1896.11.11
2,030 rows · 16,535 words · 48 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4
Τῆς 11 Νοεμβρίου 1896.
(Δευτέρα)
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, μὴ τυχὸν ὑπάρχῃ παράλειψίς τις ἐν τοῖς πρακτικοῖς περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἀργίαν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, διότι τὸ Σάββατον δὲν ἐγένετο συνεδρίασις. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἠνοίχθησαν αἱ πύλαι τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ Βουλὴ ἐννοεῖται παροῦσα καὶ ἐργαζομένη. Ἵνα γείνῃ ἀργία ἐν ἡμέρᾳ ἐργασίας καὶ ἐργασία ἐν ἡμέρᾳ ἀργίας, ἀπαιτεῖται ἀπόφασις. Ἐὰν ἐγένετο λοιπὸν ἀπόφασις, ἣν ὅμως οὐδεὶς ἀντελήφθη, πρέπει νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς· ἐὰν δὲν ἐγένετο ἀπόφασις, ἤθελον νὰ ὑποδείξω, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι καλὸν εἶναι νὰ τηρῶνται οἱ τύποι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συνέλθῃ τὴν Δευτέραν εἰς συνεδρίαν, τοῦτο δὲ ἀνήγγειλα.
§4ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μάλιστα.
§5Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπόφασιν τοιαύτην δὲν ἔκαμεν ἡ Βουλή. Εἶναι κακὴ ἡ ἀντίληψις τοῦ συναδέλφου, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἀναφέρεταί τι ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπόφασις ἐλήφθη ὄχι διὰ ψηφοφορίας, ἀλλὰ ἀντίῤῥησις δὲν ὑπῆρχε. Θὰ σημειωθῇ λοιπὸν εἰς τὰ πρακτικά. (Οὕτω διορθωθέντα τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν σύγκλησιν τῆς ἐκτάκτου ταύτης συνόδου ὑπηγόρευσεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, πρὶν ἢ τὸ ἔτος τοῦτο ἐπέλθῃ· ἑπομένως τὸ πρώτιστον καθῆκον ἡμῶν μᾶς ἐπιβάλλει νὰ ἐπιλαβώμεθα τῆς ἐρεύνης τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἑπομένως ἐπέβαλεν ἡμῖν νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὸν ἐν πρώτοις εἰς τὴν Βουλήν. Πρὶν ἢ ὅμως εἰσαγάγω τὸν προϋπολογισμόν, ὀφείλω νὰ καταθέσω τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1893. Γνωστὸν εἶναι εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ προγενεστέρων ἀνακοινώσεων, ὅτι τῶν ἀπολογισμῶν ἡ ἐξέλεγξις διετέλει ἐν πλήρει καθυστερήσει πρὸ 40 καὶ πλέον ἐνιαυτῶν, καὶ ὅτι καθυστέρει ἡ ἐξέλεγξις αὐτῶν, διότι καθυστέρει καὶ ἡ κατάστρωσις τῶν ἀπολογισμῶν. Καὶ εἶχε μὲν δοθῆ ὤθησις πρὸ δέκα καὶ ἑπτὰ περίπου ἐνιαυτῶν, ἵνα συνταχθῶσιν οἱ καθυστεροῦντες ἀπολογισμοί, καὶ ἤρξατο τότε ἡ ἐργασία καὶ προέβη ἐφ’ ἱκανόν, διεκόπη ὅμως, πρὸ 13 δ’ ἐτῶν πάλιν ἐπανελήφθη ἡ ὤθησις αὕτη. Ὅπως δὲ κατορθωθῇ νὰ κατασταθῶμεν ἐνήμεροι κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἀπολογισμῶν, ἐλήφθη τὸ μέτρον, ἵνα ἡ ἐργασία διαιρεθῇ εἰς δύο περιόδους, καὶ οὕτω γίγνηται συγχρόνως διπλῆ ἐργασία, ἐργασία μὲν πρὸς σύνταξιν τῶν ἀπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883, καθ’ ὃ ἐδόθη ἡ νέα αὕτη ὤθησις, ἀλλὰ καὶ ἐργασία πρὸς σύνταξιν τῶν ἀπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε σταματήσει ἡ διπλῆ δ’ αὕτη ἐργασία ἤθελε παραγάγει διπλᾶ ἀποτελέσματα, διότι ἠθέλομεν μὲν φθάσει ταχύτερον νὰ γενώμεθα ἐνήμεροι κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν συγχρόνων ἀπολογισμῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐργασία τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συντάξεως τῶν ἀπολογισμῶν ἤθελε βαίνει συγχρόνως πρὸς τὸ ἔτος 1883, ἀφ’ οὗ ἤρξατο ἡ ἑτέρα ἐργασία. Κατὰ τὴν τακτικὴν σύνοδον τὴν παρελθοῦσαν εἶχε κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1879, δὲν κατετέθη ὅμως συγχρόνως καὶ ὁ γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ ἔτους 1880, τὸν γενικὸν δὲ τοῦτον λογαριασμὸν, συνταχθέντα ἤδη, καταθέτω σήμερον. Καταθέτω ὅμως προσέτι καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1893. Οὕτω, ἐπειδὴ οἱ ἀπολογισμοὶ τῆς δευτέρας περιόδου εἰσὶ συντεταγμένοι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883, ὑπολείπεται μόνος ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1894, ὅταν δ’ οὗτος συνταχθῇ καὶ κατατεθῇ, ἡ δευτέρα περίοδος καθίσταται πλέον ἐνήμερος, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν τάξιν νὰ συντάσσωμεν καὶ νὰ ἀποδίδωμεν τὸν ἀπολογισμὸν ἑκάστου ἔτους ὀλίγους μῆνας μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως. Ἀλλ’ ἡ πρώτη περίοδος ἀφήνει ἀκόμη καθυστέρημα, διότι ὑπολείπονται ἔτι οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν τοῦ 1880, 1881 καὶ 1882, ἤτοι τριῶν ἐτῶν ἀπολογισμοί, ἵνα δὲ καταστῶμεν ἐνήμεροι, πρέπει νὰ συνταχθῶσι καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν. Καὶ τὸν μὲν ἀπολογισμὸν τοῦ 1894 ἐλπίζω ὅτι θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν προσεχῆ Ἰανουάριον, θέλω ὅμως ἀσχοληθῆ, διδοὺς τὴν προσήκουσαν ὤθησιν, ἵνα προβῇ καὶ ἡ ἐργασία τῆς συντάξεως τῶν ἀπολογισμῶν τῆς πρώτης περιόδου, ὅπως κατασταθῇ πλέον δυνατὸν νὰ γενώμεθα καὶ κατὰ τοῦτο ἐνήμεροι. Ὅταν δὲ τοῦτο κατορθωθῇ, ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσιν εἶσθαι τότε ἐν τῇ Κυβερνήσει, θέλουσι βεβαίως παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπιλάβηται πλέον καὶ τῆς ἀσχολίας ταύτης, τοῦ ἔργου τοῦ ὁποίου μέχρι τοῦδε δὲν ἐπελάβετο, τῆς ἐξελέγξεως καὶ τῆς ἐρεύνης τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς διαχειρίσεως τῶν διαφόρων ἐτῶν. Κατὰ ταῦτα καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893 καὶ τοὺς πίνακας τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1880 πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1879. Ἀλλὰ πρὶν ἢ καταθέσω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, ὀφείλω, συμφώνως μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, νὰ καταθέσω τὰ ἀπαιτούμενα νομοσχέδια περὶ κυρώσεως τῶν Β. Διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς ἐχορηγήθησαν πιστώσεις. Καὶ ἐχορηγήθησαν ὄντως πιστώσεις, ἐπὶ μὲν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐκ δραχμῶν 1,712,250 πίστωσις, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν τῶν λεβήτων καὶ τῶν μηχανῶν τῶν πλοίων τοῦ στόλου· ἐν τῷ ποσῷ ὅμως τούτῳ περιλαμβάνεται καὶ ποσὸν ἴσον πρὸς τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένην ὑπὸ τὸ Κεφάλαιον Θʹ ἐκ 200 χιλιάδων δραχμῶν πίστωσιν, διότι ταύτης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται χρῆσις, ἀφοῦ εἶχεν ἀναγραφῆ ὡς εἰσφορὰ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς ταμεῖον εἰδικόν, τοῦ ὁποίου εἶχε προταθῆ τότε ἡ σύστασις. Ὡσαύτως ἐχορηγήθη διὰ Β. Διατάγματος πίστωσις 80,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι εἶχε παραστῆ ἀνάγκη χορηγίας περιθάλψεων μετὰ τὰς ἐν Κρήτῃ σφαγὰς εἰς Κρῆτας, δεομένους τοιαύτης· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐχορηγήθη ὡσαύτως πίστωσις 300,000 δραχμῶν πρὸς περίθαλψιν τῶν γυναικῶν καὶ παίδων, τὰ ὁποῖα εἶχον προσφύγει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μετὰ τῶν πιστώσεων τούτων περιλαμβάνεται καὶ πίστωσις ἐκ 12 χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς εἰς Θεσσαλίαν ἀποσταλείσης ἐπιτροπῆς. Ἕτερον νομοσχέδιον προτείνω πρὸς κύρωσιν Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν πιστώσεις 154,940 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου 129,590 ἐξωδεύθησαν πρὸς ἀγορὰν παιγνιοχάρτων ἐκ Παρισίων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Μονοπωλίου. Ἕτερον νομοσχέδιον ὡσαύτως εἰσάγω περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν πιστώσεις δρ. 139,142.30 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τούτων δὲ 122,380.91 ἐζητήθησαν δι’ ἀνάγκας τοῦ δημοσίου χρέους. Μετὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα καταθέτω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1897. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν σύνοδον προσεδοκῶμεν ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ κατὰ τὴν ἔκτακτον ταύτην σύνοδον, εἰσάγοντες τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ εἰσαγάγωμεν ὡσαύτως καὶ τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ. Καὶ πρὸς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν ἀγορεύων κατὰ τὸ 1894, καὶ ἐπαρχίας τινὰς τοῦ Κράτους περιερχόμενος πρὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1895, ἔλεγον ἀγορεύων, ὅτι καὶ τὰ συμφέροντα καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσιν, ἵνα κανονίσωμεν ἐκ συμφώνου μετὰ τῶν δανειστῶν τὰς σχέσεις ἡμῶν πρὸς αὐτούς· ἐφρόνουν μάλιστα, ὅτι τὸ ἔργον ἔμελλε νὰ ἦναι εὐχερὲς, καὶ ὅτι ἠθέλομεν τάχιστα φθάσει ἐκ συμφώνου εἰς τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τούτων, διότι ὑπελάμβανον, ὅτι, ἐὰν προσεφέρομεν εἰς τοὺς δανειστὰς πᾶν ὅ,τι ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ὑπελείπετο ἡμῖν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως, ἡ πρότασις ἡμῶν αὕτη ἤθελε βεβαίως γένηται ἀποδεκτή. Διὰ τοῦτο, μόλις κληθέντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐφροντίσαμεν νὰ δηλώσωμεν τὴν προαίρεσιν ἡμῶν ταύτην, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο δύσκολον νὰ συνέλθωσιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἰδίως οἱ ἐν Ἀγγλίᾳ, Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ κάτοχοι ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἵνα ἐκλέξωσιν ἀντιπροσώπους, ὅπως μετ’ αὐτῶν δυνηθῶμεν νὰ συνεννοηθῶμεν, ἠναγκάσθημεν νὰ στέρξωμεν, καὶ συνενοήθημεν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων διαφόρων ἐν Γερμανίᾳ ὁμάδων κατόχων ἑλληνικῶν χρεωγράφων, καὶ μετὰ τῶν διευθυνόντων τὰς Τραπέζας ἐκείνας, διὰ τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια ἡμῶν, ὅπως διαπραγματευθῶμεν μετ’ αὐτῶν περὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ κλῆσις ἡμῶν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν συνέβη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ θέρους, ἐδέησε νὰ παρέλθῃ τὸ θέρος ὅλον τοῦ 1895, ἐπελαβόμεθα δὲ τοῦ ἔργου μόλις κατὰ τὸ φθινόπωρον, διότι οἱ μεθ’ ὧν ἐμέλλομεν νὰ διαπραγματευθῶμεν διέτριβον εἰς τὰς θερινὰς διατριβάς των, μόλις δὲ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ φθινοπώρου ἐπρόκειτο νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰς πόλεις, ἐν αἷς ἔχουσι τὰς κατοικίας των. Οὕτω αἱ διαπραγματεύσεις ἤρξαντο κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον. Ἐγένοντο δ’ ἐν τῇ πόλει, τὴν ὁποίαν οἱ ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν παρασταθέντες ἀνεκοίνωσαν ἡμῖν ὅτι προτιμῶσιν, ἐν τῇ πόλει τῶν Παρισίων, καὶ ἑπομένως κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀντεπροσώπευσεν ὁ ἐν Παρισίοις πρέσβυς τοῦ Βασιλέως κ. Νικόλαος Δηλιγιάννης. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως ἠσχολήθη νὰ μεταδώσῃ εἰς τοὺς κυρίους ἀντιπροσώπους τῶν δανειστῶν ὄχι μόνον τὰς προτάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς κατελήγομεν, ἀλλὰ καὶ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐκρίναμεν τὰς προτάσεις ἡμῶν ταύτας δικαίας καὶ ὀρθάς. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. πρέσβυς ἐπέρανε τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας, ὑπολείπετο ἵνα οἱ ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν διαπραγματευόμενοι μετ’ αὐτῶν συνεννοηθῶσι μετ’ ἀλλήλων καὶ σκεφθῶσιν ἐπὶ τῶν προτάσεων ἡμῶν. Μετὰ πάροδον δὲ χρόνου τινὸς, πάντως ἀναγκαίου διὰ τὰς συνεννοήσεις αὐτῶν, οἱ κ. κ. ἀντιπρόσωποι ἐπρότειναν, ἀντὶ τῶν προτάσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, προτάσεις ἰδίας, αἵτινες παραβαλλόμεναι πρὸς τὰς προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐν πολλοῖς βεβαίως πολλῷ ἀπέχουσιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθημεν μέχρι τοῦδε νὰ καταλήξωμεν εἰς συμφωνίαν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐμείωσε παντάπασι τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα φθάσῃ εἰς συμφωνίαν μετὰ τῶν δανειστῶν, ὅπως κανονισθῶσιν ὁριστικῶς αἱ περὶ ὧν πρόκειται σχέσεις τοῦ Κράτους, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν της ταύτην ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ ἔχουσα, ὡς εἶπον, οὐχὶ διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν χώραν ἀπὸ ὕβρεων, τὰς ὁποίας ἔν τισι χώραις ὡρισμένα φύλλα τοῦ τύπου ἐκτοξεύουσι κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ διότι τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην ὑπαγορεύει ἡμῖν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ ἡ τιμὴ τῆς χώρας. Ἀληθῶς ὁ ὁριστικὸς κανονισμὸς τῶν σχέσεων ἡμῶν τούτων θέλει ἀνορθώσει τὴν τρωθεῖσαν πίστιν τοῦ Κράτους· ἀλλὰ καὶ ἡ τιμὴ τῆς χώρας ἀπαιτεῖ νὰ διατρανωθῇ καθ’ ἅπαντα τὸν κόσμον ἡ ἀγαθὴ πίστις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, περὶ ἧς πολλαὶ ἐδόθησαν ἐνδείξεις ἐκ τῆς καρτερίας αὐτοῦ καὶ τῆς ἀντοχῆς, μεθ’ ἧς ὑπέσχε πάντα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπεβλήθησαν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς κρατησάσης κατὰ τὸ παρελθὸν δανειστικῆς πολιτικῆς. Τῆς πεποιθήσεως ταύτης ἡ ἐμπέδωσις θέλει διδάξει πάντας, ὅτι δὲν εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ, μειώνοντες τὴν εὐλάβειαν, ἣν ὀφείλουσι πρὸς λαοὺς ἀξίους κρείτονος τύχης. Τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην θέλομεν ἐξακολουθήσει ἔχοντες καὶ θέλομεν προθύμως συνομολογήσει συμβιβασμὸν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ μὴ παρασκευάσωμεν δι’ αὐτοῦ νέας συμφορὰς εἰς τὸν τόπον ἐν μέλλοντι προσεχεῖ ἢ ἀπωτέρῳ, ἀναλαμβάνοντες ὑποχρεώσεις ἀνωτέρας τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, τὰς ὁποίας ἡ ἀνεπάρκεια τῶν μέσων τοῦ ταμείου θέλει μᾶς καταστήσει ἀνικάνους νὰ ἐκπληρώσωμεν, καὶ ὑπὸ ἕνα ἔτι ἄλλον ὅρον, τὸν ὅρον νὰ τηρήσωμεν ἀμείωτα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ θεσμοὶ ἀπένειμαν εἰς ἑκάστην τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν, τὰς ὁποίας κατέστησαν ἐν τῷ Κράτει. Ὅταν τοιοῦτος συνομολογηθῇ συμβιβασμὸς, βεβαίως ὁ τόπος θέλει αἰσθανθῆ ἄνεσιν καὶ θέλει δυνηθῇ νὰ διανύσῃ τὸ στάδιον τῆς ἀναῤῥώσεως, εἰς τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς εἰσῆλθεν ἀπό τινος. Πρέπει ὄντως μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιμόνου βουλήσεως καὶ μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιθυμίας νὰ ἐργασθῶμεν, ἵνα ἀπαλλαγῇ ἡ χώρα τῆς οἰκονομικῆς νόσου, ἥτις κατατρύχει αὐτήν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1897, τὸν ὁποῖον εἰσάγομεν εἰς τὴν Βουλήν, στηρίζεται ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθησαν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν κατά τε τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα. Δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐκπληρώσωμεν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν καὶ τὸ κόμμα καὶ ἐγὼ ἰδίως, ὡς διευθύνων τὰς ἐργασίας αὐτοῦ, ἀνελάβομεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, βεβαιώσαντες αὐτὸν, ὡς εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἠθέλομεν μεριμνήσει περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ περὶ τῆς μειώσεως τῶν δικαστικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι τὴν δικαιοσύνην δυσπρόσιτον. Ἑκάτερον τῶν μέτρων τούτων ἤθελε πάντως ἐπιφέρει μείωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὑπελάβομεν δὲ, ὅτι ἠθέλομεν δώσει ἀφορμὰς, ἵνα παραστήσωσιν ἡμᾶς ὡς ὀφειλέτας κακῆς πίστεως, ἂν πρὶν ἢ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς αἱ μετὰ τῶν δανειστῶν σχέσεις τοῦ Κράτους προεβαίνομεν εἰς νομοθετήματα, ἐπάγοντα τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποσχέσεων ἡμῶν τούτων μέχρι τοῦ εἰρημένου χρόνου, ὅτε, ἐὰν θέλομεν εὑρεθῆ ἐν τῇ ἀρχῇ, θέλομεν πάντως σπεύσει νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ ἔργον τοῦτο, διότι πεποιθότες περὶ τῆς ἀνάγκης παρείχομεν εἰς τὸν λαὸν τὴν ἐλπίδα τῆς θεραπείας κακῶν αἰσθητῶν εἰς αὐτόν. Ἡ φορολογία τοῦ οἴνου δὲν εἶναι μόνον ἄδικος, ἀλλ’ εἶναι καὶ πιεστικὴ, προσῆκε δ’ ὄντως καὶ ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης ἐπεβάλλετο νὰ παρασχεθῇ ἀνακούφισίς τις εἰς τοὺς παραγωγοὺς ἀπὸ τῶν πιέσεων καὶ τῆς ἀδικίας, ὑφ’ ἃς οὗτοι νῦν διατελοῦσιν. Ἀλλ’ ἂν δὲν μετεβάλομεν ἕνεκα τῶν λόγων τούτων τὰς βάσεις τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσόδων, ἐθαῤῥήσαμεν ὅμως νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ εἰσαγομένῳ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1897 ποσὸν ἐσόδων ὑπερβαῖνον τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1896 ἀναγεγραμμένον κατὰ δύο ἑκατομμύρια περίπου δραχμῶν. Λέγω δὲ ἐθαῤῥήσαμεν, διότι τὸ θάῤῥος τοῦτο ἠντλήσαμεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, τοῦ ὁποίου ἡ χρῆσις ἔκλεισε πρὸ μικροῦ. Καὶ δὲν ἔχομεν μὲν εἰσέτι ὑπ’ ὄψει τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν αὐτῆς, ἔχομεν ὅμως τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων κατὰ πάντας τοὺς μῆνας τῆς χρήσεως, πλὴν τοῦ τελευταίου μηνὸς Ὀκτωβρίου, τὰ δὲ ἀποτελέσματα ταῦτα μᾶς ἔδωκαν τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὰ ἔσοδα θέλουσι προβαίνει εἰς αὔξησιν· ἀπὸ τῆς ἐλπίδος δὲ ταύτης θερμαινόμενοι, ἀνεγράψαμεν ποσὸν ἀνώτερον κατὰ δύο ἑκατομμύρια ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897. Καὶ ἡ ἐλπὶς ἡμῶν αὕτη δὲν εἶναι ἐλπὶς κενὴ, ἀλλ’ ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὰς προσπαθείας, αἱ ὁποῖαι κατεβλήθησαν, ἵνα περισταλῇ ἡ λαθρεμπορία κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν, καὶ αἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα, ἵνα κατὰ τοὺς ὀκτὼ πρώτους μῆνας τοῦ 1896 εἰσπράξωμεν 2,239,133 περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1895. Ἀλλ’ ἐνεθαῤῥύνθημεν προσέτι καὶ ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς αὐστηρᾶς ἐπιτηρήσεως τῆς διαχειρίσεως, διότι καὶ τῆς τοιαύτης ἐπιτηρήσεως ἡ ἄσκησις οὐ μόνον ἐνιαχοῦ ἀπεκάλυψεν ἐλλείψεις ἐν τῇ διαχειρίσει, καθ’ ὧν προεκλήθη ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ὑπολόγους θέλει καταστήσει προσεκτικωτέρους καὶ ἀκριβεστέρους περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Τὸ ἀναγεγραμμένον ὅμως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 ἔσοδον ἐξ 1,200,000 ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ὑποθέτομεν ὅτι δὲν θέλει εἰσπραχθῆ, οὐδ’ εἰσαχθῆ εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα ἀκέραιον, διότι ἐντὸς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐλπίζομεν ὅτι θέλει μεταβληθῆ τὸ σύστημα τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Ἐπὶ τῇ προτάσει ἡμῶν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, τὸ νομοσχέδιον ὅμως τοῦτο δὲν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, διότι ὀλίγον μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπεφάνησαν περὶ ἡμᾶς πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, αἵτινες φυσικὸν ἦτο νὰ ἐπιδράσωσιν ἀμέσως ἐπὶ τῆς χώρας, ἡ δ’ ἐπίδρασις νὰ παραγάγῃ μεγάλην συγκίνησιν. Ὑπελάβομεν δὲ, ὅτι ἐν χρόνῳ τοιούτῳ ἡ μεταβολὴ τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ τὴν διοίκησιν ἀσθενεστέραν περὶ τὰ ἔργα της, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ ζημίας μείζονας ἢ ὅσας ἐκρίνομεν ὅτι ἐπάγει ἡ ἐπί τινα χρόνον παράτασις τῆς λειτουργίας τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ συστήματος τῆς ἀστυνομίας. Ἐπροτιμήσαμεν οὕτω νὰ ματαιωθῇ τὸ ψηφισθὲν ἐπὶ τῇ προτάσει ἡμῶν νομοσχέδιον, διότι ἐκρίναμεν, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος δι’ ἄλλου καὶ ἡ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἕτερον μετάβασις ἤθελεν ἐπιφέρει ἐπί τινα χρόνον εἴτε τὴν ἄρσιν πάσης ἀστυνομικῆς λειτουργίας, ἕως ἂν ἀντὶ τῶν ἀπερχομένων ἕνεκα τῆς καταργήσεως τοῦ συστήματος ἀναλάβωσι τὴν ἀστυνομίαν οἱ διὰ τοῦ νέου συστήματος καλούμενοι, εἴτε τὴν ἀδράνειαν τῆς λειτουργίας ταύτης, ἕως ἂν τὰ νέα ὄργανα ἐκτῶντο τὴν ἐμπειρίαν, ἣν τοῦ τόπου καὶ τῶν προσώπων ἡ γνῶσις καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἡ ἐνάσκησις μόνον μεταδίδουσι. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἡ γνῶσις τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἡ ἐμπειρία περὶ τὴν ἐνάσκησιν δημοσίας λειτουργίας ἀποκτῶνται μόνον σὺν τῷ χρόνῳ. Ἐλπίσωμεν δ’ ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς οἱ καιροὶ θέλουσιν εἶσθαι ὁμαλώτεροι καὶ ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Πρὸς τοῦτο θέλομεν εἰσαγάγει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔν τισι δὲν θέλει εἶσθαι ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχομεν εἰσαγάγει καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν σύνοδον, θέλομεν δὲ τότε ζητήσει τῆς Βουλῆς τὴν ψῆφον ἐπὶ τῆς προτάσεως ἡμῶν ταύτης. Τὰ ἐν τῷ εἰσαγομένῳ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 93,752,569.82. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διεβιβάσθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν λογαριασμοὶ ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς 600 περίπου χιλιάδας δραχμῶν. Πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τούτων θέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις, οὕτω δὲ κατ’ ἀνάγκην θέλουσιν αὐξηθῆ κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο τὰ ἔξοδα, θέλει δὲ ἀναλόγως μειωθῆ τὸ ἐν τῷ εἰσαγομένῳ προϋπολογισμῷ φαινόμενον ὡς περίσσευμα ἐξ 1,591,369.73. Ἀλλ’ ἂν καὶ τὸ περίσσευμα τοῦτο μειωθῇ ἕνεκα τούτου εἰς 900 χιλιάδας, πιθανὸν εἶναι, ὅτι θέλομεν προβάλει καί τινας ἄλλας δηλώσεις πρὸς ἀναγραφὴν καὶ ἄλλων ἐξόδων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτε τὸ περίσσευμα θέλει περισταλῆ εἰς ἐλάχιστον ποσὸν, θέλει δὲ κατασταθῆ εὐχάριστον, ἂν μὴ μεταβληθῇ εἰς ἔλλειμμα. Τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως ἐκρίναμεν πάντοτε ἀναγκαίαν, καὶ τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην ἐδηλώσαμεν καὶ ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ, καὶ πρὸς τὸν λαὸν ἐγὼ, ὅτε περιώδευον πρὸ τῶν ἐκλογῶν τὰς ἐπαρχίας. Ἡ ἐλάττωσις μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως ἤθελε παρασκευάσει ὑπόλοιπον περισσότερον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῶν τῶν ἐξόδων, καὶ ἑπομένως ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ προσφέρωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ποσοστὸν μεῖζον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν προσφέρει, ἂν δὲν ἠλαττοῦμεν τὰ ἔξοδα μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου. Τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον, ὅτι δυνάμεθα νὰ προσεγγίσωμεν κατ’ ἀνώτατον ὅρον, κατήρχετο εἰς τὰ 67 ἑκατομμύρια, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν, ἐννοεῖται, τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα διατίθενται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ ὄντως ἠδυνήθημεν κατὰ τὰ ἔτη 1895 καὶ 1896 ἐντὸς τοῦ ὁρίου τούτου νὰ περιορίσωμεν τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, ὡς θέλω ἀμέσως ἀποδείξει. Τὰ κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ πληρωθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1895 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ 1896 δαπανηθέντα ἀνῆλθον, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 22,615,214, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, εἰς δραχμὰς 67,225,574. Ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον ἀνέρχονται εἰς 4,000,000, προστιθεμένων καὶ τούτων εἰς τὸ ἀνωτέρω ποσὸν, τὰ ἔξοδα θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 71,225,574. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἐξόδων τούτων εἰσὶ 4,000,000 περίπου ἔξοδα καθαρῶς ἔκτακτα καὶ οὐχὶ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐπληρώνοντο ἐκ τῶν δανείων καὶ τὰ ὁποῖα νῦν ἐπληρώσαμεν κατ’ ἀνάγκην ἐκ τῶν τακτικῶν ἐξόδων. Τούτων ἀφαιρουμένων, τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 67,225,574 μόνον. Κατὰ δὲ τὸ 1896, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι θέλουσι δαπανηθῆ πάντα τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα, καὶ ὅτι προσέτι θέλουσι ζητηθῆ πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ ἢ ἔκτακτοι μέχρις 6 ἑκατομμυρίων, τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους πληρονομένων, θέλουσιν εἶσθαι 68,308,326, καὶ μετὰ τὴν προσθήκην τῶν κατὰ τὴν ἀνωτέρω ὑπόθεσιν πιστώσεων θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 74,308,326. Ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω 74,308,326 ὑπάρχουσιν ἔξοδα ἔκτακτα 7,518,642, ὧν τινα μὲν ἐδαπανήθησαν πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων τοῦ παρελθόντος, μὴ ἐκπληρωθεισῶν δὲ ὑπὸ τῶν προκατόχων, τινὰ δὲ εἶναι ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐπληρώνοντο ἐκ δανείων, καὶ τὰ ὁποῖα νῦν πληρόνομεν ἐκ τακτικῶν ἐσόδων. Ἐὰν ἀφαιρεθῇ τὸ εἰρημένον ποσὸν τῶν ἐκτάκτων τούτων ἐξόδων ἀπὸ τὰ 74,308,326, καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ 1896 θέλουσιν εἶσθαι ἐλάσσω τῶν 67 ἑκατομμυρίων, ἤτοι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεγράψαμεν ὡς ὅριον τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως. Ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων εἴτε ἐπιβάλλεται διὰ τῶν νόμων, οἵτινες κατέστησαν τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, εἴτε κανονίζεται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου ἐπάγονται αἱ δυναταὶ περικοπαὶ τῶν ἐξόδων’ ἐλάττωσις ὅμως ἐξόδων ἐπιτυγχάνεται καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἐνομοθετήθησαν ἐλαττώσεις ἐξόδων κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, ἢ ἂν διεπράχθησαν περικοπαὶ ἐξόδων διὰ τῶν προϋπολογισμῶν, δὲν πρέπει νὰ ἀναμνήσω ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐκύρωσεν αὐτὰς, πάντες δ’ ἐνθυμοῦνται τὰ ψηφισθέντα. Ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ παραλίπω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προϋπολογισμῶν πολλὰς ἐπετύχομεν οἰκονομίας. Δύναμαι π. χ. νὰ ἀναφέρω, ὅτι κατὰ 100 καὶ πλέον χιλιάδας ἠλαττώθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1896 τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προετείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὕτη ἐνέκρινεν’ ὅτι κατὰ τὴν ἀγορὰν διαφόρων εἰδῶν, χρησίμων εἴτε εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησιν, εἴτε εἰς τὰ μονοπώλια, ἐγένετο προσθήκη, καὶ ἐπετεύχθη αἰσθητὴ μείωσις τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα συνήθως ἐπληρώνοντο εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας. Οὕτω π. χ. δύναμαι νὰ ἀναφέρω, ὅτι διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τοῦ χάρτου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐπετεύχθη ἐλάττωσις 100 περίπου χιλιάδων δραχμῶν, ὅτι κατὰ διακοσίας καὶ πλέον χιλιάδας ἠλαττώσαμεν ὡσαύτως τὰ ἔξοδα, ἀποσύραντες ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν ἔντοκα γραμμάτια ἀξίας τεσσάρων καὶ πλέον ἑκατομμυρίων. Τοιουτοτρόπως ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν μέχρι τινὸς ὁρίου εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 μᾶς μετέδωκαν τὸ θάῤῥος, ἵνα ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 ἔσοδα ἀνώτερα κατὰ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀληθῶς ἐθέρμανε τὸ θάῤῥος ἐν ἡμῖν καὶ ἡ παραβολὴ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν διὰ τῶν ἀπολογισμῶν παρελθόντων ἐτῶν. Οὕτω, ἐπὶ παραδείγματι, τὰ κατὰ τὸ 1895 εἰσπραχθέντα ἔσοδα ὑπερέβησαν ἐν τοῖς πλείστοις τὰ προϋπολογισθέντα, οἱ ἄμεσοι φόροι, φέρ’ εἰπεῖν, παρήγαγον ἔσοδα ὑπερβαίνοντα τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ 13,874 δραχμάς. Ἐκ τῶν φόρων καταναλώσεως εἰσεπράχθησαν ὑπὲρ τὰ προϋπολογισθέντα 2,108,331 δραχμαί, ἐκ τῶν δικαιωμάτων καὶ τελῶν εἰσεπράχθησαν ὑπὲρ τὰ προϋπολογισθέντα δραχ. 140,484, τὰ ἐκ τῶν μονοπωλίων ἔσοδα ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ δραχ. 539,181, καὶ οὕτω καθεξῆς, μολονότι ἐν τοῖς ἀνωτέρω ἀριθμοῖς δὲν περιλαμβάνονται τὰ κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα τῆς χρήσεως τοῦ 1895 εἰσπραχθέντα· ἐνῷ σπανιώτατα ἀνευρίσκει τις ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ὅτι τὰ ἐξ ἀμέσων φόρων ἔσοδα ὑπερέβησάν ποτε τὰ προϋπολογισθέντα. Οὕτω τὰ ἐξ ἀμέσων φόρων εἰσπραχθέντα ἦσαν ἐλάσσω τῶν προϋπολογισθέντων τὸ 1891 κατὰ δραχ. 4,332,050.82, τὸ 1892 κατὰ δραχ. 2,328,831.93, καὶ κατὰ τὸ 1893 κατὰ δραχ. 2,193,161.40, μεθ’ ὅλην τὴν κατὰ τὸ 1893 ἔκτακτον εὐφορίαν τῶν ἐλαιῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου 2,334,353.31, ὅσα οὐδέποτε εἶχον εἰσπραχθῆ ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ὡσαύτως ἐκ φόρων καταναλώσεως τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1892 ἦσαν ἐλάσσω τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς 588,758.49, κατὰ δὲ τὸ 1893 κατὰ δραχ. 3,340,653.16, ἐὰν δ’ ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1892, ἐπῆλθε τοῦτο, διότι ἐπεβλήθησαν τότε νέαι φορολογικαὶ αὐξήσεις. Καὶ τὰ ἐκ τελῶν καὶ δικαιωμάτων ὡσαύτως κατὰ τὸ 1891 ἦσαν ἐλάσσω τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 745,453.58, καὶ κατὰ τὸ 1893 κατὰ δραχ. 285,633.97. Καὶ τὰ ἐκ Μονοπωλίων εἰσπραχθέντα ἦσαν ἐλάσσω ἐπίσης κατὰ μὲν τὸ 1891 κατὰ δρ. 348,506.49, κατὰ δὲ τὸ 1893 κατὰ δραχ. 610,576.73. Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ἐνδέχεται νὰ καταγγέλλωσι πεπλανημένην πρόβλεψιν τῶν συνταξάντων τοὺς προϋπολογισμούς, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ καταγγέλλωσι καὶ τὴν νοσηρὰν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων ἡμῶν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ κρίνωμεν ὡς εὐχάριστα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, καὶ νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 θέλουσι κατασταθῆ αἰσθητότερα, νὰ συναγάγωμεν δ’ ἐκ τούτων, ὅτι εἰσῆλθεν ἡ χώρα εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναῤῥώσεως. Κατὰ τὸ στάδιον ὅμως τοῦτο πρέπει μετὰ προσοχῆς νὰ βαδίσωμεν, διότι πάντα τὰ σώματα καθίστανται εὐπαθέστατα κατ’ αὐτό· τὴν συμβουλὴν δὲ ταύτην ἀπευθύνω καὶ πρὸς τοὺς κυβερνῶντας, μεταξὺ τῶν ὁποίων, τό γεν νῦν ἔχον, τυγχάνομεν καὶ ἡμεῖς, καὶ πρὸς τοὺς νομοθετοῦντας. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ἐδείχθη, ὅτι δὲν εἶχε τὰ εἰρημένα ἐλαττώματα, οὐδὲ τὸ ἐλάττωμα πεπλανημένων προβλέψεων, εἰ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπῆρχον οἱ δυσπιστοῦντες καὶ μάλιστα οἱ παριστῶντες αὐτὸν εἰκονικόν· ἀλλὰ καὶ αἱ περιστάσεις τῆς παραγωγῆς φαίνεται ὅτι ἦσαν κρείττονες. Ἡ πρόοδος αὕτη ἐπιφαίνεται καὶ κατὰ τὸ 1895 μέχρι τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ εὐλόγως ἐθαῤῥήσαμεν, ἵνα ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 ἔξοδα ὑπερβαίνοντα τὰ τοῦ 1896. Τῆς ἀρχομένης ταύτης ἀναῤῥώσεως σύμπτωμα ἔχομεν ἔτι καὶ ἄλλο τι, τὴν νομισματικὴν βελτίωσιν. Ἐὰν ὄντως παραβάλωμεν τὴν τιμὴν τῆς ἐπικαταλλαγῆς κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα τοῦ ἔτους 1893 πρὸς τὴν κατὰ μῆνα Μάϊον, ὅστις προηγεῖτο τοῦ μηνὸς, καθ’ ὃν ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ πρὸς τὴν τιμὴν τῆς ἐπικαταλλαγῆς κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα τῆς ἀνόδου ἡμῶν, τὰς τιμὰς δὲ ταύτας παραβάλωμεν πρὸς τὴν τιμὴν τῆς ἐπικαταλλαγῆς κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους μῆνας, θέλομεν πεισθῆ περὶ τῆς διαφορᾶς. Καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη συνετελέσθη καθ’ ὃν χρόνον τοσαῦται ἀνωμαλίαι ἐπέσκηψαν ὄχι μόνον ἐπὶ τὴν Κρήτην, ἀλλ’ ἐφ’ ὅλην τὴν Ἀνατολήν. Μὴ λησμονήσωμεν τὰς περιπετείας τῶν πραγμάτων ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ ὁμόρου Κράτους, μηδὲ διαλάθῃ ἡμᾶς ἡ μεγίστη ἐπιῤῥοὴ, τὴν ὁποίαν τοιαῦται περιπέτειαι ἐξασκοῦσιν εἰς τὴν νομισματικὴν κατάστασιν γειτονικῶν Κρατῶν. Καὶ αἱ περιπέτειαι ἐκεῖναι ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμεναι, καὶ ἐνίοτε ἐντεινόμεναι. Καὶ ἐνῷ οὕτως ἔχουσι τὰ πολιτικὰ, ἡ νομισματικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἀντέχει, ὅπερ ἐνδεικνύει τὴν πάροδον τῆς νόσου. Ἀλλ’ ἀναγκαιότατον φάρμακον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται ὅπως ἐντείνωμεν τὴν ἀνάῤῥωσιν, εἶναι ἡ ἀκρίβεια περὶ τὴν διαχείρισιν, ταύτην δὲ ἐξασφαλίζει ὁ ἔλεγχος. Ἐγένετο ἀπόπειρα κατὰ τὸ 1891, ἵνα γένηται ἔλεγχός τις ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων δαπανηθέντων, ἀλλὰ τὸ βραχυχρόνιον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀνέστειλε τὴν ὤθησιν ταύτην, καὶ ἐγκατελείφθη αὖθις ὁ ἔλεγχος. Μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ λειτουργία τοῦ ἐλέγχου τούτου ἐπανελήφθη, καὶ μετὰ μεγάλης ἐπιμελείας ἐκτελεῖται ἔκτοτε. Καὶ ἐν ὅσῳ μὲν ὁ συμβιβασμὸς δὲν ἔχει περατωθῆ, τὸ Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους δὲν ἔχει μίαν ἐκ τῶν τριῶν ἀσχολιῶν, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸ, τὴν ἀσχολίαν τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἔχει δὲ μόνον τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὴν φροντίδα τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐλέγχου. Διὰ τοῦτο τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν, ὀλίγον καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἰδίως τοῦ ἐλέγχου, δύναται, τό γε νῦν ἔχον, νὰ ἐπαρκέσῃ, ὡς ἔχει, μετὰ μικρῶν τινων προσθηκῶν. Ὅταν ὅμως ὁ συμβιβασμὸς περατωθῇ, καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἀναλάβῃ καὶ τὴν φροντίδα τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων τῶν προοριζομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τότε βεβαίως θέλει παραστῆ ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ, ὅπως δυνηθῇ νὰ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ ἐλέγχου. Ὁ ἔλεγχος οὗτος εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν γενομένων πληρωμῶν εἰς τόκους, προμηθείας καὶ ἄλλα ἔξοδα ἑκάστου τῶν δανείων ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ἱδρύσεως διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὁ ἔλεγχος διῃρέθη εἰς δύο στάδια, εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν συγχρόνων πληρωμῶν, ὅστις νῦν γίνεται μετ’ ἄκρας ἐπιμελείας, καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πληρωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀφ’ ἧς ἐξεδόθη ἕκαστον τῶν δανείων, ἀλλ’ οὗτος ἀπαιτεῖ μακρὸν χρόνον καὶ μεγάλην ὑπομονήν. Ἐζήτησα νὰ προσδιορίσω ἀκριβῶς τίνες εἰσὶν αἱ ἐργασίαι αἱ ἀποτελοῦσαι τὸν ἔλεγχον τοῦτον, πόση δ’ ἑκάστη τῶν ἐργασιῶν τούτων. Καὶ περὶ μὲν τῆς ἐργασίας τοῦ συγχρόνου ἐλέγχου περιττὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν, διότι γνωστὸν, ὅτι συνίσταται εἰς τὴν παραλαβὴν καὶ συγκέντρωσιν τῶν τοκομεριδίων, τὴν κατάταξιν αὐτῶν, τὴν καταστίχωσιν κατὰ δάνειον καὶ κατὰ δόσεις. Ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη διὰ πάντα τὰ δάνεια ἐπὶ τόσα ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν, ἐπὶ ἔτη 16, ἀποβαίνει ὀγκωδεστάτη. Μέχρι τοῦδε κατωρθώθη νὰ προχωρήσῃ, ὅσον ἦτο δυνατόν, διότι παρελήφθησαν, κατετάχθησαν, καὶ κατεγράφησαν 11,609 ὁμολογίαι καὶ 2,682,121 τοκομερίδια. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἐλάχιστον ἀπέναντι τοῦ ὅλου, τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζουσιν εἰς μέγαν ἀριθμόν, εἰς 27,750,635 φέρ’ εἰπεῖν τοκομερίδια, καὶ εἰς 123,875 ὁμολογίας· τόσον εἶναι μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν τοκομεριδίων τῶν πληρωθέντων κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαῤῥευσάντων ἐτῶν δι’ ἕκαστον τῶν δανείων τούτων. Μετὰ ἑξάμηνον ἀπουσίαν ἐπανερχομένη ἡ Βουλή, θέλει πάντως συμπληρώσει τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὅπως αὕτη δυνηθῇ νὰ ἐπιλάβηται τῆς ἐρεύνης τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπελείφθησαν ἐκκρεμῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν σύνοδον. Τὰ νομοσχέδια ταῦτά εἰσι πολλαπλᾶ· εἰσὶ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων εἰσάγονται ἔν τισι τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως νέοι ὀργανισμοί, εἰσὶ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων μεταβάλλονται εἴτε τροποποιοῦνται οἱ ὑπάρχοντες, εἰσὶ καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Θέλομεν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν ἔκτακτον σύνοδον προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιά τινα, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θέλουσιν εἶσθαι τοσαῦτα, ὅσα ἦσαν τὰ εἰσαχθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν σύνοδον. Θέλομεν εἰσαγάγει π. χ. νομοσχέδιον, δι’ οὗ θέλει κατασταθῆ νέος ὀργανισμὸς, ἵνα εἴπω οὕτω, τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Θέλομεν εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως ἢ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰσήγαγε σύστημα καινόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀπεγυμνώθη τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐπὶ τῶν προσώπων, ἀνετέθη δ’ ἡ ἐπιτήρησις αὐτῶν εἰς αὐτοτελῆ Συμβούλια. Ἀλλὰ μετεβλήθη ὁ πρότερον ἰσχύων ὀργανισμὸς καὶ κατὰ τὸ οἰκονομικὸν μέρος, διότι κατηργήθησαν αἱ εἰσφοραὶ τῶν δήμων, οὐδὲ πληρόνονται πλέον οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐκ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο ἐκ τῶν εἰσφορῶν τούτων, ἀλλὰ πληρόνονται ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῶν δήμων. Κατὰ τὴν πρώτην αὐτῶν ἐφαρμογὴν πάντες οἱ νόμοι παρουσιάζουσιν ἐλλείψεις, ἐλλείψεων δὲ τοιούτων τὴν πλήρωσιν, καὶ ἔν τισι μικρὰς μεταβολὰς, σκοποῦμεν νὰ προτείνωμεν διὰ νομοσχεδίου. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πέρυσιν εἰσηγάγομεν, εἰσὶ τρία, τὰ ὁποῖα ὀργανώνουσι κλάδον μεγάλης παραγωγῆς καὶ πολύτιμον διὰ τὴν χώραν, τὸν κλάδον τὸν δασικόν. Ὡς ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, πάσχομεν ἰδίως ἔλλειψιν ὀργάνων. Δὲν ἔχομεν ὄργανα οὔτε διοικήσεως, οὔτε φυλακῆς, καὶ διὰ τοῦτο προέτεινα εἰς τὴν Βουλὴν, πλὴν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κανονίζοντος τὴν διαχείρισιν τῶν δασῶν, δύο ἕτερα νομοσχέδια, ἓν περὶ παρασκευῆς προσώπων ἐπιτηδείων, ἵνα ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν, καὶ ἕτερον περὶ παρασκευῆς προσώπων ἐπιτηδείων, ἵνα ἀνατεθῇ εἰς αὐτὰ ἡ φύλαξις τῶν δασῶν. Καὶ τὸ μὲν νομοσχέδιον περὶ παρασκευῆς φυλάκων ἐψηφίσθη καὶ ἐκυρώθη, καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, καὶ λειτουργεῖ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ παρασκευῆς ὀργάνων ἐπιτηδείων πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν δασῶν δὲν ἐψηφίσθη, καὶ ἔμεινεν ἐκκρεμὲς, ὡς ἔμεινεν ἐκκρεμὲς καὶ τὸ περὶ διαχειρίσεως τῶν δασῶν. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρασκευῆς προσώπων ἐπιτηδείων ἵνα ἀνατεθῇ εἰς αὐτὰ ἡ διοίκησις τῶν δασῶν ἐκρίναμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπενέγκωμεν τροποποιήσεις τινὰς, διὰ τοῦτο κατεστρώσαμεν ταύτας ἐν νέῳ νομοσχεδίῳ· τοῦτο δὲ εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ εἰσηγμένου, θέλω συστήσει εἰς αὐτὴν νὰ ἐπιλάβηται τῆς ἐρεύνης αὐτοῦ τε καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαχειρίσεως τῶν δασῶν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν σύνοδον, ὡς καὶ κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς περιόδου ταύτης, ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἡ μέριμνα περὶ τῆς καταστάσεως ἑνὸς τῶν πολυτιμοτέρων προϊόντων τῆς χώρας, τῆς σταφίδος. Ἐπεκράτησε δ’ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ γνώμη, ὅτι, ἵνα ἐνισχυθῇ ἡ παραγωγὴ τοῦ προϊόντος, καὶ ἵνα διαῤῥυθμισθῇ ἐπὶ τὰ κρείττω ἡ ἐμπορία αὐτοῦ, ἔπρεπε τὸ Δημόσιον νὰ στέρξῃ, ἵνα μεταβάλῃ εἰς εἶδος ποσοστόν τι τοῦ χρηματικοῦ φόρου, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπόκεινται οἱ ἐξάγοντες σταφίδα. Ὁ ψηφισθεὶς κατὰ ταῦτα τὸ 1895 νόμος ἐκυρώθη καὶ ἐξετελέσθη, καὶ ἔληξε μάλιστα ἡ περίοδος αὐτοῦ, ὁ δὲ τοῦ 1896 ἐξακολουθεῖ νὰ λειτουργῇ. Ἐπειδὴ ἡ περίοδος τοῦ νόμου τοῦ 1895 ἔληξεν, εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Οὕτω, κατὰ σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, δύναμαι προχείρως νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἐν αὐτῇ ἀριθμοὺς, ἐπιφυλασσόμενος ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ καταθέσω ὁριστικὸν πίνακα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς διαχειρίσεως ταύτης. Κατὰ τὴν σημείωσιν ταύτην, εἰσεπράχθη ἰσότιμον φόρου σταφίδος ἀπὸ 16 Αὐγούστου 1895 μέχρι 15 Αὐγούστου 1896 δραχμαὶ 1,993,760, προτέτι ἀντίτιμον ἐξ ἐκποιηθείσης ἐκ τῶν ἀποθηκῶν σταφίδος δρ. 500,000, τὸ ὅλον 2,493,760. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος 1,389,613 διὰ τὸ ποσοστὸν τοῦ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήκοντος φόρου, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως αὐτῆς 78,147, κατετέθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν 700,000, καὶ ὑπολείπεται ποσὸν 326,000, ἵνα κατατεθῇ ὡσαύτως εἰς τὴν Τράπεζαν. Οὕτως ἔχομεν κεφάλαιον προοριζόμενον νὰ διατεθῇ δι’ ἰδίου νόμου πρὸς σκοποὺς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος, ἐκ δραχ. 1,026,000. Ἀλλ’ ἔχομεν, πλὴν τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, καὶ 20,513,668 λίτρας σταφίδος, εἰσκομισθείσας εἰς τὰς ἀποθήκας ἐκ τῆς παραγωγῆς ἀπὸ 15 Αὐγούστου 1895 μέχρι τῆς 16 Αὐγούστου 1896. Εἰσεκομίσθησαν 28,000,000, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν ἀνελήφθησαν ὑπὸ ἀποταμιευτῶν 831,498 λίτραι, ἐπωλήθησαν εἰς οἰνοπνευματοποιοὺς 7,000,000, καὶ ὑπολείπονται ἐκ τῆς εἰρημένης σταφιδικῆς περιόδου τὰ εἰρημένα 20,513,668. Περὶ τούτου θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῆ λογαριασμὸν ἐν ἰδίῳ πίνακι. Ἀλλὰ ὑπελάβομεν, ὅτι ὠφείλομεν νὰ ἐκτείνωμεν τὴν μέριμναν ἡμῶν καὶ περαιτέρω, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ πορίσωμεν εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ προϊόντος τούτου ἐπικουρίαν λυσιτελῆ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ὅτι εἴχομεν εἰσαγάγει εἰς αὐτὴν καὶ αὕτη εἶχε ψηφίσει δύο νομοσχέδια, νομοσχέδιον περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ νομοσχέδιον περὶ ἐνεχύρου. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα μετεβλήθησαν εἰς νόμους, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὗτοι οὐδαμῶς ἐλειτούργουν, οὐδὲ παρήχθησαν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶμεν, ὅταν τοὺς νόμους αὐτοὺς ἐψηφίζομεν. Καθῆκον λοιπὸν εἴχομεν ν’ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι οὗτοι, καὶ αἱ ἐργασίαι ἡμῶν ἐχώρησαν αἰσθητῶς, ἐλπίζω δὲ ἐντὸς τῆς συνόδου αὐτῆς νὰ δυνηθῶ ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει κατασταθῆ δυνατὴ ἡ λειτουργία καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν δύο τούτων νόμων. Τοιουτοτρόπως θέλει κατασταθῆ εὔκολον νὰ χρησιμοποιῶνται τὰ προϊόντα εἰς ἐνέχυρον, καὶ θέλουσι κατασταθῆ τὰ κεφάλαια μᾶλλον προσιτὰ εἰς τοὺς δεομένους αὐτῶν, δέονται δὲ κεφαλαίων οἱ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος. Δέονται οὐ μόνον κατὰ τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν συγκομιδὴν, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον τῆς ἐκποιήσεως τῶν προϊόντων. Ὑπέλαβον μάλιστα, ὅτι ἔπρεπε νὰ τραπῶ καὶ περὶ ἄλλην μέριμναν, ἵνα καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον κατασταθῶσι προσιτὰ τὰ κεφάλαια εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἴσως καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου, ὑπάρχουσιν οἱ μέλλοντες ν’ ἀκούσωσι τῶν λόγων αὐτῶν, ἵνα βεβαιώσωσι τὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι πρὸς τοῦτο ἐγένοντο. Τῷ ὄντι πρέπει καὶ τὸ προϊόν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὄντως εἶναι πολύτιμον, καὶ τὴν ἄλλην παραγωγὴν νὰ ἐνισχύσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅταν εἶδον ὅτι ἡ Βουλὴ ἐδίσταζεν, ἵνα ἐπιλάβηται ἀμέσως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν εἰσαγάγει μετὰ τοιαύτης προαιρέσεως πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν γεωργικῶν πραγμάτων τῆς Θεσσαλίας, ἔστερξα ν’ ἀναβληθῇ πᾶσα ἡ μελέτη αὕτη. Ἀλλὰ δὲν παρέλιπον κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς νὰ φροντίσω νὰ συγκομίσω πᾶσαν τὴν ὕλην, τὴν ὁποίαν ἔκρινα χρήσιμον εἰς τὰς ἐν τῷ μέλλοντι μελέτας τῆς Βουλῆς. Ὅθεν παρεκάλεσα διαφόρους, ἵνα ἀποτελέσωσιν ἐπιτροπὴν, ἥτις μετέβη εἰς Θεσσαλίαν, ἐνεχείρισα δ’ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶχον ἀναγραφῆ πάντα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῶσιν. Ἡ οὕτω συστηθεῖσα ἐπιτροπὴ, μεταβᾶσα ἐπὶ τόπου, οὐ μόνον τὰ θέματα ταῦτα ἠρεύνησεν, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἄλλων θεμάτων ἐπελάβετο, καὶ εἰς λεπτομερεῖς ἐξετάσεις προέβη. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐπανῆλθε, καὶ ἡ μὲν πλειοψηφία αὐτῆς ὑπέβαλεν ἤδη ἔκθεσιν, δύο δὲ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἐν μειοψηφίᾳ, ὑπέβαλον ἑκάτερον ὡσαύτως ἰδίαν ἔκθεσιν. Αἱ τρεῖς αὗται ἐκθέσεις ἐκτυποῦνται καὶ θέλουσιν ἀποτελέσει τεῦχος, τὸ ὁποῖον θέλω φροντίσει, ἵνα διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, ὅπως πορισθῶσιν ὅσας ἂν ἐγκρίνωσιν ἐκ τῆς μελέτης ταύτης πληροφορίας. Αἱ πληροφορίαι αὗταί εἰσι τῷ ὄντι χρήσιμοι εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐπιλάβηται τῆς μελέτης τῶν ἐκκρεμῶν ἔργων, ὑποθέτω δὲ, ὅτι μεταξὺ τῶν πρώτων θέλει ἀσχοληθῆ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἡ λειτουργία τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου θέλει πάντως βραδύνει, καὶ ἂν προσεχῶς ἐκδοθῇ ὁ περὶ τούτου νόμος, διότι δὲν θέλει ἐν βραχεῖ συγκομίσει τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, δὲν παρέλιπον νὰ λάβω πρόνοιαν, ἵνα, καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ψηφιζομένου, δυνηθῶμεν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι, καὶ πρὶν ἢ συγκομισθῶσιν ἐν αὐτῷ τὰ κατὰ τοὺς ἐπιβληθησομένους φόρους εἰσπραχθησόμενα κεφάλαια, δὲν θ’ ἀνασταλῇ ἕνεκα τούτου ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἤθελον κριθῆ ἀναγκαῖα, ὅπως ἐνισχυθῇ ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας ἐκείνης. Ἀλλὰ πλὴν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θέλομεν λάβει τὴν τιμὴν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν, καί τινα σήμερον, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τοιαύτης σημαντικότητος, διότι πλὴν δύο, τὰ ὁποῖα προτείνουσι τροποποιήσεις νόμων, τὰ ἄλλα εἶναι πρὸς θεραπείαν τινῶν ὑπηρεσιακῶν ἀναγκῶν. Οὕτω εἰσάγω νομοσχέδιον περὶ μὴ ἐφαρμογῆς τῶν περὶ χρήσεως διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τῶν εἰδικῶς προοριζομένων διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Τὰ προωρισμένα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν κεφάλαια προέκυψαν ἐκ δανείου, δὲν εἰσήχθησαν δ’ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον περὶ τοῦ δανείου τούτου κατετέθησαν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἐκεῖθεν δ’ ἐπληρόνοντο δι’ ἐπιταγῶν, ἀναλόγως τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Κατὰ τὸ 1895 ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἐκτάκτῳ παραρτήματι τοῦ προϋπολογισμοῦ 1,000,000 ἐκ τῶν κεφαλαίων τούτων, διὰ νὰ δαπανηθῇ εἰς ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἤτοι τοῦ τμήματος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Διαβολίτσι· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1895 αἱ ἐργασίαι δὲν ἦσαν μεγάλαι, καὶ ἐδαπανήθησαν μόνον 89 χιλιάδες δραχμῶν, διότι τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου κατηναλώθη εἰς μελέτας ὑπὸ τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος τούτου, καὶ εἰς προμηθείας τοῦ ἀναγκαίου ὑλικοῦ. Κατὰ τὸ 1896 ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ, τῷ ἀποτελοῦντι ἴδιον παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, πίστωσιν ἐξ 1,500,000 δραχ., ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι τοῦ σιδηροδρόμου προέβησαν τοσοῦτον, ὥστε ἐξηντλήθη ἡ πίστωσις αὕτη, ἤθελον δὲ βεβαίως σταματήσει τὰ ἔργα, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἤθελε προκληθῆ ἴσως εἰς ἀποζημιώσεις, ἂν δὲν παρεκαλοῦμεν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἐκδώσῃ καὶ νὰ ἐπιθεωρήσῃ ἔνταλμα ἐκ 250,000 περίπου δραχμῶν ἐπὶ τῆς πιστώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἥτις εἶχε τοσοῦτον ποσὸν ἀδιάθετον. Ὑπεσχέθημεν ὅμως εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ζητήσωμεν πρὸς τοῦτο τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, τὴν ἄδειαν δὲ ταύτην ζητοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Μεταξὺ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη τὸ Κράτος ἐκ τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, εἶναι καὶ ποσὸν χρημάτων, τὸ ὁποῖον ἦτο κατατεθειμένον παρὰ τῷ τραπεζίτῃ κ. Γὶψ, συνίστατο δὲ τοῦτο εἰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ εἰς μετρητά. Ὅταν ὅμως ὁ ἐργολάβος, ὁ ἀναλαβὼν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐπτώχευσε, καὶ τὸ Κράτος ἐκήρυξεν αὐτὸν ἔκπτωτον, Τράπεζά τις ἐν Βελγίῳ, ἡ ὁποία εἶχε δώσει προφορικὴν ἐγγύησιν διὰ τὸν ἐργολάβον τοῦτον, εἰδοποίησε τὸν κ. Γὶψ νὰ μὴ δώσῃ τὰ χρήματα εἰς ἡμᾶς ἄνευ τῆς συναινέσεώς της. Λόγῳ τούτῳ ὁ κ. Γὶψ δὲν ἔδωκε τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ κρατεῖ ἔκτοτε. Ἀλλὰ τὰ ἔργα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου ἐπείγουσι, προβαίνουσιν, ὑποθέτω δ’ ὅτι μέχρι τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου θέλει παραδοθῆ εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ τὸ τμῆμα ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Κούρταγα· ὑπολείπεται μὲν ἀκόμη τμῆμά τι, τὸ ὁποῖον ἔχει ἔργα τεχνητὰ, ἀλλ’ εἶναι βραχυτάτης ἀποστάσεως. Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιτραπῇ ἡμῖν νὰ προκαταβάλωμεν ἐκ τοῦ Δημοσίου τὸ ποσὸν τὸ παρακρατούμενον ὑπὸ τοῦ κ. Γὶψ, ὅταν δὲ εἰσπράξωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὸ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀντὶ τοῦ προκαταβληθησομένου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι κατὰ τύπους ἀναγκαῖον, κατ’ οὐσίαν δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἄλλως, διότι, καὶ ἂν δὲν εἶχεν ὁ κ. Γὶψ τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὰ κεφάλαια τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἠθέλομεν εἶσθαι ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ ταμείου, ἀφοῦ διὰ συμβάσεως ὑπεσχέθημεν νὰ καταβάλωμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς κατασκευῆς 3,300,000. Ἑπομένως πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ ἀντικαταστήσωμεν τὸ παρακρατούμενον ἐκ τῶν κεφαλαίων τούτων παρὰ τοῦ κ. Γίψ. Νομοσχέδιον ἄλλο κατατιθέμενον προτείνει τὴν συμπλήρωσιν καὶ τροποποίησιν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου διὰ τοὺς κομιστὰς γραμματίων ἐπὶ συμψηφισμῷ· ἕτερον νομοσχέδιον προτείνω πρὸς τροποποίησιν τοῦ ἄρθρ. 63 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τάξεώς τινος ὑπαλλήλων ἐργαζομένων ἐν τῷ δικαστικῷ τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς δὲ καὶ ἕτερα νομοσχέδια πιστώσεων. Οὕτω νομοσχέδιον πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς ἐξ 750,000 δραχ., ὅπως δυνηθῶμεν νὰ καταθέσωμεν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τὸν εἰδικὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον προωρίσθησαν τὰ ἐκ τῶν ὑποχρέων κληρωτῶν φυγοστράτων εἰσπραχθέντα ποσὰ, συμφώνως μὲ τὸν πέρυσι ψηφισθέντα νόμον. Ἕτερα νομοσχέδια, περὶ πιστώσεων 46,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, 2,133.50, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, 15,078 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, 32,922.50 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, 42,659 διὰ τὴν περαιτέρω ἀποπεράτωσιν καὶ τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἐφηβείου Ἀβέρωφ, καὶ 537,379.50 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων 234,667 συμπληροῦσι πίστωσιν κεχορηγημένην περὶ ὁπλισμοῦ τοῦ θωρηκτοῦ. Ἀρχόμενος τῆς εἰσηγήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠναγκάσθην νὰ ποιήσωμαι μνείαν τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, αἵτινες ἐπεφάνησαν πέριξ ἡμῶν, ἐπὶ τῆς μεγαλονήσου τῆς Μεσογείου. Ἡ ἱστορία τῆς Κρήτης ἐδίδαξε πάντας ἡμᾶς ποία ὑπῆρξεν ἡ τύχη τῶν κατοίκων αὐτῆς ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους. (Ὁ λαὸς τῆς Κρήτης εἶναι λαὸς ὁμόθρησκος καὶ ὁμόφυλος, ἡ τύχη αὐτοῦ ἦτο πάντοτε κοινὴ καθ’ ὅλους τοὺς σκοτεινοὺς χρόνους τῆς δουλείας μετὰ τῆς τύχης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑπεῖχεν ὁ Κρητικὸς λαὸς, ἠνάγκασαν αὐτὸν πολλάκις νὰ λάβῃ τὸ ὅπλον εἰς χεῖρας, ἦσαν δ’ ὄντως δεινὰ, τὰ ὁποῖα παράγει οὐχὶ ἡ κακὴ διοίκησις, ἀλλὰ ἡ ἔλλειψις πάσης διοικήσεως. Καὶ τῷ ὄντι οἱ ἀτυχεῖς Κρῆτες διετέλεσαν διηνεκῶς καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν ὑπὸ ἀφορήτους πιέσεις καὶ ὑπὸ ἀκατανοήτους κακώσεις. Καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ὁ Κρητικὸς λαὸς ἐλάμβανε τὸ ὅπλον εἰς χεῖρας, ἡ συγκίνησις μετεδίδετο οὐχὶ μόνον εἰς τὸν λαὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντας τοὺς ὁμοφύλους λαοὺς, ὅπου γῆς καὶ ἂν εὑρίσκοντο· κατὰ τὴν τελευταίαν δὲ μεγάλην ἀνατολικὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ὁ Ρωσσοτουρκικὸς πόλεμος τοῦ 1878, οἱ Κρῆτες συνεπείᾳ τῶν δεινῶν τούτων καὶ πάλιν παρέστησαν μὲ τὸ ὅπλον εἰς χεῖρας. Τὸ συνελθὸν κατὰ τὸ 1878 ἐν Βερολίνῳ Συνέδριον δὲν ἔμεινεν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν περιστάσεων τῆς Κρήτης, ὑπὸ τὴν αἰγίδα δὲ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐγένετο δυνατὸν νὰ πεισθῇ καὶ ὁ Κρητικὸς λαὸς καὶ ἡ Πύλη, ἵνα ἀποδεχθῶσι τότε σύστημά τι κυβερνητικόν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπεγράφη ἡ περὶ τούτου σύμβασις, τὸ σύστημα τῆς Χαλέπας. Τοῦτο ἦτο ἀληθῶς πλῆρες ἐλαττωμάτων, διότι δι’ αὐτοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνασταλῇ ἡ ὁρμὴ τῶν ἀδικούντων, κατωρθώθη ὅμως, διότι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις εἶχον ἐπινεύσει εἰς τὴν συνομολόγησιν αὐτοῦ, κατωρθώθη, λέγω, νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ ἕνδεκα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν διῳκήθη μὲν ἄριστα, οὐδὲ καλῶς, ὁ Κρητικὸς λαὸς, ἠδυνήθη ὅμως νὰ εὕρῃ μικρὰν ἄνεσιν ἀπὸ τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα πρότερον ὑπεῖχεν. Ἀλλ’ ἀγνοῶ ποία τις πλοκὴ πραγμάτων καὶ περιστάσεων κατέστησεν εὔκολον εἰς τὴν στρατιωτικὴν βίαν μετὰ τὴν ἑνδεκαετίαν νὰ καταργήσῃ καὶ τὸ πολίτευμα τοῦτο καὶ νὰ περιαγάγῃ τὴν Κρήτην ἀπὸ τοῦ 1889 ὑπὸ διοίκησιν ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, ὑφ’ ἣν διατελοῦσι πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι τῆς μεγάλης ὁμόρου ἐπικρατείας, μετὰ τῆς διαφορᾶς ὅμως, ὅτι ἀνταγωνισμὸς εἴτε τοπικῆς πολιτικῆς εἴτε θρησκευτικῆς ἀντιθέσεως καθίστα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀφόρητον τὸν βίον τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Καὶ τῷ ὄντι πλὴν τῶν ἄλλων συνήθων ἀδικημάτων ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, καὶ ἰδίως ἐν τῇ ἐξασφαλίσει τῶν προσώπων καὶ τῶν κτημάτων, ἐτέθη ἐν ἐφαρμογῇ καὶ ἐγκληματικόν τι σύστημα, τὸ τῶν δολοφονιῶν ὑπὸ ὁμάδος ἑτεροθρήσκων, ἡ ὁποία μετήρχετο τὴν δολοφονίαν κατὰ τῶν χριστιανῶν. Τοιουτοτρόπως σειρὰ δολοφονικῶν ἐγκλημάτων ἐτελεῖτο ἐν Κρήτῃ, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς οὐδὲ ἐβεβαιοῦντο ὑπὸ δικαστικῆς τινος ἀρχῆς, οὐδ’ ἐτιμωροῦντο ὑπὸ τῆς Διοικήσεως ἢ τῆς Δικαιοσύνης, ἑπομένως καὶ πάλιν περιῆλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ Κρητικὸς λαὸς νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ ὅπλον του. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ὅταν οἱ Κρῆτες λαμβάνωσι τὰ ὅπλα, πάντες οἱ Ἕλληνες ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου συγκινοῦνται, πρὸ παντὸς δ’ ἔμελλε νὰ συγκινηθῇ ὁ λαὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου, καὶ ἡ συγκίνησις αὐτοῦ ἦτο καὶ εὔλογος καὶ δικαία. Ἡ συγκίνησις ὅμως, ἐν ὅσῳ οὐδεὶς ἐμερίμνα ἵνα σταματήσῃ τὴν ἀναρχίαν, ἐνετείνετο ἀναλόγως, αἱ δ’ ἑκάστοτε ἀναγγελλόμεναι σφαγαὶ καὶ δηώσεις ἐξώθουν τὰς γνώμας τοῦ κοινοῦ, καὶ μικροῦ δεῖν νὰ δημιουργηθῇ κρίσις πολιτικὴ καὶ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ βασιλείῳ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀπησχόλησε πᾶσαν τὴν Εὐρώπην τὸ λεγόμενον Ἀρμενικὸν ζήτημα, καὶ τοσοῦτον σοβαραὶ κατεστάθησαν αἱ μέριμναι αὐτῆς, ὥστε ἐπεφάνη κίνδυνος, δυνάμενος νὰ διαταράξῃ τὴν μεταξὺ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀναγκαίαν ὁμοφωνίαν. Εὐτυχῶς ὁ κίνδυνος ἀπεσοβήθη τότε, ἀλλ’ αἱ αἰτίαι ἐξακολουθοῦσι νὰ ὑφίστανται ἔτι καὶ νῦν, τὰ δὲ συμβαίνοντα καὶ διαπραττόμενα νὰ ἐντείνωσιν οὐχὶ μόνον τὴν προσοχὴν τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐρεθισμὸν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν λαῶν. Τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τὴν προσοχὴν δὲν διέλαθον τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπέλθει, ἐὰν ἡ γενικὴ εἰρήνη διεταράσσετο, διὰ τοῦτο κατέβαλον ἀτρύτους προσπαθείας, ἵνα συντηρήσωσι τὴν γενικὴν εἰρήνην, προσπαθοῦσαι κατὰ πάντα τοῦτον τὸν χρόνον νὰ ἐξεύρωσι τρόπον, ὅπως ποῦ μὲν μειωθῶσιν αἱ ἀπειλοῦσαι αὐτὴν αἰτίαι, ποῦ δὲ ἀνασταλῇ ἡ ἐπέκτασις αὐτῶν, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ἀνάγκη ῥιζικωτέρων μέτρων καὶ οὕτω συντηρηθῇ ἡ γενικὴ εἰρήνη, ἐκ προνοίας μάλιστα μὴ αὐτὰ ταῦτα ἐπιφέρωσι τὴν διατάραξιν αὐτῆς. Τὰς τοιαύτας σκέψεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγνοῶσι καὶ τῶν μικρῶν Κρατῶν αἱ Κυβερνήσεις, γνωσταὶ δὲ εἶχον αὗται κατασταθῆ πανταχοῦ. Ἐκρίναμεν ἑπομένως ἡμέτερον καθῆκον, ὡς ἐπιμεληταὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, νὰ ὑποτάξωμεν τοὺς πόθους ἡμῶν εἰς τὴν γνώμην ταύτην τῶν Δυνάμεων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρὸ δεκαετίας ἡμεῖς, παριστῶντες τότε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, ἐκρίναμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποτάξωμεν εἰς τὰς βουλήσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τὰς γνώμας ἡμῶν, ἕνεκα τούτου δ’ ἀπεχωρήσαμεν τῆς ἀρχῆς, καὶ ἄλλη διεδέχθη ἡμᾶς Κυβέρνησις, κληθεῖσα, ἵνα αὐτὴ ἐκτελέσῃ ὅ,τι ἡμεῖς ἠρνούμεθα νὰ πράξωμεν. Ἡμεῖς ἐτυγχάνομεν τότε σύμβουλοι τοῦ Στέμματος κατὰ τὴν συνταγματικὴν ῥήτραν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐκρίνομεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ ἐμμείνωμεν μέχρι τέλους διαμαρτυρόμενοι ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος διεθνοῦς δικαίου, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου, τῆς ὁποίας ῥῆτραι ἀνῃροῦντο ἐπὶ ζημίᾳ μόνον τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἀλλὰ τῇ ἀνοχῇ τῆς Εὐρώπης. Ἐπεμένομεν διὰ τοῦτο μέχρι τέλους, ἀποχωρήσαντες ὅταν ἡ ἀνάγκη ἐπέβαλε τὴν ἀποχώρησιν ἡμῶν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν εἶχον οὕτω ἐφέτος, διότι καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐτυγχάνομεν πεπεισμένοι περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μὴ διαταράξεως τῆς γενικῆς εἰρήνης, καὶ ἐκρίνομεν τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐξυπηρετοῦσαν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τὰ συμφέροντα τῆς φυλῆς ἡμῶν. Ἂν δὲν ἐστέργομεν, ἂν ἀντεπράττομεν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς εἰρήνης, ἠθέλομεν ἀναιρέσει τὴν ἰδίαν πολιτικήν, διότι πολιτικὴ ἡμῶν ἦτο ἡ διατήρησις τῆς εἰρήνης, καὶ ἦτο πολιτικὴ ἐπιβαλλομένη εἰς τὸ Κράτος καὶ ἐκ τῶν δυστυχῶν περιπετειῶν, εἰς τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ εἶχε περιπέσει. Ἀλλὰ καὶ ἂν αἱ περιπέτειαι αὗται δὲν ἤθελον μᾶς ἐπιβάλλει τὸν πόθον τῆς εἰρήνης, ἤθελεν εἶσθαι τολμηρὸν νὰ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς τὴν εὐθύνην τῆς διαταράξεως τῆς εἰρήνης τῆς Εὐρώπης, διότι πιθανῶς ἤθελεν ἐπέλθει ἡ διατάραξις αὕτη, ἐὰν ἡμεῖς παρασυρόμενοι ἐλαμβάνομεν τὰ ὅπλα καὶ προεβαίνομεν μετὰ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἀγωνιζόμενοι ὁμοῦ ὑπὲρ τῶν πόθων αὐτοῦ, οἵτινες τυγχάνουσι κοινοὶ καὶ ἡμῶν πόθοι. Ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος καθίστατο ὁσημέραι ἕνεκα τούτου ἀληθῶς δυσχερής, οὐδὲ ἤθελεν αὕτη δυνηθῆ νὰ ἐκτελέσῃ μέχρι τέλους τὸ καθῆκον αὐτῆς, ἐὰν δὲν ἐνεθάῤῥυνεν αὐτὴν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μόνη ἡ πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ συνετέλεσεν, ἵνα συγκρατήσῃ τὴν τάξιν, οὕτω δὲ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ ἐνίσχυσαν ἡμᾶς, συντελέσαντας νὰ διέλθῃ ἡ Χώρα τὴν εἰρημένην κρίσιν. Ἐπειδὴ ὁμιλῶ περὶ τούτου, μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν πρὸ πάντων ἡμεῖς, οἱ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην διαχειριζόμενοι τὴν ἀρχήν, ὀφείλομεν ἐπὶ τούτῳ, διότι ἡ ἐφ’ ἡμᾶς πεποίθησις τοῦ κοινοῦ ἐκράτυνε τὰς προσπαθείας ἡμῶν καὶ ἐνίσχυσε τὴν ἀντοχὴν ἡμῶν πρὸς τὸ ἔργον. Τέλος μετὰ περιπετείας ἐγένετο δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὸν Κρητικὸν λαὸν ἡ βεβαίωσις ὅτι, ἂν δὲν ἐξεπληροῦντο οἱ πόθοι αὐτοῦ, ἔμελλεν ὅμως νὰ παρασχεθῇ αὐτῷ πολίτευμα ἀνεκτόν, εἶδός τι αὐτονομίας. Μέχρις οὗ ὅμως ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἡ τοιαύτη ἔκβασις, ἀναγκαῖον ἦτο αὕτη νὰ διαφωτισθῇ περὶ τῆς ἀληθείας, καὶ νὰ πεισθῇ, ὅτι τὸ μέτρον ὑπηγόρευε καὶ ἀνάγκη καὶ καθῆκον πρὸς λαὸν τυραννούμενον· κατὰ τοῦτο δὲ βεβαίως δὲν παρελίπομεν καὶ ἡμεῖς τὸ ἡμέτερον καθῆκον, ὅπως διαφωτίσωμεν, ὅσον ἠδυνάμεθα, τοὺς ἡγέτας τῶν μεγάλων Κρατῶν. Τὰς ἀσθενεῖς πρὸς τοῦτο προσπαθείας ἡμῶν βεβαίως ἐκράτυνε τοῦ Ἡγεμόνος ἡ ἐνδελεχὴς μέριμνα καὶ ἡ σκόπιμος ἐνέργεια, κατωρθώθη δ’ οὕτω νὰ δοθῇ ἐπισήμως τὸ ἄγγελμα εἰς τὸν Κρητικὸν λαὸν, ὅτι τὸ τοιοῦτον πολίτευμα θέλει εἰσαχθῆ ἀμέσως ἐν τῇ νήσῳ, καὶ θέλει οὕτω κατασταθῆ βεβαία ἡ ἀσφάλεια τῶν προσώπων καὶ τῶν ἰδιοκτησιῶν, βεβαία δὲ καὶ ἡ διατήρησις τῶν ἀστικῶν καὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Τί ἐπεθύμει καὶ ἐπιθυμεῖ ὁ Κρητικὸς λαὸς, οὐδεὶς ἀγνοεῖ, καὶ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες ἀγνοοῦμεν τὸν πόθον τοῦτον αὐτοῦ. Τὸν πόθον του τοῦτον γνωρίζει ἅπας ὁ πεπολιτισμένος κόσμος, διότι δεκάκις, εἰκοσάκις ἤκουσε τὰ περὶ τῆς τύχης τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ καὶ περὶ τῶν ἀγώνων αὐτοῦ καὶ περὶ τῶν πόθων αὐτοῦ. Φαίνεται, ὅτι δὲν ἦλθεν ἀκόμη ἡ πεπρωμένη ὥρα, ἂς ἐλπίσωμεν δ’ ὅτι θέλει παρατείνει τὴν ὑπομονὴν αὐτοῦ ὁ λαὸς τῆς μεγαλονήσου, καὶ ἂς εὐχηθῶμεν εἰς αὐτὸν νὰ εὕρῃ προσωρινῶς ὑπὸ τὸ νέον πολίτευμα τὴν ποθητὴν ἄνεσιν καὶ τὰ δυνατὰ μέσα πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν καὶ τῆς ὑλικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως αὐτοῦ. Τελευταῖον προέκυψαν ἀφορμαὶ, ὅπως ἐγερθῶσιν ὑπόνοιαι περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται ν’ ἀντικατασταθῇ τάξις τις, ἔστω καὶ ἂν ἡ τάξις αὕτη ἦτο ἀταξία, ὅταν πρόκειται ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ νέου συστήματος, καὶ ἡ ἐξύφανσις τοῦ συστήματος τούτου καὶ ἡ πρώτη ἐγκατάστασις αὐτοῦ προσκόπτουσιν εἰς προσκόμματα εἴτε ἐκ προσώπων, εἴτε ἐκ πραγμάτων προερχόμενα. Ἀλλ’ ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλει μειωθῆ ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἀνέλαβον πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νέου τούτου προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς τύχης τοῦ ἀδελφοῦ τούτου λαοῦ, βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θέλει παύσει μεριμνῶν περὶ τούτου, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ Κράτει, δὲν θέλει παραλίπει τὸ ἑαυτῆς καθῆκον. Ἀλλὰ συμβαίνει καί τι γενικώτερον. Ἡ ἄρσις, ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐπισκηψασῶν ἐν τῇ Μεγαλονήσῳ πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν δὲν εἶχε μόνην ἐν ἀνησυχίᾳ καὶ τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν γείτονα ἐπικράτειαν. Τὰ διαδραματισθέντα ἐν τῇ πρωτευούσῃ αὐτῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀπασχολήσωσι καὶ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις καὶ τοὺς λαούς. Εὐτυχῶς δ’ ὁ πόθος τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἵνα συγκρατήσωσι τὴν γενικὴν εἰρήνην δὲν ἐμειώθη, αἱ δὲ προσπάθειαι αὐτῶν ἐξηκολούθησαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἐγώ, καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς διερμηνεύων τὰ φρονήματα τῆς Κυβερνήσεως, εὔχομαι νὰ στεφθῶσι δι’ ἐπιτυχίας αἱ προσπάθειαι αὗται τῶν Μεγάλων Δυνάμεων· ἀλλ’ ἡ εὐχὴ αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἀναστείλῃ οὔτε τὴν Βουλὴν οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ὅσῳ τυγχάνει τῶν πραγμάτων ἡ κατάστασις ἀβεβαία, ἀπὸ τῶν καθηκόντων τῆς ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἀμύνης κατὰ παντὸς ἐπιφανησομένου κινδύνου. Τὰ καθήκοντα ταῦτα τῆς ἀμύνης οὐδέποτε θέλομεν παραλείψει, ἂν ἤθελον ἀποτύχει αἱ προσπάθειαι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἡμεῖς θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὰς θέσεις ἡμῶν, ἕτοιμοι πρὸς τὸ ἔργον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ μεσολαβοῦν διάστημα προσπαθοῦντες, ἐφ’ ὅσον αἱ περιστάσεις τοῦ Κράτους μᾶς ἐπιτρέπουσι, νὰ καταστήσωμεν ἡμᾶς ἐπαρκεστέρους πρὸς τὴν εἰρημένην ἄμυναν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ πόθος, ἡ εὐχὴ ἡμῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς γενικῆς εἰρήνης, ὁ πόθος δὲ οὗτος ἡμῶν συμβιβάζεται καὶ μὲ τὰς περιστάσεις τῆς Πατρίδος, καὶ ποθοῦμεν ὄντως, ἂν διαταραχθῇ ἡ γενικὴ εἰρήνη, νὰ συμβῇ τοῦτο ὅσον οἷον τε βραδύτερον, διότι τοσοῦτον ἀναλόγως θέλει κατασταθῆ βελτίων ἡ θέσις ἡμῶν. Ἀλλ’ ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι δὲν θέλει παρασταθῆ ἡ ἀνάγκη αὕτη, καὶ ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ μεριμνήσωμεν ἀνετώτερον καὶ περὶ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος. (Χειροκροτήματα).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ πίνακες καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα, θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 1–18).
§10ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως. Ὁ κ. Δ. Καλογερόπουλος, βουλευτὴς ἐκ Πυλίας, ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως δημοτικοῦ Γυμνασίου ἐν Πύλῳ. Τὸ Ϛʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς. Ὡσαύτως τὸ Αʹ τμῆμα ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Ἠλείας. Τὸ Γʹ τμῆμα ὑπέβαλε τὴν ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Βονίτσης ἔκθεσίν του. Τὸ Δʹ τμῆμα ὑπέβαλεν ὡσαύτως τὴν ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Βάλτου ἔκθεσίν του. Τὸ δὲ Ζʹ τμῆμα ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὑτοῦ ἐπὶ τῶν ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν Λεβαδείας καὶ Λευκάδος. Ἥ τε πρότασις νόμου καὶ αἱ ἐκθέσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 19–25).
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον βεβαίως διὰ νὰ συζητήσω τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει του. Νομίζω ὅμως, ὅτι δύο ἐκ τῶν θεμάτων τούτων πρέπει νὰ ἑλκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους. Τὰ ζητήματα ταῦτά εἰσι τὸ τῆς διακανονίσεως τῶν σχέσεων τοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ καὶ τὸ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Τὰ ζητήματα ταῦτα μήτε ἐπισταμένως μήτε ἐπωφελῶς δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν τὰ ἀπαιτούμενα φῶτα. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ ζήτημα τῆς διακανονίσεως τῶν σχέσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φωτισθῶμεν πλειότερον ἢ ὅσον ἐφωτίσθημεν ἐξ ὅσων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Αἱ διαπραγματεύσεις τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις διεξήγαγε μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου ἔλαβον διαφόρους φάσεις. Ὅπως δ’ ἐξωδίκως ἐπληροφορήθημεν, διάφορα ἀντηλλάχθησαν ἔγγραφα, ἐδόθησαν εὐρεῖαι ὁδηγίαι εἰς τὸν ἀναλαβόντα ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων, διάφοροι συζητήσεις ἔλαβον χώραν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν ἐπιτροπῶν τῶν παρουσιαζομένων ὡς ἀντιπροσωπευουσῶν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, προτάσεις δ’ ἐγένοντο ἀπὸ μέρους τούτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀντιπροτάσεις ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς αὐτούς. Τὰ ἔγγραφα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰς ἐνεργείας ταύτας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως αὕτη δυνηθῇ νὰ ἐπιληφθῇ ἐν ἐπιγνώσει τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον κατέληξεν εἰς τὴν διακοπὴν τῶν διαπραγματεύσεων, ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν καὶ ὅπως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπηνίχθη ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν, ὅτι ἡ πορεία ἐν γένει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐκανονίσθη ἐκ τῆς ἐκφρασθείσης θελήσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε βεβαίως νὰ δώσῃ πᾶσαν τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν καὶ εὐλάβειαν. Συνέκρινε μάλιστα τὴν θέσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος μὲ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας κατὰ τὸ 1885, εἰπὼν ὅτι καὶ τότε ἐξεφράσθη θέλησις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐνόμιζεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε ὢν τοιοῦτος, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνδώσῃ, δι’ οὓς ἀνέπτυξε λόγους, ἐνέδωκε δὲ σήμερον εἰς τὴν τοιαύτην θέλησιν, διότι ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο, εὑρίσκων συνταυτιζόμενα τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν θέλησιν ταύτην. Εἶναι ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν, ποία εἶναι ἡ ἐκφρασθεῖσα αὕτη θέλησις τῆς Εὐρώπης ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, καὶ πῶς ἐξεφράσθη αὕτη πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Πῶς δὲ αὕτη συνεβίβασε τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς θελήσεως, ἣν ἐσεβάσθη. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἀρνηθῆ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως φωτισθῇ αὕτη, καὶ ἐπιληφθῇ, ἄν τὸ νομίσῃ ἀναγκαῖον, τῆς συζητήσεως τῶν δύο τούτων θεμελιωδῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔθιξε καὶ ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ ὁποῖα, ἅπαξ θιχθέντα, δὲν δύνανται ἢ νὰ ἑλκύσωσι συντόνως καὶ σοβαρῶς τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ἀλλὰ περιμένω νὰ ἀκούσω ἀπάντησίν τινα τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ ἐγὼ τὰς αὐτὰς προτάσεις εἶχον νὰ φέρω, ἃς ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἦναι διατεθειμένη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, θέλει εἶσθαι περιττὴ ἡ ὁμιλία μου, ἀλλ’ ἴσως ἀπαντήσει βραδύτερον... Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀναβάλλει τὴν ἀπάντησιν, συμπληρῶ τὰς πρὸς τοῦτο πρὸ μικροῦ ὑποβληθείσας προτάσεις· διότι βεβαίως εἶναι πρόωρον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ μικροῦ. Θὰ παρακαλέσω νὰ κατατεθῶσιν οὐ μόνον τὰ ἔγγραφα, περὶ ὧν ὡμίλει πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν συμβιβασμὸν, ἵνα ἐκτιμήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ πράγματα ἐπακριβῶς, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς χρονολογίας, ἀλλ’ ἰδίως ὡς πρὸς τὸ Κρητικὸν ζήτημα πρέπει νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν τελευταίαν Κρητικὴν Ἐπανάστασιν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν κατὰ τὸ ἔτος 1889, διότι συνδέονται ἀῤῥήκτως μὲ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἐπασχολήσῃ. Νὰ κατατεθῶσι δηλ. τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀρχηγὸς τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἐζήτει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐζήτει ἐπιμόνως νὰ κατατεθῶσιν ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, προέβη ὅμως εἶτα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἄνευ τῶν ἐγγράφων. Ἐπειδὴ ὅμως ἔλαβον τὸν λόγον, ἔχω ἀνάγκην νὰ παρακαλέσω προσέτι τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ καταθέσῃ μεταξὺ ὅλων τῶν ἄλλων ἐγγράφων τά τε πρακτικὰ ὡς καὶ τὰ ὑπομνήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸ μικροῦ εἰς ἡμᾶς, ὅτι εἶναι ὑπὸ ἐκτύπωσιν τεῦχος, τὸ ὁποῖον θέλει περιλάβει τὰς ἐκθέσεις καὶ τῶν μειονοψηφούντων τῆς ἐπιτροπῆς μελῶν· ἀλλὰ δὲν θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ κρίνωμεν οὐδὲ τὴν ἤδη τυπωθεῖσαν ἔκθεσιν, οὐδὲ τὰς ἑπομένας, ἐὰν ταὐτοχρόνως δὲν δημοσιευθῶσι τόσον τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς καθὼς καί τινα τοὐλάχιστον, ἐὰν μὴ ὅλα τὰ ὑπομνήματα, τὰ ὁποῖα πολλοὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἰδίως ὅμως πρέπει νὰ τυπωθῇ τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων καὶ τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ποιήσει ἀνακοινώσεις περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Περὶ τῆς ἄλλης ὑποθέσεως, τῆς ἀναγομένης εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα, ἐλπίζω ὅτι ὁ ἐμὸς συνάδελφος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει ποιήσει τὰς προσηκούσας ἀνακοινώσεις. Εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, τὸν ἀντιπροσωπεύοντα τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐδόθησαν εὐρεῖαι ὁδηγίαι· οὐδεμία ἐξουσία ἐδόθη ἄλλη ἢ ἐκείνη τοῦ νὰ διερμηνεύσῃ ἀκριβῶς τὰς ὁδηγίας τὰς δοθείσας αὐτῷ παρ’ ἡμῶν. Τὰς ὁδηγίας δὲ ταύτας ἐδώκαμεν καὶ πρὸς τοὺς ἐν Βερολίνῳ καὶ Λονδίνῳ ἀντιπροσώπους, διότι αὗται ἐδόθησαν πρὶν ἢ ὁρισθῇ ἡ πόλις τῶν Παρισίων ὡς τόπος τῶν διαπραγματεύσεων, καθόσον ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ δεχθῇ τὰς διαπραγματεύσεις ἐν ταῖς τρισὶ πρωτευούσαις. Πρὸς τὰς ὁδηγίας ταύτας καὶ τὰς προτάσεις δὲν συνεζήτησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων· ἀλλ’ ὅταν ἐπεράτωσε τὰς κατὰ τὰς δοθείσας αὐτῷ ὁδηγίας ἀνακοινώσεις του ὁ κ. πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος, αὐτοὶ ἀνέβαλον τὴν ἐξακολούθησιν τῶν διαπραγματεύσεων, ἵνα σκεφθῶσιν, ἀντὶ δὲ ἄλλης συζητήσεως ἐνεχείρισαν κατόπιν εἰς τὸν κ. πρέσβυν φυλλάδιον περιέχον τὰς προτάσεις αὐτῶν. Ὅθεν ὑπάρχουσιν αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν αἰτιολογικῶν αὐτῶν καὶ ἡ πρότασις τῶν δανειστῶν· ταύτας δὲ θέλω καταθέσει.
§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρακτικὰ περὶ τῶν συνεννοήσεων τούτων δὲν ἔχουσι συνταχθῆ;
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχουσι πρωτόκολλα ἑκάστης συνεδριάσεως, φέροντα τὰς ὑπογραφὰς τοῦ κ. πρεσθευτοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἀντιπροσώπων. Ταῦτα βεβαιοῦσι μόνον τὰ ἐν τῇ συνεδριάσει γενόμενα. Οὕτως αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ κ. πρεσθευτοῦ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δανειστῶν περιέχουσι τὰς προτάσεις καὶ τὰς ἰδέας ἡμῶν, τὸ δὲ φυλλάδιον τὰς τῶν δανειστῶν.
§18ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ πρακτικὰ δὲν περιέχουσιν ἕτερόν τι;
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐδόθησαν αἱ προτάσεις τῶν ἀντιπροσώπων, ὑπῆρχον αἱ ἀνακοινώσεις καὶ αἱ προτάσεις ἡμῶν, δὲν ἔχω δὲ δυσκολίαν νὰ ὑποβάλω τὰ ἔγγραφα ταῦτα· ἀλλὰ ἀφ’ ἧς ἐδόθησαν αἱ προτάσεις τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δανειστῶν δὲν δύναμαι νὰ καταθέσω ἔγγραφα, διότι αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τούτων δὲν ἔπαυσαν, ἀλλὰ διεκόπησαν. Ἑπομένως τὰ ἔγγραφα τοῦ δευτέρου σταδίου, ὅπερ εἰσέτι δὲν ἔληξε, δὲν δύναμαι νὰ καταθέσω, διότι, ἐπαναλαμβάνω, αἱ διαπραγματεύσεις ἐξακολουθοῦσι.
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, νὰ εἴπω ἂν ἦναι πλήρη, ἢ ἂν ἦναι ἀνάγκη νὰ καταθέσῃ καὶ ἕτερα.
§21ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι, τὰ ἐπιτευχθέντα ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ προνόμια, ἅτινα ἀπεκτήθησαν τῇ παρεμβάσει τῶν Δυνάμεων, φέρουσι τὴν φορὰν ταύτην τὸ ἰδιαίτερον γνώρισμα, ὅτι αἱ Δυνάμεις ἀνέλαβον ῥητῶς τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν, καὶ ἐν τούτῳ συνίσταται τὸ μεγαλείτερον πλεονέκτημα. Ἀλλ’ ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ μετάβασις ἀπὸ τῆς μιᾶς καταστάσεως εἰς τὴν ἑτέραν δὲν γίνεται αὐθημερὸν, μεσολαβεῖ οὐ μόνον διάστημα χρόνου, ἀλλὰ καὶ συνεννοήσεις, καὶ διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ πῶς θέλει ἐκτελεσθῆ τὸ ἤδη ἀποκτηθέν. Ἀφοῦ ἡ ἐκτέλεσις ἀκόμη δὲν ἤρχισε, διότι ὑπάρχουσι συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα, ἐν ὅσῳ αὐταὶ αἱ διαπραγματεύσεις ἐξακολουθοῦσι.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ 10 μηνῶν ἐκλείσθησαν ἑρμητικῶς αἱ πύλαι τοῦ Βουλευτηρίου, ἀπὸ 10 μηνῶν ἐσίγησε τὸ ἐθνικὸν βῆμα, ζητήματα δὲ ὑψίστης ἐθνικῆς σημασίας διεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῆς ἀπολύτου ἐξουσίας, ἣν ἐσφετερίσθη, καὶ ὅταν ηὐδόκησεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ζητῆται παρ’ αὐτῆς νὰ πληροφορήσῃ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, πῶς διεχειρίσθη ὑψίστης σημασίας ἐθνικὸν ζήτημα, τὸ Κρητικὸν, πῶς διεχειρίσθη τὸ ἐπίσης σπουδαῖον ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ, ἠκούσατε τί ἀπήντησε. Καὶ ἠκούσατε ὅτι διεκόπησαν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ, ἀλλὰ καὶ δὲν διεκόπησαν· ἠκούσατε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν λέγοντος: «Πῶς ζητεῖτε νὰ καταθέσωμεν ἔγγραφα καὶ ἐκθέσωμεν ὑμῖν τὸ ἀποκτηθὲν, ὅταν ἡ ἐκτέλεσις (ὡς ἄν ἡ ἐκτέλεσις ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν) ἀκόμη δὲν ἔλαβεν ἔναρξιν καὶ δὲν γνωρίζομεν πότε θὰ τελειώσῃ;» Ἡμεῖς δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν, οὔτε τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ξένων Δυνάμεων, οὔτε τὴν συμπεριφορὰν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἀλλὰ τὴν συμπεριφορὰν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· ζητοῦμεν δὲ νὰ χορηγηθῶσι τὰ μέσα, ὅπως κρίνωμεν περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ φέρωμεν τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτῆς. Ζητοῦμεν δὲ τὰ ἔγγραφα, ὅπως ἀποδείξωμεν, ὅτι ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐσφαγιάσθησαν χάριν τῆς διατηρήσεως βδελυροῦ χαρτοφυλακίου, ζητοῦμεν νὰ βεβαιώσωμεν δι’ αὐτῶν, ὅτι χάριν τῆς συντηρήσεως τῶν χαρτοφυλακίων ἀπεδείχθη ἡ Ἑλλὰς ἀνίκανος νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς προαιωνίους πόθους της καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀποστολήν της. Ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξῆρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς μέγιστον ἀπόκτημα διὰ τὴν Κρήτην καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν, ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὴν καταδίκην καὶ τὴν ἀδυναμίαν αὐτῆς. Ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι τὴν ἀδυναμίαν ταύτην ἐπιῤῥίπτουσι κατὰ πρόσωπον ὑμῶν ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους προσήλθετε νὰ ζητήσητε συμβουλάς. Τὴν ἀδυναμίαν ταύτην πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς βεβαιώσαντες διὰ τῆς πολιτείας σας, ἠθελήσατε τὴν εὐθύνην αὐτῆς νὰ ἐπιῤῥίψητε εἰς τὸν Βασιλέα, ὑπαινιχθέντες ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ δὲν ἦτο τῆς ὑμετέρας βουλήσεως, ἀλλὰ τῆς τοῦ Βασιλέως. Ταύτην τὴν ἔκφρασιν μετεχειρίσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ πολιτεύματος ὑπευθύνους ὑμᾶς. Ἐὰν διεφωνεῖτε πρὸς τὸ Στέμμα, ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐπετρέπετο νὰ μένητε εἰς τὴν θέσιν σας· μὴ διαφωνήσαντες δὲ, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν πεπραγμένων δὲν βαρύνει ὑμᾶς.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ποίας φράσεις καὶ ποίας λέξεις ἐμοῦ ἑρμηνεύετε. Ἐγὼ ἐποιησάμην μνείαν τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἡγεμόνος, ἵνα δηλώσω ὅτι τὰς ἀσθενεῖς ἡμῶν προσπαθείας πρὸς τὴν τοιαύτην ἔκβασιν τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως ἐκράτυνεν ἡ πολύτιμος συνδρομὴ τοῦ Ἡγεμόνος, ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἡγεμόνος καὶ τοῦ λαοῦ τὴν ἀντοχὴν ἡμῶν. Ταῦτα εἶπον. Ὑπῆρξε δὲ πλήρης συμφωνία καὶ ὁμοφροσύνη μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Ὑπουργείου. Τῶν πράξεων ὅμως ἡμῶν τὴν εὐθύνην φέρομεν ἡμεῖς. Δὲν προσήκει δὲ νὰ θέτητε εἰς τὸ στόμα ἐμοῦ φράσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶπον, ἐννοίας, τὰς ὁποίας δὲν ἐξέθηκα. Τὸ ἀντιπολιτεύεσθαι ἔχει ὅρια τὴν ἀγαθοπιστίαν, καὶ ταύτην σᾶς ὑπομιμνήσκω.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἂν τὸ ἀντιπολιτεύεσθαι ἔχῃ ὅρια τὴν καλὴν πίστιν, καὶ τὸ πολιτεύεσθαι ἔχει τὸ αὐτὸ ὅριον. Πρὸ ὀλίγου δὲν ἐξεφράσθητε, ὅπως ἤδη ἐκφράζεσθε.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Κατὰ λέξιν.
§26ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν σᾶς ἐπιτρέπομεν νὰ παραχαράσσητε τοὺς λόγους μας.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Τί εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως;— διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἄλλου, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν (θόρυβος). Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν, ὅτι ἡ πολιτική, ἥτις ἐπεκράτησεν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, ὀφείλεται εἰς τὴν βούλησιν τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ λαοῦ...
§28Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§29ΡΑΛΛΗΣ. .. Καὶ συναισθανθεὶς μετ’ ὀλίγον τὸ πλημμελὲς τῆς ἐκφράσεως, προσέθηκε: «τοῦ Βασιλέως, τοῦ ὁποίου εἴμεθα οἱ σύμβουλοι». Τὴν πολιτικὴν ταύτην πρόκειται νὰ κρίνωμεν, καὶ πρὸς τοῦτο ζητοῦμεν νὰ χορηγήσητε ἡμῖν τὰ μέσα. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν παρ’ ὑμῶν, ἀφοῦ ἐπὶ δεκάμηνον ἀπολύτως διεχειρίσθητε τὴν ἀρχὴν, ἵνα βεβαιωθῇ ὅτι δὲν ἐσφραγιάσατε ζήτημα ἐθνικώτατον, νὰ προσαγάγητε τὰς ἐκθέσεις τοῦ Ἕλληνος προξένου ἀπὸ τῆς 3ης Μαΐου, ὡς καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος. Ταῦτα θέλουσι καταδείξει ἀκριβῶς, ὅτι χάριν τῆς συντηρήσεως τῆς ἀρχῆς καὶ οὐχὶ χάριν τῆς εἰρήνης τῆς Εὐρωπαϊκῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχετε τὸ ἀνάστημα νὰ σαλεύσητε, ἐσφαγιάσατε ἐθνικὸν ζήτημα καὶ παρείδατε περίστασιν, ἡ ὁποία καὶ μετὰ πεντήκοντα ὅλα ἔτη δὲν θέλει παρουσιασθῆ. Ὑπάρχει ἓν καὶ μόνον προηγούμενον ἐν τῇ ἀρχαίᾳ ἱστορίᾳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πρὸς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραβληθῇ ἡ εἰρήνη, τὴν ὁποίαν ἐπετύχατε ὑπὲρ τῶν Κρητῶν, καὶ ἡ αὐτονομία, ἣν ἐχαρίσατε εἰς τὸν Κρητικὸν λαόν· τὸ προηγούμενον τοῦτο εἶναι ἡ εἰρήνη τοῦ Ἀνταλκίδου. Καὶ τότε Ἑλληνίδες πόλεις παρεδόθησαν εἰς τὸν Μέγαν Βασιλέα, καὶ τότε ἡ ἰδέα ἡ ὑψίστη τῆς ἑνώσεως τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ ἐσφαγιάσθη, ἀλλ’ ἐσφαγιάσθη ἕνεκα τῆς ἀντιζηλίας τῆς Σπάρτης καὶ τῶν Ἀθηνῶν. Σήμερον, ἂν ἡ ἰδέα αὕτη τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος ἐσφαγιάσθη, ἐσφαγιάσθη ἵνα συντηρήσητε τὴν ἀρχήν.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπαναλαμβάνω νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν παρέστησεν ἀκριβῶς εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα εἶπον, ἀλλὰ τὰ ἀντίθετα αὐτῶν. Ὁμιλῶν ἐγὼ περὶ τῆς ἐκβάσεως τῆς Κρητικῆς ὑποθέσεως, εἶχον καθῆκον νὰ μνημονεύσω εὐγνωμόνως τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν ὁ ἡγεμὼν προσέθηκεν εἰς τὰς προσπαθείας ἡμῶν, ἕνεκα τῶν μεγάλων σχέσεων αὐτοῦ. Εἰς ταύτην τὴν περίστασιν ἀνέφερα τὸν ἡγεμόνα, ὅσοι δὲ νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ διασκευάζωσι ῥήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ζητοῦσι νὰ ἀναῤῥιχηθῶσιν, ἢ νὰ προσκομίσωσι κέρδος, δύνανται νὰ λέγωσιν ὅσα θέλουσι, καλυπτόμενοι ὑπὸ τὴν ἀσυλίαν τοῦ βήματος, ἀλλὰ δὲν δεικνύουσι διὰ τούτου τὴν ἀγαθοπιστίαν των. Περὶ τῆς κρίσεως δὲ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐποιήσατο, ὅτι ἡμεῖς ὑπήρξαμεν Ἀνταλκίδαι, δηλαδὴ προδόται τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω τι. Πολλάκις ὅμως ἠθέλομεν παρασταθῆ ἀπέναντι τραγικοῦ θεάματος, ἂν ἠκολουθοῦμεν τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ γραφείου του συνεβούλευε καὶ ἐγνωμάτευεν ὁ κ. Βουλευτής, μεταδίδων τὰ σοφὰ ῥήματα τῶν οἰκείων αὑτοῦ, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ὁποίων ὁ Βασιλεὺς ἔπρεπε νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Βάμον, ἵνα γείνῃ ἀρχηγὸς τῆς πολιορκίας. Ταύτην τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἀφήνω εἰς αὐτὸν, ἡμεῖς δὲ δεχόμεθα νὰ θεωρηθῶμεν Ἀνταλκίδαι, ὡς μὴ ἀποδεχόμενοι αὐτήν.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ τὴν συμβουλὴν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα τότε. Ἔπρεπεν ὅταν ἐξεῤῥήγνυτο τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν, ὁ Βασιλεὺς νὰ εὑρίσκετο ἐν Κερκύρᾳ, εἰς τὸ Μὸν Ρεπό· καὶ ὁμιλῶ περὶ τῆς αὐτόθι μεταβάσεως τοῦ Βασιλέως, διότι πᾶσα πρᾶξις τοῦ Βασιλέως τὴν Κυβέρνησιν εὐθύνει, διότι βλέπουσα τὸ κρίσιμον τῆς περιστάσεως ἐκείνης ὤφειλε νὰ συμβουλεύσῃ τὸν Βασιλέα νὰ μὴ λείψῃ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐξ Ἀθηνῶν. Οὕτω δὲν ἠθέλομεν παραστῆ τότε εἰς τὸ ἔνδοξον κάπνισμα τῶν θωρηκτῶν ἐπὶ ἡμέρας καὶ ἑβδομάδας, οὐδ’ ἤθελεν ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς ἀποδειχθῆ ἀνίκανος νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν. Ἔσκωψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν συμβουλὴν μου· ἀλλ’ ἐὰν ὑπὲρ τὸ χαρτοφυλάκιον, τὸ ὁποῖον τόσον πολύτιμον θεωρεῖ, ἔθετε τὴν ἰδέαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνεβούλευτα ἔπραττε, σήμερον ἡ Ἑλλὰς θὰ ἠδύνατο νὰ παραστῇ ὡς εἷς τῶν κυρίων παραγόντων πρὸς τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Οὐδὲ θὰ παρίστατο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἰσηγήσατο ἡμῖν, μήτε μὲ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν παρέστησε, τὴν πολιτικὴν τῆς ἀμύνης, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κατακτηθῶμεν πάλιν παρὰ τῆς Τουρκίας. Σήμερον θὰ παρίστα τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ παραστήσῃ ἡ Ἑλλὰς, διεκδικοῦσα τὰ ἀπαράγραπτα, ἀλλὰ καθ’ ἡμέραν χάρις εἰς τὴν πολιτικὴν ὑμῶν ἀπεμπολούμενα δικαιώματα της, θὰ παρίστατο ἡ Ἑλλὰς ἱσταμένη ὑψηλὰ καὶ δυναμένη νὰ ἐπιβάλῃ τὸν νόμον ἐν τῇ χερσονήσῳ τῇ Ἰλλυρικῇ, θὰ παρίστατο ἡ Ἑλλὰς δυναμένη νὰ σαλεύσῃ τὴν εἰρήνην τὴν Εὐρωπαϊκὴν, καὶ ὄχι προσλιπαροῦσα τὴν προσοχὴν εὐτελῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε θὰ χορηγηθῶσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς πολιτείας ὑμῶν καὶ τῆς ἰδικῆς μου. Βεβαίως σεῖς δὲν δύνασθε παρὰ νὰ θεωρῆτε ὅτι ἡ πολιτεία ὑμῶν εἶναι ἀρίστη, θὰ ἔλθῃ ὅμως ὥρα, καθ’ ἣν θὰ ἐρωτηθῇ περὶ αὐτῆς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ θ’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἐρώτημα.
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μόνον προανακρούσματα δύνανται νὰ θεωρηθῶσι ταῦτα (ἱλαρότης)· πολλοῦ γε καὶ δεῖ νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς συζήτησις τοῦ Ἐθνικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ τοῦτο ἱκανῶς τεκμηριοῖ, ὅτι ἔχομεν πολλοὺς λογαριασμοὺς, καὶ λίαν προσεχῶς θέλομεν σᾶς προκαλέσει νὰ τοὺς ἐξοφλήσητε. Δὲν κατακρίνω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, διότι ἐν τῷ πατριωτικῷ αὐτοῦ πόνῳ ἠθέλησεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο καὶ τὸ τακτικώτερον· βεβαίως ὅμως ἀπάντησις ὁμοία πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ μικροῦ ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ καὶ θύελλαν πολὺ μεγαλειτέραν· διότι νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι κοιμᾶται ἐπὶ ῥόδων καὶ ὅτι δύναται νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα διὰ τοιούτων τινῶν λόγων ἢ λέξεων, φράσεων καὶ περιφράσεων. Πλάνη οἰκτρά! Ἐπεκαλέσθη πρὸς ἀρωγὴν αὑτοῦ, τρόπον τινὰ, καὶ αὐτὸ τὸ διεθνὲς δίκαιον, ἵνα μᾶς παραστήσῃ, ἐνασμενιζόμενος μάλιστα, ὅτι τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν οἱ Κρῆτες, εἶναι εὐχάριστα, διότι τὰ ἀπέκτησαν διὰ τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων· σχεδὸν δὲ περιέμενε στέφανον, ὅπως θέσωμεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ. Θέλομεν ἐξετάσει ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ἐὰν πρέπῃ νὰ τεθῇ στέφανος, ἀλλὰ στέφανος ἐξ ἀκανθῶν. Καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, διότι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ οὐδὲν εἶχε μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀλλὰ μόνον αἱ Δυνάμεις· διότι, ὅταν ἔλεγεν, ὅτι τὸ ζήτημα διεξήχθη μόνον μεταξὺ τῶν Δυνάμεων καὶ τῶν Κρητῶν, οὐδὲν ἄλλο ἔλεγεν, εἰμὴ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔμενεν οὐδετέρα, μὲ χεῖρας ἐσταυρωμένας! Καὶ ἐνόμιζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔθετε φίμωτρον εἰς τὸ στόμα ἡμῶν διὰ τῆς πειθοῦς, διὰ τῆς κοπίδος του, ἐνῷ ἀκριβῶς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ μικροῦ ἔλεγεν, ἀποδεικνύει ἄγνοιαν τοῦ ζητήματος, ἢ στενοχωρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται· αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔλεγε, θέλων νὰ ἀποφύγῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἱκανῶς ἀποδεικνύει τὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν ὑπάρχει ἔγγραφόν τι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς Ἕλληνας προξένους ἐν Κρήτῃ; δὲν ὑπάρχουσιν ἔγγραφα ἀποσταλέντα καὶ διαταγαὶ ἀποσταλεῖσαι εἰς τὸν κ. πρέσβυν τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει; δὲν διημείφθη ἀλληλογραφία διπλωματικὴ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν προξενικῶν καὶ τῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος; Καὶ πῶς θέλετε, κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ σᾶς κρίνωμεν; Εἰς τὸ σκότος εἰς τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ μᾶς ῥίψητε; Καὶ πῶς τολμᾷ ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν, διότι ἄλλη δὲν προσήκει,—ὁ ὁποῖος ἔχει ἀναλάβει ὑποχρεώσεις ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἐνταῦθα ἔχω τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 28 Νοεμβρίου 1889· τὸν παρακαλῶ νὰ παραλάβῃ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ τὴν ἀναγνώσῃ, ἐὰν δυσπιστῇ. Ἐγὼ δὲν σᾶς τὴν ἀναγινώσκω, ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλήν. Γνωρίζομεν ὅλοι, τί συνέβαινεν ἐν ἔτει 1889 καὶ τίνες ἐκυβέρνων. Εἶχε δημοσιευθῆ τὸ φιρμάνιον, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε τὰς προνομίας, τὰς κτηθείσας ἐν Κρήτῃ διὰ τόσων θυσιῶν, καὶ ἐζήτει ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τὴν 28 Νοεμβρίου 1889, τὴν κατάθεσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Δραγούμης παρέπεμψε τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀνάγνωσιν τοῦ φιρμανίου, ἀλλ’ ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα μὲ ὀργὴν, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζομεν, ἐκείνην, δι’ ἧς ἐμπνέεται εἰς τὰ πατριωτικὰ ζητήματα, ἐπέκρινε ζωηρῶς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἠρνήθη εἰς αὐτὸν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. «Καὶ πῶς», ἔλεγε «τολμᾶτε νὰ θεωρῆτε ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ φιρμάνιον, τὸ ὁποῖον ἔθηκε τέρμα εἰς τὸ ζήτημα;» Καὶ πῶς—ἐρωτῶ σήμερον τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δανειζόμενος τὰς λέξεις καὶ τὰς φράσεις αὐτοῦ, τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,—πῶς τολμᾶτε νὰ θεωρῆτε ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, ὅταν ἡ Κρήτη παρεδόθη ἐκ νέου σιδηροδεσμία εἰς τοὺς τυράννους της; Καὶ τί πλέον θέλετε, ὅταν ἔχητε τὸ φιρμάνιον τὸ δημοσιευθέν; Οὐδεμία, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπάρχει δικαιολογία διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ νὰ θελήσωμεν ἐπὶ ζητήματος ἐθνικοῦ νὰ κερδοσκοπήσωμεν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει· ἀγχόνης ἄξιοι ἠθέλομεν εἶσθαι, καὶ μάλιστα εἰς οὕτω κρισίμους περιστάσεις, ἐὰν τοιαῦτα διενοούμεθα. Πάντες ἀνεξαιρέτως—διότι οὐδένα δύναμαι νὰ ἀδικήσω, ὡς καθυστεροῦντα εἰς τὸ αἴτημα τὸ ἐθνικὸν,—ὄχι ἐκ κερδοσκοπίας, ἀλλ’ ἐκ καθήκοντος γενικοῦ καὶ ἀπαραβάτου, δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀντλοῦμεν ἐκ τοῦ Συντάγματος, καλοῦμεν τοὺς ὑπευθύνους, ἵνα ζητήσωμεν εὐθύνας. Ἀλλὰ πῶς θέλομεν δικάσει αὐτοὺς ἐπαρκῶς, ὅταν ἐλλείπωσιν ἀπὸ ἡμᾶς τὰ φῶτα; Ἀρκεῖ ἡ πιστοποίησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸ μικροῦ ἔκαμε περὶ τῶν ἐπιτυχῶν ἐνεργειῶν του; ἀρκοῦσιν ἆρά γε καὶ αἱ εὐχαὶ καὶ αἱ ἐλπίδες, ὅτι θέλει αἰθριάσει ἐντὸς ὀλίγου ὁ οὐρανὸς τῆς Ἀνατολῆς; ἢ μὴ τυχὸν ἔρχεται καταιγίς; ἢ μὴ τυχὸν πρέπει τὸ Κρητικὸν ζήτημα νὰ τεθῇ ἐπὶ τοῦ τάπητος πρὸ παντὸς καὶ ἐξετάσωμεν ἐπαρκῶς ποῦ εὑρισκόμεθα; τίνες κρατοῦσι τὸ πηδάλιον τῆς Πολιτείας; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν της, νὰ μὴ τολμήσῃ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος νὰ θελήσῃ νὰ καλυφθῇ ὄπισθεν τοῦ δακτύλου της. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, τόσον τὸ χειρότερον δι’ αὐτὴν, διότι οὐδὲν ἄλλο θέλομεν πράξει, ἐκτὸς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔλεγε κατὰ τὴν 28 Νοεμβρίου 1889. Θέλομεν συζητήσει μετὰ καὶ ἄνευ τῶν ἐγγράφων σας. Θέλομεν συζητήσει καὶ ἄνευ τῶν ἐγγράφων σας, διότι ἔχομεν τὰ ἔργα σας ἱκανῶς φανερὰ, διότι καὶ ταῦτα μᾶς ἀρκοῦσιν ἀτυχῶς, ἵνα δικάσωμεν τὴν οἰκτρὰν πορείαν σας. Ἠθέλομεν εἶσθαι λίαν εὐτυχεῖς, ὡς Ἕλληνες, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ χειροκροτήσωμεν εἰς τὴν ἐργασίαν σας, ἀλλὰ μετὰ πόνου ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν εὐχάριστον θέσιν. Ἐὰν σεῖς νομίζητε, ὅτι σᾶς ἀδικοῦμεν, καταθέσατε τὰ ἔγγραφα, ἵνα φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, νομίζῃ, ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ τακτικὴ ἡ συνήθης καὶ ὁμοία πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον ἠκολούθησεν, ὅτε τῷ ὡμίλουν περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καὶ μοὶ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, ἡ Ἀντιπολίτευσις, τῆς ὁποίας ἐγὼ εἶμαι ἓν μόνον μέλος, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει σκεφθῇ σύσσωμος, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, ἵνα ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως, καὶ θέλομεν συζητήσει καὶ ἄνευ τῶν ἐγγράφων.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χρεωστῶ νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου, ἵνα πείσω αὐτὸν, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ εὑρίσκομαι ἀντιφάσει, καὶ ὅτι, ἐὰν ἔχῃ τὸν πόθον νὰ ἀνεύρῃ ἀφορμήν, ἵνα μὲ παραστήσῃ ἐν ἀντιφάσει, συλλυποῦμαι τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου, διότι ὁ πόθος του δὲν ἐξετελέσθη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου δὲν ἦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν ἐπροτάθη εἰς συζήτησιν ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης κατὰ τὸ 1889· ἀλλ’ ἐπειδὴ γνωρίζει τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ὑπελάμβανον, ὅτι, ἀναγινώσκων τὰ πρακτικὰ, ἤθελε μάθει ἐπὶ τίνος θέματος ὡμίλουν, καὶ ἤθελεν ἐξετάσει ἑπομένως, ἐὰν τὸ θέμα ἐκεῖνο ἦναι ὅμοιον πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν. Τότε εἶχεν ἐκδοθῇ τὸ φιρμάνιον, καὶ εἶχε καταργηθῇ διὰ τοῦ φιρμανίου ὁ θεσμὸς, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει τὸ Κυβερνητικὸν σύστημα τῆς Κρήτης· ἀλλ’ ἵνα ἐκδοθῇ τὸ φιρμάνιον, ἔπρεπε προηγουμένως ἡ Κρήτη νὰ καταληφθῇ στρατιωτικῶς ὑπὸ τῆς Τουρκίας, καὶ εἶχε τῷ ὄντι καταληφθῇ ὑπὸ ὀθωμανικῶν στρατευμάτων, ἀλλά, καθ’ ἃς ἐγὼ εἶχον πληροφορίας, εἶχε καταληφθῇ στρατιωτικῶς διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος εἶχε συμβουλεύσει τοὺς Κρῆτας νὰ μὴ ἀντισταθῶσιν, ἵνα στρατιῶται Τοῦρκοι εἰσέλθωσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς νήσου καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτῆς. Ἔλεγον λοιπὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης: «Ναὶ μὲν ἐτελείωσεν, ὡς ἐτελείωσε, τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης κακῶς καὶ ἐλεεινῶς, ἀλλὰ σεῖς συνετελέσατε εἰς τοῦτο· δότε μοι τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἴδω ποίας ὁδηγίας εἴχετε δώσει εἰς τὸν Γενικὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος· εἴχετε ἀληθῶς συμβουλεύσει, αὐτὸν νὰ πείσῃ τοὺς Κρῆτας νὰ δεχθῶσι τὸν τουρκικὸν στρατὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας;» Ποίαν ὁμοιότητα ἔχει τὸ θέμα τὸ σημερινόν; Ζητεῖτε ἔγγραφα, καὶ ἀπειλεῖτε ὅτι θέλετε συζητήσει μετὰ καὶ ἄνευ τῶν ἐγγράφων. Καὶ τίς σᾶς παρεκώλυσεν; Ἡμεῖς, ὑπείκοντες εἰς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὸ Σύνταγμα, παρέστημεν εἰς δοσιλογίαν. Ἔλθετε, ἀποτείνατε ὅσας ἂν θέλητε ἐρωτήσεις, ἐπιφέρετε ὅσαν ἂν θέλητε ἐπικρίσεις· Θέλομεν συζητήσει, καὶ θέλομεν προσπαθήσει νὰ ἀποδείξωμεν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, καὶ ὅτι τὸ ἐξεπληρώσαμεν μετὰ πάσης τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἡ φύσις ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἀπειλεῖτε, ὅτι θέλετε συζητήσει! Εἶναι ἀνάγκη ἀπειλῆς; Δηλώσατε τὴν ἐπιθυμίαν σας, προσδιορίσατε τὴν ἡμέραν, καὶ θέλετε μᾶς εὕρει εἰς τὴν θέσιν ταύτην. Ἀλλὰ νὰ μᾶς ἀπειλῆτε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει μᾶς κρίνει εἰς τὰς ἐκλογάς! Θέλει ἔλθει ἡμέρα καὶ θέλομεν πάλιν μετρηθῆ τὴν ἐπιοῦσαν τῶν ἐκλογῶν, καὶ θέλομεν ἴδει πόσοι Θέλουσιν ἐπιδοκιμάσει τὴν πολιτικήν σας περὶ τοῦ Βάμου.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ μέτρημα, τὸ ὁποῖον λέγει, τὸ ὑπέστη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὶς ἤδη, τὸ ὑπέστη κατὰ τὸ 1892, τὸ ὑπέστη καὶ κατὰ τὸ 1886, δὲν δύναται δὲ νὰ ἀμφιβάλλῃ περὶ τοῦ τί κατὰ τὸ 1897 ἢ κατὰ τὸ 1898 κλώθει αὐτῷ ἡ μοῖρα. Περὶ αὐτοῦ εἶναι βέβαιος, ἀλλ’ ἔχει ἐνώπιον αὐτοῦ μῆνάς τινας, ἴσως καὶ ἔτος, ἴσως καὶ δύο,—διότι περὶ προθεσμίας δύο ἐτῶν ἐσκέπτετο, ὅταν συνεκάλει τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ὅπως μὴ περιορίσῃ τὴν βουλευτικὴν περίοδον. Ἔχει οὕτω δύο ἔτη, ἀλλὰ ταχέως θέλουσι παρέλθει, καὶ τότε θὰ ἐπέλθῃ ἡ κρίσις, ὁμοία τῆς τοῦ 1892, ὁμοία τῆς τοῦ 1886. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ ἤδη, πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει νὰ λειτουργῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καυχᾶται ὅτι εἶναι ὁ κοινοβουλευτικώτατος μεταξὺ πάντων ἡμῶν, μεταξὺ πάντων τῶν Ἑλλήνων...
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς τὸ εἶπον ἐγὼ αὐτό!
§36ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπανειλημμένως, ὄχι εἰς αὐτὴν τὴν σύνοδον... ἴσως μεταξὺ πάντων τῶν ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα πολιτευομένων, εἴτε ἐν Ἑλλάδι, εἴτε ἐν Εὐρώπῃ, εἴτε ἐν Ἀσίᾳ καὶ Ἀφρικῇ· ἀλλὰ λησμονεῖ ἓν ἐπιτακτικὸν καθῆκον, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς Πρωθυπουργοὺς, τὸ νὰ χορηγῶσι τὰς πληροφορίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ὅπως ἀσκηθῇ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν πράξεών των. Μᾶς λέγει «συζητήσατε ὅσον θέλετε, ἡμεῖς θὰ ἤμεθα ἐδῶ», ὡς νὰ ἠδύνατο νὰ φιμώσῃ καὶ τὸ στόμα ἡμῶν! Πρώτιστον καὶ ἐπιτακτικὸν καθῆκον κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ἅμα ὡς περατωθῇ οἱαδήποτε διαπραγμάτευσις, οἱονδήποτε ζήτημα, νὰ χορηγήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει δυνηθῆ νὰ ἐλέγξῃ τὴν πορείαν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος ἐθέσατε εἰς τὸ στόμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τὰς φράσεις ἐκείνας, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ἀληθῆ παρῳδίαν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων· διότι ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κυρίου, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐφηρμόσθησαν τὰ ἐπιτευχθέντα προνόμια, οὐδ’ ἐξετελέσθησαν αἱ ἐπαγγελθεῖσαι μεταῤῥυθμίσεις, δὲν δύνασθε νὰ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διαφωτίζουσι τὴν διαπραγμάτευσιν καὶ βεβαιοῦσι τὴν ἐπιτυχίαν ὑμῶν. Θὰ ἐνόουν νὰ ἀρνηθῆτε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἐὰν ὡμολογεῖτε ὅτι οὐδὲν ἐπράξατε, ὅτι ὁ Κρητικὸς λαὸς μετὰ τόσας θυσίας εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἄρῃ πάλιν τὸ ὅπλον, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ἰδίας του ἀσφαλείας, ὑπὲρ τῆς ζωῆς καὶ ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῆς οἰκογενείας του. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑνὸς ἠθελήσατε νὰ ἐξάρητε τὸ κατόρθωμά σας, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ ἐπαναλάβητε, χαλεπαίνοντες, ὅσα κατὰ τῆς Χαλέπας ἐλέγομεν ἡμεῖς, ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν, ὅτε δὲ ζητοῦμεν ν’ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγεινεν, ὅτι εὑρίσκεσθε πρὸ τῆς συνησπισμένης Εὐρώπης, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρέθητε κατὰ τὸ 1885, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ἤθελε προβῆ εἰς νέον ἐγχείρημα, ὅμοιον τῷ τοῦ 1885, εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα ἤθελε φθάσει, σεῖς λέγετε: «συζητήσατε ὅσον θέλετε· δὲν ἐξετελέσθησαν αἱ μεταῤῥυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δεκταί, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ἐδημοσιεύθη τὸ φιρμάνιον καὶ ὁ ἰραδὲς, δὲν δυνάμεθα νὰ προσαγάγωμεν τὰ ἔγγραφα». Διότι συζητεῖται ἴσως ἔτι τὸ ζήτημα μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Σκαλτσούνη, ἐὰν αἱ μεταῤῥυθμίσεις αὗται θέλωσιν ἐπιβληθῆ παρὰ τῶν Προξένων εἰς τὸν Κρητικὸν λαόν, χωρὶς νὰ τὰς κυρώσῃ ἡ Βουλὴ αὐτοῦ, ἢ ἐὰν πρέπῃ νὰ συμπράξῃ ἡ Βουλὴ αὐτοῦ, ὅπως δεχθῇ τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας καὶ τὰς μεταῤῥυθμίσεις, δι’ ἃς καυχᾶσθε. Οὕτω σεῖς ἐννοεῖτε νὰ ἐπιτελέσητε τὸ καθῆκόν σας, καὶ τοῦτο κυροῖ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ὅτι οὐδεμία ποτὲ Κυβέρνησις ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διεχειρίσθη τόσον ἀπολύτως τὴν ἐξουσίαν, ὅσον ὑμεῖς, καὶ διεχειρίσθη αὐτὴν πρὸς ζημίαν τῶν θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ζημίαν τῶν ὑπερτάτων συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχομεν μέσον τι, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐξαναγκάσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος τοιαύτης σημασίας. Νομίζω ὅτι, ὅταν ἐν Ἑλληνικῇ Βουλῇ ἐγείρηται ζήτημα τοιαύτην ἔχον σημασίαν καὶ τόσην δυνάμενον νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος, ὅταν, λέγω, ἐγείρηται τοιοῦτον ζήτημα, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ συζητηθῇ ἐπὶ δεδομένων ἀτελῶν καὶ δι’ ὑπεκφυγῶν. Τὸ ζήτημα ἤγειρεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡμεῖς δὲ ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ παρίδωμεν αὐτὸ, ἔχομεν καθῆκον καὶ νὰ μὴ τὸ θεωρήσωμεν ἴσον μὲ τὰ ζητήματα τὰ δευτερεύοντα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ἐπίσης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχομεν τὸ καθῆκον τοῦτο, διότι, ὡς εἶπον, εἶναι ζήτημα θίγον ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, πάντοτε, ἰδίᾳ δὲ σήμερον, ὅτε τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς εὑρίσκονται εἰς θέσιν ἔκρυθμον καὶ σοβαρὰν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, βουλευόμενοι ἐνταῦθα. Ὀφείλοντες νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα, ἔχομεν καθῆκον νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «φωτίσατε, καὶ μὴ ἀφήνετε τὴν Βουλὴν ἐν τῷ σκότει.» Ἕν δὲ ἐκ τῶν πρωτίστων σημείων τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, εἶναι ποία ἦτο ἡ ἀληθὴς στάσις τῆς Εὐρώπης ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος καὶ πῶς ἡ Κυβέρνησις διεξήγαγε τὸ ζήτημα εἰς τὰς διπλωματικὰς αὐτῆς σχέσεις μετὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, αἵτινες πράγματι ἔλυσαν αὐτό. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γνωρίζωμεν τοῦτο, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι Μεγάλη Δύναμις, δυναμένη διὰ μόνης τῆς πρωτοβουλίας αὑτῆς νὰ ἐγείρῃ καὶ λύῃ ζητήματα σημασίας, οἷας τὸ Κρητικὸν, ἀλλ’ εἶναι συνάμα Κράτος, ἔχον τὰ μέγιστα αὑτοῦ συμφέροντα ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ Βασιλείου, καὶ ὀφεῖλον ἵνα, ὁδηγούμενον ἐκ τῆς στάσεως καὶ τῶν διαθέσεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, κανονίσῃ τὴν πορείαν αὐτῆς οὕτως, ὥστε νὰ συνδυάσῃ τὴν προάσπισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετὰ τῆς προσοχῆς καὶ τῆς εὐλαβείας, ἣν ὀφείλει νὰ παρέχῃ εἰς τὰς διαθέσεις τῶν Δυνάμεων. Τὸ σημεῖον τοῦτο τοῦ ζητήματος εἶναι θεμελιῶδες, καὶ πρέπει νὰ φωτισθῶμεν περὶ αὐτοῦ, ὅπως δυνηθῶμεν τελειότερον νὰ μελετήσωμεν καὶ συζητήσωμεν τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπέ τι, ἐνέχον τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπαγορεύσεως ἀπὸ μέρους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων πρὸς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα, ὁμοίας πρὸς ἐκείνην, ἥτις ἐδόθη κατὰ τὸ 1885; Διάφορος, εἶπεν, ἦτο τότε ἡ πορεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, χάριν αὐτῶν τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ ἀλλοία ἔδει ἴσως νὰ ᾖ καὶ σήμερον ἡ πορεία αὐτῆς καὶ τὸ καθῆκόν της, ἂν τοιαύτη ἀπαγόρευσις δὲν ἐγένετο ἀπὸ μέρους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, εἴτε διὰ τῆς καταθέσεως τῶν σχετικῶν ἐγγράφων εἴτε διὰ καθαρωτέρας ἐξηγήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μολονότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήρισε τὸ ζήτημα ὡς λελυμένον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅμως, ὀχυρούμενος εἰς τὸ τί δύναται νὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον, ἀρνεῖται νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν. Μεγάλην ἀναδέχεται οὕτω ἡ Κυβέρνησις εὐθύνην, ἀφήνουσα τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα ἐν ἀγνοίᾳ τῶν θεμελιωδῶν βάσεων τῆς πολιτικῆς αὐτῆς πορείας. Διὰ τοῦτο ἐπανέρχομαι καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα, χωρὶς νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν τὰ ἀπαιτούμενα φῶτα. Καὶ ἐκ καθήκοντος κοινοβουλευτικοῦ καὶ ἐκ καθήκοντος ἐθνικοῦ ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο.
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ζητήσασα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, βεβαίως δὲν ἐνόησε νὰ ἐλέγξῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Εὐρώπης. Ἡ Ἀντιπολίτευσις σκοπὸν εἶχε, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διεξήγετο τὸ Κρητικὸν ζήτημα, νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ὅτι δηλ. ἡ Εὐρώπη ἀνέλαβε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου πολιτεύματος τῆς Κρήτης, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ δὲν ἤρξατο εἰσέτι, ὅτι εἶναι μέγα ἀπόκτημα ὅτι ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων ἡ πιστὴ ἐφαρμογὴ τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ, ἡ ἀπάντησις, λέγω, αὕτη ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ περὶ τῆς πολιτείας τῆς Εὐρώπης δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ λόγον ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τὴν πολιτικὴν αὐτῆς δύναται νὰ κρίνῃ καὶ ἐπικρίνῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ ἐλέγξῃ ὅμως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα. Ὅ,τι ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ, εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ ἐλέγξῃ ἐπὶ τοῖς γραφεῖσι, τοῖς δημοσιευθεῖσιν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Πρέπει νὰ ἔχῃ ἔγγραφα διαμειφθέντα μεταξὺ αὐτῆς καὶ ξένων Κυβερνήσεων ἢ τῶν προξένων καὶ τῶν πρέσβεων αὐτῆς, ἢ νὰ ἔχῃ τουλάχιστον ἐπίσημον ἀνακοίνωσιν αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἢ περὶ τῶν πράξεών της. Ἀλλ’ οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο γίνεται. Τὸ συμφέρον ἐν τούτοις τοῦ ἔθνους διὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προκαλούσης καὶ συζητούσης, εἶναι νὰ μάθῃ, ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος τούτου ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ. Βεβαίως ἀπολύτως δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ εὐθύνεται ἔν τινι βαθμῷ, ἂν ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς τῆς Εὐρώπης δὲν μετῆλθε τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ μετέλθῃ, ἂν δὲν προέβαλε τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ προβάλῃ καὶ δὲν ὑπερήσπισε τὰ δικαιώματα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ζητοῦντος πλήρη ἀποκατάστασιν, ἐνῷ τῆς Εὐρώπης ἢ Κυβερνήσεών τινων ἡ γνώμη ἦτο νὰ ἀφήσωσιν αὐτὸν εἰς οἷον καθεστὼς καὶ σήμερον εὑρίσκεται. Ὑπὲρ τῶν δικαίων τούτων εἶχε πολλὰ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παραστήσῃ, λαμβάνουσα αὐτὰ ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἐκ τῆς ἱστορίας ὅλων τῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Χριστιανῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἡ Εὐρώπη συνέστησε τῇ Τουρκίᾳ μέτρα τινά. Ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο ὑπὲρ τῆς Κρήτης νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ ἐκ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ ἐν Κρήτῃ καὶ ἀλλαχοῦ ἐν Τουρκίᾳ, τὰ ἐπεκαλέσθη; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις Κυβέρνησιν εὑρεθεῖσαν πρὸ διευθετήσεως τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καὶ μὴ ἀναπτύξασαν πάντα τὰ δικαιολογήματα πληρεστέρας λύσεως αὐτοῦ. Ἄν τὰ παρέλειψε, βεβαίως ὑπέχει βαθμόν τινα εὐθύνης. Ἄν ὅμως αὕτη εἰργάσθη διπλωματικῶς, ἄν ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἔκρινεν ἐν τῇ δυνάμει αὐτῆς ὅτι ἠδύνατο νὰ πράξῃ, καὶ ἀπέτυχε, τότε ἡ εὐθύνη ἐκλείπει. Ἀλλὰ συγχρόνως θέλει τὸ ἔθνος διὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν συζητήσεων νὰ μάθῃ, ποία ἦτο ἡ γλῶσσα καὶ ποία ἡ διάθεσις τοῦ πνεύματος τῶν ξένων Κυβερνήσεων, διότι ἐπιθυμεῖ, ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων ζητημάτων τὰ γνωρίζῃ ταῦτα, ὅπως καὶ ἐν τῷ μέλλοντι δύνηται νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ κανονίζῃ τὴν πορείαν αὐτοῦ. Αὔριον, εἴτε αὐτὴ ὑπάρχει ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἄλλη, εἴτε αὐτὴ ἡ Βουλὴ εἴτε ἄλλη, εἴτε τὸ σήμερον δημόσιον φρόνημα εἴτε ἄλλο, βεβαίως θέλουσιν ἐπηρεασθῆ ἐκ τῆς διαθέσεως καὶ ἐκ τῶν γνωμῶν τῶν ξένων Κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ἐπ’ αὐτῶν οὐδὲν οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπον. Ἄνευ ἐγγράφων θὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὁδηγώμεθα ἕκαστος ἐξ ὅσων ἠκούσαμεν ἢ ἐξ ἰδιαιτέρων πληροφοριῶν, περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὁποίων πᾶν ἄλλο ἢ νὰ ἐγγυηθῇ τις δύναται. Ὅλοι γνωρίζομεν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν Εὐρώπῃ ὁποῖαι ἀντιφατικαὶ εἰδήσεις, ὁποῖαι ἀνακοινώσεις, ἐνίοτε παράδοξοι, ἐγένοντο καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐν Κρήτῃ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Φρονῶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, στηριζόμενοι ἐπὶ τοιούτων πληροφοριῶν. Ἐλέχθη ὅτι θὰ συζητήσωμεν καὶ ἄνευ ἐγγράφων, καὶ θὰ τὸ πράξωμεν, ἀλλὰ θὰ δύναται ἑκάστοτε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποφεύγῃ τὴν εὐθύνην, διότι οὐδὲν θὰ ἀποδεικνύηται ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὴν εὐθύνουσι, διότι ἀγνοοῦμεν ἐπισήμως, ὅσα ἔπραξε καὶ εἶπεν, ἢ δὲν εἶπε καὶ δὲν ἔπραξεν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ εἴπῃ καὶ νὰ πράξῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, λέγουσα πρὸς ἡμᾶς: «συζητήσατε ἄνευ ἐγγράφων». Βεβαίως θὰ συζητήσωμεν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξελέγξωμεν, καὶ τὸν ἔλεγχον ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀποφεύγῃ ἐν τοιούτῳ ζητήματι. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ Κρήτης, ἔχει καθῆκον νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ὑποβάλλουσα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλῃ, ἢ τοὐλάχιστον ἀνακοινοῦτα πρὸς αὐτὴν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι πρέπει νὰ εἴπῃ, ὅπως τὴν διαφωτίσῃ καὶ δικαιολογήσῃ τὴν πολιτείαν αὐτῆς· Ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις θεωρῶ ἀνεπαρκῆ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Πέποιθα ὅτι σκέψεις ὡριμώτεραι θέλουσι πείσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων, ἢ εἰς ἀνακοινώσεις τοὐλάχιστον τῶν διπλωματικῶν συμβάντων.
§39ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ προκαταβολικὴ συζήτησις καὶ προανάκρουσμα, ὅπως εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος, προανάκρουσμα ὅμως, τὸ ὁποῖον ἤρχισεν ὥς τι πλέον ἢ προανάκρουσμα, ἤρχισεν ὡς μάχη προκαταβολική. Ἂν ἡ σπουδαιότης τῶν ζητημάτων φέρῃ πάντοτε καὶ ἐρεθισμούς τινας, ἂν καὶ συζητοῦμεν ἤδη μόνον σχετικῶς πρὸς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει καὶ νὰ διεξαγάγωμεν τὴν πάλην καθ’ ὁλοκληρίαν κατὰ τὸν Ὁμηρικὸν τρόπον. Οἱ ἥρωες παρ’ Ὁμήρῳ τῷ ὄντι, πρὶν ἔλθωσιν εἰς μάχην, ἐλογομάχουν, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ Διομήδης εἴς τινα μάχην λέγει πρὸς τὸν ἀντίπαλον: «Δυστήνων παῖδες ἐμῷ μένει ἀντιόωσιν». Καὶ τοιοῦτόν τι ἀληθῶς ἠκούομεν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ προαναγγέλλοντος, ὅταν προέλεγε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐπέλθωσιν ἐναντίον ἡμῶν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐπρόκειτο περὶ προκαταρτικοῦ ζητήματος προσαγωγῆς ἐγγράφων πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λέγῃ: «Σᾶς ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις· ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν, ἀλλὰ θὰ συζητήσωμεν ἄνευ ἐγγράφων!» Ἀλλὰ τότε νομίζω, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαγορεύσωμεν καὶ τὴν συζήτησιν. Τῷ ὄντι ὑπάρχει ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος καὶ τοῦ στοιχειώδους καθήκοντος, ὅπερ ἔχει πᾶσα Κυβέρνησις, ὅπως φωτίζῃ τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται ἔχει τὸν ἔλεγχον ἐπ’ αὐτῆς, ὑπάρχει ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος τῆς συζητήσεως καὶ τῆς προσαγωγῆς ἐγγράφων, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ ἰδέα τοῦ φωτισμοῦ εἶναί τι ἰδανικὸν, ὑπάρχει ἐξαίρεσις, ὅταν πρόκειται περὶ ἐκκρεμοῦς διπλωματικοῦ ζητήματος· ἡ προσαγωγὴ τότε καὶ τῶν ἐγγράφων τῶν σχετικῶν δύναται νὰ φέρῃ βλάβην εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι πρόκειται περὶ ἐκκρεμοῦς ζητήματος. Ἀλλὰ τότε ἀπαγορεύεται καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως τί ἔπραξεν; Ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ τῷ εἰσηγητηρίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνέφερεν ὡς κατορθωθὲν μέγα τι ὑπὲρ τῆς μεγαλονήσου. Καὶ ἐνῷ ἀναφέρει τοῦτο, ἐνῷ ἀναφέρει ὅτι ὀφείλεται εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας βεβαίως τὴν διπλωματικὴν ἱκανότητα οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ἐνῷ θέλει ν’ ἀποκομίσῃ διὰ τῆς ἀνακοινώσεως ταύτης τὰς δάφνας, τὰς ὁποίας φρονεῖ ὅτι ἔδρεψεν, ἀφ’ ἑτέρου ἀπαγορεύει ἐμπράκτως τὴν συζήτησιν, διότι τὸ νὰ λέγῃ ὅτι «ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις· ὁρίστε, Κύριοι, συζητήσατε, ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν, ἀλλὰ θὰ συζητήσωμεν ἄνευ ἐγγράφων», νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σοβαρόν. Ἂν ἐπιτρέπηται ἡ συζήτησις, ἐπιβάλλεται ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων. Ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ γίνεται ποτὲ μὲ τὰ γραφόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας, οὔτε νὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ἀπολύτου τινὸς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει τις νὰ δίδῃ εἰς τοὺς λόγους τῶν Κυβερνήσεων. Τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικὸν εἶναι πολίτευμα τῆς δυσπιστίας. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὀφείλωσι πάντες νὰ δίδωσι πίστιν εἰς τοὺς λόγους τῶν Κυβερνήσεων, τότε βεβαίως ἐκλείπει καὶ ὁ ἔλεγχος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, σκεπτομένη καλλίτερον καὶ περὶ τῶν ἰδίων ἑαυτῆς καθηκόντων ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, — διότι ἐγὼ προκαταβολικῶς δὲ θέλω οὔτε πόῤῥωθεν νὰ ὑποδείξω, ὅτι θέλει βλάψει ἑαυτὴν ὡς πρὸς τὰς ἐνεργείας της ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων, — σκεπτομένη καλλίτερον περὶ τοῦ στοιχειώδους καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, θέλει προθυμοποιηθῆ νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα· διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐκκρεμοῦς ζητήματος, — τὸ ζήτημα ἐπερατώθη, ὡς ἀξιοῖ ἡ Κυβέρνησις, κατ’ οὐσίαν — πρόκειται περὶ τοῦ σταδίου τῆς ἐκτελέσεως. Πῶς δύναται νὰ νομίσῃ τις, ὅτι δύνανται νὰ βλαφθῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὅταν πρόκειται ἁπλῶς καὶ κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν περὶ προσκομμάτων ἐκτελέσεως, δι’ ὧν δὲν ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ κατορθωθέν; πῶς δύναται νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι διὰ τούτου βλάπτονται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Ἔχομεν ἀρά γε ἐκκρεμὲς ἀκόμη Κρητικὸν ζήτημα κατ’ οὐσίαν; Τότε πρέπει νὰ τὸ μάθωμεν, τότε πρέπει νὰ μάθωμεν, ὅτι οὐδὲν ἀπεφασίσθη. Ἂν ὅμως τὸ πᾶν ἀπεφασίσθη, πρόκειται δὲ περὶ προσκομμάτων ἁπλῶς, τὰ ὁποῖα ἀπαντῶσιν εἰς τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, περὶ προσκομμάτων ἁπλῶς τῆς περαιτέρω ἐκτελέσεως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπαγορεύεται ὁ φωτισμὸς τῆς Βουλῆς, διότι βλάπτονται τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ, ἂν προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα; Καὶ γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ νὰ ἔχῃ ἔννοιαν ἡ πλειοψηφία, ὁ ἀριθμὸς, διὰ νὰ ἔχῃ ἔννοιαν, προϋποτίθεται ὅτι σχηματίζεται ὁ ἀριθμὸς κατόπιν συζητήσεως. Ἡ πλειοψηφία ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις, ἅμα δὲν ὑπάρχει τὸ τεκμήριον τὸ ἐκ τῆς συλλογῆς τῶν φώτων ἐκ τῶν συζητήσεων καὶ ἐκ τῶν μέσων τῶν ἀποδείξεων, ἐκ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων, ἡ πλειοψηφία εἶναι τυχαῖόν τι, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν. Πῶς δύνασθε νὰ εἴπητέ ποτε, ὅτι «ἔχω πλειοψηφίαν, πλειοψηφίαν ὅμως, τὴν ὁποίαν δὲν ἐφώτισα»; Τὸ ἀνέχεται ἡ πλειοψηφία; Ἔχει ἀξίαν ἡ πλειοψηφία τότε μόνον, ὅταν ἐπέρχηται κατόπιν φωτισμοῦ. Εἰς τὸ στάδιον τῆς διασκέψεως — ὅπως καὶ σοφός τις δημοσιολόγος παρατηρεῖ—ἡ πλειοψηφία ἀπέναντι τῆς μειοψηφίας δὲν ἔχει καμμίαν ὑπεροχήν· ἡ πλειοψηφία ἔχει ὑπεροχὴν μόνον ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἀποφάσεως. Ἔχει ὑπεροχὴν, διότι δύναται μία Κυβέρνησις νὰ ἀρνῆται τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, καὶ ἡ πλειοψηφία νὰ ἀποδέχηται τοῦτο, ἀλλὰ τὴν τοιαύτην ὑπεροχὴν ἐπικαλουμένη, διαψεύδει ἑαυτὴν, ἐπαναστατεῖ καθ’ ἑαυτῆς, αἴρει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ πλειοψηφία εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω ἐκ προκαταβολῆς τὴν εὔστοχον ἐνέργειαν ἐπὶ ζητήματος ἐθνικοῦ μεγάλου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει σπεύσει νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικά, διότι ἄλλως εἶναι περιττὸν νὰ λέγῃ, ὅτι ἐπιτρέπεται συζήτησις. Ἐν ὅσῳ δὲν προσάγωνται τὰ ἔγγραφα, πρέπει ἡ Κυβέρνησις, σύμφωνος πρὸς ἑαυτὴν, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ συζήτησις· ἄλλως ἡ συζήτησις θὰ ἦναι μία εἰκονικότης.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἐκ τῶν λόγων τῶν ἠρεμώτερον ἀγορευσάντων, ἐπιθυμία ἐδηλώθη περὶ καταθέσεως ὡρισμένων ἐγγράφων. Ἀληθῶς ἡ ἐπιθυμία νὰ καταθέσωμεν ἔγγραφα μὴ προσδιοριζόμενα, εἶναι τοσοῦτον γενικὴ, ὥστε βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἀποκριθῇ κανεὶς εἰς αὐτὴν, οὔτε νὰ συζητήσῃ. Παρενέβησαν αἱ ἀπειλαὶ, ἡ ὀργὴ, ἡ ἀγανάκτησις καὶ ἡ παραπομπὴ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἂς ἀναβάλωμεν πάντα ταῦτα εἰς ἄλλην ἡμέραν καὶ εἰς ἄλλον χρόνον, καὶ ἂς περιορισθῶμεν εἰς τὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας ἐδήλωσαν οἱ ἠρεμώτερον ἀγορεύσαντες. Οἱ ἠρεμώτερον ἀγορεύσαντες προέβαλον ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ μάθωσι ποίαν γνώμην εἶχεν ἡ Εὐρώπη, ποίαν γνώμην εἶχον αἱ Μ. Δυνάμεις; Διὰ τοῦτο ζητοῦσι νὰ καταθέσωμεν τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἑκάστη τῶν Μεγάλων Δυνάμεων μᾶς ἐδήλωσε τὴν ἑαυτῆς γνώμην. Μοὶ φαίνεται ὅτι, ἂν ἡ ἐπιθυμία αὐτῶν ἦναι αὕτη, ἂν ζητῶσιν ἔγγραφα διὰ νὰ βεβαιωθῶσι ποίαν γνώμην εἶχον αἱ Μ. Δυνάμεις, ὡς ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς εἶπε, νομίζω ὅτι εἶναι εὔκολος ἡ ἀπόκρισίς μου. Αἱ ἐφημερίδες ἐδημοσίευσαν λόγους Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν μεγάλων Κρατῶν, καὶ πᾶσαν τὴν πολιτικὴν διασκευὴν, ἡ ὁποία ἐξυφαίνετο μεταξὺ τῶν Μ. Δυνάμεων, καὶ πάσας τὰς συνεννοήσεις, αἱ ὁποῖαι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς γίνονται, τυγχάνει δὲ κεκηρυγμένον, ὅτι γίνονται ἐπὶ μιᾶς βάσεως, τῆς βάσεως τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας. Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, καθ’ ὃ συζητοῦμεν, οὐδεμία τῶν Μ. Δυνάμεων ἐδίστασε νὰ ἀποδεχθῇ τοῦτο ὡς βάσιν. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ὅτε συνεζητοῦντο τὰ Κρητικὰ πράγματα αἱ Μ. Δυνάμεις εἶχον ἀποδεχθῆ ὡς βάσιν τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν εἶπον, τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας, τίς ἤθελε μᾶς συμβουλεύσει νὰ ἄρωμεν τὰ ὅπλα, διὰ νὰ ἀποσπάσωμεν τὴν Κρήτην ἀπὸ τὴν Τουρκίαν; Νομίζω ὅτι ἡ ἀξίωσις αὕτη δὲν εἶναι ὀρθὴ, ἔπρεπε δὲ νὰ πεισθῶσιν οὐχὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι νὰ καταθέσωμεν, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν δημοσίᾳ γενομένων ὑπὸ Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν μεγάλων Κρατῶν, ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν συνεβούλευε πράξεις τεινούσας εἰς τὸν διαμελισμὸν ἢ εἰς τὴν ἀποτομὴν τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας. Τούτου τεθέντος, αἴρεται πᾶς δισταγμός. Ἡμεῖς προβάλλομεν ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς τὸν ἔλεγχον πάντων ὑμῶν. Ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι ἠθέλομεν ἀποκτήσει τὴν ἀπόσπασιν τῆς Κρήτης ἀπὸ τῆς τουρκικῆς κυριαρχίας καὶ τὴν ἕνωσιν αὐτῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος; Ἐὰν ἦναί τις ὁ νομίζων ὅτι τοῦτο ἦτο κατορθωτὸν, ὅτι ἤθελεν ἐπιτευχθῆ, παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς ἐκθέσῃ τὰς σκέψεις του. Αὕτη εἶναι ἡ ἁπλοποίησις τοῦ ζητήματος.
§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς ὅσα εἶπον πᾶν ἄλλο, ὑποθέτω, θ’ ἀνεὗρεν ἡ Βουλὴ ἢ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρέστησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ποσῶς δὲν ἀπῄτησα ζητῶν εὐθύνας τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως αὕτη ἐκθέσῃ τί αἱ Μ. Δυνάμεις ἐφρόνουν περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, τί παρέστησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ πῶς παρέστησαν αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο πράγματι περιείχετο ἐν τῇ προτάσει μου, ὡς ὅμως τὴν διετύπωσα, περιείχετο καθαρώτερον τὸ ἄλλο, ὅτι ἐπεθύμουν δηλονότι νὰ μάθω καὶ νὰ μάθῃ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, τί πρὸς αὐτὰς τὰς παραστάσεις τῶν ξένων Κυβερνήσεων ἀντιπαρέστησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποστομώσῃ πᾶν ἐπιχείρημα ἐκ μέρους ἡμῶν, ἀντέταξε τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας. Σᾶς εἶπε: «τί θέλετε ἄλλο περισσότερον; Ἡ Εὐρώπη ἐζήτησε καὶ ζητεῖ καὶ σήμερον, ὅπως διατηρηθῇ ἡ ἀκεραιότης τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους’ νομίζετε ὅτι ἀπέναντι τῆς ὁμοφωνίας τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων, ἐπιμενουσῶν εἰς τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, ἠδύνατο νὰ πράξῃ τι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις;» Τὸ κατ’ ἐμὲ, θαυμάζω διὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας δίδει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας ἐπλάσθη οὐχὶ κατὰ τῶν χριστιανῶν τῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ ἐπλάσθη κατὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν, τῶν εἴτε γειτονικῶν εἴτε μὴ γειτονικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ὠρέγοντο νὰ καταλάβωσι τὸ ὅλον ἢ μέρος τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους. Οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη, ὅτι αἱ Μ. Δυνάμεις, εἴτε κατὰ τὸ 1856, εἴτε κατὰ τὸ 1878 ἐν Βερολίνῳ, ἐνόησαν νὰ συνυποχρεωθῶσιν, ὅπως ἐμποδίσωσι τοὺς ὑπὸ τὴν Τουρκίαν χριστιανικοὺς λαοὺς νὰ ἀπελευθερωθῶσιν. Ἐξ ἐναντίας, παρὰ τὸ δόγμα αὐτὸ τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας κατὰ τῶν Κρατῶν τῶν ἐπιβουλευομένων τὴν ἀκεραιότητα αὐτῆς, ὑπονοεῖται τὸ ἄλλο δόγμα, ὅτι, ὁσάκις οἱ λαοὶ οἱ ὑπὸ τὴν Τουρκίαν δύνανται διὰ τῆς ἰδίας ἑαυτῶν δυνάμεως ἢ ἀποδεικνύοντες ἑαυτοὺς ἀξίους ἐλευθερίας νὰ καθέξωσι τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν κατοικοῦσι, καὶ ν’ ἀποδείξωσιν ἑαυτοὺς ἀξίους τῆς εὐμενείας τῆς Εὐρώπης, δικαιοῦνται ν’ ἀπελευθερῶνται. Οὐδέποτε ἐνόησεν ἡ Εὐρώπη, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας διαρκεῖ, οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγόν. Τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης δὲν ἐνόησα νὰ παρουσιάσω ὑφ’ ἣν ἔποψιν παρέστησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δηλαδὴ ἔπρεπε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ ἐκστρατεύσῃ καὶ τῇ συναινέσει τῶν Δυνάμεων νὰ καταλάβῃ ἓν μέρος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐγὼ ἐνόησα τοῦτο· ἀφοῦ εἷς λαός, πολλάκις λαβὼν τὰ ὅπλα καὶ ἀγωνισθεὶς ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως αὐτοῦ καὶ οὐδέποτε τυχὼν ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης τῆς πλήρους ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ αὐτονομίας, ἐπανεστάτει καὶ πάλιν, ἕκτην ἢ ἑβδόμην φορὰν, ἠδύνατο ἡ Εὐρώπη νὰ σκεφθῇ αὐτὴν τὴν φορὰν, ἂν οὐχὶ περὶ ἑνώσεως μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ περὶ τελείας αὐτονομίας τῆς Κρήτης; Ἡ ἐπανάστασις, ἡ ὁποία ἐξεῤῥάγη κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον ἐξ ἀφορμῆς αὐτῶν τῶν Ὀθωμανῶν Κρητῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ παράσχῃ εἰς Κυβέρνησιν, ὡς ἡ Ἑλληνικὴ, τὴν ἀφορμὴν, ὅπως παραστήσῃ, μετὰ τόσας ἀποπείρας τῶν Δυνάμεων, ὄχι μόνον τὰ δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ τοὺς λόγους καὶ τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἡ Κρήτη καταστῇ ἐντελῶς αὐτόνομος; Ἀφήνω τὰς ἄλλας ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας ἠδύνατό τις νὰ ἔχῃ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, διότι περὶ αὐτοῦ σήμερον δὲν πρόκειται, ὅπως καὶ ἀπ’ εὐθείας δηλ. ἐνεργήσῃ, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι αἱ τελευταῖαι οἰκονομικαὶ περιπέτειαι ἤγαγον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὑτό. Τοῦτο δὲν τὸ ἐξετάζω. Ἀλλὰ λαμβάνω τὸ ζήτημα τὸ ἕτερον. Ἡ Κρήτη ἔλαβεν ἐκ νέου τὰ ὅπλα, καὶ μολονότι δὲν ἐκήρυξε τὴν ἕνωσιν τὴν φορὰν αὐτὴν,—καὶ δὲν ἐξετάζω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐκήρυξε τὴν ἕνωσιν αὐτὴν τὴν φορὰν,—ἔπραξεν ὅμως ἀρκετὰ, ὅπως δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ μετέλθῃ ὅλα τὰ διπλωματικὰ μέσα καὶ ἐκθέσῃ ὅλους τοὺς λόγους καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ὅπως πείσῃ τὴν Εὐρώπην ὑπὲρ τελείας αὐτονομίας τῆς Κρήτης. Ἐπὶ τούτου εἶπον ὅτι ἐπεθύμουν νὰ μάθω διὰ καταθέσεως ἐγγράφων, ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἰδέαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἡ Εὐρώπη ἐπιθυμεῖ τὴν εἰρήνην. Διεβεβαίου, ὅτι, ἂν τὸ παραμικρὸν ἤθελε γείνῃ ἐν Κρήτῃ, ἠδύνατο νὰ διαταραχθῇ ἡ εἰρήνη τῆς Εὐρώπης. Ἀλλ’ οὐδέποτε ἐνόησαν αἱ Μ. Δυνάμεις, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ διαταράξῃ τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου, ἦτο ἡ ἐπανάστασις τῶν χριστιανῶν τῆς Κρήτης, ζητούντων τὴν ἰδίαν αὐτονομίαν. Ἴσως ἠδύνατο νὰ διαταράξῃ τὴν εἰρήνην ἡ κατάληψις παρ’ ἄλλου τινὸς Κράτους τῆς νήσου Κρήτης. Οὐδέποτε ὅμως ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης, ἡ διεκδίκησις τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς αὐτονομίας αὐτῆς ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον. Διὰ τοῦτο ὁ συνηγορῶν ὑπὲρ αὐτονομίας τῆς Κρήτης βεβαίως δὲν ἐκράτει τὴν δᾷδα ἐν Εὐρώπῃ, ὅπως ἀνάψῃ πόλεμον. Οὐδὲ τὸ ἓν λοιπὸν οὐδὲ τὸ ἄλλο ἐπιχείρημα δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι—καὶ περὶ αὐτοῦ δὲν ἔχω καμμίαν προκατάληψιν—νὰ μαρτυρήσωσιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετῆλθεν εἰρηνικῶς—διπλωματικῶς, ἐννοεῖται,—πάντα τὰ μέσα, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν τελείαν τοὐλάχιστον αὐτονομίαν τῆς Κρήτης καὶ σώσῃ αὐτὴν ἀπὸ τῶν περιπετειῶν, εἰς τὰς ὁποίας πάλιν εἰσῆλθε καὶ ἀπὸ τῶν ὁποίων Κύριος οἶδε πῶς θὰ ἐξέλθῃ. Διότι δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φρονῇ, ὅτι, ἐπειδὴ ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Εὐρώπης ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου πολιτεύματος, τὸ νέον πολίτευμα θὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ τόσα ἄλλα ὕποπτα φαινόμενα εἴτε ἐπ’ αὐτοῦ, εἴτε ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, ἐμπνέοντα δισταγμοὺς, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ μετὰ τῆς αὐτῆς πιθανότητος, μετὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐβεβαίωσε τὸ ἐναντίον, ὅτι ἴσως τὰ πάντα θ’ ἀποτύχωσι, τὰ πάντα θὰ ματαιωθῶσι, μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν δύναταί τις ν’ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὰς ἓξ Μεγάλας Κυβερνήσεις. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται· ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν, πρὶν ἢ συζητηθῇ τὸ ζήτημα περὶ Κρήτης, νὰ γνωρίζωμεν ποία ὑπῆρξεν ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι διότι ὑποπτεύομεν, ὅτι ἡ πολιτεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε κακὴ, καὶ θέλομεν νὰ κατηγορήσωμεν αὐτὴν, ἀλλὰ διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ γνωρίσωμεν ποία ὑπῆρξεν ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς Κρήτης, καὶ τί αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Κυβερνήσεις ἀντέταξαν, εἴτε ταῦτα ὑπάρχουσιν εἰς ἔγγραφα, εἴτε ὑπάρχουσιν εἰς τηλεγραφήματα, εἴτε καὶ εἰς ἀνακοινώσεις προφορικάς.
§42ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ πολλῆς δεξιότητος ἐξώθησε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἵνα συζητῇ ἐπὶ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον καθίσταται λίαν ὀλισθηρὸν, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἐγγράφων. Ὅσα μέχρι τοῦδε ἐλέχθησαν παρὰ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐλέχθησαν ἐπὶ ὑποθέσεων, ἢ ἐπὶ ἐξωδίκων πληροφοριῶν. Ἐὰν τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν, ὡς ὑπέδειξεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, δὲν ἔληξεν, ἐὰν ἐξακολουθῶσιν αἱ ἐπ’ αὐτοῦ διαπραγματεύσεις, ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ζητῇ κατάθεσιν ἐγγράφων· ἀλλ’ ἔχει ἐπίσης τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, χάριν αὐτῶν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ν’ ἀρνηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι, ὑφισταμένων τῶν διαπραγματεύσεων, μὴ διακοπεισῶν, θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ μὴ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, πρωτόκολλα ἢ πρακτικὰ, ὅπως ὠνομάσθησαν, ἀπὸ μιᾶς τινος ἐποχῆς, θὰ ὑποβάλῃ ὅμως τὰ λοιπά. Νομίζω ὅτι τοῦτο ἠδύνατο νὰ πράξῃ καὶ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, δεχόμενος νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένα ἔγγραφα, σχετιζόμενα πρὸς τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις, διαρκοῦντος τοῦ ἀγῶνος, ἔδιδε πρὸς τὸν γενικὸν πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Κρήτῃ καὶ πρὸς τὸν πρέσβυν αὐτῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς 15 Αὐγούστου, διότι μετὰ τὴν 15 Αὐγούστου, ὡς πάντες γνωρίζομεν, τὸ ζήτημα ἐθεωρεῖτο λελυμένον, εἶχε δὲ ἤδη προκληθῆ καὶ ἡ ἔκδοσις τοῦ σχετικοῦ Σουλτανικοῦ φιρμανίου. Δὲν φρονῶ λοιπὸν — καὶ ἂν ἀκόμη ἐξακολουθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἀφορῶσι νῦν ἢ μόνον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν παραχωρηθέντων, — δὲν φρονῶ ὅτι ἡ κατάθεσις αὐτῶν τῶν ἐγγράφων θὰ βλάψῃ τὰς διαπραγματεύσεις. Ἄλλως, τὸ νὰ συζητῶμεν ἐπὶ ἐξωδίκων πληροφοριῶν, ἢ ἐπὶ τῶν συστάσεων, τὰς ὁποίας αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἐποιοῦντο πρὸς τὴν Ἑλλάδα, νομίζω ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ζητοῦμεν πρὸ πάντων νὰ γνωρίζωμεν, εἶναι ἡ πολιτεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων καὶ ἀπέναντι τῶν Κρητῶν, μὲ τοὺς ὁποίους προήρχετο εἰς συνεννόησιν διὰ τοῦ ἐν Χανίοις γεν. προξένου. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ὡρισμένως τὰ μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου, τὰ περιέχοντα τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν γεν. πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις, καὶ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἔδιδε πρὸς τὸν πρέσβυν ἡμῶν τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει.
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸς ὅλας τὰς Πρεσβείας.
§44ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ταῦτα εἶναι τὰ κυριώτερα.
§45ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πλὴν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν οἱ προλαλήσαντες, ἐγὼ ζητῶ ὡρισμένως ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς τῆς Κρήτης ἀπέστειλε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ προέλεγεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ὅτι «ἐντὸς ὀλίγου σφαζόμεθα ἀπὸ τοὺς Τούρκους», ὅτε ἀκριβῶς ἐγὼ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἔλεγον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς παρεμπόδισιν τοῦ ἐπαπειλοῦντος τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν Κρῆτας κινδύνου ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντα πρὸς ἡμᾶς, ὅτι «ἐλάβομεν πάντα τὰ μέτρα, καὶ πρέπει νὰ μένητε ἥσυχοι». Λοιπὸν ἐγὼ ζητῶ τὸ ἔγγραφον ἀκριβῶς ἐκεῖνο τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τῆς Κρήτης, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ συμφέροντα ἐθνικὰ, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις σήμερον διαπραγματεύεται, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα κατατεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Δι’ αὔριον δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἑξήκοντα νομοσχέδια, κύριε Πρόεδρε, ἔχει ὑποβεβλημένα εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι. Πρὸ τῆς μεθαύριον λοιπὸν δὲν δύναται νὰ γείνῃ συνεδρίασις. Ὥστε ἡ προσεχὴς συνεδρίασις θὰ γείνῃ τὴν προσεχῆ Τετάρτην. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.