1896.11.15
2,232 rows · 17,449 words · 156 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
Τῆς 15 Νοεμβρίου 1896.
(Παρασκευή).
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ συμπληρωθέντα, συμφώνως πρὸς παρατηρήσεις τῶν βουλευτῶν Σ. Σωτηροπούλου καὶ Γ. Φιλαρέτου, ἐπικυροῦνται).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προσήκει εἰς τὸν κατέχοντα τὸ ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλομαι, νὰ ἐρευνᾷ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὴν πολιτείαν ἀνδρῶν διαπραξάντων τὰ κοινά, ἰδίως ὅταν οἱ ἄνδρες οὗτοι πρὸ μικροῦ ἔτι χρόνου πρωτηγωνίστουν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς. Φρονῶ δέ, ὅτι καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον τῶν συγχρόνων ἁρμόζει τοῦτο, διότι τῶν συγχρόνων αἱ γνῶμαι δὲν κρίνονται ἀσφαλεῖς. Ἡ μελέτη δὲ περὶ τοῦ δημοσίου βίου ἀνδρός, οἷος ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μετ’ εὐλαβείας ἀναφέρω, εἶναι ἔργον μόνης τῆς ἀψευδοῦς ἱστορίας. Διὰ τοῦτο ἐγώ, ἀναγγέλλων σήμερον ἐπισήμως τὸν θάνατον τοῦ Βουλευτοῦ Βάλτου, δὲν θὰ ἐπιχειρήσω νὰ ἐκδηλώσω οἱανδήποτε γνώμην περὶ τῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ δράσεως τοῦ ὑπερόχου ἀνδρός· ἐκφράζω ὅμως, ἐν ὀνόματι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, τὴν βαθυτάτην θλίψιν πάντων ἡμῶν διὰ τὴν στέρησιν ἀνδρός, ἐφ’ ὅν ἐπὶ μακρὸν διάστημα χρόνου μέγα μέρος τῆς τε ἐλευθέρας καὶ τῆς δούλης πατρίδος συνεκέντρου μεγίστας ἐλπίδας κρείσσονος μέλλοντος, πολιτευτοῦ ἀγωνισαμένου, μετὰ ζήλου οὐχὶ συνήθους, καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως τῶν γνωμῶν αὐτοῦ, ὅσας ἔκρινεν ὠφελίμους εἰς τὸ ἔθνος, διὰ τὴν στέρησιν τέλος ῥήτορος, τοῦ ὁποίου ἡ εὐγλωττία, λαμπρύνασα τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, ἐξήγειρε τὸν κοινὸν θαυμασμόν. Πέποιθα δέ, Κύριοι, ὅτι θέλετε ἀναθέσει εἰς ἐμὲ τὴν ἐντολὴν νὰ διαβιβάσω πρὸς τὴν ἀδελφὴν τοῦ μεταστάντος ἐξόχου πολιτευτοῦ τὰ συλλυπητήρια τῆς Βουλῆς.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ κ. Κόρπας ἔχει τὸν λόγον.
§4ΚΟΡΠΑΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἔληξεν ἡ σύμβασις ἡ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν εἶδον προκήρυξιν δημοσιευθεῖσαν πρὸς ἐπανάληψιν τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἔμαθον ὅτι παρετάθη ἡ ἰσχὺς ἐπὶ τρίμηνον· τοῦτο βεβαίως οὐ μόνον δὲν ἀποδοκιμάζω, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ὁμολογῶ, ὅτι ἐπισύρει τὰς εὐχαριστίας ἡμῶν τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἄνευ τῆς ἀνανεώσεως ταύτης ἤθελε διακοπῆ ἡ συγκοινωνία τῶν νήσων τῶν Κυκλάδων. Ἀλλὰ θέλω παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ εἴτε νὰ προκηρυχθῇ δημοπρασία πρὸς ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως ἐπὶ ἓν ἔτος, εἴτε καὶ ὁριστικῶς νὰ καθορισθῇ ἡ ὑπόθεσις, ὅπως παύσῃ ἡ ἀγωνία ἐκείνη τῶν κατοίκων τῶν νήσων, διότι ἕνεκα τῆς βραχυπροθέσμου διαρκείας τῶν συμβάσεων ἑκάστοτε εὑρίσκονται ἐν διαρκεῖ ἀγωνίᾳ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ σύστασις μου αὕτη θὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπόντα κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην.
§5Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ φροντίσῃ περὶ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐκθέσεως τῆς Θεσσαλικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ὑπομνημάτων. Ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐδόθη ἀπάντησις. Ἵνα διευκολύνω τὴν ὑπηρεσίαν, καταθέτω ἔγγραφον τὴν παράκλησίν μου. Ὑποστηρίζω ὅτι ἄνευ τῆς δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν δὲν δύναται νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς κ. Χαραλάμπη. Ἐκτὸς τούτου ἔχω ἀνάγκην πληροφοριῶν τινων διὰ τὴν γενησομένην συζήτησιν κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Ἀναγινώσκω τὸ σημείωμά μου ἄνευ ἀναπτύξεως, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, ἢ τοὐλάχιστον τὴν Δευτέραν, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Ἰδοὺ τὸ σημείωμά μου (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν: Αʹ) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν· αʹ) Διατὶ δὲν ἀπεστάλη ἔτι φυλακὶς διὰ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν; βʹ) Ἐὰν αἱ ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ εἰσέπραξαν φόρον ἐπιτηδεύματος παρὰ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἐναντίον τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς συνθήκης. γʹ) Ἐὰν αἱ παρασκευαζόμεναι μεταῤῥυθμίσεις διὰ τὴν νέαν Κρητικὴν νομοθεσίαν συμφώνως πρὸς τὸ νέον πολίτευμα πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσιν ἄνευ τῆς δεούσης συζητήσεως ὑπὸ τῆς Κρητικῆς Βουλῆς. Βʹ) Νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα: 1) ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας τῶν Ἑλλήνων ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ καὶ ἐν τῇ ἡγεμονίᾳ τῆς Αἰγύπτου· 2) ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν Ἑλληνικῶν ταχυδρομείων ἐν Τουρκίᾳ· 3) ὡς πρὸς τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος τῶν Ἑλλήνων ἐν Τουρκίᾳ· 4) ὡς πρὸς τὰς γεγομένας κατὰ τῶν ἐν Σμύρνῃ προξενικῶν ἀρχῶν καταγγελίας, καὶ ἰδίως τὴν ἔκθεσιν τοῦ πρὸς τοῦτο ἀποσταλέντος ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου.» Τελευταῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ καὶ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Ὅλοι ἀνέγνωμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι αἱ παρασκευαζόμεναι μεταῤῥυθμίσεις τῆς Κρητικῆς νομοθεσίας κατὰ τὸ νέον πολίτευμα πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν Κρήτην, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀποφανθῇ ἡ Κρητικὴ Βουλή. Δὲν θὰ συζητήσω κατὰ πόσον τοῦτο εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν Δυνάμεων ἐκδοθὲν φιρμάνιον, οὔτε τὰς συνεπείας αὐτοῦ, ἀλλὰ πρὸ τῆς γενησομένης συζητήσεως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν καὶ τὴν πληροφορίαν ταύτην.
§6ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ προσαγάγῃ τὰς ἐκθέσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον περιώδευσεν ἀνὰ τὸ Κράτος καὶ ἐξήτασε τὰ διάφορα Γυμνάσια, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ μελετήσω καὶ φέρω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν.
§7Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐκ πολλῶν ἄλλων πληροφοριῶν γνωρίζει ἤδη καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι μεγάλαι καὶ σοβαραὶ εἶναι αἱ καταστροφαὶ, αἵτινες ἐπῆλθον εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὴν τοῦ Πειραιῶς ἐκ τῆς χθεσινῆς θεομηνίας. Ὁ συνήθως τόσον ἤπιος καὶ τόσον γλυκὺς οὐρανὸς τῆς Ἀττικῆς παρέστησε χθὲς θέαμα ἐκ τῶν ἀγριωτέρων. Καταιγὶς, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν ἐνθυμοῦνται οὔτε οἱ πρεσβύτεροι τῶν συγχρόνων, ἐξαπέλυσε κατακλυσμὸν ὑδάτων, ἐκ τῶν ὁρμητικῶν δὲ χειμάῤῥων, οἵτινες ἐξαπίνης ἐσχηματίσθησαν, πολλοὶ ἄνθρωποι παρεσύρθησαν καὶ ἐπνίγησαν· καὶ δὲν ἐξηκριβώθη μὲν ἔτι ἐντελῶς ὁ ἀριθμὸς, ἀλλ’ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀνευρεθέντων πτωμάτων εἰκάζεται δυστυχῶς πολὺ σημαντικός· οἰκίαι κατέῤῥευσαν, ἀγροτικὰ κτήματα ἄρδην κατεστράφησαν, ἐργοστάσια ὑπέστησαν σπουδαίας βλάβας, ἑκατοντάδες δὲ ὅλαι οἰκογενειῶν, ἄλλαι μὲν ἀπώλεσαν προσφιλεῖς συγγενεῖς, ἄλλαι δὲ σὺν τῷ οἴκῳ καὶ πᾶσαν τὴν μικρὰν αὐτῶν περιουσίαν, ἀνάρπαστον γενομένην ὑπὸ τῆς μανίας τοῦ καταστρεπτικοῦ στοιχείου, καὶ τῶν πάντων ἐστερημέναι μένουσιν εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἡ αἰφνιδία συμφορὰ, ἥτις ἔπληξε τὰς δύο πόλεις, κατ’ οὐδὲν ὑστερεῖ τῶν σεισμικῶν δυστυχημάτων, ἅτινα κατὰ καιροὺς ἐμάστισαν διαφόρους πόλεις τοῦ Βασιλείου, πρὸς γενικὴν θλίψιν ἁπάντων· λόγῳ μάλιστα ἀπωλειῶν προσώπων καὶ λόγῳ ὑλικῶν ζημιῶν, ὑπερβαίνει δυστυχῶς πολλὰ τούτων. Δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ φιλανθρωπία θὰ σπεύσῃ νὰ φανῇ ἀρωγὸς εἰς τηλικαύτην δυστυχίαν, ἥτις αἰφνιδίως καὶ ἀδοκήτως ἐνέσκηψεν εἰς δύο πόλεις, καὶ ἐξ ἧς ἑκατοντάδες συμπολιτῶν μου προσεβλήθησαν· εἰς τὴν ἐπικουρίαν ταύτην καὶ τῶν οἰκείων δήμων ἡ βοήθεια δὲν θὰ λείψῃ. Δυστυχῶς ὅμως καὶ τῶν ἰδιωτῶν καὶ τῶν δήμων ἡ συνδρομὴ, κατὰ πάντα τὰ φαινόμενα, δὲν θὰ ἐξαρκέσῃ, ἐὰν ἀναλογισθῇ τις τὸ ἔκτακτον μέγεθος τῶν ὑλικῶν ζημιῶν, αἵτινες ἐγένοντο, καὶ τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἅτινα, ἀθλίως ἔχοντα, πολὺ μικρὰν καὶ γλίσχραν συγχωροῦσιν ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐπικουρίαν. Νομίζω διὰ τοῦτο ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ καθῆκον, ὡς ἀντιπρόσωπον ἰδιαιτέρως τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, νὰ συστήσω θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ληφθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους γενναία τις καὶ δαψιλὴς πρόνοια, ἀνάλογος τῆς γενομένης καταστροφῆς, καὶ παρασχεθῇ ἐπειγόντως πᾶσα δυνατὴ βοήθεια καὶ συνδρομὴ εἰς τοὺς μείναντας ἐντελῶς ἀστέγους ἐκ τῆς προχθεσινῆς συμφορᾶς καὶ μὴ διασώσαντας κανὲν ἀπολύτως ἐφόδιον πρὸς τὸ ζῆν. Καὶ τῶν ἰδιωτῶν ἡ συνδρομὴ καὶ τῶν δήμων ἡ ἐπικουρία θὰ συντελέσῃ βεβαίως εἰς ἀνακούφισιν τῆς πολλῆς δυστυχίας, ἀλλὰ μόνον τὸ Κράτος δύναται ἀποτελεσματικῶς νὰ ἀνακουφίσῃ εἰς τοῦτο διὰ τῶν πολλῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει, καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως πρέπον εἶναι νὰ θέσῃ ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν, ὅπως μὴ διὰ τῆς ἀδιαφορίας τῶν ἀνθρώπων συμπληρωθῇ τὸ ἀπαίσιον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ μανία τῶν ἀλόγων στοιχείων διετάραξεν. Ἐλπίζω ὅτι αἱ συστάσεις μου αὗται, αἵτινες εἶναι εὐχὴ καὶ τῶν δύο δοκιμασθεισῶν πόλεων, θὰ εἰσακουσθῶσι, καὶ ὅτι Βουλὴ καὶ Κυβέρνησις δὲν θὰ διστάσωσι νὰ προβῶσιν εἰς πᾶσαν δυνατὴν θυσίαν, ἀνάλογον τοῦ γενομένου κακοῦ.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἣν ἔδωκα ὑπόσχεσιν εἰς τὴν Βουλήν, καταθέτω τὸ φυλλάδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχουσι τεταγμέναι, πρῶτον αἱ ὁδηγίαι αἵτινες ἐδόθησαν εἰς τοὺς κ. κ. πρέσβεις τοῦ Βασιλέως ἐν Βερολίνῳ, ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις, καὶ τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον λήξει αἱ ὁδηγίαι· δεύτερον, τὸ σχέδιον συμβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ μεθ’ ὧν ὁ ἐν Παρισίοις κ. πρεσβευτὴς διεπραγματεύετο ἐνεχείρισαν εἰς αὐτὸν, καὶ τὸ ὁποῖον περιέχει τὰς ἀντιπροτάσεις αὐτῶν καὶ σχέδιον νέου καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Ἐν τῷ Οἴκῳ τοῦ Βασιλέως συνετελέσθη πρό τινος εὐτυχὲς συμβεβηκὸς, ἡ μνηστεία τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τῆς Βασιλόπαιδος Μαρίας. Νομίζω ὅτι ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ πράξῃ πρὸς τοῦτο ὅ,τι ἔπραξε καὶ διὰ τὴν ἑτέραν θυγατέρα τοῦ Βασιλέως, τὴν προώρως μεταστᾶσαν τοῦ βίου. Διὸ ὑποβάλλω νομοσχέδιον.
§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τί ποσὸν προτείνετε;
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι ἐψηφίσθη καὶ ὑπὲρ τῆς ἑτέρας θυγατρὸς τοῦ Βασιλέως. Σεῖς ἦσθε Βουλευτὴς καὶ τὸ γνωρίζετε.
§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὴ ἀνακοινοῦντες ἀμέσως τὸ ποσὸν εἰς τὴν Βουλήν, προδίδετε τὴν δεδικαιολογημένην δειλίαν, μεθ’ ἧς τὸ ὑποβάλλετε.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δειλίαν! Εἶναι ἡ ὑπογραφή μου ὑπὸ τὸ νομοσχέδιον.
§13Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ τὰ συζητήσωμεν ἐν καιρῷ.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σεῖς εἶσθε πολὺ γενναῖος, καὶ ἐδώσατε δείγματα πρό τινων ἐτῶν, οὐδ’ ἁμιλλῶμαι πρὸς τὴν γενναιότητα ὑμῶν.
§15Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ τὸ ποσόν;
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 400 χιλιάδες δραχμῶν. Τοσαύτας εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ καὶ εἶχε τὸ Κράτος παραχωρήσει διὰ νόμου κατὰ τὸν γάμον τῆς πρώτης θυγατρὸς τοῦ Βασιλέως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπών, μοὶ ἀνέθηκε νὰ καταθέσω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 292 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Καὶ ἄλλο εἰσάγω νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς καὶ ἀποστολῆς δημοσίων χρημάτων ἀπὸ τῶν ὑποταμείων εἰς τὰ ταμεῖα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 27–29).
§18ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει μελῶν τινων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν εἴπει, ὅτι θέλει καταθέσει καὶ τὰ πρακτικὰ, ὡς τὰ ὠνόμασεν, ἢ πρωτόκολλα τῶν συνεντεύξεων ἢ συναντήσεων ἢ διαπραγματεύσεων, τῶν λαβουσῶν χώραν ἐν Παρισίοις.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν τὸ εἶχον εἴπει.
§20ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Νομίζω ὅτι οὕτως εἴχετε εἴπει.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος νὰ μὴ κατατεθῶσι τὰ πρακτικά,—οὐδένα δὲ τοιοῦτον λόγον γνωρίζομεν—νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ λόγος, ὅπως μὴ κατατεθῶσι καὶ αἱ ἀντιπροτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες ἐγένοντο μετὰ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσαντο αἱ ἐπιτροπεῖαι τῶν δανειστῶν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον νομίζω τοῦτο, καθόσον αὗται εἶναι ἤδη δεδημοσιευμέναι...
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δεδημοσιευμέναι;
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι δεδημοσιευμέναι εἰς φυλλάδιον ἐκδοθὲν Γερμανιστί... Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν, ἀκριβῶς διὰ τὴν πληρότητα τῶν πληροφοριῶν, καὶ ἵνα μὴ καταφεύγωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς ἄλλας δημοσιεύσεις, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, νὰ κατατεθῶσι καὶ αὗται, διότι, ὡς εἶπον, δὲν ἔχουσί τι τὸ μυστικόν· εἶναι γνωσταί.
§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, τότε δ’ ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἦναι διατεθειμένος νὰ καταθέσῃ τὰ πρωτόκολλα, ἀντελήφθην δὲ, ὅπως καὶ ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει δυσκολίαν καὶ ταῦτα νὰ καταθέσῃ. Ἄνευ αὐτῶν τῶν πρωτοκόλλων, νομίζω ὅτι θὰ ὑποβληθῇ τῇ Βουλῇ ὅλως ἠκρωτηριασμένον τὸ ἔργον, ἐφ’ οὗ καλούμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν, διότι ὑποθέτω ὅτι τὰ πρωτόκολλα θὰ περιέχωσι τὰς παρατηρήσεις ἢ ἀντιῤῥήσεις, ἃς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν, οἱ διαπραγματευόμενοι μετὰ τοῦ ἐν Παρισίοις πρεσβευτοῦ ἡμῶν, ἔφεραν ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τοιουτοτρόπως θὰ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐξ αὐτῶν ποίας ἀντιῤῥήσεις ἔφεραν, ποῖα δίκαια προέβαλον καὶ πῶς ἔφθασαν εἰς τὰ συμπεράσματα, ἅτινα διετύπωσαν ἐν τῇ ἀντιπροτάσει, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέθηκεν. Ἄλλως, ἔχοντες μόνον τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ συμπέρασμα μόνον, εἰς ὃ κατέληξαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν κομητάτων μετὰ τὰς διαπραγματεύσεις, ἐννοεῖται ὅτι γνωρίζομεν μόνον τὰ δύο ἄκρα, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὰ μεταξὺ αὐτῶν παρεμπεσόντα, τὰ ὁποῖα ἐξηγοῦν κατὰ πόσον ἐκρίνοντο ὀρθαὶ ἢ μὴ ὀρθαὶ ὑπὸ τῶν ὁμολογιούχων αἱ προτάσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τίνας λόγους ἀπέῤῥιπτον αὐτὰς ἢ ἀντεπρότεινον ἄλλας. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, ἵνα τεθῇ ἡ Βουλὴ εἰς θέσιν νὰ ἀποφανθῇ μετ’ ἐπιγνώσεως, ἔχει ἀνάγκην τῶν πρωτοκόλλων, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι ἀπαντῶν προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι περιέχουσι τὰς ἀνταλλαγείσας μεταξὺ τῶν δύο μερῶν γνώμας. Δὲν ἐννοῶ κατὰ τί αὐτὰ, ἀφοῦ ἔχομεν τὰς προτάσεις καὶ ἀντιπροτάσεις, δύνανται νὰ παραβλάψωσι τὸ ἔργον τῆς ἐχεμυθίας.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ ὅτι οὐδὲν συμφέρον παραβλάπτει ἡ δημοσίευσις τῶν πρωτοκόλλων, διότι τὰ πρωτόκολλα δὲν εἶναι, εἰμὴ πράξεις οἱονεὶ συμβολαιογραφικαὶ, διότι δι’ αὐτῶν οὐδὲν ἄλλο συνετελέσθη, εἰμὴ μόνον ἐβεβαιώθησαν τὰ λεχθέντα ὑπὸ μόνου τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ οἱ κ. κ. ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν δὲν προέβαλον οὔτε ἀντιῤῥήσεις, οὔτε παρατηρήσεις, ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. πρέσβυς ἐπεράτωσε τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ὁδηγιῶν, ἃς εἶχεν, οἱ κ. κ. ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν διέκοψαν τὰς διαπραγματεύσεις καὶ ἀπῆλθον, ἵνα συνεννοηθῶσι μετ’ ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἦσαν ἐντολοδόχοι, ἀφοῦ δὲ συνενοήθησαν, ἐπανῆλθον εἰς Παρισίους καὶ ἐνεχείρισαν εἰς τὸν κ. πρέσβυν τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον νὰ δημοσιεύσωμεν τὰ πρωτόκολλα ταῦτα, ἀφοῦ παραδίδομεν εἰς τὴν δημοσιότητα πᾶν ὅ,τι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύσωμεν, ἤτοι τὰς περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους μελέτας ἡμῶν, ἃς, καθ’ ἣν εἶχον ἀπευθύνει παράκλησιν εἰς τὸν ἐν Παρισίοις κ. πρέσβυν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους δύο συναδέλφους αὐτοῦ, οὗτος ἀνεκοίνωσεν εἰς τοὺς κ. κ. ἀντιπροσώπους, ὡς καὶ τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα συνήγαγον ἐκ τῆς εἰρημένης μελέτης· ὡσαύτως δὲ καὶ τὰς ἀντιπροτάσεις, ἃς οἱ κ. κ. ἀντιπρόσωποι ἐνεχείρισαν εἰς τὸν κ. πρέσβυν ἐντύπως. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἐὰν ἐδημοσιεύθη Γερμανιστὶ φυλλάδιόν τι, τὸ φυλλάδιον τοῦτο ἐδημοσιεύθη ἀνωνύμως, δὲν ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τῶν κομιτάτων, οὔτε ὑπὸ τῶν ἀντιπροσωπευσάντων αὐτὰ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν τῷ φυλλαδίῳ τούτῳ ἐξετέθησαν ἀκριβῶς αἱ πρὸς τὰς ὡς εἴρηται ἀντιπροτάσεις τῶν δανειστῶν παραστάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἠξεύρω, ἐὰν ἐξετέθησαν αἱ ἐπὶ τῶν παραστάσεων ἡμῶν τούτων παρατηρήσεις τῶν κ. κ. ἀντιπροσώπων τῶν κομιτάτων. Ἀλλ’ ὅταν δημοσιεύηταί τι ἀνωνύμως, οὐδεὶς ἔχει τὴν εὐθύνην αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως ἐγὼ δημοσιεύσω τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε, θέλω ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως ταύτης. Ἐπειδὴ δὲ μετὰ τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰ κομιτάτα ἐνεχείρησαν, ἡμεῖς προεβάλομεν γνώμας, ἐπὶ δὲ τῶν γνωμῶν αὐτῶν δὲν ἐπῆλθεν ἀκόμη ὁριστικὴ ἀπάντησις, οὔτε ἀποῤῥίπτουσα οὔτε ἀποδεχομένη αὐτὰς, νομίζω ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσω κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο τὰς διαπραγματεύσεις ὡς ἐκκρεμεῖς, καὶ νὰ ἀρνηθῶ νὰ δώσω ἐν τῇ δημοσιότητι τὰς ἀντιπροτάσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς προεβάλομεν.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀκριβῶς ὁ λόγος τῆς δημοσιεύσεως διὰ τοῦ φυλλαδίου, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθην, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγένετο γνωστὸν καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, τὴν ἐνδιαφερομένην περὶ τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν μας, καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐμπεριέχον τὴν ἀλήθειαν τῆς ὅλης πορείας τῶν διαπραγματεύσεων, νομίζω ὅτι ὁ λόγος οὗτος εἶναι ἰσχυρὸς, ὅπως πείσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀντιπροτάσεις, ἐὰν αὗται ἔχωσί τι τὸ διάφορον ἐκείνων, αἵτινες ἐδημοσιεύθησαν· διότι αἱ γενόμεναι ἀντιπροτάσεις εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐπεκρίθησαν δριμέως,— ἀδίκως ἢ δικαίως, θὰ τὸ ἐξετάσωμεν ὅταν θὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν, ἀλλ’ ἐπεκρίθησαν καὶ ἐθεωρήθησαν παρ’ αὐτῶν τῶν κομιτάτων ὡς ἐνδεικνύουσαι τὴν γνώμην καὶ τὴν πρότασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ἦναι ἀκριβεῖς αἱ δημοσιευθεῖσαι ἀντιπροτάσεις, νομίζω ὅτι συμφέρον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνακοινώσῃ καὶ ταύτας, διότι, μὴ ἀνακοινῶν αὐτὰς, ἀφήνει εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς πάντα ἐνδιαφερόμενον περὶ τοῦ ζητήματος νὰ σχηματίσωμεν τὴν γνώμην, ὅτι αἱ δημοσιευθεῖσαι ἀντιπροτάσεις εἶναι καὶ αὗται ἀκριβεῖς, ὅπως φαίνεται ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς αἱ γενόμεναι προτάσεις παρὰ τῶν κομιτάτων πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἐνόμισα καλὸν νὰ εἴπω τοῦτο, διὰ νὰ δείξω ὅτι οὐδεμία βλάβη δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ἐὰν αὗται ὑφίστανται, ἐνῷ, ὡς γνωρίζομεν ἡμεῖς, δὲν ὑφίστανται σήμερον. Ὠφέλειά τις δὲ εἰς τὸ ζήτημα ἐν γένει δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροτάσεων, ἐὰν αὗται ἔχωσί τι διάφορον τῶν δημοσιευθεισῶν.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς αἰσθάνεσθε ἀνησυχίαν τινὰ, ἡ δὲ ἀνησυχία αὕτη σᾶς προάγει εἰς τὴν βούλησιν, τὴν ὁποίαν ἀνεκοινώσατε εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ αἰσθάνεσθε τὴν ἀνησυχίαν, μήτοι εἶναι ἀληθῆ ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τῶν ἀντιπροτάσεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπρόβαλεν, καὶ ἐπιθυμεῖτε ἀπὸ τοῦδε νὰ μάθητε, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ ἢ δὲν ἦναι ταῦτα ἀληθῆ. Σᾶς παρακαλῶ διὰ τοῦτο νὰ ἀναβάλητε τὴν περιέργειάν σας ταύτην, διότι θέλει ἔλθει στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἴτε θέλει καταπαύσει πᾶσα διαπραγμάτευσις μετὰ τῶν δανειστῶν, εἴτε θέλουσι καταλήξει εἰς αἴσιον πέρας αἱ διαπραγματεύσεις· τότε δὲ θέλετε λάβει γνῶσιν τῶν ἀντιπροτάσεων, καὶ τότε θέλετε εἶσθαι ἐν καιρῷ νὰ ἐπικρίνητε ἢ ἐλέγξητε ἡμᾶς, ἐὰν παρέβημεν τὸ καθῆκόν μας. Μάλιστα διέφυγεν ὑμᾶς φράσις τις, τὴν ὁποίαν ἤκουσα, ἀλλ’ εὔχομαι νὰ μὴ ἤκουον αὐτὴν, ἡ φράσις ὅτι τὸ σχέδιον τῶν ἀντιπροτάσεων, τὰς ὁποίας οἱ μετὰ τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις διαπραγματευόμενοι προέβαλον, παριστᾷ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Καὶ ὑμεῖς ἐλπίζω ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε τοιαύτην γνώμην, ἐγὼ ὅμως βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι οὔτε παριστᾷ τὴν ἀλήθειαν, οὔτε δὲν παριστᾷ αὐτήν.
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον ὅτι ηὐχόμην νὰ μὴ διέφευγεν ὑμᾶς τοιαύτη φράσις, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐδόθη εἰς τὸν ἐν Παρισίοις κ. πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ὁ κ. πρέσβυς προέβαλεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δανειστῶν ὅσα εἶχεν ἐντολὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβάλῃ, ἄρχεται δεύτερον στάδιον, τὸ ὁποῖον θέλει τελειώσει εἴτε ὅταν διακοπῶσιν ὁριστικῶς αἱ διαπραγματεύσεις, εἴτε ὅταν φθάσωσιν εἰς αἴσιον πέρας. Τὰς κατὰ τὸ δεύτερον τοῦτο στάδιον συνεννοήσεις θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ στέρξω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν· δύναμαι ὅμως νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς, ὅτι τὰ προταθέντα ὑπὸ τοῦ ἐν Παρισίοις κ. πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος, κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἀπάντησιν τῶν προτάσεων τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ σχεδίῳ τῷ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν κομιτάτων ἐγχειρισθέντι εἰς τὸν κ. πρέσβυν, δὲν ἦσαν ἀντιπροτάσεις, ἀλλ’ ἦσαν κρίσεις ἐπὶ τῶν ἀντιπροτάσεων τῶν κ. κ. ἀντιπροσώπων τῶν κομιτάτων...
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ τελευταῖαι;
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα... Ἀντιπροτάσεις δὲν ἐγένοντο. Διὰ τοῦτο ἡ ὑπόθεσις ἔμεινεν ἐκκρεμὴς, ἤτοι ἐκκρεμεῖς αἱ ἀντιπροτάσεις τῶν δανειστῶν, ἐκκρεμεῖς αἱ παρατηρήσεις καὶ αἱ ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας προέβαλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις.
§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ συνεχίσω τὴν συζήτησιν, διότι αὕτη δὲν ἄγει εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἔν τινι τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, γενομένου λόγου περὶ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ συμβιβασμοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει πρὸς τοῖς ἄλλοις καταθέσει καὶ τὰ πρωτόκολλα τὰ ἐνδεικνύοντα τὰς διαφόρους διακυμάνσεις τῶν διαπραγματεύσεων καὶ τὰς συνεννοήσεις μεταξὺ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τοὺς ὁμολογιούχους. Σήμερον τοῦτο ἀρνεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὐδεμίαν δὲ δύναμιν ἔχομεν νὰ τὸν ὑποχρεώσωμεν, ὅπως καταθέσῃ ταῦτα, καὶ ἐξ ὅσων ἀντελήφθην ἐκ τῶν ὀλίγων λέξεων, διὰ τῶν ὁποίων συνώδευσε τὴν κατάθεσιν τοῦ φυλλαδίου ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν δύο κατηγοριῶν ἔγγραφα· αἱ ὁδηγίαι αὐτοῦ πρὸς τοὺς πρέσβεις ἐν Λονδίνῳ, Παρισίοις καὶ Βερολίνῳ καὶ τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ περιέχον τὰς προτάσεις τῶν ὁμολογιούχων. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶχε ῥητῶς δηλώσει πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἤχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις εἰς ὁριστικόν τι σημεῖον, διότι τὰς προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον ἀποδεχθῆ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων, καὶ ὅτι θὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προτάσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ, ἐὰν δὲν καταλήξωσιν εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, τότε αἱ διαπραγματεύσεις θέλουσιν ἐπαναληφθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας θέλουσιν ὑποβάλει οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι τὰ δύο ἔγγραφα τὰ δημοσιευθέντα ἀποτελοῦσι τὰ δύο ἄκρα. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι φαίνεται ὅτι ἄκρον εἶναι ἡ τελευταία ἀνακοίνωσις ὑπὸ τύπον ἐπικρίσεως ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ ὅτι, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προῆλθεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα, ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ἔγγραφα, ἦτο ἀπαιτούμενον νὰ δώσῃ εἰς δημοσιότητα πάντα τὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἤθελε συναγάγει πορίσματα περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται· ἀλλ’ ἐπιμένοντος τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν ἄρνησιν, οὐδένα λόγον ἔχει ἡ τῆς συζητήσεως ἐξακολούθησις. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ὑποβάλω μίαν ἄλλην παράκλησιν σχετικὴν πρὸς τὸ θέμα, νὰ παρακαλέσω τουτέστι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς ἁπλῆν ἐκ μέρους ἡμῶν γνῶσιν, πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς διεξαχθείσας ὑπὸ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων· νομίζω, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ προβληθῇ ἀντίῤῥησις, καθόσον, ἐὰν αἱ διαπραγματεύσεις κατέληξαν εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, τὰ ἔγγραφα ταῦτα θὰ ἦναι κατατεθειμένα εἴτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν εἴτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ δὲ κατάθεσις αὐτῶν, ἐνῷ δὲν προσβάλλει κανὲν μυστικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωτίσῃ ἡμᾶς, παραβάλλοντας τὰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν ὑπὸ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, πρὸς τὰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν καὶ διεξάγονται ὑπὸ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα μέχρι τῆς αὔριον, ὥστε τὴν Δευτέραν, ὅτε θ’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, νὰ ὦμεν ἐν γνώσει.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔλαβον γνῶσιν ὅτι ὑπάρχουσιν ἔγγραφα διαπραγματεύσεων μετὰ τῶν δανειστῶν ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ εἰρημένου Ὑπουργείου. Θέλω ἐρευνήσει, καὶ, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἔγγραφα τοιαῦτα εἴτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, Θέλω σπεύσει νὰ καταθέσω αὐτά. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐφάνη ὅτι δυσαρέστως διαγινώσκει, ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύναμιν, ἵνα μὲ ἐκβιάσῃ, ἵνα μὲ ἀναγκάσῃ νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ γνῶσιν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, χωρὶς νὰ ὁρμῶμαι ἐκ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, ἐξ οὗ ὁρμᾶται ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἐγὼ λυποῦμαι, διότι δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ἀναγκάσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος νὰ μὴ εἴπῃ ὅσα εἶπε περὶ ἐμοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, καὶ ὅτι τώρα ἀρνοῦμαι. Ἑπομένως οὐδὲν ἧττον εἶπεν, εἰμὴ ὅτι δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὴν δύναμιν νὰ τὸν ἀναγκάσω νὰ μὴ ἀπευθύνῃ τοιαύτην κατ’ ἐμοῦ αἰτίασιν, διότι βεβαίως ἡ αἰτίασις εἶναι ἀνάρμοστος εἰς αὐτόν. Ὅπως ἀντιλαμβάνομαι τῆς ὑποθέσεως, ὀφείλω νὰ τὴν παραστήσω εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τῆς ὑποθέσεως οὕτω· ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐνασκήσῃ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτὴν εὑρίσκω συνταγματικήν, νόμιμον, λογικήν. Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε; Δύο τινὰ ἔπραξε, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον. Πρῶτον ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τὸ σύνολον τῶν προτάσεων καὶ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεκοίνωσε διὰ τοῦ ἐν Παρισίοις κ. πρέσβεως πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δανειστῶν· ἀλλὰ ταῦτα, καὶ αἱ σκέψεις καὶ αἱ δικαιολογίαι καὶ αἱ προτάσεις, περιλαμβάνονται ἐν ταῖς ὁδηγίαις, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκοινοποίησε πρὸς τοὺς ἐν Παρισίοις, ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Βερολίνῳ πρέσβεις, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὁ ἐν Παρισίοις κ. πρέσβυς διεξήγαγε τὰς διαπραγματεύσεις ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δανειστῶν. Δευτέρα πρᾶξις, ἥτις ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ ἄρνησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποδεχθῇ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν προέβαλον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ, ὡς ἐκ τῆς γνώσεως τῶν προτάσεων. Ἡ Βουλὴ, ὅταν θὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ὁδηγιῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔδωκε τοιαύτας ὁδηγίας, εἴτε ὡς παραβᾶσα καὶ ἀθετήσασα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, εἴτε ὡς στηριχθεῖσα ἐπὶ μὴ ἀληθῶν δεδομένων, εἴτε ὡς μὴ παραστήσασα εἰλικρινῶς τὰ πράγματα, εἴτε ὡς παραλιποῦσα νὰ ποιήσηται παραχωρήσεις εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δανειστῶν τοιαύτας, ὅσας προσῆκε νὰ ποιήσηται, ὅπως πεισθῶσιν οἱ κ. κ. ἀντιπρόσωποι νὰ περατώσωσι τὸ ἔργον τοῦ συμβιβασμοῦ. Τοῦτο θέλει διαγνώσει ἐν ταῖς ὁδηγίαις, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν. Ὅταν δὲ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἀντιπροτάσεων τῶν κ. κ. ἀντιπροσώπων θέλει δυνηθῆ νὰ κρίνῃ, μήπως ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἀποδεχθῇ τὰς ἀντιπροτάσεις τῶν δανειστῶν, καὶ δὲν τὰς ἀπεδέχθη, γενομένη οὕτως αἰτία νὰ παρατείνηται ἡ ἐκκρεμότης τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ. Ὁ ἔλεγχος εἶναι πλήρης ἐπὶ πάντων, ὅσα ἐτελέσθησαν· ἀλλ’ ἐπὶ τῶν γενησομένων νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὥρα τοῦ ἐλέγχου. Ἐὰν δὲ ἤθελεν ἐπιθυμήσει νὰ ἐλέγξῃ ἐπὶ τῶν γενησομένων, νομίζω ὅτι πράττει τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὡς θέλουσι βλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους οἱ κ. κ. Βουλευταὶ, ἂν θελήσωσι νὰ ἐκφράσωσι γνώμας εἴτε ἐπὶ τῶν ὅρων τῶν δανειστῶν, εἴτε ἐπὶ τῶν ποσῶν τῶν χρηματικῶν, εἴτε ἐπὶ τῶν ζητουμένων ἐγγυήσεων. Νομίζω ὅτι εἶναι συμφέρον οἱ κ. κ. Βουλευταὶ νὰ ἀναμένωσιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τοῦ ἐλέγχου τοῦ δευτέρου τούτου μέρους, ἤτοι ὅταν λήξῃ τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων.
§34ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν, ὅτι δὲν ὑπεδηλώθη τὸ παράπαν ἡ ἐπιθυμία νὰ ἐπιλάβηται ἡ Βουλὴ τοῦ ἐλέγχου τῶν γενησομένων. Πρόκειται περὶ ἐλέγχου τῶν μέχρι τοῦδε πεπραγμένων, καὶ ἀκριβῶς πρὸς ἔλεγχον ἄρτιον, πρὸς ἔλεγχον πλήρη τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων προεβλήθη ἡ πρότασις περὶ καταθέσεως πάντων τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς διεξαχθείσας διαπραγματεύσεις ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι εἰς δύο σημεῖα εἶναι δυνατὸν ὁ ἔλεγχος οὗτος νὰ ἀσκηθῇ, τὸ πρῶτον εἰς τὰς ὁδηγίας ἢ τὰς προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὸ δεύτερον εἰς τὰς προτάσεις, αἵτινες ἐγένοντο ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὁμολογιούχων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται ὁ ἔλεγχος νὰ ἀσκηθῇ ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐγένοντο αἱ πρῶται προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐπ’ αὐτῶν ἐγένετο κατὰ πᾶσαν πιθανότητα συζήτησις μεταξὺ τῶν ἐκπροσωπούντων τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τῶν ἐκπροσωπούντων τοὺς ὁμολογιούχους...
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς διαφωτίσω;
§36ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμία ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τούτου.
§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγένετο. Ἐγένετο πρότασις ἐκ μέρους τῶν ὁμολογιούχων. Αὕτη ἐγένετο ἀνεξαρτήτως ὅλων τῶν προηγουμένων διαπραγματεύσεων; Ἔστω· καὶ τοῦτο ἐὰν πιστοποιηθῇ, θέλω ἀποδείξει, ὅτι δὲν διεξήχθησαν κατὰ τὴν σημασίαν τῆς λέξεως διαπραγματεύσεις, διότι διαπραγματεύσεις καὶ συνεννοήσεις πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συντελέσεως τοῦ συμβιβασμοῦ ὑποθέτουσι συζήτησιν μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων, διότι οὕτω καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ σκοπούμενον. Ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ ἐγένοντο προτάσεις ἐκ μέρους τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως, καὶ ἐπ’ αὐτῶν οὐδεμία συζήτησις, ταύτας δ’ ἐπηκολούθησαν προτάσεις ἐκ μέρους τῶν ὁμολογιούχων, καὶ ἐπ’ αὐτῶν οὐδεμία συζήτησις, ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκω τὰς διαπραγματεύσεις καὶ συνεννοήσεις ἐν καθυστερήσει πρὸς τὰ κοινῶς παραδεδεγμένα περὶ διαπραγματεύσεων καὶ συνεννοήσεων. Καὶ ἂν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἡ προσκόμισις εἰς τὴν Βουλὴν τῶν πρωτοκόλλων τούτων ἐπιβάλλεται, διότι θ’ ἀποδειχθῇ δι’ αὐτῶν, ὅτι δὲν ἐγένοντο διαπραγματεύσεις, οἷας πάντες ὑποθέτουσιν, ἡ δὲ Βουλὴ θὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ὡς πρὸς τὰς παραλείψεις. Ἀλλὰ, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ διεξαγωγὴν διαπραγματεύσεων καὶ συνεννοήσεων ἄνευ ἀνακοινώσεως ἰδεῶν ἐκ μέρους τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἕτερον τῶν ἐνδιαφερομένων, ἀντιῤῥήσεις ἐκ μέρους ἐκείνου, καὶ παρατηρήσεις ἐκ μέρους τοῦ ἄλλου. Ἐὰν ὅμως οὐδεμία ἐγένετο συζήτησις, τότε εἶναι φυσικώτατον, ὅτι δὲν ὑπῆρχε κώλυμα νὰ τυπωθῶσι καὶ παραδοθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πρωτόκολλα ἢ τὰ συνταχθέντα ἔγγραφα.
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ. Ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ὁμιλῶν παρέστησεν, ὅτι θεωρεῖ τὸ ζήτημα τῶν διαπραγματεύσεων ἐκκρεμές. Τοῦτο, τὸ ἂν ἦναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις, βεβαίως θέλει ἐπηρεάσει τὰς συζητήσεις. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ γνωρίζω, πόθεν συνάγει τοῦτο; τὸ συνάγει, διότι πραγματικῶς ὑπάρχουσι ἀκόμη προτάσεις ἢ διαβήματα τῶν ὁμολογιούχων ἢ τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύοντα ὅτι εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις; ἢ τὸ συνάγει ἐκ τοῦ ὅτι οἱ ὁμολογιοῦχοι δὲν ἀπήντησαν εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἐπὶ τῶν ἀντιπροτάσεων; Διότι, ἐὰν ἐκ τούτου τὸ συνάγῃ, νομίζω ὅτι εἶναι πεπλανημένη ἡ ἰδέα περὶ ἐκκρεμότητος. Ἡ σιωπὴ αὕτη ἐπὶ χρόνον μακρὸν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ. Τοιαύτη ὅμως σιωπὴ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ παρεμποδίζῃ τὰς συζητήσεις ἡμῶν. Σιωποῦν οἱ ὁμολογιοῦχοι, διότι δὲν θέλουν πλέον νὰ ἐξακολουθήσουν τὰς διαπραγματεύσεις; Ἄν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον σιωποῦν, συμφέρει μάλιστα μία συζήτησις. Ἐὰν ὅμως γνωρίζῃ ἄλλοθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, οὐδεμίαν ζητοῦμεν ἄλλην ἐξήγησιν, οὐδεμίαν λεπτομέρειαν, καὶ θ’ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν.
§40Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ὑπενθυμίσω τόσον γρήγορα παράκλησίν μου παλαιὰν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὴν ὁποίαν δὶς ὑπέβαλον κατά τε τὸ ἔτος 1895, ἤτοι τὴν 15 Ἰουλίου καὶ 17 Ἰουλίου, καὶ ἐκ τρίτου καὶ τετάρτου κατὰ τὸ 1896, τὴν 15 Φεβρουαρίου καὶ 6 Μαρτίου. Ἀφεώρα δὲ ἡ ἐπερώτησίς μου ἐκείνη τὰς Μονὰς τοῦ Κράτους καὶ κυρίως τὴν Μονὴν Πεντέλης. Δυστυχῶς διακήρυξίς τις, δημοσιευθεῖσα ἐπ’ ἐσχάτων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀναγκάζει με καὶ πάλιν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ταράξω τὴν ἡσυχίαν τοῦ ἁγίου Ἡγουμένου τῆς Πεντέλης, καὶ νὰ μὴ ἀφήσω αὐτὸν περιοδεύοντα εἰς τὰς Φαληρικὰς ἀκτὰς μὲ ἅμαξαν λαντὼ καὶ μὲ ἵππους πολυτελεστάτους, διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ἀπὸ τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους ὑφίσταται διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς, καὶ ἀπὸ τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους ὑφίσταται ἀναπαυόμενος εἰς Χαλάνδριον (ἱλαρότης). Ὑπενθυμίζω δέ, ὅτι, ἐὰν ἐγκαίρως καὶ ταχέως δὲν ὑποβληθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, θέλω καταναλώσει ὥρας, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ θέλω ζητήσει ἴσως νὰ κλεισθῶσιν αἱ θύραι, διὰ νὰ καταδείξω τὰ τελούμενα ἐπ’ ἐσχάτων καὶ ἀπὸ ἐτῶν ἐν τῇ Μονῇ Πεντέλης. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι διὰ συμβάσεως οἱ κάτοικοι καὶ ἐπισκέπται τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ἐγένοντο φόρου ὑποτελεῖς εἰς τὸν κ. Ψύχαν, μὲ τὴν ποντικότρυπαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, καὶ ὑποχρεούμεθα, εἴτε χρησιμοποιήσωμεν, εἴτε μή, τὴν ὑπόγειον ἐκείνην τρύπαν τοῦ κ. Ψύχα, νὰ πληρόνωμεν φόρον ὑποτελείας, καὶ ὄχι νῦν μόνον, ἀλλ’ ἐπὶ 80 ἔτη, ἤτοι ὅσον θέλει διαρκέσει ἡ σύμβασις τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Κατὰ τὴν 30 Μαρτίου 1893 ὅμως, μὴ ἀρκούμενος εἰς τὰ ἀγαθὰ ταῦτα ὁ κ. Ψύχας, ἐφρόντισε νὰ λάβῃ καὶ ἑτέραν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξεχωρεῖτο εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πεντέλην. Μεγάλα σχέδια εἶχεν, ὅπως διαῤῥυθμίσῃ τὰ περὶ τὴν Μονὴν μέρη καὶ ἐγκαταστήσῃ ἐκεῖ τὰ ἀνάλογα κτίρια διὰ τοὺς ἁγίους ἡγουμένους καὶ καλογήρους, καὶ παράσχῃ ἀναψυχὴν εἰς τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Ἤδη ὅμως ἐσκέφθη καὶ ἓν ἄλλο, ὅπως ἔχῃ μονοπώλιον τοὺς οἰκοδομήσοντας κατοίκους τῆς πόλεως, ἤτοι νὰ λάβῃ ὡς μονοπώλιον καὶ τὰ μάρμαρα τῆς Πεντέλης. Ἐκ συνεννοήσεως λοιπὸν μετὰ τοῦ ἁγίου Ἡγουμένου, δὲν ἠξεύρω δὲ καὶ μετὰ τίνων ἄλλων, ἐδημοσιεύθη διακήρυξις, διὰ τῆς ὁποίας ἐκτίθενται, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, μεθαύριον, ἤτοι τὴν προσεχῆ Κυριακὴν, 17 ὑπερμεσοῦντος, εἰς ἐνοικίασιν ἅπαντα τὰ λατομεῖα τῆς Πεντέλης, διὰ νὰ γείνουν οἱ μέλλοντες ἰδιοκτῆται τῶν Ἀθηνῶν φόρου ὑποτελεῖς εἰς τὸν κ. Ψύχαν.
§41Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ψύχας κραυγάζει ἐναντίον αὐτῆς τῆς διακηρύξεως.
§42Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἔχετε ὑπομονὴν, καὶ θὰ ἀκούσητε περὶ τοῦ ἁγίου Ἡγουμένου σας· μὴ μὲ διακόπτετε τώρα δὲ, ἵνα μὴ ἀρχίσω ἀπὸ τοῦδε τὸν ἑξάψαλμον (γέλωτες). Ἀφήσατε τὸν Ἡγούμενον νὰ ἀναπαύηται εἰς τὸ Χαλάνδρι καὶ εἰς τὰς ἐπισκέψεις του (θόρυβος). Ὁ κ. Ψύχας, κατὰ τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς, κραυγάζει ἐναντίον αὐτῆς τῆς διακηρύξεως, διότι ἔχει πλαγίους σκοπούς.
§43Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ μίαν πληροφορίαν σᾶς ἔδωκα (θόρυβος).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§45Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Φωνάζει ὁ κ. Ψύχας, διὰ νὰ ἐξαπατήσῃ τοὺς ἄλλους. Γνωρίζομεν τὰ τεχνάσματα τοῦ κ. Ψύχα· μάλιστα τὰ γνωρίζομεν πολὺ καλά, καὶ ἐλάβομεν πρόχειρα διδάγματα μέχρι τοῦδε τῆς πορείας τοῦ κ. Ψύχα, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐδόθη παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ κτύπημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσι τὰς ὑποχρεώσεις των. Ὅταν παραχωρῶμεν, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ζητῶμεν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, οὐχὶ ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς ἐργολάβους, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς μεγάλους, τοὺς μεγάλους κλέπτας.
§46ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι κλέπται.
§47Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κλέπτης εἶναι, ὅστις ἀναλαμβάνει ὑποχρεώσεις νὰ συντελέσῃ ἓν πρᾶγμα καὶ δὲν τὸ συντελεῖ, ὅπως ὑπεχρεώθη, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ φορολογῶν τὸν κόσμον· διότι, ἂν ἡμεῖς ἠθέλομεν, βεβαίως ἠδυνάμεθα νὰ κλείσωμεν τὴν τρύπαν τοῦ κυρίου Ψύχα (γέλωτες). Ἐὰν ἠθέλομεν, Κύριοι, ἠδυνάμεθα νὰ παρεμποδίσωμεν τὸ νὰ ἤμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν φόρου ὑποτελεῖς πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος οὔτε κατ’ ἐλάχιστον ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἡ ἐπιείκεια εἶναι κακή, κακὴ δέ, διότι θέτει κακὰς βάσεις καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ δίδει κακὸν παράδειγμα, καὶ βλέπετε ὅτι οὐδὲν ἔργον ἐν Ἑλλάδι ἐκ τῶν λεγομένων μεγάλων συνετελέσθη ὅπως ἐδόθη. Αἱ Ἀθῆναι ἐκοσμήθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν κυρίως πεντηκονταετίαν διὰ καλλιτεχνικῶν κτιρίων καλλιμαρμάρων. Οἱ δυστυχεῖς λατόμοι τῶν μαρμάρων, ὡς καὶ οἱ κατεργαζόμενοι τοιαῦτα, κατέβαλον καὶ καταβάλλουσι μυρίους κόπους, κατήντησε δὲ νὰ προσφέρωνται ἡμῖν εἰς εὐτελεστάτας, δύναμαι νὰ εἴπω, τιμὰς ταῦτα, διὰ τῶν ὁποίων μόλις ἀπέζων αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των. Σημειώσατε δέ, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν λατομείων, τὰ ὁποῖα εἶναι πολλὰ σήμερον, δηλ. εἰς πολλὰς θέσεις τοῦ Πεντελικοῦ, ζῶσιν οὐκ ὀλίγοι ἄνθρωποι· σήμερον, παρὰ τοὺς κειμένους κανόνας, ἢ παρὰ τὴν ὑπάρχουσαν συνήθειαν, ἐγένετο διακήρυξις, ἵνα τὰ λατομεῖα αὐτὰ ἐνοικιασθῶσιν ἐπὶ πεντηκονταετίαν. Βεβαίως δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι φείδονται τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, τῆς Μονῆς καὶ τῆς τσέπης τοῦ ἁγίου Ἡγουμένου, ὅτι φροντίζουσι τοῦτο καὶ ἐκεῖνο· ἀλλὰ συλλογίσθητε, Κύριοι, ὅτι αὔριον θὰ συντελεσθῇ τὸ Στάδιον, καὶ μεθαύριον ἄλλο δημόσιον κτίριον, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ οἱοσδήποτε ὁμογενὴς καταβάλλων θέλει ἀναγκασθῆ ἐκ τοῦ μονοπωλίου ἐκείνου νὰ λαμβάνῃ τὰ μάρμαρα εἰς τιμὴν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ θέλουν...
§48Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμελετήσατε τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως;
§49Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην.
§50Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίζει αὕτη εἰς ποίας τιμὰς θέλει παραχωρεῖ ἡ ἑταιρία εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας.
§51Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μὴ διακόπτετε!... Δίδεται ἐπὶ πεντηκονταετίαν ἡ ἐνοικίασις, ναὶ ἢ οὔ, κύριε συνάδελφε; Μέχρι τοῦδε τὰ λατομεῖα ἐνοικιάζονται ἐπὶ δεκαετίαν μόνον. Διατὶ νὰ μεταβληθῇ ἡ συνήθεια; Τίς ὁ σκοπὸς τῆς μεταβολῆς; Διὰ νὰ κλείσωμεν οἰκίας συμπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν καὶ ἐκάλλυναν τὸν τόπον μας; Διὰ νὰ δώσωμεν τὸ χρῆμα εἰς μίαν ἑταιρίαν, ἵνα τὸ φυγαδεύσῃ ἀπὸ τὸν τόπον μας; Διὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν τοὺς ξένους, ἐνῷ πανταχόθεν διωκόμεθα; Δὲν ἦσθε, κύριε συνάδελφε, Βουλευτὴς παλαιότερον. Ἀπὸ τοῦ 1890 ἐπαρουσίασα ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου διακήρυξιν τοῦ δημάρχου τῶν Παρισίων, ὁ ὁποῖος ἔδιδε τὴν πλακοστρωσίαν πλατείας τινὸς καὶ εἶχεν ὅρους ἐν τῇ διακηρύξει του, ὡς πρῶτον μὲν ὅρον, ὅτι ἡ ἀναλαμβάνουσα ἑταιρία δέον νὰ ἦναι Γαλλικὴ, καὶ ὡς τελευταῖον ὅρον, ὅτι ἡ ἑταιρία ἐκείνη ὤφειλε νὰ μεταχειρισθῇ πάντως ἐργάτας Γάλλους.
§52Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐργάτας Ἕλληνας ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ ἔχῃ.
§53Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ ἤδη ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία σκοπεῖ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἐπιδιώκουσα τὰ ἴδια αὑτῆς συμφέροντα, προσέτρεξεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐν τοῖς λατομείοις, καὶ διὰ τῶν συνήθων μέσων ζητεῖ νὰ τοὺς βουκαλίσῃ καὶ ἴσως–ἴσως, ὡς πληροφοροῦμαι, προετοιμάζεται καὶ ἀναφορά τις, τὴν ὁποίαν ἂν δὲν ἔδωσαν, ἂν παρημποδίσθη αὕτη, παρημποδίσθη διότι κατενόησαν τὴν πλεκτάνην, εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς περιῆγον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Λέγω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς καὶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι τὰς παρατηρήσεις ταύτας τὰς θέλω, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται νὰ παραχωρηθῶσι τὰ λατομεῖα ἄνευ λόγου, ἄνευ ἀφορμῆς τινος· διότι δὲν τὰ ἔχομεν ὑπερτετιμημένα τὰ μάρμαρα, τὰ ἔχομεν εἰς εὐτελεστάτην τιμὴν, καὶ οἱ διὰ συναγωνισμοῦ οἰκοδομήσαντες δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἠγόρασαν μάρμαρα πρὸς 200 δραχμὰς τὸ κυβικὸν μέτρον, ἤτοι τέσσαρα καὶ πέντε μέτρα. Εἶναι εὐτελεστάτη ἡ τιμή· οὐδέποτε δύνασθε νὰ ἀποκτήσητε εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου μὲ τόσον εὐτελεστάτην τιμὴν μάρμαρα. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐντεῦθεν, ἐνῷ ἔχομεν ὅλας τὰς εὐκολίας, ὅλα τὰ μέσα, ὅλας τὰς παροχὰς, διανοούμεθα νὰ δίδωμεν τὸ χρῆμά μας εἰς ξένην ἑταιρίαν, διὰ νὰ τὸ φυγαδεύσῃ! Ἐγὼ δὲν ζητῶ τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ ἐνοικιασθῶσι τὰ λατομεῖα, ὡς ἐνοικιάζοντο μέχρι τοῦδε...
§54ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ τοῦ Ἡγουμένου;...
§55Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Περὶ τοῦ ἁγίου Ἡγουμένου θὰ εἴπω ἐν καιρῷ τῷ δέοντι... Νὰ δοθῶσι, λέγω, τὰ λατομεῖα, ὡς δίδονται μέχρι τοῦδε, καὶ νὰ μὴ δοθῶσιν εἰς ἑταιρίαν, ἵνα μὴ καὶ σεῖς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, αὔριον, οἰκοδομοῦντες ἄλλην οἰκίαν, γίνητε φόρου ὑποτελής. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω ἐν καιρῷ τῷ δέοντι.
§56ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεων ἄρθρων τινῶν τοῦ Προξενικοῦ νόμου, ἀφορωσῶν εἰς τὸ προστωπικὸν Προξενείων τινῶν. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα πληρόνουσιν οἱ διοριζόμενοι πρόξενοι διὰ τὰ ἐκτελεστήρια αὑτῶν εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην. Ὑποβάλλω ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 248 τοῦ Προξενικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὴν πληρωμὴν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα καταβάλλουσιν οἱ δίδοντες πρὸς κοινοποίησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δικόγραφα. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ δύο Προξενείων τοῦ Ἀσιοὺτ καὶ τοῦ Καΐρου. Ἐπίσης ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν συναδέλφου ἡμῶν συνέταξα, περὶ συστάσεως θέσεως στρατιωτικοῦ ἀκολούθου παρὰ τῇ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείᾳ. Πάντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα συνοδεύονται καὶ ὑπὸ τῶν σχετικῶν ἐκθέσεων.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 50–54).
§58Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος κ. Σχινᾶς δὲν παρέσχε καμμίαν πληροφορίαν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν μαρμάρων, δηλ. ἡ ἐξόρυξις αὐτῶν, καὶ τοῦτο ὁμολογῶ ὅτι δι’ ἐμὲ εἶναι τὸ σπουδαιότατον μέρος τοῦ ζητήματος τῶν λατομείων τῆς Πεντέλης. Εἶναι γνωστόν, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἱδρύθη ἡ πρωτεύουσα τοῦ Βασιλείου μας, ἐπῆλθον καταστροφαὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐξορύξεως τῶν μαρμάρων φοβεραί, οἷαι ἐπὶ αἰῶνας πολλοὺς δὲν ἐγένοντο κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ μάρμαρα αὐτὰ ἐκάλυψαν, οὕτως εἰπεῖν, τὸν χρόνον διὰ τῶν καλλίστων ἔργων, τὰ ὁποῖα δι’ αὐτῶν παρήγαγον οἱ μεγάλοι καλλιτέχναι τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. Ἡ ἐξόρυξις γίνεται διὰ τῆς πυρίτιδος. Εἰς τὴν πυρίτιδα δὲ προσετέθη πρό τινων ἐτῶν καὶ ἡ δυναμῖτις. Καὶ γνωρίζω ἔκ τινος λειτουργίας, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὡς μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὅτι διὰ τὰ ἐπιστύλια τοῦ Παρθενῶνος, τὰ ὁποῖα πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσωσι τὰ ἀρχαῖα, ἐπῆλθε καταστροφὴ 20, 30 ἴσως, μαρμάρων τῆς ἐκτάσεως, ἡ ὁποία χρειάζεται διὰ τὴν στερέωσιν τοῦ Παρθενῶνος. Τοῦτο γίνεται διὰ πᾶσαν οἰκοδομήν. Ὁσάκις βλέπετε ἓν μάρμαρον εἰς τὴν πρωτεύουσαν, πρέπει νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι διὰ τὸ μάρμαρον ἐκεῖνο κατεστράφησαν τριάκοντα τοιαῦτα. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἑπομένως σᾶς ἐρωτῶ, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε,—διότι εἶσθε ἐνήμερος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐγὼ δὲν εἶμαι,—ἐὰν ἦσθε βέβαιος ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν μαρμάρων αὐτῶν διὰ τῶν πολλαπλῶν αὐτῶν ἐκμεταλλευτῶν εἶναι ὁ καταλληλότερος, ὅπως ἀποσοβηθῶσι τοιαῦται φοβεραὶ καὶ ἀνεπανόρθωτοι καταστροφαί. Διότι δυνάμεθα νὰ εὑρεθῶμεν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε, τῆς ἀναμαρμαρώσεως τοῦ Σταδίου. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνθουσιωδῶς προσβλέπουσιν εἰς τὴν μαρμάρωσιν τοῦ Σταδίου. Διότι ἔχομεν ἄλλα ἔργα σπουδαιότερα νὰ κάμωμεν, καὶ διότι τὸ Στάδιον δὲν ἔχει σπουδαίαν καλλιτεχνικὴν ἀξίαν. Ἀλλὰ βεβαίως, ἐὰν εἰς τὴν ἀρχαιότητα, ὡς ἐλέχθη ὑπὸ ἀρχαίων συγγραφέων, ἐξηντλήθησαν μέρη τινὰ τοῦ Πεντελικοῦ ἕνεκα τῆς τοιαύτης μαρμαρώσεως τοῦ Σταδίου, δύναταί τις νὰ φαντασθῇ τί θὰ συμβῇ σήμερον διὰ τῆς πυρίτιδος καὶ διὰ τῆς δυναμίτιδος. Διὰ τοῦτο, ὅταν ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τοῦ ὁποίου πολὺ ἐκτιμῶ τὰς εἰδικὰς γνώσεις, μοὶ ἐπῆλθεν ἡ ἑξῆς ἰδέα. Μήπως εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρχεν ἡ πρόθεσις νὰ θέσῃ τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν φοβερὰν καταστροφήν, καὶ μήπως ἡ σύστασις μιᾶς ἑταιρίας, ἐπιστημονικῶς λειτουργούσης καὶ ἐχούσης καὶ τὸ ἀναγκαῖον χρηματικὸν ποσόν, ὅπως δυνηθῇ νὰ προμηθευθῇ τὰ ἀναγκαῖα μηχανήματα καὶ ὀργανώσῃ ὅλην ἐκείνην τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐξορύξεως τῶν μαρμάρων ἐπιστημονικῶς, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀποφύγωμεν τὴν μέχρι τοῦδε συντελεσθεῖσαν καὶ συνεχῶς συντελουμένην φοβερὰν καταστροφήν, μήπως, λέγω, τὸ νέον τοῦτο σύστημα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν μαρμάρων ὑπὸ μιᾶς καὶ μόνης ἑταιρίας φερεγγύου, ἐχούσης κεφάλαια καὶ ἐπιστήμην, δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον ἀπὸ τὴν τμηματικὴν αὐτὴν ἐξόρυξιν διὰ τῶν μαρμαράδων καὶ τῶν ποικίλων ἐργολάβων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τόσης ἐλαφρᾶς συνειδήσεως ἐπιφέρουσι τοσαύτας καταστροφὰς πρὸς ἐξόρυξιν ἑνὸς μαρμάρου, καταστρέφοντες τὸ τριακονταπλάσιον; Εἰς ταῦτα ἐπεθύμουν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας ὁ ἀξιότιμος κύριος συνάδελφος.
§59Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εὐχαρίστως ἀπαντῶ. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος δὲν ἔσχε τὴν εὐτυχίαν ἴσως νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ λατομεῖα μαρμάρων τῆς Πεντέλης. Τὰ παλαιὰ λατομεῖα μαρμάρων εὑρίσκονται εἰς τὸ σπήλαιον, κείμενον κατὰ τὸ μέσον τῶν κλιτύων μεταξὺ Πεντέλης καὶ κορυφῆς, τὰ δ’ ἕτερα καὶ ἐκλεκτὰ πρὸς τὰ ἄνω τούτου. Τὰ δὲ ἐκμεταλλευόμενα σήμερον εἶναι λατομεῖα μαρμάρων, τὰ ὁποῖα κατήρτισαν αὐτοὶ οἱ σήμερον ἐργαζόμενοι λατόμοι, μόνοι των, πρὸ ὀλίγων δεκαετηρίδων, πολλὰ δὲ καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, ἅπαντα δὲ ταῦτα, διὰ τὴν ἐπιζητηθεῖσαν εὐκολίαν τῆς μεταφορᾶς, κεῖνται πολὺ κατωτέρω τοῦ λατομείου τοῦ παρὰ τὸ σπήλαιον καὶ τῆς Μονῆς Πεντέλης ἔτι. Ἑπομένως τὰ ἀρχαῖα λατομεῖα, περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν ὁποίων τοσοῦτον μεριμνᾷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν ἔχουσι νὰ πάθωσι τίποτε. Μικρά τις βλάβη ἐπῆλθε μόνον πρὸ ἐτῶν εἰς τὰ λατομεῖα τοῦ σπηλαίου, ἀλλὰ πάντα τὰ ἄλλα λατομεῖα εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν νέα. Ἡ πληροφορία ἐπίσης, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἐπέρχεται καταστροφὴ μαρμάρων, σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ συνήθως λεγόμενα· διότι, ἐὰν λάβητε τὸν κόπον νὰ ἐπισκεφθῆτε τὰ λατομεῖα ἐκεῖνα, δὲν θὰ εὕρητε, εἰμὴ τὰ συντρίμματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκετε ἐπίσης καὶ εἰς τὰ ἀρχαῖα λατομεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐθίχθησαν ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους.
§60Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Διὰ τίνος τρόπου διεξάγεται ἡ ἐξόρυξις;
§61Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν ἡ ἐξόρυξις γίνεται, παρὰ τὰ κεκανονισμένα καὶ παρὰ τὰ συμπεφωνημένα, διὰ πυρίτιδος, τοῦτο θὰ γίνεται τῇ ἐπινεύσει τοῦ ὑπολόγου καὶ ὑπευθύνου ἰδιοκτήτου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Ἡγούμενος. Κατ’ ἐκείνου λοιπὸν πρέπει νὰ στρέψητε τὰ βέλη σας, κατὰ τοῦ ἁγίου Ἡγουμένου, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει τοιαύτην ἐξόρυξιν, παρὰ τοὺς ῥητοὺς καὶ σαφεῖς ὅρους τῶν διαφόρων συμβάσεων, ἐὰν τὴν ἐπιτρέπῃ. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅμως, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὁσάκις μετέβην εἰς τὰ λατομεῖα ἐκεῖνα, δὲν εἶδον ἐξόρυξιν γιγνομένην διὰ πυρίτιδος ἢ διὰ δυναμίτιδος, δυνάμεθα δὲ νὰ συγχαρῶμεν σήμερον τοὺς λατόμους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν ἀτελῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, κατώρθωσαν ἐν βραχυτάτῳ διαστήματι χρόνου νὰ φέρωσι τὰ σεβαστὰ ἐπιστύλια τοῦ Παρθενῶνος, τὰ πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν θραυσθέντων, τὸ ὁποῖον εἶναι τρανὸν μαρτύριον τῆς καλῆς τῶν λατομείων καταστάσεως. Πρέπει νὰ ἦσθε τεχνῖται, ἢ νὰ γνωρίζητε τὰ λατομεῖα, διὰ νὰ ἐκτιμήσητε τοὺς μεγίστους κόπους καὶ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ὑπερεπήδησαν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἵνα μεταφέρωσι τὰ ἐπιστύλια ἐκεῖνα, καὶ συντελέσωσι τὸ ἐπ’ αὐτοῖς εἰς τὴν διάσωσιν τοῦ Παρθενῶνος. Ἀντὶ δὲ εὐγνωμοσύνης, παραδίδομεν αὐτοὺς σήμερον καὶ τοὺς συνεργασθέντας μετ’ αὐτῶν εἰς ξένην ἑταιρείαν! Δὲν τὸ ἐννοῶ. Δὲν ἔχομεν λόγον, Κύριοι, ἔστω καὶ μικρὸν κέρδος ἐὰν ἔχωμεν, 10 ἢ 15 τοῖς ἑκατὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μᾶς προσφέρῃ ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρία, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος μᾶς παρακινεῖ νὰ παραχωρήσωμεν ἐπὶ πεντηκονταετίαν τὰ λατομεῖα τῆς Πεντέλης εἰς ξένην ἑταιρίαν. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑποβάλλω ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεχείρισαν οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὰ λατομεῖα τῆς Πεντέλης, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἀναβάλῃ ὁριστικῶς τὴν διακηρυχθεῖσαν δημοπρασίαν τῶν λατομείων τοῦ Πεντελικοῦ, καὶ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν καταλλήλων προσώπων, ὅπως ἐπὶ ὅροις οὐσιαστικοῖς ἐκχωρήσῃ ταῦτα πάλιν εἰς Ἕλληνας, ἵνα μὴ παύσῃ ἡ συνεργασία καὶ ὁ συναγωνισμός.
§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφερομένων ἐξήγησε καὶ εἰς ἐμὲ σήμερον προφορικῶς τὴν ἀναφοράν. Τοῖς ἐδήλωσα, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκφέρω γνώμην, ὅταν ἐν καιρῷ μελετηθῇ καὶ συζητηθῇ τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι τὴν προσεχῆ Κυριακὴν πρόκειται νὰ λάβῃ χώραν ἡ δημοπρασία πρὸς ἐνοικίασιν τῶν λατομείων ἐπὶ πεντηκονταετίαν. Δὲν ἔχω λόγον συμπαθείας πρὸς τὸν κ. Ψύχαν, διότι καὶ ἐγὼ πληρώνω τὸ χαράτσι τοῦ ὑπογείου σιδηροδρόμου, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ ὑπεβλήθησαν ὅλως ἀντιστρόφως τὰ τελούμενα. Ὁ κ. Ψύχας ἔλαβε τὸ δικαίωμα κατασκευῆς σιδηροδρόμου, πλάτους 75 ἑκατοστῶν, ἀπέβλεπε δὲ βεβαίως καὶ εἰς τὴν ἐξόρυξιν τοῦ μεταλλείου τῶν μαρμάρων Πεντέλης. Ἀκολούθως παρεσκευάσθη ἡ γενησομένη δημοπρασία, αὐτή, ἡ ὁποία, ὡς λέγουσιν,—ἐγὼ δὲν ἀναλαμβάνω καμμίαν εὐθύνην δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μοὶ διηγήθησαν,—λαμβάνει, ὡς φαίνεται, ὑπὸ τὴν ἰδιαιτέραν προστασίαν της τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς, διὰ τὸν ἀκόλουθον λόγον, διότι ἀποκλείει τοῦ συναγωνισμοῦ πᾶσαν ἄλλην ἑταιρίαν, καθόσον ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν κατασκευῆς νέου σιδηροδρόμου, πλάτους ἑνὸς μέτρου, ὁ δὲ κ. Ψύχας ἔχει δικαίωμα κεκτημένον κατασκευῆς σιδηροδρόμου 75 ἑκατοστῶν. Διαμαρτύρεται ὁ κ. Ψύχας,— ὡς μοὶ διηγήθησαν, ἐπαναλαμβάνω,—ὅτι τρόπον τινὰ παραβιάζονται τὰ δικαιώματά του, διότι αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κατασκευῆς ἐκείνης τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ἀλλὰ τῷ ἀπαντῶσιν, ὅτι ὅσα ἔλεγεν εἶναι ἄσχετα τῇ δημοπρασίᾳ. Μοὶ προσέθηκαν τότε, ὅτι ὁ κ. Ψύχας προέτεινε νὰ ἀναλάβῃ καὶ ἐκεῖνος τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου μὲ πλάτος ἑνὸς μέτρου. Τότε τῷ ἀπαντῶσιν ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατασκευάσῃ σιδηρόδρομον ἑνὸς μέτρου, ἤτοι πλατύτερον τῆς συμβάσεώς του, ἀλλὰ μόνον 75 ἑκατοστῶν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀπέχω ἐντελῶς νὰ υἱοθετήσω τὰ θρυλούμενα. Εἰς τοῦτο μόνον περιορίζομαι, ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται περὶ σπουδαίας πηγῆς τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ἡ ὁποία σχετίζεται καὶ μὲ πολλὰ ἄλλα ζητήματα, νομίζω ὅτι τόση σπουδὴ δὲν εἶναι πολὺ δεδικαιολογημένη. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἑταιρία, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν λατομίων, ἂς δοθῇ, ἀλλὰ μετὰ μελέτην ὥριμον. Ἂς μὴ γείνῃ ἡ δημοπρασία τὴν προσεχῆ Κυριακὴν, καὶ ἂς συγκροτηθῇ ἐπιτροπή τις ἐν ἀνάγκῃ κοινοβουλευτική, εἴτε τεχνική, ἢ μικτή, ἵνα μελετήσῃ καὶ φέρῃ ἐνώπιον ἡμῶν μίαν ἔκθεσιν περὶ τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς θὰ ἀδικηθῇ, διότι πάντοτε ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦναι εἰς καιρὸν νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤδη ἔλαβε λίαν ἐσπευσμένως.
§63ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι πολὺ σπουδαιότερον ἢ ὅσον παρεστάθη παρὰ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων. Ἀλλ’ ἵνα τοιοῦτον σπουδαῖον ζήτημα ἐξετασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, βεβαίως πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀκριβῆ ἔρευναν αὐτοῦ. Ἓν δὲ τῶν στοιχείων τούτων εἶναι καὶ ἡ προκήρυξις δημοπρασίας, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἐδημοσίευσεν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἴδω καὶ ἐξετάσω. Τὸ θέμα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πολὺ σπουδαιότερον ἢ ὅσον παρεστάθη παρὰ τῶν κ. κ. προλαλησάντων· διότι δὲν πρόκειται μόνον ν’ ἀποστερηθῶσιν ἑκατοντάδες ἀνθρώπων,— ἐργατῶν λιθοξόων, λατόμων, ἐργολάβων,—ἐργασίας, ἡ ὁποία πορίζει εἰς αὐτοὺς τὰ πρὸς τὸ ζῆν, δὲν πρόκειται μόνον νὰ στερηθῇ ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος τὸ περικαλλὲς μάρμαρον, διὰ τοῦ ὁποίου καλλύνεται ἡ πόλις ἅπασα τῶν Ἀθηνῶν, δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς πωλήσεως τῶν μαρμάρων τούτων μένει ἐν τῇ χώρᾳ, δὲν πρόκειται περὶ τῆς Πεντέλης ἢ τοῦ Ἡγουμένου ἢ ἄλλων προσώπων, περὶ ὧν ἐλάλησαν πρὸ μικροῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ἱστορικοῦ πεντελικοῦ μαρμάρου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξάγηται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τὸ δὲ χρῆμα, τὸ ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ μαρμάρου τούτου προσποριζόμενον, βεβαίως δὲν θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν τόπον, —ὅπερ ἀμφισβητοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὴν ἐπὶ πεντηκονταετίαν παραχώρησιν τῶν λατομείων τῆς Πεντέλης εἰς ξένην ἑταιρίαν,—ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ ἄλλων πολλῶν ζητημάτων, περὶ τῶν ὁποίων θὰ συζητήσωμεν, ὅταν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα. Πρόκειται, ἴσως, Κύριοι, περὶ ἐξαντλήσεως τοῦ καλλίστου πεντελικοῦ μαρμάρου, διὰ τοῦ ὁποίου κατεσκευάσθη ὁ Παρθενὼν καὶ τὰ ἄλλα περικαλλῆ καὶ πεφημισμένα μνημεῖα τῆς ἀρχαιότητος καὶ τἆλλα τὰ σημερινὰ δημόσια καὶ ἰδιωτικὰ οἰκοδομήματα, διότι, ὡς λέγεται, μικρὰ ὑπάρχει ποσότης πρώτης ποιότητος πεντελικοῦ μαρμάρου, τοῦτο δὲ πρέπει ἁρμοδίως καὶ ἐπιστημονικῶς νὰ πιστωθῇ. Δὲν εἶναι ἀληθῆ δὲ τὰ πρὸ μικροῦ λεχθέντα, ὅτι οἱ λατόμοι καὶ οἱ ἐργολάβοι καὶ οἱ λιθοξόοι ἐργάζονται δι’ ἀτελῶν μεθόδων καὶ καταστρέφουσι τὰ μάρμαρα. Ταῦτα πάντα εἶναι προφάσεις. Πρέπει ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἀναφορὰν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς φερομένην, ἀναφορὰν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ ἐργοστασιαρχῶν, ὑπὸ ἐνοικιαστῶν λατομείων, ὑπὸ ἀρχιτεκτόνων, ὑπὸ ἐργολάβων, ὑπὸ γλυπτῶν, ὑπὸ λιθοξόων, ἐν ὅλῳ διακοσίων καὶ πλέον. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ἐν αὐτῇ ἀναφερόμενα. Διότι βεβαίως εἶναι σπουδαῖον τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι, ἐνῷ σήμερον οἱ ἐργολάβοι καταβάλλουσι κατὰ μέσον ὅρον δι’ ἕκαστον κυβικὸν μέτρον Πεντελικοῦ μαρμάρου 6 δραχ. καὶ 65 λεπτὰ, ἡ ἑταιρία ἡ ξένη, ἡ ὁποία μέλλει νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον, θὰ καταβάλῃ κατὰ μέσον ὅρον δραχμὴν 1 καὶ 40 λεπτὰ κατὰ κυβικὸν μέτρον. Εἶναι πλεῖστα ὅσα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα γεννῶνται ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἵνα ἐξετάσωμεν αὐτὸ, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὴν διακήρυξιν τοῦ πλειστηριασμοῦ καὶ τὰς ἄλλας πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν τὸν Ὑπουργὸν νὰ χορηγήσῃ πεντηκονταετῆ μίσθωσιν, πάντως δὲ ἐπείγει τὸ ζήτημα, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ προκήρυξις τῆς δημοπρασίας, ἡ ὁποία μέλλει νὰ λάβῃ χώραν κατὰ τὴν προσεχῆ Κυριακὴν, ἤτοι μετὰ τὴν αὔριον, ὡς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ὑπεστήριξαν. Ἐλπίζω ὅτι θὰ σπεύσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐὰν ἕνεκα τῆς φύσεως τῆς ὑποθέσεως δὲν ἀπεμαρμαρώθη καὶ αὐτὴ, νὰ καταθέσῃ τὴν διακήρυξιν, καὶ νὰ ἀναστείλῃ τὸν μέλλοντα νὰ λάβῃ χώραν πλειστηριασμὸν κατὰ τὴν προσεχῆ Κυριακήν. Τότε δὲ ἐπιφυλάττομαι νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξω τὰ σπουδαῖα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἐργοστασιάρχαι καὶ οἱ λατόμοι εἰς πάντας τοὺς ὅπως δήποτε δυναμένους νὰ λάβωσι τὸν λόγον νομίζω ὅτι ἀνέπτυξαν προφορικῶς.
§64ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Οἱ συντάξαντες τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας, τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον ἀνέγνωσα, δὲν ἐσκέφθησαν διὰ τὰς ἐπιζημίους συνεπείας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμεναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ὄχι μόνον ἐναντίον ἀτόμων, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τῆς κοινωνίας, ἐναντίον τοῦ Δημοσίου καὶ ἐναντίον τοῦ Κράτους. Οἱ διέποντες τὰ τῆς Μονῆς δὲν εἶχον τὴν προσήκουσαν προσοχὴν, ἵνα ἐξετάσωσι τὰς συνεπείας τοῦ ἔργου τούτου. Ἀρκεῖ μόνον νὰ ἴδητε, ὅτι ἡ δημοπρασία προαπαιτεῖ ἐγγύησιν 50,000 δραχμῶν, ἵνα ἐννοήσητε, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν Ἑλλήνων δύναται νὰ παρουσιασθῇ ὡς συναγωνιστὴς ἐν τοιούτῳ συναγωνισμῷ, ἑπομένως ὑποκρύπτεται πάντοτε ὄχι δόλος, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τοῦ νὰ δοθῇ τὸ ἔργον εἰς ξένην ἑταιρίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἔχει νὰ πάθῃ ὄχι μόνον κοινωνικῶς, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς. Ἐὰν οἱ διέποντες τὰ τῆς Μονῆς Πεντέλης εἶχον ὄχι συνείδησιν, ἀλλ’ ἔστω καὶ ἁπλῆν εἰλικρίνειαν, ἤθελον σκεφθῆ, ὅτι πρὸ δεκαετίας μόλις ἐκ τῶν μαρμάρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον θέλουσι νὰ δώσωσιν εἰς ξένους πρὸς ἐνοικίασιν, δὲν ἐλάμβανον οὐδὲ ὀβολόν. Οἱ Ἕλληνες, οἱ δυστυχεῖς λατόμοι, ἤρχισαν νὰ ἐνοικιάζωσι τοιαῦτα λατομεῖα, καὶ ἤνοιξαν μεγάλην πηγὴν πλούτου καὶ διὰ τὴν Μονὴν καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Ἐνῷ δὲ πρὸ δεκαετίας δὲν ἐλάμβανον οὔτε χιλίας δραχμὰς αἱ δύο Μοναὶ, σήμερον ἀπολαμβάνουν 20 χιλιάδας κατ’ ἔτος ἀπὸ τὴν μίσθωσιν τῶν λατομείων αὐτῶν, μετὰ μίαν δὲ ἑτέραν δεκαετίαν θ’ ἀπολαμβάνωσι πλέον τῶν 50 χιλιάδων. Ζῶσι δὲ εἴκοσι χιλιάδες ἀνθρώπων ἐκ τῶν λατομείων αὐτῶν, διότι ἐκτὸς τοῦ ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ εἶναι καὶ ὁ πληθυσμὸς τῶν τεχνιτῶν, οἱ ἀρχιτέκτονες καὶ οἱ ἐργολάβοι. Λοιπὸν ἐὰν δοθῇ εἰς ξένην ἑταιρίαν ἡ καλλιέργεια τῶν λατομείων, θὰ ζημιωθοῦν καὶ οἱ ἰδιῶται καὶ τὸ Δημόσιον, τρέχομεν δὲ καὶ τὸν κίνδυνον νὰ γεννηθῶσι ζητήματα διεθνῆ, εἰς τὰ ὁποῖα πάντοτε ὑποκύπτομεν, διότι εἴμεθα ἀνίσχυροι. Μὴ γεννήσητε κοινωνικὰ ζητήματα ἐν Ἑλλάδι, ῥίπτοντες εἰς τὰς ὁδοὺς 20,000 ἀνθρώπους. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἀναστείλῃ τὴν δημοπρασίαν αὐτὴν, ἡ ὁποία ἔσεται καταστρεπτικὴ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, νομίζω ὅτι ὑπεβλήθη ἀναφορὰ εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν ἵνα τὴν ἀνακοινώσω. Ἰδοὺ αὕτη. Εἶναι ἀναφορὰ ἐνοικιαστῶν λατομείων, ἐργολάβων, γλυπτῶν καὶ λιθοξόων, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ εἰς πεντηκονταετῆ μίσθωσιν ἔκδοσις τῶν ἐπὶ τοῦ Πεντελικοῦ λατομείων μαρμάρου.
§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁλόκληρος ἡ ἀναφορά.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω περιττὸν, διότι διενεμήθη ἔντυπος.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀναγνώσεως ἢ μὴ τῆς ἀναφορᾶς, ἀφοῦ αὕτη διενεμήθη, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν πράγματι ἡ προκηρυχθεῖσα δημοπρασία πρόκειται νὰ διεξαχθῇ τὴν Κυριακήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μεγάλην εὐθύνην ἀναλαμβάνει, διότι θὰ ἀποδειχθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτι προβαίνει ἡ Μονὴ εἰς παραχώρησιν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει· π. χ. εἰς παραχώρησιν κατασκευῆς σιδηροδρόμου καὶ παραλλήλου πρὸς τὸν σιδηρόδρομον Ἀττικῆς καὶ Πεντελικοῦ. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβε καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὴν προκηρυχθεῖσαν δημοπρασίαν. Δὲν εἶναι δὲ μόνον ἡ Μονὴ Πεντέλης, ἀλλὰ καὶ ἡ Μονὴ Ἀσωμάτων, ἡ ὁποία προβαίνει εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον· οὕτω δὲ ὁλόκληρος ἡ περιφέρεια, ἡ περιλαμβάνουσα τὰ λατομεῖα τῆς Ἀττικῆς, καθίσταται ἓν μονοπώλιον.
§70Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀξία προσοχῆς, διότι εὐλόγως δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν ὑπόνοιαι δυσάρεστοι εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ δώσω λόγον ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει, ὅτε θέλομεν παρουσιάσει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Βόλου κ. Σχινᾶς ἐζήτησε.
§71Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὴν Κυριακὴν γίνεται ἡ δημοπρασία.
§72Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ ὑπόνοια, ἥτις ἐγεννήθη, ὅτι πρόκειται νὰ θέσωμεν τὰ χρήματα τοῦ Κράτους εἰς τὰ θυλάκια ἰδιωτῶν, εἶναι ἀνύπαρκτος, θέλετε δὲ πεισθῆ ἐκ τῶν ἐγγράφων καὶ ἐξ ἄλλων, ὅτι ἐγένετο ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ἡ δημοσίευσις.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ δημοπρασία.
§74Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μάλιστα, ν’ ἀναβληθῇ.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ συζητήσῃ — καὶ κρίνω εὔλογον τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην — καὶ ἐπειδὴ ἡ δημοπρασία προεκηρύχθη νὰ λάβῃ χώραν τὴν Κυριακὴν, πρέπει νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα συζητήσῃ, ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην δέον νὰ ἀναβληθῇ ἡ δημοπρασία.
§76Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Α. Τόμαν).
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§78Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1897. Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 121 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου». Ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ». Ὡσαύτως νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΥΜΖʹ νόμου τῆς 26 Μαΐου 1887 ἔτους περὶ ὀργανισμοῦ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους». Ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡΟϚʹ νόμου τῆς 13 Ἀπριλίου 1884 ἔτους περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ συσταθέντος σώματος μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ» καὶ νομοσχέδιον «περὶ ὀργανισμοῦ ἐφορείας ναυτικῶν ἐργαλείων καὶ χαρτῶν».
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 55–40).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀναγνώστης Μοιραδάκης Μάντακας, ἀρχηγὸς τῆς ἐπαρχίας Κυδωνίας τῆς Κρήτης, αἰτεῖται μηνιαῖον βοήθημα. Ἡ Ἰσραηλιτικὴ κοινότης Κερκύρας παρακαλεῖ δι’ ἐγγράφου νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ποσὸν δι’ ἀντιμισθίαν τοῦ ἱεροδιδασκάλου τῆς κοινότητος. Ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης καταθέτει πρότασιν περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 41).
§81ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ ἡ αἴτησις τοῦ ἀρχηγοῦ Μοιραδάκη νὰ συστηθῇ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§83Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ὀργανισμοὺς ἁπάντων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἐν ἐφεδρείᾳ πλοίων, ὡς καὶ τὸν τοῦ ἐν Πόρῳ Προγυμναστηρίου καὶ τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§85ΣΤΑΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς καὶ τὸ συναφὲς αὐτῷ καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὑπολειφθέντα ἐκ τῆς παρελθούσης συνόδου, εἶναι πολὺ σπουδαῖα, καὶ καλὸν εἶναι νὰ σταλῶσι προηγουμένως εἰς τὰς ἐπιτροπάς.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον προετάθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Μάρτιον τοῦ 1896. Ἐπειδὴ δὲ ἐπρόκειτο νὰ τροποποιηθῇ κατά τι διάταξίς τις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὑπέλαβον ὅτι ἦτο καλλίτερον νὰ εἰσαγάγω αὐτὸ ἐκ νέου. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς τὴν Βουλὴν, διότι εἶχεν αὐτὸ ἐν χερσὶ ἐπὶ πολλοὺς μῆνας. Τότε ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ συνέλθῃ καὶ συζητήσῃ αὐτὸ, εἶχε δ’ ἀποφασήσει τότε ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ ἀπ’ εὐθείας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν διαφέρει παντάπασι τοῦ πρώτου ὑποβληθέντος, εἰμὴ κατὰ μίαν διάταξιν. Ἑπομένως μοὶ φαίνεται μάταιον νὰ ἀπολέσωμεν χρόνον, ἐνῷ ὁ καιρὸς ἴσως ἐπείγει.
§87ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀπωλείας χρόνου, διότι ἡ Βουλὴ θὰ προβῇ εἰς ἄλλο ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ πρόκειται ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐποχὴν δὲν εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις. Διὰ τοῦτο ἐπρότεινα καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, καθὼς καὶ τ’ ἄλλα νομοσχέδια, τὸ περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, τὸ περὶ γεωργικῶν σταθμῶν καὶ τὸ περὶ συντηρήσεως καὶ προστασίας τῶν δασῶν, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπάς.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ζητῆται ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπὴν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ τώρα προβάλλεται εἰς συζήτησιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ νομοσχεδίου πρώτην φορὰν εἰσαγομένου, δὲν ἤθελον ἀντείπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαχθῆ πρὸ 10 μηνῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνονται εἰς ὃ σημεῖον εἶχον ἀπολειφθῆ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ζητῆται ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπήν.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶχεν ἀληθῶς ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, τοῦτο ὅμως δὲν ἀποκλείει τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, διότι, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ νομοσχέδια ἀναγράφονται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ κατόπιν ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ περὶ τῆς παραπομπῆς αὐτῶν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἴτε πρὸ εἴτε μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς. Λοιπὸν ἀκριβῶς εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον εὑρισκόμεθα, νομίζω δέ, ὅτι, ἀφοῦ ὑπεβλήθη τοιαύτη αἴτησις, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται περὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν μὲν τότε, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις δὲν ἐπεδιώχθη ἀμέσως, καὶ μόλις εὑρισκόμεθα εἰς τὴν τρίτην μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς συνεδρίασιν τῆς συνόδου, καλὸν εἶναι νὰ ὑποβληθῶσι καὶ αὐτὰ εἰς τὴν νόμιμον προεξέλεγξιν τῶν ἐπιτροπῶν. Πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως δικηγορικῶν συλλόγων εἰσάγει νέον θεσμὸν παρ’ ἡμῖν, ὁ ὁποῖος ἀποῤῥοφᾷ μέρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καθόσον ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ τοὺς δικηγόρους μετατίθεται ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν δικηγορικὸν σύλλογον, ἐντεῦθεν δ’ ἐπιβάλλεται, ὅπως ἐπεξεργασθῇ αὐτὸ εἰδικὴ ἐπιτροπή.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς δέον νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ 10 Βουλευτῶν.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ ἀναβολῆς.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἶναι ἀναβολή.
§93ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων. Τὸ νομοσχέδοιν τοῦτο ὑπεβλήθη πέρυσι, παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἐτάχθη προθεσμία, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ προσαγάγῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἐδόθη παράτασις τῆς προθεσμίας καὶ δευτέρα καὶ τρίτη. Ἐν τούτοις ἡ ἐπιτροπὴ δὲν κατώρθωσεν οὔτε νὰ συνέλθῃ. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρισκόμεθα, καὶ τὴν αὐτὴν τύχην θὰ λάβῃ, ἐὰν παραπεμφθῇ, διότι δὲν κατορθοῦται ποτὲ ἀπαρτία εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Νομίζω ὅμως καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων εἶναι ὀρθή. Νὰ σχηματισθῇ δηλαδὴ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτὸ, καὶ ἑπομένως ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ κατὰ τοῦτο τὴν πρότασιν τοῦ νὰ σχηματισθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ νὰ ταχθῇ εἰς αὐτὴν σύντομος προθεσμία.
§94Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπέβαλε τὰ πυροτεχνήματα ἐκεῖνα τῶν νομοσχεδίων, ἤτοι μίαν περίπου ἑκατοντάδα, ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι λαμβάνει σπουδαιότατα μέτρα καὶ περὶ τῶν δασῶν, ὑπέβαλε δὲ τέσσαρα νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων, ἂν μὴ πλανῶμαι, ἐψηφίσθη μόνον ἓν, ὑπολείπονται δὲ τρία ἕτερα. Ἐκ τῶν τριῶν αὐτῶν νομοσχεδίων, σήμερον ζητεῖται νὰ ψηφισθῇ τὸ περὶ ἀποστολῆς ὀκτὼ ὑποτρόφων εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλὰ ἀναντιῤῥήτως τὰ δύο νομοσχέδια, ὑπὸ τὸν τίτλον «περὶ συντηρήσεως τῶν δασῶν» καὶ «περὶ ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν», δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον θὰ φέρουν τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπόσχεται, περὶ προστασίας τῶν δασῶν, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ χωρισθῶσι. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, καὶ προσέτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ, ὡς ὑποθέτω, ἀποφασίσῃ ν’ ἀποσταλῇ τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, θεωρῶ καλὸν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀποφανθῇ καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν δύο νομοσχεδίων, ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲ νὰ ἐξετάσῃ τὸ σύνολον τῶν προτεινομένων κυβερνητικῶν μέτρων. Ὡς πρὸς δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, βεβαίως καὶ αὐτὸ ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο κακὸν νὰ ὑπεβάλλετο ἀμέσως εἰς τὴν βάσανον τῆς πρώτης συζητήσεως. Κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν ἴσως εἶναι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται μετὰ τοιαύτην προεξεργασίαν, εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μελετᾶται ἀπὸ τοῦ 1876, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ἀπὸ τὴν Νομικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλοτε παρ’ ἐμοῦ τρὶς, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη εἰς δύο ἀναγνώσεις, ἀκολούθως δ’ ἀνεθεωρήθη, κατὰ τὰ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ ἰσχύοντα, ὑπὸ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν, ὅστις ἐπεξειργάσθη αὐτὸ ἐπὶ διετίαν. Ἐξαιρετικὴ εἶναι ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπεξεργασία. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποστῇ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀφοῦ ἔχομεν ἑτέρας δύο, καὶ ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ δύναται νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ὁρισθῇ καὶ προθεσμία πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς. Τοῦτο δὲ λέγω, διότι εἶναι ἴσως ἡ μόνη ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις προέτεινεν ἐξ ὅλων τῶν νομοσχεδίων της μόνον τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα, ἀκολούθως δὲ θὰ τυπωθῶσιν ὅλα τὰ ἄλλα, ἐπίσης καὶ τὸ περὶ προικίσεως τῆς βασιλόπαιδος Μαρίας, τὰ ὁποῖα θὰ παραγκωνίσωσι καὶ τὸ περὶ δικηγορικῶν συλλόγων.
§95ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι ὁ εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως πρὸς παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπὴν, ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ πρὸ μικροῦ ὑφ’ ὑμῶν λεχθέντα, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, διότι σεῖς ὑπεστηρίξατε, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ πρότασίς μου νὰ ὑποστηρίζηται παρὰ δέκα Βουλευτῶν, ἵνα τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἀναβολῆς, οὔτε περὶ προτάξεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς, ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς, δύναται, ἂν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, νὰ παραπέμψῃ τὴν πρότασιν νόμου εἰς τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 48 ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς, ὁρίζουσα καὶ τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἔκθεσίν των. Ἑπομένως συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 36 ἐποιησάμην τὴν πρότασιν τῆς παραπομπῆς. Ἀλλὰ ὑπάρχουσι καὶ νομοσχέδιά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν, ὡς π. χ. τὸ ἐγγεγραμμένον ὡς τρίτον ἐν τῇ σημερινῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἤτοι τὸ περὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ ὑπὸ τοῦ διαρκοῦς Ναυτοδικείου καταλογιζομένῃ ποινῇ. Οὐδεὶς, νομίζω, ἔχει ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἐψηφίσθη τελευταῖον ὅμοιος νόμος, προκειμένου περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ἐπίσης οὐδεμία ἀντίῤῥησις δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ τοῦ τετάρτου νομοσχεδίου, ἤτοι τοῦ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 νόμου ΑΧΚΕʹ περὶ τελῶν χαρτοσήμου, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνεζητήθη δὶς κατὰ τὴν λήξασαν σύνοδον. Ἀλλὰ τὰ ἄλλα νομοσχέδια πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπὴν, διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτων θεσμῶν, καὶ δὲν προσήκει νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν. Ἂν ὅμως ἡ πλειοψηφία τὸ ἀπαιτῇ, τότε βεβαίως θέλομεν συζητήσει.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι οὐδὲ πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν οὐδὲ πρέπει νὰ μὴ παραπεμφθῶσι· πρέπει νὰ γένηται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κανονισμὸς διατάσσει, διότι πρὸ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ πρέπει νὰ ὑποτάσσωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν· ὁ δὲ Κανονισμὸς διατάσσει, ὅτι πάντα τὰ νομοθετικὰ ἔργα, τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἐπελάβετο κατὰ τὴν προηγομένην σύνοδον, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐπεψήφισεν ἐν συνόλῳ, δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐν τῇ ἑπομένῃ συνόδῳ εἰς ἣν εὑρίσκονται στάσιν. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου, ἂν εἶχε παραπεμφθῆ εἰς ἐπιτροπὴν, ἢ ὄχι. Ἂν δὲν εἶχε παραπεμφθῆ εἰς ἐπιτροπὴν, τότε νὰ παραπεμφθῇ εἴτε εἰς μίαν τῶν ἐπιτροπῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται, τῶν ἐπιτροπῶν τῶν κατασταθεισῶν ὡς διαρκῶν, εἴτε εἰς εἰδικὴν, τὴν ὁποίαν ἤθελε σχηματίσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐὰν εἶχε παραπεμφθῆ εἰς ἐπιτροπὴν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἐγκαταλείψει αὐτὸ, καὶ ἡ Βουλὴ ἀναγκάσθη νὰ τὸ ἐγγράψῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ πάλιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τοιαύτη εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ. Ὀφείλω δὲ καὶ μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου, ὁ ὁποῖος ἐφάνη τόσον πρόθυμος νὰ σκώπτῃ τὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐχαρακτήρισεν αὐτὰς ὡς πυροτεχνήματα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου δὲν ἐνθυμεῖται τὰ νομοσχέδια· ἂν ἐνεθυμεῖτο αὐτὰ καὶ ἂν ἐνόει τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν, δὲν ἤθελεν ἀναφέρει, ὅτι τὰ περὶ δασῶν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν τὸν Ἰανουάριον, εἶναι πυροτεχνήματα, οὐδ’ ἦσαν ταῦτα τέσσαρα, ἀλλὰ τρία, διότι τριῶν μόνον εἴχομεν ἀνάγκην. Ἂν παραπονώμεθα διὰ τὴν καταστροφὴν τῶν δασῶν, ἂν βλέπωμεν τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν δασῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας καταστρέφονται καὶ καίονται, ἂν τὰ δάση ἐλαττώνωνται καθ’ ἑκάστην, ταῦτα πάντα γίνονται, διότι δὲν διοικοῦνται. Ὁμοιάζομεν τοὺς ποιμένας ἐκείνους, οἵτινες φροντίζουσι μόνον νὰ ἀμέλγωσι τὸ ποίμνιον, μηδεμίαν ἄλλην φροντίδα καταβάλλοντες πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ. Τὰ δάση ἔχουσιν ἀνάγκην διοικήσεως καὶ περιφρουρήσεως καὶ συντηρήσεως, δὲν ἔχομεν δὲ διοίκησιν δασῶν, ὅταν ἔχωμεν χωροφύλακας ἢ ἀξιωματικοὺς ἢ πολίτας νὰ φυλάττωσιν ἢ νὰ διοικῶσιν αὐτὰ, διότι οὗτοι δὲν ἐσπούδασαν τὰ τῶν δασῶν, καὶ δὲν γνωρίζουσι πῶς ταῦτα φυλάσσονται. Εἶναι βεβαίως οὗτοι ἄξιοι δι’ ἄλλην ἀποστολὴν, δι’ ἣν προωρίσθησαν ἀλλὰ δὲν παρεσκευάσθησαν ἵνα διοικῶσιν ἢ ἵνα φυλάττωσι τὰ δάση. Λοιπὸν εἰσηγάγομεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνομοθετεῖτο τρόπος πρὸς παρασκευὴν δασοφυλάκων, ἀνακαλουμένων τῶν χωροφυλάκων ἐν ταῖς τάξεσι τῆς χωροφυλακῆς. Δασονόμους ὡσαύτως δὲν εἴχομεν ἐν Ἑλλάδι· λοιπὸν ἔπρεπεν ἢ νὰ φέρωμεν ἀλλοδαποὺς, ἢ νὰ παρασκευάσωμεν ἡμεδαπούς. Ἀλλὰ διὰ νὰ φέρωμεν ἀλλοδαποὺς, ἠθέλομεν ὑποβληθῆ εἰς πολλὰς δαπάνας, καὶ ἤθελε παρέλθει πολὺς χρόνος, ἕως οὗ μάθωσιν οὗτοι τὴν γλῶσσαν, ἵνα ἐννοῶσι καὶ ἐννοῶνται. Λοιπὸν ἀπεφασίσαμεν νὰ παρασκευάσωμεν ἡμεδαποὺς, καὶ ἐσκέφθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ εὕρωμεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσι παρασκευήν τινα, ὥστε ἡ σπουδὴ αὐτῶν ἡ εἰδικὴ νὰ μὴ διαρκέσῃ πλέον τῶν δύο ἐτῶν. Ὅθεν ἀπεβλέψαμεν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Τεχνῶν καὶ εἰς τὸ Πρακτικὸν Λύκειον, προτείνοντες διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ὁ ἐπιδοθησόμενος εἰς τὴν σπουδὴν τῆς δασονομίας ἔχῃ ἢ δίπλωμα τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς ἢ ἀποφοιτήριον τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου, ὑπελογίσαμεν δ’ οὕτω, ὅτι μετὰ δύο ἔτη θέλομεν ἔχει δασονόμους. Τοῦτο δὲ καὶ μόνον τὸ νομοσχέδιον εἶναι περὶ συντηρήσεως τῶν δασῶν. Ἀλλ’ ἂν τὸ νομοσχέδιον ἔμεινε νομοσχέδιον καὶ δὲν ἔγεινε νόμος, δὲν πταίομεν ἡμεῖς. Ἂν εἶχε γείνῃ νόμος, ἠθέλομεν ἔχει δασονόμους μετὰ ἓν ἔτος, ἐνῷ ἂν ψηφισθῇ νῦν τὸ νομοσχέδιον καὶ στείλωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην αὐτοὺς, θὰ τοὺς περιμένωμεν κατὰ τὰ 1898.
§97Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὸ παντὸς ὀφείλω νὰ διορθώσω μίαν παραδρομήν μου, διότι εἶπον ὅτι εἶναι ἔτι τρία νομοσχέδια, ἐνῷ πραγματικῶς εἶναι δύο, καὶ τοῦτο, διότι ἐν τῷ φακέλλῳ μου, ἐνταῦθα, εὗρον καὶ τρίτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὅμως, ὡς ἤδη παρετήρησα, εἶχεν ὑποβάλει ἄλλη Κυβέρνησις. Δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν παρακολουθῶ μετ’ ἐνδιαφέροντος τὰ τῶν δασῶν· καὶ παρακολουθῶ αὐτὰ ὄχι μόνον διότι αἰσθάνομαι τὴν αὐτὴν ὡς ἐκεῖνος στοργὴν, ἀλλὰ καὶ διότι εἶμαι ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας δασώδους. Ὁ κ. Πρόεδρος ὅμως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εὗρε καὶ τὴν λέξιν «πυροτεχνήματα» ἀκατάλληλον καὶ δεικνύουσαν τὴν σπουδήν μου, ὅπως σκώψω τὰ κυβερνητικὰ ἔργα. Ἂν ὠνόμασα πυροτέχνημα τὴν ἑκατοντάδα τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις, ὡς κάτοπτρον τῆς μελετωμένης νομοθεσίας καὶ διοικήσεώς της, ὑπέβαλε, δὲν εἶχον ἄδικον· διότι δὲν ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι πᾶσαι αἱ προτάσεις δὲν εἶχον σκοπιμότητα, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ὑπεβλήθησαν μετὰ σπουδαιότητος πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν, καὶ δι’ αὐτὸ μετὰ τὴν πρώτην λάμψιν των ἀφῆκαν ὄπισθέν των τὸν καπνὸν, ἀπαραλλάκτως, ὡς τὰ πυροτεχνήματα. Καὶ πῶς νὰ τὰ ὀνομάσω ἄλλως, παρὰ πυροτεχνήματα κυβερνητικὰ, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλουσι μείνῃ εἰς τὰ ἑρμάρια τοῦ Κοινοβουλίου, τίς οἶδεν ἐπὶ πόσον χρόνον; Καὶ πῶς ἄλλως νὰ ὀνομάσω τὰ ὑπουργικὰ ἐκεῖνα νομοσχέδια, ἀφοῦ ὡς πόρισμα τῶν μελετῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἄλλο κάτοπτρον τὸ κυβερνητικὸν τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑπέβαλε; Καὶ τί γίνονται, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια; Ἢ μὴ τυχὸν συνεπληρώσατε ὅ,τι ἀπῃτεῖτο διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον, καὶ ἐτράπητε μετὰ τὴν καθησύχασιν πλέον τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης; Δὲν εὑρίσκω κἂν πρότασίν τινα, δυναμένην νὰ συνδυασθῇ μὲ τὸ τῆς ἀμύνης τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων κυβερνητικὸν πρόγραμμα, οὔτε μὲ τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας! Ἠναγκάσθην νὰ δώσω αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις. Ἂν ὠνόμασα τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων πυροτέχνημα, τοῦτο ἔπραξα ὄχι διότι νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ συντηρήσεως τῶν δασῶν δὲν εἶναι σπουδαιότατον, οὔτε ὅτι νομοσχέδιά τινα τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δὲν εἶναι σπουδαῖα, ὅπως ἀπασχολήσουν τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑποβάλλωνται νομοσχέδια ὡραῖα περὶ δασῶν, καὶ νὰ καταλήγωμεν εἰς νομοσχέδια πρὸς ἀποστολὴν ὑποτρόφων εἰς Εὐρώπην, ἐννοεῖτε δὲ, πάντοτε «ἐκ τῶν ἡμετέρων».
§98ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κρείττονα διοίκησιν καὶ φύλαξιν τῶν δασῶν εἶναι βεβαίως ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, συμφωνῶ δὲ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ὅσα εἶπε περὶ τῆς κατεπειγούσης ἀνάγκης λήψεως μέτρων πρὸς προπαρασκευὴν καταλλήλων διοικητῶν καὶ φρουρῶν τῶν δασῶν, διότι τὰ εἰς τὰ δάση ἀναγόμενα ζητήματα εἶναι ἀληθῶς ἄξια σπουδαίως νὰ ἀπασχολήσουν καὶ Κυβέρνησιν καὶ Βουλήν. Ἀκριβῶς διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς τῆς πολλαπλῆς σπουδαιότητος τῶν τοιούτων ζητημάτων θεωρῶ δικαίαν καὶ ὀρθὴν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων περὶ πλειοτέρας καὶ εἰδικοτέρας ἐπ’ αὐτῶν μελέτης· οὐδὲ εὑρίσκω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Στάη περὶ παραπομπῆς τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν εἰς ἐπιτροπὴν ἐπολεμήθη ἐπαρκῶς δι’ ὅσων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντέταξε κατ’ αὐτῆς. Δὲν ἐθεώρησα σπουδαίαν τὴν προσβολὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων δι’ ὅσων ἐν ἀρχῇ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀποκρούων αὐτήν, διότι δῆθεν δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ὑποβάλλεται, ἀλλὰ περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαρτίου ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κρεῖττον πάντων ἡμῶν γνωρίζει, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ διαρκεῖς τῆς Βουλῆς δὲν ἱδρύθησαν, ἵνα παραπέμπωνται εἰς αὐτὰς ὅσα κατεπειγόντως πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι νομοσχέδια, ἑπομένως νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εὐκαιροῦσιν οἱ Βουλευταὶ νὰ μελετήσωσι. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὑπαγορεύσαντα τὴν ἵδρυσιν τῶν διαρκῶν ἐπιτροπῶν τὸ πότε ὑπεβλήθη ἓν νομοσχέδιον. Δύναται νὰ παραπεμφθῇ εἰς αὐτὰς νομοσχέδιον χθὲς ὑποβληθὲν, καὶ νομοσχέδιον πέρυσιν ὑποβληθέν. Αἱ ἐπιτροπαὶ ἐδημιουργήθησαν, ἵνα εἰς αὐτὰς παραπέμπωνται πρὸς μελέτην ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἤθελε θεωρήσει ἄξια περαιτέρω ἐρεύνης καὶ μελέτης, ἐκεῖνα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἤθελε νομίσει ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τύχωσιν εἰδικῆς παρ’ εἰδικῶν ἐπεξεργασίας. Πρὸς τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ὑπεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν, ὅτι ὅσα ἀντετάχθησαν ἐν ἀρχῇ, ἀντλούμενα ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι ὑπεβλήθησαν πέρυσιν, ἐκλόνισαν οὐσιωδῶς τὴν ὀρθότητα τῆς προτάσεως ἐκείνης. Ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω ὅτι ἡ ὀρθότης τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ ἐκλονίσθη οὐδὲ ἀπὸ τὰ κατόπιν λεχθέντα δι’ ὑπομνήσεως τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν ἐν πάσῃ συνόδῳ μεταγενεστέρᾳ ἐξακολουθοῦσι τὰ νομοθετήματα ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἡ προηγουμένη σύνοδος ἀφῆκεν αὐτά. Τοῦτο δὲν ἔχει ἐπίσης σχέσιν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στάη, διότι ἡ εἰς ἐπιτροπὴν παραπομπὴ τῶν νομοσχεδίων, κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν, γίνεται ἢ μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς, ἢ καὶ αὐτῆς, ἀπροσδιορίστως, οὐδαμοῦ δὲ ὁρίζεται, ὅτι εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ ἡ ἀρχή, πρέπει ἀμέσως καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀπαραδέκτου ν’ ἀποφασισθῇ, ἂν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν. Δυνατὸν νὰ ἔχουν ψηφισθῆ καὶ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, καὶ πάλιν νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, καθ’ ἣν στιγμὴν πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἔχει ἀνάγκην, πρὸς πλήρη κατανόησιν τοῦ νομοθετήματος, εἰδικῆς μελέτης. Διὰ τοῦτο δὲν θεωρῶ, ὅτι ἐπολεμήθη ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, τὴν ὁποίαν κρίνω σπουδαίαν, ἀποβλέπων εἰς τὴν πολλαπλῆν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ νομοσχέδια περὶ δασῶν. Τὰ ἴδια λέγω καὶ περὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, περὶ ὧν ὡμίλησαν καὶ δύο Βουλευταὶ νομικοί, τῶν ὁποίων ὁ εἷς μέχρι ψυχώσεως ἔχει ἐγκολπωθῆ τὸ ζήτημα τῶν δικηγορικῶν συλλόγων καὶ ἡ πρὸς αὐτὸ στοργὴ αὐτοῦ εἶναι ἀληθῶς ἔκτακτος, φρονοῦντος ὅτι θέλει συντελέσει εἰς βελτίωσιν τῆς δικαστικῆς καταστάσεως διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ θεσμοθετήματος. Καὶ ἄλλος ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνέγνωσε πρώτην φορὰν τὸ νομοθέτημα, ὅτε διενεμήθη ἀπὸ τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ τὸ ἐμελέτησε καὶ ἠσχολήθη εἰς αὐτὸ, μετέσχε δὲ καὶ συζητήσεως περὶ αὐτοῦ ἐν τῷ δικηγορικῷ συλλόγῳ, ἠκούσατε ὅτι ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Καὶ ὁ ἐκ Βόλου κ. συνάδελφος, ὅπως σᾶς εἶπον, φιλοστοργώτατα ἔχων πρὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ σπεύδων μίαν ὥραν ἀρχήτερα νὰ τὸ ἴδῃ νόμον, παρεκάλεσε νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίῤῥησιν, μετὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἐξέφρασε, καὶ ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ δασῶν, καὶ ὡς πρὸς τὸ περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι ἡ παραπομπὴ αὐτῶν εἰς ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ὑπ’ αὐτῆς μελέτη δὲν πρόκειται νὰ καταναλώσῃ χρόνον, οὐδὲ πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἐναντίας λύσεως τὸ ὅτι κατὰ τὸν Μάρτιον παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸν Ἰανουάριον.
§100ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὸν Μάρτιον, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἔστω καὶ τὸν Ἰανουάριον, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ, παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις δὲν ἐπρόφθασε νὰ μελετήσῃ αὐτὸ, καὶ νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της. Δὲν πρόκειται νὰ πληρωθῇ ὁ τύπος τῆς ἀποστολῆς εἰς ἐπιτροπήν· εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ τὸ νομοθέτημα. Πάντες ἐμφορούμεθα ἀπὸ τὴν συναίσθησιν τῆς ἀνάγκης λήψεως μέτρου διὰ τὰ δάση, καὶ εἰς τὰς προτάσεις πάντων ἐμφιλοχωρεῖ τὸ πνεῦμα, ὅπως κατ’ ἐπίγνωσιν ψηφίσωμεν νομοθέτημα τοιοῦτον. Μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως εἶδον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως λίαν πρεπόντως πρὸ μικροῦ ἀποδεχθέντα πρότασιν οὐχὶ περὶ παραπομπῆς νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ περὶ ἀναβολῆς ἐκτελέσεως μέτρου διοικητικοῦ, μετὰ μελέτην ληφθέντος, λίαν δὲ ἀξιεπαίνως ἔπραξε τοῦτο, καὶ ἤθελον χαρῆ, ἐὰν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, τῆς παραπομπῆς τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν εἰς ἐπιτροπὴν, ἔβλεπον τὴν Κυβέρνησιν ἀφήνουσαν τὴν Βουλὴν νὰ ἀναζητήσῃ πληρέστερον φῶς ἐκ τῆς εἰδικῆς μελέτης αὐτῶν.
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λύει ἡ πλειοψηφία. Τὸ ζήτημα ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ παραπεμφθῇ νομοσχέδιόν τι εἰς ἐπιτροπὴν, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑποτάσσεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν μέλη τῆς μειοψηφίας ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν ἀνάγκην πλειοτέρων φώτων, ἡ πλειοψηφία δὲν ἔχει διάθεσιν νὰ στερήσῃ τὴν μειοψηφίαν τῶν φώτων, τῶν ὁποίων λέγει ὅτι ἔχει ἀνάγκην. Ἐγὼ, ἀγορεύσας δὶς ἢ τρὶς, ἐπεχείρησα νὰ πείσω τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, ὅτι ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν προτάσσουσι, δὲν εἶναι πραγματικὴ, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν χρόνον. Ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ μετὰ ταῦτα τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας ἐπιμένουσι, βεβαίως ἡ πλειοψηφία θέλει ἐνδώσει, ἵνα μὴ φανῇ στεροῦσα τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι διὰ τὴν μελέτην ταύτην. Ἀλλ’ ἐὰν σταλῇ εἰς ἐπιτροπὴν, δέον νὰ ταχθῇ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς, ἵνα μὴ συμβῇ ὅ,τι συνέβη καὶ ἄλλοτε. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἐπιμένετε, στέργω νὰ σταλῇ καὶ πάλιν τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν.
§102ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὰ δύο περὶ δασῶν;
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§104ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ περὶ προσωπικοῦ τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν νομοσχέδιον περιλαμβάνει ἐν ἄρθρῳ 6 διάταξιν, ἡ ὁποία θίγει καὶ τὰ στρατολογικὰ, διότι ὁρίζει ὅτι, ἐὰν καταταχθῇ τις εἰς τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀπαλλάσσεται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Συνεπῶς ἁρμοδία ἐπιτροπὴ, ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον, καθίσταται καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Πρόεδρος θέλει συστήσει ἐπιτροπὴν εἰδικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δέον νὰ ταχθῇ καὶ προθεσμία ὀκτὼ ἡμερῶν.
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, προθεσμία ὀκτὼ ἡμερῶν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ εἰδικὴ, εἰς ἣν ν’ ἀποσταλῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ δασῶν, καὶ ἡ ὁποία ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικηγορικῶν συλλόγων.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τοῦτο νὰ σταλῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§109Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ περὶ τούτου ἐγένετο συζήτησις, καὶ ἐν τῇ ἀπαντήσει αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζω ὅτι ἐξεδήλωσε τὴν συναίνεσιν, ὅπως καὶ τοῦτο ἀποσταλῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, μὲ τὴν αὐτὴν προθεσμίαν.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι περὶ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῶσι καὶ τὰ δικαστήρια, διότι πρόκειται περὶ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἀνατρέπει τὰ περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν ἐπὶ τοὺς δικηγόρους, ἀποσπᾶται ἀκριβῶς ἀπ’ αὐτῶν ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, καὶ καθίσταται Συμβούλιον πειθαρχικὸν ἐκ δικηγόρων, τὸ ὁποῖον θέλει ἐκδικάζει, καὶ οὐ μόνον ἐκδικάζει, ἀλλὰ καὶ ἀνακρίνει τὰ παραπτώματα τῶν δικηγόρων.
§112ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς τὴν ἐνάσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας.
§113ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὴν ἀφαιρεῖ διὰ τὰ τελούμενα ἐπ’ ἀκροατηρίου, ἀλλὰ περιορίζει ὁπωσδήποτε τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ἐνασκουμένην ἐν γένει ἐπὶ τοὺς δικηγόρους. Ἐγὼ οὐδένα θὰ εἶχον λόγον νὰ ἀντιστῶ εἰς τὴν ἀπόσπασιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῶν δικαστηρίων καὶ τὴν ἀνάθεσιν αὐτῆς εἰς τοιοῦτον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ συνίσταται ἐκ δικηγόρων, ἐὰν ἠδυνάμην νὰ πεισθῶ ἀφ’ ἑνὸς ὅτι ἐγένετο κατάχρησις ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς τῆς ἐπὶ τοὺς δικηγόρους πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ νὰ λειτουργήσῃ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ δικηγορικοῦ σώματος. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ κατορθωθῇ τοῦτο, διότι, ἀφιεμένης τῆς ἐκλογῆς τοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν καθολικὴν ψῆφον τῶν δικηγόρων, εἶναι πολὺ πιθανὸν, ὅτι εἰς τὴν τύχην θὰ ἀφεθῇ ὁ καταρτισμὸς τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ μετάσχωσι τοῦ πειθαρχικοῦ Συμβουλίου, δὲν θὰ θελήσωσι νὰ μετάσχωσι. Δὲν θὰ εἶχον, εἶπον, καμμίαν ἀντίῤῥησιν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπειθόμην, ὅτι ἐγένετο κατάχρησις ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας περὶ τὴν ἐνάσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοὺς δικηγόρους, ἀλλὰ παρὰ πάντων ὁμολογεῖται, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε πρόκειται περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ βάθρων ἀνατρέπουσι τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, πρόκειται περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα τροποποιοῦσιν ἀκριβῶς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τῶν δικαστηρίων, καθόσον ἀποσπῶσιν αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἐν γένει δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐπὶ τοιούτων δὲ ζητημάτων νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῶσι τὰ δικαστήρια, νὰ ἐρωτηθῶσι καὶ ὅλοι οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι κατ’ ἰδίαν ἐπεξειργάσθησαν μετ’ ἐπιμελείας τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔσχον τὴν πρωτοβουλίαν τῆς εἰσαγωγῆς παρ’ ἡμῖν τοῦ ἐν λόγῳ θεσμοῦ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναπαυθῇ τις εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν. Σήμερον, ὅτε ἐξετελέσθη τὸ ἔργον, ἀνάγκη νὰ τὸ μελετήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπαρκὴς προθεσμία, ἵνα δυνηθῇ νὰ συμβουλευθῇ καὶ τὰ ἐν ἄλλαις χώραις κρατοῦντα σχετικῶς πρὸς τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους.
§114Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀποστολῆς εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου μετὰ τεταγμένης προθεσμίας οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν, μολονότι φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἀποστολὴ αὕτη θέλει διαψεύσει τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον, πιστεύοντα ὅτι πάσχω ἀπὸ ψύχωσιν καὶ θέλω νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς μιᾶς συνεδριάσεως διὰ πάσης θυσίας. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἔσπευσε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν καὶ δηλώσῃ τὰς γνώμας του καὶ τὰς σκέψεις του, αἱ ὁποῖαι ὁμολογῶ ὅτι εἶναι λίαν πολύτιμοι, διότι κέκτηται μεγάλην πεῖραν, καὶ αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ληφθῶσιν ἐν καιρῷ ὑπ’ ὄψιν, ὅτε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ δοθῇ καὶ μία ἀπάντησις παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν συμφωνοῦσι πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος φαίνεται ὅτι τείνει εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ περὶ τούτου δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι προτιμότερον ἀπ’ εὐθείας νὰ προτείνῃ τοῦτο, καὶ οὐχὶ διὰ τῆς μεθόδου τῆς γνώμης τῶν δικαστηρίων. Δὲν ἐδήλωσεν ὁ κ. συνάδελφος τί ἐννοεῖ διὰ τῆς προτάσεώς του. Ἐννοεῖ ν’ ἀποφανθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος, ν’ ἀποφανθῶσι τὰ πέντε Ἐφετεῖα, τὰ 22 Πρωτοδικεῖα καὶ ὅλα τὰ Εἰρηνοδικεῖα, ἢ τῷ ἀρκοῦσι μόνον τὰ Ἐφετεῖα, τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος; Ἀλλ’ ἐὰν θελήσωμεν νὰ ζητήσωμεν τὴν γνώμην αὐτῶν καὶ γνώμην σπουδαίαν, νομίζει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι θὰ ἀρκέσῃ ἡ προθεσμία τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν, τῶν δέκα, τῶν εἴκοσιν ἢ τῶν τριάκοντα; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι ἔχω πολλοὺς δισταγμοὺς περὶ τούτου, ἢ μᾶλλον πεποίθησιν περὶ τοῦ ἐναντίου. Δύναται λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἔχῃ ὁποιανδήποτε γνώμην περὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἶναι ἐλεύθερος νὰ δηλώσῃ αὐτήν, ἀλλὰ νὰ θέλῃ νὰ ματαιώσῃ οἱανδήποτε ἐργασίαν διὰ τῆς μεθόδου τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν δικαστηρίων, νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον.
§115ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναμιγνύωμεν τὰ δικαστήρια εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§116Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην σας. Ὑπάρχουσι νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων ἔδωκαν γνώμην τὰ δικαστήρια· καὶ ἐν Γερμανίᾳ γίνεται τοῦτο, καὶ ἀλλαχοῦ ἡ γνώμη τῶν δικαστηρίων ὑπῆρξε πολλάκις σοφωτάτη. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην αὐτῶν ἐκπεφρασμένην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν ὑποθέσωμεν τὸ ἐναντίον, ἡ ἀποδοχὴ τῆς τοιαύτης προτάσεως θέλει καταλήξει εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου, ν’ ἀποσταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δοθῇ προθεσμία ὀκτὼ ἢ δέκα ἡμερῶν, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, ἀλλὰ κρίνω καλὸν, ὅπως ἥ τε ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ μὴ ζητήσωσι τὴν γνώμην τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἢ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, ἡ ἐπιτροπὴ δ’ αὕτη ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς δέκα ἡμερῶν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ ὑπὸ τοῦ διαρκοῦς Ναυτοδικείου καταλογιζομένῃ ποινῇ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 νόμου ΑΧΚΕʹ περὶ τελῶν χαρτοσήμου.
§119ΡΑΛΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παραδεχθῇ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναγραφῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ναὶ μὲν λέγει ὁ Κανονισμὸς, ὅτι δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν νέαν σύνοδον τὰ διακοπέντα ἔργα ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἀφέθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν, ἀλλὰ τὸ δύναται ἐκεῖνο εἶναι ἐνδεικτικὸν, ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πλειοψηφίας νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα ἀφ’ οὗ σημείου διεκόπησαν, ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὰ ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ εἰκοσαετίας, ὅτι πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἐθεώρησαν ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπαναλάβωσι τὰ νομοσχέδια ἀπ’ ἀρχῆς. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπισπάσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς· πρόκειται περὶ προσθέτου ὑπερμέτρου φορολογίας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς φορεῖς τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἡμῶν ἐμπορίου. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συναινέσῃ, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποστῇ τὴν βάσανον καὶ τῶν τριῶν ἀναγνώσεων.
§120ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ὅτε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἦλθε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἰς συζήτησιν, ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, περὶ τὴν δευτέραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὥραν, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχον ζητήσει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον, καὶ βλέπων ὅτι τινὰ τούτων ἦσαν ἀπόντα τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Ὀφείλω χάριτας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι διὰ τῆς ἀναβολῆς ἐκείνης μᾶς παρέχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσῳ ἁπλοῦν καὶ δίκαιον φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τόσῳ μεγάλας καὶ σοβαρὰς συνεπείας φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ἐπί τε τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἐὰν καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. Εἶναι ἐκ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν κύκλον τῶν τῆς δημοσίας τάξεως, ἕνεκα δὲ τῆς τοιαύτης αὐτοῦ φύσεως ἐνόμισα, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἐνδεχομένων συνεπειῶν, καὶ νὰ ὑποβάλω ὀλίγας παρατηρήσεις, πρὶν ἢ τὸ νομοσχέδιον περιβληθῇ τὸ κῦρος νόμου. Ἀλλ’ ἵνα εὐχερέστερον διερευνήσωμεν τὰς λεπτομερείας τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ ἀναμετρήσωμεν τὰς πιθανὰς συνεπείας, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ κείμενον τοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1885, τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις καὶ τότε ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπιτρέψατε νὰ ἀναγνώσω τὰ κυριώτερα ἐδάφια (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς σήμερον ἀναστέλλεται ἡ ἐξαργύρωσις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· θέλουσι δὲ ταῦτα κυκλοφορεῖ ὑποχρεωτικῶς, ὡς νόμιμον νόμισμα, ἐπὶ τῇ ὀνοματικῇ ἀξίᾳ αὐτῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους... Ἑπομένως ὡς τοιαῦτα θέλουσι δίδοσθαι καὶ λαμβάνεσθαι εἰς πάσας ἀνεξαιρέτως τὰς παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου πραγματοποιουμένας πληρωμὰς καὶ εἰσπράξεις, καθὼς ἐπίσης καὶ μεταξὺ ἰδιωτῶν, Τραπεζῶν, ἑταιριῶν καὶ σωματείων πάσης φύσεως καὶ οἱῳδήποτε τίτλῳ, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν ἄλλης συμφωνίας προϋπαρχούσης». Ὁποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τούτου; Ἡ ἔννοια προφανῶς εἶναι ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ, πᾶσα ὀφειλὴ πρὸς τὸ Δημόσιον ἢ πρὸς ἰδιώτας ἔμελλε νὰ καταβάλληται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τῇ ὀνοματικῇ αὐτῶν ἀξίᾳ, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν ἄλλης προϋπαρχούσης συμφωνίας. Π. χ. ἐάν τις ὤφειλε δραχμὰς 100 χρυσᾶς ἐκ συμφωνίας συναφθείσης πρὸ τοῦ νόμου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐδικαιοῦτο μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτὰς διὰ δραχμῶν 100 χαρτίνων, ὁ δὲ δανειστὴς ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ τὰς ἀποδεχθῇ καὶ νὰ δώσῃ πρὸς τὸν ὀφειλέτην πλήρη ἐξόφλησιν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ἐὰν ἔχῃ συναφθῆ δάνειον πληρωτέον εἰς δραχμὰς χρυσᾶς, πάλιν δύναται ὁ ὀφειλέτης νὰ ἐξοφλήσῃ διὰ δραχμῶν χαρτίνων ἰσαρίθμων. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐλαμβάνετο φροντίς, ὅπως τὸ τραπεζογραμμάτιον, κηρυττόμενον νόμιμον νόμισμα, τουτέστιν ὑποχρεωτικῶς ἀνταλλακτικὸν ὄργανον ἐπὶ πασῶν τῶν ἐν τῷ Κράτει συναλλαγῶν, προστατευθῇ, ὅσον ἦν δυνατόν, κατὰ πάσης ὑπερβολικῆς ὑποτιμήσεως. Τοιουτοτρόπως ἐπροστατεύοντο καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον εἶχε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δανεισθῆ πολλὰ ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χάριν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, ἀλλ’ ἐπροστατεύετο καὶ τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, τῆς ὁποίας νόμιμον τοῦ λοιποῦ νόμισμα ἐκηρύσσετο τὸ τραπεζογραμμάτιον. Ὀρθῶς ἄρα καὶ ἡ εἰσηγησαμένη τὸν νόμον Κυβέρνησις καὶ ἡ ψηφίσασα τοῦτο Βουλὴ ἔπραξαν, περιφρουρήσασαι τὴν τιμὴν τοῦ γραμματίου, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατόν, διὰ τῶν διατάξεων ἐκείνων τοῦ νόμου κατὰ πάσης ὑπερβολικῆς ὑποτιμήσεως, καθόσον γνωστὴ εἶναι καὶ αὐταπόδεικτος ἡ ἀλληλεπίδρασις, ἡ μεταξὺ τοῦ ἰδιωτικοῦ πλούτου μιᾶς χώρας καὶ τοῦ δημοσίου αὐτῆς θησαυροῦ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοθεν ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν κατὰ πάσης ὑπερβολικῆς ὑποτιμήσεως τοῦ γραμματίου, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς τοῦτο ἐπεβλήθη εἰς τὴν κοινωνίαν ὡς νόμιμον νόμισμα, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀνελάμβανον σιωπηλῶς τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσωσι τὸ νόμισμα τοῦτο, ἐφ’ ὅσον δύνανται, κατὰ πάσης ὑποτιμήσεως καὶ συνεπῶς κατὰ πάσης ἐλαττώσεως τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας. Ἐπεβάλλετο, λέγω, τοιαύτη πρόνοια καὶ ἄλλοθεν, διότι ἡ ὑποστήριξις τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζογραμματίου, διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι ζήτημα διαφέρον τὴν δημοσίαν τάξιν. Τοιοῦτο τοὐλάχιστον ἐθεωρήθη πάντοτε εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ἅτινα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ἵνα μὴ ἀπασχολῶ ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, ἀναφέρω μόνον τὴν Γαλλίαν. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τί λέγουν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δύο ἐκ τῶν περιφανεστέρων Γάλλων νομομαθῶν, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη συμπίπτει τελείως πρὸς τὴν γνώμην τὴν κρατήσασαν ἐν τῇ νομολογίᾳ τῶν γαλλικῶν δικαστηρίων.
§121Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τίνες, παρακαλῶ, εἶναι οὗτοι;
§122ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Εἶναι οἱ Caen καὶ Renault, οἵτινες ἐν τῷ συγγράμματι αὐτῶν περὶ ἐμπορικοῦ δικαίου λέγουσιν ἐν μεταφράσει τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ δύναται νὰ ἰσχύῃ συμφωνία μεταξὺ πιστωτοῦ καὶ ὀφειλέτου, ὅτι ἡ πληρωμὴ δὲν θὰ δύναται νὰ γείνῃ, εἰμὴ διὰ μεταλλικοῦ νομίσματος, οὐχὶ δὲ διὰ τραπεζογραμματίων; Οἴκοθεν ἐννοεῖται ὅτι τοιοῦτος ὅρος ἤθελεν εἶσθαι ἰσχυρὸς ἐν ᾧ χρόνῳ τὰ τραπεζογραμμάτια δὲν ὑπέκειντο εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἀμφίβολον, εἰμὴ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς νομίμου κυκλοφορίας, φαίνεται δὲ ἡμῖν, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ διὰ μιᾶς διακρίσεως. Ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὅρος ὤφειλε νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ὑπάρχων καθ’ ὃν χρόνον ἡ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐξαργυρώνῃ τὰ γραμμάτιά της. Διότι ἡ νόμιμος κυκλοφορία (δηλ. ἡ ἀναγκαστικὴ) ἐνδιέφερε τότε τὴν δημοσίαν τάξιν, καθόσον σκοπὸν εἶχε νὰ παρακωλύσῃ τὴν ὑπερβολικὴν ὑποτίμησιν τῶν τραπεζογραμματίων καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸ Κράτος τὴν δύναμιν νὰ ποιῆται χρῆσιν τῶν γραμματίων, ἅτινα εἶχε δανεισθῆ παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας». Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι θέτουσιν ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως ὅτι εἶναι ζήτημα δημοσίας τάξεως. Τοιοῦτο ἀναντιῤῥήτως εἶναι καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάντες ὑμεῖς γινώσκετε, μετὰ πόσης προσοχῆς καὶ ἄκρας περισκέψεως πρέπει νὰ θίγηται πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς ζητήματα δημοσίας τάξεως. Ἐνῷ δὲ τοιοῦτος εἶναι ὁ νόμος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔρχεται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠρέμα καὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἀψοφητὶ ζητεῖται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν ἡμετέραν νομολογίαν ἀρχὴ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀρχὴ, ἥτις εἶναι ἄντικρυς ἀνατροπὴ αὐτῆς ταύτης τῆς βάσεως αὐτοῦ. Καὶ αἱ συναλλαγαὶ μὲν αἱ συναφθεῖσαι πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ἐκανονίσθησαν ἤδη σχεδὸν πᾶσαι σήμερον. Ἀλλ’ αἱ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου συναφθεῖσαί εἰσιν ἄπειροι καὶ ἐξακολουθοῦσιν αὔξουσαι. Ἡ ἐπὶ δεκαετίαν λειτουργία τοῦ νόμου ἐδημιούργησε καθεστὼς εὐρυτάτων διαστάσεων, βασιζόμενον ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, διατάξεων ὀρθῶν καὶ συντελεστικῶν εἰς τὸν σκοπόν του. Βεβαίως οὐδεὶς ὀρθοφρονῶν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὰ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προκύπτοντα πολλαπλᾶ κακὰ πλήττουν ὁτὲ μὲν τοῦτον, ὁτὲ δὲ ἐκεῖνον τὸν κλάδον τῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ τῶν κακῶν τούτων μία καὶ μόνη ἀτυχῶς θεραπεία ὑπάρχει, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Διαρκούσης δ’ αὐτῆς, εἷς πάλιν καὶ μόνος τρόπος ὑπάρχει πρὸς περιστολὴν τῶν ἐκ ταύτης κακῶν, ἡ αὐστηρὰ τήρησις τῶν διατάξεων τοῦ σχετικοῦ νόμου. Τὸ νόμισμα ἡμῶν, τὸ χάρτινον, διατελεῖ ἐν καταστάσει ἄκρας εὐαισθησίας, ὡς ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν ἀποτόμων διακυμάνσεων, αἵτινες συνεχῶς ἐπιφαίνονται εἰς τὴν τιμὴν αὐτοῦ καὶ αἵτινες ποικίλλουσι μεταξὺ 3, 4, 5 ἢ καὶ πλειόνων ἑκατοστῶν ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα καὶ πολλάκις ἀπὸ ἑβδομάδος εἰς ἑβδομάδα. Ἐννοεῖται ὅτι οἱοσδήποτε κλονισμὸς, μεταδιδόμενος εἰς τὸ νόμισμα ἡμῶν, ἐν τοιαύτῃ εὑρισκόμενον εὐαισθησίᾳ, βλάβην θέλει ἐπιφέρει καὶ οὐδὲν ἀγαθὸν, ἀδιστάκτως δὲ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καταστῇ νόμος, θέλει μεταδώσει κλονισμὸν ἐπιβλαβέστατον. Διατί; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ νῦν, τουτέστι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νόμου, ἐνεργοῦνται σποραδικῶς ἐν τῷ Κράτει συναλλαγαὶ εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ εἶναι περιωρισμέναι, διότι ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν ἐξήρτηται ἐντελῶς ἐκ τῆς ἀγαθῆς πίστεως τοῦ ὀφειλέτου. Ἐὰν οὗτος εἰς τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας καταβάλῃ τὴν ὀφειλήν του εἰς χρυσὸν, ἔχει καλῶς, ἀλλ’ ἐὰν δυστροπήσῃ καὶ ἡ ὑπόθεσις εἰσαχθῇ εἰς τὸ δικαστήριον, θέλει ὑποχρεωθῆ ὁ δανειστὴς νὰ δεχθῇ τὴν ἀπότισιν τοῦ χρέους εἰς δραχμὰς χαρτίνας εἰς τὴν ὀνοματικὴν αὐτῶν ἀξίαν. Ὅταν ὅμως διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου εἰσαχθῶσι βαθμηδὸν αἱ εἰς χρυσὸν συναλλαγαὶ, θέλουσι τάχιστα λάβει εὐρεῖαν ἀνάπτυξιν εἰς βάρος τῶν εἰς τραπεζογραμμάτια ἐνεργουμένων, διότι ὁ χρυσὸς ἔχει τιμὴν σταθερὰν καὶ μόνιμον. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον αὐξάνουν αἱ εἰς χρυσὸν συναλλαγαὶ, ἐπὶ τοσοῦτο θὰ πλεονάζῃ ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων ἀργοῦν, ἐπὶ τοσοῦτον θ’ αὐξάνῃ ἡ προσφορά του, ἐπὶ τοσοῦτον θὰ ὑποτιμᾶται ἡ ὀνοματικὴ αὐτοῦ ἀξία. Ἀλλὰ πῶς θέλετε συμβιβάσει τοῦτο πρὸς τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει ἡ Κυβέρνησις, οὐ μόνον νὰ λαμβάνῃ πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤθελε συμβάλει εἰς προστασίαν τῆς τιμῆς τοῦ γραμματίου κατὰ πάσης ὑπερβολικῆς ὑποτιμήσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ πράττῃ τι ἄνευ ἀναποδράστου ἀνάγκης, τὸ ὁποῖον νὰ συντελῇ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως εἰς τὴν ὑποτίμησιν; Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν καὶ τί θέλει συμβαίνει ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον λάβῃ τὴν ἰσχὺν νόμου. Σήμερον, ὁσάκις γεννᾶται ἀμφισβήτησις ἐπὶ ὑποθέσεως τοιαύτης φύσεως καὶ ἡ ὑπόθεσις εἰσάγεται εἰς τὸ δικαστήριον, ὁ δικαστὴς ὁ πεφωτισμένος, ὁ ἀκέραιος, ἕνα ἔχει καὶ ἕνα ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁδηγὸν πρὸς μόρφωσιν τῆς γνώμης του καὶ ἀπονομὴν τοῦ δικαίου, τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ τὰς διατάξεις ταύτας ἐπανειλημμένως ἤδη ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ ὀρθῶς ἐφήρμοσεν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ ὡς ἔχει, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ εἰς ὁποίαν ἄρα θέσιν θὰ εὑρεθῇ ὁ δικαστὴς, ὁ πεφωτισμένος καὶ ἀκέραιος, ὅστις ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἔχῃ ἐνώπιόν του τὸν νόμον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, λέγοντα (ἀναγινώσκει): «Τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια θέλουν δίδεσθαι καὶ λαμβάνεσθαι ὑποχρεωτικῶς ὡς νόμιμον νόμισμα ἐπὶ τῇ ὀνοματικῇ αὐτῶν ἀξίᾳ εἰς πάσας ἀνεξαιρέτως τὰς πληρωμὰς καὶ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν ἄλλης συμφωνίας προϋπαρχούσης»; Ὁ νόμος εἶναι σαφὴς, ἐπιτακτικὸς, ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως ἢ ἀμφιλογίας. Ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἔχῃ ὁ δικαστὴς ἐνώπιόν του ἐπίσης ἕτερον νόμον, τοῦτον, τὸν τοῦ νομοσχεδίου, λέγοντα ὅτι τὸ «ὑποχρεωτικῶς» ἐκεῖνο δὲν σημαίνει πάντοτε «ὑποχρεωτικῶς»· ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς δὲν εἶναι τοιοῦτον. Ὅτι ἐκεῖνο τὸ «εἰς πάσας ἀνεξαιρέτως τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου» σημαίνει οὐχὶ εἰς πάσας, διότι ὑπάρχουν πολλαὶ ἐξαιρέσεις, οἵας ἀναγράφει ὁ νέος νόμος. Ὅτι τὸ «εἰς τὴν ὀνοματικὴν αὐτοῦ ἀξίαν» σημαίνει «οὐ μόνον εἰς τὴν ὀνοματικὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀγοραίαν». Ὅτι τὸ «μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν ἄλλης συμφωνίας» σημαίνει ὅτι «λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἄλλη προϋπάρχουσα συμφωνία», ἡ διὰ τοῦ νέου νόμου καθισταμένη· διότι τί ἄλλο εἶναι νόμος, εἰμὴ συμφωνία ἀποῤῥέουσα ἐκ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους; Φρονῶ ὅτι εἰς δυσχερεστάτην θέλει τοιουτοτρόπως εὑρεθῇ θέσιν ὁ δικαστὴς, ἠναγκασμένος νὰ στηρίζηται ἐπὶ δύο νόμων, ἀλληλαναιρούντων τὰς οἰκείας βάσεις. Προβῶμεν ἤδη καὶ περαιτέρω. Ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ πολίτης Α ἐδάνεισεν εἰς τὸν πολίτην Β χιλίας δραχμὰς χρυσᾶς, καὶ ὅτι ἐπὶ τούτῳ ἐξεδόθη γραμμάτιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μάλιστα δὲν κατεβλήθη τὸ τέλος τῆς σημάνσεως. Ἐὰν μὲν, κατὰ τὴν λῆξιν, ὁ ὀφειλέτης πληρώσῃ εἰς χρυσὸν, ἔχει καλῶς· ἄλλως θέλει εἰσαχθῆ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ δικαστήριον. Τί θέλει πράξει τὸ δικαστήριον; Πρῶτον ἔργον αὐτοῦ ἔσεται, ἐφαρμόζον τὸν νέον νόμον, νὰ καταδικάσῃ τὸν ἐνάγοντα, τὸν δανειστὴν Α, εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ ὀκταπλοῦ τοῦ τέλους τῆς σημάνσεως εἰς χρυσόν. Εὐθὺς δὲ ὡς εἰσπραχθῇ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὸ πρόστιμον εἰς χρυσὸν, τὸ δικαστήριον κλείει τὸν νέον νόμον, καὶ ἀνοῖγον τὸν παλαιὸν, τὸν θεμελιώδη, τὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καταδικάζει πάλιν αὐτὸν τὸν ἐνάγοντα, τὸν δανειστὴν Α, νὰ δεχθῇ παρὰ τοῦ ὀφειλέτου του χιλίας δραχμὰς χαρτίνας, ἀντὶ τῶν ὀφειλομένων χιλίων δραχμῶν χρυσῶν. Τοιουτοτρόπως ὁ ἐνάγων οὗτος Α θέλει ἀντιληφθῆ ὅτι, ὅπου μὲν ὀφείλει, ἀναγκάζεται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ καταβάλῃ εἰς χρυσὸν, ὅθεν δ’ ἔχει λαμβάνειν εἰς χρυσὸν, πάλιν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀναγκάζεται νὰ δεχθῇ δραχμὰς χαρτίνας εἰς τὴν ὀνοματικὴν αὐτῶν ἀξίαν. Δὲν φρονεῖ ἡ Βουλὴ, ὅτι ταῦτα πάντα παρουσιάζουσί τι τὸ ἀνώμαλον, τί τὸ ἄτοπον, καὶ ὅτι ἐν σοβαρᾷ νομοθετικῇ ἐργασίᾳ ὀφείλομεν ν’ ἀποφεύγωμεν τὰ ἀνώμαλα ταῦτα καὶ τὰ ἄτοπα; Ἀρκετοὺς ἤδη ἔχομεν νόμους, παρουσιάζοντας ἀσαφείας καὶ ἀσυναρτησίας, καὶ συχνὰ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ ἑρμηνείαν ἐπίσημον αὐτῶν. Ἐὰν καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὡς ἔχει, ἔστε βέβαιοι, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία θέλουν ζητήσει παρ’ ὑμῶν τρίτον νόμον, ἑρμηνευτικὸν τῶν δύο πρώτων, ἵνα συμβιβάσῃ τὰ συμβίβαστα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς ἄλλην ἐποχὴν, οὐχὶ πολὺ μεμακρυσμένην τῆς παρούσης, ἐζητήθη ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἑρμηνεῦον τὸν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νόμον, τεῖνον δ’ εἰς τὸ νὰ ὑπονομεύσῃ τὰς θεμελιώδεις ἐκείνου διατάξεις. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, εὐθὺς ὡς ὑπεβλήθη εἰς ἔλεγχον προσεκτικὸν, ἐτέθη ἐκποδὼν, οὐδ’ ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἴσως δὲν εἶμαι ἐκτὸς τῆς ἀληθείας, ὑποθέτων ὅτι παραπλήσιαι ἐνέργειαι κατώρθωσαν ν’ ἀποσπάσωσιν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον πιστεύω ὅτι δὲν ἤθελεν ὑποβάλει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν αἱ πολλαπλαῖ αὐτοῦ ἀσχολίαι τῷ ἐπέτρεπον νὰ ἐπιστήσῃ μείζονα ἐπ’ αὐτὸ προσοχήν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου· εἶμαι ἐναντίον τῶν διατάξεων αὐτοῦ ἐκείνων, αἵτινες ἀναιροῦσιν ἢ ἀνατρέπουσι τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νόμου. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἐπιμείνει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ δεχθῇ τροπολογίας τινὰς, τὰς ὁποίας θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀμέσως. Δύο λόγοι ὑπηγόρευσαν, φρονῶ, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὁ εἷς εἶναι λόγος ταμιευτικὸς, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἥτις συνώδευσε τὴν ὑποβολὴν, ὁ δὲ ἄλλος σκοπεῖ ἴσως εἰς τὴν ἄρσιν μιᾶς φορολογικῆς ἀνισότητος, ὑφισταμένης δυνάμει τοῦ περὶ χαρτοσήμου κειμένου νόμου. Ἡ ἀνισότης αὕτη εἶναι ἡ ἑπομένη: Καταβάλλεται νῦν, ἐπὶ συναλλαγῆς φέρ’ εἰπεῖν ἐκ 10,000 δραχμῶν χρυσῶν, τὸ αὐτὸ τέλος, οἷον καταβάλλεται καὶ ἐπὶ 10,000 δραχμῶν χαρτίνων. Εἶναι πρόδηλος ἡ ἀνισότης τῆς φορολογίας, πρὸς βλάβην καὶ τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων καὶ τῶν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τῶν τροπολογιῶν, ἃς θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἱκανοποιοῦνται ἀμφότεροι οὗτοι οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, διατὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε δεχθῆ ταύτας καὶ διατὶ δὲν ἠθέλομεν ἀποφύγει νὰ διαταράξωμεν σχέσεις γεννηθείσας ἐκ μακροῦ καθεστῶτος, ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νόμου, προλαμβάνοντες ζημίας, αἵτινες ἀφεύκτως θέλουσι βαρύνει τὴν κοινωνίαν διὰ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου; Αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἀφορῶσιν, ἡ μὲν πρώτη εἰς τὴν § βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ παράγραφος αὕτη τοῦ νομοσχεδίου ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Τὸ τέλος τῶν τοιούτων συναλλαγμάτων καὶ γραμματίων, ὡς καὶ τῶν ἐπιταγῶν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καταβάλλεται εἰς τὸ εἶδος τῶν ἐν αὐτοῖς μνημονευομένων νομισμάτων». Προτείνω, ὅπως ἡ παράγραφος αὕτη ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς ἑπομένης (ἀναγινώσκει): «Τὸ τέλος τὸ καταβλητέον τῶν τοιούτων συναλλαγμάτων καὶ γραμματίων, ὡς καὶ τῶν ἐπιταγῶν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἶναι κατὰ ... (50 ἢ 60) τοῖς ἑκατὸν ἀνώτερον τοῦ ἐπὶ ἴσων ποσῶν πληρωτέων διὰ τραπεζογραμματίων ὡρισμένου.» Τὰς τροπολογίας ταύτας, ἐπαναλαμβάνω, προτείνω, ἵνα σωθῇ ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νόμου, τουτέστι νὰ θεωρῆται τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ὑποχρεωτικῶς νόμιμον νόμισμα εἰς τὴν ὀνοματικὴν αὐτοῦ ἀξίαν. Χάριν τῆς διασώσεως τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἵνα μὴ ἀναγραφῇ ἐν νόμῳ, ὅτι τὸ τραπεζογραμμάτιον λαμβάνεται καὶ εἰς τὴν ἀγοραίαν αὐτοῦ τιμήν, δὲν διστάζω νὰ δεχθῶμεν τὴν αὔξησιν τοῦ τέλους, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἕνεκα ταμιευτικῶν λόγων ἐπιμένει εἰς τοῦτο. Δὲν φρονῶ, ὅτι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θέλει εἰσπράξει τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας,—διότι βεβαίως αὔξησις φορολογίας ἐνυπάρχει εἰς τὸ νομοσχέδιον—εἶναι τοιαῦτα, ὥστε πρέπει νὰ λεπτολογῶμεν, ἂν ἡ αὔξησις τοῦ τέλους πρέπῃ νὰ ἦναι 50 ἢ 60%. Ἂς ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ὡς ἐκ παντὸς τρόπου φευκτέον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τῆς νέας ἀρχῆς, ὅτι δύναται τὸ τραπεζογραμμάτιον νὰ δίδωται εἰς τὴν ἀγοραίαν αὑτοῦ τιμὴν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ὀνοματικήν. Ἡ δευτέρα τροπολογία, ἣν προτείνω,—ἀλλ’ ἥτις δὲν εἶναι ἡ συνέπεια καὶ συνέχεια τῆς πρώτης, καὶ ἂν ἡ πρώτη δὲν γείνῃ δεκτή, οὐδ’ ἡ δευτέρα θέλει γείνῃ δεκτή, ἐννοεῖται, διότι τὴν αὐτὴν περιέχει ἀρχὴν,—ἡ δευτέρα, λέγω, τροπολογία ἀφορᾷ εἰς τὴν βʹ § τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἔχουσαν οὕτω: «Αἱ ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν ἢ τραπεζομεσιτικῶν γραφείων ἐκδιδόμεναι ἀποδείξεις, δηλοῦσαι τὴν πώλησιν ὁμολογιῶν οἱωνδήποτε, τοῦ τέλους ὑπολογιζομένου ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ ποσοῦ τῶν πωλουμένων ὁμολογιῶν καὶ καταβαλλομένου εἰς τὸ εἶδος τῶν ἐν αὐταῖς μνημονευομένων νομισμάτων». Προτείνω ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς ἑπομένης: «§ 2. Αἱ ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν ἢ τραπεζομεσιτικῶν γραφείων ἐκδιδόμεναι ἀποδείξεις, δηλοῦσαι τὴν πώλησιν ὁμολογιῶν οἱωνδήποτε, τοῦ τέλους ὑπολογιζομένου καὶ καταβαλλομένου ἐπὶ τῆς ὀνοματικῆς ἀξίας τῆς πωλουμένης ὁμολογίας, ηὐξημένου δὲ κατὰ... (50 ἢ 60) τοῖς ἑκατὸν ὁσάκις πρόκειται περὶ ὁμολογιῶν, ἐν αἷς ἡ ὀνοματικὴ ἀξία ἀναγράφεται εἰς χρυσόν.» Ἀντὶ τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 6, ἐχούσης οὕτω: «Ἐπὶ συμβολαίων, δι’ ὧν συνομολογεῖται ἡ καταβολὴ τοῦ συμπεφωνημένου ποσοῦ εἰς χρυσᾶ ἢ ἀργυρᾶ νομίσματα, τὰ τέλη καταβάλλονται εἰς τὸ εἶδος τοῦ ἐν τῷ συμβολαίῳ μνημονευομένου νομίσματος», προτείνω ταύτην τὴν τροπολογίαν: «§ 2. Ἐπὶ συμβολαίων, δι’ ὧν συνομολογεῖται ἡ καταβολὴ τοῦ συμπεφωνημένου ποσοῦ εἰς χρυσᾶ ἢ ἀργυρᾶ νομίσματα, τὰ τέλη καταβάλλονται κατὰ... (50 ἢ 60) τοῖς ἑκατὸν πλέον τῶν ἐπὶ ἴσων ποσῶν πληρωτέων διὰ τραπεζογραμματίων ὡρισμένων.» Ἀντὶ τῆς § βʹ, ἐδάφ. 2 τοῦ ἄρθρου 8, ἐχούσης οὕτω: «Ὁσάκις ὅμως ἡ ἀξία τῆς περιουσίας δηλοῦται εἰς χρυσὸν, τὸ τέλος καταβάλλεται εἰς χρυσὸν», προτείνω τὴν ἑπομένην τροπολογίαν: «§ 2 ἐδάφ. 2. Ὁσάκις ὅμως ἡ ἀξία τῆς περιουσίας δηλοῦται εἰς χρυσὸν, τὸ τέλος καταβάλλεται κατὰ... (50 ἢ 60) τοῖς ἑκατὸν πλέον τοῦ ἐπὶ ἴσων ποσῶν πληρωτέων διὰ τραπεζογραμματίων ὡρισμένου.» Καὶ ἀντὶ τῆς γʹ § τοῦ ἄρθρ. 9, ἐχούσης οὕτω: «Ὅταν δὲ τὸ τέλος ἦναι καταβλητέον εἰς χρυσὸν καὶ τὸ πρόστιμον ὁρίζεται εἰς χρυσὸν», προτείνω τοῦτο: «§ 3. Ὅταν δὲ τὸ τέλος ἦναι καταβλητέον σὺν τῇ ἐν τοῖς ἄρθροις 1, 2, 5 καὶ 6 ὡρισμένῃ αὐξήσει, τὸ πρόστιμον ὁρίζεται μετὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης.» Ἐὰν αἱ τροπολογίαι αὗται γείνωσι δεκταί...
§123ΤΟΜΑΝ. Μία κυρίως τροπολογία εἶναι, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην τροπολογεῖ ὅλα αὐτά.
§124ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μάλιστα. Ἐὰν ἡ τροπολογία αὕτη γείνῃ δεκτή, τὰ ἄρθρα 8, 9 καὶ 10 ἐννοεῖται ὅτι ἀποβαίνουσι περιττά...
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ τροποποιοῦνται.
§126ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἔστω... Ἐὰν δὲ ἡ ἐμὴ τροπολογία δὲν γείνῃ δεκτή, φρονῶ ἐπάναγκες νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται ἢ τροποποιεῖται τὸ ἄρθρ. 678 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς πταίσματα ὡς πρὸς τὰ νομίσματα. Ἄλλως πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, τοὺς ἐπιφορτισθησομένους τὴν εἴσπραξιν τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου εἰς χρυσόν, θέλετε ἀφήσει ἐκτεθειμένους εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Τὸ ἄρθρον 678 ὁρίζει ὅτι: «...τιμωρεῖται ὅστις εἰς τὰ κοινὰ συμβόλαια δὲν θέλει νὰ δέχηται ἢ παντελῶς ἢ κατὰ τὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τεταγμένην τιμὴν νομίσματα γνήσια καὶ ἀνόθευτα, κυκλοφοροῦντα νομίμως ἐντὸς τοῦ Βασιλείου.» Τεταγμένη δὲ τιμὴ τοῦ τραπεζογραμματίου δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι εἶναι ἡ ὀνοματικὴ αὐτοῦ ἀξία, δυνάμει τοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νόμου.
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν ἀκριβῶς ἔγνω τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὄντως ταμιευτικός, καὶ μετὰ πάσης εἰλικρινείας ἐξετέθη τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς αἰτιολογικῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσεως. Δὲν συνέβη δὲ νὰ παραπλανηθῶ ὑπὸ εἰσηγήσεων, ὅπως γένωμαι εἰσηγητὴς τοῦ νόμου τούτου, καθ’ ἣν ὑπηνίξατο ὑπόνοιαν ὁ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτής, ὅπως συντελέσω, ἵνα ὑφαρπαγῇ ἢ ὑποκλαπῇ εἴτε τῆς Κυβερνήσεως ἡ γνώμη εἴτε τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἡ ψῆφος, καὶ κανονισθῇ οὕτως ἢ ἄλλως ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνδέεται μετὰ τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προὐτάθη πρὸ πολλοῦ, καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, κανονίσασα αὐτὸ κατὰ ἕνα ὡρισμένον τρόπον. Ὅταν μὲν ἐγὼ ὡς πολίτης ἔχω γνώμην, ἐδήλωσα ἤδη, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νόμος, ἀλλ’ ὡς κυβερνήτης, ὡς διαχειριζόμενος τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν, ὀφείλω νὰ ἐπέχω, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἵνα ᾖ ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δίκη περὶ τοῦ θέματος, τοῦτο ἐνδεικνύει, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐδήλωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν ὅτι ἔχει, δὲν εἶναι γνώμη πάντων τῶν πολιτῶν, διότι ὑπάρχουσι πολῖται, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὴν γνώμην ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο προέκυψεν ἡ δικαστικὴ διαφορά, ἥτις ἄλλως δὲν ἤθελεν ὑπάρχει. Ὅταν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ κανονίζουσα τὸ ζήτημα κατὰ ὡρισμένον, ὡς εἶπον, τρόπον, εἶχον μάθει, ὅτι ἐγένετο ἀληθῶς ἄλλοτε ἀπόπειρα, ὅπως οἱ τότε κυβερνῶντες εἰσαγάγωσι νόμον ἑρμηνευτικόν. Εἶχον τότε πληροφορηθῆ ποίαν διήνυσε πορείαν ἡ ἀπόπειρα αὕτη καὶ ποία ἦτο ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβεν ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης. Καὶ ἐγὼ ὑπέσχον ὡσαύτως εἰσηγήσεις τοιαύτας, οἵας οἱ τότε κυβερνῶντες ἐδέχθησαν, ἀλλὰ ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι δὲν θέλω προσχωρήσει εἰς τὰς εἰσηγήσεις ταύτας. Καὶ ἀπέφυγον μὲν νὰ εἴπω τὴν ἐμὴν ἐπὶ τοῦ θέματος γνώμην, εἶπον δ’ ὅτι «ἐδήλωσα ῥητῶς, ὅτι δὲν θέλω προσχωρήσει», διότι, καὶ ἂν ᾖναι ἀμφισβητουμένη ἡ ἔννοια τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν νομίζω ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ σταματήσῃ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐν τῇ πορείᾳ αὐτῆς, ἐν ὅσῳ δὲν γένηται βέβαιον, ὅτι ἡ γνώμη τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι μία καὶ ἀμετάβλητος, ἢ ἐκδηλωθεῖσα. Ἐὰν κατασταθῇ βέβαιον, ὅτι ἡ γνώμη τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι ἀμετάβλητος, εἴτε ἡ δοθεῖσα εἴτε ἄλλη τις, καὶ ὅτι πάντα τὰ δικαστήρια ἀπεδέχθησαν αὐτήν, τότε πρέπει νὰ γένηται σκέψις, ἐὰν ἡ γνώμη, ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δεκτή, ἦναι ἡ γνώμη ἡ ὀρθή. Καὶ ἐὰν μὲν ἦναι ἡ γνώμη ἡ ὀρθή, τότε βεβαίως οὐδεὶς πρέπει νὰ ἀναμιχθῇ περαιτέρω εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ἐὰν ὅμως κρίνηται ὅτι ἡ γνώμη δὲν εἶναι ἡ ὀρθή, ὅτι παρηρμηνεύθη ὁ νόμος, τότε βεβαίως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ ἀναμιχθῇ, ἵνα καταστήσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου δήλην, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης περαιτέρω ἀμφιβολίας. Εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην δὲν ἐφθάσαμεν· διὰ τοῦτο οὐδέποτε διενοούμην, εἴτε τῇ εἰσηγήσει καὶ ἄλλων, εἴτε τῇ ἐμῇ πρωτοβουλίᾳ, νὰ ἀπασχολήσω τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ τοιαύτης προτάσεως. Ὁ σκοπὸς ἑπομένως τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καθαρῶς ταμιευτικός. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ, ἵνα ψηφισθῶσιν αἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις, ὅπως αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἡ δικαιοσύνη ἐπιβάλλει τοῦτο καὶ ἡ ἰσότης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ τηρῇ ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν συναλλαγῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἠρεύνησεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν, ὁμολογῶ ὅτι διαφέρει ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν ὑπέλαβεν ἢ παρέστησεν— εἰλικρινῶς βεβαίως—ὅτι διατάξεις τινὲς τοῦ νομοσχεδίου θίγουσι τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τροποποιοῦσί πως τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ἔκρινε τὸ νομοσχέδιον δημοσίας τάξεως, καὶ ἐζήτησε νὰ προλάβῃ τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ νομοθετικὴ πρᾶξις, οὕτω πως ἐπηρεάζουσα νόμους δημοσίας τάξεως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπηρεάζει παντάπασι τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ διότι εἶχον αὐτὴν τὴν γνώμην, διὰ τοῦτο εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴς ἀνεκοίνωσε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἤθελον εἰσαγάγει τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἔπαυσα πιστεύων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐπανέλαβον, ἀγορεύων ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δὲν ἀποδέχομαι τὴν τακτικὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, συζητοῦντες νομοσχέδια, δὲν ἀποβλέπουσιν, εἰμὴ μόνον εἰς τὴν πολιτικὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἢ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων προκαλουμένη, καὶ εἰς τοῦτο συγκεφαλαιώνουσι πᾶσαν τὴν προαίρεσιν καὶ πᾶσαν τὴν σπουδὴν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα καταστήσωσι τὰ νομοσχέδιά των ἀποδεκτὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐρευνᾷ τις ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν μόνον τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων προτείνονται μέτρα, τὰ ὁποῖα κρίνονται ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖα εἰς τοὺς κυβερνῶντας, ὅπως δύνωνται νὰ κυβερνήσωσι τὸ Κράτος. Ἑπομένως πάντοτε, ὁσάκις συνεζητήθησαν νομοσχέδια τοιαῦτα, ἔστερξα προθύμως νὰ συζητήσω ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτά, ἵνα ἐλευθέρως μετὰ τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν πάσης πολιτικῆς κατατάξεως ἀνταλλάξω τὰς ἰδέας μου, ἕτοιμος νὰ ἀποδεχθῶ πᾶν ὅ,τι ὀρθὸν προβάλλεται, ἔστω καὶ ἂν προβάλληται ἀπὸ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς ἄλλην πολιτικὴν κατάταξιν, καὶ οὐχὶ εἰς ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκομεν ἡμεῖς. Τοῦτο ἔπραξα πάντοτε, καὶ τώρα ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν δὲν θέλει ἔχει τὴν δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῇ, ὅτι τὰς τροπολογίας αὐτοῦ προθύμως θέλω συζητήσει, καὶ ἂν ἤθελον κριθῆ ὅτι δύνανται νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὸν ταμιευτικὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου δι’ ἄλλου τρόπου καὶ οὐχὶ δι’ ἐκείνου, ὅστις ἀνεγράφη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, προθύμως θέλω ἀποδεχθῆ τὸν προτεινόμενον τοῦτον τρόπον, ἵνα μὴ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὴν ὑπόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσεν ὁ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτής, ἤτοι ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θίγει ζητήματα, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ ἐκτυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν καὶ νὰ συζητήσωμεν αὔριον ἐπ’ αὐτῶν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον.
§129ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ᾖναι ἐντελῶς βέβαιος ὅτι δὲν φροντίζω περὶ τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες τυχὸν εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων...
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπηνιξάμην αὐτό.
§131ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. .. καὶ ὅτι ὁ μόνος μου ἐνδοιασμὸς εἶναι μὴ αἱ διατάξεις θίγωσιν ἀκριβῶς νόμους.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ὑπηνιξάμην αὐτό.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως γεωργικῶν σταθμῶν.
§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο συνδέεται μὲ τὸ περὶ ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν. Νὰ ἀναβληθῇ.
§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. (Ἐγείρονται πρὸς ἀναχώρησιν).
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ γεωργικῶν σταθμῶν θέλει ὑπαχθῆ βεβαίως εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, περὶ ὧν προέβλεψαν αἱ προτάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θήρας καὶ ἄλλων συναδέλφων. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ συστήσητε καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιτροπήν.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου.
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ αὐτὸ νὰ σταλῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀποσταλῆ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποχρεώσεως τῶν καλλιεργούντων γαίας ἢ φυτείας ἐθνικὰς ἢ ἐκκλησιαστικὰς εἰς ἀπότισιν δικαιώματος ἐπικαρπίας.
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ αὐτὸ νὰ σταλῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§141ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ κατεπεῖγον αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε.
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐννοῶ. Ἀλλὰ μήπως δὲν εἶναι λίαν κατεπεῖγον τὸ περὶ γεωργικῶν σταθμῶν; Δὲν εἶναι αὐτὸ συνδρομὴ τοῦ Κράτους διὰ τὴν γεωργίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν μέγιστον παράγοντα τοῦ δημοσίου πλούτου; Πάντα εἰσὶ κατεπείγοντα, ἀλλὰ, διὰ νὰ ἄρωμεν πᾶσαν κατόπιν νέαν πρότασιν, ἂς ὑπαχθῇ καὶ αὐτὸ εἰς ἐπιτροπήν.
§143ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ὀργανικοὺς θεσμοὺς, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ νομοσχέδια ἁπλῶς ὑπηρεσίας. Νομίζω δ’ ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας, εἶναι καθαρῶς νομοσχέδιον ὑπηρεσίας. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ τι νὰ κάμῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§145ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1, 2 καὶ 5).
§146ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν, δι’ ἧς προτείνω προσθήκην τετάρτου ἄρθρου. Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 44). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποπερατώσεως τοῦ κατασκευαζομένου ὑδραγωγείου τῆς κωμοπόλεως Λιγουδίστης τοῦ δήμου Φλεσσιάδος διὰ χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τοῦ δήμου τούτου.
§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· ἀλλὰ θέλω πληροφορίας τινάς. Ἐπεθύμουν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος θίγοντος ἀρχὴν ἀρκετὰ σοβαράν, τὴν τῆς διαθέσεως χρημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν ὁδοποιΐαν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργου ἀσχέτου πρὸς αὐτήν, πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραγωγείου, θὰ ἐπεθύμουν, ἂν ἦτο δυνατὸν, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσαι δαπάναι κατεβλήθησαν μέχρι σήμερον διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου τούτου· ὑπάρχει ἐξεληλεγμένος προϋπολογισμός, καθ’ ὃν θὰ περατωθῇ τὸ ὑδραγωγεῖον διὰ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον προτείνει, ἵνα ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν καὶ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον; εἰς τὸν δῆμον δὲ τοῦτον δὲν ὑπάρχει πράγματι καμμία ἀνάγκη δημοτικῆς ὁδοῦ:
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε τὴν καλωσύνην αὐτὰ τὰ θέματα νὰ τὰ διατυπώσητε ἐγγράφως εἰς ὀλίγας λέξεις;—διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι παρών.
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Γραμματέα, διὰ νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τοῦ κόπου, νὰ τὰ λάβῃ ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν καὶ νὰ τὰ στείλῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον συνεδρίασιν ἔχομεν εἰς τὰς 4 μετὰ μεσημβρίαν.
§152ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον πρὸς συζήτησιν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι νομοσχέδια ναυτικὰ, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§154ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Νὰ τὰ ἀφήσωμεν διὰ τὴν Δευτέραν.
§155ΣΑΚΚΗΣ. Εἶναι τὸ περὶ χαρτοσήμου.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι νομοσχέδια. Ὥστε αὔριον τὴν 4ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις, Ὥρα 7 καὶ 30′ μ. μ.