| 4352 | Ἔξοδα ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς | δρ. | 7,452 | |
| 4353 | Ἐνοίκια Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς | » | 37,000 | |
| 4354 | Ἔξοδα ὑπηρεσίας ἀστυνομιῶν τοῦ λοιποῦ Κράτους | » | 143,100 | |
| 4355 | Ἐνοίκια ἀστυνομιῶν λοιποῦ Κράτους | » | 210,000 | |
| 4356 | Ἐνοίκια εἰρηνοδικειακῶν καταστημάτων | » | 82,000 | |
| 4357 | ἤτοι ἐν ὅλῳ | » | 479,552 |
1896.12.18
5,243 rows · 41,050 words · 1 table · 322 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
Τῆς 18 Δεκεμβρίου 1896.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Α. Τόμαν)
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἰθάκης βουλευτὴς κ. Πεταλᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ συντάξεως ἀρχιεργοστασιαρχῶν καὶ ἀρχικελευστῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 220). Ὁ ἐκ Πυλίας βουλευτὴς κ. Σάκκης ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν στρατευσίμων, ἐὰν εὕρῃ νέους μὴ ἔχοντας τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένην ἡλικίαν, μεταφέρει αὐτοὺς εἰς ἑτέραν τοιαύτην, οἵαν τὸ Συμβούλιον θεωρήσει ὅτι ἄγουσιν. «Ἐκ τῆς περιπτώσεως ταύτης πολλάκις μεταφέρεται πρεσβύτερος ἀδελφὸς κατόπιν νεωτέρου ἀδελφοῦ του. Καὶ μέχρι μὲν τοῦδε ἐφηρμόζετο, ὅπως ὁ οὕτω μεταφερθεὶς ἐξακολουθῇ νὰ διατηρῇ τὴν ἰδιότητα τοῦ πρεσβυτέρου καὶ ν’ ἀπολαμβάνῃ τὰ εὐεργετήματα τοῦ νόμου· πλὴν ἐσχάτως ἡ κατ’ ἔφεσιν δικάζουσα τὰ στρατολογικὰ ἐπιτροπή, δοῦσα ἀντίθετον ἑρμηνείαν, ἀποκλείει τοὺς πρεσβυτέρους τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀπαλλαγῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, μεταφερθέντες οὗτοι εἰς ἐλάσσονα ἡλικίαν τῆς τῶν μικροτέρων ἀδελφῶν των, ἀπώλεσαν καὶ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπαλλαγῆς, χορηγουμένου τούτου εἰς τοὺς νεωτέρους ἀδελφούς, καταστάντας πρεσβυτέρους. «Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου διὰ νέου νόμου.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡσαύτως ὁ ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος κατέθηκε δύο ἐπερωτήσεις, ἐχούσας ὡς ἑξῆς.
§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παραλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Τριφυλίας τὸ προσωρινὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν ὅτι θέλει λάβει ὑπὲρ τῶν καθυστερούντων προσωρινὰς δόσεις ἐκ τοῦ τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν ἐν Μεσσήνῃ, καθόσον καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουσι πολλαὶ τοιαῦται καθυστερήσεις. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου θέλω ὑποβάλει τὴν ἀνήκουσαν τροπολογίαν.» «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάλογον τῶν ἀπὸ 1 Ἰουνίου 1895 καὶ μέχρι τοῦδε ὑπηρετησάντων ἐν τῷ δήμῳ Ἐράνης ἀστυνόμων, περιέχοντα τὸ ὄνομα, τὸ ἐπώνυμον καὶ τὸν βαθμὸν ἑκάστου, τὸν χρόνον τῆς ἐκεῖ διαμονῆς του καί, εἰ δυνατόν, τὸν λόγον, δι’ ὃν μετετέθη ἐκεῖθεν.»
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Πετιμεζᾶ, γνωρίζει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ μετατεθεὶς εἰρηνοδίκης Νωνάκριδος παρέδωκε τὴν ὑπηρεσίαν του καὶ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν. Οἱ ἐκ Κερκύρας βουλευταὶ κ. κ. Παραμυθιώτης, Ν. Βασιλάκης καὶ Ι. Σέχος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ δήμου Ποταμογειτόνων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Κερκύρας. Ὁ βουλευτὴς Ναυπλίας κ. Γ. Φαρμακόπουλος ὑποβάλλει δύο τροπολογίας, τὴν μὲν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμου, τὴν δὲ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Ἥ τε πρότασις νόμου καὶ αἱ τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 221–225).
§6Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἐκ Τριχωνίας βουλευτὴς κ. Μάνεσης ἐζήτησεν, ὅπως ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν καταστάσεις περὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν ἤδη εἰς τὴν ἀστυνομικήν, τὴν τηλεγραφικὴν καὶ τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐπίσης κατάστασιν περὶ τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν καθ’ ἑκάστην. Τὰς καταστάσεις ταύτας καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ὡσαύτως ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς κ. Ραζέλος ἐζήτησεν, ὅπως ὑποβάλω κατάστασιν ἀριθμητικὴν τῆς δυνάμεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς κατὰ βαθμόν. Τὴν κατάστασιν ταύτην ἐπίσης καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ὁ ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Μπακόπουλος ἀπέτεινε πρὸς ἐμὲ ἐπερώτησιν, ἔχουσαν οὕτω: «Παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ διοικῶν τὴν Μοῖραν Ἀρκαδίας ὑπεβλήθη εἰς ἐπιθεώρησιν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιθεώρησιν τῆς χωροφυλακῆς ὑπὸ τοῦ συνταγματάρχου Δημοπούλου, καὶ ἂν ὄχι, διὰ τίνας λόγους συνέβη τοῦτο;» Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἀπαντῶ τὰ ἑξῆς. Ὁ νῦν διοικῶν τὴν Μοιραρχίαν Ἀρκαδίας μοίραρχος Ἀλεξάκης Περικλῆς δὲν ἐπεθεωρήθη ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ συνταγματάρχου Δημοπούλου Ἰωάννου, διότι ἡ διατάξασα τὴν ἐπιθεώρησιν διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου ὥριζεν, ὅπως ἐπιθεωρηθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ προβιβασθέντες μέχρι τῆς 19 Σεπτεμβρίου 1888, ἐνῷ ὁ εἰρημένος μοίραρχος Ἀλεξάκης προεβιβάσθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιμοιράρχου τὴν 19 Μαΐου 1889.
§7ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θλιβερὰ ἀγγέλματα ἔχομεν ἐκ πολλῶν σημείων τοῦ Κράτους, ἐκ Λαρίσης, Καρδίτσης, Αἰγίου, Ἀταλάντης καὶ Λεβαδείας, περὶ καταστροφῶν ἐκ πλημμυρῶν. Συνεπῶς ὑποχρεούμεθα, ὅπως ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον, ζητοῦντες πρὸς περίθαλψιν τῶν παθόντων καὶ ὡς πρώτην ἐπικουρίαν πίστωσιν 20,000 δραχμῶν. Καταθέτω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 224).
§9ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ὡμιλήσατε περὶ τῶν Τρικκάλων, κύριε Ὑπουργέ. Καὶ ἐκεῖ ἔγεινε καταστροφή.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ ὅλα τὰ μέρη. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ παρακληθῇ νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ὑποβάλῃ, εἰ δυνατόν, τὴν ἔκθεσίν της σήμερον.
§11ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Σήμερον, μάλιστα. Καὶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διὰ τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος.
§12Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ (πρὸς τὸν κ. Χατζηπέτρον). Ἑκατὸν δραχμαὶ σᾶς ἀναλογοῦσι!
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Φιλάρετος.
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λαβὼν τὴν εὐκαιρίαν πρὸ δύο ἐτῶν νὰ ἐξετάσω τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν τηλεγραφικὴν ὑπαλληλίαν, προὐτιθέμην ἀπὸ τῆς πρώτης συνόδου τῆς ἐνεστώσης περιόδου νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς διακόψω. Θέλω μόνον νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν.
§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν ὅτι δὲν προτίθεσθε νὰ μὲ διακόψητε, δύναμαι ν’ ἀκούσω τὴν πληροφορίαν. Τί θέλετε;
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν καὶ πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι μετὰ τὰς γενομένας παραστάσεις καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μετὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, κατὰ τὸ ἐπερχόμενον διάστημα, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπέλθει κατὰ τὰς διακοπὰς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀσχοληθῆ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§18Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε προβῆ εἰς μίαν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν μετ’ εὐχαριστήσεως σύμπασα ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀκούσει, καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο πρὸ μικροῦ, καὶ διότι λαμβάνω ὑπ’ ὄψει τὸ πολύτιμον τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, δὲν προὐτιθέμην διὰ μακρῶν νὰ ὁμιλήσω. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νομίζω ἐπάναγκες νὰ ὑποβάλω διὰ βραχέων τοὐλάχιστον παρατηρήσεις τινὰς σχετικὰς, διὰ δύο λόγους· πρῶτον διότι κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. συνάδελφος ἔφερε τὸν λόγον, μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὑπῆρχε πλήρης ὁμοφωνία τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ λάβω τότε τὸν λόγον, δηλώσας ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἁπλῶς τὴν συναίνεσίν μου. Ἐν τούτοις χθὲς ἐκ διαφόρων ἑδωλίων ἠκούσθησαν παραδόξως ζωηραὶ ἀντιῤῥήσεις, αἱ ὁποῖαι ὁμολογῶ ὅτι μ’ ἐλύπησαν. Ἕκαστος ἔχει τὰς πεποιθήσεις του· ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι τοιοῦτον τὸ θέμα, ὥστε ἐδικαιοῦτό τις νὰ μὴ ἀκούσῃ ἀντίῤῥησιν ἄλλως ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσι τοὐλάχιστον, καὶ ἂν μὴ ἐπρόκειτο νὰ συναινέσωσιν οἱ τυχὸν ἀντιλέγοντες εἰς τὴν θεραπείαν. Ἐκτὸς τούτου ὅμως, πιθανὸν αἱ παρατηρήσεις μου νὰ βοηθήσωσι τὸ ὑποσχεθὲν ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι βεβαίως ἔχει μὲν ὅλα τὰ μέσα, ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων ἐὰν ὑποδειχθῶσι τὰ τρωτὰ μέρη τῆς τηλεγραφικῆς νομοθεσίας, δύναται νὰ ἐργασθῇ καλλίτερον. Διὰ βραχέων λοιπόν—διότι εἶμαι καὶ ἀδιάθετος σήμερον—θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις, διὰ νὰ ἄρω ἐντελῶς τὴν δυσμένειαν, ἡ ὁποία ἐφάνη ὑπάρξασα χθὲς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐκ μέρους τινῶν ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐκδηλωθεῖσα δυσμένεια δὲν εἶναι παντελῶς δεδικαιολογημένη, πρῶτον διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, ἀναγεγραμμένον καὶ ἐν τῷ Συντάγματι, πρέπει νὰ ἐνασκῆται ὑπὲρ ὅλων, πρώτην δὲ φορὰν οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι εὐσεβάστως, εὐλαβῶς, ὑπέβαλον τὰς παρατηρήσεις των, καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ τὰς ἀκούσωμεν, δεύτερον δὲ, διότι εἰδικῶς οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι μεταξὺ τῶν ἀδικουμένων ἴσως πλειότερον ὅλων τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων. Πιθανὸν νὰ ἐθεωρήθη, ὅτι, ἐπειδὴ καὶ ἄλλοι κλάδοι πάσχουσι, δὲν ἐπιτρέπεται μονομερῶς νὰ γίνεται συζήτησις. Ἀλλὰ καὶ τίς ἀρνεῖται, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἀνάλογος πρόνοια περὶ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων ἀνεξαιρέτως; Τὸ γενικὸν ζήτημα μοὶ φαίνεται ἁπλοῦν, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ πολλάκις ὡμίλησα εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ πρῶτον ἔργον οἱασδήποτε Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἀνεύρῃ τοὺς κηφῆνας, τοὺς περιττοὺς ὑπαλλήλους, καὶ νὰ τοὺς περικόψῃ, νὰ ἱκανοποιήσῃ δὲ τοὺς ἐναπομένοντας φιλοπόνους καὶ ἐναρέτους δι’ ἐπαρκοῦς μισθοδοσίας, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ δέουσα ἐποπτεία· διότι, ἐὰν αὐξήσωμεν τοὺς μισθοὺς καὶ δὲν ἔχωμεν ἐγγυήσεις, ὅτι μετὰ τοῦτο θὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις τῆς ὑπηρεσίας, κατ’ οὐδὲν θὰ ὠφεληθῶμεν. Ἔλεγον πρότερον, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ τις ἐξ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ παραδέχηται, ὅτι παρημελήθησαν ὅλοι οἱ κλάδοι τῆς ὑπηρεσίας, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς μισθοδοσίας, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὸ κακὸν ἐγένετο καταφανέστερον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπετρέπετο διαβάθμισις πασχόντων, δὲν ἤθελε διστάσει τις νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους, ἴσως εἰς δευτέραν κατηγορίαν τοὺς προξενικοὺς καὶ τοὺς δικαστικούς, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, ἐν οἱᾳδήποτε διαβαθμίσει. Διατὶ ὅμως φαίνεται ζωηρότερον τὸ παράπονον τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων; Διότι σὺν τῇ ἀνεπαρκείᾳ τῆς μισθοδοσίας ὑπάρχει καὶ ἀνεπάρκεια μεγάλη προσωπικοῦ εἶναι ἀνάγκη εἰς τοὺς ἔχοντας ἐναντίαν γνώμην νὰ γείνωσι παρατηρήσεις, ἵνα παύσωσι τοιαῦτα φρονοῦντες. Πρῶτον ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων κατὰ τὸ ἔτος 1859, ὅτε ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία ἦτο ἐν νηπιώδει καταστάσει. Τὸ πρῶτον στάδιον σπουδαίας βελτιώσεως ἀνεγράφη ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1882, ἀλλὰ κυρίως ἔλαβε μεγάλην ἀνάπτυξιν ὁ τηλεγραφικὸς κλάδος διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887, ὅτε ἐγένετο ἡ ἕνωσις τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Ἐνῷ λοιπὸν ἡνώθη ἡ τηλεγραφικὴ καὶ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, καὶ ἐνῷ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔλαβε καλὰ μέτρα πρὸς βελτίωσιν τοῦ κλάδου τούτου, παρέλιπεν ὅμως ἓν οὐσιῶδες, τὴν πρόνοιαν ἀναλόγου προσωπικοῦ. Ηὔξησεν ὁ νόμος ἐκεῖνος μόνον 4 θέσεις ὑποδιευθυντῶν πρώτης τάξεως καὶ 4 θέσεις ἐπιθεωρητῶν δευτέρας τάξεως, ἀλλὰ δὲν προὐνόησε καὶ περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ βοηθητικοῦ, δηλαδὴ τῶν τηλεγραφητῶν καὶ τῶν βοηθῶν. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ἢ τοὐλάχιστον ὅσοι τῶν κ.κ. Βουλευτῶν δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ τὸ γνωρίζωσιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἡ τηλεγραφικὴ ἐκτελεῖται διὰ τεσσάρων κατηγοριῶν ὑπαλλήλων, ἢ ἀκριβέστερον διὰ δύο κατηγοριῶν, ὑποδιαιρουμένης ἑκατέρας εἰς δύο, δηλαδὴ τῆς τῶν τηλεγραφητῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως καὶ τῆς τῶν βοηθῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως. Αὐτοὶ εἶναι τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσιν ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν. Εἶναι δὲ κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους 39 τηλεγραφηταὶ πρώτης τάξεως καὶ 80 τηλεγραφηταὶ δευτέρας τάξεως· οἱ βοηθοὶ εἶναι 170 πρώτης τάξεως καὶ 120 δευτέρας τάξεως. Αὐτοὶ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882 ἦσαν ὀλιγώτεροι, δηλαδὴ 140, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1889 ηὔξησαν, οἱ μὲν τῆς πρώτης τάξεως κατὰ 15, διὰ δὲ τοῦ νόμου τοῦ 1894 κατὰ ἑτέρους 15· ἑπομένως εἶναι 170 κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, ὅσοι ἦσαν καὶ ἀπὸ τοῦ 1894, οἱ δὲ βοηθοὶ δευτέρας τάξεως ἦσαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882 100, διὰ τοῦ νόμου δὲ τοῦ 1889 προσετέθησαν 10 καὶ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1894 ἕτεροι 10, ὥστε ἔχομεν ἤδη 120. Τὸ μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, ἦτο ὅτι, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία ηὔξησε μάλιστα διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 καταπληκτικῶς, δὲν ἐλήφθη πρόνοια αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν τηλεγραφητῶν καὶ τῶν βοηθῶν, ἀναλόγως τῆς μεγάλης ἀναπτύξεως τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἡ αὔξησις τῶν βοηθῶν ἦτο πολὺ μικρὰ, δυσανάλογος, ἀλλὰ τῶν τηλεγραφητῶν οὐδεμία ἐγένετο αὔξησις! Τὸ κακὸν τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, εἶναι, ὅτι αἱ κεναὶ θέσεις δὲν συνεπληρώθησαν. Ἤμην καὶ εἶμαι καὶ θὰ ἦμαι πάντοτε ἐναντίος τῆς τακτικῆς ταύτης. Ὅταν οἱ ὀργανικοὶ νόμοι ἀναγράφωσιν ὡρισμένας θέσεις, αἱ θέσεις αὗται πρέπει νὰ συμπληρῶνται, ἢ ἄλλως διὰ νόμου νὰ καταργῶνται. Ὅταν αἱ θέσεις δὲν συμπληρῶνται, οἱ κατώτεροι βαθμοὶ ὑποφέρουσι, καὶ ἐνταῦθα ἴσως εἰς μεγαλειτέραν κλίμακα ἐγένετο τὸ κακὸν τοῦτο, διότι δὲν συνεπληρώθησαν αἱ θέσεις· ἑπομένως τὸ κακὸν ἔπεσεν εἰς βάρος τῶν τηλεγραφητῶν δευτέρας τάξεως καὶ τῶν βοηθῶν ἰδίως. Ἐὰν καὶ μεταξὺ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων δύναται νὰ γείνῃ διαβάθμισις, οἱ σφόδρα πάσχοντες εἶναι οἱ δυστυχεῖς βοηθοὶ, τῶν ὁποίων οἱ μὲν δευτέρας τάξεως, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὅλων τῶν κρατήσεων, λαμβάνουσι δραχμὰς 83, οἱ δὲ πρώτης τάξεως δρ. 111, ἠναγκασμένοι νὰ μένωσιν εἰς πόλεις καὶ νὰ ἐργάζωνται νυχθημερόν. Δὲν ἐπαναλαμβάνω ὅσα ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμος συνάδελφος ὁμολογουμένως μετὰ πολλῆς εὐγλωττίας ἀνέπτυξεν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι ἐργάζονται, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς ὑπηρεσίας των οἱ μὲν ἐργάζονται πλειότερον τῶν δὲ, ἐνῷ οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι πραγματικῶς δὲν ἔχουσι διάκρισιν οὔτε τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτὸς, οὔτε τῶν ἑορτασίμων καὶ τῶν ἐργασίμων ἡμερῶν. Πολλάκις ἐῤῥήθη, ὅτι ἀδικοῦνται εἰς διαφόρους κλάδους ὑπάλληλοι, διότι μένουσιν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, ἀλλὰ τίς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι καὶ ἐν τῷ τηλεγραφικῷ κλάδῳ ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐπὶ 10, ἐπὶ 12, ἐπὶ 15, ἐπὶ 18 καί τινες ἐπὶ 20 ἔτη εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ἕνεκα τῆς κακῶς ἐννοουμένης οἰκονομίας τῆς μὴ συμπληρώσεως τῶν θέσεων τῶν νενομοθετημένων; Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος βεβαίως, Κύριοι, ν’ ἀναπτυχθῇ τὸ θέμα εὐρέως, διότι ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε κατ’ ἐπανάληψιν καὶ πρὸ μικροῦ, ἀλλ’ ἵνα παύσῃ καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται ἡ παραμικρὰ ἀντίῤῥησις καὶ ὅτι πρέπει οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν τῶν ἀδικουμένων ὑπαλλήλων, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπομνήσω καὶ ἐγὼ τὴν εὐγλωττίαν τῶν ἀριθμῶν. Ὁ ἐξ Ἁγυιᾶς ἀξιότιμος συνάδελφος χθὲς σᾶς ἀνέφερε τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ 1896· ἀλλὰ τότε ἦσαν οἱ Ὀλυμπιακοὶ ἀγῶνες. Λάβετε ὅμως καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ 1895, ὅτε τὸ ἔτος ἦτο κανονικόν. Τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων κατὰ τὸ 1895 δραχ. 908,000,—ὁμιλῶ εἰς στρογγύλους ἀριθμοὺς—ἀπὸ τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν εἰσέπραξεν 1,756,000, ἐν ὅλῳ 2,764,000. Ἐὰν προσθέσητε τώρα καὶ τὰ τηλεγραφήματα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς 300 περίπου χιλιάδας καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, καὶ μάλιστα γίνεται καὶ κατάχρησις τοῦ τηλεγραφικοῦ δικαιώματος τῶν ἀρχῶν διὰ τῶν μακρῶν τηλεγραφημάτων, ἔχετε ἕνα στρογγύλον ἀριθμὸν 3 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀπέναντι τριῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε τὸ Κράτος, ἀνεγράφετο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 πίστωσις ἐξόδων 2,316,000· ὡς ἔσοδον ἐκ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων ἑπομένως ὑπάρχει ἓν περίσσευμα 684,000 δραχμῶν κατ’ ἀκρίβειαν. Κατέκρινα πάντοτε ὡς ἐσφαλμένην τὴν οἰκονομικὴν βάσιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως κλάδων τινῶν τῆς διοικήσεως. Τὰ ταχυδρομεῖα, τὰ τηλεγραφεῖα καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν εἶναι πλουτοφόροι πηγαὶ διὰ τὸ Δημόσιον. Εἰς αὐτὰ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς Πολιτείας τέλος, ἵνα ἀνταποκρίνηται διὰ τοῦ τέλους τούτου εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ὅριον τὸ προσῆκον, ἵνα μὴ ἐπέρχηται δυσχέρεια εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἀγαθῶν τῶν ἐκ τῶν κλάδων τούτων. Ἑπομένως αὐτὸ τὸ ἐπιδιωκόμενον περίσσευμα, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητον, ὅταν ἡ εἰδικὴ ὑπηρεσία ὑφίσταται στερήσεις. Δὲν νομίζω ὅτι κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ δαπανᾷ τις πᾶν περίσσευμα ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, ὄχι! ἀλλὰ δὲν ἐπαγιώθη ἔτι ἡ ὑπηρεσία ἡ τηλεγραφικὴ καὶ ἡ ταχυδρομική, καὶ μέχρι παγιώσεως αὐτῆς δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ φειδωλία εἰς τοὺς συντάσσοντας τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν πρέπει ν’ ἀφήνωμεν τοὺς ὑπαλλήλους πενομένους, ἀξιοῦντες παρ’ αὐτῶν συνεχῆ, ἔντιμον καὶ εὐσυνείδητον ἐργασίαν. Δὲν θ’ ἀναφέρω ὅλα τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἀγογγύστως μέχρι τοῦδε ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἀγογγύστως καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἐκπληρῶσιν αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ λάβῃ ἐγκαίρως μέριμναν, ὥστε νὰ μὴ φθάσῃ τὸ κακὸν εἰς σημεῖον, ὥστε νὰ ἀπαιτῇ μάρτυρας ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ θυσίας ὑπερφυσικάς. Γνωρίζομεν, ὅτι 30% καταστρέφουσι τοὺς ὀφθαλμούς των, οἱ πλεῖστοι γίνονται νευροπαθεῖς, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῆς ἐργασίας καὶ τῶν ἀγρυπνιῶν, μέγα δὲ μέρος αὐτῶν ἀποθνήσκει ἐκ φθίσεως· εἶναι πραγματικῶς μάρτυρες τῆς ὑπηρεσίας. Αὐτὰς τὰς βραχείας παρατηρήσεις ἐθεώρησα, Κύριοι, καθῆκόν μου, ὡς ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου ἀνέφερα, νὰ ὑποβάλω κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐκτελέσει τὰς ἐπαγγελίας της, καὶ τότε θέλω φέρει καὶ τὰς ἐμὰς παρατηρήσεις περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἤθελε προτείνει. Ἀλλ’ ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις μου, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ ἀδικουμένων εὐαρίθμων εὐτυχῶς τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτουν εἰς τὰ τουρκικὰ τηλεγραφεῖα καὶ οἱ ὁποῖοι ἠδικήθησαν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἦναι 5 ἢ 10 τὸ πολύ, καὶ δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, εἶναι ὅμως τινές. Ἐνῷ κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου, κατὰ τὸν νόμον τῆς ἀφομοιώσεως, ὑπεχρεώθησαν νὰ καταβάλλωσι 2½% ὡς πρόσθετον κράτησιν, ἵνα ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, καὶ πολὺ εὐλόγως, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἀφομοίωσις μὲ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους, οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἐκ Θεσσαλίας ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιπτώσεις, δὲν ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἕνεκα τῆς ἐσπευσμένης ἀφομοιώσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπὸ σημείωσιν τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, καὶ ἂν εὕρητε ὀρθὰ τὰ παράπονά των, νὰ μεριμνήσητε περὶ τῆς θεραπείας αὐτῶν. Ὡς πρὸς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ, πρωτίστως νομίζω, ὅτι ὀφείλει ἄνευ ἀναβολῆς νὰ συμπληρώσῃ τὰς κενὰς θέσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδωκε δείγματα διὰ τῆς μέχρι τοῦδε πορείας του, ὅτι ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ συμβουλευθῇ τὴν ὑπηρεσίαν πάντοτε καὶ θὰ κλείσῃ τὰ ὦτα εἰς κομματικὰς συστάσεις, ἐὰν μὴ ἐνισχύωνται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἀτυχῶς κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους δὲν προστατεύονται πάντοτε οἱ φιλόπονοι καὶ οἱ ἐνάρετοι. Μένει λοιπὸν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ὁ διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις ταύτας. Ὡς πρὸς τὰ μέτρα τὰ νομοθετικὰ, ταῦτα, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι τρία· πρῶτον, νὰ ἐξευρεθῇ ὁποῖον προσωπικὸν ἀπαιτεῖται, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν πολυτέλειαν θέσεων, ἀλλὰ τὸ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον προσωπικόν πρέπει νὰ νομοθετηθῇ, εἶτα νὰ βελτιωθῇ ὁ νόμος περὶ προσόντων, διότι ἔχει ἀτελείας, νὰ βελτιωθῇ ὁ νόμος περὶ προσόντων, διότι αἱ πολλαὶ διαβαθμίσεις δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας. Θὰ ἦτο δίκαιον, ἐὰν ὅλοι ὠνομάζοντο τηλεγραφηταί. Ἀντὶ νὰ ἔχητε τηλεγραφητὰς πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως, ἀντὶ νὰ ἔχητε βοηθοὺς πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως, προτιμότερον, νομίζω, νὰ νομοθετήσητε ὅλους ὡς τηλεγραφητὰς καὶ ἀναγράψητε μισθοδοσίας ἐπὶ τῇ βάσει κλίμακος ἀναλόγου τῆς χρονικῆς ὑπηρεσίας· νομίζω, ὅτι οὕτω θέλετε εὕρει τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλετε ὠφελήσει τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐνθαῤῥύνει τὸ προσωπικὸν τῶν τηλεγραφητῶν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν παραπονεῖται, ὁσάκις ἀκούῃ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι, ἐπειδὴ δὲν πληρόνονται ἐπαρκῶς, ζητοῦσι τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γινώσκει καλῶς τὴν ἀνεπάρκειαν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός ὅμως παραπονεῖται πάντοτε, ὅτι εἰσέδυσαν εἰς τοὺς προϋπολογισμούς ἀργόμισθοι· τοῦτο πάντοτε ἐφώναξα, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει ὅλοι νὰ ἐργασθῶμεν, εἰς τὴν περικοπὴν τῶν παρασίτων, τῶν κηφήνων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσκολλῶνται εἰς ὅλα τὰ ῥεύματα, ἤδη εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, αὔριον εἰς ἄλλην, μὲ τὴν εὐστροφίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν. Διὰ τοῦτο ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γείνῃ, εἶναι νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ἐπαρκὲς προσωπικὸν, νὰ πληρωθῶσιν ὅμως οἱ φιλόπονοι καὶ οἱ ἐνάρετοι, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι οὐδεὶς θὰ ἐγείρῃ παράπονον. Ἀλλὰ προσθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ σταματήσῃ ἐκεῖ· πρέπει ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῶν ἐργασιῶν της τὴν βελτίωσιν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων κλάδων, ἰδίως δὲ τῶν προξενικῶν καὶ τῶν δικαστικῶν. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν θεωρῶ τὴν στιγμὴν ταύτην κατάλληλον νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν ἐλλείπουσιν αἱ εὐκαιρίαι, ἵνα ἀναπτύξω τὴν περὶ τούτου γνώμην μου.
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ θὰ κάμω μόνον αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν διαφεύγει καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἰς οὐδὲν Κράτος τοῦ κόσμου θεωρεῖται ἡ τηλεγραφικὴ καὶ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία ὡς πηγὴ ταμιευτική. Πανταχοῦ, εἰς τὰ πλεῖστα τοὐλάχιστον τῶν Κρατῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὑπὲρ τὰς δαπάνας εἰσπραττόμενα ἐκ τῶν τηλεγραφείων καὶ τῶν ταχυδρομείων διατίθενται κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς τηλεγραφικῆς καὶ τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας. Εἰς πλεῖστα δὲ Κράτη τὸ δημόσιον ταμεῖον συνεισφέρει πολὺ περισσότερα τῶν ὅσα εἰσπράττει ἐκ τῶν τηλεγραφείων καὶ τῶν ταχυδρομείων πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς συγκοινωνίας. Καὶ ἐδῶ δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο. Ἡμεῖς ἔχομεν περίσσευμα, νομίζω, ἥμισυ περίπου ἑκατομμύριον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ταχυδρομείων καὶ τῶν τηλεγραφείων· ἐὰν ἐξ αὐτοῦ διατεθῇ ποσόν τι ὑπὲρ τῶν τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων,—καὶ ἤθελε διατεθῆ, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω καὶ προχθές, οὐχὶ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας,—τὸ Δημόσιον θέλει ὠφεληθῆ, ὄχι δὲ ζημιωθῆ.
§20ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ εἰς ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τοσοῦτον ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι καταφανής, ὥστε ἡ φωνὴ οἱουδήποτε ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, ἐγειρομένου, ὅπως ὑπερασπισθῇ τὰ δίκαια αὐτῶν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγείρεται ἐπὶ ματαίῳ. Ἀληθῶς δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ἐποχή, ὅπως ἐπιδιώξωμεν αὔξησιν τῶν μισθοδοσιῶν τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐξ ὅλων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὁ κλάδος οὗτος εἶναι τοσοῦτον ἠδικημένος, ὥστε καὶ ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει δὲν εἶναι ἄστοχον νὰ συνηγορήσῃ τις ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔσχε τὴν καλωσύνην πρό τινων ἡμερῶν, προκληθεὶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου συναδέλφου, νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἐλπίζει, ὅτι προσεχῶς θέλει δυνηθῆ νὰ λάβῃ μέτρον τι, ἱκανοποιοῦν τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἐλπὶς αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι βάσιμος καὶ θέλει πραγματοποιηθῆ μίαν ἡμέραν· δυστυχῶς ὅμως αἱ μέχρι τοῦδε ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπέδειξαν, ὅτι ὑπῆρχε πρόθεσις...
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον ἐγένετο δευτέρα δήλωσις.
§22ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐψηφίσαμεν νόμον, μειοῦντα τὸν τόκον τὸν ἀποδοτέον εἰς τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς καταθέτοντας ἐγγύησιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, πρὸς ἀσφάλειαν τῶν χρημάτων τῶν εἰσπραττομένων ἐπὶ τῇ ἐκδόσει ἐπιταγῶν. Τοῦτο ἦτο μία μέριμνα, ἥτις πᾶν ἄλλο ἐσκόπει βεβαίως ἢ τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. Ἐλπίζω ὅμως εἰς τὸ μέλλον, ὅτι θὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ πραγματικῆς βελτιώσεως τῆς τύχης αὐτῶν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσήγαγεν εἰς τὸν τηλεγραφικὸν κλάδον πληθὺν ὑπαλλήλων κατωτέρων, ἤτοι βοηθῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως μὲ μισθὸν 90 ἢ 120 δραχμῶν, καὶ ἐπεσώρευσε τοσούτους εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν, ὥστε κατέστη ἀδύνατος πᾶσα προαγωγή. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὥστε νὰ ἐπέρχηται προαγωγή τις μετὰ διάστημα ὑπηρεσίας τριετὲς ἢ πενταετὲς ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ κατορθωθῇ ν’ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς αὐτῶν, ὡς εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ εἰσαγαγὼν τὴν ἀναφορὰν τῶν τηλεγραφητῶν.
§23ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶχον καὶ ἐγὼ σκοπὸν, ὅπως συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν κλάδον τῶν τηλεγραφητῶν, ὁ ὁποῖος ἀναντιῤῥήτως εἶναι παρηγκωνισμένος, ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία σήμερον ἐγένετο, νομίζω ὅτι πᾶσα σύστασις ἡμῶν εἶναι περιττή.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἠκούσατε ποίαν δήλωσιν ἔκαμα.
§25ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μάλιστα. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει δι’ αἰτήσεώς μου τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ, ὅπως ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία συντάξῃ πίνακα τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἀποστέλλονται εἰς τὸ Κεντρικὸν Προγυμναστήριον οἱ ναῦται ἑκάστου τμήματος τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς, πλὴν δὲ τούτου καὶ πίνακα τῶν εἰδῶν τοῦ ἱματισμοῦ, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Ναυστάθμου κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς προσέρχονται οἱ κληρωτοὶ πρὸς κατάταξιν. Ἀμφοτέρους τοὺς πίνακας ἐζήτησα, ὅπως ἐξετάσω σπουδαῖον, κατ’ ἐμὲ, ζήτημα, ἀφορῶν τὴν ἐκγύμνασιν τῶν ναυτῶν τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ, διότι, καθ’ ἃς εἶχον λάβει πληροφορίας καὶ ὡς ἐκ τύχης ἐγὼ αὐτὸς ἀντελήφθην, ἐπείσθην ὅτι οἱ κληρωτοὶ ναῦται, οἱ προσερχόμενοι εἰς τὸν Ναύσταθμον, παρὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, δὲν ἀποστέλλονται ἀμέσως εἰς τὸ Κεντρικὸν Προγυμναστήριον, ἀλλὰ παραμένουσιν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ἀσχολούμενοι εἰς ἐργασίας ὅλως ἀλλοτρίας τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν, εἰς ἐργασίας, αἵτινες τοὺς ἐμποδίζουσιν ἀπὸ τὴν κεκανονισμένην ἄσκησιν καὶ καθιστῶσιν ὁριστικῶς ἀτελῆ τὴν τελείαν αὐτῶν ἐκγύμνασιν, ἔστω καὶ ἂν γείνῃ προσπάθεια πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ χρόνου τούτου, ὃν ἀπώλεσαν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Δυστυχῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ναυστάθμου ἀπέστειλε πίνακα, τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσω. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ναυστάθμου προσεποιήθη ὅτι δὲν ἐνόησεν, ἢ μᾶλλον ἔδειξεν ὅτι ἐννοεῖ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἐνόουν. Ἵνα τὸ πρᾶγμα διευκρινισθῇ γενικώτερον, οὐχὶ μόνον ὡς γινόμενον ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐξετασθῇ εὐρύτερον, ἐὰν καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας Κυβερνήσεις τοιοῦτον ἄτοπον ἐγίνετο, εἶχον παρακαλέσει, ὅπως οἱ πίνακες οὗτοι συνταχθῶσι περιλαμβάνοντες χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1891. Ἀλλ’ ὡς συνετάχθησαν, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ ἦναι χρήσιμοι. Οὐχ ἧττον ὡς πρὸς μίαν περίοδον τοῦ τρέχοντος ἔτους εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδείξω τὸ ἄτοπον τὸ γινόμενον. Καὶ λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσω τοὺς πίνακας τούτους, διότι λόγου χάριν ἀναφέρουσιν, ὅτι κατὰ τὸ 1891 ἀπεστάλησαν ἐκ τοῦ Ναυστάθμου κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν κληρωτοὶ τὴν 5 Ἰανουαρίου, τὴν 27 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς, τὴν 19 Φεβρουαρίου, τὴν 11 Μαρτίου, τὴν 18 Μαρτίου, τὴν 23 Μαρτίου, τουτέστι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πρώτου τμήματος τῆς πρώτης τριμηνίας, ἀλλὰ δὲν λέγουσι πόσοι ἐστάλησαν ἐν ἑκάστῃ τῶν ἡμερῶν τούτων, διότι δυνατὸν τὴν 5 Ἰανουαρίου νὰ ἐστάλησαν μόνον 2 κληρωτοὶ, καὶ τὴν 11 ἢ 18 Μαρτίου νὰ ἐστάλησαν 100 ἢ 150 κληρωτοὶ, οἱ ὑπολειπόμενοι. Ἑπομένως, ὡς εἶναι συντεταγμένος ὁ πίναξ, βεβαίως δὲν μοὶ χρησιμεύει, ἵνα ἰδίως ἀποδείξω τί ἐγίνετο κατὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1896 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαφύγῃ τὸν ἔλεγχον ὁ Ναύσταθμος, διότι κανὲν πρόσχημα δὲν ἐφυλάχθη, καὶ οὕτως ἔχομεν κατὰ τὸ 1896, ὅτι τὴν πρώτην τριμηνίαν, τουτέστι τὸν Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον, ἐστάλησαν κληρωτοὶ εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν τριμηνίαν...
§26Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ σειρῶν.
§27ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Αἱ σειραὶ ἀνταποκρίνονται πρὸς τριμηνίας.
§28Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§29ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Λοιπὸν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον καὶ τὸν Μάϊον οὐδεὶς ἐστάλη εἰς τὸ Κεντρικὸν Προγυμναστήριον, ἑπομένως οἱ ναῦται τῆς σειρᾶς τῆς δευτέρας τριμηνίας παρέμειναν ἐν Ναυστάθμῳ ἐπὶ δύο μῆνας. Περὶ ἄλλων τριμηνιῶν δὲν δύναμαι ν’ ἀποδείξω τίποτε, ὡς εἶναι συντεταγμένοι οἱ πίνακες· μόνον περὶ αὐτῶν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως διατάξῃ τοὺς ἐν Ναυστάθμῳ νὰ μὴ παραλείπωσι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ὁ νόμος, ὅπως ἀποστέλλωσιν ἅμα τῇ προσελεύσει τῶν κληρωτῶν τούτους εἰς τὸ Κεντρικὸν Προγυμναστήριον, διότι κατὰ τὸν νόμον ἀποστέλλονται καὶ παραμένουσιν ἐκεῖ ἐπὶ τρεῖς μῆνας, μετὰ τοὺς τρεῖς δὲ μῆνας πρέπει νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς εἰδικοὺς κλάδους, ἀναλόγως τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου καὶ ἀναλόγως τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον ἕκαστος ὀφείλει νὰ διανύσῃ ἐν τῷ κλάδῳ του. Εἶπον ὅτι εἶχον ζητήσει συνάμα καὶ πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ εἴδη τοῦ ἱματισμοῦ, τὰ ὑπάρχοντα καθ’ ὅλον τὸ ἔτος καὶ ἰδίως κατὰ τὰς ἐποχὰς, καθ’ ἃς προσέρχονται οἱ κληρωτοὶ, καὶ τοῦτο, διότι εἶχον ἀκούσει, ὅτι μία σειρὰ κληρωτῶν δὲν ἀπεστάλη εἰς Ναύσταθμον, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀναγκαῖος ἱματισμὸς εἰς τὰς ἀποθήκας. Ἐκ τοῦ πίνακος, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, βλέπω ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς του οὗτος, ἐὰν πράγματι προτείνεται, δὲν εἶναι βάσιμος. Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ ἐὰν ἡ ἔλλειψις αὕτη τοῦ ἱματισμοῦ ὑπῆρχεν, εἶναι βεβαίως σφάλμα τοῦ Ναυστάθμου· ὁ Ναύσταθμος ἔχει τὰς πιστώσεις κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὤφειλεν ἐγκαίρως νὰ προμηθευθῇ τὰ ὑλικὰ, τὰ χρήσιμα διὰ τὸν ἱματισμὸν τῶν ναυτῶν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἄτοπον τὸ γινόμενον ἐν Ναυστάθμῳ καὶ τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι ἐξακολουθεῖ ἴσως ἀπό τινων ἐτῶν, ἐὰν ὄχι ἀπὸ πολλῶν, εἶναι μέγα· διότι οὐ μόνον οἱ ναῦται ἐμποδίζονται ἀπὸ τοῦ νὰ συμπληρώσωσι τὴν πρέπουσαν γύμνασιν καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς νενομισμένας ἀσκήσεις, ἀλλὰ πλὴν τούτου ἀσχολοῦνται εἰς ἐργασίας τοιαύτας, τὰς ὁποίας ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει, διότι οἱ κληρωτοὶ προσέρχονται, ἵνα ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα, ὡς ναῦται, οὐχὶ ἵνα τὴν ὑπηρετήσωσιν εἰς βαναύσους ἐργασίας, τὰς ὁποίας μόνον οἱ κοινοὶ ἀχθοφόροι πρέπει νὰ ἐκτελῶσι. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ δώσῃ πληρεστέρας πληροφορίας περὶ ὅσων οἱ πίνακες δὲν ἀναφέρουσι, νὰ λάβῃ δὲ πρόνοιαν, ὅπως τοῦ λοιποῦ τὸ ἄτοπον τοῦτο μὴ ἐπαναληφθῇ.
§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Οἱ κληρωτοὶ, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, προσέρχονται τετράκις τοῦ ἔτους πρὸς κατάταξιν, κατὰ τὸν νόμον, τῇ 1 Ὀκτωβρίου, τῇ 1 Ἰανουαρίου, τῇ 1 Ἀπριλίου καὶ τῇ 1 Ἰουλίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας, κατὰ τὴν ἔγγραφον ἐπερώτησιν αὐτοῦ, ἐζήτησε τὸ ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως διατάξῃ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν νὰ συντάξῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα μετὰ πόσον χρόνον ἀπὸ τῆς προσελεύσεως ἑκάστου τμήματος κληρωτῶν ναυτῶν πρὸς κατάταξιν ἀπεστάλησαν οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὸ εἰς Πόρον πρὸς ἐκγύμνασιν». Ἑπομένως ἡ ὑπηρεσία θὰ ἐξέλαβεν, ὡς φέρει τὸ γράμμα τῆς ἐπερωτήσεως ὑμῶν, ὅτι πρόκειται ἁπλῶς περὶ τῶν χρονικῶν διαστημάτων τῆς ἀποστολῆς τῶν ἀνδρῶν εἰς Πόρον. Δὲν ἐζητήσατε καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν. Ἤδη, ὅτε ζητεῖτε τοῦτο, θέλω φροντίσει νὰ δοθῇ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν προσελθόντων. Ἀλλὰ παρατηρῶ τὸ ἑξῆς, ὅπερ ἄλλως καὶ ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ναυστάθμου φαίνεται. Δὲν γνωρίζω περὶ τῶν προηγουμένων ἐτῶν,—ἄλλως δὲν ἔχω καὶ εὐθύνην περὶ ἐκείνων—γνωρίζω ὅμως γενικῶς τὸ ἑξῆς· ὅτι καὶ μὲν οἱ ναῦται ἀποστέλλονται ἐν ἀρχῇ ἑκάστης τριμηνίας, τῇ 1 Ὀκτωβρίου, τῇ 1 Ἰανουαρίου, τῇ 1 Ἀπριλίου καὶ τῇ 1 Ἰουλίου, γινώσκομεν ὅμως καλῶς, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοί, οἵτινες εἶναι καθυστερούμενοι, ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἐθελονταί. Ἑπομένως, ἐὰν ἐν τοῖς πίναξιν ὑπάρχωσι καὶ ἡμέραι, ἐκτὸς τῆς πρώτης ἡμέρας ἑκάστης τριμηνίας, καθ’ ἃς φαίνονται προσερχόμενοι ἄνδρες, πιθανὸν οἱ ἄνδρες οὗτοι νὰ ἦναι ἐκ τῶν καθυστερουμένων, ἢ ἐκ τῶν ἐθελοντῶν. Ὅταν ὅμως ἔλθῃ ὁ πίναξ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, τότε θέλει βεβαιωθῆ, ἐὰν πρόκειται περὶ τούτου, ἢ ἐὰν γίνηται ἐκεῖνο, ὅπερ ὑμεῖς βεβαιοῦτε. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ τὰ προηγούμενα ἔτη δὲν γνωρίζω τί συμβαίνει· οἱ πίνακές εἰσιν ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ θέλετε πληροφορηθῆ περὶ τούτου. Ὡς πρὸς τὸ τρέχον ὅμως ἔτος, ἐὰν ὀλίγον περισσοτέραν ἐδίδετε προσοχὴν, ἠθέλετε παρατηρήσει τὸ ἑξῆς· ὅτι τῇ 1 Ἰουλίου 1895 ἔτους ἀπεστάλησαν ἐκ τοῦ Ναυστάθμου εἰς τὸν Πόρον κληρωτοὶ ναῦται, κατὰ Ὀκτώβριον ἐπίσης, κατὰ Ἰανουάριον 1896 ἔτους ἐπίσης. Τώρα θέλετε παρατηρήσει τῷ ὄντι, ὅτι δὲν ἀπεστάλησαν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον ἐ. ἔ. Ἰδοὺ διατί. Εἶναι ἐδῶ ὁ Βʹ πίναξ, ὁ ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἱματισμοῦ κλπ. Ἐν τῷ πίνακι τούτῳ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι κατὰ τὴν βʹ τριμηνίαν, δηλαδὴ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον, ὑπῆρχεν ὑπόλοιπον κλινοσκεπασμάτων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ 77, ἐνῷ ἄνδρες ὑπῆρχον 205. Ἐλήφθησαν μετὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο κλινοσκεπάσματα 577, καὶ τότε ἀπεστάλησαν οἱ κληρωτοὶ εἰς τὸν Πόρον. Διατὶ τώρα δὲν ὑπῆρχον κλινοσκεπάσματα; Ἡ ὑπηρεσία ἐνόμιζεν, ὅτι συμφερώτερον διὰ τὴν ἐθνικὴν βιομηχανίαν ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἡ ὑπηρεσία τοῦ ναυτικοῦ νὰ προμηθεύηται τὰ κλινοσκεπάσματα ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς. Πρὸς τοῦτο ἐκάλεσα ἐνταῦθα τοὺς διαφόρους κατασκευαστὰς κλινοσκεπασμάτων, ἔγραψα δὲ εἰς διάφορα μέρη τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Θεσσαλίας, ἵνα πληροφορηθῶ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν κλινοσκεπάσματα τοιαῦτα νὰ κατασκευασθῶσιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Ἀλλ’ ἄλλα μὲν μέρη δὲν ἀπήντησαν εἰς τὰς ἐνεργείας ἡμῶν, ἐνταῦθα δὲ εὑρέθη μεγάλη δυσχέρεια πρὸς τοῦτο, διότι οἱ εἰδικοὶ ἔμποροι τοιούτων κλινοσκεπασμάτων Ἑλληνικῶν ἔφεραν τοιαῦτα μὲ πολλὰ χρώματα καὶ βαρέα, ὧν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίγνηται χρῆσις ἐν τῷ ναυτικῷ, διότι αὐτὰ ἐξαπλοῦνται εἰς τὰς κεραίας ἑκάστοτε, καὶ ἤθελεν εἶσθαι οὐχὶ πρέπον νὰ ὑπάρχωσιν ὅλα αὐτὰ τὰ χρώματα εἰς τοὺς ἱστοὺς τῶν πλοίων. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν ἀπεστάλησαν κατὰ τὴν τριμηνίαν τοῦ Ἀπριλίου οἱ ναῦται εἰς τὸν Πόρον. Ἐὰν δὲ, ἐπαναλέγω, φέρωνται σημεῖα χρονικὰ, καθ’ ἃ γίνεται ἀποστολὴ ἀνδρῶν ἐκ Ναυστάθμου εἰς Πόρον, τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι θὰ προέρχεται ἐκ τῆς προσελεύσεως καθυστερουμένων κληρωτῶν, ἢ ἐκ τῆς προσελεύσεως ἐθελοντῶν. Ἑπομένως ἐγὼ θέλω παραγγείλει, ὅπως συμπληρωθῇ ὁ πίναξ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν ὑμῶν, καὶ τότε θέλομεν ἴδει, ἐὰν τῷ ὄντι αὐτὸ, ὅπερ λέγετε, δύναται νὰ συμβαίνῃ. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν γίνεται, διότι πρέπει νὰ ἴδωμεν τὸν ἀριθμὸν, καὶ τότε θέλω δώσει πληρεστέρας πληροφορίας.
§31Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀρκετὰ καλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐξήγησε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ κληρωτοὶ δὲν ἀποστέλλονται ἐγκαίρως εἰς τὸ Προγυμναστήριον. Ἀλλὰ τοῦτο, ἄς μοι ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι πλῆρες, δὲν εἶναι ἀληθές· διότι συμπίπτει οἱ κληρωτοὶ αὐτοὶ νὰ προσέρχωνται ἐγκαίρως εἰς τὸν Ναύσταθμον, καὶ ὅμως ὁ Ναύσταθμος τοὺς μεταχειρίζηται εἰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας δὲν ὑποχρεοῦνται οἱ ναῦται νὰ ἐκτελῶσιν, οἷον ἀγγαρίας κλπ. Ὁμολογουμένως ὁ Ναύσταθμος πάντοτε τὸ ἔκαμε, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ κάμῃ, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἔχει ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν, δι’ ὧν δύναται νὰ κάμῃ τὰς ἐκτάκτους ταύτας λεγομένας ἐργασίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δικαιολογεῖται, εἶναι ἡ μὴ ἔγκαιρος ἀποστολὴ τῶν ναυτῶν εἰς τὸ Προγυμναστήριον, διότι οἱ ναῦται, οἱ προσερχόμενοι εἰς τὸ Προγυμναστήριον, διαιροῦνται εἰς τάξεις, ἢ μᾶλλον εἰς εἰδικότητας, καὶ οἱ μὲν ἀγράμματοι ναῦται ὀνομάζονται ναῦται τοῦ καταστρώματος, διὰ τοῦτο τὸ Προγυμναστήριον εἶναι ὑποχρεωμένον μόνον τρεῖς μῆνας νὰ τοὺς κρατήσῃ ἐκεῖ, ὅταν δὲ συμπίπτῃ νὰ μὴ προσέλθουν ἐν ἀρχῇ τῆς κατατάξεώς των καὶ προσέρχωνται εἰς τὸ τέλος τῆς τριμηνίας, δὲν τοῖς μένει καιρὸς ἢ ἑνὸς μόνον μηνός, ἵνα ἐκγυμνασθῶσιν, ἰδίως δὲ νὰ ἐκγυμνασθῶσιν εἰς τὸ μάθημα τῆς ὁπλασκίας. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τοὺς λοιποὺς ἄνδρας, τὰς εἰδικότητας, αὐτοὶ ἔχουν καιρὸν, διότι τὸ Προγυμναστήριον τοὺς διαιρεῖ εἰς διαφόρους τάξεις καὶ ἐξακολουθοῦσι τὴν μάθησιν εἰς τὴν εἰδικότητα αὐτῶν, μετὰ ἕξ δὲ μῆνας ὑποχρεοῦται τὸ Προγυμναστήριον νὰ τοὺς ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν Ναύσταθμον, καὶ ὁ Ναύσταθμος τοὺς διανέμει εἰς τὰ διάφορα πλοῖα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν κλινοσκεπασμάτων, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τὰ ἐγχώρια κλινοσκεπάσματα δὲν προτιμῶνται τῶν εὐρωπαϊκῶν, ὄχι διότι δὲν δύνανται νὰ ἁπλωθῶσιν εἰς τὰς κεραίας, — διότι ἀλλοίμονον, ἂν ἡπλοῦντο εἰς τὰς κεραίας! Θὰ ἦτο λαμπρὸς στολισμὸς τῶν πλοίων, — ἀλλὰ δὲν προτιμῶνται, διότι τὰ ἐγχώρια κλινοσκεπάσματα εἶναι καὶ ὀγκώδη καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ τυλιχθοῦν εἰς τὰς αἰώρας, ἐνῷ τὰ κλινοσκεπάσματα τὰ εὐρωπαϊκὰ εἶναι λεπτότερα, καὶ τυλίσσονται εὐκόλως εἰς τὰς αἰώρας, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ φέρωσιν ἀσχημίαν εἰς τὰ πλοῖα κατὰ τὴν τοποθέτησιν αὐτῶν εἰς τὰ προθέσια.
§32ΣΤΑΗΣ. Ἠπόρησα, κύριε Πρόεδρε, ἀκούσας ὅτι ὁ ἐκ Θήρας ἀξιότιμος συνάδελφος συνέστησε πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν διοίκησιν τοῦ Ναυστάθμου, ὡσανεὶ μὴ ἐγίνωσκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θήρας συνάδελφος, ὅτι ὁ Ναύσταθμος διατάσσει τὸ Ὑπουργεῖον. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶπεν, ὡς ὤφειλεν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἀλήθειαν· διότι ὤφειλε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ διατάξῃ τὸν Ναύσταθμον, εἴτε διότι οἱ νόμοι δὲν ἐπιτρέπουσι τοῦτο, εἴτε διότι ἄλλα αἴτια, ἄλλα ἐμπόδια, ἄλλα προσκόμματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ παρὰ τῶν νόμων κελευόμενα. Ὁ ἐκ Θήρας ἀξιότιμος συνάδελφος μετὰ πολλῆς λεπτότητος ὡμίλησε περὶ τοῦ θέματος τούτου· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ δὲν ἦτο καιρὸς κατάλληλος πρὸς τοιαύτας συζητήσεις, καὶ ἀπορῶ διότι ἔσπευσε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ θέματος ὑψίστης σοβαρότητος. Τὸ θέμα τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, διότι εἶναι θέμα συνδεόμενον μετ’ ἄλλου θέματος σπουδαιοτάτου, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐπὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἔχει καθῆκον νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Μάρτυς ἐγένετο ὁ ἐκ Θήρας ἀξιότιμος συνάδελφος, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ, οἱ μεταβάντες εἰς Ναύσταθμον πρὸς ἐξέτασιν τῶν τῆς «Μπουμπουλίνας», ὅτι ὁ νόμος κατεπατεῖτο καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀκόμη. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ναυτικὸν, ὅταν οἱ πρὸς ἐκγύμνασιν καλούμενοι ναῦται δὲν ἀποστέλλωνται εἰς τὸ Προγυμναστήριον ἐν Πόρῳ, ὡς κελεύει ὁ νόμος, ἀλλὰ κρατῶνται ἐν Ναυστάθμῳ πολλάκις δι’ ἀγγαρίας καὶ ἐργασίας ξένας τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζητήσεις ἀφορώσας τὰ τοῦ Ναυστάθμου, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν συντόμῳ περὶ τίνος πρόκειται. Οἱ κατὰ τριμηνίαν καλούμενοι ἐργάται θαλάσσης πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς διετοῦς θητείας των ἀποστέλλονται παρὰ τοῦ Ναυστάθμου, ἅμα τῇ εἰς αὐτὸν ἐλεύσει των, εἰς τὸ Προγυμναστήριον ἐν Πόρῳ πρὸς ἐκγύμνασιν αὐτῶν· τελευταῖον ὅμως δὲν ἀποστέλλονται τακτικῶς, ὡς ὁ νόμος κελεύει, ἀλλὰ κρατοῦνται ἐν Ναυστάθμῳ, καὶ ἐργάζονται εἰς ὑπηρετικὰς ἐργασίας τῆς «Μπουμπουλίνας». Μάρτυρες αὐτόπται ὑπήρξαμεν, ὅτι ἑκατὸν περίπου ναῦται, προσελθόντες τὴν 1 Ἀπριλίου, κατὰ τὸν νόμον, ἐν Ναυστάθμῳ, ἵνα σταλῶσιν εἰς Πόρον πρὸς ἐκγύμνασιν, ἐκρατήθησαν ἐν Ναυστάθμῳ καὶ ἐκοπάνιζον τὸ ἐκ χυτοσιδήρου ἕρμα (τὴν σαβούραν) τῆς «Μπουμπουλίνας», τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ κανονικὸν σχῆμα ὀρθογωνίου παραλληλεπιπέδου. 150 ναῦται τὴν 1 Ἀπριλίου ἀφιχθέντες εἰς Ναύσταθμον, τὴν 12 Μαΐου ἐξηκολούθουν κοπανίζοντες τὸ ἕρμα τῆς «Μπουμπουλίνας»! Τὸ θέμα τοῦτο βεβαίως συνδέεται μὲ τὸ θέμα τῶν δαπανῶν τῆς «Μπουμπουλίνας», ἔλαβον ὅμως τὸν λόγον, πρῶτον μὲν ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ συστήσω αὐτῷ, ἐὰν τῷ ἦναι δυνατόν, νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν διαμονὴν τῶν ναυτῶν ἐν Ναυστάθμῳ χάριν ὑπηρετικῶν ἐργασιῶν, καὶ δεύτερον, ἵνα παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ ἐκ νέου τελειοτέρους πίνακας, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐμφαίνωσι πόσοι ἐργάται θαλάσσης κληρωτοὶ ἐπαρουσιάσθησαν ἐν Πόρῳ κατὰ τὰς τρεῖς πρώτας ἡμέρας ἑκάστης τῶν τριμηνιῶν Ἰανουαρίου, Ἀπριλίου καὶ Ἰουλίου, καὶ πόσοι ἐν Ναυστάθμῳ.
§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἄλλοι πίνακες σήμερον ἐζητήθησαν. Ὁ ἐκ Θήρας κ. Βουλευτὴς δὲν ἐζήτησε τούτους.
§34ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ τοὺς ζητῶ ἐγώ.
§35Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τοὺς αἰτηθέντας πίνακας ὁ Ναύσταθμος πάραυτα ἀπέστειλε, καὶ ὑπέβαλον αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλὴν· τοὺς σήμερον δ’ αἰτηθέντας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Θήρας, οὓς ζητεῖ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, θέλω ὑποβάλει εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας.
§36ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὡμίλησα ὡς ὡμίλησα περὶ τοῦ ζητήματος διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν εἶχον πλήρεις τοὺς πίνακας· δὲν ἤθελον νὰ ἀποδοθῇ ἢ νὰ προταθῇ ἡ ἔνστασις καὶ πάλιν, ὅτι μαχόμεθα ἢ ἐπιτιθέμεθα ἐξ ἐνέδρας. Ἐνόουν νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τοὺς πίνακας λεπτομερείας, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ συζητήσω τὸ θέμα εὐρύτερον, ὡς εἶπον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον περιωρίσθην μόνον εἰς μίαν σύστασιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀναμένων ὅπως, ὅταν οἱ πίνακες οὗτοι προσαχθῶσι, συζητήσω εὐρύτερον τὸ θέμα καὶ εἴπω ὁπόσα ἐκ τῶν πινάκων τῶν προσαχθησομένων μέλλουσι νὰ ἐξαχθῶσι καὶ ὅσα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως εἶδον κατὰ τὴν εἰς Ναύσταθμον μετάβασίν μου.
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν παράκλησίν μου, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ἀπηύθυνα εἰς αὐτόν, καὶ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε περὶ πληρώσεως τῆς αἰτήσεως ταύτης, νὰ ὑποβάλῃ δηλαδὴ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ναυστάθμου περὶ δοκιμαστικοῦ πλοῦ τῆς «Μπουμπουλίνας», προσέτι δὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ναυστάθμου, τὴν ἐμφαίνουσαν τὰς στροφὰς τῆς μηχανῆς καὶ τὴν κινητήριον αὐτῆς δύναμιν. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δύσκολον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐντὸς τόσων ἡμερῶν νὰ λάβῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ προσαγάγῃ.
§38Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἤθελον προσαγάγει αὐτά, ἀλλὰ πρό τινων ἡμερῶν διετάχθη καὶ ἑτέρα δοκιμή, ἥτις ἐνηργήθη χθὲς καὶ προχθές. Ἀναμένω λοιπὸν νὰ ἔχω τ’ ἀποτελέσματα καὶ τῆς τελευταίας ταύτης δοκιμῆς, ἵνα ὑποβάλω πάντα ἐν συνόλῳ, ὅπως μελετήσητε ταῦτα καλλίτερον καὶ πληροφορηθῆτε σπουδαιότερον. Ἄν ὅμως ἐπιμένητε νὰ καταθέσω μόνον τὰ τῆς πρώτης δοκιμῆς, αὔριον δύναμαι νὰ καταθέσω αὐτά. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ ἀναμείνωμεν καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς δευτέρας δοκιμῆς, ἥτις γίνεται ἀπὸ τῆς χθὲς ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ἵνα ᾖ πληρέστερος ὁ φάκελλος.
§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν τὴν ἔκθεσιν περὶ τοῦ πρώτου πλοῦ· ἀκολούθως, ἂν ὑποβληθῇ ἔκθεσις καὶ περὶ τοῦ δευτέρου πλοῦ, βεβαίως δύναται νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σέχος ἔχει τὸν λόγον.
§41ΣΕΧΟΣ. Τὴν πρότασιν, ἣν εἶχον τὴν τιμὴν εἰς μίαν τῶν προηγηθεισῶν συνεδριάσεων νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ χορηγίας ἐπιδόματος εἰς τὴν οἰκογένειαν Καραϊσκάκη, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους υἱοθέτησεν, ὡς ἐντεῦθεν τοὐλάχιστον ἀντελήφθην, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὴν νομιμοποιήσῃ.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περιμένω νὰ προσδιορισθῇ διὰ διατάγματος τὸ ποσὸν τῆς συντάξεως τῆς ἀνηκούσης εἰς τὸν ὑποστράτηγον Καραϊσκάκην, ἵνα ὁδηγηθῶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλω προτείνει εἰς τὴν Βουλήν.
§43ΣΕΧΟΣ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι γνωστόν.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεθύμουν νὰ τὸ μάθω ἐκ τοῦ διατάγματος.
§45ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τίνων λόγων στηριχθεὶς ἐξέδοτο πρό τινος ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἐκανόνισε τὰ τῆς διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων παρανόμως καὶ ἀντιθέτως ἢ ὡς διενέμοντο ἀπὸ τοῦ 1889 μέχρι σήμερον. Ὡς γνωστὸν, ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπάρχουσιν αἱ καλούμεναι ἐγχώριοι περιουσίαι, ἀνήκουσαι εἰς τοὺς δήμους. Ταύτας ἄλλαι τῶν νήσων διένειμαν εἰς τοὺς δήμους αὐτῶν δι’ εἰδικῶν νόμων, ἄλλαι δ’ ἐξακολουθοῦσιν ἔχουσαι ἀδιανεμήτους. Νέμονται δὲ τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν δυνάμει τοῦ νόμου ΡΝʹ τῆς 20 Ἰανουαρίου 1866. Κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου τούτου «τὰ ἐκ τῆς ἐγχωρίου περιουσίας ἑκάστης νήσου εἰσοδήματα διανέμονται οἱ δῆμοι ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν.» Συμφώνως τῷ ἄρθρῳ τούτῳ πάντες οἱ προκάτοχοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκανόνιζον τὰ τῆς διανομῆς εἰς τοὺς δήμους ἑκάστης ἐπαρχίας τῆς ἐγχωρίου περιουσίας ἀναλόγως τοῦ ἐν τῇ ἐπισήμῳ στατιστικῇ πληθυσμοῦ τῶν δήμων. Ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1889 δίδει τὸν πληθυσμόν, τὸν ὁποῖον διὰ νόμου ἡ Πολιτεία ἀνεγνώρισεν ὡς ὑπάρχοντα εἰς ἕκαστον δῆμον τοῦ Κράτους· εἶναι περίεργον δὲ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπικειμένης μάλιστα σήμερον νέας ἀπογραφῆς τοῦ Κράτους, ἐδογμάτισεν ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ δόγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιβλαβέστατον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι μονονουχὶ ἀπεκήρυξε πάντα Ἕλληνα διαμένοντα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς ἀποφάσεώς του, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω μετ’ ὀλίγον. Πιστεύω δὲ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι βεβαίως ὑπεγράψατε τὴν ἀπόφασιν ταύτην, πιστεύσαντες εἰς ὑπάλληλόν σας, χωρὶς νὰ ἐξετάσητε τὰ τοῦ νόμου ἐπισταμένως καὶ τὰ λαμβάνοντα χώραν ἀπὸ τῆς ἑνώσεως μέχρι τῆς σήμερον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως· διότι, ἂν εἴχετε ἀναγνώσει τὸν νόμον, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἔχητε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἀνέφερα, τουτέστιν ὅτι πᾶς Ἕλλην, δημότης λ. χ. Ἀθηναίων ἢ Κυθηρίων, ἀποδημῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν εἶναι δημότης Ἀθηναίων, δὲν εἶναι δημότης Κυθηρίων! Εἶναι ἀπίστευτος τῳόντι ἡ νέα αὕτη θεωρία, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὀφείλω μάλιστα νὰ προσθέσω, ὅτι οὔτε λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἤθελον ποιήσει, ἂν τὸ ζήτημα δὲν ἦτο γενικῆς καὶ οὐχὶ τοπικῆς σημασίας· διότι δὲν πρόκειται περὶ διανομῆς χιλιάδων τινῶν δραχμῶν μεταξὺ δήμων τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἑτέρου μεγάλου ζητήματος, ἴσως τοῦ τῆς ἰθαγενείας, τὸ ὁποῖον συνταράσσει σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμόν. Κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικήν, ὁ πληθυσμὸς τοῦ δήμου Κυθηρίων ἀνέρχεται εἰς 14,103 ψυχάς, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῆς ὑπουργικῆς του διαταγῆς κατεβίβασεν αὐτὸν εἰς 5,411. Ἠπόρησα πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς κατώρθωσε τὸ θαῦμα τοῦτο. Ἀνέτρεξα εἰς τὴν ἐπίσημον στατιστικήν, καὶ εἶδον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πράγματι ἔλαβε τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν τοῦ 1889, ἐν τῷ πρώτῳ αὐτῆς μέρει, τουτέστιν ἔλαβε τὸν πληθυσμὸν τὸν ὑπάρχοντα ἐντὸς τοῦ Κράτους καθ’ ἣν ἡμέραν ἐγένετο ἡ ἀπογραφή. Ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀληθῶς ἐν τῷ δήμῳ Κυθηρίων ἦτο 5,411. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ ἰδίᾳ ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ, κυρίως ἐν Σμύρνῃ, ἀπεγράφοντο καὶ ἄλλοι δημόται Κυθήρων, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ Γʹ μέρους τῆς αὐτῆς ἐπισήμου στατιστικῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν τῷ Γʹ τούτῳ τμήματι τῆς ἐπισήμου στατιστικῆς τοῦ Κράτους εὑρίσκω, ὅτι δημόται Κυθήριοι διέμενον κατὰ τὴν 15–16 Ἀπριλίου 1889 ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ 8692, ὤφειλε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσθέσῃ καὶ τὸν πληθυσμὸν τοῦτον εἰς τὸν ὑπάρχοντα ἐν τῷ δήμῳ Κυθηρίων, ἵνα ποιήσηται τὴν διανομὴν τῆς ἐγχωρίου περιουσίας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τούτου· δὲν δύναται δὲ νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ πληθυσμὸς οὗτος, ὁ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὁ ἐξ 8692 Κυθηρίων, ἀνήκει εἰς τὴν ὅλην ἐπαρχίαν, διότι ἐν τῇ αὐτῇ στατιστικῇ ἀναγράφεται καὶ πληθυσμὸς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατοίκων 680 δημοτῶν τοῦ δήμου Ποταμίων τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων. Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς αὐθαιρέτως ἀφῄρεσεν ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ δήμου Κυθηρίων 8692 κατοίκους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα ἦτο κατάδηλον, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐγνώριζε τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν τοῦ Κράτους, ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξίν του ταύτην διὰ τῶν ἑξῆς, ἀναφερομένων ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 25431 ἐ. ἔ. διαταγῇ του πρὸς τὸν νομάρχην Ἀργολιδοκορινθίας (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἔχομεν νομίμους λόγους ν’ ἀναμορφώσωμεν τὴν ἀπὸ 27 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. ὑπ’ ἀριθ. 11864 ἀπόφασιν ἡμῶν, ἐκδοθεῖσαν κατ’ ἔφεσιν ἐπὶ τῆς διανομῆς εἰς τοὺς δήμους Κυθηρίων καὶ Ποταμίων τῆς νήσου Κυθήρων, περὶ τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ ἐξ εἰσοδημάτων τῆς κοινῆς περιουσίας, διότι εἰς πάντας τοὺς νόμους, ὧν ἡ ἐφαρμογὴ βασίζεται ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ μετὰ τὴν ἐπίσημον ἀπογραφὴν τοῦ ἔτους 1889 ἐξακριβωθεὶς πληθυσμὸς, ὁ διὰ Β. Διατάγματος κυρωθεὶς καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθεὶς, ὁ παριστῶν τὸν ὑπάρχοντα παρόντα πληθυσμὸν εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, ὁ δ’ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀπογραφείς, περὶ οὗ οἱ ὑπὸ στοιχεῖον Γʹ πίνακες, δύνανται μὲν νὰ ἀνήκωσιν εἰς τοὺς διαφόρους δήμους ὑπὸ ἔποψιν δημοτικότητος, οὐχὶ ὅμως καὶ ὑπὸ ἔποψιν πληθυσμοῦ παρόντος τελοῦντες τὰς ὑποχρεώσεις καὶ ἀπολαμβάνοντες τὰ δικαιώματα τοῦ κατοίκου.» Τί ἄρά γε νὰ ἐννοῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῶν τελευταίων αὐτοῦ φράσεων; Τί ἄρά γε νὰ ἐννοῇ ἡ «ἔποψις δημοτικότητος» καὶ ἡ «ἔποψις παρόντος πληθυσμοῦ»; Ἢ μήπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνόμισεν ὅτι διὰ μιᾶς ὑπουργικῆς του διαταγῆς δύναται νὰ διαγράψῃ τοὺς συνδημότας αὐτοῦ, τοὺς εἰς Ἀμερικὴν νῦν εὑρισκομένους; Καὶ ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συνδημόται ἡμῶν ἐκπληροῦσιν ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ δημότου; Καὶ ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι καὶ στρατιῶται προσέρχονται καὶ τὰ ἐκλογικὰ αὐτῶν καθήκοντα ἐκπληροῦσι τακτικῶς; Καὶ ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ τοῦ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὡρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλῃ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς δημότας Κυθηρίους τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρεθέντας δημότας Κυθηρίους κατὰ τὴν 15–16 Ἀπριλίου 1889, ὀφείλει πάραυτα ν’ ἀποβάλῃ τῆς Βουλῆς τὸν ἕτερον τῶν Βουλευτῶν Κυθήρων, διότι τότε τὰ Κύθηρα ἕνα μόνον Βουλευτὴν θὰ δικαιῶνται νὰ δώσωσιν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ σπεύσῃ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπὸ 27 Ἀπριλίου 1896 καὶ ὑπ’ ἀριθ. 11864 ἀπόφασίν του περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων, καὶ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν προκατόχων του κ. κ. Θεοτόκη, Δραγούμη, Ράλλη καὶ Μεταξᾶ.
§46ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὶν ἐξετάσω, οὐδεμίαν ἀπάντησιν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω.
§47ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ ἡ ἐξέτασίς σας νὰ μὴ ἀναβληθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, ὡς συνέβη δι’ ἄλλας πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα παρ’ ὑμῶν καὶ τῶν συναδέλφων σας.
§48ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι, ἂν ἐνίοτε βραδύνῃ ἡ κατάθεσις πληροφοριῶν ζητουμένων, τοῦτο δὲν συμβαίνει ἐξ ὀλιγωρίας ἢ ἀμελείας,—διότι οὐδένα λόγον ἔχω, ὅπως ἀποφύγω τὸν ἔλεγχον,—βραδύνει διότι ἐπιθυμῶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας φέρω ἐνταῦθα, νὰ ἦναι πλήρεις.
§49Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τυγχάνω μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀληθῶς δὶς ἐκλήθημεν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ἀλλὰ δὲν κατωρθώσαμεν νὰ συνέλθωμεν, εἶναι δὲ ἀδύνατον, ὡς προβλέπω, νὰ συγκροτηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, ἵνα προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ προτιμηθῶσι τ’ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ναυτικὰ νομοσχέδια, διότι παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι ἐξακολουθοῦν νὰ κατέχωσι τὴν τελευταίαν θέσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πάντα δὲ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια κατ’ ἐξαίρεσιν προετιμήθησαν. Τοῦτο εἶναι ὀλίγῳ σκληρὸν διὰ τὸ σῶμα τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν τῆς Βουλῆς νὰ προτιμήσωσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ μάλιστα τὸ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον κατεπειγόντων, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ συνδράμῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἀναγκαῖον. Ἕν τῶν θωρηκτῶν καταπλέει μετ’ ὀλίγον, καὶ πρέπει νὰ συμπληρώσωμεν τὴν δύναμιν αὐτοῦ.
§51Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν φέρει ἐμπόδια· ἐξακολουθεῖ νὰ ἐργάζηται, ἀλλ’ ἐπροτιμήθησαν τὰ στρατιωτικά.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ μόνον στρατιωτικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, εἶναι τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας· οὐδὲν ἕτερον.
§53ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁσάκις ζητοῦμεν ἔγγραφα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ζητοῦμεν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν συζητήσωμεν. Ἐν τούτοις ζητοῦμεν ταῦτα ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, ὅταν κατατίθενται, καὶ δὲν μᾶς δίδονται.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχει παρεξήγησις. Ἴσως ἐζήτησε τὸ Γραφεῖον νὰ μὴ ἐξαχθῶσι τὰ ἔγγραφα ἐκ τῆς Βουλῆς.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθεσε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, εἶπε δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαχθῶσιν ἐκ τοῦ Γραφείου, κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Κανονισμοῦ. Οἱ θέλοντες νὰ κάμωσι χρῆσιν αὐτῶν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν εἴτε ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς, εἴτε παρὰ τῷ Προεδρείῳ.
§56ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν δοκιμὴν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης τὴν βαμβακοπυρίτιδα, ἣν ἄρτι ἐπρομηθεύθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Νομίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην, καίτοι εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν ἐγένετο μνεία αὐτῆς. Δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ἀμέσως ἑπομένην συνεδρίασιν, ὅπως δυνηθῶ νὰ φέρω τὸν λόγον περὶ τῆς μὴ ἀναγραφῆς τῆς αἰτήσεώς μου εἰς τὰ πρακτικά. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ πληροφορηθῶ, ἐὰν ἐγένοντο δοκιμαὶ τῆς βαμβακοπυρίτιδος ὑπὸ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης.
§57Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα διοικήσεως. Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ πειράματα ἐκρηκτικὰ,—διότι περὶ τούτων ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς — θέλει τὸ πράξει· ἐὰν φρονῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ πειράματα τοιαῦτα, δὲν θέλει τὸ πράξει. Ἀλλὰ περὶ τούτου συζήτησις δὲν δύναται νὰ γένηται. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐπαναλάβητε τὴν συζήτησιν περὶ τῆς βαμβακοπυρίτιδος, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι τὰ πειράματα ἤθελον δώσει οὐχὶ εὐάρεστα ἀποτελέσματα, δύνασθε νὰ ἐπερωτήσητε, ἐὰν γείνωσι πειράματα· ἀλλὰ νὰ παραγγέλλητε εἰς τὴν διοίκησιν νὰ ἐκτελέσῃ πειράματα, τοῦτο εἶναι σύγχυσις ἐξουσιῶν, καὶ δὲν ὑπάρχει Βουλή, ἥτις δὲν ἤθελε διαμαρτυρηθῆ.
§58ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ προέβην εἰς τὴν ἐρώτησιν οὐχὶ ἵνα κανονίσω τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅστις εἶναι κύριος νὰ κανονίζῃ ταύτην, ὅπως φρονεῖ καταλληλότερον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠγέρθη ἀμφιβολία, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ βεβαιότης ὑπάρχει, ὅτι ἡ βαμβακοπυρῖτις αὕτη δὲν πληροῖ τοὺς ὅρους τοὺς ὑπὸ τοῦ ναυτικοῦ ἀπαιτουμένους, διὰ τοῦτο ἐπρότεινα τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ἐκρηκτικῶν συστατικῶν διὰ τῆς πραγματικῆς ἐνεργείας καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς ὑπὸ τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, ἥτις εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὴν ποιότητα τῆς πυρίτιδος, ὡς ποιουμένη χρῆσιν αὐτῆς. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρνήθη τὴν διὰ πραγμάτων ἐξακρίβωσιν, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ προβῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος· διότι θὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ βαμβακοπυρῖτις αὕτη δὲν εἶναι χρήσιμος διὰ τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἀπεῤῥιμένη ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δὲ κατωτέρας ποιότητος παρ’ ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις ἀνέφερε. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα περὶ τῆς βαμβακοπυρίτιδος.
§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶναι κατατεθειμένα.
§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ζητῶ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε δι’ ἐγγράφου προτάσεώς του ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων.
§61ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἀπευθύνω ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Κατ’ αὐτὰς διεδόθη, ὅτι ἐσχάτως ὁ εἰς Τουλὼν ἀποσταλεὶς ναυπηγὸς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἐπέφερε τροποποίησιν εἰς τὰ θωρηκτά, ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησιν τῶν ἱστῶν καὶ πυριτιδαποθηκῶν. Παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ᾖναι ἀληθὲς τοῦτο, καὶ ἂν ἡ τροποποίησις αὕτη ἐπιφέρῃ αὔξησιν δαπάνης ἢ ἐλάττωσιν.
§62Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, διότι νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἔκθεσις ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐβασίσθη, ὡς πρὸς τὴν μετατροπὴν τῶν ἱστῶν τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρῶν». Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, διότι προτίθεμαι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ ὁμιλήσω.
§63ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Εἶναι εὐχερὲς νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ὁ ναυπηγὸς οὗτος ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία ἐτροποποίει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχ. 20,000 διὰ περίθαλψιν τῶν ἐκ πλημμυρῶν παθόντων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, πλὴν τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 225). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Λάππας καὶ Ν. Γεωργακόπουλος ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 226). Ὁ ἕτερος τῶν αὐτῶν βουλευτῶν κ. Ν. Γεωργακόπουλος ὑπέβαλεν ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 227). Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Μερλόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§65ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προταγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μεταξὺ τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του Ὑπουργείου καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας διαμειφθεῖσαν ἀλληλογραφίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἀπελάσεως τοῦ Ἕλληνος ὑπηκόου Γεωργίου Καραπαναγιώτου, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο σχετικὸν ἔγγραφον, παράσχῃ δὲ καὶ τὰς δεούσας πληροφορίας περὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ.»
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος καὶ ὁ κ. Στάης ὑπέβαλον τηλεγράφημα πολίτου τινὸς Β. Χατζοπούλου, ἐκ Ναυπάκτου, παραπονουμένου κατὰ τῆς συμπεριφορᾶς τῶν αὐτόθι ἀστυνομικῶν ὀργάνων.
§67Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον, ὡς ἀξιωματικὸν τοῦ Ναυτικοῦ, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια, καθόσον τινὰ ἐξ αὐτῶν, καὶ ἰδίως τὸ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, σχετίζονται μὲ τὸν προϋπολογισμόν.
§68ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος τῆς μετὰ τῆς Ρωσσίας συμβάσεως ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω αὔριον.
§69ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. συναδέλφου, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν,—διότι, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλὴ, ἐλέγετο ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1897 θὰ ἐπιβληθῇ ἐν Ρωσσίᾳ ὁ βαρὺς δασμὸς,—νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔχῃ εἴδησιν σχετικὴν περὶ ἐκδόσεως τοῦ οὐκαζίου τοῦ ἐπιβάλλοντος φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐν Ρωσσίᾳ· διότι φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς γνώσεως τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων οὐδὲν κακὸν δύναται νὰ προκύψῃ, ἐνῷ τοὐναντίον, ἐνόσῳ δὲν γνωρίζουσιν οἱ συμπολῖται ἡμῶν τί πράγματι συμβαίνει, μεγάλαι ζημίαι ἐπέρχονται εἰς τὸ ἐμπόριον.
§70ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι περιττὸν ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει, ἥτις εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, φέρεται, ὅτι οὐδεμία ἐλπὶς ὑπάρχει περὶ ἐπαναλήψεως τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τῆς συμβάσεως.
§71ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἀντελήφθη τῆς ἐννοίας τῶν λόγων μου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἄλλως θὰ ἔδιδε τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν φρονῶ, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως νὰ δώσῃ καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τοὺς ἐν Ἑλλάδι ἐμπορευομένους τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος. Τὸν παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ἔχῃ εἴδησιν περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ οὐκαζίου.
§72ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπανειλημμένως ἐδήλωσα ὑμῖν πρὸ μηνῶν, ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου, ὅτι τότε ἐπεβλήθη δασμὸς ἑνὸς ῥουβλίου καὶ 80 ἑκατοστῶν κατὰ πούτιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ ἀνεβλήθη διὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1897. Πρό τινος ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο διαβήματα, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν ἀναγκαῖα, ὅπως ἐπιτύχῃ τι. Ἀκόμη δὲν ἐδημοσιεύθη ἡ ἐγκύκλιος, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ οὐκαζίου. Τοῦτο δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§74Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ πάλιν ὑπενθυμίζω τὴν παράκλησίν μου περὶ προτάξεως τῶν ναυτικῶν νομοσχεδίων.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ἐστὲ βέβαιος, ὅτι ἀναγνωρίζομεν τὸ κατεπεῖγον τῆς ψηφίσεως τῶν ναυτικῶν νομοσχεδίων, καὶ θέλομεν φθάσει εἰς αὐτὰ, ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ ἐξαντλήσωμεν τὰ προηγουμένως ἀναγεγραμμένα. Ἤδη δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως τῆς μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς κυρίας Ζαρίφη συμβάσεως.
§76Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πρόκειται μόνον περὶ ἁπλῆς ἀναγνώσεως ὡς πρός τινα τῶν ναυτικῶν νομοσχεδίων,
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ προχωρήσωμεν καὶ νὰ μὴ συζητῶμεν περὶ προτεραιότητος.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1897 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ 1897. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§80ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τοῦ πέμπτου ἄρθρου παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ λέξεις «ἐφ’ ὅσον ταῦτα κατέστησαν νόμοι ἰσχύοντες ἐν τῷ Κράτει», δὲν εἶναι αἱ ἁρμόζουσαι. Τὰ ἔξοδα κατέστησαν νόμοι τοῦ Κράτους!
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε δίκαιον. Θὰ τὸ διορθώσωμεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον κατὰ λάθος ἀνεγράφη εἰς πρώτην συζήτησιν· εἶναι εἰς δευτέραν συζήτησιν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Δευτέρα συζήτησις προτάσεως νόμου περὶ δημοτικοῦ φόρου τοῦ δήμου Πατρέων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861 περὶ μεταλλείων, ὀρυχείων καὶ λατομείων).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως τῆς μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλένης Γ. Ζαρίφη συμβάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τῆς συμβάσεως θὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Βουλὴν, τί ποσὸν ἔχει λαμβάνειν ἡ κυρία Ἑλένη Ζαρίφη παρὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σοφάδες· διότι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ψηφίζεται, φαίνεται, ὅτι ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ θὰ ἐκχωρήσῃ μέρος. Πόσα ὑπολογίζετε ὅτι ἔχει λαμβάνειν; Θέλω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, διότι φοβοῦμαι ὅτι θὰ παρουσιασθῇ δυσκολία περὶ τὴν κατανομήν.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας προχείρους, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσιν οἱ ἀγορασταὶ τοῦ χωρίου Σοφάδες πρὸς τὴν κ. Ζαρίφη, εἶναι ὑπέρτερον τῶν 20,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ θέλω σᾶς φέρει πληροφορίας ἀκριβεστέρας.
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καθὼς γνωρίζομεν, τὸ χωρίον Σοφάδες διῃρέθη εἰς διάφορα τεμάχια, τὰ ὁποῖα ἠγοράσθησαν ὑπὸ διαφόρων, οὐχὶ χωρικῶν, καὶ διενεμήθη μεταξὺ αὐτῶν τὸ ὀφειλόμενον χρῆμα.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει ἐγγυηθῆ τὸ Δημόσιον.
§89ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὄχι.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐνόσῳ ἡμεῖς ἤμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐδιστάζομεν νὰ παράσχωμεν ἐγγύησιν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ μεθ’ ἡμᾶς παρέσχον τὴν ἐγγύησιν.
§91Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα· ἔχει ἐγγυηθῆ τὸ Δημόσιον, καὶ ἔχει ἐκδοθῆ Β. Διάταγμα. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανώσεως καὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ κ. Σέχος ἔχει τὸν λόγον.
§93ΣΕΧΟΣ. Μέχρις ὅτου, Κύριοι, ἡ χωροφυλακὴ ἀποκτήσῃ τὴν φήμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπὶ Μαυρομιχάλη, τοῦ ἀποβιώσαντος στρατηγοῦ, ἐπὶ Πετιμεζᾶ, τοῦ ἀποβιώσαντος ὡσαύτως στρατηγοῦ, καὶ ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, μέχρις ὅτου, λέγω, ἀποκτήσῃ τὴν φήμην, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε καὶ κατόπιν, ἀπαιτεῖται χρόνος· καὶ βεβαίως θὰ τὴν ἀποκτήσῃ, τῇ συνδρομῇ τῶν ἐξαιρέτων ἀξιωματικῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀπαρτίζεται τὸ σῶμα τοῦτο. Τούτου ἕνεκα νομίζω ὅτι, ἐὰν θέλωμεν ἤδη νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν προτείνεται νὰ αὐξηθῇ ἡ χωροφυλακὴ, πρέπει νὰ τραπῶμεν πρὸς ἄλλην ὁδὸν, πρέπει νὰ τραπῶμεν πρὸς τὴν ὁδὸν τὴν συνᾴδουσαν μὲ τὸν σκοπὸν τῆς αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ, ἵνα ὦμεν ταχέως ἕτοιμοι. Διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου, ἡ χωροφυλακὴ αὐξάνει κατὰ 20 ἀξιωματικούς. Διότι τὸ μὲν νομοσχέδιον τοῦτο διαλαμβάνει ἕνα συνταγματάρχην, ἓξ ἀντισυνταγματάρχας, δέκα τρεῖς ταγματάρχας, δέκα ἓξ μοιράρχους, δέκα ἐννέα ἀντιμοιράρχους, τεσσαράκοντα ἑπτὰ ὑπομοιράρχους, τεσσαράκοντα ἓξ ἀνθυπομοιράρχους καὶ δέκα ἓξ οἰκονομικούς, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ 1897 ἐμπεριέχει τρεῖς ἀντισυνταγματάρχας, ὀκτὼ ταγματάρχας, ὀκτὼ μοιράρχους, 16 ἀντιμοιράρχους, 47 ὑπομοιράρχους, 46 ἀνθυπομοιράρχους καὶ δέκα ἓξ ἀξιωματικοὺς τῆς οἰκονομίας· ἤτοι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ προαχθῶσιν 1 συνταγματάρχης, 3 ἀντισυνταγματάρχαι, 5 ταγματάρχαι, 8 μοίραρχοι καὶ 3 ἀντιμοίραρχοι, 20 ἐν ὅλῳ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτοῦνται 291 ἐνωμοτάρχαι πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως ἐξ ὧν 16 τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς, 516 ὑπενωμοτάρχαι, ἐξ ὧν 16 τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς, 5506 χωροφύλακες, ἐξ ὧν 224 τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς, ἐν ὅλῳ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν 6313 ὑπαξιωματικοὶ καὶ χωροφύλακες, καὶ 164 ἀξιωματικοί, ἐν ὅλῳ 6477. Κατὰ δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἀπαιτοῦνται 258 ἐνωμοτάρχαι πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως, ἐξ ὧν 16 τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς, 480 ὑπενωμοτάρχαι, ἐξ ὧν 16 τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς, 3374 χωροφύλακες, ἐξ ὧν 224 τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς. Τὸ ὅλον ἀξιωματικοί, ὑπαξιωματικοὶ καὶ χωροφύλακες, κατὰ μὲν τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτοῦνται 6477, ὡς προανέφερον, κατὰ δὲ τὸν προϋπολογισμὸν 4256, ἑπομένως ἐν ὅλῳ ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς αὐξάνει κατὰ 2221. Πρέπει λοιπὸν εἰς τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν νὰ προστεθῶσιν 20 ἀξιωματικοί, 33 ἐνωμοτάρχαι πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως 36 ὑπενωμοτάρχαι καὶ 2132 χωροφύλακες. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἀπαιτεῖται δαπάνη διὰ τὴν χωροφυλακὴν 2,050,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ εἰς τὴν δαπάνην ταύτην πρέπει νὰ προστεθῶσιν αἱ μερίδες τοῦ ἄρτου, πρὸς 22 λεπτὰ ἑκάστη, ἤτοι δαπάνη ἐν ὅλῳ 118,000 δραχμῶν, πρὸς δὲ καὶ ὁ ἱματισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπολογίζω διὰ τοῦ στρογγύλου ἀριθμοῦ τῶν 100 δραχμῶν δι’ ἕκαστον ὁπλίτην. Ὥστε κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 ἀπαιτεῖται δαπάνη διὰ τὴν χωροφυλακὴν 2,581,745 δραχμῶν.
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπελογίσατε ὅμως 22 λεπτὰ δι’ ἑκάστην μερίδα ἄρτου, ἐνῷ εἶναι 32 λεπτά.
§95ΣΕΧΟΣ. Ὄχι· πρὸς 22 λεπτὰ ὑπολογίζεται ἡ μερὶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1897.
§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προσθέσατε τὸ δεκάλεπτον.
§97ΣΕΧΟΣ. Ταῦτα διαλαμβάνονται εἰς τὴν δαπάνην τῶν 2,050,000 δραχμῶν. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυφυλακῆς, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαιτοῦνται δι’ ὅλον τὸ Κράτος 345 ἀξιωματικοί, 172 ἐνωμοτάρχαι πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως, 130 ὑπενωμοτάρχαι καὶ 1800 ἀστυφύλακες· ἡ δὲ δαπάνη διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 3,197,512. Ἐὰν εἰς τὴν δύναμιν τῆς ἀστυφυλακῆς, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, προστεθῇ καὶ ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς, εὑρίσκομεν ὅτι ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἀστυφυλακῆς εἶναι ἀξιωματικοὶ 489, ἐνωμοτάρχαι 430 πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως, ὑπενωμοτάρχαι 510, χωροφύλακες καὶ ἀστυφύλακες 5174, ἡ δὲ δαπάνη διὰ τὴν ἀστυφυλακὴν καὶ τὴν χωροφυλακὴν ἀνέρχεται εἰς δραχ. 5,679,257.
§98ΜΑΝΕΣΗΣ. Πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὴν ἀστυνομίαν.
§99ΣΕΧΟΣ. Ἐκείνους τοὺς ἀφαιρῶ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ ἀναφέρω τί διαλαμβάνει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τί ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν χωροφυλακήν.
§100ΜΑΝΕΣΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§101ΣΕΧΟΣ. Ὄχι· σᾶς παρακαλῶ νὰ τελειώσω. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, οἱ ἀξιωματικοὶ, ὑπαξιωματικοί, χωροφύλακες καὶ ἀστυφύλακες ἀνέρχονται εἰς 6603, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον εἰς 6477. Ἐνταῦθα ποιοῦμαι τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι εἰς ὁλικὴν δύναμιν 6603 ἀνδρῶν χωροφυλακῆς καὶ ἀστυφυλακῆς ὑπηρετοῦσι 489 ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ στρατοῦ, ἵνα ἐκπληρώσωσι μίαν ὡρισμένην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον ζητοῦμεν νὰ ἐκτελέσωμεν, ἔχοντες δύναμιν 6477 ἀνδρῶν, μὲ μόνον 164 ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς· τοῦτο νομίζω ἐντελῶς ἀδύνατον. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος προσαρτᾶται εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, ἐντελῶς ἀνακριβὴς, ὅπως ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβεῖς, καὶ εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβεῖς, διότι ἀναγράφονται κονδύλια ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ ἀναλογίας, ἀλλὰ κατὰ τὸ δοκοῦν. Δηλαδὴ εἰς ἕκαστον φύλλον λεπτομερείας ὑπολογίζουσι τὴν κατ’ ἔτος δαπάνην διὰ τὸν συνταγματάρχην, τὸν ἀντισυνταγματάρχην, τὸν λοχαγὸν κτλ. μέχρι τοῦ στρατιώτου, καὶ κατόπιν ἔχουσι μίαν κοινὴν ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν ἀντιγράφουσι μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας κάτωθεν τοῦ ὁλικοῦ ἀθροίσματος ἑκάστου φύλλου λεπτομερείας, ἥτις εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἀφαιροῦνται δι’ ἐνδεχομένας μεταβολὰς ἀδειῶν καὶ κενῶν θέσεων», καὶ ἀπέναντι ἀναγράφουσιν ὅ,τι κονδύλιον θέλουσιν. Ἐὰν θέλωσι νὰ μειώσωσι τὴν δαπάνην, αὐξάνουσι τὸ ἀφαιρούμενον ποσὸν, ἐὰν θέλωσι νὰ τὴν αὐξήσωσι, τὸ ἐλαττώνουσιν. Εἰς τὸν προκείμενον προϋπολογισμὸν ἀφαιροῦσιν 100,000 δρ. δι’ ἐνδεχομένας μεταβολὰς κτλ. Ἀλλὰ διατὶ νὰ μὴ ἀφαιρῶσιν 150,000 ἢ 50,000; Ἐγὼ δὲν δύναμαι ν’ ἀντιληφθῶ τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα ἀφηρέθη τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ οὐχὶ μεγαλείτερον ἢ μικρότερον. Οἱ προϋπολογισμοὶ ὅλων τῶν Κρατῶν διαλαμβάνουσι τοιαῦτα κονδύλια ἀφαιρούμενα, ἀλλ’ ἡ ἀφαίρεσις γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς λόγου καὶ μιᾶς ἀναλογίας. Ὅτε ἀνεγίνωσκον τὸν ἡμέτερον προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶχον ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γαλλίας, καὶ εἶδον ἐν αὐτῷ, μετὰ τὴν πρόσθεσιν τῶν κονδυλίων ἑκάστου φύλλου λεπτομερείας, τὴν ἀφαίρεσιν ποσοῦ τινος λόγῳ ἐνδεχομένων μεταβολῶν, προερχομένων ἐξ ἀπουσίας, ἀδειῶν, κενῶν θέσεων κτλ. Ἀλλ’ ἡ ἀφαίρεσις αὕτη γίνεται κατ’ ἀναλογίαν ὡρισμένην, ἐκ στατιστικῆς βεβαίως προερχομένην, τὸ ποσὸν δὲ τὸ ἀφαιρούμενον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν δὲν εἶναι ὅμοιον εἰς ἅπαντα τὰ φύλλα λεπτομερείας, ἀλλὰ διαφέρει. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν, καταδεικνύων ἐν λεπτομερείᾳ πόσον ἀφαιροῦσιν, ὅταν πρόκειται περὶ ἀξιωματικῶν, καὶ πόσον ὅταν πρόκειται περὶ ὁπλιτῶν, πόσον ἀφαιροῦσιν, ὅταν πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, καὶ πόσον ἀφαιροῦσιν, ὅταν πρόκειται περὶ τῶν ὑπηρετούντων εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, οἷον σχολεῖα κλπ. Ἀναφέρω μόνον τοὺς ὁπλίτας τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸν στρατὸν, δηλαδὴ, πεζικὸν, ἱππικὸν, πυροβολικὸν, μηχανικὸν, οἱ ὁποῖοι εἶναι στρατιῶται, ὑποφέροντες περίπου τὰ αὐτὰ βάρη, ἄνευ διακρίσεως μεταξὺ ἐφίππων σωμάτων καὶ πεζῶν σωμάτων. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς ὑπολογίζουσιν. Ἀφαιροῦσιν 8½% ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ἀθροίσματος τοῦ φύλλου λεπτομερείας, ἀναλυόμενον εἰς 2,30% διὰ νοσηλείαν, 4,70% διὰ τοὺς ἐν ἀδείᾳ, καὶ 1,50% δι’ ὑποδίκους, καταδίκους καὶ λιποτάκτας. Μήπως δὲν δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς τοιαύτην στατιστικὴν νὰ ἔχωμεν εἰς τὸν ἡμέτερον στρατὸν, καὶ νὰ μὴ ἀφαιρῶμεν κατὰ τὸ δοκοῦν ὅ,τι θέλομεν; Θέλομεν νὰ ἐλαττώσωμεν; ἀναγράφομεν ὡς ἀφαιρούμενον ποσὸν μέγα· θέλομεν νὰ αὐξήσωμεν; ἀναγράφομεν ἓν ποσὸν μικρόν. Τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ ἡμετέρα λογιστικὴ ὑπηρεσία ἔχει μεγάλην τέχνην εἰς τὸ ἀντιγράφειν, καὶ τοιαύτην τέχνην, ὥστε ὑπῆρξε προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει ὀνοματολογίου ὡρισμένου, τὸ ὁποῖον πρότερον δὲν ὑπῆρχε, καὶ χάριν τῆς ἀκριβεστάτης ἀντιγραφῆς ἔθεσαν τὸ ὀνοματολόγιον τοῦ προηγουμένου προϋπολογισμοῦ. Ἔχομεν λογιστὰς ἐξαιρέτους, ἔχομεν ἀντιγραφεῖς καλλιτέρους, ἀτυχῶς ὅμως δὲν ἔχομεν ἐπιμελητείαν, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ βελτιώσῃ καὶ νὰ διατάξῃ ταῦτα πάντα. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται νὰ παρασκευάσωμεν τὸν ἡμέτερον στρατὸν, ἐν τῇ παρασκευῇ ταύτῃ δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὸν στρατὸν, καὶ εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην νὰ ἀναθέσωμεν τὰς ὑπηρεσίας ταύτας.
§102ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν χωροφυλακὴν νὰ τὴν ἔχωμεν;
§103ΣΕΧΟΣ. Νὰ τὴν ἀφήσωμεν ὅπως ὑπάρχει. Ἀφοῦ πρόκειται περὶ οἰκονομιῶν, διατὶ νὰ προκαλέσωμεν τὴν προαγωγὴν ἑνὸς συνταγματάρχου, τριῶν ἀντισυνταγματαρχῶν, 5 ταγματαρχῶν, 8 μοιράρχων καὶ τριῶν ἀντιμοιράρχων, ἐν ὅλῳ 20 ἀξιωματικῶν, ἐνῷ ἐν τῷ στρατῷ ἔχομεν ὑπεραρίθμους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δυνάμει νόμου, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσι κατὰ τὸν ὀργανισμόν; Οὗτοι δὲ εἶναι: Εἰς τὸ ἱππικὸν 35...
§104ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος βαθμοῦ;
§105ΣΕΧΟΣ. Ἀνθυπολοχαγοί... Οἱ ὑπεράριθμοι οὗτοι ἐγγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, καὶ ἐπειδὴ, ὡς εἶπον, οἱ προϋπολογισμοὶ εἶναι πιστὰ ἀντίγραφα ὁ εἷς τοῦ ἄλλου, ὁ αὐτὸς ἀριθμὸς τῶν ὑπεραρίθμων σημειοῦται καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, καὶ ἐν τῷ τοῦ 1895, ὑποθέτω. Ἔχομεν λοιπὸν ὑπεραρίθμους, 35 τοῦ ἱππικοῦ, 53 τοῦ πυροβολικοῦ καὶ 25 τοῦ μηχανικοῦ. Δηλαδὴ ἔχομεν εἰς τὸν ἡμέτερον στρατὸν 113 ἀξιωματικοὺς ὑπεραρίθμους. Δὲν δυνάμεθα τάχα νὰ ποιήσωμεν χρῆσιν αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν; Ὁ ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος μὲ ἠρώτησε ποίου βαθμοῦ εἶναι, καὶ τῷ εἶπον «ἀνθυπολοχαγοί» Ἀλλ’ ἐὰν οἱ νέοι ἀνθυπολοχαγοὶ δὲν ἦναι κατάλληλοι πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, δύνανται νὰ μείνωσιν εἰς τὰ σώματά των, (καὶ πρέπει νὰ μείνωσιν, ἵνα ἐξασκηθῶσι, διότι ἔχουσι μὲν ἐξαιρέτους θεωρητικὰς γνώσεις, οὐχὶ δὲ καὶ πρακτικὰς, καὶ ἀναπληρώσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν, περὶ ἧς πρόκειται. Ἵνα σχηματίσω πεποίθησιν περὶ τῆς δαπάνης ἑνὸς τάγματος εὐζώνων ἐθελοντῶν, οἷοι ὑπάρχουσιν ἤδη εἰς τὸν στρατόν μας, ὑπελόγισα δύναμιν στρατιωτῶν 500, μολονότι ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λέγοντος προχθὲς, ὅτι ἕκαστος λόχος ἔχει 300 ἄνδρας. Βεβαίως παρ’ ἡμῖν ἐν ἐπιστρατείᾳ, — διότι ἀτυχῶς δὲν ἐξεστρατεύσαμεν εἰσέτι — ὑπῆρξαν λόχοι δυνάμεως καὶ 400 ἀνδρῶν, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν Κράτος ὁ λόχος ὑπερβαίνει τὴν δύναμιν τῶν 250. Ὑπολογίζουσι δὲ εἰς ἕκαστον τάγμα περὶ τοὺς 1000, ὡς καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου τὸ τάγμα ἀπαρτίζεται ἀπὸ 8 λόχους, διότι εἰς τὰ ἄλλα Κράτη τὰ τάγματα σχηματίζονται ἐκ λόχων τεσσάρων ἢ ἕξ. Εἰς τὴν δύναμιν ταύτην τῶν 500 στρατιωτῶν ἐπρόσθεσα τοὺς ἀπαιτουμένους 25 ἀξιωματικοὺς καὶ 65 ὑπαξιωματικοὺς καὶ οὕτω τὸ ὅλον τῆς δυνάμεως ἀνέρχεται 590.
§106ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν εὐζώνων;
§107ΣΕΧΟΣ. Μάλιστα. Καὶ ὑπελόγισα τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ βαθμὸν, καὶ τὴν ἱππονομὴν τῶν ὅσων δικαιοῦνται ἵππων...
§108ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουσιν οἱ εὔζωνοι ἵππους;
§109ΣΕΧΟΣ. Μάλιστα, οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἀνώτεροι καὶ οἱ ὑπασπισταί... Ὑπελόγισα τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τὴν μισθοδοσίαν τῶν στρατιωτῶν, τῶν εὐζώνων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι 1,20 καθ’ ἑκάστην, τὰς μερίδας τοῦ ἄρτου, τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸν ὁπλισμὸν, στρατωνισμὸν, ἐξάρτησιν, ἐργαλεῖα στρατοπεδείας κλπ. πρὸς δὲ τὴν δαπάνην διὰ τὴν ἐνδυμασίαν τῶν ὁπλιτῶν, ἥτις ὑπολογίζεται εἰς 133 δραχμὰς κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἄτομον, ἐνῷ τοῦ στρατιώτου τοῦ πεζικοῦ ὑπολογίζεται μόνον εἰς 101 δρ. καὶ 5/00, νομίζω, καὶ εὗρον ὅτι διὰ ἓν τοιοῦτον τάγμα δυνάμεως 590 ἀνδρῶν ἀπαιτεῖται δαπάνη 435,000 δραχ. περίπου. (Διάλογος). Σᾶς παρακαλῶ. Ὁ ὑπολογισμὸς εἶναι ἀκριβής· διότι ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω «ἀφαιροῦνται λόγῳ ἐνδεχομένων μεταβολῶν, ἀδειῶν καὶ κενῶν θέσεων», καὶ ν’ ἀφαιρέσω κατὰ τὸ δοκοῦν 135,000 δρ. ἵνα ἡ δαπάνη περιορισθῇ εἰς 300,000 δρ. Ἐὰν μὲν τὸ τάγμα ἦναι ἐξ ἐθελοντῶν, καὶ τῆς δυνάμεως ταύτης ἡ ἀληθὴς δαπάνη θὰ ἦναι οὐχὶ ἀνωτέρα τῶν 435,000 δρ. Ἐὰν ὅμως τὸ τάγμα τὸ παραδεχθῶ ἐκ στρατευσίμων, ἡ δαπάνη περιορίζεται εἰς 300,000 δρ. περίπου, διότι ἡ μισθοδοσία ἡ καθ’ ἑκάστην τοῦ ἐθελοντοῦ εἶναι 1 καὶ 20/00, ἐνῷ τοῦ στρατιώτου εἶναι 46 λεπ. Ἑπομένως κατ’ ἀναλογίαν ἡ ἐτησία δαπάνη εἶναι πολὺ ὀλιγωτέρα τῶν 435,000 δρ., διότι μόνον διὰ τὴν μισθοδοσίαν 500 στρατιωτῶν πρὸς 1 καὶ 20 ἀπαιτοῦνται 216,000 δραχμαὶ, καὶ ἐπειδὴ τὸ 46 εἶναι περίπου τὸ ⅓ τοῦ 120, ἐκ τῆς δαπάνης τοῦ τάγματος τῶν ἐθελοντῶν δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν 145,000 δραχ. διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν δαπάνην τοῦ ἐκ στρατευσίμων τάγματος. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν παρασκευαζόμεθα, ἐὰν εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι 16 τὸν ἀριθμὸν—ἔχει δὲ σήμερον ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, νομίζω, 4 ἀξιωματικοὺς, ἔχομεν δὲ καὶ ὑπεραρίθμους,—ἐὰν, λέγω, δώσωμεν εἰς ἕκαστον τούτων μίαν ἀνάλογον δύναμιν, ἠμποροῦμεν ν’ ἀναθέσωμεν εἰς ταῦτα ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ νὰ ἀναθέσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἰς τὴν χωροφυλακήν. Θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ ἑτοίμην τὴν ζύμην, οὕτως εἰπεῖν, διὰ νὰ σχηματίσωμεν 16 ἀληθῆ τάγματα ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, ὧν ἡ δαπάνη ὑπελογίσθη δι’ ἕκαστον τάγμα πρὸς 350 ἔστω χιλιάδας δραχμῶν, μὲ δύναμιν 600 ἀνδρῶν.
§110ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὰ καταργήσητε τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα;
§111ΣΕΧΟΣ. Τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἔχουσι καμμίαν ὑπηρεσίαν, παρὰ εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν· εἷς ἀξιωματικὸς, ὁ ὑπασπιστὴς π. χ. τῶν οὕτω σχηματιζομένων ἐμπέδων ταγμάτων δύναται πολὺ καλὰ νὰ ἐπαρκέσῃ, καὶ εἷς πρόσθετος ἀξιωματικός. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων διὰ παρομοίας ὑπηρεσίας. Τί θέλετε ν’ αὐξάνωμεν καθ’ ἑκάστην τὰς ὀργανικὰς θέσεις; Διατὶ νὰ αὐξάνωμεν τὰς ὀργανικὰς θέσεις; Κατοικῶ ἐν Ζακύνθῳ, καὶ βλέπω 4 συνταξιούχους περιφερομένους ἄνευ ἐργασίας. Εἰς ἄλλας πόλεις εἶναι καὶ συνταγματάρχαι ἀκμαιότατοι, καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ συνταξιοῦχοι, τρέχοντες εἰς κυνήγιον, καὶ ἄνθρωποι ἐγγράμματοί τινες ἐξ αὐτῶν, δυνάμενοι νὰ ἐκτελέσωσι κάλλιστα τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἡ ἰδέα μου εἶναι νὰ χρησιμοποιήσωμεν τοὺς ὑπεραρίθμους, νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐν μέρος συνταξιούχων, δυναμένων νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ νὰ μὴ θέλωμεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, αὔξησιν δαπανῶν.
§112ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν θὰ ἔχωμεν ἐφεδρείαν.
§113ΣΕΧΟΣ. Ἐπειδὴ, κύριε συνάδελφε, μὲ ἐπροκαλέσατε, θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐγὼ δὲν θέλω τὸν ὀργανισμὸν, οἷος ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὅπλων τοῦ πεζικοῦ, τῶν ξιφῶν τοῦ ἱππικοῦ καὶ τῶν πυροβόλων τοῦ πυροβολικοῦ. Καὶ ἔχομεν, Κύριοι, ἀνάγκην πυροβολικοῦ, διότι ὁ πυροβολητὴς, ὅσας βολὰς περισσοτέρας ἐπιτυχεῖς ῥίψει, τόσον περισσότερον αἷμα τοῦ πεζικοῦ οἰκονομεῖ. Θέλω λοιπὸν τὸ πεζικὸν νὰ ἔχῃ ἀριθμὸν ὅπλων, καὶ νὰ διοικῆται δι’ ὅσον ἔνεστι ὀλιγωτέρων ἀξιωματικῶν, διότι ὅσον ὀλιγώτεροι εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ἐπαρκοῦντες διὰ τὴν διοίκησιν, τόσον καλλίτεροι εἶναι. Εἰς τὴν πληθὺν τῶν ἀξιωματικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εὑρεθῶσι καὶ ἀνίκανοι. Εὐκολώτερον δύναταί τις νὰ εὕρῃ ὀλίγους ἱκανοὺς, καὶ δυσκολώτερον πολλοὺς ἱκανούς. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἰδέα μου. Παραδειγματίζομαι μόνον εἰς τὸ πεζικὸν καὶ εἰς τὴν δύναμιν τὴν ὑφισταμένην. Ἔχομεν ἤδη 152 λόχους πεζικοῦ· οἱ 152 αὐτοὶ λόχοι σχηματίζονται, ἢ, καθὼς εἶπεν ἀρχαῖός τις, συλλογίζονται εἰς 10 συντάγματα πεζικοῦ, ἐκ τριῶν ταγμάτων ἕκαστον, καὶ εἰς 8 τάγματα εὐζώνων, ἐκ τεσσάρων λόχων ἕκαστον. Ἡ διοίκησις δι’ αὐτῶν ἀπαιτεῖ 10 διοικητὰς συνταγμάτων πεζικοῦ καὶ 8 διοικητὰς ταγμάτων εὐζωνικῶν, μὲ ὅλον τὸν ὁρμαθὸν 18 ἐπιτελείων. Τὴν δύναμιν ταύτην τῶν 152 λόχων, δυνάμεθα νὰ συλλοχίσωμεν εἰς συντάγματα πεζικοῦ 8, ἐκ τεσσάρων ταγμάτων ἕκαστον, καὶ εἰς τάγματα ἀνεξάρτητα τῶν εὐζώνων 4, ἐξ 6 λόχων ἕκαστον. Δύναταί τις νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι αὕτη εἶναι πρωτοτυπία, διότι ἡ Γαλλία τί ἔχει; ἡ Γερμανία τί ἔχει; Ἀλλὰ τί ἔχει ἡ Αὐστρία; τί ἔχει ἡ Ρωσσία; Δὲν εἶναι αὐτὰ Κράτη στρατιωτικά; δὲν εἶναι μεγάλα; Τὰ συντάγματα ἐν Αὐστρίᾳ καὶ Ρωσσίᾳ ἔχουσι 4 τάγματα ἕκαστον, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ τάσις καὶ τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γερμανίας, ἵνα ἐν πολέμῳ τὰ συντάγματα παρουσιασθῶσι μὲ 4 τάγματα ἕκαστον. Ἐν Γαλλίᾳ ὅλα τὰ ἀνεξάρτητα τάγματα σήμερον τὰ σχηματίζουσιν ἐξ 6 λόχων. Οὕτω σχηματιζομένου τοῦ ἡμετέρου πεζικοῦ, θὰ ἔχωμεν μεγάλην οἰκονομίαν. Δηλαδὴ διοικητὰς συνταγμάτων 8, ἀντὶ 10, διοικητὰς ταγμάτων ἀνεξαρτήτων 4, ἀντὶ 8, καὶ ἐπιτελεῖα 12, ἀντὶ 18. Διὰ νὰ μὴ ἐπασχολήσω τὴν Βουλήν, δὲν εἰσέρχομαι εἰς ἄλλας λεπτομερείας, διότι τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχω καὶ διὰ τὸ ἱππικὸν καὶ διὰ τὸ πυροβολικὸν, καὶ καταλήγω εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἀπ’ ἀρχῆς διετύπωσα, ὅτι ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα, πρέπει τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν σκοποῦμεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νὰ τὴν ἀναπληρώσωμεν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον σήμερον σκεπτόμεθα νὰ παρασκευάσωμεν.
§114Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν εἶμαι ἀντίθετος τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐπαγγέλλεται πολλὰ, ὅτι τουτέστι θὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν χωροφυλακὴν πᾶσαν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἐν γένει πᾶσαν ὑπηρεσίαν, ἣν μέχρι τοῦδε ἐξετέλει ὁ στρατὸς, ἐναντίον τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Ἡ ὑπηρεσία δ’ αὕτη, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν, ἡ καταδίωξις τῶν φυγοδίκων κτλ.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;—διότι δὲν ἦσθε χθὲς ἐνταῦθα.
§116ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀληθῶς δὲν ἤμην· ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε εἴπετε.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, εἶπον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον θ’ ἀναβιβασθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ καὶ διὰ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν.
§118ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῶν ποινικῶν.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῶν ποινικῶν.
§120ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Περὶ τῶν ποινικῶν πρόκειται, διότι ἐκεῖναι ἀπαιτοῦσι τὴν μεγαλειτέραν δύναμιν πρὸς φρούρησιν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ στρατὸς δὲν πρόκειται νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑπηρεσίας τῆς φρουρήσεως τῶν φυλακῶν, τότε ὁμολογῶ, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς αὐξήσεως χωροφυλακῆς δὲν ἐπιτυγχάνεται· διότι πρόκειται ἆρά γε ν’ ἀστυνομεύσῃ; Ἐὰν τοὐλάχιστον ἐπρόκειτο νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὴν ἡ ἀστυνομικὴ τῆς χώρας ὑπηρεσία, οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω, διότι ἀνατιθεμένης εἰς ταύτην τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι ἡ δύναμις αὕτη ἴσως εἶναι ἐπαρκής. Ἐν ἐναντίᾳ ὅμως περιπτώσει, ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως αὐτῆς οὐδένα ἔχει σκοπόν. Καὶ ὄντως εἰς τί θέλουσιν ἀσχοληθῆ οἱ 6,000 ἄνδρες τοῦ σώματος τούτου, ἐὰν δὲν πρόκειται περὶ ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἢ τῆς φρουρήσεως τῶν ποινικῶν φυλακῶν; Πάντα ταῦτά εἰσι θέματα προκαλοῦντα συζήτησιν καὶ ἐγείροντα ἀμφιβολίας, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἐγείρουσιν ἀμφιβολίας, ὅσῳ τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων ἀναγράφει. Τὸ νομοσχέδιον δὲν συνετάχθη μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἀσαφῶς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φαίνεται ὅτι συνετάχθη μόνον ὅπως θεραπεύσῃ προσωπικὰς ἀπαιτήσεις. Διότι, ἐνῷ αἱ Μοιραρχίαι μένουσιν αἱ αὐταί, τουτέστιν ἀνὰ μία εἰς ἕκαστον νομὸν, καὶ ἐνῷ δὲν μεταβάλλονται αἱ κύριαι μονάδες τῆς διοικήσεως, μεταβάλλεται ἐν τούτοις τὸ προσωπικὸν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ὅπερ καταπληκτικῶς αὐξάνεται. Τοὐναντίον δὲ, τὸ ὑποδεέστερον προσωπικὸν μένει τὸ αὐτό. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, οὗτινος ἡ κατάργησις, ψηφισθεῖσα κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς ἐνεστώσης περιόδου, ἀποτελεῖ ἔλλειψιν σημαντικὴν εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς· πάντες δὲ οἱ λαβόντες τὸν λόγον κατὰ τὴν σύνοδον ἐκείνην, προκειμένου λόγου περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, μετ’ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων ὡμίλησαν ὑπὲρ τῆς μὴ καταργήσεως αὐτοῦ. Μὲ εὐχαρίστησιν δὲ βλέπω σήμερον ἀναγραφόμενον ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ τὸ Ἀρχηγεῖον, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Παρὰ τῷ Ἀρχηγείῳ τούτῳ θὰ ὑπάρχωσι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καὶ δύο ἀντισυνταγματάρχαι ἐπιθεωρηταί, οἵτινες ὑφίστανται ἔτι καὶ νῦν, προσκεκολλημένοι εἰς τὰ Ἀρχηγεῖα στρατοῦ. Ἤδη ἂς ἐξετάσωμεν τὰ τῆς συντάξεως τῶν Μοιραρχιῶν. Αἱ Μοιραρχίαι ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ συντάσσονται κατὰ διάφορον ὅλως τρόπον, διότι, ἐνῷ αὗται ἀνταποκρίνονται πρὸς λόχους, καὶ τοιαύτη εἶναι περίπου ἡ δύναμις ἡ ἀποτελοῦσα τὴν Μοιραρχίαν τῆς χωροφυλακῆς εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ νῦν καταστατικὸν εἰς ἑκάστην Μοιραρχίαν προΐστανται τῶν μὲν ὀκτὼ ταγματάρχαι, τῶν δὲ ἄλλων ὀκτὼ λοχαγοί, ἤτοι μοίραρχοι, διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου τῶν μὲν τεσσάρων προΐστανται ἀντισυνταγματάρχαι, τῶν δὲ δώδεκα προΐστανται ταγματάρχαι, ὅπερ ἀνεξήγητον· ἐντεῦθεν δὲ αὔξησις βαθμοφόρων σημαντική. Τοῦτ’ αὐτὸ δύναταί τις εἰπεῖν καὶ περὶ τῶν ταγματαρχῶν, διότι ἐκτὸς τῶν εἰρημένων εἶναι καὶ εἷς ἄλλος εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, ἤτοι τὸ ὅλον 13. Ποῖοι δὲ οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὰς αὐξήσεις ταύτας τοῦ προσωπικοῦ; Οὐδείς. Διότι καὶ αἱ Μοιραρχίαι ὡς καὶ αἱ ἐνωμοτίαι μένουσι περίπου αἱ αὐταὶ, καθόσον αἱ 210 ἐνωμοτίαι αὐξάνονται εἰς 240, τουτέστι προστίθενται 30 ἐνωμοτίαι, αἵτινες ὅλαι ὁμοῦ ἀποτελοῦσι τὰς 16 Μοιραρχίας. Βεβαίως ἡ προσθήκη δύο ἐνωμοτιῶν περίπου εἰς ἑκάστην Μοιραρχίαν δὲν εἶναι ἱκανὴ, ἵνα προκαλέσῃ τὸν προβιβασμὸν τοῦ διοικητοῦ αὐτῆς ἀπὸ λοχαγοῦ εἰς ταγματάρχην καὶ ἀπὸ ταγματάρχου εἰς ἀντισυνταγματάρχην. Δὲν ἤθελον ἐπιμείνει εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰρημένων ἀνωτέρων βαθμοφόρων, ἂν ἡ αὐτὴ ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ τῆς προαγωγῆς τῶν ὑποδεεστέρων βαθμοφόρων, φρονῶ δὲ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου θὰ παράσχῃ πράγματα εἰς τὸν στρατὸν, διότι ἀμέσως θὰ παρασταθῶμεν καὶ πάλιν πρὸ τοῦ αἰωνίου παραπόνου τῆς προαγωγῆς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, παραλείποντες τοὺς ἀρχαιοτέρους τούτων εἰς τὰ λοιπὰ ὅπλα τοῦ στρατοῦ, διότι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην δίδει ἀφορμὴν εἰς τόσα παράπονα, δίκαια ἴσως κατὰ τὸ πλεῖστον· διότι, ἐὰν ὑπῆρχον λόγοι ὑπηρεσίας, ὑπαγορεύοντες τὴν αὔξησιν τῆς χωροφυλακῆς, ἐὰν αὕτη κατηρτίζετο οὕτως, ὥστε νὰ ἀπητοῦντο οἱ βαθμοφόροι οὗτοι, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἠθέλομεν ὑποκύψει εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν μεταβάλλομεν τὰς δαπάνας, μεταβάλλομεν ὅμως τοὺς ἀνωτέρους βαθμολόγους εἰς βάρος τῶν ὑποδεεστέρων, ὧν ἐλαττοῦμεν τὸν ἀριθμόν. Ἵνα καταδείξω ὑμῖν, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ἄτοπον, εἰς ὃ θὰ φθάσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, γνωρίζω ὑμῖν, ὅτι εἰς τὴν χωροφυλακὴν σήμερον δὲν ὑπάρχει συνταγματάρχης· ὁ ἀρχαιότερος τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν ἀποστρατεύεται, ἕνεκα τοῦ ὁρίου ἡλικίας, τοῦ διὰ τοῦ χθὲς ψηφισθέντος νόμου κανονισθέντος, ἀποστρατεύεται καὶ ὁ κατόπιν τούτου ὑπάρχων μετ’ οὐ πολὺ, ἀποστρατεύεται καὶ ὁ ἀρχαιότερος ταγματάρχης μετ’ ὀλίγον, καὶ μένει ὁ κατόπιν ἐρχόμενος ταγματάρχης, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ προαχθῇ πρῶτον εἰς ἀντισυνταγματάρχην καὶ εἶτα εἰς συνταγματάρχην, ὅπως διορισθῇ ἀρχηγὸς τοῦ σώματος. Ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι ὁ προβιβασμὸς θὰ ἐκτελεσθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, τουτέστι μετὰ τὴν διάνυσιν τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου πρὸς προαγωγήν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ σκάνδαλον, διότι ὁ σήμερον ἀρχαιότερος ταγματάρχης τῆς χωροφυλακῆς, ὁ νεώτερος ἴσως τῶν ἄλλων ταγματαρχῶν ἐν τοῖς ἄλλοις ὅπλοις, θὰ προαχθῇ εἰς ἀντισυνταγματάρχην, διότι ὑπάρχει θέσις κενὴ, μετ’ οὐ πολὺ δὲ καὶ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, ἐνῷ οἱ πρὸ μικροῦ ὁμοιόβαθμοί του θὰ παραμείνωσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου. Δὲν νομίζετε, ὅτι τοῦτο εἶναι σκάνδαλον, ἱκανὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν; Ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ὅτι διὰ τοὺς ὑποδεεστέρους ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κρατῶν νόμος ὁρίζει εἰς 210 τὰς ἐνωμοτίας, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐξάνονται αὗται μόνον εἰς 240, προωρισμένας νὰ δεχθῶσι δύναμιν χωροφυλακῆς διπλασίαν τῆς ὑπαρχούσης. Πόθεν τοῦτο προέρχεται; Ἐκ τοῦ ὅτι θέλοντες ν’ ἀπαφύγωσι τὴν αὔξησιν τῶν ἐνωμοτιῶν, ηὔξησαν τοὺς ἄνδρας τῆς ἐνωμοτίας. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς ἡ δυσχέρεια τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἐνωμοτία χωροφυλακῆς, ἀπαρτιζομένη ἐξ 25 ἀνδρῶν, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὑπάρξῃ, διότι οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῶσιν 25 ἄνδρες, οὔτε 15, οὔτε 10. Ὑπὸ ποίους λοιπὸν ἡγέτας αὐτοὶ οἱ 10 ἢ 8 χωροφύλακες θὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν των; Ἡ ἐνωμοτία περιλαμβάνει μόνον τρεῖς βαθμοφόρους, ἕνα ἐνωμοτάρχην καὶ δύο ὑπενωμοτάρχας, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἰσχύων νόμος ὥρισεν εἰς 13 τοὺς χωροφύλακας, οὕτως ὥστε τρεῖς ὑπαξιωματικοὶ νὰ διανέμωνται τοὺς 13, καὶ ἑπομένως ἔλαττον τῶν 5 νὰ ἦναι ἡ ὁμὰς, ἥτις θὰ ἐνεργῇ ἀπὸ κοινοῦ, καὶ τὴν ὁποίαν ἀληθῶς εἷς ὑπαξιωματικὸς ἠδύνατο νὰ καθοδηγῇ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἐνῷ σήμερον, ὁρίζοντες 25, πρέπει νὰ ἔχωμεν 8 ὑφ’ ἕνα ὑπαξιωματικόν, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι δύσκολον, καὶ εἰς αὐτὸ νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον σφάλλει. Πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐνωμοτιῶν τοὐλάχιστον μέχρι τριακοσίων, καὶ οὕτως αὐξάνομεν τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, διότι, πλὴν τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπάρξεως πολλῶν ὑπαξιωματικῶν, εἶναι καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως τῶν ἐγγραμμάτων ἀτόμων, διότι ὁ μὲν χωροφύλαξ εἶναι στρατιώτης προϋπηρετήσας, ἔχων ἐλαχίστας γνώσεις γραμματικὰς, μολονότι τὸ νομοσχέδιον καθορίζει γνώσεις πολλὰς, θὰ ἔχωμεν ὅμως ὑπαξιωματικοὺς τελείους, διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ὑπαξιωματικοὶ προσόντων, ἑπομένως θὰ ἔχωμεν διδάκτορας, τελειοφοίτους τοῦ Πανεπιστημίου, ἢ ἀποφοίτους τοῦ Γυμνασίου. Διὰ τὸν διπλοῦν λοιπὸν τοῦτον λόγον ἀνάγκη πᾶσα, ἂν προτιθέμεθα νὰ σπουδαιολογήσωμεν ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, νὰ αὐξηθῶσιν αἱ ἐνωμοτίαι, ἀντὶ νὰ αὐξηθῶσιν οἱ ἄνδρες ἑκάστης ἐνωμοτίας. Πλὴν τούτου, πρέπει ν’ αὐξηθῶσι καὶ αἱ ὑπομοιραρχίαι, μολονότι ὁ νόμος δὲν ἀναγράφει ὡρισμένως, ποῦ θὰ παραμένωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ διάταξίς τις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κανονίζει τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τεσσάρων Ὑπομοιραρχιῶν, Πειραιῶς, Βόλου, Ἠλείας, Καρδίτσης, τεσσάρων Ὑπομοιραρχιῶν διοικουμένων ὑπὸ ἀντιμοιράρχων, ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοί, τουτέστιν οἱ ὑπομοίραρχοι καὶ οἱ ἀνθυπομοίραρχοι, διορίζονται εἰς τὰς Ὑπομοιραρχίας ὡς διοικηταὶ αὐτῶν. Ἀνάγκη ὅθεν νὰ αὐξηθῶσιν αἱ Ὑπομοιραρχίαι, συνεπείᾳ τῆς αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῶν ὁπλιτῶν. Τοιουτοτρόπως συμπληροῦται τὸ ἔργον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τῶν μὲν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τὰς τοιαύτας θέσεις πρέπει ν’ ἀποκόψωμεν, ν’ αὐξήσωμεν δὲ τὰς Ὑπομοιραρχίας εἰς βαθμὸν ἀνάλογον πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν τοῦ σώματος, ἔτι δὲ ν’ αὐξήσωμεν τὰς ἐνωμοτίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λοιπὰς διατάξεις ἐν γένει τοῦ νομοσχεδίου, ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν πρώτην συγκρότησιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς μετατίθενται εἰς τὴν χωροφυλακὴν οἱ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας διατελοῦντες ἀστυφύλακες. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι συντελεστικὸν πρὸς μόρφωσιν τοῦ σώματος, ὡς σήμερον τὸ ἐννοοῦμεν, διότι οἱ ἀστυφύλακες, οἵτινες ἀπὸ διετίας ἀπώλεσαν τὸν ἀρχηγὸν, ἀπώλεσαν τὴν σειρὰν τῆς ὑπηρεσίας, βεβαίως δὲν εἶναι πλέον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ ἦναι. Καὶ ναὶ μὲν ὑπηρετοῦσι σήμερον ἐν σώματι στρατιωτικῶς συντεταγμένῳ, οὐχ ἧττον δὲν δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ αὐτοὺς ὡς ἀνήκοντας εἰς σῶμα στρατιωτικόν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, εἰσερχόμενοι οὗτοι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, μᾶλλον ζημίαν παρὰ ὠφέλειαν θὰ προσκομίσουν. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 ἀπαντᾷ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται, ἐν ἐλλείψει ἱκανοῦ ἀριθμοῦ δυνάμεως χωροφυλάκων, νὰ ἀποσπάσῃ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς δυνάμεως ταύτης καὶ ἄνδρας ἐκ τοῦ στρατεύματος, καὶ δὴ ἐκ τῶν εὐζώνων. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος, διότι καὶ πάλιν ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς χωροφυλακῆς διὰ τοῦ στρατοῦ, ὅπερ τὸ νομοσχέδιον ἐπαγγέλλεται, ὅτι θὰ καταργήσῃ. Ἂν σήμερον λάβωμεν χιλίους ἄνδρας, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον ἐκ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, βεβαίως αὔριον θ’ αὐξήσωμεν τοὺς χιλίους εἰς πολλῷ περισσοτέρους. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς διατάξεως τῆς μεταθέσεως ἐκ τοῦ στρατεύματος τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν χωροφυλακήν, διότι περὶ τούτου δὲν φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει δευτέρα γνώμη. Φρονῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι ὀλέθριον, καθόσον θὰ παράσχῃ ἀφορμὴν εἰς δίκαια παράπονα, διότι θὰ καταπατηθῶσι δικαιώματα κεκτημένα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν πρέπει νὰ διαγραφῇ. Ἄλλως τε, μὴ ὑπαρχουσῶν κενῶν θέσεων, διατὶ δὲν αὐξάνουσιν αἱ θέσεις τῶν ὑποδεεστέρων; πρὸς τί ἡ μετάθεσις ἐκ τοῦ πεζικοῦ ἢ ἄλλου σώματος; Καὶ περὶ ὑπαξιωματικῶν κατὰ πλείονα λόγον δύναμαι νὰ εἴπω τὰ αὐτὰ, διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωσι προσόντα, μετατιθέμενοι δὲ ἐκ τῶν λοιπῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, ἀναγκαίως θὰ στερῶνται τούτων. Ἀποκρούω τὸ ἄρθρον 12, καθ’ ὃ, ὡς εἶπον, αἱ ἐν Πειραιεῖ καὶ ταῖς ἐπαρχίας Ἠλείας, Βόλου καὶ Καρδίτσης Ὑπομοιραρχίαι διοικοῦνται ὑπὸ ἀντιμοιράρχου. Διατὶ ὁ ἐξευτελισμὸς οὗτος τοῦ βαθμοῦ; ἀφοῦ εἶναι Ὑπομοιραρχίαι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διοικῶνται ὑπὸ λοχαγοῦ; ἀφοῦ ἐξομοιοῦνται πρὸς λόχους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῶσι ὑπὸ ταγματάρχου; Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπηγγείλατο ὅτι διὰ τοῦ σώματος τούτου τῆς χωροφυλακῆς ὁ στρατὸς θὰ ἀπηλλάσσετο τῶν ἀλλοτρίων αὑτοῦ ὑπηρεσιῶν, πλὴν τῆς φρουρᾶς τῶν φυλακῶν, ἐν τούτοις ἐνταῦθα ὑπάρχει διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας πάντες οἱ χωροφύλακες, οἱ νῦν ὑπηρετοῦντες, μετὰ τὴν κατάταξιν τῶν ἐθελοντῶν θέλουσιν ἀποσταλῆ εἰς τὴν διαθεσιμότητα. Καὶ ἐρωτῶ, τί ὁ στρατὸς ἐκέρδησε διὰ τῆς διατάξεως ταύτης; Οὗτος μένει ὡς ἔχει, διότι τότε μόνον θὰ ἦτο ἱκανοποιημένος, ὅταν ἐπανερχομένων τῶν ἀνδρῶν τούτων εἰς τὸν στρατὸν θὰ ηὔξανεν ἡ δύναμις τῶν σωμάτων καὶ συνεπῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῇ κάλλιον εἰς τὰς ἀσκήσεις καὶ πολεμικὰς ἐνασχολήσεις. Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ἔλλειψις τῶν στελεχῶν, ἥτις καθιστᾷ ἀδρανῆ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ στρατεύματος, εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν στρατιωτῶν, διότι οἱ στρατιῶται, ἀποσπώμενοι εἰς ἀλλοίας ὑπηρεσίας τοῦ στρατεύματος, ἀπογυμνοῦσι τὰ στελέχη, ἅτινα οὕτω μένουσιν ἀδρανῆ, μὴ ἐκπαιδευόμενα· ἑπομένως εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ, ἂν ἡ χωροφυλακὴ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἢ ὁ στρατὸς ἐκτελῇ αὐτὴν, διότι οἱ ἄνδρες, οἵτινες ἤθελον ἐκτελέσει τὰς ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διὰ τοῦ νομοσχεδίου θὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των, τιθέμενοι εἰς διαθεσιμότητα. Ἐν συνόλῳ τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνεπαρκὲς, διότι, ἀφοῦ δὲν κατορθοῦται ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν, ἀφοῦ οἱ προσκεκολημμένοι εἰς τὴν ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας διὰ μεταθέσεως εἰς τὴν χωροφυλακὴν δὲν ἐπανέρχονται καὶ αὖθις εἰς τὸ στράτευμα, ἐννοεῖται ὅτι ὁ στρατὸς μένει ὡς καὶ πρότερον, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης συνδρομῆς πρὸς ἐκγύμνασιν καὶ ἐξάσκησιν εἰς τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ αὑτοῦ ἔργα. Τί δὲ ἀπομένει; μένει ὑπέρβασις δαπάνης· διότι, ἂν σήμερον διὰ τὴν χωροφυλακὴν δαπανῶμεν περὶ τὰ 2,500,000 δραχμὰς, διὰ τοῦ νέου συστήματος θὰ δαπανήσωμεν περὶ τὰ ἓξ ἑκατομμύρια. Θὰ ἐπιβαρύνωμεν λοιπὸν τὸν προϋπολογισμὸν μὲ δαπάνην μεγάλην, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλαχίστην ὠφέλειαν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἐγὼ ἀμφιβάλλω καὶ ἂν θὰ συμπληρωθῇ ἡ χωροφυλακὴ δι’ ἐθελοντῶν, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τις ἀπορία· ὁ μηνιαῖος μισθὸς τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς ὁρίζεται, τῶν μὲν ἐνωμοταρχῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως εἰς δραχμὰς 59, τῶν δὲ ὑπενωμοταρχῶν εἰς δραχμὰς 55 καὶ τῶν χωροφυλάκων αʹ καὶ βʹ τάξεως εἰς δραχμὰς 50. Ὁ ἱματισμὸς καὶ ἡ ὑπόδυσις δίδονται εἰς τοὺς ἄνδρας τῆς χωροφυλακῆς ὡς καὶ εἰς τοὺς ἄνδρας τοῦ ἄλλου στρατεύματος. Ἀλλὰ περὶ ἀρτοδοσίας δὲν γίνεται λόγος, ὅπερ σημαίνει, ὅτι δὲν θὰ λαμβάνωσιν ἄρτον.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ λαμβάνωσι.
§122ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλὰ τότε δέον νὰ ἐκπέσωμεν τοὐλάχιστον ἐννέα δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἑπομένως αὐτοὶ θὰ λαμβάνωσι 40 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Καὶ νομίζετε ὅτι μὲ 40 δραχμὰς κατὰ μῆνα θὰ ἔχητε 6,000 ἄνδρας ἐθελοντὰς διὰ τὴν χωροφυλακήν; Ἀναντιῤῥήτως οὐχί. Τοῦτο ἐμαρτύρησεν ἡ ἱστορία τῆς κατατάξεως τῶν 500 εὐζώνων, οἵτινες περίπου λαμβάνουσι τὰς αὐτὰς ἀποδοχάς· ἐχρειάσθη ἔτος ὁλόκληρον, διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ συμπλήρωσις τῶν 500 ἐθελοντῶν. Ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι ἡ συμπλήρωσις τῶν ἓξ χιλιάδων οὐδέποτε θὰ συντελεσθῇ δι’ ἀνδρῶν ἱκανῶν διὰ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς καὶ διὰ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, καθόσον, ἂν πρόκειται νὰ περισυλλέξωμεν ἄνδρας ἀνικάνους, ἀέργους, τότε εἶναι πολὺ εὔκολον, ἀλλὰ τότε θὰ καταστρέψωμεν ἀντὶ νὰ διορθώσωμεν τὴν χωροφυλακήν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι αἱ ἀποδοχαὶ εἶναι μικραὶ, καὶ ὡς τοιαῦται ἐμποδίζουσι τὴν συμπλήρωσιν τῶν τάξεων. Τούτων ἕνεκα ἀποφαίνομαι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πληροῖ τοὺς ὅρους τοῦ προορισμοῦ του.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 μ. μ.)
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Κουλούρης ἔχει τὸν λόγον.
§126ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπω περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅπερ θεωρῶ σπουδαιότατον καὶ ἄξιον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐμβριθῆ συζήτησιν τοῦ Κοινοβουλίου. Κύριοι Βουλευταί, πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ παρὰ πᾶσι τοῖς Κράτεσιν ἀπαιτεῖται δύναμις ἔνοπλος, ἀσχολουμένη ἀποκλειστικῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Περὶ τούτου, φρονῶ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη. Ἡ ἔνοπλος αὕτη δύναμις, ἡ ἔχουσα ὡς προορισμὸν τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὀφείλει νὰ ἦναι ἄσχετος πρὸς τὸν στρατὸν τὸν καταρτιζόμενον ἐξ ἀνδρῶν τῆς ἀπογραφῆς καὶ ἔχοντα εἰδικὸν προορισμόν. Ἡ ἔνοπλος δύναμις, ἡ ἔχουσα προορισμὸν τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, πρέπει ν’ ἀποτελῆται οὐχὶ ἐξ ἀνδρῶν τῆς ἀπογραφῆς, ἀλλὰ νὰ καταρτίζηται ἐξ ἐθελοντῶν ἐχόντων προσόντα εἰδικά, ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὑπηρεσιῶν ἀναγομένων εἰς τὸν κύκλον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Διὰ τῆς συγκροτήσεως τοιαύτης ἐνόπλου δυνάμεως θέλομεν κατορθώσει οὐ μόνον εὐστοχώτερον νὰ ὑπηρετήσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλὰ — ὅπερ καὶ σπουδαιότατον — θέλομεν ἐπιτύχει καὶ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἡμετέρου τακτικοῦ στρατοῦ ἀπὸ ἔργα ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ του, θέλομεν οὕτω παρέξει αὐτῷ τὴν εὐκολίαν, ὅπως ἐκπαιδεύηται εἰς τὰ καθαρῶς ἐν εἰρήνῃ πολεμικὰ αὐτοῦ ἔργα, καὶ θέλομεν κατορθώσει τὴν συγκέντρωσιν τοῦ κατεσπαρμένου καθ’ ὅλην τὴν χώραν τακτικοῦ στρατοῦ, ὅπερ ματαιοῖ καὶ τὴν ἄσκησιν τῶν ἀνδρῶν τῶν μελλόντων ν’ ἀποτελῶσι τὴν ἐφεδρείαν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν τελειοτέραν ἐκπαίδευσιν τῶν στελεχῶν αὐτοῦ, σὺν τούτοις δὲ καταστρέφει καὶ τὸ μέγιστον ἐν τῷ στρατῷ πλεονέκτημα, τὴν πειθαρχίαν. Ἐπὶ τούτοις φρονῶ, ὅτι, ἐὰν δὲν καταρτίσωμεν στρατὸν δημοσίας ἀσφαλείας, ἀδύνατον ἔσται τὸν τακτικὸν ἡμῶν στρατὸν νὰ τὸν καταστήσωμεν ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του καὶ ἱκανόν, ὅπως ὑπηρετήσῃ τοὺς ἐθνικοὺς ἡμῶν πόθους. Ἐπὶ τοιαύτης βάσεως νομίζω ὅτι στηρίζεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Διὰ τῆς ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς σκοποῦμεν, τὸ μὲν, ὅπως ἀπομακρύνωμεν τὸν τακτικὸν στρατὸν ἀπὸ ὑπηρεσίας ξένας αὐτῷ, τὸ δὲ, ὅπως διὰ τοῦ ἐξ ἐθελοντῶν σώματος τούτου ὑπηρετήσωμεν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν δι’ ὀργάνων ἐχόντων καταλληλότητα μείζονα πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, εἶναι πολλαὶ καὶ ποικίλαι. Εἶναι ἐν πρώτοις ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία τῶν πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωρίων. Εἶναι ἡ ὑπηρεσία τῆς φρουρήσεως τῆς μεθορίου γραμμῆς. Εἶναι ἡ διαφύλαξις τῶν δασῶν. Εἶναι ἡ καταδίωξις τῶν κακοποιῶν ἐκείνων τῆς κοινωνίας στοιχείων, τὰ ὁποῖα, διαιτώμενα εἰς τὰ ὄρη, ἐξασκοῦσι τὸ ἐπάγγελμά των, ἀποφεύγοντα τὴν ἔννομον ποινικὴν καταδίωξιν. Εἶναι ἡ ὑποστήριξις τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐντεταλμένων τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Εἶναι ἡ ὑποστήριξις τῶν ὀργάνων τῆς δικαιοσύνης καὶ τέλος ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν. Πᾶσαι αὗται αἱ ὑπηρεσίαι περιλαμβάνονται, ὡς εἶπον, ἐν τῷ κύκλῳ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὅθεν, καλούμενοι νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ περὶ ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς νομοσχέδιον, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει πάνθ’ ὅσα προηγουμένως ἐξέθηκα, καὶ νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ τοῦ νομοσχεδίου οὕτως, ὥστε νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ἡ διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ σκοπουμένη διοργάνωσις τῆς χωροφυλακῆς θὰ δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τοὺς δύο εἰρημένους σκοπούς· τὸ μὲν δηλονότι, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὸν ἤδη ἐν τῇ δημοσίᾳ ἀσφαλείᾳ ἀσχολούμενον τακτικὸν στρατὸν, ἀπομακρύνουσα αὐτὸν τέλεον ἀπὸ ἔργα ὅλως ἄσχετα πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ, τὸ δὲ, ὅπως διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου παρέχηται ἡ βεβαιότης, ὅτι θὰ κατορθωθῇ ἡ προσέλευσις ἐθελοντῶν, κεκτημένων προσόντα κατάλληλα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, τὴν ὑπὸ τῶν ἰσχυόντων κανονισμῶν ὁριζομένην. Ἐπὶ τῶν δύο τούτων θεμάτων ὀφείλομεν ν’ ἀσχοληθῶμεν, συζητοῦντες τὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ στέλεχος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς εἶναι κατηρτισμένον ἐξ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἐχόντων κατὰ τὸ πλεῖστον παιδείαν καὶ ἐν γένει μόρφωσιν, δυναμένην ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν τελείαν πλήρωσιν τῶν ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς διαγραφομένων καθηκόντων. Ἐν τοῖς στελέχεσι τῆς χωροφυλακῆς εὑρίσκονται ἄνδρες, οἵτινες, ἐὰν δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ στρατιωτικὸν τοῦτο σῶμα, θὰ κατεῖχον βεβαίως ἢ τὴν ἕδραν τοῦ δικαστοῦ ἢ θὰ ἐξήσκουν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου. Λοιπὸν τὰ στελέχη τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἀντάξια τοῦ προορισμοῦ των, καὶ ὑπάρχει βεβαιότης, ὅτι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἔχωμεν κατάλληλα πρόσωπα ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν πρὸς καταρτισμὸν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ προσοχὴ ἑπομένως ἡμῶν πρέπει νὰ περιστραφῇ, καὶ δέον νὰ μελετήσωμεν μετὰ σπουδαιότητος τὸ ζήτημα, κατὰ τίνα τρόπον οἱ ὁπλῖται τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἔχωσι προσόντα, ἅτινα νὰ καθιστῶσι τούτους καταλλήλους πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἀνατιθεμένων αὐτοῖς ὑπηρεσιῶν. Ἀλλὰ διὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα θὰ δυνηθῶμεν νὰ προσελκύσωμεν τὴν κατάταξιν ἐθελοντῶν ἐχόντων τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα; Δύσκολον νὰ τὸ πιστεύσῃ τις. Καὶ προτιμῶ νὰ δεχθῶ τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁπλιτῶν, τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας, ἥτις νὰ προσελκύσῃ τὴν κατάταξιν ἀνδρῶν κεκτημένων τὰ ἀνάλογα πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ χωροφύλακος προσόντα. Ἡ χωροφυλακὴ δὲν εἶναι σῶμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ, ἀλλὰ μᾶλλον διὰ τῆς ἠθικῆς αὐτοῦ ἀξίας· εἷς χωροφύλαξ ἀνεπτυγμένος, νοήμων, ἠθικός, εἶναι προτιμότερος πέντε ὁμοίων στρατολογηθέντων ἐκ φαύλων στοιχείων. Ἅπαντα τὰ Κράτη ἰδιαιτέραν προσοχὴν ἐπέδειξαν εἰς τὰ προσόντα τοῦ χωροφύλακος. Οὐ μόνον προϋπηρεσίαν στρατιωτικὴν ἀπαιτοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἀνάπτυξιν καὶ ἠθικὴν καὶ συναίσθησιν πρὸς τὸ καθῆκον. Διὰ ταῦτα, ὡς προεῖπον, προτιμῶ τὴν μείωσιν τῆς ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένης ἀριθμητικῆς δυνάμεως τῶν ὁπλιτῶν αὐτῆς, ὅπως τὸ Κράτος δυνηθῇ νὰ μισθοδοτήσῃ αὐτοὺς ἐπαρκῶς. Ὁ ἕτερος σκοπὸς, ὅπως δηλονότι κατορθωθῇ διὰ τῆς χωροφυλακῆς, ὁ τακτικὸς στρατὸς, ὁ στρατὸς ὁ περιλαμβάνων τοὺς ἄνδρας τῆς ἀπογραφῆς, ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὰ ἀλλότρια αὐτῷ ἔργα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἀποβῇ κατορθωτὸς καὶ διὰ αὐτοῦ τοῦ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένου ἀριθμοῦ. Δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, τὰ καθήκοντα τῆς ὁροφυλακῆς, τοῦ δασοφύλακος, τοῦ φρουροῦ τῶν φυλακῶν καὶ λοιπῶν, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγου ἔλεγον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ν’ αὐξήσῃ τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς καὶ πέραν τοῦ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένου ἀριθμοῦ; Καὶ ἂν ἠθέλομεν ζητήσει τοιοῦτόν τι, τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἐπὶ τοῦ παρόντος θ’ ἀντιταχθῶσιν εἰς τὴν τοιαύτην ἡμῶν αἴτησιν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι βεβαίως θὰ ὑπάρξῃ ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897· ἐὰν κατ’ ἀκολουθίαν ζητήσωμεν ὅ,τι πρέπει, ὅπως καταστήσωμεν τὴν χωροφυλακὴν ἐπαρκῆ δι’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, αἱ ἐτήσιαι δαπάναι αὐτῆς θὰ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1897, ὅπερ θὰ καταστῇ μόνιμον καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἐπαρκέσῃ μόνον διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο εἶναι μικρόν; Εἶναι μέγιστον τὸ νὰ κατωρθώσῃ τὸ Κράτος νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν του διὰ τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς. Ἐλέχθη πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει κανένα σκοπὸν, ἐφ’ ὅσον δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ δὲν δυνηθῆ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν τελείαν ἀπομάκρυνσιν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ ἐκ τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Ἐγὼ, ὡς ἔλεγον, νομίζω ὅτι, ἐὰν κατορθωθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς μόνην τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν τῆς χώρας, ἐξεπλήρωσε μεγάλης σπουδαιότητος σκοπόν· θὰ δυνηθῇ νὰ προσφέρῃ πολὺ εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν τῆς χώρας. Καλὴ ἀστυνομία δεικνύει τὸν βαθμὸν τοῦ πολιτισμοῦ πάσης χώρας. Ἐπεθύμουν, διὰ τοὺς λόγους τούτους, εἰς τὴν χωροφυλακὴν ν’ ἀποδοθῇ ἅπασα ἡ ἀστυνομία τοῦ τόπου μετὰ τῆς βεβαιότητος ὅτι διὰ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα τὰ στελέχη αὐτῆς κατέχουσιν, ἤθελε πληρέστατα ἀνταποκριθῆ εἰς τὸν προορισμόν της. Φρονῶν τοιαῦτα περὶ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς καὶ περὶ τοιαύτης αὐτοῦ χρησιμοποιήσεως, κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἤδη ἐξεταστέον τὸ ζήτημα, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἀναπληρωθῶσιν αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀφοῦ σκοποῦμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν τακτικὸν στρατὸν τῆς ἐκτελέσεως τούτων, καὶ ἀφοῦ, ὡς ἀνέπτυξα ὑμῖν, ἡ χωροφυλακὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ; Τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἅπαντα τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων νὰ ἀπασχολήσωμεν εἰς τὴν φρούρησιν τῆς μεθορίου γραμμῆς, εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν κακοποιῶν στοιχείων καὶ ἐν γένει εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν κατὰ τὰ ὄρη· καὶ οὗτος ἦτο ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τῆς συγκροτήσεως τῶν ταγμάτων τούτων, ὅτε τὸ πρῶτον συνεκροτοῦντο παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Βότσαρη. Εἴμεθα ἑπομένως ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ σώματα ταῦτα, καὶ ν’ ἀποκόψωμεν αὐτὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Φρονῶ ὅτι πρέπει εἰς τὰ σώματα ταῦτα ν’ ἀναθέσωμεν εἰδικὰς ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ν’ ἀποφύγωμεν τὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον σύστημα τῆς ἀποσπάσεως ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ ἄνευ τῶν στελεχῶν. Ἡ ἀπόσπασις ἀνδρῶν ἐκ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων ἄνευ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἡ προσκόλλησις τούτων εἰς ξένον σῶμα, εἰς τὴν χωροφυλακὴν, εἶναι σύστημα ὀλέθριον, καθιστᾷ τοὺς στρατιώτας ἀτιθάσσους καὶ ἀντιπειθαρχικοὺς, στερουμένους τῶν φυσικῶν αὐτῶν προϊσταμένων. Ἑπομένως, εἴτε διὰ νόμου εἴτε διὰ διατάγματος, πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα ὡρισμένον τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὑπαγομένων καὶ τῶν ταγμάτων τούτων μετὰ τῆς χωροφυλακῆς ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ ἱδρυομένου διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Κατὰ ταῦτα θὰ ἔχωμεν ἀστυνομίαν τῶν πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωρίων, ἐκτελουμένην ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἀστυνομίαν τῶν ὀρέων, ἐκτελουμένην ὑπὸ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων. Εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην ὑπάγεται, ὡς προεῖπον, ἡ φρούρησις τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἡ καταδίωξις τῶν κακοποιῶν στοιχείων καὶ ἡ φύλαξις τῶν δασῶν. Καὶ νομίζω ὅτι τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, καταρτιζόμενα ὑπ’ ἀνδρῶν δήμων ὀρεινῶν, εἶναι μᾶλλον ἐξοικειωμένα πρὸς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ χωροφυλακὴ, ἀκατάλληλος πρὸς ταύτας, καταλληλοτάτη εἶναι πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τῶν πόλεων. Πλὴν καὶ διὰ τοῦ τοιούτου κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας μένει ἔτι ἓν κενὸν, τὸ σπουδαιότερον πάντων, ἤτοι ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν. Μέχρις οὗ τὸ Κράτος δυνηθῇ νὰ συγκεντρώσῃ εἰς δύο ἢ τρία σημεῖα τὰς ποινικὰς αὐτοῦ φυλακὰς, θέλει ὑφίστασθαι ἡ φαγέδαινα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ· ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν θέλει διαρκῶς συντελεῖ εἰς τὴν κατάτμησιν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ θέλει παρακωλύει τὴν συγκέντρωσιν τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, ὅπερ καὶ μόνον καθιστᾷ ἀνέφικτον τόσον τὴν ἐξάσκησιν τῶν ἀνδρῶν τῆς ἀπογραφῆς, ὅσον καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν στελεχῶν αὐτοῦ. Μέχρις οὗ, λέγω, συγκεντρώσωμεν εἰς ὡρισμένα σημεῖα τὰς φυλακάς μας, πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ Κράτος τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην οὐχὶ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ καταστήσωμεν τὸν τακτικὸν στρατὸν ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του, ὀφείλομεν ν’ ἀναλάβωμεν μέρος τῶν ὑπ’ αὐτοῦ μέχρι σήμερον ἐκτελουμένων ὑπηρεσιῶν του. Καὶ ὁ στρατολογικὸς νόμος μᾶς βοηθεῖ εἰς τοῦτο. Ἐνομοθετήσαμεν πρὸ δεκαπενταετίας τὰ τῆς στρατολογίας, ἐν τῷ στρατολογικῷ δὲ νόμῳ ἐπιβάλλεται ἡ διοργάνωσις τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Ἡ ἐφεδρεία εἶναι συμπλήρωμα τοῦ στρατοῦ τῆς δράσεως, ἐνῷ ἡ ἐθνοφρουρὰ ἔχει προορισμὸν νὰ φρουρήσῃ τὸ Κράτος, καθ’ ὃν χρόνον ὁ στρατὸς καὶ ἡ ἐφεδρεία αὐτοῦ καλοῦνται πρὸς τὰ ὑψηλὰ καθήκοντα τοῦ προορισμοῦ των. Ὅθεν ἂς σπεύσωμεν νὰ ὀργανώσωμεν κατὰ περιφερείας, καθ’ ἃ ἐπιτάσσει ὁ στρατολογικὸς νόμος, τὴν ἐθνοφρουράν, εἰς ἣν νὰ ἀναθέσωμεν τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, καὶ ὡς ἐπίκουρον τὴν χωροφυλακήν. Πρέπει νὰ δείξωμεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι εἴμεθα λαὸς ἐμβριθὴς καὶ δὲν καταλαμβανόμεθα ὑπὸ σπασμωδικῶν ἐνεργειῶν, μόνον ὁσάκις οἱ κλονισμοὶ τοῦ ἐδάφους τῆς Ἀνατολῆς καθίστανται μᾶλλον αἰσθητότεροι. Τὸ ἔδαφος τῆς Ἀνατολῆς ἵσταται διαρκῶς ἐπὶ κρατῆρος. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀναμένωμεν φαινόμενα περιοδικὰ, ὅπως πιστοποιῆται τὸ τοιοῦτον. Ἀφοῦ ἡ νόσος τῆς Ἀνατολῆς εἶναι χρονία, ἀφοῦ ὁ γείτων ἡμῶν εἶναι ἐπιθανάτιος, νομίζω, ὅτι δικαιούμεθα νὰ μεριμνῶμεν, ὅπως ἔχωμεν συγκεντρωμένας τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις, ὅπερ εἶναι ὁ ἀπαραίτητος ὅρος πρὸς καταρτισμὸν ἀξιομάχου στρατοῦ. Νὰ ὀργανώσωμεν λοιπὸν ἐσπευσμένως τὴν ἐθνοφρουρὰν, ἵνα ἀναθέσωμεν αὐτῇ ἀπὸ τοῦδε ὑπηρεσίας, ὡς τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, ἐὰν θέλωμεν νὰ συντάξωμεν τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις ἱκανὰς νὰ ἐπιτελέσωσιν ἐπιτυχῶς τὸν ὑψηλὸν αὐτῶν προορισμόν. Ἄλλως τε δὲν θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐθνοφρουρᾶς εὐθὺς ὡς ὁ στρατὸς ἡμῶν ὑπερβῇ τὰ ὅρια τοῦ Κράτους; Ἐκεῖνο λοιπὸν, ὅπερ θὰ πράξωμεν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης πιεζόμενοι, καὶ ὅπερ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δὲν ἀπέχει πολὺ, διὰ τίνα λόγον νὰ μὴ σπεύσωμεν νὰ ἐκτελέσωμεν ἀπὸ τοῦδε, ἔχοντες συνάμα τὸν χρόνον, ὅπως τελειότερον ὀργανώσωμεν τὴν ἐθνικὴν ταύτην δύναμιν; Ἡ ὀργάνωσις τῆς ἐθνοφρουρᾶς δὲν θέλει ἐπιβάλει βάρη εἰς τὸν Ἑλλην. λαόν. Οὔτε ἀσκήσεις ἔχει, οὔτε ἄλλα ἐκ τῶν στρατιωτικῶν βαρῶν. Θὰ καταρτισθῶσι λόχοι, περιλαμβάνοντες ἀριθμόν τινα ἀνδρῶν, ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, ἢ καὶ ἄλλων προϋπηρετησάντων ἐν τῷ στρατῷ ὑπαξιωματικῶν, αἱ ἀνάγκαι δὲ τῆς ὑπηρεσίας, ὡς τῆς φρουρήσεως τῶν φυλακῶν, δὲν θ’ ἀπασχολῶσι πλέον τῶν εἴκοσιν ἕως εἴκοσι πέντε πολιτῶν καθ’ ἑκάστην τῶν πόλεων, καὶ τοῦτο θὰ βαρύνῃ ἕκαστον τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν πολιτῶν ἅπαξ τοῦ μηνὸς, καὶ εἰς πολυπληθέστερα κέντρα ἴσως καὶ ἅπαξ κατὰ δίμηνον. Μόνον διὰ τοῦ μέσου τούτου θὰ δυνηθῶμεν καὶ τὸν στρατὸν ἡμῶν νὰ συγκεντρώσωμεν καὶ ἐκπαιδεύσωμεν, καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων νὰ ὑπηρετήσωμεν. Ἐὰν ζητῶμεν μόνον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπαρκέσωμεν, ὄχι μόνον δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ παρασταθῶμεν ἐν τῇ στιγμῇ τῆς κρίσεως τῆς Ἀνατολῆς διεκδικοῦντες τὰ ἀπαράγραπτα ἡμῶν δικαιώματα διὰ στρατοῦ ἀξιομάχου, ἀλλὰ θέλομεν καὶ οἰκονομικῶς ἐξαντληθῆ, κατὰ βαθμὸν μὴ ἐπιδεχόμενον θεραπείαν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Συγκεφαλαιῶν κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀποδεχόμενος αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἔστω καὶ μικρὰν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Προτείνω ὅπως κανονισθῇ εἴτε διὰ νόμου εἴτε διὰ διατάγματος ἡ ἀπασχόλησις τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ταχείας ὀργανώσεως τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ καὶ μόνου φρονῶ ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων αὐτῷ ὑπηρεσιῶν. Τὸ ζήτημα τῆς πολυτελείας τῶν βαθμολόγων δὲν τὸ ἐξετάζω, φρονῶν ὅτι δὲν εἶναι ἔργον ἐμόν. Ἐπιμένω, ὅπως εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς δοθῇ τὸ μέχρι τοῦδε διδόμενον αὐτοῖς ἐπιμίσθιον ἀνακατατάξεως, καθόσον ὁ γλίσχρος αὐτῶν μισθὸς τῶν 50 δραχ. εἶναι ἀνεπαρκὴς δι’ ὑπαξιωματικοὺς εὐπαιδεύτους καὶ ἔχοντας ὑπηρεσίαν καὶ καθήκοντα τόσον ἐπίπονα. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι τὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ. Διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ τμήματος τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν στερεῖται τοῦ μέσου νὰ συνεννοῆται μετὰ τῶν ὀργάνων τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐτροποποιήθη.
§128ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, ἔχω καθῆκον νὰ ὁμιλήσω. Ἡ παρουσία ὑγειονομικοῦ ἀξιωματικοῦ παρ’ ἑκάστῃ Μοιραρχίᾳ εἶναι ἀναγκαιοτάτη. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη καὶ νῦν ἐκτελεῖται δι’ ἀποσπάσεως ἰατρῶν ἐξ ἄλλων ὑπηρεσιῶν, πρὸς βλάβην καὶ ζημίαν αὐτῶν. Νομίζω ὅτι, ἂν εἰς τοὺς ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν Μοιραρχιῶν ἀνατεθῇ καὶ ἡ ἀστυϊατρικὴ καὶ καθήκοντα ἰατροδικαστικὰ καὶ τὰ τῶν στρατολογικῶν γραφείων καὶ Συμβουλίων, τὸ Δημόσιον θέλει ἔχει ἐκ τούτου πολλὰς τὰς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς ὠφελείας. Ἡ ὑγειονομικὴ ἐν γένει ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ ἐκτελεῖται μέχρι σήμερον ἀτελῶς, δι’ ἔλλειψιν τοῦ ἀναγκαίου προσωπικοῦ. Ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας δὲ ταύτης τὸ Δημόσιον ὑφίσταται πραγματικὰς δαπάνας. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν τρίτην τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα τοῦτο εὐρύτερον. Ἀρκοῦμαι μόνον εἰς τοῦτο, ὅτι θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ παρ’ ἑκάστῃ Μοιραρχίᾳ ἰατρός, οὐχὶ μόνον διὰ τὴν νοσηλείαν τῶν πασχόντων ὁπλιτῶν αὐτῆς, ἀλλ’ ὡς εὔλογον εὐκαιρίαν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν σπουδαίων καὶ σοβαρῶν τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ Κράτους ἀναγκῶν, τῶν ὁποίων, ἑκάστοτε παρουσιαζομένων, ἐζήτησε ἡ Πολιτεία παρὰ τῶν ἰατρῶν τοῦ στρατοῦ τὴν ἐξυπηρέτησιν.
§129ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς νομίζω ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ἀγορευσάντων, ἰδίως τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν, ἔπραξαν ἔγκλημα. Ἐπειδὴ ἐμελέτησα ἐπισταμένως τὸ ζήτημα, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ γνωρίζω καλλίτερον παντὸς ἄλλου, λαμβάνω τὸ θάῤῥος νὰ ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις τὴν γνώμην μου. Ἐπίστευον ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ Βουλευταὶ ἤθελον γνωματεύσει, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ στρατὸς αὐξάνει, καὶ δὲν ἐλαττοῦται, ὡς κακῶς νομίζουν. Φρονῶ, ὅτι τὸ σφάλμα τοῦ νομοσχεδίου ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι περιέχει τὰ ὀνόματα χωροφυλακὴ, ὑπομοιραρχία, μοιραρχία. Ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ αἱ λέξεις αὗται ἔπρεπε νὰ διαγραφῶσι. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ χωροφυλακὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ ἔθνος, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ ὑπομοιραρχία καὶ ἡ μοιραρχία σημαίνει κἄτι τι ὅλως ἀδύνατον· εἰς ἄλλους ἀφήνω νὰ ἐξετάσουν τοῦτο. Βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ, ὅπως ἔχει, δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὸ ἔθνος καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐπίστευον, ὅτι τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δίδει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, οἱ Βουλευταὶ οἱ στρατιωτικοὶ ἤθελον τὸν ἐκμεταλλευθῆ πρὸς ὄφελος τοῦ στρατοῦ, διότι ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δίδει, εἶναι ἀριθμὸς ἱκανὸς ν’ ἀποτελέσῃ ὀκτὼ τάγματα πλήρη ἐν πολέμῳ. Τὸ φάσμα τῆς οἰκονομίας κατέβαλε πάντας, ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι αἱ λεγόμεναι εἶναι κακῶς ἐννοούμεναι οἰκονομίαι. Οὐδέποτε ἐπίστευον, ὅτι στρατιωτικοὶ ἤθελον ὁμιλήσει περὶ οἰκονομιῶν καὶ περὶ μισθῶν καὶ περὶ ἐνδυμάτων. Ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον παρακαλέσει τοὺς Βουλευτὰς νὰ μὴ κάμουν λόγον περὶ οἰκονομιῶν, καὶ ν’ ἀφήσουν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δίδει ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἔθνους πρὸς αὔξησιν τοῦ στρατοῦ. Τὸ νομοσχέδιον αὐξάνει τὸν στρατὸν, δὲν τὸν ἐλαττώνει. Ἀρκεῖ μόνον νὰ δεχθῶμεν ἕνα ὀργανισμὸν διάφορον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἔχει. Στρατιωτικὸς Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν, ὅτι ἐννοεῖ τὴν χωροφυλακὴν ξένην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἠξεύρῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τί ἔχει νὰ ἐξοδεύσῃ διὰ τὸν στρατὸν, ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν σήμερον δὲν γνωρίζει τί ἔχει διὰ τὴν χωροφυλακήν, τί διὰ τὸ πεζικὸν, τί διὰ τὸ πυροβολικόν, καὶ τί διὰ τὸ ἱππικόν. Αὐτὰ εἶναι γνωστὰ κονδύλια. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τριχωνίας μὲ ὕφος ῥητορικὸν εἶπε: «δὲν θέλω τὴν χωροφυλακὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν θέλω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν», ὡς εἰ ἐπρόκειτο ἡ χωροφυλακὴ νὰ μολύνῃ τὸ ἐπίλοιπον στράτευμα. Ἐγὼ θέλω τὴν χωροφυλακὴν ὑπαγομένην ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ λείψῃ ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας· θέλω τὴν χωροφυλακὴν ὑπαγομένην ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, θέλω νὰ μὴ ὑπάγηται εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, νὰ ὑπάγηται εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, θέλω τὴν χωροφυλακὴν στρατόν. Ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι, ὁσάκις ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς, τὸ πεζικὸν ἰδίως καὶ τὸ ἱππικόν, ἀνέλαβον τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὁ σκοπὸς αὐτῆς ἐπέτυχεν ἄριστα. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸ νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν. Φρονῶ, ὅτι 7,000 ἄνδρες, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον δίδει, εἶναι ἀρκετοὶ διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαιρεθοῦν εἰς τάγματα. Ἔχομεν 16 Μοιραρχίας, εἰς ἃς κατανέμεται ὁ ἀριθμὸς αὐτός. Ἂς γείνωσιν ὀκτὼ τάγματα νὰ ἦναι δὲ ὅλως ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὸ στράτευμα ἡ προαγωγὴ ἐν τοῖς τάγμασι τούτοις, καὶ οὐδὲν ἄλλο σῶμα νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Τί δὲ ἄλλο δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν οὕτω; Ἐν δεδομένῃ στιγμῇ δυνάμεθα τὸ σῶμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγεται χωροφυλακή, νὰ τὸ ἔχωμεν παρατακτέον εἰς τὴν μάχην, ἐνῷ σήμερον, ὅπως εἶναι διῃρημένον, οὐδεμίαν σχέσιν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ μὲ τὸ ἐπίλοιπον στράτευμα. Πρέπει τὸ σῶμα αὐτὸ τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἔχῃ τὸν ὀργανισμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ στρατὸς ἔχει, καὶ νὰ ὑπάγηται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν πειθαρχίαν του καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας. Προβαίνω περισσότερον, καὶ εἰς τὸν ἱματισμὸν ἀκόμη αὐτοῦ νὰ μὴ διαφέρῃ ἀπὸ τὸ πεζικὸν, νὰ ἦναι πεζικὸν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι θὰ ἐνεργῇ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὸ λοιπὸν σῶμα τοῦ στρατοῦ. Ὡμίλησαν οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ Βουλευταὶ περὶ πολυτελείας θέσεων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει θέσεις τινὰς ἀνωτέρας πλείονας. Ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου, ὃν ἐγὼ ὑποδεικνύω, οἱ βαθμοφόροι οὗτοι, οἱ ἀνώτεροι, δὲν θὰ ὑπάρχωσι· διότι, ἐὰν σχηματισθῶσιν 8 τάγματα διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον δίδει, ἔχομεν ἀνάγκην 8 μόνον ταγματαρχῶν, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει 16 ταγματάρχας. Ἔχομεν προσέτι ἀνάγκην 32 ὑπομοιράρχων, ὅσοι θὰ ἦναι οἱ λόχοι εἰς τὰ 8 τάγματα καὶ 64 ἀνθυπομοιράρχων. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ δαπάνη εἶναι ἐλαχίστη διὰ τοὺς βαθμοὺς τοὺς κατωτέρους. Μὴ νομίζετε ὅτι, ἐπειδὴ εἶμαι ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ, ὁμιλῶ τοιουτοτρόπως, ἀγόμενος ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι μεταβαλλομένης τῆς χωροφυλακῆς εἰς πεζικὸν, θὰ ὠφεληθῇ τὸ σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω. Ὑποστηρίζω τοῦτο διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν ταγμάτων φρονῶ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία θὰ βαίνῃ καλλίτερον, παρὰ διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν ὑπομοιραρχιῶν. Εἰς ἕκαστον νομὸν θὰ ἔχωμεν μίαν διλοχίαν, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας θὰ ἦναι ὁ διοικητὴς τοῦ τάγματος· οἱ δύο οὗτοι λόχοι θ’ ἀπαρτίζωνται ἀπὸ 400 ἄνδρας, ἤτοι θὰ ἔχωμεν τὸ ὅλον 6,400 ἄνδρας, μὲ τοὺς ὑπαξιωματικούς, τοὺς ὁποίους θ’ ἀποσπάσητε ἐκεῖθεν. Οἱ λόχοι θὰ ἔχωσι 4 διμοιρίας, θὰ ἔχωσι 16 ἐνωμοτίας ὅπως ἔχει ὁ στρατός. Διὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν δ’ αὐτῶν αὐξάνει κατά τι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁπλιτῶν. Ἔλαβον τὸν λόγον, διότι πιστεύω ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι νομοσχέδιον κατεπεῖγον, σκοπὸν ἔχον νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ξένας καὶ νὰ περιορίσῃ αὐτὸν ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ καθήκοντά του. Ἐπίστευον δ’ ὅτι, μὲ ὅλας τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἔχει, οἱ στρατιωτικοὶ Βουλευταὶ ἤθελον τὸ ἀποδεχθῆ, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν τέλος πάντων ἀπὸ αὐτὴν τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ νέου αὐτοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ σχηματισθῇ καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ὠφελήσῃ καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ θὰ δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ καταλλήλως ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ραζέλος.
§131ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μοὶ παραχωρεῖ ὁ κ. Ραζέλος.
§132ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Μυκώνιος.
§133ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Βουλευταί, μὲ τοὺς προαγορεύσαντας συναδέλφους, οἵτινες συζητοῦν τὴν κατάργησιν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὸν μετασχηματισμὸν αὐτῆς εἰς μόνιμον στρατόν. Διὰ τῆς καταργήσεως τῆς χωροφυλακῆς ζητεῖτε τὴν κατάργησιν τῆς ποινικῆς δικονομίας, ζητεῖτε τὴν κατάργησιν τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου, ζητεῖτε τὴν κατάργησιν ὅλων τῶν νόμων. Ἡ χωροφυλακὴ ἔχει ἴδια καθήκοντα, ἔχει τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνομίας καὶ τὰ καθήκοντα τὰ δικαστικά. Ἐὰν μετασχηματίσητε τὴν χωροφυλακὴν εἰς τακτικὸν στρατὸν, τότε δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὸ ὄνομα χωροφυλακή, διότι ἡ ὀνομασία χωροφυλακὴ σημαίνει φύλαξις τῆς χώρας. Ἔπρεπεν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ζητήσωσι καλλίτερον ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς, ἔπρεπε νὰ ζητήσωσι μεγαλειτέραν αὔξησιν τοῦ σώματος, διότι μὲ 5282 χωροφύλακας δὲν ἐπαρκεῖ τὸ σῶμα τοῦτο διὰ τὴν ἀστυνομίαν. Ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς σχετίζεται μὲ τὸν νόμον περὶ ἀστυνομίας, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἔχομεν, Κύριοι, 442 δήμους καὶ 70 πρωτευούσας ἐπαρχιῶν ἕκαστος δῆμος ἔχει ἄλλος 10 χωρία, ἄλλος 5, ἄλλος 15. Εἰς τοὺς δήμους τούτους, κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, θὰ διορισθῇ εἷς ἐνωμοτάρχης αʹ ἢ βʹ τάξεως. Ἀλλ’ εἷς ἐνωμοτάρχης, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου, θὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον, κατ’ ἐμὲ, ἀνάγκην 12 χωροφυλάκων...
§134ΚΑΙΡΗΣ. Πολλοὶ εἶναι.
§135ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δὲν εἶναι πολλοί. Σεῖς ἠξεύρετε μόνον ἀπὸ τὴν Ἄνδρον καὶ τὴν Νάξον, ἀλλ’ ἐγώ, ὁ ὁποῖος γνωρίζω ὅλην τὴν Ἑλλάδα, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσι... Θέλετε λοιπὸν διὰ τὰς 370 πρωτευούσας τῶν δήμων (διότι ἐξαιροῦνται οἱ δῆμοι τῶν 70 πρωτευουσῶν ἐπαρχιῶν καὶ οἱ 2 τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς) 4440 χωροφύλακας, θέλετε 450 χωροφύλακας διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, θέλετε εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν τοὐλάχιστον ἀνὰ 20 χωροφύλακας. Ὅπου δὲ εἰς ἐπαρχίαν δὲν εἶναι ἀνάγκη 20 χωροφυλάκων, νὰ ὁρίσητε 15, καὶ νὰ προσθέσητε εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν περισσοτέρους. Θέλετε ἑπομένως διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἀστυνομίας χωροφύλακας 6290. Ἐὰν δὲ σᾶς φαίνεται διὰ τοὺς δήμους πολὺς ὁ ἀριθμὸς τῶν 12, ἀφαιρέσατε ὅσους θέλετε ἐξ αὐτῶν διὰ τὴν δασονομικὴν καὶ τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ ἀριθμὸς λοιπὸν τῶν χωροφυλάκων εἶναι ἐλάχιστος· γνωρίζω δὲ, ὅτι ἄλλοτε ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἀπὸ τὰς Μοιραρχίας νὰ δηλώσωσι πόσοι χωροφύλακες ἀναγκαιοῦσιν αὐταῖς, ἵνα ἀναλάβῃ ἡ χωροφυλακὴ ὅλα τὰ καθήκοντα, πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ ἀπήντησαν ὅτι δι’ ἕκαστον νομὸν ἀναγκαιοῦσι 1000 ἄνδρες. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 6290 θὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χωροφυλακῆς; Ἡ χωροφυλακὴ εἶναι Ἅδης, ὁ ὁποῖος δὲν χορταίνει· καὶ 500 συντάγματα ἐὰν ἔχητε ὑπὸ τὰς διαταγάς της, θὰ σᾶς λέγῃ πάντοτε «δὲν ἔχομεν δύναμιν.» Ἂς λέγωμεν, Κύριοι, τὴν καθαρὰν ἀλήθειαν, καὶ ἂς μὴ κρυπτώμεθα. Θέλετε χωροφυλακήν; Ἐὰν θέλετε τοιαύτην, πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς. Τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς κατεστράφη ἀπὸ ἡμᾶς αὐτοὺς, διατί; Διότι δὲν ἀφήνομεν ἕνα ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὴν θέσιν του, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅταν παρεκτρέπηται, νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ καταγγέλωμεν αὐτὸν, ἵνα ἐνεργηθῇ τακτικὴ ἀνάκρισις, καὶ οὐχὶ νὰ ἀπαιτῶμεν ἀμέσως τὴν μετάθεσίν του· διότι, ὁπόταν ἕνα ἀξιωματικὸν τὸν ἐκτοπίσητε διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἄλλο, ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς βαρύνεται πλέον, καὶ κύπτει τὸν αὐχένα, καὶ δὲν ἐκτελεῖ μετὰ ζήλου τὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ τοῦτο τὸ παρετήρησα ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς διοικητὰς, οἱ ὁποῖοι μετατίθενται πολλάκις, ὡς ἄλλοι ὑποδεκανεῖς· καὶ διατὶ νομίζετε; Διότι ἐτιμώρησαν ἀξιωματικοὺς ἢ ὑπαξιωματικοὺς ἢ στρατιώτας καταγομένους ἐκ τῆς ἐπαρχίας, οἵτινες ἀπήτησαν ἀπὸ τὸν Βουλευτὴν ἐπιμόνως τὴν μετάθεσιν. Ἐγὼ αὐτὸς, Κύριοι, ἐντὸς ἑνὸς ἔτους διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ὑπέστην 5 μεταθέσεις!
§136ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκύψατε τὸν αὐχένα;
§137ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τί πρέπει νὰ κάμῃ λοιπὸν ὁ ἀξιωματικός, παρὰ νὰ κύψῃ τὸν αὐχένα, ἀφοῦ εἶναι οἰκογενειάρχης καὶ δὲν ἀντέχει εἰς τὰ ἔξοδα τῶν μεταθέσεων; Ἑπομένως, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν χωροφυλακήν, πρέπει νὰ ἔχωμεν, τὸ θάῤῥος νὰ καταγγέλλωμεν τὰς ἐκνόμους πράξεις αὐτῆς εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ οὐχὶ νὰ ἀνερχώμεθα τὸ βῆμα καὶ νὰ ζητῶμεν λόγον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἷς ἐνωμοτάρχης ἢ χωροφύλαξ ἐκακομετεχειρίσθη ἕνα ἐκλογέα.
§138Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ποῖος τολμᾷ νὰ τὸν καταγγείλῃ;
§139ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐτιμώρησαν ἄνδρας τῆς χωροφυλακῆς παρεκτραπέντας τοῦ καθήκοντός των.
§140ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Σπάνια παραδείγματα.
§141ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅστις ἔχει παράπονα, πρέπει νὰ τὰ καταγγέλλῃ, καὶ οὐχὶ νὰ ζητῇ ἀπὸ τὸν Βουλευτὴν ἀνεξετάστως τὴν ἐκτόπισιν.
§142Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ λάβητε τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν.
§143ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς. Πρέπει λοιπὸν νὰ αὐξήσῃ ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς...
§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς πόσον ἀριθμόν;
§145ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐγὼ ζητῶ νὰ γείνῃ ἡ χωροφυλακὴ ἐξ 8,000 ἀνδρῶν.
§146ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§147ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κάμετε χωροφυλακὴν ἀπὸ 8,000 ἄνδρας, τὸν δὲ τακτικὸν στρατὸν μὴ τὸν ἀναμίξετε διόλου· διότι, ἐὰν θελήσητε νὰ λάβητε τὰ τάγματα τὰ εὐζωνικὰ ἀπὸ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ μεταχειρισθῆτε ἄλλον στρατὸν πρὸς φύλαξιν τῶν συνόρων.
§148ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῦ θὰ εὕρητε 8,000 χωροφύλακας;
§149ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Ἀντὶ νὰ λαμβάνητε 150 δραχμὰς ἀπὸ τὸν διαθέσιμον, νὰ τὸν φέρητε νὰ καταταχθῇ χωροφύλαξ ἐπὶ 2 ἔτη.
§150Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τότε δὲν εἶναι χωροφύλαξ.
§151ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δεύτερον νὰ αὐξήσητε τὸν μισθὸν τῶν χωροφυλάκων. Ἐὰν αὐξήσητε τὸν μισθὸν τῶν χωροφυλάκων εἰς 70 δραχμὰς, θὰ ἔχητε κέρδος, Κύριοι, διότι θ’ ἀποφύγητε τὰς καταχρήσεις αὐτῶν· ἄλλως ὁ χωροφύλαξ μὲ 40 δραχμὰς εἶναι ἠναγκασμένος νὰ μεταβῇ εἰς τὸ κονάκι, νὰ γεμίσῃ τὸν τορβᾶν του καὶ νὰ πάρῃ καὶ τὰ παπούτσια τοῦ χωρικοῦ διὰ τὴν ὁδοιπορίαν. Λοιπὸν, ὅταν θέλητε νὰ ἔχητε χωροφυλακὴν, ὅπως πρέπει, δέον νὰ παρέξητε εἰς αὐτὴν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ σύνολον τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν βλέπω ποία ἡ ἀνάγκη τεσσάρων ἀντισυνταγματαρχῶν, ὡς διοικητῶν Μοιραρχίας...
§152ΠΕΤΑΛΑΣ. Πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν χωροφυλάκων;
§153ΜΥΚΩΝΙΟΣ. 5280.
§154ΠΕΤΑΛΑΣ. Δικαιοῦται ἓν τοιοῦτον σῶμα νὰ ἔχῃ 4 ἀντισυνταγματάρχας;
§155ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὄχι, δὲν δικαιοῦται· διότι οἱ 4 ἀντισυνταγματάρχαι θὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὰς πρωτευούσας τεσσάρων νομῶν. Μήπως οἱ 12 ἄλλοι ταγματάρχαι καὶ μοίραρχοι δὲν θὰ τοποθετηθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς πρωτευούσας νομῶν; Τί διαφέρει ὁ εἷς νομὸς ἀπὸ τὸν ἄλλον; Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ ἔχωμεν ἐν Κερκύρᾳ ταγματάρχην, καὶ ἐν Τρικκάλοις ἀντισυνταγματάρχην. Ὅλοι οἱ μοίραρχοι νὰ ἦναι ταγματάρχαι, καὶ 12 ἀντιμοίραρχοι ὑποδιοικηταὶ τῶν Μοιραρχιῶν καὶ πρόεδροι τῶν Οἰκονομικῶν Συμβουλίων. Τί τοὺς θέλετε τοὺς ἀντιμοιράρχους χωριστὰ προέδρους Οἰκονομικῶν Συμβουλίων; Ἐγὼ δὲν βλέπω τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅτι μᾶς ἔπιασε τὸ δαιμόνιον τῶν προβιβασμῶν, καὶ ὅλα αὐτὰ γίνονται διὰ νὰ προαχθῶσί τινες. Αὔριον θὰ σηκωθοῦν καὶ οἱ φαρμακοποιοί, νὰ πετάξουν τὰ γουδιά των, καὶ νὰ λέγουν: «ἢ μᾶς προβιβάζετε, ἢ φεύγομεν!» (ἱλαρότης). Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐνωμοταρχῶν φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ διπλασιασθῇ ἀπὸ 240 νὰ γείνωσι 480, καὶ τότε ἕκαστος δῆμος θὰ ἔχῃ ἐνωμοτάρχην μὲ πλήρη τὴν ἐνωμοτίαν του, ἄλλως θὰ διασπάσητε τὴν ἐνωμοτίαν, καὶ τὸ μὲν ἥμισυ αὐτῆς θὰ διοικῇ ὁ ἐνωμοτάρχης, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ εἷς ὑπενωμοτάρχης, καὶ τοῦτο, ἂν εἰς ἕκαστον δῆμον τοποθετηθῶσι 12 χωροφύλακες, ἂν ὅμως τοποθετήσητε μικρότερον ἀριθμὸν εἰς τοὺς δήμους, τότε ὁ ἐνωμοτάρχης θὰ χάσῃ τὰ ἴχνη τῆς ἐνωμοτίας του. Εἰς τὸν στρατὸν ἑκάστη ἐνωμοτία ἔχει 12 στρατιώτας, ἑκάστη δὲ διμοιρία 25, ὥστε ἀφοῦ εἶναι 440 δῆμοι καὶ 240 ἐνωμοτίαι, θὰ σᾶς λείψουν 200 ἐνωμοτάρχαι διὰ τοὺς δήμους μόνον. Ἀλλὰ δὲν χρειάζονται τοιοῦτοι διὰ τὰς πρωτευούσας τῶν 70 ἐπαρχιῶν; Πρέπει λοιπὸν νὰ διπλασιάσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐνωμοτιῶν καὶ νὰ κάμητε ἑκάστην ἐνωμοτίαν ἀπὸ 12 ἄνδρας, ὅπως εἶναι καὶ εἰς ὅλον τὸν στρατὸν, ἢ καὶ μίαν διμοιρίαν, συγκειμένην ἀπὸ 2 ἐνωμοτίας. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἡ πολυτέλεια αὕτη τῶν τεσσάρων Μοιραρχιῶν καὶ 12 μοιράρχων πρέπει νὰ λείψῃ, καὶ ὅλαι αἱ Μοιραρχίαι νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν δύναμιν ἀξιωματικῶν. Τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἀναγκαῖον, ὡς καὶ οἱ ἀντισυνταγματάρχαι ἐπιθεωρηταὶ, οἵτινες δέον νὰ μεταβαίνωσι πρὸς ἐπιθεώρησιν καὶ δι’ ἀνακρίσεις. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ στείλῃ ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, ἵνα ἐνεργήσουν ἐπιθεώρησιν τῆς χωροφυλακῆς. Ζητήσατε, Κύριοι, τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ θὰ φρίξητε, ὅταν ἴδητε, τί λαμβάνει χώραν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ὅθεν μεριμνήσατε πρῶτον περὶ κατατάξεως καλῶν ἐνωμοταρχῶν· δεύτερον αὐξήσατε τὸν ἀριθμὸν τῶν χωροφυλάκων, αὐξήσατε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐνωμοτιῶν, καὶ μὴ φεισθῆτε, Κύριοι, χρημάτων διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλάκων...
§156Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ τέταρτον νὰ εὕρωμεν παράδες.
§157ΜΥΚΩΝΙΟΣ. .. ἐὰν θέλετε νὰ ἔχητε χωροφυλακήν. Ἐὰν δὲν θέλετε, εἶναι περιττὰ ὅλα αὐτά.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ραζέλος.
§159ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην ὅλων τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ τοῦτο, διότι, ἀνήκων εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, φρονῶ ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω ἐφ’ ὅλων τῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξενεχθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἤδη ὅμως, κύριε Πρόεδρε, θὰ ὑποβάλω μίαν πρότασιν περὶ συμπληρώσεως κενοῦ τινος, τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ἵνα συζητηθῇ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλουσα ἀνάγκη παρίσταται τῆς συστάσεως μιᾶς ἐκπαιδευτικῆς Σχολῆς, ἑδρευούσης ἐν Ἀθήναις, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐκπαιδεύωνται ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον οἱ ἐνωμοτάρχαι, οἱ κατατασσόμενοι ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ οἱ προαλειφόμενοι διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου, ὡς καὶ οἱ ἐθελονταὶ, οἱ ὡς χωροφύλακες κατατασσόμενοι. Ἡ ἐκπαιδευτικὴ αὕτη Σχολὴ φρονῶ ὅτι εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία, ἐὰν πρόκειται περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ σώματος· δύναται δὲ νὰ καταρτισθῇ αὕτη, χωρὶς νὰ αὐξηθῇ τὸ προσωπικὸν, λαμβανομένου ἑνὸς μοιράρχου ἢ ἀντιμοιράρχου, ὡς διοικητοῦ, καὶ τεσσάρων ὑπομοιράρχων ἢ ἀνθυπομοιράρχων ἐκ τοῦ σώματος. Δευτέρα προσθήκη, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀναγκαίαν, εἶναι ἡ ἑξῆς· νὰ καταρτισθῶσι δύο κινηταὶ Μοῖραι, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς Γαλλικῆς λεγεῶνος, νὰ ἐκτελῶσι δ’ αὗται τὰ καθήκοντα τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ τοποθετῶνται ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Στρατιωτικῶν, διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζηται καὶ ἡ ἕδρα ἑκάστης τῶν Μοιρῶν τούτων καὶ ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν,—διότι περὶ τούτου ἐγείρεται μέγας πάταγος—δύναται νὰ μὴ ἐπέλθῃ καμμία μετατροπὴ εἰς αὐτὸ ἐκ τῆς συστάσεως ταύτης τῶν δύο Μοιρῶν, διότι ἑκάστης Μοίρας οἱ ἀξιωματικοὶ δύνανται νὰ λαμβάνωνται ἐκ τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως, ἐξ ἑνὸς μοιράρχου, ὡς διοικητοῦ, καὶ τεσσάρων ὑπομοιράρχων ἢ ἀνθυπομοιράρχων· θὰ προστεθῶσιν ὅμως εἰς αὐτὰς τὰς δύο μοίρας 24 ἐνωμοτίαι πεζῶν καὶ μία ἔφιππος, τουτέστι 50 ἄνδρες εἰς ἑκάστην τῶν Μοιραρχιῶν. Τοιουτοτρόπως προστίθενται τῷ ὄντι χίλιοι χωροφύλακες, ἀλλ’ αἴρεται συνάμα καὶ ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ἐνισχύηται ἡ χωροφυλακὴ ἑκάστοτε διὰ τῶν χιλίων εὐζώνων, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον. Τὴν τροπολογίαν ταύτην ὑποβάλλω καὶ ἐγγράφως, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, διὰ νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ αὔριον.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 228).
§161Ι. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως, Κύριοι, πρώτην φορὰν ἀνερχόμενος τὸ ὑψηλὸν τοῦτο βῆμα, δὲν ἔχω τὸ θάῤῥος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς ῥήτωρ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ἐνώπιον ἀκροατηρίου, οἷον τὸ τῶν ἐμῶν συναδέλφων, καὶ δὲν θὰ ἀνηρχόμην εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἐὰν δὲν ἐπροκαλούμην ἀπὸ σεβαστοὺς συναδέλφους καὶ ἀπὸ τὸ καθῆκον. Κύριοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, πρέπει καθόλου ν’ ἀποβληθῇ, διότι ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ νομίζω ὅτι εἰς τὸ ἔθνος δὲν θὰ προσπορίσῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον ὀλίγους ἀχρήστους βαθμοφόρους καὶ 2500 λεγομένους στρατιώτας ἢ χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι θὰ προστεθῶσιν εἰς τὴν ἄλλην ἐκείνην ἐθνικὴν πληγὴν τοῦ σώματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον, δυστυχῶς διὰ τὸ ἔθνος, ὑπάρχει. Καὶ λέγω, Κύριοι, τοῦτο, διότι κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν βάσανον ἡμῶν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν, δὲν προεῖδε τὸν κατάλληλον τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται τὸ σῶμα αὐτὸ νὰ πορισθῇ τὸ ποσὸν τῶν 2000 ἢ 2500 ἀνδρῶν,—τρόπον τὸν ὁποῖον ἄλλοτε προέβλεπεν ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς.—Σήμερον πρόκειται, Κύριοι, διὰ μισθοδοσίας 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἡ ὁποία εἶναι εὐτελεστέρα τῶν μισθοδοσιῶν τῶν διδομένων εἰς τὸν τελευταῖον ἐργάτην, νὰ πορισθῶμεν στρατιώτην, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένα τὰ ὑψηλότερα τῶν καθηκόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· διότι, ὅπως γνωρίζετε πάντες, ὁ χωροφύλαξ εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν δύναμιν, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἱκανότητα, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν εὐθύτητα καὶ χρηστότητα ἡ Πολιτεία ἀνατίθησι τὰ σπουδαιότερα τῶν δικαστικῶν καὶ ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Ὁ τελευταῖος χωροφύλαξ εἶναι ἔν τισι περιστάσεσιν ὁ ἀνώτερος ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος. Πῶς λοιπὸν σήμερον διὰ τοιούτου μισθοῦ, ὁ ὁποῖος χορηγεῖται εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τὸν ὁποῖον οὔτε οἱ ἀγροφύλακες ἀκόμη τῶν μερῶν μας δὲν δέχονται, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πορισθῶμεν σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξυπηρετῇ τὸν σκοπὸν, ὃν προτίθεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Μόνον ἐκ τῆς τελευταίας κοινωνικῆς ὑποστάθμης θ’ ἁλιευθῶσιν ἰχθεῖς δυσωδίαν ἀποφέροντες. Φρονῶ κατὰ συνέπειαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προείπω ὑμῖν, ὅτι θὰ προσπορίσῃ ὀλίγους βαθμοφόρους καὶ ἓν ποσὸν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ καταθλίψωσι τὴν κοινωνίαν. Δὲν εἶναι ἀρκετὸν δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγεται, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ σήμερον δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς ἀνακούφισιν τοῦ στρατοῦ, διότι εἶναι πανθομολογούμενον καὶ παρὰ τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ παρὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ παρ’ ὅλων τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν, καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν ὅτι ὁ στρατὸς σήμερον κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπασχολεῖται εἰς τὴν φρούρησιν τῶν πολλῶν καὶ διαφόρων φυλακῶν, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Κράτος. Καὶ ὅταν, Κύριοι, ἔχωμεν ὑπὸ συζήτησιν τὸ θέμα, ἐὰν αἱ φυλακαὶ δύνανται δι’ ἄλλης δυνάμεως νὰ φρουρηθῶσι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ προσεκτικοὶ, διότι γνωστὸν εἶναι τοῖς πᾶσιν, ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἕδρα ἐπαρχίας καὶ νομοῦ, ὑπάρχει—καὶ χάριν τῶν προσώπων καὶ χάριν τῆς ὑπηρεσίας—καὶ μία φυλακή· διὰ νὰ φρουρηθῇ δὲ ἡ φυλακὴ αὕτη, ἔχει ἀνάγκην ἀποσπάσεως ἀρκετῶν προσώπων ἐκ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ὑπῆρχε συγκέντρωσις τῶν φυλακῶν κατὰ σύστημα ἰδιαίτερον, καὶ ἠδύνατο εἴτε μέρος τοῦ στρατοῦ, εἴτε ἡ χωροφυλακὴ, νὰ φρουρήσῃ τὰς φυλακὰς, βεβαίως τὸ ζήτημα θὰ ἦτο λελυμένον. Προκειμένου ὅμως σήμερον, Κύριοι, νὰ εὑρεθῇ τρόπος ἀπαλλαγῆς τοῦ στρατοῦ ἐκ τῶν ξένων ὑπηρεσιῶν, καὶ νὰ μὴ ἀπασχολῆται ἔστω καὶ μέρος τοῦ στρατοῦ εἰς τοιαύτας ξένας ὑπηρεσίας, ἡ ἀναπλήρωσις διὰ τῆς χωροφυλακῆς δὲν θὰ ἦναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο, καὶ τὸ ὁποῖον εἶδον προχθὲς, γενόμενος μάρτυς εἰς τὸ Ναύπλιον· ὁ ὑπάλληλος ἀνακριτοῦ, καίτοι ἡ Μοιραρχία εὑρίσκετο δέκα βήματα μακρὰν τοῦ ἀνακριτικοῦ γραφείου, νὰ συνοδεύσῃ τὸν ἀνακρινόμενον καὶ προφυλακιζόμενον, διότι δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν Μοιραρχίαν οὔτε εἷς χωροφύλαξ, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἰδιαίτερον αὐτὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει, τουτέστι τὴν συνοδείαν τοῦ ὑποδίκου εἰς τὰς φυλακάς! Ὄταν λοιπὸν, Κύριοι, πρόκειται νὰ θεσμοθετήσωμεν τόσον σοβαρὸν νομοσχέδιον, πρέπει νὰ μὴ ἀρκεσθῶμεν μόνον εἰς τὰ λεγόμενα, τῶν μὲν, ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν στρατὸν καὶ πρέπει νὰ ἦναι συντεταγμένον στρατιωτικῶς, ἢ τῶν δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὄχι εἰς τὸν εἰδικὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῆς Δικαιοσύνης. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἡ Εἰσαγγελία θὰ ἦναι ἴσως–ἴσως ἡ καλλιτέρα ἀρχὴ, ἡ ὁποία θὰ δύναται νὰ διευθετήσῃ τὴν δύναμιν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν ὠθήσῃ εἰς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος, πρὸς ὄφελος τῆς κοινωνίας· διότι πικρὰ ἔχομεν παραδείγματα παρεκτροπῶν τῆς χωροφυλακῆς, (ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπεσιώπησεν ἕτερος συνάδελφος πρὸ ὀλίγου, καὶ ἐγὼ θέλω ν’ ἀποσιωπήσω, διὰ νὰ μὴ ἀνασύρω πέπλον μελάντατον,) διότι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἤχει καλῶς εἰς τὴν ἀκοὴν παντὸς πολίτου. Τοῦτο ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ καὶ ἤδη δὲ δὲν ἔπαυσαν τὰ κατ’ αὐτῆς δίκαια παράπονα.
§162ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη.
§163Ι. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν λέγω. Σήμερον πρόκειται νὰ καταρτίσωμεν νέον σῶμα, καὶ τὸ σῶμα αὐτὸ νὰ τὸ ὀργανώσωμεν καὶ διδάξωμεν εἰς σχολεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν· ἑπομένως πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ προσεκτικοὶ καὶ διὰ τοῦτο ἴσως–ἴσως (τὸ ἐπαναλαμβάνω) ἡ Εἰσαγγελία θὰ ἦναι ἡ δύναμις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ προλάβῃ τὰ περισσότερα τῶν ἀτοπημάτων τοῦ νέου σώματος, καὶ συνάμα νὰ ὁδηγήσῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Θὰ περατώσω τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, διότι, ἐπαναλαμβάνω, πρώτην φορὰν ἀνερχόμενος τὸ βῆμα αὐτὸ, δὲν ἔχω, ἕνεκα συγκινήσεως, τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν ἐκείνων, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται εἰς τοιαῦτα πολὺ σοβαρὰ ζητήματα.
§164ΔΑΛΛΑΣ. Ἐκ μετριοφροσύνης ἄκρας.
§165Ι. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι μετριοφροσύνη, κύριε Δάλλα, ἀλλ’ εἶναι ἀλήθεια ἀναντίῤῥητος. Ἐπιφυλάσσομαι τὴν αὔριον, ἐὰν μοὶ δοθῇ καιρὸς, νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, καὶ ἀναπτύξω ἐν πλάτει τοὺς λόγους τῶν συμπερασμάτων μου, διότι ὁ βραχύς μου οὗτος λόγος δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν, παρὰ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι μὴ ἐπιψηφίζων τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ πράττω διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐν συντόμῳ ἀνέπτυξα ἐνώπιόν σας.
§166ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι πολὺ σοβαρὰ ἡ ἰδέα σας, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὴν ἀκούσωμεν ἀναπτυσσομένην.
§167Ι. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ τὴν ἀναπτύξω αὔριον.
§168ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξέφερε γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀπήγγειλε μᾶλλον κατηγορητήριον κατὰ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς.
§169Ι. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ θεωρῶ ὀλέθριον.
§170ΡΑΖΕΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἔχῃ ἀφορμὰς κατὰ τῶν ἀποτελούντων τὸ σῶμα τοῦτο, ἢ ἐὰν ὑπάρχωσι περιστάσεις δικαιολογοῦσαι τῷ ὄντι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφερε, νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν οὔτε δίκαιον ἐκ μεμονωμένων ἀφορμῶν ἢ περιστάσεων νὰ σχηματίζηται κοινὴ ἰδέα καὶ νὰ ἀποδίδωται γενικὴ μομφὴ ἐναντίον ὁλοκλήρου σώματος. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος θὰ γνωρίζῃ πολὺ καλῶς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας καὶ εἰς πολὺ παλαιοτέραν ἐποχὴν καὶ ἤδη ἐξακολουθεῖ προσφέρουσα εἰς τὸν τόπον ἡ χωροφυλακή. Ὅτι δὲ δὲν εὑρίσκεται τῷ ὄντι εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ εὑρίσκηται, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς γενικῆς γνώμης, ἡ ὁποία ἔχει σχηματισθῆ, περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ σώματος τούτου, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν, ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἀκριβῶς ὁρμωμένη, ὅτι ὑπάρχει τι τῷ ὄντι τὸ τρωτὸν ἐν τῷ σώματι τούτῳ, καὶ ὅτι ἑπομένως ἀνάγκη μεγάλη ὑφίσταται διορθώσεως τοῦ κακοῦ. Μετὰ τοῦτο θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ περὶ τοῦ ἄλλου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἐτόνισε πλέον τῶν ἄλλων συναδέλφων ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημιουργίας νέων θέσεων, μολονότι, ὡς προεῖπον, ἐσκόπουν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ συμπεριλάβω εἰς τὴν κατόπιν ὁμιλίαν μου. Τί νομίζετε, κύριοι Βουλευταὶ ὅτι εἶναι αὐτὴ ἡ ὑπερβολικὴ δημιουργία τῶν θέσεων, περὶ τῆς ὁποίας ἠκούσατε τόσα λεγόμενα, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἠκούσατε τόσον πάταγον γενόμενον; Ἰδοὺ τί λέγουσιν ἀριθμοὶ ἐπίσημοι καὶ ἀναμφισβήτητοι. Ἡ χωροφυλακὴ μέχρι τοῦδε εἶχεν 131 ἀξιωματικούς, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δὲ νομοσχεδίου τὸ σύνολον τῶν ἀξιωματικῶν ἀνέρχεται εἰς 150, δημιουργοῦνται τουτέστι δεκαεννέα ἐν ὅλῳ θέσεις.
§171ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ βαθμόν;
§172ΡΑΖΕΛΟΣ. Κατὰ βαθμὸν δὲ ἡ δημιουργία αὕτη τῶν θέσεων ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἡ χωροφυλακὴ ἐδικαιοῦτο μέχρι τοῦδε νὰ ἔχῃ ἕνα συνταγματάρχην, τὸν δὲ συνταγματάρχην τοῦτον εἶχε μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἀπεστρατεύθη ὁ κ. Στεφάνου, ὅτε ἔμεινε κενὴ ἡ θέσις αὐτοῦ. Κατὰ τοὺς τελευταίους προβιβασμούς, δὲν ἠξεύρω πῶς, δικαιώματι βεβαίως τοῦ ἰσχυροτέρου, ἡ θέσις αὕτη ἀφῃρέθη ἀπὸ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἐδόθη εἰς ἄλλο σῶμα, προβιβασθέντος ἑτέρου συνταγματάρχου εἰς τὴν θέσιν ταύτην, συνταγματάρχου ἀνήκοντος εἰς τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ, ἐπὶ πλέον δ’ ἐτοποθετήθη ὁ συνταγματάρχης εἰς τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, δημιουργηθέντος οὕτω πως ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου ἐν τῷ σώματι τῆς χωροφυλακῆς.
§173Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 δὲν ὑπάρχει.
§174ΡΑΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀνώτερος ἀξιωματικός. Σχετικῶς μάλιστα πρὸς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὐηρεστήθη νὰ μεταθέσῃ τὸν κ. συνταγματάρχην, ὁ ὁποῖος διοικεῖ τὸ τμῆμα τοῦτο, καὶ νὰ τῷ ἀναθέσῃ ἑτέραν ὑπηρεσίαν, ἀναγνωρίσας τὸ ἄδικον καὶ τὸ μὴ ὀρθὸν τοῦ διορισμοῦ ἀξιωματικοῦ ξένου ὅπλου ἐν τῷ σώματι τῆς χωροφυλακῆς.
§175Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Ἀμπάτης ἐπροβιβάσθη εἰς τὴν θέσιν ἐπιτελάρχου τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου στρατοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. ἀρχηγὸς ἤθελε νὰ διατηρήσῃ πλησίον του τὸν κ. Ι. Δημόπουλον, διοικητὴν ἑνὸς τῶν συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, διὰ τοῦτο ὁ κ. Ἀμπάτης ἔπρεπε νὰ τοποθετηθῇ εἰς ἄλλην τινὰ ὑπηρεσίαν, καὶ ἐτοποθετήθη εἰς τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, θέσις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὡρισμένως θέσις τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ ἄλλοτε ὑπηρέτησαν ἀξιωματικοὶ ἄλλων ὅπλων εἰς τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Τώρα τὸν ἀπέσπασα εἰς τὸ Αʹ Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατοῦ, ὡς ἐπιτελάρχην, διότι ὁ διωρισμένος εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἔλαβε συνταγματικὴν ἄδειαν, ὅπως ἐκτεθῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν Βάλτου.
§176ΡΑΖΕΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη νὰ παράσχῃ, νομίζω ὅμως, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπεστήριξα, στηρίζεται ἐπὶ τῶν κανονισμῶν καὶ ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, διότι ἡ θέσις αὕτη τοῦ διευθυντοῦ τοῦ τμήματος ἀνῆκεν ἀνέκαθεν εἰς τὴν χωροφυλακήν, ἐὰν δέ ποτε ὑπηρέτησεν εἰς αὐτὴν ἀξιωματικὸς ξένου σώματος, ὑπηρέτησεν οὐχὶ προβιβασθεὶς εἰς τὴν θέσιν ταύτην,—ὑπηρέτησε μάλιστα καὶ εἷς τῶν ἡμετέρων συναδέλφων,—ἀλλ’ ὑπηρέτησεν ἀποσπασθεὶς εἰς τὸ τμῆμα αὐτό· ἤδη ὅμως ἡ θέσις αὕτη κατελήφθη, προβιβασθέντος ἑτέρου συνταγματάρχου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ὁρίζουσιν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν ὡς διευθυντὴν τοῦ τμήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ταύτης ἡ θέσις αὕτη ἀνέκαθεν κατείχετο ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς· νομίζω δ’ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι σῶμα ἀπαρτιζόμενον ἐκ 5,000 ἀνδρῶν δὲν δικαιοῦται νὰ ἔχῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος νὰ τὸ διευθύνῃ, δὲν δικαιοῦται νὰ ἔχῃ ἕνα συνταγματάρχην, ἐνῷ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῆς ἀναλογίας τῶν συνταγματαρχῶν, τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰ ἄλλα σώματα, διότι βεβαίως οὐδεμία τοιαύτη σύγκρισις δύναται νὰ γείνῃ. Συνεπῶς, κύριοι Βουλευταὶ, προστίθεται εἷς συνταγματάρχης διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅμως, ὅτι τοῦτον δὲν δυνάμεθα νὰ καταλογίσωμεν ὡς προσθήκην, διότι ἡ θέσις αὕτη ἔπρεπε νὰ θεωρῆται κατεχομένη ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς. Μετὰ τοῦτο ἐρχόμεθα εἰς τοὺς ἀντισυνταγματάρχας. Ὑπῆρχον τρεῖς τοιοῦτοι, δημιουργοῦνται 6, τουτέστι προστίθενται τρεῖς· ὑπῆρχον 10 ταγματάρχαι, δημιουργοῦνται τρεῖς, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τουτέστι τὸ σύνολον τῶν ἀξιωματικῶν τῶν προστιθεμένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον—σημειώσατε καλῶς—ἀποτελεῖ ἀναδιοργάνωσιν καὶ διπλασιασμὸν τῆς ὑπηρεσίας ἑνὸς ὁλοκλήρου σώματος στρατιωτικοῦ, ἀνέρχεται εἰς 18 ἀξιωματικούς. Δέκα ὀκτὼ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι προστίθενται εἰς διπλάσιον ἀριθμὸν ἀνδρῶν καὶ εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὅτι ἐπιφέρει ἀναδιοργανισμὸν εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ δὲ δαπάνη, ἡ προστιθεμένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τῆς προσθήκης τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, εἰς τί ποσὸν νομίζετε, ὅτι ἀνέρχεται; Εἰς 145,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Αὐτὴ εἶναι ἡ φοβερὰ ζημία, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ τῆς προσθήκης τῶν 18 ἀξιωματικῶν, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ καταπάτησις τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἀρχαιότητος ὅλων τῶν ἐν τοῖς ἄλλοις σώμασιν ὁμοιοβάθμων τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, καταπάτησις παρ’ ἀξιωματικῶν ἀνηκόντων εἰς σῶμα, τὸ ὁποῖον πρώτην ἤδη φορὰν λαμβάνει αὔξησιν βαθμοφόρων, ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τοὺς 16 ὑπομοιράρχους, οἱ ὁποῖοι προσετέθησαν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ἕνεκεν ἀνεγνωρισμένης ἀνάγκης ὑπηρεσιακῆς. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶπον, διότι ἀπὸ χθὲς ἐπαναλαμβάνεται κατὰ κόρον καὶ ἐκτραγῳδεῖται ἡ μεγάλη αὔξησις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἡ καταπληκτικὴ ἐπιβάρυνσις τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν προσθηκῶν, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει τὸ νέον τοῦτο νομοσχέδιον.
§177ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω, Κύριοι, εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος αὐτοῦ. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὀργανώσωμεν σῶμα χωροφυλακῆς, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἀποδώσωμεν ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας θέλει ν’ ἀποδώσῃ ἡ Κυβέρνησις, εἴτε σήμερον ἀμέσως, εἴτε βαθμηδὸν συμπληροῦσα αὐτὰς, νὰ ὀργανώσωμεν δηλονότι χωροφυλακήν, ἡ ὁποία νὰ ἀναλάβῃ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας καὶ σήμερον ἐκτελεῖ, προσέτι δὲ καὶ πάσας τὰς μὴ καθαρῶς στρατιωτικὰς, τὰς ὁποίας ἐκτελεῖ σήμερον ὁ τακτικὸς στρατός. Θεωρῶ ἄτοπον νὰ δαπανῶνται τόσα χρήματα, ὅσα ἀπαιτεῖ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ νέα ὀργάνωσις τῆς χωροφυλακῆς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἴδιαι τῆς χωροφυλακῆς, ὁποία π. χ. ἡ φύλαξις τῶν φυλακῶν, ἡ καταδίωξις λῃστῶν ἢ ἡ σύλληψις φυγοδίκων, καὶ ἐν γένει ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τὰ δικαστικὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα κυρίως ἔχει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ μόνον ἡ χωροφυλακή. Τοῦτο δὲ, διότι, εἴτε δεχθῶμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν χωροφυλάκων, τὸν ὁποῖον σήμερον ὁρίζει ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐλάχιστον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῶν 6,000 ἀνδρῶν, εἴτε τὸν μεγαλείτερον, τὸν ὁποῖον ἄλλοι ἐκ τῶν προλαλησάντων ὥρισαν ὡς τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς πλήρη ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν παλαιῶν καὶ νέων ὑπηρεσιῶν, δηλαδὴ τῶν 8 καὶ 9 καὶ 10 χιλιάδων ἀνδρῶν, καὶ εἰς ὃν βαθμηδὸν θὰ φθάσῃ ἐξ ἀνάγκης καὶ ἡ Κυβέρνησις, θὰ δαπανῶμεν κατ’ ἔτος τόσον μέγα ποσὸν διὰ τὴν χωροφυλακήν, ὥστε τοιοῦτον μέτρον θὰ ἦτο δι’ ἡμᾶς αὐτόχρημα παραφροσύνη. Θὰ ἦτο παραφροσύνη, προκειμένου περὶ ἔθνους, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὁμολογεῖ ὅτι ἐπίκεινται ἐθνικοὶ κίνδυνοι καὶ ὅτι ἐπείγει ταχεῖα καὶ ἄμεσος στρατιωτικὴ ἐνέργεια ὑπὲρ προστασίας τῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων αὐτοῦ, ἐνῷ ὁμολογεῖ, ὅτι στερεῖται πρὸς τοῦτο χρημάτων, ἐνῷ εὑρίσκεται ἀκόμη ὑπὸ τὸ πάθημα τῆς πτωχεύσεως, θέλει νὰ δαπανήσῃ ὑπὲρ ἀνωφελοῦς διὰ τοιαύτας ἀνάγκας σώματος ποσὰ, ὁποῖα οὐδὲν ἔθνος ἀναλόγως ἐδαπάνησε μέχρι τοῦδε. Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία, ἂν καὶ δὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ὅμως κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δικαιολογικὴ αὐτοῦ ἀρχὴ, ἡ ἀρχὴ ἡ ὑπαγορεύσασα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Ἡ ἰδέα εἶναι αὕτη· σήμερον παρά ποτε πιέζει ἡμᾶς ἡ ἀνάγκη, ὅπως παρασκευάσωμεν ταχέως τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις. Πρὸς παρασκευὴν αὐτῶν προβάλλεται καὶ ζητεῖται νὰ ἀρθῇ ἡ γνωστή, ἡ παλαιὰ δυσκολία, ἡ ὁποία ὑπῆρξε πάντοτε ἡ αἰτία τῆς ἀποτυχίας πασῶν τῶν ἀποπειρῶν. Πᾶσαι ἀπέτυχον, διότι ὁ στρατός, ἀπασχολούμενος εἰς ὑπηρεσίας διοικητικὰς, ἀλλοτρίας τῶν στρατιωτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων, δὲν δύναται νὰ ἀσκηθῇ, μὴ ἀσκούμενος δὲ, παρέλυεν. Ἐξέλιπε διὰ τοῦτο ἐκ τοῦ στρατοῦ πᾶν πνεῦμα στρατιωτικὸν, καὶ κατέπεσεν ἐν τῇ γνώμῃ τοῦ ἔθνους. Αὐτὸς ὁ στρατὸς καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπώλεσαν τὴν εἰς ἑαυτοὺς ἐμπιστοσύνην, καὶ σήμερον, θέλον τὸ ἔθνος νὰ προσφύγῃ εἰς αὐτὸν, δὲν εὑρίσκει ἐν αὐτῷ, ὄχι μόνον τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν ποσότητα, ἀλλ’ οὔτε τὸ αἴσθημα καὶ τὴν πεποίθησιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν ἰσχὺν τοῦ στρατοῦ. Καὶ εὐλόγως, ἀφοῦ δὲν βλέπει ἐκτελούμενον κανὲν ἐξ ἐκείνων, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει στρατός. Λοιπὸν τὸ ζήτημα, ὅπερ πρῶτον τίθεται, εἶναι, πῶς νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε τὸ στράτευμα νὰ ἀσκῆται καὶ παρασκευάζηται πρὸς πολεμικὴν ἐνέργειαν δι’ ὥραν ἀνάγκης. Ἡ πρώτη ἰδέα, ἡ ὁποία πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης ἐπῆλθεν εἴς τινας, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ὀργανώσωμεν χωροφυλακὴν ἐπαρκῆ τὸν ἀριθμὸν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναθέσωμεν ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, εἰς ἃς σήμερον ἀπασχολεῖται ὁ στρατὸς, καὶ ἀφήσωμεν αὐτὸν οὕτω νὰ ἀσκῆται εἰς τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ αὐτοῦ ἔργα μόνον. Ὅταν ὅμως οὕτω θέτωμεν τὸ ζήτημα, τὸ θέτομεν κακῶς, καὶ συνεπὲς εἶναι νὰ μὴ δίδωμεν καὶ προσήκουσαν λύσιν, διότι ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ ἐπιθυμία σήμερον τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι μόνον, πῶς τὸν ὑπάρχοντα σήμερον ὀλίγον στρατὸν νὰ ἀσκήσωμεν στρατιωτικῶς, ἀλλὰ συγχρόνως, πῶς τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν νὰ αὐξήσωμεν, συμφώνως πρὸς τὰς οἰκονομικὰς βεβαίως δυνάμεις τῆς χώρας καὶ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ νὰ ἀσκῶμεν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ παρασκευασθῇ ἐπαρκὴς δύναμις διὰ τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν ἀνάγκας. Λοιπὸν ἀνάγκη σήμερον ἐπιβάλλεται ὄχι μόνον νὰ παρασκευάσωμεν τὸ στράτευμα τὸ ὑπάρχον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεπαρκὲς, ἀλλὰ καὶ ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν, ἀναλόγως πρὸς τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους σήμερον διαθέτομεν ἢ δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν. Ἀλλὰ θέλοντες καὶ νὰ αὐξήσωμεν τὸ στράτευμα καὶ σὺν τῇ αὐξήσει τοῦ στρατεύματος νὰ παρασκευάσωμεν αὐτὸ, εἶναι δυνατὸν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν μέθοδον τοῦ νομοσχεδίου, τὴν διὰ τῆς χωροφυλακῆς; Νομίζω ὄχι. Δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου δυσκολεύομεν ἀντὶ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον τίθεται ὑπὸ τοῦ ἔθνους εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ δυσχεραίνομεν τὸ ζήτημα, διότι πέραν ἑνὸς ποσοῦ ἀδύνατον τὸ Κράτος νὰ δαπανᾷ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἂν δὲ, δαπανῶντες ὑπὲρ χωροφυλακῆς, οἵα ἡ τοῦ νομοσχεδίου, πέραν τοῦ δέοντος, δὲν φθάνωμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν μεγαλειτέρου τοῦ σημερινοῦ στρατεύματος, ἐννοεῖτε ὅτι, ἀντὶ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, ἀντὶ νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἀνάγκην, ἀντὶ νὰ παρασκευάσωμεν στρατὸν, ἐξ ἐναντίας τὰ ἐναντία πρὸς τοῦτο πράττομεν, καὶ ἀπομακρυνόμεθα τοῦ σκοποῦ. Ἄν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λύσωμεν, ἦναι, ὄχι μόνον κατὰ ποιὸν νὰ βελτιώσωμεν τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ κατὰ ποσὸν ν’ αὐξήσωμεν αὐτὸν, — διότι ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔχῃ ἕτοιμον μεγαλείτερον στρατὸν ἐκείνου, ὃν δύναται νῦν νὰ παρατάξῃ, διότι εἶναι ἠναγκασμένη ν’ ἀντιμετωπίσῃ δυσκόλους ἐπιχειρήσεις στρατιωτικὰς καὶ φέρῃ εἰς πέρας, — τότε βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὰς δι’ ὀλίγου ἀριθμοῦ στρατιωτῶν, ἔστω καὶ ἠσκημένων. Πρέπει λοιπὸν νὰ εὕρωμεν τὴν μέθοδον, δι’ ἧς καὶ οἰκονομικῶς καὶ στρατιωτικῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν περισσοτέρας δυνάμεις καὶ καλλιτέρας ἢ νῦν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Πρῶτον, κατ’ ἐμὲ, πρέπει νὰ ζητήσωμεν δι’ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρων ἡλικιῶν νὰ ἔχωμεν μεγαλειτέραν στρατοῦ δύναμιν. Διότι, ὅσον ὀλιγωτέρας ἡλικίας πρόκειται νὰ καλέσωμεν ἐν ὥρᾳ ἐνεργείας διὰ ν’ ἀποτελέσωμεν τὴν δύναμιν, τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην, τόσον εὐκολώτερον καὶ ταχύτερον δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν αὐτήν. Διὰ τοῦτο σήμερον παντοῦ, ὅπου αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην — καὶ δὲν ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον σήμερον δὲν αἰσθάνεται αὐτὴν, — τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ, παντοῦ καλοῦσιν ἐν εἰρήνῃ εἰς ὑπηρεσίαν περισσοτέρους ἄνδρας ἐξ ἑκάστης ἡλικίας παρ’ ὅσους πρὶν, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ τὸν ἐν πολέμῳ ἀριθμὸν δύνωνται ἐξ ὀλιγωτέρων ἢ πρὶν ἡλικιῶν ἐπίσης ν’ ἀποτελοῦν. Περισσότερον οὕτω μέρος τοῦ ἔθνους ἀσκεῖται, καὶ τὸν πρῶτον στρατὸν ἀποτελοῦσιν αἱ νεώτεραι ἡλικίαι, αἵτινες προθυμότερον ἐπιστρατεύονται πρὸς πόλεμον. Ἂν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἀκολουθήσωμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, χωρὶς νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν χωροφυλακὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἀπόκτησιν μεγαλειτέρου σχετικῶς στρατοῦ ἐν ἐνεργείᾳ καὶ μεγαλειτέρων ἐφεδρειῶν. Ἄνευ ὅμως αὐτῶν οὐδὲν ἐπράξαμεν. Ἀλλ’ ἀφήνων πρὸς στιγμὴν αὐτὰ, ἐρωτῶ: εἶναι δυνατὸν δι’ ὀργανισμοῦ, οἷος προτείνεται, τῆς χωροφυλακῆς ν’ ἀποκτήσωμεν κἂν χωροφυλακὴν καλλιτέραν; Νομίζω ὄχι. Βεβαίως τὰ στελέχη σήμερον τῆς χωροφυλακῆς εἶναι καλῶς συγκεκροτημένα, διότι ἀφ’ ὅτου ἐπετράπη καὶ εἰσήχθησαν μεμορφωμένοι ἰδίως ἐκ τῆς Νομικῆς Σχολῆς ἀξιωματικοὶ καὶ ἐνωμοτάρχαι, βεβαίως διὰ τὸν προορισμὸν τῶν τῆς χωροφυλακῆς ὑπηρεσιῶν, ἰδίως διὰ τὸν δικαστικὸν προορισμὸν αὐτῆς, κατέστη καλλίτερον σῶμα παρ’ ὅ,τι ἦτο εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἐποχήν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τῶν στελεχῶν τῆς χωροφυλακῆς, πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν ἐντὸς τῆς χωροφυλακῆς μεγαλείτερον ἀριθμὸν χωροφυλάκων, καὶ τοὺς χωροφύλακας αὐτοὺς πάλιν νὰ καταρτίσωμεν κατὰ τὸν νόμον τὸν παλαιότερον, δηλ. δι’ ἐθελοντῶν ἐχόντων ὡρισμένα προσόντα. Ἀλλὰ τίς, Κύριοι, δύναται σήμερον νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι, ἂν εἰσαγάγωμεν ἐντὸς τῆς χωροφυλακῆς τῆς σημερινῆς ἄνδρας ἐκλεγομένους κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον διαγράφει, θέλομεν εἰσαγάγει στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας ἐκείνας τῆς Πολιτείας, ἰδίως τὰς δικαστικὰς καὶ τὰς τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας, καλλίτερον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον ὑπηρετοῦσι; Τίνα προσόντα θὰ ἔχουν οἱ χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι μέλλουν νὰ καταταχθοῦν; πρέπει νὰ ἔχουν ὡρισμένην ἡλικίαν, νὰ ἔχουν διετῆ ὑπηρεσίαν καὶ ἄφεσιν μετ’ ἀμέμπτου διαγωγῆς, ὡρισμένον ἀνάστημα καὶ τὰ τοιαῦτα, μισθὸν δὲ 50 δραχμῶν. Τίς, γνωρίζων τὰ ἡμέτερα πράγματα, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι μὲ τοιαῦτα προσόντα καὶ μὲ τοιαύτην μισθοδοσίαν θὰ ἔχωμεν τόσον ἐκλεκτὸν σῶμα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς τάξεως, ὥστε νὰ παρίδωμεν ὅλας ἐκείνας τὰς μεγάλας ἐθνικὰς ἀνάγκας, τὰς κατεπειγούσας, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐπιβάλλουσιν ἄλλας λύσεις περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, καὶ νὰ προσηλωθῶμεν σήμερον εἰς συγκρότησιν χωροφυλακῆς πολυαρίθμου καὶ δαπανηρᾶς ἐξ ἐθελοντῶν; Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βλάπτει ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις καὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ταῖς ἄλλαις διοικητικαῖς ὑπηρεσίαις, εἶναι ἡ ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς. Ἐφ’ ὅσον ἡ πολιτικὴ ἀναμιγνύεται, ἐκβιάζουσα ὅπως μὴ ἐκτελῶνται οἱ νόμοι καὶ μὴ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκον αὑτῶν οἱ ὑπάλληλοι, τὰ πράγματα θὰ βαίνουν κακῶς. Ἄν ἐξακολουθῇ ἡ ἰδία ἐπήρεια, ἡ ἰδία ἐπέμβασις τῆς πολιτικῆς, δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι καὶ οἱ χωροφύλακες τοῦ νομοσχεδίου, μὲ τὰ προσόντα ὑπηρεσίας τῶν δύο ἐτῶν καὶ τὴν ἀντιμισθίαν τῶν 50 δραχμῶν, ποσῶς δὲν θὰ διαφέρουν ἀπὸ τοὺς νῦν ὑπηρετοῦντας ἐν τῇ χωροφυλακῇ. Ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὅσον περισσότερον χρόνον ὑπηρετεῖ τις ἐν τῇ χωροφυλακῇ, τόσον χειρότερος θὰ γίνεται, καὶ ὅτι οἱ χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι διέρχονται σήμερον μόνον ἓν ἢ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἐν αὐτῇ, βεβαίως εἶναι καλλίτεροι χωροφύλακες. Μακροτέρα διαμονὴ ἐν κακῇ χωροφυλακῇ τοὺς καθιστᾷ χειροτέρους. Ποίαν ἀνεξαρτησίαν θέλετε νὰ ἔχῃ χωροφύλαξ μὲ 50 δραχμὰς, ἂν θέλετε αὐτὸν τοιοῦτον, ὁποῖος πρέπει νὰ ἦναι; Βεβαίως δὲν ἐπαρκοῦν. Ἂν ἐπικαλεσθῶμεν τὰ παραδείγματα ἄλλων ἐθνῶν, θὰ ἴδωμεν ὑπὸ ποίους ὅρους καὶ ἀντὶ τίνων θυσιῶν ἀπέκτησαν ἀληθῆ χωροφυλακήν. Θέλω ἀναφέρει τὴν μισθοδοσίαν τοῦ Γερμανοῦ χωροφύλακος, ὅπως ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ πόσον πρακτικῶς σκέπτονται ἀλλαχοῦ, δηλ. πόσον ἐννοοῦν, ὅτι ἄνευ ὑλικῆς ἀνεξαρτησίας ἀδύνατον νὰ ἔχουν αὐστηρὸν καὶ τίμιον χωροφύλακα, ὅσον καὶ ἂν ἦναι πολλὰ καὶ σπουδαῖα τὰ ἄλλα προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ παρ’ αὐτοῦ ὁ νόμος. Συνήθως μάλιστα ὁ χωροφύλαξ εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι οἰκογενειάρχης. Ἐν Γερμανίᾳ ὁ πεζὸς χωροφύλαξ λαμβάνει κατ’ ἔτος 1050 χρυσᾶ μάρκα, τὰ ὁποῖα κάμνουν 1292 χρυσᾶ φράγκα, δηλ. 108 χρυσᾶ φράγκα κατὰ μῆνα. Ὁ ἔφιππος χωροφύλαξ λαμβάνει περισσότερα 120 μάρκα κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτά, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ὁ χωροφύλαξ. Κατὰ τὰς περιφερείας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπηρετεῖ, καὶ καθ’ ἃς διάφοροι εἶναι καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου, λαμβάνει ἐπιχορήγησιν. Οὕτω ὁ ἐν Βερολίνῳ διαμένων λαμβάνει 240 μάρκα κατ’ ἔτος περιπλέον, δηλ. 20 μάρκα περιπλέον κατὰ μῆνα, εἰς ἄλλας περιφερείας λαμβάνουν 180, εἰς ἄλλας 144, εἰς ἄλλας 72, καὶ εἰς ἄλλας 60. Λοιπὸν ὁ πεζὸς χωροφύλαξ λαμβάνει ἐν Βερολίνῳ 132 χρυσᾶ φράγκα κατὰ μῆνα. Δὲν εἶναι πάλιν μόνον αὐτά. Διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἀκριβῶς εἶναι ἡ θέσις τοῦ χωροφύλακος ἐν Γερμανίᾳ, πρέπει νὰ μνημονεύσω, ὅτι λαμβάνει καὶ γραφικὰ ἔξοδα πέντε φράγκα κατ’ ἔτος, διότι εἶναι ἄνθρωπος κατηρτισμένος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἔχῃ βιβλίον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένος τὸ ἑσπέρας νὰ ἐγγράψῃ ὅλας τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ἐντὸς τῆς ἡμέρας. Τοῦτο δὲ, ἵνα γίνεται τακτικὸς ὁ ἔλεγχος, καὶ νὰ ἦναι καὶ αὐτὸς πάντοτε ἐν ἐπιγνώσει ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντός του. Ἐπίσης λαμβάνει ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω δι’ ἀποζημίωσιν ἐξόδων ὑπηρεσίας καὶ κινήσεως κατὰ μῆνα πόσα; 15 μάρκα, ἤτοι 18 καὶ 50 χρυσᾶ φράγκα. Λοιπὸν λαμβάνει τὸ ποσὸν τῶν 156 ἢ 157 φράγκων χρυσῶν κατὰ μῆνα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου λαμβάνουσιν, ἐξερχόμενοι δι’ ὑπηρεσίαν ἐκτὸς τῆς περιφερείας, ἔξοδα πορείας καὶ ἀποζημίωσιν ἡμερησίαν, ἡ ὁποία, νομίζω, ἀνέρχεται εἰς τρία φράγκα τὴν ἡμέραν. Ὅταν ἐκτὸς τῆς περιφερείας ἐξέλθουν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσουν οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ διότι ἡ ὑπηρεσία τὸ ἐπιβάλλει, λαμβάνουν ἔξοδα μεταβολῆς διαμονῆς. Ἐκτὸς τούτου ἔχουν καὶ ἱματισμὸν καὶ τὴν ἀποσκευήν. Λοιπόν, ὅταν τοιούτους χωροφύλακας ἔχητε, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἐξελέχθησαν μετὰ βεβαίωσιν προσόντων, δηλ. ἐννεατῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ, ἐνῷ ἡμεῖς θὰ λάβωμεν στρατιώτας ἐκ τοῦ πεζικοῦ ἢ ἐξ ἄλλων σωμάτων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν δύο ἔτη...
§178ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ἓν μόνον.
§179ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἓν μόνον, ὅταν ἔχωσιν ἄφεσιν ἐξαίρετον. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τοιαῦτα προσόντα καὶ τοιοῦτον μισθὸν οὔτε αὐτὴν τὴν παρηγορίαν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν τόπον, ὅτι, ἂν ὀργανώσωμεν τὴν χωροφυλακὴν ὡς τὴν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, θὰ πληρώσωμεν μὲν πολλά, ἀλλὰ θὰ ὀργανώσωμεν χωροφυλακήν, ἡ ὁποία θὰ παρέχῃ πᾶσαν ἀσφάλειαν εἰς τὸν τόπον καὶ εἰς τὰ δικαστήρια διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δικαστικῶν αὐτῶν καθηκόντων. Διότι, ὡς γνωστόν, κυρίως ἡ χωροφυλακὴ δὲν εἶναι ἢ σῶμα τελοῦν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Εἶναι λοιπὸν πιθανὸν, ὅτι τοιοῦτοι χωροφύλακες, ἔστω καὶ ἂν μείνουν ὑπηρετοῦντες καὶ ἐπὶ δεκαετίαν ἐν τῷ σώματι, θὰ κατασταθοῦν ποτε ἐγγύησις τάξεως, ὅταν μάλιστα ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους τοὺς ἐλεεινούς, ὑφ’ οὓς παρ’ ἡμῖν διατελοῦσιν, ἤτοι ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς πολιτικῆς; Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν τοιοῦτον ἀπόκτημα, καὶ νὰ σπεύδωμεν, ὅπως δώσωμεν τοιαύτην χωροφυλακὴν εἰς τὴν χώραν, νὰ παραβλάψωμεν τόσα ἄλλα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα κεῖνται εἰς τὸ ζήτημα τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι, ἂν τὸ ζήτημα τεθῇ οὕτω, πῶς δηλονότι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν σήμερον περισσότερον καὶ καλλίτερον ἠσκημένον στρατὸν, πρέπει τὴν χωροφυλακὴν νὰ τὴν θέσωμεν κατὰ μέρος. Ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν συγχρόνως καὶ τὰ δύο ἐν καλῇ καταστάσει, τὸ γε νῦν ἔχον. Βεβαίως δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς καταλύσεως τῆς χωροφυλακῆς ἐντελῶς. Νομίζω ἐν πρώτοις, ὅτι ἡ χωροφυλακή, πρῶτον ἡ ἔφιππος, πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν χωροφυλακὴν τὴν ἄλλην, νομίζω ὅτι διὰ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως προκαλεῖ, ὅπως ὀργανώσῃ τὴν χωροφυλακὴν, πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν αὔξησιν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες σήμερον εἶναι ὅλως ἀνεπαρκεῖς, καὶ τὴν αὔξησιν ταύτην νὰ ἐπιζητήσωμεν ἄνευ αὐξήσεως τῶν στελεχῶν. Τὴν αὔξησιν τῶν ἀνδρῶν πρέπει νὰ φέρωμεν καὶ πρὸς εὐκολωτέραν ἄσκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπηρεσιῶν, ἃς καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν προλαλησάντων στρατιωτικῶν ἀνέπτυξαν, ὁ εἷς καθ’ ἕνα τρόπον, ὁ ἄλλος κατ’ ἄλλον. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ λάβωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν νὰ τὸ μεταχειρισθῶμεν ὅλον ἀποκλειστικῶς πρὸς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁπλιτῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, διατηροῦντες τὰ στελέχη τὰ ὑπάρχοντα τῶν διαφόρων συνταγμάτων, διότι ἀνάγκη πρὸς αὔξησιν στελεχῶν δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν οὕτω εἰς τὴν σημερινὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἐλαχίστη, —διότι καὶ μεθ’ ὅλας τὰς ἐλαττώσεις, ἃς ἐπεδίωξεν ὁ νόμος περὶ στρατολογίας, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς ἐλαττώσεις, ἃς ἐπιβάλλει ὁ προϋπολογισμός, ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ κατώρθωσε πάντοτε νὰ ἐλαττοῖ αὐτὸν πολὺ περισσότερον,—ἐὰν, λέγω, προσθέσωμεν διπλάσιον ἀριθμὸν ἀνδρῶν, τὰ στελέχη ἐπαρκοῦν. Ἐνῷ ἔχομεν σήμερον 25 καὶ πλέον χιλιάδας ἀπογράφων κατ’ ἔτος, δηλ. τῆς ἡλικίας τοῦ 21 ἔτους, ἐν τούτοις δὲν κατορθοῦται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν στρατὸν οὔτε 8,000 κληρωτοί. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὸ 1896, καθ’ ὃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ διετεῖς 11,000 μόνον, ἕνεκα τῶν ἀπαλλαγῶν. Πόσοι ὅμως κατετάχθησαν; Μόνον 7500· τὸ ὑπόλοιπον ἐξῃρέθη ἢ εἶναι ἀνυπότακτοι καὶ ἀπαλλακτέοι. Τὸ 1895 μὲ ἡλικίαν τῶν 21 ἐτῶν πόσοι, νομίζετε, ἦσαν; 25,158, διετεῖς δὲ ἐκληρώθησαν 10,000, καὶ διαθέσιμοι 4,400. Πόσοι ὅμως κατετάχθησαν; 7,235. Ἐκ τούτου πασίδηλον, ὅτι ὁ νόμος περὶ στρατολογίας οὐ μόνον δὲν εἶναι νόμος πρόσφορος εἰς στρατιωτικὴν μόρφωσιν τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ δὲν λειτουργεῖ, διότι δὲν δίδει εἰς τὸ στράτευμα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν καὶ τὸν ἐλάχιστον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ λάβωμεν. Ἀνάγκη αὐξήσεως. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁπλιτῶν, χωρὶς νὰ αὐξήσωμεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὰ βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὥστε οὐδεὶς νὰ δύναται καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον νὰ τὸ ἐκτελέσῃ; Νομίζω, ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ὑπὸ τὰς ἀνάγκας, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν, δὲν δυνάμεθα ἄλλως νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο ἢ λαμβάνοντες ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς τὸ ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προορίζονται διὰ τὴν χωροφυλακὴν, καὶ ἀφαιροῦντες ὅ,τι ἀπαιτεῖται διὰ τὴν διατήρησιν τῶν σημερινῶν στελεχῶν τῆς χωροφυλακῆς, ὅ,τι ἀπαιτεῖται διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς, ἴσως, ἐὰν κριθῇ ἀναγκαῖον, καὶ ἀριθμοῦ τινος πεζῶν χωροφυλάκων ἐλαχίστου, τὸ ὑπόλοιπον νὰ χρησιμοποιήσωμεν, τῇ προσθήκῃ μικροῦ τινος ἀκόμη ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἄλλοθεν δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν εἴτε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε ἀπὸ ἄλλα Ὑπουργεῖα, διὰ τὴν εἰσαγωγὴν κατ’ ἔτος ἐν τῷ στρατεύματι 8,000 ἢ 7,000 ἀνδρῶν πρὸς τοῖς νῦν λαμβανομένοις. Τί θὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τοῦ μέτρου τούτου; Θὰ δυνηθῶμεν ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἐνεργὸν στρατὸν μέχρι 30,000 ἀνδρῶν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωμεν μόνον ὑπὸ τὰ ὅπλα στρατὸν 30 χιλιάδων, ἕτοιμον εἰς πᾶσαν στιγμὴν πρὸς ἐνέργειαν, ἀλλὰ διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ θ’ αὐξήσωμεν τὰς ἐφεδρείας, καὶ θὰ ἔχωμεν ἐξ ἑκάστης ἡλικίας οὐχὶ 7 μόνον, ἀλλὰ 15 καὶ πλέον χιλιάδας ἐφέδρων. Οὕτω καλοῦντες ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης τὰς ἡμισείας ἡλικίας ἀφ’ ὅσας καλοῦμεν σήμερον, θὰ ἔχωμεν περισσότερον ἀριθμὸν καὶ πλέον νεαρῶν ἐφέδρων, ὅπερ μέγιστον προσόν. Ὅσον νεαρώτεραι αἱ ἡλικίαι τῶν ἐφέδρων, τόσον ἐν πρώτοις ὀλιγώτερον ἀραιαὶ καὶ τόσον προθυμότεραι προσέρχονται ἐν ἐπιστρατείᾳ πρὸς πόλεμον. Ἐκτὸς τούτου, αἱ νεώτεραι ἡλικίαι καὶ ὀλιγώτερον τῶν πρεσβυτέρων ἀπέμαθον τὰ γυμνάσια. Κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα, ἐὰν ἐν τῷ στρατεύματι ὑπάρχωσι 30 χιλιάδες ἄνδρες, θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀποσπῶμεν κατ’ ἔτος καὶ μετὰ τὴν θητείαν τοῦ πρώτου ἔτους, καθ’ ὃ βεβαίως καὶ κατὰ τὴν ὁμολογίαν ὅλων δυνατὸν εἶναι νὰ ἐξασκηθῇ καλῶς ὁ στρατιώτης, ἐὰν δὲν ἀπεσπάσθη εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας ἀλλ’ ἔμεινεν ἐν τοῖς στρατῶσιν, ἢ ἐν στρατοπέδῳ καὶ ἐξεγυμνάσθη τακτικῶς ἐπὶ ἓν ἔτος, θὰ ᾖναι, λέγω, δυνατὸν νὰ ἀποσπάσωμεν ἐξ αὐτῶν τὸν ἀριθμὸν, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ διαφόρους μὴ στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας, π. χ. πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἀστυνομίας, εἴτε διὰ τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, εἴτε διὰ τὰς φυλακὰς, εἴτε καὶ διὰ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας τὰς διοικητικάς. Καὶ ἂν 10,000 ἀποσπασθῶσι, θὰ ὑπολείπηται ἐν τοῖς συντάγμασιν τόσος ἀριθμὸς, ὥστε νὰ δύναται ἐξακολουθῇ ἡ ἐξάσκησις τοῦ στρατεύματος, δηλαδὴ τῆς νέας ἡλικίας, τῇ συμπράξει τῶν ὑπολειφθέντων στρατιωτῶν ἐκ τῆς προηγηθείσης ἡλικίας, ὅπερ ἀναγκαῖον. Διὰ 8,000 ἔστω καὶ 10,000 ἄνδρας προσθέτους, ἀποτελουμένους οὐχὶ ἐξ ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ μόνον ἐξ ἁπλῶν ὁπλιτῶν καὶ ἀναλόγου ἀριθμοῦ ὑπαξιωματικῶν, τί ποσὸν ἀπαιτεῖται; Δὲν ἀπαιτεῖται περισσότερον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων.
§180ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἶναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγεγραμμένη μισθοδοσία 10,000 ἀνδρῶν.
§181ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι ἀφαιροῦνται πολλά· εἶναι τὰ κενά. Σᾶς παρατηρῶ, ὅτι τῶν τεσσάρων σωμάτων καὶ τοῦ λόχου τῶν νοσοκόμων 25% κατὰ τὸ 1896 ἀφαιροῦνται διὰ κενὰς θέσεις. Θέλετε νὰ ἴδητε εἰς ποίαν ἀναλογίαν τὰ σώματα κατακερματίζονται; Εἰς τὸ μηχανικὸν τὸ 1896 σημειοῦνται διὰ στρατιώτας ἡμέραι 208,380. Πόσαι ἀφαιροῦνται; Τόσαι, ὥστε μένουσιν 130 χιλιάδες, δηλαδὴ πλέον τῶν 40%.
§182ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι καὶ αἱ τροφαί;
§183ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι μόνον διὰ μισθούς. Τὸ πυροβολικὸν ἔχει διὰ μισθοὺς δρ. 460,000. Πόσον γίνεται διὰ τῶν ἀφαιρέσεων; 225,000, ἤτοι περίπου 50%.
§184ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ κενὰς θέσεις;
§185ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα. Διὰ τὸ ἱππικὸν ἦτο ἀναγεγραμμένον ποσὸν 222,560, ἀλλ’ ἐλαττοῦται εἰς 130,000. Τὸ πεζικὸν, αὐτὸ ὀλιγώτερον σχετικῶς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀπὸ 2,313,781 ἐλαττοῦται εἰς 2,000,000 μόνον. Τῶν νοσοκόμων, ἀπὸ 69,000 εἰς 46,000. Ὥστε, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον, ἤτοι 3,377,124 δρ., ὡς τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὀργανικὴν δύναμιν, διότι αὐτὴ ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν κατὰ τὸ ὁποῖον ἠλαττώθη διὰ τῶν προσθέτων αὐτῶν ἀφαιρέσεων, ἔχομεν ἐλάττωσιν 846,000 δραχμῶν ἐπὶ 3,377,124, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ 25%, δηλαδὴ ἀντὶ 15,478 ἀνδρῶν, ὅσους ἀποτελοῦν κατὰ τὸν ὀργανισμὸν οἱ ἀναγεγραμμένοι ἐν τοῖς διαφόροις σώμασι καὶ τοῖς νοσοκομείοις, ἠλαττώθη εἰς πόσον; Εἰς 11,609· ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἀμφιβάλλω ἂν ἦναι πραγματικοί.
§186ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλων τῶν σωμάτων;
§187ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως τῶν τεσσάρων σωμάτων καὶ τῶν νοσοκόμων. Λοιπὸν βλέπετε ποία ἀθλία κατάστασις ὑπάρχει ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἠθικοῦ τῶν ἀνδρῶν ἐν τῷ στρατεύματι, καὶ διατὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν μάλιστα μεγάλου ἀριθμοῦ πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν δὲν ὑπολείπονται εἰς τὰ τάγματα καὶ τοὺς λόχους, μετὰ τὴν διασπορὰν ἰδίως τῶν ὑπολοίπων εἰς τὰς ὑπηρεσίας τὰς προσωπικὰς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ εἰς τὰς ἱπποκομίας, δὲν ὑπολείπονται πρὸς ἄσκησιν οἱ ἀπαιτούμενοι στρατιῶται. Πολλάκις μάλιστα συμβαίνει νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀλλάξωσιν αἱ φρουραί, καὶ νὰ γίνωνται περισυλλογαὶ ἀπὸ τῶν διαφόρων σωμάτων, ὅπως κατορθωθῇ τοῦτο. Τοιαύτη, Κύριοι, ὡς γνωστόν, εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, καὶ ὅταν ἦναι τοιαύτη ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ αὐξήσεως χωροφυλακῆς, διότι ἡ χωροφυλακή, ὅταν ἐξέρχηται τῆς περιωρισμένης ὑπηρεσίας τῆς δικαστικῆς, εἶναι πολυτέλεια, διότι οἱ χωροφύλακες εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι οἱ δαπανηρότεροι τῶν στρατιωτῶν, ἄλλως περιττοὶ καὶ ἀνωφελεῖς. Σᾶς ζητοῦν 50 δραχμὰς διὰ μισθόν, ὅλοι ὅμως ἔφθασαν μέχρι τῶν 60 δρ. κατὰ μῆνα, καὶ εἶναι καὶ αὐταὶ ἀνεπαρκεῖς. Ἀλλ’ ἔστω. Ἀλλὰ νὰ δώσωμεν 50 δραχμὰς καὶ 60 εἰς χιλιάδας στρατιωτῶν, ἵνα συγκροτήσωμεν δῆθεν χωροφυλακήν, καὶ ἔπειτα νὰ δίδωμεν ὑποσχέσεις εἰς τὸν τόπον, ὅτι θὰ παρασκευάσωμεν στρατόν, πῶς δύναται τοῦτο νὰ γείνῃ; Ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ὑπεστήριζε τὴν ἄλλην φοράν, ὁμιλῶν, ὅτι 8½ ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀπαιτοῦνται διὰ χωροφυλακήν, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑπηρεσίας, δι’ ἃς τὴν προορίζομεν. Χθὲς ὁ ἔντιμος ἐξ Ἰθάκης Βουλευτὴς ἀνεβίβαζε τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην εἰς ἐννέα ἑκατομμύρια, πολλοὶ δὲ τὴν ἀναβιβάζουσιν, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τῶν 60 δραχμῶν τὸν μισθόν, εἰς ἀνώτερον ἀκόμη ποσόν. Ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ δαπανήσωμεν, ἂν ὄχι σήμερον, ἀλλὰ βαθμηδόν, μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη, διὰ τὴν χωροφυλακὴν 8 καὶ 9 ἑκατομμύρια; Εἶναι δυνατόν, μετὰ τοιαύτην δαπάνην, νὰ ἔχωμεν πλέον στρατόν; Καὶ μὴ πιστεύετε, ὅτι θὰ σταματήσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται σήμερον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ ἑπόμενον ἔτος θ’ ἀναγκασθῇ ἡ ὑπηρεσία καλῇ τῇ πίστει, νὰ ζητήσῃ αὔξησιν, διότι, ὡς ἐῤῥήθη πολὺ ὀρθῶς, ἡ χωροφυλακὴ εἶναι καταβόθρα, διότι δὲν γνωρίζω πῶς κατορθοῦται νὰ μὴ ἐπαρκῇ ποτὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Πρῶτον ὑπηρεσία μεταβατικὴ δὲν ἐκτελεῖται ἀπὸ τὴν χωροφυλακήν, ἐὰν δὲ δὲν ἦναι ὁ στρατός, ἵνα ἐκτελῇ τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, οὐδὲν γίνεται. Τὸ πολὺ λοιπὸν θὰ περιορίζηται ἐντὸς τῶν πόλεων, καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι διὰ τὰς ἐκτὸς τῶν πόλεων ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ὑπηρεσίας εἶναι ἀκατάλληλος. Λοιπὸν δὲν εἶναι αὕτη ὑπηρεσία ξένη τοῦ στρατοῦ, ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν στρατὸν καὶ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Εἶναι ξένη, διότι λαμβάνομεν ἐκ τοῦ στρατοῦ τοὺς στρατιώτας ἀπὸ τοῦ δευτέρου μηνὸς τῆς θητείας αὐτῶν καὶ τοὺς ἀποστέλλομεν, ἵνα ἐνεργήσωσι πολιτικὰς ὑπηρεσίας ἐκτὸς τῶν σωμάτων. Ἀλλὰ ὅταν ἕνα στρατιώτην ἐπὶ ἓν ἔτος τὸν κρατήσητε ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ σώματός του, τὸν ἐξασκήσητε ἀδιαλείπτως καὶ εἰς τοῦ στρατιώτου καὶ εἰς τοῦ λόχου καὶ τοῦ τάγματος καὶ εἰς μεγαλειτέρας μονάδος ἀκόμη τὰς ἀσκήσεις, διατὶ δὲν δύνασθε τὸ δεύτερον ἔτος νὰ τὸν ἀποστείλητε εἰς τοιαύτας ὑπηρεσίας; Ἀρκετὰ ἠσκήθη, ὅπως μὴ ἀπομάθῃ εὐκόλως τὴν στρατιωτικὴν παίδευσιν, τὴν στρατιωτικὴν ἀγωγήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, καὶ καλούμενος μετὰ δύο ἢ τρία ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ ἔτη,—ἐὰν θὰ καλῶνται αἱ ἐφεδρεῖαι—Θὰ ἦναι ἱκανὸς νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ γυμνάσια καὶ νὰ παρακολουθήσῃ τὰς παλαιὰς ἢ νέας ἀσκήσεις. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ δευτέρου ἔτους τῆς θητείας ἐν ταῖς διαφόροις ὑπηρεσίαις δὲν θὰ τὸν βλάψῃ. Λοιπὸν ἀντὶ νὰ δημιουργήσωμεν πολυδάπανον χωροφυλακήν, ἵνα ἐκτελῇ αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ ἔχωμεν στρατόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι μόνον μόλις 7,000, ὅλως ἀνεπαρκὴς νὰ ἀσκηθῇ, διότι καὶ αὐτὸς ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ ἀποσπάσεις, προτιμότερον εἶναι ὅ,τι προτείνω. Ἐν Γερμανίᾳ ὁ λόχος ἀριθμεῖ 30 στρατιώτας κατὰ μέσον ὅρον ἀπόντας καθ’ ἡμέραν, καὶ ἄνευ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ξένων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἀναθέτομεν εἰς τὸν στρατόν μας. Ἐὰν εἰς τὸν γερμανικὸν στρατὸν ἦναι 30 στρατιῶται ἀπόντες καθ’ ἡμέραν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὀλιγώτεροι εἰς τὸν ἑλληνικόν, καὶ ἂν τὸν ἀπαλλάξωμεν τῶν ξένων ὑπηρεσιῶν. Μόνον διὰ τὸν προσωπικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ διὰ τοὺς ἵππους αὐτῶν, καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχονται οἱ ἐν Ἀθήναις ἀπεσπασμένοι στρατιῶται· ἴσως θὰ ὑπερβαίνωσι τοὺς 700...
§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ εἶναι ἕως δύο χιλιάδες.
§189ΣΕΧΟΣ. Εἶναι 1893 οἱ ἀξιωματικοί.
§190ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλοι ἔχουν;
§191ΣΕΧΟΣ. Βεβαίως.
§192ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐκτελοῦν καὶ αὐτοὶ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατεύματι.
§193ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποίαν ὑπηρεσίαν;
§194ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τῆς φρουρᾶς.
§195ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐδεμίαν ἐκτελοῦν οἱ στρατιῶται ὑπηρέται τῶν ἀξιωματικῶν, καθὼς καὶ οἱ ἱπποκόμοι, οὐδεμίαν ἄσκησιν ἐκτελοῦν σήμερον.
§196ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Φρουράν, ὄχι ἄσκησιν.
§197ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὔτε φρουράν.
§198Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§199ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε γνωρίζω, ὅτι ἐσχάτως ὁ διοικητὴς ἑνὸς συντάγματος τοῦ πυροβολικοῦ ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸν νὰ καλῇ ὑποχρεωτικῶς τοὺς ὑπηρέτας καὶ τοὺς ἱπποκόμους νὰ γυμνάζωνται, ἂν ὄχι καθ’ ἡμέραν, ἀλλ’ ἐνίοτε καθ’ ἑβδομάδα, καὶ τὸ Ἀρχηγεῖον ἀπήντησεν, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπηρέτας, νομίζει ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ καλῶνται καὶ νὰ ὑποχρεῶνται εἰς ἄσκησιν, καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τοὺς ἱπποκόμους, εἶπεν ὅτι δὲν τὸ εὑρίσκει δυνατόν. Ἄρα οἱ ἱπποκόμοι εἶναι ἀνεγνωρισμένοι παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβαίνουν καὶ λαμβάνουν μέρος εἰς τὰς ἀσκήσεις. Ὅλοι διὰ τοῦτο ζητοῦν νὰ γείνουν ἱπποκόμοι.
§200ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸ λέγει καὶ ὁ Κανονισμός.
§201Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἀποσπᾶται δὲ ὡς ὑπηρέτης, ἐὰν δὲν ὑπηρετήσῃ ἐπὶ 8 μῆνας ὡς στρατιώτης.
§202ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ τηρῆται αὐτό. Ἐξ ἐναντίας εἶδον συμπολίτας μου ἐν Ἀθήναις, ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ἡ πρώτη παράκλησις, τὴν ὁποίαν ἦλθον νὰ μοὶ ἀπευθύνωσιν ὀλίγον μετὰ τὴν κατάταξίν των, ἦτο νὰ γείνουν ὑπηρέται ἢ ἱπποκόμοι. Οὐδὲν ἄλλο τοὺς ὤθει εἰς τοῦτο ἢ ἡ ἀποφυγὴ τῶν ἀσκήσεων καὶ τῆς ὑπηρεσίας. Ὅπωςδήποτε, καὶ ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ στρατοῦ σήμερον, μετὰ τὴν μεταφορὰν μέρους τῶν κληρωτῶν εἰς τὴν χωροφυλακήν, γίνονται ἀποσπάσεις τοσαῦται, ὥστε ἀδύνατον νὰ ἀσκῶνται· Καὶ ἂν ἀποκτήσωμεν τὴν χωροφυλακὴν τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ἀποσπάσεις δὲν θὰ λείψουν, καὶ ὁ ὀλίγος στρατὸς, δι’ ὃν ἐγένετο ἡ χωροφυλακή, δυσκόλως θὰ ἀσκῆται. Δὲν ἔχω, μεθ’ ὅσα εἶπον, νὰ προσθέσω ἄλλο τι. Εἰς λεπτομερείας περιττὸν νὰ εἰσέλθω, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὀργανισμόν. Παρατηρῶ ὅτι διὰ δαπάνης, ὡς προεῖπον, 3,870,000 δραχμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ προσθέσωμεν ἐν τῷ στρατῷ 10,000 ἄνδρας, ἐξ ὧν 8,000 τοῦ πεζικοῦ, 1,000 τοῦ πυροβολικοῦ καὶ 1,000 τοῦ ἱππικοῦ. Ὑπελόγισα εἰς τὴν δαπάνην αὐτὴν καὶ τὴν μισθοδοσίαν, καὶ τὴν τροφοδοσίαν καὶ τὸν ἱματισμὸν, ὁρίσας διὰ τὸν ἱματισμὸν κατὰ μέσον ὅρον 100 δραχμὰς, διότι ὑπάρχουν στρατιῶται, τῶν ὁποίων ὁ ἱματισμὸς στοιχίζει πλέον τῶν 100 δραχμῶν, ὡς, νομίζω, τοῦ ἐφίππου πυροβολητοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖται δαπάνη 100 δραχμῶν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἱματισμὸς, ὁ τοῦ πεζοῦ πυροβολητοῦ, ὁ ὁποῖος στοιχίζει ὀλιγώτερον τῶν 100 δραχμῶν. Οὕτω, τιθεμένου ὡς μέσου ὅρου 100 δραχ. διὰ τὰς 10,000 ἀνδρῶν δι’ ἐνδυμασίαν, καὶ διὰ τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μισθοδοσίας, δυνάμεθα διὰ 3,870,000 δραχμῶν νὰ ἔχωμεν 10,000 ἄνδρας, ἄνευ ἀξιωματικῶν, ἐννοεῖται. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, ὅτι δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ προσθήκη ὑπαξιωματικῶν, διότι πιθανὸν οἱ ὑπάρχοντες σήμερον, οἱ ὁποῖοι καὶ καθ’ ἡμέραν μεταβάλλονται, νὰ μὴ ἐπαρκῶσι.
§203ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Πόθεν θὰ ληφθῶσιν οἱ ἄνδρες;
§204ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκ τῆς ἀπογραφῆς. Κατ’ ἔτος αἱ ἀπογραφαὶ δίδουν μέχρις 25,000 καὶ ἄνω ἀνδρῶν. Νομίζω ὅτι, ἐὰν λαμβάνωνται 15,000 κληρωτῶν καὶ ἀφήνωνται 10,000, εἴτε λόγῳ ἀπαλλαγῆς, εἴτε λόγῳ ἀνικανότητος, δὲν θὰ βιασθῇ πολὺ ἡ ἡλικία, διότι μόνον θὰ δώσῃ τὰ ⅗. Μόνον οὕτω θὰ ἔχωμεν ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ τοὐλάχιστον 30,000 ἄνδρας. Αὐτὸς εἶναι θεωρητικὸς ὑπολογισμός. Πιθανὸν διὰ διαφόρους λόγους νὰ γείνουν ὀλιγώτεροι, ἀλλὰ τοῦτο θ’ ἀπεδείκνυεν, ὅτι οἱ νόμοι ἢ ἡ διοίκησις ἐπιβουλεύονται τὸν στρατὸν, καὶ οὐδὲν λειτουργεῖ καλῶς. Ἐκ τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ θὰ ᾖναι δυνατὸν μεθ’ ἑνὸς ἔτους ἀσκήσεις νὰ μεταβαίνουν εἰς τὰς ὑπηρεσίας εἴτε τῆς ἀστυνομίας εἴτε τὰς μεταβατικὰς, εἴτε τῶν φυλακῶν εἴτε ἄλλας, τὰς ὁποίας θὰ δύνανται νὰ ἐκτελοῦν ἐπίσης καλῶς, ὡς καὶ οἱ χωροφύλακες, δέκα χιλιάδες στρατιωτῶν. Οὗτοι θὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν καλλίτερον ἠσκημένων. Δύνανται οἱ διοικηταὶ τῶν ταγμάτων νὰ ἐκλέγωσιν ἐκείνους ἐκ τῶν συμπληρωσάντων τὴν τοῦ ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἐγγράμματοι. Τοιοῦτοι δὲ μεταξὺ 15,000 ἀπογράφων ἑνὸς ἔτους βεβαίως θὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ, καὶ βεβαίως θὰ γνωρίζωσι περισσότερα γράμματα παρ’ ὅ,τι οἱ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι θὰ στρατολογῶνται, ἵνα καταταχθοῦν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστὸν ἐκ τίνων τόπων θὰ λαμβάνωνται, ὅπου βεβαίως οἱ ἐγγράμματοι εἶναι πολὺ ὀλίγοι. Θὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ὅπου ἀδύνατος ὁ βίος ὁ γεωργικὸς ἢ ὁ βιομηχανικὸς, καὶ μόνον ἐπάγγελμα βιοποριστικὸν εὑρίσκουν νὰ καταταχθοῦν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἴσως νὰ εὑρεθοῦν ἐκεῖ οἱ πλεῖστοι, ἀλλ’ οὐδέποτε βεβαίως αἱ 6,000 ἄνδρες, διότι παντοῦ ἀποφεύγουν σήμερον τὴν ὑπηρεσίαν τὴν στρατιωτικὴν, ὅταν τοῖς ἀποδίδῃ μόνον 50 δραχμάς. Φρονῶ ὁπωσδήποτε, ὅτι θὰ ᾖναι δυνατὸν, ὑπὸ τὸ σύστημα, ὅπερ προτείνω, νὰ λειτουργήσουν ἀσφαλέστερον αἱ δύο αὗται ὑπηρεσίαι, ἡ ὑπηρεσία ἡ καθαρῶς στρατιωτικὴ τῆς ἀσκήσεως τοῦ στρατεύματος ἐν τοῖς στρατῶσι, καὶ ἡ τῆς ὑπηρεσίας τῆς διοικητικῆς δηλαδὴ τῆς ξένης τῷ στρατῷ. Θὰ μένουν δὲ καὶ ἐκ τῶν τοῦ πρώτου ἔτους ἀρκετοὶ ἄνδρες εἰς τοὺς λόγους, παλαιοὶ στρατιῶται, ὅπως εἰς τοὺς τοῦ ἑπομένου ἔτους νεοσυλλέκτους καθιστῶσιν εὐκολωτέραν τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν ἐξάσκησιν. Διότι εἶναι ἄριστον μέσον στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ λίαν βοηθητικὸν τὸ νὰ ὑπάρχῃ ἐν τοῖς λόχοις ὡρισμένη ἀναλογία παλαιῶν στρατιωτῶν, διότι οὗτοι, συμβιοῦντες μετὰ τῶν νεοσυλλέκτων, διδάσκουσι διὰ τοῦ παραδείγματος καὶ μορφοῦσι τὸν στρατιωτικὸν αὐτῶν χαρακτῆρα ταχύτερον παρ’ ἂν ἦσαν μόνοι. Λοιπὸν δὲν εὑρίσκω ἀλλοῦ τὸ δύσκολον τοῦ ζητήματος, εἰμὴ εἰς τὴν δαπάνην. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἠδυνήθη νὰ αὐξήσῃ τὰς δαπάνας χάριν τῆς χωροφυλακῆς, συγχωνεύουσα καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιλυθῇ ἡ δυσκολία, ἂν παραδεχθῶμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἀστυνομίαν τὴν δημοτικήν, βοηθουμένην ὑπὸ τοῦ στρατοῦ, ὡς ἐξέθηκα. Ἀλλ’ ἂν δὲν θέλωμεν τοῦτο καὶ προτιμῶμεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν χωροφυλακήν, ἂς τὴν διατηρήσωμεν, ἐνισχύοντες αὐτὴν διὰ τῶν στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ πρώτου ἔτους θέλουσι πέμπεσθαι, ὡς εἶπον, εἰς αὐτὴν πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ὕπαρξιν ἀληθοῦς στρατοῦ. Ἐπειδὴ δὲ εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται ἀναγκαῖον νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκονται τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα· διότι, ἂν μελετήσωμεν τὴν εἰκόνα ταύτην, θέλομεν διαγνώσει τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, τὰ ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τῶν περιστάσεων καὶ ἕνεκα τούτου κρινόμενα ἀναπόφευκτα. Ἔχομεν πρὸ ἐτῶν τὸ σύστημα τῆς καθολικῆς στρατολογίας. Οἱ συνήγοροι τοῦ συστήματος τούτου λέγουσιν, ὅτι τοῦτο παρασκευάζει οὐχὶ στρατὸν, ἀλλ’ ἐφεδρείαν· ἡμεῖς ὅμως, ἐφαρμόσαντες τοῦτο, δὲν κατωρθώσαμεν νὰ παρασκευάσωμεν οὔτε στρατὸν οὔτε ἐφεδρείαν, καὶ πλὴν τούτου δὲν ἔχομεν οὐδ’ ἐπαρκῆ τὰ ὄργανα τὰ τασσόμενα πάντοτε πρὸς συνδρομὴν τῆς διοικήσεως, διότι ἡ διοίκησις ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐκτελῇ τὰ διατασσόμενα ἐνίοτε διὰ τῆς βίας. Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως, τί ἔχομεν. Τό γε νῦν, δαπανῶμεν διὰ τὴν ἀστυνομίαν δραχ. 3,233,952, διὰ τὴν χωροφυλακὴν δὲ 2,050,000. Τὸ ὅλον 5,283,952. Ἀμφιβάλλω, ἂν δυνάμεθα νὰ ὑπερηφανευώμεθα, διότι κατεστήσαμεν ἀστυνομίαν ἐν τῷ Κράτει, ὡς ἀμφιβάλλω ἂν δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι τὰ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας εὑρίσκουσι τοιαύτην πρόθυμον καὶ νόμιμον συνδρομὴν, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ ἐπιθυμήσῃ τι πλειότερον. Ἐνῷ δὲ δὲν ἔχομεν ταῦτα διὰ τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ δημοσία δύναμις, ἂς ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν στρατόν. Εἰς τὸν στρατὸν ἔχομεν στελέχη, ἀλλ’ ἄνδρας δὲν εὑρίσκομεν, ἵνα ἀσκήσωμεν· καὶ δὲν εὑρίσκομεν ἄνδρας τῶν ἐτησίων ἀπογραφῶν, κατὰ πλείονα δὲ λόγον δὲν εὑρίσκομεν ἐφέδρους. Καὶ ὅταν τὰ στελέχη δὲν ἔχωσιν ἄνδρας νὰ ἀσκηθῶσι, δὲν ἀσκοῦνται οὐδὲ ταῦτα. Ἡ ἐκπαίδευσις τῶν στελεχῶν εἶναι ἀτελής· στρατὸν δὲ δὲν ἔχομεν. Ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ θεραπευθῇ, πρέπει νὰ θεραπευθῇ ἐν τῷ πόθῳ, ἵνα τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ συμπληρώσωσι στρατιωτικῶς ἑαυτὰ διὰ διδασκαλίας, τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ τακτικοὶ στρατοί, ἵνα δυνηθῶμεν, ἐάν ποτε προσφύγωμεν καὶ εἰς τὴν ἐφεδρείαν, νὰ εὕρωμεν αὐτὴν οὐχὶ στρατιωτικῶς ὠργανωμένην, οὐχὶ ἐφεδρείαν Γερμανικήν, ἀλλὰ διατηροῦσαν ἔτι ἐν τῇ μνήμῃ αὑτῆς τὸ σχολεῖον τοῦ στρατοῦ. Ἀληθῶς, ἂν ἀπευθυνθῶμεν σήμερον εἰς τὴν ἐφεδρείαν, αὕτη τυγχάνει ἄθροισμα ὁπλιτῶν, οἱ ὁποῖοι ὀλίγον διαφέρουσιν ἀπὸ τοὺς λαμβάνοντας τὸ ὅπλον διὰ νὰ ὑπάγωσι μᾶλλον εἰς τὸ κυνήγιον, ἢ διὰ νὰ ἀσκηθῶσιν. Ἐν τούτοις ἔχομεν πόθους, ὡς ἔθνος, τοὺς ὁποίους συνομολογοῦμεν ὡς ἄτομα. Τοιαύτη ἡ κατάστασις τοῦ τόπου. Τὸ καθῆκον λοιπὸν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι νὰ σπεύσῃ νὰ θεραπεύσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην δι’ οἱουδήποτε ἤθελε κρίνει μέτρου· διότι ἡ ἀνοχὴ ἐπὶ πλέον τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι παράλειψις καθήκοντος, τὴν ὁποίαν ἡ ἱστορία θέλει στιγματίσει. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ θεραπεία, πρὸς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προσφύγωμεν; Νὰ ὀργανώσωμεν καὶ ἐνισχύσωμεν τὸ σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ ἀρχαῖοι κανονισμοὶ τῆς χώρας εἶχον διπλάσιον, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, τὴν χωροφυλακήν. Ὁμολογῶ ὅτι, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου καὶ Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους, δὲν εἶναι ἡ ἐνεστῶσα κατάστασις αὐτοῦ ἐνθαῤῥυντικὴ, δυσάρεστοι δ’ ἀναμνήσεις ἐπισκιάζουσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν παραπτώματα, ὑπῆρξαν σφάλματα· ἐν τῇ πατρίδι δὲ ἡμῶν εὐκόλως ἐλάχιστα συμβεβηκότα δημιουργοῦσι γνώμην κοινήν. Ἴσως ἀλλαχοῦ τὰ αὐτὰ σφάλματα, ἂν ἐλάμβανον χώραν, δὲν ἤθελον διαμορφώσει φρόνημα ὁποῖον παρ’ ἡμῖν· διότι οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖ εἰσι μεγάλοι, οὐδὲ γίνεται γνωστὸν τὸ παράπτωμα. Ἀλλ’ ἐνταῦθα τὸ ἐλάχιστον παράπτωμα διατυμπανίζεται ἐν πάσῃ τῇ χώρᾳ. Εἴχομεν ἀνάγκην, ἀποβλέποντες εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, νὰ συγκροτίσωμεν καὶ ὀργανώσωμεν αὐτὸ, καὶ διαῤῥυθμίσωμεν οὕτως, ὥστε νὰ ἀναιρέσωμεν τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην, ἄν ὑπῆρξε δυσμενής. Ἀλλ’ ἀντεῖπόν τινες, οὐχὶ ἕνεκα τῆς γνώμης ταύτης, ἀλλὰ δι’ ἄλλον λόγον, διὰ τὸν λόγον τὸν οἰκονομικόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐζήτησε νὰ προσφύγωμεν ἀλλαχοῦ, ἐζήτησε νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἐτησίαν ἀναλογίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν δαπανήσει διὰ τὴν χωροφυλακὴν, νὰ δαπανήσωμεν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς, καὶ ἀπὸ ταύτης νὰ ἀποσπῶμεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς διοικήσεως· διότι τότε θέλουσι μένει περισσότεροι ἀριθμοὶ εἰς τὰς τάξεις των. Τὸ σύστημα δύναται νὰ φανῇ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ. Ἀλλὰ ἐὰν ἐξετάσῃ τις τὰ πράγματα, ὡς συμβαίνουσι, θέλει ἰδεῖ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο θέλει ἀγάγει ἡμᾶς εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς ἣν διατελοῦμεν νῦν· διότι, ἐν ὅσῳ δὲν χωρίζετε τὰ σώματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι κληθῆ εἰς ὑπηρεσίαν μὴ στρατιωτικὴν, ἀλλὰ λαμβάνετε καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀπὸ τὰς μεγάλας στρατιωτικὰς ὁμάδας στρατιώτας, ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐπανέρχονται πάλιν εἰς τὸν στρατὸν, οὔτε ἐκπαίδευσιν δύνασθε νὰ ἔχητε, οὔτε ἄσκησιν ἀρτίαν. Διατί; Διότι αἱ ὁμάδες διασπείρονται κατ’ ἐνωμοτίας εἰς τὰς διαφόρους περιφερείας, καὶ ὅταν ἐπανέρχωνται εἰς τὰ σώματα, εἰς ἃ ἀνήκουσιν, ἔχουσιν ἀπομάθει ὅ,τι εἶχον διδαχθῆ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πολέμιον τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἡ διασπορὰ τῶν μελῶν τοῦ στρατοῦ, ἐνῷ ἡ συγκέντρωσις αὐτοῦ, καθιστῶσα τὰς ὁμάδας πολυπληθεστέρας, διευκολύνει τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε πρῶτος ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου...
§206ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἀνέπτυξα πρῶτος, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος.
§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. τὸ σύστημα τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι διατηρεῖ ἀκεραίας τὰς πλημμελείας, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ καθεστώς. Ἀλλὰ πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ ὀργανώσωμεν τὴν χωροφυλακήν, ὥστε ὁ ἀριθμὸς αὐτῆς νὰ ἐπαρκῇ εἰς πάντα τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς αὐτήν; Ὁμολογῶ ὅτι τὸ ἔργον εἶναι δύσκολον. Ἐξετάζων τὴν κατάστασιν τὴν ἐνεστῶσαν, εὑρίσκω ὅτι ἔχομεν χωροφύλακας πεζοὺς καὶ ἱππεῖς 4144, ὑπαξιωματικοὺς δὲ τῆς χωροφυλακῆς 627, τὸ ὅλον 4771, ἀξιωματικοὺς δὲ 118. Ἐκ τῶν ἀνδρῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς 2886 χωροφύλακες καὶ 432 ὑπαξιωματικοί, τὸ ὅλον 3318, ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, 298 χωροφύλακες καὶ 52 ὑπαξιωματικοὶ, τὸ ὅλον 350, ἀσχολοῦνται εἰς τὴν δασικὴν, καὶ 134 χωροφύλακες εἰς τὴν τηλεγραφικήν. Ἑπομένως ἀφαιρουμένων ἀπὸ τῶν 4144 ἐν ὅλῳ πεζῶν καὶ ἐφίππων χωροφυλάκων τῶν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν 2886, τῶν εἰς τὴν δασονομικὴν 298, καὶ τῶν εἰς τὴν τηλεγραφικὴν 131, ὑπολείπονται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς ἀσχολούμενοι νῦν 829...
§208ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς περιέχει ἄλλους ἀριθμούς.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἀναγινώσκω τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν μοὶ διεβίβασε τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας... Ἐὰν ἀνακαλέσωμεν τοὺς 2886 χωροφύλακας τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, θέλομεν ἔχει πλὴν τῶν 350, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τῶν 134 τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας,—διότι τούτους δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνακαλέσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος, μὴ ἔχοντες ἔτι ποίους νὰ διορίσωμεν διὰ τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν ἢ διὰ τὴν φύλαξιν τῶν τηλεγράφων,—θέλομεν ἔχει χωροφύλακας 3715· τούτους ἀναβιβάζομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς 5280, πλὴν τῶν 224, οἵτινες καὶ νῦν ὑπάρχουσι, τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς. Λοιπὸν ἀντὶ τῶν ὑπαρχόντων 4144 ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς ζητοῦμεν νὰ ἔχωμεν 5504, ἤτοι 1360 ἄνδρας περισσότερον. Ὥστε ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἐπιφέρει εἰς τὴν δύναμιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, συνίσταται εἰς 1360 ἄνδρας. Καὶ ἐπειδὴ οὐδ’ οἱ προστιθέμενοι 1360 ἄνδρες ἀρκοῦσιν, ἵνα καταστήσωσι τὴν δύναμιν τοῦ σώματος ἐπαρκῆ, ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ δικαίωμα τῶν διοικούντων τὴν χωροφυλακὴν νὰ ζητῶσι νὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων χίλιοι τὸ πολὺ ἄνδρες, προτασσομένων τῶν 500, τῶν δι’ ἐθελουσίας κατατάξεως ὑπηρετούντων, οὕτω δὲ θέλομεν ἔχει 6,004 δι’ ἐθελουσίας κατατάξεως, 500 δὲ προσέτι εὐζώνους ἐκ τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς. Μετὰ τὴν ἐκ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων ἀφαίρεσιν τῶν ὡς εἴρηται χιλίων ἀνδρῶν, τὰ ὑπόλοιπα 6 τάγματα, ὧν ἕκαστον ἀποτελεῖται ἐκ 500 ἀνδρῶν, θέλουσιν ἔχει δύναμιν 3000 ἀνδρῶν, τοὺς εὐζώνους δὲ τούτους θέλομεν τάξει εἰς τὴν φυλακὴν τῶν ὁρίων. Ἑπομένως θέλομεν ἔχει 3,000 ἄνδρας εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, φρουροῦντας τὰ ὅρια, καὶ 6504 ἐκπληροῦντας πάσας τὰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας, ἤτοι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν ὀφείλουσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, εἴτε ὡς βοηθοὶ τῆς ἀνακρίσεως, εἴτε ὡς συνοδοὶ φυγοδίκων καὶ ὑποδίκων, εἴτε ὡς συνοδοὶ καταδίκων, τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν ὀφείλουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, πρὸς καταδίωξιν τῶν λιποτακτῶν τοῦ στόλου, τὴν συνδρομὴν τὴν ὁποίαν ὀφείλουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε ὡς συνοδοὶ χρημάτων μεταφερομένων, εἴτε ὡς φρουροὶ ταμείων, εἴτε συνοδεύοντες εἰσπράκτορας πρὸς εἴσπραξιν, εἴτε πρὸς διαφύλαξιν τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου, καὶ τέλος πάντων τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσιν εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην διὰ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν τῶν ἐξεταστικῶν, δηλαδὴ τῶν φυλακῶν, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἕδρᾳ ἑκάστου τῶν Πρωτοδικείων, οὐχὶ ὅμως τῶν ποινικῶν ἢ σωφρονιστικῶν φυλακῶν. Βεβαίως εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ ὑπάρξῃ ἀριθμὸς καὶ διὰ τὰς φρουρὰς τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι ὁ ἀριθμὸς δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, πρέπει δὲ νὰ ἤμεθα εὐχαριστημένοι, ἂν ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας. Ἀλλὰ θὰ ἐπιτύχῃ τὸ σύστημα; Νομίζω ὅτι, ὅταν προβάλληται σύστημα νέον,—καὶ ὁμολογῶ ὅτι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον προβάλλω δὲν εἶναι νέον, ἀλλ’ εἶναι σύστημα ὑπάρξαν ἐν τῷ τόπῳ, ἐγκατασταθὲν καὶ ἐγκαταλειφθὲν,—ὅταν, λέγω, προβάλληταί τι καινὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἐν ἐνεργείᾳ, βεβαίως ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλῃ. Ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ δίκαιον· ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅμως, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤθελεν ἐκτελεσθῆ, ἐπειδὴ πᾶν ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἤθελε πράξει ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, δὲν ἤθελεν εἶναι χρήσιμον, ἕπεται ὅτι, ἂν αὐτὸ ἤθελεν ἀποτύχει, πᾶν ἄλλο ἀντ’ αὐτοῦ ἤθελεν ἀποτύχει χιλιάκις περισσότερον. Διὰ τοῦτο ἐγὼ μετὰ πεποιθήσεως προέτεινα τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως καὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1896, ἀφ’ ἧς ἤρχισαν νὰ φαίνωνται νέφη εἰς τὸν ὁρίζοντα, διότι ἔκρινα, ὅτι πιθανὸν ἦτο νὰ ἐπέλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὸν στρατὸν, κατὰ δὲ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦτο ἐγένετο τοσοῦτον ἐπιτακτικὸν, ὥστε, ἐάν τις τῶν ἀνελθόντων ἐπὶ τὸ βῆμα ἔλεγεν, ὅτι θὰ ἦτο παράφρων ὅστις ἤθελε δώσει ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελε μοὶ φανῆ εὔλογον νὰ ἀντιστρέψῃ τις τὸν τοιοῦτον συλλογισμόν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐπροτάθη, ἐκρίθη ὅτι ἔχει μεγίστην πολυτέλειαν, ὅτι ἐπενοήθη καὶ διεσκευάσθη πρὸς θεραπείαν τῆς νόσου τῆς προαγωγῆς, ὡς ὠνομάσθη ἡ νόσος, διότι σκοπεῖ τὴν δημιουργίαν βαθμοφόρων, καὶ συνεβούλευσαν, ἀντὶ νὰ δαπανῶμεν τὸ ὀλίγον ἀργύριον ἡμῶν εἰς δημιουργίαν βαθμοφόρων, νὰ δαπανήσωμεν αὐτὸ εἰς δημιουργίαν στρατιωτῶν. Ἐὰν τεθῇ τὸ ζήτημα οὕτω, ἐγὼ θέλω συνταχθῆ μετὰ τῆς γνώμης τῶν τελευταίων, ἀλλὰ δὲν βλέπω ποῦ στηριζόμενοι τοιαῦτα προβάλλουσιν οἱ ἀγορεύσαντες, βλέπω δὲ μόνον, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν προστίθεται οὐδὲ εἷς ἀνθυπομοίραρχος, προστίθεται δὲ μόνον εἷς ὑπομοίραρχος, προστίθενται ὀκτὼ ἀντιμοίραρχοι, ὀκτὼ μοίραρχοι καὶ ὀκτὼ ταγματάρχαι. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ὁ συνάδελφος ὁ ἀνήκων εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἐσφάλλετο, ὑπολογίσας τὸ ποσὸν τὸ χρηματικὸν, τὸ ὁποῖον θέλομεν δαπανήσει...
§210ΡΑΖΕΛΟΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ὁμολογῶ ὅτι ἔκαμα λάθος.
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Διότι δὲν θέλομεν δαπανήσει 100,000 δραχμὰς, ἀλλὰ μόνον 83,040. Μοὶ ἐστάλη σημείωσις, ἡ ὁποία λύει τὴν ἀπορίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος· πρέπει δὲ νὰ ἀνακοινώσω τὰ ἐν αὐτῇ, ἵνα μὴ ἀφήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἀπορίᾳ. «Ἡ ὁλικὴ δύναμις τῆς πεζῆς χωροφυλακῆς κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν συνίσταται εἰς χωροφύλακας 3150, ἀλλὰ σήμερον ὑπηρετοῦσι 4041, διότι παραμένουσιν εἰσέτι εἰς τὰς τάξεις τῆς χωροφυλακῆς, ἕνεκα προσθέτου ὑπηρεσίας, 891 χωροφύλακες, κληρωτοὶ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1894, οἵτινες ἀπολύονται ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ προτεχοῦς ἔτους.» Ἀλλὰ ποῖοι κίνδυνοι ἀπειλοῦσι τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ νομοσχεδίου; Ἀπειλοῦσιν αὐτὴν οἱ ἑξῆς κίνδυνοι. Πρῶτον, ὅτι δὲν θὰ δύναται ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον παρασκευάζει τὸ νομοσχέδιον, τῶν χωροφυλάκων καὶ τῶν εὐζώνων τῶν προσκολληθησομένων εἰς τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς, νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πλήρωσιν πασῶν τῶν ἀναγκῶν, πλὴν τῆς φρουρήσεως τῶν ποινικῶν φυλακῶν. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐπαρκέσωσιν, ἐὰν διὰ τρόπου σπατάλου, ἵνα εἴπω οὕτω, γένηται ἡ τοποθέτησις αὐτῶν καὶ ἡ κατανομή. Ἐὰν ὅμως αὐτοὶ τοποθετηθῶσι προσηκόντως, ἐὰν ἡ κατανομὴ τῆς δυνάμεως τῶν Μοιραρχιῶν γένηται ἀναλόγως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν τοπικῶν περιφερειῶν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας, πλὴν τῆς φρουρήσεως τῶν ποινικῶν φυλακῶν. Ἀλλὰ ἐνδέχεται ν’ ἀποτύχῃ, ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν ἄνδρας. Ἴδωμεν πόσους ἔχομεν νὰ εὕρωμεν. Ἐὰν ἀπαιτοῦνται 5504 χωροφύλακες, μᾶς ἐλλείπουσιν, ἀφαιρουμένων τῶν 4144, μᾶς ἐλλείπουσι 1360 ἄνδρες. Προβάλλουσιν ὅτι δὲν θέλομεν εὕρει ἐθελοντὰς μὲ τὸν πενιχρὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον προσδιορίζει τὸ νομοσχέδιον. Ἀναφέρουσι μάλιστα, ὅτι εἰς τὴν Γερμανίαν οἱ χωροφύλακες λαμβάνουσιν, ὡς ἠκούσατε, 125 μάρκα, τὰ ὁποῖα ἀναλογοῦσι πρὸς 156 φράγκα, ἤτοι 230 περίπου δραχμάς. Λοιπὸν, ἀφοῦ ἐκεῖ δίδουσιν ὡς μισθὸν 230 δραχμὰς, ἡμεῖς δὲ δίδομεν 50, πρέπει ν’ ἀπελπισθῶμεν. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ συλλογισμὸς δὲν εἶναι ὀρθὸς, διότι, ἐὰν κατ’ ἀναλογίαν ἐφηρμόζομεν αὐτὸν, ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς ἀμηχανίαν νὰ εὕρωμεν Ὑπουργοὺς, διότι ἐν Γερμανίᾳ μὲ 720 δραχμὰς κατὰ μῆνα εἶναι βεβαίως δύσκολον νὰ εὑρεθῶσιν Ὑπουργοί. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα ἀναλόγως τοῦ τόπου μας, καὶ ἀναλόγως τοῦ τόπου μας ἐξετάζοντες αὐτὰ, εὑρίσκομεν ὅτι αἱ 50 δραχμαὶ εἶναι ἀληθῶς ὀλίγαι, ἀλλ’ ἀποτελοῦσι ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε μονίμως λαμβάνει τις μισθοδοτούμενος, καὶ μετὰ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ συνδεθῶσι καὶ ἐλπίδες προαγωγῆς. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὰ νομίμως ἀποδιδόμενα ὀφέλη εἰς τοὺς χωροφύλακας καὶ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς χάριν τῶν ἐκτελουμένων συλλήψεων, ἀλλ’ ἐὰν ἠθέλομεν ζητήσει ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν τὸ νῦν πληρονόμενον, δηλαδὴ ἀντὶ 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα νὰ δώσωμεν εἰς τὸν χωροφύλακα 55, ἀντὶ 55 δραχμῶν κατὰ μῆνα εἰς τὸν ὑπενωμοτάρχην νὰ δώσωμεν 59, καὶ ἀντὶ 59 δραχμῶν εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην νὰ δώσωμεν 65, γνωρίζετε τί ποσὸν θέλομεν προσθέσει; Διὰ μὲν τὸν μισθὸν τῶν χωροφυλάκων δραχμὰς 330,240, διὰ τὸν μισθὸν τῶν ὑπενωμοταρχῶν 24,768, καὶ διὰ τὸν μισθὸν τῶν ἐνωμοταρχῶν 19,800, τὸ ὅλον 374,808. Δὲν μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀναλάβωμεν καὶ αὐτὸ τὸ βάρος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν διάταξιν, τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγεγραμμένην, ἐπιτρέπεται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν οἱ ἀστυφύλακες. Οἱ ἀστυφύλακες ἀνέρχονται εἰς 1800· ἐὰν οἱ 1800 ἀστυφύλακες κατετάσσοντο εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἠθέλομεν ἔχει ἀκόμη ἀνάγκην 500 ἀνδρῶν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν· ἐὰν δὲν θέλωσιν, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ ἀπέλθωσιν. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κατατάξῃ αὐτοὺς χωροφύλακας, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν βεβαίωσιν τῶν προσόντων, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἐπὶ τῆς κατατάξεως τῶν ἄλλων ἐθελοντῶν. Καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον συμπληρωθῇ, προστιθεμένης τῆς διατάξεως, ὅτι οἱ ἐνωμοτάρχαι τῆς ἀστυφυλακῆς δύνανται νὰ καταταχθῶσι μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπενωμοτάρχου καὶ οἱ ὑπενωμοτάρχαι τῆς ἀστυφυλακῆς μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ χωροφύλακος αʹ τάξεως, νομίζω ὅτι δίδομεν εὐκαιρίαν καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐνωμοτάρχας τῆς ἀστυφυλακῆς καὶ ὑπενωμοτάρχας, ἐὰν θέλωσι, νὰ καταταχθῶσιν. Ἐὰν δὲν θελήσωσι νὰ καταταχθῶσιν, ἐὰν ἤθελον καταταχθῆ ὀλιγώτεροι τῶν 1800, θὰ ὑπάρξῃ κενόν· διὰ τοῦτο εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀνάγκη νὰ καταχωρισθῇ ἡ διάταξις, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ δὲν θέλει γενῆ ἀμέσως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀλλὰ κατὰ περιφερείας, ἀναλόγως τῆς συμπληρώσεως τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ ταῦτα περὶ τῶν χωροφυλάκων. Ἀλλὰ καὶ ὑπενωμοταρχῶν ἔχομεν ἀνάγκην, διότι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἔχομεν 444 ὑπενωμοτάρχας, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἔχομεν ἀνάγκην 515. Ἑπομένως ἀπαιτοῦνται 71 ὑπενωμοτάρχαι ἐπὶ πλέον. Ἔχομεν ἀνάγκην ὅμως καὶ ἐνωμοταρχῶν, διότι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχουσι 242, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην 275, ὡς ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἱππέων χωροφυλάκων, διότι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι 224, ἔχομεν δὲ μόνον 103. Ἑπομένως μᾶς λείπουσιν 121. Τὸ νομοσχέδιον θέλει διαλάβει διάταξιν, κανονίζουσαν τὰ τοῦ ἱματισμοῦ· εἶναι παράλειψις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ πληρωθῇ. Ἡ δαπάνη ἡ διὰ τὸν ἱματισμὸν θέλει ἀνέλθει εἰς 300 περίπου χιλιάδας δραχμῶν.
§212ΠΕΤΑΛΑΣ. Περὶ τοῦ ἱματισμοῦ ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§213ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Παρέχεται εἰκοσάλεπτον τὴν ἡμέραν, πλὴν τῆς ἡμερησίας μισθοδοσίας.
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἔχῃ οὕτω, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη διατάξεως. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐν ὥρᾳ προκεχωρηκυίᾳ, ἵνα ἀνασκευάσω τοὺς ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους διακεκριμένον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ μάλιστα διακεκριμένον μέλος καὶ τοῦ στρατοῦ, ἀπήγγειλε πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἰσχυρίζετο, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον προστίθενται πολλοὶ βαθμοφόροι, ἐζήτησε δὲ, ἀντὶ τῶν προστιθεμένων βαθμοφόρων, τὴν δαπάνην τὴν δι’ αὐτοὺς ἀναγραφησομένην νὰ διαθέσωμεν εἰς αὔξησιν ἐνωμοτιῶν, δηλαδὴ εἰς αὔξησιν ἀνδρῶν. Ἀφοῦ ἐξέθηκα τὰ περὶ βαθμοφόρων, ὑποθέτω ὅτι πάντες ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι δὲν ὑπολείπεται εὐκαιρία νὰ σκεφθῶμεν περὶ προσθήκης ἀριθμοῦ ἀνδρῶν. Ἐὰν ὅμως ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφὴ ὡς πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἀντιμοιράρχους κρίνεται πολυτελής, καὶ προτείνεται ἄλλος τις τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ πληρωθῇ ἡ ἀνάγκη ἄνευ πολυτελείας, ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ συνεννοηθῶ καὶ περὶ τούτου μετὰ τῆς Βουλῆς. Ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῶν ἄρθρων θέλω ἀκούσει μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ προθύμως πάσας τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας οἱ κύριοι Βουλευταὶ θέλουσιν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θέλω συζητήσει καὶ περὶ αὐτῶν καὶ παρεδέχθη πᾶν ὅ,τι ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὀρθότερον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.
§215ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς θεωρῶ ἀῤῥήκτως συνδεόμενον μετὰ τοῦ ἀμέσως κατόπιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγγεγραμμένου νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμου, οὐχὶ μόνον διότι πάντοτε ὑπῆρξε σχέσις μεταξὺ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς, ὡς ἐκ τοῦ κοινοῦ σκοποῦ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ δύο ταῦτα σώματα ἀφορῶσιν, ἀλλὰ πρὸ πάντων ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ τοῦ θεμελιώδους, τὸν ὁποῖον ἐν αὐταῖς ταῖς περιστάσεσι, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ἔχουσι καὶ τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια, τοῦ σκοποῦ δηλονότι τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἢ, ἐὰν πρόκειται νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῆς συμπληρώσεως τῶν ἐν τῷ στρατῷ κενῶν. Σκοπὸς θεμελιώδης τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων εἶναι ν’ ἀπαλλαχθῇ ὁ στρατὸς ἡμῶν ἀπὸ πασῶν τῶν ξένων εἰς αὐτὸν ὑπηρεσιῶν, ν’ ἀσχοληθῇ δὲ ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ κύρια αὐτοῦ στρατιωτικὰ ἔργα, νὰ κατορθωθῇ τουτέστιν ὁ πλήρης ἀποχωρισμὸς τοῦ στρατοῦ, τοῦ ἔχοντος τὴν ὑψίστην ἀποστολὴν τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ πόθων, ἀπὸ τῆς ἑτέρας δυνάμεως, ἥτις προώρισται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς διαφόρους τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Ἡ ἀπόδοσις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν εἰς τὰ κύρια αὐτοῦ ἔργα ὑπῆρξε πάντοτε ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐπεδίωξαν οἱ μελετήσαντες τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ παρ’ ἡμῖν· δὲν προβάλλεται δὲ τὸ πρῶτον νῦν ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ στρατὸς δέον νὰ χωρισθῇ ἐντελῶς ἀπὸ τῶν ξένων εἰς αὐτὸν ὑπηρεσιῶν, καὶ νὰ ἐκπαιδευθῇ καὶ καταρτισθῇ οὕτως, ὥστε ν’ ἀνταποκρίνηται πρὸς ὃν ἔχει προορισμόν. Ἀλλ’ ὅπως ἐπιτευχθῇ τοῦτο, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν τὸ σκοπιμώτερον καὶ καταλληλότερον σύστημα, ὅπως μὴ ὁ στρατὸς περισπᾶται εἰς ἔργα ξένα πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ. Τούτου ἕνεκεν δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος, καὶ καθ’ ἣν εἶναι προτιμότερον νὰ διατηρήσωμεν μόνον τὰ στελέχη τῆς χωροφυλακῆς, ν’ αὐξήσωμεν δὲ τὸν στρατὸν κατὰ δεκακισχιλίους ἄνδρας, καὶ ἐκ τοῦ στρατοῦ τούτου νὰ ἀποσπῶμεν τὸ τρίτον, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐκτελῶνται πᾶσαι αἱ εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὴν ἀστυνομίαν ἀνατεθειμέναι ὑπηρεσίαι· τὸ μὲν διότι οὕτω μένομεν εἰς τὸ σύστημα τὸ νῦν ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος καὶ δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς ἐθνικοὺς ἡμῶν πόθους, τὸ δὲ διότι, ὅταν ἐξ αὐτοῦ ἑκάστοτε, λόγῳ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἀποσπῶμεν ὡρισμένον ἀριθμόν, τὸ τρίτον ἢ ἔλασσον, ἢ πλέον αὐτοῦ, θέλομεν ἔχει πάντοτε τὸν στρατὸν ἀπεσπασμένον καὶ κατεσπαρμένον οὕτως, ὥστε ν’ ἀποβαίνῃ ἀνέφικτος ἡ προσήκουσα αὐτοῦ μόρφωσις καὶ ἐκπαίδευσις, δι’ ἧς καθίσταται ἱκανὸς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του. Εἶναι ἄλλως τε ἀδικαιολόγητος ἡ Πολιτεία νὰ ὑποχρεώνῃ τὸν ἐξ ἀπογραφῆς προερχόμενον συμπολίτην ἡμῶν νὰ ὑπηρετῇ εἰς ἃς ὑπηρεσίας σήμερον ὑπηρετεῖ, δηλονότι νὰ γίνηται τὸ τελευταῖον ὄργανον τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, νὰ καταδιώκῃ τοὺς εἰς τὸ Δημόσιον ὀφείλοντας, νὰ συνοδεύῃ τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων ὑπαλλήλους ἢ ἐνοικιαστὰς, νὰ καταδιώκῃ τοὺς φυγοποίνους καὶ φυγοδίκους, νὰ συνοδεύῃ ὑποδίκους καὶ καταδίκους, νὰ φρουρῇ τὰς φυλακὰς καὶ τὰ ταμεῖα, καὶ νὰ ὑποβάλληται εἰς τόσας ἄλλας εὐτελεῖς ὑπηρεσίας, αἵτινες ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἐκτελοῦνται ὑπὸ μισθωτῶν δημοσίων ὑπηρετῶν. Ἔχει ἀληθῶς πᾶς Ἕλλην τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς στρατιώτης, νὰ μορφώσῃ ἑαυτὸν στρατιωτικῶς, οὕτως ὥστε νὰ δύνηται, ὅταν παρίσταται ἀνάγκη, νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς χώρας, καὶ χάριν αὐτῶν νὰ θυσιάσῃ τὴν ἑαυτοῦ ὑγείαν καὶ ζωήν. Δὲν ὀφείλει ὅμως νὰ ὑποβάλληται εἰς τοιαύτας θυσίας, ὅταν πρόκειται περὶ ὑπηρεσιῶν, ὧν ἕνεκεν ἡ Πολιτεία ὑποβάλλει αὐτὸν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων. Καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐξεταζομένων τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ πολίτου, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι οἱ ἐξ ἀπογραφῆς προερχόμενοι ἄνδρες, ἤτοι οἱ κληροῦχοι, δὲν πρέπει νὰ κατατάσσωνται, εἰμὴ μόνον εἰς τὸν στρατὸν τὸν ἐκπαιδευόμενον. Εἰμὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ὑπὲρ τῶν δύο νομοσχεδίων, δηλαδὴ καὶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀστυνομικὴν διοίκησιν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια συνετάχθησαν ἐπὶ βάσεων τοιούτων, ὥστε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν θέλουσιν ἀποτύχει τοῦ σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορῶσι. Καθ’ ὃν τρόπον ὀργανίζεται τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις φαίνεται ἐπιδιώκουσα σκοπὸν, εἶναι ἀδύνατον, καὶ ἂν ἀπαλλαγῇ ἡ χωροφυλακὴ ἀπὸ τὴν φρούρησιν τῶν ποινικῶν φυλακῶν, κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἃς σήμερον ἐκτελεῖ ὑπηρεσίας, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας καὶ εἰς τὰς ἄλλας τὰς ὑπὸ τοῦ στρατοῦ νῦν ἐκτελουμένας ὑπηρεσίας. Εἶναι δὲ πρόδηλον, ὅτι καὶ τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον μεταῤῥυθμίζεται τὸ ὑφεστὼς σύστημα τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, θέλει ἀποτύχει κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, καὶ θέλει συντελέσει εἰς τὴν μείζονα χαλάρωσιν τῶν ἀνατεθειμένων εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν καθηκόντων καὶ εἰς τὴν ἔκλυσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως. Δὲν θ’ ἀσχοληθῶ εἰς τὰ ἐκ τῶν προκειμένων νομοσχεδίων προκύπτοντα θέματα ὑπὸ τὴν κυρίως στρατιωτικὴν ἄποψιν αὐτῶν, διότι ἕτεροι συνάδελφοι εἰδικοὶ ἠσχολήθησαν εἰς ταῦτα. Ὑπὸ τὴν ἄποψιν ταύτην θὰ συζητήσω μόνον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, θὰ ἐξετάσω ὅμως αὐτὰ ὑπὸ τὴν ἄποψιν τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπιφέρει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ὅ,τι πρὸ παντὸς γεννᾷ ἔκπληξιν εἰς πάντα τὸν μελετῶντα τὸν προβληθέντα διὰ τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων μηχανισμὸν, εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἄποψις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρουσιάζει τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια ἡ Κυβέρνησις· διότι, ἐὰν παραδεχθῇ τις τὸν μηχανισμὸν τὸν οἰκονομικὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη ἐν τῇ διατυπώσει τῶν νομοσχεδίων τούτων, θέλει καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ παράπαν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων δὲν θέλει μεταβληθῆ, ἢ θέλει μεταβληθῆ κατὰ ποσὸν ἀνάξιον λόγου. Λαμβάνω ὡς βάσιν ὅ,τι ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897, διότι ἐπ’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ ἐπέλθωσι μεταβολαὶ ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Κατὰ τὸν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς συνίσταται εἰς 143 ἀξιωματικούς, 718 ὑπαξιωματικοὺς καὶ 3,374 χωροφύλακας, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς 4,235. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον οἱ ἀξιωματικοὶ αὐξάνουσι κατὰ 23, οἱ ὑπαξιωματικοὶ κατὰ 189, καὶ οἱ χωροφύλακες κατὰ 2,130· ἤτοι ἐν ὅλῳ κατὰ 2,342. Ἐπειδὴ ὅμως διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὰ καθήκοντα αὐτῆς ἀνατίθενται εἰς τὴν χωροφυλακήν, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν δύναμιν, ἥτις ἀπασχολεῖται εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, κατόπιν δὲ νὰ ἐξετάσωμεν τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται, καὶ ἐκείνας τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἀναγραφῆ, ἐὰν τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια μεταβληθῶσιν εἰς νόμους. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία τοῦ Κράτους ἀπασχολεῖ 345 ἀξιωματικούς, 302 ὑπαξιωματικοὺς καὶ 1800 ἀστυφύλακας. Ἐὰν εἰς αὐτοὺς προσθέσωμεν καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς καὶ χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἤτοι 143 ἀξιωματικούς, 718 ὑπαξιωματικοὺς καὶ 3374 χωροφύλακας, ἔχομεν ἐν συνόλῳ 488 ἀξιωματικούς, 1020 ὑπαξιωματικοὺς καὶ 5174 χωροφύλακας. Ἐὰν δὲ συγκρίνωμεν τὴν δύναμιν ταύτην πρὸς τὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀνερχομένην εἰς 166 ἀξιωματικούς, 907 ὑπαξιωματικοὺς καὶ 5504 χωροφύλακας, ἔχομεν ἐπὶ ἔλαττον 322 ἀξιωματικοὺς καὶ 113 ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἐπὶ πλέον χωροφύλακας 330. Ἤτοι, ἐὰν συνόλῳ ἐξετάσωμεν τὴν δύναμιν εἰς ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας, ἐπιψηφιζομένων τῶν δύο νομοσχεδίων, θέλομεν ἔχει ἐπὶ ἔλαττον 105. Ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι; Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, ὅμοιον πρὸς τὸν τοῦ 1896 καὶ τὸν τοῦ 1895, ἡ χωροφυλακὴ ἡ ὑπάρχουσα ἐπάγεται δαπάνας δραχ. 1,817,050. Ἀναφέρω τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, διότι οὗτος ἀναγράφεται διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ χωροφυλάκων, τοῦ ὑπολοίπου τῶν διὰ τὴν χωροφυλακὴν πιστώσεων ἀναγομένου εἰς ἱματισμὸν καὶ ἄλλας ἀνάγκας καὶ ἀνερχομένου εἰς τὸ αὐτὸ περίπου ποσὸν, ὅπερ ἐπάγεται καὶ ἡ κατὰ τὸ νομοσχέδιον δύναμις τῆς χωροφυλακῆς ἀναδιοργανουμένης. Διὰ τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δρ. 472,860. Διὰ τὴν ἀστυνομίαν τοῦ λοιποῦ Κράτους 2,088,060. Δι’ ἐνοίκια καταστημάτων ἀστυνομικῶν 247,000. Δι’ ἀποζημιώσεις ἀστυνόμων 125,640, ἔξοδα ἀστυνομίας 219,952 κλπ. Ἐν ὅλῳ 4,168,110. Ἡ δὲ κατὰ τὸ νομοσχέδιον δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 4,244,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον μόνον δραχμαὶ 75,890. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη ἐντύπωσις παντὸς μελετῶντος τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια, ὡς ὑπεβλήθησαν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897. Εἶναι ὅμως ἀληθές, ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν πιστώσεων εἶναι δυνατόν, τὰ δύο ταῦτα σώματα, ἤτοι ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακή, νὰ ὀργανωθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ ἦναι ἄξιοι τοῦ ὀνόματος καὶ νὰ ἐκπληρώσωσι τοὺς σκοπούς, ὧν ἕνεκεν ἐπιζητεῖται ἡ ἀναδιοργάνωσις καὶ ἡ μεταῤῥύθμισις αὐτῶν; Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῶν προβαλλομένων μεταβολῶν ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Τὸ μικρὸν τῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὡς πρὸς τὰς πιστώσεις, προέρχεται ἐκ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν βαθμοφόρων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσι νῦν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τῶν μισθῶν τῶν ἀστυφυλάκων, οἱ ὁποῖοι νῦν ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ. Ἂς λάβωμεν ὡς παράδειγμα τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ὁποῖαι αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι σήμερον δι’ αὐτὴν ἀναγεγραμμέναι, καὶ ὁποῖαι αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἀναγραφῆ, ἐὰν τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια μεταβληθῶσιν εἰς νόμους; Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, τὸν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀστυφυλάκων, διὰ φωτισμὸν καὶ θέρμανσιν, δι’ ἐνοίκια καταστημάτων καὶ διὰ διάφορα ἔξοδα ἔχομεν πίστωσιν 543,832 δραχμῶν. Περιέλαβον δὲ εἰς τοὺς μισθοὺς καὶ τὰ ἐνοίκια καὶ τὸν φωτισμὸν καὶ τὴν θέρμανσιν, διότι κατὰ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν διοίκησιν, πάντα ταῦτα τὰ ἔξοδα θὰ ἐπιβαρύνωσι τοὺς δήμους. Ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν, μεταβληθῶσιν εἰς νόμους, εἰς ὁποῖον ποσὸν θὰ ἀνέλθωσιν αἱ διὰ τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πιστώσεις; Εἰς μόνον τὸ ποσὸν τῶν 382,850, ἤτοι θὰ ἔχωμεν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον 160,982 δρ. Προκειμένου περὶ τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἐκδηλώσω μίαν ἀπορίαν, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κύριος σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα τὸν λόγον, εἶναι νὰ ἐξηγήσω τὰς ἀπορίας, αἵτινες μοὶ ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων, νὰ παρακαλέσω δὲ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς, ὅπως λάβωσιν ὑπὸ σημείωσιν τὰς ἀπορίας ταύτας καὶ, ἐὰν ὄχι τὴν ἑσπέραν ταύτην, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν παράσχωσι τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις καὶ πληροφορίας. Δὲν προτίθεμαι νὰ συζητήσω περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλάκων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ τοῦ λοιποῦ Κράτους· περιορίζω μόνον τὴν συζήτησιν εἰς τοὺς χωροφύλακας οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῇ διοικητικῇ ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ βίου ἐν Ἀθήναις, εἶναι ἀδύνατον, κατὰ τὴν ἐμὴν ἐκτίμησιν, νὰ εὕρητε ἀστυφύλακας ἐπὶ μισθῷ 50 δραχ. κατὰ μῆνα. Σήμερον ἔχετε ἀστυφύλακας λαμβάνοντας μισθὸν 90, 80 καὶ 70 δραχ. κατὰ μῆνα. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰς τὰς δύο ἀνωτέρας τάξεις κατατεταγμένων ἦναι ἀνώτερος τῶν εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν κατεταγμένων. Εἶναι ὅμως γνωστόν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀστυφυλάκων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσι σήμερον ἐν τῇ διοικητικῇ ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἶναι πολλοὶ ἔχοντες ὑπηρεσίαν 15 καὶ 20 ἐτῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι κατέστησαν πολύτιμα ὄργανα τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας καί εἰσι δυσαναπλήρωτοι. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται· πρόκειται μόνον περὶ τοῦ ἑξῆς θέματος· ἐὰν εἴπητε εἰς αὐτούς, ὅτι τὸν μισθόν των θέλετε περιορίσει εἰς μόνον 50 δραχμὰς, φρονεῖτε, ὅτι θέλουσιν οὗτοι ἐξακολουθήσει ὑπηρετοῦντες, κατατασσόμενοι εἰς τὴν χωροφυλακήν; Ἴσως μοὶ ἀπαντήσητε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλων. Ἀλλὰ πρῶτον τινὲς ἐξ αὐτῶν ἔχουσι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως κεκτημένον, ἑπομένως θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ τῶν συντάξεων αὐτῶν· ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, οἱοιδήποτε καὶ ἐξ οἱουδήποτε μέρους τῆς Ἑλλάδος καὶ ἂν στρατολογηθῶσιν οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ὑπηρετήσοντες ὡς ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ συντηρῶνται ἐν Ἀθήναις μὲ μόνον τὸν μισθὸν τῶν 50 δραχ. Ἴσως στρατολογηθῶσι τοιοῦτοι, ἀλλ’ οὗτοι βεβαίως δὲν θὰ προσέλθωσι μετὰ τῆς προαιρέσεως νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον εἰλικρινῶς ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς· θὰ προσέλθωσιν ἐνταῦθα, ἐλπίζοντες ὅτι θὰ κερδίζωσι περισσότερα ἐξ ὑπερβασίας ἢ ἐκ παραλείψεως τοῦ ἑαυτῶν καθήκοντος· διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ ἀστυφύλακες, ἢ οἱ χωροφύλακες οἱ ἐκπληροῦντες καθήκοντα ἀστυνομικοῦ κλητῆρος, ἀσκοῦσι τὰ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας δικαιώματα, οὗτοι δὲ εἶναι οἱ κυρίως ἐρχόμενοι εἰς συνάφειαν πρὸς πάντα τὰ ἐπαγγέλματα, οἱ καταγγέλλοντες πάσας τὰς παρεκτροπὰς τῶν βιούντων εἰς τὰς δύο μεγαλοπόλεις, πάσας τὰς παραβάσεις τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων καὶ οἱ συντρέχοντες εἰς τὴν σύλληψιν τῶν ὑπὸ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης καταζητουμένων. Ἀλλ’ ὅταν οὗτοι λαμβάνωσι μισθὸν μὴ ἐπαρκοῦντα εἰς τὰ ἀπολύτως χρειώδη, εἶναι πιθανὸν, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι εὐσυνείδητοι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, δὲν θέλουσιν ἀποφύγει τὸν πειρασμὸν νὰ ἐπιζητήσωσιν, ὅπως ἀπολαύωσί τι πλέον τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τίνα θὰ ἔχητε ἀστυνομίαν; Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ὑπηρετούντων παρὰ τῇ διοικητικῇ ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐνωμοταρχῶν, ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων, εἶναι προσῆκον νὰ μὴ δειχθῇ ἡ Πολιτεία ἐπιλήσμων τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἐχορήγησεν εἰς αὐτοὺς διὰ νόμων, καὶ ἰδίως διὰ τοῦ νόμου ΑΡΠΘʹ τῆς 19 Ἀπριλίου 1884, ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τῆς συντάξεώς των. Ὑπάρχουσι μεταξὺ αὐτῶν πολλοὶ, οἵτινες συνεπλήρωσαν δεκαετῆ καὶ δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δὲν συνεπλήρωσαν εἰσέτι τὴν πρὸς σύνταξιν νόμιμον ἡλικίαν. Εἶναι δίκαιον νὰ ῥιφθῶσιν οὗτοι εἰς τοὺς δρόμους, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν μὲ τὸν μισθὸν τῶν 50 κατὰ μῆνα δραχμῶν; Οὐχὶ ὀλιγώτερον ἄδικον εὑρίσκω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς, καθ’ ἣν οἱ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑπηρετοῦντες ἐνωμοτάρχαι καὶ ὑπενωμοτάρχαι τῆς ἀστυφυλακῆς μετατίθενται εἰς τὴν χωροφυλακὴν ὑποβιβαζόμενοι, ἤτοι οἱ μὲν ἐνωμοτάρχαι ὡς ὑπενωμοτάρχαι, οἱ δὲ ὑπενωμοτάρχαι ὡς χωροφύλακες. Πλὴν τοῦ ἀδικήματος τῶν προσώπων, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ δι’ ὑποβιβασμοῦ ὑπηρετοῦντες ἐν οἱαδήποτε ὑπηρεσίᾳ ἀποβάλλουσι τὸν ζῆλον καὶ τὴν δραστηριότητα, ὧν ἄνευ οὐδεὶς δημόσιος λειτουργὸς ἢ ὑπηρέτης δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκὴς ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων του. Καὶ ὡς πρὸς τοὺς χωροφύλακας, οἵτινες θέλουσιν ὑπηρετεῖ εἰς τὰ λοιπὰ τῆς ἐπικρατείας μέρη, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τοὺς ἀναλαμβάνοντας τὰ καθήκοντα τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων, ἠδύνατο εὐλόγως νὰ γένηται διάκρισις ἀποδοχῶν μεταξὺ τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰς μεγαλοπόλεις, ἔνθα ὁ βίος εἶναι δαπανηρότερος, καὶ τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰς λοιπὰς πόλεις ἢ χωρία. Ὁπωσδήποτε ὅμως παραδέχομαι, ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσιν ἄνδρες ἐφιέμενοι νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἐπὶ ταῖς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγεγραμμέναις ἀποδοχαῖς, ἤτοι ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν 50, ἀρκεῖ μόνον ἡ ὑπόδησις καὶ ὁ ἱματισμός, ἅτινα προσφέρονται αὐτοῖς καὶ ἅτινα ἀναλογοῦσι περίπου πρὸς 9 δραχμὰς κατὰ μῆνα, νὰ μὴ κρατῶνται ἐκ τῆς μισθοδοσίας των. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἔχω, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ ἱματισμὸς καὶ ἡ ὑπόδησις προστίθενται χωρὶς νὰ κρατῶνται ἐκ τῶν 50 δραχμῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ χωροφύλακος δὲν εἶναι μόνον 50 δραχμαὶ, ἀλλὰ, προστιθεμένων τοῦ ἱματισμοῦ καὶ τῆς ὑποδήσεως, εἶναι δραχ. 59 καί τι περισσότερον. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἐπιχορήγησις λόγῳ ἱματισμοῦ καὶ ὑποδήσεως δὲν πρόκειται νὰ κρατῆται ἐκ τῆς μισθοδοσίας των, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ μισθοδοσία των ἀναβιβάζεται εἰς 60 δραχμὰς, εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρητε εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει βιομηχανικὴ ἢ γεωργικὴ ἐργασία, ἐπαρκῆ ἀριθμὸν, ἵνα πληρώσητε τὰ κενά.
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
§217ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως.
§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πεταλᾶς εἶπεν, ὅτι κατὰ τοὺς ἰσχύοντα κανονισμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους παραπέμπει τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ κρατῆται ἐκ τοῦ μισθοῦ ἡ προκαταβολὴ δι’ ἱματισμὸν καὶ ὑπόδησιν. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ, δὲν μεταβάλλομεν τὸ νομοσχέδιον· ἐὰν ὅμως δὲν ἔχῃ οὕτω, εἰσάγομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν, ἵνα μὴ κρατῆται.
§219ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς τὴν ἰδέαν αὐτὴν εἶχον κἀγώ· εἶχον ὅμως ἐνδοιασμόν, διότι τὸ νομοσχέδιον παραπέμπει εἰς τοὺς ἰσχύοντας κανονισμούς. Λοιπὸν, ἐὰν ἡ φράσις αὕτη ἐννοῇ, ὅτι θὰ κρατηθῇ ἐκ τοῦ μισθοῦ ἡ λόγῳ ἱματισμοῦ καὶ ὑποδήσεως προκαταβολὴ, παρακαλῶ νὰ διατυπωθῇ ἄλλως τὸ νομοσχέδιον.
§220ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν κρατεῖται ἀπὸ τοὺς στρατιώτας ὁ ἱματισμός.
§221ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος.
§222Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμούς. Ἐὰν κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους παραπέμπει ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, κρατῆται τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἱματισμοῦ καὶ τῆς ὑποδήσεως, βεβαίως θέλει τροποποιηθῆ τὸ ἄρθρον· ἐὰν ὅμως δὲν κρατῆται, τὸ ἄρθρον ἔχει καλῶς.
§223ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀδύνατον, κατ’ ἐμὲ, νὰ εὑρεθῶσιν ἄνδρες καταταχθησόμενοι εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὰ λοιπὰ τοῦ Κράτους μέρη, πλὴν τῶν μεγαλοπόλεων, ἐπὶ ταῖς ἀποδοχαῖς ταῖς ἀναγραφομέναις εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι ὁ ἐκτὸς τῶν μεγαλοπόλεων βίος εἶναι σχετικῶς εὐθηνότερος, καὶ διότι οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες ἢ χωροφύλακες τῶν μερῶν τούτων ἔχουσι καί τινα ἄλλα νόμιμα ὠφελήματα, ὡς τὰ τῶν συλλήπτρων, τὰ ἐκ τῆς καταδιώξεως τῶν λαθρεμπορίων κτλ. Προκειμένου δὲ περὶ ἀποδοχῶν τῆς χωροφυλακῆς, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ προβάλω μίαν παρατήρησιν, ὅτι, ὡς πρὸς τοὺς ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, αἱ ἀποδοχαὶ αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι προδήλως γλίσχραι, ἀνεπαρκεῖς· ὅταν εἰς τὸν χωροφύλακα δίδετε 50 δραχμὰς, εἰς δὲ τὸν ὑπενωμοτάρχην 55 καὶ εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην 59, βεβαίως ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ μισθοῦ τοῦ χωροφύλακος καὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ ὑπενωμοτάρχου καὶ ἐνωμοτάρχου εἶναι ἐλαχίστη. Εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην καὶ ὑπενωμοτάρχην ἐπιβάλλονται πρόσθετοί τινες ὑποχρεώσεις· εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐνδύωνται εὐπρεπέστερον, εἶναι ὑποχρεωμένοι καὶ ἐν τῷ ἄλλῳ αὐτῶν βίῳ νὰ δαπανῶσι κἄτι τι πλειότερον ἢ ὅσον ὁ κοινὸς χωροφύλαξ, ἡ δὲ μισθοδοσία τῶν 55 ἢ 59 δραχμῶν δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου. Γινώσκομεν δὲ πάντες, ὅτι, ὅταν τις ἦναι μάλιστα προϊστάμενος στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος καὶ ἐκτελῇ εἴτε ἀστυνομικὰ εἴτε ἄλλα καθήκοντα, διαχειρίζεται ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία τῷ παρέχει τὴν εὐκολίαν νὰ πορίζηται τὸ πρὸς συντήρησίν του ἐλλεῖπον ἐκ τῆς παραλείψεως ἢ τῆς ὑπερβάσεως τοῦ ἑαυτοῦ καθήκοντος. Ὅταν ἦναι τόσον γλίσχρος ὁ μισθὸς αὐτοῦ, ὁ πειρασμὸς εἶναι πρόχειρος, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωσι χώραν καταχρήσεις ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Καὶ διὰ ἕτερόν τινα λόγον νομίζω, ὅτι αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἐνωμοταρχῶν πρέπει νὰ βελτιωθῶσιν· ὁ θεμελιώδης σκοπὸς, ὡς ὑπολαμβάνομεν αὐτὸν, τοῦ ἀναδιοργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, εἶναι, ὅπως τὸ σῶμα τοῦτο οὕτω καταρτισθῇ καὶ βελτιωθῇ, ὥστε νὰ διασκεδάσῃ πάσας τὰς κατ’ αὐτοῦ προλήψεις, καὶ νὰ ἀποδειχθῇ ἄξιον τῆς ἑαυτοῦ ἀποστολῆς. Καὶ εἶναι ὑπὸ πάντων ὡμολογημένον, ὅτι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς δὲν εἶναι οἷον ἦτο πρὸ δεκαετίας· τοῦτο δὲ ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὴν ἐν τῷ σώματι τούτῳ κατάταξιν νέων μεμορφωμένων, νέων, οἵτινες κατετάχθησαν ἐν τῷ σώματι τούτῳ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωσι στάδιον, νέων, οἱ ὁποῖοι κατέλιπον τὰς βαθμίδας τοῦ Πανεπιστημίου πρὸ ὀλίγου, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην, εἰσερχόμενοι εἰς τὸ σῶμα τοῦτο, νὰ εὕρωσιν ἐν ταῖς νομίμοις ἀποδοχαῖς αὐτῶν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς των. Ἐὰν εἰς ἕνα νέον, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, δίδετε μισθὸν μόνον 59 ἢ 55 δραχμὰς, βεβαίως ἢ θὰ προσελκύσητε μόνον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντελῶς ἀπηλπισμένος ἐκ τῆς ἑαυτοῦ ἱκανότητος καὶ φιλοπονίας, ἢ δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ ἔχητε κατηρτισμένους νέους πρὸς τὴν περαιτέρω τοῦ σώματος τούτου βελτίωσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Κατ’ ἐμὲ, πρέπει καὶ τὰ προσόντα ἀκόμη, τὰ νῦν ἀπαιτούμενα ἀπὸ τοὺς κατατασσομένους ἐν τῷ σώματι τῆς χωροφυλακῆς διὰ τὰς θέσεις τῶν ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἐνωμοταρχῶν, νὰ βελτιωθῶσι· διότι, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1880, ἐπιτρέπεται ἡ εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς κατάταξις τῶν διετῆ ἐχόντων φοίτησιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ διὰ τὰς θέσεις τῶν ὑπενωμοταρχῶν, ἐπιτρέπεται ἡ κατάταξις εἰς θέσεις ἐνωμοταρχῶν βʹ τάξεως τῶν νέων τῶν ἀποφοίτων τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ κατάταξις δὲ εἰς θέσεις ἐνωμοταρχῶν αʹ τάξεως ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἔχοντας δίπλωμα προλύτου ἢ διδάκτορος. Ἀλλὰ τί παρατηροῦμεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ; Μεταξὺ τῶν προσελθόντων μετὰ πιστοποιήσεως, ὅτι εἶχον διετῆ φοίτησιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὑπῆρξαν οὐκ ὀλίγοι, οἵτινες δὲν εἶχον τὸ παράπαν φοιτήσει εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· γινώσκομεν δὲ πάντες, κατὰ τίνα τρόπον ἐκδίδονται αἱ ἀποδείξεις τῆς φοιτήσεως ὑπὸ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου· κατατάσσονται μέν τινες εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλ’ οὐδὲ προσπελάζουσιν εἰς τὰς πύλας αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ τέλει τοῦ σχολικοῦ ἔτους λαμβάνουσι τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐφοίτησαν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ, ἐπιδιδόμενοι εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα, λησμονοῦσι καὶ ὅ,τι εἶχον μάθει, ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ των δὲ κατέφυγον εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ κατετάχθησαν τινες ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι οὐ μόνον εἶχον ἀπομάθει ὅ,τι ἤκουσαν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, —συνήθως δὲ οὐδὲν ἤκουσαν ἢ ἐμελέτησαν ἐκ τῶν πανεπιστημιακῶν μαθημάτων— ἀλλὰ καὶ ὅ,τι εἶχον μάθει ἐν τοῖς Γυμνασίοις. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ εἴς τινας ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσήγαγον ἀποδείξεις φοιτήσεως τετραετοῦς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, διότι καὶ οὗτοι ἐπίσης δὲν εἶχον τὸν παράπαν φοιτήσει εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἐπιδοθέντες εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα ἐν τῷ μεταξὺ κατετάχθησαν εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἀκατάρτιστοι. Ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ πρᾶγμα ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσήγαγον δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου διδάκτορος ἢ προλύτου, διότι οὗτοι ὑπεχρεώθησαν νὰ μελετήσωσιν, ὑπεχρεώθησαν νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν νομικὴν ἐπιστήμην, καὶ ἂν δὲν ἐγένοντο ἐγκρατεῖς τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, ὅπως ἔπρεπε νὰ γείνωσιν, ἵνα ἐπιδοθῶσιν εἰς τὰ κυρίως δικαστικὰ ἐπαγγέλματα, οὐχ ἧττον κατηρτίσθησαν ὅπως δήποτε νομικῶς καὶ καταταχθέντες ἐν τῷ σώματι τῆς χωροφυλακῆς ἀπέβησαν χρήσιμοι. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀπαιτούμενον, ἐὰν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν βελτιωθῶσι, νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν νὰ ἔχωσι δίπλωμα Πανεπιστημίου, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ἔχωσι καὶ ὑπηρεσίαν διετῆ τοὐλάχιστον ἐν τῷ στρατῷ, ὡς πρὸς τὰς θέσεις τῶν ἐνωμοταρχῶν. Ὡς πρὸς τοὺς ὑπενωμοτάρχας, ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνον τὸ ἀπολυτήριον τοῦ Γυμνασίου καὶ εἰς τὴν διετῆ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν, διότι ἡ διετὴς καὶ τετραετὴς φοίτησις ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδὲν παρέχει ἐχέγγυον. Ἀλλ’ ἐὰν ζητήσωμεν πλὴν τοῦ ἀπολυτηρίου τοῦ Γυμνασίου καὶ διετῆ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν, ἴσως τὰς θέσεις τῶν ὑπενωμοταρχῶν ἀφήσωμεν ἀνοικτὰς καὶ εἰς ἐκείνους τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰ ἄλλα σώματα τοῦ στρατοῦ, καὶ τῶν ὁποίων τινὲς ἔχουσιν ἀπολυτήριον Γυμνασίου· εἶναι δὲ πιθανὸν, τινὲς νὰ προτιμήσωσι νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἵνα ἐν τῷ σώματι τούτῳ δημιουργήσωσι στάδιον εὐρύτερον. Τοιαύτην βελτίωσιν περιέμενον, ὑπὸ τὴν ἄποψιν τῶν προσόντων, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν ἔμαθον, ὅτι οὗτος προτίθεται τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀναλάβῃ τοῦτο ὄχι μόνον τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ σήμερον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ πάσας τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας σήμερον ἐκτελεῖ ὁ στρατός. Ἀλλ’ ἵνα πεισθῶμεν, ἂν, καθ’ ὃν τρόπον καὶ καθ’ ὃ σύστημα ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακὴ ὀργανίζονται διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ θεμελιώδης σκοπὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορῶμεν, ἤτοι ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ πασῶν τῶν ξένων ὑπηρεσιῶν, ὁ χωρισμὸς αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀσχολιῶν τῶν σημερινῶν, αἵτινες καθιστῶσιν ἀνέφικτον καὶ δυσεκπλήρωτον τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν τοῦ στρατοῦ, δέον νὰ ἐξετάσωμεν, ὁποίαν σήμερον ἐκτελεῖ ὑπηρεσίαν ἡ χωροφυλακὴ διὰ τῆς ὁποίας ἔχει δυνάμεως, τὴν ὁποίαν γινώσκομεν ἐκ τοῦ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, ὅστις εἶναι πιστὸν ἀντίγραφον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν παρελθόντων ἐτῶν γινώσκομεν, ὅτι ἡ σημερινὴ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς συνίσταται ἀπὸ 143 ἀξιωματικοὺς καὶ 3374 χωροφύλακας. Πρῶτον ἔχομεν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δασοφυλακῆς, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἀπασχολοῦνται 350 ἄνδρες, ὑπαξιωματικοὶ καὶ χωροφύλακες· ἔχομεν δεύτερον τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπασχολοῦνται 195 ἄνδρες. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου ἀριθμὸν κατά τι ἐλάσσονα, ἀλλ’ ἐγὼ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἀρύομαι ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν...
§224Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). 298 καὶ 131.
§225ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἤκουσα, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει 350 καὶ 195.
§226Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατ’ ἀνώτατον ὅρον.
§227ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν σήμερον ἀπασχολοῦνται χωροφύλακες 2285, πλὴν τῶν ἐκ τῶν ἄλλων σωμάτων, καὶ ἰδίως τοῦ πεζικοῦ, λαμβανομένων στρατιωτῶν, διότι, ὡς γνωστὸν, σήμερον χρησιμεύουσιν ὡς ἀστυνομικοὶ κλητῆρες χωροφύλακες, καὶ στρατιῶται ἀκόμη, εἰς ἃ μέρη δὲν ἐπαρκοῦσιν ἢ δὲν ὑπάρχουσιν ἀστυφύλακες. Ἡ χωροφυλακὴ, πλὴν τούτων, δίδει σήμερον ἄνδρας εἰς συνοδείαν τῶν εἰσπρακτόρων καὶ εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων τῶν ἐκδιδομένων κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἐν γένει δὲ αὕτη ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα τῆς ἀναγκαίας ὑπηρεσίας διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων εἶναι ἀπαραίτητος ἡ δύναμις 650 ἀνδρῶν.
§228ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον ἡ χωροφυλακὴ σήμερον.
§229ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κυρίως ἡ χωροφυλακὴ ἐκτελεῖ τὰς πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων ὑπηρεσίας, ἔρχεται δὲ ἐπίκουρον τὸ πεζικὸν εἰς ποσότητα ἀνδρῶν μὴ ὑπερβαίνουσαν τοὺς 200. Οἱ χωροφύλακες σήμερον, εἶναι γνωστὸν, ὅτι χρησιμεύουν εἰς συνοδείαν ὑποδίκων, εἰς συνοδείαν καταδίκων, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀνακριτῶν, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Εἰσαγγελέων, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐν γένει τῶν δικαστηρίων, καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Β. ἐπιτρόπων τῶν Στρατοδικείων καὶ ἐν γένει τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν Στρατοδικείων. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων ἄλλοτε εἶχον προέλθει, καὶ τοὺς ὁποίους οἱ Ὑπουργοὶ εἶχον μεταδώσει εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην ἀσχολοῦνται τοὐλάχιστον 700 χωροφύλακες. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἐργασίαι, ὑπάρχουσιν αἱ ὑπηρεσίαι τῶν Μοιραρχιῶν καὶ διάφοροι ἄλλαι μικραὶ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας, ὡς μὴ εἰδικὸς, δὲν δύναμαι ν’ ἀπαριθμήσω, εἰς τὰς ὁποίας ὅμως ὑπολογίζουσιν οἱ εἰδικοὶ, ὅτι ἀσχολοῦνται τοὐλάχιστον 250 χωροφύλακες. Οὕτως, ὡς παρατηρεῖτε, ἔχετε τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, ἀποτελουμένης ἐξ ἀνδρῶν 4235 εἰς ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ χωροφύλακας. Αὗται εἰσιν αἱ ἀπασχολήσεις τῆς σημερινῆς χωροφυλακῆς. Ποῖον ἀριθμὸν ἀνδρῶν θὰ προσθέσωμεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ ποίας ὑπηρεσίας θὰ προσθέσωμεν εἰς βάρος αὐτῆς; Ἡ πρόσθετος δύναμις εἰς τὴν χωροφυλακὴν θέλει συνίστασθαι εἰς 23 ἀξιωματικοὺς, εἰς 189 ὑπαξιωματικοὺς καὶ εἰς 2130 χωροφύλακας. Τὸ ὅλον τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουσι προστεθῆ εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἀναδιοργανουμένην, εἰς ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ χωροφύλακας, ἀνέρχεται εἰς 2,342. Ἀλλ’ εἰς τὴν χωροφυλακὴν πρόκειται νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀνεξαρτήτως τῶν 1800 ἀστυφυλάκων, ἀνεξαρτήτως τῶν 345 ἀξιωματικῶν καὶ 292 ὑπαξιωματικῶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ 2,457, ἀσχολοῦνται σήμερον εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν 2,285 χωροφύλακες, ἀσχολοῦνται συγχρόνως καὶ σχεδὸν 2,000 στρατιῶται, διότι κατὰ στατιστικὴν, ἄλλοτε κατατεθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν, τῇ προκλήσῃ δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνων Βουλευτῶν, ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία σήμερον μετὰ τῶν ἀστυφυλάκων ἀπασχολεῖ 7,000 ἄνδρας. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ μίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ χωροφυλακὴ σήμερον δὲν ἐκτελεῖ· ἔχομεν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ ὁ στρατὸς, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι βεβαίως πρέπον ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατόν· ὑπολογίζουσιν οἱ ἁρμόδιοι, ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἀπασχολοῦνται τοὐλάχιστον 1000 στρατιῶται. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἑτέραν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον δὲν ἐκτελεῖ ἡ χωροφυλακή, ἤτοι τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν. Περιορίζω τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν εἰς μόνον τὰς ἐξεταστικὰς φυλακάς· ἐξεταστικαὶ δὲ φυλακαὶ, ὡς γνωστὸν, ὑπάρχουσιν ὅπου ὑπάρχει ἕδρα Πρωτοδικείου· εἶναι δηλ. ἐξεταστικαὶ φυλακαὶ 16 εἰς τὰς 16 πρωτευούσας τῶν νομῶν· ὑπάρχουσι καὶ ἕξ ἀκόμη ἐξεταστικαὶ φυλακαὶ εἰς ἃς πόλεις ὑπάρχει ἕδρα Πρωτοδικείου, χωρὶς νὰ ἦναι πρωτεύουσα νομοῦ· τοιαῦται δέ εἰσιν ἐν Βόλῳ, ἐν Καρδίτσῃ, ἐν Ἀμφίσσῃ, ἐν Λευκάδι, ἐν Πύργῳ καὶ ἐν Κυπαρισσίᾳ. Ἔχομεν λοιπὸν 22 ἐξεταστικὰς φυλακάς· ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φρουρήσωμεν τὰς φυλακὰς αὐτὰς, καὶ νὰ τὰς φρουρήσωμεν κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς κρατοῦντας, δηλ. διὰ δυνάμεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι τριπλασία τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς φύλαξιν αὐτῶν· ἔχομεν τὰ καταστήματα τῶν Τραπεζῶν, τὰ καταστήματα τῶν ταμείων, τὰ καταστήματα τῶν καπνοκοπτηρίων, καὶ τόσα ἄλλα καταστήματα, εἰς τὰ ὁποῖα σήμερον εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ φρουρά. Μὲ τὴν μεγαλειτέραν φειδωλίαν ἂν ὑπολογίσητε τοὺς ἄνδρας τούτους, δὲν δύνασθέ ποτε νὰ οἰκονομήσητε πάσας τὰς ἀνάγκας ταύτας μὲ ἀριθμὸν ἐλάσσονα τῶν 1500.
§230ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Διὰ τὰς φυλακὰς μόνον;
§231ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅλα· ἐξεταστικὰς φυλακὰς 22, τὰ ταμεῖα ὅλα τοῦ Κράτους, τὰς Τραπέζας, τὰ Λογιστήρια, τὰς ἑταιρίας κτλ.
§232ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Καὶ τὴν Βουλήν.
§233ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φρουρὰ τῆς Βουλῆς δύναται ν’ ἀποτελῆται ἀπὸ ἄνδρας τοῦ πεζικοῦ ἢ τῶν ἄλλων ὅπλων, διότι ἐν Ἀθήναις ἑδρεύουσι 2 συντάγματα, ἅτινα ἄνευ βλάβης τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ δύνανται νὰ χορηγῶσι τοὺς ἀναγκαίους ἄνδρας καὶ διὰ τὴν φρούρησιν τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὴν φρούρησιν τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν.
§234Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε; Ἐὰν συμπεριλάβητε τὰς φρουρὰς Τραπεζῶν, ὡς εἴπετε, ταμείων κτλ., κατὰ κατάστασιν τοῦ 1890, ἀνέρχονται εἰς στρατιώτας μόνον 2263.
§235ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περιλαμβάνετε καὶ τὰς σωφρονιστικὰς φυλακάς;
§236Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὅλαι αἱ φρουραὶ αἱ ἡμερήσιαι διὰ τοὺς στρατῶνας, διὰ τὰ ταμεῖα καὶ διὰ τὰς Τραπέζας, κατὰ κατάστασιν τοῦ 1890, ἀνέρχονται εἰς 333 ὑπαξιωματικούς, 45 σαλπιγκτὰς καὶ 2263 στρατιώτας.
§237ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψιν· ἀλλὰ ἐκ τῶν ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἀφαιρῶ ἐκείνους τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦνται εἰς τὰς ποινικὰς ἢ σωφρονιστικὰς φυλακὰς, αἱ ὁποῖαι σήμερον ὑφίστανται εἰς ἃς πόλεις ὑπάρχουσιν ἕδραι συνταγμάτων, διότι ἐκεῖ εἶναι δυνατὸν, ἄνευ βλάβης τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ, διὰ τῶν ἀνδρῶν τῶν συνταγμάτων αὐταὶ αἱ φρουραὶ νὰ ἐκτελῶνται, δι’ αὐτὸ δὲ περιώρισα τὸν ἀριθμὸν εἰς 1500. Ἔχομεν οὕτως ἀνάγκην προσθήκης τοὐλάχιστον 7,000 ἀνδρῶν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ νομοσχέδιον προστίθενται 2,342 εἰς ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ χωροφύλακας, δέον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς περίπου 5,000, ἤτοι ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς εἰς ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ χωροφύλακας δέον νὰ ἀνέλθῃ εἰς 9,000, ἢ τοὐλάχιστον εἰς 8,500. Δέον δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ λειτουργεῖ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς της δι’ ἀπεσπασμένων ἀνδρῶν. Εἰς σταθμούς τινας ἀστυνομικοὺς ἢ εἰς ὡρισμένην τινὰ ὑπηρεσίαν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἢ εἰς τὴν καταδίωξιν φυγοποίνων καὶ φυγοδίκων κτλ., ἀποστέλλονται συνήθως 3 ἕως 5 ἄνδρες. Εἶναι λοιπὸν ἀπαιτούμενον αἱ ἐνωμοτίαι ν’ ἀποτελῶνται ἐκ 15 τὸ πολὺ ἀνδρῶν καὶ οὐχὶ ἐξ 22, ὥστε καὶ εἰς τὰ μικρὰ ἀποσπάσματα νὰ ὑπάρχῃ προϊστάμενος εἷς ὑπενωμοτάρχης. Αἱ ἐνωμοτίαι τῆς χωροφυλακῆς δέον νὰ αὐξηθῶσι τοὐλάχιστον εἰς 400. Αἱ εἰς τὸ νομοσχέδιον ἀναγραφόμεναι 240 εἰσὶ προδήλως ἀνεπαρκεῖς. Τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου χορηγουμένην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄδειαν, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ προσθέτῃ εἰς τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς 1000 ἄνδρας ἐκ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, θεωρῶ λίαν ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Ὁ σκοπὸς τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος πρὸς τὸν προορισμὸν τῆς χωροφυλακῆς. Οἱ ἐξ ἐθελουσίας μάλιστα κατατάξεως προερχόμενοι εὔζωνοι, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς δὲν ὑπερβαίνει τοὺς 500, εἰσὶ προωρισμένοι διὰ τὴν φρούρησιν τῆς μεθορίου γραμμῆς. Ἐν γένει δὲ τὰ εὐζωνικὰ τάγματα ἀποτελοῦσιν ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ καὶ δέον νὰ ἐκπαιδεύωνται, ὅπως καὶ οἱ στρατιῶται τοῦ πεζικοῦ, ἵνα ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης δράσωσι μετὰ τοῦ λοιποῦ στρατοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑψηλῆς αὐτοῦ ἀποστολῆς. Δὲν ἐννοῶ ἑπομένως τὸν λόγον, οὗ ἕνεκεν ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἀποσπῶνται 1000 ἄνδρες ἐκ τῶν ταγμάτων τούτων εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἀναγνωρίζει βεβαίως καὶ αὕτη τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν 6,000 ἀνδρῶν, δι’ ὧν κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖται ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ καίτοι ἀναγνωρίζουσα τοῦτο, προτιμᾷ τὸ σύστημα τῆς ἀποσπάσεως, ὅπερ εἶναι νῦν ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ ὅπερ ἀνῄρεσε τὸν προορισμὸν τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἐννοεῖ δέ, ὅτι, ἅπαξ τοῦ συστήματος τούτου γενομένου δεκτοῦ, ἡ ἀπόσπασις ἀνδρῶν ἐκ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ θὰ λάβῃ μείζονας διαστάσεις καὶ θὰ ἐπαναφέρῃ τὰ τοῦ στρατοῦ εἰς ἣν σήμερον εὑρίσκονται κατάστασιν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἄνευ τοῦ ἀριθμοῦ 8,000 χωροφυλάκων εἶναι ἀδύνατον, μὲ ὁσηνδήποτε καὶ ἂν θελήσητε αὐστηρότητα καὶ οἰκονομίαν πάσας ταύτας τὰς ὑπηρεσίας νὰ διοργανίσητε, εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ ἐκτελέσῃ ἡ χωροφυλακὴ πάσας ταύτας τὰς ὑπηρεσίας—αἱ ὁποῖαι εἶναι σήμερον ἀνατεθειμέναι εἰς τὸν στρατὸν—καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐγὼ μάλιστα εἶχον γενικωτέραν ἰδέαν περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι αὕτη ἠδύνατο, ὀργανιζομένη προσηκόντως καὶ περιλαμβάνουσα μείζονα ἀριθμὸν ἀνδρῶν, νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὴν φρούρησιν τῶν τελωνείων, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ σώματος τῆς τελωνοφυλακῆς, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου ὀργανισμοῦ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἦτο δυνατὸν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου νὰ ἐξυπηρετηθῶσι σκοπιμώτερον. Ἀλλὰ περὶ τούτου σήμερον δὲν πρόκειται· πρόκειται μόνον περὶ ὅλων τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι πρέπον νὰ ἀφαιρεθῶσιν ὁπωσδήποτε ἐκ τοῦ στρατοῦ, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἂν δὲν ἔχητε τὸν ἀριθμὸν τῶν 8,000, εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ ἐπιτύχητε τοῦ σκοποῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀφορῶσι τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν πρόκειται. Βεβαίως ἡ δαπάνη ἡ πρὸς τοῦτο ἀπαιτηθησομένη ἔσεται ἀνωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις, διότι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς κυβερνητικούς, ἤτοι κατὰ τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον εἰσηγητήριον ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δρ. 550,000· κατὰ δὲ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκα ὑμῖν, μεταφέρων τοὺς κυβερνητικοὺς ὑπολογισμοὺς, περιορίζεται εἰς μόνον 75,000. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ δύο νομοσχέδια, τὰ ἤδη ὑπὸ συζήτησιν, γένωνται ἀποδεκτὰ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν, ὡς ὑπεβλήθησαν, τότε οὔτε ἀστυνομίαν θὰ ἔχητε, οἵα σήμερον εἶναι, οὔτε χωροφυλακὴν ἀνταξίαν ἢ ἱκανὴν διὰ ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἢ μᾶλλον διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας κατὰ τὸν σκοπὸν τοῦ νέου διοργανισμοῦ πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ αὕτη. Ψηφίζοντες τὰ νομοσχέδια, ὡς ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ αὐξήσητε τὰς δαπάνας, θ’ ἀναστατώσητε καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, χωρὶς νὰ συντελέσητε τὴν προσήκουσαν καὶ ἐπιδιωκομένην στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, οὕτω δὲ ἀντὶ καλοῦ θὰ γίνητε πρόξενοι κακοῦ. Νομίζω, ὅτι, ἂν ὄντως ἡ Κυβέρνησις ἀφορᾷ εἰς τὴν σύνταξιν τὴν στρατιωτικὴν, ἤ, ἂν μεταχειρισθῶ αὖθις φράσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν τῶν ἐν τῷ στρατῷ, εἰς τρόπον ὥστε ὁ στρατὸς ἡμῶν νὰ γείνῃ ἄξιος τοῦ ὀνόματος, νὰ ἐκπαιδεύηται οὕτως, ὥστε νὰ ᾖναι δυνατὸν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης νὰ μεταστῇ προχείρως καὶ εὐδοκίμως εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, πρέπει ἀλλαχοῦ νὰ μετέλθωμεν τὴν αὐστηρὰν καὶ ἡρωϊκὴν οἰκονομίαν, καὶ νὰ πορισθῶμεν ἐκ τῶν σημερινῶν τοῦ Κράτους ἐσόδων τὰ μέσα πρὸς αὔξησιν τῶν διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὴν χωροφυλακὴν πιστώσεων. Δὲν ἐννοῶ τὴν αὔξησιν τῶν πιστώσεων τούτων πρὸς δημιουργίαν θέσεων ἀνωτέρων βαθμοφόρων, διότι καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ ἐκδηλώσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐν τοιαύτῃ καταστάσει οἰκονομικῇ πρέπει ὅσον ἔνεστι ν’ ἀποφεύγωμεν τὴν προαγωγὴν εἰς ἀνωτέρας στρατιωτικὰς θέσεις καὶ πρέπει νὰ φροντίζωμεν, ὥστε διὰ τῶν ὑπαρχόντων ἀνωτέρων βαθμοφόρων, ἂν ᾖναι δυνατόν, πάσας ἡμῶν τὰς ὑπηρεσίας νὰ ἐκτελῶμεν. Γινώσκομεν ἄλλως τε, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι νικηφόρως ἔδρασε στρατὸς ὀλιγίστους ἔχων ἀνωτέρους ἀξιωματικούς. Εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς ὀφείλομεν ἀναγκαίως νὰ μὴ ὦμεν φειδωλοί, ὅπως ἔχωμεν ἐπαρκῆ ἀριθμὸν κατωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπαραίτητοι καὶ διὰ τὸν στρατὸν καὶ διὰ τὴν χωροφυλακήν. Προκειμένου μάλιστα περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀξία μελέτης ἡ ἰδέα, ἂν δὲν εἶναι πρέπον διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν ὑπεραρίθμων κατωτέρων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσι νῦν εἰς τὰ ἄλλα σώματα, ἐάν τινες ἐξ αὐτῶν προτιμῶσι νὰ εἰσέλθωσιν, ὁριστικῶς ὅμως, εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Πρὸ ὀλίγου ἐλέχθη ὑπὸ πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι πλεονάζουσιν εἰς τὰ λοιπὰ σώματα περίπου 113 ἢ 115 ἀνθυπολοχαγοί...
§238ΣΕΧΟΣ. 113.
§239ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 113... Οἱ 113 οὗτοι βεβαίως δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐκβιασθῶσιν, ἵνα καταταχθῶσιν εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλά, ἐπαναλέγω, ἐάν τινες ἐξ αὐτῶν, νομίζοντες ὅτι δύνανται νὰ ἔχωσιν εὐρύτερον στάδιον, ἐπιθυμοῦσι νὰ καταταχθῶσιν ἐν τῷ σώματι τῆς χωροφυλακῆς, πρέπει νὰ παρασχεθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ εὐκολία, ὥστε μὲ τὸν αὐτὸν βαθμὸν νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Νομίζω ἀκόμη, ὅτι καὶ ἕτερόν τι δύναται νὰ γείνῃ. Ὑπάρχουσι πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον ἀπὸ τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Ἐὰν δύνανται μεταξὺ αὐτῶν νὰ ὑπάρχωσί τινες ἐφιέμενοι τὴν κατάταξίν των εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐνωμοτάρχου πρώτης τάξεως, νομίζω, ὅτι ἔχουσιν οὗτοι πάντα τὰ προσόντα, τὰ δυνάμενα νὰ καταστήσωσιν αὐτοὺς χρησίμους ἐν τῇ χωροφυλακῇ.
§240ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δύνανται νὰ καταταχθῶσι δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ εὐεργετικοῦ. Διὰ νὰ γείνῃ τις ἔφεδρος ἀξιωματικός, πρέπει νὰ ᾖναι διδάκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου.
§241ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων εἰσέρχονται καὶ ἐκπαιδεύονται πάντες οἱ κληρωτοὶ οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Δὲν ἀπαιτεῖται ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἔχωσι διδακτορικὸν δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου· ἐὰν εἶχον τοιοῦτον δίπλωμα, θὰ ἦτο εὔκολος ἡ εἰς τὴν χωροφυλακὴν κατάταξίς των εἰς τὴν θέσιν ἐνωμοτάρχου. Τό γε νῦν, ἵνα οὗτοι καταταχθῶσιν ἐνωμοτάρχαι, ἀπαιτεῖται νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ διάταξις εἰδική. Ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἀῤῥήκτως συνδεδεμένον μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως, νομίζω, ὅτι δύναμαι — προτίθεμαι ἄλλως τε μόνον παρατηρήσεις καὶ ἀπορίας νὰ προβάλω — δύναμαι καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο νὰ εἴπω τινά, ὅπως, ἂν ᾖναι δυνατόν, εἰς ἄλλην συνεδρίασιν διαφωτισθῶμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς εἶναι γνωστόν, διεφώνησα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον εἰσαχθέντος ὑπ’ αὐτῆς, ψηφισθέντος παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μήπω κυρωθέντος ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ὑφεστῶτος συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Διεφώνησα, διότι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία πολυτίμους προσήνεγκεν ὑπηρεσίας εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν, αἵτινες εἶχον παραλύσει ὑπὸ τὸ προηγούμενον σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας· προσήνεγκεν ὡσαύτως πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὰ τοῦ Δημοσίου συμφέροντα, συνεβάλετο εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἐγκληματικότητος, εἰς τὴν καταστολὴν τῆς ζωοκλοπῆς καὶ εἰς τὴν σύλληψιν φυγοδίκων. Ἐχαρακτήρισα ὡς μέγιστον σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου, ὅπερ παρεῖχε πάσας τὰς ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς ἀποτελεσματικῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἐχαρακτήρισα οὐχ ἧττον ὡς σφάλμα καὶ τὴν ἑτέραν τῆς Κυβερνήσεως πρότασιν νόμου, καθ’ ἣν ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπηρετοῦσι μόνον οἱ βουλόμενοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, διότι ὡς ἐκ τοῦ νόμου τούτου ἀπεχώρησαν ἐκ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἀξιωματικοὶ χρηστοὶ, ἀφωσιωμένοι εἰλικρινῶς εἰς τὸ καθῆκόν των καὶ ἀποστέργοντες νὰ γένωνται ὄργανα φατρίας. Σήμερον ὅμως προβάλλεται ἡ μεταβολὴ τοῦ λειτουργοῦντος ἀστυνομικοῦ καθεστῶτος, ὑπὸ τύπον δικαιολογικὸν, ὅστις καθίστησιν ἀναπολογήτους ἡμᾶς τοὺς ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας συνηγορήσαντας ἢ σχόντας τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Σήμερον ἐπικρατεῖ πασῶν τῶν ἄλλων ἰδεῶν καὶ ἐπιθυμιῶν τοῦ ἔθνους ἡ πλήρης στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, ὡς ἐπιβαλλομένη ἡμῖν ὑπὸ τῶν περιστάσεων καὶ ὡς ἀναποφεύκτως χρήσιμος πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πόθων. Πρὸς ἐπίτευξιν τούτου εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ σήμερον ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ διατελοῦντες, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς 345. Συνηγορήσας ἐκθύμως ὑπὲρ τῆς ἐπειγούσης στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, δὲν δύναμαι ν’ ἀντιταχθῶ κατὰ τοῦ προβαλλομένου συστήματος τῆς εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἀναθέσεως τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τοῦ κρατοῦντος νῦν συστήματος ἀστυνομικῆς διοικήσεως ἦτο ἡ διὰ τῆς χωροφυλακῆς ἐκτέλεσις τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς ἐπετράπη διὰ τοῦ σχετικοῦ νόμου ν’ ἀποσπασθῶσιν οἱ ἀναγκαῖοι ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν λοιπῶν ὅπλων. Πρὸς ἐπίτευξιν τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας προεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ διοργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ εἰς συμπλήρωσιν αὐτοῦ ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἀναγράφει, ὅτι εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν θὰ καταταχθῶσιν ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ χωροφύλακες μεθ’ ὑπαξιωματικῶν, πρὸ πάντων εἰς τοὺς δήμους, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ὑπάρχῃ διοικητικὴ ἀστυνομία. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐν οἷς δήμοις δὲν ὑπάρχει πληθυσμὸς ἀνώτερος τῶν 10,000 δὲν θὰ ἐγκατασταθῇ διοικητικὴ ἀστυνομία· θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς αὐτοὺς δημοτικοὶ ἀστυνόμοι, οὐχὶ μὲ ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, οἵους εἶχον ἄλλοτε, ἀλλὰ μὲ χωροφύλακας, διοικουμένους ὑφ’ ἑνὸς ἐνωμοτάρχου. Εἶναι, νομίζω, ἀναγκαῖον ἓν κυρίως πρᾶγμα νὰ κατασταθῇ γνωστόν· εἶναι δυνατόν, εἶναι προσῆκον, εἰς τὸν ἀστυνόμον τὸν εἰδικὸν, ἢ εἰς τὸν δήμαρχον τὸν ἐκπληροῦντα χρέη ἀστυνόμου, — διότι εἰς τοὺς δήμους δὲν ἐπιτρέπουσι τὰ μέσα νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὸς ἀστυνόμος — εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, δυνατὸν καὶ πρακτικῶς καταληπτὸν, νὰ διοικῇ ἓν ἀπόσπασμα στρατιωτικῶς ὠργανισμένον καὶ διατελοῦν ὑπὸ ἕνα ἐνωμοτάρχην ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος; Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, ὅπου κατὰ τὸν νόμον ἐπιτρέπεται νὰ διορίζωνται καὶ πολῖται ἀστυνόμοι, ἔχοντες ὡρισμένα προσόντα. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, ἢ καὶ τοὺς δήμους, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 10,000, θὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς ἢ ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, ὡς ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν, νὰ ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις, ἡ διεύθυνσις καὶ χειραγώγησις στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων εἰς ἁπλοῦς πολίτας. Σήμερον, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία ἡ ἀστυνομικὴ διεξάγεται καλῶς ὑπὸ ἀστυφυλάκων στρατιωτικῶς ὠργανωμένων, διεξάγεται οὕτω κανονικῶς, διότι προΐστανται αὐτῶν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐπιβάλλονται εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ δὲν γινώσκω, ἐὰν ἦναι δυνατὸν ἢ ἐπιτετραμμένον ἢ προσῆκον νὰ διοικῶνται ἀπὸ τὸν δημοτικὸν ἀστυνόμον, ἀπὸ τὸν δήμαρχον, ἢ ἀπὸ τὸν πολιτικὸν ἀστυνόμον, τὸν πολίτην, ὁ ὁποῖος θὰ διορισθῇ. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπει, ὅπου θεωρηθῇ ἀκίνδυνον, νὰ ὑπάρχωσι δημοτικοὶ ἀστυνόμοι, καὶ ὅπου θεωρηθῇ ἀνάγκη, νὰ ὑπάρχωσι στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι, θὰ ἔχωμεν ἓν κρᾶμα ἀστυνομίας, ποὺ μὲν στρατιωτικοὺς, ἀξιωματικοὺς δηλαδή, ποῦ δὲ πολίτας. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ κρᾶμα θὰ ὑπάρχῃ μόνον ὡς πρὸς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους ὅμως δήμους θὰ ἔχωμεν δημοτικοὺς ἀστυνόμους, ἀλλὰ οὐχὶ πλήρεις, ἤτοι μόνον ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀστυνόμου, ἅπαν δὲ τὸ προσωπικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου κυρίως θὰ ἐκτελῆται ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία, θὰ ἦναι ἐκ βαθμοφόρων καὶ χωροφυλάκων. Ἀλλὰ εἰς τοὺς δήμους διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλονται ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι σήμερον δὲν ἐπιβάλλονται· ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς δήμους τὰ ἐνοίκια τῶν Εἰρηνοδικείων, ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς δήμους τὰ ἐνοίκια τῶν ἀστυνομικῶν καταστημάτων καὶ τὰ ἔξοδα τῶν ἀστυνομιῶν, τὰ ἔξοδα τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θερμάνσεως. Αὐτὰ δὲ ἀνέρχονται εἰς 479,552 δραχ.
§242ΣΤΑΗΣ. Μόνον;
§243ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει).
| Ἔξοδα ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς | δρ. | 7,452 |
| Ἐνοίκια Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς | » | 37,000 |
| Ἔξοδα ὑπηρεσίας ἀστυνομιῶν τοῦ λοιποῦ Κράτους | » | 143,100 |
| Ἐνοίκια ἀστυνομιῶν λοιποῦ Κράτους | » | 210,000 |
| Ἐνοίκια εἰρηνοδικειακῶν καταστημάτων | » | 82,000 |
| ἤτοι ἐν ὅλῳ | » | 479,552 |
Ἐρωτῶ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ εἰσφοραὶ, εἰς τὰς ὁποίας σήμερον ὑποχρεοῦνται οἱ δῆμοι ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; Βεβαίως αἱ εἰσφοραὶ δέον νὰ καταργηθῶσι. Βεβαίως δὲν εἶναι λογικὸν νὰ ὑφίστανται οἱ δῆμοι τὰς εἰσφορὰς καὶ συγχρόνως αὐτὰ τὰ νέα βάρη, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλονται εἰς αὐτούς. Ἐννοεῖται, ὅτι οἱ δῆμοι πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῶσι καὶ μὲ μίαν νέαν δαπάνην, δηλαδὴ μὲ τὰ ἔξοδα τῶν δημοτικῶν ἀστυνόμων—ἐννοῶ τοὺς δήμους, τοὺς ἐκτὸς τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, διότι καὶ ἐκτὸς τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν ὑπάρχουσι δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους πρότερον ὑπὸ τὸ πρώην καθεστὼς ὑπῆρχον εἰδικοὶ ἀστυνόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον μισθοδοσίαν ἰδιαιτέραν. Αὐτοὶ λοιπὸν πρόκειται νὰ μισθοδοτῶνται εἰς βάρος τοῦ δήμου, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν σήμερον, ὅτι οἱ δήμαρχοι τῶν τοιούτων δήμων δὲν δύνανται νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθόν των. Φαντασθῆτε, ἂν ὑπὸ τὴν ὑφεστῶσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν δήμων θὰ λαμβάνῃ μισθὸν ὁ ἀστυνόμος! Γινώσκομεν πάντες, κατὰ τίνα τρόπον συντηροῦνται σήμερον οἱ ἐν ὑπηρεσίᾳ δημοτικῇ διατελοῦντες, καθόσον πολλοὶ δήμαρχοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι τῶν μικρῶν δήμων ὑπέβαλον παραιτήσεις, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ λαμβάνωσι μισθόν. Φοβοῦμαι, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐμμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν θέλει προβῆ εἰς τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ πρὸς ἐπικύρωσιν παρὰ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θέλει προσβλέψει εἰς τὴν ὑφισταμένην ἐν τῷ Κράτει κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ θέλει πρὸ παντὸς ἐνθυμηθῆ ὅ, τι κυρίως τὴν ἐβίασε, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως τὸν νόμον, ὅστις κατὰ τὴν ἡγουμένην σύνοδον ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸν τοῦτον τὸν φόβον νομίζω ὅτι θέλει γεννήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἂν μεταβληθῇ εἰς νόμον, θέλει δὲ ἀπομείνει καὶ τὸ νομοθέτημα τοῦτο ὡς ἀπέμεινε τὸ ἕτερον, τὸ ἐψηφισμένον παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀνεπικύρωτον παρὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Ἐπειδὴ ὅμως νομίζω, ὅτι ἡ ἐποχὴ, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, εἶναι ἐποχή, καθ’ ἣν πρέπει ὡριμώτερον τὰ πάντα νὰ μελετῶμεν, καὶ μετὰ ὥριμον μελέτην νὰ προερχώμεθα εἰς μέτρα νομοθετικὰ τοιαύτης σπουδαιότητος, οἷα εἶναι καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὴν ἀστυνομίαν, ὑπέλαβον ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ ἐνδείξω πάσας ταύτας τὰς ἀπορίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἀξιώσω παρ’ αὐτῆς, ὅπως κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εὐαρεστηθῇ νὰ παράσχῃ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ καταλήξω τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἐπαναλάβω ὅ,τι ἀρχῆθεν εἶπον, τουτέστιν, ὅτι διὰ τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχεδίων, μεταβαλλομένων εἰς νόμους, δὲν θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, οἵαν ἐπιβάλλουσιν αἱ σημεριναὶ περιστάσεις, καὶ ὅτι τὰ διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ὑποβαλλόμενά εἰσιν ἡμίμετρα, μὴ ὁδηγοῦντα εἰς τὸν κύριον καὶ θεμελιώδη σκοπὸν, ὅστις φαίνεται ὑπαγορεύσας ταῦτα, καὶ οὗ ἕνεκεν εἶναι διατεθειμένον τὸ ἔθνος νὰ ὑποστῇ θυσίας.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§245Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω τροποποιήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1· ἐπειδὴ δὲ εἶναι μακρὸν, παρακαλῶ τὸ Γραφεῖον νὰ προσέξῃ, διὰ νὰ ἐπιφέρῃ τὰς προτεινομένας τροποποιήσεις. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου, εἰς τὸ μέρος τὸ πραγματευόμενον περὶ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου ᾼΛΖʹ, ἔχει τὸ κείμενον: «Ἡ χωροφυλακὴ ἀποτελεῖται αʹ) ἐκ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἀποτελουμένου 1) ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς συνταγματάρχην». Ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ κατάστασις τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς νὰ μὴ παρέχῃ τὴν εὐκαιρίαν εἰς εὕρεσιν ἢ εἰς προαγωγὴν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου ἐκ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λαμβάνῃ τὸν συνταγματάρχην ἐξ ἄλλου τινὸς ὅπλου.
§246ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ λέγει: «Ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς συνταγματάρχην».
§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀκριβῶς πρέπει νὰ προσδιορισθῇ τοῦτο. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἔθεσα «ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς συνταγματάρχην» — ὅστις δύναται νὰ ἀνήκῃ καὶ εἰς ἄλλο ὅπλον τοῦ στρατοῦ — «ἢ ἀντισυνταγματάρχην τῆς χωροφυλακῆς». Προσέτι ἀντὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3, τὸ ὁποῖον λέγει «ἀπὸ ἕνα ταγματάρχην προϊστάμενον τοῦ γραφείου τοῦ Ἀρχηγείου», νὰ τεθῇ «ἀπὸ ἕνα ἀντιμοίραρχον, ὑπασπιστὴν τοῦ ἀρχηγοῦ». Εἰς τὴν δευτέραν σελίδα τοῦ νομοσχεδίου «Ἄρθρον 10 νόμου ᾼΦΛΓʹ», εἰς τὸ τέλος, λέγει «καὶ δʹ) ἂν δὲν ἀποδείξῃ ὅτι γνωρίζει ν’ ἀναγινώσκῃ ἀπταίστως καὶ νὰ γράφῃ ὀρθῶς.» Τοῦτο δύναται νὰ παρεξηγηθῇ, ὅτι ἀπαιτεῖται γνῶσις συντακτικοῦ καὶ φιλολογίας ἀνωτέρας· διὰ τοῦτο ἂς τεθῇ «ἂν δὲν ἀποδείξῃ, ὅτι γνωρίζει νὰ ἀναγινώσκῃ καὶ νὰ γράφῃ». Εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην παράγραφον, ἡ ὁποία ἔχει οὕτω: «Κατὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς μετατίθενται εἰς τὴν χωροφυλακὴν οἱ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας διατελοῦντες ἀστυφύλακες», νὰ προστεθῇ «τῇ αἰτήσει των», ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀναγκαστικῶς μετατίθενται. Ἐπίσης μετὰ τὴν λέξιν «ἀστυφύλακες» νὰ προστεθῇ «οἱ βαθμοφόροι ὅμως τῆς ἀστυφυλακῆς, ἂν μὲν ἦναι ἐνωμοτάρχαι, μετατίθενται εἰς τὴν χωροφυλακὴν ὡς ὑπενωμοτάρχαι, ἂν δὲ ὑπενωμοτάρχαι τῆς ἀστυφυλακῆς, ὡς χωροφύλακες αʹ τάξεως». Εἰς δὲ τὸ τέλος τῆς παραγράφου ταύτης, ἤτοι μετὰ τὴν τελευταίαν λέξιν «ἄμεμπτον», νὰ προστεθῇ «καὶ ἔχοντες τὰ ἐν τῇ προηγουμένῃ παραγράφῳ ἀναγραφόμενα προσόντα». Τὰς τροπολογίας ταύτας προτείνω ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§248ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἰς τὸν ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, θὰ ἔχωμεν νὰ προσθέσωμεν πολλὰς ἄλλας δαπάνας, αἵτινες θὰ ἀνέλθωσιν εἰς ποσὸν οὐχὶ πολὺ κάτω τοῦ ἑκατομμυρίου. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας· ἀνεπτύχθησαν τόσον πολλοὶ λογαριασμοί, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν προκεχωρηκυῖαν ὥραν δὲν εἶναι τόσον εὐχάριστον νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ ὅπως εἶναι κατηρτισμένον τὸ νομοσχέδιον, θὰ προσθέσωμεν σπουδαῖον ποσὸν δαπάνης, διὰ τῶν τροποποιήσεων δὲ, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ θεωροῦμεν ἐπιβαλλομένας, θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη προσθήκης καὶ μεγαλειτέρου ποσοῦ. Ἡ πρόσθετος δαπάνη, ἡ ὁποία ὑπολογίζεται σήμερον εἰς δρ. 550,000, δὲν εἶναι ἐπαρκής. Ἄν θέλωμεν ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τελειότερον καὶ πληροῦν, ἂν ὄχι καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλ’ ἐν μέρει, τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκομεν, ἡ πρόσθετος δαπάνη θὰ πλησιάσῃ τὰ δύο ἑκατομμύρια. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν οἰκονομίαν τινὰ εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς. Παραδεχόμενοι μίαν μόνον Μοιραρχίαν, ἐξαιρετικῶς συγκροτουμένην, τὴν τῆς Ἀττικῆς, πράττομεν ὅ,τι μᾶς ἐπιτρέπει ἡ ἀνάγκη, ἡ σήμερον ἐπιβαλλομένη. Ὅλας δὲ τὰς ἄλλας 15 Μοιραρχίας νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ὁμοιομόρφους. Νὰ μὴ διοικῶνται δὲ αὗται παρ’ ἀντισυνταγματάρχου, ἀλλὰ παρὰ μοιράρχου. Θὰ ἔχωμεν οὕτω τρεῖς ἀντισυνταγματάρχας ὀλιγώτερον εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Νομίζω ἐπίσης, ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν οἰκονομίαν τῆς ἀφαιρέσεως τῶν 12 ἀξιωματικῶν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, διότι καὶ σήμερον εἰς τὰς Μοιραρχίας δὲν ὑπάρχουν τοιαῦται θέσεις...
§249ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουν διαχειρισταί.
§250ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνθυπολοχαγοί. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔχομεν ἀντιμοιράρχους· ἔχομεν δηλαδὴ ἓν πρόσωπον σήμερον πρόσθετον κατὰ Μοιραρχίαν. Νομίζω, ὅτι ἡ προσθήκη καὶ ἑτέρου ἀξιωματικοῦ οἰκονομικοῦ εἶναι πολυτέλεια, σήμερον πρὸ πάντων, ὅτε ὑπάρχει ἀνάγκη προσθήκης ἑτέρων δαπανῶν, χάριν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Δὲν νομίζω ἐπίσης δίκαιον νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἀρχηγίαν τῆς χωροφυλακῆς εἰς ἀξιωματικὸν μὴ ἀνήκοντα εἰς τὸ σῶμα αὐτῆς. Νομίζω ὅτι ἡ χωροφυλακή, ἥτις ἔχει ἀριθμὸν ἀρκετὰ σημαντικὸν ἀξιωματικῶν, ἥτις ἔχει δύναμιν ἀνερχομένην σήμερον εἰς 6,000, δικαιοῦται, ἵνα τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς κατέχῃ ἀξιωματικὸς ἐκ τοῦ σώματός της. Τοῦτο εἶναι δικαιοσύνη, ἀλλὰ συνάμα καὶ χρησιμότης. Ἡ χωροφυλακὴ εἶναι μὲν στρατιωτικὸν σῶμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι σῶμα στρατιωτικὸν καθαρῶς πολεμικόν. Δὲν ἔχει ἐκγύμνασιν ἁπλῶς πολεμικήν, ὡς ἔχουσι τὰ ἄλλα σώματα. Ἡ χωροφυλακὴ ἔχει καὶ δικαστικὰ καθήκοντα καὶ ἀστυνομικά, εἰς τὰ ὁποῖα βεβαίως τὰ ἄλλα σώματα τοῦ στρατοῦ δὲν ἀσχολοῦνται. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐκτὸς τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ, ὅπως ἡ ἀρχηγία τῆς χωροφυλακῆς ἀνήκῃ εἰς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, τοῦτο εἶναι καὶ χρησιμότης καὶ ἀνάγκη. Δύναται ἄριστος ἀξιωματικός, συνταγματάρχης, οἱουδήποτε ἄλλου σώματος, νὰ διοικῇ ὁλόκληρον σῶμα στρατοῦ καλλίτερον ἄλλων συναδέλφων του ἐξ ἄλλων σωμάτων, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται ὁ ἄριστος τῶν συνταγματαρχῶν οἱουδήποτε σώματος νὰ ἐκτελέσῃ τὰ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας καθήκοντα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελέσῃ εἷς ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς, καὶ μὴ ἔχων τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ δίκαιον καὶ χρήσιμον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς νὰ προέρχηται ἐκ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Ἐὰν δὲ ἡ κατάστασις ἡ σημερινὴ τοῦ σώματος δὲν παρέχῃ τὴν εὐκολίαν, ὅπως εὑρεθῇ ἐν τῷ σώματι ὁ συνταγματάρχης, θὰ ἦναι προτιμότερον ἴσως νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἀρχηγίαν εἰς ἕνα ἀντισυνταγματάρχην, παρὰ νὰ θελήσωμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ σώματος αὐτοῦ τὴν ἀρχηγίαν καὶ νὰ τὴν ἀναθέσωμεν εἰς ἀξιωματικὸν ἄλλου σώματος.
§251Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ ποία σκέψις μὲ ὡδήγησεν, ἵνα προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσθήκην, ἣν ἐπρότεινα πρὸ μικροῦ. Ἀναγνωρίζω πᾶσαν τὴν αἰτιολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς προβάλλετε, ὅτι καὶ ἡ δικαιοσύνη πρὸς τὸ σῶμα καὶ ἡ χρησιμότης τοῦ προσώπου ἐνδεικνύουσιν, ὅτι ὁ συνταγματάρχης πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Ἑπομένως καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ὅτι, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ πορισθῶμεν τὸν συνταγματάρχην ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς ἐκ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, οὗτος πρέπει νὰ λαμβάνηται ἐκ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Ἐὰν ὅμως, ἐπειδὴ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, δὲν ἔχει συνταγματάρχην,—ἐκτάκτως δὲ, καὶ ἴσως εἶναι ἀμφίβολον ἐὰν νομίμως προεβιβάσθη τις συνταγματάρχης τῆς χωροφυλακῆς, καὶ αὐτὸς δὲ ἀπεστρατεύθη νῦν,—ἐὰν συμβῇ οὐδεὶς τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν τῆς χωροφυλακῆς νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα νὰ προβιβασθῇ εἰς συνταγματάρχην, θέλομεν εὑρεθῆ εἰς ἀμηχανίαν. Ἐὰν τότε ἀναθέσωμεν τὴν ἀρχηγίαν εἰς τὸν ἀρχαιότερον ἀντισυνταγματάρχην, θέλομεν στερήσει τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἀπὸ ἕνα ἐπιθεωρητήν. Ἐγὼ δὲ ὁμολογῶ, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ συντελεῖ τὰ μάλιστα εἰς τὴν κραταίωσιν τῆς ὑπολήψεως τοῦ σώματος καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ τόπου ἐπ’ αὐτήν, ἐὰν αἱ ἐπιθεωρήσεις γίνωνται ἀδιαλήπτως, διότι ἡ ἐπιθεώρησις ὁδηγεῖ τὴν ἐπιτήρησιν τὴν ἀσκουμένην ὑπὸ τῶν προϊσταμένων εἰς τοὺς ὑφισταμένους, ἡ δὲ ἐπιτήρησις κρατεῖ τοὺς ὑφισταμένους εἰς τὴν τάξιν καὶ τὴν πειθαρχίαν. Ἐὰν λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τρεῖς ἀντισυνταγματάρχας, ἤθελον βεβαίως στέρξει τὴν γνώμην σας, ἵνα τὰ ἔργα τοῦ ἀρχηγοῦ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβιβασθῇ εἰς συνταγματάρχην τις ἐκ τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν, ἀνατεθῶσιν εἰς τὸν ἀρχαιότερον ἀντισυνταγματάρχην· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι τρεῖς, ἀλλ’ ἦναι δύο, ὡς εἶναι, τότε θέλομεν ἔχει μόνον ἕνα ἀντισυνταγματάρχην ἐκτελοῦντα τὴν ἀρχηγίαν τοῦ σώματος, καὶ ἕνα μόνον ἐπιθεωρητήν ἀλλ’ εἷς μόνον ἐπιθεωρητὴς ἐπαρκεῖ, ἵνα ἐπιθεωρῇ ὅλας τὰς Μοιραρχίας καὶ τὰς Ὑπομοιραρχίας; Διὰ τοῦτο εἶπον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προσφεύγωμεν εἰς ἕτερον σῶμα.
§252ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, δὲν ὑφίσταται· διότι ἐν τῇ χωροφυλακῇ, ἐὰν μὲν δὲν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, ὅπως ἀντὶ τεσσάρων Μοιραρχιῶν ὁρισθῇ μία μόνον, διοικουμένη ὑπὸ ἀντισυνταγματάρχου, τότε θὰ ἔχωμεν τέσσαρας ἄλλους ἀντισυνταγματάρχας ἐκτὸς τῶν δύο ἐπιθεωρητῶν, ἐὰν μείνῃ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὁ πίναξ· ἐὰν δὲ γείνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη μου, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν εἰς μίαν μόνον τὴν Μοιραρχίαν, τὴν διοικουμένην ὑπὸ ἀντισυνταγματάρχου, θὰ ἔχωμεν πάλιν τρεῖς ἀντισυνταγματάρχας καὶ θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ οἰκονομηθῇ ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν προβλέπετε, διὰ τῶν τριῶν ἀντισυνταγματαρχῶν, ἐκτελούντων τότε τοῦ μὲν ἑνὸς τὴν ἀρχηγίαν, ἔστω καὶ προσωρινῶς, μέχρις ὅτου ἀποβῇ δυνατὸν ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἀρχηγία εἰς συνταγματάρχην τῆς χωροφυλακῆς, τῶν δὲ ἑτέρων δύο ἐκτελούντων τὰς ἐπιθεωρήσεις. Ἡ Μοῖρα τῆς πρωτευούσης, ἡ ὁποία ἐγὼ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ διοικηθῇ ὑπὸ ἀντισυνταγματάρχου, δύναται νὰ διοικηθῇ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ καὶ αὕτη ὑπὸ ταγματάρχου, ὡς ἀπὸ ἐτῶν διοικεῖται. Ἑπομένως οἱ τρεῖς ἀντισυνταγματάρχαι θὰ ὑπάρχωσι, καὶ ἂν ἀκόμη γένηται δεκτὴ ἡ πρότασίς μου. Ἐὰν δὲ μείνῃ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἔχωμεν ἕξ ἀντισυνταγματάρχας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει τὸ δικαιολογοῦν τὴν ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 1, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, διαπράττει εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Οὐδὲν δ’ ἐπίσης ὑπάρχει τὸ δικαιολογοῦν τὴν βλάβην, ἡ ὁποία δύναται νὰ προσγείνῃ εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἐκ τῆς διοικήσεως αὐτῆς ὑπὸ ἑνὸς συνταγματάρχου ἀγνοοῦντος καὶ μὴ ἐξοικειωμένου μὲ τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, δὲν εἶναι καθήκοντα πολεμικοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ διοικητικὰ καὶ δικαστικά, κατ’ ἐλάχιστον δὲ πολεμικά.
§253ΡΑΖΕΛΟΣ. Νομίζω καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ δίκαιον καὶ ὀρθὸν εἶναι ἡ θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, καὶ διότι κατὰ τὰ κεκανονισμένα ἡ διεύθυνσις ἑνὸς σώματος πρέπει νὰ δίδεται εἰς πρόσωπον ἀνῆκον εἰς αὐτὸ τὸ σῶμα· τοῦτο δὲ κυρίως εἶναι καὶ ἡ ἀφορμὴ τῶν ἐγειρομένων παραπόνων, ἡ ἀνάμιξις ἀξιωματικῶν ξένων ὑπηρεσιῶν εἰς ὑπηρεσίας, μὲ τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν κατὰ τοὺς νόμους καὶ τοὺς κανονισμούς. Ὅτι συνταγματάρχης τῆς χωροφυλακῆς ὑπῆρξε καὶ ἄλλοτε, νομίζω εἶναι γνωστὸν, διότι ὄχι μόνον ἐσχάτως προεβιβάσθη συνταγματάρχης, —καὶ προεβιβάσθη δυνάμει διατάξεως τοῦ νόμου, καθ’ ἣν ὁ διευθυντὴς τοῦ τμήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, —ἀλλὰ καὶ εἰς πολὺ ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν ἦτο συνταγματάρχης, ὁ ἀποθανὼν Γούσιος, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἀπεστρατεύθη, ἐγένετο δὲ καὶ ὑποστράτηγος. Ἴσως λόγοι ἀναγόμενοι εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ σώματος συνετέλεσαν νὰ μὴ ὑπάρχῃ συνταγματάρχης, ὄχι διότι δὲν ὑπῆρχε θέσις συνταγματάρχου. Ἀφοῦ ὅμως ἤδη ὡρισμένως δημιουργεῖται θέσις ἀρχηγοῦ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς παρακινῇ νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ἡ θέσις αὕτη θὰ κατέχηται ὑπὸ ἀξιωματικοῦ ἄλλου σώματος. Ἐὰν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχῃ, ἕνεκα ἰδιάζοντος λόγου, ἐν τῷ σώματι τῆς χωροφυλακῆς, ἐὰν δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν συνταγματάρχου, δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ διὰ τοῦ ἀμέσως κατωτέρου βαθμοῦ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου, καὶ ἑπομένως δύναται ἡ θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ νὰ καταληφθῇ ἀπὸ συνταγματάρχην τῆς χωροφυλακῆς ἢ ἀντισυνταγματάρχην. Ἀπομένει τοιουτοτρόπως εἷς μόνον ἐπιθεωρητής, ἀλλ’ ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς δύναται νὰ ἀναπληρωθῇ, προστιθεμένου ἀντισυνταγματάρχου ἐκ τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν, οἱ ὁποῖοι ὡρίσθησαν διὰ τὴν διοίκησιν τῶν Μοιραρχιῶν. Ἐὰν δὲ τοιουτοτρόπως δὲν ὑπάρχῃ καὶ ἀντισυνταγματάρχης, δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του ὁ ἀρχαιότερος ταγματάρχης. Ἐν ὅσῳ ἑπομένως ἔχομεν ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία δὲν θεωρεῖ μὴ δυναμένους νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ βαθμός των, νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ στερήσωμεν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἀπὸ τοῦ νὰ διοικῆται παρ’ ἀξιωματικοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ σῶμα αὐτό.
§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ διαφωνοῦμεν κατὰ τοῦτο, διότι ὑμεῖς ὑπολαμβάνετε, ὅτι ἡ ὑπηρεσία, ἥτις ἁρμόζει ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν ἀντισυνταγματάρχην, δύναται νὰ διεξάγηται καὶ ἀπὸ τὸν ταγματάρχην, καὶ λέγετε, ὅτι, ἐὰν δὲν ἦναι ἀντισυνταγματάρχης, ἂς ἦναι ταγματάρχης. Τὸ νομοσχέδιον διακρίνει μεταξὺ ὅλων τῶν νομῶν τοῦ Κράτους τέσσαρας, τοὺς ὁποίους, ἕνεκα τῶν τοπικῶν περιστάσεων, εἴτε τῆς ἐκτάσεως τοῦ νομοῦ, εἴτε τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῷ, κρίνει ὡς δεομένους διοικήσεως ἀνδρὸς ἔχοντος ἀνώτερον βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, καὶ ἀναγράφει ἀντισυνταγματάρχην. Ἐὰν λοιπὸν ἡ κατηγορία τῶν τεσσάρων τούτων νομῶν πρέπῃ νὰ διοικῆται ἀπὸ ἀντισυνταγματάρχην, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀποσπάσωμεν τὸν ἀντισυνταγματάρχην, ἀντὶ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ν’ ἀφήσωμεν ἕνα ταγματάρχην νὰ διοικῇ, καὶ μάλιστα σῶμα, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐστηροτέραν διοίκησιν καὶ ἀγρυπνοτέραν ἐπιτήρησιν καὶ ἀκριβεστέραν πειθαρχίαν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐλαττώσω τὸν ἀριθμὸν τῶν τεσσάρων ἀντισυνταγματαρχῶν, οἵτινες προσδιωρίσθησαν διὰ τοὺς τέσσαρας νομούς, ἐπειδὴ δὲ δὲν πρέπει νὰ ἐλαττώσω καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν δύο ἀντισυνταγματαρχῶν ἐπιθεωρητῶν, ἕπεται ὅτι οἱ ἕξ ἀντισυνταγματάρχαι δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν θέσιν τοῦ συνταγματάρχου. Λοιπὸν ἢ πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν νὰ γραφῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 συνταγματάρχης ἢ ἀντισυνταγματάρχης, καὶ τότε ὁ ἀντισυνταγματάρχης θέλει εἶσθαι πλὴν τῶν ἕξ, δὲν θέλει δ’ εἶσθαι ἐκ τῶν ἕξ, ἢ πρέπει νὰ δεχθῶμεν συνταγματάρχην ἐξ ἄλλου σώματος. Ἡ ἀναγραφὴ ἑνὸς ἀντισυνταγματάρχου, ὅστις νὰ χρησιμεύσῃ, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἡ χωροφυλακὴ συνταγματάρχην, νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀντισυνταγματάρχης, εἶναι προσθήκη ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, διότι θέλομεν ἔχει ἓξ πλέον ἑνός, τὸ ὅλον 7. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς προσήκει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ σῶμα, καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ σώματος καὶ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἐκ τοῦ σώματος, διότι τὸ σῶμα δὲν εἶναι τοσοῦτον πολυάριθμον, τώρα δὲ θέλει κατασταθῆ πολυάριθμον, ἑπομένως ἀφοῦ δὲν εἶναι τοσοῦτον πολυάριθμον, δὲν ἔχει ἐπιτελεῖον μέγα, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως παρουσιασθῇ ἡ περίπτωσις νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ προβιβασθῇ εἷς τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν ἢ τῶν ταγματαρχῶν, ἀπὸ τῆς ψηφίσεως ὅμως καὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου ἡ θέσις τοῦ συνταγματάρχου νομιμοποιεῖται, ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου δὲν ἦτο νενομοποιημένη, ὅ,τι δ’ ἐγένετο κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἀναγνωρίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συνταγματάρχης καὶ πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἕβδομον ἀντισυνταγματάρχην καὶ νὰ αὐξήσωμεν τὴν δαπάνην;
§255ΡΑΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἐπέρχεται αὔξησις θέσεων καὶ συνεπῶς δαπάνης, διότι ἀντὶ ἑνὸς συνταγματάρχου καὶ 6 ἀντισυνταγματαρχῶν, θὰ ἔχωμεν 7 ἀντισυνταγματάρχας.
§256Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρὶν ἢ ἐξενεχθῶσιν αἱ γνῶμαι αὗται καὶ ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συζητήσεως ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἀπορῶ δὲ διατί δὲν ἀνεγνώσθη.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι συνήθως αἱ τροπολογίαι ἀναγινώσκονται εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§258ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τὴν ἀκούσωμεν, πῶς ἔχει.
§259Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου δύναται ν’ ἀναγνωσθῇ.
§260Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§261ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί προτείνετε;
§262Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία μου νομίζω ὅτι συμβιβάζει καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὴν τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων. Προτείνω δὲ, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον περὶ συστάσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς ἀντικατασταθῇ τὸ οἰκεῖον μέρος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «1) Ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, συνταγματάρχην ἐκ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ἢ ἀντισυνταγματάρχην ἐκ τοῦ αὐτοῦ σώματος, ἤ, ἐν ἐλλείψει τοιούτων, μόνον ἐκ τοῦ σώματος τοῦ πεζικοῦ. 2) Ἀπὸ δύο ἐπιθεωρητὰς, ἀντισυνταγματάρχας ἢ ταγματάρχας τῆς χωροφυλακῆς, ἢ ἐν ἐλλείψει τοιούτων μόνον τοῦ πεζικοῦ. 3) Ἀπὸ ἕνα ταγματάρχην ἢ λοχαγὸν ἐκ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ἢ ἐν ἐλλείψει τοιούτων μόνον ἐκ τοῦ σώματος τοῦ πεζικοῦ, προϊστάμενον τοῦ γραφείου τοῦ Ἀρχηγείου».
§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τροπολογία ὑποθέτει ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς οὐ μόνον συνταγματάρχης, ἀλλ’ οὔτε ἀντισυνταγματάρχης. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ὑπάρχουν ἀντισυνταγματάρχαι εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς.
§264Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον δὲν ὑπάρχει, εἰμὴ εἷς καὶ μόνος.
§265ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὑπάρχουσι τρεῖς ἀντισυνταγματάρχαι.
§266Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἄλλος;
§267ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἰς τὰ τρία Ἀρχηγεῖα εἶναι καὶ οἱ τρεῖς.
§268ΣΤΑΗΣ. Ἀπὸ τῆς προχθὲς εἰσήλθομεν εἰς τὴν κατωφέρειαν τῶν προβιβασμῶν· ἡ ἀπόδειξις δὲ πρὸ μικροῦ ἐδόθη. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν στενοχωρίαν, νὰ ζητῇ νὰ θέσῃ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς χωροφυλακῆς ἀξιωματικὸν ξένου σώματος· διότι, ἐὰν δὲν ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, βεβαίως τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ τὸν ζητούμενον συνταγματάρχην. Ἀλλ’ ὃ γέγονε, γέγονεν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ, εἶναι, τὸ νὰ παραδεχθῇ ἀξιωματικὸν ξένου σώματος, ὡς ἀρχηγὸν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, διότι ἀναμφιβόλως θὰ ἔχωμεν διαμαρτυρίας δικαίας. Καὶ ἐγὼ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τὴν παρ’ ἄλλων συναδέλφων πρὸ μικροῦ ἐξενεχθεῖσαν, ὅτι ἀρχηγὸς τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς δύναται νὰ ἦναι ἀντισυνταγματάρχης, ἀλλὰ χωρὶς νὰ προστεθῇ καὶ πέμπτος ἀντισυνταγματάρχης, διότι ἡ προσθήκη τοῦ πέμπτου εἶναι ἡ κατωφέρεια, περὶ τῆς ὁποίας ἀνέφερον πρὸ μικροῦ, ἢ εἶναι ἡ ψύχωσις τῶν προβιβασμῶν. Ἀφοῦ ἐπὶ τόσα ἔτη οἱ διοικηταὶ τῶν Μοιραρχιῶν ἦσαν μοίραρχοι, σήμερον μᾶς κατέλαβεν ἡ ψύχωσις νὰ διοικήσωμεν τέσσαρας Μοιραρχίας ὄχι πλέον διὰ μοιράρχων, ἤτοι ταγματαρχῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ δι’ ἀντισυνταγματαρχῶν. Βεβαίως, ὡς πρὸς τὴν Μοιραρχίαν τῆς Ἀττικῆς, δύναται νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, διότι ὁ μοίραρχος Ἀττικῆς εὑρίσκεται ὑπὸ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις· ἀλλὰ διὰ τοὺς ἄλλους ἡ πολυτέλεια αὕτη εἶναι, διὰ τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις, ἀδικαιολόγητος, εἶναι πολυτέλεια, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβαρύνῃ σπουδαίως τὸν προϋπολογισμὸν, εἶναι πολυτέλεια, ἡ ὁποία θὰ ἐξαναγκάσῃ πάραυτα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προβῇ εἰς προβιβασμοὺς ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν. Καὶ ἄνευ τῶν μελετωμένων προβιβασμῶν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ σώματι τῆς χωροφυλακῆς πρόσωπα δυνάμενα, ἔχοντα τὴν ἀξίαν ὁμολογουμένως νὰ ἐπιτελέσωσι καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλ’ οἱ προβιβασμοὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι προαπεφασισμένοι, ἢ τοὐλάχιστον ἐν τῷ νῷ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος συνέταττε τοὺς πίνακας τοὺς ὑποβληθέντας, καὶ ἰδίως τὸν πίνακα ΙΓʹ. Ἐὰν συνδυάσητε τὰς διαφόρους διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἴδητε εἰς ὅλας ταύτας μίαν τάσιν εἰς προσθήκην ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ναυπλίας συνάδελφος ὑπέβαλεν, ἵνα ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς εἰς ἀντισυνταγματάρχην, διότι ἡ χωροφυλακὴ σήμερον δυνάμει τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ χορηγήσῃ συνταγματάρχην, εἶναι ὀρθὴ, καὶ ἐπιβάλλεται νὰ τὴν δεχθῶμεν, ἵνα ἀποφύγωμεν νέα στρατιωτικὰ σκάνδαλα. Ν’ ἀνατεθῇ δὲ καὶ εἰς ἄλλους ἀντισυνταγματάρχας ἡ ἐπιθεώρησις, διότι δύο μόνον ἀντισυνταγματάρχαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ἐπιθεωρήσεις τῶν Μοιραρχιῶν καὶ ἀστυνομιῶν, ὡς τοῦτο ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα τῶν τελευταίων ἐπιθεωρήσεων. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ἀντὶ νὰ διοικῶνται ὑπὸ ἀντισυνταγματαρχῶν αἱ τέσσαρες Μοιραρχίαι, εἶναι προτιμότερον οἱ ἀντισυνταγματάρχαι οὗτοι νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὰς ἐπιθεωρήσεις. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶνται οὑτωσί. Πρέπει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ ἁπάσας τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔχει, ἵνα μελετήσωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτὰς, εἶτα δὲ συζητήσωμεν, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι σπουδαιότατον.
§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χρεωστῶ, ἐπειδὴ ἐπανειλημμένως ἐπαναλαμβάνονται ἰδέαι, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, χρεωστῶ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδέποτε θέλουσιν ἐπηρεάσει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων προέβαλεν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἀνησυχεῖ, ἐὰν γίνωνται σκάνδαλα ἢ παράπονα· ἓν μόνον ἔχει ὑπ’ ὄψιν της, τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, λυποῦμαι δὲ, ὅτι τοιαύτην περὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς πατρίδος των φέρουσί τινες γνώμην. Ἐγὼ ὁμολογῶ καὶ ἐβεβαίωσα, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτεῖ, ὁ συνταγματάρχης ἀρχηγὸς νὰ ᾖναι τῆς χωροφυλακῆς, — δὲν ἐξήτασα ποίαν γνώμην ἔχει ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος, ποῖοι θέλουσι παραπονεθῆ, ἢ ποῖοι θέλουσιν εὐχαριστηθῆ, — ἀλλὰ προσέκοψα εἰς τὴν ἐνδεχομένην περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ συνταγματάρχην, διότι οἱ πρὸς προβιβασμὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου προσκείμενοι δὲν ἀπέκτησαν τὰ προσόντα, ἵνα προβιβασθῶσι. Προσέκοψα δὲ κατὰ δεύτερον λόγον εἰς ἄλλο τι, εἰς τὸ νὰ ἐλαττώσω τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν, διότι οἱ δύο ἐπιθεωρηταὶ ἴσως δὲν ἀρκοῦσιν, ἑπομένως διστάζω νὰ μειώσω αὐτοὺς εἰς ἕνα. Λέγω «ἴσως δὲν ἀρκοῦσι», διότι νομίζω, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐκδοθῇ ὁ νόμος οὗτος καὶ ἐκτελεσθῇ, πρέπει αἱ ἐπιθεωρήσεις νὰ ᾖναι ἀδιάλειπτοι, ἵνα καταστήσωμεν δυνατὸν νὰ προλαμβάνωνται ἢ ἂν δὲν προλαμβάνωνται, νὰ καταστέλλωνται ἀμέσως πάντα τὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον λάβει χώραν. Ἀλλὰ νομίζω ὡσαύτως, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ μειώσωμεν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει τὸ νομοσχέδιον, ἀναγράψαν τέσσαρας ἀντισυνταγματάρχας ὡς διοικητὰς τεσσάρων Μοιραρχιῶν, διότι πρὸς τούτοις διὰ τὸν σκοπὸν τῆς ἐπιθεωρήσεως ἰδίως ἀνέγραψε διοικητὴν καὶ ὑποδιοικητὴν τῆς Μοιραρχίας, ὥστε ὁ διοικητὴς ἀντισυνταγματάρχης νὰ δύναται νὰ ἦναι ἐν διηνεκεῖ κινήσει, ἐπιθεωρῶν τὴν χωροφυλακὴν ἐν τῇ Μοιραρχίᾳ του. Τοιουτοτρόπως θέλομεν ἔχει ἐπιθεωρήσεις γενικάς. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἤθελον προτιμήσει περισσότερον νὰ προστεθῇ εἷς ἀκόμη ἀντισυνταγματάρχης, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς δὲν παρέχει συνταγματάρχην, παρὰ νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δύο ἀντισυνταγματαρχῶν ἐπιθεωρητῶν ἢ τῶν τεσσάρων ἀντισυνταγματαρχῶν διοικητῶν Μοιραρχιῶν· διότι τοιουτοτρόπως θέλομεν ἔχει ἐλάττωσιν ἐπιθεωρήσεων τοπικῶν.
§270Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ψηφισθείσης ἤδη τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, δὲν θέλω λάβει τὸν λόγον, εἰμὴ μόνον ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ἀμέσως τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται, εἶναι, τίς ἔσεται ὁ ἀρχηγὸς τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ χωροφυλακή, εἰς ἣν ἀνατίθεται τοσοῦτον εὐρεῖα ὑπηρεσία, ἔχει ἀνάγκην διοικήσεως ἰσχυρᾶς, νομίζω δὲ, ὅτι νομοθέται, ὡς εἴμεθα, ἔχομεν τὸ θάῤῥος τῶν ἰδεῶν μας, ἔχομεν τὸ θάῤῥος τῆς ἀληθείας. Οὐχὶ ἡ σημερινὴ χωροφυλακή, οὐχὶ τὸ σῶμα τοῦτο τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλ’ οἱονδήποτε σῶμα ἐὰν θελήσητε εὐθὺς νὰ μεταβάλητε, διπλασιάζοντες καὶ τριπλασιάζοντες αὐτὸ, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θέλετε ἐξασθενήσει τὴν δύναμιν τοῦ ὑπάρχοντος ὑλικοῦ τῆς διοικήσεως εἰς τὸ ὑποδιπλάσιον, εἰς τὸ ὑποτριπλάσιον. Ἐὰν σήμερον μεταξὺ τῶν 10 ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ χωροφυλακή, εὕρηνται 8, διὰ τοὺς ὁποίους καυχᾶται, καὶ 2, διὰ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίαν, ἐὰν τριπλασιάσητε τὴν ὑπηρεσίαν, θέλετε ἔχει δύο ἢ τρεῖς μόνον ἱκανούς. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ τριπλασιασμὸς τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς θέλει φέρει ἐξασθένησιν τῆς διοικήσεως τοῦ σώματος. Ἐὰν λοιπὸν δεχθῶμεν τοῦτο ὡς ἀκριβὲς, πῶς θέλετε δυνηθῆ νὰ διοικήσητε τοῦτο διὰ τῆς ἀπαιτουμένης στιβαρᾶς χειρός; Ἀλλ’ ἐπειδὴ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὸ σῶμα, βεβαίως θὰ διπλασιασθῇ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν διοικούντων αὐτὸ, διὰ τοῦ χρόνου θὰ σχηματισθῶσιν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχομεν σήμερον. Καὶ ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἴτε λόγῳ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον καταλαμβάνει τινὰς τῶν ἀξιωματικῶν, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον, δὲν ἔχομεν τὸ κατάλληλον πρόσωπον, θὰ τὸ ἔχωμεν αὔριον, διότι ὁ διπλασιασμὸς τῶν βαθμολόγων θὰ εὐρύνῃ τὸν κύκλον τῆς ἐκλογῆς. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν δὲν ἔχῃ πρόχειρον ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς, εἰς ὃν νὰ ἀναθέσῃ τὴν διοίκησιν τοῦ σώματος, ἂς ἀναζητήσῃ τοῦτον ἐξ ἄλλου ὅπλου. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραδεχθῶ, ὅτι εὐθὺς ὡς ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους εὕρῃ τὸ κατάλληλον πρόσωπον ἐν τῷ σώματι τῆς χωροφυλακῆς, δὲν θὰ σπεύσῃ νὰ ἀναθέσῃ εἰς τοῦτο τὴν διοίκησιν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εὐρύτης αὕτη τῆς ἐνεργείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω μόνον τὴν εὐρύτητα ταύτην, θέλω καὶ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ διὰ τὸ λοιπὸν στράτευμα, ὅπου δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει συνταγματάρχης, ἀναθέτομεν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ εἰς ἀντισυνταγματάρχην· οὕτω, νομίζω, πρέπει νὰ πράξωμεν καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, νὰ δώσωμεν καὶ τὰς δύο ἐλευθερίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λαμβάνῃ ἐξ ἄλλου ὅπλου τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ παρὰ τῷ προσδιορισμῷ τοῦ συνταγματάρχου νὰ θέσωμεν καὶ τὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. Ταύτας τὰς εὐκολίας παρέχοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παρέχομεν αὐτῇ πλήρη ἐλευθερίαν νὰ διοικήσῃ τὰ τῆς χωροφυλακῆς ἁρμοδιώτερον. Ἔρχεται εἶτα τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς χωροφυλακῆς. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ποιήσω ὑμῖν τὴν ἀκόλουθον παρατήρησιν, περὶ ἧς ἐσχημάτισα πεποίθησιν, ὡς ἐνδιατρίψας πάντοτε ἐν τῷ στρατεύματι. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οἱ δύο ἐπιθεωρηταὶ εἶναι ἀνεπαρκέστατοι. Σήμερον ἔχομεν τρεῖς ἐπιθεωρητάς, καὶ οἱ τρεῖς αὐτοὶ εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Γνωρίζετε ποῖον κύκλον ἐνεργείας ἔχουσιν οἱ ἐπιθεωρηταί· θέλετε π.χ. δώσει εἰς αὐτοὺς διαταγὴν νὰ βεβαιώσωσιν ἓν ἔγκλημα, διαπραχθὲν ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας των· γνωρίζετε πόσον χρόνον θέλουσι χρειασθῆ πρὸς τοῦτο, καὶ πόσας ἡμέρας θ’ ἀπουσιάσωσι τῆς ἕδρας αὐτῶν; Διὰ τοῦτο αὐξήσατε αὐτοὺς εἰς 3 καὶ μάλιστα 4. Θὰ συστήσω εἶτα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ εὐρύτης καὶ ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐν τῇ διοικήσει τοσοῦτον σπουδαίου κλάδου, ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν νὰ διαγράψῃ τοὺς 4 ἀντισυνταγματάρχας διοικητὰς τῶν τεσσάρων Μοιρῶν· διότι, ἂν περιορίσῃ τὴν διοίκησιν τῶν τεσσάρων Μοιρῶν εἰς ἀντισυνταγματάρχας, ἐὰν εἷς τούτων ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀδόκιμος, εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ τὸν κρατήσητε, διότι αὐτὸν δὲν δύνασθε νὰ τὸν στείλητε εἰς τὴν διοίκησιν ἄλλης Μοιραρχίας, λ. χ. τῆς τῶν Κυκλάδων, ὅπου ὁ διοικητὴς δέον νὰ ᾖ ταγματάρχης. Διὰ τοῦτο ἀφομοιώσατε πάσας τὰς διοικήσεις τῶν Μοιρῶν, διὰ νὰ ἔχητε τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τῶν Μοιραρχιῶν, προσθέτω τὰ ἀκόλουθα. Τὸν πρόεδρον τοῦ οἰκονομικοῦ ἤκουσά τινας ἀποκρούοντας. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τὸν ἀποδεχθῆτε, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν δημοσίων συμφερόντων· ἡ διαχείρισις τοῦ χρήματος δὲν δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ, ἐὰν μὴ ὑπάρχῃ εἷς πρόεδρος, ὅστις νὰ ἐφορεύῃ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ ὑπάρξῃ περὶ τούτου καμμία ἀντίῤῥησις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τῶν λοιπῶν Ὑπομοιραρχιῶν, ἐξέθηκα τὴν γνώμην μου εἰς πολλοὺς συναδέλφους καὶ τὴν ἐπαναλαμβάνω. Αἱ Ὑπομοιραρχίαι ὑπάγονται βεβαίως εἰς τὰς Μοίρας, ἐκ τούτου δὲ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ διοικηθῶσιν ὑπὸ ἀντισυνταγματάρχου ἢ μοιράρχου, διότι ἔχουσι τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τῶν διοικητῶν τῶν Μοιρῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφρασε μίαν γνώμην, ἥτις πάντοτε ἦτο κρατοῦσα ἐν ἐμοί, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν φρουρῶν, ἡ διαφύλαξις τῶν φυλακῶν, εἶναι ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει, ὡς πολλοὶ ἐκ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξαν, νὰ θεωρήσωμεν ἀλλοτρίας τοῦ στρατεύματος· τοὐναντίον ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου εἶναι δυνατὸν ἄνευ βλάβης τῆς συγκεντρώσεως τοῦ στρατεύματος νὰ ἐκτελῆται παρὰ τοῦ στρατεύματος ἡ ὑπηρεσία τῶν φυλακῶν, αὕτη εἶναι θαυμασία ἀσχολία τοῦ στρατεύματος. Διότι, ὅταν ἐξάγητε τοὺς στρατιώτας σας εἰς τὸ γυμνάσιον καὶ θεωρητικῶς τοῖς διδάσκητε τὸ σχολεῖον τῆς ἀσφαλείας, καὶ λέγετε εἰς αὐτοὺς, ὅτι «ὁ ἐχθρὸς ἔρχεται ἀπὸ τὴν τάδε διεύθυνσιν, φροντίσατε νὰ ἦσθε ἄγρυπνοι, ἵνα μᾶς εἰδοποιήσητε», ὁ στρατιώτης, μεταξὺ τῆς ἀσκήσεως ταύτης τῆς ὑποθετικῆς καὶ τῶν ἀναμνήσεων τοῦ χωρίου του, θὰ καταληφθῇ ὑπὸ ῥεμβασμῶν, καὶ θὰ λησμονήσῃ τὸ παρόν. Ὅταν ὅμως λέγητε εἰς αὐτὸν «ἔσο ἄγρυπνος, διότι, ἐὰν παραμελήσῃς τὸ καθῆκόν σου καὶ δραπετεύσωσιν οἱ κατάδικοι, σὺ θὰ τιμωρηθῇς», τοῦτο καθιστᾷ ἄγρυπνον τὸν στρατιώτην καὶ διὰ τῆς ἐπαναλήψεως ἀποκτᾶται ἡ ἕξις, ἡ ἕξις δ’ εἶναι τὸ πᾶν. Ὥστε ἐγὼ θεωρῶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φρουρῶν, ὅταν αὗται δὲν ἦναι τοιαῦται, ὥστε ν’ ἀποτρέπωσι τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰ τακτικὰ ἔργα του, ὠφέλιμον εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἡ συγκέντρωσις τοῦ στρατεύματος εἶναι ὅρος ἀπαραίτητος τοῦ καλοῦ καταρτισμοῦ αὐτοῦ. Ὅταν ἀναγκάζητε τὸ σύνταγμα τῶν Καλαμῶν νὰ ἀποσπᾷ ἕνα λόχον εἰς τὴν Κυπαρισσίαν, ἄλλον εἰς τὴν Σπάρτην καὶ ἄλλον ἀλλαχοῦ διὰ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, καθιστᾶτε ἀδύνατον τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν στελεχῶν. Διὰ τοῦτο προτείνω, ἵνα αἱ Ὑπομοιραρχίαι Κυπαρισσίας, Ἀμφίσσης, Βόλου, Καρδίτσης, Πύργου διοικῶνται ὑπὸ ἀντιμοιράρχου, ἐὰν δὲ παρέξητε ἐλευθερίαν τινὰ τῆς διανομῆς τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, τότε αἱ Ὑπομοιραρχίαι αὗται δύνανται νὰ ἀναλάβωσι τὴν φρούρησιν τῶν ἐξεταστικῶν φυλακῶν, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς πόλεσι ταύταις. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω περὶ τῶν Ὑπομοιραρχιῶν. Ὡς πρὸς δὲ τὸ λεχθὲν ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐθεώρησαν ὅτι ἡ ἐπαύξησις τῶν βαθμοφόρων εἶναι ψύχωσις φοβερὰ, ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ψύχωσις τὸ νὰ διαβλέπῃ τις ψύχωσιν ὅπου δὲν ὑπάρχει. Νομίζετε ὅτι, ὅταν ἀναβιβάζητε τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς εἰς 6,000, εἶναι πολλοὶ οἱ 200 ἀξιωματικοὶ πρὸς διοίκησιν τοῦ ἀριθμοῦ τούτου τῶν χωροφυλάκων, οἵτινες εἶναι διεσπαρμένοι εἰς ἅπαν τὸ Κράτος, καὶ ἀναλογοῦσιν εἰς ἕκαστον ἀξιωματικὸν ἀνὰ 30 ἄνδρες; Καὶ εὑρίσκετε ὅτι εἶναι πολὺ, εἷς ἀξιωματικὸς νὰ μεριμνᾷ περὶ 30 ἀνδρῶν διεσπαρμένων εἰς μίαν ἐπαρχίαν; Μόνον ἡ ἀπορία τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Κράτος, ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τοιοῦτον γλίσχρον προσωπικόν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὑπέβαλον καὶ μίαν τροπολογίαν, ἧς ἐξηγεῖται ὁ σκοπὸς διὰ τῆς συνοδευούσης αὐτὴν ἐκθέσεως καὶ περὶ ἧς θὰ λαλήσω κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§271ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ πίναξ φέρει ἕνα ἀξιωματικὸν οἰκονομικὸν ἐπὶ 300 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι διεσπαρμένοι δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Θὰ ἔχῃ τὸ ταμεῖον, τὸν ὁπλισμὸν, τὸν ἱματισμόν. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχωσι δύο ἀξιωματικοὶ τῆς οἰκονομίας, ὁ εἷς ἐπὶ τοῦ χρηματικοῦ καὶ ὁ ἕτερος ἐπὶ τοῦ ὑλικοῦ.
§272ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ μετατιθέμενοι ἐκ τῆς ἀστυφυλακῆς εἰς τὴν χωροφυλακὴν ὑπαξιωματικοὶ, οἱ μὲν δεκανεῖς θὰ μετατίθενται ὡς χωροφύλακες Αʹ τάξεως, οἱ δὲ λοχίαι ὡς ὑπενωμοτάρχαι. Ἀλλὰ διὰ τούτου προσγίγνεται ἀδίκημα εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτούς. Πολλοὶ δεκανεῖς ὑπάρχουσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπενωμοτάρχου, διότι δὲν ὑπῆρχε κενὴ θέσις ἐνωμοτάρχου. Ἐὰν ἤδη μετατεθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν ὡς χωροφύλακες Αʹ τάξεως, εἶναι ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς αὐτούς. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ὅπως οὗτοι μετατεθῶσι μὲ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχουν.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–6 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§275Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον τοῦτο προτείνω νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς τυγχάνει καὶ ἐπιθεωρητὴς τοῦ σώματος. Οἱ δὲ παρὰ τῷ Ἀρχηγείῳ ἐπιθεωρηταὶ ἐνεργοῦσιν ἐπιθεωρήσεις τῶν Μοιραρχιῶν καὶ Ὑπομοιραρχιῶν τακτικῶς τε καὶ ἐκτάκτως, κατὰ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀρχηγοῦ. «Τὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος. «Ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ λοιπῶν παρὰ τῷ Ἀρχηγείῳ ἀξιωματικῶν κανονισθήσονται ὡσαύτως διὰ Β. Διατάγματος, ἐφ’ ὅσον δὲν προβλέπεται περὶ αὐτῶν ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς χωροφυλακῆς».
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγνωσθὲν εἶτα γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§278Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ ἄρθρου τούτου προτείνω τὴν ἀπάλειψιν.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10, τὸ ὁποῖον γίνεται 9 (ἀναγινώσκεται).
§280ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα ἐλπὶς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον μετὰ προθυμίας ψηφίζομεν, καὶ τοῦ ὁποίου ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἐφαρμογήν, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν μισθοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 9. Δὲν εἶναι δυνατὸν, οὐχὶ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς μικροτέρας πόλεις τῆς Ἑλλάδος, νὰ εὕρητε ἐθελοντὰς καταλλήλους, καὶ τοιούτους, ὁποῖοι πρέπει νὰ ἦναι, μὲ τοσοῦτον γλίσχρον μισθόν. Δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκομεν, μόνον δι’ αὐξήσεως ἀριθμητικῆς τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς· τοῦτο θὰ ἐπιτύχωμεν κυρίως, ἀναζητοῦντες χωροφύλακας ἀξίους τοῦ προορισμοῦ των. Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἀνατίθεται ἡ προάσπισις τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Τοῦτο θὰ ἔχῃ τὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, ὁλόκληρον τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους· δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι θέλομεν κατορθώσει τοῦτο, ἀναθέτοντες τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς ἀνθρώπους λαμβάνοντας μισθοδοσίαν 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα διότι οὗτοι δὲν δύνανται ν’ ἀποζήσωσιν ἐκ τοῦ μισθοῦ τούτου. Δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν φειδωλοὶ εἰς τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπιβάλλει ἡ ἐπίτευξις τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν φειδωλοτέρων Βουλευτῶν, καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν, καθ’ ἣν βλέπω τὴν ἐλαχίστην περιττὴν δαπάνην, ἀποκρούω αὐτήν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν φειδὼ θεωρῶ ὡς σπατάλην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ μισθοδοσία τῶν χωροφυλάκων δὲν πρέπει νὰ ὁρισθῇ κατωτέρα τοῦ ποσοῦ τῶν 65 δραχμῶν, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρητε καταλλήλους χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι νὰ καταταχθῶσι μὲ ὀλιγώτερον μισθόν. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι καὶ μὲ τὸν μισθὸν τῶν 80 δραχμῶν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμεν τοὺς καταλληλοτέρους ἀστυφύλακας. Διὰ τοῦτο τὴν προσθήκην 15 δραχ. θεωρῶ ἀναγκαίαν διὰ τοὺς χωροφύλακας, καθὼς καὶ τὴν προσθήκην 20 δραχμῶν διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς, ὅπως ζῶσι μᾶλλον ἀνέτως καὶ μὴ ἐπηρεάζωνται ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων των ἀπὸ τὸν ἐλάχιστον πειρασμόν. Θὰ προστεθῇ οὐ μικρὰ δαπάνη εἰς τὴν ἤδη ὑπολογισθεῖσαν διὰ τὸν ἱματισμόν, διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἵππων κλπ. Ἀφοῦ θὰ προστεθῇ ἓν περίπου ἑκατομμύριον εἰς τὸν γενόμενον προϋπολογισμόν, ἂς προστεθῇ καὶ ἕτερον ἑκατομμύριον διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Ἄλλως θὰ ἔχωμεν χωροφυλακὴν ὁμοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ σήμερον, μὴ ἀμφιβάλλετε δὲ, ὅτι μὲ τοιαύτην χωροφυλακὴν ἂν αἱ διατάξεις τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας δὲν ἐπιτρέψωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀποσπάσῃ κληρωτοὺς στρατιώτας, θὰ ἔχωμεν πολὺ ταχέως νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέπῃ τὴν τοιαύτην ἀπόσπασιν, διότι ἄνευ αὐτῶν δὲν θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ἀναθέτει εἰς τὴν χωροφυλακήν.
§281Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, προστεθῇ τὸ ποσὸν τοῦ ἱματισμοῦ, θέλομεν ἐπαρκέσει. Ἐξαίρεσιν ποιούμεθα εἰς τοὺς χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, διότι εἰς αὐτοὺς βεβαίως ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι μεγαλείτεραι. Διὰ τοῦτο εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχω σημειώσει νὰ προτείνω διόρθωσιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁ μισθὸς τῶν χωροφυλάκων τῶν ὑπηρετούντων παρὰ τῇ ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, θέλει ἀνέρχεσθαι εἰς 65 δραχμάς, ὁ μισθὸς τῶν ὑπενωμοταρχῶν εἰς 70 δραχμὰς καὶ ὁ τῶν ἐνωμοταρχῶν εἰς 84. Ἀλλ’ εἰς τοὺς ἄνδρας τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰς Μοιραρχίας καὶ ὑπομοιραρχίας ἐν τῷ Κράτει νομίζω ὅτι ὁ μισθὸς τῶν 50 δραχμῶν ἀρκεῖ, ἀφοῦ ὁ ἱματισμὸς καὶ ἡ ὑπόδησις αὐτῶν καταβάλλονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.
§282ΡΑΖΕΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου.
§283Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, ἔχετε δίκαιον. Νὰ διαγραφῇ τὸ «δὲ» ἐκ τῆς φράσεως «δὲν ἔχουσι δικαίωμα».
§284ΚΡΙΤΣΑΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ μοὶ λύσῃ μίαν ἀπορίαν. Διατὶ τάχα νὰ ὁρίζηται ὁ μισθὸς τοῦ ἐνωμοτάρχου Αʹ καὶ Βʹ τάξεως εἰς δραχμὰς 59 κατὰ μῆνα καὶ ὄχι 60; Ζητῶ δὲ τὴν πληροφορίαν ταύτην, διὰ τὸν λόγον ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ μισθοδοτούμενος ἔχει ἀπουσίας τινὰς ἐπὶ 5 ἢ 10 ἡμέρας, πολὺ δυσκόλως θὰ ὑπολογισθῇ ὁ μισθός. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ ὡρίζετο, πρὸς εὐκολίαν, τῶν μὲν ἐνωμοταρχῶν Αʹ καὶ Βʹ τάξεως ὁ μισθὸς εἰς δραχμὰς 60 κατὰ μῆνα, τῶν δὲ ὑπενωμοταρχῶν εἰς δραχμὰς 54. Τοιουτοτρόπως καὶ αὔξησις δαπάνης δὲν θὰ προκύψῃ καὶ εὐκολία μεγάλη θὰ ἦτο κατὰ τὸν ὑπολογισμόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη).
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10, κατὰ τὴν νέαν τάξιν (ἀναγιγνώσκεται).
§286ΠΕΤΑΛΑΣ. Πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἀμφιβολίας, νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι ὁ ἱματισμὸς καὶ ἡ ὑπόδησις δωροῦνται.
§287ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη τοῦτο νὰ γραφῇ.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11, κατὰ τὴν νέαν τάξιν (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Ἠλείας, Βόλου, Λευκάδος καὶ Καρδίτσης Ὑπομοιραρχίαι διοικοῦνται ὑπὸ ἀντιμοιράρχου, προστίθεται δὲ εἰς τὴν δύναμιν ἑκάστης καὶ εἷς ἀνθυπομοίραρχος.»
§289ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Διατὶ θὰ διοικῶνται αὐταὶ αἱ Ὑπομοιραρχίαι ἀπὸ ἀντισυνταγματάρχας;
§290Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι αὗται ἔχουσι πληθυσμὸν μεγαλείτερον.
§291Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Φρονῶ ὅτι, ἄν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου, ὅπως τὴν ἀνέπτυξα, θ’ ἀπαλλαχθῶμεν τῆς ἀνάγκης νὰ ἔχωμεν τάγμα εἰς τὴν Λευκάδα.
§292Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διατήρησις τάγματος ἐν Λευκάδι νομίζω ὅτι ἔχει λόγον ἄλλον, ὄχι τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν.
§293Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Πιθανόν.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12, κατὰ τὴν νέαν τάξιν (ἀναγινώσκεται).
§295ΠΕΤΑΛΛΑΣ. Δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως; Φρονεῖτε ὅτι εἶναι ὀρθὸν, ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὴν χωροφυλακὴν πλεονάζῃ, νὰ ἀποστέλλωνται εἰς διαθεσιμότητα ἄνδρες ἐκ τῶν εἰς τὸ πεζικὸν ὑπηρετούντων;
§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τοῦ νόμου τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἐτροποποιήθη ὁ νόμος περὶ περιορισμοῦ τῆς ἐτησίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε συμπληρωθῇ εἰς τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον προσδιορίζει τὸ νομοσχέδιον, θέλομεν ἔχει ὑπέρβασιν τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ ἐτήσιος νόμος ὁρίζει διὰ τὸ 1897. Λοιπὸν πρέπει εἴτε ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ διαφορὰ ἐκ τῶν διαφόρων ὅπλων τοῦ στρατοῦ, εἴτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ προστεθῇ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἐπαύξησις.
§297ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς θὰ ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ ὑπέρβασις;
§298Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐτήσιος νόμος εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθη, ἀλλὰ συνετάχθη πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, καὶ ἐν αὐτῷ προσδιωρίσθη ἡ ἐτησία δύναμις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς τότε. Ἑπομένως ἤδη, ὅτε συμπληροῦται ἡ χωροφυλακὴ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῆς χωροφυλακῆς αὐξάνει, πρέπει ἢ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἄλλων ὅπλων νὰ μειωθῇ, ἢ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ψηφισθῇ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς δὲν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς δυνάμεως τῶν ἄλλων ὅπλων.
§299ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Διὰ νὰ μὴ μένῃ κενὸν καὶ ἀμφιβολία, ἐπεθύμουν νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἀφοῦ ἡ κατάταξις τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς γίνεται ἐθελουσία, λήγουσι δὲ αἱ κατατάξεις αἱ ἐθελούσιαι ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, πιθανὸν οἱ κατατασσόμενοι νὰ θέλωσι ν’ ἀνακαταταχθῶσιν ἢ ὄχι. Ἐντεῦθεν δὲν εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι τὴν ἀναγραφομένην δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἔχωμεν πραγματικήν. Οἱ ἀναγράψαντες ἐν τῷ ἐτησίῳ νόμῳ τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἔχουσιν αὐτὴν ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· γεννᾶται λοιπὸν τὸ ζήτημα: τὴν διαφορὰν ταύτην δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ στράτευμα νὰ κερδήσῃ; Δύναται δὲ νὰ συμβῇ, συμπληρουμένων τῶν τάξεων τῆς χωροφυλακῆς, νὰ ἐπέλθῃ μείωσις εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦ ἄλλου στρατεύματος.
§300Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ζητηθῶσι διασαφήσεις ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ κυρία ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν.
§301ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ΦΜʹ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων.
§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ χωροφύλακες ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς. Καὶ ἂν ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐπιτρέπῃ νὰ ὑπηρετῶσιν οἱ χωροφύλακες ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτῶν πατρίδι, δὲν θέλουσιν ὑπηρετεῖ ἐὰν ὅμως κατὰ τοὺς ὑφισταμένους κανονισμοὺς δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη διάταξις, καλὸν εἶναι νὰ ἀναγράψωμεν αὐτὴν ἐν τῷ νόμῳ.
§303ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω καλὸν νὰ ἀναγραφῇ ἡ διάταξις αὕτη μετά τινος ἐπεκτάσεως. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ νομαρχιακῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἀνεπτύχθησαν μεταξὺ τῶν κατοίκων τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν στεναὶ σχέσεις, ἑπομένως οἱ ἐκ τοῦ αὐτοῦ νομοῦ ὑπάλληλοι θεωροῦνται ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν. Διὰ τοῦτο καλὸν εἶναι νὰ προνοήσῃ ὁ νόμος, ἵνα θεωρῶνται ἐντόπιοι οἱ ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ καταγόμενοι.
§304Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐνόησα.
§305ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, λόγου χάριν, νὰ μὴ ὑπηρετῶσιν εἰς τὰ Μέγαρα, διότι ἀνεπτύχθη τόσον στενὴ σχέσις κατὰ τὴν ἐπικράτησιν τῆς νομαρχιακῆς περιφερείας, ὥστε θεωρεῖται ὡς μία ἐπαρχία ὁ νομός.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει, τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 15).
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14, κατὰ τὴν νέαν τάξιν (ἀναγινώσκεται).
§308ΡΑΖΕΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω, ἵνα πρὸ τοῦ ἄρθρου 14 τεθῇ ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ μονιμότης τῶν ἀξιωματικῶν τῶν τοποθετουμένων εἰς τὰ διάφορα μέρη. Νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐτίθετο μία διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ μετάθεσις τῶν ἀξιωματικῶν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ἐὰν δὲν προηγηθῶσι βεβαιωμέναι παραβάσεις πειθαρχικαί.
§309ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§310ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ἡ μετάθεσις χωροφύλακος ἄνευ προτάσεως τοῦ προϊσταμένου.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§312Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω προσθήκην ἄρθρου 15, ἔχοντος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἵνα ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου τούτου γένηται βαθμηδόν, καὶ ἐκτελῆται ἡ ἐν τοῖς νομοῖς καὶ ταῖς ἐπαρχίαις τοποθέτησις τῆς χωροφυλακῆς ἀναλόγως τῆς συμπληρώσεως τῆς δυνάμεως τοῦ σώματος.»
§313ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ περιορισμοῦ χρόνου.
§314Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναλόγως τῆς συμπληρώσεως.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη).
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Κουλούρη ὑποβληθεῖσαι δύο τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 229–230).
§317ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον νὰ τυπωθῇ μὲ τὰς νέας τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη, καὶ νὰ διανεμηθῇ, διότι εἶναι νέον νομοσχέδιον πλέον. Προσετέθησαν ἄρθρα, ἐτροποποιήθησαν ἄρθρα. Ὥστε αὔριον παρακαλοῦμεν νὰ διανεμηθῇ μὲ τὰς τροπολογίας.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 251).
§319Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περὶ ἀστυνομίας νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, εἶναι συναφές.
§320ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν τὸ περὶ ἀστυνομίας νομοσχέδιον. Τὸ περὶ ἀστυνομίας νομοσχέδιον εἶναι σπουδαιότατον.
§321Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 2 καὶ 45′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.