1896.12.17
4,290 rows · 33,960 words · 328 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
Τῆς 17 Δεκεμβρίου 1896.
(Τρίτη)
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σωματεῖον τῶν ἀποστράτων ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξαιτεῖται τὴν ἀπονομὴν συντάξεως ἀνωτέρου βαθμοῦ. Ὁ Γεώργιος Διονυσόπουλος ἐκ Μελιγαλᾶ ἐξαιτεῖται, ὅπως διαταχθῇ τακτικὴ ἀνάκρισις διὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ ἀδελφοῦ του Νικολάου. Ὁ βουλευτὴς Τυρνάβου κ. Λιμπρίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 214). Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης κατέθηκεν ἐπερώτησιν, ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ ποῖον λόγον δὲν προβαίνει εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, καὶ τίνα μέτρα ἔλαβε περὶ τοῦ κλάδου τούτου, ὅστις τυγχάνει ἀπογοητευμένος, ἐνῷ προσφέρει ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἔθνος ὑλικάς τε καὶ ἠθικάς.»
§2ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Συμφωνῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Φορέστην, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν σύστασιν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι πάσχουσι δεινῶς. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐργάζονται νυχθημερὸν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, καὶ καταβάλλουσιν ἐργασίαν πολὺ πλείονα ἢ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Τὴν παράκλησιν ταύτην ὑποβάλλω ἤδη, διότι πληροφοροῦμαι, ὅτι γίνεται ἐργασία πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίου, καὶ παρακαλῶ τὸ ταχύτερον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου.
§3Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλουσι πληροῦσθαι ἐν τῷ μέλλοντι αἱ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ὑπάρχουσαι συμφώνως τῷ ἰσχύοντι ὀργανισμῷ γενικαὶ θέσεις.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 215).
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέγνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἕνεκα ἀσθενείας δὲν παρευρέθην κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην καὶ δὲν ἤκουσα τὰ λεχθέντα, δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτά· θέλω θέσει ὅμως ὑπ’ ὄψιν σας γεγονότα τινά, ἐκ τῶν ὁποίων θέλετε δυνηθῆ νὰ σχηματίσητε ἰδέαν περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Δικαιοσύνη ἐν Τριφυλίᾳ. Ὑπὲρ τὰ τριάκοντα ἔτη παρακάθημαι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ πρώτην ἤδη φορὰν λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ ὑπαλλήλου, ὑπηρετοῦντος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω· ἀναγκάζομαι δὲ νὰ πράξω τοῦτο, διότι ἕνεκα τῆς διαγωγῆς του διατελεῖ ἀνάστατος ἡ ἐπαρχία ἐκείνη, καὶ φοβοῦμαι μήπως συμβῶσι δυστυχήματα. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἶναι ὁ ἐν Κυπαρισσίᾳ Εἰσαγγελεὺς Λυκουρέζος. Περὶ αὐτοῦ ἔκαμον λόγον καὶ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, ὅτε δὲ ἔπαυσα ἀγορεύων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν, ὅτι τότε τὸ πρῶτον ἐμάνθανεν, ὅτι ὁ Λυκουρέζος κατάγεται ἐκ Τριφυλίας. Ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μὲ ἔκαμε νὰ πιστεύσω, ὅτι ταχέως ἤθελε τὸν ἐκτοπίσει ἐκεῖθεν, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου προσήγαγεν ἔκθεσιν τοῦ ἐκεῖ ἀποσταλέντος ἐφέτου κ. Δημητριάδου...
§6Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὴν προσήγαγον ἐγὼ τὴν κατέθεσα τῇ αἰτήσει τοῦ συναδέλφου σας κ. Κοκκέβη.
§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον· ὑμεῖς τὴν προσηγάγετε... Προσήγαγε, λέγω, ἔκθεσιν τοῦ ἐφέτου κ. Δημητριάδου, ὅστις πλέκει τὸ ἐγκώμιον τοῦ κ. Λυκουρέζου, καὶ τὸν παριστᾷ ὡς πρότυπον ἀμεροληψίας. Μεθ’ ὅσα εἶπον περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξήγαγεν ὁ κ. Δημητριάδης τὴν ἀποστολήν του ἐκείνην, δὲν περιέμενον νὰ ἴδω διαφορετικὴν ἔκθεσιν. Περὶ τούτου ἠδυνάμην καὶ σήμερον νὰ προσθέσω πολλά, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ὑπάλληλος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔλαβον τὸν λόγον, δὲν εἶναι ὁ κ. Δημητριάδης, ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι, οἵτινες ἀποστέλλονται πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, δὲν ἔρχονται εἰς φιλικὰς σχέσεις μὲ τοὺς κατηγορουμένους, δὲν καταλύουσιν εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν, οὐδὲ τῶν προσώπων, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγοροῦνται, δὲν τοὺς παραλαμβάνουσι μεθ’ ἑαυτῶν, ὅταν μεταβαίνωσιν εἰς ἄλλα μέρη, οὔτε τοῖς ἐπιτρέπουσι νὰ παραμένωσιν ἐκεῖ, ἀπειλοῦντες τοὺς μάρτυρας. Ἵστανται σοβαροὶ καὶ ὅσον ἔνεστι μεμακρυσμένοι ἀπὸ τοὺς κατηγορουμένους καὶ τοὺς φίλους των. Ἀλλ’ ὁ κ. Δημητριάδης οὐδένα τῶν κανόνων τούτων ἐτήρησεν, ἀφοῦ δὲ ἐκ τῶν 175 πολιτῶν, τῶν ὑπογεγραμμένων εἰς τὴν ἀναφοράν, ἐξήτασε μόνον 40, τοὺς πλείστους καθ’ ὑπόδειξιν τῶν συγγενῶν τοῦ Λυκουρέζου, ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν, προπεμπόμενος ὑπὸ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως καὶ τῶν φίλων του διὰ νέας ἐξοχικῆς εὐωχίας, καὶ ἐνθουσιασμένος διὰ τὴν ἀμεροληψίαν τοῦ φίλου του! Διὰ τοῦτο τὴν ἀνάκρισιν ταύτην ἀπεκάλεσα παρῳδίαν ἀνακρίσεως. Ἀφήνω λοιπὸν τὸν κ. Δημητριάδην καὶ τὴν ἔκθεσίν του, καὶ ἔρχομαι νὰ ἐκθέσω περιστατικά τινα, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν κάμνουν ἐντύπωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, θὰ πείσωσιν ὅμως τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἦτο οὔτε νόμιμον, οὔτε πρέπον, οὔτε συμφέρον εἰς τὴν Δικαιοσύνην, νὰ διορισθῇ καὶ νὰ διατηρῆται Εἰσαγγελεὺς ἐν Κυπαρισσίᾳ ὁ κ. Λυκουρέζος. Ὁ Λυκουρέζος κατάγεται πρὸς μητρὸς ἐκ Τριφυλίας, καὶ ὡς τοιοῦτος δὲν ἐπετρέπετο, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ διορισθῇ ἐκεῖ, διότι ὁ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμος ἀπαγορεύει εἰς πάντα ὑπάλληλον νὰ ὑπηρετῇ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς κατάγεται, οὐδεμίαν δὲ διάκρισιν ποιεῖται τοῦ καταγομένου πρὸς πατρὸς ἀπὸ τοῦ καταγομένου πρὸς μητρός. Ἕνεκα τῆς καταγωγῆς του ἔχει ἐκεῖ κτήματα, συμφέροντα καὶ πολλὰς σχέσεις, ἔτι δὲ στενοὺς συγγενεῖς, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται, ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὑπουργικὴν μερίδα, καὶ συμπράττουσιν ἐν τῷ δήμῳ Ἐράνης μετὰ τοῦ πρώην δημάρχου Κεφαλᾶ, ὅστις, ἐγκαταλείψας ἡμᾶς κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, προσεχώρησεν εἰς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν. Πάντες οὗτοι πνέουσι μένεα ἰδίως κατὰ τοῦ πρώην γενικοῦ γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης Θεοδώρου Σαρσέντη, ὅστις, ἐκτεθεὶς εἰς τὰς ἐκλογὰς ὡς ὑποψήφιος Βουλευτὴς καὶ ἀποτυχὼν δι’ ὀλίγων ψήφων, δικηγορεῖ ἤδη ἐν Κυπαρισσίᾳ, προστατεύων τοὺς φίλους μας, καθόσον εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ ἀποδίδουσι κυρίως τὴν ἀποτυχίαν τοῦ κ. Κεφαλᾶ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν ἐπετρέπετο, δὲν ἔπρεπε νὰ διορισθῇ ὁ κ. Λυκουρέζος ἐν Τριφυλίᾳ, καὶ μάλιστα εἰς τοσοῦτον ἐνεργητικὴν θέσιν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο διωρίσθη. Αὐτὸς ἦτο καὶ πρότερον Εἰσαγγελεύς, ἀλλ’ ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου ἐπαύθη μετὰ τῶν λοιπῶν Εἰσαγγελέων, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔκρινεν εὔλογον νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ, καὶ ἔμεινεν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἄνευ ὑπηρεσίας. Ἐκ τούτου ὠφεληθέντες οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν ὑπουργικὴν μερίδα, ἐζήτησαν ἢ ἐδέχθησαν νὰ διορισθῇ Εἰσαγγελεὺς ἐν Κυπαρισσίᾳ, διότι, ὡς ἄνθρωποι πρακτικοί, ὑπελόγισαν, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὑπὲρ αὐτῶν ὅσα ἐκεῖνος, καθόσον, ἐκτὸς τῆς εὐγνωμοσύνης, τὴν ὁποίαν θὰ ἐχρεώστει εἰς αὐτοὺς διὰ τὴν συνδρομήν, τὴν ὁποίαν τῷ ἐχορήγουν καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας θὰ ἔμενεν ἴσως ἀκόμη πεπαυμένος, εἶχε καὶ πρόσθετον λόγον νὰ καταδιώκῃ ἡμᾶς καὶ τοὺς φίλους ἡμῶν, τὸν λόγον ὅτι τοῦτο πράττων θὰ ηὐχαρίστει τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους του, καὶ θὰ προῆγε τὰ συμφέροντά των. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας διορισθεὶς καὶ μεταβὰς εἰς Κυπαρισσίαν, ἔδωκε πολλὰς ἀφορμάς, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἦλθεν εἰς ῥῆξιν πρός τινα τῶν Πρωτοδικῶν, ὑπὸ τοῦ ὁποίου καὶ κατεμηνύθη, νομίζω δέ, ὅτι ἡ μήνυσις αὕτη εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμής...
§8Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει ἀμοιβαία καταμήνυσις.
§9ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐπρότεινε τὴν μετάθεσίν του. Ἀλλὰ ποίαν σημασίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἀπέναντι τῶν ἐπιμόνων συστάσεων τῶν ὑπουργικῶν Βουλευτῶν; Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἐκεῖ ἐκδιδομένη μικρὰ ἐφημερὶς «Πρόοδος» ἔγραψε σφοδρὸν κατὰ τοῦ Λυκουρέζου ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου παρεκάλει ἐπὶ τέλους τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸν ἐκτοπίσῃ τὸ ταχύτερον, πρὸς ἀποφυγὴν μεγαλειτέρων σκανδάλων. Μολονότι δὲ ὁ διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος ἐδήλωσεν ἐπανειλημμένως, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο προήρχετο ἐκ τῆς συντάξεως αὐτῆς, οἱ συγγενεῖς τοῦ κ. Λυκουρέζου κατώρθωσαν νὰ τὸν πείσωσιν, ὅτι ἐγράφη ἀπὸ τὸν Θ. Σαρσέντην, κατὰ τοῦ ὁποίου, ὡς εἶπον, ἔχουσι μεγάλας ἀφορμὰς νὰ καταφέρωνται. Ἐρεθισθεὶς ἐκ τούτου ὁ κ. Λυκουρέζος, ἀπέστειλεν εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπαινιττόμενος τὸν Σαρσέντην ἔγραφε πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι οὗτος ἔχει ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς μὲ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ὁ Σαρσέντης οὐδεμίαν ἀξιόποινον πρᾶξιν ἔπραξε, καὶ ἑπομένως οὐδένα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀνοικτὸν λογαριασμὸν μὲ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ἡ εὐφυΐα ὅμως τοῦ κ. Εἰσαγγελέως ἀνεκάλυψεν, ὅτι ὑπῆρχε τοιοῦτος λογαριασμός, καὶ μάλιστα πολὺ χονδρός. Ἀκούσατε δὲ πῶς. Κατὰ τὰ μέσα Δεκεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους ὁ δήμαρχος Φλεσσιάδος κ. Κοκκέβης ἀνέφερεν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ὅτι ἐπυροβολήθη ἑσπέραν τινὰ ἀπὸ τὸν φράκτην τοῦ κήπου του, καὶ κατήγγειλεν ὡς δράστην πρῶτον μὲν συγχωριανόν τού τινα, τοῦ ὁποίου μὲ διαφεύγει τὸ ὄνομα, μετά τινας δὲ ἡμέρας ἕτερον συγχώριον, ὀνομαζόμενον Καραγιάννην καὶ ἀνήκοντα εἰς τὴν ἀντίθετον μερίδα, τὴν διευθυνομένην ὑπὸ τῶν Σαλταμπασαίων. Ὁ Καραγιάννης οὗτος, μαθὼν ὅτι κατηγγέλλετο, ἀνεχώρησεν ἐκ Λιγουδίστης καὶ μεταβὰς εἰς Φιλιατρὰ, κατέλυσεν εἰς τὴν οἰκίαν Νεστορίδου τινὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔμπιστος τοῦ ἀποτυχόντος δημάρχου Κεφαλᾶ καὶ τυφλὸν ὄργανον τῶν συγγενῶν τοῦ Εἰσαγελέως Λυκουρέζου. Μετ’ αὐτοῦ ἐξήρχετο εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ἐσύχναζεν εἰς τὰ καφενεῖα, διότι ἡ ἀστυνομία ἢ δὲν εἶχεν ἔνταλμα ἀνὰ χεῖρας, ἢ ἐδυσκολεύετο νὰ βάλῃ χεῖρα ἐπ’ αὐτοῦ, ἀφοῦ τὸν ἔβλεπεν εἰς τὸ πλευρὸν προσώπου, τὸ ὁποῖον κατέχει τοσοῦτον ἐμπιστευτικὴν θέσιν πλησίον τῶν συγγενῶν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τῶν διευθυνόντων ἐν Ἐράνῃ τὴν ὑπουργικὴν μερίδα. Μετ’ αὐτοῦ μετέβη μίαν ἑσπέραν καὶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Σαρσέντη, ἵνα τὸν συμβουλευθῇ ὡς δικηγόρον, ἡ μόνη δὲ συμβουλή, τὴν ὁποίαν παρ’ αὐτοῦ ἔλαβεν, ἦτο νὰ προσέλθῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐὰν ἦτο πληροφορημένος ὅτι ἐξεδόθη κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα. Μίαν δὲ ἄλλην ἡμέραν, ἐνῷ ὁ Σαρτέντης μετ’ ἄλλων ἐπέβη ἁμάξης, ἵνα πορευθῇ εἰς Κυπαρισσίαν, ὁ ἁμαξηλάτης παρέλαβε καὶ τὸν Καραγιάννην, εὑρισκόμενον εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως, καὶ τὸν μετέφερεν εἰς Κυπαρισσίαν, τὸ δὲ ἑσπέρας τὸν ἐπανέφερεν εἰς Φιλιατρὰ, ἔνθα κατέλυσε πάλιν καὶ διενυκτέρευσεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Νεστορίδου· ἀλλ’ ὁ Νεστορίδης, ὡς ἐκ τῶν σχέσεών του μετὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, εἶχε πληροφορηθῆ, φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ περισσότερον ἡ σύλληψίς του· ἠγέρθη λοιπὸν λίαν πρωΐ, μετέβη εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως, ἐμίσθωσε τὴν ἅμαξαν τοῦ ἁμαξηλάτου Καραβάκη, ἐπορεύθη εἰς τὴν οἰκίαν του, παρέλαβε τὸν Καραγιάννην, τὸν μετέφερεν εἰς τὴν παραλίαν τῆς Ἁγ. Κυριακῆς, ἔλαβεν ὑπὸ ἄλλο ὄνομα εἰσιτήριον, καὶ τὸν ἐπεβίβασεν εἰς τὸ κατ’ ἐκείνην τὴν πρωΐαν ἀναχωροῦν διὰ τὸ Κατάκωλον ἀτμόπλοιον. Ἀλλ’ ἅμα ἔφθασεν ἐκεῖ, συνελήφθη ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας καὶ ἀπεστάλη εἰς Κυπαρισσίαν. Ταῦτα εἶναι πασίγνωστα εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἐβεβαιώθησαν δὲ καὶ ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν, ἡ ὁποία ἐγένετο τότε. Καὶ δὲν εἶναι μὲν ἀκόμη δημοσιευμένη ἡ δικογραφία, ἀλλ’ ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἔδωσαν τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι εἰς τοὺς μικροὺς ἐκείνους τόπους τὰ πάντα μανθάνονται, ὅλοι γνωρίζουσι ποῖοι καλοῦνται εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ οἱ καλούμενοι διηγοῦνται ὅσα κατέθεσαν. Καθ’ ἣν δὲ ἡμέραν συλληφθεὶς ὁ Καραγιάννης εἰς Κατάκωλον ἀπεστέλλετο εἰς Τριφυλίαν, κἄποιος Νικολόπουλος, ἄνθρωπος τοῦ δημάρχου Φλεσσιάδος, ἀπέστειλε πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Κυπαρισσίας τηλεγράφημα, διαλαμβάνον τὰ ἑξῆς: «Πληροφορούμεθα ὅτι Θεόδωρος Σαρτέντης παρέδωκεν εἰς ἁμαξηλάτην Καραβάκην φυγόδικον Καραγιάννην καὶ τὸν μετέφερεν εἰς Ἁγίαν Κυριακὴν, ἵνα τὸν φυγαδεύσῃ εἰς Κατάκωλον». Ἀλλὰ εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦτο οὐδεμία, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἐδόθη προσοχή, ἀφοῦ ὁ κατηγορούμενος εὑρίσκετο εἰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐκ τῶν γενομένων ἐξετάσεων ἦτο γνωστὸν πλέον, πῶς καὶ παρὰ τίνος ἐφυγαδεύθη. Διὰ τοῦτο ὁ Σαρσέντης οὐδόλως ἠνοχλήθη, οὐδὲ κἄν ἐκλήθη πρὸς ἐξέτασιν. Ἀφοῦ ὅμως ἠρεθίσθη ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκ τῶν γραφέντων εἰς τὴν «Πρόοδον», ἐνεθυμήθη τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἀπεφάσισε νὰ τὸν καταδιώξῃ. Συνενοήθη λοιπὸν μὲ τὸν ἀνακριτὴν κ. Βεῤῥοιόπουλον, καὶ κατὰ πρῶτον ἐξέδωκαν κλῆσιν, δι’ ἧς ἐκαλεῖτο ὁ Σαρσέντης νὰ ἐμφανισθῇ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ· καὶ προσῆλθε μὲν οὗτος τὴν ἐπιοῦσαν, ἀλλ’ ὁ ἀνακριτὴς δὲν εὑρέθη εἰς τὴν ἕδραν του, πρὶν δὲ παρέλθῃ ἡ τριήμερος προθεσμία, ἐξέδωκαν ἔνταλμα βιαίας προσαγωγῆς, ἀλλὰ μετὰ 4 ἢ 5 ἡμέρας, μεταμεληθέντες διὰ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, ἐξέδωκαν ἔνταλμα συλλήψεως, διὰ τοῦ ὁποίου διέτασσον τὴν σύλληψιν τοῦ Θεοδώρου Σαρσέντη, κατηγορουμένου, ὅτι ἐν γνώσει, ἐξ ἰδιοτελείας καὶ ἐκ συστάσεως μετ’ ἄλλων ὑπέκρυπτεν εἰς τὴν οἰκίαν του ἀπὸ τὰς ἐρεύνας τῆς ἀρχῆς τὸν φυγόδικον Καραγιάννην καὶ τὸν ἐφυγάδευσε. Τὸ ἔνταλμα τοῦτο ἐτάραξε τὴν ἀστυνομίαν Φιλιατρῶν, διότι ἐδείκνυεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς ἀπειθείας, ἀλλὰ περὶ σοβαρωτάτης κατηγορίας. Ἀστυφύλακες λοιπὸν συνέλαβον τὸν Σαρσέντην ἐν τῇ οἰκίᾳ του, ἀσθενοῦντα τὴν ἡμέραν ἐκείνην, τὸν μετέφεραν κακῶς ἔχοντα εἰς Κυπαρισσίαν καὶ τὸν προσήγαγον ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, οὗτος δὲ, ἀφοῦ ἀπήγγειλε τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Σαρσέντης οὐδόλως ἀπελογήθη, τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὰς φυλακὰς, ἔνθα διῆλθεν ὅλην τὴν νύκτα πυρέσσων, τὴν δὲ πρωΐαν τὸν ἀπέλυσαν. Δὲν τὸν ἀπέλυσαν δ’ ἐκ γενναιοφροσύνης, ὅπως, φαίνεται, ἐν τῇ ἐκθέσει του ὑπολαμβάνει ὁ κ. Δημητριάδης, ἀλλὰ διότι, προλαβὼν ὁ Σαρσέντης, εἶχε ζητήσει τὴν ἐξαίρεσιν, τοῦ μὲν Εἰσαγγελέως λόγῳ ἐχθρότητος, τοῦ δὲ ἀνακριτοῦ καί τινων δικαστῶν ὡς γνωριζόντων τοὺς λόγους τῆς ἐχθρότητος καὶ μελλόντων νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μάρτυρες εἰς τὴν περὶ ἐξαιρέσεως δίκην. Ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος τῆς συλλήψεως ἦτο, κατ’ ἐμὲ, ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἔνταλμα συλλήψεως δὲν ἐκδίδεται, εἰμὴ διὰ τοὺς κατηγορουμένους ἐπὶ κακουργήματι· ἀλλὰ κατὰ τοῦ Σαρσέντη τοιαύτη κατηγορία δὲν ὑπῆρχε. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐκ Λιγουδίστης τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον θεωροῦσιν ὡς μήνυσιν καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ἐντελῶς ψευδὲς, οὐδὲν ἄλλο διαλαμβάνει ἢ ὅτι ὁ Σαρσέντης διηυκόλυνε τὴν ἀπόδρασιν τοῦ κατηγορουμένου, ἡ πρᾶξις δ’ αὕτη δὲν χαρακτηρίζεται ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου ὡς κακούργημα. Καὶ ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, τὸ ἀνεγνώρισαν καὶ αὐτοὶ οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ διὰ τοῦτο ἐξέδωκαν κλῆσιν, καὶ μετ’ αὐτὴν ἔνταλμα βιαίας προσαγωγῆς· ἀπορῶ δὲ, ποῦ στηριχθέντες κατόπιν ἐξέδωκαν ἔνταλμα συλλήψεως, εἰς τὸ ὁποῖον διετύπωσαν τὴν σοβαρωτάτην κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα, καὶ ἡ ὁποία οὐδὲ εἰς τὴν λεγομένην μήνυσιν περιέχεται, οὐδ’ ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ἐξάγεται. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι περατωμένη ἡ ἀνάκρισις, ἵνα προσαγάγω ἐνώπιόν σας τὴν δικογραφίαν. Ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δύναται καὶ σήμερον ἀκόμη νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἕνεκα τῶν ἐξαιρέσεων, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ Σαρσέντης, ἡ δικογραφία ἐζητήθη παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἴσως εὑρίσκεται ἀκόμη παρ’ αὐτῷ· ὥστε ἐκτὸς τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως ἔλαβον γνῶσιν καὶ 10 ἀκόμη πρόσωπα ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Δὲν θὰ πάθῃ λοιπὸν τίποτε ἡ Δικαιοσύνη, ἐὰν λάβῃ γνῶσιν τῆς δικογραφίας ταύτης καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης... Καλέσατε, κ. Ὑπουργὲ, τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐρωτήσατε αὐτὸν, καὶ ἐὰν σᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι τὰ πράγματα ἔλαβον χώραν ὅπως τὰ ἐκθέτω, πράξατε, ὡς τίμιος ἄνθρωπος, ὅ,τι τὸ καθῆκόν σας καὶ τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης ὑπαγορεύει. Ἀλλ’ ἐνῷ τόσος θόρυβος ἐγένετο διὰ τὸν Σαρσέντην, θὰ ἐκπλαγῆτε, κύριοι Βουλευταὶ, μανθάνοντες ὅτι ὁ Νεστορίδης, ὅστις ἐφιλοξένει εἰς τὴν οἰκίαν του τόσας ἡμέρας τὸν φυγόδικον καὶ ὁ ὁποῖος τὸν ἐφυγάδευσεν ὑπὸ ξένον ὄνομα, μένει ἀκαταδίωκτος καὶ περιφέρεται ἐλεύθερος! Ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Ὁ μὲν Σαρσέντης εἶναι πρόσωπον πολιτευόμενον ἐκ τῶν νέων ἀνδρῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποβλέπει ἡ ἐπαρχία, καὶ συμφέρει εἰς τοὺς συγγενεῖς τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοὺς πολιτικοὺς αὐτῶν φίλους νὰ συντριβῇ κατὰ τὰ πρῶτα αὐτοῦ βήματα, ὁ δὲ Νεστορίδης εἶναι ἔμπιστος τοῦ ἀποτυχόντος δημάρχου, εὐτελὲς καὶ τυφλὸν ὄργανον τῶν συγγενῶν τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ πρέπει νὰ μένῃ ἀνενόχλητος, διότι, ὡς θὰ ἀκούσητε μετ’ ὀλίγον, θὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς ἄλλην σκευωρίαν. Εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν συμβαίνει καὶ ἄλλο ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὴν ὀλιγωρίαν, τὴν ὁποίαν δεικνύουσι δικαστικοί τινες, ὅταν πρόκειται περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, οἵτινες δὲν ἔχουσι μάλιστα τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὴν ὑπουργικὴν μερίδα. Ἡ ἀνάκρισις κατὰ τοῦ κατηγορουμένου Καραγιάννη εἶναι ἀποπερατωμένη ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον ἢ τὸν Μάϊον, ἀλλὰ συνεδέθη μὲ αὐτὴν καὶ ἡ κατηγορία κατὰ Σαρσέντη· ἐπειδὴ ὅμως οὗτος ἐζήτησε τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως καί τινων δικαστῶν, καὶ ἡ ὑπόθεσις περιῆλθεν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἀρείου Πάγου, πρόδηλον ἦτο, ὅτι ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐξαιρέσεων ἤθελε βραδύνει· καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι παρῆλθον ἕως τώρα 8 μῆνες, καὶ μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου προδικαστικὴ ἀπόφασις, ἄδηλον δὲ εἶναι, πότε θὰ ἐκδοθῇ ἡ ὁριστική. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι ἠδύναντο καὶ ὤφειλον μάλιστα οἱ δικαστικοὶ νὰ χωρίσωσι τὴν μίαν κατηγορίαν ἀπὸ τῆς ἄλλης, ἵνα μὴ κρατῆται προφυλακισμένος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐνδεχόμενον νὰ ἦναι καὶ ἀθῶος· ἀλλὰ κρατοῦσι συνδεδεμένας τὰς δύο κατηγορίας, πρῶτον μὲν ἵνα παρατείνηται ἡ προφυλάκισις τοῦ Καραγιάννη, ὁ ὁποῖος συμβαίνει νὰ μὴ ἦναι ὑπουργικὸς, καὶ δεύτερον, ἵνα διαφημίζηται εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ὅτι καὶ ἡ τύχη τοῦ Σαρσέντη εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὸν προφυλακισμένον τοῦτον. Ταῦτα πάντα νομίζω, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐξακριβώσῃ καὶ ν’ ἀναφέρῃ ὁ κ. Δημητριάδης, ὅταν ἀπεστάλη εἰς Κυπαρισσίαν. Ἐὰν ὁ κ. Δημητριάδης ἀνεγίνωσκε μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς τὸ ἐκ Λιγουδίστης τηλεγράφημα, ἐὰν ἔῤῥιπτεν ἓν βλέμμα εἰς τὴν δικογραφίαν, ἐὰν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως καὶ ἔβλεπεν ὅτι ἡ διατυπωθεῖσα ἐν αὐτῷ κατηγορία δὲν προκύπτει οὔτε ἀπὸ τὴν λεγομένην μήνυσιν, οὔτε ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν, συνεδύαζε δὲ ταῦτα μὲ τὴν μὴ καταδίωξιν τοῦ Νεστορίδου καὶ τὴν παράνομον παράτασιν τῆς προφυλακίσεως τοῦ Καραγιάννη, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὄχι μόνον ἤθελε μετριάσει τὸν ἐνθουσιασμὸν, ὑπὸ τοῦ ὁποίου κατελήφθη διὰ τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν ἀμεροληψίαν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ καὶ ἤθελε συστήσει εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ θέσῃ τέρμα τὸ ταχύτερον εἰς κατάστασιν πραγμάτων, ἡ ὁποία καὶ τὴν Δικαιοσύνην ἐξευτελίζει καὶ τὸν τόπον ἐκεῖνον κρατεῖ εἰς μεγάλην ἀνησυχίαν. Ἀλλ’ ὅ,τι παρέλειψεν ὁ κ. Δημητριάδης, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει τὸ ἐκτελέσει ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἡ Εἰσαγγελία δηλαδὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία δὲν πιστεύω ν’ ἀφήσῃ νὰ παρέλθωσιν ὅλα ταῦτα ἀνεξέταστα καὶ ἀτιμώρητα. Ἡ τοιαύτη σκανδαλώδης διαγωγὴ τοῦ κ. Λουκουρέζου καὶ διάφορα ἄλλα γεγονότα ἐκίνησαν εἰς ἀγανάκτησιν τοὺς κατοίκους ἰδίως τῶν Φιλιατρῶν, ὅπου κατοικοῦσιν οἱ συγγενεῖς του, καὶ 175 πολῖται, δικηγόροι, ἔμποροι, βιομήχανοι καὶ κτηματίαι, ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀναφορὰν, παριστῶντες τὰ γενόμενα, καὶ παρακαλοῦντες αὐτὸ νὰ ἐκτοπίσῃ μίαν ὥραν ταχύτερον ἐκεῖθεν τὸν κ. Λυκουρέζον. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀποστολὴν τοῦ κ. Δημητριάδου, ἡ ὁποία τόσον κακῶς διεξήχθη, ἀντὶ δὲ νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία τις, ἐγεννήθησαν ἄλλα μεγαλείτερα κακά. Ὁ Λουκουρέζος, λαβὼν γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς, ὅτε αὕτη εὑρίσκετο εἰς χεῖρας τοῦ κ. Δημητριάδου, καὶ ἰδὼν ὅτι περιείχοντο ἐν αὐτῇ λέξεις τινὲς, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ὕβρεις, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ τῷ ἀποστείλῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἵνα καταδιώξῃ πάντας τοὺς ὑπογεγραμμένους.
§10ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀληθές.
§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εὑρίσκεται ἐκεῖ;
§12ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§13ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τοὺς καταδιώκει;
§14ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχε σταλῆ, ἵνα γνωμοδοτήσῃ.
§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπέστειλε τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§16ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὤφειλον κατὰ καθῆκον ν’ ἀποστείλω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἐν Ναυπλίῳ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐν Ναυπλίῳ δὲν ἐγνώριζε τὸν Δημητριάδην, οὗτος δὲ θεωρεῖται εἷς τῶν ἐντιμοτέρων ἐφετῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐστάλη αὐτός. Ἐγὼ δὲν διώρισα τὸν Δημητριάδην.
§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἐν τούτοις περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοῦ Λυκουρέζου, καὶ καταδιώκονται οἱ 175 οὗτοι πολῖται, καὶ εἰσάγονται κατὰ δεκάδας εἰς τὸ ἀκροατήριον ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ δικάζονται καὶ καταδικάζονται ἐρήμην καὶ κατ’ ἀντιμωλίαν εἰς φυλάκισιν, χωρὶς νὰ διαταχθῇ τοὐλάχιστον τακτικὴ ἀνάκρισις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἴσως δυνηθῆ οἱ ἄνθρωποι νὰ ὑπερασπισθῶσιν, ἀποδεικνύοντες, ὅτι αἱ φράσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐκλαμβάνονται ὡς ὕβρεις, ἢ δὲν εἶναι ὕβρεις, ἢ περιέχουσι γεγονότα, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀποδείξωσι. Δὲν λησμονεῖται δ’ ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ὁ Σαρσέντης· ἐκδίδονται καὶ κατ’ αὐτοῦ ἀπαύστως κλήσεις, διὰ τῶν ὁποίων καλεῖται, ἵνα δικασθῇ, ὁτὲ μὲν ὅτι ὕβρισεν ἕνα κλητῆρα, ὁτὲ δὲ, ὅτι εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς ἀναιρέσεως ὑπάρχουν λέξεις ἢ φράσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Λυκουρέζος θεωρεῖ ὡς ὑβριστικάς, καὶ ἐνῷ ἐγίνωσκον, ὅτι ὁ Σαρσέντης εἶχεν ἀναχωρήσει πρὸ πολλοῦ ἐκ Φιλιατρῶν καὶ διέτριβεν ἐνταῦθα, ἐπέδιδον τὰς κλήσεις εἰς Φιλιατρὰ, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ καιρὸν ν’ ἀπολογηθῇ, καὶ ἐπέλθῃ ὁπωσδήποτε μία καταδίκη ἐναντίον του. Ἀλλὰ μὲ τοιαύτας καταδιώξεις καὶ καταδίκας δὲν ἱκανοποιεῖται ὁ κ. Λυκουρέζος. Ἀφοῦ δὲ βλέπει, ὅτι ἡ σοβαρὰ κατηγορία, τὴν ὁποίαν ὑπεκίνησεν ἐναντίον τοῦ Σαρσέντη διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Καραγιάννη, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, καὶ ὅτι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ τὸν κλείσῃ εἰς τὰ δεσμωτήρια, διενοήθη νὰ τὸν δυσφημήσῃ, ἐγείρων κατ’ αὐτοῦ ἄλλην καταδίωξιν, οὐχὶ πλέον διὰ πρᾶξιν ἐγκληματικὴν, ἀλλὰ διὰ πρᾶξιν ἀνήθικον. Ὁ πατὴρ τοῦ Θεοδώρου Σαρσέντη, ὁ γνωστὸς εἰς ὅλους ὑμᾶς γέρων Σαρσέντης, ὁ πρὸ μικροῦ ἀποχωρήσας ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἔχει ἐν Τριφυλίᾳ κτήματα, καὶ διατηρεῖ ἐκεῖ οἰκίαν, εἰς τὴν ὁποίαν διαμένει πολλοὺς μῆνας τοῦ ἔτους ἡ σύζυγός του, ἐπιτηροῦσα τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων. Ὁσάκις δὲ ὅλη ἡ οἰκογένεια δὲν ἦναι συγκεντρωμένη εἰς ἓν μέρος, συμβαίνει δὲ νὰ μείνῃ ἐνταῦθα ἢ εἰς Φιλιατρὰ ὁ πατὴρ ἤ τις τῶν υἱῶν, ἡ κυρία Σαρσέντη ἀφήνει παρ’ αὐτῷ μίαν ἀπὸ τὰς ὑπηρετρίας της, διὰ νὰ τὸν ὑπηρετῇ, καὶ κυρίως διὰ νὰ φυλάττῃ τὰ πράγματα καὶ τὰς προμηθείας τοῦ οἴκου. Κατὰ τὴν συνήθειαν ταύτην, καὶ ὅταν μετὰ πολύμηνον διαμονὴν ἐν Φιλιατροῖς ἀνεχώρησε κατὰ τὸν παρελθόντα χειμῶνα ἐκεῖθεν, διὰ νὰ διέλθῃ ὀλίγους μῆνας ἐν Ἀθήναις, ἔμεινε δ’ ἐκεῖ ὁ υἱὸς της Θεόδωρος, χάριν τῶν ὑποθέσεών του, ἀφῆκε παρ’ αὐτῷ μίαν ὑπηρέτριαν, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸ 5 ἢ 6 ἐτῶν καὶ ἡ ὁποία πηγαίνει εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ἀγοράζει τὰ τρόφιμα, μαγειρεύει, σφογγαρίζει, πλύνει, σιδηρώνει καὶ ἐν γένει ὑπηρετεῖ τὸν κύριον καὶ πάντας τοὺς προσερχομένους εἰς τὸν οἶκον πελάτας καὶ φίλους. Δι’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν δυστυχῆ ὑπηρέτριαν ὁ κ. Λυκουρέζος διέταξε τὸν ἀστυνόμον Ἐράνης νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Θεόδωρον εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον ἐπὶ παρανόμῳ συνοικήσει, ἤτοι ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 658 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου...
§18ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτά.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὰ χαρτιὰ ἐδῶ.
§20ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὰ παραλλάσσετε πάρα πολὺ τὰ πράγματα.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ἔρχεσθε κατόπιν καὶ τὰ λέγετε.
§22ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Θὰ τὰ εἴπω.
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. Χωρὶς νὰ συλλογισθῇ, ὅτι μὲ τοῦτο δὲν προσέβαλλε μόνον τὸν υἱὸν, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὴν πατρικήν του οἰκογένειαν καὶ ὅλους ἡμᾶς τοὺς στενοὺς συγγενεῖς, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἠθέλομεν ἐπιτρέψει εἰς ἓν μέλος τῆς οἰκογενείας μας νὰ συζῇ παρανόμως μὲ γυναῖκα καὶ νὰ τὴν εἰσάγῃ εἰς τὰς οἰκίας μας. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀστυνόμος Ἐράνης ἐδίσταζε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸν ἠνάγκασε δι’ ἀλλεπαλλήλων τηλεγραφημάτων νὰ σπεύσῃ, καὶ ἐπειδὴ ὁ εἰρηνοδίκης ἐδυσκολεύθη νὰ καταδικάσῃ ἀναπολόγητον τὸν ἀπόντα Σαρσέντην, καὶ ἀνέβαλε τὴν δίκην, ἐζητήθη ἡ μετάθεσίς του, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔσπευσε νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ, διὰ νὰ διδάξῃ τοὺς ὑπαλλήλους του, ὅτι πρέπει ἄνευ παραμικρᾶς βραδύτητος καὶ ἄνευ δισταγμοῦ νὰ ἐκτελῶσι τὰ θελήματα τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον παράνομα καὶ ὅσον παράλογα καὶ ἂν ὦσι! Δὲν ἔχετε ἀνάγκην βεβαίως νὰ μάθητε ἀπὸ ἐμὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 658 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀφήνω δὲ εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ἐὰν ὑπῆρχε περίστασις νὰ σύρωσιν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον καὶ νὰ ἐκθέσωσιν ἐνώπιον τῆς μικρᾶς ἐκείνης κοινωνίας ἕνα ἐπιστήμονα δικηγόρον, ἓν πολιτευόμενον πρόσωπον, τὸν υἱὸν τέλος πάντων μιᾶς ἐντίμου οἰκογενείας. Ἐὰν ζητηθῇ περὶ τούτου λόγος ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, θέλει εἴπει, ὅτι οὐχὶ οἴκοθεν, ἀλλὰ συνεπείᾳ μηνύσεως διέταξε τὴν καταδίωξιν ταύτην, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἰς τὰς ὑποθέσεις ταύτας ἡ μήνυσις οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι ἡ παράβασις τοῦ ἄρθρου 658 τοῦ Ποιν. Νόμου δὲν γίνεται ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ· διὰ νὰ ἦναι παράβασις, πρέπει νὰ γίνεται δημοσίως καὶ νὰ προξενῇ κοινὸν σκάνδαλον, τὸ σκάδαλον δὲ ἀντιλαμβάνονται πρὸ πάντων οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας ἠθικῆς ὑπάλληλοι. Ὅταν δὲ οὗτοι δὲν τὸ ἀντιλαμβάνωνται, σημαίνει ὅτι σκάνδαλον δὲν ὑπάρχει, καὶ οὐδεὶς σωφρονῶν Εἰσαγγελεὺς ἤθελε θεωρήσει ἑαυτὸν ὑπόχρεων νὰ σύρῃ εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον καὶ νὰ θεατρίσῃ ἕνα ἔντιμον πολίτην, διότι εὑρέθη ἓν περίτριμμα τῆς κοινωνίας καὶ ἔδωκε μίαν μήνυσιν. Μάθετε δὲ, ὅτι μηνυτὴς εἶναι ὁ Νεστορίδης, ὅστις, ἀφοῦ εἶχε τὴν δυστυχίαν νὰ ὑποκρύψῃ καὶ νὰ φυγαδεύσῃ τὸν Καραγιάννην, διατελεῖ ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅστις δύναται εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ τὸν προφυλακίσῃ. Σημειώσατε πρὸς τούτοις, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον διετάσσετο ἡ καταδίωξις τοῦ Θεοδώρου ἐπὶ παρανόμῳ συνοικήσει, αὐτὸς εἶχεν ἀναχωρήσει ἐκ Φιλιατρῶν καὶ διέμενεν ἐν Καλάμαις καὶ ἐνταῦθα, εἶχε δὲ ἐπανέλθει πρὸ μηνῶν ἡ μήτηρ του καὶ κατόπιν ὁ πατήρ του, καὶ κάθηνται εἰς τὴν οἰκίαν των, ὑπηρετούμενοι ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδίαν ὑπηρέτριαν. Ὥστε ἐὰν ὁ νέος εἰρηνοδίκης δεχθῇ τὴν μήνυσιν καὶ διατάξῃ τὸν χωρισμὸν, ἀποβαίνει ζήτημα τίνι τρόπῳ θέλει ἐκτελεσθῇ οὗτος. Θὰ χωρισθῇ ἡ κυρία Σαρσέντη ἀπὸ τὴν ὑπηρέτριάν της; ἢ θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ μὴ δέχηται τοὺς υἱούς της εἰς τὸν οἶκόν της, ἐν ὅσῳ θέλει νὰ ἔχῃ ὑπηρετρίας; Συλλογίσθητε, Κύριοι, ὁποῖα σκάνδαλα δύνανται νὰ προκύψωσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐὰν καθιερωθῇ, ὅτι, ὁσάκις ἀπουσιάζῃ πρὸς καιρὸν ἡ οἰκοδέσποινα οἰκογενείας τινὸς καὶ δὲν παραλαμβάνῃ μεθ’ ἑαυτῆς τὰς ὑπηρετρίας, δύνανται οἱ Εἰσαγγελεῖς, ἐπὶ τῇ μηνύσει τοῦ τυχόντος, νὰ σύρωσιν εἰς τὸ δικαστήριον τοὺς υἱούς της, ἢ καὶ αὐτὸν τὸν σύζυγόν της, ἐπὶ παρανόμῳ συνοικήσει! Ἀλλὰ, καθὼς μοὶ γράφουσιν ἐκ Τριφυλίας, τὰ πράγματα φαίνεται ὅτι δὲν θὰ σταματήσωσιν ἕως ἐδῶ. Οἱ συγγενεῖς τοῦ Εἰσαγγελέως ἀπειλοῦσι τοὺς ὑπογράψαντας τὴν ἐναντίον αὐτοῦ ἀναφορὰν καὶ τοὺς συγγενεῖς αὐτῶν καὶ πολλοὺς ἄλλους, λέγοντες ὅτι ἑτοιμάζονται ἄπειροι καταδιώξεις ἐναντίον των. Ὡς ἐκ τούτου οἱ ἄνθρωποι εὑρίσκονται εἰς ἀναστάτωσιν, καὶ εἶναι καταπεφοβισμένοι, καθόσον μάλιστα βλέπουν, ὅτι ἕνεκα τῆς μεγάλης ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ Λυκουρέζος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τινὲς τῶν δικαστῶν καὶ πολλοὶ τῶν δικηγόρων ἁμιλλῶνται, τίς νὰ τὸ εὐχαριστήσῃ περισσότερον. Ὥστε καταντᾷ νὰ εὑρίσκηται ἐν διωγμῷ ἓν ὁλόκληρον κόμμα, καὶ κόμμα οὐχὶ μικρὸν, κόμμα τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν δύναμιν ν’ ἀντιπροσωπεύηται πάντοτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἂν καὶ ὁ διευθύνων αὐτὸ εἶναι συνήθως ἀντιπολιτευόμενος. Μόνος ἴσως ἐγὼ δὲν ἠπειλήθην ἕως τώρα, καὶ τοῦτο ἴσως διότι ἕνεκα τοῦ δυστυχήματός μου δὲν κατῆλθον ἐφέτος εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Ἐὰν μετέβαινον ἐκεῖ καὶ διέμενον, ὡς συνήθως, ἐπὶ 2–3 μῆνας εἰς τὴν ἐξοχήν μου, εἰς τὴν ὁποίαν προσέρχονται πολλοὶ καὶ διάφοροι, γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι, τίς οἶδε ποίους λογαριασμοὺς ἠδύνατο ν’ ἀνοίξῃ καὶ μετ’ ἐμοῦ ἡ δικαιοσύνη τοῦ κ. Λυκουρέζου! Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἠδυνήθη νὰ μὲ καταδιώξῃ, ἔπραξεν ὅμως καὶ ἀπέναντί μου κἄτι τι χειρότερον. Ἔγραψεν ἐπιστολὴν ἀνοικτὴν, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσεν εἰς τὸ «Ἄστυ» καὶ εἰς τὴν ὁποίαν, ἀφοῦ μὲ ὑβρίζει, γράφει πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ νὰ μὴ καταδιώξῃ τοὺς συγγενεῖς μου καὶ τοὺς ὑπογράψαντας τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀναφορὰν φίλους μου, τοὺς ὁποίους ἀποκαλεῖ δραπέτας τῶν κατέργων, χωρὶς νὰ συλλογισθῇ, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο τοὐλάχιστον ἀποδεικνύεται ψευδόμενος ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐγὼ οὔτε τὸν εἶδον, οὔτε τὸν συνήντησα ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι ὁ Κύριος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος φαίνεται τοσοῦτον εὐαίσθητος, ὥστε διὰ τὴν παραμικρὰν λέξιν ἢ φράσιν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκει προσβλητικὴν εἰς τοὺς λόγους τῶν ἄλλων, ζητεῖ ποινικὴν καταδίωξιν, αὐτὸς μὲ ὅλην τὴν ἐλευθερίαν ὑβρίζει 175 ἐντίμους πολίτας ὡς δραπέτας κατέργων, ὑβρίζει δὲ καὶ ἐμὲ τὸν ἴδιον, τὸν ὁποῖον, ὡς λέγει, ἔχει ἀφορμὰς νὰ σέβηται! Διὰ τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἐπίστευον ὅτι ἤθελε ζητηθῆ λόγος παρ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀπεναντίας εἶδον, ὅτι ἔλαβε τὴν τιμὴν ν’ ἀνατυπωθῇ ἐν τῇ «Πρωΐᾳ»! Φαίνεται ὅτι πρόκειται καὶ κατὰ τοῦτο νὰ νεωτερίσωμεν. Μέχρι τοῦδε, ὁσάκις ἐγίνετο ἐπερώτησις περὶ ὑπαλλήλου τινὸς, ἔσπευδεν οὗτος νὰ δικαιολογηθῇ εἰς τὸν προϊστάμενον Ὑπουργὸν, ὅστις, ἐὰν ἐνέκρινε τὴν δικαιολογίαν, τὴν ἐπαρουσίαζεν εἰς τὴν Βουλήν· ἀπὸ τοῦδε ὅμως καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ἀντὶ νὰ δικαιολογῶνται οἱ ὑπάλληλοι, θὰ ὑβρίζωσι καὶ θὰ συκοφαντῶσι τοὺς Βουλευτὰς, καὶ οὕτω θὰ τελειώνῃ ὁ ἔλεγχος δι’ ἀμοιβαίου συμψηφισμοῦ, τοῦ μὲν Βουλευτοῦ ἐπερωτῶντος, τοῦ δὲ ὑπαλλήλου ὑβρίζοντος καὶ συκοφαντοῦντος! Τοῦτο εἶναι νέα ἀρχὴ, διὰ τὴν ὁποίαν εὔχομαι νὰ μὴ μετανοήσωσιν οἱ ἐγκρίνοντες αὐτήν. Ἐκ τῆς ἀφηγήσεως ταύτης, μὲ τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην παρὰ τὴν συνήθειάν μου ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, βλέπετε, Κύριοι, ὁποίου εἴδους δικαιοσύνην ἔχομεν ἐν Τριφυλίᾳ, ὑπὸ τὴν πεφωτισμένην καὶ ἀμερόληπτον διεύθυνσιν τοῦ κ. Λυκουρέζου. Ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἔχει τὰ ὅριά του, ἀλλ’ ἐξ ὅσων σᾶς ἐξέθηκα ἐννοεῖτε, ὅτι ὡς πρὸς ἡμᾶς ἐγένετο μεγάλη ὑπέρβασις τῶν ὁρίων τούτων. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὰ πράγματα νὰ προχωρήσωσι περισσότερον.
§24ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Τὸν κ. Λυκουρέζον δὲν τὸν γνωρίζω. Δὲν ἔχω καμμίαν σχέσιν μετ’ αὐτοῦ· γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὑπηρέτησεν εἰς τὴν πατρίδα μου καὶ ἀφῆκε τὰς καλλιτέρας ἀναμνήσεις διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν του καὶ τὸν ζῆλον καὶ τὴν τιμιότητά του. Τοῦτο ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω δημοσίᾳ, διότι χρεωστοῦμεν μεγάλας ὑποχρεώσεις εἰς αὐτὸν διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὑπηρέτησεν εἰς τὴν πατρίδα μας.
§25ΜΑΛΕΑΣ. Νὰ τὸν πάρητε πάλιν.
§26ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ λυπήσω τὸν συνάδελφον κ. Σωτηρόπουλον, καὶ δὲν ἐπεθύμουν, διότι δὲν ἤθελον νὰ ἀνέλθω εἰς πολὺ μακρυνὴν ἐποχὴν, νὰ ἀναφέρω γεγονότα, τὰ ὁποῖα οὔτε εἶναι πρέπον νὰ λεχθῶσιν. Ἀλλὰ λαμβάνω τώρα τὴν ἀφορμὴν νὰ εἴπω τινὰ, διότι ἐλέχθησαν πολλὰ, τὰ ὁποῖα στιγμιαίως ἐπιστεύθησαν, ὅτι εἶναι ἀληθῆ, ἐνῷ δὲν εἶναι ἀληθῆ. Βεβαίως ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐξιστόρισεν αὐτὰ, ὅπως τοῦ τὰ παρέστησαν, καὶ ἠρκέσθη νὰ τὰ συντομεύσῃ, ἀλλ’ ἐξιστορῶν τοιαῦτα ἀνάξια, κατηνάλωσε μίαν ὥραν ὁλόκληρον ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα παραστήσῃ Ὁμηρικὴν ἐποποιΐαν, ἐπαινῶν ἀδιακόπως τοὺς συγγενεῖς του, καὶ ἀναφέρων τὰ τῆς οἰκογενείας του· ἔκαμε δράματα διάφορα, καὶ παρέστησεν, ὅτι πάντες συνώμοσαν κατ’ αὐτῶν, καὶ παρέστησε σκανδαλώδη τὴν διαγωγὴν τοῦ ἑνὸς, σκανδαλώδη τὴν διαγωγὴν τοῦ ἄλλου, καὶ μόνον εὗρεν, ὅτι εἰς ἀνθηρὰν, εἰς καλὴν κατάστασιν καὶ ὑπόληψιν εὑρίσκεται μόνον ἡ οἰκογένειά του, καὶ κανεὶς ἄλλος, καὶ ὅτι πανταχόθεν καταδιώκεται...
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§28ΚΟΚΚΕΒΗΣ. .. καὶ ὅτι τὸν ἐξυβρίζουσι. Τὸ σκανδαλῶδες τοῦτο, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατωρθώθη, μετὰ τῆς ἠρεμίας, μεθ’ ἧς ὁμιλεῖ καὶ μὲ τὴν ὁποίαν συγκρατεῖ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, νὰ πιστευθῇ. Ἀλλὰ γίνεται πιστευτὸς, ὅταν δὲν ἀντικρούηται, ἐνόσῳ δὲν ἀποδεικνύονται τὰ ἐναντία τῶν ὅσων λέγει. Δὲν ἤθελον νὰ ἐκθέσω τὰ πράγματα ὅπως ἔλαβον χώραν, διότι μετέβη ἐκεῖ ἀνώτερος δικαστικὸς ὑπάλληλος, κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἀμφιβάλλωμεν ὅτι ἐνήργησε τὸ καθῆκόν του, ὁ κ. Δημητριάδης, καὶ ὅταν ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Δημητριάδου ἐξέθηκε τὰ πράγματα ὅπως ἔλαβον χώραν, βεβαίως ἡ ἰδική μου ὑποστήριξις εἶναι ὅλως διόλου περιττὴ, διότι ἀπέναντι τῆς γενομένης ἀνακρίσεως καὶ ἐξακριβώσεως τῶν πραγμάτων, ὡς ἐκ τῆς ἐπισημότητος αὐτῆς, ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν ἠδύνατο οὔτε ἀπὸ τὸν κ. Σωτηρόπουλον νὰ κατακριθῇ, οὔτε ἀπὸ ἐμὲ νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶπε περὶ σκανδαλώδους διαγωγῆς τοῦ κ. Λυκουρέζου, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ ποῖα σκάνδαλα διέπραξε, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ πράγματα, εἶπε μόνον, ὅτι πρόκειται νὰ γείνωσιν ἐγκλήματα, νὰ ἐπέλθωσι καταστροφαὶ, παρεξενεύθην, ἀκούσας τοιαῦτα, διότι ἐγὼ τοιοῦτόν τι οὔτε γνωρίζω, οὔτε ἔμαθον, οὔτε καὶ ὅτι ἀπειλεῖται ἡ δημοσία τάξις, οὔτε ἔμαθον ὅτι ἀπειλεῖται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τινὸς, οὔτε ἔμαθον, ὅτι πρόκειται νὰ καταδιωχθῶσιν ἄνθρωποι, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔμαθον, ὅτι ἐπικρατεῖ πλήρης τάξις καὶ ἡσυχία καὶ ἀσφάλεια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀπὸ τοὺς ἀρχαιοτάτους χρόνους συνείθισε νὰ ἐπιβάλληται, καὶ διότι ἀπό τινων ἐτῶν δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ἤρχισε νὰ μεμψιμοιρῇ, διότι, συνειθισμένος νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν του καὶ νὰ βλέπῃ παραπεμπομένους ἀνθρώπους τεθνεῶτας πρὸ 15 ἐτῶν εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα διὰ βουλευμάτων, νομίζει ὅτι πᾶσα νόμιμος ἐνέργεια τῶν ὑπαλλήλων εἶναι σκανδαλώδης πλέον...
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ!
§30ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Μάλιστα.... Ἀναφέρω μίαν ἐποχὴν, ἵνα ἡ Βουλὴ πεισθῇ, ἄν πρέπῃ νὰ δώσῃ πίστιν καὶ πεποίθησιν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Καὶ ἀναφέρω μίαν ἐποχὴν ἀρχαίαν, ὅτε κατεδιώχθημεν ἡμεῖς, καὶ εὑρέθησαν δικασταὶ, εὑρέθησαν Εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν φωνὴν τοῦ κ. Σωτηροπούλου διέπραξαν τὰ μεγαλεότερα αἴσχη, τὰ μεγαλείτερα ἐγκλήματα! Παρέπεμψαν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποβιώσει πρὸ 15 ἐτῶν, διότι ὁ Σαρσέντης, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ γέρων, ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου, ταμίας ὢν ἐν Καλάμαις, ὑπηγόρευσε τοῦτο καὶ ἐγένετο, καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν παρέπεμψε διὰ βουλεύματος εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον 45 ἀνθρώπους, τεθνεῶτας πρὸ 15 ἐτῶν!...
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ ποῖον σκοπὸν παρεπέφθησαν οἱ ἀποθαμένοι;
§32ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπειδὴ πάντοτε ἀμφιβάλλετε, κύριε Καραπάνε, σᾶς ἐξάγω ἀπὸ τὴν πλάνην, διότι φαίνεται ὅτι ἡ γεροντικὴ ἡλικία τοῦ κ. συναδέλφου σὲ πείθει πάντοτε, ὥστε νὰ πιστεύῃς ὅλα τὰ λεγόμενά του.
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· ἠρώτησα μόνον διὰ ποῖον σκοπὸν παρεπέμφθησαν οἱ ἀποθαμένοι.
§34ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Διότι κατὰ τὴν Μεταπολίτευσιν τοῦ 1863 ἔλαβον χώραν πολλὰ ἐν Τριφυλίᾳ. Τότε μεταξὺ τῶν ἄλλων κατηγορήθην καὶ ἐγὼ καὶ ὁλόκληρος ἡ οἰκογένειά μου, καὶ μεθ’ ἡμῶν καὶ 219 φίλοι μου. Ἐπέμενον τότε νὰ μᾶς θέσωσιν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ μᾶς ἔθεσαν, ὅπως γείνῃ πληρεξούσιος ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ παρακάθηται, ὡς εἶπε, συνεχῶς ἐπὶ 33 ἔτη ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ...
§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1863 δὲν ἦσαν ἐκλογαί.
§36ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἦσαν, διότι ἐματαιώθησαν ὡς ἐκ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως... Διὰ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Τριφυλίαν, μετεχειρίσθη αὐτὰ τὰ μέσα, καὶ τὰ μετεχειρίσθη, — ἀφοῦ ἀμφιβάλλετε, κ. Καραπάνε,— ἵνα ἐγὼ καὶ ὅλοι μου οἱ συγγενεῖς καὶ ὅλοι οἱ φίλοι μου τεθῶμεν εἰς τὰς φυλακὰς, διὰ νὰ γείνῃ πληρεξούσιος, εἰς τὰ 1864. Ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τῶν πληρεξουσίων, καὶ ἐνῷ διετάχθη ἡ ἐνέργεια τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἔβλεπεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ ἐπιτύχῃ, ἥρπασάν τινες μίαν κάλπην, εἰς τὴν ὁποίαν ἔθεσαν 36 χιλιάδας ψηφοδέλτια, ὅτοι δὲν ἦσαν τότε οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας, καὶ ἐγένετο πληρεξούσιος ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καὶ παρεκάθησεν ἐδῶ, ὡς σᾶς εἶπε, διὰ τοιαύτης νομιμότητος!
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ αὕτη. Δὲν ἐγενόμην πληρεξούσιος.
§38ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Βεβαίως δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ παρεκάθησες ἔκτοτε ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἡ οἰκογένειά μου ὑπέστη ὅλα τὰ δεινὰ τῆς δικαστικῆς καταδιώξεως ἄνευ ἐγκλήματος· καὶ ὄχι μόνον κατεδιώχθημεν τότε, ἀλλὰ καὶ κατόπιν ἐξηκολούθησεν ἡ αὐτὴ καταδίωξις παρά τινων ὑπαλλήλων, ὅτε μὲ εἰσῆγον εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἀνὰ πᾶσαν ἑβδομάδα, ὅτι δῆθεν ἔδωσα συμβουλὴν εἴς τε τὸν ἐνάγοντα καὶ εἰς τὸν ἐναγόμενον διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν· καὶ ὄχι μόνον ἐμὲ ἔφερον διὰ τοιαύτας πράξεις κατηγορούμενον, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ἐναντιοφρονοῦντας πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, διὰ νὰ φαίνηται ὅτι εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἐξευτελίζῃ τοὺς πάντας διὰ τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ἐπὶ τοιαύταις ψευδέσι κατηγορίαις. Καὶ παραπονούμενος ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ περιαυτολογῶν ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του, ἐφρόνει καὶ φρονεῖ, ὅτι τότε ἀπεδίδετο δικαιοσύνη, καὶ πάντες οἱ ἄλλοι ὤφειλον νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὴν φωνὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἐκτὸς τῆς οἰκογενείας του, καθότι δὲν δύναται νὰ ἐκτείνηται ὁ νόμος μέχρις αὐτῆς, καὶ ὅτι αὕτη κεῖται ἐκτὸς τῶν κειμένων νόμων. Ἔχων τὴν ἕξιν τοῦ παρελθόντος ὁ κ. Σωτηρόπουλος, τοῦ ἐπιβάλλεσθαι εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ἀπέστειλε τὸν ἀνεψιόν του πρὸς τὸν κ. Λυκουρέζον, παρ’ οὗ ἐζήτει νὰ κάμψῃ τὸ δίκαιον ὑπὲρ συγγενῶν του, λησμονήσας ὅτι ἤλλαξαν οἱ χρόνοι καὶ οἱ καιροὶ, καὶ οἱ πολιτευόμενοι σήμερον δὲν δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ δικαστὰς καὶ Εἰσαγγελεῖς. Σήμερον οἱ δικασταὶ ὄχι μόνον δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἰσχυούσης μερίδος, ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου των μᾶλλον δεικνύουσι σχέσεις ὑπὲρ τῶν ἀντιπολιτευομένων, καὶ μέχρις αὐτοῦ τοῦ χαιρετισμοῦ. Λοιπὸν ἔχων ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Σωτηρόπουλος τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἐπικρατοῦν πνεῦμα κατά τι καὶ ἐνίοτε ὑπὲρ τῶν ἀντιπολιτευομένων, ἀπέστειλε τὸν ἀνεψιόν του κ. Θ. Σαρσέντην, ὅπως ἔκ τε τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τῶν δικαστῶν ἐπιτύχῃ ὅ,τι ἐνόμιζεν ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ὑπὲρ τῶν συγγενῶν του κατηγορουμένων. Μετὰ μῆνας, ἢ καὶ πρὶν, συνέβη νὰ παραφυλάττῃ ἔξωθι τῆς οἰκίας τοῦ ἀνεψιοῦ μου ἄνθρωπός τις, ὅστις ἐπυροβόλησε κατ’ αὐτοῦ, ἵνα τὸν δολοφονήσῃ· ὁ δολοφόνος αὐτὸς κατέφυγεν εἰς τὴν προστασίαν τοῦ κ. Σαρσέντη ἐν τῷ οἴκῳ του, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐφυγαδεύθη ἀπὸ τὴν ἔρευναν τῆς ἀρχῆς καὶ ἀπεστάλη ὑπὸ ἄλλο ὄνομα εἰς Κατάκωλον, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ποινικῆς καταδιώξεως, ἀφοῦ προηγουμένως μετ’ αὐτοῦ μόνοι συνεταξείδευσαν ἐκ Φιλιατρῶν μέχρι Κυπαρισσίας, ὅπως μάθωσι τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐκεῖθεν ἐπανῆλθον διὰ τῆς αὐτῆς ἁμάξης εἰς Φιλιατρὰ, καὶ ἐκεῖθεν φυγαδευθεὶς ὁ ἀποπειραθεὶς τὴν δολοφονίαν συνελήφθη εἰς Κατάκωλον ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας. Διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην κατηγγέλθη παρά τινος ὁ κ. Θ. Σαρσέντης ἐπὶ ὑποθάλψει φυγοδίκου, ὡς ἀποκρύψας αὐτὸν ἀπὸ τὴν ἔρευναν τῆς ἀρχῆς. Ἐπειδὴ δὲ ἡ κατὰ τοῦ ἐγκληματίου αὐτοῦ δικογραφία ἔμενεν ἐκκρεμὴς, καὶ πρὸς περάτωσιν αὐτῆς ἔπρεπε νὰ ἀπαγγελθῇ κατηγορία ἐπὶ ὑποθάλψει κατὰ τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὡς σᾶς εἶπε, τοῦ πρώην γενικοῦ γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, οὗτος ἠρνεῖτο νὰ προσέλθῃ καὶ ἐξετασθῇ, καίτοι πολλάκις λίαν εὐγενῶς προσεκάλεσεν αὐτὸν ὁ ἀνακριτὴς κ. Βεῤῥοιόπουλος, ἵνα τὸν ἐξετάσῃ· διότι δὲ ἠρνεῖτο νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐπιμένων νὰ μεταβῇ ὁ ἀνακριτὴς εἰς τὸν ἐν Φιλιατροῖς οἶκόν του, ἵνα τὸν ἐξετάσῃ, ἠνάγκασε τὸν κ. Βεῤῥοιόπουλον νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα βιαίας προσαγωγῆς, καὶ μετὰ τοῦτο, ἀφοῦ δὲν ἐξετελεῖτο ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας τὸ ἔνταλμα συλλήψεως, ὡς λέγει ὁ κ. Σωτηρόπουλος, συλληφθεὶς ἐξητάσθη ἀμέσως, καίτοι τὸ θάλπος τῆς ἑσπέρας εἶχεν ἐπέλθει, καὶ τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως ὡς πρὸς τὴν γνωμοδότησιν ἔλαβεν ὁ δικαστὴς κ. Χατζηαθανασίου, ἐξαιρεθέντος τοῦ κ. Λυκουρέζου ἀπὸ τοῦ νὰ λάβῃ μέρος ὡς Εἰσαγγελεύς. Τοῦτο ἐξήγειρε τὴν ὀργὴν τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ ἤρχισεν ὁ ἄδικος πόλεμος κατὰ τοῦ κ. Λυκουρέζου, διότι ὁ κ. συνάδελφος ἐφρόνει, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν κατὰ τοῦ κ. Σαρσέντη, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ περατωθῇ ἡ ποινικὴ ὑπόθεσις κατὰ Καραγιάννη, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπὶ ὑποθάλψει φυγοδίκου κατηγορία κατὰ τοῦ Σαρσέντη. Ἐκτὸς τούτου ἤγειρεν ἕτερον παράπονον κατὰ τοῦ κ. Λυκουρέζου ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἠθέλησε νὰ ἐκθέσῃ τὴν οἰκογένειάν του, διότι παρήγγειλε τὸν ἀστυνόμον Ἐράνης νὰ εἰσάξῃ εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον ἐπὶ παρανόμῳ συνοικισμῷ τὸν πρώην γενικὸν γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, συκοφαντήσας αὐτὸν, διότι ἡ γυναικαδέλφη τοῦ κ. Σαρσέντη ἔχει ὑπηρέτριαν, ἥτις ἐξέρχεται εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ψωνίζει, μαγειρεύει, πλένει καὶ σιδερώνει ἐν τῷ οἴκῳ τῆς κ. Σαρσέντη, καὶ ἐν τούτοις διὰ τὴν τοιαύτην ὑπηρέτριαν διέταξε νὰ τὸν εἰσαγάγωσιν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, καὶ τοῦτο τὸ ἐνήργησε σκανδαλωδῶς κατὰ Σαρσέντη ὁ Εἰσαγγελεύς, — λέγει ὁ κ. Σωτηρόπουλος — χάριν τῶν συμπολιτευομένων συγγενῶν του καὶ τοῦ πρώην φίλου τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τοῦ Κεφαλᾶ, ὃν ἠρνήθη νὰ κάμῃ δήμαρχον ὁ ἀνεψιός του! Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι συνδεόμενος διὰ στενῆς συγγενείας μετὰ τῆς οἰκογενείας τοῦ κ. Σαρσέντη δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τίποτε, οὔτε θέλω νὰ εἴπω περὶ τῆς ὑπηρετρίας, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. συνάδελφος, περὶ τῆς Γερμανίδος Μαίρης, διότι οἱ συμπολῖταί μας γνωρίζουσι κάλλιον ἐμοῦ τὰ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς· ἀλλὰ τίς δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔκαμε τοιαύτην ἐνέργειαν κατὰ τοῦ κ. Σαρσέντη, ἀφοῦ ἄλλος συμπολίτης τοῦ κ. Σαρσέντη ἐκ Φιλιατρῶν ἐνεχείρισε μήνυσιν εἰς τὸν ἀστυνόμον Ἐράνης; Καὶ τί ἔπταισεν ὁ Εἰσαγγελεὺς Λυκουρέζος, διότι ὁ ἀστυνόμος Ἐράνης εἰσήγαγεν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον τὸν κ. Σαρσέντην; Τί ἔπταισεν ὁ κ. Λυκουρέζος, ἀφοῦ μάλιστα ἐξῃρέθη μόνος του ὡς πρὸς τὴν ἐπὶ ὑποθάλψει κατηγορίαν κατὰ Σαρσέντη; Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι δίκαια παράπονα κατὰ τοῦ κ. Λυκουρέζου; Εἶναι λόγοι, ἵνα ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον ὥραν, διότι ἐτόλμησεν ὁ κ. Λυκουρέζος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιῶν νὰ διοικήσῃ τὸ Κράτος δὲν ὤφειλε νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτην ἀβάσιμον κατηγορίαν. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἀγαπᾷ τὸν ἀνεψιόν του· ἐγὼ τὸν ἀγαπῶ πολὺ πλέον, καὶ διότι συνδεόμεθα διὰ στενῆς συγγενείας, δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε καὶ δὲν λέγω. Καὶ ἂν ὁ ἀστυνόμος εἰσάγῃ εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα, πρέπει ν’ ἀπασχολώμεθα ἐπὶ τόσας ὥρας διὰ τοιαύτας πράξεις καὶ νὰ ἀναγκάζωμαι νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν κ. Λυκουρέζον; Ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεώς μου, διότι εἶναι Εἰσαγγελεὺς τοῦ καθήκοντος, καὶ ὅπου ὑπηρέτησεν, ἔδειξε τὴν μεγαλειτέραν ἀφοσίωσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Φορέστη.
§39ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ὁ κ. Λυκουρέζος διεκρίθη ὡς Εἰσαγγελεὺς ἐν Κεφαλληνίᾳ διά τε τὸν ζῆλόν του καὶ τὴν πρὸς τὸ καθῆκον ἀφοσίωσίν του.
§40ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους· αὐτὸς ζητεῖ νὰ μετατεθῇ ἀπὸ πολλῶν μηνῶν ἐκ Κυπαρισσίας, καὶ ἐγὼ τοῦτο ἐζήτησα...
§41ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Διατί;
§42ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Διότι ἔτσι ἤθελε τὸ κέφι μου, καὶ δὲν ὀφείλω διὰ τοῦτο λόγον (γέλωτες)... Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπέκρουσε τὴν παράκλησίν μου, καὶ ὁ κ. Λυκουρέζος ἔμεινεν ἐκεῖ. (Διάλογοι). Ἐπειδὴ ἐρωτᾶτε πῶς διωρίσθη Εἰσαγγελεύς, σᾶς λέγω, ὅτι ἦτο Εἰσαγγελεύς, δυνάμει τοῦ νόμου ἐπαύθη καὶ αὐτὸς, ὡς πάντες οἱ Εἰσαγγελεῖς, καὶ κατόπιν διωρίσθη, ὡς διωρίσθησαν πάντες οἱ ἄλλοι, διότι καὶ ἐπροτάθη νὰ διορισθῇ καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ ἀξίαν εἶχε νὰ διορισθῇ.
§43ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐκορέσθη καὶ ἐκουράσθη ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς μακρᾶς ταύτης συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχον οἱ ἐκ Τριφυλίας δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ κ. Κοκκέβης. Διὰ τοῦτο οὔτε θὰ ἀναμιχθῶ τὸ παράπαν εἰς τὴν ἔριδα, τὴν οἱονεὶ οἰκογενειακήν, τὴν ἐπαρχιακήν, ἵνα εἴπω οὕτω, μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κυρίων Σωτηροπούλου καὶ Κοκκέβη, διότι καὶ ἐνδιαφέρον δὲν ἔχει, νομίζω, ἡ Βουλὴ διὰ τὰς μεταξὺ τῶν οἰκογενειακὰς ἔριδας καὶ διότι νομίζω ὅτι ματαίως ἐκ τῆς συζητήσεως τοιούτων ἀντικειμένων ἀπασχολεῖται ἡ Βουλή. Ἐνόμιζον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο δὲν εἶναι τὸ βῆμα τὸ ἁρμόδιον, ὅπως ἐντεῦθεν διεκδικῇ τις ἴδια συμφέροντα καὶ ἐπιζητῇ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἰδίων δικαίων, ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ βῆμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀνήκει, ὅπως ὁ ἀδικούμενος πολίτης ζητῇ τὴν προστασίαν τοῦ ἑαυτοῦ δικαίου, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο χρησιμεύει μόνον εἰς τὸ νὰ μεταδίδωται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ὀρθοτέρα γνώμη περὶ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσιν αὐτὴν κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν, καὶ πρὸς τούτοις, νὰ ἀσκῆται ὁ ἔλεγχος κατὰ τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ ἐκ Τριφυλίας σεβαστὸς συνάδελφος μὲ ἐδίδαξε περὶ τοῦ ἐναντίου, μ’ ἐδίδαξεν ὅτι ἁρμόδιον εἶναι τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως ἐντεῦθεν διεκδικῇ τις καὶ ἴδια δικαιώματα, ἢ ὅπως προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τῆς οἰκογενείας καὶ τῶν συγγενῶν αὐτοῦ, καὶ μὲ ἀναγκάζει οὕτω, πειθόμενον εἰς τὴν μακρὰν αὐτοῦ πεῖραν καὶ τὰς γνώσεις τὰς πολλὰς, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς μακρᾶς ταύτης πείρας ἀπεκόμισεν ἐν τῷ πολιτικῷ αὐτοῦ μακρῷ σταδίῳ, μὲ ἀναγκάζει νὰ παρακολουθήσω αὐτὸν, καὶ ὑπολαμβάνων καὶ ἐγὼ ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι ὄντως ἁρμόδιον εἴτε πρὸς ἐπιβολὴν εἴτε πρὸς ἄμυναν τῶν ἰδίων δικαίων καὶ συμφερόντων, νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπ’ ὀλίγον. Ἐπὶ τίνι λόγῳ, Κύριοι, ἐγένετο αὐτὴ ἡ μακρὰ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐπὶ πλέον τῆς μιᾶς ὥρας ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν; Ἐπρόκειτο περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας; Βεβαίως ὄχι· ἐπρόκειτο περὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων ἢ τῶν παραλείψεων τῶν Ὑπουργῶν; Διότι θὰ ἐνόουν τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐὰν ταύτην εἶχε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων ἢ τῶν παραλείψεων τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν ἀπὸ μιᾶς ἤδη ὥρας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὐδόλως διέγνων ὅτι ἀσκεῖται ἔλεγχός τις τῶν πράξεων ἢ τῶν παραλείψεων τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ ἐκ Τριφυλίας κ. Βουλευτὴς πολλὰ εἶπεν ἐντεῦθεν, ἐξ ἰδίων πληροφοριῶν καὶ ἐξ ἰδίων ἀντιλήψεων ἀρυόμενος αὐτά. Τὰ ὅσα ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν οἰκογενειακῶν του σχέσεων, περὶ τῆς θέσεως τῆς οἰκογενείας του καὶ τῶν συγγενῶν του ἐν Τριφυλίᾳ, καὶ παντοῖα ἄλλα, νομίζω ὅτι οὐδόλως δύνανται νὰ ἐγείρωσι τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς, οὐδὲ νὰ ἐπιβάλωσιν αὐτῇ ἀπόφασίν τινα. Ἀλλὰ ὁ σεβαστὸς συνάδελφος ὡμίλητε καὶ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ δικαστικῶν ἀρχῶν, καὶ ἐπέκρινεν αὐτὰς, καὶ κατήγγειλε παραβάσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει ἐπίσημον γνῶσιν, τῶν ὁποίων ἡ ἀλήθεια δὲν δύναται νὰ ἐξελεγχθῇ, ἀφοῦ τόσον ἀορίστως διετυπώθησαν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ, συζητοῦσα ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι θέματα πρὸς ἔλεγχον τείνοντα τῆς Πολιτείας καὶ τῆς ἐνεργείας τῶν Ὑπουργῶν, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ μὴ ἀπομακρύνηται παντάπασιν ἀπὸ τὰ γεγονότα τὰ ἐπισήμως βεβαιωμένα, τῶν ὁποίων ἡ ἀλήθεια δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ παρ’ οὐδενός. Νομίζω ὅτι πρῶτος ὁ ἐκ Τριφυλίας σεβαστὸς συνάδελφος προὐκάλεσε τὴν συζήτησιν ταύτην, — ἐὰν ἦμαι καλῶς πληροφορημένος, διότι δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ἔναρξιν αὐτῆς,— ἐπερωτήσας τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἐν Κυπαρισσίᾳ Εἰσαγγελέως ἐπὶ ὡρισμένης τινὸς ὑποθέσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἵνα ἡ Βουλὴ διαφωτισθῇ καὶ ἐνασκήσῃ τὸν πρέποντα ἔλεγχον περὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ. Προσήχθη ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐφέτου κ. Δημητριάδου, ὁ ὁποῖος, κατὰ παραγγελίαν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν μεταβὰς εἰς Κυπαρισσίαν, ἐνήργησεν ἀνακρίσεις λεπτομερεῖς καὶ διηκριβωμένας περὶ τῶν αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπεδίδοντο κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Λυκουρέζου, καὶ τὴν περὶ τούτων ἔκθεσιν ὑπέβαλεν ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τὴν ἔκθεσιν ὅλοι, πιστεύω, ἐλάβετε, ὅσοι μετ’ ἐνδιαφέροντος παρηκολουθήσατε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ τὴν ἀνεγνώσατε, καὶ εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε ποία ἦτο ἡ ὑπόστασις τῶν κατηγοριῶν καὶ τῶν αἰτιάσεων, αἵτινες ἀπεδόθησαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα κ. Λυκουρέζον. Ἐνόμιζον λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν γεγονότα ἐπισήμως βεβαιωμένα, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τῶν γεγονότων τούτων, εἰς τὰ ὁποῖα παρείχετο πλήρης πίστις διὰ τῆς ἐπισήμου ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ νὰ προστρέξωμεν εἰς ἰδίας πληροφορίας, εἰς εἰδήσεις πηγαζούσας ἐξ ἀτομικῶν ἀντιλήψεων, καὶ νὰ γεννήσωμεν αὐτὸ τὸ χάος καὶ κυκεῶνα γνωμῶν ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς. Ταῦτα νομίζω, ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν θέσιν των ἐν συζητήσεσι κοινοβουλευτικαῖς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐὰν ἡ Βουλὴ, ἐπιθυμοῦσα νὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, περιωρίζετο μόνον εἰς τὸ νὰ ὁδηγηθῇ ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῆς τούτῳ ἀπὸ τῆς ἐκθέσεως ταύτης τοῦ κ. Δημητριάδου, ἡ συζήτησις αὐτοστιγμεὶ θὰ κατέπαυεν. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Δημητριάδου ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ ἐκθέτει τὰ γεγενημένα, ἐξελέγχει τὸ ὑποστατὸν ἢ μὴ τῶν αἰτιάσεων, τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὰς ἐν Κυπαρισσίᾳ δικαστικὰς ἀρχὰς, καὶ καταλήγει εἰς συμπεράσματα πάντη ἀντίθετα ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ὁ ἐκ Τριφυλίας κ. συνάδελφος. Καὶ ἐν πρώτοις λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐθεώρησα ἐπάναγκες νὰ ἐξετάσω τὸν κ. Πρόεδρον τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικῶν, τοὺς δικαστὰς καὶ πάντας σχεδὸν τοὺς δικηγόρους, κρίνων ὅτι τοῦ ἐπιστημονικοῦ τούτου κόσμου ἡ γνώμη περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, μεθ’ οὗ συχνότατα ἔρχεται εἰς συνάντησιν καὶ συνεργασίαν, καὶ ἀντιλαμβάνεται τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας, εἶναι ἡ ἀσφαλεστέρα· τὸ ἐξαγόμενον δὲ τῶν ἐξετάσεών μου τούτων ἀπέβη λίαν κολακευτικὸν διὰ τὸν Εἰσαγγελέα κ. Λυκουρέζον, καθόσον πάντες σχεδὸν ἀνομολογοῦσι τὴν ἱκανότητα, δραστηριότητα καὶ ἀμεροληψίαν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀξιοπρεπῆ συμπεριφοράν του, τινὲς μάλιστα αὐτῶν δὲν ἐδυσκολεύθησαν ν’ ἀνομολογήσωσιν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Λυκουρέζος ἐκπληροῖ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον ὅσον ὀλίγοι τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους...» Ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προεκλήθη κατόπιν ἀναφορᾶς, ὡς ἠκούσατε, πολιτῶν ἐκ Κυπαρισσίας, παραπονουμένων διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ μεταβὰς ὁ κ. Δημητριάδης ἐκεῖ, τί ἀνεκάλυψεν, ἐξετάζων αὐτοὺς τοὺς πολίτας, τοὺς ὑπογράψαντας τὴν ἀναφοράν; Ὅτι δὲν εἶχον κἂν εἴδησιν ὅτι ὑπεβλήθη ἀναφορὰ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀναφορὰ αἰτιωμένη δῆθεν τοῦ Εἰσαγγελέως. Καί τινες μὲν ἔλεγον «ἡμεῖς δὲν ὑπεγράψαμεν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀναφορὰν, ἀλλ’ ὑπεγράψαμεν ἀναφορὰν πρὸς ἀνέγερσιν ἑνὸς κωδωνοστασίου», ἄλλοι δὲ, «ἡμεῖς ὑπεγράψαμεν ἀναφορὰν, ἵνα ληφθῇ μέτρον τι προστατευτικὸν ὑπὲρ τῆς σταφίδος», ἄλλοι δὲ ἄλλα παρόμοια· τινὲς δὲ μόνον ἐξ αὐτῶν ὡμολόγησαν, ὅτι διὰ τῆς ἀναφορᾶς των ἐκθέτουσιν αἰτιάσεις κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Λυκουρέζου· ἀλλὰ καὶ οὗτοι, ἐξεταζόμενοι παρὰ τοῦ κ. Δημητριάδου, ὡς βεβαιοῖ ἡ ἔκθεσις αὕτη, οὐδὲν ὡρισμένον, οὐδὲν θετικὸν, οὐδὲν δυνάμενον νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς κατηγορίας, τὰς ἀποδιδομένας εἰς τὸν λειτουργὸν τοῦτον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἠδυνήθησαν νὰ καταθέσωσιν εἰς τὸν κ. Δημητριάδην. Ἀπεδίδετο εἰς τὸν Εἰσαγγελέα κ. Λυκουρέζον ἡ βαρυτάτη κατηγορία, ὅτι ἔχει συγγενεῖς ἐν Κυπαρισσίᾳ,—μέγα ἀληθῶς τὸ ἁμάρτημά του τοῦτο! — συγγενεῖς μάλιστα πολιτευομένους, οἵτινες πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πολιτικῶν αὐτῶν συμφερόντων καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς πολιτικῆς των ἐπιῤῥοῆς, ἐπηρεάζουσι τὸν Εἰσαγγελέα καὶ μεταχειρίζονται αὐτὸν ὡς ὄργανον εἰς πάσας τὰς ἀξιώσεις των, θεμιτὰς καὶ ἀθεμίτους. Ἐξετάζονται μάρτυρες περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ πάντες βεβαιοῦσιν, ὅτι ναὶ μὲν ὁ Λυκουρέζος ἔχει συγγενεῖς ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἀλλ’ ὅτι οἱ συγγενεῖς αὐτοῦ οὐδὲ τὸ παράπαν ἀνεμιγνύοντο εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν εἰσαγγελικῶν καθηκόντων. Ὡρισμένη αἰτίασις ἀπεδίδετο ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκείνῃ εἰς τὸν κ. Λυκουρέζον, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ἐπὶ τῆς κατηγορίας τῆς ἀποδιδομένης εἴς τινα συγγενῆ τοῦ κ. Λυκουρέζου, ὁ κ. Λυκουρέζος, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον τὸ συγγενικόν, δὲν ἐδίστασε νὰ παραλίπῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του καὶ νὰ προβάλῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν πρότασιν ἀπαλλακτικήν. Ἡ ἀνάκρισις ἡ ἐνεργηθεῖσα ἐβεβαίωσε, καὶ μάλιστα δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων, ὅλως τὸ ἐναντίον, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεύς, εἰσάγων τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἐπρότεινεν, ὄχι τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλὰ τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον! Ἀφοῦ δὲ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἔκρινεν αὐτὸν παραπεμπτέον εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ παρέπεμψεν αὐτὸν ἐκεῖ, ὁ Εἰσαγγελεύς, ὑπεράνω τοῦ συγγενικοῦ ἐνδιαφέροντος θέτων τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἰδίου καθήκοντος, καὶ χάριν τοῦ νόμου, ἐποιήσατο ἀνακοπὴν κατὰ τοῦ βουλεύματος ἐκείνου τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν. Τοιοῦτον ἦτο τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν συγγενῶν του, ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον δὲν τὸν ἔκαμε νὰ τυφλώττῃ ἀπέναντι τῆς συμπαθείας τῆς συγγενικῆς, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον τὸν ἄφηνε πάντη ἀνεπηρέαστον ἀπέναντι τῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του πρὸς τὸν νόμον. Κατεκρίθη ἐπὶ τέλους ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Λυκουρέζου καὶ δι’ ἄλλην τινὰ ὑπόθεσιν. Εἶπον, Κύριοι, ἀρχόμενος, ὅτι δὲν θεωρῶ ἁρμόδιον τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως ἀμύνηταί τις ἐντεῦθεν ὑπὲρ τῶν ἰδίων δικαίων. Ἀλλ’ ἀκολουθῶν τὸ παράδειγμα τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Τριφυλίας συναδέλφου, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀμυνθῶ κατ’ ἐπιθέσεως, ἡ ὁποία ἀδίκως γίνεται κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, τοῦ ἐκδόσαντος τὸ ἔνταλμα κατά τινος συγγενοῦς τοῦ κ. Σωτηροπούλου· μὲ συνδέει στενὸς δεσμὸς συγγενείας μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου, ὅπως ἀμυνθῶ ὑπὲρ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, ὅστις τόσον ἀδίκως κατακρίνεται δι’ αἰτιάσεων, εἰς τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἐδυσκολευόμην νὰ δώσω τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμόν, ἂν δὲν μὲ παρεκώλυεν ἡ ἡλικία τοῦ αἰτιωμένου. Κατηγορεῖται ὁ ἀνακριτὴς Κυπαρισσίας, ὅτι ἐξέδωκεν ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τοῦ κ. Σαρσέντη. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω παντάπασιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πολλῶν κατηγοριῶν, αἵτινες ἀπεδίδοντο εἰς τὸν κ. Σαρσέντην, διότι τοῦτο εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, ἥτις εἶναι αὐτοτελὴς ἐν τῇ ἐνεργείᾳ της, ἀλλ’ ἐρευνῶν τὸ τυπικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ ἐπαινέσω τὴν ἀμεροληψίαν τοῦ κ. Σωτηροπούλου· καὶ τοῦτο μὲ ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος βεβαίως ἐπλανήθη ἐκ ψευδῶν παραστάσεων καὶ πεπλανημένων πληροφοριῶν. Διότι οὐδέποτε δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἀνὴρ τῆς ἀξίας τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἔχων τὴν μακρὰν ἐμπειρίαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔχει ἐν τῷ σταδίῳ τῷ πολιτικῷ, πολλάκις διευθύνας τὰ κοινά, ἦτο δυνατόν ποτε ἐπὶ τοσοῦτον νὰ γείνῃ ἐπιλήσμων τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ πρὸς τοὺς λειτουργοὺς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὥστε ἐν ἐπιγνώσει ὅτι οὗτοι ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των, νὰ καταγγείλῃ αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐπὶ παραβάσει τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποθέσω, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον του ὑπὲρ τοῦ ἀνεψιοῦ του ἐπὶ τοσοῦτον ἐθόλωσε τὴν διαύγειαν τῆς διανοίας του, ὥστε ἄλλως νὰ παραστήσῃ τὰ πράγματα ἢ ὡς ἔχουσι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι παραπεισθεὶς εἶπεν ὅσα εἶπε κατὰ ἐντίμου ὑπαλλήλου. Πρὸ ὀλίγου σᾶς ἐξέθεσεν ὁ κ. Κοκκέβης, ὅτι ἐπανειλημμένως ἐκλήθη, ὅπως προσέλθῃ εἰς τὸ ἀνακριτικὸν γραφεῖον ὁ κ. Σαρσέντης, κατηγορούμενος ἐπὶ συνεργείᾳ εἰς κακούργημα, παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Βεῤῥοιοπούλου, ὅτι ἐξεδόθησαν κλήσεις κατ’ αὐτοῦ ἐπανειλημμέναι, ὅτι παρεῖδεν αὐτὰς καὶ οὐδόλως ἐμερίμνησε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, καθῆκον, τὸ ὁποῖον πᾶς τις ἔχει, ὁσονδήποτε ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵσταται, νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς. Ἀφοῦ δὲ καὶ μετὰ τοῦτο αἱ προσκλήσεις αἱ προφορικαὶ, αἱ φιλικαὶ μᾶλλον, αἱ γενόμεναι πρὸς τὸν κ. Σαρσέντην, ἔμειναν ἄνευ ἀποτελέσματος, ἀναγκασθεὶς ἐπὶ τέλους ὁ ἀνακριτὴς κατὰ καθῆκον, ὅπερ εἶχεν, ἐξέδωκεν ἔνταλμα βιαίας προσαγωγῆς, καὶ τὸ παρέδωκεν εἰς τὸν ἀστυνόμον πρὸς ἐκτέλεσιν. Ἀλλὰ τὸ ἔνταλμα ἐκεῖνο δὲν ἐξετελέσθη· μετὰ χρόνον ἱκανὸν ἐγένετο ὑπόμνησις εἰς τὸν ἀστυνόμον, ὅπως ἐκτελέσῃ τὸ ἔνταλμα, ἀλλὰ ἡ ὑπόμνησις ἐγένετο ἐπὶ ματαίῳ, καὶ παρήρχετο ὁ χρόνος, παρήρχετο δὲ ἐπὶ ζημίᾳ ἐκείνων, οἵτινες ἕνεκα τῆς ἀμελείας τοῦ κ. Σαρσέντη, καὶ τῆς ἀξιώσεως, ὅπως μὴ ὑπείκῃ αὐτὸς εἰς τὴν θέλησιν τῶν νόμων, ἔμενον εἰς τὰς φυλακάς. Ἵνα περατωθῇ λοιπὸν ἡ ἀνάκρισις, ἠναγκάσθη κατὰ τὸν νόμον ὁ ἀνακριτὴς νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα συλλήψεως. Τὸ ἔνταλμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον τόσον ἐξήγειρε τὴν μῆνιν καὶ τὴν χολὴν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἦτο συνέπεια ὅλων ἐκείνων τῶν προηγουμένων ἐνεργειῶν τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, ὅπως εὐδοκήσῃ ὁ κ. Σαρσέντης νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἀνακρίσεως. Τὸ ἔνταλμα ἐξετελέσθη, προσήχθη ὁ κ. Σαρσέντης εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἀπελύθη, καὶ ἐπερατώθη οὕτω ἡ δικογραφία τῆς ἀνακρίσεως. Τοῦτο εἶναι τὸ ἔγκλημα καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ! Προκειμένου δὲ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ περὶ τῆς προφυλακίσεως ἢ μὴ τοῦ κ. Σαρσέντη, ὁ κ. Λυκουρέζος, κατὰ τοῦ ὁποίου τόσα εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἐνόμισεν, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπῆρχον τὰ προηγούμενα ταῦτα, δὲν ὤφειλε νὰ λάβῃ μέρος, καὶ παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν πρωτοδίκην κ. Ἀνδρέου, διὰ νὰ τὸν ἀναπληρώσῃ. Ταῦτα, Κύριοι, δὲν εἶναι πληροφορίαι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν ὁ σεβαστὸς ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς, εἶναι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας προήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὰς ὁποίας ἐπιστοποίησε πρόσωπον ἐντιμότατον καὶ διακεκριμένον ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν δικαστικῶν αὑτοῦ καθηκόντων, ὁ ἐφέτης κ. Δημητριάδης. Πάντα ταῦτά εἰσι βεβαιωμένα ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Δημητριάδου, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ἀλλ’ οὔτε δύναται ἕνεκα τούτου νὰ ἀσκηθῇ ἔλεγχός τις κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πάντα τὸν ἀποτολμῶντα νὰ ἀσκήσῃ τὸν ἔλεγχον τοῦτον, δύναται ν’ ἀποστομώσῃ διὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Δημητριάδου. Τὸ συμπέρασμα δὲ τοῦ κ. Δημητριάδου, ὁ ὁποῖος μετὰ πάσης ἀκριβείας ἠρεύνησε τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἡμετέρα πεποίθησις, σχηματισθεῖσα ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικῶν, τῶν δικαστῶν, τῶν δικηγόρων, τῶν διαφόρων ἐγγράφων, καὶ τῆς ἐνεργηθείσης παρ’ ἡμῶν ἐτησίας ἐπιθεωρήσεως τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ δικαστικῶν γραφείων, εἶναι, ὅτι ἡ κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Λυκουρέζου ἀναφορὰ εἶναι ἔργον ἀνθρώπων ἀπαρεσκομένων εἰς τὴν αὐστηρὰν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ ἐκπλήρωσιν, καὶ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Λυκουρέζος ἐκπληροῖ εὐόρκως καὶ ἀξιοπρεπῶς τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον μετὰ δραστηριότητος, ἀμεροληψίας καὶ αὐστηρότητος.» Ἐὰν, Κύριοι, ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀμφιβάλλωμεν, μετὰ τοιαύτην ἔκθεσιν ἀνωτέρου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, καὶ νὰ προσφεύγωμεν ἀφ’ ἑτέρου εἰς ἰδιωτικὰς πληροφορίας, οὐδεμία συζήτησις βάσιμος δύναται νὰ γείνῃ, καὶ εἰς οὐδὲν πόρισμα δύναται ἡ Βουλὴ νὰ φθάσῃ. Διὰ τοῦτο ἔλεγον, ὅτι, ὅταν ἀσκῶμεν τὸ δικαίωμα ἡμῶν τοῦ ἐλέγχειν τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ὀργάνων τῆς διοικήσεως, πρέπον εἶναι νὰ μὴ ἐκτρεπώμεθα εἰς γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μεμαρτυρημένα κατὰ τρόπον, ὥστε οὐδεμία νὰ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις· διότι ἔλεγχος δὲν δύναται νὰ ἀσκηθῇ, ἐὰν δὲν βασιζώμεθα ἐπὶ γεγονότων, ἀλλ’ ἀρυώμεθα τὰς πληροφορίας ἡμῶν ἐξ ὅσων λέγονται εἰς τὰς τριόδους. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Λυκουρέζος διὰ τῆς ἐπιστολῆς τῆς ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ἣν ἐδημοσίευσεν εἰς τὴν ἐφημερίδα Ἄστυ, μεγάλως ἐμείωσε τὰ δίκαιά του ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, διότι κατῆλθεν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν κατὰ Βουλευτοῦ σεβαστοῦ, ὅστις ἐφρόνει ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, νὰ ἐπερωτήσῃ τὸν κ. Ὑπουργόν. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἐμείωσε πολὺ τὸ δίκαιον αὑτοῦ, περιπεσὼν εἰς παράπτωμα, τὸ ὁποῖον μόνον ἡ δικαία σπουδὴ πρὸς ἀπόκρουσιν ἀδίκου κατηγορίας δύναται νὰ ἐξηγήσῃ. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ σπεύσῃ νὰ ἐνασκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Λυκουρέζου.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ ἡμερῶν ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι τῆς ἀρχῆς, εἰς ἣν ὁ νόμος ἀνέθεσε τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν.
§45ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦτο ὤφειλε νὰ γείνῃ. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, Κύριοι, περαίνων τὸ λόγον, θὰ καταλήξω εἰς συμπέρασμα σύμφωνον πρὸς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ ἐνεργήσας τὴν ἀνάκρισιν κύριος Δημητριάδης. Εἶμαι τῆς γνώμης, καὶ ἐλπίζω μετ’ ἐμοῦ καὶ ἡ Βουλή, ὅτι οὔτε τὸ παράπαν ἔσφαλον αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἀλλ’ ἐπειδὴ, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Δημητριάδης λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του, εἶναι ἐνδεχόμενον, παραμένοντος ἐκεῖ τοῦ κ. Λυκουρέζου, νὰ ἐξακολουθήσουν ἐξαπτόμεναι αἱ ἀντιζηλίαι καὶ τὰ πάθη, ἕνεκα τῆς εὐόρκου καὶ αὐστηρᾶς ἀληθῶς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, ἀναγκαῖον θὰ ἐθεώρουν νὰ μετετίθετο ἐκεῖθεν ὁ κ. Λυκουρέζος καὶ νὰ ἐδίδετο εἰς τὴν δραστηριότητα καὶ τὸν ζῆλον, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ἡ εὐκαιρία, ὅπως παρ’ ἄλλῳ τινὶ Πρωτοδικείῳ ἀσκήσῃ τὰς ἀρετάς του, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Δικαιοσύνης.
§46Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ζητεῖτε τὴν μετάθεσιν ὡς ἀμοιβήν;
§47ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ ὡς ἀμοιβήν, διότι εἶναι εἷς τῶν ἐντιμοτάτων καὶ ἱκανωτάτων δικαστικῶν ὑπαλλήλων,— ὑμεῖς ἰδιαιτέρως τὸν γνωρίζετε, καὶ διὰ τοῦτο συμμερίζεσθε καὶ τὴν γνώμην μου, — καὶ πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν στάδιον ἐνεργείας εὐρύτερον ἀπὸ τὴν μικρὰν Κυπαρισσίαν.
§48Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μάλιστα, δι’ αὐτὸ τὸ λέγω, ἄλλως δὲν θὰ ἐνόουν νὰ μετατεθῇ, διότι ἔκαμε τὸ καθῆκόν του.
§49ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ μετετίθετο ἐκεῖθεν ὁ κ. Λυκουρέζος, διὰ νὰ δοθῇ διέξοδος εἰς τὴν ἔξαψιν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη, ἀδίκως καὶ κακῶς, ἀλλ’ ἡ ὁποία τέλος πάντων ἐγεννήθη καὶ ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ.
§50ΔΑΓΡΕΣ. Μετὰ τὰς λεπτομερείας, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν, καθίσταται ματαιοπονία πλέον νὰ προσθέσῃ τίς τι. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς ὑπολήψεως δικαστικοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον κατάγεται ἐκ τῆς ἐμῆς ἐπαρχίας, νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι γνωρίζω τὸν κ. Λυκουρέζον καὶ ὡς δικηγόρον, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἤρχισα τὸ δικηγορικόν μου στάδιον, ἀλλὰ γνωρίζω τὸν κ. Λυκουρέζον καὶ ὡς Εἰσαγγελέα, ὑπηρετήσαντα πολλαχοῦ τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν κοινὴν δ’ ὁμολογίαν, διεκρίθη πάντοτε ὡς ἱκανὸς, ὡς τίμιος καὶ ὡς δραστήριος δικαστικὸς ὑπάλληλος. Εἶναι λυπηρὸν ἀληθῶς νὰ ἔρχηται τὸ ὄνομά του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ καταφέρηται ἐναντίον αὐτοῦ πρόσωπον, τοῦ ὁποίου οἱ λόγοι εἶναι βαρυσήμαντοι. Ἐγὼ εἰς οὐδὲν ἄλλο ἄγομαι συμπέρασμα, παρὰ νὰ πιστεύσω, ὅτι τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἀποτέλεσμα πλάνης, ὅτι ἑκατέρωθεν ἀνεπτύχθησαν πείσματα, τὰ ὁποῖα δὲν φέρουσι καλὸν ἀποτέλεσμα. Ὁ κ. Λυκουρέζος εἶναι ἐκ τῶν ἱκανωτάτων, ἐντιμοτάτων καὶ ἐπιμελεστάτων Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους, καὶ δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ ὑπάρχῃ ἴχνος ἀληθείας εἰς ὅσα ἐλέχθησαν κατ’ αὐτοῦ.
§51ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παριστάμεθα, κύριε Πρόεδρε, ἐνώπιον ἑνὸς βεβαίως θλιβεροῦ παραδόξου, ἀλλ’ ἴσως καὶ χαρακτηριστικοῦ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασεν ὁ τόπος. Ἐπερωτᾷ ὁ Βουλευτὴς περὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἀναλύων τὰ πράγματα κατὰ τὰς πληροφορίας του, καὶ ἀκούομεν κατόπιν οὐχὶ ἀπαντῶσαν τὴν Κυβέρνησιν, ἐρωτωμένην περὶ τῶν καθηκόντων της, ἀλλ’ ἀπαντῶντας Βουλευτὰς, καὶ μετ’ ἐνδιαφέροντος προσωπικοῦ παθαινομένους...
§52ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κανὲν ἐνδιαφέρον δὲν ἔχω.
§53ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. .. Καὶ ἀκούομεν αὐτοὺς διδάσκοντας, πῶς πρέπει νὰ γίνωνται αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, καὶ λέγοντας ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν στηρίζονται ἐπὶ ἀποδεδειγμένων πραγμάτων, ὅτι ἐπερώτησις περὶ διαγωγῆς ὑπαλλήλου δὲν γίνεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ, ὡς ἠκούσατε, μετὰ δογματικότητος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐδίδαξε, πῶς γίνονται αἱ ἐπερωτήσεις. Ὅταν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον καὶ φίλον συνάδελφον, νεωστὶ εἰσελθόντα εἰς τὴν Βουλήν, νὰ προβαίνῃ εἰς ἐπιτιμήσεις καὶ διδασκαλίαν, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις πρέπει νὰ γίνωνται κατὰ τοῦτον ἢ κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σιωπήσω. Ἀπηύθυνε συνάδελφος ἐπερώτησιν, καὶ ἐπερίμενον νὰ παρασταθῇ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ, ἀφοῦ ἐν ἀνάγκῃ ζητήσῃ πληροφορίας. Καὶ συνέβη μὲν πολλάκις τὸ ἀτόπημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐγείρωνται Βουλευταὶ καὶ ν’ ἀπολογῶνται ὑπὲρ ὑπαλλήλων, ὡσὰν νὰ ἦσαν μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ δικαστὴς ἰδίως πρέπει νὰ μένῃ ὑπέροχος πάσης ὑπονοίας, σεῖς παριστᾶτε καὶ τοὺς δικαστὰς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ ἢ κατὰ πολιτευομένων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις! Ἐγώ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τῶν δικαστῶν, τοὺς ὁποίους ὑπερασπίζετε, ἀντὶ νὰ παραπονεθῶ κατὰ τῶν εὐπροσώπως ἐπερωτησάντων, θὰ παρεπονούμην καθ’ ὑμῶν, ὅτι ὑμεῖς μὲ ἐξυβρίζετε, καὶ ἔρχεσθε παθαινόμενοι καὶ ὑπερασπιζόμενοι τὸν δικαστὴν, καὶ ἐκδίδοντες πιστοποιητικὰ τῆς καλῆς αὐτοῦ διαγωγῆς. Καὶ προκαλεῖτε καὶ ἄλλων πιστοποιητικὰ, ἀπευθύνεσθε εἰς τὸν ἕνα Βουλευτὴν καὶ εἰς τὸν ἄλλον, ἵνα εἴπῃ τί φρονεῖ περὶ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως ἢ τοῦ κ. δικαστοῦ. Καὶ λαμβάνουσι δικασταὶ πιστοποιητικὰ, ὅπως ἐνίοτε ἀπόστρατοί τινες περὶ τῶν ἀγώνων των! Καὶ μήπως ἠκούσθη καμμία ὕβρις τοῦ ἐπερωτήσαντος; Ἀπεναντίας ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὡμίλησεν εὐπρεπέστατα, μετὰ πάσης προφυλάξεως, μετὰ πάσης λεπτότητος, ἡ ὁποία ἀληθῶς διακρίνει αὐτὸν, καίπερ λαβόντα ἀφορμὴν, ἔστω ἀδίκως ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ ἀδυναμίᾳ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος, ἀδιαφόρως ἔχων, εἴδετε κατὰ τίνα τρόπον ἐξήγησε τὰ πράγματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἴδετε καὶ πῶς ἐπαρουσιάσθησαν ὑπέρμαχοι καὶ παθαινόμενοι οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τῆς σιωπώσης. Καὶ νομίζει ἄρα ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἦτο ἀδιάφορον τὸ φαινόμενον αὐτὸ, εἰς τὸ ὁποῖον παρέστημεν; Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλὰ ὁμιλῶ περὶ τῆς σκανδαλώδους τῷ ὄντι καταχρήσεως, τὴν ὁποίαν ποιούμεθα, τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ἐνταῦθα, καταχρήσεως, ἡ ὁποία, ὅταν μὲν ἦναι ἁπλῆ κατάχρησις καὶ κατανάλωσις χρόνου, ἴσως εἶναι οὐχὶ ἀξία τόσης προσοχῆς, ἀλλ’ ὅταν κλονίζῃ τὰ θεμέλια πάσης διακρίσεως ἐξουσιῶν, πρέπει νὰ κατασταλῇ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξιστόρησε τί ἐγίνετο ἄλλοτε, ὡς ἂν ἤθελε νὰ παραστήσῃ ὅτι ἐγίνετο ἡ ἀνταπόδοσις. Ἤρχισε δὲ τὸν ἔπαινον τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ. Νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω περισσότερα περὶ τοῦ λαβόντος χώραν ἀτοπήματος. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ μᾶς εἴπῃ περὶ τίνων πραγμάτων δέον νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλή, κατέληξεν ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μία μετάθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει, φαίνεται, διαγράψει ἴδιον κανονισμὸν διὰ τὴν Βουλήν, καὶ ὅταν ὁμιλῇ περὶ τῆς διαγωγῆς ἑνὸς ὑπαλλήλου, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ, ἀλλ’ ἀπόκειται εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἀπαντῶσιν. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ κάμῃ ὡς Βουλευτής, ἦτο, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, τῇ προτάσει αὐτοῦ, ζητήσῃ τὴν παῦσιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ μᾶς φέρῃ εἰς συναίσθησιν τὸ λαβὸν χώραν ἀτόπημα, καὶ ὡς δίδαγμα διὰ τὸ μέλλον. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ προσέχωσι, νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον πάντοτε, προκειμένου περὶ τῶν ὑπαλλήλων, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ τῶν δικαστικῶν, καὶ νὰ μὴ ἀφήνωσιν αὐτοὺς ἐκθέτους εἰς τὴν συνηγορίαν τῶν Βουλευτῶν. Ἡμεῖς δὲ πρέπει νὰ διδαχθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀσχολώμεθα πρὸ πάντων εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων ἡμῶν τῶν ἀληθῶν. Καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ νομοθετικὰ καθήκοντα. Ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ἐλέγχου· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ γίνηται τούτων κατάχρησις. Ἔλεγχος εἶναι, ὅταν ἐπερωτᾶται ἡ Κυβέρνησις διὰ πράξεις τῶν ὀργάνων αὐτῆς, τῶν ὁποίων ἔχει τὴν ἐπιτήρησιν. Ἔλεγχος δὲ δὲν εἶναι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται πολλάκις ἐναντίον νόμου ὑφισταμένου. Εἰς ἄλλα Κοινοβούλια δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε μομφὴ κατὰ νόμου ὑπάρχοντος. Ὅστις ἔχει ἰδέαν τινὰ περὶ τοῦ ἐλαττώματος ἑνὸς νόμου, δύναται νὰ φέρῃ νέαν πρότασιν νόμου. Ἡμεῖς δ’ ἐλέγχομεν τοὺς νόμους μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν, ἐνῷ, ὅταν τοὺς ψηφίζωμεν καὶ τοὺς συζητῶμεν, οὐδὲν λέγομεν πολλάκις. Ἠναγκάσθην νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι μοὶ ἐξήγειρεν ἀγανάκτησιν τὸ ἀκρόαμα ἐκεῖνο, τὸ ἐπὶ τρεῖς ὥρας ἠχοῦν εἰς τὰ ὦτα ἡμῶν, τὸ ἀκρόαμα ἐκεῖνο τὸ θλιβερόν, καὶ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω ὀλίγα τινά, ὅπως διδαχθῶμεν νὰ μὴ παρεκβαίνωμεν τῶν καθηκόντων ἡμῶν, καὶ πρὸ πάντων νὰ μὴ καταβιβάζωμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν κονίστραν τῶν πολιτικῶν παθῶν.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀληθῶς πάντα τὰ λεχθέντα τὴν ἑσπέραν ταύτην σχετικῶς πρὸς τὰς αἰτιάσεις, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν πρὸ ἡμερῶν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικῶν, ἀληθῶς εἰσὶν ἀκροάματα, καὶ διότι ἡμεῖς ἐκρίναμεν ὅτι τὰ λεχθέντα εἰσὶν ἀκροάματα, δὲν ἐκρίναμεν ὅτι ἐκαλούμεθα νὰ παρασταθῶμεν εἰς τὴν ἀπαγγελίαν αὐτῶν. Ἐν τῇ γενομένῃ ἀφηγήσει δὲν διεκρίναμεν ἐπίκρισιν πράξεως Κυβερνήσεως, διεκρίναμεν παράπονα, γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι ἠδικήθησαν πολῖταί τινες, καὶ οὐδὲν ἕτερον. Ποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἐπίκρισις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἀπευθυνθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἠδύναντο νὰ ἐπικρίνωσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διατηρεῖ ἀναξίως ἄνδρα εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἀλλὰ τοιαύτην ἐπίκρισιν δὲν ἤκουσα διατετυπωμένην, δὲν ἦτο δὲ καὶ δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ τοιαύτη, διότι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικῶν δὲν διωρίσθη παρ’ ἡμῶν πρῶτον, ὑπῆρξεν Εἰσαγγελεὺς διωρισμένος, ἀπελύθη δὲ οὐχὶ δι’ ἀνικανότητα ἢ διὰ παράβασιν καθήκοντος, ἀλλὰ δυνάμει νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπέφερε τὴν παῦσιν πάντων τῶν Εἰσαγγελέων· ἦτο λοιπὸν ἐντὸς τῆς ὑπηρεσίας, μεταξὺ δὲ ἐκείνων, οἵτινες προὐτάθησαν πρὸς διορισμὸν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὑπὸ τοῦ νόμου ἐτάχθη ἁρμοδία, ἵνα γνωματεύσῃ, περιείχετο καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Λουκουρέζου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτησε πληροφορίας, αἱ δὲ πληροφορίαι, ἃς ἔλαβεν, ἦσαν εὐχάριστοι καὶ εὐμενεῖς πρὸς αὐτὸν, διὰ τοῦτο προεκάλεσε τὸν διορισμόν του. Ὅταν ἤκουσα ὅτι διωρίσθη ὁ κ. Λουκουρέζος, παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ διορισμοῦ· ὄντως δὲ, ἂν ἀναζητήσητε τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου διωρίσθη ὁ κ. Λουκουρέζος, καὶ τὴν ἡμερομηνίαν, καθ’ ἣν ἐκοινοποιήθη ὁ διορισμὸς πρὸς αὐτὸν, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐμεσολάβησε διάστημα χρονικόν. Τὸ διάστημα τοῦτο δὲν ἐμεσολάβησεν ἕνεκεν ὀκνηρίας ἢ ἀμελείας, ἀλλὰ διότι ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε πρὶν ἢ ἐκτελεσθῇ τὸ διάταγμα τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ, νὰ προβῶμεν εἰς ἔρευναν περὶ τοῦ προσώπου. Πρὸς τοῦτο δὲ ἐκάλεσα ἀνωτέρους ἐν Ἀθήναις δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, παρὰ τῶν ὁποίων, ὡς καὶ παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἔμαθον, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἦτο ἐκ τῶν ἱκανωτέρων, τότε δὲ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκτελέσῃ τὸ διάταγμα. Διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Λουκουρέζου οὐδεμίαν ὑπέχομεν εὐθύνην, οὐδ’ ἐζητήθη παρ’ ἡμῶν λόγος. Ἑπομένως δὲν εἴχομεν νὰ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου μᾶς ἐζητήθη λόγος, ὅτι ὁ κ. Λουκουρέζος δὲν ἐκτελεῖ μετ’ εὐθύτητος τὰ καθήκοντά του, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, οὗτος δὲ ἀπέστειλεν ἐφέτην, ὅστις ἐξήτασε καὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε πάντες, διότι κατέθηκεν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Βουλὴν, κατ’ ἐπερώτησιν συναδέλφου. Ἀλλὰ τί ἐπροτάθη κατόπιν; Ὅτι τὰ ἐκτεθέντα ὑπὸ τοῦ ἐφέτου τοῦ ἀποσταλέντος δὲν ἦσαν πόρισμα λεπτομεροῦς καὶ ἀκριβοῦς ἐρεύνης, ἀλλ’ ἦσαν πόρισμα ἐπιπολαίου ἐρεύνης καὶ χαριστικῆς διαθέσεως. Δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ κρίνωμεν τοῦτο, οὔτε δυνάμεθα νὰ διαμφισβητήσωμεν τὸ κῦρος καὶ τὴν σημασίαν πληροφοριῶν ἀνωτέρου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ἀποσταλέντος εἰς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας, διότι ἰδιῶται ἐνιστάμενοι ἰσχυρίζονται ὅτι τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει βεβαιούμενα δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἀλλ’ ὅταν ἐμάθομεν ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς προέβη εἰς πρᾶξιν, ἥτις ἦτο ἀξία, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, καταστολῆς, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν μέριμναν τῶν ἁρμοδίων, ἀνεκοινώσαμεν τὴν πρᾶξιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, αὕτη δὲ προέβη εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὑτῆς. Ἐξετελέσαμεν οὕτω πᾶν ὅ,τι ἦτο καθῆκον ἡμῶν, ἴσως δὲ δὲν ἦτο οὐδὲ ἀνάγκη, ἵνα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἀπευθύνῃ, ἣν ἀπηύθυνε σύστασιν, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ προκαλέσωμεν τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐὰν οἱ Κυβερνῆται ἦναι ὑπεύθυνοι δι’ ὅσα πράττουσιν, ἢ δι’ ὅσα παραλείπουσι νὰ πράξωσιν, ἠθέλομεν κριθῆ ὑπεύθυνοι καὶ ὑπόλογοι εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν δὲν ἐπράττομεν ὅσα ἐχρεωστοῦμεν νὰ πράξωμεν. Τότε θὰ εἶχεν ἐφαρμογὴν καὶ τὸ ἀρχαῖον ῥητὸν, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι «οὐ μόνον εἶναι, ἀλλὰ καὶ δοκεῖν εἶναι». Βεβαίως τοιοῦτοι πρέπει νὰ ἦναι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ πάντες οἱ διαχειριζόμενοι πολιτικὴν ἐξουσίαν, πολλῷ δὲ μᾶλλον οἱ δικασταί. Ἡ Κυβέρνησις τότε μόνον προβαίνει εἰς τιμωρίαν τῶν ὑπαλλήλων, ὅταν πεισθῇ, ὅτι δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των. Δὲν εὑρίσκω δὲ τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας μέμφεται ἡμῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σιωπᾷ. Τί νὰ πράξωμεν; Ἠκούσαμεν τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἀφ’ ἑτέρου τὰς τοῦ κ. Κοκκέβη· ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς δὲν ἐγνωρίζομεν οὔτε τὰς μὲν οὔτε τὰς δὲ, ἐφροντίσαμεν νὰ ἐξακριβώσωμεν τὰ λεχθέντα, καθ’ ὃ εἴχομεν καθῆκον, ὡς λειτουργοὶ τοῦ Κράτους· κρίνομεν δ’ ἡμᾶς αὐτοὺς ὑπευθύνους διὰ πᾶσαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐπράξαμεν, ἢ διὰ πᾶσαν παράλειψιν, εἰς ἣν ὑπεπέσαμεν.
§55Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ἀπό τινος συζητούμενον θέμα ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν, καθόσον σχετίζεται πρὸς γενικοὺς λόγους καὶ ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς Τριφυλίας. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὴν γνώμην οὐχὶ ἀκριβῶς ἐχαρακτηρίσθη ἡ συζήτησις, ὡς ἁπλοῦν ἀκρόαμα, ξένον πρὸς τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἄλλοτε ἐξέφρασα τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ τὸ προηγούμενον τοῦ νὰ δίδωνται ἀπαντήσεις εἰς ἐπερωτήσεις Βουλευτῶν δι’ ἐπιστολῶν ἐξυβριστικῶν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐνταῦθα τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἀπόντων, οὓς ἀντιπροσωπεύουσιν οἱ Ὑπουργοὶ, ἔχουσι δὲ τὸ δικαίωμα καὶ οἱ ἀπόντες νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των, ἔστω καὶ δι’ ἐπιστολῆς δημοσιευομένης, ἀλλὰ τηροῦντες κανόνας τινὰς, ἐπιβαλλομένους εἰς τὸ ἀξίωμά των. Εὐτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ ἐν τῇ «Πρωΐᾳ» καὶ ἐν ἄλλαις ἐφημερίσι δημοσιευθεῖσα ἐπιστολὴ προσείλκυσε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διέταξεν αὕτη τὴν δέουσαν ἀνάκρισιν. Ἡ δημοσίευσις ὅμως τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς κλονίζουσι τὰ λεχθέντα ὑπὲρ τοῦ ἀξιοτίμου Εἰσαγγελέως. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν, οὔτε ἔχω τὴν ἐντολὴν ἢ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ κατηγορήσω τινά· ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται ζήτημα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, καὶ νομίζω ὅτι ἐπιστολὴ ἀνοικτὴ, ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον καὶ περιέχουσα σχεδὸν ἀξιοποίνους πράξεις, εἶναι ἱκανὴ νὰ θέσῃ ἡμᾶς εἰς ἀμφιβολίαν περὶ τῶν ὑπὲρ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως λεχθέντων, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὸ ὕψος τῶν εἰσαγγελικῶν καθηκόντων του, τοιαῦτα δημοσιεύων. Τοῦτο εἶχον καθῆκον νὰ παρατηρήσω καὶ ἐγὼ ἀσχέτως πρὸς τὸ Τριφυλιακὸν ζήτημα.
§56ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Εὐρυτανίας, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, ἣν ἔκαμε, περὶ τῶν ὁρίων τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, εἶχεν ὄρεξιν νὰ σκιαμαχήσῃ, καὶ ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ ἐννοίας καὶ φράσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ οὐδόλως εἶχον εἴπει, ἐπετέθη δὲ λάβρος κατ’ ἐμοῦ, προσπαθῶν νὰ ἀναιρέσῃ ἰδέας, αἱ ὁποῖαι μόνον ἐν τῇ φαντασίᾳ του ὑπῆρχον. Εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐφρόνουν ὅτι δὲν εἶναι εὔλογον νὰ γίνηται λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ πράξεων τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν κατά τινων ὑπαλλήλων, ὅταν ἐξ ἐπισήμων καὶ ἀναμφισβητήτων πληροφοριῶν ἐξελέγχηται, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅλως ἕωλον καὶ ἀβάσιμον, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ μεταχειριζώμεθα τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἀσυλίαν αὐτοῦ ὡς ὁρμητήριον ἐπιθέσεως, ὅπως ἐκφράζωμεν ἐκεῖθεν τὰ παράπονα ἡμῶν, καὶ μάλιστα παράπονα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν βάσιν οὐδ’ ὑπόστασιν ἔχουσι, καὶ οὐδόλως στηρίζονται εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ψέγωμεν τὴν ἐνέργειαν τῶν ὑπαλλήλων καὶ νὰ μεμφώμεθα τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν δὲν ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της πρὸς θεραπείαν τῶν εὐλόγων παραπόνων· ἀλλ’ ὅταν ἐρχώμεθα ἐνταῦθα καὶ βασιζόμενοι εἰς ἀτομικὰς ἀντιλήψεις καὶ εἰς πληροφορίας συλλεχθείσας ἐκ τῶν τριόδων, καταφερώμεθα καθ’ ἑνὸς ὑπαλλήλου, χωρὶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ παραλείψει τοῦ ἰδίου καθήκοντος, αὐτὸ, ἔλεγον, εἶναι ἄτοπον, εἶναι ἀτοπώτατον, καὶ δὲν δύναται παρὰ νὰ συνομολογήσῃ τοῦτο πᾶσα ἡ Βουλὴ μετ’ ἐμοῦ. Τί ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Εὐρυτανίας, ἀποδίδων εἰς ἐμὲ ἰδέας, τὰς ὁποίας οὔτε κἄν ἐφαντάσθην; Ἦλθε καὶ ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν ἐσκιαμάχει ἐντεῦθεν, λέγων ἄῤῥητα ἀθέμιτα, τὰ ὁποῖα οὐδὲ κἂν διενοήθην ἐγώ. Καὶ ἐφρόνει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐπιτιθεμένων κατὰ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν εἴμεθα καὶ ἡμεῖς, οἵτινες συνηγορήσαμεν ὑπὲρ αὐτῶν, ἐφρόνει ὅτι ὑβρισταὶ τοῦ ἀναιτίως παρ’ ἄλλων κατηγορουμένου ὑπαλλήλου εἴμεθα ἡμεῖς. Ἀλλὰ ἐγὼ αἰσθάνομαι τὴν ἐπιθυμίαν νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ὑβρίζων καὶ ἀδικῶν τὸν ὑπάλληλον, ὁ ἐπιθυμῶν νὰ μὴ συνηγορήσωμεν ἡμεῖς ὑπὲρ τοῦ δικαίου του. Καὶ οὕτω πως οὗτος ἀδικεῖ, διότι ἀδικία εἶναι, καὶ ἀδικία μεγίστη, καὶ τὸ μὴ ὑπερασπίζεσθαι τοὺς χρηστοὺς καὶ ἐντίμους ὑπαλλήλους, τοὺς ἐκπληροῦντας εὐόρκως τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιθυμεῖν, ὅπως μηδεὶς εὑρεθῇ ὁ ὑπερασπίσων αὐτοὺς, ὅταν μάλιστα, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβαίνει, τὰ ὅπλα τῆς ἀμύνης καὶ τὰ πρὸς ὑπεράσπισιν στοιχεῖα ἦναι εἰς χεῖρας πάντων ἡμῶν, οὐχὶ δὲ μόνον τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀδικεῖ δ’ ἔτι μᾶλλον ὁ θέλων ἐν τῇ Βουλῇ νὰ καταδείξῃ ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων ἐξ οἰκείων, ἀσυστάτων καὶ ἀναξιοπίστων πληροφοριῶν· οὐδόλως δὲ ἀδικεῖ οὐδὲ ὑβρίζει ὁ λέγων: «μὴ πιστεύετε τὰ ὑποβαλλόμενα ἐκ κακῶν πληροφοριῶν καὶ ἐξ ἐσφαλμένης ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ πιστεύσατε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βεβαιώνει ἡ ἔκθεσις ὑπαλλήλου ἀνωτέρου ἐκ τῶν ἐντιμοτάτων, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως.» Καὶ ἐπετέθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. συνάδελφος, διότι αὕτη δὲν συνηγόρησεν ὑπὲρ τοῦ προσβαλλομένου ὑπαλλήλου, καὶ εἶχε τὴν ἀξίωσιν, νὰ ἐγερθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον ἑώλων αἰτιάσεων, διὰ τῶν ὁποίων δὲν ἠσκεῖτο κἂν ἔλεγχος, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ τοιοῦτος. Διότι κατὰ τί ὁ κ. Βουλευτὴς ἐμέμφθη τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Ἐμέμφθη τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι, καίτοι προέκυψαν στοιχεῖα ἐνοχῆς τοῦ ὑπ’ αὐτὸν ὑπαλλήλου, δὲν ἔλαβε μέτρα κατ’ αὐτοῦ; Δὲν τολμᾷ, ἐλπίζω, νὰ εἴπῃ τοῦτο. Ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν σεβαστὸς ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος περιωρίσθη νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀτομικὰ αὐτοῦ παράπονα κατὰ τοῦ κ. Λυκουρέζου, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ἐδυσφόρει καὶ ἐμέμφετο τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐσίγα καὶ ἄφηνεν εἰς ἄλλους τὸν κόπον νὰ ὑπερασπισθῶσι τοὺς ἀδίκως κατηγορουμένους ὑπαλλήλους. Καὶ νομίζει ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι ἡμεῖς ὑβρίζομεν τοὺς δικαστικοὺς τούτους λειτουργοὺς, ἀναλαμβάνοντες τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῶν! Ἀλλὰ τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν ἐπρόσεχεν εἰς ὅσα ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος εἴπομεν πρὸ ὀλίγου, θὰ ἐγνώριζεν ὅτι ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν νὰ ὑπερασπισθῶμεν τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, θὰ ἐγνώριζεν ὅτι ἡμεῖς, μιμούμενοι καὶ ἀκολουθοῦντες τὸ παράδειγμα τοῦ ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἠμυνόμεθα περὶ τῶν ἰδίων ἡμῶν δικαίων, διότι ταύτην τὴν τάξιν εἰσήγαγε καὶ ἐνεκαίνισεν ὁ σεβαστὸς ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος, ἐπερωτῶν περὶ τῶν ἰδίων αὑτοῦ ὑποθέσεων καὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν συγγενῶν αὑτοῦ. Καὶ εἴχομεν, ἂν ὄχι καθῆκον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον εὔλογον καὶ δεδικαιολογημένον συμφέρον, συμφέρον τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ καταδικάσῃ, εἴχομεν συμφέρον καὶ δικαίωμα, ὅπως ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ προσώπων, ἅτινα τόσον ἀδίκως, τόσον ἀτόπως, τόσον ἐκθέσμως κατεκρίθησαν, διότι οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν ἢ νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ ἴδια αὑτῶν καθήκοντα, ὅπως δὲν ἐκπληροῖ, ἴσως τὰ ἴδια ἑαυτοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ προσθέσω. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος συλλήψεως, ἀνέφερεν ὅτι ἐβιάσθη ὁ ἀνακριτὴς νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα τοῦτο, διὰ νὰ περατώσῃ τὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀνεγίνωσκε μετὰ μεγαλειτέρας προσοχῆς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Δημητριάδου, ἤθελεν ἀπαντήσει ἐν αὐτῇ, ὅτι ὁ Θεόδωρος Σαρσέντης, ὁ ὁποῖος προσαχθεὶς δυνάμει τοῦ ἐντάλματος τῆς συλλήψεως καὶ μὴ ἀπολογηθεὶς ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ θεωρηθῇ περατωμένη ἡ ἀνάκρισις, ὁ Θ. Σαρσέντης οὗτος προσῆλθε καὶ ἄλλοτε ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ δὲν ἀπελογήθη. Ἰδοὺ τί γράφει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Δημητριάδου: «Μίαν ἡμέραν, περὶ τὰ τέλη Ἀπριλίου ἢ ἀρχὰς Μαΐου, προσῆλθεν ὁ κ. Σαρσέντης, ἀλλὰ ἐνῷ ἐξητάζετο, ἀντὶ ἀπολογίας, ἤρχισε νὰ καταφέρηται κλπ.» Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὁ Σαρσέντης προσῆλθε καὶ πρότερον εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλ’ ἠρνήθη καὶ τότε ν’ ἀπολογηθῇ. Ἀφοῦ δὲ ἡ προσέλευσις τοῦ κατηγορουμένου ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ ἀρκεῖ καὶ ἄνευ ἀπολογίας, ὅπως περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, διατί ὁ κ. ἀνακριτὴς δὲν ἐπεράτωσε τὴν ἀνάκρισιν κατὰ τὰς ἀρχὰς Μαΐου; Τί ἐκώλυεν αὐτὸν νὰ βεβαιώσῃ διὰ τῆς ἐκθέσεώς του, ὅτι ὁ κατηγορούμενος δὲν ἠθέλησε ν’ ἀπολογηθῇ καὶ κλείσῃ τὴν ἀνάκρισιν; Ἐὰν ἔπραττεν οὕτω, δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδίδῃ μὲ τόσην σπουδὴν τὴν μίαν ἡμέραν κλῆσιν, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἔνταλμα βιαίας προσαγωγῆς καὶ ἐπὶ τέλους ἔνταλμα συλλήψεως, ἐναντίον τοῦ νόμου, δι’ ἀνυπόστατον κατηγορίαν. Ὁ Σαρσέντης οὔτε ἔφυγεν, οὔτε ἀπεκρύβη, ἔχω δὲ πληροφορίας, ὅτι, ὅτε ἐξεδίδετο τὸ ἔνταλμα, προσήρχετο εἰς τὸ δικαστήριον καὶ συνεζήτει ὑποθέσεις. Εἶναι δικηγόρος, κατοικεῖ εἰς τὰ Φιλιατρὰ καὶ μεταβαίνει καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν Κυπαρισσίαν διὰ τὰς δικηγορικάς του ὑποθέσεις.
§58ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Παρεπονέθη ὁ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Σωτηρόπουλος, ὅτι κακῶς δὲν ἐπεράτωσε τὴν ἀνάκρισιν ὁ ἀνακριτής, ἀφοῦ δὲν ἠθέλησε ν’ ἀπολογηθῇ ὁ κατηγορούμενος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό· τὸ ἀληθὲς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔβλεπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος συνάδελφος, ἐὰν ἀνεγίνωσκεν αὐτὴν ὀλίγον κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀνακριτὴς κ. Βεῤῥοιόπουλος συνέστησεν αὐτῷ ν’ ἀπολογηθῇ πρεπόντως, ὡς ἄνθρωπος ἐπιστήμων, ἀλλ’ ὁ κ. Σαρσέντης ἠρνήθη ν’ ἀπολογηθῇ, καὶ ἐξῆλθε τοῦ γραφείου τῆς ἀνακρίσεως, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ ἀνακριτοῦ, εἰπὼν ὅτι θὰ ἤρχετο ἄλλην ἡμέραν.» Ταῦτα λέγει ἡ ἔκθεσις. Δὲν ἐπερατώθη λοιπὸν ἡ ἀνάκρισις, διότι ὁ κατηγορούμενος ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ ἄλλην ἡμέραν.
§59Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν: αʹ) Ἐπὶ τίνι λόγῳ δὲν προέβη εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν πρὸ διετίας χηρευουσῶν ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ ὀκτὼ ὀργανικῶν θέσεων ἀνθυπιάτρων, καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 περιώρισε τὰς χηρευούσας ὀκτὼ θέσεις εἰς τέσσαρας, καὶ ἐπὶ τίνι λόγῳ ἠκύρωσε τὸν πρό τινος προκηρυχθέντα διαγωνισμὸν τῶν ἀνθυπιάτρων καὶ ἐπεκύρωσε τὸν τῶν ἀνθυποφαρμακοποιῶν; βʹ) Πόσα δαπανᾷ τὸ Δημόσιον διὰ φάρμακα τῶν ναυτῶν καὶ ἀξιωματικῶν ἐτησίως, καὶ τί εἰσπράττει τὸ Δημόσιον, χορηγοῦν ἐπὶ πληρωμῇ τὰ φάρμακα; γʹ) Ἂν ὑπάρχῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Ὑγειονομικὸν τμῆμα, καὶ ἂν ἐνεργῆται ἐξελεγκτικὴ ἐπεξεργασία, διότι διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου ἐπέρχεται αὔξησις κατὰ ἑξήκοντα χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος. Πρὸς τούτοις νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τίνι λόγῳ οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης λαμβάνουσι μισθὸν θαλάσσης καὶ οἱ ἐν τοῖς λοιποῖς γραφείοις τοῦ Ναυστάθμου μισθὸν ξηρᾶς, ἐνῷ καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ κατὰ ξηρὰν ὑπηρετοῦσι. Πρὸ 25 ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν Καλαμῶν, τὸν ἀρτίως καταρτισθέντα.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διαταγὴ ἐδόθη, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν συνεκεντρώθησαν αἱ πληροφορίαι εἰς τὸ γραφεῖον.
§61ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τ’ ἀφορῶντα εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν ὁρίων Ἀρκαδίας καὶ Μεσσηνίας, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος ἔχοντος μεγίστην σπουδαιότητα καὶ δυναμένου, ἐὰν δὲ ληφθῇ ταχίστη πρόνοια, νὰ ἔχῃ σοβαρωτάτας συνεπείας.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ προσωρινῆς παραχωρήσεως εἰς κατὰ παράκλησιν χρῆσιν τμήματός τινος τοῦ αἰγιαλοῦ ἔξωθεν τοῦ λιμένος Πειραιῶς, ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ τὸ ναυπηγεῖον τοῦ κ. Βασιλειάδου, τὸ ὁποῖον οὗτος πρόκειται νὰ συστήσῃ ἐκεῖ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 216).
§64Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καταθέτω πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας εἶχε ζητήσει ὁ ἐκ Θήρας βουλευτὴς κ. Βαλέττας περὶ τῶν εἰς τὸ Κεντρικὸν Προγυμναστήριον Πόρου ἀποσταλέντων ναυτῶν κλπ.
§65ΔΑΛΛΑΣ. Ἡμέρας τινὰς πρὶν ἢ ὁ εὐφραδὴς ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος ἀναλάβῃ τὸν εὐγενῆ ἀγῶνα καὶ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, ἐπιτροπὴ, ἀντιπροσωπεύουσα πάντας τοὺς ταχυδρομικοὺς καὶ τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν, ἵνα δι’ ἐμοῦ ὑποβάλῃ ἀναφορὰν, πραγματευομένην περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἰς τὴν Βουλὴν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 14 Δεκεμβρίου δὲν εἶχον πρόχειρον τὴν ἀναφορὰν ἐκείνην, ἄλλως τε μετὰ τὴν εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου καὶ μετὰ τὴν ἐπίσημον διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἔλαβεν ἤδη πρόνοιαν περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἐνόμισα ὅτι οὐδὲν ὑπελείπετο νὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐπιβάλλεταί μοι ὅμως τὸ καθῆκον, ἅπαξ λαβόντι τὴν ἐντολὴν, νὰ ὑποβάλω τὴν προκειμένην ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ παρακαλέσω, ἵνα καὶ αὕτη ἐνισχύσῃ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτοῦ περὶ βελτιώσεως τοῦ κλάδου τούτου. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, μετριόφρων, καὶ εὐλαβὴς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν, εἰς τὴν ὁποίαν πολυτίμους ὑπηρεσίας προσφέρει ὁ κλάδος οὗτος, ἐκθέτει τὰ παράπονα τῶν ἀδικουμένων ὑπαλλήλων, καὶ ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς, χωρὶς οὐδὲν νὰ προτείνωσι μέτρον οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο κουρασμένη ἀπὸ τὸν ἐμφύλιον Τριφυλιακὸν πόλεμον, ὅπως τὸν ὠνόμασεν ἕτερος συνάδελφος προηγουμένως, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἀκούσῃ αὐτῆς ταύτης τῆς φωνῆς τῶν ἀδικουμένων ὑπαλλήλων.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι παραπονοῦνται, ὅτι ἀδικοῦνται, καὶ οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουσι δίκαιον, ζητοῦντες τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἐνισχύηται ἡ ἀρχή, νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ὑπάλληλοι δι’ ἀναφορῶν παράπονα.
§67Ι. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὅλοι ἀναγνωρίζουσι, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι οἱ τηλεγραφικοὶ καὶ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἀδικοῦνται, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβεν ἤδη πρόνοιαν περὶ αὐτῶν.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἀναγινώσκωνται ἀναφοραὶ ὁλοκλήρου κλάδου ὑπαλλήλων, παραπονουμένων ὅτι ἀδικοῦνται.
§69ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπωνται καθ’ ἑκάστην τοιαῦται αἰτήσεις καὶ νὰ γίγνηται συζήτησις περὶ αὐτῶν.
§70ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν πρέπει μετὰ τόσης ἀδιαφορίας νὰ ὁμιλῆτε περὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, τῶν ὁποίων αἱ πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὴν κοινωνίαν ὑπηρεσίαι εἶναι τοσοῦτον πολύτιμοι.
§71ΔΑΛΛΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, διακόψας με ἐν ἀγανακτήσει δικαίᾳ ὑπό τινα ἔποψιν, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τῶν ὁποίων περιστοιχίζεται τὸ Κράτος ὑπό τε τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν καὶ τὴν γενικὴν κατάστασιν τῆς διοικήσεως, ἠθέλησε νὰ μὲ διδάξῃ, ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς...
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι τοῦτο.
§73ΔΑΛΛΑΣ. Ἐνόμισα ὅτι ἠθέλησε νὰ μὲ διδάξῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ εἰσάγωνται τὰ παράπονα ταῦτα.
§74ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἀναφοράν. Ὁ ὁμιλῶν σήμερον ὑπὲρ τοῦ κλάδου τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων ὁμιλεῖ ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας, ὁμιλεῖ ὑπὲρ τῆς κυριωτάτης ὑπηρεσίας, ὁποία εἶναι ἡ ὑπηρεσία αὕτη ὡς ἐκ τῆς προόδου τῶν Κρατῶν καὶ τῶν λαῶν.
§75ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται νυχθημερὸν, οἱ ὁποῖοι οὔτε διασκέδασιν γνωρίζουσιν, οὔτε ἀνάπαυσιν οὔτε ἡσυχίαν, πρέπει νὰ ἀμειφθῶσι.
§76ΔΑΛΛΑΣ. Κύριοι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, εἶπον ὅτι, φειδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀηδιάσασα ἐκ τῆς προηγουμένης συζητήσεως, (ζητῶ συγγνώμην, ἀλλ’ αὐτὴ ἦτο ἡ ἐντύπωσις τοῦ Κοινοβουλίου,) δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀκούσῃ εὐρεῖαν συζήτησιν, δὲν ἐσκόπουν εἰς ὅσα εὐφραδῶς ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προσθέσω τι ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. Βεβαίως ὅλων τῶν κλάδων οἱ ὑπάλληλοι ἀδικοῦνται. Ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς Ἕλλην εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν καταστάσει δυσκόλῳ, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβαίνωμεν εἰς προτάσεις, αἵτινες ἐπιβαρύνουσι τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι ἴσως ὑπάρχουσι καὶ ὑπάλληλοι ἄλλοι, καὶ ἀνάγκαι ἄλλαι...
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς διέκοψα.
§78ΔΑΛΛΑΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ὁ εἰδικῶς περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολούμενος, ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἐμὲ τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἀλλ’ ἔσπευσε πολὺ, διότι ἐγὼ ἤθελον τὸ εἴπει, καὶ διὰ τοῦτο μὲ ἀναγκάζει ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περισσότερον, ἵνα ἀνακοινώσω εἰς αὐτὴν τὰς ἰδέας, αἵτινες μὲ ἔπεισαν ὅτι ἠδυνάμην νὰ φέρω ἐνώπιον αὐτῆς τοιαύτην πρότασιν, καὶ κατὰ τὰς ἀσθενεῖς μου γνώσεις καὶ δυνάμεις νὰ ὑποστηρίξω αὐτήν.
§79ΤΡΑΚΑΣ. Δὲν δύναται ὁ κλάδος οὗτος νὰ παραβληθῇ μὲ ἄλλους κλάδους. Οἱ ἄλλοι κλάδοι ἔχουσι καὶ προαγωγὴν, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἔχει καμμίαν προαγωγήν.
§80ΔΑΛΛΑΣ. Μολονότι ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς πάντας, καὶ εἰς αὐτοὺς ἔτι τοὺς ὑπαλλήλους, ἵνα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπιζητῶσι τὴν προστασίαν τῶν δικαίων αὐτῶν, ἐν τούτοις, ὅταν μοὶ ὑπεβλήθη ἡ προκειμένη ἀναφορὰ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, ἐδίστασα, ἐὰν προσῆκε νὰ φέρω ταύτην ἀπευθείας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐὰν δὲν ἔμελλε νὰ ξενίσῃ αὐτὴν, πῶς ὑπάλληλοι ὄντες τοῦ Κράτους δὲν ἀρκοῦνται, — καίτοι οὗτοι βεβαίως δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, ἀλλὰ πάντοτε κατὰ τὴν γνώμην μου πρέπει ἀνάλογος πειθαρχία νὰ κρατῇ εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, — δὲν ἀρκοῦνται, λέγω, εἰς τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν καταβάλλει ὑπὲρ αὐτῶν ἡ προϊσταμένη ἀρχή, ἀλλ’ ἔρχονται ἐν σώματι, οὕτως εἰπεῖν,—διότι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἐπιτροπὴ ἐκλεγεῖσα παρὰ τῶν ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων,—ἔρχονται ἵνα ὑποβάλωσι τὰ παράπονά των εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὸ διάβημα αὐτῶν τοῦτο δικαιολογεῖται. Ὁ εὔγλωττος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος τὴν 14 Δεκεμβρίου ἀγορεύσας ὡμίλησε περὶ τῶν παραγκωνίσεων, περὶ τοῦ γλίσχρου τοῦ μισθοῦ, περὶ τῶν παθημάτων, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ὁ πολύτιμος οὗτος κλάδος τῆς διοικήσεως, ὅστις καὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν κοινωνίαν ἐξυπηρετεῖ, καὶ ἐξυπηρετεῖ σχεδὸν δωρεάν. Ὁ κλάδος ὅμως οὗτος, ὡς εὐφραδῶς ὑπεστήριξε καὶ διετράνωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 14 Δεκεμβρίου, παρηγκωνίσθη πάντοτε, παρηγκωνίσθη δὲ ἐξαιρετικῶς περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως καὶ ἐτέθη ἐν μοίρᾳ Καρός, ἐνῷ εἶναι κλάδος περιέχων ἐν ἑαυτῷ ὑπαλλήλους οὐ μόνον ἐργαζομένους πλέον τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, οὐ μόνον ὑποβαλλομένους εἰς ἐργασίαν ἀπαιτοῦσαν θυσίαν ὑγείας, εἰς ἐργασίαν, ἥτις οὐδὲν ἔχει τὸ θέλγον καὶ ἐνθουσιάζον αὐτούς, εἰς ἐργασίαν, ἥτις οὐδεμίαν ὑπόσχεται προαγωγήν, ἢ καὶ ἀνάπτυξιν πνευματικήν, ἀλλὰ καὶ καλῶς ἀνεπτυγμένους καὶ μεμορφωμένους. Βεβαίως τὸ παρελθόν, Κύριοι, ἐκληροδότησεν εἰς ἡμᾶς πολλὰς ἐλλείψεις· τὰς ἐλλείψεις ταύτας, ἀξιοῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐθνικῆς, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὑπέδειξε, νὰ συμπληρώσῃ ἀμέσως, ὅταν δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς βλέπῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν μεριμνῶσαν καὶ φροντίζουσαν περὶ πλείστων ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως, δικαιοῦται νὰ ὑπερθεματίζῃ εἰς τὰς προσδοκίας καὶ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις αὐτοῦ, ἰδίως δὲ ὅταν τοῦ κλάδου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκουσιν οἱ παραπονούμενοι ὑπάλληλοι, προΐσταται ἀνὴρ—δὲν τὸ λέγω, ἵνα τὸν κολακεύσω,—φέρων μέγα ὄνομα, καὶ τιμῶν διὰ τῆς ἀτομικῆς αὐτοῦ ἀξίας τὴν ὑπηρεσίαν, τῆς ὁποίας προΐσταται, ἔχει δίκαιον ὁ λαὸς νὰ ζητῇ παρ’ αὐτοῦ, ἵνα τὰ πάντα καὶ διὰ μιᾶς συντελέσῃ, καὶ ἵνα οὕτως ἀνυψώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν διευθύνει. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει μεριμνήσει καὶ εἰσαγάγει τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὴν παρασκευὴν ἐδήλωσε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 14 Δεκεμβρίου. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως, ἀφοῦ μοὶ δίδεται ἀφορμὴ ἐκ τῶν διακοπῶν, νὰ συστήσω εἰς αὐτὸν, ἵνα μεριμνήσῃ οὐ μόνον περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τοῦ προσωπικοῦ τούτου, οὐ μόνον περὶ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ προβιβασμοῦ αὐτῶν, ὁ ὁποῖος θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ὑπαλλήλων τούτων, οἵτινες διαχειρίζονται ὕψιστα συμφέροντα, ὡς εἶπον, καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῶν, ἐξασφαλίζων ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ἀμετάθετον τῶν ὑπαλλήλων τούτων, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου. Πῶς ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, Κύριοι, ἵνα τηλεγραφικὸς ὑπάλληλος, ζῶν διὰ τῆς μισθοδοσίας 90 ἢ 80 δραχμῶν καὶ εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἄκραν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, νὰ ἔχῃ τὸν ἡρωισμὸν νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του μετὰ ζήλου καὶ νὰ ἀντέχῃ εἰς τοὺς πειρασμοὺς τῆς ἐποχῆς καὶ τοῦ πνεύματος τῆς κρατούσης καταστάσεως; Καὶ ἐν τούτοις, ὡς πάνυ δικαίως σᾶς εἶπε προχθὲς ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, ὑπάρχουσι τοιοῦτοι ἥρωες, διότι ὁ τηλεγραφικὸς κλάδος, μολονότι πολύτιμα συμφέροντα διαχειρίζεται, οὐδέποτε—δὲν γνωρίζω ἐγὼ τουλάχιστον νὰ ὑπάρχῃ παράδειγμα—ἐφάνη κατώτερος τοῦ ἡρωισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία ἀπαιτεῖ παρ’ αὐτοῦ.
§81Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ αὐτῶν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι δὲν ἔχουσι καὶ κατοικίαν, θέρμανσιν καὶ φωτισμόν;
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§83ΔΑΛΛΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν διὰ τῆς διακοπῆς αὐτοῦ νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὑποτιμᾶται ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ὁ κλάδος οὗτος, ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλας ὑπηρεσίας, παρέχει, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν διὰ σημειώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω καταρτίσει ἐκ τῶν ὑπαρχόντων στοιχείων (ἀναγινώσκει): «Τὸ τρέχον ἔτος μέχρι τέλους Νοεμβρίου ἀντηλλάγησαν ἐν ὅλῳ 107,000 ἐσωτερικαὶ καὶ ἐξωτερικαὶ ταχυδρομικαὶ ἐπιταγαί, ἀντιπροσωπεύουσαι κίνησιν κεφαλαίων 15,000,000 δρ. περίπου. Ἀντηλλάγησαν μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ 200 περίπου χιλιάδες ταχυδρομικῶν δεμάτων, ἐξ ὧν τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε 235 χιλιάδας δραχμῶν. Διημείφθησαν περὶ τὰς 900,000 ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν τηλεγραφημάτων, ἐξ ὧν τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Καὶ ἡ κατανάλωσις τοῦ γραμματοσήμου, ἀσχέτως πρὸς τὴν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ὀφειλομένην εἰς τὰ ἀναμνηστικά, ἔφθασε κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη μέχρι τοῦ ποσοῦ 1,700,000 δραχ.» Ταῦτα διεχειρίσθησαν οἱ ἐνενηκοντάδραχμοι καὶ ὀγδοηκοντάδραχμοι ὑπάλληλοι, οἱ διεσκορπισμένοι εἰς ὅλας τὰς γωνίας τοῦ Κράτους, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε καὶ περισσεύματα, ἐνῷ τὸ Κράτος δαπανῶν ἐκτελεῖ ὑποχρέωσιν, ἣν ἔχει πρὸς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, ἂν θέλῃ δὲ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν τάξιν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, δὲν εἶναι ὀρθὸν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην νὰ θεωρῇ ἀποταμιευτικοῦ πνεύματος.
§84ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ἐργασίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τὸ Δημόσιον κερδίζει 15,000,000 δρ. κατ’ ἔτος.
§85ΔΑΛΛΑΣ. Ἀλλὰ σχετικῶς τοὺς ἀμείβει κάλλιον καὶ τοὺς ἔχει ἰσοβίους, καὶ ἔχουσι καὶ προαγωγὴν καὶ θέσιν καὶ ἐργασίαν ἄλλην.
§86ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ψοφοῦν ἀπὸ τὴν πεῖνα!
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἀφήσατε τὸν ἀγορεύοντα νὰ περατώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§88ΔΑΛΛΑΣ. Τί προκύπτει ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι; Τὸ Κράτος ἔχει περίσσευμα 300 ἢ 400 χιλιάδων δραχμῶν. Βεβαίως δὲν ἐννοοῦμεν, Κύριοι, νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Κράτος, ἀλλὰ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι δίκαιον, χάριν τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων τούτων, οἱ ὁποῖοι πολυμόχθως ἐργάζονται, νὰ προστεθῶσι 10 λεπτὰ δι’ ἕκαστον τηλεγράφημα καὶ 10 λεπτὰ εἰς ἕκαστον ταχυδρομικὸν δέμα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἔχητε ἓν ποσὸν ὡς ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἡ κοινωνία εὐχαρίστως θὰ πληρώσῃ, καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε κατεβάλλετο εἰς τὰ τηλεγραφήματα; Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ὑποστῇ ἡ κοινωνία μίαν μικρὰν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν, ἵνα ἱκανοποιηθῇ ὁ κλάδος οὗτος, ὁ ὁποῖος ὄντως ἀδικεῖται, ἐνῷ τόσον πολυτίμους ὑπηρεσίας προσφέρει, ὡς εἶπον, καὶ εἰς τὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν.
§89ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων διὰ τῆς προσθήκης 10 λεπτῶν ἐπὶ ἑκάστου τηλεγραφήματος καὶ ἐπὶ ἑκάστου ταχυδρομικοῦ δέματος.
§90Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι λυπηρότατον, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθεν εἰς ἀκαταλληλοτάτην στιγμὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπάρχει ἡ συνήθης ἀνυπομονησία, διότι ἐξηντλήθη ὁλόκληρον τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως εἰς ἄλλα θέματα· ἀλλ’ ἀφοῦ ἦλθεν, ἂς ἐξαντληθῇ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν...
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ὥρα παρῆλθεν. Αὔριον, αὔριον.
§92Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐπιφυλάττομαι αὔριον.
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§94ΜΑΝΕΣΗΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ κατάλογος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς, τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν καὶ εἰς τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἄνευ τῆς γνώσεως αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοήσωμεν, ἐὰν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν δὲν θ’ ἀνατεθῇ...
§96ΜΑΝΕΣΗΣ. Τέλος πάντων πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ταῦτα βεβαίως θὰ τὰ φέρωμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§98ΜΑΝΕΣΗΣ. Βεβαίως.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύω δωδεκατημορίοις τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1897 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 217) Ὁ βουλευτὴς Ἄνδρου κ. Ε. Ἐμπειρῖκος ὑποβάλλει σύστασιν, ἔχουσαν οὕτω: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ συντόμως, ὅπως ὑποδειχθῇ παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἕτερον λατομεῖον πρὸς ἐξόρυξιν τῶν σκίῤῥων, δι’ ὧν κατασκευάζονται οἱ τεχνητοὶ ὀγκόλιθοι πρὸς ἐνδυνάμωσιν τοῦ λιμενοβραχίονος Ἄνδρου, καθόσον ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀποσταλέντος πρὸς τοῦτο ἐπὶ τόπου Μηχανικοῦ πιστοῦται, ὅτι τὸ λατομεῖον, ἐξ οὗ ἐξήγετο ἄχρι τοῦδε τὸ ὑλικὸν, εἶναι ὅλως ἀκατάλληλον, παράγει δὲ χειρίστης ποιότητος σκίῤῥα. «Συνιστᾶται δὲ τὸ κατεπεῖγον τῆς ὑποδείξεως ἑτέρου καλλιτέρας ποιότητος λατομείου, καθόσον ὁ ἐργολάβος, μετὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Μηχανικοῦ, παρακωλύεται τοῦ νὰ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας του, ζητεῖ δὲ καὶ ἀποζημιώσεις δι’ ἡμεραργίας, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ κακῆς ποιότητος λατομεῖον ὑπεδείχθη παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν παντελεῖ δι’ ἀγνοίᾳ τούτου διετέλει ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Ἄνδρου.» Ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Π. Ραζέλος ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατηργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 248). Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς κατέθηκε τὴν ἑξῆς σύστασιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ ἵνα ἐπιταχυνθῇ ἡ περαίωσις τῶν ἀνακρίσεων τῶν διαταχθεισῶν συνεπείᾳ μηνύσεων τοῦ τέως λοχαγοῦ τῆς οἰκονομίας κ. Ζαγοριανάκου καὶ ἡ συνεπείᾳ αἰτήσεως τοῦ ἰδίου διαταχθεῖσα ἀναψηλάφησις τοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεώς του, ἡ ἐνεργουμένη παρ’ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ.»
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§101ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κύριε Πρόεδρε. Χθὲς παρεδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ λατομείων καὶ ὀρυχείων. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ πρῶτον, διότι δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν συζήτησιν.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν συζήτησιν.
§103ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἔχῃ.
§104ΒΟΤΣΗΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 24 δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν συζήτησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ προταχθῇ.
§105ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 26.
§106ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, νὰ καθίσωμεν.
§107ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ λατομείων, ἵνα ψηφισθῇ ἀμέσως.
§108ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὅτι ἔγεινε χθὲς ἂς γείνῃ καὶ σήμερον, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀναγνωσθῇ, Κύριοι. Ὅταν ἐπανέλθωμεν, μετὰ τὴν διακοπὴν, τότε ἀναγινώσκεται. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
§110ΡΑΛΛΗΣ. Ἄνευ ἀποφάσεως περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. (Γίνεται διακοπὴ, ὥρᾳ 7 καὶ 15′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 μ. μ. προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Α. Τόμαν).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§113ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπειδὴ τὰ πρῶτα ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια εἶναι ἐκ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προκαλέσουν συζήτησιν, παρακαλῶ ἵνα δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὰ ἑξῆς. Νὰ συζητηθῶσιν εἰς πρώτην συζήτησιν νομοσχέδιά τινα, σκοποῦντα μεταβολὴν ἐπὶ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ τὰ ψηφίσῃ, ν’ ἀποφασισθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἐπρότεινα, τουτέστι νὰ ἑνοποιηθῶσι, διότι περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ὅλα πραγματεύονται. Ἐὰν ἐμελέτησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ ὑμεῖς, θὰ παρακαλέσω θερμῶς νὰ ἀποδεχθῆτε νὰ ψηφισθῶσιν ἀπόψε εἰς πρώτην συζήτησιν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 7 καὶ 8 καθὼς καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 67 καὶ 70. Ἐπὶ τούτων φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἐγερθῇ καμμία συζήτησις, καὶ ἡ Βουλὴ οὐδόλως θέλει ἀπασχοληθῇ.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖτε νὰ προταχθῶσι καὶ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου;
§115ΚΡΙΤΣΑΣ. Νὰ προταχθῶσιν εἰς τρόπον ὥστε νὰ συζητηθῶσι. Ζητῶ δὲ τοῦτο διὰ τὸν λόγον ὅτι ὁ σκοπὸς τῶν νομοσχεδίων τούτων εἶναι ὀπωσδήποτε ἐπείγων, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ πρόκειται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐψηφίζοντο αὐτὰ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε.
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δύο στρατολογικὰ νομοσχέδια βεβαίως εἶναι χρησιμώτατα καὶ ἐπείγοντα, ἀλλὰ χρησιμώτατα καὶ ἐπείγοντα, κατὰ πλείονα λόγον ἴσως, εἶναι δέκα καὶ πέντε ἄλλα νομοσχέδια ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, ἵνα προτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς, καὶ θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ μετὰ τὸ περὶ χωροφυλακῆς νομοσχέδιον τὸ περὶ ἀστυνομίας, διότι τὰ δύο ταῦτα συνδέονται μετ’ ἀλλήλων, καὶ ἡ ψήφισις αὐτῶν καὶ ἡ κατάρτισις αὐτῶν ὡς νόμων θέλει εὐκολύνει τὴν Διοίκησιν, ὅπως ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰ πρόσθετα αὐτῷ ἔργα. Διὰ τοῦτο πρὸ παντὸς ἄλλου παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς θέλουσι λεχθῇ πᾶσαι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ γένωνται, θέλομεν λάβει σημείωσιν πασῶν τούτων τῶν παρατηρήσεων, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θέλομεν συζητήσει ἐπ’ αὐτῶν, ἵνα ὑπολειφθῇ καιρὸς νὰ προχωρήσωμεν καὶ εἰς τὰ ἄλλα νομοσχέδια. Ἐπειδὴ δὲ τὰ νομοσχέδια τὰ στρατολογικὰ εἶναι ἀμέσως μετὰ τὸ περὶ χωροφυλακῆς, ἐνδέχεται νὰ δυνηθῶμεν νὰ προφθάσωμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ αὐτὰ ἀπόψε.
§117ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ νομοσχεδίου περὶ λατομείων ἔγεινε λόγος νὰ γείνῃ πρόταξις.
§118ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐδέχθη ἡ Βουλή. Δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ παρακαλῶ, αὔριον ν’ ἀναγραφῇ ἐκ τῶν πρώτων τὸ νομοσχέδιον περὶ δύο δωδεκατημορίων. Ἐπίσης μετὰ τὴν συζήτησιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς, ἡ Βουλὴ παρακαλεῖται νὰ στέρξῃ, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας. Εὐθὺς ὡς τελειώσωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς, προβαίνομεν καὶ ψηφίζομεν πρῶτον τὸ περὶ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, δεύτερον τὸ περὶ ταμείου χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, κλπ.
§121ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 26 (εἰρωνικαὶ ἐπιφωνήσεις). Ἀφοῦ ἔχωσιν ὅλοι τὸ προνόμιον, διατὶ νὰ μὴ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς;
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀρχίσωμεν πρῶτον.
§123ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ πληρωμῆς τῶν προσωρινῶν δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ αὐτὸ βεβαίως κατεπεῖγον εἶναι.
§125ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ν’ ἀναγραφῇ, διὰ νὰ συζητηθῇ πρὸ τῶν διακοπῶν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένον.
§127ΒΟΤΣΗΣ. Προηγουμένως ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 23 νομοσχέδιον περὶ δημοτικοῦ φόρου τοῦ δήμου Πατρέων, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει συζήτησιν καὶ δὲν θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν οὔτε ἐπὶ δύο λεπτά. Εἶναι δὲ κατεπεῖγον, διότι ἄρχεται τὸ νέον ἔτος, καὶ πρέπει νὰ κανονίσῃ ὁ δῆμος πόσον θὰ ἐνοικιάσῃ τοὺς φόρους. Περισσότερον ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν, ζητῶν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρὰ ἐὰν συζητηθῇ.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀρχίσωμεν, Κύριοι, τὴν ἐργασίαν. Μὴ χάνωμεν καιρόν.
§130ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 31 δὲν ἔχει καμμίαν συζήτησιν.
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευταί, ἔδωκα διαβεβαίωσιν εἰς τὸν κ. Μερλόπουλον, χθὲς ἢ προχθὲς ἐπερωτήσαντα περὶ τούτου, καὶ εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι, ἐὰν δὲν προφθάσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς συνόδου, οὐδεμία πίεσις θέλει ἀσκηθῇ εἰς τοὺς ὀφειλέτας.
§132Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Βεβαιότατα. (Διάλογοι).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι θὰ λάβητε τὸν λόγον, Κύριοι, προκειμένου περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι ἔχετε τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ εἷς ἕκαστος χωριστά. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ παύσῃ ἡ διαλογικὴ συζήτησις.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χάνομεν καιρὸν ἀδίκως. Ἂς ἀρξώμεθα.
§135ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ περὶ λατομείων, κ. Πρόεδρε.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ συζητηθῇ τὸ περὶ λατομείων, περὶ οὗ ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, τὸ περὶ δήμου Πατρέων ...
§137ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ τὸ ἰδικόν μου (θόρυβος).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861 περὶ μεταλλείων, ὀρυχείων καὶ λατομείων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον).
§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ προστεθῇ καὶ δεύτερον ἄρθρον, καθ’ ὃ «ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον μόνον γίνεται ἄρθρον 1.
§142ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ φέρῃ καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ προταθὲν ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ δημοτικοῦ φόρου τοῦ δήμου Πατρέων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως νόμου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἡ αὔξησις κατὰ ½% διὰ τὸ Νοσοκομεῖον, Βρεφοκομεῖον καὶ Πτωχοκομεῖον, διὰ τὰ τρία ταῦτα καταστήματα, ἀρκεῖ διὰ τὴν συντήρησίν των;
§147ΒΟΤΣΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ μόνον.
§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ὁ εἰδικὸς πόρος ἀνήκει εἰς τὰ τρία αὐτὰ καταστήματα;
§149ΒΟΤΣΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου εἰς αʹ συζήτησιν).
§150Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Χθὲς εἶχον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, καὶ σήμερον ἰδιαιτέρως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος μοὶ ὑπεσχέθη νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τοῦ ταμείου τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν συζήτησιν· μόνον θὰ ἀναγνωσθῇ. Διατί νὰ ἀδικῶνται αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ;
§151Ι. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ ν’ ἀναγνωσθῇ.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγνωσθῇ.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 36 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΤΟΕʹ νόμου τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1856 περὶ συστάσεως τοῦ ταμείου τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ τοῦ ΦΛʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1874 περὶ συστάσεως ταμείου τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ»;
§154ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν γίνεται τοῦτο καθ’ ἑκάστην, τὰ τελευταῖα νομοσχέδια νὰ προτάσσωνται καὶ νὰ συζητῶνται, δὲν θὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ παρακολουθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Ὅσοι τῶν κ. Βουλευτῶν ἐπιθυμοῦσι τὴν πρόταξιν νομοσχεδίου τινὸς, ἂς προβάλλουν εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἐπιθυμίαν των ταύτην, καὶ ἀπὸ τῆς προηγουμένης ἡμέρας, ὡς ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, νὰ τακτοποιῆται ἡ ἡμερησία διάταξις.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων. Ἐστὲ βέβαιος, κύριε Μπούμπουλη, ὅτι αὔριον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ἦναι πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγορᾶς τῆς ἐν τῇ περιοχῇ τοῦ Ζαππείου κειμένης ἰδιοκτησίας τῶν κληρονόμων τοῦ Θεοδώρου Ὀρφανίδου, ὡς καὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ Νεκροταφείου.
§157ΣΤΑΗΣ. Παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησα νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος...
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατετέθη.
§159ΣΤΑΗΣ. Δὲν κατετέθη ἡ δικογραφία. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν δικογραφίαν καὶ τὰ ἔγγραφα, ἵνα καταδείξω, ὅτι ὅσα εἶπον κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, νομίζω, δὲν ἦσαν, ὡς ἐχαρακτηρίσθησαν, μὴ ἀκριβῆ, ἢ μᾶλλον μὴ ἀληθῆ, ἐνόμιζον δὲ, ὅτι χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελε σπεύσει νὰ καταθέσῃ τὴν ζητηθεῖσαν δικογραφίαν, διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον εἶπον. Ἡ δικαστικῶς ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις αὕτη, ἡ μεταξὺ Δημοσίου καὶ κληρονόμων Σκουζέ, εἶναι ὑπόθεσις ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐξηγοῦμαι δὲ, ἵνα μὴ νομίσῃ τις, ὅτι ἀορίστως ὁμιλῶ. Αἱ ἀπαιτήσεις τῶν κληρονόμων Σκουζὲ κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου κατὰ τῶν κληρονόμων Σκουζὲ συλλήβδην ἀπαρτίζουσι τὸ ποσὸν 5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Περὶ τοιαύτης ἑπομένως προκειμένου ὑποθέσεως, ἐφρόνουν, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι εἶχον καθῆκον νὰ καταθέσωσι τὴν δικογραφίαν, ἵνα φωτισθῇ ἡ Βουλή. Δὲν ἤθελον εἰσέλθει εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος καὶ ἀπαντήσει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν δὲν ἐλέγοντο ὅσα κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἐλέχθησαν, καὶ—τὸ χείριστον—δὲν ἐδημοσιεύοντο ὅσα ἀνακριβῆ ἐδημοσιεύθησαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, ἀπαντῶν πρός με, εἶπε: «Πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ἦναι πολλοὶ οἱ πιστεύοντες εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτοῦ». Δὲν ἠθέλησα νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἤθελον διὰ πραγμάτων νὰ ἀπαντήσω καὶ οὐχὶ διὰ κενῶν λέξεων, ὡς ἐκεῖνος πρός με ἀπήντησε. Δὲν ὤφειλεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ ζήτημα ὡς προσωπικόν· διότι ἐγὼ οὐδόλως περὶ προσωπικοῦ ζητήματος ὡμίλησα, ἀλλὰ συνεζήτησα περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα εἰς συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχον καθῆκον νὰ ἴδω τοὺς διαδίκους τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐθεώρησε τὸ ζήτημα προσωπικὸν, ὤφειλε νὰ καταβάλῃ μείζονα προσοχὴν, καὶ μετὰ περισσοτέρας εὐλαβείας νὰ ὁμιλήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διαβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, τοῦτο δὲ καὶ ἐδημοσιεύθη, ὅτι ἡ περὶ διανομῆς δίκη ἤρξατο τῇ αἰτήσει τοῦ ἑτέρου τῶν συνιδιοκτητῶν, ἤτοι τοῦ πατρὸς Σκουζέ. Ἠναγκάσθην νὰ προστρέξω εἰς τὰ ἐπίσημα κείμενα καὶ νὰ λάβω ἐκεῖθεν τὴν ἑξῆς πληροφορίαν· ὅτι τὴν 1 Αὐγούστου 1866 τὸ Δημόσιον, καὶ ὄχι ὁ οἶκος Σκουζέ, ἤγειρε τὴν ἀγωγὴν περὶ διανομῆς τῆς περιουσίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο συνιδιοκτήτης καὶ ὁ Σκουζές. Δὲν ἦτο λοιπὸν, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς διαβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὁ πατήρ των, ὁ ὁποῖος ἤγειρε τὴν ἀγωγὴν περὶ διανομῆς, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον· ἡ ἀγωγὴ, ἐπαναλαμβάνω, ἠγέρθη τὴν 1 Αὐγούστου 1866, μέχρι τῆς ἐποχῆς δ’ ἐκείνης, ἀπὸ τοῦ 1858, τὴν μεγάλην κληρονομίαν ἐνέμετο μόνος ὁ ἕτερος τῶν κληρονόμων ἢ τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς περιουσίας τῆς δουκίσσης τῆς Πλακεντίας. Ἀπὸ τοῦ 1858 δὲ μέχρι 1 Αὐγούστου 1866 οὐδεμία λογοδοσία ἐδόθη. Ἀλλ’ οὐ μόνον μέχρι τοῦ 1866 ἐξηκολούθησεν ἡ κατάστασις αὕτη, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ 1873, ὅτε ἐξεδόθη, κατ’ Αὔγουστον, ἡ ἀπόφασις, δι’ ἧς διετάσσετο ἡ διανομή· μέχρι τοῦ ἔτους ἑπομένως 1873 ἀπὸ τοῦ 1858, ἤτοι ἐπὶ 15 ἔτη, ἐνέμετο μόνον ὁ ἕτερος τῶν δικαιούχων τὴν κληρονομίαν, χωρὶς ὁ ἄλλος, τὸ Δημόσιον τουτέστι, νὰ λάβῃ οὐδὲ ἕνα ὀβολὸν, προκειμένου περὶ νομῆς περιουσίας ἀνερχομένης εἰς ἑκατομμύρια. Δὲν ὤφειλε λοιπὸν νὰ εἴπῃ ἀνακριβῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προκειμένου μάλιστα περὶ ζητήματος ἀφορῶντος τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, καὶ ἐδημοσίευσεν εἰς τὸ «Ἄστυ» τὴν ἑπομένην ἀμέσως τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα (ἀναγινώσκει): «Σᾶς εἶπον λοιπὸν, ὅτι οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ ἀγορᾶς τῆς οἰκίας Ὀρφανίδου καὶ τῆς ἄλλης ὑποθέσεως, τῆς ὁποίας οἱ μάρτυρες ἐξητάσθησαν πρὸ τριῶν ἐτῶν.» Ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὴν Βουλήν. Ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἦσαν ταῦτα ἀκριβῆ, δὲν ἔχω ἢ νὰ παρουσιάσω πρὸς ὑμᾶς τὰ δύο σχεδιαγράμματα· τὸ ἓν, τὸ ἐπίσημον, τοῦ τετάρτου τμήματος, τοῦ προσηρτημένου εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων Ἐπιτροπῆς, τοῦ δημοσιευθέντος κατὰ τὸ 1892 ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων. Κατὰ τὸ σχεδιάγραμμα τοῦτο, φαίνεται ἡ ἀδιαίρετος τότε περιουσία, τῆς ὁποίας συνιδιοκτήτης ἦτο τὸ Δημόσιον καὶ οἱ κληρονόμοι Σκουζέ. Κατὰ τὸ δεύτερον σχεδιάγραμμα, ἡ περιουσία αὕτη, καὶ ἰδίως ἡ κειμένη ἐντὸς τοῦ χώρου τοῦ Ζαππείου, φαίνεται διανεμηθεῖσα καὶ διαιρεθεῖσα. Ἐκ τῶν σχεδιαγραμμάτων δὲ, τὰ ὁποῖα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καταθέτω, πᾶς τις δύναται νὰ πεισθῇ, ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον εἶπον, ὅτι τὴν μερίδα τοῦ λέοντος δὲν ἔλαβε τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ οἱ κληρονόμοι Σκουζέ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐπιδίκων οἰκοπέδων τῶν κληρονόμων Σκουζὲ καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐγὼ διατείνομαι, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη σχέσις· διότι ὄχι παρακειμένως, ἀλλ’ ἐφαπτομένως πρὸς τὸ οἰκόπεδον Ὀρφανίδου, περὶ οὗ πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὑπάρχουσι 16 χιλιάδες πήχεις τετραγωνικοὶ, ἀνήκοντες μετὰ τὴν διανομὴν εἰς τοὺς κληρονόμους Σκουζὲ,—τὸ σχεδιάγραμμα εἶναι πρόχειρον — ἀκριβῶς ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικανικῆς ἐκκλησίας· ἐπὶ τῆς λεωφόρου δὲ Ἀμαλίας ἀκριβῶς ὑπάρχει ἡ πρόσοψις τοῦ οἰκοπέδου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ὡμίλουν τὸ παρελθὸν Σάββατον, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς διεβεβαίου ἡμᾶς, ὅτι ταῦτα ἦσαν ἀναληθῆ. Δὲν ἐπίστευον τῇ ἀληθείᾳ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε τοιαῦτα διαβεβαιώσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι ἀδύνατον, φρονῶ, νὰ μὴ ἐγίνωσκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εἶχεν ἐγερθῆ ἀγωγὴ ὑπὸ τῶν κληρονόμων Σκουζὲ κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσιν οἱ κληρονόμοι Σκουζὲ 1,280,000 δραχμὰς μόνον διὰ τὸ οἰκόπεδον τῶν 16 χιλιάδων πήχεων. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἄλλων οἰκοπέδων, τὰ ὁποῖα φαίνονται ἐν τοῖς σχεδιαγράμμασι, τῶν οἰκοπέδων τῶν μὴ παρακειμένων, τῶν μὴ συνεχομένων μετὰ τῆς περιουσίας Ὀρφανίδου, διότι περὶ τῶν ἄλλων δὲν πρόκειται. Ἤδη, ὅτε πᾶς τις ἐπείσθη περὶ τῆς σχέσεως καὶ τῆς συναφείας τῶν πραγμάτων, θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλήν, ἐὰν, κανονίζουσα αὕτη τὴν τιμὴν τοῦ γηπέδου Ὀρφανίδου, δὲν καθορίζει ταὐτοχρόνως καὶ τὴν τιμὴν τῶν παρακειμένων 16 χιλιάδων πήχεων.
§160ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
§161ΣΤΑΗΣ. «Βεβαίως ὄχι» λέγει ὁ ἐκ Καλαβρύτων κ. συνάδελφος. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, βεβαίως ναί· διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν σήμερον ἐξετάζονται μάρτυρες πρὸς καθορισμὸν τῆς τιμῆς τοῦ πήχεως τῶν οἰκοπέδων τούτων ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς μάρτυρας καὶ τὸ δικαστήριον ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, δι’ ἧς ὁρίζεται ἡ τιμὴ τοῦ πήχεως παρακειμένου γηπέδου. Εἰδοποιῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, βεβαιώσαντα τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἐξητάσθησαν μάρτυρες ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαίως, ἕνεκα τῶν πολλῶν αὐτοῦ ἀσχολιῶν χάριν τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα φροντίζῃ καὶ περὶ τῶν ἰδιωτικῶν αὐτοῦ ὑποθέσεων, ἔστω καὶ ἂν περὶ ἑκατομμυρίων πρόκειται, καὶ διὰ τοῦτο ἠγνόει ἴσως τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐξητάσθησαν μάρτυρες, προταθέντες μάλιστα παρὰ τῶν κληρονόμων Σκουζὲ, ἵνα πιστωθῇ ἡ ἀξία τῶν 16,000 πήχεων, τῶν παρακειμένων τῇ περιουσίᾳ Ὀρφανίδου. Γνωρίζω δ’ ὡς ἐκ περισσοῦ τῷ κ. Ὑπουργῷ, ὅτι ἐξητάσθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος ἡ Εὐανθία χήρα Θ. Ὀρφανίδου, ὁ Ἰωάννης Ὀρφανίδης καὶ ὁ Γεώργιος Βλαστός, ὅλοι συγγενεῖς τῶν ἐνδιαφερομένων. Καὶ ἤδη ἐρωτῶ τὸν ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμον Βουλευτὴν καὶ Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἔχει ἢ δὲν ἔχει σχέσιν ἡ ὑπόθεσις;
§162ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Οὐδεμίαν.
§163ΣΤΑΗΣ. Εἶσθε πολὺ ἰσχυρογνώμων, κύριε συνάδελφε.
§164ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ πρακτικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων; Μόλις ἡ Βουλὴ λάβῃ γνῶσιν τοῦ πρακτικοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην μου.
§165ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ πρακτικὸν εἶναι ὡς τὸ περιγράφετε, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι σαφὲς, καὶ ὁρίζει τὴν τιμὴν τοῦ πήχεως, ἀφοῦ ὁρίζει τὴν ὁλικὴν τιμὴν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν τετραγωνικῶν πήχεων. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην τοῦ δικαστηρίου.
§166ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Γνωρίζετε, ὅτι τὰς 150,000 δραχμὰς δὲν τὰς δίδομεν διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ οἰκοπέδου, ἀλλὰ ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀποζημίωσις διὰ τὰ ἐνοίκια τῆς οἰκίας;
§167ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει ὑμῶν, ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν διευκρινίζετο, διότι τὸ νομοσχέδιον ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται τῷ Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀντιπροσώπῳ τῆς εἰς τὸ ἔθνος κληροδοτηθείσης Ζαππείου περιουσίας, νὰ προβῇ εἰς τὴν διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς ἐξαγορὰν τῆς ἐντὸς τῆς περιοχῆς τοῦ καταστήματος τῶν Ὀλυμπίων κειμένης ἰδιοκτησίας τῶν κληρονόμων Θεοδώρου Ὀρφανίδου, ἀποτελουμένης ἐκ πήχεων τετραγωνικῶν 4,000 ἀντὶ τιμήματος δραχμῶν ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδων.»
§168ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Διεγράφη.
§169ΣΤΑΗΣ. Διεγράφη κατόπιν τῶν ἰδικῶν μας παρατηρήσεων καὶ τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας, δι’ ἧς ὅμως καὶ πάλιν τὸ πρῶτον ἄρθρον μένει ἀόριστον, διότι δίδεται ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν, δὲν ὁρίζεται ὅμως τὸ τίμημα.
§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνευ προσδιορισμοῦ τιμῆς;
§171ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα. Ἴσως διότι εὐθὺς ὡς ἤθελεν ὁρισθῆ ἡ τιμὴ τοῦ πήχεως τῆς ἰδιοκτησίας τῶν κληρονόμων Θ. Ὀρφανίδου, ἤθελε συμπροσδιορισθῆ καὶ ἡ τιμὴ τοῦ πήχεως τῶν παρακειμένων οἰκοπέδων, οὕτω δὲ ἤθελε διακοπῆ ἡ δίκη, ἡ ὁποία εἶναι ἐκκρεμὴς ἀπὸ τοῦ 1866. Δὲν εἶναι δὲ, νομίζω, πρέπον, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ διακόψῃ τὴν ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου δίκην, μετὰ τόσας μάλιστα ὀδυσσειακὰς αὐτῆς περιπετείας, ἃς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προχθὲς ἠθέλησε νὰ διαψεύσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἐπρόκειτο περί τινος ὑποθέσεως ἀναγομένης εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάθεσις τῶν αἰτουμένων ἐγγράφων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὑποθέσεων τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑποθέσεων τὰς ὁποίας ὁμολογουμένως χειρίζεται μετὰ τόσης δεινότητος! Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἄλλων Ὑπουργείων, ὧν οἱ προϊστάμενοι πάντοτε εἰσήκουσαν τὰς παρακλήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν περὶ καταθέσεως ἐγγράφων, ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θὰ κατατεθῇ ταχέως ἡ δικογραφία, ἵνα σχηματίσῃ ἀσφαλῆ γνώμην ἡ Βουλή.
§172ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι ἀρκούντως ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη προχθές, καὶ δὲν θὰ ἔκαμνα λόγον, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπανέρχεται, πρέπει νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις. Δὲν μοὶ φαίνεται περίεργον διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν Κυθήρων, διότι βεβαίως τὰς πληροφορίας αὐτὰς δὲν τὰς ἐγνώριζε, καὶ καλῇ τῇ πίστει ἐπανέλαβεν ὅσα, εἴτε ἕνεκεν ἀγνοίας, εἴτε ἐκ κακῆς θελήσεως, ἠθέλησαν νὰ τῷ ὑποβάλωσι,—διότι δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι αὐτὸς τὰ ἐγνώριζε.
§173ΣΤΑΗΣ. Νὰ κατατεθῇ ἡ δικογραφία.
§174ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ παρεκάλουν νὰ κατετεθῇ ἡ δικογραφία. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἤρχισεν ἀπὸ τὴν ἀνακρίβειαν, ὅτι ἡ ἀγωγὴ ἐγένετο τὸ 1866. Τὸν παρακαλῶ νὰ πληροφορηθῇ, ἐὰν ἄλλη ἀγωγὴ ὑπῆρχεν ἀπὸ τοῦ 1861. Δεύτερον εἶπεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἡ διατυπώσασα τὴν διανομὴν τῶν γηπέδων, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἐξεδόθη τὸ 1873. Ἡ κλήρωσις, δυνάμει τῆς ὁποίας, κατὰ συνέπειαν τῆς προηγηθείσης ἀποφάσεως, περιῆλθον εἰς τὴν κατοχὴν ἑκατέρου τῶν μερῶν τὰ γήπεδα αὐτά, ἐνηργήθη εἰς τὰ 1871 ἢ 1872. Εἶπεν ὅτι, ὡς συνήθως, ὁ ἰδιώτης ἔλαβε τὴν μερίδα τοῦ λέοντος, τὸ δὲ Δημόσιον μέρος ἐλάχιστον. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ποῖοι ἦσαν οἱ πραγματογνώμονες· ὁ μακαρίτης Γεράσιμος Μεταξᾶς, ὁ μακαρίτης Ἀναστ. Πάνος, ὁ μακαρίτης Ἰω. Γενήσαρλης, ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ Μηχανικοῦ, οἱ ὁποῖοι, ἐπιφορτισθέντες ὄχι ἰδιωτικῶς, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ δικαστήριον, ἔκαμον τὴν διανομήν, ἐκτιμήσαντες τὴν ἀξίαν τῶν ἐκτάσεων· κατήρτισαν δύο κλήρους, ἡ κλήρωσις ἐγένετο ἐνώπιον τοῦ εἰσηγητοῦ, τοῦ διωρισμένου ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, καὶ ἀπὸ τοῦ 1872 περιῆλθον αὐτοὶ εἰς τὴν κατοχὴν ἑκατέρου τῶν μερῶν. Ὁ κ. Βουλευτής, ὅπως σᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δίκης ἡμῶν διὰ τὰ γήπεδα τὰ περὶ τὸ Ζάππειον ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἀγορὰν τοῦ γηπέδου Ὀρφανίδου, εἶπεν, ὅτι ἐξητάσθησαν μάρτυρες ἐσχάτως. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ μάρτυρες περὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐν λόγῳ γηπέδων ἐξητάσθησαν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1893· δύναται δὲ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν πληροφορίαν καὶ ὁ παρακαθήμενος αὐτῷ κ. Βουλευτὴς Θήρας, ὁ ὁποῖος ἐξητάσθη ὡς μάρτυς τοῦ Δημοσίου. Λοιπὸν οἱ μάρτυρες αὐτοὶ ἐξητάσθησαν πρὸ τριετίας, κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1893, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Θήρας. Εἶπε πρὸς τούτοις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὅτι ἡ δίκη περὶ τῶν γηπέδων μας τῶν περὶ τὸ Ζάππειον εἶναι ἐκκρεμὴς ἀπὸ τοῦ 1866. Ἀνακριβές, κ. Βουλευτά· ἡ δίκη αὕτη μόλις ἤρξατο μεταξὺ τοῦ 1888 καὶ τοῦ 1890, ἴσως τὸ 1889, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὸ 1886 πρὸς τὸ 1887 κατελήφθη αὐτὸ τὸ μέρος. Τρίτον ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ πόσον ἔχει σχέσιν τὸ ἓν ζήτημα πρὸς τὸ ἄλλο, ὅτι τὸ γήπεδον αὐτὸ παράκειται τῷ ἑτέρῳ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δίκης τῶν ἰδικῶν μας γηπέδων μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας τῆς οἰκογενείας Ὀρφανίδου δὲν ἔχει σχέσιν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ δίκη ἐκείνη ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ 1888 ἢ 1889. Τὸ 1893 δὲ ἐξητάσθησαν οἱ μάρτυρες περὶ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον τὰ γήπεδα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς καταλήψεως, ἤτοι τὸ 1886–1887. Ὥστε οὐδεμία σχέσις οὐδὲ πόῤῥωθεν δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τοῦ σήμερον γινομένου καὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ 1886–1887, καὶ περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως οἱ μάρτυρες ἐξητάσθησαν κατὰ τὸ 1893. Νομίζω αὐτὰ ἦσαν τὰ οὐσιώδη, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων. Βεβαίως θὰ ἦτο ἀναχρονισμὸς, ἀλλ’ ἐγώ, ἐὰν ἠδύνατο νὰ γείνῃ, θὰ ἤμην εὐτυχὴς, ἐὰν εἴχομεν τὸν θεσμὸν τῶν Κηνσόρων τῆς ἀρχαίας Ρώμης, ὥστε νὰ ἐξακριβωθῇ πῶς καὶ διὰ τίνων τρόπων ἀπεκτήθη ἡ περιουσία ἑνὸς ἑκάστου ἐδῶ. Εἶπον τὴν τελευταίαν φοράν, ὅτι καὶ μάρτυρες τοῦ Δημοσίου, δηλ. τῆς ἀνταποδείξεως, κατέθεσαν περὶ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον τὰ γήπεδα ἐκεῖ, καὶ σᾶς ἀναφέρω τοὺς μάρτυρας τοῦ Δημοσίου, ὡς τοὺς κ. κ. Βαλέτταν, Δραγούμην, Θεοφιλᾶν καὶ ἄλλους τοιούτους ἀξιοπίστους ἄνδρας καὶ ὅσα κατέθεσαν. Καὶ ναὶ μέν τινες ἐξ αὐτῶν εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι ὑπάγονται αὐτὰ τὰ γήπεδα εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μὴ οἰκοδομησίμων γηπέδων, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα δικαστικῆς ἐκτιμήσεως· εἶπον ὅμως ἐν τούτοις, ὅτι τὰ γήπεδα αὐτὰ, ἂν δὲν ἐθεωροῦντο ὡς μὴ οἰκοδομήσιμα, θὰ εἶχον τιμὴν, οἵαν καὶ τὰ ἄντικρυ αὐτῶν κείμενα, ἤτοι δραχμὰς 40, 50, 70 καὶ πλέον κατὰ πῆχυν.
§175ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν δὲν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν καὶ παρακαλῶ καὶ πάλιν αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ σχέσις τις μεταξὺ τῆς συζητουμένης ὑποθέσεως καὶ τῆς ἐκκρεμοῦς δίκης τῶν κληρονόμων Σκουζέ. Οἱ λόγοι ὅμως, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν τροποποίησιν τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἀπὸ τοῦδε ἀποδεικνύουσι τὸ βάσιμον τῶν ἰσχυρισμῶν μου.
§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἐζήτησε κατὰ τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα κατατεθῇ ἡ δικογραφία τῆς μεταξὺ Δημοσίου καὶ κληρονόμων τοῦ μακαρίτου Σκουζὲ δίκης. Ὑποστηρίζει δὲ, ὅτι ἡ κατάθεσις τῆς δικογραφίας θέλει χρησιμεύσει πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς περὶ τῆς σχέσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἀπαιτήσεως τῶν κληρονόμων Θ. Ὀρφανίδου καὶ τῆς ἀπαιτήσεως τῶν κληρονόμων Σκουζὲ, ὁ δὲ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ράλλης ἀπέδειξεν, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρχῃ σχέσις, καὶ ὅτι αἱ δικογραφίαι δὲν πρέπει νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἐξήτασα, ἂν δύναται νὰ ὑπάρχῃ σχέσις μεταξὺ τῶν δύο ὑποθέσεων, οὐδεμίαν δὲ τοιαύτην ἀνεῦρον. Εὗρον, κατὰ τὸ πρακτικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ὅτι αἱ ἐκτάσεις τῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὴν οἰκογένειαν Ὀρφανίδου καὶ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἀγοράσῃ τὸ Δημόσιον, ἐξετιμήθησαν πρὸς πέντε δραχμὰς κατὰ πῆχυν, ὅτι δὲ τὸ ὑπόλοιπον μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 150,000 δραχμῶν ἐξετιμήθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐνοικίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ οἰκογένεια Ὀρφανίδου ἐκ τοῦ θεάτρου, τοῦ καφενείου καὶ τῆς οἰκίας. Ὥστε ὁ προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ἀγοράζει ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, δὲν ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας ἑκάστου πήχεως, ἀλλ’ ἐγένετο προσέτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐτησίου ἐνοικίου, τὸ ὁποῖον ἡ οἰκογένεια Ὀρφανίδου λαμβάνει ἐκ τοῦ θεάτρου, τοῦ καφενείου καὶ τῆς οἰκίας, ὅπερ συνεπλήρωσε τὸ ποσὸν, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ ἠγοράσθη. Οἱ κληρονόμοι Σκουζὲ ζητοῦσι ν’ ἀποζημιωθῶσιν οὐχὶ δι’ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἀπώλεσαν, ἀλλὰ διὰ τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἰδιοκτησία αὐτῶν, καθ’ ὃν χρόνον κατελήφθη αὕτη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων. Ἂν λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ ἐνασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἐκβάσεως τῆς δίκης τῶν κληρονόμων Σκουζέ καὶ ἐπὶ τῶν μαρτυρικῶν ἀποδείξεων, αἵτινες διεξήχθησαν μετ’ ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων, βεβαίως ἡ ἐπιῤῥοὴ αὕτη θέλει εἶσθαι δυσμενής· ἑπομένως δὲν ἐννοῶ, πῶς θέλει σταματήσει ἡ ἀπόφασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, λόγῳ ὅτι μία ἄλλη δίκη εἶναι ἐκκρεμής. Ἡ ἀπαίτησις τῆς οἰκογενείας Ὀρφανίδου εἶναι ἢ δὲν εἶναι δικαιοτάτη; Τὸ Δημόσιον κατέλαβεν ἢ ὄχι τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῆς; Διατὶ ζητεῖτε νὰ σταματήσῃ τὴν λειτουργίαν της ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία; Ἂν ἡ δίκη, ἡ ὁποία γίνεται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν κληρονόμων Σκουζὲ, δίδῃ ἀφορμὴ εἰς ἔλεγχον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δύναται δι’ ἐπερωτήσεων νὰ ζητηθῶσι διασαφήσεις· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον αἱ ὑποθέσεις ὑπάγονται εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων, ἡ ἀνάμιξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι ἄκαιρος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν κρίνω ὅτι πρέπει νὰ σταματήσωμεν.
§177ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως μετὰ τὰς διασαφήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αἱ ἀμφιβολίαι διασκεδάζονται. Ἐν ταῖς τρισὶν ὅμως γραμμαῖς τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ καταβάλῃ δραχμὰς 150,000 διὰ τοὺς 4,000 πήχεις· οὐδὲν ἄλλο ἀναφέρεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ ὑμεῖς, τροπολογοῦντες αὐτὸ, διεγράψατε πάντα ταῦτα. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐγίνετο νόμος, ὁ ἀναγινώσκων μετά τινα χρόνον αὐτὸ δὲν θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ἀλλὰ τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ἐξ οὗ θὰ ἐμάνθανεν, ὅτι τοῦ πήχεως ἡ τιμὴ ὡρίσθη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς δραχμὰς 37 περίπου.
§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ σᾶς δώσω μίαν διασάφησιν. Αἱ λέξεις «ἀποτελουμένης ἐκ πήχεων τεκτονικῶν τετραγωνικῶν 4,000» δὲν ἀπηλείφθησαν κατόπιν παρατηρήσεων Βουλευτοῦ τινος, δὲν ἀπηλείφθησαν μετὰ συζήτησιν ἢ ἀνάπτυξιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπηλείφθησαν ὑπ’ ἐμοῦ. Τὸ νομοσχέδιον ἐγράφη ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου κ. Πετροπούλου, καὶ ἐπειδὴ ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν ἀκρίβειαν καὶ εὐθύτητα τοῦ ἀνδρὸς, ὑπέγραψα τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ εἰσήγαγον. Ὅταν ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοὶ ἀπηύθυνε τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἴμεθα βέβαιοι, ἂν ἦναι 4,000 πήχεις ἀκριβῶς, καὶ ὅτι ὁ προσδιορισμὸς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς ἐκτάσεως δύναται νὰ γεννήσῃ ἀπαιτήσεις τῆς ἰδιοκτητρίας περὶ ἀποζημιώσεων, ἂν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι τὰ γήπεδα εἶναι ἐκτάσεως μεγαλειτέρας τῶν 4,000 πήχεων, ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ τμήματος τῶν κτημάτων. Τὸ τμῆμα μοὶ ἔφερεν ἔκθεσιν, ἐκ τῆς ὁποίας ὅμως δὲν ἐξήγετο πόσοι ἀκριβῶς εἶναι οἱ πήχεις, ἕνεκα δὲ τούτου ὑπέλαβον, ὅτι ἀσφαλέστερον εἶναι νὰ διαγράψωμεν τὸ «ἀποτελουμένη ἐκ πήχεων τετραγωνικῶν τεκτονικῶν 4,000» καὶ ἀφῆκα «ἀντὶ τιμήματος 150,000.» Ἑπομένως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν γίνεται λόγος περὶ ἐκτάσεως, ἀλλὰ μόνον περὶ τιμήματος.
§179ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂς προστεθῇ «ὅσης ἐκτάσεως καὶ ἂν ἦναι».
§180ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Βεβαίως δὲν θὰ ἐκφράσω παράπονον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἴσως αἱ γενόμεναι ὁμιλίαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συνετέλεσαν πρὸς διόρθωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀποδέχομαι ὅτι ἡ διόρθωσις ἐγένετο· δὲν δύναται ὅμως νὰ ἀρνηθῇ μίαν ἀλήθειαν, ὅτι ἐγὼ, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶπον, ὅτι δὲν θὰ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν ἔκθεσιν. Καὶ σήμερον ἀληθῶς τὸ ὡμολόγησεν, εἰπὼν ὅτι ὑπέγραψε τὸ νομοσχέδιον μετὰ πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸς τὸν συντάξαντα αὐτὸ νομικὸν σύμβουλον. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔδιδε τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀπ’ ἀρχῆς ἀπέδωκαν αὐτῷ· εἶναι ἡ ἔκθεσις, διότι μνημονεύεται ἐν αὐτῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ἀλλὰ κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν, ὥστε τὸ νόημα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα. Ὅπως δήποτε τὸ ἀποτέλεσμα ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐγένετο εἰς μάτην ἡ συζήτησις αὕτη, ὡς αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησε.
§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω τὰς χάριτας, αἵτινες ὀφείλονται εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Θήρας, δι’ ὅσα εἶπεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, μολονότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας ὑπεστήριξε δύο γνώμας, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδετέρα, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἦτο ὀρθή. Ὑπεστήριξε πρῶτον, ὅτι, ἐπειδὴ κατά τινα περίοδον χρόνου ἡ κτῆσις, περὶ ἧς πρόκειται, εἶχε περιληφθῆ ἐντὸς τῆς ζώνης τῆς πόλεως, ἡ οἰκογένεια ἡ κτήτωρ ἔχασε τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Εἶπεν ἄλλην γνώμην ἀκόμη, ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1869 ἐξεδόθη νόμος, τῇ εἰσηγήσει καὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ τότε προεδρεύοντος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀειμνήστου Ζαΐμη, διὰ τοῦ ὁποίου περιεγράφετο σύμπας ὁ χῶρος ἐκεῖνος διὰ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ Ζάππειον, ἐφρόνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας, ὅτι ἐπειδὴ αἱ κτήσεις τῆς οἰκογενείας Ὀρφανίδου περιελαμβάνοντο ἐντὸς τοῦ χώρου ἐκείνου, αἱ κτήσεις αὗται περιῆλθον ἔκτοτε εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως ἑκατέρα τῶν γνωμῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θήρας ἠμπορεῖ νὰ ἦτο σοφὴ κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, ἐγὼ ὅμως ἔχω τὴν δυστυχίαν νὰ μὴ πείθωμαι εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν ἀμφισβητῶ οὐδεμίαν τιμὴν εἰς οὐδένα Βουλευτήν, διότι εἶμαι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ σκέπτομαι κοινοβουλευτικῶς. Ἀγορεύω ὡς Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος δὲν νομίζω ἀλάνθαστα τὰ ἔργα μου, δὲν τὰ παρουσιάζω εἰς τὴν Βουλὴν λέγων: «ψηφίσατε, δὲν δέχομαι συμβουλήν.» Ἐγώ, καταθέτων τὰ ἔργα εἰς τὴν Βουλὴν, λέγω πρὸς αὐτήν: «ἔλθετε, συνάδελφοι, νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἀποδέχομαι πᾶσαν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἤθελον κρίνει ὀρθήν.» Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας παρερμηνεύων δὲν πρέπει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἀνέγνων τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου· μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσκολλᾶσθε εἰς τὰς λέξεις, καὶ νὰ νομίζητε ὅτι τὸ ἀνέγνων καὶ τὸ ἐμελέτησα εἶναι τὸ αὐτὸ, καὶ ἐπειδὴ εἶπον ὅτι δὲν τὸ ἀνέγνων, ἄρα δὲν τὸ ἀνέγνων, καὶ μὲ ἠνάγκασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας νὰ τὸ ἀναγνώσω. Ταῦτα δὲν κρίνω σπουδαῖα, ἀλλ’ ἐὰν θέλετε αὐτὴν τὴν τιμὴν, σᾶς τὴν παραχωρῶ.
§182ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω πάντοτε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κυριολεκτεῖ ἀψόγως· διὰ τοῦτο, ὅταν εἶπεν ὅτι δὲν ἀνέγνω τὸ νομοσχέδιον, ἐξέλαβον ἀμέσως τὴν λέξιν μὲ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν παριστᾷ. Ζητῶ συγγνώμην παρ’ αὐτοῦ, ἐὰν δὲν ἐμάντευσα μίαν παρεξήγησιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, ὅτι ἐγὼ δύο γνώμας ὑπεστήριξα καὶ αἱ δύο ἀπεδείχθησαν σφαλεραί. Δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀποδεχθῇ τὰς γνώμας μου. Ἐγὼ δὲν ὑπεστήριξα δύο γνώμας, ἀλλὰ μίαν. Ἡ γνώμη μου ἦτο αὕτη, ὅτι ἐπελθούσης ἀπαγορεύσεως ὑπὸ τοῦ νόμου, ὅπως ἐγερθῇ οἰκοδομὴ ἐν ὡρισμένῳ χώρῳ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης προσεβλήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶχε τὸ δικαίωμα ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἡ ἰδιοκτησία περιωρίσθη, νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν. Ἄρα ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Αὕτη ἦτο ἡ διαφορὰ ἡμῶν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἤδη ἐκκρεμὲς ἐν τοῖς δικαστηρίοις, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονεῖ, ὅτι ἐλύθη ὁριστικῶς ὑπὲρ τῆς γνώμης του. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀκόμη δὲν ἐλύθη. Τοῦτο θὰ ἀποδείξῃ μία ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος ἀπόφασις, ἑπομένως αἱ δύο γνῶμαί μου, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἀπεδείχθησαν σφαλεραί, καὶ τὸ εἶπεν εἰρωνευόμενος, δὲν ἀπεδείχθησαν τοιαῦται, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ τοῦτο περὶ αὐτῶν. Ὅταν ἀποφανθῇ τὸ δικαστήριον ὁριστικῶς, τότε θὰ δύναται νὰ εἴπῃ, ἐὰν ἡ γνώμη ἡ ἐμὴ ἦτο σφαλερά, ἢ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν οἱ ἄλλοι.
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας δὲν θέλει ἀρνηθῆ νὰ ἀποδώσῃ ἡμῖν τὴν δικαιοσύνην, ὅτι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε εἶχον γείνῃ τετράκις ἀγοραὶ κτήσεων διὰ πράξεων τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγκρίσεως, οὐδὲ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ σώματος, ἡμεῖς δὲν ἐτολμήσαμεν νὰ προβῶμεν εἰς ἀγορὰν τῶν κτήσεων Ὀρφανίδου ἄνευ κυρώσεως τῆς Βουλῆς.
§184ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μοὶ ἀπηύθυνεν ἕτερον προσωπικὸν ὑπαινιγμὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός,— διότι κυρίως εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνετέλεσα εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν γηπέδων, περὶ ὧν ἀνέφερεν.— Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας συνετέλεσα νὰ γείνουν αἱ ἀγοραὶ τῶν δύο γηπέδων ἐν τῷ χώρῳ τοῦ Ζαππείου, ὡς καὶ ἡ ἑτέρα ἀγορά, ἀλλὰ τοῦτο ἔπραξα καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν συναδέλφων μου ἐν γνώσει καὶ ἐν συνειδήσει τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνελαμβάνομεν. Καὶ ἡ ἐμὴ μὲν εὐθύνη ἡ ὑλικὴ ἴσως δὲν λογισθῇ σπουδαία, οἱ συνάδελφοί μου ὅμως, οἱ ὁποῖοι μετ’ ἐμοῦ ἀνελάμβανον τὴν εὐθύνην, ἦσαν ἕτοιμοι ν’ ἀποζημιώσωσι τὸ Δημόσιον, ἐὰν τυχὸν δὲν ἤθελον ἐγκριθῆ αἱ ἀγοραὶ αὗται. Ἀλλὰ διατὶ ἐσπεύσαμεν νὰ ἐνεργήσωμεν τὰς ἀγορὰς ταύτας ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας; Τὰς ἐνεργήσαμεν διὰ νὰ ἔχωμεν ἓν προηγούμενον ἀγοραίας τιμῆς ἐπὶ τῶν γηπέδων ἐκείνων, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς κανονισθῶσιν αἱ δίκαι, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Δημόσιον, καὶ ἑπομένως τὸ Δημόσιον, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν ἐκ τοιούτων μέτρων νὰ ἀσφαλίζηται, νὰ δύναται ν’ ἀποτρέψῃ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἐπέκειντο ἐπ’ αὐτοῦ. Ἑπομένως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ ὡς μομφὴν, νομίζω ὅτι ὤφειλε νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς ἔπαινον καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς πάντας τοὺς συναδέλφους μου.
§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν ὑμᾶς, ἀπορῶ δὲ, πῶς ἐξελάβετε ὡς προσωπικὸν τὸ ζήτημα. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἀντιποιεῖσθε ὅ,τι δὲν ἀνῆκεν εἰς ὑμᾶς. Ὑμεῖς ἦσθε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, δὲν ἦσθε ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων. Ἐγὼ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ψέξω πρόσωπον, οὐ μόνον διότι δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ ψέγω πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ ἐπίσημον ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω, δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ γίνωμαι κατήγορος οὐδενός. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν εἶσθε ἐν τῷ δικαίῳ, οὐδ’ ἐν τῷ ὀρθῷ, ἀντιποιούμενος ὅλην τὴν εὐθύνην, καὶ παριστάμενος ὡς ἐργάτης πράξεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ οὐχὶ ὑπὸ ἀτόμου. Κάμνω ὅμως τὴν παρατήρησιν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ εὐθύνης, ὅτι αἱ εὐθύναι δὲν ζυγίζονται μὲ χρήματα. Δὲν εἶναι συγκεχωρημένον εἰς οὐδένα νὰ λέγῃ: «παραβαίνω τὸν νόμον, καὶ ἂν ἐκ τούτου προέρχεται ζημία 100 δραχμῶν, ἀποτίνω τὰς 100 δραχμάς.» Ἡ παράβασις τοῦ νόμου ὑπέχει εὐθύνην, ἥτις δὲν μετρεῖται διὰ χρημάτων, παράγει εὐθύνην, διότι ἐνισχύει τὸ θάῤῥος πρὸς τὸ μὴ σέβεσθαι τὸν νόμον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν γίνομαι κατήγορος οὐδενὸς, οὐδὲ σκοπῶ νὰ ἐλέγξω τινὰ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπίμονοι παραστάσεις τινῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κατεδείκνυον προαίρεσιν νὰ ἐλέγξωσιν ἡμᾶς εἴτε ἐπὶ ἀπροσεξίᾳ εἴτε ἐπὶ ὀλιγωρίᾳ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, ὤφειλον νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς συνεμορφώθημεν πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἄλλως τε, ἐάν τις ἤθελε ποτὲ παραβῆ νόμον τινὰ ἕνεκα ἐκτάκτου ἀνάγκης, θέλει πράξει ὅ,τι ἔπραξα ἐγὼ, ἂν ὑπέπεσα ποτὲ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοιαύτην ἔκτακτον ἀνάγκην, σπεύσας, μόλις ἠνέῳξε τὸ Κοινοβούλιον τὰς θύρας του, νὰ ζητήσω νὰ κυρωθῇ ἡ πρᾶξίς μου αὕτη, ἥτις δὲν εἶχε κῦρος ἄνευ νόμου. Ταῦτα λέγω, διὰ νὰ καταδηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ποίαν πρέπει νὰ ἔχωσι προσοχὴν οἱ διαχειριζόμενοι δημοσίαν ἐξουσίαν, ὅταν πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τῶν νόμων.
§186ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἀπήντησα εἰς ὅσα προηγουμένως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀπηυθύνθη πρὸς ἐμὲ, ὡς εἰς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ὅτι συνετέλεσα εἰς τὴν σύναψιν συμβολαίου ἀγορᾶς γηπέδων χωρὶς νὰ ἔχω, ὡς καὶ οἱ συνάδελφοί μου, τὴν συγκατάθεσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὅ,τι ἐπράχθη τότε, βεβαίως δὲν ἰδιοποιοῦμαι ὡς ἔργον ἐμαυτοῦ, ἀλλὰ βεβαίως ἀνήκει καὶ εἰς ἐμὲ πολλοστημόριόν τι. Ἀλλὰ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅ,τι ἔπραξε τότε ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, τὸ ἔπραξεν ἐν γνώσει τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς καὶ πρὸ τῆς συνάψεως τῶν συμβολαίων ὑπέδειξε δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τότε νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, ὅπως εἰσήγαγε τώρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως δὲν ἦτο παράβασις νόμου ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπράξαμεν ἐν καταστάσει ἀνάγκης. Τὸ ἐπράξαμεν ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνη, χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Νομίζω δὲ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι παράβασις νόμου· εἶναι ὑπεράσπισις συμφέροντος τοῦ Δημοσίου καὶ καταφρόνησις τῆς ἰδίας εὐθύνης, καὶ θὰ ηὐχόμην εἰς πάντα, τοιαύτην καταφρόνησιν εὐθύνης νὰ ἐδείκνυεν ἐν τῷ πολιτικῷ του βίῳ πάντοτε.
§187ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε ...
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔχετε ὁμιλήσει δίς.
§189ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἐπιτρέπῃ νὰ ὁμιλήσω.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§191ΣΤΑΗΣ. Δὲν συζητοῦμεν περὶ ἰδίων συμφερόντων, ἀλλὰ περὶ τῶν τοῦ Δημοσίου.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμελῶμαι τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§193ΣΤΑΗΣ. Νομίζω ὅτι ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν ὀφείλει νὰ λάβῃ πᾶς τις τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὑποθέσεως τοιαύτης φύσεως, ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ οἱαδήποτε ἄλλη ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ζητῇ τὴν νομοθετικὴν ἔγκρισιν πρὸς ἐξαγορὰν οἰκοπέδων ὁμοίων ἢ ἄλλης φύσεως. Ἐγὼ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης λαβὼν τὸν λόγον, ὀφείλω νὰ φέρω ὡς συμπέρασμα τῶν λεχθέντων κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὰ ἑξῆς· πρῶτον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆν Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἀντὶ πέντε δραχμῶν ὁ πῆχυς ἐξετιμήθη τὸ οἰκόπεδον Ὀρφανίδου· δεύτερον, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπηλείφθη τὸ ποσὸν τῶν 4,000 πήχεων καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ καὶ ἵνα μὴ αἱ 4,000 πήχεις σχετισθῶσι πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 150,000 δραχμῶν, καὶ οὕτως ἐπέλθῃ συμπέρασμα ἀντίθετον ὡς πρὸς τὴν τιμὴν τῶν πέντε δραχμῶν κατὰ πῆχυν.
§194Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχω νὰ ὑποβάλω. Ἐπεκράτησε κακὴ ἕξις, ἀγνοῶ ποῦ στηριζομένη, αἱ τροπολογίαι τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων νὰ ὑποβάλλωνται ἀνυπογράφως καὶ ἀχρονολογήτως, ἐνῷ ὁ Κανονισμὸς ἀπαιτεῖ καὶ ὑπογραφὴν καὶ χρονολογίαν. Τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον φέρει τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου, προστίθεται ὅμως ἐν παρενθέσει «ὡς ἐτροποποιήθη». Ἀλλὰ τίς ὑπέβαλε τὴν τροποποίησιν; Καὶ χάριν τῆς ἱστορίας τοῦ νόμου καὶ χάριν τῆς τάξεως πρέπει νὰ ἀναφέρηται. Δὲν προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ἐν τῷ μέλλοντι παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τοῦτο, νὰ ἔχωμεν δ’ ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τὴν ὑπογραφὴν καὶ τὴν χρονολογίαν.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, παρατηρῶ ὑμῖν, ὅτι ἡ τροπολογία δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη, διότι ἐγένετο ἐπὶ τῆς συζητήσεως, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέχθη αὐτὴν ἐν τῇ συνεδριάσει, καὶ τοῦτο προκύπτει ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν· δὲν εἶναι δὲ ἐκ τῶν τροπολογιῶν, αἵτινες τυποῦνται καὶ διανέμονται, διότι ἐν τῇ δευτέρᾳ συζητήσει, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, προετάθη ἡ τροπολογία καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἐν τῇ συζητήσει.
§196Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τετυπωμένον τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ὑπογραφῆς καὶ χρονολογίας. Τοῦτο δὲν εἶναι τακτικὸν, καὶ ἐὰν ἀκόμη ἔλαβον χώραν—καὶ βεβαίως ἔλαβον χώραν—ὅσα βεβαιοῦτε. Παρακαλῶ ὅμως, εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται)
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «Ἀντὶ τιμήματος δραχμῶν 150,000.»
§199ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουσιν ὅρια τοῦ κτήματος, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ποσὸν τῶν πήχεων.
§200ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει νὰ συνταχθῇ τὸ ἄρθρον 1 ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον· νὰ μὴ λέγῃ τὸ ἄρθρον 1: «ἐπιτρέπεται κτλ. νὰ ἀγοράσῃ ἀντὶ 150,000», διότι αὐτὸ τὸ «ἐπιτρέπεται» περιέχει μίαν ἐπιβολὴν, ἀλλὰ νὰ τεθῇ «μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 150,000.»
§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦ νόμου κυροῦται μία συμφωνία, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν «μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 150,000». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθείσης προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς.
§203ΣΧΙΝΑΣ. Εὐτυχεῖς λογιζόμεθα σήμερον, δυνάμενοι νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως ἑνὸς σπουδαιοτάτου κλάδου, μεγάλως ἐνδιαφέροντος τήν τε Πολιτείαν καὶ τὸν στρατὸν, ἤτοι τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Τὸ σῶμα τοῦτο εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς τε δημοσίας, τῆς δικαστικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἑπομένως πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν μέριμναν καὶ τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Τὸ σῶμα τοῦτο κατηρτίσθη διὰ Β. Διατάγματος τῆς 20 Μαΐου 1833, ἀπετέλεσε δὲ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἀδάμαντα ἀληθῆ τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Κράτει καὶ καύχημα αὐτοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ, ὡς καὶ ὁ τελευταῖος χωροφύλαξ, ἐκαυχῶντο ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὸ σῶμα αὐτὸ, ὅπερ ἦτο σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζε καλῶς νὰ σέβηται ἑαυτὸ καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του. Ἀλλὰ διατὶ ταῦτα πάντα ἐπετέλει; διότι τὸ σῶμα τοῦτο δὲν κατηρτίσθη φύρδην μίγδην, δὲν παρελάμβανον τὸν μὲν καὶ τὸν δὲ εἰς αὐτὸ, εἰς ὃ εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ τιμὴ, ἡ ζωὴ καὶ ἡ περιουσία τῶν πολιτῶν. Κατὰ τὴν σύστασίν του ἀπετελέσθη ἀπὸ ἄνδρας τοῦ ἀγῶνος, ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἤξευρον τί ἐστὶν ἐλευθερία, τί ἐστὶ συνείδησις καθήκοντος, παρέλαβον δὲ συνεργάτας καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ στρατοῦ, τοὺς ἀφεθέντας ἐξ αὐτοῦ μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν καὶ ἄφεσιν ἄμεμπτον καὶ ἐξαίρετον. Ἀλλὰ πρὸ εἰκοσιπενταετίας, ὡς ἔγγιστα, ἀπεφασίσθη νὰ τεθῇ βέβηλος χεὶρ ἐπὶ τοῦ σώματος τούτου, καὶ τὸ σῶμα αὐτὸ ἔκτοτε ἤρχισε καταῤῥέον, ἐφ’ ᾧ καὶ καλούμεθα νὰ ἐπαναφέρωμεν αὐτὸ εἰς τὴν προτέραν αὐτοῦ τάξιν. Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, τὰ στοιχεῖα, δι’ ὧν τὸ σῶμα αὐτὸ δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν τάξιν του; Μὴ νομίσητε ὅτι πρέπει ἀπὸ τοὺς πόδας νὰ δημιουργήσωμεν, πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν κεφαλήν. Ἐνθυμοῦμαι ἐν τῇ παιδικῇ μου ἡλικίᾳ τὰ ὀνόματα τοῦ Δραγῶνος, τοῦ Γενοβέλη καὶ λοιπῶν ἀνωτέρων καὶ ἐξαιρέτων ἀξιωματικῶν· ποῦ ὅμως εὑρίσκετε ὁμοίους σήμερον ἀξιωματικούς; Ἦσαν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι προεκάλουν τὸν σεβασμὸν οὐ μόνον τῶν ὑπ’ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἄλλων σωμάτων. Σήμερον, καίτοι καλοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, δὲν ἔχουσι τὴν διοικητικὴν ἐκείνων ὑπεροχὴν — καὶ δὲν ὁμιλῶ νῦν περὶ τῶν κατωτέρων.—Ὅθεν, ἐὰν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἐπιζητήσωμεν νὰ τὸ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν προτέραν τάξιν, πρέπει νὰ φροντίσωμεν πρῶτον περὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ. «Ἐκ τῆς κεφαλῆς βρωμᾷ τὸ ψάρι», λέγει ἡ παροιμία. Αὐτὰ μαρτυροῦσιν, ὅτι πάντες οἱ θελήσαντες νὰ θέσωσι βέβηλον χεῖρα ἐπὶ τῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους ἡ παλαιὰ ἐποχὴ εἶχε νομοθετήσει, ὅλοι κατέστρεψαν ὅ,τι ἐζήτησαν νὰ δημιουργήσωσι. Θέλω παρεκτραπῆ, ἂν ἀναφέρω ἕτερα περιστατικὰ καὶ ὀργανισμούς, τοὺς ὁποίους ἠθέλησάν τινες κατὰ καιροὺς καὶ διαδοχικῶς νὰ μεταβάλωσι, ζητοῦντες δῆθεν τελειοποίησιν. Διὰ τῶν βιαίων καὶ ἀμελετήτων ἀείποτε τελειοποιήσεων δὲν ἐπέρχεται ἢ ἡ καταστροφή. Αἱ μεταῤῥυθμίσεις προσομοιάζουσι, τολμῶ εἰπεῖν πρὸς ἀπόπειραν διορθώσεως τοῦ Παρθενῶνος. Τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ὅπερ ὅλοι γνωρίζετε καλῶς, καὶ ἰδίως οἱ μεγαλείτεροι ἐμοῦ τὴν ἡλικίαν, προσέφερε καὶ προσφέρει μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος· αὐτὸ συνοδεύει τοὺς ὑποδίκους, αὐτὸ καταδιώκει τὴν ληστείαν, καὶ πολλοὶ λησταί, ἰδίως μετὰ τὸ 1854, κατεστράφησαν ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς, μόνον δὲ μετὰ τὸ 1870, ἤτοι μετὰ τὴν λυπηρὰν ἐποχὴν τοῦ Δήλεσι, ὁ στρατὸς ἀνεμίχθη εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, ἡ δὲ χωροφυλακὴ ἐνεργεῖ τὴν ἀστυνομίαν τῶν δήμων καὶ ἐπαρχιῶν· ἀλλὰ ποία χωροφυλακή; Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως φέρω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τέσσαρας περιόδους τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ἵνα ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἀριθμῶν εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν νὰ κάμωμεν τὰς κρίσεις ἡμῶν. αʹ) Κατὰ τὸ 1845, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἀπηρτίζετο ἀπὸ 10 νομοὺς, εἴχομεν μόνον 1240 χωροφύλακας, μετὰ 43 ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ὧν δύο ἦσαν ἀνώτεροι, καὶ ἐδαπανῶμεν 482,705 δραχμάς. βʹ) Κατὰ τὸ ἔτος 1860, ἤτοι μετὰ παρέλευσιν 15 ἐτῶν, εἴχομεν χωροφύλακας 1547, ἀξιωματικοὺς 51, ὧν πέντε ἀνώτεροι, καὶ δαπάνην δραχ. 871,368. Μετὰ ταῦτα ἐπῆλθεν ἡ Μεταπολίτευσις καὶ συνετελέσθη ἡ προσάρτησις τῆς Ἑπτανήσου, ἥτις προσέθεσε τρεῖς ὁλοκλήρους νομούς. γʹ) Κατὰ τὸ 1866 ἡ χωροφυλακὴ ἀπηρτίζετο ἀπὸ 2,565 ἄνδρας, ἐνωμοτάρχας καὶ χωροφύλακας, καὶ 78 ἀξιωματικούς, ὧν πέντε ἀνώτεροι, καὶ ἀπῄτει δαπάνην 1,892,720 δραχμῶν. Μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, δηλαδὴ τὴν ἐπαύξησιν τριῶν ἔτι νομῶν, ἡ χωροφυλακὴ ηὐξήθη. δʹ) Κατὰ τὸ 1884 τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἀπετελεῖτο ἐκ 5,548 ἐνωμοταρχῶν καὶ χωροφυλάκων, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ηὐξήθη εἰς 89, ὧν 11 ἀνώτεροι, ἡ δὲ δαπάνη εἰς 2,700,000 δραχμάς. Μεθ’ ὅλην δὲ τὴν ὑπεραύξησιν ταύτην, μένει εἰσέτι τὸ ζήτημα ἄλυτον δι’ ἐμὲ, ἤτοι τίνι τρόπῳ πάντοτε τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς κατέφυγεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐπεκαλεῖτο τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ της, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς αὐτὸ νὰ ζητῇ συνδρομήν. Τούτου δ’ ἕνεκεν ἐβλέπατε ἕνα χωροφύλακα νὰ συνοδεύηται ἀπὸ 4 ἢ 5 στρατιώτας πεζούς, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δ’ ἐκείνης εἰς τὸ Στρατοδικεῖον πάντοτε παρουσιάζονται κατηγορούμενοι χωροφύλακες, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὸν ποτὲ συνάδελφόν μου Λάππαν, ὅστις ἔλεγεν εἰς τοὺς στρατοδίκας: «πάλιν χωροφύλακες! καὶ αἰωνίως χωροφύλακες!» Καὶ διατὶ ὅλα αὐτά; Διατὶ, ἀφοῦ ἀρχικῶς εἴχομεν δαπάνην 500 ὡς ἔγγιστα χιλιάδων δραχμῶν, ἐφθάσαμεν νῦν εἰς τὰ 2,700,000; Διατὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις; Τὸ αἴτιον εἶναι, διότι ἠθέλησαν νὰ ἀναμορφώσωσι τὴν χωροφυλακήν, καὶ κατέστρεψαν αὐτὸ τὸ σῶμα. Συνῃσθάνετο ἄλλοτε ὁ χωροφύλαξ τὸ ὕψιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, περιβαλλόμενος τὴν στολήν του, συνησθάνετο τὸ καθῆκον αὑτοῦ, καὶ οὕτω μετ’ ἀκριβείας ἐξετέλει τὰ καθήκοντά του· σήμερον ὅμως οἱ κ. ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἐκτεθειμένοι καθ’ ἑκάστην, διότι δὲν ἔχουν χωροφύλακας, ἀλλ’ οὐδὲ στρατιώτας, διότι ὁ χωροφύλαξ, ὃν ὁ ἀξιωματικὸς λαμβάνει ὑπὸ τὰς διαταγάς του, εἶναι στρατιώτης πρὸ ὀλίγου καταταχθεὶς καὶ περιβληθεὶς τὴν στολὴν τοῦ χωροφύλακος. Οὗτος δὲ, ἀδαὴς ὢν καθόλου τῶν στρατιωτικῶν, παραδίδεται εἰς ἕνα ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος τὸν μεταβάλλει εἰς ἕνα κλέπτην διὰ τῶν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀποσπάσεων, καὶ τούτου ἕνεκεν αἱ παρεκτροπαὶ τῆς ἀστυνομίας γίνονται ὑπὸ τοιούτων κατ’ ὄνομα ἢ περιβολὴν χωροφυλάκων. Μὴ θέλωμεν νὰ ἐπιῤῥίψωμεν μομφὴν κατὰ τοῦ σώματος· πταίουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ συστήσωσι σῶμα χωροφυλακῆς, ὡς τὸ ἐσύστησαν. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτε διετέλουν εἰς ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἔν τε τῷ Ἀρχηγείῳ Ἀττικῆς καὶ ἐν τῷ στρατοπέδῳ Θηβῶν, ὅτι εὑρισκόμην εἰς τακτικὴν ἀλληλογραφίαν μὲ τὴν χωροφυλακήν, καὶ ὅτι ὁσάκις ἐζητεῖτο ἐνίσχυσις ἐκ τῆς χωροφυλακῆς, πάντοτε μᾶς ἔλεγον, ὅτι δὲν ἔχουν δύναμιν· ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι, ὅσην καὶ ἂν τοῖς δώσητε δύναμιν, θὰ σᾶς λέγωσι πάντοτε οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς: «δὲν ἔχομεν ἐπαρκῆ δύναμιν!» Εἶχον διαταχθῆ κατὰ τὸ 1870, ὅτε ἡ λῃστεία ἦτο εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν ἐν Αἰτωλοακαρνανίᾳ, νὰ ἐκτελέσω ἐργασίαν τινὰ ὁδοποιΐας. Ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω ἄνδρας. Διετάχθη ἡ χωροφυλακὴ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν Δεληγεώργη καὶ Ζυμβρακάκη νὰ μοὶ χορηγήσῃ συνδρομὴν 5 ἀνδρῶν· σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς διαταγὰς, ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα μὲ ἐβασάνιζον, ὥστε ἐξελιπάρησα τὸν κ. μοίραρχον Μεσολογγίου νὰ μοὶ δώσῃ 5 χωροφύλακας, καὶ αὐτὸς μοὶ ἔστειλε μόνον τρεῖς. Τί γίνονται, πῶς καταχωνιάζονται, ὅπως λέγουν, δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐξηγήσω. Μὲ 1240 ἄνδρας ἐπηρκοῦμεν ἄλλοτε εἰς 10 νομούς, ἑπομένως εἰς 16 νομοὺς σήμερον θὰ ἠδυνάμεθα κάλλιστα μὲ διπλασίους τὸ πολὺ χωροφύλακας νὰ ἐπιτελέσωμεν ἅπαντα τὰ καθήκοντα, διότι δύο νομοί, ὁ τῆς Ἄρτης καὶ ὁ τῆς Ζακύνθου, εἶναι μικροὶ καὶ δὲν ἔχουσι πολλὰς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ τί ἐπιζητεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τῆς χωροφυλακῆς; δὲν ἐπιζητεῖται τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας. Ἔχομεν δὲ ὑπηρεσίας τρεῖς, κεχωρισμένας· ἡ μία εἶναι ἡ ὑπηρεσία τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἡ δευτέρα ὑπηρεσία εἶναι ἡ φρουρὰ τῶν φυλακῶν καὶ αἱ ἡμερήσιαι φρουραὶ ταμείων, Τραπεζῶν κλπ. καὶ τρίτη εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι, δι’ ὧν περιβάλλεται νῦν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἡ εἴσπραξις φόρων, αἱ συνοδεῖαι ὑποδίκων καὶ καταδίκων κλπ. Ἀλλ’ ἤδη πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ αὕτη τὰ καθήκοντα ταῦτα; Ἀναγκάζομαι νὰ ἀναπτύξω τὰς λεπτομερείας, τὸ μὲν ἐρειδόμενος ἐπὶ τῆς εὐμενείας τῆς Βουλῆς, τὸ δὲ ἐπὶ τῆς ἀμέτρου προθυμίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, καὶ νῦν καὶ πρότερον, ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου, ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι εὐαρέστως ἀκούει ὅσα οἱ συνάδελφοι ἐκθέτουσιν. Ἐν τῇ ὁροθετικῇ γραμμῇ ὑπάρχουσι σταθμοὶ 49 μὲν ἐν τῇ Θεσσαλικῇ χώρᾳ, 15 δὲ ἐν τῇ Ἠπείρῳ, ἤτοι τὸ ὅλον 64 σταθμοί. Ἑπομένως, διὰ νὰ τηρήσωμεν αὐτὴν τὴν γραμμὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὁροθετικὴ γραμμὴ, ἀλλ’ εἶναι τελωνειακὴ μόνον ζώνη καὶ προφύλαξις τῶν ὁρίων, καὶ ἡ ὁποία ὡς ἐκ τούτου κυρίως πρέπει νὰ τηρηθῇ δι’ ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς, θέλομεν κατὰ μέσον ὅρον ἀνὰ 10 ἄνδρας δι’ ἕκαστον σταθμόν, ὑπολογιζομένων καὶ τῶν ἀσθενῶν ἢ ἄλλως κωλυομένων, ἤτοι ἔχομεν ἀνάγκην 640 ἀνδρῶν ἐν ὅλῳ. Συνάμα ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐπιτελέσωμεν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἡμερησίας φρουρᾶς. Τί δὲ ἀπαιτεῖται διὰ τὰς φρουράς; Δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ὅ,τι συνήθως ὑπεβάλλετο εἰς τὰς Βουλὰς, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν παρέκβασιν. Πολλάκις εὑρίσκονται οἱ Βουλευταὶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλλωσιν ἐπερωτήσεις καὶ αἰτήσεις πληροφοριῶν, τοῦτο δὲ πράττουσιν ἕνεκα παραλείψεως ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Τὸ δέκατον κεφάλαιον τοῦ ὑπὸ στοιχεῖα ΣΙΒʹ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τοῦ ἔτους 1852, ὁρίζει ῥητῶς καὶ σαφῶς πόσας ὑποχρεώσεις ἔχει ἕκαστος τῶν κ. Ὑπουργῶν, ποίας καταστάσεις ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ καὶ ἐν παραδείγματι, ἵνα μὴ ἀναφέρω πολλά, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει καθῆκον νὰ ὑποβάλλῃ μίαν κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν ποῖοι νέοι ἐξεπαιδεύθησαν εἴτε δαπάναις τοῦ Δημοσίου, εἴτε δαπάναις κληροδοτημάτων, καὶ νὰ σημειώνῃ ἐν αὐτῇ ὄχι μόνον πόσα λαμβάνει ἕκαστος καὶ εἰς τί ἐκπαιδεύεται, ἀλλὰ καὶ ἐκ ποίας ἐπαρχίας κατάγεται. Ὁ νομοθέτης εἶχε περισσότερον, φρονῶ, νοῦν, καὶ περισσοτέραν σύνεσιν ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπενόησε τὴν διάταξιν ταύτην, ἵνα μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ἑκάστοτε νὰ ζητῶμεν πληροφορίας περὶ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης διαθήκης καὶ περὶ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου κληροδοτήματος, ὡς ἐγὼ πολλάκις ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω τοιαύτας πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἔτι δὲν κατετέθησαν πλήρεις, καὶ ἀναγκαζόμεθα ἑκάστοτε νὰ σταχυολογῶμεν ἔνθεν κἀκεῖθεν πληροφορίας. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Αἱ ἡμερήσιαι φρουραὶ φυλακῶν παντὸς εἴδους,—ταμείων, Τραπεζῶν, περιπόλων κλπ.—ὡς δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν ἐκ μιᾶς γενικῆς καταστάσεως, ὑποβληθείσης κατὰ τὸ 1889, ἀνέρχονται εἰς 1849 ἄνδρας καὶ ὑπαξιωματικούς. Ἐὰν νῦν ἐφαρμόσωμεν τὸν κανονισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, ἤτοι νὰ μένῃ ὁ στρατιώτης 24 ὥρας ἐκτὸς τοῦ στρατῶνος, καὶ 48 ὥρας ἐντὸς, ἐκτελῶν κατ’ αὐτὰς καὶ τὴν ἐσωτερικὴν τοῦ στρατῶνος ὑπηρεσίαν, ἔχομεν ἀνάγκην μόνον διὰ τὰς φρουρὰς ταύτας 5547 ἀνδρῶν. Ἔχομεν τώρα καὶ ἄλλην τινὰ ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν χωροφυλακὴν, τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ κατ’ ἔτος τακτικῶς διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1877, κατὰ τὸ ἄρθρον 10 αὐτοῦ, 190 χωροφύλακας.
§204ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, θέλετε ἴδει, ὅτι 350 ἀπαιτοῦνται δι’ αὐτήν.
§205Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀρχικὸν ὀργανισμὸν, καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω διατί. Λαμβάνω τὸν νόμον ΧΙΓʹ τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ἄρθρον 10 αὐτοῦ ὁρίζει, ὅτι 190 ἄνδρες τῆς χωροφυλακῆς διατίθενται διὰ τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, κατὰ τὴν ἐποχὴν δὲ τῶν θερινῶν μηνῶν, ὅτε εἶναι ἐπικίνδυνοι αἱ πυρκαϊαὶ, αὐξάνεται ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἰς 300. Ὁ κανονισμὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἦτο συντεταγμένος πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, ὥρισε τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν, ἐπειδὴ δὲ ἡ Θεσσαλία εἶχεν ἀνάγκην περισσοτέρων δασοφυλάκων, ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν ἀναφερόμενον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Παρνασσίδος· ἀλλὰ ηὐξήθη δυσαναλόγως, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπον προηγουμένως, ὅτι οἱ ἄνδρες τῆς χωροφυλακῆς δὲν εἶναι οὔτε οἱ ὁριζόμενοι διὰ τοῦ ἀρχικοῦ Β. Διατάγματος τῆς 20 Μαΐου τοῦ 1833, ἐπέχοντος τόπον νόμου, οὔτε οἱ ὑπὸ τοῦ 10 ἄρθρου τοῦ περὶ δασοφυλακῆς νόμου τοῦ 1877, ἐν τῷ ὁποίῳ, τῇ εἰδικῇ σημειώσει καὶ τῇ ἐγκρίσει τοῦ ἀοιδίμου Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη, ὡρίσθη ῥητῶς, ὅτι πρέπει οἱ ἄνδρες τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ἀποκλειστικῶς ἀσχολούμενοι εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ προσλαμβάνωνται ὅπως δήποτε κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀρχικοῦ κανονισμοῦ. Ἔπρεπε λοιπὸν πᾶσαι αἱ τροποποιήσεις, αἱ γενόμεναι εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς, νὰ τηρήσωσι τὴν διάταξιν ταύτην ἱερὰν, καὶ ὄχι νὰ λαμβάνωσιν ἀγυμνάστους καὶ ἁπλοῦς στρατιώτας, ἀγραμμάτους καὶ ἀναλφαβήτους καὶ νὰ τοὺς ἀποστέλλωσιν εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔχει δάση εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ δασοφύλακες. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχομεν τόσας καταστροφὰς δασῶν, ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀκούομεν τόσα παράπονα κατὰ τῆς δασοφυλακῆς καὶ τῆς ἄλλης ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς. Πλὴν τούτων ἀπαιτοῦνται καὶ 190, νομίζω, ἄνδρες διὰ τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία μάλιστα πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν εἰδικὸν κλάδον, εἰς τὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν, ὅπως οὕτω παρέχηται εἰς τοὺς ἄνδρας τοῦ λόχου τούτου ἡ εὐκαιρία νὰ καταγίνωνται καὶ ἀποκτῶσι πεῖραν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, διότι ἄλλως, ὅταν αὔριον ζητήσητε ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἐγκαταστήσωμεν τηλεγραφικὰς γραμμὰς ἐν ὥρᾳ ἐκστρατείας, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν ἐκ τοῦ λόχου τῶν τηλεγραφητῶν τοὺς ἄνδρας, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὰς σχετικὰς ἐργασίας.
§206ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσοι ἀπαιτοῦνται δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας;
§207Ν. ΣΧΙΝΑΣ. 6,700 περίπου.
§208ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τὴν ἀστυνομίαν;
§209Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι διὰ τὴν ἀστυνομίαν. Διὰ τὰς φρουρὰς θέλομεν 5,547 ἄνδρας, θέλομεν 640 διὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, 300 διὰ τὴν δασοφυλακὴν καὶ διακοσίους διὰ τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, ἐν ὅλῳ 6,700 περίπου. Αὐτοὺς θέλομεν ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν τακτικήν μας ὑπηρεσίαν, μένει δὲ ἡ ὑπηρεσία τῆς χωροφυλακῆς, ἤτοι αἱ συνοδεῖαι τῶν καταδίκων καὶ ὑποδίκων, αἱ καταδιώξεις φυγοδίκων καὶ λιποστράτων κλπ. καὶ οἱ διάφοροι σταθμοὶ, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ ὑπηρεσία εἰς τὰς διαφόρους θέσεις· ἔχομεν τέλος καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας θὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτοῦνται 2,000 ἕως 2,500 ἄνδρες. Ἑπομένως ὁ ἐλάχιστος ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντα τοῦ στρατοῦ, εἶναι 9,000 περίπου. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τοὺς 6,300 ἔχωμεν δαπάνην δρ. 4,434,008, διὰ τοὺς 9,000 ἀπαιτεῖται δαπάνη 6,500,000 ὡς ἔγγιστα. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς ἅπαντας, εἶναι τὸ Κράτος εἰς κατάστασιν νὰ δαπανήσῃ 6,500,000; Ἀπαντῶ, χωρὶς νὰ λάβω τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀδύνατον! Ἑπομένως δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, παρὰ νὰ δημιουργήσωμεν θέσεις εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι τὸ 1845 ἦσαν 43, τὸ 1886 ἦσαν 89, σήμερον δὲ 143, νὰ τοὺς ἀναβιβάσωμεν εἰς 196. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἐπικρατεῖ δυστυχῶς τάσις γενικὴ ὅλων τῶν σωμάτων,—καὶ οὐδένα ἐξαιρῶ, οὐδὲ ἐμὲ αὐτὸν— μία ἀσθένεια, ἡ ὁποία μᾶς κατέλαβε καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὅλοι κατακοπτόμεθα, καὶ τὴν ὁποίαν εὐφυῶς ὁ συνάδελφος καὶ σεβαστός μοι φίλος κύριος Σέχος ὠνόμασε προαγωγίτιδα.
§210ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι εἰς τοιοῦτον βαθμὸν μεγάλη ἡ ἀσθένεια.
§211Ι. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὅλοι οἱ κλάδοι ζητοῦν νὰ προαχθῶσιν.
§212Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εὐγενὲς τὸ αἴσθημα, νὰ ζητῇ τις νὰ φθάσῃ εἰς ἀνωτέρους βαθμοὺς, καὶ τὸ ὄνειρον οἱουδήποτε στρατιωτικοῦ καὶ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου εἶναι νὰ φθάσῃ εἰς ἀνωτέρους βαθμούς· ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι συνάδελφοι, ἐνθυμηθῆτε ὅτι προχθὲς ἔτι ἐγένετο σκέψις, τίνι τρόπῳ νὰ τεθῇ ἐκποδὼν ὁ ἀρχίατρος τοῦ ναυτικοῦ κ. Γιαννακόπουλος, ὡς ὑπεράριθμος, ἵνα προαχθῇ ὁ μετ’ αὐτὸν ἐρχόμενος, ὡς ἀδικούμενος, ἐπίατρος, θὰ ἐννοήσητε τὸ μέγεθος τῆς ἀσθενείας. Ὁ ἐρχόμενος μετὰ τὸν κ. Γιαννακόπουλον ἐπίατρος—δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ὄνομα—ἔχει 18 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ ναυτικῷ. Οὗτος εἰς τὸ δωδέκατον ἔτος τῆς ὑπηρεσίας του ἐγένετο ἐπίατρος, καὶ ἔχει νῦν 6 ἔτη ὡς ἐπίατρος, ἤτοι ταγματάρχης, ἐγὼ δὲ, ὁ ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς, προήχθην μετὰ εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου.
§213Ι. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐκεῖνος προσελήφθη ἀμέσως ὡς λοχαγὸς, ὡς ἰατρός.
§214Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διατὶ δὲν ἠρχίσατε ἀπὸ τὸν Γιαννακόπουλον, ἀλλ’ ἐπήρατε τὸν μετέπειτα;
§215Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἀκούσατέ με, καὶ κατόπιν, ἐὰν θέλετε, μὲ ἀντικρούετε.
§216ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μὴ δέχεσθε διακοπὰς, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναπτύξητε τὴν ἰδέαν σας εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀντιληφθῶμεν καὶ ἡμεῖς.
§217Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶπον ὅτι ἡ ἀσθένεια κατέλαβε κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοὺς πάντας, ὥστε ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες μόλις ἐπὶ 18 ἔτη θέλουσι νὰ γείνωσι συνταγματάρχαι! Πόσοι πρὸ ἡμῶν ἐγένοντο τοιοῦτοι; Εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1843 μόνον ὁ θεῖός μου Ἐλευθέριος Σχινᾶς, πρῶτος ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ, προήχθη εἰς ἡλικίαν 32 ἐτῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἡμεῖς δὲ θέλομεν σήμερον ὅλοι νὰ προαχθῶμεν, καὶ νὰ φθάσωμεν ἀμέσως εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου. Τὸ ἔθνος δὲν δύναται νὰ μᾶς πληρόνῃ μισθοὺς, δὲν θὰ δύναται νὰ μᾶς πληρόνῃ συντάξεις· καὶ τοῦτο λέγω ἐντεῦθεν, ἵνα τὸ ἀκούσωσιν οἱ συνάδελφοι. Θὰ μᾶς εἴπωσιν αὔριον, θὰ τὸ εἴπωσιν οἱ κατόπιν ὑμῶν ἐρχόμενοι: «πηγαίνετε ἀπ’ ἐδῶ! δὲν ἔχομεν νὰ σᾶς δώσωμεν τίποτε! εἶσθε πολλοί.» Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν διὰ τῆς προαγωγίτιδος καὶ τῶν ἐπιζητουμένων τῶν ἀρχαιοτέρων ἡμῶν ἀποστρατεύτων. Ἤδη κατέδειξα ὑμῖν, ὅτι, διὰ νὰ δύναται ἡ χωροφυλακὴ νὰ ἐπιτελέσῃ πάσας τὰς ὑπηρεσίας καὶ ἀπαλλάξῃ τούτων τὸν στρατὸν, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωμεν σῶμα χωροφυλακῆς ἐξ 9,000 ἀνδρῶν, δαπάνην δὲ 6,500,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἂν ὁμογενής τις, ἢ εὐτυχής τις σύμπτωσις, νέον Λαύριον ἢ ἄλλη τις περίστασις, μᾶς χορηγῇ κατ’ ἔτος τὰ 6 ἑκατομμύρια καὶ μᾶς λέγῃ: «Κύριοι, χάριν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος σᾶς προσφέρω ἐγὼ τὰ 6½ ἑκατομμύρια· ὀργανώσατε δεόντως τὴν χωροφυλακήν», εἶναι δυνατόν; Σᾶς ἐρωτῶ. Ἀπαντῶ ἐγὼ, ὄχι! Ἐὰν, Κύριοι, θέλωμεν νὰ ἀναδιοργανώσωμεν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς πρέπει νὰ εὕρωμεν καὶ τοὺς διοικήσοντας αὐτὸ, ἤτοι τὰς κεφαλὰς, πρέπει νὰ εὕρωμεν καὶ τοὺς πόδας στερεοὺς καὶ ῥωμαλέους, πρέπει νὰ εὕρωμεν ἄνδρας ὑπηρετήσαντας ἐν τῷ στρατῷ, δείξαντας διαγωγὴν ἄμεμπτον ἢ ἐξαίρετον, καλῶς ἐκγυμνασθέντας καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἐκτιμήσῃ καὶ θὰ τοὺς κατατάξῃ, νοήμονας καὶ ἔχοντας ἀντίληψιν. Ὁ στρατιώτης, Κύριοι, οὐδέποτε, ἢ εἰς εἰδικάς τινας μόνον ὑπηρεσίας εὑρίσκεται μεμονωμένος, ὡς εἰς σκοποὺς, εἰς προφυλακὰς, εἰς περιπολίας· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ θὰ εὑρεθῇ μετ’ ἄλλων δύο ἢ τριῶν, οὐδέποτε δὲ σχεδὸν εὑρίσκεται μόνος. Ὁ χωροφύλαξ ὅμως ἐκτελεῖ πολλὰς ὑπηρεσίας, ἐντελῶς μεμονωμένος, ἑπομένως ὁ χωροφύλαξ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ ἔχει μεγάλην εὐθύνην, διότι σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῷ ἀνατίθενται μεγάλα καθήκοντα εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας. Συλλογίσθητε ὁποῖά τινα σκάνδαλα δύναται νὰ γεννήσῃ παρεκτροπή τις ἑνὸς χωροφύλακος καὶ ποίας συγκρούσεις δύναται νὰ φέρῃ χωροφυλακῆς καὶ στρατοῦ πρὸς πολίτας, ὅπως ἔφερε πολλάκις. Ἑπομένως πρέπει νὰ δοθῇ μεγάλη προσοχὴ εἰς τὴν σύστασιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Ἐγὼ δὲ, ὡς ὑπηρετήσας ἀρκετὸν χρόνον ἐν τῷ στρατῷ καὶ γνωρίσας ἐκ τοῦ σύνεγγυς τοὺς στρατιώτας, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μεταξὺ 100 στρατιωτῶν ὑπηρετούντων δὲν δύνασθε νὰ εὕρητε διὰ τὴν θέσιν τοῦ χωροφύλακος, τοῦ ἀληθοῦς χωροφύλακος, οὐδὲ 5 ἱκανούς. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι, μολονότι ὑφίσταται γενικὴ στρατολογία, εὑρίσκετε λόχους πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν περιέχουσι μεταξὺ 150 ἢ 120 ἀνδρῶν οὐδὲ 5 ἐγγραμμάτους, καὶ τούτους μόνον διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ δεκανέως, δηλαδὴ δυναμένους νὰ σημειῶσι κἄτι τι, νὰ ἐκτελῶσι τὰ τυπικὰ καθήκοντα τοῦ δεκανέως. Πρέπει νὰ ἦσθε εἰς τὰ σπλάγχνα τοῦ στρατοῦ, ἵνα ἐννοήσητε τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν οὗτος εὑρίσκεται. Ὁ θεσμὸς τῆς γενικῆς στρατολογίας παρεῖχε μίαν ἐλπίδα, ὅτι ὁ στρατὸς θὰ περιελάμβανεν ἄνδρας ἐξ ὅλων τῶν τάξεων τῆς κοινωνίας, καὶ ὅτι θὰ ἠδύνατο διὰ τῶν ἀνδρῶν τῶν εἰσερχομένων εἰς τὸν στρατὸν νὰ κατορθώσῃ νὰ διαμορφώσῃ καὶ τοὺς ἄλλους πολίτας. Ἐὰν, Κύριοι, τὸν στρατὸν τὸν εἴχετε, ἀπέναντι τῆς δαπάνης τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐτησίως δαπανῶμεν ἐὰν τὸν εἴχετε εἰς στρατῶνας, ὡς ἐμπρέπει καὶ ὡς ἁρμόζει, καὶ ἂν ἐδαπανᾶτε ὡς δαπανῶσιν ἅπαντα τὰ ἔθνη τὰ πεπολιτισμένα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι στρατὸν, θὰ εἴχετε ἐπιτύχει τὴν γενικὴν τοῦ ἔθνους ἐκπαίδευσιν. Ἐγὼ, Κύριοι, ὁ ὁποῖος ἀνετράφην εἰς τὸν στρατὸν, γνωρίζω ὅτι πολλοὶ διακεκριμένοι ἀξιωματικοὶ σήμερον καὶ ἐκτελέσαντες ἀείποτε τὰ καθήκοντά των, ἔμαθον τὰ ἁπλᾶ γράμματα ἐν αὐτῷ τῷ στρατῷ, καὶ σήμερον ἔτι, μ’ ὅλας τὰς ἐλλείψεις τῶν στρατώνων κλπ., ὑπάρχουσι ἐν τῷ στρατῷ ἀξιωματικοὶ, εἰσελθόντες εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ ἀγράμματοι καὶ μαθόντες ἐν τῷ στρατῷ γράμματα. Ἐν αὐτῷ τῷ Σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν, εἰς τὸν στρατηγὸν κ. Α. Μαυρομιχάλην, ὅταν ἐπεθεώρησε τὸ Σχολεῖον, ἐπαρουσίασα τρεῖς ὑπαξιωματικοὺς ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς εὑρίσκετο ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Σέχου, — λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Σέχος, ἵνα τὸ βεβαιώσῃ — οἱ τρεῖς οὗτοι ὑπαξιωματικοὶ δὲν ἤξευραν οὐδὲ τὸ Ἅλφα, ὅτε κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν, ἔμαθον δὲ γράμματα ἐν τῷ στρατῷ, προήχθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ δεκανέως, ἐμελέτησαν πλειότερον, ἐγένοντο λοχίαι, ἡ ἐπιμέλειά των ηὔξησε περισσότερον, καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκ τῶν πρώτων. Μὴ σᾶς φανῇ δὲ παράδοξον, ὁ εἷς τούτων εἰργάσθη εἰς τὴν χαρτογραφικὴν ὑπηρεσίαν...
§218ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ποῖον βαθμόν;
§219Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὡς ἀνθυπολοχαγὸς, εἶναι δὲ ἡλικίας 32 ἐτῶν... Οἱ τρεῖς οὗτοι εἶναι ὁ Ἀλεξανδράκης, ὁ Βούρλης καὶ ὁ Σωτηρίου. Ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, μὲ τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν στρατὸν, δὲν ἔχομεν ἐκπαίδευσιν, ὁ στρατιώτης δὲν μένει ἐν τῷ στρατῶνι, ὁ ἀξιωματικὸς δὲν βλέπει τὸν στρατιώτην, δὲν τὸν βλέπει δὲ οὔτε ὁ ὑπαξιωματικός. Ταῦτα λέγω, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως σκεφθῶσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐγείρωμεν στρατῶνας, διότι εἰς τοὺς στρατῶνας θὰ μάθῃ ὁ στρατιώτης τὴν τάξιν, τὴν εὐπείθειαν, καὶ θὰ λάβῃ τὴν ἐκπαίδευσιν, ἐπανερχόμενος δὲ εἰς τὴν πατρίδα του θὰ χρησιμεύσῃ ὡς διδάσκαλος τοῦ λαοῦ, ἐνῷ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονοῦμεν, ὅτι ἐν στρατοπέδῳ θὰ γυμνάσωμεν τὸν στρατὸν, εἶναι ἀπάτη μεγάλη. Ὁ στρατιώτης μεταβαίνει εἰς τὸ στρατόπεδον, ἀφοῦ ἐν τῷ στρατῶνι κατέστη καλὸς καὶ πειθαρχῶν στρατιώτης, διότι ἡ καθ’ ἡμέραν ἐπικοινωνία, ἡ καθ’ ἡμέραν συγχρώτισις τῶν ἀνωτέρων μετὰ τῶν κατωτέρων, καταστρέφει καὶ παραλύει τὴν πειθαρχίαν, καὶ διὰ τοῦτο, ὅπου δήποτε καὶ ἄν γείνουν στρατόπεδα, τὰ στρατόπεδα δὲν διαρκοῦσιν ἢ μικρὸν μόνον διάστημα χρόνου, καὶ ἔπειτα ἐπανέρχονται οἱ στρατιῶται εἰς τοὺς στρατῶνας. Ἐπανερχόμενος αὖθις εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, πόθεν θὰ λάβωμεν τοὺς ἀναγκαιοῦντας ἡμῖν χωροφύλακας; ἐκ ποίας ζύμης; Τί ἔχομεν προετοιμάσει; Θὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον, θὰ ψηφίσωμεν τὰς δαπάνας ὅλας, καὶ αὔριον, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, βεβαίως θέλετε εὑρεθῆ ἀπέναντι ἀνεπαρκείας· διότι θὰ λάβητε τοὺς ἀστυφύλακας, οἱ ὁποῖοι εἶναι 2,000, ἀλλὰ τοὺς ἄλλους πόθεν θὰ τοὺς λάβητε; Ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἀστυφύλακας αὐτοὺς τίνα μισθὸν θὰ δώσητε; 30 ἕως 50% πλειότερον τοῦ νῦν κανονιζομένου διὰ τοὺς ἐνωμοτάρχας, ἀλλ’ οὗτοι μὲ μηνιαῖον μισθὸν 50 μόνον δραχμῶν θὰ θελήσωσι νὰ ἔλθωσι; Δύνασθε νὰ τοὺς μεταθέσητε διὰ τῆς βίας, μειοῦντες μάλιστα τὸν μισθὸν αὐτῶν; Εἶναι ζήτημα δι’ ἐμέ. Οὗτοι ὑπέχουσιν ὑποχρέωσιν πενταετῆ, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ ἔχουσι νὰ ἐκπληρώσωσιν, ἄλλος δύο καὶ ἄλλος τριῶν ἐτῶν ὑπηρεσίαν. Κατετάχθησαν δὲ ὡς ἀστυφύλακες, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον νὰ λαμβάνωσι 90, 80 καὶ 70 δραχμὰς κατὰ μῆνα, διὰ δὲ τοῦ νομοσχεδίου τοὺς μεταφέρομεν εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ τοῖς δίδομεν 50 δραχμάς. Ἐὰν δὲν δεχθῶσι, τί θὰ τοὺς κάμωμεν; Θὰ τοὺς κρατήσωμεν; Θὰ τοὺς ἀπολύσωμεν; Ποίους θὰ προσλάβωμεν; Διὰ τίνων θὰ ἐκτελέσητε τὴν ὑπηρεσίαν τῶν 450 χωροφυλάκων, τοὺς ὁποίους θὰ δώσητε εἰς τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, συμφώνως πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας; Θὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι κωλύματος ἀνυπερβλήτου. Ἐὰν φρονῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα νὰ κατατάξῃ διαδοχικῶς καὶ ἐκλεκτικῶς εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς τοὺς ἄνδρας, τοὺς ὑπὸ ἐπιτροπῆς τινος κριθησομένους καταλλήλους, συμφωνῶ πληρέστατα· ἀλλὰ διαβεβαιῶ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι μὲ τὸν μισθὸν τῶν 50 δραχμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσητε εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν ἀπαιτούμενον, ἵνα ἡ χωροφυλακὴ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ, καὶ θὰ ἔχητε αἰωνίως ἀπαιτήσεις ἐπὶ ἀπαιτήσεων ἐκ μέρους τῆς χωροφυλακῆς. Ἀνακεφαλαιῶ, Κύριοι, δ’ ὀλίγων ὅσα εἶπον. Τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς πρωτίστως ἔχει ἀνάγκην κεφαλῆς καλῆς καὶ ποδῶν ἀρίστων, ἵνα δυνηθῇ νὰ στηριχθῇ καὶ νὰ κυβερνηθῇ. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ σώματι τούτῳ καλοὶ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, — δὲν τὸ ἀρνοῦμαι — ἀλλὰ μὴ ζητήσωμεν τὴν βεβιασμένην τούτων προαγωγήν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ τελευταῖος ταγματάρχης τῆς χωροφυλακῆς προήχθη ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου τὸ 1874, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπάρχει δ’ ἐπίσης ταγματάρχης εἰς τὸ μηχανικὸν, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων εἰς τὰ 1866, ὁ κ. Δροσινός.
§220ΡΑΖΕΛΟΣ. Ὁ κ. Βλαχόπουλος τῆς χωροφυλακῆς γνωρίζετε πότε ἐγένετο ἀνθυπομοίραρχος;
§221Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι· δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ κυρίου Βλαχοπούλου· λέγω περὶ τοῦ τελευταίου ταγματάρχου.
§222ΡΑΖΕΛΟΣ. Ποίου ταγματάρχου;
§223Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ τελευταῖος ταγματάρχης τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἐγένετο εἰς τὰ 1874 ἀνθυπομοίραρχος;
§224Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1878.
§225Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀκόμη χειρότερον.
§226ΡΑΖΕΛΟΣ. Ὑπηρετεῖ ὅμως.
§227Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν λογίζεται τοῦ στρατιώτου ἡ ὑπηρεσία.
§228ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει 15 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ὡς ὑπαξιωματικός.
§229ΡΑΖΕΛΟΣ. Ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Βλαχόπουλος ἐγένετο ἀνθυπομοίραρχος εἰς τὰ 1863.
§230Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ ἀντισυνταγματάρχης;
§231ΡΑΖΕΛΟΣ. Πρὸ τεσσάρων ἐτῶν, εἰς τὰ 1892.
§232Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ ὁ Πετρινὸς τοῦ μηχανικοῦ ἐξῆλθεν εἰς τὰ 1863 καὶ προήχθη εἰς ἀντισυνταγματάρχην μόλις τὸ παρελθὸν ἔτος.
§233ΡΑΖΕΛΟΣ. Ὁ κ. Πετρινὸς ἐγένετο ἀνθυπολοχαγὸς εἰς τὰ 1866.
§234Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὰ 1863 ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ δημιουργοῦνται θέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρχον πρότερον, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δημιουργεῖτε εἰς Μοιραρχίας τινὰς προσωπικὸν λίαν πολυτελές. Σχηματίζομεν προσωπικὸν διὰ 16 νομούς. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἔχομεν δύο νομοὺς μικροτάτους, τὸν τῆς Ζακύνθου καὶ τὸν τῆς Ἄρτης. Τί χρειάζεται προσωπικὸν πολυάριθμον ἐκ 5 ἢ 6 ἀξιωματικῶν διὰ τὴν Ἄρταν; Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἄλλοτε ἦσαν μοίραρχοι καὶ ἀντιμοίραρχοι, ὑπομοίραρχοι καὶ ἀνθυπομοίραρχοι, — τοὺς ἠξεύρει δὲ καλλίτερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — καὶ διὰ τῆς ὑπάρξεως τούτων ἐξετελεῖτο ἄριστα ἡ ὑπηρεσία ὅλου τοῦ Κράτους. Ἐὰν θεωρῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἴς τινας νομοὺς πρέπει νὰ ἦναι ὁ βαθμὸς τοῦ ταγματάρχου, συμφωνῶ, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς ὅλους τοὺς νομοὺς ταγματάρχας. Διατὶ, ἀφοῦ ἔχομεν μοιράρχους καὶ ὑπομοιράρχους καὶ ἀνθυπομοιράρχους, λοχαγοὺς πρώτης τάξεως, λοχαγοὺς δευτέρας τάξεως; Λείπει ὁ εἷς; ἔρχεται ὁ ἄλλος εἰς ἀντικατάστασιν. Πόσους ἄνδρας ἔχει ὁ ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς ἐν τῇ ἕδρᾳ του; Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι, ὅσην δύναμιν καὶ ἂν τοῦ δώσητε, περισσοτέρους τῶν 30 ἢ 40 χωροφυλάκων δὲν δύναται νὰ ἔχῃ παρόντας. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη διὰ 30 ἢ 40 χωροφύλακας, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τῇ ἕδρᾳ του, νὰ κάμωμεν ἕν τόσον πολυτελὲς προσωπικόν; Ὅπως ἐξετελεῖτο ἡ ὑπηρεσία, Κύριοι, δύναται καὶ νῦν νὰ ἐκτελεσθῇ. Καὶ εἴμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν οἰκονομιῶν· ἐγὼ δ’ ἐγκολποῦμαι καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως: Οἰκονομίαν. Καὶ διότι ἔθετο τὴν ἀρχὴν τῆς οἰκονομίας, δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ τὰς ἀρχὰς ταύτας θέλω. Διατὶ, Κύριοι νὰ μεταβάλωμεν τὰς θέσεις, ἀφοῦ ἅπασαι αἱ ὑπηρεσίαι ἐξετελοῦντο διὰ τῶν αὐτῶν προσώπων, διὰ τῶν αὐτῶν βαθμῶν; Διατὶ νῦν ὅλους θέλομεν νὰ τοὺς προαγάγωμεν; αἱ θέσεις, ὅσαι νῦν κατέχονται ἀπὸ λοχαγοὺς, διατὶ νὰ γείνωσι θέσεις ταγματαρχῶν, αἱ δ’ ἄλλαι τῶν ὑπολοχαγῶν νὰ γείνωσι λοχαγῶν κτλ.; Ἔχομεν ἑβδομήκοντα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπαρχίας· τοποθετήσατε ἑπομένως ἑβδομήκοντα ἀξιωματικούς, προσθέσατε δὲ καὶ ἀπὸ ἕνα ἀξιωματικὸν πλειότερον εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστου νομοῦ. Οὕτω ἔχετε ἀνάγκην 100–120 ἢ ἔστω 130 ἀξιωματικῶν. Μὴ δημιουργήσητε ὅμως πολυτέλειαν. Ἐὰν νῦν δημιουργήσητε θέσεις τινὰς εἰς ἐπικουρίαν, δὲν θέλετε δυνηθῆ εἰς τὸν μετέπειτα χρόνον νὰ τὰς μειώσητε. Ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον νομοθετεῖται ἅπαξ, κατόπιν εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ καταστρέψωμεν. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς, ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω νεαροὺς ἀξιωματικοὺς εἰς ἀνωτέρους βαθμοὺς· ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω ἰδίως εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἄνδρας δυναμένους νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν, καὶ νὰ τρέξωσι, νὰ κινηθῶσιν· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ προαχθῶσιν οὕτως, ἀπέναντι ἄλλων ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐχόντων ἴσως καὶ θέλησιν περισσοτέραν καὶ πεῖραν περισσοτέραν καὶ εὐθύνας περισσοτέρας. Εἶναι μία βιαία προαγωγὴ δυσανάλογος. Ἐὰν θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ῥίψῃ τὸ βλέμμα του ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τοὺς ὁποίους ἀνέφερον—ἂν καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην, διότι πιστεύω ὅτι τοὺς ἔχει μελετήσει, — θέλει ἴδει, πῶς εἶναι κατηρτισμέναι αἱ Μοιραρχίαι καὶ Ὑπομοιραρχίαι, καὶ πῶς ἡ ὑπηρεσία ἐξετελεῖτο, ὡς λέγομεν κοινῶς, «μὲ τὸ ῥωλόγι». Πῶς σήμερον διὰ τῆς πολυτελείας, διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν βαθμῶν περιμένομεν νὰ κάμωμεν τίποτε; Τὸ κύριον ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, εἶναι, ὅτι δὲν θέλομεν εὕρει τὰ ἀναγκαιοῦντα στοιχεῖα, ὅπως καταρτίσωμεν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἔστω καὶ τῶν ἓξ χιλιάδων, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ στρατιωτῶν ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ χωροφύλακος, καὶ ἑπομένως θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον, θὰ ἐξακολουθῇ δὲ ὁ στρατὸς νὰ ἀναμιγνύηται μετὰ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἡ χωροφυλακὴ νὰ ἐπικαλῆται πάντοτε, δυνάμει τοῦ τάδε ἄρθρου, ἐνίσχυσιν ἐκ μέρους τοῦ στρατοῦ. Μόνον ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐποχήν, ὅτε ὑπῆρχε σῶμα χωροφυλακῆς ἀληθὲς, οἱ δέκα νομοὶ τῆς Ἑλλάδος ἐξυπηρετοῦντο ἄριστα μὲ χιλίους διακοσίους ὡς ἔγγιστα χωροφύλακας, ἐνῷ σήμερον μὲ τετραπλάσιον ὡς ἔγγιστα ἀριθμὸν οἱ δεκαὲξ νομοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν· ἔχει δὲ καὶ θέλησιν περισσοτέραν ὁ στρατὸς καὶ ἐνισχύσεις πλειοτέρας, ἢ δεκαπλασίαν ἐνίσχυσιν—διὰ νὰ μὴ εἴπω πολὺ—δίδει εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἑκάστοτε ὁ στρατός· δι’ αὐτὸ δὲ εἰσέρχεσθε εἰς τοὺς στρατῶνας, καὶ οὐδέποτε στρατιώτας εὑρίσκετε. Ἐρωτᾶτε: «Τί γίνονται οἱ στρατιῶται;»—«Εἶναι ἀπεσπασμένοι εἰς τὴν χωροφυλακὴν», σᾶς ἀπαντῶσι. Μετέβην ποτὲ εἰς Πάτρας καὶ διοικητὴς τοῦ συντάγματος ἐκεῖ ἦτο ὁ μακαρίτης Κυριάκος Πονηρόπουλος. Τὸν ἠρώτησα: «πόσους στρατιώτας ἔχεις;—«Χιλίους διακοσίους» μ’ ἀπαντᾷ. Τὸν ἐπανερωτῶ: «παρόντας;» —«Θὰ ἐντραπῶ νὰ τὸ εἴπω· ἔχω μόνον ἑκατὸν πεντήκοντα», μοὶ ἀπαντᾷ αὖθις. (Ἑκατὸν πεντήκοντα παρόντες ἀπέναντι χιλίων διακοσίων!!). «Τοὺς ἄλλους δὲν τοὺς εἶδα», μοὶ προσθέτει, κατετάχθησαν, καὶ τοὺς ἐπῆραν τὴν ἄλλην ἡμέραν.» Πότε διὰ τὸ Α ῥουσφέτι, πότε διὰ τῆς Β παρακλήσεως, πότε δι’ ἄλλο, τοὺς ἐπῆραν ὅλους, καὶ ἔμειναν 156 μόνον στρατιῶται, οἵτινες καὶ ἐξετέλουν μόλις τὴν φρούρησιν τῶν ἐξεταστικῶν καὶ τῶν ποινικῶν φυλακῶν τῆς Ἀκροπόλεως Πατρῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις! «Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἐκφύγῃ ὁ στρατός;» Θὰ μ’ ἐρωτήσητε· «τί δυνατὸν γενέσθαι;» Τὸ δυνατὸν γενέσθαι δύναμαι νὰ σᾶς τὸ εἴπω, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ καιρός· δὲν εἶναι δὲ ὁ καιρὸς, διότι τὸ δυνατὸν γενέσθαι σχετίζεται μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ ὁλοκλήρου. Πῶς δύνασθε νὰ ἔχητε στρατὸν, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἕτοιμον νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὰ γυμνάσιά του καὶ πορείας, καὶ νὰ ἐκτελέσῃ καθήκοντα, καὶ στρατὸν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους; Φοβοῦμαι μήπως μακρηγορήσω...
§235ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι πολὺ σπουδαῖον.
§236ΣΕΧΟΣ. Ἐξ ἐναντίας θὰ σᾶς εὐχαριστήσωμεν, διότι μᾶς δίδετε πληροφορίας.
§237Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Καίτοι μὴ ὢν καθ’ ὁλοκληρίαν ἕτοιμος, ἐπιλαμβάνομαι τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θὰ τὸ πραγματευθῶ ὑπὸ τὰς βάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλυσα, καὶ ἐν μεγίστῃ συντομίᾳ, ἐπιφυλαττόμενος νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐν εὐθέτῳ ὥρᾳ. Κύριοι, ἓν ἐκ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, εἶναι, ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ εὑρεθῇ ἕτοιμος, δυνάμενος νὰ τεθῇ εἰς πορείαν, εἰς κίνησιν καὶ ἑπομένως νὰ δράσῃ. Διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν σήμερον—δὲν ἐννοῶ διὰ τῶν διαιρέσεων τῶν σωμάτων, διὰ τῶν ταξιαρχιῶν ἢ μεραρχιῶν, διότι αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον δι’ ἐμὲ, ἐννοῶ ὅτι ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ᾖναι στρατὸς, δυνάμενος νὰ κινηθῇ, εἴτε κατὰ συντάγματα, εἴτε κατὰ τάγματα, εἴτε κατὰ ταξιαρχίας, εἴτε κατὰ μεραρχίας· δὲν ὁμιλῶ περὶ βαθμοφόρων, — κατὰ τὸν ὑπάρχοντα, λέγω, ὀργανισμὸν, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Τὸ πρόβλημα τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι, πῶς δυνάμεθα διὰ μικροτέρας δαπάνης νὰ ἔχωμεν περισσότερον στρατὸν, ἀλλὰ συνάμα καὶ στρατὸν δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐλπίδας τοῦ ἔθνους,— αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα ἡμῶν,—ἀλλὰ ταὐτοχρόνως καὶ στρατὸν δυνάμενον νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ καθήκοντα ἐν τῇ τρεχούσῃ ὑπηρεσίᾳ. Σήμερον τί γίνεται, Κύριοι; Διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, ἐὰν συμβῇ τι ἀπρόοπτον κατὰ Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον, θέλομεν εὑρεθῆ μὲν 4 ἕως 5 τὸ πολὺ χιλιάδας στρατιώτας, παλαιοὺς, ἐπιτελοῦντας καὶ ὑποχρεουμένους νὰ ἐπιτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φρουρῶν καὶ ἄλλων, καὶ μὲ 7 ἢ 10 χιλιάδας ἄλλους, ὅλως ἀχρήστους, ἐντελῶς ἀγυμνάστους. Οἱ δὲ λοιποὶ εἶναι κατεσπαρμένοι τῇδε κακεῖσε, ὡς χωροφύλακες, ἢ ὡς ἐνισχυταὶ τῆς χωροφυλακῆς, τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν, διότι πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ στρατιῶται· ἐπὶ πλέον δὲ ἡ κατάτμησις τῶν στρατιωτῶν κατὰ μικρὰς ὁμάδας, καθ’ ἕνα ἢ δύο, ἄνευ τῶν κεφαλῶν αὐτῶν, παρέχει εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα πάσης διαφθορᾶς καὶ κακίας· ὅσοι δ’ ἐξ ὑμῶν ἐμείνατε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἴδετε στρατιώτας δυστυχῶς παρεκτρεπόμενους, ἐλλείψει ἐπιβλέψεως, καὶ ἀντελήφθητε ἴσως πολλὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα μανθάνει ὁ στρατιώτης ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ, ἀντὶ νὰ ἐκπαιδευθῇ, ἀντὶ νὰ μορφωθῇ, ἀντὶ νὰ ἠθικοποιηθῇ. Διὰ νὰ ἔχωμεν στρατὸν, εἶναι δύσκολον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν στρατόν μας ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν μας. Ποῖαι δὲ αἱ ἀνάγκαι μας; Ἀνάγκη εἶναι ἡ τῆς φυλακῆς τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς πρῶτον· εἰς δὲ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν τίνα ἀριθμὸν στρατιωτῶν πρέπει νὰ ἔχητε; παλαιοὺς ἢ νέους;
§238ΠΕΤΑΛΑΣ. Βάλετε χωροφύλακας,
§239Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἔχομεν ἄλλο σύστημα.
§240ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μελετᾷ γενικώτερον τὸ σύστημα.
§241Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἔχετε ἀνάγκην διὰ τὴν τήρησιν καὶ φυλακὴν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς παλαιῶν στρατιωτῶν, διότι εἰς πᾶν συμβησόμενον πρέπει νὰ ἔχητε ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς τοὐλάχιστον στρατιώτας δυναμένους νὰ κρατήσουν τὸ ὅπλον καὶ νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντά των. Ὑποχρεοῦσθε δὲ, κατ’ ἀνάγκην, ὄπισθεν αὐτῶν νὰ ἔχητε ἐπίσης μίαν δύναμιν, ἱκανὴν νὰ συγκρατῇ τοὺς πρώτους καὶ νὰ ἐνισχύῃ τὴν γραμμὴν ἐκείνην, ὅπως ἐγένετο π. χ. εἰς τὴν σύγκρουσιν τοῦ Καραλῆ–Δερβέν. Ἐγένετο σύγκρουσις εἰς τὰ 1883, καὶ δὲν εὑρέθησαν στρατιῶται, ἀλλ’ εὐτυχῶς οἱ ἐκεῖ παρευρεθέντες ἀπετελοῦντο ἀπὸ ἄνδρας προερχομένους ἐκ τῶν ὀρεινῶν ἐπαρχιῶν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, ἐμπειροπολέμους, ἐκ τῆς Δωρίδος, τῆς Παρνασσίδος καὶ Ἀκαρνανίας...
§242ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ Λοκρίδος. Ἐκεῖθεν ἦσαν κατ’ ἐξοχήν.
§243Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα... καὶ αὐτοὶ ἐπολέμησαν μεθ’ ἱκανότητος καὶ τόλμης, ἡ ὁποία εἶναι ἀνωτέρα πάσης περιγραφῆς. Ἐπειδὴ δὲ ἦλθεν ὁ λόγος, θὰ σᾶς καταδείξω δι’ ὀλίγων τίνα ἀξίαν ἔχει ὁ καλὸς στρατιώτης. Εἴκοσι καὶ ὀκτὼ μόνον στρατιῶται εὑρίσκοντο κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1883 εἰς τὸν σταθμὸν Ζορμπᾶ καὶ Τρία Πλατάνια, καὶ ἀντέκρουσαν προσβολὴν ὀκτακοσίων Τούρκων. Πρὸ τοῦ ἐπὶ λοφίσκου σταθμοῦ τοῦ Ζορμπᾶ προέχει λόφος, κωνικὸν σχῆμα ἔχων, ὡς ὁ Λυκαβητὸς, Βίγλα καλούμενος, καλυπτόμενος δὲ ὑπὸ λίαν ἀκανθωδῶν χαμοκλάδων, ἅτινα καλοῦνται παλιούρια. Ἐπὶ τῆς κορυφῆς λοιπὸν τῆς Βίγλας ἔμενε φυλακεῖον ἐκ τριῶν στρατιωτῶν. Οὗτοι, ἀπροόπτως ὅλως προσβληθέντες ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποχωρήσωσι· καὶ οἱ μὲν δύο ἐξ αὐτῶν ἐβάδισαν πρὸς δυσμὰς τῆς Βίγλας, πρὸς τὸν σταθμὸν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ὁ δὲ τρίτος, Εὐρυτὰν, καλούμενος Θεοδοσίου, ὑποχωρῶν, κατηυθύνετο πρὸς τὸν σταθμὸν Ζορμπᾶ, ὁ ὁποῖος ἐχωρίζετο διὰ μιᾶς χαράδρας ἀπὸ τῆς Βίγλας. Ἀλλὰ φθὰς εἰς τὴν χαράδραν, βλέπει λοχαγόν τινα Τοῦρκον, Ἀμοὺς–Ἀγᾶ καλούμενον, ὁδηγοῦντα λόχον ὁλόκληρον καὶ διευθυνόμενον διὰ τῆς χαράδρας, ὅπως ὑπερφαλαγγίσῃ τοὺς ἀμυνομένους ἐν Ζορμπᾷ Ἕλληνας. Οἱ Τοῦρκοι πυροβολήσαντες τὸν ἐπλήγωσαν καὶ κατέπεσεν· ἀλλὰ πεσὼν ἐτάχθη ὄπισθεν δένδρου, ἐκένωσε τὴν φυσιγγιοθήκην του, ἐν ᾗ εἶχεν ἐννέα μόνον φυσίγγια, καὶ διὰ τῶν ἐννέα φυσιγγίων ἐφόνευσε τὸν Ἀμοὺς–Ἀγᾶ, δύο ὑπαξιωματικοὺς καὶ τέσσαρας στρατιώτας. Τοιούτους ἄνδρας θέλετε. Αὐτοὶ εἶναι ἄνδρες διὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, αὐτοὶ εἶναι ἄνδρες διὰ νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των ἐν δεδομένῃ περιστάσει, διότι καὶ ἐκ παίδων εἰσὶ γεγυμνασμένοι, καὶ ἀπὸ τόπον ὀρεινὸν καταγόμενοι ἀντέχουσιν εἰς κακουχίας. Τοιούτους δὲ ἄνδρας ἐξελέξατο ὁ ἀείμνηστος Δημήτριος Βότσαρης κατὰ τὸ 1868 ἢ 1867, ὅτε τὸ πρῶτον συνέστησε τὰ εὐζωνικὰ τάγματα. Ὁ ἀρχικὸς ὀργανισμὸς τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων δὲν εἶχεν ἄλλους προωρισμένους δι’ αὐτὰ, παρὰ μόνον τοὺς ὀρεσιβίους αὐτοὺς ἄνδρας, τοὺς εἰθισμένους εἰς τὴν χρῆσιν τῶν ὅπλων, τοὺς ὑπηρετήσαντας εἰς τὸν στρατὸν, ἵνα τοὺς χρησιμοποιήσῃ διὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν. Τὸ προτεινόμενον μέτρον δὲν θεωρῶ κακὸν, ἀλλὰ θεωρῶ ἀπαραίτητον, μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ νὰ παραλαμβάνωνται καὶ ἄνδρες ἠσκημένοι εἰς τὰ ὅπλα καὶ εἰθισμένοι εἰς τὴν ἀντοχὴν, διότι οὗτοι συνειθίζουν καὶ τοὺς ἄλλους, τοὺς μὴ εἰθισμένους, καὶ ἑπομένως ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι αἰσθητή. Ἔχομεν λοιπὸν, ὡς εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, ἀνάγκην 650 ἀνδρῶν διὰ τὴν φρούρησιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς καὶ ἴσου ἀριθμοῦ ὄπισθεν αὐτῶν, ἤτοι 1200 ἀνδρῶν ἐν ὅλῳ. Ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἑτέρων 6,000 ὡς ἔγγιστα διὰ τὴν χωροφυλακὴν, καὶ ἐπὶ πλέον ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἑτέρων 2,500 ἀνδρῶν διὰ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἤτοι ἐν ὅλῳ 10,000. Δέκα λοιπὸν χιλιάδων στρατιωτῶν ἔχομεν ἀνάγκην, γεγυμνασμένων. Ὅθεν, ἐὰν τριπλασιάσωμεν αὐτοὺς, θέλομεν ἀναβιβάσει τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν εἰς 30,000. Διὰ τῆς δυνάμεως ταύτης δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν ὅλας ἡμῶν τὰς ὑπηρεσίας, ἐὰν οἱ κατὰ διετίαν προσερχόμενοι τάσσωνται ὡς ἀκολούθως· τὰ μὲν ⅔ τοῦ πρώτου ἔτους νὰ συμπληρῶσιν ὡρισμένα συντάγματα, εἴτε τὰ πρῶτα τάγματα ὅλων τῶν συνταγμάτων, οἱ προσερχόμενοι δὲ μετὰ ὀκτάμηνον ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, ἤτοι τὸ ⅓ τῶν ἐκ τοῦ πρώτου ἔτους καὶ τὸ ⅓ τῶν ἐκ τοῦ δευτέρου, νὰ συμπληρῶσι δεύτερον, πέμπτον, ὄγδοον κλπ. συντάγματα, καὶ οἱ προσερχόμενοι τὸν δεύτερον Ὀκτώβριον, ἤτοι τὰ ὑπολειπόμενα ⅔ τῶν στρατευσίμων τοῦ δευτέρου ἔτους, νὰ συμπληρῶσι τὸ τρίτον, ἕκτον, ἔννατον κλπ. σύνταγμα.
§244ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ πόσους μῆνας θὰ γυμνάζωνται;
§245Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὀκτώ.
§246ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ τὸ ἀναπτύξητε.
§247Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐξηγοῦμαι αὖθις. Λαμβάνω δύο ἡλικίας. Τὰς δύο ἡλικίας τὰς χωρίζω εἰς τρία τμήματα. Τὰ μὲν ⅔ τῆς πρώτης ἡλικίας, ὅπως προσέρχονται, τὸ ἄλλο ⅓ τῆς ἡλικίας τῆς ἑπομένης...
§248ΠΕΤΑΛΑΣ. Πόσους θὰ τηρῆτε ὑπὸ τὰς σημαίας;
§249Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐξήγησα προηγουμένως, ὅτι ἀπαιτοῦνται τριάκοντα χιλιάδες.
§250ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἡ ἀπογραφὴ θὰ δώσῃ 15,000 τοῦ ἑνὸς ἔτους.
§251Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τώρα θὰ ἔλθω εἰς τὸ τῆς ἀπογραφῆς. Ἐξετάζω νῦν τὸ γενικόν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν κληρωτῶν κατ’ ἔτος ἀνέρχεται ἄνω τῶν 15,000.
§252ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Εἴπετε 25,000.
§253Ν. ΣΧΙΝΑΣ. 24 ἕως 25 χιλιάδας. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Ἐπανέρχομαι ἐκ τρίτου. Λαμβάνω δύο ἡλικίας. Τὴν διετίαν τὴν διαιρῶ εἰς τρεῖς κλάσεις. Ἡ πρώτη κλάσις περιλαμβάνει τὸ ⅓ τῆς μιᾶς κλήσεως καὶ τὸ ⅓ τῆς ἑπομένης, ἡ δευτέρα κλάσις περιλαμβάνει τὸ ⅓ τῆς πρώτης καὶ τὸ ⅓ τῆς ἑπομένης, καὶ ἡ τρίτη περιλαμβάνει τὰ ⅔ τῆς δευτέρας ἡλικίας. Ὡς προεῖπον, οἱ πρῶτοι προσερχόμενοι τάσσονται εἰς τὰ 1, 4, 7 κλπ. συντάγματα, εἴτε εἰς τὰ πρῶτα τάγματα, οἱ δεύτεροι προσερχόμενοι τάσσονται εἰς τὰ 2, 5, 8 κλπ. συντάγματα, εἴτε εἰς τὰ δεύτερα τάγματα, καὶ οἱ τὸ τρίτον ὀκτάμηνον καλούμενοι τάσσονται εἰς τὰ 3, 6, 9 κλπ. συντάγματα, ἢ εἰς τὰ τρίτα τάγματα, ὅπως ἤθελεν ἀποφασισθῆ. Τοιουτοτρόπως προσερχομένη ἡ πρώτη κλάσις θὰ μένῃ ἐπὶ ὀκτὼ ὅλους μῆνας εἰς τοὺς στρατῶνας, τακτικῶς ἐκγυμναζομένη ἡ ἡλικία ἐκείνη, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑπηρεσίας. Θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐκπαίδευσίς της ἀπὸ τὸ σχολεῖον τοῦ στρατιώτου μέχρι τέλους. Ἐπὶ ὀκτὼ δὲ μῆνας οὕτως ἐκγυμναζόμενος ὁ στρατιώτης, ἐκγυμνάζεται ἄριστα καὶ ὡς στρατιώτης. Τὴν δευτέραν ὀκταμηνίαν (διότι θὰ προσέλθῃ ἡ ἑπομένη σειρὰ, ὅπως ἐκπληρώσῃ ὅ,τι οἱ τὸ πρῶτον ὀκτάμηνον ἔπραξαν) οἱ ἐκγυμνασθέντες θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν φρούρησιν τῶν πόλεων. Καὶ τί ἐννοῶ; θὰ ἐκτελέσουν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φρουρῶν τῶν πόλεων, ὅπου ὑπάρχει φυλακή τις κλπ. καὶ οὕτω θὰ ἔχητε ἄνδρας καλῶς γεγυμνασμένους, ἐκτελέσαντας ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, τὸν σκοπὸν τῶν προφυλακῶν κλπ. Ταὐτοχρόνως δὲ θὰ δύνανται, ἄγοντες τὴν δευτέραν ὀκταμηνίαν, νὰ ἐκτελῶσι γυμνάσια ἀνώμαλα, ἁπλῆς πορείας κλπ.
§254ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἡ δευτέρα ὀκταμηνία;
§255Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα. Ἔρχομαι εἰς τὴν τρίτην ὀκταμηνίαν. Οἱ ἄνδρες αὐτῆς, 10,000, θὰ χρησιμεύσουν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς καὶ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐν γένει τῆς χωροφυλακῆς. Θὰ ἦναι δὲ οἱ ἄνδρες αὐτοὶ ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς καὶ τὴν ἐποπτείαν ὅλων τῶν ἀνωτέρων των, ἀπὸ τοῦ συνταγματάρχου μέχρι τοῦ δεκανέως. Ἠξεύρετε δὲ τί σημαίνει αὐτό; ὁ δεκανεὺς γνωρίζει ποῖον ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς του, ὁ ἀξιωματικὸς γνωρίζει ποῖον ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς του, καὶ ποῖα ἕκαστος κατέχει προσόντα· καὶ ἔχετε οὕτω στρατιώτην, ὁ ὁποῖος 16 μῆνας ἔχει ὑπηρετήσει ὑπὸ τὸν αὐτὸν προϊστάμενον καὶ δὲν ἔχει ἀπομακρυνθῆ τῶν τάξεων.
§256ΣΕΧΟΣ. Ἡ θητεία;
§257Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Διετής. 3 ἐπὶ 8 ἴσον 24. Ἔχομεν ὅμως ἓν ἄλλο κακόν. Διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου τῆς γενικῆς στρατολογίας προήλθομεν εἰς ἓν ἄτοπον παμμέγιστον, τὸ δὲ παμμέγιστον ἄτοπον εἶναι, ὅτι τὸν νόμον τῆς στρατολογίας τὸν μετεβάλομεν καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ τεχνηέντως εἰς νόμον φορολογικόν. Ὁ νόμος τῆς γενικῆς στρατολογίας, Κύριοι, σκοπὸν ἔχει θεμελιώδη τὴν ἐκγύμνασιν τοῦ ἔθνους εἰς τὰ ὅπλα· οὐδένα ἄλλον λόγον ἔχει. Τί δὲ ἐκάμαμεν ἡμεῖς καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ κάμνωμεν δυστυχῶς διὰ τῶν ἐξαιρέσεων; Τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀπαλλάσσωμεν καὶ νὰ ἀφήνωμεν ἀγυμνάστους τοὺς κληρωτούς. Τοιουτοτρόπως λοιπόν, ὅτε τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ γενικῆς στρατολογίας, ἐκ τῶν γενομένων ἐξαιρέσεων εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον, εἰς τὰ 1885 δρ. 100,000, εἰς τὰ 1889 δρ. 700,000, εἰς τὰ 1890 δρ. 1,000,000,—ὡς δείκνυται ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν—τὸ 1895 δραχμὰς 1,400,000, καὶ δι’ αὐτὸ κατεκόπτετο καὶ ὁ φίλος μου κύριος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, («μὴ γιὰ τὸ Θεό! θὰ μοῦ ἐλαττώσητε τὰ ἔσοδα!») ὅταν ἠθέλησα ἐντεῦθεν νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὰς ἀπαλλαγὰς κλπ.) διότι ἐθεώρησε φορολογικὸν τὸν νόμον τὸν στρατολογικόν. Τὸ ἐνθυμοῦμαι ζωηρότατα, διότι μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν. Τώρα βεβαίως, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θέλει συμφωνήσει καὶ αὐτός. Ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμα. Σήμερον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπαιτουμένων χωροφυλάκων δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ κατ’ οὐδὲν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ στρατοῦ ἐκ τῶν διαφόρων ἀναγκῶν. Ἂν δὲ θελήσωμεν σήμερον ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατόν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ πράξωμεν οὔτε μετὰ ἓξ μῆνας. Διὰ νὰ πεισθῆτε δέ, ἀρκεῖ νὰ ζητήσητε τὰς σχετικὰς πληροφορίας, πότε ἤρχισαν νὰ συναθροίζουν τοὺς λεγομένους ἀστυφύλακας μὲ τὸν μισθόν, τὸν ὁποῖον τοῖς δίδομεν· ζητήσατε τοὺς πίνακας αὐτούς, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι παρῆλθε μέγα χρονικὸν διάστημα, ἕως ὅτου καταρτίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων. Εἶμαι ὅθεν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ οὐχὶ σύμφωνος ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Πιστεύω δ’ ὅτι μεταξὺ τῶν ὅσων εἶπον θὰ ἦναι καὶ ἰδέαι τινές, δυνάμεναι νὰ καλλιεργηθῶσι περισσότερον.
§258Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς τρεχούσης περιόδου, διαφέρει δὲ τούτου κατά τινα μόνον μέρη. Ἀλλὰ καὶ τὸ εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑποβληθὲν καὶ τὸ εἰς τὴν παροῦσαν δὲν συνοδεύεται δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, διαφωτιζούσης τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Μόνον ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ ὑπάρχει ὀλιγόλογος ἔκθεσις, μὴ διαλαμβάνουσα πληροφορίαν τινὰ ἢ λεπτομέρειαν. Οὐχ ἧττον ὁ κύριος σκοπὸς τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς βεβαίως εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ στρατεύματος ἐκ τῶν ξένων αὐτῷ ὑπηρεσιῶν καὶ ἡ ἀνάθεσις τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων εἰς τὴν χωροφυλακήν, ἵνα ὁ στρατὸς δυνηθῇ νὰ ἐπασχοληθῇ εἰς τὰ ἔργα του. Ὁ στρατὸς προώρισται κυρίως διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους ἀπὸ πάσης ἐξωτερικῆς ἐπιδρομῆς καὶ τὴν διεκδίκησιν ἐθνικῶν πόθων. Ἡ Ἑλλάς, ἔχουσα ἀπαράγραπτα δικαιώματα ἐθνικά, ὀφείλει μᾶλλον παντὸς ἄλλου ἔθνους νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν κάλλιον συντεταγμένη καὶ ἐπαρκῶς ἐξησκημένη στρατιωτικῶς. Ἵνα λοιπὸν ὁ στρατὸς ἀσκηθῇ, πρέπει νὰ μὴ ἦναι ἀπησχολημένος εἰς ξένας ὑπηρεσίας, νὰ ἦναι δὲ συγκεντρωμένος κατὰ τὸ ἐφικτὸν εἰς φρουράς, ἵνα μὴ βλάπτηται ἡ ὑγεία τῶν ἀνδρῶν, μὴ καταστρέφηται τὸ ὑλικὸν καὶ μὴ παραλύῃ κυρίως ἡ πειθαρχία ὡς ἐκ τῶν γενομένων παραβλέψεων εἰς μακροχρονίους μακρὰν τῶν στρατώνων συγκεντρώσεις, ἔνθα οἱ ὅροι τοῦ βίου εἶναι δύσκολοι. Κατὰ τὴν ἐαρινὴν ἢ φθινοπωρινὴν ἐποχὴν πρέπει νὰ συμπληρῶται ἡ ἐκπαίδευσις διὰ γενικῶν ἀσκήσεων. Ἀλλ’ ἵνα ἀπαλλαγῇ ὁ στρατὸς πάσης ξένης ὑπηρεσίας, ἀπαιτεῖται ἑτέρα δημοσία δύναμις, ἵνα ἀναλάβῃ τὰς διαφόρους ἀναγκαίας ὑπηρεσίας διὰ τὴν κυβερνητικὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους, καὶ ἡ δημοσία αὕτη δύναμις ἀποτελεῖ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, προορισμὸς τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια τῆς χώρας, ἡ καταδίωξις, ἡ σύλληψις καὶ ἡ συνοδεία τῶν ἐγκληματούντων, ἡ ἐνίσχυσις τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἡ ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας καὶ ἄλλων διαφόρων ὑπηρεσιῶν, ἀναγραφομένων ἐν τῷ Βʹ μέρει τοῦ Κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, διὰ δὲ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐν ἄρθρῳ 5 ἀνατίθενται εἰς αὐτὴν καί τινες ὑπηρεσίαι, ἀναγόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ διὰ τοῦ Βʹ μέρους τοῦ Κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἀνατιθεμένη μία καὶ μόνη ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν χωροφυλακὴν εἶναι ἡ ἐνεργουμένη ἐπαγρύπνησις εἰς τοὺς ἀπόντας ἀπὸ τὸ σῶμά των στρατιωτικούς. Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τοῦτο διευθύνεται ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς κατὰ μῆνα ἀναφορὰ ὡς πρὸς τὴν σύλληψιν τῶν λιποτακτῶν καὶ τὴν παράδοσιν αὐτῶν εἰς τὸ σῶμά των. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐν εἰρήνῃ, ἀνατίθεται ἐν ἐκστρατείᾳ εἰς ἀποσπάσματα τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατεύματος. Ἡ δύναμις ἑκάστου ἀποσπάσματος σύγκειται ἐξ ἑνὸς ὑπομοιράρχου ἢ ἀνθυπομοιράρχου, τεσσάρων ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν καὶ 20 χωροφυλάκων κατὰ μεραρχίαν στρατοῦ. Ταῦτα πάντα σᾶς ἀνέφερον, ἵνα δειχθῇ διατὶ εἰς πάντα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὰ Κράτη ἡ χωροφυλακὴ δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὁποίου καὶ ἐπιβαρύνει. Ἂν δὲ τοῦτο ἐθεωρήθη ἐπάναγκες διὰ τὰ λοιπὰ Κράτη, κατὰ μείζονα λόγον εἶναι ἀναγκαιότατον δι’ ἡμᾶς. Ἄλλως ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς θὰ ἐνδίδῃ περισσότερον εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς δι’ ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ ἢ εἰς αἴτησιν συναδέλφου του, ἐν πολλοῖς δὲ αἱ γενόμεναι αἰτήσεις ἐνισχύσεως τῆς χωροφυλακῆς δὲν εἶναι ἐπιβάλλουσαι. Πρὸς δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δέον ν’ ἀπαλλαγῇ καὶ αὐτὸς τῶν ξένων αὐτῶν καθηκόντων, δηλ. τῶν τοποθετήσεων καὶ μεταθέσεων τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ν’ ἀφοσιωθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν μελέτην καὶ μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ. Ἄλλως οὐδὲ δίκαιον, οὐδὲ πρέπον ἢ συμφέρον εἶναι νὰ ἐξογκῶται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ δαπάνης ἓξ ἑκατομμυρίων, ἀφορώσης τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἰδέα, ἢ μᾶλλον πεποίθησις, ὅτι διὰ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου δαπανῶνται 16 ἑκατομμύρια, ἐνῷ πράγματι δαπανῶνται μόνον δέκα, καὶ ταῦτα φαινομενικῶς, ὡς ἐν τοῖς ἑπομένοις θὰ δείξω. Ἐκ πάντων τούτων φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ ὑπαχθῇ ἡ χωροφυλακὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἄλλως ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ στρατεύματος ἐξ ἀλλοτρίων ὑπηρεσιῶν, ματαιοῦται, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐγὼ θὰ καταψηφίσω αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἴσως ἤθελέ τις εἰπεῖ: καὶ τότε τίς θέλει ἐξασκεῖ τὴν πειθαρχίαν ἐν τῷ σώματι τούτῳ; Ἀπαντῶ, τὸ ἱδρυόμενον Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς. Τούτου τεθέντος, ἐξετάσωμεν τίς πρέπει νὰ ἦναι ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως ἀναλάβῃ πάσας τὰς ὑπηρεσίας τῆς διοικήσεως καὶ μείνῃ οὕτως ὁ στρατὸς ἐλεύθερος. Κατὰ τὰς ἀνὰ χεῖράς μου καταστάσεις ἐπασχολοῦνται: 1) Διὰ τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὴν εἰς αὐτὴν ἀνατεθειμένην ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ὡς καὶ διὰ τὴν δασικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, 9 ταγματάρχαι, 6 μοίραρχοι, 11 ἀντιμοίραρχοι, 41 ὑπομοίραρχοι, 47 ἀνθυπομοίραρχοι, 23 ἀνθυπολοχαγοὶ οἰκονομίας, 244 ἐνωμοτάρχαι, 327 ὑπενωμοτάρχαι, 3380 χωροφύλακες.
§259ΡΑΖΕΛΟΣ. Δέκα ταγματάρχαι εἶναι ὅλοι οἱ ταγματάρχαι τῆς χωροφυλακῆς. Ἐξ αὐτῶν 2 εἶναι εἰσηγηταὶ τοῦ Στρατοδικείου, μένουσι λοιπὸν 8. Φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ κατάστασις αὕτη.
§260ΠΕΤΑΛΑΣ. Εἶναι ἀκριβεστάτη, διότι εἶναι εἰλημμένη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄλλως, ἐὰν ἦναι 8 ἢ 9, δὲν εἶναι μεγάλη διαφορά. Ἐκ τῶν ἀνὰ χεῖράς μου ὅμως καταστάσεων ἐμφαίνεται ἀριθμητικῶς καὶ κατὰ νομοὺς ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς. Νὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ ποῦ εἶναι τοποθετημένοι οἱ ταγματάρχαι οὗτοι. Ἐν τῷ νομῷ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας 1, Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος 1, Τρικκάλων 1, Λαρίσσης 1, Κυκλάδων 1, Ἀρκαδίας 1, Λακωνίας 1, Μεσσηνίας 1 καὶ Ἀχαϊοήλιδος 1, τὸ ὅλον 9.
§261ΣΕΧΟΣ. Πόσους ὑπαξιωματικοὺς ἐνωμοτάρχας ἔχετε σημειώσει;
§262ΠΕΤΑΛΑΣ. 244 ἐνωμοτάρχας καὶ 327 ὑπενωμοτάρχας.
§263ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ἔφιπποι χωροφύλακες;
§264ΠΕΤΑΛΑΣ. Ναί. Πρὸς τούτοις εἶναι προσκεκολλημένοι εἰς τὴν χωροφυλακὴν διὰ τὰς μνημονευθείσας ὑπηρεσίας 8 λοχαγοί, 46 ὑπολοχαγοί, 128 ἀνθυπολοχαγοί, 29 ἀνθυπασπισταί, 17 ἐπιλοχίαι, 95 λοχίαι, 73 δεκανεῖς καὶ 1047 στρατιῶται τῶν διαφόρων ὅπλων. Πρὸς τούτοις ἐπασχολοῦνται καθαρῶς διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν 80 ἐνωμοτάρχαι τῆς ἀστυφυλακῆς, 38 ὑπενωμοτάρχαι τῆς ἀστυφυλακῆς καὶ 1534 ἀστυφύλακες. 2) Διὰ τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν ἀπαιτοῦνται 41 ἀξιωματικοὶ, 107 ὑπαξιωματικοὶ, 948 στρατιῶται. 3) Διὰ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν ἀπαιτοῦνται ἡμερησίως 13 ἀξιωματικοί, 81 ὑπαξιωματικοὶ καὶ 697 στρατιῶται. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τοὐλάχιστον τρεῖς ἀλλαγὰς, ἤτοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην 39 ἀξιωματικοὶ, 243 ὑπαξιωματικοὶ, 2091 στρατιῶται. Ὅθεν ἀπαιτοῦνται ἐν ὅλῳ 589 ἀξιωματικοὶ, 1284 ὑπαξιωματικοὶ καὶ 8840 ἄνδρες, ἵνα τελείως ἀπαλλαγῇ ὁ στρατὸς πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας.
§265ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὅλον πόσοι;
§266ΠΕΤΑΛΑΣ. 10,713. Τοιαύτη ὅμως δύναμις τῆς χωροφυλακῆς θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην περίπου 9 ἑκατομμυρίων δραχ.
§267ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς χωροφυλακῆς;
§268ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα, ἵνα ἀντικατασταθῶσιν ὅλοι οἱ ἄνδρες αὐτοὶ δι’ ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς.
§269ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Κατὰ τὸ σύστημα τῶν μισθοδοσιῶν τοῦ νομοσχεδίου;
§270ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὄχι, ἀλλὰ μὲ μισθοδοσίας μεγαλειτέρας· διότι, νομίζω, μὲ τὰς μισθοδοσίας τοῦ νομοσχεδίου δυσκόλως θὰ κατατάσσωνται καλοὶ ἐθελονταὶ χωροφύλακες. Ἐπειδὴ δὲ σήμερον δαπανῶνται διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν χωροφυλακὴν 5½ περίπου ἑκατομμύρια, ἕπεται ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη ἐκ 3½ ἑκατομμυρίων γίνεται εἰς βάρος τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀνάγεται βεβαίως εἰς τὰς δαπάνας τῶν παρὰ τῇ χωροφυλακῇ προσκεκολλημένων. Ὅθεν αἱ καθαρῶς μέχρι σήμερον γενόμεναι δαπάναι διὰ τὸν στρατὸν, ἀφοῦ ἀφαιρέσωμεν τὴν δαπάνην τῆς χωροφυλακῆς περὶ τὰ 3 ἑκατομμύρια, καὶ τὰ 3½ ἐπὶ πλέον ἑκατομμύρια, δαπανώμενα διὰ τὴν ἐνίσχυσιν αὐτῆς, ἀνέρχονται εἰς 9½ περίπου ἑκατομμύρια...
§271ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα νῦν;
§272ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα... Διὰ τοιαύτης λοιπὸν δαπάνης ποῖον στρατὸν θέλετε νὰ ἔχωμεν; Τοῦτο ἀφήνω νὰ κρίνητε ὑμεῖς. Ἀλλ’ ἂς μὴ κοπτώμεθα ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν, ὅτι πρέπει νὰ παρασκευασθῶμεν καὶ νὰ περιοριζώμεθα μόνον εἰς λόγους. Ἐννοῶ καλῶς, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἔχωμεν τοιαύτην δύναμιν καὶ δαπάνην διὰ τὴν χωροφυλακήν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον πρέπει μέσην τινὰ ὁδὸν νὰ τάμωμεν, τουτέστιν ἡ ἐν μέρει μεταβατικὴ ὑπηρεσία καὶ ἡ ἐν μέρει φρούρησις τῶν φυλακῶν νὰ ἐκτελῆται διὰ τοῦ στρατοῦ. Λέγων ἐν μέρει, ἐννοῶ ν’ ἀνατίθεται ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἔνθα ὑπάρχει συγκέντρωσις στρατευμάτων. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι μεγάλη πολυτέλεια ὑπῆρξεν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ δύναται κάλλιστα νὰ μειωθῇ ἐπὶ πολὺ ὁ ἀριθμὸς οὗτος...
§273ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου ὑπάρχει ἕδρα τάγματος.
§274ΠΕΤΑΛΑΣ. Τοὐλάχιστον.
§275ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἀπόσπασις λόχου.
§276ΠΕΤΑΛΑΣ. Βεβαίως... Ἑπομένως, ἂν λάβωμεν ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἡ ἀπαιτουμένη δύναμις τῆς χωροφυλακῆς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ξένων τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσιῶν δέον νὰ ἦναι 182 ἀξιωματικοί, 1153 ὑπαξιωματικοί, 5390 χωροφύλακες. Ἡ δὲ ἀπαιτουμένη δαπάνη θ’ ἀνέλθῃ περίπου εἰς 6,200,000 δραχ. Δαπανῶνται σήμερον περίπου 5,500,000, ὥστε ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ θ’ ἀνέλθῃ εἰς 700,000 περίπου δραχμάς.
§277ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύνολον εἶναι 6,725· πόση εἶναι ἡ δαπάνη;
§278ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἡ δαπάνη μὲ μισθοδοσίας οὐχὶ τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένας, ἀλλ’ ηὐξημένας, σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ ἀνέλθῃ εἰς 6,200,000 δραχμάς.
§279ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ μένει καὶ μέρος τῶν ὑπηρεσιῶν εἰς τὸν στρατόν;
§280ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα, ὡς εἶπον, μένει μέρος τῶν ὑπηρεσιῶν εἰς τὸν στρατὸν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἔνθα ὑπάρχει συγκέντρωσις στρατοῦ. Ἀκριβῶς δὲν εἶναι 700,000 δραχ. ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη, εἶναι περισσοτέρα, διότι θὰ λείψῃ τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, διότι εἰς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν ἀναγράφεται ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων. Ἑπομένως οἱ δῆμοι μένουσιν ἐλεύθεροι, καὶ δὲν ἐπιβαρύνονται δι’ εἰσφορᾶς.
§281ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ σᾶς πλανᾷ τοῦτο· διότι ἡ εἰσφορὰ εἶναι εἰς ἄλλον νόμον.
§282ΠΕΤΑΛΑΣ. Τοὐλάχιστον εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἰς ὃ ἔῤῥιψα ἓν βλέμμα, εἶδον ὅτι δὲν ἀναγράφεται. Ἐὰν ἡ εἰσφορὰ εἰσπραχθῇ, τότε εἶναι ἡ δαπάνη 700,000. Ἐὰν δὲν εἰσπραχθῇ, τότε θὰ λείψῃ τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς εἰσφορᾶς, καὶ θὰ ἦναι μεγαλειτέρα.
§283ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν. Ὑμεῖς πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ὑπολογίσητε τὰς δαπάνας.
§284ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπολογίζετε ποσῶς δαπάνην ἐκ μέρους τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἀστυνομίαν τὴν σήμερον;
§285ΠΕΤΑΛΑΣ. Βεβαίως. Μόνον δὲν συμπεριέλαβον τὴν δαπάνην τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
§286ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑπελογίσατε καὶ εἰς τί θὰ ἀνέλθῃ ἡ δαπάνη τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν φυλακῶν, αἱ ὁποῖαι μένουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν;
§287ΠΕΤΑΛΑΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι τὸ ὅλον τῶν ἀπαιτουμένων δαπανῶν εἶναι 9,000,000, ἵνα ἀπαλλαγῇ ἐντελῶς ὁ στρατὸς ἀπὸ πᾶσαν ξένην ὑπηρεσίαν. Ἐὰν δὲ ἀφήσητε αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερον, εἰς τὸν στρατόν...
§288ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤτοι τὴν μεταβατικὴν καὶ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν.
§289ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα... τότε ἡ δαπάνη θὰ ἀνέλθῃ εἰς 6,200,000.
§290ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πάλιν εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ διαφορά.
§291ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀφαιροῦνται πολλοὶ ἄνδρες διὰ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν καὶ διὰ τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν; ἐὰν δὲ τοὺς ὑπολογίσητε ἀπὸ 800 δραχ. κατ’ ἔτος, κατὰ μέσον ὅρον, μεταξὺ ὑπαξιωματικῶν καὶ χωροφυλάκων, καθόσον ἐγὼ ὑπολογίζω 60 δραχμὰς κατὰ μῆνα τοὺς χωροφύλακας, 65 τοὺς ὑπενωμοτάρχας, 70 τοὺς ἐνωμοτάρχας βʹ τάξεως καὶ 75 τοὺς ἐνωμοτάρχας αʹ τάξεως, πρὸς δὲ δέκα δραχμὰς ἐπὶ πλέον τοὺς ἐφίππους. Ἐπίσης ὑπολογίζω καὶ τὸν ἱματισμόν, χορηγούμενον δωρεάν...
§292ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς φυλακὰς, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἕδρα συντάγματος, θὰ ἔχητε πάντοτε ἄνδρας τῆς χωροφυλακῆς· ὥστε πρέπει νὰ ὑπολογίσητε κἄτι περισσότερον.
§293ΠΕΤΑΛΑΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριε συνάδελφε, ὅτι μειοῦται ἐπαισθητῶς καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὡς προανέφερον... Ὥστε τοσαύτη, Κύριοι, πρέπει νὰ ἦναι ἡ δύναμις καὶ ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ ἀναδιοργάνωσις τῆς χωροφυλακῆς. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον φέρει 150 ἀξιωματικούς, 807 ὑπαξιωματικοὺς καὶ 5,504 χωροφύλακας. Φρονῶ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί, οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ὀλίγοι, ἡ δὲ ὑπολογιζομένη δαπάνη ἐσφαλμένως πολὺ μικρά.
§294ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 166 εἶναι οἱ ἀξιωματικοί;
§295ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ οἱ 16 εἶναι τοῦ οἰκονομικοῦ. Ἐγὼ ὑπολογίζω τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς 182, διότι νομίζω ὅτι εἰς δύναμιν 5,504 ἀνδρῶν, μετὰ 807 ὑπαξιωματικῶν, ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἔχει, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀνάλογος ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν διὰ τὴν διοίκησιν καὶ ἐπίβλεψιν. Ἄλλως, ἐπειδὴ θὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀριθμός τις ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ αὐξηθῇ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν, διότι εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἡ ὑπηρεσία ἐκτελεῖται κατ’ ἀποσπάσματα μικρὰ, τὰ ὁποῖα ἐπὶ κεφαλῆς πρέπει νὰ ἔχωσιν ἕνα ὑπαξιωματικόν, ἐνωμοτάρχην ἢ ὑπενωμοτάρχην, ἵνα ἡ ὑπηρεσία κανονικώτερον ἐκτελῆται. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν πρέπει νὰ ἀνέλθῃ εἰς 1153. Εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἀναγκαιοτάτη ἡ ἵδρυσις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ, ἀλλά, ὡς εἶπον, μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ὑπαχθῇ ἡ χωροφυλακὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Εὑρίσκω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰσέτι δύο ἐπιθεωρηταὶ, τουτέστιν εἷς ἀντισυνταγματάρχης, ὑπαρχηγὸς τοῦ Ἀρχηγείου καὶ ἐπιθεωρητὴς, καὶ εἷς ἕτερος ἀντισυνταγματάρχης ἐπιθεωρητής. Διότι αἱ ἐπιθεωρήσεις πρέπει νὰ διαιρεθῶσι κατὰ περιφερείας, οἱ δὲ ἐπιθεωρηταὶ νὰ μένωσι διαρκῶς εἰς τὴν περιφέρειαν, τὴν ὁποίαν ἐπιθεωροῦσι, καὶ νὰ ἐκτελῶσι τὰς ἐπιθεωρήσεις οὐχὶ μόνον τακτικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐκτάκτως, ἵνα ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ ἀμέσως ἀντιλαμβάνωνται, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία ἐκτελῆται καλῶς. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν δύναται εἷς ἐπιθεωρητὴς νὰ ἐπιθεωρῇ περισσότερον ἀπὸ τοὺς νομοὺς τῆς Πελοποννήσου, ἕτερος ἀπὸ τοὺς νομοὺς Αἰτωλοακαρνανίας, Ἄρτης, Κερκύρας, Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, ἕτερος ἀπὸ τοὺς νομοὺς Φθιωτιδορωκίδος, Λαρίσης, καὶ Τρικάλων, καὶ ὁ ὑπαρχηγὸς νὰ ἐπιθεωρῇ τοὺς νόμους Ἀττικοβοιωτίας, Εὐβοίας καὶ Κυκλάδων.
§296ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ποῖον βαθμὸν θὰ ἔχουν;
§297ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὸν βαθμὸν ἀντισυνταγματάρχου, διότι δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἀνάλογος βαθμολογικὴ κλῖμαξ, διὰ νὰ διοικῆται ἓν σῶμα τόσον πολυάριθμον. Δὲν δύνανται βεβαίως οὔτε οἱ ὑπομοίραρχοι οὔτε οἱ μοίραρχοι νὰ διοικήσωσιν ἓν σῶμα τόσον πολυάριθμον, πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν, ὡς εἶπον, ἀνάλογοι βαθμοφόροι διὰ τὴν διοίκησιν καὶ ἐπιτήρησιν αὐτοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀξιώσωμεν λογικῶς, ἓν σῶμα δυνάμεως 6500 ἀνδρῶν περίπου νὰ μὴ ἔχῃ τοὺς ἀναγκαίους ἀνωτέρους ἀξιωματικούς. Ὥστε φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία λογικὴ βαθμολογικὴ κλῖμαξ διὰ τὴν διοίκησιν καὶ ἐπίβλεψιν, ὡς εἶπον, τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ ἱδρύσεως τμήματος ἀσφαλείας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Τὸ τμῆμα δὲ τοῦτο ν’ ἀποτελῆται παρὰ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ὡς τμηματάρχου, καὶ ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ὡς εἰσηγητῶν. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι ἡ σύνθεσις τῶν Μοιραρχιῶν πρέπει νὰ μείνῃ ὡς μέχρι τοῦδε ἦτο, δηλαδὴ ἀφοῦ θὰ προστεθῶσιν ὡς ἐπιθεωρηταὶ καὶ ὁ ὑπαρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἀντισυνταγματάρχαι, νὰ διοικῶνται ὡς σήμερον διοικοῦνται. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὴν σύνθεσιν τῶν Μοιραρχιῶν, εἶναι δύο οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοί. Τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει μόνον ἕνα ἀνθυπολοχαγὸν κατὰ Μοιραρχίαν, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον εἷς ἄνθρωπος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ χρήματος καὶ τοῦ ἱματισμοῦ καὶ ὑλικοῦ εἰς τόσον μέγαν ἀριθμὸν ἀνδρῶν ἑκάστης Μοιραρχίας. Εἶναι ἐπάναγκες, καὶ διὰ τὸ πολὺ τῆς ἐργασίας καὶ διὰ τὴν κανονικωτέραν λειτουργίαν ἰδίως τῆς διαχειρίσεως τοῦ ταμείου, νὰ ὁρισθῇ εἷς ὑπολοχαγὸς τοῦ οἰκονομικοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ εἷς ἀνθυπολοχαγὸς διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑλικοῦ.
§298Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 400 ἄνδρες θὰ ἦναι;
§299ΠΕΤΑΛΑΣ. Διαιρέσατε τὸ 6500 διὰ τοῦ 16, διὰ νὰ εὕρητε πόσοι εἶναι.
§300ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. 400 περίπου.
§301ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν εἷς καὶ μόνος ἀξιωματικὸς ἐν ἑκάστῃ Μοιραρχίᾳ. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι εἰς ἑκάστην Μοιραρχίαν πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ εἷς στρατιωτικὸς ἰατρὸς πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀνδρῶν τῆς Μοιραρχίας, τῆς ἀστυιατρικῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομίας, τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τῶν φυλακῶν, τῆς στρατολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Συμβουλίου καὶ πλείστων ἄλλων ὑγειονομικῶν ὑπηρεσιῶν. Νομίζω ὅτι αἱ ἀναγραφόμεναι ἀποδοχαὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι μικραὶ, ὡς εἶπον, καὶ δυσκόλως δύνανται νὰ εὑρεθῶσι καλοὶ ἐθελονταὶ μὲ μισθοδοσίαν 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς ἀστυφυλακῆς, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταταχθῶσιν οὗτοι ὡς χωροφύλακες, ἐνῷ προϋπηρέτησαν εἰς τὸν στρατὸν ὡς ὑπαξιωματικοί, ἐπιλοχίαι καὶ λοχίαι. Πρέπει προσέτι νὰ ἀναγραφῇ ὡρισμένη διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀπαγορεύουσα ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς δι’ ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἀνάθεσιν εἰς αὐτὸν ὑπηρεσιῶν ξένων πρὸς τὸν προορισμόν του, ἐκτὸς, ὡς εἶπον, τῆς ἐν μέρει φρουρήσεως τῶν φυλακῶν καὶ τῆς ἐν μέρει μεταβατικῆς ὑπηρεσίας. Πρέπει νὰ ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν μετάβασιν εἰς διαθεσιμότητα τῶν ἀνδρῶν τοῦ πεζικοῦ, τῶν ἐπὶ πλέον τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς εἰς αὐτὴν κατατεταγμένων ἀνδρῶν, διότι τοιουτοτρόπως δύνανται νὰ κατατάσσωνται ἐν τῇ χωροφυλακῇ ὑπεράριθμοι εἰς βάρος τοῦ πεζικοῦ. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου.
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάνεσης.
§303ΜΑΝΕΣΗΣ. Κοινὴ εὐχὴ, Κύριοι, καὶ κοινὸς κατέστη πόθος ἀληθῶς, ὅπως ὁ στρατὸς ἀπαλλαγῇ τῶν ἀλλοτρίων ὑπηρεσιῶν, καὶ πρὸς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ζητοῦσα τὴν ψῆφον ἡμῶν. Δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι, ἐὰν πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκ μέρους ἁπασῶν τῶν Κυβερνήσεων ἐλαμβάνετο πρόνοια πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ μεγάλου τούτου σκοποῦ, βεβαίως ἡ λύσις τοῦ ζητήματος ἤθελεν εἶσθαι εὐχερεστάτη καὶ σύμφωνος πρὸς τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ἐν αἷς σήμερον διατελεῖ ἡ χώρα, τουτέστι δὲν ἠθέλομεν ὑποστῆ ἄλλας δαπάνας, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ξένων ὑπηρεσιῶν. Δὲν εἶναι καιρὸς καὶ δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἄλλοτε διὰ μακρῶν εἶπον, ποῖα εἶναι τὰ προκαταρκτικὰ μέτρα, τὰ προλειαίνοντα τὴν ὁδὸν πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου. Δὲν θὰ εἴπω περὶ τοῦ ζητήματος τῶν φυλακῶν· διότι—ἔχετέ το ὑπ’ ὄψιν—ἐνόσῳ δὲν λύσητε τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, ὄχι μόνον δὲν θὰ κατορθώσητε τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε, ἀλλὰ καὶ θὰ δαπανήσητε ἐπὶ ματαίῳ, καὶ θὰ ἐπανέλθητε εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, διότι τὰ κακὰ ἀκόμη ἐνυπάρχουσιν ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς θέλω ἀποδείξει. Λοιπὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον κατέστη εἰς ἐμὲ ἀληθὴς ψύχωσις, νὰ ἀνατεθῶσιν ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἀλλὰ πρὸ πάντων ὅπως διὰ μικρᾶς δυνάμεως κατορθώσωμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὴν, δὲν θὰ τὸ κατορθώσωμεν...
§304ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι τοῦ μέλλοντος.
§305ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐν τούτοις ὤφειλον νὰ τὸ εἴπω· διότι, ἐὰν νομίζετε ὅτι θὰ κάμητε τίποτε, ἀπατᾶσθε. Θὰ ἐξοδεύσητε πολλὰ, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀνθέξητε, Τώρα βεβαίως θὰ μοὶ ἀπαντήσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα, διὰ νὰ ἠμπορῶμεν νὰ συγκεντρώσωμεν τὰς φυλακάς. Τὸ ζήτημα λοιπὸν σήμερον εἶναι, ποῖαι αἱ ὑπηρεσίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀπασχολεῖται ὁ στρατὸς, καὶ πῶς διὰ τῆς χωροφυλακῆς θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν ἐκ τούτων. Ἐζήτησα—καὶ δι’ αὐτὸ θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον πρόωρον— παρεκάλεσα μάλιστα προχθὲς, νὰ παραπεμφθῇ τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ μελετηθῶσι πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα, ἵνα μὴ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα δι’ εἰκασιῶν νὰ κρίνωμεν ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία σήμερον ἀπασχολεῖται εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, καὶ ποία συνεπῶς ἔσεται ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία θ’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, αὔριον, ἴσως θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ποία ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς σήμερον ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ χωροφύλακας, ἡ δύναμις ἡ ὁποία ἀσχολεῖται εἰς τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν, ποία ἡ δύναμις, ἡ ὁποία ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ποία ἡ εἰς τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, ποία ἡ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἄλλας θέσεις, καὶ ἀφοῦ πραγματικῶς ἔχομεν ὡρισμένα καὶ πραγματικὰ δεδομένα, δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν, ἂν ἠμποροῦμεν διὰ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν διαγράφει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, νὰ κατορθώσωμεν τὸ ποθούμενον.
§306ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τὴν δαπάνην, ἐὰν ἦναι δυνατόν.
§307Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε μίαν διακοπήν; Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897 περιλαμβάνονται ὅλα αὐτά.
§308ΜΑΝΕΣΗΣ. Τίποτε δὲν λαμβάνω ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἦτο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν θὰ ἐζήτουν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν ἀνδρῶν. Διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει τὸν ἀριθμὸν κατὰ τὰς ὀργανικὰς θέσεις, ἡ δὲ δύναμις δὲν μένει πάντοτε ἡ αὐτή. Διὰ τοῦτο θέλω νὰ ἦμαι ἐν τῷ ὀρθῷ. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶχον καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ στρατὸς τότε μόνον θὰ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὸν προορισμόν του, ὅταν περιορισθῇ εἰς τὰς ἁρμοζούσας αὐτῷ ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ὅταν ἐκραύγαζον ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων εἰς τὸν προορισμόν του ὑπηρεσιῶν καὶ ἀναθέσεως αὐτῶν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς: «διατὶ δὲν παραδίδετε τὴν χωροφυλακὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ὁποίου τὰς ὑπηρεσίας ἐκτελεῖ; πρὸς τί δὲν συνταυτίζετε τοὺς ἀστυφύλακας μετ’ αὐτῆς, ὅπως ἔχητε δύναμιν 6,000 ἀνδρῶν, συμπεριλαμβανομένων τῶν ἀστυφυλάκων καὶ τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν;» Ἔλεγον δέ: «ἐὰν τὴν δύναμιν ταύτην διαιρέσητε διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 16 νομῶν καὶ κατ’ ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν, θέλετε εὕρει πηλίκον δυνάμεως ὑπεραρκούσης εἰς πάσας τὰς ὑπηρεσίας.» Καὶ ἀκόμη, Κύριοι, ἐξακολουθῶ νὰ τὸ φρονῶ· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν, ὅταν προϋποθέσῃ τις, ὅτι ὑπάρχει διοίκησις, ἡ ὁποία ἐπιβλέπει τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία δὲν ἀφήνει κανένα τῶν ἀνδρῶν, τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, νὰ τρυπώνῃ, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἀλλὰ τῷ ἐπιβάλλει νὰ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν, δι’ ἣν προωρίσθη. Τίς δὲν ἤθελε φρίξει, ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν ἀνέφεραν οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι 11,000 ἄνδρες κατεγίνοντο εἰς τὰς προμνησθείσας ὑπηρεσίας; Τί ἔκαμνον αὐτοί; Τὸ πηλίκον τῶν 6,000 διὰ τοῦ 16 εἶναι 375. Ἔλθετε εἰς τὴν Ἄρταν· θὰ ἴδητε ὅτι 130 ἄνδρες ὑπεραρκοῦσι· θέσατέ τους εἰς τὴν γραμμὴν, παραδόσατε αὐτοὺς εἰς τὸν νομάρχην, καὶ εἴπετε αὐτῷ: «Σᾶς δίδω 130 ἄνδρας διὰ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν»· καὶ θὰ ἔμενεν εὐχαριστημένος.
§309ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περιλαμβάνετε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν;
§310ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὄχι. Δι’ αὐτὴν εἶναι τὰ εὐζωνικὰ τάγματα. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐνῷ ἔχω αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, δέχομαι τὴν αὔξησιν τῆς δυνάμεως κατὰ χιλίους ἄνδρας, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι 7,000 ἀναλαμβάνουσιν ὁλόκληρον τὸ σύμπλεγμα τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων. Λάβετε τὰς ἐπαρχίας, καὶ ὑπολογίσατε πόσοι ἄνδρες ἀναγκαιοῦσι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, διότι σήμερον, ὁμαλῆς οὔσης τῆς καταστάσεως τῆς χώρας ὑπὸ ἔποψιν δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἁπανταχοῦ τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας. Λαμβάνουσι χώραν κοινὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία καταδιώκει. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει πάντα ταῦτα, δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ἂν τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκομεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ φρούρησις τῶν φυλακῶν δὲν θ’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν χωροφυλακήν. Τί σημαίνει δὲ φρούρησις τῶν φυλακῶν; Ὅτι ἔχετε ἀνάγκην 2,000 ἀνδρῶν ὡς ἀπαιτουμένην δύναμιν, ὅπως κατὰ τριήμερον ἀντικαθιστᾶτε τὰς φρουράς. Ἔχετε ἀνάγκην λοιπὸν νὰ διαιρέσητε τὸν στρατὸν εἰς τμήματα, εἴτε εἰς τάγματα ἢ συντάγματα, εἰς 21 μέρη, ὅπου εὑρίσκονται αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους· ἑπομένως ἡ διασπορὰ καὶ ἡ κατάτμησις μένει ἡ αὐτή. Ποίαν συγκέντρωσιν θὰ κάμητε; ποίαν ὀργάνωσιν θὰ ἐφαρμόσητε; Ὅταν λέγωμεν συγκέντρωσιν στρατοῦ, ἐννοοῦμεν συγκέντρωσιν οὐχὶ ἐν στρατοπέδῳ· στρατόπεδον οὐδαμοῦ ὑφίσταται, οὐδαμοῦ παραδέχονται στρατόπεδα· στρατόπεδα εἶχον ἄλλοτε οἱ Γάλλοι, ἀλλὰ μετεμελήθησαν καὶ τὰ ἐγκατέλιπον, διότι τὰ στρατόπεδα οὐδὲν ἄλλο παρέχουσιν ἢ στερεότυπον καὶ περιωρισμένην ἐκπαίδευσιν. Σήμερον οἱ στρατοὶ ἀσκοῦνται διὰ τῶν μεγάλων ἀσκήσεων, ὅπου ἐφαρμόζονται τὰ διδάγματα τῆς πολεμικῆς τέχνης. Ἐκεῖ ἀναπτύσσονται οἱ μέλλοντες νὰ διοικήσωσι τὸν στρατὸν, ἐκεῖ συνειθίζουσι πῶς νὰ πορεύωνται, πῶς νὰ διανυκτερεύωσι, πῶς νὰ καταυλίζωνται καὶ ἐπισταθμεύωσιν, ἐκεῖ ἀναπτύσσεται τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐκεῖ ἀποκτᾶται τὸ προσὸν τοῦ διοικεῖν. Αἱ ἡλικίαι τῶν ἐφέδρων δὲν ἔρχονται ἵνα γυμνασθῶσιν εἰς τὰς συνήθεις ἀσκήσεις, ἀλλ’ ἵνα διὰ τῶν μεγάλων ἀσκήσεων μορφωθῶσιν εἰς τὴν τέχνην τοῦ πολέμου τὰ στελέχη. Τὴν παρέκβασιν ταύτην ἔκαμον, διότι, ὅταν θέλητε νὰ ἔχητε τὸν στρατὸν κατατεταγμένον εἰς τὰς διαφόρους φυλακὰς, δὲν θὰ ἐφαρμόσητε τὸν ὀργανισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε, οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχητε. Ἀλλὰ τώρα, ἴσως εἴπητε, πῶς θὰ κατορθωθῶσιν, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην μεγάλης δυνάμεως; Ἰδοὺ ἡ ψύχωσις, ἡ ὁποία ἐπανέρχεται· διότι, ἐὰν εἴχομεν εἰς 3 μέρη τὰς φυλακὰς, θὰ ἐχρειαζόμεθα μόνον 300 ἄνδρας διὰ τὴν φρούρησιν αὐτῶν. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον δὲν θὰ πληρώσῃ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων ὑπηρεσιῶν. Ἐν αὐτῷ εἰσάγεται ἡ πολυτέλεια εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοὺς, καὶ ἐπέρχεται αὔξησις βαθμοφόρων. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι ἀνέγνωσα ἄλλοτε πραγματείαν ἔντυπον ἀξιωματικοῦ λίαν μεμορφωμένου, τὸν ὁποῖον πολὺ ὑπολήπτομαι καὶ ἐκτιμῶ, ἑνὸς ὑπομοιράρχου· πάσας τὰς γνώμας αὐτοῦ βλέπω ἀπεικονιζομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, καὶ εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι εὑρίσκω πολυτέλειαν καὶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι πάντα ταῦτα. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἀνελογίζετο τὸ ἴδιον αὐτοῦ σῶμα, καὶ ἐπεθύμει τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, ἀλλὰ βεβαίως ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς, ὡς ἑτοιμάζει ταύτην τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας θέλει ἀναλάβει. Ὁρίζων ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἄλλοτε τὴν δύναμιν τῆς ἐνωμοτίας εἰς 10 ἄνδρας, ἔλεγεν ὅτι οἱ Γάλλοι ὁρίζουσιν αὐτὴν εἰς 5, ὁ δὲ προαγορεύσας ἔλεγεν: «αὐξήσατε ἐπ’ ἄπειρον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, διότι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε εἷς βαθμοφόρος καὶ εἰς ἐλάχιστον ἀριθμὸν ἀνδρῶν.» Ἀφοῦ εἰσάγετε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ κατορθώσητε, τῶν ἐθελοντῶν, τῶν πεπειραμένων στρατιωτῶν, τῶν ἐχόντων ἐξαίρετον διαγωγὴν, βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι αἱ ἐνωμοτίαι δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι μέγαν ἀριθμὸν ἀνδρῶν, καὶ δι’ αὐτὸ λέγω «αὐξήσατε οὐχὶ τοὺς βαθμοφόρους, ἀλλὰ τοὺς ὁπλίτας»· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἀναβιβάζει τὴν ἐνωμοτίαν εἰς 22, ὁ ὁρίζων ἄλλοτε αὐτὴν εἰς 10. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβιβάσητε τὴν δύναμιν αὐτῆς εἰς 26, καὶ τότε, ἀντὶ τῶν 240 ἐνωμοτιῶν, θὰ ἔχητε 203 τοιαύτας. Δὲν ἐγγίζω τὴν δύναμιν τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς, διότι θεωρῶ δύσκολον τὴν ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ ὁ μισθὸς εἶναι ὁ αὐτός. Ἀλλ’ ὅταν ἔχητε πληθὺν ὑπαξιωματικῶν, ἔχετε ὤθησιν ἀέναον ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω, καὶ συνεπῶς δημιουργίαν θέσεων, ὁ δὲ ὑπαξιωματικὸς οὐδέποτε ἐκτελεῖ ὑπηρεσίαν τοῦ χωροφύλακος, οὔτε θὰ μεταβῇ ὡς ἀγγελιαφόρος ἢ παραγγελιοδόχος. Ἔχετε εἰς τὸν ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ διαίρεσιν τῶν Μοιραρχιῶν εἰς δύο τάξεις, 8 τοιαύτας διοικουμένας παρὰ ταγματαρχῶν καὶ 8 παρὰ μοιράρχων, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον 4 Μοιραρχίαι ἔχουσιν ὡς διοικητὰς ἀντισυνταγματάρχας, αἱ δὲ λοιπαὶ 12 ταγματάρχας. Πλὴν δὲ τούτου, ἐὰν δὲ φρονῆτε ὅτι πρέπει ἡ χωροφυλακὴ ν’ ἀποτελῇ μέρος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνετε τὴν κατάργησιν τοῦ τμήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν;
§311Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὰς λεπτομερείας.
§312ΜΑΝΕΣΗΣ. Πρέπει νὰ τὴν ἀναθέσητε ἐκεῖ, καὶ τότε ἀφαιρέσατε τὴν δαπάνην, δι’ ἧς ἐπιβαρύνεται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὰ εἶπον καὶ ἄλλοτε, καὶ σήμερον εὐχαριστήθην, διότι τὰ ἐπανέλαβον, καὶ ἕτεροι συνάδελφοι. Ἐπίσης παρατηρῶ, ὅτι δὲν ὑπολογίζετε τὴν δαπάνην διὰ τὰ κτήνη, τὴν νομὴν καὶ τὸν ἱματισμόν. Δόσατε τὴν χωροφυλακὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ μὴ ἐπιβαρύνετε διὰ ταύτης τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα γνωρίζῃ τί ἔχει, καὶ οὕτως ὀργανωθῇ. Καὶ αὐτὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἠδύνατο νὰ ἦναι οἰκονομικώτερον κατὰ 145,000 δραχμάς. Ἀλλὰ εἰς τὰς λεπτομερείας θὰ ἀναπτύξω πάντα ταῦτα. Ἔχετε εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον προϊστάμενον τοῦ γραφείου ταγματάρχην, ἐνῷ ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι λοχαγός· ἔχετε 12 προέδρους οἰκονομικοῦ, ὅλως περιττούς.
§313Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τοῦτο εἶναι καὶ ἀστεῖον.
§314ΜΑΝΕΣΗΣ. Πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ παύσωμεν φρονοῦντες μὴ ἐπιζήμιον τοιαύτην ὤθησιν πρὸς τὰ ἐμπρός. Ἐγὼ ἐξετίμησα τοὺς νέους ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Σχινᾶς εἶχεν ἄδικον, συγκρίνας τὴν σημερινὴν χωροφυλακὴν μὲ τὴν παλαιάν· δὲν ὑπάρχει σύγκρισις. Ἄλλοτε ὑπῆρχον ἀξιωματικοὶ ἀνώτεροι ἄριστοι, καὶ — ἂς τὸ εἴπωμεν μετὰ θλίψεως — ἀκλόνητος ἦτο ἡ πειθαρχία καὶ κατὰ τοῦτο. Ἄλλη ἦτο ἡ ἐποχὴ τότε τοῦ στρατοῦ· σιδηρᾶ ἦτο ἡ χείρ, ἡ ὁποία τότε συνεκράτει τὸ στράτευμα. Δὲν ἐννοῶ ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τοιαύτην πολυτέλειαν, διότι δημιουργοῦντες τοιαύτας θέσεις βλάπτομεν τὸ Σῶμα καὶ πάντας ἡμᾶς· διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐάν ποτε τακτοποιηθῶσι τὰ πράγματα, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ μὲ τοσούτους βαθμοφόρους θὰ ἦναι ὑπὲρ τὴν δύναμιν αὐτῆς, καὶ ἡ ἐλάττωσις θὰ ἦναι δύσκολος καὶ ἐπιβλαβής. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ βαίνωμεν περιεσκεμμένως. Ἐγὼ ὁ ἴδιος λέγω, ὅτι δύνασθε νὰ θέσητε ἀντισυνταγματάρχην εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Μοίρας τῆς πρωτευούσης. Δημιουργεῖτε εἰς Ὑπομοιραρχίας 4 ἀντιμοιράρχους, ἀντὶ ὑπομοιράρχων. Δὲν νομίζω ὅτι ἕνεκα τοῦ βαθμοῦ μειονεκτεῖ ἡ διοίκησις. Ἔχω τὴν ἰδέαν λοιπόν, ὅτι, ἂν μείνωμεν εἰς τὴν ἀναγραφομένην δύναμιν, δὲν θὰ κατορθώσωμεν τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ. Μετὰ πεποιθήσεως δὲ φρονῶ, ὅτι, ἂν ἀναβιβάσωμεν τὴν δύναμιν εἰς 7,000, ἡ χωροφυλακὴ θὰ δυνηθῇ νὰ ἀναλάβῃ πάσας τὰς ὑπηρεσίας, καθὼς καὶ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν μετὰ τῶν λοιπῶν ὑπηρεσιῶν, διότι σήμερον, ὅπως εἶπον, ἡ μεγάλη δύναμις, ἥτις φαίνεται ὅτι ἀπασχολεῖται εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, εἶναι ὑπερβολική, καταχρηστικῶς ἀναβιβασθεῖσα οὕτω. Ἀλλ’ ἐὰν θέλετε νὰ προστρέξητε προσκαίρως, ἕως οὗ κατορθώσητε νὰ πληρώσητε τὰ κενὰ διὰ τῶν ἐθελοντῶν, εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ στρατοῦ, μὴ τὸ πράξετε διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς χωροφυλακῆς διὰ τῶν ὁπλιτῶν· διατάξατε ἓν τάγμα τῶν εὐζώνων νὰ ἀναλάβῃ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν μιᾶς ἢ δύο πόλεων· μὴ δόσετε ἄνδρας εἰς ξένον ὅπλον μεμονωμένους, διότι θέλουσιν οὗτοι διαφθαρῆ ἄνευ ἐπιβλέψεως.
§315ΣΕΧΟΣ. Βεβαίως.
§316ΜΑΝΕΣΗΣ. Λάβετε λοιπὸν ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως δι’ ὅλων τῶν μέσων ἐπιτύχητε τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν διὰ τῶν ἐθελοντῶν. Αὐξήσατε τὸ ποσὸν τοῦ μισθοῦ, διότι ἀμφιβάλλω, ἂν οἱ ἀστυφύλακες θὰ θελήσωσι νὰ παραμείνωσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴ μὲ μισθὸν ἐλάσσονα ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν. Ἂς ἐξετασθῇ, ἂς δοκιμασθῇ ὁ νόμος, ἀλλὰ θέσατε πρόσκαιρον ὅριον ἑνὸς μόνον ἔτους διὰ τὴν συμμετοχὴν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἂν κατορθώσωμεν νὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ, καλῶς ἔχει. Διευκολύνατε τὴν κατάταξιν τῶν ἐθελοντῶν, μὴ θέτοντες ἄλλον φραγμὸν ἢ μόνον τὸν φραγμὸν τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς προϋπηρεσίας ἐν τῷ στρατεύματι καὶ ὀλίγα γράμματα. Γράφετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι, ἵνα καταταχθῇ τις ἐθελοντὴς ἐν τῇ χωροφυλακῇ, ἀπαιτεῖται νὰ ἀναγινώσκῃ ἀπταίστως καὶ νὰ γράφῃ ὀρθῶς. Νομίζω ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἦναι στρατιώτης, νὰ γράφῃ ὀλίγον καὶ νὰ ἀναγινώσκῃ ὀλίγα τινά. Διότι ἐγὼ εἶδον εὐζώνους ζητοῦντας νὰ καταταχθῶσιν ἐν Μεσολογγίῳ καὶ μὴ δυναμένους νὰ καταταχθῶσι, διότι δὲν ἐγνώριζον γράμματα. Περαίνων τὸ λόγον, ἐπειδὴ καὶ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, λέγω ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐξάνουσα τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς συμπεριλάβῃ καὶ τὴν φρούρησιν ἐν γένει τῶν φυλακῶν, μὲ θυσίαν τῆς χορηγίας ἑνὸς ἔστω ἢ καὶ δύο ταγμάτων προσκαίρως εἰς ὡρισμένας πόλεις, ὅπου ὑπάρχουν μία ἢ δύο φυλακαί, θὰ κατορθώσωμεν τὸν ὑπόλοιπον στρατὸν νὰ συγκεντρώσωμεν. Ἄλλως ἀποβαίνει περιττὴ πᾶσα συζήτησις περὶ ὀργανισμοῦ· διότι τὸν ὀργανισμὸν δυνάμεθα νὰ τὸν ψηφίσωμεν, ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ τὸν ἐφαρμόσωμεν, διότι ἡ ἐφαρμογὴ οἱουδήποτε ὀργανισμοῦ ἀπαιτεῖ συγκέντρωσιν στρατοῦ. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, τουλάχιστον ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομίαν, καὶ θέλει ἴδει, ὅτι κατὰ τὰς παρατηρήσεις μου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν 145,840 δραχμῶν. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ συμπληρώσω τὰς σκέψεις μου εἰς τὴν δευτέραν ἢ τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὁπότε θὰ ὑποβληθῶσι καὶ αἱ καταστάσεις.
§317Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου προσδοκῶ βεβαίως, ὅτι θέλομεν ἀντλήσει πολλὰ φῶτα ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἐὰν μάλιστα τὰ φῶτα ταῦτα συντελέσωσιν εἴτε εἰς τὴν μᾶλλον ἐπιτυχῆ, τὴν ἀρτιωτέραν διοίκησιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, εἴτε εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, οἱ κύριοι Βουλευταὶ θέλουσιν εὕρει ἡμᾶς προθύμους, ἵνα συνεννοηθῶμεν μετ’ αὐτῶν καὶ ἀποδεχθῶμεν τὰς ἀναγκαίας διορθώσεις. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὅμως τοῦ νομοσχεδίου ὀφείλω ἰδίως νὰ ἀνακοινώσω εἰς Βουλὴν τὰς γνώμας μου, διότι αὗται δὲν τυγχάνουσιν ἐν συμφωνίᾳ μετὰ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐξήνεγκον. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, μὴ περιλαμβανομένων ἐν αὐτῷ τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωματικῶν, ἀνέρχεται εἰς 5504· ἐὰν προστεθῶσιν 707 ὑπαξιωματικοὶ, πλὴν τῶν 165 ἀξιωματικῶν, ἀνέρχεται εἰς 6211 ἄνδρας. Καὶ ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 6211 ἀνδρῶν πιθανῶς δὲν θέλει ἀποβῆ ἐπαρκὴς, ἵνα ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ πάντα τὰ ἀλλότρια ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς αὐτὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ νομοσχεδίου ἐπετράπη ἡ ἀπόσπασις χιλίων ἀνδρῶν ἐκ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, καὶ ἑπομένως ἡ αὔξησις τοῦ σώματος τούτου. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καί τινες τῶν προαγορευσάντων ῥητόρων ἔχουσιν, ὅτι ἡ φρούρησις τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ἀνήκει εἰς τὰ εὐζωνικὰ σώματα, διότι νομίζομεν, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεως τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, προσέτι δὲ, ὅτι οἱ ἄνδρες οὗτοι, οἱ εὔζωνοι, εἰσὶν ἐπιτηδειότεροι καὶ μᾶλλον ἠσκημένοι εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὸν σκοπὸν τῆς φρουρήσεως τῶν ὁρίων. Τώρα τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων εἰσὶν ὀκτὼ, ὡς γινώσκετε, ἕκαστον δ’ αὐτῶν ἀποτελεῖται ἀπὸ 300 ἄνδρας, αὕτη δ’ εἶναι ἡ ἐλαχίστη δύναμις ἑνὸς τάγματος, ἴσως δὲ τοσοῦτον ἐλαχίστη, ὥστε οὔτε μνημονεύεται ὁ ἀριθμὸς 300 ἀνδρῶν ἐν τάγματι, ἐνῷ ἡ δύναμις ἐν πολέμῳ ἀνέρχεται εἰς 1200 ἄνδρας. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ὑπελογίσαμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ, ἕκαστον τάγμα εὐζώνων ν’ ἀποτελῆται ἀπὸ 500 ἄνδρας, ἐὰν δὲ τοῦτο ἐπιτευχθῇ,—τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον—τότε ἐκ τῶν ὀκτὼ ταγμάτων θέλομεν ἀποσπάσει δύο εὐζωνικὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσι διατεθῆ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς, τὰ δὲ ὑπόλοιπα ἕξ τάγματα εἰς τὴν φρούρησιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς. Οὕτω λοιπὸν ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς θέλει ἀποτελεῖσθαι ἀπὸ 7,300 ἄνδρας. Βεβαίως ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως τὰ προσληφθησόμενα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς εὐζωνικὰ τάγματα ὦσι πρὸ παντὸς τὰ δι’ ἐθελουσίας κατατάξεως σχηματισθέντα, ἐπειδὴ δὲ οἱ ἄνδρες αὐτῶν εἰσι 500, θέλομεν ἔχει μετὰ τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς 500 δι’ ἐθελουσίας κατατάξεως καταταχθέντας, καὶ οὐχὶ καταταχθέντας καθ’ ὃν τρόπον καταρτίζεται ὁ στρατός. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡ καταγωγὴ τῶν 500 εὐζώνων εὑρίσκεται ἐν ἀνωμαλίᾳ πρὸς τὴν καταγωγὴν τῶν ἄλλων ἀνδρῶν, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶναι τοσοῦτον ὀλίγος, ὥστε καὶ οὗτοι θέλουσι συμφύρεσθαι μεταξὺ τῶν ἄλλων 6,000 ἀνδρῶν. Ἀλλ’ ἑπτὰ χιλιάδες τριακόσιοι ἄνδρες ἀρκοῦσι νὰ ἀναλάβωσι πάσας τὰς ὑπηρεσίας, ὅσαι, ἀλλότριαι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, τυγχάνουσιν ὅμως ἀνατεθειμέναι εἰς τὸν στρατόν; Τὸ πρᾶγμα εἶναι, νομίζω, εὐνόητον, ὅτι δὲν ἀρκοῦσι, διότι νομίζω ὅτι εἶναι πολλαπλοῖ αἱ ἐργασίαι αἱ ἀνατεθειμέναι εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ὅτι, ἐὰν ἀναλύσωμεν καλλίτερον τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φυλακῶν καὶ ἀποκλείσωμεν τὴν φρούρησιν τῶν ποινικῶν φυλακῶν, ἡ ὑπηρεσία, ἣν χορηγεῖ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἐνισχυόμενον καθ’ ὃν ἀνέφερα τρόπον ὑπὸ τῶν εὐζώνων, θέλει ἐπαρκέσει εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας καὶ εἰς αὐτὴν τὴν φρούρησιν τῶν ἐξεταστικῶν φυλακῶν. Ἡ φρούρησις δὲ τῶν ποινικῶν φυλακῶν μόνη θέλει ἀφεθῆ εἰς τὸν στρατόν. Ἐξεταστικαὶ φυλακαὶ ὑπάρχουσιν, ὡς γνωρίζετε, ἐν τῇ ἕδρᾳ ἑκάστου Πρωτοδικείου, καὶ τὰς φυλακὰς δὲ ταύτας, τὰς ἐξεταστικὰς, ἐν αἷς φυλάσσονται οἱ ὑπόδικοι καὶ τίθενται καὶ οἱ ἐπὶ πλημμελήματι κατάδικοι, θέλει φρουρεῖ ἡ χωροφυλακὴ, οὕτω συμπεπληρωμένη, θέλουσι δὲ μείνει αἱ κεντρικαὶ φυλακαὶ, ἤτοι αἱ ποινικαὶ ἢ σωφρονιστικαὶ, τὰς ὁποίας θέλει φρουρεῖ ὁ στρατὸς, αὗται δ’ εἰσὶν ὀλίγαι. Ἀλλὰ πραγματοποιεῖται ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν πάντες; Θέλομεν οὕτω καταστήσει τὸν στρατὸν ἡμῶν μᾶλλον ἐπιτήδειον πρὸς ἰδίαν αὑτοῦ κατάρτισιν, ὀργάνωσιν καὶ σύνταξιν, ὅπως δυνηθῇ ἡμέραν τινὰ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον του καὶ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολήν του; Τὸ πιστεύω, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει ἀπασχοληθῆ εἰς τὴν φρούρησιν τῶν σωφρονιστικῶν φυλακῶν, θέλει εἶσθαι ὀλιγώτερος τῶν δισχιλίων. Ἑπομένως ἀντὶ νὰ περισπᾶται ὁ στρατὸς, ὡς περισπᾶται νῦν ἅπας σχεδὸν, εἰς ἀλλοτρίας ὑπηρεσίας, θέλουσιν ἀποσπᾶσθαι ἀπ’ αὐτοῦ μόνον χίλιοι ἢ δύο χιλιάδες ἄνδρες, τὸ δὲ ὑπόλοιπον δύναται νὰ ᾖναι ἀπηλλαγμένον πάσης ὑπηρεσίας ἀναγομένης εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Ἐὰν κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχῃ ἐν τῷ νέῳ ὀργανισμῷ τῆς χωροφυλακῆς πολυτέλειά τις, ἡμεῖς προθύμως λαμβάνομεν τὸ μαχαίριον, ἵνα ἀποκόψωμεν τὴν πολυτέλειαν ταύτην· ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν, εἶναι, νὰ μὴ ἐξασθενήσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ σώματος, νὰ μὴ καταστήσωμεν ἀτελῆ τὴν ἐπιτήρησιν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ καταστήσωμεν καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ σώματος ἀρτίαν, καὶ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του. Δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν σύγκρισιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ὡς ἔχει σήμερον καὶ ὡς εἶχε κατὰ τοὺς παρελθόντας χρόνους. Ἐγὼ ὑπῆρξα ὑπάλληλος ἐν τῇ διοικήσει, συνέπεσε δὲ νὰ διέλθω εἴκοσι καὶ πλέον ἔτη τοῦ βίου μου ἐν τῇ ἐσωτερικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ὑπηρετήσω ἐν τῷ τμήματι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ νὰ ἐπιμελῶμαι τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας, καὶ νὰ διαχειρίζωμαι πᾶσαν τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία εἶναι συμφυὴς μὲ τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἑπομένως εὑρέθην εἰς ἄμεσον συνάφειαν μετὰ τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς, εὑρέθην εἰς θέσιν νὰ ἐπιτηρῶ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς καὶ νὰ μελετῶ τὰ κατ’ αὐτὴν, καὶ νὰ κανονίζω αὐτὴν καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς, καὶ νὰ γνωρίζω τὰς κινήσεις τῶν λεγομένων ὁροφυλάκων. Ἀναμιμνήσκομαι πᾶσαν τὴν ἱστορίαν τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας ἀπὸ τοῦ 1849 μέχρι τῶν χρόνων, καθ’ οὓς αὕτη ἐξωντώθη. Συνειθίζομεν, ὅταν τὴν μνήμην ἡμῶν στρέφωμεν πρὸς τὸ παρελθὸν, νὰ ἐξογκώνωμεν αὐτὸ ἀπέναντι τοῦ ἐνεστῶτος. Τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἔχει καὶ νῦν ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἐπαξίως κατέχουσι τοὺς βαθμοὺς, τοὺς ὁποίους κατέχουσιν, ἂν δ’ ἐπιστηθῇ προσοχή τις εἰς τὴν νέαν ὀργάνωσιν αὐτοῦ, δύναται νὰ καταστῇ ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του. Ἀλλὰ θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν ἐθελοντὰς, διὰ νὰ κατατάξωμεν εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς; Ἀφοῦ ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πλήρη τ’ ἀναγκαιοῦντα προσόντα, ὑπωπτεύσαμεν ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εὕρωμεν τοσοῦτον ἀριθμὸν ἐθελοντῶν, ὅσος ἀπαιτεῖται, καὶ κατήλθομεν μίαν βαθμίδα, ἀρκούμενοι εἰς μόνον τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἐστέρξαμεν μάλιστα καὶ κατάταξιν ὑπὸ τύπον δοκιμῆς. Ἀλλὰ θέλουσι στέρξει οἱ ἀστυφύλακες νὰ καταταχθῶσιν; Ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι θέλουσι στέρξει, διότι ὑπάρχει βεβαίως διαφορὰ μισθοῦ, ἀλλ’ ὑπάρχουσι πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἑλκύσωσιν αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἄλλως τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπεδόθησαν, συμφέρον ἔχουσι νὰ μὴ ἐγκαταλίπωσι, διότι δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ εὕρωσιν εὐκόλως τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν θέλουσιν εὕρει ἐν τῇ χωροφυλακῇ. Ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι ἐπὶ πάντων τούτων θέλομεν προσκόψει εἰς ἀπρόοπτα προσκόμματα· θέλομεν πράξει ὅ,τι δυνηθῶμεν νὰ πράξωμεν καὶ θέλομεν βαίνει συμπληροῦντες κατὰ τὸ δυνατὸν τὸν ἀριθμὸν, διότι οὐδὲν ἕτερον κρεῖττον αὐτοῦ ἔχομεν νὰ πράξωμεν. Ὑποθέσατε ὅτι ἀποθαῤῥυνόμεθα καὶ ἐγκαταλίπομεν τὸ σύστημα, ὑποθέσατε ὅτι ἀφήνομεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι· νομίζω ὅτι εἶναι μάταιον, εἶναι δὲ καὶ ἀναξιοπρεπὲς νὰ μεγαλαυχῶμεν περιοδικῶς, εἶτα δὲ νὰ καθήμεθα μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας ἐν τῇ σκήτῃ ἡμῶν. Ὁ σχηματισμὸς τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς βεβαίως δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ, διότι τὰ ἔργα αὐτὰ μόνον ὁ ὕψιστος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ διεκπεραιοῖ. Αὐτὸς εἶπε «γεννηθήτω φῶς», καὶ ἐγένετο φῶς. Ἡμεῖς, θνητοὶ, θέλομεν διέλθει στάδιον, καὶ θέλουσι διαῤῥεύσει μῆνες. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομήν της οὐχὶ τόσον εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ εἰς τὸν τόπον, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον πρὸ τῆς πρώτης τοῦ νέου ἔτους. Ἀληθῶς θέλομεν διατρέξει μῆνας, ἵνα φθάσωμεν εἰς τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζομεν. Καὶ πρέπει ἴσως νὰ εὐχηθῶμεν πάντες, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν πρὸ τῆς παρελεύσεως πολλῶν μηνῶν, διότι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὡς ἔχει νῦν, φαίνεται τὰ μάλιστα ἀσαφὴς, οὐδ’ οἱ ὀφθαλμοί μού εἰσιν ὑπερβαλλόντως ὀξυδερκεῖς, ἀμφιβάλλω δ’ ἂν καὶ οἱ ὀξυδερκέστεροι ἐμοῦ δύνανται νὰ ἴδωσιν ὑπὸ τὴν ὁμίχλην αὐτὴν τί κρύπτεται καὶ τί ὑπάρχει. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους μου νὰ μὴ ἀποθαῤῥυνθῶσιν ἀπὸ τὰς δυσκολίας αὐτὰς, τὰς ὁποίας περιέγραψαν εὐγλώττως οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες, οὐδὲ νὰ σταυρώσωσι τὰς χεῖρας, ἀπαυδήσαντες καὶ ἀπέχοντες τοῦ ἔργου. Ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν δὲν λάβωμεν σήμερον τὰ μέτρα ταῦτα, δὲν ἔχομεν ἄλλο τι κρεῖττον νὰ πράξωμεν. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχωμεν ἄλλο τι κρεῖττον νὰ πράξωμεν, θέλομεν εὑρεθῆ, καὶ ἄν θελήσωμεν ν’ αὐξήσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρισκόμεθα καὶ νῦν. Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ὡς εἶπον, δὲν ἔχω νὰ εἴπω καινόν τι. Ἐξεδήλωσα τὴν προθυμίαν μου ν’ ἀποδεχθῶ πᾶσαν προταθησομένην συμπλήρωσιν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει παράλειψίς τις, ὅτι διεσκευάσθη γραφεῖον τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ δὲν διεσκευάσθη γραφεῖον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον θέλει ἀντικαταστήσει τὸ καταργούμενον τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι τὸ τμῆμα τῆς χωροφυλακῆς. Θέλω προτείνει ἄρθρον πρὸς πλήρωσιν τοῦ κενοῦ τούτου, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ αὐξήσει τῶν δαπανῶν, διότι νομίζω, ὅτι τὸ προστωπικὸν τοῦ τμήματος τούτου δύναται νὰ γείνῃ δι’ ἀποσπάσεως ἀπὸ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Τινὲς τῶν προαγορευσάντων παρέστησαν τὸ πολυπρόσωπον τῶν Μοιραρχιῶν νομῶν τινων, οἱ ὁποῖοι εἶναι μικροὶ καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ διοικηθῶσι δι’ ἥσσονος ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. Ἐκ τοῦ νομοῦ τῆς Ἄρτης καὶ τοῦ νομοῦ τῆς Ζακύνθου εἶναι εὔκολον ν’ ἀποσπάσῃ τις τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς καταρτισμὸν τοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρόσωπα. Τινὲς φρονοῦσι, καὶ πολὺ λογικῶς, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ ἁρμόζει νὰ παραρτηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀποσπωμένη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητεῖτο πάντοτε, καὶ πάντες οἱ μὴ ἀνήκοντες εἰς τὸν στρατὸν εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἤκουσα πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγώ, ἄν καὶ δὲν ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν, νομίζω ὅτι ἡ διατήρησις τῆς ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἀποτελεῖ ἐγγύησιν περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως καὶ συντάξεως τοῦ σώματος, περὶ τῆς κρατύνσεως τῆς πειθαρχίας, ὅτι δὲ ἡ ἀπόσπασις τῆς χωροφυλακῆς ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ προσάρτησις αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πιθανῶς θέλει κακῶς ἐπηρεάσει περὶ τὴν σύστασιν καὶ τὴν πειθαρχίαν τοῦ σώματος. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦσιν οἱ προτείνοντες, ὅπως ἡ χωροφυλακὴ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προσαρτηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν; Βεβαιῶ ὅτι δὲν ἐπείσθην περὶ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συναγάγωμεν. Ἤκουσα ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ γείνῃ, ἵνα μὴ προστίθενται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει τις Ἕλλην, ὁ ὁποῖος θέλει ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῆς χωροφυλακῆς, ὡς σώματος στρατιωτικοῦ, ἀδίκως ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὅτι, ἐὰν ἀφαιρεθῶσι τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, τότε ὁ στρατὸς θέλει εἰσαχθῆ εἰς καλλιτέραν κατάστασιν. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ ταμείου ἐξέρχονται τὰ χρήματα καὶ αἱ δαπάναι διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς καὶ αἱ δαπάναι διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι δὲ, νομίζω, μικρὰ ἡ ἰδέα, ὅτι δέον νὰ ἐλαφρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα μεταφέρωμεν εἰς προϋπολογισμὸν ἄλλον τὰ ἔξοδα τῆς χωροφυλακῆς. Κατὰ τὸ παρελθὸν ὁμολογῶ ὅτι τοιαῦται μικραὶ ἰδέαι ἐπηρέασαν, καὶ ἐγένοντο μεταῤῥυθμίσεις τοιαῦται ἐν τῇ κατανομῇ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Ἀλλ’ αἱ μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, δὲν παρήγαγον κέρδος, οὐδ’ ὠφέλειάν τινα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας· ἴσως συνετέλεσαν, ἵνα θεραπευθῶσι μικρὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα κατωρθώθη νὰ παραχθῶσιν ἐν ταῖς μεταβολαῖς ταύταις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἦτο ἄλλο τι, τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Δὲν θέλω νὰ ἀναδράμω εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἱστορίας τῆς μεταθέσεως τοῦ τμήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως ἁρμόζει τμῆμα χωροφυλακῆς διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἡ ὁποία εἶναι ὑπηρεσία ἀστυνομικὴ, ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ἡ ὑπηρεσία τῆς ἀστυνομίας, ἥτις ἀποτελεῖ μέρος τοῦ τμήματος τῆς διοικήσεως. Τὸ τμῆμα λοιπὸν τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγκαίως πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὁ λόγος, ὅστις ἐγένετο περὶ Ἀρχηγείου, δὲν γιωρίζω ἂν ἐγένετο ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ πέρυσι καταργηθὲν Ἀρχηγεῖον καὶ πρὸς ἀνάμνησιν αὐτοῦ. Τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς τὸ καταργηθὲν ἦτο ἀρχὴ αὐτοτελὴς καὶ αὐθύπαρκτος, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ διατηρηθῇ ἐν Κράτει συνταγματικῷ, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει ὁ εὐθυνόμενος, ὁ εὐθυνόμενος ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς τὸ καταργηθὲν ἦτο τοιαύτη ἰδιόῤῥυθμος ἀρχὴ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ συνταγματικῶς. Τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς τὸ συνιστώμενον εἶναι Ἀρχηγεῖον σώματος στρατιωτικοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν καὶ τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ, ὑπόκειται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν συνδρομὴν ἢ τὴν βοήθειαν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὴν ἀστυνομικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ κλάδου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, αἵτινες ἀνατίθενται εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ὡς ὑπόκειται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ὑπόκειται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν καταδίωξιν καὶ σύλληψιν τῶν λιποτακτῶν, ὡς ὑπόκειται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν παρέχει διὰ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους. Οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοι, ἀλλότριοι ὄντες, δὲν ἔχουσι δικαίωμα πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ σώματος, ἀλλ’ ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῶσι τὴν ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς ἐκτέλεσιν τῶν εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοὺς Ὑπουργεῖα ὑπαγομένων ὑπηρεσιῶν, νὰ δίδωσι παραγγελίας καὶ ὁδηγίας, καὶ ἂν βλέπωσιν ὅτι δὲν ἐκτελοῦνται αἱ παραγγελίαι, ἂν ἡ ἐπιτήρησις, ἣν ἐνασκοῦσι, παρέχῃ ἀφορμὴν εἰς παρατηρήσεις, νὰ ἀνακοινῶσι ταύτας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἐνασκῇ οὗτος κατὰ τῶν παραλειπόντων ἢ ὀλιγώρως ἐκτελούντων τὸ καθῆκόν των τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς τὸ ἱδρυόμενον οὐδὲν κοινὸν ἔχει πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς τὸ καταργηθέν. Ὑπολαμβάνω ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομεριῶν. Ἡμεῖς δὲ, ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ πασῶν τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας οἱ κύριοι Βουλευταὶ θέλουσι προβάλει.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει).
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§320Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἐδῶ τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Συνιστᾶται δὲ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ τμῆμα χωροφυλακῆς, τὸ προσωπικὸν τοῦ ὁποίου, ἀποτελούμενον ἐξ ἑνὸς ταγματάρχου, ἑνὸς ὑπομοιράρχου καὶ ἑνὸς ἐνωμοτάρχου, ὡς γραφέως, λαμβάνεται δι’ ἀποσπάσεως ἐκ τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθείσης προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5–8, ὡς ἔχουσι).
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§322Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Εἴπομεν νὰ ἀπαλειφθῇ αὐτό.
§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ὅπως μεταβληθῇ τὸ ἄρθρον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11).
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§325ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12, κύριε Πρόεδρε, καταθέτω τροπολογίαν.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 219). (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 13, 14 καὶ 15, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§327ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ περὶ ἀστυνομίας, κύριε Πρόεδρε, νὰ τεθῇ πρῶτον αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ 45′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.