1897.12.04
304 στίχοι · 2.135 λέξεις · 41 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
Τῆς 4 Δεκεμβρίου 1897.
(Πέμπτη)
Ὥρα 6 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§2ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, κυροῦν τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνθήκην, τὴν ὑπογραφεῖσαν ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὴν 22 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. Τὸ κείμενον τῆς συνθήκης ταύτης, κομισθὲν εἰς Ἀθήναις ἀπὸ τῆς παρελθούσης Πέμπτης, ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς παρελθούσης Δευτέρας, ἀνεβάλομεν ὅμως τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ, ἐλπίζοντες ὅτι θὰ ἦτο ἐφικτὸν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἐπερατοῦτο ἡ ἐργασία τῆς ἐνταῦθα οἰκονομικῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς, ἀπὸ τοῦ ἔργου τῆς ὁποίας ἐξήρτηται ἡ ἐκκένωσις τῆς Θεσσαλίας. Ἀτυχῶς, μεθ’ ὅλην τὴν καταβληθεῖσαν προσπάθειαν πρὸς ἐπιτάχυνσιν τῶν διαπραγματεύσεων, δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ περάτωσις αὐτῆς· ἐπειδὴ δὲ, καθ’ ἃς ἐλάβομεν ἡμιεπισήμως ἐκ Κωνσταντινουπόλεως πληροφορίας, ἡ Α. Μ. ὁ Σουλτάνος ἐπεκύρωσε τὴν συνθήκην ἀπὸ τῆς προχθὲς Τετάρτης, ἐνομίσαμεν ὅτι πᾶσα ἀναβολὴ ἐκ μέρους ἡμῶν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Τὸ ἔργον τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς προχωρεῖ, ἔχομεν δὲ εὐλόγους ἐλπίδας, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ δυνηθῶμεν νὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Ἐπειδὴ ὑπάρχει, Κύριοι, ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ ἐπικυρωθῇ ταχέως ἡ συνθήκη τῆς εἰρήνης, ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, θὰ παρακαλέσω, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, νὰ γείνῃ αὕτη δεκτὴ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῆς συνθήκης θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 18). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Πιπινόπουλος, Ι. Γιαννακόπουλος, Σωτ. Χατζηγάκης καὶ Χ. Στεριάδης ὑποβάλλουσιν αἴτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν, κατ’ ἐπαρχίας καὶ ὀνομαστὶ δι’ ἕνα ἕκαστον τῶν προσφύγων Θεσσαλῶν, τῆς πληρωθείσης περιθάλψεως κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαημερίαν τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις νὰ συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνομολογηθείσης ὁριστικῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται):
§6Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει, βλέπω, οὐδεμία ἀντίῤῥησις, οὔτε δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ δὲν ὑπάρχει οὔτε συζήτησις, καὶ δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτητις διὰ πολλοὺς λόγους, ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν καθῆκον, καὶ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπληρώσω, τὸ τῆς διαμαρτυρίας, διότι ἄνωθεν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία, καὶ ἄνωθεν αὐτῶν τῶν Κυβερνήσεων τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη τῶν λαῶν, ἡ κρίσις τῆς ἱστορίας. Περιορίζομαι νὰ ὑποβάλω ἔγγραφον τὴν διαμαρτυρίαν μου δι’ ὀλίγων, καὶ παρακαλῶ, χάριν τῆς ἱστορίας καὶ αὐτοῦ τοῦ καταπατηθέντος δικαίου, νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει τὴν διαμαρτυρίαν): «Διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῶν λαῶν, διότι ἕνεκα ἀνωτέρας βίας—τῶν στεναγμῶν τῆς εἰς τοὺς Τούρκους παραδοθείσης Θεσσαλίας καὶ τοῦ ἐθνικοῦ ἀφοπλισμοῦ—ἀδυνατῶ νὰ προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως καὶ τὴν ἀπόῤῥιψιν συνθήκης ἐπονειδίστου, προκληθείσης μὲν ἐξ εἰκονικοῦ πολέμου, ὑπαγορευθείσης δὲ ὑπὸ τῆς ἀδικίας τῶν Κυβερνήσεων ἐξ κραταιῶν Δυνάμεων, δι’ ἧς—παραβιαζομένων τῶν ἐν ἔτεσι 1832, 1863 καὶ 1864 συνομολογηθεισῶν συνθηκῶν—ἀναιρεῖται ἡ ὑπὸ τριῶν ἐξ αὐτῶν ἐγγυηθεῖσα ἀνεξαρτησία τοῦ Κράτους, καταργεῖται τὸ Σύνταγμα, καιρίως δὲ τιτρώσκεται ὁ Ἑλληνισμὸς· ἀναλλοίωτα ὅμως θεωρῶ καὶ ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης ταύτης βίας τὰ δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἥτις— παραδίδουσα τοὺς ἐργάτας τοῦ διεθνοῦς τούτου τερατουργήματος εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἱστορίας —ὀφείλει ἐν καιρῷ διὰ συγκλήσεως Συντακτικῆς Συνελεύσεως ν’ ἀναζητήσῃ καὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος ἐνόχους, λαμβάνουσα διὰ τὸ μέλλον μέτρα ἐπαρκῆ πρὸς περιφρούρησιν τοῦ ἔθνους.»
§7Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Ἡ συνθήκη, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κυρώσῃ ἡ Βουλή, εἶναι ἔργον τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων. Ἡ Βουλή, κυροῦσα διὰ τῆς σιωπῆς της τὴν συνθήκην, πράττει τὴν μεγαλειτέραν διαμαρτυρίαν διὰ τῆς τοιαύτης κυρώσεως.
§8ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ συμμερίζομαι καὶ ἐγώ.
§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀφοῦ ἀσπάζεται ἡ Βουλὴ τὴν διαμαρτυρίαν,—ἴσως τινὲς διαφωνοῦσιν ὡς πρὸς τὴν ἔκφρασιν— πρέπει ἡ διαμαρτυρία νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀναγνωσθὲν μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συνθήκης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§13ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δι’ ἀποφάσεως ληφθείσης ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ κατὰ τὴν 20 Ἰουνίου ἐνέκρινε πρόσθετον σύμβασιν πρὸς ἐπαύξησιν τῶν ἐν τῇ Λατινικῇ ἑνώσει κυκλοφορούντων ἀργυρῶν κερμάτων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συνθήκης ταύτης. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις παρέστησε τὸ κατεπεῖγον τῆς συμβάσεως ταύτης.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 19).
§15ΣΤΕΦ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο σχέδια νόμου. Τὸ ἓν ἀφορᾷ εἰς δαπάνας τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς ἐκ δραχ. 27,260. Ἀπόφασις περὶ τῆς δαπάνης ταύτης ὑπῆρξεν, ἀλλὰ κατὰ πλάνην ἐπιστεύθη ὅτι ὑπῆρξε καὶ νόμος, ἐνῷ τοιοῦτος δὲν ὑπάρχει. Τὸ ἕτερον νομοσχέδιον εἶναι περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δημοσίων ὑπολόγων, διότι ὑπάρχουσι πολλὰ ἐντάλματα ἀπολεσθέντα, καὶ τὸ θέμα χρήζει τακτοποιήσεως.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 20–24).
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς εἶχε δηλώσει, ὅτι θὰ ὑπέβαλλε νομοσχέδιον, ὁρίζον τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφέντος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν Θεσσαλῶν γεωργῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ φέρῃ τοῦτο, ὅπως ψηφισθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιον, διότι πλησιάζομεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Ἠκούσατε ἤδη, ὅτι ἀναφαίνονται ἐν Θεσσαλίᾳ ἀνάγκαι, διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐνδέχεται νὰ δεσμεύωνται. Συνιστῶ ἑπομένως τὴν ταχεῖαν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἰσχύος τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων, τῶν καταρτισθέντων διὰ τὸ ἔτος 1897, καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1898 εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα Ἀθηνῶν καὶ Μεσολογγίου, ὡς καὶ εἰς τὰ ὑπαγόμενα εἰς περιφερείας, ἔνθα δὲν κατηρτίσθησαν τοιοῦτοι κατάλογοι κατὰ τὸ ἔτος 1897. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προκαταβολῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας πρόσφυγας δημάρχους τῶν καθυστερουμένων αὐτοῖς μισθῶν.
§20Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ κ. Ὑπουργοὶ καὶ τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θέλω ἀναπτύξει, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη. Δι’ αὐτῆς ζητῶ νὰ ἐπεκταθῇ τὸ αὐτὸ δικαίωμα καὶ εἰς ὅλους τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους. Προσέτι ὑπάρχει ἓν καὶ μόνον δημοσυντήρητον Γυμνάσιον ἐν Καρδίτσῃ, τοῦ ὁποίου οἱ καθηγηταί, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, δὲν ἔλαβον τοὺς μισθούς των· ἀνέρχεται δὲ, νομίζω, τὸ ὅλον τῶν καθυστερουμένων αὐτοῖς μισθῶν εἰς 6,000 δραχμάς. Δίκαιον εἶναι νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οὗτοι ὑπὸ τὰς πτέρυγας τοῦ προστατευτικοῦ νόμου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 22). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐξ Ἠπείρου, Θεσσαλίας καὶ Κρήτης σπουδαστῶν ἀπὸ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§23ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ κατεχομένων μερῶν φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, οἱ μὴ δυνηθέντες νὰ ἀνανεώσωσι τὴν ἐν αὐτῷ ἐγγραφὴν αὑτῶν, ὡς καὶ οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀπόφοιτοι τῶν Γυμνασίων, οἱ μὴ δυνηθέντες νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὰς Σχολὰς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἢ εἰς τὸ φαρμακευτικὸν σχολεῖον αὐτοῦ, ἀπαλλάσσονται τῶν πρὸς τοῦτο ἐπιβαλλομένων αὐτοῖς κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ὡς καὶ παντὸς τέλους χαρτοσήμου, διὰ τὸ χειμερινὸν ἑξάμηνον τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1897–1898, τῇ προηγουμένῃ πρὸς τοῦτο ἑκάστοτε ἐγκρίσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ.»
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτείνω νὰ προστεθῇ διάταξις περὶ ἀτελείας καὶ ὑπὲρ ἐκείνων τῶν ἐκ Θεσσαλίας φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, οἵτινες πρόκειται νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις διδακτορικὰς ἐνώπιον τῶν Σχολῶν.
§25Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§26Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὡς διατυποῦται, ἀδικεῖ μεγάλως ἀριθμόν τινα φοιτητῶν ἢ μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ἀποδεδειγμένως πενέστατοι, φοβούμενοι τὸν ὅρον τῆς παραγραφῆς, ἠναγκάσθησαν νὰ προστρέξωσιν εἰς ἄλλους, ἵνα δανεισθῶσιν, ἴσως μὲ βαρύτατον τόκον καὶ ὑποχρεώσεις, τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν, ὅπως ἐγγραφῶσιν ἢ ἀνανεώσωσι τὴν ἐγγραφήν των. Φρονῶ ὅτι, ὅταν ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτοὶ πένονται ἀληθῶς,—καὶ γνωρίζω πολλοὺς ἐξ αὐτῶν, οἵτινες τὰ χρήματα ἐπορίσθησαν διὰ βαρυτάτων ὑποχρεώσεων,—δίκαιον εἶναι νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ ἀναλάβωσι τὸ καταβληθὲν παρ’ αὐτῶν ποσόν. Πιστεύω δ’ ὅτι τὴν ἰδέαν ταύτην θέλει συμμερισθῆ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος, πολὺ καλῶς πράξας, παρέτεινε τὸν χρόνον τῆς ἐγγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· ἀλλ’ οἱ ἐγγραφέντες ἢ ἀνανεώσαντες τὴν ἐγγραφήν των πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἠναγκάσθησαν, ἐν τῇ ἀβεβαιότητι εὑρισκόμενοι, νὰ ἐξοικονομήσωσι διὰ παντὸς τρόπου τὰ νόμιμα τέλη. Φρονῶ ὅτι διὰ τῆς καταλλήλου ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐξεύρῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτοὶ πραγματικῶς πένονται, δίκαιον εἶναι νὰ τοῖς ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα.
§27Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ἦτο δυσχερεστάτη ἡ ἐξέλεγξις μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο, λόγῳ εὐπορίας, νὰ πληρώσουν, καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐδανείσθησαν, ἵνα πληρώσουν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς ὅλους νὰ ἀναλάβωσι τὰ καταβληθέντα. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἄλλως, ἀφοῦ ἅπαξ ἐπλήρωσαν, σημαίνει ὅτι ἠδύναντο νὰ πληρώσουν.
§28Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν τοιούτων ἀπέναντι τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἀτυχησάντων, ὑπὲρ ὧν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι μέγας. Τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ὑπέφεραν, νομίζω ὅτι εἶναι λόγος ἱκανὸς, ὅπως πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὸ εὐεργετικὸν μέτρον ὅλους, καὶ τοὺς ἐγγραφέντας ἤδη καὶ τοὺς μὴ ἐγγραφέντας.
§29Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἀποφασίζομεν περὶ τούτου.
§30ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τοὺς ἀτυχεῖς φοιτητὰς καὶ μαθητὰς, τοὺς ἐκ Θεσσαλίας, Ἠπείρου καὶ Κρήτης, χαρίζεται τὸ πρῶτον ἑξάμηνον· ἀλλὰ διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τί θὰ κάμουν οἱ σπουδασταὶ αὐτοί;
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καρδίτσης εἶναι πολὺ ὀρθή· ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ, καὶ ὑπὸ τοὺς εὐτυχεστέρους ὅρους ἐὰν γείνῃ ἡ ἐκκένωσις τῆς Θεσσαλίας, ἀναμφισβητήτως οἱ Θεσσαλοὶ πρόσφυγες δὲν θὰ ὦσιν ἐν εὐπορίᾳ κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου· ἡ αὐτὴ, ἂν ὄχι ἴσως καὶ μᾶλλον στενόχωρος κατάστασις θὰ παρίσταται καὶ τότε διὰ τοὺς Θεσσαλούς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἀντὶ τοῦ ἑνὸς ἑξαμήνου, δίκαιον καὶ ὀρθὸν εἶναι ἀπὸ τοῦδε νὰ νομοθετηθῇ, ὅτι οἱ φοιτηταὶ καὶ οἱ μαθηταὶ, ὑπὲρ ὧν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἀπαλλάσσονται διὰ τὰ δύο ἑξάμηνα· τοῦτο ἐπίσης ἱκανοποιεῖ κἄπως καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν διὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον, διότι θ’ ἀπολαύσωσι καὶ αὐτοὶ ἀπαλλαγῆς τινος. Ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας ἐνδεικνύει τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ δικαιολογεῖ τὴν θυσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον θὰ ὑποστῇ ἐκ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν φοιτητῶν καὶ μαθητῶν τούτων ἀπὸ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι εἶναι καλὸν ἀπὸ τοῦδε, ἀντὶ τοῦ ἑνὸς ἑξαμήνου, νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἀπαλλάσσονται τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν δι’ ὁλόκληρον τὸ τρέχον ἀκαδημαϊκὸν ἢ σχολικὸν ἔτος.
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καρδίτσης εἶναι ὀρθοτάτη. Εὐχόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν μάλιστα ν’ ἀπομακρυνθῶσιν οἱ Τοῦρκοι ἐκ Θεσσαλίας ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, μολονότι, καὶ ἂν τοῦτο γείνῃ ταχέως, πάλιν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ φοιτηταὶ καὶ μαθηταὶ θὰ εὑρίσκωνται ὑπὸ τὰς αὐτὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις. Πρέπει λοιπὸν νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ ὁλόκληρον τὸ ἔτος. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ δισταγμοὺς, νομίζω ὅτι ὑπάρχει τρόπος, διευκολύνων τοῦτο· διὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον, τὸ χειμερινὸν, προβλέπει ὁ νόμος, διὰ τὸ δεύτερον πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ ἄδεια, ἵνα διὰ διατάγματος δύνηται νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἀτέλειαν ταύτην, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν, εἰς ἃς ἤθελον εὑρεθῆ οἱ πρόσφυγες Θεσσαλοὶ καὶ λοιποὶ, καθόσον, ἐὰν ἡ Θεσσαλία εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς εὐτυχεστέρας περιστάσεις, διὰ τὰς ὁποίας πάντες ἐργαζόμεθα, πιθανὸν νὰ μὴ ληφθῇ ἀνάγκη ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου.
§33Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν σκεπτόμεθα καὶ ἀποφασίζομεν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη· «νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν λέξιν «αὐτοῦ», ἐν τῷ ἑβδόμῳ στίχῳ, τὰ ἑξῆς: «καὶ οἱ ὑποβληθησόμενοι εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις φοιτηταὶ τῶν διαφόρων Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς τροποποιεῖται, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. Εἶναι ἡ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν προστεθεῖσα τροπολογία τοῦ κ. Δεληγεώργη (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀνωτέρω διατάξεις ἐφαρμόζονται καὶ ὑπὲρ τῶν φοιτητῶν καὶ μαθητῶν τῶν ἐκ Κρήτης καὶ Ἠπείρου».
§36Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ προστεθῇ καὶ ἐνταῦθα ἡ ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ γενομένη δεκτὴ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.
§37Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μάλιστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προστίθενται ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 3 αἱ λέξεις «ὡς καὶ τῶν ὑποβληθησομένων εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις φοιτητῶν τῶν διαφόρων Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει. Αὔριον κατὰ τὴν 6 ὥραν μετὰ μεσημβρίαν ἔχομεν συνεδρίασιν.
§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν 4ην ὥραν, κύριε Πρόεδρε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τὴν 4ην ὥραν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 καὶ 50′ μ. μ.