1897.12.05
1,525 rows · 11,660 words · 134 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11.
Τῆς 5 Δεκεμβρίου 1897.
(Παρασκευή).
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ χωρίου Μαντουδίου διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσωσι περὶ χορηγήσεως αὐτοῖς σίτου, καθόσον ἕνεκα τῆς ἐνσκηψάσης αὐτόθι καταιγίδος κατεστράφησαν ἐντελῶς οἱ ἀγροὶ καὶ τὰ γεννήματα αὐτῶν. Ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐκ τῶν πρωτίστων μελημάτων τοῦ ἀειμνήστου Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξεν ἡ μέριμνα αὐτοῦ περὶ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων. Ἡ μέριμνα αὕτη φρονῶ, ὅτι εἶναι ἓν τῶν μεγαλειτέρων ἐλατηρίων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κινήσωσιν οἱονδήποτε πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος, ὅταν ἀναλογίζηται, ὅτι ἀποθνήσκοντος αὐτοῦ ἡ πατρὶς θέλει περιθάλψει τὴν οἰκογένειάν του καὶ θέλει φροντίσει περὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν τέκνων αὐτοῦ. Δυστυχῶς, κύριε Πρόεδρε, ἡ μέριμνα αὕτη ἐξέλιπε κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας, διότι ἡ δικαίως ἐπιτραπεῖσα ἄλλοτε εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Στρατιωτικὴν τῶν Εὐελπίδων Σχολὴν τῶν τέκνων τῶν ἀγωνιστῶν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς δωρεὰν ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν, κατηργήθη καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ σήμερον οἱ πενέστεροι τῶν ὑπαλλήλων καὶ στρατιωτικῶν δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὴν Σχολὴν ταύτην καὶ ἐκπαιδεύωσι δωρεὰν τὰ τέκνα των. Πλεῖστοι συμπολῖταί μου ὡσαύτως, ὁρμώμενοι ἐξ ἐνθουσιασμοῦ πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τῆς νεολαίας, ἐκληροδότησαν κατὰ διαφόρους καιροὺς μέγιστα κεφάλαια ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τούτου, ἀλλὰ ταῦτα δυστυχῶς, ἀντὶ νὰ διατεθῶσι πρὸς ὃν προωρίσθησαν σκοπὸν, εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δι’ ἄλλους σκοποὺς, παρὰ τὴν τελευταίαν θέλησιν τῶν ἀειμνήστων εὐεργετῶν, ὡς πολλάκις ἀπὸ τοῦ 1890 κατήγγειλα ἐντεῦθεν, διαμαρτυρόμενος ἐπὶ τούτῳ. Παράδειγμα ἀναφέρω τὸ μέγα κληροδότημα τοῦ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἀποθανόντος ἐν Αἰγύπτῳ συμπολίτου μου Πανταζῆ Βασσάνη ὑπὲρ ἱδρύσεως Ναυτικῆς Σχολῆς καὶ μορφώσεως Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ ἐνταῦθα τε καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τούτου οὐδὲν δυστυχῶς μέχρι σήμερον ἐγένετο, μὴ χρησιμοποιηθέντων τῶν χρημάτων συμφώνως πρὸς τὴν τελευταίαν θέλησιν τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρός. Ὅταν λοιπὸν τοιαύτην ποιώμεθα χρῆσιν ἱερῶν χρημάτων, ὑπὲρ ἐθνικῶν σκοπῶν δωρηθέντων, ὅταν δ’ ἀφ’ ἑτέρου ἀφήνωμεν τὰ τέκνα τῶν ὑπὲρ πατρίδος ἀποθανόντων οὐ μόνον ἄνευ πνευματικῆς μορφώσεως, ἀλλὰ καὶ ἄνευ ἄρτου, οὐδεμίαν μέριμναν λαμβάνοντες ὑπὲρ αὐτῶν, πῶς θέλετε νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὸ μέλλον ἄνθρωποι, οἵτινες νὰ ἐκτελέσωσι τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον; Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβωσιν ἰδιαιτέραν μέριμναν περὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν τέκνων τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων καὶ περὶ χορηγίας ἰδιαιτέρας συντάξεως εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτῶν. Καταθέτω καὶ ἐγγράφως τὴν σύστασίν μου, εὐελπιστῶ δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλουσι μεριμνήσει ἰδιαζόντως περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§4Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1898. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου περὶ μὴ ὑπαγωγῆς εἰς κλήρωσιν τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καταταχθέντων εἰς τὸν στρατὸν ἐθελοντῶν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστρατείαν, οἵτινες δι’ εἰδικοῦ νόμου ἀπέκτησαν καὶ τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Οἱ ἐθελονταὶ οὗτοι, ὑπηρετήσαντες εἰς τὸ στράτευμα, ἀνεχώρησαν ἤδη ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἀπέκτησαν τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ὑπάγονται εἰς τὴν κλήρωσιν, καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς τὴν προσεχῆ κλήρωσιν διὰ τὸ ἔτος 1898 εἶναι πιθανὸν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ κληρωθῶσιν, ἵνα ὑπηρετήσωσιν ἐκ νέου εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτοὶ ἀνεχώρησαν ἤδη καὶ θὰ ἦναι δύσκολον νὰ ὑπακούσωσιν εἰς νέαν πρόσκλησιν, καὶ ἐπειδὴ ἐξεπλήρωσαν καὶ τὸ καθῆκόν των πρὸς τὴν πατρίδα, διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ κλήρωσιν μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§5ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον κατὰ τὴν προσεχῆ;
§6Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐν γένει.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χαρακτηριζόμενοι ὡς ἀπαλλαγέντες.
§8ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὴν ἐφεδρείαν θὰ μεταβοῦν.
§9Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαιότατα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 23–24).
§11Κ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅταν διεκόπησαν αἱ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας διπλωματικαὶ σχέσεις καὶ ἤρξαντο ἑκατέρωθεν αἱ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ἐχθροπραξίαι, πολλὰ πλοῖα Ἑλληνικὰ εὑρέθησαν εἴτε εἰς εὐρωπαϊκοὺς λιμένας ὑπὸ φορτίον προωρισμένον διὰ τουρκικοὺς λιμένας, εἴτε εἰς τουρκικοὺς λιμένας, προωρισμένα ἐπίσης διὰ τουρκικοὺς λιμένας, εἴτε καὶ εἰς ἑλληνικοὺς λιμένας προωρισμένα διὰ τουρκικοὺς λιμένας. Καὶ τὰ μὲν εἰς τουρκικοὺς λιμένας εὑρεθέντα ἀμέσως ἐκρατήθησαν, τὰ δὲ ἄλλα, καίτοι ἔχοντα τὴν θάλασσαν ἐλευθέραν καὶ δυνάμενα νὰ ποντοπορήσωσι, δὲν ἠδύναντο νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τουρκικοὺς λιμένας, ἠναγκάσθησαν ἑπομένως, χάριν τῶν συμφερόντων αὐτῶν, νὰ ὑψώσωσι σημαίας ξένας, ἄλλων εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν, ἵνα ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῶν ταξειδεύωσι καὶ προσορμίζωνται εἰς τοὺς τουρκικοὺς λιμένας. Ἤδη μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀναλάβωσι τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπόκεινται κατὰ τὸν νόμον εἰς δαπάνας καὶ βραδύτητας, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερβῶμεν, ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, εὐεργετικὸν καὶ διὰ τοὺς ἀλλάξαντας τὴν σημαίαν αὐτῶν καὶ διὰ τοὺς μέλλοντας εἰς τοιαύτην περίπτωσιν νὰ ἀλλάξωσι αὐτήν· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτό.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 25).
§13Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος σχετικὸς περὶ καταμετρήσεως τῶν πλοίων, περὶ ἀλλαγῆς σημαίας κλπ.
§14Κ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Βεβαίως. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον.
§15Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχει, νομίζω, βασιλικὸν διάταγμα μόνον.
§16ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ὑπάρχει νόμος. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε νόμος, δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου.
§17Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὀρθῶς ἡ Βουλὴ ἀπέφυγε πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ τῆς συνθήκης, καί, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην,— καίτοι ἀγνοῶ τὰς διαθέσεις τῶν ἄλλων—ἡ αὐτὴ ἐνδέχεται νὰ ἐπικρατήσῃ σιγὴ καὶ κατὰ τὰς ὑπολοίπους δύο ἀναγνώσεις, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποδεχθῇ ἡ Βουλὴ τοιαύτην συνθήκην ἄλλως, εἰμὴ μόνον ἐν τῷ μέσῳ γενικοῦ πένθους καὶ σιγῆς. Ὑπάρχει ὅμως ζήτημα ἀναφυόμενον ἐκ τῆς συνθήκης, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θέλω λάβει τὴν τιμὴν δι’ ὀλιγίστων λέξεων νὰ προσελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐπερωτήσεως πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ σιγὴ πολὺ ὀλίγον ὠφέλησεν ἡμᾶς. Ἕνεκα τῆς σιγῆς ἔσχομεν μίαν προκαταρκτικὴν εἰρήνην, τῆς ὁποίας ἐδρέψαμεν τοὺς καρποὺς, ἕνεκα αὐτῆς ταύτης τῆς σιγῆς φοβοῦμαι ὅτι καὶ ἐν τῇ ὁριστικῇ εἰρήνῃ δὲν ἐλήφθη πρόνοια σημαντικὴ καὶ σπουδαιοτάτη, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ ἐνεστῶσα μὲν κατάστασις τῆς Θεσσαλίας, ἴσως δὲ καὶ ἐμμέσως ἡ ταχυτέρα ἢ ἡ μακροτέρα διάρκεια τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Θέλει φανῆ εἰς ὑμᾶς περίεργον ἴσως, ἐὰν ἐρωτήσω, ὁποία ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας; εἶναι κατάστασις ἐμπόλεμος; ἢ εἶναι κατάστασις εἰρήνης; Ἡ ἐρώτησις φαίνεται ὀλίγον περίεργος καὶ παράδοξος, ἀφοῦ καὶ ἡ προκαταρκτικὴ εἰρήνη ὑπεγράφη καὶ ἡ ὁριστικὴ συνθήκη ἐψηφίσθη ἤδη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, τὰ γενόμενα ἐν Θεσσαλίᾳ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἐμπόλεμος. Ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς δὲν ἐδόθη ἡ προσήκουσα προσοχὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διεπραγματεύετο τὴν προκαταρκτικὴν εἰρήνην, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποῤῥέουσιν ὅλα τὰ σχετικὰ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς προκαταρκτικῆς καὶ τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης καὶ ὡς πρὸς τὸν χρόνον, ὅστις θὰ ἐπακολουθήσῃ, ὀλιγώτερος ἢ περισσότερος, ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης μέχρι τῆς ἀναχωρήσεως τῶν Τούρκων. Τίς δὲν ἐπιθυμεῖ ν’ ἀπομακρυνθῶσιν οἱ Τοῦρκοι ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν; ἀλλὰ καὶ τίς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τοῦτο θὰ κατορθωθῇ ἐντὸς ἑβδομάδων; Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ δοθῇ νεωτέρα νύξις τοὐλάχιστον ἤδη, ἀφοῦ δὲν ἤρκεσαν αἱ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 7 Νοεμβρίου 1897 παρατηρήσεις μου, ἵνα διὰ προσθέτου συμβάσεως, ἄν δὲν ἦναι δυνατὸν δι’ ἀνταλλαγῆς ἐγγράφων συμπληρωματικῶν, καθορισθῇ ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποῤῥέουσι πάντα τὰ λοιπά; Διὰ νὰ ἐννοηθῇ ὁποίαν ἔχει σπουδαιότητα, ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τοὺς ἀγνοοῦντας, ὅτι ἡ ἐν καταστάσει εἰρήνης εὑρισκομένη Θεσσαλία φορολογεῖται ἀγριώτατα ὡς ἐν μεσαιωνικῇ καταστάσει. Δὲν θὰ πραγματευθῶ ἐνταῦθα τὸ ζήτημα—διότι ἤθελεν εἶναι ἐντελῶς ἄκαιρον—ἂν ἐπιτρέπεται φορολογία, καὶ τίνος εἴδους, διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, οὔτε καὶ ἂν ἐπετρέπετο τοιαύτη μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, ἀλλὰ εἶναι λίαν σχετικὸν νὰ ὑποστηρίξω δι’ ὅλης τῆς δυνάμεώς μου, ὅτι ἐν καταστάσει εἰρήνης οὐδεμία ἐπιτρέπεται φορολογία. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπιβάλλεται φορολογία ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν δασμῶν 8% δημοσίου φόρου, 2% δημοτικοῦ, 1% λιμενικοῦ, ὅλα αὐτὰ ὅμως καταλήγουσιν εἰς ἓν ταμεῖον, ἤτοι 11%, κατ’ ἐκτίμησιν γινομένην ὑπὸ τοῦ τελώνου καὶ τοῦ φορολογουμένου. Φορολογοῦνται μὲ τὸν φόρον οἰκοδομῶν, φόρον ζώων, φόρον ἐπιτηδευμάτων, μὲ τὸ χαράτσι (τὸν προσωπικὸν φόρον), μὲ ἀγγαρείαν καὶ μὲ πᾶν ὅ,τι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ οὔτε ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει. Γνωρίζω τί δύναμαι νὰ ἀκούσω: «ὅπου ὑπάρχουσι τὰ ὅπλα, σιγῶσιν οἱ νόμοι». Ναὶ, τοῦτο λέγουσιν οἱ Ρωμαῖοι: «Inter arma silent leges». Ἀτυχῶς τὸ λέγουσι καὶ οἱ νεώτεροι, ὅτι ἡ ἰσχὺς πρωτεύει τοῦ δικαίου. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα! ἡ ἀνθρωπίνη πρόοδος καταγίνεται, ὅπως ἰσχύσῃ τὸ ἀντίστροφον: «τὸ δίκαιον δέον νὰ πρωτεύῃ τῆς ἰσχύος». Ἐὰν δὲ ἡ φωνὴ τῆς Ἑλλάδος ἦναι ἀσθενὴς,—καὶ εἶναι ἀσθενὴς ἀτυχῶς— ὑπάρχουσι Δυνάμεις, αἵτινες ὀφείλουσι ν’ ἀναγνωρίσωσι τὸ κῦρος τῶν ἰδίων των συγγραφέων, ὀφείλουσι ν’ ἀναγνωρίσωσιν αὐτὰ τὰ προηγούμενά των καὶ ν’ ἀποδώσωσι δικαιοσύνην. Γίνεται σύγχυσις μεγίστη μεταξὺ κατοχῆς καὶ προσαρτήσεως χώρας, καὶ διὰ τοῦτο πολλοί, ἐν τοιαύτῃ συγχύσει εὑρισκόμενοι, νομίζουσιν ὅτι ὁ κατέχων ἐκ διαφόρων αἰτίων—διότι διάφορα αἴτια δύνανται νὰ δίδωσι τοιαύτην ἀφορμὴν—ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ κυριάρχου. Δὲν εἶναι ἀκριβές. Καὶ δὲν τὸ λέγω ἐγὼ αὐτό, τὸ λέγει ἡ ἐπιστήμη, τὸ λέγουσιν οἱ συγγραφεῖς· τὸ λέγουσιν οἱ συγγραφεῖς αὐτῶν τῶν κραταιῶν Δυνάμεων, αἵτινες ἐπέβαλον εἰς ἡμᾶς τὴν τερατώδη συνθήκην. Βεβαίως δὲν θὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς ὅλους τοὺς συγγραφεῖς, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ὅπερ ὑπὸ τὴν καθαρῶς θεωρητικὴν ἔποψιν ἴσως δὲν ἔχει τὴν θέσιν του ἐδῶ νὰ ἀναπτυχθῇ ἐν πλάτει· ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναφέρω εἰδικῶς ὀλιγίστας γραμμὰς τοῦ διακεκριμένου Block εἰς τὸ «dictionnaire général de la politique», ὅστις πραγματευόμενος ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ζήτημα δηλαδὴ τῆς κατοχῆς πρὸς πληρωμὴν πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, παραδέχεται τὰ ἀκόλουθα: «Ὡς πρὸς τὴν κατοχὴν τῆς χώρας λόγῳ ἐνεχύρου (à titre de gage), π. χ. πρὸς πληρωμὴν πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, αἱ λεπτομέρειαι τοῦ τρόπου τῆς κατοχῆς συνήθως ῥυθμίζονται διὰ τῆς συνθήκης, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ἀφοῦ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν διεδέχθη ἡ τῆς εἰρήνης, ὅλαι αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι ἀποκαθίστανται καὶ διευθύνονται ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς κατοχῆς δὲν ἔχει ἄλλα δικαιώματα, ἐκτὸς τῶν πρὸς ἀσφάλειαν τῶν στρατευμάτων του ἀπαιτουμένων. «Δὲν δικαιοῦται ὅμως νὰ εἰσπράττῃ φόρους, οὔτε νὰ ζητῇ ἀγγαρείας ἄλλας τῶν ἐν τῇ συνθήκῃ συνομολογηθέντων· ἀλλ’ ἐὰν αἱ ἐπιτόπιαι ἐξουσίαι ἀδυνατοῦσι νὰ τηρήσωσι τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἔχει τὸ ἀρχέγονον δικαίωμα τοῦ προστατεύειν ἑαυτόν. Οἱ κάτοικοι τῶν κατεχομένων μερῶν ὀφείλουσιν ἐκ πατριωτισμοῦ νὰ μὴ δίδωσιν ἀφορμὰς σπουδαίων παραπόνων.» Ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ἀνέγνων, καὶ παραλείπω τὰ περαιτέρω, ἵνα ὑποστηρίξω, ὅτι ἐν τῇ ἡμετέρᾳ περιπτώσει ἔχομεν κατοχὴν πρὸς πληρωμὴν πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, ἑπομένως ἔχομεν κατάστασιν εἰρήνης, ὅτι φόροι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπωνται, καὶ ὅτι, ἂν τοῦτο δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπιβάλῃ ἀπ’ εὐθείας, βεβαίως δύναται, καταλλήλως ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιβληθῇ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων. Διὰ ταῦτα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: «αʹ) Ἐὰν καὶ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐνέργειαι πρὸς κατάπαυσιν τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ γενομένης φορολογίας.» Διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σημαντικὸν, καθόσον ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτοῦ καὶ τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Τουρκία ἐξ ἰδίας προαιρέσεως κατέχῃ ἔτι τὴν Θεσσαλίαν, ἢ ἄλλοθεν διαταχθεῖσα ἐκτελῇ τοῦτο, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ φορολογοῦσα, δὲν γνωρίζω ἂν δύναται νὰ ἔχῃ λόγον νὰ σπεύδῃ διὰ τὴν ἀναχώρησιν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε, κακῶς πράττουσα, δὲν ἠσχολήθη εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, ἂς ἐπιληφθῇ τοῦ παραπόνου, τὸ ὁποῖον γίνεται διὰ τὴν ἐπιβαλλομένην ταύτην φορολογίαν, ἀφοῦ δὲ λυθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι εἶναι κατάστασις εἰρήνης ἐν Θεσσαλίᾳ, —τοῦτο δ’ εὔκολον, —δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων πραγμάτων, περὶ διατηρήσεως τῶν ἀρχείων, περὶ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐν τοῖς σχολείοις μαθημάτων, καὶ ἐὰν μὴ περὶ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν, τοὐλάχιστον περὶ τρόπου ἐπιδόσεως δικογράφων. Ναὶ μὲν ὑπάρχει τὸ δικαιοστάσιον, ἀλλὰ δύνασθε νὰ ἔχητε λίαν ἐπείγουσαν ἀνάγκην εἰς κοινοποίησιν δικογράφων, καὶ χίλια ἄλλα ζητήματα, νὰ παρουσιασθῶσιν ἅτινα ὅμως διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς καταστάσεως εἰρήνης λύονται ὁμαλῶς. Διὰ τοῦτο προσθέτω ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου: «βʹ) Ἐὰν, διαρκούσης τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ τουρκικῆς κατοχῆς χάριν τῆς πληρωμῆς τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, ἐλήφθησαν καὶ ὁποῖα μέτρα 1) περὶ τῆς λειτουργίας τῶν σχολείων, εἰς ὅσα μέρη εἶναι ἐφικτὴ αὕτη, καὶ 2) περὶ τῆς ἐπιδόσεως δικογράφων εἰς τοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ κατοικοῦντας ἢ διαμένοντας.» Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω τὴν νύξιν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ συνθήκη, καθ’ ὅλας τὰς βεβαιότητας, ἐντὸς ὀλίγου κυροῦται διὰ νόμου, ἑπομένως διὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ μεσολαβῇ ἡ κατοχὴ τῶν Τούρκων, πρέπει νὰ ληφθῇ πᾶσα δυνατὴ πρόνοια.
§18ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀμέσως ἅμα ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν, τὸ ζήτημα τῆς παρανόμου φορολογίας, τῆς ἐνασκουμένης ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν μας, ἐκρίναμεν δὲ, ὅτι καθῆκον εἴχομεν ν’ ἀποτείνωμεν διακοίνωσιν πρὸς τὰς Δυνάμεις καὶ νὰ παρακαλέσωμεν αὐτὰς, ὅπως, ἀναγνωρίζουσαι τὸ δίκαιον τῶν ἡμετέρων παραστάσεων, προτρέψωσι τὴν Πύλην νὰ παύσῃ ἐφαρμόζουσα μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγνωρίζει τὸ διεθνὲς δίκαιον· ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδὲν ἔχομεν ἀτυχῶς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα νὰ ἀναγγείλωμεν, διότι αἱ Δυνάμεις δὲν ἀπήντησαν εἰς τὴν διακοίνωσιν ἡμῶν ἐκείνην.
§19Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρωθυπουργὲ, αἱ παρατηρήσεις μου ἀφεώρων εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης κυρίως.
§20ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντος;
§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Περὶ τοῦ μέλλοντος.
§22ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Περὶ τοῦ μέλλοντος θὰ ληφθῶσι μέτρα. Ἐνόμιζον ὅτι ὁμιλεῖτε μόνον περὶ τοῦ παρελθόντος.
§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς παρέλειψα τὸ παρελθὸν, καὶ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν ὑμῶν περὶ τοῦ μέλλοντος, διότι τὸ παρελθὸν ἀνήκει εἰς τὸ παρελθόν.
§24ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλαν οἱ κάτοικοι τοῦ Τυρνάβου, διεκτραγῳδοῦντες τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου. Συνυποβάλλουσιν οἱ κάτοικοι καὶ κατάλογον τῶν ἐκεῖ διαμενουσῶν οἰκογενειῶν, παρακαλοῦσι δὲ δι’ ἐμοῦ τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει δυνηθῆ νὰ ἔλθῃ αὐτοῖς ἐπίκουρος. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεριμνήσῃ ἐπίσης καὶ περὶ ἱδρύσεως μιᾶς ἀποθήκης πρὸς χορήγησιν καρποῦ διὰ σπορὰν καὶ τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται πέραν τοῦ Πηνειοῦ καὶ εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ διέρχωνται διὰ τῆς γεφύρας τοῦ ποταμοῦ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν, — ζήτημα λίαν δυσχερές.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐτελείωσεν ἡ σπορά. Ἕτερος. Δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη.
§26ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπίσης ὑποβάλλω καὶ δύο τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀπεστάλησαν, τὸ μὲν ἐκ Λεβαδείας, τὸ δὲ ἐκ Λαμίας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ. Οἱ μὲν ἐκ Λαμίας τηλεγραφοῦσιν, ὅτι πρὸ 26 ἡμερῶν στεροῦνται ἄρτου. Φαίνεται ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν θὰ ὑπῆρξεν ἀνωμαλία τις.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόσφυγες;
§28ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα... Προσθέτουσι μάλιστα οὗτοι, ὅτι ἐκ τῆς καινοτομίας καὶ τῶν νεωτερισμῶν τοῦ κυρίου νομάρχου δυσχεραίνεται ἡ διανομὴ τοῦ σιτηρεσίου αὐτῶν. Ὁπωσδήποτε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἐν Λαμίᾳ ὡς καὶ περὶ τῶν ἐν Λεβαδείᾳ προσφύγων Θεσσαλῶν, ὅπως μὴ μένωσιν οἱ ἄνθρωποι ἄνευ τροφῆς.
§29Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχω τοιαύτην πληροφορίαν καὶ ἐγὼ ἀπ’ εὐθείας, καὶ ἀπέστειλα ὁδηγίας εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, τὴν Κεντρικὴν ὑπὲρ τῶν προσφύγων Θεσσαλῶν, ἡ ὁποία ἀπήντησεν, ὅτι καὶ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀπέστειλεν ἄλευρα καὶ πάλιν πρὸ ὀλίγου.
§30ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν ἔφθασαν. Νομίζω ὅτι ἀπεβιβάσθησαν κατὰ λάθος εἰς τὸν Βόλον ἢ εἰς ἄλλο μέρος.
§31ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως ἀποθηκῶν πρὸς διανομὴν ἀλεύρων καὶ σιτηρῶν ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι ζήτημα ἀποῤῥέον ἐκ συμφωνίας μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ τουρκικῶν ἀρχῶν, ἐπειδὴ δὲ μοὶ ἐγένετο γνωστὴ ἡ ὑφισταμένη ἀνάγκη πρὸς διατροφὴν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, ἐτηλεγράφησα ἤδη πρὸς τὸν ἐπίτροπον τῆς Β. Κυβερνήσεως ἐν Βόλῳ καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ στρατάρχου τὴν ἄδειαν τῆς ἱδρύσεως ἀποθηκῶν ἐν τῷ χωρίῳ Καζακλὰρ, τὸ ὁποῖον ὑπεδείχθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς τόπος κατάλληλος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§33ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνας λόγους ὑπεβίβασε τὸν δῆμον τῆς Ὕδρας ἀπὸ πρώτης τάξεως εἰς δευτέραν. Δὲν φρονῶ ὅτι λόγοι δημοσίας τάξεως ἢ δημοσίου συμφέροντος ὑπηγόρευσαν τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ δήμου. Ἐὰν τὸ αἴτιον ἦναι ἡ ἐσχάτως ἐνεργηθεῖσα ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων, φρονῶ ὅτι καὶ αὕτη δὲν εἶναι λόγος ἰσχυρός· διότι ἡ πατρὶς ἡ γενέτειρα τῶν ἡρώων, οἵτινες οὐ μόνον διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν περιουσιῶν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἀτομικῶν ἀνδραγαθημάτων διέπραξαν τὰ μεγάλα ἐκεῖνα κατορθώματα τοῦ 1821, νομίζω ὅτι ἤξιζε τῆς ἐξαιρετικῆς τιμῆς, τῆς ἀπονεμηθείσης αὐτῇ ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων καὶ τοῦ ὑπ’ αὐτῶν ἐκλεκτέου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν,—προνόμιον, ὅπερ εἶχον σεβασθῆ πάντες οἱ μέχρι τοῦδε κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα. Φρονῶ δ’ ὅτι ἤξιζε τῆς τιμῆς ταύτης, καὶ ἂν ἀκόμη ὁ ἀριθμὸς τοῦ πληθυσμοῦ ἦτο κατώτερος τοῦ ἀπαιτουμένου. Ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων, νομίζω ὅτι ἡ Ὕδρα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι δῆμος πρώτης τάξεως, διότι ἡ ἀπογραφὴ ἡ ἄρτι ἐνεργηθεῖσα καθὼς καὶ αἱ προηγούμεναι οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἀκριβεῖς, διὰ τὸν λόγον ὅτι αἱ ἀσχολίαι τῶν κατοίκων τῆς νήσου εἶναι εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἡ ἀπογραφὴ νὰ δώσῃ τὸν ἀληθῆ πληθυσμόν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Ὕδρας δὲν ἀσχολοῦνται οὔτε εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς ἀμπέλου, οὔτε εἰς τὴν βιομηχανίαν, οὔτε εἰς τὴν κτηνοτροφίαν, ἀλλὰ εἶναι ἐργάται θαλάσσης. Τὰ ἐννέα δέκατα τοῦ πληθυσμοῦ ἀπουσιάζουσι τῆς Ὕδρας κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ ἔτους, διότι ἀσχολοῦνται εἰς τὴν θάλασσαν καὶ τὴν σπογγαλιείαν. Οὗτοι βεβαίως, ἀποδημοῦντες μακρὰν τοῦ τόπου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται παρόντες κατὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ πληθυσμοῦ, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπογραφῶσιν εἰς τὰ μέρη, ὅπου εὑρίσκονται, διότι δὲν μεταβαίνουσιν εἰς ὡρισμένα μέρη, ὅπου τὰ Προξενεῖα δύνανται νὰ τοὺς ἀπογράψωσιν, ἀλλὰ μεταβαίνουσιν εἰς τὸν ἐλεύθερον πόντον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ὁ τρόπος τῆς ἀπογραφῆς, ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι πλέον τῶν δύο χιλιάδων ψυχῶν δὲν εἶναι ἐγγεγραμμέναι εἰς τὴν τελευταίαν ἀπογραφήν. Συνεπῶς καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον τοῦ πληθυσμοῦ δικαιοῦται ἡ νῆσος Ὕδρα νὰ παραμένῃ δῆμος πρώτης τάξεως. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ κάλλιον τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα τὸ γενόμενον εἰς τὴν ἱστορικὴν ταύτην νῆσον. Ἄλλως καὶ αἱ ἐργασίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀσχολοῦνται σήμερον οἱ κάτοικοι αὐτῆς, εἶναι εὐεργετικαὶ εἰς τὸν τόπον, διότι δι’ αὐτῶν περὶ τὰ 2½ ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν εἰσκομίζονται εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§34Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Χωρὶς νὰ ἀρνηθῶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀναντιῤῥήτως αἱ τρεῖς ναυτικαὶ νῆσοι, πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ δήμου Ὕδρας ἐγένετο συνεπείᾳ τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς, ὡς ἐπίσης συνεπείᾳ τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς ἐγένετο ἄλλων δήμων προβιβασμός. Δὲν εἶμαι ἐντελῶς βέβαιος, ἐὰν αἱ τρεῖς ναυτικαὶ νῆσοι, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεγομένων Βουλευτῶν εἰς ἐξαιρετικὰς διατάξεις, ἠδύναντο νὰ ἔχωσι τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην θέσιν καὶ ἐν περιπτώσει ἐλαττώσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δήμων, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν γνώμην τῶν νομικῶν συμβούλων, τὴν ὁποίαν ἀναμένω, ἵνα ἀποφανθῶ ὁριστικῶς. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ δήμου Ὕδρας, ἧς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀμφισβητεῖ τὸ ἀκριβὲς ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῶν σπογγαλιέων, πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγονται καὶ πολλαὶ ἄλλαι νῆσοι, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι, ναῦται ὄντες, ἀποδημοῦσιν εἰς ἄλλα μέρη. Ἀναμένω ὅμως, ὡς εἶπον, τὴν ἀπάντησιν τῶν νομικῶν συμβούλων ὅσον ἀφορᾷ τὸ προνόμιον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλεκτέων Βουλευτῶν τῶν τριῶν ναυτικῶν νήσων, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δήμων, θέλω δ’ ἐξετάσει καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ δήμου Ὕδρας.
§35Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μεθ’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος εἶπεν, οὐδὲν μένει εἰς ἐμὲ νὰ προσθέσω περὶ τοῦ ζητήματος. Ἀναμένω δὲ, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐν σχέσει καὶ πρὸς τὰς τρεῖς ναυτικὰς νήσους, τὴν ἐπὶ τοῦ γεννηθέντος ζητήματος ἐνέργειάν του.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔλαβον ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ ἐκτραγῳδήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα συνεπείᾳ τοῦ πολέμου ὑφίστανται μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας μου. Ὡς γνωστὸν, εἰς Λοκρίδα ἐγένετο ἡ τελευταία ὑποχώρησις τοῦ στρατοῦ, εἰς αὐτὴν κατέφυγον οἱ πλείονες τῶν προσφύγων, αἱ συνέπειαι δὲ εἶναι, ὅτι τὸ μὲν ἐκ τῆς ἐπιδρομῆς τῶν κτηνῶν τῶν προσφύγων, τὸ δὲ ἐκ τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, αἱ ἐσοδεῖαι τῶν κατοίκων κατεστράφησαν, οὗτοι δὲ, ἐὰν δὲν εὑρίσκωνται εἰς ἥσσονα, βεβαίως ὅμως εὑρίσκονται εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς τοὺς Θεσσαλούς. Δὲν ζητοῦσι δὲ οὔτε ἄλευρα οὔτε σῖτον· ἓν μόνον ζητοῦσι, νὰ παύσῃ ἡ γινομένη ἀπηνὴς καταδίωξις κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἀπὸ τοὺς ὁποίους, ἐκτὸς τῶν ἄλλων φόρων, ἐπιζητεῖται παρανόμως καὶ ἡ εἴσπραξις ἀθρόως τῶν ὀφειλομένων ἐξ ἐτησίων δόσεων ἓξ ἐτῶν, τῶν ὁποίων ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Δημοσίου δὲν ἐξεδόθησαν τὰ ἐντάλματα ἐν καιρῷ. Νομίζω ὅτι, ὡς πρὸς τὰς δόσεις ταύτας, δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ τὸ νομοθετικὸν ἐκεῖνο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ προηγουμένῃ συνόδῳ τῆς Βουλῆς ἐλήφθη ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης· ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοὺς φόρους τοὺς ἄλλους, δίκαιον θὰ ἦτο ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὰς ἐν Λοκρίδι ἀρχὰς νὰ ἐπιδείξωσιν ἐπιείκειαν καὶ χαλαρώσωσι τὴν αὐστηρὰν καὶ ἀπηνῆ καταδίωξιν, καθ’ ἣν δυστυχεῖς οἰκογενειάρχαι, μόλις δυνάμενοι διὰ τῶν χειρῶν των νὰ συντηρῶσι τὰς οἰκογενείας των, συλλαμβάνονται ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας καὶ ῥίπτονται εἰς τὰς φυλακάς.
§38ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Βουλευτής, τῶν φόρων ἐπιβαλλομένων διὰ νόμου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ δώσῃ διαταγὴν περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν. Τὸ μόνον, ὅπερ ἠδυνάμην νὰ πράξω, ἦτο νὰ συστήσω εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς καὶ ἐν Ἀταλάντῃ καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους, ὅπου ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐνδεδειγμένη, ὅπως μετ’ ἐπιεικείας προβαίνωσιν εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀποφεύγουσαι τὸ ἔσχατον μέτρον τῆς καταδιώξεως διὰ προσωπικῆς κρατήσεως· καὶ τοῦτο ἔπραξα δι’ ἐγγράφου διαταγῆς. Ἡ ἀναστολὴ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἐπαναλαμβάνω, μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ ἐπιτραπῇ, καὶ διὰ τοῦτο εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδὲν ἕτερον δύναται νὰ γείνῃ ἢ ἐν ἀνάγκῃ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, ἐπιτρέπον προσωρινῶς τὴν τοιαύτην ἀναστολήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρανομίας, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κύριος Βουλευτής, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν, ἵνα συγκεκριμένως καταγγείλῃ ταύτας, καὶ ἔστω βέβαιος, ὅτι πᾶσα τοιαύτη αὐστηρῶς θέλει τιμωρηθῆ.
§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χαίρω μανθάνων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀπηύθυνε τοιαύτην σύστασιν πρὸς τὰς ἐν Λοκρίδι ἀρχάς· δυστυχῶς ὅμως εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸν διαβεβαιώσω, ὅτι ἡ τοιαύτη σύστασις οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἔφερε, καὶ οὐδὲν ἕτερον ἀπομένει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἢ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ζητῇ τὴν ἄδειαν, ὅπως εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἵτινες τὰ πάντα ὑφίστανται ἕνεκα τοῦ πολέμου, παρασχεθῇ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων. Περὶ παρανομίας ἐποιησάμην λόγον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Δημοσίου, ὅπως εἰσπράξῃ ἀθρόως ἐξ ἐτῶν δόσεις, καθυστερουμένας ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐφρόντισε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰς δόσεις τῶν ἰδιωτῶν καὶ καταστήσῃ αὐτὰς παγίας, δὲν ἐφρόντισε δὲ καὶ ἐγκαίρως νὰ ἐκδώσῃ τὰ σχετικὰ ἐντάλματα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν τὴν σύστασίν μου ταύτην καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅμοιον πρὸς τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης. Οὐδεὶς Ἕλλην ζητεῖ δωρεάν τινα, ζητεῖ μόνον, ὅπως τὸ Δημόσιον τῷ παράσχῃ τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα πληρώσῃ τοὺς καθυστερουμένους φόρους. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἐλπίζω ὅτι θέλει συμφωνήσει ὁ κ. Ὑπουργός.
§40ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ εἶχεν ὑποβληθῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ τελευταίου νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, μετὰ πίνακος τῆς χορηγηθησομένης ὑπὸ τοῦ Δημοσίου συνδρομῆς ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων τοῦ Κράτους διὰ τὰ τοῦ ἔτους 1896 ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Οἱ δῆμοι οὗτοι, ὑπὲρ τοὺς διακοσίους, πτωχοὶ πάντες καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ συντηρηθῶσιν, οὐδὲν ποσὸν δύνανται νὰ λάβωσιν ἀπὸ τὸ Δημόσιον, διότι οἱ ταμίαι τοῦ Κράτους ἅπαντα τὰ εἰσπραττόμενα κρατοῦσι διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν διδακτηρίων, καὶ τούτου ἕνεκα ὅλοι οἱ δήμαρχοι τῶν εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπαγομένων δήμων εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κλείσωσι τὰ Δημαρχεῖα των, διότι οὔτε αὐτοὶ, οὔτε οἱ εἰσπράκτορες, οὔτε οἱ ἄλλοι δημοτικοὶ ὑπάλληλοι δύνανται νὰ λάβωσι λεπτὸν ἐκ τῆς μισθοδοσίας των. Ἐπειδὴ ἕνεκα τῶν περιστάσεων τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον δὲν συνεζητήθη, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως φέρῃ αὐτὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἢ τοὐλάχιστον ὑποβάλῃ πρὸς ψήφισιν μόνον τὴν σχετικὴν διάταξιν αὐτοῦ περὶ πληρωμῆς τῶν καθυστερουμένων ἐξόδων τοῦ ἔτους 1896, διότι ἄνευ αὐτῶν εἶναι ἀδύνατον οἱ πτωχοὶ δῆμοι νὰ ζήσωσιν.
§41ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅσα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἀφορῶσι βεβαίως τὴν οἰκονομικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος διὰ τοὺς δήμους. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει καὶ ἄλλην τινὰ ἄποψιν, τὴν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀγνοῶ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἤδη λήξασαν χρῆσιν τοῦ 1896. Ἂν ἔλαβεν αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν, ἐλπίζω ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς θὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου του τὴν ἀναγκαίαν ἐπιχορήγησιν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους, ὡς πρὸς τὴν συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ἐὰν ὅμως δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὅπως ζητήσῃ παρὰ τῶν διαφόρων ταμείων καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν ἔνθεν μὲν πόσον τὸ Δημόσιον κατέβαλεν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1892 κατὰ τὰ ἔτη 1893 καὶ 1894, ἔνθεν δὲ πόσα αὐτὸ κατέβαλεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1895 κατὰ τὸ ἔτος 1896, καὶ πόσα εἰσέπραξεν ἐκ τῶν δήμων. Τὴν κατάστασιν ταύτην πρέπει, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅπως πεισθῶμεν, πόσα ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων καὶ τῶν προϋπολογισμῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐφαρμογῆς τούτων, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς χρήσεως τῆς ἤδη συντελεσθείσης, ἐδαπάνησε τὸ Κράτος ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, καὶ πόσα ἐδαπάνησεν αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τοῦ 1892 κατὰ τὰ ἔτη 1894 καὶ 1895. Διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῇ, ὅτι μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1895, καθ’ ὃν ἐπαφίετο εἰς τοὺς δήμους νὰ δαπανῶσιν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ καθ’ ὅσον οὗτοι δὲν ἐπήρκουν, θὰ ἐπήρχετο ἐπίκουρον τὸ Δημόσιον, ἐψηφίσθη νεώτερος νόμος, ὁ τοῦ 1896, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανήλθομεν εἰς τὸ σύστημα τοῦ 1856. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἀφοῦ ἐκ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1895 ἐπείσθημεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐπὶ μῆνας πολλοὺς οἱ δημοδιδάσκαλοι νὰ πληρωθῶσιν ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν δήμων, προσεφύγομεν εἰς τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1856· τὸ Δημόσιον δηλαδὴ προκατέβαλλεν εἰς αὐτοὺς τοὺς μισθοὺς, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν νὰ εἰσπράξῃ ἀκολούθως τὸ ἀναλογοῦν μέρος ἐξ ἑκάστου τῶν δήμων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι πολλοὶ δῆμοι τοῦ Κράτους, συνεπείᾳ τοῦ συστήματος τούτου, ἀπεστερήθησαν σχεδὸν παντὸς πόρου αὐτῶν, ἡ δ’ αὐτοτέλεια αὐτῶν ἡ οἰκονομικὴ εἶναι φράσις κενὴ ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι ἀφ’ ἑτέρου ἀληθὲς, ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον ὑφίσταται νῦν πολλῷ μείζονα βάρη, τὸ διπλάσιον ἴσως τῶν βαρῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑφίστατο ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ πρώην ἐν ἰσχύϊ νόμου. Νομίζω ὅτι πρὸς διαφώτισιν τῆς ἀπορίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ πρὸς διαφώτισιν τῆς ἐμῆς ἀπορίας, καλὸν θὰ ἦτο, ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευδε νὰ συγκεντρώσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Νομίζω δ’ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τούτων θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ῥιζικωτέραν τινὰ μεταῤῥύθμισιν τοῦ περὶ ἐκπαιδεύσεως νόμου.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον;
§43Β. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐκ διαφόρων περιστατικῶν, Κύριοι, ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς πρὸς τοὺς διαγραφέντας ἐκ τῶν στελεχῶν τοῦ στρατοῦ ὡς λιποτάκτας, δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν τῶν προϊσταμένων τῶν οἰκείων γραφείων. Τὰ ληφθέντα μέτρα εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τμήματος τῆς Δικαιοσύνης, καθὼς καὶ ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τῶν Στρατοδικείων. Ἐγὼ ἐν τούτοις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ πεισθῶ, καὶ πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν θὰ ἔχουν λάβει ἀφορμὰς τοιαύτας, ὥστε νὰ πεισθῶσιν, ὅτι τὰ μέτρα αὐτὰ δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, καὶ τοῦτο διότι αἱ ὑποθέσεις εἶναι πολλαὶ καὶ τὰ ἀρχεῖα τῶν Στρατοδικείων καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι πλήρη ἀπὸ τοὺς φακέλλους τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν. Πρέπει τις νὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὰ γραφεῖα κατ’ ἐπανάληψιν, ἵνα παρακαλῇ νὰ εὑρεθῶσιν αἱ σχετικαὶ δικογραφίαι, ὅσοι δὲ εἶναι ἀπόντες ἢ δὲν ἔχουσιν ἐνδιαφερομένους, οἵτινες νὰ φροντίζωσιν, αὐτοὶ θὰ μένωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ πολλοὺς μῆνας εἰσέτι. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καθὼς καὶ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, ὅπως οἱ ἀπουσιάσαντες ἐκ τῶν διαφόρων σωμάτων μετὰ τὴν μάχην τοῦ Δομοκοῦ μεταβῶσιν εἰς ἀόριστον ἄδειαν, καὶ καθ’ ὅσον ὡριμάζουσιν αἱ ὑποθέσεις των εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, νὰ προσκαλῶνται καὶ νὰ δικάζωνται· διότι ἄλλως ἄνθρωποι ἐγκαταλείψαντες τὰς οἰκογενείας αὐτῶν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Φεβρουαρίου θὰ μένωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, μὴ γνωρίζοντες ποία εἶναι ἡ τύχη των, ὅπερ δὲν εἶναι δίκαιον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, κατὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ νῦν ἢ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διετάχθη ἡ ἀπόλυσις ἐκείνων μόνον τῶν λιποτακτῶν, καθ’ ὧν δὲν εἶχον ὑποβληθῆ τὰ σχετικὰ μηνυτήρια ἔγγραφα, ἔμειναν δὲ οἱ λοιποί. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι εἶναι ἓν ἄδικον· διότι, ἐνῷ πάντες ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, τινὲς μὲν ἐξ αὐτῶν μετέβησαν εἰς ἀόριστον ἄδειαν καὶ ἀπῆλθον εἰς τὰς ἑστίας των, διότι τὰ μηνυτήρια ἔγγραφα δὲν εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἄλλοι δὲ ἐξακολουθοῦσιν ὑπηρετοῦντες, διότι ἔτυχον ἐγκαίρως νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τῶν οἰκείων σωμάτων τὰ μηνυτήρια ἔγγραφα. Ἡ ἀνισότης εἶναι προφανὴς καὶ ἄδικος, καὶ οἱ διὰ τοιοῦτον λόγον κρατούμενοι εἰσέτι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ θὰ μένωσιν ἀκόμη ἐπὶ πολὺ ἐν αὐταῖς, μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν τῶν ἁρμοδίων, διότι εἶναι παρὰ πολλαὶ αἱ ὑποθέσεις. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγνωρίζῃ ὡς δικαίας τὰς παραστάσεις ταύτας, ἤθελον τὸν παρακαλέσει νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν μετάβασιν εἰς τὰς ἑστίας των ἐπ’ ἀορίστῳ ἀδείᾳ τῶν ὡς λιποτακτῶν διαγραφέντων ἐκ τῶν στελεχῶν μετὰ τὴν μάχην τοῦ Δομοκοῦ καὶ τῶν ὁποίων τὰ μηνυτήρια ἔγγραφα ὑπεβλήθησαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὑρεθῶσι, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον μετέβην εἰς ἓν γραφεῖον Στρατοδικείου, καὶ μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν καὶ οἱ γραφεῖς καὶ οἱ προϊστάμενοι, δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀνεύρωσι τὰς δικογραφίας δύο ἢ τριῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐφρόντιζον, καὶ ἐν τούτοις αἱ δικογραφίαι εἶχον σταλῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, ἀλλὰ τὸ γραφεῖον τοῦ Β. Ἐπιτρόπου ἔλεγεν ὅτι ἐστάλησαν εἰς τὸν εἰσηγητὴν, ὁ δὲ εἰσηγητής, ὅτι δὲν τὰς ἔχει, καὶ τοῦτο διότι εἶναι σωρεία ὑποθέσεων τοιούτων. Λοιπὸν ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ αὐτό.
§44ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§46ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐπεθύμουν πρὸ τούτου νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγνωρίζῃ τὰς παραστάσεις μου ὡς δικαίας, καὶ ἂν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἔχουν καὶ αὐτοὶ ἀφορμὰς νὰ ὁμολογοῦν ὅτι αἱ παραστάσεις μου εἶναι ὀρθαί.
§47ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνθήκης περὶ εἰρήνης. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως συζητήσω τὰς διαφόρους διατάξεις τῆς συνθήκης. Δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ συζητήσωμεν αὐτὴν ἀποτελεσματικῶς, διότι αὕτη ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς. Δὲν προτίθεμαι ἐπίσης νὰ ἐξετάσω τὴν δρᾶσιν τῆς Ἑλληνικῆς διπλωματίας, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σήμερον ὁ κατάλληλος χρόνος. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα τοιαύτης σημασίας συνθήκην, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς τί ψηφίζει. Ἐπί τινων δὲ διατάξεων τῆς συνθήκης εὑρίσκω ἀμφίβολον καὶ διφορουμένην ἔννοιαν. Δὲν θέλω νὰ διατρέξω τὸ ὅλον αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τοῦ δευτέρου πρωτοκόλλου. Τὸ δεύτερον πρωτόκολλον συμπληροῖ τὸ ἄρθρον ἑνδέκατον τῆς συνθήκης τῆς ὁριστικῆς, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ περίπου πρὸς τὸ ἄρθρον ἕβδομον τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, ἂν καὶ ὑπάρχει διαφορά τις λέξεων. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο εἰσάγει μίαν διάκρισιν, ἥτις δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ προκαταρκτικῇ εἰρήνῃ καὶ ἥτις παρουσιάζει πολλὴν τὴν σπουδαιότητα. Εἰσάγει τὴν διάκρισιν τῆς ἀμοιβαιότητος ἄνευ ἐπεξηγήσεως καὶ τῆς ἀμοιβαιότητος μετ’ ἐπεξηγήσεως. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὸ, ὅπως γείνω καταληπτότερος. Ἡ συνθήκη περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, λέγει τὸ πρωτόκολλον Βʹ, ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 11 τῆς ὁριστικῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης (ἄρθρον 7 τῆς προκαταρκτικῆς) δέον νὰ συνομολογηθῇ ἐντὸς προθεσμίας δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ ἐπικυρώσεως τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης.» Τίθεται ἑπομένως προθεσμία δύο ἐτῶν, ἥτις δὲν ὑφίστατο εἰς τὴν προκαταρκτικὴν εἰρήνην, διότι ἐκεῖ ἀφήνοντο ἐλεύθεραι ἡ Τουρκικὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ συνομολογήσωσι τὴν εἰρήνην περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας ἄνευ χρονικοῦ περιορισμοῦ. Ἡ δευτέρα παράγραφος προσθέτει τὰ ἑξῆς: «Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τὰ πρὸ τοῦ πολέμου κρατοῦντα περὶ τῶν τελωνειακῶν δασμολογίων, τῆς ἀτμοπλοΐας καὶ τῆς σπογγαλιείας τηροῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀμοιβαιότητος.» Δίδει ἑπομένως ἐπεξήγησιν εἰς τὴν λέξιν ἀμοιβαιότης, ἥτις ἐν τῇ προκαταρκτικῇ καὶ ἐν τῇ ὁριστικῇ συνθήκῃ οὐδεμίαν ἔχει ἐπεξήγησιν. Εἰς τὸ ἄρθρον 11, τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχεται κατ’ ἔννοιαν εἰς τὸ ἄρθρον 7 τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διάταξις: «Τὰ δύο μέρη ἐπιφυλάσσονται νὰ συνομολογήσωσι βραδύτερον συνθήκην περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας. Μέχρι τῆς συνομολογήσεως τῆς τελευταίας ταύτης συνθήκης ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας ἀποκαθίσταται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀμοιβαιότητος.» Ποία αὕτη ἡ ἀμοιβαιότης, δὲν ἐξηγεῖται ἐνταῦθα, εἰς τὴν δευτέραν ὅμως παράγραφον τοῦ πρωτοκόλλου Βʹ ἐξηγεῖται, ὅτι ἡ ἀμοιβαιότης αὕτη, ἥτις θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ διετίαν, εἶναι τὸ πρώην καθεστώς. Ἔρχεται εἶτα ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ πρωτοκόλλου Βʹ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ἀποβῆ δυνατὴ ἡ συνομολόγησις τῆς συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας ἐντὸς δύο ἐτῶν, καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν ἐν τούτοις μέχρι τῆς λήξεως τῆς προμνησθείσης προθεσμίας τῶν δύο ἐτῶν ἡ συνθήκη περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας δὲν συνομολογηθῇ καὶ κυρωθῇ, τὰ δύο μέρη θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 11 τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης (ἄρθρον 7 τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης).» Ἐνταῦθα ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἀμοιβαιότητα, ἥτις δὲν ἔχει τὴν ἐπεξήγησιν τοῦ πρώην καθεστῶτος. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον θεωρῶ ἔχουσαν ἢ δυναμένην νὰ ἔχῃ σημασίαν τὴν διαφορὰν ταύτην, καθόσον τὴν ἐπεξήγησιν εὑρίσκομεν καὶ ἐν τῇ τετάρτῃ παραγράφῳ τοῦ πρωτοκόλλου Βʹ, ἥτις ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελε μὲν συνομολογηθῆ ἡ σύμβασις, δὲν ἤθελε δ’ ἀποβῆ δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς, ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως τῶν δύο συμβαλλομένων μερῶν. Ἐννοοῦμεν τοὺς λόγους τούτους, διότι ὑπάρχει σύμβασις μεταξὺ Γερμανίας καὶ Τουρκίας, ἥτις συνομολογηθεῖσα ἐκυρώθη, ἀλλὰ δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς βουλήσεως τῶν δύο Κρατῶν. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐξακολουθεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ πρώην καθεστῶτος, διότι ἔχει οὕτως ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ πρωτοκόλλου Βʹ: «Ἐννοεῖται ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ νέα συνθήκη περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, καίπερ συνομολογηθεῖσα καὶ κυρωθεῖσα ἐντὸς τῆς ῥηθείσης προθεσμίας, δὲν ἤθελε καταστῆ δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐν ἐνεργείᾳ ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως τῶν δύο συμβαλλομένων μερῶν, τὰ πρὸ τοῦ πολέμου, ὡς προείρηται, κρατοῦντα θέλουσι τηρηθῆ ἐπὶ τῇ βάσει πάντοτε τῆς ἀμοιβαιότητος, μέχρις οὗ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ἡ νέα συνθήκη.» Λοιπὸν εἰς δύο περιπτώσεις ἔχομεν ἐξησφαλισμένα τὰ κρατοῦντα πρὸ τοῦ πολέμου· αʹ) εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς διετίας καὶ βʹ) εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης δὲν ἤθελεν ἀποβῆ δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Εἰς τὴν περίπτωσιν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελεν ἀποβῆ δυνατὴ ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως ἐντὸς δύο ἐτῶν, ἔχομεν τὴν λέξιν ἀμοιβαιότης μόνον, ἄνευ τῆς ἐπεξηγήσεως τῶν πρὸ τοῦ πολέμου κρατούντων, τὴν ὁποίαν βεβαίως οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἔλαβον πρόνοιαν νὰ περιορίσωσιν εἰς τὰς δύο προμνησθείσας περιπτώσεις, ἐγένετο δὲ τοῦτο, ἐνῷ εἰς τὸ ἄρθρον 11 τῆς ὁριστικῆς, ὅπως καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 7 τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης, ἡ ἀμοιβαιότης, ἥτις ἔδει νὰ ἰσχύῃ μέχρι τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως, ἄνευ χρονικοῦ περιορισμοῦ, ὑφίσταται ἀόριστος καὶ ἄνευ ἐπεξηγήσεως. Ἐκ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην, τῶν διαφόρων προτάσεων, τῶν ὑποβληθεισῶν παρὰ τῆς ὀθωμανικῆς ἀντιπροσωπείας κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ τῆς συνομολογήσεως τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, καὶ ἐκ τῶν προτάσεων τὰς ὁποίας οἱ αὐτοὶ ἀντιπρόσωποι ὑπέβαλον κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης, μοὶ γεννᾶται ὁ φόβος, μήπως ἡ ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ λέξις ἀμοιβαιότης, ἄνευ τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὰς δύο παραγράφους, τὴν δευτέραν καὶ τὴν τετάρτην, τοῦ πρωτοκόλλου Βʹ, μήπως ἐνέχει ἔννοιαν ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὰς δύο ταύτας παραγράφους. Διὰ τοῦτο, πιστεύων ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔλαβε βεβαίως τὰς δεούσας πληροφορίας παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει, νομίζω καλὸν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν πράγματι ὁ φόβος μου οὗτος ἔχῃ ὑπόστασίν τινα, ἢ ἐὰν ὑπάρχουν ἀρκεταὶ ἐξηγήσεις μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ὥστε ἡ ἔλλειψις τῆς ἐπεξηγήσεως τῆς ἀμοιβαιότητος νὰ μὴ μεταβάλλῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει αὕτη κατὰ τὰς δύο περιπτώσεις τῆς διετίας καὶ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῆς συνομολογηθείσης συμβάσεως. Περιμένω, εἴτε σήμερον, εἴτε, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν προτιμᾷ, εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, νὰ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, διὰ νὰ ἀναπτύξω, ἂν ἦναι ἀνάγκη, τὴν γνώμην μου, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ ὑπόνοιά μου ἔχει ὑπόστασιν.
§50ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ὑπόνοια, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, εἶναι ἀτυχῶς δικαιολογημένη. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ πρὸ τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τῆς εἰρήνης εἶχε πληροφορίας περὶ τῶν σκοπῶν τούτων καὶ κατὰ τὴν δίοδον τῶν διαπραγματεύσεων οἱ πληρεξούσιοι ἡμῶν ἀνήγγειλαν ὅτι ἡ Ὑψ. Πύλη εἰς τὴν λέξιν ἀμοιβαιότητος δὲν ἔδιδον τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπανόδου εἰς τὸ πρὸ τοῦ πολέμου καθεστώς, διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη, ὅτι ἦτο ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων συμφερόντων ἡ διατύπωσις ἐν πρωτοκόλλῳ τῶν περιπτώσεων, περὶ ὧν τοῦτο διέλαβε.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ τεθῶμεν ἐν μοίρᾳ λίαν κατωτέρᾳ τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἰδίως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελωνειακὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῆς Τουρκίας.
§52Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τὸ δασμολόγιον τὸ λέγει.
§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς διότι τὸ λέγει, τρέχομεν τὸν κίνδυνον τοῦτον, ὅτι, ἐὰν ἐντὸς δύο ἐτῶν δὲν συνομολογήσωμεν σύμβασιν μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχομεν πλέον τὴν θέσιν τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους, δὲν ἔχομεν τὸ σημερινὸν δασμολόγιον.
§54ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Τουρκίας, διαρκουσῶν τῶν διαπραγματεύσεων, ἐδήλωσε πρὸς τοὺς ἡμετέρους πληρεξουσίους, ὅτι ὡς βάσις τῆς συνομολογηθησομένης μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας θὰ ληφθῇ ὁ ὅρος τῆς ἰσοτιμίας, τουτέστιν οἱ ὅροι τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους. Ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διέταξε τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῆς νὰ δηλώσωσι πρὸς τὴν Ὑψ. Πύλην, ὅτι ἔλαβον ὑπὸ σημείωσιν τὴν διακήρυξιν ταύτην τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας.
§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι μεγάλης σπουδαιότητος, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχῃ ἀντίῤῥησίν τινα, νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῆς δηλώσεως ταύτης κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§56ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ δήλωσις εἶναι οἵα εἶπον πρὸς ὑμᾶς.
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τοῦ ἐγγράφου τῶν Ἑλλήνων πληρεξουσίων.
§58ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔλαβεν ἤδη γνῶσιν, διότι ἐγὼ εἶπον, τί περιεῖχεν ἡ δήλωσις αὕτη, ἡ ὁποία ἐγένετο προφορικῶς πρὸς τοὺς ἡμετέρους πληρεξουσίους καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὑπὸ σημείωσιν, διατάξασα τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτῆς νὰ ἀνακοινώσωσι τοῦτο καὶ πρὸς τὴν Πύλην.
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δυνάμεθα ἆρά γε νὰ βασισθῶμεν, χάριν τῆς δηλώσεως τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἐντὸς διετίας δὲν ἤθελε συνομολογηθῆ ἡ σύμβασις ἡ ἐμπορικὴ καὶ ἡ ναυτιλιακὴ, θέλομεν ἀπολαμβάνει τοῦ ὅρου τοῦ μᾶλλον ἐννοουμένου Κράτους;
§60ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐχί· ἀλλ’ ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐντὸς διετίας καταρτισθῇ σύμβασις περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, ἡ σύμβασις αὕτη θὰ βασίζηται ἐπὶ τοῦ ὅρου τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους.
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν δὲν καταρτισθῇ;
§62ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν καταρτισθῇ, ἐπανερχόμεθα εἰς τὸν ὅρον τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, τουτέστι τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος, τοῦ ὁποίου ἡ ἔννοια δὲν εἶναι γνωστὴ καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἔννοιαν δὲν νομίζω ὅτι εἶναι συμφέρον εἰς ἡμᾶς σήμερον νὰ ζητήσωμεν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, μὴ ἔχουσα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὴν γνώμην τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, θὰ προσφύγῃ, ὅταν νομίσῃ χρήσιμον, εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν Δυνάμεων.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐπανέρχωμαι εἰς τὸ ζήτημα, πράττω τοῦτο διότι δυστυχῶς ἐκ συνδυασμοῦ διαφόρων ἄλλων διατάξεων ἐξάγει τις ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως (διακοπαί). Σᾶς παρακαλῶ. Ἔχω τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης μου, καὶ ἐὰν ἀναπτύσσω τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἀναπτύσσω διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις τελειότερον διαπραγματευθῇ αὐτό.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠκούσαμεν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀφήγησιν τῶν γενομένων, ἀλλὰ καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τοῦ μέρους τοῦ ἐκκρεμοῦς. Παρακαλοῦμεν καὶ ὑμᾶς νὰ μᾶς καταστήσητε καταληπτὴν τὴν γνώμην σας.
§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἐνδείκνυται ἐκ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἤδη, ὅτε ἐγένοντο αἱ διαπραγματεύσεις τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης. Ἡ γνώμη αὕτη δηλοῦται ἐκ τῆς ἑξῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν εὑρίσκομεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 § γʹ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ Ἰταλικὴ Πρασίνη Βίβλος. Τότε ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐζήτει, ἵνα ἡ ἀφομοίωσις τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων πρὸς τοὺς ἰθαγενεῖς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φόρους, τέλη καὶ δικαιώματα, ὁρισθῇ πλήρης διὰ τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐζήτει νὰ συνομολογήσῃ, ἐκτὸς μόνον τοῦ στρατιωτικοῦ φόρου. Λέγω ὅτι ἔχω τοὺς φόβους τούτους, διότι βλέπω τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως μὴ ἐννοοῦντας νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς γνώμας καὶ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔφερον κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, καὶ ἐπιμένοντας εἰς αὐτὰς ὄχι μόνον συμφώνως πρὸς τὸ γράμμα τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, ἀλλ’ ἐνίοτε καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ γράμμα τοῦτο. Τοῦτο δὲ βλέπω ἐν τῷ Αʹ πρωτοκόλλῳ τῆς ὁριστικῆς συνθήκης. Τὸ πρωτόκολλον, τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, ἀνέγνωσα μετ’ ἀπορίας καὶ μετὰ λύπης, δίδει εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀφετηρίαν νὰ ἐπαναφέρωσι γνώμας, αἵτινες ἐμπεριέχονται ἐν ταῖς ἀρχικαῖς αὐτῶν προτάσεσι, καὶ αἵτινες ἀπεῤῥίφθησαν ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης. Ἡ σύμβασις τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προνόμια, εἶναι καθαρὰ, διότι ἀναγνωρίζει ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ μείνωσιν ἄθικτα· ἀναγνωρίζει δὲ μόνον, ὅτι διὰ συμβάσεως ἰδιαιτέρας θὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις εἰς ὄφελος τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διόρθωσις σχετικὴ μὲ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προνομίων τούτων. Ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης, ὅτι «δὲν θὰ θιγθῶσι τὰ προνόμια καὶ αἱ ἀτέλειαι, ὧν οἱ Ἕλληνες ἀπήλαυον πρὸ τοῦ πολέμου ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς ὑπηκόους τῶν ἄλλων Κρατῶν, εἰδικὴ δὲ σύμβασις θέλει συνομολογηθῆ μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας, σκοποῦσα τὴν πρόληψιν τῆς καταχρήσεως τῶν προξενικῶν ἀτελειῶν». Αἱ ἀτέλειαι ὅμως ἔμενον ἄθικτοι. Ἐσκόπει ἐπίσης «τὴν ἄρσιν τῶν προσκομμάτων καὶ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης»· ἀλλ’ ἡ κανονικὴ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης ἔμενεν ὡς καὶ πρότερον, μόνον δὲ τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα ἀπήντα ἡ λειτουργία αὕτη, ἔπρεπε διὰ συμβάσεως νὰ ἀρθῶσιν. Ἐσκόπει «τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων». Αἱ ἀποφάσεις ὅμως θὰ ἐξεδίδοντο ὅπως καὶ πρότερον, καὶ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν ἔδει νὰ ἐξασφαλισθῇ. Ἐσκόπει προσέτι καὶ τὴν περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων τῶν Ὀθωμανῶν καὶ ξένων ὑπηκόων κατὰ τὰς διαφορὰς των πρὸς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν περιπτώσεων πτωχεύσεως». Ἐπρόκειτο νὰ εὑρεθῇ τρόπος διὰ τῆς συμβάσεως νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα ταῦτα ἄνευ πάντοτε βλάβης τῶν προνομίων καὶ τῶν δικαστικῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλλάδος, τῶν ὁμοίων πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προνόμια τῶν ἄλλων Κρατῶν. Καὶ ἐνῷ ταῦτα καθορίζονται διὰ τῆς προκαταρκτικῆς καὶ διὰ τῆς ὁριστικῆς συνθήκης, ἐν τῷ Αʹ πρωτοκόλλῳ ἀπεναντίας βλέπομεν, ὅτι ἀναφαίνονται ἐκ νέου ἰδέαι, διὰ τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται πλέον ἡ βελτίωσις τῆς λειτουργίας τῶν προνομίων καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ μερικὴ ἀποκοπὴ αὐτῶν. Κατὰ τὸ πρωτόκολλον τοῦτο οἱ Ἕλληνες πρόξενοι ἐπὶ πολιτικῶν καὶ ἐμπορικῶν ὑποθέσεων δύνανται νὰ καταδικασθῶσιν ἐν Τουρκίᾳ, καὶ πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκδοθῶσι κατὰ τῶν Ἑλλήνων προξένων. Αἱ ἀποφάσεις αὗται ὑποτίθεται ὅτι ἔσονται ἀποφάσεις ἐκδοθησόμεναι παρ’ Ὀθωμανικῶν δικαστηρίων. Ζητεῖται ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὀθωμανικοῦ ἀκυρωτικοῦ. Ἀλλὰ κυρίως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότερον καὶ εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ γράμμα τῆς προκαταρκτικῆς καὶ τῆς ὁριστικῆς συνθήκης, εἶναι ὅτι τίθεται ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως «τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Ὀθωμανικῶν δικαστηρίων ἐπὶ πτωχεύσεων Ἑλλήνων ὑπηκόων, ὡς καὶ ἐπὶ ποινικῶν ὑποθέσεων εἴτε μεταξὺ Ἑλλήνων, εἴτε μεταξὺ τούτων καὶ ὑπηκόων τῶν ἄλλων Δυνάμεων». Ὥστε τὰ ποινικὰ ζητήματα καὶ τὰ ζητήματα τῶν πτωχεύσεων, εἴτε πρόκειται μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ ὑπηκόων Ὀθωμανῶν ἢ ξένων ὑπηκόων, ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ζητεῖ νὰ τὰ ὑποτάξῃ ἀπευθείας εἰς τὰ Ὀθωμανικὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ δύναται εὐλόγως νὰ γείνῃ παρατήρησις, ὅτι τοῦτο εἶναι ἔκφρασις ἐπιθυμίας καὶ θελήσεως τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ὑψηλῆς Πύλης. Οἱ ἡμέτεροι ἀντιπρόσωποι ἐποιήσαντο τὰς μᾶλλον ῥητὰς ἐπιφυλάξεις, ὅπως συζητήσωσι τὰς προτάσεις ταύτας. Βεβαίως δὲν ἐγένοντο παραδεκταὶ αἱ ἀπαιτήσεις αὗται τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπανάληψις τῶν ἀπαιτήσεων, ἃς αὕτη εἶχεν ὑποβάλει εἰς τοὺς πρέσβεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προκαταρκτικῆς εἰρήνης. Ἀλλ’ ἡ ἐπανάληψις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἐνέχει τι τὸ ἐλαττωματικὸν δι’ ἡμᾶς· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ γράμμα καὶ τῆς προκαταρκτικῆς καὶ τῆς ὁριστικῆς συνθήκης δὲν ἔχομεν διὰ τὴν προξενικὴν σύμβασιν νὰ συζητήσωμεν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ὑψηλῆς Πύλης ἢ μόνον τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ τρόπου τῆς βελτιώσεως τῆς λειτουργίας τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων ἐν Τουρκίᾳ κατὰ τρόπον παρέχοντα τὰς διαφόρους βελτιώσεις καὶ ἐξασφαλίσεις, ἃς ἀναφέρει τὸ ἄρθρον τῆς συνθήκης τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου, ἐνῷ λέγω, αἱ συζητήσεις ἡμῶν ἔπρεπε νὰ περιορισθῶσιν εἰς ταῦτα, ἀπεναντίας διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ πρωτοκόλλου τούτου ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς Τουρκίας νὰ ἐπαναφέρῃ συζήτησιν καὶ ἐπὶ θεμάτων ἀποῤῥιφθέντων ἤδη. Τὰ θέματα ταῦτα οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος βεβαίως θὰ συζητήσωσι καὶ θ’ ἀποκρούσωσι. Θὰ καταφύγωσι δὲ, ἐν περιπτώσει ἐπιμονῆς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ὑψ. Πύλης, εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν διαιτησίαν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀγνοῶμεν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ ἡ Εὐρωπαϊκὴ διαιτησία. Ἡ Εὐρωπαϊκὴ διαιτησία ὁδηγεῖται ἐκ τῶν συμφερόντων ἑκάστης τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, συμφερόντων συνηθέστατα ἀντιτιθεμένων πρὸς ἄλληλα. Ἑκάστη δὲ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, χάριν τῶν συμφερόντων αὐτῆς, συνηθέστατα ἀναγκάζεται νὰ περιποιῆται τὴν Ὑ. Πύλην. Πολλὰ δὲ εἰσι τὰ αἴτια, ἐξ ὧν ἐπηρεάζονται οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Πικρὰν δ’ ἔχομεν τούτου καὶ ἡμεῖς πεῖραν. Καὶ ἐξ αὐτῆς ἀκόμη τῆς κοπώσεως τῆς ἐκ τῆς συζητήσεως ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὅλως ἀπώτερον ἐνδιαφέρον ἔχουσιν, ἐπηρεάζονται οὗτοι. Ἐὰν δὲ ἐν τῇ διαιτησίᾳ ταύτῃ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ καταφύγωμεν, τὰ ζητήματα ἦναι περιωρισμένα ἐπὶ μόνον τῶν θεμάτων τῶν ἀποῤῥεόντων ἐκ τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης, αὕτη ἀποβαίνει εὐκολώτερα. Ἀλλὰ παραδεχθέντες τὴν συζήτησιν καὶ ἐπὶ θεμάτων μὴ ἀποῤῥεόντων ἐκ τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης, καθιστῶμεν ἀσθενεστέραν τὴν θέσιν ἡμῶν ἐνώπιον τῆς διαιτησίας, ἥτις συνήθως λύει τὰ ζητήματα δι’ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων, παραδεχομένη γνώμας καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου τῶν ἐνδιαφερομένων. Θὰ ἔχῃ δὲ, ἕνεκα τοῦ περιεχομένου τοῦ Αʹ πρωτοκόλλου, πολλὰς προτάσεις καὶ πολλὰς γνώμας τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας νὰ ἀποῤῥίψῃ, ἐνῷ θὰ εἶχεν ὀλιγωτέρας, ἐὰν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τούτου δὲν ἐτίθετο ἐκ νέου ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τῆς περικοπῆς τῶν προνομίων ἡμῶν. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων ὠθούμενος καὶ ἐξ ἄλλων, τὰς ὁποίας περιττὸν νομίζω νὰ ἀναπτύξω, ἔχω τὸν φόβον, μήπως ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι καὶ περὶ τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως ἴδωμεν ἀναφαινομένην τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας θέλει νὰ ὑποβάλῃ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους εἰς ὅλους τοὺς φόρους, τέλη καὶ δικαιώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται οἱ Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι. Δὲν εἶναι δὲ μόνον οἱ φόροι οἱ ἄμεσοι, οἵτινες ἴσως θὰ ἦσαν πολὺ βαρεῖς διὰ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους τοὺς ἐν Τουρκίᾳ, ἀλλ’ ἐν τῇ λέξει «δικαίωμα», κατὰ τὰς διαφόρους διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας διεξάγει ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, περιλαμβάνει ἀκόμη καὶ διάφορα τελωνειακὰ τέλη, διάφορα τέλη καταναλώσεως ἰδίως, τὰ ὁποῖα ἐφαρμοζόμενα δύνανται νὰ θέσωσιν εἰς ἀδυναμίαν τὴν Ἑλληνικὴν παραγωγὴν, ἵνα συναγωνισθῇ ἐν Τουρκίᾳ πρὸς τὴν παραγωγὴν ἄλλων Κρατῶν. Ἐκ τοιούτων φόβων ὁρμώμενος, συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν δυνατὴν προσοχὴν, καὶ τὴν φροντίδα, ὅπως τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας προσπαθήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον καὶ ἀσφαλέστερον νὰ ἀναπτύξῃ καὶ ἐπεξηγήσῃ διὰ περαιτέρω συνεννοήσεων κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τὸν ὅρον τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους καὶ αἴροντα τὸν φόβον περιορισμῶν δυναμένων νὰ ἐξασθενήσωσι τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν σημασίαν τοῦ ὅρου τούτου.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἄρθρον 2, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ νόμος οὗτος νὰ λάβῃ ἰσχὺν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεώς του, ἵνα μὴ ἔχωμεν τὴν δεκαήμερον προθεσμίαν τοῦ ἀστικοῦ νόμου;
§68ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον μόνον γίνεται ἄρθρον 1· προστίθεται δὲ ἄρθρον 2, ἔχον οὕτω: «Ἄρθρον 2. Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεώς του.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἰσχύος τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων τῶν καταρτισθέντων διὰ τὸ ἔτος 1897 καὶ κατὰ τὸ 1898 εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα Ἀθηνῶν καὶ Μεσολογγίου, ὡς καὶ εἰς τὰ ὑπαγόμενα εἰς περιφερείας, ἔνθα δὲν κατηρτίσθησαν τοιοῦτοι κατάλογοι κατὰ τὸ ἔτος 1897. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προκαταβολῆς ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας πρόσφυγας δημάρχους τῶν καθυστερουμένων αὐτοῖς μισθῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§72ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀντὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Φιλάρετος, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ παροῦσα τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω καὶ διὰ τῆς ὁποίας κανονίζονται καλλίτερον τὰ τῆς προκαταβολῆς. (Ἀναγινώσκεται τὸ 1ον ἄρθρον τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν).
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι νέον νομοσχέδιον, καὶ πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§74Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀναβληθῇ. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τώρα.
§75ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγένετο μόνον ἡ προσθήκη τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων, τῶν δημολογιστῶν καὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ ἐν Καρδίτσῃ δημοσυντηρήτου Γυμνασίου.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ὑστερήσω καὶ ἐγὼ τῶν φιλανθρώπων αἰσθημάτων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐγὼ ἔφερα τὴν πρότασιν καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· εὑρίσκω ὅμως αὐτὸ ἀόριστον. Ἡ προκαταβολὴ δέ, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δὲν θὰ ἐπιστραφῇ, διότι ὅλαι αἱ δημοτικαὶ προκαταβολαί, τὰς ὁποίας ἔκαμε τὸ Δημόσιον, ὡς εἶναι π. χ. αἱ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἐπιστρέφονται. Ὅλα τὰ ποσὰ ταῦτα ἀναγράφονται ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ εἰς πίστιν τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς χρέος τῶν δήμων, ἀλλὰ δὲν συνάζονται. Σήμερον ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἠξεύρομεν οὔτε πόσοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι, οὔτε κατὰ πόσον θὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον. Ζητῶ λοιπὸν, ὅπως ἡ τροπολογία, ἥτις καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνατρέπει τὸ νομοσχέδιον, τυπωθῇ, ἵνα καὶ ἡμεῖς ἀναγνώσωμεν αὐτήν. Δὲν ἐννοῶ δὲ νὰ φέρω κατ’ ἀρχὴν ἔνστασίν τινα ἐναντίον τῆς φιλανθρωπικῆς προθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίσωμεν, ἕως ποῦ ἐκτείνεται αὕτη.
§77ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἄς ἀναβληθῇ.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ φέρω ἀντίῤῥησίν τινα ἐπὶ τῶν λεχθέντων, ἀλλ’ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου μοὶ παρέχει εὐκαιρίαν, ἵνα ἀπευθύνω σύστασιν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, τὴν ἑξῆς. Ἡ ἐξαιρετικὴ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθη ἡ Θεσσαλία, ἐπέφερε διατάραξιν τῶν ποικίλων σχέσεων, αἵτινες ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ ὑφίστανται. Μεταξὺ τούτων εἶναι καὶ σχέσεις μισθώσεως ἰδιωτικῶν οἰκιῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Πολλοὶ τῶν ἐκεῖθεν καταγομένων μοὶ παρεπονέθησαν, ὅτι ἡ πενία αὐτῶν εἶναι μᾶλλον αἰσθητὴ, διότι ἐστερήθησαν τοῦ μισθώματος τῶν οἰκιῶν αὐτῶν, ἃς εἶχον μισθώσει. Δὲν γνωρίζω ἂν δύναται ν’ ἀναγνωρισθῇ νόμιμον δικαίωμα ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν οἰκιῶν τούτων, συνιστῶ δὲ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἐξακριβώσωσι τὰ περὶ τούτου· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤθελεν ἀναγνωρισθῆ νόμιμον δικαίωμα αὐτῶν, ἤθελον συστήσει εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην περίστασιν· προκαλῶ δὲ τὴν ἰδίαν αὐτῶν μέριμναν, ὅπως ἕνεκα τῆς περιπτώσεως ταύτης προβῶσιν εἰς ἀρωγὴν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§79ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσω, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην τὸ μίσθωμα τῶν οἰκιῶν ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν μισθωμάτων.
§81Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἄλλη γνώμη, ἢ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν—διότι ἠκούσθη καὶ ἐναντία γνώμη.
§82Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα, διότι εἰς τὰς ἐνοικιάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ἐτέθη εἰς τὰ συμβόλαια ὁ ὅρος, ὅτι ἡ μίσθωσις ἐξακολουθεῖ ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην τοῦ κτιρίου.
§83ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὰς μισθώσεις τῶν καταστημάτων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων τοιοῦτος ὅρος δὲν τίθεται· ὅθεν ὁ λόγος τῆς ἀνάγκης δὲν ἐνδιαφέρει τὸν μισθωτήν.
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐποιησάμην ὑπαινιγμόν τινα, διότι ἠγνόουν ὅτι ἡ Διοίκησις ἀναγνωρίζει ὑπάρχον νόμιμον δικαίωμα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας· εἶχον μάλιστα ἀκούσει, ὅτι ἐκλήθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ν’ ἀποφανθῇ, καὶ ὅτι ἐφάνη ὅτι εἶχεν ἀντίθετον γνώμην. Δὲν ἐπεθύμουν δὲ ἐγὼ νὰ ἐπηρεάσω τὴν γνώμην τῆς Διοικήσεως, διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναγνωρίσῃ τὸ νόμιμον δικαίωμα, τότε νὰ ἔλθῃ ἀρωγός.
§85ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ νομικὸς σύμβουλος εἶχεν ἐν ἀρχῇ ἐναντίαν γνώμην, ἀλλὰ μετ’ ἀκριβῆ ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἐπείσθη περὶ τῆς ὡς εἴρηται λύσεως αὐτοῦ.
§86Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχάριστον εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τοιαύτην γνώμην· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ἡ γνώμη, χρειάζεται καὶ ἐκτέλεσις. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν δίδεται ἀφορμὴ πρὸς τοιαύτην συζήτησιν. Ἔλαβον τὴν τιμὴν δὶς μέχρι τοῦδε νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μανθάνω ὅτι καθυστεροῦνται πολλὰ ἐνοίκια. Καὶ μολονότι δὲν φαίνεται ἀπ’ εὐθείας σχετικὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἀλλ’ ἀφοῦ προεκλήθη συζήτησις, ἀνάγκη νὰ ληφθῇ γενικώτερον μέτρον. Καὶ λέγω ὅτι, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία σκέπτεται νὰ παράσχῃ βοήθειαν εἰς τοὺς πάσχοντας, πρὶν ἢ προβῇ εἰς βοηθητικὰ μέτρα πρέπει νὰ ἐξαντλήσῃ τὰ διοικητικά. Πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ὡς πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην, διὰ τοῦτο καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς νὰ μὴ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις τῶν Βουλευτῶν, ὅτι ὁ Α καὶ ὁ Β ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ πληρωθῶσιν, ἀλλὰ τὰ ὀφειλόμενα ἐξ οἱασδήποτε νομίμου αἰτίας καὶ ἀναμφισβητήτου νὰ πληρωθῶσι τάχιστα. Ταῦτα λέγω, διότι εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ὑπέβαλον καὶ ἐπερώτησιν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς εἰσφορᾶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκεν ἐπαρκεῖς ὁπωσοῦν πληροφορίας, ἀλλὰ μόνον εἴς τινα μέρη τῆς ἐπερωτήσεώς μου· ἐφάνη ὅμως διστάζων ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν παρέσχον τὰ κτήνη εἰς τὸ Δημόσιον. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐξακολουθῇ ἔχων τὸν δισταγμὸν τοῦτον, διότι τὰ στρατιωτικὰ καλῶς γνωρίζει, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ νομικὰ, θὰ προστρέξῃ εἰς τὴν βοήθειαν τῶν ἁρμοδίων προσώπων. Ἐὰν δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὴ ἀναβάλῃ, καὶ ν’ ἀποφασίσῃ νὰ πληρωθῶσιν οἱ ἔχοντες τοιαῦτα δικαιώματα. Σήμερον μοὶ ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι μένει εἰς τὰς Ἀθήνας μέγας ἀριθμὸς τοιούτων δικαιούχων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ εὕρωσι τὸ δίκαιόν των. Ἀλλὰ πλὴν τούτων εἶναι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνέκτησαν τὰ κτήνη των, διότι ἢ δὲν ἀνευρέθησαν ταῦτα, ἢ ἂν ἀνευρέθησαν ἦσαν τόσον ἠλλοιωμένα, ὥστε δὲν ἠδύναντο νὰ κρίνωσι περὶ τῆς ταυτότητος καὶ θὰ ἐκινδύνευον νὰ καταδιωχθῶσιν ἐπὶ ἀπάτῃ. Ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπερώτησίν μου περὶ τούτου, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ τὴν ἀναγνώσῃ, εἰς προσεχῆ δὲ συνεδρίασιν νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν ἀπάντησιν. Ἐπειδὴ ἔλαβον τὸν λόγον, θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συναινέσῃ, ὥστε ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «πρόσφυγες» διότι ὑπάρχουσι δήμαρχοι, οἵτινες ἴσως ἐδέχθησαν διαταγὰς ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν ἐξουσίαν, καὶ αὐτοὶ θὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, ἄλλοι ἔμειναν ἐκεῖ, προστατεύοντες τοὺς συνδημότας των, ἕτεροι προσέφυγον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ κατόπιν ἐπανῆλθον, ἄλλοι δ’ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀναχωρήσαντες ἐκ Θεσσαλίας παραμένουσιν ἐνταῦθα. Θὰ εὑρεθῇ λοιπὸν εἰς δυσχερῆ θέσιν νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἰδιότητα τοῦ πρόσφυγος, καὶ νομίζω ὅτι καὶ ἡ λέξις «πρόσφυξ» δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα, διότι ἡ Θεσσαλία ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι Ἑλληνικὴ χώρα. Ἄλλως, ἐὰν μείνῃ ἡ λέξις, ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια ὡς πρὸς τὰ ἐνδεχόμενα νὰ συμβῶσι διὰ τὴν ταυτότητα.
§87Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὡς πρὸς τὰς ἀποζημιώσεις, δὲν δύναμαι νὰ πράξω ἄλλως ἢ νὰ ἐφαρμόσω τὸν νόμον. Ὅ,τι λέγει ὁ νόμος, αὐτὸ καὶ γίνεται, καὶ οὐδεμία ὑπόθεσις τοιαύτης φύσεως ὑπάρχει ἐκκρεμής. Ὅσοι παρουσιάζονται λαμβάνουσι τὰ κτήνη των, αἱ ὁριζόμεναι ὑπὸ τοῦ νόμου ἀποζημιώσεις δίδονται, καὶ οὐδὲν παράπονον ἠκούσθη.
§88Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδὲν ἄλλο ζητῶ ἢ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ πρέπει νὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι αἱ πληροφορίαι αἱ δοθεῖσαι εἰς αὐτὸν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ ἰδιοκτῆται κτηνῶν, παραληφθέντων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, οἵτινες οὐδεμίαν ἔλαβον ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἄλλοι δὲ δὲν ἀνεῦρον τὰ κτήνη των. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀκριβεστέρας πληροφορίας, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι αἱ δοθεῖσαι ἤδη εἰς αὐτὸν δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θέλω ὑποβάλει κατάλογον, ὅπως ἀποδείξω ὅτι, ὅ,τι λέγω τὴν στιγμὴν ταύτην, στηρίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅτι συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ μόνου τοῦ νόμου.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἀναβάλλεται μέχρις οὗ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 26).
§90ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοὶ συγχωρήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ διακόψω πρὸς στιγμὴν τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως, ἵνα παρακαλέσω αὐτὴν ἐπὶ θέματος κατεπείγοντος. Τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦται ἡ συνθήκη, ἐψηφίσθη ἤδη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὑπολείπεται δὲ ἡ τρίτη. Ἐπειδὴ αὔριον θὰ γείνῃ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν κειμένων τῆς συνθήκης, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συνέλθῃ εἰς νέαν συνεδρίασιν ὀλίγον μετὰ τὴν δωδεκάτην, ἤτοι μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§92ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897 ἐκ δραχ. 18,000.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 27.) Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐκ Θεσσαλίας, Ἠπείρου καὶ Κρήτης σπουδαστῶν ἀπὸ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§94ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ κατεχομένων μερῶν φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, οἱ μὴ δυνηθέντες νὰ ἀνανεώσωσι τὴν ἐν αὐτῷ ἐγγραφὴν αὐτῶν, ὡς καὶ οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀπόφοιτοι τῶν Γυμνασίων, οἱ μὴ δυνηθέντες νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὰς Σχολὰς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἢ εἰς τὸ φαρμακευτικὸν σχολεῖον αὐτοῦ, καὶ οἱ ὑποβληθησόμενοι εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις φοιτηταὶ τῶν διαφόρων Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀπαλλάσσονται τῶν πρὸς τοῦτο ἐπιβαλλομένων αὐτοῖς κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ὡς καὶ παντὸς τέλους χαρτοσήμου διὰ τὸ χειμερινὸν ἑξάμηνον τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1897–1898, τῇ προηγουμένῃ πρὸς τοῦτο ἑκάστοτε ἐγκρίσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ.»
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπροτάθη χθές, ὅπως ἀντὶ τοῦ ἑξαμήνου τεθῇ τὸ ἔτος. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἢ ὁ τῶν Οἰκονομικῶν.
§96Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὡς τελευταῖον ἄρθρον ἔθεσα ἀκριβῶς τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτοῦ: «Αἱ ἀνωτέρω διατάξεις δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ κατὰ τὸ θερινὸν ἑξάμηνον τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1897–1898, ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.» Νομίζω δὲ, ὅτι, ὡς ἐτροποποιήθη τὸ νομοσχέδιον, περιλαμβάνει ὅλας τὰς ἐκφρασθείσας ἐπιθυμίας, τὰς ἐκ τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν ἐκπηγαζούσας.
§97ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Πρέπει μετὰ τὰς λέξεις «καὶ οἱ ὑποβληθησόμενοι εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις» νὰ τεθῇ «καὶ οἱ ὑφιστάμενοι τὰς ἐξετάσεις ἐν τοῖς γενικοῖς μαθήμασιν»· εἶναι μόνον διὰ τοὺς φοιτητὰς τῆς Ἰατρικῆς.
§98Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ἄς τεθῇ: «καὶ οἱ ἐκ τῶν αὐτῶν μερῶν ὑποβληθησόμενοι εἰς διδακτορικὰς ἢ εἰς τὰ γενικὰ μαθήματα ἐξετάσεις κλπ.»
§99ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅπως προσετέθη ἡ τροποποίησις διὰ τοὺς ὑποβληθησομένους εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις, προκύπτει ἔννοια ἐναντία τῆς ἐπιδιωκομένης, διότι ἀναφέρεται μόνον εἰς φοιτητὰς ὑφισταμένους διδακτορικὰς ἐξετάσεις μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου (διάλογοι). Ἐννοῶ τοῦτο· τὸ εὐεργέτημα, ὡς ἐτέθη ἡ τροποποίησις, χορηγεῖται εἰς τοὺς ὑποβληθησομένους εἰς ἐξετάσεις μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, ἐνῷ διὰ τῆς τροποποιήσεως δὲν σκοπεῖται τοῦτο, ἀλλὰ σκοπεῖται νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν οἱ ὑποβληθησόμενοι εἰς ἐξετάσεις καθ’ ὅλον τὸ χειμερινὸν ἑξάμηνον. Ἡ τροποποίησις λοιπὸν νὰ τεθῇ ἐν τέλει.
§100ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λέγει «καὶ οἱ ὑποβληθησόμενοι», καὶ ὅταν ἐντὸς ἑνὸς νόμου λέγηται «οἱ ὑποβληθησόμενοι», ἐννοεῖ τοὺς ὑποβληθησομένους μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου.
§101ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄς σημειωθῇ λοιπὸν εἰς τὰ πρακτικά.
§102Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου δικαιολογεῖ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Βουλευτής. Νὰ τεθῇ λοιπὸν οὕτω πως ἡ προσθήκη, ὥστε νὰ ἐννοῆται ὅτι πρόκειται περὶ τῶν κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διαρκεῖ ἡ κατοχὴ τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων, καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου προσερχομένων εἰς ἐξετάσεις.
§103Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀφοῦ ὁρίζονται χρονικὰ διαστήματα, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς φοιτητὰς νὰ ἐγγραφῶσι...
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὁρίζονται.
§105ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ αʹ καὶ τὸ βʹ ἑξάμηνον.
§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μίαν λεκτικὴν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς, τοὺς εἰσαγαγόντας τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον λέγει: «Οἱ μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ κατεχομένων μερῶν...» Μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς εἰρήνης καὶ τὴν κύρωσιν αὐτῆς ἐχθρὸς δὲν ὑπάρχει. Ἡ λέξις αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐννοοῦσα ὅτι διατελοῦμεν ἀκόμη ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦναι προτιμότερον νὰ τεθῇ, ἀντὶ «ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ», «ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ».
§107ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ παρατήρησις εἶναι ὀρθὴ, καὶ παρακαλῶ νὰ τεθῇ «ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ», ἀντὶ «ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ». Προηγουμένως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας παρετήρησεν, ὅτι δὲν ὁρίζεται ἡ προθεσμία, καθ’ ἣν θέλουσιν ἀπολαύσει τῆς ἀτελείας αὐτῆς οἱ ἐξετασθησόμενοι...
§108Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπάρχουν προθεσμίαι, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ ἐγγραφὴ τῶν φοιτητῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ· αἱ προθεσμίαι αὗται ἔληξαν, δύνανται ὅμως νὰ ἀνανεωθῶσι καὶ θ’ ἀνανεωθῶσι διὰ Β. Διατάγματος, οὕτω δὲ θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς φοιτητὰς νὰ ἀνανεώσωσι τὴν ἐγγραφήν των.
§109Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται δυνάμει τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, νὰ ἐπεκταθῇ αὐτὴ ἡ ἀπαλλαγὴ καὶ ἐπὶ τῶν προσερχομένων εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις, πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου θὰ προσέλθουν καὶ οἵτινες κατάγονται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τῶν ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ κατεχομένων. Λοιπὸν ἐὰν μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐγγραφομένους, δὲν ὠφελεῖ ἐκείνους, διότι ἡ τῆς ἐγγραφῆς ἐποχὴ παρῆλθεν, αὐτοὶ δὲ πρόκειται νὰ προσέλθουν εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις εἰς τὸ μέλλον καὶ καθ’ ὅλον τὸν χρόνον, καθ’ ὃν διαρκεῖ ἡ κατοχὴ τῆς Θεσσαλίας. Λοιπὸν πρέπει νὰ διατυπωθῇ οὕτως, ὥστε οὗτοι, προσερχόμενοι εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διαρκεῖ ἡ κατοχὴ τῆς Θεσσαλίας καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ ἐμπόλεμος κατάστασις ἐν Κρήτῃ, νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητοῦν τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ τῶν τελῶν αὐτῶν.
§110Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, καὶ ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ φοιτηταί, οἱ μὲν νὰ ἀνανεώσωσι τὴν ἐγγραφήν των ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, οἱ δὲ ἄλλοι νὰ δώσουν διδακτορικὰς ἐξετάσεις καθ’ ὅλον τὸ ἔτος σχεδὸν, δὲν ἐπέρχεται κἀμμία ἀλλοίωσις τῆς ἐννοίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ νομίζετε ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς σας. Εἶναι ὅμως ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσουν ἐξετάσεις πρὸ τοῦ νόμου· δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κἀμμία σύγχυσις τοιαύτη, ἐκτὸς ἐὰν θέλουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον, νὰ εὕρουν ἀφορμὴν νὰ μὴ τὸν ἐφαρμόσουν.
§111Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν κατέστησα φανερὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, ὡς διατυποῦται, δημιουργεῖ ἓν χώρισμα μεταξὺ τῶν ἐκ Θεσσαλίας προσφύγων, ἀνέφερα δὲ, καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον ἐξ ἀνάγκης, ὅτι πολλοὶ τούτων, φοβηθέντες τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς πρὸς ἐγγραφὴν ἢ πρὸς ἀνανέωσιν, ἠναγκάσθησαν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ οἰκονομήσωσι τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα καὶ νὰ καταβάλωσι ταῦτα, τὰ ὁποῖα οἱ πλεῖστοι ὀφείλουν νὰ ἀποδώσουν, καὶ νὰ ἀποδώσουν ἴσως μετὰ τόκου. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, φρονεῖ ὅτι εἶναι δίκαιον αὐτοὶ νὰ μὴ ἀναλάβωσι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον κατέβαλον; Φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, ἐὰν ἀποδεδειγμένως οὗτοι ἦναι πένητες, ἢ μᾶλλον καὶ πολλοὶ ἐκ τούτων στερούμενοι καὶ μετὰ μεγάλων στερήσεων σπουδάζοντες, φρονεῖ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ στερηθῶσι τοῦ εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τοὺς λοιπούς; Παρεκάλεσα καὶ χθὲς, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ σήμερον τὴν παράκλησίν μου, νὰ ἐπεκταθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ εἰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ ἀπορία ἤθελε βεβαιωθῆ διὰ καταλλήλου τρόπου, π. χ. διὰ τῶν ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπροσώπων ἢ τῶν δημάρχων ἢ ἄλλων εὐυπολήπτων πολιτῶν, ὅπως ἂν ἤθελεν ἐγκρίνει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλή· ἄλλως εἶναι ἄδικον, διότι δημιουργεῖται μία διάκρισις μεταξὺ τῶν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων προσφύγων φοιτητῶν.
§112Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. συνάδελφος προτείνει νὰ ἐπιστραφῇ χρῆμα, καταβληθὲν ἤδη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νὰ διατυπωθῶσιν ὅλαι αἱ διατάξεις, καθ’ ἃς θὰ ἐπιστραφῇ τὸ χρῆμα τοῦτο. Εἶναι ὅμως ἀδύνατον νὰ τεθῇ τοιαύτη τροπολογία τὴν τελευταίαν ὥραν ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχουν ἄποροι, εὑρεθέντες εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῶσιν ὑπὸ σκληροὺς ὅρους, πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλος τρόπος συνδρομῆς δι’ αὐτούς· ἔχομεν ἐπιτροπὴν συντρέχουσαν τοὺς ἀπόρους. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄσχετον μὲ τὸ νομοσχέδιον. Πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὅσοι κατέβαλον, ἠδύνατο νὰ καταβάλωσι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον κατέβαλον, καὶ ἀπομένουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν εὐκολίαν οὔτε δάνειον νὰ εὕρουν.
§113Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν εὐχαριστῶ διὰ τὴν καλὴν διάθεσιν, διότι ὁμολογεῖ ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν καὶ οἱ ἄλλοι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πίστωσιν πρὸς περίθαλψιν τῶν προσφύγων, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ καταβάλῃ πρὸς τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς μαθητὰς ἢ φοιτητὰς ὅσα ἐπλήρωσαν. Ὁμιλῶ δὲ περὶ τῶν ἀποδεδειγμένως πτωχῶν, καὶ ὑπάρχει τρόπος νὰ βεβαιωθῇ τοῦτο.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς. Ἀντὶ τῆς ἐν τῇ δευτέρᾳ σειρᾷ λέξεως «ἐχθροῦ» ἐτέθη «τουρκικοῦ στρατοῦ», ἀντὶ δὲ τῶν ἐν τῇ ἑβδόμῃ σειρᾷ λέξεων «καὶ οἱ ὑποβληθησόμενοι εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις» ἐτέθη «καὶ οἱ ἐκ τῶν αὐτῶν μερῶν ὑποβληθησόμενοι εἰς διδακτορικὰς ἢ εἰς τὰ γενικὰ μαθήματα ἐξετάσεις». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάταξις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τοὺς μαθητὰς τῶν Γυμνασίων, Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ τῶν ἀντιστοίχων Λυκείων ὡς πρὸς τὸ ἐπιβαλλόμενον αὐτοῖς, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, τέλος χαρτοσήμου διὰ τὴν ἐν τοῖς Γυμνασίοις, Ἑλληνικοῖς σχολείοις καὶ τοῖς ἀντιστοίχοις Λυκείοις ἐγγραφὴν αὐτῶν διὰ τὸ χειμερινὸν ἑξάμηνον τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1897–1898.»
§115ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἐπεκτείνεται διὰ τὴν ἐγγραφὴν μόνον;
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγένετο χθὲς μνεία ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§117ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον, μετὰ τὴν ἐν τῇ προτελευταίᾳ σειρᾷ λέξιν «ἐγγραφήν», τὰ ἑξῆς: «μετεγγραφὴν αὐτῶν ἀπὸ Γυμνασίου εἰς Γυμνάσιον καὶ Ἑλληνικοῦ σχολείου εἰς ἄλλο, ὡς καὶ διὰ τὰ μαρτυρικὰ ἀποφοιτήσεως.»
§118Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀνωτέρω διατάξεις ἐφαρμόζονται καὶ ὑπὲρ τῶν φοιτητῶν καὶ μαθητῶν τῶν ἐκ Κρήτης καὶ Ἠπείρου, ὡς καὶ τῶν ὑποβληθησομένων εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις φοιτητῶν τῶν διαφόρων Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου.»
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ τελευταῖαι λέξεις, «ὡς καὶ τῶν ὑποβληθησομένων εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις φοιτητῶν τῶν διαφόρων Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου», εἶναι περιτταί. Ἀφοῦ λέγει «αἱ ἀνωτέρω διατάξεις», ἐννοεῖ ὅτι ἐφαρμόζονται ὅλαι αἱ διατάξεις.
§121Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ διαγραφῶσι.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφονται.
§123ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ διασάφησίς τις ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐξ Ἠπείρου καταγομένους. Τί ἐννοεῖ τὸ νομοσχέδιον; Ἐννοεῖ μόνον τοὺς καταγομένους ἐκ τῆς ἀλυτρώτου Ἠπείρου, ἢ καὶ τοὺς ἐκ τῆς λυτρωθείσης Ἠπείρου; (καθόσον ὁ νομὸς τῆς Ἄρτης, ὡς γνωστὸν, ἔχει λυτρωθῆ). Ὑποθέτω ὅτι ἐννοεῖ τοὺς ἐκ τῆς ἀλυτρώτου Ἠπείρου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἰς τὸν νομὸν τῆς Ἄρτης ὁ τουρκικὸς στρατὸς δὲν εἰσῆλθε, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ τῆς Ἄρτης, ἀφοῦ δὲν ὑπάγονται εἰς αὐτὴν καὶ οἱ ἐκ τῶν ἄλλων ὁμόρων νομῶν, ὅπου ὁ τουρκικὸς στρατὸς δὲν εἰσῆλθεν. Ὅπως δήποτε ὅμως, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ γείνῃ διασάφησις παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, τί ἐννοεῖ τὸ νομοσχέδιον.
§124Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν βεβαίως τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην χρημάτων, θὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡμεῖς φροντίζομεν περὶ ὡρισμένων προσώπων· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἐπιβληθέντων κατὰ τὸ 1893 πρὸς πληρωμὴν εἰς ἀκέραιον τῶν δανειστῶν ἡμῶν, περὶ φόρου ἐπαχθεστάτου καὶ μὴ ἔχοντος καὶ δικαιολογικὴν βάσιν, διότι δὲν εἶναι προσοδοφόρος ἐπιχείρησις, ὑποκειμένη εἰς φορολογικὰς ἀφαιμάξεις, ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐκπαιδεύσεως· πολὺ ὀρθῶς δὲ μεταξὺ τῶν ἀνακουφίσεων, αἵτινες ἐθεωρήθησαν ἐπιβεβλημέναι διὰ τοὺς κυρίως παθόντας, ἐθεωρήθη καὶ ἡ ἐλαχίστη αὕτη. Δὲν εἶμαι παντάπασιν ἐναντίος τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ ἀνακούφισις αὕτη καὶ εἰς τοὺς φοιτητὰς τοὺς ἐξ Ἠπείρου καὶ ἐκ Κρήτης, ἤθελον μάλιστα προτείνει νὰ ἐπεκταθῇ ὑπὲρ ὅλων τῶν σπουδαστῶν τῶν ἐκ τῆς ἀλυτρώτου Ἑλλάδος, διότι καὶ αὐτοὶ εὑρέθησαν ὑπὸ περιστάσεις τοιαύτας, αἵτινες ὑπέβαλον αὐτοὺς εἰς ἐκτάκτους πιέσεις, ἀνωμαλίας, θυσίας καὶ καταδιωγμοὺς, διότι ἕνεκα τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων καὶ τῶν ἐχθροπραξιῶν οἱ πολῖται Ἕλληνες καὶ ἄλλοι φιλελεύθεροι ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἑστίας αὐτῶν. Τουλάχιστον δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ μὴ προστεθῇ καὶ ἡ Μακεδονία, ἀφοῦ ἐκεῖ ἐγένετο ἡ μεγαλειτέρα συγκέντρωσις τοῦ ὀθωμανικοῦ στρατοῦ καὶ οἱ χριστιανοὶ ὑπέστησαν οὐχὶ ὀλιγωτέρας ζημίας τῶν ἐν Ἠπείρῳ εὑρεθέντων.
§125Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἐπαρουσιάσθησαν τοιαῦται ἀπαιτήσεις. Ἐὰν παρουσιασθῶσι, τότε βεβαίως θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιμένῃ, ἐπειδὴ δὲν παραβλάπτει τὴν λειτουργίαν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἀντιλέγω.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προστίθενται καὶ οἱ ἐκ Μακεδονίας σπουδασταί.
§127ΣΤ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐννοῶ τὴν φιλανθρωπίαν, ἐννοῶ τὸν οἶκτον, ὅστις μᾶς κατέχει ὅλους· ἀλλ’ ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συνδρομὴν ὅλων τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν πέριξ ἡμῶν, ἐκ τοῦ θησαυροφυλακίου τοῦ Κράτους, ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ὁμολογεῖ, ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ ἐπαρκέσῃ πέραν ὡρισμένου ὁρίου.
§128Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἔδωκε τὴν διασάφησιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, ἐὰν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 ἀφορᾷ μόνον τοὺς ἐκ τῆς ἀλυτρώτου Ἠπείρου σπουδαστὰς, ἢ καὶ τοὺς ἐκ τῆς ἄλλης Ἠπείρου.
§129Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀμφοτέρους.
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διασάφησις αὕτη ἔρχεται ἀφ’ ἑαυτῆς. Οἱ πλεῖστοι τῶν Ἠπειρωτῶν σπουδάζουσιν εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Ἄρτης, πολλοὶ δ’ ἐξ αὐτῶν, καίτοι καταγόμενοι ἐκ τῆς δούλης Ἠπείρου, εἰσὶ δημόται διαφόρων δήμων τοῦ νομοῦ Ἄρτης. Ἐὰν ἑπομένως θελήσωμεν νὰ διαιρέσωμεν τὴν Ἤπειρον εἰς ἐλευθέραν καὶ εἰς δούλην, δὲν θὰ ἔχωμεν βάσιν τινὰ, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς ἀπαλλαγὰς, τὰς ὁποίας ψηφίζομεν σήμερον· διότι πῶς θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἷς Ἠπειρώτης εἶναι ἐκ τῆς δούλης καὶ ὄχι ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος; Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ σήμερον μάλιστα ἐλάχιστοί εἰσιν οἱ μὴ πληρώσαντες ἐκ τοῦ νομοῦ Ἄρτης, ἐπειδὴ δὲ οἱ πλεῖστοι τῶν ἐκ τῆς δούλης Ἠπείρου σπουδάζουσιν εἰς τὴν Ἄρταν, εἶναι καλὸν, νομίζω, νὰ μὴ διαιρέσωμεν τὴν Ἤπειρον εἰς δύο, καὶ νὰ μὴ ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου τὴν ἐλευθέραν Ἤπειρον, ἡ ὁποία ὑπέστη καὶ αὕτη τὰς καταστροφὰς τοῦ πολέμου.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Αἱ ἀνωτέρω διατάξεις ἐφαρμόζονται καὶ ὑπὲρ τῶν φοιτητῶν καὶ μαθητῶν τῶν ἐκ Κρήτης, Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προτείνει νέον ἄρθρον 4ον, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀνωτέρω διατάξεις δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ κατὰ τὸ θερινὸν ἑξάμηνον τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1897–1898 ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.»
§132ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, νομίζω, δὲν ἀποτελεῖ ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἐκδίδει ἀποφάσεις. Ἀντὶ «ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου» πρέπει νὰ τεθῇ: «διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδοθησομένου προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.»
§133Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νέον ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἄρθρον 5, τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς γʹ συζήτησιν).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 28). Τὴν 12 καὶ 5′ ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.