Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΔ · Session Β› Sitting 32

1896.03.04

4,349 rows · 34,543 words · 1 table · 170 turns

Date
1896.03.04
Presidency
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Period
ΙΔ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1896)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32

Τῆς 4 Μαρτίου 1896.

(Δευτέρα)

Ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζωέμποροι καὶ κρεωπῶλαι Ἀθηνῶν δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν ἰσχύϊ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμου, καὶ ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ. Ἡ χήρα τοῦ πρώην βουλευτοῦ Ἰθάκης μακαρίτου Παΐζη δι’ ἀναφορᾶς της ἐξαιτεῖται μηνιαίαν βοήθειαν παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων.» Ὁ βουλευτὴς Ὕδρας κ. Π. Γκίκας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλει ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Παγανέλης. Ἥ τε ἔκθεσις καὶ αἱ τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 213–215). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς ἐκλογὴν τοῦ κοσμήτορος τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὴν νέαν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ὡς τοιαύτην προτείνω τὴν προσεχῆ Τετάρτην.

§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Τετάρτην γενήσεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ κοσμήτορος. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Παπαμιχαλόπουλος ὑποβάλλει ἐκθέσεις αὑτοῦ ἐπὶ 6 ἐκ τῶν ναυτικῶν νομοσχεδίων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 215 δὶς).

§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται, ἵνα ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ τέλους τὰ κατὰ τὴν τέλεσιν τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων ἐκδοθησόμενα εἰσιτήρια εἰσόδου εἰς τὰ διάφορα ἱδρύματα αὐτῶν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ὡσαύτως νὰ προτείνω νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται, ἵνα ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1894 τῆς πόλεως Λαμίας πληρωθῇ μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Αὐγούστου 1896. Προσέτι δύο νομοσχέδια περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1895, τὸ μὲν ἐκ δραχ. 222,650 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸ δὲ ἐκ δρ. 742,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 216–219).

§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μοι προσέτι, Κύριοι, νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχήν σας καὶ ἐπί τινος ἄλλου. Ἡμεῖς εἰσηγάγομεν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁσημέραι κατ’ ἀριθμὸν αὐξάνουσι, καὶ ἐξογκοῦται ἡ ἡμερησία διάταξις. Τινὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἴσως οὐχὶ ὀλίγα, πρέπει νὰ ψηφισθῶσι κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, τροποποιούμενα, βελτιούμενα ἢ ἀποῤῥιπτόμενα, ἀναγκαῖον δ’ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων· ἐκτὸς δὲ τούτων ὑπολείπεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896, ὁ ὁποῖος καὶ οὗτος πρέπει νὰ ψηφισθῇ πρὸ παντὸς, διότι ἄγομεν τὸν τρίτον μῆνα, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἔχομεν οὔτε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ δαπανῶμεν. Ὑπολείπονται ἐν τούτοις μέχρι τῆς Μεγάλης Τετάρτης, συμπεριλαμβανομένης, δέκα καὶ τέσσαρες μόνον συνεδριάσεις, ἂν δὲ βαίνωμεν ὡς βαίνομεν, θέλει κατασταθῆ ἀδύνατον νὰ ψηφίσωμεν ἄλλο τι, πλὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πολλὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐπηρεάζουσι τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ σήμερον ἀναγκαζόμεθα νὰ ζητήσωμεν πίστωσιν ἀναπληρωτικὴν, διότι αἱ διατάξεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐφηρμόσθησαν προτήτερα, προέβησαν δ’ οἱ μῆνες, καὶ δαπανῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τῶν ἰσχυόντων κατὰ τὸ 1895. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πολὺ χρήσιμον· κατὰ τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ μὲν δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἐνησκεῖτο ἀπόλυτον κατὰ τὰς πρωϊνὰς συνεδριάσεις, ἀλλὰ κατὰ τὰς μεταμεσημβρινὰς συνεδριάσεις ἡ Βουλὴ ἐπελαμβάνετο τῶν νομοθετικῶν μέτρων. Τὸ μέτρον τοῦτο νὰ ἀποδεχθῶμεν καὶ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην διὰ τὸ ὑπόλοιπον μέχρι τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα διάστημα. Κατὰ τὴν πρότασίν μου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συνέρχηται ἀπὸ τῆς ἐννάτης πρωϊνῆς ὥρας, καὶ νὰ ἐργάζηται εἰς ἐπερωτήσεις μέχρι τῆς δωδεκάτης· ἂν αἱ ἐπερωτήσεις ἐξαντληθῶσι κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα, δύναται νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἂν δὲν ἐξαντληθῶσι, σταματᾷ τὴν μεσημβρίαν ἡ συνεδρίασις, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπανέρχεται τὴν τετάρτην ὥραν, καὶ τότε προβαίνει εἰς τὴν νομοθετικὴν αὐτῆς ἐργασίαν. Ἂν αἱ ἐπερωτήσεις δὲν ἐξηντλήθησαν, ὡς εἶπον, ἐξακολουθοῦσι τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης, ἐξασφαλίζονται δὲ οὕτω καὶ μερικαὶ ὧραι νομοθετικῆς ἐργασίας. Καὶ πάλιν θέλομεν διακόπτει τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν κατὰ τὴν ἑσπερινὴν ὥραν ἑβδόμην καὶ ἡμίσειαν, ἐπανερχόμενοι κατὰ τὴν ὀγδόην καὶ ἡμίσειαν καὶ ἐργαζόμενοι μέχρι τοῦ μεσονυκτίου. Οὕτω θέλομεν δυνηθῆ νὰ ψηφίσωμεν τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα νομοσχέδια, ἂν δὲ γένηται δυνατὸν μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα νὰ καταρτισθῇ Βουλὴ, τότε προβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν καὶ τῶν ὑπολοίπων νομοσχεδίων, ἄλλως ταῦτα θέλουσιν ἀναβληθῆ διὰ τὴν συγκροτηθησομένην κατὰ τὸ φθινόπωρον ἔκτακτον σύνοδον τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ δέκα καὶ τεσσάρων μόνον συνεδριάσεων, πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν τὰς δοκιμὰς, διότι καὶ μιᾶς συνεδριάσεως ἡ ἀπώλεια παρακωλύει ἡμᾶς ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, καὶ παρεμβάλλει προσκόμματα πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἐργασιῶν, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἵνα μὴ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὰς δέκα καὶ τέσσαρας ταύτας συνεδριάσεις ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν, ἂν ἐντὸς ἡμισείας ὥρας ἀπὸ τῆς ὡρισμένης ὥρας τῶν συνεδριάσεων δὲν γένηται ἀπαρτία, διαλύεται ἡ Βουλή· διότι, ἂν ἤθελε συμβῆ ἐκ τῶν δέκα καὶ τεσσάρων τούτων συνεδριάσεων νὰ ἀπολεσθῇ μία ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου, θέλουσιν ὑπολειφθῆ δέκα καὶ τρεῖς συνεδριάσεις, θέλει δ’ ἕνεκα τούτου ἐλαττωθῆ ὁ χρόνος καὶ ἡ πιθανότης ὅτι θέλουσι ψηφισθῆ τὰ ἀναγκαῖα νομοσχέδια. Πρὸ παντὸς νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐφ’ ὅσον προβάλλονται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κρίνομεν ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα νὰ συζητηθῶσιν ἢ ψηφισθῶσι, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ εἰρημένη πρότασίς μου πάσης δικονομικῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, τῆς ὁποίας ἡ δοκιμὴ δύναται νὰ γένηται κατόπιν, ἀφοῦ παρέλθῃ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ἑπομένως νὰ ἀναβληθῇ ἡ δοκιμὴ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, διότι ἐνδέχεται νὰ περιορίσῃ τὸν χρόνον τῶν συνεδριάσεων.

§7ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἰς τὰς 14 ἡμέρας συμπεριλαμβάνετε καὶ τὰς Κυριακάς;

§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ἂν θέλῃ ἡ Βουλή, καὶ αὐτὸ τὸ δέχομαι.

§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· ἀρκετὰ θὰ ἐργαζώμεθα.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν παραδέχηται, ἵνα αἱ συνεδριάσεις ἄρχωνται κατὰ τὴν ἐννάτην πρωϊνὴν ὥραν.

§11ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐνάρξεως δὲν πιστεύω νὰ ἦναι τόσον σπουδαῖον, ἂν μάλιστα αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς πρόκειται νὰ λήξωσιν ἐντὸς 14 ἡμερῶν. Τοῦτο σεῖς θὰ τὸ κανονίσητε. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἂν ἐπερωτήσεις θὰ περιορισθῶσι καὶ θὰ γίνωνται μόνον κατὰ τὸ τρίωρον διάστημα τὸ πρὸ τῆς μεσημβρίας, δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι εἶναι ἀναμφίβολον, ὅτι κατὰ τὴν ἐννάτην π. μ. δὲν θὰ εὑρίσκηται ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, θὰ γίνηται δὲ ἀπαρτία κατὰ τὴν ἑνδεκάτην π. μ. Λοιπὸν ἀπὸ τὰς ἕνδεκα μέχρι τῶν δώδεκα θὰ ἐπιτρέπηται ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων! Τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε πολεμήσαντα παρομοίαν πρότασιν. Ἑπομένως, συνεπὴς φαινόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς ἀρχὰς αὑτοῦ, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ περιορισθῇ ὁ ἔλεγχος.

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐπρότεινα, ἵνα ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς διαιρῆται εἰς δύο τμήματα, καὶ τὸ μὲν πρῶτον τμῆμα νὰ ἄρχηται ἀπὸ τῆς ἐννάτης πρωϊνῆς ὥρας καὶ λήγει τὴν δωδεκάτην, τὸ δεύτερον νὰ ἄρχηται ἀπὸ τῆς τετάρτης μετὰ μεσημβρίαν, νὰ γίνεται διακοπὴ κατὰ τὰς 7½ ὥρας τῆς ἑσπέρας, νὰ ἐπαναλαμβάνηται κατὰ τὰς ὀκτὼ καὶ ἡμίσειαν, καὶ νὰ λήγῃ τὸ μεσονύκτιον. Ἐπρότεινα ἵνα τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἀφιερωθῇ ἐντελῶς εἰς ἐπερωτήσεις. Τοῦτο εἶναι περιορισμὸς τοῦ λόγου; Οὐδὲ εἶναι ἀντίφασις ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε δὲν ἔστερξα νὰ προσδιορισθῇ μία ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος διὰ τὰς ἐπερωτήσεις, διότι τότε ἐπρόκειτο περὶ προσδιορισμοῦ μιᾶς ἡμέρας τὴν ἑβδομάδα, καὶ τελευταῖον μάλιστα προὐτάθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα εἰς δύο ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος συζητῶνται αἱ ἐπερωτήσεις, ἐνῷ ἐγὼ προτείνω, ἵνα καθ’ ἡμέραν, ἀλλ’ ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ τῆς ἡμέρας, συζητῶνται αἱ ἐπερωτήσεις, ὅπως ὑπολείπηται χρόνος ἐπαρκὴς διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἀληθῶς, ἐὰν αἱ ἐπερωτήσεις ἀφαιρῶσιν ὅλον τὸν χρόνον τῆς συνεδριάσεως, βεβαίως δὲν ὑπολείπεται τοιοῦτος διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Καὶ ἀφοῦ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, γίνονται παράπονα, ὅτι ἐργαζόμεθα μέχρι τῆς πρωΐας! Ἡ πρότασίς μου λοιπὸν δὲν ἔχει περιοριστικὸν χαρακτῆρα, ἀλλὰ παρέχει πᾶσαν δυνατὴν εὐρύτητα. Ἄν αἱ ἐπερωτήσεις δὲν ἐξαντληθῶσι μέχρι τῆς δωδεκάτης, τὴν ἐπιοῦσαν ἐξακολουθοῦσιν αἱ ἐπερωτήσεις, ἑπομένως οὐδεὶς ἐπέρχεται περιορισμός.

§13ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐ μόνον προτείνει νὰ γίνηται δὶς τῆς ἡμέρας συνεδρίασις,—καὶ πρὸ μεσημβρίας καὶ μετὰ μεσημβρίαν—ἀλλὰ προβάλλει καὶ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρ. 18 τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος Κανονισμοῦ, ὅπως λύηται ἡ συνεδρίασις μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, διαρκοῦσαν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, ὅταν δὲν σχηματισθῇ ἀπαρτία. Ἐὰν καὶ τοῦτο ψηφισθῇ, τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔστω βέβαιος, ὅτι οὔτε τὴν ἑνδεκάτην θὰ ἔχωμεν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ συνεπῶς ὁ ἔλεγχος ἐντελῶς θὰ παύσῃ. Ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, κύριε Πρόεδρε, ἐπασχολοῦνται οὐ μόνον εἰς τὰς ἀπολύτους ἰδιωτικάς των ἀνάγκας τὴν πρωΐαν, ἀλλὰ οἱ ὑπουργικοὶ καὶ εἰς ἐκτέλεσιν ἐντολῶν τῶν ἐκλογέων των καὶ εἰς ἐπισκέψεις εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα. Λοιπὸν εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀπαρτίαν δὲν θὰ ἔχωμεν πρὸ τῆς ἑνδεκάτης, καὶ ἑπομένως ὁ ἔλεγχος θὰ παύσῃ. Τί δὲ γίνεται; ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι πάντα τὰ νομοσχέδια εἶναι ἀναγκαῖα καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὰ ψηφίσωμεν ἐντὸς 14 ἡμερῶν, καὶ ἂν δὲν ἐπαρκέσῃ ὁ χρόνος οὗτος πρὸς ἐπιψήφισιν πάντων τῶν νομοσχεδίων, ἀναβάλλομεν τὴν ἐπιψήφισιν τῶν λοιπῶν διὰ τὸ φθινόπωρον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου εἶναι δυνατὸν νὰ συσσωρεύηται τόσος ὁρμαθὸς νομοσχεδίων εἰς μίαν σύνοδον, ὅσος συσσωρεύεται ἐδῶ. Ἐρωτῶ πάντα συνάδελφον, εἴτε ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης εἴτε ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, νὰ μοῦ εἴπῃ, ἂν ἦναι δυνατὸν μόνον ἔστω τὰς ἐπικεφαλίδας τοσούτων νομοσχεδίων νὰ κρατήσῃ ἐν νῷ. Εἶναι διακωμῴδησις τοῦ πολιτεύματος ἡ τοιαύτη τακτικὴ, ἡ ὁποία ἀπό τινος καιροῦ ἤρξατο, καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸν ὁποῖον ἤκουσα πλειστάκις ἀγορεύοντα περὶ τούτου, ὤφειλε νὰ καταργήσῃ τὸ κακὸν τοῦτο, διότι, οὕτω νομοθετοῦντες, δὲν ἔχομεν συνείδησιν κἄν περὶ τίνος νομοθετοῦμεν· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τις γνῶσιν οὔτε τῶν ἐπικεφαλίδων τῶν νομοσχεδίων. Ἐρωτῶ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς, ἐὰν ἔχωσι γνῶσιν τῶν νομοσχεδίων τῶν παρὰ τῶν συναδέλφων των προτεινομένων, ἐὰν ἐμελέτησαν ταῦτα λεπτομερῶς. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο διακωμώδησις τοῦ νομοθετεῖν; Ἐγὼ ἔρχομαι ἐνταῦθα τακτικῶς, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐκ ζήλου ἔρχομαι καὶ ἡμίσειαν ὥραν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ μετὰ πέντε καὶ ἓξ ὡρῶν ἐργασίαν εἶναι δυνατὸν ὁ νοῦς νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ σπουδαίων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προτείνει; Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, ἐναντίον τῶν φυσικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου· διότι, καὶ ἂν τὸ σῶμα ἀντέχει, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ θολωθῇ ὁ νοῦς μετὰ ἑξάωρον συζήτησιν καὶ ἑπτάωρον ἐπὶ σπουδαίων θεμάτων. Ἡμεῖς ἔπρεπε, νομίζω, νὰ ἀποφεύγωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τόσον ἐκφραστικῶς δηλοῖ ἡ κοινὴ παροιμία, διότι νομοθετοῦντες κατεσπευσμένως ἀναγκαζόμεθα τὴν ἑπομένην σύνοδον νὰ ἀνατρέπωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὴν προηγουμένην ἐνομοθετήσαμεν, καὶ δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ «ῥάβε, ξύλωνε, δουλειὰ νὰ μὴ σοῦ λείπῃ». Δὲν εἶναι, νομίζω, ἄξιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἀρχῶν αὐτοῦ, τὰς ὁποίας καὶ ἐφέτος ἐμνημόνευσε, νὰ πιέσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως κατεσπευσμένως καὶ ἄνευ συνειδήσεως προβῇ εἰς ἐπιψήφισιν ἔργων τόσῳ σπουδαίων. Ἐγὼ ἀνέμενον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν: «Κύριοι, τὸ Σύνταγμα θέλει τὴν Βουλὴν δρῶσαν τοὐλάχιστον ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐργασθῶμεν τοὐλάχιστον ἐπὶ τρεῖς μῆνας, καὶ δὲν εἰργάσθημεν οὐδὲ 30 ἡμέρας». Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἦναι πρόθυμοι νὰ ἐπανέλθωσι μετὰ τὸ Πάσχα, ἔχει καλῶς· ἐὰν βλέπῃ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθωσιν, εἶναι προτιμότερον, καὶ ὀλιγώτερον τὸ κακὸν, νὰ καλέσῃ ἐκτάκτως τὴν Βουλήν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι τὰ ὑπολειφθησόμενα νομοθετήματα εἶναι σπουδαῖα καὶ ἀπαραίτητα διὰ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι λογικὸν, δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸν, νὰ ἐπιβάλληται καὶ νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τοιαύτην κατεσπευσμένην ἐργασίαν, τοιαύτην—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν—ἀσυνείδητον ἐργασίαν. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι εἰς τοὺς συναδέλφους οὐδὲ πατριωτισμὸν, οὐδὲ πόνον πρὸς τὴν πατρίδα· δὲν διαφέρουσιν ἡμῶν ἢ κατὰ τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχὰς περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἂς μοὶ εἴπωσι καὶ ἐκεῖνοι, ἐὰν τῷ ὄντι ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ νομοθετῶσιν, οὕτω πως κανονίζοντος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὰ τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, θὰ ἐρωτῶνται, τί ἐνομοθέτησαν, καὶ θὰ διατελῶσιν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ! Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀνθρωπίνως ἀδύνατον εὑρίσκω τὸ πολυώρως ἐργάζεσθαι, καὶ λίαν ἐπιζήμιον τὸ ἐσπευσμένως νομοθετεῖν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι καθῆκον, εἰς ἑκάστην σύνοδον νὰ ψηφίζωσι τρία ἢ τέσσαρα μεταῤῥυθμιστικὰ σπουδαῖα νομοσχέδια, καὶ ταῦτα νὰ προαναγγέλλωνται εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, νὰ ἐξετάζωνται καὶ βασανίζωνται πρὸ τῆς συνόδου καὶ ὑπὸ τοῦ τύπου καὶ ὑπὸ τοῦ κοινοῦ, καὶ νὰ ἐκδηλῶται ἐπ’ αὐτῶν ἡ κοινὴ γνώμη, οἱ δὲ Βουλευταὶ νὰ μελετῶσιν ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας συνεδριάσεις ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων, ἵνα δύνανται κατὰ συνείδησιν νὰ ἀποφαίνωνται ἐπ’ αὐτῶν, διότι καὶ οἱ μὴ εἰδικοὶ, μελετῶντες, παρακολουθοῦντες τὰς συζητήσεις, φωτίζονται καὶ δύνανται ἐν γνώσει νὰ δώσωσι τὴν ψῆφον αὐτῶν. Τοιαύτην τινὰ τακτικὴν περιέμενον παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ νὰ ἔρχηται ἐνταῦθα καὶ νὰ μᾶς λέγῃ «ψηφίσατε νομοσχέδια ἀπὸ τῆς πρωΐας μέχρι τῆς ἄλλης πρωΐας», δὲν τὸ ἐννοῶ. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν ἀγανακτήσει εἶπεν «ἕως τὸ πρωΐ θὰ μείνωμεν!» Καὶ τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι δὲν θὰ θυμώσῃ πάλιν καὶ δὲν θὰ ἐπαναλάβῃ τὸ αὐτό; Λοιπὸν τοιαύτην τακτικὴν, τὴν ὁποίαν κατεκρίνομεν ἄλλοτε ὅλοι, καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ ὁ ἴδιος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἐκλέξῃ τὰ ἀπαραίτητα νομοσχέδια διὰ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, 4 ἢ 5, ἐκτὸς τῶν ὑπηρεσιακῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιδέχονται συζήτησιν, καὶ οὕτω νὰ προβῶμεν ἠρέμα ἐπὶ τὰ ἔργα ἡμῶν. Διότι δὲν θὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡμεῖς παντὶ σθένει προσεπαθήσαμεν νὰ εὐκολύνωμεν τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ συνδράμωμεν τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν τοιαύτην ἐκβίασιν, ἐκβίασιν σωματικήν, ἐκβίασιν τοῦ νοῦ, ἐκβίασιν τῆς συνειδήσεως.

§14ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν κρίνω εὔλογον τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς μεταβολῆς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὡς πρὸς τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡρίσθη νὰ ἄρχωνται αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ συνεδριάσεις θέλουσιν ἄρχεσθαι τὴν πρωΐαν. Δὲν κρίνω δὲ εὔλογον τὴν τροποποίησιν ταύτην τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ πολλοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ οἱ ἐντεῦθεν καὶ οἱ ἐκεῖθεν καθήμενοι θὰ ἀποδεχθῶσιν ὡς ὀρθούς. Προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μεταβολὴν τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, τῆς ὁριζούσης ὥραν ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς τὴν 4ην μετὰ μεσημβρίαν. Ἀλλὰ τίς ὁ λόγος τῆς μεταβολῆς ταύτης; Ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος, ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, ἡ μέχρι τοῦδε γενομένη, εἶναι τοσαύτη, ὥστε δὲν ἀπομένει καιρὸς πλέον, ἵνα καὶ τὴν πρωΐαν ἐρχώμεθα ἐνταῦθα, ἀφοῦ φεύγωμεν ἀπὸ τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς τὴν 12 ἢ τὴν 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Κατηντήσαμεν νὰ ἀσχολώμεθα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ παραιτῶμεν, ἕνεκα τῶν βουλευτικῶν ἡμῶν ἔργων, πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους γινομένη ἐργασία, ἀποβαίνει ὄχι μόνον κουραστική, ἀλλὰ καθαρὰ ματαιοπονία. Προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν μεταβολὴν τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἡμίσειαν ὥραν ἀπὸ τῆς ὁρισθείσης δὲν κατορθωθῇ ἀπαρτία, λύεται ἡ συνεδρίασις. Ἀλλὰ πρὸς τί, Κύριοι, προτείνεται ἡ μεταβολὴ αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ, Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀρτίως ἐψηφίσθη, Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφηρμόσθη ἀκόμη, Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος μόλις σήμερον τίθεται εἰς ἐφαρμογήν; Ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ καὶ εὕρατε αὐτὴν δυσκόλως ἐφαρμοζομένην, ἢ καὶ ἀνεφάρμοστον, καὶ προτείνετε τὴν μεταβολὴν τῆς διατάξεως ταύτης; Τίς λόγος ὑπαγορεύει, ὅπως κατ’ ἄλλον τρόπον νομοθετήσωμεν περὶ τῆς ὥρας τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων, ἐνῷ ἀκόμη δὲν ἐφηρμόσαμεν τὰ ἀρτίως ψηφισθέντα; Ἀλλὰ ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «δὲν ὑπολείπονται ἡμῖν, Κύριοι, παρὰ 14 μόνον συνεδριάσεις μέχρι τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα.» Ἀλλὰ τίς τολμᾷ νὰ εἴπῃ, ὅτι μόνον 14 συνεδριάσεις ὑπολείπονται ἡμῖν; Αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις καυχᾶται ὅτι εἶναι φύλαξ καὶ φρουρὸς ὑπέρμαχος τῶν θεσμῶν τῆς χώρας! Ἀκριβῶς δὲ τοῦτο—ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς—συνεπάγεται προφανῆ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Ποῦ εἶναι, Κύριοι, τὸ τρίμηνον διάστημα, τὸ ὁποῖον ὡς ἐλάχιστον χρονικὸν ὅριον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς προσδιώρισε τὸ Σύνταγμα; δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἑξαμήνου, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον τρίμηνον πραγματικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Ποῦ λοιπὸν εἶναι τὸ τρίμηνον τοῦτο διάστημα; Ἐκλήθημεν εἰς πρώτην τακτικὴν συνεδρίασιν τῆς συνόδου ταύτης, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τὴν 8 Ἰανουαρίου. Ἀπὸ τῆς 8 Ἰανουαρίου δὲ δὲν συνεπληρώσαμεν μέχρι σήμερον οὐδὲ δίμηνον ἐργασίαν ἀκόμη, ἀλλὰ κυρίως εἰπεῖν δὲν συνεπληρώσαμεν οὐδὲ μηνιαίαν ἀκόμη ἐργασίαν, ἀφ’ ἧς συνήλθομεν καὶ ἠρξάμεθα ἐργαζόμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ ἰδοὺ ἀπόδειξις, τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 20 Ἰανουαρίου καλούμεθα παρὰ τοῦ προσωρινοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅπως κανονίσωμεν τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου· ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 24 Ἰανουαρίου γίνεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου· ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 25 Ἰανουαρίου γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀντιπροέδρων τῆς Βουλῆς καὶ τῶν γραμματέων, ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 26 Ἰανουαρίου ἐκλέγονται αἱ ἐπιτροπαί, καὶ ἐντεῦθεν, καταρτισθέντος τοῦ Σώματος, ἄρχεται ἡ πραγματικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς. Μόλις, Κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, κατὰ τὸ τέλος τοῦ λήξαντος μηνὸς συνεπληρώθη μηνιαῖον διάστημα, ἀφ’ ἧς ἠρξάμεθα τῶν νομοθετικῶν ἡμῶν ἔργων, καὶ θέλετε μετὰ 15 ἡμέρας νὰ παύσωμεν ἐργαζόμενοι, νὰ θεωρηθῇ δὲ ὡς ἐκπληρώσασα τὸ ἔργον αὐτῆς ἡ σύνοδος αὕτη ἡ βουλευτική! Ποῖος νόμος, ποῖος λόγος ὑπαγορεύει τοῦτο; Ἀλλὰ βεβαίως, ὅταν εἰσάγωμεν σωρείαν νομοσχεδίων καὶ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ τυφλοῖς ὄμμασιν, ἀσυνειδήτως, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος, ψηφίσῃ τὸν ὁρμαθὸν τῶν νομοσχεδίων τούτων, χωρὶς οὐχὶ νὰ συζητήσῃ αὐτά, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ ἴδῃ κἄν τὰς ἐπιγραφὰς αὐτῶν, ὅταν καταρτίζωμεν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπὶ τῇ θέᾳ τῆς ὁποίας ἰλιγγιᾷ καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ ἀντίληψις, τοιαύτην ἡμερησίαν διάταξιν, ὡς ἡ σημερινὴ, περιέχουσαν 67 ἐν ὅλῳ νομοσχέδια, βεβαίως φυσικὸν εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα ζητήσῃ καὶ πρωϊνὴν συνεδρίασιν καὶ νυκτερινὴν συνεδρίασιν, καὶ διαρκῶς τέλος συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ γίνηται διακοπὴ οὐδὲ πρὸς γεῦμα. Καὶ δὲν ἀρκοῦσι τὰ νομοσχέδια τὰ ἤδη ὑποβεβλημένα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλεπάλληλα, ἀκαταπαύστως ἐξακολουθοῦσι νὰ εἰσάγωνται νομοσχέδια ἀκόμη· καὶ σήμερον δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἄλλα νομοσχέδια, ὅπως τυφλοῖς ὄμμασι ψηφίσωμεν καὶ ταῦτα, καὶ πλουτίσωμεν οὕτω τὴν ἄλλως τε πλουσιωτάτην νομοθετικὴν ἐσοδείαν τῆς συνόδου ταύτης διὰ προϊόντων ἀώρων, ἀμελετήτων καὶ ἀσυζητήτων. Ἀλλὰ τοιαύτη τακτικὴ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὑπερβαίνει καὶ τῆς ἀνθρωπίνης ἀντοχῆς τὰ ὅρια, ἀλλὰ καὶ τῆς στοιχειωδεστέρας εὐσυνειδησίας ἐν τῇ ἐργασίᾳ τὰς ἀπαιτήσεις. Διὰ τοὺς λόγους τούτους λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, φρονῶ, ὡς προεῖπον, ὅτι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν τῆς αἰθούσης ταύτης δὲν θὰ εὑρεθῇ τις, ὁ ὁποῖος ἐν συνειδήσει νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.

§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν καλεῖται ἡ Βουλὴ, ἵνα συνεδριάζῃ καὶ πρὸ μεσημβρίας καὶ μετὰ μεσημβρίαν καὶ ἐν καιρῷ νυκτός. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ ἐξαιρετικὸν ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ ἄλλοτε ἡ Βουλὴ μόνον μετὰ μακρὰν ἐργασίαν δύο καὶ πλέον μηνῶν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην, χάριν ἐπιψηφίσεως τῶν ἐπειγόντων νομοσχεδίων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ συνεδριάζῃ ἐπὶ πλείονας ὥρας, νῦν προτείνεται ἡ λῆψις τοῦ μέτρου τούτου, ἐνῷ εὑρισκόμεθα ἀκόμη ἐν ἀρχῇ τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου ταύτης. Λέγω δ’ ἐν ἀρχῇ, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν πρέπει νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, πότε συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἀπὸ πότε ἤρξατο κυρίως τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἤρξατο μόλις περὶ τὸ τέλος τῆς πρώτης ἑβδομάδος τῆς Τεσσαρακοστῆς. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐὰν δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ποίαν συνεδρίασιν ἔχομεν σήμερον; Πρὸ μικροῦ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς 31 συνεδριάσεως, καὶ σήμερον μόλις ἔχομεν τὴν 32 συνεδρίασιν. Καὶ ἐν περιπτώσει λοιπὸν, καθ’ ἣν, κατὰ τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἡ σύνοδος θὰ περιορισθῇ εἰς τρεῖς μόνον μῆνας, ἔχομεν ἀκόμη ὑπολειπομένας ἐνώπιον ἡμῶν συνεδριάσεις τοὐλάχιστον περὶ τὰς 40, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἤμεθα ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος. Κατ’ αὐτὰς τὰς ὑπολειπομένας 40 συνεδριάσεις νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν πᾶν ὅ,τι συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, πᾶν ὅ,τι θεωρεῖται κατεπεῖγον, νὰ μελετηθῇ, νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ἐπιψηφισθῇ ἐν πάσῃ ἀνέσει. Διὸ δὲν βλέπω τὸν λόγον, Κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ περιορίσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς εἰς 14 μόνον συνεδριάσεις, καὶ νὰ θελήσωμεν νὰ συνεδριάζωμεν καὶ τὴν πρωΐαν καὶ μετὰ μεσημβρίαν, καὶ τὴν νύκτα, μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἐπέκεινα. Ἡμεῖς, εὑρισκόμενοι ἄλλοτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπολεμήσαμεν μετὰ πάσης σφοδρότητος τὰς προτάσεις, ἃς προέβαλλεν ἡ τότε πλειοψηφία, περὶ τοιούτων ἡμερησίων ὁλονυκτίων συνεδριάσεων· καὶ πότε; περὶ τὸ τέλος τῶν συνόδων. Πολὺ μᾶλλον πρέπει νῦν, συνεπεῖς φαινόμενοι πρὸς ὅσα τότε ὑπεστηρίζομεν, νὰ ἀποκρούσωμεν τοιαύτην πρότασιν, ὑποβαλλομένην εἰς τὴν Βουλὴν εὐθὺς κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Εἶχε λόγον τινὰ ἡ τοιαύτη πρότασις καὶ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον αὐτῆς, διατί; διότι ἕνεκα περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς τὸ νομοθετικὸν σῶμα εἶχε κληθῆ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον μῆνα· ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ταχέως καὶ νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ ὅλα τὰ συναφῆ νομοσχέδιά του, ἵνα ἐφαρμοσθῇ τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦ μέσου τοῦ ἔτους, καὶ οἱ Βουλευταὶ τότε ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των χάριν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύναντο νὰ παρίδωσιν. Ἀλλὰ τίς λόγος, Κύριοι, ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν τακτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον, ὑπείκοντες εἰς σιδηρᾶν ἀνάγκην; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι φοβεῖται μήπως μετὰ τὸ Πάσχα δὲν ἐπανέλθωμεν ἐνταῦθα καὶ δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς συνεδριάσεις ἡμῶν. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι τοῦτο ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ προΐδῃ ἐγκαίρως καὶ οὐχὶ νῦν ὤφειλε νὰ τὸ προΐδῃ τότε, ὅτε δὲν συνεκάλει τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένης προθεσμίας, κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ὀκτωβρίου, ἢ τοὐλάχιστον εἰς τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου, ὅτε αὐτοδικαίως αὕτη ὤφειλε νὰ συνέλθῃ. Διότι, ἐὰν συνεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ τότε καὶ εἶχεν ἑτοίμην ἡ Κυβέρνησις ὅλην τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, θὰ εἴχομεν καιρὸν μέχρι τοῦ Πάσχα νὰ τελειώσωμεν ὅλας τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀνέβαλε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ἀθετοῦσα κατὰ τοῦτο ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος (Φωναί: ψύχωσις! ψύχωσις!). Ἡ ψύχωσις, Κύριοι, ἡ ὀλεθρία διὰ τὸν τόπον, εἶναι ἡ ψύχωσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀθετοῦσι τὸν θεμελιώδη ἡμῶν χάρτην, ἐφ’ οὗ ἑδράζονται καὶ αἱ ἐλευθερίαι ἡμῶν καὶ ὅλον τὸ πολιτικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα, καὶ οὐχὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠναγκασμένοι τὰς τοιαύτας ἀθετήσεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν νὰ καταγγέλλωσιν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προληφθῶσι μείζονα κακὰ διὰ τὸν τόπον. Τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη, καὶ ἠγόρευσαν τότε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἀπέδειξαν ὅτι ἦτο τῷ ὄντι ἀθέτησις θεμελιώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἡ μὴ σύγκλησις τῆς Βουλῆς ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου μηνός. Διότι, Κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ ἀρχαὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Ὅσοι παρηκολουθήσατε τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ κοιτίδι, ἐν Ἀγγλίᾳ, γινώσκετε, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἔσχεν ὡς πρώτην ἀφετηρίαν ἀκριβῶς ταύτην, τὴν ἀπαίτησιν δηλονότι τῆς χώρας, ὅπως αὐτὴ ψηφίζῃ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ τοὺς φόρους καὶ ὅπως ἄνευ τούτου τὸ Κράτος μήτε δαπανᾷ τι, μήτε εἰσπράττῃ. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις, τὴν βάσιν ταύτην ἀθετοῦσα, δὲν συνεκάλεσεν ἐγκαίρως τὴν Βουλήν, ὅπως αὕτη ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, μὴ συγκαλέσασα δὲ τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως, ἀντισυνταγματικῶς κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα, τὸν Ἰανουάριον, καὶ ἐδαπάνησε καὶ εἰσέπραξεν. Εἶναι δὲ ὅλως ἀδικαιολόγητος νὰ ἔρχηται νῦν καὶ νὰ λέγῃ: «ἔχομεν σωρείαν νομοσχεδίων ἐνώπιόν μας· πρέπει ταῦτα ἐντὸς 15 ἡμερῶν νὰ τὰ ψηφίσωμεν.» Κινδυνεύει, Κύριοι, νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἐξεπίτηδες καὶ τὸ Σύνταγμα ἠθετήθη καὶ ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς ἀνεβλήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὅπως περιορισθῇ τῷ ὄντι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία ἡμῶν εἰς τόσον ὀλίγας ἡμέρας. Κινδυνεύει τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τοῦτο δὲν γίνεται δι’ ἄλλον λόγον ἢ διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς θεσμὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι παρῳδία· διότι βεβαίως δὲν εἶναι ἢ παρῳδία καθαρὰ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐργασία αὕτη, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσάγονται οὐχὶ δεκάδες, ἀλλὰ ἑκατοντάδες ὅλαι νομοσχεδίων,—διότι εἰς ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα ἀνέρχονται τὰ νομοσχέδια ὅλα, τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν,—ἐνῷ δὲν εἶναι δυνατόν, οὐχὶ νὰ συζητηθῶσιν αὐτὰ ὡς δεῖ, οὐχὶ νὰ μελετηθῶσιν, ἀλλὰ οὐδὲ νὰ ἀναγνωσθῶσι κἂν ἐπισταμένως παρὰ τῶν κ. Βουλευτῶν. Καὶ ἠξεύρετε, ὁποία ἡ νομοθετικὴ αὕτη ἐργασία; Πάντα τὰ νομοσχέδια σχεδὸν συντάσσονται παρὰ τοῦ τυχόντος τμηματάρχου, παρὰ τοῦ πρώτου τυχόντος ὑπουργικοῦ γραμματέως, παρὰ τοῦ πρώτου τυχόντος ἐξ ἐπαγγέλματος νομοσχεδιοποιοῦ, ἢ μεταφραστοῦ. Οὕτω συντεταγμένα εἰσήχθησαν αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκολούθως παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ μέχρι τοῦδε ἀπεδείχθη ὅτι εἰσήγαγον αὐτὰ χωρὶς προηγουμένως οἱ ἴδιοι νὰ τὰ ἀναγνώσωσι! Τοιαῦτα δὲ νομοσχέδια ψηφίζονται, χωρὶς κἂν νὰ προφθάσωμεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ πολλὰ ἐξ αὐτῶν νὰ τὰ διέλθωμεν ἅπαξ, ἡ δὲ γιγνομένη ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἀνάγνωσίς των εἰς πᾶν ἄλλο συντελεῖ ἢ εἰς τὴν κατάληψιν τῶν νομοσχεδίων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐντὸς δεκατεσσάρων συνεδριάσεων ψηφίσωμεν ἑκατὸν νομοσχέδια, εἰς οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ ἢ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ συνετελέσθη ἡ οἰκονομική, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν ἔχει πλέον λόγον ὑποστάσεως ἐν ἡμῖν. Ἀλλὰ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Προέδρου κινδυνεύει νὰ περιαγάγῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς ἄλλο ἄτοπον. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς θὰ καταπέσῃ τὸ γόητρον τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίων δι’ ἁπλῆς ἀναγνώσεως, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ Βουλή δὲν νομοθετεῖ, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ οἱ ὑποβάλλοντες εἰς αὐτὴν τὰ νομοσχέδια, ἐπίκειται καὶ ὁ κίνδυνος νὰ παραλύσῃ ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Διότι δὲν ἠξεύρω εἰς τί θὰ ἐπαρκέσωσι κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας οἱ κύριοι Ὑπουργοί, παραμένοντες ἐνταῦθα καὶ πρὸ μεσημβρίας καὶ μετὰ μεσημβρίαν καὶ καθ’ ὅλην τὴν νύκτα. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ πρῶτα καὶ κύρια καθήκοντά των, ὡς Ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους; Καὶ ἀφοῦ οὕτω πως ἀποσυντίθεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, πρόκειται νὰ ἀποσυντεθῇ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ καθόλου διοίκησις τῆς χώρας. Ἐλπίζω ὅτι, μεθ’ ὅλα ταῦτα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡριμώτερον σκεπτόμενος, θὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του, καὶ θὰ ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν ν’ ἀκολουθήσῃ ἀνέτως τὰς ἐργασίας της, τοὐλάχιστον ἕως οὗ συμπληρωθῇ ὁ χρόνος, ὁ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτούμενος, τῶν τριῶν μηνῶν, καὶ ἂν παρατηρήσωμεν ὅτι ὑπολείπεται ἀκόμη κατεπείγουσα νομοθετικὴ ἐργασία, τῆς ὁποίας ἡ ἀναβολὴ ἤθελε βλάψει σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους, τότε, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον, δυνάμεθα νὰ συνεδριάσωμεν καὶ 10 καὶ 15 ὥρας τὸ ἡμερονύκτιον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ ἔχῃ ὅσον τάχος τὸν Προϋπολογισμόν· ἂς προτάξῃ αὐτὸν, καὶ ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἀναποσπάστως συνδεδεμένα μετ’ αὐτοῦ, ἂς τὰ ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον, ἵνα δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς αὐτά. Διότι τώρα, πρὸς Θεοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ 67 νομοσχέδια, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν; Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, δύνανται νὰ ἀναβληθῶσιν εἰς ἄλλην σύνοδον,—διότι ἐλπίζω ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο θὰ ἔχωμεν καὶ ἔκτακτον σύνοδον. Αἱ διπλαῖ συνεδριάσεις πάντοτε ἔχουσί τι τὸ προσκροῦον εἰς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅταν γίνωνται ἄνευ σπουδαίου λόγου. Πρέπει δὲ νὰ διασώσωμεν, κατὰ πρόσχημα τοὐλάχιστον, τὴν ὑπόληψιν καὶ νὰ κηδώμεθα τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου, ψηφίζοντες νόμους, οὓς προηγουμένως ἀνεγνώσαμεν. Τοῦτο ἀπαιτεῖ αὐτὴ ἡ τιμή μας, αὐτὸς ὁ ἀνθρωπισμός μας.

§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄν, κύριοι Βουλευταί, τὸ «ἁμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα» ἦναι σκληρόν, σκληρότερον εἶναι αἱ ἁμαρτίαι τῶν Πρωθυπουργῶν νὰ παιδεύωσι τοὺς Βουλευτὰς καὶ νὰ καταπιέζωσι καὶ τυραννῶσι τὸν τόπον· διότι, ἂν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐκπροσωπῇ τὸν τόπον, ἀλλὰ φέρεται ὡς τύραννος, πιέζων τοὺς νομοθέτας, ἵνα νομοθετήσωσι, τότε δὲν βλέπω, κύριοι Βουλευταί, καμμίαν διαφορὰν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος πρὸς τὴν ἀπόλυτον μοναρχίαν, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ διαμαρτυρηθῶμεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμόν, μᾶς ὑπεσχέθη τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἔκτοτε δὲ ὑπέβαλεν ἑκατοντάδα νομοσχεδίων διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων, καὶ πρὸ μικροῦ ἐδήλωσεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὑπολογίζει ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ σειρὰ θὰ ψηφισθῇ ἐντὸς ὀλίγου, ἢ ὅτι θὰ κινδυνεύσῃ νὰ μὴ ψηφισθῶσιν οὐδὲ τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα. Καὶ δύναμαι νὰ διακρίνω παράπονον οὐχὶ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ πρὸς τοὺς φίλους του, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸν ἐβοήθησαν ἐπαρκῶς, ὅπως συνεδριάζῃ ἐπὶ πολλὰς ὥρας ἡ Βουλή, ὥστε νὰ παρατείνωνται αἱ συνεδριάσεις πέραν τῶν λογικῶν καὶ φυσικῶν ὁρίων. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μετὰ σοβαρότητος, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμην νὰ περιμείνω παρ’ αὐτοῦ, ἐνόμισεν, ὅτι καὶ τὸ πρόγραμμα τὸ ὑποβληθὲν ἐκτελεῖ καὶ τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, ἐὰν ἀρχίσωμεν διπλᾶς συνεδριάσεις, ἵνα δώσωμεν τέρμα εἰς τὴν σύνοδον. Ὁ προαγορεύσας ἱκανὰ εἶπεν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν ἐρώτησιν, τίς ὁ πταίων, ἂν δὲν ὑπάρχῃ χρόνος; Μὴ τὸ Σύνταγμα δὲν προέβλεψε περὶ τούτου; Διατὶ νὰ μὴ εὑρίσκηται παροῦσα ἡ Βουλή; διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι θὰ εἶχε τὸν συμβιβασμὸν τετελεσμένον, καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ταύτῃ ἀνέβαλε τὴν σύγκλησιν τῆς συνόδου. Δὲν ἠξεύρω πόσοι εἶχον θεωρήσει τὴν τοιαύτην θεωρίαν βάσιμον· ἐγὼ δὲν τὴν ἐπίστευσα. Ἰδοὺ διατὶ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, τὰς ἁμαρτίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ πληρώσωσιν οἱ Βουλευταί· διότι ὅλοι ἔχομεν καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ τίς δύναται νὰ φέρῃ τὸ βάρος τῆς τοιαύτης ἐργασίας; Δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποκρύπτωμεν· δύνανται νὰ ὑπάρξωσι καὶ ἥρωες, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δύνανται, ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις. Τί λέγει; νὰ ἐρχώμεθα τὴν ἐννάτην ὥραν πρωϊνὴν, νὰ ἐνασκῶμεν τὸν ἔλεγχον, νὰ διακόπτωμεν τὴν μεσημβρίαν, νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὴν 4ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, νὰ διακόπτωμεν εἰς τὰς 7 καὶ ἡμίσειαν, καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰς 9, παραμένοντες μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ πέραν τούτου. Ἀλλὰ πόσαι ἡμέραι παρῆλθον, ἀφ’ ἧς ἄλλο πρόγραμμα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτήρησε; Κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ σπουδαιοτάτην τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν θεωρῶ ἐξόχως σπουδαίαν, τὴν θεωρῶ ὡς καθιεροῦσαν ἓν ἔτι προηγούμενον διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ τόπου· διότι οὐδὲν χεῖρον τῆς πρωθυπουργικῆς τυραννίας. Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἂν αὔριον ἢ μεθαύριον εἷς τῶν Βουλευτῶν μεταβῇ εἰς γωνίαν τινὰ καὶ εἴπῃ: «ἔχετε τοὺς ἀριθμούς, ἀλλὰ δικαίωμά μας εἶναι, καὶ ἡμεῖς νὰ ἀντιτάξωμεν τὴν ἄμυναν, ἵνα σώσωμεν τὸ Σύνταγμα», κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ ἰδίου κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐξακολουθῇ οὐδὲν ἕτερον πράττων ἢ νὰ ὑποβάλλῃ ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, θὰ εἴπητε δικαίωμά του εἶναι. Τί ἐδίδαξε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς νεωτέρους; Ἰδοὺ τί ἔλεγε, συζητῶν τὸν Κανονισμὸν, κατὰ τὴν 21 παρελθόντος Φεβρουαρίου. Ἀκούσατε, διότι πιθανόν τινες ἐξ ὑμῶν νὰ μὴ ἦσθε τότε παρόντες (ἀναγινώσκει). «... Ἀλλ’ ἐπίσης ὀφείλω, ἕνεκα τῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν ἔχω, νὰ ἀποφύγω νὰ ἀναμνησθῶ καὶ τῆς ἄλλης παρελθούσης περιόδου τῆς Βουλῆς· χρεωστῶ δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἐὰν ὁ Κανονισμὸς σκοπῇ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ κῦρος τῶν θελήσεων τῆς πλειοψηφίας, πρέπει ὡσαύτως νὰ ἐφοπλίσῃ τὰς μειοψηφίας, ἵνα ἀμύνωνται κατὰ πάσης καταχρήσεως τῆς θελήσεως τῶν πλειόνων... Καὶ τί ἐγίνετο ἐν Ἀγγλίᾳ τόσα ἔτη; Καὶ τί ἐγίνετο ἐν Οὑγγαρίᾳ τόσους μῆνας; Καὶ τί ἐγίνετο καὶ παρ’ ἡμῖν; Μήπως δὲν συνετελεῖτο παρ’ ἡμῖν κωλυσιεργία; Καὶ βεβαιωθῆτε—χωρὶς νὰ ἀφήσω κανένα ὑπαινιγμὸν, δηλοῦντα τὴν προαίρεσίν μου ἵνα ἀναμνήσω εἰς ὑμᾶς τὸ παρελθὸν καὶ ἐπιβαρύνω τοὺς τότε κυβερνῶντας— βεβαιωθῆτε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπράττομεν οὕτω ἐν πλήρει συνειδήσει, ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον...» «ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ.... Ἡ κωλυσιεργία εἶναι ἐπανάστασις. Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ κωλυσιεργία ἦναι ἐπανάστασις, ἡ αὐθαίρετος καὶ ἄλογος πλειοψηφία εἶναι τυραννία, ὅταν δὲ τυραννῇ ἡ πλειοψηφία, δικαιολογεῖται ἡ μειοψηφία κωλυσιεργοῦσα.» Ἔχετε τὸ δικαίωμα, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ ἐνασκῆτε τὴν πρωθυπουργικὴν δικτατορίαν, καὶ ἐμιμήθητε ἄλλους, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀνέπτυξαν ὡς δόγμα, ἀλλὰ θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα οἱ καταπιεζόμενοι νὰ ἀντιτάξωσι τὴν κωλυσιεργίαν· διότι, ὡς ὑμεῖς ἔχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι ὑπηρετεῖτε τὴν πατρίδα, οὕτω καὶ ἐκεῖνοι. Σπουδαιολογοῦμεν; ἢ παίζομεν καὶ ἐμπαιζόμεθα; Πρὸς τί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, Κανονισμὸν, διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὁποίου κατετρίψαμεν τόσον χρόνον συζητοῦντες, ζητεῖ μετ’ ὀλίγας ὥρας νὰ μεταβάλῃ; Μήπως ἔχει παράπονον, ὅτι ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία δὲν παρευρέθησαν εἰς τὰς θέσεις των τὴν 4ην ἀκριβῶς ὥραν; Ἔχετε Κανονισμὸν, ὅστις λέγει ἐν ἄρθρῳ 18, ὅτι, ἂν δὲν σχηματισθῇ ἀπαρτία ἡμίσειαν ὥραν ἀπὸ τῆς ὁρισθείσης, λύεται ἡ συνεδρίασις. Καὶ μόλις ἔζησεν ἡμίσειαν ὥραν ὁ Κανονισμὸς, ἀπεφάσισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὴ ὑπολογίσας ὁποίαν ἐντύπωσιν ἤθελε προξενήσει ἡ πρότασις αὕτη, ἀπεφάσισε νὰ προτείνῃ τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφον πρότασιν, χωρὶς αὕτη νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, χωρὶς νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, χωρὶς νὰ συζητηθῇ, χωρὶς νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, χωρὶς νὰ συναρμολογηθῇ ὁ Κανονισμός. Πότε λοιπὸν ἐσπουδαιολόγει ὁ κ. Πρωθυπουργός; ὅταν συνίστα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, ἢ σήμερον; Ἀκόμη εἶναι νωπὴ ἡ τυπογραφικὴ μελάνη τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προκληθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πλειότερον ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, ἀδιακρίτως πτέρυγος καὶ ἀποχρώσεων κομματικῶν. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ μικρῶν. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι ἡ τακτικὴ σύνοδος ὀφείλει νὰ ἔχῃ διάρκειαν τοὐλάχιστον τριῶν μηνῶν καὶ τὸ πολὺ ἓξ μηνῶν; Καὶ ὅταν ἦναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπολογίζει τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου 50 ἡμερῶν, καὶ πιέζει κατὰ τρόπον τοιοῦτον τὰ μέλη τοῦ νομοθετικοῦ σώματος; Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, πόσοι εἶχον τὸν καιρὸν νὰ μελετήσωσι τὰ διανεμηθέντα νομοσχέδια· ἐγὼ διακηρύσσω, ὅτι ἐλάχιστα ἠδυνήθην νὰ ἀναγνώσω, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ μελετήσω. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσί τινα, τὰ ὁποῖα ψηφίζονται κατὰ τρόπον—ἂς τὸ εἴπωμεν ἐπὶ τὸ ἐλαφρότερον—λίαν περίεργον, ἀλλὰ καὶ ὕποπτον. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὡς παράδειγμα,—διότι ἀλλοίμονον, ἂν ἐπρόκειτο νὰ προβῶ εἰς σύντομόν τινα ἀνάλυσιν τῆς σπουδαιότητος τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σᾶς καλεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ψηφίσητε,—ἀρκεῖ, λέγω, νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 27 εἰς τρίτην συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν πράξεων τῶν ἐκδοθεισῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ἀντιβασιλείας τοῦ 1895.» Ἐψηφίσθη εἰς δύο ἀναγνώσεις, καὶ ἐρωτῶ ὄχι πλέον ὅλους τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν, διότι δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι μὲ τὴν γνῶσιν τῶν νομικῶν, ἵνα παρακολουθῶσι τοὺς συζητουμένους νόμους, ἐρωτῶ τοὺς νομομαθεῖς, ἔλαβον καιρὸν νὰ μελετήσωσι, τί ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλήν; Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς εἶναι ἄγνωστον, διότι οὐδεὶς ἔλαβε τὸν λόγον περὶ αὐτοῦ· ὅσα ἠκούσατε λεγόμενα περὶ ἑρμηνευτικῶν νόμων καὶ ἀναπτυσσόμενα τοσοῦτον εὐγλώττως παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τούτου, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι ἑρμηνευτικὸν νομοσχέδιον, εἶναι μία ὕπουλος πρότασις περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Λέγει ἐν αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον: «Παρενομήσαμεν, διότι χωρὶς νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου περὶ Ἀντιβασιλείας ἀπεφασίσαμεν νὰ δώσωμεν δικαιώματα Βασιλέως εἰς τὸν Ἀντιβασιλέα· παρενομήσαμεν, διότι πρὶν παρέλθῃ τὸ δεκαήμερον ἐγένοντο πράξεις, ἐπειδὴ δὲ ἐγεννήθησαν δικαιώματα περὶ ἀποζημιώσεων, σεῖς δὲ δὲν εἶσθε ἱκανοὶ νὰ ζητήσητε τὴν τιμωρίαν μας, διότι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ οἱ ζημιωθέντες νὰ ἔχωσι δικαιώματα καθ’ ἡμῶν, διὰ τοῦτο σᾶς προκαλοῦμεν νὰ κυρώσητε ὅλας αὐτὰς τὰς πράξεις.» Εἶναί τι τερατῶδες αὐτὸ, εἶναί τι ἀκατανόητον, εἶναί τι τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ σκεφθῇ ὁ ἄνθρωπος. Ἐὰν ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν καθιστᾷ τοὺς Ὑπουργοὺς ὑπευθύνους ποινικῶς καὶ ἀστικῶς, πῶς ζητεῖτε νὰ ἀπαλλαχθῆτε τῆς εὐθύνης ταύτης μὲ τοιοῦτον ὕπουλον τρόπον; Σᾶς ἀνέφερα ἓν μόνον παράδειγμα, διὰ νὰ ἴδητε περὶ τίνος πρόκειται. Σᾶς ζητῶ συγνώμην, κύριοι Βουλευταὶ, διότι ἐμακρηγόρησα, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ ἐξόχως σπουδαῖον. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπω, ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθῇ κυβερνῶν τὸν τόπον ὡς Πρωθυπουργὸς δικτάκτωρ, ἀλλὰ ἂς μὴ αἰτιᾶται ἄλλου Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐκυβέρνησε, καὶ ἂς μὴ αἰτιᾶται ἡμῶν, οὓς ὠθεῖ εἰς δικαίαν ἄμυναν.

§17Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ εὑρεθῇ λόγος τις ἢ ἐπιχείρημα, ὅπως δικαιολογηθῇ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, νομίζω ὅτι τὸν λόγον τοῦτον καὶ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἰσχυρότερον ἤθελεν ἀνεύρει τις, ἀποβλέπων εἰς αὐτὰ τὰ λεγόμενα ἀπὸ μιᾶς ὥρας ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς. Μόλις κατῆλθεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐδόθη τὸ σύνθημα ἀμέσως φλυαρίας στομφώδους (θόρυβος), ἡ ὁποία κατετυράννησε τὰ ἀκουστικὰ ἡμῶν τύμπανα, ἀλλ’ ἥτις ἔπεισε συγχρόνως, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη οὐχὶ διπλῶν συνεδριάσεων, ἀλλὰ τριπλῶν καὶ τετραπλῶν εἰς Κοινοβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἁπλούστατον μέτρον ἐγέννησε τοσοῦτον θόρυβον, καὶ τοσαύτας καταναλίσκει ῥητορικὰς δυνάμεις. Εἰς ποῖον, ἐρωτῶσι, μέρος τοῦ κόσμου καὶ εἰς ποῖον Κοινοβούλιον ἐργάζονται οἱ Βουλευταὶ ἐπὶ τόσον χρόνον, ὅσον ἐργάζονται παρ’ ἡμῖν; Ἀλλὰ ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ αὐτοὺς, εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου καὶ εἰς ποῖον Κοινοβούλιον γίνεται τοσαύτη κατάχρησις καὶ τοσαύτη ἀκολασία λόγων, ὅση παρ’ ἡμῖν; εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου 4 καὶ 5 ὧραι καταδαπανῶνται εἰς ἐπερωτήσεις ἐντελῶς ἀσημάντους; Καὶ βλέπετε σήμερον ἀκριβῶς, ὅτι ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν ἐξακολουθεῖ ἡ προκειμένη συζήτησις, ἐὰν πρέπῃ νὰ συνεδριάζωμεν τὴν πρωΐαν, ἢ πρέπῃ νὰ συνεδριάζωμεν μόνον μετὰ μεσημβρίαν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνεται ἐνταῦθα, βλέπουσιν ὅτι θέλομεν νὰ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα· εἶναι ψύχωσις, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, καὶ τὴν ὁποίαν τοὺς ἀφήνομεν νὰ ἔχωσι, διότι δὲν ἔχομεν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν κανὲν μέσον θεραπείας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον οἱ Κύριοι οὗτοι ἐξακολουθοῦσι καταστρέφοντες τὰς ἀληθεῖς ὥρας τῆς ἐργασίας διὰ τοιούτων ματαιοσχόλων συζητήσεων, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἐξ ἀνάγκης, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα, ἀφοῦ ὁ Κανονισμὸς δὲν παρέχει εἰς ἡμᾶς ἄλλο ὅπλον κατὰ τῆς βεβουλευμένης αὐτῆς καταχρήσεως, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ συνεδριάζωμεν δὶς καὶ τρὶς τῆς ἡμέρας, ἵνα ἐγκαίρως περατώσωμεν τὰ ἀληθῆ ἔργα ἡμῶν.

§18ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὸν πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσαντα δὲν νομίζω ἄξιον νὰ δώσω ἀπάντησιν, διότι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν θέλω δώσει πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐμπεριέχει καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ὀφειλομένην. Βεβαίως ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι πρότασις, διότι πρότασις τείνουσα νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τοιαύτη. Πρότασις παρὰ τὸ 23 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι πρότασις. Κατὰ τὸ 23 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, «ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος»· ἀλλ’ ὁ λόγος δὲν εἶναι ἐλεύθερος, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθῶς ἐλεύθερος ὁ λόγος, ὁπόταν τὸ ὕψιστον τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, δὲν ἐπιτρέπηται. Οὐδὲν ἄλλο δὲ ζητοῦμεν ἢ νὰ ἐλέγχωμεν τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, καὶ μάλιστα τὰς παρανόμους, τὰς ὁποίας ἡ κοινωνία σύμπασα καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ, ἀνεγνώρισε πρὸ ἡμερῶν, τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν, ὡς παρανόμους· ἀναγκάζομαι δὲ νὰ ζητήσω τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἀληθῆ ἔλεγον. Ἀλλὰ σήμερον ἴσως εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ ψηφισθῇ, ἡ δὲ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου θὰ καταψηφισθῇ. Γινώσκομεν ἤδη, ὅτι τοῦτο ἀπεφασίσθη σήμερον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν.

§19ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Χθὲς ἀπεφασίσθη, τῇ συναινέσει ἁπάντων.

§20ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ πολὺς λόγος περὶ ψυχώσεως ἐγένετο, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις περὶ ψυχώσεως. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ψύχωσις καθόλου δὲν εἶναι κακόν τι, διότι ὑπάρχει ψύχωσις ἐπὶ κακῷ καὶ ψύχωσις ἐπὶ καλῷ· εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ εὐγενέστερα αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου καταλέγονται εἰς ψυχώσεις, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ψύχωσίν τινα εὐγενεστάτην, τὴν ψύχωσιν τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζει ὡς πρωτεύουσαν τὴν κωλυσιεργίαν. Ἐπειδὴ δὲ πρὸ χρόνου πολλοῦ δὲν εἶδεν ἐξασκουμένην τὴν συνταγματικὴν ταύτην ἐλευθερίαν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐπειδὴ ἐφοβήθη μὴ ὑποπέσῃ εἰς ἀχρηστίαν ἡ προσφιλὴς αὐτῷ κωλυσιεργία, ἐσκέφθη καὶ ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν, ἵνα μᾶς ἐξαναγκάσῃ εἰς κωλυσιεργίαν. Ἀποδεχόμεθα τὴν πρόκλησιν, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται ν’ ἀναχωρήσωμεν ἐντεῦθεν μεθαύριον. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν εἶναι πρότασις, διότι εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πῶς θὰ περιορίσητε τὸν λόγον; Θὰ ἄρχηται ἡ συνεδρίασις τὴν 9ην π. μ. καὶ θὰ λήγῃ τὴν 12ην, κατὰ τὸ τρίωρον δὲ τοῦτο διάστημα ἐπιτρέπεται ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαγορεύσητε τὸν λόγον; Μήπως νομίζετε, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ κατορθώσητε νὰ μᾶς ἐμποδίσητε νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος καὶ μετὰ μεσημβρίαν; Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· καὶ ἐν μέσῳ τῆς συζητήσεως νομοσχεδίου τινὸς δύναταί τις νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου. Ἡ Ἀντιπολίτευσις μέχρι τοῦδε οὐδέποτε οὐδεμίαν ἔφερεν ἀντίστασιν εἰς τὴν συζήτησιν κυβερνητικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐχαρακτήρισεν ὡς νομοσχέδια τῆς ῥουτίνας, καταρτιζόμενα ὑπὸ τῶν τμηματαρχῶν καὶ τῶν γραμματέων κατὰ γνωστὸν τρόπον! Ἀνέφερε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος ἓν νομοσχέδιον, θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ἓν, ἵνα σᾶς καταδείξω κατὰ ποῖον τρόπον συντάσσονται τὰ νομοσχέδια, καὶ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ψηφισθῇ, βεβαίως θὰ ἦναι ἡ καταστροφὴ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως...

§21ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄλλη ψύχωσις! (ἱλαρότης).

§22ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ εὐγενὴς καὶ αὐτή... Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, διότι νομοσχέδιον συγκείμενον ἀπὸ 90 ἄρθρα, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἁπλῆ ἀνάγνωσις ἀποδεικνύει ὅλως ἀσύστατον, τὸ ὁποῖον συνέταξαν ἄνθρωποι ἀγραμματώτατοι, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι, ἐὰν τὸ ἀνεγίνωσκε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, νομοσχέδιον τοιοῦτον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἀμφιβολία, ὅτι οὐδὲ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνέγνωσεν ὁ εἰδικὸς Ὑπουργὸς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν διδάσκαλος ἐπὶ 25 ἔτη νὰ ὑπογράψῃ περίοδον δεκαπεντάστιχον, ἐκ τῆς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρῃ τις τὸ νόημα. Ἐλπίζω ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν περίοδον αὐτήν. Προκαλῶ δὲ πάντας ὑμᾶς, ἀφοῦ ἀναγνώσω τρὶς τὴν περίοδον ταύτην, νὰ ὁμολογήσητε, ἐὰν ἐνοήσατε περὶ τίνος πρόκειται. Ἀκούσατε: «Πρὸς τὴν Βουλήν. Τῆς ἀναγεννηθείσης Ἑλλάδος περίφροντι μέλημα ὑπεδεικνύετο ἀναγκαίως ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλόμενον ἡ ἀποκατάστασις δι’ εὐρύθμου διοικήσεως καὶ διὰ μορφωτικῆς παιδεύσεως διαπλαττούσης τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος ἐν τῷ ἐθνικῷ ἰδανικῷ καὶ πρὸς τὰς βιωτικὰς χρείας καὶ τὰς ἀξιώσεις τῆς νεωτέρας κοινωνίας ἐπαρκούσης Κοινωνίας καὶ Πολιτείας ἀξίων τῶν θυσιῶν τοῦ Γένους καὶ τῶν προσδοκιῶν τοῦ τε πεπολιτισμένου κόσμου καὶ τοῦ λοιποῦ Ἑλληνισμοῦ ἐνατενίζοντος πρὸς αὐτὸν μετ’ ἐλπίδων». Εἶναι μία πρότασις, ἄνευ κόμματος, ἄνευ ὑποστιγμῆς, ἄνευ τελείας! Πρέπει νὰ σκάσῃ τις, ἵνα τὴν ἀπαγγείλῃ! (γέλως). Ἐὰν δ’ ἀναλύσητε τὴν εἰσηγητικὴν ταύτην ἔκθεσιν, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι κινδυνεύετε, ὁτὲ μὲν ἀπὸ τοὺς γέλωτας, ὁτὲ δὲ ἀπὸ τὴν στενοχωρίαν, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐννοήσητε περὶ τίνος πρόκειται· ἀπορεῖτε δὲ, μὴ ἐξέστη τῶν φρενῶν ὁ συντάκτης αὐτῆς, ὁ ὁποῖος ὑπερέβαλε καὶ τὸν ἔσχατον τῶν σχολαστικῶν διδασκάλων εἰς τὸ μακαρονικὸν ὕφος καὶ εἰς τὴν συλλογὴν ἀνοησιῶν! Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐστάλη εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπείαν πρὸς μελέτην! Τὸ ἀσυνάρτητον, τὸ ἀνόητον, τὸ γελοῖον τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἀπερίγραπτα. Κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι οὔτε τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν οὔτε τὸ νομοσχέδιον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συνέταξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· διότι οὔτε περὶ τίνος ἐπρόκειτο νὰ νομοθετήσῃ ἐγίνωσκεν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐξάγεται καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπικεφαλίδος, ἡ ὁποία ἁπλᾶ–ἁπλᾶ λέγει «σχέδιον νόμου». Ἀλλὰ εἶναι περίεργον, ὅτι ὁ εἰδικὸς Ὑπουργὸς οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχει, ὡς ἐκ τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου ἐξάγεται, τῆς μεγάλης ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ἐκπαιδευτικῆς ἀναμορφώσεως. Εἶναι περίεργον, ὅτι οἱ γράψαντες τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀγνοοῦσι ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν θεωρητικῶν καὶ τῶν πρακτικῶν γυμνασίων, τῶν ἐν Γερμανίᾳ Realschulen καλουμένων, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει συγχέουσι τὰ Realschulen μὲ τὰς πρακτικὰς Σχολάς· νομίζει δὲ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου— καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως, ἂν καὶ φέρῃ τὴν ὑπογραφήν του,—νομίζει ὅτι τὸ Realschule τῆς Γερμανίας, εἶναι Σχολὴ, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξέρχονται οἱ πρὸς τὰ βιωτικὰ ἐπαγγέλματα μέλλοντες νὰ τραπῶσιν, ἐνῷ οὐδὲν τούτου σφαλερώτερον, διότι ἐν Γερμανίᾳ τὰ Realschulen ἔχουσι σκοπὸν μορφωτικὸν καὶ προπαρασκευαστικὸν καὶ διὰ τὰς ἐπιστήμας, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὰς θετικὰς ἐπιστήμας, ἐνῷ σεῖς νομίζετε, ὅτι πρόκειται διὰ τῶν πρακτικῶν Σχολῶν, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἱδρύσητε, νὰ προπαρασκευάσητε τοὺς ἐπαγγελματίας. Τοιαύτη σύγχυσις ἐπικρατεῖ ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου τούτου! Ἄλλη δὲ σύγχυσις ἐπικρατεῖ εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ συντάκτου τῆς ἐκθέσεως, διότι ἄλλως ἀντιλαμβάνεται ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως καὶ ἄλλως ἀντιλαμβάνεται ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τῶν πρακτικῶν σχολείων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Φαίνεται ὅμως πράγματι, ὅτι ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ, ἡ συνελθοῦσα καὶ τὰς βάσεις θέσασα τοῦ νομοσχεδίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἶχέ τι ἄρτιον ἐν τῷ νῷ αὐτῆς...

§23ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἢ κωλυσιεργεῖτε;

§24ΣΤΑΗΣ. Καὶ τὰ δύο (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ὅ,τι κάμνω δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω λογαριασμόν· ἐὰν ὅμως θέλητε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρεσθε πολύ...

§25ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δὲν σᾶς εἶπον τίποτε, ἵνα πειραχθῆτε.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§27ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν διακόπτετε, εἶναι πρὸς βλάβην σας,

§28Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Στάης δὲν δέχεται διακοπάς.

§29ΣΤΑΗΣ. Δέχομαι, τοὐναντίον (γέλως). Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι πράγματι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ κληθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα γνωματεύσῃ περὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως τέλος πάντων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἐκείνη εἶχε κἄτι τι ἐν τῷ νῷ, ἐκείνη ἐσκέπτετο νὰ ἐφαρμόσῃ κἄτι ὀρθὸν, ἀλλὰ τὰς σκέψεις της τὰς μετέδωκε πρὸς ἄλλην τινὰ ὑποεπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως, ἀπαρτιζομένην ἐκ γνωστῶν δασκάλων. Ἡ δευτέρα αὕτη ὑποεπιτροπὴ ἐσύγχισε τὰ πράγματα ἐν τῇ ἀμαθείᾳ καὶ τῇ ἀγνοίᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκετο, καὶ παρήγαγε τὸ ἀνώνυμον κρᾶμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ψηφισθῇ, καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ψηφισθῇ ἐν μεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις...

§30ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε συμφωνεῖτε, ὅτι ὅλοι οἱ δάσκαλοι εἶναι ἀγράμματοι.

§31ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν λάβωμεν ὡς μέτρον τὸν κύριον Ὑπουργὸν, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἔτσι εἶναι (γέλως.) Ἀλλ’ ἡ ὑποεπιτροπὴ κατήρτησε τὰ πράγματα καὶ τὰ διετύπωσεν ἔν τινι ἀσυναρτήτῳ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον, σχεδὸν καθ’ ὁμόφωνον ἀπόφασιν τῆς ἐπὶ τῶν Ἐκπαιδευτικῶν ἐπιτροπῆς, ἔπρεπε νὰ ἐπιστραφῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα τὸ ἀναπλάσῃ ὁ εἰδικὸς κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εὐπαῤῥησίαστον· σημειώσατε δὲ, ὅτι τοῦτο διεμηνύθη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν γνῶσιν εἶχε περὶ τούτου, ἐγὼ ὅμως καὶ πάλιν διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ τμηματάρχης, ὁ ἀντιπροσωπεύων τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὰς συνεδρίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐκπαιδευτικῶν, ὁ τμηματάρχης, λέγω, ἀνέλαβε νὰ μεταφέρῃ τὰς ἰδέας τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν δέχηται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ ἔκτοτε ἐγένετο ἔκλειψις τοῦ τμηματάρχου ἀπὸ τὰς συνεδρίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἑπομένως δὲν ἠξεύρομεν τὴν ἀπάντησιν. Ἵνα ἐννοήσητε κάλλιον, ὁποίου εἴδους εἶναι τὰ νομοσχέδια τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὴν ὁποίαν πάντες βλέπετε, καὶ ἂς ἴδωσι καὶ τὰ ἀκροατήρια (ἐπιδεικύνει αὐτήν) διότι 67 νομοσχέδια πρόκειται νὰ γείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους, φαντασθῆτε ὅτι ὁ εἰδικὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σπουδαιότατον τῶν νομοσχεδίων ἄνευ ἐπικεφαλίδος. Δὲν γνωρίζετε περὶ τίνος πρόκειται· λάβετε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὰ πολυσέλιδον, τὸ συνιστάμενον ἐξ 97 ἄρθρων, καὶ εἴπετέ μοι περὶ τίνος πρόκειται. Ἐδῶ ἐπάνω λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς «σχέδιον νόμου»· τίνος νόμου ἆρά γε; περὶ στρατιωτικοῦ, περὶ ναυτικοῦ, περὶ ἐκπαιδευτικοῦ; Καὶ ἐπὶ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ἐρχόμεθα νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην! Πρόκειται περὶ ἀκεφάλου νομοσχεδίου, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς διευθύνετε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, βεβαίως εἶναι ἀκέφαλος καὶ ἡ στοιχειώδης καὶ ἡ μέση καὶ ἡ ἀνωτάτη ἐκπαίδευσις...

§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δὲν συνήλθομεν ἐδῶ, ἵνα ὑβρίζωμεν ἀλλήλους. Ἐὰν συνήλθομεν διὰ τοῦτο, παρακαλῶ νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀληθῆ εὐγλωττίαν, εἶναι κρίμα νὰ ἐκτρέπηται τῶν κανόνων τοῦ προσήκοντος, ὑβρίζων τοὺς Ὑπουργοὺς ἀκεφάλους, καὶ τὰ Ὑπουργεῖα γενόμενα ἀκέφαλα, ἀφ’ ὅτου ἐτάχθησαν εἰς τὴν διεύθυνσιν αὐτῶν οἱ νῦν Ὑπουργοί. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.

§33ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι εἶναι ἀκέφαλος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι ἡ κεφαλή του φαίνεται (γέλως), εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀκέφαλον.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπετε ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας εἶναι ἀκέφαλον, ἀφ’ ἧς εἰσῆλθεν ἐν αὐτῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.

§35ΣΤΑΗΣ. Ἐν σχέσει μὲ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε, καὶ τὰς πράξεις του, διότι ἄλλως τὸ πραγματικὸν γεγονὸς δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει κεφαλήν· περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, καὶ ἐγὼ δὲν ἠθέλησα πραγματικὸν γεγονὸς νὰ τὸ παραστήσω ὡς μὴ πραγματικὸν, οὔτε ἠθέλησα νὰ τὸ ἀποδώσω ἀτομικῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι δὲν ἔχω κανένα λόγον πρὸς τοῦτο. Ὀφείλω μάλιστα νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὅτε ἐπὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς νῦν Κυβερνήσεως προσελαμβάνετο ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὁ ἐκ Κορινθίας ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐσκέφθην πρὸς στιγμὴν νὰ συγχαρῶ καὶ αὐτὸν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰ καὶ δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζω προσωπικῶς, διότι ἀκραδάντως ἐπίστευον καὶ τὸ ἀνεκήρυττον πανταχοῦ, καὶ ἂν θέλητε μάλιστα, μικροῦ δεῖν περιηρχόμην εἰς ἔριδας πρὸς τοὺς ὁμοφρονοῦντας συναδέλφους μου, διότι ἔλεγον, ὅτι ἐπιτυχεστέρα ἐκλογὴ ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἐκ Κορινθίας ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ. Τοῦτο ἐπίστευον ἐν πεποιθήσει. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ ἀποτελέσματα μὲ ἔπεισαν περὶ τοῦ ἐναντίου· διότι, ὅταν εἶδον ὅτι ἐν διαστήματι πέντε μηνῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διέπραξε μεταβολὰς 6277, καὶ ὅταν εἶδον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τοὺς μῆνας, καθ’ οὓς δὲν ἐπιτρέπεται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ οὔτε μετάθεσις οὔτε παῦσις, διέπραξεν... ἃς ἀφήσωμεν τὰς μεταβολὰς τοῦ Ἰουνίου, αἱ ὁποῖαι εἶναι 334, ἃς ἀφήσωμεν τὰς μεταβολὰς τοῦ Ἰουλίου, αἱ ὁποῖαι εἶναι 486, ἃς ἀφήσωμεν τὰς μεταβολὰς τοῦ Αὐγούστου, αἱ ὁποῖαι εἶναι 1167, αἵτινες ἠδύναντο νὰ δικαιολογηθῶσι, καὶ ἃς λάβωμεν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν, ὅτε ἀπαγορεύεται διὰ νόμων ῥητῶν πᾶσα μετάθεσις καὶ ἀπόλυσις δημοδιδασκάλων καὶ ἑλληνοδιδασκάλων καὶ καθηγητῶν, καὶ μάθετε τώρα, ὅτι κατὰ Σεπτέμβριον διέπραξεν ὁ εἰδικὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 2096 μεταβολὰς ἐν ὅλῳ...

§36ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἔχετε τὰς μεταβολὰς τῶν γραμματοδιδασκάλων;

§37ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα· κατόπιν θὰ σᾶς εἴπω... Κατὰ Ὀκτώβριον διέπραξεν 983, κατὰ Νοέμβριον 646, κατὰ Δεκέμβριον 669, καὶ τὸ σύνολον κατὰ τὸ διάστημα ἑπτὰ μηνῶν 6277 μεταβολὰς ἐπὶ προσωπικοῦ 5225! Ὅταν βλέπω λοιπὸν, ὅτι νόμοι ῥητοὶ ἀπαγορεύουσι τὰς μεταβολὰς καὶ τὰς ἀπολύσεις τῶν δημοδιδασκάλων καὶ τῶν δημοδιδασκαλισσῶν καὶ τῶν ἑλληνοδιδασκάλων καὶ σχολαρχῶν καὶ τῶν καθηγητῶν, καὶ τοὺς ῥητοὺς αὐτοὺς νόμους ἔρχεται ὁ εἰδικὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς καὶ τοὺς καταπατεῖ, θέλετε νὰ μὴ ἀγανακτήσω;

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε νὰ ἀγανακτήσητε, ἀλλὰ νὰ μεταχειρίζησθε φράσεις κοινοβουλευτικάς. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀποσύρητε τὴν φράσιν σας.

§39ΣΤΑΗΣ. Δέχομαι τὴν παρατήρησίν σας, κ. Πρόεδρε, καὶ ἀποσύρω τὴν φράσιν μου. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μὲ ἠρώτησεν, ἐὰν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰς τῶν γραμματοδιδασκάλων μεταβολὰς, λέγω πρὸς αὐτὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμεν ἀπολύσεις μὲν γραμματοδιδασκάλων 496, διορισμοὺς 625, καὶ ἀνακλήσεις παύσεων καὶ μεταθέσεων 165, ἤτοι ἐν ὅλῳ μεταβολὰς 1286 γραμματοδιδασκάλων καὶ γραμματιστῶν ἐπὶ προσωπικοῦ ἐν συνόλῳ 925· τὸ σύνολον τῶν μεταβολῶν 1286. Ἀφαιροῦντες ἑπομένως ἐκ τῶν 6277, θὰ εὕρητε τὸ ὑπόλοιπον τῶν διδασκαλικῶν μεταβολῶν κατὰ τοὺς ἑπτὰ μῆνας. Ἵνα ὅμως σᾶς εὐχαριστήσω, θὰ σᾶς εἴπω τὰς μεταβολὰς τῶν δημοδιδασκάλων κεχωρισμένως. Ἀπελύθησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται πᾶσα μεταβολὴ, παρὰ τὸν νόμον, 181, διωρίσθησαν 234, μετετέθησαν 260, καὶ ἀνεκλήθησαν, εἴτε μετατεθέντες εἴτε ἀπολυθέντες, 16, ἐπὶ προσωπικοῦ 615. Προκειμένου περὶ δημοδιδασκαλισσῶν, ἔκαμε μεταβολὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς 694. Πάντα δὲ ταῦτα ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν δὲ θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, δύναμαι νὰ τῷ κάμω καὶ ἓν δῶρον, τοὺς πίνακας τούτους, οἱ ὁποῖοι ἐμφαίνουν τὰς μεταβολὰς κατὰ χρόνον καὶ τόπον ἑκάστου δημοδιδασκάλου, ἑκάστης δημοδιδασκαλίσσης, ἑκάστου ἑλληνοδιδασκάλου ἢ σχολάρχου καὶ ἑκάστου καθηγητοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ, ὅτι δὲν λέγω τὰ ἀληθῆ, θὰ παρακαλέσω νὰ τυπωθῶσι, καὶ ἂν εὑρεθῶσι μαθηματικῶς ἀκριβεῖς, νὰ ἐγερθῇ στήλη ἀναθηματικὴ πρὸς τιμήν του. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐλέγχου, καὶ ἐπειδή τινες τῶν συναδέλφων, τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, ἐνίοτε, ὄχι πάντοτε, δυσανασχετοῦσιν, ὅταν βλέπωσιν ἐμὲ λαῦρον ἐπεξερχόμενον κατὰ τῶν παρανομιῶν τούτων, θὰ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν των, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀντεπεξέρχομαι ἀτομικῶς κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ὅτι ἐγὼ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν,—τοὐλάχιστον ἀφ’ ἧς ἐποχῆς εἰσῆλθον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἀπὸ τοῦ 1892,— τὴν αὐτὴν πορείαν ἠκολούθησα, εἴτε ἐπρόκειτο περὶ Ὑπουργοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν ἐναντίαν πολιτικὴν μερίδα, εἴτε ἐπρόκειτο περὶ Ὑπουργοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν πολιτικὴν μερίδα, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνῆκον· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἔν τινι συζητήσει νομοσχεδίου τινὸς, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει Ὑπουργὸς ἀνήκων εἰς τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὑπεστήριζον, ἠναγκάσθην νὰ σχίσω τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, οὕτω δὲ ἀπέσυρεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ νομοσχέδιον ἦτο προσωπικόν. Δὲν καταφέρομαι ἑπομένως κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀτομικῶς· ἐγὼ ψέγω τὴν συναλλαγὴν, διότι ἡ συναλλαγὴ εἶναι ὁμολογούμενον ὅτι κατέστρεψε τὴν Ἑλλάδα, ἡ συναλλαγὴ, ἡ ἐν ὀνόματι ὑμῶν γινομένη, ἐνῷ σεῖς, οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν, οὐδεμίαν ἔχετε γνῶσιν τῶν ἐπ’ ὀνόματί σας γινομένων παρανομιῶν. Ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοὶ εἴπητε, ἐκ τῶν 6277 ῥουσφετίων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔδωκε, πόσα ἐπήρατε; Εἶσθε 150, ἀπὸ 10 ὁ καθεὶς, 1500, ἀπὸ εἴκοσι, 3000. Ποῖος ἀπὸ σᾶς ἐπῆρε 20 ῥουσφέτια εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως; Καὶ ὅμως διασύρεται τὸ ὄνομα πάντων τῶν Βουλευτῶν, διασύρεται τὸ ὄνομα τοῦ Κοινοβουλίου! Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι κατέπεσεν ἀπὸ τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἄλλοτέ ποτε εὑρίσκετο τὸ Κοινοβούλιον, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι σήμερον ὑπάρχουσι σύλλογοι, ἕνα καὶ μόνον ἔχοντες σκοπὸν, τὴν μεταβολὴν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος· πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες καὶ νὰ καταπολεμήσωμεν τὰ γεγονότα ταῦτα, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν κωλυσιεργῶ, ὅταν ἀντεπεξέρχωμαι κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν ἔχω οὔτε τὴν εἰδικότητα τοῦ κωλυσιεργοῦ, οὔτε τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς τοῦτο διαθέσιμον χρόνον, ἀλλὰ καταγγέλλω τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως συμβαίνοντα, ὡς γινώσκων κάλλιον τὰ κατ’ αὐτό· νομίζω δὲ, ὅτι οὕτω συντελῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων. Ἕνα λοιπὸν ἔχομεν σκοπὸν, τὸν κατὰ τῆς συναλλαγῆς πόλεμον, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖ νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸν λόγον, ἵνα μὴ ἀκούῃ τὰς ἀσχημίας τὰς λαβούσας χώραν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας. Ἀλλὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα φαίνονται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὰ μόνα παράνομα; Εἶναι πλεῖστα τὰ ὄργια, τὰ τελούμενα ἐν ὀνόματι ὅλων ὑμῶν, τῶν συμπολιτευομένων Βουλευτῶν, ὑπὸ τῶν ὀργάνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα περιστοιχίζουσι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει σπεῖραν ὁλόκληρον, ἡ ὁποία ἐκμεταλλεύεται τὴν θέσιν του, τὴν Κυβέρνησιν, τοὺς Βουλευτάς. Καὶ δὲν θέλετε νὰ ἐξεγερθῶμεν κατὰ τοιούτων πράξεων! Ἀρκεῖ μόνον νὰ μάθῃ τις ἐλάχιστα τῶν τελεσθέντων ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν διδακτικῶν βιβλίων, ἵνα φρικιάσῃ. Ἤθελον δὲ ἐρωτήσει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ναυπλίας συνάδελφον, τὸν κ. Γ. Φαρμακόπουλον, ἐὰν γνωρίζῃ τι περὶ τῶν διδακτικῶν βιβλίων.

§40Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε.

§41ΣΤΑΗΣ. Καὶ ὅμως λέγεται, ὅτι εἶσθε συμμέτοχος τῶν ἀθεμίτων κερδῶν· ἐγὼ δὲ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι οὐδὲ γνῶσιν τούτων ἔχετε. Ὡσαύτως ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι πάντα, ὅσα ἐγένοντο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ, ἐτελέσθησαν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ἤκουσα μάλιστα, ὅτι τὰ γενόμενα ἀπεδοκιμάσθησαν παρ’ αὐτοῦ. Οὐδὲ ἦσαν, Κύριοι, οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τοῦτο, διότι οἱ Βουλευταὶ οὐδέποτε ἔχουσι τὴν τόλμην νὰ ζητήσωσί τι κακόηθες παρ’ οὐδενὸς Ὑπουργοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ἦσαν Βουλευταὶ οἱ ζητήσαντες νὰ στιγματίσωσι τὰς ἀπολυθείσας δημοδιδασκαλίσσας, περὶ ὧν ὡμίλησα πρὸ ἡμερῶν, σᾶς ὑπέδειξα δὲ καὶ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ ῥητῶς ἐμνημονεύετο, ὅτι ἀπελύθησαν δι’ ἀσυμβίβαστον διαγωγὴν πρὸς τὸ ἀξίωμά των, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ εἰς τὰς ἀπολύσεις προβάντες, ὅτι διέπραττον ἔγκλημα, στιγματίζοντες ἀδίκως πτωχὰς νεάνιδας, τὰς ὁποίας μετά τινας πάλιν ἡμέρας αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐπανέφερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Γινώσκω θετικῶς, ὅτι πάντες ἐξεγείρεσθε κατὰ τῶν τοιούτων θηριωδῶν πράξεων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἀλλ’ οἱ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως δεσμοί σας καταπνίγουσι τὴν ἀγανάκτησίν σας, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἀναφανδὸν κατὰ τῶν ὑπευθύνων ἐκδηλοῦτε. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ὑπ’ ἀριθ. 158 φύλλον τῆς 14 Ἰουλίου, σελὶς 419, ἵνα ἴδητε τὰς ὑπ’ ἀριθμοὺς 10443, 10444, 10445 καὶ 10446 ὑπουργικὰς ἀποφάσεις, δι’ ὧν στιγματίζονται ἄριστοι λειτουργοὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως...

§42Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ εἴπετε καὶ προχθές.

§43ΣΤΑΗΣ. Τὰ εἶπον· ἀλλὰ διὰ τὰ ἰδικά σας τὰ αὐτιὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἑκατοντάκις (γέλωτες). Μία ἐκ τῶν περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπει ὁ νόμος ᾼΦΝΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 τὴν ἀπόλυσιν δημοδιδασκάλου ἢ δημοδιδασκαλίσσης, ἀναφέρεται εἰς τὸ εʹ ἐδάφιον τοῦ 5 ἄρθρου· εἰς ταύτην δὲ στηρίζονται καὶ αἱ μνησθεῖσαι ὑπουργικαὶ ἀποφάσεις. Ἀλλὰ πάντως, κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ παῦσις, πρέπει νὰ κληθῶσιν εἰς ἀπολογίαν οἱ ἀπολυόμενοι, καὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ τῆς παύσεως ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων. Καὶ διὰ τοῦτο πρὸ ἡμερῶν ἐζήτουν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὰς ἀπολογίας τῶν ἀπολυθέντων καὶ τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων· ἀλλ’ οὔτε φωνή, οὔτε ἀκρόασις! Τώρα ἀκούσατε καὶ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ αὐτοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Οἱ διὰ πειθαρχικοὺς λόγους ἀπολυόμενοι τῆς ὑπηρεσίας δύνανται νὰ ἀναδιορισθῶσι μετὰ τὴν παρέλευσιν τοὐλάχιστον ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς.» Ἀναγνώσατε δὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 219 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 12 Σεπτεμβρίου, ἵνα ἴδητε, ὅτι αἱ πρὸ δύο μηνῶν ἀπολυθεῖσαι δημοδιδασκάλισσαι διὰ τὴν ἀναξιοπρεπῆ καὶ ἀσυμβίβαστον αὐτῶν διαγωγὴν καὶ πάλιν διορίζονται, καὶ προβιβάζονται μάλιστα, τοποθετούμεναι πλησίον τῶν Ἀθηνῶν, εἰς Νέα Λιόσια. Ἰδοὺ ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς ἀπολύονται αἱ δημοδιδασκάλισσαι, ὡς ἀμελεῖς καὶ ἀναξιοπρεπεῖς κλπ. Κατὰ τὸ 7 ἄρθρον τοῦ νόμου ΑΦΝΗʹ, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνωσα, δὲν ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ τὰς ἐπαναδιορίσῃ, καὶ ἐν τούτοις μετὰ ἑξήκοντα ἡμέρας τὰς ἐπανέφερεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν ἐγένοντο δὲ ταῦτα κατὰ παραδρομὴν ἢ κατὰ λάθος, διότι ἑκατοντάδες εἶναι αἱ τοιούτου εἴδους διδασκαλικαὶ μεταβολαί. Βεβαίως δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὰς ἑκατοντάδας ταύτας, ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἰδίᾳ εἰς τὰς ἀπολύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο λόγῳ ἀνικανότητος ἢ ἀνηθικότητος, καὶ πῶς μετεβλήθη μετά τινας ἡμέρας ἡ ἀνικανότης εἰς ἱκανότητα, ἵνα καὶ πάλιν, διορισθῶσι, καὶ πῶς ἡ ἀνηθικότης τῶν δημοδιδασκαλισσῶν μετὰ μίαν ἐπίσκεψιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας μετεβλήθη εἰς τύπον ἠθικῆς ... ὥστε μετὰ τινας ἡμέρας (ὅρα φύλλον Ἐφημ. Κυβερνήσεως τῆς 5 Σεπτεμβρίου) νὰ διορίζωνται καὶ νὰ προάγωνται! (γέλωτες). Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τοιαῦτα πράγματα δὲν πρέπει νὰ ἐκτυλίσσωνται ἐνώπιον ὑμῶν, εἰς βάρος τῶν ὁποίων διαπράττονται; Τίς ἐξ ὑμῶν ἔχει γνῶσιν τῆς καταστάσεως; Πόσους δημοδιδασκάλους θέλετε νὰ σᾶς φέρω, ἀπολυθέντας δι’ ἀναξιοπρεπῆ καὶ ἀσυμβίβαστον διαγωγὴν πρὸς τὸ ἐπάγγελμά των, καὶ ἐπαναδιορισθέντας μετ’ ὀλίγας ἡμέρας; Καὶ εἶναι πράγματα αὐτά, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καλύπτωμεν! Τὸ ἐπαναλέγω, Κύριοι, πρὸς τιμὴν τοῦ Κοινοβουλίου, αἱ διοικητικαὶ αὗται καταχρήσεις δὲν ἐγένοντο τῇ ἀπαιτήσει τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ τῆς καμαρίλλας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, καὶ ἂν τολμᾷ, ἂς μὲ διαψεύσῃ, ἵνα ἀκούσῃ καὶ τὸ συμπλήρωμα τῶν παρανόμων πράξεων σήμερον. Αἱ παρανομίαι, Κύριοι, τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας εἶναι ἄπειροι. Δὲν ὑπῆρξε νόμος, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ κατεπάτησεν, ἰδίως τοὺς διευθύνοντας τὰ τῆς στοιχειώδους καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως οἱ ὁποῖοι εἶναι μόνον τέσσαρες, καὶ τοὺς ὁποίους κατεπάτησεν ἀνὰ χιλίας φορὰς τοὐλάχιστον ἕκαστον! Καὶ ἵνα πεισθῇ πᾶς τις, ἂς ἀναγνώσῃ τοὺς νόμους τούτους καὶ ἂς ῥίψῃ βλέμμα ἐπὶ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν, ἵνα ἀμέσως ἴδῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως παρέβαινεν αὐτοὺς εἰς πᾶσαν πρᾶξίν του! Διὰ τῆς καταπατήσεως δὲ ταύτης τῶν νόμων ἐζημίωσε σπουδαίως τὸ Δημόσιον, διότι ἤδη ἠγέρθησαν ἀγωγαὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ παρανόμῳ ἀπολύσει, βεβαίως δὲ οἱ ἐγείραντες αὐτὰς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων θὰ κερδήσωσι, καὶ θ’ ἀναγκασθῇ τότε τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν παρὰ τὸν νόμον ἀπολυθέντων λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐπειδὴ κατ’ ἀρχὰς — παρακαλῶ δὲ νὰ προσέξητε, Κύριοι, — ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν τὰς παρανομίας καὶ τὰς ὑπερβασίας νὰ συγκαλύψῃ, ἐπέτρεψε νὰ πλαστογραφηθῶσι χιλιάδες ὑπουργικῶν ἀποφάσεων τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τμήματος τῆς διεκπεραιώσεως. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μὲ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν, ἐὰν δὲν ἀποδείξω τὰ λεγόμενά μου.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος;

§45ΣΤΑΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπλαστογράφησε χιλιάδας χιλιάδων ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἄν, λέγω, δὲν ἀποδείξω δι’ ἐγγράφων ἀμέσως τοῦτο, παρακαλῶ νὰ μὲ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν. Ἰδοὺ τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν θὰ πεισθῇ πᾶς τις περὶ τῶν ἀπιστεύστων πλαστογραφιῶν...

§46ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων σήμερον συζητεῖ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; ἢ τί ἄλλο κάμνει; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὸ προκείμενον, καὶ τὸ Προεδρεῖον ὀφείλει νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι λέγει ῥητῶς ὁ Κανονισμὸς, ὅτι ἓν τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου εἶναι «νὰ ἐπανάγῃ τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὸ προκείμενον». Νομίζω ὅτι ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελῶσιν ἓν τῶν δικαιωμάτων του, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν. Ὀφείλει πρὸ πάντων νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, κατόπιν δ’ ἂς ἔλθῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ὁμιλήσῃ περὶ οὗτινος δήποτ’ ἂν θέλῃ.

§47ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως εἶναι.

§48ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσητε τὸ ἄρθρον 28 τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τοῦ κ. ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτοῦ (γέλωτες). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμπάκας συνάδελφος γνωρίζει τὰ τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην, πιστεύω, νὰ τῷ ὑπομνήσω τί λέγει τὸ ἄρθρον 28.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι παρεβιάσθη διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶχε δικαίωμα.

§50ΣΤΑΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν πλαστογραφιῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους—ἐπὶ δύο μῆνας—διέπραττε συνεχῶς, μολονότι, ὡς σᾶς εἶπον, οἱ νόμοι ἀπαγορεύουσι πᾶσαν μεταβολὴν διδασκαλικὴν μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὑπῆρξέ ποτε ἀμφισβήτησις, ὁποία ἆρά γε νὰ ἦναι ἡ χρονικὴ περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ ἔναρξις τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἀλλὰ ἐλύθη τοῦτο διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1892, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, νομίζω, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συναδέλφου, καὶ καθώρισε τέλεον τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ τέλος τοῦ σχολικοῦ ἔτους ὡς πρὸς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, διότι καὶ διὰ τὰ Γυμνάσια καὶ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα τὸ Διάταγμα τὸ ὀργανικὸν τοῦ 1834 ὥριζε ῥητῶς (κατὰ τὸ ἄρθρον 17 καὶ 24), ὅτι ἡ ἔναρξις τοῦ σχολικοῦ ἔτους γίνεται τὴν 3 Σεπτεμβρίου καὶ λήγει τὴν 1 Ἰουλίου. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1892 ἐν τρισὶν ἄρθροις καθορίζει, ὅτι τὸ σχολικὸν ἔτος λήγει ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν κατὰ τὸ θέρος ἐξετάσεων, αἱ ὁποῖα λήγουσι τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Ἰουλίου· μετὰ ταῦτα ἀκολουθεῖ εἰκοσαήμερος διακοπὴ, μεθ’ ἣν ἐπαναλαμβάνονται τὰ μαθήματα. Ἑπομένως, κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο, τὸ μὴ καταργηθὲν οὔτε δι’ ἄλλου Διατάγματος, οὔτε διὰ νόμου, ἡ ἔναρξις τοῦ σχολικοῦ ἔτους γίνεται τὴν 1 Αὐγούστου διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, στηριχθεὶς εἰς τὸ Β. Διάταγμα τῆς 23 Αὐγούστου 1878 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Διδασκαλείου καὶ τοῦ Προτύπου, τὸ ἐκδοθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ΧΘʹ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1878, ἰσχυρίσθη ὅτι ἄρχεται τὸ σχολικὸν ἔτος, κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ μνησθέντος Β. Διατάγματος, τὴν πρώτην Σεπτεμβρίου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐὰν ἦτο ἀκριβές, πάλιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ δημοσιεύσῃ τὴν πληθὺν τῶν μεταβολῶν, τῶν διαπραχθεισῶν κατὰ τοὺς μῆνας Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἠναγκάσθη ἡ ὑπηρεσία του νὰ πλαστογραφήσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, προχρονολογοῦσα αὐτά. Οὕτω διδασκαλικὰς μεταβολὰς, δημοσιευθείσας περὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἐχρονολόγει μὲ ἡμερομηνίαν 31 Αὐγούστου, καὶ δὲν ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ εἴπῃ τίποτε, διότι σᾶς ἔλεγεν, ὅτι δι’ ἀποφάσεων τῆς 31 Αὐγούστου ἀπελύθησαν. Ἀλλὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὰ πάντα, διηυθέτησε τὰ πράγματα οὕτω πως, ὥστε νὰ ὑποπέσῃ εἰς λάθος τι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἀναγκασθεῖσα νὰ διορθώσῃ, συνελήφθη ὡς πλαστογράφος. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε, διότι εἶναι ὀλίγον λεπτεπίλεπτον τὸ ζήτημα. Ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 199 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24 Αὐγούστου ἀπέλυσε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13536 πράξεως καὶ ὑπὸ χρονολογίαν 23 Αὐγούστου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν δημοδιδάσκαλον Γεώργιον Παπαϊωάννου ἐκ Δοῦκα τοῦ δήμου Ὀλυμπίων Ἠλείας, τὴν 28 Αὐγούστου ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 203 φύλλῳ τῆς Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13699 ἀποφάσεως καὶ ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1895 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀνακαλεῖ τὴν ἀπόλυσιν ταύτην (ἀναγινώσκει): «Δι’ ὑπουργικῆς ἀποφάσεως ὑπ’ ἀριθ. 13699 καὶ ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1895 ἀνακαλεῖται, ὡς μήπω ἐκτελεσθεῖσα, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 13536 ὑπουργικὴ πρᾶξις, καταχωρισθεῖσα ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 199 φύλλῳ τῆς Ἐφημερ. τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24 λήγοντος, ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημοδιδασκάλου Βάχλιας τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος Γεωργίου Παπαϊωάννου». Ἀπελύθη λοιπὸν τὴν 24, ἀνεκλήθη ἡ ἀπόλυσις τὴν 29. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 1 Σεπτεμβρίου καὶ ἀναγινώσκομεν τάδε (ἀναγινώσκει): «Διορθώσεις ἡμαρτημένων. Ἡ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 203 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθεῖσα ὑπουργικὴ ἀπόφασις ὑπ’ ἀριθ. 13699 καὶ ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1895, δι’ ἧς ἀνακαλεῖται, ὡς μήπω κοινοποιηθεῖσα, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 13536 ὑπουργικὴ πρᾶξις, καταχωρισθεῖσα ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 199 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24 λήγοντος, ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημοδιδασκάλου Βάχλιας τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος Γεωργίου Παπαϊωάννου, διορθοῦται εἰς Δοῦκα τοῦ δήμου Ὀλυμπίων». Ἔχομεν λοιπὸν βεβαιωμένον, ὅτι ἡ διόρθωσις τοῦ λάθους εἶχε γείνῃ τὴν πρώτην Σεπτεμβρίου, τὴν δὲ πρώτην Σεπτεμβρίου ἐπιστοποιεῖτο τὸ γεγονὸς δι’ αὐτῆς τῆς ἐπισήμου Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ ταῦτα ἐρχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 215 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως φύλλον τῆς 8 Σεπτεμβρίου. Καὶ εἰς τὸ φύλλον αὐτὸ τῆς 8 Σεπτεμβρίου τί ἀναγινώσκομεν; «Δι’ ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, ὑπ’ ἀριθ. 14181 καὶ ἀπὸ 31 Αὐγούστου 1895, ἀπολύεται ὁ δημοδιδάσκαλος Γ. Παπαϊωάννου ἐκ Δοῦκα Ὀλυμπίων». Ἑπομένως ἡ ὀρθὴ ἀπόλυσις φαίνεται γινομένη πρὸ τῆς διορθώσεως, ὅπερ ἀδύνατον· ἄρα ἡ ἀπόλυσις ἐγένετο μετὰ τὴν διόρθωσιν, ἤτοι μετὰ τὴν 1 Σεπτεμβρίου 1895. Ὥστε πᾶσαι αἱ δημοσιευθεῖσαι πράξεις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν πρώτην Σεπτεμβρίου καὶ φέρουσαι ἡμερομηνίαν τοῦ μηνὸς Αὐγούστου εἶναι πλαστογραφίαι! Φέρω λοιπὸν ἡμερομηνίας, ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐξαφανίσητε,—διότι τὰ πρωτόκολλα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἠμπορεῖτε νὰ τὰ ἐξαφανίσητε, ἀλλὰ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀδύνατον,—δι’ ὧν ἀποδεικνύονται μαθηματικῶς αἱ πλαστογραφίαι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Διὰ τοιούτων λοιπὸν μέσων κατωρθώσατε νὰ καταπατήσητε τοὺς νόμους! Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἂν νομίζῃ ὅτι δὲν ἀπέδειξα ὅ,τι εἶπον, νὰ μὲ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ἀνακληθῆτε εἰς τὴν τάξιν, ἐὰν δὲν ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν.

§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεκλήθη.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς;

§54ΣΤΑΗΣ. Δὲν ὑπάρχει μεγαλειτέρα τιμὴ δι’ ἐμὲ ἢ νὰ ἀνακαλῶμαι εἰς τὴν τάξιν, ἐν ᾧ, ἐπιτελῶν τὸ καθῆκόν μου, ἀποδεικνύω τὰς καταχρήσεις τῆς Διοικήσεως, αἱ ὁποῖαι καταλήγουσιν εἰς βάρος τῆς πλειοψηφίας, αἱ ὁποῖαι καταῤῥίπτουσι τὸ γόητρον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν ἤδη τὸν κόσμον σύμπαντα νὰ θεωρῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ὡς μόνον αἴτιον τῆς κακοδαιμονίας μας, καὶ ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ὁποίου ἀγωνίζονται πρὸ πολλοῦ σύλλογοι ἐκ λογίων καὶ ἐντίμων πολιτῶν ἀπαρτιζόμενοι. Εἶναι ἀπελπιστικὸν νὰ ἀνακαλῶνται εἰς τὴν τάξιν οἱ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ ἔθνους καὶ τῆς διατηρήσεως τῶν θεσμῶν τῆς χώρας ἀγωνιζόμενοι! Οὐχὶ δὲ τὸ πρῶτον σήμερον, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐκάκισα, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου, πάντα παραβάτην τῶν νόμων τῆς πατρίδος. Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι τὸ πρῶτον σήμερον, ὅτε ἐγὼ ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς λέγω, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1892 ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐξηγέρθη ὅλη ἡ τότε πλειοψηφία ἐναντίον μου, διότι ὡμίλησα κατὰ τῆς συναλλαγῆς! Εὐτυχῶς δὲν ἦσθε σεῖς τότε Πρόεδρος, ἵνα μὲ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν (γέλωτες). Τί ἄλλο κακίζομεν, εἰμὴ μόνον τὴν παράλειψιν τοῦ καθήκοντος; Εἴμεθα ἀρχηγοὶ τοῦ τόπου, τοῦ στρατοῦ τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, καὶ ἀγνοοῦμεν ἂν ἦναι εἰς κατάστασιν ὁ στόλος νὰ ἐκπλεύσῃ, ἔστω καὶ διὰ μίαν ἡμέραν! (αἴσθησις).

§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω τὸ Προεδρεῖον, ἂν ἤμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, ἂν ἀπηυθύνθη ἐπερώτησίς τις κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἂν ἐζητήθησαν ἔγγραφα νὰ καταθέσῃ, ἂν κατέθεσεν ὁ Ὑπουργὸς τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα, καὶ ἂν προσδιωρίσθη ἡ σήμερον ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Ἂν ἔχωσιν οὕτω τὰ πράγματα, βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἂς ἐξακολουθήσῃ ἀγορεύων· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν ἡμεῖς σιωπῶμεν, δὲν ἕπεται ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶναι ἐν δέοντι. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀγνοῶν ἰσχυρίζεται, ὅτι περιορίζομεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Οὐδεὶς περιορίζει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξασκηθῇ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν· ἂς καταθέσῃ ἐπερώτησιν, ἂς ζητήσῃ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ νὰ καταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς, νὰ κατατεθῶσι τότε τὰ ἔγγραφα, νὰ ἐξετασθῶσι καὶ νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἀλήθεια· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ καταγγέλλῃ πλαστογραφίας, πρὶν ἢ αὗται ἀποδειχθῶσι, διότι πλαστογραφία εἶναι πρᾶξις καταδιωκομένη εἰς βαθμὸν κακουργήματος, καὶ ἀποδίδει οὕτως εἰς Ὑπουργὸν πρᾶξιν κακουργήματος. Ὅθεν ἰσχυρίζομαι, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν τοιαύτας νὰ προβάλλῃ προτάσεις, οὐδὲ εἰς ἡμᾶς νὰ ἀκούωμεν αὐτάς, διότι οὐδείς, ἐνόσῳ δὲν ἀποδειχθῇ τὸ ἔγκλημα, ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ ἐγκληματίας, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ ὀνομασθῇ κακοῦργος ἢ πλαστογράφος. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμὸν, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐργαζόμενοι.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ παρακάλεσα τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν του· ὑποθέτω δὲ, ὅτι θὰ τὴν ἀνακαλέσῃ. Ἐγὼ ἐκλαμβάνω ὅτι ὅσα λέγει τὰ λέγει πρὸς δικαιολογίαν του.

§57ΣΤΑΗΣ. Νὰ σταλῇ ἐδῶ εἷς κλητὴρ, ἵνα δώσω τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πεισθῇ ὁ ἴδιος περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου.

§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ Κανονισμός· ὄχι νὰ στείλῃ τὰ ἔγγραφα διὰ τοῦ κλητῆρος, διὰ νὰ τὰ μελετήσω ἐγώ. Αὐτὸ δὲν εἶναι τάξις, εἶναι ἀταξία.

§59ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε...

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ πάντων ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν «πλαστογραφία».

§61ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἀπέδειξα ὅ,τι εἶπον.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παραδεχόμεθα ὅτι ἀπεδείξατε τίποτε.

§63ΣΤΑΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, στηρίζομαι ἐπὶ ἐγγράφων. Καταθέτω τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν πᾶς τις ἔχει ἀνὰ χεῖρας. Δὲν πρόκειται νὰ εἴπω κατηγορίας μὴ στηριζομένας ἐπὶ πραγμάτων, πρόκειται νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου, τὸν δὲ συνειρμὸν τῶν ἰδεῶν μου ἐγὼ μόνος θὰ κανονίσω.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπετε τὴν λέξιν «πλαστογραφία»· σᾶς προσεκάλεσα, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ Κανονισμοῦ, ν’ ἀνακαλέσητε αὐτήν· ὑμεῖς δὲν ἀνακαλεῖτε. Λοιπὸν, ἐφαρμόζων τὸν Κανονισμὸν, σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν.

§65ΣΤΑΗΣ. Θεωρῶ τιμήν μου τὴν ἀνάκλησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκάμετε, διότι...

§66ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ τοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον (Θόρυβος).

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ διακόψητε τὸν ἀγορεύοντα.

§68ΣΤΑΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε, διότι ἀφῃρέσατε, κρούοντες τὸν προεδρικὸν κώδωνα, τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν (ἱλαρότης).

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀφαιρέσω τὸν λόγον ἀπὸ κανένα. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ σᾶς διακόψῃ. Αὐτὸ τῷ ὑπέμνησα.

§70ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς τῆς συναλλαγῆς, ἡ ὁποία γίνεται ὑπὸ τῶν ἀτόμων τῶν περικυκλούντων τὰς Κυβερνήσεις. Ἐγὼ ἄλλοτε αὐτὰ κατήγγελλον, ὅτι οἱ περικυκλοῦντες τὰς Κυβερνήσεις διαπράττουσιν ὄργια, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν οἱ λόγοι μου· σήμερον δ’ εὑρισκόμεθα εἰς ὁμοίαν περίπτωσιν...

§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἴμεθα εἰς συζήτησιν ἐπερωτήσεων. Τὸ Προεδρεῖον εἶναι ἐντεταλμένον νὰ τηρῇ τὸν Κανονισμόν· διότι, ἐὰν ἤμεθα εἰς συζήτησιν ἐπερωτήσεων, θὰ ἐλαμβάνομεν τὸν λόγον νὰ ἀναιρέσωμεν τὰ λεγόμενα, ἢ νὰ φέρωμεν δικαιολογήσεις. Ἀλλὰ, ὡς νῦν τὰ πράγματα συζητοῦνται ἐν οὐ δέοντι καὶ ἐν μὴ ὡρισμένῳ χρόνῳ, ἡμεῖς τηροῦμεν σιωπήν. Ποία ἰσότης ὑπάρχει μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῶν Ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους ἐγκαλεῖτε; Ζητήσατε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν τῆς ἐπερωτήσεώς σας, διὰ νὰ συζητήσωμεν ἀπὸ ἴσου. Ἄλλως τὰ γιγνόμενα δὲν εἶναι ἀνεκτὰ ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν τὸ ἐννοῶ, δυνάμει τίνος διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ταῦτα ἀνεκτά.

§72ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ κατ’ ἐπανάληψιν ἐζήτησα κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκω, ἀλλὰ ὁ ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος κ. Εὐταξίας ὑπεβάλομεν ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις μας, ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησε. Λοιπὸν εἶμαι εἰς τὸ προκείμενον, διότι πρόκειται περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐλέγχου, εἶναι δὲ περιορισμὸς τοῦ ἐλέγχου, ὅταν μᾶς λέγουν, ὅτι μόνον ἀπὸ τῆς 9 π. μ. μέχρι τῆς 12 θὰ κάμνωμεν ἐπερωτήσεις. Τίς θὰ ἔλθῃ τὴν 9ην πρωϊνὴν ὥραν; Βεβαίως οὐδὲ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς θὰ ἔλθῃ, ἀφοῦ θ’ ἀναχωρήσῃ ἐντεῦθεν τὴν 4ην πρωϊνήν. Λοιπὸν ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ ματαιωθῇ ὁ ἔλεγχος; διότι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ συνεδρίασις θὰ ἄρχηται τὴν 11ην ὥραν, θὰ λήγῃ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ μεσημβρίαν δὲ θὰ ψηφίζωνται τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει 67 νομοσχέδια, καὶ θὰ μᾶς ἀφήσουν νὰ περιμένωμεν τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, διὰ νὰ ἐξελέγχωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐγὼ θὰ ἐγκαταλείψω τὸ θέμα τοῦτο, διότι, ἂν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀσχημιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν μὲ ἀρκεῖ ὁλόκληρος ἡ σύνοδος. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ μὴ ἐξωθῇ τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὅπου καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ φθάσωσι. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διατυπώσῃ τὴν πρότασίν του οὕτως, ὥστε νὰ μὴ φαίνηται ὅτι ζητεῖ νὰ περιορισθῇ ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Δυνάμεθα νὰ ἐργαζώμεθα καὶ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, καὶ πέραν τούτου, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ περιορίσῃ, χωρὶς νὰ καταργήσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν πολίτευμα.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§74ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν τις τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδριαζόντων πάσχῃ ψύχωσίν τινα, βεβαίως οὗτος δὲν εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) παρακαθημένων, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, χωρὶς νὰ περιαυτολογήσω, ὅτι πάντες οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, ἂν πάσχωσι ψύχωσίν τινα, πάσχουσι ψύχωσιν εὔλογον, πάσχουσι τὴν ψύχωσιν νὰ ἀμύνωνται καὶ διαμαρτύρωνται, ὅταν τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα, ἐν ᾧ κατοικοῦμεν καὶ ὑπὸ τὸ ὁποῖον στεγαζόμεθα, σαλεύεται ἀπὸ τῶν θεμελίων αὐτοῦ. Διότι σαλεύεται τῷ ὄντι ἀπὸ τῶν θεμελίων αὐτοῦ, ὅταν σχεδὸν καθ’ ἑκάστην παραβιάζηται αὐτὸς ὁ καταστατικὸς τῆς Πολιτείας νόμος. Καὶ μᾶς ψέγουσι, διότι, οὕτω σαλευομένου τούτου, ἐτολμήσαμεν νὰ ἀμυνθῶμεν καὶ διαμαρτυρηθῶμεν! μᾶς ψέγουσι, διότι ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ ὡς Βουλευταὶ καὶ ὡς ἁπλοῖ πολῖται Ἕλληνες, νὰ ἀμυνώμεθα ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας ἡμῶν! Ἐάν τις, κύριε Πρόεδρε, ἔπαθεν ὄντως ψύχωσίν τινα, οὗτος βεβαίως εἶναι ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις ἔπαθε πάθημα δεινὸν καὶ ψύχωσιν ἀνίατον, τὴν ψύχωσιν, ὅπως συνηγορῇ καὶ ἀμύνηται ὑπὲρ πάσης προτάσεως, ὑπὲρ παντὸς νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ φροντίζων πάντοτε, ἵνα τὴν πρότασιν ταύτην καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θὰ συνηγορήσῃ, ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν πλέον ἀβασίμων, τῶν πλέον ἀμελετήτων, τῶν πλέον ἀσυστάτων καὶ σαθρῶν, ὡς εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ...

§75Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶσθε πολὺ μετριόφρων.

§76ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περισσότερον ὑμῶν, κύριε συνάδελφε, ὁ ὁποῖος, μὲ τὴν ἀξίωσιν ἑκάστοτε νὰ διαφωτίσητε τὸ συζητούμενον θέμα, ἀνέρχεσθε εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀφηγεῖσθε ἐντεῦθεν ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν μυθολογίαν, ἀποστέργοντες νὰ εἰσέλθητε εἰς τὸ ζήτημα, ὁ ὁποῖος πάσχετε ὄντως τὴν ἀκολασίαν τῶν λόγων, ὑποστηρίζοντες διὰ λόγων ἀτελευτήτων, ἀλλ’ οὐδαμῶς πειστικῶν, πᾶν ὅ,τι σαθρὸν καὶ ἀβάσιμον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ψέγουν ἡμᾶς, ὅτι πάσχομεν ἀκολασίαν περὶ τὸ λέγειν, ἐνῷ ἡμεῖς συνεβουλεύσαμεν πάντοτε εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ ἀποδεχθῇ προτάσεις, αἵτινες, ὄχι μόνον δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν εὐκοσμίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον παραλύουσι τὰς ἐργασίας αὐτῆς! Τοιαύτη δὲ ἡ πρότασις, ἣν εἰσηγήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐλάβομεν ἤδη, κύριε Πρόεδρε, πεῖραν τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν αἱ συζητήσεις, κατὰ τοιοῦτον τρόπον διεξαγόμεναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν ἔχω μακρὰν πεῖραν τῆς ἱστορίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ἀπὸ ἐτῶν παρακαθήμενοι ἐνταῦθα, δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι, ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νομοθετημάτων, τῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ψηφισθέντων παρὰ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους. Ὅταν εἰσάγωνται νομοσχέδια κατὰ σωρείαν, ὅταν ἀσυζητητεί, ἀμελέτητα καὶ ἀνεξέλεγκτα ψηφίζωνται τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ποῖα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης νομοθεσίας; Ἀναμφισβητήτως οἰκτρά. Καὶ ἐκ τῆς ἀπόψεως λοιπὸν ταύτης, ὄχι τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος πλέον, ἀλλὰ τοῦ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, πρέπει νὰ μὴ γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις, διότι κατὰ τὴν τάξιν τῆς προτάσεως νομοθετοῦντες, ἠθέλομεν ψηφίσει νόμους, οἵτινες δὲν θὰ δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἐφαρμοζόμενοι θὰ ἀποδειχθῶσι τὰ μάλα ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν χώραν καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, κύριε Πρόεδρε, οὐ μόνον δὲν παρακωλύει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ προθυμίας συντρέχει ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ἔργων αὐτῆς. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι αἱ διεξαγόμεναι ἐργασίαι τῆς Βουλῆς διεξήχθησαν μὲ τὴν πρόθυμον συνδρομὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ μὲ τὴν πρόθεσιν, ὅπως συνδράμῃ αὕτη τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν εἰς τὰ νομοθετικὰ αὐτῆς ἔργα, εἶναι αἱ ἐργασίαι ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἐργασθῶσιν αἱ ἐπιτροπαὶ, ὅταν ἀφαιρῆται ἀπὸ αὐτὰς ὁ χρόνος τῆς ἐργασίας; Καλούμεθα κατὰ τὰς δέκα νὰ συνέλθωμεν εἰς ἐργασίαν μιᾶς ἐπιτροπῆς, καλούμεθα εἰς τὰς δύο νὰ συνέλθωμεν εἰς ἄλλην ἐπιτροπήν, καλούμεθα τὴν 4ην μ. μ. διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, καλούμεθα δὲ νῦν, ἵνα συνεδριάζωμεν ἀπὸ τῆς ἐννάτης πρωϊνῆς μέχρι τῆς δωδεκάτης ὥρας, καὶ ἀπὸ τῆς τετάρτης μ. μ. μέχρι τῆς ἑβδόμης καὶ ἡμισείας, καὶ ἀπὸ τῆς ὀγδόης καὶ ἡμισείας μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, εὑρισκόμενοι σχεδὸν διαρκῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ! Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον ἀνθρώπινον, τοῦτο ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης ἀντοχῆς καὶ τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας! Μὴ νομίσητε δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι μικρὸν καὶ ἀσήμαντον τὸ ἔργον τῶν ἐπιτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας σπουδαιότατα νομοσχέδια παρεπέμφθησαν. Δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς λεπτομερείας περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἵνα μὴ θεωρηθῶ, καθὼς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος, ὡς ἀπομακρυνόμενος τοῦ κυρίου θέματος, τοῦ ἤδη συζητουμένου· θὰ ἠδυνάμην ὅμως πλείστας ὅσας ἀτελείας νὰ καταδείξω εἰς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἅτινα παρεπέμφθησαν εἰς τὰς ἐπιτροπάς, ὧν ἐγὼ τυγχάνω μέλος, ἀλλὰ εἶπον, ὅτι φοβούμενος τὸν κίνδυνον, μὴ θεωρηθῶ ὡς σκοπίμως κωλυσιεργῶν καὶ ἀπομακρυνόμενος τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας ταύτας, διότι θὰ ἦτο τότε ἐνδεχόμενον, ἂν τοιαύτην συζήτησιν ἤθελον κάμει, νὰ ἀκούσω συνάδελφόν τινα ἐπικαλούμενον τὴν συνδρομὴν τοῦ Προέδρου καὶ ζητοῦντα ἀπὸ τὸν Πρόεδρον νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον. Κατ’ ἐμὲ, τοιαύτη πρόκλησις τοῦ κ. συναδέλφου δὲν θὰ ἦτο ἀξία ἐπαίνων, οὔτε ὁ τοιοῦτος ζῆλος αὐτοῦ εἰς τὸ συντρέχειν τὴν Κυβέρνησιν ἤθελεν ἐπισπάσει τοὺς ἐπαίνους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Ὁ ζῆλος οὗτος μαρτυρεῖ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ὁ τοιοῦτος ζῆλος πρέπει νὰ δεικνύηται οὐχὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ, ἐν ᾗ δὲν ἐγίνοντο συζητήσεις, ἀλλ’ ἐλαμβάνοντο διαταγαί...

§77ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ λέγητε ὅ,τι θέλετε ἐδῶ!

§78ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω δικαίωμα νὰ λέγω ὅ,τι γνωρίζω μετὰ θετικότητος, καὶ τὰ ὅσα εἶπον γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. συνάδελφος... Μᾶς ἔφεραν σωρείαν νομοσχεδίων, ἑκατὸν δὲ εἶναι ἀκόμη τὰ μὴ συζητηθέντα νομοσχέδια, καὶ ζητοῦσιν, ἵνα πάντα ταῦτα γείνωσι νόμοι ἐντὸς 14 ἡμερῶν Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο δυνατόν; Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ, ὅπως λάβῃ ἐψηφισμένα τὰ νομοσχέδια, ἂς προβῇ εἰς ἄλλο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἴσως εἶναι σκοπιμώτερον, καὶ ὀλιγώτερον προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως· ἂς προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦ νὰ εἰσαγάγῃ ἓν καὶ μόνον νομοσχέδιον, μὲ μοναδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ «μεταβάλλονται εἰς νόμους πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει», ἵνα οὕτως ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τῆς ἀνιαρᾶς ὑποχρεώσεως τοῦ παρίστασθαι ἐνταῦθα καὶ συζητεῖν ματαίως. Ἐπιμένω, κύριε Πρόεδρε, φρονῶν, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ὅτι ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, νὰ γένηται δεκτὴ πρότασις ἄντικρυς ἀντικειμένη εἰς αὐτήν.

§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπέθετον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ὅστις διανύει τὰ ἔτη τῆς ἀκμῆς τοῦ βίου, καὶ ὅστις ἀκόμη δὲν ἐκαθάρισε τὰ ὑποδήματα αὐτοῦ ἀπὸ τὴν κόνιν τοῦ σπουδαστηρίου καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων, ἔχει δ’ ἕνεκα τούτου νωπότατα τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν αὐτοῦ, δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἤθελε παραστήσει ὡς αὐθαίρετον καὶ αὐτοκρατορικὸν τὸ διάβημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐποιήσαμεθα χθὲς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν.

§80ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεγαλειτέρα συνταγματικότης ἢ ὅταν συνέρχωνται τὰ μέλη ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος, ἵνα συσκεφθῶσι περὶ τῆς πορείας αὐτῶν; Ὑπάρχει ὑποχρέωσις μείζων, ὅπως διασώζηται ἡ αὐτοβουλία ἑκάστου τῶν μελῶν τοῦ κόμματος, ἢ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ εἰσηγουμένου τὴν πολιτικὴν, τοῦ χαράσσοντος τὴν πορείαν τοῦ κόμματος, ὅπως κοινωνῇ μετὰ τῶν μελῶν τοῦ κόμματος, ὅπως προβάλλῃ εἰς τοὺς φίλους του τὰς γνώμας του καὶ ἀκούῃ τὰς γνώμας αὐτῶν, ὅπως συζητῇ μετ’ αὐτῶν καὶ τῇ συνδρομῇ πάντων τῶν μελῶν τοῦ κόμματος ζητῇ νὰ ἐξεύρῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ἐκλέξῃ χρήσιμον καὶ ὠφέλιμον πρότασιν; Ἴσως, διότι ἔλεγέ τις πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐγὼ ἐγενόμην δικτάτωρ τῆς Ἑλλάδος, ἴσως ὑπέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ὅτι ἤθελε χρησιμεύσει εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ὅτι ἐγὼ ὁ δικτάτωρ ἐπέβαλον τὴν ἐμὴν γνώμην εἰς τοὺς φίλους μου, ἐνῷ τοὐναντίον ἐζήτησα μετ’ αὐτῶν, ἵνα κοινῇ γνώμῃ ἐξεύρωμεν κατὰ τίνα τρόπον ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν οἱ φίλοι μου ὑποστηρίζουσι, θέλει δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς τόπον, πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, πρὸς τὸ Σύνταγμα. Καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο χθὲς, εἶναι κανὼν τηρούμενος ἐν πᾶσι τοῖς συνταγματικοῖς Κράτεσιν, εἶναι κανὼν, τὸν ὁποῖον οὐδέποτε παρέβημεν καὶ ὅτε εἴμεθα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ ὅτε εἴμεθα ἐν τῇ Κυβερνήσει. Δικτάτορες εἶναι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ θέλησις ἀναβιβάζεται ὑπὲρ τοὺς νόμους, ἀναβιβάζεται ὑπὲρ τὸ κοινὸν συμφέρον, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν θέλησιν εἰς τοὺς συμπολίτας των, καὶ οἵτινες δὲν ἐξευτελίζουσι μόνον, ἀλλὰ ταπεινώνουσι καὶ τοὺς φίλους καὶ τοὺς μὴ φίλους. Ἡμεῖς τοὺς φίλους ἡμῶν σεβόμεθα, καὶ θεωροῦμεν ὡς θεωροῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐσμὲν ἴσοι πρὸς αὐτοὺς, καὶ προσπαθοῦμεν νὰ ἤμεθα διερμηνεῖς τῶν φρονημάτων αὐτῶν, ὡς αὐτοὶ εἶναι διερμηνεῖς τῶν φρονημάτων τοῦ ἔθνους. Αὕτη εἶναι ἡ συνάφεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν κυβερνώντων ἐν κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσι καὶ τοῦ λαοῦ. Ἐὰν τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας διερμηνεύωσι τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους, ὀφείλουσιν ἐπίσης οἱ εἰσηγηταὶ τῆς πλειοψηφίας νὰ διερμηνεύωσι τὸ φρόνημα τῆς πλειοψηφίας, διότι εἰσὶν ἔμμεσοι διερμηνεῖς τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ, οὐδέποτε δ’ ἡμεῖς ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ καθήκοντος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὸ πολίτευμα. Ἤθελον μακαρίσει τοὺς λαοὺς καὶ τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἤθελον τύχει δικτατόρων τοιούτων, ὁποῖοι εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ κοινοβουλευτικοὶ Ὑπουργοί. Ἀλλὰ μεταχειρίζονται ὅρους καὶ ἐπωνυμίας καὶ ἰδιότητας καὶ χαρακτηρισμούς, οἱ ὁποῖοι τῳόντι καθιστῶσιν ἥκιστα σπουδαίαν καὶ τὴν σοβαρωτέραν τῶν ἐννοιῶν καὶ τὴν σπουδαιότητα τῶν χαρακτηρισμῶν, τοὺς ὁποίους μᾶς δίδουσι, διότι ἥκιστα σπουδαῖον εἶναι νὰ ἐγκαλῶσιν ἐν Ἑλλάδι ὡς δικτάτορας Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς ὡς οἱ τελευταῖοι θεράποντες αὐτῆς, καὶ οἱ ὁποῖοι διανοοῦνται, ὅτι ποτὲ δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τοὺς δεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι συνέδεσαν αὐτοὺς μετὰ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρῶτος ἐντολεὺς αὐτῶν. Καὶ ἠκούετε πρὸ μικροῦ, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Πῶς θέλετε πλέον νὰ δοθῇ ἀξία ἢ προσοχὴ εἰς κραυγὰς τοιαύτας, ὅταν τὴν σήμερον παριστῶσιν ὡς τελευταίαν ἡμέραν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ; Διατί; Διότι, συνειδότες τὴν ἡμετέραν εὐθύνην, ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ μᾶς συνδράμῃ, ἵνα ἐκτελέσωμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως, τῇ ἐνδείξει τοῦ Κοινοβουλίου, μᾶς ἀνέθηκε. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ τῶν γινομένων ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις τῶν ἄλλων Κρατῶν, καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ ἐν Γαλλίᾳ ἢ ἐν Βελγίῳ τρία μόνον ἢ τέσσαρα ἢ πέντε εἰσάγονται νομοσχέδια, καὶ ἐκπλήσσονται, διότι ἡμεῖς εἰσηγάγομεν οὐχὶ πέντε, ἀλλὰ πεντήκοντα. Λησμονοῦσιν ὅτι σήμερον, ἐὰν δὲν ἦναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι ὅμως ἡ ἐπιοῦσα τῆς πτωχεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους (εὖγε! εὖγε!), καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἀτυχίαν νὰ καλῶνται ἵνα ἀναλαμβάνωσι τὴν κυβέρνησιν Κράτους ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἔχουσι μεγάλα, βαρύτατα καθήκοντα, καθήκοντα ἵνα περισυλλέξωσι τὸ παρελθὸν, καθήκοντα ἵνα συντάξωσι τὸ ἐνεστὼς, καθήκοντα ἵνα φροντίσωσι περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ μέλλοντος. Καὶ μήπως τὰ καθήκοντα ἡμῶν εἶναι μόνον καθήκοντα, τὰ ὁποῖα μᾶς τρέπουσιν εἰς τὰς μελέτας περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους ἢ τῆς χώρας; Μόνον τοῦτο τὸ μέλημα ἐκλήθημεν ν’ ἀναλάβωμεν; Ἐν χρόνῳ κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν δύναται πλέον νὰ εἴπῃ τις ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπερηφάνως ἄλλοτε ἔλεγον ἐγὼ, ὡς λειτουργὸς τῆς διοικήσεως, ὅτι ἡ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἐντιμοτάτη μεταξὺ τῶν διοικήσεων τῶν μεγάλων Κρατῶν, ὅταν ἔχῃ τὴν δυστυχίαν κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον νὰ μὴ μένῃ ἥσυχος, προσβλέπων πρὸς τὸ μέλλον, καὶ ἐπισκοπῶν πάντα τὰ πέριξ ἡμῶν γινόμενα, καὶ ἀναλογιζόμενος τὰς διαφόρους πλοκὰς τῶν συμβεβηκότων, καὶ ἐνθυμούμενος τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν αἱ πλοκαὶ αὐταί τῶν συμβεβηκότων δύνανται νὰ ἀσκήσωσιν ἐπὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους· ὅταν ἀφ’ ἑτέρου γνωρίζῃ ποία τυγχάνει ἡ κατάστασις τοῦ τόπου καὶ ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν τῇ οἰκονομίᾳ, νομίζετε ὅτι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον, εἰσάγων τρία ἢ τέσσαρα νομοσχέδια, μηδόλως δὲ προνοῶν περὶ οὐδενὸς ἄλλου πράγματος; Τῇ ἀληθείᾳ ἐξίσταμαι, ἀκούων τοιαύτας ν’ ἀποφαίνωνται γνώμας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Ἐπίστευον ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἤθελον ἐλέγξει ἡμᾶς, διότι δὲν ἐπρονοήσαμεν περὶ πάντων, ἀλλ’ ἐπρονοήσαμεν μόνον περί τινων. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ, ὅτι ἀντιπολιτευόμενοι ἤθελον ἐλέγξει ἡμᾶς, ὅτι ἐπρονοήσαμεν περὶ πλειόνων ἢ περὶ ὅσων ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν. Ἐὰν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν, ἦναι ἄξια ἐλέγχου καὶ ἐπικρίσεως, δι’ αὐτὸ τοῦτο ὑπεβάλομεν αὐτὰ, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο συνεργαζόμεθα μεθ’ ὑμῶν, ζητοῦντες τὴν συνδρομὴν τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα συμπράξῃ, ὅπως βελτιώσωμεν ταῦτα, ἢ συμπληρώσωμεν ταῦτα, ἢ τροποποιήσωμεν ταῦτα. Καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς ἐπανειλημμένως ἐπανελάβομεν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν θεωροῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀλαθήτους, καὶ προσερχόμεθα καθ’ ἑκάστην ζητοῦντες τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς, ἵνα συμπληρωθῶσι καὶ βελτιωθῶσι τὰ ἔργα ἡμῶν, κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον μᾶς ἀποκαλοῦσι δικτάτορας καὶ μᾶς συμβουλεύουσι νὰ εἰσαγάγωμεν ἓν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ ζωὴν νομοθετικὴν εἰς πάντα τὰ σχέδια τῶν νόμων, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν! Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦναι ὀλίγα ἢ πολλὰ τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκράτει ἄλλο σύστημα μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτε εἴμεθα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅτι ἄλλοι σύμβουλοι τοῦ Στέμματος τότε διεξῆγον τὰς σχέσεις των μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὅτι οὗτοι οὐχὶ λόγῳ ἀλλὰ πράγματι καὶ ἔργῳ κατεδήλουν ἀξιώσεις βεβαίως περιοριζούσας τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐνασκούντων τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ εἴδετε ἐμὲ κατὰ τὰς ὀλίγας ἐργασίας, τὰς ὁποίας διεξηγάγομεν μέχρι τοῦδε, ἢ εἴδετε τοὺς συναδέλφους ἐμοῦ, εἴδετε ποτὲ τοιαύτας νὰ ἐκδηλώσωμεν ἀξιώσεις, ἡμεῖς, οἵτινες μετὰ μεγάλης ἀφελείας καὶ ἁπλότητος ὡμολογήσαμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀτελεῖς, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ συμπληρώσητε ὑμεῖς; «Ἀλλὰ διατί, ἐνῷ ἠδύνασθε νὰ ἔχητε πολὺν χρόνον εἰς τὴν διάθεσιν ὑμῶν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐν ἀνέσει συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, διατὶ τόσον βραδέως προσεκαλέσατε τὴν σύγκλησιν αὐτῆς; Διατὶ δὲν προσεκαλεῖτε τὴν σύγκλησιν αὐτῆς κατὰ τὸ ἔτος 1895;» Ἡμεῖς δὲν ἀμφισβητοῦμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς φρονοῦντας ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1895, νὰ ἐκφράζωσι τὸ φρόνημα αὐτῶν· ἀλλὰ πρέπει οἱ ταῦτα φρονοῦντες νὰ ἀναγνωρίζωσι καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ μὴ φρονῶμεν οὕτως, ἀλλὰ νὰ φρονῶμεν ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ Βασιλέως νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1895. Ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦτο ἐπροτάθη, συνεζητήθη, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη. Πῶς ἐπανέρχεσθε;

§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀπεφάνθη.

§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἐπανέρχεσθε ἐπὶ τοὺς αὐτοὺς ἰσχυρισμοὺς, ἐπαναφέροντες ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν, ὡσανεὶ ταῦτα εἶχον λυθῆ συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην ὑμῶν; Καὶ ἐψιθύρισέ τις, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη, ἡ Βουλὴ, ἥτις μετὰ τὰς παραστάσεις τοῦ Ὑπουργείου μετέβη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Προσῆκεν εἰς ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀποφήνηται ἡ Βουλὴ γνώμην, ὅπως ἀναιρέσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς ὑμῶν; Καὶ ὑποθέτετε ὅτι, ἐὰν ἐζητοῦμεν, δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὴν ἐπιδοκιμασίαν αὐτῆς; Καὶ λέγετε ἀκόμη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη! Ἐὰν δὲ ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ἐντὸς τοῦ 1895, διότι ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου εἶχεν ἤδη ἡ Βουλὴ συγκληθῆ εἰς τὴν πρώτην σύνοδον, πότε ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ ἢ κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1896; Καὶ ὡς ἂν κατῆλθον οἱ ἀγορεύσαντες ἀπὸ τὴν Σελήνην, καὶ δὲν γνωρίζουσι τὴν κατάστασιν τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων, καὶ δὲν ζῶσιν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, καὶ δὲν γνωρίζουσι τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ὡς ἄτομον, δυσφοροῦσι, διότι οἱ Βουλευταὶ δὲν ἔδραμον ἀμέσως τὴν 8 Ἰανουαρίου νὰ ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας ἢ διότι οἱ Βουλευταὶ ἴσως κρίνουσιν, ὅτι εἶναι δύσκολον εἰς αὐτοὺς ἢ εἴς τινας ἐξ αὐτῶν, νὰ παρατείνωσι τὴν διαμονήν των ἐν Ἀθήναις μετὰ τὸ Πάσχα. Καὶ ὡς ἂν μὴ γνωρίζωσιν ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐξαιρετικόν τι συμβεβηκὸς, ὅτι τελοῦνται ἀμέσως μετὰ τὸ Πάσχα αἱ ἑορταὶ τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ὁποίων μεταβάλλονται οἱ κοινωνικοὶ ὅροι καὶ καθίσταται δυσχερεστέρα ἡ διαμονὴ τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες εἶναι Ἕλληνες, καὶ ἐὰν ἔχωσι τὴν τιμὴν νὰ ἦναι Ἕλληνες, ἔχουσι καὶ τὴν δυστυχίαν νὰ εὑρίσκωνται ἐν ταῖς περιστάσεσιν, ἐν ταῖς ὁποίαις εὑρίσκονται οἱ Ἕλληνες. Νομίζω ὅτι, ὅταν συζητῇ τις περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, πρέπει ἰδίως νὰ μὴ ἀπομακρύνηται ἀπὸ τὴν ἀγαθὴν πίστιν. Ὑπάρχει μάλιστα κανὼν ἀναγεγραμμένος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὁδηγῇ τὰ Κοινοβούλια εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῶν, ὁ κανὼν ὅτι πρέπει νὰ συζητῶνται μόνον τὰ πράγματα καὶ αἱ πράξεις, μόνον τὰ μέτρα καὶ αἱ ἰδέαι, οὐχὶ νὰ συζητῶνται τὰ πρόσωπα. Ἠκούσατε πρὸ μικροῦ οὐχὶ συζήτησιν πλέον περὶ προσώπων, ἀλλά τι, τὸ ὁποῖον σπανίως λαμβάνει χώραν ἐν συζητήσεσι πολιτικοῦ σώματος. Ἠμπορεῖ νὰ ἀναφέρωνται παραδείγματα, ὅτι ἐν τῷ Ἀμερικανικῷ Κοινοβουλίῳ συνέβη νὰ ἀντικρούωσιν ἄλληλα μέλη τινὰ τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τοῦ ῥεβόλβερ, ἢ διὰ τῆς ῥάβδου, καὶ μετ’ ὀλίγον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ καὶ παρ’ ἡμῖν τοιοῦτον τι, ὅταν ἀναιρῆται ἡ τιμὴ ἑκάστου τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου παρ’ ἄλλων συναδέλφων αὐτῶν. Καὶ ἐνῶ ῥητῶς ἐγὼ ἔλεγον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῶσι τὰ 67 νομοσχέδια, ἢ τὰ 367 νομοσχέδια,—διότι ἐνδεχόμενον ἦτο καὶ 367 νὰ εἶχον προταθῆ— ἀλλ’ ὅτι πρόκειται ἐξ αὐτῶν νὰ ἐκλέξωμεν τὰ συνδεόμενα ἀχωρίστως μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ἐκεῖνα τῶν ὁποίων ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ ἐπιψήφισις ἐνδείκνυται ὡς ἐπείγουσα καὶ ἀναγκαία ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, τοὺς λόγους μου τούτους εἴτε ἐλησμόνουν, εἴτε παρίστων ἀλλοίους, ἵνα δυνηθῶσι νὰ παραστήσωσιν ἑαυτοὺς ὡς ὀρθολογοῦντας, ὅταν ἀνήρουν ὅσα ἡμεῖς προετείνομεν. Καὶ ἐνῷ ἐγὼ ἐπρότεινα, τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως, τὸ ὁποῖον διαρκεῖ τρεῖς ὥρας, ἀπὸ τῆς ἐννάτης πρωϊνῆς μέχρι τῆς μεσημβρίας, νὰ διατεθῇ ὅλον εἰς τὴν ἔρευναν τῶν πράξεων ἡμῶν καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Διοικήσεως, ἐδημιούργουν ὑποθέσεις, ὅτι ἡμεῖς, ὅτι ἡ πλειοψηφία, σεῖς, ἄνδρες κακῆς πίστεως, θέλετε ἔρχεσθαι εἰς τὴν Βουλὴν μόλις τὴν ἑνδεκάτην, διὰ ν’ ἀπέλθητε τὴν ἑνδεκάτην καὶ ἡμίσειαν, ὥστε νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου! Ἐξίσταμαι πραγματικῶς, διότι τοιαῦτα προεκάλεσεν ἡ ἐμὴ πρότασις σχόλια καὶ παρατηρήσεις. Ἠξίουν ἴσως, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴχομεν καθῆκον νὰ προβλέψωμεν, ἂν καὶ κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχωμεν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καί τινων ἀπολύτως ἀναγκαίων νομοθετημάτων. Ἠξίουν ἴσως, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν κλείσει τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὰ γιγνόμενα, καὶ ἠθέλομεν ἀφεθῆ εἰς τὸν ῥοῦν τῶν πραγμάτων, καὶ ἠθέλομεν εὑρεθῆ μίαν ἡμέραν ἄνευ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἄνευ τῶν ἀναγκαιούντων νομοθετημάτων, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἤθελον ἀπέλθει τῶν Ἀθηνῶν, καὶ παραστήσωσιν ἡμᾶς, ὅτι δῆθεν ἐπιβουλευόμεθα τὸ πολίτευμα, διότι, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα προσδιώρισεν ἑξάμηνον τὴν διάρκειαν τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν κατ’ ἀνώτατον ὅρον, καὶ τρίμηνον κατ’ ἐλάχιστον, ἡμεῖς ἐπιβάλλομεν τὴν ἡμετέραν θέλησιν εἰς ὑμᾶς, καὶ συντελοῦμεν μὲ ὑμᾶς, ἵνα μὴ ἐργάζησθε ἐπὶ τρεῖς μῆνας! Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐν Ἀμερικῇ τοιαῦται συζητήσεις θὰ διεξήγοντο μετὰ τοσαύτης ἀνοχῆς καὶ ὑπομονῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα ἐφωπλισμένοι διὰ τῆς ὑπομονῆς, διότι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχουσι καθῆκον νὰ ὑπομένωσι. Καί τις τῶν ἀγορευσάντων παρέστησεν ἐμὲ ὠργισμένον ἑσπέραν τινὰ, ὅταν ἔλεγον, ὅτι θὰ μείνωμεν μέχρι τῆς πρωΐας, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις ἤθελε συμβῆ νὰ ἄρξωνται τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν τὴν δεκάτην μετὰ μεσημβρίαν, ἤθελον δ’ ἐκεῖ ἀποφανθῆ μετὰ χριστιανικῆς ἀνοχῆς, ὅτι καλῶς ἤρξατο ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τὴν δεκάτην καὶ ὅτι πρέπει νὰ λήξῃ κατὰ τὴν ἑνδεκάτην ἡ ἐργασία. Δὲν περιορίζομεν τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου, διότι χρεωστοῦμεν νὰ ἀφήνωμεν αὐτὸ ἐλεύθερον, διότι τὴν ἐλευθερίαν ἐξησφάλισεν οὐχὶ ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ τὸ πολίτευμα. Ἀλλὰ σεβόμενοι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα καὶ ἡμᾶς αὐτούς. Δὲν ἠθέλομεν δὲ σέβεσθαι ἡμᾶς αὐτούς, ἐὰν δὲν ἐμεριμνῶμεν πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν. Τὴν μέριμναν ταύτην ἐξεδηλώσαμεν διὰ τῆς προτάσεως ἡμῶν. Καὶ τί κοινὸν ἔχει ἡ πρότασις αὕτη μετὰ τοῦ δικαιώματος τῆς μειοψηφίας νὰ ἀμύνηται κατὰ τῶν καταχρήσεων τῆς πλειοψηφίας, ἥτις ἔχει τὴν ἰσχύν; Ἐγὼ καὶ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἔχω τὰ αὐτὰ φρονήματα. Δὲν ἐκπλήσσομαι ἐὰν αἱ μειοψηφίαι, καὶ ἂν εἰλικρινῶς φρονοῦσιν ὅσα λέγουσι, προσπαθῶσι νὰ ἀμύνωνται κατὰ τῶν πλειοψηφιῶν διὰ παντὸς μέσου. Τῷ ὄντι ἡ περιστολὴ τῆς ἰσχύος κατορθοῦται δι’ αὐτῆς τῆς ἀμύνης, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἄμυνα ἔχει ὅρια, καὶ ταῦτα εἶναι τὸ δικαστήριον τοῦ λαοῦ, ἡ γνώμη τοῦ κοινοῦ. Ἀλλοίμονον εἰς τὰς πλειοψηφίας, αἵτινες καταχρῶνται τὰς δυνάμεις αὐτῶν, μετερχόμεναι αὐτὰς ἵνα θυσιάζωσι καὶ καταδολιεύωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους! ἀλλὰ ἀλλοίμονον καὶ εἰς τὰς μειοψηφίας, ἂν αὗται καταχρῶνται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης καὶ παρέχωσι τὸ θέαμα ἀνθρώπων, οἵτινες, ὑπὸ μόνου τοῦ ἐγωϊστικοῦ φρονήματος ἐλαυνόμενοι, προσπαθοῦσι νὰ παραλύσωσι τὴν ὁμαλὴν καὶ νόμιμον κίνησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος! Βεβαίως διακωμῳδοῦσι δεινῶς τὸ πολίτευμα ἐκεῖναι αἱ πλειοψηφίαι, αἱ ὁποῖαι, τυφλώττουσαι πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, πράττουσι τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα, καὶ χάριν τούτων θυσιάζουσι τὸ κοινὸν συμφέρον. Ἀλλὰ τί πράττουσιν αἱ μειοψηφίαι, αἵτινες παραλύουσι τὴν νόμιμον καὶ ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, αἵτινες ζητοῦσι νὰ παραλύσωσι τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου; Τί ἄλλο, εἰμὴ ἐμπορεύονται τὸ πολίτευμα, προτάττουσαι τὰ φρονήματα αὐτῶν πρὸς τὰ φρονήματα τῶν πλειόνων, ἀγωνιζόμενοι νὰ ἐπιβάλλωσιν αὐτὰ εἰς τοὺς πλείονας; Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀσχοληθῶ νὰ ἀναιρέσω δυνατὴν ἀντίῤῥησίν τινος τῶν προαγορευσάντων. Μοὶ ἐφάνη ὅτι δὲν ἀποτροπιάζεται μόνον τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐκπλήσσεται, πῶς ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν περιελάβομεν ἐν τῷ Κανονισμῷ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν αὐτοῦ, καθ’ ἥν, ἐὰν ἐντὸς ἡμισείας ὥρας δὲν συνέλθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἰς ἀπαρτίαν, πρέπει νὰ κηρύσσηται ἡ λῆξις τῆς συνεδριάσεως, ἐκπλήσσεται, πῶς ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐπὶ τῶν ὑπολειπομένων συνεδριάσεων μέχρι τοῦ Πάσχα, χωρὶς νὰ ὑποβάλω γραπτὴν πρότασιν, ἡ ὁποία νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ μετὰ 24 ὥρας συζητηθῇ. Ἀπὸ τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ κ. Βουλευτής, ὃν ὑπαινίσσομαι, ἀναχθῆ, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ μεγάλου κινδύνου, τοῦ ἀπειλοῦντος τὸ Σύνταγμα, ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς ἰσχύος τῆς δικτατορίας, ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς ἀναιρέσεως τῶν ἑλληνικῶν ἐλευθεριῶν, ἀπὸ τὴν ἐπώδυνον καὶ ἀπαισίαν ἡμέραν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσαμεν, ὥστε ἠδυνήθη νὰ ἀποκαλέσῃ αὐτὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μετέστημεν εἰς τὴν δικανικὴν ἔνστασιν, τὴν ὁποίαν συνήθως προβάλλουσιν ἐνώπιον τῶν τελευταίων δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα καλοῦνται νὰ λύτωσι τὰς διαφορὰς τῶν ἀτόμων πρὸς ἄλληλα. Ἐὰν ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ μίαν μόνην ἑβδομάδα, καὶ συνέπεσε κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ ἀπασχολήσῃ αὐτὴν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, τί ὑπολείπεται διὰ τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τὰ ἄλλα κατεπείγοντα καὶ ἀχωρίστως μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνδεόμενα νομοθετήματα; Ἐὰν δὲν κατορθωθῇ νὰ μείνωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ μετὰ τὸ Πάσχα, καὶ ὁ μὲν Προϋπολογισμὸς δὲν ψηφισθῇ, οὐδὲ τὰ λοιπὰ νομοθετήματα, οἱ δὲ κύριοι Βουλευταὶ ἀπέλθωσιν ἕνεκα λόγων ἀνυπερβλήτων, καὶ Βουλὴ δὲν ὑπάρχῃ, τίς ἐξ ἡμῶν, εἴτε Ὑπουργὸς, εἴτε Βουλευτὴς τῆς πλειοψηφίας, ἤθελεν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην; Καὶ διότι ἡμεῖς, ὀῤῥωδοῦντες πρὸ τῆς εὐθύνης, ὑπεβάλομεν τοιαύτην πρότασιν, μετεβλήθημεν εἰς δικτάτορας, καὶ ἀπειλοῦμεν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν νὰ στερήσωμεν ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ! Ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς θέλει ποτὲ ἀπολέσει τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς στερήσεως τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῆς. Παρῆλθον ἀπὸ τῶν ἑδωλίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς σήμερον καθήμεθα, ἑκατοντάδες καὶ ἑκατοντάδες, ἔχοντες ἕκαστος ἰδίας ἰδέας, καὶ ἕκαστος ἀλλοίως ἔκρινε περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἀλλὰ οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα εἰς τὸ οἰκοδόμημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὰ αἵματα τῶν πατέρων ἡμῶν ἀνήγειρον. Ἀλλ’ ἡ πτωχὴ αὕτη πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἔφερεν ἐν τῷ μέσῳ καὶ τὴν συναλλαγὴν καὶ τὴν διαφθοράν, καὶ κατέληξεν εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους τοῦ δήμου Φερῶν ἢ τοῦ δήμου...

§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλευσῖνος.

§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ κακῶς σκέπτεσθε περὶ ἐμοῦ, καὶ ἴσως ἁρμόζει εἰς ὑμᾶς νὰ ἔχητε τοιαύτην ἰδέαν περὶ ἐμοῦ. Εὔχομαι πάντες ὑμεῖς νὰ μεριμνᾶτε περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἐκλογέων σας, ὡς ἐγὼ μεριμνῶ περὶ αὐτῶν. Καὶ εὔχομαι, ὅταν ἀναβιβασθῆτε εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἀγνοῆτε, ὡς ἐγώ, ποῖος εἶναι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος τῆς ἐπαρχίας σας, καὶ πῶς εἶναι κατηρτισμένον τὸ δικαστήριον τοῦ νομοῦ σας· ἀλλὰ τὸ ἀνάστημά σας δὲν εἶναι τοιοῦτον, καὶ δυσκόλως θέλετε ἀνυψωθῆ· ὅσον καὶ ἂν σταθῆτε ἐπὶ τῶν δακτύλων τῶν ποδῶν σας, δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ φθάσητε μέχρις ἐμοῦ. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὁμιλοῦσι περὶ συναλλαγῆς, χωρὶς νὰ ἐννοῶσι τί ἐστὶ συναλλαγή. Προσάπτουσιν εἰς ἡμᾶς τὴν συναλλαγήν, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι σεῖς διεφθάρητε διὰ τῶν παροχῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐποιησάμεθα πρὸς σᾶς, ἐν ᾧ χρόνῳ ἡμεῖς οὐδέποτε οὐδὲ ἕνα διορισμὸν προϊσταμένου οἱουδήποτε κλάδου διοικήσεως ἐν τῇ μικροτέρᾳ ἐπαρχίᾳ ἐκάμομεν τῇ ἐνδείξει ἢ τῇ συστάσει φίλου ἡμῶν. Καὶ ἠρνήθημεν νὰ παράσχωμεν αὐτοῖς παροχὰς, αἵτινες τόσον ἦσαν εἰθισμέναι, ἕνεκα τῆς διαγωγῆς τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν κυβερνησάντων, ὥστε εὐλόγως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἤθελεν ὑποληφθῆ περὶ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας ἡ ἰδέα ὅτι δὲν εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὑπερηφανευόμεθα ἀληθῶς, ὅτι ἔχομεν φίλους τοιούτους, οἵτινες, ἐκτιμῶντες τὴν ἐντολὴν αὐτῶν, διεξάγουσι τὰς μεθ’ ἡμῶν σχέσεις των μετὰ τοσαύτης αὐταπαρνησίας. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀποκρύπτω ὅ,τι ὡς ἀντιπολιτευόμενος πολλάκις ἔλεγον, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ ζητήσω πληροφορίας περὶ ἀτόμων, τὰ ὁποῖα εἶμαι κεκλημένος νὰ ἐκλέξω, ἵνα ἐργασθῶσιν ἐν τῇ διοικήσει ἐπαρχίας τινὸς, περισσοτέραν πίστιν θέλω δώσει εἰς τὰς πληροφορίας τῶν Βουλευτῶν, παρὰ εἰς τὰς πληροφορίας τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις, παρὰ εἰς τὰς πληροφορίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐν τοῖς γραφείοις τῶν Ὑπουργείων. Ἐὰν ἡ ἀνθρωπίνη ἀτέλεια εὑρίσκηται πανταχοῦ, καὶ ἐν τοῖς διοικουμένοις καὶ ἐν τοῖς διοικοῦσι, καὶ ἐν τοῖς κυβερνωμένοις καὶ ἐν τοῖς κυβερνῶσι, διατὶ ἀρνεῖσθε, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἀτελεῖς καὶ αὐτοί, τοὺς ὁποίους διορίζομεν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἵνα ἐκτελῶσιν ἐργασίαν τινά; διατὶ ἀξιοῦτε ὅτι δὲν εἶναι ἀτελεῖς καὶ αὐτοί, οἵτινες συνεργάζονται μεθ’ ἡμῶν; Ὅταν ζητῶ πληροφορίαν τινὰ περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον καλοῦμαι νὰ διορίσω ἐν ὑπηρεσίᾳ τινί, πρέπει νὰ δώσω περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς συμπολίτας του, ὥστε νὰ ἀναθέσωσιν εἰς αὐτὸν τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τουλάχιστον δὲν θέλω ἐνισχύσει οὐδὲ τὴν γραφειοκρατίαν, οὐδὲ τὸν νεπωτισμόν. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔρχονται νὰ διοικήσωσιν ὡς Ὑπουργοί, καὶ οἵτινες δὲν συμπράττουσι μετὰ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἀναγκάζονται νὰ ἀκούωσι τὴν εἰσήγησιν τῶν δημοσίων ὑποθέσεων ἀπὸ τὰς τροφοὺς τῶν τέκνων των, ἢ ἀπὸ τοὺς μαγείρους τῶν μαγειρείων των, ἢ ἀπὸ τοὺς ἡνιόχους τῶν ἁμαξῶν των! Ἀλλὰ ταῦτά εἰσι θέματα ἀλλότρια τῆς συζητουμένης προτάσεως. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι αὕτη: Στέργει ἡ Βουλὴ αἱ συνεδριάσεις της νὰ ἄρχωνται οὐχὶ ἀπὸ τῆς τετάρτης μετὰ μεσημβρίαν, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς 9ης πρωϊνῆς ὥρας, καὶ κατὰ τὴν 12ην τῆς μεσημβρίας νὰ γίνηται διακοπὴ μέχρι τῆς 4ης ὥρας μ. μ., καὶ τὴν 4ην νὰ ἐξακολουθῇ ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 7½, ὅτε νὰ γίνηται διακοπὴ μιᾶς ὥρας καὶ κατόπιν νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ συνεδρίασις; Τί κοινὸν ἔχει ἡ πρότασις αὕτη μὲ τὸ Σύνταγμα, μὲ τοὺς θεσμοὺς καὶ μὲ ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον ἀπροσέκτως ἔψαυσεν ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἀπροσεξίας ταύτης ἠθέλησε νὰ μᾶς δώσῃ ἀπόδειξιν τῆς μεγάλης ὀξύτητος τοῦ πνεύματος αὐτοῦ; — διότι τῷ ὄντι ἡ ὀξύτης τοῦ πνεύματος ἐνίοτε καθιστᾷ τοὺς ἀνθρώπους ἀπροσέκτους. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ὀξύτης τοῦ πνεύματος εἶναι φυσικὸν χάρισμα, ἀλλὰ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων, τὸν ὁποῖον τοσοῦτον ηὐνόησεν ἡ φύσις, νὰ προσπαθήσῃ νὰ καθάρῃ τὴν ὀξύτητα τοῦ χαρίσματος τούτου, καθιστάμενος προσεκτικὸς καὶ εὐλαβὴς πρὸς τοὺς ἄλλους.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ σειρὰ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ζητησάντων τὸν λόγον εἶναι αὕτη: Εὐταξίας, Μάνεσης, Μερλόπουλος, Φιλάρετος.

§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 10′ μ. μ.)

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι, Κύριοι κοινὴ καὶ τετριμμένη, εἶναι ἀναξία παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, σεβομένου καὶ ἑαυτὸν καὶ τοὺς ἄλλους, ἡ τακτική, καθ’ ἥν τινες, ἔρημοι παντὸς πραγματικοῦ ἐπιχειρήματος, νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ παρελκύσωσι τὴν κυρίαν συζήτησιν, παρεκτρεπόμενοι εἰς προσωπικοὺς ὑπαινιγμούς, εἰς ὕβρεις καὶ λοιδορίας κατὰ τῶν ἀντιπάλων. Τὴν τακτικὴν ταύτην καὶ ἄλλοτε, ὡς μὴ ὤφελε, καὶ σήμερον μετῆλθε καθ’ ἡμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ ἀπατηλῇ ἐλπίδι, ὅτι οὕτω θὰ συμπαρέσυρε καὶ ἡμᾶς εἰς ἁμίλλας πονηρὰς, εἰς ἃς αὐτὸς συνήθως ἐνασμενίζει, καὶ θὰ μᾶς ἐξηνάγκαζε τοιουτοτρόπως, ἵνα, ἐπιλήσμονες γινόμενοι τοῦ κυρίου θέματος, ὅπερ εἶναι τόσον λυπηρὸν δι’ αὐτὸν, ἀντεπεξέλθημεν καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τελματώδους ἐδάφους, εἰς ὃ αὐτὸς προσέφυγεν, ἀναζητῶν τὴν σωτηρίαν του. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν θὰ μιμηθῶμεν τὸ παράδειγμά του. Ἡμεῖς θὰ ἐμμείνωμεν ἐν τῇ εὐθείᾳ καὶ βασιλικῇ ὁδῷ, ἐν τῇ κυρίᾳ καὶ πραγματικῇ συζητήσει, ἐν παρόδῳ μόνον ἀποκρούοντες καὶ τοὺς προσωπικοὺς ὑπαινιγμούς του καὶ τὰς ὕβρεις καὶ λοιδορίας του, καὶ δὴ καθ’ ὅσον τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν διαλεύκανσιν τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς πραγματικοῦ ζητήματος. Ποῖον δὲ τοῦτο; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαιτεῖ, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐφεξῆς συνεδριάζῃ τρὶς τῆς ἡμέρας ἤτοι ἀπὸ πρωΐας μέχρι μεσημβρίας, καὶ ἀπὸ τῆς 4ης μέχρι τῆς 8ης ὥρας, καὶ τὸ ἑσπέρας ἀπὸ τῆς 9ης ὥρας μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἐπέκεινα. Ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον, ἀντίκειται δὲ πρὸς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὅτι, ἀποδεκτῆς γιγνομένης τῆς ἀξιώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα θὰ παρῳδεῖτο τέλεον ἐν ἡμῖν. Τί δὲ ἀντέταξεν αὐτὸς εἰς ἀναίρεσιν τῶν λόγων ἡμῶν; Ἰσχυρίσθη μόνον, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις ὅλων τῶν εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, τῶν ἀνερχομένων εἰς 100 καὶ ἐπέκεινα τὸν ἀριθμὸν, ἐπείγει, διότι δι’ αὐτῶν σκοπεῖται ἡ ἀνόρθωσις ὅλων τῶν κακῶς κειμένων ἐν ἡμῖν, δι’ ἣν οὐδεμία ἀναβολὴ ἐπιτρέπεται. Ἀλλὰ ἔχει, Κύριοι, ἴχνος κἆν ὑποστάσεως ὁ ἰσχυρισμός του οὗτος; Ἐγὼ πρὸς χάριν του ἀποδέχομαι, ὅτι διὰ τῶν προταθέντων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων πρόκειται τῳόντι νὰ ἀνορθωθῇ ἡ δημοσία καὶ ἡ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστις, νὰ βελτιωθῇ δὲ πᾶς κλάδος δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ ἡ ὅλη κατάστασις καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν ποτε, περὶ τοιούτων ἀκριβῶς νομοσχεδίων προκειμένου, ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ αὐτὰ, νυχθημερὸν σχεδὸν συνεδριάζουσα; ἐρωτῶ, Κύριοι, ὑμᾶς, τοὺς ἀπαρτίζοντας τὴν πλειονοψηφίαν, πῶς εἶναι δυνατόν ποτε, δωδεκάωρον ἢ δεκαπεντάωρον συνεδριάζοντες, νὰ εἴπητε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι οὕτω, καὶ φενακίζοντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, βουλεύεσθε περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ὅτι συζητεῖτε καὶ ψηφίζετε ἐν συνειδήσει, ἐνῷ πράγματι δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ βουλεύησθε, ἐνῷ πράγματι ψηφίζετε μόνον ἀσυνειδήτως πᾶν τὸ ἀναγινωσκόμενον; Διὰ τοῦτο εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος θεωρήσας εἰλικρινέστερον καὶ ἐντιμότερον, ἵνα ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ τῆς ὅλης αὐτῆς σωρείας τῶν νομοσχεδίων, ὑποβάλῃ ἁπλούστατα ἓν καὶ μόνον νομοσχέδιον, μὲ ἓν καὶ μόνον ἄρθρον, δι’ οὗ νὰ ἐξουσιοδοτῆται αὐτή, ὅπως πάντα τὰ προταθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια ὑποβάλῃ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Στέμματος καὶ δημοσιεύσῃ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὡς νόμους τοῦ Κράτους. Τοῦτο βεβαίως θὰ ἦτο ἐντιμότερον καὶ εἰλικρινέστερον καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν Βουλὴν, διότι καὶ ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει δὲν νομοθετεῖ ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μερλοπούλου ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐφαίνετο πλέον ψηφίζουσα ἀσυνειδήτως νομοσχέδια, ὧν δὲν ἔχει πολλάκις τὴν ἐλαχίστην ἔννοιαν. Οὕτω πως θὰ ἀνελάμβανε πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰ ὑπ’ αὐτῆς προβαλλόμενα νομοθετήματα, καὶ θὰ ἔδιδεν εἰς αὐτὰ ὁπωσδήποτε μείζονα προσοχὴν ἐκείνης, ἣν δίδει τὴν σήμερον. Θὰ ἐμελέτα τοὐλάχιστον αὐτὰ τὰ νομοσχέδια καὶ δὲν θὰ παριστάμεθα μάρτυρες τοῦ νῦν ἀτόπου, καθ’ ὃ ὁ πρῶτος τυχὼν τμηματάρχης, ἢ γραμματεὺς Ὑπουργείου, ἢ καὶ ἰδιώτης, συντάττει καὶ ὑποβάλλει εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νομοσχέδια, ἅτινα οὗτοι σπεύδουσι νὰ προτείνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς κἆν νὰ ἀναγνώσωσιν αὐτὰ προηγουμένως. Τοῦτο ἔγεινε τοῖς πᾶσι κατάδηλον κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, καθ’ ἃς πολλὰς διατάξεις τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων, ἀσαφεῖς ἢ διφορουμένας, δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἐξηγήσωσιν εἰς ἡμᾶς αὐτοὶ οἱ εἰσηγηταί των Ὑπουργοί. Ἡ κατάστασις αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἀνατρεπτικὴ αὐτοῦ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· ἂν δὲ πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ, καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα προτείνει νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ γείνῃ δεκτὴ καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσήνης, ἀλλὰ ν’ ἀπέλθωμεν ἡμεῖς εἰς τὰς ἑστίας μας καὶ νὰ κληθῇ ὁ λαὸς νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ μόνον τῶν ὑποψηφίων Πρωθυπουργῶν, ὅστις δ’ ἐκ τούτων τύχῃ τῆς πλειονοψηφίας, νὰ ἀναλάβῃ ἐπὶ τετραετίαν τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν, οὐ μόνον νὰ κυβερνᾷ, ἀλλὰ καὶ νὰ νομοθετῇ κατὰ τὸ ἴδιον δοκοῦν. Οὕτω πως θὰ ἀπηλλάσσετο καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον τῶν ἐξόδων τοὐλάχιστον τῆς Βουλῆς, θὰ ἔπαυε δὲ ἡ νῦν παιζομένη κοινοβουλευτικὴ κωμῳδία, καθ’ ἣν καλούμεθα νὰ ψηφίζωμεν ἀσυνειδήτως πᾶν ὅ,τι προτείνουσιν εἰς ἡμᾶς οἱ κύριοι Ὑπουργοί, καθ’ ἣν εἷς Βουλευτὴς ἐκ τῶν τῆς πλειονοψηφίας, ὁ κ. Ταρμπάζης, ἔσχε τὴν εἰλικρίνειαν πρό τινων ἡμερῶν νὰ εἴπῃ: «Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ ψηφιζόμενα νομοσχέδια, διότι ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν»! Ἀλλὰ δὲν ἀνατρέπεται μόνον τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δι’ αὐτῆς, Κύριοι, πρόκειται νὰ παραλύσῃ ἐπὶ ἑβδομάδας ὅλας καὶ αὐτὴ ἡ κυβερνητικὴ μηχανή. Εἶναι ὑψηλὰ καὶ μεγάλα τὰ καθήκοντα, τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὡς συμβούλους τοῦ Στέμματος, ὡς διαχειριζομένους τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτοὶ τὰ καθήκοντά των ταῦτα, ὅταν ἦναι ἠναγκασμένοι καθ’ ὅλας τὰς πρὸ μεσημβρίας, τὰς μετὰ μεσημβρίαν καὶ τὰς ἑσπερινὰς ὥρας, ἐνίοτε καὶ τὸ πλεῖστον τῆς νυκτὸς, νὰ παραμένωσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ ἀπαντῶσιν εἰς ἐπερωτήσεις, καὶ νὰ συζητῶσι μεθ’ ἡμῶν τὰ νομοσχέδιά των; Δὲν πρόκειται λοιπὸν διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μόνον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποστερηθῇ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς καὶ διακωμῳδηθῇ οὕτω τὸ διέπον ἡμᾶς πολίτευμα, ἀλλὰ πρόκειται νὰ παύσῃ λειτουργοῦσα ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον καὶ αὐτὴ ἡ κυβερνητικὴ μηχανή. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἐγὼ προέβαλον κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ἐναντίον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πρὸς ταῦτα οὐδὲν λογικὸν, οὐδὲν πραγματικὸν ἐπιχείρημα ἀντέταξεν αὐτός· διότι οἱ προσωπικοί του ὑπαινιγμοὶ κατ’ ἐμοῦ ὑπ’ οὐδενὸς δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἱκανοί, ἵν’ ἀναιρέσωσιν ὅσα εἶπον ἐγὼ, οὐδ’ ὑπ’ αὐτῶν τῶν τυφλῶς ὑπεικόντων εἰς τὴν θέλησίν του. Ὅσην δὲ προσπάθειαν καὶ ἂν καταβάλῃ, ὅπως ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον, οὐδεὶς θὰ πιστεύσῃ εἰς αὐτὸν, ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς του δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐνασκήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ δικτατορικὴν ἐξουσίαν τοῦ χειρίστου εἴδους. Ἄν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ ἀντισυνταγματικὴ, ἡ ἀνατρεπτικὴ καὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς διοικήσεως πρότασίς του, δὲν εἶναι τοῦτο καὶ μόνον τρανὴ καὶ ἀναντίλεκτος ἀπόδειξις, ὅτι τὸ πρῶτον καὶ ἔσχατον ἐπιχείρημα ὑπὲρ αὐτῆς θὰ ἦναι ἡ θέλησίς του, τὸ γνωστὸν λόγιον «sic volo sic jubeo»; Πλὴν τί ἄλλο ἐχαρακτήριζε καὶ τὴν παρὰ Ῥωμαίοις δικτατορικὴν ἐξουσίαν; Ἀλλὰ μικροῦ δεῖν ἐπελαθόμην ἑνὸς λόγου, ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβαλεν ὑπὲρ τῆς προτάσεώς του. Εἶπεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ὑστεραίαν τῆς πτωχεύσεως, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ἐκ παντὸς τρόπου καὶ ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀνόρθωσιν καὶ περισυλλογὴν, ὅτι δὲ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἠναγκασμέναι καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἐν πάσῃ σπουδῇ πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ σκοποῦντα τὴν περισυλλογὴν καὶ ἀνόρθωσιν. Πλὴν καὶ τοῦτο ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, Κύριοι, ἐπιτρέπεται χάριν τοιαύτης ἀνάγκης νὰ ἀθετηθῇ ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ παύσῃ μὲν ἡ Βουλὴ οὖσα νομοθετικὸν σῶμα, νὰ παραλύσῃ δὲ καὶ πᾶσα κυβερνητικὴ ἐνέργεια; Οὐδεὶς βεβαίως εὖ φρονῶν δύναται νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὴν τοιαύτην ἀξίωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πρόκειται τῷ ὄντι νὰ ἐπέλθῃ ἡ περισυλλογὴ καὶ ἀνόρθωσις δι’ ὅλων τῶν μέτρων, δι’ ὅλης τῆς σωρείας τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν; πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἡ περισυλλογὴ καὶ ἀνόρθωσις, ἐπιψηφιζόμενων αὐτῶν, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιζητεῖ ἡ Κυβέρνησις; Ποία εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία αἰτία, ἥτις περιήγαγε τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν εἰς οἵαν θέσιν εὑρίσκονται τὴν σήμερον; Καὶ ἐλησμόνησε τόσον ταχέως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τί ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη καὶ αὐτὸς καὶ ἡμεῖς, ὡς ἀντιπολιτευόμενοι πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτήν, κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ἀντετάττομεν κατ’ αὐτοῦ; Προεβάλλομεν τότε τὴν πληθώραν τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὑποβαλλομένων εἰς ἑκάστην σχεδὸν σύνοδον τῶν προηγουμένων βουλευτικῶν περιόδων, καὶ τὴν ἐπιμονὴν τοῦ τότε προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ταῦτα ἐπιψηφίζωνται ἐν πάσῃ σπουδῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ ἡ πρώτη καὶ κυρία αἰτία τοῦ κακοῦ, τοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς τὴν σήμερον, ἣν ἀνέκαθεν προεβάλλομεν ἡμεῖς. Διὰ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων μετεβλήθη εἰς ἀληθῆ κυκεῶνα ἡ νομοθεσία ἡμῶν· διὰ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων ἐπῆλθεν ἐν πολλοῖς σύγχυσις εἰς πάντα κλάδον τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας· διὰ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων οὐ μόνον δὲν προελαμβάνετο τὸ ἐπελθὸν οἰκονομικὸν ναυάγιον, ἀλλὰ καὶ ἐπεσπεύδετο αὐτὸ ἐκ παντὸς τρόπου. Πῶς δὲ εἶναι δυνατόν, ἀκριβῶς διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου, διὰ τῆς ὁποίας περιήλθομεν εἰς οἵαν εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον θέσιν, νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ ταύτης; Ἡ πληθώρα τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ ψῆφος, ἡ διδομένη ὑπὸ ταύτης, ἄνευ τῆς ἀπαιτουμένης ἐπεξεργασίας καὶ μελέτης αὐτῶν, εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία αἰτία τῆς σημερινῆς ἡμῶν κακοδαιμονίας. Ἄν ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν σκολιὰν ὁδὸν καὶ νῦν, οὐχὶ τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ τὴν ἐπιδείνωσιν αὐτοῦ ἐπιδιώκομεν. Καὶ ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις τὴν περισυλλογὴν καὶ ἀνόρθωσιν ἡμῶν ἐκ τῆς νῦν καταστάσεως; Διατελοῦμεν ὑπὸ κατάστασιν πτωχεύσεως, καὶ τὸ πρῶτον καὶ κύριον ἔργον, ὅπερ ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ποῖον ἦτο; Νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Παρῆλθον ὅμως ἤδη ἐννέα μῆνες, ἀφ’ ὅτου ἀνῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, καὶ τί ἔπραξε μέχρι τοῦδε; Μᾶς εἶπεν ὅτι ἐξηκολούθησαν μέχρι τινὸς αἱ περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις, ὅτι δὲ αὗται ἐν τῷ μεταξὺ διεκόπησαν, καὶ ἦτο ἐλπὶς νὰ ἐπαναληφθῶσιν, ὁπότε, ἂν μὲν καταλήξωσιν εἰς αἴσιον πέρας, θ’ ἀνακοινώσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ὁ οὕτω ἐπιτευχθησόμενος συμβιβασμὸς τύχῃ τῆς κυρώσεως ἡμῶν, ἂν δὲ δὲν ἀχθῶσιν εἰς πέρας, θὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτάς! Ὥστε περὶ συμβιβασμοῦ οὐδόλως ἔχομεν ν’ ἀσχοληθῶμεν νῦν. Καὶ ἐὰν δὲ προέκειτο περὶ τούτου, ὁ συμβιβασμὸς μόνος δὲν ἀρκεῖ βεβαίως νὰ ἐξαγάγῃ ἡμᾶς ἐκ τῆς παρούσης καταστάσεως. Εἶναι πλάνη, Κύριοι, καὶ πλάνη μεγάλη, νὰ νομίζῃ τις, ὅτι ὁ συμβιβασμὸς θὰ ἦτο πανάκεια δι’ ἡμᾶς. Ἔπρεπε καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους νὰ συνταχθῇ ὅλως ἐπὶ νέων βάσεων, καὶ οὐχὶ ἐπὶ ἐκείνων τῶν βάσεων, αἵτινες ἤγαγον ἡμᾶς εἰς τὸ οἰκονομικὸν ναυάγιον. Ἔπρεπε νὰ προσφύγωμεν εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν, περιορίζοντες κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὰς δαπάνας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων ὀργανικῶν νόμων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει μεταῤῥυθμίσεως αὐτῶν ῥιζικῆς ἐν ἀνάγκῃ. Ἔπρεπε προσέτι νὰ προσφύγωμεν εἰς φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, ἀπὸ πολλοῦ ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλλομένας εἰς ἡμᾶς, ὅπως δι’ αὐτῶν αὐξήσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Δὲν μᾶς λέγει δὲ ὁ κ. Πρωπουργὸς, ποῖα μέτρα ἔλαβεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ διατελεῖ ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ὑπέβαλε καὶ εἰς τὴν προηγουμένην καὶ εἰς τὴν παροῦσαν τῆς Βουλῆς σύνοδον, συντελοῦντα εἰς ἀληθεῖς οἰκονομίας καὶ εἰς ἀληθεῖς φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις.; Ποῖον φορολογικὸν μέτρον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀνεκουφίζοντο αἱ πράγματι καταπεπονημέναι τάξεις τοῦ λαοῦ ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἐπεβαρύνοντο δ’ ἐπὶ μᾶλλον αἱ τάξεις ἐκεῖναι, αἵτινες δὲν φορολογοῦνται ἐπαρκῶς, καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν οὕτως, ἐνῷ αἱ κατώτεραι τάξεις τοῦ λαοῦ θ’ ἀνεκουφίζοντο κατὰ τὸ δυνατὸν, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους οὐχὶ νὰ ἐλαττωθῶσιν, ἀλλὰ νὰ αὐξηθῶσιν; Ἐγὼ, Κύριοι, οὐδὲν τοιοῦτον μέτρον ἀνευρίσκω οὔτε μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν Αʹ σύνοδον, οὔτε μεταξὺ τῆς ἑκατοντάδος τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρόκεινται εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἡμῶν κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον. Ἀλλ’ ἴσως ἀντείπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «ἄν δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, ἐφαπτόμενα ἀμέσως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε πρὸς ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν ἐν τοῖς ἐξόδοις αὐτοῦ, εἴτε πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων διὰ φορολογικῶν μεταῤῥυθμίσεων, ὑπεβλήθησαν ὅμως ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σκοποῦσιν εἰς τὴν καθόλου ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων παρ’ ἡμῖν· σωρεία νομοσχεδίων στρατιωτικῶν, ναυτικῶν, ἐκπαιδευτικῶν, ἐκκλησιαστικῶν, ἀγροτικῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται ἡ βελτίωσις ὅλων τῶν σχετικῶν κλάδων, ἡ ἀνάπτυξις τῶν οἰκονομικῶν πόρων τῆς χώρας.» Ἴσως, Κύριοι, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν νομίζουσιν, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο τῷ ὄντι περὶ τοιούτων νομοσχεδίων, δυναμένων ὡς διὰ μαγικῆς ῥάβδου νὰ μεταβάλωσι τὴν Ἑλλάδα εἰς ἐπίγειον παράδεισον, νὰ μᾶς ἐξαγάγωσιν ἐκ τῆς νῦν κακοδαιμονίας καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς αἰσιώτερον μέλλον, ἴσως, λέγω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠδύνατό τις νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πρὸ τῆς ἀθετήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ πρὸ τῆς ταπεινώσεως καὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ πρὸ τῆς παραλύσεως τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς, καὶ νὰ συμφωνήσῃ εἰς τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισιν ὅλων αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ ποῖά τινα τὰ νομοσχέδια ταῦτα; Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐπαγγέλλεται διὰ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντων νομοσχεδίων τὴν ἀνασύνταξιν τῶν πολεμικῶν ἡμῶν δυνάμεων, τῶν κατὰ γῆν. Δὲν ἠξεύρω ἄν τις ἐξ ὑμῶν εἶχε μέχρι τοῦδε τὴν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσῃ ταῦτα. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδὲ τὰ ἀνέγνων ἀκόμη. Νομίζω ὅμως, καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μεθ’ ὅσα ἀκριβῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω ὅτι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἔχουσιν ἤδη παραπεμφθῆ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια, Κύριοι... δὲν ἠξεύρω ἂν ἀνέγνωτε ὑμεῖς αὐτὰ, ἀλλὰ ἐκ μιᾶς καὶ μόνης συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν διεξηγάγομεν κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, ἐνοήσατε ὅτι πᾶν ἄλλο ἐπιδιώκεται δι’ αὐτῶν ἢ ἀνασύνταξις τῆς κατὰ θάλασσαν ἡμῶν δυνάμεως. Ἔχομεν τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν καὶ μόνον ὑπεβλήθη μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Βουλήν, εἰ καὶ πλείονα τοιαῦτα ἔχουσι προαναγγελθῆ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, ὁποίαν τύχην ἔσχεν ἐν τῇ ἁρμοδίᾳ ἐπιτροπῇ. Ἠκούσατε τοῦτο παρ’ αὐτοῦ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου αὐτὸ τοῦτο τραγελαφικοῦ, περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, χωρὶς νὰ πληρώσῃ καμμίαν ἀληθῆ ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην, μέλλει πάντως νὰ ἀνατρέψῃ καὶ νὰ ἀναστατώσῃ καὶ τὰ καλῶς κείμενα ἐν τῇ μέσῃ ἡμῶν ἐκπαιδεύει· πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τῆς συγχύσεως καὶ ἀνατροπῆς τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὅστις, ὡς ἠξεύρετε πάντες ὑμεῖς, εἰς παντελῆ ἀναστάτωσιν ἐνέβαλε τὴν πρώτην πνευματικὴν τροφὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἔχουσι λάβει ἤδη γνῶσιν τῆς τοιαύτης ἀναστατώσεως· πιστεύω ὅτι εἰς πολλῶν ἐξ ὑμῶν τὴν γνῶσιν ἔχει περιέλθη μέχρι τοῦδε, ὅτι οἱ ἀτυχεῖς δημοδιδάσκαλοι, μὴ δυνάμενοι νὰ πληρωθῶσι τὸν μισθόν των ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μηνὸς, καὶ κινδυνεύοντες νὰ ὑποστῶσι τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον, σκέπτονται ἐπὶ τέλους νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸ ἔσχατον μέτρον, εἰς τὴν ἀπεργίαν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἀπεστάλη τηλεγραφικὴ ἐγκύκλιος παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τοὺς ἐκκατταχοῦ ταμίας, ἵνα προκαταβάλωσιν εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους τοὺς μισθοὺς τούτους, ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν ταμιῶν συνεμορφώθη πρὸς τὴν τοιαύτην ἐγκύκλιον, ἥτις εἰς οὐδένα νόμον τοῦ Κράτους στηρίζεται, οἱ δὲ δημοδιδάσκαλοι, μεθ’ ὅλην τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, ἐξακολουθοῦσι μὴ λαμβάνοντες μισθὸν, στερούμενοι δηλ. καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Καὶ τὸ ἔργον τοῦτο, Κύριοι, τῆς ἀνατροπῆς, πρόκειται, ἄν ποτε, ὃ μὴ γένοιτο, ἐπιψηφισθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους καὶ τὸ περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδιον, νὰ μεταδοθῇ καὶ εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Ἔχομεν τὰ ἐκκλησιαστικὰ νομοσχέδια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ εἰσηγητὴς αὐτῶν, ἐπηγγέλθη τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν, εἶπεν ὅτι πρόκειται δι’ αὐτῶν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κατωτέρου κλήρου, τὴν ἀποκατάστασιν τὴν ὑλικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παρακολουθήσῃ βεβαίως καὶ ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ ἠθικὴ αὐτοῦ ἀνύψωσις. Ἀλλὰ πρόκειται τῷ ὄντι περὶ τοιούτου τινός; Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ῥίψητε ἔστω καὶ ἓν βλέμμα ἐπιπολῆς εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα, θὰ κατανοήσητε ὅτι πρόκειται περὶ νέων φορολογιῶν, αἱ ὁποῖαι δι’ αὐτῶν μέλλουσι νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν ἀπὸ πολλοῦ ἤδη, καθ’ ἣν γνώμην ἔχει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καταπεπονημένον καὶ ἐξηντλημένον ὑπὸ τὸ βάρος τῆς φορολογίας Ἑλληνικὸν λαὸν, χωρὶς ὅμως ν’ ἀποκατασταθῶσι πράγματι ὑλικῶς καὶ οἱ ἱερεῖς του. Εἶναι ζήτημα, Κύριοι, ἂν θὰ κατορθωθῇ ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς ἐφημερίους ἡμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποβληθέντων εἰς ἡμᾶς νομοσχεδίων, καὶ 200 μόνον δραχμαὶ τὸ ἔτος, καὶ ἀπέναντι τούτων πρόκειται νὰ στερηθῶσιν αὐτοὶ ὅλων τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τῶν παπαδικῶν λεγομένων, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον μέχρι τοῦδε. Δὲν γνωρίζω, τί συμβαίνει εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἕκαστος ἱερεὺς λαμβάνει σήμερον ἐξ ἑκάστης οἰκογενείας ἓν ἢ δύο κοιλὰ σίτου κατ’ ἔτος, καὶ ὅταν ἔχῃ 50–60 οἰκογενείας, ἔχει ἐτήσιον εἰσόδημα 50–100 κοιλὰ, τὰ ὁποῖα τιμῶνται συνήθως 350–700 δραχ. Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπαρτίζει τὸν ἐπιούσιον αὐτῶν ἄρτον, καὶ τοῦτον ἔρχεται ν’ ἀποστερήσῃ αὐτοὺς, καταργῶν ὅλα τὰ σχετικὰ δικαιώματα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ μέλλον 200 καὶ μόνον δραχμάς! Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Θὰ ἐνόουν, Κύριοι, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἄν, ἐμμένων πιστῶς εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὡς ἀντιπολιτευόμενος ὑπεστήριζεν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ νῦν, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτει νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας. Ἦτο τότε αὐτὸς οὐ μόνον κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς διοικητικῆς, ἀνεχόμενος ταύτην μόνον ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ. Θὰ ἐνόουν λοιπὸν αὐτὸν, ὅτε περιεβλήθη διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Στέμματος, νὰ παρέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κατηργεῖτο πάραυτα ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος θεσμὸς, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου προέτεινε τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, τοῦ μόνου ἐρείσματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὡς πρὸς τὸ ἀφατρίαστον αὐτοῦ, δὲν ἐννοῶ τὴν τοιαύτην ἐξάρθρωσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὡς δὲν ἐννοῶ καὶ νῦν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξουσιοδοτεῖται νὰ καταργήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ὁπόταν αὐτὸς νομίσῃ τὴν κατάλληλον ὥραν ἐπιστᾶσαν πρὸς τοῦτο, νὰ διατηρήσῃ δὲ ἓν μικρὸν σύστημα διοικητικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τὰς ἄλλας πόλεις, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται, διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε αἱ ἐλευθερίαι ἡμῶν νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν, οὔτε ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια, διότι τὰς δημοτικὰς ἡμῶν ἐλευθερίας ἀνατρέπει καὶ αὐτὸς ὁ θεσμὸς τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ὑπὸ τὸν θεσμὸν δὲ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθόλου ἐνέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρόκειται νὰ κατενέγκωμεν καίριον τραῦμα κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, καὶ προκειμένου περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου πᾶν ἄλλο ἐπιδιώκεται ἢ ἀνόρθωσις καὶ περισυλλογὴ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτείνεται ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν παράλυσις, θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ διοικητικὴ ἡμῶν ἀποσύνθεσις, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπιτεινομένη ἡ καθόλου κακοδαιμονία ἡμῶν· προκειμένου, λέγω, περὶ ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου, πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅπως ἀθετηθῇ τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἀποβάλωμεν ἡμεῖς, ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, πᾶν δικαίωμα, καὶ ὅπως παύσῃ λειτουργοῦσα ἡ κυβερνητικὴ μηχανή; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισε καλὸν νὰ ἀπαντήσῃ πρὸς ὅσα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς εἴπομεν, περὶ τῆς βραδείας συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν εἴπομεν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ἡ βραδύτης αὕτη ἐπῆλθεν ἐπὶ ζημίᾳ, ἐπὶ ἀνατροπῇ θεμελιώδους διατάξεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπήντησεν εἰς τοῦτο· εἶπε μόνον ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς καὶ δὶς καὶ τρὶς τοῦ ἔτους· αὐτὸς ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς δὲν ἐπιτρέπεται, παρὰ ἅπαξ μόνον τοῦ ἔτους. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὡς πρὸς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς πλέον ἢ ἅπαξ τοῦ ἔτους εἰς τακτικὴν σύνοδον, διΐστανται αἱ γνῶμαι. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω τὴν γνώμην, καθ’ ἣν, κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ὡς ἐλάχιστος ὅρος ἀναγράφεται ἡ σύγκλησις ἅπαξ τοῦ ἔτους τακτικῆς συνόδου, καὶ ὅτι ἑπομένως δυνατὸν νὰ συγκληθῶσι καὶ δύο σύνοδοι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγένετο παρ’ ἡμῖν τὸ 1887 καὶ τὸ 1892. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποδέχονται ὅτι εἶναι ἀνώτατος ὅρος ἡ μία τακτικὴ σύνοδος, δὲν ἀποκρούουσιν ὅτι δύνανται νὰ συγκληθῶσι πλὴν τῆς μιᾶς τακτικῆς συνόδου, καὶ δύο καὶ πλείονες ἔκτακτοι σύνοδοι. Τοῦτο ἀναγράφεται ῥητῶς ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν πρόκειται νῦν νὰ ἀποκτήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν εἶχε καὶ ἄλλοτε. Εἰς τὰ 1885 συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς τακτικὴν σύνοδον κατὰ Ἀπρίλιον μῆνα, ἀκολούθως συνεκάλεσεν αὐτὴν καὶ τὸν Σεπτέμβριον εἰς ἔκτακτον σύνοδον. Καὶ τότε λοιπὸν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην καὶ νῦν. Ὑπηνίχθη ἰδίᾳ, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι πρόκειται νὰ ἔχωμεν ἔκτακτον σύνοδον τοῦ 1896. Ὅστις ἐξ ἡμῶν λάβῃ τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἴδῃ ὅτι προενόησεν ἤδη νὰ ἀναγράψῃ καὶ τὴν σχετικὴν πίστωσιν ἐν αὐτῷ. Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται οὕτω νὰ ἔχωμεν δευτέραν σύνοδον, ἔστω καὶ ἔκτακτον, κατὰ τὸ 1896, διατὶ νὰ μὴ ἔχωμεν αὐτὴν καὶ τὸ 1895; διατὶ νὰ μὴ συγκληθῇ οὕτως ἐγκαίρως ἡ Βουλή, ὅπως ἐγκαίρως ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ μὴ δημιουργηθῇ ἄνευ λόγου καὶ ἀνάγκης ἡ ἀντισυνταγματικότης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἕνα μῆνα ὁλόκληρον ἡ Κυβέρνησις εἰσέπραξε φόρους παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ προέβη εἰς δαπάνας ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ ἀθετήσει τῆς πρώτης βάσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Πρὸς τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν ταῦτα τί ἀντέταξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; ὅτι ἐγένετο ἄλλοτε λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεδοκίμασε τὴν γνώμην ἡμῶν διὰ τῆς ψήφου της· ἐγὼ παρετήρησα εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν προεκλήθη ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἠγόρευσεν ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτὴς, ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀνταπήντησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης, καὶ ἀπέναντι τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων οὐδὲν ἔχων πλέον νὰ ἀντιτάξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνόμισε προτιμότερον νὰ σιωπήσῃ. Ψῆφος τῆς Βουλῆς δὲν προεκλήθη. Τώρα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως «καὶ τί νομίζετε, ὅτι, ἐὰν ἠθέλομεν, δὲν θὰ ἐτυγχάνομεν τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς;» Δὲν γνωρίζω, κατὰ πόσον ὁ ἰσχυρισμός του οὗτος τιμᾷ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἂν νομίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν θέλησίν της, τὴν γνώμην της, τὴν ψῆφόν της ἔχει ἐν τῷ θυλακίῳ του, καὶ δύναται νὰ τὴν διαθέσῃ ὅπως καὶ ὁπόταν θέλῃ αὐτός. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον προφανοῦς καταστρατηγήσεως τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἐπὶ τοσοῦτον προφανοῦς ἀθετήσεως μιᾶς θεμελιώδους διατάξεως τοῦ καταστατικοῦ ἡμῶν χάρτου, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ ἐσκέπτετο, ἂν θὰ ἔδιδε ψῆφον ἐμπιστοσύνης· ταῦτα δὲ φρονῶν, Κύριοι, νομίζω ὅτι σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ πολὺ περισσότερον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν ψῆφον τῆς πλειονοψηφίας καὶ τὴν γνώμην αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι προκαλουμένη ἡ Βουλὴ θὰ ἔδιδε διὰ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἦτο λόγος οὗτος, ὅπως ἡμεῖς μὴ ἔχωμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν; Ὄχι μίαν ψῆφον, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀλλὰ καὶ 100 ψήφους ἂν λάβητε παρὰ τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν ἡ ἀθέτησις τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἔχει διαπραχθῆ ὑφ’ ὑμῶν, νὰ καλυφθῇ διὰ τοιούτων ψήφων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγκολπούμενος τὴν πρότασίν μου ἐν μέρει, ἐνόμισεν ὅτι μὲ καθίστα ἀναπολόγητον, διότι ἀπεδέχθην ἐγὼ τὴν πρότασίν του. Ἐγὼ τί εἶπον; εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς παρούσης συνόδου θὰ ἐπεκταθῶσι τοὐλάχιστον ἐπὶ τρίμηνον, δυνατὸν δὲ ἐξ ἀνάγκης καὶ μέχρις ἑξαμήνου νὰ ἐπεκταθῶσιν, ἐνόσῳ δὲ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὸ ὑπολειπόμενον χρονικὸν διάστημα, δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς διπλᾶς συνεδριάσεις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀμφιβολίας, —καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τοιαύτας — ὅτι εἶναι δυνατὸν ὅλη ἡ σωρεία αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλήν, νομοσχεδίων ἀφορώντων οὐχὶ εἰς μεταῤῥυθμίσεις, ἀλλ’ εἰς ἀνατροπὰς παντὸς κλάδου τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν πάντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ τύχωσι τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς παρούσης συνόδου, ἂς ἐκλέξῃ μεταξὺ αὐτῶν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἅτινα εὑρίσκονται εἰς ἄμεσον συνάφειαν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκει ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, ὅπως τύχωσιν ἀμέσως τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, καὶ ἂς καταρτίσῃ οὕτω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἂς προβῶμεν ἐπί τινας ἡμέρας συνεδριάζοντες ὡς μέχρι τοῦδε, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 4 μ. μ. μέχρι τῆς 12 καὶ ἐπέκεινα τῆς νυκτὸς, καὶ ἂν ἐβλέπομεν ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα, τότε, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον, ἠδυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰς διπλᾶς ἢ μᾶλλον τριπλᾶς συνεδριάσεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδέχεται ὅτι πρέπει νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ μᾶλλον συναφῆ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ μᾶλλον ἐπείγοντα πρὸς ἐπιψήφισιν. Ἀλλ’ ἐννοεῖ ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀρχίσῃ οὐχὶ τὰς διπλᾶς, ἀλλὰ τὰς τριπλᾶς συνεδριάσεις· καὶ νομίζει ὅτι οὕτω πως πράττων δὲν προσκρούει οὔτε πρὸς τὴν τιμὴν οὔτε πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς! Ἀλλά, Κύριοι, δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς πληθώρας τῶν νομοσχεδίων, πρόκειται καὶ περὶ τῆς ὑπερανθρώπου ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρ’ ἡμῶν. Ὑποθέσατε δὲ, ὅτι ἀντὶ τῶν ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀρκεῖται εἰς μόνον 15 ἢ 20 νομοσχέδια, καὶ μεταξὺ τούτων εἶναι τὰ ἐκπαιδευτικὰ καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ, τὸ περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τὰ Θεσσαλικὰ, αὐτὰ καὶ μόνα· καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἂν πρόκειται νὰ τύχωσιν ἐμβριθοῦς μελέτης, ἐμβριθοῦς συζητήσεως, καὶ οὕτω ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νομίζετε ὅτι πρὸς τοῦτο θὰ ἐξήρκουν, καὶ ἐπὶ 10 ἢ 15 ὥρας τὴν ἡμέραν συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, ἐργασίαι 14 ἡμερῶν μόνον; Ἡμεῖς λέγομεν ὅτι εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς σᾶς νὰ ἐργαζώμεθα, συνερχόμενοι τρὶς τῆς ἡμέρας, νὰ ἐργαζώμεθα ἐπὶ 15 περίπου ὥρας, διότι οὔτε σωματικῶς οὔτε διανοητικῶς δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τοιαύτην ἐργασίαν, καὶ ἂν θελήσωμεν, ὑπείκοντες εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀναλάβωμεν τοιοῦτον ἔργον, δὲν πρόκειται οὕτω νὰ νομοθετήσωμεν ἐν συνειδήσει, δὲν πρόκειται νὰ βουλευθῶμεν, καθ’ ὃν τίτλον φέρομεν, ἀλλὰ πρόκειται—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν, διότι δὲν εὑρίσκω ἄλλην κατάλληλον λέξιν πρὸς τοῦτο,—ἀσυνειδήτως νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπανέρχεται πλήρης καὶ ἀκεραία ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ. Ἀντὶ τῆς τοιαύτης παρῳδίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος δὲν εἶναι ἐντιμότερον, δὲν εἶναι εἰλικρινέστερον, δι’ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου, εἰς τρεῖς ἀλλεπαλλήλους συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πάντα τὰ νομοσχέδια ὑποβάλῃ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Στέμματος καὶ δημοσιεύσῃ ὡς νόμους τοῦ Κράτους; Δὲν εἶναι προτιμότερον τοῦτο, ἀφοῦ εἶναι τὸ εὐθύτερον καὶ εἰλικρινέστερον; Βεβαίως καὶ τοῦτο εἶναι παραίτησις τῶν νομοθετικῶν ἡμῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐταπάτη, δὲν εἶναι φενάκη καὶ δι’ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ διὰ τοὺς ἄλλους, ὅτι νομοθετοῦμεν μετὰ μελέτην καὶ συζήτησιν τῶν ὑποβαλλομένων ἡμῖν νομοσχεδίων. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ταύτην τὴν ἑσπέραν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν πραγματικῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἀντετάξαμεν κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης, κατώρθωσεν αὐτὸς νὰ ἀναιρέσῃ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον. Καὶ ἐν ἐλλείψει παντὸς πραγματικοῦ ἐπιχειρήματος, ἐνόμισεν ὅτι τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ καταφύγῃ εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔκαμεν. Εἶπεν ὅτι ἡμεῖς ὑβρίζομεν τὴν πλειονοψηφίαν, ὑβρίζομεν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, πότε ἠκούσθη ὑβριστικὴ ἔκφρασις ἐκ μέρους ἡμῶν εἴτε κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, εἴτε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς περιοριζόμεθα εἰς τὸ νὰ ἐλέγχωμεν πράξεις ὡρισμένας τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἀλλὰ διὰ τὰς πράξεις ταύτας δὲν ἐννοοῦμεν ποτὲ συνυπεύθυνον τὴν πλειονοψηφίαν. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅσον ἐξήρτηται ἀπὸ ἡμᾶς, νὰ κρατήσωμεν ὑψηλὰ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, νὰ κρατήσωμεν ὑψηλὰ τὸ γόητρον καὶ τὴν αἴγλην τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐξηνέχθησαν καθ’ ἡμῶν ὕβρεις, καὶ ἀπηξιώσαμεν οἱανδήποτε πρὸς αὐτὰς ἀπάντησιν. Ἐπίσης δὲν νομίζομεν ὅτι ἁρμόζει εἰς ἡμᾶς νὰ ἀπαντήσωμεν καὶ εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔκαμε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐλπίζω, πρὸς τιμὴν αὐτοῦ, ὅτι τὰς ἔκαμεν ἐν στιγμῇ παραφορᾶς, χωρὶς νὰ ἔχῃ αὐτὸς συνείδησιν τῆς βαρύτητος τῶν τοιούτων ὑπαινιγμῶν. Εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη τακτικὴ, ἡ τακτικὴ τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, θὰ ἐξαναγκασθῇ ἡ πλειονοψηφία νὰ μιμηθῇ τὸ παράδειγμα ἄλλης χώρας, τῆς Ἀμερικῆς, νὰ καταφύγῃ εἰς ῥεβόλβερ καὶ εἰς ῥαβδισμοὺς (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐγὼ, Κύριοι, διαμαρτύρομαι, οὐχὶ ἐξ ὀνόματος τῆς μειοψηφίας, ἀλλ’ ἐξ ὀνόματος τῆς πλειοψηφίας, κατὰ τοῦ τοιούτου ὑπαινιγμοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸν ὑπαινιγμὸν τοῦτον τὸν θεωρῶ ὡς τὴν μεγίστην ὕβριν, ὡς τὸν μεγαλείτερον ἐξευτελισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν (θόρυβος). Ὡμίλησε καὶ περὶ ἀναστήματος πολιτικοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐφαντάσθη ἑαυτὸν ὡς γίγαντα ὑψηλὸν καὶ τεράστιον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀδυνατοῦμεν ἡμεῖς, οἱ μικροὶ τὸ δέμας, νὰ παραβληθῶμεν ποτὲ, καὶ ἤλεγξεν ἐμὲ, ὅτι ζηλῶ μὲν τὸ ὕψος τοῦ Πρωθυπουργικοῦ του ἀξιώματος καὶ ἐπιθυμῶ νὰ φθάσω ποτὲ εἰς αὐτὸ, ἀλλ’ εἶμαι πολὺ μικρὸς τὸ ἀνάστημα, καὶ ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσω νὰ ὑψωθῶ ἐπὶ τῶν δακτύλων τῶν ποδῶν μου, δὲν θὰ φθάσω ποτὲ αὐτό. Τὸν βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι οὐδέποτε ἐζήλωσα τὸ ἀνάστημά του. Δὲν εἰσῆλθον τὸ πρῶτον νῦν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀπὸ τοῦ 1885 τιμῶμαι διὰ τῆς ψήφου τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ εἶμαι ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους· καὶ πρὸ τοῦ 1885 ἤμην εἰς ἡλικίαν καὶ εἰς θέσιν νὰ παρακολουθῶ τοὺς διαχειριζομένους τὰ κοινά. Γινώσκω, τίς εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸν βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε θὰ ζηλώσω τὸ ἀνάστημά του, οὐδὲ τὸ παρελθὸν, οὐδὲ τὸ ἐνεστὼς αὐτοῦ· οὐδέποτε θὰ ζηλώσω νὰ γείνω Πρωθυπουργὸς, τυγχάνων μονονουχὶ τῆς παμψηφίας τοῦ ἔθνους, νὰ διαχειρίζωμαι πλειονοψηφίαν κατὰ τὰ ¾ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ κατορθώσω καὶ τὴν πλειονοψηφίαν αὐτὴν νὰ κατασυντρίψω καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους νὰ διακυβεύσω, ὡς αὐτὸς ἐν ἔτει 1885–1886 (θόρυβος). Δὲν θὰ ἐπιθυμήσω ποτὲ νὰ γείνω Πρωθυπουργὸς τῆς Πατρίδος μου, ἵνα καλέσω ὑπὸ τὰ ὅπλα 8 μυριάδας πολιτῶν (θόρυβος), καὶ νὰ καταδικάσω ὑπὸ τὰς σημαίας 4,000 ἀκμαίους ἄνδρας Ἕλληνας εἰς ἄδοξον θάνατον, καὶ νὰ καυχῶμαι μόνον, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῶν Μηδικῶν καὶ Περσικῶν χρόνων εἶδε τοσούτους ἄνδρας ὑπὸ τὰς σημαίας. Δὲν θὰ ζηλώσω τὴν τύχην του, ἵνα γείνω Πρωθυπουργὸς καὶ διακηρύττω ὅτι δὲν θὰ πράξω τι, ἐπὶ ποινῇ τοῦ νὰ ἴδω ἀποκεκομμένην τὴν χεῖρά μου· δὲν θὰ ζηλώσω ποτὲ νὰ γείνω Πρωθυπουργὸς, ἐπαγγελλόμενος εἰς τὸν λαὸν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς διατελῶν, μόνον καὶ μόνον, ὅπως πάσας τὰς ἐπαγγελίας μου διαψεύσω, ἐρχόμενος εἰς τὴν ἀρχήν. Δὲν θὰ ζηλώσω τὸ ἀξίωμά του, καὶ οὐδέποτε βεβαίως θὰ ἐπιθυμήσω νὰ ἔλθω εἰς τὰ πράγματα μὲ τὴν ἐπαγγελίαν τῆς ἀνορθώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων, πράγματι δὲ, ἵνα συντελέσω, ὅπως αὐτὸς σήμερον, εἰς ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως. Τὸν διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου κατήντησε καὶ τὸ Ὑπουργικὸν καὶ τὸ Πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα ὑπ’ αὐτὸν, βεβαίως πᾶν ἄλλο ἔχει τις νὰ πράξῃ ἢ νὰ ζηλώσῃ τὸ ἀνάστημα τοῦ κατέχοντος αὐτό. (Ἀποδοκιμασίαι καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς, χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§91ΜΑΝΕΣΗΣ. Μετὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω πρῶτος τὸν λόγον καὶ νὰ ἀντιταχθῶ ὅλαις δυνάμεσι κατ’ αὐτῆς, λέγων ὅτι τοῦτο ὑπερβαίνει τὰς ἀνθρωπίνους δυνάμεις, τουτέστι τὸ ἐπὶ 20, ἐπὶ 18 ἐπὶ 16 ὥρας ἐργάζεσθαι, βουλεύεσθαι, νομοθετεῖν. Καὶ ὅταν, Κύριοι, προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐν ἰσχύϊ διάταξις, τοῦ διαλύειν τὴν συνεδρίασιν μετὰ τὸν μὴ καταρτισμὸν ἀπαρτίας μετὰ παρέλευσιν ἡμισείας ὥρας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, τότε εἶπον πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ πρότασις ὑμῶν, ἀξιότιμε κύριε Πρωθυπουργὲ, ἵνα τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τοῦ ἐλέγχου περιορίζηται ἐν τῇ πρωϊνῇ συνεδριάσει, εἶναι αὐτὴ ἡ παῦσις τοῦ ἐλέγχου· διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἀφ’ ἧς συνεδριάζομεν, ὄχι μόνον κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, μόλις κατορθοῦμεν μετὰ δίωρον ἀπὸ τῆς προσδιωρισμένης ὥρας νὰ ἀρχίζωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν. Μία λοιπὸν καὶ μόνη ὥρα, ἴσως καὶ ἡμίσεια ἀκόμη ὥρα, θὰ μένῃ πρὸς ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἤτοι πρὸς ἐπερωτήσεις. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπαναλαβὼν τὸν λόγον, ἐλησμόνησεν ὅσα εἶχεν εἰπεῖ, καὶ ὡμίλησε περὶ ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως,—οὕτως ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑπέλαβον,— περὶ ἐξακολουθήσεως τοῦ ἐπερωτᾶν καὶ τοῦ ἐλέγχειν ἐν τῇ πρωϊνῇ συνεδριάσει, ἄνευ διακοπῆς. Καὶ τί ἄλλο εἶναι ἢ περιορισμὸς τοῦ ἐλέγχου; καὶ τί ἄλλο εἶναι ἢ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ Βουλευτοῦ, ἵνα ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦτο περιορίζηται ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ἡμισείας ἢ καὶ μιᾶς ὥρας μόνον; Καὶ ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς: σᾶς ἐρωτῶ, ἐν συνειδήσει νὰ εἴπητε, εἶσθε εἰς κατάστασιν 100 νομοσχέδια νὰ μελετήσητε καὶ νὰ συζητήσητε ἐντὸς 14 ἡμερῶν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, οὐχὶ ὅλα. Καὶ τί εἶπον ἐγώ; φέρετε τὰ συναφῆ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν νομοσχέδια, φέρετε ὅσα νομίζετε ἀπαραίτητα πρὸς τελεσφόρησιν τῶν μέτρων σας, καὶ συζητήσατε τὸν Προϋπολογισμόν. Ἄς ἐξακολουθήσῃ ἡ Βουλὴ τὰ ἔργα της καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα, ἐὰν δὲ δὲν ἦναι δυνατὸν τοῦτο καὶ νομίζητε ὅτι σᾶς ἀπομένουσιν ἀκόμη νομοθετήματα ἀναγκαῖα πρὸς τελεσφόρησιν τῶν μέτρων σας, εἶναι προτιμότερον νὰ καλέσητε εἰς ἔκτακτον σύνοδον τὴν Βουλὴν τῆς ζημίας τῆς μεγίστης, ἥτις θέλει ἐπέλθει, ἐὰν νομοθετῶμεν χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τί νομοθετοῦμεν. Ἐρωτῶ τοὺς Ὑπουργοὺς, ἐν συνειδήσει νὰ μοὶ εἴπωσιν, ἐὰν ὁ εἷς γνωρίζει τὰ νομοσχέδια τὰ προταθέντα παρὰ τοῦ ἄλλου, ἐὰν ἐμελέτησαν αὐτὰ, καὶ ἐὰν εἶναι ἕτοιμοι νὰ δώσωσι ψῆφον ἐπ’ αὐτῶν· ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, τοὺς ὁποίους θεωρῶ εὐσυνειδήτους, νὰ μοὶ εἴπητε, ὄχι μόνον ἐὰν ἠδυνήθητε νὰ μελετήσητε πάντα ταῦτα, ἢ τοὐλάχιστον τὸ τέταρτον, τὸ ὄγδοον αὐτῶν, ἀλλὰ ἐὰν ἠδυνήθητε νὰ διέλθητε ἁπλῶς αὐτά· διότι καὶ ἄλλο τι τερατῶδες συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, καὶ εἶναι ἴσως πρωτοφανὲς, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω, ἐὰν συμβαίνει ἀλλαχοῦ. Ἔχετε σήμερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον Α, ἐργάζεσθε ἐπ’ αὐτοῦ, μελετᾶτε αὐτὸ, ὡς καὶ τὰ ἑπόμενα Β, Γ, Δ, κατὰ σειρὰν, καὶ τί βλέπετε τὴν ἐπιοῦσαν; τὸ Α ἐγένετο Ω! Καὶ ἰδοὺ, κύριε Πρωθυπουργὲ, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἦτο τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας» πρῶτον, σήμερον δ’ ἀναγράφεται τριακοστόν...

§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀπαντήσω;

§93ΜΑΝΕΣΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ μάλιστα.

§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο συμβαίνει, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου πρέπει πάντοτε νὰ μεσολαβῇ μεταξὺ τῶν τριῶν ἀναγνώσεων χρονικόν τι διάστημα, πρέπει μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως νὰ μεσολαβῶσι δύο ἢ τρεῖς ἡμέραι, ἵνα μελετῶσιν οἱ κ. Βουλευταί, καὶ μεταξὺ τῆς δευτέρας καὶ τρίτης ἀναγνώσεως νὰ μεσολαβῶσιν ἐπίσης δύο ἢ τρεῖς ἡμέραι, διότι ἡ συζήτησις τότε γίνεται εὐρύτερα, ἄλλως δὲν μένει εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς χρόνος πρὸς μελέτην.

§95ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγνώριζον τὴν ἀπάντησίν σας, κύριε Πρωθυπουργέ. Ἀλλ’ ὅταν τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται διὰ πρώτην φορὰν νὰ συζητηθῇ, χωρὶς νὰ ἔχωσι γνῶσιν οἱ Βουλευταὶ περὶ τούτου, καὶ λαμβάνωσιν ὅλοι τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωσιν, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι, λέγω, γνῶσιν αὐτοῦ; Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι λογικὸν, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ μελετῶμεν ταὐτοχρόνως 30 καὶ 40 νομοσχέδια, διότι δὲν εἴμεθα εἰδικοὶ πάντες, ἀλλὰ βλέπομεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀναγράφουσαν τὰ νομοσχέδια, ἀρχίζομεν ἀπὸ τοῦ πρώτου, μελετῶμεν μέχρι τοῦ δεκάτου ἢ δεκάτου πέμπτου, ὅσον δυνάμεθα, ἐρχόμεθα, ἀκούομεν τῶν εἰδικῶν, καὶ φωτιζόμενοι δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν. Ἀλλ’ ὅταν τὸ Α γίνεται Ω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων; Τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἦναι λογικὸν, μόνον ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας, ὅταν χωνευθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅταν ἡ Βουλὴ σχηματίσῃ γνώμην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἢ δὲν εἶναι παραδεκτόν. Ἀλλὰ ἐγὼ, Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον τρέφω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,—διότι βεβαίως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι σημερινὸς, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη πολιτεύεται, καὶ τοσάκις ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν,—σᾶς ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὸν ἀνεγνώρισα κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ὁμιλίαν. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διετέλει ἐν ψυχικῇ ταραχῇ, λέγων ὅτι τὰ ἀλλαχοῦ ἐπικρατοῦντα ἔθιμα καὶ ἐνταῦθα θὰ κρατήσωσι, καὶ συμβουλεύων, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἀντίθεσιν τῶν γνωμῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν νὰ μετατρέψωμεν εἰς προσωπικὴν διαμάχην. Μόνον ἓν στρατήγημα ἐνόησα ἐν τούτῳ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε διὰ τούτου, εἰ δυνατὸν, νὰ φανατίσῃ τοὺς φίλους αὑτοῦ· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παραγνωρίζει τὴν ἀξίαν τῶν φίλων του, παραγνωρίζει ὅτι οὗτοι εἶναι Ἕλληνες Βουλευταί, ὅτι οὗτοι συνδέονται μεθ’ ἡμῶν καὶ διὰ γνωριμίας καὶ διὰ φιλίας καὶ διὰ προσωπικῆς ἀκόμη ἐκτιμήσεως. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθνη, ἐὰν οἱ προϊστάμενοι τῶν πλειονοψηφιῶν, ἐὰν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων συνεβούλευον τοιαῦτα τοῖς φίλοις αὐτῶν! Τοιουτοτρόπως δὲν ἤθελον ὑπάρχει κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, ἀλλὰ θὰ μετετρέποντο πάντα εἰς τυραννικὰ πολιτεύματα. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἡ νῦν— διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζωμαι καὶ νὰ συνδέωμαι μετὰ τῶν πλείστων μελῶν αὐτῆς—δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, λέγω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία αὕτη θὰ ὁμοιάσῃ πρὸς ἄλλας πλειονοψηφίας, διότι τότε θὰ ἔχω δίκαιον νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι πληγὴ διὰ τὸν τόπον, τραῦμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι αἱ ὀγκώδεις πλειονοψηφίαι, διότι αἱ ὀγκώδεις πλειονοψηφίαι γεννῶσι τὴν δικτατορίαν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπεκροτήθην τότε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίᾳ παρὰ τοῦ διασήμου ἐκείνου πολιτευτοῦ, τοῦ ἀειμνήστου Μεσσηνέζη, καὶ ἐθεώρησα τὸ εὖγε ἐκείνου ὡς ἐπισφράγισιν τῆς γνώμης μου, διότι ὁ πολιτευτὴς ἐκεῖνος, γνωρίζετε μετὰ ποίου σθένους ἐμάχετο κατὰ τῶν τοιούτων παρεκτροπῶν. Δὲν ἀνεγνώρισα τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν εἶδον αὐτὸν πρὸ ὀλίγου ἐπιτιθέμενον καθ’ ἑνὸς μέλους τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), οὐδὲν εἰπόντος καὶ οὐδαμῶς προσενεχθέντος ἀνευλαβῶς πρὸς αὐτόν. Καὶ πῶς ὁμιλεῖτε περὶ ὑπερβάσεως τῶν ὁρίων τῆς ἀμύνης; Ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐμείναμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων, διότι ἐννοοῦμεν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν νὰ ἀσκῶμεν μετὰ πάσης εὐλαβείας. Καὶ ἐπικαλούμεθα ὑμῶν αὐτῶν τὴν ὁμολογίαν. Καὶ τίς ἠρνήθη νὰ συμπράξῃ μεθ’ ὑμῶν; Ἀλλ’ ὅταν λέγητε, ὅτι ἀπὸ τῆς 9ης τῆς πρωΐας μέχρι τῆς 9ης τῆς ἐπιούσης πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα, λέγετέ τι σοβαρὸν καὶ ἄξιον ὑμῶν, κύριε Πρωθυπουργέ; Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἐπαρχίας ἡμῶν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν, τί ἐψηφίσαμεν.

§96Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τί ἠλέγξαμεν.

§97ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν εὑρίσκω τι πρακτικὸν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ ἴδιος συνεβούλευε προχθές, ὅτι, ὅταν αἱ μειονοψηφίαι πιέζωνται, πρέπει νὰ μεταχειρίζωνται τὰ πάντα, καὶ αὐτὴν τὴν κωλυσιεργίαν. Ἀλλ’ ἐξ ἡμῶν οὐδεὶς ἔπραξε τοῦτο σήμερον. Καὶ τί θέλετε διὰ τῆς τοιαύτης πιέσεως; Θέλετε νὰ συζητήσωμεν σοβαρῶς; Εὑρίσκει ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ 100 νομοσχέδια ἀπαραίτητα; Τότε βεβαίως δὲν σπουδάζει, ζητοῦσα τὴν ψήφισιν αὐτῶν οὕτως ἐσπευσμένως. Δὲν θέλω νὰ φέρω τὸν λόγον ἀλλαχοῦ, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξάρῃ τὴν κυβερνητικὴν αὐτοῦ πορείαν· ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὴν κρίσιν τῆς κοινῆς γνώμης, ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὸν Ἑλληνισμὸν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο, διότι ὁ ἑαυτὸν ἐπαινῶν δὲν δύναται νὰ πείσῃ εὐκόλως, καὶ δὲν φαίνεται σοβαρός. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοιαύτη ἐργασία ἐσπευσμένη δὲν εἶναι ἐργασία, εἶναι ἀβδηριτισμὸς,—ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις. Ὁ ἀξιότιμος καὶ χαριτολόγος Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι μικροῦ λόγου ἀξία εἶναι ἡ πρότασις. Τί ζητεῖτε; νὰ συνεδριάζωμεν ἀπὸ τῆς 9ης τῆς πρωΐας μέχρι μεσονυκτίου· καὶ ἐρωτῶ αὐτὸν, ὁ ὁποῖος φαίνεται ἀντιπροσωπεύων τὴν πτέρυγα ταύτην...

§98Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον τὸν ἑαυτόν μου.

§99ΜΑΝΕΣΗΣ. .. ἐρωτῶ αὐτὸν, ἂν πάντα τὰ νομοσχέδια ἐμελέτησε, καὶ ἂν εἶναι εἰς κατάστασιν περὶ πάντων νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Νομίζω ὅτι ὅσα εἶπεν εἶναι μᾶλλον ἀστεῖα ἢ σοβαρά. Ἂν σπεύδετε, ὁρίσατε τὰ ἀπαραίτητα νομοσχέδια, τὰ συναφῆ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ καλέσατε ἡμᾶς πρὸς σύμπραξιν. Ταύτην οὐδέποτε ἠρνήθημεν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν—καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τὴν εὐσυνειδησίαν τῆς πλειονοψηφίας, διότι εἶναι δικαίωμά της ν’ ἀποφασίσῃ,—νὰ σκεφθῇ, ὅτι τοιαύτη ψῆφος, ἀντὶ νὰ σώσῃ τὸν τόπον, θὰ αὐξήσῃ τὴν κακοδαιμονίαν αὐτοῦ, ἀντὶ δὲ νὰ κρατύνῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, θὰ συντελέσῃ μᾶλλον εἰς τὴν διακωμῴδησιν αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἂν δὲν προφθάσωμεν νὰ ψηφίσωμέν τινα τῶν νομοσχεδίων, τὰ ἀφήνομεν. Τοῦτο ἐπρότεινεν ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἥτις δὲν ἦτο ἀξία τῆς χλεύης τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τοὐναντίον νομίζω, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπῄτει νὰ ἐπαινέσῃ αὐτὴν, θέλουσαν νὰ συμπράξῃ μετ’ αὐτοῦ. Ἂς σκεφθῇ καλῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἂν ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων ἀπὸ τῆς 9ης ὥρας, καθ’ ὃν τρόπον ἐννοεῖ, αἱ περαιτέρω συζητήσεις εἰς οὐδὲν θὰ καταλήξωσι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ σκεφθῶμεν καὶ νομοθετήσωμεν ἀπὸ τῆς 9ης ὥρας πρὸ μεσημβρίας, οὔτε ἡ ψῆφος τῆς πλειονοψηφίας εἰς τοῦτο δύναται νὰ μᾶς ἐπιβληθῇ. Ἡμεῖς ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων δὲν ἐζητήσαμεν νὰ καταναλώσωμεν χρόνον. Φρονῶ ὅτι ἀπὸ τῆς 4ης ὥρας ἀκριβῶς ἐργαζόμενοι δυνάμεθα ἀνθρωπίνως καὶ λογικῶς νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Πᾶσα ἄλλη πίεσις εἶναι κατάχρησις καὶ διακωμώδησις τοῦ πολιτεύματος.

§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅταν προέβαλον τὴν πρότασιν, καὶ ὅταν ἠγόρευσα τὸ δεύτερον, ἐδήλωσα ῥητῶς, ὅτι θέλομεν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ στενῶς συνδεόμενα μετ’ αὐτοῦ καὶ ἔχοντα χαρακτῆρα κατεπείγοντα. Δὲν ὡμίλησα περὶ ὀργανικῶν, οὔτε περὶ στρατιωτικῶν, οὔτε περὶ δικαιοσύνης.

§101ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνανται νὰ ὁρισθῶσιν, ἂν οὐχὶ ὀνομαστὶ ὅλα, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις κατὰ προτίμησιν;

§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν θὰ ἀναγραφῇ ὁ Προϋπολογισμὸς εὐθὺς ὡς τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις. Πλὴν τούτου θέλουσιν ἀναγραφῆ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουσι τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Δὲν θέλουσιν εἶσθαι ταῦτα ὀργανισμοί, δὲν θέλει εἶσθαι μεταξὺ αὐτῶν τὸ περὶ ἑταιριῶν, ἀλλὰ νομοσχέδια συνδεόμενα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νομοσχέδια τὰ λεγόμενα ὑπηρεσιακά.

§103ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, προκειμένου περὶ τῶν μικρῶν νομοσχεδίων καὶ οὐχὶ τῶν κεφαλαιωδῶν, νὰ προταχθῶσι τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὸ περὶ συμπληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων, τὰ ὁποῖα εἶναι μικρᾶς σημασίας.

§104Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι ἐλέχθησαν πλείω τοῦ δέοντος ἐπὶ τῆς προκειμένης προτάσεως. Ἡ πρότασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐδικαιοῦτο Ἰρλανδικῆς ἐπιμονῆς. Εἰς τρία μέρη ἡ πρότασις δύναται νὰ διαιρεθῇ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ηὔξησε τὰς ἐργασίμους ὥρας ὑπὲρ τὰ φυσικὰ καὶ τὰ λογικὰ ὅρια. Προτείνει τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τοῦ ἐλέγχου καὶ ἴσως–ἴσως, ὁσάκις δὲν σχηματίζηται ἀπαρτία ἐγκαίρως, καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ δικαιώματος. Ἀλλ’ ἂν τὰ δύο ταῦτα μέρη ἦναι σπουδαῖα, τὸ τρίτον εἶναι τερατῶδες· καὶ ἀπορῶ, πῶς οἱ προαγορεύσαντες ἔδωκαν πλειοτέραν σημασίαν εἰς τὰ δύο πρῶτα μέρη, καὶ δὲν ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ τρίτου, τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Προτείνεται ἡ παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τρόπον — ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις — ἀσύστολον. Ἂν τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπόπειρα πρὸς βουλευτοκτονίαν (ἱλαρότης), τὸ δεύτερον πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐμπαιγμὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἔχω τοὺς ἰσχυροὺς πνεύμονας τοῦ θαλεροῦ πρεσβύτου, οὐδὲ τὴν εὐγλωττίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ δανεισθῶ αὐτὴν ταύτην τὴν εὐγλωττίαν του, διότι δὲν ἐξήντλησα προηγουμένως τὰ ἐπιχειρήματά του· ἐνόμισα ὅτι θὰ ἤρκουν αἱ ἤδη παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαι παρατηρήσεις, ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ὅρια τῆς λογικῆς· ἠρκέσθην νὰ ἀναγνώσω ὀλίγας περικοπὰς τοῦ λόγου του, διότι συνείθισα ἐν τῷ ἀγῶνι νὰ ἔχω τὰ ὅπλα μαζύ μου, κατὰ τὴν πρωθυπουργικὴν συμβουλήν...

§105ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ρεβόλβερ;

§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι· χάρτινα ὅπλα... Οἱ προαγορεύσαντες ἀνέπτυξαν ἐπαρκῶς τὸ θέμα, καὶ δὲν θέλω ἐπανέλθει διὰ μακρῶν. Ὁποία εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἠκούσατε αὐτὸν πρὸ ὀλίγου, ὁμιλήσαντα κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων καὶ ὅλων ἡμῶν, ἀλλὰ περὶ παντὸς ἄλλου ἢ ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὡμίλησε περὶ τῆς πενίας τῶν Ἑλλήνων Βουλευτῶν ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Ἔχει μεγάλην φαντασίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅταν εὑρίσκηται εἰς στενοχωρίαν, ἐντείνει τὴν φωνήν, λαμβάνει δόσεις τινὰς πατριωτισμοῦ, θίγει τὰς εὐαισθήτους χορδὰς τῶν καρδιῶν τῶν ἀκροατῶν του, καὶ πλέον οὔ. Σπουδάζει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἢ ἀστεΐζεται; Ἐγὼ τὸν ὑποθέτω σπουδαιολογοῦντα. Ἀλλ’ ἂν σπουδαιολογῇ, μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν γνωρίζω πῶς θέλουσιν ἐκτιμηθῆ οἱ λόγοι, οὓς τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπήγγειλε, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἄξιοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, τοῦ πεπειραμένου πολιτευτοῦ, τοῦ παραγνωρίζοντος ὅμως τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τῇ 16 Ἀπριλίου 1895 παρὰ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι πιέζει τὴν Βουλὴν διὰ τοιαύτης προτάσεως; τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐνασκεῖ ἢ τὴν πρωθυπουργικὴν τυραννίαν, καταχρώμενος, ἐν τῇ μέθῃ τῆς ἰσχύος του, τῆς ἐμπιστοσύνης, ὑπὸ τῆς ὁποίας τιμᾶται ὑπὸ τῶν συναδέλφων του, οἵτινες βεβαίως ἐκ πεποιθήσεως ὅτι θέλουσι συντελέσει ὑπὲρ τοῦ καλοῦ τοῦ τόπου, παρέχουσι τὴν βοήθειάν των εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλὰ θ’ ἀπολέσῃ βεβαίως τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην, καὶ θὰ τὸ ἐννοήσῃ μίαν ἡμέραν, ὡς τὸ ἐνόησαν ἄλλοι πρὸ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τυραννῇ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σήμερον τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, ὄχι μόνον τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν ἀπειλῇ τὸν τόπον διὰ δυστυχημάτων,—διότι μέγα δυστύχημα εἶναι ἡ ψήφισις νόμων ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας—δὲν ἔχει ἄρα ἐφαρμογὴν ἡ εὔγλωττος διακοπὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς τὸν ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ; Δὲν παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, Κύριοι· ὅσοι ἦσθε παρόντες, τὸ ἠκούσατε· χάρις δὲ εἰς τὴν τέχνην τοῦ Γουτεμβέργου, τὸ ἔχετε ἐνταῦθα. Διακόπτων τὸν κ. Χατζόπουλον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῇ 21 Φεβρουαρίου, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἡ κωλυσιεργία ἦναι ἐπανάστασις, ἡ αὐθαίρετος καὶ ἄλογος πλειοψηφία εἶναι τυραννία, ὅταν δὲ τυραννῇ ἡ πλειοψηφία, δικαιοῦται ἡ μειοψηφία κωλυσιεργοῦσα». Δὲν παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, μόνον 13, ἀλλὰ τοσαύτην εἶχεν ἐπιθυμίαν νὰ ἀναπτύξῃ τὸ δόγμα τῆς κωλυσιεργίας, ὥστε εὐθὺς κατόπιν ἔλεγε—καὶ δανείζομαι τὴν εὐγλωττίαν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα ἀντικρούσω τὴν σημερινὴν πρότασίν του—(ἀναγινώσκει): «Νομίζω ὅμως, ὅτι οἱ λαοὶ πρέπει νὰ ἀπαιτῶσι πάντοτε τὴν εὐσυνείδητον λειτουργίαν τῶν νόμων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον ἑαυτούς. Τοὺς συμβουλεύω νὰ ἀνέχωνται τὴν τυραννίαν. Ἂν διακρίνωσιν, ὅτι ἡ τυραννία δὲν ὁδηγεῖται ὑπὸ νομιμοφροσύνης, συμβουλεύω αὐτοὺς νὰ ἐκλέξωσι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλὰ νὰ ἦναι ἄγρυπνοι, ἵνα τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα λειτουργῇ ἀκωλύτως καὶ εὐσυνειδήτως, διότι καὶ τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα, ὅταν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν παραβαίνωνται αἱ βάσεις ἢ οἱ κυριώτεροι κανόνες αὐτῶν, ἀποβαίνουσι τυραννία, εἶναι δὲ τυραννικὸν πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικὸν, ὅταν ἡ πλειοψηφία πολιτεύηται κατὰ τρόπον τόσον ἰσχυρογνώμονα, ὥστε δὲν διακρίνει τὸ δίκαιον ἀπὸ τὸ ἄδικον. Εἷς περιώνυμος συγγραφεὺς τὰς πλειοψηφίας τῶν πολιτικῶν σωμάτων, μάλιστα ὅταν ταῦτα δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν προνομίαν τῆς διαλύσεως, τὰς παραβάλλει πρὸς θηρία, τὰ ὁποῖα κατατρώγουσι πᾶν τὸ προστυχόν». (Καὶ ἀληθῶς ἀπειλεῖ νὰ φάγῃ τὴν ζωήν μας.) «Ἐγὼ εὔχομαι, προσέθετεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ δὲν ἔχω πολλὰ ἔτη νὰ ζήσω ἀκόμη, εὔχομαι νὰ μὴ δοθῶσι παραδείγματα τοιούτων πλειοψηφιῶν ἐν τῇ πατρίδι μου, ἀλλ’ ἐὰν κακὴ μοῖρα τῆς χώρας ἤθελεν ἐπιτρέψει, ἵνα ἐμφανισθῶσι τοιαῦται πλειοψηφίαι, δίδω συμβουλὴν εἰς τοὺς συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποτελεῖ τὰς μειοψηφίας, νὰ μεταχειρισθῶσι πᾶν μέσον, ἵνα περιστείλωσι τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν πλειοψηφιῶν ἐκείνων (εὖγε! εὖγε!)». (Ἀναγινώσκω ἐκ τῆς «Πρωΐας» τὴν ἀγόρευσίν του). Ταῦτα ἔλεγε, Κύριοι, περὶ τῆς τυραννίας, περὶ κωλυσιεργίας, περὶ ἀμύνης. Ἀλλὰ μὴ ἔλεγεν ὀλιγώτερα περὶ ἐλέγχου; μὴ τὸ ἱερὸν αἴσθημα δὲν τὸν διακρίνει, ὅταν ὁμιλῇ ἐδῶ περὶ συνταγματικῶν δικαιωμάτων; Τί λέγει περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν ἦναι συνταγματικὸν, διότι εἰς τοῦτο συνίσταται ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνώντων, ἂν ἑπομένως ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνώντων, ὁ διὰ τῶν ἐπερωτήσεων γιγνόμενος, ἦναι ἡ πρωτίστη ἐγγύησις τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, τῆς προνοίας ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῶν συμφερόντων, εἴτε τῶν τοπικῶν, ἐπαρχιακῶν ἢ δημοτικῶν, εἴτε τοῦ δημοσίου ταμείου, πρέπει τὸ δικαίωμα αὐτῶν νὰ μείνῃ ἀκώλυτον, νὰ μὴ περιορίζηται αὐτὸ κατὰ χρόνον, ἀλλὰ κατὰ τρόπον.» Καὶ ἀνέπτυξεν ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάληται ἡ ἐπερώτησις, νὰ κατατίθενται τὰ ἔγγραφα, νὰ γίνεται συζήτησις, ἀλλὰ οὐδέποτε νὰ περιορίζηται ὁ ἔλεγχος κατὰ χρόνον. Δέκα τρεῖς μόνον ἡμέραι παρῆλθον, ἀφ’ ὅτου ἐδίδασκεν εἰς ἡμᾶς ταῦτα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πῶς προσποιεῖται ὅτι τὰ ἐλησμόνησεν; Ὀγδοήκοντα ἐννέα ὑπουργικὰ νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἰς τὴν Βουλὴν· 31 παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, 16 παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, 5 ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἓν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, 13 ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, 15 ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, 8 ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ὅλῳ 89· ἐψηφίσθησαν 11, ὑπολείπονται 78. Ὑπεβλήθησαν προσέτι 25 βουλευτικαὶ προτάσεις νόμων, ἐψηφίσθησαν δύο· ὅθεν ἐν ὅλῳ 114· ἀφαιρέσει τῶν 13, ὑπολείπονται 101. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ λέγει πρὸς τὴν Βουλὴν, λέγει πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις μετὰ χριστιανικῆς ἀνοχῆς συζητεῖ πάντοτε καὶ ἐν καλῇ πίστει τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, —καὶ χωρὶς νὰ θέλωμεν νὰ περιαυτολογήσωμεν, νομίζομεν ὅτι δὲν ἐφάνημεν ὅλως διόλου ἀνωφελεῖς εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ὑπουργικῶν νομοσχεδίων,— λέγει: «ἰδοὺ, συζητήσατε· ἡμεῖς σᾶς προσκαλοῦμεν νὰ συζητήσητε· διατὶ παραπονεῖσθε;» Ὀρθότατα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἀνέμνησε τὸ «εἶναι ἐλεύθερος ὁ τύπος, φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ...» Ἀλλὰ μὴ μόνον τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, τὰ νομοσχέδια τοιούτου εἴδους εἶναι ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα καλεῖται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή; Εἶναι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλοντος. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον μετὰ δεκαετηρίδας πολιτικοῦ βίου, ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἦτο ἀντιγραφὴ τοῦ προηγουμένου· μᾶς ὑπεσχέθη ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλοντος ἤθελεν ὑποβληθῆ κατὰ τὴν δευτέραν σύνοδον, καὶ ἔρχεται ἡ δευτέρα σύνοδος, καὶ αὐτὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος, τὸν προαγγελθέντα Μεσσίαν, ἀφοῦ ἐκράτησε μυστικὸν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, παρὰ τὸ Σύνταγμα, ἦλθε καὶ ὑπέβαλε τελευταίως, σχεδὸν ἀντίγραφον τοῦ πρὸ μικροῦ ψηφισθέντος, καὶ καλεῖ τὴν Βουλὴν, ἐν τῇ νευροπαθείᾳ τῶν ἀγρυπνιῶν, καὶ λέγει πρὸς ἡμᾶς: συζητήσατε τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτὸν τοῦ μέλλοντος! Ἔδωκεν ἐπαγγελίας περὶ συμβιβασμοῦ κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, καὶ ἠκούσατε μάλιστα, ὅτι αὐτὸς ὁ πάθος τὸν ἠνάγκασε νὰ μὴ καλέσῃ προηγουμένως τὴν Βουλήν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἄλλοι, ἐμοῦ εὐτυχέστεροι, γνωρίζωσί τι πλέον περὶ τῶν διαβημάτων τοῦ συμβιβασμοῦ. Καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν ὑπὸ τοιαύτην συνθήκην, καὶ νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν ἀντιγράφῃ ὅλα τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔφερον ἐκεῖ, ὅπου μᾶς ἔφερον! Ταῦτα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὰ δύο πρῶτα μέρη. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι πολὺ σπουδαιότερον τῶν δύο πρώτων μερῶν εἶναι τὸ τελευταῖον, καὶ εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν παρέκαμψε πολὺ ἐπιτηδείως ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁμιλήσας περὶ δικανικῆς ἀντιῤῥήσεως, περὶ διαδικαστικῆς, ὡς εἶπεν· ἐκεῖ ἐτελείωσε, χωρὶς νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς γενομένης ἀντιῤῥήσεως. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ὑπετίμησεν, οὐχὶ πλέον τοῦ δέοντος, ἀλλ’ εἰς βαθμὸν προσβλητικόν, δύναμαι νὰ εἴπω, τὴν νοημοσύνην τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα, καὶ ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην πρότασιν, ἡ ὁποία παραλύει πᾶσαν νόμιμον κίνησιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀκούσατε, Κύριοι, ὁ Κανονισμὸς, τὸ Σύνταγμα τῶν Βουλευτῶν, τί λέγει ἐν ἄρθρῳ 18. Ἀφοῦ συνεζήτησεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἱκανὰς συνεδριάσεις, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀνέγραψεν ὡς βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 18 ταῦτα (ἀναγιγνώσκει): «Ὅταν ἀποτελεσθῇ ἡ νόμιμος ἀπαρτία, ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδρίας. Ἐὰν ὅμως μετὰ παρέλευσιν ἡμισείας ὥρας δὲν καταρτισθῇ ἀπαρτία, ὁ Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρίαν.» Αὐτὴ εἶναι μία διάταξις, ψηφισθεῖσα καὶ κυρωθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὴν 23 Φεβρουαρίου 1896, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐφαρμοσθῇ συμφώνως πρὸς τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν μόλις σήμερον, καὶ δὲν τὴν ἀπηλαύσαμεν κἄν, διότι ἅμα τῇ καταρτίσει τῆς ἀπαρτίας τῇ προθύμῳ συνδρομῇ ὅλων τῶν Βουλευτῶν, κατέλαβε τὸ βῆμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις του, ἁπλούστατα καὶ ἀφελέστατα, νὰ κοιμηθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις, ὡς ἂν μὴ ἐψηφίσθη, καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον δοκιμάζομεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ ὄχι. Τί λέγει, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 34; — καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ διακόπτῃ, νὰ μὲ διορθώνῃ, ἂν κάμνω λάθος, ἵνα μὴ ματαιοπονῶ — (ἀναγιγνώσκει): «Πᾶσα πρότασις νόμου, ἢ πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον, συνοδευομένη ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἔγγραφος καὶ ἰδιοχείρως παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν ὑπογεγραμμένη, καταχωριζομένη δὲ εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, καθ’ ἣν εἰσάγεται τάξιν, τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ἐγγραφομένη δὲ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μετὰ παρέλευσιν 24 τοὐλάχιστον ὡρῶν ἀπὸ τῆς διανομῆς τοῦ ἐντύπου εἰς τοὺς Βουλευτὰς, συζητεῖται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της. Δύναται ὅμως ἡ Βουλή, κηρύττουσα κατεπείγουσαν πρότασίν τινα, νὰ διατάξῃ νὰ προταχθῇ τῶν ἄλλων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων προτάσεων.» Πότε; ὅταν γείνωσιν ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, τότε ἐπιτρέπεται ἡ τροποποίησις. Ἤδη δύο πράγματα ζητοῦνται προφορικῶς, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ! Δὲν γνωρίζω πῶς δύναται νὰ συμβιβασθῇ τοῦτο. Ἂν εἴχομεν τὸ μέσον νὰ τὸν ναρκώσωμεν, ἂς τὸν ἐναρκώναμεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, προχωρεῖ τὸ πρᾶγμα, καὶ μὲ ἀγανάκτησιν ὁμιλῶ, διότι βεβαίως ὑπετιμήθη πολὺ ἡ νοημοσύνη τῶν εὑρισκομένων ἐνταῦθα, ἵνα ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις. Ὅταν τινὲς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐζήτησαν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο, ἕνεκα τοῦ ἄρθρου 74 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπερ ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὅταν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ προσθήκην τινὰ ἢ τροπολογίαν τοῦ Κανονισμοῦ, οἱ Γραμματεῖς συναρμόζουσι τὰς μεταβολὰς ταύτας μὲ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ· τυποῦται δὲ ἐκ νέου ὁ Κανονισμὸς καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς.» Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη τὴν 26 Φεβρουαρίου· ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατώρθωσε νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις ἐκείνη. Εἰς τὰ πρακτικὰ εὑρίσκομεν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἷς τῶν Βουλευτῶν Μεσήνης προέτεινε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τροποποιηθέντος Κανονισμοῦ ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, τοῦ δὲ Προέδρου ἀντιτάξαντος τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 74 τοῦ Κανονισμοῦ, ἀπαιτοῦντος τὴν συναρμολόγησιν τῶν τροποποιήσεων, τὴν τύπωσιν τοῦ τροποποιηθέντος Κανονισμοῦ καὶ τὴν διανομὴν τοῦ τεύχους εἰς τοὺς Βουλευτὰς, προέκυψε συζήτησις, ἧς μετέσχον εἷς τῶν Βουλευτῶν Βόλου, εἷς τῶν Βουλευτῶν Θήρας, εἷς τῶν Βουλευτῶν Μαντινείας, εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, εἷς τῶν Βουλευτῶν Εὐρυτανίας, ἕτερος τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, εἷς τῶν Βουλευτῶν Τριχωνίας, ὁ Βουλευτὴς Ξηροχωρίου καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου. «Μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ, ἂν ἡ ἰσχὺς τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη, ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, τῶν περιεχόντων τὸ κείμενον τῶν τροποποιήσεων, καὶ γενομένης ψηφοφορίας κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, προέκυψεν ἐκ τῆς διαλογῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν τῆς ἀμέσου ἐφαρμογῆς τοῦ τροποποιηθέντος Κανονισμοῦ.» Ἡ Πρωθυπουργικὴ λοιπὸν πρότασις, προφορικῶς ὑποβληθεῖσα, ἀνάγκη νὰ διατυπωθῇ ἐγγράφως, μετὰ ἐκθέσεως, νὰ ἐγχειρισθῇ ἰδιοχείρως, νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ, νὰ παρέλθωσιν 24 ὧραι, μετὰ τοῦτο θ’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτιμήσῃ τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη μόνον συζήτησις ἐγένετο, θὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, καὶ κατὰ τὴν νομολογίαν τῆς πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν παρέσυρεν ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρέπει νὰ ἀνατυπωθῇ συνηρμολογημένος ὁ Κανονισμὸς, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν τῷ μέλλοντι. Δὲν γνωρίζω ποίαν ἄλλην οἱ κύριοι Βουλευταὶ δίδουσι σημασίαν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλ’ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, παραλαμβάνων τὴν προεδρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἀνεβίβασεν ἐπαξίως πλειοψηφία προελθοῦσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα τοῦ λαοῦ, ἔλεγεν, ὅτι «ἡ Ἑλλὰς κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς, καὶ θὰ κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ·» αὕτη δὲ καὶ ἐδικαιολόγησε τὴν ὑποβολὴν προτάσεως πρὸς τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἂν πρῶτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἀνεχθῇ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, παραβιάζων τὸν Κανονισμὸν, ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως, ἡ ὁποία θὰ ἦναι ὁ τελευταῖος ἐμπαιγμὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ τὸ πράξῃ. Ὄχι ὁ κ. Πρόεδρος, ἀλλ’ οἷος δήποτε καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἠδύνατο νὰ παρασυρθῇ ἐπὶ τοσοῦτον. Ἀλλ’ ἐγὼ, ἐὰν εὑρίσκετο τοιοῦτος Πρόεδρος, μίαν μόνην θὰ ἔδιδον συμβουλὴν, τὴν παραίτησιν ὅλων τῶν Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἐπιῤῥιφθῇ ἀμέριστος ἡ εὐθύνη εἰς τὴν πλειοψηφίαν, καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἡγουμένην ταύτης Κυβέρνησιν.

§107ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς χθὲς, κύριε Πρόεδρε, διεδόθη ἀνὰ τὴν πόλιν, σήμερον δὲ καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων ἐπεβεβαιώθη, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συνεκάλεσε παρ’ ἑαυτῷ τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτὸν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συναδέλφους, ἵνα συνεννοηθῇ μετ’ αὐτῶν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διακανονισθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ νομοθετικὴ αὐτῆς ἐργασία. Τὸν τρόπον τοῦτον τοῦ συνεννοεῖσθαι μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος καὶ τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ θεωρῶ λυσιτελῆ, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς συνεννοήσεως ταύτης δὲν πρόκειται νὰ προέλθωσιν ἀποφάσεις ἀντιβαίνουσαι εἴτε εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, εἴτε εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἡμῶν, εἴτε εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν δικονομίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Πάντες λοιπὸν οἱ ἐν γνώσει τῆς γενομένης χθὲς συνελεύσεως διατελοῦντες ἐφρονοῦμεν, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας σήμερον ἤθελε ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς ὄχι βεβαίως ὅ,τι ἐζήτησεν, ἀλλὰ μόνον τὴν προσθήκην ἐργασίμων ὡρῶν, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ὅπως κατορθωθῇ ἡ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ συνδεομένων νομοθετημάτων ἐπιψήφισις πρὸ τῆς προσεχοῦς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐνομίζομεν πάντες, ὅτι ἐπρόκειτο σήμερον ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὡς ἐγένετο καὶ εἰς παρελθούσας περιόδους, ὅτι, ἐπειδὴ διὰ λόγον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτίμησις δὲν ἀποτελεῖ τὸν σκοπὸν τῶν ὁποίων προβάλλω παρατηρήσεων, ὑπολείπονται 14 καὶ μόνον συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι προσῆκον, εἶναι συμφέρον τῇ Πολιτείᾳ, τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ κανονισθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ περιορισθῇ τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ συνάμα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καθωρισμένων νομοσχεδίων, ὡς συνδεομένων ἀῤῥήκτως πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν εἴτε τῶν ἐσόδων εἴτε τῶν ἐξόδων. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐφαντάσθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκούσωμεν παρὰ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας πρότασιν ἀντιβαίνουσαν οὐ μόνον εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς αὐτὰ τὰ διὰ τοσούτου χρόνου καθιερωθέντα παρ’ ἡμῖν κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Ὅταν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰς μέχρι τοῦδε καθωρισμένας πρὸς ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου ὥρας καὶ 2 ἢ 3 πρωϊναὶ ὧραι, τοῦτο καὶ μόνον ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τὴν ἄποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι προλαλήσαντες ἐξήτασαν τὸ θέμα, ἀσχοληθέντες νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἡ προσήκουσα ἀντοχὴ τοῦ τε σώματος καὶ τῆς διανοίας εἰς συζητήσεις τοσοῦτον σοβαράς. Ἀλλ’ ὅταν προσέθηκεν, ὅτι εἰς μόνην τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν προσήκει ἡ ἄσκησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἤτοι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν, βεβαίως δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὁσάκις εὑρίσκηται εἰς ἀμήχανόν τινα θέσιν, νομίζει ὅτι δύναται νὰ ἐπικαλῆται τὰ ἐν τῷ παρελθόντι γενόμενα, ὑπέλαβεν, ὅτι δυνατὸν νὰ ἀποπλανήσῃ τοὺς μὴ παρακολουθοῦντας τὰ ἐν τῷ παρελθόντι γενόμενα, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἄλλοτε ὄχι τοῦτο, ἀλλὰ καί τι πλέον ἐγίνετο ὑπὸ ἄλλων εἰσηγητῶν πλειοψηφιῶν κοινοβουλευτικῶν.

§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.

§109ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, συμπληρῶ τὸ 22ον ἔτος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μου βίου, οὐδέποτε δ’ ἐνθυμοῦμαι νὰ προετάχθη ἢ νὰ προετάθη εἴτε ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, εἴτε ὑπὸ ἑτέρου, ὁ προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου τῶν ἐπερωτήσεων. Πολλάκις ἐγένοντο τοιαῦται συζητήσεις, πολλάκις ἐξεδηλώθησαν ὑπαινιγμοὶ, ὅπως καθορισθῇ εἴτε ὡρισμένη τῆς ἑβδομάδος ἡμέρα διὰ τὰς ἐπερωτήσεις, εἴτε ὡρισμένη τῆς συνεδριάσεως ὥρα, ἀλλὰ πᾶσαι αὗται αἱ προτάσεις, θεωρηθεῖσαι ἄντικρυς ἀντιβαίνουσαι πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀπεῤῥίφθησαν μετὰ πολλῶν ἐπαίνων. Καὶ ὅταν περὶ τὸ τέλος τῶν συνόδων προὐτάθη νὰ γίνωνται καὶ πρωϊναὶ συνεδριάσεις, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ νομοθετικὴ τοῦ Κοινοβουλίου ἐργασία, καὶ πάλιν οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ὁ χρόνος τῶν ἐπερωτήσεων, πάντες δ’ ἐνθυμούμεθα, ὅτι, καὶ ὅταν εἴχομεν πρωϊνὰς συνεδριάσεις, πολλάκις ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ἤτοι αἱ ἐπερωτήσεις, συνέβη νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν καὶ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, χωρὶς νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλ’ ἐάν τις βαθύτερον ἐξετάσῃ τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, δύναται νὰ ἀνεύρῃ τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, οὔτε τότε εἶναι δυνατὸν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἤτοι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν, νὰ ὑποβληθῇ εἰς περιορισμόν τινα. Δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη, ὅτι, καὶ ἀφοῦ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅταν τις ἐκ τῶν ῥητόρων ἤθελε περατώσει τὴν ἑαυτοῦ ἀγόρευσιν, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς πάντα Βουλευτὴν νὰ προβάλῃ ἐπερώτησιν, ἢ νὰ προβάλῃ ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως ἔλεγχον κυβερνητικῶν πράξεων, καὶ ἔχομεν τοιαῦτα ἐν τῷ παρελθόντι παραδείγματα. Ἐνθυμοῦμαι εἰς συνεδρίασίν τινα τοῦ Κοινοβουλίου, ἀφοῦ ἤδη ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἀφοῦ δὲν εἶχε περατωθῆ ἀκόμη ἡ συζήτησις ἡ ἀφορῶσα εἰς ὡρισμένον νομοθέτημα, προεβλήθη ἐπερώτησις, ἀφορῶσα εἰς τὸ ζήτημα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῆς Κούτρας, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπέκλεισε τὸν ῥήτορα ἀπὸ τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως αὐτοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ τὸ ὑπόλοιπον τῆς συνεδριάσεως ἀπησχόλησεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην, διότι κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν εἶχε μόνον ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν ἔννοιαν τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, εἶχεν ἀκόμη καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾶν, τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· διότι εἶπεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ὄχι μόνον πρέπει εἰς τὰς πρωϊνὰς ὥρας τῆς συνεδριάσεως νὰ περιορίζηται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν, ἀλλὰ πρέπει συνάμα νὰ τεθῇ ἐν ἀδρανείᾳ καὶ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν, ἐὰν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ἀπὸ τῆς καθωρισμένης πρὸς ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ἡ Βουλὴ δὲν εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, ὁ Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρίασιν. Προὐτάθη τῆς διατάξεως ταύτης ἡ παραβίασις, προφανὴς παραβίασις, καὶ προὐτάθη κατὰ τρόπον, ὡς ἀπέδειξεν ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ ὀλίγου, κατὰ τρόπον ὅστις δὲν διαγράφεται ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας προέτεινεν, ὅπως ἐπὶ τὰς 14 ταύτας συνεδριάσεις τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Κανονισμοῦ θέσητε ἐν ἀργίᾳ, ὡσεὶ εἶχε τὸ δικαίωμα, εἴτε Πρωθυπουργός τις εἶναι, εἴτε καὶ ἀνώτερον αὐτοῦ ἀξίωμα ἐὰν εἶχε, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ ὡρισμένας ἡμέρας ὡρισμένος τις νόμος τοῦ Κράτους ἄνευ εἰδικοῦ νόμου δέον νὰ τεθῇ ἐν ἀργίᾳ, ἤτοι νὰ ὑποστῇ τὸν ὕπνον τοῦ Ἐπιμενίδου. Ἐὰν συγκεκριμένως ἐξετάσωμεν τὰς δύο ταύτας προτάσεις, ποῦ ἀγόμεθα; Προσδιορίζεται ἡ 9η πρωϊνὴ ὥρα πρὸς ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ τὴν 11½, δὲν ὑπολείπεται, εἰμὴ ἡμίσεια ὥρα καὶ μόνον διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾶν· ἀλλὰ καὶ ἂν πρότερον ἤθελε τυχὸν καταρτισθῇ ἡ ἀπαρτία, νομίζετε ὅτι ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ Κανονισμὸς ἐχορήγησεν εἰς τὴν Βουλήν, ἰδίως εἰς τὰς μειοψηφίας; — διότι, ὡς ὀρθῶς πάντες οἱ τὰ τοῦ θέματος τούτου πραγματευθέντες συγγραφεῖς ἀποφαίνονται, τὸν Κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς κυρίως ἐθεώρησαν ὡς ἐγγύησιν ὑπὲρ τῶν μειοψηφιῶν. Οὐδὲν ἄλλο ἔχει ἡ μειοψηφία νὰ ἐπικαλεσθῇ κατὰ τῶν παρεκτροπῶν τῆς πλειοψηφίας, εἰμὴ μόνον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν λοιπὸν συμβῇ νὰ ἐγγραφῶσι πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὡς μέλλοντα ν’ ἀγορεύσωσιν, ὡρισμένα τινὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας καὶ κατορθώσωσι ταῦτα τὴν μίαν ἢ τὰς δύο ὥρας, αἵτινες ὑπολείπονται μέχρι τῆς 12ης, νὰ καταναλώσωσιν, ἀπασχολοῦντα τὴν Βουλὴν, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, εἶναι δυνατὸν τότε εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας νὰ ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων; Μετὰ τὰς συζητήσεις ὅμως τὰς γενομένας, νομίζω ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἐπείσθη, ὅτι ἡ πρότασίς του εἶχέ τι τὸ ἔκτροπον, καὶ ἐφάνη ὑποχωρήσας, ἀλλ’ ὄχι ὅσον ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσῃ. Εἶπεν ὅτι, ἐὰν συμβῇ ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς ν’ ἀποτελεσθῇ ὄχι τὴν 9ην, ἀλλὰ τὴν 10ην ὥραν, τότε συγχωρεῖ νὰ γείνῃ ἓν μικρὸν δάνειον ἀπὸ τὸ τμῆμα τῆς μετὰ μεσημβρίαν συνεδριάσεως πρὸς τὴν συνεδρίασιν τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν, καὶ οὕτω νὰ συμπληρωθῶσι τρεῖς ὧραι διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν. Νομίζω, ὅτι καὶ διὰ τῆς προτάσεως ταύτης οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, εἰμὴ νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα οὔτε τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, οὔτε τῆς Βουλῆς, νὰ καθορίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸν χρόνον, τὸν καθωρισμένον διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν, καὶ ἐὰν ἤθελε τυχὸν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῆ νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰς ἤδη καθωρισμένας διὰ τὰς συνεδριάσεις ὥρας δύο ἢ τρεῖς ὧραι τῆς πρωΐας. Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐὰν ἤθελον τυχὸν ἐξαντληθῆ αἱ ἐπερωτήσεις καὶ ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ πρωϊνὴ συνεδρίασις, φυσικώτατον εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν αἱ ἐπερωτήσεις δὲν ἤθελον ἐξαντληθῆ, βεβαίως θέλουσιν ἐξακολουθεῖ καὶ κατὰ τὸ τμῆμα τῆς συνεδριάσεως, τὸ μετὰ μεσημβρίαν λαμβάνον χώραν. Περιττὸν εἶναι ν’ ἀπαριθμήσω τὰ ἄτοπα, ὅσα ἤθελον προκύψει ἐκ τῆς τοιαύτης τμηματικῆς διαιρέσεως τῶν συνεδριάσεων πρὸς καθορισμὸν χρόνου πρὸς ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν· διότι, ἐὰν συμβῇ ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ εὑρίσκηται Βουλευτής τις ἐν τῇ ἀναπτύξει ἐπερωτήσεώς τού τινος καὶ καταλαμβάνηται ὑπὸ τῆς δωδεκάτης ὥρας, ὁ Πρόεδρος θέλει διακόψει αὐτὸν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν ἑπομένην πρωΐαν, καὶ ἂν αὐτὸ τὸ πάθῃ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, φυσικὸν εἶναι, ὅτι θέλει ἀποκάμει, οὕτω δὲ θὰ πιστευθῇ, ὅτι δὲν παρέχεται εἰς τὸν Βουλευτὴν οὔτε ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ οὔτε ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλευθέρως ἀπὸ τοῦ βήματος λαλεῖν καὶ ἀσκεῖν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, λαβὼν τὸν λόγον μετά τινας ἐκ τῶν προαγορευσάντων, ἐξετάθη ἐπὶ θέματα ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ ἀκριβῶς τὸ ἔπραξε καθ’ ὃν χρόνον ἤλεγχε τοὺς προαγορεύσαντας, διότι εἶχον ἐγκαταλείψει τὸ κύριον θέμα καὶ εἶχον παρεκτραπῆ ἐπὶ συζητήσεις ἀσχέτους. Ὡμίλησε καὶ πάλιν περὶ τῆς συναλλαγῆς, ὅπως ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀντιλαμβάνεται ταύτην, καὶ εἰκοστὴν ἢ ἑβδομηκοστὴν ταύτην φορὰν ἀνεκήρυξε καὶ πάλιν τὴν συναλλαγὴν ὡς δόγμα πολιτικὸν, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος διεκήρυξε καὶ αὖθις, ὅτι δι’ αὐτὸν, ἐφ’ ὅσον διαχειρίζεται τὰ κοινὰ, εἶναι προτιμότερον νὰ προσέχῃ εἰς πάσας τὰς συστάσεις ἐκείνων τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες περιβάλλουσιν αὐτὸν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης των, παρὰ εἰς πάντα τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς οὗτος ἐξέλεξε διὰ τὴν διεύθυνσιν καὶ διαχείρισιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἡ κατάλληλος, ὅπως τὸ θέμα τοῦτο συζητηθῇ ἐκτενῶς. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐπεθύμουν νὰ εὑρίσκετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκεῖνος, ὅστις προΐσταται τοῦ κυβερνητικοῦ οἰκοδομήματος, ἵνα ἀκούσῃ κατὰ τίνα τρόπον ὁ πρῶτος σύμβουλος τοῦ Στέμματος ἐννοεῖ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐμπεπιστευμένης αὐτῷ ἐξουσίας. Ἐπεθύμουν νὰ παρίσταντο ἐνταῦθά τινες ἔτι τῶν περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως τῶν ἐθνῶν συγγραψάντων, ἵνα ἀκούσωσι, πῶς ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ἦτο ἐπιτετραμμένον, ὁ διαχειριζόμενος τὰ κοινὰ εἰς πάσας τὰς κυβερνητικὰς πράξεις νὰ ἀκούσῃ μόνους τοὺς Βουλευτὰς, τότε ὁμολογῶ, ὅτι ἡ εὐθύνη ἡ κυβερνητικὴ ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας θὰ μετετίθετο προδήλως καὶ καταφανῶς ἐπὶ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παράσχωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κυβερνῶντα τὴν χώραν, ὁσάκις ἤθελε τυχὸν νὰ ἀσκήσῃ κυβερνητικὴν πρᾶξιν πλημμελῆ, νὰ ζητῇ συνένοχον εἰς τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὑπέχει, ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἐκεῖνον, ὅστις τυχὸν προέβαλεν εἰς αὐτὸν τὴν σύστασιν εἴτε τοῦ διορισμοῦ ὡρισμένου προσώπου, εἴτε τῆς διεξαγωγῆς ὡρισμένης ὑποθέσεως. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι δὲν νομίζω τὴν ἑσπέραν ταύτην κατάλληλον πρὸς σκόπιμον τοῦ θέματος τούτου συζήτησιν. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, δικαιοῦμαι νὰ παρακαλέσω καὶ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας καὶ τὴν πλειοψηφίαν, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν προβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ παρακαλέσω τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν δήλωσιν αὐτὴν, τὴν γενικὴν, περὶ νομοθετημάτων συνδεομένων πως εἴτε πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, εἴτε πρὸς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, ἀλλὰ νὰ καθορίσῃ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐγένετο, τίνα τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων νομίζει ὡς συνδεόμενα πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὅπως καὶ ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ, ἐκ τῶν προτέρων γινώσκοντες ἐπὶ τίνων κυρίως κατὰ τὰς 14 ταύτας συνεδριάσεις θέλομεν περιορισθῆ συζητοῦντες, παρασκευασθῶμεν, οὕτω δὲ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τούτων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καταστῇ ἀξία τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κοινοβουλίου.

§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φέρω πλέον τὸν λόγον ἐπὶ ἐκείνων, περὶ ὧν ἠγόρευσα. Συνήθως ὁμιλῶ διὰ γλώσσης μεμετρημένης, συνειθίζω δὲ πάντοτε νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ ὅταν ἦμαι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ὅταν ἦμαι ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον σήμερον, διότι ἔτυχε νὰ ἦμαι ἐν τῇ Κυβερνήσει, τὰ εἶπον πολλάκις, ὅταν ἤμην ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Δὲν μεριμνῶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὅπως ἀναπληρωθῇ ἡ ἀπουσία ἐκείνου, ὅστις εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κυβερνητικοῦ οἰκοδομήματος· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐπιθυμεῖ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, νὰ ἦτο παρὼν, ἵνα ἀκούσῃ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Ὑποθέτω ὅτι θέλει τὰ μάθει, διότι πολλοὶ ἴσως θέλουσιν εὑρεθῆ νὰ σπεύσωσι νὰ τ’ ἀνακοινώσωσιν Αὐτῷ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι λέγω τυγχάνων ἐν τῇ Κυβερνήσει τὰ αὐτὰ, ὅσα ἔλεγον καὶ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ποίας ἔχει ἰδέας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἴσως θέλει ποτὲ δοθῆ εὐκαιρία εἰς αὐτὸν νὰ τὰς ἀναπτύξῃ, ὡς καὶ ποίας ἔχει γνώμας περὶ συναλλαγῆς, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν τὰς ἀνέπτυξε κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅτε ἠσχολεῖτο ἰδίως εἰς τὴν ἔρευναν τῶν προϋπολογισμῶν, ὡς εἰσηγητὴς καὶ πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Ἴσως θέλει ὠφεληθῆ ἀπὸ τὴν πρώτην εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξῃ αὐτὰς, καὶ μάλιστα κατ’ αὐτὰς τὰς ὑπολοίπους δέκα καὶ τέσσαρας συνεδριάσεις, μετὰ τῆς γλυκείας ἐλπίδος, ὅτι θέλει καταναλώσει μέρος αὐτῶν εἰς τὰς κοινοβουλευτικοοικονομικὰς μελέτας του. Ἄλλως θέλει ποικίλει καὶ τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας ἡμῶν. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ, εἶναι, ἡ συνεδρίασις νὰ ἄρχηται τὴν ἐννάτην πρωϊνὴν ὥραν, καὶ νὰ ἐξακολουθῇ μέχρι τῆς μεσημβρίας, νὰ διακόπτηται δὲ τότε καὶ νὰ μεταβαίνωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἵνα προγευθῶσι καὶ ἀσχοληθῶσιν εἰς ἄλλας ἐργασίας των, κατὰ δὲ τὴν τετάρτην μεταμεσημβρινὴν ὥραν νὰ ἐξακολουθῇ ἡ συνεδρίασις μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, μετά τινος διακοπῆς διὰ τὸ δεῖπνον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσέθηκα, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται μέχρι τοῦδε· αἱ ἐπερωτήσεις προβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ προβάλλονται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ὁ ἐπερωτῶν κατατίθησι τὴν ἐπερώτησίν του γραπτὴν, αὕτη κοινοποιεῖται εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὁ ἐπερωτώμενος, καταθέτει τὰ ζητούμενα ἔγγραφα, ἢ παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητουμένας πληροφορίας, ἡ Βουλὴ προσδιορίζει ἡμέραν συζητήσεως, καθ’ ἣν συζητεῖται ἡ ἐπερώτησις. Δὲν ἐζήτησα νὰ μεταβληθῇ ὁ τρόπος οὗτος, ὅστις εὐκολύνει καὶ τὴν ἐργασίαν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τὴν ἐργασίαν τὴν νομοθετικήν. Τὸ σήμερον γιγνόμενον εἶναι εἰθισμένον, αὐτὸ δ’ εἶναι ἐνδεδειγμένον ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὸν κ. Πρόεδρον νὰ βεβαιώσῃ, ἂν, συζητουμένης τῆς προτάσεώς μου περὶ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως ἀπὸ τῆς ἐννάτης πρωϊνῆς ὥρας, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐγένετο ὁμιλία περὶ νομοσχεδίων καὶ περὶ ἐπερωτήσεων. Ταῦτα, ἄν ποτε συμβῶσιν, εἰσὶν ἀταξία, οὐχὶ δ’ ὁ κανών. Ἀλλὰ συνέβη ποτὲ νὰ γένηται ἐπερώτησις περὶ Κούτρας ἐν τῷ μέσῳ τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ διακοπῶσιν αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι, καὶ νὰ ἐπερωτηθῇ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς περὶ τῆς Κούτρας. Συμφορὰ μεγάλη ἐθνική! Ἄν ἤθελεν, ὃ μὴ γένοιτο, συμβῇ συμφορὰ τοιαύτη, ἢ ἂν ἤθελε δοθῇ ἄγγελμα εὐχάριστον εὐτυχῶν συμβεβηκότων διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναί τις, ὁ ὁποῖος ἤθελε συμβουλεύσει τὴν Βουλὴν νὰ κλείσῃ τὰ ὦτα αὐτῆς, νὰ μὴ ἀκούσῃ τὰ ἀγγέλματα ταῦτα; Ταῦτα κανονίζονται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα, καὶ δέχεται τὸ εὐτυχὲς ἄγγελμα, ἢ, ἂν θέλῃ, ἀναβάλλει δι’ αὔριον. Δὲν εἶναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προταθῇ ἢ νὰ ὑποστηριχθῇ, τί; Ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις γίνονται κατὰ πᾶσαν ὥραν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, κατὰ πᾶσαν στιγμήν, συζητουμένων νομοθετημάτων, εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐν τῷ μέσῳ, ἐν τῷ τέλει, ὅτι γίνονται πάντοτε ἐπερωτήσεις! Αὐτὸ δὲν συνέβη ποτέ. Ὅσα ἐλέχθησαν, ὅτι καὶ ἐγὼ ὑπεχώρησα δῆθεν—εἰς ποῖον;—καὶ ὅτι ἀνεγνώρισα τὸ λάθος μου, αὐτὰ τὰ φαντάζεται ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, καὶ ἐπειδὴ τῷ εἶναι εὐχάριστα, τὸν ἀφήνω νὰ εὐχαριστῆται· ἂς τὰ φαντάζηται, διὰ νὰ εὐχαριστῆται. Ἐγὼ δὲν εἶπόν τι ἄλλο, ὅταν ἐπρότεινα τὴν πρότασίν μου, ἀπ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω τώρα. Ἀλλὰ λέγουσιν: «ἆ! αὐτὸ ἀντιβαίνει εἰς τὸν Κανονισμὸν», καὶ παρετήρησα εἰς τοὺς λέγοντας ταῦτα, ὅτι αὐτὸ εἶναι δικονομικὴ πρότασις. Τὸ ζήτημα εἶχεν ἀνυψωθῆ εἰς τὸ ὕψος τοῦ συνταγματικοῦ ζητήματος· παρεστήθη ὅτι ἀθετεῖται τὸ Σύνταγμα, ὅτι κίνδυνος ἐλευθεριῶν ἐπῆλθεν, ὅτι εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ἐγενόμην δικτάτωρ. Καὶ ὅταν ἤκουσα, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη τις πρότασις γραπτή, εἶπον ὅτι αὐτὸ εἶναι τρόπος τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου, ἂν πρέπῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Κανονισμοῦ· διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, πρέπει βεβαίως νὰ γένηται πρότασις, νὰ γραφῇ, νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ, καὶ μετὰ 24 ὥρας νὰ συζητηθῇ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ ὑπερβῶ τοὺς κανόνας τοῦ Κανονισμοῦ· ἐζήτησα νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦτο ὅμως διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Ἡ ἀρχὴ εἶναι ἄλλη: εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρότασίς μου περὶ ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων ἀπὸ τῆς ἐννάτης πρωϊνῆς ὥρας; Τοῦτο ἐλέχθη, τοῦτο ὑπεστηρίχθη. Διατί; διότι ἐγνωμοδότησαν ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματική. Ἑπομένως περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ὡμιλήσαμεν, περὶ τοῦ τρόπου δὲ, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξενέγκῃ τὴν ἀπόφασίν της εἴτε ἐπὶ τῆς πρώτης περιστάσεως, εἴτε ἐπὶ τῆς δευτέρας, οὐδεὶς λόγος, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ ἀπόφασις γίνεται ἢ δι’ ἀναστάσεως, ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐπὶ τῆς δευτέρας ἡ ἀπόφασις θέλει γενῇ ἐπὶ προτάσεως γραπτῆς βεβαίως.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρινόπουλος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς προστίθεται ἡ ἑξῆς διάταξις: «Ἡ βʹ § τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν ἐφαρμόζεται κατὰ τὰς συνεδρίας τῆς Βʹ Συνόδου τῆς ΙΔʹ Βουλευτικῆς Περιόδου.»

§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι· διότι ἐνδέχεται νὰ ἔχωμεν συνεδριάσεις καὶ μετὰ τὸ Πάσχα. «Δὲν ἐφαρμόζεται κατὰ τὰς συνεδριάσεις τὰς γενησομένας ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαρτίου.»

§113ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ προτάσεως Βουλευτοῦ. Βλέπω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος λαμβάνει τὴν πέναν, ὅπως τὴν διορθώσῃ κατὰ τὰς ἐνδείξεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.

§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ εἶπον διὰ νὰ ἀκούσῃ ὁ κ. Βουλευτής.

§115ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν πρὸ μικροῦ, εἶπεν ὅτι ἀκριβῶς, ὅ,τι ἔλεγεν ἄλλοτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος, αὐτὸ τοῦτο ὑποστηρίζει καὶ ἤδη ὡς Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν συμβαίνει τοῦτο, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄλλα ἔλεγεν ὡς ἀντιπολιτευόμενος κατὰ τὰ 1887, 1888, 1889 καὶ 1890 ἀκόμη, ὅτε προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτής, ὅστις δὲν παρευρίσκεται μεθ’ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· διότι καὶ ἐκεῖνος ἴσα νομοσχέδια πρὸς ὅσα σήμερον παρουσιάζει ἡ ἡμερησία διάταξις ὑπέβαλλεν...

§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὀλιγώτερα.

§117ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔστω ὀλιγώτερα κατὰ δέκα... καὶ ἐκεῖνος ἐπέμενεν, ἵνα ἐν μιᾷ νυκτὶ, ἂν ἦτο δυνατὸν, ἐπιψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, καὶ συνεδρίαζεν ἡ Βουλὴ μέχρι πρωΐας, ἀπὸ τῆς 4 ἢ 3 μ. μ. μέχρι πρωΐας, μέχρι τῆς ἑβδόμης καὶ ὀγδόης πολλάκις ὥρας π. μ. Ἐν τούτοις οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν μειοψηφίαν τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου· ὁ δὲ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολλάκις ὡμίλησεν ἐπὶ τούτου, ὑποστηρίξας ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐλέγχου, καὶ οὐδέποτε τῷ ὄντι ἐπεβλήθη, ἀλλ’ ἐξηκολουθήσαμεν ἐπερωτῶντες καὶ ἐλέγχοντες τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ὅσον ἠδυνάμεθα, εἰς ὅλα τὰ ζητήματα. Ἤδη ἔρχεται καὶ ζητεῖ νὰ μᾶς περιορίσῃ τὸν λόγον. Ἐγὼ, δὲν εἶμαι βεβαίως συνταγματολόγος, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐδιδάχθην καὶ πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεμποδισθῇ ὁ ἔλεγχος, διὰ τοῦτο δηλῶ ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ὅτι τοιαύτην θέλησιν, καὶ ἂν θελήσῃ ἡ πλειοψηφία νὰ τὴν ἐπιβάλῃ, δὲν θέλω τὴν σεβασθῇ, ἂν δὲ ψηφισθῇ, αὔριον μετὰ τὸ μεσημέρι, ὅτε ἡ Βουλὴ θὰ ἄρξηται τῶν ἐργασιῶν της, θέλω λάβει τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὅστις θελήσῃ, ἂς μὲ ἐμποδίσῃ· δὲν δύναται κανεὶς, διότι θὰ ἦμαι ἐντὸς τοῦ νόμου ἐγώ, καὶ θὰ ἦναι ἐκτὸς τοῦ νόμου ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ μὲ ἐμποδίσῃ.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἄλλος τις νὰ ἀγορεύσῃ;

§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τίνος πρόκειται;

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ προσδιορισμοῦ ὡς ὥρας ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς 9ης πρωϊνῆς.

§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι! Πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου; Μετεβλήθη ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως, ὁ ὁριζόμενος ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅστις ἀπαιτεῖ τὴν ὑποβολὴν προτάσεως ἐγγράφου, ἥτις θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ συζητηθῆ; Ἂν πρόκειται περὶ τοῦ τελευταίου τούτου, τότε νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν ἔχομεν καιρὸν νὰ συζητήσωμεν.

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἐστάλη εἰς τύπωσιν.

§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχομεν μήτε ἀπόφασίν τινα νὰ κάμωμεν, μήτε συζήτησιν ἐπὶ πλέον νὰ ἐξακολουθήσωμεν, διότι τὴν συζήτησιν θὰ τὴν ἐξακολουθήσωμεν, ὅταν ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν ἡ πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ψηφοφορήσωμεν. Ἂν ὅμως πρόκειται νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πρὸ τῆς τυπώσεως καὶ διανομῆς τῆς προτάσεως ληφθῇ ἀπόφασίς τις παρὰ τῆς Βουλῆς, τότε βεβαίως θέλομεν ἐξακολουθήσει τὴν συζήτησιν.

§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Κανονισμοῦ προετάθη, κατετέθη, καὶ θέλει συζητηθῆ, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς κατὰ τὸν Κανονισμόν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς προτάσεως ταύτης, ἡ ὁποία δὲν θέλει τεθῆ ἐν ἐφαρμογῇ, εἰμὴ ἀφοῦ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μέχρις οὗ θέλῃ ἐξακολουθήσει ἡ ἐφαρμογὴ τῆς εἰρημένης βʹ παραγράφου, πλὴν ταύτης ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις, νὰ γίνεται ἔναρξις τὴν ἐννάτην πρωϊνὴν ὥραν. Κατ’ αὐτῆς ἂν θέλητε νὰ ἀγορεύσητε, βεβαίως δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον.

§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι περιτὸν νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις ἡ γενομένη. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἠλέγχθη διὰ δύο τινά· πρῶτον, ὅτι ἐπιβαρύνει μὲ πολλὰς ὥρας τὴν Βουλήν, ἀλλὰ κυρίως διότι προσκρούει εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλευθέρου ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Τὸν περιορισμὸν αὐτὸν ἐπέκριναν πάντες οἱ προλαλήσαντες διὰ δύο τινά· πρῶτον, ὅτι ἀπῄτει ἡ πρότασις, ὅπως μὴ διαλύηται ἡ συνεδρίασις κατὰ τὸν νέον Κανονισμὸν ἡμίσειαν ὥραν μετὰ τὴν ἐννάτην πρωϊνὴν ὥραν, καὶ δεύτερον, ὅτι ἐπέβαλλεν, ἵνα ἡ λῆξις τῶν ἐπερωτήσεων γίνηται τὴν πρωΐαν μέχρι τῆς δωδεκάτης. Ἐν ἀρχῇ, ὡς διετυπώθη ἡ πρότασις, ἐχαρακτηρίσθη, ἕνεκα τῶν δύο ὅρων, ὡς περιορίζουσα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ἀφήνω τὰ τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ πρότασις, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν, ὅπως συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐντὸς τῶν 14 ἡμερῶν, τὰς ὁποίας μόνον ὑπολογίζει ὅτι θὰ ἔχῃ ἡ Βουλή, ἵνα ἐργασθῇ μέχρι τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων καὶ τῶν ἑορτῶν, δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως ἀνακληθῇ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ περὶ τῆς διαλύσεως τῶν συνεδριάσεων ἡμίσειαν ὥραν μετὰ τὴν ὡρισμένην ὥραν, ἐὰν μὴ ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Οὐδεὶς πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ κατὰ τὴν ἐννάτην ὥραν, μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας, τὰς ὁποίας ἐποιησάμεθα, λόγῳ τοῦ μεγάλου βάρους τῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας μᾶς ἐπιβάλλει ἡ νέα πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεὶς, λέγω, ἐκ τῶν Βουλευτῶν, προκειμένου ἐντὸς δώδεκα συνεδριάσεων ν’ ἀποπερατώσωμεν τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι πρέπει νὰ περατώσῃ ἡ Βουλή, θὰ ἀρνηθῇ νὰ προσέλθῃ, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα αὑτοῦ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἔπραξεν, ὅπως δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Μέχρι τοῦδε οὐδὲν δικαιολογεῖ τοιαύτην ὑπόνοιαν. Παραπονοῦνται οἱ τῆς πλειοψηφίας, ὅτι δῆθεν δαπανᾷ πολὺν χρόνον ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ μόνη ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Ἀλλὰ πότε εἴδομεν Βουλὴν Ἑλληνικὴν, δαπανῶσαν ὀλιγώτερον χρόνον ἢ ὅσον δαπανᾷ ἡ Βουλὴ ἡ ἐνεστῶσα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις; Πότε ἐνθυμεῖται ἰδίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ πολλάκις ὡς ἡγέτης ὁδηγήσας Ἀντιπολιτεύσεις, νὰ δαπανήσῃ ὀλιγώτερον χρόνον καὶ εἰς τόσον οὐσιώδη ἀντικείμενα ἢ ὅσον δαπανᾷ ἡ σημερινὴ Ἀντιπολίτευσις διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων; Εἶναι δυνατὸν οἱονδήποτε Κοινοβούλιον, καὶ ἐκ τῶν ξένων, ἂν εἰσέλθητε εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, νὰ εὕρητε ὀλιγώτερον χρόνον δαπανῶν εἰς τὸν ἔλεγχον; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κοινοβούλιον, συγκεκροτημένον κομματικῶς, καὶ Κυβέρνησις προερχομένη ἐκ κόμματος καὶ στηριζομένη ἐπὶ κόμματος, νὰ διεξάγωσι τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας ἄνευ μεγάλης δαπάνης χρόνου διὰ τὴν ἐξέλεγξιν καὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως; Παρουσιάζει τοῦτο ἔκτροπόν τι σήμερον καὶ ὑπερβολικόν; Δὲν εἴδομεν ἄλλοτε συνεδριάσεις ὁλοκλήρους, δαπανωμένας εἰς ἐπερωτήσεις καὶ ἀποῤῥοφώσας ἅπαντα τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν, παννυχίους ἐνίοτε, ἁπλῶς καὶ μόνον παρασκευαζομένας πρὸς κατανάλωσιν χρόνου, ἄνευ ἄλλου σκοποῦ καὶ ἄνευ δυστυχῶς μηδενὸς πρακτικοῦ ἀποτελέσματος; Ὁ μέχρι τοῦδε ἔλεγχος, ὁ γενόμενος ἐν τῇ ἐνεστώσῃ Βουλῇ, οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι ἐγένετο πάντοτε ἐπὶ κυβερνητικῶν πράξεων, ἐπὶ πραγματικῶν καὶ οὐσιωδῶν γεγονότων, μετὰ σκοποῦ καὶ μέτρου, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς πρὸς δαπάνην χρόνου. Ἂν ὑπάρχωσι καί τινες μᾶλλον ὑπερβολικοὶ, ἂν ἐκτρέπωνταί τινες καὶ παρεμβάλλωσιν ἐνίοτε ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν σχετίζονται ἀμέσως μετὰ τοῦ θέματος, αὐτὸ πότε ἔλειψεν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ἢ καὶ ἐν ἄλλοις; Σύστασις ὅμως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως μετατρέψῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐλέγχου διὰ τῆς καταχρήσεως εἰς κωλυσιεργίαν, δὲν ἐξεδηλώθη ἐν τῇ ἐνεστώσῃ Βουλῇ, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον. Ποῦ ἡ συστηματική, ἡ προσποιητὴ πολυλογία; ποῦ αἱ ἀποχωρήσεις; ποῦ τὰ ἄλλα μέσα, τὰ ματαιοῦντα ἄλλοτε καθ’ ἡμέραν τὰς συνεδριάσεις; Κανὲν τοιοῦτον εἶδεν ἡ σημερινὴ πλειοψηφία, ὅπως ἀπελπισθῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἐν ταῖς δέκα καὶ τέτταρσι συνεδριάσεσιν, αἱ ὁποῖαι ὑπολείπονται, δὲν θὰ παραστῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ δὲν θὰ συντελέσῃ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν ἀπαρτίαν καὶ τὴν ἔγκαιρον διεξαγωγὴν τῶν ἀναποφεύκτων ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ καὶ τοσοῦτοι σήμερον Βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας ὑπάρχουσιν ἐν Ἀθήναις, ὥστε, καὶ ἂν οὐδεὶς ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤθελε προσέλθει, μόνη ἡ πλειοψηφία ἀρκεῖ, ἂν θέλῃ, ὅπως ἀποτελέσῃ ἀπαρτίαν, καὶ ἐργασθῇ. Ὡς μανθάνω, ὑπάρχουσιν 130 σήμερον Βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας ἐν Ἀθήναις...

§126ΠΕΤΣΑΛΗΣ. 135.

§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 140.

§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον... Λοιπὸν τίς σᾶς ἐμποδίζει, ἂν δὲν προσέλθῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὡς δῆθεν φοβεῖσθε, νὰ συνέλθητε μόνοι, καὶ νὰ δώσητε ὅλα, ὅσα ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ; Λοιπὸν οὔτε ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως οὔτε ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ ὑπάρξῃ δυσκολία, ὅπως καταρτισθῇ κατὰ τὰς 14 αὐτὰς συνεδριάσεις ἡ ἀπαρτία, καὶ μάλιστα ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἀφοῦ μόνον περὶ δεκατεσσάρων συνεδριάσεων πρόκειται. Διὰ τοῦτο δὲν θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ ἀργία τοῦ Κανονισμοῦ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς παράγει κακίστην ἐντύπωσιν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀναγκάζεται ἡ Βουλὴ, ὅπως ὑποβάλληται εἰς κανόνας ἢ εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Δύνασθε νὰ τὸ πράξητε, ἀφοῦ ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ τοιαύτας ἀποφάσεις πάντοτε ἀπέφυγαν νὰ λάβουν αἱ πλειονοψηφίαι, καὶ πάντοτε πρέπει ν’ ἀποφεύγουν, ἂν δὲν καταστήσουν ἀδύνατον τὴν ἐργασίαν αἱ καταχρήσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἐπίκρισιν, ἥτις ἐγένετο κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν ἀρχῇ,—διότι ἔπειτα εἴδομεν ὅτι ἐτροποποιήθη—νομίζω ὅτι ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ τὴν ἑξῆς ἀπόφασιν. Νὰ συνέρχηται κατὰ τὴν ἐννάτην ἢ ἐννάτην καὶ ἡμίσειαν, καὶ ἐπιλαμβάνηται τῶν ἐπερωτήσεων. Ἂν αἱ ἐπερωτήσεις περατῶνται πρὸ τῆς δωδεκάτης, δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ Βουλή· ἂν ὅμως δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ περατωθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις, νὰ ἐξακολουθῇ καὶ μέχρι τῆς μιᾶς καὶ τῶν δύο καὶ τῶν τριῶν μετὰ μεσημβρίαν τῶν ἐπερωτήσεων ἡ συζήτησις.

§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί λέγετε! Τί εἶναι αὐτά! (κίνησις ἐν τῇ ἀριστερᾷ).

§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἠξεύρω αὐτό. Ἀκριβῶς ὅμως φρονῶ, ὅτι οὐδέποτε θὰ συμβῇ ὅ,τι ὑποθέτει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δηλ. εἰς τὰς δώδεκα δὲν θὰ περατῶνται αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ πρέπει νὰ διακόπτηται ἡ συνεδρίασις, διότι ὡρίσθη ἡ δωδεκάτη πρὸς διακοπὴν τοῦ πρώτου μέρους τῆς συνεδριάσεως. Ἂν θέλῃ, δύναται νὰ ἐξαναγκάζῃ. Ἂν νομίζῃ ὅτι ἐπίτηδες παρακωλύεται δι’ ἐπερωτήσεων ἡ πρόοδος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ προτείνῃ κατὰ τὴν πρωΐαν νὰ ἐξακολουθῶσιν ἄνευ διακοπῆς αἱ ἐπερωτήσεις, μέχρις ὅτου τελειώσουν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ παραταθῶσιν, ἂν θὰ ἄρχηται εἰς τὰς ἐννέα ἡ συνεδρίασις, ἀδύνατον νὰ παραταθῶσι καὶ πέραν τῆς δωδεκάτης, μέχρι τῆς δωδεκάτης καὶ ἡμισείας τὸ πολύ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο...

§131ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τί θὰ σᾶς ὠφελήσῃ; Μετὰ τὰς δώδεκα ἔχει τις ὄρεξιν νὰ κάθηται ἐνταῦθα; (διάλογοι).

§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπον· καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν γείνῃ δεκτὸν παρὰ τοῦ ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας νὰ διακοπῇ, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων μετὰ μεσημβρίαν. Ἂν λοιπὸν θέλῃ, ἵνα τὴν τετάρτην μετὰ μεσημβρίαν ἐξ ἅπαντος ἐπιλαμβάνηται τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἡ Βουλή, δύναται νὰ ὁρίσῃ, ὅτι κατὰ τὴν πρωΐαν θὰ ἐξακολουθῇ ἄνευ διακοπῆς τὸ ἔργον τῶν ἐπερωτήσεων, ἂν ἀποφασίσῃ τοῦτο ἡ πλειονοψηφία. Ἂν ὅμως προτιμᾷ νὰ ἐξακολουθήσῃ κατὰ τὴν μετὰ μεσημβρίαν συνεδρίασιν τὰς ἐπερωτήσεις, τότε ἡ συνεδρίασις θὰ διακόπτηται κατὰ τὴν δωδεκάτην καὶ θὰ ἐπαναλαμβάνηται κατὰ τὴν τετάρτην, θὰ ἐξακολουθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ μόνον μετ’ αὐτὰς θὰ ἐπιλαμβάνηται ἡ Βουλὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§133ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις τὸν παρεκίνησε νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν, ἣν συζητοῦμεν, εἶναι ἡ διευκόλυνσις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ταχυτέρα περάτωσις τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, καὶ νὰ ἀδικήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπίστευσεν ὁ ἴδιος, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις, οἱαδήποτε καὶ ὁσηδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ὅτι θέλει ἐγκαταλείψει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα αὑτῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἐν πάσῃ εὐρύτητι νὰ ἐπιδιώκῃ καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων καὶ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως. Ἤθελον ἀδικήσει αὐτὸν, παραδεχόμενος ὅτι ἐλησμόνησε πεῖραν πολλῶν ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθησαν ἰδέαι καὶ μέτρα, τὰ πλεῖστα τῶν ὁποίων ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πρωτοβουλίαν, δραστικά, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τούτων. Ὁσάκις ἡ πλειοψηφία ἠθέλησε νὰ πιέσῃ τὴν μειοψηφίαν, ὅπως ταχύτερον ψηφίσῃ αὕτη ὅ,τιδήποτε ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἢ ὅπως αὕτη ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον, ἠναγκάσθη ἡ πλειοψηφία εἰς τὴν ἐπιμονὴν καὶ ἐνέργειαν τῆς μειοψηφίας νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἐπὶ δεκαετίαν ἤδη ἐπαλαίσαμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τοσοῦτον δὲ ὑπεστηρίξαμεν τὰ δικαιώματα τῆς μειοψηφίας, ὥστε καὶ μέχρι τοῦ μέτρου τῆς ἀποχωρήσεως ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἐφθάσαμεν κατὰ τὸ 1887. Ἐπρόκειτο καὶ τότε νὰ πιεσθῇ ἡ μειοψηφία, ὅπως ἄρξηται τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, διότι καὶ τότε οἱ Βουλευταὶ ἐβιάζοντο νὰ ἀπέλθωσι τῶν Ἀθηνῶν. Μόνον δὲ διότι ἡ τότε πλειοψηφία δὲν συγκατετίθετο νὰ δώσῃ προθεσμίαν εἰς τὴν μειοψηφίαν διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ μειοψηφία κατέφυγεν εἰς τὸ ἔσχατον μέτρον τῆς ἀποχωρήσεως ἀπὸ τῆς Βουλῆς. Ὁσάκις δὲ εἰσήχθη τὸ σύστημα τῆς διαρκοῦς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὡς προτείνεται νὰ εἰσαχθῇ σήμερον, τότε μόνον ἐγίνετο τοῦτο, ὅταν ἐπρόκειτο διὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἐπὶ περισσότερον ὅμως χρόνον οὐδέποτε συγκατετέθη ἡ Βουλή. Τοῦτο ἄριστα γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλησμόνησε τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ ἴδιος, καὶ τῆς ὁποίας πάντες σχεδὸν, ἐκτὸς ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, συμμετέσχομεν. Διὰ τοῦτο εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι δυσκολεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἔχει πεποίθησιν ὅτι διευκολύνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τοιοῦτόν τι προτείνων. Ἀλλὰ τί ζητεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προτείνων τὸ τοιοῦτον; Βεβαίως ψυχολογῶν τις δύναται νὰ συλλάβῃ διαφόρους ὑπονοίας, δύναται νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι ἠθέλησεν ἐπὶ τέλους νὰ ἴδῃ ἐν τῇ Βουλῇ ἐπαναλαμβανομένην τὴν ἰδέαν τῆς κωλυσιεργείας, φοβούμενος μήπως χαθῇ ἡ ἰδέα αὐτή. Πιθανὴ εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἠθέλησε νὰ μὴ ὑστερήσῃ ἐν τῇ μιμήσει τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς εὐχαριστήσεως, ὧν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς πιέσεως τῆς μειοψηφίας, πρὸς βεβιασμένην διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Πιθανὴ εἶναι ἡ τοιαύτη ὑπόνοια, ἀλλὰ ἡ ὑπόνοια, ἡ φαινομένη μᾶλλον βάσιμος, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῆς προτελευταίας κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀγορεύσεώς του, πρὸ τῆς γενομένης διακοπῆς, ὅτι δηλ. ἠθέλησε νὰ συσφίγξῃ τὴν πλειοψηφίαν. Διατί; δὲν τὸ γνωρίζω· ἀλλὰ βεβαίως τοιοῦτόν τι ἐπεδίωξεν, ὅταν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του ἔφθασε μέχρι τῆς γνώμης, ὅτι καὶ διὰ ῥεβόλβερ ἀκόμη πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ! Δὲν ἐπρότεινε βεβαίως τοιοῦτόν τι, — διότι τοιαύτη πρότασις ἤθελεν εἶσθαι τερατώδης — ἀλλ’ ἡ ἐπανειλημμένως ἐκφρασθεῖσα ἰδέα τῆς τοιαύτης ἐργασίας δὲν ἠδύνατο νὰ σημαίνῃ ἄλλο τι ἢ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ αὐτὴ ὑπ’ ὄψιν, ὡς ἀντίδρασις κατὰ τῆς μειοψηφίας. Ἀλλὰ διατὶ θέλει τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἂν ἐπιδιώκῃ πράγματι τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνδέονται ἀμέσως μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι χαρακτῆρα ἐπείγοντα, χάριν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, μικρῶν ἢ μεγάλων, ἂν, λέγω, ἐπιδιώκῃ τοῦτο, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ καταπονήσῃ καὶ πιέσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐργάζηται ἀπὸ πρωΐας μέχρι μεσονυκτίου. Δύναται νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλή, ἐργαζομένη ὡς εἰργάσθη μέχρι τοῦδε, ἀπὸ τῆς 4ης ὥρας μέχρι μεσονυκτίου, θὰ προφθάσῃ νὰ ψηφίσῃ καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι χαρακτῆρα ἐπείγοντα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὡς πολλάκις ἐπανελήφθη, οὐ μόνον δὲν ἠθέλησε νὰ φέρῃ παρεμπόδισίν τινα εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἀπεναντίας διηυκόλυνεν αὐτάς. Μέχρι σήμερον δ’ ἐψηφίσθησαν πλέον τῶν 30 νομοσχεδίων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ προεκάλεσαν μακρὰν συζήτησιν. Ὅταν ἐψηφίσθησαν ἐντὸς 20 μόλις συνεδριάσεων —διότι μόλις ἐπὶ 20 συνεδριάσεις εἰργάσθημεν νομοθετικῶς— 30 καὶ πλέον νομοσχέδια, δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία, ὅτι ἐντὸς τῶν 14 ἢ 15 συνεδριάσεων, αἵτινες ὑπολείπονται, θὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ ἐπείγοντα καὶ ὁ Προϋπολογισμός; Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ἂν εἰλικρινῶς ἑρμηνευθῇ ἡ διάθεσις καὶ ἡ πρόθεσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἂν ἀποφασίσωσι καὶ οἱ Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ ὦσι φειδωλότεροι εἰς τὰς ἰδίας αὐτῶν ἐπερωτήσεις, ὅπως μή, εἴτε χάριν ἐπιδείξεως, εἴτε χάριν μικροτέρων συμφερόντων, ἀπασχολῶσι τὴν Βουλὴν μὲ ὑποθέσεις, τῶν ὁποίων, φίλοι ὄντες τῆς Κυβερνήσεως, δύνανται νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν διεκπεραίωσιν ἄνευ ἐπερωτήσεων. Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ βάσιμον ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ διεξαχθῇ ἡ ἀναγκαία καὶ ἐπείγουσα ἐργασία ἡ νομοθετικὴ ἐντὸς τοῦ ὑπολειπομένου χρόνου. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτην πεποίθησιν, ἂν θελήσῃ, πιέζουσα τὴν Βουλήν, πιέζουσα τὴν μειοψηφίαν, νὰ ψηφίσῃ ἐκτὸς τῶν ἀναγκαίων καὶ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οὐδὲν παρουσιάζουσι τὸ ἐπεῖγον ἢ τὸ ἀναγκαῖον, ἢ τὰ ὁποῖα, σπουδαιότατα θίγοντα ζητήματα, παρουσιάσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ τῆς δεούσης μελέτης καὶ ἐπεξεργασίας καὶ τὰ ὁποῖα, ὅπως ἀποβῶσιν ἐπωφελῆ εἰς τὸν τόπον, πρέπει σπουδαίως νὰ μελετηθῶσι καὶ βασανισθῶσιν. Ἐγὼ δὲν παραπονοῦμαι ὅτι ὑπεβλήθησαν πολλὰ νομοσχέδια, ἀπ’ ἐναντίας, ἂν πρόκειται νὰ ἐκφράσω παράπονόν τι, τοῦτο θὰ ἦτο, ὅτι δὲν ὑπεβλήθησαν ἀρκοῦντα νομοσχέδια. Δὲν ὑπεβλήθησαν ἀρκοῦντα νομοσχέδια πρὸς ὀργάνωσιν τῶν κλάδων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ ὀργάνωσις ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Δὲν εἶναι τὸ ποσὸν τῶν νομοσχεδίων, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ποιὸν αὐτῶν· ἂν ὑπεβλήθη ἑκατοντὰς νομοσχεδίων, ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσατε τρία ἢ τέσσαρα, τὰ ὁποῖα θίγουσι σπουδαῖα ζητήματα· τὰ ἄλλα εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νομοσχέδια ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θίγουσιν οὐσιαστικὰ ζητήματα, δυστυχῶς εἶναι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμελετήθησαν, τὰ ὁποῖα δὲν συμβιβάζονται μὲ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις τῆς χώρας, τὰ ὁποῖα ἀνατρέπουσιν ὑπηρεσίας σπουδαίας, χωρὶς ν’ ἀντικαθιστῶσιν αὐτὰς δι’ ἄλλων, δυναμένων ἐπωφελῶς νὰ λειτουργῶσι. Δὲν παραπονοῦμαι ἐγώ, ὅτι ὑπεβλήθησαν πολλὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον δικαιοῦται πᾶς τις νὰ παραπονῆται, εἶναι, ὅτι Κυβέρνησις ἐλθοῦσα εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἐλθοῦσα μὲ τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας πάντες γνωρίζομεν, ὄχι μόνον δὲν ἐφρόντισε νὰ μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλλον αἱ περιστάσεις, ἀλλὰ ἐφρόντισεν, ὅπως ἡ Βουλὴ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις μὴ ἐργασθῇ, εἰμὴ μόνον ἐπὶ 30 ἢ 40 ἡμέρας, καὶ ὅπως διὰ συναρπαγῆς καὶ διὰ πιέσεως ψηφισθῶσι νομοσχέδια θίγοντα, ὡς εἶπον, ἀμελετήτως σπουδαιότατα καὶ ῥιζικὰ τῆς χώρας ζητήματα. Ἂν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἦναι τοιαύτη ἡ λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, βεβαίως οὐδεὶς ἐχέφρων, οὐδεὶς κηδόμενος τοῦ τόπου αὐτοῦ δύναται νὰ ὑπερασπισθῇ τὸ πολίτευμα, οὕτω λειτουργοῦν. Συνερχόμενοι ἐνταῦθα, ὅπως διὰ πιέσεως, καὶ διὰ βίας ἐκτελῶμεν τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν ἐργασίαν, ὅπως ἐγκαταλείπωμεν τὸ καθῆκον τοῦ ἐλέγχου, καὶ μετὰ ἕνα μῆνα τοιαύτης βεβιασμένης ἐργασίας ἀπερχώμεθα εἰς τὰς οἰκίας μας, δὲν ἐκτελοῦμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς ἡ ἐντολή, ἣν δυνάμει τοῦ πολιτεύματος ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ. Ἂν αἱ περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, παρεμποδίζωσιν αὐτοὺς νὰ παρευρίσκωνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα, ἂν αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἐργασία ἡμῶν, μεταβάλλωσι τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ πολίτευμα ἡμῶν εἰς ἐργασίαν μηχανικὴν καὶ ἀσήμαντον, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως, πῶς πρέπει νὰ λειτουργήσῃ τὸ πολίτευμα ἡμῶν, διότι λειτουργοῦν ὡς λειτουργεῖ, δὲν πράττει ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ ὑποσκάπτῃ τὰ θεμέλια οὐ μόνον τῆς προόδου, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς χώρας αὐτῆς. Πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν σοβαρώτερον, καὶ νὰ ἐκτελέσωμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἐπιβαλλόμενα ἡμῖν. Πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ὡς ἐργάζονται εἰς πάντα τὰ Κοινοβούλια, τὰ ὁποῖα σέβονται τὸ καθῆκον αὑτῶν πρὸς τὴν πατρίδα των. Ἄν δὲν ἤμεθα ἱκανοὶ διὰ τοιαύτην ἐργασίαν, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πῶς θὰ διοικηθῇ ὁ τόπος οὗτος. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Ἄν, ὡς εἶπον, ἡ Κυβέρνησις μόνον ὡρισμένου ἀριθμοῦ νομοσχεδίων, συνδεομείων μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ παρουσιαζόντων ἐπεῖγόν τι, ζητῇ τὴν ψήφισιν, θὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, ἐμμένουσα εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς ἐργασίας ἡμῶν, τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσαμεν μέχρι σήμερον. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει χάριν πείσματος νὰ θελήσωμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἠρξάμεθα ἀπόψε. Δὲν πρέπει χάριν πείσματος νὰ θελήσωμεν νὰ καταπονήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τί; κἄτι τι, τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ ἀντίθετον τοῦ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπιδιωκομένου ἀποτελέσματος. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἀπὸ τῆς ἐννάτης ὥρας, ὅπως διακοπῇ δὶς ἐντὸς τῆς ἡμέρας, ὡς πρότασις μὴ δυναμένη νὰ φθάσῃ εἰς τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν, ἡ πρότασις αὕτη δὲν πρέπει χάριν πείσματος νὰ ὑποστηριχθῇ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ συστηθῇ εἰς πάντας ἡμᾶς, ὅπως, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν, ἀρχώμεθα τὴν 4ην ὥραν καὶ ἐργαζώμεθα μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, μὲ διακοπὴν μιᾶς ὥρας. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὕτω θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, περὶ ὧν ὡμίλησα, ἔχω δὲ τὸν φόβον, ἀντιθέτως, ὅτι θέλοντες διὰ πιέσεως νὰ ἐργασθῶμεν, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα.

§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, διατὶ τοσοῦτον βραδέως νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἄν ἐλάμβανε πρότερον τὸν λόγον, μόλις ἐγὼ κατῆλθον τοῦ βήματος, καὶ μᾶς ἔδιδε τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέσχε πρὸ ὀλίγου, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς πείσῃ καὶ νὰ μὴ χάσωμεν ἓξ ὥρας συζητοῦντες. Ἀφοῦ μᾶς ἀφῆκε νὰ ἀπολέσωμεν ἓξ ὥρας, ἦλθε νὰ μᾶς προτείνῃ νὰ ἀπέλθωμεν ἥσυχοι εἰς τὰς ἑστίας μας. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅταν αἱ περιστάσεις εὐδοκήσωσιν, ἵνα εὐκολύνωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων του, δὲν ἠξεύρω, λέγω, ἂν θὰ διευθύνῃ οὕτω τὴν πλειοψηφίαν, τῆς ὁποίας θέλει εἶσθαι τότε εἰσηγητὴς, ἂν θέλῃ ἀφήνει τὴν Βουλὴν νὰ συζητῇ ἓξ ὥρας, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ συμβουλεύῃ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἀπέρχωνται εἰς τοὺς οἴκους των, ἵνα ἡσυχάσωσι.

§135ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τώρα μοὶ ἐδόθη ὁ λόγος· τὸν εἶχον ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ.

§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο, ἐξέτεινε τὸν λόγον καὶ ἐπὶ πολιτικὰς μελέτας, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἄν τὰ πράγματα ἐξακολουθήσωσι διά τινα καιρὸν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δοθῇ ἀφορμὴ, ἵνα ἐφαρμοσθῇ τὸ προοδευτικὸν πρόγραμμα, θέλει προτιμήσει νὰ καταργηθῇ τὸ πολίτευμα, διὰ νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος κατ’ ἄλλον τρόπον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἔχει γνώμας, αἱ γνῶμαί του εἶναι σεβασταί, ἀλλὰ θέλει συγχωρήσει ἡμᾶς νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν αὐτάς. Ἴσως δοθῇ ἄλλη εὐκαιρία, ἵνα δώσω τότε τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον ἐξετράπη τοῦ προκειμένου. Εἶναι δύσκολον νὰ προβαίνῃ τις ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτας γνώμας ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ. Δύσκολον εἶναι νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι, ἂν οὕτω βαίνωσι τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ῥίψωμεν τὸ πολίτευμα, διὰ νὰ ἴδωμεν, πῶς θὰ κυβερνηθῶμεν ἄλλως. Θαυμάζω δὲ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅστις ἔρχεται κατόπιν πάντων ἡμῶν, διότι εἶναι νεώτερος κατὰ τὴν ἰθαγένειαν τὴν Ἑλληνικὴν, θαυμάζω πῶς τολμᾷ νὰ μᾶς δίδῃ τοιαύτας συμβουλάς! (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἰς τὴν ἀπειλὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐξηκόντισεν, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος, τὸν ὁποῖον θεωρεῖ πιεστικὸν, δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς ἄλλα ἀποτελέσματα, ἀπαντῶ, ὅτι βεβαίως δὲν θέλομεν ὑποκύψει εἰς πάντα τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, ἂν ἤθελον ἐπέλθει, ἀλλ’ ἕκαστος νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι αὐτὸς εὐθύνεται διὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ πράξεις.

§137ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι βεβαίως ἐκ τῶν νεωτέρων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν ἰθαγένειαν τὴν Ἑλληνικὴν, ἀκολουθήσας τὴν πατρίδα μου εἰς ὅλας τὰς περιπετείας αὐτῆς. Ὅπως δὲ αὕτη, οὕτω καὶ ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων, τῶν ὁποίων αἱ οἰκογένειαι ἐπολέμησαν καὶ ὑπέστησαν θυσίας ὄχι κατωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ πατρὶς καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πᾶς, ὅστις γνωρίζει τὴν ἱστορίαν τῆς χώρας ἡμῶν, δὲν δύναται νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τοῦτο.

§138ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.

§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκολουθῶν τὴν πατρίδα μου, ἦλθον μετ’ αὐτῆς εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἢ ἔλθω, αἱ ἐργασίαι μου καὶ τὰ αἰσθήματά μου ἦσαν τοιαῦτα, ὁποῖά εἰσι καὶ σήμερον. Τὰς ἐνεργείας μου δὲ καὶ τὰ αἰσθήματά μου δὲν τὰ θέτω κατωτέρω τῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ περιαυτολογήσω, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται βεβαίως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ νομίζῃ, ὅτι οἱ Ἕλληνες, οἵτινες ἀκολουθοῦσι τὴν πατρίδα των καὶ οἵτινες ἔρχονται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀργότερον ἢ ἐνωρίτερον, δύνανται νὰ ἔχωσι διαφορὰν αἰσθημάτων ἢ διαφορὰν ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῆς κοινῆς καὶ γενικῆς πατρίδος. Εἶναι στενὴ καὶ ταπεινὴ ἡ ἰδέα, ἥτις θέλει νὰ περιορίσῃ τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων ἐντὸς περιωρισμένων ὁρίων. Ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων, εὐτυχῶς διὰ τὸ ἔθνος ἡμῶν, δὲν περιορίζεται ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων ἐκτείνεται πανταχοῦ, ὅπου ὑπάρχει Ἕλλην, ὅπου ὑπάρχει Ἑλληνικὴ παροικία, εἴτε ἐλευθέρα, εἴτε ὑπὸ ζυγόν. Λυποῦμαι πραγματικῶς, διότι ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀλλοία ἐξεφράσθη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἰδέα. Δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀκούσῃ ἰδέας ἄλλων,—τὸ γνωρίζομεν τοῦτο—ἀλλὰ δὲν ἀρνεῖται νὰ λάβῃ τὰς ἰδέας ἄλλων, καὶ λαμβάνων αὐτὰς νὰ τὰς κολοβώνῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ των. Τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα πάντοτε, ὁσάκις τὰς λαμβάνῃ, ἂς τὰς λαμβάνῃ καὶ ἂς μὴ τὸ ὁμολογῇ, οὐχὶ ὅμως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὅρους δηλ. τῆς κολοβώσεως. Δὲν ἀπορῶ δὲ, διότι ψέγει τὴν γνώμην, ἣν ἐξέφερα, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, λειτουργοῦν ὅπως ἐννοεῖ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως θέλει παραβλάψει τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Δὲν εἶπον, ὡς ἰσχυρίσθη, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀλλ’ ὅτι πρέπει καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ λειτουργήσῃ εἰλικρινῶς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅπως ἐπιβάλλουσι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Πρέπει νὰ λείψῃ ἡ διακωμώδησις αὐτοῦ. Διακωμῴδησις δὲ εἶναι, ὅταν θέλωμεν νὰ ἀνοργανώσωμεν τὴν χώραν ἐντὸς δεκατεσσάρων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα πρέπει νὰ λειτουργήσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ λειτουργήσῃ ὅπως ἐννοεῖ ὁ καταστατικὸς ἡμῶν νόμος καὶ ὅπως ἀπαιτοῦσι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας· λειτουργοῦν δ’ ὅπως λειτουργεῖ ἀπὸ 12 ἐτῶν περίπου, διὰ τῆς αὐθαιρέτου ἐπιβολῆς τῆς θελήσεως ἑνὸς καὶ μόνου προσώπου, λειτουργοῦν κατ’ αὐτὸν τρόπον, δὲν δύναται ἢ νὰ φέρῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερε καὶ ἐν τῷ προσφάτῳ παρελθόντι. Ἐὰν τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἐπιδιώκητε, ἐξακολουθεῖτε ὑποστηρίζοντες τὴν τοιαύτην λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ὅμως εἰλικρινῶς ποθῆτε τὴν περισυλλογὴν τῶν ἐρειπίων, ἅτινα ἔμειναν ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ τόπου, ἀναγνωρίσατε ὅτι τὸ πολίτευμα ἡμῶν πρέπει νὰ λειτουργήσῃ εἰλικρινέστερον καὶ θετικώτερον.

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν ταῖς ἐν τοῖς χωρίοις τῆς Θεσσαλίας γεωργικαῖς οἰκογενείαις ὑπέβαλε δύο ἐκθέσεις ἐπὶ τούτου, μίαν ἡ πλειοψηφία καὶ ἑτέραν ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 220–221).

§141ΡΑΛΛΗΣ. Ἀργὰ, Κύριοι, ἔρχομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ δέους ἀληθῶς, διότι φοβοῦμαι μὴ προκαλέσω, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης, τὰς εἰρωνείας αὐτοῦ. Νὰ τὸν μεταπείσῃ τις, εἶναι ἀδύνατον. Πρὸς τί λοιπὸν οἱ τοσοῦτοι λόγοι; Πρὸς ἓν καὶ μόνον· διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου καθ’ ἡμέραν τοσαῦτα ἐξαγγέλλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κατ’ αὐτοῦ εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν προέβαλε σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Παραδόξως δὲ, ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ κατώρθωσε νὰ συνέλθῃ ἅπαξ ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ ἐγκαίρως ἡ Βουλὴ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται νὰ προτείνῃ, ὅπως ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία συνετέλεσεν ἀκριβῶς εἰς τὸ εὐχάριστον αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ἐξοβελισθῇ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἢ ἀποκοιμηθῇ τοὐλάχιστον διά τινας συνεδριάσεις. Ἡ πρότασις ἐκείνη, ὅπως διετυπώθη, ὀρθῶς ἀπεκρούσθη, ὡς ἀπαράδεκτος, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς εὐφυολογίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἠναγκάσθη οὗτος νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ ἐπιτακτικὸν γράμμα τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ, ᾐσθάνθη τὸν χαλινὸν σχίζοντα τὸ στόμα αὐτοῦ, —διότι χαλινὸς τῆς πλειοψηφίας εἶναι ὁ Κανονισμὸς, ὁ ἅπαξ ψηφισθεὶς παρὰ τῆς Βουλῆς,—καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὑποκύψῃ εἰς αὐτόν. Ἡ πρότασις δὲν θὰ ψηφισθῇ σήμερον, ἡ πρότασις ὅμως θὰ ψηφισθῇ αὔριον, καὶ θέλω νὰ ἐρευνήσω εἰς τί ἀποβλέπει ἡ πρότασις αὕτη. Ἀποβλέπει πραγματικῶς εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ εὐρυθμοτέραν τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, εἰς τὸ νὰ διευκολύνῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἢ ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ εὐκολωτέραν τὴν συναρπαγὴν ἐν ταῖς ἐργασίαις ἡμῶν, νὰ περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ καὶ νὰ συντρίψῃ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν διὰ τῆς ὑποκαταστάσεως τῆς θελήσεως καὶ τῶν σχεδίων ἑνὸς καὶ μόνου εἰς τὰς γνώμας καὶ εἰς τὰς ψήφους τῶν πολλῶν; Διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει, ὅτι ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ ἄρθρον 18, ὅπως διετυπώθη διὰ τῶν μεταῤῥυθμίσεων τῶν ὑποβληθεισῶν παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς, πρέπει ἀναγκαίως νὰ ἐκλείψῃ πρὸς τὴν εὐρυθμοτέραν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, πρὸς τὴν κανονικωτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; Ἡ πεῖρα, ἡ ὁποία εἶναι πεῖρα σημερινὴ, δὲν ἀπέδειξεν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον; δὲν ἀπέδειξεν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δύναται νὰ συντελέσῃ, ὅπως τέλος συνερχώμεθα ἐνταῦθα καὶ ἐκ τοῦ συστάδην διεξάγωμεν τὸν ἀγῶνα περὶ τὰς γνώμας ἡμῶν καὶ ὑπὲρ αὐτῶν; Ζητεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως τὴν μεταβολὴν, διότι ἐκ ταύτης θὰ ἐπέλθῃ ἀκριβῶς ἡ παράλυσις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δῆθεν θὰ συνερχώμεθα τὴν 9ην ὥραν π. μ., ἀλλὰ οἱ μὲν κύριοι Ὑπουργοί, ἀσχολούμενοι περὶ τὰς ἐργασίας αὐτῶν, περὶ τὴν διοίκησιν, δύνανται νὰ ἔρχωνται καὶ περὶ τὴν 10ην ἢ περὶ τὴν 10 καὶ ἡμίσειαν καὶ περὶ τὴν 11ην, οἱ δὲ συνάδελφοι, οἱ ἔχοντες εἴσοδον ἐν τοῖς γραφείοις, μεριμνῶντες καὶ οὗτοι περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν των, δύνανται νὰ ἔρχωνται καὶ περὶ τὴν 11ην καὶ καθεξῆς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους νομίζω ὅτι θέλει λειτουργήσει ὁ Κανονισμὸς ὁ μεταῤῥυθμισθείς, τροποποιούμενος ἐκ νέου. Καὶ ἐρωτῶ, πράγματι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κανονικωτέρας καὶ εὐπρεπεστέρας διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν προεβλήθη ἡ τροποποίησις, ἡ ὁποία θὰ συζητηθῇ αὔριον; Βεβαίως ὄχι. Ἡ πρότασις δὲ ἐκείνη, καίτοι δὲν πρόκειται νὰ φέρωμεν ἀμέσως ψῆφον ἐπ’ αὐτῆς, μαρτυρεῖ περὶ τοῦ τίς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὁ συμπολίτης μου, δύο πήρας ἔχει,—ἄνθρωπος καὶ αὐτὸς, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ὑποστῇ τὰ ἀνθρώπινα,—βλέπει μὲν τὰ ἐλαττώματα τοῦ προκατόχου του, βλέπει τὴν πήραν τὴν ἔμπροσθεν αὑτοῦ, ἀλλὰ τὴν ἰδίαν πήραν οὐδόλως δύναται νὰ ἴδῃ. Καὶ ἐν τῇ ἰδίᾳ πήρᾳ θὰ ἴδῃ ἀκριβῶς, ὅτι φέρει ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐν τῇ διευθύνσει τῶν κοινῶν αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα,—ἂν θέλῃ, αὐτὰ τὰ προτερήματα, —τὰ ὁποῖα ἤγαγον τὴν Πολιτείαν ἡμῶν εἰς ἣν ἀκμὴν εὑρισκόμεθα σήμερον. Κατὰ τί διαφέρει ἡ πολιτεία αὐτοῦ ἀπὸ τὴν πολιτείαν τοῦ προκατόχου του; Καθ’ ἓν καὶ μόνον· ὅτι ἐκεῖνος, εἰλικρινέστερος, ἐξέφερεν ἐντεῦθεν ἄνευ περιστροφῶν τὴν θέλησιν αὑτοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πλέον εὐλύγιστος εἰς τοὺς λόγους του καὶ μᾶλλον ἀσθενὴς τὸν χαρακτῆρα, προσπαθεῖ νὰ παραπλανήσῃ ἡμᾶς διὰ τῶν ὡραίων λόγων, ὅταν ὄπισθεν αὐτῶν οὐδὲν ἕτερον κρύπτηται ἢ ἡ αὐθαιρεσία ἑνὸς καὶ μόνου. Καὶ εἴδετε σήμερον ἀκριβῶς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἠδύνατο, δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἀποστομώσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν Κυθήρων, νὰ τὸν ἐξαναγκάσῃ νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τοῦ θέματος, εἴδετε αὐτὸν πτήσσοντα πρὸ αὐτοῦ καὶ κολακεύοντα τὸν ἀμείλικτον ἐκεῖνον κατήγορον, ὁ ὁποῖος, μὲ τὴν σμίλην εἰς χεῖρας, ἐπὶ ὥρας δύο ἐνώπιον ἡμῶν ἀναπαρίστα τὰς πληγὰς τῆς διοικήσεως τῆς Κυβερνήσεώς σας, πτήσσοντα, λέγω, ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ κολακεύοντα αὐτόν. Δὶς καὶ τρὶς προσεπάθησε νὰ τὸν διακόψῃ, καὶ δὶς καὶ τρὶς συνάδελφοι προσεπάθησαν νὰ τὸν διακόψωσι, καὶ ὅτε ἐν ὅλῃ τῇ ἐξάψει του οὐδὲν ἕτερον κατώρθωσεν ἢ νὰ περισπάσῃ ἀκόμη ἐντονώτερον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, οὐδὲ νὰ σείσῃ κἄν τὸν κώδωνα τοῦ Προέδρου, ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ διὰ λέξεων ἀληθῶς κενῶν ἐννοίας, ἀπέναντι τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας μετέρχεται ἐν τῇ πολιτείᾳ του, νὰ προσπαθήσῃ νὰ καλύψῃ τὴν πολιτείαν ταύτην, τὴν ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὰς ἐπαγγελίας του. Ἤλεγχε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, διότι μετὰ 7 ὥρας ἔλαβε τὸν λόγον, ὡσανεὶ αἱ 7 ἐκεῖναι ὧραι εἰς μάτην κατηναλώθησαν. Ἐὰν ὑπάρχῃ συνεδρίασις ἁδρὰ εἰς διδάγματα, ἡ συνεδρίασις αὕτη ἦτο ἡ σημερινὴ, καὶ τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Κυθήρων. Ἐξετυλίχθη ἐνώπιον ἡμῶν ἡ οἰκτρὰ εἰκὼν τῆς διοικήσεως, τῆς ὁποίας τὴν εὐθύνην φέρει ἀκεραίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὐδεὶς ὑπολαμβάνει ὅτι διὰ τὸν δημοδιδάσκαλον Ἐλευσῖνος εὐθύνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἀκριβῶς, διότι οὐδ’ αὐτὸς ὑπολαμβάνει ὅτι διὰ τὸν δημοδιδάσκαλον ἐκεῖνον εὐθύνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὸν εἴδετε παραφερόμενον μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον παρεφέρθη, ὅτε πρὸς ὑπόμνησιν καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λοκρίδος καὶ ἐγὼ ἀνεφέραμεν τὸ ὄνομα τοῦ δήμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει. Καὶ τὸν εἴδομεν ὀρθούμενον εἰς τὰ ἄκρα τῶν ποδῶν του, ὅπως ἐπιδείξῃ τὸ ἀνάστημά του, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ πρᾶξις, ἡ ὁποία καταγγέλλεται παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, ἀποδεικνύει ὁποῖον εἶναι. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς, ἄν ποτε ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ὕψος τοιούτου ἀναστήματος, ἄν ποτε θελήσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὰ μικρὰ ἡμῶν πάθη καὶ τὰς μικρὰς ἡμῶν ἀξιώσεις εἰς βάρος τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ ἄν ποτε θεωρήσωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δύναται νὰ λειτουργήσῃ! Ἄλλοτε ἀνέφερε τὸν κουρέα αὑτοῦ, ὡς ἐκεῖνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἐλάμβανεν ὁδηγίας περὶ τῆς διοικήσεως, ἂν δὲν ἐλάμβανε παρὰ τῶν Βουλευτῶν· σήμερον ἀνέφερε τοὺς ὑπηρέτας του, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο νὰ διδάξωμεν ἡμεῖς αὐτῷ τοιαῦτά τινα, ὡσανεὶ ἡμεῖς ἐλέγομεν αὐτῷ νὰ μὴ ζητῇ συμβουλὰς παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τὸν διδάξωσι, τίς πρέπει νὰ ἦναι ἡ διοίκησις, ὡσανεὶ ἀναγκαίως ἔπρεπεν, ἀφοῦ τῷ ἐλέγομεν ν’ ἀποφεύγῃ τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, νὰ ἀφήσῃ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Βουλευτοῦ, κρατῶν αὐτὸς τὴν διοίκησιν, ὡσανεὶ ἔπρεπε νὰ καταρτίσῃ περὶ ἑαυτὸν καμαρίλλαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ διοικῇ τὸν τόπον. Αὗται εἶναι θεωρίαι ἀληθῶς ἀκατονόητοι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἔννοιάν τινα περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἄγουσιν εἰς τὸ νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι ἓν εἶδος συνεταιρισμοῦ, σκοποῦντος τὴν λεηλασίαν τῶν κοινῶν, τὴν κατασπάθησιν τοῦ δημοσίου πλούτου, τὴν σύλησιν τῆς διοικήσεως. Δύνανται, Κύριοι, αἱ θεωρίαι αὗται νὰ ὑποληφθῶσιν ὡς κολακεύουσαι τὰ μικρὰ ἔνστικτα, δὲν θεωρῶ ὅμως ὑμᾶς τοσοῦτον μικροὺς, ὥστε νὰ νομίσω, ὅτι κατώρθωσε τὸν σκοπόν του, τὸν ὁποῖον ἐπεζήτει, τοιαῦτά τινα ἐξαγγέλλων ἐντεῦθεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ περισπάσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν καὶ κολακεύσῃ καὶ αὐτὸν τὸν ἀμείλικτον κατήγορον αὐτοῦ, καὶ ἐκολάκευσε καὶ ὑμᾶς καὶ ἠθέλησε τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων του πράξεων νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐφ’ ὑμᾶς, καὶ νὰ καταστήσῃ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῆς εὐθύνης ἀληθοῦς κακοδιοικήσεως, ὁποία παρεστάθη διὰ τῶν ἐπισήμων φύλλων τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐκολάκευε καὶ συνεβούλευε, καὶ συμβουλεύων πάλιν ἐκολάκευε τὸν Βουλευτὴν Κυθήρων, ὅστις ἀληθὲς φάσγανον ἐκράτει εἰς χεῖρας, ἐκράτει εἰς χεῖρας τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· ἐνόμισε δὲ διὰ τῆς συνήθους του εὐγλωττίας καὶ διὰ τῶν συνήθων κενῶν λόγων, ὅτι ἠδύνατο νὰ περισπάσῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς ἐξελέγξεως πράξεων, ὁποῖαι ἐκεῖναι, αἵτινες ἐξετυλίχθησαν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Ἀκριβῶς δὲ ὁ ἔλεγχος, ὁ διεξαχθεὶς παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ πρότασις περὶ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐπερωτήσεων ὄχι μόνον δὲν τείνει πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ τοὐναντίον τείνει εἰς τὸ νὰ κάμῃ, ὥστε νὰ ἐκλείψῃ ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν κατά τι τὴν κακοδιοίκησιν, καὶ τείνει εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ἐξελέγξεως, τείνει εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς παραστάσεως τῶν Βουλευτῶν ἐνταῦθα. Ἀφῆκεν ὁ κ. Πρόεδρος ὑπαινιγμὸν, ὅτι θὰ ἔχωμεν συνεδριάσεις καὶ μετὰ τὸ Πάσχα· ἀλλὰ τίς δύναται νὰ πιστεύσῃ εἰς τοὺς λόγους του; Ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου τῆς συνόδου εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεώς του, καὶ εἶναι οὗτος ἀντισυνταγματικὸς, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ὥρισε τρίμηνον διὰ τὴν παράστασιν τοῦ Κοινοβουλίου ἐν τακτικῇ συνόδῳ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς παρέστησεν, ὅτι δὲν ζητεῖ πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ θέλει διὰ τούτου νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι δὲν ζητεῖ τὴν ἐκ συναρπαγῆς ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν νὰ ἐπιδείξῃ, τίνα τὰ συναφῆ πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν; Νομίζετε ὅτι τὰ γνωρίζετε; Καὶ πῶς θέλετε νὰ τὰ γνωρίζωμεν, μετὰ τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896; Ἐνθυμεῖσθε τί εἶπε· καθ’ ὅσον ψηφίζεται ἓν νομοσχέδιον, θὰ ἀποσπᾶται ἓν φύλλον τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ θὰ προστίθεται ἕτερον. Τὰ νομοσχέδια εἶναι 67, τὰ συναφῆ εἶναι 62· λοιπὸν θὰ ἀποσπάσητε 62 φύλλα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἄν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν εἰλικρινῶς τὴν συνεργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου τὴν νομοθετικὴν, οὐχὶ τὸν ἔλεγχον, διότι τοῦτον ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς του δυνάμεθα νὰ τὸν διεξαγάγωμεν, ὤφειλε νὰ προσδιορίσῃ ποῖα νομοσχέδια θεωρεῖ συναφῆ πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἄν προέβαινεν εἰς τοῦτο, ἤθελε διαψεύσει τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπαγγέλλεται διὰ τῆς προτάσεώς του. Ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι 4 ἢ 5 νομοσχέδια, ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, νομίζετε ὅτι δὲν ἐξήρκουν αἱ 14 συνεδριάσεις, ὅταν ἀρχώμεθα ἀπὸ τῆς 4ης μ. μ. καὶ τελειώνωμεν περὶ τὸ μεσονύκτιον; Δύο τινὰ βλέπω ὅτι ἐπιδιώκονται διὰ τῆς προτάσεως ταύτης· πρῶτον, εἰς τὴν ὀπωσδήποτε κατασταθεῖσαν τάξιν διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ ὑποκατασταθῇ πάλιν ἡ ἀταξία, καὶ δεύτερον, εἰς τὸ νὰ φθάσωμεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἐξαντλήσεως, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἀλλὰ ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔλαβε κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, δὲν ὑπῆρξεν εἰς αὐτὸν τόσον πικρὰ, ὥστε νὰ μὴ τὴν λησμονήσῃ τόσον ταχέως; Καὶ ποῖον ἐκ τῶν σχεδίων αὐτοῦ ἠδυνήθη νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἄνευ οὐσιωδεστάτων τροποποιήσεων; Δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπαγγέλληται τὸν κοινοβουλευτικὸν, δύναται νὰ ἐπαγγέλληται, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄκρον ἄωτον τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, καὶ ὅτι οὐριοδρομεῖ ἡ Πολιτεία ἡμῶν, ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ θέλει ἰδεῖ τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτείας του, καὶ θέλει μετανοήσει, διότι διαχειριζόμενος τοιαύτην πλειοψηφίαν δὲν ἠθέλησε νὰ ἀνορθώσῃ τὸ πολίτευμα καὶ νὰ προασπίσῃ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου.

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ πρότασις εἶναι νὰ ἄρχωνται αἱ συνεδριάσεις ἀπὸ τῆς 9ης ὥρας πρὸ μεσημβρίας.

§143ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διῄρεσε τὴν συνεδρίασιν εἰς τρία τμήματα, νὰ ἄρχηται ἡ συνεδρίασις τὴν 9ην π. μ., νὰ διακόπτηται τὴν μεσημβρίαν, νὰ ἐπαναλαμβάνηται τὴν 4ην μ. μ., νὰ διακόπτηται τὴν 7ην καὶ ἡμίσειαν, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνηται τὴν 8ην καὶ ἡμίσειαν. Ἡ πρότασις εἶναι σύνθετος.

§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἡ Βουλὴ στέρξῃ νὰ ἄρχηται ἡ συνεδρίασις τὴν 9ην πρὸ μεσημβρίας, μένει ἐλευθέρα εἰς ὅλα τὰ ἄλλα.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως ἀπὸ τῆς αὔριον αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἄρχωνται τὴν 9ην ὥραν πρὸ μεσημβρίας, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§146ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἰσχύῃ ὅμως ἡ διάταξις ἡ ἑπομένη, ὅτι θὰ διαλύηται ἡ συνεδρίασις, ἄν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ἀπὸ τῆς προσδιωρισμένης δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.

§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δεύτερον θέμα εἶναι, ὅτι αἱ συνεδριάσεις αἱ ἀρχόμεναι τὴν 9ην θέλουσιν ἐξακολουθεῖ μέχρι τῆς δωδεκάτης, ἀλλ’ ἐὰν ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων ἐξακολουθῇ, θὰ ἐξακολουθῇ καὶ ἡ συνεδρίασις μέχρι τοῦ πέρατος αὐτῶν (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).

§149ΣΤΑΗΣ. Οὕτω περιορίζετε τὸν ἔλεγχον.

§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεὶς περιορίζει τὸν ἔλεγχον.

§151ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ πρὶν περατωθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις δὲν δύνασθε νὰ προγευθῆτε. Τοῦτο εἶναι περιορισμὸς τοῦ ἐλέγχου διὰ τῆς πείνης! (Θόρυβος).

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι περιορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου.

§153ΣΤΑΗΣ. Ἤκουσα λεγόμενον ὅτι πρόκειται νὰ περιορισθῇ ὁ ἔλεγχος, καὶ ὅτι θὰ γείνῃ ἀπόπειρα πρὸς περιορισμὸν τοῦ ἐλέγχου, ἵνα μὴ ἐρχώμεθα νὰ ἐξελέγξωμεν καὶ ἄλλα μὲν πολλά, ἰδίᾳ δὲ τὰ τῆς «Μπουμπουλίνας» (Θόρυβος).

§154ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν, διότι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πλειοψηφίας, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν θεωρεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, νὰ μὴ τὴν διακόπτῃ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα τάξεως. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον αἱ ἐπερωτήσεις ἔκλειον μὲ τὸ πρῶτον τμῆμα, ἀλλ’ ὑπῆρξαν συνεδριάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ ἐπερωτήσεις παραταθεῖσαι ἐπανελήφθησαν μετὰ τὴν διακοπήν.

§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Στέργω νὰ ἐξακολουθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων μέχρις ἐξαντλήσεως.

§156ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο ἀφορᾷ τὴν πλειοψηφίαν, μέχρι τίνος ὥρας πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ· δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ ἐκ τῶν προτέρων· διότι, ἂν αἱ ἐπερωτήσεις παρατείνωνται, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν διαρκῆ συνεδρίασιν, ἄνευ διακοπῆς.

§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν οἱ ἐπερωτῶντες ἐξακολουθῶσι τὴν συζήτησιν, ἡμεῖς θὰ παραμένωμεν ἐνταῦθα.

§158ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι δικαίωμά σας νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν συζήτησιν. Αἱ διακοπαὶ δὲν εἶναι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ γίνονται πρὸς ἄνεσιν. Διατί ἡ πλειοψηφία νὰ δεσμευθῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν;

§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ διακόπτωμεν ὅταν τελειώνωσιν αἱ ἐπερωτήσεις καὶ ἂν ἔτι αὗται ἤθελον διαρκεῖ ἐπὶ πολλὰς ὥρας. Ἡμεῖς θὰ μένωμεν ἐνταῦθα, ἐνόσῳ διαρκοῦσι. Τί ἄλλο ἀπαιτεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς;

§160ΡΑΛΛΗΣ. Δύνασθε νὰ τὸ κάμητε, χωρὶς νὰ τὸ ψηφίσητε. Ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πλειοψηφίας νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν.

§161ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς ὑποβάλλεται ἡ πρότασις, μίαν ἔχει ἔννοιαν, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην διακοπὴν δὲν θὰ ἐπιτραπῇ ἡ συζήτησις ἐπερωτήσεων. Καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν πρέπει νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις. Νομίζω ὅτι δὲν δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς οἱονδήποτε Βουλευτὴν νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν κατὰ τὴν δευτέραν ἐπανάληψιν τῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, θ’ ἀποφασίσῃ περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων της.

§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ περατωθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Αἱ ἐπερωτήσεις δὲν γίνονται κατὰ πᾶσαν στιγμήν.

§163ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν, ὅπως συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ καὶ πρὸ μεσημβρίας, ὑπελόγισεν ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῶν 14 ἡμερῶν, ἃς ἔχομεν, ἵνα συνεδριάσωμεν, ἀναλογοῦσι 42 ὧραι· ζητεῖ λοιπόν, ἵνα ἐντὸς αὐτῶν περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον. Ἐγὼ ἤθελον ἀποτρέψει τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλέγχου, διότι πολὺ καλὰ γνωρίζει, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι εὔκολον. Ἂν ἡ πλειοψηφία θέλῃ νὰ παραμένῃ ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς 9ης π. μ. μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, εἶναι δικαίωμά της, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ παρεμποδίσῃ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐλέγχωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἄν νομίζητε ὅτι θὰ καταπονηθῶμεν ἢ θὰ πεινάσωμεν, θὰ τὸ ἴδωμεν αὔριον.

§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: Ἡ ἀρξαμένη κατὰ τὴν 9ην ὥραν π.μ. συνεδρίασις θὰ διακόπτηται, ὅταν ἐξαντληθῇ πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Μετὰ τὴν διακοπὴν δὲ θὰ ἐπανέρχηται ἡ Βουλή, ἵνα ἐπιληφθῇ τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§165ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρεμορφώθη οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἡ πρότασις ἡ ἀρχικῶς ὑποβληθεῖσα. Πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐνθυμοῦνται, ὅτι, ὅταν ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας ἡ πρότασις αὕτη, εἶχεν ὡς ἑξῆς: Ἡ Βουλὴ θὰ συνεδριάζῃ ἀπὸ τῆς ἐννάτης π. μ. μέχρι τῆς δωδεκάτης, ἤτοι μέχρι τῆς μεσημβρίας, καὶ ἀπὸ τῆς 4 μ.μ. μέχρι τῆς 7½ μ. μ., καὶ ἀπὸ τῆς 8½ μ. μ. μέχρι τοῦ μεσονυκτίου. Συνάμα δὲ προὐτάθη ἐν ἀρχῇ ὁ περιορισμὸς τῶν ἐπερωτήσεων εἰς τὰς πρωϊνὰς συνεδριάσεις, διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἐπαρκὴς ὁ χρόνος πρὸς ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν. Ἀλλὰ ὅταν ὑπεβλήθη αὐτῷ ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν, ἐτροποποίησε τὴν πρότασιν αὐτοῦ, λαβὼν ὡς σανίδα τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ δευτέραν ἤδη ὑπέβαλε πρότασιν, νὰ ἐξακολουθῇ ἡ πρωϊνὴ συνεδρίασις μέχρις οὗ ἐξαντληθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις. Οὐδὲν ἕτερον προτείνει, εἰμὴ νὰ ἐξαντλῶνται αἱ ἐπερωτήσεις μὲ τὴν ἐξάντλησιν τῶν σωματικῶν δυνάμεων τῶν κ. Βουλευτῶν. Τοιαύτην προβάλλων πρότασιν, καταλήγει εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, νὰ προσδιορισθῇ ὁ χρόνος τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν τῶν κ. Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀπεριόριστος. Νομίζω, ὅτι εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα θέλομεν φθάσει διὰ τῆς προτάσεως ταύτης· διότι, ἐὰν συμβῇ νὰ παρατείνωνται αἱ ἐπερωτήσεις μετὰ τὴν μεσημβρίαν, ὁ δὲ ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκόμενος καταληφθῇ ὑπὸ τῆς πείνης, θὰ ὑποβάλῃ ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας καὶ θὰ μεταβῇ νὰ γευματίσῃ, ἀφήνων τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως εἰς ἕτερον συνάδελφον. Διατὶ λοιπὸν νὰ ἀναγκάζωσι τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσιν ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος, νὰ καταφεύγωσιν εἰς τοιαῦτα μέσα, εἰς ἐνστάσεις μὴ ἀπαρτίας, αἱ ὁποῖαι καὶ τὸ Κοινοβούλιον δὲν συνιστῶσι, καὶ ἐκτρέπουσιν αὐτὸ ἀπὸ τῶν κυρίων ἐργασιῶν του; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ ἡ πρότασις αὕτη, ἥτις φαίνεται μᾶλλον ἐκ πείσματος ὑπαγορευθεῖσα. Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει οἱ προτείναντες νὰ ἐπιμένωσιν εἰς αὐτὴν, διότι αὕτη θὰ παραβλάψῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου.

§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος εὑρίσκει πεῖσμα, ἐνῷ ὁμολογεῖ, ὅτι ἐγὼ ὑπεχώρησα εἰς ὅλα. Ἐγὼ ὑπεχώρησα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὑπεχώρησα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς ὅλα ὑπεχώρησα· δὲν γνωρίζω λοιπὸν ποῦ εὑρίσκει τὸ πεῖσμα.

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἡ ἀρξαμένη κατὰ τὴν 9ην ὥραν π. μ. συνεδρίασις θὰ διακόπτηται μετὰ τὴν ἐξάντλησιν πάσης συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τὴν μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Μετὰ δὲ τὴν διακοπὴν θὰ ἐπανέρχηται ἡ Βουλὴ πρὸς συζήτησιν τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...

§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ Γ. Καποδίστρια, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας Γ. Μελισσηνός Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝΔιον. Μυλωνᾶς Ν
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΝἌγγελος Πετραλιᾶς Ν
Ν. Σμόλενιτζ ΝΓεώρ. Κρεστενίτης
Δημ. Οἰκονομίδης ΝΓεώρ. Παπακυριακόπουλος Ν
Δημοσθ. Καΐρης Δημοσθ. Δόγκας Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρίκος ΝἸω. Σισίνης Ν
Κωνστ. Νεγρεπόντης ΝΣτέφ. Σκουλούδης
Ἰωάνν. Πετρίδης ΝΓεώργ. Πετούσης
Ν. Φαρμακόπουλος ΝἈριστομ. Βαλέτας Ο
Σωτ. Δανόπουλος ΝΝικ. Νομικός Ν
Χρ. Βότσαρης ΝΠέτρος Δελένδας Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΚωνστ. Πεταλᾶς Ν
Σπυρ. Βαρζέλης ΟἈλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν
Νικόλ. Λεβίδης ΝΠαναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν
Κωνστ. Κολιάτσος ΝΘεόδ. Ζαΐμης
Δημοσθ. Σκυλίτσης ΝΛεων. Πετιμεζᾶς
Ἀθ. Μουτσόπουλος ΝΓεώργ. Σιβιτανίδης Ν
Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Γιαννούσιος Τάκης Ν
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΝΝ. Δαγρὲς Ν
Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος ΝΚωνστ. Φλέσσας Ο
Δημ. Γ. Ράλλης ΟΝ. Σάλμας Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας ΝΔημ. Τερτίπης
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝἸω. Παλάσκας Ν
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Ἰω. Σταμούλης
Ἀθ. Ἴσκος Κίμων Βελλίνης Ν
Κωνστ. Τοπάλης ΝΞενοφ. Τσαμαγίδης
Νικ. Σχινᾶς ΝἸω. Καζαμπάκας Ν
Γεώργ. Φιλάρετος ΟΙ. Στεφάνου Ν
Νικ. Σταματιάδης ΝΠαν. Λεβέντης
Ἰω. Γιαννακόπουλος ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος
Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΝ. Χαντζηνικολῆς Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΓεώρ. Κόρπας
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝἈχιλ. Ἀγάθος Ν
Περ. Ἀλεξάκης Κωνστ. Βασιλάκης
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΝἸω. Σέχος
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΝικ. Βασιλάκης
Π. Λαμπρινόπουλος ΝἈθ. Παραμυθιώτης
Χαρ. Τζανετάκης ΝΓεώρ. Θεοτόκης
Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΟΓεώργ. Καποδίστριας Ο
Πολύμ. Ζαρίμπας Δημ. Οἰκονόμου Ν
Χρ. Μαστραπᾶς Δημ. Πετρίδης Ν
Γεώργ. Ἀνδρίτσος Π. Ζούζουλας
Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΟΚωνσταντ. Σκαρπέτης
Π. Ρίτσος ΝἈριστ. Μεντζελόπουλος
Ἀνδρ. Βασιλείου ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης
Σπ. Τσιτσάρας ΝἸω. Τζανετάτος Φωκᾶς Ν
Δημ. Χατζόπουλος Δημ. Σβορῶνος Ν
Δημ. Βουλπιώτης Ἄθως Ρωμάνος Ο
Μιχ. Ἰατρίδης ΝΔιον. Καλούτσης Ν
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΝΣπ. Ε. Στάης Ο
Κ. Δ. Βοῦλτσος ΟΧ. Κ. Βοζίκης Ν
Νικ. Σταματόπουλος ΝἈνάρ. Σιμόπουλος Ο
Θ. Πέῤῥος Λ. Καραλίβανος Ν
Γεώργ. Μαυρομιχάλης ΝΠανοῦρ. Πανουργιᾶς
Δημοσθ. Μανούσακης ΝΓ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Δημοσθ. Ματάλας Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Ν
Ἀριστ. Μελετόπουλος ΝἸω. Τσερτίδης Ν
Νικ. Γκουζούλης ΝΧρ. Τζῖνος Ν
Δημ. Πιπινόπουλος ΝΔημ. Βότσης Ν
Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέης ΝΠίνδ. Ἀντωνόπουλος Ν
Φιλώτας Ἰσχόμαχος ΝΠαναγ. Σάκκης Ν
Ἰω. Γεωργαντᾶς Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ν
Ἰω. Λάππας ΝΝικ. Καράπαυλος
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΝἸω. Βρυώνης Ν
Ἄγγ. Καλκάνης ΝΠ. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΝ
Β. Βασιλειάδης Νικ. Δημητριάδης
Ἀθ. Εὐταξίας ΟΓ. Ν. Μπούμπουλης Ο
Ἰω. Μπακόπουλος ΝἈντ. Γουδῆς Ν
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος ΝἈθ. Λαδόπουλος
Φίλ. Βάρβογλης ΝΝ. Βαφειαδάκης
Ν. Τριανταφυλλάκος ΟΓ. Παγανέλης Ν
Ἡλ. Ζέγγελης ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ν
Λάμπρος Σινανιώτης ΝΝ. Δρόσος Ν
Ἰω. Βούτουνας Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
Γ. Μαλέας ΟΣωτ. Χατζηγάκης Ν
Γ. Νικολαΐδης ΝΝιχ. Ταρμπάζης Ν
Λεων. Δεληγεώργης ΝΚ. Χατζηπέτρος Ν
Μιλτ. Γουλιμῆς Θεόδ. Κριεμάδης
Παν. Μερλόπουλος ΟΕὐστ. Κοκκέβης Ν
Περ. Μποῦτος ΝΝ. Γεωργακόπουλος Ν
Ἀλκ. Δεληγιάννης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
Ἀντ. Καρατζᾶς Δημ. Καμαριώτης
Πέτρ. Ταταράκης ΝΔιον. Στάϊκος Ν
Γεώργ. Κουλούρης ΝἈριστόβουλος Μάνεσης Ο
Ὄθων Μαῦρος ΝΣπ. Δεϊμέζης
Ἐλευθ. Μυκώνιος ΝΘεόδ. Λαμπρίτης Ν
Μιλτ. Βαρτότσης ΝἸω. Παπαδόπουλος Ν
Γεώργ. Σισμάνης ΝΘεόδ. Γκίκας
Γεώργ. Πλατανιώτης ΝΠαντελῆς Γκίκας Ν
Ἰω. Καναβὸς Νικ. Τσαμαδὸς Ο
Γ. Φαρμακόπουλος ΝΧριστόδουλος Στεριάδης Ν
Μιχ. Π. Ἰατρὸς Νικ. Κοντογιάννης
Ἀλέξ. Πετσάλης ΝΚομνᾶς Τράκας Ν
Παῦλος Ραζέλος ΟΝ. Χατζῖσκος
Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχάλης Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ο
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝΔημ. Κρίτσας Ν
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΜιχ. Κακαρᾶς Ν
Χαράλ. Κανελλόπουλος ΝΓ. Ἀβέρωφ Ν
Παν. Λαμπρούλιας ΝΚ. Βαρατάσης
Σπ. Τυπάλδος Φορέστης ΝἈλέξ. Μ. Κανάρης Ο
Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς ΝἸω. Α. Κανάρης Ν
Θεόδ. Βελλιανίτης Ν

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 147, ἐξ ὧν 120 εἶπον Ναὶ καὶ 27 εἶπον Ὄχι. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Λαμπρινοπούλου περὶ ἀναβολῆς τῆς ἰσχύος τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Κανονισμοῦ θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 222). Ἀπὸ αὔριον λοιπὸν εἰς τὰς 9 π.μ. ἀκριβῶς ἄρχεται ἡ συνεδρίασις, διότι ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμός, καὶ ἐὰν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν δὲν καταρτισθῇ ἀπαρτία, θὰ λύηται ἡ συνεδρίασις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ 10′ π. μ. τῆς ἐπιούσης.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
2Τῆς 4 Μαρτίου 1896.
3(Δευτέρα)
4Ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦν-
6ται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζωέμποροι καὶ κρεωπῶλαι Ἀθηνῶν δι’ ἀνα-
8φορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἐφαρ-
9μογῆς τοῦ ἐν ἰσχύϊ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμου, καὶ ζητοῦσι
10τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ.
11Ἡ χήρα τοῦ πρώην βουλευτοῦ Ἰθάκης μακαρίτου Παΐζη
12δι’ ἀναφορᾶς της ἐξαιτεῖται μηνιαίαν βοήθειαν παρὰ τῆς
13Βουλῆς.
14Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της
15ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου κατα-
16σκευῆς καὶ ἐπισκευῆς ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν
17πολεμικῶν πλοίων.»
18Ὁ βουλευτὴς Ὕδρας κ. Π. Γκίκας ὑποβάλλει τροπολο-
19γίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ
20νόμου περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.
21Ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλ-
22λει ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Παγανέλης.
23Ἥ τε ἔκθεσις καὶ αἱ τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ δια-
24νεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 213–215).
25Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς ἐκλογὴν
26τοῦ κοσμήτορος τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὴν νέαν διάτα-
27ξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ὡς τοιαύτην προτείνω τὴν προσεχῆ
28Τετάρτην.
29§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
30§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Τετάρτην γενήσεται ἡ ἐκλογὴ
31τοῦ κοσμήτορος.
32Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Παπαμιχαλόπουλος
33ὑποβάλλει ἐκθέσεις αὑτοῦ ἐπὶ 6 ἐκ τῶν ναυτικῶν νομοσχε-
34δίων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
35ἀριθ. 215 δὶς).
36§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
37ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω
38νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται, ἵνα ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ
39νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ τέλους τὰ κατὰ τὴν τέλεσιν τῶν Ὀλυμ-
40πιακῶν ἀγώνων ἐκδοθησόμενα εἰσιτήρια εἰσόδου εἰς τὰ διά-
41φορα ἱδρύματα αὐτῶν.
42Λαμβάνω τὴν τιμὴν ὡσαύτως νὰ προτείνω νομοσχέδιον,
43κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται, ἵνα ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν
44τοῦ 1894 τῆς πόλεως Λαμίας πληρωθῇ μέχρι τέλους τοῦ
45μηνὸς Αὐγούστου 1896.
46Προσέτι δύο νομοσχέδια περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν
47πιστώσεων τῆς χρήσεως 1895, τὸ μὲν ἐκ δραχ. 222,650 ἐπὶ
48τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
49Ναυτικῶν, τὸ δὲ ἐκ δρ. 742,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολο-
50γισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
51§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
52Παράρτημα, ἀριθ. 216–219).
53§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μοι προσέτι,
54Κύριοι, νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχήν σας καὶ ἐπί τινος ἄλλου.
55Ἡμεῖς εἰσηγάγομεν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁσημέραι κατ’ ἀριθ-
56μὸν αὐξάνουσι, καὶ ἐξογκοῦται ἡ ἡμερησία διάταξις. Τινὰ
57τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἴσως οὐχὶ ὀλίγα, πρέπει νὰ ψηφι-
58σθῶσι κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, τροποποιούμενα, βελτιού-
59μενα ἢ ἀποῤῥιπτόμενα, ἀναγκαῖον δ’ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ
60ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων· ἐκτὸς δὲ τούτων ὑπολείπεται ὁ
61προϋπολογισμὸς τοῦ 1896, ὁ ὁποῖος καὶ οὗτος πρέπει νὰ
62ψηφισθῇ πρὸ παντὸς, διότι ἄγομεν τὸν τρίτον μῆνα, κατὰ
63τὸν ὁποῖον δὲν ἔχομεν οὔτε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ δαπανῶ-
64μεν. Ὑπολείπονται ἐν τούτοις μέχρι τῆς Μεγάλης Τετάρτης,
65συμπεριλαμβανομένης, δέκα καὶ τέσσαρες μόνον συνεδριάσεις, ἂν
66δὲ βαίνωμεν ὡς βαίνομεν, θέλει κατασταθῆ ἀδύνατον νὰ ψη-
67φίσωμεν ἄλλο τι, πλὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πολλὰ
68τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐπηρεάζουσι τὸν Προϋπολογισμὸν,
69καὶ σήμερον ἀναγκαζόμεθα νὰ ζητήσωμεν πίστωσιν ἀναπλη-
70ρωτικὴν, διότι αἱ διατάξεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐφηρ-
71μόσθησαν προτήτερα, προέβησαν δ’ οἱ μῆνες, καὶ δαπανῶμεν
72ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τῶν ἰσχυόντων κατὰ τὸ 1895. Τὸ
73μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν πρώτην σύνο-
74δον, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πολὺ χρήσιμον· κατὰ τὸ μέτρον
75ἐκεῖνο, τὸ μὲν δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἐνησκεῖτο ἀπόλυτον
76κατὰ τὰς πρωϊνὰς συνεδριάσεις, ἀλλὰ κατὰ τὰς μεταμεσημ-
77βρινὰς συνεδριάσεις ἡ Βουλὴ ἐπελαμβάνετο τῶν νομοθετικῶν
78μέτρων. Τὸ μέτρον τοῦτο νὰ ἀποδεχθῶμεν καὶ κατὰ τὴν
79σύνοδον ταύτην διὰ τὸ ὑπόλοιπον μέχρι τῶν ἑορτῶν τοῦ
80Πάσχα διάστημα. Κατὰ τὴν πρότασίν μου, ἡ Βουλὴ δύ-
81ναται νὰ συνέρχηται ἀπὸ τῆς ἐννάτης πρωϊνῆς ὥρας, καὶ νὰ
82ἐργάζηται εἰς ἐπερωτήσεις μέχρι τῆς δωδεκάτης· ἂν αἱ
83ἐπερωτήσεις ἐξαντληθῶσι κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα, δύναται
84νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἂν δὲν ἐξαντλη-
85θῶσι, σταματᾷ τὴν μεσημβρίαν ἡ συνεδρίασις, καὶ ἡ Βουλὴ
86ἐπανέρχεται τὴν τετάρτην ὥραν, καὶ τότε προβαίνει εἰς τὴν
87νομοθετικὴν αὐτῆς ἐργασίαν. Ἂν αἱ ἐπερωτήσεις δὲν ἐξηντλή-
88θησαν, ὡς εἶπον, ἐξακολουθοῦσι τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης,
89ἐξασφαλίζονται δὲ οὕτω καὶ μερικαὶ ὧραι νομοθετικῆς ἐργα-
90σίας. Καὶ πάλιν θέλομεν διακόπτει τὴν νομοθετικὴν ἐργα-
91σίαν κατὰ τὴν ἑσπερινὴν ὥραν ἑβδόμην καὶ ἡμίσειαν, ἐπα-
92νερχόμενοι κατὰ τὴν ὀγδόην καὶ ἡμίσειαν καὶ ἐργαζόμενοι
93μέχρι τοῦ μεσονυκτίου. Οὕτω θέλομεν δυνηθῆ νὰ ψηφίσωμεν
94τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα νομοσχέδια, ἂν δὲ γένηται δυνατὸν
95μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα νὰ καταρτισθῇ Βουλὴ, τότε
96προβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν καὶ τῶν ὑπολοίπων νομοσχεδίων,
97ἄλλως ταῦτα θέλουσιν ἀναβληθῆ διὰ τὴν συγκροτηθησομέ-
98νην κατὰ τὸ φθινόπωρον ἔκτακτον σύνοδον τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ
99δὲ πρόκειται περὶ δέκα καὶ τεσσάρων μόνον συνεδριάσεων,
100πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν τὰς δοκιμὰς, διότι καὶ μιᾶς συνεδριά-
101σεως ἡ ἀπώλεια παρακωλύει ἡμᾶς ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐργα-
102σίας, καὶ παρεμβάλλει προσκόμματα πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν
103ἐργασιῶν, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἵνα
104μὴ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὰς δέκα καὶ τέσσαρας ταύτας συνε-
105δριάσεις ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν, ἂν ἐντὸς ἡμι-
106σείας ὥρας ἀπὸ τῆς ὡρισμένης ὥρας τῶν συνεδριάσεων δὲν
107γένηται ἀπαρτία, διαλύεται ἡ Βουλή· διότι, ἂν ἤθελε συμβῆ
108ἐκ τῶν δέκα καὶ τεσσάρων τούτων συνεδριάσεων νὰ ἀπολεσθῇ
109μία ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου, θέλουσιν ὑπολειφθῆ δέκα καὶ
110τρεῖς συνεδριάσεις, θέλει δ’ ἕνεκα τούτου ἐλαττωθῆ ὁ χρόνος
111καὶ ἡ πιθανότης ὅτι θέλουσι ψηφισθῆ τὰ ἀναγκαῖα νομο-
112σχέδια. Πρὸ παντὸς νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐφ’ ὅσον προβάλ-
113λονται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κρίνομεν ὅτι εἶναι ἀπολύτως
114ἀναγκαῖα νὰ συζητηθῶσιν ἢ ψηφισθῶσι, πρέπει νὰ προηγηθῇ
115ἡ εἰρημένη πρότασίς μου πάσης δικονομικῆς διατάξεως τοῦ
116Κανονισμοῦ, τῆς ὁποίας ἡ δοκιμὴ δύναται νὰ γένηται κατό-
117πιν, ἀφοῦ παρέλθῃ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ἑπομένως νὰ ἀναβληθῇ
118ἡ δοκιμὴ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, διότι ἐνδέχεται νὰ περι-
119ορίσῃ τὸν χρόνον τῶν συνεδριάσεων.
120§7ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἰς τὰς 14 ἡμέρας συμπεριλαμβάνετε
121καὶ τὰς Κυριακάς;
122§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ἂν θέλῃ ἡ Βουλή,
123καὶ αὐτὸ τὸ δέχομαι.
124§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· ἀρκετὰ θὰ ἐργαζώμεθα.
125§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν παραδέχηται,
126ἵνα αἱ συνεδριάσεις ἄρχωνται κατὰ τὴν ἐννάτην πρωϊνὴν ὥραν.
127§11ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐνάρξεως δὲν πιστεύω νὰ
128ἦναι τόσον σπουδαῖον, ἂν μάλιστα αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς
129πρόκειται νὰ λήξωσιν ἐντὸς 14 ἡμερῶν. Τοῦτο σεῖς θὰ τὸ
130κανονίσητε. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἂν ἐπερωτήσεις θὰ περιορι-
131σθῶσι καὶ θὰ γίνωνται μόνον κατὰ τὸ τρίωρον διάστημα τὸ
132πρὸ τῆς μεσημβρίας, δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι εἶναι ἀναμφίβολον,
133ὅτι κατὰ τὴν ἐννάτην π. μ. δὲν θὰ εὑρίσκηται ἡ Βουλὴ ἐν
134ἀπαρτίᾳ, θὰ γίνηται δὲ ἀπαρτία κατὰ τὴν ἑνδεκάτην π. μ.
135Λοιπὸν ἀπὸ τὰς ἕνδεκα μέχρι τῶν δώδεκα θὰ ἐπιτρέπηται
136ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων! Τοῦτο εἶναι ἐναντίον
137τῶν ἀρχῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον
138ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε πολεμήσαντα παρομοίαν πρότασιν. Ἑπο-
139μένως, συνεπὴς φαινόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς ἀρχὰς
140αὑτοῦ, ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ περιορισθῇ ὁ
141ἔλεγχος.
142§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐπρό-
143τεινα, ἵνα ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς διαιρῆται εἰς δύο τμή-
144ματα, καὶ τὸ μὲν πρῶτον τμῆμα νὰ ἄρχηται ἀπὸ τῆς ἐννά-
145της πρωϊνῆς ὥρας καὶ λήγει τὴν δωδεκάτην, τὸ δεύτερον νὰ
146ἄρχηται ἀπὸ τῆς τετάρτης μετὰ μεσημβρίαν, νὰ γίνεται
147διακοπὴ κατὰ τὰς 7½ ὥρας τῆς ἑσπέρας, νὰ ἐπαναλαμ-
148βάνηται κατὰ τὰς ὀκτὼ καὶ ἡμίσειαν, καὶ νὰ λήγῃ τὸ μεσο-
149νύκτιον. Ἐπρότεινα ἵνα τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως
150τῆς Βουλῆς ἀφιερωθῇ ἐντελῶς εἰς ἐπερωτήσεις. Τοῦτο εἶναι
151περιορισμὸς τοῦ λόγου; Οὐδὲ εἶναι ἀντίφασις ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος
152ἄλλοτε δὲν ἔστερξα νὰ προσδιορισθῇ μία ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος
153διὰ τὰς ἐπερωτήσεις, διότι τότε ἐπρόκειτο περὶ προσδιορισμοῦ
154μιᾶς ἡμέρας τὴν ἑβδομάδα, καὶ τελευταῖον μάλιστα προὐ-
155τάθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα εἰς δύο ἡμέ-
156ρας τῆς ἑβδομάδος συζητῶνται αἱ ἐπερωτήσεις, ἐνῷ ἐγὼ προ-
157τείνω, ἵνα καθ’ ἡμέραν, ἀλλ’ ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ τῆς ἡμέρας,
158συζητῶνται αἱ ἐπερωτήσεις, ὅπως ὑπολείπηται χρόνος ἐπαρ-
159κὴς διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἀληθῶς, ἐὰν αἱ ἐπερω-
160τήσεις ἀφαιρῶσιν ὅλον τὸν χρόνον τῆς συνεδριάσεως, βεβαίως
161δὲν ὑπολείπεται τοιοῦτος διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Καὶ
162ἀφοῦ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, γίνονται παράπονα, ὅτι ἐργαζόμεθα
163μέχρι τῆς πρωΐας! Ἡ πρότασίς μου λοιπὸν δὲν ἔχει περιορι-
164στικὸν χαρακτῆρα, ἀλλὰ παρέχει πᾶσαν δυνατὴν εὐρύτητα.
165Ἄν αἱ ἐπερωτήσεις δὲν ἐξαντληθῶσι μέχρι τῆς δωδεκάτης,
166τὴν ἐπιοῦσαν ἐξακολουθοῦσιν αἱ ἐπερωτήσεις, ἑπομένως οὐδεὶς
167ἐπέρχεται περιορισμός.
168§13ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐ μόνον
169προτείνει νὰ γίνηται δὶς τῆς ἡμέρας συνεδρίασις,—καὶ πρὸ
170μεσημβρίας καὶ μετὰ μεσημβρίαν—ἀλλὰ προβάλλει καὶ νὰ μὴ
171ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρ. 18 τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος Κανονισμοῦ, ὅπως
172λύηται ἡ συνεδρίασις μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου,
173διαρκοῦσαν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, ὅταν δὲν σχηματισθῇ ἀπαρ-
174τία. Ἐὰν καὶ τοῦτο ψηφισθῇ, τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
175βερνήσεως ἔστω βέβαιος, ὅτι οὔτε τὴν ἑνδεκάτην θὰ ἔχωμεν
176ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ συνεπῶς ὁ ἔλεγχος ἐντελῶς θὰ
177παύσῃ. Ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, κύριε Πρόεδρε, ἐπασχολοῦνται
178οὐ μόνον εἰς τὰς ἀπολύτους ἰδιωτικάς των ἀνάγκας τὴν
179πρωΐαν, ἀλλὰ οἱ ὑπουργικοὶ καὶ εἰς ἐκτέλεσιν ἐντολῶν τῶν
180ἐκλογέων των καὶ εἰς ἐπισκέψεις εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα.
181Λοιπὸν εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀπαρτίαν δὲν θὰ ἔχωμεν πρὸ τῆς
182ἑνδεκάτης, καὶ ἑπομένως ὁ ἔλεγχος θὰ παύσῃ. Τί δὲ γίνεται;
183ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι πάντα τὰ νομοσχέδια εἶναι
184ἀναγκαῖα καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὰ ψηφίσωμεν ἐντὸς 14 ἡμερῶν,
185καὶ ἂν δὲν ἐπαρκέσῃ ὁ χρόνος οὗτος πρὸς ἐπιψήφισιν πάντων
186τῶν νομοσχεδίων, ἀναβάλλομεν τὴν ἐπιψήφισιν τῶν λοιπῶν
187διὰ τὸ φθινόπωρον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κό-
188σμου εἶναι δυνατὸν νὰ συσσωρεύηται τόσος ὁρμαθὸς νομοσχε-
189δίων εἰς μίαν σύνοδον, ὅσος συσσωρεύεται ἐδῶ. Ἐρωτῶ πάντα
190συνάδελφον, εἴτε ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης εἴτε ἐκ τῆς πτέρυ-
191γος ἐκείνης, νὰ μοῦ εἴπῃ, ἂν ἦναι δυνατὸν μόνον ἔστω τὰς
192ἐπικεφαλίδας τοσούτων νομοσχεδίων νὰ κρατήσῃ ἐν νῷ. Εἶναι
193διακωμῴδησις τοῦ πολιτεύματος ἡ τοιαύτη τακτικὴ, ἡ ὁποία
194ἀπό τινος καιροῦ ἤρξατο, καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρω-
195θυπουργὸς, τὸν ὁποῖον ἤκουσα πλειστάκις ἀγορεύοντα περὶ
196τούτου, ὤφειλε νὰ καταργήσῃ τὸ κακὸν τοῦτο, διότι, οὕτω
197νομοθετοῦντες, δὲν ἔχομεν συνείδησιν κἄν περὶ τίνος νομοθε-
198τοῦμεν· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τις γνῶσιν οὔτε τῶν
199ἐπικεφαλίδων τῶν νομοσχεδίων. Ἐρωτῶ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς,
200ἐὰν ἔχωσι γνῶσιν τῶν νομοσχεδίων τῶν παρὰ τῶν συναδέλ-
201φων των προτεινομένων, ἐὰν ἐμελέτησαν ταῦτα λεπτομερῶς.
202Εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο διακωμώδησις τοῦ νομοθετεῖν; Ἐγὼ
203ἔρχομαι ἐνταῦθα τακτικῶς, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐκ ζήλου ἔρ-
204χομαι καὶ ἡμίσειαν ὥραν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως,
205ἀλλὰ μετὰ πέντε καὶ ἓξ ὡρῶν ἐργασίαν εἶναι δυνατὸν ὁ νοῦς νὰ
206ἀνθέξῃ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ σπουδαίων θε-
207μάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προτείνει; Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι,
208ἐναντίον τῶν φυσικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου· διότι, καὶ ἂν
209τὸ σῶμα ἀντέχει, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ θολωθῇ ὁ νοῦς μετὰ
210ἑξάωρον συζήτησιν καὶ ἑπτάωρον ἐπὶ σπουδαίων θεμάτων.
211Ἡμεῖς ἔπρεπε, νομίζω, νὰ ἀποφεύγωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
212τόσον ἐκφραστικῶς δηλοῖ ἡ κοινὴ παροιμία, διότι νομοθετοῦν-
213τες κατεσπευσμένως ἀναγκαζόμεθα τὴν ἑπομένην σύνοδον νὰ
214ἀνατρέπωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὴν προηγουμένην ἐνομοθετή-
215σαμεν, καὶ δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ «ῥάβε, ξύλωνε,
216δουλειὰ νὰ μὴ σοῦ λείπῃ».
217Δὲν εἶναι, νομίζω, ἄξιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
218τῶν ἀρχῶν αὐτοῦ, τὰς ὁποίας καὶ ἐφέτος ἐμνημόνευσε, νὰ
219πιέσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως κατεσπευσμένως καὶ ἄνευ συνειδή-
220σεως προβῇ εἰς ἐπιψήφισιν ἔργων τόσῳ σπουδαίων. Ἐγὼ ἀνέ-
221μενον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ
222πρὸς τὴν Βουλήν: «Κύριοι, τὸ Σύνταγμα θέλει τὴν Βουλὴν
223δρῶσαν τοὐλάχιστον ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ
224ἐργασθῶμεν τοὐλάχιστον ἐπὶ τρεῖς μῆνας, καὶ δὲν εἰργάσθημεν
225οὐδὲ 30 ἡμέρας». Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἦναι πρόθυμοι νὰ
226ἐπανέλθωσι μετὰ τὸ Πάσχα, ἔχει καλῶς· ἐὰν βλέπῃ ὅτι εἶναι
227ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθωσιν, εἶναι προτιμότερον, καὶ ὀλιγώτερον
228τὸ κακὸν, νὰ καλέσῃ ἐκτάκτως τὴν Βουλήν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι τὰ
229ὑπολειφθησόμενα νομοθετήματα εἶναι σπουδαῖα καὶ ἀπαραί-
230τητα διὰ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι λογικὸν, δὲν
231εἶναι κοινοβουλευτικὸν, νὰ ἐπιβάλληται καὶ νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τῶν
232ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τοιαύτην κατεσπευσμένην ἐργασίαν,
233τοιαύτην—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν—ἀσυνείδητον ἐργασίαν.
234Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι εἰς τοὺς συναδέλφους οὐδὲ πατριωτισμὸν,
235οὐδὲ πόνον πρὸς τὴν πατρίδα· δὲν διαφέρουσιν ἡμῶν ἢ κατὰ τὰς
236ἰδέας καὶ τὰς ἀρχὰς περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἂς
237μοὶ εἴπωσι καὶ ἐκεῖνοι, ἐὰν τῷ ὄντι ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ νομο-
238θετῶσιν, οὕτω πως κανονίζοντος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυ-
239βερνήσεως τὰ τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρ-
240χίας των, θὰ ἐρωτῶνται, τί ἐνομοθέτησαν, καὶ θὰ διατελῶσιν ἐν
241πλήρει ἀγνοίᾳ! Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀνθρωπίνως ἀδύνατον εὑρί-
242σκω τὸ πολυώρως ἐργάζεσθαι, καὶ λίαν ἐπιζήμιον τὸ ἐσπευ-
243σμένως νομοθετεῖν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι
244καθῆκον, εἰς ἑκάστην σύνοδον νὰ ψηφίζωσι τρία ἢ τέσσαρα
245μεταῤῥυθμιστικὰ σπουδαῖα νομοσχέδια, καὶ ταῦτα νὰ προ-
246αναγγέλλωνται εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, νὰ ἐξετάζωνται καὶ
247βασανίζωνται πρὸ τῆς συνόδου καὶ ὑπὸ τοῦ τύπου καὶ ὑπὸ
248τοῦ κοινοῦ, καὶ νὰ ἐκδηλῶται ἐπ’ αὐτῶν ἡ κοινὴ γνώμη, οἱ
249δὲ Βουλευταὶ νὰ μελετῶσιν ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας συνεδριά-
250σεις ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων, ἵνα δύνανται κατὰ συνείδη-
251σιν νὰ ἀποφαίνωνται ἐπ’ αὐτῶν, διότι καὶ οἱ μὴ εἰδικοὶ, με-
252λετῶντες, παρακολουθοῦντες τὰς συζητήσεις, φωτίζονται καὶ
253δύνανται ἐν γνώσει νὰ δώσωσι τὴν ψῆφον αὐτῶν.
254Τοιαύτην τινὰ τακτικὴν περιέμενον παρὰ τοῦ κ. Προέδρου
255τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ νὰ ἔρχηται ἐνταῦθα καὶ νὰ μᾶς
256λέγῃ «ψηφίσατε νομοσχέδια ἀπὸ τῆς πρωΐας μέχρι τῆς ἄλλης
257πρωΐας», δὲν τὸ ἐννοῶ. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
258Κυβερνήσεως ἐν ἀγανακτήσει εἶπεν «ἕως τὸ πρωΐ θὰ μείνω-
259μεν!» Καὶ τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι δὲν θὰ θυμώσῃ πάλιν καὶ
260δὲν θὰ ἐπαναλάβῃ τὸ αὐτό; Λοιπὸν τοιαύτην τακτικὴν, τὴν
261ὁποίαν κατεκρίνομεν ἄλλοτε ὅλοι, καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Πρόεδρος
262τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ
263ὁ ἴδιος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
264νήσεως δύναται νὰ ἐκλέξῃ τὰ ἀπαραίτητα νομοσχέδια διὰ
265τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, 4 ἢ 5, ἐκτὸς τῶν ὑπηρεσιακῶν,
266τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιδέχονται συζήτησιν, καὶ οὕτω νὰ προβῶμεν
267ἠρέμα ἐπὶ τὰ ἔργα ἡμῶν. Διότι δὲν θὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Πρόε-
268δρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡμεῖς παντὶ σθένει προσεπαθήσα-
269μεν νὰ εὐκολύνωμεν τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ
270συνδράμωμεν τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ
271τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
272νήσεως καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν
273εἰς τὴν τοιαύτην ἐκβίασιν, ἐκβίασιν σωματικήν, ἐκβίασιν τοῦ
274νοῦ, ἐκβίασιν τῆς συνειδήσεως.
275§14ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριε Πρόεδρε, νὰ
276εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν κρίνω εὔλογον τὴν πρότασιν τοῦ
277ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς μεταβολῆς τῶν
278διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὡς πρὸς τὴν ὥραν, κατὰ τὴν
279ὁποίαν ὡρίσθη νὰ ἄρχωνται αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ
280καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ
281τὴν ὁποίαν αἱ συνεδριάσεις θέλουσιν ἄρχεσθαι τὴν πρωΐαν.
282Δὲν κρίνω δὲ εὔλογον τὴν τροποποίησιν ταύτην τοῦ Κανο-
283νισμοῦ, διὰ πολλοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους, δὲν ἀμφιβάλλω,
284ὅτι καὶ οἱ ἐντεῦθεν καὶ οἱ ἐκεῖθεν καθήμενοι θὰ ἀποδεχθῶσιν
285ὡς ὀρθούς.
286Προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μεταβολὴν τῆς
287διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, τῆς ὁριζούσης ὥραν ἐνάρξεως
288τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς τὴν 4ην μετὰ μεσημβρίαν.
289Ἀλλὰ τίς ὁ λόγος τῆς μεταβολῆς ταύτης; Ὅπως πολὺ
290ὀρθῶς παρετήρησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας
291συνάδελφος, ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, ἡ μέχρι τοῦδε γενομένη,
292εἶναι τοσαύτη, ὥστε δὲν ἀπομένει καιρὸς πλέον, ἵνα καὶ τὴν
293πρωΐαν ἐρχώμεθα ἐνταῦθα, ἀφοῦ φεύγωμεν ἀπὸ τῆς αἰθούσης
294τῆς Βουλῆς τὴν 12 ἢ τὴν 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Κατην-
295τήσαμεν νὰ ἀσχολώμεθα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Βουλὴν,
296καὶ νὰ παραιτῶμεν, ἕνεκα τῶν βουλευτικῶν ἡμῶν ἔργων,
297πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους γινομένη ἐργα-
298σία, ἀποβαίνει ὄχι μόνον κουραστική, ἀλλὰ καθαρὰ ματαιο-
299πονία.
300Προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν μεταβολὴν
301τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἡμί-
302σειαν ὥραν ἀπὸ τῆς ὁρισθείσης δὲν κατορθωθῇ ἀπαρτία, λύε-
303ται ἡ συνεδρίασις. Ἀλλὰ πρὸς τί, Κύριοι, προτείνεται ἡ μετα-
304βολὴ αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ, Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀρτίως
305ἐψηφίσθη, Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφηρμόσθη ἀκόμη, Κα-
306νονισμοῦ, ὁ ὁποῖος μόλις σήμερον τίθεται εἰς ἐφαρμογήν;
307Ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ καὶ εὕρατε
308αὐτὴν δυσκόλως ἐφαρμοζομένην, ἢ καὶ ἀνεφάρμοστον, καὶ
309προτείνετε τὴν μεταβολὴν τῆς διατάξεως ταύτης; Τίς λό-
310γος ὑπαγορεύει, ὅπως κατ’ ἄλλον τρόπον νομοθετήσωμεν
311περὶ τῆς ὥρας τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων, ἐνῷ ἀκόμη δὲν
312ἐφηρμόσαμεν τὰ ἀρτίως ψηφισθέντα; Ἀλλὰ ἔλεγεν ὁ κ.
313Πρωθυπουργός: «δὲν ὑπολείπονται ἡμῖν, Κύριοι, παρὰ 14 μόνον
314συνεδριάσεις μέχρι τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα.» Ἀλλὰ τίς τολμᾷ
315νὰ εἴπῃ, ὅτι μόνον 14 συνεδριάσεις ὑπολείπονται ἡμῖν; Αὐ-
316τὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις καυχᾶται ὅτι εἶναι φύλαξ
317καὶ φρουρὸς ὑπέρμαχος τῶν θεσμῶν τῆς χώρας! Ἀκριβῶς δὲ
318τοῦτο—ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς—συνεπάγεται προφανῆ παρα-
319βίασιν τοῦ Συντάγματος. Ποῦ εἶναι, Κύριοι, τὸ τρίμηνον διά-
320στημα, τὸ ὁποῖον ὡς ἐλάχιστον χρονικὸν ὅριον τῶν ἐργασιῶν
321τῆς Βουλῆς προσδιώρισε τὸ Σύνταγμα; δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ
322ἑξαμήνου, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον τρίμη-
323νον πραγματικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν
324καθηκόντων αὐτῆς. Ποῦ λοιπὸν εἶναι τὸ τρίμηνον τοῦτο διά-
325στημα; Ἐκλήθημεν εἰς πρώτην τακτικὴν συνεδρίασιν τῆς
326συνόδου ταύτης, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τὴν 8 Ἰα-
327νουαρίου. Ἀπὸ τῆς 8 Ἰανουαρίου δὲ δὲν συνεπληρώσαμεν
328μέχρι σήμερον οὐδὲ δίμηνον ἐργασίαν ἀκόμη, ἀλλὰ κυρίως
329εἰπεῖν δὲν συνεπληρώσαμεν οὐδὲ μηνιαίαν ἀκόμη ἐργασίαν,
330ἀφ’ ἧς συνήλθομεν καὶ ἠρξάμεθα ἐργαζόμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ
331ταύτῃ. Καὶ ἰδοὺ ἀπόδειξις, τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ
332συνεδριάσει τῆς 20 Ἰανουαρίου καλούμεθα παρὰ τοῦ προσω-
333ρινοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅπως κανονίσωμεν τὴν ἡμέραν
334τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου· ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς
33524 Ἰανουαρίου γίνεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου· ἐν τῇ συν-
336εδριάσει τῆς 25 Ἰανουαρίου γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀντι-
337προέδρων τῆς Βουλῆς καὶ τῶν γραμματέων, ἐν τῇ συνεδριά-
338σει τῆς 26 Ἰανουαρίου ἐκλέγονται αἱ ἐπιτροπαί, καὶ ἐντεῦ-
339θεν, καταρτισθέντος τοῦ Σώματος, ἄρχεται ἡ πραγματικὴ
340ἐργασία τῆς Βουλῆς. Μόλις, Κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν,
341κατὰ τὸ τέλος τοῦ λήξαντος μηνὸς συνεπληρώθη μηνιαῖον
342διάστημα, ἀφ’ ἧς ἠρξάμεθα τῶν νομοθετικῶν ἡμῶν ἔργων,
343καὶ θέλετε μετὰ 15 ἡμέρας νὰ παύσωμεν ἐργαζόμενοι, νὰ
344θεωρηθῇ δὲ ὡς ἐκπληρώσασα τὸ ἔργον αὐτῆς ἡ σύνοδος αὕτη
345ἡ βουλευτική! Ποῖος νόμος, ποῖος λόγος ὑπαγορεύει τοῦτο;
346Ἀλλὰ βεβαίως, ὅταν εἰσάγωμεν σωρείαν νομοσχεδίων καὶ
347ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ τυφλοῖς ὄμμασιν, ἀσυν-
348ειδήτως, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος,
349ψηφίσῃ τὸν ὁρμαθὸν τῶν νομοσχεδίων τούτων, χωρὶς οὐχὶ νὰ
350συζητήσῃ αὐτά, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ ἴδῃ κἄν τὰς ἐπιγραφὰς αὐτῶν,
351ὅταν καταρτίζωμεν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπὶ τῇ θέᾳ τῆς
352ὁποίας ἰλιγγιᾷ καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ ἀντίληψις, τοιαύτην ἡμε-
353ρησίαν διάταξιν, ὡς ἡ σημερινὴ, περιέχουσαν 67 ἐν ὅλῳ νο-
354μοσχέδια, βεβαίως φυσικὸν εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εὑ-
355ρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα ζητήσῃ καὶ πρωϊνὴν συνεδρία-
356σιν καὶ νυκτερινὴν συνεδρίασιν, καὶ διαρκῶς τέλος συνεδρίασιν,
357κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ γίνηται διακοπὴ οὐδὲ πρὸς γεῦμα.
358Καὶ δὲν ἀρκοῦσι τὰ νομοσχέδια τὰ ἤδη ὑποβεβλημένα εἰς
359τὴν Βουλὴν, ἀλλεπάλληλα, ἀκαταπαύστως ἐξακολουθοῦσι
360νὰ εἰσάγωνται νομοσχέδια ἀκόμη· καὶ σήμερον δὲ ὁ κ. Πρω-
361θυπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἄλλα νομοσχέδια,
362ὅπως τυφλοῖς ὄμμασι ψηφίσωμεν καὶ ταῦτα, καὶ πλουτίσωμεν
363οὕτω τὴν ἄλλως τε πλουσιωτάτην νομοθετικὴν ἐσοδείαν τῆς
364συνόδου ταύτης διὰ προϊόντων ἀώρων, ἀμελετήτων καὶ ἀσυ-
365ζητήτων. Ἀλλὰ τοιαύτη τακτικὴ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω
366ὅτι ὑπερβαίνει καὶ τῆς ἀνθρωπίνης ἀντοχῆς τὰ ὅρια, ἀλλὰ
367καὶ τῆς στοιχειωδεστέρας εὐσυνειδησίας ἐν τῇ ἐργασίᾳ τὰς
368ἀπαιτήσεις.
369Διὰ τοὺς λόγους τούτους λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, φρονῶ, ὡς
370προεῖπον, ὅτι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν τῆς αἰθούσης ταύτης
371δὲν θὰ εὑρεθῇ τις, ὁ ὁποῖος ἐν συνειδήσει νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν
372πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
373§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν
374καλεῖται ἡ Βουλὴ, ἵνα συνεδριάζῃ καὶ πρὸ μεσημβρίας καὶ
375μετὰ μεσημβρίαν καὶ ἐν καιρῷ νυκτός. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει
376τὸ ἐξαιρετικὸν ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυ-
377βερνήσεως, εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ ἄλλοτε ἡ Βουλὴ μόνον μετὰ
378μακρὰν ἐργασίαν δύο καὶ πλέον μηνῶν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγ-
379κην, χάριν ἐπιψηφίσεως τῶν ἐπειγόντων νομοσχεδίων καὶ τοῦ
380Προϋπολογισμοῦ, νὰ συνεδριάζῃ ἐπὶ πλείονας ὥρας, νῦν προ-
381τείνεται ἡ λῆψις τοῦ μέτρου τούτου, ἐνῷ εὑρισκόμεθα ἀκόμη
382ἐν ἀρχῇ τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου ταύτης. Λέγω δ’ ἐν ἀρχῇ,
383κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν πρέπει νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, πότε
384συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἀπὸ πότε ἤρξατο κυρίως τῶν νο-
385μοθετικῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν αὐτῆς
386ἤρξατο μόλις περὶ τὸ τέλος τῆς πρώτης ἑβδομάδος τῆς Τεσσα-
387ρακοστῆς. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐὰν δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ποίαν
388συνεδρίασιν ἔχομεν σήμερον; Πρὸ μικροῦ ἐπεκυρώθησαν τὰ
389πρακτικὰ τῆς 31 συνεδριάσεως, καὶ σήμερον μόλις ἔχομεν τὴν
39032 συνεδρίασιν. Καὶ ἐν περιπτώσει λοιπὸν, καθ’ ἣν, κατὰ τὸ
391ῥητὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἡ σύνοδος θὰ περιορισθῇ
392εἰς τρεῖς μόνον μῆνας, ἔχομεν ἀκόμη ὑπολειπομένας ἐνώπιον
393ἡμῶν συνεδριάσεις τοὐλάχιστον περὶ τὰς 40, ἐὰν θέλωμεν νὰ
394ἤμεθα ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος. Κατ’ αὐτὰς τὰς
395ὑπολειπομένας 40 συνεδριάσεις νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν πᾶν
396ὅ,τι συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, πᾶν
397ὅ,τι θεωρεῖται κατεπεῖγον, νὰ μελετηθῇ, νὰ συζητηθῇ καὶ
398νὰ ἐπιψηφισθῇ ἐν πάσῃ ἀνέσει. Διὸ δὲν βλέπω τὸν λόγον,
399Κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ περιορίσωμεν τὰς
400ἐργασίας τῆς Βουλῆς εἰς 14 μόνον συνεδριάσεις, καὶ νὰ θε-
401λήσωμεν νὰ συνεδριάζωμεν καὶ τὴν πρωΐαν καὶ μετὰ μεσημ-
402βρίαν, καὶ τὴν νύκτα, μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἐπέκεινα.
403Ἡμεῖς, εὑρισκόμενοι ἄλλοτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει μετὰ τοῦ
404κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπολεμήσαμεν μετὰ πάσης
405σφοδρότητος τὰς προτάσεις, ἃς προέβαλλεν ἡ τότε πλειοψη-
406φία, περὶ τοιούτων ἡμερησίων ὁλονυκτίων συνεδριάσεων· καὶ
407πότε; περὶ τὸ τέλος τῶν συνόδων. Πολὺ μᾶλλον πρέπει νῦν,
408συνεπεῖς φαινόμενοι πρὸς ὅσα τότε ὑπεστηρίζομεν, νὰ ἀπο-
409κρούσωμεν τοιαύτην πρότασιν, ὑποβαλλομένην εἰς τὴν Βου-
410λὴν εὐθὺς κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς.
411Εἶχε λόγον τινὰ ἡ τοιαύτη πρότασις καὶ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν
412ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον αὐτῆς, διατί;
413διότι ἕνεκα περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως καὶ τῆς
414Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς τὸ νομοθετικὸν σῶμα εἶχε κληθῆ
415κατὰ τὸν Ἀπρίλιον μῆνα· ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ταχέως καὶ
416νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ ὅλα τὰ συναφῆ νομοσχέ-
417διά του, ἵνα ἐφαρμοσθῇ τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦ μέσου τοῦ ἔτους,
418καὶ οἱ Βουλευταὶ τότε ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ ἀπέλθωσιν εἰς
419τὰς ἐπαρχίας των χάριν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύναντο
420νὰ παρίδωσιν. Ἀλλὰ τίς λόγος, Κύριοι, ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ
421ἀκολουθήσωμεν τὴν τακτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠκολουθή-
422σαμεν κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον, ὑπείκοντες εἰς σιδηρᾶν ἀνάγ-
423κην; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι φοβεῖται μήπως μετὰ τὸ
424Πάσχα δὲν ἐπανέλθωμεν ἐνταῦθα καὶ δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἐξα-
425κολουθήσωμεν τὰς συνεδριάσεις ἡμῶν. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι
426τοῦτο ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ προΐδῃ ἐγκαίρως καὶ οὐχὶ
427νῦν ὤφειλε νὰ τὸ προΐδῃ τότε, ὅτε δὲν συνεκάλει τὴν Βου-
428λὴν ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένης προθεσμίας,
429κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ὀκτωβρίου, ἢ τοὐλάχιστον εἰς τὰς ἀρχὰς
430Νοεμβρίου, ὅτε αὐτοδικαίως αὕτη ὤφειλε νὰ συνέλθῃ. Διότι,
431ἐὰν συνεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ τότε καὶ εἶχεν ἑτοίμην ἡ Κυβέρ-
432νησις ὅλην τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, θὰ εἴχομεν καιρὸν
433μέχρι τοῦ Πάσχα νὰ τελειώσωμεν ὅλας τὰς ἐργασίας ἡμῶν.
434Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀνέβαλε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν,
435ἀθετοῦσα κατὰ τοῦτο ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος
436(Φωναί: ψύχωσις! ψύχωσις!). Ἡ ψύχωσις, Κύριοι, ἡ ὀλε-
437θρία διὰ τὸν τόπον, εἶναι ἡ ψύχωσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀθε-
438τοῦσι τὸν θεμελιώδη ἡμῶν χάρτην, ἐφ’ οὗ ἑδράζονται καὶ αἱ
439ἐλευθερίαι ἡμῶν καὶ ὅλον τὸ πολιτικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα, καὶ
440οὐχὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠναγκασμένοι τὰς τοιαύτας
441ἀθετήσεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν νὰ καταγγέλλωσιν, ἐπὶ τῇ
442ἐλπίδι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προληφθῶσι μείζονα κακὰ διὰ
443τὸν τόπον. Τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη, καὶ ἠγόρευσαν τότε ὁ
444ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς,
445καὶ ἀπέδειξαν ὅτι ἦτο τῷ ὄντι ἀθέτησις θεμελιώδους διατά-
446ξεως τοῦ Συντάγματος ἡ μὴ σύγκλησις τῆς Βουλῆς ἐντὸς
447τοῦ Νοεμβρίου μηνός. Διότι, Κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ ἀρχαὶ
448τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Ὅσοι παρηκολουθήσατε
449τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ κοιτίδι, ἐν Ἀγγλίᾳ,
450γινώσκετε, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἔσχεν ὡς πρώ-
451την ἀφετηρίαν ἀκριβῶς ταύτην, τὴν ἀπαίτησιν δηλονότι
452τῆς χώρας, ὅπως αὐτὴ ψηφίζῃ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
453Κράτους καὶ τοὺς φόρους καὶ ὅπως ἄνευ τούτου τὸ Κράτος
454μήτε δαπανᾷ τι, μήτε εἰσπράττῃ. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη βά-
455σις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρ-
456νησις, τὴν βάσιν ταύτην ἀθετοῦσα, δὲν συνεκάλεσεν ἐγκαί-
457ρως τὴν Βουλήν, ὅπως αὕτη ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ
458τὸ ἐνεστὼς ἔτος, μὴ συγκαλέσασα δὲ τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως,
459ἀντισυνταγματικῶς κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα, τὸν Ἰανουάριον,
460καὶ ἐδαπάνησε καὶ εἰσέπραξεν. Εἶναι δὲ ὅλως ἀδικαιολόγητος
461νὰ ἔρχηται νῦν καὶ νὰ λέγῃ: «ἔχομεν σωρείαν νομοσχεδίων
462ἐνώπιόν μας· πρέπει ταῦτα ἐντὸς 15 ἡμερῶν νὰ τὰ ψηφίσωμεν.»
463Κινδυνεύει, Κύριοι, νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἐξεπίτηδες καὶ τὸ Σύν-
464ταγμα ἠθετήθη καὶ ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς ἀνεβλήθη ἐπὶ το-
465σοῦτον, ὅπως περιορισθῇ τῷ ὄντι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία ἡμῶν
466εἰς τόσον ὀλίγας ἡμέρας. Κινδυνεύει τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τοῦτο
467δὲν γίνεται δι’ ἄλλον λόγον ἢ διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ κοινο-
468βουλευτικὸς θεσμὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι παρῳδία· διότι βε-
469βαίως δὲν εἶναι ἢ παρῳδία καθαρὰ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐργα-
470σία αὕτη, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσάγονται οὐχὶ δεκάδες, ἀλλὰ
471ἑκατοντάδες ὅλαι νομοσχεδίων,—διότι εἰς ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα
472ἀνέρχονται τὰ νομοσχέδια ὅλα, τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν
473Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν,—ἐνῷ δὲν εἶναι δυνατόν, οὐχὶ νὰ συ-
474ζητηθῶσιν αὐτὰ ὡς δεῖ, οὐχὶ νὰ μελετηθῶσιν, ἀλλὰ οὐδὲ
475νὰ ἀναγνωσθῶσι κἂν ἐπισταμένως παρὰ τῶν κ. Βουλευτῶν.
476Καὶ ἠξεύρετε, ὁποία ἡ νομοθετικὴ αὕτη ἐργασία; Πάντα τὰ
477νομοσχέδια σχεδὸν συντάσσονται παρὰ τοῦ τυχόντος τμημα-
478τάρχου, παρὰ τοῦ πρώτου τυχόντος ὑπουργικοῦ γραμμα-
479τέως, παρὰ τοῦ πρώτου τυχόντος ἐξ ἐπαγγέλματος νομοσχε-
480διοποιοῦ, ἢ μεταφραστοῦ. Οὕτω συντεταγμένα εἰσήχθησαν
481αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκολούθως παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουρ-
482γῶν, ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ μέχρι τοῦδε ἀπεδείχθη ὅτι εἰσή-
483γαγον αὐτὰ χωρὶς προηγουμένως οἱ ἴδιοι νὰ τὰ ἀναγνώ-
484σωσι! Τοιαῦτα δὲ νομοσχέδια ψηφίζονται, χωρὶς κἂν νὰ προ-
485φθάσωμεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ πολλὰ ἐξ αὐτῶν νὰ τὰ διέλ-
486θωμεν ἅπαξ, ἡ δὲ γιγνομένη ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἀνάγνω-
487σίς των εἰς πᾶν ἄλλο συντελεῖ ἢ εἰς τὴν κατάληψιν τῶν νο-
488μοσχεδίων.
489Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
490βερνήσεως, ὅπως ἐντὸς δεκατεσσάρων συνεδριάσεων ψηφίσωμεν
491ἑκατὸν νομοσχέδια, εἰς οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ ἢ εἰς τὴν κοινο-
492βουλευτικὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ συνετελέσθη ἡ
493οἰκονομική, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολί-
494τευμα δὲν ἔχει πλέον λόγον ὑποστάσεως ἐν ἡμῖν. Ἀλλὰ ἡ
495ἐπιμονὴ τοῦ κ. Προέδρου κινδυνεύει νὰ περιαγάγῃ τὴν Κυ-
496βέρνησιν καὶ εἰς ἄλλο ἄτοπον. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς θὰ καταπέσῃ
497τὸ γόητρον τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχε-
498δίων δι’ ἁπλῆς ἀναγνώσεως, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ Βουλή
499δὲν νομοθετεῖ, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ οἱ ὑποβάλλοντες εἰς
500αὐτὴν τὰ νομοσχέδια, ἐπίκειται καὶ ὁ κίνδυνος νὰ παραλύσῃ
501ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Διότι δὲν
502ἠξεύρω εἰς τί θὰ ἐπαρκέσωσι κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας οἱ κύ-
503ριοι Ὑπουργοί, παραμένοντες ἐνταῦθα καὶ πρὸ μεσημβρίας
504καὶ μετὰ μεσημβρίαν καὶ καθ’ ὅλην τὴν νύκτα. Ἀλλὰ καὶ
505ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, θὰ δυ-
506νηθῶσι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ πρῶτα καὶ κύρια καθήκοντά
507των, ὡς Ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους; Καὶ ἀφοῦ οὕτω πως ἀπο-
508συντίθεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, πρόκειται νὰ ἀποσυντεθῇ
509καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ καθόλου διοίκησις τῆς χώρας.
510Ἐλπίζω ὅτι, μεθ’ ὅλα ταῦτα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
511νήσεως, ὡριμώτερον σκεπτόμενος, θὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν
512του, καὶ θὰ ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν ν’ ἀκολουθήσῃ ἀνέτως τὰς
513ἐργασίας της, τοὐλάχιστον ἕως οὗ συμπληρωθῇ ὁ χρόνος, ὁ
514ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτούμενος, τῶν τριῶν μηνῶν, καὶ
515ἂν παρατηρήσωμεν ὅτι ὑπολείπεται ἀκόμη κατεπείγουσα νο-
516μοθετικὴ ἐργασία, τῆς ὁποίας ἡ ἀναβολὴ ἤθελε βλάψει
517σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους, τότε, ἀλλὰ τότε καὶ μό-
518νον, δυνάμεθα νὰ συνεδριάσωμεν καὶ 10 καὶ 15 ὥρας τὸ ἡμε-
519ρονύκτιον.
520Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ ἔχῃ ὅσον τάχος τὸν Προϋ-
521πολογισμόν· ἂς προτάξῃ αὐτὸν, καὶ ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια,
522τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἀναποσπάστως συνδεδεμένα μετ’ αὐτοῦ, ἂς
523τὰ ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον, ἵνα
524δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς αὐτά. Διότι τώρα,
525πρὸς Θεοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ 67 νομοσχέδια, τὰ ἀνα-
526γεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν;
527Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀπαραίτητα διὰ
528τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, δύνανται νὰ ἀναβληθῶσιν εἰς
529ἄλλην σύνοδον,—διότι ἐλπίζω ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο θὰ
530ἔχωμεν καὶ ἔκτακτον σύνοδον.
531Αἱ διπλαῖ συνεδριάσεις πάντοτε ἔχουσί τι τὸ προσκροῦον
532εἰς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅταν
533γίνωνται ἄνευ σπουδαίου λόγου. Πρέπει δὲ νὰ διασώσωμεν,
534κατὰ πρόσχημα τοὐλάχιστον, τὴν ὑπόληψιν καὶ νὰ κηδώ-
535μεθα τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου, ψηφίζοντες νόμους,
536οὓς προηγουμένως ἀνεγνώσαμεν. Τοῦτο ἀπαιτεῖ αὐτὴ ἡ
537τιμή μας, αὐτὸς ὁ ἀνθρωπισμός μας.
538§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄν, κύριοι Βουλευταί, τὸ «ἁμαρτίαι
539γονέων παιδεύουσι τέκνα» ἦναι σκληρόν, σκληρότερον εἶναι
540αἱ ἁμαρτίαι τῶν Πρωθυπουργῶν νὰ παιδεύωσι τοὺς Βουλευ-
541τὰς καὶ νὰ καταπιέζωσι καὶ τυραννῶσι τὸν τόπον· διότι,
542ἂν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐκπροσωπῇ
543τὸν τόπον, ἀλλὰ φέρεται ὡς τύραννος, πιέζων τοὺς νομοθέ-
544τας, ἵνα νομοθετήσωσι, τότε δὲν βλέπω, κύριοι Βουλευταί,
545καμμίαν διαφορὰν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος πρὸς τὴν
546ἀπόλυτον μοναρχίαν, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ διαμαρτυρηθῶ-
547μεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰσάγων
548τὸν Προϋπολογισμόν, μᾶς ὑπεσχέθη τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας,
549ἔκτοτε δὲ ὑπέβαλεν ἑκατοντάδα νομοσχεδίων διὰ τὴν βελτίω-
550σιν τῶν πραγμάτων, καὶ πρὸ μικροῦ ἐδήλωσεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι
551ὑπολογίζει ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ σειρὰ θὰ ψηφισθῇ ἐντὸς ὀλίγου,
552ἢ ὅτι θὰ κινδυνεύσῃ νὰ μὴ ψηφισθῶσιν οὐδὲ τὰ ἀπαραιτήτως
553ἀναγκαῖα. Καὶ δύναμαι νὰ διακρίνω παράπονον οὐχὶ πρὸς τὴν
554Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ πρὸς τοὺς φίλους του, οἱ ὁποῖοι δὲν
555τὸν ἐβοήθησαν ἐπαρκῶς, ὅπως συνεδριάζῃ ἐπὶ πολλὰς ὥρας
556ἡ Βουλή, ὥστε νὰ παρατείνωνται αἱ συνεδριάσεις πέραν τῶν
557λογικῶν καὶ φυσικῶν ὁρίων. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργι-
558κοῦ Συμβουλίου, μετὰ σοβαρότητος, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμην
559νὰ περιμείνω παρ’ αὐτοῦ, ἐνόμισεν, ὅτι καὶ τὸ πρόγραμμα τὸ
560ὑποβληθὲν ἐκτελεῖ καὶ τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, ἐὰν
561ἀρχίσωμεν διπλᾶς συνεδριάσεις, ἵνα δώσωμεν τέρμα εἰς τὴν
562σύνοδον. Ὁ προαγορεύσας ἱκανὰ εἶπεν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ
563μὴ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
564βουλίου τὴν ἐρώτησιν, τίς ὁ πταίων, ἂν δὲν ὑπάρχῃ χρόνος;
565Μὴ τὸ Σύνταγμα δὲν προέβλεψε περὶ τούτου; Διατὶ νὰ μὴ
566εὑρίσκηται παροῦσα ἡ Βουλή; διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶ-
567πεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι θὰ εἶχε τὸν συμβιβασμὸν τετελεσμένον, καὶ
568ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ταύτῃ ἀνέβαλε τὴν σύγκλησιν τῆς συνόδου.
569Δὲν ἠξεύρω πόσοι εἶχον θεωρήσει τὴν τοιαύτην θεωρίαν βάσι-
570μον· ἐγὼ δὲν τὴν ἐπίστευσα. Ἰδοὺ διατὶ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι
571δίκαιον, τὰς ἁμαρτίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ πληρώσω-
572σιν οἱ Βουλευταί· διότι ὅλοι ἔχομεν καθῆκον πρὸς τὴν πα-
573τρίδα, ἀλλὰ τίς δύναται νὰ φέρῃ τὸ βάρος τῆς τοιαύτης ἐρ-
574γασίας; Δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποκρύπτωμεν· δύνανται νὰ ὑπάρ-
575ξωσι καὶ ἥρωες, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δύνανται, ν’ ἀντα-
576ποκριθῶσιν εἰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις. Τί λέγει; νὰ ἐρχώμεθα
577τὴν ἐννάτην ὥραν πρωϊνὴν, νὰ ἐνασκῶμεν τὸν ἔλεγχον, νὰ
578διακόπτωμεν τὴν μεσημβρίαν, νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὴν 4ην
579ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, νὰ διακόπτωμεν εἰς τὰς 7 καὶ ἡμί-
580σειαν, καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰς 9, παραμένοντες μέχρι τοῦ
581μεσονυκτίου καὶ πέραν τούτου. Ἀλλὰ πόσαι ἡμέραι παρῆλ-
582θον, ἀφ’ ἧς ἄλλο πρόγραμμα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, τὸ
583ὁποῖον δὲν ἐτήρησε;
584Κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ σπουδαιοτάτην τὴν πρόκλησιν
585τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν θεωρῶ ἐξόχως σπουδαίαν, τὴν
586θεωρῶ ὡς καθιεροῦσαν ἓν ἔτι προηγούμενον διὰ τὴν δυστυχίαν
587τοῦ τόπου· διότι οὐδὲν χεῖρον τῆς πρωθυπουργικῆς τυραννίας.
588Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἂν αὔριον ἢ μεθαύριον εἷς τῶν Βου-
589λευτῶν μεταβῇ εἰς γωνίαν τινὰ καὶ εἴπῃ: «ἔχετε τοὺς ἀριθ-
590μούς, ἀλλὰ δικαίωμά μας εἶναι, καὶ ἡμεῖς νὰ ἀντιτάξωμεν
591τὴν ἄμυναν, ἵνα σώσωμεν τὸ Σύνταγμα», κατὰ τὴν θεωρίαν
592τοῦ ἰδίου κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐξακολουθῇ οὐδὲν ἕτερον
593πράττων ἢ νὰ ὑποβάλλῃ ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, θὰ εἴ-
594πητε δικαίωμά του εἶναι. Τί ἐδίδαξε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
595πρὸς τοὺς νεωτέρους; Ἰδοὺ τί ἔλεγε, συζητῶν τὸν Κανονι-
596σμὸν, κατὰ τὴν 21 παρελθόντος Φεβρουαρίου. Ἀκούσατε,
597διότι πιθανόν τινες ἐξ ὑμῶν νὰ μὴ ἦσθε τότε παρόντες (ἀνα-
598γινώσκει).
599«... Ἀλλ’ ἐπίσης ὀφείλω, ἕνεκα τῆς ἰδιότητος, τὴν
600»ὁποίαν ἔχω, νὰ ἀποφύγω νὰ ἀναμνησθῶ καὶ τῆς ἄλλης πα-
601»ρελθούσης περιόδου τῆς Βουλῆς· χρεωστῶ δὲ νὰ ὁμολογήσω,
602»ὅτι, ἐὰν ὁ Κανονισμὸς σκοπῇ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ κῦρος τῶν
603»θελήσεων τῆς πλειοψηφίας, πρέπει ὡσαύτως νὰ ἐφοπλίσῃ τὰς
604»μειοψηφίας, ἵνα ἀμύνωνται κατὰ πάσης καταχρήσεως τῆς
605»θελήσεως τῶν πλειόνων... Καὶ τί ἐγίνετο ἐν Ἀγγλίᾳ τόσα
606»ἔτη; Καὶ τί ἐγίνετο ἐν Οὑγγαρίᾳ τόσους μῆνας; Καὶ τί
607»ἐγίνετο καὶ παρ’ ἡμῖν; Μήπως δὲν συνετελεῖτο παρ’ ἡμῖν
608»κωλυσιεργία; Καὶ βεβαιωθῆτε—χωρὶς νὰ ἀφήσω κανένα
609»ὑπαινιγμὸν, δηλοῦντα τὴν προαίρεσίν μου ἵνα ἀναμνήσω εἰς
610»ὑμᾶς τὸ παρελθὸν καὶ ἐπιβαρύνω τοὺς τότε κυβερνῶντας—
611»βεβαιωθῆτε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπράττομεν οὕτω ἐν πλήρει
612»συνειδήσει, ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον...»
613«ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ.... Ἡ κωλυσιεργία εἶναι ἐπανά-
614»στασις.
615»Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ κωλυσιεργία ἦναι ἐπα-
616»νάστασις, ἡ αὐθαίρετος καὶ ἄλογος πλειοψηφία εἶναι τυραν-
617»νία, ὅταν δὲ τυραννῇ ἡ πλειοψηφία, δικαιολογεῖται ἡ μειο-
618»ψηφία κωλυσιεργοῦσα.»
619Ἔχετε τὸ δικαίωμα, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ ἐνασκῆτε τὴν
620πρωθυπουργικὴν δικτατορίαν, καὶ ἐμιμήθητε ἄλλους, οἱ ὁ-
621ποῖοι τὴν ἀνέπτυξαν ὡς δόγμα, ἀλλὰ θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα
622οἱ καταπιεζόμενοι νὰ ἀντιτάξωσι τὴν κωλυσιεργίαν· διότι, ὡς
623ὑμεῖς ἔχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι ὑπηρετεῖτε τὴν πατρίδα, οὕτω
624καὶ ἐκεῖνοι. Σπουδαιολογοῦμεν; ἢ παίζομεν καὶ ἐμπαιζόμεθα;
625Πρὸς τί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, Κανονισμὸν, διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ
626ὁποίου κατετρίψαμεν τόσον χρόνον συζητοῦντες, ζητεῖ μετ’ ὀ-
627λίγας ὥρας νὰ μεταβάλῃ; Μήπως ἔχει παράπονον, ὅτι ἡ
628πλειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία δὲν παρευρέθησαν εἰς τὰς θέ-
629σεις των τὴν 4ην ἀκριβῶς ὥραν; Ἔχετε Κανονισμὸν, ὅστις
630λέγει ἐν ἄρθρῳ 18, ὅτι, ἂν δὲν σχηματισθῇ ἀπαρτία ἡμίσειαν
631ὥραν ἀπὸ τῆς ὁρισθείσης, λύεται ἡ συνεδρίασις. Καὶ μόλις
632ἔζησεν ἡμίσειαν ὥραν ὁ Κανονισμὸς, ἀπεφάσισεν ὁ κ. Πρωθυ-
633πουργὸς, μὴ ὑπολογίσας ὁποίαν ἐντύπωσιν ἤθελε προξενήσει
634ἡ πρότασις αὕτη, ἀπεφάσισε νὰ προτείνῃ τροποποίησιν τοῦ
635Κανονισμοῦ, χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφον πρότασιν, χωρὶς αὕτη
636νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, χωρὶς νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
637διατάξει, χωρὶς νὰ συζητηθῇ, χωρὶς νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρα-
638κτικὰ, χωρὶς νὰ συναρμολογηθῇ ὁ Κανονισμός. Πότε λοιπὸν
639ἐσπουδαιολόγει ὁ κ. Πρωθυπουργός; ὅταν συνίστα εἰς τὴν
640Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, ἢ σήμερον; Ἀκόμη
641εἶναι νωπὴ ἡ τυπογραφικὴ μελάνη τοῦ Κανονισμοῦ.
642Διὰ τοῦτο, Κύριοι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προκληθῇ ἐπὶ τοῦ
643προκειμένου πλειότερον ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, ἀδιακρίτως πτέ-
644ρυγος καὶ ἀποχρώσεων κομματικῶν. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ
645μικρῶν. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι,
646ὅτι ἡ τακτικὴ σύνοδος ὀφείλει νὰ ἔχῃ διάρκειαν τοὐλάχιστον
647τριῶν μηνῶν καὶ τὸ πολὺ ἓξ μηνῶν; Καὶ ὅταν ἦναι ἀναγε-
648γραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
649βερνήσεως ὑπολογίζει τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου 50 ἡμε-
650ρῶν, καὶ πιέζει κατὰ τρόπον τοιοῦτον τὰ μέλη τοῦ νομοθε-
651τικοῦ σώματος; Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, πόσοι εἶχον
652τὸν καιρὸν νὰ μελετήσωσι τὰ διανεμηθέντα νομοσχέδια· ἐγὼ
653διακηρύσσω, ὅτι ἐλάχιστα ἠδυνήθην νὰ ἀναγνώσω, πολὺ δὲ
654ὀλιγώτερον νὰ μελετήσω. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσί τινα, τὰ
655ὁποῖα ψηφίζονται κατὰ τρόπον—ἂς τὸ εἴπωμεν ἐπὶ τὸ ἐλα-
656φρότερον—λίαν περίεργον, ἀλλὰ καὶ ὕποπτον. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς
657ἀναφέρω, ὡς παράδειγμα,—διότι ἀλλοίμονον, ἂν ἐπρόκειτο νὰ
658προβῶ εἰς σύντομόν τινα ἀνάλυσιν τῆς σπουδαιότητος τῶν νο-
659μοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σᾶς καλεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ψη-
660φίσητε,—ἀρκεῖ, λέγω, νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ὑπ’ αὔξοντα ἀριθ-
661μὸν 27 εἰς τρίτην συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως
662τῶν πράξεων τῶν ἐκδοθεισῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ἀντι-
663βασιλείας τοῦ 1895.» Ἐψηφίσθη εἰς δύο ἀναγνώσεις, καὶ
664ἐρωτῶ ὄχι πλέον ὅλους τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς
665θέσιν, διότι δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι μὲ τὴν γνῶσιν τῶν νο-
666μικῶν, ἵνα παρακολουθῶσι τοὺς συζητουμένους νόμους, ἐρωτῶ
667τοὺς νομομαθεῖς, ἔλαβον καιρὸν νὰ μελετήσωσι, τί ἀπεφάσι-
668σεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, νὰ προτείνῃ
669εἰς τὴν Βουλήν; Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς εἶναι ἄγνωστον,
670διότι οὐδεὶς ἔλαβε τὸν λόγον περὶ αὐτοῦ· ὅσα ἠκούσατε λε-
671γόμενα περὶ ἑρμηνευτικῶν νόμων καὶ ἀναπτυσσόμενα τοσοῦτον
672εὐγλώττως παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας εἶναι μη-
673δὲν ἀπέναντι τούτου, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι ἑρμηνευτικὸν νομο-
674σχέδιον, εἶναι μία ὕπουλος πρότασις περὶ καταργήσεως τοῦ
675νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Λέγει ἐν αἰτιολογικῇ ἐκ-
676θέσει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον: «Παρενομήσαμεν, διότι χω-
677ρὶς νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου περὶ Ἀντιβασιλείας ἀπεφα-
678σίσαμεν νὰ δώσωμεν δικαιώματα Βασιλέως εἰς τὸν Ἀντιβα-
679σιλέα· παρενομήσαμεν, διότι πρὶν παρέλθῃ τὸ δεκαήμερον ἐγέ-
680νοντο πράξεις, ἐπειδὴ δὲ ἐγεννήθησαν δικαιώματα περὶ ἀπο-
681ζημιώσεων, σεῖς δὲ δὲν εἶσθε ἱκανοὶ νὰ ζητήσητε τὴν τιμωρίαν
682μας, διότι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ δὲν πρέ-
683πει καὶ οἱ ζημιωθέντες νὰ ἔχωσι δικαιώματα καθ’ ἡμῶν, διὰ
684τοῦτο σᾶς προκαλοῦμεν νὰ κυρώσητε ὅλας αὐτὰς τὰς πράξεις.»
685Εἶναί τι τερατῶδες αὐτὸ, εἶναί τι ἀκατανόητον, εἶναί τι
686τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ σκεφθῇ ὁ ἄνθρωπος. Ἐὰν ὁ νόμος
687περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν καθιστᾷ τοὺς Ὑπουργοὺς ὑπευθύνους
688ποινικῶς καὶ ἀστικῶς, πῶς ζητεῖτε νὰ ἀπαλλαχθῆτε τῆς εὐ-
689θύνης ταύτης μὲ τοιοῦτον ὕπουλον τρόπον; Σᾶς ἀνέφερα ἓν
690μόνον παράδειγμα, διὰ νὰ ἴδητε περὶ τίνος πρόκειται.
691Σᾶς ζητῶ συγνώμην, κύριοι Βουλευταὶ, διότι ἐμακρηγό-
692ρησα, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ ἐξόχως σπουδαῖον. Ἂς μοὶ
693ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπω, ὅτι δύναται νὰ ἐξακο-
694λουθῇ κυβερνῶν τὸν τόπον ὡς Πρωθυπουργὸς δικτάκτωρ, ἀλλὰ
695ἂς μὴ αἰτιᾶται ἄλλου Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐπὶ τοσαῦτα
696ἔτη ἐκυβέρνησε, καὶ ἂς μὴ αἰτιᾶται ἡμῶν, οὓς ὠθεῖ εἰς δι-
697καίαν ἄμυναν.
698§17Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ εὑ-
699ρεθῇ λόγος τις ἢ ἐπιχείρημα, ὅπως δικαιολογηθῇ τὸ μέτρον,
700τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, νο-
701μίζω ὅτι τὸν λόγον τοῦτον καὶ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἰσχυρότε-
702ρον ἤθελεν ἀνεύρει τις, ἀποβλέπων εἰς αὐτὰ τὰ λεγόμενα
703ἀπὸ μιᾶς ὥρας ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς. Μόλις κατῆλ-
704θεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐδόθη τὸ
705σύνθημα ἀμέσως φλυαρίας στομφώδους (θόρυβος), ἡ ὁποία
706κατετυράννησε τὰ ἀκουστικὰ ἡμῶν τύμπανα, ἀλλ’ ἥτις ἔπεισε
707συγχρόνως, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη οὐχὶ διπλῶν συνεδριάσεων,
708ἀλλὰ τριπλῶν καὶ τετραπλῶν εἰς Κοινοβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον
709ἁπλούστατον μέτρον ἐγέννησε τοσοῦτον θόρυβον, καὶ τοσαύτας
710καταναλίσκει ῥητορικὰς δυνάμεις. Εἰς ποῖον, ἐρωτῶσι, μέρος
711τοῦ κόσμου καὶ εἰς ποῖον Κοινοβούλιον ἐργάζονται οἱ Βου-
712λευταὶ ἐπὶ τόσον χρόνον, ὅσον ἐργάζονται παρ’ ἡμῖν; Ἀλλὰ
713ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ αὐτοὺς, εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου καὶ εἰς
714ποῖον Κοινοβούλιον γίνεται τοσαύτη κατάχρησις καὶ τοσαύτη
715ἀκολασία λόγων, ὅση παρ’ ἡμῖν; εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου
7164 καὶ 5 ὧραι καταδαπανῶνται εἰς ἐπερωτήσεις ἐντελῶς
717ἀσημάντους; Καὶ βλέπετε σήμερον ἀκριβῶς, ὅτι ἐπὶ μίαν καὶ
718ἡμίσειαν ὥραν ἐξακολουθεῖ ἡ προκειμένη συζήτησις, ἐὰν πρέπῃ
719νὰ συνεδριάζωμεν τὴν πρωΐαν, ἢ πρέπῃ νὰ συνεδριάζωμεν μό-
720νον μετὰ μεσημβρίαν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων,
721οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνεται ἐνταῦθα,
722βλέπουσιν ὅτι θέλομεν νὰ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα· εἶναι
723ψύχωσις, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, καὶ τὴν ὁποίαν τοὺς ἀφήνομεν
724νὰ ἔχωσι, διότι δὲν ἔχομεν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν κανὲν
725μέσον θεραπείας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον οἱ Κύριοι οὗτοι
726ἐξακολουθοῦσι καταστρέφοντες τὰς ἀληθεῖς ὥρας τῆς ἐργα-
727σίας διὰ τοιούτων ματαιοσχόλων συζητήσεων, ἐπιβάλλεται
728εἰς ἡμᾶς ἐξ ἀνάγκης, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα, ἀφοῦ ὁ Κανονισμὸς
729δὲν παρέχει εἰς ἡμᾶς ἄλλο ὅπλον κατὰ τῆς βεβουλευμένης
730αὐτῆς καταχρήσεως, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ συνεδριάζωμεν
731δὶς καὶ τρὶς τῆς ἡμέρας, ἵνα ἐγκαίρως περατώσωμεν τὰ ἀληθῆ
732ἔργα ἡμῶν.
733§18ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὸν πρὸ ὀλίγου ὁμι-
734λήσαντα δὲν νομίζω ἄξιον νὰ δώσω ἀπάντησιν, διότι ἡ ἀπάν-
735τησις, τὴν ὁποίαν θέλω δώσει πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον
736τῆς Κυβερνήσεως, ἐμπεριέχει καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ὀφειλομένην.
737Βεβαίως ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν
738εἶναι πρότασις, διότι πρότασις τείνουσα νὰ περιορίσῃ τὴν
739ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τοιαύτη.
740Πρότασις παρὰ τὸ 23 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι πρό-
741τασις. Κατὰ τὸ 23 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, «ὁ λόγος εἶναι
742ἐλεύθερος»· ἀλλ’ ὁ λόγος δὲν εἶναι ἐλεύθερος, λέγει ὁ κ. Πρόε-
743δρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθῶς ἐλεύθερος ὁ λό-
744γος, ὁπόταν τὸ ὕψιστον τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων
745τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν
746πράξεων, δὲν ἐπιτρέπηται. Οὐδὲν ἄλλο δὲ ζητοῦμεν ἢ νὰ ἐλέγ-
747χωμεν τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, καὶ μάλιστα τὰς παρανό-
748μους, τὰς ὁποίας ἡ κοινωνία σύμπασα καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ,
749ἀνεγνώρισε πρὸ ἡμερῶν, τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν, ὡς παρανόμους·
750ἀναγκάζομαι δὲ νὰ ζητήσω τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων,
751ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἀληθῆ ἔλεγον. Ἀλλὰ σήμερον ἴσως εἶναι ἡ
752τελευταία ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα
753τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Μὴ ἔχετε καμμίαν
754ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
755σεως θὰ ψηφισθῇ, ἡ δὲ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος
756συναδέλφου θὰ καταψηφισθῇ. Γινώσκομεν ἤδη, ὅτι τοῦτο ἀπε-
757φασίσθη σήμερον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν.
758§19ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Χθὲς ἀπεφασίσθη, τῇ συναινέσει ἁπάντων.
759§20ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ πολὺς λόγος περὶ ψυχώσεως ἐγένετο, θὰ
760μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις περὶ ψυ-
761χώσεως. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ψύχωσις καθόλου δὲν εἶναι
762κακόν τι, διότι ὑπάρχει ψύχωσις ἐπὶ κακῷ καὶ ψύχωσις ἐπὶ
763καλῷ· εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ εὐγενέστερα αἰσθήματα τοῦ ἀν-
764θρώπου καταλέγονται εἰς ψυχώσεις, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
765ἔχει ψύχωσίν τινα εὐγενεστάτην, τὴν ψύχωσιν τῶν συνταγ-
766ματικῶν ἐλευθεριῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζει ὡς πρω-
767τεύουσαν τὴν κωλυσιεργίαν. Ἐπειδὴ δὲ πρὸ χρόνου πολλοῦ δὲν
768εἶδεν ἐξασκουμένην τὴν συνταγματικὴν ταύτην ἐλευθερίαν ἐν
769τῇ Βουλῇ, καὶ ἐπειδὴ ἐφοβήθη μὴ ὑποπέσῃ εἰς ἀχρηστίαν ἡ
770προσφιλὴς αὐτῷ κωλυσιεργία, ἐσκέφθη καὶ ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ
771ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν, ἵνα μᾶς
772ἐξαναγκάσῃ εἰς κωλυσιεργίαν. Ἀποδεχόμεθα τὴν πρόκλησιν,
773ἔστω καὶ ἂν πρόκειται ν’ ἀναχωρήσωμεν ἐντεῦθεν μεθαύριον.
774Ἀλλ’ ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν εἶναι πρότασις, διότι εἰς οὐδὲν ἀπο-
775τέλεσμα δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ.
776Πρωθυπουργοῦ. Πῶς θὰ περιορίσητε τὸν λόγον; Θὰ ἄρχηται
777ἡ συνεδρίασις τὴν 9ην π. μ. καὶ θὰ λήγῃ τὴν 12ην, κατὰ
778τὸ τρίωρον δὲ τοῦτο διάστημα ἐπιτρέπεται ὁ ἔλεγχος τῶν
779κυβερνητικῶν πράξεων. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαγο-
780ρεύσητε τὸν λόγον; Μήπως νομίζετε, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν
781νὰ κατορθώσητε νὰ μᾶς ἐμποδίσητε νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ
782αὐτοῦ θέματος καὶ μετὰ μεσημβρίαν; Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύ-
783θερος· καὶ ἐν μέσῳ τῆς συζητήσεως νομοσχεδίου τινὸς δύναταί
784τις νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου. Ἡ Ἀντιπολί-
785τευσις μέχρι τοῦδε οὐδέποτε οὐδεμίαν ἔφερεν ἀντίστασιν εἰς
786τὴν συζήτησιν κυβερνητικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος
787Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐχαρακτήρισεν ὡς νομο-
788σχέδια τῆς ῥουτίνας, καταρτιζόμενα ὑπὸ τῶν τμηματαρχῶν
789καὶ τῶν γραμματέων κατὰ γνωστὸν τρόπον! Ἀνέφερε πρὸ
790μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος ἓν νομοσχέδιον, θὰ
791σᾶς ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ἓν, ἵνα σᾶς καταδείξω κατὰ ποῖον τρό-
792πον συντάσσονται τὰ νομοσχέδια, καὶ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ψηφι-
793σθῇ, βεβαίως θὰ ἦναι ἡ καταστροφὴ τῆς μέσης ἐκπαιδεύ-
794σεως...
795§21ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄλλη ψύχωσις! (ἱλαρότης).
796§22ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ εὐγενὴς καὶ αὐτή... Τὸ νομοσχέδιον
797τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλεν
798εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, διότι νομοσχέδιον
799συγκείμενον ἀπὸ 90 ἄρθρα, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον
800ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν, νομοσχέδιον
801τὸ ὁποῖον ἁπλῆ ἀνάγνωσις ἀποδεικνύει ὅλως ἀσύστατον, τὸ
802ὁποῖον συνέταξαν ἄνθρωποι ἀγραμματώτατοι, τὸ ὁποῖον βε-
803βαίως δὲν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι, ἐὰν τὸ ἀνεγίνω-
804σκε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, νομοσχέδιον
805τοιοῦτον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Δὲν ὑπάρχει
806δὲ ἀμφιβολία, ὅτι οὐδὲ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομο-
807σχεδίου ἀνέγνωσεν ὁ εἰδικὸς Ὑπουργὸς, διότι δὲν εἶναι δυνα-
808τὸν διδάσκαλος ἐπὶ 25 ἔτη νὰ ὑπογράψῃ περίοδον δεκαπεν-
809τάστιχον, ἐκ τῆς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρῃ τις τὸ νόημα.
810Ἐλπίζω ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν περίο-
811δον αὐτήν. Προκαλῶ δὲ πάντας ὑμᾶς, ἀφοῦ ἀναγνώσω τρὶς
812τὴν περίοδον ταύτην, νὰ ὁμολογήσητε, ἐὰν ἐνοήσατε περὶ
813τίνος πρόκειται. Ἀκούσατε:
814«Πρὸς τὴν Βουλήν.
815»Τῆς ἀναγεννηθείσης Ἑλλάδος περίφροντι μέλημα ὑπεδει-
816»κνύετο ἀναγκαίως ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλόμενον ἡ ἀπο-
817»κατάστασις δι’ εὐρύθμου διοικήσεως καὶ διὰ μορφωτικῆς
818»παιδεύσεως διαπλαττούσης τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος
819»ἐν τῷ ἐθνικῷ ἰδανικῷ καὶ πρὸς τὰς βιωτικὰς χρείας καὶ
820»τὰς ἀξιώσεις τῆς νεωτέρας κοινωνίας ἐπαρκούσης Κοινωνίας
821»καὶ Πολιτείας ἀξίων τῶν θυσιῶν τοῦ Γένους καὶ τῶν προσ-
822»δοκιῶν τοῦ τε πεπολιτισμένου κόσμου καὶ τοῦ λοιποῦ Ἑλ-
823»ληνισμοῦ ἐνατενίζοντος πρὸς αὐτὸν μετ’ ἐλπίδων».
824Εἶναι μία πρότασις, ἄνευ κόμματος, ἄνευ ὑποστιγμῆς,
825ἄνευ τελείας! Πρέπει νὰ σκάσῃ τις, ἵνα τὴν ἀπαγγείλῃ! (γέ-
826λως). Ἐὰν δ’ ἀναλύσητε τὴν εἰσηγητικὴν ταύτην ἔκθεσιν,
827σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι κινδυνεύετε, ὁτὲ μὲν ἀπὸ τοὺς γέλωτας,
828ὁτὲ δὲ ἀπὸ τὴν στενοχωρίαν, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐννοήσητε
829περὶ τίνος πρόκειται· ἀπορεῖτε δὲ, μὴ ἐξέστη τῶν φρενῶν ὁ
830συντάκτης αὐτῆς, ὁ ὁποῖος ὑπερέβαλε καὶ τὸν ἔσχατον τῶν
831σχολαστικῶν διδασκάλων εἰς τὸ μακαρονικὸν ὕφος καὶ εἰς
832τὴν συλλογὴν ἀνοησιῶν! Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐστάλη εἰς
833τὴν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπείαν πρὸς με-
834λέτην! Τὸ ἀσυνάρτητον, τὸ ἀνόητον, τὸ γελοῖον τῶν ἄρθρων
835τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἀπερίγραπτα. Κολακεύομαι νὰ
836πιστεύω, ὅτι οὔτε τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν οὔτε τὸ νομοσχέ-
837διον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συνέταξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
838Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· διότι
839οὔτε περὶ τίνος ἐπρόκειτο νὰ νομοθετήσῃ ἐγίνωσκεν ὁ συντά-
840κτης τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐξάγεται καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπικε-
841φαλίδος, ἡ ὁποία ἁπλᾶ–ἁπλᾶ λέγει «σχέδιον νόμου». Ἀλλὰ
842εἶναι περίεργον, ὅτι ὁ εἰδικὸς Ὑπουργὸς οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχει,
843ὡς ἐκ τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου ἐξάγεται, τῆς μεγά-
844λης ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ἐκπαιδευτικῆς ἀναμορφώσεως. Εἶναι περί-
845εργον, ὅτι οἱ γράψαντες τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχε-
846δίου ἀγνοοῦσι ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν θεωρητικῶν καὶ τῶν
847πρακτικῶν γυμνασίων, τῶν ἐν Γερμανίᾳ Realschulen καλου-
848μένων, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει συγχέουσι τὰ Realschulen μὲ τὰς
849πρακτικὰς Σχολάς· νομίζει δὲ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου—
850καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
851στικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως, ἂν καὶ φέρῃ τὴν ὑπογρα-
852φήν του,—νομίζει ὅτι τὸ Realschule τῆς Γερμανίας, εἶναι
853Σχολὴ, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξέρχονται οἱ πρὸς τὰ βιωτικὰ ἐπαγγέλ-
854ματα μέλλοντες νὰ τραπῶσιν, ἐνῷ οὐδὲν τούτου σφαλερώτερον,
855διότι ἐν Γερμανίᾳ τὰ Realschulen ἔχουσι σκοπὸν μορφωτι-
856κὸν καὶ προπαρασκευαστικὸν καὶ διὰ τὰς ἐπιστήμας, ἀλλὰ
857πρὸ πάντων τὰς θετικὰς ἐπιστήμας, ἐνῷ σεῖς νομίζετε, ὅτι
858πρόκειται διὰ τῶν πρακτικῶν Σχολῶν, τὰς ὁποίας πρόκει-
859ται νὰ ἱδρύσητε, νὰ προπαρασκευάσητε τοὺς ἐπαγγελματίας.
860Τοιαύτη σύγχυσις ἐπικρατεῖ ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ συντάκτου
861τοῦ νομοσχεδίου τούτου! Ἄλλη δὲ σύγχυσις ἐπικρατεῖ εἰς
862τὴν κεφαλὴν τοῦ συντάκτου τῆς ἐκθέσεως, διότι ἄλλως ἀντι-
863λαμβάνεται ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως καὶ ἄλλως ἀντιλαμ-
864βάνεται ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τῶν πρακτικῶν σχο-
865λείων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Φαίνεται ὅμως πράγματι, ὅτι
866ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ, ἡ συνελθοῦσα καὶ τὰς βάσεις θέσασα τοῦ
867νομοσχεδίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἶχέ τι ἄρτιον ἐν τῷ νῷ
868αὐτῆς...
869§23ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἢ κωλυ-
870σιεργεῖτε;
871§24ΣΤΑΗΣ. Καὶ τὰ δύο (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ὅ,τι κάμνω δὲν
872ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω λογαριασμόν· ἐὰν ὅμως θέλητε νὰ μοὶ
873εἴπητε, ὅτι πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέ-
874δια, περὶ τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρεσθε πολύ...
875§25ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δὲν σᾶς εἶπον τίποτε, ἵνα πειραχθῆτε.
876§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
877§27ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν διακόπτετε, εἶναι πρὸς βλάβην σας,
878§28Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Στάης δὲν δέχεται δια-
879κοπάς.
880§29ΣΤΑΗΣ. Δέχομαι, τοὐναντίον (γέλως).
881Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι πράγματι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ κληθεῖσα
882παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δη-
883μοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα γνωματεύσῃ περὶ τῆς ἀναδιοργα-
884νώσεως τέλος πάντων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἐκείνη εἶχε
885κἄτι τι ἐν τῷ νῷ, ἐκείνη ἐσκέπτετο νὰ ἐφαρμόσῃ κἄτι ὀρθὸν,
886ἀλλὰ τὰς σκέψεις της τὰς μετέδωκε πρὸς ἄλλην τινὰ ὑπο-
887επιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
888Δημ. Ἐκπαιδεύσεως, ἀπαρτιζομένην ἐκ γνωστῶν δασκάλων.
889Ἡ δευτέρα αὕτη ὑποεπιτροπὴ ἐσύγχισε τὰ πράγματα ἐν τῇ
890ἀμαθείᾳ καὶ τῇ ἀγνοίᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκετο, καὶ παρή-
891γαγε τὸ ἀνώνυμον κρᾶμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
892εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ψηφισθῇ, καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως, ἐὰν γείνῃ
893δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ψη-
894φισθῇ ἐν μεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις...
895§30ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε συμφωνεῖτε, ὅτι ὅλοι οἱ δάσκα-
896λοι εἶναι ἀγράμματοι.
897§31ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν λάβωμεν ὡς μέτρον τὸν κύριον Ὑπουργὸν,
898δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἔτσι εἶναι (γέλως.)
899Ἀλλ’ ἡ ὑποεπιτροπὴ κατήρτησε τὰ πράγματα καὶ τὰ διε-
900τύπωσεν ἔν τινι ἀσυναρτήτῳ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον, σχεδὸν
901καθ’ ὁμόφωνον ἀπόφασιν τῆς ἐπὶ τῶν Ἐκπαιδευτικῶν ἐπι-
902τροπῆς, ἔπρεπε νὰ ἐπιστραφῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκ-
903κλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα τὸ ἀνα-
904πλάσῃ ὁ εἰδικὸς κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν
905ἐπιτροπὴν εὐπαῤῥησίαστον· σημειώσατε δὲ, ὅτι τοῦτο διεμη-
906νύθη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν
907γνῶσιν εἶχε περὶ τούτου, ἐγὼ ὅμως καὶ πάλιν διαβεβαιῶ τὴν
908Βουλὴν, ὅτι ὁ τμηματάρχης, ὁ ἀντιπροσωπεύων τὸν κ. Ὑπουρ-
909γὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
910εἰς τὰς συνεδρίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐκπαιδευτικῶν, ὁ
911τμηματάρχης, λέγω, ἀνέλαβε νὰ μεταφέρῃ τὰς ἰδέας τῆς
912ἐπιτροπῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν δέχη-
913ται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ
914ἔκτοτε ἐγένετο ἔκλειψις τοῦ τμηματάρχου ἀπὸ τὰς συνεδρίας
915τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἑπομένως δὲν ἠξεύρομεν τὴν ἀπάντησιν.
916Ἵνα ἐννοήσητε κάλλιον, ὁποίου εἴδους εἶναι τὰ νομοσχέ-
917δια τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὴν ὁποίαν
918πάντες βλέπετε, καὶ ἂς ἴδωσι καὶ τὰ ἀκροατήρια (ἐπιδει-
919κύνει αὐτήν) διότι 67 νομοσχέδια πρόκειται νὰ γείνωσι νόμοι
920τοῦ Κράτους, φαντασθῆτε ὅτι ὁ εἰδικὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
921στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ὑπέβα-
922λεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σπουδαιότατον τῶν νομοσχεδίων ἄνευ
923ἐπικεφαλίδος. Δὲν γνωρίζετε περὶ τίνος πρόκειται· λάβετε
924αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὰ πολυσέλιδον, τὸ συνιστάμενον ἐξ 97
925ἄρθρων, καὶ εἴπετέ μοι περὶ τίνος πρόκειται. Ἐδῶ ἐπάνω
926λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς «σχέδιον νόμου»· τίνος νόμου ἆρά γε;
927περὶ στρατιωτικοῦ, περὶ ναυτικοῦ, περὶ ἐκπαιδευτικοῦ; Καὶ
928ἐπὶ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ἐρχόμεθα νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην! Πρό-
929κειται περὶ ἀκεφάλου νομοσχεδίου, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐκ-
930κλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀφ’ ἧς
931ἐποχῆς διευθύνετε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
932τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, βεβαίως εἶναι ἀκέφαλος καὶ ἡ
933στοιχειώδης καὶ ἡ μέση καὶ ἡ ἀνωτάτη ἐκπαίδευσις...
934§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι
935δὲν συνήλθομεν ἐδῶ, ἵνα ὑβρίζωμεν ἀλλήλους. Ἐὰν συνήλθο-
936μεν διὰ τοῦτο, παρακαλῶ νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν. Ὁ
937κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀληθῆ εὐγλωττίαν,
938εἶναι κρίμα νὰ ἐκτρέπηται τῶν κανόνων τοῦ προσήκοντος,
939ὑβρίζων τοὺς Ὑπουργοὺς ἀκεφάλους, καὶ τὰ Ὑπουργεῖα
940γενόμενα ἀκέφαλα, ἀφ’ ὅτου ἐτάχθησαν εἰς τὴν διεύθυνσιν
941αὐτῶν οἱ νῦν Ὑπουργοί. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐκ-
942τελέσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
943§33ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι εἶναι ἀκέφαλος ὁ κ. Ὑπουργὸς
944τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι
945ἡ κεφαλή του φαίνεται (γέλως), εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον
946εἶναι ἀκέφαλον.
947§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπετε ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας
948εἶναι ἀκέφαλον, ἀφ’ ἧς εἰσῆλθεν ἐν αὐτῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
949Παιδείας.
950§35ΣΤΑΗΣ. Ἐν σχέσει μὲ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέ-
951βαλε, καὶ τὰς πράξεις του, διότι ἄλλως τὸ πραγματικὸν γε-
952γονὸς δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
953Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει κε-
954φαλήν· περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, καὶ ἐγὼ δὲν
955ἠθέλησα πραγματικὸν γεγονὸς νὰ τὸ παραστήσω ὡς μὴ πραγ-
956ματικὸν, οὔτε ἠθέλησα νὰ τὸ ἀποδώσω ἀτομικῶς εἰς τὸν κ.
957Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι δὲν ἔχω κανένα λόγον
958πρὸς τοῦτο. Ὀφείλω μάλιστα νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὅτε ἐπὶ
959τοῦ σχηματισμοῦ τῆς νῦν Κυβερνήσεως προσελαμβάνετο ὡς
960Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
961δεύσεως ὁ ἐκ Κορινθίας ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐσκέφθην πρὸς
962στιγμὴν νὰ συγχαρῶ καὶ αὐτὸν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
963βερνήσεως, εἰ καὶ δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζω προσω-
964πικῶς, διότι ἀκραδάντως ἐπίστευον καὶ τὸ ἀνεκήρυττον παν-
965ταχοῦ, καὶ ἂν θέλητε μάλιστα, μικροῦ δεῖν περιηρχόμην εἰς
966ἔριδας πρὸς τοὺς ὁμοφρονοῦντας συναδέλφους μου, διότι ἔλεγον,
967ὅτι ἐπιτυχεστέρα ἐκλογὴ ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἐκ Κορινθίας
968ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
969καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ.
970Τοῦτο ἐπίστευον ἐν πεποιθήσει. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ ἀποτελέ-
971σματα μὲ ἔπεισαν περὶ τοῦ ἐναντίου· διότι, ὅταν εἶδον ὅτι ἐν
972διαστήματι πέντε μηνῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
973καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διέπραξε μεταβολὰς 6277,
974καὶ ὅταν εἶδον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
975τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τοὺς μῆνας, καθ’ οὓς δὲν
976ἐπιτρέπεται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ οὔτε μετάθεσις οὔτε παῦσις, διέ-
977πραξεν... ἃς ἀφήσωμεν τὰς μεταβολὰς τοῦ Ἰουνίου, αἱ ὁποῖαι
978εἶναι 334, ἃς ἀφήσωμεν τὰς μεταβολὰς τοῦ Ἰουλίου, αἱ ὁποῖαι
979εἶναι 486, ἃς ἀφήσωμεν τὰς μεταβολὰς τοῦ Αὐγούστου, αἱ
980ὁποῖαι εἶναι 1167, αἵτινες ἠδύναντο νὰ δικαιολογηθῶσι, καὶ
981ἃς λάβωμεν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν, ὅτε ἀπαγο-
982ρεύεται διὰ νόμων ῥητῶν πᾶσα μετάθεσις καὶ ἀπόλυσις δη-
983μοδιδασκάλων καὶ ἑλληνοδιδασκάλων καὶ καθηγητῶν, καὶ
984μάθετε τώρα, ὅτι κατὰ Σεπτέμβριον διέπραξεν ὁ εἰδικὸς
985Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 2096 μεταβολὰς ἐν ὅλῳ...
986§36ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἔχετε τὰς μεταβολὰς τῶν γραμματοδι-
987δασκάλων;
988§37ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα· κατόπιν θὰ σᾶς εἴπω... Κατὰ Ὀκτώ-
989βριον διέπραξεν 983, κατὰ Νοέμβριον 646, κατὰ Δεκέμβριον
990669, καὶ τὸ σύνολον κατὰ τὸ διάστημα ἑπτὰ μηνῶν 6277
991μεταβολὰς ἐπὶ προσωπικοῦ 5225!
992Ὅταν βλέπω λοιπὸν, ὅτι νόμοι ῥητοὶ ἀπαγορεύουσι τὰς
993μεταβολὰς καὶ τὰς ἀπολύσεις τῶν δημοδιδασκάλων καὶ τῶν
994δημοδιδασκαλισσῶν καὶ τῶν ἑλληνοδιδασκάλων καὶ σχολαρ-
995χῶν καὶ τῶν καθηγητῶν, καὶ τοὺς ῥητοὺς αὐτοὺς νόμους ἔρ-
996χεται ὁ εἰδικὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας
997Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς καὶ τοὺς καταπατεῖ, θέλετε νὰ μὴ
998ἀγανακτήσω;
999§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε νὰ ἀγανακτήσητε, ἀλλὰ νὰ μετα-
1000χειρίζησθε φράσεις κοινοβουλευτικάς. Διὰ τοῦτο σᾶς παρα-
1001καλῶ νὰ ἀποσύρητε τὴν φράσιν σας.
1002§39ΣΤΑΗΣ. Δέχομαι τὴν παρατήρησίν σας, κ. Πρόεδρε, καὶ
1003ἀποσύρω τὴν φράσιν μου.
1004Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μὲ ἠρώτησεν, ἐὰν ἔλαβον
1005ὑπ’ ὄψιν τὰς τῶν γραμματοδιδασκάλων μεταβολὰς, λέγω πρὸς
1006αὐτὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμεν ἀπολύσεις μὲν γραμματο-
1007διδασκάλων 496, διορισμοὺς 625, καὶ ἀνακλήσεις παύσεων
1008καὶ μεταθέσεων 165, ἤτοι ἐν ὅλῳ μεταβολὰς 1286 γραμ-
1009ματοδιδασκάλων καὶ γραμματιστῶν ἐπὶ προσωπικοῦ ἐν συνόλῳ
1010925· τὸ σύνολον τῶν μεταβολῶν 1286. Ἀφαιροῦντες ἑπο-
1011μένως ἐκ τῶν 6277, θὰ εὕρητε τὸ ὑπόλοιπον τῶν διδασκαλι-
1012κῶν μεταβολῶν κατὰ τοὺς ἑπτὰ μῆνας. Ἵνα ὅμως σᾶς εὐχα-
1013ριστήσω, θὰ σᾶς εἴπω τὰς μεταβολὰς τῶν δημοδιδασκάλων
1014κεχωρισμένως. Ἀπελύθησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἀπα-
1015γορεύεται πᾶσα μεταβολὴ, παρὰ τὸν νόμον, 181, διωρίσθη-
1016σαν 234, μετετέθησαν 260, καὶ ἀνεκλήθησαν, εἴτε μετατε-
1017θέντες εἴτε ἀπολυθέντες, 16, ἐπὶ προσωπικοῦ 615. Προκειμέ-
1018νου περὶ δημοδιδασκαλισσῶν, ἔκαμε μεταβολὰς ὁ κ. Ὑπουρ-
1019γὸς 694. Πάντα δὲ ταῦτα ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερ-
1020νήσεως. Ἐὰν δὲ θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, δύναμαι νὰ τῷ κάμω
1021καὶ ἓν δῶρον, τοὺς πίνακας τούτους, οἱ ὁποῖοι ἐμφαίνουν τὰς
1022μεταβολὰς κατὰ χρόνον καὶ τόπον ἑκάστου δημοδιδασκάλου,
1023ἑκάστης δημοδιδασκαλίσσης, ἑκάστου ἑλληνοδιδασκάλου ἢ
1024σχολάρχου καὶ ἑκάστου καθηγητοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς νο-
1025μίζῃ, ὅτι δὲν λέγω τὰ ἀληθῆ, θὰ παρακαλέσω νὰ τυπωθῶσι,
1026καὶ ἂν εὑρεθῶσι μαθηματικῶς ἀκριβεῖς, νὰ ἐγερθῇ στήλη ἀνα-
1027θηματικὴ πρὸς τιμήν του.
1028Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐλέγχου, καὶ ἐπειδή τινες τῶν
1029συναδέλφων, τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, ἐνίοτε,
1030ὄχι πάντοτε, δυσανασχετοῦσιν, ὅταν βλέπωσιν ἐμὲ λαῦρον
1031ἐπεξερχόμενον κατὰ τῶν παρανομιῶν τούτων, θὰ παρακα-
1032λέσω αὐτοὺς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν των, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀντεπεξέρ-
1033χομαι ἀτομικῶς κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1034κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ὅτι ἐγὼ καὶ κατὰ
1035τὸ παρελθὸν,—τοὐλάχιστον ἀφ’ ἧς ἐποχῆς εἰσῆλθον ἐν τῷ
1036Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἀπὸ τοῦ 1892,— τὴν αὐτὴν πορείαν
1037ἠκολούθησα, εἴτε ἐπρόκειτο περὶ Ὑπουργοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν
1038ἐναντίαν πολιτικὴν μερίδα, εἴτε ἐπρόκειτο περὶ Ὑπουργοῦ
1039ἀνήκοντος εἰς τὴν πολιτικὴν μερίδα, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ
1040ἀνῆκον· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἔν τινι συζητήσει νομοσχε-
1041δίου τινὸς, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει Ὑπουργὸς ἀνήκων εἰς τὸ
1042κόμμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὑπεστήριζον, ἠναγκάσθην νὰ σχίσω
1043τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, οὕτω δὲ ἀπέσυρεν ὁ τότε Ὑπουρ-
1044γὸς τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ νομοσχέδιον ἦτο προσωπικόν. Δὲν
1045καταφέρομαι ἑπομένως κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀτομικῶς· ἐγὼ
1046ψέγω τὴν συναλλαγὴν, διότι ἡ συναλλαγὴ εἶναι ὁμολογούμε-
1047νον ὅτι κατέστρεψε τὴν Ἑλλάδα, ἡ συναλλαγὴ, ἡ ἐν ὀνόματι
1048ὑμῶν γινομένη, ἐνῷ σεῖς, οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν, οὐδε-
1049μίαν ἔχετε γνῶσιν τῶν ἐπ’ ὀνόματί σας γινομένων παρανο-
1050μιῶν. Ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοὶ εἴπητε, ἐκ
1051τῶν 6277 ῥουσφετίων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλη-
1052σιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔδωκε, πόσα ἐπή-
1053ρατε; Εἶσθε 150, ἀπὸ 10 ὁ καθεὶς, 1500, ἀπὸ εἴκοσι, 3000.
1054Ποῖος ἀπὸ σᾶς ἐπῆρε 20 ῥουσφέτια εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1055Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως; Καὶ ὅμως
1056διασύρεται τὸ ὄνομα πάντων τῶν Βουλευτῶν, διασύρεται τὸ
1057ὄνομα τοῦ Κοινοβουλίου! Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι κατέ-
1058πεσεν ἀπὸ τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἄλλοτέ ποτε εὑρίσκετο τὸ
1059Κοινοβούλιον, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι σήμερον ὑπάρχουσι
1060σύλλογοι, ἕνα καὶ μόνον ἔχοντες σκοπὸν, τὴν μεταβολὴν τοῦ
1061Συνταγματικοῦ πολιτεύματος· πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν
1062πάντες καὶ νὰ καταπολεμήσωμεν τὰ γεγονότα ταῦτα, ἵνα
1063ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν κωλυσιεργῶ, ὅταν
1064ἀντεπεξέρχωμαι κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
1065καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν ἔχω οὔτε τὴν εἰ-
1066δικότητα τοῦ κωλυσιεργοῦ, οὔτε τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς τοῦτο
1067διαθέσιμον χρόνον, ἀλλὰ καταγγέλλω τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
1068τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως συμ-
1069βαίνοντα, ὡς γινώσκων κάλλιον τὰ κατ’ αὐτό· νομίζω δὲ, ὅτι
1070οὕτω συντελῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμέ-
1071νων. Ἕνα λοιπὸν ἔχομεν σκοπὸν, τὸν κατὰ τῆς συναλλαγῆς
1072πόλεμον, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖ νὰ ἀπα-
1073γορεύσῃ τὸν λόγον, ἵνα μὴ ἀκούῃ τὰς ἀσχημίας τὰς λαβού-
1074σας χώραν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας.
1075Ἀλλὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα φαίνονται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
1076Κυβερνήσεως, εἶναι τὰ μόνα παράνομα; Εἶναι πλεῖστα τὰ
1077ὄργια, τὰ τελούμενα ἐν ὀνόματι ὅλων ὑμῶν, τῶν συμπολιτευο-
1078μένων Βουλευτῶν, ὑπὸ τῶν ὀργάνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα περι-
1079στοιχίζουσι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δη-
1080μοσίας Ἐκπαιδεύσεως· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει σπεῖραν ὁλό-
1081κληρον, ἡ ὁποία ἐκμεταλλεύεται τὴν θέσιν του, τὴν Κυβέρ-
1082νησιν, τοὺς Βουλευτάς. Καὶ δὲν θέλετε νὰ ἐξεγερθῶμεν κατὰ
1083τοιούτων πράξεων! Ἀρκεῖ μόνον νὰ μάθῃ τις ἐλάχιστα τῶν
1084τελεσθέντων ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν διδακτικῶν βιβλίων,
1085ἵνα φρικιάσῃ. Ἤθελον δὲ ἐρωτήσει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ναυπλίας
1086συνάδελφον, τὸν κ. Γ. Φαρμακόπουλον, ἐὰν γνωρίζῃ τι περὶ
1087τῶν διδακτικῶν βιβλίων.
1088§40Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε.
1089§41ΣΤΑΗΣ. Καὶ ὅμως λέγεται, ὅτι εἶσθε συμμέτοχος τῶν
1090ἀθεμίτων κερδῶν· ἐγὼ δὲ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι οὐδὲ γνῶ-
1091σιν τούτων ἔχετε.
1092Ὡσαύτως ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι πάντα, ὅσα
1093ἐγένοντο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ, ἐτελέσθησαν ἐν ἀγνοίᾳ
1094τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ἤκουσα μάλιστα, ὅτι
1095τὰ γενόμενα ἀπεδοκιμάσθησαν παρ’ αὐτοῦ. Οὐδὲ ἦσαν, Κύ-
1096ριοι, οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τοῦτο, διότι οἱ
1097Βουλευταὶ οὐδέποτε ἔχουσι τὴν τόλμην νὰ ζητήσωσί τι κα-
1098κόηθες παρ’ οὐδενὸς Ὑπουργοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι
1099δὲν ἦσαν Βουλευταὶ οἱ ζητήσαντες νὰ στιγματίσωσι τὰς
1100ἀπολυθείσας δημοδιδασκαλίσσας, περὶ ὧν ὡμίλησα πρὸ ἡμε-
1101ρῶν, σᾶς ὑπέδειξα δὲ καὶ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ
1102ῥητῶς ἐμνημονεύετο, ὅτι ἀπελύθησαν δι’ ἀσυμβίβαστον δια-
1103γωγὴν πρὸς τὸ ἀξίωμά των, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ
1104εἰς τὰς ἀπολύσεις προβάντες, ὅτι διέπραττον ἔγκλημα, στιγ-
1105ματίζοντες ἀδίκως πτωχὰς νεάνιδας, τὰς ὁποίας μετά τινας
1106πάλιν ἡμέρας αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐπανέφερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
1107Γινώσκω θετικῶς, ὅτι πάντες ἐξεγείρεσθε κατὰ τῶν τοιού-
1108των θηριωδῶν πράξεων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς
1109Παιδείας, ἀλλ’ οἱ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
1110δεσμοί σας καταπνίγουσι τὴν ἀγανάκτησίν σας, τὴν ὁποίαν
1111ὅμως ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἀναφανδὸν κατὰ τῶν ὑπευ-
1112θύνων ἐκδηλοῦτε. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τῆς Ἐφημερίδος
1113τῆς Κυβερνήσεως τὸ ὑπ’ ἀριθ. 158 φύλλον τῆς 14 Ἰουλίου,
1114σελὶς 419, ἵνα ἴδητε τὰς ὑπ’ ἀριθμοὺς 10443, 10444,
111510445 καὶ 10446 ὑπουργικὰς ἀποφάσεις, δι’ ὧν στιγματί-
1116ζονται ἄριστοι λειτουργοὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως...
1117§42Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ εἴπετε καὶ προχθές.
1118§43ΣΤΑΗΣ. Τὰ εἶπον· ἀλλὰ διὰ τὰ ἰδικά σας τὰ αὐτιὰ
1119εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἑκατοντάκις (γέλωτες).
1120Μία ἐκ τῶν περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπει ὁ
1121νόμος ᾼΦΝΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 τὴν ἀπόλυσιν δημοδι-
1122δασκάλου ἢ δημοδιδασκαλίσσης, ἀναφέρεται εἰς τὸ εʹ ἐδάφιον
1123τοῦ 5 ἄρθρου· εἰς ταύτην δὲ στηρίζονται καὶ αἱ μνησθεῖσαι
1124ὑπουργικαὶ ἀποφάσεις. Ἀλλὰ πάντως, κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον,
1125ἵνα ἐπέλθῃ ἡ παῦσις, πρέπει νὰ κληθῶσιν εἰς ἀπολογίαν οἱ
1126ἀπολυόμενοι, καὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ τῆς παύσεως ὁ γενι-
1127κὸς ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων. Καὶ διὰ τοῦτο
1128πρὸ ἡμερῶν ἐζήτουν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύ-
1129σεως τὰς ἀπολογίας τῶν ἀπολυθέντων καὶ τὰς γνωμοδοτήσεις
1130τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων· ἀλλ’ οὔτε φωνή,
1131οὔτε ἀκρόασις!
1132Τώρα ἀκούσατε καὶ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ αὐτοῦ νόμου (ἀνα-
1133γινώσκει): «Οἱ διὰ πειθαρχικοὺς λόγους ἀπολυόμενοι τῆς
1134ὑπηρεσίας δύνανται νὰ ἀναδιορισθῶσι μετὰ τὴν παρέλευσιν
1135τοὐλάχιστον ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς.»
1136Ἀναγνώσατε δὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 219 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος
1137τῆς Κυβερνήσεως τῆς 12 Σεπτεμβρίου, ἵνα ἴδητε, ὅτι αἱ
1138πρὸ δύο μηνῶν ἀπολυθεῖσαι δημοδιδασκάλισσαι διὰ τὴν ἀνα-
1139ξιοπρεπῆ καὶ ἀσυμβίβαστον αὐτῶν διαγωγὴν καὶ πάλιν διο-
1140ρίζονται, καὶ προβιβάζονται μάλιστα, τοποθετούμεναι πλη-
1141σίον τῶν Ἀθηνῶν, εἰς Νέα Λιόσια. Ἰδοὺ ἡ Ἐφημερὶς τῆς
1142Κυβερνήσεως, δι’ ἧς ἀπολύονται αἱ δημοδιδασκάλισσαι, ὡς
1143ἀμελεῖς καὶ ἀναξιοπρεπεῖς κλπ. Κατὰ τὸ 7 ἄρθρον τοῦ νόμου
1144ΑΦΝΗʹ, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνωσα, δὲν ἠδύνατο
1145ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ τὰς ἐπαναδιορίσῃ, καὶ ἐν τού-
1146τοις μετὰ ἑξήκοντα ἡμέρας τὰς ἐπανέφερεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
1147Δὲν ἐγένοντο δὲ ταῦτα κατὰ παραδρομὴν ἢ κατὰ λάθος,
1148διότι ἑκατοντάδες εἶναι αἱ τοιούτου εἴδους διδασκαλικαὶ
1149μεταβολαί. Βεβαίως δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ
1150τὰς ἑκατοντάδας ταύτας, ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπιστήσω
1151τὴν προσοχήν σας ἰδίᾳ εἰς τὰς ἀπολύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγέ-
1152νοντο λόγῳ ἀνικανότητος ἢ ἀνηθικότητος, καὶ πῶς μετε-
1153βλήθη μετά τινας ἡμέρας ἡ ἀνικανότης εἰς ἱκανότητα, ἵνα
1154καὶ πάλιν, διορισθῶσι, καὶ πῶς ἡ ἀνηθικότης τῶν δημοδι-
1155δασκαλισσῶν μετὰ μίαν ἐπίσκεψιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
1156Παιδείας μετεβλήθη εἰς τύπον ἠθικῆς ... ὥστε μετὰ τινας
1157ἡμέρας (ὅρα φύλλον Ἐφημ. Κυβερνήσεως τῆς 5 Σεπτεμβρίου)
1158νὰ διορίζωνται καὶ νὰ προάγωνται! (γέλωτες).
1159Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τοιαῦτα πράγματα δὲν πρέπει νὰ
1160ἐκτυλίσσωνται ἐνώπιον ὑμῶν, εἰς βάρος τῶν ὁποίων διαπράτ-
1161τονται; Τίς ἐξ ὑμῶν ἔχει γνῶσιν τῆς καταστάσεως; Πόσους
1162δημοδιδασκάλους θέλετε νὰ σᾶς φέρω, ἀπολυθέντας δι’ ἀνα-
1163ξιοπρεπῆ καὶ ἀσυμβίβαστον διαγωγὴν πρὸς τὸ ἐπάγγελμά
1164των, καὶ ἐπαναδιορισθέντας μετ’ ὀλίγας ἡμέρας; Καὶ εἶναι
1165πράγματα αὐτά, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καλύπτωμεν! Τὸ ἐπα-
1166ναλέγω, Κύριοι, πρὸς τιμὴν τοῦ Κοινοβουλίου, αἱ διοικητικαὶ
1167αὗται καταχρήσεις δὲν ἐγένοντο τῇ ἀπαιτήσει τῶν Βουλευ-
1168τῶν, ἀλλὰ τῆς καμαρίλλας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας,
1169καὶ ἂν τολμᾷ, ἂς μὲ διαψεύσῃ, ἵνα ἀκούσῃ καὶ τὸ συμπλή-
1170ρωμα τῶν παρανόμων πράξεων σήμερον.
1171Αἱ παρανομίαι, Κύριοι, τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας εἶ-
1172ναι ἄπειροι. Δὲν ὑπῆρξε νόμος, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ κατεπά-
1173τησεν, ἰδίως τοὺς διευθύνοντας τὰ τῆς στοιχειώδους καὶ τῆς
1174μέσης ἐκπαιδεύσεως οἱ ὁποῖοι εἶναι μόνον τέσσαρες, καὶ τοὺς
1175ὁποίους κατεπάτησεν ἀνὰ χιλίας φορὰς τοὐλάχιστον ἕκαστον!
1176Καὶ ἵνα πεισθῇ πᾶς τις, ἂς ἀναγνώσῃ τοὺς νόμους τούτους
1177καὶ ἂς ῥίψῃ βλέμμα ἐπὶ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως
1178ἀπὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν, ἵνα ἀμέσως ἴδῃ, ὅτι ὁ
1179Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως παρέβαινεν αὐτοὺς εἰς πᾶσαν
1180πρᾶξίν του! Διὰ τῆς καταπατήσεως δὲ ταύτης τῶν νόμων
1181ἐζημίωσε σπουδαίως τὸ Δημόσιον, διότι ἤδη ἠγέρθησαν ἀγω-
1182γαὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ παρανόμῳ ἀπολύσει, βεβαίως δὲ
1183οἱ ἐγείραντες αὐτὰς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων θὰ κερδήσωσι,
1184καὶ θ’ ἀναγκασθῇ τότε τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλῃ πολλὰς
1185χιλιάδας δραχμῶν πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν παρὰ τὸν νόμον
1186ἀπολυθέντων λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ὁ κύριος
1187Ὑπουργὸς, ἐπειδὴ κατ’ ἀρχὰς — παρακαλῶ δὲ νὰ προσέ-
1188ξητε, Κύριοι, — ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν τὰς παρανομίας
1189καὶ τὰς ὑπερβασίας νὰ συγκαλύψῃ, ἐπέτρεψε νὰ πλαστογρα-
1190φηθῶσι χιλιάδες ὑπουργικῶν ἀποφάσεων τοῦ ἐν τῷ Ὑπουρ-
1191γείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τμήματος τῆς διεκπεραιώσεως.
1192Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ
1193μὲ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν, ἐὰν δὲν ἀποδείξω τὰ λεγόμε-
1194νά μου.
1195§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος;
1196§45ΣΤΑΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησια-
1197στικῶν ἐπλαστογράφησε χιλιάδας χιλιάδων ἀποφάσεων τοῦ
1198Ὑπουργοῦ. Ἄν, λέγω, δὲν ἀποδείξω δι’ ἐγγράφων ἀμέσως
1199τοῦτο, παρακαλῶ νὰ μὲ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν. Ἰδοὺ
1200τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν θὰ πεισθῇ πᾶς τις περὶ τῶν ἀπιστεύστων
1201πλαστογραφιῶν...
1202§46ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ
1203ὑπενθυμίσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Κανονισμοῦ.
1204Ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων σήμερον συζητεῖ ἐπὶ τῆς προτάσεως
1205τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; ἢ τί ἄλλο κάμνει;
1206Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὸ προκείμενον, καὶ τὸ Προεδρεῖον
1207ὀφείλει νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι λέγει
1208ῥητῶς ὁ Κανονισμὸς, ὅτι ἓν τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου
1209εἶναι «νὰ ἐπανάγῃ τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὸ προκείμενον».
1210Νομίζω ὅτι ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ἠμπορεῖ νὰ ἀπο-
1211τελῶσιν ἓν τῶν δικαιωμάτων του, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὴν περί-
1212στασιν αὐτήν. Ὀφείλει πρὸ πάντων νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ
1213τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ
1214προβῇ εἰς ἀπόφασιν, κατόπιν δ’ ἂς ἔλθῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ
1215ὁμιλήσῃ περὶ οὗτινος δήποτ’ ἂν θέλῃ.
1216§47ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως εἶναι.
1217§48ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσητε τὸ ἄρθρον 28
1218τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τοῦ κ. ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτοῦ
1219(γέλωτες). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμπάκας συνάδελφος γνω-
1220ρίζει τὰ τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην, πιστεύω, νὰ
1221τῷ ὑπομνήσω τί λέγει τὸ ἄρθρον 28.
1222§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι παρε-
1223βιάσθη διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶχε δικαίωμα.
1224§50ΣΤΑΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν πλαστογραφιῶν, τὰς ὁποίας
1225ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπὶ μῆνας ὁλοκλή-
1226ρους—ἐπὶ δύο μῆνας—διέπραττε συνεχῶς, μολονότι, ὡς σᾶς
1227εἶπον, οἱ νόμοι ἀπαγορεύουσι πᾶσαν μεταβολὴν διδασκαλικὴν
1228μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Σημειώσατε δὲ, ὅτι
1229ὑπῆρξέ ποτε ἀμφισβήτησις, ὁποία ἆρά γε νὰ ἦναι ἡ χρονικὴ
1230περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ ἔναρξις τοῦ σχολικοῦ
1231ἔτους, ἀλλὰ ἐλύθη τοῦτο διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1892,
1232τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, νομίζω, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. ἐξ
1233Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συναδέλφου, καὶ καθώρισε τέλεον τὴν
1234ἀρχὴν καὶ τὸ τέλος τοῦ σχολικοῦ ἔτους ὡς πρὸς τὰ δημοτικὰ
1235σχολεῖα καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, διότι καὶ διὰ τὰ Γυ-
1236μνάσια καὶ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα τὸ Διάταγμα τὸ ὀργα-
1237νικὸν τοῦ 1834 ὥριζε ῥητῶς (κατὰ τὸ ἄρθρον 17 καὶ 24),
1238ὅτι ἡ ἔναρξις τοῦ σχολικοῦ ἔτους γίνεται τὴν 3 Σεπτεμβρίου
1239καὶ λήγει τὴν 1 Ἰουλίου. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1892 ἐν τρισὶν
1240ἄρθροις καθορίζει, ὅτι τὸ σχολικὸν ἔτος λήγει ἅμα τῇ ἐνάρ-
1241ξει τῶν κατὰ τὸ θέρος ἐξετάσεων, αἱ ὁποῖα λήγουσι τὸ πρῶτον
1242δεκαήμερον τοῦ Ἰουλίου· μετὰ ταῦτα ἀκολουθεῖ εἰκοσαήμερος
1243διακοπὴ, μεθ’ ἣν ἐπαναλαμβάνονται τὰ μαθήματα. Ἑπο-
1244μένως, κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο, τὸ μὴ καταργηθὲν οὔτε δι’
1245ἄλλου Διατάγματος, οὔτε διὰ νόμου, ἡ ἔναρξις τοῦ σχολι-
1246κοῦ ἔτους γίνεται τὴν 1 Αὐγούστου διὰ τὰ δημοτικὰ σχο-
1247λεῖα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, στηριχθεὶς εἰς
1248τὸ Β. Διάταγμα τῆς 23 Αὐγούστου 1878 περὶ ὀργανισμοῦ
1249τοῦ Διδασκαλείου καὶ τοῦ Προτύπου, τὸ ἐκδοθὲν ἐπὶ τῇ βάσει
1250τοῦ νόμου ΧΘʹ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1878, ἰσχυρίσθη ὅτι ἄρ-
1251χεται τὸ σχολικὸν ἔτος, κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ μνη-
1252σθέντος Β. Διατάγματος, τὴν πρώτην Σεπτεμβρίου. Ἀλλὰ
1253καὶ τοῦτο ἐὰν ἦτο ἀκριβές, πάλιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκ-
1254παιδεύσεως δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ δημοσιεύσῃ τὴν πληθὺν τῶν
1255μεταβολῶν, τῶν διαπραχθεισῶν κατὰ τοὺς μῆνας Σεπτέμ-
1256βριον, Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον. Διὰ τοῦτο λοι-
1257πὸν ἠναγκάσθη ἡ ὑπηρεσία του νὰ πλαστογραφήσῃ ὅλα τὰ
1258ἔγγραφα, προχρονολογοῦσα αὐτά. Οὕτω διδασκαλικὰς μετα-
1259βολὰς, δημοσιευθείσας περὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὸ τέλος τοῦ μη-
1260νὸς Σεπτεμβρίου, ἐχρονολόγει μὲ ἡμερομηνίαν 31 Αὐγούστου,
1261καὶ δὲν ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ εἴπῃ τίποτε, διότι σᾶς ἔλεγεν,
1262ὅτι δι’ ἀποφάσεων τῆς 31 Αὐγούστου ἀπελύθησαν. Ἀλλὰ
1263ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὰ πάντα, διηυθέτησε τὰ πράγ-
1264ματα οὕτω πως, ὥστε νὰ ὑποπέσῃ εἰς λάθος τι ἡ ὑπηρεσία
1265τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἀναγκασθεῖσα νὰ διορθώσῃ, συν-
1266ελήφθη ὡς πλαστογράφος. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέ-
1267ξητε, διότι εἶναι ὀλίγον λεπτεπίλεπτον τὸ ζήτημα. Ἐν τῷ ὑπ’
1268ἀριθ. 199 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24
1269Αὐγούστου ἀπέλυσε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13536 πράξεως καὶ
1270ὑπὸ χρονολογίαν 23 Αὐγούστου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλη-
1271σιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν δημοδιδά-
1272σκαλον Γεώργιον Παπαϊωάννου ἐκ Δοῦκα τοῦ δήμου Ὀλυμ-
1273πίων Ἠλείας, τὴν 28 Αὐγούστου ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 203 φύλ-
1274λῳ τῆς Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13699
1275ἀποφάσεως καὶ ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1895 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
1276Παιδείας ἀνακαλεῖ τὴν ἀπόλυσιν ταύτην (ἀναγινώσκει):
1277«Δι’ ὑπουργικῆς ἀποφάσεως ὑπ’ ἀριθ. 13699 καὶ ἀπὸ 26
1278»Αὐγούστου 1895 ἀνακαλεῖται, ὡς μήπω ἐκτελεσθεῖσα, ἡ
1279ὑπ’ ἀριθ. 13536 ὑπουργικὴ πρᾶξις, καταχωρισθεῖσα ἐν τῷ ὑπ’
1280ἀριθ. 199 φύλλῳ τῆς Ἐφημερ. τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24
1281»λήγοντος, ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημοδιδασκάλου Βά-
1282»χλιας τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος Γεωργίου Παπαϊωάννου». Ἀπε-
1283λύθη λοιπὸν τὴν 24, ἀνεκλήθη ἡ ἀπόλυσις τὴν 29. Ἐρχό-
1284μεθα τώρα εἰς τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως
1285τῆς 1 Σεπτεμβρίου καὶ ἀναγινώσκομεν τάδε (ἀναγινώσκει):
1286«Διορθώσεις ἡμαρτημένων. Ἡ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 203 φύλλῳ τῆς
1287»Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθεῖσα ὑπουργικὴ ἀπό-
1288»φασις ὑπ’ ἀριθ. 13699 καὶ ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1895, δι’ ἧς
1289»ἀνακαλεῖται, ὡς μήπω κοινοποιηθεῖσα, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 13536
1290»ὑπουργικὴ πρᾶξις, καταχωρισθεῖσα ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 199
1291»φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24 λήγον-
1292»τος, ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημοδιδασκάλου Βάχλιας
1293»τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος Γεωργίου Παπαϊωάννου, διορθοῦται
1294»εἰς Δοῦκα τοῦ δήμου Ὀλυμπίων». Ἔχομεν λοιπὸν βεβαιω-
1295μένον, ὅτι ἡ διόρθωσις τοῦ λάθους εἶχε γείνῃ τὴν πρώτην
1296Σεπτεμβρίου, τὴν δὲ πρώτην Σεπτεμβρίου ἐπιστοποιεῖτο τὸ
1297γεγονὸς δι’ αὐτῆς τῆς ἐπισήμου Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνή-
1298σεως. Μετὰ ταῦτα ἐρχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 215 τῆς Ἐφημε-
1299ρίδος τῆς Κυβερνήσεως φύλλον τῆς 8 Σεπτεμβρίου. Καὶ εἰς
1300τὸ φύλλον αὐτὸ τῆς 8 Σεπτεμβρίου τί ἀναγινώσκομεν; «Δι’
1301»ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, ὑπ’ ἀριθ. 14181 καὶ ἀπὸ 31 Αὐγού-
1302»στου 1895, ἀπολύεται ὁ δημοδιδάσκαλος Γ. Παπαϊωάννου
1303»ἐκ Δοῦκα Ὀλυμπίων». Ἑπομένως ἡ ὀρθὴ ἀπόλυσις φαίνε-
1304ται γινομένη πρὸ τῆς διορθώσεως, ὅπερ ἀδύνατον· ἄρα ἡ ἀπό-
1305λυσις ἐγένετο μετὰ τὴν διόρθωσιν, ἤτοι μετὰ τὴν 1 Σεπτεμβρίου
13061895. Ὥστε πᾶσαι αἱ δημοσιευθεῖσαι πράξεις ἐν τῇ Ἐφημερίδι
1307τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν πρώτην Σεπτεμβρίου καὶ φέρουσαι
1308ἡμερομηνίαν τοῦ μηνὸς Αὐγούστου εἶναι πλαστογραφίαι!
1309Φέρω λοιπὸν ἡμερομηνίας, ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπο-
1310ρεῖτε νὰ ἐξαφανίσητε,—διότι τὰ πρωτόκολλα τοῦ Ὑπουρ-
1311γείου τῆς Παιδείας ἠμπορεῖτε νὰ τὰ ἐξαφανίσητε, ἀλλὰ τὴν
1312Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀδύνατον,—δι’ ὧν ἀποδεικνύον-
1313ται μαθηματικῶς αἱ πλαστογραφίαι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ
1314Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Διὰ τοιούτων λοιπὸν μέσων κα-
1315τωρθώσατε νὰ καταπατήσητε τοὺς νόμους!
1316Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἂν νομίζῃ
1317ὅτι δὲν ἀπέδειξα ὅ,τι εἶπον, νὰ μὲ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν.
1318§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ἀνακληθῆτε εἰς τὴν τά-
1319ξιν, ἐὰν δὲν ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν.
1320§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεκλήθη.
1321§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς;
1322§54ΣΤΑΗΣ. Δὲν ὑπάρχει μεγαλειτέρα τιμὴ δι’ ἐμὲ ἢ νὰ ἀνα-
1323καλῶμαι εἰς τὴν τάξιν, ἐν ᾧ, ἐπιτελῶν τὸ καθῆκόν μου, ἀπο-
1324δεικνύω τὰς καταχρήσεις τῆς Διοικήσεως, αἱ ὁποῖαι καταλή-
1325γουσιν εἰς βάρος τῆς πλειοψηφίας, αἱ ὁποῖαι καταῤῥίπτουσι
1326τὸ γόητρον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν
1327ἤδη τὸν κόσμον σύμπαντα νὰ θεωρῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πο-
1328λίτευμα ὡς μόνον αἴτιον τῆς κακοδαιμονίας μας, καὶ ὑπὲρ τῆς
1329τροποποιήσεως τοῦ ὁποίου ἀγωνίζονται πρὸ πολλοῦ σύλλογοι
1330ἐκ λογίων καὶ ἐντίμων πολιτῶν ἀπαρτιζόμενοι. Εἶναι ἀπελ-
1331πιστικὸν νὰ ἀνακαλῶνται εἰς τὴν τάξιν οἱ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας
1332τοῦ ἔθνους καὶ τῆς διατηρήσεως τῶν θεσμῶν τῆς χώρας ἀγω-
1333νιζόμενοι! Οὐχὶ δὲ τὸ πρῶτον σήμερον, ἀλλὰ πολλάκις καὶ
1334ἄλλοτε ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐκάκισα, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου
1335μέχρι τοῦ ἀνωτάτου, πάντα παραβάτην τῶν νόμων τῆς πα-
1336τρίδος.
1337Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι τὸ πρῶ-
1338τον σήμερον, ὅτε ἐγὼ ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς
1339λέγω, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1892 ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐξη-
1340γέρθη ὅλη ἡ τότε πλειοψηφία ἐναντίον μου, διότι ὡμίλησα
1341κατὰ τῆς συναλλαγῆς! Εὐτυχῶς δὲν ἦσθε σεῖς τότε Πρόε-
1342δρος, ἵνα μὲ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν (γέλωτες). Τί ἄλλο
1343κακίζομεν, εἰμὴ μόνον τὴν παράλειψιν τοῦ καθήκοντος;
1344Εἴμεθα ἀρχηγοὶ τοῦ τόπου, τοῦ στρατοῦ τοῦ κατὰ ξηρὰν
1345καὶ κατὰ θάλασσαν, καὶ ἀγνοοῦμεν ἂν ἦναι εἰς κατάστασιν
1346ὁ στόλος νὰ ἐκπλεύσῃ, ἔστω καὶ διὰ μίαν ἡμέραν! (αἴσθησις).
1347§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόε-
1348δρε, δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω τὸ Προεδρεῖον, ἂν ἤμεθα εἰς τὸ
1349στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων, ἂν ἀπηυθύνθη ἐπερώτησίς τις
1350κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἂν ἐζητήθησαν
1351ἔγγραφα νὰ καταθέσῃ, ἂν κατέθεσεν ὁ Ὑπουργὸς τὰ ἔγ-
1352γραφα τὰ ζητηθέντα, καὶ ἂν προσδιωρίσθη ἡ σήμερον ἡμέρα
1353πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Ἂν ἔχωσιν οὕτω τὰ
1354πράγματα, βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἂς ἐξακολουθήσῃ ἀγο-
1355ρεύων· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν ἡμεῖς σιωπῶμεν, δὲν ἕπεται ὅτι
1356ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶναι ἐν δέοντι. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀγνοῶν
1357ἰσχυρίζεται, ὅτι περιορίζομεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Οὐ-
1358δεὶς περιορίζει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει
1359τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξασκηθῇ ὁ ἔλεγχος
1360ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν· ἂς καταθέσῃ ἐπερώτησιν,
1361ἂς ζητήσῃ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ νὰ καταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς, νὰ κατα-
1362τεθῶσι τότε τὰ ἔγγραφα, νὰ ἐξετασθῶσι καὶ νὰ βεβαιωθῇ ἡ
1363ἀλήθεια· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Βουλευ-
1364τὴν νὰ καταγγέλλῃ πλαστογραφίας, πρὶν ἢ αὗται ἀποδει-
1365χθῶσι, διότι πλαστογραφία εἶναι πρᾶξις καταδιωκομένη εἰς
1366βαθμὸν κακουργήματος, καὶ ἀποδίδει οὕτως εἰς Ὑπουργὸν
1367πρᾶξιν κακουργήματος. Ὅθεν ἰσχυρίζομαι, ὅτι δὲν εἶναι ἐπι-
1368τετραμμένον εἰς αὐτὸν τοιαύτας νὰ προβάλλῃ προτάσεις,
1369οὐδὲ εἰς ἡμᾶς νὰ ἀκούωμεν αὐτάς, διότι οὐδείς, ἐνόσῳ δὲν
1370ἀποδειχθῇ τὸ ἔγκλημα, ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ ἐγκληματίας,
1371πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ ὀνομασθῇ κακοῦργος ἢ πλαστογράφος.
1372Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμὸν, διότι
1373ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐργαζόμενοι.
1374§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ παρακάλεσα τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ
1375ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν του· ὑποθέτω δὲ, ὅτι θὰ τὴν ἀνα-
1376καλέσῃ. Ἐγὼ ἐκλαμβάνω ὅτι ὅσα λέγει τὰ λέγει πρὸς δι-
1377καιολογίαν του.
1378§57ΣΤΑΗΣ. Νὰ σταλῇ ἐδῶ εἷς κλητὴρ, ἵνα δώσω τὰ ἔγ-
1379γραφα ταῦτα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως
1380πεισθῇ ὁ ἴδιος περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου.
1381§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἐκτελεσθῇ
1382ὁ Κανονισμός· ὄχι νὰ στείλῃ τὰ ἔγγραφα διὰ τοῦ κλητῆρος,
1383διὰ νὰ τὰ μελετήσω ἐγώ. Αὐτὸ δὲν εἶναι τάξις, εἶναι ἀταξία.
1384§59ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε...
1385§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ πάντων ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν
1386«πλαστογραφία».
1387§61ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἀπέδειξα ὅ,τι εἶπον.
1388§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παραδεχόμεθα ὅτι ἀπεδείξατε τίποτε.
1389§63ΣΤΑΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, στηρίζομαι ἐπὶ ἐγγράφων.
1390Καταθέτω τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν
1391πᾶς τις ἔχει ἀνὰ χεῖρας. Δὲν πρόκειται νὰ εἴπω κατηγορίας
1392μὴ στηριζομένας ἐπὶ πραγμάτων, πρόκειται νὰ ἐκθέσω τὰς
1393ἰδέας μου, τὸν δὲ συνειρμὸν τῶν ἰδεῶν μου ἐγὼ μόνος θὰ κα-
1394νονίσω.
1395§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπετε τὴν λέξιν «πλαστογραφία»· σᾶς
1396προσεκάλεσα, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ Κανονισμοῦ, ν’ ἀνα-
1397καλέσητε αὐτήν· ὑμεῖς δὲν ἀνακαλεῖτε. Λοιπὸν, ἐφαρμόζων τὸν
1398Κανονισμὸν, σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν.
1399§65ΣΤΑΗΣ. Θεωρῶ τιμήν μου τὴν ἀνάκλησιν, τὴν ὁποίαν
1400μοὶ ἐκάμετε, διότι...
1401§66ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ
1402τοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον (Θόρυβος).
1403§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, δὲν ἔχετε
1404δικαίωμα νὰ διακόψητε τὸν ἀγορεύοντα.
1405§68ΣΤΑΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε, διότι ἀφῃρέσατε,
1406κρούοντες τὸν προεδρικὸν κώδωνα, τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Βου-
1407λευτὴν (ἱλαρότης).
1408§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀφαιρέσω τὸν λό-
1409γον ἀπὸ κανένα. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ σᾶς
1410διακόψῃ. Αὐτὸ τῷ ὑπέμνησα.
1411§70ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς τῆς
1412συναλλαγῆς, ἡ ὁποία γίνεται ὑπὸ τῶν ἀτόμων τῶν περικυ-
1413κλούντων τὰς Κυβερνήσεις. Ἐγὼ ἄλλοτε αὐτὰ κατήγγελλον,
1414ὅτι οἱ περικυκλοῦντες τὰς Κυβερνήσεις διαπράττουσιν ὄργια,
1415καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν οἱ λόγοι μου· σήμερον
1416δ’ εὑρισκόμεθα εἰς ὁμοίαν περίπτωσιν...
1417§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἴμεθα
1418εἰς συζήτησιν ἐπερωτήσεων. Τὸ Προεδρεῖον εἶναι ἐντεταλμέ-
1419νον νὰ τηρῇ τὸν Κανονισμόν· διότι, ἐὰν ἤμεθα εἰς συζήτησιν
1420ἐπερωτήσεων, θὰ ἐλαμβάνομεν τὸν λόγον νὰ ἀναιρέσωμεν τὰ
1421λεγόμενα, ἢ νὰ φέρωμεν δικαιολογήσεις. Ἀλλὰ, ὡς νῦν τὰ
1422πράγματα συζητοῦνται ἐν οὐ δέοντι καὶ ἐν μὴ ὡρισμένῳ χρόνῳ,
1423ἡμεῖς τηροῦμεν σιωπήν. Ποία ἰσότης ὑπάρχει μεταξὺ ὑμῶν
1424καὶ τῶν Ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους ἐγκαλεῖτε; Ζητήσατε ἀπὸ
1425τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν τῆς ἐπερωτήσεώς σας,
1426διὰ νὰ συζητήσωμεν ἀπὸ ἴσου. Ἄλλως τὰ γιγνόμενα δὲν
1427εἶναι ἀνεκτὰ ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν τὸ ἐννοῶ, δυνάμει τίνος δια-
1428τάξεως τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ταῦτα ἀνεκτά.
1429§72ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ κατ’ ἐπανάληψιν ἐζήτησα κατὰ τὸν Κα-
1430νονισμὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκω, ἀλλὰ
1431ὁ ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος κ. Εὐταξίας ὑπεβάλομεν ἐγγρά-
1432φως τὰς ἐπερωτήσεις μας, ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπήν-
1433τησε. Λοιπὸν εἶμαι εἰς τὸ προκείμενον, διότι πρόκειται περὶ
1434τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐλέγχου, εἶναι δὲ περιορισμὸς τοῦ ἐλέγ-
1435χου, ὅταν μᾶς λέγουν, ὅτι μόνον ἀπὸ τῆς 9 π. μ. μέχρι τῆς
143612 θὰ κάμνωμεν ἐπερωτήσεις. Τίς θὰ ἔλθῃ τὴν 9ην πρωϊνὴν
1437ὥραν; Βεβαίως οὐδὲ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς θὰ ἔλθῃ, ἀφοῦ
1438θ’ ἀναχωρήσῃ ἐντεῦθεν τὴν 4ην πρωϊνήν. Λοιπὸν ὁ σκοπὸς
1439εἶναι νὰ ματαιωθῇ ὁ ἔλεγχος; διότι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα
1440ἡ συνεδρίασις θὰ ἄρχηται τὴν 11ην ὥραν, θὰ λήγῃ τὴν
1441μεσημβρίαν, μετὰ μεσημβρίαν δὲ θὰ ψηφίζωνται τὰ ἐν τῇ
1442ἡμερησίᾳ διατάξει 67 νομοσχέδια, καὶ θὰ μᾶς ἀφήσουν νὰ
1443περιμένωμεν τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, διὰ νὰ ἐξελέγχωμεν
1444τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
1445Ἐγὼ θὰ ἐγκαταλείψω τὸ θέμα τοῦτο, διότι, ἂν πρόκει-
1446ται νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀσχημιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν
1447εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι,
1448ὅτι δὲν μὲ ἀρκεῖ ὁλόκληρος ἡ σύνοδος. Παρακαλῶ ἑπομένως
1449τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ μὴ ἐξωθῇ τὰ
1450πράγματα ἐκεῖ, ὅπου καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ φθάσωσι.
1451Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διατυπώσῃ τὴν
1452πρότασίν του οὕτως, ὥστε νὰ μὴ φαίνηται ὅτι ζητεῖ νὰ περι-
1453ορισθῇ ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Δυνάμεθα νὰ
1454ἐργαζώμεθα καὶ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, καὶ πέραν τούτου,
1455ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ περιο-
1456ρίσῃ, χωρὶς νὰ καταργήσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν πολί-
1457τευμα.
1458§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1459§74ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν τις τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
1460συνεδριαζόντων πάσχῃ ψύχωσίν τινα, βεβαίως οὗτος δὲν εὑρί-
1461σκεται μεταξὺ τῶν ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀρι-
1462στερὰν) παρακαθημένων, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, χωρὶς νὰ περι-
1463αυτολογήσω, ὅτι πάντες οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ πτέρυγι
1464ταύτῃ, ἂν πάσχωσι ψύχωσίν τινα, πάσχουσι ψύχωσιν εὔλογον,
1465πάσχουσι τὴν ψύχωσιν νὰ ἀμύνωνται καὶ διαμαρτύρωνται,
1466ὅταν τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα, ἐν ᾧ κατοικοῦμεν καὶ ὑπὸ
1467τὸ ὁποῖον στεγαζόμεθα, σαλεύεται ἀπὸ τῶν θεμελίων αὐτοῦ.
1468Διότι σαλεύεται τῷ ὄντι ἀπὸ τῶν θεμελίων αὐτοῦ, ὅταν σχε-
1469δὸν καθ’ ἑκάστην παραβιάζηται αὐτὸς ὁ καταστατικὸς τῆς
1470Πολιτείας νόμος. Καὶ μᾶς ψέγουσι, διότι, οὕτω σαλευομένου
1471τούτου, ἐτολμήσαμεν νὰ ἀμυνθῶμεν καὶ διαμαρτυρηθῶμεν!
1472μᾶς ψέγουσι, διότι ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν,
1473καὶ ὡς Βουλευταὶ καὶ ὡς ἁπλοῖ πολῖται Ἕλληνες, νὰ ἀμυ-
1474νώμεθα ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας ἡμῶν! Ἐάν τις, κύριε
1475Πρόεδρε, ἔπαθεν ὄντως ψύχωσίν τινα, οὗτος βεβαίως εἶναι ὁ κ.
1476συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις ἔπαθε πάθημα δεινὸν καὶ ψύ-
1477χωσιν ἀνίατον, τὴν ψύχωσιν, ὅπως συνηγορῇ καὶ ἀμύνηται
1478ὑπὲρ πάσης προτάσεως, ὑπὲρ παντὸς νομοσχεδίου τῆς Κυβερ-
1479νήσεως, ἀλλὰ φροντίζων πάντοτε, ἵνα τὴν πρότασιν ταύτην
1480καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θὰ
1481συνηγορήσῃ, ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν πλέον ἀβασίμων, τῶν πλέον
1482ἀμελετήτων, τῶν πλέον ἀσυστάτων καὶ σαθρῶν, ὡς εἶναι ἡ
1483πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ...
1484§75Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶσθε πολὺ μετριόφρων.
1485§76ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περισσότερον ὑμῶν, κύριε συνάδελφε,
1486ὁ ὁποῖος, μὲ τὴν ἀξίωσιν ἑκάστοτε νὰ διαφωτίσητε τὸ συζη-
1487τούμενον θέμα, ἀνέρχεσθε εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀφηγεῖσθε ἐντεῦθεν
1488ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν μυθολογίαν, ἀποστέργοντες νὰ εἰσέλ-
1489θητε εἰς τὸ ζήτημα, ὁ ὁποῖος πάσχετε ὄντως τὴν ἀκολασίαν
1490τῶν λόγων, ὑποστηρίζοντες διὰ λόγων ἀτελευτήτων, ἀλλ’ οὐ-
1491δαμῶς πειστικῶν, πᾶν ὅ,τι σαθρὸν καὶ ἀβάσιμον εἰσάγει ἡ
1492Κυβέρνησις. Καὶ ψέγουν ἡμᾶς, ὅτι πάσχομεν ἀκολασίαν περὶ
1493τὸ λέγειν, ἐνῷ ἡμεῖς συνεβουλεύσαμεν πάντοτε εἰς τὴν Βου-
1494λήν, ἵνα μὴ ἀποδεχθῇ προτάσεις, αἵτινες, ὄχι μόνον δὲν συν-
1495τελοῦσιν εἰς τὴν εὐκοσμίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς,
1496ἀλλὰ τοὐναντίον παραλύουσι τὰς ἐργασίας αὐτῆς! Τοιαύτη
1497δὲ ἡ πρότασις, ἣν εἰσηγήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐλάβο-
1498μεν ἤδη, κύριε Πρόεδρε, πεῖραν τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα
1499ἔχουσιν αἱ συζητήσεις, κατὰ τοιοῦτον τρόπον διεξαγόμεναι
1500ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν ἔχω μακρὰν πεῖραν τῆς ἱστο-
1501ρίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ἀπὸ
1502ἐτῶν παρακαθήμενοι ἐνταῦθα, δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι,
1503ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νομοθετημάτων,
1504τῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ψηφισθέντων παρὰ τῆς ἀντιπρο-
1505σωπείας τοῦ ἔθνους. Ὅταν εἰσάγωνται νομοσχέδια κατὰ
1506σωρείαν, ὅταν ἀσυζητητεί, ἀμελέτητα καὶ ἀνεξέλεγκτα ψη-
1507φίζωνται τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ποῖα ἔσονται τὰ ἀποτελέ-
1508σματα τῆς τοιαύτης νομοθεσίας; Ἀναμφισβητήτως οἰκτρά.
1509Καὶ ἐκ τῆς ἀπόψεως λοιπὸν ταύτης, ὄχι τοῦ ἐθνικοῦ συμ-
1510φέροντος πλέον, ἀλλὰ τοῦ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, πρέπει
1511νὰ μὴ γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις, διότι κατὰ τὴν τάξιν τῆς
1512προτάσεως νομοθετοῦντες, ἠθέλομεν ψηφίσει νόμους, οἵτινες
1513δὲν θὰ δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἐφαρμοζόμενοι
1514θὰ ἀποδειχθῶσι τὰ μάλα ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν χώραν καὶ τὰ
1515δημόσια συμφέροντα.
1516Ἡ Ἀντιπολίτευσις, κύριε Πρόεδρε, οὐ μόνον δὲν παρακω-
1517λύει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ προθυμίας
1518συντρέχει ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ἔργων αὐτῆς. Ἀπόδειξις δὲ,
1519ὅτι αἱ διεξαγόμεναι ἐργασίαι τῆς Βουλῆς διεξήχθησαν μὲ τὴν
1520πρόθυμον συνδρομὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ μὲ τὴν πρό-
1521θεσιν, ὅπως συνδράμῃ αὕτη τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν
1522εἰς τὰ νομοθετικὰ αὐτῆς ἔργα, εἶναι αἱ ἐργασίαι ἐν ταῖς ἐπι-
1523τροπαῖς. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἐργασθῶσιν αἱ ἐπιτροπαὶ,
1524ὅταν ἀφαιρῆται ἀπὸ αὐτὰς ὁ χρόνος τῆς ἐργασίας; Καλού-
1525μεθα κατὰ τὰς δέκα νὰ συνέλθωμεν εἰς ἐργασίαν μιᾶς ἐπι-
1526τροπῆς, καλούμεθα εἰς τὰς δύο νὰ συνέλθωμεν εἰς ἄλλην ἐπι-
1527τροπήν, καλούμεθα τὴν 4ην μ. μ. διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς
1528Βουλῆς, καλούμεθα δὲ νῦν, ἵνα συνεδριάζωμεν ἀπὸ τῆς ἐννά-
1529της πρωϊνῆς μέχρι τῆς δωδεκάτης ὥρας, καὶ ἀπὸ τῆς τετάρ-
1530της μ. μ. μέχρι τῆς ἑβδόμης καὶ ἡμισείας, καὶ ἀπὸ τῆς
1531ὀγδόης καὶ ἡμισείας μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, εὑρισκόμενοι σχε-
1532δὸν διαρκῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ! Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι
1533ἔργον ἀνθρώπινον, τοῦτο ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης
1534ἀντοχῆς καὶ τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας! Μὴ νομίσητε δὲ,
1535κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι μικρὸν καὶ ἀσήμαντον τὸ ἔργον τῶν
1536ἐπιτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας σπουδαιότατα νομοσχέδια παρε-
1537πέμφθησαν. Δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς λεπτομερείας περὶ τοῦ θέ-
1538ματος τούτου, ἵνα μὴ θεωρηθῶ, καθὼς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθή-
1539ρων συνάδελφος, ὡς ἀπομακρυνόμενος τοῦ κυρίου θέματος, τοῦ
1540ἤδη συζητουμένου· θὰ ἠδυνάμην ὅμως πλείστας ὅσας ἀτε-
1541λείας νὰ καταδείξω εἰς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἅτινα παρε-
1542πέμφθησαν εἰς τὰς ἐπιτροπάς, ὧν ἐγὼ τυγχάνω μέλος, ἀλλὰ
1543εἶπον, ὅτι φοβούμενος τὸν κίνδυνον, μὴ θεωρηθῶ ὡς σκοπίμως
1544κωλυσιεργῶν καὶ ἀπομακρυνόμενος τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον
1545ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας
1546ταύτας, διότι θὰ ἦτο τότε ἐνδεχόμενον, ἂν τοιαύτην συζή-
1547τησιν ἤθελον κάμει, νὰ ἀκούσω συνάδελφόν τινα ἐπικαλούμε-
1548νον τὴν συνδρομὴν τοῦ Προέδρου καὶ ζητοῦντα ἀπὸ τὸν
1549Πρόεδρον νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον. Κατ’ ἐμὲ, τοιαύτη πρό-
1550κλησις τοῦ κ. συναδέλφου δὲν θὰ ἦτο ἀξία ἐπαίνων, οὔτε ὁ
1551τοιοῦτος ζῆλος αὐτοῦ εἰς τὸ συντρέχειν τὴν Κυβέρνησιν ἤθε-
1552λεν ἐπισπάσει τοὺς ἐπαίνους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βου-
1553λῆς. Ὁ ζῆλος οὗτος μαρτυρεῖ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέ-
1554πεται νὰ εἴπω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ὁ τοιοῦτος ζῆλος
1555πρέπει νὰ δεικνύηται οὐχὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τῶν συνε-
1556δριάσεων τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ
1557ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖ-
1558ται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ, ἐν
1559ᾗ δὲν ἐγίνοντο συζητήσεις, ἀλλ’ ἐλαμβάνοντο διαταγαί...
1560§77ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ λέγητε ὅ,τι
1561θέλετε ἐδῶ!
1562§78ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω δικαίωμα νὰ λέγω ὅ,τι γνω-
1563ρίζω μετὰ θετικότητος, καὶ τὰ ὅσα εἶπον γνωρίζει κάλλιον
1564ἐμοῦ ὁ κ. συνάδελφος... Μᾶς ἔφεραν σωρείαν νομοσχεδίων,
1565ἑκατὸν δὲ εἶναι ἀκόμη τὰ μὴ συζητηθέντα νομοσχέδια, καὶ
1566ζητοῦσιν, ἵνα πάντα ταῦτα γείνωσι νόμοι ἐντὸς 14 ἡμερῶν
1567Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο δυνατόν; Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ, ὅπως
1568λάβῃ ἐψηφισμένα τὰ νομοσχέδια, ἂς προβῇ εἰς ἄλλο μέτρον,
1569τὸ ὁποῖον ἴσως εἶναι σκοπιμώτερον, καὶ ὀλιγώτερον προσβάλ-
1570λει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως· ἂς
1571προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦ νὰ εἰσαγάγῃ ἓν καὶ μόνον νομοσχέ-
1572διον, μὲ μοναδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ «μεταβάλ-
1573λονται εἰς νόμους πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀναγεγραμμένα
1574ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει», ἵνα οὕτως ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τῆς
1575ἀνιαρᾶς ὑποχρεώσεως τοῦ παρίστασθαι ἐνταῦθα καὶ συζητεῖν
1576ματαίως.
1577Ἐπιμένω, κύριε Πρόεδρε, φρονῶν, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ὅτι
1578ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσω-
1579πείας, νὰ γένηται δεκτὴ πρότασις ἄντικρυς ἀντικειμένη εἰς
1580αὐτήν.
1581§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπέθετον,
1582ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ὅστις διανύει τὰ ἔτη τῆς
1583ἀκμῆς τοῦ βίου, καὶ ὅστις ἀκόμη δὲν ἐκαθάρισε τὰ ὑποδή-
1584ματα αὐτοῦ ἀπὸ τὴν κόνιν τοῦ σπουδαστηρίου καὶ τῶν
1585ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων, ἔχει δ’ ἕνεκα τούτου νωπό-
1586τατα τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν αὐτοῦ, δὲν ἐπίστευον, ὅτι
1587ἤθελε παραστήσει ὡς αὐθαίρετον καὶ αὐτοκρατορικὸν τὸ διά-
1588βημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐποιήσαμεθα χθὲς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
1589τῶν Οἰκονομικῶν.
1590§80ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1591§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεγαλει-
1592τέρα συνταγματικότης ἢ ὅταν συνέρχωνται τὰ μέλη ἑνὸς
1593πολιτικοῦ κόμματος, ἵνα συσκεφθῶσι περὶ τῆς πορείας αὐτῶν;
1594Ὑπάρχει ὑποχρέωσις μείζων, ὅπως διασώζηται ἡ αὐτοβου-
1595λία ἑκάστου τῶν μελῶν τοῦ κόμματος, ἢ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ
1596εἰσηγουμένου τὴν πολιτικὴν, τοῦ χαράσσοντος τὴν πορείαν
1597τοῦ κόμματος, ὅπως κοινωνῇ μετὰ τῶν μελῶν τοῦ κόμματος,
1598ὅπως προβάλλῃ εἰς τοὺς φίλους του τὰς γνώμας του καὶ
1599ἀκούῃ τὰς γνώμας αὐτῶν, ὅπως συζητῇ μετ’ αὐτῶν καὶ τῇ
1600συνδρομῇ πάντων τῶν μελῶν τοῦ κόμματος ζητῇ νὰ ἐξεύρῃ
1601τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ἐκλέξῃ χρήσιμον καὶ ὠφέλιμον πρότα-
1602σιν; Ἴσως, διότι ἔλεγέ τις πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐγὼ ἐγενόμην δι-
1603κτάτωρ τῆς Ἑλλάδος, ἴσως ὑπέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσ-
1604σήνης, ὅτι ἤθελε χρησιμεύσει εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ
1605του, ὅτι ἐγὼ ὁ δικτάτωρ ἐπέβαλον τὴν ἐμὴν γνώμην εἰς τοὺς
1606φίλους μου, ἐνῷ τοὐναντίον ἐζήτησα μετ’ αὐτῶν, ἵνα κοινῇ
1607γνώμῃ ἐξεύρωμεν κατὰ τίνα τρόπον ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν
1608οἱ φίλοι μου ὑποστηρίζουσι, θέλει δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ
1609καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς τόπον, πρὸς τὰ συμφέ-
1610ροντα αὐτοῦ, πρὸς τὸ Σύνταγμα. Καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγέ-
1611νετο χθὲς, εἶναι κανὼν τηρούμενος ἐν πᾶσι τοῖς συνταγμα-
1612τικοῖς Κράτεσιν, εἶναι κανὼν, τὸν ὁποῖον οὐδέποτε παρέ-
1613βημεν καὶ ὅτε εἴμεθα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ ὅτε εἴμε-
1614θα ἐν τῇ Κυβερνήσει. Δικτάτορες εἶναι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων
1615ἡ θέλησις ἀναβιβάζεται ὑπὲρ τοὺς νόμους, ἀναβιβάζεται ὑπὲρ
1616τὸ κοινὸν συμφέρον, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν θέ-
1617λησιν εἰς τοὺς συμπολίτας των, καὶ οἵτινες δὲν ἐξευτελίζουσι
1618μόνον, ἀλλὰ ταπεινώνουσι καὶ τοὺς φίλους καὶ τοὺς μὴ φίλους.
1619Ἡμεῖς τοὺς φίλους ἡμῶν σεβόμεθα, καὶ θεωροῦμεν ὡς θεω-
1620ροῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐσμὲν ἴσοι πρὸς αὐτοὺς, καὶ προσπαθοῦ-
1621μεν νὰ ἤμεθα διερμηνεῖς τῶν φρονημάτων αὐτῶν, ὡς αὐτοὶ
1622εἶναι διερμηνεῖς τῶν φρονημάτων τοῦ ἔθνους. Αὕτη εἶναι ἡ
1623συνάφεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν κυβερνώντων ἐν κοινο-
1624βουλευτικοῖς Κράτεσι καὶ τοῦ λαοῦ. Ἐὰν τὰ μέλη τῆς πλειο-
1625ψηφίας διερμηνεύωσι τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους, ὀφείλουσιν ἐπί-
1626σης οἱ εἰσηγηταὶ τῆς πλειοψηφίας νὰ διερμηνεύωσι τὸ φρό-
1627νημα τῆς πλειοψηφίας, διότι εἰσὶν ἔμμεσοι διερμηνεῖς τοῦ φρο-
1628νήματος τοῦ λαοῦ, οὐδέποτε δ’ ἡμεῖς ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ
1629τὰ ὅρια τοῦ καθήκοντος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς
1630ἡμᾶς τὸ πολίτευμα. Ἤθελον μακαρίσει τοὺς λαοὺς καὶ τὰ
1631ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἤθελον τύχει δικτατόρων τοιούτων, ὁποῖοι
1632εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ κοινοβουλευτικοὶ Ὑπουργοί.
1633Ἀλλὰ μεταχειρίζονται ὅρους καὶ ἐπωνυμίας καὶ ἰδιότη-
1634τας καὶ χαρακτηρισμούς, οἱ ὁποῖοι τῳόντι καθιστῶσιν ἥκιστα
1635σπουδαίαν καὶ τὴν σοβαρωτέραν τῶν ἐννοιῶν καὶ τὴν σπου-
1636δαιότητα τῶν χαρακτηρισμῶν, τοὺς ὁποίους μᾶς δίδουσι, διότι
1637ἥκιστα σπουδαῖον εἶναι νὰ ἐγκαλῶσιν ἐν Ἑλλάδι ὡς δικτά-
1638τορας Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ἀπέναντι τῆς Βου-
1639λῆς ὡς οἱ τελευταῖοι θεράποντες αὐτῆς, καὶ οἱ ὁποῖοι διανο-
1640οῦνται, ὅτι ποτὲ δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τοὺς
1641δεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι συνέδεσαν αὐτοὺς μετὰ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος
1642εἶναι ὁ πρῶτος ἐντολεὺς αὐτῶν. Καὶ ἠκούετε πρὸ μικροῦ, ὅτι
1643σήμερον εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλλη-
1644νικοῦ λαοῦ! Πῶς θέλετε πλέον νὰ δοθῇ ἀξία ἢ προσοχὴ εἰς
1645κραυγὰς τοιαύτας, ὅταν τὴν σήμερον παριστῶσιν ὡς τελευ-
1646ταίαν ἡμέραν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ; Διατί; Διότι, συν-
1647ειδότες τὴν ἡμετέραν εὐθύνην, ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Βουλῆς
1648νὰ μᾶς συνδράμῃ, ἵνα ἐκτελέσωμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα
1649ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως, τῇ ἐνδείξει τοῦ Κοινοβουλίου, μᾶς
1650ἀνέθηκε. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ τῶν γινομένων ἐν τοῖς Κοινοβου-
1651λίοις τῶν ἄλλων Κρατῶν, καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ
1652ἐν Γαλλίᾳ ἢ ἐν Βελγίῳ τρία μόνον ἢ τέσσαρα ἢ πέντε εἰσά-
1653γονται νομοσχέδια, καὶ ἐκπλήσσονται, διότι ἡμεῖς εἰσηγάγο-
1654μεν οὐχὶ πέντε, ἀλλὰ πεντήκοντα. Λησμονοῦσιν ὅτι σήμερον,
1655ἐὰν δὲν ἦναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνι-
1656κοῦ λαοῦ, εἶναι ὅμως ἡ ἐπιοῦσα τῆς πτωχεύσεως τοῦ Ἑλληνι-
1657κοῦ Κράτους (εὖγε! εὖγε!), καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν
1658ἀτυχίαν νὰ καλῶνται ἵνα ἀναλαμβάνωσι τὴν κυβέρνησιν Κρά-
1659τους ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἔχουσι μεγάλα, βαρύτατα καθή-
1660κοντα, καθήκοντα ἵνα περισυλλέξωσι τὸ παρελθὸν, καθήκοντα
1661ἵνα συντάξωσι τὸ ἐνεστὼς, καθήκοντα ἵνα φροντίσωσι περὶ τῆς
1662βελτιώσεως τοῦ μέλλοντος. Καὶ μήπως τὰ καθήκοντα ἡμῶν
1663εἶναι μόνον καθήκοντα, τὰ ὁποῖα μᾶς τρέπουσιν εἰς τὰς μελέτας
1664περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους ἢ τῆς χώρας;
1665Μόνον τοῦτο τὸ μέλημα ἐκλήθημεν ν’ ἀναλάβωμεν; Ἐν χρό-
1666νῳ κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν δύναται πλέον νὰ εἴπῃ τις ἐκεῖνο τὸ
1667ὁποῖον ὑπερηφάνως ἄλλοτε ἔλεγον ἐγὼ, ὡς λειτουργὸς τῆς
1668διοικήσεως, ὅτι ἡ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἐντιμοτάτη με-
1669ταξὺ τῶν διοικήσεων τῶν μεγάλων Κρατῶν, ὅταν ἔχῃ τὴν
1670δυστυχίαν κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον νὰ μὴ μένῃ ἥσυχος, προσ-
1671βλέπων πρὸς τὸ μέλλον, καὶ ἐπισκοπῶν πάντα τὰ πέριξ ἡμῶν
1672γινόμενα, καὶ ἀναλογιζόμενος τὰς διαφόρους πλοκὰς τῶν συμ-
1673βεβηκότων, καὶ ἐνθυμούμενος τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν αἱ
1674πλοκαὶ αὐταί τῶν συμβεβηκότων δύνανται νὰ ἀσκήσωσιν ἐπὶ
1675τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους· ὅταν ἀφ’ ἑτέ-
1676ρου γνωρίζῃ ποία τυγχάνει ἡ κατάστασις τοῦ τόπου καὶ
1677ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν τῇ οἰκονομίᾳ, νομίζετε ὅτι ἐκπληροῖ
1678τὸ καθῆκον, εἰσάγων τρία ἢ τέσσαρα νομοσχέδια, μηδόλως
1679δὲ προνοῶν περὶ οὐδενὸς ἄλλου πράγματος; Τῇ ἀληθείᾳ ἐξί-
1680σταμαι, ἀκούων τοιαύτας ν’ ἀποφαίνωνται γνώμας ἐν τῷ Κοι-
1681νοβουλίῳ τούτῳ. Ἐπίστευον ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἤθελον
1682ἐλέγξει ἡμᾶς, διότι δὲν ἐπρονοήσαμεν περὶ πάντων, ἀλλ’ ἐπρο-
1683νοήσαμεν μόνον περί τινων. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ, ὅτι ἀντιπο-
1684λιτευόμενοι ἤθελον ἐλέγξει ἡμᾶς, ὅτι ἐπρονοήσαμεν περὶ πλει-
1685όνων ἢ περὶ ὅσων ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν. Ἐὰν τὰ μέτρα,
1686τὰ ὁποῖα προεβάλομεν, ἦναι ἄξια ἐλέγχου καὶ ἐπικρίσεως,
1687δι’ αὐτὸ τοῦτο ὑπεβάλομεν αὐτὰ, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο συν-
1688εργαζόμεθα μεθ’ ὑμῶν, ζητοῦντες τὴν συνδρομὴν τοῦ Κοινο-
1689βουλίου, ἵνα συμπράξῃ, ὅπως βελτιώσωμεν ταῦτα, ἢ συμπλη-
1690ρώσωμεν ταῦτα, ἢ τροποποιήσωμεν ταῦτα. Καὶ καθ’ ὃν χρό-
1691νον ἡμεῖς ἐπανειλημμένως ἐπανελάβομεν πρὸς τὴν Βουλὴν,
1692ὅτι δὲν θεωροῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀλαθήτους, καὶ προσερχόμεθα
1693καθ’ ἑκάστην ζητοῦντες τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς, ἵνα συμπλη-
1694ρωθῶσι καὶ βελτιωθῶσι τὰ ἔργα ἡμῶν, κατὰ τὸν χρόνον
1695τοῦτον μᾶς ἀποκαλοῦσι δικτάτορας καὶ μᾶς συμβουλεύουσι
1696νὰ εἰσαγάγωμεν ἓν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητήσω-
1697μεν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ ζωὴν νομοθετικὴν εἰς πάντα
1698τὰ σχέδια τῶν νόμων, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν! Δὲν γνωρίζω ἐὰν
1699ἦναι ὀλίγα ἢ πολλὰ τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκράτει ἄλλο
1700σύστημα μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐνθυ-
1701μοῦμαι μάλιστα, ὅτε εἴμεθα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅτι ἄλλοι
1702σύμβουλοι τοῦ Στέμματος τότε διεξῆγον τὰς σχέσεις των μετὰ
1703τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὅτι οὗτοι οὐχὶ λόγῳ ἀλλὰ πράγματι
1704καὶ ἔργῳ κατεδήλουν ἀξιώσεις βεβαίως περιοριζούσας τὴν ἐλευ-
1705θερίαν τῶν ἐνασκούντων τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐν τῇ αἰ-
1706θούσῃ ταύτῃ. Καὶ εἴδετε ἐμὲ κατὰ τὰς ὀλίγας ἐργασίας, τὰς
1707ὁποίας διεξηγάγομεν μέχρι τοῦδε, ἢ εἴδετε τοὺς συναδέλφους
1708ἐμοῦ, εἴδετε ποτὲ τοιαύτας νὰ ἐκδηλώσωμεν ἀξιώσεις, ἡμεῖς,
1709οἵτινες μετὰ μεγάλης ἀφελείας καὶ ἁπλότητος ὡμολογήσα-
1710μεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀτελεῖς, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ συμπληρώσητε
1711ὑμεῖς;
1712«Ἀλλὰ διατί, ἐνῷ ἠδύνασθε νὰ ἔχητε πολὺν χρόνον εἰς τὴν
1713διάθεσιν ὑμῶν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐν ἀνέσει συζητήσῃ καὶ ψη-
1714φίσῃ τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, διατὶ τόσον βραδέως προσ-
1715εκαλέσατε τὴν σύγκλησιν αὐτῆς; Διατὶ δὲν προσεκαλεῖτε
1716τὴν σύγκλησιν αὐτῆς κατὰ τὸ ἔτος 1895;» Ἡμεῖς δὲν ἀμ-
1717φισβητοῦμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς φρονοῦντας ὅτι ἦτο δυ-
1718νατὸν νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1895, νὰ ἐκφράζωσι
1719τὸ φρόνημα αὐτῶν· ἀλλὰ πρέπει οἱ ταῦτα φρονοῦντες νὰ ἀνα-
1720γνωρίζωσι καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ μὴ φρονῶμεν οὕτως,
1721ἀλλὰ νὰ φρονῶμεν ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς ὑπὸ
1722τοῦ Συντάγματος νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ Βασιλέως νὰ συγ-
1723καλέσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1895. Ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦτο
1724ἐπροτάθη, συνεζητήθη, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη. Πῶς ἐπανέρ-
1725χεσθε;
1726§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀπεφάνθη.
1727§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἐπανέρχεσθε ἐπὶ τοὺς αὐ-
1728τοὺς ἰσχυρισμοὺς, ἐπαναφέροντες ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνεζη-
1729τήθησαν, ὡσανεὶ ταῦτα εἶχον λυθῆ συμφώνως πρὸς τὴν γνώ-
1730μην ὑμῶν; Καὶ ἐψιθύρισέ τις, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη, ἡ
1731Βουλὴ, ἥτις μετὰ τὰς παραστάσεις τοῦ Ὑπουργείου μετέβη εἰς
1732τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Προσῆκεν εἰς ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν νὰ
1733ἀποφήνηται ἡ Βουλὴ γνώμην, ὅπως ἀναιρέσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς
1734ὑμῶν; Καὶ ὑποθέτετε ὅτι, ἐὰν ἐζητοῦμεν, δὲν ἠθέλομεν ἔχει
1735τὴν ἐπιδοκιμασίαν αὐτῆς; Καὶ λέγετε ἀκόμη, ὅτι ἡ Βουλὴ
1736δὲν ἀπεφάνθη! Ἐὰν δὲ ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα
1737νὰ ζητήσωμεν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ἐντὸς τοῦ 1895,
1738διότι ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου εἶχεν ἤδη ἡ Βουλὴ συγκληθῆ
1739εἰς τὴν πρώτην σύνοδον, πότε ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ ἢ κατὰ
1740τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1896;
1741Καὶ ὡς ἂν κατῆλθον οἱ ἀγορεύσαντες ἀπὸ τὴν Σελήνην,
1742καὶ δὲν γνωρίζουσι τὴν κατάστασιν τῶν Ἑλληνικῶν πραγμά-
1743των, καὶ δὲν ζῶσιν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, καὶ δὲν γνωρίζουσι τὰς
1744περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ὡς
1745ἄτομον, δυσφοροῦσι, διότι οἱ Βουλευταὶ δὲν ἔδραμον ἀμέσως
1746τὴν 8 Ἰανουαρίου νὰ ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας ἢ διότι οἱ Βουλευ-
1747ταὶ ἴσως κρίνουσιν, ὅτι εἶναι δύσκολον εἰς αὐτοὺς ἢ εἴς τινας
1748ἐξ αὐτῶν, νὰ παρατείνωσι τὴν διαμονήν των ἐν Ἀθήναις μετὰ
1749τὸ Πάσχα. Καὶ ὡς ἂν μὴ γνωρίζωσιν ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο
1750συμβαίνει καὶ ἐξαιρετικόν τι συμβεβηκὸς, ὅτι τελοῦνται ἀμέ-
1751σως μετὰ τὸ Πάσχα αἱ ἑορταὶ τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, κατὰ
1752τὴν διάρκειαν τῶν ὁποίων μεταβάλλονται οἱ κοινωνικοὶ ὅροι
1753καὶ καθίσταται δυσχερεστέρα ἡ διαμονὴ τῶν Βουλευτῶν, οἵτι-
1754νες εἶναι Ἕλληνες, καὶ ἐὰν ἔχωσι τὴν τιμὴν νὰ ἦναι Ἕλλη-
1755νες, ἔχουσι καὶ τὴν δυστυχίαν νὰ εὑρίσκωνται ἐν ταῖς περι-
1756στάσεσιν, ἐν ταῖς ὁποίαις εὑρίσκονται οἱ Ἕλληνες.
1757Νομίζω ὅτι, ὅταν συζητῇ τις περὶ τῶν δημοσίων πραγμά-
1758των, πρέπει ἰδίως νὰ μὴ ἀπομακρύνηται ἀπὸ τὴν ἀγαθὴν πί-
1759στιν. Ὑπάρχει μάλιστα κανὼν ἀναγεγραμμένος, ὁ ὁποῖος πρέ-
1760πει νὰ ὁδηγῇ τὰ Κοινοβούλια εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῶν, ὁ κα-
1761νὼν ὅτι πρέπει νὰ συζητῶνται μόνον τὰ πράγματα καὶ αἱ
1762πράξεις, μόνον τὰ μέτρα καὶ αἱ ἰδέαι, οὐχὶ νὰ συζητῶνται
1763τὰ πρόσωπα. Ἠκούσατε πρὸ μικροῦ οὐχὶ συζήτησιν πλέον περὶ
1764προσώπων, ἀλλά τι, τὸ ὁποῖον σπανίως λαμβάνει χώραν ἐν
1765συζητήσεσι πολιτικοῦ σώματος. Ἠμπορεῖ νὰ ἀναφέρωνται
1766παραδείγματα, ὅτι ἐν τῷ Ἀμερικανικῷ Κοινοβουλίῳ συνέβη νὰ
1767ἀντικρούωσιν ἄλληλα μέλη τινὰ τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τοῦ ῥε-
1768βόλβερ, ἢ διὰ τῆς ῥάβδου, καὶ μετ’ ὀλίγον εἶναι ἐνδεχόμενον
1769νὰ συμβῇ καὶ παρ’ ἡμῖν τοιοῦτον τι, ὅταν ἀναιρῆται ἡ τιμὴ
1770ἑκάστου τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου παρ’ ἄλλων συναδέλφων
1771αὐτῶν. Καὶ ἐνῶ ῥητῶς ἐγὼ ἔλεγον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν
1772πρόκειται νὰ συζητηθῶσι τὰ 67 νομοσχέδια, ἢ τὰ 367 νο-
1773μοσχέδια,—διότι ἐνδεχόμενον ἦτο καὶ 367 νὰ εἶχον προταθῆ—
1774ἀλλ’ ὅτι πρόκειται ἐξ αὐτῶν νὰ ἐκλέξωμεν τὰ συνδεόμενα
1775ἀχωρίστως μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ἐκεῖνα τῶν ὁποίων ἡ
1776ἐξέτασις καὶ ἡ ἐπιψήφισις ἐνδείκνυται ὡς ἐπείγουσα καὶ ἀναγ-
1777καία ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, τοὺς λόγους μου
1778τούτους εἴτε ἐλησμόνουν, εἴτε παρίστων ἀλλοίους, ἵνα δυνη-
1779θῶσι νὰ παραστήσωσιν ἑαυτοὺς ὡς ὀρθολογοῦντας, ὅταν ἀνή-
1780ρουν ὅσα ἡμεῖς προετείνομεν. Καὶ ἐνῷ ἐγὼ ἐπρότεινα, τὸ πρῶ-
1781τον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως, τὸ ὁποῖον διαρκεῖ τρεῖς ὥρας,
1782ἀπὸ τῆς ἐννάτης πρωϊνῆς μέχρι τῆς μεσημβρίας, νὰ διατεθῇ
1783ὅλον εἰς τὴν ἔρευναν τῶν πράξεων ἡμῶν καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς
1784Κυβερνήσεως καὶ τῆς Διοικήσεως, ἐδημιούργουν ὑποθέσεις, ὅτι
1785ἡμεῖς, ὅτι ἡ πλειοψηφία, σεῖς, ἄνδρες κακῆς πίστεως, θέλετε
1786ἔρχεσθαι εἰς τὴν Βουλὴν μόλις τὴν ἑνδεκάτην, διὰ ν’ ἀπέλθητε
1787τὴν ἑνδεκάτην καὶ ἡμίσειαν, ὥστε νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ αὐτοὺς
1788τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου!
1789Ἐξίσταμαι πραγματικῶς, διότι τοιαῦτα προεκάλεσεν ἡ
1790ἐμὴ πρότασις σχόλια καὶ παρατηρήσεις. Ἠξίουν ἴσως, ὅτι
1791ἡμεῖς δὲν εἴχομεν καθῆκον νὰ προβλέψωμεν, ἂν καὶ κατὰ τίνα
1792τρόπον θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχωμεν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ
1793Προϋπολογισμοῦ, καί τινων ἀπολύτως ἀναγκαίων νομοθετημά-
1794των. Ἠξίουν ἴσως, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν κλείσει τοὺς ὀφθαλ-
1795μοὺς, καὶ δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὰ γιγνόμενα,
1796καὶ ἠθέλομεν ἀφεθῆ εἰς τὸν ῥοῦν τῶν πραγμάτων, καὶ ἠθέλο-
1797μεν εὑρεθῆ μίαν ἡμέραν ἄνευ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἄνευ τῶν
1798ἀναγκαιούντων νομοθετημάτων, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ
1799ἤθελον ἀπέλθει τῶν Ἀθηνῶν, καὶ παραστήσωσιν ἡμᾶς, ὅτι
1800δῆθεν ἐπιβουλευόμεθα τὸ πολίτευμα, διότι, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα
1801προσδιώρισεν ἑξάμηνον τὴν διάρκειαν τῶν βουλευτικῶν ἐργα-
1802σιῶν κατ’ ἀνώτατον ὅρον, καὶ τρίμηνον κατ’ ἐλάχιστον, ἡμεῖς
1803ἐπιβάλλομεν τὴν ἡμετέραν θέλησιν εἰς ὑμᾶς, καὶ συντελοῦ-
1804μεν μὲ ὑμᾶς, ἵνα μὴ ἐργάζησθε ἐπὶ τρεῖς μῆνας! Δὲν γνωρίζω
1805ἐὰν ἐν Ἀμερικῇ τοιαῦται συζητήσεις θὰ διεξήγοντο μετὰ το-
1806σαύτης ἀνοχῆς καὶ ὑπομονῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα ἐφωπλισμέ-
1807νοι διὰ τῆς ὑπομονῆς, διότι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχουσι καθῆ-
1808κον νὰ ὑπομένωσι.
1809Καί τις τῶν ἀγορευσάντων παρέστησεν ἐμὲ ὠργισμένον ἑσπέ-
1810ραν τινὰ, ὅταν ἔλεγον, ὅτι θὰ μείνωμεν μέχρι τῆς πρωΐας, ἀλλὰ
1811δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις ἤθελε συμβῆ νὰ ἄρ-
1812ξωνται τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν τὴν δεκάτην μετὰ μεσημ-
1813βρίαν, ἤθελον δ’ ἐκεῖ ἀποφανθῆ μετὰ χριστιανικῆς ἀνοχῆς, ὅτι
1814καλῶς ἤρξατο ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τὴν δεκάτην καὶ ὅτι
1815πρέπει νὰ λήξῃ κατὰ τὴν ἑνδεκάτην ἡ ἐργασία.
1816Δὲν περιορίζομεν τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου, διότι χρεωστοῦμεν
1817νὰ ἀφήνωμεν αὐτὸ ἐλεύθερον, διότι τὴν ἐλευθερίαν ἐξησφάλι-
1818σεν οὐχὶ ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ τὸ πολίτευμα. Ἀλλὰ σεβόμενοι
1819τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα καὶ ἡμᾶς
1820αὐτούς. Δὲν ἠθέλομεν δὲ σέβεσθαι ἡμᾶς αὐτούς, ἐὰν δὲν ἐμε-
1821ριμνῶμεν πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ καθή-
1822κοντα ἡμῶν. Τὴν μέριμναν ταύτην ἐξεδηλώσαμεν διὰ τῆς
1823προτάσεως ἡμῶν. Καὶ τί κοινὸν ἔχει ἡ πρότασις αὕτη μετὰ
1824τοῦ δικαιώματος τῆς μειοψηφίας νὰ ἀμύνηται κατὰ τῶν κατα-
1825χρήσεων τῆς πλειοψηφίας, ἥτις ἔχει τὴν ἰσχύν; Ἐγὼ καὶ ἐν
1826τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἔχω τὰ αὐτὰ φρο-
1827νήματα. Δὲν ἐκπλήσσομαι ἐὰν αἱ μειοψηφίαι, καὶ ἂν εἰλικρι-
1828νῶς φρονοῦσιν ὅσα λέγουσι, προσπαθῶσι νὰ ἀμύνωνται κατὰ
1829τῶν πλειοψηφιῶν διὰ παντὸς μέσου. Τῷ ὄντι ἡ περιστολὴ
1830τῆς ἰσχύος κατορθοῦται δι’ αὐτῆς τῆς ἀμύνης, ἀλλὰ καὶ
1831αὐτὴ ἡ ἄμυνα ἔχει ὅρια, καὶ ταῦτα εἶναι τὸ δικαστήριον τοῦ
1832λαοῦ, ἡ γνώμη τοῦ κοινοῦ. Ἀλλοίμονον εἰς τὰς πλειοψη-
1833φίας, αἵτινες καταχρῶνται τὰς δυνάμεις αὐτῶν, μετερχόμε-
1834ναι αὐτὰς ἵνα θυσιάζωσι καὶ καταδολιεύωσι τὰ συμφέροντα
1835τοῦ Κράτους! ἀλλὰ ἀλλοίμονον καὶ εἰς τὰς μειοψηφίας, ἂν αὗ-
1836ται καταχρῶνται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης καὶ παρέχωσι
1837τὸ θέαμα ἀνθρώπων, οἵτινες, ὑπὸ μόνου τοῦ ἐγωϊστικοῦ
1838φρονήματος ἐλαυνόμενοι, προσπαθοῦσι νὰ παραλύσωσι τὴν
1839ὁμαλὴν καὶ νόμιμον κίνησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύ-
1840ματος! Βεβαίως διακωμῳδοῦσι δεινῶς τὸ πολίτευμα ἐκεῖναι
1841αἱ πλειοψηφίαι, αἱ ὁποῖαι, τυφλώττουσαι πρὸς τὰ συμφέ-
1842ροντα τοῦ Κράτους, πράττουσι τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα,
1843καὶ χάριν τούτων θυσιάζουσι τὸ κοινὸν συμφέρον. Ἀλλὰ τί
1844πράττουσιν αἱ μειοψηφίαι, αἵτινες παραλύουσι τὴν νόμιμον
1845καὶ ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, αἵτινες ζητοῦσι
1846νὰ παραλύσωσι τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου; Τί ἄλλο,
1847εἰμὴ ἐμπορεύονται τὸ πολίτευμα, προτάττουσαι τὰ φρονή-
1848ματα αὐτῶν πρὸς τὰ φρονήματα τῶν πλειόνων, ἀγωνιζόμε-
1849νοι νὰ ἐπιβάλλωσιν αὐτὰ εἰς τοὺς πλείονας;
1850Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀσχοληθῶ νὰ ἀναιρέσω δυνατὴν
1851ἀντίῤῥησίν τινος τῶν προαγορευσάντων. Μοὶ ἐφάνη ὅτι δὲν
1852ἀποτροπιάζεται μόνον τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβα-
1853λον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐκπλήσσεται, πῶς ἡ πρότασις, τὴν
1854ὁποίαν περιελάβομεν ἐν τῷ Κανονισμῷ κατὰ τὴν τελευταίαν
1855ἀναθεώρησιν αὐτοῦ, καθ’ ἥν, ἐὰν ἐντὸς ἡμισείας ὥρας δὲν
1856συνέλθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἰς ἀπαρτίαν, πρέπει νὰ κηρύσ-
1857σηται ἡ λῆξις τῆς συνεδριάσεως, ἐκπλήσσεται, πῶς ἐγὼ ἐζή-
1858τησα νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐπὶ τῶν ὑπολειπο-
1859μένων συνεδριάσεων μέχρι τοῦ Πάσχα, χωρὶς νὰ ὑποβάλω γρα-
1860πτὴν πρότασιν, ἡ ὁποία νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ μετὰ
186124 ὥρας συζητηθῇ. Ἀπὸ τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ κ.
1862Βουλευτής, ὃν ὑπαινίσσομαι, ἀναχθῆ, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ με-
1863γάλου κινδύνου, τοῦ ἀπειλοῦντος τὸ Σύνταγμα, ἀπὸ τὸ ὕψος
1864τῆς ἰσχύος τῆς δικτατορίας, ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς ἀναιρέσεως τῶν
1865ἑλληνικῶν ἐλευθεριῶν, ἀπὸ τὴν ἐπώδυνον καὶ ἀπαισίαν ἡμέ-
1866ραν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσαμεν, ὥστε ἠδυνήθη νὰ ἀποκαλέσῃ
1867αὐτὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
1868μετέστημεν εἰς τὴν δικανικὴν ἔνστασιν, τὴν ὁποίαν συνήθως
1869προβάλλουσιν ἐνώπιον τῶν τελευταίων δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα
1870καλοῦνται νὰ λύτωσι τὰς διαφορὰς τῶν ἀτόμων πρὸς ἄλ-
1871ληλα.
1872Ἐὰν ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπασχολήσῃ τὴν
1873Βουλὴν ἐπὶ μίαν μόνην ἑβδομάδα, καὶ συνέπεσε κατὰ τὸ πα-
1874ρελθὸν νὰ ἀπασχολήσῃ αὐτὴν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, τί ὑπο-
1875λείπεται διὰ τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ
1876τὰ ἄλλα κατεπείγοντα καὶ ἀχωρίστως μετὰ τοῦ Προϋπολο-
1877γισμοῦ συνδεόμενα νομοθετήματα; Ἐὰν δὲν κατορθωθῇ νὰ
1878μείνωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ μετὰ τὸ Πάσχα, καὶ ὁ μὲν Προϋ-
1879πολογισμὸς δὲν ψηφισθῇ, οὐδὲ τὰ λοιπὰ νομοθετήματα, οἱ
1880δὲ κύριοι Βουλευταὶ ἀπέλθωσιν ἕνεκα λόγων ἀνυπερβλήτων,
1881καὶ Βουλὴ δὲν ὑπάρχῃ, τίς ἐξ ἡμῶν, εἴτε Ὑπουργὸς, εἴτε
1882Βουλευτὴς τῆς πλειοψηφίας, ἤθελεν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἀνα-
1883λάβῃ τοιαύτην εὐθύνην; Καὶ διότι ἡμεῖς, ὀῤῥωδοῦντες πρὸ τῆς
1884εὐθύνης, ὑπεβάλομεν τοιαύτην πρότασιν, μετεβλήθημεν εἰς δι-
1885κτάτορας, καὶ ἀπειλοῦμεν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν
1886νὰ στερήσωμεν ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ!
1887Ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς θέλει ποτὲ ἀπολέσει τὴν Ἑλ-
1888λάδα διὰ τῆς στερήσεως τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῆς. Παρῆλθον
1889ἀπὸ τῶν ἑδωλίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς σήμερον καθήμεθα, ἑκα-
1890τοντάδες καὶ ἑκατοντάδες, ἔχοντες ἕκαστος ἰδίας ἰδέας, καὶ ἕκα-
1891στος ἀλλοίως ἔκρινε περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἀλλὰ
1892οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα εἰς τὸ οἰκοδόμημα ἐκεῖνο,
1893τὸ ὁποῖον τὰ αἵματα τῶν πατέρων ἡμῶν ἀνήγειρον.
1894Ἀλλ’ ἡ πτωχὴ αὕτη πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἔφε-
1895ρεν ἐν τῷ μέσῳ καὶ τὴν συναλλαγὴν καὶ τὴν διαφθοράν, καὶ
1896κατέληξεν εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους τοῦ δήμου Φερῶν ἢ τοῦ
1897δήμου...
1898§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλευσῖνος.
1899§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ κακῶς σκέπτεσθε περὶ
1900ἐμοῦ, καὶ ἴσως ἁρμόζει εἰς ὑμᾶς νὰ ἔχητε τοιαύτην ἰδέαν
1901περὶ ἐμοῦ. Εὔχομαι πάντες ὑμεῖς νὰ μεριμνᾶτε περὶ τῶν συμ-
1902φερόντων τῶν ἐκλογέων σας, ὡς ἐγὼ μεριμνῶ περὶ αὐτῶν. Καὶ
1903εὔχομαι, ὅταν ἀναβιβασθῆτε εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ Πρωθυπουρ-
1904γοῦ, νὰ ἀγνοῆτε, ὡς ἐγώ, ποῖος εἶναι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος τῆς
1905ἐπαρχίας σας, καὶ πῶς εἶναι κατηρτισμένον τὸ δικαστήριον
1906τοῦ νομοῦ σας· ἀλλὰ τὸ ἀνάστημά σας δὲν εἶναι τοιοῦτον,
1907καὶ δυσκόλως θέλετε ἀνυψωθῆ· ὅσον καὶ ἂν σταθῆτε ἐπὶ τῶν
1908δακτύλων τῶν ποδῶν σας, δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ φθάσητε μέ-
1909χρις ἐμοῦ. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
1910Ὁμιλοῦσι περὶ συναλλαγῆς, χωρὶς νὰ ἐννοῶσι τί ἐστὶ συναλ-
1911λαγή. Προσάπτουσιν εἰς ἡμᾶς τὴν συναλλαγήν, ἵνα ἀποδεί-
1912ξωσιν, ὅτι σεῖς διεφθάρητε διὰ τῶν παροχῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς
1913ἐποιησάμεθα πρὸς σᾶς, ἐν ᾧ χρόνῳ ἡμεῖς οὐδέποτε οὐδὲ ἕνα
1914διορισμὸν προϊσταμένου οἱουδήποτε κλάδου διοικήσεως ἐν τῇ
1915μικροτέρᾳ ἐπαρχίᾳ ἐκάμομεν τῇ ἐνδείξει ἢ τῇ συστάσει φίλου
1916ἡμῶν. Καὶ ἠρνήθημεν νὰ παράσχωμεν αὐτοῖς παροχὰς, αἵτι-
1917νες τόσον ἦσαν εἰθισμέναι, ἕνεκα τῆς διαγωγῆς τῶν κατὰ τὸ
1918παρελθὸν κυβερνησάντων, ὥστε εὐλόγως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις
1919ἤθελεν ὑποληφθῆ περὶ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας ἡ ἰδέα
1920ὅτι δὲν εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὑπερηφανευόμεθα
1921ἀληθῶς, ὅτι ἔχομεν φίλους τοιούτους, οἵτινες, ἐκτιμῶντες τὴν
1922ἐντολὴν αὐτῶν, διεξάγουσι τὰς μεθ’ ἡμῶν σχέσεις των μετὰ
1923τοσαύτης αὐταπαρνησίας.
1924Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀποκρύπτω ὅ,τι ὡς ἀντιπολιτευόμενος πολ-
1925λάκις ἔλεγον, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ ζητήσω πληροφορίας περὶ
1926ἀτόμων, τὰ ὁποῖα εἶμαι κεκλημένος νὰ ἐκλέξω, ἵνα ἐργασθῶ-
1927σιν ἐν τῇ διοικήσει ἐπαρχίας τινὸς, περισσοτέραν πίστιν θέλω
1928δώσει εἰς τὰς πληροφορίας τῶν Βουλευτῶν, παρὰ εἰς τὰς πλη-
1929ροφορίας τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἐν ταῖς
1930ἐπαρχίαις ἐκείναις, παρὰ εἰς τὰς πληροφορίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
1931ἐργάζονται ἐν τοῖς γραφείοις τῶν Ὑπουργείων. Ἐὰν ἡ ἀν-
1932θρωπίνη ἀτέλεια εὑρίσκηται πανταχοῦ, καὶ ἐν τοῖς διοικου-
1933μένοις καὶ ἐν τοῖς διοικοῦσι, καὶ ἐν τοῖς κυβερνωμένοις καὶ
1934ἐν τοῖς κυβερνῶσι, διατὶ ἀρνεῖσθε, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἦναι
1935ἀτελεῖς καὶ αὐτοί, τοὺς ὁποίους διορίζομεν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις,
1936ἵνα ἐκτελῶσιν ἐργασίαν τινά; διατὶ ἀξιοῦτε ὅτι δὲν εἶναι ἀτε-
1937λεῖς καὶ αὐτοί, οἵτινες συνεργάζονται μεθ’ ἡμῶν; Ὅταν ζητῶ
1938πληροφορίαν τινὰ περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον καλοῦμαι νὰ διο-
1939ρίσω ἐν ὑπηρεσίᾳ τινί, πρέπει νὰ δώσω περισσοτέραν ἐμπι-
1940στοσύνην εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπι-
1941στοσύνην εἰς τοὺς συμπολίτας του, ὥστε νὰ ἀναθέσωσιν εἰς
1942αὐτὸν τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τουλάχι-
1943στον δὲν θέλω ἐνισχύσει οὐδὲ τὴν γραφειοκρατίαν, οὐδὲ τὸν
1944νεπωτισμόν. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔρχονται νὰ
1945διοικήσωσιν ὡς Ὑπουργοί, καὶ οἵτινες δὲν συμπράττουσι μετὰ
1946τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἀναγκάζονται νὰ
1947ἀκούωσι τὴν εἰσήγησιν τῶν δημοσίων ὑποθέσεων ἀπὸ τὰς
1948τροφοὺς τῶν τέκνων των, ἢ ἀπὸ τοὺς μαγείρους τῶν μαγει-
1949ρείων των, ἢ ἀπὸ τοὺς ἡνιόχους τῶν ἁμαξῶν των!
1950Ἀλλὰ ταῦτά εἰσι θέματα ἀλλότρια τῆς συζητουμένης
1951προτάσεως. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Βου-
1952λῆς, εἶναι αὕτη: Στέργει ἡ Βουλὴ αἱ συνεδριάσεις της νὰ ἄρ-
1953χωνται οὐχὶ ἀπὸ τῆς τετάρτης μετὰ μεσημβρίαν, ἀλλὰ ἀπὸ
1954τῆς 9ης πρωϊνῆς ὥρας, καὶ κατὰ τὴν 12ην τῆς μεσημβρίας
1955νὰ γίνηται διακοπὴ μέχρι τῆς 4ης ὥρας μ. μ., καὶ τὴν 4ην
1956νὰ ἐξακολουθῇ ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 7½, ὅτε νὰ γίνη-
1957ται διακοπὴ μιᾶς ὥρας καὶ κατόπιν νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ
1958συνεδρίασις; Τί κοινὸν ἔχει ἡ πρότασις αὕτη μὲ τὸ Σύνταγμα,
1959μὲ τοὺς θεσμοὺς καὶ μὲ ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον
1960ἀπροσέκτως ἔψαυσεν ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος διὰ
1961τῆς ἀπροσεξίας ταύτης ἠθέλησε νὰ μᾶς δώσῃ ἀπόδειξιν τῆς
1962μεγάλης ὀξύτητος τοῦ πνεύματος αὐτοῦ; — διότι τῷ ὄντι ἡ
1963ὀξύτης τοῦ πνεύματος ἐνίοτε καθιστᾷ τοὺς ἀνθρώπους ἀπροσέ-
1964κτους. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ὀξύτης τοῦ πνεύματος εἶναι φυ-
1965σικὸν χάρισμα, ἀλλὰ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυ-
1966θήρων, τὸν ὁποῖον τοσοῦτον ηὐνόησεν ἡ φύσις, νὰ προσπαθήσῃ
1967νὰ καθάρῃ τὴν ὀξύτητα τοῦ χαρίσματος τούτου, καθιστά-
1968μενος προσεκτικὸς καὶ εὐλαβὴς πρὸς τοὺς ἄλλους.
1969§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ σειρὰ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ζητησάντων
1970τὸν λόγον εἶναι αὕτη: Εὐταξίας, Μάνεσης, Μερλόπουλος,
1971Φιλάρετος.
1972§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακό-
1973ψωμεν.
1974§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
1975(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμ-
1976βάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 10′ μ. μ.)
1977§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
1978Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
1979§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι, Κύριοι κοινὴ καὶ τετριμμένη, εἶναι
1980ἀναξία παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, σεβομένου καὶ ἑαυτὸν καὶ
1981τοὺς ἄλλους, ἡ τακτική, καθ’ ἥν τινες, ἔρημοι παντὸς πραγ-
1982ματικοῦ ἐπιχειρήματος, νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ παρελ-
1983κύσωσι τὴν κυρίαν συζήτησιν, παρεκτρεπόμενοι εἰς προσωπι-
1984κοὺς ὑπαινιγμούς, εἰς ὕβρεις καὶ λοιδορίας κατὰ τῶν ἀντι-
1985πάλων. Τὴν τακτικὴν ταύτην καὶ ἄλλοτε, ὡς μὴ ὤφελε,
1986καὶ σήμερον μετῆλθε καθ’ ἡμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1987νήσεως, ἐν τῇ ἀπατηλῇ ἐλπίδι, ὅτι οὕτω θὰ συμπαρέσυρε
1988καὶ ἡμᾶς εἰς ἁμίλλας πονηρὰς, εἰς ἃς αὐτὸς συνήθως ἐνα-
1989σμενίζει, καὶ θὰ μᾶς ἐξηνάγκαζε τοιουτοτρόπως, ἵνα, ἐπιλή-
1990σμονες γινόμενοι τοῦ κυρίου θέματος, ὅπερ εἶναι τόσον λυπη-
1991ρὸν δι’ αὐτὸν, ἀντεπεξέλθημεν καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τελ-
1992ματώδους ἐδάφους, εἰς ὃ αὐτὸς προσέφυγεν, ἀναζητῶν τὴν
1993σωτηρίαν του. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν θὰ μιμηθῶμεν τὸ παράδειγμά
1994του. Ἡμεῖς θὰ ἐμμείνωμεν ἐν τῇ εὐθείᾳ καὶ βασιλικῇ ὁδῷ,
1995ἐν τῇ κυρίᾳ καὶ πραγματικῇ συζητήσει, ἐν παρόδῳ μόνον
1996ἀποκρούοντες καὶ τοὺς προσωπικοὺς ὑπαινιγμούς του καὶ τὰς
1997ὕβρεις καὶ λοιδορίας του, καὶ δὴ καθ’ ὅσον τοῦτο συντελεῖ
1998εἰς τὴν διαλεύκανσιν τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς πραγματικοῦ
1999ζητήματος. Ποῖον δὲ τοῦτο;
2000Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαιτεῖ, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐφεξῆς συνε-
2001δριάζῃ τρὶς τῆς ἡμέρας ἤτοι ἀπὸ πρωΐας μέχρι μεσημβρίας,
2002καὶ ἀπὸ τῆς 4ης μέχρι τῆς 8ης ὥρας, καὶ τὸ ἑσπέρας ἀπὸ
2003τῆς 9ης ὥρας μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἐπέκεινα. Ἡμεῖς ἀπε-
2004δείξαμεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον, ἀντίκειται
2005δὲ πρὸς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου,
2006καὶ ὅτι, ἀποδεκτῆς γιγνομένης τῆς ἀξιώσεως τοῦ κ. Προέ-
2007δρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα θὰ
2008παρῳδεῖτο τέλεον ἐν ἡμῖν. Τί δὲ ἀντέταξεν αὐτὸς εἰς ἀναί-
2009ρεσιν τῶν λόγων ἡμῶν; Ἰσχυρίσθη μόνον, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις
2010ὅλων τῶν εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων,
2011τῶν ἀνερχομένων εἰς 100 καὶ ἐπέκεινα τὸν ἀριθμὸν, ἐπείγει,
2012διότι δι’ αὐτῶν σκοπεῖται ἡ ἀνόρθωσις ὅλων τῶν κακῶς κει-
2013μένων ἐν ἡμῖν, δι’ ἣν οὐδεμία ἀναβολὴ ἐπιτρέπεται. Ἀλλὰ
2014ἔχει, Κύριοι, ἴχνος κἆν ὑποστάσεως ὁ ἰσχυρισμός του οὗτος;
2015Ἐγὼ πρὸς χάριν του ἀποδέχομαι, ὅτι διὰ τῶν προταθέντων
2016εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων πρόκειται τῳόντι νὰ ἀνορθωθῇ ἡ
2017δημοσία καὶ ἡ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστις, νὰ βελτιωθῇ δὲ πᾶς
2018κλάδος δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ ἡ ὅλη κατάστασις καὶ τοῦ
2019Κράτους καὶ τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν
2020ποτε, περὶ τοιούτων ἀκριβῶς νομοσχεδίων προκειμένου, ἡ Βουλὴ
2021νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ αὐτὰ, νυχθημερὸν σχεδὸν συνε-
2022δριάζουσα; ἐρωτῶ, Κύριοι, ὑμᾶς, τοὺς ἀπαρτίζοντας τὴν πλειο-
2023νοψηφίαν, πῶς εἶναι δυνατόν ποτε, δωδεκάωρον ἢ δεκαπεν-
2024τάωρον συνεδριάζοντες, νὰ εἴπητε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι
2025οὕτω, καὶ φενακίζοντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, βουλεύεσθε περὶ
2026τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ὅτι συζητεῖτε καὶ ψηφίζετε ἐν
2027συνειδήσει, ἐνῷ πράγματι δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ βουλεύησθε,
2028ἐνῷ πράγματι ψηφίζετε μόνον ἀσυνειδήτως πᾶν τὸ ἀναγι-
2029νωσκόμενον; Διὰ τοῦτο εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσή-
2030νης συνάδελφος θεωρήσας εἰλικρινέστερον καὶ ἐντιμότερον, ἵνα
2031ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ τῆς ὅλης αὐτῆς σωρείας τῶν νομοσχε-
2032δίων, ὑποβάλῃ ἁπλούστατα ἓν καὶ μόνον νομοσχέδιον, μὲ
2033ἓν καὶ μόνον ἄρθρον, δι’ οὗ νὰ ἐξουσιοδοτῆται αὐτή, ὅπως
2034πάντα τὰ προταθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια ὑποβάλῃ
2035εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Στέμματος καὶ δημοσιεύσῃ διὰ τῆς
2036Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὡς νόμους τοῦ Κράτους. Τοῦτο
2037βεβαίως θὰ ἦτο ἐντιμότερον καὶ εἰλικρινέστερον καὶ διὰ
2038τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν Βουλὴν, διότι καὶ ἐν τῇ μιᾷ
2039καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει δὲν νομοθετεῖ ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἡ
2040Κυβέρνησις, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι κατὰ τὴν πρότασιν
2041τοῦ κ. Μερλοπούλου ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐφαίνετο πλέον ψηφί-
2042ζουσα ἀσυνειδήτως νομοσχέδια, ὧν δὲν ἔχει πολλάκις τὴν ἐλα-
2043χίστην ἔννοιαν. Οὕτω πως θὰ ἀνελάμβανε πλήρη καὶ ἀκε-
2044ραίαν τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰ ὑπ’ αὐτῆς προβαλ-
2045λόμενα νομοθετήματα, καὶ θὰ ἔδιδεν εἰς αὐτὰ ὁπωσδήποτε
2046μείζονα προσοχὴν ἐκείνης, ἣν δίδει τὴν σήμερον. Θὰ ἐμελέτα
2047τοὐλάχιστον αὐτὰ τὰ νομοσχέδια καὶ δὲν θὰ παριστάμεθα
2048μάρτυρες τοῦ νῦν ἀτόπου, καθ’ ὃ ὁ πρῶτος τυχὼν τμημα-
2049τάρχης, ἢ γραμματεὺς Ὑπουργείου, ἢ καὶ ἰδιώτης, συντάτ-
2050τει καὶ ὑποβάλλει εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νομοσχέδια, ἅτινα
2051οὗτοι σπεύδουσι νὰ προτείνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς κἆν νὰ
2052ἀναγνώσωσιν αὐτὰ προηγουμένως. Τοῦτο ἔγεινε τοῖς πᾶσι
2053κατάδηλον κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, καθ’ ἃς
2054πολλὰς διατάξεις τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων, ἀσαφεῖς ἢ
2055διφορουμένας, δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἐξηγήσωσιν εἰς ἡμᾶς αὐ-
2056τοὶ οἱ εἰσηγηταί των Ὑπουργοί. Ἡ κατάστασις αὕτη, Κύ-
2057ριοι, εἶναι ἀνατρεπτικὴ αὐτοῦ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύ-
2058ματος· ἂν δὲ πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ, καθ’ ὃν τρόπον
2059μάλιστα προτείνει νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ ἦτο προτιμό-
2060τερον νὰ μὴ γείνῃ δεκτὴ καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βου-
2061λευτοῦ Μεσσήνης, ἀλλὰ ν’ ἀπέλθωμεν ἡμεῖς εἰς τὰς ἑστίας μας
2062καὶ νὰ κληθῇ ὁ λαὸς νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ μόνον τῶν ὑποψη-
2063φίων Πρωθυπουργῶν, ὅστις δ’ ἐκ τούτων τύχῃ τῆς πλειονο-
2064ψηφίας, νὰ ἀναλάβῃ ἐπὶ τετραετίαν τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν,
2065οὐ μόνον νὰ κυβερνᾷ, ἀλλὰ καὶ νὰ νομοθετῇ κατὰ τὸ ἴδιον
2066δοκοῦν. Οὕτω πως θὰ ἀπηλλάσσετο καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον
2067τῶν ἐξόδων τοὐλάχιστον τῆς Βουλῆς, θὰ ἔπαυε δὲ ἡ νῦν παι-
2068ζομένη κοινοβουλευτικὴ κωμῳδία, καθ’ ἣν καλούμεθα νὰ ψη-
2069φίζωμεν ἀσυνειδήτως πᾶν ὅ,τι προτείνουσιν εἰς ἡμᾶς οἱ κύριοι
2070Ὑπουργοί, καθ’ ἣν εἷς Βουλευτὴς ἐκ τῶν τῆς πλειονοψηφίας,
2071ὁ κ. Ταρμπάζης, ἔσχε τὴν εἰλικρίνειαν πρό τινων ἡμερῶν νὰ
2072εἴπῃ: «Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ ψη-
2073»φιζόμενα νομοσχέδια, διότι ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν
2074»Κυβέρνησιν»!
2075Ἀλλὰ δὲν ἀνατρέπεται μόνον τὸ κοινοβουλευτικὸν πολί-
2076τευμα διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δι’ αὐτῆς,
2077Κύριοι, πρόκειται νὰ παραλύσῃ ἐπὶ ἑβδομάδας ὅλας καὶ αὐτὴ
2078ἡ κυβερνητικὴ μηχανή. Εἶναι ὑψηλὰ καὶ μεγάλα τὰ καθή-
2079κοντα, τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὡς
2080συμβούλους τοῦ Στέμματος, ὡς διαχειριζομένους τὴν ἐκτε-
2081λεστικὴν ἐξουσίαν. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωσιν
2082αὐτοὶ τὰ καθήκοντά των ταῦτα, ὅταν ἦναι ἠναγκασμένοι καθ’
2083ὅλας τὰς πρὸ μεσημβρίας, τὰς μετὰ μεσημβρίαν καὶ τὰς ἑσπε-
2084ρινὰς ὥρας, ἐνίοτε καὶ τὸ πλεῖστον τῆς νυκτὸς, νὰ παραμένω-
2085σιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ ἀπαντῶσιν εἰς ἐπερωτήσεις, καὶ νὰ
2086συζητῶσι μεθ’ ἡμῶν τὰ νομοσχέδιά των; Δὲν πρόκειται λοι-
2087πὸν διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
2088μόνον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποστερηθῇ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς καὶ
2089διακωμῳδηθῇ οὕτω τὸ διέπον ἡμᾶς πολίτευμα, ἀλλὰ πρό-
2090κειται νὰ παύσῃ λειτουργοῦσα ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον καὶ
2091αὐτὴ ἡ κυβερνητικὴ μηχανή. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὰ ἐπιχειρήματα,
2092ἅτινα ἐγὼ προέβαλον κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ἐναν-
2093τίον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πρὸς ταῦτα οὐδὲν
2094λογικὸν, οὐδὲν πραγματικὸν ἐπιχείρημα ἀντέταξεν αὐτός·
2095διότι οἱ προσωπικοί του ὑπαινιγμοὶ κατ’ ἐμοῦ ὑπ’ οὐδενὸς
2096δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἱκανοί, ἵν’ ἀναιρέσωσιν ὅσα εἶπον
2097ἐγὼ, οὐδ’ ὑπ’ αὐτῶν τῶν τυφλῶς ὑπεικόντων εἰς τὴν θέλησίν
2098του. Ὅσην δὲ προσπάθειαν καὶ ἂν καταβάλῃ, ὅπως ἀπο-
2099δείξῃ τὸ ἐναντίον, οὐδεὶς θὰ πιστεύσῃ εἰς αὐτὸν, ὅτι διὰ τῆς
2100προτάσεώς του δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐνασκήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ δικτα-
2101τορικὴν ἐξουσίαν τοῦ χειρίστου εἴδους. Ἄν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ
2102ἀντισυνταγματικὴ, ἡ ἀνατρεπτικὴ καὶ τοῦ πολιτεύματος
2103καὶ τῆς διοικήσεως πρότασίς του, δὲν εἶναι τοῦτο καὶ μόνον
2104τρανὴ καὶ ἀναντίλεκτος ἀπόδειξις, ὅτι τὸ πρῶτον καὶ ἔσχατον
2105ἐπιχείρημα ὑπὲρ αὐτῆς θὰ ἦναι ἡ θέλησίς του, τὸ γνωστὸν
2106λόγιον «sic volo sic jubeo»; Πλὴν τί ἄλλο ἐχαρακτήριζε
2107καὶ τὴν παρὰ Ῥωμαίοις δικτατορικὴν ἐξουσίαν;
2108Ἀλλὰ μικροῦ δεῖν ἐπελαθόμην ἑνὸς λόγου, ὃν ὁ κ. Πρω-
2109θυπουργὸς προέβαλεν ὑπὲρ τῆς προτάσεώς του. Εἶπεν ὅτι
2110εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ὑστεραίαν τῆς πτωχεύσεως, ὅτι ἐπιβάλ-
2111λεται εἰς ἡμᾶς, ἐκ παντὸς τρόπου καὶ ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ
2112ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀνόρθωσιν καὶ περισυλλογὴν, ὅτι δὲ ὡς ἐκ
2113τούτου εἶναι ἠναγκασμέναι καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ
2114καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἐν πάσῃ σπουδῇ πάντα τὰ νομο-
2115σχέδια, τὰ σκοποῦντα τὴν περισυλλογὴν καὶ ἀνόρθωσιν. Πλὴν
2116καὶ τοῦτο ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, Κύριοι, ἐπιτρέπεται χάριν τοιαύ-
2117της ἀνάγκης νὰ ἀθετηθῇ ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος
2118καὶ νὰ παύσῃ μὲν ἡ Βουλὴ οὖσα νομοθετικὸν σῶμα, νὰ παρα-
2119λύσῃ δὲ καὶ πᾶσα κυβερνητικὴ ἐνέργεια; Οὐδεὶς βεβαίως εὖ
2120φρονῶν δύναται νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὴν τοιαύτην ἀξίωσιν
2121τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πρόκειται τῷ ὄντι
2122νὰ ἐπέλθῃ ἡ περισυλλογὴ καὶ ἀνόρθωσις δι’ ὅλων τῶν μέτρων,
2123δι’ ὅλης τῆς σωρείας τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα προέτεινεν ἡ
2124Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν; πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἡ περισυλ-
2125λογὴ καὶ ἀνόρθωσις, ἐπιψηφιζόμενων αὐτῶν, καθ’ ὃν τρόπον
2126ἐπιζητεῖ ἡ Κυβέρνησις;
2127Ποία εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία αἰτία, ἥτις περιήγαγε τὸ
2128Κράτος καὶ τὴν χώραν εἰς οἵαν θέσιν εὑρίσκονται τὴν σήμε-
2129ρον; Καὶ ἐλησμόνησε τόσον ταχέως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2130βερνήσεως, τί ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη καὶ αὐτὸς καὶ ἡμεῖς, ὡς ἀντι-
2131πολιτευόμενοι πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου πολιτευ-
2132τήν, κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ἀντετάττομεν κατ’ αὐ-
2133τοῦ; Προεβάλλομεν τότε τὴν πληθώραν τῶν νομοσχεδίων,
2134τῶν ὑποβαλλομένων εἰς ἑκάστην σχεδὸν σύνοδον τῶν προη-
2135γουμένων βουλευτικῶν περιόδων, καὶ τὴν ἐπιμονὴν τοῦ τότε
2136προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ταῦτα ἐπιψηφίζωνται
2137ἐν πάσῃ σπουδῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ ἡ πρώτη καὶ κυρία
2138αἰτία τοῦ κακοῦ, τοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς τὴν σήμερον,
2139ἣν ἀνέκαθεν προεβάλλομεν ἡμεῖς. Διὰ τῶν νομοθετημάτων
2140ἐκείνων μετεβλήθη εἰς ἀληθῆ κυκεῶνα ἡ νομοθεσία ἡμῶν·
2141διὰ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων ἐπῆλθεν ἐν πολλοῖς σύγχυ-
2142σις εἰς πάντα κλάδον τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας· διὰ
2143τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων οὐ μόνον δὲν προελαμβάνετο
2144τὸ ἐπελθὸν οἰκονομικὸν ναυάγιον, ἀλλὰ καὶ ἐπεσπεύδετο αὐτὸ
2145ἐκ παντὸς τρόπου. Πῶς δὲ εἶναι δυνατόν, ἀκριβῶς διὰ τῆς
2146αὐτῆς μεθόδου, διὰ τῆς ὁποίας περιήλθομεν εἰς οἵαν εὑρι-
2147σκόμεθα τὴν σήμερον θέσιν, νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι εἶναι δυνα-
2148τὸν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ ταύτης; Ἡ πληθώρα τῶν νομοσχεδίων,
2149τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ ψῆφος, ἡ διδο-
2150μένη ὑπὸ ταύτης, ἄνευ τῆς ἀπαιτουμένης ἐπεξεργασίας καὶ
2151μελέτης αὐτῶν, εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία αἰτία τῆς σημερινῆς
2152ἡμῶν κακοδαιμονίας. Ἄν ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν σκο-
2153λιὰν ὁδὸν καὶ νῦν, οὐχὶ τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ τὴν
2154ἐπιδείνωσιν αὐτοῦ ἐπιδιώκομεν.
2155Καὶ ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ μέτρα, διὰ τῶν
2156ὁποίων ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις τὴν περισυλλογὴν καὶ ἀνόρθωσιν
2157ἡμῶν ἐκ τῆς νῦν καταστάσεως; Διατελοῦμεν ὑπὸ κατάστασιν
2158πτωχεύσεως, καὶ τὸ πρῶτον καὶ κύριον ἔργον, ὅπερ ἐπεβάλλετο
2159εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ποῖον ἦτο; Νὰ
2160ἐπισπεύσῃ τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Παρῆλθον
2161ὅμως ἤδη ἐννέα μῆνες, ἀφ’ ὅτου ἀνῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν
2162ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, καὶ τί ἔπραξε μέχρι τοῦδε;
2163Μᾶς εἶπεν ὅτι ἐξηκολούθησαν μέχρι τινὸς αἱ περὶ συμβι-
2164βασμοῦ διαπραγματεύσεις, ὅτι δὲ αὗται ἐν τῷ μεταξὺ διε-
2165κόπησαν, καὶ ἦτο ἐλπὶς νὰ ἐπαναληφθῶσιν, ὁπότε, ἂν μὲν
2166καταλήξωσιν εἰς αἴσιον πέρας, θ’ ἀνακοινώσῃ αὐτὰς εἰς τὴν
2167Βουλήν, ὅπως ὁ οὕτω ἐπιτευχθησόμενος συμβιβασμὸς τύχῃ
2168τῆς κυρώσεως ἡμῶν, ἂν δὲ δὲν ἀχθῶσιν εἰς πέρας, θὰ ἐξακο-
2169λουθήσῃ αὐτάς! Ὥστε περὶ συμβιβασμοῦ οὐδόλως ἔχομεν
2170ν’ ἀσχοληθῶμεν νῦν. Καὶ ἐὰν δὲ προέκειτο περὶ τούτου, ὁ συμ-
2171βιβασμὸς μόνος δὲν ἀρκεῖ βεβαίως νὰ ἐξαγάγῃ ἡμᾶς ἐκ τῆς
2172παρούσης καταστάσεως. Εἶναι πλάνη, Κύριοι, καὶ πλάνη
2173μεγάλη, νὰ νομίζῃ τις, ὅτι ὁ συμβιβασμὸς θὰ ἦτο πανάκεια
2174δι’ ἡμᾶς. Ἔπρεπε καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους νὰ
2175συνταχθῇ ὅλως ἐπὶ νέων βάσεων, καὶ οὐχὶ ἐπὶ ἐκείνων τῶν
2176βάσεων, αἵτινες ἤγαγον ἡμᾶς εἰς τὸ οἰκονομικὸν ναυάγιον.
2177Ἔπρεπε νὰ προσφύγωμεν εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν, περιο-
2178ρίζοντες κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὰς δαπάνας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
2179κειμένων ὀργανικῶν νόμων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει μεταῤῥυθμίσεως
2180αὐτῶν ῥιζικῆς ἐν ἀνάγκῃ. Ἔπρεπε προσέτι νὰ προσφύγωμεν
2181εἰς φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, ἀπὸ πολλοῦ ἐπιτακτικῶς
2182ἐπιβαλλομένας εἰς ἡμᾶς, ὅπως δι’ αὐτῶν αὐξήσωμεν κατὰ τὸ
2183δυνατὸν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Δὲν μᾶς λέγει δὲ ὁ κ. Πρω-
2184πουργὸς, ποῖα μέτρα ἔλαβεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην καθ’ ὅλον
2185τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ διατελεῖ ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ
2186ὑπέβαλε καὶ εἰς τὴν προηγουμένην καὶ εἰς τὴν παροῦσαν τῆς
2187Βουλῆς σύνοδον, συντελοῦντα εἰς ἀληθεῖς οἰκονομίας καὶ εἰς
2188ἀληθεῖς φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις.; Ποῖον φορολογικὸν μέ-
2189τρον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀνεκουφί-
2190ζοντο αἱ πράγματι καταπεπονημέναι τάξεις τοῦ λαοῦ ἐν Ἑλ-
2191λάδι, θὰ ἐπεβαρύνοντο δ’ ἐπὶ μᾶλλον αἱ τάξεις ἐκεῖναι, αἵτι-
2192νες δὲν φορολογοῦνται ἐπαρκῶς, καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν οὕτως,
2193ἐνῷ αἱ κατώτεραι τάξεις τοῦ λαοῦ θ’ ἀνεκουφίζοντο κατὰ τὸ
2194δυνατὸν, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους οὐχὶ νὰ ἐλαττωθῶσιν, ἀλλὰ
2195νὰ αὐξηθῶσιν; Ἐγὼ, Κύριοι, οὐδὲν τοιοῦτον μέτρον ἀνευρί-
2196σκω οὔτε μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν
2197Αʹ σύνοδον, οὔτε μεταξὺ τῆς ἑκατοντάδος τῶν νομοσχεδίων,
2198τὰ ὁποῖα πρόκεινται εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἡμῶν κατὰ τὴν πα-
2199ροῦσαν σύνοδον.
2200Ἀλλ’ ἴσως ἀντείπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «ἄν
2201δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, ἐφαπτόμενα
2202ἀμέσως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε πρὸς ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν ἐν
2203τοῖς ἐξόδοις αὐτοῦ, εἴτε πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων διὰ φορο-
2204λογικῶν μεταῤῥυθμίσεων, ὑπεβλήθησαν ὅμως ἄλλα νομοσχέ-
2205δια, τὰ ὁποῖα σκοποῦσιν εἰς τὴν καθόλου ἀνόρθωσιν τῶν κα-
2206κῶς κειμένων παρ’ ἡμῖν· σωρεία νομοσχεδίων στρατιωτικῶν,
2207ναυτικῶν, ἐκπαιδευτικῶν, ἐκκλησιαστικῶν, ἀγροτικῶν, διὰ
2208τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται ἡ βελτίωσις ὅλων τῶν σχετικῶν κλά-
2209δων, ἡ ἀνάπτυξις τῶν οἰκονομικῶν πόρων τῆς χώρας.» Ἴσως,
2210Κύριοι, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν νομίζουσιν, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο τῷ ὄντι
2211περὶ τοιούτων νομοσχεδίων, δυναμένων ὡς διὰ μαγικῆς ῥάβδου
2212νὰ μεταβάλωσι τὴν Ἑλλάδα εἰς ἐπίγειον παράδεισον, νὰ
2213μᾶς ἐξαγάγωσιν ἐκ τῆς νῦν κακοδαιμονίας καὶ νὰ μᾶς ὁδη-
2214γήσωσιν εἰς αἰσιώτερον μέλλον, ἴσως, λέγω, ἐν τοιαύτῃ περι-
2215πτώσει ἠδύνατό τις νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πρὸ τῆς
2216ἀθετήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ πρὸ τῆς ταπεινώσεως καὶ
2217τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ πρὸ τῆς παρα-
2218λύσεως τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς, καὶ νὰ συμφωνήσῃ εἰς τὴν
2219ἄμεσον ἐπιψήφισιν ὅλων αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ ποῖά
2220τινα τὰ νομοσχέδια ταῦτα; Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιω-
2221τικῶν Ὑπουργὸς ἐπαγγέλλεται διὰ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβλη-
2222θέντων νομοσχεδίων τὴν ἀνασύνταξιν τῶν πολεμικῶν ἡμῶν
2223δυνάμεων, τῶν κατὰ γῆν. Δὲν ἠξεύρω ἄν τις ἐξ ὑμῶν εἶχε
2224μέχρι τοῦδε τὴν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσῃ ταῦτα. Ἐγὼ ὁμολο-
2225γῶ, ὅτι οὐδὲ τὰ ἀνέγνων ἀκόμη. Νομίζω ὅμως, καὶ μετὰ τὰς
2226δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μεθ’ ὅσα
2227ἀκριβῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νο-
2228μίζω ὅτι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἔχουσιν ἤδη παρα-
2229πεμφθῆ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια,
2230Κύριοι... δὲν ἠξεύρω ἂν ἀνέγνωτε ὑμεῖς αὐτὰ, ἀλλὰ ἐκ μιᾶς
2231καὶ μόνης συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν διεξη-
2232γάγομεν κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, ἐνοήσατε
2233ὅτι πᾶν ἄλλο ἐπιδιώκεται δι’ αὐτῶν ἢ ἀνασύνταξις τῆς
2234κατὰ θάλασσαν ἡμῶν δυνάμεως.
2235Ἔχομεν τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν
2236καὶ μόνον ὑπεβλήθη μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Βουλήν, εἰ καὶ
2237πλείονα τοιαῦτα ἔχουσι προαναγγελθῆ. Καὶ τὸ νομοσχέ-
2238διον τοῦτο, ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, ὁποίαν τύχην ἔσχεν ἐν
2239τῇ ἁρμοδίᾳ ἐπιτροπῇ. Ἠκούσατε τοῦτο παρ’ αὐτοῦ τοῦ
2240εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχε-
2241δίων. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου αὐτὸ τοῦτο τραγελαφικοῦ,
2242περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, χωρὶς νὰ πληρώσῃ καμμίαν
2243ἀληθῆ ἐκπαιδευτικὴν ἀνάγκην, μέλλει πάντως νὰ ἀνατρέψῃ
2244καὶ νὰ ἀναστατώσῃ καὶ τὰ καλῶς κείμενα ἐν τῇ μέσῃ ἡμῶν
2245ἐκπαιδεύει· πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ συμ-
2246πληρώσῃ τὸ ἔργον τῆς συγχύσεως καὶ ἀνατροπῆς τοῦ νόμου
2247περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὅστις, ὡς ἠξεύρετε πάντες
2248ὑμεῖς, εἰς παντελῆ ἀναστάτωσιν ἐνέβαλε τὴν πρώτην πνευ-
2249ματικὴν τροφὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν δημοτικὴν ἐκπαί-
2250δευσιν. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἔχουσι λάβει
2251ἤδη γνῶσιν τῆς τοιαύτης ἀναστατώσεως· πιστεύω ὅτι εἰς
2252πολλῶν ἐξ ὑμῶν τὴν γνῶσιν ἔχει περιέλθη μέχρι τοῦδε, ὅτι
2253οἱ ἀτυχεῖς δημοδιδάσκαλοι, μὴ δυνάμενοι νὰ πληρωθῶσι τὸν
2254μισθόν των ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μηνὸς, καὶ κινδυνεύοντες νὰ
2255ὑποστῶσι τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον, σκέπτονται ἐπὶ τέλους νὰ
2256καταφύγωσιν εἰς τὸ ἔσχατον μέτρον, εἰς τὴν ἀπεργίαν. Καὶ
2257εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἀπεστάλη τηλεγραφικὴ ἐγκύκλιος παρὰ
2258τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
2259νομικῶν, πρὸς τοὺς ἐκκατταχοῦ ταμίας, ἵνα προκαταβάλωσιν
2260εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους τοὺς μισθοὺς τούτους, ἀλλ’ οὐδεὶς
2261τῶν ταμιῶν συνεμορφώθη πρὸς τὴν τοιαύτην ἐγκύκλιον, ἥτις
2262εἰς οὐδένα νόμον τοῦ Κράτους στηρίζεται, οἱ δὲ δημοδιδά-
2263σκαλοι, μεθ’ ὅλην τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, ἐξακολουθοῦσι μὴ
2264λαμβάνοντες μισθὸν, στερούμενοι δηλ. καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκο-
2265γένειαί των τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Καὶ τὸ ἔργον τοῦτο, Κύ-
2266ριοι, τῆς ἀνατροπῆς, πρόκειται, ἄν ποτε, ὃ μὴ γένοιτο, ἐπι-
2267ψηφισθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους καὶ τὸ περὶ μέσης
2268ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδιον, νὰ μεταδοθῇ καὶ εἰς τὴν μέσην
2269ἐκπαίδευσιν.
2270Ἔχομεν τὰ ἐκκλησιαστικὰ νομοσχέδια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
2271τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ εἰσηγητὴς αὐτῶν, ἐπηγγέλθη τὴν
2272ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν, εἶπεν
2273ὅτι πρόκειται δι’ αὐτῶν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ
2274κατωτέρου κλήρου, τὴν ἀποκατάστασιν τὴν ὑλικὴν, εἰς τὴν
2275ὁποίαν θὰ παρακολουθήσῃ βεβαίως καὶ ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ
2276ἠθικὴ αὐτοῦ ἀνύψωσις. Ἀλλὰ πρόκειται τῷ ὄντι περὶ
2277τοιούτου τινός; Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ῥίψητε ἔστω καὶ ἓν βλέμμα
2278ἐπιπολῆς εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα, θὰ κατανοήσητε ὅτι
2279πρόκειται περὶ νέων φορολογιῶν, αἱ ὁποῖαι δι’ αὐτῶν μέλ-
2280λουσι νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν ἀπὸ πολλοῦ ἤδη, καθ’ ἣν
2281γνώμην ἔχει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καταπεπο-
2282νημένον καὶ ἐξηντλημένον ὑπὸ τὸ βάρος τῆς φορολογίας Ἑλ-
2283ληνικὸν λαὸν, χωρὶς ὅμως ν’ ἀποκατασταθῶσι πράγματι
2284ὑλικῶς καὶ οἱ ἱερεῖς του. Εἶναι ζήτημα, Κύριοι, ἂν θὰ
2285κατορθωθῇ ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς ἐφημερίους ἡμῶν, ἐπὶ τῇ
2286βάσει τῶν ὑποβληθέντων εἰς ἡμᾶς νομοσχεδίων, καὶ 200
2287μόνον δραχμαὶ τὸ ἔτος, καὶ ἀπέναντι τούτων πρόκειται νὰ
2288στερηθῶσιν αὐτοὶ ὅλων τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τῶν παπα-
2289δικῶν λεγομένων, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον μέχρι τοῦδε. Δὲν
2290γνωρίζω, τί συμβαίνει εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἀλλ’ εἰς τὴν
2291ἐπαρχίαν μου ἕκαστος ἱερεὺς λαμβάνει σήμερον ἐξ ἑκάστης
2292οἰκογενείας ἓν ἢ δύο κοιλὰ σίτου κατ’ ἔτος, καὶ ὅταν ἔχῃ
229350–60 οἰκογενείας, ἔχει ἐτήσιον εἰσόδημα 50–100 κοιλὰ,
2294τὰ ὁποῖα τιμῶνται συνήθως 350–700 δραχ. Καὶ τὸ πο-
2295σὸν τοῦτο ἀπαρτίζει τὸν ἐπιούσιον αὐτῶν ἄρτον, καὶ τοῦτον
2296ἔρχεται ν’ ἀποστερήσῃ αὐτοὺς, καταργῶν ὅλα τὰ σχετικὰ
2297δικαιώματα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ νὰ
2298χορηγήσῃ εἰς τὸ μέλλον 200 καὶ μόνον δραχμάς!
2299Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Θὰ
2300ἐνόουν, Κύριοι, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἄν, ἐμμέ-
2301νων πιστῶς εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὡς ἀντιπολιτευόμενος
2302ὑπεστήριζεν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ
2303στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ νῦν, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2304νήσεως, ἐζήτει νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας. Ἦτο τότε
2305αὐτὸς οὐ μόνον κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ
2306καὶ κατὰ τῆς διοικητικῆς, ἀνεχόμενος ταύτην μόνον ἐνταῦθα,
2307ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ. Θὰ ἐνόουν λοιπὸν αὐτὸν, ὅτε περι-
2308εβλήθη διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ
2309Στέμματος, νὰ παρέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ νὰ ὑπο-
2310βάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κατηργεῖτο πάραυτα
2311ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος θεσμὸς, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὸν θεσμὸν ἐκεῖ-
2312νον, διὰ τοῦ ὁποίου προέτεινε τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχη-
2313γείου τῆς Χωροφυλακῆς, τοῦ μόνου ἐρείσματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν
2314ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὡς πρὸς τὸ ἀφατρία-
2315στον αὐτοῦ, δὲν ἐννοῶ τὴν τοιαύτην ἐξάρθρωσιν τοῦ θεσμοῦ
2316τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὡς δὲν ἐννοῶ καὶ νῦν τὸ ὑπο-
2317βληθὲν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξουσιοδοτεῖται νὰ καταρ-
2318γήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ὁπόταν αὐτὸς νομίσῃ
2319τὴν κατάλληλον ὥραν ἐπιστᾶσαν πρὸς τοῦτο, νὰ διατηρήσῃ
2320δὲ ἓν μικρὸν σύστημα διοικητικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἀστυ-
2321νομίας εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τὰς ἄλλας πό-
2322λεις, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ, Κύριοι,
2323νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται, διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον
2324προτείνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε αἱ ἐλευθερίαι ἡμῶν νὰ
2325ἐξυπηρετηθῶσιν, οὔτε ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια, διότι
2326τὰς δημοτικὰς ἡμῶν ἐλευθερίας ἀνατρέπει καὶ αὐτὸς ὁ θεσμὸς
2327τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ὑπὸ τὸν θεσμὸν δὲ τῆς διοικη-
2328τικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθόλου
2329ἐνέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρόκειται νὰ
2330κατενέγκωμεν καίριον τραῦμα κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ
2331ἀσφαλείας, καὶ προκειμένου περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου
2332νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου πᾶν ἄλλο ἐπιδιώκεται ἢ ἀνόρ-
2333θωσις καὶ περισυλλογὴ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτείνεται ἡ οἰκο-
2334νομικὴ ἡμῶν παράλυσις, θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλ-
2335λοντι ἡ διοικητικὴ ἡμῶν ἀποσύνθεσις, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπι-
2336τεινομένη ἡ καθόλου κακοδαιμονία ἡμῶν· προκειμένου, λέγω,
2337περὶ ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου, πρέπει νὰ δεχθῶμεν,
2338ὅπως ἀθετηθῇ τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἀποβάλωμεν ἡμεῖς, ὡς
2339μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, πᾶν δικαίωμα, καὶ ὅπως παύσῃ
2340λειτουργοῦσα ἡ κυβερνητικὴ μηχανή;
2341Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισε καλὸν νὰ ἀπαν-
2342τήσῃ πρὸς ὅσα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς
2343εἴπομεν, περὶ τῆς βραδείας συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς,
2344Κύριοι, δὲν εἴπομεν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ἡ βρα-
2345δύτης αὕτη ἐπῆλθεν ἐπὶ ζημίᾳ, ἐπὶ ἀνατροπῇ θεμελιώδους
2346διατάξεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος. Ὁ κ.
2347Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπήντησεν εἰς τοῦτο· εἶπε
2348μόνον ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην, ὅτι ἐπι-
2349τρέπεται ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς καὶ δὶς καὶ τρὶς τοῦ ἔτους·
2350αὐτὸς ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς δὲν ἐπι-
2351τρέπεται, παρὰ ἅπαξ μόνον τοῦ ἔτους. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς,
2352ὅτι ὡς πρὸς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς πλέον ἢ ἅπαξ τοῦ
2353ἔτους εἰς τακτικὴν σύνοδον, διΐστανται αἱ γνῶμαι. Ἐγὼ
2354ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω τὴν γνώμην, καθ’ ἣν, κατὰ τὸ Σύνταγμα
2355ἡμῶν, ὡς ἐλάχιστος ὅρος ἀναγράφεται ἡ σύγκλησις ἅπαξ
2356τοῦ ἔτους τακτικῆς συνόδου, καὶ ὅτι ἑπομένως δυνατὸν νὰ
2357συγκληθῶσι καὶ δύο σύνοδοι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγένετο παρ’
2358ἡμῖν τὸ 1887 καὶ τὸ 1892. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπο-
2359δέχονται ὅτι εἶναι ἀνώτατος ὅρος ἡ μία τακτικὴ σύνοδος,
2360δὲν ἀποκρούουσιν ὅτι δύνανται νὰ συγκληθῶσι πλὴν τῆς μιᾶς
2361τακτικῆς συνόδου, καὶ δύο καὶ πλείονες ἔκτακτοι σύνοδοι.
2362Τοῦτο ἀναγράφεται ῥητῶς ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν. Τὴν
2363γνώμην ταύτην δὲν πρόκειται νῦν νὰ ἀποκτήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος
2364τῆς Κυβερνήσεως, τὴν εἶχε καὶ ἄλλοτε. Εἰς τὰ 1885 συν-
2365εκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς τακτικὴν σύνοδον κατὰ Ἀπρίλιον μῆνα,
2366ἀκολούθως συνεκάλεσεν αὐτὴν καὶ τὸν Σεπτέμβριον εἰς ἔκτα-
2367κτον σύνοδον. Καὶ τότε λοιπὸν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην καὶ
2368νῦν. Ὑπηνίχθη ἰδίᾳ, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι
2369πρόκειται νὰ ἔχωμεν ἔκτακτον σύνοδον τοῦ 1896. Ὅστις ἐξ
2370ἡμῶν λάβῃ τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἴδῃ ὅτι προε-
2371νόησεν ἤδη νὰ ἀναγράψῃ καὶ τὴν σχετικὴν πίστωσιν ἐν αὐτῷ.
2372Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται οὕτω νὰ ἔχωμεν δευτέραν σύνοδον, ἔστω
2373καὶ ἔκτακτον, κατὰ τὸ 1896, διατὶ νὰ μὴ ἔχωμεν αὐτὴν
2374καὶ τὸ 1895; διατὶ νὰ μὴ συγκληθῇ οὕτως ἐγκαίρως ἡ
2375Βουλή, ὅπως ἐγκαίρως ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ μὴ
2376δημιουργηθῇ ἄνευ λόγου καὶ ἀνάγκης ἡ ἀντισυνταγματικότης,
2377κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἕνα μῆνα ὁλόκληρον ἡ Κυβέρνησις
2378εἰσέπραξε φόρους παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ προέβη εἰς
2379δαπάνας ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ ἀθετήσει τῆς πρώτης βά-
2380σεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος;
2381Πρὸς τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν ταῦτα τί ἀντέταξεν ὁ κ.
2382Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; ὅτι ἐγένετο ἄλλοτε λόγος ἐν τῇ
2383Βουλῇ, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεδοκίμασε τὴν γνώμην ἡμῶν διὰ
2384τῆς ψήφου της· ἐγὼ παρετήρησα εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν προεκλήθη
2385ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἠγόρευσεν ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτὴς,
2386ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀνταπήντησεν ὁ κ. Βουλευ-
2387τὴς Ἄρτης, καὶ ἀπέναντι τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων οὐδὲν
2388ἔχων πλέον νὰ ἀντιτάξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνό-
2389μισε προτιμότερον νὰ σιωπήσῃ. Ψῆφος τῆς Βουλῆς δὲν προε-
2390κλήθη. Τώρα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως «καὶ τί
2391νομίζετε, ὅτι, ἐὰν ἠθέλομεν, δὲν θὰ ἐτυγχάνομεν τῆς ψήφου
2392τῆς Βουλῆς;» Δὲν γνωρίζω, κατὰ πόσον ὁ ἰσχυρισμός του
2393οὗτος τιμᾷ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἂν νομίζῃ ὁ κ.
2394Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν θέλησίν της, τὴν γνώμην
2395της, τὴν ψῆφόν της ἔχει ἐν τῷ θυλακίῳ του, καὶ δύναται νὰ
2396τὴν διαθέσῃ ὅπως καὶ ὁπόταν θέλῃ αὐτός. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ
2397νὰ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον προφανοῦς καταστρατηγήσεως
2398τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἐπὶ τοσοῦτον προφανοῦς ἀθετήσεως
2399μιᾶς θεμελιώδους διατάξεως τοῦ καταστατικοῦ ἡμῶν χάρτου,
2400ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ ἐσκέπτετο, ἂν θὰ ἔδιδε ψῆ-
2401φον ἐμπιστοσύνης· ταῦτα δὲ φρονῶν, Κύριοι, νομίζω ὅτι σέ-
2402βομαι καὶ ἐκτιμῶ πολὺ περισσότερον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
2403τὴν ψῆφον τῆς πλειονοψηφίας καὶ τὴν γνώμην αὐτῆς. Ἀλλὰ
2404καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι προκαλουμένη ἡ Βουλὴ θὰ ἔδιδε
2405διὰ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τοῦ
2406θέματος τούτου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἦτο λόγος οὗτος,
2407ὅπως ἡμεῖς μὴ ἔχωμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν; Ὄχι
2408μίαν ψῆφον, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀλλὰ καὶ 100 ψήφους ἂν
2409λάβητε παρὰ τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν ἡ ἀθέτησις
2410τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἔχει διαπραχθῆ ὑφ’ ὑμῶν, νὰ κα-
2411λυφθῇ διὰ τοιούτων ψήφων.
2412Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγκολπούμενος τὴν πρό-
2413τασίν μου ἐν μέρει, ἐνόμισεν ὅτι μὲ καθίστα ἀναπολόγητον,
2414διότι ἀπεδέχθην ἐγὼ τὴν πρότασίν του. Ἐγὼ τί εἶπον; εἶπον
2415ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς παρούσης
2416συνόδου θὰ ἐπεκταθῶσι τοὐλάχιστον ἐπὶ τρίμηνον, δυνατὸν δὲ
2417ἐξ ἀνάγκης καὶ μέχρις ἑξαμήνου νὰ ἐπεκταθῶσιν, ἐνόσῳ δὲ
2418ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὸ ὑπολειπόμενον χρονικὸν διάστημα,
2419δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς διπλᾶς συνεδριάσεις.
2420Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀμφιβολίας, —καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τοι-
2421αύτας — ὅτι εἶναι δυνατὸν ὅλη ἡ σωρεία αὐτῶν τῶν νομοσχε-
2422δίων, τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλήν, νομοσχεδίων ἀφο-
2423ρώντων οὐχὶ εἰς μεταῤῥυθμίσεις, ἀλλ’ εἰς ἀνατροπὰς παντὸς
2424κλάδου τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις
2425ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν πάντα τὰ νομοσχέ-
2426δια ταῦτα νὰ τύχωσι τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς παρού-
2427σης συνόδου, ἂς ἐκλέξῃ μεταξὺ αὐτῶν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα,
2428ἅτινα εὑρίσκονται εἰς ἄμεσον συνάφειαν πρὸς τὸν Προϋπολο-
2429γισμὸν, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκει ἀπαραιτήτως ἀναγ-
2430καῖα, ὅπως τύχωσιν ἀμέσως τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, καὶ ἂς
2431καταρτίσῃ οὕτω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἂς προβῶμεν
2432ἐπί τινας ἡμέρας συνεδριάζοντες ὡς μέχρι τοῦδε, δηλαδὴ ἀπὸ
2433τῆς 4 μ. μ. μέχρι τῆς 12 καὶ ἐπέκεινα τῆς νυκτὸς, καὶ ἂν
2434ἐβλέπομεν ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν συμ-
2435πέρασμα, τότε, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον, ἠδυνάμεθα νὰ κατα-
2436φύγωμεν εἰς τὰς διπλᾶς ἢ μᾶλλον τριπλᾶς συνεδριάσεις.
2437Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδέχεται ὅτι πρέπει
2438νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ νὰ περιορισθῇ
2439εἰς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ μᾶλλον συναφῆ
2440πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ μᾶλλον ἐπείγοντα πρὸς ἐπιψή-
2441φισιν. Ἀλλ’ ἐννοεῖ ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀρχίσῃ οὐχὶ τὰς διπλᾶς, ἀλλὰ
2442τὰς τριπλᾶς συνεδριάσεις· καὶ νομίζει ὅτι οὕτω πως πράττων
2443δὲν προσκρούει οὔτε πρὸς τὴν τιμὴν οὔτε πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν
2444τῆς Βουλῆς! Ἀλλά, Κύριοι, δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς πλη-
2445θώρας τῶν νομοσχεδίων, πρόκειται καὶ περὶ τῆς ὑπερανθρώπου
2446ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρ’ ἡμῶν.
2447Ὑποθέσατε δὲ, ὅτι ἀντὶ τῶν ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα νομοσχεδίων,
2448τὰ ὁποῖα ἔχουν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν, ὁ κ. Πρόεδρος
2449τῆς Κυβερνήσεως ἀρκεῖται εἰς μόνον 15 ἢ 20 νομοσχέδια, καὶ
2450μεταξὺ τούτων εἶναι τὰ ἐκπαιδευτικὰ καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ,
2451τὸ περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τὰ Θεσσαλικὰ, αὐτὰ καὶ μόνα·
2452καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἂν πρό-
2453κειται νὰ τύχωσιν ἐμβριθοῦς μελέτης, ἐμβριθοῦς συζητήσεως,
2454καὶ οὕτω ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νομίζετε ὅτι πρὸς τοῦτο
2455θὰ ἐξήρκουν, καὶ ἐπὶ 10 ἢ 15 ὥρας τὴν ἡμέραν συνεδριαζού-
2456σης τῆς Βουλῆς, ἐργασίαι 14 ἡμερῶν μόνον; Ἡμεῖς λέγομεν
2457ὅτι εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς σᾶς νὰ
2458ἐργαζώμεθα, συνερχόμενοι τρὶς τῆς ἡμέρας, νὰ ἐργαζώμεθα
2459ἐπὶ 15 περίπου ὥρας, διότι οὔτε σωματικῶς οὔτε διανοητι-
2460κῶς δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τοιαύτην ἐργασίαν, καὶ ἂν θε-
2461λήσωμεν, ὑπείκοντες εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ κ. Προέδρου τῆς
2462Κυβερνήσεως, νὰ ἀναλάβωμεν τοιοῦτον ἔργον, δὲν πρόκειται
2463οὕτω νὰ νομοθετήσωμεν ἐν συνειδήσει, δὲν πρόκειται νὰ βου-
2464λευθῶμεν, καθ’ ὃν τίτλον φέρομεν, ἀλλὰ πρόκειται—ἐπιτρέ-
2465ψατέ μοι τὴν φράσιν, διότι δὲν εὑρίσκω ἄλλην κατάλληλον
2466λέξιν πρὸς τοῦτο,—ἀσυνειδήτως νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέ-
2467δια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ
2468ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπανέρχεται πλήρης καὶ ἀκεραία ἡ
2469πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ. Ἀντὶ τῆς
2470τοιαύτης παρῳδίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος δὲν
2471εἶναι ἐντιμότερον, δὲν εἶναι εἰλικρινέστερον, δι’ ἑνὸς καὶ μόνου
2472ἄρθρου, εἰς τρεῖς ἀλλεπαλλήλους συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, νὰ
2473ἐξουσιοδοτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πάντα τὰ νομοσχέ-
2474δια ὑποβάλῃ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Στέμματος καὶ δημοσι-
2475εύσῃ ὡς νόμους τοῦ Κράτους; Δὲν εἶναι προτιμότερον τοῦτο,
2476ἀφοῦ εἶναι τὸ εὐθύτερον καὶ εἰλικρινέστερον; Βεβαίως καὶ
2477τοῦτο εἶναι παραίτησις τῶν νομοθετικῶν ἡμῶν δικαιωμάτων,
2478ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐταπάτη, δὲν εἶναι φενάκη καὶ δι’ ἡμᾶς
2479αὐτοὺς καὶ διὰ τοὺς ἄλλους, ὅτι νομοθετοῦμεν μετὰ μελέτην
2480καὶ συζήτησιν τῶν ὑποβαλλομένων ἡμῖν νομοσχεδίων.
2481Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὴν πρό-
2482τασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
2483νήσεως ταύτην τὴν ἑσπέραν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ἀπέδειξα,
2484νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν πραγματικῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ
2485ὁποῖα ἡμεῖς ἀντετάξαμεν κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης, κα-
2486τώρθωσεν αὐτὸς νὰ ἀναιρέσῃ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον. Καὶ ἐν ἐλ-
2487λείψει παντὸς πραγματικοῦ ἐπιχειρήματος, ἐνόμισεν ὅτι τῷ
2488ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ καταφύγῃ εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς ἐκεί-
2489νους, τοὺς ὁποίους ἔκαμεν. Εἶπεν ὅτι ἡμεῖς ὑβρίζομεν τὴν
2490πλειονοψηφίαν, ὑβρίζομεν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ δὲν ἠξεύρω,
2491Κύριοι, πότε ἠκούσθη ὑβριστικὴ ἔκφρασις ἐκ μέρους ἡμῶν
2492εἴτε κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, εἴτε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
2493Ἡμεῖς περιοριζόμεθα εἰς τὸ νὰ ἐλέγχωμεν πράξεις ὡρισμέ-
2494νας τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἀλλὰ διὰ τὰς πράξεις ταύτας
2495δὲν ἐννοοῦμεν ποτὲ συνυπεύθυνον τὴν πλειονοψηφίαν. Ἡμεῖς
2496ἐννοοῦμεν, ὅσον ἐξήρτηται ἀπὸ ἡμᾶς, νὰ κρατήσωμεν ὑψηλὰ
2497τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, νὰ κρατήσωμεν ὑψηλὰ τὸ γόητρον
2498καὶ τὴν αἴγλην τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐξηνέχθησαν καθ’ ἡμῶν
2499ὕβρεις, καὶ ἀπηξιώσαμεν οἱανδήποτε πρὸς αὐτὰς ἀπάντησιν.
2500Ἐπίσης δὲν νομίζομεν ὅτι ἁρμόζει εἰς ἡμᾶς νὰ ἀπαντήσωμεν
2501καὶ εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔκαμε τὴν
2502ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐλπίζω, πρὸς τιμὴν
2503αὐτοῦ, ὅτι τὰς ἔκαμεν ἐν στιγμῇ παραφορᾶς, χωρὶς νὰ ἔχῃ
2504αὐτὸς συνείδησιν τῆς βαρύτητος τῶν τοιούτων ὑπαινιγμῶν.
2505Εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη τακτικὴ, ἡ τα-
2506κτικὴ τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, θὰ ἐξαναγ-
2507κασθῇ ἡ πλειονοψηφία νὰ μιμηθῇ τὸ παράδειγμα ἄλλης χώ-
2508ρας, τῆς Ἀμερικῆς, νὰ καταφύγῃ εἰς ῥεβόλβερ καὶ εἰς ῥαβδι-
2509σμοὺς (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐγὼ, Κύριοι, δια-
2510μαρτύρομαι, οὐχὶ ἐξ ὀνόματος τῆς μειοψηφίας, ἀλλ’ ἐξ ὀνό-
2511ματος τῆς πλειοψηφίας, κατὰ τοῦ τοιούτου ὑπαινιγμοῦ τοῦ
2512κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸν ὑπαινιγμὸν τοῦτον
2513τὸν θεωρῶ ὡς τὴν μεγίστην ὕβριν, ὡς τὸν μεγαλείτερον ἐξευ-
2514τελισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν (θόρυβος).
2515Ὡμίλησε καὶ περὶ ἀναστήματος πολιτικοῦ ὁ κ. Πρόεδρος
2516τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐφαντάσθη ἑαυτὸν ὡς γίγαντα ὑψηλὸν
2517καὶ τεράστιον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀδυνατοῦμεν ἡμεῖς, οἱ μικροὶ
2518τὸ δέμας, νὰ παραβληθῶμεν ποτὲ, καὶ ἤλεγξεν ἐμὲ, ὅτι ζηλῶ
2519μὲν τὸ ὕψος τοῦ Πρωθυπουργικοῦ του ἀξιώματος καὶ ἐπιθυμῶ
2520νὰ φθάσω ποτὲ εἰς αὐτὸ, ἀλλ’ εἶμαι πολὺ μικρὸς τὸ ἀνά-
2521στημα, καὶ ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσω νὰ ὑψωθῶ ἐπὶ τῶν
2522δακτύλων τῶν ποδῶν μου, δὲν θὰ φθάσω ποτὲ αὐτό. Τὸν
2523βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι οὐδέποτε ἐζήλωσα τὸ ἀνάστημά του. Δὲν
2524εἰσῆλθον τὸ πρῶτον νῦν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀπὸ τοῦ 1885
2525τιμῶμαι διὰ τῆς ψήφου τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ εἶμαι ἀντιπρό-
2526σωπος τοῦ ἔθνους· καὶ πρὸ τοῦ 1885 ἤμην εἰς ἡλικίαν καὶ
2527εἰς θέσιν νὰ παρακολουθῶ τοὺς διαχειριζομένους τὰ κοινά.
2528Γινώσκω, τίς εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸν
2529βεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε θὰ ζηλώσω τὸ ἀνάστημά του, οὐδὲ τὸ
2530παρελθὸν, οὐδὲ τὸ ἐνεστὼς αὐτοῦ· οὐδέποτε θὰ ζηλώσω νὰ
2531γείνω Πρωθυπουργὸς, τυγχάνων μονονουχὶ τῆς παμψηφίας τοῦ
2532ἔθνους, νὰ διαχειρίζωμαι πλειονοψηφίαν κατὰ τὰ ¾ ἐν τῷ
2533Κοινοβουλίῳ, καὶ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ κατορθώσω καὶ τὴν
2534πλειονοψηφίαν αὐτὴν νὰ κατασυντρίψω καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην
2535τοῦ ἔθνους νὰ διακυβεύσω, ὡς αὐτὸς ἐν ἔτει 1885–1886
2536(θόρυβος). Δὲν θὰ ἐπιθυμήσω ποτὲ νὰ γείνω Πρωθυπουργὸς
2537τῆς Πατρίδος μου, ἵνα καλέσω ὑπὸ τὰ ὅπλα 8 μυριάδας
2538πολιτῶν (θόρυβος), καὶ νὰ καταδικάσω ὑπὸ τὰς σημαίας
25394,000 ἀκμαίους ἄνδρας Ἕλληνας εἰς ἄδοξον θάνατον, καὶ
2540νὰ καυχῶμαι μόνον, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῶν Μηδι-
2541κῶν καὶ Περσικῶν χρόνων εἶδε τοσούτους ἄνδρας ὑπὸ τὰς ση-
2542μαίας. Δὲν θὰ ζηλώσω τὴν τύχην του, ἵνα γείνω Πρωθυ-
2543πουργὸς καὶ διακηρύττω ὅτι δὲν θὰ πράξω τι, ἐπὶ ποινῇ
2544τοῦ νὰ ἴδω ἀποκεκομμένην τὴν χεῖρά μου· δὲν θὰ ζηλώσω
2545ποτὲ νὰ γείνω Πρωθυπουργὸς, ἐπαγγελλόμενος εἰς τὸν λαὸν
2546ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐκτὸς τῆς
2547ἀρχῆς διατελῶν, μόνον καὶ μόνον, ὅπως πάσας τὰς ἐπαγγε-
2548λίας μου διαψεύσω, ἐρχόμενος εἰς τὴν ἀρχήν. Δὲν θὰ ζηλώσω
2549τὸ ἀξίωμά του, καὶ οὐδέποτε βεβαίως θὰ ἐπιθυμήσω νὰ ἔλθω
2550εἰς τὰ πράγματα μὲ τὴν ἐπαγγελίαν τῆς ἀνορθώσεως τῶν
2551κακῶς ἐχόντων, πράγματι δὲ, ἵνα συντελέσω, ὅπως αὐτὸς
2552σήμερον, εἰς ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως. Τὸν διαβεβαιῶ δὲ,
2553ὅτι ἐκεῖ, ὅπου κατήντησε καὶ τὸ Ὑπουργικὸν καὶ τὸ Πρω-
2554θυπουργικὸν ἀξίωμα ὑπ’ αὐτὸν, βεβαίως πᾶν ἄλλο ἔχει τις νὰ
2555πράξῃ ἢ νὰ ζηλώσῃ τὸ ἀνάστημα τοῦ κατέχοντος αὐτό.
2556(Ἀποδοκιμασίαι καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς,
2557χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
2558§91ΜΑΝΕΣΗΣ. Μετὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν παρὰ τοῦ
2559ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω πρῶ-
2560τος τὸν λόγον καὶ νὰ ἀντιταχθῶ ὅλαις δυνάμεσι κατ’ αὐτῆς,
2561λέγων ὅτι τοῦτο ὑπερβαίνει τὰς ἀνθρωπίνους δυνάμεις, τουτέστι
2562τὸ ἐπὶ 20, ἐπὶ 18 ἐπὶ 16 ὥρας ἐργάζεσθαι, βουλεύεσθαι, νο-
2563μοθετεῖν. Καὶ ὅταν, Κύριοι, προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
2564τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐν ἰσχύϊ διάταξις,
2565τοῦ διαλύειν τὴν συνεδρίασιν μετὰ τὸν μὴ καταρτισμὸν ἀπαρ-
2566τίας μετὰ παρέλευσιν ἡμισείας ὥρας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς
2567ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, τότε εἶπον πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἡ
2568κατάργησις τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ πρότασις ὑμῶν, ἀξιό-
2569τιμε κύριε Πρωθυπουργὲ, ἵνα τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων
2570καὶ τοῦ ἐλέγχου περιορίζηται ἐν τῇ πρωϊνῇ συνεδριάσει, εἶναι
2571αὐτὴ ἡ παῦσις τοῦ ἐλέγχου· διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ,
2572ὅτι, ἀφ’ ἧς συνεδριάζομεν, ὄχι μόνον κατὰ τὴν σύνοδον ταύ-
2573την, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ κατὰ
2574τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, μόλις κατορθοῦμεν μετὰ δίωρον
2575ἀπὸ τῆς προσδιωρισμένης ὥρας νὰ ἀρχίζωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν.
2576Μία λοιπὸν καὶ μόνη ὥρα, ἴσως καὶ ἡμίσεια ἀκόμη ὥρα, θὰ
2577μένῃ πρὸς ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἤτοι πρὸς
2578ἐπερωτήσεις.
2579Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπαναλαβὼν τὸν λόγον,
2580ἐλησμόνησεν ὅσα εἶχεν εἰπεῖ, καὶ ὡμίλησε περὶ ἐξακολουθή-
2581σεως τῆς συζητήσεως,—οὕτως ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑπέλαβον,—
2582περὶ ἐξακολουθήσεως τοῦ ἐπερωτᾶν καὶ τοῦ ἐλέγχειν ἐν τῇ
2583πρωϊνῇ συνεδριάσει, ἄνευ διακοπῆς. Καὶ τί ἄλλο εἶναι ἢ περι-
2584ορισμὸς τοῦ ἐλέγχου; καὶ τί ἄλλο εἶναι ἢ περιορισμὸς τῆς
2585ἐλευθερίας τοῦ Βουλευτοῦ, ἵνα ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῆς Κυ-
2586βερνήσεως, ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦτο περιορίζηται ἐντὸς χρο-
2587νικοῦ διαστήματος ἡμισείας ἢ καὶ μιᾶς ὥρας μόνον; Καὶ
2588ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς: σᾶς ἐρωτῶ, ἐν συνειδήσει νὰ εἴπητε, εἶσθε
2589εἰς κατάστασιν 100 νομοσχέδια νὰ μελετήσητε καὶ νὰ συζη-
2590τήσητε ἐντὸς 14 ἡμερῶν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, οὐχὶ
2591ὅλα. Καὶ τί εἶπον ἐγώ; φέρετε τὰ συναφῆ πρὸς τὸν Προϋ-
2592πολογισμὸν νομοσχέδια, φέρετε ὅσα νομίζετε ἀπαραίτητα
2593πρὸς τελεσφόρησιν τῶν μέτρων σας, καὶ συζητήσατε τὸν
2594Προϋπολογισμόν. Ἄς ἐξακολουθήσῃ ἡ Βουλὴ τὰ ἔργα της
2595καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα, ἐὰν δὲ δὲν ἦναι δυνατὸν
2596τοῦτο καὶ νομίζητε ὅτι σᾶς ἀπομένουσιν ἀκόμη νομοθετήματα
2597ἀναγκαῖα πρὸς τελεσφόρησιν τῶν μέτρων σας, εἶναι προτιμό-
2598τερον νὰ καλέσητε εἰς ἔκτακτον σύνοδον τὴν Βουλὴν τῆς
2599ζημίας τῆς μεγίστης, ἥτις θέλει ἐπέλθει, ἐὰν νομοθετῶμεν
2600χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τί νομοθετοῦμεν. Ἐρωτῶ τοὺς Ὑπουρ-
2601γοὺς, ἐν συνειδήσει νὰ μοὶ εἴπωσιν, ἐὰν ὁ εἷς γνωρίζει τὰ νο-
2602μοσχέδια τὰ προταθέντα παρὰ τοῦ ἄλλου, ἐὰν ἐμελέτησαν
2603αὐτὰ, καὶ ἐὰν εἶναι ἕτοιμοι νὰ δώσωσι ψῆφον ἐπ’ αὐτῶν·
2604ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, τοὺς ὁποίους θεωρῶ εὐσυνειδήτους, νὰ
2605μοὶ εἴπητε, ὄχι μόνον ἐὰν ἠδυνήθητε νὰ μελετήσητε πάντα
2606ταῦτα, ἢ τοὐλάχιστον τὸ τέταρτον, τὸ ὄγδοον αὐτῶν, ἀλλὰ
2607ἐὰν ἠδυνήθητε νὰ διέλθητε ἁπλῶς αὐτά· διότι καὶ ἄλλο τι
2608τερατῶδες συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, καὶ εἶναι ἴσως πρωτοφανὲς,
2609ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω, ἐὰν συμβαίνει ἀλλαχοῦ. Ἔχε-
2610τε σήμερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον Α, ἐργά-
2611ζεσθε ἐπ’ αὐτοῦ, μελετᾶτε αὐτὸ, ὡς καὶ τὰ ἑπόμενα Β, Γ, Δ,
2612κατὰ σειρὰν, καὶ τί βλέπετε τὴν ἐπιοῦσαν; τὸ Α ἐγένετο
2613Ω! Καὶ ἰδοὺ, κύριε Πρωθυπουργὲ, κατὰ τὴν προχθεσινὴν
2614συνεδρίασιν ἦτο τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου
261534 § αʹ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας» πρῶτον, σήμερον δ’ ἀνα-
2616γράφεται τριακοστόν...
2617§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε
2618τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
2619§93ΜΑΝΕΣΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ μάλιστα.
2620§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο συμβαίνει, διότι κατὰ
2621τὴν γνώμην μου πρέπει πάντοτε νὰ μεσολαβῇ μεταξὺ τῶν
2622τριῶν ἀναγνώσεων χρονικόν τι διάστημα, πρέπει μεταξὺ τῆς
2623πρώτης καὶ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως νὰ μεσολαβῶσι δύο ἢ
2624τρεῖς ἡμέραι, ἵνα μελετῶσιν οἱ κ. Βουλευταί, καὶ μεταξὺ τῆς
2625δευτέρας καὶ τρίτης ἀναγνώσεως νὰ μεσολαβῶσιν ἐπίσης δύο
2626ἢ τρεῖς ἡμέραι, διότι ἡ συζήτησις τότε γίνεται εὐρύτερα, ἄλ-
2627λως δὲν μένει εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς χρόνος πρὸς μελέτην.
2628§95ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγνώριζον τὴν ἀπάντησίν σας, κύριε Πρω-
2629θυπουργέ. Ἀλλ’ ὅταν τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται διὰ πρώτην
2630φορὰν νὰ συζητηθῇ, χωρὶς νὰ ἔχωσι γνῶσιν οἱ Βουλευταὶ
2631περὶ τούτου, καὶ λαμβάνωσιν ὅλοι τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς,
2632πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωσιν, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι, λέγω,
2633γνῶσιν αὐτοῦ; Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι λογικὸν, καὶ
2634ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ
2635τῷ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ μελετῶμεν
2636ταὐτοχρόνως 30 καὶ 40 νομοσχέδια, διότι δὲν εἴμεθα εἰδικοὶ
2637πάντες, ἀλλὰ βλέπομεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀναγράφου-
2638σαν τὰ νομοσχέδια, ἀρχίζομεν ἀπὸ τοῦ πρώτου, μελετῶμεν
2639μέχρι τοῦ δεκάτου ἢ δεκάτου πέμπτου, ὅσον δυνάμεθα, ἐρχό-
2640μεθα, ἀκούομεν τῶν εἰδικῶν, καὶ φωτιζόμενοι δυνάμεθα νὰ
2641κρίνωμεν. Ἀλλ’ ὅταν τὸ Α γίνεται Ω, πῶς εἶναι δυνατὸν
2642νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων; Τοῦτο
2643ἠδύνατο νὰ ἦναι λογικὸν, μόνον ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας,
2644ὅταν χωνευθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅταν ἡ Βουλὴ σχηματίσῃ γνώ-
2645μην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἢ δὲν εἶναι παραδεκτόν. Ἀλλὰ
2646ἐγὼ, Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον
2647τρέφω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,—διότι
2648βεβαίως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ση-
2649μερινὸς, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη πολιτεύεται, καὶ τοσάκις ἀνέλαβε
2650τὴν ἀρχὴν,—σᾶς ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὸν ἀνεγνώρισα κατὰ
2651τὴν δευτέραν αὐτοῦ ὁμιλίαν. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2652βερνήσεως διετέλει ἐν ψυχικῇ ταραχῇ, λέγων ὅτι τὰ ἀλλα-
2653χοῦ ἐπικρατοῦντα ἔθιμα καὶ ἐνταῦθα θὰ κρατήσωσι, καὶ συμ-
2654βουλεύων, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἀντίθεσιν τῶν γνωμῶν καὶ τῶν
2655πολιτικῶν ἰδεῶν νὰ μετατρέψωμεν εἰς προσωπικὴν διαμάχην.
2656Μόνον ἓν στρατήγημα ἐνόησα ἐν τούτῳ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος
2657τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε διὰ τούτου, εἰ δυνατὸν, νὰ φανατίσῃ
2658τοὺς φίλους αὑτοῦ· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2659σεως παραγνωρίζει τὴν ἀξίαν τῶν φίλων του, παραγνωρίζει
2660ὅτι οὗτοι εἶναι Ἕλληνες Βουλευταί, ὅτι οὗτοι συνδέονται
2661μεθ’ ἡμῶν καὶ διὰ γνωριμίας καὶ διὰ φιλίας καὶ διὰ προσω-
2662πικῆς ἀκόμη ἐκτιμήσεως. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ κοινοβουλευ-
2663τικὰ ἔθνη, ἐὰν οἱ προϊστάμενοι τῶν πλειονοψηφιῶν, ἐὰν οἱ
2664ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων συνεβούλευον τοιαῦτα τοῖς φίλοις
2665αὐτῶν! Τοιουτοτρόπως δὲν ἤθελον ὑπάρχει κοινοβουλευτικὰ
2666πολιτεύματα, ἀλλὰ θὰ μετετρέποντο πάντα εἰς τυραννικὰ
2667πολιτεύματα. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἡ νῦν—
2668διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζωμαι καὶ νὰ συνδέωμαι μετὰ
2669τῶν πλείστων μελῶν αὐτῆς—δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, λέγω, ὅτι
2670ἡ πλειονοψηφία αὕτη θὰ ὁμοιάσῃ πρὸς ἄλλας πλειονοψηφίας,
2671διότι τότε θὰ ἔχω δίκαιον νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι καὶ ἄλλοτε
2672εἶπον, ὅτι πληγὴ διὰ τὸν τόπον, τραῦμα τοῦ κοινοβουλευτι-
2673κοῦ πολιτεύματος εἶναι αἱ ὀγκώδεις πλειονοψηφίαι, διότι αἱ
2674ὀγκώδεις πλειονοψηφίαι γεννῶσι τὴν δικτατορίαν τῶν ἀρχη-
2675γῶν τῶν κομμάτων. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπεκροτήθην τότε
2676ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίᾳ παρὰ τοῦ διασήμου ἐκείνου πολι-
2677τευτοῦ, τοῦ ἀειμνήστου Μεσσηνέζη, καὶ ἐθεώρησα τὸ εὖγε
2678ἐκείνου ὡς ἐπισφράγισιν τῆς γνώμης μου, διότι ὁ πολιτευτὴς
2679ἐκεῖνος, γνωρίζετε μετὰ ποίου σθένους ἐμάχετο κατὰ τῶν
2680τοιούτων παρεκτροπῶν.
2681Δὲν ἀνεγνώρισα τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
2682ὅταν εἶδον αὐτὸν πρὸ ὀλίγου ἐπιτιθέμενον καθ’ ἑνὸς μέλους
2683τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), οὐδὲν εἰ-
2684πόντος καὶ οὐδαμῶς προσενεχθέντος ἀνευλαβῶς πρὸς αὐτόν.
2685Καὶ πῶς ὁμιλεῖτε περὶ ὑπερβάσεως τῶν ὁρίων τῆς ἀμύνης;
2686Ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐμείναμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων,
2687διότι ἐννοοῦμεν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν νὰ ἀσκῶμεν μετὰ
2688πάσης εὐλαβείας. Καὶ ἐπικαλούμεθα ὑμῶν αὐτῶν τὴν ὁμολο-
2689γίαν. Καὶ τίς ἠρνήθη νὰ συμπράξῃ μεθ’ ὑμῶν; Ἀλλ’ ὅταν
2690λέγητε, ὅτι ἀπὸ τῆς 9ης τῆς πρωΐας μέχρι τῆς 9ης τῆς ἐπι-
2691ούσης πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα, λέγετέ τι σοβαρὸν καὶ ἄξιον ὑμῶν,
2692κύριε Πρωθυπουργέ; Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι ἐπανερχό-
2693μενοι εἰς τὰς ἐπαρχίας ἡμῶν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν,
2694τί ἐψηφίσαμεν.
2695§96Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τί ἠλέγξαμεν.
2696§97ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν εὑρίσκω τι πρακτικὸν εἰς τὴν πρότασιν
2697τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ ἴδιος συνεβούλευε προχθές, ὅτι, ὅταν
2698αἱ μειονοψηφίαι πιέζωνται, πρέπει νὰ μεταχειρίζωνται τὰ
2699πάντα, καὶ αὐτὴν τὴν κωλυσιεργίαν. Ἀλλ’ ἐξ ἡμῶν οὐδεὶς
2700ἔπραξε τοῦτο σήμερον. Καὶ τί θέλετε διὰ τῆς τοιαύτης πιέ-
2701σεως; Θέλετε νὰ συζητήσωμεν σοβαρῶς; Εὑρίσκει ἡ Κυβέρ-
2702νησις καὶ τὰ 100 νομοσχέδια ἀπαραίτητα; Τότε βεβαίως δὲν
2703σπουδάζει, ζητοῦσα τὴν ψήφισιν αὐτῶν οὕτως ἐσπευσμένως.
2704Δὲν θέλω νὰ φέρω τὸν λόγον ἀλλαχοῦ, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ,
2705ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα
2706τοῦτο. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξάρῃ τὴν κυβερνητικὴν
2707αὐτοῦ πορείαν· ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὴν κρίσιν τῆς κοινῆς γνώ-
2708μης, ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ τὸν Ἑλληνισμὸν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς
2709τὸ ἐρώτημα τοῦτο, διότι ὁ ἑαυτὸν ἐπαινῶν δὲν δύναται νὰ
2710πείσῃ εὐκόλως, καὶ δὲν φαίνεται σοβαρός. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι
2711τοιαύτη ἐργασία ἐσπευσμένη δὲν εἶναι ἐργασία, εἶναι ἀβδηρι-
2712τισμὸς,—ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις.
2713Ὁ ἀξιότιμος καὶ χαριτολόγος Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπεν,
2714ὅτι μικροῦ λόγου ἀξία εἶναι ἡ πρότασις. Τί ζητεῖτε; νὰ συνε-
2715δριάζωμεν ἀπὸ τῆς 9ης τῆς πρωΐας μέχρι μεσονυκτίου· καὶ
2716ἐρωτῶ αὐτὸν, ὁ ὁποῖος φαίνεται ἀντιπροσωπεύων τὴν πτέρυγα
2717ταύτην...
2718§98Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον τὸν ἑαυτόν μου.
2719§99ΜΑΝΕΣΗΣ... ἐρωτῶ αὐτὸν, ἂν πάντα τὰ νομοσχέδια
2720ἐμελέτησε, καὶ ἂν εἶναι εἰς κατάστασιν περὶ πάντων νὰ λάβῃ
2721τὸν λόγον. Νομίζω ὅτι ὅσα εἶπεν εἶναι μᾶλλον ἀστεῖα
2722ἢ σοβαρά.
2723Ἂν σπεύδετε, ὁρίσατε τὰ ἀπαραίτητα νομοσχέδια, τὰ
2724συναφῆ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ καλέσατε ἡμᾶς πρὸς
2725σύμπραξιν. Ταύτην οὐδέποτε ἠρνήθημεν.
2726Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν—καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τὴν
2727εὐσυνειδησίαν τῆς πλειονοψηφίας, διότι εἶναι δικαίωμά της
2728ν’ ἀποφασίσῃ,—νὰ σκεφθῇ, ὅτι τοιαύτη ψῆφος, ἀντὶ νὰ σώσῃ
2729τὸν τόπον, θὰ αὐξήσῃ τὴν κακοδαιμονίαν αὐτοῦ, ἀντὶ δὲ νὰ
2730κρατύνῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, θὰ συντελέσῃ μᾶλ-
2731λον εἰς τὴν διακωμῴδησιν αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν,
2732ὅτι, ἂν δὲν προφθάσωμεν νὰ ψηφίσωμέν τινα τῶν νομοσχε-
2733δίων, τὰ ἀφήνομεν. Τοῦτο ἐπρότεινεν ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει
2734τὴν ἀριστερὰν), ἥτις δὲν ἦτο ἀξία τῆς χλεύης τοῦ κυρίου
2735Πρωθυπουργοῦ, τοὐναντίον νομίζω, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ κ.
2736Πρωθυπουργοῦ ἀπῄτει νὰ ἐπαινέσῃ αὐτὴν, θέλουσαν νὰ συμ-
2737πράξῃ μετ’ αὐτοῦ.
2738Ἂς σκεφθῇ καλῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἂν
2739ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων ἀπὸ τῆς 9ης ὥρας,
2740καθ’ ὃν τρόπον ἐννοεῖ, αἱ περαιτέρω συζητήσεις εἰς οὐδὲν θὰ
2741καταλήξωσι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ σκε-
2742φθῶμεν καὶ νομοθετήσωμεν ἀπὸ τῆς 9ης ὥρας πρὸ μεσημ-
2743βρίας, οὔτε ἡ ψῆφος τῆς πλειονοψηφίας εἰς τοῦτο δύναται νὰ
2744μᾶς ἐπιβληθῇ. Ἡμεῖς ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων δὲν ἐζητήσαμεν νὰ
2745καταναλώσωμεν χρόνον. Φρονῶ ὅτι ἀπὸ τῆς 4ης ὥρας ἀκρι-
2746βῶς ἐργαζόμενοι δυνάμεθα ἀνθρωπίνως καὶ λογικῶς νὰ φθά-
2747σωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Πᾶσα ἄλλη πίεσις εἶναι κατάχρη-
2748σις καὶ διακωμώδησις τοῦ πολιτεύματος.
2749§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅταν
2750προέβαλον τὴν πρότασιν, καὶ ὅταν ἠγόρευσα τὸ δεύτερον, ἐδή-
2751λωσα ῥητῶς, ὅτι θέλομεν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
2752Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ στενῶς συνδεόμενα
2753μετ’ αὐτοῦ καὶ ἔχοντα χαρακτῆρα κατεπείγοντα. Δὲν ὡμί-
2754λησα περὶ ὀργανικῶν, οὔτε περὶ στρατιωτικῶν, οὔτε περὶ δι-
2755καιοσύνης.
2756§101ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνανται νὰ ὁρισθῶσιν, ἂν
2757οὐχὶ ὀνομαστὶ ὅλα, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρ-
2758νησις κατὰ προτίμησιν;
2759§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν θὰ
2760ἀναγραφῇ ὁ Προϋπολογισμὸς εὐθὺς ὡς τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις. Πλὴν
2761τούτου θέλουσιν ἀναγραφῆ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπηρεά-
2762ζουσι τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Δὲν θέλουσιν εἶσθαι ταῦτα ὀργα-
2763νισμοί, δὲν θέλει εἶσθαι μεταξὺ αὐτῶν τὸ περὶ ἑταιριῶν, ἀλλὰ
2764νομοσχέδια συνδεόμενα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νομο-
2765σχέδια τὰ λεγόμενα ὑπηρεσιακά.
2766§103ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρό-
2767εδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρα-
2768τιωτικῶν, προκειμένου περὶ τῶν μικρῶν νομοσχεδίων καὶ οὐχὶ
2769τῶν κεφαλαιωδῶν, νὰ προταχθῶσι τὸ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν
2770ἀξιωματικῶν καὶ τὸ περὶ συμπληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων, τὰ
2771ὁποῖα εἶναι μικρᾶς σημασίας.
2772§104Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι ἐλέ-
2773χθησαν πλείω τοῦ δέοντος ἐπὶ τῆς προκειμένης προτάσεως. Ἡ
2774πρότασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐδικαιοῦτο Ἰρλανδικῆς ἐπιμο-
2775νῆς. Εἰς τρία μέρη ἡ πρότασις δύναται νὰ διαιρεθῇ. Ὁ κ.
2776Πρωθυπουργὸς ηὔξησε τὰς ἐργασίμους ὥρας ὑπὲρ τὰ φυσικὰ
2777καὶ τὰ λογικὰ ὅρια. Προτείνει τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τοῦ
2778ἐλέγχου καὶ ἴσως–ἴσως, ὁσάκις δὲν σχηματίζηται ἀπαρτία
2779ἐγκαίρως, καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ δικαιώματος. Ἀλλ’ ἂν τὰ
2780δύο ταῦτα μέρη ἦναι σπουδαῖα, τὸ τρίτον εἶναι τερατῶδες·
2781καὶ ἀπορῶ, πῶς οἱ προαγορεύσαντες ἔδωκαν πλειοτέραν ση-
2782μασίαν εἰς τὰ δύο πρῶτα μέρη, καὶ δὲν ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ
2783τρίτου, τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Προτείνεται ἡ
2784παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τρόπον — ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ
2785λέξις — ἀσύστολον. Ἂν τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως δύ-
2786ναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπόπειρα πρὸς βουλευτοκτονίαν
2787(ἱλαρότης), τὸ δεύτερον πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐμπαιγμὸς
2788τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
2789Δὲν ἔχω τοὺς ἰσχυροὺς πνεύμονας τοῦ θαλεροῦ πρεσβύτου,
2790οὐδὲ τὴν εὐγλωττίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ δανεισθῶ αὐτὴν ταύ-
2791την τὴν εὐγλωττίαν του, διότι δὲν ἐξήντλησα προηγουμένως
2792τὰ ἐπιχειρήματά του· ἐνόμισα ὅτι θὰ ἤρκουν αἱ ἤδη παρ’
2793ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαι παρατηρήσεις, ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ
2794ὅρια τῆς λογικῆς· ἠρκέσθην νὰ ἀναγνώσω ὀλίγας περικοπὰς
2795τοῦ λόγου του, διότι συνείθισα ἐν τῷ ἀγῶνι νὰ ἔχω τὰ ὅπλα
2796μαζύ μου, κατὰ τὴν πρωθυπουργικὴν συμβουλήν...
2797§105ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ρεβόλβερ;
2798§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι· χάρτινα ὅπλα... Οἱ προαγορεύ-
2799σαντες ἀνέπτυξαν ἐπαρκῶς τὸ θέμα, καὶ δὲν θέλω ἐπανέλθει
2800διὰ μακρῶν. Ὁποία εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ;
2801Ἠκούσατε αὐτὸν πρὸ ὀλίγου, ὁμιλήσαντα κατὰ τοῦ κ. Βου-
2802λευτοῦ ἐκ Κυθήρων καὶ ὅλων ἡμῶν, ἀλλὰ περὶ παντὸς ἄλλου
2803ἢ ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὡμίλησε περὶ τῆς πενίας τῶν Ἑλλήνων
2804Βουλευτῶν ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Ἔχει
2805μεγάλην φαντασίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅταν εὑρίσκηται
2806εἰς στενοχωρίαν, ἐντείνει τὴν φωνήν, λαμβάνει δόσεις τινὰς πα-
2807τριωτισμοῦ, θίγει τὰς εὐαισθήτους χορδὰς τῶν καρδιῶν τῶν
2808ἀκροατῶν του, καὶ πλέον οὔ. Σπουδάζει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
2809Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἢ ἀστεΐζεται; Ἐγὼ τὸν ὑποθέτω
2810σπουδαιολογοῦντα. Ἀλλ’ ἂν σπουδαιολογῇ, μὰ τὴν ἀλήθειαν
2811δὲν γνωρίζω πῶς θέλουσιν ἐκτιμηθῆ οἱ λόγοι, οὓς τὴν ἑσπέραν
2812ταύτην ἀπήγγειλε, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἄξιοι τοῦ κ. Βου-
2813λευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, τοῦ πεπειραμένου πολιτευτοῦ, τοῦ παρα-
2814γνωρίζοντος ὅμως τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τῇ 16 Ἀπρι-
2815λίου 1895 παρὰ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Τίς δύναται νὰ
2816ἀρνηθῇ, ὅτι πιέζει τὴν Βουλὴν διὰ τοιαύτης προτάσεως; τίς
2817δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐνασκεῖ ἢ τὴν πρωθυπουρ-
2818γικὴν τυραννίαν, καταχρώμενος, ἐν τῇ μέθῃ τῆς ἰσχύος του,
2819τῆς ἐμπιστοσύνης, ὑπὸ τῆς ὁποίας τιμᾶται ὑπὸ τῶν συνα-
2820δέλφων του, οἵτινες βεβαίως ἐκ πεποιθήσεως ὅτι θέλουσι συν-
2821τελέσει ὑπὲρ τοῦ καλοῦ τοῦ τόπου, παρέχουσι τὴν βοήθειάν
2822των εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλὰ θ’ ἀπολέσῃ βεβαίως τὴν ἐμ-
2823πιστοσύνην ταύτην, καὶ θὰ τὸ ἐννοήσῃ μίαν ἡμέραν, ὡς τὸ
2824ἐνόησαν ἄλλοι πρὸ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τυραννῇ ὁ κ. Πρόεδρος
2825τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σήμερον τὴν Βουλὴν ὁλόκλη-
2826ρον, ὄχι μόνον τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν ἀπειλῇ τὸν τόπον διὰ
2827δυστυχημάτων,—διότι μέγα δυστύχημα εἶναι ἡ ψήφισις νό-
2828μων ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας—δὲν ἔχει ἄρα ἐφαρμογὴν ἡ εὔ-
2829γλωττος διακοπὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς τὸν ἐξ Εὐρυτανίας
2830συνάδελφον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ; Δὲν παρῆλ-
2831θον πολλαὶ ἡμέραι, Κύριοι· ὅσοι ἦσθε παρόντες, τὸ ἠκούσατε·
2832χάρις δὲ εἰς τὴν τέχνην τοῦ Γουτεμβέργου, τὸ ἔχετε ἐνταῦθα.
2833Διακόπτων τὸν κ. Χατζόπουλον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργι-
2834κοῦ Συμβουλίου τῇ 21 Φεβρουαρίου, κατὰ τὴν συζήτησιν
2835τοῦ Κανονισμοῦ, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἡ κωλυσι-
2836»εργία ἦναι ἐπανάστασις, ἡ αὐθαίρετος καὶ ἄλογος πλειο-
2837»ψηφία εἶναι τυραννία, ὅταν δὲ τυραννῇ ἡ πλειοψηφία, δικαι-
2838»οῦται ἡ μειοψηφία κωλυσιεργοῦσα».
2839Δὲν παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, μόνον 13, ἀλλὰ τοσαύτην
2840εἶχεν ἐπιθυμίαν νὰ ἀναπτύξῃ τὸ δόγμα τῆς κωλυσιεργίας,
2841ὥστε εὐθὺς κατόπιν ἔλεγε—καὶ δανείζομαι τὴν εὐγλωττίαν
2842τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα ἀντικρούσω
2843τὴν σημερινὴν πρότασίν του—(ἀναγινώσκει):
2844«Νομίζω ὅμως, ὅτι οἱ λαοὶ πρέπει νὰ ἀπαιτῶσι πάν-
2845»τοτε τὴν εὐσυνείδητον λειτουργίαν τῶν νόμων, ὑπὸ τοὺς
2846»ὁποίους ὑπέβαλον ἑαυτούς. Τοὺς συμβουλεύω νὰ ἀνέχωνται
2847»τὴν τυραννίαν. Ἂν διακρίνωσιν, ὅτι ἡ τυραννία δὲν ὁδηγεῖ-
2848»ται ὑπὸ νομιμοφροσύνης, συμβουλεύω αὐτοὺς νὰ ἐκλέξωσι τὸ
2849»κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλὰ νὰ ἦναι ἄγρυπνοι, ἵνα
2850»τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα λειτουργῇ ἀκωλύτως καὶ
2851»εὐσυνειδήτως, διότι καὶ τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα, ὅταν
2852»κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν παραβαίνωνται αἱ βάσεις ἢ οἱ κυριώτε-
2853»ροι κανόνες αὐτῶν, ἀποβαίνουσι τυραννία, εἶναι δὲ τυραννικὸν
2854»πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικὸν, ὅταν ἡ πλειοψηφία πολι-
2855»τεύηται κατὰ τρόπον τόσον ἰσχυρογνώμονα, ὥστε δὲν δια-
2856»κρίνει τὸ δίκαιον ἀπὸ τὸ ἄδικον. Εἷς περιώνυμος συγγραφεὺς
2857»τὰς πλειοψηφίας τῶν πολιτικῶν σωμάτων, μάλιστα ὅταν
2858»ταῦτα δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν προνομίαν τῆς διαλύσεως, τὰς
2859»παραβάλλει πρὸς θηρία, τὰ ὁποῖα κατατρώγουσι πᾶν τὸ
2860προστυχόν». (Καὶ ἀληθῶς ἀπειλεῖ νὰ φάγῃ τὴν ζωήν μας.)
2861«Ἐγὼ εὔχομαι, προσέθετεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
2862»ἐπειδὴ δὲν ἔχω πολλὰ ἔτη νὰ ζήσω ἀκόμη, εὔχομαι νὰ μὴ
2863»δοθῶσι παραδείγματα τοιούτων πλειοψηφιῶν ἐν τῇ πατρίδι
2864»μου, ἀλλ’ ἐὰν κακὴ μοῖρα τῆς χώρας ἤθελεν ἐπιτρέψει, ἵνα
2865»ἐμφανισθῶσι τοιαῦται πλειοψηφίαι, δίδω συμβουλὴν εἰς τοὺς
2866»συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποτελεῖ τὰς μειοψηφίας,
2867»νὰ μεταχειρισθῶσι πᾶν μέσον, ἵνα περιστείλωσι τὴν αὐθαι-
2868»ρεσίαν τῶν πλειοψηφιῶν ἐκείνων (εὖγε! εὖγε!)». (Ἀναγινώ-
2869σκω ἐκ τῆς «Πρωΐας» τὴν ἀγόρευσίν του).
2870Ταῦτα ἔλεγε, Κύριοι, περὶ τῆς τυραννίας, περὶ κωλυσιερ-
2871γίας, περὶ ἀμύνης. Ἀλλὰ μὴ ἔλεγεν ὀλιγώτερα περὶ ἐλέγχου;
2872μὴ τὸ ἱερὸν αἴσθημα δὲν τὸν διακρίνει, ὅταν ὁμιλῇ ἐδῶ περὶ
2873συνταγματικῶν δικαιωμάτων; Τί λέγει περὶ τοῦ δικαιώματος
2874τῆς ἐπερωτήσεως (ἀναγινώσκει):
2875«Ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν ἦναι συνταγματικὸν, διότι
2876»εἰς τοῦτο συνίσταται ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνώντων, ἂν ἑπομέ-
2877»νως ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνώντων, ὁ διὰ τῶν ἐπερωτήσεων γι-
2878»γνόμενος, ἦναι ἡ πρωτίστη ἐγγύησις τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέ-
2879»σεως τῶν νόμων, τῆς προνοίας ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῶν συμ-
2880»φερόντων, εἴτε τῶν τοπικῶν, ἐπαρχιακῶν ἢ δημοτικῶν, εἴτε
2881»τοῦ δημοσίου ταμείου, πρέπει τὸ δικαίωμα αὐτῶν νὰ μείνῃ
2882»ἀκώλυτον, νὰ μὴ περιορίζηται αὐτὸ κατὰ χρόνον, ἀλλὰ
2883»κατὰ τρόπον.»
2884Καὶ ἀνέπτυξεν ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάληται ἡ ἐπερώτησις,
2885νὰ κατατίθενται τὰ ἔγγραφα, νὰ γίνεται συζήτησις, ἀλλὰ
2886οὐδέποτε νὰ περιορίζηται ὁ ἔλεγχος κατὰ χρόνον. Δέκα
2887τρεῖς μόνον ἡμέραι παρῆλθον, ἀφ’ ὅτου ἐδίδασκεν εἰς ἡμᾶς
2888ταῦτα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πῶς προσποιεῖ-
2889ται ὅτι τὰ ἐλησμόνησεν;
2890Ὀγδοήκοντα ἐννέα ὑπουργικὰ νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν
2891μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἰς τὴν Βουλὴν· 31 παρὰ τοῦ κ.
2892Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, 16 παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
2893ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, 5 ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
2894Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἓν ὑπὸ
2895τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, 13 ὑπὸ τοῦ κυρίου
2896Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, 15 ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουρ-
2897γοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, 8 ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς
2898Δικαιοσύνης, ἐν ὅλῳ 89· ἐψηφίσθησαν 11, ὑπολείπονται 78.
2899Ὑπεβλήθησαν προσέτι 25 βουλευτικαὶ προτάσεις νόμων,
2900ἐψηφίσθησαν δύο· ὅθεν ἐν ὅλῳ 114· ἀφαιρέσει τῶν 13, ὑπο-
2901λείπονται 101. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
2902Συμβουλίου καὶ λέγει πρὸς τὴν Βουλὴν, λέγει πρὸς τὴν Ἀντι-
2903πολίτευσιν, ἥτις μετὰ χριστιανικῆς ἀνοχῆς συζητεῖ πάντοτε
2904καὶ ἐν καλῇ πίστει τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, —καὶ
2905χωρὶς νὰ θέλωμεν νὰ περιαυτολογήσωμεν, νομίζομεν ὅτι δὲν
2906ἐφάνημεν ὅλως διόλου ἀνωφελεῖς εἰς τὴν συζήτησιν τῶν
2907ὑπουργικῶν νομοσχεδίων,— λέγει: «ἰδοὺ, συζητήσατε· ἡμεῖς
2908σᾶς προσκαλοῦμεν νὰ συζητήσητε· διατὶ παραπονεῖσθε;»
2909Ὀρθότατα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἀνέμνησε τὸ «εἶναι
2910ἐλεύθερος ὁ τύπος, φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ...»
2911Ἀλλὰ μὴ μόνον τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, τὰ νομοσχέδια
2912τοιούτου εἴδους εἶναι ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα καλεῖται νὰ συ-
2913ζητήσῃ ἡ Βουλή; Εἶναι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ μέλ-
2914λοντος. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον μετὰ δεκαετη-
2915ρίδας πολιτικοῦ βίου, ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς Προϋ-
2916πολογισμὸν, ἀλλ’ ἦτο ἀντιγραφὴ τοῦ προηγουμένου· μᾶς
2917ὑπεσχέθη ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλοντος ἤθελεν ὑπο-
2918βληθῆ κατὰ τὴν δευτέραν σύνοδον, καὶ ἔρχεται ἡ δευτέρα
2919σύνοδος, καὶ αὐτὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος, τὸν
2920προαγγελθέντα Μεσσίαν, ἀφοῦ ἐκράτησε μυστικὸν ἐπὶ πολ-
2921λοὺς μῆνας, παρὰ τὸ Σύνταγμα, ἦλθε καὶ ὑπέβαλε τελευ-
2922ταίως, σχεδὸν ἀντίγραφον τοῦ πρὸ μικροῦ ψηφισθέντος, καὶ
2923καλεῖ τὴν Βουλὴν, ἐν τῇ νευροπαθείᾳ τῶν ἀγρυπνιῶν, καὶ λέ-
2924γει πρὸς ἡμᾶς: συζητήσατε τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτὸν τοῦ
2925μέλλοντος! Ἔδωκεν ἐπαγγελίας περὶ συμβιβασμοῦ κατὰ τὴν
2926προηγουμένην σύνοδον, καὶ ἠκούσατε μάλιστα, ὅτι αὐτὸς ὁ
2927πάθος τὸν ἠνάγκασε νὰ μὴ καλέσῃ προηγουμένως τὴν Βου-
2928λήν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἄλλοι, ἐμοῦ εὐτυχέστεροι, γνωρίζωσί
2929τι πλέον περὶ τῶν διαβημάτων τοῦ συμβιβασμοῦ. Καλού-
2930μεθα νὰ συζητήσωμεν ὑπὸ τοιαύτην συνθήκην, καὶ νομίζει ὁ
2931κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν
2932ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν
2933ἀντιγράφῃ ὅλα τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος, τὰ ὁποῖα
2934μᾶς ἔφερον ἐκεῖ, ὅπου μᾶς ἔφερον!
2935Ταῦτα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὰ δύο πρῶτα μέρη. Ἀλλ’ ἂς μοὶ
2936ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι πολὺ σπουδαιότερον τῶν δύο πρώτων
2937μερῶν εἶναι τὸ τελευταῖον, καὶ εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ
2938Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν παρέκαμψε πολὺ ἐπιτηδείως ὁ κ.
2939Πρωθυπουργός, ὁμιλήσας περὶ δικανικῆς ἀντιῤῥήσεως, περὶ
2940διαδικαστικῆς, ὡς εἶπεν· ἐκεῖ ἐτελείωσε, χωρὶς νὰ ἀπαντήσῃ
2941ἐπὶ τῆς γενομένης ἀντιῤῥήσεως.
2942Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ὑπετίμησεν, οὐχὶ πλέον τοῦ δέον-
2943τος, ἀλλ’ εἰς βαθμὸν προσβλητικόν, δύναμαι νὰ εἴπω, τὴν
2944νοημοσύνην τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα, καὶ ἐτόλμησε νὰ
2945ὑποβάλῃ τοιαύτην πρότασιν, ἡ ὁποία παραλύει πᾶσαν νόμι-
2946μον κίνησιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀκούσατε, Κύριοι, ὁ Κανο-
2947νισμὸς, τὸ Σύνταγμα τῶν Βουλευτῶν, τί λέγει ἐν ἄρθρῳ 18.
2948Ἀφοῦ συνεζήτησεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἱκανὰς συνεδριάσεις, τῇ πρω-
2949τοβουλίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀνέ-
2950γραψεν ὡς βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 18 ταῦτα (ἀναγιγνώσκει):
2951«Ὅταν ἀποτελεσθῇ ἡ νόμιμος ἀπαρτία, ὁ Πρόεδρος κηρύσσει
2952»τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδρίας. Ἐὰν ὅμως μετὰ παρέλευσιν ἡμι-
2953»σείας ὥρας δὲν καταρτισθῇ ἀπαρτία, ὁ Πρόεδρος λύει τὴν
2954»συνεδρίαν.» Αὐτὴ εἶναι μία διάταξις, ψηφισθεῖσα καὶ κυρω-
2955θεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὴν 23 Φεβρουαρίου 1896, ἡ ὁποία
2956ὅμως δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐφαρμοσθῇ συμφώνως πρὸς τὴν ἐγκύ-
2957κλιον ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν μόλις σήμερον, καὶ δὲν τὴν
2958ἀπηλαύσαμεν κἄν, διότι ἅμα τῇ καταρτίσει τῆς ἀπαρτίας τῇ
2959προθύμῳ συνδρομῇ ὅλων τῶν Βουλευτῶν, κατέλαβε τὸ βῆμα
2960ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις
2961του, ἁπλούστατα καὶ ἀφελέστατα, νὰ κοιμηθῇ αὐτὴ ἡ διά-
2962ταξις, ὡς ἂν μὴ ἐψηφίσθη, καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον
2963δοκιμάζομεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ ὄχι. Τί λέγει, Κύριοι,
2964τὸ ἄρθρον 34; — καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ
2965διακόπτῃ, νὰ μὲ διορθώνῃ, ἂν κάμνω λάθος, ἵνα μὴ ματαιο-
2966πονῶ — (ἀναγιγνώσκει): «Πᾶσα πρότασις νόμου, ἢ πρότασις
2967»περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, παραδί-
2968»δεται εἰς τὸ Προεδρεῖον, συνοδευομένη ὑπὸ αἰτιολογικῆς
2969»ἐκθέσεως, ἔγγραφος καὶ ἰδιοχείρως παρὰ τοῦ εἰσάγον-
2970»τος αὐτὴν ὑπογεγραμμένη, καταχωριζομένη δὲ εἰς ἰδιαί-
2971»τερον βιβλίον, καθ’ ἣν εἰσάγεται τάξιν, τυποῦται καὶ δια-
2972»νέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ἐγγραφομένη δὲ ἐν τῇ ἡμε-
2973»ρησίᾳ διατάξει μετὰ παρέλευσιν 24 τοὐλάχιστον ὡρῶν ἀπὸ
2974»τῆς διανομῆς τοῦ ἐντύπου εἰς τοὺς Βουλευτὰς, συζητεῖται
2975»κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της. Δύναται ὅμως ἡ Βουλή,
2976»κηρύττουσα κατεπείγουσαν πρότασίν τινα, νὰ διατάξῃ νὰ
2977»προταχθῇ τῶν ἄλλων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμ-
2978»μένων προτάσεων.» Πότε; ὅταν γείνωσιν ὅλα αὐτὰ, τὰ
2979ὁποῖα ἀνέφερον, τότε ἐπιτρέπεται ἡ τροποποίησις. Ἤδη δύο
2980πράγματα ζητοῦνται προφορικῶς, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ νὰ μὴ
2981ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ νὰ μὴ ἐφαρμο-
2982σθῇ! Δὲν γνωρίζω πῶς δύναται νὰ συμβιβασθῇ τοῦτο. Ἂν
2983εἴχομεν τὸ μέσον νὰ τὸν ναρκώσωμεν, ἂς τὸν ἐναρκώναμεν.
2984Ἀλλὰ, Κύριοι, προχωρεῖ τὸ πρᾶγμα, καὶ μὲ ἀγανάκτησιν
2985ὁμιλῶ, διότι βεβαίως ὑπετιμήθη πολὺ ἡ νοημοσύνη τῶν εὑ-
2986ρισκομένων ἐνταῦθα, ἵνα ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις. Ὅταν
2987τινὲς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐζήτησαν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ
2988Κανονισμοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν
2989δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο, ἕνεκα τοῦ ἄρθρου 74 τοῦ Κανονισμοῦ,
2990ὅπερ ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὅταν ἡ Βουλὴ παραδε-
2991χθῇ προσθήκην τινὰ ἢ τροπολογίαν τοῦ Κανονισμοῦ, οἱ
2992»Γραμματεῖς συναρμόζουσι τὰς μεταβολὰς ταύτας μὲ τὰ
2993»ἄρθρα αὐτοῦ· τυποῦται δὲ ἐκ νέου ὁ Κανονισμὸς καὶ διανέ-
2994»μεται εἰς τοὺς Βουλευτάς.» Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν
2995ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ πλειοψηφία,
2996ἡ ὁποία ἀπεφάνθη τὴν 26 Φεβρουαρίου· ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ
2997ἐπιμονὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατώρθωσε νὰ ψηφισθῇ ἡ πρό-
2998τασις ἐκείνη. Εἰς τὰ πρακτικὰ εὑρίσκομεν τὰ ἑξῆς (ἀνα-
2999γινώσκει):
3000«Εἷς τῶν Βουλευτῶν Μεσήνης προέτεινε τὴν ἐφαρμογὴν
3001τοῦ τροποποιηθέντος Κανονισμοῦ ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῶν
3002πρακτικῶν, τοῦ δὲ Προέδρου ἀντιτάξαντος τὴν διάταξιν τοῦ
3003ἄρθρου 74 τοῦ Κανονισμοῦ, ἀπαιτοῦντος τὴν συναρμολόγησιν
3004τῶν τροποποιήσεων, τὴν τύπωσιν τοῦ τροποποιηθέντος Κα-
3005νονισμοῦ καὶ τὴν διανομὴν τοῦ τεύχους εἰς τοὺς Βουλευτὰς,
3006προέκυψε συζήτησις, ἧς μετέσχον εἷς τῶν Βουλευτῶν Βόλου,
3007εἷς τῶν Βουλευτῶν Θήρας, εἷς τῶν Βουλευτῶν Μαντινείας,
3008εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, εἷς τῶν Βουλευτῶν Εὐρυτανίας,
3009ἕτερος τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, εἷς τῶν Βουλευτῶν Τριχω-
3010νίας, ὁ Βουλευτὴς Ξηροχωρίου καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου.
3011«Μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ, ἂν
3012ἡ ἰσχὺς τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη, ἄρχεται ἀπὸ τῆς
3013ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, τῶν περιεχόντων τὸ κείμενον τῶν
3014τροποποιήσεων, καὶ γενομένης ψηφοφορίας κατ’ ὀνομαστικὴν
3015κλῆσιν, προέκυψεν ἐκ τῆς διαλογῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεδέχθη
3016τὴν πρότασιν τῆς ἀμέσου ἐφαρμογῆς τοῦ τροποποιηθέντος
3017Κανονισμοῦ.»
3018Ἡ Πρωθυπουργικὴ λοιπὸν πρότασις, προφορικῶς ὑποβλη-
3019θεῖσα, ἀνάγκη νὰ διατυπωθῇ ἐγγράφως, μετὰ ἐκθέσεως, νὰ
3020ἐγχειρισθῇ ἰδιοχείρως, νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ, νὰ παρέλ-
3021θωσιν 24 ὧραι, μετὰ τοῦτο θ’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
3022τάξει, καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτιμήσῃ
3023τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη μόνον συζήτησις ἐγένετο,
3024θὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, καὶ κατὰ τὴν νομολογίαν τῆς
3025πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν παρέσυρεν ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυ-
3026πουργοῦ, πρέπει νὰ ἀνατυπωθῇ συνηρμολογημένος ὁ Κανο-
3027νισμὸς, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν τῷ μέλλοντι. Δὲν γνωρίζω ποίαν
3028ἄλλην οἱ κύριοι Βουλευταὶ δίδουσι σημασίαν εἰς τὴν πρότα-
3029σιν ταύτην, ἀλλ’ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς
3030Βουλῆς, παραλαμβάνων τὴν προεδρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἀνε-
3031βίβασεν ἐπαξίως πλειοψηφία προελθοῦσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα
3032τοῦ λαοῦ, ἔλεγεν, ὅτι «ἡ Ἑλλὰς κυβερνᾶται κοινοβουλευ-
3033τικῶς, καὶ θὰ κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς, διότι τοιαύτη
3034εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ·» αὕτη δὲ καὶ ἐδικαιο-
3035λόγησε τὴν ὑποβολὴν προτάσεως πρὸς τροποποίησιν τοῦ Κα-
3036νονισμοῦ.
3037Δὲν γνωρίζω, ἂν πρῶτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ
3038ἀνεχθῇ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, παραβιάζων τὸν Κανονισμὸν,
3039ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως, ἡ ὁποία θὰ ἦναι ὁ τελευταῖος ἐμ-
3040παιγμὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐγὼ ἔχω πε-
3041ποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ τὸ πράξῃ. Ὄχι ὁ κ. Πρόεδρος, ἀλλ’ οἷος
3042δήποτε καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἠδύνατο νὰ παρασυρθῇ ἐπὶ τοσοῦτον.
3043Ἀλλ’ ἐγὼ, ἐὰν εὑρίσκετο τοιοῦτος Πρόεδρος, μίαν μόνην θὰ
3044ἔδιδον συμβουλὴν, τὴν παραίτησιν ὅλων τῶν Βουλευτῶν τῆς
3045πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἐπιῤῥιφθῇ ἀμέριστος ἡ
3046εὐθύνη εἰς τὴν πλειοψηφίαν, καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἡγουμένην ταύ-
3047της Κυβέρνησιν.
3048§107ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς χθὲς, κύριε Πρόεδρε, διεδόθη
3049ἀνὰ τὴν πόλιν, σήμερον δὲ καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων ἐπεβε-
3050βαιώθη, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συνεκά-
3051λεσε παρ’ ἑαυτῷ τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτὸν ἐν τῷ Κοινοβου-
3052λίῳ συναδέλφους, ἵνα συνεννοηθῇ μετ’ αὐτῶν περὶ τοῦ τρό-
3053που, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διακανονισθῶσιν αἱ ἐργασίαι
3054τῆς Βουλῆς, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ νομοθετικὴ αὐτῆς ἐργασία.
3055Τὸν τρόπον τοῦτον τοῦ συνεννοεῖσθαι μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ ἑνὸς
3056πολιτικοῦ κόμματος καὶ τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ θεωρῶ λυσιτελῆ,
3057ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς συνεννοήσεως ταύτης δὲν πρόκειται νὰ προ-
3058έλθωσιν ἀποφάσεις ἀντιβαίνουσαι εἴτε εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν,
3059εἴτε εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἡμῶν, εἴτε εἰς τὸν Κανονι-
3060σμὸν τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν δικονομίαν τῶν ἐρ-
3061γασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Πάντες λοιπὸν οἱ ἐν γνώσει τῆς
3062γενομένης χθὲς συνελεύσεως διατελοῦντες ἐφρονοῦμεν, ὅτι ὁ εἰσ-
3063ηγητὴς τῆς πλειοψηφίας σήμερον ἤθελε ζητήσει παρὰ τῆς
3064Βουλῆς ὄχι βεβαίως ὅ,τι ἐζήτησεν, ἀλλὰ μόνον τὴν προσθή-
3065κην ἐργασίμων ὡρῶν, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐργα-
3066σία, ὅπως κατορθωθῇ ἡ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν μετ’
3067αὐτοῦ συνδεομένων νομοθετημάτων ἐπιψήφισις πρὸ τῆς προσε-
3068χοῦς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐνομίζομεν
3069πάντες, ὅτι ἐπρόκειτο σήμερον ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας
3070νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὡς ἐγένετο καὶ εἰς παρελθούσας
3071περιόδους, ὅτι, ἐπειδὴ διὰ λόγον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτίμησις δὲν
3072ἀποτελεῖ τὸν σκοπὸν τῶν ὁποίων προβάλλω παρατηρήσεων,
3073ὑπολείπονται 14 καὶ μόνον συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου,
3074εἶναι προσῆκον, εἶναι συμφέρον τῇ Πολιτείᾳ, τὰ τῆς ἡμερη-
3075σίας διατάξεως νὰ κανονισθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ περιορισθῇ τὸ
3076Κοινοβούλιον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ
3077συνάμα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καθωρισμένων νομοσχεδίων, ὡς συν-
3078δεομένων ἀῤῥήκτως πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν εἴτε τῶν ἐσό-
3079δων εἴτε τῶν ἐξόδων. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐφαντάσθη, ὅτι ἦτο
3080δυνατὸν νὰ ἀκούσωμεν παρὰ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειο-
3081ψηφίας πρότασιν ἀντιβαίνουσαν οὐ μόνον εἰς τὸ πολίτευμα
3082ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βου-
3083λῆς καὶ εἰς αὐτὰ τὰ διὰ τοσούτου χρόνου καθιερωθέντα παρ’
3084ἡμῖν κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Ὅταν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν
3085ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι εἶναι προσ-
3086ῆκον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰς μέχρι τοῦδε καθωρισμένας πρὸς
3087ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου ὥρας καὶ 2 ἢ 3 πρωϊναὶ ὧραι,
3088τοῦτο καὶ μόνον ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τὴν ἄποψιν, ὑπὸ
3089τὴν ὁποίαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι προλαλήσαντες ἐξήτασαν
3090τὸ θέμα, ἀσχοληθέντες νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ
3091ὑπάρχῃ ἡ προσήκουσα ἀντοχὴ τοῦ τε σώματος καὶ τῆς δια-
3092νοίας εἰς συζητήσεις τοσοῦτον σοβαράς. Ἀλλ’ ὅταν προσέθη-
3093κεν, ὅτι εἰς μόνην τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν προσήκει ἡ ἄσκη-
3094σις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἤτοι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπε-
3095ρωτᾷν, βεβαίως δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον
3096καθιεροῖ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ εἰσηγη-
3097τὴς τῆς πλειοψηφίας, ὁσάκις εὑρίσκηται εἰς ἀμήχανόν τινα
3098θέσιν, νομίζει ὅτι δύναται νὰ ἐπικαλῆται τὰ ἐν τῷ παρελ-
3099θόντι γενόμενα, ὑπέλαβεν, ὅτι δυνατὸν νὰ ἀποπλανήσῃ τοὺς
3100μὴ παρακολουθοῦντας τὰ ἐν τῷ παρελθόντι γενόμενα, ἰσχυ-
3101ρισθεὶς, ὅτι ἄλλοτε ὄχι τοῦτο, ἀλλὰ καί τι πλέον ἐγίνετο
3102ὑπὸ ἄλλων εἰσηγητῶν πλειοψηφιῶν κοινοβουλευτικῶν.
3103§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον
3104τοιοῦτόν τι.
3105§109ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, συμπληρῶ τὸ
310622ον ἔτος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μου βίου, οὐδέποτε δ’ ἐνθυ-
3107μοῦμαι νὰ προετάχθη ἢ νὰ προετάθη εἴτε ὑπὸ τοῦ εἰσηγη-
3108τοῦ τῆς πλειοψηφίας, εἴτε ὑπὸ ἑτέρου, ὁ προσδιορισμὸς τοῦ
3109χρόνου τῶν ἐπερωτήσεων. Πολλάκις ἐγένοντο τοιαῦται συ-
3110ζητήσεις, πολλάκις ἐξεδηλώθησαν ὑπαινιγμοὶ, ὅπως καθορι-
3111σθῇ εἴτε ὡρισμένη τῆς ἑβδομάδος ἡμέρα διὰ τὰς ἐπερωτήσεις,
3112εἴτε ὡρισμένη τῆς συνεδριάσεως ὥρα, ἀλλὰ πᾶσαι αὗται αἱ
3113προτάσεις, θεωρηθεῖσαι ἄντικρυς ἀντιβαίνουσαι πρὸς τὸ πολί-
3114τευμα ἡμῶν, ἀπεῤῥίφθησαν μετὰ πολλῶν ἐπαίνων. Καὶ ὅταν
3115περὶ τὸ τέλος τῶν συνόδων προὐτάθη νὰ γίνωνται καὶ πρωϊναὶ
3116συνεδριάσεις, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ νομοθετικὴ τοῦ Κοινοβουλίου
3117ἐργασία, καὶ πάλιν οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν πρό-
3118τασιν ταύτην, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ὁ χρόνος τῶν
3119ἐπερωτήσεων, πάντες δ’ ἐνθυμούμεθα, ὅτι, καὶ ὅταν εἴχομεν
3120πρωϊνὰς συνεδριάσεις, πολλάκις ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος,
3121ἤτοι αἱ ἐπερωτήσεις, συνέβη νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν
3122καὶ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, χωρὶς νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ
3123εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
3124Ἀλλ’ ἐάν τις βαθύτερον ἐξετάσῃ τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκο-
3125πὸν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, δύναται νὰ ἀνεύρῃ τὸν περιο-
3126ρισμὸν τοῦ λόγου καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμε-
3127ρησίαν διάταξιν; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, οὔτε τότε εἶναι δυνατὸν, τὸ
3128δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἤτοι τὸ
3129δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν, νὰ ὑποβληθῇ εἰς περιορισμόν τινα.
3130Δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη, ὅτι, καὶ ἀφοῦ εἰσέλθῃ
3131ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅταν τις ἐκ τῶν ῥητό-
3132ρων ἤθελε περατώσει τὴν ἑαυτοῦ ἀγόρευσιν, εἶναι ἐπιτετραμ-
3133μένον εἰς πάντα Βουλευτὴν νὰ προβάλῃ ἐπερώτησιν, ἢ νὰ
3134προβάλῃ ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως ἔλεγχον κυβερνητικῶν πρά-
3135ξεων, καὶ ἔχομεν τοιαῦτα ἐν τῷ παρελθόντι παραδείγματα.
3136Ἐνθυμοῦμαι εἰς συνεδρίασίν τινα τοῦ Κοινοβουλίου, ἀφοῦ
3137ἤδη ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἡμερησίας διατάξεως,
3138καὶ ἀφοῦ δὲν εἶχε περατωθῆ ἀκόμη ἡ συζήτησις ἡ ἀφορῶσα
3139εἰς ὡρισμένον νομοθέτημα, προεβλήθη ἐπερώτησις, ἀφορῶσα
3140εἰς τὸ ζήτημα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῆς Κούτρας, καὶ ἡ Βουλὴ
3141δὲν ἀπέκλεισε τὸν ῥήτορα ἀπὸ τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτή-
3142σεως αὐτοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ τὸ ὑπόλοιπον τῆς συνεδριάσεως
3143ἀπησχόλησεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην, διότι κατὰ τὸ πο-
3144λίτευμα ἡμῶν ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος.
3145Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν εἶχε μόνον ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου
3146Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν ἔννοιαν τοῦ περι-
3147ορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, εἶχεν ἀκόμη καὶ τὴν ἔν-
3148νοιαν τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾶν, τοῦ
3149δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· διότι
3150εἶπεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ὄχι μόνον πρέπει
3151εἰς τὰς πρωϊνὰς ὥρας τῆς συνεδριάσεως νὰ περιορίζηται τὸ δι-
3152καίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν, ἀλλὰ πρέπει συνάμα νὰ τεθῇ ἐν ἀδρα-
3153νείᾳ καὶ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν, ἐὰν μετὰ ἡμίσειαν
3154ὥραν ἀπὸ τῆς καθωρισμένης πρὸς ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ἡ
3155Βουλὴ δὲν εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, ὁ Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρία-
3156σιν. Προὐτάθη τῆς διατάξεως ταύτης ἡ παραβίασις, προφα-
3157νὴς παραβίασις, καὶ προὐτάθη κατὰ τρόπον, ὡς ἀπέδειξεν ὁ
3158ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ ὀλίγου, κατὰ τρόπον ὅστις
3159δὲν διαγράφεται ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. εἰσηγη-
3160τὴς τῆς πλειοψηφίας προέτεινεν, ὅπως ἐπὶ τὰς 14 ταύτας
3161συνεδριάσεις τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Κανονισμοῦ θέσητε ἐν
3162ἀργίᾳ, ὡσεὶ εἶχε τὸ δικαίωμα, εἴτε Πρωθυπουργός τις εἶναι,
3163εἴτε καὶ ἀνώτερον αὐτοῦ ἀξίωμα ἐὰν εἶχε, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ
3164ὡρισμένας ἡμέρας ὡρισμένος τις νόμος τοῦ Κράτους ἄνευ εἰδι-
3165κοῦ νόμου δέον νὰ τεθῇ ἐν ἀργίᾳ, ἤτοι νὰ ὑποστῇ τὸν ὕπνον
3166τοῦ Ἐπιμενίδου.
3167Ἐὰν συγκεκριμένως ἐξετάσωμεν τὰς δύο ταύτας προτάσεις,
3168ποῦ ἀγόμεθα; Προσδιορίζεται ἡ 9η πρωϊνὴ ὥρα πρὸς ἔναρξιν
3169τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν
3170ἀπαρτίᾳ τὴν 11½, δὲν ὑπολείπεται, εἰμὴ ἡμίσεια ὥρα καὶ
3171μόνον διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾶν· ἀλλὰ
3172καὶ ἂν πρότερον ἤθελε τυχὸν καταρτισθῇ ἡ ἀπαρτία, νομίζετε
3173ὅτι ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ Κανονισμὸς ἐχορή-
3174γησεν εἰς τὴν Βουλήν, ἰδίως εἰς τὰς μειοψηφίας; — διότι, ὡς
3175ὀρθῶς πάντες οἱ τὰ τοῦ θέματος τούτου πραγματευθέντες συγ-
3176γραφεῖς ἀποφαίνονται, τὸν Κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βου-
3177λῆς κυρίως ἐθεώρησαν ὡς ἐγγύησιν ὑπὲρ τῶν μειοψηφιῶν. Οὐδὲν
3178ἄλλο ἔχει ἡ μειοψηφία νὰ ἐπικαλεσθῇ κατὰ τῶν παρεκτρο-
3179πῶν τῆς πλειοψηφίας, εἰμὴ μόνον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κα-
3180νονισμοῦ. Ἐὰν λοιπὸν συμβῇ νὰ ἐγγραφῶσι πρὸ τῆς ἡμερη-
3181σίας διατάξεως, ὡς μέλλοντα ν’ ἀγορεύσωσιν, ὡρισμένα τινὰ
3182μέλη τῆς πλειοψηφίας καὶ κατορθώσωσι ταῦτα τὴν μίαν ἢ
3183τὰς δύο ὥρας, αἵτινες ὑπολείπονται μέχρι τῆς 12ης, νὰ
3184καταναλώσωσιν, ἀπασχολοῦντα τὴν Βουλὴν, ἐρωτῶ ὑμᾶς,
3185κύριε Πρόεδρε, εἶναι δυνατὸν τότε εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψη-
3186φίας νὰ ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητι-
3187κῶν πράξεων;
3188Μετὰ τὰς συζητήσεις ὅμως τὰς γενομένας, νομίζω ὅτι ὁ
3189εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἐπείσθη, ὅτι ἡ πρότασίς του εἶχέ
3190τι τὸ ἔκτροπον, καὶ ἐφάνη ὑποχωρήσας, ἀλλ’ ὄχι ὅσον ἔπρεπε
3191νὰ ὑποχωρήσῃ. Εἶπεν ὅτι, ἐὰν συμβῇ ἡ ἀπαρτία τῆς Βου-
3192λῆς ν’ ἀποτελεσθῇ ὄχι τὴν 9ην, ἀλλὰ τὴν 10ην ὥραν, τότε
3193συγχωρεῖ νὰ γείνῃ ἓν μικρὸν δάνειον ἀπὸ τὸ τμῆμα τῆς μετὰ
3194μεσημβρίαν συνεδριάσεως πρὸς τὴν συνεδρίασιν τῶν πρωϊνῶν
3195ὡρῶν, καὶ οὕτω νὰ συμπληρωθῶσι τρεῖς ὧραι διὰ τὴν ἄσκη-
3196σιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν. Νομίζω, ὅτι καὶ διὰ τῆς
3197προτάσεως ταύτης οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, εἰμὴ νὰ ἀναγνωρίσῃ,
3198ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα οὔτε τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας,
3199οὔτε τῆς Βουλῆς, νὰ καθορίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸν χρόνον,
3200τὸν καθωρισμένον διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπε-
3201ρωτᾷν, καὶ ἐὰν ἤθελε τυχὸν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῆ νὰ προστε-
3202θῶσιν εἰς τὰς ἤδη καθωρισμένας διὰ τὰς συνεδριάσεις ὥρας
3203δύο ἢ τρεῖς ὧραι τῆς πρωΐας. Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ
3204περιορισθῇ ὁ χρόνος τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐὰν ἤθελον τυχὸν
3205ἐξαντληθῆ αἱ ἐπερωτήσεις καὶ ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ πρωϊνὴ συνε-
3206δρίασις, φυσικώτατον εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
3207ἡμερησίαν διάταξιν· ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν αἱ ἐπερωτήσεις δὲν ἤθε-
3208λον ἐξαντληθῆ, βεβαίως θέλουσιν ἐξακολουθεῖ καὶ κατὰ τὸ
3209τμῆμα τῆς συνεδριάσεως, τὸ μετὰ μεσημβρίαν λαμβάνον χώ-
3210ραν. Περιττὸν εἶναι ν’ ἀπαριθμήσω τὰ ἄτοπα, ὅσα ἤθελον
3211προκύψει ἐκ τῆς τοιαύτης τμηματικῆς διαιρέσεως τῶν συνε-
3212δριάσεων πρὸς καθορισμὸν χρόνου πρὸς ἄσκησιν τοῦ δικαιώ-
3213ματος τοῦ ἐπερωτᾷν· διότι, ἐὰν συμβῇ ἐπὶ τοῦ βήματος
3214νὰ εὑρίσκηται Βουλευτής τις ἐν τῇ ἀναπτύξει ἐπερωτήσεώς
3215τού τινος καὶ καταλαμβάνηται ὑπὸ τῆς δωδεκάτης ὥρας, ὁ
3216Πρόεδρος θέλει διακόψει αὐτὸν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν ἑπο-
3217μένην πρωΐαν, καὶ ἂν αὐτὸ τὸ πάθῃ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας,
3218φυσικὸν εἶναι, ὅτι θέλει ἀποκάμει, οὕτω δὲ θὰ πιστευθῇ, ὅτι
3219δὲν παρέχεται εἰς τὸν Βουλευτὴν οὔτε ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ
3220οὔτε ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλευθέρως ἀπὸ
3221τοῦ βήματος λαλεῖν καὶ ἀσκεῖν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον
3222τῶν κυβερνητικῶν πράξεων.
3223Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, λαβὼν τὸν
3224λόγον μετά τινας ἐκ τῶν προαγορευσάντων, ἐξετάθη ἐπὶ
3225θέματα ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ ἀκριβῶς
3226τὸ ἔπραξε καθ’ ὃν χρόνον ἤλεγχε τοὺς προαγορεύσαντας, διότι
3227εἶχον ἐγκαταλείψει τὸ κύριον θέμα καὶ εἶχον παρεκτραπῆ ἐπὶ
3228συζητήσεις ἀσχέτους. Ὡμίλησε καὶ πάλιν περὶ τῆς συναλ-
3229λαγῆς, ὅπως ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
3230λίου ἀντιλαμβάνεται ταύτην, καὶ εἰκοστὴν ἢ ἑβδομηκοστὴν
3231ταύτην φορὰν ἀνεκήρυξε καὶ πάλιν τὴν συναλλαγὴν ὡς δόγμα
3232πολιτικὸν, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος διεκήρυξε καὶ αὖθις, ὅτι
3233δι’ αὐτὸν, ἐφ’ ὅσον διαχειρίζεται τὰ κοινὰ, εἶναι προτιμότερον
3234νὰ προσέχῃ εἰς πάσας τὰς συστάσεις ἐκείνων τῶν Βουλευτῶν,
3235οἵτινες περιβάλλουσιν αὐτὸν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης των, παρὰ
3236εἰς πάντα τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς οὗτος ἐξέλεξε διὰ τὴν
3237διεύθυνσιν καὶ διαχείρισιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κρά-
3238τους. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἡ κατάλληλος, ὅπως τὸ
3239θέμα τοῦτο συζητηθῇ ἐκτενῶς. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐπεθύμουν νὰ
3240εὑρίσκετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκεῖνος, ὅστις προΐσταται τοῦ
3241κυβερνητικοῦ οἰκοδομήματος, ἵνα ἀκούσῃ κατὰ τίνα τρόπον
3242ὁ πρῶτος σύμβουλος τοῦ Στέμματος ἐννοεῖ τὴν διαχείρισιν
3243τῆς ἐμπεπιστευμένης αὐτῷ ἐξουσίας. Ἐπεθύμουν νὰ παρί-
3244σταντο ἐνταῦθά τινες ἔτι τῶν περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοική-
3245σεως τῶν ἐθνῶν συγγραψάντων, ἵνα ἀκούσωσι, πῶς ἡμεῖς ἐν-
3246νοοῦμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
3247Ἐὰν ἦτο ἐπιτετραμμένον, ὁ διαχειριζόμενος τὰ κοινὰ εἰς πά-
3248σας τὰς κυβερνητικὰς πράξεις νὰ ἀκούσῃ μόνους τοὺς Βου-
3249λευτὰς, τότε ὁμολογῶ, ὅτι ἡ εὐθύνη ἡ κυβερνητικὴ ἀπὸ τῆς
3250ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας θὰ μετετίθετο προδήλως καὶ καταφα-
3251νῶς ἐπὶ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἐν τοιαύτῃ περι-
3252πτώσει θὰ παράσχωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κυβερνῶντα τὴν
3253χώραν, ὁσάκις ἤθελε τυχὸν νὰ ἀσκήσῃ κυβερνητικὴν πρᾶξιν
3254πλημμελῆ, νὰ ζητῇ συνένοχον εἰς τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν
3255ὑπέχει, ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἐκεῖνον, ὅστις τυχὸν προέβαλεν εἰς
3256αὐτὸν τὴν σύστασιν εἴτε τοῦ διορισμοῦ ὡρισμένου προσώπου,
3257εἴτε τῆς διεξαγωγῆς ὡρισμένης ὑποθέσεως. Ἐπαναλαμβάνω
3258ὅμως, ὅτι δὲν νομίζω τὴν ἑσπέραν ταύτην κατάλληλον πρὸς
3259σκόπιμον τοῦ θέματος τούτου συζήτησιν. Κατ’ ἀκολουθίαν,
3260ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, δικαιοῦμαι νὰ παρα-
3261καλέσω καὶ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας καὶ τὴν πλειο-
3262ψηφίαν, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν προβληθεῖ-
3263σαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Νομί-
3264ζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ παρακαλέσω τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειο-
3265ψηφίας νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν δήλωσιν αὐτὴν, τὴν γενικὴν,
3266περὶ νομοθετημάτων συνδεομένων πως εἴτε πρὸς τὸν Προϋπο-
3267λογισμὸν, εἴτε πρὸς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, ἀλλὰ νὰ καθο-
3268ρίσῃ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐγένετο, τίνα τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατά-
3269ξει ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων νομίζει ὡς συνδεόμενα πρὸς
3270τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὅπως καὶ ἡμεῖς
3271οἱ Βουλευταὶ, ἐκ τῶν προτέρων γινώσκοντες ἐπὶ τίνων κυρίως
3272κατὰ τὰς 14 ταύτας συνεδριάσεις θέλομεν περιορισθῆ συζη-
3273τοῦντες, παρασκευασθῶμεν, οὕτω δὲ ἡ συζήτησις τῶν νομο-
3274σχεδίων τούτων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καταστῇ ἀξία τῆς
3275ἀποστολῆς τοῦ Κοινοβουλίου.
3276§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομί-
3277ζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φέρω πλέον τὸν λόγον ἐπὶ ἐκείνων, περὶ
3278ὧν ἠγόρευσα. Συνήθως ὁμιλῶ διὰ γλώσσης μεμετρημένης,
3279συνειθίζω δὲ πάντοτε νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ ὅταν
3280ἦμαι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ὅταν ἦμαι ἐν τῇ Κυβερνή-
3281σει. Ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον σήμερον, διότι ἔτυχε νὰ ἦμαι ἐν
3282τῇ Κυβερνήσει, τὰ εἶπον πολλάκις, ὅταν ἤμην ἐν τῇ Ἀντι-
3283πολιτεύσει. Δὲν μεριμνῶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τρόπος,
3284ὅπως ἀναπληρωθῇ ἡ ἀπουσία ἐκείνου, ὅστις εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς
3285τοῦ κυβερνητικοῦ οἰκοδομήματος· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρ-
3286νασσίδος ἐπιθυμεῖ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, νὰ ἦτο παρὼν, ἵνα ἀκού-
3287σῃ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Ὑποθέτω ὅτι θέλει τὰ μά-
3288θει, διότι πολλοὶ ἴσως θέλουσιν εὑρεθῆ νὰ σπεύσωσι νὰ τ’ ἀνα-
3289κοινώσωσιν Αὐτῷ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι
3290λέγω τυγχάνων ἐν τῇ Κυβερνήσει τὰ αὐτὰ, ὅσα ἔλεγον καὶ
3291ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ποίας ἔχει ἰδέας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
3292Παρνασσίδος περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἴσως
3293θέλει ποτὲ δοθῆ εὐκαιρία εἰς αὐτὸν νὰ τὰς ἀναπτύξῃ, ὡς καὶ
3294ποίας ἔχει γνώμας περὶ συναλλαγῆς, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι,
3295ἐὰν τὰς ἀνέπτυξε κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅτε ἠσχολεῖτο ἰδίως
3296εἰς τὴν ἔρευναν τῶν προϋπολογισμῶν, ὡς εἰσηγητὴς καὶ πρό-
3297εδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Ἴσως θέλει
3298ὠφεληθῆ ἀπὸ τὴν πρώτην εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξῃ αὐτὰς, καὶ
3299μάλιστα κατ’ αὐτὰς τὰς ὑπολοίπους δέκα καὶ τέσσαρας συν-
3300εδριάσεις, μετὰ τῆς γλυκείας ἐλπίδος, ὅτι θέλει καταναλώ-
3301σει μέρος αὐτῶν εἰς τὰς κοινοβουλευτικοοικονομικὰς μελέτας
3302του. Ἄλλως θέλει ποικίλει καὶ τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας
3303ἡμῶν. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προτείνω εἰς τὴν
3304Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ, εἶναι, ἡ συνεδρίασις νὰ ἄρχηται τὴν ἐν-
3305νάτην πρωϊνὴν ὥραν, καὶ νὰ ἐξακολουθῇ μέχρι τῆς μεσημ-
3306βρίας, νὰ διακόπτηται δὲ τότε καὶ νὰ μεταβαίνωσιν οἱ κύ-
3307ριοι Βουλευταὶ, ἵνα προγευθῶσι καὶ ἀσχοληθῶσιν εἰς ἄλλας
3308ἐργασίας των, κατὰ δὲ τὴν τετάρτην μεταμεσημβρινὴν ὥραν
3309νὰ ἐξακολουθῇ ἡ συνεδρίασις μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, μετά τινος
3310διακοπῆς διὰ τὸ δεῖπνον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσέθηκα, εἶναι
3311ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται μέχρι τοῦδε· αἱ ἐπερωτήσεις προ-
3312βάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ
3313προβάλλονται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ὁ ἐπερωτῶν κατατί-
3314θησι τὴν ἐπερώτησίν του γραπτὴν, αὕτη κοινοποιεῖται εἰς τὸν
3315Ὑπουργὸν, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὁ ἐπερωτώμενος, καταθέ-
3316τει τὰ ζητούμενα ἔγγραφα, ἢ παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς
3317ζητουμένας πληροφορίας, ἡ Βουλὴ προσδιορίζει ἡμέραν συζη-
3318τήσεως, καθ’ ἣν συζητεῖται ἡ ἐπερώτησις. Δὲν ἐζήτησα νὰ
3319μεταβληθῇ ὁ τρόπος οὗτος, ὅστις εὐκολύνει καὶ τὴν ἐργασίαν
3320τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τὴν ἐργασίαν τὴν νομοθετικήν. Τὸ σή-
3321μερον γιγνόμενον εἶναι εἰθισμένον, αὐτὸ δ’ εἶναι ἐνδεδειγμένον
3322ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὸν κ. Πρόεδρον νὰ
3323βεβαιώσῃ, ἂν, συζητουμένης τῆς προτάσεώς μου περὶ τῆς ἐνάρ-
3324ξεως τῆς συνεδριάσεως ἀπὸ τῆς ἐννάτης πρωϊνῆς ὥρας, κατὰ
3325τὴν συζήτησιν ἐγένετο ὁμιλία περὶ νομοσχεδίων καὶ περὶ ἐπε-
3326ρωτήσεων. Ταῦτα, ἄν ποτε συμβῶσιν, εἰσὶν ἀταξία, οὐχὶ δ’ ὁ
3327κανών. Ἀλλὰ συνέβη ποτὲ νὰ γένηται ἐπερώτησις περὶ Κού-
3328τρας ἐν τῷ μέσῳ τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ
3329νὰ διακοπῶσιν αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι, καὶ νὰ ἐπερωτηθῇ
3330ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς περὶ τῆς Κούτρας. Συμφορὰ μεγάλη
3331ἐθνική! Ἄν ἤθελεν, ὃ μὴ γένοιτο, συμβῇ συμφορὰ τοιαύτη,
3332ἢ ἂν ἤθελε δοθῇ ἄγγελμα εὐχάριστον εὐτυχῶν συμβεβη-
3333κότων διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναί τις, ὁ ὁποῖος ἤθελε συμβου-
3334λεύσει τὴν Βουλὴν νὰ κλείσῃ τὰ ὦτα αὐτῆς, νὰ μὴ ἀκούσῃ
3335τὰ ἀγγέλματα ταῦτα; Ταῦτα κανονίζονται ἀπὸ τὴν Βου-
3336λήν. Ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα, καὶ δέχεται τὸ εὐτυχὲς ἄγ-
3337γελμα, ἢ, ἂν θέλῃ, ἀναβάλλει δι’ αὔριον. Δὲν εἶναι ἐπιχεί-
3338ρημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προταθῇ ἢ νὰ ὑποστηριχθῇ, τί;
3339Ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις γίνονται κατὰ πᾶσαν ὥραν ἐργασιῶν
3340τῆς Βουλῆς, κατὰ πᾶσαν στιγμήν, συζητουμένων νομοθετη-
3341μάτων, εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐν τῷ μέσῳ, ἐν τῷ τέλει, ὅτι γίνονται
3342πάντοτε ἐπερωτήσεις! Αὐτὸ δὲν συνέβη ποτέ. Ὅσα ἐλέχθη-
3343σαν, ὅτι καὶ ἐγὼ ὑπεχώρησα δῆθεν—εἰς ποῖον;—καὶ ὅτι
3344ἀνεγνώρισα τὸ λάθος μου, αὐτὰ τὰ φαντάζεται ὁ κ. ἐκ Παρ-
3345νασσίδος Βουλευτὴς, καὶ ἐπειδὴ τῷ εἶναι εὐχάριστα, τὸν ἀφή-
3346νω νὰ εὐχαριστῆται· ἂς τὰ φαντάζηται, διὰ νὰ εὐχαριστῆ-
3347ται. Ἐγὼ δὲν εἶπόν τι ἄλλο, ὅταν ἐπρότεινα τὴν πρότασίν
3348μου, ἀπ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω τώρα. Ἀλλὰ λέγουσιν: «ἆ!
3349αὐτὸ ἀντιβαίνει εἰς τὸν Κανονισμὸν», καὶ παρετήρησα εἰς
3350τοὺς λέγοντας ταῦτα, ὅτι αὐτὸ εἶναι δικονομικὴ πρότασις.
3351Τὸ ζήτημα εἶχεν ἀνυψωθῆ εἰς τὸ ὕψος τοῦ συνταγματικοῦ
3352ζητήματος· παρεστήθη ὅτι ἀθετεῖται τὸ Σύνταγμα, ὅτι κίν-
3353δυνος ἐλευθεριῶν ἐπῆλθεν, ὅτι εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῶν
3354ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ἐγενόμην δικτάτωρ.
3355Καὶ ὅταν ἤκουσα, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη τις πρότασις γραπτή,
3356εἶπον ὅτι αὐτὸ εἶναι τρόπος τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς
3357Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς προτάσεώς
3358μου, ἂν πρέπῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς τελευταίας
3359παραγράφου τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Κανονισμοῦ· διὰ νὰ ἐκδώσῃ
3360ἀπόφασιν, πρέπει βεβαίως νὰ γένηται πρότασις, νὰ γραφῇ, νὰ
3361τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ, καὶ μετὰ 24 ὥρας νὰ συζητηθῇ. Ἐγὼ
3362δὲν ἐζήτησα νὰ ὑπερβῶ τοὺς κανόνας τοῦ Κανονισμοῦ· ἐζή-
3363τησα νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦτο
3364ὅμως διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Ἡ ἀρχὴ εἶναι ἄλλη: εἶναι
3365ἀπαράδεκτος ἡ πρότασίς μου περὶ ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων
3366ἀπὸ τῆς ἐννάτης πρωϊνῆς ὥρας; Τοῦτο ἐλέχθη, τοῦτο ὑπε-
3367στηρίχθη. Διατί; διότι ἐγνωμοδότησαν ὅτι εἶναι ἀντισυνταγ-
3368ματική. Ἑπομένως περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου ὡμιλήσαμεν, περὶ
3369τοῦ τρόπου δὲ, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξενέγκῃ τὴν ἀπό-
3370φασίν της εἴτε ἐπὶ τῆς πρώτης περιστάσεως, εἴτε ἐπὶ τῆς δευ-
3371τέρας, οὐδεὶς λόγος, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατά-
3372ξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ ἀπόφασις γίνεται ἢ δι’ ἀναστάσεως,
3373ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐπὶ τῆς δευτέρας ἡ ἀπόφασις
3374θέλει γενῇ ἐπὶ προτάσεως γραπτῆς βεβαίως.
3375§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρινόπουλος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς
3376πρότασιν:
3377«Εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς προστίθεται ἡ ἑξῆς διάτα-
3378ξις: «Ἡ βʹ § τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν
3379»ἐφαρμόζεται κατὰ τὰς συνεδρίας τῆς Βʹ Συνόδου τῆς ΙΔʹ
3380»Βουλευτικῆς Περιόδου.»
3381§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι·
3382διότι ἐνδέχεται νὰ ἔχωμεν συνεδριάσεις καὶ μετὰ τὸ Πάσχα.
3383«Δὲν ἐφαρμόζεται κατὰ τὰς συνεδριάσεις τὰς γενησομένας
3384»ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαρτίου.»
3385§113ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ προτάσεως Βουλευτοῦ. Βλέπω
3386ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος λαμβάνει τὴν πέναν, ὅπως τὴν διορθώσῃ
3387κατὰ τὰς ἐνδείξεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
3388§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ εἶπον διὰ
3389νὰ ἀκούσῃ ὁ κ. Βουλευτής.
3390§115ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρωθυπουρ-
3391γὸς, ὁμιλῶν πρὸ μικροῦ, εἶπεν ὅτι ἀκριβῶς, ὅ,τι ἔλεγεν ἄλ-
3392λοτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος, αὐτὸ τοῦτο ὑποστηρίζει καὶ ἤδη
3393ὡς Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν συμβαίνει τοῦτο,
3394διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄλλα ἔλεγεν ὡς ἀντι-
3395πολιτευόμενος κατὰ τὰ 1887, 1888, 1889 καὶ 1890 ἀκόμη,
3396ὅτε προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου
3397πολιτευτής, ὅστις δὲν παρευρίσκεται μεθ’ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ
3398ταύτῃ· διότι καὶ ἐκεῖνος ἴσα νομοσχέδια πρὸς ὅσα σήμερον
3399παρουσιάζει ἡ ἡμερησία διάταξις ὑπέβαλλεν...
3400§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὀλιγώτερα.
3401§117ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔστω ὀλιγώτερα κατὰ δέκα...
3402καὶ ἐκεῖνος ἐπέμενεν, ἵνα ἐν μιᾷ νυκτὶ, ἂν ἦτο δυνατὸν, ἐπι-
3403ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, καὶ συνεδρίαζεν ἡ Βουλὴ
3404μέχρι πρωΐας, ἀπὸ τῆς 4 ἢ 3 μ. μ. μέχρι πρωΐας, μέχρι τῆς
3405ἑβδόμης καὶ ὀγδόης πολλάκις ὥρας π. μ. Ἐν τούτοις οὐδέ-
3406ποτε ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν μειοψηφίαν τὸν περιορι-
3407σμὸν τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου· ὁ δὲ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς
3408Κυβερνήσεως πολλάκις ὡμίλησεν ἐπὶ τούτου, ὑποστηρίξας ὅτι
3409δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐλέγχου,
3410καὶ οὐδέποτε τῷ ὄντι ἐπεβλήθη, ἀλλ’ ἐξηκολουθήσαμεν ἐπε-
3411ρωτῶντες καὶ ἐλέγχοντες τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ὅσον ἠδυνά-
3412μεθα, εἰς ὅλα τὰ ζητήματα. Ἤδη ἔρχεται καὶ ζητεῖ νὰ μᾶς
3413περιορίσῃ τὸν λόγον. Ἐγὼ, δὲν εἶμαι βεβαίως συνταγματολό-
3414γος, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
3415ἐδιδάχθην καὶ πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεμποδισθῇ
3416ὁ ἔλεγχος, διὰ τοῦτο δηλῶ ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος,
3417ὅτι τοιαύτην θέλησιν, καὶ ἂν θελήσῃ ἡ πλειοψηφία νὰ τὴν ἐπι-
3418βάλῃ, δὲν θέλω τὴν σεβασθῇ, ἂν δὲ ψηφισθῇ, αὔριον μετὰ τὸ
3419μεσημέρι, ὅτε ἡ Βουλὴ θὰ ἄρξηται τῶν ἐργασιῶν της, θέλω
3420λάβει τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὅστις θελήσῃ,
3421ἂς μὲ ἐμποδίσῃ· δὲν δύναται κανεὶς, διότι θὰ ἦμαι ἐντὸς τοῦ
3422νόμου ἐγώ, καὶ θὰ ἦναι ἐκτὸς τοῦ νόμου ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ
3423μὲ ἐμποδίσῃ.
3424§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἄλλος τις νὰ ἀγορεύσῃ;
3425§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τίνος πρόκειται;
3426§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ προσδιορισμοῦ ὡς ὥρας ἐνάρξεως τῶν
3427συνεδριάσεων τῆς 9ης πρωϊνῆς.
3428§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι! Πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν
3429συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου; Μετεβλήθη ὁ τρόπος τῆς
3430συζητήσεως, ὁ ὁριζόμενος ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅστις ἀπαιτεῖ
3431τὴν ὑποβολὴν προτάσεως ἐγγράφου, ἥτις θέλει τυπωθῆ, δια-
3432νεμηθῆ καὶ συζητηθῆ; Ἂν πρόκειται περὶ τοῦ τελευταίου
3433τούτου, τότε νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν ἔχομεν καιρὸν νὰ συ-
3434ζητήσωμεν.
3435§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἐστάλη εἰς τύπωσιν.
3436§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχομεν μήτε ἀπόφασίν τινα νὰ κάμω-
3437μεν, μήτε συζήτησιν ἐπὶ πλέον νὰ ἐξακολουθήσωμεν, διότι τὴν
3438συζήτησιν θὰ τὴν ἐξακολουθήσωμεν, ὅταν ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν
3439ἡ πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ψηφοφορήσωμεν. Ἂν ὅμως πρό-
3440κειται νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πρὸ
3441τῆς τυπώσεως καὶ διανομῆς τῆς προτάσεως ληφθῇ ἀπόφασίς
3442τις παρὰ τῆς Βουλῆς, τότε βεβαίως θέλομεν ἐξακολουθήσει
3443τὴν συζήτησιν.
3444§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις
3445περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τῆς βʹ παρα-
3446γράφου τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Κανονισμοῦ προετάθη, κατετέθη,
3447καὶ θέλει συζητηθῆ, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς κατὰ τὸν Κανονισμόν.
3448Ἀλλὰ πλὴν τῆς προτάσεως ταύτης, ἡ ὁποία δὲν θέλει τεθῆ
3449ἐν ἐφαρμογῇ, εἰμὴ ἀφοῦ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μέχρις οὗ
3450θέλῃ ἐξακολουθήσει ἡ ἐφαρμογὴ τῆς εἰρημένης βʹ παραγρά-
3451φου, πλὴν ταύτης ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις, νὰ γίνεται
3452ἔναρξις τὴν ἐννάτην πρωϊνὴν ὥραν. Κατ’ αὐτῆς ἂν θέλητε νὰ
3453ἀγορεύσητε, βεβαίως δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον.
3454§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι περιτὸν νὰ ψηφισθῇ
3455ἡ πρότασις ἡ γενομένη. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς
3456Κυβερνήσεως ἠλέγχθη διὰ δύο τινά· πρῶτον, ὅτι ἐπιβαρύνει μὲ
3457πολλὰς ὥρας τὴν Βουλήν, ἀλλὰ κυρίως διότι προσκρούει εἰς
3458τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλευθέρου ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πρά-
3459ξεων. Τὸν περιορισμὸν αὐτὸν ἐπέκριναν πάντες οἱ προλαλήσαντες
3460διὰ δύο τινά· πρῶτον, ὅτι ἀπῄτει ἡ πρότασις, ὅπως μὴ δια-
3461λύηται ἡ συνεδρίασις κατὰ τὸν νέον Κανονισμὸν ἡμίσειαν
3462ὥραν μετὰ τὴν ἐννάτην πρωϊνὴν ὥραν, καὶ δεύτερον, ὅτι ἐπέ-
3463βαλλεν, ἵνα ἡ λῆξις τῶν ἐπερωτήσεων γίνηται τὴν πρωΐαν μέ-
3464χρι τῆς δωδεκάτης. Ἐν ἀρχῇ, ὡς διετυπώθη ἡ πρότασις,
3465ἐχαρακτηρίσθη, ἕνεκα τῶν δύο ὅρων, ὡς περιορίζουσα τὸ δι-
3466καίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ἀφήνω τὰ τῆς διατυπώσεως, τὴν
3467ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ πρότασις, συμφώνως μὲ τὸν
3468Κανονισμόν, ὅπως συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
3469Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τὸν κ. Πρόε-
3470δρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐντὸς τῶν 14 ἡμερῶν, τὰς ὁποίας
3471μόνον ὑπολογίζει ὅτι θὰ ἔχῃ ἡ Βουλή, ἵνα ἐργασθῇ μέχρι
3472τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων καὶ τῶν ἑορτῶν, δὲν εἶναι ἀναγ-
3473καῖον, ὅπως ἀνακληθῇ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ περὶ τῆς
3474διαλύσεως τῶν συνεδριάσεων ἡμίσειαν ὥραν μετὰ τὴν ὡρισμέ-
3475νην ὥραν, ἐὰν μὴ ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Οὐδεὶς πρέπει νὰ ἀμφι-
3476βάλλῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ κατὰ τὴν ἐννάτην ὥραν, μεθ’ ὅλας
3477τὰς διαμαρτυρίας, τὰς ὁποίας ἐποιησάμεθα, λόγῳ τοῦ με-
3478γάλου βάρους τῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας μᾶς ἐπιβάλλει ἡ
3479νέα πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεὶς, λέγω,
3480ἐκ τῶν Βουλευτῶν, προκειμένου ἐντὸς δώδεκα συνεδριάσεων
3481ν’ ἀποπερατώσωμεν τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις
3482νομίζει ὅτι πρέπει νὰ περατώσῃ ἡ Βουλή, θὰ ἀρνηθῇ νὰ
3483προσέλθῃ, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα αὑτοῦ. Ἡ
3484Ἀντιπολίτευσις μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἔπραξεν, ὅπως δώσῃ τὸ
3485δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἐν τῷ μέλ-
3486λοντι θὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Μέχρι τοῦδε
3487οὐδὲν δικαιολογεῖ τοιαύτην ὑπόνοιαν. Παραπονοῦνται οἱ τῆς
3488πλειοψηφίας, ὅτι δῆθεν δαπανᾷ πολὺν χρόνον ἡ Ἀντιπολί-
3489τευσις, καὶ μόνη ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἰς τὰς ἐπερωτήσεις.
3490Ἀλλὰ πότε εἴδομεν Βουλὴν Ἑλληνικὴν, δαπανῶσαν ὀλιγώ-
3491τερον χρόνον ἢ ὅσον δαπανᾷ ἡ Βουλὴ ἡ ἐνεστῶσα εἰς τὰς
3492ἐπερωτήσεις; Πότε ἐνθυμεῖται ἰδίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
3493βερνήσεως, ὁ πολλάκις ὡς ἡγέτης ὁδηγήσας Ἀντιπολιτεύ-
3494σεις, νὰ δαπανήσῃ ὀλιγώτερον χρόνον καὶ εἰς τόσον οὐσιώδη
3495ἀντικείμενα ἢ ὅσον δαπανᾷ ἡ σημερινὴ Ἀντιπολίτευσις διὰ
3496τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων; Εἶναι δυνατὸν οἱον-
3497δήποτε Κοινοβούλιον, καὶ ἐκ τῶν ξένων, ἂν εἰσέλθητε εἰς
3498τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, νὰ εὕρητε ὀλιγώτερον
3499χρόνον δαπανῶν εἰς τὸν ἔλεγχον; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ
3500ὑπάρξῃ Κοινοβούλιον, συγκεκροτημένον κομματικῶς, καὶ Κυ-
3501βέρνησις προερχομένη ἐκ κόμματος καὶ στηριζομένη ἐπὶ κόμ-
3502ματος, νὰ διεξάγωσι τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας ἄνευ
3503μεγάλης δαπάνης χρόνου διὰ τὴν ἐξέλεγξιν καὶ τὴν ὑπερά-
3504σπισιν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως; Παρουσιάζει τοῦτο ἔκ-
3505τροπόν τι σήμερον καὶ ὑπερβολικόν; Δὲν εἴδομεν ἄλλοτε συνε-
3506δριάσεις ὁλοκλήρους, δαπανωμένας εἰς ἐπερωτήσεις καὶ ἀποῤ-
3507ῥοφώσας ἅπαντα τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν, παννυχίους ἐνίοτε,
3508ἁπλῶς καὶ μόνον παρασκευαζομένας πρὸς κατανάλωσιν χρό-
3509νου, ἄνευ ἄλλου σκοποῦ καὶ ἄνευ δυστυχῶς μηδενὸς πρακτι-
3510κοῦ ἀποτελέσματος; Ὁ μέχρι τοῦδε ἔλεγχος, ὁ γενόμενος ἐν
3511τῇ ἐνεστώσῃ Βουλῇ, οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι ἐγένετο πάν-
3512τοτε ἐπὶ κυβερνητικῶν πράξεων, ἐπὶ πραγματικῶν καὶ οὐ-
3513σιωδῶν γεγονότων, μετὰ σκοποῦ καὶ μέτρου, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς
3514πρὸς δαπάνην χρόνου. Ἂν ὑπάρχωσι καί τινες μᾶλλον ὑπερ-
3515βολικοὶ, ἂν ἐκτρέπωνταί τινες καὶ παρεμβάλλωσιν ἐνίοτε
3516ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν σχετίζονται ἀμέσως μετὰ τοῦ θέ-
3517ματος, αὐτὸ πότε ἔλειψεν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ἢ
3518καὶ ἐν ἄλλοις; Σύστασις ὅμως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως
3519μετατρέψῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐλέγχου διὰ τῆς καταχρήσεως
3520εἰς κωλυσιεργίαν, δὲν ἐξεδηλώθη ἐν τῇ ἐνεστώσῃ Βουλῇ, μέχρι
3521τοῦδε τοὐλάχιστον. Ποῦ ἡ συστηματική, ἡ προσποιητὴ
3522πολυλογία; ποῦ αἱ ἀποχωρήσεις; ποῦ τὰ ἄλλα μέσα, τὰ
3523ματαιοῦντα ἄλλοτε καθ’ ἡμέραν τὰς συνεδριάσεις; Κανὲν
3524τοιοῦτον εἶδεν ἡ σημερινὴ πλειοψηφία, ὅπως ἀπελπισθῇ εὐθὺς
3525ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἐν ταῖς δέκα καὶ τέτταρσι συνεδριάσεσιν, αἱ
3526ὁποῖαι ὑπολείπονται, δὲν θὰ παραστῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ
3527δὲν θὰ συντελέσῃ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν ἀπαρτίαν καὶ τὴν ἔγ-
3528καιρον διεξαγωγὴν τῶν ἀναποφεύκτων ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς;
3529Ἀλλὰ καὶ τοσοῦτοι σήμερον Βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας
3530ὑπάρχουσιν ἐν Ἀθήναις, ὥστε, καὶ ἂν οὐδεὶς ἐκ τῶν τῆς
3531Ἀντιπολιτεύσεως ἤθελε προσέλθει, μόνη ἡ πλειοψηφία ἀρκεῖ,
3532ἂν θέλῃ, ὅπως ἀποτελέσῃ ἀπαρτίαν, καὶ ἐργασθῇ. Ὡς μαν-
3533θάνω, ὑπάρχουσιν 130 σήμερον Βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας
3534ἐν Ἀθήναις...
3535§126ΠΕΤΣΑΛΗΣ. 135.
3536§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 140.
3537§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον... Λοιπὸν τίς
3538σᾶς ἐμποδίζει, ἂν δὲν προσέλθῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὡς δῆθεν
3539φοβεῖσθε, νὰ συνέλθητε μόνοι, καὶ νὰ δώσητε ὅλα, ὅσα ἡ Κυ-
3540βέρνησις ζητεῖ; Λοιπὸν οὔτε ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως οὔτε ἐκ
3541τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ ὑπάρξῃ δυσκολία, ὅπως καταρτισθῇ
3542κατὰ τὰς 14 αὐτὰς συνεδριάσεις ἡ ἀπαρτία, καὶ μάλιστα
3543ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἀφοῦ μόνον περὶ δεκατεσσάρων συνε-
3544δριάσεων πρόκειται. Διὰ τοῦτο δὲν θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀναγ-
3545καία τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ ἀργία τοῦ Κανο-
3546νισμοῦ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς παράγει κακίστην ἐντύπωσιν περὶ τοῦ
3547τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀναγκάζεται ἡ Βουλὴ, ὅπως ὑπο-
3548βάλληται εἰς κανόνας ἢ εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν
3549ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Δύνασθε νὰ τὸ πράξητε, ἀφοῦ ἔχετε
3550τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ τοιαύτας ἀποφάσεις πάντοτε ἀπέ-
3551φυγαν νὰ λάβουν αἱ πλειονοψηφίαι, καὶ πάντοτε πρέπει ν’
3552ἀποφεύγουν, ἂν δὲν καταστήσουν ἀδύνατον τὴν ἐργασίαν αἱ
3553καταχρήσεις.
3554Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἐπίκρισιν, ἥτις ἐγένετο κατὰ
3555τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν ἀρχῇ,—διότι ἔπειτα
3556εἴδομεν ὅτι ἐτροποποιήθη—νομίζω ὅτι ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ
3557λάβῃ τὴν ἑξῆς ἀπόφασιν. Νὰ συνέρχηται κατὰ τὴν ἐννάτην
3558ἢ ἐννάτην καὶ ἡμίσειαν, καὶ ἐπιλαμβάνηται τῶν ἐπερωτή-
3559σεων. Ἂν αἱ ἐπερωτήσεις περατῶνται πρὸ τῆς δωδεκάτης,
3560δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ Βουλή·
3561ἂν ὅμως δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ περατωθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις,
3562νὰ ἐξακολουθῇ καὶ μέχρι τῆς μιᾶς καὶ τῶν δύο καὶ τῶν
3563τριῶν μετὰ μεσημβρίαν τῶν ἐπερωτήσεων ἡ συζήτησις.
3564§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί λέγετε! Τί εἶναι αὐτά! (κίνησις
3565ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
3566§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἠξεύρω αὐτό. Ἀκριβῶς ὅμως
3567φρονῶ, ὅτι οὐδέποτε θὰ συμβῇ ὅ,τι ὑποθέτει ὁ κ. Πρόεδρος
3568τῆς Κυβερνήσεως, δηλ. εἰς τὰς δώδεκα δὲν θὰ περατῶνται
3569αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ πρέπει νὰ διακόπτηται ἡ συνεδρίασις,
3570διότι ὡρίσθη ἡ δωδεκάτη πρὸς διακοπὴν τοῦ πρώτου μέρους
3571τῆς συνεδριάσεως. Ἂν θέλῃ, δύναται νὰ ἐξαναγκάζῃ. Ἂν
3572νομίζῃ ὅτι ἐπίτηδες παρακωλύεται δι’ ἐπερωτήσεων ἡ πρόοδος
3573τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ προτείνῃ κατὰ τὴν
3574πρωΐαν νὰ ἐξακολουθῶσιν ἄνευ διακοπῆς αἱ ἐπερωτήσεις,
3575μέχρις ὅτου τελειώσουν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ
3576παραταθῶσιν, ἂν θὰ ἄρχηται εἰς τὰς ἐννέα ἡ συνεδρίασις, ἀδύ-
3577νατον νὰ παραταθῶσι καὶ πέραν τῆς δωδεκάτης, μέχρι τῆς
3578δωδεκάτης καὶ ἡμισείας τὸ πολύ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι καὶ
3579ὡς πρὸς τοῦτο...
3580§131ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τί θὰ σᾶς ὠφελήσῃ; Μετὰ τὰς
3581δώδεκα ἔχει τις ὄρεξιν νὰ κάθηται ἐνταῦθα; (διάλογοι).
3582§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπον· καθ’ ἣν περίπτωσιν
3583δὲν γείνῃ δεκτὸν παρὰ τοῦ ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας νὰ δια-
3584κοπῇ, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων
3585μετὰ μεσημβρίαν. Ἂν λοιπὸν θέλῃ, ἵνα τὴν τετάρτην μετὰ
3586μεσημβρίαν ἐξ ἅπαντος ἐπιλαμβάνηται τῆς ἡμερησίας δια-
3587τάξεως ἡ Βουλή, δύναται νὰ ὁρίσῃ, ὅτι κατὰ τὴν πρωΐαν
3588θὰ ἐξακολουθῇ ἄνευ διακοπῆς τὸ ἔργον τῶν ἐπερωτήσεων, ἂν
3589ἀποφασίσῃ τοῦτο ἡ πλειονοψηφία. Ἂν ὅμως προτιμᾷ νὰ
3590ἐξακολουθήσῃ κατὰ τὴν μετὰ μεσημβρίαν συνεδρίασιν τὰς
3591ἐπερωτήσεις, τότε ἡ συνεδρίασις θὰ διακόπτηται κατὰ τὴν
3592δωδεκάτην καὶ θὰ ἐπαναλαμβάνηται κατὰ τὴν τετάρτην, θὰ
3593ἐξακολουθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ μόνον μετ’ αὐτὰς θὰ ἐπι-
3594λαμβάνηται ἡ Βουλὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
3595§133ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ παρα-
3596δεχθῶ ὅτι ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις τὸν παρε-
3597κίνησε νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν, ἣν συζητοῦμεν, εἶναι ἡ
3598διευκόλυνσις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ταχυτέρα πε-
3599ράτωσις τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ,
3600καὶ νὰ ἀδικήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπί-
3601στευσεν ὁ ἴδιος, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις, οἱαδή-
3602ποτε καὶ ὁσηδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ὅτι θέλει ἐγκαταλείψει τὰ
3603δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα αὑτῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα ὀφείλει
3604ἐν πάσῃ εὐρύτητι νὰ ἐπιδιώκῃ καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερ-
3605νητικῶν πράξεων καὶ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῆς
3606Κυβερνήσεως. Ἤθελον ἀδικήσει αὐτὸν, παραδεχόμενος ὅτι
3607ἐλησμόνησε πεῖραν πολλῶν ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθη-
3608σαν ἰδέαι καὶ μέτρα, τὰ πλεῖστα τῶν ὁποίων ἀνήκουσιν εἰς
3609τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πρωτοβουλίαν, δραστικά, πρὸς ὑποστήριξιν
3610τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τούτων. Ὁσάκις ἡ πλειο-
3611ψηφία ἠθέλησε νὰ πιέσῃ τὴν μειοψηφίαν, ὅπως ταχύτερον
3612ψηφίσῃ αὕτη ὅ,τιδήποτε ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλλεν εἰς τὴν
3613Βουλήν, ἢ ὅπως αὕτη ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον, ἠναγκάσθη ἡ
3614πλειοψηφία εἰς τὴν ἐπιμονὴν καὶ ἐνέργειαν τῆς μειοψηφίας νὰ
3615ὑποχωρήσῃ. Ἐπὶ δεκαετίαν ἤδη ἐπαλαίσαμεν ἐπὶ τοῦ θέματος
3616τούτου, τοσοῦτον δὲ ὑπεστηρίξαμεν τὰ δικαιώματα τῆς μειο-
3617ψηφίας, ὥστε καὶ μέχρι τοῦ μέτρου τῆς ἀποχωρήσεως ἀπὸ
3618τῆς Βουλῆς ἐφθάσαμεν κατὰ τὸ 1887. Ἐπρόκειτο καὶ τότε
3619νὰ πιεσθῇ ἡ μειοψηφία, ὅπως ἄρξηται τῆς συζητήσεως τοῦ
3620Προϋπολογισμοῦ ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, διότι
3621καὶ τότε οἱ Βουλευταὶ ἐβιάζοντο νὰ ἀπέλθωσι τῶν Ἀθηνῶν.
3622Μόνον δὲ διότι ἡ τότε πλειοψηφία δὲν συγκατετίθετο νὰ
3623δώσῃ προθεσμίαν εἰς τὴν μειοψηφίαν διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
3624Προϋπολογισμοῦ, ἡ μειοψηφία κατέφυγεν εἰς τὸ ἔσχατον μέ-
3625τρον τῆς ἀποχωρήσεως ἀπὸ τῆς Βουλῆς. Ὁσάκις δὲ εἰσήχθη
3626τὸ σύστημα τῆς διαρκοῦς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὡς προτείνε-
3627ται νὰ εἰσαχθῇ σήμερον, τότε μόνον ἐγίνετο τοῦτο, ὅταν ἐπρό-
3628κειτο διὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἐπὶ περισσότερον ὅμως χρόνον
3629οὐδέποτε συγκατετέθη ἡ Βουλή. Τοῦτο ἄριστα γνωρίζει ὁ κ.
3630Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλησμόνησε
3631τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ ἴδιος, καὶ τῆς ὁποίας
3632πάντες σχεδὸν, ἐκτὸς ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, συμμετέσχομεν. Διὰ
3633τοῦτο εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι δυσκολεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἔχει
3634πεποίθησιν ὅτι διευκολύνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τοιοῦ-
3635τόν τι προτείνων. Ἀλλὰ τί ζητεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
3636νήσεως, προτείνων τὸ τοιοῦτον; Βεβαίως ψυχολογῶν τις δύνα-
3637ται νὰ συλλάβῃ διαφόρους ὑπονοίας, δύναται νὰ ὑποπτεύσῃ
3638ὅτι ἠθέλησεν ἐπὶ τέλους νὰ ἴδῃ ἐν τῇ Βουλῇ ἐπαναλαμβα-
3639νομένην τὴν ἰδέαν τῆς κωλυσιεργείας, φοβούμενος μήπως χαθῇ
3640ἡ ἰδέα αὐτή. Πιθανὴ εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἠθέ-
3641λησε νὰ μὴ ὑστερήσῃ ἐν τῇ μιμήσει τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς
3642εὐχαριστήσεως, ὧν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς
3643πιέσεως τῆς μειοψηφίας, πρὸς βεβιασμένην διεξαγωγὴν τῶν
3644ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Πιθανὴ εἶναι ἡ τοιαύτη ὑπόνοια, ἀλλὰ
3645ἡ ὑπόνοια, ἡ φαινομένη μᾶλλον βάσιμος, εἶναι ἐκείνη, τὴν
3646ὁποίαν δύναταί τις νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῆς προτελευταίας κατὰ τὴν
3647ἑσπέραν ταύτην ἀγορεύσεώς του, πρὸ τῆς γενομένης διακοπῆς,
3648ὅτι δηλ. ἠθέλησε νὰ συσφίγξῃ τὴν πλειοψηφίαν. Διατί; δὲν
3649τὸ γνωρίζω· ἀλλὰ βεβαίως τοιοῦτόν τι ἐπεδίωξεν, ὅταν ἐν τῇ
3650ῥύμῃ τοῦ λόγου του ἔφθασε μέχρι τῆς γνώμης, ὅτι καὶ διὰ
3651ῥεβόλβερ ἀκόμη πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ
3652τούτῳ! Δὲν ἐπρότεινε βεβαίως τοιοῦτόν τι, — διότι τοιαύτη
3653πρότασις ἤθελεν εἶσθαι τερατώδης — ἀλλ’ ἡ ἐπανειλημμένως ἐκ-
3654φρασθεῖσα ἰδέα τῆς τοιαύτης ἐργασίας δὲν ἠδύνατο νὰ σημαίνῃ
3655ἄλλο τι ἢ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ αὐτὴ ὑπ’ ὄψιν, ὡς ἀντί-
3656δρασις κατὰ τῆς μειοψηφίας. Ἀλλὰ διατὶ θέλει τοῦτο ὁ κ. Πρό-
3657εδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἂν ἐπιδιώκῃ πράγματι τὴν ψήφισιν τοῦ
3658Προϋπολογισμοῦ, τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ
3659ὁποῖα συνδέονται ἀμέσως μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ τὰ ὁποῖα
3660παρουσιάζουσι χαρακτῆρα ἐπείγοντα, χάριν τῶν συμφερόντων
3661τῆς χώρας, μικρῶν ἢ μεγάλων, ἂν, λέγω, ἐπιδιώκῃ τοῦτο,
3662οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ κατα-
3663πονήσῃ καὶ πιέσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐργάζηται ἀπὸ πρωΐας
3664μέχρι μεσονυκτίου. Δύναται νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ
3665Βουλή, ἐργαζομένη ὡς εἰργάσθη μέχρι τοῦδε, ἀπὸ τῆς 4ης
3666ὥρας μέχρι μεσονυκτίου, θὰ προφθάσῃ νὰ ψηφίσῃ καὶ τὸν
3667Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι
3668χαρακτῆρα ἐπείγοντα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὡς πολλάκις ἐπα-
3669νελήφθη, οὐ μόνον δὲν ἠθέλησε νὰ φέρῃ παρεμπόδισίν τινα
3670εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἀπεναντίας διηυ-
3671κόλυνεν αὐτάς. Μέχρι σήμερον δ’ ἐψηφίσθησαν πλέον τῶν 30
3672νομοσχεδίων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ προεκάλεσαν μακρὰν συ-
3673ζήτησιν. Ὅταν ἐψηφίσθησαν ἐντὸς 20 μόλις συνεδριάσεων
3674—διότι μόλις ἐπὶ 20 συνεδριάσεις εἰργάσθημεν νομοθετικῶς—
367530 καὶ πλέον νομοσχέδια, δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ ἡ Κυβέρ-
3676νησις καὶ ἡ πλειοψηφία, ὅτι ἐντὸς τῶν 14 ἢ 15 συνεδριά-
3677σεων, αἵτινες ὑπολείπονται, θὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ νομοσχέδια
3678τὰ ἐπείγοντα καὶ ὁ Προϋπολογισμός; Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ
3679ἀμφιβολία, ἂν εἰλικρινῶς ἑρμηνευθῇ ἡ διάθεσις καὶ ἡ πρόθεσις
3680τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἂν ἀποφασίσωσι καὶ οἱ Βουλευταὶ
3681τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ ὦσι φειδωλότεροι εἰς τὰς ἰδίας αὐ-
3682τῶν ἐπερωτήσεις, ὅπως μή, εἴτε χάριν ἐπιδείξεως, εἴτε χάριν
3683μικροτέρων συμφερόντων, ἀπασχολῶσι τὴν Βουλὴν μὲ ὑπο-
3684θέσεις, τῶν ὁποίων, φίλοι ὄντες τῆς Κυβερνήσεως, δύνανται
3685νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν διεκπεραίωσιν ἄνευ ἐπερωτήσεων. Ἡ Κυ-
3686βέρνησις οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ βάσιμον ἀμφιβολίαν, ὅτι
3687θὰ διεξαχθῇ ἡ ἀναγκαία καὶ ἐπείγουσα ἐργασία ἡ νομοθετικὴ
3688ἐντὸς τοῦ ὑπολειπομένου χρόνου. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται
3689νὰ ἔχῃ τοιαύτην πεποίθησιν, ἂν θελήσῃ, πιέζουσα τὴν Βου-
3690λήν, πιέζουσα τὴν μειοψηφίαν, νὰ ψηφίσῃ ἐκτὸς τῶν ἀναγ-
3691καίων καὶ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οὐδὲν παρουσιάζουσι
3692τὸ ἐπεῖγον ἢ τὸ ἀναγκαῖον, ἢ τὰ ὁποῖα, σπουδαιότατα θί-
3693γοντα ζητήματα, παρουσιάσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ τῆς
3694δεούσης μελέτης καὶ ἐπεξεργασίας καὶ τὰ ὁποῖα, ὅπως ἀπο-
3695βῶσιν ἐπωφελῆ εἰς τὸν τόπον, πρέπει σπουδαίως νὰ μελετη-
3696θῶσι καὶ βασανισθῶσιν. Ἐγὼ δὲν παραπονοῦμαι ὅτι ὑπεβλή-
3697θησαν πολλὰ νομοσχέδια, ἀπ’ ἐναντίας, ἂν πρόκειται νὰ ἐκ-
3698φράσω παράπονόν τι, τοῦτο θὰ ἦτο, ὅτι δὲν ὑπεβλήθησαν
3699ἀρκοῦντα νομοσχέδια. Δὲν ὑπεβλήθησαν ἀρκοῦντα νομοσχέδια
3700πρὸς ὀργάνωσιν τῶν κλάδων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, τῶν
3701ὁποίων ἡ ὀργάνωσις ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς
3702χώρας. Δὲν εἶναι τὸ ποσὸν τῶν νομοσχεδίων, τὸ ὁποῖον ἀπο-
3703τελεῖ τὸ ποιὸν αὐτῶν· ἂν ὑπεβλήθη ἑκατοντὰς νομοσχε-
3704δίων, ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσατε τρία ἢ τέσσαρα, τὰ ὁποῖα θί-
3705γουσι σπουδαῖα ζητήματα· τὰ ἄλλα εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖ-
3706στον νομοσχέδια ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θίγουσιν
3707οὐσιαστικὰ ζητήματα, δυστυχῶς εἶναι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα
3708δὲν ἐμελετήθησαν, τὰ ὁποῖα δὲν συμβιβάζονται μὲ τὰς ἀνάγ-
3709κας καὶ τὰς περιστάσεις τῆς χώρας, τὰ ὁποῖα ἀνατρέπουσιν
3710ὑπηρεσίας σπουδαίας, χωρὶς ν’ ἀντικαθιστῶσιν αὐτὰς δι’ ἄλ-
3711λων, δυναμένων ἐπωφελῶς νὰ λειτουργῶσι. Δὲν παραπονοῦ-
3712μαι ἐγώ, ὅτι ὑπεβλήθησαν πολλὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ ἐκεῖνο
3713διὰ τὸ ὁποῖον δικαιοῦται πᾶς τις νὰ παραπονῆται, εἶναι, ὅτι
3714Κυβέρνησις ἐλθοῦσα εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ἐν τῇ ἐξου-
3715σίᾳ, ἐλθοῦσα μὲ τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας πάντες γνωρίζο-
3716μεν, ὄχι μόνον δὲν ἐφρόντισε νὰ μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν
3717Βουλὴν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλλον αἱ περιστάσεις, ἀλλὰ
3718ἐφρόντισεν, ὅπως ἡ Βουλὴ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις μὴ ἐρ-
3719γασθῇ, εἰμὴ μόνον ἐπὶ 30 ἢ 40 ἡμέρας, καὶ ὅπως διὰ συναρ-
3720παγῆς καὶ διὰ πιέσεως ψηφισθῶσι νομοσχέδια θίγοντα, ὡς εἶπον,
3721ἀμελετήτως σπουδαιότατα καὶ ῥιζικὰ τῆς χώρας ζητήματα.
3722Ἂν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἦναι τοιαύτη ἡ λειτουργία τοῦ
3723κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, βεβαίως οὐδεὶς ἐχέφρων, οὐδεὶς
3724κηδόμενος τοῦ τόπου αὐτοῦ δύναται νὰ ὑπερασπισθῇ τὸ πο-
3725λίτευμα, οὕτω λειτουργοῦν. Συνερχόμενοι ἐνταῦθα, ὅπως διὰ
3726πιέσεως, καὶ διὰ βίας ἐκτελῶμεν τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν ἐργα-
3727σίαν, ὅπως ἐγκαταλείπωμεν τὸ καθῆκον τοῦ ἐλέγχου, καὶ
3728μετὰ ἕνα μῆνα τοιαύτης βεβιασμένης ἐργασίας ἀπερχώμεθα
3729εἰς τὰς οἰκίας μας, δὲν ἐκτελοῦμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα
3730ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς ἡ ἐντολή, ἣν δυνάμει τοῦ πολιτεύματος
3731ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ. Ἂν αἱ περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας
3732εὑρίσκονται οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, παρεμποδίζωσιν αὐ-
3733τοὺς νὰ παρευρίσκωνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πρὸς ἐκτέλεσιν
3734τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα, ἂν αἱ
3735περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἐργασία ἡμῶν, μετα-
3736βάλλωσι τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ πολίτευμα
3737ἡμῶν εἰς ἐργασίαν μηχανικὴν καὶ ἀσήμαντον, πρέπει νὰ σκε-
3738φθῶμεν σπουδαίως, πῶς πρέπει νὰ λειτουργήσῃ τὸ πολίτευμα
3739ἡμῶν, διότι λειτουργοῦν ὡς λειτουργεῖ, δὲν πράττει ἄλλο τι,
3740εἰμὴ νὰ ὑποσκάπτῃ τὰ θεμέλια οὐ μόνον τῆς προόδου, ἀλλὰ
3741καὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς χώρας αὐτῆς. Πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν
3742σοβαρώτερον, καὶ νὰ ἐκτελέσωμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ἐκ τοῦ
3743πολιτεύματος ἐπιβαλλόμενα ἡμῖν. Πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ὡς
3744ἐργάζονται εἰς πάντα τὰ Κοινοβούλια, τὰ ὁποῖα σέβονται τὸ
3745καθῆκον αὑτῶν πρὸς τὴν πατρίδα των. Ἄν δὲν ἤμεθα ἱκανοὶ
3746διὰ τοιαύτην ἐργασίαν, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πῶς θὰ διοι-
3747κηθῇ ὁ τόπος οὗτος.
3748Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Ἄν, ὡς εἶπον, ἡ Κυβέρ-
3749νησις μόνον ὡρισμένου ἀριθμοῦ νομοσχεδίων, συνδεομείων μὲ
3750τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ παρουσιαζόντων ἐπεῖγόν τι, ζητῇ
3751τὴν ψήφισιν, θὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, ἐμμένουσα εἰς τὸν τρόπον τῆς
3752ἐνεργείας καὶ τῆς ἐργασίας ἡμῶν, τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσαμεν
3753μέχρι σήμερον. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει χάριν πείσματος
3754νὰ θελήσωμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἠρ-
3755ξάμεθα ἀπόψε. Δὲν πρέπει χάριν πείσματος νὰ θελήσωμεν νὰ
3756καταπονήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τί; κἄτι τι,
3757τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ ἀντίθετον τοῦ παρὰ τοῦ κ.
3758Πρωθυπουργοῦ ἐπιδιωκομένου ἀποτελέσματος. Νομίζω ὅτι
3759ἡ πρότασις τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἀπὸ
3760τῆς ἐννάτης ὥρας, ὅπως διακοπῇ δὶς ἐντὸς τῆς ἡμέρας, ὡς
3761πρότασις μὴ δυναμένη νὰ φθάσῃ εἰς τὸ πρακτικὸν ἀποτέ-
3762λεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν, ἡ πρότασις αὕτη δὲν πρέπει
3763χάριν πείσματος νὰ ὑποστηριχθῇ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
3764Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ συστηθῇ εἰς πάντας ἡμᾶς, ὅπως, συμ-
3765φώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν, ἀρχώμεθα τὴν 4ην ὥραν καὶ ἐρ-
3766γαζώμεθα μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, μὲ διακοπὴν μιᾶς ὥρας.
3767Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὕτω θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ψήφι-
3768σιν τῶν νομοσχεδίων, περὶ ὧν ὡμίλησα, ἔχω δὲ τὸν φόβον,
3769ἀντιθέτως, ὅτι θέλοντες διὰ πιέσεως νὰ ἐργασθῶμεν, θὰ φθά-
3770σωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα.
3771§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω δι-
3772καίωμα νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης,
3773διατὶ τοσοῦτον βραδέως νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἄν ἐλάμβανε
3774πρότερον τὸν λόγον, μόλις ἐγὼ κατῆλθον τοῦ βήματος, καὶ
3775μᾶς ἔδιδε τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέσχε πρὸ ὀλίγου, ἦτο
3776ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς πείσῃ καὶ νὰ μὴ χάσωμεν ἓξ ὥρας συζη-
3777τοῦντες. Ἀφοῦ μᾶς ἀφῆκε νὰ ἀπολέσωμεν ἓξ ὥρας, ἦλθε νὰ
3778μᾶς προτείνῃ νὰ ἀπέλθωμεν ἥσυχοι εἰς τὰς ἑστίας μας. Δὲν
3779γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅταν αἱ περιστάσεις
3780εὐδοκήσωσιν, ἵνα εὐκολύνωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων του,
3781δὲν ἠξεύρω, λέγω, ἂν θὰ διευθύνῃ οὕτω τὴν πλειοψηφίαν, τῆς
3782ὁποίας θέλει εἶσθαι τότε εἰσηγητὴς, ἂν θέλῃ ἀφήνει τὴν Βουλὴν
3783νὰ συζητῇ ἓξ ὥρας, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ συμβουλεύῃ τοὺς κυρίους
3784Βουλευτὰς νὰ ἀπέρχωνται εἰς τοὺς οἴκους των, ἵνα ἡσυχάσωσι.
3785§135ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τώρα μοὶ ἐδόθη ὁ λόγος· τὸν εἶχον ἄλ-
3786λοι πρὸ ἐμοῦ.
3787§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρ-
3788της δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο, ἐξέτεινε τὸν λόγον καὶ ἐπὶ πο-
3789λιτικὰς μελέτας, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἄν τὰ πράγματα
3790ἐξακολουθήσωσι διά τινα καιρὸν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δοθῇ
3791ἀφορμὴ, ἵνα ἐφαρμοσθῇ τὸ προοδευτικὸν πρόγραμμα, θέλει
3792προτιμήσει νὰ καταργηθῇ τὸ πολίτευμα, διὰ νὰ διοικηθῇ ὁ
3793τόπος κατ’ ἄλλον τρόπον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἔχει
3794γνώμας, αἱ γνῶμαί του εἶναι σεβασταί, ἀλλὰ θέλει συγχω-
3795ρήσει ἡμᾶς νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν αὐτάς. Ἴσως δοθῇ ἄλλη εὐ-
3796καιρία, ἵνα δώσω τότε τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν εἰς τὸν
3797κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον ἐξετράπη τοῦ προ-
3798κειμένου. Εἶναι δύσκολον νὰ προβαίνῃ τις ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε
3799νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτας γνώμας ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ.
3800Δύσκολον εἶναι νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι, ἂν οὕτω
3801βαίνωσι τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ῥίψωμεν τὸ πολίτευμα, διὰ
3802νὰ ἴδωμεν, πῶς θὰ κυβερνηθῶμεν ἄλλως. Θαυμάζω δὲ, πῶς
3803ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅστις ἔρχεται κατόπιν πάντων
3804ἡμῶν, διότι εἶναι νεώτερος κατὰ τὴν ἰθαγένειαν τὴν Ἑλ-
3805ληνικὴν, θαυμάζω πῶς τολμᾷ νὰ μᾶς δίδῃ τοιαύτας συμβου-
3806λάς! (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἰς τὴν ἀπειλὴν, τὴν
3807ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐξηκόντισεν, ὅτι ὁ τρόπος
3808οὗτος, τὸν ὁποῖον θεωρεῖ πιεστικὸν, δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς
3809ἄλλα ἀποτελέσματα, ἀπαντῶ, ὅτι βεβαίως δὲν θέλομεν ὑπο-
3810κύψει εἰς πάντα τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, ἂν ἤθελον ἐπέλθει,
3811ἀλλ’ ἕκαστος νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι αὐτὸς εὐθύνεται διὰ τὰς
3812ἰδίας αὐτοῦ πράξεις.
3813§137ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι βεβαίως ἐκ τῶν νεωτέρων, οἱ
3814ὁποῖοι ἔλαβον τὴν ἰθαγένειαν τὴν Ἑλληνικὴν, ἀκολουθήσας
3815τὴν πατρίδα μου εἰς ὅλας τὰς περιπετείας αὐτῆς. Ὅπως δὲ
3816αὕτη, οὕτω καὶ ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων, τῶν ὁποίων
3817αἱ οἰκογένειαι ἐπολέμησαν καὶ ὑπέστησαν θυσίας ὄχι κατω-
3818τέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ πατρὶς καὶ ἡ οἰκογένεια
3819τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πᾶς, ὅστις γνωρίζει τὴν ἱστορίαν τῆς
3820χώρας ἡμῶν, δὲν δύναται νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τοῦτο.
3821§138ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
3822§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκολουθῶν τὴν πατρίδα μου, ἦλθον
3823μετ’ αὐτῆς εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἢ
3824ἔλθω, αἱ ἐργασίαι μου καὶ τὰ αἰσθήματά μου ἦσαν τοιαῦτα,
3825ὁποῖά εἰσι καὶ σήμερον. Τὰς ἐνεργείας μου δὲ καὶ τὰ αἰσθή-
3826ματά μου δὲν τὰ θέτω κατωτέρω τῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς
3827Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ περιαυ-
3828τολογήσω, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται βεβαίως εἰς τὸν κ. Πρω-
3829θυπουργὸν νὰ νομίζῃ, ὅτι οἱ Ἕλληνες, οἵτινες ἀκολουθοῦσι τὴν
3830πατρίδα των καὶ οἵτινες ἔρχονται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀργότε-
3831ρον ἢ ἐνωρίτερον, δύνανται νὰ ἔχωσι διαφορὰν αἰσθημάτων ἢ
3832διαφορὰν ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῆς κοινῆς καὶ γενικῆς πατρίδος.
3833Εἶναι στενὴ καὶ ταπεινὴ ἡ ἰδέα, ἥτις θέλει νὰ περιορίσῃ τὸν
3834πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων ἐντὸς περιωρισμένων ὁρίων. Ὁ
3835πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων, εὐτυχῶς διὰ τὸ ἔθνος ἡμῶν, δὲν
3836περιορίζεται ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· ὁ πατριωτισμὸς
3837τῶν Ἑλλήνων ἐκτείνεται πανταχοῦ, ὅπου ὑπάρχει Ἕλλην,
3838ὅπου ὑπάρχει Ἑλληνικὴ παροικία, εἴτε ἐλευθέρα, εἴτε ὑπὸ
3839ζυγόν. Λυποῦμαι πραγματικῶς, διότι ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ
3840Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀλλοία ἐξεφράσθη ἐν
3841τῷ Κοινοβουλίῳ ἰδέα.
3842Δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀκούσῃ ἰδέας
3843ἄλλων,—τὸ γνωρίζομεν τοῦτο—ἀλλὰ δὲν ἀρνεῖται νὰ λάβῃ
3844τὰς ἰδέας ἄλλων, καὶ λαμβάνων αὐτὰς νὰ τὰς κολοβώνῃ ἐν
3845τῇ ἐφαρμογῇ των. Τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα πάν-
3846τοτε, ὁσάκις τὰς λαμβάνῃ, ἂς τὰς λαμβάνῃ καὶ ἂς μὴ τὸ
3847ὁμολογῇ, οὐχὶ ὅμως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ὑπ’ αὐτοὺς
3848τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὅρους δηλ. τῆς κολοβώσεως. Δὲν ἀπορῶ
3849δὲ, διότι ψέγει τὴν γνώμην, ἣν ἐξέφερα, ὅτι τὸ κοινοβουλευ-
3850τικὸν πολίτευμα, λειτουργοῦν ὅπως ἐννοεῖ τὴν λειτουργίαν
3851αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως θέλει παρα-
3852βλάψει τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Δὲν εἶπον, ὡς ἰσχυρίσθη,
3853ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀλλ’ ὅτι
3854πρέπει καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ λειτουργήσῃ εἰλικρινῶς τὸ κοινοβου-
3855λευτικὸν πολίτευμα, ὅπως ἐπιβάλλουσι τὰ συμφέροντα τῆς
3856χώρας. Πρέπει νὰ λείψῃ ἡ διακωμώδησις αὐτοῦ. Διακωμῴδησις
3857δὲ εἶναι, ὅταν θέλωμεν νὰ ἀνοργανώσωμεν τὴν χώραν ἐντὸς
3858δεκατεσσάρων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Τὸ κοινοβουλευτικὸν
3859πολίτευμα πρέπει νὰ λειτουργήσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ λειτουρ-
3860γήσῃ ὅπως ἐννοεῖ ὁ καταστατικὸς ἡμῶν νόμος καὶ ὅπως ἀπαι-
3861τοῦσι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας· λειτουργοῦν δ’ ὅπως λει-
3862τουργεῖ ἀπὸ 12 ἐτῶν περίπου, διὰ τῆς αὐθαιρέτου ἐπιβολῆς
3863τῆς θελήσεως ἑνὸς καὶ μόνου προσώπου, λειτουργοῦν κατ’ αὐ-
3864τὸν τρόπον, δὲν δύναται ἢ νὰ φέρῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὰ
3865ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερε καὶ ἐν τῷ προσφάτῳ πα-
3866ρελθόντι. Ἐὰν τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἐπιδιώκητε, ἐξακολου-
3867θεῖτε ὑποστηρίζοντες τὴν τοιαύτην λειτουργίαν τοῦ πολιτεύ-
3868ματος. Ἐὰν ὅμως εἰλικρινῶς ποθῆτε τὴν περισυλλογὴν τῶν
3869ἐρειπίων, ἅτινα ἔμειναν ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ
3870τόπου, ἀναγνωρίσατε ὅτι τὸ πολίτευμα ἡμῶν πρέπει νὰ λει-
3871τουργήσῃ εἰλικρινέστερον καὶ θετικώτερον.
3872§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς μελέτην τοῦ νομο-
3873σχεδίου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν ταῖς ἐν τοῖς χωρίοις τῆς
3874Θεσσαλίας γεωργικαῖς οἰκογενείαις ὑπέβαλε δύο ἐκθέσεις ἐπὶ
3875τούτου, μίαν ἡ πλειοψηφία καὶ ἑτέραν ἡ μειοψηφία τῆς ἐπι-
3876τροπῆς. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρ-
3877τημα, ἀριθ. 220–221).
3878§141ΡΑΛΛΗΣ. Ἀργὰ, Κύριοι, ἔρχομαι νὰ λάβω τὸν λόγον
3879ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ
3880δέους ἀληθῶς, διότι φοβοῦμαι μὴ προκαλέσω, ὡς καὶ ὁ ἀξιό-
3881τιμος Βουλευτὴς Ἄρτης, τὰς εἰρωνείας αὐτοῦ. Νὰ τὸν μετα-
3882πείσῃ τις, εἶναι ἀδύνατον. Πρὸς τί λοιπὸν οἱ τοσοῦτοι λό-
3883γοι; Πρὸς ἓν καὶ μόνον· διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι οὐχὶ πρὸς τὸ
3884συμφέρον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου
3885καθ’ ἡμέραν τοσαῦτα ἐξαγγέλλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
3886νήσεως, ἀλλὰ κατ’ αὐτοῦ εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν προέ-
3887βαλε σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Παραδόξως δὲ, ἀκριβῶς
3888καθ’ ἣν στιγμὴν διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ
3889κατώρθωσε νὰ συνέλθῃ ἅπαξ ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ ἐγκαίρως
3890ἡ Βουλὴ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται νὰ προ-
3891τείνῃ, ὅπως ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία συν-
3892ετέλεσεν ἀκριβῶς εἰς τὸ εὐχάριστον αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ἐξο-
3893βελισθῇ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἢ ἀποκοιμηθῇ τοὐλάχιστον διά
3894τινας συνεδριάσεις. Ἡ πρότασις ἐκείνη, ὅπως διετυπώθη,
3895ὀρθῶς ἀπεκρούσθη, ὡς ἀπαράδεκτος, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς εὐφυο-
3896λογίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἠναγκάσθη οὗτος
3897νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ ἐπιτακτικὸν γράμμα τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ
3898Κανονισμοῦ, ᾐσθάνθη τὸν χαλινὸν σχίζοντα τὸ στόμα αὐτοῦ,
3899—διότι χαλινὸς τῆς πλειοψηφίας εἶναι ὁ Κανονισμὸς, ὁ ἅπαξ
3900ψηφισθεὶς παρὰ τῆς Βουλῆς,—καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὑποκύψῃ
3901εἰς αὐτόν. Ἡ πρότασις δὲν θὰ ψηφισθῇ σήμερον, ἡ πρότασις
3902ὅμως θὰ ψηφισθῇ αὔριον, καὶ θέλω νὰ ἐρευνήσω εἰς τί ἀπο-
3903βλέπει ἡ πρότασις αὕτη. Ἀποβλέπει πραγματικῶς εἰς τὸ νὰ
3904καταστήσῃ εὐρυθμοτέραν τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος,
3905εἰς τὸ νὰ διευκολύνῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἢ ἀποβλέπει
3906εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ εὐκολωτέραν τὴν συναρπαγὴν ἐν ταῖς
3907ἐργασίαις ἡμῶν, νὰ περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ καὶ νὰ συν-
3908τρίψῃ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν διὰ τῆς ὑποκαταστάσεως
3909τῆς θελήσεως καὶ τῶν σχεδίων ἑνὸς καὶ μόνου εἰς τὰς γνώ-
3910μας καὶ εἰς τὰς ψήφους τῶν πολλῶν; Διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος
3911τῆς Κυβερνήσεως νομίζει, ὅτι ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ ἄρθρον 18,
3912ὅπως διετυπώθη διὰ τῶν μεταῤῥυθμίσεων τῶν ὑποβληθεισῶν
3913παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς, πρέπει ἀναγκαίως νὰ
3914ἐκλείψῃ πρὸς τὴν εὐρυθμοτέραν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύμα-
3915τος, πρὸς τὴν κανονικωτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς
3916Βουλῆς; Ἡ πεῖρα, ἡ ὁποία εἶναι πεῖρα σημερινὴ, δὲν ἀπέ-
3917δειξεν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον; δὲν ἀπέδειξεν ὅτι ἡ διάταξις
3918αὕτη δύναται νὰ συντελέσῃ, ὅπως τέλος συνερχώμεθα ἐνταῦθα
3919καὶ ἐκ τοῦ συστάδην διεξάγωμεν τὸν ἀγῶνα περὶ τὰς γνώ-
3920μας ἡμῶν καὶ ὑπὲρ αὐτῶν;
3921Ζητεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως τὴν μετα-
3922βολὴν, διότι ἐκ ταύτης θὰ ἐπέλθῃ ἀκριβῶς ἡ παράλυσις τῶν
3923ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δῆθεν θὰ συνερχώμεθα τὴν 9ην ὥραν
3924π. μ., ἀλλὰ οἱ μὲν κύριοι Ὑπουργοί, ἀσχολούμενοι περὶ τὰς
3925ἐργασίας αὐτῶν, περὶ τὴν διοίκησιν, δύνανται νὰ ἔρχωνται
3926καὶ περὶ τὴν 10ην ἢ περὶ τὴν 10 καὶ ἡμίσειαν καὶ περὶ τὴν
392711ην, οἱ δὲ συνάδελφοι, οἱ ἔχοντες εἴσοδον ἐν τοῖς γραφείοις,
3928μεριμνῶντες καὶ οὗτοι περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῶν συμφερόν-
3929των τῶν συμπολιτῶν των, δύνανται νὰ ἔρχωνται καὶ περὶ
3930τὴν 11ην καὶ καθεξῆς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους νομίζω ὅτι θέλει
3931λειτουργήσει ὁ Κανονισμὸς ὁ μεταῤῥυθμισθείς, τροποποιού-
3932μενος ἐκ νέου. Καὶ ἐρωτῶ, πράγματι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς
3933κανονικωτέρας καὶ εὐπρεπεστέρας διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν
3934ἡμῶν προεβλήθη ἡ τροποποίησις, ἡ ὁποία θὰ συζητηθῇ
3935αὔριον; Βεβαίως ὄχι. Ἡ πρότασις δὲ ἐκείνη, καίτοι δὲν πρό-
3936κειται νὰ φέρωμεν ἀμέσως ψῆφον ἐπ’ αὐτῆς, μαρτυρεῖ περὶ
3937τοῦ τίς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
3938Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὁ συμπο-
3939λίτης μου, δύο πήρας ἔχει,—ἄνθρωπος καὶ αὐτὸς, δὲν ἠδύνατο
3940παρὰ νὰ ὑποστῇ τὰ ἀνθρώπινα,—βλέπει μὲν τὰ ἐλαττώματα
3941τοῦ προκατόχου του, βλέπει τὴν πήραν τὴν ἔμπροσθεν αὑτοῦ,
3942ἀλλὰ τὴν ἰδίαν πήραν οὐδόλως δύναται νὰ ἴδῃ. Καὶ ἐν τῇ
3943ἰδίᾳ πήρᾳ θὰ ἴδῃ ἀκριβῶς, ὅτι φέρει ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ
3944πολιτεύματος καὶ ἐν τῇ διευθύνσει τῶν κοινῶν αὐτὰ τὰ ἐλατ-
3945τώματα,—ἂν θέλῃ, αὐτὰ τὰ προτερήματα, —τὰ ὁποῖα ἤγα-
3946γον τὴν Πολιτείαν ἡμῶν εἰς ἣν ἀκμὴν εὑρισκόμεθα σήμερον.
3947Κατὰ τί διαφέρει ἡ πολιτεία αὐτοῦ ἀπὸ τὴν πολιτείαν τοῦ
3948προκατόχου του; Καθ’ ἓν καὶ μόνον· ὅτι ἐκεῖνος, εἰλικρινέ-
3949στερος, ἐξέφερεν ἐντεῦθεν ἄνευ περιστροφῶν τὴν θέλησιν αὑτοῦ,
3950ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πλέον εὐλύγιστος εἰς τοὺς λό-
3951γους του καὶ μᾶλλον ἀσθενὴς τὸν χαρακτῆρα, προσπαθεῖ νὰ
3952παραπλανήσῃ ἡμᾶς διὰ τῶν ὡραίων λόγων, ὅταν ὄπισθεν
3953αὐτῶν οὐδὲν ἕτερον κρύπτηται ἢ ἡ αὐθαιρεσία ἑνὸς καὶ μόνου.
3954Καὶ εἴδετε σήμερον ἀκριβῶς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἠδύνατο, δυνά-
3955μει τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἀποστομώσῃ τὸν κ.
3956Βουλευτὴν Κυθήρων, νὰ τὸν ἐξαναγκάσῃ νὰ περιορισθῇ
3957ἐντὸς τοῦ θέματος, εἴδετε αὐτὸν πτήσσοντα πρὸ αὐτοῦ καὶ
3958κολακεύοντα τὸν ἀμείλικτον ἐκεῖνον κατήγορον, ὁ ὁποῖος, μὲ
3959τὴν σμίλην εἰς χεῖρας, ἐπὶ ὥρας δύο ἐνώπιον ἡμῶν ἀναπαρί-
3960στα τὰς πληγὰς τῆς διοικήσεως τῆς Κυβερνήσεώς σας, πτήσ-
3961σοντα, λέγω, ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ κολακεύοντα αὐτόν. Δὶς καὶ
3962τρὶς προσεπάθησε νὰ τὸν διακόψῃ, καὶ δὶς καὶ τρὶς συνάδελφοι
3963προσεπάθησαν νὰ τὸν διακόψωσι, καὶ ὅτε ἐν ὅλῃ τῇ ἐξάψει
3964του οὐδὲν ἕτερον κατώρθωσεν ἢ νὰ περισπάσῃ ἀκόμη ἐντονώ-
3965τερον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, οὐδὲ νὰ σείσῃ κἄν τὸν κώ-
3966δωνα τοῦ Προέδρου, ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ διὰ
3967λέξεων ἀληθῶς κενῶν ἐννοίας, ἀπέναντι τῶν πράξεων, τὰς
3968ὁποίας μετέρχεται ἐν τῇ πολιτείᾳ του, νὰ προσπαθήσῃ νὰ
3969καλύψῃ τὴν πολιτείαν ταύτην, τὴν ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὰς
3970ἐπαγγελίας του. Ἤλεγχε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, διότι
3971μετὰ 7 ὥρας ἔλαβε τὸν λόγον, ὡσανεὶ αἱ 7 ἐκεῖναι ὧραι εἰς
3972μάτην κατηναλώθησαν. Ἐὰν ὑπάρχῃ συνεδρίασις ἁδρὰ εἰς
3973διδάγματα, ἡ συνεδρίασις αὕτη ἦτο ἡ σημερινὴ, καὶ τοῦτο
3974ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Κυθήρων. Ἐξετυ-
3975λίχθη ἐνώπιον ἡμῶν ἡ οἰκτρὰ εἰκὼν τῆς διοικήσεως, τῆς
3976ὁποίας τὴν εὐθύνην φέρει ἀκεραίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
3977νήσεως, διότι οὐδεὶς ὑπολαμβάνει ὅτι διὰ τὸν δημοδιδάσκα-
3978λον Ἐλευσῖνος εὐθύνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
3979καὶ ἀκριβῶς, διότι οὐδ’ αὐτὸς ὑπολαμβάνει ὅτι διὰ τὸν δη-
3980μοδιδάσκαλον ἐκεῖνον εὐθύνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησια-
3981στικῶν, τὸν εἴδετε παραφερόμενον μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ
3982ὁποῖον παρεφέρθη, ὅτε πρὸς ὑπόμνησιν καὶ ὁ ἀξιότιμος Βου-
3983λευτὴς Λοκρίδος καὶ ἐγὼ ἀνεφέραμεν τὸ ὄνομα τοῦ δήμου,
3984εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει. Καὶ τὸν εἴδομεν ὀρθούμενον εἰς τὰ ἄκρα
3985τῶν ποδῶν του, ὅπως ἐπιδείξῃ τὸ ἀνάστημά του, τὸ ὁποῖον
3986αὐτὴ ἡ πρᾶξις, ἡ ὁποία καταγγέλλεται παρὰ τοῦ κ. Βουλευ-
3987τοῦ Κυθήρων, ἀποδεικνύει ὁποῖον εἶναι. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς,
3988ἄν ποτε ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ὕψος τοιούτου ἀναστήματος,
3989ἄν ποτε θελήσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὰ μικρὰ ἡμῶν πάθη καὶ
3990τὰς μικρὰς ἡμῶν ἀξιώσεις εἰς βάρος τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ
3991ἄν ποτε θεωρήσωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ συν-
3992ταγματικὸν πολίτευμα καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ὑπὸ
3993τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3994σεως ὅτι δύναται νὰ λειτουργήσῃ! Ἄλλοτε ἀνέφερε τὸν κουρέα
3995αὑτοῦ, ὡς ἐκεῖνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἐλάμβανεν ὁδηγίας περὶ
3996τῆς διοικήσεως, ἂν δὲν ἐλάμβανε παρὰ τῶν Βουλευτῶν· σήμε-
3997ρον ἀνέφερε τοὺς ὑπηρέτας του, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο νὰ διδάξωμεν
3998ἡμεῖς αὐτῷ τοιαῦτά τινα, ὡσανεὶ ἡμεῖς ἐλέγομεν αὐτῷ νὰ
3999μὴ ζητῇ συμβουλὰς παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τὸν
4000διδάξωσι, τίς πρέπει νὰ ἦναι ἡ διοίκησις, ὡσανεὶ ἀναγκαίως
4001ἔπρεπεν, ἀφοῦ τῷ ἐλέγομεν ν’ ἀποφεύγῃ τὴν σύγχυσιν τῶν
4002ἐξουσιῶν, νὰ ἀφήσῃ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἰς
4003τὰς χεῖρας τοῦ Βουλευτοῦ, κρατῶν αὐτὸς τὴν διοίκησιν,
4004ὡσανεὶ ἔπρεπε νὰ καταρτίσῃ περὶ ἑαυτὸν καμαρίλλαν, διὰ
4005τῆς ὁποίας νὰ διοικῇ τὸν τόπον. Αὗται εἶναι θεωρίαι ἀλη-
4006θῶς ἀκατονόητοι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἔννοιάν τινα
4007περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι
4008ἄγουσιν εἰς τὸ νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν
4009πολίτευμα εἶναι ἓν εἶδος συνεταιρισμοῦ, σκοποῦντος τὴν λεη-
4010λασίαν τῶν κοινῶν, τὴν κατασπάθησιν τοῦ δημοσίου πλού-
4011του, τὴν σύλησιν τῆς διοικήσεως. Δύνανται, Κύριοι, αἱ θεω-
4012ρίαι αὗται νὰ ὑποληφθῶσιν ὡς κολακεύουσαι τὰ μικρὰ ἔνστι-
4013κτα, δὲν θεωρῶ ὅμως ὑμᾶς τοσοῦτον μικροὺς, ὥστε νὰ νομί-
4014σω, ὅτι κατώρθωσε τὸν σκοπόν του, τὸν ὁποῖον ἐπεζήτει, τοι-
4015αῦτά τινα ἐξαγγέλλων ἐντεῦθεν.
4016Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ περισπάσῃ
4017τὴν προσοχὴν ἡμῶν καὶ κολακεύσῃ καὶ αὐτὸν τὸν ἀμείλικτον
4018κατήγορον αὐτοῦ, καὶ ἐκολάκευσε καὶ ὑμᾶς καὶ ἠθέλησε τὴν
4019εὐθύνην τῶν ἰδίων του πράξεων νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐφ’ ὑμᾶς, καὶ
4020νὰ καταστήσῃ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῆς εὐθύνης ἀληθοῦς κακο-
4021διοικήσεως, ὁποία παρεστάθη διὰ τῶν ἐπισήμων φύλλων τῆς
4022Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐκολάκευε καὶ συνεβού-
4023λευε, καὶ συμβουλεύων πάλιν ἐκολάκευε τὸν Βουλευτὴν Κυ-
4024θήρων, ὅστις ἀληθὲς φάσγανον ἐκράτει εἰς χεῖρας, ἐκράτει εἰς
4025χεῖρας τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· ἐνόμισε δὲ
4026διὰ τῆς συνήθους του εὐγλωττίας καὶ διὰ τῶν συνήθων κενῶν
4027λόγων, ὅτι ἠδύνατο νὰ περισπάσῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς ἐξε-
4028λέγξεως πράξεων, ὁποῖαι ἐκεῖναι, αἵτινες ἐξετυλίχθησαν κατὰ
4029τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Ἀκριβῶς δὲ ὁ ἔλεγχος, ὁ διεξα-
4030χθεὶς παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ
4031πρότασις περὶ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς διεξαγωγῆς τῶν
4032ἐπερωτήσεων ὄχι μόνον δὲν τείνει πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πο-
4033λιτείας, ἀλλὰ τοὐναντίον τείνει εἰς τὸ νὰ κάμῃ, ὥστε νὰ
4034ἐκλείψῃ ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου
4035δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν κατά τι τὴν κακοδιοίκησιν, καὶ
4036τείνει εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ἐξελέγξεως, τείνει
4037εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς παραστάσεως τῶν Βουλευτῶν ἐνταῦθα.
4038Ἀφῆκεν ὁ κ. Πρόεδρος ὑπαινιγμὸν, ὅτι θὰ ἔχωμεν συνε-
4039δριάσεις καὶ μετὰ τὸ Πάσχα· ἀλλὰ τίς δύναται νὰ πιστεύσῃ
4040εἰς τοὺς λόγους του; Ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου τῆς συνόδου
4041εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεώς του, καὶ εἶναι οὗτος ἀντισυνταγ-
4042ματικὸς, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ὥρισε τρίμηνον διὰ τὴν παρά-
4043στασιν τοῦ Κοινοβουλίου ἐν τακτικῇ συνόδῳ. Ὁ κ. Πρωθυ-
4044πουργὸς σᾶς παρέστησεν, ὅτι δὲν ζητεῖ πάντα τὰ νομοσχέδια,
4045τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ θέλει διὰ
4046τούτου νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι δὲν ζητεῖ τὴν ἐκ συναρπαγῆς ἐπι-
4047ψήφισιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν νὰ ἐπιδείξῃ, τίνα τὰ
4048συναφῆ πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν; Νομίζετε ὅτι τὰ γνωρίζετε;
4049Καὶ πῶς θέλετε νὰ τὰ γνωρίζωμεν, μετὰ τὴν εἰσήγησιν, τὴν
4050ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν
4051Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896; Ἐνθυμεῖσθε τί εἶπε· καθ’ ὅσον
4052ψηφίζεται ἓν νομοσχέδιον, θὰ ἀποσπᾶται ἓν φύλλον τοῦ Προϋ-
4053πολογισμοῦ καὶ θὰ προστίθεται ἕτερον. Τὰ νομοσχέδια εἶναι
405467, τὰ συναφῆ εἶναι 62· λοιπὸν θὰ ἀποσπάσητε 62 φύλλα
4055ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
4056Ἄν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν εἰλικρινῶς τὴν
4057συνεργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου τὴν νομοθετικὴν, οὐχὶ τὸν
4058ἔλεγχον, διότι τοῦτον ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς του δυνά-
4059μεθα νὰ τὸν διεξαγάγωμεν, ὤφειλε νὰ προσδιορίσῃ ποῖα νομο-
4060σχέδια θεωρεῖ συναφῆ πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἄν
4061προέβαινεν εἰς τοῦτο, ἤθελε διαψεύσει τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπαγγέλ-
4062λεται διὰ τῆς προτάσεώς του. Ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι
40634 ἢ 5 νομοσχέδια, ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς,
4064νομίζετε ὅτι δὲν ἐξήρκουν αἱ 14 συνεδριάσεις, ὅταν ἀρχώμεθα
4065ἀπὸ τῆς 4ης μ. μ. καὶ τελειώνωμεν περὶ τὸ μεσονύκτιον;
4066Δύο τινὰ βλέπω ὅτι ἐπιδιώκονται διὰ τῆς προτάσεως
4067ταύτης· πρῶτον, εἰς τὴν ὀπωσδήποτε κατασταθεῖσαν τάξιν
4068διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ ὑποκατασταθῇ
4069πάλιν ἡ ἀταξία, καὶ δεύτερον, εἰς τὸ νὰ φθάσωμεν εἰς τοιοῦ-
4070τον σημεῖον ἐξαντλήσεως, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀκολουθή-
4071σωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἀλλὰ ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν
4072ἔλαβε κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, δὲν ὑπῆρξεν εἰς αὐτὸν
4073τόσον πικρὰ, ὥστε νὰ μὴ τὴν λησμονήσῃ τόσον ταχέως; Καὶ
4074ποῖον ἐκ τῶν σχεδίων αὐτοῦ ἠδυνήθη νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς
4075Βουλῆς ἄνευ οὐσιωδεστάτων τροποποιήσεων;
4076Δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπαγγέλληται
4077τὸν κοινοβουλευτικὸν, δύναται νὰ ἐπαγγέλληται, ὅτι ἐφθά-
4078σαμεν εἰς τὸ ἄκρον ἄωτον τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, καὶ ὅτι
4079οὐριοδρομεῖ ἡ Πολιτεία ἡμῶν, ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ θέλει ἰδεῖ
4080τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτείας του, καὶ θέλει μετανοήσει,
4081διότι διαχειριζόμενος τοιαύτην πλειοψηφίαν δὲν ἠθέλησε νὰ
4082ἀνορθώσῃ τὸ πολίτευμα καὶ νὰ προασπίσῃ αὐτὰ τὰ συμφέ-
4083ροντα τοῦ τόπου.
4084§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτά-
4085σεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ πρότασις εἶναι νὰ ἄρχωνται
4086αἱ συνεδριάσεις ἀπὸ τῆς 9ης ὥρας πρὸ μεσημβρίας.
4087§143ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διῄρεσε
4088τὴν συνεδρίασιν εἰς τρία τμήματα, νὰ ἄρχηται ἡ συνεδρίασις
4089τὴν 9ην π. μ., νὰ διακόπτηται τὴν μεσημβρίαν, νὰ ἐπανα-
4090λαμβάνηται τὴν 4ην μ. μ., νὰ διακόπτηται τὴν 7ην καὶ
4091ἡμίσειαν, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνηται τὴν 8ην καὶ ἡμίσειαν. Ἡ
4092πρότασις εἶναι σύνθετος.
4093§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἡ Βουλὴ
4094στέρξῃ νὰ ἄρχηται ἡ συνεδρίασις τὴν 9ην πρὸ μεσημβρίας,
4095μένει ἐλευθέρα εἰς ὅλα τὰ ἄλλα.
4096§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως ἀπὸ τῆς αὔριον
4097αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἄρχωνται τὴν 9ην ὥραν πρὸ με-
4098σημβρίας, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
4099ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4100§146ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἰσχύῃ ὅμως ἡ διάταξις
4101ἡ ἑπομένη, ὅτι θὰ διαλύηται ἡ συνεδρίασις, ἄν μετὰ ἡμίσειαν
4102ὥραν ἀπὸ τῆς προσδιωρισμένης δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία.
4103§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
4104§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δεύτερον
4105θέμα εἶναι, ὅτι αἱ συνεδριάσεις αἱ ἀρχόμεναι τὴν 9ην θέλου-
4106σιν ἐξακολουθεῖ μέχρι τῆς δωδεκάτης, ἀλλ’ ἐὰν ἡ συζήτησις
4107τῶν ἐπερωτήσεων ἐξακολουθῇ, θὰ ἐξακολουθῇ καὶ ἡ συνε-
4108δρίασις μέχρι τοῦ πέρατος αὐτῶν (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
4109§149ΣΤΑΗΣ. Οὕτω περιορίζετε τὸν ἔλεγχον.
4110§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεὶς περιορίζει τὸν ἔλεγχον.
4111§151ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ πρὶν περατωθῶσιν αἱ ἐπερω-
4112τήσεις δὲν δύνασθε νὰ προγευθῆτε. Τοῦτο εἶναι περιορισμὸς
4113τοῦ ἐλέγχου διὰ τῆς πείνης! (Θόρυβος).
4114§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι περιορίζεται τὸ δι-
4115καίωμα τοῦ ἐλέγχου.
4116§153ΣΤΑΗΣ. Ἤκουσα λεγόμενον ὅτι πρόκειται νὰ περιορισθῇ
4117ὁ ἔλεγχος, καὶ ὅτι θὰ γείνῃ ἀπόπειρα πρὸς περιορισμὸν τοῦ
4118ἐλέγχου, ἵνα μὴ ἐρχώμεθα νὰ ἐξελέγξωμεν καὶ ἄλλα μὲν
4119πολλά, ἰδίᾳ δὲ τὰ τῆς «Μπουμπουλίνας» (Θόρυβος).
4120§154ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ θέ-
4121σητε εἰς ψηφοφορίαν, διότι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πλειοψηφίας, ἐν
4122περιπτώσει, καθ’ ἣν θεωρεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συ-
4123ζήτησις, νὰ μὴ τὴν διακόπτῃ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα τάξεως.
4124Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον αἱ ἐπερωτήσεις ἔκλειον μὲ
4125τὸ πρῶτον τμῆμα, ἀλλ’ ὑπῆρξαν συνεδριάσεις, κατὰ τὰς
4126ὁποίας αἱ ἐπερωτήσεις παραταθεῖσαι ἐπανελήφθησαν μετὰ
4127τὴν διακοπήν.
4128§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Στέργω νὰ ἐξα-
4129κολουθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων μέχρις ἐξαντλήσεως.
4130§156ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο ἀφορᾷ τὴν πλειοψηφίαν, μέχρι τίνος
4131ὥρας πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ· δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ ἐκ
4132τῶν προτέρων· διότι, ἂν αἱ ἐπερωτήσεις παρατείνωνται, δὲν δυ-
4133νάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν διαρκῆ συνεδρίασιν, ἄνευ διακοπῆς.
4134§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν οἱ ἐπερωτῶντες ἐξακολου-
4135θῶσι τὴν συζήτησιν, ἡμεῖς θὰ παραμένωμεν ἐνταῦθα.
4136§158ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι δικαίωμά σας νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν
4137συζήτησιν. Αἱ διακοπαὶ δὲν εἶναι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ
4138γίνονται πρὸς ἄνεσιν. Διατί ἡ πλειοψηφία νὰ δεσμευθῇ εἰς
4139τοιαύτην ἀπόφασιν;
4140§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ διακό-
4141πτωμεν ὅταν τελειώνωσιν αἱ ἐπερωτήσεις καὶ ἂν ἔτι αὗται
4142ἤθελον διαρκεῖ ἐπὶ πολλὰς ὥρας. Ἡμεῖς θὰ μένωμεν ἐνταῦθα,
4143ἐνόσῳ διαρκοῦσι. Τί ἄλλο ἀπαιτεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς;
4144§160ΡΑΛΛΗΣ. Δύνασθε νὰ τὸ κάμητε, χωρὶς νὰ τὸ ψηφίσητε.
4145Ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πλειοψηφίας νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν.
4146§161ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς ὑποβάλλεται ἡ πρότασις, μίαν ἔχει
4147ἔννοιαν, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην διακοπὴν δὲν θὰ ἐπιτραπῇ ἡ
4148συζήτησις ἐπερωτήσεων. Καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν πρέπει νὰ
4149συζητηθῇ ἡ πρότασις. Νομίζω ὅτι δὲν δικαιοῦται ἡ Βουλὴ
4150νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς οἱονδήποτε Βουλευτὴν νὰ κάμῃ ἐπερώ-
4151τησιν κατὰ τὴν δευτέραν ἐπανάληψιν τῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν
4152τοιοῦτόν τι ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, θ’ ἀποφασίσῃ περιορισμὸν
4153τῶν δικαιωμάτων της.
4154§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ περατω-
4155θῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν
4156διάταξιν. Αἱ ἐπερωτήσεις δὲν γίνονται κατὰ πᾶσαν στιγμήν.
4157§163ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
4158ὅτε ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν, ὅπως συνεδριάζῃ
4159ἡ Βουλὴ καὶ πρὸ μεσημβρίας, ὑπελόγισεν ὅτι εἰς τὸ διάστη-
4160μα τῶν 14 ἡμερῶν, ἃς ἔχομεν, ἵνα συνεδριάσωμεν, ἀναλο-
4161γοῦσι 42 ὧραι· ζητεῖ λοιπόν, ἵνα ἐντὸς αὐτῶν περιορίσῃ
4162τὸν ἔλεγχον. Ἐγὼ ἤθελον ἀποτρέψει τὴν πλειοψηφίαν τῆς
4163Βουλῆς ἀπὸ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλέγχου, διότι πολὺ καλὰ
4164γνωρίζει, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι εὔκολον. Ἂν ἡ πλειοψηφία
4165θέλῃ νὰ παραμένῃ ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς 9ης π. μ. μέχρι τοῦ με-
4166σονυκτίου, εἶναι δικαίωμά της, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ παρεμπο-
4167δίσῃ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐλέγχωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἄν νομί-
4168ζητε ὅτι θὰ καταπονηθῶμεν ἢ θὰ πεινάσωμεν, θὰ τὸ ἴδωμεν
4169αὔριον.
4170§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐρωτηθῇ
4171ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: Ἡ ἀρξαμένη κατὰ τὴν 9ην ὥραν π.μ.
4172συνεδρίασις θὰ διακόπτηται, ὅταν ἐξαντληθῇ πᾶσα συζήτη-
4173σις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Μετὰ τὴν διακοπὴν δὲ θὰ ἐπανέρ-
4174χηται ἡ Βουλή, ἵνα ἐπιληφθῇ τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας
4175διατάξεως.
4176§165ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου
4177τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρεμορφώθη οὕτως, ὥστε νὰ
4178μὴ ἦναι ἡ πρότασις ἡ ἀρχικῶς ὑποβληθεῖσα. Πάντες οἱ κύ-
4179ριοι συνάδελφοι ἐνθυμοῦνται, ὅτι, ὅταν ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ.
4180εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας ἡ πρότασις αὕτη, εἶχεν ὡς ἑξῆς:
4181Ἡ Βουλὴ θὰ συνεδριάζῃ ἀπὸ τῆς ἐννάτης π. μ. μέχρι τῆς
4182δωδεκάτης, ἤτοι μέχρι τῆς μεσημβρίας, καὶ ἀπὸ τῆς 4 μ.μ.
4183μέχρι τῆς 7½ μ. μ., καὶ ἀπὸ τῆς 8½ μ. μ. μέχρι τοῦ
4184μεσονυκτίου. Συνάμα δὲ προὐτάθη ἐν ἀρχῇ ὁ περιορισμὸς τῶν
4185ἐπερωτήσεων εἰς τὰς πρωϊνὰς συνεδριάσεις, διότι, ὡς εἶπεν ὁ
4186ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἐπαρκὴς ὁ
4187χρόνος πρὸς ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν. Ἀλλὰ
4188ὅταν ὑπεβλήθη αὐτῷ ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν
4189νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν, ἐτρο-
4190ποποίησε τὴν πρότασιν αὐτοῦ, λαβὼν ὡς σανίδα τὴν πρότα-
4191σιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ δευτέ-
4192ραν ἤδη ὑπέβαλε πρότασιν, νὰ ἐξακολουθῇ ἡ πρωϊνὴ συν-
4193εδρίασις μέχρις οὗ ἐξαντληθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις. Οὐδὲν ἕτερον
4194προτείνει, εἰμὴ νὰ ἐξαντλῶνται αἱ ἐπερωτήσεις μὲ τὴν ἐξάν-
4195τλησιν τῶν σωματικῶν δυνάμεων τῶν κ. Βουλευτῶν. Τοιαύτην
4196προβάλλων πρότασιν, καταλήγει εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα,
4197νὰ προσδιορισθῇ ὁ χρόνος τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν τῶν
4198κ. Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συν-
4199τάγματος ἀπεριόριστος. Νομίζω, ὅτι εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα
4200θέλομεν φθάσει διὰ τῆς προτάσεως ταύτης· διότι, ἐὰν συμβῇ
4201νὰ παρατείνωνται αἱ ἐπερωτήσεις μετὰ τὴν μεσημβρίαν, ὁ δὲ
4202ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκόμενος καταληφθῇ ὑπὸ τῆς πείνης,
4203θὰ ὑποβάλῃ ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας καὶ θὰ μεταβῇ νὰ γευ-
4204ματίσῃ, ἀφήνων τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως εἰς ἕτερον συνά-
4205δελφον. Διατὶ λοιπὸν νὰ ἀναγκάζωσι τοὺς Βουλευτὰς, οἱ
4206ὁποῖοι συζητοῦσιν ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος, νὰ καταφεύ-
4207γωσιν εἰς τοιαῦτα μέσα, εἰς ἐνστάσεις μὴ ἀπαρτίας, αἱ
4208ὁποῖαι καὶ τὸ Κοινοβούλιον δὲν συνιστῶσι, καὶ ἐκτρέπουσιν
4209αὐτὸ ἀπὸ τῶν κυρίων ἐργασιῶν του; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδὲν
4210πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ ἡ πρότασις αὕτη, ἥτις φαί-
4211νεται μᾶλλον ἐκ πείσματος ὑπαγορευθεῖσα. Φρονῶ, ὅτι δὲν
4212πρέπει οἱ προτείναντες νὰ ἐπιμένωσιν εἰς αὐτὴν, διότι αὕτη
4213θὰ παραβλάψῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου.
4214§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βου-
4215λευτὴς ἐκ Παρνασσίδος εὑρίσκει πεῖσμα, ἐνῷ ὁμολογεῖ, ὅτι
4216ἐγὼ ὑπεχώρησα εἰς ὅλα. Ἐγὼ ὑπεχώρησα εἰς τὴν πρότασιν
4217τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὑπεχώρησα εἰς τὴν
4218ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς ὅλα ὑπεχώρησα· δὲν γνωρίζω
4219λοιπὸν ποῦ εὑρίσκει τὸ πεῖσμα.
4220§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἡ ἀρξαμένη
4221κατὰ τὴν 9ην ὥραν π. μ. συνεδρίασις θὰ διακόπτηται μετὰ
4222τὴν ἐξάντλησιν πάσης συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ
4223τὴν μετάβασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Μετὰ δὲ τὴν δια-
4224κοπὴν θὰ ἐπανέρχηται ἡ Βουλὴ πρὸς συζήτησιν τῶν θεμάτων
4225τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
4226Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται
4227νὰ ἐγερθῶσι...
4228§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε
4229Πρόεδρε.
4230§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι
4231Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
4232(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
4233τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ
4234Γ. Καποδίστρια, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον
4235πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4236Μιλτ. Δάλλας Γ. Μελισσηνός Ν
4237Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝΔιον. Μυλωνᾶς Ν
4238Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΝἌγγελος Πετραλιᾶς Ν
4239Ν. Σμόλενιτζ ΝΓεώρ. Κρεστενίτης
4240Δημ. Οἰκονομίδης ΝΓεώρ. Παπακυριακόπουλος Ν
4241Δημοσθ. Καΐρης Δημοσθ. Δόγκας Ν
4242Ἐπαμ. Ἐμπειρίκος ΝἸω. Σισίνης Ν
4243Κωνστ. Νεγρεπόντης ΝΣτέφ. Σκουλούδης
4244Ἰωάνν. Πετρίδης ΝΓεώργ. Πετούσης
4245Ν. Φαρμακόπουλος ΝἈριστομ. Βαλέτας Ο
4246Σωτ. Δανόπουλος ΝΝικ. Νομικός Ν
4247Χρ. Βότσαρης ΝΠέτρος Δελένδας Ν
4248Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΚωνστ. Πεταλᾶς Ν
4249Σπυρ. Βαρζέλης ΟἈλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν
4250Νικόλ. Λεβίδης ΝΠαναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν
4251Κωνστ. Κολιάτσος ΝΘεόδ. Ζαΐμης
4252Δημοσθ. Σκυλίτσης ΝΛεων. Πετιμεζᾶς
4253Ἀθ. Μουτσόπουλος ΝΓεώργ. Σιβιτανίδης Ν
4254Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Γιαννούσιος Τάκης Ν
4255Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΝΝ. Δαγρὲς Ν
4256Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος ΝΚωνστ. Φλέσσας Ο
4257Δημ. Γ. Ράλλης ΟΝ. Σάλμας Ν
4258Ἀλέξ. Ψύλλας ΝΔημ. Τερτίπης
4259Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝἸω. Παλάσκας Ν
4260Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Ἰω. Σταμούλης
4261Ἀθ. Ἴσκος Κίμων Βελλίνης Ν
4262Κωνστ. Τοπάλης ΝΞενοφ. Τσαμαγίδης
4263Νικ. Σχινᾶς ΝἸω. Καζαμπάκας Ν
4264Γεώργ. Φιλάρετος ΟΙ. Στεφάνου Ν
4265Νικ. Σταματιάδης ΝΠαν. Λεβέντης
4266Ἰω. Γιαννακόπουλος ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος
4267Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΝ. Χαντζηνικολῆς Ν
4268Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΓεώρ. Κόρπας
4269Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝἈχιλ. Ἀγάθος Ν
4270Περ. Ἀλεξάκης Κωνστ. Βασιλάκης
4271Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΝἸω. Σέχος
4272Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΝικ. Βασιλάκης
4273Π. Λαμπρινόπουλος ΝἈθ. Παραμυθιώτης
4274Χαρ. Τζανετάκης ΝΓεώρ. Θεοτόκης
4275Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΟΓεώργ. Καποδίστριας Ο
4276Πολύμ. Ζαρίμπας Δημ. Οἰκονόμου Ν
4277Χρ. Μαστραπᾶς Δημ. Πετρίδης Ν
4278Γεώργ. Ἀνδρίτσος Π. Ζούζουλας
4279Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΟΚωνσταντ. Σκαρπέτης
4280Π. Ρίτσος ΝἈριστ. Μεντζελόπουλος
4281Ἀνδρ. Βασιλείου ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης
4282Σπ. Τσιτσάρας ΝἸω. Τζανετάτος Φωκᾶς Ν
4283Δημ. Χατζόπουλος Δημ. Σβορῶνος Ν
4284Δημ. Βουλπιώτης Ἄθως Ρωμάνος Ο
4285Μιχ. Ἰατρίδης ΝΔιον. Καλούτσης Ν
4286Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΝΣπ. Ε. Στάης Ο
4287Κ. Δ. Βοῦλτσος ΟΧ. Κ. Βοζίκης Ν
4288Νικ. Σταματόπουλος ΝἈνάρ. Σιμόπουλος Ο
4289Θ. Πέῤῥος Λ. Καραλίβανος Ν
4290Γεώργ. Μαυρομιχάλης ΝΠανοῦρ. Πανουργιᾶς
4291Δημοσθ. Μανούσακης ΝΓ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
4292Δημοσθ. Ματάλας Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Ν
4293Ἀριστ. Μελετόπουλος ΝἸω. Τσερτίδης Ν
4294Νικ. Γκουζούλης ΝΧρ. Τζῖνος Ν
4295Δημ. Πιπινόπουλος ΝΔημ. Βότσης Ν
4296Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέης ΝΠίνδ. Ἀντωνόπουλος Ν
4297Φιλώτας Ἰσχόμαχος ΝΠαναγ. Σάκκης Ν
4298Ἰω. Γεωργαντᾶς Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ν
4299Ἰω. Λάππας ΝΝικ. Καράπαυλος
4300Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΝἸω. Βρυώνης Ν
4301Ἄγγ. Καλκάνης ΝΠ. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΝ
4302Β. Βασιλειάδης Νικ. Δημητριάδης
4303Ἀθ. Εὐταξίας ΟΓ. Ν. Μπούμπουλης Ο
4304Ἰω. Μπακόπουλος ΝἈντ. Γουδῆς Ν
4305Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος ΝἈθ. Λαδόπουλος
4306Φίλ. Βάρβογλης ΝΝ. Βαφειαδάκης
4307Ν. Τριανταφυλλάκος ΟΓ. Παγανέλης Ν
4308Ἡλ. Ζέγγελης ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ν
4309Λάμπρος Σινανιώτης ΝΝ. Δρόσος Ν
4310Ἰω. Βούτουνας Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
4311Γ. Μαλέας ΟΣωτ. Χατζηγάκης Ν
4312Γ. Νικολαΐδης ΝΝιχ. Ταρμπάζης Ν
4313Λεων. Δεληγεώργης ΝΚ. Χατζηπέτρος Ν
4314Μιλτ. Γουλιμῆς Θεόδ. Κριεμάδης
4315Παν. Μερλόπουλος ΟΕὐστ. Κοκκέβης Ν
4316Περ. Μποῦτος ΝΝ. Γεωργακόπουλος Ν
4317Ἀλκ. Δεληγιάννης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
4318Ἀντ. Καρατζᾶς Δημ. Καμαριώτης
4319Πέτρ. Ταταράκης ΝΔιον. Στάϊκος Ν
4320Γεώργ. Κουλούρης ΝἈριστόβουλος Μάνεσης Ο
4321Ὄθων Μαῦρος ΝΣπ. Δεϊμέζης
4322Ἐλευθ. Μυκώνιος ΝΘεόδ. Λαμπρίτης Ν
4323Μιλτ. Βαρτότσης ΝἸω. Παπαδόπουλος Ν
4324Γεώργ. Σισμάνης ΝΘεόδ. Γκίκας
4325Γεώργ. Πλατανιώτης ΝΠαντελῆς Γκίκας Ν
4326Ἰω. Καναβὸς Νικ. Τσαμαδὸς Ο
4327Γ. Φαρμακόπουλος ΝΧριστόδουλος Στεριάδης Ν
4328Μιχ. Π. Ἰατρὸς Νικ. Κοντογιάννης
4329Ἀλέξ. Πετσάλης ΝΚομνᾶς Τράκας Ν
4330Παῦλος Ραζέλος ΟΝ. Χατζῖσκος
4331Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχάλης Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ο
4332Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝΔημ. Κρίτσας Ν
4333Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΜιχ. Κακαρᾶς Ν
4334Χαράλ. Κανελλόπουλος ΝΓ. Ἀβέρωφ Ν
4335Παν. Λαμπρούλιας ΝΚ. Βαρατάσης
4336Σπ. Τυπάλδος Φορέστης ΝἈλέξ. Μ. Κανάρης Ο
4337Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς ΝἸω. Α. Κανάρης Ν
4338Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
4339§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 147, ἐξ ὧν 120
4340εἶπον Ναὶ καὶ 27 εἶπον Ὄχι. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ παρεδέ-
4341χθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
4342Ἡ πρότασις τοῦ κ. Λαμπρινοπούλου περὶ ἀναβολῆς τῆς
4343ἰσχύος τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Κανονισμοῦ
4344θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 222).
4345Ἀπὸ αὔριον λοιπὸν εἰς τὰς 9 π.μ. ἀκριβῶς ἄρχεται ἡ συνε-
4346δρίασις, διότι ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμός, καὶ ἐὰν μετὰ ἡμίσειαν
4347ὥραν δὲν καταρτισθῇ ἀπαρτία, θὰ λύηται ἡ συνεδρίασις.
4348Λύεται ἡ συνεδρίασις.
4349Ὥρα 1 καὶ 10′ π. μ. τῆς ἐπιούσης.