| 1357 | «Ἀθην. καὶ Πειραιῶς | δρ. | 250,000 | Μυκόνου | δρ. | 7,873 | |
| 1358 | Σπετσῶν | » | 67,733 | Ληξουρίου | » | 10,129 | |
| 1359 | Ὕδρας | » | 62,933 | Ἀργοστολίου | » | 22,793 | |
| 1360 | Γαλαξειδίου | » | 73,001 | Κερκύρας | » | 16,135 | |
| 1361 | Χελίου | » | 41,268 | Θήρας | » | 29,211 | |
| 1362 | Χαλκίδος | » | 17,652 | Πατρῶν | » | 6,008 | |
| 1363 | Ἄνδρου | δρ. | 31,497 | Καλαμῶν | δρ. | 6,000 | |
| 1364 | Σύρου | » | 44,328 | Αἰγίνης | » | 19,186 | |
| 1365 | Τήνου | » | 6,583 | Σκιάθου | » | 12,533 | |
| 1366 | Ζακύνθου | » | 3,066 | Σκοπέλου | » | 12,266 | |
| 1367 | Κυθήρων | » | 3,730 | Λευκάδος | » | 4,000 | |
| 1368 | Μήλου | » | 6,533 | Παξῶν | » | 4,266 | |
| 1369 | Βοιῶν | » | 6,562 | Κύμης | » | 14,101 | |
| 1370 | Μεσολογγίου | » | 10,000 | Πόρου | » | 40,874 | |
| 1371 | Ν. Μιζέλης | » | 7,110 | Ἰθάκης | » | 15,600 |
1896.03.02
4,129 rows · 32,845 words · 1 table · 230 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
Τῆς 2 Μαρτίου 1896.
(Σάββατον)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας τεθήσεται εἰς ἰσχὺν ὁ νέος Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ κατ’ αὐτὸν ἡ συνεδρίασις θὰ λύηται ἡμίσειαν ὥραν μετὰ τὴν ὡρισμένην, παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ ἔρχωνται ἐγκαίρως, διότι ἄλλως θὰ ματαιῶται ἡ συνεδρία.
§2ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Ἀντὶ ὅμως τῆς τρίτης ὥρας νὰ ὁρίσωμεν τὴν τετάρτην.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, νὰ ὁρισθῇ ἡ τετάρτη ὥρα μετὰ μεσημβρίαν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὴν 4 ὥραν μ. μ. ὡς ὥραν ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα· δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§8Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πολὺς λόγος ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, καὶ ἐν τοῖς καφενείοις, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνηται τὸ ζήτημα περὶ τῆς «Μπουμπουλίνας». Τὰς γενομένας δαπάνας ἐζήτησα νὰ ἴδω ἐν καταστάσει ὑποβληθείσῃ παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Αἱ ἐργασίαι ἐξακολουθοῦσιν, ὡς ἐλέχθη χθές, λέγεται δὲ μάλιστα ἐν τοῖς καφενείοις, ὅτι — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν — διὰ τοὺς ἀποπάτους ἐδαπανήθη ποσὸν 100–150 χιλιάδων δραχμῶν· λέγεται, ὅτι πρὸ ἑνὸς ἔτους μετακλήθη ἐξ Εὐρώπης τεχνίτης διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἠλεκτρικῶν φώτων, καὶ ἐν τοσούτῳ τὰ μηχανήματα τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς, λέγεται ἐπίσης, ὅτι δὲν ἔφθασαν ἀκόμη εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐν τούτοις ὁ μετακληθεὶς τεχνίτης ἐξακολουθεῖ πληρονόμενος!...
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσα πληρόνεται;
§10Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, 25 ἕως 30 φράγκα καθ’ ἑκάστην... Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῇ ἡ ἐργασία, καὶ ὅλοι ἀποδεχόμεθα τὴν μὴ διακοπήν, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ δαπάνη ἡ ἀτελεύτητος τῆς μετασκευῆς ἢ τῆς ἐπισκευῆς τῆς «Μπουμπουλίνας». Ἐννοῶ, ὡς καὶ πάντες βεβαίως οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐνθέρμως ὑποστηρίζω, ἐννοῶ νὰ γνωρίζω ποία δαπάνη ἀπαιτηθήσεται μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τῆς ἐργασίας, δὲν ἐννοῶ δὲ, ὅ,τι δὲν ἀρέσκει σήμερον εἰς τὸν Α καὶ αὔριον εἰς τὸν Β, νὰ τὸ χαλᾷ, καὶ νὰ τὸ κάμνῃ ἐκ νέου εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Πολλαὶ ἐργασίαι ἐν τῇ «Μπουμπουλίνᾳ» κατεσκευάσθησαν ἀπὸ πολύτιμον ξύλον, τὸ ὁποῖον στοιχίζει 4 καὶ 5 καὶ 6 δραχμὰς ἡ ὀκᾶ, καὶ ἐν τούτοις αἱ ἐργασίαι αὗται κατεκερματίσθησαν, καὶ νέαι διὰ νέου ὑλικοῦ ἀντεκατέστησαν ταύτας. Ἐννοῶ τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐννοῶ τὴν φροντίδα, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ λάβῃ, καὶ τὴν καλήν του θέλησιν δὲν ἀρνοῦμαι, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ θέσῃ τέρμα ὁριστικὸν καὶ ἀμετάκλητον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§11Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰμὶ ἠναγκασμένος δυστυχῶς νὰ ἐπαναλαμβάνω συνεχῶς ὅ,τι πολλάκις εἶπον. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου ἤχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· τότε, τῇ αἰτήσει τινὸς τῶν κυρίων συναδέλφων...
§12Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐμοῦ.
§13Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑμῶν... κατέθηκα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πίνακα, διῃρημένον εἰς δύο κατηγορίας· πίνακα τῆς δαπάνης διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» ὡς θαλαμηγὸν, καὶ πίνακα τῶν δαπανῶν διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» ὡς ὁπλιταγωγόν. Οἱ πίνακες οὗτοι εὕρηνται, ὑποθέτω, ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς, νομίζω δ’ ὅτι εἴπετε, ὅτι εἴδετε αὐτούς· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εὑρίσκωνται, δύναμαι προχείρως νὰ καταθέσω αὐτοὺς, καθόσον ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου, ὡς εἶπον, ἔχομεν τὰ πρωτότυπα αὐτῶν. Ὄταν ἐζητήθησαν οἱ πίνακες ἐκεῖνοι ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, ἐγὼ εἶχον δώσει ἐντολὴν διὰ δαπάνην μόνον 165 δραχμῶν, οὐχὶ χιλιάδων. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνέφερα τὸν ἀριθμὸν αὐτόν. Ἔκτοτε βεβαίως τὸ ἔργον ἐξηκολούθησε καὶ ἐξακολουθεῖ, φυσικῷ δὲ τῷ λόγῳ ἐγένοντο καὶ παρ’ ἐμοῦ δαπάναι, ὅπως καὶ παρὰ τῶν προκατόχων· ἀλλ’ ὡς γινώσκετε, δὲν εἶναι καὶ λίαν εὔκολον πρᾶγμα νὰ ὑποβάλῃ τις προχείρως ὅλους αὐτοὺς τοὺς πίνακας, διῃρημένους εἰς τὰς δύο κατηγορίας, ἃς ἐμνημόνευσα. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις θέλω ἀρνηθῆ νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς δαπάνας, αἵτινες ὑπ’ ἐμοῦ ἐνηργήθησαν, πιστεύω δὲ, ὅτι τῇ προσεχεῖ Δευτέρᾳ θέλω εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ καταθέσω τοὺς πίνακας αὐτούς. Ἐπειδὴ ὅμως, ἐὰν καταθέσω τοὺς πίνακας, εἶναι βέβαιον, ὅτι θέλουσι ζητηθῆ καὶ ἄλλα ἔγγραφα, θέλω καταθέσει καὶ πᾶν ὅ,τι σχετικὸν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὑπάρχει. Εἰμὶ ὅμως καὶ πάλιν ὑπόχρεως δυστυχῶς νὰ δηλώσω, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς ἐπανέλαβεν, ὅτι ἡμεῖς εὕρομεν τὰ ἔργον λίαν προκεχωρημένον. Ἔπρεπε νὰ διατάξωμεν ἢ τὴν παῦσιν τοῦ ἔργου, ἢ τὴν περάτωσιν αὐτοῦ. Ἐκρίναμεν, ὅτι συμφερώτερον, διὰ πολλοὺς καὶ ποικίλους λόγους, ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν τὸ ἔργον ἐπερατοῦτο. Ἐὰν τὸ ἔργον καλῶς ὑπελογίσθη, ἐὰν κακῶς ὑπελογίσθη, ἐὰν ἐδύνατο δι’ ὀλιγωτέρων χρημάτων ν’ ἀποτελεσθῇ, ἐὰν θέλῃ ἀποτελεσθῇ διὰ πλειοτέρων, ἡμεῖς περὶ τούτου οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν εὐθύνην. Θέλομεν καταθέσει τὰ ἔγγραφα, οἱ κύριοι Βουλευταὶ θέλουσι μελετήσει αὐτὰ, καὶ θέλουσι μάθει, πῶς ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἤρξατο, πῶς προεχώρησε, καὶ ἐν τίνι σημείῳ εὑρίσκεται. Εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι, ὅταν κατατεθῶσιν οἱ πίνακες, ὅταν ἐπισταμένως μελετήσητε αὐτοὺς, καὶ ὑμεῖς θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου τὸ ἔργον εἶχε καὶ ἔχει φθάσει, βεβαίως πρέπει νὰ περατωθῇ. Δὲν γνωρίζω τίς ἐστὶν ἡ αἰτία, δι’ ἣν συνεχῶς ἡ ὑπόθεσις αὕτη πρέπει νὰ φέρηται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι τοσοῦτον ἁπλοῦν καὶ τοσοῦτον εὔκολον, ἵνα ἐννοηθῇ, ὅταν κατατεθῶσιν οἱ αἰτούμενοι πίνακες, ὥστε βεβαίως θέλομεν λυπηθῆ, ὅτι πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ ὑποθέσεως, ἥτις ἐδύνατο οὐχὶ τοσοῦτον συνεχῶς νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§14Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὡρμήθην εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καθόσον χθὲς τὸ ἑσπέρας καὶ λίαν ἀργὰ ἐκ τῆς ἑτέρας μερίδος ἀπηυθύνθησαν αἰτιάσεις κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, μάλιστα δὲ ἤθελόν τινες νὰ παραστήσωσιν, ὅτι τὴν εὐθύνην ἅπασαν φέρει ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός.
§15ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§16Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξήνεγκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου κατὰ τὴν πρώτην μου ἐπερώτησιν, δηλώσας ὅτι, εἰς ὃ σημεῖον σήμερον εὑρίσκονται αἱ ἐργασίαι τῆς «Μπουμπουλίνας», δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς οὔτε νὰ τὰς διακόψωμεν, οὔτε νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ πλοῖον, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ τὰς συντελέσωμεν. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, τὰ διαδιδόμενα ἐν τοῖς καφενείοις καὶ τὰ λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα κατὰ τὴν 13 Ἰουλίου 1895, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σαφηνίσῃ, τί ἐγένοντο τὰ ποσὰ τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐχορηγήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὰ ἔτη 1892, 1893 καὶ 1894, ποσὰ οὐκ εὐκαταφρόνητα, καὶ τὰ ὁποῖα, ὡς λέγει ὁ κόσμος ὅλος, ὅλα κατεβρόχθισεν ἡ «Μπουμπουλίνα»· παριστῶνται δὲ τὰ πράγματα ὑπὸ μεγέθυνσιν τοιαύτην, ὥστε καὶ οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἀκούουσι, φρονοῦσιν ὅτι ἡμεῖς, εὑρισκόμενοι ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἐκτελοῦμεν ἅπαντες τὰ καθήκοντά μας, τῶν ὁποίων πρώτιστον εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων. Ἐννοῶ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς «Μπουμπουλίνας», ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω καὶ πρὸς τὸν φίλον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐπισκευὴ διὰ τῆς δαπάνης ἑνὸς ἑκατομμυρίου πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς «Μπουμπουλίνας»· ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς, ὁποία ἔσεται ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ζητήσῃ καὶ ὑποβάλῃ ἀκριβῆ καὶ λεπτομερῆ προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου τούτου. Ὁ περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ νόμος ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι ὅλα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐνεργηθῶσι δημοσίᾳ δαπάνῃ, πρέπει νὰ ἐπικυρῶνται ἀπὸ τὴν Βουλὴν, καὶ δυνάμει τοῦ τελευταῖον τροποποιηθέντος ἄρθρου νὰ ὑποβάλληται λεπτομερὴς προϋπολογισμὸς αὐτῶν. Ὅταν, Κύριοι, ζητῶμεν δι’ ἓν κτίριον δημόσιον ἀξίας 15,000 δραχ. προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης, καὶ ἀξιῶμεν νὰ ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἵνα τὸν ἐξελέγξωμεν, δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν τοιοῦτον, ὅταν πρόκειται περὶ ἐπισκευῆς ἢ μετασκευῆς ἑνὸς πλοίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν ἑκατομμύρια; Καὶ τί ἄλλο θὰ κάμωμεν ἐδῶ; Βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ ἔχωμεν λεπτομερῆ προϋπολογισμὸν διὰ τὰς μικρὰς ἐπισκευὰς, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γείνωσιν εἰς ἓν πλοῖον, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται ἓν πλοῖον νὰ ἀπαιτήσῃ δαπάνην κατασκευῆς ἢ τροποποιήσεως μηχανημάτων του, ὑπερβαίνουσαν ἓν ὡρισμένον ποσὸν, πρέπει ὡρισμένως νὰ ζητηθῇ ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν, καὶ νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρὰ τῶν ἐκλογέων μου, ἐλέγχων τὰς πράξεις οἱασδήποτε Κυβερνήσεως.
§17ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι θὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν δαπανῶν· ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, τὸ ὁποῖον πρέπει κατατεθῇ...
§18Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶπον ὅτι θὰ καταθέσω ὅλον τὸν φάκελλον.
§19ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ὅλα.
§20Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§21ΣΤΑΗΣ. Εἶναι εὐχάριστον τέλος πάντων, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος τῶν δαπανῶν. Δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ ἀπορῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ Βουλὴ τόσον ἐπιμόνως ἐζήτει τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, ἀφοῦ ἐγίνωσκεν, ὅτι ἀπεδίδετο τοὐλάχιστον ὀλιγωρία πρὸς τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν μετασκευὴν ἢ ἐπισκευὴν τοῦ πλοίου, περὶ οὗ πρόκειται. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, σχετικῶς μὲ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων καὶ μὲ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, νὰ εὐαρεστηθῇ ἵνα τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθ. 36, ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, προτάξῃ, διότι συνδέεται ἀῤῥήκτως μετὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ δοθῶσι τὰ μέσα εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν γιγνομένων εἴτε δαπανῶν εἴτε καταναλώσεως διαφόρων ὑλικῶν ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν ναυτικῶν νομοσχεδίων τοιαύτην δήλωσιν ἐποιήσατο ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ συνοδευούσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δηλοῦται· εἶναι μόνον λυπηρόν, ὅτι δὲν διετυπώθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σαφῶς αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸς διετύπωσε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων. Διότι ἀληθῶς τὸ τμῆμα τὸ τῆς ἐξελέγξεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν διαιρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς δύο τμήματα, τὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν μισθῶν κτλ. καὶ τὸ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ ὑλικοῦ, ἐν τούτῳ δὲ τῷ δευτέρῳ τμήματι, ἐὰν γένηται μικρά τις τροποποίησις, βεβαίως θὰ ἔχωμεν εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Τὴν τροποποίησιν ταύτην μελετήσας, καὶ τὰ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ τμήματος τούτου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διετύπωσα, καὶ νομίζω ὅτι ἐν δυσὶ λέξεσι περιλαμβάνεται ἐν τούτῳ, ὅτι ὁ Ναύσταθμος εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλλῃ κατάστασιν τῶν ἐξερχομένων ἐκ τῶν ἀποθηκῶν αὐτοῦ ὑλικῶν, καὶ ταὐτοχρόνως τὰς αἰτήσεις τῶν διευθυντῶν ἢ διοικητῶν τμημάτων ἢ ὑπηρεσιῶν τοῦ Ναυστάθμου, διότι εἰς τὰς αἰτήσεις ταύτας ἀναφέρεται πάντοτε ὁ αἰτιολογικὸς λόγος, δι’ ὃν ζητοῦνται τὰ ὑλικὰ ταῦτα, ἑπομένως, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἔχῃ εἰς χεῖράς του τὰς καταστάσεις καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἐξερχόμενον ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Ναυστάθμου, γνωρίζῃ δὲ ἑτέρωθεν—διὰ τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τμήματος τῆς προμηθείας ὑλικοῦ—τὰ εἰσαχθέντα εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Ναυστάθμου, θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐξελέγξῃ τὸ ποσὸν τῶν ὑλικῶν, τῶν εὑρισκομένων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ.
§22Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλετε, παρακαλῶ, τὴν τροπολογίαν.
§23ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα. Καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὰ ὑλικὰ τοῦ Ναυστάθμου τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν ἐχρησίμευσαν πρὸς ἀλλοτρίους σκοπούς, καὶ δὴ καὶ πρὸς μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας», διὰ τοῦτο θεωρῶ τὸ ζήτημα σχετικόν, καὶ ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν μου· παρακαλῶ ὅμως νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀναγεγραμμένον ὑπ’ ἀριθ. 36 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. («Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 205).»
§25Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπὸ τὸν ἀκάματον ὑπὲρ τῆς σταφίδος ἀθλητήν, τὸν ἐκ Πατρῶν Γερήνιον, ἔχω τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον καὶ πρὸς ἑτέρους δύο συναδέλφους, τοὺς κ. κ. Παπαμιχαλόπουλον καὶ Σάκκην, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς μεταδίδεται ἀπαισία εἴδησις, ὅτι ἡ συστᾶσα εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος 300 περίπου δραχμῶν κατὰ χιλιάδα. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐκ τῆς σοβαρότητος τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Εἶναι, φρονῶ, Κύριοι, ἡ ἐπιτροπή, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ καὶ γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ συμφέροντος ἢ μὴ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἤδη γνωμοδοτεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς φόρος τριῶν ῥουβλίων κατὰ πούτιον, ἤτοι τριακοσίων καὶ πλέον δραχμῶν κατὰ χιλιάδα. Ἡ τοιαύτη φορολογία, Κύριοι, πάντες ἐννοοῦμεν, ὅτι ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀπαγόρευσιν τελείαν τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος εἰς Ρωσσίαν, ἡ ἀπαγόρευσις δὲ αὕτη τῷ ὄντι θέλει φέρει σπουδαίαν καταστροφὴν εἰς τὰ ὑπέρτατα συμφέροντα τοῦ τόπου ἐν γένει. Ὅταν, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔκαμε τὰς ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλήν, τὰς σχετικὰς πρὸς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, τηρήσας τὴν συμβουλὴν αὐτοῦ, ὅτι πρέπει εἰς τὰ ἐξωτερικὰ αὐτὰ ζητήματα νὰ ἔχωμεν ἐγκράτειαν γλώσσης...
§26ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν τὸ εἶχον εἴπει ἀκόμη. Ἴσως τὸ ἐμαντεύσατε.
§27Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχετε δίκαιον... Τῷ ὄντι, Κύριοι, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, πρέπει νὰ μὴ ἀνακινῶμεν αὐτὸ ἐν τῇ Βουλῇ εὐχερῶς, καὶ ἐνόμισα τότε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρεμβάλωμεν οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἰδίως νὰ φανῇ, ὅτι ἡμεῖς ἐνταῦθα σπεύδομεν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰς δηλώσεις τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ἐνεργείας της, δὲν δύναμαι ὅμως ἢ νὰ ἀπορήσω διὰ τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεώς μας ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, μὲ μόνην τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς ἐλευθερίας νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐσωτερικὸν ἐπὶ τῆς βιομηχανίας τῆς σταφίδος. Ἠπόρησα δὲ, λέγω, διότι φρονῶ, ὅτι ἡμεῖς ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ σπεύσωμεν νὰ ὑπερβῶμεν τὸν πρῶτον αὐτὸν σκόπελον, τὸν σκόπελον τῆς ἐλευθέρας εἰσαγωγῆς τοῦ προϊόντος ἡμῶν εἰς τὴν ἀπέραντον ἐκείνην αὐτοκρατορίαν· διότι τότε θὰ εἴχομεν τοὐλάχιστον ὑπὲρ ἡμῶν ἀφορολόγητον καὶ ἐλευθέραν τὴν εἰς Ρωσσίαν εἴσοδον τῆς σταφίδος. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ κάμω λόγον περὶ τούτου ἐνταῦθα ἐν λεπτομερείᾳ, νομίζω ὅμως, ὅτι τότε καὶ τὴν πρὸς βιομηχανίαν χρῆσιν τῆς σταφίδος θὰ εἴχομεν ἐλευθέραν, διὰ πολλοὺς λόγους, γνωστοὺς εἰς πάντας. Ἔπρεπε λοιπὸν, φρονῶ, ἡ Κυβέρνησις νὰ σπεύσῃ νὰ ἀποδεχθῇ τὰς προτάσεις τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, διότι οὕτω πως νομίζω ὅτι θὰ εὑρισκόμεθα ἐν τῷ σταδίῳ τῆς σωτηρίας τῆς σταφίδος. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν ὑπῆρχεν ἐνταῦθα πλήρης ἀπελπισία, καὶ μία μόνη ἐλπὶς ἀμυδρὰ ἀνέτελλεν ἐκ Ρωσσίας, ἡ ὁποία συνεκράτησε καὶ τὰ πνεύματα, διότι ἄλλως καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ποῦ ἠθέλομεν καταντήσει. Ἤδη, Κύριοι, ἐὰν ἡ ἀπαισία αὕτη εἴδησις ἐπαληθεύσῃ, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι πᾶσα ἐλπὶς ὑπὲρ τῆς σταφίδος ἀπώλετο. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δύο πράγματα ἤλπιζεν ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ τὰ δύο αὐτὰ πράγματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸν ὤθησαν νὰ δώσῃ ἀθρόας τὰς ψήφους του εἰς αὐτήν. Τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι τὸ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τὸ τῆς σταφίδος, ἀλληλένδετα ἀμφότερα, διότι ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν δύο, τῆς χρεωκοπίας τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κρίσεως τῆς σταφίδος, διεχύθη ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα ἡ κακοδαιμονία καὶ ἡ ἀπελπισία. Ἤκουσα μάλιστα τότε, πρὸ τῆς ἀναῤῥήσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῇ. Δὲν θέλω νὰ ἀναμνήσω ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὰ ὁποῖα ἔφεραν πάντας ἡμᾶς νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι τῷ ὄντι ἡ σύμβασις ἦτο τετελεσμένον γεγονὸς καὶ δὲν ὑπελείπετο ἢ μόνον ἡ ὑπογραφὴ αὐτῆς. Ἄρα ποῖοι λόγοι ἐπέφεραν τὴν μὴ ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως; Ἐὰν εἰς τοὺς λόγους αὐτοὺς παρενετέθη ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα πρὸ τῆς ἀναῤῥήσεώς της εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐγὼ δὲν γνωρίζω, οὐδὲ θέλω νὰ δώσω πίστιν εἰς τὰ διαδιδόμενα περὶ τούτου. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω, οὔτε εἶναι πρέπον νὰ δώσῃ τις πίστιν εἰς τὴν διάδοσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀνέβαλε τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως χάριν τῆς παρούσης, διότι ταῦτα οὔτε νὰ ἀποδειχθῶσι δύνανται, οὔτε πιστευτὰ εἶναι. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς, καὶ ἰδίως ὁ σταφιδικὸς, ἀναμένει ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης ἐπιμεμελημένην ὑπὲρ τῆς σταφίδος φροντίδα. Δύο δὲ προέκειντο τρόποι ἐνεργείας ὑπὲρ αὐτῆς, ὁ συνιστάμενος εἰς διεθνεῖς συμβάσεις πρὸς ἀτέλειαν ἢ εὔκολον εἰσαγωγὴν τοῦ προϊόντος εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς, καὶ ὁ ἐσωτερικὸς, δηλ. ἡ λῆψις μέτρου. πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ προϊόντος. Ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τὴν ἐσωτερικὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι περιττὸν, Κύριοι, νὰ κάμω λόγον· γνωρίζετε τί ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐνήργησεν. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ τῆς παρακρατήσεως, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου εἴδατε ποῖα ἐπῆλθον ἀποτελέσματα. Μόνον ἕνδεκα ἑκατομμύρια, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρεκρατήθησαν, τολμῶ δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς τίποτε ἄλλο, εἰμὴ μόνον εἰς τὸ νὰ ἐνοικιασθῶσιν ἀποθῆκαι πολλαὶ καὶ διορισθῶσι φύλακες ἀποθηκῶν καὶ λογισταὶ, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον... ἐνθυμεῖσθε εἰς ποῖον ποσὸν, διὰ νὰ φυλάξωσι μόνον ἕνδεκα ἑκατομμύρια λίτρας παρακρατηθέντος σταφιδοκάρπου, ἐξ ἀντιθέτου δὲ, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπεβαρύνθη δι’ ἑπτακοσίων χιλιάδων δραχμῶν μέχρι τῆς στιγμῆς μόνον, καθ’ ἣν ὡμίλει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Αὐτὴ εἶναι ἡ βοήθεια, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις παρέσχεν εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, καὶ αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως, ὅπως διεσκευάσθη καὶ ὅπως ἐφηρμόσθη! Μὴ νομίζετε, Κύριοι ὅτι ἡ συγκράτησις τῶν τιμῶν καὶ ἡ μικρὰ ὕψωσις αὐτῶν ὀφείλεται εἰς τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως. Ἐγὼ ἤμην ὑπὲρ τοῦ μέτρου αὐτοῦ καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἦμαι, ἀλλ’ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ μέτρον ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς προσῆκεν· ἀλλ’ ὡς εἶχεν ὁ νόμος καὶ ὡς ἐφηρμόσθη, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ ἀλλοῖον ἀποτέλεσμα. Ὡμίλησα ἐπανειλημμένως κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ συνέστησα διάφορα μέτρα, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε τότε, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα ταῦτα κατ’ ἀρχὴν τὰ ἀποδέχεται, ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρωτίστως παρ’ αὐτῆς ἀνέμενε, μέριμναν ὑπὲρ τῆς σταφίδος, οὐδεμίαν ἀπέδειξεν. Ἤδη δὲ βλέπετε, Κύριοι, ὁποία εἶναι καὶ ἡ ἐξωτερικὴ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν σταφίδα. Ἐγὼ ἀπεύχομαι νὰ ἐπαληθεύσῃ ἡ εἴδησις, ἡ ὁποία μεταδίδεται, ἀλλὰ ὤφειλον νὰ σπεύσω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ πᾶσαν φροντίδα, ὅπως ἀπομακρύνῃ ἀφ’ ἡμῶν τὸν κίνδυνον τοῦτον. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ ἀποδεχθῇ, ἐν ὅσῳ εἶναι ἀκόμη ἐν καιρῷ, τὰς προτάσεις τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως καὶ μὴ ὀῤῥωδήσῃ ποσῶς ἀπέναντι τῶν ζητουμένων ἀντισταθμισμάτων, διότι, ἐπαναλέγω, πρέπει διὰ πάσης θυσίας νὰ ὑπερβῶμεν τὸν πρῶτον σκόπελον, νὰ μᾶς ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος ἐν Ρωσσίᾳ. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ σταφὶς ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τὰς Ρωσσικὰς ἀγορὰς, οὐδεὶς πλέον λόγος περὶ σταφίδος· ὅταν δὲ μᾶς λείψῃ ἡ σταφὶς, δὲν ἠξεύρω ποῦ δυνάμεθα πλέον νὰ βασισθῶμεν διὰ τὴν οἰκονομικὴν προπληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοῦ Δημοσίου ἀκόμη. Δὲν βλέπω ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα προϊόντα μας, εἴτε τὰ γεωργικὰ, εἴτε τὰ βιομηχανικὰ, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ βασισθῇ ἡ ἐλπὶς τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ καταβάλῃ πᾶσαν αὐτοῦ τὴν διπλωματικὴν ἱκανότητα, ὅπως προλάβῃ τὸν μέγαν τοῦτον κίνδυνον.
§28ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, καθ’ ἣν ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδεμία εἴδησις μοὶ εἶχεν ἔλθει εἰσέτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων συγχέει δύο ζητήματα, καθαρῶς διεστῶτα ἀλλήλων· συγχέει τὸ ζήτημα τοῦ φόρου τῆς εἰσαγωγῆς μὲ τὸ ζήτημα τοῦ φόρου τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, εἴτε ἐπὶ τῆς ἀποστάξεως, εἴτε ἐπὶ τῆς οἰνοποιΐας. Ὄτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξέθεσα τὰ περὶ τῆς συμβάσεως, εἶπον ῥητῶς, ὅτι ἐπὶ τῆς προκατόχου ἀκόμη Κυβερνήσεως ὀλίγας ἡμέρας πρὶν φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτε ἐπέκειτο ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως, ἡ Πρεσβεία ἡμῶν ἀνήγγειλεν, ὅτι δὲν ἐπέτυχε τὴν ὑπόσχεσιν ἐκ μέρους τῆς Ρωσσίας, ὅπως μὴ διὰ νομοθετήματος ἐπιβάλῃ φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τῆς ἀποστάξεως ἢ ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ οἴνου. Ἡ συνθήκη προέβλεπε τὴν ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη ἢ δέκα, τὰ ὁποῖα ἐζητοῦμεν ἡμεῖς, μὴ ὑποβολὴν τοῦ εἴδους εἰς εἰσαγωγικὸν δασμὸν, ἡ Κυβέρνησις δὲ ἡ Ρωσσικὴ ἐπεφυλάσσετο πάντοτε τὴν ἐπιβολὴν, ἐὰν ἤθελε τὸ κρίνει ἀναγκαῖον, φόρου καταναλώσεως δι’ οἰνοποιΐαν. Ὥστε τὸ μὲν πρῶτον προβλέπεται ὑπὸ τῆς συμβάσεως, ἑπομένως ἡ μὴ ἐπιβολὴ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐξασφαλίζεται παρ’ ἡμῶν, ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον δὲν προβλέπεται, εἶναι τὸ δεύτερον. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν διὰ τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπηύθυνεν, ὅπως φροντίσωμεν περὶ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, καὶ μὴ ὀῤῥωδήσωμεν καὶ εἰς θυσίας νὰ προβῶμεν. Περὶ αὐτοῦ ἐφροντίσαμεν, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι, ἐὰν ἀκούσωμεν τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θὰ δυσαρεστήσωμεν τὸν φίλον του, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπέκρινεν ὅτι ἐσπεύσαμεν καὶ εἰς πολλὰς θυσίας προέβημεν.
§29Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ διαφόρων ἀντικειμένων, περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς εἰσαγωγῆς καὶ περὶ τῆς ἐλευθερίας τὴν ὁποίαν διεφύλαττεν εἰς ἑαυτὴν ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἐπιβάλῃ φόρον καταναλώσεως· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησίς μας ἔπρεπε νὰ παρίδῃ πάντα ταῦτα καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος εἰς τὴν Ρωσσίαν, διότι ἄνευ τούτου ἡ σταφίς μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἀξίαν, καὶ ἄνευ τούτου τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὑπόστασιν.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶχε τοιαύτην εἴδησιν περὶ σταφίδος, οἵαν τὸ τηλεγράφημα ἀνεκοίνωσεν ἡμῖν. Ἀλλὰ πάντες γνωρίζομεν, ὅτι τὸ ἐμπόριον εἶναι εὐαισθητότατον περὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ βεβαίως δὲν φαίνεται ὅτι πλανᾶται, ἔχον τὴν εἴδησιν, τὴν ὁποίαν ἀνακοινοῖ τὸ τηλεγράφημα, τὸ πρὸς ἡμᾶς ἀπευθυνόμενον.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ.....
§32ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι αἱ Πάτραι ἔχουσι κατ’ εὐθεῖαν εἰδήσεις καὶ πληροφορίας τοιαύτας.
§33Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ ἐκ Πατρῶν ἐπιστέλλοντος ἐν Ρωσσίᾳ, ἐκεῖνος δὲ διαβιβάζει ἐκεῖθεν τὰς εἰδήσεις.
§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ υἱὸς, μάλιστα, τοῦ κυρίου Ἀναγνωστοπούλου, τοῦ ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον «Γερήνιος» γράφοντος, εἶναι ἐν Ρωσσίᾳ, νέος εὐφυὴς καὶ δραστήριος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληροφορῆται περὶ τῶν τοιούτων.
§35ΒΟΤΣΗΣ. Εἶναι καὶ ἐμπορικὰ συμφέροντα εἰς τὸ μέσον, διότι ἔχουσι καὶ σταφίδας ἀπωλήτους, καὶ δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν, ἀλλὰ καὶ ἀδιάφορον. Αἱ δὲ ἐκ Ρωσσίας εἰδήσεις εἶναι λίαν ἐνδιαφέρουσαι κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν ἐν Πάτραις, διότι ἡ κίνησις ἡ ἐμπορικὴ μεταξὺ τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου—πρὸ πάντων τῶν Πατρῶν—καὶ τῆς Ρωσσίας κατὰ τὰ δύο παρελθόντα ἔτη, ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν, ηὔξησε κατὰ πολὺ, καὶ σπουδαίως ἐπισπᾶται τὴν προσοχὴν τῶν Πατρῶν πᾶν ὅ,τι γίνεται ἐν Ρωσσίᾳ περὶ τῆς σταφίδος. Βεβαίως θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν εἴχομεν ἤδη κατηρτισμένην τὴν σύμβασιν. Δὲν ἠξεύρω ποῦ καὶ πῶς προσέκοψεν. Ἐλέγετο ἄλλοτε, κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι ἔλειπε μόνη ἡ ὑπογραφή· ἀλλὰ τὰ πράγματα παρεστήθησαν κατὰ διαφορετικὸν τρόπον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὥστε νῦν δὲν δυνάμεθα νὰ μάθωμεν ποῦ κατέληξαν. Ἡ σταφὶς ἐν τούτοις δὲν εἶναι προωρισμένη οὔτε νὰ σωθῇ διὰ τῆς ἐν Ῥωσσίᾳ ἀτελείας, οὔτε νὰ καταστραφῇ, ἐὰν ἐν Ῥωσσίᾳ ἐπιβληθῇ δασμὸς εἰσαγωγικὸς ἐπ’ αὐτῆς. Ἄλλοτε εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην, ἣν ἔχω περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ σταφιδικοῦ, ὑποστηρίξας, ὅτι ἡ σταφὶς θέλει ὑπερνικήσει τὴν κρίσιν, ἣν διέρχεται νῦν, ἐὰν οἱ διαχειριζόμενοι τὸ πολύτιμον καὶ προνομιοῦχον τοῦτο προϊὸν διεξαγάγωσι τὸ ἐμπόριον κατὰ τοὺς αὐστηροὺς κανόνας τοῦ ἐμπορίου, ὡς πρὸς τὴν ποιότητα καὶ τοὺς ἄλλους ὅρους, τοὺς ἀπαραιτήτως ἀπαιτουμένους, καὶ καταβάλωσι δραστηρίαν ἐνέργειαν πρὸς διάδοσιν τοῦ προϊόντος ἡμῶν εἰς τὰς διαφόρους χώρας, ἀδιάφορον ἐὰν αἱ χῶραι αὗται ἔχωσιν ἐπιβεβλημένον δασμὸν, ἀδιάφορον ἂν μή! Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀνέκαθεν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς παρακρατήσεως, ἦτο κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου καὶ τῆς γνώμης τῆς πλειονότητος τῶν ἐκ σταφιδοφόρων μερῶν κ. κ. συναδέλφων. Ἤμην κατὰ τῆς παρακρατήσεως, διότι ἐνόμιζον καὶ νομίζω—ἐπαναλαμβάνω τοῦτο—ὅτι ἡ σταφὶς θὰ ἐπικρατήσῃ δι’ ἑαυτῆς. Ἐξέφρασα ὅμως ὑποχώρησιν ἐκ τῆς γνώμης μου, εἰπὼν, ὅτι δέχομαι τὴν παρακράτησιν, ἐὰν τὸ παρακρατούμενον ποσὸν ῥίπτηται ἀμέσως εἰς τὴν θάλασσαν, διότι κατ’ οὐδένα ἄλλον τρόπον δύναται νὰ ἐπέλθῃ λύσις· καὶ ἀπόδειξις ὁ κυκεὼν καὶ ὁ λαβύρινθος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπέσαμεν, διὰ τῆς νομοθετήσεως τῶν ἀποθηκῶν, διὰ τοῦ διορισμοῦ ἀληθῶς πολλῶν ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι δὲν ἔχουσιν ἐργασίαν, διὰ τῆς ἀταξίας, τὴν ὁποίαν ἐγεννήσαμεν ἐν τῇ μεγάλῃ βιομηχανίᾳ τῆς ἀποστάξεως τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ διὰ τῆς συγχύσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους ἐπικρατεῖ. Τὴν γνώμην μου αὐτὴν ἔρχονται νὰ ὑποστηρίξωσιν ἔμποροι ἀξιότιμοι ἐκ Πατρῶν, παρὰ τῶν ὁποίων καὶ ἐπιστολὰς ἔχω καὶ τηλεγραφήματα, παρακαλούμενος νὰ ἀνακοινώσω τὴν γνώμην των αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχω κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν μετ’ ἐμοῦ ἐπιστολὴν νεαροῦ, ἀλλὰ νοήμονος καὶ δραστηριωτάτου ἐμπόρου, τοῦ συμπολίτου μου κ. Κυριακούλη Γιαννουζάκου, ὅστις μοὶ γράφει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει).... Ἡ γνώμη λοιπὸν τῶν ἐκ Πατρῶν ἐμπόρων, ὡς βλέπετε, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι, ἡ παρακράτησις νὰ γείνῃ αὐστηρῶς εἰς εἶδος 15–20%, κατὰ τὰς ἀνάγκας καὶ κατά τινα κανονισμὸν, συμφώνως πρὸς τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, τρεῖς ἡμέρας δὲ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας, ἀμέσως τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ καταστρέφηται εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης. Ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῆς κυκλοφορίας τριάκοντα ἕως τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια λίτραι ἐφ’ ἅπαξ— ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ χρειασθῇ ποτὲ ἀνώτερον ποσὸν—διὰ νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος εἰς κανονικωτέραν τροχιὰν διὰ τῆς—ἵνα ἐπαναλάβω τὸν τόσον κοινὸν ὅρον—ἀναλογίας τῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν ζήτησιν, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ σταφὶς νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον τῆς βελτιώσεως καὶ τῆς ἐπικρατήσεως, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι προωρισμένη νὰ ἐπιτύχῃ καθ’ ὁλοκληρίαν. Νομίζω ὅτι ὁ ἐκ Πάλλης συνάδελφος κ. Φορέστης, καθ’ ἃς ἡμέρας εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ παρευρίσκωμαι εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος, ἕνεκα ἀσθενείας, προέτεινεν, ὡς ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσι, τοιαύτην γνώμην. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἡ φωνὴ ἡ ἰδική μου δὲν εἶναι ἡ μόνη ἐνταῦθα φωνὴ πρὸς ἄμεσον καταστροφὴν τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ. Καὶ εἰς τὴν γνώμην ταύτην ἐπιμένω.
§37ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ τότε ἀπεῤῥίφθη, ὑπεχρεώθην δὲ, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, νὰ τὸ φέρω καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, ὅπου εἶναι ἐκκρεμές.
§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συνυπογράφω ἀπὸ τοῦδε, κύριε συνάδελφε.
§39ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀνεκοίνου πρὸς τὴν Βουλὴν ὅσας εἶχε νὰ δώσῃ πληροφορίας πρὸς αὐτὴν περὶ τοῦ ζητήματος τῶν διαπραγματεύσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ρωσσικὴν ἐπὶ σκοπῷ συνομολογήσεως συμβάσεως ἐμπορικῆς, μοὶ ἐδόθη ἀφορμή, ἀκολουθῶν τὴν σύστασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, χωρὶς νὰ θίξω τὸ θέμα τῶν διαπραγματεύσεων,—διότι, καθ’ ἃ ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἕνεκα τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα τοῦτο,—μοὶ ἐδόθη, λέγω, ἀφορμὴ, νὰ ἐκφράσω οἵαν εἶχον γνώμην περὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ρωσσίας. Τὴν γνώμην ταύτην, τὴν ὁποίαν τότε ἐξέφρασα, δὲν διστάζω καὶ ἤδη νὰ ἐκφράσω, ἐμμένων εἰς αὐτὴν, διότι ἀντὶ νὰ ἐξασθενήσῃ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶχον περὶ τῆς συμβάσεως, καθ’ ὃν τρόπον ἔμελλεν αὕτη νὰ συνομολογηθῇ, τοὐναντίον ἐνισχύεται καὶ ἐπιῤῥώννυται ἐκ τῆς εἰδήσεως τῆς ἀγγελλομένης ἡμῖν διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ κ. Ἀναγνωστοπούλου. Οὐδείς ποτε, Κύριοι, ἀμφέβαλλε, καὶ ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συναδέλφων καὶ ἐκ τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφιδαμπέλου καὶ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτῆς, ὅτι ἡ συνομολόγησις συμβάσεως μετὰ τῆς Ρωσσίας, ἰδίως ἀπό τινων ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου σημαντικῶς ηὔξησεν ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ προϊόντος ἡμῶν ἐν τῇ μεγάλῃ Ρωσσικῇ ἀγορᾷ, σπουδαίως ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν γεωργικῶν καὶ τῶν ἐμπορικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ οὕτω συντελουμένη ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ρωσσίας, ὡς ἡ Κυβέρνησις ἐπεδίωκεν αὐτὴν, πολὺ ἀπέχει βεβαίως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ὁ λαὸς καὶ ἐν γένει οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς σταφίδος. Ὁ λαὸς, ὁ καλλιεργῶν τὴν σταφίδα, καὶ οἱ ἐμπορευόμενοι αὐτὴν, ζητοῦντες σύμβασιν μετὰ τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ἐννοοῦσι σύμβασιν ἐξασφαλίζουσαν ἀτέλειαν ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τῆς σταφίδος καὶ ἀτέλειαν ἐν οἱᾳδήποτε χρησιμοποιήσει αὐτῆς ἐν Ρωσσίᾳ, δὲν ἐννοοῦν ὅμως ἀτέλειαν μὲν ἐν τῇ εἰσαγωγῇ, ἀλλὰ ἐπιβάρυνσιν τῆς σταφίδος ἐν τῇ μεταποιήσει αὐτῆς εἰς βιομηχανικὰ προϊόντα, ὅτε δῶρον ἄδωρον θὰ ἐλαμβάνομεν παρὰ τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, καθ’ ἣν ἡμέραν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεκοίνου εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας ἐκείνας, δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ἴσως πέραν τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος, ἔσπευσεν εἰς ὑποχωρήσεις καὶ παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἐποιεῖτο πρὸς τὴν Ρωσσικὴν Κυβέρνησιν. Διότι, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προέβη μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε καὶ θυσίας μέχρις ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 217 χιλιάδων δραχμῶν νὰ κάμῃ.
§40ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). 817,000 μόνον.
§41ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω· μέχρις 817 χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τῶν ἐτησίων προσόδων τοῦ Κράτους ἀπετόλμησε νὰ θυσιάσῃ πρὸς συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ρωσσίας. Ἀλλ’ ἂν καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους συνωμολόγει τὴν σύμβασιν ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν, ἤθελε δωρήσει εἰς τὴν χώραν δῶρον ἐντελῶς ἄδωρον, καὶ οὐχὶ μόνον ἄδωρον, ἀλλὰ καὶ, ἐπὶ πλέον, ἐπιζήμιον καὶ τὰ μέγιστα ἐπιβλαβές. Διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἠθέλομεν ὑποστῆ ζημίας ἐκ τῶν ἐτησίων ἡμῶν προσόδων 817,000 δραχμῶν, ἀφ’ ἑτέρου οὐδεμίαν ὠφέλειαν ἠθέλομεν ἐπιτύχει διὰ συμβάσεως τοιαύτης, ὁποίαν προὐτίθετο νὰ συνομολογήσῃ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις. Ὁμιλῶν πρό τινων ἡμερῶν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ τὰς ἐντυπώσεις μου ἀρυόμενος ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἔλεγον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἦναι πλέον ἐπιφυλακτικὴ εἰς τὰς δηλώσεις καὶ τὰς παραχωρήσεις αὐτῆς, καὶ ὤφειλε νὰ ἦναι τοιαύτη, διότι ἔβλεπεν, ἢ τοὐλάχιστον ὤφειλε νὰ βλέπῃ, ἐκ ποίων προθέσεων ὡρμᾶτο ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις, προελθοῦσα εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν ἡμετέραν, διότι ἔβλεπεν, ὅτι ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἕνα κυρίως μέγιστον σκοπὸν ἐπεδίωκεν ἐν τῇ συνομολογήσει τῆς συμβάσεως, τὴν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τῶν ἐγχωρίων οἰνοπαραγωγῶν, χάριν τῶν ὁποίων οὐδόλως θὰ ἐδίσταζεν ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις,—ὅπως ἐδηλώθη τοῦτο εἰς τὴν ἡμετέραν—οὐδόλως, λέγω, θὰ ἐδίσταζε βαρὺν, βαρύτατον νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τῆς μεταποιήσεως τῆς σταφίδος ἡμῶν εἰς οἰνόπνευμα ἐν Ρωσσίᾳ. Καὶ ἐνῷ ταῦτα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις, οὐδόλως ἐδίστασεν, ἀλλὰ μετ’ ἐλαφρότητος, δύναμαι νὰ εἴπω, προβαίνουσα, ἔσπευσε νὰ ποιήσηται τὰς δηλώσεις αὐτῆς περὶ παραχωρήσεων συνεπαγομένων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ζημίαν 817 χιλιάδων δραχμῶν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, συνομολογουμένη ἡ σύμβασις ἡ ἐμπορικὴ μετὰ τῆς Ρωσσίας, οὐ μόνον κατ’ οὐδὲν θέλει ὠφελήσει τὴν καλλιέργειαν καὶ ἐμπορίαν τοῦ προϊόντος ἡμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον τὰ μέγιστα θέλει ζημιώσει τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἀντὶ δὲ, ὡς εἶπον, ἡ εἴδησις ἡ ἀγγελλομένη διὰ τοῦ σημερινοῦ τηλεγραφήματος νὰ μειώσῃ τὴν ἀξίαν τῶν ἐπιχειρημάτων μου, τοὐναντίον ἐπιῤῥωνύει αὐτά· διότι τί σημαίνει ἡ ἐπιβολὴ 400 δραχμῶν φόρου κατὰ χιλιάδα ἐπὶ τῆς εἰς τὴν Ρωσσίαν εἰσαγομένης σταφίδος; τί ἄλλο σημαίνει, εἰμὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἔπραττεν ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ ἂν ἦτο ἤδη συνωμολογημένη ἡ σύμβασις μετ’ αὐτῆς; τί ἄλλο σημαίνει, εἰμὴ τὴν ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ὁπωσδήποτε φορολογήσῃ τὸ ἡμέτερον προϊὸν, ἀπόφασιν περὶ τῆς ὁποίας ὠφείλαμεν νὰ ἤμεθα πεπεισμένοι, ἀφοῦ ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἐπεφυλάσσετο τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐσωτερικῆς καταναλώσεως; Διότι ἡ Ρωσσία δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος, ἂν ἦτο συνωμολογημένη ἡ σύμβασις, ἀλλὰ καὶ ἄλλην ὁδὸν ἠδύνατο νὰ τραπῇ, ὅπως βαρύτατα φορολογήσῃ τὸ προϊὸν ἡμῶν, ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον τοῦτον, ἴσως δὲ καὶ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον, ἐπὶ τῆς μεταποιήσεως τῆς σταφίδος εἰς βιομηχανικὰ προϊόντα. Καὶ ἀληθῶς μὲν δὲν ὑπέστημεν τὴν ζημίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑποστῆ τὸ Δημόσιον διὰ τῆς θυσίας 817,000 δραχ. ἐκ τῶν ἐτησίων προσόδων αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπέστημεν, Κύριοι, τὴν ζημίαν ταύτην, τοῦτο προφανῶς δὲν ὀφείλεται οὔτε εἰς τὴν μέριμναν καὶ τὴν πρόβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε εἰς τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι πρὸς τὴν Ρωσσικὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλεται δὲ εἰς τυχαῖα ὅλως περιστατικὰ, ἂν μὴ ὀφείληται εἰς γεγονότα, ἅτινα ὑπηνίχθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος, εἰς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐθρυλήθησαν ἐν τῇ χώρᾳ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ ὑπόθεσις εἶχε περιέλθει εἰς κρίσιμον σημεῖον καὶ ἐλέγετο, ἄλλοτε μὲν ὅτι ὑπογράφεται, ἄλλοτε δὲ ὅτι ματαιοῦται, καὶ ἄλλοτε ὅτι ἐματαιώθη ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ρωσσίας. Πολλαὶ ἐπεκράτησαν τότε διαδόσεις περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καί τινας τῶν διαδόσεων τούτων ἐπανέφερεν ἐνταῦθα ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος, δὲν θέλω δὲ ἐγὼ νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἄλλας ἀκόμη, αἵτινες καὶ τότε ἐκυκλοφόρουν καὶ ἤδη ἀκόμη νομίζω ὅτι ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσιν εἰς τὸ πνεῦμα πολλῶν ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ συμπέρασμα τῶν λόγων μου, Κύριοι, εἶναι, ὅτι εἶμαι ἠναγκασμένος, ἐναντίον πρὸς τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ἐντεῦθεν ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος καὶ φίλος μου, νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄκραν προσοχὴν ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν διαπραγματεύσεων, ἂν τυχὸν ἐξακολουθῶσιν ἤδη ἀκόμη διεξαγόμεναι τοιαῦται διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν Ρωσσικὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσω, λέγω, ἄκραν προσοχὴν καὶ ἐπιμέλειαν, ἵνα μὴ ἐκ τῆς μεγάλης σπουδῆς, τῆς ἄλλως τε δεδικαιολογημένης, προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς μέτρα συνεπαγόμενα οὐχὶ ὠφέλειαν ὑπὲρ τοῦ προϊόντος ἡμῶν, ἀλλὰ ζημίαν καὶ εἰς αὐτὸ καὶ εἰς τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἂς ἐννοήσῃ τέλος ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ λαὸς, δὲν εἶναι ἡ ἀτέλεια ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τῆς σταφίδος ἐν Ρωσσίᾳ, ὅταν καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον δύναται νὰ φορολογηθῇ αὕτη, ἀλλ’ ἡ συνομολόγησις συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Ρωσικὴ Κυβέρνησις θὰ ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ φορολογήσῃ τὸ πολύτιμον ἡμῶν προϊόν καὶ ἐν τῇ εἰσαγωγῇ καὶ, ὅπερ σπουδαιότατον, ἐν τῇ μεταποιήσει εἰς ἄλλα βιομηχανικὰ προϊόντα.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἦτο εὐχάριστον, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἡ σταφὶς ἦτο δυνατὸν νὰ σωθῇ, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς δι’ ἑαυτῆς. Ἂν τοῦτο ἦτο δυνατὸν, ἀφ’ ἧς ἡ κρίσις ἐπεκράτησε, θὰ εἶχεν ἐπιτευχθῆ, ἂν ὄχι νὰ σωθῇ, ἀλλὰ νὰ ποιήσηται βήματά τινα πρὸς βελτίωσιν. Ἐν τούτοις τὸ ἐναντίον παρατηροῦμεν, ὅτι κατ’ ἔτος δηλαδὴ εἰς οἰκτρότερον σημεῖον περιΐστανται τὰ τῆς σταφίδος. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ τόπος δὲν ἔχει τὰς δυνάμεις, ἂν καὶ ἔχει τὴν θέλησιν, οὔτε ὡς ἔμπορος, οὔτε ὡς παραγωγὸς, νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκεται. Ὅλοι θαυμάζομεν, ὅτι ἐπετέλεσε θαυμάσια ἡ σταφὶς ἐν Ἑλλάδι. Ἐγὼ οὐδὲν ἄπορον εἰς τοῦτο εὑρίσκω. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἰς ὅσα μέρη κατοικεῖ, πρόσφορα πρὸς παραγωγὴν σταφίδος, τὴν ἐπεξέτεινε μετὰ σπουδῆς καὶ δραστηριότητος εἰς μέγιστον βαθμὸν, διότι ἡ ζήτησις ηὔξησε τὰς τιμὰς, καὶ ἑπομένως τὸ κέρδος, περισσότερον ἢ οὐδεμία ἄλλη τῆς γῆς καλλιέργεια. Ὀρθῶς ἔπραξε νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐνδεχόμενα, διότι ἠδύναντο ταῦτα καὶ νὰ μὴ συμβῶσιν. Ἡ ἐργασία αὕτη ηὔξησεν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν παραγωγὴν, ὥστε ἅμα ἐν Γαλλίᾳ περιωρίσθη ἡ ζήτησις, παρέστημεν εἰς κρίσιν, καὶ ἐξ ἀνάγκης εἰς αὐτὴν ἀκόμη εὑρισκόμεθα. Εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν οὐχὶ μόνον διότι παράγομεν περισσότερα ἢ ὅσα ζητοῦνται, ἀλλὰ καὶ διότι στερούμεθα τῶν μέσων τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τῆς κρίσεως. Ὑπὸ ἔποψιν ἐμπορικὴν, ἀπέδειξε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅτι οὐδόλως εἶναι ἱκανὸν, ὅπως ταχέως ἀνοίξῃ νέας ἀγορὰς, ἢ τὰς ἐπεκτείνῃ. Βραδεῖα ἐνέργεια εἶναι ἀνωφελής. Ἑπομένως καὶ σήμερον οὐδὲν πρέπει νὰ περιμένωμεν, ὅπως ἐξέλθωμεν τῆς κρίσεως, ἥτις μαστίζει τὸ ἐμπόριον. Βεβαίως θέλει ἐπέλθει καλόν τι ἐκ τοῦ κακοῦ, δηλαδὴ μίαν ἡμέραν θὰ περιορισθῇ ἡ παραγωγὴ, καὶ ταύτης ἐρχομένης εἰς ἰσοῤῥοπίαν πρὸς τὴν ζήτησιν, ἡ σταφὶς θέλει ἀνακτήσει τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοτε εἶχεν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, πῶς νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ σωτηρία διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν κτημάτων, πῶς αὐτὴν τὴν ἔκτασιν, ἐν ᾗ καλλιεργοῦμεν σήμερον σταφίδα,—ἂν ὄχι καὶ περισσοτέραν—νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ καλλιεργῶμεν, ἀπολαμβάνοντες οὐχὶ μόνον ὅσα δαπανῶμεν, ἀλλὰ καὶ εὔλογόν τι κέρδος. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, ἐκ τῶν πρώτων ἀναγκῶν εἶναι ἡ εὕρεσις καὶ ἡ ἐπέκτασις τῆς καταναλώσεως τῶν γνωστῶν ἀγορῶν, ἡ εὕρεσις νέων καὶ ἡ διάδοσις τῆς καταναλώσεως ἐν αὐταῖς. Ἑπομένως ἡ συνομολόγησις συμβάσεως ἐμπορικῆς μετὰ τῆς Ρωσσίας εἶναι ἐκ τῶν πρώτων καὶ θεμελιωδεστάτων, οὐδὲν δὲ πρέπει νὰ παραλίπῃ ἡ Βουλή, ὅπως ἐνθαῤῥύνῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης συμβάσεως, συμφερούσης εἰς τὴν ἐν γένει ἐξαγωγὴν, ἰδίως δὲ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος ἡμῶν. Ὁμιλῶν πρό τινων ἡμερῶν ἐνταῦθα, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας εἶχε δώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, περὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ρωσσίας, προσεπάθησα νὰ ἐνθαῤῥύνω τὴν Κυβέρνησιν, συστήσας νὰ μὴ διστάσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν παραδοχὴν καὶ τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον ἡ Ρωσσία ἐζήτησε νὰ ἐπιφυλάξῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς, τοῦ ὅρου, ὅπως ἐπιβάλλῃ φόρον ἐσωτερικὸν ἐπὶ τῆς κατασκευῆς οἴνου, ἢ ἐπὶ τῆς ἀποστάξεως οἰνοπνευμάτων ἐκ σταφίδος. Ἐμεμψιμοίρησάν τινες, ὅτι τοιοῦτον ἐμπορικὸν καὶ διπλωματικὸν μυστικὸν ἀνακινῶ τὸ δημοσίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι δύναται νὰ παραβλάψῃ μεγάλα συμφέροντα ἐμπορικὰ τοῦ τόπου! Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἀπατώμεθα, πιστεύοντες ὅτι διὰ τῆς σιωπῆς, τῆς ἀποκρύψεως, ἢ ἄλλων μέσων τοιούτων, δυνάμεθα νὰ παρασύρωμεν ξένα Κράτη εἰς συνομολόγησιν συμβάσεων, αἵτινες δύνανται νὰ ζημιώσωσιν αὐτά. Ἂν τοιαύτη ἤθελεν εἶσθαι ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ρωσσίας, ἂν ἠθέλομεν ἐπιβάλει εἰς τὴν Ρωσσίαν νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐπὶ δεκαετίαν νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐσωτερικῶς τὴν σταφίδα τὴν μεταποιουμένην εἰς μέγα ποσὸν εἰς οἶνον ἢ εἰς οἰνόπνευμα, δὲν θὰ τὴν ἐπετυγχάνομεν. Καὶ διατί; ὄχι μόνον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους συχνὰ ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι ὑπάρχει παραγωγὴ ἐν Ρωσσίᾳ οἴνων ἐγχωρίων ἀξία λόγου, καὶ ταύτην θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Ρωσσία, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιζητεῖ τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ δικαιώματος τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι μέγιστα τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἐν Ρωσσίᾳ. Καὶ ἄλλοτε εἶπον, ποῖος εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου ἐν Ρωσσίᾳ. Ὑπερβαίνει τὸ ἓν φράγκον καὶ 20/00 κατ’ ὀκᾶν. Εἶναι 96 φρ. τὰς 78 ὀκάδας, ὥστε ἀναλογεῖ ἡ ὀκᾶ 1,20 εἰς χρυσόν. Ὅσος λοιπὸν οἶνος θὰ καταναλίσκηται ἐκ σταφίδος καὶ θ’ ἀντικαθιστᾷ τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον οἶνον, βεβαίως θὰ ζημιοῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς Ρωσσίας μίαν δραχμὴν καὶ 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ποῖον δὲ εἶναι ἀφ’ ἑτέρου τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ πραγματοποιῇ ὁ εἰσάγων σταφίδα ἐξ Ἑλλάδος καὶ μεταποιῶν αὐτὴν εἰς οἶνον; Ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι μία ὀκᾶ σταφίδος παράγει μόνον 2½ ὀκάδας οἴνου, διότι ἐν Ρωσσίᾳ ἐπιζητεῖται ἰσχυρότερος οἶνος, περιέχων δηλαδὴ περισσότερον οἰνόπνευμα ἢ ὁ ἐν Γαλλίᾳ, τότε, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι 40 λεπτὰ χρυσᾶ στοιχίζει ἐν Ρωσσίᾳ μία ὀκᾶ σταφίδος, αὕτη θὰ παραγάγῃ 2½ ὀκάδας οἴνου, τὸν ὁποῖον θὰ δύναται νὰ πωλῇ 1 φρ. καὶ 20/00, προσθέτων τὸ μέγιστον μέρος τοῦ φόρου εἰς τὰ 16 ἑκατοστὰ τοῦ φράγκου, ἢ καὶ 20/00, ὅσα στοιχίζει ἡ σταφὶς, ἐξ ἧς παρήχθη. Λοιπὸν θὰ δύναται νὰ πραγματοποιῇ ἐκ χιλίων ὀκάδων σταφίδος κέρδος 800 καὶ 1000 φράγκων. Τοῦτο ἐγίνετο ἄλλοτε ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ φορολογία ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σταφιδίτου οἴνου καὶ μετὰ ταῦτα οἱ ἀπαγορευτικοὶ σχεδὸν νόμοι καὶ ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τῆς σταφίδος ἐν Γαλλίᾳ, οἱ ὁποῖοι ἀπέκλεισαν ἐντελῶς τὰς ἀγορὰς τὰς Γαλλικάς. Λίαν πιθανὸν λοιπὸν εἶναι, μολονότι οὐδεὶς δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Πετιμεζᾶ τοιοῦτόν τι μᾶλλον ἐννοεῖ. Ἐπειδὴ, καθὰ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξέθηκε πρό τινων ἡμερῶν, ὑπέβαλεν ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐνδιαφερομένους, λόγῳ τῶν ἀμπέλων, τὸ ζήτημα ποία φορολογία εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς μεταποιουμένης εἰς οἶνον, καὶ οὕτως ἀπαλλαχθῇ πάσης εὐθύνης καὶ ἐπικρίσεως, ἐνδεχομένης λόγῳ τῆς συνομολογήσεως τῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἐμπορικῆς συμβάσεως, φαίνεται ὅτι ἔλαβεν αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ φόρον 400 δραχμῶν. Τοιοῦτος φόρος δὲν εἶναι πιθανὸν, ἀφοῦ μόνον περὶ προστασίας τῶν ἐντοπίων οἴνων ἢ προστασίας τοῦ Ρωσσικοῦ ταμείου πρόκειται, ὅτι θὰ ἐπιβληθῇ ἐν τοῖς τελωνείοις ὡς δασμὸς εἰσαγωγικός. Ἡ Ρωσσία ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐλευθέρως ἐπιτρέπει νὰ εἰσάγηται ἡ Ἑλληνικὴ σταφὶς εἰς τὸ Κράτος της ἀτελῶς, καὶ σήμερον ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ν’ ἀφήνῃ τὴν σταφίδα ἀπηλλαγμένην παντὸς φόρου εἰσαγωγῆς, μολονότι ἀπό τινος γίνεται εἰσαγωγὴ σπουδαίου ποσοῦ εἰς τὴν Ρωσσίαν, ὅπερ οἰνοποιεῖται. Τὴν βρῶσιν δὲν ἐννοεῖ νὰ τὴν περιορίσῃ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ φοβηθῇ τις, ὅτι τὸν φόρον αὐτὸν θὰ τὸν ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς, ἀλλὰ θὰ τὸν ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς μεταποιήσεως. Πιθανὸν ὅμως ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις, μὴ θέλουσα νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ διοίκησις ἀπὸ τὰς φροντίδας νὰ καταδιώκῃ τὴν σταφίδα τὴν μεταποιουμένην εἰς οἶνον, νὰ ἦναι διατεθειμένη, πρὸς πρόληψιν τῶν καταχρήσεων, ἀδιακρίτως νὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς. Δυνατὸν εἶναι νὰ ἐπεκράτησε τοιαύτη σκέψις εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, φοβουμένης τὸ ἐν Γαλλίᾳ. Τοῦτο δικαιολογεῖ, ὅπως σπεύσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν οὐ μόνον διασαφήσεις νὰ ζητήσῃ, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν ἄλλο τι, νὰ προσπαθήσῃ πρὸς αὐτὴν τὴν διεύθυνσιν νὰ τρέψῃ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δηλονότι θὰ ἐπιβληθῇ φόρος, ἢ τώρα ἢ βραδύτερον, εἴτε 400 φράγκων εἴτε ὀλιγώτερον, νὰ ἐπιβληθῇ ἐσωτερικὸς κατὰ τὴν μεταποίησιν αὐτῆς. Τοῦτο εἶναι εὐκολώτατον, διότι δὲν ἔχει παρὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις τὰ παραδείγματα τῆς Γαλλίας. Ἡ Γαλλία ἐπίσης οὐ μόνον ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἐπέβαλε βαρὺν φόρον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς μεταποιήσεως, τοῦτο δὲ εἶναι γνωστότατον, πῶς γίνεται σήμερον εἰς τὰ Κράτη τὰ εὐρωπαϊκὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐντελεστέραν διοίκησιν ἐμμέσων φόρων. Χρεοῦται ὁ εἰσάγων εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν εἰσάγεται ἡ σταφὶς, ἀπὸ τὰ τελωνεῖα μὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς δι’ αὐτῆς τὸν παρακολουθεῖ ἡ Διοίκησις, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀπαλλαγῇ, παρὰ ἂν δικαιολογήσῃ ὅτι τὴν σταφίδα τὴν κατηνάλωσεν ἄλλως ἢ εἰς μεταποίησιν εἰς οἶνον. Λοιπὸν καὶ ἐν Ρωσσίᾳ αὐτὸ θὰ γίνηται· εἶναι δὲ τοῦτο εὐκολώτερον, διότι ἐκ δύο ἢ τριῶν μερῶν μόνον εἰσάγεται ἐκεῖ ἡ σταφίς. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν συνομολόγησιν τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, ἂν ἄλλοι λόγοι δὲν κωλύουν, δεκτοῦ γινομένου παρ’ ἡμῶν τοῦ ὅρου, ὅτι ὀψέποτε ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἤθελε κρίνει ὅτι θὰ καταστῇ ἐπιζήμιος αὐτῇ ἡ οἰνοποίησις τῆς σταφίδος, θὰ ἐπιβάλῃ τὸν ἐσωτερικὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἐγκρίνει· διότι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἀφήσῃ ἀπροστάτευτον τὴν ἰδικήν της ἐντοπίαν παραγωγήν. Αὕτη ἐκεῖ εἶναι πολυδαπανωτάτη, διότι κατὰ τὸν χειμῶνα τὰ κλήματα πρέπει νὰ μένωσι κεκαλυμμένα ἀπὸ χῶμα, δὲν ἀποδίδουσι δ’ ὅσον ἀλλαχοῦ καρπόν. Εὔλογον λοιπὸν εἶναι νὰ ζητῶσι προστασίαν κατὰ παντὸς διαγωνισμοῦ ξένου καὶ οἱ Ρῶσσοι ἀμπελοκτήμονες, διότι αἱ ζημίαι εἶναι πολὺ μεγαλείτεραι ἢ ἀλλαχοῦ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν ἀξιοῦντες, ὅπως ἡ Ρωσσία ἐν τῇ συνομολογήσει τῆς συμβάσεως ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐπιβάλῃ ἐπὶ δεκαετίαν καὶ κατὰ τὴν μεταποίησιν φόρον, διότι θεωρῶ τοῦτο ἀπολύτως ἀδύνατον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι τοῦ ὅρου αὐτοῦ ἐγκαταλιμπανομένου, τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος πρὸς βρῶσιν, θὰ ἦναι μέγα, διότι πιθανώτατα μετὰ πολλὰς ἐνεργείας ὑπὲρ ἐπεκτάσεως τῆς καταναλώσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῇ αὕτη ἐν τῇ ἀχανεῖ ταύτῃ χώρᾳ, δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι αἱ θυσίαι, τὰς ὁποίας παρ’ ἡμῶν ἐζήτησεν ἡ Ρωσσία, τῶν 800,000 δραχμῶν δηλονότι, εἶναι ὑπερβολικαὶ, δὲν εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὴν παραχώρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ ἡμῶν ποιεῖται ἡ Ρωσσία, ἀφίνουσα ἀτελῆ τὴν σταφίδα, ὡς καὶ σήμερον, χωρὶς νὰ ζητηθῇ ἄλλο τι ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἢ μόνον ἐλαττώσεις τινὲς ἐπὶ τῶν σύκων καὶ τῶν ἐλαιῶν καὶ ἐλαίων. Ἡμεῖς ποιούμεθα πολὺ μεγαλειτέρας θυσίας, διότι καὶ ἐπὶ τῶν ζώων καὶ ἐπὶ τῆς ξυλείας καὶ ἐπὶ τοῦ χαβιαρίου ὑπεχωρήσαμεν σπουδαίως. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πλέον δικαιολογημένη ἡ θυσία, τὴν ὁποίαν ἐδεχόμεθα, ὅταν ἐλαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ ἐξησφαλίζομεν καὶ κατὰ παντὸς ἐσωτερικοῦ φόρου τὴν σταφίδα. Τοιαύτη ἐξασφάλισις, φαίνεται, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γείνῃ, διότι ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ τῇ ἐπιφυλαχθῇ τὸ δικαίωμα τῆς φορολογίας τοῦ σταφιδίτου οἴνου. Τοῦτο μεταβάλλει τὴν θέσιν τῶν ἀμοιβαίων παραχωρήσεων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, —καὶ τοῦτο οὐδεμίαν ζημίαν δύναται νὰ φέρῃ, ἀλλὰ μᾶλλον κέρδος,—ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, ἔστω καὶ μετὰ τοῦ ὅρου, ἐπιτυγχάνουσα μόνον ἐλάττωσιν τῶν πρὸς τὴν Ρωσσίαν παραχωρήσεων ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ὑπηρεσία πρὸς τὴν σταφίδα ἔσεται μεγίστη.
§43Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ματαία ἡ ἐλπὶς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος ἐν Ρωσσίᾳ, ἀλλὰ περὶ φόρου ἐσωτερικοῦ ἐπὶ τῆς μεταποιήσεως τῆς σταφίδος. Τὸ τηλεγράφημα διασαφηνίζει τὸ πρᾶγμα, διότι ἀναφέρει, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον συσταθεῖσα ἐν Ρωσσίᾳ, γνωματεύει νὰ τεθῇ φόρος κατὰ πούτιον, καὶ δὲν ἀφήνει, νομίζω, καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι περὶ τῆς εἰσαγωγῆς πρόκειται. Λοιπὸν περὶ φόρου εἰσαγωγῆς πρόκειται, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσα νὰ προκαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐννοήσῃ τὸ μέγεθος τοῦ κινδύνου, καὶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀποσοβήσεως αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἂν ἡ Κυβέρνησις πρέπῃ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, δύναται ἕκαστος νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην του. Ἠκούσατε ποῦ βασίζει τὴν ἑαυτοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μερλόπουλος, εἰς τὸ ὅτι ἡ σταφὶς ἐν Ρωσσίᾳ κατὰ τὸ πλεῖστον καταναλίσκεται εἰς τὴν βιομηχανίαν τῆς οἰνοποιΐας καὶ οἰνοπνευματοποιΐας, καὶ ὅτι τὰ ἀντισταθμίσματα, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, εἶναι πολὺ βαρέα, ἀπέναντι τῆς ὠφελείας, τῆς ἐκ τῆς ἀτελείας τῆς εἰσαγωγῆς τῆς πρὸς βρῶσιν εἰσαγομένης σταφίδος. Ταῦτα εἶναι ζητήματα σοβαρὰ, καὶ ἀπαιτοῦσι μελέτην. Ἀλλὰ νομίζω πρῶτον, ὅτι ὁ φόρος ὁ ἐσωτερικὸς, ὁ ἐπιβληθησόμενος ὡς πρὸς τὴν μεταποίησιν τῆς σταφίδος, δὲν δύναται νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἰδιωτικὴν ἐνέργειαν, καὶ νομίζω ὅτι ἀρκετὴ εἶναι ἡ ἐξήγησις αὕτη. Φρονῶ ὅτι σφάλλουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀποδεχθῇ τὰς προτάσεις τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ σταφὶς πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Ρωσσίαν, ἀδιάφορον τί θὰ γείνῃ εἰς τὸ ἐσωτερικόν· διότι, ὅταν ἡ εἰσαγωγὴ ἦναι ἐλευθέρα, τότε δυνάμεθα νὰ φροντίσωμεν διὰ τὴν διάδοσιν τῆς πρὸς βρῶσιν καταναλώσεως. Ἀποκρούω, Κύριοι, τὰς ἀντιθέτους γνώμας, καὶ ἐπιμένω, ὅπως ἡ Κυβέρνησις σπεύσῃ νὰ ἀποδεχθῇ τέλος τὰς προτάσεις τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ ἃς θέσουν οἱονδήποτε φόρον ἐπὶ τῆς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ μεταποιήσεως.
§44ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ καθῆκον, προκειμένου περὶ τῆς συμβάσεως ταύτης, μὲ τὴν ὁποίαν συνδέονται τὰ ὕψιστα τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, νὰ μεριμνήσῃ καὶ νὰ ἐπιστήσῃ σπουδαίως τὴν προσοχήν της. Εἰς ἐμὲ θὰ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω ἐναντίαν γνώμην καὶ πρὸς τὸν προλαλήσαντα καὶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου. Οἱ συνάδελφοι εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σπεύσῃ δι’ οἱασδήποτε θυσίας νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, ἔστω καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ Ρωσσία εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλῃ ἢ μὴ φόρον ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς βιομηχανίας διὰ τὴν μεταποίησιν τῆς σταφίδος εἰς οἰνοποιΐαν ἢ οἰνοπνευματοποιΐαν. Ἡ παραδοχὴ τοιαύτης γνώμης οὐδόλως θέλει συμβάλει εἰς πραγματικὸν ὄφελος. Ἀφοῦ τυγχάνει γνωστὸν, ὅτι ὁ εἰσαγόμενος εἰς Ρωσσίαν σταφιδόκαρπος καταναλίσκεται κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα εἰς τὴν οἰνοποιΐαν καὶ οἰνοπνευματοποιΐαν, φρονῶ ὅτι εἶναι ἐκτὸς πάσης συζητήσεως τὸ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, τοῦ νὰ ἀφεθῇ ἡ Ρωσσία ἐλευθέρα εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλῃ ἢ μὴ φόρον ἐπὶ τῆς μεταποιήσεως τῆς σταφίδος εἰς οἶνον ἢ οἰνόπνευμα. Ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, φρονῶ, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, ὑπῆρξεν ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ, ἔπρεπε βεβαίως νὰ μὴ ὑποκύψῃ ἀμέσως εἰς τὴν θέλησιν τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ὑποστῇ τὴν θυσίαν, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε καὶ ἂν ὑφίστατο, οὐδὲν ὄφελος ἤθελε προκύψει εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, διότι ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος μόνον πρὸς βρῶσιν ἐλάχιστα ὠφελήματα θέλει προσδώσει εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, καὶ ἀντὶ τῆς μεγάλης ὠφελείας, τὴν ὁποίαν ἤθελε παρέξει εἰς τὴν Ρωσσίαν, ἤθελεν ἐλάχιστα κέρδη προκτήσει. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν, οἵα ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ρωσσίας, τοῦ νὰ ἀφεθῇ αὕτη ἐλευθέρα νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς βιομηχανίας.
§45ΒΟΤΣΗΣ. Ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ, Κύριοι, ἐκ σταφιδοπαραγωγοῦ ἐπαρχίας καταγόμενον, νὰ ἐκφράσω ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὸν κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτήν· διότι, ἂν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη αὐτοῦ, οὐδεμίαν σχεδὸν θὰ ἔχωμεν ὠφέλειαν, ἀφοῦ ἡ σταφὶς, εἰσαγομένη εἰς Ρωσσίαν, δὲν χρησιμεύει πρὸς βρῶσιν, ἀλλὰ πρὸς ἀπόσταξιν. Ἀφοῦ διὰ τῆς συμβάσεως πρόκειται νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ ὅσον φόρον θέλῃ ἐπὶ τῆς οἰνοποιουμένης σταφίδος, τότε διατὶ νὰ ὑποστῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν ζημίαν ἑνὸς σχεδὸν ἑκατομμυρίου ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ τῶν ἐκ Ρωσσίας εἰσαγομένων, καὶ νὰ ἀναλάβῃ καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις καὶ ἰδίως τὰ τῆς ἀγορᾶς παρ’ αὐτῆς ἀποκλειστικῶς τοῦ πετρελαίου; Ἀποκρούω ὅμως αὐτὴν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ σταφὶς ἀείποτε εἰσήγετο εἰς Ρωσσίαν οὐχὶ πρὸς βρῶσιν, ἀλλὰ πρὸς οἰνοποιΐαν καὶ ἀπόσταξιν. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγουν, ὅτι εἰσάγεται πρὸς οἰνοποιΐαν ἢ ἀπόσταξιν ἡ σταφίς. Ἡ οἰνοποίησις καὶ σήμερον ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Ρωσσίαν, ἡ οἰνοποίησις δὲν ἐπιτρέπεται, παρὰ εἰς ὡρισμένα μέρη, ὅπου κατοικοῦσιν Ἑβραῖοι, χάριν τῶν Ἑβραίων. Κυρίως ἡ σταφὶς εἰσάγεται εἰς τὴν Ρωσσίαν πρὸς βρῶσιν· ἡ σταφὶς θὰ ἐξαπλωθῇ ἐν Ρωσσίᾳ διὰ τῆς καταναλώσεώς της πρὸς βρῶσιν. Δὲν ἔπρεπε, Κύριοι, ἐν τῇ Βουλῇ αὐτῇ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡ σταφὶς εἰσάγεται πρὸς οἰνοποιΐαν, καταδολιευομένων τοὺς ῥωσσικοὺς νόμους τῶν Ἑβραίων· διότι, ἂν ἦναι τοῦτο ἀληθὲς, ἡ Κυβέρνησις ἡ Ρωσσικὴ δὲν θὰ ὑπογράψῃ ποτὲ σύμβασιν, διότι θὰ ἐννοήσῃ ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ὅτι δὲν ὠφελεῖ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐμποδίσῃ ἐντελῶς τὴν εἰσαγωγὴν, διότι, ἂν εἰσάγηται ἡ σταφὶς πρὸς βρῶσιν, θὰ γίνηται χρῆσις αὐτῆς λαθρεμπορικῶς πρὸς οἰνοποιΐαν. Ἐνῷ δὲ τοῦτο βέβαιον καὶ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ σταφὶς εἰσάγεται κυρίως πρὸς βρῶσιν, ἐρχόμεθα, ἐναντίον τῆς ἀληθείας, νὰ λέγωμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα προφανῶς θὰ μᾶς βλάψωσι, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχωσιν ἄλλο ἀποτέλεσμα, παρὰ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν Ρωσσικὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν, τὴν ἀφήνουσαν ἐλευθέραν τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος. Ἡ γνώμη, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς Καλαμῶν ἐξέφρασεν, εἶναι γνώμη αὐτοῦ καὶ μόνου ἐξ ὅλων τῶν Βουλευτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν· διότι, καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἐμποδισθῇ ἡ κατασκευὴ οἴνου ἐκ σταφίδος, δὲν πρέπει νὰ μὴ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις. Αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι ἀπαιτοῦσι νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις, ἔστω καὶ ἂν ἀπαγορευθῇ ἡ χρῆσις τῆς σταφίδος πρὸς οἰνοποίησιν, ἢ ἀπόσταξιν. Δὲν περιμένουσιν αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι, παρὰ ἐκ τῆς διαδόσεως τῆς σταφίδος πρὸς βρῶσιν. Πρέπει λοιπὸν νὰ φροντίσητε νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις, διότι ἡ σταφὶς πάσχει ἀπὸ ἔλλειψιν κυβερνητικῆς προνοίας. Ὁμιλοῦσι περὶ ἐνεργειῶν πρὸς διάδοσιν τῆς σταφίδος, καὶ φρονοῦσιν ὅτι οὕτω θὰ σωθῇ τὸ προϊόν μας. Ἀλλὰ, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι δι’ ἑνὸς οὐκαζίου ἀπαγορεύεται αἴφνης ἡ εἰς Ρωσσίαν εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος, εἰς τί ἤθελον μᾶς ὠφελήσει αἱ ἐνέργειαι πρὸς διάδοσιν; Τί μᾶς ὠφέλησεν ἡ εἰσαγωγὴ ἡ διάδοσις εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀφοῦ μᾶς ἀπέκλεισαν διὰ βαρυτάτων ἐσωτερικῶν φόρων; Τί μᾶς ὠφέλησεν ἡ εἰσαγωγὴ εἰς ἄλλα μέρη, ὅταν δὲν λαμβάνωμεν πρόνοιαν, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν διάδοσιν αὐτῆς; Πρέπει λοιπὸν διὰ συνθηκῶν νὰ προστατεύσωμεν αὐτήν. Εἶναι τὸ μόνον προϊόν, τὸ ὁποῖον πανταχόθεν καταδιώκεται. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἐφορολογήθη βαρύτατα. Ἡ Ἀγγλία ὑπολείπεται μόνον. Πρέπει λοιπὸν μὲ πᾶσαν θυσίαν νὰ ὑπογράψωμεν σύμβασιν μετὰ τῆς Ρωσσίας, διότι, ἂν κλεισθῇ εἰς ἡμᾶς καὶ ἡ Ρωσσία, ἡ σταφὶς εἶναι κατεστραμμένη ἐντελῶς.
§46ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ πολλάκις ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τῆς τύχης τῶν διαπραγματεύσεων τῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρωσσίας, καὶ μετὰ πολλὰς ὑπεκφυγὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκεν ἐξηγήσεις, ἀπορῶ δὲ πῶς ἐπανῆλθε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡρισμένως ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι μικρὰ ἐλπὶς ὑπάρχει, καθόσον ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἀπετάθη πρὸς μίαν ἐπιτροπὴν ἀμπελοκτημόνων, ὅπως ἀποφανθῇ, καὶ ἐὰν αὕτη ἀποδεχθῇ νὰ γείνῃ ἡ σύμβασις, βεβαίως θέλει γείνῃ, ἄλλως ἀποτυγχάνει, ματαιουμένη. Ἔπρεπε πάντες, Κύριοι, ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡ σύμβασις ἀπέτυχε, διότι οὐδὲν ἄλλο θέλουσιν ἀποφανθῆ οἱ ἀμπελουργοὶ οὗτοι, εἰμὴ ὅπως ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἡ ὑπόθεσις λοιπὸν, ὅπως ἐξήγησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἔληξε, καὶ ἡ σύμβασις ἀπέτυχε, διότι μόνη ἐλπὶς, ὡς εἶπεν, ὑπάρχει ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῶν ἀμπελουργῶν τῆς Ρωσσίας. Οἱ ἀμπελουργοὶ ἔχουσι συμφέρον εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς οἰνοπαραγωγῆς αὐτῶν, καὶ συνεπῶς ἡ σύμβασις μεταξὺ Ρωσσίας καὶ Ἑλλάδος, ἡ ἀφορῶσα τὴν σταφίδα, τὰ σῦκα, ἔλαια καὶ λοιπὰ προϊόντα ἡμῶν, θεωρεῖται ἀποτυχοῦσα. Δύναται ὅμως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἦναι καιρὸς, νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως μείνῃ ἐλευθέρα δασμοῦ τοὐλάχιστον, ὡς μέχρι σήμερον, ὅτε βεβαίως θέλομεν ἔχει μίαν ἐλπίδα βελτιώσεως τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος διὰ τῆς μεταδόσεως εἰς τὴν Ρωσσίαν πρὸς βρῶσιν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν μεταποίησιν τῆς σταφίδος εἰς οἶνον καὶ οἰνόπνευμα ἐν Ρωσσίᾳ, ὅπως σᾶς εἶπον, ἐξηγήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτι οὐδεμίαν ἐλπίδα ἔχομεν, διότι ἡ σύμβασις ἀπέτυχεν. Εὔχομαι δὲ, ἵνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προλάβῃ διὰ πάσης θυσίας τὴν ἀποτυχίαν αὐτῆς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, διότι ἡ σταφὶς εἶναι τὸ μόνον προϊὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, διότι ἀπὸ αὐτὴν δύναται νὰ εἰσέλθῃ χρυσὸς περισσότερος ἢ ἀπὸ πᾶν ἄλλο προϊόν. Ἐγὼ πολλάκις ἐζήτησα, ὅπως προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν σύμβασιν, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ὁ Πρόεδρος αὐτῆς ἐβεβαίωσε διὰ τηλεγραφήματος αὐτοῦ τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις σταφιδοκτήμονας, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἐτελείωσε καὶ ὑπεγράφη· καὶ ἐδέχθη μάλιστα, ἐὰν ἐνθυμῆσθε, καὶ συγχαρητήρια ὁ τότε Πρωθυπουργός. Ἀπορῶ δὲ, πῶς σήμερον εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ὅλως ἀντιθέτων ἀποτελεσμάτων. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ τέως Πρωθυπουργὸς οὐδέποτε ἤθελε βεβαιώσει διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ ψευδῆ γεγονότα εἰς ὅλον τὸ κοινὸν καὶ εἰς ὅλα τὰ σταφιδοφόρα μέρη, ὅτι ἡ σύμβασις ἐτελείωσεν, ἐνῷ εἰσέτι δὲν εἶχεν ὑπογραφῆ. Ἔχων δὲ ὑπ’ ὄψιν μου τὴν διαβεβαίωσιν αὐτὴν τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ καὶ βλέπων ἐπὶ ὀκτάμηνον μὴ δημοσιευομένην τὴν σύμβασιν, ἐζήτησα τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ὅπως βεβαιωθῶσι τὰ σταφιδοφόρα μέρη, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐλπίς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁποῖα ἀνταλλάγματα προσέφερε καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ σύμβασις. Φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως εἶπεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἐλεύθερον, ἵνα ἐνεργήσῃ ὑπὲρ τῆς καταρτίσεως τῆς συμβάσεως· ἀμφιβάλλω ὅμως, ἐὰν θέλῃ τὸ κατορθώσει, διότι, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ ὅτι ἡ σύμβασις ἀπέτυχεν ἐντελῶς.
§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Γνωρίζων τὴν δικαίαν ὑπερευκισθησίαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχονται οἱ σταφιδοκτήμονες, καὶ τὴν ὁποίαν βεβαίως μεταδίδουσι καὶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, παρεχώρησα τὴν σειράν μου, διότι πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ ἄλλου θέματος. Ἀλλ’ ἔκ τινων λέξεων τινὸς τῶν προαγορευσάντων ἀναγκάζομαι νὰ προτάξω ὀλίγας λέξεις, σχετικὰς πρὸς τὸ θέμα. Ἐλέχθη, ὅτι μὲ πᾶσαν θυσίαν πρέπει νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις. Ναὶ, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, μὲ πᾶσαν λογικὴν θυσίαν, διότι ὑποθέτω, ὅτι οὔτε τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τῆς Βουλῆς ἡ πρόθεσις εἶναι νὰ ὑποστῶσιν αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι δυσανάλογα βάρη. Εὐτυχῶς ἤκουσα, — ἐὰν καλῶς ἐνόησα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅτε ἔδωκε τὰς πληροφορίας, — ὅτι ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν μείωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐλαιῶν καὶ τῶν σύκων, κλάδων παραγωγῆς ἱκανῶς σπουδαίων καὶ ἐχόντων ἀνάγκην ἐνισχύσεως. Γνωρίζετε ὅτι ἡ ἐλαία ἔχει πολλοὺς ἐχθρούς. Ὁ μεγαλείτερος ὅλων εἶναι ὁ Ἔδισσον· παλαίει κατὰ πολλῶν προσκομμάτων, ἔχει βαρυτάτην φορολογίαν. Δὲν διαφωνεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε αἱ Κυβερνήσεις εἶχον ἄλλας ἀρχὰς καὶ ἐπέβαλλον φόρον 40% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ...
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διαφωνῶ εἰς τὴν γνώμην σας.
§49Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι! εἶσθε ὑπὲρ τῆς μειώσεως. Φρονεῖτε ὅτι βαρέως φορολογεῖται τὸ προϊόν τοῦτο, καὶ πολλάκις ἐλάβετε τὸν λόγον, καὶ ἀνέμενον νὰ προέλθητε εἰς μέτρα πρακτικά.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐπρότεινα καὶ ἠλαττώθη ὁ φόρος.
§51Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα, κατὰ τὸ 1885... Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν μείωσιν, εἶναι δικαιότατον νὰ μὴ γείνῃ ἡ θυσία τῶν ἐλαιοφόρων ἐπαρχιῶν. Βεβαίως θὰ ληφθῇ πᾶσα πρόνοια ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐνδιαφερόμεθα καὶ οἱ μὴ ἔχοντες σταφίδα, — εἶναι περιττὸν νὰ τὸ εἴπω, — ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν τοιαύτην παραχώρησιν, παρακαλῶ θερμότατα τὴν Κυβέρνησιν νὰ προστατεύσῃ καὶ τὸ ἔλαιον καὶ τὰ σῦκα. Μετὰ ταῦτα, Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν 300 περίπου γεωργῶν καὶ κτηματιῶν τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ, οἱ ὁποῖοι μὲ παρεκάλεσαν νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζήτημα μεγάλως ἐνδιαφέρον αὐτοὺς, διότι ἀτυχῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐφάνη πλέον σκληρὰ καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν Τουρκικήν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ ἀδίκημα ἀνάγεται εἰς τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ γινόμενον.
§52ΔΑΛΛΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§53Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον. Εἶχον δὲ τὴν πρόνοιαν οἱ ἀναφερόμενοι νὰ τυπώσωσιν αὐτήν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, τὸ συνταγματικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου προβλέπει καὶ ὁ Κανονισμὸς, ἐγένετο νεκρὸν, θεωρῶ καλὸν νὰ γείνω διερμηνεὺς τοῦ εἰδικοῦ τούτου παραπόνου. Ἀλλὰ δὲν ὑποστηρίζω ἐγὼ μόνον τὴν ἀναφοράν· εἶχον τὴν καλωσύνην μετὰ τῆς αὐτῆς θερμότητος νὰ ἐνισχύσωσι καὶ ὑποστηρίξωσι τὰ παράπονα τῶν γεωργῶν καὶ κτηματιῶν Ἁλμυροῦ ἑπτὰ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἐξ Ἁλμυροῦ ἀντιπρόσωπος κ. Οἰκονομίδης, ὁ ἐξ Ἁγυιᾶς κ. Δάλλας, ὁ ἐκ Φαρσάλων κ. Στεριάδης, οἱ ἐκ Βόλου συνάδελφοι κ. κ. Σχινᾶς, Τοπάλης, Γιαννακόπουλος, Σταματιάδης καὶ ἐγώ. Πρὸς ἐνίσχυσιν δὲ τῆς ἀναφορᾶς ὑποβάλλω καὶ ἐπερώτησιν. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἐν τῇ αὐθαιρεσίᾳ της, εἰς ἀρχαιοτέραν πολὺ ἐποχὴν ἐνόμισε καλὸν νὰ λάβῃ αὐθαιρέτως τὸ δικαίωμα τῶν βοσκῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ. Ἐνῷ λοιπὸν ὑπῆρχον ἰδιοκτῆται τῶν γαιῶν, ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐνῳκίαζε τὰς βοσκὰς καὶ ἐλάμβανεν αὐτὴ τὸ δικαίωμα· ἀλλ’ ὅτε ἐγένοντο παράπονα σπουδαιότατα, ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ὅτε ἐξέδωκε τὸν νόμον περὶ γαιῶν, ὅστις κατεχωρήθη εἰς τὸ Δεστοὺρ, ἀνέγραψεν εἰδικὰ ἄρθρα, ἓν τῶν ὁποίων, τὸ ἄρθρον 11, λέγει, κατὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ Νικολοπούλου, ὅστις μετέφρασε τοὺς Ὀθωμανικοὺς κώδικας (ἀναγινώσκει): «Ὡς πρὸς τὸ βλαστάνον ἄγριον χόρτον, τὸ καλούμενον κελεμπὲ καὶ παραγόμενον ἐξ ἑνὸς τῶν διὰ ταπίου κατεχομένων χωραφίων, τὸ ὁποῖον ἀφίεται ἀκαλλιέργητον πρὸς ἀνάπαυσιν, ἀναλόγως τῆς ἐπιδεκτικότητος τῆς γῆς, μόνον ὁ κύριος τοῦ χωραφίου ἐξουσιάζει αὐτὸ καὶ δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὸ νὰ εἰσέρχωνται ἄλλοι καὶ νὰ φέρωσι καὶ βόσκωσι τὰ ζῶά των.» Ὁ νόμος εἶχε συνταχθῆ κατὰ τὸ 1858 καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν ἔτει 1872 καὶ ἐφηρμόσθη, περιωρίσθη δὲ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις μόνον εἰς τὰ λεγόμενα πουρναλίκια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἔκτασιν περισσοτέραν τῶν 30,000 στρεμμάτων περίπου. Συμφώνως πρὸς τὴν Ἑλληνοτουρκικὴν σύμβασιν, συνετάχθη πρωτόκολλον περὶ παραδόσεως τῶν ἐθνικῶν, οὕτως εἰπεῖν, κτημάτων. Εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν, τὸν ὁποῖον ἐδημοσίευσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὃν ἔχω ἐδῶ, ἀναφέρονται μόνον 76 ἐκτάσεις, 30,000 περίπου στρεμμάτων, τὰ λεγόμενα πουρναλίκια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει τὸ Δημόσιον ἀναμφισβήτητον δικαίωμα βοσκῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσι καὶ ταῦτα βεβαιοῦνται ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου, ὅπερ εἶναι ὁ τίτλος τοῦ δημοσίου ταμείου, τί νομίζετε ὅτι ἔπραξεν ὁ ὑπέρμετρος ζῆλος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου; Ἐπεξέτεινε τὸ δικαίωμα τῆς βοσκῆς ἐπὶ ὅλου τοῦ πεδίου τοῦ Ἁλμυροῦ, δηλαδὴ ἐπὶ ἐκτάσεως 120 χιλιάδων στρεμμάτων. Ἐνοεῖτε καλῶς τὰς συνεπείας. Τὸ πρώτιστον, ὅτι στερεῖ τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ δικαιώματος τῆς βοσκῆς, ὅσοι δὲν θέλουσι νὰ ἐνοικιάσωσι, στερεῖ αὐτοὺς τοῦ λιπάσματος τοῦ αὐτοφυοῦς χόρτου. Τὸ δεύτερον, ὅτι ὅσοι δὲν θέλουσι νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν βοσκὴν, ὑφίστανται τὰς συνεπείας τῆς καταπατήσεως τῶν ξένων κτηνῶν. Τὸ τρίτον δὲ, καὶ σπουδαιότερον, ὅτι κατὰ τὴν διακήρυξιν, τὴν ὁποίαν δημοσιεύει τὸ Δημόσιον, ἀπαγορεύει εἰς αὐτοὺς τὴν καλλιέργειαν. Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχήν του εἰς τοῦτο, ὅτι πράττει τι, τὸ ὁποῖον οὐδὲ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἔπραξεν, ὅτι, θέλει νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν καλλιέργειαν ἐπὶ τῶν ἰδιοκτήτων γαιῶν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τοῦ Ἀπριλίου. Μὲ κόπους, μὲ παρακλήσεις, μὲ μέσα, τρόπον τινά, δύνανται οἱ καλλιεργηταὶ νὰ ἀροτριῶσι τὰ κτήματά των κατὰ τὸν Φεβρουάριον, ἐνῷ ἐδικαιοῦντο καὶ ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου νὰ πράξωσι τοῦτο. Ἐννοεῖτε λοιπὸν πόσην σημασίαν ἔχει τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ μίαν ὁλόκληρον ἐπαρχίαν. Ἐὰν τὸ Δημόσιον ἔχῃ δικαιώματα, δὲν θὰ ἦμαι ἐγὼ ὁ κατάλληλος διερμηνεύς, ἵνα ζητήσω νὰ ληφθῶσιν ἀπὸ τὸ Δημόσιον καὶ νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ πράγματα ἦναι ὡς ἐγὼ τὰ παριστῶ καὶ ὡς ἀποδεικνύονται ἐκ τῆς συμβάσεως, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ πρωτόκολλον τοῦτο (δεικνύει αὐτὸ), νομίζω ὅτι πᾶσα ἀναβολὴ εἶναι ἀσπλαγχνία πράγματι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς γεωργοὺς καὶ κτηματίας, οἵτινες ὑφίστανται τοιουτοτρόπως μεγάλας ζημίας. Εἰκάζω μάλιστα, ὅτι εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι ἐνισχύει τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ τὰ λεγόμενα Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, θὰ παρέλειπε καθῆκον, ἐὰν μὴ ἐλάμβανεν ἓν μέτρον δίκαιον ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τούτου. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν οἱ κύριοι συνάδελφοι συνυπέγραψαν, καὶ μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω αὐτήν, διότι εἰς ἐμὲ εἶχε σταλῆ ἡ ἀναφορά. Ἡ ἐπερώτησις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐν τίνι δικαιώματι καὶ τίτλῳ αἱ ἀντιπροσωπεύουσαι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀρχαὶ ἀφῄρεσαν ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ νομεῖς τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ τὸ δικαίωμα τῆς βοσκῆς ἐπὶ ἑκατὸν εἴκοσι περίπου χιλιάδων στρεμμάτων γῆς, ὅπερ, μισθούμενον πρὸς ὄφελος αὐτοῦ, οὐσιωδῶς ζημιοῖ τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς γῆς, ἐνῷ καὶ κατὰ τὸν πίνακα τῶν κτήσεων τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ παράδοσις αὐτῶν, συμφώνως τῇ ἀπὸ 24 Μαΐου 1881 συμβάσει τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸ τῆς βοσκῆς δικαίωμα τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξετείνετο κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας μόνον ἐπὶ ἐκτάσεως τριάκοντα καὶ μιᾶς χιλιάδων στρεμμάτων γῆς; ἐν τίνι δικαιώματι παρημποδίσθη καὶ αὐτὴ ἡ καλλιέργεια τῶν γαιῶν, ἐφ’ ὧν οὔτε τὸ Ὀθωμανικὸν οὔτε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον διετύπωσέ ποτε ἀξιώσεις κυριότητος;» Δὲν δύναμαι νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα.
§54ΔΑΛΛΑΣ. Μετὰ τὴν σαφῆ, κύριε Πρόεδρε, καὶ εὔγλωττον εἰσήγησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐπερωτήσεως, θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲν ἐσκόπουν νὰ συστήσω θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον νὰ ὑποβάλῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον, ἀλλὰ νὰ λάβῃ καὶ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων αὕτη φρονεῖ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῶσιν ἀπὸ τῆς ἀδικίας ταύτης 1200 περίπου οἰκογένειαι, αἵτινες καταπιέζονται ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἔτυχε καὶ ἄλλοτε νὰ ζητήσω πληροφορίας ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐξ Ἁλμυροῦ βουλευτὴς, ὁ κ. Οἰκονομίδης, κατὰ τὸ 1891 κατώρθωσε νὰ πιέσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ τὸ Δημόσιον ἀσπλάγχνως φέρηται ἐναντίον τῶν ἐκεῖ περιοίκων, οἵτινες ἔχουσι δικαίωμα ἐπὶ τῶν λειβαδίων, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ἐνοικιάζει· ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐλθοῦσα ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ἐματαίωσεν. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι διὰ τῶν διοικητικῶν μέτρων δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν ἀποτέλεσμα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ συστήσω εἰς αὐτὸν θερμῶς, ἵνα μὴ ἀρκεσθῇ μόνον εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ νὰ λάβῃ συντόνως καὶ μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἦναι δυνατὸν ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ σωθῶσι 1200 οἰκογένειαι ἀπὸ τῆς προσγιγνομένης εἰς αὐτὰς ἀδικίας, ἕνεκα τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ Δημοσίου.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν τὸ Προεδρεῖον μοὶ διαβιβάσῃ τὴν ἔγγραφον ἐπερώτησίν σας, θέλω ἀσχοληθῆ περὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος.
§56Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μίαν παράκλησιν θὰ κάμω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι εἶναι πτωχοὶ γεωργοὶ, μὴ δυνάμενοι νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια. Διὰ τῶν ἐνεργειῶν του δὲ ἂς ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ καταφύγωσιν εἰς αὐτά.
§57ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, συμφώνως τῇ ἀποφάσει αὐτῆς, κατήρτισεν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κυρίων Παπαδιαμαντοπούλου, Παπαμιχαλοπούλου, Λάππα, Δρόσου καὶ ἐμοῦ, ἥτις νὰ σκεφθῇ καὶ καταρτίσῃ τὸ σῆμα τὸ ἀναγνωριστικὸν τῶν Βουλευτῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ συνελθοῦσα κατήρτισε τοιοῦτον κανονιστικὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦ σχεδίου τούτου ζητοῦμεν τὴν προσθήκην ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, πρῶτον ἄρθρου 97, ἔχοντος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ κύριοι Βουλευταὶ θέλουσι φέρει σῆμα ἀναγνωρίσεως, ἀνηρτημένον ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς πλευρᾶς τοῦ ἱματίου δι’ ἐσωτερικῆς καρφίδος. «Τὸ σῆμα τοῦτο θ’ ἀποτελῆται ἐκ μεταλλίνης πλακὸς 0,μ·045. Ἡ ὕλη τοῦ μετάλλου ἔσται ὁ χαλκὸς, ἡ δὲ παράστασις Φοῖνιξ ἐκ τῆς τέφρας αὐτοῦ ἀναγεννώμενος, περιβαλλόμενος δὲ δι’ ἀκτίνων χρυσῶν ἐπὶ βάσεως κυανῆς ἐσμαλτωμένης, φερούσης τὴν ἐπιγραφὴν Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, χρυσοῖς ἀρχαϊκοῖς γράμμασι, καὶ περιστεφομένης διὰ κλάδων δάφνης.»
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἦναι ὑποχρεωτικόν;
§59ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὄχι. Ὅστις θέλει, θὰ τὸ φέρῃ. Τοῦτο γίνεται δι’ ἡμᾶς ἰδίως τοὺς νεωτέρους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴμεθα γνωστοί. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀφοῦ κατήρτισε τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἐνόμισε καθῆκόν της νὰ ζητήσῃ τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῷ Κανονισμῷ καὶ ἄλλου ἄρθρου, ὡς ἄρθρου 98, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ τῆς σφραγίδος τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων. Ἐζητήσαμεν τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ Κανονισμῷ ἄρθρου περὶ τῆς σφραγίδος τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον κατ’ ἔθιμον, ὑπάρχει μόνον ἡ σφραγὶς τῆς Βουλῆς. Ἡ σημερινὴ σφραγὶς φέρει γράμματα «Βουλὴ τῶν Ἀντιπροσώπων», ἵνα διακρίνηται ἀπὸ τὴν τότε ὑπάρχουσαν σφραγίδα τῆς Γερουσίας. Ἐθεωρήσαμεν ὀρθὸν νὰ μὴ φέρῃ τὰ γράμματα ταῦτα ἡ σφραγὶς, ἀλλὰ τὰς λέξεις «Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων», διότι ἐνταῦθα ἀντιπροσωπεύεται ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς, ὅστις παρακολουθεῖ τὰς ἐνεργείας τοῦ σώματος τούτου. Τὸ προτεινόμενον ἄρθρον 98 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἡ σφραγὶς τῆς Βουλῆς θέλει εἶσθαι στρογγύλη, διαμέτρου 0,μ·03, ἡ δὲ παράστασις ἐπίσης Φοῖνιξ ἐκ τῆς τέφρας ἀναγεννώμενος καὶ περιβαλλόμενος δι’ ἀκτίνων, εἰς τὴν βάσιν δὲ ἡ ἐπιγραφὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἀρχαϊκοῖς γράμμασι.»
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη μετὰ τῆς συνημμένης ἐκθέσεως θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 206–207).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βρύνενας τοῦ δήμου Πλατάνου τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ διὰ τηλεγραφήματός των πρὸς τὴν Βουλὴν συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1896. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 208).
§62Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§63ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἵνα καταθέσῃ πίνακα τῶν συνταξιούχων τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, μετὰ σημειώσεως τῶν λιμένων, ἐξ ὧν κατάγονται, διότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θέλω συζητήσει, καθόσον τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσσήνης οὐδένα ἔχει συνταξιοῦχον, ὡς καὶ πολλὰ ἄλλα λιμενικὰ ταμεῖα, καὶ ὅμως τὸ προχθὲς εἰσαχθὲν νομοσχέδιον, εἰς ὅλα τὰ λιμενικὰ ταῦτα ταμεῖα τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει φόρον.
§64Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅταν ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, συνώδευσα αὐτὸ διὰ πολλῶν πινάκων. Ἐσκέφθην δὲ νὰ φέρω καὶ τὸν πίνακα, ὃν ζητεῖτε, ὃν δὲ καὶ ἐγὼ νομίζω ἀναγκαῖον, καὶ ἐζήτησα παρὰ τῆς ὑπηρεσίας νὰ μοὶ παράσχῃ τὰς σημειώσεις ταύτας. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναί πως δύσκολον, καὶ θέλει ἀπαιτηθῆ χρόνος πολὺς πρὸς καταρτισμὸν τοῦ πίνακος. Ἐν τούτοις θέλω προσπαθήσει νὰ φέρω τὰς πληροφορίας, ἃς ζητεῖτε.
§65ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐκ Μεσσήνης ἐζήτησεν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν συνταξιούχων. Ἡ ὑποβολὴ τοιούτου πίνακος δὲν ἔχει κανένα λόγον, καθόσον πάντες, ὅσοι ἔλαβον σύνταξιν παρὰ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, εἶχον τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου, τοῦ διέποντος αὐτὸ, ἀπαιτουμένην ναυτικὴν ὑπηρεσίαν. Ζητεῖ ὅμως τὸν τοιοῦτον πίνακα, διότι, ὡς φαίνεται, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, λόγῳ ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῶσι δι’ ἐλαφρᾶς φορολογίας τὰ λιμενικὰ ταμεῖα. Ἀλλὰ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, ἀξιότιμε συνάδελφε, καταρτίζουσι τὰς περιουσίας των ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐκ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, δι’ ἧς καὶ μόνης μετακομίζονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὰ ἐμπορεύματα. Ἑπομένως, χάριν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, δίκαιον εἶναι δεχθῆτε, ὅπως ὑποστῶσι τὰ ταμεῖα ταῦτα τὴν προκειμένην φορολογίαν, ἥτις ἐπιβάλλεται πρὸς σωτηρίαν ἱδρύματος, ἐξ οὗ ἀποζῶσι χιλιάδες ἀνθρώπων, οἵτινες βεβαίως θὰ στερηθῶσι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ἐὰν δὲν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ πράγματι ἔχει ἱερὸν σκοπὸν, ἤτοι νὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ ταμείου, ἅτινα εὑρίσκονται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, ἐπελθοῦσαν οὐχὶ ἐκ κακῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας, ἢ ἐξ ἀπονομῆς συντάξεων μὴ νομίμων, ἀλλ’ ἐκ τῆς δυστυχῶς ἐπελθούσης πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, ἥτις τὰ μάλα ἐπέδρασεν ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ ἐπέδρασεν ἐπ’ αὐτοῦ, καθόσον ἡ τοῦτο διοικοῦσα ἐπιτροπὴ ἠναγκάσθη διὰ νόμου νὰ καταρτίσῃ ἅπασαν τὴν περιουσίαν του ἐξ ἐθνικῶν χρεωγράφων, καὶ νὰ μὴ δύναται, ὡς εἰς τὸ παρελθὸν, νὰ ἐνεργῇ τοιαύτας ἐργασίας, ἐξ ὧν εἶχεν ὡρισμένα καὶ μεγάλα κέρδη. Λόγῳ δὲ τῆς ἐπελθούσης πτωχεύσεως τοῦ Κράτους ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῶν προσόδων του κατὰ 70%, αἱ δὲ δαπάναι καὶ αἱ συντάξεις ηὐξήθησαν ἤδη κατὰ πολὺ, καὶ ἐκ τούτου, ἵνα ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις του, ἔθεσε χεῖρα ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, ὅπερ προϊόντος τοῦ χρόνου, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ διατίθεται διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου, καὶ συνεπῶς θὰ ἐκλείψῃ, ἐκλιπόντος δὲ τοῦ ταμείου τούτου, θὰ ἐκλείψωσι καὶ αἱ ἐλπίδες τῶν ναυτιλλομένων, οἵτινες ἐπίστευον, ὅτι διὰ τὸ γῆράς των θὰ εἶχον μικράν τινα χρηματικὴν σύνταξιν, ἐξ ἧς θὰ ἀπέζων. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσήνης συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν του, ἰσοδυναμοῦσαν μὲ ἀναβολὴν τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου, ὅπερ, ὡς εἶπον, ἀποβλέπει εἰς τὴν περίθαλψιν τῶν ὑπὸ τοῦ γήρατος μὴ δυναμένων νὰ ἐργάζωνται ναυτῶν.
§66ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν προσαγωγὴν τοῦ πίνακος.
§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσίν μου, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ναυτικῶν, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ᾼΡΟϚʹ νόμου τῆς 13 Ἀπριλίου 1884 περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ συσταθέντος σώματος μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.»
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 209).
§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω καὶ ἀναφορὰν τοῦ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαιοῦ Στρατῶνος κρατουμένου καταδίκου Γεωργίου Μπακάκου, ἐξαιτουμένου βασιλικὴν χάριτα, διότι πάσχων ἀπὸ πολλοῦ διατρέχει κίνδυνον ζωῆς, καὶ συνιστῶ αὐτὴν εἰς τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§70ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς Ἀλκ. Δεληγιάννης ἐζήτησε πίνακα τῶν συνταξιούχων τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, καὶ ὁ βουλευτὴς Ψαρῶν κ. Κανάρης εἶπεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ προσαχθῇ τοιοῦτος. Ἀπορῶ πῶς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον δὲν κοινοποιεῖ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἔτος τὰ ὀνόματα τῶν μισθοδοτουμένων ἐκ τοῦ ταμείου τούτου, ὡς γίνεται διὰ τοὺς συνταξιούχους τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.
§71ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐὰν λάβητε τὰς ἐκθέσεις τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ναυτικῶν δήμων, θέλετε πεισθῆ, ὅτι πᾶσαι αἱ συντάξεις ἀπενεμήθησαν κατὰ τὸν νόμον.
§72Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης δὲν ἐζήτησε τὸν πίνακα τοῦτον, ἵνα βεβαιωθῇ, ἂν αἱ συντάξεις ἀπενεμήθησαν καλῶς ἢ κακῶς, ἀλλὰ ἐξ ὅσων ἤκουσα προχθές, πρόκειται περὶ τῆς ἑξῆς ἀντιῤῥήσεως αὐτοῦ. Ὅτι δὲν πρέπει πάντα τὰ λιμενικὰ ταμεῖα νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν εἰσφορὰν τῶν 3%, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνα, ἅτινα ἔχουσιν ἐργάτας θαλάσσης. Διὰ τοῦτο ζητεῖ τὴν προσαγωγὴν τοῦ πίνακος τῶν συνταξιούχων, ἵνα ἴδῃ, ἂν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὐτοῦ, καθ’ ὑπόθεσιν, ὑπάρχωσι συνταξιοῦχοι τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, καὶ ἂν τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Νησίου ὀφείλῃ νὰ εἰσφέρῃ ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.
§73Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεσσήνης πλανᾶται· διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχουν σήμερον ἐργάται θαλάσσης εἰς τὸ Νησίον, θὰ ὑπάρχωσι μετ’ ὀλίγα ἔτη.
§74ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Σήμερον οὐδεὶς ὑπάρχει.
§75Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τότε κακῶς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιτρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἐκεῖ φορτηγίδες καὶ λεμβοῦχοι, διότι πάντα ταῦτα ὑπάγονται εἰς φορολογίαν.
§76ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχω πρόχειρον τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ναυτικῶν δήμων τοῦ Κράτους, ἔνθα ἀναγράφονται τὰ ποσὰ τὰ διατεθειμένα κατὰ λιμένας πρὸς τοὺς συνταξιούχους. Τὰ ποσὰ ταῦτα κατὰ δήμους ἔχουσιν οὕτω (ἀναγινώσκει):
| «Ἀθην. καὶ Πειραιῶς | δρ. | 250,000 | Μυκόνου | δρ. | 7,873 |
| Σπετσῶν | » | 67,733 | Ληξουρίου | » | 10,129 |
| Ὕδρας | » | 62,933 | Ἀργοστολίου | » | 22,793 |
| Γαλαξειδίου | » | 73,001 | Κερκύρας | » | 16,135 |
| Χελίου | » | 41,268 | Θήρας | » | 29,211 |
| Χαλκίδος | » | 17,652 | Πατρῶν | » | 6,008 |
| Ἄνδρου | δρ. | 31,497 | Καλαμῶν | δρ. | 6,000 |
| Σύρου | » | 44,328 | Αἰγίνης | » | 19,186 |
| Τήνου | » | 6,583 | Σκιάθου | » | 12,533 |
| Ζακύνθου | » | 3,066 | Σκοπέλου | » | 12,266 |
| Κυθήρων | » | 3,730 | Λευκάδος | » | 4,000 |
| Μήλου | » | 6,533 | Παξῶν | » | 4,266 |
| Βοιῶν | » | 6,562 | Κύμης | » | 14,101 |
| Μεσολογγίου | » | 10,000 | Πόρου | » | 40,874 |
| Ν. Μιζέλης | » | 7,110 | Ἰθάκης | » | 15,600 |
Ἐνταῦθα μόνον δὲν ἀναγράφεται ὁ λιμήν, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἕνεκα τοῦ λιμένος Νησίου πρέπει νὰ μὴ ληφθῇ προστατευτικὸν μέτρον διὰ τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον πληρόνει κατ’ ἔτος 500–600 χιλιάδας δρ. καὶ πλέον εἰς τοὺς ναυτικοὺς δήμους τοῦ Κράτους, καὶ εἶναι τὸ μόνον καθίδρυμα, τὸ ὁποῖον ἐνισχύει τὴν Ἑλληνικὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν. Ἄνευ τοῦ καθιδρύματος αὐτοῦ νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἡ ἐξησθενημένη ἤδη Ἑλληνικὴ ἐμπορικὴ ναυτιλία, καὶ ἰδίως ἡ ἱστιοφόρος, θὰ εἶχεν ἐντελῶς ἐκπέσει. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ναυτικὸς τόπος, ἑπομένως ἡ λύσις ζητημάτων, οἷον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἔπρεπε νὰ προσελκύσῃ πλειότερον παντὸς ἄλλου τὴν μέριμναν πάντων ἡμῶν, οἵτινες πολλὰ προσδοκῶμεν ἐκ τῆς ναυτιλίας καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ ἐν ὥρᾳ πολέμου.
§77Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Μεσσήνης, πόθεν ζωογονεῖται τὸ λιμενικὸν ταμεῖον τῆς Μεσσήνης; ἀπὸ τὰ πλοῖα βεβαίως.
§78ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸν λιμένα Μεσσήνης σπανίως εἰσέρχονται πλοῖα ἑλληνικά· μόνον πλοῖα ξένα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσέρχονται.
§79ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
§80ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν συμφέρον ἔχουσιν ἐκ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ συνεισφέρωσιν εἰς αὐτὸ, καὶ μάλιστα εἰς ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἄλλοι ἔφεραν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται. Κακῶς ζητεῖτε νὰ ἐνισχύσωσι τὸ ταμεῖον τοῦτο τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, ἅτινα τὰ χρήματα, ἅπερ εἰσπράττουσιν, ὀφείλουσι νὰ διαθέτωσι πρὸς κατασκευὴν λιμένων.
§81ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὰ λέγετε.
§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος διὰ τρίτην φορὰν νὰ ἐπαναφέρω τὸν λόγον ἐπὶ τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα μέχρι τοῦδε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν ἐν τοῖς δήμοις Ἀταλάντης, Δαφνησίων καὶ Λαρύμνης, οἵτινες αὐτόχρημα κατεστράφησαν ἐκ τοῦ σεισμοῦ. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὄχι τὴν πρώτην, τὴν δευτέραν τοὐλάχιστον φορὰν τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς θὰ ἐφρόντισε νὰ ἀποστείλῃ τὴν σύστασίν μου ταύτην εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις θὰ ἦναι βεβαίως ἤδη εἰς θέσιν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς ἡμᾶς, ἐὰν σκέπτηται νὰ λάβῃ μέτρον τι κατὰ τοῦ ἀτόπου τούτου.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἔλαβον τὸ κείμενον τῆς ἐπερωτήσεώς σας. Λέγετε ὅτι εἶναι κατακεχωρισμένη εἰς τὰ πρακτικὰ, ἀλλὰ ταῦτα δὲν μοὶ ἐδόθησαν, ἢ ἐὰν ἐστάλησαν, δὲν περιῆλθον εἰς χεῖράς μου. Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ δοθῇ τὸ κείμενον, ἵνα φροντίσω ἀμέσως.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλησαν.
§85ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, τὸν ὁποῖον ζητοῦσι νὰ εἰσπράξωσιν ἐξ οἰκοδομῶν ἀνατραπεισῶν ἐκ θεμελίων ὑπὸ σεισμῶν. Νομίζω ὅτι μεγαλειτέρα ἀδικία, μεγαλείτερος ἐμπαιγμὸς εἰς τὴν δυστυχίαν τῶν κατοίκων ἐκείνων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ.
§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντα ταῦτα ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἀκριβῆ, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχω μόνον αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω τὸ κείμενον, ἵνα ἐπιληφθῶ τῆς ὑποθέσεως.
§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἔκαμα παράπονον δι’ ὑμᾶς, ἀλλὰ διὰ τὸ γραφεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπερώτησιν ἀπευθυνθεῖσαν πρὸ τεσσάρων ἑβδομάδων δὲν ἀπέστειλε πρὸς ὑμᾶς.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ γραφεῖον τὴν μετεβίβασεν ἀμέσως, καὶ ἂν ὑπάρχῃ παράλειψις, θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ διὰ τὰς τοιαύτας πληροφορίας τὸ γραφεῖον νὰ μοὶ στέλλῃ τὰς ἐπερωτήσεις ἐν φακέλλῳ φέροντι τὴν ἐπιγραφήν μου, ὅπως ἐπιλαμβάνωμαι ταχέως αὐτῶν.
§90ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναφέρω τὸν λόγον ἐπὶ μιᾶς συστάσεως, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ἐποιησάμην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διατάξῃ νὰ δημοσιευθῶσιν οἱ πίνακες τῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, διότι ἄνευ αὐτῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ γνώμην περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι θὰ δώσῃ τὴν ἀναγκαίαν διαταγὴν, ὅπως μὴ ἀναβληθῇ ἐπὶ πλέον ἡ δημοσίευσις τῶν καταστάσεων τούτων, αἵτινες διεκόπησαν ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου, ἐνῷ αἱ προσωριναὶ καταστάσεις τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προϋπολογισμῶν, ἐδημοσιεύθησαν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου. Συγχρόνως θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ διατάξῃ νὰ δημοσιευθῇ ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου χρέους τὴν 31 Δεκεμβρίου 1895. Εἰς πάντας τοὺς προϋπολογισμούς, τοὺς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑποβληθέντας εἰς τὴν Βουλὴν, προσηρτᾶτο κατάστασις τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ λήξαντος ἔτους, ἐν μόνῳ τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 τοιαύτη δὲν προσηρτήθη, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ, ὥστε αὕτη νὰ δημοσιευθῇ καὶ προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι καὶ αὐτὴ θέλει χρησιμεύσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πλὴν ὅμως τούτου εἶμαι ὑπόχρεως καὶ ἑτέραν νὰ ποιήσωμαι ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Προσφάτως ἔλαβον γνῶσιν μιᾶς ἐγκυκλίου, τὴν ὁποίαν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐξέδοτο πρὸς τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους, ὅπως τακτοποιήσωσι τὰ ἡμιεξωφλημένα γραμμάτια παρακαταθηκῶν, τὰ παρὰ τοῖς ταμείοις ὑπάρχοντα, ἐκδίδοντες νέα γραμμάτια διὰ τὰ ὑπόλοιπα τῶν γραμματίων παρακαταθηκῶν, τῶν ὑφισταμένων ἐκκρεμῶν. Ἐζήτησα πληροφορίαν, διατὶ ἡ τακτοποίησις αὕτη δὲν εἶχε διαταχθῆ πρότερον, ἔμαθον δὲ, ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον παρέμειναν ἐκκρεμῆ τὰ τοιαῦτα γραμμάτια παρακαταθηκῶν, ἦτο διότι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶχε γνωμοδοτήσει, ὅτι καὶ αἱ παρακαταθῆκαι ὑποβάλλονται εἰς τὴν παραγραφὴν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ, καὶ ὅτι, ἐὰν τοιαύτη ἐγίνετο τακτοποίησις καὶ ἐξεδίδοντο νέα γραμμάτια, ἡ τυχὸν ὑπάρχουσα παραγραφὴ ἤθελε διακοπῆ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὅταν θὰ ἔχῃ τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, περὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν τοιαύτην εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον διαταγὴν, καὶ συνάμα νὰ προσκομίσῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον, τὸν περιέχοντα τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὡς καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ὑποστηριζόντων τὴν ἀντίθετον γνώμην, διότι εἶναι πρέπον τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λυθῇ ὁριστικῶς, ἐὰν δηλαδὴ ἡ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ παραγραφὴ ἐφαρμόζηται καὶ εἰς τὰς παρακαταθήκας ἢ ὄχι. Συνάμα δὲ, παρακαλῶ, νὰ διατάξῃ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον νὰ προσαγάγῃ πίνακα τῶν οὕτως ἀνανεωθέντων γραμματίων, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν τυχὸν ἀνενεώθησαν γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ὑπήγοντο εἰς τὸν νόμον τῆς παραγραφῆς. Ἔχω καὶ ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ τὰς διαβιβάσῃ ἐγκαίρως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ληφθῇ ἡ πρόνοια περὶ τῶν αἰτουμένων πληροφοριῶν.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Φαίνεται ὅτι δὲν εἶχον παντάπασι λησμονήσει τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰς προσωρινὰς καταστάσεις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν τοῦ 1895, διότι ἔδωσα ἔκτοτε ἀμέσως τὴν ἐντολὴν ταύτην πρὸς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, τοῦτο δὲ μοὶ ἔδωκε καὶ καταθέτω σήμερον τὰς προσωρινὰς καταστάσεις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1895 τῶν μηνῶν Σεπτεμβρίου, Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου, διότι τοῦ Δεκεμβρίου δὲν ἐπερατώθη ἀκόμη...
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως;
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα ... Προσέτι δὲν ἐλησμόνησα καὶ τὴν ἑτέραν ἐπιθυμίαν, ἵνα δώσω ὤθησιν, ὅπως συνταχθῇ καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ κατάστασις τῶν γενικῶν λογαριασμῶν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ ἐργασία αὕτη ἐτελείωσε, καὶ ἀπὸ τῆς χθὲς ἐστάλη εἰς τύπωσιν· ὥστε, ἐλπίζω τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην νὰ καταθέσω καὶ τοὺς πίνακας τούτους. Τὰς δὲ ἄλλας ἐπερωτήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, εὐθὺς ὡς τὰς λάβω, θέλω φροντίσει νὰ ἐκτελέσω ἀκριβῶς.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, ἥτις ὁπωσδήποτε δεικνύει πληρέστερον τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν;
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἤθελε κατορθωθῆ νὰ συγκεντρωθῶσιν αἱ πληροφορίαι πᾶσαι, ἡ δημοσίευσις βραχὺν χρόνον ἀπαιτεῖ· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἐὰν συνεκεντρώθησαν. Θέλω φροντίσει νὰ ἐπισπεύσω τὴν συγκέντρωσιν.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσι μικρά τινα ταμεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀργοπορίαν· τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐμποδίσῃ, ὅπως κατατεθῇ ἡ κατάστασις, σημειουμένων τῶν ταμείων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔφθασαν εἰσέτι αἱ πληροφορίαι. Τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν πληρεστέραν τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, τοὐλάχιστον διὰ τοὺς ἀμέσους φόρους. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ τοιαύτη κατάστασις, ἐὰν ἕνεκα ἐλλείψεως ταμείων τινῶν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ δημοσιευθῇ πλήρης.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Τράκας ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 ΑΧΚΕʹ νόμου περὶ τελῶν χαρτοσήμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 210). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς τακτικῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1896. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἐλέγχου τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ͵ΒΜΕʹ τῆς 27 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1892 περὶ ἐλέγχου τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος καταργεῖται.»
§99ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἀφήνεται ἐλευθέρα ἡ ἐξαγωγὴ καθ’ οἱανδήποτε ἐποχήν.
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 5,596 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1895. 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 70,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1895. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 6,054.94 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1895.)
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1895. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1895 ἔτους χορηγεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου Βʹ «Ὑλικὸν» ἄρθρον 4ον «Ὁπλισμὸς», ἐκ δραχμῶν ἑκατὸν ἑβδομήκοντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων δέκα ἕξ καὶ 18/00 (ἤτοι δραχ. 174,516.18).»
§103ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ τίνος πρόκειται;
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις.
§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, παρακαλῶ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, τίνα ὅπλα ἐπρομηθεύθησαν, ὥστε νὰ ζητηθῇ πίστωσις ποσοῦ ἀρκετὰ σημαντικοῦ.
§106Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἄπορον εἶναι τῇ ἀληθείᾳ, πῶς οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐλησμόνησαν τὰ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν νομοσχεδίων ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Δὲν πρόκειται περὶ ὅπλων, πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, ὅπερ ζητοῦμεν, οὗτινος δὲ δυνάμει ἐπρομηθεύθησαν ὑφ’ ἡμῶν τὰ εἴδη ἐκεῖνα, ἅτινα εἰσήχθησαν εἰς τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν, καὶ ὧν μνείαν ἐποιησάμην, εἰσηγούμενος τὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§107ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε τὰ εἴδη ταῦτα ἔχουσιν ἤδη προμηθευθῆ;
§108Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§109ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Φρονῶ ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρέπει νὰ καταθέσῃ κατάλογον, ἵνα ἴδωμεν τί ἐπρομηθεύθη.
§110Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅτε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν νομοσχεδίων ἠγόρευον, ἐπέδειξα εἰς τὴν Βουλὴν τὸν πίνακα τοῦτον, ὃν κρατῶ εἰς χεῖρας, καί τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅταν ἄλλοι εἶπον νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἀντέταξαν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, καλὸν εἶναι νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἕκαστος δὲ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἂν θέλῃ, προσερχόμενος νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ τυπῶνται λεπτομέρειαι τοιαῦται.
§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κατατεθῇ μόνον.
§112Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν καταθέτω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν μεταξὺ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2.
§115ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ ποσὰ τῶν διὰ τὰς πόλεις, ἔνθα λειτουργοῦσιν ἀνταλλακτήρια ταχυδρομικὰ γραφεῖα, προωρισμένων ἢ ἐξ αὐτῶν προερχομένων ἐπιταγῶν κατατίθενται ἢ καταβάλλονται ὑπ’ αὐτῶν εἰς χρυσόν· ἐν τοῖς λοιποῖς δὲ γραφείοις, ἅτινα θέλουσιν ὁρισθῆ δι’ ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν μετὰ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, κατατίθενται μὲν ὑπὸ τῶν ἀποστολέων εἰς χρυσὸν, καταβάλλονται δὲ εἰς τοὺς δικαιούχους εἰς ἰσότιμον διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, τῆς ἀναγωγῆς γιγνομένης ὑπὸ τῆς Ταχυδρομικῆς Ὑποδιευθύνσεως Ἀθηνῶν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τῆς λήψεως τῶν ἐπιταγῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐν τῷ δελτίῳ τοῦ Χρηματιστηρίου κατωτάτης τιμῆς, χωρὶς νὰ ὑπολογίζωνται τὰ κλάσματα τοῦ λεπτοῦ.»
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἡ μετάφρασις τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συμβάσεως ἦναι ἀκριβὴς, ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀκριβὴς, νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συμβάσεως διότι τὸ ἄρθρον 5 τῆς συμβάσεως λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ τιμὴ τῆς μετατροπῆς εἰς νόμισμα τῆς χώρας τοῦ προορισμοῦ τῶν ὑπὸ τῶν καταθετῶν καταβληθέντων ποσῶν ὁρίζεται ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως τοῦ τόπου τῆς καταγωγῆς...» Τόπος καταγωγῆς τῶν ἐπιταγῶν τῶν ἐρχομένων ἐξ Ἀμερικῆς, ὅπως πληρωθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἡ Ἀμερικὴ, ἑπομένως κατὰ τὸ ἄρθρον 5 θὰ ὁρισθῇ τὸ νόμισμα τῆς χώρας, ἡ ἀξία τῶν ἀμερικανικῶν νομισμάτων, τῶν ἐκεῖ καταβαλλομένων, ἡ ἀξία αὐτῶν εἰς δραχμὰς, εἰς τὸ νόμισμα δηλ. τῆς Ἑλλάδος. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων δυσκολιῶν, τὰς ὁποίας θὰ παρουσιάσῃ ἡ μεταβολὴ αὕτη, καὶ τὰς ὁποίας ὁ ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον 11 τῆς συμβάσεως θέλει ἴδει, ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι ἐπιταγαὶ ἐρχόμεναι ἐξ Ἀμερικῆς θέλουσιν ἀναχθῆ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὄχι ἐν Ἀμερικῇ, διότι τὸ ἄρθρον 2 λέγει, ὅτι «κατατίθενται μὲν ὑπὸ τῶν ἀποστολέων εἰς χρυσὸν, καταβάλλονται δὲ εἰς τοὺς δικαιούχους εἰς ἰσότιμον διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, τῆς ἀναγωγῆς γινομένης ὑπὸ τῆς Ταχυδρομικῆς Ὑποδιευθύνσεως Ἀθηνῶν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τῆς λήψεως τῶν ἐπιταγῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐν τῷ δελτίῳ τοῦ Χρηματιστηρίου κατωτάτης τιμῆς, χωρὶς νὰ ὑπολογίζωνται τὰ κλάσματα τοῦ λεπτοῦ.» Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπιταγὴ, ἡ ὁποία ἔρχεται ἐξ Ἀμερικῆς καὶ ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἄρθρον 5 θὰ ἀναχθῇ εἰς τὸ νόμισμα τῆς Ἑλλάδος, νὰ λάβῃ νέαν ἀναγωγὴν εἰς τὸ νόμισμα τῆς χώρας, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, πῶς συμβιβάζει τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα;
§117ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἀναγωγὴ γίνεται εἰς τὸ νόμισμα τοῦ τόπου, διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὴν Ἀμερικὴν τὸ τρέχον νόμισμα δὲν εἶναι φράγκον, εἶναι δολλάριον· λοιπὸν ὁ λαμβάνων ἐπιταγὴν λαμβάνει ἐπιταγὴν εἰς δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι τὸ νόμισμα τοῦ τόπου ἐδῶ, ἀλλὰ εἰς δραχμὰς μεταλλικὰς, γιγνομένης τῆς ἀναγωγῆς ἐκεῖ ἐπὶ τῇ τιμῇ τοῦ δολλαρίου, πρὸς τὸ φράγκον τὸ χρυσοῦν. Ὅταν ἔλθῃ ἐδῶ ἡ ἐπιταγὴ, θὰ γίνηται ἀναγωγὴ τῶν δραχμῶν μεταλλικῶν εἰς χαρτίνας.
§118ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ, διότι τὸ νόμισμα τοῦ τόπου ἐν Ἑλλάδι εἶναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον σήμερον, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ μία ἐξήγησις πληρεστέρα, διότι βεβαίως ὁλόκληρος ἡ σύμβασις μεταξὺ τοῦ ἀντιπροσώπου τῶν ταχυδρομείων τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας καὶ τῆς Ἑλλάδος ἀναφέρεται εἰς τὸ νόμισμα τοῦ τόπου, τῆς Ἑλλάδος, νόμισμα δὲ τοῦ τόπου σήμερον δὲν εἶναι τὸ χρυσοῦν φράγκον, νόμισμα τοῦ τόπου εἶναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Βεβαίως αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ ἔννοια, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ἄλλη, καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν ἐπὶ Ἐξωτερικῶν, ὅστις μᾶς ἐφώτισεν, ὅτι εἰς τὴν Ἀμερικὴν κυκλοφοροῦσι δολλάρια καὶ οὐχὶ δραχμαί, καὶ ὅτι αὐτὰ μετατρέπονται εἰς φράγκα. Ἔχω ἀμυδράν τινα ἰδέαν καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ κυκλοφοροῦντος ἐκεῖ νομίσματος καὶ γνωρίζω ἐπίσης, ὅτι ἐν Ἑλλάδι κυκλοφοροῦσι τραπεζικὰ γραμμάτια. Πρέπει δὲ νὰ ἐξηγηθῇ ἡ ἔννοια, διότι πάντοτε γίνεται λόγος περὶ τοῦ νομίσματος τῆς χώρας, καὶ τὸ ἄρθρον 11 τῆς συμβάσεως λέγει καθαρῶς (ἀναγινώσκει): «... Ἡ μετατροπὴ αὕτη γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ πρὸς ἔκδοσιν συναλλαγματικῶν ὄψεως ἐκ τῆς πόλεως ταύτης ἐπὶ Παρισίων κατὰ τὴν τριμηνίαν, πρὸς ἣν σχετίζεται ὁ λογαριασμὸς, ἐὰν ὁ ἰσολογισμὸς ἦναι ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν τοὐναντίον οὗτος ἦναι ὑπὲρ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἡ μεγαλειτέρα πίστωσις μετατρέπεται εἰς φράγκα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως συναλλαγματικῶν ὄψεως ἐν Παρισίοις ἐπὶ τῆς Νέας Ὑόρκης κατὰ τὴν τριμηνίαν, πρὸς ἣν σχετίζεται ὁ λογαριασμός.» Ἡ λέξις φράγκα ἀναφέρεται εἰς μίαν περίπτωσιν μόνον, εἰς ὅλας δὲ τὰς ἄλλας ἀναφέρεται εἰς νόμισμα τῆς χώρας, νόμισμα δὲ τῆς χώρας ἐν Ἑλλάδι, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ διάφορον ἰδέαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ εἰς τὴν σύμβασιν δὲν δυνάμεθα νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν αὐτὸ, νομίζω ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρέπει νὰ γείνῃ κἄπως πληρεστέρα ἐξήγησις, ἵνα μὴ ἐπέρχηται ἡ σύγχυσις, ὅτι τὰ δολλάρια, τὰ ὁποῖα μεταβάλλονται ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ, ἢ ἐν ἄλλῃ πόλει τῆς Ἀμερικῆς, εἰς νόμισμα τῆς χώρας, δηλ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, πρόκειται πάλιν νὰ μεταβληθοῦν ἐνταῦθα. Νὰ γείνῃ ἐξήγησις, ὅτι τὰ δολλάρια θὰ μεταβάλλωνται εἰς φράγκα ἐν Ἀμερικῇ, τὰ φράγκα δὲ θὰ μεταβάλλωνται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐνταῦθα.
§119ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὸ σᾶς εἶπον.
§120ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ λέγει ἡ σύμβασις. Ἐγὼ θέλω νὰ συμβιβάσωμεν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν σήμερον, μὲ τὰς γενικὰς φράσεις τῆς συμβάσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ὡρισμέναι.
§121ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ σᾶς εἶπον, διότι δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ γίνωνται αἱ ἐπιταγαί, νὰ μετατρέπωνται δηλαδὴ εἰς χαρτονόμισμα, διότι ἐν Ἀμερικῇ δὲν γνωρίζουσι ποία εἶναι ἡ τιμὴ τοῦ χαρτονομίσματος κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐκδίδονται αἱ ἐπιταγαί. Δι’ αὐτὸ ὡς βάσις χρησιμεύει τὸ χρυσοῦν νόμισμα, τοῦ ὁποίου ἡ τιμὴ εἶναι γνωστὴ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ, καὶ ἐδῶ, ὅταν ἔρχηται ἡ ἐπιταγή, γίνεται ἡ μετατροπή. Τώρα, ἂν θέλητε νὰ προστεθῇ λέξις, ἡ ὁποία νὰ τὸ καθιστᾷ καθαρώτερον, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν.
§124ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περιττὸν, κύριε Πρόεδρε, νομίζω νὰ δηλώσω, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὑπῆρξα εἰσηγητὴς νομοσχεδίου περὶ συστάσεως γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ βουλευτικῇ περιόδῳ καὶ ἐν τῇ προηγουμένῃ συνόδῳ τῆς παρούσης βουλευτικῆς περιόδου. Μάλιστα τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, συνεζητήθη καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον καὶ κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς παρούσης περιόδου. Ἵνα μὴ ἐν ταῖς λεπτομερείαις προκαλέσω συζήτησιν, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις τινὰς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως μὴ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αἱ συζητήσεις προκαλέσωσι δαπάνην μείζονος χρόνου. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπαράλλακτον, ὅπως τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέν· μόνον δύο περιλαμβάνει διαφοράς. Ἀφῃρέθησαν ἐξ αὐτοῦ αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν παροχὴν ἐγγυήσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῶν ἑταιριῶν, αἵτινες ἤθελον ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἀφῃρέθη ἡ διάταξις ἡ περιορίζουσα τὴν παραχώρησιν πρὸς σύστασιν ἀποθηκῶν εἰς μόνας ἑταιρίας, παραχωρουμένου κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον τοῦ δικαιώματος πρὸς σύστασιν γενικῆς ἀποθήκης καὶ πρὸς ἰδιώτην καὶ πρὸς πάντα αἰτήσοντα καὶ συμμορφωθησόμενον πρὸς τὰς ἄλλας τοῦ νομοσχεδίου διατάξεις. Ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους, ἡ ἐγγύησις τοῦ τόκου ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, ἥτις ἤθελεν ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἐθεωρήθη ὑπ’ ἐμοῦ ἀναγκαία, ὅπως κατορθωθῇ ἡ σύστασις γενικῶν ἀποθηκῶν ἀξίων τοῦ ὀνόματος. Ὑπέλαβον πρὸς τούτοις, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν πρακτικώτερον τὸ ζήτημα τοῦτο μελετησάντων, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἄνευ ἐγγυήσεως—τοὐλάχιστον ἐν ἀρχῇ—νὰ συστηθῇ ἀποθήκη, τοὐλάχιστον ἐν ταῖς μεγαλοπόλεσι ταῖς ἐμπορικαῖς, δυναμένη νὰ παράσχῃ τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας εἶναι προωρισμένη νὰ παράσχῃ ἡ γενικὴ ἀποθήκη εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ τὸ εἰσαγωγικὸν καὶ τὸ ἐξαγωγικόν. Ἐπὶ παραδείγματι, ἂν πρόκειται ἐν Πάτραις νὰ συστηθῇ γενικὴ ἀποθήκη, προωρισμένη νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος καὶ τὸ εἰσαγωγικὸν ἐμπόριον, βεβαίως θὰ ἀπαιτηθῇ καταβολὴ κεφαλαίου ὑπὲρ τὰ 3,000,000. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ γινώσκῃ ὁ ἀναλαμβάνων τοιαύτην ἐπιχείρησιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἔστω καὶ μικρὸν τόκον ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα πρὸς τοῦτο θέλει καταβάλει. Ὡς ἐκ τούτου ἐνόμισα, ὅτι εἰς τὸ Κράτος εἶναι ἐπιβεβλημένον τὸ καθῆκον νὰ συντελέσῃ δι’ ἐγγυήσεως τόκου εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν. Ὅταν τοιαύτη τις ἐγγύησις ἀφαιρῆται ἐκ τοῦ νομοθετήματος τούτου, βεβαίως δὲν θέλομεν ἔχει ἀποθήκας, ἀξίας, ὡς εἶπον, τοῦ ὀνόματος· θέλομεν ἔχει πρὸ πάντων διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ συζητήσωμεν, τὴν μεταβολὴν τῶν ὑφισταμένων σήμερον σταφιδαποθηκῶν εἰς ἀποθήκας γενικὰς, ἐχούσας τὰ πλεονεκτήματα, δι’ ὧν περιβάλλει αὐτὰς ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν τοιαῦται ἀποθῆκαι ἦναι δυνατὸν νὰ προσφέρωσι τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς καὶ ἄλλαι πρὸ ἡμῶν ἐπικράτειαι προσεδόκησαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν. Πλὴν δὲ τούτου νομίζω, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι καὶ ἐκμεταλλευόμενοι τὰς γενικὰς ἀποθήκας δέον νὰ περιβάλλωνται διὰ πολλῶν προσόντων καὶ ἐγγυήσεων, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν αἱ ἐκδιδόμεναι ὑπ’ αὐτῶν ἀποδείξεις νὰ παρέχωσιν εἰς τὸν ἀναλαμβάνοντα τὰς ἀποδείξεις τῆς ἀποθηκεύσεως, εἴτε σταφιδοκτήμονα, εἴτε σταφιδέμπορον, εἴτε καὶ ἔμπορον ἁπλῶς, τὴν εὐκολίαν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν δύνηται νὰ συνομολογῇ εὐκόλως δάνεια εἴτε παρὰ Τραπεζῶν, εἴτε καὶ παρ’ ἄλλων κεφαλαιούχων. Ὅταν μόνον εἰς τὰς ὑπαρχούσας σταφιδαποθήκας χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, αἱ δὲ ἀποθῆκαι δὲν παρουσιάζωσιν ὅσα προσόντα ἤθελον παρουσιάζει οἱ συστήσοντες μεγάλας γενικὰς ἀποθήκας, ὅσα προσόντα ἤθελε παρουπιάζει ἑταιρία ἀναλαμβάνουσα τὴν σύστασιν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἦναι δυνατὸν τὰ ἐκδοθησόμενα ἐνεχυρόγραφα καὶ ἀποδείξεις ἀποθηκεύσεως νὰ παράσχωσι τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ τῆς σταφιδεμπορίας καὶ ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ζητοῦμεν ἐκ τοῦ νομοθετήματος τούτου. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, θέλω συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως, ἥτις ἐπιτρέπει εἰς τὸ Κράτος νὰ δώσῃ ἐγγύησιν τόκου ὑπὲρ τῶν συνιστώντων τὰς γενικὰς ἀποθήκας. Ἀπομένει εἰς αὐτὴν ἡ ἐλευθερία νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς περιστάσεις, ἐν τῷ μέσῳ τῶν ὁποίων ἤθελεν εὑρεθῆ, ὅταν ζητηθῇ ἡ σύστασις γενικῶν ἀποθηκῶν, καὶ νὰ χορηγήσῃ, ἂν ἦναι ἀνάγκη, τὴν ἐγγύησιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει διὰ τοῦ νόμου νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ δύναται νὰ παράσχῃ τὴν ἐγγύησιν, τοῦ τόκου, ἔστω καὶ ὅταν πρόκειται περὶ συστάσεως γενικῆς ἀποθήκης, τῆς ὁποίας ἡ ἀξία ἤθελεν ὑπερβαίνει ὡρισμένον ποσὸν, δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια. Νομίζω δὲ πρὸς τούτοις, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπέκτασις τοῦ δικαιώματος πρὸς σύστασιν γενικῆς ἀποθήκης πρὸς πάντα ἰδιώτην, ἐπὶ μόνῃ τῇ ἐγγυήσει τῶν 25,000 δρ., δὲν εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς παροχὴν τῶν ἐγγυήσεων, τῶν ὑπὸ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν ἀπαιτουμένων, καὶ νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον, ἂν περιωρίζετο ἡ παραχώρησις, ἔστω καὶ πρὸς ἰδιώτην, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἦναι ὑπόχρεως νὰ συνιστᾷ ἀνώνυμον ἑταιρίαν, διότι τὰ τῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας παρέχουσιν ἔτι μείζονα ἐγγύησιν, διότι τὰ βιβλία αὐτῆς ὑποβάλλονται εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον, ἐνῷ τῶν ἰδιωτῶν τὰ βιβλία δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦτον.
§125Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως εἶχε δίκαιον ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, νομίζων, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συστηθῶσι γενικαὶ ἀποθῆκαι ἐν Ἑλλάδι ἄνευ τῆς ἐλπίδος κέρδους τινὸς, καὶ ὅταν τὴν ἐλπίδα αὐτὴν δὲν τὴν ἐνισχύσῃ ἐγγύησίς τις τῆς Κυβερνήσεως· διότι καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι, αἱ ἀφορῶσαι ἐν γένει τὰ προϊόντα τὰ ἑλληνικὰ καὶ τὸ ἐμπόριον τὸ ἑλληνικὸν, δὲν θεωροῦνται ἀπολύτως ἀναγκαῖαι. Ἂν θεωρῶνται ἀναγκαῖαι αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι, καὶ ἂν πολλάκις τοῦτο ἐσυστήσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ σταφίς. Ἐκεῖθεν ἐγεννήθη ἡ ἰδέα τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἵνα οἱ σταφιδοκτήμονες εὑρίσκωσι τὸν τρόπον τῆς ἐνεχυριάσεως τοῦ σταφιδοκάρπου των καὶ λαμβάνωσιν ἀπέναντι τῆς ἀξίας αὐτοῦ ἓν μέρος. Ἂν ὅμως πρόκειται περὶ ἀποθηκῶν τῆς σταφίδος κατὰ τὸ σύστημα τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, νομίζω, ὅτι τοὐναντίον δύναται νὰ συμβῇ, δηλαδὴ, ὅτι ὠφέλειαν ἀσφαλῆ καὶ μεγάλην θέλει ἔχει ὁ συστήσων τὰς ἀποθήκας. Ὥστε ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐγγυήσεως. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν ὡς πρὸς τὰ ἐν γένει προϊόντα τοῦ Κράτους, ὡς πρὸς τὸ γενικὸν ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς θυσίας, χάριν τῆς συστάσεως τῶν ἀποθηκῶν αὐτῶν, διότι, ὡς εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου, δὲν θεωροῦνται αὗται ἀκόμη ἀναγκαῖαι. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἄλλοτε, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι, χρήσιμοι οὖσαι, βεβαίως θὰ δώσωσι κέρδη εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θέλει τὰς συστήσει, ἀλλ’ ἐνόμισα πάντοτε, ὅτι τὴν ὠφέλειαν ταύτην, τὴν ἐκ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, δὲν πρέπει νὰ τὴν δώσωμεν εἰς ἄτομα, ἀπονέμοντες μάλιστα, ἄνευ σπουδαίου λόγου, εἰς αὐτὰ τοιοῦτον προνόμιον. Φρονῶ ὅτι τὸ τοιοῦτον προνόμιον, ἂν σκεπτώμεθα νὰ λάβωμεν μέτρον τι γενικώτερον ὑπὲρ τῆς σταφίδος, νὰ συστήσωμεν δηλ. Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἢ Σταφιδικὸν Ταμεῖον, φρονῶ ὅτι τὸ τοιοῦτον προνόμιον πρέπει νὰ τὸ ἐπιφυλάξωμεν διὰ τὸ ἵδρυμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, —διότι δὲν ἀντιλέγω ὡς πρὸς τὴν γενικὴν αὐτοῦ χρησιμότητα— τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἄν ποτε συστηθῇ Τράπεζα Σταφιδικὴ, αὐτὴ μόνη νὰ ἔχῃ τὸ προνόμιον τῆς συστάσεως γενικῶν σταφιδαποθηκῶν, ἀποθηκῶν δηλ. εἰς τὰς ὁποίας μόνον νὰ δέχωνται σταφίδα πρὸς ἐναποθήκευσιν, ἢ πρὸς ἐνεχυρίασιν,—ὅπως θέλετε. Τοῦτο, Κύριοι, πρέπει νὰ γείνῃ, διότι νομίζω ἐπὶ τέλους, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ θέλει σκεφθῆ ὡρίμως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τοῦ σοβαροῦ, παραδεχομένη, ὅτι δὲν δύναται ὁ σταφιδικὸς κόσμος νὰ σταθῇ ἄνευ Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία θέλει χρησιμεύσει καὶ διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῆς διαδόσεως. Ἐπὶ τοῦ τοιούτου ζητήματος πάντες εἴμεθα σύμφωνοι. Εὐτυχῶς δὲ εἶδον, ὅτι καὶ ὁ Σύλλογος τῶν σταφιδοκτημόνων, τῶν ἐν Πάτραις, εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα καταλήγει ἐπὶ τέλους, εἰς τὸ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι τὸ συμφορώτερον μέτρον ὑπὲρ τῆς σταφίδος εἶναι ἡ σύστασις Τραπέζης. Νομίζω, ὅτι πάντες εἴδετε τὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀναφορὰς τοῦ Συλλόγου αὐτοῦ. Ἄν λοιπὸν πρόκειται νὰ ληφθῇ μίαν ἡμέραν φροντὶς περὶ ἱδρύσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης, δὲν πρέπει διὰ τοῦ ἥκιστα ἐπωφελοῦς τούτου μέτρου, τοῦ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, νὰ στερήσωμεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦδε ἑνὸς τῶν σπουδαιοτέρων πόρων αὐτῆς καὶ μιᾶς τῶν κυριωτέρων αὐτῆς ἐργασιῶν. Ἡ ἵδρυσις τῆς τοιαύτης Τραπέζης εἶναι ζήτημα, Κύριοι, ὀλίγου χρόνου, διότι ἡ ἀνάγκη κατέστη πλέον ἀναπόδραστος, ἐξέλιπον δὲ πλέον καὶ αἱ ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἱδρύσεώς της. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω περὶ τούτου, ὑπέδειξα τὸν τρόπον τῆς συστάσεώς της, καὶ φρονῶ,—κατὰ τὴν κρίσιν μου, διότι ἠμπορεῖ καὶ νὰ σφάλλω,— φρονῶ, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τῆς συστάσεως αὐτῆς τῆς Τραπέζης εἶναι εὐκολώτατος καὶ δύναται νὰ τελεσφορήσῃ, διότι πρόκειται, κατὰ τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν μου, νὰ συστηθῇ Τράπεζα ἀλληλοβοηθείας, οὕτως εἰπεῖν, τῶν σταφιδοκτημόνων, ἀνήκουσα εἰς αὐτοὺς καὶ συνιστωμένη διὰ εἰσφορῶν αὐτῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἰς τὴν τοιαύτην Τράπεζαν πρέπει νὰ χορηγήσωμεν καὶ τοῦτο τὸ προνόμιον, τοῦ νὰ συνιστᾷ αὐτὴ μόνη ἀποθήκας διὰ τὸν σταφιδόκαρπον. Τοιαύτην θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θέλει ἀποκρούσει τὴν ἐπωφελῆ τροπολογίαν ταύτην.
§126Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ θεσμὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν δὲν πρόκειται κατὰ πρῶτον νῦν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἔχει δὲ καὶ ἀνάγκην συνηγόρου, διότι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παρατηρήσῃ τις, εἶναι ὅτι πολὺ βραδέως ἐπιλαμβάνεται ἡ Βουλὴ αὐτοῦ. Ἐπεθύμουν νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλά, μεθ’ ὅλην τὴν βελτίωσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὸν τρόπον τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δὲν εἴχομεν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως παρασκευασθῶμεν διὰ τοιαῦτα νομοσχέδια, διότι δὲν ἐγνωρίζομεν, ἂν θὰ ἤρχετο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σήμερον εἰς συζήτησιν. Ἄν μοὶ δοθῇ εὐκαιρία κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐλπίζω ὅτι θέλω συμμετάσχει εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἐλπίζω νὰ προτείνω βελτιώσεις τινὰς, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεὶς, πιστεύω θὰ ὑπάρξῃ κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος. Μίαν ὅμως παρατήρησιν ὑποβάλλω καὶ ἀπὸ τοῦδε, ἀλλὰ πρὸ ταύτης δὲν γνωρίζω τίς συνέταξε τὸ νομοσχέδιον· γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ ὑποβάλῃ ἐπὶ ὁμοίου θέματος νομοσχέδιον, εἶναι ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, καὶ τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀξιεπαίνως φερομένην ὡς πρὸς τοῦτο, νὰ παρασκευάσῃ τὰ ὑπὸ συζήτησιν σχετικὰ νομοσχέδια. Ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως βλέπομεν, ὅτι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει τὰ τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Ἰταλικῆς ἰδίως νομοθεσίας. Δὲν γνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω, τίς συνέταξε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει ὁ πρῶτος γράψας μονογραφίαν ἐν Γαλλίᾳ περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν, δὲν ἐκλήθη νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Δαμασκηνὸς, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, εἶναι ὁ πρῶτος γράψας γαλλιστὶ μονογραφίαν περὶ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἡ ὁποία μετὰ πολλῶν ἐπαίνων μνημονεύεται εἰς τὸν Dalloz. Ὅθεν ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ παράσχῃ τὰ φῶτά του περισσότερον ἡμῶν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου. Φοβοῦμαι ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν τοὺς νεωτέρους νόμους, ἐξ ὧν πολλὰ ἠδύναντο νὰ ὠφεληθῶσι, διότι ἐκτὸς τῶν μνημονευομένων ἐν τῇ ἐκθέσει εἶναι καὶ ὁ Ρωσσικὸς, τῆς Φιλλανδίας, τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1892, πρὸ αὐτοῦ δὲ ὁ τῆς Αὐστρίας, τῆς 28 Ἀπριλίου 1889. Ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν παρασκευὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μίαν καὶ μόνον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω παρατήρησιν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, φοβούμενος μὴ τυχὸν ἡ τρίτη ἀνάγνωσις ἔλθῃ περὶ τὴν τρίτην ἢ τετάρτην ὥραν τῆς πρωΐας, ὅτε αἱ σωματικαί μας δυνάμεις θὰ μᾶς ἐγκαταλίπωσι, καὶ μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, διότι δὲν εἶμαι ἰσόπαλος σωματικῶς μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν...
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ....
§128Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ ἀπειλεῖ μὲ τοιοῦτον δυστύχημα, τοῦ νὰ μὴ λάβω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, λυποῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι εὐχόμεθα νὰ ἔλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν οἱ κύριοι Πρόεδροι τῶν Ὑπουργικῶν Συμβουλίων, θὰ ἦναι συμφέρον εἰς τὸ ἔθνος, νὰ ἔχωσιν ὀλιγωτέραν ὑγείαν, ἵνα δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ παρακολουθῶμεν τὰς συνεδριάσεις. Εὔχομαι μόνον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διατηρήσῃ τὴν ὑγείαν του (μειδιάματα). Κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ κύριον αἴτιον τῆς κακονομίας καὶ τῆς πολυνομίας εἶναι ἡ ὑπερβολικὴ ὑγεία τῶν κ. κ. Πρωθυπουργῶν, ἡ ὁποία καὶ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας πιέζει, καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀναγκάζῃ νὰ ἀμύνηται, ἐνασκοῦσα συνταγματικὸν δικαίωμα, διὰ τῆς κωλυσιεργίας, κατὰ τὸ δόγμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς τὸ ἀνέπτυξε πρό τινων ἡμερῶν...
§129Δ. Ε. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κακονομίας εἴπετε! τοὐναντίον καλονομίας, διότι ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῶν καλῶν νόμων εἷς Πρωθυπουργός.
§130Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν μοὶ φαίνεσθε πολὺ ἐνήμερος τῆς ἱστορίας τῆς τελευταίας δεκαπενταετίας. Ἀλλὰ σᾶς παρατηρῶ, ὅτι αὐτὴ ἡ διαφορὰ εἶναι μεταξὺ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας καὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Εἰς μὲν τὴν ἀπόλυτον μοναρχίαν νομοθετεῖ ὁ Βασιλεὺς διὰ τῶν Ὑπουργῶν, εἰς δὲ τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη νομοθετοῦσι τὰ νομοθετικὰ σώματα. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ὅμως, ὑφ’ ἃς ἡμεῖς νομοθετοῦμεν, πᾶς ἄλλος νομοθετεῖ ἢ τὸ νομοθετικὸν σῶμα· νομοθετεῖ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ Ὑπουργὸς, ἔστιν ὅτε ἢ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὁ γραμματεὺς, ὁ ὁποῖος χάριν διασκεδάσεως ἐνίοτε διατυποῖ ἓν νομοσχέδιον καὶ φέρει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν νομοθετοῦσιν οἱ Βουλευταί. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχητε ἀντίῤῥησιν, κύριε Καλογερόπουλε. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ διακόψητε. Καὶ ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. συναδέλφου, ὅστις μὲ διέκοψεν, ὡς ἐν παρενθέσει. Εὔχομαι δὲ εἰς τοὺς συναδέλφους νὰ ἔχωσιν ὑγείαν περίσσειαν, νὰ παρακάθηνται ἐνταῦθα, καὶ νὰ ἔχωσι τὰς δυνάμεις νὰ ἀναγινώσκωσι τοὐλάχιστον τοὺς τίτλους τῶν νομοσχεδίων, διότι οὕτω θὰ ἠμποροῦν, ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἑστίας των, νὰ ἀναφέρωσιν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐψήφισαν· ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ τὴν ἀδυναμίαν μου, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν πρόκλησιν. Τὴν δήλωσιν ταύτην ποιοῦμαι, ὅπως ἀπεκδυθῶ πάσης εὐθύνης, τὴν ὁποίαν τινὲς, τὸ πρῶτον εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ κατανοήσωσιν, ὅταν ἀποκτήσωσι περισσοτέραν πεῖραν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν κατ’ ἀνάγκην μακρὰν ταύτην παρέκβασιν, μίαν θεμελιώδη παρατήρησιν ὑποβάλλω εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, διότι νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ γεννηθῶσι μεγάλαι ζημίαι, κίνδυνοι, σκάνδαλα, ἂν μὴ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια νὰ μὴ ἐμπορεύωνται αἱ ἑταιρίαι τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἐναποταμιεύουσι. Τοιαῦται διατάξεις, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὑπάρχουσιν εἰς ἄλλον νόμον. Δὲν ἔχω τὴν τόλμην νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ἡ ὁποία νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἱστορίαν· ἁπλῶς μόνον λαμβάνω τὸ θάῤῥος νὰ καταδείξω. Νομίζω ὅτι κἄπου χωρεῖ νὰ τεθῇ τοιαύτη περίπου διάταξις: «Εἰς τοὺς λαβόντας ἄδειαν συστάσεως ἀποθηκῶν καὶ εἰς τὰ νομικὰ ταῦτα πρόσωπα ἀπαγορεύεται οἱαδήποτε κερδοσκοπία ἐπὶ τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον νὰ ἀποθηκεύσωσιν, ἐπὶ ποινῇ ἀνακλήσεως τῆς δοθείσης ἀδείας». Ἐννοεῖται ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου κατανοοῦσιν ἐπαρκῶς τὴν σπουδαιότητα τῆς παρατηρήσεως ταύτης, καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἐγὼ ἐκτελῶ τὸ καθῆκόν μου, ὑποβάλλων ταύτην, συμφωνῶ δὲ μετὰ τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος συναδέλφου περὶ ἀπαλείψεως τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συμφωνῶ ὡς πρὸς τὴν τροποποίησιν τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἑξῆς, ὅπερ ἀπαντᾷ καὶ εἰς ἄλλας νομοθεσίας περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, διὰ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν δύο τινὰ κυρίως νὰ πραγματοποιήσῃ, πρῶτον νὰ προμηθεύσῃ εἰς τὸ ἐμπόριον ἀποθήκας, παρεχούσας ἀσφάλειαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν φύλαξιν τοῦ ἐμπορεύματος καὶ τὴν ἐπιμέλειαν αὐτοῦ, προσφερούσας δὲ τίτλον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζεται ἡ κυριότης ἐπὶ τῶν κατατεθέντων ἐμπορευμάτων, δεύτερον νὰ προμηθεύσῃ τίτλους, ὅπως διευκολύνηται ἡ ἄνευ μετακινήσεως τοῦ πράγματος ἐκ τῆς ἀποθήκης μεταβίβασις αὐτοῦ καὶ χορήγησις χρημάτων ἐπὶ ἐνεχύρῳ. Τὴν δύναμιν ὅμως αὐτὴν ἀποδίδει τὸ νομοσχέδιον ὄχι μόνον εἰς Τραπέζας, ὄχι μόνον εἰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα ἰδιώτην, ἐπὶ τῇ φαντασιώδει ἀσφαλείᾳ ὅτι αὐτὸς θέλει κρατεῖ τὰ κεκανονισμένα βιβλία καὶ θὰ πληρόνῃ τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων ὡρισμένον ἀνώτερον φόρον τῆς οἰκείας κλάσεως. Νομίζω ὅτι, ὅταν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν του συνιστᾷν γενικὰς ἀποθήκας, καὶ δέχεσθαι ἐν τῇ ἀποθήκῃ ἐμπορεύματα, καὶ ἐκδίδειν τίτλους ὄχι μόνον ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ καὶ ἐνεχυριάσεως, μεταβιβαζομένους δι’ ἁπλῆς ὀπισθογραφήσεως ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα, καθιεροῖ ἓν δικαίωμα γενικοῦ συμφέροντος σπουδαιότατον, ὅπερ δύσκολον νὰ λειτουργήσῃ ἐπωφελῶς, μὲ τὴν ἐλευθερίαν, ἥν παρέχει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλαχοῦ μάλιστα ἐκρίθη ἀναγκαῖον, ὅπως, ὅπου τοιαῦται γενικαὶ ἀποθῆκαι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων συνιστῶνται, οἱ ἔχοντες αὐτὰς μὴ ἐπιτρέπηται νὰ χορηγῶσι δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ἐν ταῖς ἰδίαις ἀποθήκαις ἐμπορευμάτων· διότι, ἂν τοιοῦτον δικαίωμα ἀναγνωρισθῇ εἰς τὸν ἔχοντα γενικὴν ἀποθήκην, περιορίζεται ἡ ἐλευθερία τῶν ἀποθηκευόντων καὶ ὁ διαγωνισμὸς τῶν κεφαλαίων. Ἡ ἐλευθερία ἀφ’ ἑτέρου, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον εἴς τινας ἐπαρχίας, προκειμένου περὶ σταφίδος, θέλει ἐνισχύσει τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἀπέναντι τῶν σταφιδεμπόρων καὶ ἀγοραστῶν τῆς σταφίδος. Σήμερον, ὡς γνωρίζετε, οἱ παραγωγοὶ διατελοῦσιν εἰς πλείστας ἐπαρχίας ὑπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν δανειστῶν, τῶν χορηγησάντων δάνεια καλλιεργείας καὶ προκαταβολὰς, ἐπὶ ὑποθήκῃ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Μνημονεύω ἰδίως τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει σταφιδοπαραγωγὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ὀφείλει εἰς τοιούτους τοκιστάς. Σήμερον τί γίνεται; σήμερον ὅλη ἡ σταφὶς συγκεντροῦται εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ, ὑποβάλλονται δὲ οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ εἰς ὅλους τοὺς ὅρους, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τόκους καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμὴν, τοὺς ὁποίους ὁ δανειστὴς θέλει. Ἐκ τούτου ἡ ἀνώμαλος κοινωνικὴ κατάστασις, εἰς ἣν διατελεῖ ἡ ἐπαρχία ἐκείνη. Τὸ νομοσχέδιον δίδει τὸ δικαίωμα, ὅπως καὶ οἱ τοιοῦτοι δανεισταὶ κεφαλαιοῦχοι συνιστῶσι γενικὰς ἀποθήκας, εἰς τὰς ὁποίας θὰ δέχωνται τὴν σταφίδα, καὶ ἐπὶ τῇ ἐνεχυριάσει αὐτῆς θὰ δύνανται νὰ χορηγῶσι χρήματα, καὶ νὰ ἐκδίδωσι τίτλους, ἐνῷ σκοπὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν εἶναι, καὶ τοῦτο βεβαίως ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, ὅπως διευκολύνῃ εἰς τοὺς παραγωγοὺς τὴν εὕρεσιν εὐθηνῶν χρημάτων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἰδίως, καθ’ ἣν συνέλεξαν τὸν καρπὸν, καὶ μὴ πωλῶσιν ἀθρόαν τὴν σταφίδα καὶ οὕτως ὑποτιμῶσιν αὐτήν. Οὕτως εὑρίσκει ὁ σταφιδοπαραγωγὸς πρῶτόν τι ποσὸν χρημάτων, καὶ δύναται νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν πίεσιν τοῦ δανειστοῦ καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην, ἥτις πρὸ πάντων τὸν ὠθεῖ, νὰ σπεύσῃ νὰ πωλήσῃ τὴν σταφίδα του. Ἀπὸ τὸν συνήθη ἐπιτόπιον τοκιστὴν καὶ ἐπὶ βαρεῖ τόκῳ δανείζεται καὶ εἰς ὁριστικὴν πώλησιν ἀναγκάζεται νὰ προβῇ, ἐνῷ τὸν συμφέρει νὰ ἀναμείνῃ, κρατῶν ἀπώλητον τὴν σταφίδα του καὶ καιροφυλακτῶν τὰς τιμάς. Πωλοῦντες ἀπ’ ἀρχῆς εἰς τοὺς δανειστάς των τὸν καρπὸν αὐτῶν οἱ σταφιδοπαραγωγοί, συντελοῦσι βεβαίως εἰς τὴν ὑποτίμησιν αὐτοῦ. Αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι θὰ περιορίσουν τὰς ἀθρόας πωλήσεις κατὰ πολύ. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ συντελέσῃ, ὅπως εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς ἰδίως, τὰς πασχούσας ἐκ τῆς τοκογλυφίας καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, εἰσρεύσωσι κεφάλαια ἔξωθεν, τὰ ὁποῖα ἀρκοῦνται μὲ μικρότερον τόκον καὶ τὰ ὁποῖα θ’ ἀνακουφίσωσιν ὄχι μόνον τοὺς παραγωγοὺς ὀφειλέτας, ἀλλὰ καὶ τοὺς δανειστὰς, διότι ὅσον ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους δύναται νὰ ἐνεχυριάζῃ τις καὶ νὰ πωλῇ τὴν σταφίδα του, τόσον εἶναι πιθανώτερον ὅτι ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος θὰ ᾖναι μεγαλειτέρα, καὶ θὰ δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς δανειστάς του. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀποδιώκομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τὰ χρήματα ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς ἰδίως, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχει ἡ μεγαλειτέρα ἀνάγκη τῶν χρημάτων. Ὑπάρχει ἀνάγκη χρημάτων ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἠλείαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς Πάτρας· εἶναι δὲ ἐσφαλμένη ἡ ἰδέα, ὅτι ὑπάρχει δῆθεν ἀφθονία χρημάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ πλοῦτος, ὁ ὁποῖος μένει κεκρυμμένος, διότι δὲν ὑπάρχει πίστις. Φανταζόμεθα ὅτι πανταχοῦ ἔχομεν εἰς τὰς οἰκίας μας ἀργὰ χρήματα, ἢ ὅτι τὰ ἐξάγομεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐλλείψει ἀσφαλείας δῆθεν, καὶ θὰ τὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, ἢ θὰ τὰ ἐμπιστευθῶμεν, εὐθὺς ὡς ἀνορθωθῇ ἡ πίστις. Τοῦτο εἶναι ἐσφαλμένη γνώμη. Ὁ τόπος δὲν ἔχει κεφάλαια, καὶ δὲν ἔχει οὔτε φανερὰ οὔτε κεκρυμμένα κεφάλαια. Πρέπει λοιπὸν διὰ παντὸς μέσου νὰ προσελκύσωμεν ἔξωθεν κεφάλαια, ἂν θέλωμεν εὐθηνότερα κεφάλαια. Τότε καὶ τὰ ὀλίγα ἐντόπια κεφάλαια διὰ τοῦ διαγωνισμοῦ θὰ γείνουν εὐθηνά. Ποῖος ὅμως θὰ φέρῃ τὰ κεφάλαιά του εἰς Πύργον π. χ. διὰ νὰ διαγωνισθῇ πρὸς ὅλον αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν δανειστῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑποχειρίους ὅλους σχεδὸν τοὺς παραγωγοὺς καὶ θ’ ἀποσπάσουν, ἵνα ὑποβάλουν ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας, τοὺς ὁποίους αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτρέπουν; Λοιπὸν θὰ ἀποτύχῃ τὸ κυριώτερον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκουν αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι, νὰ εἰσαγάγουν δηλονότι χρήματα εἰς τὰς ἐπαρχίας τὰς σταφιδοφόρους. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλα ἀκόμη προϊόντα θ’ ἀποβῶσιν ὀλίγον ὠφέλιμοι. Διὰ νὰ εἰσαγάγωμεν ἔξωθεν κεφάλαια εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ ζωογονήσωμεν αὐτὰς, πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς τὰς γενικὰς ἀποθήκας ἀσφάλειαν καὶ στερεότητα, καὶ ταύτην δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἢ διὰ τοῦ μονοπωλίου. Ἀλλὰ τρέμομεν πρὸ τοῦ μονοπωλίου. Ἀγνοοῦμεν ὅμως, ὅτι καὶ μεγάλα ἐμπορικὰ Κράτη τὰς γενικὰς ἀποθήκας περιέβαλον διὰ μονοπωλιακῶν προνομίων, ὅπως τὰς καταστήσουν ἰσχυρὰς καὶ ἱκανὰς νὰ προσφέρουν ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσοτέρας καὶ εὐθηνοτέρας ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἡ Ἀγγλία, ἣν εἶδον ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐκθέσεως ἀναφέρει, ὡς τὸν τόπον τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας, οὐ μόνον δι’ ἀποκλειστικῶν προνομίων, ἅτινα χορηγεῖ ἐνίοτε, καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἵδρυσιν καὶ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ διὰ νόμων τοῦ Κοινοβουλίου, οὓς κατὰ τὴν πρώτην εἰσαγωγὴν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν ἐξέδωκε, κατέστησε μονοπώλια. Οὕτω ἐν Λονδίνῳ ἵδρυσαν ἑταιρίας παμμεγίστας, Docks, ἀποκλειστικὴν ἐχούσας ἐξουσίαν, ὅπως ἐκτελῶσιν αὐταὶ μόναι τὴν ἀποθήκευσιν τῶν ἐμπορευμάτων ἐντὸς τῶν ἀποθηκῶν. Ὑπάρχουσι πράξεις τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, αἱ ὁποῖαι παρέχουσιν ἐπὶ 21 ἔτη ἀποκλειστικὸν προνόμιον εἰς ἑταιρίας, ὅπως ἱδρύσουν Docks, δηλαδὴ γενικὰς ἀποθήκας ἐν τῷ Ταμέσει. Οὕτω αἱ τῶν Δυτικῶν Ἰνδιῶν ἱδρύθησαν τὸ 1799 διὰ τοιαύτης πράξεως τοῦ Κοινοβουλίου, διαρκείας 21 ἔτους. Τὸ 1800 δι’ ὁμοίου προνομίου παρεχωρήθη εἰς ἄλλην ἑταιρίαν δι’ οἶνον, καπνὸν, ὄρυζαν, brandy, ἐπιβληθεισῶν μάλιστα ποινῶν κατὰ τῶν φορτωνόντων καὶ ἐκφορτωνόντων ἐκτὸς αὐτοῦ. Καθ’ ὅμοιον τρόπον συνέστησαν βραδύτερον τὸ Docks τῶν Ἀνατολικῶν Ἰνδιῶν. Καὶ ὑπάρχουν μὲν ἐν Λονδίνῳ γενικαὶ ἀποθῆκαι καὶ ἄνευ μονοπωλίου, ἀλλ’ ἐν τῇ ἄλλῃ Ἀγγλίᾳ σχεδὸν πάντα τὰ Docks εἶναι διὰ μονοπωλίου. Παρήτησαν τὸ προνόμιον αὐτό τινες τῶν ἐν Λονδίνῳ γεν. ἀποθηκῶν, διότι εὕρισκον, ὅτι δὲν τοὺς ὠφελεῖ, καθόσον τοὺς ὑπέβαλλε καὶ εἰς ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ μόνον εἰς Λονδῖνον ὑπάρχουν πολλαὶ γενικαὶ ἀποθῆκαι, εἰς ὅλας τὰς ἄλλας πόλεις τῆς Ἀγγλίας δὲν ὑπάρχουν, παρὰ μία, καὶ εἶναι, ὡς εἶπον, μονοπώλιον. Διὰ τοῦτο βλέπετε κολοσσιαίας γενικὰς ἀποθήκας, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον δέχονται τὰ ἐμπορεύματα, ἀλλὰ καὶ παρέχουν ὅλας τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας τὸ ἐμπόριον ἀπαιτεῖ. Ἐκ τῶν 75 γενικῶν ἀποθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν σήμερον ἐν Ἀγγλίᾳ, μία εἶναι τοῦ Κράτους ἰδιοκτησία, τρεῖς ἀνήκουν εἰς δήμους, εἴκοσι καὶ ἑπτὰ ἀνήκουν εἰς τοπικὰς δημοσίας περιουσίας, 41 εἰς ἑταιρίας μετοχικὰς, καὶ μόνον τρεῖς εἰς ἰδιώτας. Τέλος ὁ νόμος τοῦ 1858 ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπαιτεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἵδρυσιν, καὶ τηρεῖ αὐτὰς ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησίν της. Πᾶν λοιπὸν ἄλλο ἢ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι αἱ γεν. ἀποθῆκαι συνιστῶνται ἐν ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ ἐν Ἀγγλίᾳ. Λοιπὸν, ἂν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ ἐμπορίου καὶ τὸ ἐμπόριον εἶναι θαυμάσιον, τρεῖς μόνον ἰδιῶται ὑπάρχουν, ἔχοντες γενικὰς ἀποθήκας, καὶ ταύτας ἐπὶ μονοπωλίῳ πιθανώτατα, ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτρέπομεν εἰς οἱονδήποτε, ὁ ὁποῖος ἔχει παλαιάν τινα ἀποθήκην, νὰ προκηρύξῃ, ὅτι ἐπειδὴ ἔχει βιβλία ἐμπορικὰ καὶ εἶναι κατατεταγμένος εἰς τὴν πρώτην τάξιν τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἀνοίγει ἀποθήκην καὶ προσκαλεῖ νὰ γίνωνται ἐν αὐτῇ καταθέσεις. Τίς θὰ θελήσῃ νὰ συναγωνισθῇ μετὰ τοιούτων, μεταβαίνων ἔξωθεν, ὅπου ὑποτίθεται ὅτι αἱ Τράπεζαι καὶ τὰ κεφάλαια ἠδύναντο νὰ ἱδρύσουν τοιαύτην ἑταιρίαν; Οὐδείς. Διότι διὰ νὰ κατατεθῶσι κεφάλαια, καὶ τὰ κεφάλαια αὐτὰ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἵδρυσιν ἀποθηκῶν, ἀποθηκῶν καταλλήλων διὰ τὴν σταφίδα, ἢ καὶ δι’ ἄλλα ἐμπορεύματα, εἰς συντήρησιν προσωπικοῦ πολυαρίθμου, καὶ μέσων ἄλλων καὶ εὐκολιῶν τοῦ ἐμπορίου, ἀπαιτοῦνται πράξεις καταθέσεως πολλαὶ καὶ βέβαιαι, ἵνα καλύπτωνται αἱ δαπάναι καὶ ἀσφαλισθῇ κέρδος τι. Ἀλλὰ εἰς μικρὸν καὶ περιωρισμένον κύκλον ἐμπορίου, διότι πολλοὶ ἐργάζονται καὶ διαγωνίζονται, οὐδεμία ὑπάρχει ἀσφάλεια, ἀλλὰ τοὐναντίον πολλοὶ οἱ κίνδυνοι, οἱ ἀποθαῤῥύνοντες τὰ κεφάλαια. Ἐν γένει μάλιστα σήμερον τὰ κέρδη τῶν γεν. ἀποθηκῶν παντοῦ εἶναι μικρά. Ὁ τηλέγραφος, τὰ μεγάλα ἀτμόπλοια, τὸ Σουὲζ, ἡ ταχύτης τῶν συγκοινωνιῶν ἠλάττωσαν τὰς ἐργασίας αὐτῶν. Ἂν ἡ σταφὶς παρουσιάζῃ κίνησίν τινα, μὴ φανταζώμεθα αὐτὴν πελωρίαν καὶ ἱκανὴν ν’ ἀπασχολῇ πολλούς. Ἐγὼ εὑρίσκω ἀτυχῆ τὴν ἰδέαν τῆς ἐλευθέρας ἱδρύσεως, καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἀποτύχῃ, ὡς ὀργανίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία καὶ νὰ μὴ μετέχῃ τὸ Κράτος δι’ ἐγγυήσεως. Ἀλλ’ ἂν δὲν θέλῃ τὸ Κράτος νὰ μετάσχῃ δι’ ἐγγυήσεως, ἂς περιβάλῃ διὰ προνομίου μονοπωλίου μίαν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία, ἰσχυρὰ τότε, ἤθελεν ἀποδυθῆ εἰς τὸ ἔργον καὶ ἤθελε συστήσει παντοῦ, ὅπου ἀνάγκη, τὰς ἀναλόγους καὶ καταλλήλους ἀποθήκας. Λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν, ἐπειδὴ ἠγέρθη τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐλευθέρας ἱδρύσεως γενικῶν ἀποθηκῶν, ἐκφράζω τὴν γνώμην ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὑποστηρίζων, ἵνα ἡ Κυβέρνησις δεχθῇ νὰ μεταβάλῃ τὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐπιδιώκουσα, εἴτε δι’ ἐγγυήσεως τόκου, εἴτε διὰ μονοπωλίου, τὴν συγκέντρωσιν κεφαλαίων πρὸς ἵδρυσιν ἐπὶ ὠφελιμωτέροις ὅροις γενικῶν ἀποθηκῶν. Μόνον οὕτω θὰ ἔχωμεν τοιαύτας καὶ ὠφελίμους εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἂν ὅμως ἤθελεν ἐπικρατήσει τὸ σύστημα τῆς ἐλευθέρας ἱδρύσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν παρὰ παντὸς ἰδιώτου, παρουσιάζοντος τάχα βιβλία ἐμπορικὰ, ἢ ἀπόδειξιν πληρωμῆς πρώτης κλάσεως φόρου ἐπιτηδεύματος, ἤθελον εὐχηθῆ καὶ ἐγὼ, ὡς ὁ προλαλήσας ἔντιμος ἐκ Βόλου Βουλευτής, ὅπως ἀπαγορευθῇ αὐτοῖς τὸ δικαίωμα νὰ χορηγῶσι δάνεια ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν κατατεθειμένων ἐμπορευμάτων καὶ προϊόντων καὶ ἐν γένει νὰ ἐκδίδωσι τίτλους, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβιβάζωνται ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα δι’ ὀπισθογραφήσεως. Πρό τινων ἐτῶν ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου δὲν ἐπικρατεῖ μάλιστα ἐλευθερία τοσαύτη, ὁποία ἡ ἐγκαινιζομένη ἤδη παρ’ ἡμῖν, ἐγένοντο πολλαὶ καταχρήσεις, κατηγγέλθησαν διαρπαγαὶ περιουσιῶν, καταχρήσεις, ἀντικαταστάσεις τῶν ἐμπορευμάτων, ἀπάται, διότι οὔτε ἔρευνα καὶ βάσανος προηγουμένη τῆς ἱδρύσεως, οὔτε ἔλεγχος μετὰ τὴν ἵδρυσιν καὶ ἐπιτήρησις ὑπῆρχε καμμία. Καὶ παρ’ ἡμῖν οὐδὲν τοιοῦτον ὑπάρχει. Ποῖος θὰ ἐξελέγχῃ; Μήπως τοὐλάχιστον τὸ Κράτος θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιτηρῇ, νὰ ἐπιβλέπῃ τὰς ἀποθήκας, νὰ βεβαιοῖ εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι τὰ εἰσαγόμενα καὶ ἐξαγόμενα, ἂν συμφωνῶσι μὲ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας θέτει ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδει; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα—διότι ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμητε σπουδαῖόν τι καὶ ἄξιον λόγου—νὰ δεχθῇ ὡς ἀσφάλειαν δανείων τίτλους ἐκδιδομένους παρ’ ἐμπόρων, εἰς ὧν τὰς ἀποθήκας καὶ τὴν πίστιν δὲν ἔχει πεποίθησιν; Σήμερον ἐν Γαλλίᾳ τί γίνεται; Τὰ ἐνεχυρόγραφα, οἱ τίτλοι δηλαδή, οἱ λεγόμενοι warrants, γίνονται δεκτοὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μὲ δύο ὑπογραφὰς μόνον, ἐνῷ ἐν τῇ Γαλλικῇ Τραπέζῃ, ὡς γνωστὸν, μόνον μὲ τρεῖς ὑπογραφὰς εἶναι δεκτὰ τὰ ἐμπορικὰ γραμμάτια. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1858, νομίζω, ὑπεχρέωσε τὴν Τράπεζαν, ἢ μᾶλλον ἡ Τράπεζα πρὸς εὐκολίαν τοῦ ἐμπορίου ἐζήτησεν, ὅπως τὸ ἐνεχυρόγραφον αὐτὸ τῶν γεν. ἀποθηκῶν ἀντικαθιστᾷ τὴν μίαν ἐκ τῶν ὑπογραφῶν, καὶ σήμερον τὸ χαρτοφυλάκιον τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης ἀποτελεῖται ὄχι μόνον ἐκ συναλλαγματικῶν καὶ γραμματίων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοιούτων ἐνεχυρογράφων, τὰ ὁποῖα εἴτε οἱ κύριοι τῶν κατατεθειμένων ἐμπορευμάτων παρουσιάζουν, εἴτε ὁ τραπεζίτης, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἐδάνεισεν ἐπ’ αὐτῶν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ συνηθέστερον, εἴτε εἷς τῶν διαδοχικῶν κομιστῶν, εἰς οὓς μετεβιβάσθη τὸ ἔγγραφον. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας προεξοφλούμενα, εἶναι συνήθως 90 ἡμερῶν, ἀνανεοῦνται ὅμως κατὰ τὴν λῆξιν. Ἡ Γαλλικὴ Τράπεζα δανείζει ἐπὶ τῶν 40–80% τῆς ἀξίας τῶν ἐμπορευμάτων. Εἶναι ἤδη δυνατὸν παρ’ ἡμῖν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία, ἂν ὄχι σήμερον, ἀλλ’ ἐλπὶς εἶναι μετά τινα χρόνον νὰ δύναται νὰ παρέχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς εἰς τὸ ἐμπόριον, κατὰ τὰ ἀλλαχοῦ γιγνόμενα, ἐπὶ ἀσφαλείᾳ τῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἐμπορευμάτων, εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τοιούτων ἀποθηκαρίων, οἵους παρασκευάζει τὸ νομοσχέδιον, τὰ ἐνεχυρόγραφα; Εἶναι δυνατὸν τραπεζίτης ἢ κεφαλαιοῦχος νὰ δανείσῃ χρήματα ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει, ἣν δίδει ἀποθήκη τις ἐκ τῶν πολλῶν, ἃς ἀπεκδέχεται τὸ νομοσχέδιον; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ὅταν ἄλλος παρὰ τὴν γενικὴν ἀποθήκην ἦναι ὁ δανείζων ἐπὶ ἐμπορευμάτων τῆς ἀποθήκης, προηγεῖται συνήθως ἐξέτασις αὐτῶν παρ’ ἐμπειροτεχνῶν, ἡ δὲ ἔκθεσις παραρτᾶται εἰς τὸν τίτλον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἦναι βεβαία ἀσφάλεια, ὅταν δὲν πρόκειται περὶ στερεοῦ ἱδρύματος, ὁποῖον εἶναι τὸ ἐπὶ μονοπωλίῳ καὶ διὰ μεγάλων κεφαλαίων ἱδρυθέν. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ βεβαιότης πάντοτε, ὅτι ὑπάρχει τὸ πρᾶγμα, ὅτι δὲν ἀφέθη νὰ βλαβῇ, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ, ἡ ἀποθήκη ὅμως δύναται νὰ ἀποζημιώσῃ. Τίς θὰ μεταβαίνῃ εἰς τὰς ἀποθήκας, ἃς πλάττει τὸ νομοσχέδιον, πρὸς βεβαίωσιν; Ἡ προασφάλεια αὕτη, ἡ βεβαιότης περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν λεγομένων ἐν τῷ δικαιογράφῳ, πρέπει νὰ πηγάζῃ ἐκ προκαταβολῆς, ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ γενικὴ ἀποθήκη. Ὅταν δὲν ἦναι ἓν μέγα κατάστημα, τὸ ὁποῖον λόγῳ κεφαλαίων, καὶ λόγῳ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ καὶ λόγῳ τῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας ἔχει μετὰ τῶν πιστωτικῶν Τραπεζῶν, ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἢ οἱαδήποτε ἄλλη Τράπεζα νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὰς βοηθείας. Ὅταν δὲ αἱ Τράπεζαι δὲν δέχωνται εἰς προεξόφλησιν τὰ δικαιόγραφα αὐτῶν, βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς, ὅστις εἶναι ὁ οὐσιωδέστερος, τὸ νὰ παρέχωσι πίστιν τὰ δικαιόγραφα ταῦτα εἰς τοὺς παραγωγοὺς καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον. Διότι ὁ ἔμπορος, ἐὰν δὲν δύναται, θέτων τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ, νὰ παρουσιάζῃ αὐτὰ εἰς μίαν Τράπεζαν καὶ νὰ λαμβάνῃ χρήματα, βεβαίως δὲν θὰ τὰ δέχηται. Καὶ εὐλόγως. Οὐδεὶς ἐν Ἑλλάδι ἔχει τόσα χρήματα, ὥστε ἄνευ τῆς βοηθείας Τραπέζης νὰ δύναται νὰ κυκλοφορῇ μεγάλα κεφάλαια ἔν τινι κλάδῳ ἐμπορίου. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν ἀποχωρίζομεν τὰ κεφάλαια καὶ τοὺς κεφαλαιούχους ἀπὸ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν. Ἱδρύοντες ταύτας, τὰς ἀπομονοῦμεν ἀπὸ τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, καὶ παρασκευάζομεν τὸν θάνατον αὐτῶν, ἂν ἤθελον τολμήσει νὰ ἱδρυθῶσι. Λοιπὸν τί πράττομεν; Τίποτε. Συνιστῶμεν ἀποθήκας, αἱ ὁποῖαι καὶ σήμερον ὑπάρχουσι, τῶν ὁποίων τὴν ἀνάγκην δὲν αἰσθάνεται τὸ ἐμπόριον, ἵνα καταθέτῃ τὰ ἐμπορεύματά του, ἢ τὴν σταφίδα των οἱ παραγωγοί. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἀφεθῇ ὡς ἔχει ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἀποτύχῃ. Ἀνάγκη ἑνὸς ἱδρύματος ἐπὶ μονοπωλίῳ. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 10′ μ. μ.).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§134Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πρὸς συμπλήρωσιν τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ὑπέβαλον, σχετικῶς πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὑποβάλλω καὶ σχέδιον νόμου περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ σώματος τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ὤθησαν πρὸς τοῦτο, εὑρίσκονται ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 211). Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν.
§136ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡμίλησαν πολλοὶ ῥήτορες, οἵτινες ἔφεραν πολλὰ ἐπιχειρήματα κατ’ αὐτοῦ. Ἀναμένομεν λοιπὸν τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα καὶ ἐξηγήσῃ τὴν γνώμην του.
§137Α. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡμίλησαν μέχρι τοῦδε τρεῖς ἢ τέσσαρες ἀξιότιμοι συνάδελφοι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἡ κυριωτέρα ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ἔφερον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, πλὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφου, οἱ ἐκ Παρνασσίδος, Βόλου καὶ Μεσολογγίου ἀξιότιμοι συνάδελφοι παρετήρησαν, ὅτι προτιμότερον ἦτο νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς συστάσεως γενικῶν ἀποθηκῶν εἰς μεγάλην ἀνώνυμον ἑταιρίαν, ἡ ὁποία νὰ διαθέτῃ μεγάλα κεφάλαια ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τούτου, διότι δὲν εὑρίσκουσιν ἀρκετὴν ἐγγύησιν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις. Ἡ κυριωτέρα διαφορά, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις, καὶ τοῦ εἰσαχθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπὸ τοῦ ἐκ Παρνασσίδος κυρίου Βουλευτοῦ ἔγκειται ἀκριβῶς εἰς τοῦτο, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐκ Παρνασσίδος κ. Βουλευτοῦ ἡ σύστασις ἐδίδετο εἰς ἀνώνυμον ἑταιρίαν, ὑφεστῶσαν ἢ μέλλουσαν νὰ συστηθῇ, ἔχουσαν καταβεβλημένον κεφάλαιον ἀνώτερον τῆς ἀξίας τῶν ἀποθηκῶν, ὅ ἐστὶ τοὐλάχιστον τόσον, ὅση εἶναι ἡ ἀξία τῶν ἀποθηκῶν. Ἐννοεῖται, ὅτι παρ’ ἡμῖν, ὅπου τὸ ἐλλεῖπον πρὸς ἐμψύχωσιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς εἶναι τὸ χρῆμα, θὰ ἦτο οὐχὶ πρακτικὸς ὁ περιορισμὸς αὐτός. Ὑποθέσατε ἑταιρίαν, ἡ ὁποία συνιστᾶται μὲ ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια· θὰ ἦτο ὑπόχρεως νὰ ἀνεγείρῃ νέας ἀποθήκας, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἐξώδευε τὸ ἥμισυ τοῦ κεφαλαίου, καὶ μόνον τὸ ἕτερον ἥμισυ θὰ εἶχε νὰ διαθέσῃ πρὸς ἐμψύχωσιν τοῦ ἐμπορίου ἢ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς. Μοὶ φαίνεται ὅτι αὐτὴ ἡ ἄποψις τοῦ ζητήματος παριστᾷ τὴν τάσιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, τῆς μεγαλομανίας, νὰ κτίζωμεν κτίρια, ὡς π. χ. τὴν Ἀκαδημίαν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀκαδημαϊκούς, νὰ κτίζωμεν ὑψιρεφῆ δώματα, οἱ δὲ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος, τοῦ ἐλαίου, ἢ τῆς μετάξης, νὰ μὴ ἔχωσι χρήματα. Μήπως εἶναι τὰ κτίρια τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, τὰ ὁποῖα κατέστησαν τὸν θεσμὸν οὕτω χρήσιμον; Καὶ ναὶ μὲν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ σχεδὸν μονοπωλιακῶς γίνονται τὰ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἀλλὰ εἰς δικαιολόγησιν τῆς παρατηρήσεώς του ἀνέφερε τὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῶν, ὅτε ἐγένοντο, τὸ 1799. Ἔκτοτε ὅμως τὰ πράγματα μετεβλήθησαν τόσον, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιμείνω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσδεθῶμεν εἰς τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1799 ἢ 1827, ὅπως εἶπεν, ἄλλως δὲ, ἀφοῦ ἡ Γαλλία, παραλαβοῦσα τὸν θεσμὸν αὐτὸν τὸ 1848, ἡ δὲ Ἰταλία ἐν ἔτει 1871, δὲν ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ ἀρχίσωσιν ἀπὸ τὰς δοκιμὰς, ἃς ἔκαμεν ἡ Ἀγγλία τὸ 1799, διατὶ θέλετε ἡμεῖς, ἐφαρμόζοντες τὸν θεσμὸν αὐτὸν ἐν ἔτει 1896, νὰ μὴ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὰς μέχρι τοῦδε ἐπελθούσας προόδους καὶ βελτιώσεις; Ὅσοι μετέβησαν εἰς Ἀγγλίαν, βεβαίως θὰ εἶδον τὰς γενικὰς ἀποθήκας, τὰς καλουμένας Docks, ἀπέραντα κτίρια, ἀλλὰ θὰ εἶδον πλησίον αὐτῶν καὶ γενικὰς ἀποθήκας, σχεδὸν ξυλίνας, ἀναλόγους τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτουσιν οἱ ἱδρύσαντες αὐτὰς, εἴτε ἄτομα, εἴτε ἑταιρίαι, εἴτε ἄλλα ἠθικὰ πρόσωπα. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀπεναντίας προσὸν, ὅ,τι ἀναγράφομεν διότι, ἵνα σχηματισθῇ ἀνώνυμος ἑταιρία, ἡ ὁποία νὰ κτίσῃ νέα κτίρια, εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν γίνεται ἐντὸς ἑνὸς ἔτους· θὰ παρέλθωσι δύο καὶ τρία ἔτη, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, οἱ κτηματίαι, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρίσκωνται εἰς θέσιν νὰ ἀποθηκεύωσι τὴν σταφίδα των, ἵνα μὴ τὴν θυσιάσωσιν εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν θὰ ἦναι εἰς ἔκπτωσιν, οὐδαμόθεν θὰ ἔχωσι βοήθειαν. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως. Λέγει ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος συνάδελφος, καθὼς καὶ ὁ ἐκ Βόλου καὶ ὁ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι δὲν εὑρίσκουσι τὰς ἐγγυήσεις ἀρκετὰς, ὅταν δίδεται τὸ δικαίωμα αὐτὸ οὐχὶ εἰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἰδιώτας. Ἀλλὰ ἤθελον παρατηρήσει, μήπως ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον παρεδέχθη ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον παρεδέχθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἄλλη Κυβέρνησις, εἰς νόμον, εἰς τὸν ὁποῖον βλέπομεν τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ὅπου βλέπομεν, ὅτι τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς Τραπέζας, τὰ ἐνεπιστεύθη εἰς τὰ αὐτὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ τὸ σήμερον ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον; Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ἄπορον, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὰ 1893 ὑπεστήριξε τοιοῦτον νόμον, προκειμένου περὶ ἐνεχύρου, καὶ οὐχὶ ἐνεχύρου ἐμπορευμάτων, ἀλλὰ μετοχῶν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, πῶς εὑρίσκει ὅτι δὲν εἶναι ἐγγύησις ἀρκοῦσα. Καὶ μήπως αἱ ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ διενεργούμεναι συναλλαγαὶ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἡμέρᾳ, δὲν ἐκτείνονται περισσότερον ἢ ἐν ταῖς γενικαῖς ἀποθήκαις; Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου ἐνόμισεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν καὶ τότε ὑπεστήριζε, τῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐγγυήσεως εἰς τοὺς ἀναλαμβάνοντας τὴν ἵδρυσιν ἀποθηκῶν. Ἡ ἀρχὴ δὲν εἶναι κακὴ, ἀλλὰ πότε; ὅταν μία βιομηχανία, εἷς κλάδος παραγωγῆς δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ τῇ ἰδιωτικῇ πρωτοβουλίᾳ. Τότε καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ δι’ ἐγγυήσεως ἑνὸς τόκου, ἣν ἔκαμεν εἰς πολλὰς ἐπιχειρήσεις. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτας ὑποχρεώσεις, ὅταν δὲν ἦναι ἀπόλυτος ἀνάγκη; Ὅταν εὑρίσκωνται ἰδιωτικὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπασχοληθῶσιν εἰς αὐτὸν τὸν κλάδον τῆς βιομηχανίας, ἢ τῆς ἐργασίας, εἶναι ἀνάγκη τὸ Κράτος νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις; Καὶ διατὶ νὰ ἐγγυηθῇ εἰς ἑταιρίαν, ἡ ὁποία θὰ δαπανήσῃ τρία καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια εἰς ἵδρυσιν ἀποθηκῶν, ἀναλαμβάνουσα βάρος οὐχὶ ἀνάξιον λόγου; Καὶ ἂν αὔριον, παρ’ ἐλπίδα, φανῇ ὅτι δὲν προκόπτει ὁ θεσμὸς αὐτὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, εἴτε ἕνεκα λόγων τοπικῶν, εἴτε ἕνεκα ἐμπορικῆς κρίσεως, δὲν θὰ μένῃ τὸ βάρος αὐτὸ ἐπὶ τοῦ Κράτους; — ἐνῷ διὰ τοῦ προτεινομένου συστήματος οὐδὲν βάρος πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ, ὡς οὐδὲν προνόμιον δίδομεν. Δίδομεν τὴν ἄδειαν εἰς τὸν θέλοντα νὰ παράσχῃ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἱδρύσῃ γενικὰς ἀποθήκας. Δὲν τῷ ἐγγυᾶται τόκον τὸ Κράτος· μόνον τῷ δίδει τὴν ἄδειαν, ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ νὰ ἱδρύσῃ ἀποθήκην, καὶ νὰ δύναται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὴν, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου. Ἤκουσά τινα λέγοντα, ὅτι καὶ ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον παρὰ τοῦ ἱδρύοντος τὰς γενικὰς ἀποθήκας, εἶναι μικρά. Ἀλλὰ, καθὼς εἶδον ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ αἰτιολογικῇ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Γαλλικῶν καὶ Ἰταλικῶν νόμων, ἐν Γαλλίᾳ δὲ ἀπαιτοῦσιν εἴτε παρὰ σωματείου, εἴτε παρὰ ἑταιρίας, εἴτε παρὰ ἰδιώτου, ἱδρύοντος γενικὴν ἀποθήκην, ἐγγύησιν ἀπὸ εἴκοσι μέχρις ἑκατὸν χιλιάδων φράγκων. Αὐτὸ ἀνέγραψε καὶ τὸ παρ’ ἡμῶν εἰσαγόμενον νομοσχέδιον. Ὥστε, ἐὰν ὑποτεθῇ, χωρὶς νὰ τηρήσωμεν τὰς ἀναλογίας τῶν μέσων ἢ τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν, ὅτι παρεδέχθημεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκρίθη ἀρκετὸν ἐν Γαλλίᾳ, ἀρκετὸν βεβαίως εἶναι καὶ παρ’ ἡμῖν. Ποῦ βλέπετε ὅτι καινοτομεῖ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τρόπον παράλογον, κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ; Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου, εἶναι καλὸν νὰ ἐπεκταθῇ αὕτη καὶ εἰς ἰδιώτας, ὄχι δηλαδὴ μόνον εἰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἰδιώτας, εἴτε τραπεζίτας, εἴτε ἐμπόρους· καθὼς δὲ βλέπετε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ ἀντιγραφὴ τοῦ Γαλλικοῦ καὶ Ἰταλικοῦ νόμου, διότι ἐν Γαλλίᾳ ἀπαιτεῖται μόνον ἄδεια τοῦ νομάρχου, ἐνταῦθα δὲ, ἕνεκα τῶν εἰδικῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰς σχέσεις τῆς παρ’ ἡμῖν κοινωνίας, δὲν ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἀρκεῖ νὰ δώσῃ αὐτὴν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ νομάρχου, ἐνόμισεν ὅτι εἶναι πρακτικώτερον, ὅτι παρέχει περισσοτέραν ἐγγύησιν, νὰ ἐπιφυλαχθῇ, τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ τὸ παρέχῃ διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐν δὲ τῇ Ἰταλίᾳ οὔτε ἄδεια τοῦ νομάρχου ἀπαιτεῖται, ἀλλὰ μόνον ὑποβολὴ αἰτήσεως εἰς τρία ἀντίγραφα, τὴν ἑπομένην δὲ ἀμέσως ὁ αἰτῶν, ἄνευ ἄλλης διατυπώσεως, δύναται νὰ ἀνοίξῃ τὴν γενικὴν ἀποθήκην. Ποῦ εὑρίσκετε λοιπὸν, ὅτι οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι τοσοῦτον πρωτοφανεῖς, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δεδικαιολογημένη ἡ ἀποδοχή του; Διατὶ εὑρίσκετε ὅτι δὲν εἶναι πρακτικὸν, ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν νὰ γείνῃ καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅ,τι γίνεται ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ; Ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος συνάδελφος προέτεινε τροπολογίαν, ὅπως τὸ δικαίωμα τῆς ἱδρύσεως γενικῶν ἀποθηκῶν ἐπιφυλαχθῇ ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ ποῖον δικαίωμα νὰ ἐπιφυλαχθῇ; Μήπως ἡ Κυβέρνησις παρέχει προνόμιόν τι εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ συστήσωσι τὰς ἀποθήκας; Ὅταν αὔριον συσταθῇ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ποῖος θὰ ἐμποδίσῃ αὐτὴν νὰ ἱδρύσῃ γενικὰς ἀποθήκας; Λέγει που τὸ νομοσχέδιον, ὅτι εἰς τοὺς ἱδρύοντας γενικὰς ἀποθήκας δίδεται προνόμιον;
§138ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὑπεστήριξε προνόμιον ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§139ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ ποίους νομίζετε ὅτι τὸ ἐμπόριον ἔχει προτιμήσει; Τὸ ἐμπόριον δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν ἢ μόνον τὸ συμφέρον ὅταν ὁ ἔμπορος εὕρῃ εὐθηνοτέραν τιμήν, ἢ εὐκολίαν ἄλλην, θὰ προστρέξῃ ὅπου τῷ παρέχεται τοιαύτη. Ἤθελον ἐννοήσει τὴν ἐπιφύλαξιν αὐτὴν, ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐδίδετο εἴτε γενικὸν προνόμιον, εἴτε εἰδικόν· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν δίδεται προνόμιον εἰς τοὺς ἱδρύοντας ἀποθήκην, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα θὰ ἦναι ἐλευθέρα νὰ ἱδρύσῃ τοιαύτας, ὡς πᾶς τις ἄλλος. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος παρετήρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ φροντίς, ὅπως εἰσρεύσωσι ξένα κεφάλαια ἐνταῦθα. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον θὰ συμβῇ, διότι πᾶς τις γνωρίζει, ὅτι τὰ κεφάλαια, εἴτε ἔξωθεν ἔρχονται, εἴτε ἔσωθεν προέρχονται, οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσιν ἢ ἀσφάλειαν· ὅταν δώσητε ἀσφάλειαν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος παρέχει τὰ χρήματά του, βεβαιωθῆτε ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὸν Πύργον, ἀλλὰ καὶ πανταχοῦ ἀλλοῦ θέλουσι μεταβῆ οἱ κεφαλαιοῦχοι νὰ δώσωσι τὰ χρήματά των. Ἐγὼ λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος ὁ καλλίτερος, ὅπως προσελκύσωμεν τὰ κεφάλαια, εἴτε ἐμπνέοντες πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ἔσωθεν, εἴτε ἐμβάλλοντες πεποίθησιν εἰς τὰ ἔξωθεν ἐρχόμενα, εἶναι νὰ παράσχωμεν τὴν ἀσφάλειαν, ὅτι οἱ δίδοντες τὰ κεφάλαιά των εἴτε ὑπὲρ τῆς σταφίδος, εἴτε ὑπὲρ ἄλλου ἐμπορίου, δὲν θὰ τὰ ἴδωσι, κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, σκλαβωμένα, ἀλλὰ θὰ ἦναι ῥευστὰ, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος παρέχει τὰ χρήματά του, θὰ ἔχῃ τὴν εὐκολίαν νὰ ἀναλάβῃ αὐτὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὁρισθείσης προθεσμίας. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος παρετήρησεν, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ ἐνεχυρόγραφα χρησιμεύουσι καὶ διὰ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ χρήματος, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ δέχηται αὐτὰ τὰ ἐνεχυρόγραφα ὅταν θὰ ἔχῃ τὴν ἀσφάλειαν, ὅταν θὰ γνωρίζῃ, πῶς γίνεται ἡ διαχείρισις τῶν γεν. ἀποθηκῶν. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι σήμερον ἡ Τράπεζα δίδει ἑκατομμύρια ὅλα ἐπὶ τῇ βάσει δύο ὑπογραφῶν, ἐπὶ συναλλαγματικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐμπιστεύεται τοὺς ἐμπόρους, καὶ τοῖς δίδει μεγάλα κεφάλαια. Πῶς θέλετε νὰ μὴ ἔχῃ μεγαλειτέραν ἐμπιστοσύνην, ἢ τοὐλάχιστον ἴσην πεποίθησιν, ὅταν πρὸς ταῖς δύο ὑπογραφαῖς, ἢ τοὐλάχιστον μιᾷ ὑπογραφῇ, ἔχῃ καὶ τὸ ἐμπόρευμα τοῦ ὀφειλέτου ἐν ταῖς ἀποθήκαις; Διότι δὲν πρόκειται τὸ ἐνεχυρόγραφον νὰ τὸ λάβῃ ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ἢ οἱαδήποτε ἄλλη, ὡς ἁπλῆν ἀπόδειξιν, ἀλλὰ πάντοτε συμπληρούμενον μὲ τὰς δύο ὑπογραφὰς, ἢ τοὐλάχιστον μίαν ὑπογραφὴν, ἀναλόγως τοῦ καταστατικοῦ της. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι δύνανται νὰ γείνωσι καταχρήσεις. Καὶ μήπως, σᾶς παρακαλῶ, δὲν ἔγειναν, ὅπως ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ἀξιότιμος συνάδελφος, καταχρήσεις ἐν Γαλλίᾳ, ἀπὸ μεγάλας ἀνωνύμους ἑταιρίας; Ἀλλ’ ὅταν φύγῃ τις ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ γείνωσι καταχρήσεις, νομίζω ὅτι οὐδὲν ὑπὸ τὸν ἥλιον παρέχει τὴν ἀσφάλειαν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ γείνωσι καταχρήσεις. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἢ οἱαδήποτε ἄλλη Τράπεζα, προκειμένου νὰ κάμῃ προκαταβολὴν ἐπὶ ἐνεχυρογράφων, θέλει φροντίσει πρῶτον νὰ πεισθῇ, ὅτι ὁ ἐκμεταλλευόμενος τὴν γενικὴν ἀποθήκην εἶναι ἄνθρωπος, ἢ σωματεῖον, ἢ ἀνώνυμος ἑταιρία, ἡ ὁποία παρέχει τὰ ἐχέγγυα τιμίας καὶ καλῆς διαχειρίσεως. Καὶ μήπως ὅταν ἀνεγερθῶσι τοιαῦται ἀποθῆκαι, δὲν θὰ γείνῃ καὶ ἐνταῦθα ὅ,τι ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλα μέρη; Μήπως δὲν γνωρίζομεν ὅτι ἐν Εὐρώπῃ μεγάλα πιστωτικὰ καταστήματα ἔχουσιν ὡς κλάδον ἴδιον, ἀπόσπασμα, μίαν γενικὴν ἀποθήκην; Μήπως δὲν γνωρίζομεν ὅτι ἕτερα καταστήματα εὑρίσκονται ἐν συνεννοήσει μετ’ ἄλλης ἑταιρίας ἢ ἰδιώτου, ὁ ὁποῖος ἀνιδρύει εἰς ὡρισμένον μέρος ἀποθήκην, τὸ δὲ πιστωτικὸν κατάστημα παρέχει τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις; Ὅταν ἱδρυθῶσιν ἐν Πύργῳ, ἐν Καλάμαις καὶ ἐν ἄλλοις μέρεσι γενικαὶ ἀποθῆκαι εἴτε ἀπὸ ἰδιώτας, εἴτε ἀπὸ ἄλλας μικροτέρας ἑταιρίας, τότε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἢ ἄλλη τις Τράπεζα, θέλει συνεννοηθῆ μετ’ αὐτῶν καὶ θὰ ἔχῃ, οὕτως εἰπεῖν, μίαν ἐπίβλεψιν, ἓν ἐχέγγυον, ὅτι τὰ ἐνεχυρόγραφα τῆς ἀποθήκης αὐτῆς στηρίζονται πραγματικῶς ἐπὶ τῆς ἀποθηκεύσεως καὶ τῆς διαχειρίσεως ἐμπορευμάτων τοιούτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀσφαλίζει τὰ ὑπ’ αὐτῆς προεξοφλούμενα γραμμάτια. Ἔλεγον ὅτι οὐδὲν ἕτερον ἀπαιτεῖται ἢ νὰ δίδωμεν ἀσφάλειαν, διὰ νὰ γίνηται εὐκολία εἰς τὸ ἐμπόριον νὰ κυκλοφορῇ. Καὶ θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη πρὸ ὀλίγων μόλις ἐτῶν. Ὅταν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔκλεισε τοὺς τρεχομένους λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐπὶ ἀσφαλείᾳ ἐνυποθήκων κτημάτων, ἀπετάθησαν πρὸς αὐτὴν, ὡς καὶ πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, πολλοὶ ἔμποροι καὶ βιομήχανοι, καὶ ἐζήτησαν νὰ τοῖς ἀνοίξῃ τρεχομένους λογαριασμοὺς ἐπὶ ἐνεχύρῳ τίτλων. Θὰ ἀπορήσητε, θὰ σᾶς φανῇ ἴσως ἀπίστευτον· ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἂν καὶ εὕρισκε πᾶσαν ἀσφάλειαν, δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ πράξῃ, διότι ὁ νόμος ὁ ὁποῖος τῇ ἔδωκεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸ καταστατικόν της, ἐν ἔτει 1854 ἢ 1856 νομίζω, δὲν προέβλεπε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἐπὶ ἀσφαλείᾳ τίτλων, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὸ 1854 καὶ 1856 παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπῆρχον μετοχαὶ ἄλλαι ἢ μόνον αἱ τῆς ἰδίας Ἐθνικῆς Τραπέζης. Γνωρίζω λοιπὸν, ὅτι τότε αἱ δύο Τράπεζαι ἀπετάθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐζήτησαν νὰ ἐπεκταθῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἦτο δεδομένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπὸ τοῦ 1854 ἢ 1856, καὶ ἐπὶ μετοχῶν ἢ χρεωγράφων τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν εἴς τινα τῶν ἔκτοτε ψηφισθέντων νόμων συμπεριελήφθη αὐτὴ ἡ εὐκολία, ἀλλ’ αὐτὸ σᾶς ἀποδεικνύει, ὅτι παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ ὁμολογοῦμεν ὅλοι, ὅτι τὸ ἐμπόριον χρήζει προστασίας καὶ εὐκολιῶν, ἐν τούτοις παραμικρὰ τοιαῦτα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ γίνονται μετὰ τόσης εὐκολίας, παρ’ ἡμῖν, δὲν γνωρίζω πῶς, καθίστανται ζητήματα πολύπλοκα, καὶ ἀποῤῥοφῶσιν ὄχι μόνον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ σύμπαντος τοῦ κόσμου, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ οὐδὲν γίνεται, καὶ τὸ ἐμπόριον δυσχεραίνεται. Αὐταὶ, νομίζω, ἦσαν αἱ κυριώτεραι ἀντιῤῥήσεις, αἱ ὁποῖαι προεβλήθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. δὲ ἐκ Βόλου συνάδελφος καθὼς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν πρέπει οἱ ἐκμεταλλευόμενοι τὰς γενικὰς ἀποθήκας νὰ δανείζωσιν ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων τῶν ἐν αὐταῖς ἀποθηκευμένων καὶ νὰ ἐμπορεύωνται ταῦτα. Θὰ παρατηρήσω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους κ. συναδέλφους, καθὼς μάλιστα θὰ εἴδατε καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τοῦτο εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία ἰσχύει καὶ ἐν τῷ Γαλλικῷ νόμῳ, ὅτι δύνανται οἱ ἐκμεταλλευόμενοι τὰς γενικὰς ἀποθήκας νὰ δανείζωσιν ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων.
§140ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι ὅμως καὶ νὰ ἐμπορεύωνται ταῦτα.
§141ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ περὶ ἐμπορίου, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν στιγμὴν, πῶς ἔχει, ἀλλ’ ἐκ τοῦ προχείρου δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν βλέπω ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἐκμεταλλευόμενος τὴν γενικὴν ἀποθήκην πρέπει νὰ δεσμευθῇ, ὅτι δὲν θὰ ἐμπορεύηται ἐπὶ προϊόντων. Νομίζετε ὅτι δύναταί τις σήμερον νὰ ἀνεβοκατεβάζῃ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὰς τιμάς; Λησμονεῖτε ὅτι τὸ Comptoir d’ Escompte, τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ κάμῃ αὐτὸ, τὸ ἐπῆρεν ὁ ἄνεμος; Δὲν δύναται σήμερον νὰ ἀνεβοκατεβάζῃ τὰς τιμὰς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει μεγάλας ἀποθήκας, καὶ ἂν ἀποφασίσῃ νὰ κάμῃ αὐτὸ, θὰ τεθῇ ὑπὸ ἀπαγόρευσιν ἐμπορικὴν, ἂν ὄχι καὶ δικαστικήν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δύναται ἴσως νὰ ἔχῃ ἀνάγκην συμπληρώσεως, διὰ προσθηκῶν ἢ τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν συζήτησιν εὐχαρίστως θὰ ἀκούσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ βεβαίως θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ διὰ τὴν τοπικὴν παραγωγὴν ἰδίως τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος καὶ τόσων ἄλλων ἐμπορευμάτων, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, νὰ ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι διότι ἡ εὐγλωττία τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργοῦ δὲν μᾶς ἔπεισεν, ὅτι αἱ προβληθεῖσαι πρὸ ὀλίγου παρ’ ἐμοῦ καὶ ἄλλων συναδέλφων παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἦσαν ἀβάσιμοι. Πρωτίστως ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς παρεγνώρισε τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν εἰσι προωρισμέναι αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι, καὶ πρὸ πάντων τὸν σκοπὸν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ ἐκδιδόμενα ὑπὸ τῶν ἐκμεταλλευομένων τὰς γενικὰς ἀποθήκας ἐνεχυρόγραφα, καὶ διὰ τοῦτο εἶπε πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅπως σήμερον αἱ Τράπεζαι προεξοφλοῦσιν ἐμπορικὰ γραμμάτια ἐπὶ δυσὶν ὑπογραφαῖς ἀξιοπίστων ἐμπόρων, οὕτω θὰ ἐξακολουθῶσι καὶ ὅταν πρόκειται νὰ καταβάλλωσι χρήματα ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ἐνεχυρογράφων, ἢ τῶν ἀποδείξεων, τὰς ὁποίας ἐκδίδουσιν αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι. Ἐὰν οὕτως εἶχε, βεβαίως ἤθελον εἶσθαι ἐντελῶς περιττὰ τὰ ἐνεχυρόγραφα, διότι ὁ σκοπὸς τῶν ἐνεχυρογράφων εἶναι νὰ ῥευστοποιήσωσι τὴν ἐμπορικὴν πίστιν, ἤτοι νὰ χρησιμοποιήσωσιν ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος ἢ τοῦ προϊόντος τοῦ ἀποτιθεμένου εἰς τὰς ἀποθήκας. Σκοπὸς θεμελιώδης τῶν ἐνεχυρογράφων εἶναι, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐγγυήσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης ὑπογραφῆς, ἐπὶ μόνη τῇ προσαγωγῇ τοῦ ἐνεχυρογράφου, νὰ ἦναι δυνατὸν ὁ κάτοχος αὐτοῦ νὰ δανείζηται εἴτε παρὰ Τραπεζῶν, εἴτε παρ’ ἰδιωτῶν, εἰς οὐδεμίαν δὲ ὑπόκειται ἄλλην ὑποχρέωσιν, εἰμὴ μόνον εἰς τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπάγεται ἡ πρὸς τὸν δανειστὴν μεταβίβασις τοῦ ἐνεχυρογράφου, ἑπομένως ἡ ἐμπορικὴ πίστις, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τὴν προεξόφλησιν τῶν ἐμπορικῶν γραμματίων παρὰ τῶν Τραπεζῶν, ἐνταῦθα οὐδεμίαν ἔχει χώραν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὑπῆρξεν ἀκριβὴς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔκλεισε τοὺς ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς, κυρίως διότι αὐτοὶ οἱ ἀνοικτοὶ λογαριασμοὶ ἐχορηγοῦντο ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων κτημάτων. Ὁ λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε τοῦτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἶναι ἐντελῶς διάφορος.
§143ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον ἁπλῶς, ὅτι τοὺς ἔκλεισε, δὲν εἶπον ὅτι τοὺς ἔκλεισε διότι ἦσαν ἐπὶ ἀκινήτων.
§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι πρό τινος ἡ Τράπεζα εἶχε κεχορηγημένας ἀνοικτὰς πιστώσεις, ἤτοι πιστώσεις ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, καὶ ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων κτημάτων, καὶ ἐπὶ ἐνεχύρῳ χρεωγράφων ἢ ἄλλων ἀξιῶν. Αἱ πιστώσεις αὗται ἀνήρχοντο εἰς μεγάλας ποσότητας. Χρῆσις τῶν πιστώσεων τούτων δὲν ἐγίνετο ὁλοσχερὴς, εἰμὴ ὅταν ἐπήρχετο κρίσις χρηματική· ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀνοίξει τοιαύτας ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ πιστώσεις παρὰ τῇ Τραπέζῃ, ἔσπευδον νὰ ποιήσωσι πλήρη αὐτῶν χρῆσιν, οὕτω δὲ ὑπέβαλον τὴν Τράπεζαν εἰς στενοχωρίαν· σκέψις δὲ σκοποῦσα εἰς τὴν ἀποφυγὴν τῶν κινδύνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἠδύνατο νὰ περιστῇ ἡ Τράπεζα ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ περιστάσει, ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὴν νὰ κλείσῃ τὰς ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ πιστώσεις εἴτε ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων, εἴτε καὶ ἐπὶ ἐνεχύρῳ χρεωγράφων ἢ ἄλλων ἀξιῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ συγχαρῇ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῇ αἰσιοδοξίᾳ, μετὰ τῆς ὁποίας ὡμίλησε περὶ τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἐμπορίου καὶ περὶ τῆς ἀφθονίας τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα προσφέρονται εἰς διευκόλυνσιν εἴτε τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς εἴτε τοῦ ἐμπορίου. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει ἀφθονία καὶ περίσσεια κεφαλαίων, ὡς ὑπάρχει ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, τοὐναντίον δὲ παρ’ ἡμῖν σπανίζουσι τὰ κεφάλαια, δὲν προσέρχονται δὲ νέα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, δι’ ἔλλειψιν τῶν ἀπαιτουμένων ἀσφαλειῶν. Ὅταν δὲ ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος συνάδελφος ἔλεγεν, ὅτι, ὅταν καταστήσητε τὰς γενικὰς ἀποθήκας ἀξίας τοῦ ὀνόματος, εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῷ ἐνεχύρῳ τῶν ἐκδιδομένων ὑπ’ αὐτῶν ἐνεχυρογράφων νὰ προσελκύσητε καὶ κεφάλαια ἀλλαχόθεν, εἶχε πληρέστατον δίκαιον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν πρόκειται τὸν θεσμὸν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν παρ’ ἡμῖν, πρέπει νὰ τὸν ἐγκαθιδρύσωμεν ὑφ’ ἃς συνθήκας ἐνεκαθιδρύθη εἰς ἄλλας ἐπικρατείας πρὸ ἡμῶν κατὰ τὴν πρώτην αὐτῶν εἰσαγωγήν. Δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, τί γίνεται σήμερον ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἤτοι μετὰ λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐπὶ 40 καὶ 60 ἔτη, διότι ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις ἡ ἐμπορικὴ πίστις εἶναι ὑψωμένη εἰς τὴν προσήκουσαν αὐτῇ περιωπήν· ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις τὰ κεφάλαια ἀφθονοῦσι καὶ προσφέρονται μετ’ ἐλάσσονος τόκου· παρ’ ἡμῖν τὰ κεφάλαια καὶ ὀλίγιστα εἶναι καὶ μετὰ δειλίας προσφέρονται εἰς διευκόλυνσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου. Διὰ τοῦτο εἶναι πρέπον, εἶναι ἀπαιτούμενον, ὅταν θέλωμεν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν θεσμόν τινα παρ’ ἡμῖν, ὅπως διευκολύνωμεν τὴν παραγωγὴν εἴτε τῆς σταφίδος εἴτε τῶν ἄλλων προϊόντων ἡμῶν, νὰ περιβάλωμεν τὸν θεσμὸν αὐτὸν δι’ ἐγγυήσεων τοιούτων, ὥστε νὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως ὁ θεσμὸς, καὶ ὅταν βραδύτερον ἐμπνεύσῃ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἡ λειτουργία ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ κεφάλαια, εἶναι δυνατὸν αἱ ἐγγυήσεις ἐκεῖναι νὰ ἐκλείψωσιν, ὡς ἐλέχθη πρότερον. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἐν ἀρχῇ ἐχορηγήθησαν αἱ ἄδειαι πρὸς σύστασιν γενικῶν ἀποθηκῶν εἰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, ἐχούσας σπουδαιότατα κεφάλαια, καὶ ἐχορηγήθησαν προνομιακῶς πρὸς αὐτὰς, ἤτοι, ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι, χορηγηθῇ ἅπαξ εἰς μίαν ἑταιρίαν νὰ συστήσῃ γενικὴν ἀποθήκην ἐν Πάτραις ἢ ἐν Πύργῳ, ἐχορηγήθη εἰς αὐτὴν ἀποκλειστικῶς τὸ προνόμιον τοῦτο, δὲν ἐχορηγήθη ἁπλῶς τὸ δικαίωμα τοῦ συστῆσαι γενικὴν ἀποθήκην, ἐνῷ συγχρόνως μετά τινα χρόνον θὰ δύνανται καὶ ἕτεροι νὰ συστήσωσι τοιαύτην ἐν τῇ αὐτῇ πόλει. Διότι, ὅταν ὁ κεφαλαιοῦχος ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπιχείρησις, χάριν τῆς ὁποίας κατέβαλε τὰ κεφάλαιά του πρὸς σύστασιν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἀποδειχθῇ κερδοφόρος, εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθωσι καὶ ἄλλοι, ἵνα συστήσωσιν ὁμοίας ἐν τῇ αὐτῇ πόλει γενικὰς ἀποθήκας, βεβαίως θέλει ἀποτραπῆ τοῦ σκοποῦ τούτου. Δὲν εἶνε δὲ μόνος ὁ σκοπὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν ἡ παροχὴ τῆς εὐκολίας, τὴν ὁποίαν ἐπιζητεῖ ὁ ἀποθέτων ἐν τῇ γενικῇ ἀποθήκῃ τὸ προϊόν αὐτοῦ ἢ τὸ ἐμπόρευμα αὐτοῦ, ὅπως δανεισθῇ παρὰ κεφαλαιούχου χρήματα, τῶν ὁποίων ἔχει πρόχειρον ἀνάγκην· ὁ σκοπὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν εἶναι γενικώτερος. Ὅταν συστηθῶσι γενικαὶ ἀποθῆκαι, ἄξιαι τοῦ ὀνόματος, θέλουσι διευκολύνει καὶ τὴν ἀποβίβασιν καὶ τὴν ἐπιβίβασιν καὶ τὴν συντήρησιν τῶν ἐμπορευμάτων ἐπὶ ὅροις συμφερωτέροις τῶν σημερινῶν. Διότι, ὅταν γένηται μία γενικὴ ἀποθήκη ἐν παραλιακῇ τινι θέσει, συνεστημένη οὕτως, ὥστε ἡ ἐπιβίβασις νὰ γίνηται μὲ ὀλιγωτέραν δαπάνην, ἢ ἡ ἀποβίβασις ἐξ αὐτῆς ἐπίσης νὰ γίνηται μὲ ὀλιγωτέραν δαπάνην, ἡ συντήρησις τοῦ ἐμπορεύματος καὶ τοῦ προϊόντος νὰ γίνηται μὲ δαπάνην ὀλιγωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ὑποβάλλεται ὁ ἰδιοκτήτης, ὅταν τοποθετῇ τὸ ἐμπόρευμά του εἰς τὴν ἰδίαν του ἀποθήκην, βεβαίως προσφέρει ὑπηρεσίαν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν παραγωγήν. Ἀλλ’ ὅταν θέλωμεν νὰ συγκρίνωμεν ἡμᾶς πρὸς τὰ ἐν Γαλλίᾳ γιγνόμενα, ὅταν νομίζωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν ἐλευθερίαν πρὸς σύστασιν γενικῶν ἀποθηκῶν παρὰ παντὸς βουλομένου, παρὰ παντὸς δυναμένου νὰ διαθέτῃ μέχρις 25,000 δρ., νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦ σκοποῦ, νομίζω ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς πλάνην, φρονοῦντες, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ θεσμὸς οὗτος νὰ λειτουργήσῃ παρ’ ἡμῖν, ἀποφέρων τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ἀλλαχοῦ παράγει καὶ οὓς παρὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου προσδοκῶμεν Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ζῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἔχων ὅσας βεβαίως δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πληροφορίας περὶ τῆς λειτουργίας καὶ τῆς σπάνεως τῶν κεφαλαίων παρ’ ἡμῖν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ εὑρεθῇ κεφαλαιοῦχος, ἢ ἑταιρία, ἀναλαμβάνουσα νὰ συστήσῃ γενικὰς ἀποθήκας, ἐπὶ παραδείγματι, ἐν Πάτραις, νὰ δαπανήσῃ 3 ἑκατομμύρια πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὔτε τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τοὐλάχιστον τὸ προνόμιον, ὅτι εἰς διάστημα ὡρισμένου χρόνου δὲν δύναται νὰ ἱδρύσῃ γενικὴν ἀποθήκην παρ’ αὐτῷ ἕτερος κεφαλαιοῦχος; Ὅταν γινώσκωμεν, ὅτι τὰ κεφάλαια παρ’ ἡμῖν δυσκόλως προσφέρονται πρὸς τὰς συνήθεις ἀσφαλεῖς ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις, πῶς θέλετε νὰ εὕρητε τὰ κεφάλαια ταῦτα προσφερόμενα ἄνευ δειλίας τινὸς εἰς ἐπιχείρησιν νέαν καὶ ἄγνωστον; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπνεύσητε ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἠσφαλισμένα κέρδη ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θέλουσι διαθέσει εἰς τὴν σύστασιν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ὅταν γινώσκωσιν, ὅτι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἐπιχείρησίς των ἤθελεν εὐδοκιμήσει, ἄλλος τις παρ’ αὐτοῖς ἤθελε συστήσει γενικὰς ἀποθήκας καὶ ἤθελε μειώσει τὰ κέρδη αὐτῶν; Νομίζω, ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν, φρονοῦντες ὅτι τὸν θεσμὸν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει, εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν ἐν Ἑλλάδι παράγοντα καρπόν τινα. Ὅταν πρὸ ὀλίγου εἶχον ὁμιλήσει, ὑποστηρίξας τὴν ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ τὸ Κράτος ἀρωγὸν ἐν τῇ συστάσει τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, καὶ νὰ ἐγγυηθῇ τόκον ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον ἀναλάβει τὴν σύστασιν γενικῶν ἀποθηκῶν, δὲν ἔλεγον, ὅτι ἡ ἐγγύησις αὕτη δέον νὰ νομοθετηθῇ ὡς ἀπαραίτητος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον· ἔλεγον μόνον, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ ἐγγυηθῇ τόκον. Ἐὰν δὲ μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον εἰσαγάγει καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον καὶ εἰς τὴν προηγουμένην σύνοδον τῆς Βουλῆς, θέλετε ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου παρατηρήσει, ὅτι ἐπετρέπετο εἰς τὰς ἑταιρίας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ζητήσει τὴν ἄδειαν συστάσεως γενικῶν ἀποθηκῶν, νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς ἑαυτὰς, ὅπως ἢ παραιτηθῶσι τοῦ τόκου, ἢ προτείνωσι τὸν ἐλάχιστον τόκον, πρὸς ἐκείνην δὲ τὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία ἤθελε προσφέρει τοὺς καλλιτέρους ὅρους, ἦτο ὑπόχρεον τὸ Κράτος νὰ παράσχῃ τὴν ἄδειαν τῆς συστάσεως γενικῶν ἀποθηκῶν. Ὅταν περιοριζώμεθα δίδοντες τὴν ἄδειαν τῆς συστάσεως γενικῶν ἀποθηκῶν εἰς οἱονδήποτε ἰδιώτην, οὐδεμίαν ἄλλην παρέχοντα ἐγγύησιν ἢ τὸ ποσὸν τῶν 25,000 δραχμῶν, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν, εἰμὴ νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς ἀποθηκαρίους, οἱ ὁποῖοι καὶ μέχρι τοῦδε ἐξεπλήρουν, οὕτως εἰπεῖν, τὰ τῶν σταφιδαποθηκαρίων καθήκοντα, καὶ τῶν ὁποίων αἱ ἀποδείξεις, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐγγύησις, καὶ τῶν ὁποίων ἐν γένει ἡ ἐμπορικὴ πίστις εἶναι ἀδύνατόν ποτε νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς Τραπέζας ἢ εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, ἵνα δανείσωσιν ἐπὶ ταῖς ὑπ’ αὐτῶν ἐκδοθησομέναις ἀποδείξεσιν ἀποταμιεύσεως σταφιδοκάρπου ἢ ἄλλου τινὸς προϊόντος ἡμῶν. Ὅταν τὰς γενικὰς ἀποθήκας συστήσῃ ἑταιρία ἀνώνυμος, ἔχουσα κεφάλαια ἀνώτερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει δαπανηθῆ διὰ τὰς ἀποθήκας, ὅταν κατὰ τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον, προσφέρητε εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀποθέσει τὸ ἐμπόρευμά του ἐντὸς τῆς ἀποθήκης, ὡς ἐγγύησιν ἢ ὡς ὑποθήκην, τὴν ἀξίαν αὐτῶν τούτων τῶν ἀποθηκῶν, τότε καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς ἐκδιδομένας παρ’ αὐτῆς ἀποδείξεις ἀποταμιεύσεως ἢ ἐνεχυρογράφων νὰ δώσητε τὴν πίστιν ἐκείνην, ἥτις εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ, ὅπως ῥευστοποιηθῇ, ὡς εἶπον, ἡ ἀξία τῶν ἐμπορευμάτων τῶν ἀποτεταμιευμένων εἰς τὴν γενικὴν ἀποθήκην. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἔλαβεν ἐκ τῆς ἐν Ῥωσσίᾳ ἐπικρατούσης νομοθεσίας, διότι καὶ τὴν Ῥωσσικὴν νομοθεσίαν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου,—τοῦτο δὲ λέγω πρὸς πληροφορίαν τοῦ ἐκ Βόλου ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἠρώτησε πόθεν καὶ ποῦ ἐστηρίχθη ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται,—κατὰ τὴν διάταξιν, λέγω, τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι τοῦ ὑπουργικοῦ, ἀλλὰ τοῦ παρ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος, «Αἱ οἰκοδομαὶ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, τὰ προσαρτήματα καὶ παραρτήματα αὐτῶν, τ’ ἀποτελοῦντα τὴν ἀκίνητον κτῆσιν τῆς ἑταιρίας, εἰσὶν ὑπέγγυα ὑπὲρ τῶν ἐν αὐταῖς ἀποταμιευσάντων τὰ προϊόντα ἢ ἐμπορεύματά των, ἢ τῶν ἐκδοχέων ἢ δανειστῶν αὐτῶν. Ὑπὲρ τούτων καὶ μόνον, πρὸς ἀνόρθωσιν ἐπελθούσης τυχὸν ζημίας, κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου τούτου, ἐπιτρέπεται ὑποθήκευσις καὶ ἀπαλλοτρίωσις. Ἀπαγορεύεται δὲ ἡ ὑποθήκευσις καὶ ἀπαλλοτρίωσις ὑπὲρ οἱουδήποτε τρίτου, πρὶν ἢ ὁριστικὴ ἐπέλθῃ ἐκκαθάρισις εἰς τὰς σχέσεις τῆς ἑταιρίας πρὸς τοὺς ἐπὶ τῆς περιουσίας της δικαιούχους.» Περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, περὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν ἐν γένει, δύναταί τις νὰ ὁμιλῇ θεωρητικῶς μετὰ πάσης ἐλευθερίας καὶ εὐγλωττίας· ἀλλ’ ὅστις μελετᾷ τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου, διὰ τὸν ὁποῖον νομοθετεῖ, πρέπει πρὸ πάντων νὰ γινώσκῃ τὰς συνθήκας τὰς ἐμπορικὰς καὶ τὰς οἰκονομικὰς, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ἡ χώρα, διὰ τὴν ὁποίαν νομοθετεῖ. Πρὸ ἡμῶν ἕτεραι ἐπικράτειαι, αἵτινες εἶναι μᾶλλον ἡμῶν προηγμέναι καὶ ὑλικῶς καὶ ἐμπορικῶς, ὅταν ἐζήτησαν νὰ ἐγκαθιδρύσουν θεσμοὺς προωρισμένους νὰ παράσχωσιν εὐκολίας εἰς τὴν ἐσωτερικὴν παραγωγὴν, ἀναγκαίως παρεδέχθησαν τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, παρέσχον καὶ παρέχουσιν εἰσέτι προνόμια ὑπὲρ τῶν κεφαλαίων, ἅτινα ἐπιζητοῦνται πρὸς ἐγκαθίδρυσιν ἱδρυμάτων προωρισμένων νὰ προαγάγωσι τὴν ἐσωτερικὴν παραγωγήν. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς σκεπτώμεθα σπουδαίως νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν σύστασιν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἐὰν ἐξ αὐτῶν θέλωμεν νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς καὶ ἰδίως τοῦ σταφιδοκάρπου, ὀφείλομεν νὰ περιβάλωμεν τὸν θεσμὸν τοῦτον δι’ ἐγγυήσεων, εἴτε δι’ ἐγγυήσεως τόκου, εἴτε διὰ παροχῆς προνομίου πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον καταθέσει τὰ ἑαυτῶν κεφάλαια πρὸς ἀνίδρυσιν ἀποθηκῶν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ νομίζωμεν, ὅτι ὁ σκοπὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν κυρίως προώρισται νὰ ἐξυπηρετήσῃ μόνον τὴν σταφιδοπαραγωγήν· πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν συστηθῶσι γενικαὶ ἀποθῆκαι, ὁποίας ἐννοοῦσιν ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, αὗται θέλουν ἐξυπηρετήσει τὸ ἐμπόριον ἐν γένει, αὗται θέλουν ἐξυπηρετήσει καὶ τὴν παραγωγὴν τῶν σιτηρῶν καὶ τὴν παραγωγὴν προϊόντων ἐσωτερικῆς βιομηχανίας, θέλουν ἐξυπηρετήσει καὶ αὐτὰ τοῦ Δημοσίου τὰ συμφέροντα, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ χρέη τῆς διαμετακομίσεως τῶν ὑποκειμένων εἰς τέλος ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποτίθενται εἰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου. Τίς ἐκ τῶν ἐν Πάτραις ἐμπόρων ἀγνοεῖ, ὅτι ἐν Πάτραις τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν ἔχει ἀποθήκην διαμετακομίσεως, εἶναι δὲ ἑκάστοτε ἠναγκασμένον νὰ ἐνοικιάζῃ οὐχὶ εἰς παραλιακὴν θέσιν, ἀλλὰ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς πόλεως, ἰδιωτικὰ οἰκήματα πρὸς ἀπόθεσιν τῶν ὑπὸ διαμετακόμισιν διατελούντων καὶ εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος ὑποκειμένων ἐμπορευμάτων; τίς ἀγνοεῖ, ὁποίαν ὑπέστησαν τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα βλάβην, καὶ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα καταχρήσεις; Ἐὰν ὅμως ἔχητε μίαν γενικὴν ἀποθήκην, ὁποία πρέπει νὰ ἦναι ἐν Πάτραις, βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποταμιεύωνται ἐν αὐτῇ τὰ ὑπὸ διαμετακόμισιν καὶ εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος ὑποκείμενα ἐμπορεύματα· ἐὰν ἔχητε μίαν γενικὴν ἀποθήκην ἐν Βόλῳ, ἐπὶ παραδείγματι, τίς ἀγνοεῖ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ ἀποθήκη αὕτη νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀποθήκη ὅλων τῶν γεωργικῶν προϊόντων τῆς Θεσσαλίας; τίς δὲν δύναται ἐκ τούτου νὰ προσδοκᾷ μεγάλα ὠφελήματα καὶ ὑπὲρ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς τῆς Θεσσαλίας καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου τοῦ ἐν Βόλῳ; Ἀλλ’ ὅταν νομίζωμεν, ὅτι δυνάμεθα τὴν ἄδειαν τῆς συστάσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν νὰ παράσχωμεν εἰς οἱονδήποτε ζητήσοντα, ἐπὶ μόνῃ τῇ ἐγγυήσει τῆς καταβολῆς 25,000 δραχ. καὶ εἰς οἰκήματα ὑπάρχοντα ἤδη, ὄχι κατασκευασθησόμενα, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τί θέλομεν ἄλλο κατορθώσει, εἰμὴ μόνον νὰ ἐνισχύσωμεν τοὺς λεγομένους σταφιδαποθηκαρίους; Εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ συντελέσωμεν, εἰμὴ νὰ παρέξωμεν εἰς αὐτοὺς κέρδη τινά, τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν δύνανται νὰ ἐξασφαλίσωσι, διότι δὲν δύνανται νὰ ἐκδώσωσιν ἀποδείξεις ἀποταμιεύσεως ἢ ἐνεχυρόγραφα. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑπέλαβεν, ὅτι πρόκειται μόνον νὰ πείσῃ κατ’ ἐπιφάνειαν τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ὅτι προνοεῖ ὑπὲρ αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι γενικαὶ ἀποθῆκαι τότε μόνον θὰ ἐκπληρώσωσι τὸν προορισμὸν αὐτῶν, ὅταν περιβληθῶσι διὰ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας περιεῖχε τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον.
§145ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα τὸ σύστημα τῆς προνομιακῆς ἀνεγέρσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν παρουσιάζει. Ὅταν ἐν πόλει τινὶ ἐμπορικῇ ὑπάρχῃ μία καὶ μόνη προνομιακὴ γενικὴ ἀποθήκη, βεβαίως αὕτη θὰ συστηθῇ ὑπὸ ὅρους καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀσφαλειῶν τοιούτων, ὥστε καὶ εἰς τοὺς παραγωγοὺς νὰ παράσχῃ πλήρη πεποίθησιν, καὶ εἰς τοὺς κεφαλαιούχους πληρεστέρας ἐγγυήσεις, ὅπως δανείζωσι τοὺς ἀποθηκεύοντας τὰ προϊόντα των παραγωγούς. Οὐδεὶς, λέγω, δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο παρουσιάζει περισσοτέρας ἀσφαλείας καὶ περισσότερα πλεονεκτήματα. Ἀλλ’ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις τῆς χώρας ἡμῶν, δυσκόλως δυνάμεθα ἐπίσης νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι σήμερον, ἔστω καὶ μὲ τὴν παροχὴν ἀποκλειστικοῦ προνομίου κατασκευῆς γενικῶν ἀποθηκῶν, δύνανται τὰ κεφάλαια νὰ παρουσιασθῶσι καὶ νὰ προσφερθῶσιν, ὅπως ἀνεγείρωσι τοιαύτας ἀποθήκας ὑπὸ ὅρους παρέχοντας ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας ἀσφαλείας. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι καὶ οἱ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ σύστημα τοῦτο —τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τὸ καλλίτερον— νομίζουσιν ὅτι πρέπει συγχρόνως νὰ δοθῇ καὶ ἐγγύησις τοῦ Κράτους. Νομίζουσι τοῦτο, διότι δὲν ἔχουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι σπουδαῖα κεφάλαια δύνανται νὰ προσφερθῶσιν, ὅπως ἀναλάβωσι τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις εἶναι πρακτικωτέρα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς πλήρους ἐλευθερίας, ἥτις παρουσιάζει πολλὰ μειονεκτήματα ἀναμφισβητήτως, ἥτις ὅμως, ἕνεκα τῆς εὐκολωτέρας ἐγκαταστάσεως τῶν ἀποθηκῶν, δύναται νὰ καταστήσῃ ἐφαρμόσιμον τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Εὐκολώτερον θέλουσι παρουσιασθῆ μικροὶ κεφαλαιοῦχοι, δυνάμενοι νὰ ἐγείρωσιν ἢ νὰ μεταβάλωσιν ὑπαρχούσας ἀποθήκας εἰς γενικὴν ἀποθήκην, παρὰ μέγα ποσὸν κεφαλαίων, τὸ ὁποῖον νὰ ἐγείρῃ τὰς μεγάλας καὶ ἀσφαλεῖς ἀποθήκας, τὰς ὁποίας γνωρίζομεν ὅσοι ἐπεσκέφθημεν τοιαύτας ἐν Εὐρώπῃ. Διὰ τοῦτο, ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ ὅταν ἀκόμη πρὸ δύο ἐτῶν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον παρὰ τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ καὶ συνεζητήθη, ἤμην καὶ τότε ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐλευθερίας, καὶ σήμερον εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ταύτης. Νομίζω ὅμως, ὅτι παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν ταύτην, ὡς πρακτικωτέραν πρὸς τὴν ἐγκλιμάτισιν τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν περισσοτέρας ἐγγυήσεις, ἀφ’ ὅσας λαμβάνει τὸ νομοσχέδιον. Δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῆς πίστεως, ὅπως, συγχέων, νομίζω, τὰ πράγματα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου· πρόκειται περὶ πραγματικῆς πίστεως. Ὁ δανείζων χρήματα εἰς τὸν κάτοχον τοῦ ἐνεχυρογράφου δὲν δανείζει εἰς τὸ πρόσωπον, ἀλλ’ εἰς τὸ ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον ἔχει οὗτος ἐναποθηκευμένον. Δὲν δύναται ἑπομένως νὰ χρησημεύσῃ ὡς ἐπιχείρημα ὑποστηρίξεως οἱασδήποτε ἰδέας ἡ πίστις, τὴν ὁποίαν αἱ Τράπεζαι παρέχουσιν εἰς μίαν, δύο ἢ τρεῖς ὑπογραφάς. Πρέπει νὰ βασισθῶμεν ἐπὶ τῆς πραγματικῆς πίστεως τοῦ ἐμπορεύματος. Νομίζω δὲ, ὅτι, διὰ νὰ γεννήσωμεν τὴν πραγματικὴν αὐτὴν πίστιν, δὲν ἀρκοῦσιν αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν· δὲν ἀρκεῖ πλέον παρακαταθήκη 25,000 δρ. καὶ ὕπαρξις μιᾶς οἱασδήποτε ἀποθήκης, τὴν ὁποίαν κέκτηται σήμερον ὁ ζητήσων τὴν ἐγκατάστασίν της ἢ μέλλον νὰ κατασκευάσῃ αὐτὴν διὰ μικρᾶς δαπάνης. Εἶναι δὲ κίνδυνος, μήπως διατρέξῃ ἡ κοινωνία ἢ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιηθῶσι, δανειζόμενα εἰς τοὺς παραγωγούς, τοὺς κινδύνους, οὓς διατρέχουσι σήμερον ταῦτα ἔν τισιν ἐνεχυροδανειστηρίοις. Νομίζω ὅτι ἡ ἰδέα, ἡ προταθεῖσα, δὲν ἐνθυμοῦμαι παρὰ τίνος συναδέλφου, ὅτι ὁ ἀναλαμβάνων τὴν ἀθρόαν ἐγκατάστασιν γενικῶν ἀποθηκῶν πρέπει τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν νὰ μεταβιβάσῃ εἰς ἀνώνυμον ἑταιρίαν, εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· πρέπει νὰ εἰσαχθῇ, διότι ἡ ἀνώνυμος ἑταιρία ἐκ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεώς της, ἕνεκα τοῦ πλειοτέρου ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον παρουσιάζει, παρέχει πλειοτέραν ἀσφάλειαν καὶ εἰς τοὺς κατόχους προϊόντων καὶ εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, οἵτινες θέλουσι δανείσει ἐπὶ τῶν προϊόντων. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπίβλεψις τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν ἀποθηκῶν τούτων πρέπει νὰ καταστῇ πληρεστέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἀναγράφουσι. Νομίζω δὲ ἐπίσης, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ καὶ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ τὸ ἐμπορεύεσθαι εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὰς ἀποθήκας. Ἀνέφερον ἐκ τοῦ προχείρου τὰς βελτιώσεις ταύτας τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζω, ὅτι, διὰ νὰ καταστήσωμεν οὐ μόνον εὔκολον τὴν σύστασιν ἀποθήκης, τὴν ὁποίαν, ὡς προεἶπον, θέλει καταστήσει ἡ ἀρχὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ἀσφαλῆ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς, πρέπει νὰ εἰσαχθῶσιν αἱ βεβαιώσεις αὗται εἰς τὸ νομοσχέδιον· διότι, ἂν δὲν φροντίσωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν λειτουργίαν τῶν ἀποθηκῶν, κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὸν θεσμὸν αὐτὸν καταπίπτοντα. Κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν, οὐχὶ πλέον πλαττομένην πραγματικὴν πίστιν ὑπὲρ τῶν ἐμπορευμάτων, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας καταπίπτουσαν καὶ τὴν μικρὰν πίστιν, τὴν ὑπάρχουσαν ἴσως σήμερον ἐπὶ τῶν ἀποθηκευομένων προϊόντων. Ἐκτὸς τῆς βελτιώσεως ταύτης, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ ἀποκρούσῃ καὶ τὴν ἄλλην ἀρχὴν, τὴν ἀρχὴν δηλ. τῆς συστάσεως προνομιακῆς ἀποθήκης ἐκεῖ, ὅπου θὰ ἦναι δυνατόν, ὑπὸ ὅρους πλήρους ἀσφαλείας καὶ τελειότητος, νὰ ἀποβῇ τοῦτο ἐφικτόν. Καὶ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, πρέπει νὰ τεθῇ καὶ διάταξις, περιορίζουσα τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐκμετάλλευσις γενικῆς ἀποθήκης εἰς τοὺς ζητήσοντας τοιαύτην κατὰ τὸν νόμον. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ δοθῇ ἐλευθερία εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὰς Ἑλληνικὰς, ὅπως, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν σπουδαῖα κεφάλαια ἤθελον παρουσιασθῆ διὰ νὰ κατασκευάσωσιν ἀποθήκας εἰς ὡρισμένας πόλεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προνομίου, μὴ ἀποκρουσθῶσι τὰ σπουδαῖα ταῦτα κεφάλαια, ἀλλ’ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ διὰ συμβάσεως παραχώρησις τῆς διὰ προνομίου συστάσεως τελειοτέρας γεν. ἀποθήκης. Διὰ νὰ ᾖ δὲ δυνατὴ ἡ συνομολόγησις τοιαύτης συμβάσεως, φυσικῶς ὑποβληθησομένης πάντοτε εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ μὴ ἀφεθῇ ἀπεριόριστον τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἐλευθέρας ἐκμεταλλεύσεως, συμφώνως μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους, νομίζω ὅτι εὐκολώτερον θὰ εἰσαγάγωμεν καὶ θὰ ἐγκλιματίσωμεν τὸν θεσμὸν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, δὲν θὰ ἀποκρούσωμεν δὲ καὶ τὴν τελειοτέραν ἀνέγερσιν αὐτῶν, ἄν ποτε—τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν θεωρῶ σήμερον πιθανὸν—παρουσιασθῶσι σπουδαῖα κεφάλαια, θέλοντα νὰ ἐγείρωσι τοιαύτας ἀποθήκας, ἄνευ ἐγγυήσεως τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἐπικίνδυνον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τὰ τῶν παραγωγῶν, διότι οἱ ἐκμεταλλευόμενοι τὰς ἀποθήκας, ἔχοντες τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου, δὲν θὰ ἦναι τόσον ἐπιμελεῖς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, ὅσον θὰ ἦναι, ὅταν τὰς ὠφελείας αὐτῶν θὰ προσδοκῶσιν ἐκ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν παραγωγῶν διὰ καλῆς διαχειρίσεως. Τὰς λεπτομερείας ταύτας, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, δυνάμεθα νὰ τὰς συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν σχετικῶν ἄρθρων.
§146ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκτὸς ὅσων ἐῤῥήθησαν κατὰ τοῦ ἀστόχου τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ καθιεροῦντος τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἱδρύσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, θὰ προσθέσω ἄλλο τι ἀκόμη. Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου φαίνεται φρονῶν, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν εἶναι ἐπιχείρησις ἐπικερδὴς, καὶ ὅτι ἀρκεῖ εἷς νόμος νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ συστάσεως αὐτῶν, ὅπως σπεύσωσι πάντες, τίς πρὸ τοῦ ἄλλου νὰ ἱδρύσῃ γενικὰς ἀποθήκας καὶ ἀπολαύσῃ τὰ μεγάλα κέρδη, τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται ἡ ἐπιχείρησις αὕτη. Τὰ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν ὑπεστηρίξαμεν κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους τρεῖς χρόνους, ἐνῷ πρότερον περὶ αὐτῶν οὐδεὶς ἐγίνετο λόγος, ἕνεκα τῆς κρίσεως τῆς σταφιδικῆς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ὁ θεσμὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ ἡ ἵδρυσις αὐτῶν συνέπεσε καὶ συνεδέθη μετὰ τῆς κρίσεως τῆς σταφιδικῆς, εἶναι τοῦτο εἷς ἐκ τῶν λόγων, οἵτινες θέλουν ἀποθαῤῥύνει πολλοὺς, ὅπως τὰ κεφάλαιά των μὴ τοποθετήσωσιν εἰς τοιαύτην ἐπιχείρησιν. Ἡ κρίσις τῆς σταφίδος ἀποθαῤῥύνει τὰς ἐπιχειρήσεις ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς σταφίδος, ἐν γένει σήμερον αἱ ἐπιχειρήσεις τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν δὲν θεωροῦνται παρέχουσαι κέρδη καὶ ὠφελείας. Σήμερον πανταχοῦ αἱ ἐπιχειρήσεις τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν ἢ δὲν δίδουσι κανὲν κέρδος, ἢ ἀφήνουσι καὶ ζημίας. Ἐν Ἀγγλίᾳ π. χ. πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἔπαυσαν αἱ πλεῖσται μεγάλαι ἑταιρίαι τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν νὰ δίδωσιν οἱονδήποτε μέρισμα, καὶ σήμερον βλέπετε τὰ μεγαλείτερα Docks τῆς Ἀγγλίας νὰ μὴ ἀναγράφωσιν οὐδὲν κέρδος εἰς τὰς δεκαπενθημέρους καταστάσεις, τὰς ὁποίας δημοσιεύουσι, τοῦτο δὲ, διότι ἀπό τινος χρόνου, ἕνεκα τῆς εὐκολίας τῶν συναλλαγῶν, τῆς μεγάλης ταχύτητος τῆς συγκοινωνίας, τῶν τηλεγράφων, τῶν μεγάλων ἀτμοπλοίων, τῆς ἀνοίξεως τοῦ ἰσθμοῦ τοῦ Σουέζ, τῶν εὐθηνῶν ναύλων, δὲν μένουσι τὰ ἐμπορεύματα πολὺν καιρὸν εἰς τὰς ἀποθήκας, ἐκεῖνα δὲ μόνον ζητοῦσι τὰς ἀποθήκας, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνουσι πολὺν ὄγκον καὶ εἶναι τὰ μᾶλλον δυσκίνητα, ὅπως ὁ σῖτος, οἱ ἄνθρακες καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τόσον ὀλίγον σήμερον ἀγαπῶσι τὰς ἀποθήκας, ὥστε αἱ μεγαλείτεραι ἑταιρίαι γενικῶν ἀποθηκῶν εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν εὑρίσκουσι τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε εὕρισκον. Σήμερον βλέπετε ἀτμόπλοιον παμμέγιστον, τὸ ὁποῖον μεταφέρει πλῆθος ἐμπορευμάτων, καὶ πρὶν τὰ μεταφέρῃ, ὅτι τὰ ἐπώλησεν εἰς ἕνα ἢ πολλοὺς λιμένας, χωρὶς νὰ εἰσέλθωσιν εἰς καμμίαν ἀποθήκην. Ἄλλοτε ἦσαν ὀλίγοι οἱ εἰσάγοντες ἢ μεταφέροντες ἀνὰ τὸν κόσμον τὰ ἐμπορεύματα καὶ προϊόντα τὰ ἀναγκαιοῦντα, σήμερον εἶναι πολλοὶ, οἱ δὲ τόποι, εἰς οὓς εἰσάγονται, περιωρίσθησαν. Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν σήμερον ἄξιον λόγου ἐμπόριον τὸ τῆς σταφίδος, καὶ ὀλίγον ποσὸν σίτου ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅταν αἱ ἐσοδεῖαι ἦναι καλαί...
§147ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ καπνά.
§148ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅλα τὰ προϊόντα.
§149ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τέλος πάντων ὅ,τι ἐξάγομεν καὶ εἰσάγομεν εἶναι τόσον ὀλίγον, ὥστε δὲν δύναται νὰ ἀπασχολήσῃ ἐπικερδῶς τὸν ἐλεύθερον διαγωνισμὸν, τὸν ὁποῖον καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ καταβάλωσι κεφάλαια πρὸς ἵδρυσιν ἀποθηκῶν, ἀποθηκῶν μὲ ἐπαρκῆ διαμερίσματα, καλῶς ἀερισμένα, καλῶς τοποθετημένα, καὶ λειτουργοῦντα μὲ ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία νὰ τὰ ἐπιβλέπῃ καὶ φροντίζῃ διὰ τὴν καλὴν συντήρησίν των, αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ἀναλάβωσι τὰς δαπάνας αὐτὰς, διότι ὑπάρχει ἡ ἐλευθερία τῆς ἱδρύσεως τῶν ἀποθηκῶν, διότι πᾶς τις, ἀποδεικνύων ὅτι εἶναι ἔμπορος, μὲ ἐμπορικὰ βιβλία, ὅτι πληρόνει φόρον πρώτης κλάσεως ἐπιτηδευματίου καὶ καταθέτων 25,000 δραχμὰς, δύναται νὰ ἱδρύσῃ γενικὴν ἀποθήκην. Ἐπειδὴ δὲ γνωρίζομεν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι λόγῳ σχέσεων, λόγῳ ὑποχρεώσεων, ἐργάζονται καλῶς κακῶς τοιαῦτα ἔργα, θὰ διανεμηθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς σταφίδος, καὶ βεβαίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ καταβάλωσι κεφάλαια, ὅπως ἱδρύσωσι γενικὰς ἀποθήκας, θὰ εὕρωσι μικρὰς, ὀλίγας, ἀβεβαίας τὰς ἐργασίας, καὶ θὰ ἀπόσχωσιν ἐκ φόβου. Δὲν βλέπω τί ἐνεθάῤῥυνε τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως δεχθῇ τὸν ἐλεύθερον διαγωνισμὸν, ἀντὶ τῆς μόνης ἀσφαλοῦς μεθόδου, τῆς ἐξασφαλιζούσης μονοπώλιον, ἂν ὄχι καὶ ἐλάχιστόν τινα τόκον, ἀλλὰ πάντως μονοπώλιον, ἀποκλειστικὴν τουτέστιν ἐξάσκησιν ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον τῆς ἀποθηκεύσεως ἔστω καὶ ὡρισμένων μόνον ἐμπορευμάτων, ἂν ὄχι ὅλων, ὅπως συνέβη καὶ συμβαίνει ἀλλαχοῦ. Ἀλλαχοῦ παραχωρεῖται εἰς ἑταιρίαν, ἱδρύουσαν γενικὰς ἀποθήκας, τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ ἀποθηκεύειν σῖτον καὶ ἄλλους δημητριακοὺς καρποὺς, ἢ ἄλλα προϊόντα, ἢ ὡρισμένα ἐμπορεύματα, ἀποκλείονται δὲ ἄλλαι ἀποθῆκαι ἐπὶ ὁμοίων εἰδῶν νὰ ἱδρυθῶσιν ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Συγκεντρούμεναι αἱ ἐργασίαι εἰς μίαν ἑταιρίαν, ὠφελοῦν καὶ αὐτὴν καὶ τὸ ἐμπόριον. Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἱδρυτῶν οὐδένα λόγον ἔχει. Οὕτω ἠθέλομεν δυνηθῆ καὶ ἡμεῖς, ἀσφαλίζοντες εἰς μίαν ἑταιρίαν τὰς ἐργασίας ἐπὶ ὡρισμένων τοὐλάχιστον προϊόντων, νὰ ἑλκύσωμεν ἀνθρώπους μὲ κεφάλαια, δυναμένους νὰ ὀργανώσωσιν αὐτὰς καλλίτερον ἢ ἁπλοῖ ἰδιῶται, οἱ ὁποῖοι μόνον τὰς ἀποθήκας, τὰς ὁποίας εὑρίσκουσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐνοικιάσωσι καὶ προσφέρωσιν, ὡς ἔχουσιν εἰς τὸ ἐμπόριον. Αὗται δὲν θὰ παρέχωσι καμμίαν ἐκ τῶν ἀσφαλειῶν καὶ τῶν ἐγγυήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐνθαῤῥύνουσι τὰ πιστωτικὰ καταστήματα, ὅπως ἐπὶ τῶν τίτλων αὐτῶν χορηγῶσι πιστώσεις. Καθὼς εἶπέ τις τῶν προλαλησάντων, ἐπὶ τῶν τοιούτων τίτλων δὲν προσέχει ὁ δανείζων κυρίως εἰς τὰς ὑπογραφὰς, ἀλλὰ προσέχει εἰς τὸ ἐμπόρευμα, εἰς τὸ ποιὸν τῶν ἀποτιθεμένων ἐν τῇ ἀποθήκῃ, τῶν ἐνεχυριασμένων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν πρέπει νὰ ἐξομοιῶμεν τὰς ἐργασίας τὰς ἐπὶ τοιούτων τίτλων πρὸς τὰς ἐργασίας τὰς ἐπὶ συναλλαγματικῶν, διότι αἱ ἐπὶ συναλλαγματικῶν στηρίζονται μᾶλλον ἐπὶ τῆς προσωπικῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ προεξοφλοῦντος πρὸς τοὺς ὑπογραφεῖς. Ἐπὶ ἐνεχυρογράφων ἡ πίστις παρέχεται πρὸς τὸ ἐνέχυρον, πρὸς τὸ κατατεθειμένον πρᾶγμα. Ἐὰν πρόκειται μόνον οἱ ἔχοντες πίστιν νὰ γίνωνται δεκτοὶ μεταξὺ τῶν προσερχομένων εἰς προεξόφλησιν κομιστῶν ἐνεχυρογράφων τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, βεβαίως οὐδεμίαν βελτίωσιν εἰς τὴν πίστιν ἐφέρομεν. Πρέπει νὰ καταστήσωμεν τὰ ἔγγραφα ταῦτα παραγωγὰ πίστεως ὑπὲρ ὅλων, διότι ταύτην ἐμπνέουσιν αἱ ἀποθῆκαι ὑπὲρ παντὸς, ὅστις ἐμφανίζεται μὲ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἔχει κατατεθειμένον ἐμπόρευμα ὡρισμένης ποσότητος καὶ ποιότητος εἰς τὰς γενικὰς ἀποθήκας. Αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι λοιπὸν εἶναι ἡ κυρία, ἡ ἀληθὴς, ἡ ἀναμφισβήτητος ἀσφάλεια, καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἄξιαι αὐτῆς. Ὅταν ὅμως ἐξομοιώσωμεν τὰς ἀποδείξεις τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν πρὸς τὰς συναλλαγματικὰς, τότε κινούμεθα ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ κύκλου, ἐνῷ σκοπὸς ἡμῶν εἶναι νὰ κινητοποιήσωμεν τὰς ἀξίας, τὸν πλοῦτον τὸν εἰς προϊόντα καὶ εἰς ἐμπορεύματα, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε ἔμενεν ἀχρησιμοποίητος, καὶ νὰ καταστήσωμεν οὐχὶ μόνον εὔκολον τὴν μεταβίβασιν αὐτοῦ καὶ ταχεῖαν, δι’ ἁπλῆς ὀπισθογραφήσεως τῶν τίτλων, οἱ ὁποῖοι τὸν παριστῶσιν, ἀλλὰ καὶ δυνατὴν τὴν ἐπὶ τῇ ἀσφαλείᾳ, τῇ ἐνεχυριάσει αὐτοῦ χορήγησιν μέχρις ἑνὸς ποσοῦ τῆς ἀξίας αὐτοῦ εἰς χρήματα. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι προσκρούει ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ καθιεροῦσα τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἱδρύσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ συντελέσωμεν διὰ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ὅπως τὸν πλοῦτον τὸν εἰς ἐμπορεύματα καὶ προϊόντα κινητοποιήσωμεν καὶ καταστήσωμεν προσφορώτερον, ἵνα ἑλκύῃ τὰ κεφάλαια καὶ γίνηται ἀσφάλεια πρὸς παραχώρησιν δανείων. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἀποδεκτή. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ φέρῃ τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς συστάσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ καταστῇ βέβαιον, ὅτι θὰ λειτουργήσῃ ὁ θεσμὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ θὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ πάντα, ὅσα καὶ ἀλλαχοῦ.
§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τοῦτο διαφωνοῦμεν μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, καθ’ ἣν εἰσήγαγε, καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, ὅτε εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐφρόνει, ὅτι αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι δέον νὰ συστηθῶσι διὰ προνομίας, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἤθελε παραχωρήσει εἰς τοὺς ἱδρύοντας αὐτὰς, καὶ ὅτι ἀνάγκη νὰ παρασχεθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ἐγγύησις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον θέλει καταβληθῆ πρὸς σύστασιν τῶν ἀποθηκῶν τούτων. Τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος δὲν ἀποδεχόμεθα, διότι ὑπολαμβάνομεν πρῶτον ὅτι δὲν θέλει γενῆ δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος μᾶς ἐπέδειξε πρὸ μικροῦ, καὶ μᾶς ἐπέδειξε καὶ τότε, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπρότεινε νὰ ἱδρυθῇ τὸ σύστημα τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν ἐν Ἑλλάδι. Οἱ δὲ ὅροι ἦσαν, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ ἑταιρία νὰ καταβάλῃ τρία, τέσσαρα μέχρι πέντε ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ συστηθῶσι γενικαὶ ἀποθῆκαι. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελεν εὑρεθῆ ἑταιρία, ἡ ὁποία ἦτο διατεθειμένη νὰ καταβάλῃ τοσοῦτον ὀγκώδη ποσὰ, καὶ πάλιν δὲν θὰ ἤμην ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, διότι αἱ ἐπιχειρήσεις δὲν μοὶ ἀρέσκει νὰ δημιουργῶνται καὶ νὰ ὑπάρχωσιν ἀπὸ τὰς προνομίας, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος παρέχει. Ἡμεῖς, φρονοῦντες ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, εἴμεθα ἐγγύτερον εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις τῆς χώρας. Βεβαίως ἡ ὠφέλεια καὶ τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ προσδοκᾷ ἐκ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἂν ἤθελεν ἐπιχειρήσει τὴν ἵδρυσιν τούτων, βεβαίως εἰσὶν ἀνάλογα πρὸς τὴν ἔντασιν τῆς παραγωγῆς, ἢ πρὸς τὴν ζωηρὰν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου. Ἂν δὲ τοῦτο ἔχῃ οὕτω, βεβαίως εἰσὶ γνωσταὶ καὶ ἡ ἔντασις τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας καὶ ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου, ἑπομένως τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἤθελέ τις προσδοκᾷ, βεβαίως θέλουσιν εἶσθαι ἀμφίβολα· ἀλλὰ θέλουσιν εἶσθαι πάντως ἀμφίβολα, ἢ ἴσως θέλουσιν εἶσθαι ἀντὶ κερδῶν ζημίαι, ἂν τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἤθελέ τις καταβάλει, ἦναι τοσοῦτον ὀγκώδη, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος. Ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ἂν ἤθελεν εὑρεθῆ ἑταιρία μεγάλη, ἡ ὁποία νὰ καταβάλῃ πραγματικῶς, καὶ ὄχι ἐν λόγοις, τέσσαρα ἑκατομμύρια, καὶ ἂν εὑρίσκετο, ἤθελεν εἶσθαι μία, ἤθελε δὲ ἀποκλεισθῆ πᾶσα ἄλλη ἐπιχείρησις, ἑπομένως ἠθέλομεν ἱδρύσει εἶδος μονοπωλίας τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης. Διὰ τοῦτο ἐπροτιμήσαμεν τὸ σύστημα τῆς ἐλευθέρας συστάσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους. Ἂν τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὸ ὁποῖον παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον ὅτι πρέπει νὰ καταθέσῃ ὁ αἰτῶν τὴν ἄδειαν τῆς συστάσεως, ἦναι μικρὸν, ἂν δὲν παρέχῃ τὴν ἐγύησιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀπαιτήσωμεν, οὐδόλως ἀρνοῦμαι αἱ 25 χιλιάδες νὰ ἀναβιβασθῶσιν εἰς 50 χιλιάδας, διότι ἀνεγράψαμεν 25 χιλιάδες διὰ νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τοὺς διστάζοντας, ἀφοῦ, ὡς γνωστὸν, τὰ κεφάλαια δὲν εἶναι ἄφθονα, δὲν ἔπρεπε δὲ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἤθελε καταβάλει δι’ ἐγκατάστασιν, νὰ ἦναι τοσοῦτον μεγάλα, ὥστε νὰ καταντήσωσιν ἐλάχιστα τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἤθελε πραγματοποιεῖ, καὶ ὅλως δυσανάλογα, ἀλλὰ δὲν ἀντιλέγω νὰ αὐξηθῇ τὸ κεφάλαιον εἰς 50 χιλιάδας. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου προέτεινεν, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ ἐμπορία ἰδίως τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς ἀποθήκην, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν ἄδειαν ἱδρύσεως ἀποθηκῶν, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀναξία προσοχῆς· πρέπει νὰ μελετηθῇ, καὶ ἂν πεισθῶμεν ὅτι εἶναι ἀναγκαία, δὲν διστάζομεν ν’ ἀποδεχθῶμεν αὐτήν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τῆς προνομίας καὶ τοῦ μονοπωλίου δὲν στέργομεν ν’ ἀποδεχθῶμεν, διότι κρίνομεν αὐτὸ ἐπιβλαβές. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀνάγκη προϊόντων τινῶν καὶ πρὸ πάντων τῆς σταφίδος εἶναι ἐπικειμένη καὶ καταφανὴς, ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι πέρυσιν ἐνεκαλούμην διατὶ δὲν σπεύδω νὰ φέρω νομοσχέδιον περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν, ἂν καὶ εἶχον δηλώσει, ὅτι δέχομαι κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος. Κατηγγελλόμην τότε, ὅτι ἐγενόμην ὑπαίτιος ζημίας τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων καὶ αὐτῶν τῶν δημοσίων συμφερόντων, διότι δὲν προέβαλον ἀμέσως τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἂν ἀποδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασίδος, ἔχομεν ἀνάγκην παρελεύσεως μακροῦ χρόνου, ὅπως εὕρωμεν ἑταιρίαν, ἥτις νὰ διαθέσῃ τοιαῦτα κεφάλαια, ἐν ᾧ, ὡς πάντες ἀνομολογοῦσιν, αἱ ἀνάγκαι τῆς σταφίδος εἶναι ἐπιτακτικαί, καὶ πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν αὐτάς. Ἐπειδὴ λοιπὸν οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τελεῖται ἡ ἐμπορία τῆς σταφίδος, κατεστάθησαν τελευταῖον τοσοῦτον ἐπιτακτικοί, διὰ τοῦτο ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, δηλοῦντες ὅτι ἐσμὲν διατεθειμένοι ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 25 χιλιάδων εἰς 50 χιλιάδας, ὡς δὲν θέλομεν δυσκολευθῆ νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὴν ἐμπορίαν τοῦ ἀποθηκευθέντος προϊόντος· ὡσαύτως καὶ πᾶσαν ἄλλην πρότασιν ἐν ταῖς λεπτομερείαις θέλομεν ἐξετάσει, καὶ εὐχαρίστως θέλομεν δεχθῆ πᾶσαν γνώμην τείνουσαν πρὸς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδεχθῶμεν, εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εἶχε προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος.
§151Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τοῦ συστήματος τοῦ προνομίου. Συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ δεχθῇ νὰ βελτιώσῃ τὸ ἄρθρον 2 διὰ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ τρίτου ἐδαφίου, διότι ἡ ἄδεια ἡ παρεχομένη εἰς τὰς Τραπέζας εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ πλήρης ἐλευθερία εἰς πάντα ἰδιώτην, ὅπως ἱδρύῃ γενικὰς ἀποθήκας, νομίζω ὅτι οὐδόλως συμφέρει.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ἰδιῶται, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2, εἰσὶν ἢ ἔμποροι ἢ τραπεζῖται. Ἀλλὰ τίνες ἔμποροι καὶ τίνες τραπεζῖται; Ἔμποροι καὶ τραπεζῖται κατατεταγμένοι εἰς τὴν πρώτην τάξιν τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Ἑπομένως τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύησιν, ὅτι θέλουσι λαμβάνει τὰς ἀδείας ὄχι μόνον αἱ Τράπεζαι, ἀλλὰ καὶ οἱ τραπεζῖται, καὶ ὑπάρχουσιν ἐν τῷ τόπῳ τραπεζῖται πάσης πίστεως ἄξιοι, ὡς καὶ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι παρέχουσι πᾶσαν ἐγγύησιν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ καταθέσωσι 50 χιλιάδας δραχμῶν ὡς κεφάλαιον καὶ τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τῆς ἀποθήκης.
§153ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ παράσχω μίαν ἐξήγησιν πρὸς πληροφορίαν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ὅταν περὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς τὸ ὑποβληθὲν ὑπ’ ἐμοῦ νομοσχέδιον, ὡμίλησε, προσέθηκεν, ὅτι ἐν τῷ συστήματι περιείχετο καὶ ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους, καὶ ἡ παροχὴ προνομίου ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον συστήσει γενικὰς ἀποθήκας. Ἐγὼ, τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁμιλήσας περὶ προνομίου, ἤθελον κυρίως τοῦτο νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ χορηγηθῇ πλεονέκτημά τι εἰς ἐκείνους τοὺς κεφαλαιούχους, οἵτινες ἤθελον προσφερθῆ νὰ συστήσουν γενικὰς ἀποθήκας. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅμως, τὸ ὁποῖον προέβαλον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, περὶ ὡρισμένου προνομίου οὐδεμία γίνεται μνεία, μόνον ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ἄδεια, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐγγυᾶται ὑπὲρ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἤθελον κατατεθῆ, τόκον τινὰ, προσδιορισθησόμενον ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ παροχὴ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ τόκου δὲν ἀπέβαινεν ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν· διότι, ἂν ἤθελον παρουσιασθῆ κεφαλαιοῦχοι, προσφερόμενοι νὰ συστήσουν ἀποθήκας ἄνευ ἐγγυήσεως τοῦ τόκου, βεβαίως οὗτοι ἤθελον προτιμηθῆ κατὰ τὸ νομοσχέδιον· ἂν ὅμως ἐκ τῆς πείρας ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ σύστασις τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν ἄνευ παροχῆς ἀνταλλάγματός τινος, τότε παρέχεται ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐγγυηθῇ τόκον 5% κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Ἑπομένως, ἂν ἐγίνετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶχον ἐγὼ τοῦτο ὑποβάλει, δὲν ἦτο ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναμένῃ, ὅπως συσταθῇ ἑταιρία μὲ τοσαῦτα κεφάλαια, ὥστε νὰ συστήσῃ γενικὰς ἀποθήκας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀπαιτήσει τὴν καταβολὴν πολλῶν ἑκατομμυρίων. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐχορηγεῖτο εὐκολία νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαιτεῖται ἡ καταβολὴ πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἤθελον προσφερθῆ νὰ συστήσωσι γενικὰς ἀποθήκας, ἰδίως πρὸς ἀποταμίευσιν τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ συστήσωμεν ἰδίως εἰς τὰ κέντρα τὰ ἐμπορικὰ γενικὰς ἀποθήκας ὁμοίας ἐκείνων, αἵτινες λειτουργοῦσιν ἐν Εὐρώπῃ, βεβαίως πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς τὰ κεφάλαια τὰ καταβληθησόμενα πλεονέκτημά τι, εἴτε τὴν ἐγγύησιν τοῦ τόκου, εἴτε τὸ προνόμιον τοῦ νὰ μὴ δύνηται ἐν τῇ αὐτῇ πόλει νὰ συστηθῇ ὑπὸ ἄλλου γενικὴ ἀποθήκη ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Αὐτοὶ οὗτοι οἱ ὅροι δὲν ἀποκλείουν ἀπολύτως τὴν ἐλευθέραν τῶν κεφαλαίων καὶ τοῦ ἐμπορίου λειτουργίαν, τοὐναντίον ἐπιτρέπουν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ὑπολάβει, ὅτι ἄνευ οὐδενὸς πλεονεκτήματος δύνανται νὰ συστήσωσι γενικὰς ἀποθήκας καὶ νὰ προσδοκήσωσιν ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης κέρδη, νὰ προτιμηθῶσιν τῶν ἀξιούντων ἐγγύησιν τόκου ἢ προνόμιον.
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω παρὰ μίαν ἐξήγησιν νὰ δώσω εἰς ὅσα εἶπον. Περὶ αὐξήσεως τῶν ἐγγυήσεων ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου, δὲν ἐνόουν τὴν αὔξησιν τῶν χρηματικῶν ἐγγυήσεων, τοὐναντίον τὴν αὔξησιν τῆς χρηματικῆς ἐγγυήσεως, τοὐλάχιστον τοῦ κατωτέρου ὅρου αὐτῆς, τὴν θεωρῶ ἐπιβλαβῆ, διότι ἡ αὔξησις τοῦ ὅρου τῶν 25 χιλιάδων θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἵδρυσιν γενικῶν ἀποθηκῶν εἰς μικρὰς πόλεις. Ἄν δὲ πρόκειται νὰ αὐξήσωμεν τοὺς ὅρους τῶν χρηματικῶν ἐγγυήσεων, μᾶλλον τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν 100 χιλιάδων πρέπει νὰ αὐξήσωμεν, καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐλευθέραν, ὅπως, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν σπουδαιότητα τῆς πόλεως, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ συστηθῇ γενικὴ ἀποθήκη, παραδεχθῇ ἐγγύησιν μεταξὺ τῶν 25 χιλιάδων καὶ τῶν 100 χιλιάδων, ἢ ἄνω τῶν 100 χιλιάδων. Αὔξησιν ἄλλων ἐγγυήσεων ἐζήτησα, καὶ ἀνέφερα διάφορα παραδείγματα. Ἀνέφερα τὴν σύστασιν ἀνωνύμου ἑταιρίας παρὰ τῶν ἰδιωτῶν, οἵτινες ἤθελον ἀναλάβει τὴν παραχώρησιν τῆς ἀνεγέρσεως ἀποθήκης, καὶ τοῦτο θεωρῶ ἀσφάλειαν οὐσιωδεστέραν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται λόγος περὶ διαγραφῆς τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2, διότι ἐξερχόμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν τῆς ἰδέας τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐγκαταστάσεως γενικῶν ἀποθηκῶν· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, παραδεχόμενοι τὴν ἐκχώρησιν τῆς συστάσεως ἀποθηκῶν εἰς ἰδιώτας, πρέπει πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐκχωρήσεως ταύτης καὶ πρὸς διαχείρισιν ἀσφαλεστέραν ν’ ἀπαιτήσωμεν, ὅπως ἡ διαχείρισις αὕτη γίνηται οὐχὶ παρὰ τοῦ ἰδιώτου, ἀλλὰ παρ’ ἀνωνύμου ἑταιρίας, σχηματισθησομένης παρ’ αὐτοῦ. Τοῦτο δὲ, διότι ἀνώνυμος ἑταιρία παρουσιάζει μείζονας ἐγγυήσεις. Ταῦτα ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω πρὸς ἐξήγησιν τῶν ὅσα εἶπον, ἐπιφυλάσσομαι δ’ ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν.
§155ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θελήσας νὰ δικαιολογηθῇ διατὶ ἀνέβαλεν ἐπὶ τοσούτους μῆνας τὴν ὑποβολὴν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, εἶπεν ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο τόσον σπουδαῖον, ὥστε ἔχρηζε μακρᾶς μελέτης, διὰ νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον σχετικῶς τελειότερον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑποβληθῆ μέχρι τοῦδε. Συμβαίνει ὅμως εἴς τινας ἀνθρώπους τὸ ἑξῆς ἀτύχημα, ὅτι, ὅσον μακρότερον σκέπτονταί τι, τόσον ἀτυχεστέρα εἶναι ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν ἐπ’ αὐτοῦ· τοῦτο δὲ συμβαίνει καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐμελέτησεν ἐπὶ μακρὸν τὸ ζήτημα, καὶ μεταξὺ τῶν δύο ὁδῶν, αἵτινες ἔκειντο ἐνώπιον αὐτοῦ, τῆς ὁδοῦ τῆς προνομιακῆς ἱδρύσεως γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ τῆς ὁδοῦ τῆς ἐλευθερίας περὶ τὴν ἵδρυσιν αὐτῶν, προετίμησε, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὴν ἀστοχωτέραν. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τοῦ συστήματος τούτου τὰ συμβαίνοντα τὴν σήμερον ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι πρόκειται περὶ μεταφυτεύσεως, οὕτως εἰπεῖν, ἐξωτικοῦ ἄνθους καὶ φυτοῦ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅτι, ὅπως τοῦτο ἐγκλιματισθῇ ἐνταῦθα, ἔχει κατ’ ἀρχὰς ἀνάγκην ἰδιαιτέρας προστασίας, ἔχει ἀνάγκην νὰ τεθῇ ἐν ἀνθοκομείῳ. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῶν χωρῶν ἐκείνων τῆς Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας, καὶ γινώσκομεν ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος καὶ ἐκεῖ δὲν ἐφηρμόσθη ἐν ἀρχῇ ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ, ἀλλὰ προνομιακῶς. Καὶ ἀφοῦ ἀνεπτύχθη ὁ θεσμὸς οὗτος καὶ ἀφοῦ ἠνδρώθη, τότε καὶ μόνον ἀπεδόθη ἡ πλήρης ἐλευθερία εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, Κύριοι, εὑρισκόμεθα ἡμεῖς εἰς παρομοίας περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία τὴν σήμερον; Ἐκεῖ ἔχουσι πληθώραν κεφαλαίων, ἐκεῖ εἶναι ἀνεπτυγμένη ἡ πίστις εἰς ὕψιστον βαθμὸν, ἐκεῖ εἶναι δυνατὸν ἄνευ προνομίου τινὸς καὶ ἑταιρίαι νὰ συστηθῶσι, καὶ Τράπεζαι νὰ ἀναλάβωσι τὴν σύστασιν γενικῶν ἀποθηκῶν, καὶ ἰδιῶται ἑκατομμυριοῦχοι νὰ εὑρεθῶσιν, οἵτινες νὰ καταβάλωσι τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια καὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς ἀνταγωνισμόν. Ἀλλὰ ποῦ τὰ κεφάλαια ἐνταῦθα; Ἀφοῦ κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπάρχουσι κεφάλαια, τὰ ὁποῖα νὰ δυνάμεθα νὰ προσελκύσωμεν, μὲ ὅλας τὰς παραχωρήσεις τῶν προνομίων, καὶ ἂν, εἶπεν, ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν προτείνει τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, μὴ ἀναμένετε μετὰ μῆνας καὶ ἔτη νὰ εὑρεθῶσι τὰ κεφάλαια. Ἀλλ’ ἂν μὲ ὅλα τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ σύστημα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, δὲν ἦναι ἐλπὶς νὰ ἔχωμεν ταχέως ἀληθεῖς γενικὰς ἀποθήκας, ἐξυπηρετούσας τὰς ἀνάγκας τῆς βιομηχανίας, τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι θὰ ἀποκτήσητε ἀληθεῖς γενικὰς ἀποθήκας, ὅτι θὰ προσελκύσητε πρὸς τοῦτο τὰ κεφάλαια, χωρὶς νὰ παράσχητε εἰς αὐτὰ κανὲν προνόμιον, κανὲν πλεονέκτημα; Ἐγὼ τουλάχιστον, Κύριοι, τὴν τοιαύτην σκέψιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ δὲν δύναμαι διόλου νὰ ἐννοήσω. Μὴ πλανώμεθα· διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνεται ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, δὲν θὰ ἔχωμεν γενικὰς ἀποθήκας, θὰ ἔχωμεν τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ νῦν συστήματος τῆς τοκογλυφίας τῶν σταφιδαποθηκαρίων, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἠξεύρετε, τίς ὁ σκοπὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν; Αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι κέκληνται νὰ ἐξυπηρετήσωσιν, ὡς εἶπον, τὴν βιομηχανίαν, τὴν παραγωγὴν, τὸ ἐμπόριον. Παράγεις προϊόντα καὶ ἐναποταμιεύεις αὐτὰ εἰς τὰς γενικὰς ἀποθήκας, καὶ εἴτε λαμβάνεις, ἀπέναντι τοῦ ἐνεχύρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δίδεις, τοῦ προϊόντος σου, ποσόν τι, ἀναγκαῖον εἰς σὲ, εἴτε λαμβάνεις τὸ λεγόμενον ἐνεχυρόγραφον, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς τίτλος, ἵνα δανεισθῇς παρ’ ἄλλου χρήματα. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει, καὶ ὅταν ἦσαι βιομήχανος. Ἔχεις παραγάγει πολλὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνασαι ἀμέσως νὰ παραδώσῃς εἰς τὴν κατανάλωσιν, εὑρίσκεσαι δὲ εἰς ἀνάγκην χρημάτων, ἵνα ἐξακολουθήσῃς τὰς ἐργασίας σου· τὰ προϊόντα σου τὰ βιομηχανικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν δύνασαι ἀμέσως νὰ παραδώσῃς εἰς τὴν κατανάλωσιν, τὰ ἐναποθέτεις εἰς τοιαύτας γενικὰς ἀποθήκας, καὶ ἀπέναντι αὐτῶν εἴτε κεφάλαια λαμβάνεις, εἴτε ἐνεχυρόγραφον, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύνασαι νὰ δανεισθῇς χρήματα καὶ ἐξυπηρετήσῃς τὰς ἀνάγκας σου. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων. Ἔκαμες παραγγελίας, ἔρχονται τὰ ἐμπορεύματά σου, δὲν δύνασαι ἀμέσως νὰ τὰ παραδώσῃς εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἔχεις ὅμως νὰ πληρώσῃς συναλλαγματικὰς καὶ ἄλλα χρέη. Ἔχεις τὴν γενικὴν ἀποθήκην, εἰς τὴν ὁποίαν παραδίδεις τὰ ἐμπορεύματά σου, καὶ λαμβάνεις εἴτε χρήματα, εἴτε ἐνεχυρόγραφον, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύνασαι νὰ δανεισθῇς χρήματα καὶ νὰ ἐκπληρώσῃς τὰς ἀνάγκας σου. Οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ καθιερωθῶσιν αὗται· ἀλλ’ οὐδεὶς ἐσκέφθη περὶ τούτου· ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀνάγκη ἡ μεγάλη, ἡ κατεπείγουσα, ἡ ἐθνικὴ ὁμολογουμένως, τῆς σταφίδος, ἵνα σκεφθῶμεν περὶ ἱδρύσεως γενικῶν ἀποθηκῶν. Τί δὲ κυρίως ἐπιδιώκομεν διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν γενικῶν τούτων ἀποθηκῶν, προκειμένου περὶ σταφίδος;—διότι αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία βάσις τῆς λειτουργίας τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν. Ἐσκέφθησαν πολλοί, ὅτι εἷς ἐκ τῶν πρώτων λόγων τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ προϊόντος ἡμῶν τούτου εἶναι ἡ ἀθρόα αὐτοῦ προσφορὰ εἰς τὴν κατανάλωσιν. Γίνεται ἡ παραγωγή, ἔχουσιν ἀνάγκας οἱ σταφιδοκτήμονες, ἀλλ’ ἐνίοτε καὶ ἄνευ τούτου, σπεύδουσι, τίς πρῶτος νὰ πωλήσῃ τὸ προϊόν του, ἵνα προμηθευθῇ χρήματα. Ὅταν δὲ ἀθρόα ῥίπτηται ἡ παραγωγή μας αὕτη εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐπέρχηται ἡ ὑποτίμησις. Ἐὰν ὅμως ὑπῆρχον αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι, δὲν θὰ συνέβαινε τοῦτο. Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ δύνανται νὰ ἐξοικονομῶσι τὰς κατεπειγούσας αὐτῶν ἀνάγκας διὰ τῆς παραδόσεως ὁλοκλήρου ἢ μέρους τοῦ προϊόντος των εἰς τὰς γενικὰς ἀποθήκας, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἢ θὰ λαμβάνωσιν ἀμέσως χρήματα, ἢ θὰ λαμβάνωσι τὸ ἐνεχυρόγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἦναι ἱκανοὶ νὰ δανεισθῶσι. Θεραπεύοντες οὕτω πως τὰς ἀνάγκας των, δὲν θὰ προβαίνωσιν εἰς ἀθρόαν προσφορὰν τοῦ προϊόντος, ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὴν τίμησιν. Οὗτος εἶναι ὁ κύριος σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον πολλοὶ ἐζήτησαν καὶ ζητοῦσι τὰς γενικὰς ἀποθήκας. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς οὗτος ἐξυπηρετεῖται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου; Ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ ἔχωμεν κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι, προνομιακῶς ἀναλαμβάνοντες τὴν ἵδρυσιν τοιούτων γενικῶν ἀποθηκῶν, νὰ ἦναι εἰς θέσιν αὐτοὶ νὰ διαθέσωσι κεφάλαια ὄχι μόνον πρὸς ἵδρυσιν τῶν ἀποθηκῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῶν, δανείζοντες ἀπ’ εὐθείας εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔδιδον ὡς ἐνέχυρον τὸ προϊόν αὐτῶν, ὅταν, λέγω, δὲν ἔχωμεν τοιούτους κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνέπνεον τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς ἐκείνους, ἐνώπιον τῶν ὁποίων θὰ προσάγωνται τὰ ἐκδιδόμενα ἐνεχυρόγραφα, ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ παρέχωνται χρήματα, πρὸς τί ἡ ἐπιψήφισις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου; Διότι—ἂς μὴ πλανώμεθα—ὁ πρῶτος τυχὼν, ὅστις πληρόνει τὸν μεγαλείτερον φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ διαθέσῃ 25,000 δραχ. ὡς ἐγγύησιν, ἔστω καὶ 50,000 δραχμὰς, ὡς λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸς, εἴτε ἔχων μίαν ἀποθήκην, εἴτε καὶ ἐνοικιάζων αὐτὴν, θὰ ἀπέκτα τὸ δικαίωμα νὰ συστήσῃ γενικὴν ἀποθήκην. Ἀλλ’ εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ γενικὴ αὕτη ἀποθήκη, ὅταν αὐτὸς δὲν ἔχῃ κεφάλαια διαθέσιμα, ὥστε διὰ τὸ ἐνεχυριαζόμενον προϊόν νὰ δίδῃ ὁ ἴδιος χρήματα, ἢ ὅταν ἐκδίδῃ μὲν ἐνεχυρόγραφα, ἀλλὰ ταῦτα οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην ἐμπνέωσιν; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν αὐτὸς, ὡς τραπεζίτης, θὰ ἐδέχετο τοιαῦτα ἐνεχυρόγραφα, προερχόμενα ἐκ τοῦ πρώτου τυχόντος ἱδρυτοῦ τοιαύτης γενικῆς ἀποθήκης καὶ θὰ ἐξηργύρου αὐτά. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι πλὴν τῶν ἐνεχυρογράφων αὐτῶν θὰ ἀπαιτοῦνται καὶ δύο ὑπογραφαὶ ἀξιοχρέων προσώπων. Ἀλλὰ τότε πλέον δὲν πρόκειται περὶ πραγματικῆς πίστεως, ἀλλὰ περὶ προσωπικῆς. Τότε πρὸς τί ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, πρὸς τί ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐνεχυρογράφου, ὅταν αἱ δύο ὑπογραφαὶ ἦναι ἀξιόχρεοι; Οὕτω πως δύναται ἕκαστος καὶ τὴν σήμερον ἄνευ τοῦ θεσμοῦ τούτου νὰ δανεισθῇ χρήματα. Ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν εἶναι οὗτος· πῶς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐνεχυρογράφου καὶ μόνου, ἐπὶ τῇ βάσει δηλ. τοῦ προϊόντος, εἴτε τοῦ ἐμπορεύματος, τὸ ὁποῖον ἐνεχυριάζομεν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ πορισθῶμεν χρήματα. Ὁ σκοπὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν εἶναι οὗτος· πῶς νὰ ῥευστοποιήσωμεν τὰ προϊόντά μας, ἢ τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα παραδίδομεν εἰς τὰς γενικὰς ἀποθήκας. Ἀλλ’ ὅταν τοῦτο ἦναι ἀδύνατον, διότι οὔτε οἱ μέλλοντες νὰ συστήσωσι τὰς γενικὰς ἀποθήκας θὰ ἔχωσι τὰ κεφάλαια, ὅπως αὐτοὶ οὗτοι δανείζωσιν, οὔτε θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐμπνεύσωσι τοιαύτην ἐμπιστοσύνην, ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἐκδιδομένων ἐνεχυρογράφων ἄλλος τις νὰ δανείζῃ χρήματα εἰς τὸν κομιστὴν αὐτῶν, ἀποτυγχάνει ὁ κύριος σκοπός. Καὶ ἄν, Κύριοι, ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, δὲν θὰ κατωρθοῦτο τόσον ταχέως ἡ σύστασις γενικῶν ἀποθηκῶν, ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, οὐδέποτε θὰ κατορθωθῇ παρ’ ἡμῖν· διότι, ὅταν δίδετε νῦν τὴν ἄδειαν διὰ Β. Διατάγματος εἰς τὸν πρῶτον τυχόντα νὰ συστήσῃ, ὅσαςδήποτε θέλῃ γενικὰς ἀποθήκας καὶ ὁπουδήποτε θέλῃ τοῦ Κράτους, αὐτὸς ἀποκτᾷ πράγματι ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ προσβάλληται, ἐὰν μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ συστήματός σας θελήσητε νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὸ μόνον ὀρθὸν διὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις σύστημα τῆς διὰ προνομιακῶν παραχωρήσεων συστάσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν. Ὅταν θελήσητε τότε νὰ παραχωρήσητε εἰς ἓν μέρος τοιαύτην προνομιοῦχον σύστασιν, θὰ προσκρούσητε εἰς τὰ ἤδη κεκτημένα δικαιώματα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προκειμένου συστήματος, καί, ἐὰν θελήσητε πράγματι νὰ προβῆτε εἰς τὴν τοιαύτην προνομιοῦχον σύστασιν, πρέπει νὰ ἀποζημιώσητε ὅλους τούτους. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, βεβαίως εἶναι ζήτημα, ἂν θὰ κατορθώσητε ποτὲ νὰ ἔχητε ἀληθεῖς γενικὰς ἀποθήκας, ἐξυπηρετούσας καὶ τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον. Μὴ πλανᾶσθε, Κύριοι, μὴ ἀπατᾶσθε ἀπὸ τὰς ὡραίας ἐπαγγελίας. Ἐὰν θελήσητε νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἱδρύσητε δι’ αὐτοῦ ἀληθεῖς γενικὰς ἀποθήκας, μελλούσας νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς ἀνάγκας τῆς παραγωγῆς, τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας· πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ θεσμὸς, ὁ ὄντως σωτήριος, πάντοτε μὲν, μάλιστα δὲ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, διὰ τὴν Ἑλλάδα, νὰ καταστῇ ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἀνέφικτος.
§156ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχεδὸν πάντες, ὅσοι ὡμίλησαν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὑπενθύμισαν ἡμῖν, ὅτι νομοθετοῦντες περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν ὀφείλομεν κυρίως νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελεῖ ὁ τόπος, τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου, καὶ τὴν θέσιν ἐν γένει τῆς ἀγορᾶς, καὶ δὲν πρέπει νὰ παρασυρθῶμεν ἀπὸ γενικὰς θεωρίας, ἀπὸ γενικὰς ἀρχάς, καὶ ἐκ τούτων ἀγόμενοι νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, τὴν ἐλευθερίαν, καὶ νὰ μὴ μιμηθῶμεν τὸ παράδειγμα ἄλλων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα, ὅταν κατ’ ἀρχὰς ἀπεφάσισαν νὰ ἱδρύσωσι τοιαύτας γενικὰς ἀποθήκας, εἴτε κατέφυγον εἰς μονοπώλια, εἴτε εἰς ἰδιαίτερα προνόμια. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ὑπεδείκνυον καὶ ἐνῷ ταῦτα συνεβούλευον, ἀπ’ ἐναντίας κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος οἱ παρακολουθοῦντες αὐτοὺς καὶ μετὰ προσοχῆς ἐρευνῶντες τὰ ἐπιχειρήματα τὰ παρ’ αὐτῶν ἀναπτυσσόμενα, ἐπείθοντο ὅτι ὑπεστήριζον τὸ ἐναντίον, διότι πᾶν ὅ,τι ἐπεκαλέσθησαν δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν. Ὁ κύριος λόγος, ὁ προκαλέσας τὴν ἵδρυσιν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ὡς εἶπον οἱ προλαλήσαντες, εἶναι ἡ σταφιδικὴ κρίσις. Ἡ σταφιδικὴ κρίσις ἐνεθύμισε καὶ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὀφείλομεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ σύστημα τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, διότι διὰ τοῦ συστήματος τούτου θὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἀθρόαν προσφορὰν εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ἑπομένως τὴν ὑποτίμησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὡς ἐκ τῆς ἀθρόας προσφορᾶς ὑπόκειται ἡ σταφίς. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο μᾶς ὑπενθυμίζουσι καὶ ἐνῷ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου κυρίως ἐπιζητοῦσι τὴν ἵδρυσιν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἀποκρούουσι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιεροῦμεν διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, καὶ μᾶς συμβουλεύουσιν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μιμηθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησαν ἄλλα ἔθνη, ἱδρύοντες ἑταιρίαν, πρὸς ἔγερσιν γενικῶν ἀποθηκῶν, διὰ τὰς ὁποίας νὰ δαπανήσωμεν 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν, διότι διὰ τοιαύτης δαπάνης μόνον δύνανται νὰ συστηθῶσιν ἀληθεῖς γενικαὶ ἀποθῆκαι πρὸς βοήθειαν τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ πρῶτον, Κύριοι, ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν αἱ μεγάλαι ἀγοραί, τὸ ἐκτεταμένον ἐμπόριον, ἡ ἀνεπτυγμένη βιομηχανία, τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται εἰς τὰς μεγαλοπόλεις ἐκείνας, ἔνθα συνεστήθησαν τοιούτου εἴδους ἀποθῆκαι, διὰ τὰς ὁποίας ἐδαπανήθησαν 2 καὶ 3 ἑκατομμύρια; Αἱ πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχει κίνησίς τις ἐμπορικὴ παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς τὰς ὁποίας δύνανται αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι νὰ χρησιμεύσωσι καὶ διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον,—διότι περὶ βιομηχανικῶν προϊόντων πρὸς ἀποθήκευσιν δὲν πρέπει νὰ γίνεται σπουδαῖος λόγος, ἀλλὰ μόνον περὶ παραγωγῆς,—αἱ πόλεις αὗται εἶναι ἡ Σῦρος, ὁ Πειραιεὺς καὶ αἱ Πάτραι. Ἀλλ’ εἰς μὲν τὴν Σῦρον καὶ τὸν Πειραιᾶ δὲν ὑπάρχει κίνησις ἐμπορικὴ σταφιδοκάρπου, καὶ ἑπομένως ἡ ἀνάγκη αὕτη, ἡ τοῦ σταφιδοκάρπου, δὲν ἐπιβάλλει τὴν ἵδρυσιν τοιούτων γενικῶν ἀποθηκῶν. Γενικὰς ἀποθήκας ἀπ’ ἐναντίας χάριν τῆς σταφίδος ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συστήσωμεν εἰς τὰς πόλεις καὶ τοὺς λιμένας ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους γίνεται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἀλλὰ εἰς τὰς πόλεις ταύτας εἶναι ἀνάγκη ἱδρύσεως ἀποθηκῶν ἀξίας ἑκατομμυρίου, ἢ ἀξίας ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν; Ὄχι βεβαίως. Καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ὑπηρετήσωμεν τὸ ἐμπόριον τοῦ σταφιδοκάρπου, ἂν θέλωμεν νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν παραγωγὴν αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, διότι διὰ τοῦ συστήματος τούτου δύνανται νὰ ἱδρυθῶσιν εἰς ὅλα τὰ μέρη ταῦτα ἀποθῆκαι χρήσιμοι διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὑπεστήριζον ὅτι αἱ σταφιδαποθῆκαι δὲν εἶναι ἐπιχείρησις κερδαλέα, εἶναι ἐπιχείρησις, ἡ ὁποία μόλις δύναται νὰ δώσῃ ἐλάχιστον τόκον, καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ἡ Κυβέρνησις, εἴτε δι’ ἐγγυήσεως τόκου τινὸς, εἴτε δι’ ἄλλων προνομίων. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ὑπεστήριζον, καὶ ἑπομένως ὑπεδείκνυον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι κεφάλαια τόσον ἄφθονα, ἵνα ἱδρύσωσι γενικὰς ἀποθήκας, ὁποίας ὑποδεικνύουσιν οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποφανθέντες, ἀφ’ ἑτέρου ὑποστηρίζουσι τὴν ἵδρυσιν τοιούτων ἀποθηκῶν. Ἐὰν αἱ τοιαῦται γενικαὶ ἀποθῆκαι, αἱ ἀπαιτοῦσαι δαπάνην 2 καὶ 3 ἑκατομμυρίων, δὲν παρέχωσι κέρδη, ποῦ θὰ εὑρεθῶσι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δωρεὰν θὰ προσφερθῶσι, χάριν τοῦ ἡμετέρου ἐμπορίου καὶ χάριν τῆς ἡμετέρας παραγωγῆς, ἵνα ἱδρύσωσι γενικὰς ἀποθήκας, ἐνῷ δὲν προβλέπουσι κανὲν κέρδος; Ἀπ’ ἐναντίας, ἐὰν πρόκειται περὶ μικρῶν ἀποθηκῶν, αἱ μικραὶ ἀποθῆκαι δύνανται νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν θ’ ἀπαιτήσωσι πρὸς ἵδρυσιν αὐτῶν, καὶ εἰς ἀνάλογον κέρδος, καὶ ἑπομένως νὰ προκαλέσωσι τὴν ἐπασχόλησιν κεφαλαίων, εἴτε ἰδιωτικῶν, εἴτε τραπεζιτικῶν, εἴτε ἄλλων ἑταιρικῶν· ἀλλ’ αἱ τοιαῦται ἀποθῆκαι δὲν παρέχουσι κατὰ τοὺς ἀντιδοξοῦντας τὴν πίστιν, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀποθηκεύσεως, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἡ ῥευστοποίησις, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος, τῶν κεφαλαίων πολλαπλασιάζει τὴν πίστιν. Ἀλλ’ ἡ πίστις εἶναι σχετικὴ, καὶ βεβαίως αἱ μεγάλης ἀξίας σταφιδαποθῆκαι, δι’ ἃς κατεβλήθησαν δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια, ἂν μάλιστα ἦναι πλήρεις ἐμπορευμάτων, θὰ παρέχωσι μεγαλειτέραν πίστιν ἐκείνων, διὰ τὰς ὁποίας ἐδαπανήθησαν 100 χιλιάδες. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ ὅτι τὸ ἐνεχυρόγραφον παρέχει μόνον πραγματικὴν πίστιν· διότι ὁ πρῶτος καταθέτων καρπὸν ἀπολαμβάνει τὴν πίστιν, ὡς ἐκ τῆς γενομένης ἐναποθηκεύσεως καὶ ἀξίας τοῦ προϊόντος, ἀλλὰ ὑπὸ τὸ ἐνεχυρόγραφον θὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του, καὶ οὕτω εἰς τὴν πραγματικὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἐνεχυρόγραφον, προστίθεται καὶ ἡ προσωπικὴ πίστις, προκειμένου μάλιστα περὶ κυκλοφορίας εἰς μικρὰς ἀγορὰς, ἔνθα εἰσὶ γνωστὰ τὰ πρόσωπα, καὶ αἱ ὑπογραφαὶ τῶν προσώπων ἐνισχύουσι τὴν πίστιν τοῦ ἐνεχυρογράφου. Δὲν συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι ἱδρυθῶσι παρ’ ἑταιριῶν δι’ ἑταιρικῶν κεφαλαίων, θὰ παρέχωσι μεγαλειτέραν πεποίθησιν. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὰ παρ’ ἡμῖν γενόμενα, ἀτυχῶς ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ συνεταιρισμὸς ἀπέτυχε παρ’ ὑμῖν, ἐξαιρέσει ἐλαχίστων περιπτώσεων, καὶ οἱ συστηθέντες κατὰ καιροὺς συνεταιρισμοὶ κατέληξαν εἰς χρεωκοπίας, καὶ ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξε πρόοδός τις ἐν τῇ ἐμπορίᾳ καὶ τῇ βιομηχανίᾳ, αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν. Παρ’ ἡμῖν π. χ. δι’ ἑταιρικῶν κεφαλαίων ἱδρύθη οἰνοποιητικὴ ἑταιρία, ἥτις εἰς οὐδὲν ἄλλο συνετέλεσεν ἢ εἰς τὸ νὰ δυσφημήσῃ τοὺς οἴνους τῆς νήσου μας καὶ νὰ χρεωκοπήσῃ οἰκτρῶς. Ἀνέλαβεν εἶτα ὁ ἔμπορος κ. Τοὺς τὴν ἐπιχείρησιν καὶ ηὐδοκίμησεν· ἐπολλαπλασίασε τὰ κεφάλαιά του, καὶ εἰσήγαγε τοὺς οἴνους τῆς Κεφαλληνίας εἰς ὅλην τὴν Γερμανίαν. Ὡς ἐκ τούτου κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν συζήτησιν δὲ ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστον δύνανται νὰ ἐπέλθωσι βελτιώσεις τινές.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Σκοπὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν εἶναι: αʹ) Ἡ φύλαξις καὶ ἡ συντήρησις τῶν ἐν αὐταῖς ἀποθηκευομένων ἐμπορευμάτων καὶ προϊόντων. βʹ) Ἡ ἔκδοσις δικαιογράφων, ὑπὸ τὸ ὄνομα ἀποδεικτικὰ ἀποθηκεύσεως καὶ ἐνεχυρόγραφα.»
§158ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1 δύο ἀναγράφονται σκοποί. Πρῶτος σκοπὸς τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν εἶναι ἡ φύλαξις καὶ συντήρησις τῶν ἐν αὐτοῖς ἀποθηκευομένων ἐμπορευμάτων καὶ προϊόντων. Δεύτερος ἡ ἔκδοσις δικαιογράφων ὑπὸ τὸ ὄνομα «ἀποδεικτικὰ ἀποθηκεύσεως καὶ ἐνεχυρόγραφα». Ὁ δεύτερος σκοπὸς πρέπει νὰ συμπληρωθῇ, ὅπως καταστῇ νομικώτερος. Πρέπει νὰ περιληφθῇ, ὅτι τὰ δικαιόγραφα ταῦτα μεταβιβάζονται δι’ ὀπισθογραφήσεως, καὶ ὅτι ἀποτελοῦσιν ἐμπορικὰς πράξεις. Ὅ,τι διακρίνει τὰ δικαιόγραφα ταῦτα, ὅ,τι ἀποτελεῖ τὴν ἐμπορικὴν αὐτῶν ἀξίαν καὶ χρησιμότητα, εἶναι ὅτι μεταβιβάζονται δι’ ἁπλῆς ὀπισθογραφήσεως. Τοῦτο πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ ὁρισμῷ αὐτῶν. Ἐνταῦθα πρέπει νὰ τεθῇ καὶ ὅτι οἱ τίτλοι αὐτοὶ ἀποτελοῦσιν ἐμπορικὰς πράξεις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ νομοθέτης, ἐξ οὗ παρέλαβεν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τὴν διάταξιν, δὲν ἔχει τὸ περὶ ἐμπορικῶν πράξεων, ἀλλὰ τοῦτο, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ 1863, ὅστις ὁρίζει, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἐμπορικὴν πρᾶξιν. Ἰδοὺ δὲ διατί. Παραγωγὸς σταφίδος εἰσάγει εἰς ἀποθήκην σταφίδα, καὶ λαμβάνει ἀπόδειξιν ἀποθηκεύσεως καὶ τὸ ἐνεχυρόγραφον. Πιθανὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι οὗτος, ἐπειδὴ ἐνήργησεν ἁπλῆν κατάθεσιν ἐν ἀποθήκῃ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ προϊόντος, δὲν ἐνήργησεν ἐμπορικὴν πρᾶξιν, ἐπειδὴ δὲ εἰς τὰς πράξεις ταύτας ἐννοοῦμεν νὰ δώσωμεν τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐμπορικότητος, δὲν ἔχομεν δὲ τὸν ξένον νόμον τοῦ 1863, θεωρῶ καλὸν, τὸ βʹ ἐδάφιον νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἡ δι’ αὐτὰ ἔκδοσις δικαιογράφων, ὑπὸ τὸ ὄνομα ἀποδεικτικῶν ἀποθηκεύσεως καὶ ἐνεχυρογράφων, μεταβιβαζομένων δι’ ὀπισθογραφήσεως καὶ ἀποτελούντων ἐμπορικὰς πράξεις».
§159ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τοῦτο ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 18, ἔνθα ἀναγράφεται, ὅτι ἡ ἀπόδειξις ἀποθηκεύσεως καὶ τὸ ἐνεχυρόγραφον μεταβιβάζονται δι’ ὀπισθογραφήσεως· ὅπερ εἶναι ἐμπορικὴ πρᾶξις.
§160ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐνταῦθα, εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, εἶναι ἡ θέσις του, ὅπου ἀναγράφεται ἡ ἔκδοσις τῶν δικαιογράφων ὡς εἷς τῶν σκοπῶν.
§161ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 21 σημειοῖ, ὅτι εἶναι ἐμπορικαὶ πράξεις, ἔνθα λέγει, ὅτι αἱ ἀποδείξεις ἀποθηκεύσεως καὶ τὰ ἐνεχυρόγραφα περιβάλλονται διὰ τῶν ἐγγυήσεων καὶ πλεονεκτημάτων, τῶν ὑπὸ τῶν νόμων ἀπονεμομένων εἰς τὰς συναλλαγματικάς. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον.
§162ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Οὔτε τώρα δὲν ἐπείσθην. Τὴν ἐμπορικότητα τῶν πράξεων αὐτῶν πρέπει νὰ τὴν ἀναγράψωμεν ῥητῶς εἰς τὴν ἀρχήν. Ἡ ὀπισθογράφησις μόνη δὲν καθιστᾷ πρᾶξίν τινα ἐμπορικήν, οὔτε τὴν μεταβάλλει εἰς συναλλαγματικήν.
§163ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀφοῦ τὰ δικαιόγραφα θεωροῦνται ὡς συναλλαγματικαὶ, τί εἶναι αἱ συναλλαγματικαὶ ἢ ἐμπορικὴ πρᾶξις; Τοῦτο χαρακτηρίζεται καὶ ἐν ἄρθρῳ 33.
§164ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θεωρῶ ὅτι ἡ θέσις τοῦ χαρακτηρισμοῦ τούτου εἶναι ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ. Τὸ ἄρθρον 33 οὐδὲν ἐπίσης λέγει περὶ τῆς ἐμπορικότητος τῶν δικαιογράφων αὐτῶν.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἄδεια πρὸς σύστασιν γενικῆς ἀποθήκης χορηγεῖται διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου: αʹ) Εἰς Τραπέζας. βʹ) Εἰς νομίμως ὑφεστώσας ἀνωνύμους ἑταιρίας. γʹ) Εἰς ἰδιώτας, τραπεζίτας ἢ ἐμπόρους, κοινῶς ἀνεγνωρισμένους ὡς τοιούτους, τηροῦντας τὰ ὑπὸ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου κεκανονισμένα βιβλία, καὶ πληρόνοντας τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων ὡρισμένον ἀνώτερον φόρον τῆς οἰκείας κλάσεως.»
§166Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐνοήσω, διατὶ γίνεται διάκρισις μεταξὺ Τραπεζῶν καὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἀφοῦ ὅλαι αἱ Τράπεζαι εἶναι ἀνώνυμοι ἑταιρίαι.
§167ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Διότι δὲν εἶναι μόνον αἱ Τράπεζαι ἀνώνυμοι ἑταιρίαι, εἶναι καὶ αἱ σιδηροδρομικαὶ καὶ ἄλλαι ἑταιρίαι, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ θελήσωσι νὰ κάμωσιν ἀποθήκας.
§168ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂς τεθῇ «εἰς Τραπέζας καὶ ἀνωνύμους ἑταιρίας».
§169ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τράπεζαι, μὴ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν. Αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι περιλαμβάνουσι καὶ τὰς Τραπέζας, καὶ τὰς βιομηχανικὰς ἑταιρίας, καὶ τὰς μεταλλευτικὰς, καὶ ἄλλας. Ὥστε ἐνταῦθα ἀπαιτεῖται μόνον μία διόρθωσις. Εἰς τὴν τρίτην παράγραφον προτείνω, ὅπως τεθῇ ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα προηγουμένως, ὅτι αἱ Τράπεζαι ἢ οἱ ἔμποροι, οἵτινες ἤθελον λάβει τὴν ἄδειαν τῆς συστάσεως γενικῶν ἀποθηκῶν, μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ δικαιώματος τούτου πρέπει νὰ συστήσωσιν ἀνώνυμον ἑταιρίαν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἐλάχιστον διαφέρει ἡ ὑμετέρα πρότασις τῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, καὶ ἂν ἠθέλομεν δεχθῆ τὴν ἰδικήν σας, ἠθέλομεν δυσαρεστήσει τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον στέργομεν νὰ διαγραφῇ, εἶναι ἡ λέξις «ἰδιώτας».
§171Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τί ἐννοεῖτε μὲ τὸ «κοινῶς ἀνεγνωρισμένους ὡς τοιούτους»;
§172ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἷς κεφαλαιοῦχος μὲ ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια ἔρχεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ θέλει νὰ συστήσῃ γενικὰς ἀποθήκας, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι δὲν ἐχρημάτισε ποτὲ τραπεζίτης. Αὐτὸς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἱδρύσῃ ἀποθήκην;
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κεφαλαιοῦχος οὗτος δὲν εἶναι γνωστὸς ἀκόμη ὅτι ἔχει ἑκατομμύρια. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀναγνώρισίς τις τῆς χρηματικῆς ἱκανότητος αὐτοῦ.
§174ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, βασιζομένου ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐλευθερίας τῆς ἱδρύσεως γενικῶν ἀποθηκῶν, εἶναι νὰ εὐκολύνῃ τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ παράσχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἱδρύσεως γενικῶν ἀποθηκῶν ὄχι μόνον εἰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους κεφαλαιούχους, δυναμένους νὰ ἔχωσι τὰ χρηματικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἵδρυσιν ἀποθηκῶν, καὶ νὰ ἐμπνεύσωσιν ἐμπιστοσύνην ὅτι θέλουσι διαχειρισθῆ ἐντίμως τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Στενεύοντες τὸν κύκλον τῶν δυναμένων νὰ ἐγείρωσι τοιαύτας ἀποθήκας, ἀντιτιθέμεθα κατὰ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, διότι βεβαίως δὲν εἶναι ὁ τραπεζίτης καὶ ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιδιώξῃ καταλλήλως τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἀλλὰ μᾶλλον ὁ κτηματίας καὶ ὁ κεφαλαιοῦχος. Εἶναι πιθανώτερον, ὅτι εἰς τὰς μικροτέρας πόλεις θὰ θελήσῃ νὰ συστήσῃ ἰδιωτικὴν ἀποθήκην εἷς κτηματίας, εἷς κεφαλαιοῦχος, παρὰ ὁ τραπεζίτης καὶ ὁ ἔμπορος. Ὁ τραπεζίτης, ὡς γνωρίζομεν, μετέρχεται ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχει νὰ μὴ καθιστᾷ ἀκίνητα τὰ κεφάλαιά του. Τραπεζίτης εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ νὰ εἰσέρχηται σήμερον εἰς μίαν ἐπιχείρησιν καὶ νὰ ἐξέρχηται αὔριον. Ἑπομένως οὐδεὶς τραπεζίτης θὰ ἐπιδιώξῃ ἐπιχείρησιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος νὰ μεταβάλῃ εἰς χρῆμα. Ὁ ἔμπορος τότε μόνον ἴσως θὰ πεισθῇ νὰ ἀνεγείρῃ ἀποθήκας, ὅταν ἐπιτρέψωμεν εἰς αὐτὸν νὰ συνδυάσῃ τὸ ἐμπόριόν του μὲ τὴν ἀποθήκην τῶν ἐμπορευμάτων. Ὅπως δὲ ἀνεπτύχθη, καὶ παρεδέχθη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει ἀπεναντίας ν’ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τὸν ἔμπορον νὰ ἐμπορεύηται τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποθηκεύῃ εἰς τὴν παρ’ αὐτοῦ συσταθησομένην γενικὴν ἀποθήκην. Τοῦτο ἑπομένως θὰ δυσκολεύσῃ αὐτὸν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἵδρυσιν γενικῆς ἀποθήκης. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοὺς ἐμπόρους καὶ τραπεζίτας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ εἰς πάντα κεφαλαιοῦχον, θέλοντα νὰ ἱδρύσῃ ἀποθήκην. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιάζωνται πρόσωπα ὡς κεφαλαιοῦχοι καὶ νὰ μὴ ἦναι τοιοῦτοι, πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἀσφάλειαν, πρέπει νὰ ἀσφαλισθῶμεν ὅτι ὁ ζητῶν τὴν ἀνέγερσιν τῆς ἀποθήκης εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὴν ἀνεγείρῃ. Τοιαύτην δὲ ἀσφάλειαν λαμβάνομεν, ζητοῦντες τὴν κατάθεσιν ὡρισμένου ποσοῦ, ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 3. Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ μία ἄλλη ἀσφάλεια περὶ τοῦ ὅτι ὁ ἀναλαμβάνων τὴν ἵδρυσιν ἀποθήκης, μετὰ τὴν ἵδρυσιν αὐτῆς θέλει διαχειρισθῆ αὐτὴν συμφώνως μὲ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τοὺς ζητοῦντας νὰ ἱδρύσωσι γενικὰς ἀποθήκας πρέπει νὰ τοὺς ὑποχρεῶμεν νὰ ἱδρύωσιν ἀνώνυμον ἑταιρίαν, διὰ τὴν διαχείρισίν της. Ἐὰν ταῦτα οὕτως ὁρισθῶσιν ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου θέλει ἐπιτευχθῆ τελειότερον.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, διότι, ἐὰν μὲν πρόκειται αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι νὰ ζητήσωσιν αὗται τὴν ἄδειαν ἱδρύσεως γενικῶν ἀποθηκῶν, ἔχουσιν αὗται τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Καὶ ἡμεῖς κρίνομεν λίαν ἀπίθανον, ὅτι ἀνώνυμος ἑταιρία θέλει ἀποφασίσει νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἵδρυσιν γενικῆς ἀποθήκης· πρόκειται ὅμως νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἰδιώτας, τοὺς ἀναλαβόντας τὴν ἵδρυσιν ἀποθήκης, νὰ συστήσωσιν ἀνώνυμον ἑταιρίαν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν δυνηθῶσι, τότε ματαιοῦμεν τὴν σύστασιν τῆς ἀποθήκης. Ἀλλ’ ἐπανῆλθον εἰς τὴν πρότασιν ταύτην τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἐπαναλάβω περὶ τούτων τὸν λόγον. Σκοπὸν εἶχον νὰ φέρω παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς ὅλης συζητήσεως μέχρι τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἐπὶ τοῦ μέρους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο εἰς ὑποθέσεις. Τῳόντι πρέπει νὰ δημιουργῇ τις ὑποθέσεις, ἵνα δίδῃ ἔκτασιν καὶ ἀφορμὴν εἰς τοὺς λόγους του. Ποία δὲ ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης παρέστησεν; Ἡ ὑπόθεσις εἶναι, ὅτι κεφαλαιοῦχός τις, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι τραπεζίτης, δὲν εἶναι ἔμπορος, ἀλλ’ εἶναι κεφαλαιοῦχος, εἶναι rentier, εἰσοδηματίας, αὐτὸς, ἐλθὼν εἰς Ἑλλάδα ἐκ τόπων ξένων, ἀπεβιβάσθη τὸ πρωῒ εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ ᾐσθάνθη τὴν ἐπιθυμίαν κατὰ τὴν μεσημβρίαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης νὰ συστήσῃ τὴν ἀποθήκην. Διὰ τοῦτο δὲν ἔλαβε τὴν περιέργειαν νὰ ἐξετάσῃ πρὸς τί ἱδρύεται ἡ γενικὴ ἀποθήκη, τίνα προϊόντα θέλουσιν ἀποθηκευθῆ, δὲν εἶχεν ἴσως τὸν καιρὸν νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τοιαύτας ἐρεύνας, δὲν κατῴκει ἄλλως ἐν τῷ τόπῳ, ἵνα ζητήσῃ τὰς πληροφορίας, ἢ νὰ σπουδάσῃ τὸν τόπον. Καὶ παριστᾷ ὁ κ. Καραπάνος, ὅτι ἀδικεῖται αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, μὴ δυνάμενος νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν. Ἂς ὑποθέσωμεν καὶ ἑτέραν ὑπόθεσιν. Αὐτὸς δὲν ἔρχεται ἔξωθεν, ἀλλ’ εἶναι κεφαλαιοῦχος. Ἐγὼ γνωρίζω πολλοὺς κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι δὲν ὀρέγονται νὰ συστήσωσι γενικὰς ἀποθήκας· ἀλλ’ ἔστω ὅτι εἷς ἐξ αὐτῶν ἀπεφάσισε τοῦτο· πῶς θὰ βεβαιωθῇ; Γνωρίζω μάλιστά τινας κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται ὅτι εἶναι τοιοῦτοι, ὁσάκις ἐζήτησα νὰ τοῖς ὁμιλήσω περὶ τῶν κεφαλαίων των· αὐτοὶ οὐδέποτε ἐχρησιμοποίησαν τὰ κεφάλαιά των, ἔχουσιν αὐτὰ κατατεθειμένα καὶ λαμβάνουσι τὸν τόκον. Ὁ τοιοῦτος πῶς θὰ ἐξακριβωθῇ ὅτι εἶναι κεφαλαιοῦχος; Δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι κεφαλαιοῦχος· ἂς ζητήσωσι τὰ βιβλία μου νὰ εὕρωσιν, ἂν ἦμαι κεφαλαιοῦχος. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐξακριβωθῇ τοῦτο;
§176ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ὑπόθεσις μου βασίζεται ἐπὶ πραγμάτων, ἡ ὑπόθεσις δὲ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως βασίζεται ἐπὶ εἰκασιῶν· διότι εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ὁ τραπεζίτης δὲν ἀρέσκεται νὰ κινητοποιῇ τὰ κεφάλαιά του, ὅτι δὲν ἀρέσκεται νὰ εἰσέρχηται εἰς ἐπιχειρήσεις, εἰμὴ μόνον ὅταν ἦναι πεπεισμένος, ὅτι μετ’ ὀλίγον καιρὸν θὰ δύναται νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ κεφάλαιά του, ἀπαλλαττόμενος τῆς ἐπιχειρήσεως. Εἶναι πρᾶγμα ἐπίσης παρ’ οὐδενὸς ἀμφισβητούμενον, ὅτι ὁ ἔμπορος, ὁ θέλων νὰ ἱδρύσῃ ἀποθήκην, θὰ θέλῃ νὰ ἀποθηκεύσῃ ἐν αὐτῇ καὶ τὰ ἰδικά του ἐμπορεύματα, καὶ ἂν ἀπαγορεύσωμεν εἰς αὐτὸν νὰ ἐμπορεύηται τὰ εἴδη ταῦτα, θέλει προτιμήσει νὰ ἦναι ἔμπορος μᾶλλον, παρὰ νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ἵδρυσιν ἀποθήκης. Ὁ κεφαλαιοῦχος δὲ θὰ ἀποδειχθῇ ὡς τοιοῦτος ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 3, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ κατάθεσιν ὡρισμένου χρηματικοῦ ποσοῦ 25 μέχρις 100 χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ κεφαλαιοῦχος ἑπομένως, ὅστις ἤθελε ζητήσει τὴν ἄδειαν πρὸς ἀνέγερσιν ἀποθήκης, θέλει ἀποδείξει, ὅτι εἶναι τοιοῦτος, καταθέτων τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ νόμος. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνίδρυσις γεν. ἀποθηκῶν, θὰ ἐπιτευχθῇ ὑπὸ τῶν κεφαλαιούχων καὶ τῶν μικρῶν κτηματιῶν, διότι μόνον ἐκεῖνοι θὰ εὕρωσι συμφέρον νὰ χρησιμοποιήσωσιν οὕτω τὰ χρήματά των καὶ διὰ τὴν ἀποθήκευσιν τῶν ἰδίων αὑτῶν προϊόντων καὶ διὰ τὴν ἀποθήκευσιν τῶν προϊόντων τῶν ὀφειλετῶν των ἢ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται μετ’ αὐτῶν εἰς δοσοληψίας.
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς τεθῇ ἡ λέξις «κεφαλαιούχους» ἀντὶ τῆς λέξεως «ἰδιώτας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης).
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3.
§179ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ζητοῦντες καὶ λαμβάνοντες ἄδειαν συστάσεως ἀποθηκῶν ὑποχρεοῦνται νὰ καταθέσωσιν ἐγγύησιν, ἧς τὸ ποσὸν, ἂν ᾖναι χρηματικὴ, προσδιορίζεται διὰ τοῦ περὶ τῆς ἀδείας πρὸς σύστασιν τῆς ἀποθήκης Β. Διατάγματος, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ νὰ ᾖναι οὔτε ἔλασσον τῶν εἴκοσι καὶ πέντε χιλιάδων δραχμῶν, οὐδὲ νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς ἑκατὸν χιλιάδας. Ἄν ὅμως ἡ κατατιθεμένη ἐγγύησις ᾖναι εἰς χρεώγραφα, ταῦτα πρέπει ἀναγκαίως νὰ ᾖναι εἴτε χρεώγραφα τοῦ Κράτους, εἴτε μετοχαὶ ἀνεγνωρισμένων Τραπεζῶν, εἴτε λαχειοφόροι ὁμολογίαι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τῆς ἐγγυήσεως δ’ ἀπαλλάσσονται αἱ Τράπεζαι καὶ αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι, ὅταν τὸ καταβεβλημένον μετοχικὸν κεφάλαιον αὐτῶν ᾖναι ἀνώτερον τῆς ἀπαιτουμένης ἐγγυήσεως.»
§180Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ προσετέθη ἡ τελευταία παράγραφος περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς ἐγγυήσεως διὰ τὰς Τραπέζας καὶ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη καταβολῆς ἐγγυήσεως, ὅταν τὸ κεφάλαιον αὐτῶν ᾖναι ἀνώτερον τῆς ὁριζομένης ἐγγυήσεως. Πάντως θὰ ᾖναι ἀνώτερον τῶν 100,000 δραχμῶν τὸ κεφάλαιον μιᾶς Τραπέζης ἢ ἀνωνύμου ἑταιρίας, ἀλλ’ ἐὰν τὰ κεφάλαια ταῦτα ᾖναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξατμισθῶσι, τί θὰ εὕρῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε παραδώσει εἰς τὰς ἀποθήκας τοιαύτης Τραπέζης τὰ προϊόντα του καὶ τὰ ἐμπορεύματά του;
§181ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, διότι εὑρίσκω αὐτὸ ὅλως ἀόριστον, ἰδίως εἰς τὸ ἐδάφιον τὸ ἀφορῶν τὴν ἐγγύησιν. Διότι ὑπάρχουσι μετοχαὶ Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν· πρέπει λοιπὸν νὰ ὁρίσωμεν, τίς ἀξία θὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ἡ ἀγοραία, ἡ ὀνομαστικὴ, ἢ ἡ ἀξία τῆς ἐκδόσεως;
§182ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν πρέπει νὰ λαμβάνωνται.
§183ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς γενομένας παρατηρήσεις. Ἐὰν ἡ ἀνώνυμος ἑταιρία ἔχῃ κεφάλαιον τεσσάρων ἢ πέντε ἑκατομμυρίων ἀρχικῶς, ἀλλὰ μεταγενεστέρως ταῦτα ἐξατμισθῶσιν, ὡς συνέβη εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν, — τὸ ὁποῖον ἀνέφερον καὶ πρὸ ὀλίγου — τί συμβήσεται;
§184ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν φέρετε τροπολογίαν.
§185ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ὅλως διόλου ἡ κατάθεσις τῆς ἐγγυήσεως εἰς μετοχάς. Αἱ μετοχαὶ, κατ’ ἐμὲ, δὲν δύνανται νὰ προσδιορισθῶσι ποίαν ἔχουσιν ἀξίαν. Ὑπάρχουσι δὲ κίνδυνοι σπουδαίων διακυμάνσεων τῶν τιμῶν τῶν μετοχῶν τῶν ἑταιριῶν, διότι αὗται κερδοσκοποῦσι πάντοτε καὶ ὑπόκεινται εἰς ζημίας. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ μὴ γείνωσι δεκταὶ αἱ μετοχαὶ ὡς ἐγγύησις, ἀλλὰ νὰ γείνωσι δεκταὶ αἱ ὁμολογίαι ἀνεγνωρισμένων Τραπεζῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ λαχειοφόροι ὁμολογίαι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§186Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς ποίαν τιμήν;
§187ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν τῆς ἀγορᾶς.
§188Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ ἐὰν ἐκπέσουν;
§189ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλα δύνανται νὰ ἐκπέσουν· καὶ αἱ λαχειοφόροι ὁμολογίαι καὶ τὰ χρεώγραφα τοῦ Δημοσίου δύνανται νὰ ἐκπέσουν, ἀλλ’ εἶναι συνήθως παραδεδεγμένον, ὅτι εἰς τὰς καταθέσεις ἐγγυήσεων καὶ σήμερον ἀκόμη τὸ Κράτος εἰς ὅλας τὰς ἐγγυήσεις παραδέχεται χρεώγραφα καὶ ὁμολογίας τοῦ Δημοσίου ἢ ἀνεγνωρισμένων Τραπεζῶν. Καὶ ἐνταῦθα πρέπει νὰ χορηγηθῇ ἡ ἀναγκαία εὐκολία. Πρέπει δὲ νὰ δεχθῶμεν τὰς ὁμολογίας τῶν Τραπεζῶν καὶ ἄλλων ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζουσι τοὺς ὀλιγωτέρους κινδύνους, διότι ἔχουσιν ὡς ἀσφάλειαν τὸ ὅλον τῶν κεφαλαίων τῆς ἐκδωσάσης αὐτὰς ἑταιρίας. Αἱ μετοχαὶ ὅμως δὲν ἔχουσιν οὕτω, διότι, ὡς γνωρίζομεν, αἱ μετοχαὶ ἔρχονται μετὰ τὰς ὁμολογίας, ἡ ἑταιρία δηλ. πρέπει νὰ χάσῃ ὅλον τὸ κεφάλαιόν της καί τι πλέον, ὅπως αἱ ὁμολογίαι ἀπολέσωσι μέρος ἢ τὸ ὅλον τῆς πραγματικῆς αὐτῶν ἀξίας.
§190ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τὸ λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν.
§191Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδόλως μὲ ἔπεισε, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἔπεισε καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, δὲν βλέπω δὲ καὶ καμμίαν δυσκολίαν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ παρατήρησις, πρὸς περισσοτέραν ἀσφάλειαν τῶν ἐχόντων νὰ λάβωσιν ἀποζημίωσίν τινα, διότι ὑποθέτω, ὅτι θὰ ᾖναι ἑταιρία πραγματικὴ καὶ Τράπεζα σπουδαία, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχῃ καὶ ὁμολογίας, καὶ ἀφοῦ δύναται νὰ δοθῇ ἡ ἐγγύησις εἰς ὁμολογίας, νὰ ὁρίσῃ ἓν ποσὸν εἰδικὸν πρὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύῃ ἀποκλειστικῶς πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, καὶ νὰ μὴ τρέχῃ τὸν κίνδυνον τῆς ἐξατμίσεως, ὡς ἐκ τοῦ ἀβεβαίου τῶν ἑταιρικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου οὐδεμίαν βλέπω διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ ὁποία νὰ ὁρίζῃ εἰδικώτερον τὸν σκοπὸν τῆς ἐγγυήσεως. Βεβαίως ὑποτίθεται ὅτι ἡ ἐγγύησις δίδεται διὰ τῆς ἀποζημιώσεως, διότι πρὸς τί ἄλλο; δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἄλλο τι, εἰμὴ τὴν μὴ τήρησιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ λαμβάνοντος τὸ δικαίωμα. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει περὶ τούτου εἰδικὴ διάταξις· θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἐξηγηθῇ ὁ νόμος. Ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς ἀποζημίωσιν (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐκμεταλλευόμενοι γενικὰς ἀποθήκας ὑπέχουσιν ἀπέναντι τοῦ κατέχοντος τὴν ἐκδοθεῖσαν ὑπ’ αὐτῶν ἀπόδειξιν ἀποθηκεύσεως εὐθύνην ἐπὶ τῇ φυλάξει καὶ συντηρήσει τῶν ἐν αὐταῖς εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων καὶ προϊόντων, καὶ ὑποχρεοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν πάσης ζημίας, προελθούσης εἴτε ἐκ πλημμελοῦς ἐνεργείας ἢ ἀμελείας τῶν ὑπαλλήλων ἢ τῶν ὑπηρετῶν, εἴτε ἐξ ἐλαττώματος τῆς οἰκοδομῆς τῶν ἀποθηκῶν.» Νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, νὰ συνδυασθῶσι τὰ ἄρθρα 3 καὶ 12, ὅτι ἡ ἐγγύησις αὕτη χρησιμεύει καὶ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις π. χ. κατὰ τὸ ἄρθρον 12. Δὲν ἐννοῶ ὅτι μόνον μέχρι τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως θὰ ὑπάρχῃ ἡ πρὸς ἀποζημίωσιν ὑποχρέωσις, ἀλλ’ ἐπὶ ὅλου τοῦ ἐνεργητικοῦ βεβαίως θὰ ἐκτείνηται.
§192ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτοδικαίως ἐννοεῖται ὅτι εἶναι, διὰ νὰ καλύψῃ τὰς εὐθύνας, περὶ τῶν ὁποίων πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 12.
§193Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ὑποθέτω, ἀλλ’ ἠξεύρετε τί πάσχομεν· ἀρχίζει μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἡ λεπτολογία τῶν συγγραφέων, τὰ κόμματα καὶ ἡ ἄνω τελεία, πρὸς ἑρμηνείαν, καὶ καθεξῆς· περιπίπτομεν δὲ εἰς πέλαγος ἀμφιβολιῶν ἄνευ σαφοῦς κειμένου.
§194ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ τὸ λάβωμεν καὶ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν ἄλλην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4–7 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8.
§196ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον 2 ἀναλαμβάνοντες τὴν σύστασιν μιᾶς ἢ πλειόνων γεν. ἀποθηκῶν ὀφείλουσι νὰ δέχωνται ἐντὸς τῶν ἀποθηκῶν πᾶν ἐμπόρευμα ἢ προϊόν, προσκομιζόμενον ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπει ὁ τῶν ἀποθηκῶν χῶρος. Ἀπαγορεύεται ὅμως ἡ εἰσαγωγὴ εὐφλέκτων ἢ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ὡς καὶ ἀντικειμένων, ὧν αἱ φυσικαὶ ἰδιότητες ἐπάγονται βλάβην εἰς τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἀποτεταμιευμένα ἐμπορεύματα ἢ προϊόντα. Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως ἡ εἰσαγωγὴ προϊόντων νενοθευμένων, ἢ μὴ καλῶς κεκαθαρμένων καὶ ἀπεξηραμένων. Ἐὰν ἐγείρηται ἀμφισβήτησις μεταξὺ τοῦ αἰτοῦντος τὴν ἀποταμίευσιν καὶ τοῦ διαχειριστοῦ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ἀποφαίνεται ἐπὶ ταύτης πραγματογνώμων, διοριζόμενος ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ἢ ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἕδρα Πρωτοδικείου. Τὰ μὴ συσκευασμένα προϊόντα εἰσὶ δεκτὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ὅταν ὁ αἰτῶν τὴν ἀποταμίευσιν αὐτῶν ἀπεδέχηται ἐκ τῶν προτέρων τὴν μετὰ ἄλλων ὁμοειδῶν προϊόντων συναποθήκευσιν, ἢ ὅταν ὁ χῶρος τῆς ἀποθήκης ἐπιτρέπῃ τὴν ἀποταμίευσιν ἐν ἰδιαιτέρῳ διαμερίσματι.»
§197Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ ὁρισθῇ ἐὰν ὁ διορισμὸς τοῦ πραγματογνώμονος γίνεται κατὰ τὴν ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίαν, ἢ ἐπὶ τῇ αἰτήσει. Αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὡς ἐννοοῦσιν οἱ ἐφαρμόζοντες τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, ἔχει μίαν διαφορὰν ἀπὸ 8 μέχρι 10 δραχμῶν.
§198ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι αἱ προτετιμημέναι.
§199Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρέπει νὰ τὸ ἐξηγήσητε ἐδῶ, διότι ἄλλως θὰ ἐφαρμοσθῇ ἄλλη διαδικασία, ἐνῷ πρέπει νὰ γίνηται ὁ διορισμὸς ἐπὶ τῆς ἰδίας αἰτήσεως, διὰ νὰ ἀποφεύγηται καὶ ἡ δαπάνη πρωτοτύπου πράξεως προεδρικῆς, καὶ διὰ τὴν ταχύτητα, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην τὸ ἐμπόριον.
§200ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτό. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται.)
§202Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 ὁρίζει, ὅτι τὸν πραγματογνώμονα τὸν διορίζει ὁ Πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου, ὅπου ὅμως δὲν ὑπάρχει ἕδρα Πρωτοδικείου, τὸν διορίζει ὁ εἰρηνοδίκης· τὸ ἄρθρον 10 ὁμιλεῖ μόνον περὶ εἰρηνοδίκου· θὰ ἐπέλθῃ ἐντεῦθεν ἀσάφεια. Πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὸ αὐτὸ σύστημα εἰς ἀμφοτέρας τὰς διατάξεις· ἢ πάντοτε θὰ τὸν διορίζῃ μόνον ὁ εἰρηνοδίκης, ἢ θὰ τὸν διορίζῃ ὁ Πρόεδρος, καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἕδρα Πρωτοδικείου, ὁ εἰρηνοδίκης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11–14 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§204Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τὴν παράγραφον τρίτην λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ ἑκάστου τῶν τριπλοτύπων τούτων πρέπει νὰ ἀναγράφηται: αʹ) Ἡ ἐπωνυμία τοῦ ἐκμεταλλευομένου τὴν γενικὴν ἀποθήκην...» Ἀλλ’ ὁ ἔμπορος δὲν ἔχει μόνον ἐπώνυμον, ἔχει καὶ ὄνομα.
§205ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐννοεῖ τὴν ἐμπορικὴν ἐπωνυμίαν.
§206Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ Γεώργιος Φιλάρετος δὲν ἔχει ἐμπορικὴν ἐπωνυμίαν.
§207ΣΚΟΥΖΕΣ. Πῶς δὲν ἔχει; ἐὰν ἦναι ἔμπορος, ἔχει καταθέσει εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον.
§208Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ Τραπεζῶν καὶ ἑταιριῶν. Ὁ ἔμπορος προσωπικῶς εἶναι εἷς κεφαλαιοῦχος. Ὁ Κώστας Γεωργίου ἔχει ὄνομα «Κώστας» καὶ ἐπώνυμον «Γεωργίου», δὲν ἔχει ἐπωνυμίαν. Ἐπωνυμία εἶναι διὰ τὰς Τραπέζας καὶ τὰς ἑταιρίας.
§209ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 16 καὶ 17).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀπόδειξις ἀποθηκεύσεως καὶ τὸ ἐνεχυρόγραφον μεταβιβάζονται ὁμοῦ ἢ κεχωρισμένως δι’ ὀπισθογραφήσεως. Ἡ ὀπισθογράφησις τῶν δύο τμημάτων τοῦ τίτλου ἀποθηκεύσεως συνεπάγεται τὴν μεταβίβασιν τῆς κυριότητος τοῦ ἀποτεταμιευμένου ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἐμπορεύματος ἢ προϊόντος. Ἡ ὀπισθογράφησις μόνου τοῦ ἐνεχυρογράφου παρέχει ἐκείνῳ, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁποίου ὠπισθογραφήθη, δικαίωμα ἐνεχύρου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος. Ἡ ὀπισθογράφησις μόνης τῆς ἀποδείξεως ἀποθηκεύσεως μεταβιβάζει τὴν κυριότητα, φυλασσομένων ἀκεραίων τῶν δικαιωμάτων τοῦ κομιστοῦ τοῦ ἐνεχυρογράφου δανειστοῦ.»
§211Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι «ἡ ἀπόδειξις ἀποθηκεύσεως καὶ τὸ ἐνεχυρόγραφον μεταβιβάζονται ὁμοῦ ἢ κεχωρισμένως δι’ ὀπισθογραφήσεως». Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον 15 πρέπει νὰ ἀναγράφῃ, ὅτι εἶναι «εἰς διαταγήν.»
§212ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 20, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὀπισθογραφοῦνται καὶ εἰς λευκὸν ἀκόμη.
§213Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἄλλο τὸ «εἰς λευκὸν», πρόκειται περὶ ὀπισθογραφήσεως. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ πρωτοτύπου. Ὡς γνωρίζετε, τὰ δικαιόγραφα τὰ εἰς διαταγὴν εἶναι ὅλως διόλου μία εἰδικὴ κατηγορία δικαιογράφων, τὰ ὁποῖα διακρίνονται ἀπὸ τὰ ἄλλα διὰ τοῦ «à l’ ordre». Πρέπει λοιπὸν εἰς τὸ ἄρθρον 15 νὰ ὑπάρχῃ ὁ ὅρος, ὅτι θὰ ἦναι πάντοτε εἰς διαταγὴν, διὰ νὰ ἦναι δεκτικὰ ὀπισθογραφήσεως, ἄλλως δὲν δύνανται νὰ γείνωσι.
§214ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅταν λέγῃ ὅτι μεταβιβάζονται δι’ ὀπισθογραφήσεως, τί ἐννοεῖ;
§215Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐννοεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἦναι εἰς διαταγήν· ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου ἔχετε τὸ ἄρθρον 15, καὶ γράφετε τί πρέπει νὰ ἔχῃ, πρέπει ν’ ἀναγράψητε καὶ τὸ στοιχεῖον τοῦ δικαιογράφου εἰς διαταγήν.
§216ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅταν λέγῃ ὅτι μεταβιβάζονται δι’ ὀπισθογραφήσεως, τί ἐννοεῖ ἡ ὀπισθογράφησις; πῶς δύνασθε νὰ τὴν ἐννοήσητε ἄλλως ἢ εἰς διαταγήν;
§217Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προϋποτίθεται, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ ἑρμηνεύσητε, ἵνα τὸ εὕρητε, ἐνῷ δύνασθε νὰ ψηφίσητε κείμενον νόμον σαφέστερον.
§218ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ἑρμηνείας.
§219Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκεῖ, ὅπου ἀναφέρετε τὰ στοιχεῖα τοῦ πρωτοτύπου, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι καὶ εἰς διαταγήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 19–31 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀποδείξεις ἀποθηκεύσεως ὑπόκεινται εἰς τέλος χαρτοσήμου λεπτῶν 50, τὰ δὲ ἐνεχυρόγραφα πρὸ τῆς ὀπισθογραφήσεως αὐτῶν εἰς τὸ εἰς τὰς συναλλαγματικὰς ἐπιβαλλόμενον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ᾼΧΚΕʹ νόμου τέλος χαρτοσήμου. Τὰ πρωτόκολλα ἐκποιήσεως, τὰ πιστοποιητικὰ καὶ αἱ περὶ εἰσπράξεως ἀποδείξεις τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν ὑπάγονται εἰς πάγιον τέλος δραχμῆς.»
§221Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ ἀναζητῶμεν τοὺς νόμους τοῦ χαρτοσήμου εἰς ἕκαστον νόμον εἰδικόν. Ἔχομεν τὸν ὀργανικὸν νόμον, καὶ κάλλιστα δύναται νὰ τροποποιηθῇ. Ἔχετε μάλιστα ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον, περὶ τελῶν χαρτοσήμου ὑπὸ συζήτησιν, καὶ δύνασθε διὰ μιᾶς τροπολογίας ἐκεῖ νὰ θεραπεύσητε αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, τάσσοντες αὐτὴν εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ τοῦ χαρτοσήμου τῶν 50 λεπτῶν, καὶ τὸ ἄλλο περὶ μιᾶς δραχμῆς. Διατὶ νὰ τεθῇ ἐδῶ; Αὐτὸ εἶναι κακὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δυσκολεύει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων.
§222ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετεβλήθη.
§223ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅπως καὶ ἂν μετεβλήθη, θὰ ὑπάγωνται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 32, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκει): «Πᾶσαι αἱ δίκαι, αἱ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν παραγόμεναι, δικάζονται ὡς κατεπείγουσαι καὶ συζητοῦνται ἅμα τῇ ἐγγραφῇ αὐτῶν, ὡς αὐτοδικαίως προτετιμημέναι πρὸ πάσης ἄλλης.»
§225Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, γνωρίζω θετικῶς, ὅτι ἀνεφύη ἡ ἑξῆς δυσχέρεια. Ἐνῷ πολλοὶ νόμοι ἔχουσιν ἀνάλογον διάταξιν, δὲν ἠξεύρω ποῦ στηριζόμενοι οἱ Ἀρειοπαγῖται, θέλουσι νὰ παραδεχθῶσιν, ὅτι τοιαύτη διάταξις δὲν ἰσχύει ἐπὶ ἐκδικάσεως καὶ τῶν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀναιρέσεων. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἤμεθα σαφεῖς, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ «καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου».
§226ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν εἴπωμεν «ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων παντὸς βαθμοῦ», δὲν εἶναι καλλίτερον;
§227Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι βαθμὸς ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀλλ’ ἀκυρωτικόν.
§228ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐνεχύρου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 καὶ 30′ μ. μ.