1897.09.23
211 rows · 1,470 words · 17 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69
τῆς 23 Σεπτεμβρίου 1897.
(Τρίτη).
Ὥρα 5 καὶ 5′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Γ. Πετούση).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Παραδόξως παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας σημειοῦμαι ὡς ἀρνηθεὶς ψῆφον, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας ἐγὼ ἔδωκα ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Ράλλη, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶπον Ναί. Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικὰ σχετικῶς πρὸς τοῦτο.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θέλουσι διορθωθῆ συμφώνως πρὸς τὴν παρατήρησίν σας. (Οὕτω διορθωθέντα τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνήγγειλεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως.
§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὸν Κύριον Ἀντιπρόεδρον τῆς Βουλῆς Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Πρόεδρον μὲν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐμέ, Ὑπουργοὺς δέ: Ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸν κ. Ἀλοΐσιον Τόμαν. Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν κ. Γεώργιον Κόρπαν. Ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν κ. Ἀνδρέαν Παναγιωτόπουλον. Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Στέφανον Στρέϊτ. Ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν κ. Κωνστ. Σμόλενιτς, καὶ Ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὸν κ. Κωνστ. Χατζηκυριάκον, Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Σεπτεμβρίου 1897. Ὁ Πρόεδρος Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης.»
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε τὰς ἑπομένας δηλώσεις: Περὶ προσθήκης πιστώσεως ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Περὶ προσθήκης νέων πιστώσεων ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Περὶ προσθήκης πιστώσεως ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Περὶ προσθήκης νέων πιστώσεων ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Περὶ ἐπενεκτέας μεταβολῆς ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Περὶ τῶν ἐν γένει μεταβολῶν, τῶν ἐπενεχθεισῶν ἐν τῷ γενικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 587–595). Ἀπεστάλη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ ἰδιοκτητῶν καὶ κατοίκων τῆς μεθορίου γραμμῆς, ἐξαιτουμένων ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ἰδιοκτησιῶν των κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς νέας μεθορίου γραμμῆς.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται).
§7Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Παρακαλῶ ὅπως ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης ἐν Κωνσταντινουπόλει.
§8Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καταθέτω ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν σπουδαιότατα συμφέροντα τῶν τριῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων, Καρδίτσης καὶ Καλαμπάκας, καὶ παρακαλῶ, ὅπως ἀποσταλῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ ἐν καιρῷ ἀπαντήσῃ. Ἡ ἐπερώτησις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Ποῖα θὰ ἦναι τὰ καθήκοντα τῆς διὰ τὴν παλινόστησιν τῶν προσφύγων ἐπιτροπῆς. 2) Μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς ἐπιτροπῆς θὰ δικαιοῦται ἡ Τουρκία νὰ εἰσπράττῃ καὶ ἐπιβάλλῃ φόρους; 3) Θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ κατέλθωσιν ἐξ Ἀσπροποτάμου καὶ Ἀγράφων ἐμπορεύματα καὶ ζῶα, ὅπως μεταφερθῶσι διὰ τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας εἰς Βόλον καὶ ἐκεῖθεν ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ φορολογηθῶσι; 4) Θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ κατέλθωσιν ὡσαύτως ἐξ Ἀσπραποτάμου καὶ Ἀγράφων ζῶα πρὸς παραχείμασιν ἐν τῷ κάμπῳ τῆς Θεσσαλίας χωρὶς νὰ φορολογηθῶσι;»
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§10ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀνέθεσεν εἰς ἐμὲ τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δὲ, φρονῶν ὅτι τὸ καθῆκον πρὸς τὴν Πατρίδα μοὶ ἐπέβαλλεν, ἕνεκα τοῦ κρισίμου τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν, ν’ ἀποδεχθῶ τὴν ἐντολὴν, ἀπεδέχθην αὐτὴν, καὶ τῇ συμπράξει τῶν ἀνδρῶν, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα πρὸ μικροῦ ἠκούσατε, κατήρτισα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν. Τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλομεν ἀσχοληθῆ, ἐὰν τύχωμεν τῆς ὑμετέρας συνδρομῆς, εἶναι ἔργον ὀδυνηρὸν, ἀλλὰ καὶ ἔργον δυσχερές. Τοσαῦται δ’ ἀληθῶς εἶναι αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ ἐκτέλεσις τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, τοὺς ὁποίους αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἐπέβαλον πρὸς ἡμᾶς, ὥστε δύναμαι εἰπεῖν, ὅτι θέλουσιν ἀποῤῥοφήσει πᾶσαν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ὅσον μέρος τῆς Πατρίδος κατέχεται ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν, τὸ κύριον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως δέον νὰ ᾖ ἡ ταχεῖα ἀπελευθέρωσις τῆς δουλωθείσης γῆς, πᾶσα δὲ ἄλλη σκέψις ἤθελε κριθῆ ὡς παράχορδος. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἤθελε λήξει τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνελάβομεν, φρονῶ πεποιθότως, ὅτι καθῆκον ἔχομεν πάντες ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ μεριμνήσωμεν ἐν συμπνοίᾳ περὶ τῆς εἰσαγωγῆς ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας, καὶ περὶ τῆς λήψεως μέτρων πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ὧν χρήζει ἡ Πατρίς, καὶ μέτρων, ἄνευ τῶν ὁποίων κινδυνεύει αὕτη νὰ φθαρῇ, συμπαρασύρουσα εἰς τὸν ὄλεθρον καὶ σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐπειγόμεθα, Κύριοι, νὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν διαπραγματεύσεων, ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχουσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σπουδαῖα καὶ κατεπείγοντα ζητήματα, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως εὐαρεστούμενοι ἀποφασίσητε νὰ διακοπῶσιν αἱ συνεδρίαι, νὰ ἐπαναληφθῶσι δὲ αὗται μόνον τῇ προσκλήσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μοὶ ἐφάνη ὅτι δὲν εἶναι ἀνάρμοστον, ἀφοῦ τυγχάνομεν πρὸ τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ὠφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας, ὅπως ἐκτελέσω ὅ,τι κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα εἴθισται ἀλλαχοῦ, ἤτοι νὰ δηλώσω τὰς σκέψεις μου περὶ τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν θέλει ἀκολουθήσει τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας. Ἡ στάσις ἡμῶν ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου κατέστησε δήλην τὴν πολιτείαν, ἣν αἱ περιστάσεις ἐχάρασσον ἡμῖν, καὶ τὴν ὁποίαν ἑπομένως ἀπεδεξάμεθα. Τὸ πρώτιστον τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα προέβαλον μετὰ τὴν τοιαύτην ἔκβασιν τοῦ πολέμου, ἦτο ἡ σπουδὴ πρὸς συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης, καὶ ἡ φροντὶς περὶ τῆς ταχίστης ἐκτελέσεως τῶν ὅρων, οἵτινες διὰ τῆς εἰρήνης ἤθελον χαραχθῆ, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ ἐπάνοδος τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν Θεσσαλῶν ἐν ταῖς ἑστίαις αὐτῶν. Διὰ τοῦτο δὲν ἀπεβλέψαμεν εἰς οὐδεμίαν ἄλλην πολιτικὴν βλέψιν, δὲν ἐπηρεάσθημεν ὑπὸ οἱουδήποτε πολιτικοῦ χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁποῖον οἱ κυβερνῶντες τότε εἶχον, οὐδ’ ὑπ’ αὐτῆς τῆς καταγωγῆς τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ἀλλὰ παρέσχομεν τὴν συνταγματικὴν ἡμῶν συνδρομὴν προθύμως, ὁσάκις παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων ἐκλήθημεν εἰς τοῦτο. Αἱ περιστάσεις δὲν μετεβλήθησαν ἔκτοτε, μία δὲ μόνον πρόοδος ἐγένετο, ὅτι, ἐνῷ μέχρι τῆς παρελθούσης Πέμπτης δὲν ἦσαν ἐπισήμως γνωστοὶ οἱ ὅροι οἱ προκαταρκτικοί, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θέλει συνομολογηθῆ ἡ εἰρήνη, ἐγνώσθησαν τότε, ἀλλὰ συγχρόνως ἐγνώσθη προσέτι, ὅτι τοὺς ὅρους τούτους ὄχι μόνον ἀπεδέξαντο αἱ Μ. Δυνάμεις, ἀλλ’ ἐπέβαλον αὐτοὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ προσέταξαν αὐτὴν νὰ ἐκτελέσῃ αὐτούς. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ἦτο γνώμη ὀρθὴ, καὶ διὰ τοῦτο πρῶτοι ἡμεῖς ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι δὲν ἐκαλούμεθα, ἵνα ἀποφανθῶμεν ἐὰν δεχώμεθα ἢ δὲν δεχώμεθα τοὺς ὅρους αὐτοὺς, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐκαλούμεθα ἵνα ἀποφανθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο μετ’ ἐκπλήξεως εἶδον, ὅτι ἀλλαχοῦ προέκυψε περὶ τούτου δισταγμὸς, ἐνῷ ἡ πορεία καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἦτο κατάδηλος, καὶ θὰ ἀνεκοινώθη, ὡς ὑποθέτω, εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ἡ τοιαύτη κατάδηλος γνώμη τῆς Βουλῆς. Σήμερον ἔχομεν ποιήσει ἓν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω, τὸ βῆμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα. Καὶ πρόκειται ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία νὰ φροντίσῃ, ὅπως συμμορφωθῇ καὶ ἐκτελέσῃ τοὺς ὅρους τούτους. Τὴν ἐργασίαν ταύτην τοῦ συστηθέντος ἀρτίως Ὑπουργείου ἡμεῖς θέλομεν συζητήσει καὶ ὑποστηρίξει, παρέχοντες τὴν συνταγματικὴν ἡμῶν συνδρομὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον τοῦτο θέλει σπεύσει, ἵνα ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον διευκολύνῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐκκενώσεως τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοῦ, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπάνοδος τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Τὴν δήλωσιν ταύτην ὤφειλον νὰ ποιήσωμαι, διότι ἐν ταῖς Κράτεσι, τὰ ὁποῖα κυβερνῶνται κοινοβουλευτικῶς, οὐδὲν πρέπει νὰ μένῃ μυστικὸν, πάντα δὲ φανερά.
§12Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ διὰ τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης ἐξηρτήθη ἡ ἀπολύτρωσις τῆς Θεσσαλίας ἐκ πράξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἔγκλημα, ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ἐπὶ μίαν μόνον στιγμὴν ἤθελε παρεμβάλει προσκόμματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ, τῆς ταχίστης ἀπολυτρώσεως τῆς Θεσσαλίας. Ὑπ’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν ὅρον, καὶ διότι πρεσβεύω, ὅτι πρὸς τὰς νέας Κυβερνήσεις ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν πρέπουσαν δοκιμασίαν, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν, καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ ἔργῳ αὐτῆς.
§13ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμία ἀντίῤῥησις ὑπάρχει.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται λοιπὸν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μέχρι νεωτέρας προσκλήσεως, ἥτις θέλει γείνῃ τῇ ὑποδείξει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, κηρύττομεν τὴν λῆξιν τῆς ἐκτάκτου Βουλευτικῆς Συνόδου, τῆς συγκληθείσης τὴν 15 Ὀκτωβρίου 1896. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ Διάταγμα τοῦτο. Ἐν Ἀθήναις τὴν 5 Ὀκτωβρίου 1897.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ