1897.12.27
339 στίχοι · 2.571 λέξεις · 37 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
Τῆς 27 Δεκεμβρίου 1897.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 5 καὶ 25′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφοράς. Ὁ πλοίαρχος Ζαχαρίας Ἀνέζης, κάτοικος Παλαιῶν Ψαρῶν, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μέτρον περὶ τῶν πλοίων τῶν μεταλλαξάντων σημαίαν κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Πολλοὶ τῶν ἐν Σμύρνῃ Ἑλλήνων ὑπηκόων παραπονοῦνται κατὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ αὐτόθι Ἑλληνικοῦ Προξενείου. Οἱ ἐκ Τριπόλεως ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατῷ ἔφεδροι παρακαλοῦσι ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς φόρου ἐπιτηδεύματος. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἐγγράφου του γνωρίζει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐνεκρίθησαν οἱ διὰ τὸ ἔτος 1898 προϋπολογισμοὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων καὶ τῆς τῶν διαγωνισμάτων Ζάππα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§2ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 60 τοῦ Συντάγματος λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ ἔτους 1898. Ἀπόκειται ἤδη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα πρὸς παρασκευὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου.
§3ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα εἶναι τὰ ἔσοδα καὶ πόσα τὰ ἔξοδα;
§4ΣΤΡΕΙΤ. Τὰ μὲν ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 87,576,599 δρ. καὶ 65/00, ληφθείσης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐκπτώσεως τῶν ἐσόδων ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς Θεσσαλίας, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 87,254,858 καὶ 76/00, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν τόκων τοῦ δημοσίου χρέους, ἀποτελουμένου ἐξ 21,445,195 καὶ 85/00 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1893, διότι δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἕτερος νόμος περὶ τούτου μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετσάλης ἔχει τὸν λόγον.
§6Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διατὶ φέρει προσκόμματα εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δυστυχῶν Θεσσαλῶν, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ ἐνοικιάσωσι τὰ οἰκοδομήματά των πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐνῷ γνωστὸν εἶναι, καὶ τὸ ζήτημα ἐλύθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπεύθυνον πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας ἐκείνους; Δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἡ χήρα Καραβαγγέλη καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτῆς ἔχασαν τὸν πατέρα των, χάριν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ εὑρίσκηται εἷς Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος νὰ καθυστερῇ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον εἰς τὰ τέκνα τοῦ ἥρωος Καραβαγγέλη; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μοὶ ἔκαμε μεγάλην αἴσθησιν σήμερον νὰ βλέπω κλαίοντα ἐνώπιόν μου τὰ ὀρφανὰ αὐτὰ καὶ τὴν δυστυχῆ χήραν, καὶ αἰτιώμενα τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐνῷ ἀπὸ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας κ. Εὐταξίαν, ἄνδρα νομικὸν καὶ δυνάμενον νὰ ἐννοήσῃ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, εἰς ὃν ἀπετάθησαν προηγουμένως, ἐπληρώθησαν, καὶ ἐβοηθήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ.
§7Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι καὶ γενικώτερον, δὲν εἶναι μόνον διὰ τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ, τὰ ὁποῖα καλῶς ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, εἶναι ἴσως ἡ πέμπτη ἢ ἕκτη, καθ’ ἣν ἔρχεται τὸ ζήτημα ὑπὸ ἀνάλογον ὁπωσδήποτε ἔποψιν. Ἡ Βουλὴ ἐν ὁμοφωνίᾳ ζητεῖ νὰ δώσῃ συνδρομὴν εἰς τοὺς πάσχοντας Θεσσαλούς· ἀλλὰ λέγομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «πρὶν ἢ προβῆτε εἰς νομοθετικὰ μέτρα πληρώσατε τὰς ὀφειλάς σας, ἐκτελέσατε τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου». Δὲν ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅσα καὶ ἄλλοτε ἐν πλάτει ἀνέφερα, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ νὰ ὑπομνήσω, ὅτι εἰς τὴν δικαίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος παρατήρησιν ἐν προηγουμένῃ συνεδρίᾳ ὀρθῶς ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπὼν ὅτι ἡ σύστασις εἶναι δικαιοτάτη, καὶ μετὰ τοιαύτην σύστασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν—δὲν γνωρίζω ποῖος, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὑρίσκηται παρ’ ἡμῖν ὁ ὑπεύθυνος,—δὲν πληρόνει τοὺς δικαιούχους ἐξ ἐνοικίων! Δὲν γνωρίζω ἐπίσης, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔλυσε καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν ἀτυχῶν δημοδιδασκάλων Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι ἐπληρώθησαν μόνον μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ὅτε αἴφνης ἔπαυσεν ἡ πληρωμὴ αὐτῶν· διατί; πάλιν εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῇ ὁ ἁρμόδιος καὶ τὰ αἴτια. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν. Εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ φέρῃ θεραπείαν, ἤκουσα ὅμως, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμὲς, καὶ ἐρωτῶ, πρὸς τί τέλος πάντων τόση σκληρότης, νὰ ἀρνῆται ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐκτέλεσιν ῥητῶν καὶ σαφῶν ὑποχρεώσεων ἐξ ἀπαιτήσεων ἐκκαθαρισμένων; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει, ὡς κοινοβουλευτικὸς, νὰ ἀπαντᾷ ταχύτερον εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, διότι ἐν τῷ παρελθόντι καθυστέρησε.
§8Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ πρὶν ὑποβάλῃ οὗτος αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἤδη, μόλις ὑπέβαλεν αὐτήν, ἀπαντῶ, ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ πληρόνωνται, καὶ πρὸς τοῦτο ἐξεδόθησαν τὰ σχετικὰ ἐντάλματα. Ὡς πρὸς τὰ ἐνοίκια, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ πληρωθῶσι τὰ ἐνοίκια τῶν οἰκημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνοικίασε τὸ Δημόσιον. Διὰ νὰ πληρωθῶσιν ὅμως ἐνοίκια διδακτηρίων δημοτικῶν, ἀπαιτεῖται νὰ ἐγραφῇ εἰδικὴ πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι κατὰ τὸν ἤδη ἰσχύοντα νόμον τὰ ἐνοίκια τῶν δημοτικῶν σχολείων καταβάλλονται ὑπὸ τῶν δήμων.
§9Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πρόκειται περὶ Γυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν σχολείων.
§10Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ Γυμνάσια καὶ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ ἐνοίκια αὐτῶν θὰ πληρωθῶσι βεβαίως· περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ἀλλὰ ἡ πληρωμὴ τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων Θεσσαλίας ἐξακολουθεῖ νὰ γίνηται παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου ἐξ ἑνὸς ἄρθρου, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ κύρωσις τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ ἐκδοθέντος κατὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη ἡ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωμὴ τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ κατεχόμενα μέρη. Ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ κανονίσῃ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, θὰ διευκολύνῃ δὲ καὶ εἰς τὸ μέλλον τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν τούτων ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 29).
§12ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν ἐκ Τριπόλεως ὑπηρετησάντων ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἐφέδρων κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστρατείαν καὶ ἐκπληρωσάντων τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον κατὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ζητοῦσι, πολὺ δικαίως, ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἀφοῦ στρατιῶται ὄντες τῆς πατρίδος οὐ μόνον οὐδὲν ἐξήσκησαν ἐπάγγελμα, ἀλλὰ καὶ κατεστράφησαν ὑλικῶς, ἀναγκασθέντες νὰ κλείσωσι τὰ καταστήματά των. Ἡ αἴτησις αὐτῶν εἶναι δικαιοτάτη. Συνεπῶς παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι τῆς πληρωμῆς φόρου ἐπιτηδεύματος δι’ ἐπάγγελμα, ὅπερ δὲν ἐξήσκησαν, καὶ τῶν ὁποίων τὰ καταστήματα κατεστράφησαν. Δὲν γογγύζουν οὗτοι διὰ τὴν καταστροφὴν τῶν καταστημάτων των καὶ διὰ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστησαν, διότι ἀπέδειξαν ὅτι εἶναι φιλοπάτριδες, ἀλλ’ εἶναι λίαν ἄδικον νὰ πληρώσουν φόρον δι’ ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξήσκησαν, καὶ διὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤνοιξαν.
§13Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνόδου ταύτης, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν τῷ ἀτυχεῖ ἡμῶν πολέμῳ φονευθέντων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν, ὑποβάλλουσα νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς εἰς αὐτὰς ἀναλόγου συντάξεως. Τὴν σύστασιν ταύτην ἐπανέλαβον ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου βουλευτὴς καὶ συνάδελφός μου κ. Σχινᾶς, καταθέσας μάλιστα ἐν τῷ Προεδρείῳ καὶ ἔγγραφον τὴν σύστασιν ταύτην· δυστυχῶς ὅμως ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἔπραξε. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις θέλει θεωρήσει τὴν σύστασίν μου ταύτην ὡς πάρεργον, ὡς ἔπραξε πρὸ τοῦ πολέμου ἡ τότε Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γορτυνίας Βουλευτὴν, εἰς ὁμοίας φύσεως σχεδόν σύστασιν, περὶ ὑποβολῆς δηλ. νομοσχεδίου ὑπὲρ ἀπονομῆς ἀναλόγου συντάξεως εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου ἀνδρός, οὗ τὴν στέρησιν θρηνεῖ σήμερον ἅπασα ἡ Ἑλλὰς, διότι, ἐὰν ἔζη ἐκεῖνος, βεβαίως θ’ ἀπεκαλεῖτο καὶ δευτέραν φορὰν προδότης, ἀλλὰ καὶ δευτέραν φορὰν θὰ ἔσωζε τὸν τόπον. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως, διὰ νὰ μὴ πάσχωσιν ἀδίκως αἱ οἰκογένειαι αὗται.
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τόσον ἀκανονίστως ἀπό τινος καλεῖται ἡ Βουλή, ὥστε οὐδεὶς δύναται ἀσφαλῶς νὰ προΐδῃ πότε θὰ κληθῇ πάλιν. Δὲν πιστεύω νὰ θεωρηθῇ ἁπλῆ περιέργεια καὶ ἄσκοπος ἡ παράκλησις, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν, συμφώνως μὲ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, τὸ ζήτημα τὸ σπουδαιότατον, τὸ ἐξόχως σπουδαῖον, τῆς παρανόμου εἰσπράξεως φόρων ἐν Θεσσαλίᾳ, εὑρίσκεται εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, ἢ ἂν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ζήτημα προσέκοψεν εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν τῆς Τουρκίας, ζητούσης, ὡς ἐγράφη, τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ τουρκικοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου ἐξακολουθεῖ βαρῦνον τὴν ῥάχιν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ τὸ φοβερὸν αὐτὸ βάρος, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ Θεσσαλοτουρκικοῦ πολέμου καὶ οὐχὶ περὶ ἑλληνοτουρκικοῦ. Ἐπιθυμῶ, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μάθω, ἂν ἐγένοντο τ’ ἀπαιτούμενα διαβήματα, ἐὰν ἐπῆλθε, καὶ ὁποῖον, ἀποτέλεσμα περὶ τούτου, διότι ἐγγίζει ἡ πρώτη Μαρτίου, ἀφ’ ἧς ἄρχεται κατὰ τοὺς ὀθωμανικοὺς νόμους τὸ οἰκονομικὸν ἔτος, ἂν δ’ ἔχωμεν τὴν ἀτυχίαν νὰ παραταθῇ ἡ τουρκικὴ κατοχὴ καὶ μετὰ τὴν 1 Μαρτίου, θέλει πέσει εἰς τὴν ῥάχιν τῶν συμπολιτῶν μας καὶ τὸ βάρος τῶν φόρων ὁλοκλήρου ἔτους. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μᾶς δώσῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἥτις στενώτατα συνδέεται μὲ τὸ ζήτημα τῆς ταχυτέρας ἢ βραδυτέρας ἀπομακρύνσεως τῶν Τούρκων ἐκ τῆς Θεσσαλίας.
§15ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διέταξε τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴν τοῦ Βασιλέως νὰ ποιήσηται ἐντόνους παραστάσεις παρὰ τῇ Ὑψηλῇ Πύλῃ καὶ νὰ αἰτήσηται τὴν παῦσιν τῆς ἐνεργουμένης ἐν Θεσσαλίᾳ παρανόμου καὶ καταπιεστικῆς φορολογίας.
§16ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπενθυμίσω τὴν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει σύστασίν μου περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ νόμου τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ὑποβληθῆ ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου, δυστυχῶς ὅμως, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, δὲν ἐπρόφθασε νὰ ψηφισθῇ. Πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων, οἵτινες ἄνευ τῆς συνδρομῆς ταύτης ἀδύνατον νὰ ζήσωσι. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅπως διατάξητε τὴν ἀναγραφὴν μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου, ὡς λίαν ἐπείγοντος, διότι ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τῶν πλείστων δήμων τοῦ Κράτους.
§17ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπομνήσω καὶ ἐγὼ σχετικήν τινα παράκλησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ἤδη ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ παράκλησίς μου αὕτη ἀπέβλεπεν εἰς τὰς δαπάνας, εἰς ἃς ὑπεβάλλετο τὸ Δημόσιον χάριν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τοῦ 1892, καὶ εἰς τὰς δαπάνας, ἃς ὑφίσταται αὐτὸ ὑπὸ τὸν νῦν ἐν ἰσχύϊ νόμον τοῦ 1895. Πρέπει νὰ μάθωμεν οὕτω, τί ἐδαπάνησαν αὐτὸ ὑπὸ τὸν νόμον ἐκεῖνον κατὰ τὰ ἔτη 1893 καὶ 1894, καὶ τί ἐδαπάνησε κατὰ τὸ ἔτος 1896 ὑπὸ τὸν νέον νόμον. Τὸ τελευταῖον θὰ γείνῃ κατάδηλον, ἐὰν ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν πίνακα, ἐμφαίνοντα, εἰ δυνατὸν κατὰ ταμεῖον, τί προκατέβαλε τὸ Δημόσιον ἐν ἔτει 1896 διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἑκάστου δήμου καὶ τί εἰσέπραξεν ἀπέναντι τῆς προκαταβολῆς ἐκείνης. Μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πρὸ μικροῦ λήξασης οἰκονομικῆς χρήσεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προϋπολογίσωμεν ἀσφαλῶς τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1896, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ τῶν ἐτῶν 1893 καὶ 1894, θὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν, ἐὰν τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα εἶναι τῷ ὄντι ἧττον δαπανηρὸν διὰ τὸ Δημόσιον, ὡς παρεστάθη αὐτὸ ἐν ἀρχῇ, καὶ ἐὰν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην συμφέρῃ νὰ διατηρηθῇ αὐτὸ ἢ ὄχι. Ὑπομιμνήσκων τὴν τοιαύτην παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλπίζω ὅτι, ἀναγνωρίζων καὶ αὐτὸς τὴν ἀνάγκην τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν, θὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ σήμερον κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898.
§18ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διέταξα ἤδη τὰ δέοντα περὶ συγκεντρώσεως τῶν ζητηθεισῶν σημειώσεων, καὶ βεβαίως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι θὰ ὑποβληθῶσι.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προκαταβολῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας πρόσφυγας δημάρχους κλπ. τῶν καθυστερουμένων αὐτοῖς μισθῶν.
§20ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν, διότι θὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίας.
§21Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, διότι εἶχε καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ δύο ἤδη μῆνας νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον. Φρονῶ ὅτι ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπείγουσα, καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ σήμερον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§22ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ οἱ δήμαρχοι ἔλαβον ὅσα ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι, νομίζω ὅτι ἡ ἀναβολὴ ὀλίγων ἡμερῶν δὲν θὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τῶν κ. δημάρχων. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, διότι ὁ τρόπος, δι’ οὗ κανονίζεται ἡ πληρωμὴ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ· πρέπει νὰ ζητηθῇ καὶ ἡ εἰδικὴ πίστωσις.
§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπὸ τῆς 6 Δεκεμβρίου δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὑλικὸς χρόνος νὰ μελετηθῇ;
§24ΚΟΡΠΑΣ. Ἄλλως, ἐπαναλαμβάνω, αἱ ἀνάγκαι τῶν δημάρχων ἐθεραπεύθησαν κατὰ τὸ δυνατὸν, ὡς γνωρίζει καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου.
§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω τίποτε· τοὐναντίον ἔχω ἐναντίας πληροφορίας. Ἐκτὸς ὅμως τῶν δημάρχων εἶναι καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ καθηγηταὶ, οἱ ὁποῖοι λιμοκτονοῦσι, καὶ ἑπομένως ἡ ἀναβολὴ εἶναι ἄδικος.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς;
§27Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον πρότασιν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀπόψε.
§28ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Παρακαλῶ νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν οἱ δήμαρχοι Θεσαλίας λαμβάνουν βοήθειαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι λαμβάνουν 50 δραχμὰς ἕκαστος κατὰ μῆνα.
§29Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσουν μὲ 50 δραχμάς;
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσον καὶ ἂν ᾖναι εὔλογος ἡ ἀξίωσις ἐκείνων ἐκ τῶν συναδέλφων, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι νὰ ἴδωσι ψηφιζόμενον καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ αὐτῶν, ἵνα ψηφισθῇ σήμερον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, εἰς οὐδὲν ἀπολήγει ἀποτέλεσμα, διότι τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐὰν ἤθελε ψηφισθῆ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι, καὶ ἐὰν ἤθελε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἔχῃ δισταγμοὺς περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, βεβαίως δὲν θέλει τὸ ὑποβάλῃ εἰς κύρωσιν τοῦ Βασιλέως. Διὰ τοῦτο ψηφίζοντες εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, τοῦ Ὑπουργοῦ ἄκοντος, οὐδὲν ἀποκτῶμεν. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τρικκάλων, εἶναι, νὰ μετατρέψῃ τὴν σύστασιν αὑτοῦ, ἵνα ἡ Βουλὴ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τάχιστα πρόνοιαν, ὅπως εἰς πρώτην συνεδρίασιν φέρῃ τὸ νομοσχέδιον.
§31Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον καὶ ἐγὼ, καὶ εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, διότι ἔδωσε τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ δώσω ἐγώ. Εἶπον ὅτι εἰς πρώτην συνεδρίασιν θὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον τροποποιημένον κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ᾖναι ἐφικτὴ ἡ πληρωμή· διότι, ὅπως ἔχει σήμερον, εἶναι δύσκολον νὰ πραγματοποιηθῇ.
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἤκουσα δὲ, ὅτι σὺν τῇ ψηφίσει αὐτοῦ θὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνάγκην νόμου περὶ χορηγίας τῆς ἀπαιτουμένης πιστώσεως, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, διατὶ θέλει τὴν πίστωσιν ταύτην; Τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη εἰς δύο ἀναγνώσεις, ὡς νομοσχέδιον προκαταβολῆς· προκαταβολὴν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ καταβάλῃ ἄνευ εἰδικοῦ νόμου περὶ πιστώσεως, διότι ἡ προκαταβολὴ δὲν ὑποθέτει δαπάνην ὁριστικὴν τοῦ Κράτους. Ἐὰν λοιπὸν εἶναι προκαταβολὴ, δὲν πρέπει ν’ ἀργοπορήσῃ ἡ πληρωμὴ αὕτη, διότι βεβαίως ὑπάρχουν ἀνάγκαι μεγάλαι, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὑπάρχουν δήμαρχοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι λιμοκτονοῦντες, οἱ ὁποῖοι περιμένουν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει... Πότε θέλετε νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς νέαν συνεδρίασιν;
§34ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συνέλθῃ μόνον τῇ προσκλήσει ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ συνέρχεται εὐθὺς ὡς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συγκαλέσῃ αὐτὴν, εἴτε ἐκτελῶν προγενεστέραν ἀπόφασιν αὐτῆς, εἴτε συνεπείᾳ νεωτέρας δηλώσεως Βουλευτῶν ἑρμηνευόντων τὴν ἐπιθυμίαν ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ἀρκοῦντος πρὸς ἀπαρτισμὸν συνεδριάσεως. Ἐπειδὴ δὲ ὑποτίθεται ὅτι δὲν δύναται νὰ διατηρῆται τὸ Ὑπουργεῖον, εἰμὴ ἐὰν ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, αὕτη συγκαλεῖται ὁσάκις τοιαύτη ἐκφρασθῇ ἐπιθυμία καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς συγκρότησιν συνεδριάσεως ἀριθμὸς Βουλευτῶν ζητήσῃ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς συνεδρίασιν, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει ἐξ ἅπαντος ὁ κ. Πρόεδρος νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς συνεδρίασιν, ἀφοῦ ἄλλως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ συνεδριάσῃ νομίμως, καὶ ἂν δὲν ἤθελε συγκληθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου.
§36ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοιαύτην ἔννοιαν ἔδωσα καὶ ἐγώ.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ Βουλὴ θὰ συνέλθῃ τῇ προσκλήσει τοῦ Προέδρου. Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρα 5 μ. μ.