1897.01.31
2.650 στίχοι · 20.831 λέξεις · 230 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
Τῆς 31 Ἰανουαρίου 1897.
(Παρασκευή).
Ὥρα 4 καὶ 25′ μ.μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀκολούθως προσελθὼν ὁ βουλευτὴς Βάλτου κύριος Ν. Σκυλοδῆμος ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ κατέθεσε τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων τῆς Αʹ καὶ Βʹ Συνόδου τῆς ΙΔʹ Βουλευτικῆς Περιόδου. Ὡσαύτως κατέθεσε πρότασιν περὶ χορηγίας πιστώσεως δραχ. 103,500, καὶ ἑτέραν πρότασιν περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως δραχ. 13,005.70 ἐν ἰδίῳ κεφαλαίῳ ΙϚʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων». Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 277–279). Ἐλήφθησαν τηλεγραφήματα συγχαρητήρια πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν πατριωτικὴν αὐτῶν στάσιν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Τὰ τηλεγραφήματα προέρχονται ἐκ Ναυπάκτου, ἐκ Καλαμῶν τοῦ συλλόγου τῶν Κρητῶν, ἐκ Πατρῶν τῶν ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων, ἐκ Χαλκίδος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου. Ἐπίσης τοῦ λαοῦ Ληξουρίου, τοῦ λαοῦ Τριπόλεως, τοῦ λαοῦ Ναυπλίου, ἕτερον τοῦ λαοῦ Ληξουρίου, τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Λαρίσης, τῶν ἰατρῶν Χαλκίδος, τοῦ λαοῦ Βερβίτσης, τοῦ λαοῦ Ἀγυιᾶς, τοῦ λαοῦ Ἄνδρου, τοῦ συνδέσμου τῶν ἐν Καλάμαις ὑποδηματοποιῶν, τοῦ συνδέσμου τῶν ἐν Καλάμαις κρεωπωλῶν, τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Πατρῶν, τοῦ λαοῦ Πλατάνου, τῶν δικηγόρων Χαλκίδος καὶ τοῦ λαοῦ Μεγαλοπόλεως. Ἅπαντα ἐκφράζουσιν εὐχὰς ὑπὲρ ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Οἱ ἁμαξηλάται Κορίνθου, Πατρῶν καὶ Ἄργους ἀπέστειλαν ἀναφορὰς πρὸς τὴν Βουλήν, δι’ ὧν παρακαλοῦσι νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκαταστάσεως συγκοινωνίας δι’ ἁμαξῶν κινουμένων μηχανικῶς. Πολῖται ἐξ Ἀμφίσσης δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσιν, ὅπως διὰ νόμου ἀπαγορευθῇ ἡ νόθευσις τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξαγομένων ἐλαιῶν τῶν Σαλώνων. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§2Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Ραζέλος ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, ἔχουσαν οὕτω: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: αʹ) κατάστασιν, ἐνδεικνύουσαν εἰς τί ποσὸν ἀνέρχεται κατὰ βαθμὸν καὶ ἐν συνόλῳ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς προσθήκης τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ· βʹ) πόσοι ἦσαν οἱ ἀξιωματικοί, ὑπαξιωματικοὶ καὶ ναῦται, οἱ ἀπαρτίζοντες τὰ πληρώματα τῶν θωρηκτῶν «Ψαρῶν» καὶ «Σπετσῶν», πρὶν ἢ ταῦτα ἐκπλεύσωσιν εἰς Γαλλίαν, καὶ πόσον περιωρίσθη ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἤδη, ὅτε εὑρίσκονται ἐν Γαλλίᾳ.» Εἰς πάσας ταύτας τὰς ἐρωτήσεις ἀπαντῶ δι’ ἐγγράφου σημειώματος. Ὀφείλω ὅμως νὰ ποιήσωμαι τὴν ἑξῆς δήλωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τῷ ὄντι τὰ πλοῖα, τ’ ἀποσταλέντα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς ἐπισκευὴν καὶ μετασκευήν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δύναμιν τῶν πληρωμάτων αὐτῶν, ἠλαττώθησαν ἐπαισθητῶς, πλὴν τῶν θερμαστῶν. Ἠλαττώθησαν δὲ ἐπαισθητῶς διὰ δύο λόγους, πρῶτον διότι ἄδικον εἶναι, ὅταν ἀποστέλλωνται πλοῖα ἁπλῶς πρὸς ἐπισκευὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, νὰ ἀποστέλλωμεν πολυαρίθμους ὑπαξιωματικοὺς καὶ ναύτας, διότι οὗτοι ὑποφέρουσιν ἐκεῖ στερήσεις, ὡς ἐκ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ αὐτῶν, καὶ δεύτερον διότι ἡ ὑπηρεσία τῶν πλοίων εἶναι δυνατὸν νὰ διεξάγηται δι’ ὀλιγωτέρου πληρώματος. Ὡς πρὸς τοὺς θερμαστὰς ὅμως, τοὺς συνοδεύοντας τὰ πλοῖα, οὗτοι ἐστάλησαν κατὰ τοσοῦτον ἀριθμόν, ὅσοι κατὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν μηχανικῶν τῶν πλοίων εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς ἀσφάλειαν τῶν πλοίων καὶ τῶν μηχανῶν. Ταῦτα πάντα, Κύριοι, λόγῳ τῶν ποσῶν καὶ τῶν δαπανῶν ἐκτίθενται ἐν τῷ σημειώματι, ὅπερ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§3ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια. Τὸ πρῶτον εἶναι περὶ μετατροπῆς ἢ συμπληρώσεως τοῦ νόμου τοῦ προξενικοῦ κατ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρό τινων ἡμερῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἐπισπευσθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἡ ψήφισις αὐτοῦ. Τὸ δεύτερον, περὶ μετατροπῆς ἄρθρου τινὸς τοῦ προξενικοῦ νόμου, ὅπως δύνωμαι ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἀπασχολῶ ὑπαλλήλους καὶ εἰς Προξενεῖα ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι διωρισμένοι, διότι εἶναι Προξενεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν π.χ. γραμματεῖς, διότι κατηργήθησαν λόγῳ οἰκονομίας· νὰ δύναμαι λοιπὸν νὰ ἀποσπῶ δι’ αὐτὰ ὑπαλλήλους ἀπὸ ἄλλα Προξενεῖα, ὅπου ἔχομεν τοιούτους. Ὑποβάλλω ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν δύο διεθνεῖς πράξεις, περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἑλβετίας δηλώσεως περὶ ἀμοιβαίας ἀνακοινώσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀπογραφῆς τοῦ πληθυσμοῦ ἑκατέρας χώρας, καὶ περὶ κυρώσεως συμβάσεως ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς μετὰ τοῦ Μαυροβουνίου.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 280–285).
§5ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 ἐκ δραχ. 478,466,56.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 284).
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ φονευθεὶς ἐν Κρήτῃ τελωνοφύλαξ Ντεντιδάκης, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο πρό τινων ἡμερῶν λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, εἶχεν ὑπηρεσίαν 19 ἐτῶν, δὲν εἶχε δὲ ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἀλλὰ καὶ ἄν τὸ εἶχεν ἀποκτήσει, ἐπειδὴ αἱ ἀπονεμόμεναι εἰς τοὺς τελωνοφύλακας καὶ τοὺς δεκάρχας συντάξεις εἶναι προσωπικαί, ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτοῦ δὲν ἠδύναντο νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς συντάξεως ἐκείνου. Εἰσάγω κατὰ συνέπειαν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτοῦ συντάξεως δραχ. 40 κατὰ μῆνα· αἱ διατάξεις δὲ τοῦ περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι καὶ ἐπὶ τῶν διαφόρων μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐπέλθει εἰς τὴν οἰκογένειαν ταύτην. Κατὰ τὴν 10 Ἰουνίου 1896 ἐξεδόθη νόμος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν σύζυγον τοῦ μακαρίτου Ἀλεξάνδρου Α. Σούτσου μία τῶν οἰκιῶν αὐτοῦ, ἐπετράπη δὲ προσέτι νὰ πωληθῶσιν ἐκ τῶν ἄλλων οἰκιῶν αὐτοῦ διὰ δημοπρασίας τόσαι, ὅσαι ἀρκοῦσι πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τῆς κληρονομίας. Ἐπειδὴ ἡ ἐκποίησις τῶν οἰκιῶν, ἄν ἐγίνετο κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους, ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τὸν νόμον περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων, ἑπομένως ὡς ἀντίτιμον ἤθελον εἶσθαι δεκτὰ καὶ τὰ πιστωτικὰ γραμμάτια, ἡ δὲ πληρωμὴ τοῦ ἀντιτίμου ἤθελε γείνῃ εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις, τοῦτο δὲ δὲν ἤθελεν εὐκολύνει τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς περιουσίας πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τοῦ μακαρίτου Σούτσου, διὰ τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον συμπληρωματικόν, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται νὰ προστεθῇ ἓν ἀκόμη ἄρθρον εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸν ἐκδοθέντα, τὸ τίμημα δὲ τῶν διὰ δημοπρασίας ἐκποιηθησομένων οἰκιῶν νὰ καταβάλληται τοῖς μετρητοῖς ὅλον ἐντὸς 20 ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς εἰδοποιηθῇ ὁ ἀγοραστὴς περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παραχωρητηρίου. Καταθέτω καὶ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ἐκ δρ. 50,000.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 285–287).
§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀναγομένου εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ νὰ συστήσω τὴν κατεπειγότητα αὐτοῦ, ἀρκεῖ νὰ γείνῃ καλὴ ἐκλογή, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνεται πάντοτε μὲν, κατ’ ἐξοχὴν ὅμως εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐλήφθησαν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν αἱ περιστάσεις καὶ εἰς τὰ Προξενεῖα. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον ὑπομνήσει σήμερον, εἶναι, ὅτι κατεπειγόντως πρέπει νὰ διαταχθῶσιν ὅσοι ἔχουσιν ἀδείας προξενικοὶ ὑπάλληλοι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς θέσεις των. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου σημείωμα, κατατεθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχον πολλοὶ ἐν ἀδείᾳ, μόνον δύο. Δὲν γνωρίζω τὴν στιγμὴν ταύτην πόσοι εἶναι. Ὑποθέτω ὅτι θὰ ἦναι καὶ ἄλλοι· Κατὰ τὸ ἴδιον σημείωμα, οὐδέποτε ἀνεγνωρίσθησαν τὰ ἐκτελεστήρια δύο Προξενείων, τοῦ Ἐλασσανίου καὶ τῆς Κορυτσᾶς· τὸ οὐδέποτε τί σημαίνει; ἀφοῦ δὲν ἀνεγνωρίσθησαν, δὲν θὰ ὑπάγωσιν οἱ πρόξενοι, ἀλλὰ θὰ μένωσι τὰ Προξενεῖα αὐτὰ ἄνευ προξένων; Ἡ τρίτη ἀπάντησις τοῦ αὐτοῦ σημειώματος εἶναι, ὅτι δὲν ἐξεδόθησαν τὰ ἐκτελεστήρια πέντε Προξενείων, Ἐλασσῶνος, Καβάλλας, Ἀργυροκάστρου, Σάμου καὶ Προύσσης. Δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ σχετικαὶ διαπραγματεύσεις. Ἰδίως ὅμως θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ Προξενείου Ἐλασσῶνος. Πρὸ πολλοῦ προετιθέμην, λαβὼν ἀφορμὴν ἐξ ὅσων ὁ κύριος Βουλευτὴς Σκοπέλου ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν, διότι ἡ παραλυσία, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ Προξενεῖον ἐκεῖνο, δὲν περιγράφεται, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὑπάρχει κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν Προξενεῖον σπουδαιότερον ἀπὸ τὸ Προξενεῖον ἐκεῖνο, καὶ ἀντὶ νὰ ἴδωμεν τὸν πρόξενον τῆς Ἐλασσῶνος εἰς τὴν θέσιν του πρὸ πολλοῦ καὶ διὰ πάσης θυσίας, μανθάνομεν παραδόξως σήμερον διὰ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι ὁ γνωστὸς δημοφιλὴς Σεϊφουλὰχ ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ γείνῃ ὑπασπιστὴς τοῦ Σουλτάνου καὶ νὰ μεταβῇ εἰς Ἐλασσῶνα, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ἄριστα τὰ καθ’ ἡμᾶς, χάρις εἰς τὴν τακτικήν του κατασκοπίαν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος μου. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἁπλῆν ταύτην σύστασίν μου, νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς θέσεις των οἱ ἐν ἀδείᾳ διατελοῦντες προξενικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ νὰ ἐπιδιωχθῇ πάσῃ θυσίᾳ ἡ ἔκδοσις τῶν ἐκτελεστηρίων, ὅσα δὲν ἐξεδόθησαν, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ συμπλήρωσις τῆς θέσεως τοῦ προξένου Ἐλασσῶνος νὰ γείνῃ ἐν πάσῃ σπουδῇ.
§10ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐκ τῶν πέντε Προξενείων, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε ἐκ τοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον κατέθεσα πρὸ δύο μηνῶν, τῶν δύο, νομίζω, ἢ τριῶν τὰ ἐκτελεστήρια ἐξεδόθησαν. Μένουν μόνον δύο ἄνευ ἐκτελεστηρίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ τῆς Ἐλασσῶνος. Τὸ τῆς Ἐλασσῶνος, καθὼς πολὺ ὀρθῶς παρατηρεῖτε, εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ ἂν ἠδυνάμην νὰ καταθέσω τὸν φάκελλον, θὰ ἐβλέπατε τὴν ἐνέργειαν, ἥτις ἔγεινεν ἔκτοτε. Ἡ ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ ἐκδοθῶσι τὰ ἐκτελεστήρια διὰ τὰ τρία Προξενεῖα, καὶ ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι καὶ διὰ τὰ δύο ἕτερα θὰ ἐκδοθῶσι.
§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι μέχρι τῆς ἐκδόσεως καὶ αὐτῶν πρέπει νὰ ληφθῶσι προσωρινὰ μέτρα.
§12ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πληροφοροῦμαι, Κύριοι, ὅτι ὁ νομάρχης ἠρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν δὲν θεωρῇ ἀναγκαῖον καὶ κατάλληλον μέτρον νὰ στείλῃ καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, καὶ ἰδίως εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Τήνου καὶ τῆς Ἄνδρου, πρόσφυγας Κρῆτας, διότι ἐν Σύρῳ εὑρίσκονται τοιοῦτοι ἐν μεγάλῃ πληθώρᾳ. Λοιπὸν τὸ τοιοῦτον ἔργον καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Τήνου καὶ τῆς Ἄνδρου εἶναι ὄχι μόνον καθῆκον φιλανθρωπίας νὰ δεχθῶσιν αὐτούς, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἀναπόφευκτον, ὡς εἶναι τοιοῦτον καὶ διὰ πάντα Ἕλληνα. Ἐκεῖνο ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὸν λόγον, εἶναι, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ συστήσῃ ἐν Τήνῳ ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν καλλιτέρων οἰκοκυραίων καὶ τῶν μᾶλλον εὐπορωτέρων καὶ τιμιωτέρων καὶ λίαν εὐϋπολήπτων πολιτῶν, τοιοῦτοι δὲ εἶναι πολλοὶ ἐκεῖ, καὶ δὲν θέλω νὰ τοὺς ὀνομάσω, διότι καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ πληροφορηθῇ περὶ αὐτῶν εὐκόλως· ἂν δὲ ἐκ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων θέλῃ νὰ προσλάβῃ πρόσωπα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ, παρακαλῶ, πάντα ἄλλον ὑπάλληλον νὰ προσλάβῃ, πλὴν ἑνὸς, τὸν ὁποῖον γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ τὸν ὀνομάσω.
§13ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἠνοίχθησαν αἱ πύλαι τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, προετιθέμην νὰ ὑποβάλω πρότασίν τινα, κατ’ ἐμὲ σπουδαίαν, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν κρισίμων καὶ σοβαρῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διατρέχει τὸ ἔθνος μας, ἐπίστευον καὶ πιστεύω, ὅτι ἦτο ἄκαιρον νὰ ὑποβάλῃ τις τοιούτου εἴδους προτάσεις, ὅσον σπουδαῖαι καὶ ἂν ὦσιν. Ἀλλ’ ὅταν καὶ ἐπερωτήσεις καὶ νομοσχέδια ὑπηρεσιακὰ ὑποβάλλωνται, καὶ αὐτὴ ἡ ἡμερησία διάταξις προβαίνῃ, καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἀναγεγραμμένα νομοσχέδια συζητῶνται, καὶ συζητῶνται καὶ ψηφίζωνται ὡς ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι, θεωρῶ ὅτι θὰ ἦτο παράλειψις μεγάλη δι’ ἐμὲ, ἐὰν ἀνέβαλλον περαιτέρω τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως μου ταύτης. Θὰ ἀνακινήσω τὴν κόνιν ἀειμνήστων ἀνδρῶν, ἀλλὰ θὰ τὴν ἀνακινήσω οὐχὶ ὡς ἔπραξαν μέλη τινὰ τῆς πλειονοψηφίας, μὴ ἐννοοῦντα φαίνεται, ὅτι οὕτω περιύβριζον καὶ τὰ ¾ τῆς πλειονοψηφίας, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἠκολούθησαν τὰς ἀρχάς των, ἀλλὰ θὰ τὴν ἀνακινήσω μετ’ εὐλαβείας καὶ εὐγνωμοσύνης. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1883 ἀπεβίωσεν ὁ ἀείμνηστος Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος, εὐθὺς δὲ μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ ἡ τότε Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ ἀείμνηστος Χαρίλαος Τρικούπης, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον. «Ἄρθρον 1ον. Εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀοιδίμου Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου καὶ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ Ὄλγαν ἀπονέμεται μηνιαία σύνταξις ἐκ δραχ. 500 καθ’ ὅλον τὸν βίον τῆς χήρας καὶ μέχρι τοῦ γάμου τῆς θυγατρός. «Εἰς τὴν θυγατέρα ἐπὶ τῷ γάμῳ αὐτῆς ἀπονέμεται ἰσοβίως μηνιαία σύνταξις ἐκ δραχμῶν πεντακοσίων.» Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐψηφίσθη ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῆς τότε Βουλῆς· ἔκτοτε δὲ ἡ μὲν χήρα τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἐνόσῳ ἔζη, ἐλάμβανε τὰς 500 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἤδη δὲ λαμβάνει ἰσοβίως αὐτὰς ἡ θυγάτηρ αὐτοῦ. Ὅτε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν μιᾷ τῶν πρώτων συνεδριάσεων τῆς συνόδου ταύτης ἀνεκοίνωσε τὸν θάνατον τοῦ ἀειμνήστου Χαριλάου Τρικούπη καὶ ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐντολὴν, ὅπως ἐκφράσῃ ἐκ μέρους αὐτῆς τὰ συλλυπητήρια ἐπὶ τῷ θανάτῳ αὐτοῦ εἰς τὴν ἀξιότιμον πλὴν δυστυχεστάτην ἀδελφὴν αὐτοῦ, καὶ ἅπασα ἡ Βουλὴ ἐν συγκινήσει καὶ νεκρικῇ σιγῇ ἀπεδέχετο τὴν πρότασιν ταύτην, ἀνέμενον ὅτι ἓν ἐκ τῶν ἐγκρίτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, οἱασδήποτε ἀποχρώσεως, ἤθελεν ἀνέλθει τὸ βῆμα καὶ ἀναμνησθῆ καὶ τῆς ἀχωρίστου τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρὸς συντρόφου, ἥτις καθ’ ἅπαντα τὸν βίον αὐτοῦ συμμετέσχε καὶ τῆς χαρᾶς καὶ τῶν θλίψεων καὶ τῆς καταδρομῆς τῆς τύχης τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου ἀνδρὸς, τῆς ἀχωρίστου, λέγω, συντρόφου, ἥτις ἐν μέσῳ χειμῶνι, αὐτὴ, ἥτις δὲν ἐξήρχετο οὐδὲ αὐτῆς τῆς οἰκίας της, δὲν ἐδίστασε ποσῶς νὰ διασχίσῃ τὴν Μεσόγειον καὶ νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, ἔνθα κατέκειτο ἐκεῖνος, ἐπὶ τῆς κλίνης τοῦ θανάτου, ὅπως λάβῃ τὰς τελευταίας αὐτοῦ ἐντολὰς, ὅπως αἰσθανθῇ ἐκπνέουσαν τὴν τελευταίαν αὐτοῦ πνοὴν, ὅπως κλείσῃ διὰ παντὸς τοὺς ὀφθαλμούς του καὶ μεταφέρῃ τὸ ἄψυχον αὐτοῦ σῶμα, εἰς τὴν κοινὴν πατρίδα, τὴν ὁποίαν ἠγάπησε, καὶ δι’ ἣν εἰργάσθη· ἀνέμενον, λέγω, ὅτι ἓν τῶν ἐγκρίτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἤθελεν ἀνέλθει τὸ βῆμα, ἵνα ζητήσῃ σύνταξιν ἀνάλογον τῆς θέσεώς της, ἀνάλογον τῆς ἐγγονῆς τοῦ ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, τῆς θυγατρὸς τῶν ἀειμνήστων Σπυρίδωνος καὶ Αἰκατερίνης Τρικούπη, τῆς ἀδελφῆς τοῦ ἀειμνήστου Χαριλάου Τρικούπη. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ σύμπασα ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν ταύτην, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἀντιζηλίαι καὶ τὰ πολιτικὰ πάθη δὲν ἐκτείνονται καὶ πέραν τοῦ τάφου, καὶ ἤθελε συνάμα ἀποδείξει καὶ εἰς τοὺς συγχρόνους καὶ εἰς τοὺς μεταγενεστέρους, ὅπως ἀπέδειξεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1883, ὅτι τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τοιούτων ἀνδρῶν δὲν ἀπορφανοῦνται, ἀλλ’ υἱοθετοῦνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Δυστυχῶς ὅμως οὐδεὶς τὸ ἔπραξε, καὶ ὁ κλῆρος ἔπεσεν εἰς ἐμὲ, τὸν ἐπὶ ὀκταετίαν ὑπηρετήσαντα ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ὑποβάλω τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ τὸν κλῆρον τοῦτον ἥρπασα μετ’ εὐχαριστήσεως καὶ ὑπερηφανείας, θεωρῶν ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον, καὶ ὡς Ἕλλην καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους. Τὴν σύστασίν μου ταύτην πέποιθα ὅτι θέλει υἱοθετήσει ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προΐσταται ἀνὴρ, ὅστις εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ κάλλιον παντὸς ἄλλου καὶ τὰς θυσίας τῶν ἀειμνήστων ἀνδρῶν, ὧν τὰ ὀνόματα ἀνέφερα, καὶ τὰς πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας, καὶ θέλει ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς ἀναλόγου συντάξεως εἰς τὴν Σοφίαν Τρικούπη. (Εὖγε! εὖγε!).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον;
§15ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω παραμεθόριον ἐπαρχίαν. Ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐπιτελέσει τὸ καθῆκόν της, χρεωστῶ ὅμως καὶ ἐγὼ νὰ γνωρίσω εἴς τε τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι σπουδαῖα γεγονότα προετοιμάζονται εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, καὶ ὅτι ὁμάδες Ἀλβανῶν, Λλάπηδων καὶ Γκέκιδων ἑτοιμάζονται νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν ἐπικράτειαν.
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἔλθουν· καλῶς νὰ ὁρίσουν!
§17ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Εἷς διπλωμάτης, ἀξιωματικὸς, εἰργάσθη ἐπὶ τούτῳ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, τελευταῖον δὲ μετέβη εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἐστάλη εἰς τὴν μεθόριον γραμμήν. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὰ μέτρα της· χρεωστῶ ὅμως νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας εἶναι πολεμικοὶ ἄνδρες. Ἐκτὸς τῶν ὑπερηφάνων ὀρεινῶν, ἔχομεν τοὺς πεδινοὺς, τοὺς ἐπιλεγομένους καμπίσιους, καραγκούνηδες. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ποῖοι εἶναι οἱ καραγκούνηδες; Εἶναι οἱ ἀρχαῖοι Θεσσαλοὶ ἱππεῖς τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τοῦ Παρμενίωνος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἕνα στενὸν φίλον καραγκούνην (ἱλαρότης), ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν παρίσταται ἐνταῦθα. Ἐννοῶ τὸν βουλευτὴν Καρδίτσης κ. Παλάσκαν. Ὅμοιοι μὲ ἐκεῖνον, κ. Πρόεδρε, εἶναι πολλοὶ ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς παρακαλέσω, εἶναι, νὰ μᾶς ὁπλίσητε. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουν ὅπλα· ταῦτα δέον νὰ διανεμηθῶσιν ἀπὸ τοῦδε εἰς τοὺς κατοίκους...
§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν λέγονται αὐτά.
§19ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. .. Πρέπει νὰ τηρῶνται ἐν καλῇ καταστάσει, καὶ νὰ διορθωθοῦν, διότι δύναται νὰ ἐπέλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν νὰ λάβωμεν ἀνάγκην αὐτῶν. Δύναμαι δὲ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοὶ θὰ ἐπιτελέσωμεν ἐν δεδομένῃ ὥρᾳ τὸ καθῆκόν μας, ἀλλὰ δόσατέ μας πρὸς τοῦτο τὰ μέσα.
§20ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγονται αὐτὰ ἀπὸ τοῦ βήματος.
§21ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Τὰς γνώμας σας κρατήσατέ τας διὰ τὸν ἑαυτόν σας, ἢ ἔλθετε ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ τὰς εἴπητε.
§22ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ τὰς λέγωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§23ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην μου, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ τὴν εἴπω. Ἐν ὀλίγοις ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου. Τὰ ὅπλα ταῦτα δύνανται νὰ δοθῶσιν ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τοὺς δημάρχους, οἱ δὲ δήμαρχοι ἐν καιρῷ ἐπὶ ἀποδείξει θὰ τὰ δώσουν ἀμέσως, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ πολεμήσουν, οὐχὶ εἰς τὸν πρῶτον τυχόντα. Ταῦτα ἔκρινα καθῆκόν μου νὰ εἴπω.
§24ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καθ’ ἃς ἔλαβον σήμερον πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀκριβεῖς, ὁ ἀποθανὼν ἐσχάτως Κρὴς Σοφοκλῆς Ἀντωνιάδης διὰ διαθήκης του διέθεσε τὴν περιουσίαν αὐτοῦ ὡς ἑξῆς. Ἐκτὸς ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας καταλείπει εἴς τινας συγγενεῖς, του, τὸ ὑπόλοιπον τῆς περιουσίας του διαθέτει πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Χαλέπᾳ διὰ 30 χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ὑπόλοιπον δὲ, ὅπερ ἀνέρχεται εἰς μέγα ποσὸν, παραγγέλλει νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ νὰ συντηρῆται ἡ Σχολὴ αὕτη καὶ οἱ μαθηταὶ νὰ διδάσκωνται δωρεάν. Προσθέτει δ’ ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο καὶ πρὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Σχολῆς ἐγερθῇ ἐπανάστασις ἐν Κρήτῃ, νὰ διατεθῇ ὅλον τὸ ποσὸν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ διορίζει ἐκτελεστὰς τῆς διαθήκης του τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς συνόδου καὶ ἄλλους τινάς. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας, καὶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔλαβε μέτρον τι πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς τελευταίας ταύτης θελήσεως τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρός.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν μέχρι τοῦδε ἔλαβον πληροφορίαν περὶ τοῦ πράγματος. Θέλω ἀσχοληθῆ νὰ ἐξετάσω, καὶ θέλω ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν μου.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδημοσιεύθη αὐτὴ ἡ διαθήκη;
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω καιρὸν νὰ μανθάνω τί δημοσιεύεται.
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Πρωτοδικεῖον ὤφειλε νὰ τὴν ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐδῶ ἔγκειται ἡ παράλειψις.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διατάξητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι ἀκόμη δὲν διενεμήθη.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἐπερατώθη ἡ τύπωσις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 500,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1897. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται)
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Χθὲς εἶχον προτείνει νὰ προστεθῇ «καὶ ἄλλων συναφῶν ἀναγκῶν».
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσετέθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν προσωρινῶν δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης τῶν χρήσεων 1890–1896. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι, ἡ μία τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ ἡ ἑτέρα τοῦ κ. Μερλοπούλου.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρότεινα τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι, καθ’ ἃς εἶχον πληροφορίας, ὑπάρχουν καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριφυλίας καθυστερήσεις ἐκ τοιούτων δόσεων, ὡς καὶ ἐν Μεσσήνῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαιώνει τὸ ἐναντίον...
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθυστερήσεις δόσεων ὑπάρχουσι καὶ ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις, ἀλλ’ ὅ,τι συμβαίνει ἐν Μεσσήνῃ, δὲν συμβαίνει εἰς ἄλλας.
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διαβεβαιοῖ τὸ ἐναντίον, καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω τὰ μέσα, ἵνα ἐξελέγξω τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην, τὸ πιστεύω, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν τροπολογίαν μου.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος τοιαύτας μοὶ ἔδωκε πληροφορίας.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται λοιπὸν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μερλοπούλου κηρύσσω τὸ διαιρετόν. Τὸ πρῶτον μέρος αὐτῆς ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Αἱ προσωριναὶ δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν τῶν χρήσεων 1890–1896 τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ὅσαι ἐβεβαιώθησαν ἐντὸς τῶν ἐτῶν 1894, 1895 καὶ 1896, ἐπιτρέπεται νὰ πληρωθῶσιν εἰς δόσεις μετὰ τόκου 5% ἀπὸ τῆς εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν τῆς κατοικίας τῶν ὀφειλετῶν ἀποστολῆς νέας γενικῆς προσκλήσεως τοῦ ἁρμοδίου ταμίου ἢ ὑποταμίου μέχρι τῆς πληρωμῆς, ὡς ἑξῆς.»
§39ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι χθές, ὅτε ὑπεβλήθη ἡ τροπολογία μου, ἡ ἀφορῶσα τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνήνεσεν εἰς ταύτην, δηλ. νὰ τεθῇ ἡ λέξις «νέας» πρὸ τῶν λέξεων «γενικῆς προσκλήσεως», ὅπως γείνῃ σαφὴς ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε οἱ ταμειακοὶ ὑπάλληλοι νὰ ἐκδώσωσι νέαν πρόσκλησιν.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας, ὡς ἀνεγνώσθη).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται τώρα τὸ δεύτερον μέρος τῆς τροπολογίας, ἔχον οὕτω (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον προστίθεται τελευταία παράγραφος ἔχουσα οὕτω: Τὰ μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου ἐκδοθέντα ἢ ἐκδοθησόμενα ἐντάλματα κατὰ ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐκ τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν τῶν χρήσεων 1890–1896, ὅσα δὲν ἐξετελέσθησαν διὰ καταβολῆς τῶν ὀφειλομένων ποσῶν, ἀκυροῦνται. Ἀπολύονται δὲ τῶν φυλακῶν οἱ δυνάμει τοιούτων ἐνταλμάτων προσωποκρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς.» (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ δεύτερον μέρος τῆς τροπολογίας).
§42ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς προκειμένης συζητήσεως τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου τούτου προυκάλεσα τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγητοῦ δὲ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τουτέστι, ποία θὰ ἦναι ἡ ὑποχρέωσις τῶν ὀφειλόντων τίμημα ἐκ δηλώσεως γαιῶν καὶ φυτειῶν ἐθνικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν καταβολὴν τόκου. Θέλει δηλαδὴ τηρεῖσθαι ἡ τάξις, ἡ ὁποία καὶ ἤδη τηρεῖται παρὰ τῶν ταμειακῶν ὑπαλλήλων, τοῦ νὰ εἰσπράττηται ὁ τόκος οὐχὶ ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν παρέχει ἑκάστη πρόσκλησις, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ὤφειλε νὰ πληρωθῇ ἑκάστη δόσις; Ἵνα δὲ γείνω σαφέστερος, ἐκφράζομαι δι’ ἑνὸς παραδείγματος. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης ἐβεβαιώθησαν δι’ 6 ἔτη συγχρόνως αἱ ἐτήσιοι δόσεις αἱ προσωριναί· ὑποτεθείσθω ἤδη, ὅτι ὀφειλέτης δόσεως τοῦ 1890 προσέρχεται, ἵνα πληρώσῃ εἰς τὸν ὑποταμίαν, καὶ τῷ ζητεῖται ὁ τόκος, ἀρχόμενος ὄχι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἔληξεν ἡ διὰ γενικῆς προσκλήσεως τεθεῖσα προθεσμία, δηλ. ἀπὸ τῆς 25 Ἰουνίου 1896, ἀλλὰ τῷ ζητεῖται ὁ τόκος ἀπὸ τῆς 31 Ἰανουαρίου τοῦ σχετικοῦ ἔτους, δηλ. τοῦ 1890, ὅτε τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὸ Δημόσιον ποσὸν ἕνεκα ἐτησίας δόσεως δὲν εἶχε βεβαιωθῆ ἔτι. Αὐτὸ γίνεται ἤδη· ὅσοι μέχρι τοῦδε ἦσαν εἰς θέσιν νὰ καταβάλωσι τὰς ἐτησίας ταύτας δόσεις, ἠναγκάσθησαν νὰ πληρώσωσι τὰς δόσεις ταύτας μετὰ τόκου ὑπολογιζομένου ἐξ ἀφετηρίας ἑκάστου ἔτους ἀπὸ 31 Ἰανουαρίου καὶ ἐντεῦθεν, ὄχι δὲ ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τῆς μιᾶς καὶ μόνης γενικῆς προσκλήσεως, ἥτις ἐκοινοποιήθη εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἀπὸ 25 Ἰουνίου 1896, καὶ ἥτις πρόσκλησις ἔδωκε προθεσμίαν ἑνὸς μηνός. Νομίζω ὅτι ἡ τάξις αὕτη, ἥτις τηρεῖται παρὰ τῶν ταμειακῶν ὑπαλλήλων, ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων, ἐκ τῆς ἀφορμῆς δὲ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁρμώμενος, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Νομίζω ὅτι συμβαίνει ἀταξία, ὅτι συμβαίνει παρανομία ἐκ μέρους τῶν ταμειακῶν ὑπαλλήλων, ἥτις ἀποβαίνει εἰς καταπίεσιν καὶ ἄδικον εἴσπραξιν χρημάτων δῆθεν ὀφειλομένων παρὰ τῶν φορολογουμένων. Ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων ῥητῶς λέγει ἀπὸ ποίας ἐποχῆς ὀφείλεται τόκος ὑπερημερίας. Ἔχομεν τὸν πάγιον νόμον τοῦ 1871, ὅστις λέγει ἐν ἄρθρῳ 47 (ἀναγινώσκει): «Ὡς πρὸς τὴν ἐποχὴν, ἀφ’ ἧς ἄρχεται ἡ τοκοδοσία ἑκάστου χρέους τηροῦνται οἱ ἑξῆς κανόνες... γʹ) ἐπὶ παντὸς ἄλλου χρέους ἀπὸ τῆς προσκλήσεως.» Εἰς τὴν κατηγορίαν δὲ τῆς παραγράφου ταύτης ἀνάγεται καὶ τὸ χρέος ἐκ τιμήματος γαιῶν. Ἐντεῦθεν ἄρχεται ἡ ὑπερημερία τοῦ ὀφειλέτου, καὶ ἐντεῦθεν ὀφείλονται καὶ οἱ τόκοι ἐξ ὑπερημερίας. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλως ἡ ἔννοια τοῦ νόμου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσητε τὸν ὀφειλέτην νὰ καταβάλῃ τόκον διὰ χρέος, τὸ ὁποῖον ἀκόμη δὲν ὀφείλεται, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε βεβαιωθῆ παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ ὁποῖον συνεπῶς ὁ πολίτης δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον, διότι μ’ ὅλας τὰς καλὰς διαθέσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν, ἵνα πληρώσῃ, προσήρχετο εἰς τὸν ταμίαν καὶ ἀπεπέμπετο· ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι τὸ χρέος του δὲν εἶχε βεβαιωθῆ; Δὲν εἶναι λοιπὸν ὑπερήμερος ὁ ὀφειλέτης ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὤφειλε νὰ βεβαιωθῇ παρὰ τῆς διοικήσεως τὸ χρέος του, οὐδ’ ὀφείλει ἔκτοτε τόκους ὑπερημερίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἔχει διατυπωθῆ καὶ εἰς μεταγενεστέρους νόμους περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων καὶ εἰς ἑρμηνευτικὰς ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου. Ἔχω μίαν πρόχειρον ἐνταῦθα τοῦ 1887, Ὑπουργοῦ ὄντος τότε τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ἐν τῇ ὁποίᾳ λέγεται (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὀφειλέται, ὧν τὰ χρέη δὲν ἤθελον βεβαιωθῆ μέχρι τέλους Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου, εἰς ὃ ἀνήκουσιν, ἔτους, ὑποχρεοῦνται εἰς τόκον ὑπερημερίας ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐκοινοποιήθη ἡ εἰδικὴ πρόσκλησις, ἢ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπεστάλη ἡ γενικὴ πρόσκλησις εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχήν». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῶν νόμων, καὶ οὕτω διετύπωσαν αὐτὴν αἱ ἑρμηνευτικαὶ διατάξεις τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπῆλθε κατόπιν ὁ μεταγενέστερος νόμος, ὁ νόμος τοῦ 1887 ᾼΥΙΓ’, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὁποίου «πάντες οἱ ἄμεσοι ἢ ἔμμεσοι φόροι, τὸ τίμημα ἢ μίσθωμα ἐκποιηθεισῶν ἢ ἐνοικιασθεισῶν ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, φυτειῶν, κτημάτων, πραγμάτων ἢ οἰωνδήποτε δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν δὲν πληρωθῶσι μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, εἰς ὃ ἀνήκουσιν, ὑπόκεινται εἰς πρόσθετον τέλος 20% καὶ εἰς τόκον ὑπερημερείας πρὸς 8% ἀπὸ τῆς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἢ τὰς συμφωνίας ὁριζομένης πρὸς πληρωμὴν ἡμέρας.» Ἡ ἡμέρα δὲ αὕτη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν κανονίζει ἡ ἑκάστοτε ἐκδιδομένη πρόσκλησις τοῦ ταμειακοῦ ὑπαλλήλου, τοῦ προσκαλοῦντος τοὺς ὀφειλέτας, ἵνα καταβάλωσι τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ, οἵτινες, παρερχομένης τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὑπόκεινται εἰς τόκον ὑπερημερίας. Νομίζω ὅτι εἶναι τόσον προφανὲς τὸ πρᾶγμα, ὥστε εἰς μεγάλην ἀπορίαν εὑρίσκομαι, πῶς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων τοιαύτη ἀταξία γίνεται, καὶ οὕτω πως οἱ ταμειακοὶ ὑπάλληλοι κατὰ ἰδίαν αὐθαίρετον γνώμην ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους τούτους. Ἐντεῦθεν ὁρμώμενος, παρακαλῶ γενικώτερον τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καί, ἐὰν ἐκ τῆς ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει κάμει ἤδη βεβαίως, πεισθῇ ὅτι εἶναι ὀρθὰ ταῦτα, δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς πάντας ἐν γένει τοὺς ταμειακοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, διότι τοῦτο νομίζω ὅτι γίνεται πανταχοῦ. Ἐπὶ πλέον δὲ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως σχετικὴν διασάφησιν δώσῃ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι καὶ ἐνταῦθα λέγεται (ἀναγινώσκει): «Αἱ προσωριναὶ δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν τῶν χρήσεων 1890–1896 τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ὅσαι ἐβεβαιώθησαν ἐντὸς τῶν ἐτῶν 1894, 1895 καὶ 1896, ἐπιτρέπεται νὰ πληρωθῶσιν εἰς δόσεις μετὰ τόκου 5% ἀπὸ τῆς εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν τῆς κατοικίας τῶν ὀφειλετῶν ἀποστολῆς τῆς γενικῆς προσκλήσεως τοῦ ἁρμοδίου ταμίου ἢ ὑποταμίου μέχρι τῆς πληρωμῆς ὡς ἑξῆς.» Τί ἐννοεῖ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου; ἐννοεῖ ὅτι ὁ τόκος 5% θέλει ὑπολογίζεσθαι ἐξ ἀφετηρίας τῆς 31 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους, εἰς ὃ ἀνήκει ἑκάστη δόσις, ἢ ἀπὸ τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν θέλει χορηγήσει ἡ πρόσκλησις τοῦ ὑπαλλήλου; Ἐὰν ἐννοῇ τοῦτο, νὰ δηλωθῇ.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν ὑπάρχει ἀσάφεια ἐν τοῖς νόμοις· ἐὰν συμβαίνῃ πλάνη περὶ τὴν ἐκτέλεσιν, τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλως. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν νόμων τὸ πρὸς πληρωμὴν φόρων ἢ δικαιωμάτων καθῆκον τῶν πολιτῶν συμπληροῦται κατὰ τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον οἱ νόμοι ἔταξαν πρὸς τὴν πληρωμὴν ταύτην. Ἐὰν μὲν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔταξαν οἱ νόμοι, ἦναι ἤδη βεβαιωμένον τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις αἱ συνήθεις τῶν νόμων, ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι βεβαιωμένον τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, τότε ἕνεκα τῆς ἐλείψεως τῆς διοικήσεως ἀναβάλλεται ἡ καταζήτησις τῆς πληρωμῆς. Ἀφ’ ἧς ὅμως βεβαιωθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου καὶ καταζητηθῇ ὁ πολίτης πρὸς ἀπόδοσιν αὐτοῦ, καὶ δὲν ἐκπληρώσῃ τότε τὴν ὑποχρέωσίν του, ἄρχεται ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας. Ἐὰν λοιπὸν αἱ δόσεις τοῦ 1890, 1891 καὶ 1892 δὲν ἐβεβαιώθησαν τότε, ἀλλ’ ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὰ μεταγενέστερα ἔτη, κατὰ τὸ 1896, θέλει ἀρχίσει ἡ ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν πρὸς πληρωμὴν τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐβεβαιώθησαν καὶ ἐγένετο ἡ πρόσκλησις, ἐὰν δὲ δὲν ἐξετέλεσαν ἐμπροθέσμως τὴν ὑποχρέωσίν των, ἄρχεται ἡ ὑποχρέωσις τόκου ὑπερημερίας...
§44ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε;
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν πρόσκλησιν... Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸν τόκον τὸν ἀναγραφόμενον ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, ὁ τόκος αὐτὸς διαφέρει. Δὲν εἶναι τόκος ὑπερημερίας, οὔτε ποινὴ προστίμου, εἶναι τόκος τῆς προθεσμίας, ἡ ὁποία διὰ τοῦ νόμου δίδοται πρὸς πληρωμὴν τοῦ χρέους· ἐπομένως, ἐπειδὴ ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας ἐξακολουθεῖ μέχρι τῆς πληρωμῆς, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου παύει ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας, καὶ ἄρχεται ὁ τόκος ὁ προσδιοριζόμενος διὰ τοῦ νόμου.
§46Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ ἐδόθη ἀφορμὴ περὶ πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων φόρων, θὰ φέρω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τούτου. Ὑπάρχουσιν, ὡς γνωστόν, δύο χρόνοι· πρῶτον ὁ χρόνος τῆς βεβαιώσεως καὶ δεύτερον ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἄρχεται ὁ ἐξαναγκασμὸς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Ἡ πληρωμὴ τῶν φόρων λήγει κυρίως τὴν 31 Ἰανουαρίου· ἑπομένως, ἐάν τις φορολογούμενος προσέλθῃ τὴν 30 Ἰανουαρίου καὶ πληρώσῃ τὸν φόρον του, θέλει πληρώσει τὸν ἁπλοῦν μόνον φόρον, ἐὰν δὲ προσέλθῃ τὴν 2 Φεβρουαρίου, ἢ καὶ τὴν 1 Φεβρουαρίου, ἤτοι τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῆς 31 Ἰανουαρίου, θέλει πληρώσει τὸν φόρον καὶ τὸ 20%, καὶ ἐπὶ πλέον — καὶ ἐδῶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν — ἐξαναγκάζεται νὰ πληρώσῃ τόκον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς βεβαιώσεως, ἤτοι ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ ὑστάτου χρόνου, ἤτοι τῆς 31 Ἰανουαρίου, ἢ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἄρχεται τὸ μέτρον τοῦ ἐξαναγκασμοῦ. Αὐτὴ δὲ ἡ τακτικὴ δυστυχῶς ἐφαρμόζεται παρ’ ὅλων τῶν ταμιῶν εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Φρονῶ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη, ἡ ὁποία ἐρείδεται ἐπὶ τοῦ νόμου, εἶναι λίαν ἄδικος, καὶ ἐπειδὴ δίδεται ἡ ἀφορμὴ αὕτη, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καθόσον φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄδικον, διὰ παράλειψιν 24 ὡρῶν νὰ πληρόνηται οὐ μόνον τὸ 20 τοῖς ἑκατόν, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ τόκος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς βεβαιώσεως.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξετάσω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 5 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μερλοπούλου, ὅπως μετὰ τὸ ἄρθρον 3 προστεθῇ ἄρθρον 4, ἔχον οὕτω: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως αὐτοῦ.»
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡΟϚ’ νόμου τῆς 15 Ἀπριλίου 1884 ἔτους «περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ συσταθέντος σώματος μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ»).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΩΛΖ’ νόμου τῆς 26 Μαΐου 1890 «περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου τοῦ Β. Ναυτικοῦ». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐψηφίσθη χθές. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Τσαμαδὸς ἔχει τὸν λόγον.
§52ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὡς καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ ἤδη θὰ ἐπαναλάβω, ἵνα συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὰ μέρη, ἔνθα ὀφείλει πρωτίστως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς βαθμοὺς τῶν διαφόρων ἀξιωματικῶν. Καὶ περὶ μὲν τῶν μαχίμων οὐδεμίαν ἔχω νὰ φέρω ἀντίῤῥησιν. Περὶ δὲ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν φρονῶ, ὅτι ἡ δήλωσις, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι λόγοι ὑπηρεσίας ἐξηνάγκασαν αὐτὸν νὰ προσθέσῃ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς οἰκονομικοὺς ἀξιωματικούς, δὲν φαίνεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἀκριβής, διότι ἀληθῶς προσέθεσέ τινας, παρέλειψεν ὅμως ἄλλους, καὶ εἴς τινα μάλιστα βαθμὸν προσέθεσε καὶ πλειοτέρους τῶν κεκανονισμένων. Καὶ πρῶτον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνθυποφροντιστάς, τοὺς ὁποίους ἀπὸ 22 ἀνεβίβασεν εἰς 28, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αἱ κατόπιν ὀργανωθεῖσαι νέαι θέσεις ἀπῄτουν τὴν προσθήκην ἐξ ἀνθυποφροντιστῶν, ὁ ἰσχυρισμὸς εἶναι ἀνακριβής, διότι ὡς λόγον τῆς τοιαύτης αὐξήσεως ἔφερε τὸν νόμον τοῦ 1887, καθ’ ὃν ηὐξήθησαν αἱ θέσεις τῶν ἀνθυποφροντιστῶν διὰ τῆς προσθήκης γραμματέων εἰς τὰ κεντρικὰ Λιμεναρχεῖα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ ἀριθμῶν ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1890, ἑπομένως εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ νομοθέτης τοῦ 1890, τί ἀνέγραφεν ὁ νόμος τοῦ 1887. Ἀναγράψας ὅθεν τὸν ἀριθμὸν 22, βεβαίως εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι προσετέθησαν καὶ 5 θέσεις γραμματέων εἰς τὰ κεντρικὰ Λιμεναρχεῖα, καὶ οὕτως ἱκανοποίει πληρέστατα τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀληθῶς διὰ νόμου μεταγενεστέρου προσετέθησαν 3 θέσεις ἀνθυποφροντιστῶν, ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τούτων ἔδει νὰ ἀνέλθῃ εἰς 25 καὶ οὐχὶ εἰς 28. Δύναμαι δὲ, χωρὶς νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ προκείμενον θέμα, νὰ ἀπαριθμήσω καὶ τὰς θέσεις, ἃς κατέχουν οἱ 25 οὗτοι ἀνθυποφροντισταί, συμφώνως πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου καὶ τοὺς εἰδικοὺς νόμους. Ἔχουσι δ’ αὗται ὡς ἑξῆς: Γραφεῖον ἐξελέγξεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ 2. Γραφεῖον δικαιοσύνης καὶ πληρωμάτων τοῦ στόλου παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ 1. Διεκπεραιωτὴς 1. Ἀρχειοφύλαξ 1. Τμῆμα φάρων 1. Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον 2. Ἐφορεία ὑλικοῦ παρὰ τῷ Ναυστάθμῳ 1. Ἀποθήκη Ναυστάθμου 3. Γραφεῖον προσωπικοῦ 1. Ἐργοστάσιον 1. Νοσοκομεῖον 1, Γραμματεῖς λιμεναρχείων 5. «Ἄρης» 1. «Πηνειός» 1. «Εὐρώτας» 1. «Ἀχελῷος» 1. «Ἀλφειὸς» 1. Ἐν ὅλῳ 25. Δὲν γνωρίζω ποῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δικαιολογήσῃ τὰς τρεῖς θέσεις, τὰς ἐπὶ πλέον. Θὰ τὰς δικαιολογήσῃ βεβαίως, φέρων ὅμως καὶ τὴν εὐθύνην. Ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ὁ νόμος περὶ ἀριθμῶν περιλαμβάνει πάντας τοὺς χρησίμους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἐρειδόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, ἔδει νὰ προσθέσῃ 16 λογιστὰς, τοὺς ὁποίους παρέλειψε, καίτοι οὗτοι ἀναγράφονται εἰς τοὺς ὀργανισμούς. Καὶ ἀκριβῶς ἐνταῦθα κεῖται τὸ ζήτημα, διατὶ παρέλειψε τοὺς 16 λογιστὰς, καὶ προσέθεσεν ἐπὶ πλέον τρεῖς ἀνθυποφροντιστάς. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὸν τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως θὰ προσέθετε καὶ τοὺς 16 λογιστὰς, περὶ ὧν προβλέπουσιν οἱ ὀργανισμοί. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ αἴτια, ὧν ἕνεκα ἐγένετο ἡ παράλειψις αὕτη, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὐδένα λανθάνει, ὅτι ταῦτα εἶναι προσωπικαὶ ἱκανοποιήσεις. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν. Περὶ δὲ τῶν ὑγειονομικῶν οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω νεώτερον τῶν ὅσα ἐν προηγουμένῃ τοῦ νομοσχεδίου συζητήσει εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπιμένω δὲ εἰς τὸ ὅτι, ἂν ὁ ἀνώτερος ἀρχίατρος ἦναι χρήσιμος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυτικοῦ, ἀναγκαίως δὲν πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος τοῦ ἀρχιάτρου, δηλ. δὲν πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν ἀριθμῶν τὴν θέσιν τοῦ ἀρχιάτρου καὶ νὰ προσθέσῃ ἐκείνην τοῦ ἀνωτέρου ἀρχιάτρου. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὰ πράγματα. Εἰς τὸ Ναυτικὸν ὑπηρετοῦσιν ἤδη δύο ἀρχίατροι, ὧν ὁ εἷς μετ’ οὐ πολὺ θὰ καταληφθῇ ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας· ἐπειδὴ δὲ κατὰ εὐεργετικὸν νόμον ὁ καταλαμβανόμενος ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας δὲν δύναται νὰ προαχθῇ εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, θὰ παραμένῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μέχρις ὅτου συμπληρώσῃ τὸν χρόνον τῆς ἀποστρατεύσεως, τουτέστι μέχρι συμπληρώσεως εἰκοσιπενταετοῦς ὑπηρεσίας· ἄρα ἐπὶ ἐννέα ὅλα ἔτη θὰ κατέχῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀρχιάτρου (διότι τοσαῦτα ἀπαιτοῦνται, ὅπως συμπληρώσῃ τὸν χρόνον τῆς ἀποστρατείας), μὴ ἐπιτρέπων εἰς οὐδένα ἄλλον τὴν προαγωγὴν,—τὸ ὁποῖον εἶναι ἄδικον καὶ δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τοὺς ὑποδεεστέρους. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν θέσιν τοῦ ἀνωτέρου ἀρχιάτρου, τότε αὕτη πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δύο θέσεις τῶν ἀρχιάτρων. Διὸ καὶ συμφωνῶ πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος προτείνει τὴν προσθήκην ἑνὸς ἀρχιάτρου.
§53Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§54ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νομίζω ὅτι κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ναυπηγικῶν ἀξιωματικῶν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀναγραφῶσι πλείονες τῶν ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν, συμφώνως τῷ νῦν ἰσχύοντι νόμῳ.
§55Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτοὶ εἶναι.
§56ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μηχανικοὺς, φρονῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἢ δὲν ἐμελετήθη δεόντως, ἢ ἐγὼ δὲν τὸ ἐνόησα. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπαντῶ: «Μηχανικοὶ πρώτης τάξεως τοῦ νόμου ΩΞΓʹ 6. Μηχανικοὶ πρώτης τάξεως τοῦ νόμου ᾼΡΟϚʹ 5. Μηχανικοὶ δευτέρας τάξεως ἢ ὑπομηχανικοὶ πρώτης τάξεως τοῦ ΩΞΓʹ νόμου 2». Ὁμολογῶ ὅτι ταῦτα πάντα εἰσὶν ἀκατάληπτα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ δύο τάξεις νὰ συμπτυχθῶσιν εἰς μίαν καὶ νὰ παρουσιάσωσιν ἀριθμὸν δύο ἀξιωματικῶν. Ἡ κατηγορία τῶν μηχανικῶν δευτέρας τάξεως εἶναι ὅλως ἀνεξάρτητος τῆς τῶν ὑπομηχανικῶν πρώτης τάξεως τοῦ νόμου ΩΞΓʹ. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν αὐταὶ αἱ δύο κατηγορίαι ν’ ἀποτελῶσι μίαν καὶ νὰ περιλαμβάνωσιν ἀριθμὸν δύο ἀξιωματικῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τί ἐννοεῖ. Ἐπειδὴ τυγχάνω κατέχων τὸ βῆμα, δύναμαι νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον μετ’ οὐ πολὺ θὰ συζητηθῇ. Ἐπειδὴ παρεξήγησις ἐγένετο ἐν τοῖς ἀριθμοῖς τῶν μηχανικῶν καὶ ἰδίως ἐν ταῖς τάξεσι τῶν μηχανικῶν, συγχωνευθείσης τῆς τάξεως τῶν μηχανικῶν δευτέρας τάξεως εἰς ἐκείνην τῶν μηχανικῶν πρώτης τάξεως, ἕπεται ὅτι τὸ τρίτον ἄρθρον εἶναι σφαλερὸν, ἀσαφὲς καὶ ἀκατάληπτον, καθίσταται δὲ πρόξενον ἀδικήματος εἰς τοὺς ὑπομηχανικοὺς πρώτης τάξεως τοῦ ΩΞΓʹ νόμου. Ἐξηγοῦμαι. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει: «Οἱ ἐν τῷ μέλλοντι κενούμενοι ἀριθμοὶ τῶν μηχανικῶν αʹ τάξεως τοῦ ΩΞΓʹ νόμου προστίθενται ἑκάστοτε τοῖς μηχανικοῖς αʹ τάξεως τοῦ ᾼΡΟϚʹ νόμου μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ἀριθμοῦ 11, οἱ δὲ τῶν μηχανικῶν βʹ τάξεως ἢ ὑπομηχανικῶν αʹ τάξεως τοῦ νόμου ΩΞΓʹ τοῖς ἀριθμοῖς τῶν μηχανικῶν βʹ τάξεως τοῦ ΑΡΟϚʹ νόμου μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ἀριθμοῦ 15.» Καὶ ἀληθῶς οἱ μηχανικοὶ πρώτης τάξεως τοῦ ΩΞΓʹ νόμου εἶναι ἕξ· οἱ μηχανικοὶ πρώτης τάξεως τοῦ ΑΡΟϚʹ νόμου εἶναι πέντε· συνεπῶς κενουμένων τῶν θέσεων ὁπωσδήποτε τῶν ἓξ μηχανικῶν, θὰ περιληφθῶσιν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῆς ἀμέσου τάξεως, καὶ ἀντὶ πέντε θὰ γείνωσιν ἕνδεκα. Τοῦτο εἶναι εὐκτέον, διότι, τῶν μηχανικῶν τοῦ ΩΞΓʹ νόμου εἴτε προαγομένων εἴτε ἀποστρατευομένων εἴτε ἄλλως πως ἐξερχομένων τοῦ Ναυτικοῦ, τοὺς ἀριθμοὺς αὐτῶν θὰ καταλάβῃ ἡ ἀμέσως ἑπομένη τάξις, καὶ ἑπομένως ἀντὶ πέντε αὕτη θὰ περιλαμβάνῃ ἕνδεκα. Ἀλλὰ ἔρχεται ἤδη ἡ τάξις τῶν μηχανικῶν δευτέρας τάξεως τοῦ ΩΞΓʹ νόμου, ἡ ὁποία εἶναι πάντη ἄγνωστος εἰς ἡμᾶς, καθὸ μὴ ἀναγραφομένη ἐν τοῖς ἀριθμοῖς τοῦ νομοσχεδίου. Γνωρίζομεν νῦν, ὅτι περιλαμβάνει τρεῖς, οἱ ὁποῖοι φαίνεται ὅτι θὰ συγχωνευθῶσιν εἰς τοὺς τῆς πρώτης τάξεως τοῦ ἰδίου νόμου, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν περὶ αὐτῶν λέγει, καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Καὶ ἐνῷ περὶ αὐτῶν σιωπᾷ, ἐν τούτοις ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ἀναγινώσκομεν, ὅτι οἱ μηχανικοὶ βʹ τάξεως ἢ ὑπομηχανικοὶ αʹ τάξεως τοῦ ΩΞΓʹνόμου προστίθενται τοῖς ἀριθμοῖς τῶν μηχανικῶν βʹ τάξεως τοῦ ΑΡΟϚʹ νόμου κλπ., ὅπερ ἐστὶν ἐντελῶς ἄτοπον. Ἀλλ’ ὅπως κατασταθῇ καταληπτὴ ἡ ἀνωμαλία αὕτη, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ παραβολὴ τῶν βαθμῶν, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς ποίαν ἀσάφειαν εὑρίσκεται τὸ νομοσχέδιον, τοῦθ’ ὅπερ μὲ ἠνάγκασε νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει ἀνακριβείας, καὶ γεννᾷ ἀδικήματα. Οἱ μηχανικοὶ αʹ τάξεως τοῦ ΩΞΓʹ νόμου ἀντιστοιχοῦσι πρὸς ὑποπλοιάρχους, πρὸς λοχαγούς· οἱ μηχανικοὶ αʹ τάξεως τοῦ ΑΡΟϚʹ ἀντιστοιχοῦσι πρὸς ἀνθυποπλοιάρχους, πρὸς ὑπολοχαγούς· οἱ μηχανικοὶ βʹ τάξεως τοῦ ΩΞΓʹ νόμου ἀντιστοιχοῦσι πρὸς λοχαγοὺς βʹ τάξεως, πρὸς ὑποπλοιάρχους, καὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι συγχωνεύονται μὲ τοὺς ὑπομηχανικοὺς αʹ τάξεως τοῦ ΩΞΓʹ νόμου, ἰσοδυναμοῦσι πρὸς ἀνθυποπλοιάρχους, πρὸς ὑπολοχαγούς. Λοιπὸν εἶναι κυκεών. Λοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοὶ ἀναμιγνύονται, ὑποβιβαζομένων οὕτω τῶν λοχαγῶν. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ἀνωμαλίαν τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν αὐτοῦ, μέχρις οὗ μελετήσῃ τοῦτο καὶ ὑποβάλῃ σαφέστερον νομοσχέδιον, ἵνα μὴ γεννηθῶσιν ἀδικήματα εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἀξιωματικούς. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀρχικελευστὰς, εἶχον ἐκφράσει τὴν εὐχήν...
§57Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τοῦτο ἐγένετο. Τὸ ἔχω σημειώσει.
§58ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν τὸ ζήτημα περὶ μηχανικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ ἦναι ὄντως ἀσαφὲς, νὰ ἐξηγήσῃ τοῦτο, ἄλλως νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, ἕως ὅτου μελετηθῇ καλλίτερον, ἵνα μὴ μετ’ οὐ πολὺ ἡ ὑπηρεσία περιέλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαπράξῃ ἀδικήματα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς μηχανικούς.
§59ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἢ νὰ προταθῇ ἡ δέουσα τροποποίησις.
§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὸ λέγω.
§61Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἵνα ἐννοήσῃ, Κύριοι, ἡ Βουλὴ, ὅτι ἀληθῶς περὶ κυκεῶνος προέκειτο, καὶ ὅτι τὸν κυκεῶνα τοῦτον ἐπεχείρησεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ τακτοποιήσῃ, ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν τοὺς νόμους περὶ ἀριθμῶν, οἵτινες διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καταργοῦνται. Θέλετε ἴδει, ὅτι δὲν ὑπάρχει γράμμα τοῦ Ἀλφαβήτου καὶ συνδυασμὸς γραμμάτων τοῦ Ἀλφαβήτου, μὴ παριστῶν ἕνα τῶν νόμων τοῦ Κράτους περὶ τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ στόλου. Διότι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐνομοθετοῦντο, ὡς ἐκ τῶν ἀναγκῶν βεβαίως τοῦ Κράτους, νόμοι περὶ ἀριθμῶν, ἀλλὰ νόμοι ἐνίοτε οὐχὶ ἐκ μεγάλης καὶ πεφωτισμένης μελέτης. Περιήλθομεν δὲ ὡς ἐκ τοῦ συστήματος τούτου εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ἔχωμεν δὲν ἠξεύρω πόσους νόμους περὶ ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Τινὲς μάλιστα ἐκ τῶν νόμων τούτων τοσοῦτον συνεκρούοντο πρὸς ἀλλήλους, ὥστε ἠγέρθησαν δίκαι κατὰ τοῦ Δημοσίου, φθάσασαι μέχρι καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὑπάρχουσι μάλιστα καὶ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, συγκρουόμεναι πρὸς ἀλλήλας, καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅσον καὶ ἄν θελήσῃ, οὐχὶ κατὰ τὰς ὥρας ταύτας τὰς κρισίμους, ἀλλὰ καὶ ἐν εἰρήνῃ ὄντος τοῦ Κράτους, νὰ συζητήσῃ, δὲν θέλει ποτὲ κατορθώσει νὰ συλλάβῃ ὀρθὴν καὶ ἀσφαλῆ ἰδέαν, ἵνα σχηματίσῃ πεποίθησιν. Ἐπικαλοῦμαι, Κύριοι, τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς, οἵτινες ἔχουσι τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ σῶμα τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἐρωτῶ αὐτοὺς, ἐὰν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι ταῦτα, ὅσα ἰσχυρίζομαι.
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀληθῆ.
§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι ἡ εὐφυΐα τῶν διαδίκων ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ὡς ἐκ τῶν νόμων τούτων, τῶν συγκρουομένων καὶ ἀλληλαναιρουμένων, ἔφθασεν εἰς τὸ νὰ χαρακτηρίσῃ ἕνα ἐκ τῶν νόμων τούτων, τὸν νόμον ΑΡΟϚʹ, ὡς ἄῤῥωστον, διότι οὗτος, Κύριοι, ὁ ἄῤῥωστος ἀληθῶς νόμος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις κυρίως ἐπήνεγκε ταύτην τὴν ἀσάφειαν καὶ τοῦτον τὸν κυκεῶνα. Ἐτέθησαν πολλάκις ζητήματα εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐν συνειδήσει δὲν ἠδυνήθη νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἔδωκε τὴν ἀσφαλῆ λύσιν. Ἐτέθησαν ζητήματα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον δὲν ἠδυνήθη νὰ βεβαιώσῃ ἐν συνειδήσει, ὅτι ἔδωκεν ἀσφαλῆ λύσιν ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τὰ ἐκ τοῦ νόμου ΑΡΟϚʹ. Ἐτέθησαν καὶ ζητήματα εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ ὑπάρχουσιν ἀντιφάσκουσαι πρὸς ἀλλήλας ἀποφάσεις. Ταῦτα πάντα, Κύριοι, ἠθέλησε κατὰ πρῶτον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον νὰ καθαρίσῃ, καὶ ὁ νόμος οὗτος δὲν λέγω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀλάνθαστος, πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις, ἃς ἢ ἐγὼ, ἢ ὁ ἐμὸς διάδοχος ἐν καιρῷ τῷ καταλλήλῳ θέλει εὕρει καὶ θέλει διορθώσει...
§64ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλὰ διορθώνονται καὶ τώρα.
§65Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐνέπνευσαν δύο κυρίως ἰδέαι, κατὰ πρῶτον νὰ μὴ γεννήσῃ ἀδικήματα, κατὰ δεύτερον νὰ ἐπιφέρῃ τάξιν ἐκεῖ, ὅπου ὑπῆρχεν ἡ ἀταξία, τρίτον νὰ καταρτίσῃ νομοσχέδιον, οἱονεὶ κώδικα τῶν νόμων ὅλων, τῶν νόμων περὶ ἀριθμῶν. Ἀρκεῖ, Κύριοι, νὰ ἀναγνώσητε τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Καταργοῦνται 1) τὸ ἄρθρον 19 τοῦ ΑΡΟϚʹ νόμου τῆς 13 Ἀπριλίου 1884 ἔτους «περὶ τροποποιήσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ συσταθέντος σώματος μηχανικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ». 2) ΑΣΔʹ τῆς 12 Ἰουλίου 1885 ἔτους «περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν δοκίμων αʹ τάξεως τοῦ Β. Ναυτικοῦ». 3) ΑΤΜΖʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1885 ἔτους «περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀρχικελευστῶν». 4) ΑΦΟΗʹ τῆς 11 Δεκεμβρίου τοῦ 1887 ἔτους «περὶ ἀριθμοῦ τῶν σημαιοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ». 5) ΑΩΚΗʹ τῆς 17 Μαΐου 1890 ἔτους «περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πλοιάρχων, τῶν ἀντιπλοιάρχων, τῶν ἀνθυποφροντιστῶν, τῶν ὑποναυπηγῶν καὶ τῶν μηχανικῶν αʹ τάξεως». 6) Τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ΑΩΛΖʹ νόμου τῆς 26 Μαΐου 1890 ἔτους «περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου τοῦ Β. Ναυτικοῦ». 7) Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ᾼΩΜΔʹ νόμου τῆς 30 Μαΐου 1890 ἔτους «περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τοῦ φαρμακευτικοῦ κλάδου τοῦ Β. Ναυτικοῦ». 8) Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ͵ΒΗΖʹ νόμου τῆς 14 Αὐγούστου 1892 ἔτους «περὶ τροποποιήσεως τῶν ᾼΦΟΗʹ καὶ ᾼΡΝϚʹ νόμων», καὶ 8) τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ͵ΒΥΕʹ νόμου τῆς 9 Ἀπριλίου 1896 ἔτους «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ ταμείου». Ὅλοι οἱ νόμοι οὗτοι, Κύριοι, ἴσχυον καὶ συνεπορεύοντο, καὶ εἰς διάστημα ὀλίγων μιλίων—ἵνα ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τὸ ναυτικώτερον—οἱ νόμοι οὗτοι συνεκρούοντο πρὸς ἀλλήλους, καὶ τὰ δικαστήρια κατεγίνοντο καὶ καταγίνονται εἰσέτι, ἵνα εὕρωσι καὶ λύσωσι τὰς ἀντινομίας. Ταῦτα πάντα, Κύριοι, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐκαθάρισε, τοὐλάχιστον προσεπάθησε νὰ καθαρίσῃ. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἀλάθαστον. Βεβαίως ὅμως ἐκείνους, οἵτινες εἰσηγήσαντο εἰς τὴν Βουλὴν τοῦτο, ἐνέπνευσεν ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἐργάζονται, ἵνα φέρωσι τὴν τάξιν ἐν τῇ προκειμένῃ θεσμοθεσίᾳ. Χθὲς, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπετσῶν συνάδελφος ἐνόμιζεν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀδικεῖται πρόσωπον τοῦ Ναυτικοῦ, πάσης ἀληθῶς τιμῆς ἄξιον καὶ μεγίστης ἱκανότητος. Συνήντησα κατόπιν αὐτὸν, καὶ ἂς ἐρωτηθῇ ἐὰν δὲν ἐπείσθη, ὅτι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο οὐδαμῶς ἐζημιώθη· διότι, εὐθὺς ὡς ἐβεβαιώθην, ὅτι τῷ ὄντι ἐδύνατο νὰ ἀδικηθῇ ἐκ κακῆς διατυπώσεως ἄρθρου τινὸς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, ἐπειδὴ ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον τῷ ὄντι νὰ ζημιωθῇ, τὸ νομοσχέδιον ἐτροποποιήθη, ἄνευ ζημίας καὶ τοῦ προσώπου, ἄνευ ζημίας καὶ τῶν συμφερόντων τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, Κύριοι, κατηγορήθη τὸ νομοσχέδιον ὡς εἰσάγον ἀριθμοὺς πλείονας τῶν ὀργανισμῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ὡς ἔλεγεν ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος. Ἀπ’ ἐναντίας, Κύριοι, ἔχω εἰς χεῖράς μου πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς ὀργανικὰς θέσεις, ἐν αἷς δέον νὰ ὑπηρετῶσιν οἱ κύριοι ἀξιωματικοί, οὗτινος πρὸ πολλοῦ κατέθηκα ἀντίγραφον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, ἂν ἐπισταμένως μελετήσητε αὐτὸν, θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ ἀριθμῶν, ἐξαντλεῖ ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς ἀπαιτοῦσιν οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Προχθὲς ἀπέδειξα τοῦτο· π. χ. κατὰ τοὺς ὀργανισμοὺς οἱ πλωτάρχαι δέον νὰ ὦσιν 21, καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀνεγράφησαν 20—κατὰ πλάνην ἐνταῦθα.— Τῶν ὑποπλοιάρχων οἱ ἀριθμοὶ κατὰ τοὺς ὀργανισμοὺς δέον νὰ ὦσι 55, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμῶν ἀναγράφει 50. Οἱ ἀνθυποπλοίαρχοι εἶναι κατὰ τοὺς ὀργανισμοὺς 44, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμῶν ἀναγράφει 43...
§66Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἦναι διπλάσιοι τοὐλάχιστον.
§67Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως... Καὶ οὕτω καθεξῆς. Δὲν ὑπάρχει κλάδος τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ δὲν ὑπάρχει βαθμὸς κλάδου τοῦ Ναυτικοῦ, ὅστις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἀριθμῶν νὰ ἔχῃ περισσοτέρους βαθμοφόρους ἐκείνων, οὓς ἀπαιτοῦσιν οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Ὥστε ὅσα ἠκούσατε περὶ τῆς πλημμελείας δῆθεν ταύτης τοῦ νόμου εἰσὶν ἀνακριβῆ.
§68ΜΑΝΕΣΗΣ. Διατὶ δὲν τὸν ἀναβιβάζετε τὸν ἀριθμὸν εἰς τοὺς ὀργανισμούς;
§69Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων.
§70ΜΑΝΕΣΗΣ. Νὰ τὸν συμπληρώσητε, διότι αὔριον ἠμπορεῖ νὰ ἦσθε εἰς καλλιτέραν οἰκονομικὴν κατάστασιν, καὶ νὰ τοὺς προαγάγητε.
§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐλέχθη, ὅτι ὡς πρὸς μὲν τοὺς μαχίμους ἀξιωματικοὺς δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους τοῦ προαγορεύσαντος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἀριθμῶν. Οὕτω, νομίζω, εἴπετε.
§72ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς αὐξήσεις.
§73Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα. Χαίρω διότι κατὰ τοῦτο συμφωνοῦμεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν μέχρι τοῦδε σχεδὸν ἀριθμοὺς οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνους, οὓς εἴχομεν πρὶν ἢ ἔλθωσι τὰ θωρηκτὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἅτινα ἀπαιτοῦσι βεβαίως ἀνάλογον ἀριθμὸν καὶ οἰκονομικῶν βαθμοφόρων. Εἴχομεν νόμον περὶ ἀριθμῶν, ἰσχύοντα ἔτι ὡς πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἀξιωματικούς, τὸν νόμον ἐκεῖνον, καθ’ ὃν ἐν τοῖς Λιμεναρχείοις ὑπηρέτουν πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, ἐνῷ σήμερον ὑπηρετοῦσιν ἀξιωματικοί, εἴτε τοῦ πολεμικοῦ, ναυτικοῦ εἴτε τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ταῦτα πάντα, Κύριοι, θέλετε ἴδει εὐρέως ἀναπτυσσόμενα ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐν παραγράφῳ βʹ. Ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ διὰ μακρῶν νὰ ἀγορεύσω καὶ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ τοὺς ἀμφιβάλλοντας νὰ μελετήσωσιν ἐκ τοῦ προχείρου τὴν παράγραφον ταύτην, καὶ θέλουσιν ἴδει πόσαι ὑπηρεσίαι, πόσαι ἐργασίαι προσετέθησαν, καὶ ἐν τούτοις οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, οἵτινες ἄλλως δὲν αὐξάνουσι καὶ κατὰ πολὺ, καὶ ἐν τούτοις, λέγω, οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ναυτικοῦ δὲν ηὐξήθησαν. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ 1884 καὶ τοῦ 1885 ἔτους, ὅτε προσεδιορίσθησαν οἱ ἀριθμοὶ τῶν μηχανικῶν βʹ τάξεως, τῶν ὑποπλοιάρχων καὶ τῶν ὑποφροντιστῶν, οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι μένουσιν οἱ αὐτοὶ, καίτοι ἐναυπηγήθησαν κατὰ τὸ 1890 ἔτος τὰ τρία ἡμῶν θωρηκτὰ, ἐν οἷς κατὰ τοὺς ὀργανισμοὺς αὐτῶν δέον νὰ ὑπηρετῶσιν ἀνὰ 5 ὑποπλοίαρχοι, ἀνὰ εἷς ὑποφροντιστὴς καὶ ἀνὰ τρεῖς μηχανικοὶ βʹ τάξεως, ἱδρύθησαν: 1) κατὰ τὸ 1887 ἔτος διὰ τοῦ νόμου ΑΥϞΗʹ τὸ Κεντρικὸν ἐν Πόρῳ Προγυμναστήριον, ἐν ᾧ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ δέον νὰ ὑπηρετῶσι 3 ὑποπλοίαρχοι καὶ εἷς ὑποφροντιστής, 2) ἡ Ὑποβρύχιος Ἄμυνα, κατὰ τὸ 1893 ἔτος, διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΡΛΗʹ, ἐν ᾗ δυνάμει τοῦ νόμου τούτου δέον νὰ ὑπηρετῶσι 4 ὑποπλοίαρχοι καὶ εἷς ὑποφροντιστής, 3) διὰ τοῦ νόμου ᾼΥΜΖʹ τῆς 26 Μαΐου 1887 ἔτους «περὶ ὀργανισμοῦ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους», αἱ λιμενικαὶ ἀρχαὶ, ἐν αἷς, ἀντὶ τῶν πρότερον ὑπηρετούντων πολιτικῶν ὑπαλλήλων, νῦν τοποθετοῦνται βαθμοφόροι τοῦ Β. Ναυτικοῦ, καὶ ἀπαιτοῦνται κατὰ τὸν εἰρημένον νόμον, ἐκτὸς τῶν ἄλλων βαθμοφόρων, 9 ὑποπλοίαρχοι ἢ ὑποφροντισταὶ καὶ 5 ἀνθυποφροντισταὶ, καὶ 4) πλεῖσται ἄλλαι ὑπηρεσίαι ἱδρύθησαν καὶ τὰ ὁπλιταγωγὰ πλοῖα «Μυκάλη» καὶ «Σφακτηρία» ἠγοράσθησαν, ἐν τούτοις, μεθ’ ὅλα ταῦτα, οἱ ἀριθμοὶ τῶν ὑποπλοιάρχων, ἀνθυποπλοιάρχων, ὑποφροντιστῶν καὶ ἀνθυποφροντιστῶν καὶ μηχανικῶν βʹ τάξεως μένουσιν οἱ αὐτοὶ, πρὸς βλάβην ἀναμφισβήτητον τῆς ὑπηρεσίας.» Ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ λόγοι, οἵτινες ὤθησαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως λάβῃ τὴν τόλμην νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐπικουρουτῶν μάλιστα εἰς τοῦτο καὶ τῶν περιστάσεων, τὴν αὔξησιν κατά τι τῶν ἀριθμῶν ὡς πρὸς τοὺς βαθμοφόρους τούτους. Ναυπηγοὺς, δὲν γνωρίζω πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας κ. συνάδελφος ἐξέλαβεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμῶν προσέθηκε, διότι οὐδένα ναυπηγὸν ἢ ὑποναυπηγὸν ἢ ἀνθυποναυπηγὸν τὸ νομοσχέδιον προσέθηκεν. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι μένουσιν οἱ αὐτοί. Ὡς πρὸς τροπολογίαν δέ τινα, ἣν ὁ ἐξ Ὕδρας κ. Βουλευτὴς προέτεινε, τουτέστι νὰ καθορισθῇ ἡ εἰδικότης τῶν ἀρχικελευστῶν κατ’ ἀριθμὸν, νομίζω ὅτι εἶχε πλῆρες δίκαιον, καὶ τοῦτο διετύπωσα ἤδη ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νομοσχεδίου, ὁρίσας τοὺς ἀριθμούς, ἀρμένων 13, πυροβολικοῦ 6, τορπιλλῶν 2 κλπ. Ἐὰν, Κύριοι, μεθ’ ὅσα εἶπον, θελήσω νὰ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ ἐνταῦθα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀλληλουχίας, τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων ΩΞΙʹ καὶ ᾼΡΟϚʹ, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι ἐδυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν ὅλας τὰς ὑπολειπομένας ἡμῖν ἡμέρας, χωρὶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, ἀφοῦ δὲν ἔφθασαν ὅλα τὰ δικαστήρια τῶν Ἀθηνῶν, μηδὲ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξαιρουμένου, καὶ ὅλοι οἱ νομικοὶ σύμβουλοι τοῦ Κράτους. Ἐγὼ Κύριοι, εἰμὶ βέβαιος, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, οὐδεὶς ἀδικεῖται, οὐδεμία ἀντινομία ἢ ἀντίφασις ὑπάρχει. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι συντεταγμένον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὀργανισμῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τοῦ Κράτους. Οὐδεὶς ἀριθμὸς προσετέθη εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμῶν. Ἐξ ἐναντίας πολλοὶ ἀριθμοὶ ἐκ τῶν ὀργανισμῶν ἐλλείπουσι, χάριν οἰκονομικῶν λόγων, καὶ πέποιθα, ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὡς ἔχει, μετά τινων ἐλαφρῶν τροπολογιῶν, οἵα εἶναι ἡ περὶ τῶν ἀρχικελευστῶν, ἢ μετά τινων ἄλλων, ἃς θέλω ἀναφέρει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν καθ’ ἕκαστον, εἰμὶ βέβαιος, λέγω, ὅτι ἐπέρχεται ἡ τάξις ἐν τμήματι τῆς νομοθεσίας, ἐν ᾧ ὑπῆρχεν ἡ ἀταξία καὶ ἡ ἀσάφεια. Οὐδεὶς ἀδικεῖται. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ πλημμέλειά τις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, — διότι ἡμεῖς οὐδέποτε ἐπηγγέλθημεν τοὺς ἀλανθάστους — εἴμεθα πρόθυμοι, Κύριοι, ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν τυχὸν ἐσφαλμένων. Μετὰ τὰ ὀλίγα ταῦτα, Κύριοι, νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου...
§74ΠΕΤΑΛΑΣ. Εἴμεθα ἤδη εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§75Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα... Νὰ σπεύσωμεν, ἐννοῶ, εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ βεβαίως εἴμεθα πρόθυμοι, ἂν πεισθῶμεν, ὅτι ὑπάρχουσι σαφεῖς καὶ μελετημέναι βελτιώσεις, ν’ ἀποδεχθῶμεν αὐτάς. Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἤθελον μοὶ κάμει τὴν τιμὴν νὰ ἀκούσωσι τὴν γνώμην μου, παρακαλῶ αὐτοὺς, καὶ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διότι ἐπὶ τέλους εἴμεθα πρόθυμοι δι’ ὅ,τι δήποτε σφάλμα ἐν τῷ προσεχεῖ μέλλοντι νὰ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας τῶν κ. συναδέλφων, νὰ μὴ φέρωσι σπουδαίας ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὥστε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατεπειγόντων νομοσχεδίων.
§76ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δύο τινὰ προέκυψαν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πρῶτον, ὅτι ἀνεγνώρισεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιέχει ἀσαφείας, καὶ δεύτερον ὡμολόγησεν, ὅτι τοῦτο χρήζει μελέτης. Ἀνεγνώρισε πρὸς τούτοις, ὅτι οἱ νόμοι οἱ διέποντες τὰ τῶν μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἦσαν κυκεὼν, καὶ ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου προλαμβάνει μὲν τὸν κυκεῶνα, ἀφήνει ὅμως καὶ ἀσαφείας. Φρονῶ ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ, διότι πᾶσα ἀσάφεια, προκειμένου νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν εἰς νόμον ἀληθῶς εἰς κυκεῶνα εὑρισκόμενον, ἔπρεπε νὰ ἐκλείψῃ. Κατ’ ἀκολουθίαν πᾶσα διάταξις, προτιθεμένη νὰ κανονίσῃ ἐπὶ τὸ δικαιότερον καὶ σαφέστερον τὰ τῶν συγκρουομένων τούτων νόμων, ἔπρεπε νὰ ἦναι σαφεστάτη, οὐδεμίαν ἀφήνουσα ἀμφιβολίαν, καὶ μὴ παρέχουσα ἀφορμὴν εἰς ἀδικήματα. Τοῦτο συνέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις ὡμολόγησεν, ὅτι ὑπάρχει ἀσάφεια.
§77Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ὡμολόγησα.
§78ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οὐ μόνον ὡμολόγησε τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς ἔπεισε περὶ αὐτοῦ. Ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, οἱ μηχανικοὶ δευτέρας τάξεως καὶ ὑπομηχανικοὶ αʹ τάξεως εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποτελέσωσι μίαν τάξιν, διάταξις δὲ, τοιαῦτα καθιεροῦσα, θὰ παράσχῃ πράγματα εἰς τοὺς μηχανικοὺς ἀξιωματικούς. Καὶ ὄντως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συγχωνευθῶσιν οὗτοι καὶ ἀποτελέσωσι μίαν τάξιν, ἀφοῦ ἔχουσι διάφορον βαθμόν; Δὲν νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἀσάφεια, ἱκανὴ ἵνα ἐπιφέρῃ ἀδικήματα εἰς τοὺς κατέχοντας τὰς θέσεις ταύτας; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀσαφείας ταύτης δέον νὰ ἐπιφέρῃ τὴν διόρθωσιν, καὶ νὰ τὴν ἐπιφέρῃ τόσῳ μᾶλλον, καθόσον ἐν τῷ τρίτῳ ἄρθρῳ ἐπαναλαμβανομένη ἡ ἀσάφεια αὕτη παρέχει τὸ αἴτιον τῶν ἀδικημάτων. Ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προέκυψε καὶ ἕτερόν τι, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἐν τῷ νόμῳ δὲν ἐτέθησαν συμφώνως πρὸς τοὺς ὀργανισμούς, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ μὲν ὑπεβιβάσθησαν, ἀλλαχοῦ δὲ ηὐξήθησαν. Καὶ νομίζετε ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μίαν ἀσάφειαν, παρέχουσαν ἀφορμὴν εἰς ἀδικήματα; Δι’ αὐτὸ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀναβληθῇ, καὶ προτείνω τὴν ἀναβολὴν μέχρι τῆς αὔριον, ἵνα κάλλιον μελετηθῇ καὶ συμπληρωθῶσιν αἱ ἀτέλειαι αὐτοῦ, αἵτινες ἀναμφηρίστως θέλουσι καταστῆ ἀφορμὴ ἀδικημάτων.
§79ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, εἰ δυνατὸν, νὰ ἐξηγήσῃ καθαρῶς τὸ ἑξῆς, — διότι οὐδεμίαν ὄρεξιν βεβαίως ἔχω νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲ συμφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ὕδρας συνάδελφον. — Ἐπειδὴ ὑπάρχουσι δύο νόμοι, διέποντες τοὺς μηχανικούς, τουτέστι τοὺς μηχανικοὺς δευτέρας τάξεως καὶ τοὺς ὑπομηχανικοὺς πρώτης τάξεως, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν πρῶτον νόμον, πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἤδη ἰσχύοντος, ἦσαν ὁμοιοβάθμιοι, ὑπαχθέντες δὲ εἰς τὸν δεύτερον ὑπεβιβάσθησαν, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, πῶς συμπτύσσονται οἱ μηχανικοὶ αὐτοὶ εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τὸ 3ον ἄρθρον· τὰς κενωθησομένας θέσεις μηχανικῶν πρώτης τάξεως τίνες θὰ τὰς καταλάβωσιν; οἱ μηχανικοὶ δευτέρας τάξεως, ἢ οἱ ὑπομηχανικοὶ πρώτης τάξεως; Ἀνέφερα χθὲς τὰ ὀνόματα τῶν μηχανικῶν, τοῦ κ. Κωνσταντινίδου καὶ τοῦ κ. Δημητριάδου, οἱ ὁποῖοι, ὡς καὶ ὑμεῖς ὁμολογεῖτε, ὄχι μόνον εἶναι ἄξιοι μηχανικοί, ἀλλὰ καὶ μετὰ ζήλου ὑπηρέτησαν. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν οὗτοι ἀδικοῦνται.
§80Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σᾶς βεβαιῶ μεθ’ ὅλης τῆς ἐπισημότητος, καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς ἄτομον, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἀδικοῦνται οἱ δύο οὗτοι Κύριοι, ἀλλὰ καὶ θέλουσιν ὠφεληθῆ.
§81ΜΑΝΕΣΗΣ. Πολὺ καλῶς.
§82Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχουσι δύο νόμοι περὶ μηχανικῶν. Ὁ μὲν πρῶτος νόμος ὁρίζει βαθμὸν ἀνώτερον τοῦ ἄλλου νόμου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει βαθμὸν κατώτερον, μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ τῆς μισθοδοσίας· οἱ μὲν ἀπολαμβάνουσι μισθὸν μεγαλείτερον τῶν δέ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ συγχωνεύσῃ τοὺς νόμους αὐτούς, καὶ νὰ ὑφίσταται εἷς καὶ μόνος· ἀλλ’ οἱ μηχανικοὶ αὐτοί, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ὠνόμασε, θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον τὸν ἄλλον, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι θὰ ἔλθωσι μὲ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον κατέχουσιν ἤδη οἱ συνάδελφοί των· διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν γείνῃ, θὰ ἔχωμεν πάλιν δύο νόμους.
§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ κατορθώσω νὰ γείνω καταληπτὸς, λέγω τὸ ἑξῆς· ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ γείνω καταληπτὸς, οὐχὶ διότι θέλω νὰ ἐλαττώσω τὴν ἀντίληψιν τῶν ἀκουόντων, ἀλλὰ διότι διὰ μακρῶν ἐξήγησα ἴσως προηγουμένως, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἐδυνήθησαν μέχρι τοῦδε τὰ δικαστήρια νὰ ἔχωσιν ὁμοιόμορφον γνώμην ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, ἅτινα δικαστήρια καταγίνονται εἰς τὴν μελέτην τῶν νόμων, ἤθελεν εἶσθαι βεβαίως τολμηρὸν νὰ διανοηθῇ τις, ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν ὅλων αὐτῶν τῶν ἄρθρων καὶ τῶν νόμων τῶν συζητουμένων καὶ τῶν ἀλληλαναιρουμένων. Δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι διώρθωσα τὰ πράγματα· διότι ὁμολογῶ, ὅτι τοῦτο μοὶ εἶναι ἀδύνατον. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι πρόσωπα, ἀντλοῦντα δικαιώματα ἐκ τῶν δύο τούτων νόμων, εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι δύναται νὰ δοθῇ σαφὴς, ὡρισμένη καὶ πραγματικὴ λύσις; Ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι δύναται νὰ δοθῇ σαφὴς καὶ ὡρισμένη λύσις. Τοῦτο λέγω ὑμῖν, ὅτι δυνάμει τοῦ ΩΞΓʹ νόμου τάξις τις τῶν μηχανικῶν ἔχει τρία σήματα, δηλ. τρία γαλόνια, καὶ δυνάμει τοῦ νόμου ΑΡΟϚʹ ἡ αὐτὴ τάξις τῶν μηχανικῶν ἔχει δύο σήματα. Ἑπομένως τί συμβαίνει, Κύριοι; Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ παρουσιάζονται ἐπὶ τοῦ καταστρώματος οἱ μηχανικοί, οἱ μὲ τρία σήματα, παρουσιάζονται δὲ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ καταστρώματος καὶ οἱ μηχανικοὶ τοῦ δευτέρου νόμου, οἱ ἔχοντες δύο σήματα. Ἐν τούτοις οἱ βαθμοὶ αὐτῶν εἶναι οἱ αὐτοί, διότι ἐψήφιζον ἄλλοτε τοὺς νόμους ἐνταῦθα κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν ἐδύνατο, εἰμὴ νὰ φέρῃ εἰς τὰ ἀτοπήματα ταῦτα. Λαμβάνει ὅλην τὴν σοβαρότητα αὐτοῦ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ νόμου ΩΞΓʹ, διότι ἔχει τρία σήματα, ἀπέναντι τοῦ ἄλλου, τοῦ ἔχοντος δύο σήματα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος λαμβάνει ὅλην τὴν σοβαρότητα ἀπέναντι τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ἔχοντος τρία σήματα, διότι οἱ βαθμοὶ εἶναι οἱ αὐτοί. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐδυνήθη νὰ δώσῃ σαφῆ λύσιν εἰς τὸ ζήτημα ποῖος προηγεῖται, ποῖος ἔχει le pas, ὡς λέγουσιν οἱ Γάλλοι, νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς ἐνταῦθα δυνάμεθα νὰ λύσωμεν προχείρως τὴν ἀντινομίαν; Ἐγὼ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν κατώρθωσα νὰ φέρω ὅλην τὴν σαφήνειαν καὶ τὴν τάξιν, ἣν ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ ὁ νόμος, ἀλλὰ κατώρθωσα νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν κώδικα νόμων, ἵνα ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐν φύλλῳ Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὅλους τοὺς νόμους, διότι ὅλοι γνωρίζομεν μετὰ πόσης δυσχερείας δυνάμεθα νὰ λύωμεν τὰς ἀμφιβολίας, ἕνεκεν τῆς πολυνομίας. Ἄλλως, ἐπαναλέγω, ὁ χρόνος θέλει, ὡς ὁ Ἄρειος Πάγος, λύσει ἅπαντα τὰ ζητήματα ταῦτα.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί ἐμποδίζει τὴν ἐξομοίωσιν;
§85Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δὲν ἐννοοῦσι νὰ ἔλθωσιν εἰς οὐδεμίαν πρὸς ἀλλήλους συνεννόησιν. Ὅτε ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, μία τῶν ἐργασιῶν μου, εἰς ἣν πολὺ προσεπάθησα νὰ καταγείνω,—ἐπιτρέψατέ μοι, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μου, διότι προέκειτο περὶ νόμων,—ἦτο καὶ αὕτη, νὰ δυνηθῶ νὰ κατορθώσω ὅ,τι πολλοὶ προκάτοχοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κανονίσωσι. Προσεκάλεσα τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἐνώπιόν μου, συνεζήτησα μετ’ αὐτῶν, συνέστησα ἐπιτροπὴν, οὗτοι ἐξέλεξαν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν τοῦ πρώτου νόμου, καὶ ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν τοῦ ἄλλου νόμου, συνεζήτησαν διὰ μακρῶν, ἀλλ’ ἐστάθη, Κύριοι, ἀδύνατον νὰ ἔλθωσιν εἰς συνεννόησιν. Ἡ ὑπηρεσία παρεσκεύασε νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐφρόνει, ὅτι ἦτο δυνατὸν οἱ νόμοι αὐτοὶ νὰ συμφωνήσωσι πρὸς ἀλλήλους, ἀλλὰ εὑρέθη, ὅτι, ἵνα συμφωνήσωσι πρὸς ἀλλήλους, ἔπρεπε τέσσαρες ἐκ τῶν κυρίων τούτων ἀξιωματικῶν νὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς τέσσαρας ἄλλους. Ἀλλ’ αὐτοὶ ἔλεγον: «διατὶ νὰ ὑποχωρήσωμεν ἡμεῖς, καὶ νὰ μὴ ὑποχωρήσητε ὑμεῖς;» Ἐννοεῖτε πόσον δύσκολον εἶναι νὰ ὑποχωρήσῃ τις, ὅταν νομίζῃ, ὅτι ἔχει δικαίωμα. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα μοὶ ζητοῦσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρω νομοσχέδιον, διότι εἶναι ἀδύνατον αὐτοὶ νὰ πεισθῶσι, διότι προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα, καὶ ὄντως τοῦτο ἀπεφάσισε δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων ὁ Ἄρειος Πάγος.
§86Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν εἶναι ὀργανικὸν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀριθμητικόν. Οὐδὲ ἐξαλείφει τὰς ἀντινομίας, οὐδὲ συμπληροῖ ἢ διορθώνει νόμους. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον κάμνει, εἶναι, ὅτι κωδικοποιεῖ τοὺς διαφόρους νόμους, οἱ ὁποῖοι περιλαμβάνουσι τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι μόνον ἀριθμητικόν. Δὲν λύει λοιπὸν τὸ ζήτημα καὶ τὸν κυκεῶνα, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται μεταξὺ τῶν μηχανικῶν τοῦ πρώτου νόμου καὶ τῶν μηχανικῶν τοῦ δευτέρου νόμου, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀναγράφει τοὺς ἀριθμοὺς τῶν μηχανικῶν τοῦ πρώτου νόμου καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν μηχανικῶν τοῦ δευτέρου νόμου, χωρὶς νὰ μεταβάλλῃ τοὺς νόμους τούτους. Οὐδὲ ἦτο δυνατὸν, νομοσχέδιον περὶ ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ νὰ περιλαμβάνῃ διατάξεις ὀργανικάς. Τὸ πέμπτον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ ἀριθμῶν τῶν μηχανικῶν, ἀναγράφει ποῖοι πρέπει νὰ ἦναι οἱ ἀριθμοὶ τῶν μηχανικῶν. Οἱ μηχανικοὶ διέπονται ὑπὸ δύο διαφόρων νόμων. Ὁ πρῶτος νόμος ἦτο ὁ ΩΞΓʹ, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει διατάξεις περὶ καταρτισμοῦ τοῦ σώματος τῶν μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι νόμος καταστατικὸς, δὲν προβλέπει περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τούτων. Διὰ τοῦτο ἐγένετο ὁ νόμος ΑΡΟϚʹ, ὁ ὁποῖος νόμος ἔθεσεν εἰς τάξιν τοὺς μηχανικοὺς, καὶ ὥρισε τὴν κατάστασιν αὐτῶν. Οὗτος εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι καλῶς μεμελετημένος, καὶ ἀδίκως ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐνομοθετήθη εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε. Συντάκτης τοῦ νόμου ἐκείνου ἦτο ὁ ἀοίδιμος Κανελλόπουλος. Ἠθέλησε λοιπὸν διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ τακτοποιήσῃ τὸ ζήτημα τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μηχανικῶν, ἀλλ’ ὅλοι οἱ μηχανικοὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον τοῦτον.
§87ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἶχε δοθῆ εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ αὐτὸ ἦτο τὸ ἄτοπον τοῦ νόμου.
§88ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐξ ἀνάγκης ὁ νόμος ἀφῆκε τὴν ἐλευθερίαν ταύτην, διότι ἄλλως ἤθελον ἀποχωρήσει οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖνοι· ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν ἔμεινεν ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος ΩΞΓʹ. Ὁ δεύτερος νόμος ΑΡΟϚʹ ἐταξινόμησε τὴν βαθμολογικὴν κλίμακα καὶ τὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου. Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν δύο νόμων; Ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι, ὅτι ἡ βαθμολογία τῶν τοῦ νεωτέρου νόμου εἶναι μικροτέρα, ἀλλ’ εἰς ἀντιστάθμισιν οἱ μισθοὶ εἶναι μεγαλείτεροι, καὶ τοῦτο ἐγένετο διὰ νὰ ἑλκύσωσι πάντας τοὺς μηχανικούς, ἵνα ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου ΑΡΟϚʹ, ἀλλὰ τινὲς ἐξ ἰδιοτροπίας δὲν ἠθέλησαν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νέον τοῦτον νόμον, καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παλαιοῦ νόμου ΩΞΓʹ, δυνάμει τῶν ὁποίων ἔχουσι μεγαλειτέραν μὲν βαθμολογίαν, ἀλλὰ μικρότερον μισθόν. Λοιπὸν ἐν τῷ ἐδαφίῳ εʹ ἀναγράφονται οἱ ἀριθμοὶ τῶν μηχανικῶν ἐν γένει. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς εἶπον, δὲν δύναται ὁ περὶ ἀριθμῶν νόμος νὰ μεταβάλῃ τὰς καταστατικὰς διατάξεις τῶν δύο νόμων, διότι δὲν εἶναι νόμος ὀργανικὸς, ἐξ ἀνάγκης τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἔδει νὰ περιλαμβάνῃ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τῶν δύο νόμων. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν ἐν τῷ νόμῳ ΩΞΓʹ περιλαμβάνονται μηχανικοὶ αʹ τάξεως, μηχανικοὶ βʹ τάξεως καὶ ὑπομηχανικοὶ αʹ τάξεως, οἱ δὲ μηχανικοὶ οὗτοι δύνανται νὰ ἐκλείψωσι δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἔρχεται τὸ ἄρθρον 3 καὶ λέγει, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τῶν μηχανικῶν, οἵτινες διέπονται ὑπὸ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ, ὅταν ἐκλείψωσιν οὗτοι, θὰ προστίθενται εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν μηχανικῶν τῶν προερχομένων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΑΡΟϚʹ.
§89ΜΑΝΕΣΗΣ. Προάγονται;
§90ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν προάγονται πλέον τοῦ βαθμοῦ μηχανικοῦ αʹ τάξεως, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ΩΞΓʹ νόμου προάγονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, ὅστις δὲν περιλαμβάνει ἀνώτερον βαθμὸν, ὡς εἶπον, τοῦ μηχανικοῦ αʹ τάξεως. Οἱ μηχανικοὶ οἱ ὑπηρετοῦντες κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΩΞΓʹ νόμου εἶναι, νομίζω, 8 τὸν ἀριθμόν. Ἅμα λοιπὸν ἐξ αὐτῶν οἱ μηχανικοὶ βʹ τάξεως τοῦ ΩΞΓʹ νόμου προαχθῶσιν εἰς μηχανικοὺς αʹ τάξεως, δὲν ὑπάρχουσιν ἕτεροι, ἵνα καταλάβωσι τοὺς ἀριθμοὺς αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο, ὡς ἀνέφερον, προστίθενται οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν μηχανικῶν τοῦ νόμου ΑΡΟϚʹ. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὡς ἐν ἀρχῇ ἀνέφερον, δὲν ὀργανίζει τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν, ἀλλ’ εἶναι ἁπλῶς ἀριθμητικὸν καὶ κωδικοποιεῖ τοὺς νόμους περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ἕπεται ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς διεπομένους ὑπὸ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ.
§91ΜΑΝΕΣΗΣ. Θὰ προαχθῶσιν αὐτοὶ ἢ ὄχι;
§92ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΩΞΓʹ.
§93ΜΑΝΕΣΗΣ. Αὐτὸ δὲν φαίνεται.
§94Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἰθάκης λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι νομοσχέδιον ἀριθμῶν καὶ οὐχὶ κανονίζον δικαιώματα ἢ προσβάλλον κεκτημένα δικαιώματα ἄλλων.
§95ΠΕΤΑΛΑΣ. Λοιπὸν ἐξηγοῦμαι. Ὅταν κενωθῶσι θέσεις μηχανικῶν αʹ τάξεως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΩΞΓʹ, οἱ ὑπάρχοντες μηχανικοὶ βʹ τάξεως θὰ προαχθῶσιν εἰς μηχανικοὺς αʹ τάξεως, ἀλλ’ οἱ μηχανικοὶ αʹ τάξεως κατὰ τὸν νόμον ΩΞΓʹ δὲν προάγονται εἰς ἐπιμηχανικοὺς, διότι ὁ νόμος οὗτος, ὅστις διέπει αὐτοὺς, δὲν ἔχει τὴν βαθμολογίαν ταύτην, ἀλλ’ ἔχει μόνον τὴν βαθμολογίαν μηχανικοῦ αʹ τάξεως, μηχανικοῦ βʹ τάξεως, ὑπομηχανικοῦ αʹ τάξεως κτλ. Ἑπομένως λέγω, ὅτι οἱ μηχανικοὶ αʹ τάξεως τοῦ νόμου ΩΞΓʹ δὲν δικαιοῦνται νὰ προαχθῶσιν εἰς ἐπιμηχανικοὺς, διότι ὁ νόμος αὐτῶν δὲν ἔχει αὐτὸν τὸν βαθμὸν, ἀλλὰ δύνανται νὰ προαχθῶσιν οἱ μηχανικοὶ βʹ τάξεως εἰς μηχανικοὺς αʹ τάξεως. Καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου λέγει, ὅτι οἱ κενούμενοι ἀριθμοὶ τῶν μηχανικῶν τοῦ ΩΞΓʹ νόμου προστίθενται ἑκάστοτε τοῖς ἀριθμοῖς τῶν μηχανικῶν τοῦ ΑΡΟϚʹ νόμου.
§96ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τί γίνονται οἱ μηχανικοὶ αʹ τάξεως τοῦ νόμου ΩΞΓʹ;
§97ΠΕΤΑΛΑΣ. Αὐτοὶ μένουσι στάσιμοι, διότι διέπονται ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου. Ἐγὼ ὅμως ἔχω μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ νὰ ὑποβάλω. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο λέγει, ὅτι ὑπάρχει εἷς ἀνώτερος ἀρχιφροντιστὴς καὶ τρεῖς ἀρχιφροντισταί. Νομίζω ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀναγραφῶσι δύο ἀνώτεροι ἀρχιφροντισταὶ καὶ δύο ἀρχιφροντισταί. Αἱ θέσεις τῶν ἀνωτέρων ἀρχιφροντιστῶν πρέπει νὰ ἦναι δύο, εἷς ὡς ἐπιθεωρητὴς οἰκονομικὸς τοῦ στόλου καὶ εἷς ὡς βασιλικὸς ἐπίτροπος παρὰ τῷ Ναυτικῷ Ἀπομαχικῷ Ταμείῳ. Νομίζω ὅτι ἡ θέσις τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου πρέπει νὰ ἦναι ἀνωτέρου ἀρχιφροντιστοῦ, διότι καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ ταμείου τούτου εἶναι πλοίαρχος. Λοιπὸν προτείνω, ἀντὶ τριῶν ἀρχιφροντιστῶν νὰ ἀναγραφῶσι δύο, καὶ ἀντὶ ἑνὸς ἀνωτέρου ἀρχιφροντιστοῦ νὰ ἀναγραφῶσι δύο. Ἄλλως τοῦτο καὶ δίκαιον εἶναι καὶ πρέπον, καθόσον ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ εἶναι ἀρκετὰ πολυάριθμος, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ὁ ἀριθμὸς τῶν δύο ἀνωτέρων ἀρχιφροντιστῶν.
§98ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἔχομεν μηχανικοὺς πρώτης τάξεως διῃρημένους εἰς δύο κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ συγχωνευθῶσι, διότι ἀντλοῦσι τὰ δικαιώματά των ἐκ δύο νόμων. Παρακαλῶ νὰ διασαφηνισθῇ, ἐὰν κενωθῇ θέσις ἐπιμηχανικοῦ, ἐκ ποίας κατηγορίας θὰ λάβητε τὸν προβιβασθησόμενον;
§99Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε εὐτυχῶς δὲν ἐκενώθη θέσις ἐπιμηχανικοῦ, διότι ὅλοι ζῶσι, δὲν ἐφρόντισα νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα· ὅταν ὅμως κενωθῇ, θέλω καταφύγει εἰς τὴν πολιὰν ὑμῶν πεῖραν, καὶ θέλω παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ μὲ συμβουλεύσητε, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω καλῶς τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ προβῶ εἰς πρᾶξιν, ἥτις δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ· τότε θέλω καταφύγει εἰς πάντα δυνάμενον νὰ μὲ διαφωτίσῃ. Πρὸς τὸ παρὸν δὲν διατρέχομεν τὸ στάδιον τοῦτο.
§100Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ....
§101Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ νόμος ᾼΡΟϚʹ ἀναγράφει θέσεις ἐπιμηχανικῶν, ἀλλ’ ὁ νόμος ΩΞΓʹ δὲν ἀναγράφει θέσεις τοιαύτας, διὰ τοῦτο ἀπήντησα, ὡς ἀπήντησα εἰς τὸν ἐκ Τριφυλίας συνάδελφον. Προκάτοχος Ὑπουργὸς, λαβὼν τὸν νόμον ᾼΡΟϚʹ, καὶ ἰδὼν, ὅτι οὗτος ὡμίλει περὶ ἐπιμηχανικῶν, προεβίβασεν εἰς ἐπιμηχανικοὺς μηχανικοὺς πρώτης τάξεως ἐκ τοῦ νόμου ᾼΡΟϚʹ, —δικαίως ἢ ἀδίκως, δὲν ἐκφέρω γνώμην.— Ἀμέσως ἀγωγὴ κατὰ τοῦ Δημοσίου ὑπὸ τῶν μηχανικῶν τοῦ ͵ΩΞΓʹ νόμου. Διότι ἔλεγον, ὅτι ἦσαν ἀρχαιότεροι, ἀλλὰ ὁ νόμος δὲν ἔλεγεν, ὅτι ἐδύναντο νὰ προβιβασθῶσι. Δίκη εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, δίκη εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Αὐτὴ εἶναι ἡ νομοθεσία, ἣν γνωρίζουσιν ἐπαρκῶς οἱ θέλοντες νὰ κατακρίνωσι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ σοφώτατος τοῦ κόσμου δὲν θέλει δυνηθῆ εὐκόλως νὰ λύσῃ τὸ θέμα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ προχωρήσωμεν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν τὴν λύσιν ἐνταῦθα.
§102ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ σαφεστέρας πληροφορίας καὶ νὰ προβῇ πλειότερον. Οἱ μηχανικοὶ αʹ τάξεως τοῦ ͵ΩΞΓʹ νόμου εἶναι στάσιμοι ἢ δὲν δύνανται νὰ προαχθῶσι;
§103Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶπον, ὅτι οἱ τοῦ νόμου ᾼΡΟϚʹ ἰσχυρίζονται, ὅτι, ἵνα γείνῃ τις ἐπιμηχανικός, πρέπει νὰ γείνῃ ἐκ τῆς τάξεως αὐτῶν, διότι ὁ νόμος ᾼΡΟϚʹ αὐτὸ ἀναφέρει. Τοῦτο ἀποκρούουσιν οἱ μηχανικοὶ τοῦ ͵ΩΞΓʹ νόμου, λέγοντες ὅτι αὐτοὶ ἔχουσι δικαίωμα νὰ προβιβασθῶσιν εἰς ἐπιμηχανικούς. Δὲν ἀναδέχομαι νὰ εὕρω τὴν λύσιν, ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἂς ἀναμένωμεν ὀλίγον χρόνον, μέχρις οὗ ἀποφανθῶσι τὰ δικαστήρια, καθόσον, ὡς γνωρίζω, μακραὶ διεξάγονται συζητήσεις.
§104ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μοὶ ἐφάνησαν ἀρκετὰ σκανδαλώδεις· διότι, ἂν ἀναμένωμεν τὰ δικαστήρια ν’ ἀποφανθῶσι, θὰ ἀναμένωμεν ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλυσε τὸ ζήτημα προκαταβολικῶς, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ἄρθρον 3 βεβαιοῖ, ὅτι οἱ ἐν τῷ μέλλοντι κενούμενοι ἀριθμοὶ τῶν μηχανικῶν αʹ τάξεως τοῦ νόμου ΩΞΓʹ προστίθενται ἑκάστοτε τοῖς ἀριθμοῖς τῶν μηχανικῶν αʹ τάξεως τοῦ ᾼΡΟϚʹ νόμου. Καὶ τίνι τρόπῳ θὰ κενωθῶσιν, εἰμὴ διὰ θανάτου ἢ ἀποστρατεύσεως; Καὶ ἂν δὲν δύναται νὰ προαγάγῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ΩΞΓʹ νόμου, θὰ προαγάγῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ΑΡΟϚʹ νόμου; Τοῦτο ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν. Πλὴν τούτου ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν, ἂν τὴν αὐτὴν ἔχῃ γνώμην καὶ περὶ τῶν μηχανικῶν βʹ τάξεως τοῦ αὐτοῦ νόμου, καὶ τῶν ἐπιμηχανικῶν αʹ τάξεως τοῦ αὐτοῦ νόμου· τουτέστιν, ἂν καὶ οὗτοι δὲν θὰ προαχθῶσιν, ἀφοῦ δύνανται νὰ προάγωνται εἰς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν οἱ τοῦ ΑΡΟϚʹ νόμου. Ἐπὶ πάντων τούτων παρακαλῶ νὰ μᾶς δοθῶσιν ἐξηγήσεις.
§105ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν δίδεται καμμία ἐξήγησις;
§106Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶπον τόσα! Νομίζω ὅτι κατεχράσθην τῆς ὑπομονῆς σας.
§107ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐὰν πρόκειται διὰ τῆς στασιμότητος τῶν μηχανικῶν νὰ καταργήσωμεν τὸν ΩΞΓʹ νόμον, τότε εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§108Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν καταργεῖται.
§109ΜΑΝΕΣΗΣ. Πρόκειται διὰ τῆς στασιμότητος αὐτῶν νὰ τὸν καταργήσωμεν, δηλαδὴ νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐδόθη τὸ δικαίωμα, ἂν θέλωσιν ἢ δὲν θέλωσι, νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νεώτερον νόμον, οὗτοι δ’ ἐπροτίμησαν νὰ μένωσιν εἰς τὸν ἀρχαῖον νόμον, ἵνα μὴ προβιβασθῶσι μόνον διὰ τὰ σειρήτια, καὶ ἐπροτίμησαν νὰ ἔχωσι τὸν ἀνώτερον βαθμὸν καὶ νὰ χάνωσι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον οἱ ἄλλοι ἐδέχθησαν. Ἤδη ἐγένετο νεώτερος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε θέσιν ἐπιμηχανικοῦ. Οἱ νόμοι δύνανται νὰ ἦναι 10 καὶ 15, οἱ ἀφορῶντες ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν κλάδον· ἐν ὅσῳ ἰσχύουσιν, εἶναι ἴσοι διὰ πάντας τοὺς βαθμοφόρους τοῦ κλάδου τούτου, τουτέστιν, ἐὰν νομοθετήσητε θέσιν ἐπιμηχανικοῦ, δὲν δύνασθε νὰ ἀποκλείσητε τοὺς μηχανικοὺς αʹ τάξεως, ἐὰν οὗτοι ἦναι ἀρχαιότεροι τῶν ἄλλων μηχανικῶν, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸν ἕτερον νόμον, δὲν δύνασθε, λέγω, νὰ παραλείψητε νὰ δώσητε τὴν θέσιν τοῦ ἐπιμηχανικοῦ εἰς αὐτούς· ἐὰν οὗτοι ἦναι ἀρχαιότεροι τῶν ἄλλων, τότε δικαιοῦνται νὰ σᾶς εἴπωσι: «μᾶς ἐδώκατε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ὑπαχθῶμεν εἰς τὸν νεώτερον νόμον, δὲν ὑπήχθημεν, δὲν δύνασθε νὰ μᾶς στερήσητε τὴν προαγωγήν». Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἦμαι ἀρχαιότερος ὅλων τῶν ἄλλων μηχανικῶν καὶ νὰ μὴ δώσητε εἰς ἐμὲ τὴν θέσιν τοῦ ἐπιμηχανικοῦ τὴν κενουμένην, ἀλλὰ νὰ τὴν δώσητε εἰς ἄλλον νεώτερόν μου, ὡς ὑπαγόμενον εἰς ἄλλον νόμον; Ὁ νεώτερος νόμος ὥρισε μίαν θέσιν ἐπιμηχανικοῦ, δὲν εἶπεν ὅτι τὴν θέσιν ταύτην δὲν δύναται νὰ τὴν λάβῃ ὁ ἀνήκων εἰς ἕτερον νόμον. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις· διότι, ἐὰν ὁμολογουμένως θεωρῇ τὸ νομοσχέδιον στασίμους τοὺς μηχανικοὺς αʹ τάξεως τοῦ νόμου ΩΞΓʹ, ἴσως ἴσως θὰ θεωρήσῃ στασίμους καὶ τοὺς ἐπιμηχανικοὺς βʹ τάξεως τοῦ αὐτοῦ νόμου, καὶ τότε εἶναι μέγα ἄτοπον· στερεῖτε τῆς προαγωγῆς ἀξίους ἐπίσης νέους μηχανικούς, ὡς οἱ ὑπαχθέντες εἰς τὸν ἄλλον νόμον. Τοῦτο εἶπον ἐγώ. Δὲν θεραπεύει τὸ ἄτοπον τῆς ὑπάρξεως τῶν δύο νόμων ὁ νόμος οὗτος, διότι ἡ μόνη θεραπεία θὰ ἦτο νὰ καταργήσωμεν ἀμφοτέρους τοὺς νόμους, καὶ νὰ κάμωμεν ἕνα νεώτερον νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ διέπῃ πάντα ταῦτα· ἀλλὰ σήμερον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν μίαν ἐξήγησιν, ἵνα μὴ ἐπιφέρωμεν ὁμολογουμένως ζημίαν. Καὶ διὰ τοῦτο ἠρώτησα καὶ ἐγώ. Εἰς τὴν ἀρχὴν ἔμεινα εὐχαριστημένος· ἐνόμισα ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι οὐδὲν ἐπέρχεται ἀδίκημα διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου. Ἐκ τῆς ἀναπτύξεως δὲ ἐξήχθη, ὅτι δύνανται νὰ ζημιωθῶσι καὶ οἱ τοῦ ἑνὸς νόμου καὶ οἱ τοῦ ἄλλου. Ἐγὼ λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ μόνη ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θὰ ἦτο, ὅτι οἱ ἀρχαιότεροι τῶν μηχανικῶν αʹ τάξεως, ἢ τοῦ ἑνὸς νόμου ἢ τοῦ ἄλλου, ἐκεῖνοι μόνον δικαιοῦνται νὰ καταλάβωσι τὴν τυχὸν κενωθησομένην θέσιν ἐπιμηχανικοῦ, ὡς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους· διότι, ἐὰν οἱ τοῦ ἑνὸς νόμου δύνανται νὰ παραπονεθῶσιν ὅτι οἱ ἄλλοι ἔχουσιν ἀνώτερον βαθμὸν, καὶ οἱ τοῦ ἄλλου νόμου ἔχουσι τὸ αὐτὸ δίκαιον νὰ εἴπωσι: «σεῖς, Κύριοι, λαμβάνετε πλειότερον ἡμῶν χρῆμα· ἡμεῖς ἐπροτιμήσαμεν τὴν τιμὴν, σεῖς ἐπροτιμήσατε τὸ χρῆμα.»
§110ΠΕΤΑΛΑΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι προβιβαζόμενοι θὰ λάβωσι καὶ τὸν μισθὸν τοῦ ἐπιμηχανικοῦ οἱ μηχανικοὶ αʹ τάξεως.
§111ΜΑΝΕΣΗΣ. Θέλετε νὰ μείνωσιν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν; Θὰ λάβωσι τὸν μισθὸν τοῦ ἐπιμηχανικοῦ.
§112ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν ὑπῆρχε βαθμὸς τοιοῦτος, ὅταν κατετάχθησαν.
§113ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸν βαθμὸν αὐτὸν τὸν ἐδημιούργησεν ὁ νεώτερος νόμος· δὲν τὸν ἐδημιούργησε διὰ τοὺς μηχανικοὺς τοὺς ὑπαχθέντας εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, τὸν ἐδημιούργησε διὰ τοὺς μηχανικοὺς ἐν γένει.
§114ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὄχι δι’ αὐτούς.
§115ΜΑΝΕΣΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν;
§116ΠΕΤΑΛΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.
§117ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι εἷς μηχανικὸς αʹ τάξεως τοῦ ΩΞΓʹ νόμου ἐκλείπει, κενουμένης μιᾶς θέσεως μηχανικοῦ, τίς δύναται νὰ τὴν λάβῃ; Ἡ λογικὴ θὰ σᾶς εἴπῃ: ὁ μηχανικὸς αʹ τάξεως τοῦ ΩΞΓʹ νόμου.
§118Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε τώρα νὰ ἀπαντήσω;
§119ΜΑΝΕΣΗΣ. Μάλιστα.
§120Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πάνθ’ ὅσα ἰσχυρίζεσθε, ἤθελον εἶσθαι ὀρθότατα καὶ νομιμώτατα, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, εἶχε τὴν ἐπιγραφὴν ταύτην: «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν προσόντων πρὸς προβιβασμόν». Ἀλλ’ ἤθελον εἶσθαί τι προσθέτον σύγχυσιν εἰς τὴν μέχρι τοῦδε ὑπάρχουσαν, ἄν, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου ἀριθμῶν, δηλ. νομοσχεδίου ὁρίζοντος τὰ φυσικὰ πρόσωπα, ἅτινα ἤθελον ὑπηρετεῖ ἐν τῷ Ναυτικῷ, ἄν, λέγω, ἐδέχετο ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου περὶ ἀριθμῶν, χωρὶς νὰ ἐπιγράφῃ τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσόντων πρὸς προβιβασμόν», νὰ λύσῃ ζητήματα προβιβασμοῦ, τουτέστιν ἀρχαιότητος κλπ. Ἡμεῖς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ζητοῦμεν τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς περὶ τῶν ἀριθμῶν, δὲν ζητοῦμεν τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν προσόντων πρὸς προβιβασμόν. Τοῦτο εἶναι θέμα ἄλλου νομοσχεδίου, ὅπερ, ἂν δυνηθῶμεν, θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Ὥστε πῶς ἀπαιτεῖτε ἐκεῖνο, ὅπερ ἡμεῖς, οἱ κατὰ τὸ Σύνταγμα εἰσηγηταὶ τῶν νόμων, δὲν θέλομεν, πῶς ἀπαιτεῖτε νὰ θέλωμεν αὐτό; Ἡμεῖς δὲν θέλομεν, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου περὶ ἀριθμῶν, νὰ κανονίσωμεν καὶ ζητήματα προσόντων πρὸς προβιβασμὸν καὶ ζητήματα δικαιωμάτων πρὸς προβιβασμόν. Ταῦτα ἀφήνομεν ἐκκρεμῆ, κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους, καὶ ὁρίζομεν μόνον τοὺς ἀριθμούς. Ἑπομένως νομίζω καὶ πάλιν, ὅτι ἠθέλομεν πολὺ περισσότερον συντελέσει εἰς τὴν ὠφέλειαν τοῦ Κράτους, πρὸ πάντων κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἂν προεβαίνομεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀρκούμενοι εἰς ὅσα τουλάχιστον συνεζητήσαμεν καὶ εἰς τὰς δηλώσεις τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἀντὶ νὰ συζητῶμεν περὶ πραγμάτων, περὶ ὧν καὶ μέχρι πρωΐας ἐὰν συζητῶμεν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ὡρισμένον ἀποτέλεσμα, οὐχὶ διότι ἔχομεν ἐχθρότητα πρὸς ἀλλήλους,—ἄπαγε!—ἢ ἀντίθεσιν γνωμῶν, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀδύνατον, ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τῆς φύσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀριθμῶν, νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ θέλομεν.
§121Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Θέλω νὰ ἐξηγήσω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Τριχωνίας τὸ πρᾶγμα. Τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος εἶναι διάφορον εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς κλάδους· ἄλλη ἀρχαιότης διέπει τοὺς μηχανικοὺς τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὸν νόμον ΩΞΓʹ καὶ ἄλλη ἀρχαιότης διέπει τοὺς μηχανικοὺς τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὸν νόμον ΑΡΟϚʹ. Ἑπομένως δὲν καταπατεῖται ἡ ἀρχαιότης τῶν μηχανικῶν αʹ τάξεως τοῦ πρώτου νόμου, ἐὰν προβιβασθῶσι μηχανικοὶ αʹ τάξεως τοῦ ἄλλου νόμου· διότι εἶναι διακεκριμένη ἡ βαθμολογία των. Ὑπάρχουσι δηλ. δύο διακεκριμέναι ἀρχαιότητες, ἄσχετοι πρὸς ἀλλήλας· διαφορετικαὶ διατάξεις διέπουσιν αὐτάς.
§122ΚΟΡΠΑΣ. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀληθῶς εἶναι νομοσχέδιον περὶ ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπέχει τουτέστι τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐπέχουσιν οἱ πίνακες οἱ προσηρτημένοι εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἑπομένως τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ὡς ὀρθῶς παρέστησάν τινες τῶν κυρίων συναδέλφων, δὲν κανονίζει τὸν τρόπον καὶ τὰ προσόντα πρὸς κατάληψιν τῶν θέσεων τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Καὶ οἱ μὲν πίνακες τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ δὲν ἔχουσι βεβαίως καμμίαν ἐξήγησιν, διότι οἱ πίνακες ἐκεῖνοι στηρίζονται ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τοῦ ὁρίζοντος τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας κατέχουσι τὰ πρόσωπα, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς σημειοῦται ἐν τοῖς πίναξιν, ἐνταῦθα ὅμως, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει εἷς ὀργανισμὸς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ πολλοὶ ὀργανισμοὶ, καὶ ἐπειδὴ ἡ συμπλήρωσις τῶν θέσεων δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς καὶ μόνου ὀργανισμοῦ, ἦτο ἀνάγκη νὰ ποιήσητε μνείαν καὶ τῶν νόμων τῶν σχετικῶν πρὸς πλήρωσιν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἄρθρον 3 μνημονεύει τοὺς δύο νόμους περὶ μηχανικῶν, ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γείνῃ μνεία τῶν νόμων τούτων. Ἀλλὰ διότι γίνεται μνεία τῶν νόμων τούτων, ἕπεται ὅτι ὁ νόμος κανονίζει τὰ προσόντα καὶ εἶναι νόμος ὀργανικός; Ποσῶς. Εἶναι νόμος περὶ ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ἑπομένως κατὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει πληρέστατα δίκαιον.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἄλλος νὰ ἀγορεύσῃ;
§124ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Παρακαλῶ, δύο λέξεις θὰ εἴπω πρὸς ἀντίκρουσιν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κέας.
§125ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δεκάτη φορὰ εἶναι αὐτή!
§126ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ εἴπω μόνον περὶ τοῦ ἄρθρου 3, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι δὲν εἶναι ὀργανικόν...
§127Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς τὸ ἄρθρον 3.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1...
§129Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ, εἰς τὸ 1ον ἄρθρον νὰ τεθῇ «ἀντιπλοίαρχοι 17» ἀντὶ 16.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἐδάφιον. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἐδάφιον αʹ). Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου αʹ ὑπάρχει τροπολογία τῶν κυρίων Μπούμπουλη, Παπαμιχαλοπούλου καὶ Γρίβα, οἵτινες προτείνουσιν «εἰς τὸ ἄρθρον 1 νὰ τεθῇ καὶ ἀντιναύαρχος».
§131ΚΟΡΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ θέσις ἑνὸς ἀντιναυάρχου ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν ἔχει τὴν ἀνάγκην, ἣν ἔχουσιν ὅλοι οἱ στρατοὶ τῆς τε ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, τῆς διαρκοῦς ἐπιθεωρήσεως· αἱ περιστάσεις δὲ αἱ παροῦσαι μαρτυροῦσι πόσην χρησιμότητα δύναται νὰ ἔχῃ εἷς γενικὸς ἀξιωματικὸς ἐπιθεωρητής· ἑπομένως καλὸν θὰ ἦτο, ἂν ἀντὶ τῶν δύο θέσεων ὑποναυάρχων ἀναγραφῇ εἷς ὑποναύαρχος καὶ εἷς ἀντιναύαρχος. Ὁ εἷς ὑποναύαρχος εἶναι διοικητὴς τῆς Μοίρας· ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔχῃ βαθμὸν ἀνώτερον, ἵνα ἐπιθεωρῇ τὴν Μοῖραν κτλ. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν ἐχρησιμοποιήθη πάντοτε, διότι ἐχρησιμοποιήθη συχνὰ ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ στόλου, δὲν ἐμποδίζεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἴτε ὁ παρὼν εἴτε ὁ μέλλων, νὰ χρησιμοποιῇ πάντοτε τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ στόλου, καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§132ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, κύριε Ὑπουργέ.
§133Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶπον καὶ παρεκάλεσα τὴν Βουλήν, εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον νὰ τεθῇ ἀντὶ «16 ἀντιπλοίαρχοι» 17, καθόσον ὑπάρχει νομοσχέδιον περὶ ναυτικῶν ἐργαλείων καὶ χαρτῶν, ἐν ᾧ ὁ βαθμὸς τοῦ διευθύνοντος τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην δέον νὰ ἦναι ἀντιπλοιάρχου. Διατί; Διότι ἐκ μακροτάτης ἐκθέσεως, ἥτις συνοδεύει τὸ περὶ ναυτικῶν ἐργαλείων καὶ χαρτῶν νομοσχέδιον, ἐπείσθη, νομίζω, ἡ Βουλή, καίτοι δὲν συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ συζητηθήσεται προσεχῶς, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἔλλειψις ἐν τῷ ἡμετέρῳ ναυτικῷ σπουδαία, εἶναι αὕτη. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι σχεδὸν χάρται, ὡς δὲν ὑπῆρχον οὐδὲ ὑπάρχουσιν ἔτι ἱκανὰ ἐργαλεῖα ναυτικά.
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§135Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὴν θέσιν ταύτην ἐν Γαλλίᾳ κατέχει ὑποναύαρχος. Ἡμεῖς ζητοῦμεν ἁπλῶς ἀντιπλοίαρχον. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ἀπεδείχθη, ὡς πρὸς τοὺς πλωτάρχας πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸν νόμον τὸν ὀργανικὸν, δηλ. εἰς τοὺς ὀργανισμούς, ἐπίσης παρακαλῶ οἱ 20 πλωτάρχαι νὰ γείνωσιν 21, διότι ὑπάρχει ἔλλειψις σπουδαιοτάτης ὑπηρεσίας. Ταύτας τὰς δύο προσθήκας εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ.
§136ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀντιναύαρχον, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶπε τίποτε. Ἀφοῦ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, ἀφοῦ αἱ ἀνάγκαι σήμερον καλοῦσιν ὄχι μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Κανάρη, ἀλλὰ καὶ τὸν βαθμὸν αὐτοῦ...
§137ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχει ἀντίῤῥησιν ὁ Ὑπουργός;
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠρωτήθη εἰσέτι ἡ Βουλή.
§139Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων Παπαμιχαλοπούλου, Γρίβα καὶ Γ. Ν. Μπούμπουλη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§141Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§142Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτήσατε τὸ ἀντίστροφον, κύριε Πρόεδρε.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται πολλοί). Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα.
§144Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, παρακαλῶ, τὴν γνώμην του ἐπὶ τῆς τροπολογίας.
§145Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀληθῶς ἄλλοτε ἡ θέσις αὕτη ὑπῆρχεν ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς...
§146ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις μεταξὺ δύο ψηφοφοριῶν.
§147Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐρωτώμενος, νομίζω ὅτι θέλω λάβει τὴν ἄδειαν νὰ ἀπαντήσω.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁσάκις ὁ Ὑπουργὸς ζητήσῃ τὸν λόγον, ἀκούεται...
§149Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου;... Ἀληθῶς, λέγω, ἄλλοτε ὑπῆρχεν ἡ θέσις αὕτη, ὑπῆρχε δὲ, ὅταν τὰ πλοῖα τοῦ στόλου δὲν ὑπῆρχον εἰς τὸν ἀριθμὸν ἢ τὴν δύναμιν, εἰς ἣν σήμερον ὑπάρχουσιν. Ἑπομένως, ἐὰν θέλῃ τις τῷ ὄντι νὰ ἔχῃ νόμον περὶ ἀριθμῶν καὶ ὀργανισμόν τινα ἄρτιον, ἴσως ἔσεται πρέπον νὰ νομοθετηθῇ ἡ θέσις τοῦ ἀντιναυάρχου. Δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἐπιχείρημα νὰ λέγῃ τις, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ ἀντιναυάρχου δὲν δύναται νὰ ἐκτελῇ καὶ ὁ ὑποναύαρχος. Βεβαίως ὁ κατώτερος δύναται νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνωτέρω, ὅταν μάλιστα ὁ κατώτερος ἦναι ὑποναύαρχος· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὸν ἀριθμὸν ἀντιναυάρχου, τότε δὲν θέλομεν προσθέσει τὸν ἀριθμὸν ἀντιπλοιάρχου καὶ τὸν ἀριθμὸν πλωτάρχου, διότι ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἔσεται περιττὸς, ὡς ἐκ τοῦ προβιβασμοῦ ἑνὸς τῶν ὑποναυάρχων εἰς ἀντιναύαρχον. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ ψηφίσῃ καὶ τὴν θέσιν ἀντιναυάρχου, ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ τότε, παρακαλῶ, ἡ δήλωσις, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι πρὸς τὴν Βουλὴν, περὶ προσθήκης ἑνὸς ἀριθμοῦ εἰς τοὺς ἀντιπλοιάρχους καὶ ἑνὸς εἰς τοὺς πλωτάρχας, νὰ παραλειφθῇ.
§150Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· συζήτησις δὲν ἐπιτρέπεται μεταξὺ δύο ψηφοφοριῶν.
§152Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργός...
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠγόρευσε δυνάμει τοῦ Συντάγματος.
§154ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τότε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Μπούμπουλης. Τώρα εἶναι εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γρίβα καὶ λοιπῶν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων Γρίβα, Παπαμιχαλοπούλου καὶ Μπούμπουλη, περὶ προσθήκης εἰς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἑνὸς ἀντιναυάρχου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἐδάφιον αʹ, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§156ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία τῶν κυρίων συναδέλφων, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτὴ, συμπεριλαμβάνει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀντιπλοιάρχων.
§157Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.
§158ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Βεβαίως.
§159Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ἰδέα εἶναι, ἀντὶ νὰ ὑπάρχωσι δύο πλοίαρχοι, νὰ ὑπάρχῃ εἷς πλοίαρχος καὶ εἷς ἀντιπλοίαρχος.
§160ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ παραδεχθέντες τὴν θέσιν τοῦ ἀντιναυάρχου, ὀφείλομεν, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἐκφρασθεῖσαν πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ περικόψωμεν τὸν ἕνα ἐκ τῶν δύο ὑποναυάρχων, καὶ τοιουτοτρόπως συμβιβάζεται ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Βουλὴ, μὲ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Ὑπουργός.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ἡ Βουλὴ, δὲν κάμνει λόγον τοιοῦτον, ὑμεῖς ὅμως ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ φέρητε τροπολογίαν εἰς τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον.
§162ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ἄριστα, ὅτι ἐδικαιολογήθη καὶ ὑπεστηρίχθη ἡ πρότασις περὶ προσθήκης ἀντιναυάρχου διὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ ὅτι ὁ εἷς ὑποναύαρχος θὰ διοικῇ τὴν Μοῖραν, ὁ δὲ ἀντιναύαρχος, ὡς γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τοῦ στόλου, πρέπει νὰ ἔχῃ βαθμὸν ἀνώτερον αὐτοῦ. Δὲν εἶμαι εἰδικὸς εἰς τὰ ναυτικὰ, μήτε ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν, μοὶ ἔκαμεν ὅμως ἐντύπωσιν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἀνεκάλεσε τὴν προσθήκην δύο ἀξιωματικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἐθεωρήθη ἀναγκαῖος, διότι πρόκειται νὰ διευθύνῃ τὸ τμῆμα τῶν χαρτῶν. Ἀνέφερε μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἡ θέσις αὕτη εἰς ἄλλα Κράτη ἀνατίθεται εἰς ὑποναύαρχον, διότι βεβαίως ἐκεῖ τὸ Ναυτικὸν εἶναι μεγαλύτερον τοῦ ἰδικοῦ μας. Σήμερον ἀφήρεσε τὸν ἀξιωματικὸν τὸν ἀναγκαῖον διὰ τὴν διεύθυνσιν τοῦ εἰδικοῦ γραφείου· θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς ἕνα τῶν ὑποναυάρχων, ὅπως ἀλλαχοῦ γίνεται τοῦτο; Ἀκριβῶς διὰ τὴν ἀντίθεσιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει, ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον, χωρὶς νὰ θελήσω μέχρι τοῦδε νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, ἐὰν ἐκ τῆς διαγραφῆς ταύτης δὲν κινδυνεύωσι νὰ βλαφθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας ὑπέδειξε.
§163Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγώ, Κύριοι, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ νομοθετήσῃ τὴν θέσιν ἀντιναυάρχου, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησίν τινα· ἀφίεμαι εἰς τὴν ἐλευθέραν γνώμην τῆς Βουλῆς· δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπηρεάσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως, οὔτε κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως. Διατί; Διότι ὑπῆρχε καὶ ἄλλοτε ἡ θέσις αὕτη. Ἡ Βουλὴ, ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὑτῆς δικαιώματι, ἐψήφισε τὸν ἀριθμόν· πρὶν ἢ ὅμως ψηφίσῃ τὸν ἀριθμὸν, ἐδήλωσα, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θεωρῶ συμφέρον πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ οὐχὶ βλάβην πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυτικοῦ, τὸ νὰ μὴ προστεθῇ εἰς τοὺς 16 πλοιάρχους εἷς, καὶ εἰς τοὺς 20 πλωτάρχας εἷς, ἀλλὰ νὰ μένῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν διοίκησιν τῶν ναυτικῶν ἐργαλείων καὶ χαρτῶν, ἀντὶ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς ἀντιπλοίαρχον, θέλομεν εἴπει ὅτι ἀναθέτομεν εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικόν, ἀνώτερος δὲ ἀξιωματικὸς εἶναι καὶ ὁ πλωτάρχης, καὶ τοιουτοτρόπως λύεται τὸ ζήτημα τοῦτο ἄνευ δυσχερειῶν. Κατὰ δὲ τοὺς ὀργανισμούς, διευθυντὴς Ναυστάθμου δύναται νὰ ἦναι γενικὸς ἀξιωματικὸς, τουτέστιν ὑποναύαρχος, διοικητὴς τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας δύναται νὰ ἦναι ὑποναύαρχος, ὁ δὲ ἀντιναύαρχος θέλει εἶσθαι ἐπιθεωρητὴς τοῦ στόλου, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τότε ἡ Βουλὴ θέλει λάβει τὸν κόπον νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον περὶ ἐπιθεωρήσεως τοῦ στόλου.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλέττας ὑπέβαλε τροπολογίαν, ὅπως περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποναυάρχων ἀπὸ δύο εἰς ἕνα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἐδάφιον αʹ, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐδάφιον βʹ (ἀναγινώσκεται).
§165Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὡς πρὸς τὸ ἐδάφιον βʹ, μίαν μόνην παρατήρησιν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἀριθμῶν εἰσὶν ἀναγεγραμμένοι 19 ὑποφροντισταί. Σημειώσατε καλῶς, ὅτι κατὰ τοὺς ὀργανισμοὺς οἱ ὑποφροντισταὶ δέον νὰ ὦσιν 21, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλον, «περὶ τροποποιήσεως τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν», κατὰ παραδρομὴν τῆς ὑπηρεσίας παρελείφθη τὸ Λιμεναρχεῖον Σπετσῶν, τὸ δὲ Λιμεναρχεῖον Σπετσῶν οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ἵνα καταργηθῇ, διότι εἶναι τῳόντι ἐμπορικὸς λιμὴν ἐκ τῶν σημαντικῶν καὶ κέντρον ναυτικόν. Ἑπομένως, τιθεμένου ἑνὸς ἀριθμοῦ εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Σπετσῶν, οἱ ἀριθμοὶ οἱ ὀργανικοὶ τῶν ὑποφροντιστῶν εἰσιν 21, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμοῦ ἔχομεν μόνον 19, ἀλλὰ τοῦτο θέλει φέρει τοσαύτην παρακώλυσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὥστε θέλει αὕτη ἀναγκασθῆ εἰς λίαν κατωτάτου βαθμοῦ πρόσωπα νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τῶν ἀνωτέρων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἵνα ᾖ σύμφωνον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμοῦ πρός τε τὸν νόμον περὶ λιμενικῶν ἀρχῶν καὶ πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ λιμενικῶν ἀρχῶν, ὅπερ δὲν θίγει τὸ Λιμεναρχεῖον Σπετσῶν, νὰ αὐξηθῶσιν οἱ 19 ὑποφροντισταὶ εἰς 20.
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πεταλᾶ, νὰ ὁρισθῶσιν ἀνώτεροι ἀρχιφροντισταὶ 2 καὶ ἀρχιφροντισταὶ 2, ἀντὶ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἑνὸς ἀνωτέρου ἀρχιφροντιστοῦ καὶ τριῶν ἀρχιφροντιστῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πεταλᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἐδάφιον βʹ, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐδάφιον γʹ (ἀναγινώσκεται).
§168Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀντὶ τῶν δύο φαρμακοποιῶν νὰ τεθῇ εἷς ἐπιφαρμακοποιὸς καὶ εἷς φαρμακοποιός.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γεωργακοπούλου, ὁ ὁποῖος προτείνει νὰ προστεθῇ εἷς ἔτι ἀρχίατρος, ἤτοι ἀντὶ ἑνὸς νὰ γείνωσι δύο.
§170Ι. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τοῦτο εἶναι δικαιότατον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ δεχθῇ, λαμβάνουσα μάλιστα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὐδεμία ζημία εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης προσγίνεται.
§171ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀντὶ τοῦ ἑνὸς ἀρχιάτρου νὰ θέσῃ δύο, διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὸν μὲν ἕνα καταλαμβάνει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας μετὰ δύο ἔτη, τὸν δὲ ἕτερον μετὰ ἑπτὰ ἔτη, καὶ οὐδέτερος τούτων θὰ δύναται νὰ προαχθῇ.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γεωργακοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§173ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ζητεῖται ὑπὸ 15 ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἐδάφιον γʹ, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἀναγνωσθέντα ἰδίᾳ ἑκάτερον, τὰ ἐδάφια δʹ καὶ εʹ).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδάφιον ϛʹ (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου ϛʹ ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ Γ. Ν. Μπούμπουλη, ὅπως ἀντὶ τοῦ ἀρχιμουσικοῦ αʹ τάξεως τεθῇ «ἀνώτερος ἀρχιμουσικός».
§176Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θεωρῶ, ὅτι μεγάλη ἀδικία προσγίνεται εἰς τὸν ἀρχιμουσικὸν τοῦ Ναυτικοῦ διὰ τῆς σημερινῆς βαθμολογίας του. Ἀφοῦ χθὲς ἀκόμη ἐψηφίσαμεν βαθμοὺς διὰ τοὺς ἀρχιμουσικοὺς τῆς ξηρᾶς, οἵτινες εἶναι ταγματάρχαι καὶ λοχαγοὶ, διατὶ θέλομεν τὴν μουσικὴν τοῦ Ναυτικοῦ νὰ τὴν διευθύνῃ ἀρχιμουσικὸς μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ σημαιοφόρου; Ἐγὼ δὲν ζητῶ πολύ· ζητῶ δι’ αὐτὸν τὴν θέσιν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου, ἵνα ἀποστρατευθῇ καὶ αὐτὸς μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ.
§177ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὅταν μείνῃ 8 ἔτη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, προβιβάζεται.
§178Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν προβιβάζεται, διότι αὐτὸς εἶναι εἰς τοὺς ἀρχικελευστὰς. Δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ καμμιὰ προαγωγὴ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§179Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, πρὶν ἢ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις αὕτη, νὰ δεχθῇ, διότι εἶναι ἔργον δικαιοσύνης.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κ.κ. Μπούμπουλη καὶ Παπαμιχαλοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἐδάφιον ϛʹ, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§182ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 δὲν εἶναι νόμος περὶ ἀριθμῶν, δὲν καθορίζει μόνον ἀριθμοὺς, ἀλλὰ κανονίζει τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς καὶ τῆς συγχωνεύσεως τῶν διαφόρων κατηγοριῶν τῶν δύο νόμων. Ἑπομένως εἶναι καθαρῶς ὀργανικόν. Ἄν λοιπὸν ἀπαλείψωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο, αἴρεται πᾶς κίνδυνος περὶ μελλόντων ἀδικημάτων. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπανέρχεται ὁ κυκεὼν, τὸν ὁποῖον ἐφοβήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ τὸν ὁποῖον προσεπάθησε νὰ ἐξομαλύνῃ· τὸ ἄρθρον τοῦτο καθιεροῖ τὸν κυκεῶνα.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§184Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ, παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς. Ἀντὶ «ἀρχικελευσταὶ μάχιμοι 33», νὰ τεθῇ «ἀρχικελευσταὶ μάχιμοι: αʹ) ἀρμένων 13—βʹ) πυροβολικοῦ 6—γʹ) τορπιλλῶν 2— δʹ) ὁπλιτῶν 5—εʹ) οἰακισταὶ 7.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§186Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ ἄρθρον 5 παρακαλῶ νὰ γείνῃ ἄρθρον 6, ὡς 5ον δὲ ἄρθρον νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει: «Ἄρθρον 5. Οἱ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ὑπάρχοντες ἀνθυποπλοίαρχοι, σημαιοφόροι καὶ οἱ τούτοις ἐξομοιούμενοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 5 τοῦ ΨΒʹ, 8 τοῦ ᾼΡΞΒʹ, 2 τοῦ ͵ΒΥΔʹ, 12 τοῦ ᾼΡΟϚʹ, 6 τοῦ ᾼΩΛΖʹ καὶ 6 τοῦ ᾼΩΜΔʹ νόμων». Διότι, ἂν δὲν τεθῇ ἡ προσθήκη αὕτη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς ἄρθρον πέμπτον, κατὰ τὰ ¾ ἡ αὔξησις τῶν ἀξιωματικῶν, ἣν ἐδέχθη ἤδη ἡ Βουλὴ, δηλ. ὑποπλοιάρχων, ἀνθυποπλοιάρχων καὶ λοιπῶν, δὲν θέλει ἐκτελεσθῆ, διότι δὲν θέλουσιν ἔχει συμπληρώσει ἐπακριβῶς τὴν ἀπαιτουμένην θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Ἡ διάταξις ὅμως αὕτη εἶναι διαβατικὴ, διότι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οἱ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ὑπάρχοντες...» Ἑπομένως ἐν τῷ μέλλοντι θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι οἱ κείμενοι νόμοι. Ἀλλ’ ἄν τώρα ζητήσωμεν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ κείμενοι νόμοι, ἀναιροῦμεν ἐκεῖνο, ὅπερ ἐψηφίσαμεν, διότι τὰ ¾ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν ἔχουσι κεκτημένην τὴν ἀπαιτουμένην θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, εἰς πολλοὺς ἐξ αὐτῶν λείπονται τρεῖς ἕως πέντε μῆνες. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ τεθῇ, ὡς διετύπωσα, τὸ ἄρθρον 5, τὸ δὲ ἄρθρον 5 νὰ γείνῃ ἄρθρον 6.
§187Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ καταργηθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΨΒʹ τῆς 9 Νοεμβρίου 1861 περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν, καθόσον ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς λόγῳ τῆς ἐκλογῆς των ὡς Βουλευτῶν τιθεμένους εἰς διαθεσιμότητα ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ θαλάσσιος ὑπηρεσία διὰ τὴν προαγωγήν των ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμόν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν, διότι αὐτὸς ὑπέβαλε τὸν νόμον Α͵ΘΞΕʹ τοῦ 1891, ὁ ὁποῖος, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς Βουλευτάς, ὥρισε νὰ ἀπολαύουν καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ξηρᾶς.
§188Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Προχείρως δὲν εἶναι δυνατόν τις νὰ ἀπαντήσῃ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ τις, πῶς ἡ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπηρεσία θέλει εἶναι θαλάσσιος. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ, τὴν τροπολογίαν ταύτην νὰ ἀναβάλωμεν εἰς τὸ μέλλον πρὸς συζήτησιν.
§189ΜΑΝΕΣΗΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βονίτσης ἀπαλλάσσονται τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ, ὅταν διατελῶσι Βουλευταί. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔχει ἄδικον νὰ τὸ λέγῃ, διότι δὲν ὑφίσταται νόμος, οὔτε δύναται ν’ ἀπαιτηθῇ παρὰ Βουλευτοῦ θαλάσσιος ὑπηρεσία, διότι τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν ὑπηγόρευσε νόμος πρὸ τοῦ Συντάγματος, τὸ Σύνταγμα κατήργησε πάντα προηγούμενον νόμον διὰ τοῦ ἄρθρου 71, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς εἴτε τῆς ξηρᾶς εἴτε τῆς θαλάσσης τίθεται εἰς διαθεσιμότητα, μὴ στερούμενος οὔτε τῆς προαγωγῆς του, οὔτε τῆς συντάξεώς του, καθ’ ὃν χρόνον διατελεῖ Βουλευτής. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα, καὶ θὰ ἤρκει βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ δώσῃ τὴν πρέπουσαν ἐξήγησιν διότι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρχε νόμος διὰ τὸν ἀξιωματικὸν τῆς ξηρᾶς πρὸ τοῦ Συντάγματος, ὁρίζων ὅτι οὗτος ὤφειλε νὰ διατελῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατεύματος δι’ ἕνα ἕκαστον βαθμὸν, ὅπως προβιβασθῇ, ἦλθε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1865 καὶ κατήργησε πάντα ταῦτα, λέγον ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς Βουλευτὴς τίθεται εἰς διαθεσιμότητα, ἐν καταστάσει τουτέστιν ἐνεργοῦ ἀξιωματικοῦ, μὴ στερουμένου οὔτε τοῦ δικαιώματος τῆς προαγωγῆς οὔτε τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως, καίτοι μὴ ὑπηρετῶν ἐν τῷ στρατεύματι· ὁ δὲ νόμος ὁ προνοήσας περὶ τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ εἶναι πολὺ προγενέστερος τοῦ Συντάγματος, τοῦτο δὲ διὰ τοῦ ἄρθρου 71 κατήργησε πάντα νόμον προηγούμενον τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ Σύνταγμα εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων, συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύῃ νόμος προγενέστερος τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἦναι ἀνώτερος τοῦ μεγαλειτέρου τῶν νόμων. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν, νομίζω, οὔτε ἀσάφεια, οὔτε ἀμφιβολία, οὔτε δισταγμός. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸν ὁποῖον προεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Βονίτσης νὰ δώσῃ τὴν πρέπουσαν διασάφησιν, νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην;
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος ἔχει οὕτω: «Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τὰ τοῦ δημάρχου, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκλέγονται, ἀλλ’ ἐκλεχθέντες τίθενται εἰς διαθεσιμότητα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς βουλευτικῆς περιόδου, καὶ διατελοῦσιν εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν μέχρι τῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀνακλήσεώς των.» Τὸ ἄρθρον δὲν ἀναφέρει τίποτε περὶ προβιβασμοῦ, προαγωγῆς ἢ ἄλλου τινός. Τὸ ἄρθρον ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς κυρίους ἀξιωματικοὺς νὰ ἐκλέγωνται Βουλευταί, ἀλλ’ ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταβαίνωσιν ἀμέσως εἰς διαθεσιμότητα. Εἰς τὴν διαθεσιμότητα μεταβαίνοντες, βεβαίως διατελοῦσιν εἰς κατάστασιν μὴ ἀποκλείουσαν τὴν προαγωγὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ προαγωγὴ αὐτῶν γίνεται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἂν δὲ κατ’ αὐτοὺς ἀπαιτῆται θαλάσσιος ὑπηρεσία, διὰ νὰ προαχθῶσιν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν, πρέπει νὰ διανύσωσιν αὐτήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βονίτσης ἐζήτησε νὰ ἀναμνησθῶ τὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1891 προέβαλον καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὴν κατάργησιν τῶν νόμων, οἵτινες εἶχον ψηφισθῆ κατὰ τὸ 1886 περὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1886, διετελοῦμεν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ διετέλει ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὡς καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι Βουλευταί. Τότε ὑπῆρξεν ἡ ἑξῆς διαφορὰ γνώμης μεταξὺ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ ἐμοῦ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατηγόρει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικὸν, ἐγὼ δὲ ἐδίσταζον περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τούτου. Διὰ τοῦτο, ὅτε κατὰ τὸ 1891 ἐπρότεινα νομοσχέδιον διὰ νὰ ἀναιρέσω τὸν νόμον ἐκεῖνον, δὲν ἐζήτησα τὴν ἀκύρωσιν, ἀλλὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου· διότι, ἂν ἀντέβαινεν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἔπρεπε νὰ ζητήσω τὴν ἀκύρωσιν αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως τὴν καταστροφὴν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ. Ἐνδέχεται ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς νὰ ἦτο ὀρθοτέρα τῆς ἐμῆς, — δὲν τὸ ἐξετάζω, οὕτως ἐνθυμοῦμαι τὰ πράγματα, — ἐνδέχεται ἡ γνώμη μου νὰ μὴ ἦτο ὀρθή.
§191ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν προστιθέμην νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, μήτε νὰ ἀντικρούσω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὔτε τὴν ὑποτροπολογίαν, τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀκαρνανίας, ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ προεκάλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω ποία εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ τίνα γνώμην ἐδέχθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὰ 1882, 1883 καὶ 1886 ἐψηφίσθησαν νόμοι, ἀφορῶντες εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς. Νόμοι ψηφισθέντες κατὰ τὰ 1882 καὶ 1883 ἐθεώρησαν ὡς προσὸν ἀναγκαῖον πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος εἰς προαγωγὴν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν τὴν ὑπηρεσίαν ἐν σώματι ὡρισμένῳ στρατοῦ, ἢ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐξήρεσαν δὲ οἱ νόμοι αὐτοὶ ὡρισμένας ἄλλας ὑπηρεσίας ἀπὸ τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἦτο ἀναγκαία κατὰ τοὺς νόμους αὐτούς, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς προβιβασμόν. Ὁ νόμος δὲ τοῦ 1886, προβὰς ἀκόμη πέραν, ἐθεώρησεν, ὅτι ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον διανύει ὁ ἀξιωματικὸς ἐν συνταγματικῇ ἀδείᾳ πέντε καὶ ἡμίσεως μηνῶν, δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζηται ὡς χρόνος ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, ἢ ὡς χρόνος διαθεσιμότητος, καὶ ἐντεῦθεν ὁ χρόνος αὐτὸς δὲν ὑπελογίζετο πρὸς προβιβασμὸν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμόν. Ἀναμφισβητήτως καὶ οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι νόμοι ἦσαν ἀντισυνταγματικοί. Τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς λαμβάνει πέντε καὶ ἡμίσεως μηνῶν ἄδειαν, μόνον ὅπως ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ἐκλεγόμενος δὲ, τίθεται εἰς διαθεσιμότητα. Τίς εἶναι ἡ κατάστασις τῆς διαθεσιμότητος; Δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ἐν ᾧ βλέπομεν, ὅτι ἡ διαθεσιμότης εἶναι κατάστασις ἐνεργείας, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς διατηρεῖ κατ’ αὐτὴν τὸ δικαίωμά του εἰς προβιβασμὸν καὶ εἰς σύνταξιν, αὐτὰς δὲ ταύτας τὰς διατάξεις θὰ τὰς εὕρητε καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐντεῦθεν ὁ νομοθέτης, ἡ Βουλὴ τοῦ 1891, κληθεῖσα νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν νόμων τούτων, οἵτινες ἀπ’ ἀρχῆς ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἀντισυνταγματικοὶ, τί ἔπραξε; κατήργησε τοὺς νόμους αὐτούς. Καὶ ἂν μὲν ἔπραττε τοῦτο μόνον ὁ νόμος τοῦ 1891, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἦτο ἐν τῷ δικαίῳ αὐτοῦ, ὑπομιμνήσκων διαφορὰν μεταξὺ τῆς ἰδικῆς μου γνώμης καὶ τῆς ἰδικῆς του, ὑποστηρίζοντος, ὅτι δὲν ἐδέχθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1891, τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἦσαν ἀντισυνταγματικοί. Ὅτι ἐδέχθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1891, ὅτι ἦσαν ἀντισυνταγματικοί, προκύπτει ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ᾼϠΞΕʹ τοῦ 1891. Τί πράττει ὁ νόμος ἐκεῖ; ὁ νόμος καταργεῖ τὰ ἀποτελέσματα τῶν νόμων τοῦ 1882, 1883 καὶ 1886, δηλαδὴ ἀποδίδει εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς στερηθέντας ἐκ τῶν ἀντισυνταγματικῶν αὐτῶν νόμων τὸ δικαίωμα εἰς προαγωγὴν, εἰς τοὺς μὴ προαχθέντας, ἀποδίδει τὴν ἀρχαιότητα κλπ. Ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐχαρακτηρίσθησαν ὑπὸ τοῦ νομοθέτου οἱ νόμοι αὐτοὶ ὡς ἀντισυνταγματικοί, καὶ ὅτι κατηργήθησαν τ’ ἀποτελέσματά των; Ἔρχομαι εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν τροπολογίαν. Τί ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν;—καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἤκουσα ὅτι ἀντιτάσσει πρὸς τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ζητήσαντας τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ὅτι ἡ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπηρεσία δὲν εἶναι θαλάσσιος ὑπηρεσία. Καὶ μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς τροπολογίας δὲν ζητεῖ ἀκριβῶς τὴν κατάργησιν τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας ὡς πρὸς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶδον ἀκόμη θάλασσαν καὶ δὲν ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν προνομίαν τοῦ Συντάγματος;
§192Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶχον τὸν σκοπὸν αὐτόν.
§193ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως τὸν εἴχετε. Τὸ Σύνταγμα ἐχορήγησε τὸ αὐτὸ προνόμιον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ξηρᾶς καὶ εἰς τοὺς τῆς θαλάσσης. Πρόκειται ὅμως περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ νὰ ἐκτελῇ θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ὅπως προσκτήσηται τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς. Ἀλλ’ αὕτη ἡ διάταξις εἶναι ἐντελῶς ἐναντία εἰς τὴν προνομίαν, ἡ ὁποία ἐχορηγήθη διὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ ἀξιωματικὸς κατὰ τὸ ἄρθρ. 71 τοῦ Συντάγματος, ἐκλεγόμενος Βουλευτὴς, τίθεται εἰς διαθεσιμότητα. Ὁ ἐν διαθεσιμότητι διατελῶν ἀξιωματικὸς κέκτηται τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς, τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ἀκριβῶς αὐτὸ ζητεῖ ἡ τροπολογία, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βονίτσης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ζητεῖ τὴν κατάργησιν τῆς ὑποχρεώσεως τῆς θαλασίου ὑπηρεσίας διὰ τοὺς νεωτέρους ἀξιωματικούς, οἱ δὲ προτείναντες τὴν τροπολογίαν ζητοῦσι τὴν ἀναγνώρισιν δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ἐκ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν θέλετε, ἀμφισβητήσατέ το· ἀλλὰ βεβαίως ἀποδεικνύεσθε ἀντιστρατευόμενοι πρὸς τὴν λογικὴν, διότι, ἐνῷ καταργεῖτε τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν ὡς πρὸς τοὺς νεωτέρους ἀξιωματικούς, ζητεῖτε αὐτὴν ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν προνομίαν ἐκ τοῦ Συντάγματος, τοὺς ὁποίους ἐξαναγκάζετε νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ὁ λαὸς, καὶ νὰ ἐξέλθωσι τῆς Βουλῆς, ὅπως προσκτήσωσι τὸ δικαίωμα εἰς προβιβασμόν.
§194Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.). Οὐδεμίαν πρόθεσιν εἶχον νὰ σκώψω, πρὸ πάντων Βουλευτὰς, οὓς ἐξόχως τιμῶ, θεωρῶ δὲ καὶ φίλους, τινὰς μὲν πολιτικούς, τινὰς δὲ ἀτομικούς. Ἑπομένως ἐὰν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἐνόησεν, ὅτι ἐν ταῖς παρατηρήσεσί μου ὑπῆρχε πρόθεσις σκώμματος, νομίζω ὅτι παρενόησε. Δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ οὐσίαν τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐκ Βονίτσης συναδέλφου, ἀντιπαρατηρῶ ὅμως εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος κ. συνάδελφος, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιχείρημα αὐτὸ, ὅπερ ἔφερεν, ὅτι τουτέστιν, ἐπειδὴ διὰ τοῦ προστιθεμένου παρ’ ἐμοῦ 5 ἄρθρου καταργεῖται ἡ θαλάσσιος ὑπηρεσία, ὑπάρχει ἀναλογία πρὸς κατάργησιν τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Καὶ ἰδοὺ διατί. Διότι ἡ προσθήκη περὶ μὴ ἀνάγκης θαλασσίου ὑπηρεσίας πρὸς προβιβασμὸν τῶν κατωτέρων ἐκείνων ἀξιωματικῶν ἔχει χαρακτῆρα διαβατικῆς διατάξεως, ἐπειδή, ἅμα οἱ νῦν ὑπάρχοντες ἐν ὑπηρεσίᾳ προβιβασθῶσι, δὲν καταργοῦμεν τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἐνῷ διὰ τοὺς Βουλευτὰς ζητεῖ ὁ κ. ἐκ Βονίτσης συνάδελφος πάντοτε νὰ λογίζηται ὡς θαλάσσιος ὑπηρεσία ἡ παρουσία αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, ἐὰν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἦναι ὀρθὸν αὐτό, ὅπερ ζητεῖ ὁ κύριος συνάδελφος, λέγω μόνον, ὅτι, ἐάν τις δεχθῇ, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐξάγεται ἡ γνώμη, ἣν ὑποστηρίζει ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, δύναταί τις νὰ προσθέσῃ τότε, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ἀναγραφὴ διατάξεως, πηγαζούσης ἐκ τοῦ Συντάγματος, διότι τότε δύναται νὰ εὑρεθῇ ἄλλη Βουλή, ἥτις νὰ καταργήσῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν, καὶ ἐὰν τότε εἴπῃ τις, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐν τῷ τόπῳ αὐτῷ συζητεῖται καὶ διὰ νόμων τροπολογεῖται, βεβαίως θέλει εὑρεθῆ ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ἑπομένως οὐδεμία ἀναλογία μεταξὺ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἣν εἰσάγομεν, καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπειγούσης τοῦ προβιβασμοῦ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν, διότι, ἐὰν δὲν τεθῇ ἡ ἐν λόγῳ διάταξις, μόλις τὸ ⅓ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν θέλει δυνηθῆ νὰ προβιβασθῇ. Τὴν ἐξήγησιν ταύτην νομίζω ὅτι ἤμην ὑπόχρεως νὰ δώσω.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Καὶ ἐγὼ ἤθελον νὰ δώσω μίαν διασάφησιν. Κατὰ τὸ 1891 τῇ εἰσηγήσει μου ἐξεδόθη ὁ νόμος τῆς 5 Ἀπριλίου 1891, ὁ ὁποῖος ἐπιγράφεται «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν χρόνου καὶ περὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐν ἀδείᾳ ἀξιωματικῶν.» Τὸν νόμον τοῦτον εἰσηγησάμην διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον περιεῖχεν ἓν ἄρθρον μόνον. Τὸ ἄρθρον τοῦτο διατάσσει τάδε: «Οἱ νόμοι ΑΛΔʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου, ᾼΟΑʹ τῆς 11 Μαρτίου 1883 περὶ ἑρμηνείας τοῦ ᾼΛΔʹ νόμου, καὶ ᾼΤϚʹ τῆς 12 Ἰουνίου 1886 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΛΔʹ νόμου, καὶ ᾼΤΠΘʹ τῆς 12 Ἰουνίου 1886 περὶ μὴ προσμετρήσεως εἰς τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ διανυομένου χρόνου ἐν ἀδείᾳ 5½ μηνῶν καὶ ἐν ὡρισμένῃ διαθεσιμότητι, καταργοῦνται.» Τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου δεικνύει, ὅτι ὁ συντάκτης αὐτοῦ εἶχε γνώμην, ὅτι ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ, πρὸς ἐξυπηρέτησιν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὁ τότε ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς κ. Κωνσταντόπουλος ἐπρότεινε τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπροτείνετο νὰ προστεθῇ δεύτερον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανῆγε τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς εἰς τὰς σχέσεις ἀρχαιότητος, αἵτινες ὑπῆρχον πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τοῦ 1886. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἦτο παροχὴ γινομένη εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, δὲν ἦτο ὅμως δικαίωμα ἀνεγνωρισμένον, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ ἔστερξα νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον. Ἐὰν ἦτο ἐνδεικτικὸν τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νόμου, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ ἡ παροχὴ τῆς ἀρχαιότητος, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ἤθελον ἐπανέλθει εἰς ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1886. Μεταξὺ αὐτῶν ἦτο τὸ δικαίωμα νὰ προβιβασθῶσιν ὅταν ἤρχετο ἡ σειρά των, μὴ προβιβασθέντες δέ, εἶχον δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὸ Κράτος. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων συνέβη, διότι ὁ νόμος δὲν κατήργει τοὺς νόμους τοῦ 1886 ὡς ἀντισυνταγματικούς, καὶ διὰ τοῦτο ἐδόθη μόνον ἡ παροχὴ τῆς ἀρχαιότητος, οὐδὲν ὅμως ἄλλο δικαίωμα εἰς αὐτούς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀρθῶς εἶπον, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐφρόνουν ὅτι διὰ τῆς προσθήκης τοῦ ἄρθρου οἱ νόμοι ἤθελον κηρυχθῆ ἀντισυνταγματικοί, καὶ διὰ τοῦτο ἐδέχθην τὸ ἄρθρον.
§196ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀληθῶς δὲν ἔχω τὴν μνήμην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ἠδυνάμην νὰ ἐνθυμηθῶ ὅλας αὐτὰς τὰς λεπτομερείας· ἀλλ’ ἰδοὺ τί εὑρίσκω εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νόμου ᾼϠΞΕʹ τοῦ 1891: «Ὁ χρόνος, εἰς τὸν ὁποῖον διήνυσαν οἱ ἀξιωματικοὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος τῶν διὰ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου καταργουμένων νόμων ἐν ἀδείᾳ 5½ μηνῶν, ἢ ἐν διαθεσιμότητι, προβλεπομέναις ὑπὸ τοῦ 71 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, θέλει προσμετρηθῆ εἰς τὸν πρὸς προβιβασμὸν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν ἀπαιτούμενον χρόνον καὶ εἰς τὴν ἀρχαιότητα αὐτῶν μεταξὺ τῶν ὁμοιοβάθμων των, μετὰ δὲ τὸν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν προβιβασμόν των καὶ μεταξὺ τῶν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διὰ τοῦ παρόντος καταργουμένων νόμων νεωτέρων μὲν αὐτῶν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ τυχὸν προβιβασθέντων εἰς ἀνώτερον βαθμόν.» Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀναγκαίως ἀναγνωρίζει τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν νόμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπῄτουν, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς διανύῃ ὡρισμένον χρόνον εἰς σῶμα. Οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐθεώρουν τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον διανύει ὁ ἀξιωματικὸς ἐν διαθεσιμότητι κατόπιν ἐκλογῆς, ὡς μὴ προσμετρούμενον εἰς τὸν χρόνον τὸν ἀναγκαῖον διὰ τὸν προβιβασμόν. Ἔρχεται δὲ ὁ νόμος αὐτὸς καὶ καταργεῖ ἀκριβῶς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προηγουμένου· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ νομοθέτης νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ προβῇ εἰς προδιβασμοὺς Τοὺς προβιβασμοὺς ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν τῷ Ναυτικῷ ἔχει δικαίωμα νὰ κάμνῃ μόνον ὁ Βασιλεύς.
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χρήματα!
§198ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔγεινε τὸ ἄρθρον 2· διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὸ Δημόσιον τὰς ὑποχρεώσεις τὰς χρηματικὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελεν ὑποβληθῆ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἀπεδίδετο δικαιοσύνη. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ εἶπεν: «ἓν δικαίωμα ἔχω, νὰ καταργήσω τοὺς νόμους αὐτοὺς ὡς ἀντισυνταγματικούς, νὰ ἐπαναφέρω δὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς ἣν θέσιν θὰ εὑρίσκοντο ἄνευ τῶν νόμων αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἔχω δικαίωμα ἐγὼ ἡ Βουλὴ νὰ προβιβάσω ἀξιωματικούς». Καὶ διὰ τοῦτο δὲν τοὺς ἐπροβίβασεν, ἀλλ’ ὥρισεν ὅτι θὰ προσμετρηθῇ ὁ χρόνος τῆς διαθεσιμότητος εἰς τὸν πρὸς προβιβασμὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἀπέδωκε δηλαδὴ εἰς τὸν ἀξιωματικόν, τὸν τεθέντα εἰς διαθεσιμότητα συνεπείᾳ τῆς ἐκλογῆς του ὡς Βουλευτοῦ, τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον τῷ ἀφήρουν οἱ νόμοι τοῦ 1882 καὶ 1883. Ἀλλ’ ἔκαμε καί τι πλέον, τοὺς ἐπανέφερε «καὶ εἰς τὴν ἀρχαιότητα αὐτῶν μεταξὺ τῶν ὁμοιοβάθμων των». Δηλαδή, ἐὰν οἱ ὁμοιόβαθμοί των, λόγῳ τοῦ χρόνου τῆς διαθεσιμότητος, τοὺς ὑπερεπήδησαν, ἐπανήρχοντο οὗτοι ὄπισθεν αὐτῶν, ἐτίθεντο δηλ. οἱ παραλειφθέντες ἀναγκαίως εἰς τὸ δεξιόν των, καὶ ἔτι πλέον, μετὰ τὸν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν προβιβασμόν των ἐτίθεντο πάλιν εἰς τὸ δεξιόν. Λοιπὸν καταστρέφει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τοῦ 1891 τ’ ἀποτελέσματα τῶν προηγουμένων νόμων. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι προὐτάθη τὸ ἄρθρον 2 παρὰ τοῦ πρώην Βουλευτοῦ Μαντινείας, ἀφοῦ τὸ ἐδέχθη ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, φαίνονται προσχωρήσασαι εἰς τὴν γνώμην τοῦ τότε Βουλευτοῦ Μαντινείας, τὸ δ’ ἄρθρον 2 καταστρέφει ὅλα τ’ ἀποτελέσματα τῶν προηγουμένων νόμων, διότι ἐχαρακτηρίσθησαν, καὶ δικαίως, ὡς νόμοι ἀντισυνταγματικοί. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὴ ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται παρὰ τῶν συναδέλφων, εἶναι ὅλως διόλου περιττή· διότι πρὸ τίνος ζητήματος εὑρισκόμεθα; Ἔχομεν ἕνα νόμον τοῦ 1861, —καὶ παρακαλῶ νὰ σημειώσητε τὴν χρονολογίαν — ὁ ὁποῖος καθορίζει τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ὁρίζει λοιπὸν χρόνον διαμονῆς ἐν τῷ βαθμῷ καὶ χρόνον διαρκείας ὑπηρεσίας. Ἔχομεν μετὰ ταῦτα τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καθορίζει, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ὁ ἐκλεγόμενος Βουλευτὴς τίθεται ἐν διαθεσιμότητι. Ἔχομεν τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος καθορίζει τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος, καὶ λέγει, ὅτι ἡ διαθεσιμότης εἶναι κατάστασις ἐνεργείας. Ἔχομεν μίαν ἄλλην διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐν διαθεσιμότητι τιθέμενος ἀξιωματικὸς δὲν ἀπόλλυσι κανὲν δικαίωμα πρὸς προβιβασμὸν καὶ πρὸς τὴν σύνταξιν. Ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις ἄγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς διατάξεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀναχρονισμόν, περὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου τοῦ 1861, ἡ ὁποία ἀντιτίθεται εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος· ψηφίζοντες δ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, δὲν συζητοῦμεν τὸ Σύνταγμα, μήτε φοβούμεθα ὅτι θὰ ἔλθῃ ἄλλη Βουλή, ἡ ὁποία θὰ συζητήσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ θὰ προβάλῃ νομοθετήματα ἀντισυνταγματικὰ, διότι γνωρίζομεν εἰς τίνα ἀποτελέσματα ἄγουσι τὸν νομοθετοῦντα τὰ ἀντισυνταγματικά, ἀλλὰ ἐρχόμεθα νὰ κυρώσωμεν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν. Ἡ τροπολογία δέ, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται, ἀκριβῶς τείνει εἰς τὴν κύρωσιν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς ἐκτίμησις τῆς ὑποβληθείσης ὑποτροπολογίας ἐπὶ τροπολογίας νομοσχεδίου συζητουμένου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἡ ὁποία δικαιολογεῖται πῶς; «Μᾶς ἐδώσατε τὸ δικαίωμα νὰ προαγάγωμεν ἀξιωματικούς. Ἀλλὰ τί νὰ τὸ κάμωμεν, ἀφοῦ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἔχομεν σκοπὸν νὰ προαγάγωμεν, δὲν ἔχουσι τὸ προσὸν τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας; Λοιπὸν τὸ προσὸν αὐτὸ τὸ θέτομεν κατὰ μέρος, καὶ οὕτω θὰ εἰσέλθωσιν ἐν τῷ Ναυτικῷ ἡμῶν καὶ θὰ προαχθῶσι χερσαῖοι ἀξιωματικοί.»
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπέδωκεν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1891, δὲν μοὶ φαίνεται ἡ ὀρθοτέρα. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου τούτου ἀνακηρύττει τὸν συνταγματικὸν κανόνα, διότι παρέχει εἰς τοὺς ὑποβληθέντας εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τὴν ἀρχαιότητα, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ τοῦ νόμου. Ὅταν δὲ παρετήρησα, ὅτι ἔπρεπεν, ἐὰν εἶχον οὕτω τὰ πράγματα, νὰ παράσχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποδόσεως τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχον λάβει, ἐὰν προεβιβάζοντο εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος, εἶπεν ὅτι ὁ νόμος δὲν προβιβάζει. Βεβαίως τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ τὸ ἔχει ὁ Βασιλεύς· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐπροβιβάσθησαν, παρήχθη εἰς αὐτοὺς ζημία χρηματική, καὶ ἑπομένως εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐζημιώθησαν. Ἐὰν ἦτο ὁ νόμος ἀντισυνταγματικός, τότε ὁ νόμος τοῦ 1891 ἔλυσεν ἓν ζήτημα. Ἐὰν εἶχον οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ μὴ προβιβασθέντες δικαίωμα νὰ προβιβασθῶσι, καὶ μὴ προβιβασθέντες ἐζημιώθησαν, ὁ νόμος τοῖς ἀφῄρεσε τὸ δικαίωμα. Ἀλλὰ τότε εἶναι νόμος δημευτικός, διότι οἱ νόμοι δὲν ἀφαιροῦσι δικαιώματα κεκτημένα. Τοῦτο ἀποδεικνύει ἄριστα, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 εἶναι διάταξις παροχῆς, οὐχὶ δὲ διάταξις ἀποκαταστάσεως εἰς ἀκέραιον· διότι, ἂν ἦτο ὁ νόμος τοῦ 1886 ἀντισυνταγματικὸς καὶ ἂν ἠκυροῦτο διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1891, οἱ ζημιωθέντες διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1886 ἔπρεπε ν’ ἀποκατασταθῶσιν εἰς ἀκέραιον; νὰ συμβῇ ἡ in integrum restitutio, ἡ ὁποία ἤθελε συμβῆ, ἂν ἐλάμβανον τόσα χρήματα, ὅσα ἐστερήθησαν μὴ προβιβασθέντες. Νομίζω ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1891 δὲν εἶναι δημευτικός, ὅτι διὰ τοῦτο δὲν ἠκύρωσεν, ἀλλὰ κατήργησεν. Ἤρκει μόνον νὰ ἀκυρώσῃ ὁ νόμος τοῦ 1891 τοὺς νόμους τοῦ 1886, καὶ τότε δὲν ἀπῃτεῖτο ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2, διότι, ἂν διετάσσετο ἡ ἀκύρωσις τῶν νόμων, κατηργοῦντο ὡς ἀντισυνταγματικοί, ἡ δὲ ματαίωσις ἢ ἀναίρεσις τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν ἐπήρχετο αὐτοδικαίως, καὶ ἦτο περιττὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 εἶναι παροχὴ πρὸς τοὺς ζημιωθέντας ἐκ τῆς ἀρχαιότητος· ἐπανέρχονται αὐτοὶ εἰς τὴν ἀρχικὴν ἀρχαιότητά των, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀποζημίωσις δι’ ὅσας ὑπέστησαν ζημίας.
§200Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μολονότι τὸ ζήτημα ἦλθεν αἰφνιδίως, διότι κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὑπεβλήθη τροπολογία, ἡ ὁποία οὔτε ἐτυπώθη οὔτε διενεμήθη, ἐν τούτοις ὅσοι συνέπεσε νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν δεκάτην Βουλευτικὴν Περίοδον δὲν εἶναι ξένοι εἰς τὸ ζήτημα, διότι εἶναι ἓν ἐκ τῶν ὀλιγίστων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν ἀπησχόλησαν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν Βουλήν, καὶ μάλιστα ὑπὸ περιστάσεις ἀναλόγους πρὸς τὰς σημερινάς. Διατηρῶ ζωηροτάτας τὰς ἐντυπώσεις τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν διαρκοῦντος τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ 1886, ὅτε εἶχον ὑποβληθῆ τέσσαρα νομοσχέδια, ἅτινα τότε ἐχαρακτηρίσθησαν ὑπὸ πολλῶν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἑνὸς συναδέλφου, ὅστις νῦν εἶναι καὶ μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὅστις ἐχαρακτήρισε καὶ τὰ τέσσαρα ἐκεῖνα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐνθυμούμεθα ὅλοι, περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν κλπ. καὶ τὰ δύο στρατιωτικά, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν ταὐτοχρόνως, ἔλεγε δὲ τότε εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ νῦν Ὑπουργὸς, ὑπεραμυνόμενος τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τοῦ καταδιωγμοῦ τούτου αὐτῶν, συζητῶν βεβαίως καὶ τὰ δύο ἄλλα, τὰ ἐκλογικὰ, ἀλλὰ καὶ τὰ στρατιωτικὰ (ἀναγινώσκει): «Ἄλλοτε βάσιν τοῦ συστήματος ὑμῶν εἴχετε τὰς ἰδέας τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι πικρὸν ποτήριον ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς ὁ λαὸς, καὶ μετεπηδήσατε ἀπὸ τῆς βάσεως τοῦ λαοῦ εἰς τὴν βάσιν τὴν ἄλλην, εἰς τὰς ἰδέας τὰς αὐλικάς. Ἀφ’ ὅτου ἐγεννήθην ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, δὲν ἔπαυσα ἀκούων καὶ πιστεύων, ὅτι αἱ ἰδέαι τῆς Αὐλῆς εἰσιν ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ Κοινοβουλίου. Θέλετε νὰ ἔχητε λοιπὸν τὴν Αὐλὴν προστάτιδα διὰ τὴν μέλλουσαν διάλυσιν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ θέλετε κύπτοντες τοσοῦτον πρὸ αὐτῆς, ὥστε ἡ κεφαλὴ ὑμῶν, νὰ φαίνηται ὑπὸ τὰ σκέλη ὑμῶν, ὡς ἐφαίνετο Ὑπουργοῦ τινος τῆς Ἀγγλίας ἐνώπιον Ἄγγλου μονάρχου’ θέλετε, λέγω, νὰ δείξητε εἰς τὴν Αὐλὴν, ὅτι ἐπέσατε θύματα τῶν ἰδεῶν αὐτῆς, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ πραξικοπήματος ἀποπειρᾶσθε εἰς τὴν βούλησιν τοῦ ἔθνους νὰ ὑποκαταστήσητε τὴν βούλησιν ὑμῶν καὶ τὰ σχέδια τῆς Αὐλῆς!» Ταῦτα ὡς ἐν παρόδῳ, διότι τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐκινήθη πρὸ μικροῦ, εἶναι τὸ ἀκόλουθον, ἂν οἱ δύο στρατιωτικοὶ νόμοι ἐκ τῶν τεσσάρων, οἵτινες εἶχον προσβληθῆ ὑπὸ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως ὡς ἀντισυνταγματικοί, ἦσαν ἀντισυνταγματικοί. Ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, λέγοντος πρὸ μικροῦ, ὅτι δὲν προσεβλήθησαν ὡς ἀντισυνταγματικοί, ἢ τοὐλάχιστον, ὅτι ὑπῆρξαν καί τινες, προσβαλόντες αὐτοὺς ὡς ἀντισυνταγματικούς, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχε τοιαύτην γνώμην.
§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Μήπως μὲ εὕρετε εἰς τὰ πρακτικά;
§202Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ναί! σᾶς εὗρον.
§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν· ὄχι εἰς τὸν νόμον αὐτόν.
§204Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκτὸς τῆς ἀγορεύσεώς του, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναγνώσω, καθόσον ῥητῶς ἔλεγεν, ὅταν σᾶς προέβαλλεν ὡς νόμον ἀντισυνταγματικὸν, ἔλεγεν εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν, ὅταν προβάλλωνται εἰς τὴν Βουλήν ἰσχυρισμοὶ, ὅτι αἱ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τοὺς νόμους, ὀφείλουσιν οὗτοι νὰ σπεύδωσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ὅσα ἔπραξαν καὶ ὅσα διέταξαν νὰ πραχθῶσι καὶ εἰς τοὺς νόμους δὲν ἀντιβαίνουσι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐξυπηρετοῦσι, πῶς εἶναι δυνατὸν, ὅταν ὑπὸ σειρᾶς ῥητόρων προτείνηται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, νὰ μὴ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον;» Ἐν γένει τὰ νομοσχέδια τὰ τέσσαρα...
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι! ὄχι!
§206Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ... Καὶ παρακατιὼν ἔρχεται εἰς τὸ ζήτημα τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, καὶ ὑπεραμύνεται πάλιν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ λέγει ὅσα λέγει. Ἀλλὰ ἔρχομαι εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς τρίτης συζητήσεως. Τί συνέβη ἐκεῖ; Προετάθη τὸ ἀπαράδεκτον τῶν νομοσχεδίων, ὡς ἀντισυνταγματικῶν, καὶ ἐψηφοφόρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου, ὡς ἀντισυνταγματικῶν. Σελὶς 243 πρακτικῶν.
§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς. Ἤμην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου (γέλωτες).
§208Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον καὶ ἄν θελήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραστήσῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑποθέτει ὅτι περιττὰ, νομίζω ὅτι δὲν θέλει δυνηθῆ, διότι ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις περὶ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τῶν δύο νομοσχεδίων. Ὅσοι ἦσαν ὑπὲρ τοῦ συνταγματικοῦ, ἔπρεπε νὰ ψηφίσωσι «Ναὶ», ὅσοι ἦσαν κατὰ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ, νὰ εἴπωσιν «Ὄχι.» Διατὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ; Ἕνεκα κομματικῶν ὑπολογισμῶν; Ἐνταῦθα (δεικνύει τὰ πρακτικὰ) θέλει εὕρει, ὅτι εἰς τὰ δύο νομοσχέδια ἐγένετο πρότασις, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔδωκε τὴν ψῆφόν του ὑπὲρ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῶν νομοσχεδίων. Τώρα ἀπέχω νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα γενομένην, μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς θαλάσσης, διότι νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ διάκρισις. Ἐθεώρησα ὅμως καλὸν, χάριν τῆς ἱστορίας, νὰ τὰ ὑπομνήσω, διότι ἦσαν συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι πολὺ μᾶς ἀπησχόλησαν τότε, καὶ ἤμεθα μάλιστα καὶ εἰς τὸ αὐτὸ στρατόπεδον.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ἦσθε ἀντιπολιτευόμενος.
§210Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τὸ αὐτὸ στρατόπεδον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς ὁμοσπονδιακῆς, ὅπως καὶ τώρα εἶμαι. Οὔτε τότε φίλος σας πολιτικός.
§211ΡΑΛΛΗΣ. Ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι τὴν ἀπασχολῶ ἐκ νέου. Βεβαίως δὲν θέλω παρατηρήσει, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐφαρμόζεται εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸ λόγιον «ἡ γλῶσσα λανθάνουσα τ’ ἀληθῆ λέγει»· ἐλανθάσθη δ’ ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰπόντος ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου...
§212ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὲρ τοῦ παραδεκτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
§213ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι! ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου... Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντέταξεν, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νόμου τοῦ 1891, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταργήσεως τῶν νόμων ἐκείνων, δὲν περιλαμβάνεται καὶ διάταξις ἀπονέμουσα ἀποζημιώσεις. Προῆλθε ποτὲ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ νὰ ἐξετάσῃ, τίς ἔπαθε ζημίαν ἀπὸ νόμον ἀντισυνταγματικὸν, καὶ τίνα ζημίαν ἔπαθεν, ὅπως κατὰ συνέπειαν ἀπονέμῃ ἀποζημιώσεις; Τοιοῦτόν τι δὲν εἴχομεν κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ δεχθῶμεν μήτε κατὰ τὸ μέλλον, ὁσαδήποτε ἔτη καὶ ἄν μείνῃ—εὔχομαι ἐπὶ πολλὰ—ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ δὲν εἴχομεν οὔτε κατὰ τὸ παρελθόν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν κέκτηται νὰ ἐπιδικάζῃ ἀποζημιώσεις. Τὰ δικαστήρια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἁρμόδια πρὸς τοῦτο, καὶ ἠδύνατο ὁ ἀδικηθείς, καθ’ ὅσον ἐθεώρει ὡς σπουδαίαν τὴν ἀδικίαν, ἣν ὑπέστη, καὶ τὴν ζημίαν, ἣν ὑπέστη, νὰ τὴν ἀπαιτήσῃ. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς—καὶ ἠδύνατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσωσι περὶ τούτου τὴν Βουλήν,—ἂν ἐκ τῶν νόμων τοῦ 1882 καὶ 1883, τοὺς ὁποίους ἐπηκολούθησεν ὁ νόμος τοῦ 1886, ἐπῆλθον πραγματικαὶ ζημίαι, καὶ ἂν τὰς πραγματικὰς αὐτὰς ζημίας δὲν ἐκλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος νὰ τὰς πληρώσῃ κατόπιν ἀγωγῶν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἠδικήθησαν. Ἀλλ’ ἐκ τούτου καὶ μόνου δὲν θὰ ἐλύετο τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα, διότι ἕκαστος εἶναι κύριος νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ἀδικιῶν, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐγένοντο, καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ ἂν καὶ κατὰ πόσον πρέπῃ νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Διότι δὲ ὁ νόμος τοῦ 1891 δὲν προέβλεψε καὶ περὶ ἀποζημιώσεως, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ἐχαρακτήρισε τοὺς νόμους τοῦ 1882, 1883 καὶ 1886 ὡς ἀντισυνταγματικούς, διότι, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἡ Βουλὴ δὲν κέκτηται νὰ ἀπονέμῃ ἀποζημιώσεις, οὔτε ὑπῆρχε περίπτωσις περιπλέον ἀποζημιώσεων. Διατί; Διότι ὁμοίαν ζημίαν θὰ ὑφίσταντο ἐκεῖνοι, μὴ προαγόμενοι. Τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς τὸ ἀπέκτησαν τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ἀπώλεσαν πρὸς τὴν προαγωγήν του διὰ τῶν νόμων τοῦ 1882, 1883 καὶ 1886, τὸν χρόνον αὐτὸν τὸν ἀνέκτησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1891. Τίνα ζημίαν λοιπὸν ὑπέστησαν; Ὅτι δὲν προεβιβάσθησαν; Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν ἀνήκει εἰς αὐτούς. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα μόνον θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ εἶχεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα ἀγωγῆς περὶ ἀποζημιώσεως, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ προαγωγῆς κατωτέρων ἀξιωματικῶν, ὅτε εἶναι ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προάγῃ ἐναλλάξ, κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογήν. Ἐὰν ὅμως πρόκειται περὶ παραλειφθέντων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν συνεπείᾳ τῶν νόμων τῶν ἀντισυνταγματικῶν τοῦ 1882, 1883 καὶ 1886, αὐτοὶ δὲν εἶχον δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Διατί; Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς προάγονται κατ’ ἐκλογήν. Ἑπομένως αἱ ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδόλως ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν κατηργήθησαν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ὡς ἀντισυνταγματικοί, ἀποδεικνύει δὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τοῦ 1891, ὅτι πράγματι κατηργήθησαν ὡς ἀντισυνταγματικοί. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐθεώρει ὅτι κακῶς ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν φίλων αὐτοῦ μία διάταξις ὡς ἀντισυνταγματική, εἶχε μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ ἀκυρώσῃ τὴν διάταξιν, ἀκυρῶν τὸν νόμον, μὴ ὑποβάλλων αὐτὸν εἰς κύρωσιν· ὑποβαλὼν αὐτὸν εἰς κύρωσιν, ἀπεδέχθη τὰς γνώμας τῶν φίλων του, καὶ ἑπομένως σήμερον θὰ εὑρεθῇ ἐν τελείᾳ ἀντιθέσει πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ, πρὸς τὴν ἰδίαν του πρᾶξιν, ἡ ὁποία φέρει τὴν ἰδίαν του ὑπογραφήν, διότι εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ὁ ζητήσας τὴν κύρωσιν καὶ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, θὰ εὑρεθῇ, λέγω, εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν δεχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον νομίζω ὅτι τοὺς θέτει εἰς ἐλάσσονα μοῖραν τὸ 71 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ὁπωσδήποτε, ἐὰν δὲν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ τροπολογία, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀντιστῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου ὅπως διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι θεωροῦμεν, ὅτι χορηγεῖται εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, εἰς τοὺς μὴ ὑπηρετήσαντας, δικαίωμα προαγωγῆς, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἀπέβλεψε βεβαίως ὁ νόμος τοῦ 1891 καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀπέκτησαν δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1891, εἰς τὸ ὁποῖον ὑποβάλλονται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπόκεινται εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ.
§214ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἀπορίαν τινά, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ λύσῃ. Οὗτος ἰσχυρίσθη, ὅτι οἱ λόγοι, οἵτινες ἤγαγον τὴν Βουλὴν τῷ 1891 εἰς τὴν κατάργησιν τῶν νόμων τοῦ 1886, δὲν ἦσαν λόγοι ἀντισυνταγματικότητος τῶν νόμων ἐκείνων, ἀλλὰ λόγοι συμφερόντων τῆς Πολιτείας, τῆς κοινωνίας, τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ μάθω, τίνα εἶναι τὰ συμφέροντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔπεισαν τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἵνα καταργήσῃ τοὺς νόμους τοῦ 1886; Ἐγὼ μέχρι τοῦδε ἐνόμιζον, ὅτι δευτέρα γνώμη δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἐπιζήμιον εἰς τὸν στρατὸν τῆς τε ξηρᾶς τῆς τε θαλάσσης, ἀξιωματικοὶ εἰσερχόμενοι ὡς ἀνθυπολοχαγοὶ ἢ ἀνθυποπλοίαρχοι εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ παραμένοντες ἐν αὐτῷ, νὰ προάγωνται εἰς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, νὰ γίνωνται σὺν τῷ χρόνῳ καὶ ὑποστράτηγοι καὶ ὑποναύαρχοι, χωρὶς νὰ διατελέσωσιν ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ. Ἔχομεν τὴν μέχρι τοῦδε πικρὰν πεῖραν, καὶ πάντες εἴμεθα πεπεισμένοι περὶ τούτου, ὅτι ἀξιωματικός, ὅπως προαχθῇ ἀπὸ βαθμοῦ εἰς ἀνώτερον βαθμόν, ἔπρεπεν ἐν τῷ βαθμῷ αὐτῷ προηγουμένως νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ.
§215Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα.
§216ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶμεν μόνον εἰς τὰ πτυχία, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσιν οὗτοι, ἀποφοιτῶντες ἐκ τῶν Σχολῶν τῶν δοκίμων ἢ τῶν εὐελπίδων ἢ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἀποκτῶσιν ὄντως θεωρητικὴν μόρφωσιν, ἡ ὁποία ὅμως μόνη αὕτη δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀναδείξῃ αὐτοὺς ἱκανούς, ἵνα ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν λόχων, ταγμάτων, συνταγμάτων, ταξιαρχιῶν καὶ μεραρχιῶν, ὅπως καὶ ἐν τῷ Ναυτικῷ νὰ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν πλοίων, μοιρῶν, στόλων. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ παραμείνωσιν ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι συμπληροῦντες τὰς θεωρητικὰς αὑτῶν σπουδάς, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι τὸ ἐνεργόν, τὸ ἐν τῇ πράξει σχολεῖον, ἄνευ τοῦ ὁποίου οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, ἀνταποκρινομένους εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, καὶ πάντοτε μὲν, μάλιστα δὲ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Περὶ τούτου, Κύριοι, δευτέρα γνώμη, νομίζω, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὔτε ἐν τῷ στρατῷ οὔτε ἐν τῷ λαῷ τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ὅμως ἐδιχάζοντο μέχρι τοῦδε αἱ γνῶμαι, ἐδιχάζοντο ἐκ τούτου καὶ μόνον, ὅτι ὑπῆρχον οἱ ἀποδεξάμενοι τὸ 1886, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει τῷ ὄντι, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς ὁ παραμένων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δύνηται νὰ θεωρῆται ὡς διατελῶν ἐν διαθεσιμότητι καὶ νὰ προάγηται, καίτοι Βουλευτὴς ὤν, χωρὶς νὰ διατελέσῃ ἐν ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ· ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ὑπῆρχον οἱ ἰσχυριζόμενοι: «Εἰ καὶ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς κατ’ ἀρχὴν τῆς γνώμης, ὅτι ἔπρεπεν οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τοῦ κατωτάτου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου βαθμοῦ νὰ προάγωνται τότε καὶ μόνον, ὅταν διετέλεσαν ἐν ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ δυστυχῶς εὑρίσκομεν ἀπέναντι ἡμῶν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 71, ἥτις δεσμεύει ἡμᾶς. Ἐν ὅσῳ ἡ διάταξις αὕτη ὑφίσταται καὶ ἰσχύει, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἀξιωματικούς, ὅπως, καίτοι Βουλευταὶ ὄντες, καίτοι μὴ διανύοντες ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, προάγωνται ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμόν.» Αὐτὴ ἦτο ἡ διχογνωμία. Ἐπεθύμουν λοιπὸν τώρα ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀφοῦ νομίζει ὅτι δὲν ἀντίκειται ἡ συνταγματικὴ διάταξις εἰς τοῦτο, νὰ ὑποδείξῃ εἰς ἡμᾶς, ποῖα εἶναι τὰ συμφέροντα ταῦτα τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν, ὅπως ἄνευ λόγου κρατῶμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀξιωματικοὺς καὶ ἀναγνωρίζωμεν αὐτοῖς τὸ δικαίωμα, ἵνα ἄνευ ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας προβιβάζωνται ἀπὸ ἀνθυπολοχαγοῦ μέχρις ὑποστρατήγου καὶ ἀπὸ ἀνθυποπλοιάρχου μέχρις ὑποναυάρχου. Ἡμεῖς, Κύριοι, καίτοι τὴν γνώμην ταύτην ἔχοντες, ἀλλ’ ἔχοντες τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ συνταγματικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 71 εἶναι σαφὴς καὶ ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως, νομίζομεν ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης, ὅπως ὑποστῶμεν τὰς συνεπείας ταύτης, ἀδιακρίτως, καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην ταύτην, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ, ἄλλα μέτρα καὶ ἄλλα σταθμὰ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, καὶ ἄλλα μέτρα καὶ ἄλλα σταθμὰ διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης.
§217Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶναι διαβατικὴ ἡ διάταξις, κύριε συνάδελφε.
§218ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θὰ ἐπροσέξατε καλῶς εἰς ὅ,τι εἶπον. Ἐγὼ δὲν ἔθιξα διόλου τὴν ἰδικήν σας διάταξιν. Ἐγὼ περιωρίσθην εἰς τοῦτο, εἰς τὸ ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ συνταγματικὴ διάταξις ἐναντία...
§219ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνόησα.
§220ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. δὲν πρέπει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ διστάσωμεν, ὅπως ψηφίσωμεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἄνευ ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας νὰ μὴ προβιβάζηται οὐδεὶς ἀξιωματικὸς, ἔστω καὶ Βουλευτὴς διατελῶν.
§221ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπάρχει τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§222ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ νομίζοντες ὅτι δὲν ἀντίκειται εἰς τοῦτο συνταγματικὴ διάταξις, ἔχουσι καθῆκον νὰ ὑποβάλωσι καὶ ὑποστηρίξωσι πάραυτα τὸ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Οἱ ἀντιφρονοῦντες ὅμως πρέπει νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν γνώμην, καθ’ ἣν δέον αἱ συνέπειαι νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Τελευτῶν δὲ τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάλιν νὰ μοὶ ὑποδείξῃ τίνες οἱ λόγοι, οἱ πολιτικοὶ ἢ στρατιωτικοὶ ἢ κοινωνικοί, οἵτινες ἐπέβαλον, ὅπως ἀξιωματικοὶ εἰσερχόμενοι εἰς τὸ Κοινοβούλιον μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ προβιβάζωνται ὡς Βουλευταὶ μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑποστρατήγου.
§223Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰ ζητήματα, ἅτινα ἀνεπτύχθησαν λίαν εὐρέως καὶ εὐγλώττως, εἰσὶν ἄξια πολλῆς προσοχῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐφύγομεν ἐκ τοῦ θέματος. Πρόκειται εἰδικῶς περὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος: δέχεται ἡ Βουλὴ, ἵνα τὸ ἄρθρον 5ον γένηται 6ον, καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας ἀνθυποπλοιάρχους νὰ μὴ ἀπαιτηθῇ ἡ θαλάσσιος ὑπηρεσία, δι’ αὐτοὺς εἰδικῶς; Πρόκειται περὶ διαβατικῆς διατάξεως, ἧς ὁ σκοπὸς ἐγένετο δεκτὸς παρὰ τῆς Βουλῆς· διότι ἡ Βουλὴ ἐδέχθη, ὅτι εἶναι ἀναγκαία αὔξησις ἀριθμοῦ τινος ὑποπλοιάρχων καὶ ἀνθυποπλοιάρχων, καὶ ἐνῷ ἐδέχθη τὴν γνώμην ταύτην ὡς ὀρθὴν πρὸς λειτουργίαν τῶν τοῦ στόλου, ἂν ἐπιμένῃ, ἵνα οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οἵτινες δὲν εἶναι πολλοί, ἅμα ὡς συμπληρώσωσι τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν αὑτῶν, τότε καὶ μόνον νὰ προβιβασθῶσιν, εἶναι ὡς νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς καὶ νὰ διαγράφῃ διὰ τῆς ἑτέρας. Πρόκειται λοιπὸν ἤδη περὶ ἐκτοπισμοῦ τοῦ ζητήματος. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἡ Βουλὴ δέχεται τὸ 5ον ἄρθρον, καὶ τότε ἔχει καλῶς, ἂν δὲν δέχεται, θέλει ἀποῤῥιφθῆ. Ἀλλὰ, ἐπαναλέγω, ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀριθμῶν ἐδέχθητε τὴν αὔξησιν τῶν ἀξιωματικῶν, δέον νὰ δεχθῆτε καὶ ὅ,τι νῦν προτείνω, διότι ἄλλως διαγράφετε ὅ,τι ἤδη ἐψηφίσατε.
§224ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ, ἵνα μὴ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λοκρίδος, τὰ ὁποῖα ὁμολογῶ ὅτι εὑρίσκω ὀρθὰ, ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ στρατοῦ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, λέγω μόνον, ὅτι οὐδείς ποτε Ὑπουργὸς μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς ἀντισυνταγματικοῦ, ἐτόλμησε νὰ παραλείψῃ ἐν γενομένοις προβιβασμοῖς ἀξιωματικοὺς διατελοῦντας ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν ἐπεθεώρησεν αὐτούς. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θεωρεῖ ἐμὲ προβιβάσιμον, ἀλλ’ ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ μὲ ἐπιθεωρήσῃ, διότι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ προσκαλέσῃ Βουλευτὴν, καὶ δὲν μὲ ἔταξεν ἐν τῇ τάξει· δὲν δύναται νὰ μὲ προβιβάσῃ; Τοῦτο συνέβη εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ὕδρας. Ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐζήτησε νὰ τὸν ἐπιθεωρήσῃ, ἀλλ’ ἀντετάχθη, ὁ κ. συνάδελφος, εἰπὼν ὅτι ὡς Βουλευτὴν, καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ προσκαλέσῃ αὐτὸν εἰς ἐπιθεώρησιν ὁ ἐπιθεωρητής, καὶ δὲν ἐπαρουσιάσθη. Ἐγὼ ἐπαρουσιάσθην, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ἂν ὁ Ὑπουργὸς εἶχε τὴν πεποίθησιν καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας δὲν εἶχε τὰ προσόντα, δὲν θὰ ἐτόλμα νὰ μὴ τὸν προβιβάσῃ.
§225Κ. ΒΟΥΛΤΣΟΣ.....
§226ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος δὲν προβιβάζεται, ὅστις δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα. Ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν πεῖραν καὶ τὴν ὀρθοφροσύνην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ κατάργησις τῶν νόμων ἐκείνων ἦτο ἐπιβλαβὴς, καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν, ὅτι πιθανόν ποτε νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ τοὺς ἐφαρμόσωμεν, ἀλλ’ εὕρισκεν αὐτοὺς ἀντισυνταγματικούς. Ἂν δὲν ἐγένοντο πολλὰ ἀδικήματα, εἶναι διότι πολλοὶ ἀξιωματικοί, φοβηθέντες, δὲν προσῆλθον εἰς τὰς ἐκλογάς. Σήμερον, ὡς πρὸς τὸ προκείμενον, ὁ κ. Βουλευτὴς Βονίτσης προέθετο νὰ λάβῃ ἐξήγησιν, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀλλοία, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ λάβῃ τὸν ἀξιωματικὸν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὸν στρατὸν κατὰ τὸ Σύνταγμα. Ὁ Βουλευτὴς ἀπέρχεται τῆς Βουλῆς, ὅταν ὁ ἴδιος θελήσῃ ἢ ἄλλοι λόγοι ἀπαλλάξωσιν αὐτόν. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε τὴν κατάργησιν, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ κατάργησις τῶν νόμων ἐκείνων ἦτο ἐπιβεβλημένη· ἀλλ’ ἐθεώρησεν ὅτι ἦσαν καὶ ἀντισυνταγματικοί, καὶ ἠθέλησε διὰ τῆς καταργήσεως νὰ προλάβῃ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐγέννων. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη. Ὡς πρὸς τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βονίτσης, παρατηρῶ ὅτι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ι. Καλλιφρονᾶς καὶ ἄλλοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ δὲν προσέλθωσι νὰ ἐκτελέσωσι θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν δύναται νὰ προβιβάσῃ αὐτούς; Ἀπατᾶσθε· διότι, ὡς Βουλευταὶ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν. Πρὸ ὀλίγου εἴπετε, ὅτι εὗρον δίκαιον οἱ μηχανικοὶ, ἔχοντες νόμον καὶ οὐχὶ Σύνταγμα, ὅπερ εἶναι ὑπέρτερον τοῦ νόμου. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ὑπῆρχε τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ εὔχομαι νέα τις Ἐθνοσυνέλευσις νὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν ταύτην, πράττουσα σωτήριον ἔργον, διότι ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι λίαν ἐπιβλαβὴς καὶ πρὸ πάντων εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, τοὺς μὴ ζυμωθέντας ἐπὶ πολὺ μὲ τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος.
§227ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας, ἣν ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἔχω γνώμην, ὅτι οὐ μόνον δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποῤῥιφθῇ, διότι αὐτὴ εἶναι ὁ ἐξευτελισμὸς καὶ ἡ ταπείνωσις τοῦ Ναυτικοῦ! Δὲν ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ ψηφίσωμεν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, καὶ δὴ οἱ κατώτεροι, πρέπει νὰ προάγωνται καὶ ἄνευ θαλασσίου ὑπηρεσίας. Ἂν παραδεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν, ὅτι οἱ νεαρώτατοι ἀξιωματικοὶ, οἱ μήπω εἰσελθόντες εἰς τὴν θάλασσαν, θὰ προάγωνται ἀθαλάσσωτοι, θὰ καταστρέψωμεν πᾶν ὅ,τι ὑπάρχει ἀλώβητον ἐν τῷ Ναυτικῷ, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν—καὶ ἐπαινῶ αὐτὸν—ὑποβάλλει νομοσχέδιον, δι’ οὗ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν τῷ στρατῷ, διὰ νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, ὀφείλουσι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ διετίαν ἐν τοῖς σώμασι τοῦ στρατοῦ· εἰς ἐποχὴν τουτέστι, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπανορθοῖ σφάλμα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατ’ ἀντίθεσιν καταργεῖ τὴν σπουδαιοτέραν διάταξιν τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας! Ἐν γένει ὅμως παρατηρῶ, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν πρέπει νὰ καταψηφισθῇ. Καλὸν δὲ εἶναι νὰ ἀναβάλλωμεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον, διότι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν...
§229Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀποσύρω τὸ ἄρθρον. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 40′ μ. μ.