1897.01.29
1,555 rows · 12,387 words · 113 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Τῆς 29 Ἰανουαρίου 1897.
(Τετάρτη).
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστήσητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 100,000 πρὸς περίθαλψιν τῶν προσφύγων Κρητῶν, καὶ εἰσαγάγῃ ὡς οἷόν τε τάχιον τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς πρὸς τὴν Βουλήν.
§2ΡΑΛΛΗΣ. Ἀμέσως τώρα μετὰ ἡμίσειαν ὥραν. Νὰ προσκληθῶσι τὰ μέλη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσεκλήθησαν.
§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως εἶναι ζήτημα ἁπλῆς συντάξεως τῆς ἐκθέσεως.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν δὲ νέαν ἐργασίαν ἐπὶ τούτου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκλάβῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαγγείλω εἰς αὐτήν, ὡς δήλωσιν, ἵνα τὸ ποσὸν τῶν 100,000 αὐξηθῇ εἰς 400,000.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Καὶ πεντακοσίας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§8ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Εἶμαι ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§9ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποχωρῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βότσαρης.
§10ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Δὲν τὰ ἀφήνομεν τὰ προσωπικὰ κατὰ μέρος; Ὁ κόσμος καίεται, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν προσωπικά!
§11ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω κανὲν προσωπικόν· ἔχω προσωπικὸν κοινοβουλευτικόν. Μετὰ βαθείας λύπης ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ὑπερασπίσω ἐμαυτὸν ἐναντίον τῶν ὕβρεων καὶ τῶν καταγγελιῶν, τὰς ὁποίας Βουλευτὴς τῆς Συμπολιτεύσεως χθὲς ἐξεσφενδόνισεν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Εἰς τὴν συζήτησιν τὴν μυστικήν, προκειμένου περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως, ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὡμίλησα, ἤμην δὲ ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως. Βουλευτὴς τῆς Συμπολιτεύσεως, λαβὼν τὸν λόγον χθές, εἶπεν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ οἱ προτείναντες τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν ἐνήργησαν ὡς κατάσκοποι τῆς Τουρκίας (κίνησις εἰς πολλὰ ἑδώλια καὶ ἀπορία).
§12Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτον.
§14ΤΟΜΑΝ. Οὔτε δύναται νὰ λεχθῇ.
§15Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε τὸ διενοήθη κανείς.
§16ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλέχθη καὶ ἐγένετο καὶ διάψευσις, καὶ ἐγράφη ὑπὸ τῶν δημοσιογράφων.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐλέχθη.
§18ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἀγορεύσας δὲν ὡμίλει εἰς γλῶσσαν Γερμανικὴν, τὴν ὁποίαν ἀγνοῶ, ὡμίλει εἰς γλῶσσαν Ἑλληνικήν. Ἴσως αἱ στιγμαὶ εἶναι κρίσιμοι, ἴσως αἱ στιγμαὶ εἶναι συγκινητικαί, καὶ ὡμίλει πιεζόμενος ὑπὸ τῆς συγκινήσεως ἢ τοῦ πατριωτισμοῦ, καθόσον αἱ στιγμαὶ αἱ σημεριναὶ ἀφαιροῦσι τὸ λογικόν, ἐλαττώνουσι τὴν ὅρασιν, τρέμει ἡ καρδία, τρέμει τὸ σῶμα εἴτε ἐκ συγκινήσεως εἴτε ἐξ ἐνθουσιασμοῦ, διότι ἐντὸς ὀλίγου ὁ ἄνθρωπος ἐνδέχεται νὰ ταφῇ ὑπὸ τὸ χῶμα. Ἐὰν ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας ὡμίλει ὁ κ. Βουλευτής, δὲν ἔχω νὰ παραπονεθῶ. Ἀλλὰ κατόπιν τῶν χειροκροτημάτων τῆς Βουλῆς νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ παραπονεθῶ, διότι ἡ πρᾶξις εἶναι ἐπίσημος· δὲν μὲ κατεδίκασεν ὁ Βουλευτὴς ὁ ὁμιλήσας, μὲ κατεδίκασε σύμπασα ἡ Βουλή.
§19Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία καταδίκη.
§20Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε διακοπήν;
§21ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπω.
§22ΔΑΓΡΕΣ. Παρηρμηνεύσατε τοὺς λόγους τοῦ ἀγορεύσαντος.
§23Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπιτρέψητε τὴν διακοπὴν, ἵνα μὴ περιττολογῶμεν.
§24ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπω! (ψιθυρισμοί).
§25ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἀφοῦ οὐδεὶς ὕβρισε;...
§26ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ὅτι οὐδεμίαν πρὸς οὐδένα συνεννόησιν εἶχον. Προκαλῶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ εἴπῃ· δὲν εἶχον καμμίαν συνεννόησιν. Ἀμύνομαι καὶ ὑπερασπίζομαι τὴν τιμήν μου καὶ τὴν τιμὴν τῆς Βουλῆς.
§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρεξήγησιν ἐκάμετε.
§28ΤΟΜΑΝ. Δηλοῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι οὐδέποτε ἐνόει νὰ σᾶς προσβάλῃ, διότι εἶσθε ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας. Ἐὰν τοῦτο θεωρῆτε ἀρκετὴν λύσιν...
§29ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ.
§30ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει ὑβρίσθην, νομίζω ὅτι ὀφείλω ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον πάντες καταφεύγομεν, νὰ εἴπω τί ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει εἶπον, καὶ ἄν ὁ λαὸς εὕρῃ τι τὸ ἐνοχοποιοῦν με, δέχομαι νὰ μὲ καταδικάσῃ, καὶ πρέπει νὰ μὲ καταδικάσῃ, διότι ὁ λαὸς σήμερον εἶναι δικαστὴς, ὁ ὁποῖος πρέπει ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμφιβολίας νὰ καταδικάσῃ τοὺς καταχρωμένους τὴν ἐμπιστοσύνην του. Εἶπον εἰς τὴν μυστικὴν ἐκείνην συζήτησιν καὶ ἐπῄνεσα τὴν Ἀντιπολίτευσιν διὰ τὴν πατριωτικὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, εἶπον εἰς τὴν μυστικὴν συζήτησιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἀξία τοῦ προορισμοῦ της καὶ τῆς ἀποστολῆς της· ἔσφαλεν, εἶπον, διότι διὰ τῆς δυνάμεως, μὲ τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα ὑποστηρίζει, ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος της, διότι ἠθέλησεν εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον καὶ νὰ ὑποδείξῃ τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν αὕτη ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ. Εἶπον τότε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ πᾶς Ἕλλην γνωρίζει τὸ καθῆκόν του, καὶ ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν τὸ αἷμα τῆς Κρήτης ἐσχημάτισεν, ἑνώνουσα τὴν Ἑλλάδα μὲ αὐτήν. Εἶπον τότε, ὅτι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις βαδίσῃ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, ὀφείλει νὰ κηρύξῃ ἐπισήμως τὴν ἕνωσιν. Εἶπον ὅτι, ἀφοῦ ὁ τουρκικὸς πληθυσμὸς καταπατεῖ τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης, πολὺ περισσότερον ἡ Ἑλλὰς δικαιολογεῖται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης, σώζουσα τοὺς ἀδελφοὺς της· εἶπον ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς τὸ εὐτυχὲς σημεῖον νὰ μεταβληθῇ ἀπὸ προστατευομένης εἰς προστάτιδα· εἶπον ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, φοβηθεῖσα μήπως ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος ἀκολουθήσῃ τὴν πεπατημένην ὁδὸν, τὴν ὁδὸν τῆς ἀπαθείας, ἐπέμενε καὶ ἐπρότεινεν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις μὴ ἀναμένῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν ξένων Δυνάμεων· εἶπον ὅτι ὁ καιρὸς τῆς ἀπαθείας παρῆλθε, καὶ ὅτι οἱ ἐπαῖται ἄς μένωσιν εὐχαριστημένοι δι’ ὅσα ἔλαβον, καὶ ἡμεῖς θὰ τοὺς εὐχαριστῶμεν. Ἦλθε λοιπὸν ὁ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ δώσῃ νὰ ἐννοήσωσι πάντες, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ εἰς ἡφαίστειον, ὅτι ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς νὰ προτιμήσῃ νὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ χάρτου, παρὰ νὰ βλέπῃ ἀπαθὴς μακρόθεν τὰς θυγατέρας της ἀτιμαζομένας καὶ σφαζομένας, καὶ τοῦτο χάριν τῆς εὐσπλαγχνίας καὶ τῶν μικροσυμφερόντων τῶν δυνατῶν τῆς ἡμέρας. Εἶπον ὅτι εἰς οὐδένα ἐξ ἡμῶν ἐπιτρέπεται νὰ λησμονήσῃ, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν ἄνευ μέσων, ἄνευ στρατιωτικῆς συντάξεως ἀνέλαβον τὸ μέγα ἔργον τοῦ νὰ κηρύξωσι τὸν πόλεμον κατὰ τῆς κυριαρχούσης τότε Τουρκίας καὶ νὰ τὸν φέρωσιν εἰς πέρας, οὐχὶ διὰ στρατιωτικῆς συντάξεως, ἀλλὰ διὰ θυσιῶν, καὶ θυσιῶν αἱματηρῶν. Εἶπον ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἐξεταζομένη ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, εἶναι γελοῖον ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ξένας Δυνάμεις· εἶπον ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἀνάγκην ὑλικοῦ, ἔχει ἀνάγκην θυσιῶν, καὶ ἀνδρῶν διὰ θυσίας ἔχει πληθώραν. Τίνα λόγον ἔχομεν, εἶπον, νὰ λιποψυχήσωμεν ἐνώπιον τῶν περιστάσεων, ὅταν ἤμεθα ἀνώτεροι τῶν πατέρων μας, ὅταν δὲν ὑστερῶμεν ἐκείνων κατὰ τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν αὐταπάρνησιν, καὶ ὑπερτερῶμεν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν, ἥτις ἐξευγενίζει τὴν ψυχὴν, ἡ δὲ εὐγένεια τῆς ψυχῆς εἶναι στενῶς συνδεδεμένη μὲ τὸ καθῆκον καὶ τὴν τιμήν; Περαίνων δ’ ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν οἰκογενειακήν του ἱστορίαν, καὶ εἶπον ὅτι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ φερθῇ πατριωτικῶς, χάριν τῶν παραδόσεών του. Ἐζήτησα τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, διότι ἐνόμιζον ὅτι ὑπηρετῶ τὴν πατρίδα μου, διότι εἰς τὴν μυστικὴν ἐκείνην συνεδρίασιν ἠδυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν περὶ πολλῶν τὴν Κυβέρνησιν, περὶ τῶν ὁποίων ἐν φανερᾷ συνεδριάσει δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν. Ἰδοὺ τί εἶπον, ἰδοὺ τί ἐζήτησα ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει. Ἐζήτησα νὰ βοηθήσω τὴν Κυβέρνησιν, νὰ βοηθήσω τὴν πατρίδα εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤθελε νὰ λάβῃ καὶ μὲ τί νόμισμα πληρόνομαι; μὲ τὸ νόμισμα τῆς κατασκοπίας! (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§31ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Μὴ ὑβρίζεις τὸν ἑαυτόν σου, κύριε Βότσαρη. Οὐδεὶς ἀποτολμᾷ νὰ σοὶ ἀποδώσῃ τοιοῦτόν τι.
§32ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐὰν ὑβρίζω τὸν ἑαυτόν μου, κύριε Τσαρλαμπᾶ, εἶναι μία ὑπόθεσις ἰδική μου. Κατάσκοπος θεωροῦμαι ἐγὼ, ἐν ᾧ ἡ πατρική μου καλύβη ἀνήκει εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνων, τοὺς ὁποίους καταγγέλλομαι ὅτι ὑπηρετῶ ὡς κατάσκοπος, ἐν ᾧ ἀπ’ ἐκείνους εἶμαι προκεκηρυγμένος καὶ δὲν ἔχω τὸ εὐτύχημα οὔτε ὡς περιηγητὴς νὰ μεταβῶ εἰς τὸν τόπον, ὅπου οἱ γεννήτορές μου ἐγεννήθησαν! Κατερχόμενος τοῦ βήματος, ἐλπίζω ὅτι ὁ λαὸς, ὅστις μὲ ἤκουσε τί ἐζήτησα, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν παραμικρὰν ὑπόνοιαν περὶ τῆς διαγωγῆς μου. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παραιτηθῶ, διότι δὲν ἔχω θέσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, μετὰ τοιούτους λόγους... (διαμαρτυρία ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§33ΤΟΜΑΝ. Ἐξηγήσατε τὸ πρᾶγμα, κύριε Πρόεδρε, διότι ἡμεῖς ἀξιοῦμεν νὰ ἐκκαθαρίσητε τὸ ζήτημα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀγορεύοντα νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ τὸ ὄνομα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸν τὰς προσωνυμίας, αἱ ὁποῖαι ἰσχυρίζεται ὅτι τῷ ἀπεδόθησαν, διότι ἔχω καθῆκον νὰ προκαλέσω ἐκεῖνον, ἢ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἢ νὰ ἀνακαλέσῃ τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας εἶπε.
§35ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου συνταγματάρχης κ. Σχινᾶς.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ προκαλέσω τὸν βουλευτὴν Βόλου κ. Σχινᾶν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις. (Ἐγείρεται ὁ κ. Σχινᾶς).
§37ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τελειώσῃ πρῶτον ὁ κ. Βότσαρης.
§38ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βουλευτὴς Βόλου δώσει τὰς δεούσας ἐξηγήσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχω νὰ παραπονεθῶ (γέλωτες).
§39Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ματαίαν ἀγόρευσιν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης κ. συνάδελφος, ἐρεισθεὶς ἐπὶ βάσεως σφαλερᾶς, ἕνεκα τοῦ αἰσθήματος καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ τοῦ μεγάλου, τὸν ὁποῖον δικαίως ἔχει. Οὐδέποτε διενοήθην, καὶ χθὲς καὶ πάντοτε καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, νὰ ἀποδώσω οἱανδήποτε μομφὴν εἰς οἱονδήποτε πολίτην, καὶ τὸν τελευταῖον ἔστω, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ δὴ καὶ συγγενῆ μου. Ἐὰν ἐτύγχανε προδότης ἢ κατάσκοπος, ἐξ ἴσου δύναμαι νὰ θεωρήσω καὶ ἐμαυτὸν τοιοῦτον, διότι συνδέομαι μετ’ αὐτοῦ διὰ στενῆς συγγενείας. Εἶπον καὶ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν, τοὺς συναδέλφους καὶ τοὺς δημοσιογράφους νὰ σέβωνται καὶ ἐκτιμῶσι τὰς περιστάσεις, νὰ μὴ ζητῶσι μηδ’ ἀναγράφωσι λεπτομερείας τῶν κινήσεων τῶν διαφόρων τοῦ στρατοῦ ἢ τοῦ στόλου, διότι ἡ πρᾶξις αὕτη, τελουμένη ἐν τῇ ἀγαθοπιστίᾳ, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ τοῦ νὰ γνωρίσωσι τὰ πάντα εἰς τὸν λαὸν, ἀντὶ νὰ φέρῃ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν, τοὐναντίον φέρει τὴν ἀνησυχίαν καὶ χρησιμεύει ὡς ἀρχὴ κατασκοπιῶν ἐν τῷ πατριωτισμῷ τῷ μεγάλῳ. Τοῦτο καὶ μόνον εἶπον. Οὐδένα ὑπενόησα. Ἂν δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἤθελε ῥίψει τὸ βλέμμα του ἐπὶ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, δὲν ἤθελε λάβει τὸν κόπον νὰ ἐπαναλάβῃ μετὰ τόσης ἐκτάσεως ὅσα εἶπεν ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει. Φρονῶ, ὅτι οἱ λόγοι μου, σαφεῖς καὶ ὡρισμένοι, πείθουσι πάντα, ὅτι οὐδένα τοιοῦτον σκοπὸν εἶχον. Ἴσως, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος εἶπεν, ἕνεκεν αἰσθήματος πατριωτισμοῦ νὰ διέφυγε τῶν χειλέων μου λόγος τις, ὁ ὁποῖος ἐγέννησεν ὑπόνοιαν τοιαύτην, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ἔπραξα.
§40Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος, κ. Βουλευταὶ, ὑπέθεσεν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, προκαλέσασα τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, σκοπὸν εἶχε νὰ πληροφορηθῇ περὶ ἐκείνων τῶν ἀντικειμένων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν. Ὁ σκοπὸς ὅμως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἦτο οὗτος, καὶ ἐκεῖνα δὲ, ὅσα ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, πόῤῥω ἀπέχουσιν ἀπὸ τοῦ ν’ ἀποτελέσωσι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν προεκαλέσαμεν. Δὲν πρόκειται νὰ πληροφορηθῶμεν τὰ καθέκαστα τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τὰς παρούσας περιστάσης, ἀλλὰ πρόκειται νὰ πληροφορηθῶμεν περὶ αὐτῆς ταύτης τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγνωρίζομεν, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ποία ἦτο μέχρι τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς, τὴν ἐγνωρίζομεν ἐκ τῶν προηγουμένων συζητήσεων περὶ τοῦ αὐτοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, τὴν ἐγνωρίζομεν ἐκ τῶν ἐπανειλημμένων δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ἐγνωρίζομεν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πορείας τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐγνωρίζομεν ἐκ τῶν εἰσαχθέντων μέτρων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε, τὴν ἐγνωρίζομεν ἐξ ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχονται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐγνωρίζομεν ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη ἦτο πολιτικὴ εἰρηνικὴ, ἦτο πολιτικὴ εὐλαβείας πρὸς τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰς θελήσεις τῶν Δυνάμεων. Ἐγνωρίζομεν ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι οὗτος δὲν ἀνελάμβανε τὸν κίνδυνον, ἵνα διὰ πράξεων, οἵας ὑπεδείκνυεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, διαταράξῃ τὴν Εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην, ὅτι δὲν ἀνελάμβανε τὸν κίνδυνον, ἵνα διὰ τολμημάτων — διότι τολμήματα θεωρεῖ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προετείναμεν, — περιπλέξῃ τὸ ἔθνος εἰς πόλεμον πρὸς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν. Τὴν πολιτικὴν ταύτην τὴν ἐπεκρίναμεν, τὴν κατεπολεμήσαμεν προσεπαθήσαμεν, μὲ ὅσην δύναμιν ἔχομεν ἐν ἡμῖν, νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μεταβολὴν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, διότι τὴν ἐθεωροῦμεν ἀσύμφορον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀκατάλληλον πρὸς τὰς περιστάσεις τὰς παρούσας, τὰς κρισίμους, τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμεινεν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην. Δὲν ἐπαύσαμεν ἀπὸ τῆς εἰρηνεύσεως τῆς Κρήτης, τῆς τελευταίας, μέχρι τῶν νέων ταραχῶν, αἱ ὁποῖαι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀνηγγέλθησαν, δὲν ἐπαύσαμεν ἐπιμένοντες εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐπαύσαμεν παρακαλοῦντες καὶ παροτρύνοντες αὐτὴν εἰς τὸ νὰ λάβῃ μέτρα παρασκευῆς καὶ ναυτικῆς καὶ στρατιωτικῆς τῆς χώρας, διὰ νὰ δυνηθῇ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς νέους κινδύνους, οἱ ὁποῖοι κατάφωροι ἐφαίνοντο. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμεινεν εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, ἐπέμεινεν εἰς τὰς ἰδέας της, καὶ οὐδὲν ἔπραξεν ἐξ ὅσων καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ τὸ ἔθνος σύσσωμον μετ’ αὐτῆς ἐζήτει. Οὐδὲν ἔπραξε περὶ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, ἀφῆκε δὲ τὴν ναυτικὴν δύναμιν εἰς ἣν θέσιν τὴν γνωρίζετε. Ἀλλὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, αἰφνιδία δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τοῦ ἀπόπλου τοῦ στόλου προεκάλεσε τὰ χειροκροτήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνόμισεν ὅτι τὸ τοιοῦτον διάβημα τῆς Κυβερνήσεως, οὕτως ἐπισήμως ἐκδηλούμενον ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, σημαίνει μεταβολὴν τῆς πολιτικῆς της. Τὰ χειροκροτήματα δὲ ἐκεῖνα, Κύριοι, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔσχον τὸν ἀντίκτυπον αὐτῶν εἰς ὅλον τὸ ἔθνος, καὶ εἴδετε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς πάσας τὰς γωνίας τῆς Ἑλλάδος, ἐνθουσιωδῶς ἐπεκρότησεν εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἐπεκρότησεν εἰς τὴν ἀποστολὴν τῶν πλοίων, διότι ἐνόμισεν ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῶν πλοίων ἐγκαινίζει νέαν πολιτικήν, τὴν πολιτικὴν τὴν ἐθνικήν. Καὶ εἶναι τῳόντι ἐθνικὴ ἡ πολιτικὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύομεν ἡμεῖς· τὸ ἀποδεικνύει ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ λαοῦ, μεθ’ οὗ τὴν ἀπεδέχθη. Εἶναι ἐθνικὴ ἡ πολιτικὴ αὕτη, Κύριοι, διότι αὐτὴ μόνη δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, διότι εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν κειμηλίων τῶν ἐθνικῶν, μεταξὺ τῶν παραγγελιῶν τῶν πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι ἕνα μόνον εἶχον σκοπὸν, ἓν μόνον εἶχον ὄνειρον, τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν δούλων ἀδελφῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι συνηγωνίσθησαν μετ’ αὐτῶν, ἠγωνίσθησαν παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς μικρᾶς ταύτης λωρίδος, τὴν ὁποίαν κατοικοῦμεν ἡμεῖς, καὶ τὴν ὁποίαν οὕτω διοικοῦμεν, καὶ τῆς ὁποίας τὴν δύναμιν οὕτω πως χειριζόμεθα. Οἱ ἀγῶνες ἐκεῖνοι, Κύριοι, τῶν δούλων ἀδελφῶν ἡμῶν, οἱ παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν πατέρων μας γενόμενοι ἐκεῖνοι ἀγῶνες, συνετέλεσαν ἀλληλεγγύην μεταξὺ ἐκείνων καὶ ἡμῶν, ἀποτελοῦσι συμβόλαιον, Κύριοι, γεγραμμένον δι’ αἵματος, τὸ ὁποῖον συμβόλαιον τῆς τοιαύτης ἀλληλεγγύης ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ καὶ τῇ ὑπάρξει δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς μονομερῶς νὰ ἀθετήσῃ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, ἀλλ’ ὀφείλει τὴν ὕπαρξίν της καὶ τὴν ἐλευθερίαν της νὰ τὴν μεταχειρισθῇ καὶ πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν δούλων ἀδελφῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀπὸ τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς, ὅτε τὴν χαρμόσυνον ταύτην ἀναγγελίαν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν εἴδομεν νὰ ἐπακολουθήσωσιν ἐκεῖναι αἱ κυβερνητικαὶ ἐνέργειαι, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν νέαν πολιτικὴν, καὶ εὑρέθημεν ἐν πολὺ δεδικαιολογημένῳ δισταγμῷ, μήπως ἆρά γε καὶ ἡ ἀποστολὴ τῶν πλοίων δὲν ἐγένετο ἢ ὅπως κατευνάσῃ τὸν ἐξεγηγερμένον Ἑλληνικὸν λαόν; μήπως δὲν σκοπεῖ ἡ ἀποστολὴ τῶν πλοίων εἰς τὴν Κρήτην παρὰ μόνον πρὸς φιλανθρωπίαν; Εἴχομεν λοιπὸν δίκαιον, Κύριοι, ἔπειτα ἀπὸ τοιαύτην στάσιν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς πληροφορίας, ἵνα ῥητῶς ἐκφρασθῇ, ἐὰν πράγματι ἐνεκολπώθη τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, καὶ ἐὰν παρῄτησε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἕως τότε ἐδήλου εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶχεν. Ἐνομίσαμεν δ’ ὅτι πρέπει νὰ εὐκολύνωμεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν μυστικὴν συνεδρίασιν, διότι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶχε λόγους νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐκφράσῃ δημοσίᾳ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς.
§41Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν.
§42Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέκρουσε τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, δηλώσας ὅτι ἀποτροπιάζεται τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις. Ἐδήλωσε δὲ ἀμέσως ἐν τῇ προμυστικῇ συνεδριάσει, ὅτι, διότι ἀποτροπιάζεται τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις, δὲν θὰ εἴπῃ λέξιν, δὲν θὰ δώσῃ καμμίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτω δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν μὲν τῇ δημοσίᾳ συνεδριάσει ὀχυροῦται ἀπέναντι τῆς βλάβης, τῆς ἐνδεχομένης ἐκ τῶν δηλώσεων αὐτοῦ νὰ προέλθῃ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ σιωπᾷ, τὴν μυστικὴν δὲ συνεδρίασιν ἀποτροπιάζεται, ἐν τῇ προμυστικῇ δὲ συνεδριάσει σιγᾷ, διότι ἀποτροπιάζεται τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις· καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ σχῆμα τὸ ὀξύμωρον, τὸ ὁποῖον ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς δὲν ἀντελήφθη ποῦ ἔγκειται, παίγνιον μᾶλλον ὀξύμωρον, παιζόμενον ἐν οὐ παικτοῖς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἠναγκάσθημεν νὰ φέρωμεν τὴν συζήτησιν ἐν τῇ δημοσίᾳ συνεδριάσει, καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι, ἀμφιβάλλοντες περὶ τῶν προθέσεων καὶ τῶν σκοπῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀμφιβάλλοντες ἐὰν εἰλικρινῶς ἐνεκολπώθη τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, δικαιολογούμενοι δ’ ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ ταύτῃ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πορείας της, ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε δηλώσεών της, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ζητήσωμεν ἀπ’ αὐτῆς φανερὰ πληροφορίας οὐχὶ περὶ τῶν μέσων, Κύριοι, τὰ ὁποῖα θέλει θέσει εἰς ἐνέργειαν, οὐχὶ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ, οὐχὶ περὶ τῶν δυνάμεων ἑκάστου σώματος, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος, οὐχὶ περὶ τῶν ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ ἕκαστον πλοῖον, οὐχὶ περὶ τῶν ἐλλείψεων τῶν πλοίων, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἂν ἐνόμισεν ὅτι εἶναι περίστασις ἤδη νὰ ἐγκολπωθῇ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ θέσῃ ταύτην εἰς ἐφαρμογήν.
§43ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν μᾶς τὴν ἐξηγεῖτε, ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ αὕτη;
§44Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποία εἶναι ἡ ἐθνικὴ πολιτική; Σᾶς τὴν εἴπομεν, Κύριοι, σᾶς τὴν εἴπομεν διὰ τῆς φωνῆς τοῦ ἀρχηγοῦ μας, ὅταν σᾶς ἐλέγομεν, ὅτι πρέπει νὰ προλάβητε τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων, σᾶς τὴν εἴπομεν διὰ τῆς φωνῆς ὅλων ἡμῶν, ὅταν σᾶς ἐλέγομεν ὅτι πρέπει νὰ σπεύσητε νὰ δημιουργήσητε τετελεσμένον γεγονός. Τί σημαίνει, Κύριοι, ἐὰν ἐστάλη τὸ πλοῖον ἡ «Ὕδρα» καὶ ἡ «Μυκάλη», εἰς τὴν Κρήτην; Τί σημαίνει, ἐὰν καὶ ἄλλα πλοῖα σταλῶσιν ἐκεῖ; (διακοπαί).
§45Π. ΖΑΙΜΗΣ. Μὴ τὸν διακόπτετε.
§46Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ προστατεύητε· ἂς μὲ διακόπτωσιν.
§47Π. ΖΑΙΜΗΣ. Ὄχι, ἐπιθυμῶ νὰ τελειώσητε μίαν ὥραν ταχύτερον· δι’ αὐτὸ σᾶς προστατεύω.
§48Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἤλπιζα ἀπὸ σᾶς νὰ φέρεσθε οὕτω· ἐνόμιζα ὅτι ὑπῆρχον λόγοι νὰ φέρεσθε καλλίτερον. Κύριοι, ἵνα εὐχαριστήσω τὸν συμπολίτην μου, ἴσως δὲ εὐχαριστήσω καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ συνδεδεμένους, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ μακρηγορήσω. Ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον, ἔλαβον αὐτὸν πρὸς τοῦτο καὶ μόνον, ἵνα ἀποδείξω ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ στιγμῇ ταύτῃ πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ ἀποκρούσῃ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἐπικρέμανται, πρέπει νὰ ῥίψῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον. Πανταχόθεν ἀκούονται φωναὶ, Κύριοι, ὅτι ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ παρουσιάσωμεν ἓν γεγονὸς τετελεσμένον. Τί φοβεῖται ἡ πατρίς; Φοβεῖται μήπως διὰ τῆς τοιαύτης στάσεώς της διασπάσῃ τὴν ὁμοφωνίαν τῶν Δυνάμεων; Εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ ἀναγκάζομαι καὶ ἤδη νὰ ἐπαναλάβω, Κύριοι, ὅτι ὁ κίνδυνος τοῦ Ἑλληνικῶν συμφερόντων εὑρίσκεται ἀκριβῶς ἐν τῇ ὁμοφωνίᾳ τῶν Δυνάμεων, καὶ ὅτι, ἂν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τῆς Ἑλλάδος ἔγκειται νὰ διασπάσῃ αὐτὴν τὴν ὁμοφωνίαν, διαπράττει τὴν ἐσχάτην μωρίαν, μὴ σπεύδουσα νὰ τὸ πράξῃ. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ γνώμη μου θεωρῆται παράτολμος, ποία εἶναι ἡ ὀρθή; Ἂς μᾶς εἴπωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι βιάζονται νὰ τελειώσω, ἂς μᾶς εἴπωσι, ποία εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη; Εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη νὰ περιμένωμεν τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων; εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη νὰ στείλωμεν ἐκεῖ τὸν στόλον μας, ἵνα παραλαμβάνῃ τὰ γυναικόπαιδα καὶ τὰ φέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ψηφίζωμεν ἡμεῖς πίστωσιν 400,000 δρ. πρὸς διατροφὴν αὐτῶν; εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη, ἡ Κρήτη νὰ κηρύττῃ τὴν ἕνωσίν της μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ προσκαλῇ τὸν Β. Γεώργιον, ἵνα τὴν παραλάβῃ, καὶ ἡμεῖς νὰ χαιρετῶμεν τὴν σημαίαν τὴν τουρκικὴν τῆς φρουρᾶς τῶν Χανίων; Διατρέχομεν, Κύριοι, δύο μεγίστους κινδύνους τὰς ἡμέρας ταύτας. Εἷς κίνδυνος μέγας εἶναι, ὅτι ἄλλοι θὰ καταλάβωσι τὴν Κρήτην, δῆθεν ὡς προστατεύοντες αὐτήν. Δὲν φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν συνεπειῶν τοιαύτης καταλήψεως, διότι πάντες γνωρίζετε πόσον οἰκτραὶ θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι αὗται. Διατρέχομεν δὲ καὶ τὸν κίνδυνον, ἵνα ἡ Τουρκία ἀποστείλῃ νέας ὀρδὰς, νέους σφαγεῖς καὶ νέους ἐμπρηστάς. Τὸ ἐρώτημα τίθεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν: τί σκέπτεται πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν μεγάλων τούτων κινδύνων; Δὲν νομίζει ὅτι πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν κινδύνων τούτων πρέπει νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὸν στόλον νὰ παρεμποδίσῃ πᾶσαν ἀποβίβασιν; δὲν νομίζει ὅτι πρέπει νὰ καταλάβῃ τὴν Κρήτην, ἡ ὁποία ἤδη εἶναι κενή, ἡ ὁποία μᾶς ἀναμένει; Ἢ μήπως τὴν καταπτοοῦσιν οἱ κίνδυνοι, οἱ δυνάμενοι νὰ ἐπέλθωσι; Τί! Θέλει ἄνευ κινδύνων τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος; Νομίζει ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ διακινδυνεύσῃ οὔτε κατ’ ἐλάχιστον, περιμένουσα, ὅπως αἱ Δυνάμεις συμφωνήσωσι καὶ μᾶς προσκαλέσωσι νὰ καταλάβωμεν τὴν Κρήτην ἢ ἄλλο οἱονδήποτε ὑπόδουλον Ἑλληνικὸν μέρος; Τοῦτο οὐδέποτε θὰ τὸ ἴδωμεν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τοιαύτην γνώμην, οὐδεὶς, πιστεύω, ἐκ τῆς πλειοψηφίας θὰ παραδεχθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος οἱονδήποτε ζήτημα. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐρωτῶ: εἴμεθα ἀξιόμεμπτοι διότι ὑποπτευόμεθα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ τὴν πεπατημένην πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε μέχρι σήμερον; εἴμεθα δικαιολογημένοι, ἀνησυχοῦντες ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς ταύτης θὰ φθάσωμεν εἰς καταστροφὰς καὶ οὐχὶ εἰς ἐπιτυχίαν; Δὲν αἰσθάνεσθε τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἐξεγειρομένην; δὲν νομίζετε ὅτι καὶ σεῖς πρέπει νὰ σκεφθῆτε περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως; Μᾶς ἀναγγέλλουσιν ὅτι τὸ δεῖνα πλοῖον εἶναι ἕτοιμον νὰ ἀναχωρήσῃ, ὅτι ὁ τορπιλλικὸς στόλος εἶναι ἕτοιμος, ὅτι ἀνθρακεύει. Τί μὲ τοῦτο; Τὰ μέτρα τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ ἀνήκουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ σκοπὸς πρέπει νὰ ἦναι γνωστὸς εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς; νὰ παρέμβῃ ἡ Ἑλλὰς ἐν τίτλῳ φιλανθρωπίας; νὰ μεταφέρῃ γυναικόπαιδα διὰ τῶν πλοίων; Τότε νομίζω ὅτι ὁ στόλος ὁ πολεμικὸς εἶναι περιττὸν νὰ ἀποσταλῇ, διότι ἡ ὑπηρεσία αὕτη δύναται νὰ γείνῃ καὶ δι’ ἐμπορικῶν πλοίων. Λοιπὸν, Κύριοι, ὀφείλει τὸ ἔθνος ν’ ἀποφασίσῃ· θὰ ἀσπασθῇ τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν; Θὰ δράσῃ ἢ οὔ; Ἂς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἀσπάζεται τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, δι’ οἱονδήποτε λόγον, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην, ὅτι δὲν εὑρίσκει ἱκανὰς τὰς δυνάμεις τὰς ἐθνικὰς ἢ τὴν δύναμιν αὑτῆς, ἵνα ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην, καὶ τότε ἐν ἐπιγνώσει τῆς πολιτικῆς, ἣν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὑποστηρίξατέ την, ἐὰν νομίζητε ὅτι τὸ καθῆκόν σας τὸ ἐπιτρέπει. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἀλλοίαν ἔχετε γνώμην. Οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν διαβουκολεῖσθε, ὡς διεβουκολήθημεν καὶ ἡμεῖς προχθὲς, νομίζοντες ὅτι ἄλλοι ἦσαν οἱ σκοποὶ τῆς Κυβερνήσεως. Μὴ νομίζετε ὅτι ζητοῦμεν μεταβολὴν Κυβερνήσεως (Θόρυβος). Τὸ λέγομεν ῥητῶς, δὲν ζητοῦμεν ἢ μεταβολὴν πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μεταβολῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐπαρουσιάσθησαν περιστάσεις, καθ’ ἃς εὐκόλως ἠδυνάμεθα νὰ τὴν ἐπιτύχωμεν. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· εἰς τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σκεπτώμεθα κομματικῶς. Εἴδατε πῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπέταξε τὸ κομματικὸν αὐτῆς συμφέρον εἰς τὸ ἐθνικόν...
§49Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε;
§50ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅτε ὑπέθεσεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠσπάσθη τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὑπεδείκνυεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Περὶ τούτου πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ. Πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσιν αἱ περιστάσεις. Ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἀσπάζεται τὴν πολιτικὴν αὐτήν; τὴν ἀσπάζεται εἰλικρινῶς; τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει, εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν πολιτικὴν ταύτην; Ἐὰν πεισθῆτε, Κύριοι, εἰλικρινῶς, σᾶς παρακαλῶ νὰ θέσητε τὴν χεῖρά σας εἰς τὴν καρδίαν, καὶ ἂν πεισθῆτε ὅτι πρέπει ὑπὸ τοιούτων φρονημάτων ἐμπνεομένην Κυβέρνησιν νὰ ὑποστηρίζητε, νὰ τὴν ὑποστηρίζητε· ἀλλ’ ἐὰν πεισθῆτε περὶ τοῦ ἐναντίου, πρέπει νὰ κατασιγήσωσι τὰ κομματικὰ συμφέροντα, καὶ νὰ φροντίσωμεν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας ἀνατεθῇ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης πολιτικῆς. Ἡμεῖς ἔχομεν αὐτὴν τὴν γνώμην, καὶ τὴν λέγομεν ἀπροκαλύπτως, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν πολιτικὴν σφαγιάζουσαν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, πιστεύω δὲ, ὅτι πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν συμφωνεῖτε μὲ ἡμᾶς ὡς πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς, καίτοι ἔχοντες ἐκ τῶν προτέρων πεῖραν τῆς ἀστόχου ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ γνωρίζοντες, ὅτι πᾶν ἄλλο σκέπτεται ἢ περὶ τοιαύτης πολιτικῆς, ἐὰν, ἐνῷ βλέπετε ὅτι δὲν θέλει νὰ ἐκφράσῃ οὔτε εἰς σᾶς, οὔτε δημοσίᾳ, οὔτε κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τοιαύτης πολιτικῆς, ἐπιμένητε ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, τότε ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχολώμεθα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τί νὰ εἴπωμεν πλέον, βλέποντες ὅτι πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν οὔτε θέλετε τὴν συζήτησιν, οὔτε θέλετε νὰ ἀκούσητε τὰς αἰτιάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καί τινες μάλιστα καὶ ἐχθρικῶς διάκεινται πρὸς ἡμᾶς, διότι ὑποβάλλομεν τὰς αἰτιάσεις αὐτὰς, νομίζοντες ὅτι ἀποβλέπομεν εἰς τὰ προσωπικὰ αὐτῶν συμφέροντα, καὶ μὴ ἐννοοῦντες ὅτι ἐκπληροῦμεν ἐδῶ καθῆκον;
§51Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ ἡμεῖς νομίζομεν, ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον, ἔχοντες τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εὕρῃ τὸν καταλληλότερον τρόπον, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις.
§52ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περὶ τούτου πρόκειται. Ἐνταῦθα ἐκφράζομεν τὰς ἰδέας μας. Παρετηρήσαμεν ὅμως, ὅτι οἱ λόγοι μας διαθέτουσιν ἐχθρικῶς μερικὰ πρόσωπα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι Βουλευταί, νομίζομεν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ καθήμεθα ἐδῶ, ἵνα συζητῶμεν ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὰ ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς τὸ σπουδαῖον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ῥήξωμεν ὑστάτην φωνὴν ὀδύνης τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου, φωνὴν ἀποτελοῦσαν ἐσχάτην διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς ἀντεθνικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἐπιῤῥίψωμεν πᾶσαν τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν.
§53ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, χθὲς, παρὰ τὰς ἕξεις μου, νὰ διακόψω ἀγορεύοντα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτε ἐπετέθη κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἰς ἣν ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει τὴν συγκρότησιν τοῦ στόλου της, εἰς ἣν ὀφείλει τὰ τρία Θωρηκτὰ, εἰς ἣν ὀφείλει τὴν «Ὕδραν», τὴν ἀποσταλεῖσαν εἰς Κρήτην, ἐφ’ ἧς συγκεντροῦνται σήμερον αἱ ἐλπίδες ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπήντησε διὰ τρόπου ἀνοικείου καὶ ἀναρμόστου. Δὲν εἶναι παρὼν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἤθελον ἀπαντήσει εἰς αὐτὸν, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σήμερον ἡ στιγμὴ ἐπιθέσεων καὶ ἀντεγκλήσεων· οὔτε θέλω δεχθῆ τὴν πρόσκλησίν του νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἀναγνώσω ἔγγραφα καὶ ἐκθέσεις. Δὲν εἶναι στιγμὴ ἀναγνώσεως ἐγγράφων. Σήμερον εἰς τὸν νοῦν παντὸς Ἕλληνος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ Κρήτη, καὶ τὰ βλέμματά μας πρὸς τὴν Κρήτην πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐστραμμένα, καὶ οὐχὶ νὰ ἀναγινώσκωμεν ἐκθέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη περὶ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον ἔχει δι’ ἡμᾶς ἐνδιαφέρον. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ἐνθουσιωδῶς ἐχειροκρότησα τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, ὅτε ἐδήλωσεν, ὅτι ἔδωκε διαταγὰς νὰ ἀποπλεύσωσι δύο πολεμικὰ πλοῖα εἰς Κρήτην· ὅτε δὲ ἐχειροκρότησα αὐτὸν, ἠθέλησα νὰ λησμονήσω τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν τελευταίαν ἑβδομάδα, ὅτε ἐγνώριζεν ἤδη ἡ Κυβέρνησις τί ἔμελλε νὰ συμβῇ εἰς τὴν Κρήτην, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἔπραξεν, ὅπως προλάβῃ ὅσα συνέβησαν καὶ προετοιμάσῃ τὰ πλοῖα πρὸς ἀπόπλουν. Διότι ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἀπὸ τῆς 13 Ἰανουαρίου ταραχαὶ ἔλαβον χώραν εἰς τὸ διαμέρισμα τοῦ Ἡρακλείου, καὶ ὅτι τὴν 14 Ἰανουαρίου οἱ πρόξενοι τοῦ Ἡρακλείου ἀπέστειλαν πρὸς τοὺς προξένους Χανίων τηλεγράφημα κοινὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγον πρὸς αὐτούς: «Προαναγγέλλονται σφαγαί. Σώσατέ μας.» Καὶ τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο τὸ κοινὸν τοῦ προξενικοῦ σώματος Ἡρακλείου ἐκυκλοφόρησεν ἐν Χανίοις, καὶ τὸ εἶδον καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ ἐν Χανίοις γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος συνενοήθη μετὰ τῶν προξένων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ἱκέτευσεν αὐτοὺς νὰ στείλωσι πλοῖα εἰς τὸ Ἡράκλειον· διατὶ λοιπὸν, ἐνῷ τὴν 15 Ἰανουαρίου ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις τὸ διάβημα ἐκεῖνο τοῦ γενικοῦ προξένου τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἤρχιζε νὰ παρασκευάζῃ τὸν στόλον; Δὶς ἀπετάθη ὁ γενικὸς πρόξενος ἐν Χανίοις πρὸς τοὺς συναδέλφους του, καὶ δὶς παρεκάλεσεν αὐτοὺς νὰ στείλωσι πλοῖα, ἵνα σώσωσι τοὺς Ἕλληνας τοῦ Ἡρακλείου· καὶ τὸ ἐγνώριζε πᾶσα ἡ πόλις τῶν Χανίων, τὸ ἐγνώριζε δὲ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔλαβε τηλεγράφημα τοῦ γενικοῦ προξένου Χανίων τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐξηκολούθει νὰ ἀπολύῃ ναύτας, νὰ προβαίνῃ εἰς ἀσκόπους μεταθέσεις, καὶ οὔτε τὰς ὀβίδας δὲν ἐφρόντισε νὰ πληρώσῃ. Καὶ τὴν 23 Ἰανουαρίου ἔμαθον παρ’ ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτικοῦ, ὅτι αἱ ὀβίδες δὲν ἦσαν πλήρεις, καὶ ὅτι τὸ πλήρωμα τῆς «Ὕδρας» δὲν ἠρίθμει οὔτε 200 ἄνδρας, δηλαδὴ δὲν ὑπῆρχε τὸ πλήρωμα τῆς ἐφεδρείας, ἐνῷ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ «Ὕδρα» ἔπρεπε νὰ ἔχῃ 360 ἄνδρας...
§54ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ἀληθῆ ἂν ἦναι ταῦτα, δὲν πρέπει νὰ λέγωνται.
§55ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ λεχθῶσι, διότι πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ γνωρίζῃ διατὶ κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ νομίζομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀνεπαρκής...Καὶ βεβαίως ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις τὴν 24 Ἰανουαρίου, ὅπως ἐκ τῶν ἐνόντων συμπληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις ἐκείνας, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὰς συνεπλήρωσεν. Ἐν τούτοις διατὶ δὲν ἐφρόντισεν 8 ἡμέρας πρότερον νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον προέβη τὴν 24 Ἰανουαρίου, πιεζομένη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς κοινῆς γνώμης; Πάντα τὰ μέτρα, εἰς ἃ προβαίνει ἡ Κυβέρνησις, ἔπρεπε νὰ ἐλαμβάνοντο τοὐλάχιστον μίαν ἑβδομάδα πρότερον. Τὰ πλοῖα ἔδει νὰ ὦσιν ἕτοιμα τὴν 24 Ἰανουαρίου καὶ ν’ ἀναχωρήσωσιν ἅμα ἐγνώσθη ἡ σφαγὴ τῶν Χανίων, καὶ οὐχὶ ἓν ἢ δύο, ἀλλ’ ὅσα πλοῖα ἔχει διαθέσιμα ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι σήμερον ἡ Κυβέρνησις τί ἔπραξεν; Ἀφῆκε τοὺς Κρῆτας ἄνευ φυσιγγίων, καὶ ἐνῷ οἱ Ὀθωμανοὶ διαρπάζουσι τὰς ἀποθήκας τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ ἐνῷ δίδονται ὅπλα εἰς τὸν τουρκικὸν ὄχλον, ὑμεῖς οὔτε ἓν ὅπλον, οὔτε ἓν φυσίγγιον ἐστείλατε! Ἐπιστολαὶ ληφθεῖσαι ἐκ Χανίων βεβαιοῦσι τοῦτο. Ἐστείλατε τὰ πλοῖα, θὰ στείλητε καὶ τορπιλλικά· ἀλλὰ πρὸς τί; Τὰ στέλλετε ἐπειδὴ εἶσθε ἠναγκασμένοι ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ οὐχὶ ἐπειδὴ τοιαύτην εἴχετε ἀπόφασιν. Θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ ἐνισχύσητε τὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ διατὶ δὲν τὸ ἐπράττετε πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος; Οὐδεὶς φρονεῖ ἐξ ἡμῶν, ὅτι ἔχει μείζονα φιλοπατρίαν τῆς ἰδικῆς σας, ἀλλὰ σεῖς σήμερον ἀκολουθεῖτε πολιτικὴν προσδοκίας, ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ζητεῖ πολιτικὴν ἐνεργείας. Μᾶς ἐρωτᾶτε, τί ἠθέλομεν κάμει ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ καθήμενοι, ἐὰν ἤμεθα εἰς τὰ πράγματα; Ἰδοὺ τί ἠθέλομεν κάμει. Δὲν θ’ ἀφήναμεν τὰς Δυνάμεις ν’ ἀποφασίσωσι περὶ Κρήτης, διότι ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς Κρήτης καὶ οὐχὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς;
§57ΡΩΜΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω· ἔχετε ὑπομονήν... Σᾶς ἐχειροκροτήσαμεν τὴν Παρασκευὴν, ἀλλὰ σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς χειροκροτήσωμεν πλέον (θόρυβος). Ἐπιθυμοῦμεν νὰ σᾶς χειροκροτήσωμεν καὶ πάλιν, καὶ θὰ τὸ πράξωμεν, ἂν ἀκολουθήσητε τὴν πολιτικὴν, ἣν ἡ Ἀντιπολίτευσις σᾶς ὑποδεικνύει (θόρυβος).
§58ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρετήρησα καὶ κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὅτι τινὲς ἐκ τῶν καθημένων ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν) διάκεινται ἐχθρικώτατα πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως, ἄν τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν διάκεινται ἐχθρικῶς πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας.
§60ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀναμένομεν δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἂν αἱ δηλώσεις ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ πεισθῶμεν ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ζητεῖ σήμερον τὸ ἔθνος, ἅπαντες θὰ χειροκροτήσωμεν, καὶ δὲν θὰ ζητήσωμεν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ θὰ εἴπωμεν ὅτι καλὰ κάθηται ἐκεῖ, ὅπου κάθηται. Ἐζητήσαμεν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἐπειδὴ πάντα ταῦτα ἠθέλομεν νὰ σᾶς εἴπωμεν εἰς τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν. Σᾶς τὰ λέγομεν σήμερον. Ποία εἶναι ἡ πολιτική σας; Ἡ πολιτική σας εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς προσδοκίας, εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ ἀγῶνος εἰς τὰς Δυνάμεις· περιμένετε ἵνα αἱ Δυνάμεις ἀποφασίσωσι περὶ τῆς Κρήτης, καὶ θ’ ἀποφασίσωσιν αἱ Δυνάμεις περὶ τῆς Κρήτης, ἀλλὰ τότε θὰ ἦναι πολὺ ἀργά. Δύνασθε ἴσως καὶ σήμερον νὰ ἐνεργήσητε, ὡς βεβαίως ἠδύνασθε νὰ ἐνεργήσητε πρὸ πέντε ἡμερῶν. Ὅταν ἐστείλατε τὴν Ὕδραν εἰς τὴν Κρήτην, ἔδει νὰ δώσητε διαταγὰς ἀποβάσεως ναυτῶν, βομβαρδίσεως τῶν φρουρίων καὶ δημιουργίας τετελεσμένου γεγονότος. Ταύτην τὴν γνώμην ἔχομεν καὶ ταύτην τὴν γνώμην ὑποστηρίζομεν. Δὲν ἔχομεν δὲ καμμίαν εὐθύνην πλέον δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ συμβῶσιν, ἂν ἐξακολουθήσητε νὰ ἐνδοιάζητε καὶ ν’ ἀναμένητε τὰ γεγονότα. Ἂν δὲν τὸ ἀποφασίσητε ἐξ οἰκείας θελήσεως, ὁ λαὸς θὰ σᾶς ἀναγκάσῃ νὰ προβῆτε εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύει ἡ Ἀντιπολίτευσις· ἀλλὰ φοβούμεθα ὅτι τότε θὰ ἦναι πλέον ἀργὰ, ἐνῷ ἴσως σήμερον εἶσθε εἰσέτι ἐν καιρῷ. Διὰ τελευταίαν φορὰν ἀποτεινόμεθα πρὸς ὑμᾶς καὶ σᾶς ἐξορκίζομεν: προβῆτε εἰς ἐνεργὸν πολιτικὴν, μὴ ἀφήσητε τὰς Δυνάμεις ν’ ἀποφασίσωσι περὶ Κρήτης· σπεύσατε νὰ σώσητε τὴν Κρήτην, καὶ ἂν δὲν δυνηθῆτε νὰ σώσητε τὴν Κρήτην, νὰ σώσητε τοὐλάχιστον τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν τιμὴν τοῦ Βασιλέως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§61ΑΛΕΞ. Α. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς χθὲς ἐνόμισε πρέπον νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πράγματα ἀνακριβῆ καὶ ἰδίως ἓν γεγονὸς, ὅτι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἤρξαντο τὰ συμβάντα ἐν Ἡρακλείῳ ἦτο εἰδοποιημένη ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἐν Χανίοις ὁ φόνος τοῦ ἀτυχοῦς δικαστοῦ Μαρκουλάκη, καὶ ὅτι προσεκαλεῖτο νὰ στείλῃ πλοῖα, τῶν ὁποίων ἡ παρουσία ἦτο ἀναπόφευκτος. Καὶ τονίζων τὴν διαβεβαίωσίν του ὁ κ. Βουλευτὴς, ἔλεγεν ὅτι μάρτυς αὐτόπτης τοῦ συντασσομένου τηλεγραφήματος διεβεβαίωσεν αὐτὸν, ὅτι τοιοῦτον τηλεγράφημα ἐστάλη. Ἂν καὶ ἠδυνάμην χθὲς ἐκ μνήμης νὰ διαβεβαιώσω καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅλα αὐτὰ ἦσαν ἀνακριβῆ, ἐπειδὴ ἔχω τὴν συνήθειαν, ἵνα διὰ πᾶν ὅ,τι λέγω πρὸ τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς, ἐκ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον φέρω πρὸς τὸ Σῶμα, νὰ μὴ ἐπαφίεμαι μόνον εἰς τὴν μνήμην μου, ἀλλὰ νὰ βεβαιῶμαι ὅτι μέχρι κεραίας εἶναι ἀκριβὲς, ἐπροτίμησα νὰ ῥίψω πρῶτον ἓν βλέμμα εἰς τὰς εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἐκ Κρήτης ἔχομεν, καὶ ἔρχομαι σήμερον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων εἶπε χθὲς εἶναι ἀπολύτως ἀβάσιμα, ἀπολύτως ἀνακριβῆ. Ὄχι διότι ἡ πρότασις ἢ ἡ ἰδέα προξένου τινὸς δύναται νὰ δεσμεύσῃ Κυβέρνησιν οἱανδήποτε, ἵνα προβῇ εἰς πράξεις ἐχούσας τόσον σοβαρὸν χαρακτῆρα, καὶ δυναμένας νὰ ἔχωσι σοβαρωτάτας συνεπείας, ἀλλ’ ἵνα καὶ ἅπαξ ἔτι ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει τὰς ἀδεσπότους φήμας τῶν τριόδων, ὅσας τῷ ἀναφέρει τις, νομίζει πρέπον νὰ ἔρχηται νὰ τὰς ἐπαναλαμβάνῃ μὲ τοιαύτην αὐθεντίαν πρὸ τοῦ Σώματος. Ἐδῶ ἔχω ὅλα τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν. Αἱ σκηναὶ τοῦ Ἡρακλείου,—ὄχι σφαγαί, διότι δὲν ἤρχισαν αἱ σφαγαί, ὡς γνωρίζετε,—αἱ σκηναὶ τοῦ Ἡρακλείου ἤρχισαν εἰς τὰς 14, ὅτε γενομένης ἐπιθέσεως κατὰ Χριστιανῶν ἐξερχομένων τῆς πόλεως, δύο ἐκ τούτων ἐπληγώθησαν, καὶ ἡρπάγησαν τὰ ὑποζύγια αὐτῶν. Τοῦτο ἦτο τὸ πρῶτον κροῦσμα, οὕτως εἰπεῖν, ἐν Ἡρακλείῳ. Ἰδοὺ καὶ τὸ τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου τὴν 20 Ἰανουαρίου ὁ πρόξενος ἀνήγγειλεν, ὅτι εἰς τὰ πέριξ τῶν Χανίων ἔγεινεν ἐπίσης μία συμπλοκὴ, καθ’ ἣν ἐφονεύθησαν δύο καὶ δύο ἐπληγώθησαν, ἐν δὲ τῇ πόλει ἐφονεύθη ὁ δικαστὴς Μαρκουλάκης, ἐπὶ τῆς προκυμαίας. Οὐδὲ λόγον ποιεῖται περὶ ἀποστολῆς πλοίων, κύριοι Βουλευταί. Καὶ δὲν λέγω τοῦτο, ἵνα δικαιολογήσω ἡμᾶς αὐτοὺς, διότι ὅ,τι ἐπράξαμεν, τὸ ἐπράξαμεν ἐν πεποιθήσει, ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν καθῆκον. Μόνον τὴν 24 τρέχοντος τὸ τηλεγράφημα τοῦ προξένου τῆς 8 ὥρας π. μ. ἀγγέλλοντος ἡμῖν τὰ ἐν Χανίοις συμβάντα, ὑπεδείκνυε τὴν ἀνάγκην ἀποστολῆς πλοίων· εἰς τὰς 10 π. μ. ἔφθασεν ἐνταῦθα τὸ τηλεγράφημα, τὴν 11ην συνεννοήθην μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸ τῆς μεσημβρίας, ὡς σᾶς εἶπον, ἐδόθησαν διαταγαὶ περὶ ἀναχωρήσεως τῶν πλοίων. Ταῦτα ἐνόμισα χρέος μου νὰ σᾶς εἴπω, ἵνα μὴ οἱ κ. Βουλευταὶ ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος νομίσῃ, ὅτι ἐπὶ περιστάσεων τόσον κρισίμων ἀνεμένομεν νὰ ὑποδειχθῇ ἡμῖν τί πρέπει νὰ πράξωμεν. Καὶ νομίζω, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι πρὸ τοιούτων περιστάσεων εὑρισκόμενοι πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ προσεκτικοὶ εἰς ὅσα βεβαιοῦμεν.
§62ΤΟΜΑΝ. Καὶ νὰ μὴ πλανῶμεν τὸν κόσμον καὶ τὸν ἐρεθίζωμεν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σάκκης.
§64ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος, κύριε Πρόεδρε, πρόκειται νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ παρεμπίπτον.
§66ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. ἐκ Πυλίας συνάδελφος πρόκειται νὰ ἀντιλέξῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τότε παραχωρῶ τὸν λόγον.
§67ΣΑΚΚΗΣ. Ὄχι· δὲν θὰ σᾶς κάμω αὐτὴν τὴν χάριν.
§68ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐποιησάμην μνείαν ἐπιστολῶν ἀποσταλεισῶν ἐκ Χανίων καὶ φερουσῶν χρονολογίαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβε χώραν ὁ φόνος τοῦ δικαστοῦ Μαρκουλάκη, ἀνέφερον προσέτι, ὅτι μάρτυς αὐτόπτης κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ φόνου μετέβη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Προξενεῖον ἐν Χανίοις καὶ ἤκουσε παρὰ τοῦ κ. προξένου, ὅτι ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ γεγονὸς διὰ τηλεγραφήματος φέροντος χρονολογίαν οὐχὶ τῆς 20 τρ., ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ὁ φόνος, τουτέστι τῆς προπαρελθούσης Κυριακῆς.
§69ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Βουλευτὰ, διατὶ ἐπιθυμεῖτε νὰ διαψεύδητε; Τὸ τηλεγράφημα φέρει χρονολογίαν (ἀναγινώσκει) «20 Ἰανουαρίου (1 Φεβρουαρίου) 1897, ὥρα 1 καὶ 40′».
§70ΣΤΑΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Ὑπουργὲ, βεβαίως δύνασθε ἀπὸ τῆς ἐπισήμου θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχετε, νὰ ἐξαγγέλλητε ὡς ἐπίσημα γεγονότα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀμφισβητήσωμεν τὴν ἀκρίβειαν· ἀλλ’ ἂν τὸ ἐπίσημον ἐκεῖνο τηλεγράφημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἐποιησάμην μνείαν, δὲν ἀναφέρῃ περὶ πλοίων, βεβαίως ὅμως ἀναφέρει τὰ γεγονότα τὰ λαβόντα χώραν καὶ τὸν ἐπικείμενον κίνδυνον, ὡς καὶ τὴν ἐπικειμένην καταστροφὴν τῶν Χανίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προσπαθήσας νὰ ἐπιτιμήσῃ ἐμὲ, ἔψεξε σκληρῶς τὸν πρόξενον αὐτοῦ, παρὰ τοῦ ὁποίου εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ ὑποδείξῃ καὶ ὁποῖά τινα μέτρα ὤφειλε νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς πρόληψιν τῶν λαβουσῶν χώραν καταστροφῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν ἀπαίτησιν, παρὰ τοῦ Γεν. προξένου νὰ λάβῃ διαταγὴν ἀποστολῆς πλοίων! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ διευθύνηται ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως παρὰ τοῦ ἐν Χανίοις Γεν. προξένου! Εἰς τὰ οἰκογενειακὰ ταῦτα βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ εἰσέλθω (ἱλαρότης). Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἐγὼ λαμβάνω τὰς πληροφορίας μου ἀπὸ τὰς τριόδους καὶ τὰς ἀγυιὰς, νὰ μὴ βραδύνῃ τόσον πολὺ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν λαμβανόντων χώραν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὥστε νὰ ἀπαιτῆται, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἴσος σχεδὸν χρόνος πρὸς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ἐδαπάνησε τὸ ἀτυχὲς θωρηκτὸν τῆς Ἑλλάδος, ἵνα μεταβῇ ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Κρήτης.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σάκκης.
§72ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα πρῶτος ἐγὼ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σάκκης εἶναι ἀντιλέγων.
§74ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σημαίνει αὐτό; Ἠξεύρετε τί θὰ εἴπω ἐγώ;
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι προηγεῖται ὁ ἀντιλέγων. Εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Προέδρου ἀπόκειται νὰ κρίνῃ τίς ὁ ἀντιλέγων.
§76Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν προτίθεμαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ συζητήσω διὰ μακρῶν, οὐδὲ σκοπὸν εἶχον νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οἱ ἁρμοδιώτεροι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἐκθέσωσι τὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενοι ἀκολουθοῦσι τὴν πολιτικὴν, ἥτις σκοπὸν ἔχει νὰ προστατεύσῃ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, καὶ ἧς ἡγεῖται ὁ σήμερον κυβερνῶν τὸ Κράτος· ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, ἵνα ἀπαντήσω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Κραναίας, ὅστις πολλάκις ἐπανέλαβεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ εὑρέθη ἀπαράσκευος εἰς τὴν τοσοῦτον κρίσιμον ταύτην στιγμήν· νομίζω δὲ ἐμαυτὸν ἁρμόδιον πρὸς τοιαύτην ἀπάντησιν, διότι παρακαθήμενος ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον ἐνταῦθα, πολλάκις ὕψωσα φωνὴν κατὰ τῆς καταστάσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία μᾶς ἤγαγεν εἰς τὴν ἐθνικὴν κατάπτωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ὁσάκις περιστάσεις, οἵα ἡ σημερινὴ, παρουσιάζονται. Πολλάκις ἐφώναξα ἐκ τῆς θέσεως ταύτης: «μεριμνήσατε περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, μεριμνήσατε περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ναυτικοῦ· μὴ σπαταλᾶτε ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων εἰς τὸ νὰ πληρόνητε μόνον ἀργομίσθους καὶ ἱκανοποιῆτε ἀξιώσεις τῶν φίλων καὶ ὀπαδῶν τοῦ κόμματος· οὕτως ἐργαζόμενοι, ἐργάζεσθε εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχητε στρατὸν, εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχητε ναυτικὸν, εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχητε δικαιοσύνην, εἰς τὸ νά μὴ ἔχητε διοίκησιν». Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ φωνή μου ἦτο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Καὶ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην τὴν ἠκολούθει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς καὶ ὅτε ἦτο ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην ἀκολουθεῖ καὶ σήμερον, καὶ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ἴσως στηρίζει καὶ τὴν μέλλουσαν αὐτοῦ πολιτικήν.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐξέλιπε τὸ πρόσωπον.
§78Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι, ἐπειδὴ ἐξέλιπεν ἓν πρόσωπον, ὅπερ ἡγεῖτο τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, δὲν πρέπει ἕνεκα τούτου νὰ κάμνωμεν λόγον καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ. Ἐξέλιπεν ἀληθῶς τὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον ὡς ἄτομον εἶχον ἄπειρον ὑπόληψιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα κρίνω τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ταύτην, ἀφοῦ πρὸς τοῦτο ἀναγκάζομαι ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἐκ Κραναίας πρὸ μικροῦ λαλήσαντος. Δὲν ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὁ κόσμος ὅλος, ὅτι κατὰ τὸ 1880, ὅτε τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικὸν ἦτο καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ τάπητος, ὅτε μᾶς ἐξεχωρήθησαν αἱ ἐπαρχίαι τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου δυνάμει τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης ἐξῆλθε φωνὴ, ὅτι ζήτημα ἐθνικὸν δὲν ὑπάρχει, καὶ ἐνῷ τοιαύτη φωνὴ ἠκούσθη, ὁ ὑψώσας τὴν φωνὴν ταύτην, δι’ ἧς ἐλέγετο ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικὸν εἶναι τεθαμμένον, ἀνέρχεται μετ’ ὀλίγον ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ τίθησι τὸν στρατὸν εἰς ἐπιστρατείαν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Βερολίνου. Ἡ φωνὴ ὅμως ἐκείνη ἤρκεσεν εἰς τὸ νὰ συντελέσῃ ὥστε ν’ ἀπολέσωμεν τὴν Ἤπειρον. Ἡ αὐτὴ πολιτικὴ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεως τοῦ ἡγουμένου τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἐκ τῆς ἀρχῆς διεκήρυττεν, ὅτι πάντα ἐφησύχαζον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ἐνόμισε πρέπον, ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτε ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ἀνήρχετο εἰς τὴν ἐξουσίαν, εὕρισκεν ἕκαστον σύνταγμα ἀριθμοῦν 100 ἢ 200 ἄνδρας, ὅτε δὲ μετ’ ὀλίγον ἐγεννᾶτο τὸ Βουλγαρικὸν ζήτημα, δὲν ἤμεθα εἰς κατάστασιν οὐδὲ 3,000 ἄνδρας νὰ παρατάξωμεν εἰς τὰ σύνορα.
§79Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. 10,000 ἦσαν.
§80Π. ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν ἦσαν 10,000 τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1885. Τότε καὶ μόνον ἠδυνάμεθα νὰ συγκεντρώσωμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν, ὅτε θ’ ἀπεγυμνοῦμεν ἅπασαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους.
§81Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε ἦσθε Κυβέρνησις.
§82Π. ΣΑΚΚΗΣ. Τί ἠθέλατε νὰ κάμῃ ἡ τότε Κυβέρνησις; εἰς διάστημα 5 μηνῶν ἠδύνατο νὰ παρασκευάσῃ στρατὸν, ὁ ὁποῖος σχεδὸν ἐντελῶς εἶχε διαλυθῆ παρὰ τῆς προκατόχου αὐτῆς Κυβερνήσεως; Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἦτο ὡσαύτως, ἡ ὁποία κατὰ τὸ 1889, ὅτε ἡ Κρήτη ἐσφάδαζεν ὑπὸ τὸ ξίφος τοῦ τυράννου, δὲν ἐφρόντισε νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν ὡς ἔδει, ἀλλ’ ἀνεχομένη τὸ ἔργον τοῦ Σακὴρ, ἀφῆκεν αὐτὸν νὰ διέλθῃ τὴν νῆσον ἅπασαν, ἀφήνων ὄπισθέν του ἐρείπια. Καὶ σήμερον ζητεῖτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δωδεκαετίαν ὁλόκληρον οὐδὲν ἄλλο κατωρθώσατε, εἰμὴ τὸν ὄλεθρον τὸν οἰκονομικὸν τοῦ τόπου καὶ τὴν παράλυσιν τῶν στρατιωτικῶν τῆς χώρας δυνάμεων, νὰ πράξῃ ἐν τόσῳ βραχεῖ διαστήματι ὅ,τι σεῖς ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη παρελείψατε νὰ πράξητε, Κυβερνήσεως, ἧς ἡ ἄνοδος εἰς τὴν ἀρχὴν σκοπὸν εἶχε νὰ περισυλλέξῃ ὅ,τι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη κατέστρεψεν, ὅ,τι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη κατηρείπωσεν; Ἐγώ, Κύριοι, ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον, τὴν ὑποστηρίζω μετὰ πεποιθήσεως, τὴν ὑποστηρίζω, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ ἡγούμενος τῆς Κυβερνήσεως ταύτης ἐδείχθη πάντοτε ἀντάξιος τῶν προσδοκιῶν τοῦ ἔθνους· δὲν ἀμφιβάλλω ὅθεν, ὅτι καὶ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, τὰς τοσοῦτον σοβαρὰς, ἃς διέρχεται τὸ ἔθνος ἡμῶν, ὡς Κυβέρνησις οὐδόλως θέλει ὑστερήσει εἰς τὸ νὰ φανῇ ἀξία τοῦ προορισμοῦ πάσης πατριωτικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἀφίστανται ἡμῶν οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσιν, ὅτι καὶ οἱ κυβερνῆται τῆς χώρας εἶναι Ἕλληνες, καὶ ὁ πατριωτισμὸς οὐδέποτε ἐξέλιπεν ἀπὸ τὰ στήθη οὐδενὸς Ἕλληνος, προκειμένου νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἀπαράγραπτα αὐτοῦ δικαιώματα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικὸν ψυχραιμότερον νὰ συζητήσωμεν, ἐκ λόγων ἀκριβῶς πατριωτικῶν, — διότι εἰς πάντας ἀναγνωρίζω τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ — ἔπρεπεν ἐν ὁμονοίᾳ πάντες νὰ ὑποδείξωμεν μὲν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅ,τι ἕκαστος νομίζει πρόσφορον ἐν τῇ στιγμῇ ταύτῃ, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν τὰς ἀντεγκλήσεις, ν’ ἀφήσωμεν τὰς ὀπισθοβουλίας, καὶ νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συνδρομὴν, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς πάντα Ἕλληνα, καὶ ἣν ἐπιβάλλει τὸ πρὸς τοὺς ὁμοφύλους καὶ τὴν πατρίδα ἡμῶν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς Ἕλλην πρὸς τοὺς δούλους ἀδελφοὺς ἡμῶν, καὶ ὄχι νὰ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα, πρὶν ἢ ἀκόμη ἴδωμεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, νὰ λέγωμεν εἰς αὐτὴν, ὅτι εἰς οὐδὲν προέβη, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποία ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα, καὶ ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ σπουδὴ αὕτη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἀδικαιολόγητος καὶ οὐχὶ ἀνάλογος τῶν κρισίμων τούτων περιστάσεων. Ταῦτα, Κύριοι, ἠναγκάσθην ἐν ὀλίγοις νὰ εἴπω, διότι ἤκουσα ἐπανειλημμένως ἐπικρινομένην τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, καὶ παρ’ ἐκείνων ἰδίως, τῶν ὁποίων τὴν πολιτικὴν ὡς Βουλευτὴς ἐπολέμησα ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον. Κατερχόμενος ὅθεν τοῦ βήματος, ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ ἐγὼ, ὡς ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ, ὡς τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ἕνα πόθον ἔχω, μίαν εὐχὴν ἐκφέρω, ἵνα ἴδω τὴν φορὰν ταύτην τὴν Κρήτην ἐλευθέραν, τὴν Κρήτην Ἑλληνικήν. Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως τοῦτο ἐπιδιώκει.
§83ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ αὕτη;
§84ΣΑΚΚΗΣ. Τὴν γνωρίζετε. Εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου.
§85ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἔλλειψις πάσης πολιτικῆς.
§86ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι σφάλμα τι διέπραττον, ἐπιμένων ὅπως προηγηθῶ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, βλέπω δὲ ἤδη, ὅτι ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ ἦτο ἀπαραίτητον συμπλήρωμα μιᾶς προδικασίας, ἡ ὁποία διεξήχθη πρὸ ὀλίγου ἐνώπιόν μας. Πρὸ ὀλίγου ἐγένετο μία τις συζήτησις μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἀνεζητοῦντο λεπτομέρειαι, ὅπως ἀποδειχθῇ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἡ κατηγορία, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ὑπάρχει κατ’ αὐτῆς. Δὲν νομίζει τις, ὅτι διεξάγεται συζήτησις περὶ ἐθνικοῦ ἀγῶνος καὶ πολιτικῆς Ὑπουργείου, ἀλλὰ ἀνάκρισις λεπτομερὴς πρὸς ἀνεύρεσιν ἐνόχου ἐγκλήματος, καὶ ἀνεζητοῦντο χρονολογίαι καὶ γεγονότα. Ἐπῆλθε κατόπιν ἡ ὑπεράσπισις τῶν κατηγορουμένων, καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύτας, λαβὼν τὸν λόγον, ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἐλαφρυντικὰς ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως περιπτώσεις, καὶ παρέστησεν, ὅτι διὰ τὰς ἀποτυχίας, τὰς ὁποίας βλέπετε, διὰ τὰς ἀποτυχίας, αἵτινες τυχὸν ἐπίκεινται, δὲν πρέπει νὰ αἰτιᾶσθε τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ αἰτιαθῆτε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἥτις ἀφῆκεν ἀπαράσκευον τὸν τόπον. Ἐπῆλθεν οὕτω ἡ συμπλήρωσις τῆς συζητήσεως διὰ τῆς ὑπερασπίσεως καὶ διὰ τῆς προτάξεως τῶν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἐλαφρυντικῶν περιπτώσεων. Καὶ τόσον ἀπορῶ διὰ τὴν τοιαύτην ὄψιν τῆς συζητήσεως, καθόσον, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν ἦναι περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀφ’ ὅτου ἀπὸ 18 ἤδη ἐτῶν πολιτεύομαι, λαμβάνων τὸν λόγον, εὑρίσκομαι τῳόντι εἰς δυσχέρειαν μέχρις ἀμηχανίας, τί ἄρα πρέπει νὰ εἴπω, εἶναι ἡ περίπτωσις αὕτη. Περὶ τίνος πρόκειται, θὰ ἦτο βεβαίως μάταιον καὶ ἄτοπον νὰ ὑπενθυμίσῃ τις εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Τίς δὲν ὁμολογεῖ σήμερον, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς κρισιμωτέρας περιστάσεως, τὴν ὁποίαν διέρχεται ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος; Δύναμαι ἆρά γε νὰ ἀπαδώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἔλλειψιν τῆς συναισθήσεως ταύτης, ὅτι, ἐὰν ἄλλοτε τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἦτο ζήτημα δικαίων ἀξιώσεων καὶ πόθων, σήμερον τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης πάντες αἰσθανόμεθα, καὶ ὁ τελευταῖος ἀκόμη πολίτης, ὅτι κατήντησε νὰ ἦναι ζήτημα ὑπάρξεως τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Κράτους αὐτοῦ; Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, τί ἆρά γε καλεῖταί τις νὰ εἴπῃ, λαμβάνων τὸν λόγον; Πρόκειται ἆρά γε νὰ ὑποδείξῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ νὰ προτείνῃ τὰ μέτρα τῆς ἐνεργείας, τῶν ὁποίων αὕτη πρέπει νὰ ποιήσηται χρῆσιν; Μήπως πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ὡς τις Τυρταῖος, ἵνα ἐνθουσιάσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους; Ἢ μήπως πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς, περὶ ἀναζητήσεως τῶν εὐθυνῶν τοῦ παρελθόντος; Καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας δύναται νὰ μᾶς ἐμβάλῃ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι πρόκειται περὶ δικαιολογίας. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν πρόκειται Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ ἢ νὰ ἐπιβάλῃ μέτρα ἐνεργείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἀξιώσῃ ἀτόπως νὰ ἐνθουσιάσῃ τοὺς ἀκούοντας, ἀλλὰ βεβαίως ἔτι μᾶλλον δὲν πρόκειται, ἢ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ μὴ πρόκειται περὶ εὐθυνῶν τοῦ παρελθόντος. Ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ ἐν τῷ παρελθόντι ὑπεύθυνοι, ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὑρίσκωνται, ἂς κάμωσι τὴν χάριν πρὸς τοὺς περὶ τοῦ παρελθόντος ἀνευθύνους νὰ παραιτήσωσι τὰς περὶ τῶν εὐθυνῶν των συζητήσεις. Οἱ ἀνεύθυνοι ἐκ τοῦ παρελθόντος, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ πλεῖστον τῆς Βουλῆς, δύνανται εὐχαρίστως τὴν στιγμὴν ταύτην τοὺς πάντας νὰ ἀπαλλάξωσι πάσης εὐθύνης, νὰ τοῖς εἴπουν πρὸς χάριν των, ὅτι πάντοτε ἔπραξαν τὸ ἐφ’ ἑαυτοῖς, ὅπως τὸ ἔθνος ἐν κρισίμοις στιγμαῖς εὑρεθῇ παρεσκευασμένον. Οἱ ἀνεύθυνοι ἐκ τοῦ παρελθόντος ἠδύναντο ἴσως νὰ ἔχωσι πολὺ ἐντονωτέραν καὶ δριμυτέραν τὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ οἱ ἀνεύθυνοι ἐκ τοῦ παρελθόντος παρακαλοῦσι καὶ ἱκετεύουσι σήμερον τοὺς πάντας νὰ παραιτήσωσι τὰς περὶ εὐθυνῶν συζητήσεις. Καὶ τί ἄλλο, Κύριοι, προκειμένου περὶ ἀγῶνος, εἰς τὸν ὁποῖον τοσαύτη χρῆσις γίνεται τῆς λέξεως ὁμόνοια, τί ἄλλο δύναται νὰ ἦναι ὀλεθριώτερον, παρὰ ἡ ὑποκίνησις τῶν τοιούτων ζητημάτων; Καὶ ἐὰν τοιαῦτα ζητήματα ἦναι σήμερον ἐπιβλαβῆ, ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τυχὸν ἀνακινούμενα, ἀλλὰ τί πράττει ἡ Κυβέρνησις, ὅταν τοιαῦτα ζητήματα προκαλῇ ἢ καὶ ἀνέχηται ἁπλῶς νὰ συζητῶνται; Καὶ ὅταν ἀκόμη πρόκειται περὶ συνήθων ἐξωτερικῶν ζητημάτων, ἀναγκάζεται πᾶς τις νὰ στρέφῃ τὸν νοῦν καὶ τὴν προσοχὴν εἰς τὴν κυβερνῶσαν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτου ἀγῶνος, ὅταν πρόκειται περὶ κινδύνων τοῦ ἔθνους, εἰς τί ἆρά γε πρέπει τις νὰ ἀναπαυθῇ, ἐὰν ἐν τοιούτῳ ζητήματι, ὁποῖον τὸ ἀπασχολοῦν ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν, δὲν ἔχητε πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν κλονίζηται ἡ ἐμπιστοσύνη ἡμῶν ἐπ’ αὐτήν; Ποῖος ἀγὼν ἐν τῇ Βουλῇ δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὸ μέγιστον τοῦτο κακὸν τῆς δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τῆς διαιρέσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων; Ἐὰν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἦναι ἢ ὅλως ἄστοχα, ἢ ἀνεπαρκῆ, πῶς δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι θὰ ἐπιβάλῃ αὐτὸς τὰ κατὰ τὴν κρίσιν του ἀπαιτούμενα μέτρα; καὶ πῶς, καὶ ἂν ταῦτα ἦναι ὀρθὰ, δύναται μία Κυβέρνησις διὰ μέτρων τῆς ἐκλογῆς ἄλλης διανοίας, ἄλλων σκέψεων, νὰ ἐνεργήσῃ; Ἐὰν αἱ συζητήσεις ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τείνωσιν εἰς τὸ νὰ καταδείξωσιν ἀνεπάρκειαν τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῶν μέτρων αὐτῆς, εἰς ποῖον συμπέρασμα αἱ συζητήσεις αὗται δύνανται νὰ ἀπολήξωσιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζηται ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, ἥτις ἴσως κάλλιον δύναται νὰ μανθάνῃ τὰ τυχὸν ἐλαττωματικὰ τῆς Κυβερνήσεως; τίνι τρόπῳ διὰ τῶν λόγων ἡμῶν θὰ πείσωμεν τὴν πλειοψηφίαν, ὅπως ἐπισπεύσῃ σήμερον κρίσιν καὶ μεταβολὴν κυβερνητικήν; Καὶ ταῦτα λέγονται ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὰ πράγματα μεταβάλλονται ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Ποῖον πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ εἶχεν, ἐὰν ἀγωνισθῶμεν νὰ φέρωμεν μεταβολὴν, καθ’ ἣν στιγμὴν σπεύδουσι τὰ πράγματα, καὶ πᾶσα στιγμὴ, παρερχομένη ἄνευ τῆς δεούσης τῆς Κυβερνήσεως ἐνεργείας, δύναται νὰ συμπληρώσῃ τὴν καταστροφήν; Βεβαίως καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἀπολύτως τερατῶδες— ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις—ἤθελεν εἶσθαι εἰς τοιαύτας περιστάσεις τὸ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς διαχειρίσεως τοιούτου ζητήματος. Μήπως ἆρά γε πρόκειται περὶ διπλωματικοῦ τινος ζητήματος ἐκ τῶν συνήθων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ δύναταί τις νὰ ἐκφράσῃ ἐναντίαν γνώμην καὶ νὰ ἀξιώσῃ νὰ μεταβάλῃ πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις, ἢ νὰ ἐπιφέρῃ μίαν κρίσιν κυβερνητικὴν, ὅπως ἄλλαι ἰδέαι εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Λέγομεν ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ὅλων, ὅτι διατρέχει τὸ ἔθνος τοὺς ἐσχάτους τῶν κινδύνων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου φρονοῦμεν, ὅτι ἔχομεν Κυβέρνησιν ἀνεπαρκῆ, καὶ θέλομεν νὰ συζητήσωμεν, ὅπως ἐπιβάλωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν. Μὴ ἆρά γε ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἀκουσθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀμέσως παρὰ τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, ἥτις ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν Κυβερνήσεων, ἵνα αὐτοστιγμεὶ ἐπιφέρῃ τὴν μεταβολήν; Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ αἰτιαθῶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν κατώρθωσε διὰ τῆς στάσεως καὶ τῶν λόγων αὐτῆς νὰ μᾶς ἐπιβληθῇ καὶ νὰ μᾶς θέσῃ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ σιωπῶμεν. Ταύτην τὴν αἰτίασιν, αὐτὸ τὸ παράπονον ἤθελον ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν τυχὸν ἡ στάσις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις λαμβάνῃ, ἀδικαιολογήτως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐμβάλλῃ, ἀδίκως ἀληθῶς, ὑπονοίας, ἐλαττώνῃ τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἐπάρκειαν καὶ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Τί πταίει τις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐκδηλῶν ἀκουσίως τὴν τοιαύτην ἰδέαν, τὴν τοιαύτην ἀνησυχίαν; Ὄχι μόνον οὕτω δὲν βλάπτει τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ὑπενθυμίζει αὐτὴν, ὅπως πάραυτα ἀποτρέψῃ τὰς τοιαύτας παρεξηγήσεις καὶ ὑπονοίας ἀπὸ τὸν συλλαμβάνοντα αὐτὰς, καὶ ἐπιβάλλῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν σιωπὴν, τὴν ἐπιβάλλει οὐχὶ διὰ τῆς δυνάμεως τῶν ἀριθμῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐμπνεύσεως, τὴν ἐπιβάλλει πολλάκις δι’ αὐτῆς ταύτης τῆς σιωπῆς αὐτῆς ἐφ’ ὅσον ζητημάτων δύναται νὰ ἀξιοῖ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ μοὶ εἴπῃ: μήπως ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις, ἡ διαχειριζομένη τοιοῦτον ζήτημα, πρέπει νὰ προσέχῃ ὥς τις ἠθοποιὸς εἰς τὰς ἐντυπώσεις τοῦ κοινοῦ; Ἀλλὰ μὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ εἰς τοῦτο ἀκόμη πρέπει νὰ προσέξῃ, ὅτι πρόκειται περὶ τοιούτων στιγμῶν ἐθνικῶν, καθ’ ἃς συνταράσσεται ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ τί ἔχομεν ἀντὶ τούτων; Ἡ Κυβέρνησις δεικνύεται (καὶ εἰς τοῦτο θὰ τὴν μεμφθῶ) προθυμοποιουμένη νὰ ἀναδέχηται τὴν πάλην εἰς ἀντεγκλήσεις, Κυβέρνησις διαχειριζομένη τοιοῦτον ζήτημα! Σᾶς λέγει «θέλω τὰς δημοσίας συνεδριάσεις, ἀποτροπιάζομαι τὰς μυστικάς». Καὶ δράττεται μιᾶς φράσεως, μιᾶς λέξεως, διὰ νὰ αἰτιαθῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εἶπεν ὁ Βουλευτὴς τὴν λέξιν ταύτην; ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔγεινε προδότις! ἡ Ἀντιπολίτευσις καταστρέφει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα! Συζητοῦνται ταῦτα καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ παρετήρησα, ὅτι ἀναζητεῖται ἐν κυρίῳ ἄρθρῳ ὑπουργικῆς ἐφημερίδος, διερμηνευούσης τὰ φρονήματα τῆς Κυβερνήσεως, ἀναζητεῖται τὸ περὶ παραβιάσεως συμφωνιῶν καὶ παρασπονδίας, καὶ ὑπενθυμίζεται ἡ συνομολόγησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ συζητεῖται ἐὰν ἦναι συνυπεύθυνος καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὑποστηρίζεται εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ὅρος τις διὰ τὴν συνομολογηθεῖσαν κοινὴν εὐθύνην δὲν ἐτάχθη. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦναι συνυπεύθυνος καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, θὰ ἐνόμιζέ τις ὅτι πρόκειται περὶ συζητήσεως ὑποθέσεως δικαστικῆς. Τί πταίομεν λοιπόν, ἐὰν ἐκφράζωμεν ἡμεῖς τὸ παράπονον τοῦτο, ὅτι δὲν μᾶς ἐμπνέετε; Μὴ ἆρά γε ἔχετε διδόμενα περὶ τῆς προκαταλήψεως ἢ περὶ τῶν προθέσεων τῶν κακῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὡσεὶ ἐκαιροφυλάκτει νὰ συνταχθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ λάβῃ ἀφορμὴν τὴν παραμικράν, μετεβλήθη ἁπλῶς εἰς λαὸν χειροκροτοῦντα αὐτοστιγμεί, μόλις εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μίαν λέξιν περὶ δράσεως ἐθνικῆς. Καὶ μετεβλήθη ἀμέσως εἰς χειροκροτοῦντας πολίτας! Καὶ ἀπέναντι ὅλων τῶν πολλῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι δὲν μᾶς ἐνέπνεον, μᾶς ἐνέπνευσεν ἡ ὠχρότης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μεθ’ ἧς εἶπεν ἐν συγκινήσει τὰς ὀλίγας ἐκείνας λέξεις. Μήπως ὑπεθέτομεν, ὅτι λέγων τὰς λέξεις ἐκείνας διὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν πλοίων, συνεκινεῖτο ὥς τις φιλάνθρωπος, ἀναπολῶν ὅτι πρόκειται νὰ παραλάβῃ ἐκ Κρήτης γυναικόπαιδα γυμνὰ καὶ πειναλέα; Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπιστεύσαμεν, ὅτι ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἴπετε ὀλίγον τι κατὰ τὸ φαινόμενον, ἀλλὰ πολὺ καὶ μέγα ἐν πράγματι. Μονονουχὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐκηρύξατε τὸν πόλεμον, καὶ κατόπιν τῆς δηλώσεως ἐκείνης τῳόντι ἐστείλατε τὰ θωρηκτὰ εἰς τὴν Κρήτην. Ἀλλὰ διατὶ ἐστείλατε ἓν καὶ δὲν ἐστείλατε δύο, διατὶ ἀγγέλλετε τοῦτο καὶ ὄχι ἐκεῖνο, περὶ τούτων ἠδύνασθε καὶ ν’ ἀπαγορεύσητε πᾶσαν συζήτησιν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλου προχθές, ὅτι ἀποτροπιάζεται τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις, καὶ ἐκάλει τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅ,τι ἔχει νὰ εἴπῃ, νὰ τὸ εἴπῃ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει· ἀλλὰ κατόπιν ἐπιτίθεται, διὰ νὰ ἀναζητήσῃ ποῖος εἶναι ὁ ὑπεύθυνος τῶν παρεκτροπῶν ἐκείνων ἐν ταῖς δημοσίαις συζητήσεσιν, αἱ ὁποῖαι ὀλεθρίαν ἐξασκοῦσιν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἀδικεῖ βεβαίως τὸν ἑαυτόν του ὁ κ. Πρωθυπουργός, σκεπτόμενος κατὰ τὰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις περὶ ἀντεγκλήσεων καὶ εὐθύνης. Καὶ εἶδον τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν προθύμως ἀνερχόμενον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀποσείσῃ τὴν ἑαυτοῦ εὐθύνην, ἐπιῤῥίπτων αὐτὴν εἰς τοὺς προκατόχους...
§87Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δι’ ὅσα δὲν μὲ εὐθύνουν.
§88ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί... Καὶ ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν μετὰ τῆς συνήθους αὐτῷ εὐγλωττίας, καὶ προθύμως ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀγορεύσῃ, αἰτιώμενος τοῦ παρελθόντος. Δὲν τὸν κατακρίνω ἐπὶ τούτῳ, οὐδὲ θέλω νὰ ψέξω τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασα, θέλω ὅμως νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἐν τοιαύταις περιστάσεσι θέλω Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἰδίως μὴ ἀγορεύοντα, θέλω Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τῆς Ἑλλάδος σιωπῶντα, ἐν ὅσῳ σιωπῶσι τὰ τηλεβόλα τῶν θωρηκτῶν.
§89Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅταν τὸν ἀποκαλῆτε προδότην, ὅταν τὸν κατακρίνητε, ὅτι ἕνεκα ὑλικῶν συμφερόντων ἀπέστειλε τὰ θωρηκτὰ εἰς τὴν Γαλλίαν, θέλετε νὰ σιωπᾷ;
§90ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἀκριβῶς θέλω Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν γελῶντα, ὅταν τῷ ἀποδίδεται ὅτι εἶναι προδότης, τὸν θέλω λέγοντα μόνον, παρακαλοῦντα νὰ μὴ διακόπτηται, διότι ἔχει κἄποιαν ἀληθῆ ἐργασίαν. Θέλω Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν σκεπτόμενον, καὶ ἐδῶ ὅταν κάθηται, μὴ τυχὸν ὑπάρχῃ καμμία ἔλλειψις εἰς τὰ θωρηκτὰ, ὅπως σπεύσῃ νὰ τὴν διορθώσῃ. Ἀλλοίμονον, ἐὰν εἰς τοιαύτας περιστάσεις προκάθηνται τῶν κοινῶν Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ αἰσθανθῶσι κατ’ αὐτῶν ἀπευθυνομένην τὴν λέξιν προδοσία! Μήπως χρειάζεται νὰ ἀναπτύξω, ὅτι ἄστοχόν τι ἦτο νὰ ἀποδίδωνται μομφαὶ σήμερον κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ποίας Ἀντιπολιτεύσεως; Μὴ ἔχετε Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία εἶναι συνηνωμένη πρὸς τὴν ταχυτέραν κατάληψιν τῶν ἐδωλίων τῶν Ὑπουργῶν; Μὴ ἔχετε Ἀντιπολίτευσιν διεπομένην ἀπό τινα δοξομανῆ, ὅστις θέλει νὰ ἁρπάσῃ τὴν ἀρχὴν τὸ ταχύτερον, ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὴν μεγάλην αὐτοῦ φιλοδοξίαν; Τὸ ἠξεύρετε πολὺ καλῶς, ποίαν Ἀντιπολίτευσιν ἔχετε. Καὶ ἐνῷ βλέπετε ὅτι συναντᾶται εἰς ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορμὴν ἐπιζητεῖ, ὅπως σᾶς δώσῃ πᾶσαν συνδρομὴν, δημιουργεῖτε ἔριδας πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, δραττόμενοι μιᾶς λέξεως, τὴν ὁποίαν εἶπέ τις καθ’ ὑμῶν! Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, προτείνασα τὸ μέτρον τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, βεβαίως ἠθέλησε νὰ διευκολύνῃ ὑμᾶς, οὐδὲ γνωρίζω προσφορώτερον μέσον, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐν τοιούτοις καιροῖς καὶ τοιαύταις περιστάσεσιν ἐξέλθῃ ἰσχυροτέρα, παρὰ τὸ μέτρον τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου παρ’ ἄλλων μὲν γίνονται κατακρίσεις, παρ’ ἄλλων δὲ εὐφυολογίαι. «Τί θὰ ἐλέγετε εἰς τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν; Εἴπατέ τα ὅλα εἰς τὴν φανεράν». Καὶ παρίσταται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, τὸν ὁποῖον ἰδιαζόντως ἐκτιμῶ, λέγων ὅτι θὰ ἐνόει μυστικὴν συνεδρίασιν, ἐὰν δύο Βουλευταὶ ἐπαρουσίαζον τὰ πολεμικὰ μέτρα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ ἐκ Τυρνάβου, ὅστις ὡς στρατιωτικὸς γνωρίζεις τὴν σημασίαν τῶν πολεμικῶν σχεδίων, πρέπει νὰ γνωρίζῃς, ὅτι αἱ μυστικαὶ συνεδριάσεις δὲν γίνονται, ὅπως κατατίθενται πολεμικὰ σχέδια ἐν αὐταῖς. Ἀντιθέτως ἤκουσα ἄλλον κατακρίνοντα τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις, διότι τὸ πᾶν ἐκτίθεται κατόπιν εἰς τὸ κοινόν. Καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν ἔπρεπε τότε νὰ κατακριθῶσιν οἱ συντάκται τῶν πολιτευμάτων, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονται τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις· διότι βεβαίως πᾶν ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει λεγόμενον δύναται νὰ διαδοθῇ, ἀλλὰ μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἐκείνου τὸ ὁποῖον θὰ διαδοθῇ ἐξωδίκως, καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θέλει ἀκουσθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος λεγόμενον. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ᾖναι λυσιτελὴς εἰς τὴν τοιαύτην περίστασιν ἡ μυστικὴ συνεδρίασις, πότε εἶναι; Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἀποτροπιάζεται τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις κατ’ ἀρχὴν πλέον, δηλαδὴ εἶπε «καταργήσατε τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος!» Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχητε εἰδικόν τινα λόγον, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ ἀποκρούητε μέτρον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐπρότειναν ἐν τοιαύταις περιστάσεσι 35 ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, τότε δίδετε ἀφορμὴν εὐλόγων παραπόνων καὶ ὑπονοιῶν, διότι παραβιάζετε γενικῶς πλέον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ Βουλευταί. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν τοιούτων παρατηρήσεων, διότι ἐπεθύμουν, ἡ Κυβέρνησις πρὸ παντὸς νὰ ῥυθμίσῃ αὐτὴ ταύτας τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, πρὸ πάντων νὰ ὁρίσῃ τὴν στάσιν αὐτῆς, ἐπεθύμουν νὰ εἴπῃ σαφῶς, τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται κατ’ αὐτὴν νὰ λέγηται, καὶ τί δὲν ἐπιτρέπεται, νὰ ἐπιβάλῃ, οὕτως εἰπεῖν, εἰς ὑμᾶς, ὡς Κυβέρνησις διαχειριζομένη ζήτημα ἐθνικόν. Ἀλλὰ ἐνῷ ταῦτα δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ, φαίνεται ὅτι μᾶλλον προσέχει εἰς τὸ νὰ ἀπαλλαχθῇ τῶν εὐθυνῶν, παρὰ εἰς τὸ πῶς νὰ διαχειρισθῇ τὸ ζήτημα ὅσον οἷόν τε τελειότερον. Ποῖος θὰ ἐτόλμα, Κύριοι, ἀπέναντι τοιαύτης ἐμπνεύσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοιαύτης στάσεως νὰ διαταράξῃ τὴν ἐνέργειαν καὶ τὰς σκέψεις αὐτῆς; Ποῖος δὲν θὰ ἐξετίθετο εἰς τὴν κρίσιν παντὸς Ἕλληνος, ὅτι ἁπλῶς διὰ νὰ λογοκοπήσῃ κλονίζει τὴν δύναμιν τῆς Κυβερνήσεως; Πρὸ παντὸς λοιπὸν τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει νὰ διαπράξῃ, νὰ ἐμπνεύσῃ πλήρη τὴν πεποίθησιν ταύτην, νὰ τὴν ἐμπνεύσῃ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν συμφέρον ἔχομεν νὰ ἐξασθενῶμεν αὐτὴν εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῆς, τοὐναντίον θέλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν αὐτήν. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν δυνάμεθα οὔτε μέτρα νὰ ὑποβάλωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησις, οὔτε ἄλλην συζήτησιν νὰ προκαλέσωμεν, διότι θὰ ἦτο ἄσκοπος, δυνάμεθα μόνον, ὡς ἐκπροσωποῦντες τὸν λαὸν, νὰ ὑπενθυμίσωμεν πρὸς αὐτὴν, ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ ζητημάτων τοιούτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τόσον ἐλευθέραν ἔχει τὴν ἐκλογὴν μεταξὺ τῶν πρακτέων. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἐὰν δυνάμεθα σπουδαίως νὰ λέγωμεν, ὅτι εἴμεθα κύριοι ἡμεῖς αὐτοὶ ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν θ’ ἀκολουθήσωμεν. Εἴθε νὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἤμεθα ἐντελῶς ἐλεύθεροι, καὶ πιέζοντες, οὕτως εἰπεῖν, τὴν καρδίαν ἡμῶν, νὰ ἀνεχθῶμεν, ὅπως καὶ πάλιν ὑποταχθῇ ἐκ νέου ἡ αἱματοκυλισθεῖσα νῆσος ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου. Ἀλλὰ φρίττω, Κύριοι, ἀναλογιζόμενος τοιαύτην τυχὸν συνέπειαν, φρίττω οὐχὶ ἁπλῶς διότι θὰ παραβιασθῶσι τοιαῦτα ἱερὰ δίκαια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι λαὸς τοιοῦτος θὰ ὑποταχθῇ ἐκ νέου εἰς τὴν δουλείαν, ἀλλὰ καὶ ἀναλογιζόμενος ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ Κράτους ἡμῶν. Βεβαίως δὲν θὰ παραλείψῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν θέσιν ταύτην τοῦ Κράτους ἡμῶν νὰ καταστήσῃ πανταχοῦ καταληπτὴν, καὶ δὲν θὰ παραλείψῃ τοῦτο ἰδίως ἡ ἀρχὴ ἐκείνη ἡ ἀνωτάτη, ἡ ὁποία πρὸ πάντων κέκληται ἵνα ἐποπτεύῃ ἐπὶ τῶν τοιούτων περιστάσεων τοῦ ἔθνους. Καὶ φρίττω, ἀναλογιζόμενος τὰς συνεπείας, διότι, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ τόπος ἡμῶν καὶ τὸ ἔθνος ἐν γένει καὶ τὸ Κράτος, τρομάζω τὴν ἀπογοήτευσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπέλθει ἀμέσως, ἅμα τὸ ἔθνος ἤθελε χάσει πᾶν γόητρον, πᾶσαν προσδοκίαν. Ἐὰν, ἀφοῦ ἐχρεωκοπήσαμεν ὡς Κράτος καὶ εὑρισκόμεθα ἐν γένει εἰς τὴν γνωστὴν κατάστασιν πραγμάτων, ἐπέλθωσιν ἐκ νέου ἀποτυχίαι ἐθνικῶν ἀγώνων, δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ δύνασθε πλέον νὰ κυβερνήσητε τὸν τόπον. Δὲν ἀξιῶ νὰ σᾶς προτείνω τοιαύτην ἢ τοιαύτην πολιτικήν. Λέγων ταῦτα, ἔχω μόνον τὴν πρόθεσιν νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν ἀληθῆ κατάστασιν καὶ τὴν ἀληθῆ σημασίαν τοῦ ζητήματος. Δὲν πρόκειται νὰ ὑποστηρίξητε πρὸς τὴν Εὐρώπην τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἁπλῶς, ἢ τὰ ἱερὰ δίκαια τῶν Κρητῶν. Στίγμα βεβαίως τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι τὸ μοναδικὸν τοῦτο φαινόμενον, τοῦ νὰ ὑποτάξῃ ὁ πεπολιτισμένος κόσμος ὑπὸ τὴν σφαγὴν καὶ τὴν λεηλασίαν τὸν μόνον ἴσως λαὸν, ὅστις διὰ πραγμάτων ἀποδεικνύει, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ παραιτεῖ τὴν ἐλευθερίαν του. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Εὐρώπη ἀξιοῖ, ἵνα τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Κράτος ἀνέχηται τὸ στίγμα τοῦτο τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ αἰῶνος, τὴν ὑπὸ τῆς Εὐρώπης πλέον κρεουργίαν ἑνὸς λαοῦ ὁλοκλήρου, δύνασθε νὰ εἴπητε πρὸς αὐτὴν, ὅτι δὲν δύναται Κυβέρνησις οἱαδήποτε τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ οἱαδήποτε ἀνθρωπίνη δύναμις νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ ἔθνος τὴν ἀναισθησίαν πρὸς τοιοῦτον κατὰ τῆς Κρήτης ἔγκλημα! Καὶ μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι τὸ νὰ γίνεται λόγος περὶ πολιτικῆς τοῦ Κράτους ἐν τοιούτῳ ζητήματι εἶναι ὡς νὰ ἐγίνετο λόγος περὶ πολιτικῆς τοῦ Κράτους, ἐὰν αἱ ὀρδαὶ, αἱ ὁποῖαι λεηλατοῦσι τὴν Κρήτην, κατελάμβανον οἱανδήποτε τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους τοῦ ἐλευθέρου καὶ νομὸν ὁλόκληρον καὶ ἔφθανον μέχρι τῆς πρωτευούσης. Τί θὰ ἔλεγον τότε εἰς τὸν συζητοῦντα περὶ τῆς τηρητέας πολιτικῆς τοῦ Κράτους; Δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφίβολος ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, ἐὰν τυχὸν οἱ Τοῦρκοι κατελάμβανον τὸν νομὸν τῆς Λαρίσης ἢ τὸν νομὸν τῆς Ἀττικῆς; Ἀλλὰ πῶς; Θὰ μοὶ ἔλεγέ τις, ἐδῶ πρόκειται περὶ νομοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἀλλὰ τοιοῦτον ψεῦδος δύναται πλέον νὰ τὸ λέγῃ τις; Δύναται ἴσως ἀκόμη νὰ τὸ λέγῃ ἡ Εὐρώπη, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὸ ἀνεχθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἄλλην ἐπαρχίαν ἀνήκουσαν τόσον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ εἰς τὸ σκῆπτρον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ὅσον τὴν Κρήτην. Ποία ἄλλη ἐπαρχία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀποδεικνύει, αἱματοκυλιομένη, ὅτι θέλει ν’ ἀποτελῇ μέρος τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος; ποία ἄλλη ἐπαρχία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους δεικνύει τόσην ἀφοσίωσιν εἰς τὸν θρόνον τὸν Ἑλληνικὸν, ὥστε νὰ αἱματοκυλίνηται χάριν αὐτοῦ; Καὶ ἡ αἱματοκυλιομένη Κρήτη, ἀναπεταννύουσα τὴν σημαίαν τὴν Ἑλληνικὴν, ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Βασιλέα Γεώργιον, καὶ λέγει: «ἀνήκω εἰς Σέ!» Τί νὰ εἴπῃ ὁ Βασιλεὺς, καλούμενος ὑπὸ τοῦ αἱματοκυλιομένου λαοῦ; Τοιαῦται περιστάσεις εἶναι βεβαίως μοναδικαὶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ· οὐδέποτε μνημονεύει ἡ ἱστορία τοιοῦτον ἔγκλημα ὁλοκλήρου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τοιοῦτον κακούργημα. Ἀλλὰ καὶ οὐδέποτε ἐτέθη Κράτος ἐλεύθερον, οὐδέποτε ἐτέθη Βασιλεία ἀπέναντι τοιούτου ζητήματος, οὐδέποτε ἐτέθη εἰς τοιαύτην θέσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐχὶ πλέον δίκαια ἐθνικὰ, οὐχὶ πλέον φιλανθρωπία καὶ αὐτὴ ἡ κοινοτάτη, ἀλλὰ, οὕτως εἰπεῖν, εἰς ἐπίμετρον πάντων τούτων αὐτὴ ἡ τιμὴ νὰ διαγράφῃ τὴν πρέπουσαν πολιτικήν. Ἀλλὰ μήπως λέγων ταῦτα ἀξιῶ νὰ ἐπιβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν πολιτικήν; Μήπως λέγων ταῦτα θέλω νὰ κλονίσω τὴν ἰσχὺν τῆς Κυβερνήσεως; ἢ μήπως λέγω ταῦτα ἀσεβῶν πρὸς τὸν Βασιλέα; Λέγω ταῦτα οὐχὶ πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅστις δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τ’ ἀκούσῃ παρ’ ἐμοῦ, λέγω ταῦτα οὐχὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις πρέπει νὰ ἦμαι πεπεισμένος, ὅτι ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἐμφορεῖται ἰδεῶν, ἀλλὰ, ὡς εἷς καὶ ἐγὼ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, χρεωστῶ νὰ τὰ εἴπω πρὸς τὸν κόσμον τὸν πεπολιτισμένον. Δὲν θὰ συζητήσω ἐγὼ, ἂν πρέπῃ νὰ παραλείψητε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, δὲν θέλω ἐγὼ νὰ ἐξασθενήσω ὑμᾶς, — ἄπαγε! τοὐναντίον, — δὲν θέλω ἐγὼ νὰ σᾶς ὑπαγορεύσω πολιτικὴν, διότι πρέπει ὑμεῖς αὐτοὶ νὰ ἔχητε τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐφαρμόσητε, διότι τότε μόνον ἐφαρμόζει τις εὐστόχως, ὅταν ἐφαρμόζῃ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ ἐφαρμόσῃ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐλέγχου, οὐδὲ περὶ καταχρήσεων, οὐδὲ περὶ ἐκλεκτέας πολιτικῆς, διότι ἴσως πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι εἰς τοιαύτην θέσιν εἶναι τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος ἡμῶν, ὥστε δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ μίαν τοιαύτην ἢ τοιαύτην πολιτικήν. Ἂν δὲν ἦναι αὐτὴ ἡ θέσις τοῦ Κράτους, τότε ἂς συζητήσωμεν ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τηρήσῃ ἡ Κυβέρνησις· ἂν ὅμως ἦναι τοιαύτη ἡ θέσις τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Κράτους ἀκόμη, καὶ τοῦτο αἰσθανόμεθα, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ γίνεται λόγος περὶ πολιτικῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης; Τότε τὸ μόνον, περὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα, εἶναι ἡ ὅσον ἔνεστι ταχυτέρα καὶ πυρετώδης παρασκευὴ πρὸς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ θέλοντες δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμποδίσωμεν. Ἀλλοίμονον, ἂν πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν κατόπιν τῶν περιστάσεων καὶ νὰ μὴ προλαμβάνωμεν αὐτάς! Ἡ ἀπώλεια καὶ μιᾶς στιγμῆς ἄνευ τῆς παρασκευῆς καὶ διαπράξεως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ παρασκευάσωμεν καὶ διαπράξωμεν, εἶναι τοιοῦτον σφάλμα, ὥστε ἤθελεν εἶσθαι ἀδύνατον νὰ ἡσυχάσῃ τις ἐφ’ ὅρου ζωῆς, ἄν, κεκλημένος εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν, ἤθελε περιπέσει καὶ εἰς τὴν ἐλαχίστην παράλειψιν. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἤθελον συστήσει ὑμῖν νὰ ῥυθμίσητε αὐτὴν ταύτην τὴν λειτουργίαν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Παραιτήσατε, οὐχὶ πρὸς ἐπίδειξιν, οὐχὶ διότι καθ’ ἑαυτὸ τὸ πρᾶγμα φέρει βλάβην, παραιτήσατε τὴν συζήτησιν ἐπὶ νομοσχεδίων ἀσχέτων πρὸς τὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου, ἐκλέξατε τίνων τυχὸν νόμων ἔχετε ἀνάγκην, ὅπως παρασκευασθῆτε, συντομεύσατε τὰς συζητήσεις, καὶ μὴ μᾶς ἀναγκάζετε νὰ ἀγορεύωμεν. Ἐμπνεύσατέ μας διὰ νὰ σᾶς χειροκροτῶμεν μόνον, ὅπως σᾶς ἐχειροκροτήσαμεν προχθές. Τότε παρεκάλουν ἐγὼ τὸν κ. Ῥάλλην, ἁπλῶς ὅπως παραιτήσῃ πρότασίν τού τινα, καὶ κατόπιν ἐχειροκρότουν ὑμᾶς. Τὴν Βουλὴν ἂν δὲν τὴν θέλετε χάριν μέτρων, προπαρασκευῶν, ἀφήσατέ την, διακόψατε τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ἂν τὴν θέλετε ὅμως,—καὶ τῷ ὄντι ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν εἶναι χρήσιμος— ὅπως διαρκῶς ἐκφράζῃ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, ὅπως διαρκῶς φωτίζῃ καὶ ἐμπνέῃ, ἀλλὰ καταλαμβάνουσα βεβαίως τὴν πρέπουσαν θέσιν καὶ ἐκπροσωποῦσα ὅ,τι πρέπει νὰ ἐκπροσωπῇ καὶ ἐν τῇ σιωπῇ καὶ ἐν τῇ ἐκδηλώσει τῆς γνώμης αὑτῆς, ἂν οὕτω τὴν θέλετε, τότε στραφῆτε πρὸς τὴν Βουλήν, κρατεῖτε αὐτὴν, ὅπως ἐμπνέῃ τὸ ἔθνος. Ἐκλέξατε λοιπὸν ὑμεῖς καὶ τὴν πολιτικὴν καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβητε πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων ἐπράξατε, ὅπως τὰ διαβήματα, εἰς τὰ ὁποῖα προέβητε, μὴ καταντήσωσιν ὀλισθήματα ὀλέθρια ἢ ἐπιβλαβῆ, διότι δὲν εἶσθε κύριοι ὑμεῖς αὐτοί, ὅσον καὶ ἂν θέλετε, δὲν εἶσθε κύριοι τῶν περιστάσεων. Ὅταν προσεγγίζητε τὴν πυρίτιδα εἰς τὴν πυρκαϊὰν τῆς Κρήτης, μὴ νομίσητε ὅτι εἶσθε κύριοι νὰ ἐμποδίσητε τὴν ἀνάφλεξιν· καὶ ἔρχεται καὶ ἡ ἄνοιξις, καὶ δὲν γνωρίζετε τί δύναται νὰ προκύψῃ ἀλλαχοῦ, καὶ τότε θὰ τρέξωμεν παρασκευαζόμενοι κατόπιν γεγονότων. Θὰ ἠδίκουν, Κύριοι, τὴν Κυβέρνησιν, ἂν εἰς πλείονας ὑπενθυμίσεις προέβαινον περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται αὐτὴ πρώτη ἀπέναντι ζητήματος τοιούτου, θὰ ἠδίκουν δὲ καὶ τὴν ἀνωτάτην ἀρχὴν, θὰ ἠδίκουν τὸν Βασιλέα, ὅστις εἶναι ἀρχηγὸς τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ὅστις ἐκπροσωπεῖ τὰς σχέσεις ἡμῶν τὰς ἐξωτερικὰς, ὅστις εἶναι ἁρμόδιος νὰ κηρύττῃ ἢ ὄχι πόλεμον, θὰ ἠδίκουν αὐτὸν, ἂν ὑπέθετον ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἔπραξεν εἰς προηγουμένην τινὰ περίστασιν, δὲν θὰ ἐπανελάμβανεν ἤδη μετὰ πολὺ μεγαλειτέρας δυνάμεως πρὸς ἅπασαν τὴν Εὐρώπην, διότι δύναται—καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐλπίσω, ὅτι θέλει τὸ πράξει,—δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσουν αἱ ἐναπομείνασαι καλύβαι τῶν Κρητῶν νὰ καίωνται, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ ἀνάκτορά του θὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον καὶ εἰς ἴσην μοῖραν μὲ τὰς οἰκίας καὶ τὰς καλύβας τῶν Κρητῶν. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἀνεξαρτήτως τοῦ τί παρελείφθη ἢ ἐπράχθη μέχρι τοῦδε, κατορθοῦντες νὰ ἐμπνεύσητε τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, παύοντες νὰ μεγαλαυχῆτε καὶ νὰ κάμνητε λόγον περὶ εὐθύνης, καὶ νὰ αἰτιᾶσθε τῶν μὲν ἢ τῶν δὲ, ὅτι σᾶς εἶπον τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, λέγετε μὲν ὅ,τι πρέπει νὰ λέγητε, μὴ λέγετε δὲ ὅ,τι δὲν πρέπει νὰ λέγητε, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐμπνεύσατε πάντας ἡμᾶς, συνεννοηθῆτε μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Οὐδεὶς ζηλεύει τὰς θέσεις ὑμῶν, ἀπ’ ἐναντίας οἱ πάντες θέλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὑμᾶς. Συνεννοηθῆτε ἐπίσης, οὐχὶ τυπικῶς, καὶ μὴ δειλιᾶτε περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς βασιλικῆς, συνεννοούμενοι δὲ μετὰ πασῶν τῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ἐμπνεύσατε καὶ εἰς τὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι πᾶν ὅ,τι πρέπει νὰ πράξητε θέλετε τὸ πράξει καὶ τὸ πράττετε ἐξ ἰδίας πεποιθήσεως· οὕτω δὲ παρασκευάζοντες τὰ πάντα, εἴπετε εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ τὸν κόσμον ὅλον, ὅτι, ἂν ἀσπλάγχνως ἐπιτρέπῃ νὰ παρίσταται τὸ θλιβερώτερον τῶν κακουργημάτων ἐν Κρήτῃ σύμπας ὁ πεπολιτισμένος κόσμος, τοὐλάχιστον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἶναι ἠναγκασμένον πλέον νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὰς σφαγὰς, ἑκὸν ἄκον, ἀλλ’ ἂς συλλογισθῇ ἡ Εὐρώπη, ὅτι τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, ἔχον ἐπὶ κεφαλῆς τὸ Κράτος τὸ βασιλευόμενον, δὲν θὰ σφαγῇ ὡς ἀσύντακτος ὄχλος Ἀρμενίων, καὶ ὅτι δύνανται νὰ ἀγωνισθῶσιν ὅσον θέλουσιν ὑπὲρ τῆς εἰρήνης, δὲν θὰ κατορθώσωσι νὰ κατασβέσωσι τὴν πυρκαϊὰν, ἡ ὁποία ἐξ ἀνάγκης θὰ ἀναφθῇ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἀνατολῆς εἰς τὸ ἄλλο, διότι παρίσταται ζήτημα ὄχι μόνον τιμῆς καὶ κοινοτάτης φιλανθρωπίας, ἀλλὰ ζήτημα ὑπάρξεως πλέον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης! (Εὖγε! εὖγε! πανταχόθεν).
§91ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ ἐγγραφέντες ὅπως λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, νὰ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν αἱ τελευταῖαι εἰδήσεις περὶ τῶν ἀποφάσεων ἢ περὶ τῶν σκέψεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ὡς πρὸς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτίθενται νὰ λάβουν ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, ἄν, λέγω, αἱ σκέψεις αὗται δὲν ἐπέδρασαν ἐπὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἐντεῦθεν δὲν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις πρὸς τὴν Βουλήν.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῆτε εὐκρινέστερον, ποίας ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων ἐννοεῖτε, ποῖα μέτρα.
§93ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἐκυκλοφόρησε τηλεγράφημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν τῷ σπουδαιοτέρῳ τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων τοῦ Λονδίνου, ἐν τοῖς «Καιροῖς», κατεχωρίσθη εἴδησις, καθ’ ἣν οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων σκέπτονται, ὅπως παρακωλύσωσι τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποστείλῃ νέας δυνάμεις καὶ νέα στρατεύματα εἰς Κρήτην.
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀνθίστανται, ὄχι σκέπτονται.
§95ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη ἡ εἴδησις, ἂν δύναται νὰ βεβαιωθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς πραγματικότητος αὐτῆς, ἐπάγεται ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ βεβαίως θέλει φέρει αὐτὴν εἰς νέας ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλήν. Οὕτω θέλει θεωρηθῆ ἐξηντλημένη ἡ συζήτησις, καὶ θέλομεν προβῆ εἰς ἐπείγοντα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται ἀκριβῶς ἐκ τῆς νέας στάσεως, τὴν ὁποίαν θέλομεν λάβει.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄγγελμα τὸ ὁποῖον δίδει ἡ ἐφημερὶς τοῦ Λονδίνου, ὁ «Χρόνος», δὲν ἀνεκοινώθη εἰς ἡμᾶς δι’ ἐπισήμου τινὸς ὁδοῦ. Κατὰ τὸ ἄγγελμα τοῦτο, αἱ Δυνάμεις συνεβούλευσαν τὴν Ὑψηλὴν Πύλην νὰ μὴ πέμψῃ νέα στρατεύματα εἰς Κρήτην, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν, ἢ ἀποτρέπουσιν αὐτὴν νὰ λάβῃ τοιαύτην ἀπόφασιν. Τὴν εἴδησιν ταύτην τοῦ ἀγγλικοῦ «Χρόνου» ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε δι’ ἐπισήμου τινὸς ὁδοῦ. Ἀλλὰ ἂν τὸ ἄγγελμα ᾖναι ἀκριβὲς, στρατὸς τουρκικὸς δὲν θέλει ἀποσταλῆ εἰς Κρήτην, ἂν δὲ δὲν ᾖναι ἀκριβὲς, θέλουσιν ἀποσταλῆ νέα στρατεύματα εἰς τὴν δυστυχῆ Μεγαλόνησον. Λοιπὸν δύο προκύπτουσιν ἐνδεχόμεναι περιπτώσεις. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισεν ἤδη, τί προσήκει νὰ πράξῃ καὶ κατὰ τὴν μίαν περίπτωσιν καὶ κατὰ τὴν ἑτέραν. Ἀλλὰ τί ἀπεφάσισε νὰ πράξῃ; Ποῖαί εἰσιν αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς; Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀπαλλάξητε τῆς ἀνάγκης νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς.
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§98ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ ζητήματος, εἶμαι πρὸ παντὸς Ἕλλην. Τὰ λαβόντα χώραν ἐν Κρήτῃ, αἱ καταστροφαὶ, αἱ δῃώσεις, τὸ χυθὲν αἷμα, αἱ πυρκαϊαὶ συνεκίνησαν ἅπαν τὸ Ἑλληνικόν. Δὲν θὰ ἐλέγξω οὐδένα, ἀλλ’ ἀποτείνομαι πρὸς τοὺς Κυρίους τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Δὲν εἶναι στιγμαὶ ἀντεγκλήσεων, δὲν εἶναι στιγμαὶ ἐπιθέσεων κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος μας ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν της καὶ θὰ τὸ ἐπιτελέσῃ, σᾶς τὸ διαβεβαιῶ. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσιν της, τὴν «Ὕδραν» καὶ τὴν «Μυκάλην» εἰς τὴν Κρήτην πρὸς περιφρούρησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἔστειλε δὲ καὶ ἄλλα πλοῖα, ὅπως μετὰ τῶν πλοίων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐπιτελέσωσιν ἔργον φιλανθρωπίας. Σήμερον ἡ Κρητικὴ ὑπόθεσις ἔγκειται εἰς τὸ ἑξῆς: Θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ μεταβῇ στρατὸς τουρκικὸς εἰς τὴν Κρήτην; Ἐγὼ νομίζω ὄχι, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἤδη ἐλήφθησαν μέτρα σοβαρά. Ἀποτείνομαι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλει μὲ διαψεύσει, ἐπίσης δὲ καὶ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Γνωρίζω ὅτι ὁ στόλος ὁ τορπιλλικὸς, ἔχων ἐπὶ κεφαλῆς τὸν πρίγκιπα Γεώργιον...
§99ΦΩΝΑΙ. Τί εἶναι αὐτά!
§100ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Εἶμαι Βουλευτὴς, Κύριοι, καὶ εἶμαι ἐλεύθερος νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου... Λοιπὸν ὁ τορπιλλικὸς στόλος, ὑπὸ τὸν πρίγκιπα Γεώργιον, διετάχθη νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, καὶ μὲ σοβαρὰς διαταγὰς, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς Τούρκους ν’ ἀποβιβάσωσι στρατὸν αὐτοκρατορικόν... Ἀποτείνομαι λοιπὸν πρὸς ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ διαψεύσητε (Θόρυβος).
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν λέγονται αὐτά.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης περιέχει δύο θέματα, κεχωρισμένα ἀπ’ ἀλλήλων. Τὸ θέμα ἂν ἡ Τορπιλλικὴ Μοῖρα διετάχθη νὰ ἀποπλεύσῃ εἰς τὴν Κρήτην, καὶ τὸ θέμα ποίας ἔλαβε διαταγάς. Ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος σπεύδω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Τορπιλλικὴ Μοῖρα διετάχθη ὄντως νὰ ἀποπλεύσῃ τοῦ Πειραιῶς. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ δευτέρου θέματος, ποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὴν Τορπιλλικὴν Μοῖραν διαταγαὶ, παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ βεβαιώσω ἢ νὰ διαψεύσω τοὺς λόγους αὐτοῦ.
§103ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἔχετε πολὺ δίκαιον, κύριε Πρόεδρε. Ἐννοῶ κάλλιστα ὁποία εἶναι ἡ θέσις ἑνὸς Κυβερνήτου (Θόρυβος καὶ κίνησις).
§104ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν λέγονται αὐτά.
§105ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἀποτείνομαι λοιπὸν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν... (Θόρυβος καὶ διακοπαί). Ἐγὼ ἀπὸ τοιαῦτα δὲν πτοοῦμαι. Σᾶς τὸ γνωρίζω... Ἀποτείνομαι ἐκ νέου πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὴν ὁποίαν ἀπαρτίζουσιν ἄνδρες πατριῶται, καὶ λέγω πρὸς αὐτούς: Δὲν εἶναι στιγμὴ ἀντεγκλήσεων, δὲν εἶναι στιγμὴ ἐπιθέσεων. Συντρέξατε τὴν Κυβέρνησιν, διότι πρὸ παντὸς εἶναι Κυβέρνησις τῆς πατρίδος σας. Ὁπόταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ ἔλθητε σεῖς εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὁμοίως ἐκείνη ἡ πτέρυξ θὰ σᾶς ὑποστηρίξῃ, ἐὰν τοιαῦται παρουσιασθῶσι περιστάσεις. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ πολλῶν ἑδωλίων).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§107ΣΤΑΗΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, κατόπιν μάλιστα τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. (Ἐπίσης παραιτοῦνται καὶ πάντες οἱ λοιποὶ ἐγγεγραμμένοι).
§108ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν φρονῶ ὅτι ὑπάρχει τις ὄχι μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ὁπουδήποτε τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος θέλει δυνηθῆ καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ ἀμφιβάλλῃ περὶ τῶν δικαίων τῆς πατρίδος αὐτοῦ ἐπὶ τῶν προκειμένων περιπλοκῶν, οὔτε δύναμαι νὰ ἀδικήσω οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, οὔτε τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἔχουσι τελείαν συνείδησιν καὶ ὅτι τελείως δὲν ἀντιλαμβάνονται τῶν δικαίων, τὰ ὁποῖα ἐνεπιστεύθησαν εἰς χεῖρας αὐτῶν. Αἱ γενόμεναι δηλώσεις ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως—καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν πλέον ἐζήτησε παρ’ αὐτῆς—ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἀντιλαμβάνεται τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρει ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰς ἐπελθούσας ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως πάντων ἡμῶν περιπλοκὰς, πρὸς αὐτὴν δὲ ἓν ἔχω νὰ εἴπω: Ὅ,τι δὲν ἐπράξατε κατὰ τὸ παρελθὸν, πράξατέ το σήμερον. Κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἐτολμήσατε τολμήσατε σήμερον. Καὶ εἶναι καιρὸς τέλος νὰ τολμήσητε. Ἐδιστάσατε νὰ πέμψητε τὰ πλοῖα ἡμῶν τὴν 12 Μαΐου, φοβηθέντες τὴν ἐκτόπισιν. Τὰ πλοῖα ἡμῶν εὑρίσκονται ἤδη ἀπὸ πέντε ἡμερῶν ἐν Κρήτῃ, καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ τὰ ἐκτοπίσῃ. Τολμήσατε! τολμήσατε! τολμήσατε! ἐν ὅσῳ εἶναι καιρός.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπόθεσις, ἥτις ἀπασχολεῖ τὸ Κοινοβούλιον, εἶναι ὑπόθεσις σπουδαιοτάτη καὶ μεγίστη. Μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι εἶναι σπατάλη λόγων νὰ ἁμιλλώμεθα ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ εἴπῃ τί εἶναι ἡ Κρήτη, καὶ εἰς ποῖον Κράτος τὸ ὁμόφυλον καὶ ἡ θρησκεία, ἡ ἱστορία καὶ αἱ παραδόσεις καὶ τὰ κοινὰ παθήματα ἐνδεικνύουσιν, ὅτι προσῆκε νὰ ἀνήκῃ. Εἶναι σπατάλη λόγων νὰ νομίζωμεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ φωτίσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τῶν πόθων του, ἢ νὰ ἐρωτήσωμεν, ποῖον ἔχει φρόνημα ἐπὶ τούτου. Θέσατε κάλπην, διὰ νὰ ψηφοφορήσωσιν οἱ Ἕλληνες, ἂν ἡ Κρήτη πρέπῃ νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἢ ὄχι. Θέλετε εὕρει ἐν τῇ κάλπῃ τοσαύτας ψήφους, ὅσαι εἰσὶ ψυχαὶ ζῶσαι ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους (ἐπιδοκιμασίαι). Καὶ δὲν Θέλετε εὕρει μόνον ταύτας, διότι θέλετε ἀκούσει καὶ φωνὰς τοιαύτας ἀπὸ πᾶσαν χώραν, ἐν τῇ ὁποίᾳ Ἑλληνικὴ ὕπαρξις συντηρεῖται καὶ ζῇ. Ἀλλὰ ταῦτα ἔχουσιν οὕτω κατὰ φύσιν καὶ κατὰ ἱστορίαν, κατὰ παραδόσεις καὶ κατὰ δικαίωμα. Δὲν ἔχουσιν ὅμως οὕτω κατὰ τὸ καθεστὼς διεθνὲς δίκαιον, διότι αἱ συνθῆκαι ἄλλως διέταξαν, καὶ οὔτε ἡ συνθήκη τοῦ 1830, οὔτε ἡ τοῦ 1878, πολλῷ δ’ ἧσσον ἡ τοῦ 1856, παρεχώρησαν τὴν ἡρωΐδα Μεγαλόνησον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, οὔτε παρέδωκαν αὐτὴν ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν ἔχωμεν πόθους καὶ δικαιώματα, αἱ ἀξιώσεις ἡμῶν καὶ οἱ πόθοι εἶναι ἔλλογοι· ἀλλὰ πρέπει πάντα ταῦτα νὰ ῥυθμίσωμεν διὰ πολιτείας μεμετρημένης καὶ σώφρονος, νὰ μὴ ἀφηνώμεθα δὲ εἰς τὰ κύματα τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ εἰς τὰς ἐκδηλώσεις τῶν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναβιβάζουσιν ἡμᾶς ὑπεράνω τῆς πραγματικότητος. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠκολούθησε πάντα τὰ στάδια τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως, ἀφ’ ἧς πρὸ ἔτους καὶ πλέον ἐπεφάνη ἐκ νέου ἐπὶ τῆς νήσου. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν παρέστη τὸ ἀξιοθρήνητον τοῦτο δρᾶμα. Κατὰ τὴν τελευταίαν τριακονταετίαν ἑξάκις ἢ ἑπτάκις τὸ ἐλεύθερον Βασίλειον ἔβλεπε τὰς καταστροφὰς καὶ τὸν ἐξολοθρευμὸν, ὅστις συνετελεῖτο κατὰ τοῦ Χριστιανικοῦ, κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου τῆς Κρήτης. Ἐπέπρωτο καὶ ἕκτην ἢ ἑβδόμην φορὰν κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίοδον νὰ ἴδωμεν τὴν παράστασιν τοῦ αὐτοῦ δράματος. Ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ἠκολούθησε πάντα τὰ στάδια, τὰ ὁποῖα ἀλληλοδιαδόχως διεδέχθησαν ἄλληλα. Ἐὰν κατὰ ταῦτα ἔπραξεν ὅ,τι κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ ὤφειλε νὰ πράξῃ, θέλετε εὑρεθῆ πάντοτε εἰς καιρὸν νὰ τὴν ἐλέγξητε, καὶ νὰ ἐλέγξητε αὐτὴν, ἔχοντες ἐν χερσὶν ἔγγραφα αὐτῆς καὶ πράξεις αὐτῆς. Μὴ σπεύδετε εἰς ἐπικρίσεις ἀπὸ τοῦδε. Ἀλλὰ τὰ στάδια ταῦτα δὲν ἐτελείωσαν. Νέα στάδια καλούμεθα νὰ διατρέξωμεν. Δὲν δύναμαι νὰ προΐδω ὁπόσα καὶ ὁποῖα θέλουν εἶσθαι ταῦτα. Δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους καὶ νὰ πληροφορήσω δημοσίᾳ τοὺς συμπολίτας τοὺς ἐν τῷ Βασιλείῳ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει παραλείψει νὰ πράξῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς καθ’ ἕκαστον τῶν σταδίων τούτων. Ἐὰν αἱ περιστάσεις ἀπαιτήσουν νὰ τολμήσῃ, θέλει τολμήσει, ἀλλὰ μετὰ συνέσεως. Περὶ τούτου παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ πεισθῆτε, ὅτι οἱ λόγοι μου εἶναι ἀληθεῖς. Ἐὰν δὲ τυχὸν ἠθέλομεν καθυστερήσει κατά τι εἰς τὰς καθ’ ἕκαστον τῶν σταδίων ἐνεργείας ἡμῶν, πάλιν θέλετε ἔχει καιρὸν νὰ ἐξελέγξητε ἡμᾶς. Μὴ προβάλλετε τὸ ἐρώτημα, ποῖόν τι θέλομεν ἀποκτήσει κέρδος, ἀναβάλλοντες νῦν τὸν ἔλεγχον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡμεῖς ἠθέλομεν ἀποτύχει. Διότι εἰς τοιοῦτον ἐρώτημα δὲν δύναμαι νὰ σᾶς διαφωτίσω, καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς διαφωτίσω, διότι συμβαίνει ἡμεῖς μὲν νὰ διαχειριζώμεθα τὰ κοινά, ὑμεῖς δὲ νὰ τυγχάνητε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ἡ ὥρα δὲν εἶναι αὕτη, ἵνα κρίνῃ τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν, ἐὰν ἤμεθα ἐπαρκεῖς ἢ μὴ ἐπαρκεῖς. Ἡ ὑπάρχουσα πρόληψις εἶναι, ὅτι εἴμεθα ἐπαρκεῖς, διότι ἐκρίθημεν ἐπαρκεῖς, καὶ διὰ τοῦτο εὑρέθημεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἰσελθόντες εἰς τὴν ἀρχὴν οὐχὶ ἀπὸ τοῦ παραθύρου, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς θύρας. Τοῦτο δὲ δηλοῖ, ὅτι εἰσήλθομεν, διότι ἀπολαμβάνομεν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἡγεμόνος. Ἐὰν τὰ πράγματα μᾶς ἀποδείξωσιν ἀνεπαρκεῖς, μεγάλη συμφορὰ ἐθνική, ἀλλὰ οὐδὲν δύνασθε νῦν νὰ πράξητε, ἀφοῦ εἶσθε ἐν μειονοψηφίᾳ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τυγχάνῃ πεπεισμένη, ὅτι οἱ λόγοι ἡμῶν διερμηνεύουσι τὰ ἀληθῆ φρονήματα ἡμῶν, καὶ ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ προσήκουσα ὥρα, δὲν θέλετε εὕρει ἡμᾶς ὡς πράξαντας ἀλλοῖα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λέγομεν. (Ἐπιδοκιμασίαι ζωηραί).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ζητεῖ τις νὰ ἀγορεύσῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἂς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 500,000 πρὸς περίθαλψιν τῶν προσφύγων, Κρητῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 271). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μετὰ μεσημβρίαν.