1896.11.30
2.949 στίχοι · 23.584 λέξεις · 217 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
Τῆς 30 Νοεμβρίου 1896.
(Σάββατον)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολῖται Καλλιφωνίου διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται κατὰ τοῦ δημάρχου τοῦ δήμου Καλλιφωνίου ὡς νοσφισθέντος χρήματα ἀνήκοντα εἰς τοὺς ναούς. Κατετέθησαν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καταστάσεις ζητηθεῖσαι παρὰ τοῦ ἐκ Κερκύρας συναδέλφου κ. Σέχου, καὶ ἐμφαίνουσαι τὴν δύναμιν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, τὸν ἀριθμὸν τῶν κτηνῶν καὶ τὰς ἀποθήκας τοῦ ὑλικοῦ. Ὁ κ. Ἀλέξανδρος Ῥώμας, βουλευτὴς Ζακύνθου, ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων Ζακύνθου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθμὸς 98). Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῆς ζητουμένης διὰ τὴν προικοδότησιν τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 99). Κατετέθησαν δύο ἀναφοραὶ πολιτῶν σχετικαὶ πρὸς τὸ ζήτημα τῶν λατομείων μαρμάρων Πεντέλης.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προχθές, κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἐξεδηλώθη ἡ ἐπιθυμία, ἵνα ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τ’ ἀποτελέσματα ἑκατέρου τῶν δύο συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐν ἐφαρμογῇ πρὸς ταχυτέραν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν μεταξὺ δημοτῶν καὶ Δημοσίου. Ὁ νόμος περὶ ἱδρύσεως συνεργείων ἐξεδόθη τὴν 3 Ἀπριλίου 1896, ἐτέθη ἐν ἐφαρμογῇ τὸν Ἰούλιον ἰδίου ἔτους, τὰ δὲ συνεργεῖα ἐγκατεστάθησαν εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἰουλίου, ἑπομένως ἔχομεν 4 μῆνας μόνον, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐλειτούργησαν τὰ συνεργεῖα, Αὔγουστον, Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον. Λοιπὸν ἐλάβομεν τεσάρων μηνῶν ἀποτελέσματα ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε τεθῆ ἐν ἐφαρμογῇ ὑπὸ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν, τὸ σύστημα τῆς διὰ βραβείου ἐνισχύσεως τῆς ἐκκαθαρίσεως, καὶ τεσσάρων μηνῶν τοῦ συστήματος τοῦ λειτουργοῦντος νῦν. Κατὰ τὸ 1895, κατὰ τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἀποκοπὴν ἐνεργείας, ἐγένοντο ἐκκαθαρίσεις 2,800· κατὰ τοὺς τέσσαρας μῆνας τοῦ 1896, ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν συνεργείων, ἐγένοντο ἐκκαθαρίσεις 3,335, ἤτοι 535 περισσότερον. Διὰ δηλώσεων προτείνομεν μεταβολάς τινας εἰς τοὺς εἰδικοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων δύο Ὑπουργείων. Οὕτω προτείνομεν ἀφαίρεσιν 6 χιλιάδων δραχμῶν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Προτείνομεν ὡσαύτως ἀφαίρεσιν 50 χιλιάδων δραχ. ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Προτείνομεν ὡσαύτως νὰ χορηγηθῇ πίστωσις 118,750 φράγκων χρυσῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1896, ν’ ἀκυρωθῇ δὲ ἴσον ποσὸν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου πιστώσεως δρ. 121,503 τῆς χρήσεως τοῦ 1893.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 100–102).
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς στατιστικὰς τῆς διοικήσεως τῶν δασῶν. Καταθέτω διὰ τοῦτο πίνακας δύο, ἕνα πίνακα τοῦ 1894, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει τὸ ποσὸν τῆς ὑλοτομηθείσης ξυλείας: 1) τῆς οἰκοδομησίμου ἐξ ἐθνικῶν δασῶν καὶ ἰδιοκτήτων, 2) τῆς ναυπηγησίμου ἐξ ἐθνικῶν δασῶν καὶ ἰδιοκτήτων, 3) τῆς ξυλείας πρὸς κατασκευὴν σκευῶν καὶ μηχανῶν ἐξ ἐθνικῶν δασῶν καὶ ἰδιοκτήτων, καὶ τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ βεβαιωθέντος δικαιώματος.
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ ἐπαρχίαν;
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ ἐπαρχίαν, κατὰ τὸ ἔτος 1894...
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μόνον;
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἔχετε ὑπομονὴν, θ’ ἀκούσητε... Ἕνα πίνακα τοῦ 1895, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑπὸ τὰς αὐτὰς σελίδας τὰς αὐτὰς πληροφορίας ποσῶν ὑλοτομηθείσης ξυλείας οἰκοδομησίμου ἐξ ἐθνικῶν δασῶν καὶ ἐξ ἰδιοκτήτων δασῶν, ξυλείας ναυπηγησίμου καὶ ξυλείας σκευῶν καὶ μηχανῶν.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ διανεμηθῶσιν οἱ πίνακες οὗτοι.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἦναι δυσχερές. Εἶναι πληθὺς ἀριθμῶν.
§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι τυπωμένοι;
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, οἱ ἀριθμοὶ δὲν εἶναι τυπωμένοι.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ γείνουν δύο ἀντίγραφα, ὥστε νὰ ἦναι εὐκολωτέρα ἡ μελέτη.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ προσέτι καταθέτω καὶ πίνακα τῆς εἰσαχθείσης ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ξυλείας κατὰ τὰ ἔτη 1893, 1894 καὶ 1895.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν συνόλῳ;
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν συνόλῳ.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐγένετο μελέτη κατὰ Κράτος, ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Κράτους καὶ ἐξαγωγῆς.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι κατὰ Κράτος’ ἐν γένει εἰσαγωγῆς. Ἡ ἀξία τῆς εἰσαχθείσης ξυλείας κατὰ τὸ 1893 ἦτο δρ. 4,064,326, κατὰ τὸ 1894 δραχ. 4,839,403, καὶ κατὰ τὸ 1895 δραχ. 4,195,997. Τὰ πληρωθέντα τέλη εἶναι δραχ. 928,032 κατὰ τὸ 1893, δραχ. 1,092,160 κατὰ τὸ 1894, καὶ δραχ. 977, 549 κατὰ τὸ 1895.
§19Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος εἶχε ζητήσει νὰ καταθέσω σημείωμα, περιλαμβάνον ἐν ἀκριβείᾳ τὸν δι’ ἕκαστον πλοῖον καὶ δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἀναγκαιοῦντα ἀριθμὸν ναυτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, λαμβανομένων τῶν πλοίων ἐν τῇ καταστάσει τῆς ἐνεργείας. Τοιοῦτον πίνακα καταθέτω, εἰς δύο στήλας διαιρούμενον, πλήρους καὶ ἠλαττωμένης ἐνεργείας.
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.
§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ἐπίσης εἴχετε ζητήσει νὰ προσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν «σημείωμα, διαλαμβάνον πόσοι εἶναι ἐν συνόλῳ οἱ μηχανικοὶ ἀξιωματικοὶ κατ’ ἀμφοτέρους τοὺς νόμους ΩΞΓʹ καὶ ΑΡΟϚʹ, καὶ πόσοι οἱ ἀρχικελευσταὶ μηχανικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἐπεξηγοῦν κατὰ πόσους αὐξάνεται ἑκατέρα τῶν τάξεων τούτων διὰ τοῦ ἄρτι ὑποβληθέντος νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ.» Καὶ τοιοῦτον πίνακα πρὸς τύπωσιν καταθέτω.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κατατεθέντες πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 105).
§23Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος κ. Κρίτσας μοὶ ἀπηύθυνε κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐπερώτησιν ἀφορῶσαν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν: «αʹ) Ἐὰν θεωρῶ δίκαιον τὸν ἀποκλεισμὸν ἀπὸ τῶν γενικῶν ἐξετάσεων τῶν ἑπτὰ ὑπαξιωματικῶν τοῦ 7ου πεζικοῦ συντάγματος.» Ἐπὶ τούτου ἀπαντῶ ὡς ἑξῆς. Ἡ ἐλεγκτικὴ ἐπιτροπὴ ἐβαθμολόγησε διὰ τοῦ μηδενὸς τὰ γραπτὰ ἐκεῖνα, περὶ ὧν ἐπείσθη, ὅτι προέρχονται ἐξ ἀντιγραφῆς. «βʹ) Ἐὰν θεωρῶ τὸν ἐνεργηθέντα διαγωνισμὸν πρὸς εἰσαγωγὴν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ Σχολεῖον Ὑπαξιωματικῶν γενόμενον συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους, ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπέβαλε ποινὴν εἰς τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν διαφόρων συνταγμάτων ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται, μὴ καταβαλοῦσαι τὴν δέουσαν προσοχήν, ἔδωκαν εἰς τοὺς διαγωνισθέντας τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀντιγράψωσιν ὁ εἷς ἐκ τῶν γραπτῶν τοῦ ἄλλου.» Ἐπὶ τούτου ἀπαντῶ ὡσαύτως. Τὰ Ἀρχηγεῖα στρατοῦ διετάχθησαν νὰ ἐπιβάλωσι ποινὰς εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τῶν σωμάτων, εἰς ἃ ἀνῆκον οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, ὧν τὰ γραπτὰ ἐθεωρήθησαν ὡς προερχόμενα ἐξ ἀντιγραφῆς, διότι δὲν κατέβαλον τὴν δέουσαν προσοχήν, ὅπως μὴ τὸ ἄτοπον τοῦτο λάβῃ χώραν. «γʹ) Τί ἐνήργησα ἐπὶ μηνύσεως ὑπαξιωματικοῦ τινος, καταγγείλαντος ὅτι μεταξὺ τῶν εἰσαχθέντων εἰς τὴν Σχολὴν συγκαταλέγεται καί τις ἔγγαμος, ὁ ὁποῖος κατὰ νόμον ἀποκλείεται τοῦ δικαιώματος τῆς ἐν τῷ σχολείῳ φοιτήσεως, καὶ ἡ ὁποία μήνυσις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 20701 ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἀναφορᾶς τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν.» Πρὸς τοῦτο διετάχθη ὁ ταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ κ. Μαυρομμάτης νὰ ἐνεργήσῃ ἐξετάσεις· ἐξ αὐτῶν δὲ κατεδείχθη, ὅτι πράγματι ὁ γάμος τοῦ ὑπαξιωματικοῦ αὐτοῦ ἐτελέσθη, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἄκυρος, διότι δὲν ὑπῆρχον τὰ νόμιμα στοιχεῖα. Ὁ ὑπαξιωματικός, ὅταν ἐνυμφεύθη, ἦτο ἀνήλικος (εἶχεν ἡλικίαν 19 ἐτῶν), δὲν εἶχε τὴν συγκατάθεσιν τῶν γονέων του, οὔτε ἐγένετο νόμιμος ληξιαρχικὴ πρᾶξις ἐνώπιον τῆς οἰκείας δημοτικῆς ἀρχῆς.
§24Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἠκυρώθη ὁ γάμος οὗτος; Μόνον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυροῖ γάμον. Σᾶς λέγω τοῦτο, διότι εἶναι ζήτημα νομικόν.
§25ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν οἱ ἀντιγράψαντες ἀντέγραψαν ἐκ γνωστοῦ γραπτοῦ, καὶ εἰς ποῖον ἀνῆκε τοῦτο, καὶ ἐὰν ὁ εἰς ὃν ἀνῆκε τὸ γραπτὸν ἐκεῖνο ἀπεκλείσθη ἐπίσης, ἐπὶ πλέον δὲ, ἐὰν ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀντέγραψαν οἱ ἓξ ἄλλοι, τὸ ἔδωκεν ἐπίτηδες πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀντιγραφῆς, ἢ τοῦ παρέπεσεν. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπήντησε, τὸν παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὄντως οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, διότι κατὰ τοὺς νόμους, ὅταν γίνωνται τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων τὴν ὕπαρξιν ἐβεβαίωσε καὶ σήμερον ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργός, ἐπιβάλλεται ἡ ἀκύρωσις τῶν ἐξετάσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως καὶ σήμερον ἀκόμη βεβαιοῖ, ὅτι ὄντως ἔλαβε χώραν τὸ ἀτόπημα τῆς ἀντιγραφῆς, καὶ ὅτι τὸ ἀτόπημα τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰς διαφόρους τῶν συνταγμάτων ἐπιτροπάς. Ἐν ᾧ ὅμως ἀφ’ ἑνὸς παραδέχεται τὸ πλημμελὲς τῶν ἐξετάσεων διατάσσει μάλιστα τὰ Ἀρχηγεῖα νὰ ἐπιβάλωσι ποινὰς εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τὰς ἀποτελεσθείσας εἰς τὰ διάφορα συντάγματα, ἀφ’ ἑτέρου ἀποδέχεται τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πλημμελῶς ἐνεργηθέντος διαγωνισμοῦ, ὡς καλῶς ἔχοντα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν προβαίνει εἰς τὴν εἰσαγωγὴν μαθητῶν εἰς τὸ Σχολεῖον Ὑπαξιωματικῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ τολμήσω νὰ παρατηρήσω τῷ κ. Ὑπουργῷ, ὅτι προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἠκύρου τὸν διαγωνισμὸν, διότι ὁ διαγωνισμὸς, ὅστις θὰ ἐξετελεῖτο μετὰ τὴν ἀκύρωσιν, πάντως ὀλιγωτέρας ἀδικίας θὰ εἶχεν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κατ’ ἐμὲ κακῶς κυρωθείς. Ὡς πρὸς τὴν ἐπὶ τῆς τρίτης ἐπερωτήσεώς μου ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι αὕτη εἶναι ἀτελὴς, ἐφ’ ὅσον δὲν πιστοποεῖται ἡ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἀκύρωσις τοῦ γάμου τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὑπαξιωματικοῦ.
§26Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰ λαβόντα χώραν ἔκτροπα εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐπιβάλωσιν ἀκύρωσιν ἐξετάσεων. Πρῶτον θὰ ἦτο ἡ τετάρτη ἀκύρωσις, καὶ δεύτερον θὰ ἐπήρχοντο ἀδικήματα μέγιστα διὰ τῆς νέας ἀκυρώσεως. Διὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον, λαβὸν ὑπ’ ὄψει τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων Ἀρχηγείων, δὲν προέβη εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἐξετάσεων.
§27ΚΡΙΤΣΑΣ. Τίνος κακοῦ ὑπαίτιος ἐγένετο ὑπαξιωματικός τις, ἐν ᾗ περιπτώσει μετεχειρίσθη φράσεις ὁμοιαζούσας πρὸς τὰς φράσεις ἄλλου; Πιθανὸν νὰ μὴ ἀντέγραψαν, καὶ νὰ ἔγραψαν μεταχειρισθέντες τὰς αὐτὰς φράσεις, διότι, ὡς πάντες γινώσκομεν, τὰ μαθηματικὰ ἰδίως δὲν ἔχουσιν ἐκφράσεις διαφόρους· εἶναι μεμετρημέναι καὶ τυπικαί. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι πολλοὶ ἐκ τούτων ἦσαν ἱκανοὶ νὰ γράψωσιν, ὡς ἔγραψαν, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι δηλαδὴ καὶ κατὰ τὸν προλαβόντα διαγωνισμὸν οἱ βαθμοὶ αὐτῶν ἦσαν τοιοῦτοι, ὥστε οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν φαίνεται ὑστερῶν ἐπὶ ἱκανότητι.
§28Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ ἄπειρος καλωσύνη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς προσωρινοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, παρέχει εἰς ἡμᾶς τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιληφθῶμεν σπουδαιοτάτου μὲν ζητήματος πραγματικοῦ, φαινομενικῶς δὲ μικροῦ, καὶ δι’ ὑπολανθανούσης ὁδοῦ ζητοῦντος νὰ διαφύγῃ ἀπὸ τὰ ὄμματα καὶ τὰς χεῖρας τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους. Εἶχον ἀπευθύνει κατὰ τὰς συνεδρίας Νʹ καὶ ΝΑʹ τῆς 15 καὶ 17 Ἰουλίου 1895, ὡς καὶ κατὰ τὴν ΙΖʹ συνεδρίαν τῆς 15 Φεβρουαρίου 1896, ὡς ἐπίσης καὶ κατὰ τὴν 6 καὶ 18 Μαρτίου 1896, ἐπερωτήσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀφορώσας τὸ ζήτημα τῶν Μονῶν ἐν γένει τῆς Ἑλλάδος καὶ ἰδίως τῆς Πεντέλης, ἀλλὰ δυστυχῶς, μολονότι ἀπηυθύνθησαν, ὡς ἀνέφερον, κατὰ τὸ 1895 καὶ ἐπανελήφθησαν κατὰ τὸ 1896, μέ τινας προσθήκας, μέχρι τοῦδε τὰ σχετικὰ τμήματα τοῦ Ὑπουργείου δὲν εὐηρεστήθησαν νὰ παράσχωσι τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ἐδήλωσα, καὶ ἄλλοτε, ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω καὶ σήμερον, ὅτι ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις καὶ τὰς σπουδαίας συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἑκάστην παρουσιάζονται, ἀναβάλλω μὲν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν Μονῶν καὶ Ἡγουμένων, ἀλλὰ θέλω εἰσέλθει ἤδη μεμονωμένως εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ δι’ ὅ,τι θὰ εἴπω ἂς ἦναι ὑπόλογοι οἱ μὴ καταθέσαντες τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ σχετικὴ δικαιολόγησις. Τὰ λατομεῖα Πεντέλης, Κύριοι, κεῖνται ἐπὶ τῶν μεσημβρινοδυτικῶν κλιτύων τοῦ ὁμωνύμου ὄρους, ὕπερθεν τῆς Μονῆς Πεντέλης, ἥτις, ὡς γνωστὸν ὑμῖν, ἀπὸ τοῦ 1578 ἀριθμεῖ τὸν βίον αὑτῆς. Ἐν τῇ Μονῇ ταύτῃ, πρὸς εὐχαρίστησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς κ. Τυπάλδου Κοζάκη, κατὰ τὸ 1578 συνεκεντρώθησαν ὑπὸ τοῦ Τιμοθέου, ἐπισκόπου Εὐβοίας, οἱ τότε περιοικοῦντες περὶ τὴν Μονὴν μοναχοί, οἱ ὁποῖοι διεκρίνοντο ἐπὶ παιδείᾳ καὶ μαθήσει. Ἐν ἀντιθέσει δὲ, μετὰ τὸν θάνατον ἐκείνου, ἐγκατεστάθησαν ἐν τῇ Μονῇ ταύτῃ οἱ πρὸς ἀλλήλους διχογνωμοῦντες, ῥᾳδιουργοῦντες καὶ μυρία ὅσα ἐκφέροντες κατ’ ἀλλήλων, ἵνα τὴν προεδρείαν αὐτῆς λάβωσιν· ἡ τακτικὴ δ’ ἐκείνη δυστυχῶς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυρίλλου ἐξακολουθεῖ μέχρι τῆς σήμερον. Ὁ θέλων — ἵνα μὴ μακρολογῶ — περισσοτέρας πληροφορίας ἃς λάβῃ τὸν Βʹ τόμον τῆς Ἱστορίας τῶν Ἀθηνῶν, τῆς ἐκδεδομένης ὑπὸ τοῦ κ. Δημ. Καμπουρόγλου, καὶ θέλει εὕρει χαρακτηρισμὸν ἀκριβῆ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῶν μοναχῶν τῆς Πεντέλης, κληροδοτηθέντα αὐτοῖς παρὰ τῶν πρὸ αὐτῶν. Τὰ λατομεῖα τῆς Πεντέλης κατεστάθησαν ὀνομαστὰ διὰ τῶν ἐκ τῶν μαρμάρων αὐτῶν ἀνεγερθέντων περιφήμων κτιρίων, τὰ ὁποῖα διετηρήθησαν μέχρι σήμερον. Τὰ λατομεῖα ἐγένοντο γνωστότατα εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατακτήσεως τῆς χώρας ἡμῶν ὑπὸ τῶν Τούρκων τὰ ἀρχαῖα λατομεῖα ἐγκατελείφθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν ἐπὶ αἰῶνας ὅλους, ἀνεμνήσθησαν δ’ αὐτῶν μόνον κατὰ τὸ 1834, ὅτε ὁ ἀείμνηστος τῆς Ἑλλάδος Βασιλεὺς Ὄθων ἐπελήφθη, δι’ ἰδίων ἐξόδων, τῆς ἀνεγέρσεως ἀνακτόρου, τὸ ὁποῖον κοσμεῖ σήμερον τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν. Τότε μόνον οἱ τότε φιλάρχαιοι καὶ φίλοι τῆς Ἑλληνικῆς ἀρχιτεκτονικῆς Γερμανοὶ ἀνεγνώρισαν τὴν ὑπεροχὴν τῶν ἀρχαίων λατομείων, καὶ ἐπετράπη ἡ λατόμησις κατ’ ἐξαίρεσιν ἐκ τῶν λατομείων τῶν λεγομένων τῆς Σπηλιᾶς, τῶν ὁποίων τὰ μάρμαρα εἶναι τὰ καθαρώτερα καὶ τὰ μᾶλλον ἐγγὺς τῆς Μονῆς κείμενα, ἐπετράπη δὲ νὰ γείνῃ λατόμησις δωρεὰν ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ πρώτου ἀνακτόρου, ἔπειτα δὲ — καὶ προκαλῶ τὴν προσοχήν σας ἐπ’ αὐτοῦ — δωρεὰν παρεσχέθησαν τὰ μάρμαρα εἰς ἀνέγερσιν τοῦ Πανεπιστημίου, δωρεὰν παρεσχέθησαν ἐπίσης εἰς ἀνέγερσιν τοῦ Σχολείου τῶν Τεχνῶν, δωρεὰν τέλος εἰς ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ τῆς Μητροπόλεως· δωρεὰν λέγω, διότι σήμερον διὰ τῆς ἐν τῇ διακηρύξει φράσεως «παρέχομεν δωρεὰν εἰς ἀνέγερσιν δημοσίων κτιρίων καὶ ἀνοικοδόμησιν ἀρχαίων μνημείων τὰ μάρμαρα» ζητοῦσι νὰ μᾶς βαυκαλίσωσι καὶ ἐξαπατῶντες οὕτω νὰ μᾶς ὑποκλέψωσι πλοῦτον ἀμύθητον. Τὰ λατομεῖα λοιπὸν, Κύριοι, κεῖνται — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν παρέκβασιν ταύτην, ἵνα οἱ μὴ τυχὸν ἐπισκεφθέντες τὰ μέρη ταῦτα ὦσιν ἐν γνώσει, — τὰ λατομεῖα, λέγω, κεῖνται ὕπερθεν τοῦ μέσου διαστήματος τοῦ χωρίζοντος τὴν 1100 ὡς ἔγγιστα μέτρα ὑψουμένην κορυφὴν τῆς Πεντέλης ἀπὸ τῆς ὁμωνύμου σήμερον Μονῆς· εἰς τὸ μέσον, ὡς ἔγγιστα, τῆς κλιτύος ταύτης κεῖται τὸ ἀρχαῖον λατομεῖον τῆς Σπηλιᾶς, καλούμενον οὕτω ἐκ σπηλαίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔμενον ἐρημῖται πρὸ τῆς ὑπὸ Τιμοθέου ἀνεγέρσεως τῆς Μονῆς, ὕπερθεν δὲ τούτου κεῖνται ἄλλα ἀρχαῖα λατομεῖα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἐθίχθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν ἀρχαίων. Μετὰ παρέλευσιν χρόνου ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, ἔχουσα ἀνάγκην μαρμάρων πρὸς διακόσμησιν τῶν ἀνεγειρομένων κτιρίων, ἐπελήφθη τῆς ἀνευρέσεως λατομείων μαρμάρων ἐπὶ τῆς Πεντέλης. Ἐπὶ τῶν κλιτύων λοιπὸν τῆς Πεντέλης ὑπάρχουσι δύο ἰδιοκτησίαι, ἡ μὲν πρὸς τὸ βορειοδυτικὸν καὶ ὕπερθεν σχεδὸν τῆς Σπηλιᾶς, ἔνθα κεῖνται τὰ λατομεῖα τὰ λεγόμενα τοῦ Κοκκιναρᾶ, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Μονὴν τῶν Ἀσωμάτων ἢ Πετράκη, μεταξὺ δὲ τῶν λατομείων αὐτῶν καὶ τῆς Μονῆς Πεντέλης κεῖνται σήμερον τὰ νέα λατομεῖα, κυρίως διακρινόμενα ὡς ἐκ τῆς θέσεως Βαθύρευμα. Ἐν τῇ θέσει ταύτῃ ἡ Μονὴ Πεντέλης ἐνοικιάζει τὰ πρὸ πέντε δεκαετηρίδων νέα λατομεῖα εἰς τοὺς λατόμους, ὑπὸ τὸν ἀκόλουθον ὅρον. Ἐνοικιάζει ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον τὰ λατομεῖα καὶ παρέχει εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ λατομεῖν μόνον εἰς ἔκτασιν μήκους 100 μέτρων καὶ πλάτους 40. Μήκους 100 καὶ πλάτους 40. Τὸ ἐπαναλαμβάνω ἐντόνως διότι σήμερον μεγίστη ἔκτασις χιλιάδων ὅλων στρεμμάτων ζητεῖται νὰ ἁρπαγῇ. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ὅτι εἰς τοὺς ἐνοικιάζοντας παρέχει τὸ δικαίωμα τοῦ λατομεῖν ἐπὶ ἐκτάσεως 100 μέτρων μήκους καὶ 40 μ. πλάτους, τόσον μικρᾶς, ἀλλὰ θέτει καὶ τὸν ὅρον, ὅτι ἐν τῇ ἐκτάσει ταύτῃ — ἔχω ἀνὰ χεῖρας συμβόλαιον ἐπίσημον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγινώσκω, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν (ὁ θέλων δύναται νὰ τὸ ἀναγνώσῃ)—δὲν δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ἢ δέκα μόνον τεχνῖται λατόμοι, ἐν περιπτώσει δὲ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐνοικιαστὴς θελήσῃ νὰ προσλάβῃ καὶ ἕνα μόνον ἐπὶ πλέον τῶν 10, ὀφείλει νὰ πληρόνῃ ἡμερησίως εἰς τὴν Μονὴν 5 δραχμάς, ἑπομένως ἐὰν ζήτησίς τις μεγάλη παρουσιασθῇ περὶ χορηγήσεως μαρμάρων εἰς τὸν ὡρισμένον αὐτὸν χῶρον τῶν 100 μέτρων μήκους μὲ 40 μ. πλάτους, δὲν δύναται παρὰ νὰ δοθῇ ἐλάχιστος ἀριθμὸς λατόμων. Ἀλλὰ, καίτοι ὁ περιορισμὸς αὐτὸς ὑπάρχει, οὐ μόνον εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς πόλεως διὰ τὴν χορηγίαν μαρμάρων κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχὰς τῆς οἰκοδομῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ἀπαιτήσεις κατώρθωσαν οἱ νῦν λατόμοι ν’ ἀνταποκριθῶσι, καὶ νὰ προσφέρωσι μάλιστα τὰ μάρμαρα εἰς εὐτελεστάτην τιμήν· λέγω δὲ εὐτελεστάτην τιμήν, διότι ἐδῶ ἔχομεν κατειργασμένα τὰ μάρμαρα εἰς τιμὴν κατὰ 10 καὶ 20% μικροτέραν τῆς τιμῆς, εἰς ἣν πωλοῦνται τὰ μάρμαρα τῆς Καῤῥάρας, ἀκατέργαστα, μολονότι αἱ δυσκολίαι τῆς μεταφορᾶς εἶναι πολὺ μεγάλαι, καὶ ἡ ὁδὸς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσιν αἱ τῆς μεταφορᾶς ἅμαξαι, κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι ἰδιόκτητος τῶν λατόμων, διότι ὁ ἅγιος Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Πεντέλης, μὴ θέλων νὰ ταράσσηται, μεταβαίνων ἢ μᾶλλον μεταφερόμενος ἀπὸ τῆς πόλεως εἰς τὴν Μονὴν ἐπὶ τοῦ πολυτελοῦς αὐτοῦ ἅρματος,—διότι εἶναι λαντὼ πρώτης τάξεως,—ὑποχρεώνει ῥητῶς διὰ τοῦ συμβολαίου τούτου, καὶ ἐπὶ μεγίστῃ ποινῇ, νὰ μὴ διέλθουν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον αἱ φορτηγοὶ ἅμαξαι καὶ τὰ δίτροχα ἔτι (κάῤῥα) διὰ τῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποία φέρει πρὸς τὴν Πεντέλην, καὶ ἡ ὁποία, ἰσχυρίζεται ὁ ἅγιος Ἡγούμενος, ὅτι κατεσκευάσθη ὑπὸ τῆς Μονῆς.
§29ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Μεταξὺ τίνων εἶναι αὐτὸ τὸ συμβόλαιον;
§30Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μεταξὺ τοῦ ἁγίου Ἡγουμένου καὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ.
§31ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἤλλαξεν αὐτὸς ὁ Ἡγούμενος, διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν καὶ ἡμεῖς;
§32Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ Ἡγούμενος ν’ ἀλλάξῃ! Κύριε συνάδελφε, ἠμποροῦμεν νὰ ἀλλάξωμεν ὅλοι ἡμεῖς, ἀλλ’ ὁ Ἡγούμενος θὰ μένῃ. Ἄλλοτε δὲ θέλω εἴπει ὑμῖν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὰ δέοντα (ἱλαρότης). Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐκ τῶν λατομείων τούτων τὰ μὲν τοῦ Κοκκιναρᾶ, ἀνήκοντα τῇ Μονῇ Πετράκη, ἐνοικιάζονται ἀντὶ 9–12 χιλιάδων δραχμῶν, τὰ δὲ ἀνήκοντα εἰς τὴν Μονὴν τῆς Πεντέλης, τὰ εἰς θέσιν Βαθύρευμα, κατὰ τὰς ἐπισήμους καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἡ Νομαρχία ἐζήτησε, καὶ ἀνὰ χεῖρας ἔχω, κατὰ μὲν τὸ 1894 ἡ Μονὴ Πεντέλης εἰσέπραξε δραχ. 1450, κατὰ τὸ 1893 δραχ. 1869, καὶ κατὰ τὸ 1895 δρ. 3850. Ἡ Μονὴ δὲ Πετράκη εἰσέπραττε πάντοτε πλέον τῶν 10,000 ἐκ Κοκκιναρᾶ. Ἀλλ’ ἤδη θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ προσωρινοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου συμβάντος. Γνωρίζω ὑμῖν ἐπισήμως, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὴν Μονὴν Πεντέλης, ἐκτὸς τῶν ἐπισήμως ἐνοικιαζομένων λατομείων διὰ δημοπρασίας, ὁ ἅγιος Ἡγούμενος ἐνοικιάζει μηνιαίως καὶ κεχωρισμένως 15 ἄλλα λατομεῖα, κείμενα ἐν τῇ αὐτῇ χαράδρᾳ, εἰς διαφόρους λατόμους ἀντὶ μηνιαίων καταβολῶν 30–35 δραχμῶν, ἤτοι εἰσπράττει μηνιαίως, ἐὰν λογίσωμεν πρὸς 30 μόνον δραχμὰς, 400–450, ἤτοι κατ’ ἔτος 5 ἕως 6 χιλιάδας δραχμάς! Ἐν τοσούτῳ ἐν τῇ ἐπισήμῳ καταστάσει φέρει ὅτι εἰσέπραξε τὸ 1893 δρ. 1869, τὸ 1894 δρ. 1450, τὸ 1895 δρ. 3850. Ταῦτα δὲ ἀναγράφει καὶ εἰς τοὺς προϋπολογισμούς του, ἐπὶ τῶν ὁποίων προσεχῶς θὰ ἐπανέλθω ἐκτενέστερον. Ἐκ τῶν ἐπισήμως τελουμένων ἐνοικιάσεων λαμβάνει τὰ ἑξῆς ποσά. Ὁ Δ. Ἀργυρὸς πληρόνει 1500 δραχμὰς ἐτησίως, ὁ Μιλτιάδης Βιδάλης 700 δραχμὰς, ὁ Μαρτῆς 300 δραχμὰς ἐτησίως, καὶ ὁ Βαλιέρης 350 δραχμὰς, ἤτοι ἐτησίως ἐν ὅλῳ δρ. 2850, ἐκ τῶν ἐπισήμως, ἐπαναλαμβάνω, γινομένων ἐνοικιάσεων, ἐκτὸς τῶν παρανόμως καὶ λαθροχειρικῶς εἰσπραττομένων καθ’ ἕκαστον ἔτος 5 ἕως 6 χιλιάδων. Αὐτὸ δὲ τακτικῶς ἐπαναλαμβάνεται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, κύριε Πρόεδρε. Ἐπειδὴ δὲ πιθανὸν νὰ ἀμφιβάλλητε, θὰ σᾶς δώσω καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐνοικιάζουσι τὰ λατομεῖα ταῦτα καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ πεντεκαίδεκα πρῶτοι ἐν τῇ ἀναφορᾷ των κατακοπτόμενοι ὑπὲρ τῆς παραχωρήσεως τῶν λατομείων τῆς Πεντέλης. (Ἐγχειρίζει ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν). Τὰ 15 πρῶτα ὀνόματα τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, κύριε Πρόεδρε, εἶναι τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνῳκίασαν ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ ἁγίου Ἡγουμένου, ἄνευ μειοδοσίας, διὰ μηνιαίων πληρωμῶν 30–35 δραχμῶν. Αὐτοὶ δὲ εἶναι οἱ καταστρέφοντες δι’ ἀκανονίστου λατομήσεως τὰ λατομεῖα, ὑπὲρ τῶν ὁποίων δικαίως ἐξανέστη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.
§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐνοικίασις γίνεται διὰ πολὺν καιρόν; ἢ κατ’ ἔτος;
§34Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μηνιαίως.
§35ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Παντοῦ γίνεται αὐτὸ, κύριε συνάδελφε, εἰς τὰ μοναστήρια.
§36Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Καταγγέλλω δὲ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ καταχρήσει, ἐπὶ ἰδιοτελείᾳ καὶ ἐπὶ σφετερισμῷ ἐθνικῆς καθαρῶς περιουσίας, τὸν Ἡγούμενον Πεντέλης. Ἔχω ἐκτὸς αὐτῶν τῶν ὀνομάτων, τὰ ὁποῖα ἐνεχείρισα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἄλλα ὀνόματα, ὡς τὰ τοῦ Μαυρουδῆ, τοῦ Χαλκιᾶ, τοῦ Μ. Γεωργίου, τοῦ Ἠλ. Χρυσοφοῦ, τοῦ Περδικολόγου, τῶν ἀδελφῶν Ν. καὶ Μ. Μοσχοῦ.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τινὰ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν εἶναι ἐδῶ, ἐν τῇ ἀναφορᾷ.
§38Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα... οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες ἐξάρτησιν ἀπὸ τὸν Ἡγούμενον, ὅστις τὴν μερίδα τοῦ λέοντος ἔχει εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, — καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα —ἔτρεξαν, οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ, ζητοῦντες ὑπογραφὰς διαφόρων πολιτῶν ἢ ἐργατῶν· τοῖς ἔδωκαν διὰ παντοίων λόγων ὑποσχέσεις, ὅτι θὰ ἔχωσι τὸν χρυσοῦν αἰῶνα, ὅτι θὰ εὑρίσκουν διαρκῆ ἐργασίαν, — τὴν ὁποίαν τώρα δὲν ἔχουν διότι, ὡς ἀνέφερον, ὁ Ἡγούμενος δὲν δίδει εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωσι πλέον τῶν 10 λατόμων, — ὅτι ἡ ἑταιρία θὰ ἐξάγῃ ποσὸν μέγα μαρμάρων, καὶ μύρια ὅσα ἄλλα, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐν καλῇ τῇ πίστει, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι θὰ προσφέρωσιν εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν ἀσφαλῶς τὸν ἄρτον, ἴσως–ἴσως λέγω — προσυπέγραψαν τὴν ἀναφορὰν ἐκείνην. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, (ἵνα μὴ τοιαῦται ἀναφοραὶ περιφέρωνται) νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ἥτις σήμερον ἀνεκοινώθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ὑποβληθεῖσα, καὶ θὰ εὕρῃ ὅτι ἔχουσιν ἀναγραφῆ ὀνόματα ἐπὶ τῆς πρωτοτύπου ἀναφορᾶς ἄλλα ψευδῆ καὶ ἄλλα τεθνεώτων. Τί δὲ διὰ τῆς τακτικῆς ταύτης ἐπιζητοῦσι, τὸ ὑποθέτετε καὶ ὑμεῖς, διότι πολλοὶ μοὶ εἶπον: «εἶδες, κύριε Σχινᾶ, πόσοι διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῆς ἀναφορᾶς;» ἀπήντησα: «μάλιστα, ἀλλ’ εἶναι ἄγνωστοι, ἐκτὸς ὀλίγων.» Ἐγὼ γνωρίζω μόνον, ὅτι οἱ διαμαρτυρηθέντες διὰ τῆς ἑτέρας ἀναφορᾶς εἶναι οἱ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐργαζόμενοι ἐν Ἀθήναις, δαπανήσαντες οὐκ ὀλίγα ἐν Ἀθήναις, συστήσαντες καὶ διακοσμήσαντες πλείστας θέσεις, ὡς καὶ τὴν ὁδὸν Πατησίων, δι’ ὡραίων καταστημάτων καὶ ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ καλλυνομένων. Ἐκεῖνοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι εἰς τὴν ἑτέραν ἀναφορὰν, ἣν πρό τινων ἡμερῶν κατέθεσα εἰς τὸ Προεδρεῖον μετ’ ἄλλης τῶν ἀναφερομένων. Διὰ νὰ καταδείξω δὲ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, θὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σήμερον ὑποβληθείσας δύο ἀναφορὰς, ἐξ ὧν ἡ μία, ἡ τῶν θελόντων νὰ παραχωρηθῶσι τὰ μάρμαρα, ἐπισήμως κατατεθειμένη εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων καὶ φέρουσα παραπλεύρως κατάλογον ὀνομάτων λατόμων ἢ ἄλλων, εἶναι γεγραμμένη διὰ τῆς ἰδίας χειρὸς καὶ οὐδεμίαν ὑπογραφὴν φέρει. Ὅθεν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ῥίψῃ ἐπ’ αὐτῆς τὸ βλέμμα του, διὰ νὰ ἴδῃ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας· ἡ δὲ ἑτέρα, τῶν διαμαρτυρομένων κατὰ πάσης παραχωρήσεως, εἶναι ἡ τῶν ἐπισήμων τεχνιτῶν, τῶν ἀνεγνωρισμένων καὶ προσφερόντων καθ’ ἑκάστην μυρίας ὅσας ἐργασίας εἰς τὴν καλλιτεχνικὴν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν διακόσμησιν καὶ εἰς τὴν πρόοδον αὐτῆς.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἦναι κοπιαστικὸν δι’ ὑμᾶς νὰ ἀναγνώσητε τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διὰ νὰ ἴδωμεν τὸ περιεχόμενον.
§40Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς λέγω τὸ περιεχόμενον. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἐξηγήσητε καλῶς τὸ περιεχόμενον ἀμφοτέρων.
§42Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἠξεύρω τὸ περιεχόμενον, διότι τὰ ἔχω μελετήσει τὰ ζητήματα ἀρκετὰ καλῶς. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἴδητε κατὰ πόσον διαφέρει ὡς πρὸς τὰς ὑπογραφὰς,—εἶναι καθαραὶ αἱ ὑπογραφαὶ—ἡ δὲ ἄλλη φρονῶ ὅτι εἶναι ὑποβολιμαία. Μετὰ τὸ μικρὸν τοῦτο προοίμιον—καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρεκβαίνω ὀλίγον—μεταβαίνω εἰς τὴν ἐρώτησιν: τίς ὁ λόγος τῆς παραχωρήσεως; Δύο λόγους δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ· ἢ ἡ Μονὴ Πεντέλης εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκας, ἢ ὁ Ἡγούμενος αὐτῆς δὲν ἔχει τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως καὶ ἀνταξίας παραστάσεως, ἢ πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ ἀγαθοεργόν τινα σκοπὸν, ὃν ἀείποτε ἀπέφυγεν, ἢ τέλος πάντων νὰ ἐκτελέσῃ κἄτι τι μέγα. Ἀναλογίσθητε, Κύριοι, ὅτι τὰ μάρμαρα τῆς Πεντέλης εἶναι ὁ πλοῦτος καὶ ἡ δόξα τῆς Ἑλλάδος. Βλέπομεν ὅλοι μάρμαρα, καὶ ἴσως ὑποθέτουσι πολλοί, ὅτι ὅλα ταῦτα εἶναι ὡς τὰ μάρμαρα τῆς Πεντέλης, ἀλλ’ ἀπατῶνται ἀπάτην οἰκτράν. Οὐδὲν, Κύριοι, μάρμαρον ἐν τῷ κόσμῳ ἔχει τὸ μέγα προσὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ μάρμαρον τῆς Πεντέλης. Οὐδὲν ἔργον ἐν τῇ ὑφηλίῳ ἠδυνήθη νὰ διατηρηθῇ τόσους αἰῶνας, ὅσον διετηρήθησαν τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο διὰ μαρμάρων τῆς Πεντέλης. Ὅλα, ἀπέναντι τῶν μεταβολῶν τῆς ἀτμοσφαίρας, ἀπέναντι τῆς ὑγρασίας, καταπίπτουσι, καὶ δι’ αὐτὸ οὐδεὶς ἄλλος ναὸς, ὅσον ὁ Παρθενὼν, τὸ Θησεῖον καὶ οἱ ἄλλοι ναοὶ τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ἐκ Πεντελικοῦ μαρμάρου, διακρίνεται διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς τέχνης. Ἐὰν λοιπὸν σήμερον, Κύριοι, παραχωρήσωμεν, ἢ ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ παραχωρήσῃ, εἰς μονοπώλιον μάλιστα, τὰ λατομεῖα τῆς Πεντέλης, οὐδὲν ἄλλο θὰ πράξῃ, παρὰ θὰ ἐκχωρήσῃ τὴν δόξαν τῆς Ἑλλάδος. Τίνα ἤδη ἐτησίαν κατανάλωσιν μαρμάρων ἔχομεν, Κύριοι; Ἡ κατανάλωσις, ἀρχίσασα πρὸ ἑξηκονταετίας ἀπὸ τοῦ μηδενὸς, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1834, παρέχουσα δὲ τότε ἐνοίκιον μόνον 400 ἢ 500 δραχμῶν εἰς τὰς Μονὰς, ἔφερε βαθμιαίαν αὔξησιν καταναλώσεως, ὥστε αἱ μὲν Μοναὶ εἰσπράττουσιν ἤδη περὶ τὰς 20,000 δρ. ἐτησίως, ψευδῶς δὲ ἀναγράφουσι 12 ἢ 13 χιλιάδας, ὅπως ἀπέδειξα, καταναλίσκουσι δὲ 3½ χιλιάδας κυβικὰ μέτρα μαρμάρων κατ’ ἔτος. Τί ζητεῖ ἡ ἑταιρία, Κύριοι; Ἡ ἑταιρία ζητεῖ προνόμιον—θὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας—νὰ ἐξάγῃ κατ’ ἔτος 28,500 κυβικὰ μέτρα μαρμάρων καὶ συνάμα νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ πέραν τῶν 28,500 κυβ. μέτρων νὰ ἐξάγῃ, ἀλλὰ πληρόνουσα 5 δραχμὰς τὸ κυβικὸν μέτρον. Ἑπομένως, ἂν λάβωμεν μέσον ὅρον τὰς 30 χιλιάδας κυβικὰ μέτρα, κατὰ τὸ διάστημα τῶν 50 ἐτῶν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐζητήθη νὰ δοθῇ ἡ παραχώρησις, θὰ ἐξαχθῶσιν ἐκ τῶν λατομείων Πεντέλης 1,500,000 κυβικὰ μέτρα, ἐνῷ οἱ ἡμέτεροι λατόμοι, προάγοντες τὴν ἐξαγωγὴν, θέλουσιν ἐξαγάγει 150–200 χιλιάδας κυβικὰ μέτρα μαρμάρων. Καὶ τίς ἐγγυᾶται ἡμῖν, Κύριοι, ὅτι, προβαίνοντες εἰς βάθος, δὲν θέλομεν καταστρέψει τὰ λατομεῖα, ἢ δὲν θέλομεν εὕρει διαστρώσεις καταλλήλους; Τίνα βεβαιότητα ἔχομεν, ὅτι τὸ λατομεῖον τοῦτο βαίνει πάντοτε καλλίτερον εἰς βάθος; Οὐδένα! Ὑπόθεσις εἶναι, ὅτι τὰ μὲν τῆς ἐπιφανείας εἶναι κακὰ, ἐφ’ ὅσον δὲ προβαίνομεν, θὰ συναντήσωμεν καλλίτερα. Ἀλλ’ ἐὰν τοσούτου ποσοῦ ἐξαγωγὴ γείνῃ, εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι τὰ μάρμαρα θὰ ὦσι τῆς αὐτῆς ποιότητος καὶ κυρίως τῆς αὐτῆς στερεότητος; Ὁ φίλτατος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Τυπάλδος Κοζάκης ἐταράχθη πρὸ ἡμερῶν, καὶ δικαίως, διότι τῷ παρέστησαν ψευδῶς, ὅτι τὰ λατομεῖα κατεστράφησαν, ὅτι εἶναι ἀνίκανα νὰ δώσωσι τὰ ἀναγκαιοῦντα μάρμαρα. Μάλιστα, ὑφίστανται καταστροφὴν, ἢ μᾶλλον φθορὰς, μόνον ἐκεῖνα τὰ λατομεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ Ἡγούμενος ἐνοικιάζει μηνιαίως διὰ τὸ ἴδιον ἑαυτοῦ συμφέρον. Τὰ ἐνοικιαζόμενα ὅμως πολυετῶς διατηροῦνται ἐν καλῇ καταστάσει, διότι οἱ λατόμοι ἔχουσιν ἄμεσον συμφέρον νὰ λατομοῦν ἐπιστημονικῶς, διαβεβαιῶ δ’ ὅτι οὐδέποτε Ἕλλην λατόμος, ὅσον χυδαῖος, ὅσον ἀνίκανος, ὅσον βάρβαρος καὶ ἂν ἦναι, θὰ κάμῃ χρῆσιν καὶ τῆς ἐλαχίστης πυρίτιδος, κακῶς δὲ τὸν ἐπληροφόρησαν, διότι ἡ χρῆσις καὶ τῆς ἐλαχίστης πυρίτιδος, εἰσχωροῦσα εἰς τὰς φλέβας τοῦ μαρμάρου, κατασυντρίβει αὐτό· ἑπομένως ὁ φόβος αὐτὸς ἐκλείπει. Ἀλλὰ, Κύριοι φοβεῖσθε ὅτι τὰ νέα λατομεῖα καταστρέφονται; Φέρετε τὰ βήματά σας πρὸς τὸν Παρθενῶνα, καὶ θὰ ἴδητε τὰ νέα ἐπιστύλια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μῆκος 4½ ὡς ἔγγιστα μέτρων, ὕψος 1 μέτρου καὶ πλάτος ½ μέτρου καὶ ζυγίζουν 5 ἕως 6 χιλιάδας ὀκάδας τὸ τεμάχιον. Ταῦτα δὲ ἐξώρυξαν καὶ μετέφεραν ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως ἐντὸς τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν μετὰ πολλῶν δυσκολιῶν· ὁ δὲ Ἡγούμενος καὶ ἡ Μονὴ ἔχει πλέον τῶν 100,000 δραχμῶν εἰσόδημα, ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ Μονῇ εἰσκομιζομένων.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῶν ἱδρώτων του.
§44Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ διατρέφει 17 μόνον καλογήρους. Ἐὰν τὴν συντήρησιν ἑκάστου τούτων λογίσωμεν πρὸς 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα,—καὶ εἶναι πλέον ἢ ἄφθονα—ἔχομεν δαπάνην 900, ἔστω καὶ 1000 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἤτοι 12,000 δρ. τὸ ἔτος. Ἐκ τῶν 100,000 δὲ καὶ πλέον τί ὑπόλοιπον μένει; Ἀλλὰ βεβαίως ὁ Ἡγούμενος ἔχει ἀνάγκην καὶ ἁμάξης καὶ ἵππων καὶ ἡμιόνων, ἀναγράφει δ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 6,000 δραχμὰς, διατηρεῖ δὲ τὰ ἀποψιλωθέντα μέρη τοῦ δάσους ὡς ἀγροὺς ἰδίους, καὶ ἐν αὐτοῖς σπείρων σανὸν, διατηρεῖ τοὺς ἵππους καὶ ἡμιόνους. Ἐν τούτοις ἡ δαπάνη τῶν 6,000 δραχμῶν φαίνεται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ. Ὁ Ἡγούμενος ζῇ μεγαλοπρεπέστατα, διότι καὶ οἰκοδομὴν ἔχει εἰς τὸ ἄκρον τοῦ Χαλανδρίου, καὶ οἰκίαν εἰς τὴν ὁδὸν Σόλωνος, ἀριθ. 2, καὶ μέγαρον ἔκτισεν ἐπὶ τοῦ παρανόμως παραχωρηθέντος αὐτῷ δωρεὰν οἰκοπέδου ἐπὶ τῶν ὁδῶν Μητροπόλεως καὶ Βουλῆς διὰ τῆς καταστροφῆς ὁλοκλήρου τετραγώνου, κειμένου εἰς τὸ ὡραιότερον μέρος τῆς πόλεως, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς σπανίας χρήσεις ἐθνικάς. Οὕτω δὲ τὸ ὡραῖον οἰκόπεδον ὑπέστη ἀκρωτηριασμὸν διὰ τοῦ Ἡγουμένου, εἰς τὸν ὁποῖον παρεχωρήθη ἡ βορειοανατολικὴ γωνία, ἡ βλέπουσα πρὸς τὰς ὁδοὺς Μητροπόλεως καὶ Βουλῆς, μὲ τὸ δῆθεν δικαίωμα νὰ ἀνεγείρῃ οἰκοδομὴν, τὴν ὁποίαν νὰ νέμηται ὁ νεαρὸς αὐτὸς Ἡγούμενος ἐφ’ ὅρου ζωῆς,—καὶ ἴσως τὸν γνωρίζετε, ὅτι δὲν εἶναι πλέον τῶν 40 ἐτῶν,—μετὰ δὲ τὸν θάνατόν του νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν Μονήν. Ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον προσφέρομαι καὶ ἐγὼ, μὲ τὰ χρόνια ὅπου ἔχω, νὰ μοῦ παραχωρήσῃ ἡ Μονὴ τὸ λοιπὸν οἰκόπεδον νὰ τὸ οἰκοδομήσω.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ γίνητε Ἡγούμενος (ἱλαρότης).
§46Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα. Ἡ οἰκογένεια Δέγγλερη, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο οἰκογένεια σώφρων, μετὰ δὲ τὸν θάνατον τοῦ Τιμοθέου οἱ τότε ἰθύνοντες τὰ τῆς Μονῆς ἐξέλεξαν τὴν οἰκογένειαν Δέγγλερη, ἵνα διὰ τῶν μελῶν αὐτῆς ἀναλάβῃ τὴν ἡγουμενίαν, καὶ ἔκτοτε διαδοχικῶς ἔλαβε τὴν ἡγουμενίαν Πεντέλης, τὴν ὁποίαν προήγαγε, καὶ βιβλία εἶχε καὶ πλοῦτον, καὶ διεκρίνετο ἐπὶ παιδείᾳ μέχρι τοῦ τελευταίου Ἡγουμένου ἐκ τῆς οἰκογενείας ταύτης Κυρίλλου, ὁ ὁποῖος πολλὰ ἔγραψε περὶ τῶν τότε μοναχῶν, ἅτινα δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω.
§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ παραχώρησις τοῦ οἰκοπέδου τῆς Μονῆς Πεντέλης πότε ἔγεινε;
§48Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§49Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πέρυσιν ἔγεινε.
§50Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ, διερχόμενος πρὸ ἐνιαυτοῦ καὶ πλέον ἐκεῖθεν καὶ ἰδὼν ἀνεγειρόμενον οἰκοδόμημα, γνωρίζων δὲ ὅτι ἡ ἔκτασις ἀνήκει εἰς τὴν Μονὴν, ἠρώτησα τίς ὁ οἰκοδομῶν, καὶ ἔμαθον ὅτι κτίζει ὁ Ἡγούμενος Πεντέλης· ἔκτοτε δὲ ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος 1895, δὲν ἠξεύρω δὲ πότε παρεχωρήθη.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρ’ ἡμῶν ὄχι.
§52Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι παρεχωρήθη πρὸ 12 μηνῶν.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν τὸ τετράγωνον ἐκεῖνο.
§54Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ κατόπιν ὁ ἅγιος Ἡγούμενος, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κυρίου συναδέλφου, κατώρθωσεν ὅ,τι κατώρθωσε.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι ὑμῶν. Ἐὰν ἐγένετο ἡ παραχώρησις, θὰ ἐγένετο ἐπὶ ἄλλων βάσεων.
§56Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ διαψευσθῶ, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε.
§57Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δυστυχῶς, Κύριοι, μολονότι πολλῶν τὴν προσοχὴν προὐκάλεσαν τὰ λατομεῖα τῆς Πεντέλης, οὐδεὶς ἐπελήφθη μέχρι τοῦδε τῆς ἀκριβοῦς καταμετρήσεως, ἵνα μᾶς βεβαιώσῃ ὡς ἔγγιστα περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐξαχθέντος μαρμάρου. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ ἐπίσης περίφημον καὶ γνωστότατον λατομεῖον τῆς Πάρου, ἐκ τῶν μαρμάρων τοῦ ὁποίου καὶ ναοὶ ἀνηγέρθησαν καὶ ἀγάλματα καὶ μυρία ὅσα οἰκοδομήματα, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, κατὰ τὰς ἐπισήμους βεβαιώσεις καὶ ἐπιστημονικὰς καταμετρήσεις, τὸ ὅλον ποσὸν τῶν καταναλωθέντων κατὰ τὴν ἀρχαιότητα μαρμάρων ἀνέρχεται εἰς 93,000 κυβικὰ μέτρα· ἀλλὰ εἰς ἀντίθεσιν διὰ τῆς παραχωρήσεως ζητοῦν εἰς 50 ἐτῶν διάστημα νὰ λατομήσουν (ἐκτὸς τῶν λίθων) τοὐλάχιστον 1½ ἑκατομμύριον κυβικῶν μέτρων, μὲ τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι καὶ πλείονα. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος ὡς εἰς τὴν πρώτην μου ἐρώτησιν ἐνεφανίσθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, εἰς τὸ ὁποῖον γιωρίζω ὅτι πολλοὶ ἐνδιαφέρονται καὶ πολλοὶ πολλὰ καταβάλλουσι μέσα, ἵνα παραπείσωσι τοὺς ἀνθισταμένους· πρὸς ἐμὲ δὲ αὐτόν, δύναμαι ἀνενδοιάστως νὰ εἴπω, προσῆλθον πλεῖστοι ὅσοι, ζητοῦντες ἐκ παντὸς τρόπου νὰ μὲ παρεμποδίσουν, ἵνα μὴ τὸν λόγον φέρω ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι τὸ καθῆκον καὶ ἡ ὑποχρέωσις, ἣν ἅπαξ ἀνέλαβον, μοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ εἴπω ὅσα λέγω. Ἐὰν ἡ ἑταιρία ἐπιθυμῇ λατομεῖα μαρμάρου, εἴτε λευκοῦ, εἴτε φαιοῦ, εἴτε ἐρυθροῦ, δὲν στρέφει ἀλλαχοῦ τὰ βλέμματά της; ὑπάρχουν τοιαῦτα λατομεῖα, ἐφάμιλλα σχεδὸν τῶν τῆς Πεντέλης, ἐπὶ πλέον δὲ τὸ πράσινον μάρμαρον τῆς Τήνου· ἐπίσης εἰς τὴν Μάνην τὸ γνωστὸν λατομεῖον, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ ὀνομαστὸν ἐρυθρὸν μάρμαρον, μὲ τὸ περίφημον rouge antique· ἐπίσης εἰς τὴν Θάσον, κατὰ τὰς θέσεις Ὅρμος Ἁλικῆς, Θυμωνιᾶ καὶ Δεμὶρ–Χαλκᾶ, τὰ περίφημα λατομεῖα, τὰ ἐκμεταλλευθέντα ἐπὶ τῶν χρόνων τοῦ Αὐτοκράτορος Βεσπεσιανοῦ. Εἶναι ἄλλα εἰς τὸν Βόλον. Διατὶ νῦν ζητοῦσι τὰ μάρμαρα Πεντέλης; Διότι, ὡς σᾶς εἶπον, τὰ μάρμαρα τῆς Πεντέλης δὲν ἔχουν ἐφάμιλλα ἐν τῷ κόσμῳ, ζητοῦσι δὲ νὰ γυμνώσουν ἡμᾶς, καὶ νὰ ἀφήσουν τὰς μετέπειτα γενεὰς νὰ μᾶς ἀπαγγέλλουν τὰς κατάρας καὶ τὰς ὕβρεις καὶ τὰ ἀναθέματα αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, θέλουν μάρμαρα; μάλιστα νὰ τοῖς ἐνοικιάσωμεν ἢ ποσόν τι ὡρισμένον χιλιάδων κυβικῶν μέτρων, ἢ ὡρισμένην τινὰ μαρμαροφόρον ἔκτασιν, καὶ ἂς ἐφαρμόσουν οἱανδήποτε, εἴτε διὰ λατόμων, εἴτε διὰ μηχανημάτων, ἐξόρυξιν· ἂς τοῖς δοθῇ ἐπὶ πλέον τὸ δικαίωμα ἐν τῇ ἐνοικιάσει αὐτῇ νὰ μεταχειρισθοῦν ὅσους δήποτε τεχνίτας θέλουν, ἂς ἀφήσουν ὅμως τὰ νῦν ὑπάρχοντα λατομεῖα, ἤτοι τὰ ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ νὰ τὰ κατεργασθοῦν τεχνῖται Ἕλληνες καὶ τότε θέλομεν ἴδει, ἂν θὰ τολμήσῃ ἡ ἑταιρία, μὲ ὅλους τοὺς σιδηροδρόμους καὶ μὲ ὅλας τὰς ὑποσχέσεις, νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν τιμίων, τῶν ἐργατικῶν, τῶν προοδευτικῶν ἀνδρῶν τῆς τέχνης, τοὺς ὁποίους γνωρίζω ἀπὸ 30 ἐτῶν καὶ τοὺς ἐκτιμῶ, διότι εἶναι τίμιοι καὶ καλλιτέχναι, καὶ τόπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καλλιτεχνίαν, εἶναι καθόλου ἀφανὴς καὶ καταπίπτει. Ἐὰν θέλετε δὲ ν’ ἀναζήσωμεν τὴν Ἑλλάδα, φροντίσατε ἵνα μὴ τὰ μάρμαρα τῆς Πεντέλης δοθῶσιν εἰς οὐδένα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο ἴσως ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο διέταξε τὴν παρεμπόδισιν τῆς προκηρυχθείσης πλειοδοσίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, διατὶ ἐγὼ κατεξανέστην; Ἐγὼ οὔτε εἰσηγήσει τινὸς ἔλαβον τὸν λόγον, οὔτε μοὶ ἔκαμέ τις λόγον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀνεῦρον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως διακήρυξίν τινα περὶ ἐνοικιάσεως τῶν λατομείων Πεντέλης, καὶ ἐξ αὐτῆς ἔλαβον ἀφορμήν. Ἀλλ’ ἤδη ἐρωτῶ, ἔληξαν αἱ πολυετεῖς ἐνοικιάσεις; Ὄχι, μοὶ λέγουν. Πῶς λοιπὸν γίνεται πλειοδοσία; Ἔχω πρὸ ἐμοῦ, Κύριοι, ἐπίσημον συμβόλαιον ἐνοικιάσεως, ἥτις λήγει μετὰ 4 ἔτη, καὶ ἐν τούτοις διὰ μιᾶς ἠλεκτρικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ταχύτητος διελύθησαν τὰ πάντα, καὶ δημοσιεύεται διακήρυξις, ὅτι ἐκτίθενται εἰς πλειοδοσίαν ἅπαντα τὰ μάρμαρα τῆς Πεντέλης καὶ ἐπὶ πλέον ἐπὶ πεντηκονταετίαν! Ἡ διακήρυξις δέ, τὴν ὁποίαν ἀνέγνων, δὲν εἶναι διακήρυξις, ἀλλὰ εἶναι σύμβασις, συναφθεῖσα τῇ ὑποδείξει τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου ἢ μᾶλλον τοῦ Ἡγουμένου Πεντέλης ἢ τῆς τοῦ Πετράκη ἀφ’ ἑνός, καὶ τῆς Νομαρχίας ἀφ’ ἑτέρου, ὡς καὶ ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας καταφαίνεται, τῆς Νομαρχίας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐσφετερίσθη κοινοβουλευτικὰ δικαιώματα, διότι ἐν τῇ διακηρύξει ἔχει ὅρον ῥητὸν, νὰ κατασκευασθῇ σιδηρόδρομος διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν μαρμάρων πλάτους ἑνὸς μέτρου μεταξὺ Πεντέλης καὶ Ἀθηνῶν. Ἐρωτῶ ἤδη τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔδωκεν ἄδειάν τινα μέχρι τοῦδε κατασκευῆς σιδηροδρόμου πρὸς μεταφορὰν τῶν μαρμάρων τῆς Πεντέλης;
§58Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θὰ δοθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἄδεια.
§59Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς συγχαίρω διὰ τὴν εὐφυΐαν καὶ διὰ τὴν ἑτοιμότητά σας, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀρκετὰ ψυχρὸς νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι, ὅταν ἡ Μονὴ ἀναδεχθῇ ὑποχρέωσιν καὶ δὲν ἐκπληρωθῇ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη, θὰ γεννηθῶσι δίκαι, καὶ δὲν ἠξεύρω τότε, ἐὰν ὁ ἅγιος Ἡγούμενος θὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ κατέρχηται εἰς Ἀθήνας ἐπιβαίνων ἁμάξης λαντὼ καὶ ἀφθόνως ἐκ τῶν ἀφθόνων προϊόντων τῆς Μονῆς δαπανῶν, ἢ θ’ ἀκολουθήσῃ τὴν ἀρχαίαν ὁδὸν τῆς μουλαροδρομίας.
§60Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἰδέαν σας, ὅτι ὁ νομάρχης ἐσφετερίσθη κοινοβουλευτικὰ δικαιώματα.
§61Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. συνάδελφον νὰ ἀναγνώσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ πείσῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ῥητὸς ὅρος καὶ ὑποχρέωσις κατασκευῆς σιδηροδρόμου. Ἐγένοντο δὲ αὐτὰ, κύριε συνάδελφε, διὰ τὸν ἀκόλουθον λόγον. Ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Πεντέλης ἐκ συμπαιγνίας εἶχε συμπράξει μετὰ τοῦ κ. Ψύχα εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ἐκχωρηθέντος σιδηροδρόμου. Ὁ κ. Ψύχας ἐπίστευσεν ὅτι τῇ ἀρωγῇ τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Πεντέλης ἤθελον διενεργηθῆ τὰ δέοντα, ὅπως πραγματωθῶσιν ὅσα ἐκεῖνοι διενοοῦντο νὰ διενεργηθῶσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ σύγκρουσίς τις ἐπῆλθεν, ὡς φαίνεται, μεταξὺ αὐτῶν, ἡ κυρωθεῖσα πρὸ τόσου χρόνου σύμβασις ἀκόμη κοιμᾶται. Ἠρώτησα πρὸ μικροῦ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν γνωρίζῃ τι περὶ τῆς μετὰ τοῦ κ. Ψύχα συμβάσεως διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πεντέλης. Ἡ ὑπηρεσία ὅμως δὲν ἐφρόντισε νὰ καταστήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐνήμερον, ἐνῷ τόσος λόγος ἐγένετο περὶ τῶν μαρμάρων Πεντέλης καὶ ἐνῷ ἦτο γνωστὸν, ὅτι τὸ Σάββατον ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τούτου. Εὑρεθεὶς λέγω, δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λόγους, κύριε συνάδελφε, εἰς σύγκρουσιν ὁ Ἡγούμενος πρὸς τὸν κ. Ψύχαν, ἐστράφη πρὸς ἄλλην ὁμάδα, καὶ ἐζήτησε νὰ θέσῃ ἐκποδὼν τὸν Ψύχαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἡμεῖς παραχώρησιν διὰ νέον σιδηρόδρομον, ἐνῷ ἔχομεν σύμβασιν μετὰ τοῦ κ. Ψύχα; Ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὁ κ. Ψύχας;
§62ΚΟΡΠΑΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἐνοικιάσεως ὅλων τῶν μαρμάρων τῆς Πεντέλης;
§63Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχουσι δύο διακηρύξεις, ἔχουσαι ἀμφότεραι τὸν αὐτὸν τύπον, συντεταγμέναι ἴσως καὶ διὰ τῆς αὐτῆς χειρὸς καὶ διὰ τοῦ αὐτοῦ ὕφους γεγραμμέναι, καὶ ἡ μὲν μία τούτων ἀφορᾷ εἰς ὅλα τὰ λατομεῖα τῆς Μονῆς Πετράκη, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ λατομεῖα τοῦ Κοκκιναρᾶ, ἡ δὲ ἑτέρα εἰς ὅλα τὰ λατομεῖα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν Μονὴν Πεντέλης, πλὴν τῶν ἀρχαίων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπετράπη οὐδ’ ἐπιτρέπεται λατόμησις. Ἐν τῇ διακηρύξει δὲ ταύτῃ, ὑπ’ ἀριθ. 15288, ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 1 (Ὅρα Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀριθ. 293, τεῦχος τρίτον), δι’ οὗ ὁροθετοῦνται αἱ θέσεις, ἤτοι ἀπὸ τῶν κορυφῶν τάδε καὶ τάδε, ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 1, ἕτερον ἄρθρον, τὸ 18, ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 15289 διακηρύξει ὁρίζει, πρὸς θαυμασμὸν τοῦ τρόπου, δι’ οὗ τὰ πάντα κατηρτίσθησαν, τὰ ἑξῆς: «Ἄρθρον 18. Ἡ ἐνοικιαζομένη ἔκτασις καθορίζεται εἰς τὸ διάγραμμα, ὅπερ θέλει συνταχθῆ δι’ ἐξόδων τοῦ μι«σθωτοῦ...» Τί σημαίνει ἡ λέξις καθορίζεται, ἀφοῦ ἕπεται τὸ «θέλει συνταχθῆ»;
§64Ι. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἴσως εἶναι καθορισθήσεται.
§65Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι, εἶναι καθορίζεται· εἶναι ἀπ’ αὐτὰ τὰ Ἡγουμενικὰ, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν. Ὑμεῖς δ’ αὐτὸς, ὡς δικηγόρος, καλούμενος θὰ στηρίξητε ἐπ’ αὐτοῦ πολλὰ ἐπιχειρήματα.
§66ΚΟΡΠΑΣ. Λέγει «περιγράφεται». Ἀκόμη χειρότερον.
§67Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Βεβαίως χειρότερον. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον.
§68Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς πείθει ὅτι ὑπάρχει λάθος;
§69Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μὲ πείθει ὅτι ἐγένετο ἐκ προθέσεως, διότι, προκειμένου περὶ τοιαύτης δημοπρασίας, εἰς ἣν πρόκειται περὶ ἐκμισθώσεως πεντηκονταετοῦς, οὐδέποτε ἔπρεπε μετὰ τόσης ταχύτητος νὰ διενεργηθῶσι τὰ πάντα, νὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἡ διακήρυξις, καὶ ἐντὸς μηνὸς νὰ δοθῇ ἡ παραχώρησις. Ἀλλ’ ὁ φίλτατος συνάδελφος κ. Κόρπας, δικαίως ἐνδιαφερόμενος περὶ τῶν διαμαρτυρομένων τεχνιτῶν, ἐξ ὧν τινες ἴσως κατάγονται ἐκ Κύθνου ἢ Κέας, ὑποθέτει ὅτι ἑταιρία, ἐξάγουσα 30,000 ἢ 40,000 κυβικὰ μέτρα μαρμάρου, θὰ δώσῃ ἐργασίαν εἰς Ἕλληνας τεχνίτας. Θέσατε ὡς ὅρον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταχειρισθῇ μηχανὰς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταχειρισθῇ ἄλλα μέσα, πλὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται σήμερον, καὶ τότε θέλετε ἴδει, ἂν θ’ ἀναλάβῃ ἡ ἑταιρία τὴν παραχώρησιν. Ἤδη, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς ἕτερον ἀντικείμενον ἐπίσης σπουδαῖον. Σήμερον οἱ λατόμοι οἱ ἡμέτεροι, κατεργαζόμενοι τὰ παραχωρούμενα εἰς αὐτοὺς ἐλαχίστης ἐκτάσεως λατομεῖα,— καὶ ἐπαναλαμβάνω, παρέσχεν ἡ Μονὴ Πεντέλης λατομεῖα ἐκτάσεως μήκους ἑκατὸν μέτρων καὶ πλάτους τεσσαράκοντα, ὁρίζει δὲ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐργαζομένων εἰς αὐτὰ τεχνιτῶν,— ἐξάγουσι 3–3½ χιλιάδας κυβικὰ μέτρα μαρμάρων, καὶ πληρόνουσιν ἐπισήμως 16,000 δραχμὰς, ἤτοι ἀπολαμβάνει ἑκάστη Μονὴ ἐξ ὡς ἔγγιστα δραχμὰς κατὰ κυβικὸν μέτρον. Τί δὲ θὰ εἰσπράξῃ ἡ Μονὴ ἐκ τῶν μαρμάρων, τὰ ὁποῖα θὰ παραλάβῃ ἡ ἐπιζητοῦσα τὰ μάρμαρα ἑταιρία; Ἐκ μὲν τῶν μαρμάρων τῆς Μονῆς Πεντέλης θὰ λάβῃ 15,800 κυβικὰ μέτρα καὶ θὰ πληρώσῃ 25,000 δρ. κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἤτοι θὰ πληρώσῃ 1,66 κατὰ κυβικὸν μέτρον, ἐὰν δὲ λάβῃ μάρμαρα ἐπὶ πλέον, τότε θὰ πληρώσῃ 5 δραχμὰς ἐπὶ πλέον. Ὥστε τὸ ἥμισυ ποσὸν τῶν μαρμάρων ἐὰν παραλάβῃ, πάλιν δὲν θὰ πληρώσῃ τὸ ἥμισυ κατὰ κυβικὸν μέτρον τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν οἱ σημερινοὶ λατόμοι πληρόνουσιν εἰς τὴν Μονήν. Διὰ δὲ τὰ ἄλλα τοῦ Κοκκιναρᾶ, τὰ ὁποῖα εἶναι κατωτέρας ποιότητος, θὰ δικαιῶται ἡ ἑταιρία νὰ ἐξάγῃ 13,500 κυβικὰ μέτρα, καὶ νὰ πληρόνῃ 16,800 δραχμὰς, ἤτοι 1,24 τὸ κυβικὸν μέτρον. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι, ἐνῷ εἰς τὸ πεντηκονταετὲς διάστημα οἱ ἰδικοί μας λατόμοι, ἐξακολουθούσης τῆς λατομίας κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν μέθοδον, θὰ ἐξαγάγωσιν 150,000 ὡς ἔγγιστα κυβικὰ μέτρα μαρμάρων, θὰ πληρώσωσι δὲ εἰς τὴν Μονὴν δραχμὰς 900,000, ἡ ἑταιρία, ἐὰν λατομήσῃ κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, θέλει παραλάβει 1,500,000 κυβικὰ μέτρα, ἤτοι τὸ δεκαπλάσιον, θὰ πληρώσῃ δὲ μόνον 2,000,000. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, χάριν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ὅπερ εἶναι ἡ διαφορὰ, εἶναι δίκαιον νὰ πωλήσωμεν τὴν Πεντέλην εἰς τοὺς ξένους; Ἀλλ’ ἐν τῇ διακηρύξει ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι τινὲς κρύφιοι λόγοι, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὅλων, ὅτι ἔχει ἡ ἑταιρία τὸ δικαίωμα νὰ λατομῇ κοινοὺς πρὸς οἰκοδομὴν λίθους. Παραδείγματος χάριν, ἐπιλαμβάνεται εἴς τι μέρος καὶ εὑρίσκει, ὅτι αὐτὸ τὸ μέρος εἶναι ἀκατάλληλον διὰ νὰ ἐξάγῃ μάρμαρα, δύναται ὅμως ἐν αὐτῷ νὰ ἐξακολουθῇ λατομοῦσα λίθους. Τί δὲ θὰ κάμῃ διὰ τῶν λίθων τούτων; Θὰ καταστρέψῃ ἄλλην ἐργατικὴν τάξιν, τὴν τάξιν τῶν ἐργατῶν τοῦ Πειραιῶς οἱ ὁποῖοι φέρουσι τοὺς ὡραίους ἐκείνους γωνιολίθους, οἵτινες χρησιμοποιοῦνται εἰς ὅλας τὰς οἰκοδομὰς κατὰ μεγάλην ποσότητα. Ἀλλὰ ποῖον τάχα εἶναι τὸ σχέδιον τῆς ἑταιρίας ταύτης; Τὸ σχέδιον τῆς ἑταιρίας ταύτης συνδέεται μὲ κἄτι ἄλλο κρύφιον, τῆς συνδέσεως τῆς γραμμῆς ἑνὸς μέτρου πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας σιδηροδρόμους τῆς Ἀττικῆς, εἴτε εἰς τὸν Γέρακα, εἴτε εἰς τὴν Κηρισίαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην σιδηροδρόμου νέου; Θέλει ὁ τόπος τὴν εὐκολίαν νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὸ Rigi τῆς Ἀττικῆς, ἤτοι εἰς Πεντέλην, διὰ σιδηροδρόμου; Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ παραχωρήσωμεν πρὸς τοῦτο τὰ μάρμαρά μας. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ τὸν κ. Ψύχαν, καὶ δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν κ. Ψύχαν δι’ ὅλων τῶν μέσων πρὸς τοῦτο. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν ἅπασαν τὴν ἔκτασιν, ἤτοι τὰς βορειοδυτικὰς κλιτύας τῆς Πεντέλης, νὰ καταστήσωμεν μονοπώλιον τὰ ὡραῖα μάρμαρα τῆς Πεντέλης, καὶ νὰ γείνωμεν ἕρμαιον Ἀγγλικῆς ἑταιρίας, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Ἀγγλίας διατελούσης. Ἀλλὰ ἠπατήθησαν πολλοὶ, λέγοντες ὅτι ὑπάρχουσι καὶ εὐεργετικοὶ ὅροι, ἤτοι ὅτι θὰ παρέχωνται δωρεὰν τὰ μάρμαρα εἰς τὰ κτίρια, εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰς οἰκοδομὰς τοῦ Δημοσίου. Καὶ τίς τῶν κ. συναδέλφων δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν παρεχωρήθησαν ἢ δὲν θέλουσι παραχωρηθῆ τὰ μάρμαρα πάντοτε δωρεὰν πρὸς τοιοῦτον σκοπόν;
§70ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Καὶ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου παρεχωρήθησαν δωρεάν.
§71Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὅσα ἐλήφθησαν δι’ ἐργολαβίας, ἐδόθησαν ὡς δίδονται εἰς τὴν ἀγοράν· ὅσα δ’ ἐζητήθησαν διὰ τῆς ἁρμοδίας ὁδοῦ ἀπ’ εὐθείας, ἐδόθησαν δωρεάν. Ἀλλὰ θὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, — διότι τὸν βλέπω ἑτοιμαζόμενον...
§72Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζετε τί θὰ εἴπω.
§73Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐννοῶ ὅ,τι θὰ εἴπητε. Ἡμεῖς θὰ βεβαιώσητε, ὅτι ἡ ἑταιρία θέλει παραχωρήσει τὰ μάρμαρα εἰς τιμὰς μικροτέρας. Ποίας; διατὶ δὲν τὰς ὁρίζετε; διατί δὲν σημειοῦνται ἀκριβῶς ἐν πίνακι; Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶσθε μηχανικός. Ἐμὲ καίει ἡ ἀοριστία, διότι εἶμαι μηχανικός. Ἡ τοῦ μαρμάρου Κ. Μ. κυμαίνεται ἀπὸ ἑκατὸν δραχμῶν μέχρι διακοσίων, τριακοσίων καὶ χιλίων τὸ κυβικὸν μέτρον, ἐξαρτᾶται δὲ ἡ τιμὴ ἐκ τοῦ ὄγκου, τῶν διαστάσεων, τῆς λευκότητος καὶ τῆς ποιότητος αὐτοῦ. Ἂν αὔριον θέλετε νὰ ἐγείρητε οἰκοδομὴν ἐκ μαρμάρου λευκοῦ τῆς ἀρίστης ποιότητος, δὲν σᾶς τὸ δίδουσιν... Ἰδοὺ διατί φωνάζω, κύριε Πρωθυπουργέ. Παραγγέλλω εἰς τὸν ἐργολάβον διὰ τὴν οἰκοδομὴν τὴν ἰδικήν σας — ὅταν εὐτυχήσητε νὰ ἐγείρητε τοιαύτην, — παραγγέλλω διὰ τοῦ ἐργολάβου εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ ἡ ἑταιρία, διότι διάκειται ἐχθρικῶς πρὸς ἐμὲ, μοὶ στέλλει φαιὰ μάρμαρα καὶ κακῆς ποιότητος.
§74ΚΟΡΠΑΣ. Ἔχει καὶ ἄλλα λατομεῖα.
§75Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἅπαντα τὰ λατομεῖα παραχωροῦνται, ἐν τῇ ἐκθέσει δὲ τοῦ κ. Σνάϊδερ, τὴν ὁποίαν δημοσιεύει διὰ νὰ πείσῃ ἡμᾶς, λέγει ῥητῶς, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἑταιρίας, ἤτοι τὸ μονοπώλιον. Ἐγὼ εἶπον νὰ χωρισθῶσιν αἱ ἐκτάσεις τῆς Πεντέλης εἰς ἐπιφανείας διά τινος διαγράμματος ἐκ τοῦ τοπογραφικοῦ χάρτου τῆς Ἀττικῆς, τοῦ ὑπὸ τοῦ Κίπερτ συνταχθέντος δι’ ἀρχαιολογικοὺς λόγους, εἰς ὃν ἐμφαίνονται ἅπασαι αἱ περιφέρειαι καὶ δείκνυνται καὶ ἅπασαι αἱ θέσεις μέχρι κεραίας. Διαχωρίσατε λοιπὸν τὰς ἐκτάσεις ἐπὶ τοῦ χάρτου, καὶ ἂν θέλῃ ἡ ἑταιρία, ἂς ἔλθῃ νὰ ἐνοικιάσῃ μίαν ἢ πλείονας ἐκτάσεις, ἢ καὶ ὅλως ἐπὶ τέλους, ἀλλ’ ἂς μὴ ἀποκλείσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἰδικούς μας λατόμους καὶ καλλιτέχνας τοῦ νὰ ἐνοικιάσωσι καὶ αὐτοί. Ἔθεντο ὅρον καταθέσεως διὰ τῆς διακηρύξεως 50,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ ποῦ, κύριοι Βουλευταί, γενήσεται ἡ κατάθεσις; εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Μονῆς; Καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, κατετέθη ἢ θὰ κατατεθῇ ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς; Πανταχοῦ συμπαιγνία καὶ δόλος καὶ ὑστεροβουλία ἐνυπάρχουσι. Πλειότερα τούτων δὲν λέγω, ὡς πρὸς τὴν διακήρυξιν, καθόσον ἤδη, ἡλίου φαεινότερον, τὰ πάντα διελευκάνθησαν. Ἴσως ἐξετάθην πλέον τοῦ δέοντος, ἀλλὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα μὲ πονεῖ, ὅσον οὐδὲν ἄλλο. Διότι ὑμεῖς ἴσως δὲν γνωρίζετε ποίας περιπλοκὰς δύναται νὰ φέρῃ ἀόριστος καθόλου ὅρος, ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς τῶν μαρμάρων. Οὐδεμία δὲ κλῖμαξ πρὸς καθορισμὸν τῆς τιμῆς κατὰ κυβικὸν μέτρον τῶν μαρμάρων εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ. Ἐν τούτοις, ἂν τῇ συνδρομῇ τῶν τε λατόμων καὶ τῶν τεχνιτῶν ὁρίσητε τὴν τιμὴν τοῦ ὄγκου, ἔχετε δεσμευμένην τὴν ἑταιρίαν’ ἀλλ’ ἐὰν δώσητε ὅλα τὰ λατομεῖα, θὰ ἦσθε δεσμευμένοι ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία θὰ δημιουργήσῃ ἀπαιτήσεις κατὰ τῆς Ἑλλάδος, αἵτινες θὰ καταλήξουν εἰς δίκας καὶ μύρια ἄλλα. Περαίνων τὸν λόγον μου, εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς πλειοδοσίας, ἥτις παρέσχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα συζητήσωμεν τὸ λίαν σπουδαῖον ἀντικείμενον τῶν μαρμάρων. Φρονῶ δὲ, ὅτι οὐδεὶς Ἕλλην θὰ ὑπάρξῃ, μὴ ἀναλογιζόμενος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ζήσῃ ἐπὶ αἰῶνας καὶ θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῶν μαρμάρων πολυτελείας πρὸς διακόσμησιν τῶν δημοσίων καὶ ἄλλων αὑτῆς κτιρίων. Ἑπομένως οὐδὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παραχώρησιν τῶν λατομείων τῆς Πεντέλης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ ἐπὶ πλέον εἰς ξένην ἑταιρίαν.
§76ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἐξέφερα τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τῆς προκειμένης δημοπρασίας. Ὑποθέτω ὅτι, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας ἔντιμος συνάδελφος, κατενοήσατε ὅλοι τὸν κίνδυνον τὸν ὑφιστάμενον. Προσθέτω μόνον δύο πράγματα, ἵνα ἐμβαθύνητε εἰς τὰς συνεπείας τῆς προκειμένης δημοπρασίας. Δι’ αὐτῆς διακυβεύονται μέγιστα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ὁ χορηγούμενος εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἀνέρχεται εἰς 50 χιλιάδας κυβικὰ μέτρα μαρμάρων κατ’ ἔτος· εἰς 50 ἔτη ἡ τοιαύτη ἐκμετάλλευσις θὰ φθάσῃ εἰς 1½ ἑκατομμύριον κυβικῶν μέτρων. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ μαρμάρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ πολυτιμοτέρα περιουσία, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς Θείας Προνοίας, πρέπει νὰ ληφθῇ μεγίστη πρόνοια. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι τὸ μάρμαρον εἶναι πάντοτε συναφὲς εἰς ἓν στρῶμα; Τὸ μάρμαρον ἀλλοῦ εὑρίσκεται εἰς μεγάλην ποσότητα, ἀλλοῦ εἰς ὀλίγην. Ἀλλ’ ἵνα ἐκμεταλλευθῇ τόσος ἀριθμὸς κυβικῶν μέτρων, θὰ καταστραφῇ ὁλόκληρον τὸ Πεντελικὸν ὄρος, καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν μετὰ 50 ἔτη θὰ εὕρητε Πεντελήσιον λίθον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὑπάρχει καὶ ἕτερος κίνδυνος. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ χορηγῆται εἰς τὴν Διοίκησιν, εἰς τὴν Νομαρχίαν, τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναλάβῃ τόσον σπουδαῖα ἔργα συγκοινωνίας μεταξὺ τῆς πόλεως καὶ τῆς Πεντέλης. Τὸ τοιοῦτον διαφεύγει τὴν ἐξουσίαν τῆς Νομαρχίας, εἶναι ἀντικείμενον νομοθετικῆς προνοίας, διότι πρόκειται νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν ἐν περιπτώσει κινδύνων, οἱ ὁποῖοι προκύπτουσιν εἰς τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμάς. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν νὰ παραχωρῆται τοιοῦτον δικαίωμα εἰς ἕνα ἐργολάβον, ἢ εἰς ἕνα κερδοσκόπον τοιοῦτον ἔργον, καὶ μάλιστα ὅταν ὁ ζητῶν νὰ ἀναδεχθῇ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἔχῃ ἤδη συνάψει, ὡς πληροφοροῦμαι, σύμβασιν μὲ ἄλλην κερδοσκοπικὴν ἑταιρίαν. Ὅλα ταῦτα δὲν πρέπει νὰ γείνωσιν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι ταῦτα πάντα θίγουσιν ἐθνικὰ συμφέροντα, οὐδὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν νομάρχην νὰ διαθέτῃ τοιαῦτα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ ἕτερος μεγαλείτερος κίνδυνος. Συνεπείᾳ τῆς προηγουμένης ἐπερωτήσεως καὶ τῶν γενομένων συζητήσεων ἡ ἑταιρία ἡ Ἀγγλική, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ ἐργολάβου τοῦ σιδηροδρόμου, ἔκαμε τὴν 8 Νοεμβρίου πρόσθετον διακήρυξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ θεραπεύσῃ τὰ ἐγερθέντα παράπονα, καὶ ἐτροποποίησέ τινας ὅρους, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἕνα, ὅστις εἶναι ὁ δολιώτερος ὅλων, προσθέσασα τὴν ἑξῆς φράσιν, ὅτι ὀφείλει πρὸ πάντων ὁ μισθωτὴς νὰ προτιμᾷ εἰς τὴν ἐργασίαν του Ἕλληνας τεχνίτας καὶ ἐργάτας. Ἠξεύρετε τί σημαίνει τὸ «προτιμᾷ»; εἶναι τὸ δέλεαρ, δι’ οὗ ἀπεπλάνησε πολλοὺς τῶν Ἑλλήνων ἐργατῶν καὶ τῶν ἐργολάβων, ἵνα ὑπογράψωσιν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι συμφέρει νὰ λάβῃ ἡ ἑταιρία τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ἀλλ’ ἡ λέξις «προτιμᾷ» δὲν ἐξασφαλίζει οὔτε τοὺς Ἕλληνας τεχνίτας, οὔτε τοὺς ἐργάτας, οὔτε τοὺς ἐργολάβους τοὺς ἐγχωρίους. Ἐὰν καταλήξῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ νὰ λάβῃ ἡ ἑταιρία τὴν ἐκμετάλλευσιν, πρέπει νὰ τεθῇ ὅρος ἐν τῇ διακηρύξει, ὅτι ἀπολύτως δὲν δύναται νὰ φέρῃ ξένους τεχνίτας καὶ ἐργάτας. Διότι οἱ Ἕλληνες τεχνῖται εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν μαρμάρων εἶναι ὑπέρτεροι καὶ αὐτῶν τῶν Ἰταλῶν. Ἤκουσά τινα εἰπόντα ἐν προηγουμένῃ συζητήσει περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ὅτι οἱ Ἕλληνες τεχνῖται καταστρέφουσι τὰ μάρμαρα, μεταχειριζόμενοι πυρίτιδα καὶ δυναμίτιδα. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι μεταχειρίζονται πυρίτιδα μόνον πρὸς καθαρισμὸν τοῦ ὄρους, διὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ στρῶμα τοῦ μαρμάρου, ὅταν δὲ φθάσωσιν εἰς τὸ μάρμαρον, τὸ κόπτουσι διὰ τῆς σμίλης καὶ τῆς σφήνας, διότι τοῦτο ἔγκειται καὶ εἰς τὸ συμφέρον αὐτῶν, τὸ νὰ προφυλάττωσι τὴν πολύτιμον ταύτην ὕλην. Πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ φροντὶς πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ἄρτου τῶν τεχνιτῶν καὶ τῶν ἐργατῶν Ἑλλήνων· διότι ἠξεύρετε τί κάμνουσιν αἱ ἄλλαι εὐρωπαϊκαὶ ἑταιρίαι, αἱ ἔχουσαι διάφορα μεταλλεῖα ἐνταῦθα; φέρουσιν ἐργάτας Ἰταλούς, καὶ ἐκδιώκουσι τοὺς Ἕλληνας. Εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, διότι ἄλλως θὰ φέρητε τοὺς τεχνίτας Ἕλληνας καὶ ἐργάτας εἰς στενοχωρίαν καὶ ἀπελπισίαν ἐντελῆ.
§77Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη, Κύριοι, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται τὸ δεύτερον ἤδη, προεκλήθη, οὕτως εἰπεῖν, τυχαίως, διότι τινὰ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, αἰσθανόμενα τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος, ἔφεραν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν φῶτα ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Δὲν γνωρίζομεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, παρὰ δημοσιεύματά τινα τοῦ κ. Σνάϊδερ, τοῦ κ. Ψύχα καί τινων ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν ἀναφορὰς πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ δημοπρασίας, ἡ ὁποία ἀνεβλήθη ἅπαξ, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου νὰ παράσχῃ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα μᾶς λείπουν. Διότι ἀγνοῶ τὸ νομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ἐὰν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν δημοπρασίαν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἀνώτερον παντὸς τυχὸν δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Ἡ Πεντέλη εἶναι μέγα ὄνομα, εἶναι μία μεγάλη ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ περιουσία τοῦ ἔθνους. Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι οἱαδήποτε ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤθελον κανονίσει τὴν τύχην τοῦ Πεντελικοῦ ὄρους ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη, ἄνευ εὐρείας μελέτης καὶ συζητήσεως. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύω ὅτι θέλει συγκροτήσει ἐπιτροπὴν ἐκ προσώπων ἁρμοδίων, νομικῶν, μηχανικῶν, καὶ ἀρχαιολόγων ἀκόμη καὶ καλλιτεχνῶν ἀκόμη. Μὴ πιστεύομεν ὅτι ἡ Πεντέλη εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον τὰ δημόσια οἰκονομικά. Βεβαίως ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶναι ὀρθά. Πρόκειται δι’ ἓν ἑκατομμύριον, ὡς εἶπε, νὰ χάσωμεν ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ὄρους. Διότι, σημειώσατε, καθ’ ἃ ἐπληροφορήθην (τὰς πληροφορίας δὲ λαμβάνω ἀπὸ ’δῶ καὶ ἀπὸ ’κεῖ), ἡ ἑταιρία ζητεῖ τὸ ὄρος ὁλόκληρον, καὶ τὸ ζητεῖ ἄνευ οὐδεμιᾶς, οὕτως εἰπεῖν, προνοίας, ἥτις νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει γείνῃ ἡ ἐκμετάλλευσις, καὶ μέχρι τίνος σημείου θέλει γείνῃ. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ταῦτα καὶ νὰ τὰ κανονίσωμεν, χωρὶς νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις μελέτας καὶ ἐρεύνας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλων λατομείων, ἐδυνάμην νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἤρκουν τὰ φῶτα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὅπως κανονίσωσι τὰ πράγματα, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς Πεντέλης, δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην. Τὸ ζήτημα τῆς Πεντέλης εἶναι πολυσύνθετον. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος αἰσθάνομαι τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Πεντέλην, ὁποῖον καὶ διὰ τοὺς ἱστορικοὺς λόφους τῆς Ἀττικῆς, οἱ ὁποῖοι καταστρέφονται καθ’ ἑκάστην, καὶ τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι καὶ διὰ τὰ ἀρχαῖα λείψανα πάσης ἐποχῆς, τὰ ὁποῖα συνεχῶς διατρέχουσι τὸν ἔσχατον κίνδυνον, ἐγὼ αὐτός, λέγω, μόνον ἐξ αἰσθήματος ὁμιλῶ, μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψιν, παρὰ μόνον ὀλίγα ἔντυπα τοῦ κ. Σνάϊδερ καὶ τοῦ κ. Ψύχα, καὶ τίνας ἀναφορὰς μαρμαράδων. Ἀλλὰ δὲν μοὶ ἀρκοῦσι ταῦτα, προκειμένου περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως. Πιστεύω, καὶ τὸ πιστεύω διότι γνωρίζω τὸ ὕψιστον ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει περὶ παντὸς ἀντικειμένου ἀρχαιολογικοῦ, θίγοντος τὰ ἱστορικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει παράσχει τὰ ἀπαιτούμενα φῶτα εἰς τὴν Βουλήν. Θέλει παράσχει μίαν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ γείνῃ, παρὰ μετὰ ἀκριβῆ καὶ λεπτομερῆ μελέτην ἐκ προσώπων εἰδικῶν, ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Τότε μόνον δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν εὐρύτατα. Διότι εἶναι ἔργον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας σπουδαιότατον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς Πεντέλης. Δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ δημοσία ὑπηρεσία δύναται νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο μόνη. Βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ συγκινήσω τὴν Βουλὴν διὰ καλλιτεχνικῶν ὑπομνήσεων, ἀλλ’ ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν μου νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ σχῆμα τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ ὄρους εἶναι ἀντικείμενον θαυμασμοῦ, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον. Θ’ ἀνεγνώσατε εἰς τὰ ἀρχαιολογικὰ συγγράμματα, ὅτι ἡ μορφὴ τοῦ Πεντελικοῦ ὄρους ὑπῆρξεν ἡ ἀρχὴ τοῦ σχήματος τοῦ ἀετώματος. Δὲν λέγω ὅτι θὰ παραμορφώσωσι τὸ σχῆμα οἱ λατόμοι...
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ.
§79Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Καὶ τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ, ὅταν τὸ ὄρος παραδίδεται εἰς τὴν διάθεσιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὔτε καλλιτέχναι εἶναι, οὔτε ἀρχαιολόγοι, ἀλλὰ κερδοσκόποι, οἱ ὁποῖοι διὰ πάσης καταστροφῆς θὰ θελήσωσι νὰ γεμίσωσι τὰ θυλάκιά των. Ἐὰν πρόκειται νὰ μᾶς ἐκμεταλλεύωνται ξένοι εἰς ἄλλα ζητήματα βιομηχανίας, ὑπομονή· προκειμένου ὅμως περὶ ἐθνικῶν καὶ ἱστορικῶν μνημείων, ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία σύσσωμος πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῇ.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§81Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐγὼ καταθέτω μίαν πρότασιν νὰ ἀνασταλῇ πᾶσα δημοπρασία ἀπολύτως, χωρὶς νὰ τεθῇ ὅριον χρόνου, μέχρις ὅτου μελετηθῇ τὸ ζήτημα. Ἐννοῶ, ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς φωτίσῃ δι’ ἐκθέσεως αὐτῆς, στηριζομένης ἐπὶ μελετῶν ἐπιτροπῶν διαφόρων, αἵτινες θὰ ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, καὶ ὑπὸ ἀρχαιολογικὴν ἀκόμη ἔποψιν καὶ ὑπὸ καλλιτεχνικὴν καὶ ὑπὸ ἐμπορικὴν καὶ βιομηχανικήν. Μετὰ τὰς μελέτας ταύτας θὰ μᾶς παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις ἔκθεσιν λεπτομερῆ, μεθ’ ὅλων τῶν εἰδικῶν τούτων ἐκθέσεων, καὶ θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν εὐρεῖαν. Διότι ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι εἰς τὸ σκότος. Τοῦτο μόνον βλέπω, ὅτι ξένη ἑταιρία κερδοσκόπων ἔρχεται νὰ θέσῃ ἐπὶ τοῦ Πεντελικοῦ χεῖρα... χεῖρα, τὴν ὁποίαν, προκειμένου λόγου περὶ ἱστορικῶν κειμηλίων, δὲν θὰ διστάσω νὰ ὀνομάσω βέβηλον, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, χωρὶς νὰ τὴν κανονίσωμεν ἡμεῖς δι’ εὐρείας συζητήσεως. (Πολὺ ὡραῖα! πολὺ ὡραῖα!)
§82Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὀλιγίστας λέξεις θέλω προσθέσει, διότι ὁμολογῶ, ὅτι θεωρῶ τὸ ζήτημα κἄπως ἐξηντλημένον, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν φέρει ἀντίῤῥησιν εἰς τὰ λεγόμενα· ἀλλὰ πρὸς τούτοις θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ δώσω ἐξήγησίν τινα, ὡς πρὸς τὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ προλαλήσαντος ἐκ Βόλου συναδέλφου. Εἶπον δηλαδή, ὅτι πρὸ 12 μηνῶν ἐγένετο ἡ ἐγκατάστασις τοῦ Ἡγουμένου καὶ ἡ παραχώρησις οἰκοπέδου πολυτίμου τῆς Μονῆς· τοῦτο δὲ εἶπον, διότι γνωρίζω ὅτι διὰ τὸ ὅλον γήπεδον εἶχε διαταχθῆ δημοπρασία, ἡ ὁποία ἀνεστάλη ἀκολούθως, τοῦτο δ’ ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως· κατόπιν εἶδον ἀνεγειρόμενον τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς. Πρὸ μικροῦ φίλος τις μοὶ ἔδωκε τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν ἐγένετο παραχώρησις τοῦ γηπέδου εἰς τὸν Ἡγούμενον ἐκ μέρους τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Αὐλικοῦ Ὑπουργείου. Τόσον τὸ χειρότερον! Ὅστις δήποτε καὶ ἂν ἐνέκρινε τὴν πρᾶξιν ταύτην, εἶναι κακή. Ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῶν λατομείων τῆς Πεντέλης, ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι ὀρθοτάτη· ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὅτι ἐγένετο μετ’ ἀσυγγνώστου ἐπιπολαιότητος καὶ εἰς βαθμὸν ἐπικίνδυνον. Φαντάσθητε, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε παροῦσα ἡ Βουλή, ἵνα ὑψωθῇ φωνὴ ὑπὲρ τῶν λατομείων τῆς Πεντέλης, τί θὰ ἐγίνετο· ὁλόκληρος ἤθελεν ἔχει πωληθῆ! Θὰ ἐλάμβανον χώραν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐξετυλίχθησαν πρὸ μικροῦ ἐνώπιόν σας, καὶ οὐδεμία θεραπεία θὰ ἦτο δυνατή. Λυποῦμαι διότι καὶ ἡ περίστασις αὕτη ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν πρέπει νὰ περιμένῃ ἐγκώμια διὰ τοιαύτην ἐργασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη—διότι ὁ νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐξετέλεσε διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, ὑπ’ εὐθύνην τῶν διαταξάντων αὐτόν. Ἀλλ’ ὅ,τι ἔχω νὰ προσθέσω, εἶναι τὸ ἀκόλουθον, Ὅτι ἐγένετο διακήρυξις, καὶ ἐδόθη προθεσμία 18 ἡμερῶν, ἐκ τῶν προτέρων δ’ ἦτο γνωστὸν, ὡς σήμερον μανθάνομεν ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι πρὸ ἑνὸς ἔτους ἑταιρία Ἀγγλικὴ εἶχε προπαρασκευασθῆ, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν ἐπιχείρησιν. Ὁποία ἀνισότης! ἀφ’ ἑνὸς μία ἑταιρία ἀλλοδαπή, παρεσκευασμένη ἵνα ἁρπάσῃ τὴν περιουσίαν αὐτὴν, τὴν ἐθνικὴν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μία εἰκονικὴ δημοπρασία, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ συναγωνισθῇ, διότι ὅλοι οἱ ὅροι εἶχον διατυπωθῆ κατὰ τρόπον συμφέροντα εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι βεβαίως εὐχάριστον, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ. Δὲν γνωρίζω ὁποῖον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου συναδέλφου ἀλλ’ ἐὰν κρίνω ἐκ τῆς προθυμίας, μεθ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις, τοὐλάχιστον ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, ἐδέχθη τὴν ἀναβολὴν τῆς διαταχθείσης δημοπρασίας, δὲν πρέπει νὰ διστάσω, ὅτι θέλει λάβει ὑπὸ τὴν προστασίαν της τὴν ἐθνικὴν ταύτην περιουσίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν τῶν μαρμάρων, καὶ θέλει λάβει ὅλα τὰ δυνατὰ προληπτικὰ μέτρα. Τότε δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ, ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις δὲν δίδεται προθεσμία 18 ἡμερῶν, ἀλλ’ ἓξ καὶ πλειόνων μηνῶν προθεσμία, ὅτι ἡ διακήρυξις πρέπει νὰ δημοσιευθῇ καὶ εἰς τὰς ἀλλοδαπὰς ἐφημερίδας καὶ νὰ ἦναι πανταχοῦ γνωστὴ, διότι τίς οἶδεν, ἐὰν ἐν ᾗ περιπτώσει ὁριστικῶς ἀποφασισθῇ ἡ δημοπρασία μεθ’ ὅρων προστατευτικῶν τῶν λατόμων καὶ τῶν λατομείων καὶ δὲν ὑπάρχῃ ἐλπὶς νὰ δοθῇ ἡ ἐργασία αὕτη εἰς ἑλληνικὰ κεφάλαια, τίς οἶδε, λέγω, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ ἄλλη ἑταιρία, ἀναλαμβάνουσα ὑπὸ ὅρους κρείττονας. Αὐτὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐφωτίσθη ἐκ τῆς συζητήσεως, θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ λεχθέντα ἐν καιρῷ τῷ δέοντι.
§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ συνενώσω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου εἰς τὰς θερμὰς παρακλήσεις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἐντίμου Βουλευτοῦ, παρακαλῶν, ὅπως ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις δεχθῶσι τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν ὄχι μόνον δι’ ὅσους λόγους ἐξέθηκεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἔντιμος Βουλευτὴς, ὄχι μόνον δι’ ὅσους λόγους ἐξέθηκεν ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ καὶ διότι πᾶς ὁ ἀναγνώσας τὰ ἔγγραφα, τὰ κατατεθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, θὰ παρετήρησεν, ἐκτὸς τῶν ὅσων ἐξετέθησαν, καὶ τοῦτο τὸ παράδοξον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὑπαλληλία τέλος πάντων τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ὄχι μόνον ἐπιδοκιμάζει ὅλα, ὅσα συνωμολόγησεν ὁ Ἡγούμενος μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἐκ τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἐθεώρησεν ὁ Ἡγούμενος ὡς ἐπωφελεῖς, ὡς ἀναγκαίους, καὶ κατεχώρησεν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς διακηρύξεως, τὸ ὁποῖον ἔστειλε, τὸ Ὑπουργεῖον τοὺς ἐλαττόνει, διευκολύνον περισσότερον, πρὸς βλάβην τῆς Μονῆς, τὰς ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας παραχωρήσεις, καὶ μειοῦν τὰς ὑποχρεώσεις της καὶ ζητοῦν νὰ καταστήσῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐπωφελέστερον καὶ εὐκολώτερον τὸ ἔργον τῆς ἐνοικιάσεως. Ἀλλὰ ἐκτὸς αὐτῶν, βεβαίως ἡ Βουλὴ θὰ παρετήρησεν, ὅτι διὰ συζητήσεως ἐπὶ διακηρύξεως πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, νὰ ἐκφράσῃ γνώμην περὶ μιᾶς τῶν σπουδαιοτέρων περιουσιῶν τοῦ ἔθνους. Διότι δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ μᾶς πλανᾷ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ Μονὴ παρουσιάζεται δῆθεν ἰδιοκτήτις τῶν μαρμάρων τῆς Πεντέλης, ὡς ἔχουσα τίτλους ἰδιοκτησίας, ᾗ δυνάμει τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων. Πόθεν καὶ πῶς ἐγένετο ἰδιοκτήτις ἡ Μονὴ, ἢ πῶς ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ οἱοσδήποτε ἰδιώτης ἰδιοκτήτης τῶν Πεντελικῶν μαρμάρων, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι σήμερον ἀπέναντι τοῦ Κράτους παρουσιάζονται ἄλλοι ἰδιοκτῆται αὐτῶν. Ἤδη τοῦτο μόνον τὸ δικαίωμα ἔχει, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδει ὁ νόμος, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τὰς γινομένας ὑπὸ τῶν Μονῶν ἐνοικιάσεις τὰς ἐπικυροῖ, ἢ ὅπως ἐπιβλέπῃ τὴν λατόμησιν τῶν μαρμάρων. Ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς τύπους αὐτοὺς τοὺς ἀσθενεῖς, προφανῶς ἐκφεύγει τοῦ ἔθνους περιουσία, τὴν ὁποίαν πᾶν ἄλλο Κράτος ἤθελεν ἀρνηθῆ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰδιοκτησίαν ἰδιωτικήν. Καὶ ναὶ μὲν τῶν Μονῶν ἡ περιουσία δύναται νὰ θεωρηθῇ κατὰ τελευταῖον λόγον ὡς περιουσία τοῦ Κράτους, ἀλλὰ βεβαίως παρουσιάζεται ὡς ἰδιωτικὴ περιουσία, καὶ ὡς τοιαύτη διατίθεται, ἐφ’ ὅσον μένει μοναστηριακὴ περιουσία, ἡ περιουσία τῶν πεντελικῶν μαρμάρων. Ποία ὅμως εἶναι ἡ ἰδιωτικὴ αὕτη περιουσία; Τὰ μάρμαρα τῆς Πεντέλης, τὰ μάρμαρα, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν ἀπὸ ἀρχαιοτάτων αἰώνων, ὅπως κατασκευασθῶσιν αἱ Ἀθῆναι καὶ τὰ πλεῖστα μνημεῖα καὶ οἱ ναοὶ τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, δηλαδὴ τὰ λαμπρότερα τοῦ κόσμου μνημεῖα, ἐξ ὅσων σήμερον θαυμάζει ἡ ἀνθρωπότης, καὶ τὰ ὁποῖα μάρμαρα θέλουσι χρησιμεύσει ὄχι μόνον διὰ τὸ σύγχρονον Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλα τὰ καλλιτεχνικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ διάνοια τοῦ μέλλοντος μέλλει νὰ παραγάγῃ, αὐτὴν τὴν περιουσίαν μετ’ ἀδιαφορίας δυστυχῶς βλέπομεν διατιθεμένην ὡς ἰδιωτικὴν περιουσίαν ὑφ’ ἑνὸς Συμβουλίου καὶ ἑνὸς Ἡγουμένου τῆς Μονῆς. Ἄν ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρχεν, ὡς ἀλλαχοῦ, νόμος περὶ ἀρχαίων μνημείων, βεβαίως ὁ θησαυρὸς τῶν μαρμάρων τῆς Πεντέλης ἤθελε καταταχθῆ μεταξὺ τῶν ἀρχαίων μνημείων, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι εἰς Γαλλίαν κατέταξαν μεταξὺ τῶν μνημείων, τὰ ὁποῖα προστατεύει ὁ νόμος, προϊστορικὰ ἁπλῶς λιθώματα. Τὸ Πεντελικὸν ὅμως δὲν εἶναι μόνον ἀρχαιότης, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ μέλλον τῆς διὰ τοῦ μαρμάρου καλλιτεχνίας ἐν Ἑλλάδι, καὶ δι’ ἀμφοτέρους τοὺς λόγους ἔπρεπε ν’ ἀποχωρισθῇ ἐκ τοῦ κύκλου τῶν ἰδιωτικῶν κτημάτων, καὶ νὰ προστατεύηται κατὰ τῆς ἰδιωτικῆς χρήσεως καὶ διαθέσεως. Ἄν ἀλλαχοῦ μνημεῖα, τὰ ὁποῖα μόνα χρησιμεύουσιν, ἵνα δεικνύωσι ποία ὑπῆρξεν ἡ πρώτη νηπιώδης κατάστασις τῆς τέχνης, τὰ ἀφαιρῇ ὁ νόμος ἐκ τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας καὶ τὰ κατατάσσῃ μεταξὺ τῶν μνημείων, τὰ ὁποῖα προστατεύει, ποῖα δικαιώματα δὲν ἔχουν εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ νομοθέτου τὰ μάρμαρα τῆς Πεντέλης; Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τοιοῦτόν τι ἔπρεπε νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὴν πηγὴν αὐτὴν, τὴν παρελθοῦσαν, τὴν παροῦσαν καὶ τὴν μέλλουσαν τοῦ ὑλικοῦ πάσης παραγωγῆς καλλιτεχνικῆς καὶ ἀρχιτεκτονικῆς, νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ δηλονότι καὶ καταστήσῃ περιουσίαν τοῦ ἔθνους. Εὐτυχῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τις ἰδέαν περὶ τοῦ δικαίου καὶ νομίμου τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως τῶν Πεντελικῶν μαρμάρων, δὲν θὰ ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον τῆς ἀποζημιώσεως ἐπὶ τῇ ἀποκτήσει αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἢ ἐπὶ ἄλλῳ τινὶ κανονισμῷ τῶν τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Ἡ περιουσία αὕτη εἶναι μοναστηριακὴ, καὶ ὁ νόμος δύναται ἄνευ ἀποζημιώσεως ἢ ἄνευ σπουδαίας ἀποζημιώσεως νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς περιουσίας αὐτῆς πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους καὶ τῆς τέχνης. Ὡς ἔχει ἡ ἰδιοκτησία αὐτῶν, κινδυνεύει· ὡς δ’ ἔλεγε καὶ ὁ προλαλήσας, ἡ τύχη μέχρι σήμερον ἔσωσεν αὐτὴν ἀπὸ τὴν βεβαίαν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν, ἐνοικιαζομένη ἐπὶ πεντηκονταετίαν, ἤθελεν ὑποστῆ ἀπὸ μίαν ἑταιρίαν, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνομεν γνῶσιν αὐτῆς ἐκ τῆς δημοσιεύσεως, ἡ ὁποία κατὰ τύπους ἀπῃτεῖτο νὰ γείνῃ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τοὺς ὅρους τῆς ἐνοικιάσεως αὐτῆς, οὓς μάτην ζητοῦν νὰ δικαιολογήσουν τινές. Εἶναι ἄλλως καὶ ἄχαρι ἔργον δι’ αὐτὸν, ὁ ὁποῖος τὰ ἐνοικιάζει, νὰ παρουσιάζηται σήμερον γράφων, ὅτι, ἐνῷ πρὶν ἐλάμβανον 12,000 δραχμὰς αἱ δύο Μοναὶ ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν μαρμάρων, νῦν θὰ λαμβάνουν 45,000 δραχμάς. Βεβαίως θὰ λαμβάνουν 45,000, ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ τετραπλασίου περίπου μισθώματος, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώνῃ ἡ ἑταιρία, θὰ ὠφελῆται ἑπταπλάσιον καὶ πλέον ποσὸν μαρμάρων· διότι, ἐὰν ἀνοίξητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔργου, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ ἑταιρία θὰ λαμβάνῃ ἑπταπλάσιον ποσὸν μαρμάρων ἐκείνου, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσι σήμερον οἱ λατόμοι.
§84Ν. ΣΧΙΝΑΣ. 3,000 κυβικὰ μέτρα παράγονται σήμερον, καὶ εἰσπράττει ἡ Μονὴ πραγματικῶς 20,000 δραχμάς· 5–6 χιλιάδες δραχ. λαθροχειρικῶς τίθενται εἰς ἰδιαίτερα θυλάκια, ἀλλ’ οἱ λατόμοι πληρόνουσιν 20,000. Σήμερον ἡ ἑταιρία θὰ πληρώσῃ 40,000 δραχ., ἀλλὰ θὰ λάβῃ 30,000 κυβικὰ μέτρα, δηλ. τὸ δεκαπλάσιον.
§85ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος εἶναι προτιμοτέρα ἡ μίσθωσις αὕτη· ἐνδεχόμενον μόνον ν’ ἀποβῇ συμφέρουσα ὑπὸ τὴν κακὴν ἔποψιν, ὅταν ἤθελε τὸ ποσὸν τῶν ἐξαγομένων μαρμάρων ὑπερβῆ τὸ ποσὸν τῶν 28,500 κυβ. μέτρων κατ’ ἔτος, διότι τότε θὰ πληρόνῃ 5 δραχ. δι’ ἕκαστον κυβ. μέτρον, καὶ τότε ἡ τιμὴ αὕτη εἶναι ἀνωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀπολαμβάνει. Ἀλλὰ ἡ περίπτωσις θὰ ᾖναι νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ ἐτήσιον ποσὸν τὰ 28,500 κυβ. μέτρα. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις πρέπει νὰ μελετηθῇ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἔντιμος Βουλευτὴς, καὶ ὑπὸ τὴν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὴν ἀρχαιολογικὴν καὶ τὴν βιομηχανικὴν καὶ τὴν τοῦ συμφέροντος τῶν ἡμερομισθίων ἐργατῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἀκόμη ἔποψιν θεωρῶ σπουδαιοτάτην τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐνοικιάσεως ταύτης, ἂν δηλονότι πρέπῃ νὰ παραχωρῶμεν εἰς ξένους τὰς ἐπιχειρήσεις, τῶν ὁποίων ἡ διοργάνωσις καὶ ἐκμετάλλευσις εἶναι ὀλιγοδάπανος καὶ τῶν ὁποίων τὸ κέρδος εἶναι βέβαιον καὶ ἀσφαλές. Τοιαύτην θεωρῶ τὴν ἐπιχείρησιν τῶν Πεντελικῶν μαρμάρων. Ἄνευ μεγάλων ἐξόδων καὶ μετὰ βεβαιότητος περὶ τοῦ κέρδους δύναται οἱαδήποτε ἑταιρία νὰ ἐκμεταλλεύηται τὰ μάρμαρα ταῦτα. Ἐὰν σήμερον δὲν γίνεται κατανάλωσις μαρμάρων τῆς Πεντέλης εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν προέρχεται τοῦτο ἐξ ἐλλείψεως ζητήσεως, καὶ δὲν εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀρχίσῃ τοιαύτη μὲ ἐγχώρια κεφάλαια ἐγχωρίου ἑταιρίας ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου. Δὲν θὰ χαθῇ ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν δὲν σπεύσωμεν σήμερον ἀμέσως νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς ξένην ἑταιρίαν νὰ ἐξάγῃ τὰ μάρμαρα τῆς Πεντέλης, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱαδήποτε ἑταιρία Ἑλληνικὴ θὰ δυνηθῇ νὰ κατορθώσῃ τοῦτο μετὰ βραχὺν χρόνον. Ἡ μόνη δυσκολία εἶναι ἡ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀναζήτησις καὶ ἀνεύρεσις προμηθευτῶν, ἵνα τὰ μάρμαρα στέλλωνται καὶ ἀγοράζωνται ἐκ τῶν προτέρων μέχρι ποσοῦ ὡρισμένου ἐκ τῶν προτέρων. Ἡ ἄλλη τέχνη, ἡ τῆς ἐκκοπῆς αὐτῶν, εἶναι εὐκολωτάτη. Τὰ κεφάλαια πρὸς ἐγκατάστασιν τοιαύτης ἐπιχειρήσεως ὑπάρχουσιν ἐν τῷ τόπῳ. Ἐὰν δὲν προσφέρεται σήμερον ὁ τόπος τοιαύτην ἐπιχείρησιν νὰ ἀναλάβῃ, δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν τοιαύτην ἐπιχείρησιν· οὐδεὶς παρεσκεύασεν αὐτήν. Ὅταν οἱ ξένοι θέλωσι νὰ φέρωσι χρήματα ἐν Ἑλλάδι, ἂς ἀναλάβωσιν ἄλλας ἐπιχειρήσεις, δι’ ἃς δὲν ἐπαρκοῦν τὰ κεφάλαια καὶ ἡ πεῖρα ἡμῶν. Ἂς ἀναλάβωσιν τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσης, τὸν ὁποῖον δυστυχῶς ἀφῆκαν εἰς τὸ μέσον, ἢ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, τὸν ὁποῖον καὶ αὐτὸν ἀφῆκαν εἰς τὸ μέσον, ἀφοῦ τοὺς ἐξεμεταλλεύθησαν πρὶν τοὺς κατασκευάσουν, καὶ ὄχι ν’ ἀναλαμβάνωσιν ἐπιχειρήσεις βεβαίου καὶ εὐκόλου κέρδους, καὶ νὰ ἀφαιρῶσιν ἄνευ σπουδαίου ἀνταλλάγματος τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον δύναται καὶ συμφέρον ἔχομεν νὰ μένῃ ἐν τῷ τόπῳ· διότι βεβαίως μία τοιαύτη ἐπιχείρησις θὰ ἐξάγῃ εἰς κέρδος σπουδαῖον ποσὸν χρημάτων. Δὲν εἶμαι κατὰ τῶν ξένων κεφαλαίων, ἀλλὰ τὰ ξένα κεφάλαια προτιμότερον θὰ ἦτο ν’ ἀναλαμβάνωσιν ἐκείνας τὰς ἐπιχειρήσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναλάβωμεν, καὶ νὰ μὴ βλέπωμεν τροχιοδρόμους ἐν Ἀθήναις, διὰ Βελγικῶν κεφαλαίων ἐργαζομένους, καὶ ἀφαιροῦντας καθ’ ἡμέραν καὶ ἐξάγοντας τὰ χρήματα ἡμῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἄν δὲν δυνάμεθα νὰ ἱδρύσωμεν τοιαύτας ἐπιχειρήσεις σήμερον, ἃς ἀναβάλλωμεν καλλίτερον αὐτὰς, παρὰ νὰ σπεύδωμεν νὰ τὰς παραδώσωμεν εἰς ξένας ἑταιρίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δῆθεν ἀνυπομονοῦμεν εἰς πρόοδον καὶ πολιτισμόν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, χωρὶς ν’ ἀποφαίνωμαι ἐκ προκαταβολῆς ὅτι πρέπει νὰ ἐκφράσῃ νῦν γνώμην ἡ Βουλή, ὅπως ἡ ἐπιχείρησις αὕτη μὴ παραχωρηθῇ, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, καὶ πρὸς τοῦτο ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ τεθῇ ἐνώπιον πληροφοριῶν καὶ δεδομένων ἀναμφισβητήτων, στατιστικῶν πληροφοριῶν βεβαίων, καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἐξ ὅλων τῶν ἐρευνῶν, εἴτε ἀρχαιολογικῶν, εἴτε βιομηχανικῶν, εἴτε τῶν ἐργατικῶν, ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει θὰ δύναται νὰ μορφώσῃ γνώμην, ἣν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὰς ἀποφάσεις της.
§86ΚΑΙΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς, διότι εἶναι ὀρθοτάτη, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀποδεχθῆ αὐτὴν πρὶν ἡ ὑπόθεσις λάβῃ τὸ πέρας, τὸ ὁποῖον ἐπισπεύδεται νὰ ληφθῇ. Δὲν πρόκειται περὶ μικρᾶς ὑποθέσεως. Ἐὰν σήμερον τὰ λατομεῖα τῆς Πεντέλης ἐν γένει ἐνοικιασθῶσι διὰ μίαν πεντηκονταετίαν εἰς ξένην ἑταιρίαν, θέλομεν καταστρέψει ὅλην τὴν μικρὰν βιομηχανίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον παρὰ τῶν ἰδικῶν μας βιομηχάνων ἐργολάβων, οἱ ὁποῖοι ἐκμεταλλεύονται τὸ Πεντελικὸν μάρμαρον, τὸ ὁποῖον δίδουν εἰς τὴν κατανάλωσιν, καὶ ἐὰν σήμερον δὲν γίνεται ἐξαγωγὴ ἀρκετὴ, θὰ γείνῃ αὔριον, ὥστε καὶ ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ ἑταιρία, τῆς ἐξαγωγῆς μαρμάρων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, θὰ κατορθωθῇ καὶ δι’ Ἑλληνικῶν κεφαλαίων. Ἀλλ’ ἡ ἐνοικίασις ἐπὶ 50 ἔτη, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ καταστήσῃ μονοπώλιον τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν Πεντελικῶν μαρμάρων, θὰ καταστρέψῃ καὶ ὅλους τοὺς μικροὺς ἐκμεταλλευτὰς, καὶ θὰ ἀφαιρέσῃ τὸν ἄρτον πολλῶν Ἑλλήνων ἐργατῶν, πρὸς δὲ τρέχομεν καὶ τὸν κίνδυνον διὰ τῆς ἀφαιρέσεως 1,500,000 κυβικῶν μέτρων νὰ ἐξαντλήσωμεν τὰ λατομεῖα καὶ στερήσωμεν τὴν χώραν ὑλικοῦ, μέλλοντος νὰ ἀναπτύξῃ τὴν καλλιτεχνίαν καὶ τὸν στολισμὸν τῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν οἰκοδομῶν. Πρὶν λοιπὸν ἀποφασισθῇ ἡ ἐκμίσθωσις, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ προκαλέσῃ μίαν μελέτην ἐμβριθῆ, καὶ θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῆς μελέτης ταύτης, ἵνα ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην της. Λοιπὸν καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ἀποδέχεται τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, νὰ μείνῃ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐκκρεμὴς, μέχρις ὅτου μελετηθῇ ὡρίμως τὸ ζήτημα καὶ μὴ βλαβῶσι καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ τὰ τῶν συμπολιτῶν μας βιομηχάνων ἐκμεταλλευτῶν καὶ ἐργατῶν.
§87ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἐκτεθέντα παρά τινων συναδέλφων πρὸ μικροῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἴσως εἶναι ἐπιστημονικὰ, διδακτικὰ, ὠφέλιμα, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ἐπίκαιρα. Κατὰ παράκλησιν ἰδικήν μου, πρὸ μιᾶς καὶ πλέον ἑβδομάδος ἐζητήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ κατατεθῶσι πάντα τὰ σχετικὰ τῇ ὑποθέσει ταύτῃ. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι οὐ μόνον θὰ καταθέσῃ ταῦτα, ἀλλὰ θὰ χορηγήσῃ καὶ πληροφορίας προφορικῶς, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖαι διὰ τὴν συζήτησιν. Καὶ τὰ μὲν ἔγγραφα κατετέθησαν, αἱ δὲ πληροφορίαι καὶ αἱ γνῶμαι τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου δὲν ἐξετέθησαν. Ὤφειλεν ἑπομένως νὰ ἀναμείνῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἔκθεσιν τῶν γνωμῶν καὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ τὸ Πεντελικὸν εἰς μίσθωσιν πεντηκονταετῆ. Ἐὰν κατ’ ἀρχὴν ἐξακολουθῇ νὰ ἀσπάζηται ἡ Κυβέρνησις τὴν γνώμην τοῦ νὰ παραχωρηθῇ τὸ Πεντελικὸν εἰς πολυετῆ ἐκμίσθωσιν, θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην μετὰ τὰ λεχθέντα,—τοῦτο δὲ δηλοῖ καὶ ἡ ἀναβολὴ τῆς δημοπρασίας—τότε εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις Περὶ τούτων ὅμως πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τούτοις ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω τὴν παράδοξον ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, τὴν ἀρχὴν τουτέστιν, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον εἰς πάσας τὰς περιστάσεις νὰ προσκαλῶνται τὰ ξένα κεφάλαια, ἵνα ἐκμεταλλευθῶσι τὸν πλοῦτον τῆς χώρας. Οὕτω ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι τὰ διὰ τὸν τροχιόδρομον δαπανηθέντα ξένα κεφάλαια ἔβλαψαν τὸν τόπον! ἔλεγε δὲ ταῦτα ὁ κ. Βουλευτής, χωρὶς νὰ ἀγνοῇ, ὅτι οὔτε 2% δὲν ἀπολαύουσιν οἱ μέτοχοι τοῦ τροχιοδρόμου, χωρὶς νὰ ἀγνοῇ, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν εἰσπραττομένων χρημάτων διὰ τὸν τροχιόδρομον δαπανῶνται εἰς μισθοὺς ὑπαλλήλων ἐντοπίων, εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι προσκαλούμενον τὸ ξένον χρῆμα εἰς τινα τόπον εἶναι παράγων πλουτοπαραγωγικώτατος.
§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι πάντοτε.
§89ΣΤΑΗΣ. Δύναμαι νὰ εἴπω ἄνευ ἐξαιρέσεως, ἀρκεῖ μόνον τὸ χρῆμα νὰ δαπανᾶται πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῶν πλουτοπαραγωγικῶν πόρων τῆς χώρας. Δὲν συμφωνῶ δὲ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον ἐκ Μεσολογγίου, εἰπόντα πρὸ μικροῦ, ὅτι εἰς τὰς δυσκόλους ἐπιχειρήσεις πρέπει νὰ ἐπιτρέπῃ τὸ Κράτος τὴν διὰ ξένων κεφαλαίων ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὰς εὐκόλους ἐπιχειρήσεις. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσωμεν. Ἐὰν λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις θὰ χορηγήσῃ τὴν πεντηκονταετῆ ἐκμίσθωσιν τῶν λατομείων τῆς Πεντέλης, τότε νὰ συζητήσωμεν τὰ καθέκαστα τῆς δημοσιευθείσης προκηρύξεως, ἡ ὁποία ἀληθῶς περιέχει ὅρους λίαν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν σήμερον ἐκμεταλλευομένων τὰ λατομεῖα τῆς Πεντέλης. Δὲν εἰσέρχομαι ἑπομένως εἰς τὴν συζήτησιν, ἀναμένων τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περιέμενον ὄντως ν’ ἀκούσω τὰς γνώμας πάντων τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν διατεθειμένοι, ἵνα ἀποφήνωνται γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλ’ εἶχον καθῆκον νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας ἠδυνήθην νὰ πορισθῶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα παραστήσω τὴν ἀληθῆ ἄποψιν τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο, πρέπει νὰ ἀπογυμνώσω τὴν συζήτησιν ἀπὸ θέματα ἀλλότρια αὐτῆς. Ὀφείλω χάριτας ἐν πρώτοις εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου, διότι μὲ ἐπῄνεσε, προβαλόντα πρό τινων ἡμερῶν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς δημοπρασίας. Εἶχον ὄντως καθῆκον, εὐθὺς ὡς ἐτέθη ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου ἡ διακήρυξις τῆς δημοπρασίας, νὰ ζητήσω ν’ ἀναβληθῇ τῆς δημοπρασίας ἡ ἐκτέλεσις. Ἀλλ’ ἐὰν ὀφείλω χάριν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου διὰ τὴν πρὸς ἐμὲ ἐπιεικῆ κρίσιν αὐτοῦ, πρέπει νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συνταχθῶ μὲ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τῶν προσώπων, τῶν ὁποίων ἐποιήσατο μνείαν. Ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἣν ἀπένειμεν ἡμῖν τὸ Σύνταγμα, μᾶς ἐπιβάλλει καὶ μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ φειδώμεθα τῶν ἀπόντων. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα νὰ διατυπώσωμεν ὡρισμένας πράξεις, αἵτινες δύνανται νὰ κατασταθῶσιν ἀντικείμενον ἐλέγχου, εἴτε τῆς διοικήσεως εἴτε τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπέχωμεν καταγγελιῶν κατὰ προσώπων. Ἡ παρατήρησίς μου αὕτη δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὰ λεχθέντα περὶ μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει μάλιστα βαθμὸν εἰς τὴν Μοναστικὴν τάξιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ λεχθέντα περὶ ἑταιρίας τινὸς, διότι καὶ εἰς ταύτην ἀπέδωκαν χαρακτηρισμοὺς, οἵτινες δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποδοθῶσι. Γνωστὸν, ὅτι πᾶσα ἑταιρία βιομηχανικὴ ἐργάζεται πρὸς πορισμὸν κέρδους, ἤθελε δ’ εἶσθαι μωρὰ ἑταιρία τις καὶ ἤθελεν εἶσθαι καταλληλότερον ἴσως νὰ ὁδηγηθῇ ἀλλαχοῦ, ἐὰν εἰργάζετο πρὸς παραγωγὴν ζημίας. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία προσῆλθε ζητοῦσα τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν μαρμάρων, ἐργάζεται μετὰ σκοποῦ κέρδους, οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπικρίνῃ αὐτήν. Καὶ ἄλλα θέματα ἀλλότρια ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι ἀλλότριον θέμα ἦτο τὸ τοῦ οἰκοπέδου ἐν Ἀθήναις τῆς Μονῆς. Δὲν γνωρίζω κατὰ ποῖον ἔτος παρεχωρήθη ἡ κάρπωσις τεμαχίου τινὸς ἐκ τοῦ οἰκοπέδου τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ εἶχον βλέψεις ἀπὸ τοῦ 1870, ὅτε ἐνόμιζον ὅτι ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς δημοσίους σκοπούς. Ἡ βλέψις μου αὕτη ἐματαιώθη τότε, ἀλλ’ ὅτε νῦν ἐκλήθημεν καὶ ἀνελάβομεν τὴν διοίκησιν, ἔμαθον ὅτι ἐγίνετο δημοπρασία πρὸς ἐκποίησιν τοῦ οἰκοπέδου τούτου, ἐφρόντισα δὲ νὰ ἀναστείλω τὴν ἐκποίησιν, διότι ἐνόμιζον ὅτι, ἐὰν ἔμελλέ ποτε νὰ ἐκποιηθῇ, ἡ ὥρα αὕτη οἰκονομικῶς δὲν ἦτο ἡ καταλληλοτέρα. Ἀλλ’ ἀλλότριον θέμα νομίζω εἶναι καὶ τὸ τοῦ σιδηροδρόμου. Ἡ ἀξίωσις τῆς Μονῆς, ἵνα ἡ ἐργολαβία μεταφέρῃ τὰ μάρμαρα διὰ σιδηροδρόμου, ἦτο ἀξίωσις εὔλογος, ἀλλ’ ἡ ἀξίωσις αὕτη δὲν ἀπαλλάσσει τὴν ἑταιρίαν τῆς ὑποχρεώσεως νὰ συμμορφωθῇ μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους· ἑπομένως ἡ εἰρημένη ἀξίωσις δὲν ἀντεποιεῖτο δικαίωμά τι οὔτε τῆς νομοθετικῆς οὔτε τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἦτο ἀξίωσις, ἡ ὁποία ἀφεώρα τὰς ἀνάγκας τῆς Μονῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ σιδηρόδρομος ἤθελεν ἔχει καὶ τόσον πλάτος, ὅσον οἱ σιδηρόδρομοι τῆς Πελοποννήσου, ἦτο ἀξίωσις συναφὴς καὶ μὲ τὰ γενικὰ συμφέροντα, διότι τοιουτοτρόπως ἡ μεταφορὰ τῶν μαρμάρων ἤθελε κατασταθῆ εὔκολος καὶ εὐθηνὴ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἐὰν ὑπῆρχε σύμβασις μετ’ ἄλλου τινὸς, κατ’ οὐδὲν ἤθελε παραβλάψει τὰ δικαιώματα ἐκείνου. Οἱ ἐργολάβοι τῆς ἑταιρίας ἔπρεπε νὰ εὕρωσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν νομίμως ἤθελον κατασκευάσει σιδηρόδρομον, εἴτε συμβαλλόμενοι μετ’ ἐκείνου, εἴτε δι’ ἄλλου μέσου. Οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, οἱ κανονίζοντες τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον κατασκευάζονται οἱ σιδηρόδρομοι, δὲν ἐπρόκειτο νὰ μεταβληθῶσιν, ἀλλὰ διετήρουν ἐπὶ πάντων πλήρη τὴν ἰσχὺν αὐτῶν. Ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν μαρμάρων τῆς Πεντέλης δὲν εἶναι ὑπόθεσις νέα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ἤμην μέλος διοικητικοῦ τινος Συμβουλίου βιομηχανικῆς ἐπιχειρήσεως, ὅτι συνεζητεῖτο ἐκεῖ πολλάκις ἡ ἐκμίσθωσις τῶν μαρμάρων τῆς Πεντέλης καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου ἀνάθεσις τῆς ἐπιχειρήσεως εἰς ἐπιστήμονα τεχνίτην. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν οἱ διευθύνοντες τότε τὰ τοῦ συμβουλίου ἐκείνου εἶχον προβῆ εἰς μελέτας εὐρυτέρας. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὑπάρχουσί τινες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, οἵτινες γνωρίζουσι τὰ περὶ τούτου κάλλιον ἐμοῦ. Μοὶ εἶχεν ὅμως ἔκτοτε ἀποτυπωθῆ εἰς τὴν μνήμην, ὅτι ἡ λατομία ἐπὶ τῶν μαρμάρων τῆς Πεντέλης καὶ παντὸς ἄλλου λατομείου εἶναι ἐνδεδειγμένη ὑπὸ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, διότι ἡ λατόμησις τῶν μαρμάρων καθ’ ὃν τρόπον γίνεται ἤδη, γίνεται μετὰ σπατάλης, ἥτις καταστρέφει λίθους ἔχοντας ἀξίαν. Ἄλλοτε, πρὸ χρόνων 30 καὶ πλέον, εἶχε συστηθῆ ἰθαγενὴς ἑταιρία πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῶν μαρμάρων τῆς Πάρου. Ὁ Πάριος λίθος ἦτο πεφημισμένος καὶ ὑπὸ τῆς γλυπτικῆς καὶ ὑπὸ τῆς ἀρχαιολογίας. Κατὰ τὸ 1858 ἄνδρες τινὲς συνέστησαν ἑταιρίαν ἀνώνυμον, καὶ ἔφερον ἀλλοδαπὸν, ὁ ὁποῖος ἔμεινεν ἐν τῷ Κράτει καὶ νυμφευθεὶς μεθ’ Ἑλληνίδος κατοικεῖ ἐν Ἀθήναις, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἐγὼ αὐτὸς ταξειδεύων κατὰ τὰ 1880 ἐπεσκέφθην τὰ λατομεῖα καὶ εἶδον τὰς ἐργασίας. Ἀλλὰ κατὰ τὰ 1860 ταξειδεύων εἰς Ῥώμην προσεκλήθην παρὰ τοῦ γενικοῦ προξένου τῆς Ἑλλάδος νὰ μεταβῶ παρὰ τὴν ὄχθην τοῦ Τιβέρεως, ἵνα ἴδω τὰ μάρμαρα τῆς Πάρου. Ἐκεῖ πάντες οἱ παριστάμενοι μὲ ἐβεβαίουν, ὅτι τὰ μάρμαρα ἐκεῖνα τῆς Πάρου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν γλυπτικὴν καὶ τὴν ἀνδριαντοποιΐαν, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰς οἰκοδομὰς, καὶ ὅτι ἡ δαπάνη αὐτῶν εἶναι μεγαλειτέρα τῆς δαπάνης τῶν μαρμάρων τῆς Καῤῥάρας, ἕνεκα τούτου δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πωληθῶσιν. Ὥστε τὰ Ἑλληνικὰ κεφάλαια ἠσχολήθησάν ποτε περὶ τὰ λατομεῖα, ἀλλὰ προσέκοψαν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἕνεκα τούτου ἀπεθαῤῥύνθησαν καὶ δὲν ἠσχολήθησαν πλέον. Εἶπον ὅτι ἄλλη βιομηχανικὴ ἑταιρία διενοήθη νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν λατόμησιν τῶν μαρμάρων τῆς Πεντέλης, ἀλλ’ ἡ ἐπιχείρησις ἐκείνη δὲν προέβη Ἑπομένως ἡ ἐμφάνισις μιᾶς ἀλλοδαπῆς ἑταιρίας δὲν ἦτο παράξενον νὰ εὕρῃ προθυμίαν πρὸς ἀποδοχήν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ διαιρέσῃ τὰς ἐπιχειρήσεις εἰς κατηγορίας, καὶ πάσας τὰς εὐκόλους ἐπιχειρήσεις νὰ μὴ παραχωρῇ, εἰμὴ μόνον εἰς ἡμεδαπούς. Ὁ χαρακτηρισμὸς εὐκόλου ἢ δυσκόλου ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι εὐχερὴς, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὁδηγὸν, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς ἐνδεικνύῃ ποῖαι ἰδιότητες καθιστῶσιν ἐπιχείρησίν τινα εὔκολον καὶ ποῖαι καθιστῶσιν αὐτὴν δύσκολον, ἐὰν δὲν ᾖναι ἡ ἀφθονία τῶν κεφαλαίων· ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι γίγνεται δύσκολος ἐπιχείρησίς τις. Ἴσως αἱ ἐπιχειρήσεις ἐν Ἑλλάδι, καὶ εὔκολοι καὶ δύσκολοι, ἀπαντῶσι τὰ αὐτὰ προσκόμματα· πρῶτον τὰς δυσπιστίας, αἵτινες ἐγεννήθησαν περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, δεύτερον τὴν ἐπικερδῆ τοποθέτησιν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκουσι τὰ κεφάλαια ἐν ἄλλαις ἐπιχειρήσεσι. Διὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν δύναταί τις νὰ ψέξῃ τὴν διοίκησιν, ἐὰν δὲν ἀπέκρουσεν ἀμέσως τὴν αἴτησιν τῆς ἑταιρίας, περὶ ἧς πρόκειται. Αἱ ἰδέαι περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν, περὶ τῆς ἀφαιρέσεως ἢ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, νομίζω ὅτι εἰσὶν ἰδέαι, αἵτινες χρῄζουσι μείζονος μελέτης καὶ ἐμβριθεστέρας ἐξετάσεως, διότι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν μελέτην ταύτην ἐπιβάλλει ἡ ἱερότης τοῦ δικαιώματος, οἵαν ἀνέγραψεν αὐτὴν τὸ Σύνταγμα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπιβάλλει καὶ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ περιορισθῇ ἢ νὰ ἀνασταλῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν Μονῶν, δηλαδὴ ἡ ἐκλαΐκευσις τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν. Τὸ ζήτημα τῆς ἐκλαϊκεύσεως τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν εἶναι ζήτημα ἄξιον ἐμβριθεστάτης μελέτης, καὶ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ εἰς τὰ ἐθνικὰ ἐν γένει συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὰς Μονὰς τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρίζωνται ὡς κρίνουσι συμφερώτερον τὰς ἰδίας αὐτῶν κτήσεις, δὲν τὴν ἀσπάζομαι, καὶ τοῦτο ἐφήρμοσα ἐπὶ ἀναλόγου περιπτώσεως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Μοὶ παρέστησαν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὴν μεταβολὴν τῆς ἀρχαίας χωρογραφίας τῶν Ἀθηνῶν διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν διαφόρων ἱστορικῶν λόφων· οὐδὲν εὐκολώτερον ἦτο ἢ νὰ διαταχθῇ ἡ παῦσις τῆς ἐργασίας, ἥτις γίνεται ὑπὸ τῶν ἀσβεστοποιῶν, ἀλλ’ ἡ διαταγὴ αὕτη ἤθελε προσβάλλει τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ δὲ Κράτος δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἀποζημιώσεως πάντων τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν καταστραφέντων λόφων. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τοὺς ἀποταθέντας πρὸς ἐμὲ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν καὶ διαπρεπεῖς νομικοὶ, νὰ μελετήσωσι τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐξεύρωσι τρόπον τινὰ, δι’ οὗ νὰ σεβασθῶμεν μὲν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, νὰ ἀποσοβήσωμεν δὲ τὸν ἀπειλούμενον κίνδυνον τῆς καταστροφῆς τῶν περὶ ὧν εἴρηται λόφων, ὅτε προσέφερον ἐμαυτὸν πρόθυμον νὰ ἐξυπηρετήσω τὸν σκοπὸν τῶν ἐπὶ τούτου προκαλούντων τὴν ἐμὴν προσοχήν. Ἐὰν δὲ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται οὐχὶ ἡ λάξευσις, ἀλλ’ ἡ λατόμησις τῶν μαρμάρων, εἶναι πλημμελὴς, εἶναι ἀρχαϊκὸς, καὶ ἴσως οὐχὶ ἀρχαϊκός, ἀλλ’ ἀτελὴς, ἐὰν διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἐπέρχεται σπατάλη τοῦ λίθου, ἡ ἐπιζήτησις ἢ ἡ ὑποστήριξις ἐπιχειρήσεως, ἡ ὁποία σκοπεῖ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν τρόπον τοῦτον δι’ ἄλλου τρόπου ἐπιστημονικοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπάγει τοιαύτην σπατάλην, ἐξυπηρετεῖ ὄντως συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐὰν μάλιστα ὁ τρόπος οὗτος τῆς λατομήσεως, ὁ νέος, εἶναι ἄγνωστος εἰς τὸν τόπον, ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ τελειοτέρου τρόπου θέλει χρησιμεύσει καὶ ὡς διδασκαλία πρὸς τοὺς ἰθαγενεῖς ἐργάτας, ἵνα καὶ αὐτοὶ διδαχθῶσι καὶ μετέρχωνται τὸν τρόπον τοῦτον. Πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὴν λατόμησιν ἀπὸ τὴν λάξευσιν· ἔχομεν ἀρίστους λιθοξόους, καὶ μάλιστα οἱ κάτοικοι ὡρισμένων μερῶν διαπρέπουσιν ἰδίᾳ εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην· ἀλλὰ δὲν ἔχομεν καὶ ἀρίστους λατόμους, διότι τὰ μέσα αὐτῶν εἶναι ἀτελῆ. Διὰ τοῦτο, ἀσφαλιζομένης κατά τινα τρόπον τῆς ἐργασίας τῶν ἰθαγενῶν ἐργατῶν, δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τῆς νέας τέχνης ἤθελε βλάψει τὰ συμφέροντα αὐτῶν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἐὰν δὲ ὁ ὅρος, τοῦ ὁποίου ἐγένετο χρῆσις ἐν τῇ διακηρύξει, ὅτι θέλουσι προτιμᾶσθαι οἱ ἰθαγενεῖς, εἶναι ἀσαφὴς, εἶναι πονηρός, περιέχει δόλον, ἢ παρασκευάζει ἀπάτην, εὐκολώτατον ἦτο νὰ διασκευασθῇ οὕτως ἡ φράσις, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν ἰθαγενῶν ἐργατῶν. Διὰ τοῦτο δὲν διετιθέμην δυσαρέστως εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, μὲ διέθεσε δὲ οὐχὶ δυσαρέστως, ἀλλὰ μὲ κατέστησεν ἀνίκανον, ἵνα ἐνισχύσω αὐτὴν περαιτέρω, ὁ φόβος, ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον οἱ προαγορεύσαντες ἐξέθεσαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὁ κίνδυνος, ὅτι ἀπειλεῖται, ἕνεκα τῆς πολυετοῦς ἐκμισθώσεως, νὰ ἐξαντληθῇ τὸ μάρμαρον τῆς Πεντέλης, καὶ τοιουτοτρόπως ὄχι μόνον νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν πρώτην ὕλην ἀπὸ τῆς γλυπτικῆς καὶ τῆς ἀνδριαντοποιΐας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀλλοιώσωμεν τὴν χωρογραφίαν τῆς Ἀττικῆς. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τὸ θέμα μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄξιον μεγάλης μελέτης. Ἐὰν ὁ κίνδυνος οὗτος δὲν ὑπῆρχεν, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μὴ διστάσῃ νὰ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης· ἀλλ’ ὁ κίνδυνος, ὅτι τὸ στρῶμα τοῦ μαρμάρου, τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ λατόμησις, δὲν εἶναι βέβαιον ἂν ὑπάρχῃ πανταχοῦ ἐν τῷ Πεντελικῷ, καὶ ὅτι ἡ τεχνικὴ λατόμησις, γενομένη ἐν διαστήματι πεντήκοντα ἐτῶν, δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ πᾶσαν ταύτην τὴν ὕλην, τὸ ζήτημα τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι προηγεῖται παντὸς ἄλλου, ὅτι ὁ κίνδυνος, ὅτι διὰ τῆς πεντηκονταετοῦς μισθώσεως τὸ λατομεῖον τῆς Πεντέλης θὰ ἐξαντληθῇ καὶ θὰ ἐκλείψωσι τὰ ἐντὸς αὐτοῦ μάρμαρα, εἶναι τῷ ὄντι σοβαρός.
§91Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν ὄχι. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σταματήσωμεν, διότι, ὅπως λέγετε ὑμεῖς ὄχι, οὕτω καὶ ἄλλοι δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι ὑπάρχει, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἀρχαιολόγων καὶ γεωλόγων, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτος κίνδυνος, ἢ ὁ ἐπιδεικνύμενος κίνδυνος ἦναι φανταστικός.
§93ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω ὅτι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς τὸν σπουδαιότερον πάντων. Συμφωνῶ κάλλιστα μετ’ αὐτοῦ, ὅτι προκειμένου λόγου περὶ ἀπόντων ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, πρέπει νὰ ἤμεθα ὅσον οἷόν τε ἐπιφυλακτικοὶ ἐν ταῖς κρίσεσι καὶ τοῖς λόγοις ἡμῶν. Ἐγὼ προβαίνω μάλιστα ἔτι περαιτέρω, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἐπιδοκιμάζω πληρέστατα τὴν πολιτείαν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Πεντέλης, καθόσον ἠθέλησεν αὐτὸ, κηδόμενον τῶν συμφερόντων τῆς Μονῆς, νὰ ἐξεύρῃ μίσθωμα ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχε μέχρι τοῦδε. Δὲν κατακρίνω δὲ καὶ τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν, ἥτις ἐν τῇ ἐπιχειρήσει ταύτῃ ζητεῖ τὸ ἴδιον αὐτῆς συμφέρον. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως τοιαύτης, ὥστε μόνον τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς Πεντέλης καὶ μόνον τὰ συμφέροντα τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἑταιρίας νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν; Ὄχι. Προκειμένου περὶ τοιούτων ὀρυχείων, ὡς καὶ περὶ μεταλλείων, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη διὰ τοῦ τελευταίου περὶ μεταλλείων νόμου τὴν ἀρχὴν, ἥτις κρατεῖ ἐν Πρωσσίᾳ, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κάτοχος μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ἔχει τοῦτο εἰς τὴν πλήρη αὐτοῦ διάθεσιν, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα περιορισμόν· καθ’ ὅσον δηλ. διὰ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε ἐκμεταλλεύσεως τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου, ἢ διὰ τῆς μὴ ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ, δὲν παραβλάπτονται συμφέροντα τῆς Πολιτείας ἢ τῆς κοινωνίας, ὅτε ἔχει τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα νὰ παρέμβῃ. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνα τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς καὶ τῆς ἐργολάβου ἑταιρίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν, κατὰ πόσον δὲν ἐπηρεάζονται ἐντεῦθεν τὰ συμφέροντα καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους. Καὶ τῆς μὲν κοινωνίας τὰ συμφέροντα ἐπηρεάζονται, ὄχι μόνον καθόσον πρόκειται νὰ στερηθῶσι τοῦ ἐπιουσίου αὐτῶν ἄρτου πολλοὶ ἐργολάβοι καὶ πολλοὶ ἐργάται λατόμοι, ἀλλὰ καὶ διότι πρόκειται νὰ ἐξάγηται ἐπὶ 50 ἔτη πολὺς χρυσὸς ἐκ τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος τοσαύτην ἔχει ἀνάγκην αὐτοῦ. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κυθήρων, ὅτι θὰ φέρωσι χρυσὸν εἰς Ἑλλάδα. Εἰς πόσον θ’ ἀνέλθῃ ὁ χρυσὸς αὐτός; Τὰ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως ἀδύνατον νὰ ὑπερβῶσι τὰς 80,000 φράγκων, ἀλλὰ τὰ ἔσοδα τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἑταιρίας, ὄχι μόνον ἐκ τῶν μαρμάρων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξάγωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν μαρμάρων, τὰ ὁποῖα θὰ καταναλίσκωνται εἰς τὸν τόπον, θὰ μεταβάλλωνται εἰς χρυσὸν καὶ θὰ ἐξάγωνται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κάλλιστα δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, εἰς τὴν σημερινὴν μάλιστα περίστασιν, εἷς φόρος ἐπὶ τῶν μαρμάρων. Ὅταν βλέπῃ τὸ Δημόσιον τὴν προθυμίαν τῆς ἑταιρίας νὰ λάβῃ τὴν τοιαύτην παραχώρησιν, καὶ τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος γίνεται, πρέπει νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ πλούτου ἐθνικοῦ, ὁ ὁποῖος κάλλιστα δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ ἄλλου τινὸς, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῆς Μονῆς νὰ ἐξετάσῃ, οὐδὲ τῆς ἑταιρίας. Ἐπιβάλλεται ὡς καθῆκον, τοῦ ὁποίου ἡ παράλειψις συνεπάγει ποινικὴν ῥήτραν εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμου ἢ τροχιοδρόμου πρὸς μεταφορὰν τῶν μαρμάρων. Δὲν νομίζετε ὅτι ἐντεῦθεν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ ὑπάρχει ἑταιρία ἄλλη, ἥτις οὐχὶ διὰ συμβάσεως, ὑπογραφείσης παρὰ τοῦ νομάρχου, ἀλλὰ δυνάμει νόμου, ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἔχει λάβει τὸ προνόμιον τοῦτο, περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου; Δὲν ἠξεύρω ἂν τὰ δικαστήρια ἐν Ἑλλάδι θὰ ἐπροθυμοποιοῦντο, ἑρμηνεύοντα τὴν σύμβασιν, νὰ μὴ δικαιώσωσι τὴν ἑταιρίαν ταύτην, ἀλλὰ ν’ ἀποφανθῶσιν ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ κατασκευὴ καὶ ἄλλου σιδηροδρόμου ἢ τροχιοδρόμου, ἀλλ’ ἐπὶ ἀπαγορεύσει κομίστρων. Ἐννοεῖτε τὴν προφανῆ καταδολίευσιν ἢ καταστρατήγησιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ἀλλὰ καὶ ἂν δι’ αὐστηρᾶς ἑρμηνείας τοῦ νόμου ἠδύνατο προσβληθῇ οὕτω τὸ προνόμιον αὐτὸ, δὲν νομίζετε ὅτι ἐξ ἄλλου, ἐκ λόγων ἠθικῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ τοιαύτη ἑρμηνεία; Καὶ ἄν, Κύριοι, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ αὐστηρὸν δίκαιον, ἐρωτῶ, ἡ συνείδησίς σας δὲν ἐξεγείρεται κατὰ τῆς καταστρατηγήσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς ἄλλης ἑταιρίας; Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι τὸ Κράτος, προβαῖνον εἰς τὴν τοιαύτην καταστρατήγησιν, θὰ ἔπραττε τὸ αὐτὸ, ὡς εἰ ἐζήτει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δύναται νὰ διαπράξῃ καὶ ἠθικὴν χρεωκοπίαν, πρὸς τῇ συντελεσθείσῃ ἤδη οἰκονομικῇ; Ἐγὼ, Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ κρατοῦντος συστήματος, τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἀπαγορεύει εἰς τὴν Μονὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν νὰ λάβωσι μέτρα περὶ συστηματικωτέρας λατομήσεως τῶν μαρμάρων. Δὲν ἠξεύρω πῶς εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν ὅρον τοῦτον, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς ἄλλους ἐργολάβους. Δὲν ἠξεύρω ἐπὶ τέλους, πῶς, προκειμένου νὰ ἐκδοθῶσι τὰ μάρμαρα ταῦτα εἰς πολυετῆ ἐνοικίασιν, δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ μία μεγάλη προθεσμία, ὅπως γείνῃ καὶ παρ’ ἄλλων μελέτη εἰδικὴ, ὥστε νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἄλλοι ὑποβάλλοντες ἴσως ἐπωφελεστέρους ὅρους. Ἤδη ἔχομεν δύο δικηγόρους, ὄχι τῆς πρώτης τάξεως, ἀλλὰ μᾶλλον δικολάβους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ὑπὸ τὸ προσωπεῖον δύο υἱῶν λόρδων καὶ ζητοῦσι νὰ ἀναλάβωσι μίαν ἐπιχείρησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐλπίζουσιν, ὄχι χάρις εἰς γνώσεις εἰδικὰς, ἀλλὰ χάρις εἰς χρηματιστικὰ τεχνάσματα, νὰ κερδοσκοπήσωσι, λαμβάνοντες τὸ δικαίωμα καὶ εἶτα προβαίνοντες εἰς σύστασιν ἑταιρίας. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν καὶ ἄλλαι ἑταιρίαι δὲν δύνανται νὰ συστηθῶσι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Τὰ μάρμαρα τῆς Πάρου κατέχουσι τὴν πρώτην τάξιν, εἶναι ἀνώτερα καὶ αὐτῶν τῶν μαρμάρων τῆς Καῤῥάρας· διότι, ἐὰν τὰ μάρμαρα τῆς Καῤῥάρας ἔχουσι διαφάνειαν 17 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, τὰ δὲ τῆς Πεντέλης 7 ἐπὶ τοῖς χιλίοις, τὰ μάρμαρα τῆς Πάρου ἔχουσιν 27 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Ἀλλὰ διατὶ ἀπέτυχεν ἡ ἐπιχείρησις ἐκείνη; Δὲν ἀπέτυχε διότι τὰ μάρμαρα τῆς Πάρου ἦσαν κατώτερα, ἀλλὰ διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξευρεθῶσι μάρμαρα τῆς Πάρου ἄνω τῶν τριάκοντα ἑκατοστῶν. Φαίνεται ὅτι ἐν τῇ ἀρχαιότητι ἐξηντλήθησαν ὅλαι αἱ φλέβες, καὶ δὲν εὑρίσκονται σήμερον ἢ μικρὰ τεμάχια, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ εὕρωσι κατανάλωσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέτυχε καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα ἑταιρία. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ἵνα ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐξευρεθῶσιν ἄλλαι ἑταιρίαι, ὅπως ἀναλάβωσι τὴν ἐκμετάλλευσιν καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς τέχνης. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο, ἐὰν πρέπῃ νὰ καθιερώσωμεν τὸ μονοπώλιον ἐπὶ τοῦ Πεντελικοῦ μαρμάρου. Εἰς τὸ ὄρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ ἐλευθέρῳ συναγωνισμῷ παρέσχε τὰ μάρμαρα τὰ καλλιπρεπῆ, διὰ τῶν ὁποίων κατεσκευάσθη ἡ Ἀκρόπολις καὶ τόσα ἄλλα αἰώνια μνημεῖα τῆς τέχνης, διὰ τὰ ὁποῖα οὐ μόνον ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς ἐδοξάσθη, ἀλλὰ εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἡ νεωτέρα Ἑλλὰς ὀφείλει τὴν ἀνεξαρτησίαν της, εἰς τὸ ὄρος, λέγω, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ δείξωμεν τοιαύτην ἀσέβειαν, διότι ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον μέρος τῶν μνημείων τῆς ἀρχαιότητος, τῆς προγονικῆς ἡμῶν δόξης, μηδὲ νὰ θελήσωμεν νὰ τὸ ἐκδώσωμεν εἰς ξένην ἑταιρίαν ὡς μονοπώλιον. Ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦτο, δὲν εἶναι ζήτημα ὅτι θὰ παραβλάψωμεν τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν· διότι τί λέγει ἡ σύμβασις; ὅτι κατὰ προτίμησιν ἡ ἑταιρία θ’ ἀπασχολήσῃ ἐργάτας Ἕλληνας. Καὶ σήμερον μὲν, ὅτε ὑπάρχει ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ, οἱ ἐγχώριοι ἐργάται δὲν θ’ ἀντικατασταθῶσιν. Ἀλλ’ ὅταν ἀπέλθῃ νομισματικὴ βελτίωσις καὶ τὸ συνάλλαγμα ὑποτιμηθῇ, τότε θὰ προσέλθωσι ξένοι ἐργάται, Ἰταλοὶ, ἀντὶ μόνον τριῶν φράγκων· ἀλλὰ τίς ἐργάτης Ἕλλην θὰ συναγωνισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης τιμῆς; Ἡ ἑταιρία θὰ εἴπῃ: «Ἐγὼ προτιμῶ τοὺς Ἕλληνας ἐργάτας, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ἀντὶ τοῦ ἡμερομισθίου αὐτοῦ, θὰ προσφύγω εἰς ξένους.» Οὕτως ὅμως αὐτοὶ οἱ ἐργάται ῥίπτονται εἰς τοὺς δρόμους. Πρόκειται δὲ περὶ μεγάλου κέρδους, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτὸ τὸ μονοπώλιον εἰς τὴν ἑταιρίαν, κατ’ ἀκριβεῖς ὑπολογισμούς. Τὸ κυβικὸν μέτρον τοῦ Πεντελησίου μαρμάρου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημερινῆς ἀξίας, ἢ, ἂν θέλετε, καὶ μὲ τὴν βελτίωσιν τῶν τιμῶν, ὡς ἐκ τῆς εὐθηνοτέρας μεταφορᾶς διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, μονοπωλιακῶς χορηγούμενον εἰς ἑταιρίαν, θὰ δυνηθῇ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ νὰ ὑποστῇ ἀνταγωνισμὸν πρὸς τὰ ξένα μάρμαρα καὶ πρὸς αὐτὰ τὰ τῆς Καῤῥάρας, διότι ἄλλος ὁ προορισμὸς τοῦ Πεντελικοῦ μαρμάρου καὶ ἄλλος ὁ τοῦ μαρμάρου τῆς Καῤῥάρας. Ὅταν ἦναι δυνατόν, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς γίνεται ἡ ἐκμετάλλευσις, ἡ ἑταιρία νὰ ἐξάγῃ ἀντὶ 120 ἕως 170 δραχμῶν τὸ κυβικὸν μέτρον, καὶ τὸ πολὺ πρὸς 100 φράγκα, θὰ θέσῃ ἐκτὸς ἀνταγωνισμοῦ τὰ μάρμαρα τῆς Καῤῥάρας, ἐκτὸς ἐκείνης τῆς χρήσεως, δι’ ἣν εἶναι αὐτὰ εἰδικῶς προωρισμένα, διότι τὰ μάρμαρα τῆς Καῤῥάρας στοιχίζουσι 250 φράγκα χρυσᾶ τὸ κυβικὸν μέτρον. Πρόκειται λοιπὸν περὶ κέρδους προφανοῦς, καὶ πρέπει τὸ κέρδος τοῦτο νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς ἐγχώρια κεφάλαια καὶ διασώσωμεν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ οὐχὶ νὰ ἐκχωρήσωμεν εἰς ἑταιρίαν, ἥτις οὐ μόνον τὰ ἔξωθεν εἰσπραχθησόμενα χρήματα εἰς χρυσὸν ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ Πεντελικοῦ μαρμάρου θ’ ἀποκομίζῃ ἐξ Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔσωθεν εἰσπραττόμενα θὰ μεταβάλλῃ εἰς χρυσὸν καὶ θὰ ἀποστέλλῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἰδού, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ σκέψις περὶ ἐκδόσεως μονοπωλιακῶς τῶν μαρμάρων τῆς Πεντέλης εἰς ἐργολαβίαν. Νομίζω ἔτι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην μακρᾶς μελέτης, ὅτι ἡ μελέτη αὐτῆς πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἂν μετὰ πεντήκοντα ἔτη θὰ ἐξαντληθῇ ἢ ὄχι τὸ Πεντελικὸν μάρμαρον. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι πεπεισμένη ἤδη, ὅτι πρέπει νὰ ἐκδοθῶσι μονοπωλιακῶς τὰ μάρμαρα αὐτὰ εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἑταιρίαν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γείνῃ πρὸς ζημίαν τόσων ἐργατικῶν τάξεων καὶ τόσων ἐπιχειρηματιῶν καὶ πρὸς ζημίαν ἔτι τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας καὶ ἐπὶ μειώσει τοῦ γοήτρου τοῦ Κράτους· διότι διὰ τῆς ἐγκρίσεως τῆς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως θὰ φανῇ ὅτι ἀθετεῖ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν αὐτὸ πρὸς ἄλλην Ἑταιρίαν, οὕτως ὥστε οἱ ξένοι, καὶ ὅταν πρόκειται περὶ ἐπιχειρήσεων, δι’ ἃς θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τῶν κεφαλαίων των, νὰ ἀποστρέφωσι τὸ πρόσωπόν των ἀφ’ ἡμῶν, ὡς ἀναξίων νὰ συμβληθῶμεν πρὸς αὐτούς.
§94Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ ῥίψῃ ἐπ’ ἐμοῦ τὰ βλέμματα, καὶ μὲ ἐπετίμησε διὰ παρεκτροπήν μού τινα περὶ ἀτόμου, τὸ ὁποῖον κατέχει θέσιν. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἄτομα θέλωσι νὰ κατέχωσι θέσιν τινὰ, ὀφείλουσιν εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ σέβωνται τὴν θέσιν, ἣν τυχὸν κατέχουσιν. Ὁ Μητροπολίτης Εὐβοίας Τιμόθεος, ὁ συστήσας τὸ πρῶτον τὴν Μονὴν τῆς Πεντέλης, κατέστησε ταύτην κοινοβιακὴν, ἑπομένως πρέπει οἱ ἐν αὐτῇ μοναχοὶ νὰ ζῶσι τὸν κοινοβιακὸν βίον, τὸν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει καθιερωθέντα ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου...
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ’πέτυχες!
§96ΣΧΙΝΑΣ. .. Ἀλλ’ ὁ παραμελῶν τὰ ἑαυτοῦ καθήκοντα Ἡγούμενος, ὁ καθ’ ἑκάστην περιφερόμενος εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, ὁ περιφρονῶν τοὺς ἑκάστοτε μεταβαίνοντας εἰς τὴν Μονήν, εἴτε ξένους, εἴτε ἐπιστήμονας, εἴτε σοφοὺς, δὲν τιμᾷ τὴν θέσιν του. Ἐγὼ δ’ αὐτὸς, μεταβὰς εἰς τὴν Μονὴν τῆς Πεντέλης ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν μαθητῶν, ὅτε μετὰ τῶν σχετικῶν ἀξιωματικῶν περιηγούμεθα τὴν Ἀττικὴν, καὶ ἐπιθυμῶν ἵνα μετ’ αὐτῶν ἀνέλθω εἰς τὴν κορυφὴν τῆς Πεντέλης,—εἴχομεν δὲ μεθ’ ἡμῶν ἅπαντα τὰ χρειώδη, μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἅλατος,—δὲν ἠθέλησα οὐδὲ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν Μονὴν, φοβούμενος μὴ μολυνθῶ. Ὅθεν κατηυλίσθημεν πρὸ τῆς Μονῆς, ὅπου καὶ ἐμείναμεν. Μετ’ ἐκπλήξεώς μας δ’ ἀνέγνωμεν παραπλεύρως τῆς κυρίας πρὸς τὴν δύσιν θύρας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μονῆς ἐπιγραφὴν, μεγάλοις γράμμασι φέρουσαν, ὅτι «ἀπαγορεύεται ἡ διανυκτέρευσις». Ἐν τούτοις ἐν τῇ Μονῇ διενυκτέρευεν οἰκογένεια, ἥτις παρέμεινε καὶ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν ἡμῶν. Αὐτὸς ἦτο ὁ παρὰ τοῦ Ἡγουμένου σεβασμὸς πρὸς τὰς διαταγὰς τοῦ προστατεύσαντος αὐτὸν Μητροπολίτου! Ἀνεμένομεν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἔτι, κατὰ τοὺς ὑπὸ τῶν κανονισμῶν τῶν Μονῶν καθιερωμένους τύπους, καὶ τοὺς τῆς εὐγενείας ἢ φιλοξενίας ἔτι, ἵνα προσέλθῃ ὁ Ἡγούμενος καὶ εἴπῃ ἡμῖν τὸ «καλῶς ἤλθατε», καὶ μάλιστα εἰς σῶμα ὁλόκληρον Σχολείου στρατιωτικοῦ. Ἀλλ’ ὁ Ἡγούμενος ἐκρύβη, καὶ κατὰ τὰς λοιπὰς ὥρας διαρκῶς εἰς λουτρὸν καταγινόμενος, οὐδαμῶς ἐφάνη. Προσῆλθε δὲ μόνον εἷς καλόγηρος, Νεῖλος καλούμενος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἄλλοτε ὑπηρετήσει εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι «ὁ Ἡγούμενος εἶναι ταραγμένος καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ λουτρόν του». Ἀλλ’ οὐδὲ τὴν ἑπομένην κἂν ὁ Ἡγούμενος ἦλθε, δι’ ὃ ἠναγκάσθην νὰ τοῦ φερθῶ ὡς τῷ ἥρμοζεν, αὐτὸς δὲ διέταξε κρυφίως τὴν ἑτοιμασίαν τῆς ἁμάξης του, καὶ κατῆλθεν εἰς Ἀθήνας, φέρων καταγγελίαν κατ’ ἐμοῦ, πρὶν ἔτι ἐγὼ προφθάσω νὰ τὸν καταγγείλω εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν κ. Τσαμαδόν. Ἐγώ, ὡς καὶ ἅπαντες οἱ μετ’ ἐμοῦ, ὡς προεῖπον, οὐδεμίαν εἴχομεν ἀνάγκην οὐδὲ τοῦ ἐλαχίστου παρ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἄξενος καθόλου αὐτὸς Ἡγούμενος τὰ αὐτὰ ἔπραξε καὶ εἰς ἄλλους. Εἰς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, λογίους καὶ φίλους τῶν τῆς Ἀττικῆς τοπίων, ἐφέρθη μετὰ πολλῆς ἀγριότητος ἢ ἀδιαφορίας καὶ ἀπρεποῦς τρόπου, ἐρειδόμενος ἐπὶ τῶν παρεχομένων αὐτῷ προστασιῶν.
§97ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ μετὰ συναδέλφου καὶ κυριῶν διακεκριμένων μετέβημεν εἰς τὴν Μονὴν, καὶ μᾶς ἔκλεισε τὴν θύραν κατὰ πρόσωπον!
§98ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἂς λείψουν τὰ προσωπικά.
§99Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ πάντοτε ἐσεβάσθην καὶ τοὺς συναδέλφους μου καὶ τοὺς ἀπόντας, ἀλλ’ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ταῦτα, διότι βλέπω σπουδαίαν περιουσίαν ἑκατοντάδων ὅλων χιλιάδων δραχμῶν διαρπαζομένην κατ’ ἔτος, πεινῶντας δὲ καὶ γυμνητεύοντας τοὺς ἐν τῇ Μονῇ Πεντέλης μοναχούς· καὶ θέλετε νὰ μὴ καταστήσω ταῦτα γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος; Δὲν εἶμαι ἐγώ, ὅστις ἐζήτησα ἀπογραφὴν τῶν Μονῶν καὶ καταλόγους κλπ. περὶ τῶν Μονῶν τῆς Ἑλλάδος; Πιστεύω ὅτι διὰ τὴν δῆθεν παρεκτροπήν μου ταύτην, δι’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τόσον μὲ ἐκάκισε, θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι εἶχον δίκαιον, ἀφοῦ μάλιστα ἔμαθε σήμερον, ὅτι καὶ οἰκόπεδα κατεπάτησεν ὁ Ἡγούμενος τῆς Πεντέλης, καὶ εἰς βάρος τῆς Μονῆς τρέφει ὑπερτετρακοσίους τράγους. Γνωρίζω λίαν καλῶς τὰς ἑκάστοτε καταβληθείσας ἐνεργείας πρὸς λατομίαν τῶν μαρμάρων, καὶ ὁ παρακαθήμενος τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει μερίδα τινὰ εἰς ἐκτάσεις περιφήμων μαρμάρων...
§100ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Γυθείου.
§101Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ γνωρίζω ... Γνωρίζω συνάμα, ὅτι ὁ μακαρίτης Κλεάνθης ἐπελήφθη τῆς λατομίας τῶν μαρμάρων τῆς Τήνου, τῶν ὁποίων τὰ τελευταῖα λείψανα εἶναι οἱ κίονες τοῦ ναοῦ τῶν Δυτικῶν, ἐπελήφθη εἶτα τῆς λατομίας τῶν μαρμάρων τῆς Πάρου, ὅπου καὶ κατέστρεψεν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν. Καὶ γνωρίζω συνάμα, ὅτι εἰς τὰ 1879 ἐγένετο νέα ἑταιρία πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῶν μαρμάρων τῆς Πάρου, καὶ ἤρχισε τακτικὴ ἐργασία, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ δώσωμεν πίστιν εἰς τὰ ἐπισήμως κοινοποιηθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν (τμήματος τῶν μεταλλείων), θὰ ἴδωμεν ἐν τῇ «Συλλογῇ νόμων, Β. Διαταγμάτων, ἐγκυκλίων καὶ στατιστικῶν πληροφοριῶν τοῦ 1881» (σελ. 275) ἔκθεσιν ἐπίσημον, διὰ τῆς ὁποίας πιστοῦται, ὅτι ἀνεκαλύφθησαν καὶ τὰ ἀρχαῖα ἔτι στρώματα τῶν λατομείων τῆς Πάρου (ἀναγινώσκει): «Τὸ στρῶμα τῶν διὰ τὴν ἀγαλματοποιΐαν καταλλήλων μαρμάρων, τὸ νομιζόμενον ἐξηντλημένον, ἀνευρέθη πανταχοῦ». Συνάμα δὲ διὰ τῆς αὐτῆς ἐκθέσεως πιστοποιεῖται, ὅτι ἡ ἑταιρία ἦτο ἑτοίμη νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν μηχανὰς διὰ τὴν ἐκκοπὴν τῶν μαρμάρων, ὡς ἀναφέρεται ῥητῶς ἐν σελ. 276 (ἀναγινώσκει): «Ὁ τρόπος οὗτος τῆς καλλιεργείας θὰ βελτιωθῇ ἐπαισθητῶς διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀπαιτουμένων μηχανῶν... καὶ ἐντὸς ὀλίγου θὰ κατορθωθῇ ἡ ἐκκοπὴ μαρμάρων διὰ μηχανῶν ἀμέσως.» Ἑπομένως ἡ προσδοκωμένη ἐλπίς, ὅτι ἐκ τῆς λατομίας ταύτης θὰ εὕρωσιν ἐργασίαν οἱ ἡμέτεροι λατόμοι, ἂς λείψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ μεγάλη πεῖρα τοῦ κ. Σνάϊδερ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σθένος τῆς ἑταιρίας ταύτης, θὰ ζητήσῃ βεβαιότατα διὰ μηχανῶν ν’ ἀντικαταστήσῃ πᾶσαν ἐργασίαν χειρός, ἑπομένως ἡ ἐλπὶς τῆς ἀπολήψεως τῆς ἐργασίας, καὶ αὐτὴ θὰ ἐκλείψῃ. Ἀλλὰ σᾶς λέγουσιν οἱ συμφεροντολογικῶς ὑποστηρίζοντες τὴν ἑταιρίαν, ὅτι αὕτη «ὑπόσχεται νὰ μᾶς δώσῃ μάρμαρα εἰς τιμὰς ὡς τὰς συνήθεις»· ἀλλὰ δὲν ὁρίζει εἰς ποίας, καὶ κατὰ ποιότητα καὶ μέγεθος μάλιστα. Προστίθημι δὲ, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος, ὡς καί τινων ἄλλων λόγων, ἤτοι τῆς βαθμιαίας ἐκλείψεως τῶν μαρμάρων τῆς Καῤῥάρας, ἐπῆλθεν ὑπερτίμησις εἰς τὰς πλάκας πρὸς στρῶσιν τραπεζῶν, καὶ οἱ ἡμέτεροι τεχνῖται ἤρχισαν μὲ ὑδροπρίονας νὰ σχίζωσι μάρμαρα εἰς διαφόρους διαστάσεις, αὐτὰ δὲ τὰ μάρμαρα, τὰ ὁποῖα σήμερον βλέπετε διὰ τραπέζας, ἔπιπλα, νιπτῆρας κλπ., εἶναι ὅλα ἑλληνικὰ τῆς Πεντέλης. Σᾶς ἀναφέρω δὲ ὀνόματα τῶν ἐργαζομένων μὲ ὑδροπρίονας· εἶναι οἱ Ἰωάννης Ρεμοῦντος, Κωνστ. Ρεμοῦντος, Ἰωάννης Κοτζαμάνης, Γεώρ. Μεταξᾶς, Γερογιάννης, Ἰωάν. Τσόχας, Θεοφ. Τρούγκας καὶ Ἰωάννης Ρόδιος, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται δι’ ἀτμομηχανῆς· ἅπαντες οὗτοι σχίζουν μάρμαρα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι διὰ πλακοστρώσεις, διὰ τραπέζας, δι’ ὅλας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν αἵ τε ἑλληνικαὶ πόλεις καὶ πλεῖσται ἄλλαι· ἤρχισε δὲ, ἀντὶ εἰσαγωγῆς, καὶ ἐξαγωγή. Ἀλλὰ γνωρίζω ὑμῖν, ὅτι οἱονδήποτε μάρμαρον δὲν εἶναι καὶ κατάλληλον διὰ σχίσιμον, ἑπομένως ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία τυχὸν θὰ θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ ἅπαντα τὰ λατομεῖα, θὰ καταστήσῃ τοὺς τεχνίτας ἕρμαιον, καθόσον θέλει ἀρχίσει νὰ κατακρατῇ δι’ ἑαυτὴν τὰ καλὰ μάρμαρα καὶ θὰ προσφέρῃ εἰς αὐτοὺς τὰ ἄχρηστα, καὶ ἑπομένως διαδοχικῶς θὰ ἀφαιρέσῃ πᾶσαν ἐργασίαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐδαπάνησαν τόσα χρήματα εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν. Ἀλλὰ καὶ μίαν ἐρώτησιν θ’ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων εἰσπράττεται, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, φόρος 10% ἐπὶ τῶν λατομείων· ὁρίζεται τοῦτο εἰς τὸ ἄρθρον 42 τοῦ νόμου ΧϚʹ τῆς 22 Αὐγούστου 1861. Ἐζήτησα πρὸ μικροῦ προϋπολογισμὸν τινα τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τοῦ προσκομισθέντος τεύχους βλέπω εἰς τὰ ἔσοδα τίτλον «πρόσοδος μεταλλείων, λατομείων καὶ ὀρυχείων», ἀλλ’ οὐδεμία πρόσοδος σημειοῦται. Γνωρίζω δ’ ὅτι ἐκ τῶν λατομείων μόνον τῆς Πεντέλης ἔπρεπε νὰ ἦναι πρόσοδος δύο χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅμως δὲν ἀναγράφεται τίποτε.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι τὸ 10% καὶ ἐπὶ τῶν λατομείων;
§103Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα καὶ ἐπὶ τῶν λατομείων.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ ἀναγινώσκετε;
§105Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «Σελ. 16. Ἄρθρον 42 τοῦ ΧϞʹ νόμου. «Οἱ λιθοτομοῦντες ἐν λατομείοις ὑπόκεινται εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου ὁριζομένου εἰς 10% τοῦ ὡς προείρηται καθαροῦ προϊόντος.» Ἑπομένως νῦν παρέχω καὶ μίαν ἄλλην εὐχαρίστησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρας κατά τε τὸ ἔτος τοῦτο τὰς 2,000 δραχμὰς, ὡς καὶ τὰ κατὰ παρελθόντα ἔτη καθυστερούμενα, καὶ θὰ τοὺς εὐχαριστήσω πολὺ, διότι δὲν μοὶ ἔκαμαν τὸ γεῦμα, καὶ μοὶ ἔδωσαν ἀφορμὴν νὰ προσφέρω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καλλίτερον γεῦμα 2,000 δραχμῶν (ἱλαρότης). Μετὰ τὰ λεχθέντα, Κύριοι, φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη καθ’ ὁλοκληρίαν, φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνεφώνησε πληρέστατα πρὸς τὰς γενομένας παραστάσεις, καὶ ἀνεγνώρισεν ὡς βεβαιότατον, ὅτι μετὰ ἐξαγωγὴν ποσοῦ τινος κυβικῶν μέτρων—δὲν λέγω 50,000 ἢ 100,000 ἢ 300,000—τὰ μετὰ ταῦτα στρώματα δὲν θὰ ἦναι συμπαγῆ καὶ δὲν θὰ ἔχωσι πάχος ἱκανὸν, ὥστε νὰ παρέξωσι στήλας 2–5 μέτρων, αἱ ὁποῖαι μᾶς χρειάζονται π.χ. διὰ τὰ ἐπιστύλια τοῦ Παρθενῶνος ἢ δι’ ἄλλα ἀρχαῖα μνημεῖα, καὶ ἑπομένως θὰ στερηθῶσιν οἱ μεταγενέστεροι τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ προϊόντος. Σᾶς λέγω δὲ, ὅτι ὅλα τὰ περίφημα ἀρχαῖα, τὰ σωζόμενα ἐν καλῇ καταστάσει ἐν Ἑλλάδι, εἰς τοὺς Δελφοὺς, τὴν Ἑρμιόνην καὶ ἀλλαχοῦ, ὅλα τὰ ἔργα τὰ καλὰ ἐξετελέσθησαν διὰ μαρμάρου τῆς Πεντέλης. Μὴ λοιπὸν πωλήσωμεν τὸ μάρμαρον αὐτὸ, διότι θὰ ἔχωμεν τ’ ἀναθέματα τῶν μεταγενεστέρων.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐνόησα τὸ συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρόκειται μετὰ τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Βουλήν...
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§108ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω, καὶ ἀναμένω, ὅταν θὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
§109Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ πολλῶν συμπολιτῶν μου, κατοικούντων παρὰ τὴν ὁδὸν Σόλωνος καὶ τὴν ὁδὸν Ἱπποκράτους, ὑπεβλήθη πρὸ ἡμερῶν ὀλίγων εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ, ἥτις καὶ ἀνεγνώσθη, ἀναφορὰ, διὰ τῆς ὁποίας ζωηρῶς παραπονοῦνται καὶ διαμαρτύρονται οὗτοι, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον «ἡ Ἐλπὶς» ἐγένετο ἐν τῇ συνοικίᾳ αὐτῶν πηγὴ μεγάλων δυστυχημάτων καὶ συμφορῶν εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ εἶναι τανῦν ἐπίφοβος ἑστία μεγαλειτέρων κινδύνων διὰ τὸ μέλλον. Κατὰ τὸ Β. Διάταγμα τὸ ἀπὸ 3 Ἀπριλίου 1835 «περὶ ὑγιεινῆς καὶ οἰκοδομῆς πόλεων καὶ κωμῶν», ἐπέχον ἰσχὺν νόμου, τὰ νοσοκομεῖα πρέπει νὰ ἱδρύωνται ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς ἀπόκεντρα μέρη, ὅσον τὸ δυνατὸν ἔξω τῶν πόλεων. Παρὰ τὴν ῥητὴν ταύτην διάταξιν τοῦ νόμου, διάταξιν ἔχουσαν δικαιολογικὴν βάσιν πολὺ εὐνόητον, τὸ Νοσοκομεῖον «ἡ Ἐλπὶς» ἵδρυται εἰς κεντρικώτατον μέρος, ἐν τῷ μέσῳ πολυανθρώπου συνοικίας.
§110Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὅτε ἱδρύθη, ἦτο ἐκτὸς τῆς πόλεως.
§111Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ὅμως εἶναι πάρα πολὺ ἐντὸς τῆς πόλεως, καὶ παρὰ τὴν ὁδὸν Σόλωνος καὶ τὴν ὁδὸν Ἱπποκράτους, πρὸς ἃς συνορεύει, ἱδρύθη σειρὰ ὅλη οἰκιῶν, ὁλόκληρος συνοικία, πυκνότατα κατῳκημένη. Ἡ γειτνίασις τῶν οἰκιῶν τούτων πρὸς τὸ Νοσοκομεῖον ἀπέβη πρόξενος πολλῶν κακῶν. Οἰκογένειαι ἱκαναὶ συμπολιτῶν μου ἐκ τῆς γειτονείας αὐτῆς προσεβλήθησαν αἰφνιδίως καὶ ἀδοκήτως ὑπὸ νόσων μεταδοτικῶν, καὶ ἰδίως ὑπὸ φθίσεως, φθίσεως, τῆς ὁποίας τὴν παρουσίαν ἐν τῇ οἰκογενείᾳ οὐδὲν ἄλλο, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν ἰατρῶν, οὐδὲν ἄλλο ἐδικαιολόγει, εἰμὴ ἡ πρὸς τὸ Νοσοκομεῖον «ἡ Ἐλπὶς» καὶ ἡ πρὸς τὸ διαμέρισμα τῶν φθισιώντων αὐτοῦ ἀσθενῶν γειτονεία. Αἱ οἰκογένειαι ἀπώλεσαν δύο καὶ τρία τέκνα ἐντὸς ὀλίγου διαστήματος, ἐν τῇ ἀναφορᾷ δὲ, ἥτις ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπάρχουσι τὰ ὀνόματα πολλῶν πατέρων, οἵτινες ἐπενθηφόρησαν...
§112ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ οἱ φθισικοὶ δὲν δύνανται νὰ νοσηλεύωνται ἐντὸς τοῦ ἱδρύματος, ἐκτίσθη ἐκεῖ παραπλεύρως, εἰς τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν, ἓν λεγόμενον παράπηγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποτίθενται οἱ φθισικοὶ, οἱ μέλλοντες νὰ ζήσωσι τρεῖς ἢ πέντε ἢ δεκαπέντε τὸ πολὺ ἡμέρας. Τὸ παράπηγμα ἐκεῖνο εἶναι κυριολεκτικῶς Ἄντρον τοῦ Ἅδου· αἱ δὲ ὁδοὶ Σόλωνος καὶ Ἱπποκράτους παράκεινται ἐκεῖ, καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν ταῖς ἐπὶ τῶν ὁδῶν τούτων κειμέναις οἰκίαις, εἰσπνέουσι τὰ μικρόβια τῆς φθίσεως, διατρέχοντες μέγαν κίνδυνον.
§113Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἤδη τοῦτο... Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ ἐνταῦθα, ὅπου συμπαρεδρεύουσι τοσοῦτοι διακεκριμένοι ἰατροὶ, νὰ παραστήσω εἰς ὑμᾶς ἡλίκον εἶναι τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐντεῦθεν προσγίνεται, καὶ τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἐνδέχεται νὰ λάβῃ εἰς τὸ μέλλον ἐν τῇ πολυανθρώπῳ ἐκείνῃ συνοικίᾳ τὸ κακὸν τοῦτο, μεταδιδόμενον ὑπὸ τοῦ φθοροποιοῦ μιάσματος, τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως, παρὰ πάσας τὰς ἄλλως ἀξιολόγους καὶ ἐπαινετὰς προσπαθείας τῶν διευθυνόντων τὸ Νοσοκομεῖον, φιλοξενεῖται ἀφθόνως ἐν αὐτῷ. Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ προκαλέσω ἐπὶ τῶν παραπόνων τούτων τῶν συμπολιτῶν μου τὴν σύντονον προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἁρμοδιωτέρου ἐκ τῆς δικαιοδοσίας του ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν, καὶ νὰ παρακαλέσω, ὅπως ληφθῇ σωστική τις πρόνοια διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἄρσεως ἐκεῖθεν τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου συνδέεται πρὸς τὴν ἐξέτασιν ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνακινοῦνται ἐν τοῖς διοικητικοῖς κύκλοις καὶ τὰ ὁποῖα εὐκταῖον εἶναι ἐπὶ τέλους νὰ λάβωσι μίαν λύσιν. Τὸ οἰκόπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται τὸ Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον, εἶναι εὐρύτατον, περίπου ἐκ 18,000 πήχεων ἀποτελούμενον, καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ δύναται ἀξιόλογα νὰ χρησιμεύσῃ εἰς οἰκοδομὴν δικαστικοῦ μεγάρου. Ὁ δῆμος, ἐκποιῶν τὸ οἰκόπεδον τοῦτο, ἔστω εἰς μετρίαν τιμὴν, δύναται τοὐλάχιστον νὰ λάβῃ περὶ τὸ ἑκατομμύριον, ποσὸν πλέον ἢ ἐπαρκὲς, ἵνα κτίσῃ Νοσοκομεῖον κατάλληλον μὲ τὰς σημερινὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐπιστήμης καὶ εἰς ἀπόκεντρον μέρος τῆς πόλεως, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, εἰς τὸ μέρος ὅπου ἱδρύθησαν ἤδη τὰ ἄλλα μεγάλα Νοσοκομεῖα, ὁ «Εὐαγγελισμὸς», τὸ Ἀρεταίειον Νοσοκομεῖον, τὸ Νοσοκομεῖον τῶν παίδων, τὸ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς εὐεργετικῆς καὶ φιλανθρώπου συζύγου τοῦ Διαδόχου, τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος Σοφίας. Ἐκ τοιούτου τινὸς συνδυασμοῦ πολλὰ συμφέροντα δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθῶσι καταλλήλως καὶ ἱκανοποιηθῶσι, τὸ συμφέρον τοῦ δήμου Ἀθηναίων, δυναμένου ν’ ἀποκτήσῃ Νοσοκομεῖον καταλληλότατον, ἄξιον τῆς πρωτευούσης, τὸ συμφέρον τοσούτων οἰκογενειῶν, ἀπαλλασσομένων μιᾶς νοσογόνου ἑστίας, μεταδιδούσης τὸν ἰὸν ὀλεθρίας νόσου εἰς πολυάνθρωπον καὶ πυκνὴν συνοικίαν, τὸ συμφέρον τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, διὰ τῆς συγκεντρώσεως εἰς ἓν μέρος τῶν διαφόρων κλινικῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πολὺ θὰ διευκολύνῃ τοὺς φοιτητὰς τῆς Ἰατρικῆς, καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀποκτᾷ γήπεδον καταλληλότατον εἰς πλήρωσιν μιᾶς παγκοίνως ἀνεγνωρισμένης ἀνάγκης, τῆς ἀνάγκης ἀνεγέρσεως δικαστηρίων. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σὺν ταῖς ἄλλαις αὐτῆς ἀσχολίαις καταγείνῃ καὶ εἰς τὴν μελέτην τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἡ λύσις ἡ ἐπιτυχὴς τῆς ὁποίας θὰ ἐπιδαψιλεύσῃ εἰς αὐτὴν διαρκεῖς τίτλους μεγάλης εὐγνωμοσύνης, διότι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ᾖναι μία λαμπρὰ ἐξυπηρέτησις λογικῶν καὶ νομίμων ἀξιώσεων τῶν ἰδιωτῶν καὶ τοῦ δήμου καὶ μία λογικὴ προστασία τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
§114Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὶν ἢ ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου, ἀνεμνήσθην ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν πρὸ 8 μηνῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὑπέθετον ὅτι μετὰ τὴν ὑπόμνησίν μου καὶ μετὰ τὴν ἀνακούφισιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἐπὶ 8 μῆνας, ἤθελεν εὐαρεστηθῆ νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν. Δὲν ἠνοχλήσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ νεωτέρων ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον εἰς τὰς παλαιὰς ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσῃ. Ἐὰν ἡ συζήτησις περὶ τῶν λατομείων τῆς Πεντέλης δὲν εἶχεν ἀπασχολήσει ἐπὶ τόσον χρόνον τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, βεβαίως ἡ πρὸ μικροῦ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν σύστασις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου συναδέλφου ἤθελε κατ’ ἀνάγκην φέρει συνέχειαν τῆς συζητήσεως, ὡς ἀῤῥήκτως συνδεδεμένης μὲ τὸ ζήτημα τῆς οἰκοδομῆς δικαστικοῦ μεγάρου. Δὲν θέλω τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ προκαλέσω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ 8 μῆνας σιγᾷ, ἀλλὰ βεβαίως, ἀφοῦ ἡ ὑπόμνησίς μου ἡ πρώτη δὲν ἤρκεσε νὰ ἐξυπνήσῃ αὐτὸν, εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ ὑπομνήσω ἐκ δευτέρου, διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ σιγῶν, εὑρίσκομαι εἰς πλέον δυσάρεστον ἀνάγκην, νὰ προκαλέσω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ λίαν κατεπεῖγον καὶ σχετιζόμενον μὲ τὴν πρὸ ὀλίγου γενομένην συζήτησιν. Ὁμολογουμένως οὐδὲν ἄλλο ἐλλείπει πρὸς πραγμάτωσιν τῆς σπουδαίας ταύτης ἐλλείψεως, εἰμὴ καλὴ θέλησις κυβερνητική.
§115ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ χρῆμα.
§116Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι! δὲν ἐλλείπει τὸ χρῆμα· διότι ὑπάρχουσι κεφαλαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι διὰ διαφόρων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν καὶ διὰ χρεωλυτικῆς ἀποσβέσεως προσφέρονται εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ διόλου τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή, θέλω πείσει καὶ τὸν ἐκ Ξηροχωρίου ἀξιότιμον συνάδελφόν μου, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρὸ 8 μηνῶν ὑποβληθεῖσαν ἐπερώτησίν μου, ἐπίσης καὶ οἱ λοιποὶ Ὑπουργοὶ εἰς ἄλλας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ταὐτοχρόνως ὀφείλει νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅσα ἔλαβον χώραν σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν βουλευτικῶν διακοπῶν.
§117Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν θὰ ἐζήτουν τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ θ’ ἀπετεινόμην ἰδίᾳ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἐπειδὴ ὅμως εἶναι τρία Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐνεργήσωσιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι ἐδῶ συλλήβδην νὰ ἀποτείνω τὴν σύστασίν μου. Παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν ζώνη πλάτους 400 μέτρων μένει ἀνέμητος. Ἡ ὁροθετικὴ γραμμή, ἀρχομένη ἀπὸ τῶν Τριῶν Πλατάνων μέχρι τοῦ σημείου, ὅπου τελευτᾷ ἡ Θεσσαλία, τοῦ Περιστερίου, ἔχει μῆκος περὶ τὰ 225 ἕως 230 χιλιόμετρα. Ἐὰν ὑπολογίσητε ὅτι 400 μόνον μέτρα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν βόσκονται...
§118ΤΣΑΜΑΔΟΣ. 300.
§119ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δυνάμει διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου εἶναι 800 μέτρα, ἀλλ’ ὑπάρχει ἄλλη τις διαταγή, ἡ ὁποία ὁρίζει αὐτὰ εἰς 400... ἡ ζώνη αὐτὴ ἀποτελεῖ ἔκτασιν 110,000 στρεμμάτων.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ζώνη ἔχουσα πλάτος 400 μέτρων;
§121ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Καὶ μῆκος 220,000 μέτρων.
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ τῶν Τριῶν Πλατάνων;
§123ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μέχρι τοῦ Περιστερίου, ὅση εἶναι ἡ ὁροθετικὴ γραμμὴ τῆς Ἑλλάδος. Λοιπὸν 110,000 στρέμματα μένουσιν ἀνέμητα, τὰ ποίμνια δὲν εἰσέρχονται εἰς αὐτὴν τὴν ἔκτασιν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἶχεν ἐκδώσει τὴν διαταγὴν αὐτήν, βραδύτερον, κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1892, ὅτε Ὑπουργὸς ἦτο ὁ ἐξ Ὕδρας ἀξιότιμος Βουλευτής, ἐξέδωκε διαταγήν, ἡ ὁποία ἔχει περίπου οὕτω. Ἀναγινώσκω μόνον τὸ σχετικὸν μέρος, ὄχι ὁλόκληρον (ἀναγινώσκει): «Ἐν τούτοις συμφέρει, ὡς ἐδηλώσαμεν Ὑμῖν καὶ ἄλλοτε, χάριν τῆς ἀσφαλείας αὐτῶν τῶν ποιμένων ἢ βουκόλων καὶ τῶν κτηνῶν αὐτῶν, νὰ μὴ ἄρωμεν ἐπισήμως τὸ κῦρος τῆς προηγουμένης διαταγῆς μας διὰ τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην περίπτωσιν, ἀλλὰ ὑπὸ πρόσχημα ἀνοχῆς τὸ Ἀρχεῖον νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν βόσκησιν τῶν κτηνῶν εἰς τοὺς δικαιουμένους πρὸς τοῦτο κατόχους κτημάτων ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς τούτου δικαιοδοσίας.» Ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ὁποία ἀνεγνώρισε τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, τὴν βλάβην, ἡ ὁποία ἐπήρχετο εἰς τὴν παραγωγὴν τὴν ἐθνικήν, ὁρίζει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη, ἀλλ’ ἐθεώρησεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρθῇ ἐπισήμως διὰ διαταγῆς σαφοῦς, ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ ἀρθῇ κατὰ τρόπον ἡμιεπίσημον, καὶ οὕτω δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ κανὲν ἀποτέλεσμα, μέχρι σήμερον δὲ ἐξακολουθεῖ ν’ ἀπαγορεύηται ἡ βόσκησις εἰς τὴν ἔκτασιν αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλου τινὸς προὐνόησεν ὁ Ὑπουργὸς τότε, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἀρχῶν νὰ μὴ συμβαίνωσιν ἔκτροπα ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν, οἵτινες φρουροῦσι τὴν γραμμήν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθησαν οὔτε ταῦτα νὰ περιορίσωσιν. Οὕτω μία ἔκτασις γῆς, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀποφέρῃ ἐτησίως εἰσόδημα 200,000 δραχμῶν, μένει ἄγονος. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως ἀρθῇ ἡ τοιαύτη ἀπαγόρευσις. Καὶ ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἠδύνατο εὐκόλως νὰ διατάξῃ τοῦτο, ἀλλὰ ὑπάρχει μία διάταξις Β. Διατάγματος τοῦ 1845, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἐπὶ τέταρτον ὥρας δὲν βόσκεται ἡ γραμμὴ ἕνεκα ὑγειονομικῶν λόγων. Τὸ τοιοῦτον Β. Διάταγμα πρέπει ἐπίσης νὰ ἑρμηνευθῇ, διότι δὲν στηρίζεται εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξουδετερώσῃ μίαν τοιαύτην περιουσίαν ἓν Β. Διάταγμα. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν—διότι ἤδη εἶναι τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ δικαστικοῦ τμήματος—καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄρωσι τὴν τοιαύτην ἀπαγόρευσιν τῆς νομῆς τῆς περιουσίας ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν.
§124Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πλεῖστοι φοιτηταὶ μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἐγχειρίσωσιν ἀναφοράν, δι’ ἧς παρακαλοῦσι νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ τὸ δικαίωμα, ἵνα δυνάμει τῶν διαπιστευτηρίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, τοῖς ἐπιτρέπηται ἡ εἴσοδος εἰς τὰ θεωρεῖα τῆς Βουλῆς. Παραπονοῦνται ὅτι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσεις μετὰ Βουλευτῶν, ὅπως τοῖς χορηγῶσι εἰσιτήριον, καὶ ὡς ἐκ τούτου στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ παρίστανται καὶ αὐτοὶ κἄποτε εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς.
§125Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουν ἀνάγκην. Νὰ καθίσουν νὰ μελετήσουν.
§126ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Γενομένης συζητήσεως ἄλλοτε περὶ τούτου, Κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀπῄτησε τὴν ἄδειαν διὰ τὴν εἴσοδον εἰς τὰ θεωρεῖα τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῷ σκοπῷ, ἵνα μὴ εἰσάγωνται ἄτακτα στοιχεῖα. Νομίζω ὅτι οἱ φοιτηταὶ δὲν ἀποτελοῦσι τοιοῦτόν τι ἄτακτον στοιχεῖον· ἔχουσι δὲ οἱ φοιτηταὶ διαπιστευτήρια, κατὰ τὸ σύστημα τὸ νέον ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπογεγραμμένα ὑπὸ τοῦ πρυτάνεως καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων, καὶ ἐν αὐτοῖς ἀποτυποῦται καὶ ἡ εἰκὼν αὐτῶν, ὥστε ἡ ταυτότης των ἀποδεικνύεται εὐκόλως. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ παράκλησίς των, καὶ τὴν συνιστῶ ἰδίως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἄνευ ἰδιαιτέρας ἀδείας, ἀλλὰ δυνάμει τῶν διαπιστευτηρίων των εἰσέρχωνται. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο, οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀτάκτων στοιχείων.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσῃ ὁ κ. Πρόεδρος.
§128ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις περὶ τούτου.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει πῶς πρέπει νὰ γίνηται.
§130ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸν μεταβάλητε τὸν Κανονισμόν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἓν θεωρεῖον προωρισμένον διὰ τοὺς πρώην Βουλευτὰς, ὡς πάντοτε, ἔχομεν δύο θεωρεῖα διὰ τοὺς δημοσιογράφους, ἔχομεν δύο θεωρεῖα διὰ τοὺς κ. ἀξιωματικοὺς, μένει δὲ καὶ ἓν θεωρεῖον διὰ τοὺς ἀνωτάτους ὑπαλλήλους καὶ διὰ τοὺς παρεπιδημοῦντας. Πλὴν τούτων δὲν ἔχομεν ἄλλο θεωρεῖον.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν ἐψηφίσθη ὁ Κανονισμὸς, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν, ἐνόουν ὅτι θὰ μείνῃ καὶ διὰ τὸ κοινὸν ἓν θεωρεῖον. Ἐγὼ δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν φοιτητῶν,—διότι οἱ φοιτηταὶ ἔχουσι περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ πάντα πολίτην Ἕλληνα,—ἀλλὰ συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ ἐκ τοῦ Συντάγματος δικαιώματος τοῦ παρίστασθαι ἕκαστον Ἕλληνα εἰς τὰς συνεδριάσεις, καὶ ὄχι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα. Ἐὰν ὑπάρχῃ παράπονόν τι, ὑπάρχει ὄχι διότι ἀποκλείονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐσύχναζον πρὶν εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ διότι ἀποκλείονται ἕνεκα τῆς διαταγῆς, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι κατ’ ἀνώτατον ὅρον 207 δύνανται νὰ εἰσέλθωσι, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ συνωστισμός.
§134ΡΑΛΛΗΣ. Τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει, ἀφοῦ μόνον 207 εἰσιτήρια χορηγοῦνται.
§136ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ὁρίζει ὅτι εἶναι 207, ὁρίζει ὅτι τὰ εἰσιτήρια δίδονται διὰ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ δὲν ἀποκλείει τὸ νὰ ὑπάρχῃ θεωρεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ εἰσέρχωνται ἄνευ εἰσιτηρίων. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Θεωρῶ δὲ, ὅτι εἶναι ἄντικρυς ἐναντία πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ, ἢ μᾶλλον παρερμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ· διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὴν τοιαύτην διάταξιν, ἐνόουν, ὅτι ἐκτὸς τῶν θεωρείων, τῶν ὁποίων τὰ τέσσαρα θὰ διατίθενται διὰ τῶν εἰσιτηρίων τῶν διδομένων παρὰ τῶν Βουλευτῶν, θὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλα θεωρεῖα, ἐν τοῖς ὁποίοις θὰ δύνανται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι βουλευτικὴν γνωριμίαν, νὰ εἰσέλθωσιν. Εἶναι δικαίωμα τοῦ πολίτου Ἕλληνος.
§137ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν παράκλησιν τῶν φοιτητῶν, νομίζω ὅτι δὲν ἐμποδίζει ποσῶς τοῦτο ὁ Κανονισμὸς, διότι «ἄνευ ἀδείας» λέγει ὁ Κανονισμός. Μία γενικὴ ἄδεια νὰ δοθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου διὰ τοὺς φοιτητὰς τοὺς ἔχοντας διαπιστευτήρια, ὥστε συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν οἱ φοιτηταὶ θὰ δύνανται νὰ εἰσέλθωσι δυνάμει τῶν διαπιστευτηρίων των.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ὑπῆρχε χῶρος, δὲν θὰ ὑπῆρχε δυσκολία.
§139ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχει; Πρότερον ὑπῆρχε; Δὲν ὑπάρχει, διότι ἠθελήσαμεν τὸν χῶρον αὐτὸν νὰ τὸν ὑπαγάγωμεν εἰς κανονισμοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ Σύνταγμα.
§140ΣΤΑΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσαμεν τὸ ἄρθρον 92 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἤθελε λάβει χώραν τὸ ἄτοπον τοῦτο, τουτέστι νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ εἴσοδος εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα καὶ τῇ ἀδείᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ, τακτικώτατα ἐρχόμενος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, οὐδέποτε εἶδον πλήρη τὰ θεωρεῖα, παρατηρήσατε δὲ καὶ τώρα, ἵνα ἴδητε, ὅτι εἶναι κενά· θὰ εἰσέλθωσι 50 ἕως 60. Πλέον τῶν ἑκατὸν εἶναι ἀδύνατον· διότι συνήθως δὲν εὑρίσκονται ἐν Ἀθήναις πλέον τῶν 150 Βουλευτῶν· τὰ ἄλλα 57 εἰσιτήρια τί γίνονται; Δὲν διατίθενται. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ποτὲ πλήρης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος εἶπε πρὸ μικροῦ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐφηρμόσθη ποτὲ ὡς πρὸς τοῦτο. Διότι τί λέγει τὸ ἄρθρον 92; Δὲν λέγει ὅτι τὰ εἰσιτήρια εἶναι 207, ἀλλὰ λέγει, ὅτι οἱ Βουλευταί, οἱ ἔχοντες ἄρτιον ἀριθμὸν ἐν τῷ καταλόγῳ, ἔχουσι δικαίωμα νὰ δώσωσιν εἰσιτήριον εἰσόδου κατὰ τὰς ἀρτίας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, οἱ δὲ ἔχοντες περιττὸν ἀριθμὸν, κατὰ τὰς περιττάς.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἐλάχιστος ὅρος.
§142ΣΤΑΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Σήμερον ἡ συνεδρίασις εἶναι, νομίζω, ἀρτία, 18η. Οἱ γεγραμμένοι ἐν τῷ καταλόγῳ Βουλευταὶ ὑπ’ ἀριθ. 2, 6, 8, 10 καὶ καθεξῆς, αὐτοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα σήμερον νὰ εἰσαγάγωσιν ἀνὰ ἕνα ἕκαστος ἀκροατὴν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, οἱ δὲ ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 1, 3, 5, 7, 9 κλπ. δὲν ἔχουσι σήμερον, ἀλλ’ αὔριον.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὁ ἐλάχιστος ὅρος.
§144ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ μέγιστος ὅρος.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς εἶναι ὁ μέγιστος;
§146ΣΤΑΗΣ. Ὅταν ἐψηφίζομεν τὴν διάταξιν ταύτην, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὰ πέντε θεωρεῖα θὰ εἰσήρχοντο διὰ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, εἰς τὰ λοιπὰ ὅμως ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Οὐδεὶς δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ, ὅτι δὲν θὰ ἐπετρέπετο, ἡ εἴσοδος εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα, ζητοῦντα τὴν ἄδειαν νὰ εἰσέλθῃ ἐν τοῖς κοινοῖς ἀκροατηρίοις. Ἀλλὰ ἠξεύρετε τί ἐκάμετε, κύριε Πρόεδρε; Οὐδὲν ἄλλο ἢ νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰ εἰσιτήρια! —καὶ σᾶς τὸ λέγω, ἂν καὶ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ τὸ εἴπω,—καὶ δὲν γνωρίζετε βεβαίως ὑμεῖς, ὅτι εἰσέρχονται εἰς τὴν Βουλὴν οἱ πληρώνοντες δύο δραχμὰς τὴν εἴσοδον! (διαμαρτυρίαι καὶ ἀπορίαι). Μὴ ἀπορεῖτε! Ἐγὼ γινώσκω ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐπλήρωσε διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν!
§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ τὸν ὀνομάσῃς.
§148ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο βεβαίως γίνεται ἐν ἀγνοίᾳ καὶ τοῦ κ. Προέδρου καὶ τοῦ Γραφείου καὶ ὅλης ἴσως τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἔλαβε χώραν, καὶ ἴσως ἐπαναληφθῇ (ψιθυρισμοί). Σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἔρχονται ἐκ τῶν περάτων τῆς Ἀνατολῆς, ἵνα ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ ἴδωσι λόγου χάριν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ν’ ἀκούσωσιν αὐτὸν ἀγορεύοντα, διότι δὲν ἔχουσι καμμίαν ἄλλην εὐκαιρίαν νὰ τὸν ἴδωσι καὶ νὰ τὸν ἀκούσωσιν ἀγορεύοντα. Εἶναι δίκαιον οἱ τοιοῦτοι νὰ πληρώσουν; Εἶναι δίκαιον, οἱ ὁμογενεῖς ἡμῶν, οἱ ἐν τῇ ξένῃ διαρκῶς κατοικοῦντες, καὶ παρεπιδημοῦντες, νὰ μὴ δικαιῶνται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν;
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς αὐτοὺς δίδονται εἰσιτήρια παρὰ τοῦ Προεδρείου.
§150ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, σᾶς ὁμιλῶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Γνωρίζω ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον πρὸ ἡμερῶν ἐκ Σμύρνης. Ἐγὼ ἐζήτησα δύο εἰσιτήρια ἐπὶ πλέον, ἀλλὰ, ἐννοεῖται, δὲν εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ζητήσω καὶ πλείονα, διότι δὲν ἐδικαιούμην εἰς περισσότερα τοῦ ἑνὸς εἰσιτηρίου, δὲν ἐπεθύμουν δὲ νὰ γείνω φορτικός.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐξήγησα, ὅτι ὑπάρχει ἓν θεωρεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε πάντοτε εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσέρχονται κατὰ προτίμησιν οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες. Αὐτὸ τὸ θεωρεῖον (δεικνύει τὸ ἄνωθεν τῆς δυτικῆς εἰσόδου τῆς αἰθούσης). Εἰς αὐτὸ τὸ θεωρεῖον ὅλοι οἱ παρεπιδημοῦντες, ὅσοι ζητήσωσιν, ἰδίως ἐκ τῆς ὑποδούλου Ἑλλάδος, εἰσέρχονται.
§152ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ὑμεῖς καὶ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ἐν τῷ δικαίῳ, ὑμεῖς μὲν, διότι ἐπιθυμεῖτε ὡς ἐκ τοῦ συνωστισμοῦ νὰ μὴ λαμβάνωσι χώραν ἀτοπήματα καὶ ἀτακτήματα ἐν τοῖς θεωρείοις, ἡμεῖς δὲ, διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ εἰσέρχωνται ὅσοι εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῶσιν ἐν τοῖς θεωρείοις· ἑπομένως ἠδύνατο νὰ γείνῃ τοῦτο: Εἶναι γνωστὸν πόσοι εἶναι δυνατὸν νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐντὸς τοῦ θεωρείου, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἦτο τὸ κοινὸν λεγόμενον· ὑπάλληλός τις τοῦ γραφείου ἢ ὁ κλητὴρ, ὁ ἐπὶ τῆς θύρας ἱστάμενος, νὰ ἀριθμῇ τοὺς εἰσερχομένους, καὶ εὐθὺς ὡς ἤθελε συμπληρωθῆ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀκροατῶν, οὓς δύναται νὰ περιλάβῃ τὸ θεωρεῖον, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ εἴσοδος ἄλλων ἀκροατῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον, ἐπιμένοντες εἰς διάταξιν, ἡ ὁποία πλὴν τῶν ἄλλων ἀτοπημάτων εἶναι καὶ ἀντισυνταγματική.
§153Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι θὰ διωρθοῦτο τοῦτο πολὺ καλὰ, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος διέθετε τὰ εἰσιτήρια τῶν ἀπουσιαζόντων Βουλευτῶν.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται τοῦτο· δίδονται μάλιστα εἰσιτήρια πρὸς τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς αὐτὴν τὴν πτέρυγα (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ὁσάκις ζητήσωσιν ἢ ὁσάκις ἦναι διαθέσιμα. Ποτὲ δὲν ἠρνήθημεν. Ἐγὼ αὐτὸς ἔδωκα τὰ ἰδικά μου.
§155ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω τὸ Προεδρεῖον ὡς πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα φορτικοί.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ φορτικότητος. Ὁσάκις ἐγὼ δὲν θέλω τὸ εἰσιτήριόν μου, τὸ διαθέτω ὑπὲρ συναδέλφου.
§157Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἂς μελετηθῇ τὸ ζήτημα τέλος πάντων.
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι, ἂν ὁ Κανονισμὸς δεῖται βελτιώσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν περὶ τῶν ἀκροατηρίων διάταξιν, εὔκολον εἶναι νὰ προταθῇ τροποποίησίς τις. Πάντες ἀδελφικῶς θέλομεν ἐξετάσει αὐτὴν, καὶ θέλομεν συναινέσει πάντες, ὥστε τὰ πράγματα νὰ γείνωσι τελειότερα καὶ βελτίω.
§159ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη τροποποιήσεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, διότι αὐτὸ δίδει πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως διαθέσῃ ἓν θεωρεῖον ὑπὲρ τῶν πολλῶν.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει.
§161ΡΑΛΛΗΣ. Ἀξιόλογα ὑπάρχει. Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῇ ἓν θεωρεῖον...
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν ὅσῳ ἔχομεν τὴν περίμετρον αὐτὴν, εἶναι δύσκολον.
§163ΡΑΛΛΗΣ. .. Ἄλλως εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προβάλωμεν μίαν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου.
§164ΜΑΝΕΣΗΣ. Συμβαίνει, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἓν ἄλλο. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς ἠναγκάσθην, παρακληθεὶς παρά τινος νέου συμπολίτου μου, νὰ δώσω ὁλόκληρον τὸ φυλλάδιον τῶν εἰσιτηρίων Λοιπὸν ἰδοὺ, ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δώσω εἰς κανένα ἄλλον, ἐὰν μοὶ ζητήσῃ.
§165ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔπαθον τὸ αὐτό.
§166ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγώ.
§167ΜΑΝΕΣΗΣ. Βλέπετε ὅτι δι’ αὐτὸ εἶναι κενὰ τὰ ἀκροατήρια. Ἔρχονται πολλοὶ καὶ μοῦ ζητοῦν ἀλλὰ τοῖς λέγω «ἐγὼ τὰ ἔδωκα».
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄς προτείνωμεν ἕνα ἄλλον τρόπον, διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§169ΜΑΝΕΣΗΣ (δεικνύων ἓν θεωρεῖον). Παρακαλῶ νὰ διαιρεθῇ αὐτὸ εἰς δύο.
§170Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πέντε θεωρεῖα εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν τοιαύτην διάταξιν. Ἀντὶ τῶν πέντε νὰ γείνουν τέσσαρα, τὸ ἓν δὲ νὰ μένῃ διαθέσιμον εἰς τὸ γραφεῖον. Εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τοὺς πρώτην φορὰν ἐρχομένους. Εἰς ποῖον νὰ ἀποταθῶσιν;
§171ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τῶν πέντε τὰ δύο νὰ διαιρεθῶσιν.
§172ΜΑΝΕΣΗΣ. Κανονίσατέ το.
§173Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄς τὸ κανονίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος.
§174Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἓν νὰ διαιρεθῇ, ἀρκεῖ.
§175ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τὰ δύο, καὶ τὰ δύο.
§176ΕΤΕΡΟΙ. Ἀρκετὰ πλέον.
§177ΣΤΑΗΣ. Συνεπείᾳ ἀναφορᾶς ὑποβληθείσης εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀναγνωσθείσης δὲ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, καὶ συνεπείᾳ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι τῶν κ. συναδέλφων ἔλαβον ἐκ Καρδίτσης, ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὰ παράπονά μου, διότι παράκλησιν θερμοτάτην, τὴν ὁποίαν διὰ μακρῶν εἶχον ἀναπτύξει κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 21 Μαρτίου 1896, κατὰ τὴν 45ην συνεδρίασιν τῆς ληξάσης συνόδου, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, καίτοι εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς ἐμὲ, ὅτι τάχιστα ἤθελε σπεύσει νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ προλάβῃ πᾶσαν ἐπικειμένην ζημίαν τῶν συμφερόντων τῆς κοινότητος χωρίου τινὸς τῆς Καρδίτσης. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τῆς παρελθούσης συνόδου, ἀναφέρουσι τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐποιησάμην παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως «νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἐπικειμένης ἐκποιήσεως κτημάτων τῆς ἐκκλησίας Παναγίας Φανερωμένης, κειμένης ἐν τῷ χωρίῳ τοῦ δήμου Καλλιφωνίου. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου θέματος ἔδωκε πληροφορίας ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.» Ταῦτα ἀναφέρουσι τὰ πρακτικά. Αἱ πληροφορίαι αὗται, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἦσαν ἡ διαβεβαίωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἤθελε σπεύσει νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν ἐξεπληρώθη ἡ ὑπόσχεσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, σήμερον δὲ, δυστυχῶς κατόπιν ἑορτῆς, ἔρχομαι ἵνα παραπονεθῶ, διότι τὰ κτήματα τῆς Παναγίας Φανερωμένης, περὶ ὧν ἐγὼ τότε ὡμίλησα, ἐπωλήθησαν, καὶ παρὰ τὴν γνώμην μάλιστα τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Εἰς τὸν δῆμον Καλλιφωνίου καὶ ἐν τῷ χωρίῳ Καλλιφωνίῳ ὑπάρχει ἐκκλησία, ἡ «Φανερωμένη», ἡ ὁποία εἶχε κτήματα ἐκτάσεως περίπου, ὡς γράφουσι πρός με ἐκεῖθεν, 1800 στρεμμάτων. Ἡ ἐκκλησία μετὰ τῆς περιοχῆς ταύτης εὑρίσκεται ἐντὸς κτήματος ἀνήκοντος εἴς τινα Κύριον ἐκ Καρδίτσης καὶ συνάδελφόν μας...
§178ΦΩΝΑΙ. Ποῖος εἶναι; ποῖος;
§179ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, ἀλλὰ περὶ τοῦ πράγματος... Οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ χωρίου ἐκείνου ἐζήτουν ἐπιμόνως νὰ ἐξαγοράσωσι τὰ 1800 στρέμματα, τὰ τῆς ἐκκλησίας, διότι δὲν πιστεύω νὰ ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαγοράσωσι καὶ τὸν ναὸν, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο ἄχρηστος εἰς αὐτοὺς, ὡς ἑτεροθρήσκους. Τὸ Ἐκκλησιαστικὸν ὅμως Συμβούλιον, ὅπως καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, δὲν ἐνέδωκαν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῶν Κυρίων ἐκείνων, καὶ ἀπέῤῥιψαν κατ’ ἐπανάληψιν τὰς ἐπιμόνους αὐτῶν αἰτήσεις. Ἐγένοντο ὅμως ἐκλογαί. Μετεβλήθησαν τὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, καὶ πάραυτα ἀντικατεστάθη τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον τοῦ ναοῦ τῆς Φανερωμένης, καὶ οὕτως ἀπεφασίσθη ἡ ἐκποίησις τῶν 1800 στρεμμάτων πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ χωρίου, τὸ ὁποῖον ἦτο τσιφλίκι του. Ταῦτα δ’ ἐγένοντο ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ἐπεμελεῖτο τὰ τῆς ἐξετάσεως περὶ διαθέσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ γαιῶν. Ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ διέτριβεν εἰς Θεσσαλίαν, ἵνα εὕρῃ κατάλληλον τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ διανεμηθῇ ἡ γῆ εἰς τοὺς εἵλωτας τῆς Θεσσαλικῆς γῆς, ταὐτοχρόνως ἐπωλοῦντο 1800 στρέμματα τῆς ἐκκλησίας, εἰς τὰ ὁποῖα κατῴκουν καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔζων 150 οἰκογένειαι. Ἐπωλοῦντο δὲ σκανδαλωδῶς πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶχε δίκαιον, ἐπιθυμῶν νὰ ἦναι τὸ κτῆμά του ἓν ὅλον συνεχὲς καὶ νὰ μὴ ἐνοχλῆται παρὰ τῶν 150 οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι διέμενον ἐντὸς τῶν κτημάτων τῆς Ἐκκλησίας.
§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπωλεῖτο δυνάμει τίνος νόμου καὶ ὑπὸ τίνων;
§181ΣΤΑΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Ἐζητήθη ἄλλοτε ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον νὰ πωλήσῃ τὴν ἔκτασιν ταύτην, καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπεφήνατο, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον δὲν ἔχουσι δικαίωμα τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐκποιήσωσι τὴν περιουσίαν τῆς Μονῆς. Ἐν τούτοις βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐξεποιήθη ἀντὶ 10,000 δραχμῶν, ἐνῷ αὐτοὶ οὗτοι οἱ κάτοικοι, αἱ 150 οἰκογένειαι, αἱ κατοικοῦσαι ἐν τῷ χωρίῳ Καλλιφωνίῳ, προσέφερον, ὡς γράφουσιν ἐκεῖθεν, 30,000 δραχμὰς, ἵνα ἐξαγοράσωσι τὰ αὐτὰ κτήματα καὶ γείνωσι κύριοι τῆς γῆς. Ἐν τούτοις ἡ ἐκποίησις ἔλαβε χώραν, ἀφοῦ προηγουμένως οἱ χωρικοὶ εἶχον ὑποστῆ διάφορα βάσανα, ὡς ἐκεῖθεν πάντοτε γράφουσι,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐκ Καρδίτσης ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἂν ταῦτα ἦναι ἀληθῆ ἢ ὄχι. Τώρα μάλιστα, ὅταν βλέπω τὸν κ. Βελλίνην κατανεύοντα, ἐνθυμοῦμαι ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἶχε λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου...
§182ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Θὰ σᾶς διαδεχθῶ, κύριε συνάδελφε.
§183ΣΤΑΗΣ. .. Ἀλλὰ τὰ βάσανα τῶν χωρικῶν δὲν περιωρίσθησαν, μᾶλλον δ’ ἐπεξετάθησαν. Τὸ τηλεγράφημα τὸ χθεσινὸν ἀναφέρει, ὅτι ὁ δήμαρχος Μερμέρης κατεδαφίζει τὰς οἰκίας τῆς ἐκκλησίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀνεγείρει τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον, τὸ πρώην. Εἶχε δὲ δαπανήσει τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο περὶ τὰς 4,000 δραχ. πρὸς ἀνέγερσιν τῶν οἰκιῶν αὐτῶν, ἵνα ἐν αὐταῖς διαμένωσιν οἱ κολλίγοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκαλλιέργουν τὰ κτήματα τῆς ἐκκλησίας καὶ τοὺς ὁποίους ὁ ἰδιοκτήτης εἶχεν ἐκδιώξει, διότι ἀντέπραττον κατὰ τῆς πωλήσεως τῶν 1800 στρεμμάτων. Σήμερον μανθάνομεν, ὅτι κατεδαφίσθησαν αἱ οἰκίαι, καὶ διηρπάγη ἡ ξυλεία. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῆς τελευταίας ταύτης τοὐλάχιστον παρανόμου πράξεως νὰ λάβῃ μέτρα, ἀφοῦ δὲν προὐνόησεν ἐγκαίρως διὰ τὴν περιουσίαν τοῦ ναοῦ καὶ τὴν προστασίαν τῶν πτωχῶν Θεσσαλῶν ἀγροτῶν.
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ Διοίκησις προὐνόησεν ἢ δὲν προὐνόησεν· ἑπομένως θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ὑποταχθῶ εἰς τὴν μομφήν σας. Ἀλλὰ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διαχειριζόμενος τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν καὶ ἰδίως τὰ ἐθνικὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα πωλοῦνται κατὰ τὸν νόμον, τί εἶναι αὐτὰ τὰ πωληθέντα στρέμματα, καὶ ἀπὸ ποῖον ἐπωλήθησαν;
§185ΚΙΜ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ὄντως ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου Καλλιφωνίου ὑπάρχει ἐκκλησία Φανερωμένη, ἔχουσα διαφόρους ἀγρούς. Ἠγέρθη δὲ ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ κτήματος περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἀγρῶν τούτων. Ἐπῆλθε ῥῆξις καὶ ἐζητήθη τότε ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἡ διοικητικὴ λύτις τοῦ ζητήματος. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀπεφήνατο, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι καθαρῶς δικαστική. Δὲν γνωρίζω ὅμως, τί ἐπηκολούθησε κατόπιν, καὶ ἐνῷ αἱ δίκαι ἐξηκολούθουν, τὸ Ὑπουργεῖον προὐκάλεσε νέαν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τοῦτο δὲ ἀπεφήνατο ἀντιθέτως πρὸς τὴν πρώτην γνώμην του, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν — καὶ διὰ τοῦτο, νομίζω, ἐβράδυνεν ἡ ἀπάντησις, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, — διέταξε τὸν νομάρχην νὰ συνεννοηθῇ, ὅπως δοθῇ συμβιβαστικὴ λύσις. Τὸ νέον Συμβούλιον τῆς ἐκκλησίας ἀπεδέξατο τὴν συμβιβαστικὴν λύσιν, καὶ διώρισε δύο πραγματογνώμονας, ἐπίσης δὲ διώρισε καὶ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ χωρίου πραγματογνώμονας, καὶ οὗτοι ἐξετίμησαν τὴν ἔκτασιν αὐτὴν εἰς 12,000 δραχμὰς, οὕτω δὲ ὁ συμβιβασμὸς ἐπερατώθη, καὶ αἱ γαῖαι περιῆλθον εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ἰδιοκτήτου, Ὁμολογουμένως ἡ ὑπόθεσις μᾶς ἐφάνη οὐχὶ τόσον τακτικῶς διεξαχθεῖσα. Διὰ τοῦτο παρέστημεν ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸν παρεκαλέσαμεν νὰ παραπέμψῃ πάλιν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη τοῦτο, οὕτω δὲ, ἐὰν ὁ συμβιβασμὸς δὲν κριθῇ νόμιμος, τὰ κτήματα θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν κυριότητα τῆς ἐκκλησίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τοῦτο ἐχρησίμευσεν ὡς κακὸν προηγούμενον, καὶ ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται σήμερον τείνουσι νὰ καταλάβουν τοὺς ἀγροὺς τῶν ναῶν, καὶ ἄπειρα τηλεγραφήματα ἔχομεν καὶ ἡμεῖς καθ’ ἑκάστην ὁμοίας φύσεως. Εἶχον μάλιστα παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ, ὅπως ἐκλεχθῇ ἄλλη ἐπιτροπὴ ἀνωτέρα, ἡ ὁποία νὰ ἐπιβλέπῃ ἐπὶ τῆς περιουσίας τῶν ἐκκλησιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυναν οἱ κάτοικοι Καλλιφωνίου, παραπονούμενοι κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ δημάρχου, ἀφορᾷ κυρίως τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ οὐχὶ παράνομον ἐνέργειαν τοῦ δημάρχου, καθόσον αὕτη εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἐπελθοῦσαν συμβιβαστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ ληφθῇ πρόνοια Κυβερνητικὴ περὶ τούτου.
§186ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν Τουρκίᾳ ἀνέκαθεν πάντα τὰ ἀφιερώματα, συνιστώμενα εἴτε εἰς χρήματα εἴτε εἰς κτήματα, ἐθεωροῦντο πάντοτε ἱερὰ καὶ ἀναπαλλοτρίωτα. Πολλοὶ μάλιστα κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τῆς δουλείας, θέλοντες νὰ διασώσωσι τὴν ἰδίαν των περιουσίαν ἀπέναντι ἐπιθέσεων τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας, προσέτρεχον εἰς τὴν ἀφιέρωσιν τοῦ κτήματός των εἰς ἓν ἱερὸν ἵδρυμα, καὶ διετήρουν τὴν ἰσόβιον ἐπικαρπίαν, οὕτω δὲ τὸ κτῆμα αὐτῶν ἔμενεν ἀναπαλλοτρίωτον, ὁ δὲ κατακτητὴς ἐσεβάσθη αὐτὴν τὴν ἀφιέρωσιν καὶ τὸ ἀναπαλλοτρίωτον καὶ ὡς πρὸς τοὺς χριστιανοὺς, καὶ ὡς πρὸς τοὺς Ὀθωμανούς. Ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἡ νέα κατάστασις τῶν πραγμάτων, καὶ ὅλη ἡ περιουσία αὕτη ἡ ἐκκλησιαστική, ἡ ὄντως ἐθνική, νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν διαρπαγὴν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, διὰ δύο λόγους. Διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν οὐδεὶς προὐνόησε περὶ αὐτῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ Διοίκησις, διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, ἔκλεισε συνήθως τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τῆς τοιαύτης αὐθαιρεσίας. Δὲν συμβαίνει τοῦτο πρώτην φοράν. Πολλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος συμβαίνει, ὥστε Συμβούλια Μονῶν νὰ ἐξαπατῶσι τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, καὶ νὰ λαμβάνωσιν ἄδειαν, ὅπως ἐκποιήσωσι κτήματα, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν ἐκποιήσεων δὲν διαπράττεται ἄλλο τι, εἰμὴ ἡ βεβήλωσις τῆς ἐκκλησίας καὶ τῶν Μονῶν, καὶ διαρπαγὴ περιουσίας, ἣν ὁ κατακτητὴς ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας ἐσεβάσθη. Πρέπει ἡ περιουσία αὕτη νὰ κηρυχθῇ ἐν Ἑλλάδι ἀναπαλλοτρίωτος διὰ νόμου, καὶ ἀφοῦ ληφθῇ ῥιζικωτέρα τις πρόνοια περὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ προορισμοῦ τῆς περιουσίας αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας, ἥτις ἔχει μέγαν προορισμὸν νὰ ἐκπληρώσῃ, ἀλλ’ ἤδη δὲν δύναται νὰ συντρέξῃ οὔτε εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτοῦ, οὔτε εἰς τὴν ἀναῤῥίπισιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὴν κοινωνίαν ὁλονὲν παραλύουσαν, καὶ βλέπομεν ἀνατρεπτικὰς ἀρχὰς κατακτώσας ἔδαφος ἐν Ἑλλάδι. Πρέπει νὰ παράσχωμεν τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐκκλησίαν τὰ μέσα, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ὁλονὲν διαρπαζομένην ταύτην περιουσίαν, καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Βόλου, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διὰ νόμου νὰ κηρυχθῇ τὸ ἀναπαλλοτρίωτον αὐτῆς καὶ κατὰ τῶν πολιτῶν καὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Δημόσιον δυστυχῶς ἔδωκεν ἤδη τὸ κακὸν παράδειγμα τελευταίως διὰ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως λόγῳ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως.
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐκποίησις τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων ἢ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς πληρωμὴν εἰσφορῶν ἢ ἄλλων παροχῶν πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπηγορεύθη διὰ νόμου. Κατὰ τὸ 1895 ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν διάταξιν.
§188ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπον διὰ τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον.
§189ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει ἓν ζήτημα ἐκκρεμές. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλ’ ἕνεκα λόγων ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις. Εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ. Νομίζω ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες ἠγείραμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ τὸ διεξαγάγωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ ἀντίῤῥησίν τινα, καὶ συγκατανεύῃ καὶ ἡ Βουλή, προτείνω ὅπως συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο τὴν προσεχῆ Τετάρτην.
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἐποιησάμην πρὸς τὴν Βουλὴν ὡρισμένας ἀνακοινώσεις, θέλει ὅμως αὕτη μοὶ ἐπιτρέψει νὰ μὴ προβῶ εἰς οὐδεμίαν νεωτέραν ἀνακοίνωσιν. Τὴν αἴτησιν ταύτην δύναμαι θαῤῥούντως νὰ προβάλω, βεβαιῶν τὴν Βουλήν, ὅτι φρονῶ ὅτι περαιτέρω ἀνακοίνωσις εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἐπιζήμιος. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία, ἀλλ’ ἐγὼ δηλῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἄλλην ἀνακοίνωσιν θέλω κάμει.
§191ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀρθότερον μοὶ φαίνεται νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν τυχὸν διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου της εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις· διότι, ἐὰν εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἔλεγχος ἐπὶ πράξεως μὴ τετελεσμένης.
§192ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ συζήτησις βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ διαπραχθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἡ συζήτησις ὅμως περὶ τοῦ παρελθόντος δύναται νὰ ᾖ πλήρης καὶ ἀκεραία. Ἐφθάσαμεν εἰς σταθμόν τινα ὡρισμένον, ὁ ὁποῖος μᾶς παρέχει ἀρκετὰ διδόμενα καὶ βάσεις, ὅπως κρίνωμεν τὸ παρελθὸν, καὶ ὄχι μόνον νομίζω ὅτι δικαιούμεθα, ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ὕψιστον καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ παρελθόντος. Δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ ζητήματος ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων καὶ σημαντικωτέρων διὰ τὴν Ἑλλάδα. Πρόκειται περὶ ζητήματος, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέονται καὶ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα, δύναμαι νὰ εἴπω, ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀπέναντι τοιούτου ζητήματος, περιελθόντος εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν περιῆλθε, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ μὴ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της. Τοῦτο κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ θίξῃ τὸ μέλλον. Τὸ μέλλον ἴσως θὰ τὸ ἐξετάσωμεν ἀργότερον, ὅταν καὶ τοῦτο ἀποβῇ παρελθόν. Ποίαν γνώμην θὰ ἔχῃ ἕκαστος ἡμῶν, τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ εἴπωμεν σήμερον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καθῆκον ἐπιβάλλεται νὰ ἐξετάσωμεν τὰ γενόμενα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀντιλαμβάνομαι τῶν πραγμάτων τοσοῦτον σαφῶς, ὅσον ἴσως ἀντιλαμβάνεται αὐτῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ἑπομένως δὲν ἐννοῶ πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὑποθέτει, ὅτι ἡ ἐξέτασις καὶ ἑπομένως ἡ ἐπίκρισις τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἀνεκοίνωσε γνώμην πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν κατεχόντων Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, πῶς ἡ ἐξέτασις, λέγω, καὶ ἡ ἐπίκρισις αὕτη δὲν ἐπηρεάζει τὰς διαπραγματεύσεις. Αὐτὸ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω. Φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσέφερεν εἰς τοὺς δανειστὰς ποσοστόν τι. Ἡ ἐπίκρισις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι προσέφερε ποσὸν ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προσφέρῃ, πῶς δὲν ἐπηρεάζει τὰς περαιτέρω διαπραγματεύσεις; Ἡ ἐπίκρισις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἠρνήθη νὰ παράσχῃ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας οἱ δανεισταὶ ἐζήτησαν, πῶς δὲν ἐπηρεάζει τὰς μελλούσας διαπραγματεύσεις; Ταῦτα δὲν ἐννοῶ. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι αἱ τοιαῦται ἐπικρίσεις θέλουσι γενῆ ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἑπομένως, εἴτε ἐπηρεάζουσιν, εἴτε δὲν ἐπηρεάζουσιν αἱ τοιαῦται ἐπικρίσεις, θέλουσι γενῆ ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡμεῖς ὅμως οὐδὲν θέλομεν λάβει μέρος.
§194ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι δικαίωμα καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παντὸς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου νὰ λαμβάνῃ ἢ νὰ μὴ λαμβάνῃ μέρος εἰς συζήτησίν τινα.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως· ἀλλὰ ἐπὶ τῆς συζητήσεως ταύτης θέλω προκαλέσει τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου.
§196ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἐλεύθερος πᾶς τις νὰ προκαλέσῃ οἱανδήποτε ψῆφον καὶ οἱανδήποτε ἀπόφασιν, καὶ νὰ ἐκφράζῃ οἱανδήποτε γνώμην, ἀλλὰ τὸ νὰ ἐπικρίνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς τυχὸν ἠθέλομεν ἐκφέρει, πρὶν ἐκφέρωμεν αὐτὰς, τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι δὲν γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἡμεῖς θὰ ὑποβάλωμεν πρότασίν τινα οἱανδήποτε, καὶ διατὶ θὰ τὴν ὑποβάλωμεν, δὲν γνωρίζει δὲ καὶ εἰς τίνα συμπεράσματα θὰ καταλήξωμεν.
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐπενέβην παντάπασιν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐνασκήσητε· ἐγὼ μόνον ἐκανόνισα τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ εἶπον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θέλει τηρήσει τὴν θέσιν ταύτην. Καὶ τὴν θέσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν λέγομεν ὅτι θέλομεν τηρήσει ὡς Ὑπουργοί, ἐτηρήσαμεν καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητοῦντο ἐν τῇ Βουλῇ αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ διεξαχθεῖσαι ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἐὰν δὲ ἐλάβομεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην καὶ ἐπεκρίναμεν τὴν τότε Κυβέρνησιν, δὲν ἐπεκρίναμεν αὐτὴν, διότι προσέφερε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ποσὸν, ἐπεκρίναμεν ἄλλο τι, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ ζημιωθῇ ἡ ὑπόθεσις. Ἐπειδὴ δὲ ἤδη ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι περατωμένη καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε ποῦ εὑρίσκεται, διὰ τοῦτο εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, τίνα θέσιν ἀπέναντι τῆς συζητήσεως ταύτης θέλομεν ἀκολουθήσει.
§198Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπροτάθη νὰ καθορισθῇ ἡ προσεχὴς Τετάρτη πρὸς τὴν συζήτησιν ταύτην.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§200Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις; Καὶ ἐγὼ εἶμαι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δύναμαι νὰ δράσω, καὶ ἔχω τὰς γνώμας μου. Εἶπον ὅτι εἶναι κανονισμένον εἰς πᾶν Κοινοβούλιον, ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι «δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ὅτι, ἂν ἐπιμένητε, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ συζητήσητε, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ λάβω μέρος, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἀναβάλητε τοιαύτην συζήτησιν», τί θέλετε περισσότερον νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις; Ἐζήτησα δὲ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναβολὴν, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης ἐνδέχεται νὰ παραβλαφθῶσι σπουδαιότατα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον ζητοῦσιν οἱ κ. προλαλήσαντες Βουλευταὶ νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἥτις ἀκόμη δὲν ἐτελείωσεν. Εἰς τί θὰ ὠφελήσῃ ἡ συζήτησις αὕτη;
§201ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ξηροχωρίου συνάδελφος εἶναι ὀλίγον ἀποκλειστικὸς εἰς τὰς γνώμας του. Ἐὰν ἔπρεπε νὰ ὑπακούῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς πάσας τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, τότε οὐδεὶς ἄλλος ἠδύνατο νὰ ἐκφράζῃ γνώμην ἐνταῦθα. Διὰ τοῦτο δὲν συμφωνῶ μετὰ τῆς γνώμης αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἢ ἄλλου τινός. Πᾶς Βουλευτὴς δύναται νὰ ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας του· λέγω δὲ τοῦτο, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐμνημόνευσεν ὅτι οἱ κ. Βουλευταὶ θέλουσιν ἀναπτύξει τὰς γνώμας των ἐξ ὀνόματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δύνανται ν’ ἀναπτύξωσι τὰς γνώμας των, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον θ’ ἀναπτύξωσιν αὐτὰς, ἐπιφυλάσσομαι νὰ κρίνω κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν γνωμῶν τούτων νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως. Λέγω ὅμως εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναμνησθεὶς τῆς γνώμης, ἣν εἶχεν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅτι ἡμεῖς διεφωνήσαμεν, διότι ἐθεωροῦμεν, μετὰ τὰς δηλώσεις τὰς γενομένας ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅτι εἶχεν ἐπέλθει διακοπὴ ὁριστικὴ τῶν διαπραγματεύσεων. Ὑπῆρξεν ἓν στάδιον, καθ’ ὃ ἐσταμάτησαν αἱ διαπραγματεύσεις, καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ἐθεώρησεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι εἴχομεν καθῆκον πρὸς τὸν τόπον, πρὸς τὴν Βουλὴν, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων. Ἤδη ἡ θέσις μεταβάλλεται ἐντελῶς, μετὰ τὴν γενομένην πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δήλωσιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔμεινεν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν δηλώσεων τῶν γενομένων κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, βεβαίως θὰ ἦτο ὅλως διόλου διάφορος ἡ θέσις, ἀλλ’ ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κάμνουσι νὰ ὑποθέτῃ τις, ὅτι ἤρξαντο πάλιν αἱ διαπραγματεύσεις. Δὲν γνωρίζω ὑπὸ τίνα τρόπον θὰ προέλθωσιν εἰς τὴν συζήτησιν οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἄρτης καὶ Παρνασσίδος Βουλευταὶ, ἐντεῦθεν δ’ ἐπιφυλάσσομαι, ἀφοῦ ἀκούσω αὐτῶν, νὰ κρίνω, ἂν ὀφείλω νὰ λάβω μέρος ἢ ὄχι εἰς αὐτήν.
§202ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω καθῆκόν μου νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καθὼς καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐδήλωσεν εἰς αὐτὴν, ὅτι θεωρεῖ τὰς διαπραγματεύσεις διακεκομμένας· τοὐναντίον οὔτε ἔγγραφα κατέθηκεν, οὔτε ἀνεκήρυξε τὰς διαπραγματεύσεις διακεκομμένας. Ἀληθὲς μόνον εἶναι, ὅτι τότε ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ ἄλλων προεκλήθη συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ συμβιβασμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχε καὶ ὁ νῦν ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις περιωρίσθη εἰς τινας παρατηρήσεις, ἀφορώσας ἰδίως εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διεξαγάγῃ τὰς περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις ὁ κηρύξας τὴν πτώχευσιν ἀείμνηστος Πρωθυπουργὸς, καὶ ἀκόμη εἴς τινας παρατηρήσεις, ἀφορώσας εἰς ἰσχυρισμοὺς τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος εἶναι ἡ προκαλέσασα τὴν πτώχευσιν. Διεξήχθη δὲ τότε συζήτησις μακρὰ, χωρὶς νὰ μετάσχῃ εἰς αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Ἀνεξαρτήτως τούτων, εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω, διότι ἕκαστος ἐκ τῶν λαλούντων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ λαλεῖ ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην καὶ δι’ ἴδιον λογαριασμόν. Εἶναι ἐλεύθερος ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς νὰ μετάσχῃ τῶν συζητήσεων ἢ ὄχι, νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ὁμολογίαν ἢ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐκ τῶν προτέρων δηλώσῃ τὴν γνώμην του, ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ συζήτησις. Διότι καὶ ἡμεῖς, προκαλοῦντες τὴν συζήτησιν ταύτην, νομίζομεν, ὅτι ἡ περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ διαπραγμάτευσις ἐσταμάτησεν εἰς σημεῖον, ἐπιτρέπον εἰς ἡμᾶς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πραχθέντων. Ἄλλως τε φρονοῦμεν, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε στάσις μας ἀπέναντι τῶν διεξαχθεισῶν ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως διαπραγματεύσεων καὶ συνεννοήσεων μετὰ τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους, ἔπεισε πάντας τοὺς θέλοντας νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ἔχομεν πλήρη τὴν συνείδησιν τοῦ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους κήδους καὶ καθήκοντος.
§203ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι μόνον ἐγένετο ἡ συζήτησις ἄνευ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων πρὸ δύο ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις δὲν ἦσαν διακεκομμέναι. Ἀλλὰ καὶ σήμερον ἀκόμη, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τεῦχος τὸ ἀφορῶν τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ, καὶ ὅτε ὡμίλησεν, εἰσηγούμενος τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡμίλησεν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις δὲν διεκόπησαν. Ὡς δικαιολογίαν μάλιστα τῆς μὴ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων ἔφερεν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἐξακολουθοῦσιν. Ἑπομένως δὲν εἶναι νέον τι τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἡ ἐκκρεμότης τῶν διαπραγματεύσεων ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι σήμερον, καὶ ἡ σημερινὴ δὲ θέσις αὐτῶν ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς ἀκριβῶς τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν καὶ μελετήσωμεν τὸ παρελθόν. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς ἡμᾶς εἶδος ἀπειλῆς. Δὲν νομίζω δ’ ἐπίσης, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, ἐκτελοῦντας καθῆκον βουλευτικὸν, μετὰ τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας ἐπὶ τριετίαν ἔλαβε τὸ ζήτημα τοῦτο, μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους, ἀφ’ ὅτου ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, καὶ μεθ’ ὅσα ἐγένοντο, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους νὰ μὴ θίξωσι τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ ἕνα ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον. Βεβαίως ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκφέρῃ οἱανδήποτε γνώμην θέλει, ἡμεῖς δὲ, οἱ ὁποῖοι ἐφέραμεν τὸ ζήτημα, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ βλάψῃ ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν θὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν θὰ βλάψῃ, εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν συζήτησιν, καὶ ἀνέγραψεν αὐτὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἀπεφάσισεν, ὅπως χωρισθῇ ἑτέρου ζητήματος, συζητηθέντος ἤδη, καὶ ἀποτελέσῃ θέμα ἰδιαιτέρας συζητήσεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐὰν ὑπάρχῃ γνώμη τις τῆς Κυβερνήσεως ἄλλη νέα, ἡ ὁποία νὰ πείσῃ ἡμᾶς νὰ μὴ συζητήσωμεν, ἔπρεπε νὰ γείνῃ τοῦτο γνωστόν, ὅπως καὶ ἡμεῖς λάβωμεν αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν.
§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τινὰ νὰ ἀγορεύσῃ, δὲν ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ αἰτήσωνται τὴν συζήτησιν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπόδισε τὴν ἐπερώτησιν, ἐὰν αὕτη ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ Βουλὴ θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ συζήτησις. Ἡ συζήτησις βεβαίως θέλει γείνῃ, ἐὰν θέλετε νὰ προβῆτε εἰς αὐτήν, ἀλλὰ θέλει γείνῃ ὑπὸ ἰδίαν ὑμῶν εὐθύνην, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι τὰ λεχθέντα ὑφ’ ὑμῶν, τότε θέλει κληθῆ νὰ ἐκφέρῃ ἐπ’ αὐτῶν τὴν γνώμην αὐτῆς.
§205Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον καὶ ἂν θέλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ συγκαλύψῃ τοὺς λόγους του, καθαρῶς ἐνόησε νὰ ῥίψῃ πᾶσαν εὐθύνην ἐπὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαίως ἐννοεῖ ὅτι ὑφίσταται ἀκόμη ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ, ὄχι ὅπως πάντοτε βεβαίως θὰ ὑφίσταται ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἕως οὗ λυθῇ καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν λυθῇ, ἀλλὰ ὑπό τινα διαπραγμάτευσιν, ἔστω καὶ ἀσθενῆ καί, οὕτως εἰπεῖν, ἡμιεπίσημον, καὶ ἑπομένως ὅτι δύναται νὰ βλάψῃ αὐτὸν ἡ συζήτησις. Οὕτω ῥίπτεται προφανῶς εὐθύνη εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι, ἐὰν ἐπιληφθεῖσα τῆς συζητήσεως ταύτης δὲν διεξαγάγῃ αὐτὴν κατὰ τρόπον σύμφωνον πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θέλει βλάψει εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἢ εἰς τὴν διεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐννοεῖ νὰ δώσῃ. Ἡ ἔποψις αὕτη εἶναι λίαν σοβαρά, καὶ εἶναι σοβαρά, διότι ἀφ’ ἑτέρου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην νὰ μὴ συζητήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ζήτημα. Ἑπομένως αἱ εὐθύναι ὑφίστανται ἑκατέρωθεν, τῆς μὲν Συμπολιτεύσεως διότι δὲν θέλει τὸ παράπαν νὰ συζητήσῃ καὶ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῶν ἐναντίον τῶν γνωμῶν τοῦ Πρωθυπουργοῦ λεγομένων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως καὶ ἐκφέρῃ τοιαύτας κρίσεις, ἐξ ὧν δύνανται πιθανῶς νὰ βλαφθῶσιν αἱ διεξαγόμεναι διαπραγματεύσεις. Ἐγὼ ἀμφοτέρας τὰς ἐπόψεις εὑρίσκω ὀρθὰς, καὶ νομίζω ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐκεῖνοι δύνανται νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς συζητήσεως, ὅσοι νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ διεξαγάγωσιν αὐτὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δώσωσιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι δι’ ὅσων εἶπον ἔβλαψαν τὰς διαπραγματεύσεις. Ἂν ἑπομένως ἤθελον κρίνει καὶ ἐγὼ, ὅτι πρέπει νὰ λάβω τὸν λόγον, θὰ τὸν λάβω μετὰ τῆς προθέσεως οὐχὶ νὰ δυσχεράνω τὴν ἐκκρεμῆ ὑπόθεσιν, ἀλλὰ μετὰ τῆς προθέσεως νὰ διαφωτίσω καὶ ὑποβοηθήσω τὴν καλλιτέραν λύσιν, χωρὶς νὰ βλάψω. Ἑπομένως ἕκαστος, μετέχων τῆς συζητήσεως, ὀφείλει καὶ ἐννοεῖ νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόησεν, ὅπως καὶ αὐτὸς φέρει τὴν εὐθύνην, μὴ μετέχων τῆς συζητήσεως, μηδ’ ἀφήνων τὴν πλειονοψηφίαν νὰ συμμετάσχῃ αὐτῆς.
§206ΣΤΑΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ἀσέβεια πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐπελαμβάνετο τῆς συζητήσεως τῶν «διαπραγματεύσεων περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ», μετὰ τὴν κατάθεσιν μάλιστα ἐγγράφων τόσων παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφρόνει, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν ἔπρεπε νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Ἀτόπως δὲ, κατ’ ἐμὲ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε πρὸ μικροῦ νὰ ὑποδείξῃ τὰ σημεῖα, περὶ τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ συζητήσῃ. Καὶ πῶς θὰ συζητήσητε, ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περὶ ἐγγυήσεων; ἵνα ὑπερθεματίσητε ἐπ’ αὐτῶν; πῶς θὰ συζητήσητε περὶ ποσοστῶν; ἵνα ὑπερθεματίσητε εἰς ταῦτα; Ἠθέλησε τουτέστιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἔδαφος πρὸς συζήτησιν, εἰμὴ μόνον τὸ τῶν ἐγγυήσεων καὶ τὸ τῶν ποσοστῶν. Δὲν εἶναι βεβαίως τοῦ παρόντος νὰ καταδείξῃ τις πόσα ζητήματα ὑπάρχουσι, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συζητηθῶσι τῇ βοηθείᾳ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, χωρὶς νὰ παραβλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἐπιτυχὴς ἔκβασις τῶν διαπραγματεύσεων, τὰς ὁποίας ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι διεξάγει νῦν. Παρεξήγησεν ὁ ἐκ Ξηροχωρίου κ. συνάδελφος τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος δὲν ἐνόει ὅτι δύναται νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸν λόγον εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας. Ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπηνώρθωσε τὰ μὴ ὀρθῶς λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον· ἔχει καθῆκον δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγξῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἤδη γεγενημένων. Ὑπάρχει στάδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ, τὸ στάδιον, καθ’ ὃ εἶχον ἀποτύχει αἱ πρῶται προσπάθειαι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς συμβιβασμὸν, τοῦτο δὲ πάντες ἀνομολογοῦσι. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ μὴ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν γεγονότων τούτων; Ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας, ἵνα διαφωτισθῇ οὐ μόνον ἡ κοινὴ γνώμη, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὡς πρὸς τὴν μέλλουσαν ἐνέργειαν αὐτῆς.
§207ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἂν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1894 εἶχον κατατεθῆ ἔγγραφα, ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἠρνήθη νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀλλὰ καὶ ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πρῶτον στάδιον, οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν νὰ συζητήσῃ. Ἐπειδὴ δὲ τότε εἴχομεν ἐνώπιόν μας ἓν στάδιον λήξεως τοῦ συμβιβασμοῦ, μὴ ἀναγνωριζομένου παρὰ τῶν ὁμολογιούχων καὶ τῶν ἐντολέων αὐτῶν, ἐνομίσαμεν ὅτι εἴχομεν δίκαιον νὰ ἐλέγξωμεν τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ σήμερον μεταβάλλονται τὰ πράγματα, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος νὰ τῷ ὑπομνήσω, ὅτι τοῦτο ἔπραξα οὐχὶ συνεπείᾳ τῶν ἀρχικῶς λεχθέντων, ἀλλὰ συνεπείᾳ τῶν σημερινῶν δηλώσεων. Ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς οἵαν θέσιν ἤμεθα πρὶν, θὰ εἴχομεν νὰ συζητήσωμεν μόνον τὴν ἀνακοινωθεῖσαν ἐπερώτησιν· σήμερον ὅμως προέκυψεν ἓν ἐπεισόδιον, καὶ περὶ τούτου ἡ ἐρώτησις. Θεωρεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τόσον ἐπιζήμιον τὴν συζήτησιν, ὥστε ἀρνεῖται νὰ μετάσχῃ αὐτῆς ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν οἱ ἐπερωτήσαντες ἤθελον ἐπιμείνει;
§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σήμερον εἶναι ἡ τριακοστὴ Νοεμβρίου· τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου θέλετε ἐξελέγξει μίαν ἡμέραν, ὅτε θὰ γνωσθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν εὑρισκόμενα.
§209ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς δύνανται ν’ ἀποδειχθῶσι, κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ τότε Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδήλωσεν, ὅτι ἀποδέχεται τὴν συζήτησιν, οὐδ’ ὅτι μετέσχεν αὐτῆς· ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι δὲν ἀπήντησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ μόνος ἐγώ, ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, στηριζόμενος εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχον δημοσιευθῆ διὰ τῶν ἐφημερίδων. Ὁ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀπήντησεν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι ἤδη γίνεται λόγος περὶ δόγματος κοινοβουλευτικοῦ, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται πρωτότυπον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτύξῃ Βουλευτὴς ἐπερώτησίν του καὶ νὰ ὑπόκειται εἰς εὐθύνην δι’ ὅσα εἶπεν. Ἡ εὐθύνη μένει πάντοτε ἐκεῖ, ὅπου τὸ πολίτευμα ἔταξεν αὐτήν· ἕκαστος ἡμῶν, ὑποβάλλων ἐπερώτησιν, θὰ ὁδηγηθῇ βεβαίως ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ὑπέχων μόνον ἠθικὴν εὐθύνην.
§210ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, παρεξηγήσας τοὺς λόγους μου, ἠθέλησε νὰ μοὶ δώσῃ μάθημα. Εὐχαριστῶ αὐτὸν, ὡς καθηγητήν. Ἀλλὰ πταίω ἐγὼ, ἐὰν μὲ παρεξήγησεν; Ἐγὼ δὲν εἶπον, οὐδὲ ἰσχυρίσθην, ὅτι δύναταί τις νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου· εἶπον ὅτι, ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, γενομένης ἐπερωτήσεως παρά τινος Βουλευτοῦ, εἴπῃ ὅτι, «ἐὰν θέλετε, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ συζητήσητε, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος πρὸς ἔλεγχον· ἂν ἐπιμένετε, συζητήσητε σεῖς, ἡμεῖς ὅμως δὲν θὰ λάβωμεν μέρος», νομίζω ὅτι αὐτὸ ἀρκεῖ, ὅπως μὴ προσδιορισθῇ ἡμέρα πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως, πολλῷ μᾶλλον, ἀφοῦ τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δέχεται καὶ ὁ ἡγέτης τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§211ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προαναγγέλλω διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπερώτησιν ὡς πρὸς τὴν ἐμπορικὴν συνθήκην μετὰ τῆς Γερμανίας. Θὰ ζητήσω ἐξηγήσεις, διατὶ δὲν ἀνενεώθη αὕτη, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἦναι ἕτοιμος νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει συμφέρον νὰ τὴν καταγγείλῃ σήμερον, ἀλλὰ θὰ τὴν καταγγείλῃ ἴσως αὔριον. Πρὶν εὑρεθῶμεν ἀπέναντι τῆς Γερμανίας εἰς οἵαν θέσιν εὑρέθημεν ἀπέναντι τῆς Ῥωσσίας, πρέπει, νομίζω, νὰ περιφρουρήσωμεν τὰ συμφέροντά μας· διότι, ἂν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι, δύναται ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν, καὶ θὰ εὑρεθῶμεν εἶτα ἡμεῖς ἀπέναντι αὐτῆς εἰς ἣν θέσιν εὑρέθημεν ἀπέναντι τῆς Ῥωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας, ὡς πρὸς τὸ κυριώτατον προϊόν μας, τὴν σταφίδα.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Θὰ διακόψωμεν ἐπὶ μίαν ὥραν.
§213ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· νὰ μὴ ἐπαναλάβωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸς χάριν τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου;
§215ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν.
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔστω· ἂς ἀναβάλωμεν.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 40′ μ. μ.