1898.02.20
2.215 στίχοι · 17.553 λέξεις · 82 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
Τῆς 20 Φεβρουαρίου 1898.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐντολὴν αὐτῆς, παρουσιάσθη σήμερον ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Τὸν Ἄνακτα προσεφώνησεν ὁ Πρόεδρος ὡς ἑξῆς: «Μεγαλειότατε! «Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει ἐνετάλη παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅπως προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ θρόνου τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος καὶ συγχαρῇ Αὐτῇ ἐπὶ τῇ διασώσει Ὑμῶν καὶ τῆς Α. Β. Υ. τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας ἀπὸ τῆς δολοφονικῆς ἀποπείρας τῆς 14ης Φεβρουαρίου. «Ἡ Ἑλλὰς, Μεγαλειότατε, σύσσωμος ἐξηγέρθη ἐπὶ τῷ ἀνοσίῳ κακουργήματι, καὶ μετὰ βδελυγμίας ἀποστρέψασα τὸ πρόσωπον ἀπὸ τῶν ἀπονενοημένων κακούργων εὐλογεῖ τὸν Ὕψιστον, ὅτι ἐφείσθη τῶν πολυτίμων ἡμερῶν τῆς Ὑμ. Μεγαλειότητος, τῶν τοσοῦτον ἀναγκαιοτάτων διὰ τε τὴν ἐθνικὴν πρόοδον καὶ τὴν κοινωνικὴν συντήρησιν. «Τὰ φρονήματα ταῦτα τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς διερμηνεῦον τὸ Προεδρεῖον, εὔχεται ἐκ βάθους ψυχῆς τῷ Θεῷ, ὅπως παρατείνῃ ἐπὶ μήκιστον τὴν ζωὴν τῆς Ὑμ. Μεγαλειότης καὶ διαφυλάττῃ ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ ἅπασαν τὴν βασιλικὴν οἰκογένειαν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς φίλης πατρίδος.» Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: «Μετὰ χαρᾶς βλέπω τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς προσερχόμενον ἐνώπιόν μου, ἵνα μοὶ διερμηνεύσῃ, τῇ ἐντολῇ τῆς Βουλῆς, τὰ συγχαρητήρια αὐτῆς ἐπὶ τῇ διασώσει ἐμοῦ τε καὶ τῆς προσφιλοῦς μοι θυγατρὸς βασιλόπαιδος Μαρίας. Αἱ ἐκδηλώσεις τῶν αἰσθημάτων τῆς χαρᾶς τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς βαθέως μὲ συγκινοῦσιν, εὐχαριστῶ δὲ ἀπὸ καρδίας τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ τὸ Προεδρεῖον αὐτῆς. «Εὔχομαι ὅπως ὁ Θεὸς διαφυλάττῃ τὴν ἀγαπητὴν ἡμῶν Πατρίδα.» Ὁ Σύνδεσμος τῶν συντεχνιῶν Ἀθηνῶν καλεῖ τοὺς κ. Βουλευτὰς εἰς τὴν τελεσθησομένην τὴν προσεχῆ Κυριακὴν δοξολογίαν ἐν τῷ Μητροπολιτικῷ ναῷ ἐπὶ τῇ διασώσει τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Α. Ὑψ. τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας ἀπὸ τῆς δολοφονικῆς ἀποπείρας. Τὸ ἕκτον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς πρὸς πλήρωσιν τῆς ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ βουλευτοῦ Κ. Κολιάτσου κενωθείσης θέσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, καὶ αὔριον θέλει συζητηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 46). Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Φορέστης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Ἐξωδίκως ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐκ τοῦ σχεδίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους ἀπηλείφθη ἡ πίστωσις τῶν 6,000 δραχ. τοῦ ἐν Ληξουρίῳ Πετριτσείου Ἑλληνικοῦ Γυμνασίου, χορηγουμένη ἐπὶ τῇ βάσει νόμου τοῦ 1896 πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ. Ὁ νόμος οὗτος ὑφίσταται ἔτι καὶ νῦν, οὐδαμῶς καταργηθείς· ὥστε εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς ἐγένετο τὸ τοιοῦτον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβωσι τ’ ἀνωτέρω ὑπ’ ὄψει, καί, ἐὰν διεγράφη τὸ κονδύλιον τοῦτο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ν’ ἀναγραφῇ καὶ πάλιν, ἵνα μὴ διαλυθῇ τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο ἵδρυμα. Ἐνεχείρισα δὲ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ αἴτησιν ἀπὸ 14 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Πετριτσείου Γυμνασίου, καταθέτω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 294 ἔγγραφον πρὸς ἐμὲ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ῥηθέντος Γυμνασίου, ἐξ οὗ ἐπληροφορήθην τὴν διαγραφὴν τοῦ ἀνωτέρω κονδυλίου.»
§2ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Δ. Μυλωνᾶς ὑποβάλλει ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πῶς ἐξηφανίσθησαν ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τὰ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 127 καὶ ἀπὸ 11 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἀναφορᾶς τοῦ κ. λιμενάρχου Πατρῶν ὑποβληθέντα ἔγγραφα περὶ διπλώματος κυβερνήτου ὑπὲρ τοῦ Δημητρίου Παράσχη ἢ Μπόνα, συνοδευόμενα καὶ δι’ ἑνὸς πενταδράχμου, ἀφοῦ διεβεβαιοῖ ὁ ὑπάλληλος τοῦ τμήματος κ. Κοτζιᾶς, ὅτι ταῦτα ἀφίχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.» Ὁ Ἀντώνιος Κουτήφαρης, ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ ὑποβάλλει μελέτην του περὶ τοῦ νῦν συστήματος τῆς ἀνταλλαγῆς. Ὁ Δημήτριος Καμαρινός, τέως ταχυδρομικὸς ὑπάλληλος, ὑποβάλλει παράπονα κατὰ τῆς Γενικῆς Διευθύσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Πολλοὶ κάτοικοι Κιάτου τῆς Κορινθίας παρακαλοῦσιν, ὅπως μετατεθῇ τὸ ἐκεῖ Ἑλληνικὸν σχολεῖον εἰς ἄλλο οἴκημα. Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Καλαμῶν «Ἑρμῆς» διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ, ἵνα δοθῇ νομοθετικὴ ἑρμηνεία εἰς τὸν νόμον περὶ παρακρατήσεως, ὅπως ὁ ἐν παρακρατήσει σταφιδόκαρπος, ἐξαγόμενος τῶν λιμένων Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης, μὴ λογίζηται ἀτελής. Ὁ λαὸς καὶ ἡ Ἐφορεία τῶν σχολείων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως Νησίου τηλεγραφικῶς παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ἵνα ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ συντηρήσεως τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης.
§4ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Εἰς τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898 εἶδον διαγεγραμμένον τὸ βοήθημα τῆς Πετριτσείου Σχολῆς. Κατὰ Μάρτιον τοῦ 1896 ἐψηφίσθη νόμος περὶ τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ, ἀπορῶ δέ, πῶς καὶ ἐν τίνι δικαιώματι καὶ εἰς ποῖον νόμον στηριζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς, διέγραψε τὴν πίστωσιν αὐτήν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ φέρῃ νόμον εἰς τὴν Βουλήν, καταργοῦντα τὸν προηγούμενον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Μὴ τυχὸν σχετίζεται καὶ τοῦτο μὲ τὴν παρακράτησιν; Θὰ μοὶ ἀπαντήσητε, κύριε Ὑπουργέ. Ἔχετε καθῆκον νὰ μοὶ ἀπαντήσητε.
§5Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ἀπαντήσω ὅταν συζητηθῇ τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σχετικῶς πρὸς μίαν τῶν ἀνακοινώσεων, κύριε Πρόεδρε, τὰς ὁποίας ἐποιήσατε πρὸ μικροῦ πρὸς τὴν Βουλήν, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς παραστάσεως τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Καλαμῶν «Ἑρμοῦ» πρὸς τὴν Βουλὴν, δι’ ἧς παρακαλεῖ αὐτὴν, ὅπως προκληθῇ νομοθετικόν τι μέτρον πρὸς πληρωμὴν τελῶν ἐξαγωγῆς ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Καλαμῶν. Ὅ,τι γνωρίζω, εἶναι, ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ λιμένος Καλαμῶν κινδυνεύουσι νὰ σταματήσωσι, καὶ τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα νὰ ἐγκαταλειφθῶσι, καὶ τὰ δαπανηθέντα δι’ αὐτὰ μέχρι τοῦδε νὰ ἀποβῶσιν εἰς μάτην, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια, ὅπως τὸ λιμενικὸν ταμεῖον ἐξακολουθήσῃ εἰσπρᾶττον ἀκέραια τὰ ἔσοδα αὐτοῦ. Προῆλθε δὲ ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος «Ἑρμῆς» εἰς τὴν παράκλησιν ταύτην, διότι ἐνεκρίθη, ἵνα ἐκ τοῦ ἐξαγομένου τοῦ λιμένος σταφιδοκάρπου, τοῦ προερχομένου ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς παρακρατήσεως, μὴ εἰσπράττηται λιμενικὸν τέλος. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐρευνήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἐὰν ἀπαιτῆται νομοθετικὴ πρόνοια, ὅπως ἀσφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ περὶ οὗ εἴρηται λιμενικοῦ ταμείου, ἢ ἐὰν δὲν ἦναι τοῦτο ἀναγκαῖον, διότι διοικητικῶς δυνατὸν εἶναι νὰ ἀρθῇ πᾶσα ἀνωμαλία. Ἡ κατάστασις τοῦ λιμενικοῦ ταμείου δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰ ὑπολειπόμενα πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργα, πρὸ παντὸς δ’ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ μειωθῶσι τὰ ἔσοδα αὐτοῦ, ὅπως δυνηθῇ νὰ συνομολογήσῃ τὸ ἀπαιτούμενον δάνειον καὶ πορισθῇ οὕτω τὰ πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων ἀναγκαῖα χρήματα. Ὄντως δὲ, ἐὰν δὲν ἦναι ἀναγκαία ἡ νομοθετικὴ σύμπραξις, διότι δυνατὸν εἶναι κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον νὰ εἰσπράττῃ τὰ ἔσοδα αὐτοῦ ἀκέραια, τότε ἀπόκειται αὐτῷ νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας διαταγάς.
§7Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ σύστασις, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, σχετιζομένη πρὸς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον, ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· κατὰ συνέπειαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν σύστασιν ταύτην. Τῷ ὄντι, Κύριοι, πολλοὶ τῶν ἐμπόρων Καλαμῶν ἀπηυθύνθησαν διὰ τηλεγραφήματος καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πρὸς συναδέλφους ἴσως, παραπονούμενοι, ὅτι ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως, τοῦ ἐξαγομένου ἐκ τοῦ λιμένος Καλαμῶν, δὲν ἐπιβάλλεται φόρος. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἄλλοτε, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, νῦν δὲ νόμου, περὶ παρακρατήσεως, ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι τὸ λιμενικὸν ταμεῖον εἶναι διάφορον τοῦ ταμείου τοῦ δήμου. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ῥητῶς λέγει, ὅτι ἐπιβάλλεται φόρος δημοτικὸς, ὄχι δὲ καὶ λιμενικός. Πρὸ μηνῶν τινων, ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Καλαμῶν προέβη εἰς πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε νὰ ἐπιβληθῇ πρόσθετος φόρος ἐπὶ πολλῶν ἄλλων ἀντικειμένων καὶ ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου· ἀλλ’ ὁ τότε Ὑπουργὸς, προκαλέσας βασιλικὸν διάταγμα διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφῄρεσε τὸ μέρος τοῦτο, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ παρακρατήσεως δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν παρακράτησιν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ νόμος, ὡς εἶπον προηγουμένως, ῥητῶς λέγει, ὅτι φόρος δημοτικὸς ἐπιβάλλεται, οὐχὶ δὲ καὶ λιμενικός. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἐδημοσιεύθη πρὸ πολλοῦ, ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, καὶ μέχρι τοῦδε δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ τοιοῦτον παράπονον. Ἤδη ὑποβάλλεται τὸ παράπονον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς εἶναι δίκαιον ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἔργα, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Τὰ ἔργα ταῦτα, Κύριοι, ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπισκεφθῶ καὶ ἴδω ἐκ τοῦ σύνεγγυς πρὸ ὀλίγου καιροῦ. Εὗρον ὅτι εἶναι χρήσιμα ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εὐρυτέρας ἀπόψεως, διότι ἐκεῖ θὰ καταλήξῃ ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Ἀθηνῶν– Πελοποννήσου, ἐὰν δὲ οὗτος ἑνωθῇ μετὰ τοῦ διεθνοῦς, ὁ λιμὴν τῶν Καλαμῶν θὰ ἦναι ἴσως ὁ διεθνέστερος τῶν λιμένων. Τὸ ταμεῖον τῶν Καλαμῶν δὲν ἔχει πολλὰ χρήματα, εὑρέθη δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνάψῃ δάνειον ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθη νὰ ἐπιβάλῃ προσθέτους φόρους, ἐπέβαλε δὲ καὶ τὸν φόρον τοῦτον ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ φόρος οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, ἑπομένως πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτραπῇ τοιαύτη φορολογία. Ἴσως, ὅπως ἔχουσι τὰ τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ φόρος ἐκ μέρους τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις θὰ σκεφθῇ καὶ θ’ ἀποφασίσῃ, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιβάλληται φόρος καὶ ἐπὶ τῆς ἐξαγομένης σταφίδος τῆς παρακρατήσεως, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ τόσον πράγματι χρήσιμον εἰς τὰς Καλάμας.
§8ΔΑΓΡΕΣ. Ἀναγνωρίζων, Κύριοι, τὸ σοβαρὸν τῶν περιστάσεων καὶ τὸ κρίσιμον τῶν στιγμῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐπὶ ὑψίστης σπουδαιότητος ζητημάτων προσήκει νὰ ἀσχολῆται, δὲν ἤθελον παρέλθει ἐπὶ τὸ βῆμα, οὐδὲ ἤθελον ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ζητήματος ἀναγομένου εἰς γενικώτερα συμφέροντα τοῦ τόπου μου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐπὶ μικρὸν τὴν εὐμενῆ αὐτῆς ἀκρόασιν, ἐκθέτων τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν, ἧς μνείαν ἐποιήσαντο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅμοιον τῷ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀπευθυνθέντι τηλεγραφήματι τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν ἔλαβον καὶ ἐγὼ καὶ ἕτεροι ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφοι. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ἐκφράζεται ἡ εὐχὴ, ἵνα ὁ ἀπαλλοτριούμενος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου σταφιδόκαρπος καὶ μεταφερόμενος ἐντὸς τοῦ Κράτους ὑπόκειται εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν λιμενικῶν καὶ τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ ποταμοῦ Παμίσου καὶ τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος φόρων. Πρὸ μηνὸς, Κύριοι, ὅτε θλιβερὰ ἀγγελία μὲ ἐκάλεσε καὶ διέμενον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, εἶχεν ἀνακινηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ τελώνης Καλαμῶν διὰ τηλεγραφικῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναφορᾶς του ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου’ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἄνευ βαθείας ἐρεύνης τοῦ κανονίζοντος τὸ ζήτημα τοῦτο νόμου καὶ προκλήσεως γνώμης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου ζητήματος, ἀπεφήνατο γνώμην μὴ συνάδουσαν, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, πρὸς τὸ ἀληθὲς καὶ δίκαιον, ἐξ ἧς διακυβεύονται ὕψιστα συμφέροντα ἐν Μεσσηνίᾳ. Τὴν γνώμην αὑτοῦ, ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος τῆς παρακρατήσεως δὲν ὑπόκειται εἰς πληρωμὴν τῶν ὡς εἴρηται φόρων, ἐστήριξεν εἰς τὸν λόγον, ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος τῆς παρακρατήσεως ἀποτελεῖ μέρος τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου, μὴ ὑποκείμενος εἰς φορολογίαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἐλησμονήσατε, νομίζω, τὰς μακρὰς πολλῶν ῥητόρων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀγορεύσεις, καθ’ ἃς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ κόρον ἐπανελήφθη, ὅτι ἡ παρακράτησις εἶναι εἶδος ἑκουσίας τῶν σταφιδοπαραγωγῶν εἰσφορᾶς, πρὸς βελτίωσιν τοῦ εἴδους εἰσφερομένη, καὶ ἑπομένως δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου. Τὸ Δημόσιον διαχειρίζεται ταύτην πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν αὐτῆς ταύτης τῆς σταφίδος, ἔχον ἐποπτείαν ἐπ’ αὐτῆς. Ἐρευνήσας ἅπαντας τοὺς ψηφισθέντας περὶ τῆς παρακρατήσεως νόμους, οὐδαμοῦ εὗρον ἀντίστοιχον διάταξιν, ἀπαγορεύουσαν τὴν μὴ πληρωμὴν τῶν εἰρημένων φόρων. Τοὐναντίον ὁ νόμος ᾼΧΜΖʹ τοῦ ἔτους 1888 περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ ποταμοῦ Παμίσου καὶ ὁ νόμος ᾼΩΝΕʹ τοῦ ἔτους 1890 περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος τῶν Καλαμῶν μνημονεύουσι ῥητῶς, ὅτι κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν ἐντὸς τοῦ Κράτους ἡ σταφὶς ὡς καὶ ἄλλα τινὰ προϊόντα ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν φόρου πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν εἰρημένων ἔργων. Ἐξ ἑτέρου ἔχομεν τὴν γενικὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου πρὸς ἐκτέλεσιν λιμενικῶν ἔργων, καθ’ ἣν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια κανονίζουσι τὸν πληρωτέον φόρον ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων ἐκ τῶν λιμένων τοῦ Κράτους ἢ μεταφερομένων ἐντὸς τοῦ Κράτους προϊόντων κλπ. Ἀγνοῶ ἑπομένως τίνας ἐνδεικτικοὺς ἢ μᾶλλον καταφανεῖς λόγους δέον νὰ ἔχωμεν, ἵνα δεχθῶμεν ἀντίθετον ἑρμηνείαν ἐκείνης, ἣν ὁ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου ἐδέχθη. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι καὶ ἄνευ νόμου τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ ἐρευνήσῃ προσηκόντως τὸ ζήτημα τοῦτο, δύναται, ἑρμηνεῦον οὕτω τοὺς σχετικοὺς νόμους, νὰ διατάξῃ, ὅπως πληρόνῃ ὁ μεταφερόμενος τῆς παρακρατήσεως σταφιδόκαρπος ἐντὸς τοῦ Κράτους τοὺς ὡς εἴρηται φόρους. Ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ἅπας σχεδὸν ὁ ἐν Μεσσηνίᾳ παραγόμενος σταφιδόκαρπος, μετὰ τὸν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος περὶ παρακρατήσεως ψηφισθέντα νόμον, καθ’ ὃν γίνεται εἰς εἶδος ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τούτου, δὲν ἐξέρχεται τοῦ Κράτους, μεταφερόμενος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς κατανάλωσιν, ἀλλ’ ἀγοράζεται ὑπὸ τῶν ἐμπόρων ὅλων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ λοιπῶν καὶ προσφέρεται εἰς τὴν παρακράτησιν, καὶ οὕτως ἐπέρχονται τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Αἱ λοιπαὶ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι οὐδόλως προσφέρουσιν εἰς τὴν παρακράτησιν ἐκ τῆς σταφίδος των, ἀλλὰ προμηθεύονται, λόγῳ τῆς μικρᾶς τιμῆς, τὴν παρακράτησιν ἐκ τοῦ Μεσσηνιακοῦ πράγματος. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ μὴ ὑπόκηται εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν εἰρημένων φόρων ἡ παρακράτησις, ἅπαντα τὰ ὄντως κολοσσιαῖα ἐν Μεσσηνίᾳ ἔργα, ἅτινα εἶναι ἐν τῷ γίγνεσθαι, θέλουσι μείνῃ ἀνεκτέλεστα καὶ ἡ ἀναμενομένη ἐκ τῶν ἔργων τούτων μεγίστη βελτίωσις τοῦ τόπου, ἡ ἀνάπτυξις τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας θέλουσι μεταβληθῆ εἰς φθισιῶσαν κατάστασιν, ὅπερ εἶναι ἀδικώτατον πρᾶγμα. Ἐν Καλάμαις κατασκευάζεται λιμὴν, ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Παμίσου γίνονται ἔργα πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν μέγιστα. Ἅπαντα τὰ ἔργα ταῦτα δέονται κεφαλαίων καὶ πόρων. Ἀλλὰ πόθεν θέλομεν προσπορισθῆ τὰ κεφάλαια ταῦτα; Ἔλαβον σημείωμα ἐκ τῶν ἐπισήμων πινάκων τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς τῶν εἰσπράξεων τῶν διαφόρων ἐτῶν θέλετε κρίνει ὁποία διαφορὰ εἰσπράξεων προκύπτει τοῦ παρελθόντος ἔτους 1897 πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῶν λοιπῶν ἐτῶν. Τὸ ὑδραυλικὸν ταμεῖον Καλαμῶν–Μεσσήνης εἰσέπραξε κατὰ τὸ ἔτος 1894 δραχμὰς 120,026, κατὰ τὸ ἔτος 1895 δραχ. 105,563, τὸ ἔτος 1896 δραχ. 118,076, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1897 μόνον 64,565 δραχ. Τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Καλαμῶν εἰσέπραξε κατὰ τὸ ἔτος 1894 δραχμὰς 187,463, τὸ ἔτος 1895 δραχμὰς 180,893, τὸ ἔτος 1896 δραχμὰς 208,226, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1897 μόνον 157,505 δραχμάς. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, μεγίστη ἡ διαφορὰ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων τοῦ ἔτους 1897 πρὸς τὰ λοιπὰ ἔτη. Καὶ ὁ λόγος εἶναι προφανέστατος· διότι κατὰ τὰ λοιπὰ ἔτη, πρὸ τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως, εἰσέπραττον ἀμφότερα τὰ ταμεῖα, τό τε λιμενικὸν καὶ τὸ ὑδραυλικὸν, τὸν ἐκ τῆς σταφίδος φόρον, μεταφερομένης τῆς σταφίδος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ μετὰ τὸν νόμον περὶ παρακρατήσεως, καθ’ ὃν ἐπετρέπετο ἡ εἰς χρῆμα πληρωμὴ τοῦ φόρου ἀντὶ εἰς εἶδος, ἐπίσης εἰσέπραττον τὰ ταμεῖα τὸν φόρον διὰ τὸν εἰρημένον λόγον, ἀλλὰ μετὰ τὸν τελευταῖον νόμον, ἕνεκεν τοῦ ὁποίου ἅπας ὁ Μεσσηνιακὸς σταφιδόκαρπος καταναλίσκεται εἰς τὸν φόρον τῆς παρακρατήσεως καὶ δὲν ἐξάγεται εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἔπαυσαν νὰ εἰσπράττωσι τὸν ἐκ τῆς σταφίδος φόρον, καὶ ἐπῆλθε φυσικῶς ἡ σπουδαία αὕτη μείωσις τῶν εἰσπράξεων. Ἐὰν δ’ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐφαρμοζομένη, ἐλάχιστοι πόροι θ’ ἀπομένωσιν εἰς τὰ εἰρημένα ταμεῖα, καὶ οὐδὲν ἔργον ἐκ τῶν ἄγαν λυσιτελῶν διὰ τὸν τόπον θέλει ἐκτελεσθῆ, καὶ τὸ κακὸν θέλει ἐπέλθει μέγιστον ἐν Μεσσηνίᾳ, ἥτις μεγάλα ποσὰ συνεισφέρει εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ δικαίως ἀξιοῖ νὰ μὴ ἀδικῆται. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκ τῆς μελέτης τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, πεισθῇ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νόμου, ἵνα ἀρθῇ ἐντελῶς τὸ ἐπιγιγνόμενον ἀδίκημα, ἂς ὑποβάλῃ νομοσχέδιον. Ἐὰν δὲ δὲν σκέπτηται νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον, ἔχω ἐγὼ ἑτοιμάσει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσω τὴν ὡς οἷόν τε τάχιον ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§9Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδὲν ἐμποδίζει νὰ ὑποβάλητε τὸ νομοσχέδιόν σας. Εἶναι δικαίωμά σας.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ τρία δωδεκατημόρια τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898, διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου τοῦ ἔτους 1898. Ὡσαύτως ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 18,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 47–48).
§11ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν χαρτοσήμανσιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ συντεταγμένων δικογράφων ἢ οἱωνδήποτε ἐγγράφων, προβλεπομένων ὑπὸ τῶν νόμων περὶ χαρτοσήμου, συντεταγμένων ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου ἢ ἀνεπαρκοῦς χαρτοσήμου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι ἄνευ τῆς προνοίας ταύτης, ἀποκαθισταμένης τῆς Ἑλληνικῆς τάξεως ἐν Θεσσαλίᾳ, τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν θὰ ὦσι παραδεκτά. Ὑποβάλλω ὡσαύτως σχέδιον νόμου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 9,250 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 49–50).
§13ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὰ χωρία Δερβὲν–Καρυὰ, Κόμμα, Δύο Βουνὰ καὶ Ἀλπόσπητα τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ ὁ συμπολίτης μου Θεμιστοκλῆς Κόρακας, κτηματίας καὶ ἐνοικιαστὴς ἀγροτικῶν κτημάτων, μοὶ ἀπέστειλαν πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀναφορὰς, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦσι τὴν ἀπαλλαγήν τῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων τοῦ παρελθόντος ἔτους. Τὰς ἀναφορὰς ταύτας καταθέτων, κύριε Πρόεδρε, εἰς ὑμᾶς, σᾶς παρακαλῶ, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νὰ διαβιβάσητε εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, εἰς ὃν καὶ ἀνήκουσιν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἀναπτύξω τὸ δίκαιον τῆς αἰτήσεως πάντων τῶν ἀναφερομένων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν χθὲς, καὶ τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν εἶδον. Ἐκτὸς τῶν ἀναφορῶν τούτων καταθέτω καὶ ἑτέραν τοιαύτην τοῦ Ἀναστασίου Ἀλεξανδρῆ, ἐκ τοῦ δήμου Μελιταίας τοῦ Δομοκοῦ, διὰ τῆς ὁποίας οὗτος ζητεῖ βοήθημά τι ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, ὑπηρετῶν κατὰ τὸν πόλεμον ὡς ἔφεδρος εἰς τὸ 2ον πεζικὸν σύνταγμα, ἐτραυματίσθη κατά τινα παρὰ τὸ Γκριτζόβαλι μάχην, καταστὰς ὡς ἐκ τοῦ τραύματος ἐκείνου μονόχειρ καὶ συνεπῶς ἀνίκανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, δι’ ἧς θὰ ἠδύνατο νὰ συντηρήσῃ τὴν πολυμελῆ του οἰκογένειαν. Περιττὴν θεωρῶ πᾶσαν σύστασιν ὑπὲρ τοῦ ὑποβάλλοντος τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ τοῦτο διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐγγίζῃ ἤδη εἰς τὸ τέλος τῶν σκέψεων του, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς κατὰ τὸν πόλεμον καταστάντας ἕνεκα τραυμάτων ἀναπήρους, οἱ ὁποῖοι μετὰ τῶν οἰκογενειῶν των ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω θερμήν τινα παράκλησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Πάντες βεβαίως ἠκούσατε, ὅτι κατὰ τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν πόλεμον, ὁ ὁποῖος πολλὰ ἐδίδαξεν ἡμᾶς καὶ πολλὰς ἐκ τῶν ἐλλείψεων ἡμῶν ἀπεκάλυψεν, εἴχομεν, σχετικῶς πρὸς τὴν ὅλην δύναμιν τοῦ στρατοῦ μας, πολλοὺς λιποτάκτας, πρᾶγμα ἀληθῶς λυπηρότατον καὶ ἀπελπιστικώτατον. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι οἱ ὑποπεσόντες εἰς τὸ μυσαρὸν τοῦτο ἔγκλημα τῆς λιποταξίας ἀνέρχονται εἰς ἑκατοντάδας, ἀλλ’ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς συνήθως παρατηρουμένης εἰς αὐτὴν ἐπιπολαιότητος, κατώρθωσε διὰ μιᾶς διαταγῆς, ἐκδοθείσης ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, νὰ ἀναβιβάσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν λιποτακτῶν εἰς πολλὰς χιλιάδας, ἂν ὄχι εἰς μυριάδας. Τοῦτο ἰδὼν ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀντιληφθεὶς ὡς ἐκ τοῦ ὀλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπὶ λιποταξίᾳ κατηγορουμένων, ὅτι δύσκολος ἦτο ἡ παραμονὴ πάντων τούτων ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, διέταξεν, εὐθὺς ὡς ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως τὰ σώματα ἀπολύσωσιν ὅλους ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν εἶχε διαταχθῆ ἡ ποινικὴ καταδίωξις. Καίτοι ὅμως πολλοὶ τούτων ἀπελύθησαν τότε, ἵνα προσέλθωσιν, ὅταν θὰ ὁρισθῇ ἡ ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων δίκη ἑκάστου ἐξ αὐτῶν, ἐν τούτοις οἱ παραμείναντες ἐν τῷ στρατῷ εἰσι πλεῖστοι, καὶ τόσοι, ὥστε τινὲς ἐκ τούτων ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαΐου προφυλακισθέντες δὲν ἔλαβον ἀκόμη σειράν νὰ δικασθῶσιν· ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ἡ ἐκδίκασις τῶν τοιούτων ὑποθέσεων δὲν θὰ περατωθῇ πρὶν ἢ παρέλθωσι τέσσαρα, ἴσως δὲ καὶ πέντε ἔτη. Τοῦτο μοὶ φαίνεται, κύριοι συνάδελφοι, σκληρὸν, ἰδίως δὲ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ οὐχὶ εἰς τοὺς πράγματι, ἀλλὰ εἰς τοὺς ἀδίκως χαρακτηρισθέντας λιποτάκτας. Ἐνῷ δὲ σκληρὸν εἶναι δι’ αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, αἱ ὁποῖαι στεροῦνται τῶν προστατῶν των, ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν ὁποίων πορίζονται τὸν ἄρτον των, ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὸ Δημόσιον ὑπόκειται εἰς δαπάνας οὐ σμικρὰς, ὡς ἐκ τῆς ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ τηρήσεως αὐτῶν. Ἐκ τούτων πάντων ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ κατεκρινόμην, ἂν συνίστων εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν τὸ μέτρον τῆς ἀπολύσεως πάντων τῶν ἐπὶ λιποταξίᾳ κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι προθύμως βεβαίως θὰ προσήρχοντο ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων, ὅταν ἤθελον προσκληθῆ. Ἂν δὲ ἡ πρότασίς μου αὕτη φαίνηται παράτυπος ἢ παράνομος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ προβλεπομένου ὑπὸ τοῦ 2ου ἄρθρου τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, τουτέστι νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν δύο ἀκόμη Στρατοδικείων, διὰ τῆς προσθήκης τῶν ὁποίων θέλει ἐπιταχυνθῆ ὁπωσδήποτε ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων ἐκείνων.
§14ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶχον ἐγγραφῆ καὶ ἐγὼ μετὰ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἵνα ὁμιλήσω ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Κρίτσας μὲ ἐπρόλαβε, συνιστῶ καὶ ἐγὼ θερμότατα τὴν σύστασιν τριῶν, ἢ καὶ τεσσάρων, εἰ δυνατὸν, Στρατοδικείων· ὑποθέτω δὲ, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ κανεὶς τῶν συναδέλφων, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀπευθύνῃ τὴν αὐτὴν σύστασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§15Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως ἀπὸ 16 Αὐγούστου 1895 μέχρι σήμερον. Κατὰ τὴν λήξασαν ἔκτακτον σύνοδον, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν σημείωμα, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν προχείρως εἰς ἀριθμοὺς τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου ἀπὸ 16 Αὐγούστευ 1895 μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, μέχρι τότε εἶχεν εἰσπραχθῆ ἰσότιμον φόρου σταφίδος δραχ. 1,993,760, ἀντίτιμον δὲ ἐξ ἐκποιηθείσης ἐκ τῶν ἀποθηκῶν σταφίδος δρ. 500,000, τὸ ὅλον δρ. 2,493,760. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκρατήθησαν δραχ. 1,389,613 διὰ τὸ ποσοστὸν τοῦ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήκοντος φόρου, ἐκρατήθησαν πρὸς τούτοις δρ. 78,147 δι’ ὅσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς παρακρατήσεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως, κατετέθησαν δὲ εἰς τὴν Τράπεζαν δραχ. 700,000, καὶ ὑπελείπετο ποσὸν δρ. 326,000, διὰ νὰ κατατεθῇ ὡσαύτως εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἤτοι τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ κατατεθῆ ἔκτοτε εἰς τὴν Τράπεζαν μὲ τόκον 2%, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ τότε ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, ἀνέρχεται εἰς δρ. 1,026,000. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ κεφαλαίου τούτου, εἴχομεν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ 20,513,668 λίτρας σταφίδος. Συνεπῶς διὰ τοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον ζητῶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιθυμῶ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή, εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται σήμερον τὸ κατατεθὲν εἰς τὴν Τράπεζαν κεφάλαιον, καὶ ἂν εὑρίσκεται ἐκεῖ ἢ ἐδαπανήθη, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ ἐκ τῆς παρακρατήσεως σταφιδοκάρπου, τὸ εὑρισκόμενον εἰς τὰς ἀποθήκας. Συγχρόνως ὑποβάλλω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀναφορὰν πολλῶν συμπολιτῶν μου ἐφέδρων ἐκ τῶν ἀπολυθέντων, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσιν ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως διὰ τῆς Βουλῆς συστηθῇ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα διατάξῃ τὴν ἀναβολὴν πάσης καταδιώξεως ἐναντίον αὐτῶν, διότι οὗτοι καταζητοῦνται νὰ πληρώσωσι φόρον ἐπαγγέλματος τοῦ ἔτους 1897, ὅπερ λίαν ἄδικον, καθόσον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐ μόνον δὲν ἐξήσκουν τὸ ἐπάγγελμά των, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀπουσίας αὐτῶν ἐκ τῶν ἑστιῶν των κατεστράφησαν ὑλικῶς, διότι, διὰ νὰ σπεύσουν εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος, ἐγκατέλειψαν καὶ τὰ κτήματά των καὶ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμά των, διὰ τοῦ ὁποίου προσεπορίζοντο τὸν ἄρτον τῶν οἰκογενειῶν των. Πέποιθα δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει ἀπαλλάξει ἐντελῶς αὐτοὺς τοῦ ἀδίκου τούτου φόρου.
§16ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ μιᾶς ὥρας ἔλαβον τηλεγράφημα, ὡς καὶ οἱ ἕτεροι συνάδελφοι ἐκ Μεσσήνης καὶ τὸ Προεδρεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου ποιοῦσι γνωστὸν εἰς ἡμᾶς οἱ συμπολῖται ἡμῶν, ὅτι ἔστειλαν ψήφισμα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως λάβῃ μέριμναν διὰ τὸ Γυμνάσιον Μεσσήνης. Ἑπομένως παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἵνα λάβῃ τὸ ψήφισμα αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἀπαιτεῖται πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου. Ἔλαβον καὶ ἕτερον τηλεγράφημα διὰ τὰ λιμενικὰ Καλαμῶν. Ὅπως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶδεν, ὅτε περιοδεύων ἐσχάτως ἐπεσκέφθη τὰς Καλάμας, ἡ ἐργασία τοῦ λιμένος εἶναι πολὺ σπουδαία καὶ δαπανηρὰ, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως στερεῖ αὐτὴν μεγάλων κεφαλαίων καὶ δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ, διότι ὅλος ὁ Μεσσηνιακὸς σταφιδόκαρπος σχεδὸν μεταβαίνει εἰς τὴν παρακράτησιν καὶ οἱ ἀγοράζοντες τὸν παρακρατούμενον σταφιδόκαρπον οἰνοπνευματοποιοὶ καὶ ἄλλοι ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ὑπαχθῇ ὁ σταφιδόκαρπος οὗτος εἰς φόρον λιμενικὸν καὶ ὑδραυλικόν. Ἑπομένως εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ λιμενικὰ καὶ ὑδραυλικὰ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔχουσι δαπανηθῆ ἑκατομμύρια δραχμῶν, θέλουσι σταματήσει καὶ ἐγκαταλειφθῆ, ὡς σήμερον ἔχουσιν, ἡμιτελῆ. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζῃ, ὅτι ὁ ἰσχύων ἤδη νόμος δὲν ὑποχρεοῖ τοὺς ἀγοράζοντας σταφιδόκαρπον τῆς παρακρατήσεως οἰνοπνευματοποιοὺς εἰς τὴν λιμενικὴν καὶ ὑδραυλικὴν φορολογίαν, εἶναι μεγίστη ἀνάγκη, ὅπως εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ὑπαχθῇ εἰς λιμενικὸν καὶ ὑδραυλικὸν φόρον ὁ ἐξαγόμενος σταφιδόκαρπος τῆς παρακρατήσεως ἐκ τῶν λιμένων Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης, διότι ἄλλως θέλουσιν ἐγκαταλειφθῆ ἡμιτελῆ τὰ ἐκεῖ λιμενικὰ καὶ ὑδραυλικὰ ἔργα. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ παρακρατήσεως, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος οὗτος, ἤμην κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐχρησίμευσεν, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καταβροχθίσωσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ καὶ ἀποθηκάριοι τὸν σταφιδόκαρπον τῆς παρακρατήσεως. Λέγω τοῦτο μετὰ παῤῥησίας, διότι εἰς ἑκατομμύρια ἀνέρχονται τὰ ἐλλείμματα, καὶ ἀπορῶ, ἐνῷ ὁλόκληροι ἀποθῆκαι εἶναι ἐσφραγισμέναι καὶ ἀποδεδειγμένοι ἐλλειμματίαι ἀποθηκάριοι, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδὲν ἐνήργησεν, οἱ δὲ ἀποθηκάριοι, θρασυθέντες ἕνεκα τούτου, ἐκδίδουσιν ἀποδείξεις διὰ τὴν μέλλουσαν ἐσοδείαν, καὶ ἀπορῶ, πῶς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἐγγύησιν, εἰμὴ 500 μόνον δραχμῶν, ἐπιτρέπεται νὰ διαχειρίζωνται ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως, καὶ μάλιστα εἷς μόνος ἀποθηκάριος, ἐνῷ εἰς τὰ τελωνεῖα, ὅπου καὶ ἡ διαχείρισις εἶναι μικροτέρα, ὑπάρχουσι πολλοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἀλληλοεπιβλέπονται, καὶ ὡς ἐκ τούτου σπανίως γίνονται καταχρήσεις. Οἱ ἀποθηκάριοι ὅμως, οἱ τοσαύτην διαχείρισιν ἔχοντες, καταχρῶνται, πρὸς ὄφελος ἑαυτῶν, τριάκοντα καὶ τεσσαράκοντα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, διότι πωλοῦσιν ἀποδείξεις, ὅταν ὁ σταφιδόκαρπος ἦναι ὑπερτετιμημένος, καὶ εἰσάγουσι τοῦτον, ὅταν ἦναι ὑποτετιμημένος, οἱ δὲ οἰνοπνευματοποιοὶ, ἀγοράσαντες σταφιδόκαρπον ἀντὶ 15 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἐπώλησαν πρὸς 60–67 λεπ. κατ’ ὀκᾶν, καὶ ἄλλοι ἐξαχθέντα τοιοῦτον ἐπανέφεραν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ παρέδωκαν πάλιν εἰς τὴν παρακράτησιν, τὸν ὁποῖον παρέλαβον οἱ ἀποθηκάριοι, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τῆς κερδοσκοπίας. Οἰνοπνευματοποιεῖά τινα, ἀγοράσαντα σταφιδόκαρπον τῆς παρακρατήσεως ὑποτετιμημένον, μετεποίησαν εἰς σιρόπιον καὶ ἐπώλησαν εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγορὰς, ὅπου μετεποιήθη εἰς οἶνον. Ζητῶ λοιπὸν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα καταθέσῃ ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα ὅλους τοὺς ἐλλειμματίας ἀποθηκαρίους τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως, καὶ πόσον εἶναι ἕκαστος ἐλλειμματίας, καὶ ποῖοι εἶναι ὑπὸ κατηγορίαν, καὶ πόσος σταφιδόκαρπος ὑπῆρχεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις καὶ ποῖαι καὶ πόσαι ἀποθῆκαι ἔχουσι σφραγισθῆ παρὰ τῶν ἀρχῶν, ἵνα μάθῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος, ὅτι ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως ἐγένετο διὰ προσωπικὰ συμφέροντα (θόρυβος).
§17Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, κ. Πρόεδρε, ἀπεβίωσεν ἐνταῦθα διαπρεπὲς καὶ ἐξέχον τῆς Κρήτης τέκνον, ὁ Κωνσταντῖνος Μητσοτάκης, ὁ κορυφαῖος, δύναμαι εἰπεῖν, τῶν πολιτικῶν τῆς αἱματοβρέκτου νήσου ἀνδρῶν, ὅστις ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τριακονταετίαν, ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1866 μέχρι σήμερον, συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως ἡγεῖτο τῶν ἀνὰ τὰ ὄρη καὶ τὰς συνελεύσεις τῆς Κρήτης ἐνόπλων καὶ εἰρηνικῶν πολιτικῶν ἀγώνων τῆς ἀδουλώτου τὸ φρόνημα καὶ ἀδαμάστου τὴν ψυχὴν ἀλυτρώτου ταύτης Ἑλληνικῆς γῆς. Ὁ φιλόπατρις καὶ φιλελεύθερος οὗτος ἀνὴρ, οὗ ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα ἀποτελοῦσιν ἀληθῶς ὡραῖον ὕμνον τῆς Κρητικῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας, ἐξεμέτρησε τὸ ζῆν, καταλιπὼν χήραν καὶ ἑπτὰ ὀρφανὰ τέκνα ἐν ἐσχάτῃ πενίᾳ, πᾶν ὅ,τι ἐκέκτητο, ζωήν καὶ περιουσίαν, μεγαλοφρόνως θυσιάσας κατὰ τὸ διάστημα τῶν πολυμόχθων τούτων τριακονταετῶν ἀγώνων εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ μαρτυρήσῃ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἐμῶν λόγων. Οἱ κατὰ καιροὺς χρηματίσαντες γενικοὶ πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ κατὰ καιροὺς διατελέσαντες Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν Ἑλλάδι δύνανται νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὁποῖος ὑπῆρξεν ὁ Κωνσταντῖνος Μητσοτάκης, ὑπὲρ τῆς ἀπορφανισθείσης οἰκογενείας τοῦ ὁποίου ὑψῶ τὴν φωνὴν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἐπικαλούμενος τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὑπὲρ τῶν ἀπορφανιζομένων ἀτυχῶν οἰκογενειῶν τοιούτων ἀνδρῶν, οἷος ὑπῆρξεν ὁ ἀοίδιμος Κωνσταντῖνος Μητσοτάκης, παρασχόντων τοιαύτας ἐπισήμως μεμαρτυρημένας ὑπηρεσίας τῇ πατρίδι, προσήκει τῇ Πολιτείᾳ νὰ προσέρχηται ἀρωγός. Πρὸς τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω θερμῶς εἰς τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπορφανισθεῖσαν οἰκογένειαν τοῦ ἀοιδίμου ἀνδρὸς, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην τὸ προσῆκον νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς ἀναλόγου συντάξεως ὑπὲρ αὐτῆς. Πέποιθα δ’ ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως θέλει ὑποστηρίξει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ὁ ἔντιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Σίφνου καὶ Μήλου ἐποιήσατο λόγον περὶ τοῦ Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, παρατυγχάνω δὲ καὶ ἐγὼ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔκρινα ὅτι δὲν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ μὴ σπεύσω νὰ συστήσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἕνα ἥρωα τῶν Κρητικῶν ἀγώνων, ἕνα μάρτυρα τῆς μακρᾶς ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς πατρίδος του πάλης. Ὑπὲρ τὸ τρίτον τοῦ αἰῶνος συναντῶ ἤδη καθ’ ὅλας τὰς πολιτικὰς περιπετείας τῆς Κρήτης τὸν Κωνσταντῖνον Μητσοτάκην. Τὸν συνήντησα ἀγωνιζόμενον, τὸν συνήντησα παλαίοντα, τὸν συνήντησα ὁμιλοῦντα καὶ προτρέποντα, συμβουλεύοντα καὶ παρακελεύοντα· τὸν εἶδον δὲ πάντοτε ἀτρόμητον, καὶ τὸν ἐθαύμασα ὡς ἀληθῆ ἥρωα, ὡς μάρτυρα ὄντως. Οὐδὲ αἱ καταδιώξεις, αἱ ὑπὲρ πᾶν μέτρον ἐνταθεῖσαι κατ’ αὐτοῦ, οὐδὲ αἱ χάριτες καὶ αἱ δωρεαὶ καὶ αἱ φιλοφρονήσεις ἔκαμψαν τὸν ἀτρόμητον, τὸν ἀδαμάντινον χαρακτῆρα τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου. Ἡ ἱστορία τῆς Κρήτης θέλει βεβαίως ἀναγράψει μεταξὺ τῶν πρώτων ἀγωνιστῶν τὸν Κωνσταντῖνον Μητσοτάκην, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ παραλίπῃ, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ ὀρφανῆς οἰκογενείας καὶ ἑπτὰ τέκνων ἀνηλίκων, πρὸ μικροῦ ἐγκαταλειφθέντων, ἀφοῦ ὁ θάνατος ἐπελθὼν ἀφήρεσε τὴν ζωήν του πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω τὴν φωνήν μου καὶ τὴν παράκλησίν μου ὑπὲρ τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Μήλου ἐποιήσατο.
§19Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει πληρέστατα τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκεν εἰς τὴν πατρίδα ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀνὴρ, καὶ θέλει σκεφθῆ καὶ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ.
§20Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξεδήλωσε τὴν διάθεσιν, ὅπως ἐξεύρῃ τὸν τρόπον καὶ ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, θεωρῶ καὶ ἐγὼ καθῆκόν μου νὰ συνενώσω τὰς παρακλήσεις μου ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας ταύτης, διότι ἐξαιρετικῶς ὁ Κωνσταντῖνος Μητσοτάκης δὲν ὑπῆρξε μόνον πρότυπον ἐναρέτου πολιτικοῦ ἀνδρὸς καὶ φιλοπάτριδος πολίτου, ἀλλ’ ἐγένετο ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐν Κρήτῃ ἀντιπρόσωπος τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ἄνευ τίτλου βεβαίως καὶ ἄμισθος, ἀλλ’ ἀληθὴς ἀντιπρόσωπος αὐτῶν, καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν ἐπαναστάσει διατελοῦντος τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Χριστιανικοῦ λαοῦ τῆς Κρήτης ἐνόει νὰ διευθύνῃ μόνον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις πρὸς πολιτικὸν ἄνδρα τῆς Κρήτης ἐνάρετον, ὡς ὁ Μητσοτάκης, πρὸς ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτοῦ πατρίδος, ἀλλὰ καὶ διαρκῶς διετέλεσεν ἄνευ συμφέροντός τινος ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις καὶ τὰς ὁδηγίας τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ὅπως ἰδιαιτέραν ὑπὲρ αὐτοῦ δείξῃ μέριμναν, ἐπερχομένη ἀρωγὸς εἰς τὴν πολυμελῆ καὶ ἄπορον αὐτοῦ οἰκογένειαν.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον δι’ ἄλλο ζήτημα, καὶ ἴσως θὰ ἦτο περιττὴ πᾶσα περαιτέρω σύστασις ὑπὲρ τοῦ ἀποβιώσαντος Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἐγνώρισα τοῦτον καὶ ὡς πατριώτην καὶ ὡς θυσιάσαντα πολλὰ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἔλθω ἀρωγὸς εἰς τὴν πρὸ ὀλίγου γενομένην σύστασιν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας νομίζω περιττὸν νὰ προστεθῶσι πλείω τῶν λεχθέντων. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως θέλω συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Μητσοτάκη ἔχει ἀνάγκας ἐπειγούσας, καὶ ὅτι τὸ ληφθησόμενον μέτρον πρέπει νὰ ληφθῇ ὄχι μόνον ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς οἰκογενείας ταύτης, ἀλλὰ καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Μετὰ τὸν ἐκ Τυρνάβου ἀξιότιμον συνάδελφον, σκοποῦντα νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§22Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ὁμοίας φύσεως σύστασις ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ τοῦ ἐκ Τριχωνίας ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Μάνεση, ὁ δὲ τότε τυγχάνων Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Δηλιγιάννης ἀπεδέχθη τὴν σύστασιν τοῦ εἰρημένου συναδέλφου, καὶ ὑπεβλήθη τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπερ πολλάκις εἶδον ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, περὶ ἀπονομῆς συντάξεως πρὸς τὴν χήραν τοῦ ἀειμνήστου Μιχαὴλ Ντεντιδάκη, τοῦ τυγχάνοντος τέκνου τοῦ Παυλῆ Ντεντιδάκη. Ἐκ τῆς οἰκογενείας ἐκείνης, ἥτις ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐμάχετο ἐν Κρήτῃ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, πατήρ τε καὶ υἱὸς ἔπεσαν μαχόμενοι εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν. Τὸ νομοσχέδιον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἐγκρίνῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ν’ ἀναγραφῇ ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος τὴν οἰκογένειαν τοῦ Κωνστ. Μητσοτάκη, τοῦ ὁποίου τοὺς ἀγῶνας οὐδόλως θέλω νὰ μειώσω διὰ τούτου. Ἐπίσης θὰ παρακαλέτω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτύγχανον τῆς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κεκανονισμένης συνδρομῆς, ὑπῆρχε καὶ ὁ Ἐμμανουὴλ Κοκκίνης, ὁ ὁποῖος ἔπεσεν ὑπὸ τὰ τείχη τῆς Ἱεραπέτρου, ὅτε κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐπετέθησαν τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα, ὅτι δ’ ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ πεσόντος Ἐμμ. Κοκκίνη τὸ βοήθημα, ὅπερ ἐλάμβανεν οὗτος πρὶν κατέλθῃ εἰς τὴν Κρήτην. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ οὐ μόνον ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας τοῦ κατὰ πάντα ἀξίου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν δύο ἄλλων.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, σχετιζομένας μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλέγχου καὶ μὲ τὸν κανονισμὸν τῶν δανείων τοῦ Κράτους. Αἱ πληροφορίαι αὗται ἀφορῶσι τὰ ἑξῆς θέματα (ἀναγινώσκει): «Αʹ) Πίνακα ἐμφαίνοντα αʹ) τὸ ἔσοδον, ὅπερ ἀπέφερε τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς κατὰ τὰ ἔτη 1895, 1896 καὶ 1897. βʹ) Τὸ ἔσοδον, ὅπερ ἀπέφερε τὸ αὐτὸ τελωνεῖον κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον τῶν ἐτῶν 1895, 1896, 1897 καὶ 1898. Βʹ) Ἀντίτυπον τοῦ Καταστατικοῦ καὶ τῆς συμβάσεως τῆς συνταχθησομένης κατὰ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νομοσχεδίου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου, ἅτινα ἐγένοντο ἤδη ἀποδεκτὰ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων. Γʹ) Πίνακα δεικνύοντα τοὺς ὅρους τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 28 τροπῆς τῶν ἐν αὐτῷ ἀναφερομένων ἐσωτερικῶν δανείων. Δʹ) Σημείωσιν τῶν καταβληθησομένων ποσῶν κατὰ τὸ βʹ, γʹ καὶ δʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρ. 1 τοῦ κανονισμοῦ τῶν δανείων.» Ζητῶ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἂν καὶ πολλὰς ἄλλας ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν, διότι βεβαίως ἐπισπεύδει ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ διότι πρέπει νὰ μορφώσωμεν καὶ ἐκφέρωμεν ἴσως καὶ εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ ταύτας ἐντὸς τῆς αὔριον, διὰ νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ τὰς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§24Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν συνώδευσεν οὔτε προφορικῶς οὔτε ἐγγράφως διὰ τῶν ἀναγκαίων ἐξηγήσεων τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλέγχου καὶ περὶ κανονισμοῦ τῶν ἐθνικῶν δανείων, ἀναγκαίως εὑρισκόμεθα ἀνὰ πᾶν βῆμα, ἀναγινώσκοντες αὐτὸ, εἰς ἀπορίας. Δὲν ἐννοῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ δώσῃ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς πίνακας, τὰς καταστάσεις, ἃς πρέπει πάντως νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν οἱ Βουλευταὶ, μελετῶντες καὶ συζητοῦντες τὰ νομοσχέδια. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ τινας πληροφορίας. Καὶ κατὰ πρῶτον ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ᾖναι δυνατὸν εἰς αὐτὸν, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐμάθομεν ὅτι ὑπέβαλον οἱ ἐλεγκταὶ πρὸς τὰς Κυβερνήσεις των, ὅταν ἀπεπεράτωσαν τὸ ἔργον των, καὶ τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσαν βεβαίως καὶ εἰς αὐτόν. Εἶδον ὅτι αὕτη ἐδημοσιεύθη ἐν ἐφημερίσιν ἐν περιλήψει, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διεψεύσθη, ὡς μὴ ἐντελῶς ἀκριβής. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ἐπ’ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν, νὰ βασίσωμεν σκέψεις καὶ γνώμας. Ἐὰν λοιπὸν εὑρίσκεται ἡ ἔκθεσις αὕτη εἰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ ᾖναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτὴν ἢ τοὐλάχιστον τὰ ἐν αὐτῇ, θὰ ἠδυνάμεθα ἐκεῖ νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἐξήγησιν τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐλεγκτῶν καὶ πολλῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἀνεξαρτήτως τούτου, θέλω ὑποβάλει ἐγγράφως πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλας τινὰς αἰτήσεις. Ἐν πρώτοις ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 φράγκων, τὸ ἐγγυημένον ὑπὸ τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων. Τοῦτο κοινῶς θεωρεῖται ὡς ψηφισθὲν ἄλλοτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δηλαδὴ ὁ κανονισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθε κατὰ τὸ 1860 μεταξὺ τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁρίσας τὴν ἐτησίαν καταβολὴν τῶν 900,000 φράγκων, θεωρεῖται ὡς νομοθετικῶς ψηφισθείς. Ἐν τῇ συνθήκῃ περὶ ἑνώσεως τῶν Ἰονίων νήσων μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἀναφέρεται πρᾶξις γενομένη δεκτὴ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1860. Ἀναδιφήσας ὅμως παντοῦ, δὲν εὗρον οὔτε ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῶν Βουλῶν, οὔτε ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοιαύτην πρᾶξιν, οὔτε διπλωματικὴν οὔτε νομοθετικήν. Φρονῶ ὅτι οὐ μόνον δὲν ἐδημοσιεύθη τοιαύτη συμφωνία ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὔτε ποτὲ ὑπεβλήθη καὶ ἐψηφίσθη ἐν τῇ Βουλῇ. Πλὴν περὶ τούτου δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι βέβαιος, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη πρᾶξις, ἐγκριθεῖσα νομοθετικῶς καὶ δι’ ἧς ὑποχρεούμεθα νὰ καταβάλλωμεν καὶ καταβάλλομεν ἔκτοτε ἐτησίως 900,000 φράγκων χρυσῶν πρὸς τὰς τρεῖς εὐεργέτιδας Δυνάμεις.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν Ἰούνιον τίνος ἔτους;
§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦ 1860. Ἡ συνθήκη τῆς ἑνώσεως τῶν Ἰονίων Νήσων τοῦ 1864 ἀναφέρει ἐν ἄρθρῳ 5ῳ, νομίζω, πρᾶξιν ἐγκριθεῖσαν ὑπὸ τῶν δύο Βουλῶν τῆς Ἑλλάδος τὸν Ἰούνιον τοῦ 1860. Τοῦτο δὲ ζητῶ διὰ δύο λόγους· πρῶτον, διότι δὲν εἶναι νομοθετικῶς βεβαιωμένον, ἂν αἱ 900,000 φράγκων, τὰς ὁποίας κατ’ ἔτος καταβάλλει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἦναι χρεώλυτρον. Βεβαίως ἡ Διοίκησις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τὰ θεωρεῖ χρεώλυτρον, καὶ ἀποσβεννύει κατ’ ἔτος τὸ κεφάλαιον, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν καθ’ ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς ἔκτοτε ἐλαττούμενον τὸ κεφάλαιον, φαίνεται δὲ τοῦτο καὶ εἰς πίνακα δημοσιευθέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀσφαλὲς καὶ βέβαιον; Εἶναι τὸ ποσὸν αὐτὸ πραγματικῶς χρεώλυτρον; Δεύτερον, εἶναι ὁριστικὸς ὁ κανονισμὸς μεταξὺ τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἢ εἶναι προσωρινός; Ἐν ἐλλείψει τοῦ νομοθετήματος τοῦ 1860, καλὸν θὰ ἦτο, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἐλέγχου. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ ἀναφέρεται ταὐτόσημος διακοίνωσις τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων τῆς 28 Δεκεμβρίου 1864 πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ ἀπὸ 15)27 Ἰανουαρίου 1865 ἀπάντησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τέλος πάντων παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν συμφωνίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἔκτοτε ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ποσὸν τῶν 900,000 φράγκων διὰ τὸ χρέος τῶν 60,000,000. Ἀφοῦ καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ περιελήφθη ἐν τῷ κανονισμῷ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ θὰ ὑπηρετῆται ἀπὸ τὰς ὑπεγγύους προσόδους, ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ τὰ κατ’ αὐτὸ, ὅπως ἅπαξ βεβαιωθῇ, τί συμβαίνει περὶ αὐτοῦ, τί εἶναι ὅ,τι πληρόνομεν εἰς τὰς τρεῖς Μ. Δυνάμεις, ἂν ἦναι ὁριστικὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ τὸ πληρώνωμεν. Μέχρι τοῦδε οὐδεμία ἔχει δοθῆ εἰς τὴν Βουλὴν σαφὴς καὶ βεβαία πληροφορία. Μετὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ ἄλλας τινὰς πληροφορίας: 1) Τῶν μέχρι σήμερον ἐκδεδομένων ἐντόκων γραμματίων τοῦ Δημοσίου τὸ ποσὸν αʹ) εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν 5% καὶ τῶν 6% καὶ βʹ) τῶν εἰς χρυσὸν πρὸς 6%, μετὰ τῆς ἀντιστοίχου αὐτῶν ὑπηρεσίας τῶν τόκων. II) Πόσον ποσὸν τοῦ εἰς χρυσὸν κυλαίνοντος χρέους τοῦ Δημοσίου ἐκ φρ. 14,084,734.85 (προϋπολογισμὸς τοῦ 1898) ἀνήκει εἰς ἑκάστην τῶν ἐν Ἑλλάδι τριῶν προνομιούχων Τραπεζῶν. III) Ποῖον ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τὸ εἰς χρυσὸν ὀφειλόμενον σήμερον πρὸς ἑκάστην τῶν Τραπεζῶν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. IV) Πόσον ποσὸν ἐκ τῶν δανείων τῶν 120 καὶ 170 ἑκατομμυρίων ἐπραγματοποιήθη εἰς χρυσὸν, καὶ πόσον κατ’ ἄλλον τρόπον, δηλ. εἰς ἄλλο νόμισμα, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐπὶ συμψηφισμῷ κλπ. V) Πόσον τὸ ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, τῶν δεδομένων εἰς ἀσφάλειαν πρὸς διαφόρους δανειστὰς τοῦ κυμαίνοντος χρέους.» Ἐν τῇ σημειώσει, τὴν ὁποίαν καταθέτω, ζητῶ προσέτι καὶ ἄλλας τινὰς πληροφορίας, ἤτοι: αʹ) σημείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁμολογιῶν, αἵτινες ἐκληρώθησαν κατὰ τὸν Μάϊον καὶ Νοέμβριον τοῦ 1893, καὶ ἢ δὲν ἐξωφλήθησαν ποσῶς, ἢ ἐξωφλήθησαν διὰ φάϊντιγγ, καθὼς καὶ τῶν ἐξαγορασθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ 1893 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1892. Ἐπίσης εἰς πόσον ὑπολογίζεται τὸ ποσὸν, ὅπερ πληρωθήσεται κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ συμβιβασμοῦ πρὸς τοὺς κατόχους τῶν πιστοποιητικῶν περὶ τῶν 70%, καὶ ποῖον ἔσεται κατ’ ἔτος τὸ ποσὸν αὐτό; Ποῖον τὸ πιθανὸν ἔλλειμμα τοῦ 1897; Ποῖον τὸ ποσὸν, ὅπερ πληρωθήσεται κατὰ τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ἐλέγχου ἐκ τοῦ δανείου τῶν 55 ἑκατομμυρίων φράγκων; Τὰς πληροφορίας ταύτας παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ. Αἱ πλεῖσται ἐξ αὐτῶν ὑπάρχουσιν εἰς χεῖράς του, διότι βεβαίως καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἐλεγκταὶ εἶχον γνῶσιν αὐτῶν, καὶ θὰ τῷ ἦναι εὔκολον νὰ τὰς καταθέσῃ. Ἐπίσης ἐπεθύμουν, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς Βουλῆς, νὰ σημειώσῃ καὶ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι καταργοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐλέγχου καὶ κανονισμοῦ τῶν δανείων, ἵνα γινώσκωμεν, τί καταργεῖται.
§27ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας, συμπονοῦντες πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, κατατρυχομένων ὑπὸ μυρίων στερήσεων, καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους οἱ ἁρμόδιοι ἠρνοῦντο τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου τῶν εἰς τὸ Δημόσιον μεμισθωμένων οἰκιῶν αὐτῶν, ἐνόμισαν ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦ κύρους τῆς γνώμης αὐτῆς νὰ προκαλέσωσι τοὺς ἁρμοδίους εἰς ἄρσιν τῆς γιγνομένης ἀδικίας. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας, ἐπιθυμῶν διὰ τοῦ κύρους αὑτοῦ νὰ δώσῃ τόνον εἰς τὸ δίκαιον παράπονον τῶν ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτῶν, συνέστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξακριβώσῃ, ἐὰν δύναται ν’ ἀναγνωρισθῇ νόμιμον δικαίωμα ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν οἰκιῶν τούτων, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ πληρωθῶσιν οἱ δικαιοῦχοι. Πρῶτος ἔσπευσε ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν σύστασιν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, δηλώσας μετὰ τοῦ ὑπερόχου νομικοῦ κύρους, ὅπερ φέρει, σαφῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι «τὸ μίσθωμα τῶν οἰκιῶν ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον». Μετὰ τοιαύτην κατηγορηματικὴν καὶ πλήρη αὐθεντίας δήλωσιν τὸ ζήτημα ἐθεωρήθη λελυμένον. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐξακολουθεῖ ἔχων ἐνδοιασμοὺς, ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κανόνος, ὃν ἔθετο ὁ συνάδελφος αὐτοῦ, πάντως ἁρμοδιώτερος νὰ ἔχῃ τὴν κρατοῦσαν γνώμην, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος. Οὕτως ἔχομεν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά, κανονίζοντα τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῶν δυστυχῶν ἐκ Θεσσαλίας ἰδιοκτητῶν, οἵτινες ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ μισθώματος, ἵνα συντηρηθῶσιν. Ἐνῷ δὲ ὅλα τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα εἰς οὐδένα ἀπολύτως ἠρνήθησαν τὴν πληρωμὴν τοῦ μισθώματος, μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀρνεῖται ταύτην, ἐκ προφανῶς σφαλερᾶς ἑρμηνείας ὅρου περιεχομένου ἐν συμβολαίοις, ἃ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία διαταγῇ τοῦ Ὑπουργείου συνῆψε πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας. Ἐρωτῶ, ἔχει ἐφαρμογὴν ὁ δεύτερος οὗτος ὅρος ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ; Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεφάσισεν ὄντως καὶ ἐνήργησε κατὰ τὰς νομίμους διατάξεις τὴν κατάργησιν τοῦ Στρατολογικοῦ γραφείου τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ἢ τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ εἰς ἄλλον νομόν; Βεβαίως ὄχι. Οὐδὲ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κατάργησις ἢ μεταφορὰ τοῦ γραφείου, ὁποίαν ἐννοεῖ ταύτην ὁ ἐν τῷ συμβολαίῳ ὅρος, ἡ ἀπὸ τῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου καὶ ἕνεκα τῆς ἐχθρικῆς εἰσβολῆς ἐπελθοῦσα βιαία αὐτοῦ ἐγκατάλειψις. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, συγχέων προφανῶς δύο διαφόρους περιστάσεις, ἀρνεῖται τὴν πληρωμὴν τοῦ μισθώματος οἰκίας, ἐν ᾗ καὶ σήμερον ἔτι ὑπάρχουσι τοποθετημένα τὰ ἐγκαταλειφθέντα ἀρχεῖα τοῦ τε Στρατολογικοῦ γραφείου καὶ Ἐπιμελητηρίου, παρακωλύοντα τὸν ἰδιοκτήτην νὰ ποιήσηται ἄλλην οἱανδήποτε αὐτῆς χρῆσιν. Διὰ ταῦτα θὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως συμμορφωθῇ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, μιμούμενος τοὺς λοιποὺς αὐτοῦ συναδέλφους, καὶ ἀποδίδων δικαιοσύνην εἰς ἀνθρώπους, ὧν ἡ δυστυχία τόσα ἔχει δικαιώματα εἰς τὴν φιλάνθρωπον αὐτοῦ ἐκτίμησιν.
§28Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ ἄλλοτε, κύριοι Βουλευταί, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἓν τῶν κυριωτέρων μελημάτων μου ὑπῆρξεν ἡ θεραπεία τῶν παραπόνων τῶν κατοίκων τῶν μερῶν, ἅτινα ἔπαθον ἐκ τοῦ πολέμου. Ἐπεθύμουν δὲ πάντοτε, αἱ εὐκολίαι, τὰς ὁποίας ἤθελον νὰ παρέξω, νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῶν κειμένων νόμων. Διότι δύναταί τις νὰ ἐμπνέηται ἐκ τῶν φιλανθρωποτέρων αἰσθημάτων, ἀλλὰ ταῦτα πρέπει νὰ ἐκδηλῶνται οὐχὶ ἐκ τῆς ξένης, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἰδίας περιουσίας. Ἐπεθύμουν, αἱ πληρωμαὶ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἰδιοκτήτας ἁμαξῶν, ἵππων, ἡμιόνων, οἰκιῶν κλπ. νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῶν κειμένων νόμων· μετὰ μελέτην δὲ διέταξα τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἐκδίδωσι τὰς ἀπαιτουμένας διαταγὰς διὰ τὰς ὀφειλομένας ἀποζημιώσεις. Ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν δὲ, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας, λέγω τὰ ἑξῆς. Ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἶχεν ἐκμισθώσει ἐν Τρικκάλοις ἓν οἴκημα ἐπὶ ὡρισμένῳ χρονικῷ διαστήματι. Ἐν τῷ συμβολαίῳ ἐτέθη ὅρος, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δύναται νὰ ἐγκαταλίπῃ αὐτὸ καὶ πρὸ τῆς ἐκπνεύσεως τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἀποκτήσῃ ἴδιον οἴκημα, ἢ ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτήσωσι μεταστάθμευσιν τῆς ἐνοικούσης ἀρχῆς. Μετὰ τὴν μεταστάθμευσιν λοιπὸν, τὴν γενομένην ἕνεκα τῶν περιστάσεων, φρονῶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει δικαίωμα ἢ ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ ἀποζημίωσιν. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι ἐγὼ κακῶς ἑρμηνεύω τὸν νόμον, τότε ἂς ἑρμηνεύσῃ αὐτὸν ἡ Βουλή, καὶ ἄν κρίνῃ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις, εὐχαρίστως θέλω τὸ πράξει.
§29Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν ἐννοεῖ τὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία παρουσιάζεται κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον καὶ ἥτις ἀνάγεται εἰς τὴν ἀνωτέραν βίαν, ἡ ὁποία ὑπὸ διαφόρους ἐπόψεις προὐξένησε ζημίας, ὧν μία ἦτο καὶ τὸ νὰ ἀπέλθωσιν ἐκ Τρικκάλων αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ, καὶ οὕτως ἐγκαταλίπωσιν ὅλα τὰ ἐνοικιασμένα καταστήματα. Ἑπομένως δὲν δύναται ἡ στρατιωτικὴ διοίκησις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ ἐγκατάλειψις, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθη νὰ ποιήσηται, εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ ἐνοικιαστηρίῳ συμβολαίῳ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς προσεκολλήθη λίαν εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας προεκάλεσεν ὁ πόλεμος καὶ ἡ ἀναχώρησις τῶν δημοσίων ἀρχῶν.
§30Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἰς τὰ ἐνοικιαστήρια συμβόλαια θέτει τὸν ὅρον, ὅτι θὰ κατέχῃ τὰ κτίρια ἐφ’ ὅσον ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν, θὰ τὰ ἐγκαταλείπῃ δὲ, ἅμα ἡ ἀνάγκη παύσῃ. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ὑπάρχει ὁ ὅρος αὐτός, ἀλλὰ ἕτερος, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δύναται νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ οἴκημα καὶ πρὸ τῆς ἐκπνεύσεως τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἀποκτήσῃ ἴδιον οἴκημα, ἢ ἐὰν ἡ ἐνοικοῦσα ἀρχὴ μετασταθμεύσῃ εἰς ἄλλον τόπον. Φρονῶ ὅτι αἱ περιστάσεις αἱ ὑπηρεσιακαὶ ὑπάρχουν πλήρεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ὅτι ὑπάρχει μεταστάθμευσις. Ἐὰν ἡ Βουλὴ, ἐπαναλαμβάνω, ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, ἂς ἀποφασίσῃ, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασίν της.
§31Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ προσθέσῃ ἔτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ μίσθωσις λύεται καὶ λόγῳ ἀνωτέρας βίας. Ὥστε ὁ ὅρος τῆς διαλύσεως ὑπάρχει, καὶ οἱ μισθωταὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ λάβωσι μίσθωμα.
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις τῆς Θεσσαλίας· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ὑπάρχουσι πολλὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξήτασε διόλου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ ἐξητάσθησαν ἐκ τοῦ προχείρου. Αἱ τοιαῦται δὲ λύσεις ἔφεραν μεγάλας ζημίας. Καὶ ἡμεῖς θέλομεν νὰ σεβασθῶμεν τοὺς ὑφισταμένους νόμους· ἀλλ’ ἐὰν κατ’ αὐτοὺς δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ προσήκουσα θεραπεία, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι παροῦσα καὶ δύναται νὰ φέρῃ τοιαύτην. Τὰ ζητήματα εἶναι πολλά· δὲν θέλω δὲ ὁμιλήσει περὶ ὅλων. Ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος ἔχω νὰ προσθέσω, ὅτι πρέπει νὰ μὴ παροραθῇ ὅτι ἡ σύμβασις ἐγένετο ἐν εἰρήνῃ, ἵνα ἐφαρμοσθῇ διαρκούσης εἰρήνης· αἱ συνέπειαι ὅμως μεταβάλλονται ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν συνεβουλεύθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1886 ἀνεφύη ὅμοιον ζήτημα, τὰ δὲ δικαστήρια κατεδίκασαν τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημιώσεις διὰ τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστησαν οἱ μετὰ τοῦ Δημοσίου συμβληθέντες, ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς ἐπιστρατείας. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν γνώμην του, ἔχει καλῶς· ἐὰν νομίζῃ ὅτι ὑπάρχει ἀδικία, πρέπει νὰ ζητήσῃ θεραπείαν δι’ ἰδίου νόμου. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔλαβον τὸν λόγον, θὰ εἴπω ἔτι ὀλίγας λέξεις περὶ σαφοῦς ζητήματος. Ἡ μεγάλη κατηγορία τῶν παραπονουμένων εἶναι ἡ τῶν ζημιωθέντων ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ εἰσφορῶν τῆς 28 Μαΐου 1887. Τοῦ νόμου τούτου ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς του πρώτην φορὰν ἐγένετο ἀπόπειρα ἐφαρμογῆς. Λέγω ἀπόπειρα, διότι πᾶν ἄλλο ἢ ἐφηρμόσθη ὁ νόμος οὗτος. Ἕνεκα διαφόρων λόγων οὐ μόνον παρεβιάσθη ἡ περὶ ἰδιοκτησίας διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ οὐδεμία τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου ἐτηρήθη. Ἁρπακτικῶς οἱ ἐπιτετραμμένοι ἀφήρεσαν τὴν ξένην περιουσίαν, καὶ εἰς ἄλλους μὲν ἔδωσαν ἀποδείξεις εἰς ἄλλους δὲ ὄχι. Ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸ τοιαύτης ἀνωμαλίας εὑρεθεὶς, προσεπάθησε νὰ θεραπεύσῃ τὰς παρούσας ἀνάγκας κατὰ τὸ δυνατόν’ ἀλλ’ ἡ θέλησίς του προσκρούει ἐν πολλοῖς. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εὐηρεστήθη δὲ τότε νὰ ἀπαντήσῃ, καὶ τελευταῖον ἔτι νὰ καταθέσῃ ἐγγράφως σημείωμά τι· ἀλλ’ ἐστηρίχθη εἰς ἐσφαλμένας πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ εἶπεν ὅτι ἐλήφθη πρόνοια ν’ ἀποζημιωθῶσι πάντες, καὶ ὅτι μάλιστα ἀπεζημιώθησαν. Καὶ ὅμως πολλοὶ δὲν ἀπεζημιώθησαν, οἱ πλεῖστοι· διότι τινὲς εἶχον ἀποδείξεις, τινὲς δὲ ὄχι. Τινὲς ἐκλήθησαν νὰ ἀνακτήσωσι τὰ κτήνη των, καὶ ὅσοι τὰ εὗρον, τὰ ἔλαβον· ἀλλὰ τινὲς δὲν τὰ ἀνεῦρον, εἴτε ὡς ἀπολεσθέντα, εἴτε ὡς φονευθέντα· καὶ αὐτοὶ καὶ ἄλλοι δὲν ἀπεζημιώθησαν. Μεγάλη κατηγορία παραπονουμένων εἶναι καὶ οἱ λαβόντες μὲν τὰ ζῶά των, ἀλλὰ μὴ ἀποζημιωθέντες κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐστερήθησαν αὐτῶν. Ὁ νόμος ἐκφράζεται ὀλίγον ἀσαφῶς· ἀλλ’ αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις καὶ αἱ σχετικαὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, δι’ ὧν θὰ ἑρμηνευθῶσι τὰ κενὰ τοῦ νόμου, εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς πρὸς ἀποζημίωσιν ὑποχρεώσεως· διότι ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ ἀγοραπωλησία, ἢ ἔστω ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐξωνήσεως. Ἀλλ’ οἱ στρατιωτικοὶ τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ τὰ λύσωσι· πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι ταῦτα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἐκεῖνο λάβῃ ἀπόφασιν. Καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῶν Ναυτικῶν δὲν ἐγένοντο ὀλιγώτερα. Γνωρίζω δυστυχῆ συμπατριώτην μου, ὅστις μὲ φοβερὸν τόκον ἐγένετο ἰδιοκτήτης δύο φορτηγίδων, τὰς ὁποίας τῷ ἀφήρεσαν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν, χωρὶς νὰ δώσωσι καμμίαν ἀπόδειξιν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων τὴν μίαν τυχαίως εὗρεν εἴς τινα παραλίαν τῶν Ὠρεῶν, τῷ ἐπετράπη δὲ νὰ τὴν ἀνακτήσῃ, τεθραυσμένην σχεδὸν ἐκ τῶν κυμάτων, καὶ τὴν ἀνέλαβεν. Ἡ ἄλλη ὅμως ἀφέθη εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κυμάτων, ἕνεκα τῆς ἀρνήσεως τῶν ἀρχῶν πρὸς ἀπόδοσιν, καὶ ἕνεκα ἀμελείας τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν κατεβυθίσθη. Ζητεῖ ἀποζημίωσιν, καὶ δὲν τῷ δίδεται· ἐδέησε νὰ δαπανήσῃ ἄλλην μίαν περιουσίαν, οὕτως εἰπεῖν, καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ λάβῃ οὔτε ἀπάντησιν ὡρισμένην, δικαίαν καὶ νόμιμον. Αὐτὰ τὰ κακὰ παρακαλῶ νὰ θεραπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ἤμεθα ἀπαιτητικοὶ πλέον τοῦ δέοντος. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀξίωσιν νὰ μὴ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων νὰ ὑπάρχῃ εὐθυδικία, φιλανθρωπία καὶ ἰδίως ταχύτης, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θνήσκουσι μὲ τὸ «ἐπιστρέφεται» καὶ «διευθύνεται» τῆς γραφειοκρατίας.
§33ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρὸ ὀλίγου ἐζήτησα, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον, προτιθέμενος νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, προνοοῦσαν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ συντηρηθῇ τὸ Γυμνάσιον τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος Μεσσήνης· διότι δι’ ἀλλεπαλλήλων τηλεγραφικῶν ἀναφορῶν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξεδηλώθη ἐκεῖθεν καὶ τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκεῖ δημοσίων καὶ δημοτικῶν ἀρχῶν ἡ ἐπιθυμία, ἡ δικαία ἄλλως τε, ὅπως τὸ ἐκπαιδευτικὸν τοῦτο ἵδρυμα ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅσα μοὶ ἀνεκοίνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι δηλ. προτίθεται αὐτὸς οὗτος νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ἀπαιτούμενον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει ληφθῆ πρόνοια πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου, περιττὴν κρίνω τὴν παρ’ ἐμοῦ εἰσαγωγὴν ἰδίας προτάσεως περὶ τούτου. Ἀλλὰ ἐπίσης μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἐπιθυμία, ὅτε πρό τινῶν ὡρῶν ἤκουσα ὁμιλοῦντα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως καὶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους ἐκ Καλαμῶν, νομίζω, καὶ τὸν ἰδιαίτερον συμπολίτην μου κ. Δεληγιάννην περὶ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Καλαμῶν καὶ περὶ τῆς ζημίας τῆς ἐνδεχομένης διὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο ἐκ τῆς μὴ εἰσπράξεως φόρου λιμενικοῦ ἐν τῇ ἐξαγωγῇ τῆς σταφίδος, μοὶ ἐγεννήθη, λέγω, ἡ ἐπιθυμία, ὅπως δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἐπικρατεῖ ἐν πᾶσιν ἡ αὐτὴ μέριμνα καὶ ἡ αὐτὴ στοργὴ περὶ τῶν λιμενικῶν χρημάτων, θὰ ηὐχόμην δὲ ἀληθῶς, ὅπως μὴ ἐπικρατήσῃ τοσαύτη μέριμνα καὶ τοσαύτη στοργὴ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Καλαμῶν καὶ παρὰ τῇ Βουλῇ καὶ ἰδιαιτέρως παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ προβαίνῃ τὸ λιμενικὸν τοῦτο ταμεῖον καὶ εἰς ἀδικήματα ἐν τῇ εἰσπράξει τῶν φόρων τῶν λιμενικῶν, πρὸς ζημίαν τῶν πολιτῶν καὶ ἄλλων λιμενικῶν ταμείων. Ἀληθῶς δὲ τελοῦνται παρανομίαι, τελοῦνται ἀληθῶς ἀδικήματα κατὰ τῶν πολιτῶν ἐν τῇ εἰσπράξει τῶν φόρων τούτων τῶν λιμενικῶν ἐν τῷ λιμένι Καλαμῶν. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ἀπὸ μηνῶν, νομίζω, ἰσχύει καὶ ἐφαρμόζεται διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν τῷ λιμένι Καλαμῶν καὶ κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν λιμενικῶν φόρων ἀδικοῦνται προφανῶς πολῖται Ἕλληνες. Ὑπάρχει Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐπετράπη, ὅπως ἐμπορεύματα μετακομιζόμενα ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ προωρισμένα διὰ τὸν λιμένα Μεσσήνης, ἀποβιβαζόμενα δὲ εἰς τὸν λιμένα Καλαμῶν ἐπὶ φορτηγίδων, ἐπετράπη, λέγω, διὰ τοῦ διατάγματος, ὅπως τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα φορολογῶνται διὰ τοῦ φόρου τοῦ λιμενικοῦ. Ἀληθῶς ὑπῆρξε ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καλαμῶν, κατόπιν τοῦ ὁποίου ἐξεδόθη, προκληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ διάταγμα τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καλαμῶν δὲν ἦτο, νομίζω, ἱκανὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκδοσιν διατάγματος τοιούτου, διατάγματος τόσον ἀδίκου, διατάγματος ἐπὶ πλέον μὴ στηριζομένου κἂν εἰς αὐτὸν τὸν νόμον περὶ ἱδρύσεως λιμενικῶν ταμείων. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Καλαμῶν, ἀποβλέπον εἰς τὸ συμφέρον τοῦ δήμου καὶ τὸ συμφέρον τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Καλαμῶν, βεβαίως συμφέρον εἶχε, καὶ συμφέρον μέγα, ὅπως πᾶν ἐμπόρευμα, εἰσερχόμενον εἰς τὸν λιμένα Καλαμῶν δι’ οἱουδήποτε πλοίου, ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν, εἴτε ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ πλοίου, εἴτε μείνῃ ἐν αὐτῷ. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καθῆκον, νομίζω, εἶχεν, ἵνα μετὰ περισσοτέρας ἐπιστασίας μεριμνήσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἀπαιτουμένου διατάγματος, μὴ ἐπιτρέψῃ δὲ νὰ φορολογηθῶσιν ἐμπορεύματα, ἅτινα δὲν ἀποβιβάζονται ἐν τῷ λιμένι Καλαμῶν. Διότι τοῦτο ἀκριβῶς συμβαίνει. Τὰ ἀτμόπλοια, μὴ δυνάμενα νὰ προσορμισθῶσιν εἰς τὴν παραλίαν τῆς Μεσσήνης, ἕνεκα κακοκαιρίας, προσορμιζόμενα ὅμως εἰς τὸν λιμένα Καλαμῶν, ἀποβιβάζουσιν ἐκεῖ τὰ ἐμπορεύματα τὰ προωρισμένα διὰ τὴν παραλίαν τῆς Μεσσήνης, ἀλλὰ δὲν ἀποβιβάζουσι ταῦτα εἰς τὴν ξηράν· ἐκ τοῦ κύτους τοῦ ἀτμοπλοίου τὰ ἐμπορεύματα εἰσέρχονται εἰς φορτηγίδας, τῇ μερίμνῃ αὐτῆς τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, εἰς ἣν ἀνήκει τὸ ἀτμόπλοιον, διὰ τῶν φορτηγίδων δὲ τούτων μεταφέρονται, χωρὶς κἂν ν’ ἀποβιβασθῶσιν εἰς τὴν ξηρὰν τοῦ λιμένος Καλαμῶν, εἰς τὴν παραλίαν Μεσσήνης, ὅπου ἀποβιβάζονται. Ἀλλὰ τί συμβαίνει ἐκεῖ, κύριε Πρόεδρε; Μεταφερόμενα εἰς τὴν παραλίαν Μεσσήνης καὶ ἀποβιβαζόμενα εἰς τὴν ξηρὰν, τελοῦσι τὸν φόρον τὸν λιμενικὸν διὰ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσσήνης. Ἀλλὰ κατὰ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, προκληθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοιοῦτον φόρον ἐτέλεσαν ἤδη τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα καὶ ἐν τῷ λιμένι Καλαμῶν, καὶ φόρον ἀρκετὰ σημαντικόν, διότι ἐκεῖ ἰσχύει τῷ ὄντι ὁ ἀνώτατος φορολογικὸς ὅρος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν λιμενικῶν ἔργων. Οὕτως οἱ ἔμποροι, οἱ παραλῆπται τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, ὑποβάλλονται εἰς διπλῆν καὶ βαρεῖαν φορολογίαν, ἐν τῷ λιμένι Καλαμῶν καὶ ἐν τῷ λιμένι Μεσσήνης. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδικώτατον, κύριε Πρόεδρε, καὶ ὄχι μόνον εἶναι ἄδικον τὸ νὰ ὑποβάλληται ὁ φορολογούμενος δὶς εἰς τὸν αὐτὸν φόρον καὶ διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν, ἀλλ’ εἶναι καὶ παρανομώτατον, τολμῶ νὰ εἴπω· διότι ὁ νόμος περὶ συστάσεως λιμενικῶν ταμείων ἐπέτρεψε τὴν εἴσπραξιν τέλους λιμενικοῦ διὰ τὰ ἐμπορεύματα τὰ ἐπιβιβαζόμενα ἀπὸ τῆς ξηρᾶς εἰς τὰ πλοῖα, ἢ τὰ ἀποβιβαζόμενα ἀπὸ τῶν πλοίων εἰς τὴν ξηράν· ἡ περίστασις δὲ αὕτη, κατὰ τὴν ὁποίαν μόνην τὰ ἐμπορεύματα δύνανται καὶ ὀφείλουσι νὰ τελέσωσι φόρον λιμενικὸν, δὲν λαμβάνει χώραν ἐνταῦθα, διότι, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον ὑμῖν, τὰ ἐμπορεύματα, ἀπὸ τοῦ κύτους τοῦ πλοίου ἐπιβιβαζόμενα εἰς τὰς φορτηγίδας, δὲν ἀποβιβάζονται εἰς τὴν ξηρὰν, ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως διὰ τῶν φορτηγίδων, τῇ μερίμνῃ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, μεταφέρονται εἰς τὴν παραλίαν Μεσσήνης, ἵνα ἀποβιβασθῶσιν ἐκεῖ, ὅπου ἀποβιβαζόμενα τελοῦσι τὸν λιμενικὸν φόρον. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ὅτι οὐ μόνον ἀδικωτάτη εἶναι ἡ φορολογία αὕτη, ἀλλὰ καὶ παρανομωτάτη, παραβιάζουσα τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου περὶ συστάσεως λιμενικῶν ταμείων. Ἠπόρησα δὲ ἀληθῶς, ὅτε πρὸ μηνῶν, ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐξεδόθη διάταγμα, ἐπιτρέπον τὴν εἴσπραξιν τοιούτων φόρων καὶ ἐν τῷ λιμένι Καλαμῶν καὶ ἐν τῷ λιμένι Μεσσήνης, καὶ ἔκαμα τότε τὰς δεούσας παραστάσεις πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθησαν αὗται, ἀνέμενον δὲ, ὅπως ἀνοιγῶσιν αἱ πύλαι τοῦ Βουλευτηρίου, ἵνα ποιήσωμαι ἐπισήμως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὴν σύστασίν μου ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν νῦν, τοῦ ὁποίου ἡ στοργὴ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν λιμενικῶν ταμείων δὲν θέλει ἐξιχθῆ μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ παραβιάζωνται χάριν τῶν συμφερόντων τούτων τὰ δικαιώματα τὰ νόμιμα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Συνιστῶν λοιπὸν τὴν ὑπόθεσιν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ αὐτὸν, ὅπως μελετήσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως καὶ σπεύσῃ νὰ προκαλέσῃ διάταγμα, ἀνακαλοῦν τὸ ἀρχαιότερον τοιοῦτον, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐσφαλμένον, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ διατάγματος ἐκείνου ἐπιβάλλεται διπλῆ λιμενικὴ φορολογία ἐπὶ ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξάγονται εἰς τὸν λιμένα Καλαμῶν.
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χθὲς ἑσπέρας, κύριε Πρόεδρε, ἠκούσαμεν ἀναγινωσκόμενον ἀπὸ τῆς ἕδρας ὑμῶν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται ὁ ἐν ἰσχύϊ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως νόμος, χωρὶς κανεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ ἔχῃ αὐτὸ ἀνὰ χεῖρας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐζήτησα νῦν, καὶ εἶδον ὅτι φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Δηλιγιάννη καὶ εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν προηγουμένην σύνοδον τῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς ἔχει, νὰ συζητηθῇ. Καλὸν θὰ ἦτο ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ μὲ τὴν ὑπογραφήν του, ἐὰν οἰκειοποιῆται πάσας τὰς διατάξεις του. Ἀλλ’ ἐὰν μοὶ ἐπέτρεπε νὰ τῷ ἀπευθύνω σύστασίν τινα, καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὅλων τῶν διατάξεών του, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἡ παροῦσα ὥρα εἶναι κατάλληλος εἰς συζήτησιν αὐτῶν. Θὰ τῷ συνίστων νὰ ὑποβάλῃ ἕτερον νομοσχέδιον, περιέχον, εἰ δυνατὸν, δύο ἄρθρα, ἀφορῶντα εἰς δύο σπουδαιοτάτας ἐλλείψεις τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, ἓν ἄρθρον ἀφορῶν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἕτερον ἄρθρον ἀφορῶν εἰς τὰς ἀπολύσεις τῶν δημοδιδασκάλων ἐπὶ ἀσυμβιβάστῳ διαγωγῇ καὶ παντελεῖ ἀνικανότητι. Ἡ ὑπηρεσία προσέκρουσε μέχρι τοῦδε κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὰς δύο ταύτας διατάξεις. Κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον, πρόεδρος τῶν ἑκασταχοῦ Ἐποπτικῶν Συμβουλίων εἶναι ὁ ἀρχιεπίσκοπος. Ὁ νόμος ὅμως οὗτος δὲν προὐνόησε περὶ ἀπουσίας τοῦ ἀρχιεπισκόπου. Προὐνόησε περὶ τῆς περιπτώσεως θανάτου αὐτοῦ, ὅτε τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, ὡς προέδρου τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἐκπληροῦνται ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς ἐπισκοπικῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν προὐνόησε καὶ περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν εἶναι δυνατὸν ζῶν νὰ ἀπουσιάζῃ ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἐκ τῆς ἕδρας του. Τί δὲ συνέβη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ; Ἀρχιεπίσκοποι παραμένουσιν ἐν Ἀθήναις ἐπὶ ἓν καὶ δύο ἔτη ἐνίοτε ὡς μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθ’ ὅλον δὲ αὐτὸν τὸν χρόνον τὰ ὑπ’ αὐτοὺς Ἐποπτικὰ Συμβούλια ἀδυνατοῦσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των. Τὰ ἐντεῦθεν ἄτοπα εἶναι πρόδηλα. Ὑποβάλλονται καταγγελίαι περὶ δημοδιδασκάλων ἐπὶ ἀσυμβιβάστῳ διαγωγῇ, ἐπὶ διαφόροις παραπτώμασιν, ἐπὶ παντελεῖ ἀνικανότητι, καὶ καθ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἐλλείψει τοῦ προέδρου, ἵνα ἀποφασίσῃ περὶ τούτων, οἱ δημοδιδάσκαλοι αὐτοὶ μένουσιν εἰς τὰς θέσεις των. Καὶ πλεῖστα ὅσα ἄλλα ζητήματα, σχετιζόμενα πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἐλλείψει Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, οὗ δὲν ὑπάρχει ὁ πρόεδρος. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑποβάλῃ ἓν ἄρθρον, ἀναπληροῦν τὴν ἔλλειψιν ταύτην, ἡ Βουλὴ σχεδὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως θὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτό. Ἐπίσης καλὸν εἶναι νὰ ὑποβάλῃ τροποποίησιν τῶν διατάξεων ἐκείνων τοῦ νόμου, τῶν ἀφορωσῶν τοὺς δημοδιδασκάλους τοὺς ἀπολυομένους ἐπὶ ἀσυμβιβάστῳ διαγωγῇ ἢ ἐπὶ παντελεῖ ἀνικανότητι. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887 οἱ τοιοῦτοι δημοδιδάσκαλοι, ἀπολυόμενοι ἅπαξ, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἢ μετὰ ἓν ἢ πλείονα ἔτη. Ὁ νόμος ὅμως ὁ ἐν ἰσχύϊ, καταργήσας τὸν νόμον τοῦ 1887, δὲν προὐνόησε περὶ τῶν συνεπειῶν τῆς τοιαύτης περιπτώσεως. Καὶ τί συνέβη μέχρι τοῦδε; Ἀπελύθησαν δημοδιδάσκαλοι ἑκατέρου φύλου ἐπὶ ἀσυμβιβάστῳ διαγωγῇ καὶ ἐπὶ παντελεῖ ἀνικανότητι. Καὶ ὅμως προκληθέντα μετὰ τοῦτο τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, ἵνα προτείνωσι τοὺς ἀντικαταστάτας αὐτῶν, προέτειναν τοὺς αὐτούς, καὶ εὑρέθησαν νομάρχαι, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῆς ἐλλείψεως ταύτης τοῦ νόμου, οἵτινες διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον διώρισαν τοὺς αὐτοὺς δημοδιδασκάλους, πρὸς κοινὸν σκάνδαλον. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περιώριζεν εἰς τὰ δύο ταῦτα τὰς μεταῤῥυθμίσεις, τὰς ἐπενεκτέας εἰς τὸν νόμον τοῦ 1895, ἡ Βουλὴ θὰ ἔσπευδε νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτὰ ἄνευ συζητήσεως, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, καὶ θὰ ἐπληροῦτο πράγματι ἐπείγουσα τὰ μάλιστα ἀνάγκη. Βεβαίως ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔχει πολλὰς ἄλλας ἐλλείψεις, ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ἐὰν ἤθελέ τις νὰ ἀναπληρώσῃ ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ αὐτάς, ὅτι θὰ προέκυπτε μακρὰ συζήτησις καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν τότε νὰ ψηφισθῶσι καὶ αὐταὶ αἱ μεταῤῥυθμίσεις, αἱ ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις. Καταλήγων λοιπόν, συμπεραίνω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου, ἀποσύρων δὲ τοῦτο, νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον, φέρον τὴν ὑπογραφήν του καὶ περιοριζόμενον εἰς μόνας τὰς ὑποδειχθείσας μεταῤῥυθμίσεις τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου.
§35ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀλλεπάλληλοι εἰδήσεις ἐκ Θεσσαλίας βεβαιοῦσι τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ ἐκεῖ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ πυρετωδῶς ἐργάζονται, ὅπως καταρτίσωσι καταλόγους φορολογικούς, διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς νὰ ὑποστῇ σοβαρὰν ἀφαίμαξιν, τείνουσαν εἰς τὸ νὰ συντελέσῃ τὴν καταστροφὴν, ἥτις ἐγένετο ἐκεῖ, ἀφ’ ἧς ἡ Θεσσαλία κατελήφθη ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Πρόκειται ἤδη περὶ τῆς φορολογίας τῶν ζώων. Καὶ δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος ἀσημάντου· πρόκειται περὶ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς ἐπιεικεστέρους ὑπολογισμοὺς, θέλει ὑπερβῆ τὰς 200 χιλιάδας λιρῶν, δηλαδὴ περὶ ποσοῦ ἐγγίζοντος εἰς τὰ 8 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐγκαίρως εἶχε λάβει γνῶσιν τοῦ περιστατικοῦ τούτου, καὶ νομίζω ὅτι ἔχει προβῆ εἴς τινας ἐργασίας, ὥστε νὰ κατορθώσῃ νὰ προλάβῃ τὴν φοβερὰν αὐτὴν φορολογίαν, ἥτις θέλει ἐξαντλήσει ἐντελῶς τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν οἰκονομικῶς, ὅστις τόσα καὶ τόσα ἔχει πάθει. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, κατὰ πόσον τὸ διάστημα, τὸ μεταξὺ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἄρθρου 2 τῆς προκαταρκτικῆς καὶ ὁριστικῆς εἰρήνης καὶ μέχρι τῆς ἐκκενώσεως τῆς Θεσσαλίας, εἶναι ἐπαρκὲς, ὅπως κατορθωθῇ νὰ προληφθῇ ἡ φορολογία αὕτη, ἀλλὰ, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νομίζω ὅτι, ἂν ἐντὸς ὀλίγου δὲν δυνηθῶμεν νὰ κατορθώσωμεν τὴν ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας, βεβαίως θέλει ἀπομείνῃ ἀρκοῦν χρονικὸν διάστημα, ὥστε νὰ πραγματοποιήσωσι τὸν σκοπὸν αὐτὸν οἱ Τοῦρκοι, ὃν ἔχουν ἤδη, καταρτίζοντες τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, διότι βεβαίως, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν θέλει βραδύνει ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει γείνῃ τὸ δάνειον, ἀφ’ οὗ θὰ ἄρξηται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους πρὸς ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις αὕτη κυμαίνεται εἰς διάστημα ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, πάντως ἐντὸς τοῦ Μαρτίου οἱ Τοῦρκοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κατέχωσι τὴν Θεσσαλίαν καὶ πάντως ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἔχουσιν ὅλον τὸν καιρὸν, ὅπως πραγματοποιήσωσι τοὺς φορολογικοὺς αὐτῶν σκοπούς. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο παρήγορον διὰ τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν, ἐὰν ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβαινεν εἰς μίαν δήλωσιν, δι’ ἧς νὰ δείξῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ὁποίας ἔκαμεν ἐνεργείας, ἵνα προλάβῃ τὸ μέτρον τοῦτο τὸ ἀδικώτατον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωσιν αἱ Τουρκικαὶ ἀρχαὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν δηλώσεων τούτων ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς, ἰδίᾳ δὲ ὁ ποιμενικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν φόρον, θέλει κανονίσει τὰ καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἀπέναντι τῶν Ὀθωμανικῶν ἀρχῶν, αἵτινες ἀποδεικνύουσιν ὅτι θέλουσι δι’ ὅλων τῶν γνωστῶν αὐταῖς μέσων κατορθώσει νὰ εἰσπράξωσι τοὺς φόρους αὐτούς.
§36ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου ἡ εἴδησις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικάλων, ἀμέσως δὲ παρεκάλεσα τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος νὰ ποιήσηται παρὰ τῇ Ὑψηλῇ Πύλῃ παραστάσεις, παρήγγειλα δ’ αὐτῷ νὰ προβῇ καὶ εἰς διαβήματα παρὰ τοῖς ἐκεῖ πρεσβευταῖς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Κατὰ νεωτέραν εἴδησιν, ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡμέτερος πρεσβευτὴς ἔλαβε παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Τουρκίας τὴν ἀπάντησιν, ὅτι φορολογικοὶ κατάλογοι παρασκευάζονται ἴσως μόνον διὰ τὸν φόρον τῶν ποιμνίων, ἀλλ’ ἔλαβε τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ δοθῶσι διαταγαὶ πρὸς χορηγίαν πληροφοριῶν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ ἀρχίσῃ ἔτι ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία αὕτη, νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ μὴ ἀποκρύψω ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὴν πεποίθησιν, ἣν ἐσχημάτισα, ὅτι ἡ ταχεῖα ἐπιψήφισις τοῦ περὶ ἐλέγχου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε χθὲς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, τὰ μάλιστα θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ τῆς φορολογίας ταύτης τῆς προσθέτου.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν: Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ τρία δωδεκατημόρια τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον τοῦ 1898.
§38Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι ῥητή· τῆς συζητήσεως πάσης προτάσεως σχετιζομένης μὲ τὸν προϋπολογισμὸν δέον νὰ προηγηθῇ ἀναντιῤῥήτως καὶ ἀπολύτως ἡ γνωμοδότησις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τῶν τριῶν δωδεκατημορίων, ἀπεφήνατο γνώμην, προτείνει δὲ τροποποιήσεις, ἀποῤῥεούσας ἐκ ῥητῶν τοῦ νόμου διατάξεων. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν πρὶν διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λαμβάνω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἔκθεσις εἶναι τετυπωμένη. Ἐὰν εἶναι τετυπωμένη, νὰ διανεμηθῇ καὶ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη θὰ διανεμηθῇ, καὶ βραδύτερον προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου.
§41ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως, Κύριοι, σπανίως ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν Κοινοβουλίων ὑπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται ἡ ἐπιψήφισις νομοσχεδίου, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ὑποβάλλων αὐτὸ δὲν ἔρχεται πρὸς ὑποστήριξιν ἐμπεφορημένος ὑπὸ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἰδία ἑαυτοῦ ἰδέα, ὠφέλιμος τῇ Πολιτείᾳ, πρόκειται ν’ ἀποβῇ νόμος αὐτῆς, ἐὰν κατορθώσῃ περὶ τῆς ὠφελιμότητος αὐτῆς νὰ πείσῃ τὸ κυρίαρχον σῶμα. Ὑπὸ τὸν τύπον σχεδίου νόμου ὑποβάλλεται τῇ κυριάρχῳ Βουλῇ πρότασις ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἀποβαίνει ἐπιβλητικωτέρα κατὰ τὴν κρίσιν μου διὰ τὴν ἀποφασίζουσαν Βουλὴν ἢ ὅσον θὰ ἐτύγχανεν ὑποβαλλομένη διεθνὴς σύμβασις. Ἡ διεθνὴς σύμβασις εἶναι προϊὸν συμπτώσεως θελήσεων αὐτοτελῶν, ἀνεξαρτήτων ἀλλήλων, καὶ κατὰ συνέπειαν ἴσως εἰς τοὺς ἔχοντας ἐπ’ αὐτῆς ἑκατέρωθεν ν’ ἀποφασίσωσι πλήρης ἐλευθερία θὰ ὑπάρχῃ νὰ δεχθῶσιν ἢ μὴ δεχθῶσι. Μετέχει φύσεως διεθνοῦς συμβάσεως τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω, ἀλλὰ μετέχει φύσεως διεθνοῦς συμβάσεως ἐπιβλητικωτέρας, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν, εἰς τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τῆς κυριάρχου Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἐξαιρετικῶς ἐπιβλητικωτέρας. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, εἶναι προϊὸν τοῦ ἄρθρου 2 τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης, προκαταρκτικῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης, τὴν ὁποίαν ἐπεφορτίσθησαν αἱ ἓξ Μεγάλαι Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις νὰ συνομολογήσωσιν ἐν Κωνσταντινουπόλει, τῆς ὁποίας εἷς τῶν ὅρων ἦτο τὸ γνωστὸν ἄρθρον 2. Τὸ ἄρθρον 2 ἐκεῖνο ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δι’ ὁμοθύμου δηλώσεως ἀπεδέξατο, πεποιθυῖα ὅτι οὐδὲν βέλτιον ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς ἰδίας πατρίδος. Εἰς πραγματοποίησιν τοῦ ἄρθρου, ἐκείνου, τὰς λέξεις τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ἔχετε ἐντετυπωμένας ἐν τῇ ὑμετέρᾳ μνήμῃ, εἰς πραγματοποίησιν τοῦ ἄρθρου, λέγω, ἐκείνου αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, συμφώνως μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐκτήσαντο ἐκ τῆς ἀποφάσεώς σας ἐκείνης, ἔπεμψαν ἐνταῦθα εἰδικοὺς ἄνδρας, οἵτινες, συνεργασθέντες μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέγραψαν σχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτέθησαν οὐ μόνον ἅπασαι αὐτῶν αἱ ὑπογραφαί, ἀλλὰ καὶ ἡ σφραγὶς, κατὰ τὰ εἰωθότα τὰ διεθνῆ. Τὰ σχέδια ὑπεβλήθησαν μετὰ τοῦτο, συμφώνως πάντοτε πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης, εἰς τὰς οἰκείας Κυβερνήσεις, ἵνα πράξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκειμένου περὶ διεθνῶν συμβάσεων πράττεται, καὶ αἱ εἰρημέναι Κυβερνήσεις τὰ ἐκύρωσαν. Οὕτως ἔρχεται σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν τὸ σχέδιον νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου. Ἡ θέσις τοῦ ὑμετέρου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο προφανῶς θέσις οὐσιωδῶς μειονεκτοῦσα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐκτήσαντο καὶ τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἀσκήσωσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐλέγχου αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις, συνίστατο εἰς ἀπόλυτον ἔλεγχον. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἔχει ἀνάγκην ἐξηγήσεως τῆς λέξεως ἀπόλυτον, οὐδεὶς ἔχει ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ, διατὶ δὲν ἐτέθη ἁπλῶς ἔλεγχος, ἀλλ’ ἐτέθη ἔλεγχος ἀπόλυτος. Ὁ ἔλεγχος αὐτὸς ὁ ἀπόλυτος, χάριν τῆς προστασίας τῶν συμφερόντων τῶν οἰκονομικῶν τῶν δανειστῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῶν νεωτέρων δανειστῶν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἔλεγχος οὗτος ὡρίσθη ἐπὶ προσόδων ἐπαρκῶν. Πρόσοδοι ἐπαρκεῖς, ἐὰν αἱ πρόσοδοι τῆς Ἑλλάδος ἦσαν εἰς χρυσὸν, ἦτο εὔκολον νὰ εὑρεθῇ ὁποῖαι εἶναι, ἀλλ’ αἱ πρόσοδοι τῆς Ἑλλάδος, συνεπείᾳ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὸ δὲ διεθνὲς νόμισμα, ὁ χρυσὸς, ἀποκτᾶται ὡς ἐμπόρευμα ἐπὶ τῇ βάσει τιμῆς κυμαινομένης, ἡ ὁποία ἀλλαχοῦ, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἡμετέραν Πολιτείαν, ἀνῆλθεν εἰς τιμὴν ἀνωτέραν· ἐνθυμεῖσθε τὴν Ἀργεντινήν. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῆς ἀξιώσεως περὶ προσόδων ἐπαρκῶν καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν τε παλαιῶν δανειστῶν καὶ τῶν νεωτέρων καὶ ἐν γένει παντὸς δανειστοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ τὸν ἀπόλυτον τοῦτον ἔλεγχον τίθεται πᾶν χρέος τῆς Ἑλλάδος εἰς ὁμολογίας παγίας ἢ χρεωλυτικὰς, ἢ εἰς προσωρινὰς ἀποδείξεις εἰς χρυσὸν ἢ τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς ἐγχωρίους ἢ ξένους ὀφειλόμενον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἢ ἄνευ τοῦ ὅρου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀπέναντι τοιούτων δικαιωμάτων εὑρέθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἤρξατο συζητῶν καὶ βολιδοσκοπῶν τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων περὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν οὗτοι ἀπέδιδον αὐτοῖς. Εἶχε τὸ καθῆκον βεβαίως νὰ πειραθῇ, ὅπως καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, συμβιβαζόμενον μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ τόπου καὶ ὡς ἀτόμου, σμικρύνῃ τὸ κακόν. Εἰς τὴν δυσχερῆ ταύτην θέσιν εἶχεν ὁ ὑμέτερος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐργασίαν ἐπὶ τέσσαρας ἢ πέντε μῆνας. Ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον διήνυσεν εἰς τὴν ἐργασίαν, ἤθελεν εἶσθαι ἴσως ἐπαρκὲς ἐπιχείρημα, ἵνα σᾶς πείσῃ ὅτι εἶχε νὰ κοπιάσῃ πολὺ, καὶ ἦτο ἑπόμενον ὅτι εἶχε νὰ κοπιάσῃ· δὲν ἔλειπεν ἡ ἀγαθωτάτη διάθεσις ὑπὲρ ἡμῶν, ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας εὐημερίας, ἀπὸ τῶν ἓξ ἀντιπροσώπων, ἀλλ’ ἔλειπεν ἐκ μέρους αὐτῶν ἡ γνῶσις τῆς ἡμετέρας καταστάσεως· δεύτερον δυστυχῶς ἦλθον προκατειλημμένοι περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ, ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ, περὶ οὐχὶ πλήρους ἀγαθοπιστίας ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἐν ταῖς συναλλαγαῖς αὐτῆς μετὰ τῶν δανειστῶν. Εἶχε λοιπὸν ὁ ὑμέτερος Ὑπουργὸς νὰ παλαίσῃ καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς προκαταλήψεως, καὶ πάντες ἐννοοῦσιν, ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ ὀχληρότατον τῶν θεμάτων εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατελήξαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα· προέθημεν εἰς τὴν σύνταξιν νόμου ἧττον κακοῦ. Ἄπαγε! οὐδεὶς φρονεῖ ὅτι ὁ ἔλεγχος εἶναι ἀγαθὸν, οὐδεὶς φρονεῖ ὅτι ἡ ὑπεγγύησις τῶν προσόδων τοῦ Κράτους ἀποτελεῖ ἀγαθόν· καὶ ὅμως, Κύριοι, μεταξὺ τῶν ἄλλων, κατὰ τῶν ὁποίων εἶχον νὰ παλαίσω, ἦσαν καὶ αἱ πληροφορίαι τῶν ἀναντιῤῥήτως ἀξιοπίστων τούτων ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντελήφθησαν ἐν Ἀθήναις, ὅτι ὁλόκληρος ὁ κόσμος συνεμερίσθη τὴν καχεξίαν, τὴν ὁποίαν ἔπασχον, συζητῶν μετ’ αὐτῶν’ ἐνόμισαν ὅτι ὑπῆρχον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν, ὅτι ὁ ἔλεγχος ἦτό τι ἀγαθόν. Εἶχον νὰ παλαίσω, καὶ ἐκ τῆς πείρας τοῦ ὑπερηφάνου Ἑλληνικοῦ ἤθους, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐκ τῶν 60 ἐτῶν μου, κατώρθωσα νὰ τοὺς πείσω, ὅτι πλανῶνται, φρονοῦντες ὅτι ἀδιαφορεῖ ἐν Ἑλλάδι ὁ τόπος περὶ τοῦ ἐλέγχου, κατώρθωσα νὰ τοὺς πείσω, ἐνεργήσας ἐν ἀπολύτῳ ἀνεξαρτησίᾳ ἀπὸ οἵας δήποτε ἄλλης σκέψεως, παρὰ αὐτήν, πῶς νὰ μειωθῇ ὁ τύπος τοῦ ἐλέγχου, πῶς νὰ περιορισθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταστήσωμεν ὑπέγγυον, πῶς ὁ κανονισμὸς τῶν παλαιῶν χρεῶν νὰ ἀποβῇ τοιοῦτος, ὥστε νὰ συμβιβάζηται μὲ τὴν κατάστασιν τῶν ἑλληνικῶν οἰκονομικῶν, καὶ πῶς ἐν τούτοις νὰ μὴ καταστήσω δυσχερέστερον τὸ δυσχερὲς ἔργον τῆς εὑρέσεως τῶν νέων δανείων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν κατέληξα εἰς καλόν· κατέληξα εἰς τὸ ἧττον κακόν. Τὸ σχέδιον τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου, μετὰ τὰ εἰρημένα, σᾶς γίνεται σαφὲς, ὅτι εἶναί τι πλέον ἢ διεθνὴς σύμβασις. Βεβαίως εἶναι κυρίαρχος ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ δεχθῇ ὁλόκληρον αὐτὸ, ἢ οἱονδήποτε αὐτοῦ, μικρὸν ἢ μέγα, τμῆμα, ἀλλὰ νομίζω καθῆκόν μου νὰ εἰδοποιήσω, ὅτι, οἱουδήποτε τούτων γενομένου, τὸ ἀποτέλεσμα ἔσται νὰ λογισθῇ ὡς μὴ γενόμενον δεκτὸν ὑπὸ τῶν ἕξ ἐκείνων Κυβερνήσεων τὸ σχέδιον τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῶν ἕξ ἀντιπροσώπων μετὰ τοῦ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀνοχῇ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς ἐνταλθέντος νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τούτῳ. Ὁ φόβος ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ νεωτέρα διαπραγμάτευσις, θὰ σᾶς φανῇ ἴσως ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸς, ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἓξ ἀτόμων, πρόκειται περὶ ἓξ Κυβερνήσεων, τῶν ὁποίων οὐδεμία, κατὰ τὴν ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν ἔσχον ἀτυχῶς τὴν ἀφορμὴν νὰ ἀκούσω ἐπανειλημμένως, ὑποβάλλεται εἰς ὑποταγὴν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν. Δὲν πρόκειται περὶ πλειονοψηφίας, πρόκειται περὶ ἓξ Δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ συνεννοηθῶσι περὶ τοῦ ἐλαχίστου, νὰ συνεννοηθῶσιν ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ συνομολόγησις τοῦ ἐπὶ τῇ ἀπελευθερώσει τῆς Θεσσαλίας δανείου καθίσταται ἀδύνατος. Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ σᾶς εἴπω, ὄχι διότι ἐνόμισα ὅτι δὲν θὰ ἦσαν γνωστὰ πρὶν τὰ εἴπω, ἀλλὰ διότι τυπικῶς ἐν τῇ ἰδιότητί μου ὤφειλον νὰ ἐκθέσω αὐτά. Ἡ ἐργασία, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ ἐπιδοθῶ, ἀφεώρα ἐξ ἑνὸς, πῶς νὰ ἐπιτευχθῇ τύπος ἐλέγχου ἀνεκτοῦ, πῶς αὐτὸς ὁ ἀπόλυτος ἔλεγχος νὰ χάσῃ τι ἀπὸ τὸ ἀπόλυτον αὐτοῦ· δεύτερον, πῶς νὰ κατορθωθῇ ὅσον ἔνεστιν ὀλιγώτεραι πρόσοδοι καὶ εὐκολώτεραι περὶ τὴν εἴσπραξιν νὰ παρασχεθῶσι· καὶ τρίτον, πῶς τῶν παλαιῶν δανείων ὁ κανονισμὸς νὰ ἀποβῇ ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιεικὴς, ὥστε νὰ συμβιβάζηται μὲ τὴν κατάστασιν τῶν ἑλληνικῶν οἰκονομικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὸ πρῶτον μέρος, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα τῆς ἀπὸ διεθνοῦς ἀπόψεως μειώσεως τοῦ ἐλέγχου, ἐξ ἀρχῆς ἐνεφορήθην ὑπὸ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἔδει νὰ τὸν ζητήσωμεν ἐν δημιουργίᾳ ἀμέσου ὑπολόγου ἄλλου παρὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς, ἀμέσου ὑπολόγου, τοῦ ὁποίου ὁ ἔλεγχος νὰ ἦναι ἧττον ἐνδεικτικὸς ἀπὸ ἀπόψεως διεθνοῦς διὰ τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἑλλάδος καὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Συνηντήθην μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐξ Κυβερνήσεων ἐπὶ τῆς ἰδέας ταύτης, εὐτυχῶς συνηντήθην ἐν τούτῳ, ὅτι ἡ ἀνάθεσις τῆς ἐργασίας τῆς εἰσπράξεως εἰς ἰδιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἤθελεν εἶσθαι καὶ διὰ τὸ συμφέρον αὐτῶν τούτων χρήσιμος, διότι ἰδιωτικὴν ἑταιρίαν ὅταν ἔχωσι νὰ ἐλέγξωσιν, ἔχουσιν ὀλιγωτέραν στενοχωρίαν ἐπὶ τὸν ἔλεγχον ἢ ἐὰν εἶχον νὰ ἐλέγξωσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰ δημόσια ὄργανα τῆς εἰσπράξεως. Βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ ἔλεγχος κατὰ τύπον νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ὑπαγωγὴν ὑπὸ τὸν ἀπόλυτον τοῦτον ἔλεγχον ἑταιρίας ἰδιωτικῆς, ἐπιτετραμμένης τὴν διαχείρισιν. Βεβαίως, οἱοιδήποτε ἤθελον εἶσθαι οἱ χορηγητέοι φόροι εἰς ἐξασφάλισιν τῶν δανείων, δὲν συνέφερεν ἡ λειτουργία περὶ τὴν εἴσπραξιν νὰ ἐμπιστευθῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐκείνην ἑταιρίαν. Κατὰ συνέπειαν βεβαίως ἔδει ν’ ἀξιώσωσιν οἱ ἴδιοι ἀντιπρόσωποι, (καὶ ἐπάλαισα κατὰ τῆς ἀξιώσεως ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας), νὰ ἀξιώσωσι, λέγω, ὅπως ἐπισκέπτωνται τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, ἐν τοῖς ὁποίοις γίνεται ἡ ἄμεσος εἴσπραξις τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι θὰ συνεκεντροῦντο βραδύτερον ἐν τῷ ταμείῳ τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν· ἐζήτησαν νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσι πληροφορίας, μοὶ ἐζήτησαν ἐν ἀρχῇ νὰ ἔχωσι δικαίωμα ἐπιθεωρήσεως καὶ ἑπομένως ἀμέσου ἐπιταγῆς ἐπὶ τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Καὶ κατώρθωσα νὰ παραιτηθῶσι τῆς ἀξιώσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία μοὶ ἐφάνη ἐν τῷ συνόλῳ τῆς ἰδέας τῆς ἐξελέγξεως τῶν καταστημάτων ὡς τὸ βαρύτερον μέρος αὐτῆς. Μοὶ ἐζήτουν νὰ διορίζουν αὐτοὶ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῶν τῶν ἱδρυμάτων, δι’ ὧν ἀμέσως εἰσπράττονται οἱ φόροι αὐτοί. Ἀντέστην, Κύριοι, ἐπὶ πολὺ κατὰ τῆς ἀξιώσεως ταύτης, καὶ ἐνταῦθα ἐπέτυχον συγκατάβασιν, τὴν συγκατάβασιν, καθ’ ἣν, ὁσάκις ἤθελεν ἐπὶ αἰτήσει δικαιολογημένῃ ἡ διεθνὴς ἐπιτροπὴ ἀναφέρει εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅτι ὡρισμένος ὑπάλληλος εἶναι ἀκατάλληλος πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς εἰσπράξεως, ἀκατάλληλος ἢ διότι εἶναι διωρισμένος καὶ δὲν εἶναι εἰς τὴν θέσιν του, ἢ διότι δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ γραφεῖόν του, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἢ κάμνει τι χειρότερον, τότε, κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ ἐλέγχου, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, πειθομένη βεβαίως περὶ τοῦ γεγονότος, ὄχι νὰ παύσῃ, ἀλλὰ νὰ μεταθέσῃ, ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης τὸν ὑπάλληλον. Ἐπίσης ὑπάρχει ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ μία προκατάληψις ἐναντίον ἡμῶν,—περὶ τῆς ἀνακριβείας τῆς ὁποίας προσεπάθησα νὰ πείσω τοὺς κυρίους ἀντιπροσώπους,—ὅτι συχνὰ μετακινοῦνται ἐν Ἑλλάδι οἱ ὑπάλληλοι. Ἐκ τούτου ἐζήτησαν, οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι νὰ μὴ μετακινῶνται, εἰμὴ τῇ συγκαταθέσει αὐτῶν, ἀλλ’ ἠρκέσθησαν ἐπὶ τέλους μόνον νὰ τοῖς γνωστοποιῆται ἡ μετακίνησις μετὰ τῶν λόγων. Ταῦτα, Κύριοι, δι’ ὀλίγων, διότι ἐπιθυμῶ νὰ μὴ σᾶς κουράσω, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ εἰς ἐμὲ δὲν εἶναι ποσῶς τερπνὸν τὸ θέμα τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ταῦτα, λέγω, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν ἔλεγχον. Ὡς πρὸς τὰ ποσὰ, Κύριοι, πᾶσαν προσπάθειαν κατέβαλον νὰ τὰ καταστήσω ἐλάσσονα. Μοῦ ἀπήντων πάντοτε, ὅτι δυνατὸν εἶναι νὰ ὑψωθῇ πολὺ τὸ συνάλλαγμα, καὶ δι’ αὐτὸ ἀπαιτοῦνται μεγάλα ποσὰ ὑπέγγυα. Τοῖς ἔλεγον: «δὲν βλέπετε τὸ συνάλλαγμα πόσον κατῆλθε, μόνον συνεπείᾳ τῆς ἐμφανίσεώς σας; φαντασθῆτε πόσον θὰ κατέλθῃ ὅταν ἐγκαθιδρυθοῦν ὁριστικῶς οἱ ἐλεγκταὶ ἐνταῦθα.» Δὲν ἤθελον νὰ πεισθῶσι κατ’ οὐδένα τρόπον. Τοῖς εἶπον ὅτι δὲν ἔφθασε ποτὲ τὸ συνάλλαγμα δύο δραχμὰς ἐν Ἑλλάδι, μοῦ εἶπον ὅτι ἔφθασεν ἀλλαχοῦ. Τοῖς ἐδώσαμεν λοιπὸν, Κύριοι, 39,000,000 δρ. ἔσοδα. Τὰ ἔσοδα ταῦτα τὰ ἐξέλεξα, καθὼς βλέπετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, μεταξὺ ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις θ’ ἀπέβαινεν εὐχερεστέρα καὶ ἡ συγκέντρωσις εὐχερεστέρα καὶ ὅσον ἔνεστιν ὀλιγώτερον ἔλεγχον ἐπιβάλλουσα ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων. Τὰ μονοπώλια εἶναι τὸ πρῶτον, τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις μέχρι τοῦδε γίνεται δι’ ἰδιωτικῆς ἑταιρίας. Δεύτερον εἶναι ὁ φόρος τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος εἰσπράττεται δι’ ἐπιθέσεως χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ταινιῶν. Ἐνταῦθα εἶναι εὔκολον ἡ φορολογία αὕτη νὰ γίνεται ἐπὶ τῇ τῶν σημάτων προαγορᾷ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου παρὰ τῆς ἑταιρίας τῆς εἰσπράξεως, εἰς τρόπον ὥστε ὁ ἔλεγχος νὰ μὴ ἀσκῆται ἀμέσως ἐν τῷ κοπτηρίῳ, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ νὰ ἐπισκέπτωνται οἱ ἐλεγκταὶ ἢ τὰ ὄργανα αὐτῶν τὰ καπνοκοπτήρια ταῦτα, ἄν ποτε ἤθελον νὰ πληροφορηθῶσι κατὰ πόσον καλῶς ἐφαρμόζονται οἱ περὶ τῆς φορολογίας ταύτης νόμοι. Ὁ τρίτος φόρος, ὁ παραχωρηθείς, εἶναι ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου. Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ἐπὶ πολὺ προσεπάθησα ν’ ἀποφύγω τὴν παραχώρησιν τοῦ φόρου τούτου, πρῶτον διότι δὲν ἤθελον νὰ παραχωρήσω ὑπέγγυον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν σφραγῖδα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὰ πράγματα μὲ ἐστενοχώρησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ ἀποφύγω. Πρὸ πάντων δὲ μὲ ἐστενοχώρει ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν καὶ ὑμεῖς βεβαίως θὰ ἔχετε, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς χρήζει μεταῤῥυθμίσεων. Ἐν μέρει τὸ κακὸν διωρθώθη, διότι ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἐλέγχου διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ τροποποίησις, ἡ μεταβολὴ τῶν φορολογικῶν νόμων τῶν σχετιζομένων πρὸς ὑπεγγύους προσόδους, τῇ συνεννοήσει μετὰ τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία οὐδέποτε, ὑποθέτω, θ’ ἀντισταθῇ εἰς τὴν ὑπὸ τῶν πραγμάτων καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ἀκριβῶς τῆς φορολογίας ὑποδεικνυομένην μεταβολὴν τῶν φορολογικῶν νόμων. Τελευταῖον ἐδέησε, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποτοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ κύριοι οὗτοι ἐζήτησαν, νὰ προστεθῇ καὶ πρόσοδος τελωνείου. Ἐνταῦθα σᾶς ὁμολογῶ ὅτι μετὰ πολλῆς δυσχερείας κατώρθωσα νὰ οἰκειωθῶ πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς παραχωρήσεως τῆς προσόδου ταύτης ὡς ὑπεγγύου, οὐκ ἦν ὅμως δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι, δὲν συνεπληροῦντο ἄλλως τὰ 40,000,000, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρασχεθεισῶν αὐτοῖς στατιστικῶν πληροφοριῶν. Καὶ ἐνταῦθα ἐνόμισα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συνδυασμὸς τῆς εἰσπράξεως κατὰ τρόπον ὅμοιον πρὸς τὸν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, κατὰ τρόπον ὀλιγώτερον ὀχληρὸν εἰς τὸ Κράτος καὶ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, νὰ γίνεται δηλαδὴ ἡ φορολογία διὰ σήματος. Ὁ φορολογούμενος ἀγοράζει σῆμα εἰς τὸ ταμεῖον, —εἰς τὸ ταμεῖον ὅπου συγκεντροῦται αὕτη ἡ εἴσπραξις,— καὶ τὸ σῆμα ἐπιτίθεται ὑπὸ τοῦ τελώνου ἐπὶ τῆς ἀποδείξεως. Αὐτὸ εἶναι λεπτομέρεια. Εἶχον καὶ ἑτέραν ἀνησυχίαν, σχετικὴν πρὸς τὴν παραχώρησιν τοῦ τελωνείου, καὶ ἐπέμεινα ἀρνούμενος τὴν παραχώρησιν τοῦ τελωνείου μέχρις ὅτου ἐπιτύχω τὴν παραχώρησιν τὴν ἑξῆς· ὅτι, ἐνῷ παντοῦ ἀλλοῦ εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἡ τροποποίησις τοῦ φόρου διὰ νεωτέρου νόμου ἐπέρχεται μόνον τῇ συναινέσει τῶν κυρίων ἀντιπροσώπων, προκειμένου ὅμως περὶ δασμῶν εἰσαγωγικῶν, χειραφετούμεθα ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος, καὶ τὸν λόγον ἀνεκοίνωσα μετὰ πάσης ἀφελείας. Τοῖς εἶπον: Ἐγὼ αὔριον ἔχω ἀνάγκην νὰ μεταβάλω τὸ δασμολόγιον συμβατικῶς μετά τινος Δυνάμεως ἐκ τῶν μετεχουσῶν τοῦ ἐλέγχου ἢ ἄλλης· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ λόγους εὐνοήτους, θὰ εὑρίσκοντο καὶ τὰ μέλη τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς, ἢ ὡρισμένα ἐξ αὐτῶν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς περιωρισμένην καὶ στενόχωρον θέσιν, ἐνῷ πρέπει νὰ ἤμεθα ἐλεύθεροι καὶ ἀνεξάρτητοι καὶ περὶ τὴν ἀρχὴν καὶ περὶ τὴν παροχὴν τῶν ἀνταλλαγμάτων. Δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιμείνωσι περισσότερον, καὶ οὕτως ἐπέτυχον τὴν ἐλευθερίαν τῆς μεταβολῆς τοῦ δασμολογίου, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅτι, ἂν ἐκ τῆς ἐπὶ ἐτήσιον χρονικὸν διάστημα ἐφαρμογῆς τῆς μεταβολῆς τοῦ δασμολογίου ἤθελεν ἐπέλθει μείωσις τῶν προσόδων, νὰ ἦναι ὑποχρεωμένη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παρέχῃ ἄλλην ἐγγύησιν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰς προσόδους. Ὀλιγωτέρας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς κάμωμεν. Καὶ οἱ παλαιοὶ δανεισταὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ χαρτοσήμου ἐπέμειναν νὰ στηριχθῶσι. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ δι’ ἡμᾶς ἦτο ἴσως τὸ ὀλιγώτερον κακὸν ἡ παροχὴ αὐτῶν τῶν φόρων καὶ ὄχι ἄλλων. Τὸ ποσὸν τῶν φόρων τῶν δραχ. 39,000,000 ἀνάγκη νὰ τὸ ὑπολογίσητε ἠλαττωμένον κατὰ δραχμὰς 2,500,000 περίπου, διότι ἐπιφορτίζονται μὲ ὡρισμένας δαπάνας, τὰς προμηθείας καὶ δαπάνας τῆς ἑταιρίας διὰ τὰ μονοπώλια καὶ τὰς δαπάνας τῆς προμηθείας ὡρισμένων ἀντικειμένων μονοπωλίων, πληρονομένων ἐκ τῶν εἰσπράξεων. Ὥστε τὸ κυρίως ὑπέγγυον ἀπομένει 37,000,000 περίπου. Καθ’ ἣν ὥραν διεπραγματευόμην τὰ περὶ τούτου, ἐψιθύριζον εἰς τὸ οὖς τῶν κυρίων ἀντιπροσώπων, ὅτι μόνον δι’ ἐγγυήσεως θὰ κατορθώσωμεν νὰ καταστήσωμεν ἱκανὸν τὸν προϋπολογισμὸν νὰ φέρῃ τὰ βάρη ταῦτα ἀλλ’ εἰς τοὺς ψυθιρισμοὺς τούτους μοῦ ἀπήντων, ὅτι τοῦτο δὲν ἀφορᾷ αὐτούς. Καταλαμβάνετε λοιπὸν, ὅτι τὰ 37,000,000 ἀνταποκρίνονται πρὸς τόκον δανείου πολὺ ἀνωτέρου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον πρόκειται ἤδη νὰ ἐπιτύχωμεν. Ἄν ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ συνάλλαγμα ἐξακολουθεῖ κατερχόμενον, καὶ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν εὐθηνότατον τόκον, τὸν ὁποῖον θὰ πληρόνωμεν, θὰ ἴδητε ὅτι θὰ ὑπάρχῃ γενναιότατον περίσσευμα ἐκ τῶν 37,000,000, τὸ ὁποῖον θὰ εὐχηθῆτε νὰ γείνῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον, διότι θὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον’ ταμιακὸν μόνον θὰ εἶναι τὸ ζήτημα, διότι θὰ διέρχηται καὶ ἐκ τῶν ταμείων ἐκείνων. Μεταβαίνω εἰς τὸ θέμα τοῦ κανονισμοῦ τῶν παλαιῶν δανείων. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπὶ ἕνα μῆνα ἐβράδυνα νὰ ἐπιτύχω συνεννόησιν. Ὅτε δὲ τὸ πρῶτον ἔσχον ἀφορμὴν νὰ συνδιαλεχθῶ μετὰ τῶν εἰρημένων Κυρίων ἐπὶ τοῦ θέματος, μοῦ εἶπον διὰ στόματος τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλίας, ὅτι δὲν εἶναι ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν, ὅτι σχετικῶς πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῶν δανειστῶν εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ δεχθῶσιν ὡς ἐλάχιστον ὅρον, ἢ μᾶλλον ὡς προτάσεις, τὰς ὁποίας οὗτοι ἤθελον ὑποστηρίξει καὶ παρὰ τοῖς δανεισταῖς καὶ παρ’ ἐμοὶ, τὰς προτάσεις τὰς ὑποβληθείσας ἐν ἔτει 1896, διατυπωθείσας δὲ ἐν Παρισίοις ὑπὸ τῶν τριῶν κομιτάτων τῶν Γάλλων, Γερμανῶν καὶ Ἄγγλων δανειστῶν. Ἀπήντησα, ὅτι δὲν εἶναι βεβαίως ἀντιπρόσωποι δανειστῶν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι διαιτηταί! Κατωρθώθη τι οὐσιωδῶς βέλτιον τῶν προτάσεων ἐκείνων. Ὑπέμνησα εἰς τοὺς Κυρίους μέχρι φορτικότητος, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ τοῖς προσενεχθῇ κατὰ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1897, δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ τοῖς προσφέρωμεν μετὰ τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν, ἥτις συνέβη εἰς ἡμᾶς συνεπείᾳ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, μετὰ τὴν ἀποζημίωσιν πρὸς τὴν Τουρκίαν, μετὰ τὴν δήωσιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τὰς δαπάνας πρὸς ἐπανόρθωσιν τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς κτλ. κτλ. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ἔτυχον ἀπολύτως ἀκροάσεως, διότι τότε ἠθέλομεν εἶσθαι εἰς τὸ σημεῖον τῶν προτάσεων τῶν Παρισίων, τῶν κομισθεισῶν ἐνταῦθα μετὰ σχεδίου πλήρους ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ὑποβάλω, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ διάφορον ἀπὸ τὸ σχέδιον τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας. Προσεχώρησαν οἱ Κύριοι οὗτοι εἴς τινας ἐλαφρύνσεις. Ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ὅ,τι τότε διεπραγματεύθημεν, ἐγὼ δηλ. χρώμενος τῇ ἰδιότητι τοῦ διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῇ ἐγκρίσει τοῦ σεβαστοτάτου φίλου μου κ. Δηλιγιάννη, τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν νῦν, περιέχει τινὰς βαρυτέρους ὅρους καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐκ τύχης ἐπιεικεστέρους ὅρους, ἀμοιβαίως ἀντισηκωνομένους. Ὁ ἐπιεικέστερος ὅρος εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς κατὰ τὸν παρελθόντα χειμῶνα προσηνέγκομεν ποσὸν, ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου πρὸς 1 καὶ 70, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπήρχετο οἰκονομία ἐκ τῆς ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ὡς ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ φράγκου, τὸ περίσσευμα αὐτὸ θὰ διενέμετο ἐξ ἡμισείας μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν δανειστῶν. Σήμερον ἀντὶ τοῦ ἡμίσεως ἔχομεν 4 πρὸς 6, ἀλλ’ ἔχομεν 1 καὶ 65 ὡς βάσιν. Λέγω δὲ, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ βελτίωσις αὕτη ἐκ τυχαίων περιστάσεων, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν συνεφωνοῦμεν τοῦτο, τὸ συνάλλαγμα ἦτο 1 καὶ 53–1 καὶ 54. Τοιοῦτος εἶναι ὁ κανονισμὸς τῶν παλαιῶν δανείων. Κατὰ τὰ λοιπὰ περιέχει τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ὑπεβάλομεν ἐν ταῖς προτάσεσιν ἐκείναις. Περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων προκειμένου, προενόησα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑποβάλλω, ὅπως καὶ ἐν ταῖς προτάσεσιν ἐκείναις, ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ νὰ γίνεται κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα τὸν τόπον ἀπὸ παντὸς κινδύνου κερδοσκοπικοῦ ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος. Ὡς τότε εἴχομεν ὑποδείξει τὰς προνομιούχους Τραπέζας ὡς συνεργάτας πρὸς προμήθειαν τοῦ συναλλάγματος, οὕτω καὶ σήμερον, μὴ ἐπιτυχὼν τὴν ἐπὶ τούτῳ σύστασιν ταμείου ἀποτελουμένου ἐκ τῶν τριῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, ἐδέχθην, κατ’ ἐπιλογὴν τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ἐδήλωσα ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐγκαταλείψω τὴν τροπὴν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς χρυσὸν ἄνευ ἐγχωρίου συμπράξεως, παρεχούσης ἐγγύησιν, ἐδέχθην, λέγω, τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ ἑπομένως ἐπὶ μακρότερον χρόνον ἐπὶ ἠθικότητι διακρινομένην Τράπεζαν, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διὰ τὴν σύμπραξιν εἰς προμήθειαν τοῦ συναλλάγματος. Ἑπομένως ἐξέλιπεν εἷς λόγος ἐπικρίσεως τῆς χρήσεως ἰδιωτικῆς ἑταιρίας περὶ τὴν τοῦ συναλλάγματος προμήθειαν, ὅστις προεβάλλετο τῇδε κἀκεῖσε ἄλλοτε, ὅταν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἐγίνετο συζήτησις περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ. Ὁ νόμος, Κύριοι, ὁ διατυπούμενος διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τῆς προκαταρκτικῆς συμβάσεως περὶ εἰρήνης, ὡς ἀκόμη ἐνθυμεῖσθε, δὲν περιορίζεται καθιστῶν τὸν ἀπόλυτον ἔλεγχον ἐφ’ ὅλων τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, ἀλλ’ ἐπεκτείνει τὸν ἀπόλυτον ἔλεγχον ἐπὶ παντὸς ὅ,τι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει προσωρινῶς ἢ διαρκῶς, ὑφ’ οἱονδήποτε τύπον. Ἐνταῦθα ἐπέτυχον τὴν συγκατάθεσιν τῶν ἐλεγκτῶν, ὅπως μὴ ἀξιώσωσι τὸν διαρκῆ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ ὑπηρεσιῶν ἢ μόνον ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο χρέη τοιαῦτα νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς δάνειον εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον, ἐννοεῖται, ἤθελε περιληφθῆ εἰς τὰ συνομολογητέα νέα δάνεια καὶ ὑπαχθῆ εἰς τὸν ἔλεγχον. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ὑφιστάμενα δάνεια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἠρκέσθησαν νὰ πραγματώσωσι τὴν ἀξίωσιν τῆς διακανονίσεως, διακανονίσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν (δὲν τὸ ἠθέλομεν, ὑποθέτω, οὐδ’ ἐγὼ, οὐδ’ ὑμεῖς, ἀλλὰ τὸ ἀπῄτησαν) ἠλαττώθη τῶν ἐν λόγῳ δανείων ἡ ὑπηρεσία κατὰ 375,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Ἐπειδὴ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην παρηκολούθει ἐν τούτοις ἡ ἑνοποίησις τῶν ἐσωτερικῶν ἐκείνων χρεῶν, σὺν τῇ ἑνοποιήσει δὲ ἡ διὰ τῶν τυχὸν περισσευμάτων τῶν ἐκκεχωρημένων φόρων ὑπηρεσία αὐτῶν ἡ κανονικὴ, ἀσφάλεια λοιπὸν πλήρης, ἐλπίζω ὅτι ἡ ὑποτίμησις αὕτη τῆς προσόδου ἔχει ἀντισήκωμα ἱκανὸν τὴν ἐξασφάλισιν. Γνωρίζετε ἄλλως τε, ὅτι τὸ κατάστημα, τὸ περισσότερον ἐνδιαφερόμενον εἰς τὰ ἐθνικὰ δάνεια, εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τῆς ὁποίας τὴν συγκατάθεσιν κέκτημαι, ἐὰν περὶ συγκαταθέσεως πρόκειται, διὰ τὴν μείωσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτὴν βαρύνει. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι νομίζω, ὅτι οὐδὲν κακὸν ἔπραξα πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἠλάττωσα κατά τι τὸ ἔσοδόν της τὸ ἐτήσιον προσωρινῶς, ἀλλ’ ἐπήγαγον διὰ τοῦ τρόπου τούτου τὴν δημιουργίαν ὁμολογιῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀγοραία ἀξία διὰ ἑνοποιήσεως τῶν διαφόρων αὐτῶν τεμαχίων, τῶν 15, τῶν 26, τῶν 10, τῶν 9, τῶν 16½ ἑκατομμυρίων εἰς ἓν νέον δάνειον, νομίζω ὅτι αὐξάνει, ὅπερ εἶναι ἱκανὸν ἀντισήκωμα τῆς θυσίας, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται. Ἐφρόντισα δὲ, ἐπειδὴ κατὰ τὸν τύπον δὲν ἐδεσμεύθην ὑπὸ τῶν κυρίων ἐλεγκτῶν, νὰ εὕρω τύπον, τὸν ὁποῖον θὰ γνωρίσητε, ὅταν θὰ ὑποβάλω τὸν νόμον ἐν γένει τῶν δανείων τῆς ἑνοποιήσεως καὶ τὸν ἀφορῶντα εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον, τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νομοσχεδίου. Φοβοῦμαι, Κύριοι, ὅτι σᾶς ἐκούρασα· ἄλλως τε σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐκουράσθην. Δὲν εἶμαι κοινοβουλευτικὸς, δὲν εἶναι καὶ τερπνὸν τὸ θέμα, ὡς ἐννοεῖτε. Δι’ ἐμὲ ἡ ὁμιλία μου αὕτη εἶναι ἡ κορωνὶς τῆς ἑβδομάδος τῶν παθῶν, τὴν ὁποίαν διῆλθον ἐπὶ πέντε μῆνας. Καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἡ θέσις μου ἦτο πολὺ δυσχερής. Δὲν εἶχον ἀπέναντί μου ἕξ Κυρίους, ἔστω ἐντεταλμένους ἄλλοθεν, ἔχοντας νὰ συζητήσωσι πρὸς ἀλλήλους καὶ μετ’ ἐμοῦ, καὶ ἔπειτα νὰ μετρῶνται αἱ ψῆφοι ἐπὶ τῶν διαφόρων γνωμῶν, τὰς ὁποίας πρὸς ἀλλήλους ἐξέφερον, εἴτε πρὸς αὐτοὺς ἐγώ, καὶ οὕτω νὰ λύωνται τὰ ζητήματα. Εἶχον νὰ ἐργασθῶ μετὰ ἕξ χρηστοτάτων, ἐντιμοτάτων Κυρίων, διακρινομένων ἐπὶ ἁβρότητι καὶ ἀξιοπρεπείᾳ καὶ συμπαθείᾳ πρὸς τὸν τόπον μας· ἀλλ’ ἦσαν οὗτοι ἀντιπρόσωποι ἕξ Μεγάλων Δυνάμεων. Αἱ ἕξ αὗται Μεγάλαι Δυνάμεις, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐννοοῦσι καὶ δὲν ἐνόουν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἰς τὰς μεθ’ ἡμῶν ἐργασίας των se laisser majoriser, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πλειοψηφίαν, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ὑποχωρήσωσι καὶ συγκατατεθῶσιν ἐφ’ ὅσων δὲν ἤθελον. Τούτων οὕτως ἐχόντων, αἱ συζητήσεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς ἐνστάσεις μου ἐπὶ τῶν προτάσεών των, ἢ εἰς τὰς προτάσεις των, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διεξάγωνται ἐνώπιον ἐμοῦ. Θὰ ἦτο τὸ κινδυνωδέστατον τῶν πραγμάτων δι’ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ δι’ ἡμᾶς ἀκόμη, ἐὰν αἱ συζητήσεις αὗται διεξήγοντο ἐνώπιόν μου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἐλέγετο καὶ συνεζητεῖτο, θὰ ἦτο δύσκολον εἰς ἀντιπρόσωπον μιᾶς Μεγάλης Δυνάμεως ἐξ ἀντιῤῥήσεων ἄλλου, καὶ ἐκ συζητήσεως μετ’ ἐμοῦ διεξαγομένης, νὰ ἀνακαλέσῃ ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν. Ἔδει λοιπὸν, ἑκάστοτε, ὁσάκις εἶχον νὰ κάμω παρατήρησίν τινα ἐπὶ οἱουδήποτε μικροῦ ἢ μεγάλου θέματος, —καὶ τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἔθιξα πρὸ ὀλίγου, εἶναι ἐλάχιστα, πολλοστημόρια τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον νὰ ἐργασθῶ μετὰ τῶν κυρίων ἐλεγκτῶν, —ἔδει ἐφ’ ἑκάστου θέματος θιγομένου παρ’ ἐμοῦ νὰ ἐξακολουθῶμεν ἐπὶ τέταρτον τῆς ὥρας συζητοῦντες περὶ ἀέρος καὶ ὕδατος, ἢ ἀνταλλάσσοντες φιλοφροσύνας, ἢ ζητοῦντες πληροφορίας θετικὰς ἢ οὐσιαστικὰς, χωρὶς οὐδὲ ἓν βῆμα νὰ κάμωμεν ἐπὶ τὰ πρόσω ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν θέματι, καὶ ἔπειτα νὰ ἀποχωρῶσιν οἱ Κύριοι, καὶ ἐὰν τοὺς ἐπανέβλεπον, νὰ μὴ ἐπανέρχηται τὸ θέμα ὑπὸ συζήτησιν, πρὶν ἢ παρέλθωσι κἄποτε δέκα πέντε ἡμέραι, ἢ καὶ πλειότεραι. Τοιαῦται ἦσαν αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἰργαζόμην, περιστάσεις, οὐχὶ ἐξ ἐμῆς ὑπαιτιότητος καὶ οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν εἰρημένων κυρίων, τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι νὰ ἐξάρω ἐπαρκῶς τὴν εὐγενῆ, τὴν ἀξιοπρεπῆ προσωπικότητα, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἰδιότητος αὐτῶν, ὡς ἀντιπροσώπων ἐξ κυριάρχων Δυνάμεων. Καταλαμβάνετε, ὅτι πάντα ταῦτα ἐγέννησαν πολλὰς δυσχερείας, καταλαμβάνετε ὅτι πάντα ταῦτα συνετέλεσαν πολὺ καὶ αὐτὰ εἰς τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς συνεννοήσεως. Τέλος πάντων ἀφίχθημεν εἰς τὸ τέλος, κατὰ τὸ ὁποῖον κατεβλήθη πᾶσα δυνατὴ σπουδὴ ἐκ μέρους αὐτῶν, ἵνα περατώσωσι τὰ τελευταῖα σημεῖα, ἵνα θέσωσι τὰ σημεῖα τῶν ἰῶτα, κατὰ τὴν φράσιν τὴν Γαλλικὴν, καὶ τοῦτο, διότι αὐτοὶ οὗτοι οἱ κύριοι ἐλεγκταὶ ἀπεδέξαντο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τοὺς παρεκάλεσε, —καὶ ὑποθέτω ὅτι εἶσθε σύμφωνοι, ὅτι καλῶς ἔκαμε νὰ τοὺς παρακαλέσῃ, —ὅτι αὐτοὶ οὗτοι, ἰδόντες ὅ,τι εἶχον νὰ ἴδωσι περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, συμφωνήσαντες μεθ’ ἡμῶν περὶ τοῦ τύπου τοῦ ἐλέγχου καὶ ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς ἀκριβοῦς λειτουργίας αὐτοῦ, αὐτοὶ οὗτοι ἀνεδέχθησαν νὰ παραστήσωσι τὰ πράγματα εἰς τὰς οἰκείας Κυβερνήσεις, ὧν τὴν εὐμενῆ μεσολάβησιν εἰς ἐπίτευξιν τῶν ἀναγκαίων δανείων ἐπεκαλέσθημεν, καὶ ἥτις μεσολάβησις κατέληξεν εἰς ἐγγύησιν. Καὶ αὕτη εἶναι ἡ περίστασις δι’ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾷ νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, αὕτη εἶναι ἡ περίστασις, νὰ ἐπιπροσθέσω, ὅτι κατ’ οὐσιῶδες μέρος ἡ ἐπίτευξις τῆς ἐγγυήσεως ταύτης ὀφείλεται εἰς τὴν εὔστοχον, ἀξιοπρεπεστάτην καὶ πρόθυμον συνδρομὴν καὶ προστασίαν, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην παρέσχεν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς. Καίτοι οὐκ εἴθισται νὰ μνημονεύηται τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως ἐν ταῖς συζητήσεσιν, ἐνόμισα καθῆκόν μου, ὡς πολίτης Ἕλλην, νὰ τὸ εἴπω. Ταῦτα, Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οἱ κύριοι ἐλεγκταὶ προθύμως ἐδέχθησαν τὴν παράκλησίν μου, ὅπως αὐτοὶ οὗτοι, τῇ ἀδείᾳ τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν, χρησιμεύσωσιν ὡς μεσάζοντες πρὸς ἐπίτευξιν κατ’ ἀρχὴν ὅρων ἀνεκτῶν τῶν συνομολογητέων δανείων, καὶ τῇ παρακλήσει μου, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τῇ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, προθύμως οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δύο Μεγάλων Δυτικῶν Δυνάμεων μετέβησαν εἰς τὰ σημεῖα, ὅπου εἶχον νὰ ἐνεργήσωσι τῇ ἐγκρίσει τῶν οἰκείων Κυβερνήσεων διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ δανείου. Τὸ ἀποτέλεσμα νομίζω ὅτι θὰ ἦμαι εἰς θέσιν ἐντὸς μιᾶς, δύο, τριῶν ἡμερῶν νὰ σᾶς τὸ ὑποβάλω. Καταλαμβάνετε, ὅταν σᾶς λέγω «ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν», τὴν θέσιν μου. Ἐὰν ἐγίνετο ἄλλο τι, ἐὰν ἀπετεινόμην εἰς τραπεζίτην ἔστω καὶ πρώτης τάξεως, θὰ ἤμην εἰς θέσιν νὰ τῷ εἴπω: «Κύριε, ἐπίσπευσον, διότι ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου, ὅτι τὰ νεῦρα ἐπὶ τέλους τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας εἶναι τεταμένα, ἡ Θεσσαλία κατέχεται ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἐξαρτᾶται νὰ ἀρχίσῃ ἡ προθεσμία αὕτη, τὴν ὁποίαν ὅλοι διακαῶς ζητοῦμεν ἀπὸ τὸν Θεὸν, ἡ προθεσμία τῆς ἐκκενώσεως». Βεβαίως, Κύριοι, μέχρις ἀδιακρισίας τὴν ὑπόμνησιν ταύτην τὴν πράττομεν, ἔχοντες μεσολαβοῦντας τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων· καταλαμβάνετε ὅμως, ὅτι οὐχὶ μετὰ τοῦ αὐτοῦ τόνου, τὸν ὁποῖον θὰ μετεχειριζόμεθα, καὶ τοῦ αὐτοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον θὰ εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἀξιώσωμεν, ἐὰν εἴχομεν νὰ κάμωμεν μὲ τραπεζίτην μέγαν ὅσον θέλετε. Ἑπομένως πνίγω τὴν ἀνυπομονησίαν μέχρις ὅτου θὰ ἦμαι εἰς θέσιν ἱκανὰ στοιχεῖα νὰ σπεύσω νὰ ὑποβάλω ἐνώπιόν σας καὶ σχέδια περὶ τῶν δανείων τοῦ τε ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ εἰρημένου οἰκονομικοῦ καὶ τοῦ μᾶλλον κατεπείγοντος, τοῦ τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως. Ἐμνήσθην καὶ τῶν τριῶν σχεδίων ὧν καὶ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἐλέγχου τὸ ἓν δάνειον δὲν εἶναι νέον δάνειον, εἶναι διακανόνισις τῶν ἐσωτερικῶν δανείων. Ἡ διακανόνισις αὕτη καὶ ἡ διακανόνισις τῶν δανείων τῶν κυμαινομένων χρεῶν καὶ τὸ δάνειον πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1897, εἶναι ὅροι τεθειμένοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ ἐλέγχου, ἀποτελοῦσιν ὁλοκληρωτικὸν μέρος τοῦ σχεδίου τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν ἑλληνικῶν οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ἠξίωσαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἵνα μὴ προχωρήσωσιν εἰς ἀξίωσιν ἀθεωρήτου ποσοῦ ὑπεγγύων προσόδων, τὸ ὁποῖον ἠξίουν, ἵνα σταματήσωσιν εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι ἐν ὥρᾳ εὐθέτῳ, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν περιστάσεων ἡ ὑπερεπάρκεια, θέλουσι μειωθῆ αἱ ἐκκεχωρημέναι πρόσοδοι. Ἕν ἴσως σημεῖον οὐσιῶδες παρέλιπον ἐν τῇ ὄχι βραχείᾳ ὁμιλίᾳ μου, τὴν μνείαν προσθήκης διατάξεως ἐν περιπτώσει οἱασδήποτε διαφωνίας μεταξὺ τῆς ἐλεγκτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τὴν διάταξιν ταύτην εἴδετε, καὶ νομίζω ὅτι ἐπιδοκιμάζετε, διότι ἐτέθη. Ἱδρύθη θέσις ἐπιτρόπου παρὰ τοῖς κυρίοις ἐλεγκταῖς, θέσις... δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὸ ὄνομα τῶν μαξηλαρίων, τὰ ὁποῖα τίθενται εἰς τὰς ἁμάξας τῶν σιδηροδρόμων, ἵνα μὴ συγκρούωνται πρὸς ἀλλήλας...
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Tambon.
§43ΣΤΡΕΙΤ. Μάλιστα. Σᾶς εὐχαριστῶ... Χρησιμεύει ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ὅπως μὴ ἔρχηται εἰς σύγκρουσιν ἡ ἐπιτροπή, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐξομαλυνθῇ παρενόησις ἢ διαφωνία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἡ μεσολάβησις τοιούτου ἀνωτάτου ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους, τὸν ὁποῖον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς βεβαίως θὰ ἐκλέγῃ τὸν ἱκανώτατον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, θὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ οὐσιωδῶς καὶ κατὰ μίαν ἄλλην ἔποψιν εἰς τὴν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐξοικείωσιν τοῦ Κράτους πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν ἐλεγκτῶν καὶ τούτων πρὸς τὸ Κράτος καὶ τοὺς νόμους του καὶ τὰς ἕξεις του. Καὶ πάλιν, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ. Εἶναι πολὺ ἐπείγουσα ἡ ψήφισις τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι μόνον ἐπείγουσα διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῶν χρημάτων πρὸς ἐκκένωσιν τῆς Θεσσαλίας. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω περισσότερα. Ὅσοι ἐμπιστεύονται εἰς τὴν βεβαίωσίν μου, —καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ εἶσθε πάντες—ἅς πεισθῶσιν, ὅτι ἐπείγει ἡ ψήφισις. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐξ Ἄρτης καὶ Μεσολογγίου, βεβαίως δὲν θὰ λείψω νὰ καταθέσω ταῦτα. Οὐδὲ ἔχει ἡ παράκλησίς μου περὶ ἐπισπεύσεως τίποτε κοινὸν πρὸς τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων τούτων, τὰ ὁποῖα εἶναι σχετικώτατα καὶ τῶν ὁποίων ἡ ὑποβολὴ εἶναι εὐχερής. Ἐὰν ἐπιτρέπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἐν σχέσει πρὸς τὸ δάνειον τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ προχείρως δύναμαι νὰ τῷ δώσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν. Ὡς ἐκεῖνος, οὕτω καὶ ἐγὼ ἐζήτησα νὰ εὕρω ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς τοῦ 1860 πρᾶξιν σχετικήν, ἀλλὰ δὲν εὗρον. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη πρᾶξις. Πρὸ ἐμοῦ δὲ ὁ σεβαστὸς Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἐν τῇ ἰδιότητί του ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τῷ ἀποσταλῇ πᾶν ὅ,τι σχετικὸν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὑπῆρχεν ἐκεῖ κατατεθειμένον. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, καὶ τὰ ὁποῖα ἔχω, εἶναι ὀλίγιστα. Ὑπάρχει μία ἐπιστολὴ τοῦ 1860, ἀνεπαρκῶς πληροφοροῦσα τὸν κανονισμὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐν λόγῳ χρέους. Ἔπειτα συνεπείᾳ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1862 ἐπῆλθε παῦσις τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Εἶτα αἱ Δυνάμεις ἐν ἔτει 1864 ἀπηύθυναν μίαν ταυτόσημον αὐστηρὰν διακοίνωσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησίν μας, καὶ ἀπῄτησαν νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ νὰ μὴ διακοπῇ πλέον ἐν τῷ μέλλοντι ἡ καταβολὴ τῶν 900,000 φράγκων, ἐφ’ ὅσον—εἰς τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε —ἤθελον συγκατατίθεσθαι νὰ ἀρκῶνται εἰς τὰς 900,000 φράγκων. Εἰς τὴν διακοίνωσιν ταύτην ἐν ἔτει 1865, κατὰ μῆνα Φεβρουάριον, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπήντησεν ἀποδεχομένη, καὶ ἔκτοτε πράγματι ἡ ὑπηρεσία ἐνεργεῖται τακτικώτατα. Ἡ σύμβασις περὶ ἑνώσεως τῶν Ἰονίων νήσων διατίθησιν ὡρισμένον μέρος τῶν 900,000 φράγκων κατ’ ἐκχώρησιν. Ἐὰν πρόκειται ἡ καταβολὴ νὰ γίνηται ἀπέναντι κεφαλαίου ἢ τόκου, δὲν φαίνεται.
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὑπεσχέθη ὅτι θὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν. Ἵνα μὴ λάβω δὶς τὸν λόγον, ἐπιφυλάσσομαι μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων νὰ φέρω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἐξηγήσῃ κἄτι τι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντελήφθην καλῶς, καὶ ἴσως καὶ ἄλλοι δὲν ἀντελήφθησαν καλῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ φέρῃ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸ δάνειον...
§45ΣΤΡΕΙΤ. Δηλαδὴ νομοσχέδιον.
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§47ΣΤΡΕΙΤ. Βεβαίως.
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπίσης, κύριε Ὑπουργέ, ἐν τῇ περιλήψει τῆς ἐκθέσεως τῶν ἐξ ἐλεγκτῶν γίνεται λόγος περὶ τοῦ νέου καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τοῦτο τὸ ἐζήτησα.
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι ἐκεῖ γίνεται λόγος περὶ μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν φαίνονται ἐν τοῖς νομοσχεδίοις.
§51ΣΤΡΕΙΤ. Μίαν λέξιν ἀκόμη ἔχω νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐλεγκτῶν. Ὡμίλησαν καὶ σήμερον καὶ χθὲς περὶ ἐκθέσεως τῶν κ. ἐλεγκτῶν. Τῷ ὄντι οἱ κ. ἐλεγκταὶ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς ἐνταῦθα διαμονῆς των, θυσιάσαντος μάλιστα πρὸς τοῦτο τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ ἐκδρομὴν εἰς Δελφοὺς, τὴν ὁποίαν ἐνήργησάν τινες τῶν συναδέλφων του, κατέγειναν εἰς τὴν σύνταξιν, τὴν ταχίστην σύνταξιν μιᾶς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν μὲ παρεκάλεσαν διὰ τοῦ πολυγράφου νὰ τοῖς πολλαπλασιάσω, ὅπερ καὶ ἔπραξα, καὶ ἔθεσα εἰς τὴν διάθεσίν των τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα ἀντίτυπα. Ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν εἶναι πλήρης ἢ μόνον ἓν τμῆμα τῆς ἐκθέσεως, διότι ὁ μὲν εἷς εἰσηγητὴς, ὁ κ. de l’ Estang, ἐπεράτωσε τὸ μέρος του, ἀλλ’ ὁ ἕτερος εἰσηγητὴς, ὁ ἔξοχος ἐκεῖνος Ἰταλὸς στατιστικὸς, ὁ κ. Bodio, δὲν συνεπλήρωσε τὴν ἐργασίαν του, καίτοι ἀναφερομένου τοῦ θέματος ἐντὸς τῆς ἐκθέσεως. Ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. de l’ Estang δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πλήρης καὶ ἀρτία, διότι μετέβη εἰς Παρισίους, τυχὼν τῆς συγκαταθέσεως τῶν συναδέλφων του, ὅπως ἐκεῖ ἐν πληρεστέρᾳ ἀνέσει, καὶ οὐχὶ πιεζόμενος ἀπὸ τὰς ἐπισκέψεις μου, ἐπεξεργασθῇ τὸ θέμα. Πρὸς ἡμᾶς δὲν ὑπεβλήθη τοιαύτη ἔκθεσις. Εἰς ἐμὲ ἐνεπιστεύθη ἓν σῶμα ὁ κ. de l’ Estang, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἔκθεσις ἡ προωρισμένη διὰ τὴν δημοσιότητα, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εὐχαριστήσω. Δύναμαι μόνον νὰ σᾶς δώσω οἱανδήποτε πληροφορίαν θέλετε ἐξ αὐτῆς.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἐδημοσιεύθη ἔκθεσις οὐχὶ ἐξ εἰκασίας, ἀλλὰ φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων. Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀναμφισβητήτως ἢ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔκθεσις, ἔστω καὶ ἀτελὴς, ἢ εἶναι αὐτὴ ἡ ἔκθεσις τῶν ἀντιπροσώπων, καὶ ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται ἀμφισβήτησις.
§53ΣΤΡΕΙΤ. Τότε πρέπει νὰ καταφύγητε εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν διὰ νὰ ἐξακριβώσητε. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὑπ’ ἐμοῦ δὲν ἐδόθη καμμία ἔκθεσις, δὲν εἶναι δὲ ἔργον μου νὰ βλέπω τί γράφουν αἱ ἐφημερίδες, διὰ νὰ ἴδω ἐὰν ἦναι ἀληθῆ ἢ ψευδῆ τὰ γραφόμενα.
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ ἀντίτυπον ἐδημοσιεύθη μὲ τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἀντιπροσώπων. Τὸ ἀποκηρύττετε;
§55ΣΤΡΕΙΤ. Ἐγὼ οὔτε τὸ κηρύττω, οὔτε τὸ ἀποκηρύττω. Δὲν μοὶ ἐκοινοποιήθη ποτὲ ἔκθεσις ἐπισήμως, ἐν τῇ ἰδιότητί μου ὡς Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ συγκρίνω τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην πρὸς τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠμπορεῖτε τοὐλάχιστον νὰ βεβαιώσητε τὸ περὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων;
§57ΣΤΡΕΙΤ. Ἐζήτησεν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης νὰ καταθέσω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ἴσως εἶναι καλὸν νὰ σᾶς εἴπω ἀπὸ τοῦδε τὰ περὶ τούτου. Ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἐκρίθη κατάλληλος διὰ τὴν εἴσπραξιν, πρῶτον διότι εἶναι ἐν τῇ ζωῇ,—διότι, ἵνα ἀναδημιουργήσωμεν ἄλλην κατάλληλον, ἔπρεπε πρῶτον νὰ σφάξωμεν ἐκείνην.—Αὕτη δὲ ἡ ἑταιρία εἶχε καὶ τινα ἀξίωσιν, βάσιμον ἢ μή, συνεπείᾳ τοῦ νόμου τοῦ παλαιοῦ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Δὲν τὸ συζητῶ διὰ νὰ δώσω γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος. Δὲν ἐνδιαφέρει ὅμως τί φρονῶ ἐγώ. Ἀλλὰ τούτου κατὰ μέρος τιθεμένου, ὑπῆρχεν ἑταιρία· διὰ νὰ συστήσωμεν ἀντ’ αὐτῆς ἄλλην, ἔδει ν’ ἀνατρέψωμεν, μόνον διὰ τὴν εὐχαρίστησιν ἡμῶν, τὴν ἑταιρίαν τὴν ὑπάρχουσαν. Ἡ ἐπιτροπὴ προθύμως ἀπεδέχθη αὐτήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ κάμω, ἦτο νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας ὡρισμένα θέματα, καὶ πρωτίστως ἀφήρεσα τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Τοῦτο ἠξίουν οἱ ἐλεγκταὶ ἀπολύτως καὶ ἀποτόμως. Συγκατετέθην, διότι δὲν ἔχει ὑπηρεσίαν ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων νὰ ἐνεργῇ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων· εἶχε τὴν ὑπηρεσίαν νὰ εἰσπράξῃ φόρους, ὡς μέχρι τοῦδε πράττει καλῶς. Ἐνόμισα ἐν τούτοις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὠφεληθῶ τῆς περιστάσεως, τινὰ ὀλίγον ὑπερβολικὰ πλεονεκτήματα νὰ τὰ περιστείλω, καὶ ἐπέτυχα τὴν πλήρη σύμπραξιν ἐνταῦθα τῶν ἐξ ἐλεγκτῶν, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀντίθεσις συμφερόντων μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν. Ἡ ἑταιρία αὕτη εἶχε κεφάλαιον 2½ ἑκατομμυρίων· ἠξιώσαμεν, τὸ κεφάλαιον νὰ ἀνέλθῃ εἰς 4 ἑκατομμύρια· ἠξιώσαμεν πρὸς τούτοις αὐτὰ τὰ 4 ἑκατομμύρια νὰ μὴ ἀποτελέσουν κεφάλαιον κερδοσκοπικόν, ἀλλὰ μεταβλητέον εἰς οἱαδήποτε Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, τῶν ὁποίων τὸ ἥμισυ νὰ παραδοθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τὴν διεθνῆ ἐπιτροπήν, ὡς ἐγγύησις. Δεύτερον ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων εἶχεν ἀπαιτήσει τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀσυδοσίαν, ἀτέλειαν πολὺ γενναίαν, τὴν ὁποίαν ἐδέησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παραχωρήσῃ τότε εἰς αὐτὴν ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἦτο ἠναγκασμένη νὰ συνομολογήσῃ τὸ σχετικὸν δάνειον. Σήμερον δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσῃ τοῦτο. Ἀπὸ ἀπόψεως διοικητικοῦ δικαίου εἶναι περιττὴ πᾶσα ἀνάπτυξις. Ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς εἶναι ζήτημα 80 ἢ 90 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὸ χαρτόσημον, τὸ ὁποῖον θὰ καταλογίζηται σήμερον ἐπὶ πλέον. Ὁ χρόνος τῆς διαρκείας τῆς ἑταιρίας ἐκείνης συνεδέετο μὲ τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων. Δὲν ὑπῆρχε λόγος ἐπαρκὴς διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν σήμερον τοιαύτην διάρκειαν. Τῇ ἐδώσαμεν χρόνον ὑπάρξεως 30 ἐτῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετόν. Καὶ ἐδῶ καὶ ἀλλαχοῦ τῶν τοιούτων καταστημάτων ἡ διάρκεια εἶναι 25 ἐτῶν. Πρὸς τούτοις, ἐπειδὴ διὰ τῆς δραστηρίας ἐργασίας κερδίζει ἀπὸ τὰ βιομηχανικὰ της κέρδη ἀρκετά, ἐνομίσαμεν ὅτι εἶναι δίκαιον πέραν τινὸς ποσοῦ νὰ μετέχῃ καὶ τὸ Κράτος. Ἀλλά, Κύριοι, ἠδύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω κάτι τι περισσότερον. Βεβαίως· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔδει νὰ ἀνατρέψω τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων καὶ νὰ ἱδρύσω μίαν ἄλλην. Τοῦτο δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐπιχειρήσω· ἄλλως τε εἶμαι καὶ πολὺ συντηρητικός. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀσφαλὲς τῶν χρημάτων, ἐλήφθη τὸ μέτρον, ἵνα καθ’ ἑβδομάδα μεταβιβάζωνται ταῦτα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἐλέγχου. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐλέγχου, ἐὰν τὰ χάσῃ, τὰ χάνει διὰ λογαριασμόν της, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ τὰ χάσῃ ἐτέθη ὅρος νὰ κατατίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἄνευ τόκου. Ἠρωτήσατε, κύριε Δεληγεώργη, ἂν τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων συνωμολογήθη εἰς χρυσὸν ἢ εἰς μεταλλικὸν Εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν θὰ ἦτο μᾶλλον ἐνδιαφέρον τὸ ζήτημα παρὰ σήμερον. Τοῦ δανείου τούτου ὁ τόκος, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει, πληρόνεται εἰς χρυσόν. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς δὲ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 μέχρι σήμερον, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους τῶν ἑλληνικῶν δανείων εἰς χρυσόν. Ἡ ταξινόμησις τῶν δανείων εἰς κατηγορίας ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη ἀπὸ τῶν πρώτων διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ· ἑπομένως σήμερον τὸ ζήτημα δὲν ἔχει πρακτικὸν ἐνδιαφέρον. Ἀλλ’ ἠκούσθη μεταξὺ ἄλλων, ὅτι ἡ διαῤῥύθμισις ἐκείνη τῶν κατηγοριῶν τῶν δανείων εἶναι ἀσυμφορωτάτη διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, διότι οὕτως εἰδοποιεῖται τὸ κοινὸν, ὅτι ὡρισμένον δάνειον πρόκειται νὰ ἐξοφλῆται τοῦ λοιποῦ διὰ τῶν δόσεων τῶν χρεωλύτρων. Οὕτω γίνεται ὕψωσις. Ἀλλ’ ἅμα συμπληρωθῇ ποσοστὸν ἴσον πρὸς 2 ἑκατοστὰ ἐπὶ τῶν ἀρτίων τόκων ἐκ τοῦ χρεωλύτρου, θὰ ἄρχηται ἡ χρεωλυτικὴ ἐξόφλησις ἑτέρας κατηγορίας δανείων. Λοιπὸν φαντασθῆτε ἐὰν ἦναι δυνατὸν μὲ ἐπικειμένην ἐξόφλησιν μόνον 500 χιλιάδων φράγκων ἔκ τινος κατηγορίας δανείων νὰ γίνηται κερδοσκοπία.
§58Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὰς ἀγορὰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἐπῆλθε διὰ τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων.
§59ΣΤΡΕΙΤ. Δι’ ἄλλον λόγον. Εἶναι ὁ λόγος τῶν 43 τοῖς ἑκατὸν πρὸς τὸ 32, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνουν τὰ ἄλλα δάνεια. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα, καὶ θὰ ἦμαι εἰς τὰς διαταγάς σας νὰ ἀπαντήσω, ὁπόταν ἐπιθυμῆτε.
§60Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ εὐχαριστήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἔκθεσίν του. Ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι πολύτιμος, ὅπως ἀκριβῶς μάθωμεν τὴν ἱστορίαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐργασίαν ἡμῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι ἐπὶ ἥμισυν καὶ πλέον αἰῶνα κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς τὸ Κράτος ἡμῶν, καὶ πρῶτον ἤδη πρόκειται νὰ δεχθῶμεν νομοσχέδιον ἀσυζητητεί. Τοῦτο λέγω διότι αἱ πρὸ μικροῦ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι μόνον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ μᾶς ἐπασχολεῖ τὴν στιγμὴν ταύτην. Πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως ἐλευθέρας, οὐδὲ περὶ εὐόρκου ψηφοφορίας, οὐδὲ περὶ ψηφίσεως...
§61ΤΙΝΕΣ. Διατί;
§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διότι οὔτε ἓν ἰῶτα δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν.
§63ΑΛΕΞ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δικαίωμά μας εἶναι, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἀκούουν.
§64Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. «Ἐπείγει ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου», ἠκούσαμεν πρὸ μικροῦ, καὶ ἡ βροντώδης φωνὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀντήχησεν εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διορθώσω τὴν φράσιν, λέγων ὅτι ἐπείγει οὐχὶ ἡ ψήφισις, ἀλλ’ ἡ ἀνάγνωσις, καὶ μόνη ἀνάγνωσις τυπικωτάτη...
§65ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρέλειψα στοιχειῶδες καθῆκον...
§66Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐτελείωσα.
§67ΣΤΡΕΙΤ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἐνόμισα ὅτι ἐτελειώσατε.
§68Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν θὰ ὑπομνήσω κἂν οὐδὲ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα ἀπηνῶς ἀκρωτηριάζονται, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐψηφίσθη τὸ 2ον ἄρθρον τῆς προκαταρτικῆς συνθήκης ἐγένετο ἡ κηδεία τοῦ πλείστου μέρους τοῦ Συντάγματος. Ἤδη πρόκειται περὶ τοῦ ἐνταφιασμοῦ. Διαταγὴ ἐδόθη εἰς ἡμᾶς, καὶ τὴν διαταγὴν ταύτην θὰ ἐκτελέσωμεν, ἀφοῦ ἅμα τῇ ἀνακοινώσει αὐτῆς εἰδοποιήθημεν, ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διαταγὴ αὕτη (διακοπαί). Δὲν γνωρίζω ποίας ἔχουν ἰδέας οἱ διακόπτοντες, οἱ ἀσχάλλοντες ἐπὶ τοῖς λεγομένοις· ἀλλ’ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ἀκόμη ὑπάρχει ἐλευθερία βήματος, καὶ προτρέπω τοὺς στενοχωρουμένους τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ βήματος, διότι τὸν οἰκονομικὸν ἔλεγχον πολὺ φοβοῦμαι μήπως ἀκολουθήσῃ ἔλεγχος τοῦ βουλευτικοῦ βήματος. Δὲν θὰ συζητήσω, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω, συμφώνως μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς λέξεις τινὲς, αἵτινες νομίζω ὅτι συμπληροῦσι τὸ ἔργον, τοῦ ὁποίου μέρος ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκτελέσω κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς συνθήκης διὰ τῆς ὑποβληθείσης διαμαρτυρίας. Αἱ λέξεις μου αὗται δύνανται νὰ δώσωσι τὴν ἐξήγησιν εἰς τὸν ἐν τῷ μέλλοντι βουλόμενον νὰ μελετήσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ὅτι αὕτη ἐψήφισε τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλ’ ἄνευ ἐλευθέρας συζητήσεως, καὶ ὅτι ἐψηφοφόρησε μὲν, ἀλλ’ οὐχὶ εὐόρκως, διότι ὑπέκυψεν εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην, εἰς τὴν ἀνωτέραν βίαν. Ἡ διαμαρτύρησις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἥτις ταὐτοχρόνως εἶναι καὶ σύστασις, ἔχει ὡς ἀκολούθως: «Ἡ διαταγὴ τῶν ἓξ Δυνάμεων, ἵνα καὶ πρὸ πάσης ψηφίσεως καὶ κυρώσεως καταστῶσιν ἐκτελεσταὶ ἀποφάσεις αὐτῶν, δι’ ὧν προηγούμεναι συνθῆκαι μονομερῶς ἀναιροῦνται καὶ αὐτὸς ὁ θεμελιώδης ἡμῶν νόμος ἐν πολλοῖς καταργεῖται, καθιστᾷ ὅλως τυπικὴν καὶ ἄσκοπον τὴν τριπλῆν τοῦ περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου νομοσχεδίου ἀνάγνωσιν, ἐν ἀπολύτῳ ἀδυναμίᾳ διατελούντων τῶν Βουλευτῶν εἰς συζήτησιν ἐλευθέραν καὶ ψηφοφορίαν εὔορκον, ἀφοῦ ἄλλως καὶ αὐτὴ ἡ τῆς Θεσσαλίας ἀπολύτρωσις ἐξηρτήθη ἐκ τῆς τυφλῆς ὑποταγῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ ἀμετακλήτως ἀπὸ τῆς 6/18 Σεπτεμβρίου 1897 ἀποφασισθέντα. Μόνον ὁ πατριωτισμὸς τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων δύναται ν’ ἀποτινάξῃ τὸν ζυγὸν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου διὰ τῆς ἀποδόσεως τῶν ὀφειλομένων, ἡ δὲ ἔμφυτος πρὸς τὴν ἀληθῆ ἐλευθερίαν ἀγάπη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ διασώσῃ τὰ ἐρείπια τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ἐπὶ τὸ λυσιτελέστερον ἐν καιρῷ τῷ δέοντι ῥυθμιζομένων ὑπὸ Ἐθνοσυνελεύσεως.»
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ παράρτημα αὐτοῦ).
§70ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ ἤδη νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίων.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγομεν νὰ συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχει παρατηρήσεις, δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τῶν παρατηρήσεων τούτων διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, νὰ ψηφίσωμεν δὲ σήμερον τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§72ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀνέγνωσα τὰς παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰς εὑρίσκω ὀρθὰς καὶ τὰς δέχομαι.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅ,τι χρεωστῶ νὰ δηλώσω, εἶναι, ὅτι ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ τῆς ὁποίας συνιστᾶται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὰ δωδεκατημόρια τῶν δύο μηνῶν καὶ ὄχι τῶν τριῶν, οὐδεμίαν ἔχει πολιτικὴν ἔννοιαν, ὑπηγορεύθη δὲ ἀπὸ τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πάντες πρὸς τὸ Κοινοβούλιον· ἐπειδὴ δὲ ὑποτίθεται, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον θέλει συνεχίσει τὰς ἐργασίας του καὶ θέλει εἶσθαι ἐν ἐνεργείᾳ μέχρι τοῦ Μαρτίου καὶ κατ’ αὐτόν, ἐὰν ἕως τότε δὲν ἤθελε ψηφισθῆ ὁ προϋπολογισμός, προθύμως ψηφίζεται καὶ τὸ δωδεκατημόριον τοῦ Μαρτίου.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς καὶ ἡμεῖς δεχόμεθα τὰς προτεινομένας παρατηρήσεις, νὰ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίων συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις ταύτας.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον, καὶ τροποποιεῖται εἰς τὴν δευτέραν.
§76ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡμεῖς δεχόμεθα τὰς παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων τελεῖ τὴν προσεχῆ Κυριακὴν δοξολογίαν ἐπὶ τῇ διασώσει ἐκ τῆς τελευταίας ἀποπείρας τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας. Παρακαλεῖ δὲ τὴν Βουλήν, ὅπως παραστῇ εἰς τὴν δοξολογίαν ταύτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατέθηκε νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης.» Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 51). Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς. «Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ λήξασα ἔκτακτος Σύνοδος τῆς Βουλῆς διήρκεσεν ἀπὸ τῆς 24ης Ὀκτωβρίου 1896 μέχρις τῆς 23ης Σεπτεμβρίου 1897, ἤτοι ἐπὶ ἔτος σχεδὸν ὁλόκληρον, καθ’ ὃ ἠναγκάσθησαν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ νὰ παραμείνουν ἐν Ἀθήναις, ὑποβαλλόμενοι εἰς μεγάλας χρηματικὰς δαπάνας, πρὸς τούτοις, ὅτι αἱ συχναὶ διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἀρξαμένην Γʹ Σύνοδον ὑπέβαλον εἰς μεγάλας δαπάνας τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, ὡς ἐκ τῆς ἀλλεπαλλήλου μεταβάσεως καὶ ἐπιστροφῆς ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, εὔλογον κρίνει, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ δι’ ἐκτάκτους δαπάνας ἑκάστου τῶν κ. κ. Βουλευτῶν δραχμὰς χιλίας εἰσέτι.»
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ τρία δωδεκατημόρια τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου τοῦ ἔτους 1898», τροποποιηθὲν ὡς ἀνωτέρω).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. [Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 51(α)].
§81ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρακαλῶ ὅπως αὔριον προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 τῆς σημερινῆς ἡμερησίας διατάξεως νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν τὴν κύρωσιν τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος, Βελγίου, Γαλλίας, Ἰταλίας καὶ Ἐλβετίας προσθέτου συμβάσεως περὶ ἐπαυξήσεως τῶν ἐν ταῖς χώραις τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως κυκλοφορούντων ἀργυρῶν κερμάτων.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδοποιοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὥρα συνεδριάσεως τῆς αὔριον εἶναι ἡ 4 ὥρα μ. μ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 10′ μ. μ.