1897.01.28
1,832 rows · 14,333 words · 138 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
Τῆς 28 Ἰανουαρίου 1897.
(Τρίτη)
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐν Βόλῳ συλλαλητηρίου τοῦ λαοῦ, ὅπερ ἔλαβε χώραν προχθές, διαβιβάζει τηλεγραφικῶς πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ψήφισμα αὐτοῦ, εὐχομένου νὰ ἴδῃ συνησπισμένας τὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς.
§2ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ.
§3ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐκπληροῦντες ἀνατεθεῖσαν ἐντολὴν χθὲς συνελθόντος λαοῦ πόλεως Βόλου, διαβιβάζομεν ὑμῖν ψήφισμα αὐτοῦ: «Λαὸς πόλεως Βόλου, ἐπὶ θλιβερῷ ἀγγέλματι ἐν Κρήτῃ ἐπαναληφθεισῶν ὑπὸ Μουσουλμανικοῦ ὄχλου καὶ Ὀθωμανικοῦ στρατοῦ σφαγῶν καὶ φρικαλεοτήτων, συνελθὼν ἐν πλατείᾳ Ρήγα Φεραίου, ψηφίζει ὁμοφώνως, ὅτι ἐπέστη πλέον ὁ χρόνος ὁριστικῆς λύσεως τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος κατὰ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους. Παρακαλεῖ Βασιλείαν, Κυβέρνησιν, Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπίαν, ὅπως ἐν εἰλικρινεῖ συνεργασίᾳ ἐκτελέσωσιν ἐθνικὴν θέλησιν, Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀποδεχομένου πᾶσαν ὑπὲρ ἐθνικῆς τιμῆς καὶ ἐθνικῶν δικαίων θυσίαν, προτιμῶντος μίαν ἔνδοξον ἧτταν ἀπὸ μαρασμοφόρον ἐθνικὴν ἀπραξίαν, καὶ ὑπὸ πρόγραμμα τοῦτο εὐχομένου νὰ ἴδῃ συνησπισμένας πάσας ἐξουσίας Κράτους. Ἐκλέγει ἐπιτροπείαν, διαβιβάσουσαν παρὸν ψήφισμα Βασιλέα, Κυβέρνησιν καὶ Βουλὴν, τοὺς Χρ. Βαρλαμίδην, Γ. Γκλαβάνην, Σπ. Μαρδέλην, Νικολαΐδην, Λαναρᾶν, Ἀντωνόπουλον δικηγόρους, Γ. Μαρνελόπουλον.»
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς κατέθεσε πληροφορίας εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Βόλου βουλευτοῦ κ. Ν. Σχινᾶ περὶ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ἐν Τατοίῳ στρατῶνος.
§5ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Φιλάρετος ἀπηύθυνε χθὲς ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορήσωμεν τὴν Βουλὴν «αʹ) τίς ἡ ἐν Κρήτῃ κατάστασις ἀπὸ τῶν τελευταίων εἰς τὴν Βουλὴν κυβερνητικῶν ἀνακοινώσεων μέχρι σήμερον.» Αἱ εἰδήσεις, ἃς ἐλάβομεν, ἀφ’ ἧς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ γνωστοποιήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς προηγουμένας, εἶναι αἱ τοῦ Σαββάτου, τῆς Κυριακῆς καὶ τῆς Δευτέρας. Ἀπὸ τοῦ Σαββάτου εἶχον ἐξακολουθήσει ἐν Χανίοις τὰ λυπηρὰ συμβάντα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀρχίσει τὴν Πέμπτην ἑσπέρας· εἶχον ἐξακολουθήσει φόνοι καὶ ἐμπρησμοί. Τὴν Κυριακὴν καὶ χθὲς εἴχομεν τὰς ἑξῆς ἐν συνόψει τηλεγραφικὰς εἰδήσεις (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἡμέτερα πολεμικὰ πλοῖα ἀφίχθησαν. Τὰ Χανιὰ καὶ ἡ Χαλέπα ἠρημώθησαν Χριστιανῶν, αἱ χριστιανικαὶ συνοικίαι πόλεως ἐκάησαν. «Πυρκαϊὰ ἐξακολουθεῖ. Χριστιανοὶ χθὲς διῆλθον ἐξ Ἀποκορώνου εἰς Ἀκρωτήριον, τὸ ὁποῖον ἐγκατέλειψαν οἱ ἐκεῖ μεταβάντες Τοῦρκοι. Νῦν χίλιοι Χριστιανοὶ κατέχουσιν ὑψώματα Χαλέπας μεταξὺ Γαλατᾶ καὶ Δουράτου. Χθὲς ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας μάχη, ἧς μετέσχε φρούριον διὰ κανονιοβολισμῶν. Χωρία ταῦτα καίονται. Στρατὸς λαμβάνει μέρος παντοῦ. «Πρόξενοί τινες ἐγκατεστάθησαν ἐπὶ πολεμικῶν πλοίων των, παραλαβόντες ἀρχεῖά των. «Χθὲς ἐκηρύχθη ἕνωσις. Ψήφισμα ἑνώσεως ἀποστέλλεται ταχυδρομικῶς. Χριστιανοὶ ἀπεφάσισαν ἀγωνισθῶσι μέχρις ἐσχάτων, διότι τελευταῖα γεγονότα ἀπέδειξαν, ὅτι Τοῦρκοι δὲν ἀνέχονται ἰσότητα.» Κατόπιν τούτων εἴχομεν εἰδήσεις ἐξ Ἡρακλείου καὶ ἐκ Ρεθύμνης, ὅτι καὶ εἰς τὸ Ἡράκλειον ὁ μουσουλμανικὸς ὄχλος εἰσήλασε καὶ ἥρπασεν ὅπλα ἐκ τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν, ὅτι σήμερον (δηλ. χθὲς) ἀπεπειρῶντο νὰ διαῤῥήξωσι τὰς ἀποθήκας τῶν πολεμεφοδίων, ὅτι ἐφοβοῦντο ἐκεῖ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν καταστροφὰς, καὶ ὅτι πρὸ πάσης ἐνεργείας ἀνάγκη ἀναχωρήσεως κατεπείγουσα Χριστιανῶν, ὅτι δ’ ἀπαγορεύεται ἡ ἀναχώρησις τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐξ Ἡρακλείου. Καὶ εἰς Ρέθυμνον ἐπίσης χθὲς (27) μ. μ. διηρπάγη ἓν κατάστημα Ἑλληνικὸν καὶ αἱ ἀποσκευαὶ τῶν Χριστιανῶν τῶν ἀποπειραθέντων νὰ ἐπιβιβασθῶσι τοῦ ἀτμοπλοίου Κουρτζῆ. Ὁ μουσουλμανικὸς ὄχλος ἐμποδίζει τὴν ἀναχώρησιν. Αὐτὰ εἶναι ἐν συνόψει τὰ ἐξ Ἡρακλείου καὶ Ρεθύμνης τηλεγραφήματα, ἅτινα ἔλαβον μέχρι τῆς σήμερον. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θέλει δώσει πληροφορίας ὁ κ. συνάδελφος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.
§6Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτὴς ἐπηρώτησε τὸν Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὡς ἑξῆς: «Ποῖα ἐθνικὰ πλοῖα καὶ πότε ἐξέπλευσαν διὰ Κρήτην, ποῦ τὸ πρῶτον προσωρμίσθησαν, ποῦ ἠγκυροβόλησαν, ἐὰν καὶ ποῖον ἔλαβον μέρος πρὸς προστασίαν τῶν σφαζομένων.» Τῇ Παρασκευῇ τῇ παρελθούσῃ, 24 Ἰανουαρίου, πρὸ μεσημβρίας, εἰδοποιήθην παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀποσταλῶσι πλοῖα εἰς Κρήτην, ὡς τοῦτο ἀνήγγειλε κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν μ. μ. ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ «Ὕδρα» ἀνεχώρησεν ἐκ Πειραιῶς τῇ 25 φθίνοντος μηνὸς, ὥρᾳ 8½ π. μ. Ἡ «Μυκάλη» ἀνεχώρησεν ἐκ Πειραιῶς τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὥρᾳ 10 καὶ 40′ π. μ. Ὁ «Ἀλφειὸς» ἀνεχώρησεν ἐκ Πειραιῶς τῇ 26 Ἰανουαρίου, ὥρᾳ 7 π. μ. Ὁ «Μιαούλης» ἀνεχώρησε σήμερον, ὥρᾳ 1 καὶ 55′ μ. μ., συνοδεύεται δὲ ὑπὸ τῆς «Ἠπείρου», πλοίου τῆς Πανελληνίου Ἑταιρίας, ὅπερ ἐπίσης ἀνεχώρησεν. Ἑπομένως ἤδη ἐν Κρήτῃ ἔχομεν τὴν «Ὕδραν», τὴν «Μυκάλην», τὸν «Ἀλφειὸν» καὶ τὸν «Μιαούλην». Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως, «ποῦ τὸ πρῶτον προσωρμίσθησαν, ποῦ ἠγκυροβόλησαν, καὶ ποῖον ἔλαβον μέρος πρὸς προστασίαν τῶν σφαζομένων», ἀναφέρω τὰ ἑξῆς· ὅτι ἡ «Ὕδρα», ἡ «Μυκάλη» καὶ ὁ «Ἀλφειὸς» προσωρμίσθησαν ἔξωθεν τῶν Χανίων· ὡς πρὸς δὲ τὴν προστασίαν τῶν σφαζομένων, δύναμαι νὰ ἀναφέρω τεμάχιά τινα ἐκθέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, ἥτις ἐλήφθη σήμερον ἐκ Χανίων (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ἄγγλος πλοίαρχος Barfleur μοὶ ἀπέστειλε τριακοσίους πρόσφυγας, οἵτινες εὑρίσκοντο ἐπὶ τοῦ πλοίου του, οὓς ἐπιβίβασα, συμπράττων μετὰ τοῦ κ. Γεν. προξένου, ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἀτμοπλοίου, κατευθυνομένου εἰς Πειραιᾶ. Ἐπίσης προέβημεν εἰς τὴν διὰ τῶν ἡμετέρων λέμβων παραλαβὴν ἔξωθεν, τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ κ. προξένου, ἑκατὸν ἑτέρων προσφύγων ἐκ τῆς Χαλέπας, ὅπου εἶχον καταφύγει ἐν τῇ οἰκίᾳ του. Τούτους ἀπέστειλα διὰ τῶν λέμβων ἡμῶν μετὰ τῶν ἑτέρων τριακοσίων, δοθέντων ἡμῖν ἐκ τῶν εὐρωπαϊκῶν πλοίων, ἐπὶ τοῦ ἀναχωροῦντος ἐμπορικοῦ. Ὁ Ρῶσσος πλοίαρχος εἰδοποίησεν ἡμᾶς νὰ ἀποστείλωμεν λέμβους εἰς τὴν πόλιν τῶν Χανίων, ἵνα προσπαθήσωμεν νὰ παραλάβωμεν περὶ τὰς ἐνενήκοντα οἰκογενείας, διαμενούσας ἔτι ἐν αὐτῇ καὶ διατρεχούσας κίνδυνον. Τούτους θέλω ἐπιβιβάσει τῆς «Μυκάλης», ἐν ᾗ διαμένουσι καὶ πεντήκοντα ἄλλοι, μὴ δυνηθέντες νὰ ἀναχωρήσωσιν εἰσέτι, οὓς θέλω ἀποστείλει διὰ τῆς «Μυκάλης», ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν μοὶ παρουσιασθῇ ἄλλη εὐκαιρία.» Αὗται, Κύριοι, εἶναι αἱ ἐπίσημοι πληροφορίαι τοῦ Μοιράρχου τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, νομίζω δὲ, ὅτι διὰ τῶν ὀλίγων τούτων ἠδυνήθην ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς ὑποβληθείσης μοι ἐπερωτήσεως.
§7Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀπηντήσατε πότε ἀφίχθησαν τὰ πλοῖα.
§8Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔφθασαν τὴν νύκτα τοῦ Σαββάτου περὶ τὸ μεσονύκτιον. Τὴν ὥραν ἀκριβῶς θέλω ἀναγγείλει μετ’ ὀλίγον.
§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Πρὶν ἢ τρέψω τὴν ἐρώτησίν μου εἰς ἐπερώτησιν, ἔχω ἀνάγκην συμπληρώσεως τῶν πληροφοριῶν μου. Ἔμεινεν ἄνευ ἀπαντήσεως ἓν τῶν ἐρωτημάτων μου, ἴσως τὸ σπουδαιότερον: «ἐὰν καὶ ποῖα ἔλαβε μέτρα, ὅπως μὴ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Κρήτῃ ἐμπρηστῶν καὶ δολοφόνων, πεμπομένων ἐκεῖ πρὸς ἐξολόθρευσιν καὶ τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν, δίκην Ἀρμενίων.» Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι σήμερον ἀφίκετο ἡ εἴδησις περὶ κηρύξεως τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς ὁρίσῃ εἰς ποῖον μέρος ἐγένετο ἡ κήρυξις αὕτη.
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ὅλην τὴν Κρήτην.
§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς ὅλην τὴν Κρήτην, ἢ εἴς τινα μέρη αὐτῆς; Περὶ τούτου δὲν ἐπιμένω· ἀλλ’ ἐπεθύμουν κυρίως νὰ μάθω, ἐὰν ἀπεβιβάσθη νέος ὀθωμανικὸς στρατὸς εἰς Κρήτην. Ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπεθύμουν νὰ μάθω, διατὶ δὲν ἀπέπλευσεν ὁ τορπιλλικὸς στόλος ἢ μέρος αὐτοῦ, καὶ ἂν ἐξῆλθεν εἰς Κρήτην ἄγημα Ἑλλήνων ναυτῶν, ἀφοῦ ἐξῆλθον ἐκ τῶν ἄλλων πλοίων.
§12Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀναγινώσκω ὑμῖν περὶ τῆς ἐρωτήσεως ἂν ἐξῆλθεν ἄγημα Ἑλλήνων ναυτῶν, ὅ,τι γράφει ὁ Μοίραρχος: «Ἐπίσης προέβημεν εἰς τὴν διὰ τῶν ἡμετέρων λέμβων παραλαβὴν ἔξωθεν, τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ κ. προξένου, 100 προσφύγων κλπ.» Ἐὰν παρέλαβον αὐτοὺς, ἐξελθόντες ἐκ τῶν λέμβων ἢ μὴ ἐξελθόντες, δὲν ἀναφέρει ὁ κ. Μοίραρχος. Θέλω ἐρωτήσει αὐτὸν καὶ θέλω φέρει τὴν πληροφορίαν.
§13Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου βουλευτὴς κ. Φιλάρετος μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἐρώτησιν, τίνα μέτρα ἔλαβον πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ. Κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ὁ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατὸς ἐνισχύθη κατὰ ἓν τάγμα καὶ μίαν πεδινὴν πυροβολαρχίαν. Ἔκτοτε ὁ ἀρχηγὸς αὐτοῦ οὐδεμίαν ἐνίσχυσιν ἐζήτησε μέχρι σήμερον. Ἐν Θεσσαλίᾳ εὑρίσκονται ἐν ὅλῳ 10 τάγματα πεζικοῦ καὶ εὐζώνων, μία πυροβολαρχία πεδινὴ, μία πυροβολαρχία ὀρειβατικὴ καὶ τρεῖς ἴλαι ἱππικοῦ. Ἐὰν ζητηθῇ νέα ἐνίσχυσις, τοῦτο ἔσεται εὔκολον νὰ κατορθωθῇ ἐντὸς 48 ὡρῶν.
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως, διότι νομίζω ὅτι πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, μόνον ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἔχῃ λόγον νὰ φέρῃ, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις, προτεινομένην, ἴσως ἐδικαιοῦτο νὰ μὴ πολεμήσῃ. Ἀλλὰ πρότασιν προελθοῦσαν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νομίζω ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποκρούσῃ, διότι, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἦλθε τοιαύτη πρότασις, καὶ ἀφοῦ, ὡς ἐκ τῶν ἀπαντήσεων τῶν πρὸ ὀλίγου γενομένων ἀπεδείχθη, ὑπάρχουτι καὶ θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἀνακοινωθῶσιν ἐν δημοσία συνεδριάσει, νομίζω ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς μυστικῆς, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο τὴν πρότασιν ἐψήφισα. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ἀποκρούσασα τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἀνέλαβε βεβαίως τὴν εὐθύνην τῆς δημοσίας συνεδριάσεως. Εὐθὺς δ’ ὡς ἠνοίχθησαν αἱ κλεισθεῖσαι τοῦ Κοινοβουλίου θύραι, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω τὰς ἐρωτήσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὐηρεστήθησαν πρὸ μικροῦ οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ νὰ ἀπαντήσωσι, καὶ ἐνόμιζον ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων συνειθίζει νὰ συνεδριάζῃ συνήθως καὶ πέραν τοῦ μεσονυκτίου διὰ ζητήματα οὐχὶ τόσον σπουδαῖα, ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ παρατείνῃ καὶ χθὲς τὴν συνεδρίασιν ἐπί τινας ἔτι ὥρας· ἀλλ’ ἄλλως ἔδοξε τοῖς πολλοῖς...
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἦτο παρών.
§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκτὸς τούτου ἀπηύθυνα καὶ ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ἄλλως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι ξένος αὐτῶν τῶν ζητημάτων, καὶ ἠδύνατο ν’ ἀπαντήσῃ...
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον τὸ πράξει, ἂν εἶχον τὰ ἔγγραφα.
§18Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ὑπῆρχε, φαίνεται, χθὲς διάθεσις οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Πολλάκις βραδύτης καὶ ὀλίγων ὡρῶν δύναται νὰ ἦναι σημαντικὴ εἰς τοιαύτας ἐθνικὰς περιστάσεις. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐλάβομεν τὰς πληροφορίας, τὰς ἀληθῶς πολυτίμους, καὶ μᾶς ἔρχονται λίαν ἐπικαίρως. Πρὸ μικροῦ ἀνέγνων τηλεγράφημα τοῦ Ἐθνικοῦ Πρακτορείου, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐκίνησε τὸν γέλωτα καὶ πρὶν ἢ ἀκούσω τὰς πληροφορίας. Ἀγνοῶ τὴν προέλευσίν του καὶ τὴν ἀλήθειαν τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ, λέγει ὅμως τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἄγγλων ὁ ὑφυπουργὸς κ. Κούρζων ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὰ ἐν Κρήτῃ εἶναι ἀσήμαντα, ὅτι ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἔδειξε διαγωγὴν ἐξαίρετον, ὅτι οὐδεὶς ἐφονεύθη, ὅτι ἐκάησαν μόνον περὶ τὰς 200 οἰκίαι!...
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἐπίσημον τηλεγράφημα περὶ τούτου, τοῦ πρέσβεως.
§20Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον! Οὕτω θὰ διδαχθῶμεν νὰ δίδωμεν τὴν πρέπουσαν ἀξίαν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκομεν, καὶ εἰς τινας ἐφημερίδας, εὐτυχῶς οὐχὶ πολλὰς, ἐκ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ τύπου, αἵτινες ἀτυχῶς δὲν δύνανται νὰ διακριθῶσιν ἐπὶ μεγάλῃ ἀκεραιότητι. Ἠκούσθη, Κύριοι, —διότι τρὶς ἠρωτήθη ἡ Κυβέρνησις καὶ τρὶς ἐβεβαίωσεν—ὅτι δρᾶμα ἐκτυλίσσεται αἱματηρὸν ἐν Κρήτῃ, ἴσως τὸ αἱματηρότερον ἐξ ὅσων ἔλαβον χώραν καθ’ ὅλον τὸν αἰῶνα, καὶ ἡ μία ἡμέρα διαδέχεται τὴν ἄλλην, φέρουσα πλέον φρικώδεις εἰδήσεις, καὶ εἶναι καιρὸς νὰ λογαριασθῶμεν ἐφ’ ἅπαξ, ποῦ εὑρισκόμεθα καὶ ποῦ βαίνομεν! Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς βουλευτικῆς συνόδου δὲν ἐπαύσαμεν κρούοντες τὸν κώδωνα τοῦ ἐσχάτου τῶν κινδύνων, εἰς πᾶσαν περίστασιν ὑπεμιμνήσκομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μέγας ἐπικρέμαται ἐπὶ τῶν κεφαλῶν ἡμῶν κίνδυνος, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐφαίνετο λαμβάνουσα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλλον αἱ περιστάσεις, ἀλλ’ ἢ ἐχασμῶντο οἱ ἀκούοντες, ἢ ἡμεῖς ἐμυκτηριζόμεθα, ὡς λέγοντες πράγματα γελοῖα, ἄκαιρα, ἄσκοπα! Καὶ πραγματικῶς ἄσκοπα ἦσαν, διότι ἔκλειον τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἔκλειον τὰ ὦτα, ἵνα μὴ βλέπωσι καὶ μὴ ἀκούωσι, καὶ ἐνόμιζον ὅτι κλείοντες τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀπεμάκρυνον τὸν κίνδυνον. Δὲν ᾐσθάνοντο ὅτι πυρκαϊὰ ἐξηπλοῦτο, καὶ δὲν ᾐσθάνοντο, ὅτι ἡ πυρκαϊὰ ἔφθανε μέχρις ἡμῶν, καὶ μέχρι τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Οἱ κυβερνῶντες τὴν χώραν, εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς πορείας των, αὐτοθαυμαζόμενοι, ὡς νάρκισσοι, πάντοτε διὰ τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, εὐθύμως ἠσχολοῦντο εἰς συμπόσια καὶ χοροὺς, καὶ ἴσως μεταξὺ κυπέλου καμπανίτου καὶ ἑνὸς κοτιλλιὸν ἐσχεδίαζον τρόπους περὶ ἐξατμίσεως τῶν Ἑλληνικῶν πόθων. Καὶ ὁ λαὸς ἠγανάκτει καὶ ἐστηλίτευε ταῦτα. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἤκουον! Ἐπῆλθεν ὁ Κρητικὸς ἀγών! Ἐκ τῶν ἑδωλίων τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἠκούσθησαν φωναὶ διαμαρτυρίας, προβλέπουσαι μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας, ἐπὶ τῶν γεγονότων στηριζόμεναι, εἰς ποῖον συμπέρασμα ἤθελε καταλήξει ἡ παιζομένη ἐκείνη τραγῳδία. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐκώφευον! Ἐξετυλίχθη ὁλόκληρον τὸ Κρητικὸν δρᾶμα πρὸ δύο καὶ ἡμίσεως μηνῶν ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσω πρὸς ὑμᾶς, ὁπόσα καὶ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐντεῦθεν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω ὅ,τι κατὰ τὴν 20 Νοεμβρίου 1896, ὅτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐμὴν γνώμην περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν πτέρυγα τῆς πλειοψηφίας, ἔλεγον: «Δύνασθε νὰ φαίνησθε συγκαταβατικοὶ, ὅταν πρόκειται νὰ ἐλέγξητε τὸ παρελθὸν, διότι ἐγένετο δυστυχῶς τὸ κακὸν, ἀλλ’ ἔχομεν μέλλον, καὶ μέλλον ἐγγὺς, καὶ σκεφθῆτε»· διότι πάντοτε παρεδέχθην, καὶ τότε ἔλεγον καὶ τώρα λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλημμύρα πατριωτισμοῦ ἐντεῦθεν καὶ ἄμπωτις ἐκεῖθεν, καὶ ὅτι εἷς κοινὸς πόθος πρέπει νὰ βασιλεύῃ καὶ βασιλεύει εἰς πάντα Ἕλληνα, πολλῷ μᾶλλον εἰς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα ἀπὸ πεπλανημένας εἰσηγήσεις, οὔτε ἀπὸ προσωπολατρείαν, ἡ ὁποία κατέστρεψε τὸν τόπον τοῦτον. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ ἀνατέμνωμεν τὰ γεγονότα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, καὶ ὅταν πειθώμεθα, τότε μόνον νὰ ὑποστηρίζωμεν τοὺς ἡγέτας τῶν κομμάτων, οὐχὶ τυφλοῖς ὄμμασιν, οὐχὶ διὰ τῆς προεξοφλήσεως τῆς ψήφου ἡμῶν, ἡ ὁποία προεξόφλησις ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ εἰς τὴν προεξόφλησιν τῶν συνειδήσεων. Διὰ τοῦτο ἔλεγον κατὰ τὴν 20 Νοεμβρίου 1896, ὁμιλῶν πλέον περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ ὄχι περὶ τοῦ παρελθόντος (ἀναγινώσκει): «... Κυβέρνησις προεδρευομένη ὑπ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἰδιαιτέραν ὑποχρέωσιν διὰ τὴν τήρησιν τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἐν Παρισίοις Συνδιασκέψεως, — ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις τὴν μίαν ἡμέραν διέτασσε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν νὰ ἐξέλθῃ εἰς Θεσσαλίαν, καὶ μετὰ 24 ὥρας ἐδέχθη ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς πρέσβεις τὴν αἰσχυντηλὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ,—ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ὀδυνηροῦ εἰρηνοπολέμου τοῦ ἐν ἔτεσι 1885 καὶ 1886, Κυβέρνησις προεδρευομένη ὑπὸ τοιούτου ἡγέτου, βεβαίως δὲν παρέχει καὶ διὰ τὸ μέλλον τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, ὅπως ἐξακολουθήσῃ διευθύνουσα τὰς ἐθνικὰς ὑποθέσεις, καὶ μάλιστα ὑφ’ ἃς περιστάσεις διατελοῦμεν...» Καὶ ὑπέβαλον σύστασιν, ἡ ὁποία εἴς τινας ἐφάνη τότε ὀλίγον ἀστεία, ἡ ὁποία ὅμως πολὺ ταχέως καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτο σπουδαιοτάτη· ἀπευθυνόμενος δὲ ἰδιαιτέρως πρὸς τὴν πτέρυγα τῆς Συμπολιτεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν παρακάθηνται ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους καὶ πατριῶται, ἔλεγον: «ἴσως εἶναι καιρός...»
§21ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τὰ πόσα εἶναι αὐτά; Εἰς αὐτὰ σᾶς ἀπήντησαν αἱ παρελθοῦσαι ἐκλογαί.
§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔλεγον ταῦτα τῇ 20 Νοεμβρίου 1896, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἀπὸ τότε δὲν ἐγένοντο νέαι ἐκλογαὶ (ἱλαρότης). Κακῶς διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον πάντοτε συνεδέθη μετὰ τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος, ἀλλ’ ἀπαισίως διεξήγαγε τὸ Κρητικὸν ζήτημα, καὶ φοβοῦμαι ὅτι ἤρξατο νὰ διεξάγῃ καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην ἐθνικὴν περίοδον ἀπαισιώτερον τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Καὶ ἔθετο μὲν πρὸ μικροῦ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς στεφάνους, ἤδη δὲ αἰσχυντηλῶς ἀπέῤῥιψεν αὐτοὺς, διότι ἀρνοῦνται ὅτι εἰργάσθησαν πρὸς ὑπογραφὴν τοῦ φιρμανίου τοῦ νέου πολιτεύματος, καθόσον ἐπηκολούθησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἤθελον ἐπακολουθήσει καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον νὰ ἀκούσωσιν, ὅταν ἐλέγοντο παρὰ τόσων ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ δὲν συνετίσθησαν οἱ κύριοι κυβερνῆται οὔτε διὰ τόσων παθημάτων, διότι ἔκλειον τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἵνα μὴ βλέπωσι, καὶ ἔκλειον τὰ ὦτα διὰ νὰ μὴ ἀκούωσι. Προσῆλθον τὸ τρίτον ἤδη ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Περιόδου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀναζητήσατε δὲ τὸ τρίτον κάτοπτρον τῆς πολιτικῆς των πορείας, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, καὶ μελετήσατε αὐτὸν ἐπισταμένως, ἵνα πεισθῆτε, ἂν καὶ πόῤῥωθεν ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἐπέκειντο γεγονότα ὅμοια ἐκείνων, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα πλέον, καὶ ὅταν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία διὰ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὕψωσε τὴν σθεναρὰν αὐτῆς φωνὴν, παρουσιάσθη καταπότιον ἐξατμίσεως τῶν ἐθνικῶν πόθων, καὶ αἴφνης ἀνεγνώσαμεν ἓν βασιλικὸν διάγγελμα. Ἀτυχῶς ὁ τόπος ὑπέστη πολλὰ δεινὰ, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεδέχθη τὸ βασιλικὸν διάγγελμα μετά τινος δυσπιστίας· εὐθὺς ἀπὸ τῶν πρώτων στιγμῶν, οἱ πολλοὶ ἐχαρακτήρισαν αὐτὸ «ὡς στάκτην στὰ μάτια τοῦ κόσμου», καὶ ἀτυχῶς πολὺ ταχέως ἐπηλήθευσαν, διότι μόνον ἑβδομήκοντα ἡμέραι παρῆλθον ἔκτοτε, καὶ τὰ πράγματα ἔρχονται ῥαγδαίως νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ βασιλικὸν ἐκεῖνο διάγγελμα ἦτο στάκτη στὰ μάτια τοῦ κόσμου. Διότι τί εἴδατε σεῖς ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ βασιλικοῦ ἐκείνου διαγγέλματος, τὸ ὁποῖον ἐξέσχιζε τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεδεικνύετο, ἠλπίζετο νέα κατάστασις πραγμάτων; Δύο καὶ μόνα εἶναι τὰ ψηλαφητὰ, τὰ ὁρατὰ σημεῖα: σχέδιον περὶ φυλακίσεως ἀριθμοῦ τινὸς στρατιωτῶν εἰς τὰς Θήβας διὰ τῆς μεθόδου τῆς στρατοπεδεύσεως,—διότι φυλάκισις πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς δράσεως εἰς ἄλλα πεδία—σχέδιον εὐτυχῶς μήπω ἐκτελεσθὲν, ἀλλὰ καὶ μὴ ἐκτελεσθησόμενον, ἕνεκα τῶν ἐν Κρήτῃ,— καὶ ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν δύο θωρηκτῶν μακρὰν, πολὺ μακράν· ναὶ, ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν θωρηκτῶν, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διαμαρτυρομένης σθεναρῶς, τοῦ δὲ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, μὲ πεῖσμα οὐχὶ ἀντάξιον Ὑπουργοῦ, λέγοντος τῇ 20 Δεκεμβρίου 1896: «Θὰ τὰ πέμψω τὴν 29 Δεκεμβρίου, καὶ λέγετε ὅ,τι θέλετε»! Μήπως εἶδεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸν ἄρχοντα τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων ἐπιβλέποντα ἐν καιρῷ εἰρήνης κατὰ τρόπον ἀνάλογον πρὸς τὸ νόημα τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης, πρὸς τὴν ἐκ τῶν ἐνόντων παρασκευὴν, ἵνα ἀντιμετωπίσωμεν, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα, τὰς περιστάσεις; Ἀλλὰ μὴ τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις παρηκολούθησε διπλωματικῶς τί ἐγένετο εἰς τὸν ὁρίζοντα τῆς Ἀνατολῆς; Ἐνόμιζεν ὅτι ἔχει ἐν τῷ θυλακίῳ τὸ νέον πολίτευμα ἰσχυρὸν, καὶ ἀνέμενεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ διαρκῶς αἴθριον τὸν οὐρανὸν, ἀνεγίνωσκον δὲ εἰς ἓν ὑπουργικὸν φύλλον, ὅτι ὑπολογίζουσι τέσσαρας κατὰ σειρὰν βουλευτικὰς περιόδους ὡς ἀνηκούσας εἰς τὸ Κορδόνιον! καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ὡς ἄλλοτε ἔλεγον, ὁ λέβης ἔβραζεν ἐν Βυζαντίῳ, ὁ λέβης ἔβραζε, καὶ ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα! Αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, τῶν ὁποίων τὰ πορίσματα πολλάκις δὲν δύνανται νὰ ἐξηγηθῶσιν, ἂν μὴ συνδυασθῶσι μὲ ἄλλας περιστάσεις, κατέληξαν ὁπωσδήποτε εἰς τὸ φανερὸν συμπέρασμα τῶν λεγομένων μεταῤῥυθμίσεων, καὶ ἰδοὺ ὁ κατὰ τὸν πολιὸν γέροντα τῶν Ἄγγλων «μέγας δολοφόνος», κατὰ τὰ ἐξακριβωθέντα γεγονότα, δίδει διαταγὴν πρὸς τὸν στρατὸν τὸν τακτικὸν ἐν Κρήτῃ νὰ σφάξωσι τοὺς Χριστιανούς, νὰ ἐξολοθρεύσωσιν αὐτούς, δίκην Ἀρμενίων, ἵνα ἀποδείξῃ εἰς τὴν διπλωματίαν, ὅτι μάτην ἀγωνίζεται, ὀργανίζουσα σχέδια μεταῤῥυθμίσεων, διότι ὁ τουρκικὸς ὄχλος ἀποκρούει τοιαύτας, καὶ εἶναι ἀποφασισμένος διὰ τῆς μαχαίρας νὰ μείνῃ, ἐφ’ ὅσον δύναται, ἐν τῇ Εὐρώπῃ! Προτιμᾷ νὰ φονευθῇ, ἀλλ’ οὐδέποτε νὰ ὑποκύψῃ! Δὲν νομίζω ὅτι δύναται πλέον ν’ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι κατὰ ὑψηλὴν Σουλτανικὴν διαταγὴν ἐμπρησταὶ καὶ δολοφόνοι ἀπεφάσισαν τὸ μυσαρὸν σχέδιον τοῦ ἐξολοθρευμοῦ τῶν Κρητῶν, παντὸς τοῦ Χριστιανικοῦ στοιχείου. Θέλετε νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εὐηρεστήθη εἰς τρεῖς συνεδριάσεις ἀρκετὰ σαφῶς καὶ ὡρισμένως νὰ βεβαιώσῃ, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του, ὅτι ἔλαβον χώραν τελευταῖον ἐν Κρήτῃ; Θέλετε νὰ ἐπαναλάβω πανθ’ ὅσα καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν ἐξ ἐπιβατῶν Κρητῶν, εὑρισκομένων ἐν Ἀθήναις; Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἐτεκταίνοντο, τί ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις; Μὴ τυχὸν αἰφνιδίως ἐγένοντο ταῦτα; Καὶ αἱ σφαγαὶ τοῦ Μαΐου 1896 δὲν ἦσαν ἱκαναὶ νὰ διδάξωσι τὴν Κυβέρνησιν, εὐθὺς ὡς ἐφάνησαν τὰ πρῶτα σημεῖα τῆς ἀπαισιωτέρας περιόδου τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, νὰ λάβῃ τὰ μέτρα της; Καὶ πότε ἤρχισαν ἐν Κρήτῃ οἱ Μουσουλμάνοι ἐκδηλοῦντες τὸ ἀποτρόπαιον αὑτῶν σχέδιον; Δὲν ἔχω ἀκριβεῖς χρονολογίας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρὸ 13 ἢ 14 ἡμερῶν, ἢ καὶ πλέον, φανερῶς ἐξεδηλώθη ἡ ἀπόφασίς των. Τί δ’ ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὴν τελευταίαν φάσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος; Οὐδέν! ἂν δὲ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἦτο ἀποῦσα, ἴσως οὔτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐγίνωσκεν ἀκριβῶς τί συμβαίνει ἐν Κρήτῃ, τοὐλάχιστον διὰ τῶν ἐπισήμων στομάτων. Δὲν ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτε ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ἐπανέλαβε τὰς ἐργασίας αὑτῆς καὶ ἀπηυθύνθη ἐρώτησις παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, τί ἀπήντησεν ὁ Πρωθυπουργός; Δὲν ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὅλας τὰς ἐλπίδας ἐστήριξεν εἰς τὴν πρόνοιαν τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς διπλωματίας; Λησμονεῖτε ὅτι δὲν ἠδύνατο οὔτε πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ὡρῶν νὰ διακρίνῃ, ὅτι ἡ διπλωματία, μεθ’ ὅλας τὰς προθέσεις της, ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ καθήκοντα ἄλλα, ἐκτὸς τῶν τοῦ συμβολαιογράφου, κυροῦσα τὰ τετελεσμένα γεγονότα; Ἠκούσατε τί ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. «Αἱ Δυνάμεις προσπαθοῦσι νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ πολίτευμα· ἂν ἀποτύχωσι, θὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ πρακτέου.» Ἐδέησεν ἐν τούτοις ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν νὰ πεισθῇ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι αἱ Δυνάμεις πρὸ πολλοῦ ἀπέτυχον εἰς τὰς ἐνεργείας των, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχωσιν. Ἀλλὰ τί τοὐλάχιστον ἀπὸ τῶν πρώτων σφαγῶν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως σπεύσῃ ἀμέσως εἰς ἐκτέλεσιν καὶ αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος τῆς φιλανθρωπίας; Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν ἡ Κυβέρνησις, εὑρεθεῖσα ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀτμοσφαίρας, ἥτις τὴν ἐπίεζεν, οἱονεὶ ἐκβιασθεῖσα, ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶχε δώσει διαταγὰς περὶ τοῦ ἀπόπλου δύο πλοίων... Δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω παντελῶς, ὅτι αἱ διαταγαὶ τοῦ ἀπόπλου εἶχον δοθῆ πρὸ τῆς συνεδριάσεως...
§23Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρὸ μεσημβρίας.
§24Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. μολονότι ὑπάρχουσί τινες λέγοντες, ὅτι ἐδόθη διαταγὴ πρὸς προπαρασκευὴν καὶ οὐχὶ πρὸς ἀπόπλουν...
§25ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§26Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον, διότι καὶ ἄλλοτε εἶχον προπαρασκευασθῆ διὰ νὰ καπνίζωσιν εἰς τὸ νέον Φάληρον... καὶ οἱ δυσπιστοῦντες εὐλόγως ἤθελον ν’ ἀκούσωσιν ἐκ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι πραγματικῶς διετάχθη ὁ ἀπόπλους, καὶ τότε πράγματι ἐπεκροτήσαμεν πάντες, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀληθοῦς δράσεως, τὴν ὁποίαν ἐνόει ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνέχαιρε τὴν Κυβέρνησιν, τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὴν Συμπολίτευσιν, τὴν Βασιλείαν, πάντοτε ὅμως ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ μεταθέσεως τοῦ καπνίσματος ἀπὸ Φαλήρου εἰς Χανία ἢ εἰς Σούδαν. Ρῖζος ἐνθουσιασμοῦ κατέλαβε, Κύριοι, ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν ἐπὶ τῷ ἀκούσματι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων ἔδωκε τὴν διαταγὴν νὰ ἐκπλεύσωσι δύο πλοῖα εἰς τὰ ὕδατα τῆς Κρήτης, ὁ ἐνθουσιασμὸς δὲ δι’ ἠλεκτρικοῦ ῥεύματος ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον μετεδόθη, ἐνθουσιασμὸς ἅγιος, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐδήλωσεν, ὅτι ἀναλαμβάνει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην παντὸς μέτρου, κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν δηλώσεών της. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ πεποίθησις αὕτη ἐκλονίσθη ἐντὸς ὀλιγίστων ὡρῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπῆρχε καὶ προδιάθεσις, στηριζομένη εἰς προηγουμένας ἀποτυχίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς ὁμοίας ἐθνικὰς περιστάσεις, διότι καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρχεν ἡ δυσπιστία, ἀλλὰ πάντες ἠθελήσαμεν, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων συμβάντων ἐν Κρήτῃ, ν’ ἀποκρούσωμεν πᾶσαν ἀνησυχίαν, καὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν, ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἱερὰν ταύτην στιγμὴν ἠδύνατο καὶ πόῤῥωθεν νὰ ἐλπίσῃ τις, οἱοσδήποτε, μικρότερος ἢ μεγαλείτερος, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παρέλθῃ καὶ ἡ κρίσις αὕτη διὰ ψευδοῦς καπνίσματος πρὸς ἐξάτμισιν. Ἀλλὰ διάφορα ὕποπτα σημεῖα ἔσπευσαν νὰ προκαλέσωσι τὴν ἀνησυχίαν πάντων, καὶ ἰδίως ἀπὸ τῆς χθὲς, διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν διαφόρων γεγονότων, τῶν ὑποπιπτόντων εἰς τὴν κρίσιν πάντων, ἐγεννήθη ἡ πεποίθησις, τοὐλάχιστον εἰς πολλοὺς, ἐὰν μὴ εἰς ὅλους, ὅτι παρεσκευάσθη καὶ δεύτερον καταπότιον, εἰς μεγαλειτέραν δόσιν, πρὸς ἐξάτμισιν τῶν Ἑλληνικῶν πόθων! Ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ ἐρωτηθῶ: «πῶς προδικάζεις τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως; Τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπεις καὶ τὸ ὁποῖον σὲ ἀναγκάζει νὰ τολμήσῃς, ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ κρισίμῳ, ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος νὰ ἐκφράσῃς δισταγμόν, ὅτι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, δὲν εἶναι ἀνάλογα τῶν περιστάσεων, δὲν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς πάντας ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς;» Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς δεούσης προνοίας εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἠμπόδισε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ παρεσκευασμένα τὰ πλοῖα, ἵνα ἀναχωρήσωσι ταχύτερον, ἀντὶ δὲ νὰ ἐκπλεύσωσιν ἐκ Πειραιῶς ἀμέσως, ἢ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς, ἀνεχώρησαν μόλις τὸ Σάββατον, ἡ «Ὕδρα» τὴν 8½ ὥραν π. μ., ἡ δὲ «Μυκάλη» τὴν 11 καὶ 40′ π. μ. Θὰ ἦτο δυνατόν, ἐὰν καὶ ἐπ’ ὀλίγον ἤθελον προσέξει, ἀλλ’ ἐγκαίρως, εἰς τὰς περιστάσεις καὶ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ εἶχον ἀναχωρήσει ἀφ’ ἑσπέρας, καὶ ἡ βραδύτης αὕτη, ἡ ὁποία προέβη καὶ μέχρι παρεξηγήσεως, ὅτι δὲν θὰ ἀνεχώρουν, προσείλκυσε τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοῦ. Ἀλλὰ παρῆλθον 55 ὁλόκληραι ὧραι, καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἠγνόουν ποῦ εὑρίσκοντο τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν πλοῖα, καὶ ὑπῆρχον ἤδη οἱ ἀμφιβάλλοντες, ὅτι εὑρίσκοντο ἐν Κρήτῃ· ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐμοῦ ἐκλονίσθη ἡ πεποίθησις, διότι ἤκουσα θρυλλούμενον, ὅτι δὲν ἐπλησίασαν τὴν Κρήτην, διενοούμην δὲ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ εἰδήσεις ἡ Κυβέρνησις μετὰ 55 ὥρας; ὁ τηλέγραφος λειτουργεῖ καὶ μάλιστα μετὰ τοῦ ἀγγλικοῦ πλοίου καὶ καλωδίου· ἐδημοσιεύθη δὲ χθὲς, δίκην ψυχίου, μετὰ πολλὰς ὥρας, ἓν παράρτημα τοῦ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῆς «Πρωΐας», ἄνευ χρονολογίας, περιέχον τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Τηλεγράφημα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τοῦ μοιράρχου κ. Ράϊνεκ ἐκ Χανίων τῆς 8 πρωϊνῆς ὥρας τῆς σήμερον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἠκυροβολήσαμεν ἐνταῦθα μετὰ «Μυκάλης». Πρόξενον δὲν εἴδομεν ἀκόμη. Τέταρτον πόλεως ἐκάη. Πυρκαϊὰ σήμερον ἐσβεσμένη, περιορισθεῖσα ὑπὸ ξένων ἀγημάτων. Χριστιανοὶ προσέφυγον ξένα πλοῖα καί τινες πρόξενοι. Δύο χιλιάδες περίπου μετεφέρθησαν εἰς Μῆλον ὑπὸ ξένων. Ἐπιβιβάζονται δὲ «Μυκάλην» ὑπόλοιποι.» «Ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ αὐτοῦ μοιράρχου ἀναγγέλλει κατάπλουν «Ἀλφειοῦ», διανύσαντος ἐντὸς 12 ὡρῶν πλοῦν.» Καὶ ἀνεμνήσθην ἄλλου παραρτήματος—τὸ ὁποῖον χάριν τῆς συλλογῆς μου ἔχω ἐνταῦθα—περὶ τῆς φωνῆς τῆς Γαλλίας, «περὶ τῶν λαχάνων» τοῦ ἔτους 1886, καὶ ἐφοβήθην, ὅτι ἦτο τὸ συμπέρασμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν ἀνησύχησε δι’ ἰσχυρότερον λόγον, καὶ ἔλεγον οἱ ναυτικοί: «ποῦ μετέβησαν ἡ «Ὕδρα» καὶ ἡ «Μυκάλη» ἄνευ τορπιλλικῶν;» Καὶ ἂν ἔτι δι’ ἄλλον σκοπὸν δὲν ἦσαν ἀναγκαῖα ταῦτα, ἀλλ’ ἂν διακοπῇ ἡ συγκοινωνία ἡ τηλεγραφική, κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν συνεννοεῖσθαι; Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον, ἐὰν ὁ δοὺς τὴν διαταγὴν τῆς δολοφονίας ἐξαποστείλῃ δεκάδας χιλιάδων καὶ ἑτέρων δολοφόνων καὶ ἐμπρηστῶν, εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ «Ὕδρα» καὶ ἡ «Μυκάλη»; Καὶ διατὶ τὸ θωρηκτὸν δὲν εἶχε τοὐλάχιστον σῶμα ἀνάλογον ἀριθμοῦ σκαπανέων, ἀλλὰ πρὸ πάντων διατὶ δὲν ἐστάλησαν τορπιλλικά, ἀφοῦ τὰ τορπιλλικά, ὡς πάντες γινώσκομεν, εἶναι ἐν ἐξαιρέτῳ καταστάσει; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δὶς ἐρωτηθεὶς, ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐμὲ, οὐχὶ βεβαίως διότι ἐλησμόνησεν, ἀλλὰ διότι δὲν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα δὲν τὰ ἀπέστειλεν. Εἰς ὑμᾶς δ’ ἐπιτρέπεται, ἢ ἀκριβέστερον ἐπιβάλλεται, νὰ ἐκφράσωμεν καὶ πάλιν μεγάλους φόβους περὶ τῆς σπουδαιότητος τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ θωρηκτὸν «Ὕδρα» ἄνευ τορπιλλικῶν, ὡς γινώσκετε, δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν σκοπόν του. Ἄλλως, διατὶ ἀφοῦ καὶ ἄλλα πλοῖα, ἐκτὸς τῶν ἐν Γαλλίᾳ, ὑπάρχουσιν ἕτοιμα, δὲν ἐστάλησαν; Μήπως τὸ Ρέθυμνον, μήπως τὸ Ἡράκλειον δὲν ἀπειλοῦνται; Περὶ τούτου κυκλοφοροῦσι φῆμαι πολλαὶ καὶ ποικίλαι, καὶ εἶχε, νομίζω, καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ κατηγορηματικῶς. Ὑπάρχει φόβος τις; Δὲν δύναμαι νὰ τὸν διακρίνω. Τὸ πρῶτον διάβημα ἐγένετο, καὶ ἐπρόκειτο περὶ τῆς συμπληρώσεως τῶν ἀναγκαίων μέτρων. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ διαμαρτυρία διὰ τὰ τορπιλλικὰ ἐκ μέρους Δυνάμεώς τινος, διατὶ νὰ μὴ γείνῃ διὰ τὸ θωρηκτὸν καὶ τὴν «Μυκάλην»; Γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι ἀπεβιβάσθησαν ἀγήματα ὑπὸ τῶν ξένων στόλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι αἱ λέμβοι τοῦ Ἑλληνικοῦ πλοίου ἔσωσαν γυναικόπαιδα, ἀλλὰ δὲν εἶναι γνωστὸν, ἐὰν μετὰ τῶν ἄλλων ἀγημάτων ἐξῆλθον καὶ Ἑλληνικὰ ἀγήματα. Καὶ ἐνταῦθα εἶναι τὸ φοβερώτερον, ἐνταῦθα εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον πρέπει νὰ ἐπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Τί θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν τὴν στιγμὴν ταύτην ἀποβιβάζωνται εἰς Κρήτην καὶ ἄλλοι δολοφόνοι; Θὰ ἀρκεσθῇ νὰ βλέπῃ κυματίζουσαν τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν; Θὰ ἀρκεσθῇ νὰ μανθάνῃ, ὅτι καπνίζουσι καὶ ἐκεῖ, ὡς ἐν Φαλήρῳ, τὰ θωρηκτά μας; «Ἀλλὰ τί νὰ πράξῃ;» Θὰ ὑπάρχῃ τις ὁ δυνάμενος νὰ ἀμφιβάλλῃ, τί ὀφείλει νὰ πράξῃ; Ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι, διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις! Εἶναι περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι δύο γνῶμαι. Τὰ μέτρα αὐτὰ ἢ δὲν λαμβάνονται παντελῶς, ἢ ἐκτελοῦνται πρεπόντως. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται, ἀφοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἐπίσημος Τουρκία ἔδωκε διαταγάς, ὅπως σφαγῶσιν οἱ Ἕλληνες, οἱ Χριστιανοὶ, δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται, καθ’ ἣν στιγμὴν βλέπετε ἀποβιβαζομένους τοὺς δολοφόνους καὶ τοὺς ἐμπρηστὰς, νὰ ἀμφιβάλλητε τί πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλάς· ὀφείλει νὰ ἐναγκαλισθῇ τὴν θυγατέρα αὑτῆς Κρήτην, καὶ νὰ ἀνυψώσῃ αὐτὴν ἐλευθέραν ἐκ τοῦ βαράθρου, εἰς ὃ τὴν ῥίπτουσιν, ἢ νὰ συγκαταστραφῇ... Ὄχι! κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἐπιτρέπεται δισταγμὸς πλέον! Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔθεσε τὸ ζήτημα καὶ τὸ ἔλυσε· μᾶς διατάσσει διὰ τῶν συλλαλητηρίων του—καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ μᾶς διατάσσῃ, διότι εἶναι κυρίαρχος,—νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἐντολήν του, καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν θυσίαν χρήματος καὶ αἵματος, καὶ πάντοτε ἦτο ἕτοιμος, ἀλλ’ ἦτο ἄξιος κρείσσονος τύχης, κρεισσόνων κυβερνητῶν. Ἐὰν ἐπὶ τριάκοντα δύο ἔτη προσεπάθησαν ἵνα ψυχρανθῇ ὁ ἐνθουσιασμός του, οὗτος ὅμως ἄσβεστος μένει ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, καὶ πάντοτε ἠλεκτρίζεται, καὶ δικαίως. Ἐὰν δὲ ἠλεκτρίζεται καθ’ ἣν στιγμὴν τελοῦνται ἐν Κρήτῃ ὅσα τελοῦνται, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἀνατολὴ συγκινεῖται, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεπιφύλακτος ὑπὲρ τῶν Κρητῶν εἶναι ἡ ὁμοφωνία τῶν Δυνάμεων, ἢ ἔστω καὶ ἡ διαφωνία αὐτῶν, ἐπιτρέπεται πλέον εἰς ἡμᾶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ κινδύνων; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐφαίνοντο τοιοῦτοι, τί δύναται νὰ ἀποκτήσῃ τις ἄνευ κινδύνων; Ἡ Κυβέρνησις ὅμως καυχᾶται, ἐκαυχήθη καὶ σήμερον καὶ χθὲς, ὅτι τὰ κατ’ αὐτῆς παράπονα εἶναι ἄδικα, ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Στέμματος. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ τὸ Στέμμα συμφωνῇ πρὸς τοιαύτην Κυβερνητικὴν πορείαν, τόσον τὸ χειρότερον καὶ διὰ τὸ Στέμμα. Ἀτυχῶς δὲν ἐνοήθη, φαίνεται, ἀκόμη οὔτε ἀπὸ τὸ Στέμμα, ὅτι τὸ ζήτημα ἐτέθη ὑπὸ τοῦ ἔθνους ἡμῶν σαφέστατα: ἢ θρίαμβος τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἢ ἐμφύλιος πόλεμος!
§27ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§28Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂς ἐννοήσωμεν πάντες, πρῶτοι ἡμεῖς, ἂς ἐννοήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂς ἐννοήσωσι πάντες οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι τῆς πλειοψηφίας, ὅτι σήμερον μία φωνὴ γενικὴ ἠγέρθη ἐξ ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς χείμαῤῥος ἀκατάσχετος, καὶ ὁ χείμαῤῥος οὗτος ὁριστικῶς ἔκλεισε τὴν ὀπισθοχώρησιν. Καθ’ ἣν στιγμὴν κυματίζει ἡ κυανόλευκος σημαία ἐν Κρήτῃ καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ Κρῆτες ἐκήρυξαν τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ προσκαλοῦσι τὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων νὰ παραλάβῃ τὴν νῆσον, φωνάζοντες «ἢ ἕνωσις ἢ θάνατος», ἔφθασεν ἡ στιγμή, καθ’ ἣν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ δὲν ἐνέπνευσεν ἐμπιστοσύνην, ὅτι σπουδαίως ἐπελήφθη τοῦ ἔργου, ὑπάρχει ἀνάγκη σχηματισμοῦ νέας Κυβερνήσεως, ἀνταξίας τῶν σημερινῶν περιστάσεων, ἡ ὁποία νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, εἰς τὴν σημαίαν αὐτῆς: «ἢ ἡ Κρήτη ἐλευθέρα, ἢ θάνατος!».
§29Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπίστευον ἀδιστάκτως, ὅτι εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς συνταράσσεται, καὶ ἅπαντες, δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι, τὰ βλέμματα αὑτῶν στρέφουσι πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν αὐτὴν καὶ τὸ Στέμμα, ὅτι ἐδῶ ἤθελε βασιλεύσει ἡ ὁμόνοια, ἡ ἀγάπη, ἡ σύμπνοια, ὅτι ἐνταῦθα ὅλοι ἠθέλομεν ἐργασθῆ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος καὶ μόνης τῆς πατρίδος, μὴ ζητοῦντες νὰ καταῤῥίψωμεν καὶ νὰ καταβάλωμεν τὰς ἐλπίδας τῶν προσβλεπόντων εἰς ἡμᾶς...
§30ΣΤΑΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§31Ν. ΣΧΙΝΑΣ. .. Δυστυχῶς ὅμως μετὰ τὰ λαβόντα χώραν τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, καὶ μετὰ τὰ χειροκροτήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέκυψαν, ἴσως ἄκοντες, οἱ χειροκροτήσαντες ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, συνεταράχθησαν τὴν ἑπομένην, καὶ διενοήθησαν τίνι τρόπῳ τὰς ἐλπίδας, τὰς σκέψεις, τὰ βουλεύματα, τὰ πάντα νὰ καταστρέψωσι, καὶ νὰ καταῤῥίψωσι τὰς ὡραίας ἐλπίδας, αἱ ὁποῖαι ἐξηγείροντο εἰς τὰ στήθη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Προὐκάλεσαν, κύριε Πρόεδρε, χθὲς μακρὰν συζήτησιν, ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ μυστικὴ ἢ ἄλλη τις συζήτησις. Ἀλλὰ τίς ὁ σκοπὸς τῆς συζητήσεως, Κύριοι; Τὰ πάντα δὲν τὰ γνωρίζομεν πρὸ δεκαπεντάδος ἐτῶν; Τί θέλετε σήμερον νὰ μάθωμεν πλειότερον παρ’ ὅ,τι γνωρίζομεν; Τί θέλετε νὰ εἴπωμεν περισσότερον κρύφα παρ’ ὅ,τι τοσάκις ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ; Πρὸς τί ἐζητήσατε τὴν ἰδιαιτέραν καὶ κρύφα ἀπὸ τῶν ὀμμάτων καὶ τῶν ὤτων τῶν ἀκροατηρίων συζήτησιν; Τί θέλετε νὰ μάθητε; Θέλετε νὰ ζητήσητε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε; Λυποῦμαι, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ τοῖς παρατηρήσω, ὅτι εἰς τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκαν σήμερον, ὑπῆρξαν λίαν φειδωλοί. Παρέλειψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ εἴπῃ πόσην δύναμιν ἔχει ἕκαστον πλοῖον, πόσα πυρομαχικὰ, πόσα ὅπλα, πόσα πυροβόλα· παρέλειψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ἐπερωτήσαντας, πόση εἶναι ἡ δύναμις ἑκάστου στρατῶνος, πόσους στρατιώτας ἔχει ἕκαστος σταθμὸς, πῶς ἔχει κατατμηθῆ, πόσα ὅπλα ἔχει, πόσα ὅπλα καὶ πυροβόλα ἔχουσιν αἱ ἀποθῆκαι. Αὐτὰ θέλετε νὰ σᾶς εἴπωσι, Κύριοι; (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι οὕτω δὲν γινόμεθα τίποτε ἄλλο, παρὰ οἱ κατάσκοποι τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ! (ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν κάμνομεν, Κύριοι, τίποτε ἄλλο καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα καὶ ἐκεῖνοι οἱ τῶν ἐφημερίδων (δεικνύει τοὺς ἐν τῷ θεωρείῳ δημοσιογράφους), παρὰ νὰ γινώμεθα οἱ κατάσκοποι τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Ἐν τῇ ἀγαθότητί των ἐκεῖνοι καὶ ἐν τῇ φιλοπατρίᾳ μας ἡμεῖς ἐνταῦθα, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ γινώμεθα κατάσκοποι — οἱ ἀληθεῖς κατάσκοποι — τῶν ξένων. Δὲν παύομεν νὰ ἀναγινώσκωμεν καθ’ ἑκάστην: ὁ Α ἀξιωματικὸς διετάχθη νὰ μεταβῇ εἰς τὴν δεῖνα θέσιν, ὁ Β ἀξιωματικὸς μετὰ τόσων ἀνδρῶν μεταβαίνει διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ἐκείνην, τὸ τάδε τάγμα διετάχθη νὰ ᾖναι ἕτοιμον, τόσαι ὀκάδες διπυρίτου τόσα πολεμοφόδια, τόσα κιβώτια ἐδόθη διαταγὴ νὰ μετακομισθῶσιν ἐκεῖ! Τί ἐνδιαφέρεται τὸ κοινόν; Ζητεῖτε νὰ ἐνδιαφέρηται δι’ αὐτά; (στρέφεται πρὸς τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων). Νομίζετε, Κύριοι, — καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τὴν δημοσιογραφίαν — ὅτι ὑπηρετεῖτε οὕτω τὸν Ἑλληνισμόν; ὅτι ὑπηρετεῖτε τὸν προορισμὸν τῶν ἐφημερίδων; Ζητῶ συγνώμην παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, διότι τὸν λόγον ἀπέτεινα πρὸς τοὺς κ. πρακτικογράφους, ὄχι διὰ νὰ ἐπιτιμήσω αὐτοὺς, ἀλλὰ διότι ἐν τῇ καλῇ των θελήσει καὶ μὴ γνωρίζοντες ὁποῖον σχέδιον ἐξυπηρετοῦσιν, ἀναγράφουσι καὶ ἐπιζητοῦσι νὰ ἀναγράφωσιν ὅσα ἀναγράφονται ἐν ταῖς ἐφημερίσι.
§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ Ὑπουργεῖα τὰ δίδουσι.
§33ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ὄχι;
§35Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Προσπάθεια μεγίστη καταβάλλεται ἑκάστοτε, πῶς ἀμέσως, πρὶν ἢ κοινοποιηθῇ ἔγγραφόν τι, νὰ ἔλθῃ εἰς γνῶσιν τῆς Α ἢ τῆς Β ἐφημερίδος, καὶ σπεύδει ἑκάστη ἐφημερὶς ἐκ συναγωνισμοῦ νὰ μάθῃ ποία διαταγή, ὄχι ἐδόθη, ἀλλὰ πρόκειται νὰ δοθῇ, ἵνα τὴν δημοσιεύσῃ πρώτη! Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλο τι θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, καὶ μάλιστα προχθὲς τὸ ἑσπέρας, μυρία παραρτήματα διέσχιζον τὴν πόλιν, δι’ ὧν ποικίλαι ἀνεκινοῦντο εἰδήσεις, ἅπασαι δὲ αἱ εἰδήσεις αὗται προὐκάλεσαν κίνησιν, συγκίνησιν, ἀλαλαγμὸν καὶ δάκρυα πολλά, καὶ συνεκίνησαν τὸν πολὺν κόσμον, μετεδόθησαν δὲ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἅπας δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἕνεκα ἀνακριβῶν καθόλου εἰδήσεων, ὡς ἀπεδείχθη μετέπειτα, εὑρέθη ἐν συγκινήσει ἐν μακρῷ διαστήματι χρόνου. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὰς διαδόσεις ταύτας, καὶ καμμία νὰ μὴ δημοσιεύηται εἴδησις, μὴ ἔχουσα ὑπόστασιν καὶ βεβαιότητα ἢ ἀντιστρατευομένη εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Δὲν θὰ μηκύνω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι ἅπαντες ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἐμφοροῦνται αἰσθήματος, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὸν ἔχοντα ὑπεροχὴν αἰσθήματος παντὸς ἄλλου συναδέλφου του καὶ παντὸς πολίτου Ἕλληνος, ὅτι τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ βασιλεύσῃ, εἶναι, πῶς ἐν ὁμονοίᾳ καὶ ἀγάπῃ νὰ συμπράξωμεν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, συμπράττοντες δὲ νὰ ὑποδεικνύωμεν ἑκάστοτε τῇ Κυβερνήσει, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, τὰ δυνατὰ καὶ τὰ ὠφέλιμα· ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἁπάσας τὰς περιστάσεις, ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, ἁπάσας τὰς πληροφορίας, νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν γενομένων προτάσεων καὶ ἀποφασίζῃ. Ἔχω δὲ ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις θέλει παραλείψει εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ἀλλ’ ἅπαντες, μικροί τε καὶ μεγάλοι, κυβερνῆται καὶ μὴ, θὰ δράσωσι πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§36ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν χθεσινὴν προμυστικὴν συνεδρίαν δὲν ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Τουρκίας, ἐὰν δὲν ἐῤῥίφθη ὁ κύβος ὑπὲρ τῶν ὅλων, ἐλύθησαν ὅμως αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, τὰς ὁποίας διατρέχει τὸ ἔθνος, καὶ συνεπείᾳ τῆς διαγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, ἐλύθησαν, λέγω, αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας πᾶς Ἕλλην Βουλευτὴς ὤφειλε νὰ ἔχῃ πρὸς Κυβέρνησιν, ὁποία ἐφάνη ὅτι θὰ ἦτο κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἐλύθησαν αἱ ὑποχρεώσεις ἐκεῖναι, καὶ ἄλλαι βαρύτεραι ἐπεβλήθησαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εἶναι ἀνάγκη διὰ βραχέων νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν χθὲς προμυστικὴν συνεδρίαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις σύσσωμος ἓν καὶ μόνον ζήτημα ἔθηκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁποῖά τινα μέτρα σκοπεῖ νὰ λάβῃ, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὰς κρισίμους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διέρχεται ὁ Ἑλληνισμός· ἐπιμόνως δὲ ἀπῄτησεν, ἵνα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν μυστικῇ συνεδρίᾳ λάβῃ γνῶσιν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅπως ἐν ἐπιγνώσει τῶν εὐθυνῶν ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ὤφειλε νὰ πράξῃ πᾶσα πατριωτικὴ Ἀντιπολίτευσις· ἀλλὰ παραδόξως ἡ Κυβέρνησις ἀντέταξε σιωπὴν ἀπόλυτον, ἡ σιωπὴ δὲ ἐκείνη οὐδὲν ἄλλο ἐσήμαινεν ἢ ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν εἶχε λάβει μέτρον, οὐδὲν ἐσκόπει νὰ λάβῃ μέτρον καὶ οὐδὲν θέλει λάβει ἐν τῷ μέλλοντι μέτρον, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὰς κρισίμους, ἐπαναλαμβάνω, περιστάσεις, τὰς ὁποίας διέρχεται ὁ Ἑλληνισμός. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει τοὺς τέως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν ἀντιπολιτευομένους Βουλευτὰς τῆς πτέρυγος ταύτης ὡς προδότας, ἵνα ἀπαξιώσῃ νὰ ἀναγγείλῃ αὐτοῖς ὁποία τις εἶναι ἡ κατάστασις ἐν Κρήτῃ καὶ ὁποῖα μέτρα ὀφείλει νὰ λάβῃ. Καὶ βεβαίως δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ θεωρήσῃ ὡς προδότας τοὺς καθημένους εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἀφοῦ προθύμως πάντες οἱ λαβόντες τὸν λόγον μιᾷ γνώμῃ καὶ μιᾷ φωνῇ κατεδήλωσαν ὁποῖα ὤφειλε κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν νὰ λάβῃ μέτρα ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ ἡ σιωπὴ, ἐπαναλαμβάνω, τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐπίμονος σιωπὴ, ἡ ἐπὶ τετράωρον σιωπὴ, ἡ μετὰ μακρὰς μαστιγώσεις σιωπὴ, ἡ μετὰ μακρὰς διὰ πεπυρακτωμένου σιδήρου καυτηριάσεις, ἐξερχομένας τῶν χειλέων τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ράλλη, οὐδὲν ἄλλο καταδεικνύει ἢ τὴν ἔνδειαν πάσης ἰδέας, πάσης σκέψεως, πάσης ἀποφάσεως, καὶ παρελθὸν ἀληθῶς τοιοῦτον, ὁποῖον εἶναι τὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐπέβαλλεν εἰς πάντας τοὺς παρακαθημένους εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) νὰ γινώσκωσιν, ὅτι ἡ ἐν τῷ μέλλοντι πορεία τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἄλλη ἢ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἦτο ἐν τῷ παρελθόντι. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐξετάσω τὰ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ὡς ἔπραξεν ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος, ὁ ἄρτι ἐκ τοῦ βήματος κατελθὼν, καὶ εἰπὼν τὰ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν 12 Μαΐου 1896. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, διότι ἔχω πρόσφατα τὰ γεγονότα τὰ λαβόντα χώραν πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μόλις μηνός. Ὑπέμνησεν ὁ ἐκ Βόλου συνάδελφος κ. Φιλάρετος ὁποῖά τινα πρὸ δύο καὶ ἡμίσεως μηνῶν ἐλέχθησαν καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἀπὸ τῆς πτέρυγος ἐκείνης περὶ τῆς νῦν ἐν Κρήτῃ καταστάσεως, τὴν ὁποίαν προεβλέπομεν, περὶ τῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν διέρχεται σήμερον ὁ δοῦλος Ἑλληνισμὸς, καὶ περὶ τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας θ’ ἀναγκασθῇ ν’ ἀντιμετωπίσῃ ταχέως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπανέρχομαι ἐπὶ τὸ αὐτὸ θέμα· ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε διὰ βραχέων νὰ ἀναγνώσω εἰς ὑμᾶς ἐπιστολάς τινας ἐκ Κρήτης καὶ νὰ ἀναφέρω ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ταύτην τὴν στιγμὴν δυστυχῶς δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ προσαγάγω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πολὺ ταχέως ὅμως, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔπραξα, θὰ καταθέσω ἐνώπιον ὑμῶν, ἵνα δειχθῇ ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀκριβῶς ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις εὑρεθεῖσα καὶ σήμερον, τὰς περιστάσεις τὰς πρὸ τῆς 12 Μαΐου 1896, τὴν αὐτὴν ἀκολουθεῖ καὶ σήμερον πορείαν ἀπὸ τῆς προπαρελθούσης Κυριακῆς. Ἐπιστολὰς ἀνδρῶν ἐκ Κρήτης διακεκριμένων, τὰ μάλα γνωστῶν τοῖς πᾶσι, πολιτικῶν ἀνδρῶν διακριθέντων ἐν τῇ Κρητικῇ Βουλῇ, διακριθέντων καὶ ἐν τοῖς γράμμασι, κατέχω, αἱ ὁποῖαι δι’ ἀκραδάντου πεποιθήσεως ἐξέφραζον τὴν γνώμην, ὅτι λίαν ταχέως ἐπίκειται μεγάλη καταστροφὴ ἐν Κρήτῃ. Ἐπιστολὴ τῆς 23 Δεκεμβρίου ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κρήτη νῦν διὰ μιᾶς μόνης λέξεως δύναται ν’ ἀναφλεχθῇ· φοβοῦμαι δὲ, διότι ἡ ὑπομονὴ τῶν Χριστιανῶν ἐξηντλήθη πλέον, διότι ἀπεδείχθη τρανότατα πλέον, ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ φροντίζουσι πάσῃ θυσίᾳ, ἵνα παρεμποδίσωσι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν προνομίων καὶ διαταράξωσι τὴν τάξιν.» Ἐπιστολὴ τῆς 4 Ἰανουαρίου 1897 λέγει τάδε (ἀναγινώσκει): «Αἱ Καλύβαι εἶναι χωρίον τοῦ Ἀποκορώνου, κείμενον εἰς παραθαλάσσιον μέρος, εἰς τὸ στόμιον τοῦ λιμένος Σούδας, καὶ φρουρούμενον ἀπὸ τὸ ὀχυρὸν φρούριον Ἰτζεδὶν καὶ ἀπὸ ἕνα ὀχυρότατον πύργον. Νῦν ἐν αὐτῷ ἑδρεύει ἡ Διοίκησις Σφακίων· πλὴν ὅμως, μὲ ὅλα τὰ πλεονεκτήματά του ταῦτα, ἅτινα δυνατὸν νὰ τὸ προφυλάξωσιν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, αἱ ὀθωμανικαὶ οἰκογένειαι ἤρξαντο φεύγουσαι· τὸ αὐτὸ πράττουσιν οἱ Ὀθωμανοὶ κάτοικοι ὅλων τῶν πέριξ χωρίων, ὥστε ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἔχουν χωρισθῆ τὰ δύο στοιχεῖα.» Ἐπιστολὴ ἄλλου ἐγκρίτου καὶ διακεκριμένου Κρητὸς, λαβόντος ἐνεργὸν καὶ σπουδαῖον μέρος εἰς τὴν προτελευταίαν ἐπανάστασιν, — διότι ἡ σημερινὴ εἶναι ἡ τελευταία — τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ σᾶς φανερώσω, ἔγραφε τὴν 5 Ἰανουαρίου (ἀναγινώσκει): «Χθὲς ἀφικόμην εἰς Χανία. Διῆλθον διὰ Ρεθύμνης καὶ Ἡρακλείου. Εἰς πάσας τὰς πόλεις εὗρον τὰ πνεύματα ἐξημμένα, καὶ φόβος κατέχει τοὺς κατοίκους περὶ προσεχῶν αἱματηρῶν ταραχῶν. Εἰς τὰ Χανιὰ τυχαίως ῥιφθέντος ἑνὸς πυροβολισμοῦ ἀπό τινος στρατῶνος, κατέλαβε πανικὸς ἀμφότερα τὰ στοιχεῖα, ἅτινα σπεύδοντα ὅπου ἑκάτερον ἐθεώρει ἑαυτὸ μᾶλλον ἀσφαλὲς, ἐγκατέλειπον τὰ μαγαζεῖα καὶ τὰ ἐργαστήριά των ἀνεῳγμένα, καὶ ἐκράτουν εἰς χεῖρας τὰ ῥεβόλβερ, ἕτοιμοι πρὸς ἄμυναν ἢ καὶ πρὸς ἐπίθεσιν.» Ταῦτα δὲ τὴν 5 Ἰανουαρίου 1897. Καὶ κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Οἱ Χριστιανοὶ ἔχουσι στάσιν ἀμυντικὴν, ἀναμένουσι δὲ τὸ σύνθημα νὰ δοθῇ ὑπὸ τῶν Τούρκων, καὶ τότε ἀπεγνωσμένως θὰ ἀγωνισθῶσι τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων ἀγῶνα.» Ὁ αὐτὸς δὲ διακεκριμένος Κρὴς ἔγραφε τὴν 18 Ἰανουαρίου (ἀναγινώσκει): «Ὡς ἔγραφον καὶ ἐν τῇ προγενεστέρᾳ μου, ἐπίκεινται σοβαρὰ γεγονότα καὶ σκηναὶ τραγικαὶ, ἕνεκα τοῦ χωρισμοῦ τῶν δύο στοιχείων εἰς ὅλα τὰ τμήματα... Εἶναι μάλιστα ἄπορον, πῶς μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν σᾶς γράφω, δὲν συνέβη τοῦτο.» Ἄλλη ἐπιστολὴ τοῦ αὐτοῦ ἐγκρίτου προσώπου, γραφεῖσα τὴν 4ην πρωϊνὴν ὥραν τῆς αὐτῆς ἡμέρας (τῆς 18) λέγει (ἀναγινώσκει): «Αὔριον πρωῒ περιμένονται πολὺ τραγικαὶ σκηναὶ εἰς τὰ πέριξ τῶν Χανίων καὶ ἐντὸς αὐτῶν· ἀλλὰ καὶ αὔριον ἂν δὲν γείνῃ τίποτε, οἱ Τοῦρκοι πάλιν θὰ μᾶς προκαλέσωσι διὰ νέων δολοφονιῶν.» Ταῦτα δὲ, κύριοι συνάδελφοι, ἐξ ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς καταστροφῆς τῶν Χανίων διὰ τῆς γνωστῆς αὐτῶν πυρπολήσεως. Καὶ εὐλόγως θὰ ἐρωτήσῃ πᾶς τις, τί ἔπραττεν ὁ ἐν Χανίοις γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος; Ἐγνώρισε τὰ γεγονότα ταῦτα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ; Ἐγνώρισεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Κυριακὴν, ὅτε ἔλαβε χώραν ὁ φόνος τοῦ διακεκριμένου δικαστοῦ Μαρκουλάκη, ἐγνώριζεν ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις, ὅτι ἐπέκειντο κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν σφαγαὶ ἐν Χανίοις καὶ ὁ ἐμπρησμὸς τῆς πόλεως; Βεβαίως τὸ ἐγίνωσκεν ὁ ἐν Χανίοις πρόξενος τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του ἐτηλεγράφησε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ πάντα τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα προλάβῃ τὴν ἐπικειμένην καταστροφὴν τοῦ ἐν Χανίοις Ἑλληνικοῦ στοιχείου. Τὴν προπαρελθοῦσαν Δευτέραν, τουτέστι πρὸ 9 ἡμερῶν, ἐτηλεγράφει πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις, ὡς μάρτυς αὐτόπτης εἶδε τὸ ἀποσταλὲν ἐκ Χανίων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τηλεγράφημα, ἐτηλεγράφει, λέγω: «σπεύσατε ν’ ἀποστείλητε τὰ πλοῖα, σπεύσατε ν’ ἀποστείλητε τὰ θωρηκτά.» Καὶ τί ἆρά γε ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; Τὸ τί ἔπραξε, τὸ γνωρίζετε πάντες! Παρῆλθε καὶ ἡ Δευτέρα, παρῆλθε καὶ ἡ Τρίτη, εἰσήλθομεν καὶ εἰς τὴν Τετάρτην, ἤρξατο τὴν Πέμπτην ὁ ἐμπρησμὸς τῆς πόλεως, ἐγένοντο αἱ σφαγαὶ ἐν Χανίοις, καὶ τὸ τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ γνωρίζετε πάντες. Τὴν Πέμπτην ἐκείνην ἐγένετο ἡ πρώτη συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἐπηρώτησα ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἐν Κρήτῃ καταστάσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι οὐδὲν ἐγίνωσκεν!! ἐνῷ ἐγίνωσκεν, ὅτι ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς ἐκαίετο σύμπασα ἡ πόλις τῶν Χανίων, ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον, ἐνῷ ἐγίνωσκε τὰς σφαγὰς τῶν Χανίων, ἐνῷ ἐγίνωσκεν ὅτι ἤδη εἶχον τραπῆ τὴν πρὸς τὰ ξένα πλοῖα οἱ κάτοικοι τῶν Χανίων, γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδυτοι!! Ἐπῆλθεν ἡ Παρασκευὴ, ἐδημοσιεύθησαν τηλεγραφήματα ἰδιωτικὰ, ἐγνώσθησαν τὰ λαβόντα χώραν ἐν Χανίοις, ἐγένετο ἡ συνεδρίασις τῆς Παρασκευῆς, ἀπηυθύνθη ἡ ἐπερώτησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσιώπησε!
§37ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ἐπανορθώσω μίαν ἀνακρίβειάν σας;
§38ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
§39ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἴπετε ὅτι ὅλα αὐτὰ συνέβησαν τὴν Τετάρτην πρὸς τὴν Πέμπτην’ μοὶ φαίνεται, ὅτι περιπίπτετε εἰς ἓν λάθος— βεβαίως ἀκουσίως.
§40ΣΤΑΗΣ. Πέμπτην, εἶπον.
§41ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἴπετε οὕτω. Εἴπετε ὅτι ἦλθεν ἡ συνεδρίασις τῆς Πέμπτης, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν αὐτά. Λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι περιπίπτετε εἰς λάθος,—βεβαίως ἀκούσιον — διότι τὴν Πέμπτην εἰς τὰς 3 καὶ 15′ ἢ 3 καὶ 45′ μ. μ. ἤρχισαν αὐτὰ ἐν Χανίοις, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι γνωστὰ ἐνταῦθα εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Πέμπτης.
§42ΣΤΑΗΣ. Λοιπὸν ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε τὸν κόπον νὰ μὲ διακόψῃ, ἵνα διορθώσῃ ἀνακρίβειαν, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶχε τηλεγραφήματα ἀπὸ τῆς προπαρελθούσης Δευτέρας ἐκ μέρους τοῦ προξένου τοῦ ἐν Χανίοις.
§43ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα.
§44ΣΤΑΗΣ. Ἀρκεῖ αὐτό.
§45ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὰ γεγονότα ἤρχισαν ἐν Χανίοις τὴν Πέμπτην εἰς τὰς 3 καὶ 15′ ἢ 3 καὶ 45′ μ. μ., ἐγένοντο δὲ γνωστὰ ἐνταῦθα μόλις τὸ μεσονύκτιον, τὴν δὲ Παρασκευὴν ἀμέσως ἀνεκοινώσαμεν ὅσα ἐγνωρίζομεν.
§46ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεσκεύασεν ἐκ πάντων τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων ἓν μόνον· ἄρα πάντα τὰ λοιπὰ εἶναι ἀληθῆ (ἱλαρότης). Διέψευσεν ὅτι ἡ πυρκαϊὰ ἤρξατο τὴν Τετάρτην, ἐνῷ ἀληθῶς ἤρξατο τὴν Πέμπτην, ἄρα τὰ περὶ τηλεγραφημάτων ἀποσταλέντων ὑπὸ τοῦ προξένου εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἀληθῆ· ἄρα τὴν εἴδησιν περὶ τῆς καταστροφῆς ἡ Κυβέρνησις ἐγίνωσκεν. Ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὴν τὴν Παρασκευὴν εἶχε κἂν ληφθῆ μέτρον τι πρὸς προστασίαν τῶν σφαζομένων ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ τὰ γεγονότα εἶναι γνωστὰ τοῖς πᾶσι! Πᾶς δὲ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ θέσῃ τὰ γεγονότα ὑπὸ τὴν βάσανον τῆς λογικῆς, ἓν θὰ ἐξαγάγῃ συμπέρασμα, ὅτι εἴχετε ἀποφασίσει τι, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ τί, ἦτο νὰ μὴ κάμητε τίποτε. Μετὰ τὰς μακρὰς ἀγορεύσεις τῆς Παρασκευῆς, μετὰ τὴν ἀμείλικτον ἐπίθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν λαμπρὰν ἀγόρευσιν τοῦ ἐκ Θηβῶν ἀξιοτίμου συναδέλφου, μετὰ τὴν συγκίνησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ πτέρυξ τῆς Συμπολιτεύσεως, μετὰ τὸ κλόνισμα ἀληθῶς τῆς Κυβερνήσεως, ἠγέρθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπεν ὅτι διετάχθησαν δύο πλοῖα ν’ ἀναχωρήσωσι, καὶ δικαίως τότε συνεκινήθη ἡ Βουλὴ καὶ ἐπεκρότησε τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐφρόνει ποτὲ, ὅτι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦσαν μόνον ἡ ἀποστολὴ χάριν θαλασσίου περιπάτου τῶν δύο πλοίων, ἄνευ διαταγῶν ἀνδρικῶν, ἄνευ προμεμελετημένου σχεδίου καὶ ἄνευ σκοποῦ ἐθνικοῦ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπανέλθω, καὶ νὰ ἐξετάσω τὰ λαβόντα χώραν τὴν πρωΐαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Ἐλέχθη καὶ ἄλλοτε καὶ σήμερον παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐδόθη παραγγελία ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς αὐτὸν τὴν πρωΐαν τῆς Παρασκευῆς νὰ ἑτοιμασθῶσι δύο πλοῖα...
§47Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶπον πρωΐαν, εἶπον πρὸ μεσημβρίας.
§48ΣΤΑΗΣ. Ἀκόμη χειρότερον δι’ ὑμᾶς... Ἔχομεν τὸ γεγονὸς, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ θωρηκτοῦ «Ὕδρας», τοῦ ἀναχωρήσαντος εἰς Κρήτην, οἱ ὑπηρεσίαν ἐκτελοῦντες τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ ἀναχωρήσαντες ἐκ τοῦ πλοίου τὴν 3ην ὥραν μ. μ., οὐδεμίαν εἶχον λάβει γνῶσιν περὶ τῆς διαταγῆς τῆς ἀναχωρήσεως. Εἰς ὑπαξιωματικοὺς μάλιστα τῆς «Ὕδρας» ἐγὼ ἀνήγγειλον ἐν Ἀθήναις τὴν εἴδησιν κατὰ τὴν 8ην μ. μ., ἐκεῖνοι δὲ εἶπον πρός με, ὅτι οὐδὲν ἐγίνωσκον, καίτοι ἐκ τοῦ πλοίου εἶχον ἀναχωρήσει τὴν 5 μ. μ. Συνέβη μάλιστα τὸ περίεργον, ὅτι ἀπεδόθη ἡ βαρεῖα μομφὴ εἰς ἀξιωματικοὺς τῆς «Ὕδρας», ὅτι ἐκρύπτοντο, ἵνα μὴ ἀναχωρήσωσιν, ἐνῷ ἐφλέγοντο ἅπαντες ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ φύγωσι, νὰ κινηθῶσι, νὰ πολεμήσωσιν. Οὔτε αὐτὸς δὲ ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου εἶχε γνῶσιν περὶ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ πλοίου μέχρι τῆς 6 μ. μ. Ἀλλὰ ποία ἀνάγκη νὰ καλέσωμεν μαρτυρικὰς ἀποδείξεις, ἵνα κατηγορήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μετὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν ἔλαβε τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων; Καὶ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ἐν τῷ θωρηκτῷ «Ὕδρα» δὲν ὑπῆρχεν ὁ διὰ τῶν κανονισμῶν ἐπιβεβλημένος ἀριθμὸς τόννων γαιανθράκων; Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ἐν τῷ θωρηκτῷ ἐκείνῳ δὲν ὑπῆρχεν οὔτε κἄν ὕδωρ; Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ἐν τῷ θωρηκτῷ ἐκείνῳ δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς θερμαστῶν; Τίς ἀγνοεῖ ὅτι ἐν τῷ θωρηκτῷ ἐκείνῳ ἦσαν τὰ πάντα ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, ἡ ὁποία ἐδείκνυε πᾶν ἄλλο ἢ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶχε λάβει ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πρωΐας; Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ θωρηκτοῦ, νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε πράξει πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ἵνα ἀφοπλίσῃ τὴν Ἑλλάδα; (κίνησις ἐν τῇ δεξιᾷ). Καὶ πράγματι εἶχεν ἀφοπλίσει τὴν Ἑλλάδα, ὡς εἶπον χθὲς, κατὰ τὴν προμυστικὴν συνεδρίασιν, καὶ τὴν εἶχεν ἀφοπλίσει προδοτικώτατα (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ), διότι τὴν μόνην ἀναγκαίαν νῦν δύναμιν πολεμικὴν τῆς Ἑλλάδος εἶχεν ἐγκαθείρξει ἐν εἱρκτῇ, ἀπὸ τὰς κιγκλίδας τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ, ὄχι μόνον διότι εἶχε καταστήσει τὰ θωρηκτὰ ἀνίκανα, ἵνα διαπλεύσωσιν, ἀλλὰ καὶ διότι κατὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἑλλὰς ἤθελε κηρύξει τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, δὲν θὰ ἠδύνατο πλέον νὰ λάβῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἀντεπεξέλθει κατὰ τῆς γείτονος χώρας, χωρὶς νὰ παραβῇ ἡ Γαλλία διεθνῆ νόμιμα. Μάτην ἀπὸ μηνῶν ἤδη τριῶν ἐκραυγάζομεν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα), ὅτι δὲν ἔπρεπε τὰ πλοῖα ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς Γαλλίαν. Ἐλησμόνησεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ χθὲς τὴν ἑσπέραν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης λάβρως ἐπιτεθεὶς κατ’ ἐκείνων, οἵτινες οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν ἢ νὰ ὑπομνήσωσι τὰ ἁμαρτήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐλησμόνησε, λέγω, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ἴδιος εἶχεν ἐπιτεθῆ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν ἀσύνετον ἐκείνην πρᾶξιν τῆς ἀποστολῆς τῶν δύο θωρηκτῶν εἰς Γαλλίαν.
§49Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λέγετε ἀνακριβῆ.
§50ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ζητήματα μνήμης. Ἐγὼ εἶχον προκαλέσει τὴν μαρτυρίαν ὑμῶν.
§51Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς ἔδωκα τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον. Λυποῦμαι ὅτι ἡ μνήμη σᾶς ἐγκαταλείπει τόσον ταχέως.
§52ΣΤΑΗΣ. Εἶναι καὶ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἴδητε, ὅτι, ἐνῷ οὔτε σᾶς δὲν ἐγκαταλείπει, σεῖς ὅμως τὴν κάμνετε νὰ ἀργῇ. Ἔπειτα ἔχω τὴν ἐφημερίδα σας πρόχειρον, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἀκριβῆ εἶπον. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ θωρηκτόν, τὸ ὁποῖον ἀπέπλευσε τὸ παρελθὸν Σάββατον εἰς Κρήτην. Ὅ,τι καὶ χθὲς ἔλεγον, ὀφείλω καὶ σήμερον νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Μὲ ὅλας τὰς κακοβούλους προθέσεις, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ), ἵνα ἀφοπλίσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ὑπὸ ναυτικὴν ἔποψιν καταστήσῃ αὐτὴν ἀνίκανον πρὸς δρᾶσιν, βεβαίως δὲν τὸ κατώρθωσε, διότι ἡ δύναμις τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ ναυτικὴν ἔποψιν εἶναι παρὰ πολὺ μεγάλη, ἵνα μὴ δύναται νὰ τὴν ἐκμηδενίσῃ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Διεπράχθησαν ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως πρέπει νὰ συγκινοῦν πάντα Ἕλληνα, καὶ συγκινοῦν καὶ ὑμᾶς, ὑποκρύπτετε δὲ τὴν συγκίνησιν σεῖς οἱ ἐξανιστάμενοι νῦν κατ’ ἐμοῦ, λέγοντος ταῦτα...
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτίθεσθε κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ νὰ ἀποδίδετε εἰς αὐτὸν τὰ ἐλαττώματα ἢ τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας τῷ ἀποδίδετε ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιτίθεσθε κατὰ τοῦ Ὑπουργείου ὁλοκλήρου, διότι ἡ ἀποστολὴ τῶν θωρηκτῶν εἰς Γαλλίαν πρὸς ἐπισκευὴν ἐγένετο τῇ ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§54ΣΤΑΗΣ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει δυσκολίαν νὰ συμμερισθῇ, ὡς καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὴν εὐθύνην ἐπὶ ταῖς παρ’ ἐμοῦ καταγγελομέναις πράξεσι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι ἐγὼ, ὁμιλῶν κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, βεβαίως ἀποτείνομαι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως (θόρυβος, διακοπαί).
§55ΡΩΜΑΣ. Ὡμιλήσατε ὅμως περὶ ἐγκλημάτων. Ποῖα εἶναι ταῦτα; Ὀφείλετε νὰ τὰ εἴπητε.
§56ΣΤΑΗΣ. Ἀξιότιμε ἐκ Ζακύνθου συνάδελφε, ὁ κυριώτερος μοχλὸς τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων εἰς Γαλλίαν πρὸς ἐπισκευὴν εἶναι κερδοσκοπικός, καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ εἴχετε μάθει σεῖς (θόρυβος παρατεταμένος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ δὲν καταγγέλλετε;
§58ΣΤΑΗΣ. Καταγγέλλω ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ νὰ καταγγείλητε τὴν κερδοσκοπίαν.
§60ΣΤΑΗΣ. Καταγγέλλω εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, διότι νομίζω ὅτι οὐδεμία ἀρχὴ τοῦ Κράτους εἶναι ὑπερτέρα ταύτης. Καταγγέλλω δὲ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅτι μόνον λόγοι κερδοσκοπίας...
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποία κερδοσκοπία;
§62ΣΤΑΗΣ. Ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐμεσίτευσαν, ἵνα γείνωσιν αἱ ἐπισκευαὶ ἐκεῖ, ὅπου γίνονται σήμερον. Διότι εἶναι γνωστὸν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ ἐν Πειραιεῖ ἐργοστασιάρχαι προσέφυγον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐδήλωσαν ὅτι δύνανται νὰ κάμωσι τὴν ἐπισκευὴν τῶν πλοίων, ἡ ὁποία σήμερον γίνεται ἀλλαχοῦ. Εἶχε δὲ ἄλλοτε, ὡς ἐνθυμοῦμαι νῦν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποσχεθῆ, καὶ μάλιστα ἠπείλησεν ἐμὲ, ὅτι θὰ προσκομίσῃ ἐπιστολὴν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸν προεκάλεσα, ἐὰν τολμᾷ νὰ τὴν προσκομίσῃ. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν τὸ ἔπραξε· τὸν προκαλῶ νὰ τὸ πράξῃ (θόρυβος καὶ διακοπαί).
§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν θέλω νὰ διακόψω τὸν ἀγορεύοντα, βεβαιῶ ὅμως αὐτὸν, ὅτι εὐθὺς ὡς κατέλθῃ τοῦ βήματος, εἰμὶ εἰς θέσιν νὰ παρουσιάσω δύο ἔγγραφα, ἐξ ὧν πέποιθα, ὅτι πικρῶς θέλετε μετανοήσει δι’ ὅσα ἐκστομίζετε. Θέλω προσαγάγει ἔκθεσιν ὑπογεγραμμένην ἀπὸ τοῦ 1891 ἔτους, φέρουσαν δὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑποναυάρχου κ. Μιλτ. Κανάρη καὶ πολλῶν ἄλλων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται, ὅτι ἔκτοτε τὰ θωρηκτὰ ἔδει νὰ πλεύσωσιν εἰς Γαλλίαν πρὸς ἐπισκευὴν καὶ τροποποίησιν καὶ αὔξησιν τοῦ πυροβολικοῦ αὐτῶν. Εἴπετε ἡμέραν τινὰ ἐνταῦθα, ὅτι ὁ ὑποναυπηγὸς κ. Βίμπος...
§64ΣΤΑΗΣ. Δὲν ὠνόμασα πρόσωπα· σεῖς τὰ λέγετε.
§65Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. ἔχει ὑποβάλει ἔκθεσιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, δι’ ἧς λέγει, ὅτι αἱ ἐπισκευαί, αἱ γινόμεναι ἐν Γαλλίᾳ, ἠδύναντο νὰ γένωνται ἐν Πειραιεῖ Θέλω προσκομίσει ἔκθεσιν τοῦ ὑποναυπηγοῦ κ. Βίμπου, ὑπογεγραμμένην πολλοὺς μῆνας πρὶν ἢ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Στάης περὶ ἐκθέσεως τοιαύτης ἐν τῇ Βουλῇ, ὅστις κ. Βίμπος, πρὶν ἢ τὰ θωρηκτὰ ἐκπλεύσωσιν εἰς Γαλλίαν, μὲ συνεβούλευεν, ὅτι αἱ τροποποιήσεις, αἵτινες γίγνονται καὶ θέλουσι γείνῃ ἐκεῖ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν, εἰμὴ ἐν Γαλλίᾳ.
§66ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν πιστεύω, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐξακολουθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποτροπιαζόμενος τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδέποτε θέλω στέρξει νὰ συντελέσω, ἵνα μεταποιηθῇ ἡ Βουλὴ τῆς πατρίδος μου εἰς χαλκεῖον δυσφημήσεων καὶ συκοφαντιῶν (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§69ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι ἄκαιρον τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ὑπομνήσω τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ ἐκ Βόλου συναδέλφου, ὅτι εἴμεθα οἱ κατάσκοποι ἡμεῖς τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ (φωναὶ ἐκ δεξιῶν: βεβαίως εἶσθε!). Εὐτυχῶς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἶναι εἰς θέσιν νὰ σχηματίσῃ γνώμην, τίνες σήμερον καταπροδίδουν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
§70Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔχει σχηματίσει.
§71ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ἀναμφίβολον, ὅτι ἐσχηματίσθη ἤδη ἡ γνώμη, τίνες καταπροδίδουν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ βεβαίως καταπροδίδουν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δέχονται διὰ διακοινώσεων ῥαπίσματα ἐν μέσαις Ἀθήναις παρ’ ἀντιπροσώπου ξένης Δυνάμεως, διὰ τῶν ὁποίων ἀποκαλεῖται ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ὀρδὴ λῃστῶν! (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς διαψεύδω! Δὲν γνωρίζω ἂν ἐγράφη τοιαύτη φράσις εἰς διακοίνωσιν.
§73ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν διακοίνωσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἐν Ἀθήναις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ χρονολογίαν 11/23 Ἰανουαρίου 1897, κατακεχωρισμένην ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπ’ ἀριθ. 101.
§74ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐκλαμβάνω τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς πατρίδος μου σπουδαιοτέραν ἢ ὥστε νὰ τῇ ἀναφέρω τὰ φληναφήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς σεῖς ἐπαναλαμβάνετε ἐνταῦθα.
§75ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, Κύριοι, σήμερον νὰ καταδείξωμεν ὁποία εἶναι ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία πράγματι κατεπρόδωσε τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ σήμερον πρόκειται νὰ σχηματίσωμεν γνώμην περὶ τῆς παρούσης καὶ τῆς μελλούσης ὑμῶν πολιτικῆς πορείας, πρόκειται νὰ σχηματίσωμεν γνώμην, ἐὰν ἦσθε ἱκανοὶ νὰ ἀντιμετωπίσητε τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διέρχεται ὁ Ἑλληνισμός. Πρόκειται νὰ ἴδωμεν, ἂν θὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν νὰ παίξητε καὶ τὸ τελευταῖον ἀτοῦ τῆς Ἑλλάδος.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς! Εἶσθε ἐλάχιστον μέρος τῆς Ἑλλάδος, εἶσθε ὅ,τι εἶναι εἷς κόκκος τῆς ἄμμου! (θόρυβος).
§77ΣΤΑΗΣ. Εἶμαι πολλοστημόριον ἐγώ, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύω κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· δὲν εἶμαι κατὰ τὸ Σύνταγμα κόκκος ἄμμου, ἀλλ’ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη σας δὲν εἶναι γνώμη τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ γνώμη ἀτόμου (θόρυβος).
§79Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶσθε προδότης! Αὐτά, ἅτινα πράττετε, εἶναι προδοσία τοῦ ἔθνους. Αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐπαίσχυντος προδοσία! (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπιβάλλετε ἡσυχίαν, κύριε Πρόεδρε. (Φωναὶ καὶ σάλος εἰς ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας).
§81ΣΤΑΗΣ. Εἶναι δικαία ἡ ἀγανάκτησις, εἰς τὴν ὁποίαν σύσσωμος εὑρίσκεται ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ Βουλή, διότι, ἐὰν μὲν ἐγὼ δὲν λέγω τὰ ἀληθῆ, βεβαίως δικαία ἡ κατ’ ἐμοῦ ἀγανάκτησις, ἐὰν ὅμως ἀποδειχθῇ ἡ ἀκρίβεια τῶν λεγομένων μου, ὁ λαὸς θὰ ἐξεγερθῇ πολὺ ταχέως κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατεπρόδωσαν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τὰ λυπηρὰ γεγονότα τῆς 12 Μαΐου ὤφειλον τέλος πάντων... (θόρυβος).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι, ἀφήσατε τὰς ἀντεγκλήσεις.
§83ΣΤΑΗΣ. Εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογουμένως λίαν ἐνθαῤῥυντικόν, ὅτι εὑρίσκεται ἐν τοιαύτῃ ἐξεγέρσει ἡ Βουλή. Ἐν ὁμοίᾳ ἐξεγέρσει εὑρίσκεται καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς’ ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον συγκινεῖται σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν, καὶ διὰ τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα στέλλει πρὸς ἡμᾶς, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἱκανὰ νὰ ἀνάψωσι μεγαλειτέραν πυρκαϊὰν ἐκείνης τῆς τῶν Χανίων, διὰ τῶν τηλεγραφημάτων αὐτῶν θὰ κατακαῇ ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν δὲν ἐπιτελέσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ σύσσωμον τὸ ἔθνος. Δὲν εἶναι σήμερον ἐποχὴ ἡμιμέτρων, δὲν εἶναι ἐποχὴ ἀδρανείας, δὲν εἶναι ἐποχὴ διανομῆς τῶν λαφύρων τῶν 93 ἑκατομμυρίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι σήμερον ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ 67 ἢ 68 ἑκατομμυρίων θὰ σιτίζωνται οἱ κηφῆνες τοῦ Ἑλληνικοῦ προϋπολογισμοῦ διότι, σημειώσατε ὅτι, ἐὰν καὶ ἡ κρίσιμος αὕτη στιγμὴ ἀπολεσθῇ, ἀναμφισβητήτως κηφῆνας θὰ καλέσῃ ὁ λαὸς πάντας τοὺς ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ σιτιζομένους, καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸν στρατὸν (Θόρυβος γενικὸς ἐν τῇ Βουλῇ)· τότε δὲ θὰ εἴπωσι πάντες, ὅτι δὲν ἔχει πλέον λόγον ὑπάρξεως καὶ ὁ κατὰ ξηρὰν καὶ ὁ κατὰ θάλασσαν στρατός.
§84Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁμιλεῖτε ἀσεβῶς περὶ τοῦ στρατοῦ. Κηφὴν εἶσαι σύ! (θόρυβος, πολλοὶ Βουλευταὶ ἐγείρονται).
§85ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐνοήσατε τί εἶπον, κύριε Ὑπουργέ, καίτοι τόσον πλησίον ἐμοῦ εὑρίσκεσθε (θόρυβος). Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σήμερον πρόκειται περὶ τῶν ὅλων, ἂν δὲ σήμερον ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀποδυθῇ εἰς τὸν ὑπὲρ τῶν πάντων ἀγῶνα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται τὰ βάρη καὶ τὰς δαπάνας τοῦ στρατοῦ (θόρυβος).
§86ΛΑΜΠΡΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀποδείξω ποῖος εἶναι αὐτός!
§87ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ καταβῇ κάτω! Εἶναι συκοφάντης! Νὰ ἀνακαλέσῃ. (Ὁ θόρυβος ἐπιτείνεται, ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ ἐγείρονται, πολλοὶ περικυκλοῦσι τὸν ἀγορεύοντα ἐπὶ τοῦ βήματος).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων συνεχῶς τὸν κώδωνα). Ἡσυχάσατε, Κύριοι! καθήσατε!
§89ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διακόψατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.
§90ΡΩΜΑΣ ΚΑΙ ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Φωναὶ πανταχόθεν, ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. (Μετὰ τὴν διακοπὴν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ εἰς τὰς θέσεις σας. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Πρὸ μικροῦ ἠναγκάσθην, ἕνεκα τοῦ θορυβώδους ἐπεισοδίου, νὰ διακόψω, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. Ὁ θόρυβος ἔσχεν ὡς ἀφορμὴν φράσιν παρεξηγηθεῖσαν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, καθ’ ἣν ὥραν οὗτος ἠγόρευε. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων, ἵνα ἐπαναλαμβάνων τὸν λόγον εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλήν.
§93ΣΤΑΗΣ. Εὐχαρίστως, ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐπεξήγησιν τῶν λόγων μου. Βεβαίως παρεξήγησις συνέβη, ὅπως ὀρθῶς ἀντελήφθη καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος. Ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπωφεληθῇ τῆς περιστάσεως καὶ δὲν χρησιμοποιήσῃ ἁπάσας αὐτῆς τὰς δυνάμεις, τὰς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐὰν ἀπολέσωμεν καὶ ταύτην τὴν εὐκαιρίαν, ἐὰν ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπογοητευθῇ καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, τότε βεβαίως, ἔλεγον, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως ἡ Ἑλλὰς, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως ὁ προϋπολογισμὸς τῶν 93 ἑκατομμυρίων, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως ὁ στρατὸς,—ἔννοια, τὴν ὁποίαν πλειστάκις πλεῖστοι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐπανέλαβον...
§94ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἴδιος ὁ στρατὸς τὸ λέγει.
§95ΣΤΑΗΣ. .. φράσις, τὴν ὁποίαν ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, ἐπειδὴ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀναστρέφωμαι μετ’ ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας ἀκούω παρ’ αὐτῶν τούτων τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν, φράσις, τὴν ὁποίαν βεβαίως πᾶς τις ἀκούων ἐκ τῶν χειλέων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, σεμνύνεται. Ἀπορῶ μάλιστα, πῶς παρεξηγήθησαν λέξεις,—διότι ἡ ἔννοια βεβαίως δὲν παρεξηγήθη—αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ παρεξηγηθῶσιν. Ἴσως ἄλλαι φράσεις, αἱ ὁποῖαι μοὶ διέφυγον ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μου, ἔπρεπε νὰ παρεξηγηθῶσιν, ἀλλ’ ἡ φράσις ἐκείνη, ἡ περὶ στρατοῦ, βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ παρεξηγηθῇ.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ.
§97ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ, ὡς ἄριστα παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος· διότι—πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν, Κύριοι,—τὰ πράγματα εἶναι τοιαῦτα σήμερον, ὥστε τὸ νὰ ὑποθέτῃ τις, ὅτι θὰ δυνάμεθα μετὰ ἕνα μῆνα, οὐχὶ περισσότερον, νὰ εὑρισκώμεθα ἐν ᾗ σήμερον εὑρισκόμεθα καταστάσει, ἐὰν δὲν δράσωμεν, εἶναι ἀφροσύνη (κατὰ τὴν γνώμην μου). Ἀλλ’ ἠπόρησα, κύριοι συνάδελφοι, διότι παρεξηγήθη φράσις ἐμὴ περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σύμπας ὁ Ἑλληνισμὸς ἔχει ἀναθέσει πάσας αὑτοῦ τὰς ἐλπίδας, διότι, —πρέπει μετὰ λύπης νὰ τὸ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης—ἐὰν πᾶσαι αἱ ἀρχαὶ, πᾶσα ἡ διοίκησις ἐξετροχιάσθη μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου, καὶ ἐὰν μένῃ ἀρχή τις ἐν τῷ τόπῳ, ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἡ στρατιωτική. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κολακεύουσιν, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κερδοσκοποῦσι πολιτικῶς, ὡς δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκ φόβου δὲν λέγουσι πᾶν ὅ,τι αἰσθάνονται καὶ φρονοῦσι. Φρονῶ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἀνέθηκεν ἁπάσας αὑτοῦ τὰς ἐλπίδας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, καὶ διὰ τοῦτο καθίσταται ἔτι δυσχερεστέρα ἡ θέσις αὐτοῦ σήμερον μάλιστα, εἰς τὰς κρισίμους ταύτας περιστάσεις, Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ θέσις αὐτοῦ, ἐπιβάλλεται ἡμῖν νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἂν δὲν ἐπωφεληθῶμεν τῆς περιστάσεως, ἵνα χρησιμοποιήσωμεν τὸν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατὸν, βεβαίως δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως πλέον οὐδὲ ὁ κατὰ θάλασσαν οὐδὲ ὁ κατὰ ξηρὰν στρατός. Βεβαίως τότε δὲν πρέπει νὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος 23 καὶ πλέον ἑκατομμύρια ἀσκόπως διὰ τὸν στρατόν. Πᾶς δ’ ἄλλος ἠδύνατο νὰ ἀμφιβάλλῃ περὶ τῶν λεγομένων μου, ἀλλ’ οὐχὶ σεῖς, κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἀκούοντές μου πρὸ μηνὸς λέγοντος καὶ ἀγωνιζομένου ὑπὲρ τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων τῆς χώρας· διότι, ἂν ἠθέλομεν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιτεθῶμεν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλαι ἀτραποὶ, ἄλλα ἐπιχειρήματα, ἄλλα μέσα, ἄλλα στάδια, καὶ οὐχὶ ὁ στρατὸς, ὁ κατὰ θάλασσαν καὶ ὁ κατὰ ξηράν. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς Ἕλληνα νὰ μεταχειρίζηται ὡς ὄργανον ἐπιθέσεως τὰς στρατιωτικὰς ἀδυναμίας τῆς χώρας, ἵνα δείξῃ κυβερνητικὰς ἀτασθαλίας. Μὲ ἠκούσατε πολλάκις ἐπὶ νύκτας ὁλοκλήρους ἀγωνιζόμενον ὑπὲρ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, μὲ ἠκούσατε ἐπαναλαμβάνοντα μυριάκις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει, εἰς οὐδὲν ἄλλο εἶναι συντελεστικὰ ἢ εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς κατὰ θάλασσαν δυνάμεως τῆς χώρας. Μὲ ἠκούσατε ἐπαναλαμβάνοντα πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας καὶ τελευταῖον ἔτι ἔλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, πρὸς ἐπισκευὴν λεβήτων καὶ μηχανῶν καὶ δὲν ἠξεύρω τίνων ἄλλων πολεμικῶν καὶ θαλαμηγῶν πλοίων, δὲν ἦσαν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς θαλασσίας δυνάμεως τῆς χώρας. Καὶ ἐκραύγαζον πρὸ μηνὸς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν πρέπει ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ καταστήσῃ ἄχρηστον τὸ πολεμικὸν ἡμῶν πλοῖον «Β. Γεώργιον», ἀλλὰ μάτην ἐκραύγαζον, διότι ἤδη δυστυχῶς οἱ λέβητες αὐτοῦ κατάκεινται εἰς τὴν προκυμαίαν τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ἂς ἀναφέρεται ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ «Βασιλεὺς Γεώργιος» εἶναι ἕτοιμος ν’ ἀναχωρήσῃ, ἀφοῦ οὐδὲ ἡ κατασκευὴ τῶν λεβήτων μέχρι τοῦδε ἤρξατο. Ἰδίοις ὄμμασιν εἶδον τοὺς λέβητας τοῦ «Β. Γεωργίου» κατακειμένους εἰς τὴν προκυμαίαν τοῦ Ναυστάθμου. Ἐξήγαγον τοὺς λέβητας, ἐνῷ οἱ παραγγελθέντες δὲν εἶναι ἕτοιμοι, οὐχὶ σήμερον, ἀλλ’ οὐδὲ μετὰ ἔτος ὁλόκληρον δὲν θὰ ἦναι...
§98ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ οἱ λέβητες αὐτοὶ ἦσαν ἱκανοί.
§99ΣΤΑΗΣ. .. καίτοι, κατὰ τὴν γνώμην ἀρίστων μηχανικῶν, οἱ λέβητες τοῦ «Β. Γεωργίου» ἦσαν ἱκανοί, ἵνα ἐπὶ ἔτη διατηρήσωσι τὸ πλοῖον ἀξιόμαχον. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα λαμβάνουσι χώραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, θέλετε νὰ μὴ ἐξεγερθῇ ἡ συνείδησις οὐχὶ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ παντὸς Ἕλληνος; καὶ θέλετε νὰ μὴ ἐξεγερθῇ ἡ συνείδησις ἡμῶν, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν οὐ μόνον οὐδὲν λαμβάνει μέτρον, ἵνα διευθετήσῃ, ὡς ἔδει, τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἀλλὰ καταστρέφει ἀκριβῶς τὰς ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις, περὶ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι, καὶ ἐν ᾗ σήμερον εὑρίσκονται καταστάσει, δύνανται νὰ ἀντεπεξέλθωσι νικηφόρως οὐχὶ μόνον κατὰ τοῦ πτώματος τῆς θαλασίας δυνάμεως τῆς γείτονος ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ κατὰ πάσης ἴσως ἄλλης; Καὶ παρεξηγήθην, διότι ἔλεγον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν συντελεῖ, ἄκων ἴσως, ἵνα καταῤῥίψῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου, καὶ ἀντὶ νὰ μὲ εὐχαριστήσῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι κατὰ παράβασιν τῶν συνταγματικῶν κανόνων, διότι ἐχώριζον τὴν εὐθύνην τῆς ὅλης Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐπέῤῥιπτεν εἰς ἐμὲ μομφὴν, ὅτι δὲν ἀποτείνομαι εἰς ἐκεῖνον, ὡσανεὶ μὴ ἀνεγνώριζεν ὅτι εἶχε τόσας ἀσχολίας ἐκ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα διευθύνει, ὥστε τοὐλάχιστον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναθέσῃ τὴν φροντίδα εἰς τὸν κακῇ τῇ μοίρᾳ ἰθύνοντα σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο. Πόνος πατριωτισμοῦ, καὶ οὐδὲν ἄλλο, μᾶς ἐξαναγκάζει, ἵνα παραφερώμεθα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, πόνος πατριωτισμοῦ, καὶ ἴσως ἀπειρία κοινοβουλευτικὴ μᾶς ἐξωθεῖ νὰ μεταχειριζώμεθα βαρείας λέξεις, ἵνα ἐκφράσωμεν τὴν καταπνίγουσαν τὰ στήθη μας ἀγανάκτησιν. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι εἰλικρινὴς πόνος πατριωτισμοῦ, διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν καίεται ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον ἡ Κρήτη, καθ’ ἣν στιγμὴν μυριάδες στομάτων καὶ χειρῶν Κρητῶν ἱκετεύουσι βοήθειαν ἀπὸ τὴν μητέρα Ἑλλάδα, ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα νὰ προστρέχωμεν εἰς τὴν «Ἤπειρον» καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖα ἄλλα ἐμπορικὰ πλοῖα, ἵνα μεταφέρωμεν εἰς Κρήτην...
§100ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λέγονται αὐτὰ, Κύριοι;
§101ΣΤΑΗΣ. Λέγονται αὐτά; ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ξηροχωρίου. Μήπως νομίζετε, ὅτι ὁ κόσμος εἶναι τυφλός; ὅτι δὲν ἀναγινώσκει ἐφημερίδας; Δὲν εἶναι κατάμεστος ἡ ἡ Ἑλλὰς κατασκόπων; Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ κατὰ θάλασσαν καὶ ἡ κατὰ ξηρὰν δύναμις τοῦ ἔθνους εἶναι τοιαύτη, ὥστε δύναται νὰ διεκδικήσῃ τὰ νόμιμα δικαιώματα αὑτοῦ καὶ τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις τοῦ ἀλυτρώτου Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ δύναται τὸ ἔθνος, δύνασθε καὶ σεῖς; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Κατ’ ἐμὲ, δὲν δύνασθε, διότι τὸ παρελθὸν, διότι τὸ παρὸν, τὸ ἀπὸ τῆς προπαρελθούσης Παρασκευῆς μέχρι τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν δύνασθε, ἀποδεικνύει ὅτι εἶσθε ἀδιόρθωτοι, διότι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε, αἱ διαταγαὶ, τὰς ὁποίας ἐδώκατε, εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν ἱκανοποιοῦσι τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μάτην δὲ σᾶς ἐλέγομεν ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει, ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ σᾶς ὑποστηρίξωμεν, ἀρκεῖ νὰ εἴπητε πρὸς ἡμᾶς μίαν μόνην λέξιν, ἀλλὰ τὴν λέξιν ἐκείνην δὲν ἠδυνήθητε νὰ τὴν εἴπητε, ἐκρατήσατε τὰς σιαγόνας ὑμῶν σφιγκτὰ συνδεδεμένας, ἵνα μὴ τυχὸν λέγοντες τὴν λέξιν ἐκείνην συγκινήσητε τὰς ψυχὰς ἡμῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐννοήσητε τέλος πάντων, ὅτι ἐνώπιον τοῦ ἔθνους ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐγείρωμεν φωνὴν διαμαρτυρίας ἐναντίον ὑμῶν· πρέπει νὰ ἐννοήσητε, ὅτι σήμερον ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης εἶναι ὁ φρενοβλαβὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κρατεῖ δαυλὸν ἀνημμένον καὶ ἵσταται πρὸ πυριταποθήκης, ἀπειλῶν τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου σύμπαντος. Πρέπει νὰ ἐννοήσητε, ὅτι μόνον διὰ θωπειῶν καὶ οὐχὶ δι’ ἀπειλῶν θὰ κατευνασθῇ καὶ θὰ πεισθῇ ὁ ἔνθους καὶ μενόμενος πυρπολητής, — ἡ Ἑλλὰς — ὁ κρατῶν εἰς τὰς χεῖράς του τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου, νὰ καταθέσῃ τὸν πύρινον δαυλὸν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ὅμως τῆς Κρήτης. Ἐνθυμηθῆτε τὸν πυρπολητὴν τοῦ Ἀρκαδίου καὶ τοῦ Μεσολογγίου, ἵνα ἴδητε κατὰ τίνα τρόπον ἀπαθανατίζονται τὰ ἔθνη. Μιμηθῆτε καὶ σεῖς ἐκείνους, ἵνα ἐλευθερώσητε τὴν Κρήτην, διότι σήμερον ἢ θὰ ἐλευθερωθῇ ἡ Κρήτη διὰ τῆς Ἑλλάδος, ἢ θὰ καταστραφῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§102Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ τὸ ἀξίωμα, Κύριοι, δι’ οὗ μὲ ἐτίμησεν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, καὶ αἱ περιστάσεις, ἃς διερχόμεθα, καὶ πολλοὶ ἄλλοι σοβαροὶ καὶ σπουδαῖοι λόγοι δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, νὰ κατέλθω εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς λεπτομερείας, εἰς ἃς ἐὰν κατηρχόμην, εἰμὶ βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος ἤθελεν ἐγερθῆ καὶ γονυκλινὴς ἤθελε μὲ παρακαλέσει νὰ παύσω μαστιγῶν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὕρομεν τὰ τοῦ στόλου, νὰ παύσω μαστιγῶν πρὸ πάντων ἐκείνους, οἵτινες διὰ τῆς ψήφου αὑτῶν, καὶ ὡς πολῖται καὶ ὡς Βουλευταὶ,—μεταξὺ δὲ τούτων δὲν παρέλειψε νὰ ἦναι καὶ ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος—συνετέλεσαν εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν τοῦ στόλου. Ἀλλὰ βεβαίως, Κύριοι, οὐδὲ τὸ ἀξίωμα, ὅπερ κατέχω, οὐδὲ αἱ παροῦσαι περιστάσεις ἐπιτρέπουσι, καὶ εἰς οἱονδήποτε ἀκόμη, νὰ προέλθῃ εἰς τοιαύτας λεπτομερείας. Καὶ ἐὰν καὶ ταῦτα τὰ ὀλίγα, ὅσα εἶπον, ἢ ὅσα θέλω προσπαθήσει νὰ εἴπω, συντελοῦσι κατά τι οὐχὶ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἂς ὄψωνται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξέλεξαν τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμήν, ἵνα κλονίσωσι τὴν πεποίθησιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν πεποίθησιν ἀκόμη τῶν πεπολιτισμένων λαῶν ἐπὶ τὴν πολεμικὴν σημασίαν τοῦ Κράτους. Ἐγώ, Κύριοι, δέχομαι, οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν, καὶ ὁ μᾶλλον πρὸς ἐμὲ ἐχθρικῶς τυχὸν διακείμενος—διότι ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι πρὸς οὐδένα ἐξ ὑμῶν διάκειμαι ἐχθρικῶς, εἰμὶ σφοδρὸς πολιτικὸς ἀντίπαλος μόνον,—παρακαλῶ μάλιστα νὰ ὁρίσῃ οὗτος ἡμέραν, ὥραν καὶ τόπον, καὶ νὰ παραδώσω ἐγὼ εἰς αὐτὸν τοὺς φακέλλους, οὓς ἔχω ἐκεῖ ἐσχηματισμένους (δεικνύει τὴν τράπεζαν τῶν Ὑπουργῶν), καὶ θέλομεν ἴδει τότε, Κύριοι, ἐὰν θέλωσι τολμᾷ τοσοῦτον εὐκόλως νὰ ἐγείρωνται κατήγοροι ἡμῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἐὰν ἔδει νὰ ἐγείρωνται κατήγοροι, ἔδει νὰ ἐγείρωνται κατὰ τῆς μακρᾶς καὶ ἀντιπατριωτικῆς πολιτείας αὐτῶν, ὅταν ὑπεστήριζον τὴν σπατάλην τῶν ἑκατομμυρίων, τὴν ἄκαιρον καὶ βαρυτάτην φορολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰς παρασκευὰς τὰς ψευδεῖς, τὰς ἀτελεῖς καὶ τὰς ἀσημάντους...
§103ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἰς τὰς παρασκευὰς ἐκείνας ὀφείλετε τὰ πλοῖα (θόρυβος).
§104Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σὺ ἦλθες πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἶσαι ὁ μᾶλλον ἀναρμόδιος νὰ ὁμιλῇς περὶ τῆς ἱστορίας αὐτῆς.
§105ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐπὶ ἔτη πολλὰ ὑπηρέτησα τὴν πατρίδα μου... (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
§107Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Βεβαίως, Κύριοι, ἐν κρισίμῳ στιγμῇ τὰ θωρηκτὰ θέλουσιν ἐκτελέσει τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, ἀλλὰ θέλουσιν ἐκτελέσει τοῦτο ἐκ τῆς ἀνδρείας καὶ τῆς ἐμπειρίας τῶν ἐπιτελείων καὶ τῶν πληρωμάτων αὐτῶν. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη αἰτία τῆς μελλούσης νίκης, καὶ νομίζω, ὅτι εἰς τοὺς ἐννοοῦντας τοὺς λόγους μου εἶναι περιττὴ ἡ περαιτέρω ἀνάπτυξις. Παρακαλῶ ἄρα τὸν κύριον συνάδελφον, ὅστις πρὸ ὀλίγου μὲ διέκοψε, νὰ μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ὁρίσῃ τόπον, ὥραν καὶ ἡμέραν...
§108ΡΩΜΑΝΟΣ. Διὰ νὰ πράξω τί;
§109Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διὰ νὰ πράξῃς τὸ ἑξῆς. Νὰ σοὶ δώσω τοὺς φακέλλους ἐκείνους, νὰ μελετήσῃς αὐτοὺς, νὰ ἴδῃς ποῖαι καὶ πόσαι ἐκθέσεις πρὸ πολλοῦ ὑπάρχουσιν ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων τῶν φίλων σου περὶ τῆς ἀτελοῦς καταστάσεως τοῦ στόλου, καὶ τότε νὰ μοὶ ἀπαντήσῃς, τί ἐπὶ τοσοῦτον καιρὸν ἐπράττετε. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν περιμένω νὰ μοὶ κάμῃς τὴν τιμὴν ταύτην,—διότι ἴσως μὲ κρίνῃς ἀνάξιον αὐτῆς, καίτοι ἐγὼ, ὡς ἄτομον, ἰδιαζόντως τιμῶ σε.
§110ΡΩΜΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον, ὅτι δὲν σᾶς τιμῶ· εἶπον ὅτι τὰ θωρηκτὰ ὀφείλονται εἰς τὴν ἀτέλειαν τῶν παρασκευῶν, τὴν ὁποίαν κατηγορεῖτε.
§111Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀλλ’ ἐγὼ κατατίθημι εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, φέρουσαν χρονολογίαν 28 Ἰουλίου 1891 ἔτους καὶ τὰς ὑπογραφὰς τάσδε: Μιλτιάδης Κανάρης, Μάρκος Βότσαρης, Δημήτριος Μιαούλης, Γεώργιος Ἀποστόλης. Εἰσὶν οὗτοι ἐκ τῶν ἱκανωτάτων ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἀντιπροσωπεύουσι δ’ ἐπὶ πλέον καὶ τὴν ναυτικὴν δόξαν τῆς Ἑλλάδος τὰ ὀνόματα αὐτῶν. Καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ, ἧς ἀντίγραφον καταθέτω,—τὸ πρωτότυπον εὕρηται ἐν τοῖς φακέλλοις ἐκείνοις—θέλετε ἴδει, ὅτι οἱ ἀνώτεροι οὗτοι ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης λεπτομερῶς κατεδείκνυον τὰς πολλὰς καὶ σημαντικὰς ἀνάγκας, ὧν ἡ θεραπεία ἦν ἔκτοτε ἐπιβεβλημένη, ἵνα μὴ ἀρκώμεθα μόνον εἰς τὴν ἀνδρείαν τοῦ ἡμετέρου ναυτικοῦ, ἀλλ’ ἵνα ἔχωμεν κεκτημένην καὶ τὴν ἀρίστην παρασκευὴν τῶν πλοίων τοῦ στόλου. Ἀλλὰ κατατίθημι τὴν ἔκθεσιν ταύτην καὶ διὰ δεύτερον λόγον, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οἱ ἄνδρες οὗτοι τοῦ ναυτικοῦ, οἱ γνωρίζοντες τὰ πλοῖα ὡς ἡμεῖς γνωρίζομεν τὰ ἰδιαίτερα δωμάτια ἡμῶν, ἔκτοτε ἔλεγον, ὅτι οἱ λέβητες τοῦ «Μιαούλη», ὅτι οἱ λέβητες τοῦ «Γεωργίου» ἔδει ν’ ἀντικατασταθῶσι. Παρήλθον τοσαῦτα ἔτη ἀπὸ τοῦ 1891, καὶ οὐδὲν ἐγένετο, καὶ οὐδὲ ἧλον προσεθέσατε, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, Κυβέρνησις λαϊκὴ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος ἅμα, ἵνα ἐπιληφθῇ τῆς διορθώσεως πάντων αὐτῶν. Ἔχω ἐκθέσεις εἰς χεῖράς μου, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ λέβητες τῆς Θωρακοβάριδος «Βασιλεὺς Γεώργιος» ἦσαν ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, ὥστε τὸ πλοῖον ἦτο ἐν πλήρει ἀχρηστίᾳ. Δι’ αὐτὸ τὸ διελύσαμεν, ἵνα κατασκευάσωμεν λέβητας νέους.
§112Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, διότι τὸν ἀφωπλίσατε.
§113Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸν ἀφώπλισα, διότι, ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκετο, ἦτο ἄχρηστος πρὸς πολεμικὴν δρᾶσιν· ἴσως ἤθελεν εἶσθαι ἱκανὸς νὰ ἐκτελῇ πλόας διασκεδάσεως, ἵνα ἐμπαίζηται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἵνα διαβουκολῶνται οἱ ἀδαεῖς, ἵνα διακινδυνεύσωσιν, ἵνα ἀπολεσθῶσιν ἡμέραν τινὰ οἱ ἐπιβαίνοντες αὐτοῦ.
§114Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ ἐπιτροπήν, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ πλοίου τούτου.
§115Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τί ἐπιτροπήν! Τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἔχετε συστημένην ἤδη ἀπὸ τοῦ 1891 ἔτους, σύγκειται δ’ ἐπὶ πλέον ἐξ ἀνδρῶν, οὓς ὑμεῖς τοὐλάχιστον ὀφείλετε νὰ σέβησθε· ἀναγινώσκω πάντας: Κανάρης, Βότσαρης, Μιαούλης, Ἀποστόλης, οἵτινες λέγουσιν: «Ἡ Θωρακοβάρις «Β. Γεώργιος» καὶ... εἰσὶν ἀξιόμαχα πλοῖα, ἐν ὅσῳ αἱ μηχαναί των δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τοὺς ὅρους, δι’ οὓς κατεσκευάσθησαν. Τῶν πλοίων τούτων, ὡς ἐκ τῶν ἀνὰ χεῖράς μας πληροφοριῶν, παρίσταται ἀνάγκη ἀλλαγῆς τῶν λεβήτων.» Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω καὶ δι’ ἄλλα πλοῖα, πάλιν δι’ ἐκθέσεων εἰς χεῖρας, ἤδη ἀπὸ τοῦ 1891 ἔτους ὑποβληθεισῶν. Περιορίζομαι εἰς τὸν «Γεώργιον», δι’ ὃν μὲ προκαλεῖτε. Λοιπὸν ἀποδεικνύεται ὡς πρὸς αὐτόν, ὅτι ἤδη ἀπὸ τοῦ 1891 ἔτους οἱ λέβητες ἔδει ν’ ἀντικατασταθῶσιν. Ἦσαν λέβητες, Κύριοι, ἔχοντες ἡλικίαν 18 ἐτῶν. Εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς εἰ ἐλέγετε περὶ κυρίας τινὸς, ὅτι εἶναι νέα ἀνθηροτάτη, φέρουσα ἑκατὸν Μαΐους εἰς τὴν ῥάχιν αὑτῆς, ὅτι εἶναι νέα φέρουσα ἑκατὸν Μαΐους· τοῦτο εἶναι οἱ λέβητες 18 ἐτῶν πολεμικοῦ πλοίου τοῦ στόλου. Κύριοι, νομίζω ὅτι, δι’ οὓς λόγους ἐν ἀρχῇ εἶπον, εἶναι περιττὸν νὰ μακρηγορήσω. Εἶναι θέμα, βεβαιώθητε, τοῦτο, ὅπερ ἐδύνατο καὶ ἐμὲ καὶ πάντα ἄλλον, καὶ τὸν τὰ μάλιστα ἄτεχνον διαχειριστὴν τοῦ λόγου, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας νὰ κρατῇ ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀληθῶς ἐξεγείρεται ἡ ἀγανάκτησις, ὅταν ἐρωτῶσι: «διατὶ προέβητε εἰς τὰς μεταῤῥυθμίσεις, εἰς τὸν ὁπλισμὸν τῶν θωρηκτῶν τοῦ στόλου;» Προέβην διότι εὗρον ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐκθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν, αἵτινες συνίστων τὴν πάσῃ δυνάμει καὶ πάσῃ ταχύτητι ἐπιλαβὴν τοῦ Κράτους ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, τῆς ἐξαρτίσεως δηλονότι τῆς τελείας, τῆς ἐπισκευῆς καὶ βελτιώσεως τῆς ταχίστης τοῦ στόλου τῶν θωρηκτῶν. Συνέστησα ἐπιτροπήν, ἧς τὰ μέλη ἦσαν, πρόεδρος ὁ ὑποναύαρχος Μ. Κανάρης, μέλη δὲ οἱ πλοίαρχοι Δ. Κριεζῆς, Γ. Ἀποστόλης, Γ. Μυριαλῆς, ὁ ἀρχιμηχανικὸς αʹ τάξεως Σ. Γιαλούσης, οἱ ἀντιπλοίαρχοι Κ. Ζῶτος καὶ Κ. Χατζηκυριάκου, ὁ πλωτάρχης Κ. Κοτζιᾶς, ὁ ταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ Π. Δαγκλῆς καὶ ὁ ὑποναυπηγὸς Γ. Βίμπος, οἵτινες ἤδη ἀπὸ τῆς 9ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1895 ἔτους δι’ ἐκθέσεως αὐτῶν, ἧς ἀντίγραφον ἐπίσης θέλω καταθέσει, μοὶ συνίστων ὅ,τι τάχιστα νὰ ἐπιληφθῶ τῆς μετασκευῆς καὶ τοῦ τελειοτέρου ὁπλισμοῦ τῶν θωρηκτῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἵνα συμπεράνω,—διότι ἐπαναλέγω, ὅτι αἰσθάνομαι μεγίστην λύπην, ἀναγκασθεὶς κατὰ τὰς στιγμὰς ταύτας νὰ ὁμιλήσω,—εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἡμέραν τινὰ, ἣν δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω, διότι δὲν ὑπάρχει ἡμέρα καὶ ὥρα καὶ στιγμὴ, καθ’ ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ μὴ ἀγορεύῃ, ἔλεγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔχει εἰς χεῖρας αὑτοῦ ἐκθέσεις τοῦ ὑποναυπηγοῦ κ. Βίμπου λέγοντος καὶ βεβαιοῦντος, ὅτι ἡ τεχνικὴ τροποποίησις τῶν θωρηκτῶν, τὰ ἀνελκυστήρια μηχανήματα αὐτῶν, δι’ ὧν τὰ πυρομαχικὰ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς πυρίτιδος μεταβιβάζονται πρὸ τῶν πυροβόλων, ὅτι πάντα ταῦτά εἰσιν ἔργα, ἅτινα καὶ οἱ γύφτοι αὐτοὶ—κατὰ τὸ ἰδίωμα, καθ’ ὃ λαλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς,—τῶν Ἀθηνῶν ἢ τῆς Τριπόλεως δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν ἐνταῦθα· ἔλεγε τέλος πάντων, ὅτι τὰ ἐργοστάσια τοῦ Πειραιῶς ἐδύναντο νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐπισκευῆς ταύτης. Ἔχω εἰς χεῖράς μου ἐπιστολὴν τοῦ ἐν Πειραιεῖ ἐργοστασιάρχου κ. Βασιλειάδου, ὅστις βεβαίως ἰσχυρίζεται, χωρὶς ὅμως νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ ἴδῃ οὔτε τὰ σχέδια, οὔτε τὴν ἐργασίαν, ἥτις προέκειτο νὰ γείνῃ, ἀλλ’ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, ὅτι ἐδύνατο αὐτὸς νὰ προβῇ εἰς τὰς τοιαύτας ἐργασίας. Ἀλλὰ ἀκούσατε παρακαλῶ καὶ τὸ συμπέρασμα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Βασιλειάδου (ἀναγινώσκει): «Καὶ ταῦτα μὲν κατ’ ἀρχήν· τιθεμένου ὅμως τοῦ ζητήματος, ποῦ δύναται τοιαύτη τις ἐργασία, καὶ δὴ ἡ μετασκευὴ τῶν θωρηκτῶν, νὰ ἐκτελεσθῇ ταχύτερον, παρ’ ἡμῖν ἢ παρὰ τοῖς μεγάλοις Εὐρωπαϊκοῖς ἐργοστασίοις, ὀφείλω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ἐν τοῖς τελευταίοις, ἔνθα ἀφθονοῦσι καὶ τὰ μέσα καὶ οἱ ἐργάται, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ἰδίᾳ οἱ λεβητοποιοί, εἰς ὧν τὴν εἰδικότητα τὸ πλεῖστον ἀνάγεται ἡ μετασκευὴ τῶν θωρηκτῶν, ἐκεῖ δύναται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ ταχυτέραν τῆς ἐδῶ ἐκτέλεσιν. Δὲν εἶμαι δυστυχῶς ἐνήμερος εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν συμφωνιῶν τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ ἀναλαβόντος τὴν μετασκευὴν ἐργοστασίου, οὐδὲ γνωρίζω κατ’ ἀκολουθίαν τὰς τεθείσας προθεσμίας, ὅπως ἀποφανθῶ εἰδικώτερον, ἐὰν αἱ προθεσμίαι αὗται ἐπήρκουν εἰς ἡμᾶς ἢ οὔ· ἀλλ’ ἐὰν αἱ ἐθνικαὶ ἀνάγκαι ἀπῄτουν ἔκτακτον ταχύτητα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας, πρῶτος ἐγὼ ἐπικροτῶ εἰς τὸ ληφθὲν μέτρον.» «Διατελῶ μετ’ ἐξόχου ὑπολήψεως. «Ὁ φίλος σας «Β. Βασιλειάδης.» Δὲν ἀπαιτοῦσι ταχύτητα ἔκτακτον; Ὅταν δὲ, Κύριοι, διὰ τοὺς λέβητας τῶν πλοίων, ἐργασίαν κοινὴν καὶ τυχαίαν, ὅταν διὰ τὴν ἐργασίαν ἁπλῶν λεβήτων τῶν πλοίων, οἵτινες δὲν διαφέρουσι παντάπασιν, εἴτε πρόκειται περὶ πολεμικῶν πλοίων, εἴτε πρόκειται περὶ ἐμπορικῶν, ἐζήτησαν τὰ ἐργοστάσια Πειραιῶς καὶ ἔλαβον ἕνδεκα ὅλων μηνῶν προθεσμίαν,—καὶ δικαίως, διότι μὲ ἐβεβαίωσαν οἱ μηχανικοί, ὅτι ἦν ἀδύνατον πρὸ τῆς παρελεύσεως ἕνδεκα μηνῶν νὰ κατασκευάσωσι τοὺς λέβητας τῶν πολεμικῶν πλοίων «Γεωργίου», «Μιαούλη», ἀτμομυοδρομόνων κλπ.—καὶ ὅταν αἱ περιστάσεις, ὡς καὶ ὑμεῖς ὁμολογεῖτε, ἐνεδείκνυον καὶ ἐνδεικνύουσι τὴν ταχεῖαν παρασκευὴν τῶν ἐθνῶν, ἔπρεπε νὰ ἀναδεχθῶ τὴν εὐθύνην τῆς κατασκευῆς τεχνικωτάτων, λεπτοτάτων καὶ πολεμικῶν ἐργασιῶν, οὐχὶ λεβήτων, ἀλλ’ ἀνελκυστηρίων μηχανημάτων καὶ ἄλλων, ὧν ἡ λεπτότης καὶ ἡ ἐντέλεια πρέπει νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε ἀστραπηδὸν τὰ πυρομαχικὰ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν νὰ εὑρίσκωνται παρὰ τὰ πυροβόλα, ἔπρεπε, λέγω, νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην ἐνάρξεως πειραμάτων ἐν Πειραιεῖ, ἢ ἔπρεπε νὰ ἀποστείλω τὰ πλοῖα εἰς τὰ ἐργοστάσια ἐκεῖνα, εἰς ἃ ἀκριβῶς κατεσκευάσθησαν, καὶ περὶ ὧν δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι ἤθελον τάχιστα καὶ ἄριστα κατασκευάσει τὰ παρ’ ἡμῶν ζητηθέντα; Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπαναλέγω, ἐκραύγαζεν ὁ κ. Στάης, ὅτι ὁ ὑποναυπηγὸς Βίμπος ἐφωδίασε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἢ ἐμὲ ἢ δὲν ἠξεύρω τίνα προκάτοχόν μου, ἢ τὸν κ. Στάην, δι’ ἐκθέσεως, ἐν ᾗ ἔλεγε δῆθεν, ὅτι πᾶσαι αὐταὶ αἱ ἐργασίαι ἐδύναντο νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐν Πειραιεῖ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑποναυπηγοῦ Βίμπου, ἣν καὶ ἐγὼ ἔχω εἰς χεῖράς μου πολὺ πρὶν ἢ ἐγερθῇ τότε νὰ ἀγορεύσῃ ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ ὁ μοναδικὸς ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Ἰουλίου 1896.» (Δηλ. πρὶν ἢ ἀποσταλῇ τὸ θωρηκτὸν εἰς Γαλλίαν, διότι τὸ πρῶτον θωρηκτὸν ἐστάλη κατὰ μῆνα Αὔγουστον τοῦ 1896 ἔτους). «Κύριε Ὑπουργέ. «Κατὰ τὴν προφορικὴν ὑμῶν διαταγὴν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν μετατροπὴν τῶν θωρηκτῶν, ἤτοι ἐὰν αὕτη δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ εἰς τὰ ἐνταῦθα ἐργοστάσια, τόσον ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετατροπὴν τῶν ἱστῶν, τὰς σιδηρουργικὰς ἐργασίας, καθὼς καὶ τὰ διάφορα μηχανήματα τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ πυροβολικοῦ, ὡς καὶ τὸ ἀπαιτούμενον χρονικὸν διάστημα, γνωμοδοτῶ εὐσεβάστως, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἐκκοπὴν τῶν ἱστῶν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν σιδηρουργικῶν ἐργασιῶν, νομίζω, ὅτι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐνταῦθα. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν κατασκευὴν τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πυροβολικοῦ μηχανημάτων, ἀκραδάντως πιστεύω, ὅτι αὗται δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐνταῦθα, καθόσον καὶ εἰδικὰ μέταλλα, εἰδικὴ κατεργασία, ὡς καὶ εἰδικὰ μηχανήματα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Μετὰ θάῤῥους γνωρίζω ὑμῖν τὸ τοιοῦτον, καθόσον εἶμαι εἰς θέσιν, ἴσως περισσότερον παντὸς ἄλλου, νὰ γνωρίζω λίαν ἐμπράκτως τὸ δύσκολον τῆς κατασκευῆς αὐτῶν, ἀναλογιζόμενος τὰς ἐπανειλημμένας μετατροπὰς, ἃς ὑπέστησαν τὰ τοιαῦτα μηχανήματα, διαρκούσης τῆς κατασκευῆς τῶν ἡμετέρων θωρηκτῶν ἐν Γαλλίᾳ, ὧν τὴν ἐπιτήρησιν μοὶ εἶχεν ἀναθέσει ἡ τότε Κυβέρνησις. Ἐξ ἄλλου εἶναι γνωστὸν, ὅτι Κράτη πλειότερον ἡμῶν ἀνεπτυγμένα προστρέχουσιν εἰς τὰ ἐν Εὐρώπῃ εἰδικὰ ἐργοστάσια, ὅπου ἐκτελοῦσι τὴν κατασκευὴν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος μηχανημάτων, πρὸς ἀποφυγὴν δυσάρεστων ἐπακολούθων. Ὡς πρὸς τὸ χρονικὸν διάστημα, οὐδεμία δύναται νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, ὅτι τοῦτο θέλει εἶσθαι βραχύτερον κατὰ πολὺ εἰς τὰ εὐρωπαϊκὰ ἐργοστάσια, παρὰ ἐνταῦθα, διότι καὶ τεχνῖται εἰδικοὶ πρὸς τοῦτο ὑπάρχουσι, λίαν πεπειραμένοι, καὶ ἐργαλεῖα εἰδικὰ, μέσα δὲ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ τελειότερα καὶ πλειότερα. Ταῦτα γνωρίζω ὑμῖν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅπως διατάξητε ὅ,τι ἐγκρίνετε. Εὐπειθέστατος «Γ. Βίμπος.» Καὶ σημειώσατε καλῶς, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ προτείνοντες, εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε δι’ ἀνοικτῶν ἐπιστολῶν, ὅτι ἔδει ἡ μετασκευὴ τῶν θωρηκτῶν νὰ γένηται ἐνταῦθα, ὁμιλοῦσι περὶ τῶν δύο ἄλλων θωρηκτῶν, διότι περὶ τοῦ πρώτου δὲν πιστεύω οὐδεὶς, σώας ἔχων τὰς φρένας, νὰ δύνηται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐργασία τόσον λεπτὴ, καὶ ἐπικίνδυνος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πλοίου, ἂν δὲν ἦναι μεθ’ ὅλης τῆς τέχνης τετελεσμένη, ὅτι ἔπρεπε, λέγω, νὰ γένηται ἐνταῦθα. Λοιπὸν τὸ πρῶτον τῶν θωρηκτῶν ἔδει νὰ κατασκευασθῇ ἀναμφιλέκτως ἐν Γαλλίᾳ, καὶ κατὰ τοὺς ἀντιτείνοντας, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ὑπόδειγμα διὰ τὰ δύο ἄλλα. Ἀλλὰ τὰ ἐργοστάσια τῆς Γαλλίας ἐζήτουν ἐπιμόνως προθεσμίαν ἓξ μηνῶν, ἡμεῖς δ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἐδυνάμεθα πρὸ τοῦ Αὐγούστου π.ἔ. νὰ ἀποστείλωμεν πρὸς ἐπισκευὴν εἰς Γαλλίαν τὸ πρῶτον τῶν πλοίων, τὰ «Ψαρὰ», δὲν ἐδυνάμεθα δὲ οὐχὶ ἕνεκεν ἡμῶν, ἀλλ’ ἕνεκεν ὑμῶν, διότι, ὅτε ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως ταμείου ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν, ἐκωλυσιεργεῖτε πάσῃ δυνάμει καὶ πάσῃ τέχνῃ, καὶ δὲν ἐπετρέπετε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ἔχωμεν τὸν νόμον εἰς χεῖρας ἡμῶν, ἄλλως καὶ τὰ τρία θωρηκτὰ, δι’ ἃ δαπανῶμεν καὶ ἐκ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ 1,700,000 δραχμῶν, πληρέστατα ἕτοιμα, ἤθελον εἶσθαι εἰς τὰ ἑλληνικὰ ὕδατα ἤδη πρὸ πολλοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατώρθωσα ἕνεκεν ὑμῶν κατὰ Αὔγουστον μόλις νὰ στείλω τὸ πρῶτον τῶν θωρηκτῶν εἰς Γαλλίαν, καὶ ἀφοῦ δι’ ἐκεῖνο ἀπῃτοῦντο ἓξ μῆνες, πόσοι μῆνες ἤθελον ἀπαιτηθῆ μετὰ τοὺς δι’ αὐτὸ ἓξ μῆνας, ἤτοι ἀπὸ Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. καὶ πέραν, ἵνα ἐρχόμενον ἐκεῖνο, χρησιμεύσῃ ὡς ὑπόδειγμα τῆς μεταβολῆς τῶν δύο ἄλλων πλοίων; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, ὅταν τεχνικοὶ ἄνδρες λέγωσιν ἡμῖν, ὅτι, τουλάχιστον λόγῳ τῆς ταχύτητος τῶν ἐργασιῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Πειραιεὺς νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν Γαλλίαν, πρὸς τὰ ἐργοστάσια τῶν Forges et Chantiers, ὧν εἶναι πασίγνωστος ἡ φήμη, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται ὑποστηρικταὶ τῆς γνώμης, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποστείλωμεν τὰ θωρηκτὰ εἰς Γαλλίαν; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶπον ὅσα ἐδυνάμην καὶ ὅσα μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω. Περὶ ἄλλων ζητημάτων ἔχω ἀληθῶς ἐκκρεμεῖς πολλοὺς λογαριασμοὺς, ἀλλὰ τοὺς λογαριασμοὺς τούτους, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θέλομεν ἐκκαθαρίσει, ὅπως ἐλύσαμεν τοὺς λογαριασμοὺς τῆς βαμβακοπυρίτιδος καὶ τῶν πυθμενίων. Λέγω τῆς βαμβακοπυρίτιδος καὶ τῶν πυθμενίων, ἵνα ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν, τὴν προκληθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Σκουλούδη, ἔλαβον συμβόλαιον τῆς Ὁλλανδικῆς Κυβερνήσεως, ποιησαμένης μεγάλην προμήθειαν βαμβακοπυρίτιδος ἐκ τοῦ καταστήματος Βὸλφ, ἔλαβον συμβόλαιον ἐπίσημον τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως, ποιησαμένης μεγίστας προμηθείας βαμβακοπυρίτιδος ἐκ τοῦ καταστήματος Βὸλφ, ἔλαβον συμβόλαιον τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ποιησαμένης μεγάλην προμήθειαν βαμβακοπυρίτιδος ἐκ τοῦ αὐτοῦ καταστήματος Βὸλφ, ἔλαβον ἔγγραφον ἐπίσημον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐκ Βερολίνου, βεβαιοῦν μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ὅτι οὐδέποτε ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐπέστρεψεν εἰς τὰ ἐργοστάσια Βὸλφ βαμβακοπυρίτιδα κακῶς ἔχουσαν καὶ ἀποῤῥιφθεῖσαν, — διότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐλέγετε, ὅτι ἡμεῖς παρελάβομεν βαμβακοπυρίτιδα ἀποῤῥιφθεῖσαν δῆθεν ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι τὰ τεμάχια τῆς ἀγορασθείσης βαμβακοπυρίτιδος εἶναι ἄριστα, καὶ ἐδύναντο, καὶ ἐνταῦθα ὑποβαλλόμενα εἰς ἔρευναν ἐμπειροτεχνῶν, νὰ πείσωσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ προμήθεια νὰ εἶχε δῆθεν ἀποῤῥιφθῆ παρ’ ἄλλων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι ἀκατάλληλος πρὸς τοιαύτας συζητήσεις. Ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι πάνθ’ ὅσα κατηγοροῦσι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας περὶ τῶν ἐλλείψεων τοῦ στόλου, περὶ τῶν κακῶν προμηθειῶν, περὶ τῆς βραδύτητος, περὶ τοῦ ἀτέχνου τῆς διοικήσεως ἡμῶν, πάντα ταῦτά εἰσιν ἀνυπόστατα καὶ δημιουργήματα τῆς φαντασίας ἐκείνων, οἵτινες λέγουσι ταῦτα ἐντεῦθεν. Ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι, ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκεται σήμερον τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως ἂν αἱ περιστάσεις ἀπαιτήσωσι, θέλει ἐκτελέσει τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ μὴ ἐξευτελίζωμεν τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα. Ἔχω πεποίθησιν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀξιωματικός, δὲν ὑπάρχει ὑπαξιωματικός, δὲν ὑπάρχει ναύτης, ὅστις νὰ μὴ δύνηται νὰ ἐκτελέσῃ πρεπόντως τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι σήμερον πρὸ πάντων τοιαύτας συζητήσεις οἱ Κύριοι τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν) δὲν ὤφειλον νὰ προκαλῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπιφυλάσσομαι ὅμως νὰ δώσω εὐθύνας τῶν παρ’ ἐμοῦ πεπραγμένων, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή.
§116ΡΑΛΛΗΣ....
§117ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδέποτε, ἀπεφάσισα ἀπό τινων ἡμερῶν, νὰ ἀπαντῶ εἰς τὰς ὕβρεις σου, Βουλευτὰ Ἀττικῆς, καὶ λυποῦμαι διότι τὸ ἀξίωμα, ὅπερ φέρεις, ἐνῷ σοὶ ἐπιβάλλει νὰ ἦσαι τοὐλάχιστον κόσμιος περὶ τὴν γλῶσσαν...
§118ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὅπως εἶσθε σεῖς.
§119ΛΕΒΙΔΗΣ. .. μεταχειρίζεσαι τοὐναντίον αὐτὸ εἰς οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ ἵνα ὑβρίζῃς τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα.
§120ΜΑΝΕΣΗΣ. Οὐδέποτε Ὑπουργὸς ὕβρισεν, ὡς σὺ ὑβρίζεις!
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομαρᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§122ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω, Κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν πολιτικοῦ ζητήματος, διότι οὐδέποτε πρὸ δεκαπενταετίας ἔλαβον μέρος εἰς συζήτησιν τοιούτων πολιτικῶν ζητημάτων, ὅσοι δὲ γνωρίζουσι τὴν ἱστορίαν τῆς πολιτικῆς μου καταγωγῆς, ἐννοοῦσι τὸν λόγον τῆς τοιαύτης μου ἀποχῆς. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται οὔτε περὶ πολιτικῶν οὔτε περὶ κομματικῶν ζητημάτων· πρόκειται περὶ ζητήματος ἐθνικοῦ, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου πάντα τὰ κόμματα καὶ τὰ πολιτικὰ πάθη πρέπει νὰ κατασιγάζουν. Ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ ἔλαβον πρὸς τοῦτο ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἀναφερθέντος τηλεγραφήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀγγέλλεται, ὅτι εἷς Ὑπουργὸς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς Ἀγγλίας ἀπεφήνατο, ὅτι ἐν Κρήτῃ δὲν ἐγένετο τίποτε, ὅτι ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἔδειξε διαγωγὴν ἀξιοθαύμαστον ὑπὲρ τῆς τάξεως! Αὐτὸ καὶ μόνον, Κύριοι, τὸ ἄγγελμα τῆς γνώμης ἑνὸς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μεγάλου ἔθνους ἀποδεικνύει καὶ πρέπει νὰ πείσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐκ τῆς διπλωματίας πρέπει νὰ ἀπελπισθῇ. Ἡ διπλωματία ἐπὶ ἕνα αἰῶνα ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ καθεστῶτα εἰς τὴν νῆσον Κρήτην, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἐῤῥιζοβόλησαν. Ἀπεπειράθη νὰ ἀναλάβῃ ἐσχάτως καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία νὰ καθιδρύσῃ πολίτευμα, νὰ καθιδρύσῃ καθεστώς, καὶ ἐστάθη ἀδύνατον. Διὰ τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει μέγα καθῆκον, ἢ νὰ πείσῃ τὴν διπλωματίαν, ὅπως ἀναγνωρίσῃ αὕτη, ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ καθιερώσῃ ἐν Κρήτῃ ἄλλο καθεστώς, εἰμὴ μόνον τὸ καθεστὼς τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, εἰ δ’ ἄλλως, πρέπει νὰ δράσῃ, καὶ νὰ δράσῃ ἀποδυομένη εἰς τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα. Ἐκ παιδικῆς μου ἡλικίας ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ Κρήτη οὐδέποτε ἔπαυσεν ἐπαναστατοῦσα, ἀναζητοῦσα τὴν ἐλευθερίαν αὑτῆς καὶ τὴν ἕνωσίν της μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδέποτε τοῦτο κατωρθώθη, οἱ δὲ λόγοι εἶναι εὐνόητοι. Ἡ διπλωματία ἐταπείνωσεν ἅπαξ, ἐταπείνωσε δίς, ἐταπείνωσε τρὶς καὶ πολλάκις τὸν Κρητικὸν λαόν, ἵνα ὑποκύψῃ ὑπὸ τὸν Ὀθωμανὸν κυρίαρχον. Ἀλλὰ ἡ συνύπαρξις τοῦ στοιχείου τοῦ Ὀθωμανικοῦ μετὰ τῶν ἐν Κρήτῃ Ἑλλήνων εἶναι ἀδύνατος. Λοιπὸν δύο λύσεις ἀπομένουσιν· ἢ νὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ πείσῃ τὴν διπλωματίαν, ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ ἱδρύσῃ ἐν Κρήτῃ ὁποιονδήποτε ἄλλο καθεστώς, ἐκτὸς τῆς ἑνώσεως, ἢ ἐπὶ τέλους νὰ ζητήσῃ τὴν ἕνωσιν διὰ τῶν ὅπλων. Βεβαίως ἡ γνώμη περὶ πολέμου εἶναι λίαν παρακεκινδυνευμένη, ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν λόγον ὑπάρξεως πλέον ἐν τῷ μέλλοντι, ἂν ἐπὶ τέλους δὲν πείσωμεν ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι ὄχι μόνον εἴμεθα ἔθνος, ἀλλ’ ὅτι ἔχομεν δικαίωμα ὑπάρξεως, καὶ ὅτι δυνάμεθα, ὡς ἔθνος, ὄχι μόνον νὰ ὑπάρχωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ προαχθῶμεν, συμφώνως μὲ τὸν προορισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ὁ προορισμὸς τῆς Ἑλλάδος. Πολλάκις, Κύριοι, πολλοὶ μεμψιμοιροῦσι κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν φέρει τὰς ἀρετὰς τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν· ἀλλ’ ὑπάρχουσι στιγμαὶ, καθ’ ἃς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διέψευσε τὴν ἰδέαν αὐτήν. Οὐδέποτε ἐγεννήθη ἰδέα ἐθνικὴ καὶ νὰ μὴ ἰδῆτε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἑνωθῇ, ὡς εἷς ἄνθρωπος, καὶ νὰ ἐξεγερθῇ ὑπὲρ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν αἰώνιον αὐτοῦ πόθον· καὶ λέγω τοῦτο, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐννοεῖ, ὅτι ἡ κατάστασις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει, δὲν εἶναι ἡ πρέπουσα, δὲν εἶναι ἡ εἰς αὐτὸν προσήκουσα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἐν καταστάσει μειονεκτικῇ, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται παρὰ νὰ καρκινοβατῇ ἐθνικῶς. Ἀείποτε, ὁσάκις ἐγεννήθη ἰδέα τις ἐθνικὴ, ὁ Ἕλλην κατέδειξεν ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ προσφέρῃ πᾶσαν θυσίαν ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τῆς Ἑλλάδος. Βεβαίως ἡ διπλωματία πάντοτε εἶναι ἐμπόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ ῥίψωμεν τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον. Ἐὰν ἡ διπλωματία δὲν πεισθῇ, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν Κρήτῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ πλέον ἕτερον πολίτευμα, εἰμὴ ἡ ἕνωσις αὐτῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ διπλωματικὰ μέσα καὶ δὲν δυνηθῇ νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα, νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ καταγωγὴν, ὅτι εἶναι υἱὸς ἐνδόξου οἰκογενείας καὶ ἀπόγονος μεγάλης γενεᾶς, καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ μὴ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἱστορίαν τῶν πατέρων του. Ἐὰν δὲ ἐν τῇ συναισθήσει τοῦ καθήκοντος καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει, αἰσθάνεται ὅτι τὸ ἔδαφος κλονίζεται ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ, εἰλικρινῶς φερόμενος, πρέπει νὰ παραδώσῃ πρὸς ἄλλους τὴν ἐξουσίαν. Δὲν λέγω τοῦτο διότι θέλω πολιτικὴν μεταβολὴν, τὸ λέγω ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν ἄλλως τὴν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, εἰμὴ διὰ τῶν ὅπλων, καὶ διὰ τοῦτο μὲ ὅ,τι ἔχομεν καὶ δὲν ἔχομεν πρέπει νὰ πολεμήσωμεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν γίνωμεν ὁλοκαύτωμα ἅπαντες, καλλίτερον νὰ θυσιασθῶμεν, ἵνα ὑπάρξωμεν μίαν ἡμέραν ὡς Κράτος μέγα, συμφώνως μὲ τὸν προορισμὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰ δ’ ἄλλως, ἂς ἐξαφανισθῶμεν ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς, ἐὰν πρόκειται ἄνωθεν, δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ ἡμῶν νὰ ἔχωμεν 7 ἑκατομμύρια Ἑλλήνων δούλων. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἠρνήθη τὰ πάντα, ἐνῷ ἡ Κρήτη καίεται καὶ τὰ πάντα κατεστράφησαν, τί περιμένετε; Δὲν δύνασθε πλέον νὰ πράξητε τίποτε. Λοιπὸν, ἐὰν δὲν πείθεται ἡ διπλωματία, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ εὑρεθῇ ἕτερον καθεστὼς ἐν Κρήτῃ, εἰμὴ ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, συμφώνως μὲ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν ἡ Κρητικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς ἡμᾶς, δὲν μένει ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ ζητήσωμεν τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μεθ’ ἡμῶν αὐτῶν διὰ τῶν ὅπλων.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβάλωμεν.
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ φθάσωμεν τοὐλάχιστον εἰς τὴν 8ην ὥραν.
§126ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ εὐχαρίστως ἤθελον ἀπαντήσει εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν λεχθέντα, ἐὰν δὲν ἀπουσίαζε.
§127ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνήθως, ὅταν γίνηται παρὰ Ὑπουργοῦ ἀνακοίνωσις ἐγγράφων καὶ δήλωσις ὅτι τὰ ἔγγραφα κατατίθενται εἰς τὸ Προεδρεῖον, πράγματι κατατίθενται. Ἀλλ’ ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα τὰ κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ πρῶτον μοὶ εἶπον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω μίαν ἀπόδειξιν,—καὶ εἶμαι πρόθυμος,—ἀλλ’ ἔπειτα μοὶ εἶπον, ὅτι δὲν κατετέθησαν, ἔπειτα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκλήθη εἰς τὰ ἀνάκτορα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κατατεθῶσιν. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§129Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔπρεπε νὰ ἦναι παρών.
§130ΣΤΑΗΣ. Ἂς ἀναβληθῇ λοιπὸν διὰ τὴν αὔριον.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα τὸ συζητούμενον νομίζω ὅτι εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως.
§132Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐξετράπη εἰς ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἦναι παρών, διὰ νὰ ἀκούσῃ.
§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν παρεξετράπη· τὸ ζήτημα ἐξετράπη οὐχὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι βεβαίως ὑπεύθυνος δι’ ὅσα εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ἕκαστος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ πρὸς αὐτήν. Λοιπὸν πάντες οἱ ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ καταλόγῳ ἔχουσι νὰ ἀντείπωσι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀντείπω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσι καί τινες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι θέματα τῆς Κρήτης καὶ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως· αὐτοὺς παρακαλῶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον.
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλοι ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς παρουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον;
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ συνεννοηθῶμεν, ὅπως μετὰ τὴν σήμερον τὰς ἑπομένας ἡμέρας ἔχωμεν διακοπήν, καὶ ὄχι διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως, διότι ὑπάρχει πολλὴ ἐργασία.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Δʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Βάλτου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 270). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 30′ μ. μ.