον. Πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἐξιστόρησιν τῶν γεγονότων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὁποίας ἔχει εἰδήσεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου... Ἡ σιωπὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐξιστορήσω τὰ γεγονότα, τῶν ὁποίων ἔλαβον γνῶσιν. Ὀκτὼ ἕως δέκα χιλιάδες ἄνδρες, δηλαδὴ δέκα ταμπούρια, ὡς τὰ ὀνομάζουσιν οἱ Τοῦρκοι, ἐξεστράτευσαν κατὰ τοῦ Κισσάβου, κατέλαβον τὴν κωμόπολιν Ἀμπελάκια, ἀρκετὰ γνωστὴν ἱστορικῶς, συνέλαβον τὸν δήμαρχον Ἀμπελακίων Ἀρσένιον Τσουλάκην καὶ τὸν ἀπήγαγον δέσμιον εἰς τὴν Λάρισαν. Μετέβησαν εἰς τὸν δῆμον Νέσσωνος, καὶ εἰς τὸ χωρίον Πουρνάρι ἐφόνευσαν τοὺς δύο ἀδελφοὺς Κουμπούρα, κατέλαβον τὸ χωρίον Σπηλιά, ὅπου ἤδη εὑρίσκονται 4,000 στρατοῦ, καὶ ἐλεηλάτησαν τὴν κωμόπολιν Ἀμπελάκια καὶ ἐν μέρει τὸ Μέγα Κεσερλῆ, πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Νέσσωνος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ λάβῃ θετικωτέρας πληροφορίας, καὶ ἂν τὰ πράγματα ἐπιβεβαιωθῶσιν, ὡς ἐγὼ δυστυχῶς δὲν ἀμφιβάλλω, νὰ κάμῃ τὰς δεούσας παραστάσεις ὄχι μόνον εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι, ὡς προχθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ λίαν εὐγλώττου λόγου, εἶναι πολὺ συμπαθεῖς πρὸς ἡμᾶς. Λοιπὸν ἐλπίζω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ μετέλθητε ὅλην ὑμῶν τὴν ἐνεργητικότητα, ὅπως φθάσητε εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα.
§49ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πληροφορίαν περὶ λεηλασίας τῶν Ἀμπελακίων καὶ ἐκστρατείας τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ πρὸς τὴν κωμόπολιν οὐδεμίαν ἔλαβον, εἰ καὶ ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐν Λαρίσῃ, ὑπάρχει δὲ καὶ ἐπὶ τῆς παλινοστήσεως ἐπίτροπος ἐν Βόλῳ. Μ’ ὅλα ταῦτα θὰ ζητήσω πληροφορίας καὶ θὰ προβῶ εἰς τὰς δεούσας παραστάσεις, ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ πληροφορίαι σας εἶναι ἀκριβεῖς.
§50ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ φροντίσητε νὰ τιμωρήσητε τοὺς ὑπαλλήλους σας, διότι ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβέσταται.
§51ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Λαρίσης καὶ Ἀθηνῶν δὲν εἶναι εὔκολος, καὶ δυνατὸν νὰ ἐστάλησαν εἰδήσεις, αἵτινες δὲν περιῆλθον εἰσέτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§52ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ἑνοποιήσεως τῶν ἐσωτερικῶν δανείων.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 60).
§54ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι, καίτοι ἐπίσημον ἀνακοίνωσιν τῶν ἀναγκαίων λεπτομερειῶν, ὅπως εὑρεθῶ εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου πρὸς ἀπότισιν τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, δὲν ἔχω τὴν στιγμὴν ταύτην, ἔχω ὅμως ἀπὸ τῆς τελευταίας ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ μεθ’ ὑμῶν, νεωτέρας πληροφορίας, ὅτι ἅπασαι ἐκεῖναι αἱ ἐνδιαφέρουσαι λεπτομέρειαι, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται συνεννόησις, ἐξ ἧς ἤρτηται ἡ ἐπίσημος ἀνακοίνωσις τῶν λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας χρειαζόμεθα διὰ τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, ἤρθησαν ἢ αἴρονται, ἐξαιρέσει ἐπουσιωδεστάτων πλέον τινῶν θεμάτων. Σημειώσατε, ὅτι αἱ λεπτομέρειαι ἐκεῖναι δὲν ἀφεώρων εἰς οἱανδήποτε ἀντίθεσιν γνώμης μεταξὺ τῶν τριῶν ἐγγυητριῶν Δυνάμεων καὶ τῶν μεσολαβούντων εἰς εὕρεσιν τοῦ δανείου καὶ τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ αἱ λεπτομέρειαι ἐκεῖναι ἦσαν καὶ εἶναι θέματα συζητήσεως μεταξὺ αὐτῶν τούτων τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τῶν ὁποίων ἑκάστη, ὡς ἐννοεῖται, προχείρως δύναται ἐπὶ ὡρισμένης λεπτομερείας νὰ ἔχῃ ἄλλην παρὰ τὴν ἑτέραν γνώμην. Αἱ συνεννοήσεις λοιπὸν αὗται ὡρίμασαν εὐτυχῶς. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω, ἂν αὔριον ἢ πότε ὡρισμένως, θὰ περατωθῶσιν, ὥστε νὰ εὑρεθῶ εἰς θέσιν νὰ σᾶς ὑποβάλω τὸ ὡρισμένον νομοσχέδιον. Ἀλλ’ νομίζω, ὅτι, ὅσον μοὶ ἐπιβάλλεται ἐξ ἑνὸς ἡ διάκρισις (discrétion), ἡ μὴ ἀνακοίνωσις ὅσων ἐμπιστευτικῶς γνωρίζω, τόσον ἐξ ἑτέρου μοὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἀνακοίνωσις τῶν εἰρημένων γεγονότων πρὸς ὑμᾶς, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἀποκατάστασις ὑμῶν κοινωνῶν τῆς χαρᾶς τῆς ἐνδομύχου, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνέκρινε νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἦσαν χρησιμώταται εἰς αὐτήν. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ χαρακτηρισμὸς, τὸν ὁποῖον ἔδωκε προχθὲς εἰς τὸν ἔλεγχον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἦτο ἠπιώτερος τοῦ ἀληθοῦς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐχαρακτήρισε τὸν ἔλεγχον οὐχὶ ἀγαθὸν πρᾶγμα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐχαρακτήρισεν αὐτὸν ὡς κακόν τι. Πρόκειται λοιπὸν μετ’ ὀλίγον καλούμενοι νὰ δώσωμεν τὴν τελευταίαν ἡμῶν ψῆφον ἐπὶ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἀνομολογεῖται ὅτι εἶναι κακόν· καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἀνομολογεῖ κακὸν, ἐγὼ βεβαιῶ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι εἶναι κάκιστον. Ἀφοῦ δὲ πρόκειται τοιαύτην σήμερον ὑποχρέωσιν ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους νὰ ἀναλάβωμεν, ψηφίζοντες εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔχομεν ἁπτὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐξετελέσθη ἢ θέλει ἐκτελεσθῆ ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθημεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τηλικαύτην θυσίαν, ὅτι ἐπραγματοποιήθη ἢ μέλλει νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐλπὶς τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον προεθέμεθα, ὑποβαλλόμενοι εἰς τὴν θυσίαν ταύτην. Διότι εἰς τὴν Βουλὴν οὐδὲν μέχρι τοῦδε κατετέθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου σχέδιον. Κατανοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι καὶ ἡμεῖς, οἵτινες κρινόμεθα ὡς μὴ ἔχοντες νομικὴν εὐθύνην δι’ ὅσα πράττομεν ἐνταῦθα, ἔχομεν ὅμως βαρεῖαν ἠθικὴν εὐθύνην, καὶ ὅτι πράττομεν πρᾶξιν μεγάλης μὲν φιλοπατρίας, ἀλλὰ λίαν παρακεκινδυνευμένην, ἐὰν ἐψηφίζομεν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἐλέγχου, οὐδεμίαν ὅμως εἴχομεν ἀπόδειξιν, οὐδεμίαν βεβαιότητα ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ τὸ δάνειον (ἐπιδοκιμασίαι) καὶ ἠθέλομεν πορισθῆ δι’ αὐτοῦ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦσαν δι’ ἡμᾶς χρησιμώταται. Ἀλλ’ ἀναγκαιότατον δι’ ἡμᾶς εἶναι προσέτι νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ποιήσηται ἀνακοίνωσίν τινα, ἂν οὐχὶ προσδιοριστικωτέραν, ἀλλ’ ἀνακοίνωσιν θετικωτέραν, καὶ νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει εὑρεθῆ ταχέως εἰς θέσιν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται τὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Μετὰ τῆς ἐλπίδος ταύτης τελειώνων, ἀπεκδέχομαι τοιαύτην βεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§56ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι εἶπον ἤδη, ὅτι ἡ προσδοκία μου, ἀνθρώπου ἄλλως μᾶλλον νηφαλίου καὶ ἀπαισιοδόξου, ἡ προσδοκία μου εἶναι, ὅτι τάχιστα θὰ εὑρεθῶ εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου καὶ ἑπομένως εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας δέον κατὰ τὴν συνθήκην νὰ κενωθῇ ἡ Θεσσαλία ὑπὸ τῶν Τούρκων. Παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος νὰ μὴ μοὶ ζητήσῃ περισσοτέρας ἐξηγήσεις. Παρακαλῶ πρὸς τούτοις νὰ μὴ μοὶ ζητήσῃ προθεσμίαν ὡρισμένην. Εἶπον καὶ προχθές, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, καὶ οὐδεὶς ἴσως εἶναι ἁρμοδιώτερος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος νὰ ἐννοήσῃ ὅ,τι λέγω...
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, ὅτι, ἂν δὲν ἀξιῶ προσδιοριστικωτέραν τινὰ πληροφορίαν περὶ τοῦ χρόνου τῆς εἰσαγωγῆς, παρακαλῶ μόνον ὑμᾶς νὰ δώσητε τὴν βεβαίωσιν, ὅτι θέλετε εἰσαγάγει τὸ νομοσχέδιον.
§58ΣΤΡΕΙΤ. Λοιπὸν εἶμαι εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ταχέως προσδοκῶ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ εὑρεθῶ εἰς θέσιν νὰ παρουσιασθῶ εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὸ ἀναγκαῖον ἐκεῖνο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μόνον δικαιολογοῦν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν. Σχετικῶς πρὸς τοῦτο, παρατηρῶ ἀκόμη, ὅτι οὕτως ἀντιλαμβάνονται τὸ γεγονὸς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ αὐτοὶ οἱ διεθνεῖς ἐπίτροποι, οἱ μετ’ ἐμοῦ συνεργασθέντες, καὶ αὐταὶ αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις, ὡς ἀποδεικνύει τὸ ἄρθρον 39, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου ἔσται, καὶ ἀφοῦ ψηφισθῇ καὶ ἀφοῦ δημοσιευθῇ, χάρτης ἄγραφος, ἐὰν μὴ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως (ἐπιδοκιμασίαι).
§59Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ πρὶν ὑποβάλητε τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου;
§60Ι. ΤΖΑΝΕΤΑΤΟΣ ΦΩΚΑΣ. Ἐν τῷ δήμῳ Πρόννων τῆς ἐπαρχίας Κραναίας ὑπάρχει χωρίον Ἀμπελᾶ ὀνομαζόμενον, κατοικούμενον ὑπὸ 80 οἰκογενειῶν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τούτου, οὐδεμίαν ἔχοντες ἰδίαν κτηματικὴν περιουσίαν, ἀποζῶσι καλλιεργοῦντες, ὡς ἀγρολῆπται αὐτοὶ καὶ πρὸ αὐτῶν οἱ πρόγονοί των πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, τὰ πέριξ τοῦ χωρίου των κτήματα τῆς Μονῆς Σησιωτῶν. Τὸ δὲ δικαίωμά των τοῦτο οὐδείς ποτε ἠμφισβήτησεν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς ἐνοικιαστῶν τῶν κτημάτων τῶν ἡγουμενικῶν συμβουλίων. Πρό τινος χρόνου περιῆλθον οὗτοι εἰς ῥῆξιν πρὸς τὸν Ἡγούμενον τῆς Μονῆς, διότι κατήγγειλαν τοῦτον ἐπὶ καταχρήσεσι τῆς διαχειρίσεώς του, θέλων δ’ οὗτος νὰ ἐκδικηθῇ αὐτοὺς, ἐπέτυχεν, ὅπως ὁ νομάρχης Κεφαλληνίας διὰ διαταγῆς του πρὸς τὴν ἀστυνομίαν τοὺς ἐκδιώξῃ καὶ τοὺς ἀποβάλῃ τῆς κατοχῆς τῶν κτημάτων των, δώσας εἰς ἄλλους νὰ καλλιεργήσωσιν αὐτά. Ἐπὶ ματαίῳ οὗτοι παρεπονέθησαν δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸν νομάρχην διὰ τὴν παράνομον ταύτην ἐνέργειάν του, ἐπὶ ματαίῳ παρέστησαν εἰς αὐτὸν, ὅτι, καὶ ἂν δικαίωμα δὲν ἔχουσι νὰ κατέχωσιν ὡς ἀγρολῆπται τὰ κτήματα ταῦτα, ἁρμοδία πρὸς λύσιν τῆς διαφορᾶς ταύτης θὰ ἦτο ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καὶ οὐχὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχή, διότι ὁ κ. νομάρχης δὲν ἤθελεν ἢ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ δίκαιόν των. Πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἔκαμα λόγον περὶ τῆς πράξεως ταύτης τοῦ νομάρχου, διότι ἐκ τῶν προτέρων ἐγίνωσκον, ὅτι θὰ ἔδιδε πρὸς αὐτὴν ἀνακριβεῖς πληροφορίας, ὅπως δικαιολογηθῇ. Ἐπροτίμησα ἕνεκα τούτου νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς ἐξελέγξω τὰς τυχὸν δοθησομένας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πληροφορίας τοῦ κ. νομάρχου, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς γιγνομένης ἀδικίας καὶ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐπανορθώσεως τῶν προσβληθέντων δικαιωμάτων τῶν συμπολιτῶν μου, ἐπιφυλασσόμενος καὶ ἄλλα ἔκτροπα τῆς διοικήσεως τοῦ κ. νομάρχου νὰ ἀναφέρω ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ἵνα μὴ ἐπὶ πλέον ἐπασχολήσω τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν ἀσχολεῖται περὶ σπουδαιοτέρων ζητημάτων.
§61ΒΟΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καλὸν θεωρῶ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, νὰ εἴπω ἐνταῦθα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν «μηδὲν ἄγαν», διότι αἱ ὑπερβολαὶ πάντοτε πολὺ μᾶς ἔβλαψαν· εἰς δὲ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ συστήσωσιν εἰς τὰ ὄργανά των νὰ μὴ ἐπιδεικνύωσιν ὑπερβολικὸν ζῆλον, διότι ὁ πνέων ἄνεμος δύναται νὰ προκαλέσῃ, καὶ νομίζω μάλιστα ὅτι προεκάλεσεν ἤδη, ἐπιδείξεις λίαν ἐπιζημίους εἰς τὸν τόπον. Ἀρκοῦμαι εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα σήμερον, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ πληροφοριῶν, αἵτινες μοὶ ἐδόθησαν περὶ τῶν συμβαινόντων ἀπό τινων ἡμερῶν...
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶσθε ὑπὲρ τῆς τάξεως;
§64Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς τάξεως, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν νόμων καὶ ὑπὲρ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Μὴ, μὴ, παρακαλῶ, ὑπερβολικὸν ζῆλον! Σοφώτατον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ «πᾶν μέτρον ἄριστον»· ἔχω δὲ οὐ μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον, ἵνα ἐγκαίρως συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποτρέψῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ ὑπερβολικὰς ἐπιδείξεις, αἵτινες δύνανται νὰ τοὺς παρασύρωσιν εἰς πράξεις ἀδίκους καὶ πολὺ ἐπιβλαβεῖς.
§65Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν οἱ ἐπὶ λιποταξίᾳ κατηγορούμενοι κρατοῦνται δυνάμει ἐντάλματος δικαστικοῦ ἢ δυνάμει διοικητικῆς διαταγῆς, καὶ ποῖα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς μετρίασιν τοῦ βασανισμοῦ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων... Δὲν ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργός;
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσῃ.
§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσῃ, διότι ἀπαντῶν εἰς τὸν Βουλευτὴν, ἀπαντᾷ πρὸς ὅλην τὴν Βουλήν. Εἶναι ἁπλῆ ἐρώτησις.
§68Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἵνα σᾶς ἀπαντήσω, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὡρισμένα πράγματα, καὶ ἵνα σᾶς εἴπω ὡρισμένα πράγματα, θὰ ἐξετάσω προηγουμένως. Κατὰ συνέπειαν θ’ ἀπαντήσω αὔριον ἢ μεθαύριον.
§69Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τούτου, πιστεύω, πάντες τὴν ἐννοεῖτε. Εἶναι χιλιάδες ἐφέδρων εἰς τὰς φυλακὰς, τῶν ὁποίων αἱ ἡλικίαι ἀπελύθησαν πρὸ πολλοῦ. Ἐπὶ 8 καὶ 10 μῆνας κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ οὐδεμία φροντὶς λαμβάνεται περὶ αὐτῶν. Αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ (αἱ στρατιωτικαὶ) εἶναι ἀδύνατον νὰ περατώσωσι τὰς ὑποθέσεις ταύτας. Γνωρίζει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι καθ’ ἑβδομάδα οὐδὲ 10 ὑποθέσεις τοιαῦται ἐκκαθαρίζονται ὑπὸ τῶν διαφόρων εἰσηγητῶν. Δὲν ἤλπιζον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν ἀποδυσπετήσει ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησιν, διότι ἐνόμιζον ὅτι, ἀφοῦ μάλιστα ἐγένετο Βουλευτὴς, θὰ ἦτο περισσότερον ζηλωτὴς τῶν δικαιωμάτων τῶν Βουλευτῶν. Ἐγὼ δὲν ἀξιῶ κανὲν ἰδιαίτερον δικαίωμα. Πρόκειται ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Τὴν Βουλὴν ἀφορῶσιν αἱ πληροφορίαι, οὐχὶ δὲ ἐμὲ, ὡς ἄτομον. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεκινήθη εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι μέγα πλῆθος κατηγορουμένων ὄχι μόνον ἐπὶ λιποταξίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ διαφόροις ἐγκλήμασι στρατιωτικοῖς, ἀπελύθησαν διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι δὲν ὑπῆρχε χῶρος ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἠναγκάσθην τότε νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι περισσοτέραν εὐλάβειαν ἔπρεπε νὰ τηρήσῃ εἰς τὸ δίκαιον τῆς ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων ἀπέναντι τοῦ νόμου, καὶ οὐχὶ τούτους μὲν νὰ ἀπολύσῃ διὰ τὸ τυχαῖον γεγονὸς, ὅτι δὲν ὑπῆρχε χῶρος εἰς τὰς φυλακὰς, τούτοις δὲ νὰ κρατῇ ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐνῷ ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι παρετήρησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἀφοῦ ἀπελύθησαν αἱ ἡλικίαι καὶ συνεπῶς οἱ εἰς αὐτὰς ὑπαγόμενοι εἶναι πολῖται καὶ δὲν δύνανται νὰ κρατῶνται ὑπὸ τὰς σημαίας, δὲν δύναται ν’ ἀσκηθῇ κατ’ αὐτῶν ἡ διοικητικὴ προφυλάκισις, ἀλλ’ ὅτι δυνάμει τοῦ Συντάγματος, ἵνα κρατηθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς, πρέπει νὰ ἐκδοθῇ κατ’ αὐτῶν ἔνταλμα προφυλακίσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέφρασε τότε, συγκεχυμένως μὲν, ἀλλ’ ἐξέφρασεν ἐναντίαν γνώμην, ὅτι καὶ ἄνευ ἐντάλματος φυλακίσεως δύναται νὰ τοὺς κρατῇ, ὅπως καὶ τοὺς κρατεῖ, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι δι’ αὐτοὺς εὑρέθησαν φυλακαὶ ἱκαναὶ νὰ τοὺς χορέσουν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἀπελύθησαν, διότι δὲν ὑπῆρχον φυλακαί. Ἐγὼ δὲν γιωρίζω, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομίζει ὅτι εἶναι εὐλαβὴς πρὸς τὸ Σύνταγμα, οὕτω πῶς ἀποφαινόμενος καὶ οὕτω πῶς ἑρμηνεύων αὐτὸ, ῥητῶς ἀναγράφον, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ κρατηθῇ εἰς τὰς φυλακὰς ἄνευ ἐντάλματος φυλακίσεως. Ἡ δικαιολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα τῆς φυλακίσεως, διότι αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ δὲν εἶναι ἀρκεταὶ πρὸς τοῦτο, δὲν εἶναι ἀποχρῶσα. Ἤλπιζον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ἐνόμιζεν ὅτι δὲν δύναται ἄλλως νὰ πράξῃ, ἤθελε λάβει μέτρον τι, τὸ ὁποῖον νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὸν βασανισμὸν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων· ἐνόμιζον ὅτι, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, ἤθελε συστήσει καὶ ἄλλα Στρατοδικεῖα, διότι δύναται νὰ συστήσῃ ἀκόμη δύο Στρατοδικεῖα, καὶ τοὺς εἰσηγητὰς νὰ πολλαπλασιάσῃ, καὶ ὅμως οὐδὲν ἔπραξε! Λησμονεῖ ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι πάντες ἔνοχοι· οὔτε τὸ δέκατον αὐτῶν καταδικάζεται, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ἀδίκως μένουσιν εἰς τὰς φυλακὰς ἄνθρωποι οἰκογενειάρχαι, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν ἑαυτοὺς θυσίαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος· λησμονεῖ δὲ, ὅτι πλεῖστοι τούτων εὑρίσκονται ἐν ταῖς φυλακαῖς καὶ ἕνεκα ἀταξίας αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, διότι πολλοί, λαβόντες ἀδείας ἀναῤῥωτικὰς καὶ μεταβάντες εἰς τὰς πατρίδας των, ἐκεῖ δὲ ἀσθενήσαντες, εἰσῆλθον εἰς τὰ κατὰ τόπους νοσοκομεῖα, ἀλλὰ τὰ νοσοκομεῖα αὐτὰ, ἕνεκα ἀταξίας τῆς ὑπηρεσίας των, δὲν εἰδοποίησαν τὰ σώματα τῶν εἰς αὐτὰ εἰσελθόντων, οὗτοι δὲ ἐκηρύχθησαν ἀδίκως λιποτάκται, καὶ μένουσιν εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ δέκα ἤδη μῆνας, διότι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ καθαρίσῃ τὰς ὑποθέσεις των! Εἶναι, Κύριοι, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀνεχθῇ κανείς, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι κύριος νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει· πρέπει νὰ σεβασθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, αἱ ὁποῖαι λέγουν ῥητῶς, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ κρατῇ τοὺς πολίτας εἰς τὴν φυλακὴν ἄνευ ἐντάλματος φυλακίσεως. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ παραπονεθῶ κατὰ τῆς διαγωγῆς αὐτῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος δυσκολεύεται ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου. Εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ἀπόκειται νὰ ὑποδείξητε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του.
§70Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων, ὅτι συνείθισα πάντοτε, ὑπηρετῶν εἰς τὸ στράτευμα, νὰ ἦμαι ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἐσεβάσθησαν τὴν πειθαρχίαν. Σᾶς διαβεβαιῶ ὡσαύτως, ὅτι γενόμενος Βουλευτὴς, ἀφοῦ τὸ ἔθνος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀναδείξῃ Βουλευτὴν, τὸ κύριον μέλημά μου εἶναι νὰ σεβασθῶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἦμαι πάντοτε εὐλαβὴς πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Διαβεβαιῶ ὅμως ὡσαύτως τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων, ὅτι οὐδέποτε συνείθισα νὰ πτοοῦμαι ἐκ τοῦ ἐπιβλητικοῦ ὕφους οὐδενός...
§71Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐδαμῶς, κύριε Ὑπουργέ. Παραπονέθην μόνον.
§72Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὰ παράπονά σας δὲν εἶναι ὀρθά. Εἶχον τὴν τιμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς προηγουμένην ἐποχὴν νὰ ἀναπτύξω, ὅτι, προκειμένου περὶ λιποτακτῶν, ἐφήρμοσα κατὰ γράμμα τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Σᾶς εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ οἱ λιποτάκται εἶναι πολυάριθμοι, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ὅλους τὸ γράμμα τοῦ νόμου, δι’ ὅσους μὲν δὲν ἐξεδόθη διαταγὴ περὶ ποινικῆς καταδιώξεως, διέταξα νὰ μεταβοῦν εἰς τὰς ἑστίας των, ἡ δὲ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη νὰ τοὺς ζητήσῃ ἐκεῖθεν, ἵνα δώσουν λόγον τῶν πράξεών των, δι’ ὅσους δὲ διέταξα τὴν ποινικὴν καταδίωξιν, δὲν ἔχω πλέον δικαίωμα νὰ ἐπέμβω, διότι εἶναι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ Στρατοδικείου. Πῶς θέλετε λοιπὸν δι’ αὐτοὺς σήμερον ἐγὼ νὰ ἐπέμβω, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ τοὺς ἀπολύσω; Αὐτὸ θὰ ἦτο παρανομία. Ὅσοι λοιπὸν εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς σήμερον, κρατοῦνται δυνάμει τῶν ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωσαν οἱ εἰσηγηταὶ τῶν Στρατοδικείων. Βεβαίως, ὅπως ἐξάγεται ἐκ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν κατόπιν τῶν ἐπερωτήσεων τοῦ κ. Φιλαρέτου, οἱ λιποτάκται εἶναι πολυάριθμοι, καὶ τὰ Στρατοδικεῖα δὲν ἐπαρκοῦν ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, δὲ εἶναι ὀρθὸν, ὅτι δηλ. ἐκδικάζονται ἓξ ἕως ἑπτὰ καθ’ ἑκάστην, διότι πολὺ περισσότεροι ἐξέρχονται τῶν φυλακῶν, μεταβαίνοντες εἰς τὰς ἑστίας των, κατόπιν τῶν ἀποφάσεων τῶν Στρατοδικείων. Εἶχον κατὰ νοῦν, Κύριοι, νὰ σᾶς ὑποβάλω σχέδιον νόμου περὶ συστάσεως δύο Στρατοδικείων ἀκόμη, τὰ ὁποῖα νὰ ἐκδικάζουν εἰδικῶς τὰς λιποταξίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχω ὑπὸ μελέτην, καὶ πιστεύω, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ συστάσεως δύο εἰσέτι Στρατοδικείων· οὕτω δὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν λιποτακτῶν ἐλπίζω, ὅτι θὰ τελειώσῃ ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος οὐχὶ μακροῦ.
§73Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Βεβαίως τὰ παράπονα ἠγέρθησαν ἐκ μιᾶς ἀνισότητος ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, καὶ ἡ ὁποία εἶναι πολὺ μεγάλη. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀνισότητος εἶναι ἄλλο, καὶ ἄλλο ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων. Δὲν ἔχω ἐδῶ πρόχειρον τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ τὸ καθῆκόν του, διότι διεβίβασε τὰς καταγγελίας εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς, καὶ δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ σταματήσῃ τὴν κίνησιν τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Ὁ εἰσηγητής, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, ἔχουσιν ὡρισμένα καθήκοντα ἐν τῷ στρατιωτικῷ ποινικῷ νόμῳ, καὶ ἐκεῖνοι δύνανται πλέον ν’ ἀποφανθῶσιν, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἀπολύσεως ἢ οὔ. Ἴσως δύναται νὰ φθάσῃ κατὰ τὴν προδικασίαν στιγμή, καθ’ ἣν δι’ ἕνα ἕκαστον δύναται νὰ ἀποφανθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα· ἀλλὰ διὰ γενικοῦ μέτρου νὰ διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν προφυλακισμένων, εἶναι ἀδύνατον. Βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα, διότι τὸ κακὸν εἶναι μέγιστον, ἰδίως δὲ ἡ ἀνισότης, καὶ διότι οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς εὑρισκόμενοι, ἂν μὲν καταδικασθῶσιν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συμψηφισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως πρὸς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς, ἀλλ’ ἂν ἀθωωθῶσι, τίς θὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ; Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἀπολεσθῇ στιγμή, ὅπως ληφθῶσι μέτρα συντονώτατα πρὸς ταχυτέραν διεκπεραίωσιν τῆς ἐκκρεμοῦς αὐτῆς καταστάσεως.
§74Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐμέμφθην τὸν κ. Ὑπουργόν. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ εἴπω, νὰ ληφθοῦν συντονώτατα μέτρα πρὸς σωτηρίαν τῶν ἀδίκως φυλακισμένων. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ δὲν προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐνταλμάτων φυλακίσεως, πρέπει νὰ τοὺς ἀπολύσῃ.
§75Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἔφεδροι, τῶν ὁποίων τὸ Κράτος ἐκμυζᾷ καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης τὸ αἷμα διὰ τῶν δυσβαστάκτων καὶ ἀνίσων φόρων, καὶ κατὰ τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον, ὅτε προσεκλήθησαν αἱ ἡλικίαι, μετὰ προθυμίας καὶ ἐνθουσιασμοῦ προσέτρεξαν εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος, ἐγκαταλείψαντες καὶ οἰκογένειαν καὶ κτήματα καὶ αὐτὸ τὸ ἐπαγγελμά των, δι’ οὗ ἐπορίζοντο τὸν ξηρὸν ἄρτον τῶν οἰκογενειῶν των, καὶ κατετάχθησαν ὑπὸ τὰ ὅπλα· δὲν λέγω, ὡς ὤφειλον, ὑπὸ τὰς σημαίας, διότι αὗται ἐξήστραπτον διὰ τῆς ἀφανείας των· τὸ εἴδωλον παντὸς Ἕλληνος, αἱ σημαῖαι, εἰς τὴν θέαν μόνον τῶν ὁποίων συγκινοῦνται, ἀναζωπυροῦνται καὶ λαμβάνουσι θάῤῥος καὶ οἱ δειλότεροι τῶν ἀνθρώπων, ἔμενον ἐπιμελῶς περιτετυλιγμέναι, διὰ νὰ μὴ πάθωσι, φαίνεται, ἀπὸ τὰς ἀτμοσφαιρικὰς μεταβολάς, ἐντὸς ἀδιαβρόχου, καί τινες τούτων εὑρίσκοντο μακράν, πολὺ μακρὰν τοῦ τόπου τῶν συμπλοκῶν. Τοὺς ἐφέδρους τούτους, οἵτινες προθύμως προσῆλθον εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος, καὶ ὑπέστησαν ἅπαντας τοὺς κινδύνους τοῦ ἀτυχοῦς ἡμῶν πολέμου, τὰς κακουχίας καὶ ἀναριθμήτους στερήσεις, ἀπαλλαγέντας ἐσχάτως καὶ ἐπανελθόντας εἰς τὰς ἑστίας των, ὄχι διὰ νὰ ἀναπαυθῶσιν, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀναπληρώσωσι διὰ τοῦ ἱδρῶτος αὐτῶν τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστησαν ὡς ἐκ τῆς ἀπουσίας των, ἔρχεται ἡ Πολιτεία, ἀχάριστος, καὶ πρὸς ἀνταμοιβὴν τοὺς καταζητεῖ νὰ πληρώσωσι φόρον ἐπαγγέλματος διὰ τὸ ἔτος 1897, δι’ ὃν χρόνον δηλαδὴ διετέλουν ὑπὸ τὰ ὅπλα καὶ δὲν ἐξήσκουν τὸ ἐπάγγελμά των· ὅπερ λίαν ἄδικον καὶ σκληρόν. Ὡς ἐκ τούτου θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ θερμῶς εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ προσθέτου φόρου, λόγῳ καθυστερήσεως, καὶ τῶν τόκων ὑπερημερίας, ἀλλὰ νὰ διατάξῃ τὴν πλήρη ἀπαλλαγήν των ἀπὸ τῆς πληρωμῆς φόρου ὅλως ἀνυπάρκτου καὶ μὴ ὀφειλομένου.
§76ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἶναι γνωστόν, Κύριοι, τὰ τῆς σταφίδος εἰσῆλθον εἰς ὁδὸν βελτιώσεως, αἱ δὲ τιμαὶ τῆς παρελθούσης ἐσοδείας ὑπῆρξαν ὁπωσδήποτε ἱκανοποιητικαί, ἵνα μὴ εἴπω εὐχάριστοι. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς εὐελπίσῃ πέραν τοῦ δέοντος καὶ νὰ κολακευθῶμεν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ σταφὶς ἐξῆλθεν ὁριστικῶς τῆς ἀπειλητικῆς κρίσεως, εἰς ἣν εὑρίσκετο, διότι μία ἄφθονος ἐσοδεία δύναται καὶ πάλιν νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν κρίσιν ὀξυτέραν, ἂν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν προσπαθήσωμεν νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς εὑρέσεως νέων ἀγορῶν. Τὰ περὶ τούτου δὲν εἶναι ἀντικείμενον σημερινῆς συζητήσεως, διότι ἄλλα ἐπείγοντα ζητήματα προκαλοῦσι πλειότερον τὴν προσοχήν μας· ὤφειλον ὅμως, ἐνδοὺς καὶ εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ Συνδέσμου τῶν εἰσαγωγέων τῆς σταφίδος ἐν Λονδίνῳ καὶ εἰς τὰς ἐμὰς πεποιθήσεις, νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Ἀφ’ ὅτου κατηργήθη ὁ νόμος, δι’ οὗ ἀπηγορεύετο ἡ ἐξαγωγὴ σταφιδοκάρπου πρὸ τῆς 16 Αὐγούστου, ἡ ποιότης τῆς σταφίδος ἐχειροτέρευσεν, ἐνῷ κατὰ τὰ 4 ἔτη, τὰ ὁποῖα ἠκολούθησαν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1892, τὰ τῆς ποιότητος τῆς σταφίδος εἶχον εἰσέλθει εἰς ὁδὸν ἐπαισθητῆς βελτιώσεως, διότι καὶ ὁ τρυγητὸς ἐγίνετο ὅταν ἔπρεπε, καὶ ἡ ἀποξήρανσις τελειοτέρα, καὶ ὁ καθαρισμὸς ἐπαρκέστερος. Κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν ὅμως τῆς ἐσοδείας τοῦ 1896 καὶ 1897 παράπονα ζωηρὰ, ἵνα μοὶ εἴπω κραυγαὶ ἀγανακτήσεως, ἠγέρθησαν ἐξ Ἀγγλίας, Γερμανίας, Ἀμερικῆς καὶ Αὐστραλίας, ὅτι ἀποστέλλεται εἰς τὰς ἀγοράς των ἐνίοτε καρπὸς, ὡς ἐκ τοῦ ἀώρου τρυγητοῦ καὶ τῆς ἀτελοῦς ἀποξηράνσεως, ἀποσυντεθειμένος, κἄτι τι ἄλλο παρὰ σταφὶς, μία μάζα ἐλεεινή! Ταῦτα δὲ τὰ ἀτοπήματα προῆλθον, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν εἰδότων, καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Συνδέσμου τῶν εἰσαγωγέων σταφιδοκάρπου ἐν Λονδίνῳ, οἵτινες καὶ ἀναφορὰν περὶ τούτου ἀπηύθυναν πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ ἀρίστου ἐκείνου νόμου, δι’ οὗ ἀπηγορεύετο ἡ ἐξαγωγὴ σταφιδοκάρπου πρὸ τῆς 16 Αὐγούστου. Ὁ νόμος ἐκεῖνος κατηργήθη κατὰ τὸ 1896...
§77ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1897.
§78ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι κατὰ τὸ 1896, καὶ κατηργήθη τῇ προτάσει τοῦ κ. Δαγρὲ, ὃν βλέπω ἀνησυχοῦντα.
§79ΜΠΟΥΤΟΣ. Καὶ πολλῶν ἄλλων.
§80Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῶν εἰρημένων παραστάσεων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων ἐκ Πατρῶν πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπανέρχονται ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν σημείωμα τῶν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας του ἀπονεμηθεισῶν Β. χαρίτων, μετὰ μνείας τῆς πατρίδος τοῦ καταδίκου, καὶ μετὰ τῶν ἐγγράφων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ἢ γνωμοδοτήσεων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ἑκάστη ἀπονεμηθεῖσα χάρις.
§81ΔΑΓΡΕΣ. Ἀγνοῶ, κ. Πρόεδρε, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀκροᾶται ἡμῶν ἑκάστοτε περὶ τῶν αὐτῶν ζητημάτων. Φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς ἐκουράσθησαν πλέον, ἀκούοντες πάντοτε τὰ αὐτὰ ζητήματα. Δὲν παρῆλθεν ἔτος, καθ’ ὃ ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου τὴν ἰσχὺν ἐπικαλεῖται ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, κατηργήθη, καὶ πάλιν ζητοῦμεν νὰ ἐπανέλθῃ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ καταργηθείς! Ἐὰν νομίζωσιν οἱ ἐν Πάτραις, ὅτι πρέπει αὐτοὶ νὰ κανονίζουν τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ, οἱ δὲ Καλάμιοι καὶ οἱ Μεσσήνιοι στεντωρείᾳ τῇ φωνῇ θέλουσι διαμαρτυρηθῆ καὶ πολεμήσει τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον.
§82Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ πολλάκις συμβαίνει, ὥστε εἴς τινα Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ δυσκολεύηται τὸ ζήτημα τῆς νομίμου ἀπαρτίας, ἐντεῦθεν δὲ ἐπέρχεται ζημία εἰς τοὺς δήμους, διότι κατὰ νόμον τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια διορίζουσι τοὺς πληρεξουσίους τῶν δήμων ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον κανονίζεται ὁ τρόπος, δι’ οὗ διορίζονται οἱ νόμιμοι πληρεξούσιοι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων κατ’ ἄλλον τρόπον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος σήμερον ἰσχύει.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 62). Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος, Βελγίου, Γαλλίας, Ἰταλίας καὶ Ἑλβετίας προσθέτου συμβάσεως περὶ ἐπαυξήσεως τῶν ἐν ταῖς χώραις τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως κυκλοφορούντων ἀργυρῶν κερμάτων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898, διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ 1898).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤθελον ν’ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν. Ἐπεθύμουν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ποιήσηται γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν τὰ ἔργα τοῦ παρὰ τῇ διεθνεῖ ἐπιτροπῇ τοῦ ἐλέγχου διορισθησομένου κατὰ τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον περὶ ἐλέγχου Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ἐὰν τὰ καθήκοντα αὐτοῦ θέλουσι κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος. Διότι ὁ προσδιορισμὸς, τὸν ὁποῖον ἀναγινώσκω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἐλέγχου, μοὶ φαίνεται λίαν ἀσαφὴς, λίαν συνεπτυγμένος. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἤθελον ἑρμηνευθῆ ἡ περὶ τούτου διάταξις τοῦ μνημονευθέντος νομοσχεδίου ὑπὸ τὴν στενωτέραν σημασίαν τῆς φράσεως, μοὶ φαίνεται ὅτι ἀποβαίνει ἡ δημιουργία τῆς θέσεως ἄχρηστος πολυτέλεια καὶ ἡ θέσις ὅλως περιττή. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 παραγράφου βʹ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐλέγχου. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην ὁ πρόεδρος τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς ἀντιπροσωπεύει ταύτην παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει, ἑπομένως κατεστάθη ὑπὸ τοῦ νόμου ὄργανον διὰ τὰς μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς συνεννοήσεις, τὸ ὁποῖον θ’ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν διεθνῆ ἐπιτροπὴν παρὰ τῇ Κυβερνήσει, καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀπευθύνεσθαι, ἐὰν ἔχῃ νὰ ποιήσηται ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν διεθνῆ ἐπιτροπήν. Ἐὰν λοιπὸν μόνον διὰ τοιαύτας ἀνακοινώσεις συνιστῶμεν τὴν θέσιν τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, συνιστῶμεν ἀληθῶς θέσιν πολυτελείας, διότι οὐδεμίαν θέλει προσενέγκει ἄλλην ὑπηρεσίαν ἀπὸ ἐκείνην. Πράγματι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου ὁρίζει, ὅτι διορίζεται Βασιλικὸς Ἐπίτροπος πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν μεταξὺ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ δημοσίου συνεννοήσεων. Ἐὰν λοιπὸν πρόκειται μόνον νὰ ἦναι ὄργανον συνεννοήσεων, νὰ ἦναι κομιστὴς ἀγγελιῶν καὶ ἀνακοινώσεων, εἶναι περιττὸν νὰ πληρώνωμεν μισθὸν καὶ νὰ ἱδρύωμεν θέσιν, ἡ ὁποία θὰ εἶχε σημασίαν, μόνον ἐὰν ἤθελεν ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἔχει καθήκοντα σπουδαιότερα. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ δηλώσῃ, ἐὰν σκοπῇ νὰ προκαλέσῃ εἴτε νόμον εἴτε βασιλικὸν διάταγμα πρὸς προσδιορισμὸν τῶν σπουδαιοτέρων τούτων καθηκόντων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ὧν τὸ παρελθὸν Σάββατον εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀφῄρεσεν ἀπὸ ἡμᾶς πᾶσαν ἐλπίδα, ὅτι ἠθέλομεν ἐπιτύχει βελτίωσίν τινα τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐὰν τοιαύτην τινὰ ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει ὡς ἀναγκαίαν καὶ ἠθέλομεν λάβει τὸ θάῤῥος νὰ ζητήσωμεν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω οὐδὲν περὶ τῆς ἱστορίας τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἐλέγχου. Καὶ ἐὰν μὲν ἀναδράμωμεν εἰς τὰ κυβερνητικὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφερον τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλλάδος, τὰ πράγματα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἱστορίαν. Ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ εἴπω τι καὶ περὶ τῆς δευτέρας περιόδου τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἤτοι περὶ τῆς μὴ συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ κατὰ τὸ πρὸ τοῦ πολέμου διάστημα· ἀλλ’ ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν διαχειρισαμένων τὰ δημόσια κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον ἤμην καὶ ἐγὼ, δὲν ἀποκρύπτω, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω πᾶσαν ἐν πάσῃ περιστάσει εὐθύνην, διατὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ τελειώσω τὸν συμβιβασμὸν, διατὶ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ φθάσω εἰς συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Καὶ ἐὰν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ καταφρονῶ αἰτιάσεις μωρὰς ἢ κακοβούλους, δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀποφύγω εὐθύνας· ἕνεκα τούτου δὲν ἐπιλαμβάνομαι ἐγὼ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλ’ ἄν τις θέλῃ νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῆς, θέλει μὲ εὕρει πρόθυμον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐφθάσαμεν τέλος πάντων εἰς τὸν πόλεμον, καὶ ἀφοῦ ὁ πόλεμος εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν ἐπιβολὴν εἰς τὸ Κράτος τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, ἤλπιζον ὅτι, ἐὰν ἐπεβλήθη ἡ ἀρχὴ τοῦ ἐλέγχου εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν ἡμεῖς ἕνεκα τούτου δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν «θέλομεν» ἢ «δὲν θέλομεν», ἤλπιζον ὅτι κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ προσπαθήσωμεν ὡς Κράτος νὰ μειώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὰ βάρη τοῦ ἐλέγχου, καὶ ἠθέλομεν ἐπιτύχει βελτίωσιν, μὴ ἐλαττοῦσαν τὸ παράπαν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει τὸ Κράτος εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, μὴ μειώνουσαν τὴν ἀσφάλειαν αὐτῶν πρὸς ἀπολαυὴν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ συμβιβασμὸς παρέχει εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ μὴ μειώνουσαν καὶ τὴν θέσιν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο δὲν χρησιμεύει, ἂν παραστήσω ὅτι ἦτο ὑπέρμετρος καὶ ἄδικος ὁ προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος εἰς 165 λεπ. πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ ἐκ τῆς μειώσεως τῆς ἀγοραίας τιμῆς τοῦ συναλλάγματος παραγομένου κέρδους καὶ πρὸς κανονισμὸν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τοὺς δανειστὰς, ἵνα μετέχωσι τοῦ ἐκ τῆς μειώσεως ταύτης κέρδους. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τὸ συνάλλαγμα ἐκυμαίνετο ἄλλοτε μεταξὺ τῶν 170 λεπ. καὶ 175, καὶ ἐνθυμοῦμαι μετὰ πόσης προθυμίας καὶ μετὰ πόσης ἐπιμόνου θελήσεως ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, μὴ διαχειριζόμενος τότε τὰ κοινὰ, ἀλλ’ ἀναδεχθεὶς ἐργασίαν τοῦ Κράτους, ἕνεκα τοῦ συμφέροντος τοῦ μεγάλου καταστήματος, τὸ ὁποῖον διώκει, ἐνθυμοῦμαι, λέγω, μετὰ πόσης ἐπιμονῆς προσεπάθει τότε νὰ πείσῃ ἐκείνους, μεθ’ ὧν συνεννοεῖτο, ἵνα δεχθῶσι τιμὴν συναλλάγματος ἐλάσσονα τῆς τρεχούσης κατὰ 10 λεπτά. Ἀλλὰ νῦν, κατὰ Φεβρουάριον, ὅτε ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος δὲν ἀνέρχεται πλέον εἰς λεπ. 170, ἀλλὰ εἰς λεπτὰ 150, δὲν ἐγένετο δεκτὸν νὰ προσδιορισθῇ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος κατὰ δέκα λεπτὰ ἐλάσσων τῆς ἀγοραίας τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ὡς ἐγένετο τότε, ἀλλὰ νὰ προσδιορισθῇ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος εἰς λεπτὰ 165, ἤτοι δέκα πέντε λεπτὰ ὑπὲρ τὴν ἀγοραίαν τιμήν. Ἠδυνάμην νὰ προβάλω δισταγμὸν, οὐχὶ διότι ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν μετῆλθεν ὅλα τὰ προσιτὰ αὐτῷ μέσα, ἵνα πείσῃ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου, ἀλλὰ διότι καθ’ ὅλας τὰς ὑποτιθεμένας ἐπιμόνους παραστάσεις αὑτοῦ τὸ Κοινοβούλιον εἶχε μείνει ξένον καὶ μεμακρυσμένον. Ἑπομένως εὔλογον ἦτο, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἀξιώσῃ προσοχῆς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ πεισθῶσι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου, ἵνα δεχθῶσι τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος ἥσσονα τῶν λεπτῶν 165. Ἀλλὰ τὴν ἐλπίδα ταύτην μοὶ ἀφῄρεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ὧν εἶπε προχθές. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ λόγου αὐτοῦ, ἀλλὰ μοὶ ἀφῃρέθη τὸ δικαίωμα, ἵνα ἀπευθύνω καὶ περὶ τούτου παράστασίν τινα εἰς τὴν Βουλήν. Ὡσαύτως ἠδυνάμην νὰ ἐκφράσω ἐπιθυμίαν, ἵνα γένηται ἔρευνά τις περὶ ἄλλης διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐλέγχου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ τόκοι τῶν ἐξαγοραζομένων ἢ διὰ κληρώσεως ἀποσβεννυμένων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου νὰ μὴ παραχωρῶνται πάντες ἀκέραιοι, ἄνευ οὐδεμιᾶς συμμετοχῆς τοῦ Κράτους εἰς τὸ σύνολον τῶν χρημάτων, τῶν προοριζομένων πρὸς πληρωμὴν τόκων· ἀλλ’ οὐδὲ περὶ ταύτης ἔχω ἐλπίδα, ὅτι ἤθελε γείνῃ ἀπόπειρά τις σκόπιμος, ἐξ ἐναντίας μᾶς ἐνεδείχθη, ὅτι πᾶσα αἴτησις τοιαύτη ἤθελε φέρει βραδύτητα, ἐγὼ δὲ δὲν θέλω νὰ γένωμαι παραίτιος οὐδεμιᾶς βραδύτητος. Ἀλλὰ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τάχα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο μοὶ φαίνεται δυνάμενον νὰ ἐμποιήσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς μεταβολῆς; Ἀνέγνων εἰς διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀλλαχοῦ, ὅτι τὸ νέον καταστατικὸν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων καὶ πάντες οἱ κανονισμοὶ αὐτῆς καὶ πάντα τὰ κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας αὐτῆς, πάντα ταῦτα θέλουσι κανονισθῆ διὰ καταστατικοῦ, τὸ ὁποῖον, μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς ἢ τῶν Κυβερνήσεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, θέλει κυρωθῆ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος· ἑπομένως ἀποξενοῦται τὸ Κοινοβούλιον πάσης ἐρεύνης περὶ τούτου. Καὶ ναὶ μὲν διὰ Β. Διατάγματος κυροῦνται τὰ καταστατικὰ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἀλλὰ τὸ Κοινοβούλιον εἶχε δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὰ ἐκδιδόμενα διατάγματα πρὸς κύρωσιν τῶν καταστατικῶν, ἐλέγχον τοὺς Ὑπουργούς. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὰ καταστατικὰ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ νὰ κρίνῃ ἐὰν καὶ κατὰ τί ταῦτα ἀντιβαίνουσιν εἰς συμφέροντα ἰδιωτικὰ ἢ δημόσια, τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ παραιτεῖ νῦν ἐπὶ τοῦ καταστατικοῦ τῆς νέας ἑταιρίας, οὕτω δὲ θὰ ἐκδοθῇ διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι τυπικόν, ὅπως τυπικὴ εἶναι καὶ ἡ ἐργασία ἡμῶν αὕτη, ἀφοῦ ἐκλήθημεν νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐὰν κατὰ τύπους ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσωμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν. Ἑπομένως καὶ ὁ Ὑπουργὸς θὰ ὑποβάλῃ τὸ καταστατικὸν τοῦτο εἰς τὴν βασιλικὴν κύρωσιν, ἀλλὰ κατὰ ἥσσονα λόγον θέλει ἔχει τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν δύναμιν νὰ μεταβάλῃ αὐτὸ, ἀφοῦ ἔχει ἐγκριθῆ ὑπὸ τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐὰν πάντα ταῦτα οὕτως ἔχωσι καὶ ἐπὶ πάντων τούτων ὀφείλω οὐδεμίαν νὰ ἀνακοινώσω ἀξίωσιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι θέλει μοὶ ἐπαναλάβει ὅ,τι εἶπε προχθές, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἐπιθυμήσω νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν κόπον τοῦτον ἐκ νέου, ἀναγκάζομαι νὰ βλέπω μὲ «κῆρ ἀχνύμενον» τὰ συντελούμενα καὶ νὰ σιωπῶ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτόν: Τάχα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι τὰ ἔργα τοῦ Β. Ἐπιτρόπου; Δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ ἔργα ταῦτα νὰ μὴ καθιστῶσιν αὐτὸν ἁπλοῦν Ἑρμῆν;—διότι ὁ δυστυχὴς δὲν θὰ ἦναι ἄλλο ἢ ἁπλοῦς Ἑρμῆς, τὸν ὁποῖον ἡ διεθνὴς ἐπιτροπὴ θὰ στέλλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἐπιτροπήν!—Εἶναι ἔργα μᾶλλον κλητῆρος ἢ ἔργα δημοσίου λειτουργοῦ! Νὰ ἀξιώσω τι περισσότερον τούτου; Νὰ ἐρωτήσω, δὲν εἶναι δυνατὸν τάχα ἀντὶ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου νὰ ἔχωμεν μέλος εἰς τὴν διεθνῆ ἐπιτροπήν; Βεβαίως ἡ ἀπαίτησις εἶναι ὑπέρογκος· ὑπέρογκος ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ὑπέρογκος, ὄχι, κατὰ τὴν κρίσιν μου,—διότι δὲν πιστεύω, ὅτι ἄνθρωποι τοσοῦτον διακεκριμένοι, οἷοι εἶναι τὰ μέλη τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς, δὲν θ’ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι, ὅπως παρίστανται ἐν τῇ διεθνεῖ ἐπιτροπῇ, ἐκλεχθέντες ὑπὸ τῶν οἰκείων αὐτῶν Κυβερνήσεων, τὰ μέλη αὐτῆς, ἵνα προστατεύωσι τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν τῶν ἀλλοδαπῶν, ὑπάρχουσι πλὴν αὐτῶν καὶ δανεισταὶ Ἕλληνες, κατέχοντες ἴσως τὸ τρίτον τῶν Ἑλληνικῶν τίτλων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντιπροσωπεύονται εἰμὴ ὑπὸ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ὁ ὁποῖος θέλει κομίζει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἀγγέλματα τῆς ἐπιτροπῆς,— ἀλλὰ, λέγω, ἡ ἀπαίτησις εἶναι ὑπέρμετρος, καθὼς ἔχουσι τὰ πράγματα καὶ ὡς τὰ παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τολμῶ οὔτε κατὰ τοῦτο νὰ ἐνοχλήσω αὐτὸν, ἀλλ’ ἀρκοῦμαι νὰ τὸν παρακαλέσω μόνον διὰ τὸν Β. Ἐπίτροπον νὰ μᾶς δηλώσῃ: σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ εἰς αὐτὸν ἔργα σπουδαιότερα τοῦ κομιστοῦ τῶν ἐγγράφων; Καὶ δὲν νομίζει καλὸν, ἐὰν μόνον αὐτὰ τὰ ἔργα ἀνατεθῶσιν εἰς αὐτὸν, νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τοῦ βάρους καὶ τῆς ἐνασκήσεως τοιαύτης ὑπηρεσίας;
§86ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περιορίζω τὴν ἀπάντησίν μου εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ σεβαστοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος περὶ τοῦ προορισμοῦ τῆς θέσεως τοῦ Β. Ἐπιτρόπου. Περὶ τῶν λοιπῶν αὐτὸς οὗτος μὲ ἀπήλλαξε τῆς ἀνάγκης νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον, καὶ τῷ εἶμαι εὐγνώμων ἐπὶ τούτῳ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν Β. Ἐπίτροπον παρὰ τῇ διεθνεῖ ἐπιτροπῇ, ἡ ἰδέα ἡ ὑπαγορεύσασά μοι τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος μετὰ τῶν κ. κ. ἐλεγκτῶν συζήτησιν ὑπῆρξεν, ὅτι, προκειμένης ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν Μ. Δυνάμεων, ἤτοι ἐκ ξένων, ἐξ ἀλλοδαπῶν, ἀγνοούντων τὰ καθ’ ἡμᾶς, ἀγνοούντων τὰς λεπτομερείας τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἀγνοούντων τὸν μηχανισμὸν τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ἐνδιαφερουσῶν αὐτοὺς ἐν ᾗ θέσει τάσσονται, ἤθελεν εἶναι χρήσιμος λειτουργὸς τοῦ Κράτους, τυγχάνων παρ’ αὐτοῖς καὶ πληροφορῶν αὐτοὺς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἂν μὴ ἐπληροφόρει οὗτος, θὰ ἦσαν ἠναγκασμένοι ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητῶσιν, ὅπως πληροφορῶνται, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ἴσως οὐχὶ πολὺ εὐάρεστον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν θέσιν. Ἀλλὰ παρὰ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ ἐν λόγῳ ἐπιτρόπου ἐνόμισα, ὅτι εὐστοχώτερον ἠδύναντο νὰ παρασχεθῶσιν εἰς τὴν ἐλεγκτικὴν ἐπιτροπὴν ἢ ἐὰν ἔθετον εἰς διηνεκῆ συνάφειαν τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἑτέραν χρησιμότητα ἤθελεν ἔχει ὁ ἐν λόγῳ λειτουργὸς ἐν τῇ περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντίληψις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης περὶ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας οἱασδήποτε καὶ τῆς ἐφαρμογῆς οἱουδήποτε τῶν θεσμῶν τῶν σχετικῶν πρὸς τοὺς φόρους, ὧν τὴν ἐπίβλεψιν εἰδικώτερον διὰ τοῦ ἐν λόγῳ νόμου λαμβάνουσιν, ὅτι, λέγω, οἱαδήποτε ἀντίληψις αὐτῶν, εἴτε πεπλανημένη, εἴτε ὀρθὴ, εἴτε παρεξηγουμένη, ὡς προερχομένη ἐκ προθέσεων δὲν ἠξεύρω ποίων, ἀντὶ νὰ τοὺς ὁδηγῇ ἀμέσως, εἴτε διὰ τοῦ προέδρου αὐτῶν, τῶν ἀντιπροσωπεύοντος αὐτοὺς παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνόμισα ὅτι ἦτο ὀρθότερον νὰ τοῖς παρασχεθῇ ἓν μέσον, ὅπως τὰς πληροφορίας, τὰς ἐξηγήσεις, τὰς σημασίας, τὴν ἄρσιν τῶν παρεξηγήσεων, πάντα ταῦτα ζητῶσι παρὰ δημοσίου προσώπου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνόμισα ὀρθὸν νὰ ὁρισθῇ θέσις ὑπαλλήλου περιωπῆς, ἰσοβάθμιος τῷ ἐπιτρόπῳ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ἵνα ἔχῃ τὴν προσήκουσαν ὁ ἐν λόγῳ λειτουργὸς βαρύτητα, ἵνα ὦμεν εἰς θέσιν νὰ ὁρίσωμεν πρόσωπον κεκτημένον τὰ στοιχεῖα καὶ τὰς γνώσεις τὰς ἀπαιτουμένας ἐπὶ τὴν λειτουργίαν αὐτήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν εὐστοχώτερον διὰ Β. Διατάγματος κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν τῆς ὑπηρεσίας τούτου, ὁμολογῶ ὅτι δὲν βλέπω τὸ κώλυμα. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν βλέπω τὸ κώλυμα νὰ κανονισθῇ ἡ παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν λειτουργία καὶ θέσις τοῦ ἐν λόγῳ ἀνωτάτου ὑπαλλήλου. Ἡ δὲ ἔκφρασις, τῆς ὁποίας χρῆσιν ποιεῖται τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου, νομίζω ὅτι δὲν συντελεῖ βεβαίως εἰς κώλυμα ἐπὶ τούτῳ, διότι ἐπεξηγεῖ ἁπλῶς ἡ διάταξις ἐκείνη τὴν θέσιν τοῦ λειτουργοῦ, ὡς διαμέσου μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν, μεθ’ ὅλον τὸν γνωστὸν καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς σεβασμόν μου πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ μετ’ αὐτοῦ, ὡς τόσον ἀδιάφορον δὲν δύναμαι ν’ ἀντιληφθῶ, ὅπως ἀντιλαμβάνεται, ὅτι θὰ ἦναι ἡ δημιουργία τῆς θέσεως αὐτῆς δημιουργία ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας καλοῦσι Γαλλιστὶ sinécure. Νομίζω ὅτι τὰ εἰρημένα εἶναι ἐπαρκῆ.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι θέλετε εὐαρεστηθῆ νὰ ἀναμνησθῆτε ἢ ν’ ἀναζητήσητε ἐν τῇ νομοθεσίᾳ νὰ εὕρητε τοὺς κανονισμούς, οἵτινες κανονίζουσι τὰ ἔργα τοῦ Β. Ἐπιτρόπου παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Ὁ Β. Ἐπίτροπος παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ οὐδαμῶς οὐδὲν ἔχει δικαίωμα, ἵνα ἀναμιγνύηται εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὅλων τῶν ὑποθέσεων, καὶ ἄν που ἴδῃ τὸν νόμον παραβαινόμενον, ἀθετούμενον, νὰ ὑπομιμνήσκῃ, νὰ ἐνδεικνύῃ εἰς τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ὑποβοηθῇ τὴν σκόπιμον καὶ νόμιμον καὶ ἔῤῥυθμον λειτουργίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Λοιπὸν, ἐὰν λάβητε ὡς ὁδηγὸν τὰ καθήκοντα ταῦτα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὑποθέτω ὅτι θέλει συμπληρωθῆ κενὸν, τοῦ ὁποίου ἡ πλήρωσις μοὶ φαίνεται ἀναγκαία.
§88ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐννοεῖται ὅτι θέλω ἀκολουθήσει τὴν συμβουλὴν ταύτην, ἣν ἄλλως ὁμολογῶ ὅτι εἶχον καὶ ἐγὼ κατὰ νοῦν, ὡς τρόπον κανονισμοῦ τῆς θέσεως τοῦ ἐν λόγῳ λειτουργοῦ διὰ Β. Διατάγματος. Ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἐπέλθωσι τοιαῦται μεταβολαὶ περὶ τὴν φράσιν ἢ τὴν διάταξιν, αἵτινες ὑπαγορεύονται ὑπὸ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀποτελουμένου ἀπὸ δικαστὰς Ἕλληνας, πρὸς τὴν ἐλεγκτικὴν ἐπιτροπὴν, ἀποτελουμένην ἀπὸ τὰς ἓξ Μεγάλας Δυνάμεις.
§89Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ ἄλλως αὐτὴ ἡ κατὰ γράμμα μετάφρασις τοῦ ἄρθρου τοῦ Γαλλικοῦ;
§90ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἐὰν θέλετε, διατυπώσατε ἑτέραν τινά.
§91Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιχειρῶν, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐλέγχου καὶ περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους, κρίνω περιττὸν νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, δὲν ἐπιχειρῶ οὔτε νὰ μεταβάλω, οὔτε πρότασιν νὰ ὑποβάλω. Δι’ ὅσων θὰ εἴπω ἐπιδιώκω εἰς ἄλλο νὰ φθάσω συμπέρασμα. Θεωρῶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἡμῖν οὔτε νὰ ἀποῤῥίψωμεν οὔτε νὰ τροποποιήσωμέν τι ἐξ ὅσων μᾶς ὑποβάλλονται. Ὅσα σήμερον δεχόμεθα, τὰ ἐπεβάλομεν ἡμεῖς εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ἄλλοτε, ὅτε ἐπιχειρήσαντες τὸν πόλεμον ἄνευ συμβιβασμοῦ, ἄνευ χρημάτων, ἄνευ πίστεως, ἐκινδυνεύομεν ἀποτυγχάνοντες νὰ ὑποκύψωμεν εἰς ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων ἡμῶν δανειστῶν, ὧν τὰ συμφέροντα συνεδέοντο μετὰ τῶν συμφερόντων τοῦ νικητοῦ. Περὶ αὐτῶν ποιούμενος σήμερον λόγον, ὁμιλῶ ὑπὸ μίαν μόνον ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ὅτι δὲν πρέπει ψηφίζοντες αὐτὰ νὰ θεωρῶμεν ὅτι δὲν ὑπῆρξαν κατὰ μέγα μέρος αἱ συνέπειαι τῶν ἡμετέρων πράξεων, τῶν ἡμετέρων σφαλμάτων, τῶν ἡμετέρων παραλείψεων, ἀλλὰ τῆς κακοβουλίας τῶν ἄλλων. Βεβαίως θὰ ἔλθῃ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ συζητῇ ἡ Βουλὴ αὐτὰ εὐρύτερον. Σήμερον περὶ αὐτοῦ συζήτησις οὐδεμία εἶναι εὔλογος καὶ ἀμερόληπτος, οὔτε πρέπει νὰ γείνῃ. Διὰ τοῦτο τὰ τῆς συμβάσεως θέλω ἐξετάσει ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν καὶ πρὸς ἄλλον σκοπὸν, τὸν ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θέλω ἐκθέσει. Διὰ τοῦτο εἰς λεπτομερείας δὲν θὰ εἰσέλθω. Ἁπλῶς μόνον θέλω μνησθῆ, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς χθεσινῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἑνὸς μόνον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ σπουδαιότατον. Καὶ ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετῆλθεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀπέναντι τῶν ἐπιτρόπων τῶν ἓξ Δυνάμεων πᾶν μέσον, ὅπως ἐπιτύχῃ βελτίωσιν τῶν ὅρων, ὅπως καταστήσῃ ὀλιγώτερον βαρὺν, περισσότερον ἀνεκτὸν τὸν ἔλεγχον καὶ τὸν συμβιβασμόν. Δὲν συμμερίζομαι βεβαίως τὴν ἐπίκρισιν, ἥτις τῷ ἐγένετο, ὅτι περιέλαβεν εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὰ ἐσωτερικὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δάνεια, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ μὴ τὰ περιλάβῃ. Νομίζω ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον αὐτῷ ἐκ τῆς προκαταρκτικῆς καὶ τῆς ὁριστικῆς συνθήκης νὰ ὑποκύψῃ εἰς διακανονισμὸν ὑπὸ τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἐσωτερικῶν χρεῶν, διότι καὶ ταῦτα εἶναι ἐθνικὰ χρέη, ὡς τὰ εἰς χρυσὸν χρέη τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν, ὅτι δὲν ὑπεβλήθησαν καὶ αὐτὰ εἰς τὸν ἔλεγχον, εἰς ὃν καὶ τὰ ἄλλα. Διότι καὶ τὰ ἐξωτερικὰ χρέη ὑπεβλήθησαν ἀκριβῶς εἰς τὸν αὐτὸν ἔλεγχον. Ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς ἔλεγχον, εἶναι αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι ὁρίζονται, ὅπως ὑπηρετήσωσι τὰ διάφορα δάνεια. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν προσόδων, εἴτε τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια εἴτε τὰ ἐσωτερικὰ ὑπηρετοῦσιν, ἔχομεν παραδεχθῆ τὸν ἔλεγχον, χορηγήσαντες καὶ δι’ αὐτὰ ὑπέγγυον πρόσοδον, μὴ ὑπάρχουσαν πρὶν τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, ὃν ψηφίζομεν, καὶ ἡ ὁποία ὑποβάλλεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, ἀπαραλλάκτως ὡς αἱ ἄλλαι, τὴν πρόσοδον δηλονότι τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, πρόσοδον σκοπὸν κυρίως ἔχουσαν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ δάνεια τὰ ἐσωτερικὰ. Γνωστὸν ὅτι αἱ τρεῖς ἄλλαι πρόσοδοι, αἱ τῶν Μονοπωλίων, τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ χαρτοσήμου, ὑπερβαίνουσι τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ὅλων τῶν δανείων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρονται κυρίως τινὲς ξέναι Κυβερνήσεις, τῶν δανείων τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων, ἑπομένως ἡ ἐκ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς πρόσοδος ἐδόθη χάριν τῶν ἐσωτερικῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων, καὶ χάριν αὐτῶν τῶν δανείων ὑπεβλήθη εἰς διεθνῆ ἔλεγχον. Κατὰ τὸν ἔλεγχον, ὡς συνεφώνησεν αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις, ἀπὸ τὰς προσόδους αὐτὰς τὰς τρεῖς, τῶν ὁποίων ἡ ἀπόδοσις ὁρίζεται κατὰ κατώτατον ὅριον εἰς 28,900,000 δραχμῶν, θὰ ὑπηρετῶνται ὅλα τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια, δάνεια δὲ εἰς χρυσὸν εἶναι κατὰ πρῶτον λόγον τὸ δάνειον τῆς ἀποζημιώσεως τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ζημιωθέντων ἰδιωτῶν Τούρκων ἐκ τοῦ πολέμου, εἶναι τὸ δάνειον, τὸ ἐγγυημένον ὑπὸ τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων, τοῦ 1832, εἶναι τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια, δι’ ἃ ὁ συμβιβασμὸς, δηλαδὴ τὰ ἐξωτερικὰ εἰς χρυσὸν δάνεια, τὰ ἀπὸ τοῦ 1881 συνομολογηθέντα, καὶ τελευταῖον τὸ νέον δάνειον τῶν 55 ἑκατομμυρίων φράγκων εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον συνομολογηθήσεται πρὸς ἀπότισιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1897, πρὸς ἀπότισιν τῶν ὁρισθεισῶν διὰ τῶν ἄρθρων 1, 14 καὶ 15 τοῦ συμβιβασμοῦ ἀποζημιώσεων ὑπὲρ τῶν κατόχων τῶν εἰς χρυσὸν δανείων καὶ πρὸς ἐξόφλησιν ἢ μετατροπὴν τοῦ δανείου τῶν 31,375,000 φρ. τοῦ εἰς χρυσὸν κυμαίνοντος χρέους. Ἡ ἀπόδοσις τῶν τριῶν αὐτῶν προσόδων, ἡ ὁρισθεῖα κατ’ ἐλάχιστον εἰς 28,900,000 ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ συμβιβασμοῦ, ὑπεραρκεῖ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἄν αὕτη ἤθελεν ἀνέλθει εἰς 16 καὶ 17 ἑκατομμύρια φράγκων εἰς χρυσὸν, καὶ ἄν ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου ἤθελε λογισθῆ πρὸς 1,60. Ἂν τὸ νέον δάνειον ὅμως συνομολογηθῆ ὑπὸ εὐθηνοὺς ὅρους καὶ τὸ συνάλλαγμα λογισθῆ πρὸς 1,40 τὸ πολὺ ἐφεξῆς, τότε τὸ ποσὸν τῶν 28,900,000 θὰ ἀρκῇ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ὅλων τῶν ἐθνικῶν δανείων, δηλ. καὶ τῶν εἰς χρυσὸν καὶ τῶν εἰς τραπεζικά. Πρόσθετος ἑπομένως πρόσοδος πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων ἦτο περιττή, ἢ ἦτο δι’ ἐλάχιστον μόνον ποσὸν ἀναγκαία. Ἀφοῦ τὸ δάνειον τῆς ἀποζημιώσεως καὶ τὸ ἕτερον τῶν 25 ἑκατομμυρίων πιθανῶς διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1897 συνομολογοῦνται, τῇ ἐγγυήσει τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὰ 125 ἑκατομμύρια, ὡς ἀνήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἕπεται ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὀνομαστικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγγυηθῶσιν αἱ τρεῖς Δυνάμεις, ἀνέρχεται εἰς 125 ἑκατομμύρια, καὶ ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως ἔσται 96%. Τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν δύναται ἢ νὰ συνομολογηθῇ ὑπὸ μικρότατον τοκοχρεώλυτρον, τὸ ὁποῖον ἀδύνατον νὰ ὑπερβαίνῃ ἐν συνόλῳ τὰ 3½ τοῖς ἑκατόν. Οὕτως ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου αὐτοῦ, ἕνεκα τῆς ἐγγυήσεως τῶν Δυνάμεων, θέλει σπουδαίως ἐλαττώσει τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἣν ἐγγυῶνται αἱ πρόσοδοι, ἃς προσφέρομεν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη ἐλάττωσις ἐπέρχεται, ὡς εἶπον, ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἥτις πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐφεξῆς μόνιμος, ἂν θὰ ἔχωμεν οἰκονομικὴν διοίκησιν καλλιτέραν. Αὕτη καθιστᾷ τὸ ποσὸν τῶν 28,900,000 πλέον ἢ ἐπαρκές. Οὕτω θὰ ἔχωμεν πολὺ μεγαλείτερον κατάλοιπον ἢ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι συνομολογεῖτο τὸ δάνειον ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ ἡμῶν πίστει μόνον, καὶ ὅτι ἐλειτούργει ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων ἐπὶ τιμῇ συναλλάγματος, ὁποία ἦτο ἄλλοτε, ἤτοι τῇ τῶν 170 καὶ 180 λεπτῶν. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους τῆς εὐθηνίας τῆς ὑπηρεσίας λόγῳ τῆς ἐγγυήσεως τῶν τριῶν Δυνάμεων καὶ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ συναλλάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῶμεν τὸ ποσὸν τῶν 21 ἢ 22 ἑκατομμυρίων δραχμῶν κατ’ ἔτος διὰ τὰ εἰς χρυσὸν ἐθνικὰ δάνεια, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ εἰς χρυσὸν κυμαίνοντος χρέους. Οὕτω κατὰ προσέγγισιν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κατ’ ἔτος περίπου 8 ἢ 7 ἑκατομμυρίων περίσσευμα διὰ τὰ ἄλλα χρέη ἡμῶν. Διὰ τοῦ ὑπολοίπου αὐτοῦ θὰ ἠδυνάμεθα σχεδὸν νὰ πληρώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἄλλων χρεῶν, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται διὰ τοῦ νόμου, ὃν ψηφίζομεν καὶ ὃν θὰ δεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς, εἰς τὸν ἔλεγχον. Ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων αὐτῶν εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἑνοποιουμένου χρέους, τοῦ ὁποίου πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία ἀνέρχεται μετὰ τοῦ χρεωλύτρου ἐτησίως εἰς 3,900,000 δραχμῶν· εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ὁποία πρὸς ἓν τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ 96 ἑκατομμυρίων ἀνέρχεται εἰς 960,000 δραχμῶν· εἶναι τὸ δάνειον τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος καὶ τὸ Πατριωτικὸν, τὰ ὁποῖα ἀμφότερα ἀπαιτοῦσι τόκον καὶ χρεώλυτρον ἐτησίως 245,000 δραχμῶν. Ἐκτὸς αὐτῶν τῶν ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι σήμερον ὑπάρχουσι καὶ ἀναγράφονται, θὰ προστεθῶσι νέαι τινὲς ὑποχρεώσεις, προβλεπόμεναι ὑπὸ τοῦ ἐλέγχου. Πρῶτον ἡ τῆς καταβολῆς ἀπὸ τοῦ 1900 δύο ἑκατομμυρίων δραχμῶν τοὐλάχιστον κατ’ ἔτος ἀπέναντι τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἡ πρὸς ἐξυπηρέτησιν δανείων ἐνδεχομένων κατὰ τὸ 1898 καὶ τὰ ἑπόμενα ἔτη πρὸς πληρωμὴν πιθανῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δι’ αὐτὰς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις θὰ ἤρκει τὸ ποσὸν τῶν 28,900,000, καὶ θ’ ἀπῃτεῖτο ἴσως μικρά τις πρόσοδος ἄλλη, μὴ ὑπερβαίνουσα τὸ πολὺ τὰ 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὅπως συμπληρῶται ἐν ἀνάγκῃ τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὴν εἰς τόκους καὶ χρεώλυτρον ὑπηρεσίαν ὅλων τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δανείων, ὅσα θὰ ὑπάγωνται εἰς τὸν ἔλεγχον. Ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, ἰδίως τῶν 2 ἑκατομμυρίων πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν μελλόντων δανείων πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδεμίαν παρατήρησιν δύναμαι νὰ φέρω, διότι ἀνάγκη ἦτο νὰ ληφθῇ περὶ αὐτῶν πρόνοια. Ἀλλὰ ἠδύναντο ἐπίτροποι ἐπιθυμοῦντες ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρας προσόδους ν’ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ ὑποβάλωσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ ὀλιγωτέρους ἄνευ ἀνάγκης περιορισμοὺς νὰ ἐπισωρεύσωσιν ἐπὶ τῆς Διοικήσεως, ἠδύναντο, λέγω, νὰ ἀφήσωσιν, ὅπως καταβάλλῃ αὐτὰς ἐκ τῶν ἄλλων αὐτοῦ πόρων τὸ Κράτος. Ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ ὑποχρεωθῇ διὰ συμβάσεως, καὶ πρὸς μείζονα ἀσφάλειαν καὶ αὐτοὶ νὰ μετάσχωσιν εἰς αὐτήν. Οὕτως ἡ ἀπόσβεσις τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς, ἀσφαλιζομένη διὰ νόμου καταργοῦντος τὸν ἀνοικτὸν λογαριασμόν, ὅστις νῦν ὑφίσταται, καὶ διὰ συμβάσεως, θὰ προέβαινεν ἀσφαλῶς, καὶ δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη ὑπεγγύου ὑπηρεσίας 2,000,000 δραχ. Ἤδη ἐν τούτοις διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δύο αὐτῶν ἑκατομμυρίων ἀποσπᾶται ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ ἄλλη πρόσοδος 10,700,000 δραχμῶν, ὅση ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐλέγχου, ἀλλὰ πράγματι ὑπερβαίνουσα τὰ 12 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, δηλαδὴ ἡ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, καὶ αὐτὴ ἡ πρόσοδος ἀποσπᾶται διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν μᾶλλον ἢ ἧττον πιθανὴν ἀπόδοσιν ποσοῦ 1 ἢ 2 ἑκατομμυρίων δρ. κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Ὑπάρχει ἀναλογία τις μεταξὺ ἀνάγκης καὶ θυσίας, καὶ εὑρίσκει τις ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ ἀρκούντως δικαιολογημένον τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας ὑπὲρ τῶν συμφερόντων, δι’ ἃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐμερίμνησεν ὁ ἔλεγχος, καὶ ὅπερ ὡδήγησε τοὺς ἐλεγκτάς; Παραλείπω τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον πρὶν ἀνέφερα, περὶ ἐτησίας καταβολῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου 2 ἑκατομμυρίων δραχμῶν τοὐλάχιστον πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ συμβάσεως δηλονότι· καὶ ἄλλος τρόπος ἀσφαλὴς πρὸς τοῦτο ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ, ὅπως βαθμηδόν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὑπερβαλλόντως ἀργά, ἀποσβεσθῇ τὸ χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ τόσον μικρὸν ποσὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἄλλαι πρόσοδοι καὶ νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν ἀνάγκην ταύτην, χωρὶς ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους τὸ μεγαλείτερον τελωνεῖον αὐτοῦ; Τῶν 900,000 φράγκων χρυσῶν ἡ ὑπηρεσία διὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἶναι ἠσφαλισμένη διὰ τοῦ ⅓ τῆς προσόδου τοῦ τελωνείου Σύρου. Ἂς ἐλαμβάνετο αὐτὴ ἢ ἄλλη ἀνάλογος πρόσοδος. Τὸ ν’ ἀφαιρεθῇ ὅμως τόσον μεγάλη πρόσοδος, ὡς ἡ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας, οὔτε ἄνευ ζημίας. Πρῶτον ἐρχόμενοι οἱ ξένοι εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης θ’ ἀπαντῶσιν εὐθὺς ἀμέσως τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, ὡς ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἐν Τουρκίᾳ. Ὁ ἔλεγχος θὰ ἐπιβάλλῃ τὸ σημεῖον αὐτοῦ εἰς πᾶν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται. Τοιαύτη ταπείνωσις ἠδύνατο νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Εἶναι λίαν καταφανής, καὶ ἠδύνατο νὰ λείπῃ, χωρὶς νὰ παραβλαφθῶσι τὸ παράπαν τὰ συμφέροντα τοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν δανειστῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ κακόν· συμβαίνει καὶ ἕτερον. Ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς δὲν ἐλειτούργει μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἤδη θὰ λειτουργῇ ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, καὶ θὰ ληφθῇ ἀνάγκη προσθέτων ὑπαλλήλων καὶ προσθέτων δαπανῶν, διὰ νὰ εἰσπράξῃ ὁ ἔλεγχος 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια διὰ διαχειρίσεως 12 ἑκατομμυρίων καὶ πλέον. Καὶ δὲν εἶναι μόνη ἡ δαπάνη αὕτη, ἥτις προστίθεται διὰ τοσαύτης δυσαναλογίας. Θὰ ἦναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ πληρόνῃ προμήθειαν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων δι’ ὅλον αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 12 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον θὰ διέρχηται δῆθεν χάριν τοῦ ἐλέγχου διὰ τῶν χειρῶν τῆς ἑταιρίας αὐτῆς. Λέγεται ὅτι αὐξάνει καὶ τὸ κεφάλαιον τῆς ἑταιρίας. Αὐξάνει ὅμως καὶ τὸ ποσὸν τῆς διαχειρίσεως τῆς ἑταιρίας. Αἱ αὐξήσεις αὐταὶ θ’ ἀφαιρέσουν διὰ μιᾶς χειρὸς ὅ,τι δίδουν δῆθεν διὰ τῆς ἄλλης. Ἀλλ’ εἶναι πρέπον ἐπὶ 12 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὅσον κατ’ ἐλάχιστον παραδέχομαι ὅτι ἐξάπαντος θὰ εἰσπράττῃ τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, νὰ χορηγῶμεν προμήθειαν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, ἐν ᾧ αὕτη θὰ πρόκειται νὰ παραδίδῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου μόνον 2 ἢ 3 τὸ πολὺ ἑκατομμύρια δραχμῶν; Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠσθάνθη καὶ αὐτὸς ὅλην τὴν ζημίαν καὶ ὅλον — ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις — τὸ ὄνειδος, τὸ ὁποῖον προσθέτει ἡ διαχείρισις τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, καὶ θὰ δυσφορῇ. Διότι περὶ τῶν ἄλλων ὑπεγγύων προσόδων, τῶν ὑπαρχουσῶν καὶ λειτουργουσῶν ἤδη καὶ πρὸς τὰς ὁποίας συνῳκειώθη ὁ τόπος, ἢ τῶν ὁποίων ἡ διαχείρισις θὰ γίνηται ἐπίσης μακρὰν καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς δημοσίας διοικήσεως παρ’ Ἑλληνικῆς ἑταιρίας, δὲν δυνάμεθα νὰ αἰσθανθῶμεν τὴν αὐτὴν ἐνόχλησιν, τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ τελωνείου Πειραιῶς. Ἀλλὰ δυστυχῶς περὶ αὐτῶν σήμερον τοὐλάχιστον οὐδὲν δυνάμεθα ἄλλο ἢ νὰ δυσφορῶμεν· ἄς εὐχώμεθα ὅμως, διὰ τῆς πείρας καὶ διὰ τοῦ χρόνου νὰ πείσωμεν ὅ,τι δὲν ἠδυνήθημεν δυστυχῶς νὰ πείσωμεν νῦν τοὺς ἐπιτρόπους, ὅτι ὅλως ματαία καὶ περιττὴ καὶ ἐπιζήμιος ἦτο ἡ ὑπαγωγὴ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς εἰς τὸν ἔλεγχον. Ἐπανέρχομαι ἤδη εἰς ἐκεῖνα, ἐφ’ ὧν δι’ ὀλίγων θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ὅπως φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσω, ὑφ’ ἃς περιστάσεις συζητοῦμεν. Οὐδείς, Κύριοι, περισσότερον ἐμοῦ ἀναγνωρίζει τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὸ Κράτος ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Οὐδεὶς ἐπίσης ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, προσδεθεῖσα καὶ ἐξ ἰδίας ἀπροσεξίας καὶ ἐξ ἐπιβολῆς τῶν Κυβερνήσεων εἰς τὸ ἅρμα τοῦ Κράτους, διῆλθε τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας καὶ τὸ Κράτος, καὶ ὑπέστη καὶ αὐτὴ ἐκ τούτου μεγάλας ζημίας. Ἑπομένως βλέπων τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ ἐλέγχου καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τῆς ἑνοποιήσεως καὶ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων προσποριζομένην κέρδη μεγάλα, οὐδόλως ἐννοῶ δι’ αὐτὸ νὰ μεμφθῶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ νὰ ζητήσω τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ καὶ πολλὰ ζημιωθέντος ἱδρύματος. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πορίζεται ἤδη μεγάλα κέρδη ἐκ τῶν πράξεων αὐτῶν, αἵτινες εἰς βάρος τοῦ Κράτους ὅπως δήποτε τελοῦνται. Ἐννοῶ μόνον, ἐκθέτων αὐτά, νὰ φθάσω εἰς πρότασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Τράπεζα νὰ εὕρωσιν εὔλογον καὶ δικαίαν. Ὅπως ἐννοήσῃ τοῦτο ἡ Βουλὴ καὶ ὁ τόπος, πρέπει νὰ ἔχωσι γνῶσιν, ἔστω καὶ ἀτελῆ, τῶν πιθανῶν κερδῶν, τῶν πιθανῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πρόκειται ν’ ἀποκομίσῃ ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν καὶ θὰ συζητήσωμεν καὶ τὰ ὁποῖα αὔριον θέλουσι καταστῆ νόμοι τοῦ Κράτους. Περὶ αὐτῶν ἐπιτροχάδην θέλω διαλάβει. Ὡς γνωρίζετε, διὰ τοῦ ἐλέγχου ὁρίζεται ἡ ἑνοποίησις καὶ μετατροπὴ τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, τῶν εἰς ὁμολογίας καὶ τῶν εἰς ἔντοκα γραμμάτια τοῦ Δημοσίου, ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ὅπως ἡ ὑπηρεσία τοῦ νέου χρέους εἰς τόκους καὶ χρεώλυτρα μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ 3,900,000 κατ’ ἔτος. Τὸ εἰς ὁμολογίας χρέος αὐτὸ τοῦ Κράτους ἀνήρχετο κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐλεγκτῶν εἰς 60,723,795 δρ., δι’ αὐτὸ δὲ καταβάλλεται ὑπηρεσία εἰς τόκον ἄνευ χρεωλυσίου δρ. 2,814,172, καὶ μετὰ τοῦ χρεωλυσίου 3,284,172. Τὸ χρέος τῶν 60,723,795 δρ. πρόκειται λοιπὸν νὰ ἑνοποιηθῇ μετ’ ἄλλου χρέους ἐξ ἐντόκων γραμματίων, ἀνερχομένου εἰς 18,345,362 καὶ συνωμολογημένου μέρους πρὸς 6 καὶ μέρους πρὸς 5%, καὶ νὰ ὑπηρετῆται διὰ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ 3,900,000 δρ. διὰ τόκον καὶ χρεώλυτρον. Τὰ 18,345,362 δρ. ἔντοκα γραμμάτια ἀπαιτοῦν σήμερον ὑπηρεσίαν 986,808 δρ. διὰ τόκους κατ’ ἔτος. Οὕτω διὰ τοκοχρεωλύσιον ἤδη τὸ ὅλον τῆς ὑπηρεσίας ἀνέρχεται ἀκριβῶς εἰς 4,270,980 δρ., τὸ δὲ ὅλον ποσὸν τοῦ εἰς ὁμολογίας καὶ ἔντοκα γραμμάτια χρέους ἀνέρχεται εἰς 79,069,157. Ἑπομένως, ἂν ἀφαιρέσητε τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀνώτατον ὅρον ὁρίζει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐλέγχου εἰς δρ. 3,900,000, ἀπὸ τὰς 4,270,980, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ προτεινομένη οἰκονομία ἀνέρχεται εἰς περίπου 371,000 δρ. Ἡ οἰκονομία ὅμως αὕτη δὲν εἶναι πραγματική, προερχομένη ἐκ τοῦ χρεωλύτρου τῶν 16½ ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον σημειοῦται εἰς δραχ. 490,000 διὰ τὸ ἔτος 1898 καὶ τὸ ὁποῖον διὰ τῆς μετατροπῆς καταργεῖται ἐν τῷ μέλλοντι. Ὥστε οἰκονομία οὐδεμία ἐπέρχεται. Ἐλαττοῦται εἰς ἐλάχιστον ποσὸν τὸ χρεώλυτρον, καὶ παρατείνεται ἑπομένως μακρὰ ἡ διάρκεια τοῦ ἑνοποιουμένου δανείου, ὅπερ προδήλως γίνεται ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Κράτους. Ὡς ἠκούσατε μάλιστα, τὸ καταργούμενον χρεώλυτρον εἶναι μεγαλείτερον τῆς οἰκονομίας, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ. Οὕτω μὲ ὑπηρεσίαν 3,900,000 διὰ τὸ ἑνοποιημένον δάνειον θὰ ἔχωμεν τὸ αὐτὸ βάρος διὰ τὸ Δημόσιον, ὡς καὶ πρίν, θὰ τὸ ἔχωμεν δ’ ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν χρεωλύτρων. Κέρδος λοιπὸν πραγματικὸν διὰ τὸ Κράτος οὐδέν. Ἀλλὰ ποία, Κύριοι, ἡ πραγματικῶς καταβληθεῖσα ἀξία ἐκ τῶν 60,723,795 δραχ. παρὰ τῶν ἀρχικῶν κατόχων, ὧν ὁ μέγιστος, ὡς γνωστὸν, εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα; Πρέπει νὰ γινώσκωμεν τοῦτο, διὰ νὰ κρίνωμεν τὰς συμφωνίας καὶ τὰ κέρδη. Ἂν λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς τιμὰς, εἰς ἃς ἐξεδόθησαν τὰ δάνεια ταῦτα, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ πράγματι καταβληθεῖσα ἀξία ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τῶν 60,723,795 δραχ. εἶναι μόνον 47,057,000. Ἑπομένως ἡ πραγματικὴ ἀξία πρὸς τὴν ὀνομαστικὴν εἶναι 77 ἑκατοστά. Ἐν τούτοις καὶ μετὰ τὴν πτώχευσίν του τὸ Κράτος ἐξακολουθεῖ νὰ ὀφείλῃ καὶ νὰ ἐξοφλῇ 60,723,795, καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ μέλλει νὰ πληρόνῃ τὰ 3,900,000 ὁλόκληρα εἰς τόκους. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ἀντείπῃ, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 16,500,000, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη κατὰ τὸ 1892 καὶ τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται εἰς τὰ 60,723,795, συνωμολογήθη εἰς χρυσὸν, ἡ δὲ περικοπὴ τῶν τόκων καὶ ἡ ἀναστολὴ τῶν χρεωλύτρων, ἡ γενομένη διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, δὲν ἐπεξετάθη μὲν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, καίτοι εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ τὰ εἰς χρυσὸν 16,500,000 μετέτρεψαν ἀπὸ κοινοῦ ἡ Τράπεζα καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τραπεζογραμμάτια, ἐλαττώσασαι σπουδαίως τὴν ἀξίαν αὐτῶν· ἑπομένως δίκαιον εἶναι τὸ δάνειον τοῦτο ν’ ἀνακτήσῃ μέρος τῆς ζημίας. Ἀληθῶς οὕτως ἔχει. Πλὴν, ἂν ἀκριβέστερον ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα, δίκαιον δὲν εἶναι πᾶσα ἡ διαφορὰ ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ δάνειον αὐτό. Τότε ἡ Κυβέρνησις, ἐξαιρέσασα τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 καὶ μεταβαλοῦσα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τὸ δάνειον ἐκεῖνο τῶν 16,500,000 φράγκων, ἔπραξε τοῦτο τῇ συγκαταθέσει καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι βεβαίως τὸ ἔσωσεν ἀπὸ μεγάλας ζημίας. Ἄνευ τούτου τὸ δάνειον αὐτὸ θὰ ἐλάμβανεν ἐκ τῶν τόκων μόνον 30%, ὡς καὶ τὰ ἄλλα δάνεια, καὶ θὰ ἐστερεῖτο τοῦ παμμεγίστου χρεωλυσίου, ὅπερ ἐλάμβανεν ὅπερ ἐπιζημιώτερον. Ἀλλὰ, καὶ ἂν προσθέσωμεν ἀκόμη 40 λεπτὰ καθ’ ἕκαστον φράγκον πραγματικὸν αὐτοῦ, θὰ ἔχωμεν ἀντὶ 47,057,000 δραχ. 52,708,000, ταῦτα δὲ ἀναλογοῦν πρὸς τὴν ὀνομαστικὴν ἀξίαν ὡς 85 πρὸς 100 περίπου. Ὅταν μετὰ πτώχευσιν τοῦ Κράτους ἓν δάνειον 60 ἑκατομμυρίων πρόκειται νὰ μετατραπῇ, ἐνῷ δὲν ἐστοίχισεν ἢ 47 ἑκατομμύρια, ἢ 52, βεβαίως πρέπει αὐτὸ νὰ γίνηται, νὰ λαμβάνηται δηλ. ὑπ’ ὄψιν ἡ πραγματικὴ ἀξία, καίτοι ἐλαττοῦται τὸ ὀνομαστικὸν εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ πραγματικόν. Ἀλλ’ ἔστω, δέχομαι ὅτι δὲν ἔπρεπε τοῦτο ἐξάπαντος νὰ γείνῃ, νὰ μετατραπῇ τουτέστι τὸ δάνειον τῶν 60,723,795 εἰς δάνειον 47,000,000, καὶ λαμβάνω τὸ δάνειον τοιοῦτον, ὁποῖον εἶναι ὀνομαστικῶς, 60,723,795 δραχ. Τί γίνεται; Ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐνδεχομένων νὰ γείνωσιν ἐπὶ τοῦ δανείου αὐτοῦ τῆς ἑνοποιήσεως, χωρὶς ἀκριβῶς νὰ γνωρίζω, τί ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε πρὸ μικροῦ, εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι δὲν ἐδόθη καιρὸς, ὅπως ἐξετάσω τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς προτείνεται ἡ ἑνοποίησις. Θέλω ὁμιλήσει ὅμως ἐπὶ δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται ἐκ τοῦ ἐλέγχου, καὶ τοιαῦτα τὰ διάφορα δάνεια, ἅτινα ἀποτελοῦν τὸ κεφάλαιον καὶ ἅτινα θὰ ἑνοποιηθῶσι, τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας εἰς τόκους καὶ χρεώλυτρον καὶ ὁ τύπος ὁ χρεωλυτικὸς τοῦ δανείου, εἰς ὃ θὰ μετατραπῶσι τὰ ἑνοποιούμενα δάνεια. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν θὰ κρίνωμεν. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι, προκειμένου νὰ γείνῃ ἑνοποίησις ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται σήμερον τὸ Κράτος, καλὸν θὰ ἦτο, ἂν δὲν ἐλειτούργει ἐπί τινα χρόνον χρεώλυτρον καὶ ὡρίζετο μόνον τόκος τοῦ δανείου. Ἀφοῦ ἔχει τόσα βάρη τὸ Δημόσιον, ἔπρεπε ἐν ἀρχῇ νὰ μὴ τὰ φέρῃ πάντα διὰ μιᾶς, τὸ δὲ χρεώλυτρον, ἀφοῦ χρεωλυτικὸν ὁρίζεται τὸ δάνειον ὑπὸ τοῦ ἐλέγχου, ἠδύνατο νὰ ἀρχίσῃ λειτουργοῦν βραδύτερον. Ἀλλὰ παραδέχομαι ἀπὸ τοῦδε νὰ ὁρισθῇ καὶ χρεώλυτρον. Ἂν μετατρέψωμεν τὸ χρέος εἰς τὸ ἄρτιον, θὰ ἔχωμεν πρὸς 4% ὑπηρεσίαν τόκων δραχ. 2,428,951 ἐπὶ τῶν 60,723,795 δραχ., δηλ. διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσοῦ κατὰ δρ. 385,221. Νομίζω ὅτι ὁ τόκος δὲν πρέπει νὰ ἦναι μετὰ τόσας ἐγγυήσεις ἀνώτερος τοῦ 4%. Ἀλλὰ τὸ εἰς ἔντοκα γραμμάτια ἐκ 18,345,342 δραχ. χρέος, ἂν ἤθελεν ἐκδοθῇ ἐν συνόλῳ πρὸς 85% νέου δανείου, ἤθελεν ἀποδώσει ὀνομαστικὸν κεφάλαιον 21,582,755 δραχ., θ’ ἀπῄτει δὲ ὑπηρεσίαν πρὸς 4% 863,310 δρ. Οὕτω τὸ ὅλον τῆς ὑπηρεσίας θὰ ἦτο 3,292,262. Λοιπὸν τὸ σύνολον τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἂν μετατρέψωμεν καὶ τὰ 60,723,795 καὶ τὰ 18,345,342 ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ πραγματικοῦ πρὸς ὀνομαστικὸν κεφάλαιον, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐλαττώσεως, θὰ ἀνήρχετο εἰς 82,306,550 δραχ., ἡ δὲ ὑπηρεσία τῶν τόκων θ’ ἀνήρχετο εἰς 3,292,262 κατ’ ἔτος. Καὶ ἂν προσεθέτομεν μικρὸν χρεώλυτρον, ἀποσβεννῦον διὰ τῆς συνθέτου χρεωλυσίας τὸ κεφάλαιον εἰς 99 ἔτη, θ’ ἀπῃτεῖτο ἐτησία ὑπηρεσία διὰ τόκους καὶ χρεώλυτρον δραχ. 3,360,000, ἤτοι ὀλιγώτερον τῶν 3,900,000, ὅσα ἀναγράφει ὁ ἔλεγχος, κατὰ 540,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ δίκαιον θὰ ἦτο καὶ μικροτέρα νὰ ἦναι ἡ ὑπηρεσία τῶν ἑνοποιουμένων δανείων. Εἶπον ὅτι τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον εἶναι 60,723,795, τὸ δὲ πραγματικὸν μόνον 47,057,000. Ἀλλ’ ἂν ἤθελον συνυπολογίσει καὶ νομισματικὴν διαφορὰν ἐπὶ τῶν 16,500,000 πρὸς 40 λεπτὰ κατὰ φράγκον, περὶ ἧς σᾶς ὡμίλησα, θὰ εἴχομεν ἐν ὅλῳ 52,708,000 δραχ., προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν 18,345,362 ἐντόκων γραμματίων ἄνευ αὐξήσεώς τινος, διότι ὅλα τὰ δάνεια ἑνοποιοῦνται εἰς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν, θὰ εἴχομεν ὁλικὸν κεφάλαιον 71,053,362, καὶ τοῦτο ἔπρεπε νὰ μετατραπῇ, ἀφοῦ ἐξέρχεται τὸ Κράτος ἐκ πτωχεύσεως. Τότε ὁ τόκος τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ πρὸς 4% θὰ ἦτο 2,842,134, καὶ μετὰ τοῦ χρεωλύτρου δι’ 99 ἔτη ἡ ὑπηρεσία θὰ ἦτο 2,901,890, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τῆς ὑπὸ τοῦ ἐλέγχου διδομένης ὡς ἀνωτάτου ὅρου κατὰ ἓν ἑκατομμύριον δρ. περίπου. Τοιαύτη ἐλάττωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ εἰς ὁμολογίας δανείων δὲν θ’ ἀπέβαινεν ἐπιζήμιος εἰς τοὺς κατόχους, διότι εὐθὺς ἀμέσως θὰ ἠδύναντο νὰ πραγματοποιήσωσιν εἰς τὸ ἄρτιον τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον, ὅπερ κατέβαλον, ἐνῷ τοιοῦτον κεφάλαιον δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιήσωσι σήμερον ἐν τῇ ἀγορᾷ, καίτοι ἀπολαμβάνουσι μεγαλείτερον τόκον. Ἡ ἀσφάλεια τῆς ὑπηρεσίας θὰ ἦναι ἤδη μεγίστη, ἕνεκα τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, καὶ τὰ ὑπὸ ἔλεγχον θέλουσι κεφαλαιοποιεῖσθαι ἐν ἀρχῇ πρὸς 4%. Τοῦτο ὅμως δὲν θὰ γείνῃ. Βεβαίως ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 3,900,000 δρ. θὰ δοθῇ ὡς ὑπηρεσία τοῦ δανείου. Ἐπὶ μεγαλειτέρῳ τοῦ 4% τόκῳ δύναται νὰ ἐκδοθῇ καὶ εἰς τιμὴν κατωτέραν τοῦ 100. Τὸ κέρδος διὰ τοῦτο τῶν κατόχων θὰ ἦναι πολὺ μεγαλείτερον. Τὸ κέρδος τοῦτο ἀρκούντως καταδεικνύει ἡ τιμὴ τοῦ τόκου, εἰς ἣν κεφαλαιοποιοῦνται σήμερον αἱ ἀξίαι αἱ ἔχουσαι κατωτέραν θέσιν τοῦ δανείου τῆς ἑνοποιήσεως, περὶ οὗ πρόκειται. Τοῦτο δὲ κεφαλαιοποιεῖται ἐπὶ μικροτέρῳ ἔτι τόκῳ. Λαμβάνων τις ὑπ’ ὄψιν τί γίνεται ἐν τῇ ἀγορᾷ ἡμῶν μὲ τὰς ὁμολογίας τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν, θὰ ἴδῃ ὅτι σήμερον κεφαλαιοποιοῦνται αὗται ἐπὶ τόκῳ 4,50%. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τῆς ἑνοποιήσεως, ἀσφαλισθὲν διὰ τοῦ ἐλέγχου καὶ ὑπηρετούμενον μὲ τόκον 5%, βεβαίως εὐθὺς ἅμα τῇ ἐκδόσει θέλει ὑπερβῆ τὸ ἄρτιον, καὶ μετ’ οὐ πολὺ θέλει καταλίπει, πραγματοποιούμενον, κέρδος 10 καὶ 12 ἑκατομμυρίων δρ. εἰς τοὺς κατόχους. Ἑτέραν ὠφέλειαν θέλει ἀποκομίσει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ τῆς ἀποτίσεως τοῦ κυμαίνοντος χρέους τῶν 31,375,096 φράγκων. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποτελεῖται κατὰ μέγα μέρος ἐκ προσωρινῶν δανείων εἰς χρυσὸν καὶ περίπου ἐκ 16,800,000 φράγκων χρυσῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ποσοῦ τὸ μέγιστον μέρος ἀνήκει εἰς τὰς Προνομιούχους Τραπέζας καὶ λαμβάνει τόκον 5 καὶ 6%. Ἐπὶ δὲ ἄλλου μέρους, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀνέρχηται εἰς 16,800,000 φρ. χρυσῶν τῆς ἀναγκαστικῆς, πληρόνει τὸ Κράτος 1% μόνον. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου ποσοῦ αἱ Τράπεζαι θέλουν λάβει, κατὰ τοὺς συνδυασμοὺς οἱ ὁποῖοι ἐκτίθενται ἐν δημοσιευθείσῃ τινὶ ἐκθέσει ἀναλυτικῶς, εἰς χρυσὸν ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζομεν ἐπὶ τίνι ὑπηρεσίᾳ θέλουν ἐκδοθῆ, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν θέλουν ἀποδίδει ὀλιγώτερον τῶν 3½%. Οὕτω ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις σήμερον λαμβάνει 1% μόνον τόκον καὶ κατέχει 14,000,000 ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, θέλει λαμβάνει ἐφεξῆς τριπλάσιον καὶ πλέον τόκον, διότι θέλει λάβει ὁμολογίας, αἵτινες θ’ ἀποδίδουν 3½%. Ἀλλ’ ἴσως τις ἀντείπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ θ’ ἀπολέσῃ ἡ Τράπεζα ἐκ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα εἰς προσωρινὰ δάνεια ἔχει χορηγήσει εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς 5 καὶ 6%, θὰ καλύψῃ μέρος τῆς ἀπωλείας διὰ τῆς ἀποδόσεως ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς χρυσὸν τόκου 3½% ἀντὶ 1%, ὅπερ νῦν λαμβάνει. Διότι ὑποθέτω, ὅτι αἱ ὁμολογίαι αἱ νέαι, μὲ τὰς ὁποίας θέλει πληρωθῆ ἡ Τράπεζα, δὲν θὰ ἦναι ἐπὶ τόκῳ καὶ χρεωλύτρῳ κατωτέρῳ τῶν 3½ ἢ 4%.
§92ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περιλαμβάνεται καὶ τὸ χρεώλυτρον. Τὸ χρεώλυτρον εἶναι χρήματα ἐπιστρεφόμενα. Δὲν εἶναι ὠφέλεια διὰ τὸν δανειστὴν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λαμβάνει, ὅταν λαμβάνῃ τὸ κεφάλαιόν του ὀπίσω. Ἐνόμιζον ὅτι εἶχον εἴπει ἀρκετὰ σαφῶς προχθές, ὅτι πρόκειται τὸ Κράτος νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ οὔτε ὀβολὸν πλέον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων αὐτῶν ἢ ὅσον καταβάλλει σήμερον· ἐξέφρασα μάλιστα τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ πληρώσῃ τόκον ὀλιγώτερον.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχουσι δύο εἰδῶν δάνεια, ἐπὶ τῶν ὁποίων λαμβάνει νῦν ἡ Τράπεζα τόκον μεγαλείτερον ἢ ὅσον θὰ λαμβάνῃ ἐφεξῆς, καὶ ἄλλα, τῶν ὁποίων τὸ κέρδος εἶναι προφανὲς, διότι, ἐὰν δοθοῦν ἀντ’ αὐτῶν νέοι τίτλοι, ἀποδίδοντες 3½% ἀντὶ 1%, ἐννοεῖται ὅτι πᾶσα ἡ διαφορὰ εἶναι εἰς ὄφελος αὐτῆς. Λοιπὸν λέγω, ὅτι γίνεται αὐτὸ ἤδη τὸ ὠφέλιμον ὑπὲρ τῆς Τραπέζης...
§94ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Τὸ βλαβερὸν εἶναι, ὅτι ἀφορᾷ τὰ προσωρινὰ δάνεια.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται, ἀλλὰ λέγω ποία ἐκ τῶν ἄλλων ἡ ὠφέλεια τῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα διὰ τὰ δάνεια αὐτὰ τῶν 14 ἑκατομμυρίων φράγκων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐνῷ λαμβάνει 1% τόκον, θέλει λαμβάνει ἐφεξῆς τριπλάσιον. Πλὴν καὶ ἐκ τῶν προσωρινῶν δικαίων, καίτοι ἐξοφλουμένων δι’ ὁμολογιῶν ἀποδιδουσῶν μικρότερον τόκον, δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἀντὶ κοινῶν τίτλων κατὰ τοῦ δημοσίου ταμείου ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀσφαλείας, οὓς ἔχει σήμερον, θὰ λάβῃ τίτλους δανείου ὑπὸ διεθνῆ ἔλεγχον, τιμωμένους περισσότερον ἐκείνων, καίτοι ἀποδιδόντων μεγαλείτερον τόκον. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ποῖον τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ δι’ ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου θὰ ἔχῃ ἡ Τράπεζα; Εἰς αὐτὸ παρακαλῶ νὰ προσέξητε, καὶ παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ λαμβάνῃ μόνον ἓν μέρος τῆς ὁμιλίας μου ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὸ ἐπικρίνῃ.
§96ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ. Μὲ συγχωρεῖτε ὅτι σᾶς διέκοψα.
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ ὁμολογίαι, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ πρὸς ἀπότισιν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, παρέχουσι τὰς ἑξῆς ὠφελείας Πρῶτον, κατὰ τὰς συμβάσεις μετὰ τῆς Τραπέζης πᾶν ποσὸν εἴτε ἐκ τῶν προσωρινῶν δανείων εἴτε ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπερ καὶ πρὸ τῆς ἄρσεως ἤθελεν ἀποδοθῆ εἰς αὐτὴν ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς χρυσὸν ὀφειλομένου αὐτῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ διατηρῆται εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης μέχρι ποσοῦ 20 ἑκατομμυρίων. Διὰ τῆς διατάξεως, ἥτις εἰσήχθη εἰς τὸν νόμον τοῦ ἐλέγχου, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ λάβῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ εἰς χρυσὸν, νὰ τὸ λάβῃ εἰς ὁμολογίας τοῦ εἰς χρυσὸν δανείου, χωρὶς νὰ ἦναι ὑπόχρεως τὰς ὁμολογίας αὐτὰς ἢ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν νὰ διατηρῇ ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῆς μετὰ τοῦ εἰς χρυσὸν ἀποταμιεύματος. Θὰ ἀπολαμβάνῃ λοιπὸν τὸν τόκον ποσοῦ μέχρις 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν· ὀφείλεται δὲ τοῦτο εἰς τὸν νόμον τοῦ ἐλέγχου, διότι πλὴν δὲν τὸ εἶχε. Ἄλλην ὠφέλειαν θὰ ἔχῃ ἡ Τράπεζα, ὅτι αἱ ὁμολογίαι, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ἀπέναντι τῶν εἰς χρυσὸν προσωρινῶν δανείων καὶ τοῦ εἰς χρυσὸν μέρους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐφεξῆς ἐπὶ μεγίστῃ πίστει, λόγῳ τοῦ ἐλέγχου, εἰς ὃν ὑπεβλήθη τὸ Κράτος, θέλουν χρησιμεύει τῇ Τραπέζῃ, ὅπως προμηθεύηται ἐνταῦθα ἢ ἐν Εὐρώπῃ χρήματα. Τοῦτο σήμερον δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ, διότι δὲν ἔδιδεν ἀσφαλείας. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὰ χρήματα ταῦτα λαμβάνουσα, θὰ τὰ τοκίζῃ ἐπὶ τῷ τόκῳ, ἐφ’ ᾧ σήμερον ἡ Τράπεζα τοκίζει τὰ χρήματά της ἐν Ἑλλάδι. Τὰ χρήματα ταῦτα ἡ Τράπεζα θὰ προμηθεύηται ἐπὶ τόκῳ 2 ἢ 2⅛%, καταθέτουσα τὰς ὁμολογίας της ὡς ἀσφάλειαν καὶ λαμβάνουσα τὰ ¾ ἢ τὰ ⅘ τῆς τρεχούσης αὐτῶν ἀξίας, θὰ τοκίζῃ δὲ ἐν Ἑλλάδι μέχρις 7%. Καὶ ἂν λοιπὸν ἡ Τράπεζα δὲν ἐκποιήσῃ τὰς ὁμολογίας ταύτας, δύναται νὰ τὰς ἐνεχυριάσῃ καὶ νὰ λαμβάνῃ εὐθηνότατα χρήματα. Οὕτω θὰ ἔχῃ κεφάλαια ἡ Τράπεζα χωρὶς νὰ δανεισθῇ καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει σήμερον, θὰ τὰ ἔχῃ δὲ χάριν τοῦ ἐλέγχου, ὃν ψηφίζομεν. Θὰ δύναται δὲ νῦν νὰ ἐκποιήσῃ ἢ ἐνεχυριάσῃ καὶ προμηθευθῇ κεφάλαια νέα οὐ μόνον τὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέους, ὅπερ θὰ ἑνοποιηθῇ καὶ εἰς ὃ μετέχει ἡ Τράπεζα κατὰ 50 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, οὐ μόνον τὰ τῶν προσωρινῶν καὶ εἰς χρυσὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς ἃ μετέχει κατὰ 20 ἑκατομμύρια καὶ πλέον, ἀλλὰ καὶ τὰ εἰς χρυσὸν δάνειά της, εἰς ἃ μετέχει κατὰ 3 περίπου ἑκατομμύρια. Δὲν τὴν ἐλέγχω δι’ αὐτά, εὑρίσκω τοὐναντίον δίκαια. Ἀφοῦ ἐζημιώθη ἐκ τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, ἐζημίωσε δὲ διὰ τοῦτο καὶ τὴν χώραν, δίκαιον εἶναι νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἀνορθώσεως τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Πᾶν ὅτι πράττομεν, ὅπως βοηθήσωμεν εἰς τοῦτο, τὸ πράττομεν ὑπὲρ ἐθνικοῦ καταστήματος, καὶ δὲν πρέπει νὰ διστάζωμεν. Ἂν ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, δὲν πταίει ἡ Τράπεζα εἰς τοῦτο. Σήμερον ὅλα τὰ κεφάλαια, ὅσα κατέχει εἰς διαφόρους τίτλους ἡ Τράπεζα, οὐδὲν ἄλλο τῇ προσπορίζουν ἢ μόνον τὸν τόκον, τινὰ δὲ μάλιστα τόκον εὐτελῆ. Οὐδόλως παρέχουν τὴν πίστιν καὶ ἀσφάλειαν, ἥτις μετατρέπεται εἰς χρήματα καὶ πολλαπλασιάζει τὰ διαθέσιμα κεφάλαια τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο κέρδος θὰ ἔχῃ ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς ἐπὶ καταθέσει τῶν τίτλων της ἐν Εὐρώπῃ προμηθείας χρημάτων. Εἰσάγουσα χρυσὸν καὶ μετατρέπουσα αὐτὸν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, πρὶν δανείσῃ αὐτά, θέλει ἐπωφελεῖσθαι εἰς τὸ μέλλον ὅλην τὴν διαφοράν, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἀνατιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ ἥτις ἐλπίζομεν ὅτι θὰ διατηρηθῇ. Οὕτω, ἐὰν σήμερον εἰσαγάγῃ 1,000,000 π. χ. φράγκων χρυσῶν καὶ μετατρέψῃ αὐτὰ πρὸς 1,40, ὅσον διατιμᾶται τὸ φράγκον, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, θὰ δύναται νὰ δανείζῃ πόσον 1,400,000 δραχμῶν. Οὐ μόνον οἱ ὀφειλέται αὐτῆς θὰ ὀφείλωσι ν’ ἀποδώσωσιν αὐτῇ βραδύτερον τραπεζικὰ γραμμάτια μᾶλλον ἀνατετιμημένα, ἀλλὰ καὶ αὐτή, ὅταν θὰ ἐπιστρέψῃ βραδύτερον εἰς Εὐρώπην τὸ ἓν ἑκατομμύριον φράγκων, θὰ δύναται νὰ τὸ ἀγοράσῃ ἐν τῇ ἀγορᾷ εὐθηνότερον, π. χ. πρὸς 1,30 ἀντὶ 1,40, καὶ θὰ ὠφεληθῇ διττῶς τὴν διαφορὰν αὐτὴν τοῦ συναλλάγματος.
§98Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν ἀνέλθῃ τὸ συνάλλαγμα;
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ περιμένετε ἤδη, ὅτε θὰ λειτουργῇ ὁ ἔλεγχος, ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος.
§100Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μία κακὴ ἐσοδεία τῆς σταφίδος;...
§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ σταφὶς, μεθ’ ὅσα ἔπαθε, χειρότερα δὲν δύναται νὰ πάθῃ· ὡς δ’ ἐκανονίσθη ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς καταναλώσεως, ἣν εὑρίσκει σήμερον, δὲν εἶναι φόβος νὰ πωληθῇ εἰς τὰς ἐξηυτελισμένας τιμὰς, ἃς εἶχε πρό τινος. Σκοπός, ἐπαναλαμβάνω, ὅσων ἐξέθηκα, εἶναι ὄχι νὰ ἐπικρίνω τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν πολιτείαν, ἥτις ἐκ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τοῦ ἐλέγχου κατορθοῖ νῦν νὰ προσπορισθῇ πίστιν καὶ μέσα πολλαπλασιασμοῦ τῶν κεφαλαίων της καὶ ὠφελειῶν. Σκοπός μου δι’ ὅσων ἐξέθεσα ἦτο νὰ καταστήσω γνωστὴν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν, ἥτις ὑπὲρ τῆς Τραπέζης δημιουργεῖται διὰ τοῦ ἐλέγχου καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους, καὶ νὰ δικαιολογήσω τὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ ἐσκόπουν νὰ φθάσω. Νομίζω ὅτι ἡ Τράπεζα, ἥτις τῇ βοηθείᾳ τοῦ Κράτους μέλλει ν’ αὐξήσῃ τὰ κεφάλαια καὶ τὰ κέρδη αὐτῆς; καθῆκον ἔχει νὰ καταστήσῃ καὶ τὸν τόπον κοινωνὸν τῶν ὠφελειῶν αὐτῶν. Ἐφεξῆς θὰ ἔχῃ πολὺ περισσότερα μέσα ἢ πρὶν, ὅπως εὐεργετήσῃ αὐτόν. Αἱ δὲ ἀνάγκαι αὐτοῦ καὶ ἕνεκα τοῦ πολέμου καὶ ἕνεκα τῆς κρίσεως εἶναι μέγισται. Ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου φρονῶ ὅτι ἡ Τράπεζα, ὡς ἐθνικὸν ἵδρυμα,—καὶ δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς θελήσεως αὐτῆς καὶ τῆς προθυμίας—ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται σήμερον νὰ εὐεργετήσῃ τὸν ἐργαζόμενον λαὸν, εἶναι διττός. Πρῶτον νὰ προσφέρῃ μὲ εὐθηνότερον τόκον τὰ κεφάλαια, ὅσα νῦν ἀφθονώτερα θὰ διαθέτῃ, καὶ δεύτερον νὰ προσπαθήσῃ νὰ παρέχῃ τὰ κεφάλαιά της πανταχοῦ, μέχρι τῶν ἀπωτάτων ἄκρων, ὅπου σήμερον τὰ κεφάλαια αὑτῆς δὲν ἐξικνοῦνται. Δὲν ἀρκεῖ νὰ δανείζῃ πολλὰ, ἀλλὰ νὰ τὰ δανείζῃ εἰς πάντας. Διότι, ὡς γνωρίζομεν πάντες, τῶν Τραπεζῶν τὰ χρήματα οὐ μόνον δίδονται καὶ κινοῦνται ἐκεῖ μόνον, ὅπου εἶναι τὰ καταστήματα αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ παρέχονται κυριώτατα πρὸς τοὺς μεγάλους κτηματίας ἢ τοὺς μεγάλους ἐμπόρους καὶ βιομηχάνους, ὅσοι προσφέρουσιν εἰς τὰς Τραπέζας τὸ πλεονέκτημα τοῦ διαθέτειν δι’ ὀλίγων πράξεων μεγάλα ποσά. Ἀλλὰ τῶν ἐθνικῶν Τραπεζῶν ἀποστολὴ δὲν εἶναι νὰ λαμβάνωσιν ἀνέτως καὶ ἀκόπως πολλοὺς τόκους, ἀλλὰ νὰ φέρωσι καὶ εἰς τὰ ἀπώτερα μέρη τοῦ Κράτους, εἰς τοὺς γεωργοὺς ἢ εἰς τοὺς μικροὺς βιομηχάνους, τὰ κεφάλαιά των. Ἐνῷ ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ἔφερεν εἰς τὸν τόπον ποσόν τι χρημάτων, τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν διετέθη ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῶν γεωργῶν· καὶ ὁ λόγος γνωστός. Τὰ χρήματα αὐτὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐδόθησαν εἰς τοὺς ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσι κτηματίας καὶ ἐμπόρους ἢ βιομηχάνους, τὸ δὲ χρῆμα τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς δὲν ἐξῆλθε τῶν μεγάλων κέντρων, ἐπιζητοῦν τὸν ἄνετον τόκον εἰς ὀλίγους. Ἀλλὰ διὰ τοιαύτην ἐργασίαν δανεισμοῦ κεφαλαίων εἰς τὰς γεωργικὰς καὶ τὰς βιομηχάνους τάξεις δὲν ἀρκεῖ ἡ καλὴ θέλησις τῆς Τραπέζης. Ἰδίως διὰ τὴν γεωργίαν, ὄχι μόνον τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, συμφέρον ἔχομεν, ὅπως διὰ καταλλήλων μέσων καταστήσωμεν προσιτὰ τὰ κεφάλαια. Ταῦτα δὲν προσέρχονται, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀσφάλεια. Μόνον ἡ ἀσφάλεια τὰ ἑλκύει, καὶ τὰ ἑλκύει πανταχοῦ τοῦ Κράτους τότε. Φρονῶ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα σήμερον ὁ νόμος χορηγεῖ αὐτῇ, καὶ διὰ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἐπέτρεψε πρὸ ὀλίγου χρόνου ἡ Βουλὴ, δεχθεῖσα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ν’ ἀναβιβασθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται ἡ Τράπεζα νὰ δανείζηται δι’ ὁμολογιῶν, μέχρις 180,000,000, καὶ διὰ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἄφθονα δύναται ἤδη νὰ προμηθεύηται, λόγῳ τῆς βελτιώσεως, ἡ ὁποία ἐπῆλθε καὶ θὰ ἐπέλθῃ πολὺ μεγαλειτέρα τοῦ χρόνου προϊόντος εἰς τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας, θὰ κέκτηται μεγαλειτέραν παρά ποτε ἄλλοτε δύναμιν, ὅπως ἐργάζηται καὶ ἄνευ ζημιῶν χρησιμοποιῇ αὐτὴν μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ καὶ ὀλιγώτερον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπὲρ τῶν νομικῶν προσώπων. Ἀλλὰ εὐεργετικὴ θὰ γείνῃ, ἂν τὸν τόκον καταστήσῃ εὐθηνότερον. Πλὴν εὐεργετικωτέρα θὰ γείνῃ, ἂν τὰ πολλὰ καὶ εὐθηνὰ αὐτὰ κεφάλαια διασπείρῃ, ἵνα ζωογονοῦν τὴν ἐργασίαν τὴν γεωργικὴν καὶ τὴν βιομηχανικὴν πανταχοῦ τῆς χώρας. Τοῦτο σήμερον δὲν γίνεται. Σήμερον τὰ κεφάλαια εἰς τὴν γεωργίαν καὶ βιομηχανίαν παρέχονται ἐπὶ βαρυτάτοις τόκοις, ἢ δὲν παρέχονται ποσῶς. Καὶ ὅσα παρέχει αὐτὴ φθάνουν εἰς παραγωγοὺς διὰ μέσων ἄλλων καὶ γίνονται τοκογλυφικά. Ἂν θέλωμεν ὅμως νὰ προσέρχωνται τὰ κεφάλαια εὐθηνὰ καὶ εἰς τοὺς μικροὺς παραγωγοὺς, πρέπει νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἔπραξαν καὶ ἄλλοι λαοί. Ἡ γεωργικὴ πίστις δὲν εἶναι ἁπλοῦν ζήτημα κεφαλαίων, εἶναι ζήτημα πίστεως, ἥτις, προκειμένου περὶ γεωργῶν ἀκτημόνων, ἀποβαίνει ζήτημα προσωπικόν. Ἡ γεωργικὴ πίστις δὲν εἶναι ὡς ἡ κτηματικὴ, ἥτις διὰ τοῦ κτήματος καὶ τῶν βιβλίων τῶν ὑποθηκῶν ἀσφαλίζει τὸν δανειστήν. Ἡ ἀσφάλεια τῶν καρπῶν καὶ τῶν ζώων καὶ τῶν γεωργικῶν ἐργαλείων, ἅτινα προσφέρει ὁ γεωργὸς, εἶναι ἀνεπαρκὴς διὰ τὸν δανειστὴν, ὅσον καὶ ἂν οἱ νόμοι ἐνισχύσουν αὐτήν. Ἀνάγκη βεβαιοτέρας ἀσφαλείας. Ταύτην ἐδημιούργησαν οἱ τοπικοὶ συνεταιρισμοί, συνεταιρισμοὶ κατὰ κωμοπόλεις καὶ χωρία, αὐτοὶ δανειζόμενοι καὶ αὐτοὶ ἐγγυώμενοι ὑπὲρ τῶν συνεταίρων τῷ δανειστῇ τὴν ἀπότισιν τοῦ χρέους. Αὐτοὺς γνωρίζει ἡ Τράπεζα ἢ ὁ κεφαλαιοῦχος, καὶ αὐτοὺς ἀπευθείας ἢ τῇ ὑπογραφῇ ἄλλης διαμέσου Τραπέζης ἢ κεφαλαιούχου δανείζει. Οἱ συνεταιρισμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀλληλεγγύως δι’ ὅλων τῶν μελῶν καὶ διὰ τῆς περιουσίας αὐτῶν ὑπεύθυνοι πρὸς τὴν δανείσασαν Τράπεζαν. Ὅσα χρήματα δανείζονται παρ’ αὐτῆς τὰ χορηγοῦν εἰς τὰ μέλη αὐτῶν ἐπὶ δανείῳ καὶ ἐπὶ τῷ αὐτῷ τόκῳ συνήθως, ἐφ’ ᾧ τὰ ἐδανείσθησαν, διότι ἔξοδα διοικήσεως τοῦ συνεταιρισμοῦ ἢ δὲν ὑπάρχουν ἢ εἶναι ἐλάχιστα. Τὰ δάνεια εἶναι μικρὰ, ὡς πάντα τὰ γεωργικὰ δάνεια, σκοποῦντα κυρίως τὴν καλλιέργειαν, καὶ βραχυπρόθεσμα. Ἐννοεῖται ὅτι εἰς τοιούτους συνεταιρισμοὺς δὲν εἰσέρχονται ἢ μέλη ἐκ τῆς αὐτῆς κωμοπόλεως ἢ τοῦ αὐτοῦ χωρίου, τὰ ὁποῖα μόνα γνωρίζουν καλῶς οἱ συνέταιροι καὶ ὅσα ἐμπιστεύονται λόγῳ τιμιότητος, φιλοπονίας, καλῶν ἕξεων. Εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν ἐξ ἀνάγκης εἶναι προσεκτικοὶ οἱ ἐκλέγοντες ἢ δανείζοντες συνέταιροι, διότι εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνοι καὶ δύνανται νὰ πληρώσουν ἐξ ἰδίων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ. Οἱ διευθύνοντες τὸν συνεταιρισμὸν λαμβάνουν παρὰ τῶν δανειζομένων καὶ πᾶσαν προσωπικὴν ἢ πραγματικὴν ἐγγύησιν. Ἕνεκα τούτου οὐδέποτε σχεδὸν ἐπέρχονται ζημίαι εἰς τοὺς συνεταίρους, λόγῳ τῆς ἀλληλεγγύης. Μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος δύναται νὰ λειτουργήσῃ παντοῦ ἡ ἀγροτικὴ πίστις ἐπωφελῶς διὰ τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν καὶ ἀζημίως διὰ τὴν Τράπεζαν. Διὰ τῶν τριτεγγυημένων γραμματίων μικρὰ εἶναι ἡ ὠφέλεια. Ἀλλ’ ὅπως ἔχωμεν τοὺς συνεταιρισμοὺς αὐτοὺς, οἵτινες θαυμασίως λειτουργοῦν ἰδίως ἐν Γερμανίᾳ, δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν. Αὕτη εἶναι ἀνίσχυρος παρ’ ἡμῖν. Ἀνάγκη ἡ νομοθεσία ἡμῶν νὰ ὀργανίσῃ τὸ σύστημα, ὅταν δὲ τὰ κεφάλαια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν κηρύξουν ὅτι δὲν προσέρχονται εἰς τὴν γεωργίαν καὶ τὴν μικρὰν βιομηχανίαν ἢ διὰ μέσου μόνον τῶν συνεταιρισμῶν αὐτῶν, τότε παντοῦ θὰ σπεύσωσι νὰ ὀργανωθῶσι κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ νόμου καὶ τῶν κεφαλαίων. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ τῶν πολλῶν αὐτῆς κεφαλαίων, δεχομένη ὅπου αὕτη προσφέρεται καὶ τὴν πρόσθετον ἐγγύησιν τῶν δύο ἄλλων προνομιούχων Τραπεζῶν ἐν τῷ δανεισμῷ τῶν χρημάτων της κατὰ τόπους, θὰ φέρῃ παντοῦ τὴν εὐεργετικὴν ἀνάγκην τῶν εὐθηνῶν κεφαλαίων. Γνωρίζομεν καὶ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐνεργειῶν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης, τὸν ζῆλον αὐτοῦ καὶ τὴν προθυμίαν, ἣν ἔχει, ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως αὐτῆς τῆς Τραπέζης, δηλαδὴ τῆς χορηγίας ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων χρημάτων εἰς τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν γεωργίαν, καὶ τὴν ὁποίαν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνήγγειλεν ὡς τὸν κυριώτερον αὐτοῦ πόθον, μετὰ τοσούτου μάλιστα ἐνθουσιασμοῦ, ὥστε εἶπεν, ὅτι φοβεῖται μὴ πάθωμεν μᾶλλον ἐκ τῆς ὑπερβολικῆς παραγωγῆς, ἐννοῶν ἴσως τὴν μεγάλην παραγωγήν, τὴν ὁποίαν ἡ σταφὶς ἐπαρουσίασε καὶ ἡ ὁποία ἔφερεν εἰς ἐπιζήμια ἀποτελέσματα.
§102ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἐκ τῆς πολλῆς ἐφέσεως πρὸς ἐργασίαν, ἐκ τοῦ πολλοῦ πόθου νὰ ἀναπτύξωμεν διαφόρους παραγωγικὰς ἐργασίας, ὄχι ἐκ τῆς ὑπερβολικῆς παραγωγῆς.
§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο εἶναι περιττὸν νὰ δειχθῇ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἐκ τῆς μεγάλης ἐνισχύσεως τῶν μέσων τῆς ἐργασίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφοβήθη ὅτι ἡ παραγωγὴ θὰ ὑπερπληθυνθῇ. Τελευτῶν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι εὐτυχὴς συγκυρία, ὅτι Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπῆρξεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ διαπραγματευθεὶς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου τὰ τοῦ ἐλέγχου καὶ τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ συγχρόνως διατελῶν διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐμφορούμενος ἐξ αὐτῶν τῶν αἰσθημάτων, ἐργασθεὶς συγχρόνως, ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνορθωθῇ καὶ ἀποκομίσῃ ὅλα τὰ νόμιμα ἐκεῖνα κέρδη, τὰ ὁποῖα θὰ καταστήσωσιν αὐτὴν ἱκανὴν νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς ἐργασίας της, αἰσθάνεται διὰ τοῦτο περισσότερον ζῆλον καὶ μεγαλειτέραν ὑποχρέωσιν παρὰ πάντα ἄλλον, ὅπως ἡ Τράπεζα καταστήσῃ κοινωνὸν τὸν ἐργαζόμενον Ἑλληνικὸν λαὸν μέρους τῶν μεγάλων ὠφελειῶν, ἃς τῇ βοηθείᾳ τοῦ Κράτους ἀπέκτησε.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–5 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπρόκειτο νὰ φέρῃ μεταῤῥύθμισιν εἰς τὴν μετάφρασιν.
§107Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἰδοὺ ποία εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἡ κατὰ λέξιν μετάφρασις τοῦ ἄρθρου. Δὲν πρόκειται κυρίως περὶ μεταβολῆς: «Παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ διορίζεται Βασιλικὸς ἐπίτροπος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θέλει χρησιμεύει πρὸς συνεννόησιν μεταξὺ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν.»
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν τροπολογίαν;
§109ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποίαν τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε;
§110ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι τροπολογία. Ὁ κ. Δεληγεώργης προτείνει μίαν διόρθωσιν de rédaction, τὴν ὁποίαν δὲν δυσκολεύομαι νὰ δεχθῶ.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ «Βασιλικὸς ἐπίτροπος τῆς Κυβερνήσεως» εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν δὲν πηγαίνει.
§112Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ πῶς νὰ τεθῇ;
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἢ «Βασιλικὸς ἐπίτροπος» ἁπλῶς, ἢ «ἐπίτροπος τῆς Κυβερνήσεως».
§114Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς διότι προετίμων νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις διὰ τὴν διόρθωσιν, ἠρκέσθην εἰς τὴν δηλωθεῖσαν παραδοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως γίνεται νέα παρατήρησις, προσθέτω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ μετάφρασις «Βασιλικὸς ἐπίτροπος», διότι τοῦτο εἶναι ἱστορικὸν ἐρείπιον τῆς ἐποχῆς τοῦ Ναπολέοντος. Ναὶ μὲν θὰ εὕρωμεν τὴν φράσιν αὐτὴν καὶ εἰς τὴν νομοθεσίαν μας καὶ ἴσως καὶ εἴς τινα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἐὰν ὅμως πρέπῃ νὰ μεταχειριζώμεθα κυριολεξίαν, βεβαίως πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ «ἐπίτροπος τῆς Κυβερνήσεως» ἢ «τῆς ἐπικρατείας». Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει εἰς τὸ Γαλλικὸν κείμενον «commissaire royal du gouvernement», καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβάλωμεν τὰς γαλλικὰς λέξεις, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὴν μετάφρασιν ὁλόκληρος ἡ αὐτὴ φράσις.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ καταστατικὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δίδει ἄλλο ὄνομα εἰς τὸν παρ’ αὐτῷ ἐπίτροπον, τὸ ὄνομα «Γενικὸς ἐπίτροπος τῆς ἐπικρατείας». Ὁ Βασιλικὸς ἐπίτροπος, εἴτε ὁ ἐπίτροπος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὑπάλληλος τεταγμένος, ἵνα ἐπιτηρῇ, ὅπως τηρῶνται οἱ νόμοι. Λοιπὸν εἴτε τὸν ὀνομάσητε ἐπίτροπον τῆς ἐπικρατείας, εἴτε τὸν ὀνομάσητε ἐπίτροπον τοῦ Κράτους, εἴτε τὸν ὀνομάσητε Βασιλικὸν ἐπίτροπον, εἶναι τὸ αὐτό· ἀλλὰ μὴ δόσητε αὐτῷ δύο ὀνομαστικοὺς ὁρισμοὺς, ἔχοντας τὴν αὐτὴν ἔννοιαν.
§116Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὲ ἔχετε συμφωνότατον, ἐὰν τὸν ὀνομάσητε ἐπίτροπον τῆς ἐπικρατείας.
§117Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως εἷς λόγος βεβαίως. Μήπως εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ὑπάρχουν αἱ αὐταὶ λέξεις; Μήπως τὸ «royal» ἐκεῖ ἔχει ἄλλην σημασίαν; Ἐν τούτοις παρατίθενται καὶ αἱ δύο λέξεις. Διατὶ ἡμεῖς δυσανασχετοῦμεν, ὅτι θὰ τὸν εἴπωμεν Βασιλικὸν ἐπίτροπον τῆς Κυβερνήσεως; Τὸ «Βασιλικὸς» ἔχει ἀπολέσει τὴν γραμματικὴν σημασίαν του, καὶ μένει «ἐπίτροπος τοῦ Κράτους». Ἔχομεν δὲ συμφέρον ἰδιαίτερον νὰ τὸ ἔχωμεν καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον, διότι θὰ ὑπάρχῃ ἀντιπρόσωπος Βασιλικὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἐντεταλμένος παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ. Λοιπὸν μολονότι, ἐὰν λάβῃ τις κατὰ γράμμα ἑκάστην λέξιν, φθάνει εἰς εἶδος ταὐτολογίας, λέγων «Βασιλικὸς ἐπίτροπος τῆς Κυβερνήσεως», ἀλλὰ τοῦτο πᾶς τις ἐννοεῖ, ὅτι γίνεται, διότι ὁ Βασιλικὸς ἐπίτροπος ἔχασε πλέον τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλοτε. Δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ἐννοῶμεν ὅ,τι καὶ ἄλλοτε μὲ τὸ «ἐπίτροπος τοῦ Βασιλέως». Βασιλικὸς ἐπίτροπος εἶναι ἱστορικὴ ἔκφρασις. Ἀλλὰ συμφέρει ἡμῖν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ τὸ διατηρήσωμεν ἐν τῇ μεταφράσει.
§118Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίτροπος τοῦ Βασιλείου, δηλαδὴ οὐχὶ τοῦ Βασιλέως. Ἔχομεν Βασιλικὸν ἐπίτροπον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον· λέγομεν «Βασιλικὴ Πρεσβεία»...
§119ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂς τροποποιηθῇ οὕτω: «Θέλει διορίζεσθαι παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ Βασιλικὸς ἐπίτροπος τῆς Κυβερνήσεως καὶ θέλει χρησιμεύσει πρὸς συνεννόησιν μεταξὺ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν δημοσίων ἀρχῶν.»
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ἐπεθύμουν νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἐξήγησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἄρθρον 7 ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ ἀναφέρεται εἰς τὸ δάνειον διὰ τὴν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν καὶ τὴν πρὸς τοὺς παθόντας ἰδιώτας ἀποζημίωσιν. Ἀναμφισβητήτως πρόκειται περὶ τῶν 4,000,000 λιρῶν τουρκικῶν, τῶν πληρωθησομένων εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν, καὶ τῶν 100,000 λιρῶν τουρκικῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ πληρωθῶσιν ὡσαύτως εἰς τὴν ἰδίαν Κυβέρνησιν πρὸς ἀποζημίωσιν ἰδιωτῶν. Πρόκειται περὶ ἄλλου δανείου νέου; Ὄχι. Λοιπὸν ποῖον ὑπόλοιπον πρόκειται νὰ ὠφεληθῶμεν ἡμεῖς; Μήπως θὰ πληρώσωμεν ὀλιγώτερον τῶν 4,000,000 καὶ 100,000 λιρῶν, καὶ ἑπομένως ὑπολείπεται κατὰ τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 7 ἓν ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Κράτους;
§122ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι, κύριε Βουλευτά· δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱ κύριοι ἐπίτροποι, εἶχε τὴν ἑξῆς ἔννοιαν, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον κατὰ ποσόν τι ἄνω τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποφέρουσιν ἀκριβῶς τὰ 4,000,000 λιρῶν τουρκικῶν, πλὴν τῶν 100,000 λιρῶν τουρκικῶν τῆς πρὸς τοὺς ἰδιώτας ἀποζημιώσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λαμβάνεται διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς πρόνοια. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος ἕτερος.
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο παρουσιάζει ἀντίφασιν· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου ἄνευ προσδιορισμοῦ—βεβαίως τὸ δάνειον ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ 120,000,000, — ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ὧν, ὡς πληροφορούμεθα, ἡ συνομολόγησις θὰ γείνῃ μὲ τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν Δυνάμεων, ἢ περὶ τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα ἑκατομμυρίων, περὶ τῶν ὁποίων κατωτέρω γίνεται λόγος, τότε ἡ ἐξήγησις εἶναι εὔκολος, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς δευτέρας παραγράφου ἐξηγεῖται, διότι ἤθελε συνομολογηθῆ δάνειον ποσοῦ ἀνωτέρου τῶν πολεμικῶν ἀποζημιώσεων· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ δύο ποσά, τὰ δοθησόμενα εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν καλήν, διότι ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ὑπῆρχεν ἴσως ἀφορμή τις, λόγος τις, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς ἔδιδε τὸ δικαίωμα ἑνὸς ὑπολοίπου, ἀλλὰ δὲν τὸ βλέπω.
§124ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι τὸ «reliquat», τὸ ὁποῖον μετέφρασα «ὑπόλοιπον», ἐτέθη ἐκεῖ κατὰ σύστασιν δύο τῶν κυρίων ἐλεγκτῶν· διότι εἷς ἐξ αὐτῶν εἶπεν, ὅτι τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ, διὰ νὰ μὴ γείνῃ κλασματικόν, θ’ ἀφήσῃ ἴσως μικρὸν περιθώριον. Τί θὰ γείνῃ τὸ περιθώριον; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8–15 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§126Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ Βουλὴ δυστυχῶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. συνάδελφος, τὴν σύμβασιν τῆς νέας Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Ἡ νέα ἑταιρία θὰ συστηθῇ ἐπὶ ἰδιαιτέρας συμβάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ συντάξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τῆς νέας ἑταιρίας, καὶ θὰ κυρωθῇ μόνον διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ὅρων ὑπὸ τοῦ κυριάρχου σώματος. Ἑπομένως ψηφίζοντες τὸ ἄρθρον 14 τοῦ ἐλέγχου συμψηφίζομεν καὶ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἀγνοοῦμεν. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει τουλάχιστον νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλή, ὡς καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις ἰδίᾳ, ὑπὸ ποίους ὅρους καὶ μὲ ποῖα δικαιώματα θὰ γείνῃ ἡ νέα αὕτη σύμβασις. Γνωρίζω καλῶς, ὅτι διὰ τῆς παλαιᾶς συμβάσεως τῶν μονοπωλίων ἐδικαιοῦτο ἡ ἑταιρία ἐκείνη νὰ λαμβάνῃ ποσοστὸν ἐπὶ τῶν κιβωτίων τοῦ πετρελαίου, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε τὸ κιβώτιον, ἴσως 18 δραχμῶν ἀλλ’ ἔπειτα, ὁπότε αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἐπέφεραν τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν κιβωτίων, τότε καὶ ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἠξίωσε νὰ λαμβάνῃ, καὶ λαμβάνει, ποσοστὸν οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς τιμῆς, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς αὐξηθείσης τῶν 24 καὶ τῶν 30 δραχμῶν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔφερα ἐγὼ αὐτὸς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τότε παρέστησα τὸ ἄδικον τῶν γιγνομένων, διότι ἡ ἑταιρία εἰς οὐδεμίαν ὑπεβάλλετο πρόσθετον δαπάνην, ἀλλὰ ἐλάμβανε δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν περιπλέον παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐπλήρονεν ἴσως τὸ Δημόσιον—δὲν ἔχω προχείρως τοὺς λογαριασμοὺς—50 καὶ 60 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος περιπλέον. Ἤδη δὲ καὶ ἐπὶ τῆς νέας ταύτης συμβάσεως, ὡς δυστυχῶς ἐδήλωσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἑταιρία αὕτη προτιμᾶται, ἵνα μὴ γείνουν ἀνατροπαὶ καὶ ἀποκεφαλισμοί, καὶ νομίζει ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δὲν δύναται νὰ καταρτίσῃ μίαν ἑταιρίαν μὲ 4 ἑκατομμύρια σήμερον. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τόσοι εἶναι οἱ εὐποροῦντες ἐν Ἑλλάδι, ὥστε, ἐὰν θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, δύναται νὰ εὕρῃ ὄχι 4, ἀλλὰ 14 ἑκατομμύρια, ὅταν παρασχεθῶσι τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τὴν παλαιὰν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω, ὅτι 700,000 δραχ. λαμβάνει κατ’ ἔτος ἡ ἑταιρία διὰ τὴν πώλησιν τοῦ ἅλατος, καὶ ἴσως δὲν ἐξοδεύει περισσότερον τῶν 300,000. Φέρω ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα πεισθῇ ὁποῖαι γίνονται παραχωρήσεις, ἐναντίον τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Δὲν θὰ παύσω δὲ νὰ λέγω τοῦτο καὶ νὰ καυτηριάζω τὰς τοιαύτας παραχωρήσεις. Ἐὰν, Κύριοι, δὲν κηδόμεθα τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ τῶν δημοσίων προσόδων, νέα πτώχευσις ἴσως μᾶς περιμένει, ὅπερ βεβαίως πᾶς Ἕλλην ἀπεύχεται. Ἡ Ἑταιρία θὰ λαμβάνῃ ἐπὶ εἰσπράξεων ποσοστά, δηλαδὴ θὰ λαμβάνῃ τὰ χρήματα καὶ θὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ θὰ λαμβάνῃ προμήθειαν ἐπὶ ἑκατομμυρίων. Καὶ γνωρίζομεν ὁποῖον εἶναι τὸ ποσοστόν; Καὶ τίς μᾶς πιστοποιεῖ τί θὰ πληρώσῃ τὸ ἔθνος; Ἡ ἑταιρία μόνον 4 ἑκατομμύρια θὰ καταβάλῃ εἰς χρεώγραφα, καὶ τοὺς τόκους τῶν 4,000,000 θὰ τοὺς λαμβάνῃ καθαροὺς καὶ ἀκεραίους. Ἐκ τούτων δὲ τὰ μὲν 2,000,000 θὰ καταθέσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς χρεώγραφα, καὶ θὰ λαμβάνῃ τοὺς τόκους, ὡς καὶ τὰ ἕτερα δύο ἑκατομμύρια εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ οὐδὲν θὰ καταβάλλῃ, διότι ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν Μονοπωλίων γίνονται αἱ καταβολαὶ πρὸς πληρωμήν. Καὶ ἡ ἑταιρία οὐ μόνον τοὺς τόκους τῶν παρ’ αὐτῆς καταβληθησομένων κεφαλαίων θὰ λαμβάνῃ, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ καὶ τὴν διαχείρισιν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, μέχρις ὅτου ταῦτα περιέλθωσιν εἰς τὴν κυριότητα τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου. Ἐννοῶ τὴν μέριμναν καὶ τὸν πόθον, τὸν ὁποῖον ἔχει πᾶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους· κατανοῶ καὶ γνωρίζω πολὺ καλὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνετο καὶ αἰσθάνεται ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ ὑποδείξω, ὅτι ἡ γενομένη σύμβασις τῶν Μονοπωλίων εἶναι λῃστρικὴ πρᾶξις.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν προτίθεμαι τὴν ὥραν ταύτην καὶ ἄνευ θετικοῦ ἀποτελέσματος νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὃν ἐξέθεσα χθὲς, ὅτι διὰ τῆς ἐκχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἐπῆλθε καὶ ἄλλη ἐπέκτασις τοῦ ἐλέγχου, ἐναντίον καὶ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ἐλαχίστη ἐλπὶς βελτιώσεως τῶν ὅσων ἐγένοντο, ἤθελον ἀναπτύξει τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔστω καὶ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην· ἀλλ’ ἄνευ τοιαύτης ἐλπίδος δὲν ἐπιχειρῶ νὰ κουράσω τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν σήμερον λειτουργοῦσαν σύμβασιν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, νὰ μᾶς εἴπῃ, τίνα ποσοστὰ λαμβάνει αὕτη σήμερον ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ πετρελαίου;
§128ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σχετικῶς πρὸς τὸ ἐρώτημα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, ἐπληροφόρησα ἤδη καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων μετὰ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου ἠξίου παρὰ τοῦ Δημοσίου τὸ ποσοστὸν ἐπὶ τῆς νέας τιμῆς, καὶ ἔχει δίκην ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, δὲν πληρόνεται ὅμως περισσότερον.
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων λαμβάνει ποσοστὰ ἐπὶ τῆς πωλήσεως τῶν ὑπὸ μονοπωλίαν εἰδῶν. Ἕκαστον κιβώτιον πετρελαίου ἐτιμᾶτο μέχρι τοῦ 1892 πρὸς δραχμὰς 27. Κατὰ τὸ 1892 ἐπρότεινα, διατελῶν τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου εἰς δραχμὰς 30· ἀλλ’ ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, παρεκάλεσα τὸν διευθύνοντα τὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων νὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅπως μὴ λαμβάνῃ ἡ ἑταιρία ποσοστὰ ἀνώτερα τῶν ὅσων ἕως τότε ἐλάμβανεν. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων μοὶ ἐπρόβαλεν ἄλλους ὅρους, οἱ ὁποῖοι συνίσταντο εἰς παραχωρήσεις ἄλλας, ἐγὼ δὲ ἐπέμενον εἰς ἣν εἶχον ποιήσει αὐτῷ ἀνακοίνωσιν, ἤτοι νὰ μὴ ζητήσῃ περισσότερα ποσοστά. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἀνετράπη τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο. Οἱ διάδοχοί μου ὅμως δὲν ἦλθον, ὡς εἰκάζω, εἰς καμμίαν συνεννόησιν, ἀλλ’ ὑπέβαλον εἰς κύρωσιν τὸν νόμον, ἐξεδόθη δ’ ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ηὐξήθη ἡ τιμὴ τοῦ πετρελαίου εἰς 30 δραχμάς. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου ἡ ἑταιρία ὑπέβαλλε κατὰ μῆνα καταστάσεις, ἐν αἷς ἀνέγραφε ποσοστὰ ἐπὶ τιμῆς δραχμῶν 30 κατὰ κιβώτιον, ὁ δ’ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἠρκεῖτο ν’ ἀναγράφῃ ἐπὶ τῆς καταστάσεως σημείωσιν, ὅτι ἐλαττώνει τὰ ζητούμενα ποσοστὰ μόνον ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν 27 δραχμῶν κατὰ κιβώτιον. Ἀλλὰ ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἐξηκολούθει νὰ ὑποβάλλῃ τὰς μηνιαίας καταστάσεις ἀναγραφούσας ποσοστὰ ἐπὶ τιμῆς οὐχὶ τῶν 27, ἀλλὰ τῶν 30 δραχμῶν κατὰ κιβώτιον. Οὕτω δὲ ἔκτοτε γίγνεται, ἡ δ’ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, μὴ πληρονομένη τὰ ποσοστὰ ἐπὶ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν 27 καὶ τῶν 30 δραχμῶν, ἤγειρε δίκην ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἥτις ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη.
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠρώτησα τί λαμβάνει, διότι ἡ νέα σύμβασις...
§131ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀντιγραφὴ τῆς παλαιᾶς ἀκριβῶς.
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. δίδει 9¼%.
§133ΣΤΡΕΙΤ. Δίδει δαπάνην μεταφορᾶς, δαπάνην ἀπωλείας...
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα· καὶ ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν τῶν ἐργασιῶν λαμβάνει προμήθειαν 2% διὰ τὴν πώλησιν, 5¼ διὰ τὴν μεταφορὰν κλπ. καὶ 2% ὡς ἀσφάλειαν διὰ θραύσεις δοχείων κτλ. Τὸ ὅλον ποσὸν εἶναι 9¼. Ἐρωτῶ, ἐὰν ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τοῦτο λαμβάνει κατὰ τὴν ἰσχύουσαν σύμβασιν.
§135ΣΤΡΕΙΤ. Μάλιστα. Λαμβάνει ὅ,τι ἐλάμβανε μέχρι τοῦδε.
§136ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα ὅμως τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπολογίζονται τὰ ποσοστὰ, λύεται ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας διὰ τῆς νέας συμβάσεως.
§137ΣΤΡΕΙΤ. Εἶναι ἀντίγραφον τῆς παλαιᾶς.
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσδιορίζονται τὰ ποσοστὰ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 30 δραχμῶν.
§139ΣΤΡΕΙΤ. Ἀντεγράφη τὸ παλαιὸν ἄρθρον.
§140Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ ἰδιαιτέρα συνομιλία μὲ καθιστᾷ ὑπόχρεων νὰ λάβω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον. Ὅθεν καθιστῶ γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων συνεστήθη κατὰ τὸ 1885, καὶ ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς ὁρισθείσης τὸ 1885, ἥτις ἦτο πολὺ κατωτέρα τῆς νῦν τιμῆς τῶν κιβωτίων τοῦ πετρελαίου, ὡρίσθη τὸ ποσοστόν. Ἡ Ἑταιρία ὅμως δὲν ἐλάμβανε κατὰ κιβώτιον τὴν ἀμοιβὴν, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς ἀξίας. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐὰν ἡ τιμὴ τοῦ πετρελαίου ἀνεβιβάζετο εἰς 60 δραχμὰς κατὰ κιβώτιον, ἡ ἑταιρία θὰ ἐλάμβανε διπλάσιον ποσὸν τοῦ σήμερον λαμβανομένου ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης. Ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἔχει 7 κεντρικὰς ἀποθήκας, ἡ δ’ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἔχει παραπλεύρως τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν τὰς ἰδίας ἑαυτῆς ἀποθήκας καὶ δὲν ἐξοδεύει παρὰ 10 ἢ 15 λεπτὰ διὰ τὴν μεταφορὰν ἑνὸς κιβωτίου, λαμβάνει 2½ δραχμὰς διὰ τὴν πώλησιν ἑκάστου κιβωτίου... Μάλιστα, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς δώσω παλαιὰν ἀγόρευσίν μου, μὲ τοὺς ἐπισήμους ἀριθμοὺς, διὰ νὰ γνωρίσητε, ὅτι ἡ ἑταιρία σήμερον διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν σιδηροδρόμων καὶ διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἁμαξιτῆς συγκοινωνίας δὲν ἔχει ἔξοδα μεγάλα μεταφορᾶς· εἰς τὰ μέρη δὲ, εἰς ἃ τὸ Δημόσιον ἔχει κεντρικὰς ἀποθήκας, ἀπολαμβάνει ἡ ἑταιρία ἀνεξόδως ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τοῦ πετρελαίου μόνον, χωρὶς νὰ δαπανᾷ τὸ παραμικρόν. Καὶ φέρω παράδειγμα τὰς Ἀθήνας. Ἡ ἑταιρία δὲν ἐξοδεύει παρὰ 30 μόνον τὸ πολὺ λεπτὰ διὰ τὴν μεταφορὰν ἑκάστου κιβωτίου πετρελαίου, καὶ λαμβάνει 2½ δραχμάς! Εἰς τὸν Πειραιᾶ ἐξοδεύει 15 λεπτὰ, καὶ λαμβάνει 2½ δραχμάς. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κ. Ὑπουργέ. Φέρετε συναγωνισμόν, παρέχοντες δημοσίας ἐγγραφάς, εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ ὁ τελευταῖος Ἕλλην θὰ λάβῃ μετοχήν. Πρέπει νὰ γείνωμεν ὅλοι μέτοχοι τῶν ζημιῶν καὶ τῶν ὠφελειῶν, καὶ ἂς καταβάλωμεν ἐκ τῶν κερδῶν ποσοστὸν εἰς τὸ στρατιωτικὸν ταμεῖον, ἐὰν θέλωμεν πατρίδα ἐλευθέραν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγιγνώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15–30.)
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 31 (ἀναγινώσκεται).
§142ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον ἀναφέρεται: «Τὰ ποσά, τὰ ὑπερβαίνοντα τὴν καθ’ ἑξαμηνίαν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, περὶ ὧν πραγματεύονται τὰ ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 7 μέχρι 10 τοῦ παρόντος νόμου δάνεια, καὶ τὰς κατὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 25 δαπάνας, τίθενται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος κλπ». Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν δαπανῶν τῶν ἀναφερομένων ἐν τοῖς ἄρθροις 4 καὶ 25, ἀναφέρονται δαπάναι καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 11· αὐταὶ αἱ δαπάναι δὲν προαφαιροῦνται ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῆς ἑταιρίας;
§143ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας περιλαμβάνουσι τὰ ἄρθρα 4 καὶ 25, ἀφαιροῦνται. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 11, δὲν γίνεται λόγος. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 51, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 32–37 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 38 (ἀναγινώσκεται).
§145Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ μικρὰν ἀκρόασιν εἰς παρατήρησιν μεγάλης σημασίας, διότι εἶναι πιθανόν, κατὰ τὸν μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐλέγχου χρόνον νὰ ἐπέλθωσιν ἀνακουφίσεις δίκαιαι καὶ εὔλογοι καὶ νόμιμοι. Μεγάλη ἡ ἀπώλεια τῆς δεσμεύσεως τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου· ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι μάτην ἠγωνίσθη νὰ διασώσῃ τοὐλάχιστον τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου· πιθανὸν δέ, τῇ συναινέσει τῶν 6 ἀντιπροσώπων, νὰ ἐπέλθωσι βραδύτερον μεταβολαί τινες. Ἐφιστῶ ὅμως τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνισότητες πολλαὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Ὁ Χαλκιδεὺς πληρόνει περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα ἀπὸ τὸν Ἀθηναῖον, ἕνεκα τῆς διαφόρου ἑρμηνείας, ἀναλόγως τῆς γενναιότητος ἢ τῆς δειλίας τοῦ ἐφαρμόζοντος τὸν νόμον! Εἶναι αὐστηραὶ αἱ ποιναὶ τῶν παραβιαζόντων διατάξεις τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ἵνα μὴ γίνηται κατάχρησις, ἀλλ’ ἐκ τοῦ φόβου των οἱ ὑπάλληλοι, μήπως ὑποστῶσι τὰς συνεπείας, πάντοτε ἑρμηνεύουσιν ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον καὶ τὸ ἀδικώτερον, ἵνα μὴ εἴπω ἐπὶ τὸ ἁρπακτικώτερον. Συνέπεσε νὰ ἔχω ἑρμηνεύσει τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, καὶ μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ παρατηρήσω πολλὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς γίνεται μεγάλη παρανομία ἕνεκα τῆς δειλίας τῶν ὑπαλλήλων ἢ τῆς ἀσαφείας τῶν νόμων. Εἶχον λάβει τὴν εὐκαιρίαν ἄλλοτε νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν τὴν προεδρευομένην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅπως συστήσῃ ἐπιτροπὴν καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, καὶ ὅπου ὑπάρχει παρανομία, νὰ ἐξαλείψῃ αὐτὴν διὰ διατάγματος ἐκτελεστικοῦ, ἐπιβάλῃ δὲ τὴν ὁμοιόμορφον ἐφαρμογήν. Δὲν εἰσηκούσθην. Σήμερον δίδεται ἡ λαμπρὰ εὐκαιρία εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις συγκεντροῖ πολλὰ προσόντα, ἵνα ἐννοήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ θερμότατα συνιστῶ νὰ μὴ ἀπολέσῃ τὴν εὐκαιρίαν ταύτην, ἀλλὰ ὅσον τάχιον συστήσῃ ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ κατεπείγοντος τούτου ζητήματος, διότι ἐγγίζει, οὕτως εἰπεῖν, ἡ τελευταία προθεσμία. Φοβοῦμαι μὴ βραδύτερον καὶ τοῦτο καταστῇ ἀνέφικτον. Ἔχω καὶ ἑτέραν σύστασιν ἐκ τοῦ ἐλέγχου. Ἀφοῦ ἐπὶ τέλους ἕνεκα βίας ἀνωτέρας θὰ ὑποκύψωμεν διὰ τῆς καταργήσεως πολλῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ὅπως δεχθῶμεν τὸ ἀμετάβλητον τῶν νόμων ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῶν ξένων, ἤθελον συστήσει νὰ μελετήσωμεν, μήπως εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ψηφίσεως νόμου περὶ δικαστικῶν τελῶν, προβάλλοντες καὶ τὸ συμφέρον τῶν δανειστῶν. Εἰς τοῦτο θὰ ζητήσω τὴν συνδρομὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὃν ἄλλοτε εἶχον συναγωνιστὴν θερμότατον. Ἂς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, ὅτι θέλει νὰ ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα τοῦ Γαλλικοῦ νόμου τῆς 26 Ἰανουαρίου 1892, ὅστις κατήργησε τὰ πάγια τέλη καὶ εἰσήγαγε τ’ ἀναλογικὰ μετὰ τὸ πέρας τῆς δίκης. Εἶναι ὁ νόμος, ὃν ὁ κ. Βρισσὼν μετὰ ἑκατὸν ἄλλων Γάλλων Βουλευτῶν εἶχε προτείνει κατὰ τὸ 1891, χάρις δὲ εἰς τὴν ἀκαταπόνητον ἐπιμονήν των, ἥτις διακρίνει τοὺς ἐν ἄλλοις κλίμασιν ὑπὲρ ἰδεῶν ἀγωνιζομένους, ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κυρίου Μ. Ρουβὲν, οὕτω δ’ ἔκτοτε λειτουργεῖ ἐν Γαλλίᾳ, πρὸς ὄφελος τῆς Πολιτείας καὶ ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων ἀμέσως ἢ ἐμμέσως. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν ὡμίλησα ἐπὶ ματαίῳ, καὶ ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου ληφθήσονται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 38, ὡς ἔχει).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 39 (ἀναγινώσκεται).
§147ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει πρακτικὸν τῆς συνεδριάσεως τῆς 31 Δεκεμβρίου 1897. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν τοῦτο ἔχει τὴν αὐτὴν ἰσχὺν, ἣν καὶ ὁ νόμος, ὃν ψηφίζομεν.
§148ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως καὶ ἀναντιῤῥήτως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 39. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 40, ὡς καὶ τὸ συνημμένον παράρτημα).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη.
§150ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, τὸ κείμενον τοῦ πρωτοκόλλου νὰ τεθῇ καὶ ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας δηλώσεως πρὸς διακανονισμὸν τῆς συμβατικῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Τυνησίᾳ).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ἐκ δραχ. 27,260. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§153ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συμφώνως πρὸς τὴν ψηφισθεῖσαν πίστωσιν δραχ. 207,000 πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν δι’ ἐκτάκτους δαπάνας τῆς ληξάσης ἐκτάκτου Συνόδου, παρακαλῶ νὰ προστεθῇ κεφάλαιον 5, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Κεφάλαιον 5. Ἄρθρον 1. Ἀποζημίωσις Βουλευτῶν δραχ. 207,000.» Κατ’ ἀκολουθίαν τὸ ὅλον τῆς ζητουμένης πιστώσεως ἀνέρχεται εἰς δραχ. 234,260.
§154ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ. μ.