1896.03.01
5.844 στίχοι · 47.388 λέξεις · 288 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
Τῆς 1 Μαρτίου 1896.
(Παρασκευή).
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ σελ. 14, μετὰ τὴν φράσιν «Ἐν ἀμφοτέραις ταῖς περιστάσεσι προηγεῖται ἀποχρώντως ἠτιολογημένη αἴτησις τοῦ ἐγκαλουμένου», νὰ προστεθῇ ἡ παραληφθεῖσα φράσις «ὑποβαλλομένη ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως».
§3ΒΑΛΕΤΑΣ. Αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐκδοθῆ πρὸ 5 μηνῶν καὶ 29 ἡμερῶν θὰ ἦναι ἀναθεωρητέαι;
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. (Οὕτω διορθωθέντα τὰ πρακτικὰ ταῦτα ἐπικυροῦνται ἄνευ ἄλλης ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη αἴτησις τοῦ Κωνσταντίνου Α. Γεράκη, ἐξ Ἀργοστολίου, δι’ ἧς ζητεῖ τὴν κατάργησιν τῆς περὶ συλλήπτρων διατάξεως τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Ὁ Κωνσταντῖνος Δημόπουλος, κάτοικος Σόλου τοῦ δήμου Νωνάκριδος, ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τῶν ἀδηλώτων οἴνων, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ παράτασιν τῆς πρὸς καταμέτρησιν τῶν οἴνων προθεσμίας. Ὁ πολίτης Ἐλευθέριος Κορορὸς ἐξ Αἰγίνης καταγγέλλει τὸν εἰρηνοδίκην Αἰγίνης, ὡς μετελθόντα βιαιοπραγίας κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀναφερομένου. Ὁ ἐκ Τροιζηνίας βουλευτὴς κ. Δεϊμέζης ζητεῖ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὰς ἑπομένας πληροφορίας.
§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ εὐαρεστούμενος τὴν Βουλήν: Αʹ) Ἂν οἱ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ ὑπόλογοι διαχειρισταὶ χρημάτων καὶ ὑλικοῦ τοῦ Δημοσίου ὑπέβαλον, δι’ αὐτοῦ ἢ ἀπ’ εὐθείας, πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τοὺς ἐτησίους λογαριασμοὺς τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1895. Ἂν ἐκοινοποιήθη πρὸς αὐτοὺς ἡ κανονικὴ πρόσκλησις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ὁποῖα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τῶν τυχὸν καθυστερούντων. Βʹ) Ἂν οἱ ὑπ’ αὐτὸν ὑπόλογοι διαχειρισταὶ χρημάτων καὶ ὑλικοῦ τοῦ Δημοσίου καθυστεροῦσιν ἔτι λογαριασμοὺς προγενεστέρων τοῦ ἔτους 1895 διαχειρίσεων. Ἂν ἐκοινοποιήθη πρὸς τούτους ἡ ἀπὸ 12 Σεπτεμβρίου 1891 πρᾶξις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ποῖαι παρηκολούθησαν ταύτην ἐνέργειαι. Τῆς πράξεως ταύτης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀντίγραφον παρακαλεῖται νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργός. Γʹ) Ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν λογαριασμὸν κεκλεισμένον τῆς 31 Δεκεμβρίου 1895 τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τοῦ ὑλικοῦ, τοῦ ἱματισμοῦ καὶ τῆς νοσηλείας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία, ἀφαιρουμένη ἀπὸ τοὺς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ, ἀποτελεῖ τὴν πίστωσιν εἰδικοῦ κεφαλ. Βʹ 1 καὶ Ϛʹ 1, εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἀγοράζεται κατ’ ἔτος τὸ ὑλικόν.»
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Κραναίας βουλευτὴς κ. Βαλσαμάκης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρ. 34 § αʹ τοῦ νόμου ὑπὸ στοιχ. ΣΞΓʹ τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867 περὶ ὁδοποιΐας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 198). Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τριῶν ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν· ἤτοι: 1) Περὶ προβιβασμοῦ τῶν ὑπολογιστῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ κλπ. 2) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡΠΖʹ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. 3) Περὶ τῆς τακτικῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1896. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 199–201). Κατὰ τὴν χθὲς ληφθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, κατήρτισα ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος περὶ ὁρισμοῦ σήματος ἀναγνωρίσεως τῶν κ.κ. Βουλευτῶν κατὰ τὰς ἑορτὰς καὶ ἐπισήμους τελετάς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἐκ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Δρόσου, Γ. Μελισσηνοῦ, Κ. Παπαμιχαλοπούλου, Ι. Λάππα καὶ Γ. Παπαδιαμαντοπούλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§8ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ βασιλόπαιδες τυγχάνουσι μέλη ἑταιριῶν, σωματείων καὶ ἄλλων νομικῶν προσώπων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὁ Διάδοχος καὶ οἱ λοιποὶ Βασιλόπαιδες θὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων καὶ τῶν λοιπῶν ἀρχῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 202). Ὁ κ. Πεταλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§10ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένου, «περὶ συστάσεως ταμείου κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων» ὑπέβαλον ἔκθεσιν, ἣν κατέθηκα μόνος μου εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Προέδρου· ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν διενεμήθη εἰσέτι. Ἐτυπώθη;
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ χειρόγραφον τῆς ἐκθέσεως δὲν ὑπάρχει· δὲν εὑρέθη οὔτε ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς οὔτε ἐν τῷ τυπογραφείῳ, οὔτε ἐν τοῖς πρακτικοῖς σημειοῦται ὅτι κατετέθη.
§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ συνέβη νὰ ἦμαι ἀπών. Ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσι τὰς γενομένας συζητήσεις, ἀνέγνων δὲ καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ εἶδον ὅτι ἀπεφασίσθη νὰ ὑποβάλληται ἡ ἔνστασις παρ’ ἑνὸς καὶ μόνου Βουλευτοῦ, ἀλλὰ ἐν τοῖς πρακτικοῖς βλέπω «παρὰ δύο».
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διωρθώθησαν αὐτά.
§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ μὴ ἐπανακαθήσω ἄπρακτος, παρακαλῶ ἐπίσης νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιούσης αἱ διορθώσεις αἱ ἐπιφερόμεναι εἰς τὰ ἀναγινωσκόμενα πρακτικά. Διότι συνήθως δὲν ἀναγράφονται.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγράφονται, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι τυπογραφικὰ λάθη.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τέλος πάντων τί γίνεται ἡ συναρμολόγησις καὶ τύπωσις τοῦ νέου Κανονισμοῦ;
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη, καὶ αὔριον θὰ σταλῇ εἰς τὸν βιβλιοδέτην. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§18ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν Μεσσήνῃ, ὡς ἐπληροφορήθην, προὐτάθη ἡ κατάργησις πολλῶν δημοτικῶν σχολείων παρὰ τῶν δημάρχων καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, διότι οὗτοι βεβαίως ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ μὴ ὑποστῶσι μεγαλειτέρας δαπάνας, πληρόνοντες δημοδιδασκάλους, ἐνοίκια διδακτηρίων καὶ λοιπά, τὰ ὁποῖα θέλουσι ν’ ἀποφύγωσι διὰ τῆς καταργήσεως, διότι ὁ ἐσχάτως ψηφισθεὶς καὶ ἐφαρμοσθεὶς νόμος δι’ οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἐψηφίσθη, εἰμὴ διὰ νὰ καταργηθῶσι τὰ πλεῖστα τῶν δημοτικῶν σχολείων σιωπηρῶς διὰ τῆς ἀποχῆς τῶν δημοδιδασκάλων ἕνεκα τῆς μὴ πληρωμῆς αὐτῶν. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἤθελον ψυχράνει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διότι ἔχω μεγάλας ὑποχρεώσεις πρὸς αὐτόν, καθόσον παρ’ αὐτοῦ ἐδιδάχθην τὰ γράμματα ἐπὶ τρία ἔτη, ἀλλὰ ἤθελον παραβῆ τὸ καθῆκόν μου, ἂν δὲν ἔλεγον ταῦτα εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ταῦτά εἰσιν ἀληθῆ, καὶ ποῖα μέτρα ἔλαβε περὶ τούτων, διότι ἄλλως ἤθελον πιστεύσει, ὡς καὶ πάντες ὑμεῖς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη πολλάκις, ὅτι οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχεν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἢ νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ νόμος πεπαλαιωμένος, ὁ ὁποῖος ἴσχυεν εἰς ἄλλην ἐποχήν, ὅτε ἐν Μεσσήνῃ μόνον δύο σχολεῖα ἦσαν, ἐνῷ σήμερον ἐργάζονται, συστηθέντα πρὸ ἐτῶν, περὶ τὰ 40. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς μὴ καταργήσεως τῶν σχολείων, καὶ περὶ ἐνισχύσεως αὐτῶν, ὅπως συντηρηθῶσι, διότι ἐγὼ καὶ πάντες ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον, ἵνα ὑποστηρίξωμεν πάντα τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι συνεστημένα ἐν τῷ Κράτει, ὅπως καὶ τὰ γραμματοσχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἱδρυθῆ πρὸ δύο καὶ τριῶν ἐτῶν. Παρακαλῶ δ’ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ γνωρίσῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ πρὸς παρακώλυσιν τῆς καταργήσεως τῶν εἰρημένων σχολείων.
§19Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Θέλω ἐξετάσει.
§20ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶχον ἀπευθύνει ἔγγραφον ἐπερώτησιν περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς φάλαγγος τῆς τιμῆς, πότε οὗτοι προὐβιβάσθησαν καὶ ἀπὸ πότε ἦλθον εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα καὶ μισθοδοτοῦνται, καὶ ποῖοι ζῶσι, μὴ ἐλθόντες καὶ μὴ προβιβασθέντες.
§21Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐξέδωκα ἐγκύκλιον πρὸς τὰ διάφορα Φρουραρχεῖα περὶ τούτου, ὅταν δὲ συγκεντρωθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, θὰ τὰς ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§22Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησε διὰ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐν Καλάμαις μεταξὺ τοῦ γυμνασιάρχου Γ. Τζανετάκη καὶ τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου Χριστοδούλου Ἀποστολάκη, καθόσον ἐξηγέρθη ἡ ἀγανάκτησις τῆς πόλεως διὰ τὸ πραξικόπημα. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί σκέπτεται περὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν τοῦ ἱππικοῦ, καθόσον, ὡς πληροφοροῦμαι, πρόκειται κατ’ αὐτὰς νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θ’ ἀδικηθῶσι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἔχοντες ὑπηρεσίαν πλέον τῶν 20 ἐτῶν.
§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως δὲν περιελήφθησαν πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, αἱ ζητηθεῖσαι ὑπ’ ἐμοῦ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω νῦν τὴν σχετικὴν αἴτησίν μου καὶ ἐγγράφως. Ζητῶ πλὴν τοῦ φακέλλου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Θεμ. Μιχαλοπούλου, πρώην Διευθυντοῦ τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσσης, ἐξ οὗ ἰδίᾳ νὰ μὴ λείπῃ ἡ ἔκθεσις τοῦ τότε νομάρχου κ. Γονατᾶ, νὰ προσαχθῶσι καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν τοῦ Διδασκαλείου Ἀθηνῶν ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1895, ὡς καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης κατὰ τὰ ἔτη 1894 καὶ 1895.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσίν μου, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Σχολῆς μαθητευομένων μηχανικῶν».
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 205).
§26ΚΑΚΑΡΑΣ. Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐν Ἀθήναις συμπολιτῶν ἡμῶν Χαλκιδέων, δι’ ἐγγράφου του πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους Χαλκίδος κ. κ. Ἀβέρωφ, Βαρατάσην καὶ ἐμέ, παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις μεριμνήσῃ περὶ τῆς διακλαδώσεως τοῦ σιδηροδρόμου ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Χαλκίδα καὶ ἀναγραφῇ εἰδικὴ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, ἀνέφερεν ὅτι ἤθελε μεριμνήσει καὶ περὶ τῆς γραμμῆς ταύτης. Δυστυχῶς ὅμως μέχρι τοῦδε οὐδεμία φροντὶς ἐλήφθη, τὰ ὑλικὰ δὲ τοῦ σιδηροδρόμου, ἐῤῥιμένα καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν, εὑρίσκονται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀνέμων, καὶ παντὸς τοῦ προστυχόντος· οἱ χωρικοὶ λεηλατοῦσι τὰς ῥαβδώσεις καὶ τὰς τραβέρσας. Πανταχόθεν δὲ ἀκούονται παραστάσεις τοιαῦται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσωσιν, ἵνα ἢ οἱ φύλακες ὦσι προσεκτικώτεροι, ἢ ληφθῇ ἐπὶ τέλους μία ἀπόφασις περὶ τῆς γραμμῆς ταύτης, διότι θὰ ὠφελήσῃ διττῶς· ἡ ἀποπεράτωσις αὐτῆς, καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν προαγωγῆς τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα μέλλουν νὰ συγκοινωνήσωσι. Καταθέτω τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ Σύνδεσμος διὰ τοῦ προέδρου αὐτοῦ κ. Φλογαΐτου μᾶς ἔστειλεν.
§27Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπί τινων παρεκτροπῶν, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀσχημιῶν, αἵτινες ἐγένοντο παρ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων εἰς τὸν γειτονικὸν ἡμῶν δῆμον Κρωπίας. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἀστυνόμου, διάφορα κατώτερα ἀστυνομικὰ ὄργανα μετέβησαν εἰς τὸ ποιμνιοστάσιον τοῦ Παναγιώτου Σταύρου Σπύρου, οἰκογενειάρχου καλοῦ καὶ δημοτικοῦ συμβούλου τοῦ δήμου Κρωπίας, ἐν ἀπουσίᾳ δὲ τούτου συνέλαβον δύο κοράσια μικρὰ, ἡλικίας τὸ μὲν ἓν ὀκτὼ ἐτῶν, τὸ δὲ ἕτερον 15, τὰ ἔδεσαν, ἔθηκαν φυσίγγια εἰς τὰ ὅπλα των, πρὸς ἐκφόβισιν αὐτῶν, καὶ τὰ ἠπείλησαν, διὰ νὰ τοῖς καταδείξουν ποῦ βόσκουν τὰ πρόβατα. Τὰ κοράσια ἀπεκρίθησαν ὅτι δὲν γνωρίζουσι, διότι δὲν μένουσιν εἰς τὸ ποιμνιοστάσιον. Μὴ ἀρκεσθέντες εἰς ταῦτα, συλλαμβάνουσι 10 πρόβατα ἐκ τοῦ μέρους, εἰς τὸ ὁποῖον νομίμως ταῦτα ἔβοσκον, καὶ τὰ ὁδηγοῦσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου. Ὁ ἰδιοκτήτης, μαθὼν τοῦτο, μετέβη ἐκεῖ, ὅπου τὸν συλλαμβάνουν οἱ στρατιῶται καὶ τὸν φιλοδωροῦν μὲ γρονθοκοπήματα καὶ ῥαπίσματα. Σπεύδει νὰ παραπονεθῇ εἰς τὸν διοικοῦντα ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἀστυνόμου, καὶ ἀκούει παρ’ αὐτοῦ εἰρωνικῶς, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ τὰ παράπονά του εἰς τὸν πάρεδρον. Ἐπὶ τέλους ἀπολύουν τὸν συλληφθέντα, ἀφοῦ ἔλαβον 15 δραχμὰς ὡς δῆθεν σύλληπτρα! Ὁ κ. Σταύρου παρεπονέθη διὰ τοῦτο, οἱ δὲ στρατιῶται, ἐρωτηθέντες διατὶ ἔπραξαν τοῦτο, ἀπήντησαν ἁπλούστατα μὲ τὴν φράσιν «ἡμεῖς πῶς θ’ ἀποκρέψωμε;» Εἰς τοὺς δήμους αὐτοὺς, ὡς καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους δήμους, γίνεται μεγάλη κατάχρησις τοῦ περὶ συλλήπτρων νόμου. Οἱ στρατιῶται συλλαμβάνουν πρόβατα, εἴτε βόσκουν εἰς ἀπηγορευμένα μέρη, εἴτε δὲν βόσκουν, ὅπως λάβουν σύλληπτρα, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀπέρχονται ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μὲ ἱκανὸν χρηματικὸν ἐφόδιον εἰς βάρος τῶν χωρικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ τιμωρήσῃ τὰ ἀστυνομικὰ ἐκεῖνα ὄργανα, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον παρεξετράπησαν ἀληθῶς.
§28ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπιζητεῖ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς αὐτὰ τὰ παράπονα κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ὡς πρὸς τὴν καταπίεσιν τῶν ποιμένων, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιόν μου περὶ ποιμνιοβοσκῆς αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν δέχηται νὰ προταχθῇ.
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν εὐχὴν θὰ ἐκφράσω, διότι ἡ Διοίκησις ἀπεδείχθη ἀνίκανος νὰ περιστείλῃ τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσιν ὡς πρὸς τὴν παράνομον φορολογίαν τῶν ποιμνίων, ἡ ὁποία γίνεται παρὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς εἶχον ἐγερθῆ πολλὰ τοιαῦτα παράπονα, καὶ τότε πολλοὶ ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Τριφυλίας ὑπέβαλε πρότασιν νόμου, εἶχε δὲ συστηθῆ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐπεξεργασθεῖσα ὑπέβαλεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν τροποποιημένην. Ἔκτοτε δὲν ἐλήφθη φροντὶς νὰ ψηφισθῇ τὸ μέτρον καὶ τεθῇ πέρας εἰς αὐτὰς τὰς καταχρήσεις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ὅπως προταχθῇ ἡ πρότασις νόμου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ, ὡς αὕτη διεσκευάσθη ὑπὸ τῆς ῥηθείσης ἐπιτροπῆς. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις οὔτε ἐντεῦθεν οὔτε ἐκεῖθεν περὶ τούτου.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τριφυλίας, ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μεταξὺ τῶν πρώτων καὶ συνεζητήθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προβαίνῃ συγχρόνως ἡ συζήτησις καὶ ἄλλων νομοσχεδίων τῆς αὐτῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συζητηθῶσι καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶσι καὶ αὐτὰ εἰς πρώτην ἢ δευτέραν ἀνάγνωσιν, τότε δὲ νὰ ἐπιληφθῶμεν καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ οὗ πρόκειται.
§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθ’ ὃν χρόνον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται ἡ μεταῤῥύθμισις τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἰσαγομένων καὶ παρ’ ἡμῖν τῶν ἀλλαχοῦ πραγματικῶν Γυμνασίων, παρ’ ἡμῖν δὲ κατὰ τρόπον πρωτότυπον καὶ ἀρκετὰ κωμικὸν μεταβαπτισθέντων εἰς πρακτικά, μετ’ ἀπορίας μανθάνω, ὅτι τὸ μόνον ὑπάρχον πρακτικὸν Λύκειον διατελεῖ ἀπὸ μηνὸς καὶ πλέον ἄνευ διευθυντοῦ, καὶ εὑρίσκεται εἰς παντελῆ παράλυσιν. Ἀγνοῶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους μένει τοῦτο ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἄνευ διευθυντοῦ, νομίζω ὅμως, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ὅσον οἷόν τε τάχιον πληρωθῇ τὸ κενὸν τοῦτο καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν κανονικὴν αὐτοῦ τροχιὰν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Λύκειον. Συγχρόνως θὰ ὑπενθυμίσω αὐτῷ σύστασίν τινα, τὴν ὁποίαν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἀπηύθυνα πρὸς αὐτόν. Πρόκειται περὶ τοῦ διορισμοῦ ὑπηρετῶν ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις. Τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀναγράφει: «Εἰς τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα διορίζεται, προτάσει τοῦ διευθυντοῦ, ὑπηρέτης ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν τριάκοντα μὲν ἐν ταῖς πρωτευούσαις νομῶν, εἴκοσι δ’ ἐν ταῖς ἄλλαις πόλεσιν.» Ἀλλὰ παρὰ τίνος διορίζονται οἱ ὑπηρέται; δὲν ἀναφέρει ὁ νόμος.
§33ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ.
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι, ἀφοῦ οὗτος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ δημοδιδασκάλους. Ἀλλ’ ἀμφισβητεῖται τὸ δικαίωμα τοῦτο μεταξὺ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δημάρχου καὶ ἐπιθεωρητοῦ. Κατ’ ἀρχὰς ὑπῆρχεν ἔρις μεταξὺ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ δημάρχου, ὅτε ἔρχεται ὁ ἐπιθεωρητὴς καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι εἰς αὐτὸν ἀνήκει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἔλλειψις τοῦ νόμου, καὶ καλὸν εἶναι διὰ μιᾶς προσθέτου διατάξεως νὰ καθορισθῇ, τίς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τοὺς ὑπηρέτας. Ἐπίσης τὸν ὑπενθυμίζω ἄλλην τινὰ σύστασιν ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῶν ὑπηρετῶν. Πρέπει εἰς τὸν νόμον νὰ προστεθῇ, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ψηφίζει τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων, τὰ μισθώματα τῶν διδακτηρίων κτλ., δὲν ἀναφέρει τίποτε διὰ τοὺς ὑπηρέτας, καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον λέγει, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τοὺς ὑπηρέτας, δὲν ψηφίζει καὶ τὴν σχετικὴν πίστωσιν. Λοιπὸν καὶ περὶ τούτου πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ νὰ ὑποβληθῇ νεωτέρα διάταξις, καθὼς καὶ ὡς πρὸς τὰ διδακτήρια, τὰ ὁποῖα ἀρνοῦνται νὰ μισθώσωσι πολλαχοῦ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Ἐνόμισαν ὅτι, ἀφοῦ αὐτὰ καταβάλλουν τὰ χρήματα, αὐτὰ πρέπει ν’ ἀποφασίζωσι καὶ περὶ τῆς μισθώσεως. Καλὸν εἶναι καὶ τοῦτο νὰ διασαφηνισθῇ, διὰ νὰ λείψουν τὰ ἄτοπα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας. Ὁ κ. Ταταράκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§36Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Πολλάκις, κύριοι συνάδελφοι, ὁ νομοθέτης, ὅσῳ καὶ ἂν ᾖναι ἔξοχος ἀρχιτέκτων τοῦ λόγου καὶ δεινὸς ἀκριβολόγος περὶ τὴν ἔκφρασιν τῶν διανοημάτων αὑτοῦ, ἀδυνατεῖ νὰ ἐκφράσῃ σαφῶς καὶ εὐκρινῶς διὰ τοῦ γραπτοῦ λόγου τὸ πνεῦμα καὶ τὴν διάνοιαν αὑτοῦ. Ἄλλοτε ἡ ἀσάφεια τοῦ νόμου δύναται νὰ προκύπτῃ καὶ ἄλλως, διὰ μόνης τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου. Οὕτω συμβαίνει πλειστάκις, ὅτι διάταξις νόμου σαφὴς καὶ μηδεμίαν καταλείπουσα ἀμφιβολίαν ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ ἐκφράσῃ ὁ νομοθέτης, καθ’ ὃν χρόνον ψηφίζεται καὶ δημοσιεύεται νόμος τις, μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς δύναται νὰ καταστῇ ἀσαφὴς καὶ νὰ παρέχῃ δισταγμοὺς καὶ ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἀληθοῦς αὐτῆς ἐννοίας. «Tempora mutantur et nos mit illis». «Οἱ καιροὶ μεταβάλλονται καὶ ἡμεῖς μετ’ ἐκείνων»· ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ ἐξελαμβάνετο πρότερον παρὰ πάντων ὡς σαφὲς καὶ οὐδεμίαν παρέχον ἀμφιβολίαν ἢ δισταγμὸν, μετὰ πάροδον μακροῦ χρόνου ἄλλως ἀντιλαμβανόμεθα, καὶ ἐκλαμβάνομεν αὐτὸ ὡς ἀσαφὲς, καὶ ἀμφίβολον περικλεῖον ἔννοιαν. Ἡ ἀσάφεια λοιπὸν νόμου τινὸς δύναται νὰ προκύπτῃ καὶ ἐκ μόνης τῆς ἀπαρχαιώσεως αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ σπουδαίως ἐνδιαφέρει τὴν κοινωνίαν οἱ νόμοι νὰ ὦσι σαφεῖς καὶ καταληπτοὶ εἰς πάντας, καὶ μηδεμίαν νὰ γεννῶσιν ἀμφιβολίαν καὶ μηδένα νὰ ἐγείρωσι δισταγμὸν περὶ τῆς ἐννοίας αὑτῶν, ἐπάναγκες καθίσταται εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις ταύτας ἡ ἀσαφὴς διάταξις τοῦ νόμου αὐθεντικῶς νὰ ἑρμηνεύηται, καὶ νὰ αἴρηται πᾶσα ἀμφιβολία καὶ πᾶς δισταγμὸς περὶ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ. Τὴν τοιαύτην αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν καθιεροῖ, Κύριοι, καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, καὶ ἀναθέτει αὐτὴν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν ἐξουσίαν δηλονότι ἐκείνην, ἥτις εἶναι καὶ ὁ δημιουργὸς τοῦ νόμου, κατὰ τὸ νομικὸν ἀπόφθεγμα, ὅτι ὁ δημιουργὸς τοῦ νόμου εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος, ὅπως ἑρμηνεύσῃ καὶ τὴν σημασίαν αὐτοῦ. Τοιαύτη ἀσάφεια προέκυψε καὶ ἀνέδυ ἐσχάτως, Κύριοι, ἐν τῷ νόμῳ περὶ ὁδοποιΐας ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ 34 ἄρθρου αὐτοῦ, μετὰ πάροδον τριῶν περίπου δεκαετηρίδων ἀπὸ τῆς ψηφίσεως καὶ δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Ἡ ἀσάφεια αὕτη δὲν ἐπαρουσιάσθη, Κύριοι, εὐθὺς ὡς ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος, ἀλλὰ 25 ὅλα ἔτη μετὰ τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ ἔτος 1867, ἔκτοτε δὲ, μέχρι τοῦ 1891, ἐφηρμόζετο καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, χωρὶς νὰ ἐγείρηται εἰς οὐδένα ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς ἢ ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία, ὅτι τὰ γήπεδα, τὰ καταλαμβανόμενα ὑπὸ τῶν ἀγυιῶν τῶν πόλεων, τῶν κωμοπόλεων καὶ χωρίων, ἀποζημιοῦνται ὑπὸ τῶν παροδίων· ἀλλὰ, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, μετὰ ὑπερεικοσιπενταετῆ διαρκῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, ὁ Ἄρειος ἡμῶν Πάγος κατὰ τὸ ἔτος 1891 ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ νόμος οὗτος κακῶς ἡρμηνεύετο παρὰ τῶν δικαστηρίων καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀρχῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ὅτι τὸ ἄρθρον 34 τοῦ νόμου τούτου δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀπέδιδεν εἰς αὐτὸ ὅλος ὁ κόσμος, ἀλλ’ ἔννοιαν ὅλως ἀντίθετον καὶ ἀλλοίαν ἐκείνης, ἣν ἕως τότε οἱ πάντες ὑπελάμβανον. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ ἄρθρον 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου ἔχει, Κύριοι, τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν τῶν γηπέδων τῶν καταλαμβανομένων ὑπὸ ἀγυιῶν τῶν πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωρίων δὲν εἶναι οἱ παρόδιοι, ἀλλ’ οἱ δῆμοι. Ἡ διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης καθιερουμένη νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου εὔλογον καὶ ἑπόμενον ἦτο, Κύριοι, νὰ φέρῃ γενικὴν ἀναστάτωσιν, καὶ νὰ προξενήσῃ μέγαν κλονισμὸν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. Ἠγέρθησαν εὐθὺς ἄπειροι ἀγωγαὶ περὶ τοιούτου εἴδους ἀποζημιώσεων κατὰ τῶν δήμων, καὶ οἱ πρωτεύοντες δῆμοι τοῦ Κράτους περιῆλθον εἰς κίνδυνον πλήρους οἰκονομικῆς καταστροφῆς. Τὸ ζήτημα κατέστη σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν, καὶ ἐπεσπάσατο τὴν προσοχὴν τοῦ παρ’ ἡμῖν νομικοῦ κόσμου. Οἱ ἐγκριτώτεροι τῶν παρ’ ἡμῖν νομομαθῶν, ἐπισταμένως μελετήσαντες αὐτὸ, ἐπέκριναν τὴν τοιαύτην τοῦ Ἀρείου Πάγου νομολογίαν διὰ διατριβῶν δημοσιευθεισῶν ἐν τῇ «Θέμιδι», καὶ πάντες ἐν συναυλίᾳ κατέκριναν δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων, ὡς σφαλερὰν καὶ πεπλανημένην, τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου τῆς ὁδοποιΐας. Οὐδένα τῶν παρ’ ἡμῖν διαπρεπῶν νομομαθῶν εὗρε τότε ὁμοδοξοῦντα ὁ Ἄρειος Πάγος, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν κατῆλθεν εἰς τὸ πεδίον τῆς ἐπιστημονικῆς συζητήσεως συνήγορος τῆς ὑπὸ πάντων ἐλεγχομένης καὶ ἀποδοκιμαζομένης ἀποφάσεως αὐτοῦ· ὥστε ἐδέησε αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ὁ ἀρειοπαγίτης κ. Παπαδόπουλος, διὰ διατριβῆς αὐτοῦ, δημοσιευθείσης ἐν τῷ αὐτῷ νομικῷ περιοδικῷ, νὰ προέλθῃ εἰς ὑποστήριξιν τῆς παρὰ πάντων πολεμουμένης ταύτης ἑρμηνίας. Αἱ σκέψεις τῆς ἀποφάσεως ταύτης καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τῆς εἰρημένης διατριβῆς τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς ἦσαν τοσοῦτον ἀσθενῆ, ὥστε οὐδένα ἠδύναντο νὰ πείσωσι περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῆς, ἡ δὲ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνόμισε, καὶ μάλα ὀρθῶς, ὅτι τῇ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ προκαλέσῃ αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ ἄρῃ πᾶσαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ, συνέταξε δὲ καὶ ὑπέβαλε τοιοῦτο νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης περιόδου, ὅπερ δὲν ἐπρόφθασε νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ, διαλυθείσης τῆς Βουλῆς ἐκείνης πρὸ τῆς λήξεως τῆς περιόδου αὐτῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, ἐκκρεμὲς ὑπολειφθὲν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς, εἰσήγαγεν αὖθις ὁ νῦν ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, παρακαλῶν τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ καὶ ἐκφέρῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ψῆφόν της, διότι φρονεῖ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἥτις δι’ αὐτοῦ ἀποδίδεται εἰς τὸ ἄρθρον 34 § αʹ τοῦ ΣΞΓʹ νόμου τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867 περὶ ὁδοποιΐας, καὶ ἥτις εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν μέχρι τοῦ 1891 σταθερὰν νομολογίαν τῶν ἡμετέρων δικαστηρίων καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, οὐ μόνον εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ὀρθὴ καὶ δικαία, ἀλλὰ καὶ προλαμβάνει τὰς ἐκ τῆς τελευταίας νεαρᾶς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἑρμηνείας ἐπιζημίους καὶ καταστρεπτικὰς συνεπείας διὰ τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, ἰδίως τῶν μεγάλων πόλεων, οἷαι αἱ Ἀθῆναι, ὁ Πειραιεὺς καὶ αἱ Πάτραι, καὶ τίθησι φραγμὸν εἰς τὴν πληθὺν τῶν δικῶν, αἵτινες ἠγέρθησαν καὶ μέλλουσι νὰ ἐγερθῶσιν ἐκ τῆς σφαλερᾶς ταύτης καινοτομίας τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν δικαστηρίου. Τοιαύτη, Κύριοι, ἐν συντόμῳ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅπερ παραδόξως παρατηρῶ ἀποκρουόμενον μετὰ τόσης λύσσης παρὰ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν), ὡς μέλλον δῆθεν νὰ διασείσῃ τὰ θεμέλεια τῆς Πολιτείας, νὰ ταράξῃ γῆν καὶ θάλασσαν καὶ νὰ ἀνατρέψῃ τὸ σύμπαν, ἐὰν τύχῃ τῆς ψήφου ἡμῶν καὶ γένηται νόμος τοῦ Κράτους, μετὰ λύπης δ’ ἤκουσα ἐγκρίτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, προτεινάντων τὸ ἀπαράδεκτον αὐτοῦ, ὡς ἀντικειμένου δῆθεν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Εἶπον προηγουμένως, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι οἱ καιροὶ μεταβάλλονται, καὶ ἡμεῖς μετ’ ἐκείνων, συμβαίνει δὲ πολλάκις, νόμοι σαφεῖς θεωρούμενοι πρότερον, διὰ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου νὰ καθίστανται ἀσαφεῖς. Τοιοῦτον δὲ πάθημα φαίνεται νοσῆσαν καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, γηράσαν ἐπὶ τοσοῦτον μετὰ πάροδον μόλις τριάκοντα ἐτῶν, ὥστε πᾶσαι αἱ διατάξεις αὐτοῦ, αἱ τόσῳ σαφεῖς πρότερον, νὰ γεννῶσι σήμερον τόσας ἀμφιβολίας καὶ νὰ παρέχωσι τόσους δισταγμοὺς, ὥστε, ὡς εὐστόχως παρετήρησεν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει εἷς ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων, μετά τινα ἀκόμη καιρὸν οὐδὲν νομοσχέδιον θέλει εἰσάγεσθαι, ὅπερ νὰ μὴ προσβάλληται ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ὅπως κρίνωμεν, Κύριοι, περὶ τῆς ὀρθότητος καὶ σκοπιμότητος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν, νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἑξῆς. Πρῶτον ὑφίσταται ἐπὶ τοῦ προκειμένου εὔλογος αἰτία καὶ ἀνάγκη αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου; καὶ δεύτερον, ἡ Βουλή, καλουμένη αὐθεντικῶς νὰ ἑρμηνεύσῃ νόμον τινὰ, δεσμεύεται ἐντὸς τῶν κανόνων τῆς ἐπιστημονικῆς ἑρμηνείας, ἢ ὡς σῶμα νομοθετικὸν κέκτηται ἀπεριόριστον ἐλευθερίαν, ὑπὸ τὸν τύπον αὐθεντικῆς ἑρμηνείας νὰ μεταῤῥυθμίσῃ διατάξεις τῶν νόμων ἀντικειμένας εἰς τὸ δίκαιον καὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τῆς κοινωνίας; Φρονῶ, Κύριοι, ἀδιστάκτως, καὶ οὐδεὶς, νομίζω, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ ὀρθῶς ἀντιλέγων, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος χορηγουμένου αὐτῇ δικαιώματος τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, τοιαύτη εἶναι ἡ προκειμένη, εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲ τοῦ Κράτους ἡμῶν, ἥτις ἐτάχθη ἄγρυπνος φρουρὸς περὶ τὴν ἀκριβῆ καὶ ὀρθὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ζητήσῃ τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν νόμου, ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ὁποίου, ἕνεκα τῆς ἀσαφείας τοῦ γράμματος αὐτοῦ, ἡ νομολογία τῶν δικαστηρίων διὰ τῆς νεαρᾶς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐφάνη κυμαινομένη, καὶ διὰ τῆς προκαλουμένης ταύτης αὐθεντικῆς αὐτοῦ ἑρμηνείας διασώσῃ τοὺς πρωτεύοντας δήμους τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ βεβαίου οἰκονομικοῦ ὀλέθρου, εἰς ὃν ἀφεύκτως ἄγει αὐτοὺς ἡ προφανῶς ἐσφαλμένη νεαρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου νομολογία. Ὁπόταν, Κύριοι, τὸ ἀσαφὲς γράμμα τοῦ νόμου καθίστησιν ἀμφίβολον τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, καὶ δικαστήρια ἐξολισθαίνωσιν εἰς ἀντιφατικὰς ἀποφάσεις καὶ εἰς παρερμηνείαν τοῦ νόμου, ὀλέθρια συνεπιφέρουσαν ἀποτελέσματα, ἡ αὐθεντικὴ αὐτοῦ ἑρμηνεία ἐπιβάλλεται. Ἀλλ’ ἡ Βουλή, καλουμένη αὐθεντικῶς νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον, ὡς δημιουργὸς αὐτοῦ, εἰ καὶ μὴ δεσμευομένη, ὡς νομοθετικὸν σῶμα, ὑπὸ κανόνων ἑρμηνευτικῶν, ἀλλ’ ἀπεριόριστον κεκτημένη ἐλευθερίαν, ὀρθὸν καὶ προσῆκον οὐχ ἧττον εἶναι νὰ μὴ ἐξέρχηται τῶν ὅρων τῆς ἐπιστημονικῆς ἑρμηνείας, καὶ νὰ ἀπέχῃ μετὰ περισκέψεως νὰ μεταῤῥυθμίζῃ ἢ νομοθετῇ νέας διατάξεις. Διὰ τοῦτο ἐξεταστέον λοιπὸν, τίς ἐστὶν ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου· ἐκείνη, ἣν ἀπέδιδον αὐτῷ τὰ δικαστήρια ἡμῶν, μηδ’ αὐτοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξαιρουμένου, μέχρι τοῦ 1891, ἢ ἐκείνη, ἣν ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ τῆς τελευταίας αὐτοῦ ἀποφάσεως ἀπέδωκεν αὐτῷ; Ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τις τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τόσον τὰ ἐπίσημα, ὅσον καὶ τὰ ἐστενογραφημένα, τῆς συνεδριάσεως, καθ’ ἣν συνεζητήθη ὁ νόμος οὗτος, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ ἐπιμάχου τούτου ἄρθρου, ψηφίζων αὐτὸ, ἐνόει ὅτι αἱ διατάξεις περὶ σχεδίου τῶν πόλεων μένουσιν ἀνέπαφοι, καὶ κατ’ αὐτὰς κανονίζονται αἱ ἐντὸς τῶν πόλεων ἀνοιγόμεναι ὁδοί, ἤτοι, ὅτι τὰ γήπεδα τὰ παρ’ αὐτῶν καταλαμβανόμενα ἀποζημιοῦνται παρὰ τῶν παροδίων. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς σχετικὰς περικοπὰς τῶν πρακτικῶν τούτων, ὅπως κρίνητε ἀσφαλῶς περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου. Καὶ πρῶτον ἴδωμεν, τί λέγουσι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τῆς Αʹ Περιόδου τῆς Γʹ Συνόδου κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην (ἀναγινώσκει): «Προσέθηκεν ἄλλος, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου (34) καταστρέφουσι τὸν περὶ παροδίων νόμον, τὸν πέρυσι ψηφισθέντα», (ἐννοεῖ τὸν νόμον ΣΚΒʹ τῆς 20 Ἀπριλίου 1867, δι’ οὗ ἐπεξετάθη καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἡ ἰσχὺς τῶν διαταγμάτων τῆς 7 καὶ 9 Ἀπριλίου 1836) «καὶ ἐντεῦθεν φοβεῖται μήπως διὰ τὰς ἐκ τῶν πόλεων διερχομένας δημοτικὰς ὁδοὺς ὑπόκεινται εἰς ἀποζημίωσιν οἱ δῆμοι· φρονεῖ ὅθεν δίκαιον νὰ μὴ καταστραφῇ ἡ σώτειρα ὑπὲρ τῶν δήμων διάταξις τοῦ περυσινοῦ νόμου. Ἀντειπόντος δὲ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι αἱ ὁδοὶ τῶν πόλεων εἶναι συνέχεια ἢ ἐπαρχιακῶν ἢ ἐθνικῶν ὁδῶν, οὐδέποτε δὲ δημοτικῶν ἢ ἀγροτικῶν, καὶ προσθέσαντος ὅτι αἱ διατάξεις περὶ σχεδίου τῶν πόλεων μένουσιν ἀνέπαφοι, καὶ κατ’ αὐτὰς κανονίζονται αἱ ἐντὸς τῶν πόλεων ἀνοιγόμεναι ὁδοὶ, ἐπήνεγκεν ἄλλος κτλ.» Ἠκούσατε, Κύριοι, τί εἶπεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐπιμάχου ἄρθρου 34, ὅτι τοῦτο ἀφήνει ἀνεπάφους τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ σχεδίου τῶν πόλεων, καὶ κατ’ αὐτὰς κανονίζονται αἱ ὁδοί, αἱ ἐντὸς τῶν πόλεων ἀνοιγόμεναι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν ἔχομεν, Κύριοι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, ἅτινα ἄπλετον ἐπιχύνουσι φῶς ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τούτου. Κατ’ αὐτὰ, ὁ φιλόπολις βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Κυριακὸς ἐζήτησε νὰ διασαφηνισθῇ ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως μὴ ἀνατραπῇ ἡ διάταξις τοῦ προϋπάρχοντος νόμου ΣΚΒʹ τῆς 20 Ἀπριλίου 1867, καθ’ ἣν οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται τῶν ὁδῶν τῶν πόλεων ὑποχρεοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν, καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὁ ἀείμνηστος Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος, ἐποιήσατο ῥητὴν καὶ σαφῆ δήλωσιν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς παραπέμπει εἰς τὸν νόμον περὶ σχεδίων τῶν πόλεων, ὅστις μένει ἀκέραιος, ὥστε πᾶσα ὁδὸς ἐντὸς τῆς πόλεως ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάγηται εἰς αὐτόν. Τὰ πρακτικὰ ταῦτα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ διάταξις αὕτη ἀνατρέπει τὴν διάταξιν τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται ὁδῶν τῶν πόλεων ὑποχρεοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν. Ἡ διάταξις αὕτη ἐπιβάλλει διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ ἐθνικὰς ὁδοὺς, καθ’ ὅσον διέρχονται αὗται διὰ τῶν πόλεων κλπ., τὴν ἀποζημίωσιν εἰς τοὺς δήμους. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν καὶ αἱ δημοτικαὶ ὁδοὶ, καθόσον ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς νόμος περὶ σχεδίων τῶν πόλεων ὁρίζει περὶ αὐτοῦ καὶ λέγει, ὅτι ὑποχρεοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται. ΑΛΕΞ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχετε δίκαιον. Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἰδοὺ τὶ λέγει «... αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν (ὁδῶν) καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαὶ, παραχωροῦνται δωρεὰν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαὶ, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν βαρύνει τοὺς δήμους», ἐνῷ κατὰ τὸν πέρυσι ψηφισθέντα νόμον ἡ πρόσκτησις ἐπιβαρύνει τοὺς παροδίους. Λοιπὸν πρέπει νὰ προστεθῇ: «καθόσον ἡ ἀπολαυὴ τῶν ὁδῶν τῶν δημοτικῶν πρέπει ν’ ἀποζημιωθῇ ἀπὸ τοὺς παροδίους ἰδιοκτήτας, συμφώνως μὲ τὸν πέρυσι ψηφισθέντα νόμον»· καὶ πρέπει νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι ὑπάρχει διάταξις ἐντὸς τοῦ νόμου αὐτοῦ, καθ’ ἣν ὑποχρεοῦνται οἱ δῆμοι πρὸς ἀποζημίωσιν, διὰ τῆς ὁποίας καταστρέφομεν τὴν ὑπὲρ τῶν δήμων πέρυσι ψηφισθεῖσαν εὐεργετικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ὑποχρεοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός)! Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι δημοτικὴ καὶ ἀγροτικὴ ὁδὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀπαιτῆται ἀποζημίωσις ἐκ τῶν παροδίων ἰδιοκτητῶν, διότι δὲν θὰ διέρχηται ἐντὸς τῆς πόλεως, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Κυριακὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ποία δημοτικὴ ἢ ἀγροτικὴ ὁδὸς ἠνοίχθη ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας; Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ ὁδὸς τοῦ Πειραιῶς· καθόσον αὕτη διέρχεται διὰ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, τὰ γήπεδα κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον θ’ ἀποζημιώνωνται ἀπὸ τὸν δῆμον. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι’ εἶναι ὁδὸς τῆς πόλεως, καὶ τότε κανονίζεται ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ σχεδίου. Ἐὰν ἦτο ἀγροτικὴ, μάλιστα. Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκάμετε ἐξαίρεσιν, λέγοντες ὅτι αἱ ὁδοὶ μόνον αἱ ἐπαρχιακαὶ καὶ ἐθνικαὶ ὑποβάλλονται εἰς τὴν διάταξιν, αἱ δὲ δημοτικαὶ ὁδοὶ ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἀποζημίωσιν ὑπὸ τῶν δήμων; .... Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς παραπέμπει εἰς τὸν νόμον περὶ σχεδίων τῶν πόλεων, ὅστις μένει ἀκέραιος. Ὥστε πᾶσα ὁδὸς ἐντὸς τῆς πόλεως ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάγῃται εἰς αὐτόν .... Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Δέχομαι τὴν ἐξήγησιν ....» Μετὰ τὴν σαφεστάτην ταύτην δήλωσιν, Κύριοι, τοῦ εἰσηγησαμένου τὸν νόμον τοῦτον εἰς τὴν τότε Βουλὴν ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου, ὅστις καθαρῶς καὶ εὐκρινῶς διεσάφησεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς παραπέμπει εἰς τὸν νόμον περὶ σχεδίων τῶν πόλεων, ὅστις νόμος μένει ἀκέραιος, ὥστε πᾶσα ὁδὸς ἐντὸς τῆς πόλεως ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάγηται εἰς αὐτὸν, δηλ. ν’ ἀποζημιῶται ὑπὸ τῶν παροδίων, πάντων τῶν Βουλευτῶν ἀποδεξαμένων τὴν δήλωσιν καὶ διασάφησιν ταύτην, καὶ μηδενὸς ἀντειπόντος, καὶ μηδενὸς ἐκφράσαντος ἀντίθετον γνώμην, ποῖος δισταγμὸς εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ὑπολειφθῇ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ νόμου τούτου, νομοθετῶν τὸ ἄρθρον 34, ἐνόει ὅλως ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι ἐνόει; Ποία ἀμφιβολία ἐναπομένει, ὅτι τὰ ἐν ταῖς πόλεσι τοῦ Κράτους καταλαμβανόμενα γήπεδα ἐκ τῆς ῥυμοτομίας ἀποζημιοῦνται παρὰ τῶν παροδίων καὶ οὐχὶ παρὰ τῶν δήμων; Καὶ ὅμως, μεθ’ ὅλα ταῦτα, εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς περιπύστου ταύτης ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἠγέρθη τοιοῦτος δισταγμός· καὶ διατὶ νομίζετε; Διότι, κατ’ αὐτὸν, δὲν ἀρκεῖ ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τούτου ἐγένετο τοιαύτη δήλωσις ἐκ μέρους τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου, δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἡ δήλωσις ἀναγράφεται ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἐπισήμοις, ἀλλ’ ἀπῃτεῖτο ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν νὰ ἐξάγηται ὅτι ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἀποδέχηται τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ εἰσηγητοῦ, καὶ ὅτι αὕτη ἀπεδέχθη αὐτὴν, ἐπειδὴ δὲ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς δὲν ἀναφέρεται ῥητῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη ἐρωτηθεῖσα τὴν δήλωσιν ταύτην, ἡ τοιαύτη δήλωσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ Ἀλέξ. Κουμουνδούρου, τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου τούτου, οὐδεμίαν ἔχει ἀποδεικτικὴν δύναμιν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, οὐδὲ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ τὸ παράπαν τῷ ἑρμηνευτῇ τοῦ νόμου δικαστῇ πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νόμου, οὐδ’ ὀφείλει οὗτος ν’ ἀποβλέψῃ πρὸς αὐτὴν καὶ νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, καὶ διὰ τοῦτο, τόσον αὐτὸς, ὡς καὶ ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπέκλιναν, προσηλούμενοι εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ν’ ἀποδεχθῶσιν, ὅτι ὁ νόμος ἔχει ἔννοιαν ὅλως ἀντίθετον ἐκείνης, ἣν ἐδήλωσεν ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ, ὅτι ἔχει. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς σκέψεις αὐτὰς τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, διότι ἐξ αὐτῶν εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλετε πεισθῆ περὶ τῆς πλάνης, εἰς ἣν περιέπεσεν ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐκδοὺς τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐν τῇ εἰρημένῃ διατριβῇ του ὁμολογεῖ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὸν ἐγείρεται δισταγμὸς περὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦτο μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου τούτου, ἀλλὰ μὲ ὅλον τὸν δισταγμὸν, τὸν ὁποῖον ἐγείρει εἰς αὐτὸν ἡ δήλωσις αὕτη, τὸ γράμμα αὐτοῦ δὲν τῷ ἐπιτρέπη ν’ ἀποδώσῃ αὐτῷ ἄλλην ἔννοιαν, δὲν τὸν ἀφήνει νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νόμου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς σχετικὰς περὶ τούτου περικοπὰς τῆς διατριβῆς, αἵτινές εἰσι λίαν σπουδαῖαι (ἀναγινώσκει): «... Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε πιθανὸν, δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, ὅτι ὁ νομοθέτης διὰ τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου ἠθέλησε νὰ τροποποιήσῃ οὐσιώδη διάταξιν ἄλλου νόμου, μόλις πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐκδοθέντος; Ἡ ἀπορία αὕτη εἶναι τῷ ὄντι εὔλογος. Ὁ ὑπὸ τὸ στοιχεῖον ΣΚΒʹ νόμος περὶ σχεδίων τῶν πόλεων, δι’ οὗ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1836 διατάγματος περὶ τῆς εἰς ἀποζημίωσιν ὑποχρεώσεως τῶν παροδίων ἐπεξετάθη εἰς πάσας τὰς πόλεις καὶ κώμας τοῦ Κράτους, ἐδημοσιεύθη τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1867, τὸν δὲ Δεκέμβριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐδημοσιεύθη ὁ περὶ ὁδοποιΐας νόμος, δι’ οὗ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἐπεβλήθη εἰς τοὺς δήμους. Ὁ νομοθέτης φαίνεται λησμονήσας τὸν Δεκέμβριον ὅ,τι ἐνομοθέτησεν ὡς ὀρθὸν καὶ δίκαιον τὸν Ἀπρίλιον... Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν μετὰ μεγίστης σπουδῆς παρασκευαζομένων καὶ ἐπιψηφιζομένων νόμων δὲν διακρίνονται ἐπὶ σαφηνείᾳ καὶ ἀκριβολογίᾳ, αἵτινες λογίζονται ἐν τούτοις αἱ πρώτισται τῶν νόμων ἀρεταί. Τὸ ὕφος μάλιστα τινῶν ἐκ τῶν νόμων τούτων εἶναι τοσοῦτον ἰδιόῤῥυθμον, ὥστε φέρει εἰς ἀπελπισίαν τὸν ἔχοντα τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν ἑρμηνείαν αὐτῶν, μὴ δυνάμενον ἀσφαλῶς νὰ ἐφαρμόσῃ πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἐννοίας αὐτῶν μηδένα τῶν γνωστῶν ἑρμηνευτικῶν κανόνων. Τοιοῦτος δὲ εἶναι ὁ ἐκ τῆς ἀλλεπαλλήλου ἐπιψηφίσεως, τροποποιήσεως καὶ καταργήσεως τῶν νόμων παραχθεὶς νομοθετικὸς κυκεὼν, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ καταγινόμενοι ἐξ ἐπαγγέλματος εἰς τὴν ἑρμηνείαν καὶ ἐφαρμογὴν αὐτῶν διστάζουσιν ἐνίοτε περὶ τῆς ἰσχύος νόμου τινός. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, εἰ καὶ κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν τὸ 34 ἄρθρον τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι συντεταγμένον, δὲν εἶναι δεκτικὸν ἄλλης ἑρμηνείας, πλὴν τῆς ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου γενομένης δεκτῆς, δὲν τολμῶμεν νὰ εὐχηθῶμεν, ὅτι κατωρθώσαμεν νὰ μαντεύσωμεν ἀκριβῶς τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου. Τὸ τοιοῦτον ὁμολογοῦμεν ὅτι εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνάμεων ἡμῶν. Ὁ Ἄρειος Πάγος, τῇ βοηθείᾳ τῶν κανόνων, οὓς τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχῦον δίκαιον καὶ οἱ συγγραφεῖς συμβουλεύουσι νὰ ἀκολουθῶμεν κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, δὲν ἠδύνατο νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου, παρὰ καθ’ ὅν τρόπον τὰ ἡρμήνευσεν. Ἐὰν ἐν τούτοις ἔσφαλε, μὴ δυνηθεὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου, ἔπαθε πρᾶγμα ἀνθρώπινον. Ὀφείλομεν δὲ νὰ ποιήσωμεν τοιαύτην τινὰ ἐπιφύλαξιν, διότι ἀναδιφῶντες τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Γʹ Συνόδου τῆς Αʹ Βουλευτικῆς περιόδου, καθ’ ἣν συνεζητήθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ περὶ ὁδοποιΐας νομοσχέδιον, εὕρομεν ὅτι, συζητουμένου τοῦ 34 ἄρθρου, ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς Π. Κυριακὸς, λαβὼν τὸν λόγον, παρετήρησεν, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπιβάλλεται ἡ πρὸς ἀποζημίωσιν ὑποχρέωσις διὰ τὰς καταλαμβανομένας ὑπὸ τῶν ὁδῶν τῶν πόλεων γαίας εἰς τοὺς παροδίους, ἐναντίον τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος νόμου, καὶ ἐζήτησε νὰ προστεθῇ εἰδικὸν ἐδάφιον, δι’ οὗ νὰ ἐξαιρῶνται αἱ καταλαμβανόμεναι ὑπὸ ὁδῶν τῶν πόλεων γαῖαι τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως· ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς, ἔχων, ὡς φαίνεται ἐξ ὅσων εἶπε, τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 34 δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ΣΚΒʹ νόμου, ἀπέκρουσε τὴν προταθεῖσαν τροπολογίαν, καὶ τὸ ἄρθρον ἐπεψηφίσθη ὡς εἶχεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἄνευ ἄλλης περαιτέρω συζητήσεως. Ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων ἢ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν δὲν προκύπτει ὅτι ἡ γνώμη, ἣν ἐξέφρασεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, μὴ ἐπεξηγῶν μάλιστα τὴν ἔννοιαν τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, ἀλλὰ κυρίως τὴν σχέσιν τοῦ ὅλου νομοσχεδίου πρὸς προηγούμενον νόμον, ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ὡς εἶναι κοινῶς παραδεδεγμένον, ὀλίγον συντελοῦσιν εἰς ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων νόμου τινὸς αἱ δηλούμεναι ἐν τῷ νομοθετικῷ σώματι ἀτομικαὶ γνῶμαι τῶν Βουλευτῶν, ἢ καὶ αὐτῶν τῶν εἰσαγαγόντων εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα τὸ ἐπιψηφισθὲν νομοσχέδιον Ὑπουργῶν, ὅταν μάλιστα δὲν περιορίζωνται εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν συζητουμένων ἄρθρων, ἀλλὰ σκοποῦσι νὰ ὁρίσωσι τὴν σχέσιν αὐτῶν πρὸς προηγουμένους νόμους, ἐκτὸς ἐὰν ῥητῶς γείνωσι δεκταὶ ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος καὶ καταχωρηθῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὡς ἐπίσημος, οὕτως εἰπεῖν, δήλωσις τοῦ νομοθετικοῦ σώματος περὶ τῆς ἀληθοῦς τοῦ ψηφισθέντος ἄρθρου ἐννοίας.»
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τῇ ἀποφάσει εὑρίσκονται αὐτά;
§38ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Παπαδόπουλος, ἐπειδὴ πολλοὶ ἐκ τῶν ἐγκρίτων νομομαθῶν, διὰ διατριβῶν καταχωρισθεισῶν ἐν τῷ ἐνταῦθα ἐκδιδομένῳ νομικῷ περιοδικῷ «ἡ Θέμις» ἐπέκρινον τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἐσφαλμένως ἑρμηνεύσασαν τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νόμου τῆς ὁδοποιίας, ἐξηναγκάσθη αὐτὸς οὗτος, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἧς αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητὴς, νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς ἐπικριτὰς αὐτῆς, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν διὰ διατριβῆς δημοσιευθείσης εἰς τὰ ὑπ’ ἀριθ. 15 καὶ 16 τοῦ Ἰουνίου 1893 φυλλάδια τοῦ αὐτοῦ περιοδικοῦ.
§39ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ποίας χρονολογίας εἶναι ἡ ἀπόφασις;
§40ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Τοῦ ἔτους 1891.
§41ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκτοτε δὲν ἐξεδόθησαν ἄλλαι ἀποφάσεις;
§42ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐξεδόθησαν καὶ μετ’ αὐτὴν καὶ πρὸ αὐτῆς, αἵτινές εἰσιν ἐναντίαι, ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἠγέρθη εὐθὺς μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Ἠκούσατε, Κύριοι, τὰς σκέψεις, αὐτοῦ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἱστορικῆς ταύτης ἀποφάσεως, τοὺς δισταγμοὺς καὶ τὰς ἀπορίας αὐτοῦ περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου. Κρίνει εὔλογον τὴν ἀπορίαν, πῶς ὁ νομοθέτης φαίνεται λησμονήσας τὸν Δεκέμβριον ὅ,τι ἐνομοθέτησεν ὡς ὀρθὸν καὶ δίκαιον τὸν Ἀπρίλιον, ἀναγνωρίζει ὅτι πλεῖστοι τῶν νόμων, μετὰ μεγίστης σπουδῆς παρασκευαζόμενοι καὶ ἐπιψηφιζόμενοι, δὲν διακρίνονται ἐπὶ σαφνείᾳ καὶ ἀκριβολογίᾳ, τὸ ὕφος δέ τινων ἐξ αὐτῶν φέρει ἐνίοτε εἰς ἀπελπισίαν τὸν ἀσχολούμενον περὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτῶν, παραδεχόμενος δὲ, ὅτι ἐκ τῆς ἀλλεπαλλήλου ἐπιψηφίσεως, τροποποιήσεως καὶ καταργήσεως νόμων παρήχθη νομοθετικὸς κυκεὼν τοιοῦτος, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ καταγινόμενοι περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων ἀδυνατοῦσι νὰ ἐννοήσωσι τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν νόμου τινὸς, ἀνομολογεῖ ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δὲν τολμᾷ νὰ καυχηθῇ, ὅτι κατώρθωσε νὰ μαντεύσῃ ἀκριβῶς τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου, ἐὰν δὲ ἔσφαλε, μὴ δυνηθεὶς νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὴν διάνοιαν αὐτοῦ, ἔπαθε πρᾶγμα ἀνθρώπινον. Τοιαύτην πεποίθησιν ἔχει περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἀποφάσεως ταύτης καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς, ὥστε, ὡς ἔντιμος καὶ εὐσυνείδητος δικαστὴς, ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν τολμᾷ νὰ καυχηθῇ ὅτι εἰσέδυσεν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, ὅτι ἐμάντευσε τὴν διάνοιαν αὐτοῦ, ὅτι τοιαύτην ἔννοιαν ἔχει ὁ νόμος, ἣν αὐτὸς κατὰ τοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας ἀπέδωκεν εἰς τὸ γράμμα αὐτοῦ. Ἠκούσατε, Κύριοι, πῶς ἐζήτησε νὰ διαστρέψῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως τὰ ἐπίσημα καὶ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἐξ ὧν σαφῶς ἐξάγεται, ὅτι ὁ τότε βουλευτὴς κ. Π. Κυριακὸς ἐξέφρασε τὴν γνώμην, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 34, κατ’ αὐτὸν ἀνατρέπεται ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ σχεδίων τῶν πόλεων, καθ’ ὃν οἱ παρόδιοι ὑποχρεοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν, ὁ δὲ τότε Πρωθυπουργὸς ἀπέκρουσε τὴν γνώμην ταύτην, εἰπὼν ὅτι τοιαύτην ἔννοιαν δὲν ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος περὶ σχεδίων τῶν πόλεων μένει ἀνέπαφος, καὶ ὅτι πᾶσα ὁδὸς ἐντὸς τῆς πόλεως ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάγηται εἰς αὐτὸν, ὅτι ὁ κ. Κυριακὸς ἐδέχθη τὴν ἐξήγησιν, ἡ δήλωσις δὲ αὕτη τοῦ Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 34 ἐγράφη καὶ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τοὐναντίον διατείνεται ἐν τῇ εἰρημένῃ διατριβῇ του πράγματα ὅλως ἀνακριβῆ· ὁ κ. εἰσηγητὴς ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ βουλευτὴς κ. Κυριακὸς ἐπρότεινε τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 34 διὰ προσθήκης εἰδικοῦ ἐδαφίου, δι’ οὗ νὰ ἐξαιρῶνται αἱ καταλαμβανόμεναι ὑπὸ τῶν ὁδῶν τῶν πόλεων γαῖαι τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπέκρουσε τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ τὸ ἄρθρον ἐπεψηφίσθη ὡς εἶχεν, ἄνευ ἄλλης περαιτέρω συζητήσεως, καὶ ὅτι ἡ γνώμη, ἣν ἐξέφρασεν ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ δι’ ἧς δὲν ἐπεξήγει τὴν ἔννοιαν τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, ἀλλὰ κυρίως τὴν σχέσιν τοῦ ὅλου νομοσχεδίου πρὸς τὸν προηγούμενον νόμον περὶ σχεδίων τῶν πόλεων, δὲν ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ταῦτα πάντα, Κύριοι, ἐξάγεται ὅτι εἶναι κατάφωρος διαστροφὴ αὐτῶν τῶν ἐπισήμων καὶ ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἅτινα πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνωσα. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐπιπροστίθησιν ὁ κ. εἰσηγητής, ὅτι, ὡς εἶναι δῆθεν κοινῶς παραδεδεγμένον, αἱ δηλούμεναι ἐν τῷ νομοθετικῷ σώματι γνῶμαι τῶν Βουλευτῶν, ἢ καὶ αὐτῶν τῶν εἰσαγαγόντων εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα τὸ ἐπιψηφισθὲν νομοσχέδιον Ὑπουργῶν, καθὸ ἀτομικαὶ γνῶμαι, ὀλίγον συντελοῦσιν εἰς ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων νόμου τινὸς, ἐκτὸς ἐὰν ῥητῶς γείνωσι δεκταὶ ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος καὶ καταχωρηθῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὡς ἐπίσημος δήλωσις τοῦ νομοθετικοῦ σώματος περὶ τῆς ἀληθοῦς τοῦ ψηφισθέντος ἄρθρου ἐννοίας. Καὶ ἤδη κρίνατε ὑμεῖς, Κύριοι, ἐὰν ἡ δήλωσις τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας, περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου τούτου ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου περὶ σχεδίων τῶν πόλεων, ἡ προκληθεῖσα συνεπεία ἀπορίας ἐκφρασθείσης παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Κυριακοῦ, δήλωσις γενομένη δεκτὴ παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ τούτου ὡς ἱκανὴ ἐξήγησις, μὴ ἀποκρουσθεῖσα παρ’ οὐδενὸς ἑτέρου Βουλευτοῦ καὶ καταχωρηθεῖσα οὐ μόνον ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἐπισήμοις, ἐὰν ᾖναι ἀτομικὴ γνώμη μόνον τοῦ ποιησαμένου αὐτὴν ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἢ δήλωσις ἐπίσημος ὁλοκλήρου τοῦ νομοθετικοῦ σώματος περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἐὰν τοιαύτη, οὐχὶ πλέον ἁπλῶς, ἀλλὰ πανηγυρικῶς ἐπίσημος δήλωσις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου συντελῇ ἢ δὲν συντελῇ εἰς ἑρμηνείαν τῆς διανοίας τοῦ νομοθέτου. Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ νεαρὰ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ τοιαῦται αἱ σκέψεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως. Ἀπορίαι καὶ δισταγμοὶ περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης, ἣν ἡ εἰρημένη ἀπόφασις ἀσπάζεται, διαστροφὴ τῶν ἐπισήμων καὶ ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἐπιχειρήματα ἕωλα καὶ σαθρὰ καὶ ἰδέαι περὶ ἑρμηνείας τῶν νόμων πρωτοφανεῖς ὅλως καὶ πρωτότυποι. Καὶ λέγω ὅτι πρωτοφανεῖς καὶ πρωτότυποι εἶναι αἱ τοιαῦται ἰδέαι, διότι, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, οὐδεὶς ἐξ ὅσων συνέγραψαν περὶ ἑρμηνείας τῶν νόμων ὑποστηρίζει τοιαύτας θεωρίας. Οἱονδήποτε ἐγχειρίδιον ἢ πόνημα, πραγματευόμενον περὶ ἑρμηνείας τῶν νόμων, ἐὰν ἠθέλετε συμβουλευθῆ, Κύριοι, θὰ εὕρητε ὅτι, ὁσάκις τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἦναι ἀσαφὲς, ἡ δὲ γραμματικὴ ἑρμηνεία ἀδυνατῇ νὰ μᾶς παράσχῃ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νόμου, ὀφείλομεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν λογικὴν ἑρμηνείαν· καθόσον οὐ πρὸς τὰ ῥήματα τοῦ νόμου δεῖ νοεῖν, ἀλλὰ τὴν ἔννοιαν. Τὴν διάνοιαν δὲ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν, ἐξετάζοντες τὴν ἱστορίαν, τὸν σκοπὸν καὶ τὸν λόγον τοῦ νόμου· συντελεστικώτατα δὲ πρὸς τοῦτο μέσα εἰσὶν ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νόμου καὶ αἱ ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις καὶ γενόμεναι δηλώσεις καὶ μάλιστα παρὰ τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νόμου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ, καὶ ἐὰν ἡ ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου γενομένη δήλωσις περὶ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ, ἡ καταχωρηθεῖσα καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, δὲν ἀναφέρεται ῥητῶς ὡς ἐπίσημος δήλωσις ὁλοκλήρου τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἐξάγεται σιωπηρῶς ὡς ἐπίσημος δήλωσις αὐτοῦ, καθόσον οὐδεὶς ἀπέκρουσεν αὐτήν. Δύνασθε, Κύριοι, νὰ ἀναδιφήσητε πάντα τὰ νομικὰ συγγράμματα, τὰ πραγματευόμενα περὶ ἑρμηνείας τῶν νόμων, οὐδαμοῦ θὰ εὕρητε ἀναγραφομένην τὴν θεωρίαν, ἣν πρώτην ἴσως καὶ τελευταίαν φορὰν ὁ εἰσηγητὴς τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως ἀναγράφει, τὴν θεωρίαν, λέγω, ὅτι, ὅπως συντελέσῃ εἰς ἑρμηνείαν διατάξεως νόμου τινὸς, ἡ δήλωσις ἡ γενομένη εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῆς παρά τινος Βουλευτοῦ, ἢ καὶ αὐτοῦ τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον, δέον ῥητῶς νὰ ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, καὶ νὰ κατεχωρήθη ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὡς ἐπίσημος, οὕτως εἰπεῖν, δήλωσις τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, θεωρία, δι’ ἣν οὐδείς ποτε θέλει ἀμφισβητήσει τῷ εἰσηγητῇ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τὴν ἀπονομὴν διπλώματος εὑρεσιτεχνίας. Κύριοι, δὲν ἀπαιτοῦνται νομικαὶ γνώσεις, διὰ νὰ κρίνητε τὸ σφαλερὸν τῆς γνώμης ταύτης. Ὅταν ὁ εἰσηγητὴς νομοσχεδίου τινὸς κατὰ τὴν συζήτησιν διατάξεώς τινος αὐτοῦ, προκαλούμενος, ἐξηγήσῃ καὶ δηλώσῃ τίνα ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις αὕτη, ἡ δὲ δήλωσις αὕτη, παρ’ οὐδενὸς Βουλευτοῦ ἀποκρουομένη, καταχωρηθῇ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ἀποτελεῖ οὐχὶ ἁπλῆν μόνον ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀπόδειξιν ἐπίσημον, αὐθεντικὴν, ἀπόδειξιν juris et de jure, ὡς λέγουσιν οἱ νομικοὶ περὶ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ, ἀπόδειξιν, καθ’ ἧς οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἀνταπόδειξις, καὶ ὅμως τὴν ἀπόδειξιν ταύτην ὁ Ἄρειος ἡμῶν Πάγος δὲν κατεδέχθη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν οὐδ’ ὡς ἁπλοῦν τεκμήριον περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, διότι οὕτως ἔδοξεν αὐτῷ! Καὶ ἤδη ἐρωτῶ, ὑμᾶς, Κύριοι, ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ εἰρημένου ἄρθρου τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου, μετὰ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου; Ἐπιβάλλεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ καθῆκον νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐθεντικῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ νὰ καταστήσῃ ἀναμφισβήτητον τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, ἣν προφανῶς παρηρμήνευσε διὰ τῆς νεαρᾶς νομολογίας του ὁ Ἄρειος Πάγος, ἢ ὄχι; Εἶναι ἀξία μομφῆς ἢ ἀξία ἐπαίνου ἡ Κυβέρνησις, ἡ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν ὑποβαλοῦσα; Εἶναι ὀρθὸν καὶ προσῆκον καὶ σύμφορον νὰ ἀφεθῇ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐλευθέρα νὰ βαίνῃ ἐν τῇ ὁδῷ τῆς πλάνης, ἐπὶ προφανεῖ κινδύνῳ τοσούτων συμφερόντων; Προσήκει ἡμῖν νὰ ἀφήσωμεν νὰ καταστραφῶσι πάντες οἱ πρωτεύοντες δῆμοι τοῦ Κράτους, διότι ὁ κ. Παπαδόπουλος, ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Ἀρείου Πάγου, φρονεῖ ὅτι αἱ δηλώσεις τῶν εἰσηγητῶν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ψηφιζομένων νόμων δὲν χρησιμεύουσι κατὰ τοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθοῦς αὐτῶν ἐννοίας; Ἀλλὰ, Κύριοι, μόνον τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ἔχομεν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ σφαλεροῦ τῆς νεαρᾶς νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου; Δὲν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος οὗτος ἐπὶ εἴκοσι καὶ πέντε ὅλα ἔτη συνεχῆ καὶ συναπτὰ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀπέδιδεν αὐτῷ ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, ὁ εἰσηγητὴς καὶ πατὴρ αὐτοῦ, καὶ εἰς οὐδένα ἠγέρθη ποτὲ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς περὶ τοῦ ὅτι οἱ παρόδιοι καὶ οὐχὶ οἱ δῆμοι ὑποχρεοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν τῶν καταλαμβανομένων γηπέδων ἐκ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν; Ἐπλανᾶτο ὁλόκληρος κόσμος ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον γενεὰν περὶ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νόμου τούτου, καὶ ἐπέπρωτο νὰ ἐξαχθῇ ἤδη τῆς φοβερᾶς ταύτης πλάνης μὲ τὸ νέον δόγμα περὶ ἑρμηνείας τῶν νόμων τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς νεαρᾶς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου; Καὶ τίνα λόγον εἶχε τότε ὁ νομοθέτης τοῦ ἄρθρου τούτου, ὁρίζων ὅτι τὰ μὲν ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν γήπεδα, τὰ καταλαμβανόμενα ὑπὸ ὁδῶν ἀποτελουσῶν προέκτασιν ἐθνικῆς ἢ ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ, θ’ ἀποζημιῶνται ὑπὸ τῶν παροδίων, τὰ δὲ ὑπὸ τῶν λοιπῶν ὁδῶν, πλατειῶν, ἀγυιῶν, τῶν μὴ ἀποτελουσῶν τοιαύτην προέκτασιν ἐθνικῆς ἢ ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ, θ’ ἀποζημιῶνται ὑπὸ τῶν δήμων, ἐνῷ διὰ μὲν τῶν πρώτων ὁδῶν ἐξυπηρετοῦνται γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους ὁλοκλήρου ἢ τῆς ἐπαρχίας, διὰ δὲ τῶν τελευταίων ἐξυπηρετοῦνται ἀμέσως, κυρίως, καὶ σχεδὸν ἀποκλειστικῶς, δύναταί τις εἰπεῖν, τὰ συμφέροντα αὐτῶν μόνον τῶν παροδίων; Ἐὰν λοιπὸν, Κύριοι, δικαιολογικὴ βάσις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου ἦναι ἡ ὠφέλεια, ἣν προσπορίζονται οἱ παρόδιοι ἐκ τῶν τοιούτων ὁδῶν, τῶν ἀποτελουσῶν προέκτασιν ἐθνικῆς ἢ ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ, καὶ ἦναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ δικαιολογικὴ αἰτία τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι ἡ προσγιγνομένη τοῖς παροδίοις ὠφέλεια ἐκ τῶν ὁδῶν, αἵτινες διέρχονται διὰ τῶν γηπέδων αὐτῶν, ἡ δικαιολογικὴ αὕτη αἰτία κατὰ μείζονα λόγον ὑφίσταται, προκειμένου περὶ τῶν ὁδῶν καὶ ἀγυιῶν τῶν μὴ ἀποτελουσῶν προέκτασιν ἐπαρχιακῆς ἢ ἐθνικῆς ὁδοῦ καὶ ἐξυπηρετουσῶν ἀμέσως καὶ ἀποκλειστικῶς τὰ συμφέροντα μόνον τῶν παροδίων. Ὁ νόμος, Κύριοι, ΣΞΓʹ πραγματεύεται γενικῶς τὰ τῆς ὁδοποιΐας, ὡς καὶ ὁ προηγούμενος αὐτοῦ ΣϚʹ, οὐδαμῶς δὲ καταργεῖ τὰς εἰδικὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΣΚΒʹ περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν. Ὁ νόμος ΣΞΓʹ, ἐπαναλαβὼν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΣϚʹ, τὰς ἀφορώσας τὰς ἐντὸς τῶν πόλεων δημοτικὰς ὁδοὺς, παρέλειψε νὰ διατάξῃ τι περὶ τῶν ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν ἀγυιῶν καὶ πλατειῶν, ἃς διὰ τοῦ ἄρθρου 4 αὐτοῦ ἐχαρακτήρισεν ὡς δημοτικάς, ἐνῷ προέβλεψεν εἰδικῶς περὶ τῶν ἐν ταῖς πόλεσι τμημάτων τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ ἐθνικῶν ὁδῶν, ὧν τὸ ἔδαφος διατάσσει ν’ ἀποζημιῶται κατὰ τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας διατάξεις. Προέβλεψε δὲ περὶ τούτων μόνον καὶ ἰδιαιτέρως, καθόσον ἠθέλησε νὰ μεταθέσῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἀποζημιώσεως ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν ὁδικῶν φόρων, εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἐγίνετο ἡ πρόσκτησις τοῦ ἐδάφους, εἰς τοὺς παροδίους, διότι ἠθέλησε νὰ ἀπαλλάξῃ τὰ ταμεῖα ταῦτα ἀπὸ τοῦ βάρους τῶν ἀποζημιώσεων. Παρέλειψε δὲ νὰ διατάξῃ τι διὰ τὰ ὑπὸ τῶν ἐντὸς τῶν πόλεων ἀγυιῶν καὶ πλατειῶν, τῶν μὴ ἀποτελουσῶν συνέχειαν ἐπαρχιακῆς ἢ ἐθνικῆς ὁδοῦ, χαρακτηρισθεισῶν ὡς δημοτικῶν, καταλαμβανόμενα γήπεδα, διότι δι’ αὐτὰ ἠθέλησε νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπ’ αὐτῶν αἱ γενικαὶ περὶ ῥυμοτομιῶν διατάξεις τοῦ νόμου ΣΚΒʹ, τὰς ὁποίας, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν δήλωσιν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἀφῆκεν ἰσχυούσας ἀνεπάφους. Μωρὸς δὲ καὶ ἀσυνεπὴς θὰ ἠλέγχετο ὁ νομοθέτης, προκειμένου περὶ ἀγυιῶν καὶ πλατειῶν ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν, χαρακτηριζομένων εἴτε ὡς δημοτικῶν εἴτε ὡς ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ΣΞΓʹ, κατ’ οὐσίαν δὲ τῶν αὐτῶν, ἄνευ λόγου τινὸς νὰ σκοπῇ νὰ ἐφαρμόσῃ δύο διαφόρους διατάξεις, καὶ μάλιστα ἀφοῦ, ὡς προηγουμένως εἶπον, ἐκ τῶν ἐντὸς τῶν πόλεων ἀγυιῶν καὶ πλατειῶν ἀμέσως καὶ κυρίως μόνον οἱ παρόδιοι ὠφελοῦνται καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν σχεδὸν ἀποκλειστικῶς γίνεται ἡ ῥυμοτομία τῶν πόλεων. Ὅτι δὲ ὁ νομοθέτης τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου ΣΞΓʹ, νομοθετῶν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, δὲν ἐσκόπει νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν καὶ ἐπὶ τῶν ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν ἀγυιῶν, τῶν χαρακτηριζομένων ὡς δημοτικῶν, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν ἐκτὸς τῶν πόλεων δημοτικῶν ὁδῶν, ἐξάγεται ἐκτὸς τῶν προηγουμένως ῥηθέντων λόγων καὶ ἐκ τούτου, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁμιλεῖ περὶ προσκτήσεως καὶ ἐκτιμήσεως γαιῶν καὶ κτημάτων (ἀγροτικῶν), οὐχὶ δὲ καὶ γηπέδων, γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι γαῖαι κείμεναι ἐντὸς πόλεως ἢ κώμης καλοῦνται γήπεδα καὶ οὐχὶ γαῖαι ἢ κτήματα, πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῶν ἐντὸς τῶν πόλεων ἢ κατωκημένων μερῶν κειμένων ἐκτάσεων γῆς, καὶ προσέτι ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῶν ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος, ὑπολογιζομένου πρὸς 5%, καθόσον κατὰ κανόνα αἱ τοιαῦται γαῖαι καὶ τὰ τοιαῦτα ἀγροτικὰ κτήματά εἰσι προσοδοφόρα, ἐνῷ ἀντιθέτως τὰ γήπεδα οὐδὲν ἢ ἀνάξιον λόγου ἀποφέρουσιν εἰσόδημα ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Ἐὰν δὲ Κύριοι, ὁ νόμος ΣΞΓʹ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τὰς ἐντὸς τῶν πόλεων, κωμῶν καὶ χωρίων ἀγυιὰς καὶ πλατείας κατέταξεν εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοτικῶν, ἐξαιρουμένων τῶν ἀγυιῶν καὶ πλατειῶν, τῶν ἀποτελουσῶν συνέχειαν ἐθνικῶν ἢ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἃς ἐταύτισε πρὸς τὰς ἐθνικὰς καὶ ἐπαρχιακὰς ὁδοὺς, ἔπραξε τοῦτο ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅπως κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως αὐτῶν, οὐχὶ δὲ ὅπως κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἀποζημιώσεως τῶν δι’ αὐτῶν καταλαμβανομένων γηπέδων. Φρονῶ, Κύριοι, ἀδιστάκτως, δι’ οὓς ἀνέφερον λόγους, ὅτι οὐδεμία ἀντίφασις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἄρθρων 4 καὶ 34 § αʹ τοῦ νόμου ΣΞΓʹ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τοῦ 34 § αʹ τοῦ νόμου τούτου εἶναι σαφὴς καὶ προφανὴς, ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ νόμου τούτου περὶ ὁδοποιΐας, ψηφίζων τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐνόει νὰ καταστήσῃ ὑποχρέους τοὺς δήμους πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν γαιῶν καὶ κτημάτων, τῶν καταλαμβανομένων ὑπὸ δημοτικῶν ὁδῶν καὶ κειμένων ἐκτὸς τῶν πόλεων, κωμῶν καὶ χωρίων, ἀφῆκε δὲ ἀνεπάφους καὶ ἐν πλήρει ἰσχύϊ τὰς διατάξεις τῶν Β. Διαταγμάτων τοῦ 1836 καὶ τοῦ νόμου ΣΚΒʹ, καὶ ὑποχρέους τοὺς παροδίους πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐκ τῆς ῥυμοτομίας πόλεων ἢ κωμῶν καταλαμβανομένων γηπέδων, ὅτι ἡ νεαρὰ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι προφανῶς σφαλερὰ καὶ ἡμαρτημένη, παρερμηνεύουσα διὰ παραβιάσεως πάντων τῶν ἑρμηνευτικῶν κανόνων τό τε γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, καὶ ὅτι ἡ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προκαλουμένη αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ ὀρθὴ καὶ δικαία εἶναι, μηδαμῶς ἐξερχομένη τῶν ὅρων τῆς ἐπιστημονικῆς ἑρμηνείας, προσήκουσα δὲ καὶ ἐπιβαλλομένη, χάριν τῆς διασώσεως τῶν πρωτευόντων δήμων τοῦ Κράτους ἐκ τῆς ἀφεύκτου οἰκονομικῆς αὐτῶν καταστροφῆς, ἣν ἀπειλεῖ ἡ ἐσφαλμένη αὕτη νομολογία τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἄρῃ αὐτὴν, καὶ χάριν τοῦ δικαίου καὶ χάριν τῶν ὀρθῶς νοουμένων συμφερόντων τῶν πόλεων καὶ κωμῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς προόδου αὐτῶν, ἥτις ἀναμφισβητήτως θέλει ἀνασταλῆ ἐκ τῆς παγιώσεως τοιαύτης πεπλανημένης καὶ σφαλερᾶς παρερμηνείας τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθ’ ὅσον καὶ καθ’ ὃν τρόπον δι’ αὐτοῦ ζητεῖται ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῆς § αʹ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου ΣΞΓʹ, καὶ θέλω ὑπερψηφίσει αὐτοῦ, μὴ νομίσητε, ὅτι τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1836 καὶ ὁ νόμος ΣΚΒʹ, ὁ ἐπεκτείνας τὰς διατάξεις αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ῥυμοτομιῶν πασῶν τῶν πόλεων καὶ κωμῶν τοῦ Κράτους, φρονῶ ὅτι εἶναι νόμοι κατὰ πάντα τέλειοι καὶ κατ’ οὐδὲν πλημμελεῖς; Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι καὶ οἱ νόμοι οὗτοι, ὡς πάντα τὰ ἀνθρώπινα ἔργα, εἰσὶν ἐν πολλοῖς ἀτελεῖς καὶ ἄδικοι. Δυνατὸν εἶναι, Κύριοι, κατὰ τὴν ῥυμοτομίαν πόλεως ἢ κώμης τινὸς πολλοὶ ἰδιοκτῆται, ὧν τὰ γήπεδα καταλαμβάνονται ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ ὑπὸ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως ἢ τῆς κώμης πρὸς κατασκευὴν ἀγυιῶν ἢ πλατειῶν κεντρικῶν ἢ παραλίων, νὰ ἀδικηθῶσι. Συμβαίνει, φέρ’ εἰπεῖν, πολλάκις διὰ τοῦ σχεδίου τῆς ῥυμοτομίας νὰ καταλαμβάνηται τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ οἰκοπέδου τινὸς, διερχομένης τῆς ὁδοῦ διὰ μέσου αὐτοῦ, καὶ παρόδιος ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν νὰ ἀπομένῃ ὁ αὐτὸς ἰδιοκτήτης, ἢ, ὡς ἀνέφερε, νομίζω, ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἡ ὁδὸς νὰ ἦναι παραλιακὴ, παρόδιος δὲ ἡ αὐτὴ, ἥτις κτῆμα κοινὸν τοῖς πᾶσι, περιπτώσεις καθ’ ἃς ἀγωγὴ ἀποζημιώσεως δὲν χωρεῖ, ἡ ἐκ τῆς ῥυμοτομίας δὲ ταύτης προκύψουσα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ καταληφθέντος ἐκ τῆς ῥυμοτομίας ἔδαφος ζημία νὰ ἦναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνωτέρα τῆς προσγιγνομένης αὐτῷ ὠφελείας ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς ἀξίας τοῦ ὑπολειφθέντος τμήματος τοῦ οἰκοπέδου. Βεβαίως εἶναι ἄδικον, Κύριοι νὰ στερῆταί τις τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ ἄνευ ἀναλόγου ἀποζημιώσεως ἢ ὠφελείας, καὶ δεῖται ἀναμφιλέκτως νομοθετικῆς προνοίας ἡ ἀνόρθωσις τῆς ἀδικίας διὰ συμπληρώσεως καὶ κρείττονος διαῤῥυθμίσεως τῶν περὶ ῥυμοτομίας διατάξεων τῶν κειμένων νόμων, ἐὰν οὗτοι ὦσιν ἀτελεῖς καὶ πλημμελεῖς, ἡ δὲ τοιαύτη πλημμέλεια αὐτῶν παρέχῃ ἀφορμὴν εἰς ἀδικήματα. Ἀλλὰ τοῦτο Κύριοι, μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ γείνῃ, εἰς ὃν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται, ἐὰν κρίνῃ προσῆκον καὶ εὔλογον, νὰ δώσῃ καὶ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, ὅπως τύχωσι δικαίας ἀποζημιώσεως καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκ τῆς πλημμελείας τῶν προϋπαρχόντων νόμων ἠδικήθησαν, οὐδέποτε ὅμως δι’ αὐθαιρέτου ἑρμηνείας ἢ παρερμηνείας τῶν κειμένων πλημμελῶν νόμων παρὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἥτις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπονέμῃ τὸ δίκαιον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, οὐδέποτε δὲ νὰ νομοθετῇ δικάζουσα. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Μεταβαίνω δ’ ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ δευτέρου ἄρθρου, εἰς ὃ οὐδεὶς ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀγορευσάντων εὗρέ τι τὸ ψεκτὸν καὶ ἐπίμεμπτον, πάντων ἀσχοληθέντων μόνον εἰς τὸ πρῶτον. Διὰ τοῦ δευτέρου τούτου ἄρθρου ἐπιζητεῖται, Κύριοι, ὑπὸ τὸν τύπον αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, ἡ τροποποίησις καὶ μεταβολὴ διατάξεως κειμένου νόμου, διατάξεως σαφοῦς, περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ὁποίας οὐδεὶς οὐδέποτε ἠγέρθη δισταγμὸς ἢ ἀμφιβολία. Ἡ § αʹ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου ΣΞΓʹ νόμου, ὡς προηγουμένως πολλάκις εἶπον, ὁρίζει σαφῶς καὶ ἀναμφισβητήτως, ὅτι τὰ γήπεδα τὰ ἐντὸς πόλεων καὶ κωμῶν καταλαμβανόμενα ὑπὸ ὁδῶν ἀποτελουσῶν συνέχειαν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἀποζημιοῦνται ὑπὸ τῶν παροδίων. Τὴν διάταξιν ταύτην, ὡς ἐξάγεται καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὁ ὑποβαλὼν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον Ὑπουργὸς εὑρίσκει δίκαιον νὰ μεταῤῥυθμίσῃ καὶ τροποποιήσῃ, ἐπιῤῥίπτων τὸ βάρος τῆς ἀποζημιώσεως τῶν καταλαμβανομένων γηπέδων εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἀπαλλάττων τῆς ἀποζημιώσεως τοὺς παροδίους, ἐν αἷς πόλεσι καὶ κώμαις δὲν ὑπάρχει κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ὁδοῦ καὶ πρὸ τῆς ἀποπερατώσεως αὐτῆς σχέδιον ῥυμοτομίας ἐγκεκριμένον διὰ Β. Διατάγματος, καθόσον κρίνει ἄδικον τὴν ὑποχρέωσιν τῶν δήμων καὶ τῶν παροδίων, οἵτινες δὲν μετέχουσιν ἀμέσως τῶν ὠφελημάτων τῆς ἀνοίξεως ὁδῶν ἐθνικῶν ἢ ἐπαρχιακῶν, αἵτινες, ὡς τοιαῦται, δίκαιον εἶναι νὰ ἐπιβαρύνωσι τὴν ὁδοποιΐαν. Δὲν ἐπικρίνω, οὐδὲ μέμφομαι κατ’ οὐσίαν τὴν ζητουμένην μεταῤῥύθμισιν τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως, οὐδ’ εὑρίσκω παράλογον ἢ ἄδικον τὴν τοιαύτην τροποποίησιν τοῦ κειμένου νόμου, ἀλλὰ δὲν συνηγορῶ, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ζητεῖται ἡ τοιαύτη μεταῤῥύθμισις καὶ μεταβολὴ τοῦ νόμου, νόμου σαφοῦς καὶ μηδέποτε δόντος ἀφορμὴν εἰς παρερμηνείαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἠδύνατο, ἀφοῦ ἔκρινεν ὑπαγορευομένην τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν παροδίων ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἀποζημιώσεως, ἣν μόνη ἡ ῥυμοτομία πόλεως ἢ κώμης δικαιολογεῖ ἕνεκα τῆς ὠφελείας, ἥτις προσγίνεται δι’ ἀνοίξεως δημοτικῶν ὁδῶν εἰς τὰ κτήματα τῶν παροδίων, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ κατασκευὴ ἐπαρχιακῶν ἢ ἐθνικῶν ὁδῶν, ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ νόμου ΣΞΓʹ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὐδὲ προσῆκον, νὰ ἐπιζητῆται ἡ τοιαύτη μεταβολὴ νόμου σαφοῦς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὑπὸ τὸν τύπον αὐθεντικῆς ἑρμηνείας. Καὶ δικαιοῦται μὲν ἡ Βουλή, ὡς σῶμα νομοθετικὸν, ὑπὸ τὸν τύπον αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, νὰ νομοθετῇ νέας διατάξεις, ἢ νὰ τροποποιῇ καὶ καταργῇ κειμένας διατάξεις, ἀλλὰ ἡ χρῆσις καὶ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ νομοθετικοῦ σώματος ἀποδοκιμάζεται παρὰ πάντων τῶν δοκίμων δημοσιολόγων, ὡς πρᾶξις αὐθαίρετος καὶ ἄτοπος. Ὁ νόμος περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας διατάξεώς τινος ἔχει ἀναγκαίως ὀπισθενεργὸν δύναμιν, καὶ ὡς τοιοῦτος ἀνατρέχει εἰς τὸ παρελθόν. Ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος δὲν θεωρεῖται Κύριοι, νέος νόμος, ἀλλ’ εἶναι αὐτὸς ὁ ἑρμηνευόμενος νόμος, ὑποχρεῶν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποδώσῃ αὐτῷ τὴν ἔννοιαν ἣν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀποδίδει αὐτῷ. Οἱ πλεῖστοι τῶν συγγραφέων, Κύριοι, παραδέχονται μάλιστα, ὅτι δικαιοῦταί τις δυνάμει ἑρμηνευτικοῦ νόμου νὰ ζητήσῃ καὶ τὸ καταβληθὲν λόγῳ ἀχρεωστήτου πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ἐσκέφθη λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπὸ τὸν τύπον αὐθεντικῆς ἑρμηνείας ἐπιζητεῖται ἡ μεταβολὴ καὶ τροποποίησις τῆς § αʹ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ ΣΞΓʹ νόμου καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν παροδίων ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἀποζημιοῦν τὰ γήπεδα τὰ ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν καταλαμβανόμενα ὑπὸ ὁδῶν ἀποτελουσῶν συνέχειαν ἐθνικῆς ἢ ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ, ἐσκέφθη ὁποίας συνεπείας δύναται νὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη τροποποίησις τοῦ νόμου, ἥτις θέλει ἔχει ἀναγκαίως ὀπισθενεργὸν δύναμιν, ὡς γινομένη ὑπὸ τὸν τύπον αὐθεντικῆς ἑρμηνείας; Ἐξήτασε πόσαι ἐπαρχιακαὶ ἢ ἐθνικαὶ ὁδοὶ διέρχονται διὰ τῶν πόλεων καὶ κωμῶν τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τίνας ζημίας πιθανὸν νὰ ἐκτεθῇ τὸ Δημόσιον; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, εἶναι ἄτοπον, εἶναι παράλογον ὑπὸ τὸν τύπον αὐθεντικῆς ἑρμηνείας ἡ Βουλὴ νὰ νομοθετῇ, δὲν προσήκει δὲ εἰς τὴν σοβαρότητα τοῦ νομοθετικοῦ σώματος τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ νομοθετεῖν. Ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ ῥητὴν τοῦ Συντάγματος διάταξιν, προσήκει δὲ εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα νὰ ποιῆται χρῆσιν τοῦ ὑψηλοῦ καὶ σπουδαίου τούτου δικαιώματος τότε μόνον, ὅταν συντρέχωσι σπουδαῖοι λόγοι, οἷοι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὑφίστανται εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὀφείλει δὲ νὰ περιορίζηται πάντοτε ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς ἐπιστημονικῆς ἑρμηνείας, καὶ οὐδέποτε νὰ νομοθετῇ ποιούμενον κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος, ὅπερ τὸ Σύνταγμα τῷ ἀπένειμε. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, Κύριοι, θέλω καταψηφίσει τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§43ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, τὸν ὁποῖον δὲν ηὐτύχησα νὰ ἀκούσω ἐξ ἀρχῆς, εἶπέ τινα τελευταῖον ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἐδικάσθη, τοῦ ζητήματος τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ πρόσκομμα τοῦτο παρεμερίσθη, πρόσκομμα τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον κατ’ οὐσίαν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ περὶ τῆς ἁρμοδιότητος ἡμῶν καὶ τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν, διαχειριζόμενοι τὴν ἐξουσίαν τοῦ νομοθετεῖν, νὰ σκεφθῶμεν· διότι, ὅσον εὐρεῖα εἶναι μία ἐξουσία καὶ ἀπεριόριστος, τόσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ εὐθύνη, ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὸν διαχειριζόμενον αὐτήν. Πόσον ἐν τῷ νομοθετεῖν εἴμεθα ἀπεριόριστοι, καταδεικνύει καὶ ἡ τελευταία πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι, ἀντὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς νόμον ἑρμηνευτικὸν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ καθεστὼς, δυνάμεθα καὶ διὰ νόμων, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ δώσωμεν ῥητῶς καὶ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, νὰ κανονίσωμεν πολλὰ σχετικὰ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀντικείμενα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς ἀπέναντι τῆς ἐξουσίας ἡμῶν ὑπάρχει, ὅταν νομοθετῶμεν. Ἀλλὰ τοῦτο μᾶς ὑπενθυμίζει συγχρόνως ὁποίας εὐθύνας ἀναλαμβάνομεν, διαχειριζόμενοι τοιαύτην ἐξουσίαν. Πρὸ παντὸς ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ παρατηρεῖτε, πιστεύω, ἐκ προοιμίων, ὅτι εἰς ἔκτακτόν τι νομοθετικὸν μέτρον καλεῖσθε νὰ δώσητε τὴν ψῆφον ὑμῶν. Δὲν πρόκειται περί τινος συνήθους ἀσχολίας ἡμῶν καὶ τῶν κανόνων, τοὺς ὁποίους τηρεῖτε, ὅταν νομοθετῆτε. Πρόκειται περὶ ἐκτάκτου τινὸς καὶ ἴσως πρωτοφανοῦς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐνθυμοῦμαι ψηφισθέντα παρ’ ἡμῖν νόμον ἑρμηνευτικὸν ἐπὶ τοιούτων δικαιωμάτων, σχετιζομένων πρὸς ἄτομα, νόμον σχετιζόμενον πρὸς κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν ἑρμηνευτικῶν νόμων δύνανται νὰ ἀνατραπῶσιν. Ὁ θέλων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι εἰς ἔκτακτόν τι καλεῖσθε, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἴδῃ τὰς πρώτας λέξεις τοῦ νομοσχεδίου· διότι, ἂν κληθῆτε συνήθως νὰ εἴπητε ποία εἶναι ἡ ἐν τῇ γενικῇ συνειδήσει τοῦ δικαίου θέλησις ὑμῶν, ἡ ὁποία κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν θεμελιώδη καὶ κανονικὴν περὶ νόμου ἔννοιαν πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὸ μέλλον, ἐδῶ καλεῖσθε νὰ ἐκφέρητε τρόπον τινὰ γνώμην νομικὴν, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ δεῖνος νόμου, τὸν ὁποῖον ἄλλοι ἄλλοτέ ποτε ἐψήφισαν. Καὶ τοῦτο φαίνεται ὡς τι ἀθῷον καὶ ἀβλαβές· εἶναι ὡς νὰ ἔρχηταί τις νὰ σᾶς λέγῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ νομολογία τῶν δικαστηρίων κυμαίνεται, ἐπιθυμεῖ τὴν γνώμην σας ἐπὶ τοῦ νομικοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Δὲν σᾶς λέγει διατὶ ζητεῖ τὴν γνώμην σας. Δὲν τῷ ἀρκεῖ οὐδὲ τῷ χρησιμεύει ἡ περὶ τοῦ μέλλοντος θέλησίς σας. Μὴ ἆρά γε καλεῖσθε ὡς συνέδριον νομομαθῶν, ὡς μία Νομικὴ Σχολὴ, διὰ νὰ ὁδηγήσητε τὴν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων, νὰ φωτίσητε αὐτὰ, πλανώμενα, περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου; Ὅταν, Κύριοι, εἰς τοιαῦτα καθήκοντα ἐξαιρετικὰ καλῆσθε, περιττὸν νὰ συστήσῃ τις ὑμῖν, ὅτι χρειάζεται παρὰ πολὺ μεγάλη προσοχή. Προσοχὴ ἐν πρώτοις μεγάλη, ὅπως μηδὲν τὸ δυνάμενον νὰ ἐπηρεάσῃ ἐμφιλοχωρήσῃ ἐν τῇ πεποιθήσει σας, μηδὲν ξένον τοῦ καθαρῶς νομικοῦ καθήκοντος ὑμῶν. Καὶ ἐν γένει μὲν ὅταν νομοθετῆτε, πρέπει βεβαίως πᾶς ἄλλος σκοπὸς νὰ τίθηται κατὰ μέρος, ἵνα τὸ ἔργον τῆς νομοθεσίας ἦναι ἁγνόν· ἀλλὰ ὅταν νομοθετῆτε κατὰ τὴν συνήθη τῆς λέξεως ἔννοιαν καὶ ἐφαρμογὴν, δὲν εἶναι τόσον μέγας ἴσως ὁ κίνδυνος, ὁ ἔκ τινος ἐπηρεασμοῦ, προερχομένου ἐκ τῆς ἰδιότητος τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ὄντος συνάμα παρ’ ἡμῖν μάλιστα καὶ σώματος πολιτικοῦ. Ἀλλ’ ὅταν καλῆσθε νὰ ἐκφράσητε διὰ νέου νόμου ποίαν ἔννοιαν ἀποδίδετε εἰς νόμον καθεστῶτα, τὸ πρᾶγμα ἀποβαίνει πολὺ κινδυνῶδες. Πᾶσα παρεκτροπή, πᾶς οἱοσδήποτε, καὶ ὁ ἐλάχιστος, ἐπηρεασμὸς γίνεται ἀληθὲς ἔγκλημα κατὰ τῶν οὐσιωδῶν βάσεων πάσης Πολιτείας. Καὶ ὅταν μὲν κατὰ τὰ συνήθη νομοθετῆτε, δὲν πρόκειται νὰ ζητήσητε ἀπόλυτόν τινα ἐπιστημονικὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ τὴν ἀλήθειαν τὴν σχετικὴν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶχε, νομίζω, δίκαιον μέγας τις σοφὸς, ἢ μᾶλλον σκοπίμως ἀναφέρει αὐτὸ, ἵνα ταύτην ἀκριβῶς τὴν διάκρισιν ἐπιφέρῃ, εἰπὼν ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀληθειῶν ἀπολύτων, τὸ παραλογώτερον, τὸ ὁποῖον ἡ ἀνθρωπίνη διάνοια ἤθελε κατασκευάσει, θὰ ἦτο τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικόν. Κοινὴ θεωρεῖται πλέον ἡ γνῶσις ὅτι οὐχὶ ὁ ἥλιος κινεῖται περὶ τὴν γῆν, ἀλλὰ ἡ γῆ περὶ τὸν ἥλιον· ἀλλὰ θέσατε, λέγει, εἰς τὴν κρίσιν τῶν πλειόνων τὸ ζήτημα, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι διὰ μεγίστης πλειοψηφίας, ἐν καθολικῇ ψηφοφορίᾳ θὰ σᾶς ἀπαντήσωσιν, ὅτι ὁ ἥλιος κινεῖται περὶ τὴν γῆν. Ὅταν ὅμως δὲν πρόκειται περὶ ἐπιστημονικῆς ἀληθείας, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀληθείας τῆς σχετικῆς, τότε ἔχει πραγματικὴν ἀξίαν ἡ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ δικαίου πάντοτε θέλησις τῶν πλειόνων, διότι πᾶς λαὸς πρέπει νὰ κυβερνᾶται ὄχι τόσον κατὰ κανόνας ἀπολύτων ἀληθειῶν, ὅσον πρὸ πάντων κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ θέλησιν. Σᾶς παρουσιάζει ἐνταῦθα ὁ ζητῶν τὴν ἑρμηνείαν τὴν αὐθεντικὴν τοῦ νόμου ἓν φύλλον χάρτου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένη μία νομικὴ λύσις ἑνὸς ζητήματος· ἀλλὰ σκεφθῆτε, ὅτι ὁ χάρτης αὐτὸς, ὁ περιέχων λύσιν νομικοῦ ζητήματος, ἐμβαπτιζόμενος, οὕτως εἰπεῖν, ἐντὸς τοῦ φρέατος τούτου, τὸ ὁποῖον καλεῖται Βουλευτήριον, θὰ ἀνασυρθῇ πολὺ βεβαρημένος. Βεβαρημένος ἀφ’ ἑνὸς μὲ χρυσὸν καὶ ἄργυρον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου μὲ ἐρείπια. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσέξωμεν ἰδιαζόντως, διότι βλέπω, οὕτως εἰπεῖν, δύο κρούσματα τῆς τοιαύτης νόσου, τῆς ἀπειλούσης αὐτὰς τὰς βάσεις τῆς Πολιτείας ἡμῶν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην...
§44Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, εἶναι τρία· λησμονεῖτε τὸ περὶ ἐπικυρώσεως τῶν πράξεων τῆς Ἀντιβασιλείας· αὐτὸ μάλιστα εἶναι σοβαρώτερον, διότι πρόκειται περὶ πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὶν λάβῃ ἰσχὺν ὁ νόμος.
§45ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ... Ἐγὼ ἐπρόκειτο, ἀπέναντι τῶν δύο κρουσμάτων τούτων, τῶν ὑπόπτων, νὰ ἐπικαλεσθῶ μόνον τὴν προληπτικὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τώρα βλέπω, ὅτι πρέπει νὰ προσφύγω εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον. Ἀλλ’ οὐδὲ εἶναι τὸ νομοσχέδιον χάρτης, περιέχων νομικὴν γνώμην καὶ λύσιν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νόμος ἑρμηνευτικὸς εἶναι ἕν τι προσφερόμενον ὑμῖν κυτίον, τὸ ὁποῖον ὁμαλὴν μὲν ἔξωθεν ἔχει τὴν ἐπιφάνειαν, ἀλλ’ ἐντὸς αὐτοῦ ὑπάρχει ἄθυρμα λίαν ἐπικίνδυνον, ὑπάρχουσι μᾶλλον ἐκρηκτικαὶ ὕλαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀνατρέψωσιν ἐκρηγνυόμεναι τὰ θεμέλια πάσης Πολιτείας. Ὅταν καλῆσθε καθαρῶς καὶ σαφῶς εἰς τὸ ἔργον ὑμῶν, ὅπως νομοθετήσητε διὰ τὸ μέλλον, ἁρμοδιώτατα καλεῖσθε. Ἐν τῇ πεφωτισμένῃ, ἀλλὰ γενικῇ συνειδήσει τοῦ δικαίου, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ἀφ’ ἑνὸς ἐν τῇ πείρᾳ, ἀφ’ ἑτέρου τῶν τοπικῶν περιστάσεων, δύνασθε νὰ νομοθετήσητε περὶ τῶν σχέσεων τῶν πολιτῶν πρὸς ἀλλήλους, πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἢ πρὸς οἱαδήποτε νομικὰ πρόσωπα· οὐδὲ ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο νὰ ἦναι ὁ νομοθετῶν νομοδιδάσκαλος. Ὅταν ὅμως καλῆσθε νὰ κρίνητε, ὅτι ἡ ἔννοια νόμου ὑφεστῶτος εἶναι αὕτη ἢ ἐκείνη, τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἔχετέ τινα ἀναρμοδιότητα, διότι ἄλλη καὶ ὑψηλοτέρα, οὕτως εἰπεῖν, εἶναι ἡ σφαῖρα τῶν καθηκόντων καὶ τῆς ἀποστολῆς ὑμῶν. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλη τις ἀναρμοδιότης προσωπικὴ ὑμῶν, περὶ τῆς ὁποίας καὶ κατωτέρω ἴσως ποιήσωμαι λόγον, ἀναπτύσσων τὸ πάντων ἴσως ἐνταῦθα οὐσιωδέστατον, διότι εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, ὑπάρχει, οὕτως εἰπεῖν, ἑτέρα ἀναρμοδιότης, ἡ ἀναρμοδιότης τῆς αἰθούσης ταύτης! Διότι ναὶ μὲν καλεῖσθε νὰ νομοθετήσητε καὶ ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ, ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος τῆς ἐγκειμένης ἐν τῇ φύσει τῆς ἐξουσίας ὑμῶν, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν καὶ πρὸ παντὸς καλεῖσθε νὰ δικάσητε,—τί λέγω!—νὰ ἀποφανθῆτε ὡς ἀνώτατός τις Ἄρειος Πάγος ἐπὶ τόσων καὶ τόσων ὁμοῦ ὑποθέσεων καὶ δικαιωμάτων. Ὅταν εἰς ταῦτα καλούμεθα, παρατηρῶ, ὅτι ἡ σανὶς αὕτη, ἡ ἐπὶ τοῦ ὑψηλοῦ βήματος τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι πολὺ στενή, ὡς τράπεζα συνεδρίου νομομαθῶν! χρειάζεται εὐρεῖα σανίς, ὅπως περὶ αὐτήν, οὐχὶ τόσον ἀτενίζοντες εἰς ἀγορεύοντα, ἀλλὰ κύπτοντες ἐπὶ συγγραμμάτων καὶ ἐξηπλωμένων τόμων πολλῶν, ἐπιχειρήσητε τὰς λύσεις τοιούτων ζητημάτων. Τὸ βῆμα αὐτὸ δὲν εἶναι οὔτε τράπεζα χημικοῦ τινος ἐργαστηρίου, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ συστατικὰ ἐκείνων, ὡς εἶπον, τῶν ἐκρηκτικῶν καὶ ἀνατρεπτικῶν τῆς κοινωνικῆς τάξεως ὑλῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ περιέχῃ τὸ κυτίον τοῦτο τοῦ περὶ ἑρμηνείας νομοσχεδίου. Ἡ σανὶς αὕτη χρησιμεύει, ὅπως ἐφαρμόζηται καὶ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ Κανονισμῷ ἐθέσατε, καθ’ ἣν ὁ ἀγορεύων εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἵσταται ὄρθιος καὶ ἀσκεπὴς, ὅπως δύναται νὰ ἀκουμβήσῃ ἐπὶ μίαν στιγμήν, ἢ νὰ ἐναποθέσῃ τὸν πῖλόν του, ὅταν ἀγορεύῃ, ἀτενίζων πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς τὰ ἀκροατήρια. Ζητήσας λοιπὸν τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἰς ἐπιτροπὴν, ἐζήτησα τὴν παραπομπὴν ἡμῶν αὐτῶν εἰς συσκέψεις, ὅπως συσκεφθῶμεν, ἀλλ’ ἐν ἄλλῃ αἰθούσῃ καὶ πέριξ ἄλλης τραπέζης, καὶ ὄχι βήματος κοινοβουλευτικοῦ. Ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἀπηύθυνεν αἰτίασιν προσωπικὴν, συνοδεύσας αὐτὴν μὲ τὴν εἰθισμένην φιλοφροσύνην. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ἤθελεν ἐννοήσει τοιαύτην πρότασιν, ὑποβαλλομένην παρὰ ἄλλου Βουλευτοῦ καὶ ἑαυτοῦ,— προσθέσας, βλέπετε, καὶ ἑαυτὸν, μὲ τὴν ἐξιδιασμένην αὐτοῦ κοινοβουλευτικὴν ἁβρότητα,—ἀλλὰ δὲν ἐνόει τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβαλλομένην παρ’ ἐμοῦ, ὑπαινισσόμενος, ὅτι ἠδυνάμην νὰ ἔχω τὴν εὐκολίαν γνώμης οὐσιαστικῆς ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου, ὅπερ, καὶ προσέθηκεν, ἐπὶ 15 ἡμέρας ἠδυνάμην νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐμοῦ, ἀληθῶς οὐχὶ 15 ἡμερῶν ἢ 15 ὡρῶν, ἀλλ’ οὐδὲ 15 λεπτῶν εἶχον ἀνάγκην, ἵνα μελετήσω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ νὰ μᾶς παρουσιάζῃ πρὸς ἑρμηνείαν ἄρθρον παλαιοτέρων νόμων τοῦ 1867. Καὶ μοὶ ἐγένετο ἐν τῇ συστάσει ταύτῃ ἡ φαιδρὰ κἄπως ἐκείνη ἐντύπωσις, ἣν αἰσθάνεσθε, ὅταν τις, ἀγνοῶν τὴν σχέσιν, ἣν ἔχετε, σᾶς συνιστᾷ πρόσωπόν τι, ὡς νέον δι’ ὑμᾶς, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς καὶ δύνασθε νὰ ἔχητε καὶ συγγένειαν πρὸς αὐτό. Τὸν νόμον τοῦ 1867 δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸν ἀγνοῶ, οὐδὲ τὸ διάταγμα τοῦ 1836, καὶ ὡς ἐκ τοῦ σταδίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἠσχολούμην. Μάλιστα μὲ τὸν νόμον τοῦ 1867—ἂς τὸ εἴπω—μὲ συνδέει μία σύμπτωσις, ἀλλὰ, δυστυχῶς δι’ ἐμὲ, ὑπὸ στενὴν καὶ εἰδικήν τινα ἔννοιαν. Εἴμεθα συνομήλικοι! Ὅταν ἐγεννᾶτο ὁ νόμος τοῦ 1867, ἔβλεπα καὶ ἐγὼ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου τοῦ νομικοῦ, καὶ εἰσηρχόμην καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τὸν νομικὸν τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας, ἐὰν τὸ ἔδαφος ἦναι ξηρὸν καὶ ἀκαλλιέργητον, ἀλλὰ τὸ ὑπὲρ τὰς κεφαλάς μας στερέωμα καταυγάζεται ἤδη ἀπὸ τόσους ἀπειροπληθεῖς ἀστέρας τῆς νομικῆς ἐπιστήμης (ἱλαρότης).
§46ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ...
§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα συνομήλικοι μὲ τὸν νόμον αὐτὸν, ὅπως ἴσως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου κ. Μαυρομαρᾶς θὰ ἦναι, ὑποθέτω, καθ’ ὁλοκληρίαν συνομήλικος μὲ τὸ διάταγμα τοῦ 1836 (γέλως).
§48ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἤμην ἑξαετὴς ὅτε ἐξεδόθη.
§49ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω λοιπὸν καὶ συγγένειαν πνευματικὴν μὲ τὸν νόμον τοῦ 1867· ὁ κ. Μαυρομαρᾶς ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ὑλικὴν... Θέλω νὰ εἴπω ἐξ αἵματος, συγγένειαν μὲ τὸ διάταγμα τοῦ 1836 (ἱλαρότης). Καὶ μετὰ τοῦ νόμου τοῦ 1867 ἐποτίσθημεν κοινὰς πικρίας, διὰ τὰς παρερμηνείας καὶ τὰς στρεβλώσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἄλλοτε νομολογία ἐπροξένει εἰς αὐτόν. Κατόπιν ἐχωρίσθημεν, διότι ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι μεταξὺ ὑμῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔπαυσα νὰ ἐρωτῶ περὶ τοῦ φίλου μου αὐτοῦ, τοῦ νόμου δηλ. τοῦ 1867, καὶ τελευταῖον, κατὰ τὸ 1891, ἔμαθον, ὅτι ἔπαυσαν ἐνοχλήσεις τινὲς, τὰς ὁποίας εἶχε πρότερον, διότι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο (22) τοῦ διατάγματος τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον τὸν παρηνώχλει ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἀπεβίωσεν ὑπὸ τὰ κτυπήματα τῆς νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου! Ἐγένετο πρὸ ἐτῶν καὶ ἡ ἐκφορὰ αὐτοῦ, τῷ ἀπεδόθησαν δὲ καὶ τιμαὶ ἴσως, ὡς ἐκ τῆς καταγωγῆς του, διότι ἦτο, βλέπετε, καταγωγῆς βασιλικῆς. Καὶ παρηκολούθησε τὴν κηδείαν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡσεὶ ἐλέγομεν ὁλόκληρος ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, καὶ πολλὰς εὐχὰς ἀνέγνωσεν ἐπὶ τοῦ νεκροῦ αὐτοῦ, ὅπως τὸ σῶμα αὐτοῦ διαλυθῇ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη. Δὲν ἠξεύρω μόνον, ἂν προσέθηκαν εὐχὴν, ὅπως ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν σκηναῖς δικαίων καταταχθῇ. Ζητῶ, Κύριοι, συγγνώμην, διότι παρατείνω τὴν παρομοίωσιν ταύτην. Ἀλλὰ παρασύρομαι εἰς τοῦτο ἐξ ἀνάγκης, διότι τοῦτο κυρίως εἶναι ἡ οὐσία, ὅτι πρόκειται περὶ νεκροῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἀναστήσωμεν διὰ τῆς μεθόδου τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας. Καὶ ἰδοὺ λοιπὸν τελευταῖον μανθάνομεν αἴφνης, ὅτι πάλιν ὁ νόμος τοῦ 1867 παρηνωχλήθη, διότι εἰσήχθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Οἰτύλου (διότι ὡς Βουλευτὴς εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον) σχέδιον αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, δι’ ἧς παρέστη ἀναβιῶσαν τὸ ἄρθρον 22 τοῦ διατάγματος τοῦ 1836. Φαίνεται ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς εὐχὰς τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ σῶμα τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἄρθρου δὲν διελύθη, καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας, τίνες αἱ συνέπειαι, ὅταν τὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ δὲν διαλυθῇ. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου τοῦ 1836 ἐγένετο βρυκόλαξ, καὶ εἰσβάλλει εἰς τὰς συνοικίας τῆς γείτονος πόλεως, εἰσπηδᾷ εἰς τὰς οἰκίας, θραύει ἔπιπλα, ἀφαιρεῖ τὸν ἄρτον ἀπὸ τοῦ στόματος παιδίων, εἰσέρχεται εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου, ἀπειλεῖ δὲ αὐτὸς ὁ βρυκόλαξ καὶ ἐφ’ ἁμάξης νὰ περιέλθῃ τὰς ἐπαρχίας καὶ νὰ ἀναστατώσῃ τὸ πᾶν, ἐνσπείρων παντοῦ τὸν πανικὸν καὶ τὸν τρόμον. Εἶναι εὐτύχημα τῳόντι, ὅτι ἐπελάβετο ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ θέματος αὐτοῦ, διότι ὑπάρχουσιν ἄλλα μέσα δραστικώτερα, δι’ ὧν διαλύονται τὰ σώματα τῶν νεκρῶν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως μὴ ἐπανέλθῃ πλέον αὐτὸ τὸ φάσμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαταράττῃ τὴν κοινωνίαν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἐκείνη ἡ νομολογία, ἡ παλαιὰ, ἤδη ἦτο νεκρὰ, βεβαίως ἐκ γραφικοῦ λάθους καὶ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ὡς βλέπω, λέγεται νεκρὰ ἡ τελευταία νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ λέγει (ἀναγινώσκει): «Θέλοντες νὰ προλάβωμεν τὰς ἐκ τῆς νεκρᾶς ταύτης ἑρμηνείας ἐπιζημίους καὶ καταστρεπτικὰς συνεπείας...» Περὶ λάθους βεβαίως τυπογραφικοῦ πρόκειται, διότι ὄχι νεκρὰν, ἀλλὰ νεαρὰν θέλει νὰ χαρακτηρίσῃ ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητικὴ τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ἀπὸ πέντε ἤδη ἐτῶν σταθερὰν, οὐδεμία δὲ ὑπόμνησις γίνεται ἐν τῇ ἐκθέσει τόσων νεωτέρων ἀποφάσεων, ὧν ἡ τελευταία πλέον αὐτῆς τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ ἰδοὺ, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀληθῆ ἔκθεσιν εἰσηγητικὴν, δὲν ἔχομεν ἐν αὐτῇ ἐμφανιζόμενον ἕνα τῶν διαδίκων, οὓς δικάζομεν, διότι διάδικοι παρίστανται ἐνώπιον ἡμῶν ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ μέχρι τοῦ 1891, καὶ ἡ ἀπὸ τοῦ 1891 μέχρις ἐσχάτων. Ἀναφέρεται βεβαίως καὶ αὕτη, ἀλλὰ ἀναφέρεται ὡς τελευταία καὶ νεαρὰ πρὸ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ἀπόφασις, ἡ ἀπόφασις τοῦ 1891, ἐνῷ ἐπηκολούθησαν τόσαι ἄλλαι καὶ τελευταῖον μία τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ταῦτα βεβαίως ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, καλουμένης εἰς τόσον ἐξαιρετικὸν νομοθετικὸν μέτρον. Καὶ ἐδικαιολόγησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰ κενὰ ταῦτα τῆς ἐκθέσεως, εἰπὼν ὅτι τὸ λάθος ἐπήγασεν ἐκ τῆς ῥουτίνας, διότι ἡ ἔκθεσις ἡ σημερινὴ ἀντεγράφη ἐξ ἐκθέσεως τοῦ 1891, ὅτε ἠδύνατο εἰσέτι νὰ θεωρηθῇ νεαρὰ ἢ κυμαινομένη ἡ νομολογία! Ἀλλά, πρὸς Θεοῦ! ἐπιτρέπεται ἆρά γε νὰ ἐπιληφθῶμεν τοιούτου θέματος, μὴ ἔχοντες οὔτε ἔκθεσιν ἀκριβῆ καὶ σοβαράν, ἀλλ’ ἔκθεσιν ῥουτίνας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ταύτην σφαλεράν; Βεβαίως ἐκ τοιούτου λόγου ἐπήγασε τὸ λάθος αὐτό· ἀλλ’ ἐπιτρέπεται καὶ νὰ λέγηται, ὅτι καλούμεθα εἰς αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν νόμων, αἴφνης, ἐν τῇ τρικυμίᾳ κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, ἄνευ καὶ τῆς πυξίδος κἂν αὐτῆς μιᾶς ἐκθέσεως εἰσηγητικῆς, ὁπωσοῦν ἀκριβοῦς καὶ ἐπιστημονικῆς, ἢ τοὐλάχιστον μὴ προφανῶς σφαλερᾶς, ἀλλὰ μὲ ἔκθεσιν ῥουτίνας ἐξ ἀντιγραφῆς ἐκθέσεως γενομένης πρὸ ἑξαετίας, ὅτε δὲν εἶχεν ἔτι ἐπικρατήσει ἡ ἰσχύουσα νομολογία; Καὶ τὸ θεωρεῖτε ἀδιάφορον ἢ ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπεισέλθωμεν οὕτω εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν διὰ τῆς μεθόδου τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας; Ἐὰν, Κύριοι, ἐπικρίνω μετὰ σφοδρότητος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν λεπτομερεστέραν ἀντίκρουσιν ἀμέσως θέλω προβῆ, πράττω τοῦτο, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι βεβαίως μακρὰν πάσης προκαταλήψεως ἢ πολιτικοῦ ἐπηρεασμοῦ θὰ κρίνωμεν ἐπὶ τοιούτου θέματος. Ἐπὶ τοιούτου θέματος δὲν ὑπάρχει βεβαίως—καὶ τὸ λέγω δι’ ἄλλους, ὄχι δι’ ἐμαυτὸν,—οὔτε ἴχνος συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως. Αἱ ψῆφοι καὶ αἱ γνῶμαι—ἐὰν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετος γνώμη—θὰ ἀναμιχθῶσιν, οὕτως εἰπεῖν, πάντη ἀνεξαρτήτως κομματικῶν διαιρέσεων. Θὰ συναντηθῶσιν ἢ θ’ ἀποχωρισθῶσιν ἐν ὅλως προφανεῖ ἐλευθερίᾳ ἰδεῶν. Ἅμα τοῦτο δὲν ὑπάρξει καταφανὲς, τότε ἡ κατάχρησις εἶναι ἀληθῶς κακούργημα, ἡ κατάχρησις ἑρμηνείας νόμου ὑπὸ Κοινοβουλίου ἐπηρεαζομένου παρ’ ἄλλων οἱωνδήποτε ἐλατηρίων, εὑρισκομένων ἐκτὸς τῶν ἱερῶν τούτων ὁρίων τῆς καθαρῶς νομικῆς καὶ δικαστικῆς κρίσεως καὶ τῶν κανόνων τῆς ἑρμηνείας. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μακρὰν λοιπὸν, μακρὰν ἀφ’ ἡμῶν πᾶσα ἄλλη ἐξώδικος σκέψις. Ἔχομεν ἁπλῶς Βουλευτὴν ἀξιότιμον, οὐχὶ Ὑπουργὸν, προτείνοντα ἑρμηνείαν τινὰ νόμου, ἐναντίαν ἐπικρατούσης νομολογίας. Τίς ὁ προτείνων, τίνες οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἰδιῶται ἢ δῆμοι, τοῦτο οὐδεμίαν πρέπει νὰ ἀσκήσῃ, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην, ἐπιῤῥοήν. Ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον πᾶσα σφοδρότης συζητήσεως καὶ ἰδεῶν ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ μακρὰν ἡ πολιτικὴ ἀπὸ τοῦ θέματος τούτου! Λυποῦμαι, διότι δὲν ηὐτύχησα νὰ ἀκούσω ἐξ ἀρχῆς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα φίλον μου· ἀλλὰ πρόκειται περὶ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον εὑρίσκει τις τὰς γνώμας ἐκτεθειμένας εἰς διατριβὰς, εἰς ἀποφάσεις, καὶ εἶναι βεβαίως εὐκολώτατον νὰ λάβῃ τις πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν. Ἡ μόνη δυσκολία εἶναι ἀληθῶς ἡ προκύπτουσα καὶ περιστρεφομένη ἐντὸς τοῦ τόπου τούτου, τοῦ ἀναρμοδίου, ὡς εἶπον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καὶ ἐπὶ τοῦ βήματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ. Ἐπὶ τῆς στενῆς ταύτης τοῦ βήματος σανίδος βεβαίως ἀδυνατεῖ τις νὰ ἐξαπλώσῃ πρακτικὰ Βουλῶν, ἀποφάσεις δικαστηρίων καὶ ὁλοκλήρους τόμους συγγραμμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ σπουδαίως μελετῶν τοιαῦτα ζητήματα πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπὸ τὰς ὄψεις του. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον βεβαίως θέλω ἐπιληφθῆ τῆς ἐξελέγξεως τῶν καθ’ ἕκαστον ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιτάσσονται, ὅπως ἀναβιώσῃ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ διατάγματος τοῦ 1836. Καὶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς μοὶ ἔκαμον ἐντύπωσιν τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ ἔν τινι γενικῇ ἰδιότητι τὴν ὁποίαν φέρουσιν. Εἶναι ἐπιχειρήματα, οὕτως εἰπεῖν, διὰ λαβίδος τινὸς συρόμενα μὲ τόσην βίαν, μὲ τόσην στενοχωρίαν, ὥστε ἀκούει τις τοὺς τριγμοὺς αὐτῶν, ἀγωνιωδῶς ἀνασυρομένων ἀπὸ στερεωτάτων ἐκφράσεων ἄρθρων τῶν νόμων. Εἶναι ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προϋποθέτουσιν, ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ 1867 ἦτο κακεντρεχής τις, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ βάλῃ εἰς πειρασμοὺς τοὺς μέλλοντας δικαστὰς ἢ νομοθέτας, νὰ δώσῃ ἀφορμὰς στρεψοδικιῶν οὐδόλως σοβαρῶν, ἢ διὰ μεταβολῆς λέξεων καὶ ἐλευθέρας χρήσεως ταὐτοσήμων ἐκφράσεων νὰ παίξῃ μὲ τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν, τοῦ κανονισμοῦ τῶν ὁποίων ἐπελαμβάνετο. Μέχρι τοῦ 1891 ὑπετίθετο ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ 1867 ἔπαιζε μὲ τὰς λέξεις. Καὶ τοιαύτην κακεντρέχειαν τὴν ἀποδίδουσι καὶ εἰς ἄνδρα, παρὰ τῷ ὁποίῳ σὺν τῇ ἐκτεταμένῃ διανοητικῇ ἀναπτύξει συνυπῆρχε μεγαλοψυχία καὶ ἀγαθότης. Θεωροῦσι λοιπὸν, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, εἰσηγούμενος τὸν νόμον ἐκεῖνον τοῦ 1867, ἐκάθησε καὶ ἐνησχολήθη εἰς χρῆσιν διαφορετικῶν λέξεων καὶ φράσεων ἀπὸ ἓν ἐδάφιον εἰς ἄλλο, μόνον διότι ἤθελε νὰ βασανίσῃ τὰ δικαστήρια, καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν κατόπιν, καὶ ἐπιλαμβανόμενος ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ σαφῶς καὶ ἐν ἀκριβεῖ συναφείᾳ πρὸς ὅ,τι ἤδη εἶχε ψηφισθῆ, δὲν τὸ ἔπραττεν ἐκ κακεντρεχείας. Καὶ ἐπικαλοῦνται ἀτελεῖς καὶ συγκεχυμένας ἐκφράσεις πρακτικῶν ἐστενογραφημένων, ἀδιορθώτων καὶ οὐδὲν ἐχόντων κῦρος, οὔτε νομικὸν, οὔτε πραγματικόν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅλοι οἱ ἑρμηνευτικοὶ κανόνες πρὸ παντὸς προτάσσουσι τοῦτο. Ὅταν ἡ ἀνάγνωσις αὐτὴ καὶ μόνη ἀμέσως ἐπιφέρῃ τὴν ἐντύπωσιν τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας, οὐδὲ ἐπετρέπεται κἂν ἑρμηνεία. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἀκριβῶς εἴμεθα. Δὲν εἴμεθα δηλαδὴ εἰς περίπτωσιν ἑρμηνείας. Τοσοῦτον σαφεῖς εἶναι αἱ λέξεις καὶ αἱ φράσεις καὶ αἱ ἰδέαι τῶν ἄρθρων 4 καὶ 34 τοῦ νόμου τοῦ 1867! Καὶ πρῶτον τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τοῦ 1867 προσδιορίζει τίνες εἶναι αἱ δημοτικαὶ ὁδοὶ (ἀναγινώσκει): «Δημοτικαὶ ὁδοὶ εἶναι αἱ συνδέουσαι τὰ χωρία τοῦ αὐτοῦ δήμου πρὸς ἄλληλα, ἢ πρὸς τὴν πρωτεύουσαν αὐτοῦ, ἢ πρὸς ἐθνικὴν ἢ ἐπαρχιακὴν ὁδὸν, ἢ πρὸς ἄλλα καταστήματα κοινῆς χρήσεως, κείμενα ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου.» Ἐδάφ. βʹ. «Αἱ ἐντὸς τῶν πόλεων, κωμῶν καὶ χωρίων ἀγυιαὶ καὶ πλατεῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν· ἐξαιροῦνται αἱ ἀγυιαὶ καὶ πλατεῖαι, αἱ ἀποτελοῦσαι συνέχειαν τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, τῶν διὰ πόλεων καὶ κωμῶν διερχομένων...» «Βλέπετε;» λέγουν, «ἐπίτηδες μετεχειρίσθη ἄλλην φράσιν εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος.» Ἤθελε, φαίνεται φρονοῦσι, νὰ μᾶς βάλῃ, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, εἰς βάσανα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶπε «βʹ) δημοτικαὶ ὁδοὶ εἶναι καὶ αὐταί», ἀλλὰ ποιούμενος χρῆσιν τῆς ἀφθονίας τοῦ λεκτικοῦ τῆς πλουσίας καὶ λαμπρᾶς ἡμῶν—δυνάμεθα νὰ τὸ καυχηθῶμεν—γλώσσης, δὲν ἠθέλησε νὰ ἔχῃ τὴν στερεοτυπίαν καὶ μονοτονίαν τῶν φράσεων, ἀλλ’ ἐκφράζεται μετ’ εὐρυθμίας ἐλευθέρως, ὅπως ἐκφραζόμεθα πάντοτε. Ἀφοῦ εἶπεν, ὅτι δημοτικαὶ ὁδοὶ εἶναι αἱ συνδέουσαι ἓν χωρίον πρὸς ἄλλο ἢ πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, προσέθηκε καὶ δεύτερον ἐδάφιον, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ κανεὶς δισταγμὸς, διότι ἴσως δὲν ἦτο καὶ ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπῃ, προκειμένου περὶ τῶν ἀγυιῶν καὶ πλατειῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ χωρίων τοῦ δήμου, ἀλλ’ ὡς ἐκ περισσοῦ, λέγω, προσθέτει, διὰ νὰ ἄρῃ πᾶσαν ἀμφιβολίαν, ὅτι εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν ἀνήκουσι καὶ αὗται, ἴσως καὶ διότι ἠδύνατο ἴσως νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι αὐταὶ ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς κοινοτικαὶ ἰδιαίτεραι, καὶ ὄχι δημοτικαί. Καὶ ποία, παρακαλῶ, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ «εἶναι δημοτικαὶ» καὶ «ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοτικῶν»; Ἀλλὰ τί σᾶς λέγουν; «Ἠξεύρετε, λέγουν, διατὶ τὸ εἶπεν αὐτό; μόνον διὰ νὰ προσδιορίσῃ ὁ νομοθέτης ποῖος θ’ ἀποφασίζῃ τὴν κατασκευήν.» Τόσῳ τὸ καλλίτερον! Λοιπὸν ὁ νομοθέτης προὐνόησεν, ὅτι τὴν κατασκευὴν αὐτῶν τῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντὸς τῶν πόλεων, κωμῶν καὶ χωρίων, τὴν ἀποφασίζει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, διότι ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοτικῶν, διότι ἀνήκουσιν εἰς τὸν δῆμον, διότι εἶναι δημοτικαί. Τί σαφέστερον, ἁπλούστερον, ἐπεξηγηματικώτερον; Μήπως εὑρίσκετε, ὅτι αἱ ἀγυιαὶ εἶναι ἐκτὸς τοῦ δήμου, διότι εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν πόλεων; Ἢ μήπως ἡ ἰδιότης τοῦ χώματος εἶναι διαφορετικὴ ἐν ταῖς ἀγυιαῖς, καὶ ἑπομένως μία ὁδὸς ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου εἶναι δημοτική, ὡς ἐκ τῶν συστατικῶν τοῦ χώματος αὐτῆς, ἐνῷ ἡ ἐντὸς τῆς πόλεως τοῦ δήμου δύναται ἁπλῶς νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, ἀλλ’ ἐν τῇ οὐσίᾳ δὲν εἶναι δημοτική, διότι τὸ χῶμα, φαίνεται, εἶναι διαφορετικόν; «Ἀλλὰ, λέγουν, προστίθεται ἡ δευτέρα κατηγορία, (ἰδοὺ ἀληθῶς ἓν ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφορὰ) προστίθεται, λέγουν, ἡ δευτέρα κατηγορία, διότι αὐτῶν τῶν ὁδῶν ἀποφασίζεται ἐπίσης ἡ κατασκευὴ ὑπὸ τοῦ δήμου. Καὶ πῶς λοιπόν! κατασκευάζει ὁ δῆμος ὁδοὺς ἀλλοτρίας, καὶ χάριν ἀλλοτρίων ὁδῶν καταλαμβάνει τὰ κτήματα τῶν ἰδιωτῶν; Ἀλλὰ μὲ τοιαύτην λογικὴν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι καὶ αἱ πρῶται δὲν εἶναι δημοτικαὶ ὁδοί, ἅμα ὡς δὲν «συνδέουσι» κυριολεκτικῶς. Ὅταν τοιαῦτα ἐπιχειρήματα θέλῃ νὰ ἀντλήσῃ τις πρὸς ἑρμηνείαν νόμου, τότε οὐδὲν ἄλλο πράττει, εἰμὴ τὸν νομοθέτην τὸν θεωρεῖ ἁπλῶς παιδαριωδῶς παίζοντα, ἢ κακεντρεχῶς θέλοντα νὰ ἐνσπείρῃ συγχύσεις. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς περιουσίας ἐκείνης τοῦ δήμου, ἡ ὁποία καὶ πανταχοῦ ἀναγνωρίζεται ὡς περιουσία οὐχὶ μὲν ἰδιωτική, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ δήμου, ἀλλὰ περιουσία, ὡς λέγουν, δημοσία τοῦ δήμου. Εἶναι τὸ domaine public municipal, ὡς εἶναι παραλλήλως τὸ domaine privè municipal. Εἰς δύο δηλ. τάξεις κατατάσσεται ἡ περιουσία ἡ δημοτική· ἡ μία τάξις εἶναι ἡ τῆς περιουσίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν διαθέτει ὁ δῆμος, ὅπως διαθέτει καὶ ὁ ἰδιώτης τὴν περιουσίαν του, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ domaine municipal privè· ἡ ἄλλη κατηγορία εἶναι ἡ τῆς κοινῆς χρήσεως περιουσία τοῦ δήμου, τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν χρῆσιν καὶ ἀπὸ τοὺς μὴ δημότας, ἀλλὰ θεωρεῖται πάντοτε καὶ αὐτὴ περιουσία τοῦ δήμου, ὡς ἀντικείμενον κανονιζόμενον ἐν πολλοῖς ὑπὸ τοῦ δήμου ἐπίσης, τοῦ ὁποίου ἐγγυτέραν καὶ συχνοτέραν χρῆσιν ποιοῦνται οἱ δημόται. Σαφεστέραν ἀνάλυσιν ὅστις θέλει δύναται νὰ εὕρῃ τῶν δύο τούτων εἰδῶν τῆς περιουσίας τῆς δημοτικῆς εἰς τὸ σύγγραμμα ἰδίως τοῦ Proudon. Προχωρήσατε εἰς τὸ ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατασκευὴ τῶν δημοτικῶν ὁδῶν ἀποφασίζεται ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου». Καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι δημοτικὴ ὁδὸς ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀποφασίζει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον! Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον λοιπὸν ἀναμιγνύεται εἰς ἀλλοτρίαν περιουσίαν; δὲν ἀποφαίνεται περὶ περιουσίας δημοτικῆς; Ἀλλ’ αὐτὸ θὰ ἦτο πλέον παραλογισμός! Λοιπὸς ἀποφασίζει περὶ αὐτῶν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, κατατάσσονται ῥητῶς αὗται εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δημοτικαί!... Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο ἡ μέχρι τοῦ 1891 νομολογία, ὥστε νὰ χρειασθῇ πλέον νὰ ἐξεγερθῇ σύσσωμος ὁ Ἄρειος Πάγος, καὶ διὰ σταθερᾶς νομολογίας νὰ θάψῃ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἐφ’ ὅσον διὰ παρερμηνειῶν ἐθεωρεῖτο ἰσχῦον. Ἀλλὰ φεύγοντες ἀπὸ τὸ ὀχύρωμα τοῦ ἄρθρου 4, ἔρχονται εἰς τὸ ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκει): «Ἡ πρόσκτησις τῶν ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχικῶν ὁδῶν καταλαμβανομένων ἰδιωτικῶν γαιῶν καὶ κτημάτων γίνεται εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν ὁδικῶν τῶν ἐπαρχιῶν φόρων ἐξαιροῦνται τὰ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις τμήματα αὐτῶν, ὧν τὸ ἔδαφος ἀποζημιοῦται κατὰ τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διατάξεις...» δηλ. τὰ ἐν τῇ κατηγορίᾳ ταύτῃ τμήματα ὁδῶν ἀποζημιοῦνται ἀπὸ τοὺς παροδίους, ἐνῷ κατόπιν ἕπεται ἡ ἄλλη κατηγορία τῶν ἀποζημιουμένων παρὰ τῶν δήμων. Καὶ ἐδῶ πάλιν σταματῶσι καὶ λέγουσιν: «ἰδού πῶς λέγει «κατὰ τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διατάξεις»; Θὰ ἴδητε ὅτι πάντοτε ὑποτίθεται ὁ νομοθέτης τοῦ 1867 παίζων καὶ ἄνθρωπος πολὺ κακεντρεχής. Αὐτὸ τὸ «κατὰ τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διατάξεις» ἔχει, φαίνεται, καὶ σκοπὸν ὑπολανθάνοντα.
§50ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν ὁ γενικός.
§51ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, λέγουν, ἂν δὲν εἶχε σκοπὸν, δὲν ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὴν τὴν λέξιν «γενικάς».—Διατὶ, ἐρωτῶσι, νὰ ᾖναι γενικαὶ αἱ περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διατάξεις, ἐὰν ἡ πρὸς ἀποζημίωσιν ὑποχρέωσις τοῦ παροδίου περιορίζεται εἰς τὰ ἐντὸς τῶν πόλεων τμήματα τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ ἐθνικῶν ὁδῶν; Ἀνάγκη λοιπὸν, λέγουσι, νὰ ἐξαιρέσωμεν κἄτι τι ἀκόμη, διὰ νὰ γείνωσι γενικαὶ αἱ περὶ ῥυμοτομίας διατάξεις, ν’ ἀποκόψωμεν κἄτι τι ἀπὸ τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον.—Ἀλλὰ καὶ τίς σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ γενικαὶ διατάξεις ἐκεῖναι ἀποβλέπουσι μόνον εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ τίνες εἰσὶν ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν, καὶ ὡς τοιαῦται ἀναφέρονται, καὶ σκανδαλίζεσθε, διότι τὰς λέγει γενικὰς, καὶ κατόπιν τὰς βλέπετε μερικευομένας εἰς τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον τοῦτο; Λέγει «κατὰ τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας διατάξεις.» Καὶ εἶναι γενικαὶ, πρῶτον διότι ἐφαρμόζονται εἰς ὅλον τὸ Βασίλειον· γενικαὶ, διότι δὲν προβλέπουσι μόνον, περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης τῶν ὑποχρέων εἰς ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλων σχετικῶν πρὸς τὰς ῥυμοτομίας ἀντικειμένων. Ἀλλὰ τί λέγουν; Ἐπειδὴ, φαίνεται φρονοῦσιν, ἐστενεύθη πολὺ τὸ διάταγμα τοῦ 1836 διὰ τῶν περιορισμῶν τούτων, θὰ ἔχανε τὴν ἰδιότητα τοῦ νὰ περιέχῃ γενικὰς διατάξεις. Ἑπομένως, ἀφοῦ λέγει «γενικὰς διατάξεις», ἡ ἔκτασις του εἶναι εὐρυτέρα, καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ῥητῶς τοῦ ἀφαιρεῖ κατωτέρω ὁ νέος νόμος, δὲν τοῦ ἀφαιροῦνται, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ τὰ ἔχῃ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του, ἢ πρέπει νὰ τῷ τὰ χαρίσωμεν. Περὶ τοῦ τίνες οἱ ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν, ἀπέμεινε κατὰ τῶν παροδίων μία βεβαίως μόνη περίπτωσις ἐν ἰσχύϊ, διότι τὰς ἄλλας τὰς ἀφῄρεσεν ὁ νόμος τοῦ 1867 ἐν ἄρθρῳ 34. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1836 ἔχει καὶ ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κατόπιν ἐγένοντο γενικαὶ δι’ ὅλον τὸ Κράτος, γενικαὶ ὡς πρὸς πολλὰ ἀντικείμενα, τὸν κανονισμὸν τοῦ τρόπου τῆς ἀποζημιώσεως κτλ., τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται εἰς ὅλας τὰς πόλεις. Εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, σύστημα ἑρμηνείας αὐτὸ, τὸ νὰ θέλητε διὰ στρεβλώσεων σαφῶν ἐκφράσεων νὰ ἀντλήσητε ἐπιχειρήματα; Καὶ δύνασθε οὕτω νὰ ἀφήσητε κανένα νόμον ἄνευ καταστροφῆς διὰ παρερμηνείας, ὅταν τοιαῦτα ἐπιχειρήματα ἀγωνίζησθε νὰ ἐφευρίσκητε; Φέρετέ μοι οἱονδήποτε νόμον, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἰσχύουσιν οἱ παλαιότεροι ἀπέναντι τῶν νέων νόμων. Πῶς νὰ ἐκφρασθῇ σαφέστερον αὐτὸς ὁ νομοθέτης τοῦ 1867; Ἀναγινώσκω πολλάκις νόμους νεωτέρους. Σπανίως εὑρίσκω, σᾶς ὁμολογῶ, τόσην σαφήνειαν, ὁποίαν ἔχει ὁ νόμος τοῦ 1867, καὶ ἰδίως τὰ ἄρθρα 4 καὶ 34. Χρῆσις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καθαρωτάτη, μὴ ἐπιδεχομένη ἀμφισβήτησιν, ἰδοὺ τί βλέπει τις ἐν αὐτοῖς. Ἀλλ’ ἰδοὺ ἄλλο ἐπιχείρημα! (ἀναγινώσκει): Αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαί, παραχωροῦνται δωρεάν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαί, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους.» Ἰδοὺ, λέγουσι, δὲν λέγει «καὶ κτήματα», ἀλλὰ μόνον «γαῖαι»· ἄρα ἐννοεῖ τὰς ἐκτὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν καὶ χωρίων γαίας, καὶ ὄχι τὰς ἐντὸς αὐτῶν, διότι αἱ ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ χωρίων γαῖαι δὲν εἶναι γαῖαι, ἀλλ’ εἶναι... τί εἶναι;... Κτήματα! Κύριε ἐλέησον! (γέλωτες). Μὰ, Κύριοι, ἂν ἤθελε τέλος πάντων ὁ νομοθέτης νὰ ὑποδείξῃ διάκρισιν, θὰ σᾶς ἔλεγε «γήπεδα». Ἀλλὰ κτήματα! Διατὶ εἶναι κτήματα τὰ ἐκτὸς τῆς πόλεως, καὶ δὲν εἶναι τὰ ἐντός; Δι’ ὄνομα Θεοῦ! περὶ γαιῶν πάντοτε πρόκειται καταλαμβανομένων ὑπὸ τῶν ὁδῶν.
§52ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Λέγει «ἔδαφος», δὲν λέγει κτῆμα.
§53ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ τὸ λέγει «ἔδαφος» ἀνωτέρω; τί συμπεραίνετε;
§54ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Διότι εἶναι ἐντὸς τῆς πόλεως.
§55ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄ! λοιπὸν τὸ ἐντὸς τῶν πόλεων μόνον εἶναι ἔδαφος! Ἀλλὰ ἐπὶ πολὺ σαθροῦ ἐδάφους, βλέπω, στηρίζεσθε καὶ ἐντὸς τῆς πόλεως, δίδοντες τοιαύτην ἑρμηνείαν. Τὸ ἔδαφός σας αὐτὸ καταντᾷ λίαν εὐκίνητον, καὶ ἑπομένως δὲν στέκεσθε καλὰ (ἱλαρότης). Καὶ κατωτέρω: «Ἡ ἐκτίμησις τῶν γαιῶν καὶ κτημάτων γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας αὐτῶν κλπ.» Ἠξεύρετε πῶς ἐπῆλθε τότε ἡ ἐκ νέου ἐπανάληψις τῆς λέξεως κτημάτων; Ἀναγνώσατε τὰ πρακτικά. Λέγει τις πρὸς τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον, ἐρωτῶν: «ἂν ἦναι ἄμπελοι ἢ οἰκοδομαί, πῶς θὰ κρίνηται ἡ ἀποζημίωσις; ἂν ἦναι ἄμπελος, πῶς θὰ ἐκτιμηθῇ;» Ὁ Κουμουνδοῦρος ἀπήντησε: «θὰ ἐκτιμηθῇ ὡς ἄμπελος. Ἀλλ’ ἐπειδή, λέγει, πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀποζημιώσεως, βάλετε καὶ τὴν λέξιν κτημάτων, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἐκτιμῶνται ὡς γαῖαι, ἀλλ’ ὡς ἄμπελοι λ. χ. ἢ ὡς οἰκίαι». Ἀλλ’ ἐνῷ εἶναι τόσον σαφὴς ὁ νόμος καὶ ἀπεδείχθη διὰ τῆς γραμματικῆς ἑρμηνείας τὸ ἐντελῶς ἀβάσιμον τῶν ἀντιτασσομένων ἐπιχειρημάτων, ἂς εἰσέλθωμεν καὶ εἰς τὴν εὐρεῖαν ὁδὸν τῆς ἑρμηνείας τῆς ἱστορικῆς, τῆς ἑρμηνείας τῆς λογικῆς καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας, καὶ ἄφετε τὰς στενωποὺς ἐκείνας. Ὑπῆρξε διάταγμα κατὰ τὸ 1836, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο ἐν Ἀθήναις νὰ ἀποζημιῶσιν οἱ παρόδιοι διὰ τὴν ῥυμοτομίαν τῆς πρωτευούσης τοῦ βασιλείου. Βεβαίως, Κύριοι, ὅ,τι τερατῶδες εἶναι, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, νὰ κανονίζηται ἡ ἀποζημίωσις, προκειμένου περὶ πράγματος ἀκινήτου, κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, ὅταν ἡ ἀποζημίωσις θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν ἄλλον διὰ τὸ τεκμήριον τῆς ὠφελείας καὶ χωρὶς νὰ ἐξετάζηται κατὰ τί ὠφελήθη ὁ μέλλων ν’ ἀποζημιώσῃ. Ἀλλ’ ἐπετράπη νὰ γείνῃ τοῦτο διὰ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ βασιλείου, κατ’ ἐξαιρετικὸν λόγον, διότι τότε ἁπλᾶ χωράφια ἐπρόκειτο νὰ γείνωσιν οἰκόπεδα πολύτιμα ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ βασιλείου. Βεβαίως, ὁσονδήποτε μικρὸν τεμάχιον καὶ ἂν ἀπέμενεν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἐκ τῆς ῥυμοτομίας τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ ἢ Αἰόλου ἐν Ἀθήναις, θὰ ἤξιζε περισσότερον ἢ ὅσον ἤξιζεν, ὅσης καὶ ἂν ἦτο ἐκτάσεως, ὁλόκληρον τὸ πρώην παληοχώραφόν του, καὶ ἐθεωρήθη ἄδικον νὰ ἐπιβαρυνθοῦν ἀμέσως διὰ φόρων οἱ κάτοικοι τοῦ βασιλείου, προκειμένου νὰ πλουτήσωσί τινες διὰ τῆς δημιουργίας τῆς πρωτευούσης αὐτοῦ. Ἐκτὸς τούτου, τότε ὁ δῆμος Ἀθηναίων δὲν εἶχε σπουδαίαν τινὰ πρόσοδον ἢ περιουσίαν. Λοιπὸν ὡς ἔκτακτον ὅλως μέτρον, δικαιολογούμενον μόνον ἐκ τοῦ προφανοῦς καὶ τοῦ ὑπερμέτρου τῆς ὠφελείας, τῆς ὑπερμέτρου αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῶν γηπέδων, μόνον δι’ αὐτὸ ἐγένετο εἰδικῶς διὰ τὴν πρωτεύουσαν, ὡς ὅλως ἐξαιρετικὸν, τὸ διάταγμα ἐκεῖνο. Κατόπιν διὰ τοῦ νόμου τῆς 20 Ἀπριλίου 1867 ἀπεπειράθησαν τὴν ἐπέκτασιν αὐτοῦ εἰς τὰς ἄλλας πόλεις τοῦ βασιλείου. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἠδυνήθη νὰ ζήσῃ, εἰμὴ ὀλίγους μῆνας μόνον, καὶ ἦλθεν ὁ νόμος τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867, ὁ νῦν ἐν ἰσχύϊ. Ἀλλὰ τί πρῶτον, τί δεύτερον νὰ εἴπῃ τις κατὰ τῆς τοιαύτης βάσεως, τῆς παραλόγου, τῆς ἀποζημιώσεως παρὰ τῶν παροδίων; Καὶ πρῶτον τίς ἀποκτᾷ καὶ ἑπομένως δέον ν’ ἀποζημιώσῃ; Ὁ ἀποκτῶν εἶναι ὁ δῆμος καὶ ἑπομένως αὐτὸς θ’ ἀποζημιώσῃ, ὡς, προκειμένου περὶ ἐθνικῶν ὁδῶν, ἀποζημιοῖ τὸ Κράτος. Ἀλλὰ καὶ τίς εἶναι ὑπόχρεως κατὰ τὸν περὶ δήμων νόμον νὰ κατασκευάζῃ δημοτικὰς ὁδούς; Μεταξὺ τῶν κεφαλαιωδῶν ὑποχρεώσεων τῶν δήμων ἀναγράφεται καὶ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη. Ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι δικαίωμα τῶν δήμων ἁπλῶς, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρέωσις αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ὑπάρχει, προκειμένου καὶ περὶ ὁδῶν, διότι πρόκειται περὶ ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἱκανοποιήσωσιν, ἀφοῦ λαμβάνουσιν εὐλόγως τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ζῶσι καὶ ὡς ἴδια νομικὰ πρόσωπα· διότι ἀλλοίμονον, ἂν δὲν εἶχον τοιαύτας ὑποχρεώσεις! Ἄνευ τῆς ὑποχρεώσεως τῶν δήμων πρὸς τὰ τοιαῦτα, ἡ αὐτοδιοίκησις θὰ ἦτο καταδίκη τοῦ Κράτους εἰς στασιμότητα καὶ ἀφανισμόν. Λοιπὸν ἔχομεν τὸν ὑπόχρεων, ἔχομεν τὸν ἀποκτῶντα, καὶ θέλομεν ἀλλαχοῦ νὰ ζητήσωμεν τὸν ἀποζημιοῦντα; Καὶ διὰ ποῖον λόγον; διότι, λέγουν, ὠφελεῖται ὁ παρόδιος, ὠφελεῖται ἐκ τοῦ ἔργου τοῦ δημοτικοῦ, ὠφελεῖται ἐκ τοῦ ἔργου τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἔχει λοιπὸν τὸ Κράτος τὴν κακεντρέχειαν αὐτὴν ἀπέναντι τοῦ πολίτου, νὰ μὴ θέλῃ νὰ ὠφελῆται τίποτε οὗτος ἐκ τῶν δημοσίων ἢ δημοτικῶν ἔργων; Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ, διὰ νὰ ὠφελῶνται, πληρόνουν τοὺς φόρους οἱ κάτοικοι τοῦ βασιλείου καὶ οἱ κάτοικοι τῶν δήμων. Ἐν τούτοις προβαίνομεν εἰς τὸ νὰ καθιερώσωμεν ὡς ἀρχὴν, ὅτι ὁ πολίτης Ἕλλην δὲν πρέπει νὰ ὠφελῆται οὔτε ἀπὸ τὸ Κράτος οὔτε ἀπὸ τοὺς δήμους, πρέπει μόνον νὰ φορολογῆται καὶ καταδιώκηται, καὶ ἅμα ἴδωμεν ὅτι ὠφελεῖται ἐξ ἑνὸς δημοσίου ἢ δημοτικοῦ ἔργου, νὰ ἐπιπίπτωμεν κατ’ αὐτοῦ καὶ νὰ τοῦ ἀφαιρῶμεν πᾶν ὅ,τι καὶ καθ’ ὑπόνοιαν ὠφελεῖται. Καὶ ποῖος δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς ἕκαστον δημόσιον ἢ δημοτικὸν ἔργον πρέπει νὰ ἀναζητῆται ἀμέσως, τίς ὁ ὠφελούμενος καὶ τὶς ὁ μὴ ὠφελούμενος; Μήπως, προκειμένου περὶ ἐκπαιδεύσεως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ: «ἐγὼ δὲν ἔχω τέκνα καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλλωμαι εἰς τὴν ἀναλογίαν τοῦ φόρου τοῦ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ἀναλογοῦντος»; ἢ ἄλλος νὰ εἴπῃ: «δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τοῦ φωτισμοῦ τῶν πόλεων, καὶ πρέπει νὰ ἐκπίπτηται ἡ ἀναλογία μου εἰς τὴν καταβολὴν τῶν πρὸς ταῦτα εἰσπραττομένων φόρων»; Ἡ ὠφέλεια εἶναι γενικὴ, καὶ ἀδιάφορον, ἂν ἄμεσος σήμερον προκύπτῃ ὑπὲρ τοῦ δεῖνος πλειότερον καὶ αὔριον ὑπὲρ τοῦ ἄλλου. Καὶ λέγουν: τί ὠφελεῖται ὁ κάτοικος ἑνὸς χωρίου διὰ τὴν ὁδὸν, ἡ ὁποία γίνεται ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου; Ζητοῦν, βλέπετε, τὴν ὠφέλειαν δι’ ἕκαστον πολίτην ἑκάστοτε συγκεκριμένως. Δὲν ὠφελεῖται, ἔστω, σήμερον ἀμέσως ἐκ τούτου, ἀλλὰ ὠφελεῖται διότι μεταβαίνων εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου του εὑρίσκει ὁδοὺς, εἰς τὰς ὁποίας εὐχερῶς περιφέρει καὶ πωλεῖ τὰ προϊόντα του· διότι ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου του ἐγένετο κέντρον καταναλώσεως διὰ τῆς ἀναπτύξεως ὁδῶν, καὶ διὰ τόσα καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν πρόοδον, τὴν εὐημερίαν καὶ τὸν προορισμὸν τοῦ δήμου. Ποῦ ἠκούσθη νὰ λέγηται, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἀδιάφορος ὁ κάτοικος τοῦ χωρίου, διότι ἐῤῥυμοτομήθη ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου; Ἀλλὰ διὰ τοιούτων ἰδεῶν καὶ διακρίσεων ἐξαρθροῦται πλέον, οὕτως εἰπεῖν, καὶ τεμαχίζεται εἰς ἀπειροπληθῆ ἰδιαίτερα συμφέροντα πᾶν γενικώτερον συμφέρον. Ἀλλὰ ὠφελεῖται ὁ παρόδιος. Μάλιστα, τοῦτο συμβαίνει· συνηθέστατα δύναται νὰ συμβαίνῃ, ὥστε πρὸ παντὸς νὰ ὠφελῆται μᾶλλον αὐτός· ἀλλὰ τοῦτο εἰς ποῖον δημόσιον ἢ δημοτικὸν ἔργον δὲν συμβαίνει, τὸ νὰ ὠφελῶνταί τινα ἄτομα ἤ τινες τάξεις πλειότερον, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως; Καὶ προκειμένου περὶ τοῦ ἐκτάκτου αὐτοῦ δικαιολογικοῦ λόγου ἀποζημιώσεως, τοῦ λόγου καὶ τοῦ κανόνος, ὅτι οὐδεὶς πρέπει νὰ πλουτῇ μὲ τὴν ζημίαν τοῦ ἄλλου, καί, οὕτως εἰπεῖν, περὶ ἐξαιρετικῆς ἀγωγῆς ἢ μᾶλλον ἐξαιρετικοῦ ἐπιχειρήματος, ὅπερ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς συγκεκριμένην καὶ ἀποδεικνυομένην πραγματικὴν ἀλήθειαν ὠφελείας ὡρισμένου ποσοῦ, δημιουργοῦμεν αὐθαίρετον καὶ παραλογώτατον τεκμήριον, οὐδέποτε ἴσως δυνάμενον νὰ συμπέσῃ πρὸς τὴν πραγματικὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ ὠφέλεια τοῦ παροδίου ἢ ἐκ τῆς ῥυμοτομίας εἶναι ἴση πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ὑπὸ τῆς ὁδοῦ καταληφθέντων γηπέδων! Ἰδοὺ ποίας ἀρχὰς θέλετε νὰ ἐπεκτείνητε διὰ τῶν αὐθεντικῶν σας ἑρμηνειῶν. Θέλετε νὰ ὑποχρεώσητε πολίτας φορολογουμένους νὰ πληρώσωσι, χωρὶς νὰ ἐξετάσητε οὔτε τὸ πραγματικὸν αὐτῆς τῆς τόσον ἐξαιρετικῆς ἐν τῷ δικαίῳ βάσεως, ἐὰν ὠφελήθησαν καὶ πόσον. Ἐν τούτοις, ὅταν τὸ ἐξετάσητε, θὰ εὕρητε τὴν τυχὸν ὑπάρχουσαν ὠφέλειαν οὐδαμῶς σχετιζομένην μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ οἰκοπέδου, τὸ ὁποῖον καταλαμβάνει ἡ ὁδός. Ὑποθέσατε ὅτι ἐν θέσει τινὶ ὑπάρχει οἰκίσκος πτωχῆς οἰκογενείας, ἔχον πρόσωπον εἰς δύο ὁδοὺς, καὶ ἀνοίγεται καὶ πρὸς βοῤῥᾶν λόγου χάριν, τρίτη ὁδὸς, ἥτις καταλαμβάνει ἓν γήπεδον ἀξίας, καὶ λέγετε εἰς τὸν κύριον τοῦ οἰκίσκου «πλήρωσε.» Διατὶ νὰ πληρώσω; Μήπως ἐζήτησα νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ὁδός; μήπως συνεβλήθην; «Ὠφελεῖσαι», τῷ λέγετε. — Πῶς καὶ τί ὠφελοῦμαι;—«Ὠφελεῖσαι τόσον, ὅσον ἀξίζει τὸ γήπεδον τὸ ῥυμοτομηθέν»· ἐνῷ ὁ πτωχὸς οὐδὲν ἄλλο προσεπορίσθη ἢ ῥεύματά τινα ἀέρος διὰ τὸν χειμῶνα. Καὶ ἐνῷ θὰ ὑποχρεωθῇ αὐτὸς νὰ πληρώσῃ, δὲν ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τίποτε ὁ ἔχων μέγαρον παραπλεύρως καὶ πολυτελῆ καταστήματα, τὰ ὁποῖα, ἀφαιρεθέντος τοῦ μέρους ἐκείνου, κατέστησαν περίβλεπτα διὰ τῆς καθέτου πρὸς τὸ μέγαρόν του ὁδοῦ. Καὶ ἦτο δυνατὸν, Κύριοι, νομοθέτης σωφρονῶν, ἐπιλαμβανόμενος τοῦ θέματος τούτου, νὰ ἀφήσῃ τὸ κακὸν ἀδιόρθωτον; ἠδύνατο νὰ μὴ τὸ περιορίσῃ τοὐλάχιστον, ἀφαιρῶν τὰς εὐρυτέρας καὶ συνηθεστέρας τοιαύτης ἀδικίας περιστάσεις: Ἀλλὰ βλάπτονταί τινες δῆμοι. Τοῦτο δὲ εἶναι ἔτι πλέον σκανδαλῶδες, τὸ νὰ ληφθῇ ὡς ἀφετηρία καὶ βάσις νομοθετήματος, ἀνατρέποντος στοιχειώδεις κανόνας δικαίου καὶ κεκτημένα δικαιώματα, τὸ ὅτι βλάπτεται ὁ δεῖνα ἢ δεῖνα δῆμος! Ἑκατομμύρια ἂν ἐπρόκειτο νὰ θυσιάσητε, ἠδύνασθε νὰ τὰ θυσιάσητε, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ θυσιάσητε, εἶναι οἱ θεμελιώδεις καὶ αἰώνιοι κανόνες, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζεται πᾶσα κοινωνία. Τὸ δικαίωμα ἑνὸς πολίτου, τοῦ νὰ μὴ ζημιωθῇ ἀδίκως οὔτε 10 δραχμὰς, εἶναι πολὺ ἀνώτερον ἀπὸ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ πληρώσῃ χιλιάδας εἷς δῆμος. Καὶ ἂν ὁ δῆμος δὲν ὑπερήσπισε προσηκόντως τὰς ὑποθέσεις του, πρέπει νὰ πληρώσουν πτωχοὶ ἄνθρωποι διὰ τὴν ἀμέλειαν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δήμων; διότι οὐδέποτε ὁ δῆμος δύναται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὑπερμέτρως διὰ τῆς δαπάνης ῥυμοτομιῶν, ἐὰν αὗται ἐκτελῶνται μετὰ στοιχειώδους συνέσεως, πάντοτε δὲ εἰς τὸν δῆμον καὶ τοὺς δημότας ἐν γένει θὰ ἦναι πολὺ ἀνωτέρα ἡ ὠφέλεια ἡ ἐκ ῥυμοτομιῶν ἀπὸ τὴν πληρωμήν τινων γηπέδων. Καὶ ὅταν πληρόνῃ ὁ δῆμος, πληρόνουν χιλιάδες δημοτῶν, δηλ. μίαν ἀναλογίαν, ἓν πολλοστημόριον ἕκαστος μηδαμινόν. Αἱ ἀληθεῖς λοιπὸν ἀποζημιώσεις δὲν εἶναι ἐπαισθηταὶ εἰς ἕνα δῆμον. Ἀλλ’ ὁ δῆμος θέλει νὰ κατασκευάσῃ μετὰ σπατάλης ὁδοὺς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ὑπερασπίζεται τὰς ὑποθέσεις του. Ἔ! λοιπὸν διὰ τοῦτο θὰ καταστρέψωμεν τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν; Καὶ ἂν θέλωμεν νὰ βραβεύσωμεν τὸν δῆμον αὐτὸν διὰ τὴν παραμέλησιν τῶν ὑποθέσεών του, ἢ τέλος πάντων νὰ τὸν σώσωμεν, ἂς ψηφίσωμεν μίαν ἐπικουρίαν χρηματικὴν, ἵνα τὸν σώσωμεν, δαπάναις χρημάτων τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ δαπάναις πάσης κοινωνικῆς βάσεως δικαίου. Καὶ τόσον ἀναμφισβητήτου ἀρχῆς τὴν ἀναγνώρισιν εὑρίσκετε καθιερωθεῖσαν διὰ νόμου ἑρμηνευομένου ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀσφαλῶς διὰ νομολογίας σταθερᾶς τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν δικαστηρίου. Καὶ ὅμως ἔρχεσθε νὰ ἀνατρέψητε τὰ πάντα συλλήβδην! Καὶ ἔλεγεν ὁ προαγορεύσας, νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συνίστα νὰ κανονίσωμεν διὰ νόμου, εἰς ὃν ῥητῶς νὰ δώσωμεν καὶ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, «νὰ μὴ τὸ ἀφήσωμεν, λέγει, εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ νὰ τὸ κανονίσωμεν ἡμεῖς!» Ποῦ ἠκούσθη νὰ λέγηται αὐθαιρεσία ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων παρὰ τῶν δικαστηρίων; Καὶ ἀγνοεῖτε ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ συνταγματικὸν βασίλειον, τὸ ὁποῖον λάμπει εἰς ὅλον τὸν κόσμον διὰ τὰς ἀρχὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζεται, εἶναι βεβαίως τὸ Κράτος ἐκεῖνο, ἐν τῷ ὁποίῳ τὴν περιφανεστάτην θέσιν ἔχει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία; Τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος εἶναι μέγα καὶ εὐνομούμενον, διότι ἔχει πρὸ πάντων ὑψηλὰ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ταύτης τὸ ὕψος εἶναι ἡ κυριωτέρα δύναμις τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἀγγλίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ κύρωσις ἡ μεγάλη καὶ αὐτῶν τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῆς εὐδοκιμήσεως τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἡμεῖς ἐδῶ, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, λέγομεν νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ νὰ παραλάβωμεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, δηλ. νὰ ἀνατρέψωμεν πᾶσαν ἀρχὴν, νὰ θέσωμεν εἰς κίνδυνον τὴν ὕπαρξιν τῆς κοινωνίας. Καὶ εἶπον, Κύριοι, εὐθὺς ἐν ἀρχῇ, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῆς χρήσεως τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων. Καὶ ἰδοὺ, μόλις ἀποπειρώμενοι νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν ἔκτακτον ταύτην ἐξουσίαν, δὲν ὀπισθοχωροῦμεν ἀμέσως οὐδ’ ἀπέναντι τῶν καταφανῶν, οὐδ’ ἀπέναντι σταθερᾶς νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τίς θὰ μᾶς σταματήσῃ ἀπέναντι ἀπείρων ἄλλων, ὀλιγώτερον ἀσφαλῶν, ὀχυρωμάτων; Θέλομεν εἰσέλθει ἀκατασχέτως εἰς τὴν φρικτὴν κατωφέρειαν ταύτην τῶν ἑρμηνευτικῶν νόμων. Ἠξεύρετε ποῦ βαδίζομεν; Νὰ ἀποφαινώμεθα περὶ τῶν ὑποθέσεών μας· ἡμεῖς οἱ διάδικοι θὰ δικάζωμεν καὶ θὰ καταδικάζωμεν τοὺς ἀντιδίκους. Καὶ τίς ἡμῶν δὲν ἔχει τι ἄμεσον ἢ ἔμμεσον συμφέρον οἱονδήποτε ἐκ τῆς ἑρμηνείας τοιούτων νόμων; Καὶ ὁ μὲν δικαζόμενος ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ δικαστοῦ τοῦ ἐνδιαφερομένου, ἀλλ’ ἡμεῖς, βλέπετε, εἴμεθα δικασταὶ ἀνεύθυνοι καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἡμῶν ὑποθέσεων, δικασταί, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ προταθῇ ἡ ἐξαίρεσις! Τὸ πρᾶγμα εἶναι—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις—φρικτὸν καὶ τερατῶδες. Παραλαμβάνομεν ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, πλήττομεν καὶ συντρίβομεν κεκτημένα δικαιώματα ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῶν ἑρμηνευτικῶν νόμων καὶ, ὅπως ἐδῶ πρέπει νὰ εἴπῃ πλέον κανεὶς, διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἑρμηνευτικῶν νόμων, ἐνθυμούμενος ἄλλας πράξεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται διὰ μεθόδων, ὡς λέγεται, ἰδιαζουσῶν. Καὶ μήπως καὶ εἰλικρινῶς ἕκαστος δὲν δύναται νὰ ὑποθέτῃ ὅτι ἔχει δίκαιον; Καὶ μὴ τρομάζετε κἂν μηδὲ ἐκεῖνο, ἐξ οὗ ἐκτάκτως δύναται νὰ προκύψῃ ἀνάγκη τις αὐθεντικῆς ἑρμηνείας καὶ ὅπερ ἐνταῦθα ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει πλέον, μὴ τρομάζετε τὴν ἀστάθειαν τῆς νομολογίας, διότι πολλάκις εἶναι γνωστὸν—καὶ ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν—ὅτι, ὅταν εὑρέθη ἡ νομολογία ἀπέναντι καταφανοῦς ἀδικίας ἀπειλουμένης, προσέφυγε, χωρὶς ἴσως καὶ νὰ τὸ ἐννοῇ, προσέφυγεν ἔστω εἰς τὸ νὰ ἀνακρούσῃ πρύμναν ἀπέναντι ἑνὸς δικαίου προφανοῦς ἀπειλουμένου, ἔστρεψε τὸ πηδάλιον ἡ νομολογία ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἡ τοιαύτη στροφὴ βεβαίως εἶναι ἱερὰ καὶ σεβαστὴ, ἢ τοὐλάχιστον ἀνεκτὴ, ἀλλὰ μόνον ὅταν προέρχηται ἐκ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ εἴμεθα, Κύριοι, ἐπαναλέγω, ἀναρμόδιοι νὰ ἐπιληφθῶμεν ἀκινδύνως τοιούτων ζητημάτων. Ὁ ἐπηρεασμὸς τῶν ἕξεων τῶν κοινοβουλευτικῶν καὶ τῶν κομματικῶν ἀγώνων εἰς νομοθετικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ σῶμα πολιτικὸν, κλυδωνιζόμενον ὑπὸ ὁρμῶν καὶ τάσεων, κατὰ κανόνα ἀποτελουσῶν τὴν ζωὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὁ τοιοῦτος ἐπηρεασμὸς ὁ ἀναπόφευκτος ὅ,τι ὀλέθριον ἀποβαίνει, ἐὰν ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξουσίας τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων. Ἐν τῷ κλύδωνι τῶν πολιτικῶν διαιρέσεων δὲν ῥίπτονται τοιαῦτα ἀντικείμενα. Ταῦτα συζητοῦνται μὲ τὴν κεφαλὴν κύπτουσαν ἐνώπιον ἄλλης τραπέζης καὶ οὐχὶ ἀνυψουμένην ἀπὸ τῆς στενῆς αὐτῆς σανίδος τοῦ ὑψηλοῦ πολιτικοῦ βήματος· ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως παντὸς ἄλλου ἐπηρεασμοῦ, ὑπάρχει τι ἕτερον, νοθεῦον καὶ δηλητηριάζον τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν. Εἶναι ἡ ἀνάμιξις δύο πραγμάτων ἀντιθέτων, ὅπως καὶ ἐν τῇ χημείᾳ συμβαίνει, ὅτι δύο οὐσιῶν ἀκινδύνων καθ’ ἑαυτὰς ἡ ἀνάμιξις δύναται νὰ παραγάγῃ τὸ χειρότερον δηλητήριον. Σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύετε, ἔχετε καὶ τὴν δύναμιν νὰ νομοθετῆτε. Ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ νὰ νομοθετῆτε, ἐπηρεάζεται ἢ ἐνθαῤῥύνεται ἡ ἑρμηνευτική σας ἐξουσία. Θέλετε νὰ ἑρμηνεύσητε καὶ δὲν ἑρμηνεύετε, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἑρμηνείας καταργεῖτε τὸν νόμον, διότι ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ νομοθετήσητε. Θέλετε νὰ νομοθετήσητε, ἀλλ’ εἶσθε ἐν τῷ νομοθετεῖν ὑποτεταγμένοι, ἵνα σεβασθῆτε αὐτὸν τὸν δεσπότην, τὸν ὑπάρχοντα νόμον· ἀλλὰ μία κίνησις τῆς χειρός σας, ἔστω καὶ ἀκουσία, αὐτὸν τὸν δεσπότην τὸν κρημνίζει εἰς τοὺς πόδας σας. Κάμνετε λοιπὸν κἄτι τι ἀνάμικτον, κἄτι τι νόθον καὶ ὀλέθριον. Εἶσθε περιβεβλημένοι δύο ἐξουσίας ἐν τῇ φύσει αὐτῶν ἀσυμβιβάστους. Ὡς ἑρμηνευταὶ, ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε τὸν ὑπάρχοντα νόμον, νὰ κύψητε εἰς αὐτόν· ὡς νομοθέται, ἔχετε αὐτὸν δοῦλον. Διὰ μίαν στιγμὴν κύπτετε, ἀλλὰ κύπτετε προσποιητῶς, καὶ μόνον διὰ νὰ συντρίψητε αὐτὸν ὑπὸ τοὺς πόδας σας. Ἀποτελεῖται λοιπὸν μία ἀνάμιξις δύο ἐξουσιῶν, ὡς θὰ ἐλέγομεν δύο οὐσιῶν, ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἀληθὲς δηλητήριον. Ζητῶ συγνώμην, Κύριοι, διότι παρέτεινα πολὺ τὸν λόγον, καὶ εὐχαριστῶ ἐπὶ τῇ εὐμενείᾳ ὑμῶν. Ἐπιλέγω μόνον ὀλίγας λέξεις. Σκεφθῆτε ὅτι πᾶν ἄλλο δύναται νὰ κλυδωνίζηται παρ’ ἡμῖν ἀκινδύνως, πᾶσα βλάβη ἄλλου κλάδου ἢ δημοσίας ἐξουσίας δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπανορθουμένη, ἀλλὰ τοιοῦτον ὀλίσθημα, ὁποῖον τὸ εἰς ὃ λεληθότως ὠθούμεθα ἐν τῷ θέματι τούτῳ, δύναται νὰ φέρῃ ἀνεπανορθώτους συνεπείας καὶ διὰ τὸ εὐεπίφορον τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἐθνικοῦ. Προσέξατε, μὴ καταστῶμεν τύραννοι τοῦ τόπου αὐτοῦ, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσωμεν, ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν μέθοδον τῶν ἑρμηνευτικῶν νόμων. Θὰ δικάζωμεν τὰς ἰδίας ἡμῶν ὑποθέσεις, παρασυρόμενοι, καὶ μόνον ὅπου θὰ γεννᾶται σύγκρουσις συμφερόντων μεταξὺ ἡμῶν, θὰ παρακωλύηται ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἡ αὐθεντική. Τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ πολλάκις. Ἀλλ’ ὄχι! ἄπαγε! τοιαῦται ἰδέαι εἰς Ἑλληνικὴν Βουλὴν βεβαίως ποτὲ δὲν δύνανται νὰ εἰσχωρήσωσι, πλάναι δύνανται νὰ εἰσχωρήσωσι, καὶ προσέξωμεν ἀπέναντι τοιούτων ὀλισθημάτων ἐπικινδύνων. Πρὸ παντὸς, Κύριοι, ἐὰν θέλωμεν νὰ μιμώμεθα Κράτος, τὸ ὁποῖον λάμπει εἰς τὸ στερέωμα τῶν ἐλευθέρων Πολιτειῶν διὰ τὰς συνταγματικὰς καὶ κοινοβουλευτικὰς αὐτοῦ ἐλευθερίας, ἀποκαλυφθῶμεν τὴν στιγμὴν ταύτην εὐλαβῶς ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι αὕτη εἶναι τὸ πραγματικὸν παλλάδιον τῶν ἐλευθεριῶν. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων τῆς Βουλῆς).
§56ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, θέλω νὰ ὑποκύψητε, ὡς νομοθέται, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων, καὶ οὐχὶ νὰ καταργήσητε τοὺς νόμους, ὡς ἑρμηνευταὶ αὐτῶν· ἐὰν δὲ ὁ νῦν ἐν ἰσχύϊ νόμος ἦναι ὁ ἀντίθετος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἡρμήνευσεν ὁ προαγορεύσας, ὀφείλετε νὰ ὑποκύψητε ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἰσχύοντος νόμου διὰ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν καλεῖσθε νὰ δώσητε εἰς αὐτόν. Διατὶ, Κύριοι, ὁ συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης καθιέρωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ ἑρμηνεύειν τοὺς νόμους ἐπισήμως; Βεβαίως διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων ἤθελε θέσει καὶ τὰ δικαστήρια καὶ αὐτὴν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν πολλάκις εἰς ἀντίφασιν περὶ τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τῶν νόμων καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν. Ὅταν λοιπὸν γεννᾶται μία πρόσφατος νομολογία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει, εἰμὴ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν διάρκειαν καὶ ἀντιτάσσηται πρὸς ἓν παρελθὸν 55 ἐτῶν, τὸ ὁποῖον καθιέρωσαν οἱ σοφώτεροι νομομαθεῖς τῆς Ἑλλάδος, ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ ἄρῃ πᾶσαν ἀντίφασιν, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ καθεστῶτος δικαστικῶς ἡμίσεως αἰῶνος καὶ ἑνὸς νέου καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἦλθεν, ἵνα διαταράξῃ τὰς νομικὰς σχέσεις διὰ μιᾶς νέας νομολογίας. Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ προαγορεύσας, λέγων ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύητε τοὺς νόμους, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο σᾶς τὸ ἔδωκεν ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις διὰ τοῦ καταστατικοῦ νόμου τῆς Πολιτείας. Δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὸν προαγορεύσαντα εἰς τὰς διαφόρους αὐτοῦ χαριτολογίας, ἀλλὰ θὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ θὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ζητήματος, ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς ἱστορίας τοῦ προκειμένου νόμου. Ὅτε, Κύριοι, ἐξεδόθη ὁ δημοτικὸς νόμος, κατὰ τὸ 1833, ἐπέφερε διάταξιν διὰ τοῦ ἄρθρου 18, ἐδαφίου 6, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κατασκευὴ καὶ ἡ συντήρησις τῶν δημοτικῶν ὁδῶν ἐπεβάρυνε τοὺς δήμους. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνθυμηθῆτε, ὅσοι μάλιστα εἶσθε γνῶσται τῆς πολιτικῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος, ὅτι οἱ δῆμοι μετὰ τὸν ἀγῶνα ἦσαν εἰς πενιχρὰν κατάστασιν καὶ ὅτι δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ δημιουργήσωσι δι’ ἰδίας αὐτῶν δαπάνης δημοτικὰς ὁδούς. Ὅτε δὲ κατὰ τὸ 1835 μετετέθη ἡ πρωτεύουσα ἐκ τοῦ Ναυπλίου εἰς Ἀθήνας καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη νὰ διαχαραχθῇ σχέδιον,—διότι πρὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης ἀμφιβάλλω ἂν ὑπῆρχον καὶ μηχανικοὶ ἐν Ἑλλάδι,—τότε, Κύριοι, οὐ μόνον πολιτειακὸν συμφέρον, ἀλλὰ καὶ κοινοτικὸν συμφέρον, καὶ ἰδιωτικὸν συμφέρον, ὑπηγόρευσαν τὸν λόγον τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 περὶ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, καὶ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἦλθεν, ἵνα ὑπηρετήσῃ τὴν πρωτεύουσαν, χάριν πολιτειακοῦ συμφέροντος, ἵνα ὑπηρετήσῃ τὸν δῆμον, χάριν κοινοτικοῦ συμφέροντος, ἵνα ὑπηρετήσῃ τὰ ἄτομα, τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ ὑπερτιμηθῶσιν αἱ ἰδιοκτησίαι καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀνέμενον ταῦτα νὰ ὠφεληθῶσι τεραστίως. Τί εἶπε λοιπὸν τὸ διάταγμα; Τὸ διάταγμα ἐκεῖνο καθιέρωσε τὴν εὐθύνην ὄχι μόνον τῶν παροδίων, καθιέρωσε καὶ τὴν εὐθύνην τῶν δήμων, ἀπέδωκε τόσην εὐθύνην εἰς τοὺς παροδίους, καθ’ ὅσον ὠφελοῦντο, κατὰ δὲ τὸ περιπλέον ὑπεχρέου τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων εἰς ἀποζημίωσιν. Τὴν διαφορὰν ταύτην θέλετε τὴν εὕρει ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὰς ὁδοὺς τὰς στενὰς, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰς πλατείας ὁδοὺς, τὰς ὁποίας ἀναφέρει τὸ διάταγμα ἐκεῖνο. Ἐὰν μὲν αἱ ὁδοὶ εἶχον πλάτος δέκα μέτρων, ὑπεχρέου τοὺς παροδίους εἰς ἀποζημίωσιν, ἐὰν ὅμως αἱ ὁδοὶ, ὅπως ἡ ὁδὸς Ἀθηνᾶς, εἶχον πλάτος μεγαλείτερον, διὰ τὸ ἐπὶ πλέον ὑπεχρέου τὴν κοινότητα, τουτέστι τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων εἰς ἀποζημίωσιν, δι’ ὅλας δὲ τὰς πλατείας καθιέρωσεν, ἕνεκα τῆς μεγάλης ὠφελείας τῶν παροδίων, τὴν ὑποχρέωσιν εἰς ἀποζημίωσιν κατὰ δέκα μέτρα, ἀλλὰ δι’ ὁλόκληρον τὸ κέντρον τῶν πλατειῶν καὶ πάλιν ὑπεχρέωσε τοὺς δήμους. Λοιπὸν ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο ὑψηλὸς, νὰ ὑπηρετήσῃ πολλὰ συμφέροντα, ὁ δὲ λόγος τοῦ νόμου, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπεχρέωσε τοὺς παροδίους, βεβαίως ἦτο ἡ ἄμεσος καὶ προσωπικὴ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἀπελάμβανον, διότι ἐξ ἀγρῶν ἀπέκτων γήπεδα πολύτιμα. Δὲν ἔχει λοιπὸν ὁ νόμος οὐδεμίαν βάσιν παράλογον, οὐδὲ ἄδικον. Αὐτὴ ἡ κατάστασις ἐξηκολούθει μόνον ἐν Ἀθήναις, διότι ἐννοεῖται ὅτι αἱ ἄλλαι πόλεις ἀκόμη δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν, ὥστε νὰ ἐπεκταθῇ τὸ σχέδιον τῶν Ἀθηνῶν εἰς αὐτὰς, καὶ νὰ καταστῇ ὑποχρεωτικὸν καὶ εἰς τὰς λοιπὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὸ 1867, τουτέστι μετὰ παρέλευσιν 30 καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν, ἐπῆλθεν νέος νόμος, ὁ νόμος τῆς 20 Ἀπριλίου 1867, ὅστις ῥητῶς ἐπεξέτεινε τὰς διατάξεις τοῦ Β. Διατάγματος περὶ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν εἰς ὅλας τὰς πόλεις, τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος. Καὶ διατὶ τοῦτο, Κύριοι; διότι, δι’ ὃν λόγον εὕρισκεν ὅτι ἦτο χρήσιμος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως εἰς τὰς Ἀθήνας, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον εὕρισκε χρήσιμον νὰ ἐπεκταθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ καὶ εἰς ὅλας τὰς πόλεις, τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν τὸ διάταγμα ἐκεῖνο εἶχε βάσιν λογικὴν, βεβαίως καὶ ὁ νόμος τοῦ 1867, ὁ ἐπεκτείνας τὴν ἰσχὺν τοῦ διατάγματος, εἶχε τοιαύτην βάσιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ ἐν τῇ αὐτῇ συνόδῳ εἰσήχθησαν δύο νόμοι, ὁ νόμος περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 καὶ ὁ νόμος ὁ γενικὸς περὶ ὁδοποιΐας, ἐν τούτοις ἐν τῇ μιᾷ τῶν συνόδων καὶ προγενέστερον ἐψηφίσθη ὁ νόμος ὁ ἐπεκτείνων τὴν ἰσχὺν τοῦ διατάγματος, ὁ δὲ ἕτερος ἔμενε διὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον καὶ διὰ τοῦτο τυγχάνει μεταγενέστερος κατὰ μῆνάς τινας, διότι ὁ πρῶτος ἐξεδόθη κατὰ Ἀπρίλιον, ὁ δ’ ἕτερος κατὰ Δεκέμβριον, τοῦ 1867, ὥστε ἡ ἡλικία τῶν δύο νόμων δὲν διαφέρει ἢ κατὰ ἑπτὰ μῆνας. Παρακαλῶ δὲ νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, διότι ἔχει μεγάλην σημασίαν, ἵνα ἐννοήσητε τὴν ἀμφιβολίαν, ἡ ὁποία γεννᾶται σήμερον, ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς, ὅπως ἑρμηνεύεται σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, ᾖναι ὀρθὸς καὶ ἐν ἰσχύϊ, ἢ ὄχι. Πῶς εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, ὁ εἷς καὶ αὐτὸς εἰσηγητὴς τῶν δύο νόμων, ὁ ὁποῖος συγχρόνως εἰσήγαγεν αὐτοὺς, ἀλλ’ ὁ μὲν ἐψηφίσθη προγενέστερον, ὁ δὲ ἕτερος μετὰ ἑπτὰ μῆνας μεταγενέστερον, νὰ ἔχῃ τοιαύτην προφανῆ ἀνακολουθίαν, ὥστε ὁ εἷς νόμος νὰ ἀναιρῇ τὸν ἕτερον; Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἐντελῶς παράλογον νὰ τὸ ὑποθέσητε. Καὶ ὅταν, Κύριοι, ἐψηφίζετο ὁ δεύτερος νόμος, ἐγεννήθη ἀμφιβολία καὶ ἐγεννήθη, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ πρῶτος ἀγορεύσας κ. Ταταράκης, ἀπὸ ἔγκριτον Βουλευτὴν καὶ νοήμονα ἄνθρωπον, τὸν τότε βουλευτὴν Ἀττικῆς Π. Κυριακὸν, καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Κουμουνδοῦρος, ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν τὴν προσήκουσαν, εἶπε δὲ, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ ἐκδοθέντος τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1867, μένει ἀκεραία καὶ πλήρης, καὶ κατ’ οὐδὲν μειοῦται ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ. Ἀντεῖπε, Κύριοι, κανεὶς ἐκ τῆς Βουλῆς; Ὄχι. Τί δὲ λέγουσιν οἱ ἑρμηνευταὶ ἐπὶ τοιαύτης περιστάσεως; Ὅταν, Κύριοι, ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας νόμου τινὸς, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ εἰσάγουσα τὸν νόμον καὶ ἡ Βουλὴ ᾖναι σύμφωνοι πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τότε ὁ δικαστὴς, ὁ ἐφαρμόζων αὐτὸν, ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν γραμματικὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο, ὅπως λέγει ὁ Waechter (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ διαφωνοῦσιν ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν νόμου τινὸς, ᾖναι σύμφωνοι ὅμως εἰς τὸ γράμμα, ὁ δικαστὴς ὀφείλει εἰς τὴν ἐκ τοῦ γράμματος προκύπτουσαν ἔννοιαν νὰ ἐμμένῃ, διότι ἐν τῷ γράμματι οὔτε τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἡ μονομερὴς γνώμη δηλοῦται. Ἀλλ’ ἐὰν σχέδιον νόμου, εἰσαχθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ παραδεχθῇ ἀνεπιφυλάκτως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐν ἀμφιβολίᾳ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δηλωθεῖσα». (Waechter εἰς τοὺς Πανδέκτας του. Τόμ. Αʹ § 26 ΙΙΙ σελ. 134). Καὶ ἐδῶ εἴμεθα εἰς αὐτὴν τὴν δευτέραν περίπτωσιν· ἐγεννήθη ἀμφιβολία, ἐπροτάθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀμφιβολία, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐξήγησε τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, καὶ ἡ Βουλὴ τὴν παρεδέχθη, καὶ οὐδεὶς ἀντεῖπεν. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα, Κύριοι, νὰ παρερμηνεύσωμεν τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐπίσης (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν πρότασίς τις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ περιορισμοῦ, ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι οἵαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ τῆς προτάσεώς της τὴν διετύπωσεν». Ἐδῶ δὲν ἔχομεν αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, διότι ὑπῆρξε τὸ ἀντίθετον. Λοιπὸν, Κύριοι, πῶς θέλετε νὰ ῥίψητε ἀμφιβολίαν εἰς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἀφοῦ ὁ ζῶν νόμος εἶναι ὄχι μόνον τὸ διάταγμα, ἀλλ’ ὁ ἐπελθὼν νόμος τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε κατηργήθη, ἐνῷ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἐν ἰσχύϊ καὶ δὲν κατηργήθη διὰ τοῦ μεταγενεστέρου νόμου τοῦ Δεκεμβρίου; ὥστε ὅσοι λόγοι ἐλέχθησαν ἐνταῦθα, ὅλοι εἶναι μάταιοι καὶ περιττοί. Δείξατέ μοι, ὅτι κατηργήθη ὁ νόμος, καὶ διὰ τίνος τρόπου κατηργήθη, καὶ τότε νὰ δεχθῶ τὴν ἐναντίαν γνώμην. Ἐὰν λάβητε τὰ πρακτικὰ, θέλετε ἴδει ποῖοι νόμοι καταργοῦνται διὰ τοῦ νόμου τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1867, ἤτοι τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας, τοῦ γενικοῦ. Θέλετε ἴδει, τί εἶπεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος. Ἐνῷ προσέθετε τὸ νομοσχέδιον, ὅτι καταργεῖται ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας τοῦ 1852, λέγει ῥητῶς: «προσθέσατε καὶ τὸν νόμον περὶ διοδίων», ὁ ὁποῖος ἴσχυε διὰ τὴν ὁδὸν Πειραιῶς. Ἀναφέρει μάλιστα καί τι περὶ Ἑπτανήσου, οὐδὲν δὲ λέγει περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου τοῦ Ἀπριλίου, τοῦ προγενεστέρου νόμου κατὰ 6 μῆνας. Λοιπὸν, σᾶς παρακαλῶ, ποῖοι εἶναι οἱ ἰσχύοντες κανόνες; Ἐὰν ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας ἦναι γενικὸς νόμος, δύναται ποτὲ ὁ εἰδικὸς νόμος τοῦ Ἀπριλίου νὰ καταργηθῇ διὰ τοῦ γενικοῦ νόμου; ποῦ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ δόγμα; ποῖοι νομοθέται, ποῖοι ἑρμηνευταὶ τῶν νόμων καθιέρωσαν τὸ ἀντίθετον δόγμα; Οὐδείς. Τότε μόνον καταργεῖται διὰ γενικοῦ νόμου εἰδικὸς νόμος, ἐὰν ῥητῶς καταργήσῃ αὐτόν. Ἐνόσῳ ῥητῶς δὲν καταργεῖ ὁ γενικὸς νόμος προγενέστερον εἰδικὸν νόμον, οὐδέποτε οἱ εἰδικοὶ νόμοι καταργοῦνται διὰ τῶν γενικῶν νόμων. Λοιπὸν τὸ διάταγμα καὶ ὁ νόμος τοῦ Ἀπριλίου εἶναι εἰδικὸς νόμος, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας εἶναι γενικός. Κατάργησις λοιπὸν δὲν ὑπάρχει καμμία. Ἵνα μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι δὲν εἶμαι ἀκριβὴς, σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 38 τοῦ νόμου τοῦ 1867 (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 38. Ὁ περὶ ὁδοποιΐας νόμος τῆς 2 Σεπτεμβρίου 1852 καὶ τὸ ἀπὸ 23 Ἰουνίου 1842 Β. Διάταγμα περὶ διοδίων ἐπὶ τῆς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ ὁδοῦ, καὶ πᾶς ἄλλος νόμος, ἀντιβαίνων εἰς τὸν παρόντα, καταργοῦνται, καθ’ ὅσον δὲν παραβλάπτονται κεκτημένα δικαιώματα.» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὐδὲν ἀναφέρει περὶ τοῦ νόμου τοῦ Ἀπριλίου. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ Ἀπριλίου δὲν εἶναι νόμος γενικὸς, ἀλλ’ εἶναι νόμος εἰδικὸς· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει κατάργησις ῥητὴ, ἵνα καταργηθῇ ὁ νόμος οὗτος τοῦ Ἀπριλίου κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνείας, κατὰ τοὺς κανόνας περὶ ἰσχύος τῶν νόμων. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νομικὸς ἄνθρωπος, λογικῶς σκεπτόμενος, ἀκολουθῶν τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου, νὰ δεχθῇ ὅτι κατηργήθη ὁ νόμος τοῦ Ἀπριλίου διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζετε, ὅταν εἰσέλθωμεν καὶ εἰς τοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνείας, εἰς τὰ κείμενα τοῦ νόμου, ὅτι θέλομεν εὕρει καμμίαν ἀντίφασιν; Πλάνην οἰκτρὰν πάσχει ὁ προαγορεύσας, ὁ ὁποῖος μετηρσιώθη εἰς ἡφαίστειον, εἰς τοὺς οὐρανοὺς, εἰς τὸν Ἥλιον, καὶ ἄλλοτε κατῆλθεν εἰς τὸν Ἅδην, ἄλλοτε ἀνέφερε κηδείας καὶ βρυκόλακας, καὶ δὲν ἐνέκυψεν εἰς τὴν μελέτην τῶν κανόνων τῆς ἑρμηνείας, καὶ αὐτοῦ τοῦ κειμένου, τοῦ κειμένου αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου τόσα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὀφείλω πρῶτον νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ΣΚΒʹ τῆς 20 Ἀπριλίου 1867, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι δὲν ἀπέθανεν ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἀλλ’ ὅτι ὁ νόμος ζῇ, καὶ θὰ ζήσῃ, καὶ ὅτι ὑφίσταται. Ὁ νόμος οὗτος τοῦ Ἀπριλίου περὶ ἐκτελέσεως τῶν σχεδίων τῶν πόλεων καὶ κωμῶν τοῦ Βασιλείου διὰ τῶν ἑπτὰ ἄρθρων αὑτοῦ κανονίζει, διὰ μὲν τοῦ πρώτου ἄρθρου τὸν ἐλάχιστον ὅρον τοῦ ἐμβαδοῦ, τοῦ προσώπου καὶ τοῦ βάθους τῶν παρὰ τὰς ὁδοὺς ἢ πλατείας ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις οἰκοπέδων, διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου κανονίζει τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν τεμαχίων ἐν πάσαις ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις τοῦ Κράτους, διὰ δὲ τοῦ τρίτου κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν ῥυμοτομουμένων γηπέδων, διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 4 ὁρίζει ῥητῶς τάδε: «Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ἀπὸ 9 Ἀπριλίου 1836 Β. Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, περὶ τῶν εἰς τὸ ἀρχικὸν σχέδιον ἑκάστης πόλεως καὶ κώμης ἀντιβαινουσῶν οἰκοδομῶν, τὸ ἄρθρον 8 τοῦ αὐτοῦ διατάγματος καὶ τὰ ἄρθρα 17, 18, 19, 20, 21, 22, 24, 26 καὶ 27 τοῦ περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου διατάγματος τῆς 12 Νοεμβρίου 1836 ἐφαρμόζονται εἰς ὅλας τὰς λοιπὰς πόλεις καὶ κώμας τοῦ Κράτους». Διὰ δὲ τῶν λοιπῶν τριῶν ἄρθρων του ὁρίζει ποῖαι ἄλλαι διατάξεις νόμων ἢ Β. Διαταγμάτων μένουσιν ἐν ἰσχύϊ καὶ ποῖαι καταργοῦνται. Λοιπὸν ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι γραώδης νόμος, δέκα αἰώνων, εἶναι νόμος 29 ἐτῶν, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόζετο μέχρι τῆς προχθὲς καὶ ἐφαρμόζεται μέχρι σήμερον καὶ λέγω ὅτι ἐφαρμόζεται μέχρι σήμερον, διότι ὅλοι οἱ μηχανικοὶ οὐδόλως ὑποστηρίζουσι τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐφαρμόζουσιν εἰς τὰς ῥυμοτομίας αὐτὸν τὸν νόμον, τὸν ἰσχύοντα, περὶ ῥυμοτομιῶν. Ἐὰν λοιπὸν αὐτὸς ἦναι ὁ νόμος περὶ ῥυμοτομιῶν, τὸν ὁποῖον καθιεροῖ τὸ διάταγμα καὶ τὸν ὁποῖον κυροῖ ἐκ νέου ὁ νόμος τοῦ Ἀπριλίου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῆτε, ὅτι μετὰ ἑξάμηνον ἦλθεν ὁ αὐτὸς νομοθέτης καὶ κατήργησεν ὅ,τι ἐδημιούργησε πρὸ ἑξαμηνίας; Θὰ ἦτο παράλογος ὁ νομοθέτης, καὶ εἶχε δίκαιον ὁ Κυριακὸς, ὁ Βουλευτὴς τότε, νὰ ἐρωτήσῃ «πῶς νομοθετεῖτε πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀναιρεῖ ὅ,τι ἐψηφίσαμεν προχθές;» Ἡ δὲ ἀπάντησις ἦτο ἄμεσος, φυσικὴ, ἀληθῶς ἐπεξηγηματικὴ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, καὶ ἡ Βουλὴ, Κύριοι, δὲν ἔφερε καμμίαν ἀντίῤῥησιν. Ἀλλ’ ὡς γνωμοδοτεῖ ὁ Waechter, ὅταν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ συμφωνῶσι περὶ τῆς ἐννοίας ἑνὸς νόμου, ἐννοεῖται ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ὀφείλει πᾶς δικαστὴς καὶ πᾶς ἐκτελεστὴς αὐτοῦ ν’ ἀκολουθήσῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔρχομαι εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου ΣΞΓʹ τοῦ 1867, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ πρόσκτησις τῶν ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καταλαμβανομένων ἰδιωτικῶν γαιῶν καὶ κτημάτων γίνεται εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν ὁδικῶν τῶν ἐπαρχιῶν φόρων, αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαὶ, παραχωροῦνται δωρεὰν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαὶ, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους· ἐξαιροῦνται τὰ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις τμήματα αὐτῶν, ὧν τὸ ἔδαφος ἀποζημιοῦται κατὰ τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διατάξεις...» Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα ἔχωσιν οὕτως, ὅταν λέγῃ ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπικαλοῦνται ὡς καταργήσαντα τὸν ἕτερον, ὅταν ὁμιλῇ περὶ γενικῶν διατάξεων περὶ ῥυμοτομιῶν, τί ἄλλο κάμνει, παρὰ κυροῖ τὰς προγενεστέρας περὶ ῥυμοτομιῶν διατάξεις τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 καὶ τοῦ νόμου τῆς 20 Ἀπριλίου τοῦ 1867; Ὁ προαγορεύσας εἶπεν ἄλλα ἀντ’ ἄλλων, ὅτι δὲν ἀφορᾷ τὰς ἀποζημιώσεις, ὅτι ἀφορᾷ τὰ σχέδια, ὅτι ἀφορᾷ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο ἀορίστως, ἐνῷ ῥητῶς ἀφορᾷ ὅλας τὰς διατάξεις περὶ ῥυμοτομιῶν καὶ αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαὶ διατάξεις, ὅσας καθιεροῖ τὸ διάταγμα καὶ ὁ νόμος τοῦ Ἀπριλίου. Λοιπὸν, ἐὰν τὰς καθιεροῖ, ἔχομεν τὴν βάσιν, ὅτι, ὅ,τι λέγει τὸ διάταγμα τοῦ 1836 καὶ ὁ νόμος τοῦ Ἀπριλίου 1867, εἶναι τὸ μόνον ἰσχυρὸν ἔρεισμα, καὶ αὐτὸ κυροῖ καὶ ὁ νόμος τοῦ Δεκεμβρίου 1867 περὶ ὁδοποιΐας, ὁ γενικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος οὐδόλως κατήργησε τὸν προγενέστερον, ὡς σᾶς εἶπον. Βλέπετε δὲ, ὅτι ὡς πρὸς τὰς ἐθνικὰς καὶ ἐπαρχιακὰς ὁδοὺς λέγει δαπάνῃ τίνος γίνονται, ὅτι γίνονται εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν φόρων, ἐξαιρεῖ δὲ τὰ τμήματα, τὰ διερχόμενα διὰ τῶν πόλεων καὶ κωμῶν, διότι δι’ αὐτὰ κηρύττει ποίους ὑπευθύνους; πάλιν τοὺς παροδίους καὶ διὰ τὰς ἐθνικὰς καὶ τὰς ἐπαρχιακὰς ὁδούς. Ποῦ δὲ κηρύττει τοὺς δήμους ὑπευθύνους; (ἀναγινώσκει): «...Αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαὶ, παραχωροῦνται δωρεὰν, ἐὰν δὲ ἰδιωτικαὶ, ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους.» Λοιπὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 34 πρόκειται περὶ γαιῶν ἐκτὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν κειμένων, καὶ δι’ αὐτὰς ὁρίζει ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος εἰς ἀποζημίωσιν εἴτε περὶ ἐθνικῆς, εἴτε περὶ ἐπαρχιακῆς, εἴτε περὶ δημοτικῆς ὁδοῦ πρόκειται· ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ τοῦ χώρου, ὃν ὅλαι αὗται αἱ ὁδοὶ καταλαμβάνουσιν ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις, τότε ὁ νόμος δὲν ὁμιλεῖ πλέον περὶ γαιῶν, ἀλλὰ περὶ ἐδάφους, ἀποφαινόμενος ὅτι τοῦτο ἀποζημιοῦται κατὰ τὰς γενικὰς περὶ ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διατάξεις· αἱ δὲ διατάξεις αὗται ποῖαι ἄλλαι εἰσίν, εἰμὴ ὅσας καθιέρωσε τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1836 καὶ ὁ κυρώσας καὶ ἐπεκτείνας αὐτὰς νόμος τῆς 20 Ἀπριλίου 1867; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ γαιῶν ἐκεῖ, ὅπου ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους, ὅταν δὲ λέγῃ ὁδοὺς δημοτικὰς, ἐννοεῖ τὰς ἐκτὸς τῶν πόλεων, κωμῶν καὶ χωρίων, ὅταν δὲ θέλῃ νὰ τηρήσῃ γενικὴν ἔκφρασιν δι’ ὅλας τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς, τὰς τε ἐντὸς καὶ τὰς ἐκτὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν κειμένας, μεταχειρίζεται τὴν λέξιν ἐν γένει. Καὶ ἰδοὺ τὸ ἄρθρον 8 τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐπαρχιακαὶ ὁδοὶ κατασκευάζονται δαπάνῃ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκ τῆς πρὸς τοῦτο προσδιωρισμένης ἀναλογίας τοῦ ὁδικοῦ πόρου. Εἰς τὰ τεχνικὰ ἔργα ἐπὶ τῶν ἐντὸς πόλεων, κωμῶν καὶ χωρίων τμημάτων τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, περὶ ὧν διαλαμβάνει τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ παρόντος νόμου, δὲν περιλαμβάνονται τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1856 ΤΝΗʹ νόμῳ· τὰ ἔργα ταῦτα μένουσιν εἰς βάρος τῶν παροδίων καὶ τῶν δήμων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ εἰρημένου νόμου. Τὰ αὐτὰ τεχνικὰ ἔργα ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐν γένει ὁδῶν ἐπιβαρύνουσι τοὺς παροδίους καὶ οὐχὶ τοὺς δήμους.» Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι, ὅπου θέλει νὰ μεταχειρισθῇ τὴν γενικὴν φράσιν περὶ ὅλων τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, μεταχειρίζεται τὴν φράσιν ἐν γένει, ὅπου ὅμως δὲν ἐννοεῖ τοῦτο, ἀλλὰ τὰς ἐκτὸς τῆς πόλεως ὁδοὺς, λέγει δημοτικαὶ, καὶ δημοτικαὶ ὁδοὶ εἶναι μόνον αἱ ἐκτὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν. Δὲν εἶναι δὲ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ προαγορεύσας, διατὶ αἱ μὲν ὀνομάζονται δημοτικαί, αἱ δὲ ἄλλαι κατατάσσονται εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν· καθόσον ἐκεῖ λέγονται δημοτικαὶ ὁδοὶ, διότι ἀποκλειστικῶς ὁ δῆμος πληρόνει δι’ αὐτὰς καὶ κατασκευάζονται, αἱ ἄλλαι δ’ ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, διότι πληρόνει ὁ ἰδιώτης, πληρόνουν οἱ παρόδιοι, καὶ δι’ αὐτὸ τὰς κατατάσσει εἰς τὴν τάξιν αὐτῶν, τὰς λέγει δὲ δημοτικάς, διότι εἶναι κοινῆς χρήσεως καὶ δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὰ ἄτομα, ἀλλ’ εἰς ὁλόκληρον τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τοῦ δήμου. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατόν, λέγουν, νὰ πληρόνω ἐγὼ καὶ νὰ ὀνομάζουν ἄλλον ἰδιοκτήτην; Καὶ δὲν ἐννοεῖτε ὅτι αὐτὸ εἶναι θυσία ἢ φόρος ἐπιβαλλόμενος ὑπὲρ τῶν δήμων; Καὶ ὅταν, Κύριοι, σᾶς φορολογῇ τὸ Κράτος, σᾶς φορολογῇ ὁ δῆμος, καὶ σᾶς λέγῃ, ὅτι «θὰ μοῦ δώσητε τόσον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῆς οἰκοδομῆς σας», τί ἄλλο πράττει, παρὰ δημεύει τὴν περιουσίαν σας διὰ φόρου; Ἀλλὰ ὀφείλετε νὰ ὑποκύψητε εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ νόμου, διότι ὁ φόρος εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα τῆς προστασίας καὶ τῆς ἀσφαλείας, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνετε. Ἐὰν λοιπὸν καὶ κατὰ τῶν παροδίων ἐπέβαλεν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, τί ἄλλο ἔπραξεν, εἰμὴ νὰ ἐπιβάλῃ μίαν φορολογίαν ὑπὲρ τῶν δήμων; Καὶ ἐνδέχεται μὲν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου νὰ συμβῇ μία ἀδικία, ἀλλ’ εἶναι νόμος σκληρὸς ὁ νόμος, ἀλλὰ εἶναι νόμος. Λοιπὸν δὲν δύνασθε νὰ ψέξητε τὸν νομοθέτην, διότι ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴν τὴν θυσίαν ὑπὲρ τῶν δήμων εἰς βάρος τῶν παροδίων, καὶ τὴν ἐπέβαλλε, κατ’ ἐμέ, δικαίως καὶ νομίμως, ἕνεκα τῆς μεγάλης ὠφελείας, τὴν ὁποίαν ἀποκτῶσιν οἱ παρόδιοι διὰ τῆς ῥυμοτομίας τῶν πόλεων καὶ κωμῶν. Δὲν ἀγνοῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ζημιωθῇ τις ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι χάνουσι τὰ γήπεδά των, ὅταν τύχῃ, ἢ νὰ ἦναι ὁ παρόδιος ἀφερέγγυος, ἢ νὰ ἦναι βεβαρημένος δι’ ὑποθήκης τοῦ παροδίου οἴκου ἢ γηπέδου του· τοῦτο εἶναι ἐντελῶς τυχαῖον, καὶ δὲν ἠγέρθη ποτὲ παράπονον ἐπὶ 55 ἔτη κατὰ τοῦ νόμου.
§57ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ διακόψωμεν;
§58ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ διακόψωμεν, δέχομαι.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 μ. μ.)
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Μαυρομαρᾶς παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁμιλίαν του.
§61ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν ἐνέχονται οἱ παρόδιοι καὶ οὐδέποτε οἱ δῆμοι, παρὰ μόνον ὅπου ὁ νόμος ἐπιβάλλει ῥητῶς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς δήμους. Στηρίζομαι δὲ οὐχὶ εἰς θεωρίας, ἀλλὰ εἰς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἐκ πλάνης ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου παρερμήνευσε. Καὶ ἐνταῦθα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἷς τῶν προλαλησάντων εἶπεν ὅτι ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας τοῦ 1867 ἦτο ἄγνωστος· ἀλλὰ φαίνεται ὅτι, μολονότι τυγχάνει δικηγόρος, δὲν τῷ ἔτυχεν εἰς τὸν δικηγορικόν του βίον τοιοῦτον ζήτημα. Ἂν ἀναγνώσῃ ὁ συνάδελφος τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὰς ἐκδοθείσας κατὰ τὸ ἔτος 1877, θέλει ἰδεῖ ὅτι πρὸ εἰκοσαετίας ἠγέρθη τὸ ζήτημα ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, καὶ κατὰ τὸ 1882 ἡ τότε ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν τελευταίαν νομολογίαν, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος εἶχε τότε δικαστὰς οὐχὶ ὑποδεεστέρους κατὰ τὴν νομομάθειαν ἀπὸ τοὺς σημερινούς, διότι ὅλοι ἐκεῖνοι ἦσαν ἡμέτεροι διδάσκαλοι, ἦσαν ὁ Παπαῤῥηγόπουλος, ὁ Οἰκονομίδης καὶ ἄλλοι νομομαθέστατοι ἄνδρες. Ἀπὸ αὐτοὺς ἐμάθαμεν ἡμεῖς τὰ νομικά, καὶ αὐτοὶ ἐφήρμοζον τὸν νόμον, ὡς τὸν ἑρμηνεύω ἤδη. Ὁ νόμος τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας ἦτο γνωστὸς ἔκτοτε ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του, καὶ οὐδέποτε ἐγνωμάτευσαν οἱ Ἀρειοπαγῖται ἐκεῖνοι ὅτι κατηργήθη. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ὁ νόμος καθιεροῖ τὸν γενικὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἐκύρωσεν ὁ νόμος τοῦ Ἀπριλίου 1867 καὶ τὸ διάταγμα τοῦ 1836. Πῶς τολμᾶτε νὰ μεταβάλητε τὸ γράμμα τοῦ νόμου; Ἔρχεται μία ἀπορία συναδέλφου, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ καὶ διὰ τὰς γνώσεις του καὶ διὰ τὴν πολιτικὴν φιλίαν, ἡ ὁποία μὲ συνδέει μετ’ αὐτοῦ· ἀπορεῖ, πῶς εἶναι δυνατὸν ἄλλος νὰ πληρόνῃ καὶ ἄλλος νὰ ᾖναι ἰδιοκτήτης, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ παρόδιος νὰ πληρόνῃ καὶ ἡ ὁδὸς νὰ ᾖναι δημοτική· τοῦτο, κατ’ αὐτὸν, ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, διατὶ δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ ἐθνικὰς ὁδοὺς, τὰς διερχομένας διὰ τῶν πόλεων καὶ κωμῶν; Ὁ λόγος τοῦ νόμου δὲν εἶναι ἄλλος, εἰμὴ ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ ὁδοὶ, καὶ αἱ δημόσιαι καὶ αἱ δημοτικαὶ, ὑπηρετοῦσι τὸ κοινὸν συμφέρον, εἶναι κοινῆς χρήσεως, εἶναι ἡ δημοσία περιουσία καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ δήμου, ἡ ἀνεκποίητος. Λέγουσιν ὅτι ὁ νόμος εἶναι δημευτικὸς, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ διατὶ; Μήπως καθιέρωσε τὸ δόγμα, ὅτι ἡ καταλαμβανομένη ἰδιοκτησία μένει ἄνευ ἀποζημιώσεως; Ἀλλὰ ὅταν κηρύττῃ ὑπευθύνους τοὺς παροδίους, τί ἄλλο καθιεροῖ ἢ τὴν ἀποζημίωσιν; ὅταν ἐπιβάλλῃ τὴν θυσίαν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, τί ἄλλο πράττει, εἰμὴ καθιεροῖ τὴν ἀποζημίωσιν; Δὲν βλέπω τὸν λόγον, ποῦ κεῖται τὸ ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλὰ νομίζουν, ὅτι ἡ λεγομένη ἐξαίρεσις ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ ἐθνικὰς ὁδοὺς, τὰς διερχομένας ἐκ τῶν πόλεων καὶ κωμῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ῥητῶς ἀναφέρεται ὅτι οἱ παρόδιοι εἶναι ὑπόχρεοι, νομίζουν ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἐξαίρεσις, καὶ ὅτι δῆθεν διὰ τὰς δημοτικὰς ἐνέχονται οἱ δῆμοι; Πλανῶνται οἱ Κύριοι, διὰ δύο λόγους, διότι ἡ ἐξαίρεσις ἐκείνη δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸν γενικὸν κανόνα τοῦ νόμου, τὸν ἀναγόμενον εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς πλατείας, τὰς ἐντὸς τῶν πόλεων, διότι διὰ τοῦ νόμου τίθεται ὁ γενικὸς κανὼν τῶν γενικῶν ῥυμοτομιῶν, ὅπως ὁρίζει τὸ βάρος τῶν ἀποζημιώσεων τὸ διάταγμα καὶ ὁ νόμος τοῦ Ἀπριλίου, ἡ δὲ ἐξαίρεσις ἀναφέρεται εἰς τὰς δημοσίας καὶ τὰς ἐπαρχιακὰς ὁδοὺς, διότι οἱ νόμοι δι’ ὅλας τὰς ῥυμοτομίας ἐπιβαρύνουσι τοὺς παροδίους. Οὕτω αἱ διὰ τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διερχόμεναι ἐθνικαὶ ὁδοὶ τοὺς παροδίους ἐπιβαρύνουσιν, αἱ ὑπόνομοι ὡσαύτως τοὺς παροδίους, αἱ ἐπαρχιακαὶ ὁδοὶ τοὺς παροδίους, αἱ δημοτικαὶ ὁδοὶ τοὺς παροδίους. Ἡ ἐξαίρεσις λοιπὸν τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν τῶν διὰ πόλεων διερχομένων, διὰ τὰ τμήματα τῶν ὁποίων ἐνέχονται οἱ παρόδιοι, ἐπικυρόνει τὸν κανόνα. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς ὑπομνήσω ἕνα κανόνα τοῦ δικαίου. Ὑπάρχει εἰς τοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνείας τὸ λεγόμενον ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἐπιχείρημα, ὅπερ χωρεῖ ὅπου ὁ νόμος ὁρίζει περίπτωσίν τινα καὶ δὲν ἀποκλείει ἑτέραν. Ἐδῶ ἡ ἐξαίρεσις αὐτὴ κυροῖ τὸν κανόνα, ὅτι ἐπὶ πάσης ῥυμοτομίας ἐντὸς τῶν πόλεων, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ὁδὸς, ἐνέχονται οἱ παρόδιοι καὶ οὐχὶ οἱ δῆμοι. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἑρμηνεία αὐτοῦ ἡ ἀληθής. Ἐὰν ἔχῃ ἀτελείας ὁ νόμος, ὁ ἤδη ἑρμηνευόμενος, δυνάμεθα νὰ ἐπιζητήσωμεν τὰς ἀτελείας αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον διὰ νόμου νέου. Ἐὰν συμβαίνωσιν ἀδικήματα εἰς παροδίους, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἀφαιροῦνται γήπεδα, συλλογισθῆτε ποῖα ἀδικήματα θὰ συμβῶσιν ὑπὸ τὴν νέαν νομολογίαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ καθιερώσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος, ὅτι οἱ δῆμοι ἐνέχονται εἰς τὴν ἀποζημίωσιν αὐτήν. Ἐὰν ἐξαιρέσητε δύο δήμους τοῦ Κράτους, ὅλοι οἱ ἄλλοι δῆμοι δὲν θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀποζημιώσωσιν οὐδένα ἰδιοκτήτην, οὗ τὸ γήπεδον ἀφαιρεῖται διὰ ῥυμοτομίας.
§62ΒΟΤΣΗΣ. Ἐὰν δὲν ᾖναι οἱ δῆμοι εἰς κατάστασιν, θὰ ᾖναι οἱ ἰδιῶται;
§63ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶναι σπάνιον πρᾶγμα νὰ μὴ ὠφεληθῇ ὁ παρόδιος ἐκ τῆς ῥυμοτομίας. Ἐγώ, λέγων ταῦτα, δὲν ἔχω νὰ ὑπερασπισθῶ ἀτομικὸν συμφέρον, τοὐναντίον ἔχω ἀντίθετον συμφέρον. Ἀλλὰ τὸ κείμενον τοῦ νόμου ἀπαντᾷ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ δώσητε, καὶ τὴν ὁποίαν ἐκ πλάνης ἐζήτησε νὰ καθιερώσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος, εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ἰδοὺ ἡ ἀντίθεσις καὶ ἡ διάκρισις ὑπάρχει εἰς τὴν φράσιν τοῦ νόμου, διότι, ὅπου ὁμιλεῖ περὶ τῶν γενικῶν διατάξεων, λέγει «ἔδαφος», ὅταν δὲ ὁμιλῇ περὶ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν, λέγει «γαῖαι»· ἐννοεῖ δὲ γαίας προσοδοφόρους, καὶ κανονίζει καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀποζημιώσεως, ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος. Βλέπετε ὅτι τὰ κείμενα τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ ἐπικαλεσθῆτε, πολεμοῦσι καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνείας τὰς ἰδέας σας καὶ τὰ ἐπιχειρήματά σας. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι ὅτι ὑπάρχει ἀσάφεια ἐν τῷ νόμῳ. Ἐπὶ τῆς ἀσαφείας ἔρχεται βοηθὸς ἡ ἱστορία τοῦ νόμου, διότι ἡ ἱστορικὴ ἑρμηνεία χρησιμεύει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ ἱστορικὴ ἑρμηνεία εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπερασπίζομαι· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν σᾶς ἀρκῇ αὕτη, ἔρχεται ἡ λογικὴ ἑρμηνεία καὶ ἡ συστηματικὴ ἑρμηνεία. Τί λέγει ἡ συστηματικὴ ἑρμηνεία; ὀφείλετε νὰ ἀναλύσητε τοὺς σχετικοὺς νόμους ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, νὰ εὕρητε ἂν ἡ ἀντίφασις αὐτῶν δύναται νὰ ἐκλείψῃ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ συμβιβάσητε τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἔννοιαν αὐτῶν καὶ ἂν δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς ἀποτέλεσμα· τότε οἱ νόμοι δὲν ἔχουσι ἀντίφασιν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἀντίφασις δὲν ὑπάρχει, διότι ὁ συμβιβασμὸς κατὰ τὴν συστηματικὴν ἑρμηνείαν εἶναι εὔκολος, διότι ἔχομεν καὶ ἀξίωμα, ὅτι «καὶ οἱ προγενέστεροι νόμοι εἰς τοὺς μεταγενεστέρους ἕλκονται καὶ ἐπὶ τῶν αὐτῶν κρατοῦσι προσώπων καὶ πραγμάτων». Λοιπὸν ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τοῦ Ἀπριλίου δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὸν νόμον τοῦ Δεκεμβρίου περὶ ὁδοποιΐας. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως ἀντίφασις. Καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ τούτου, σᾶς ἀναφέρω τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἰδίου νόμου τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατασκευὴ τῶν οὕτως ἀποφασιζομένων ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν, δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν ὁδῶν καθίσταται ὑποχρεωτικὴ εἰς τὸ Δημόσιον, τὰς ἐπαρχίας, τοὺς δήμους, τὰς πόλεις, τὰς κώμας, τὰ χωρία καὶ τὰς συνοικίας, ἐφ’ ὅσον εἰς ἕκαστον ἀνήκει, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου». Βλέπετε ὅτι διαστέλλει τὸ ἄρθρον τοῦτο, λέγον ὅτι ἐνέχεται τὸ Δημόσιον, ἡ ἐπαρχία, ὁ δῆμος, ἡ πόλις, ἡ κώμη, τὸ χωρίον. Ἐὰν ἀπὸ ὅλα ταῦτα ἐξαιρέσητε τὴν πόλιν, ἐὰν ἐπιῤῥίψητε εἰς τὸν δῆμον τὴν ἀποζημίωσιν διὰ τὴν πόλιν, τότε πῶς ἐνέχεται ἡ πόλις; Διὰ τῆς εὐθύνης τῶν παροδίων. Ῥητῶς ὁ νόμος τῆς ὁδοποιΐας καθιεροῖ τὴν εὐθύνην τῶν παροδίων, διότι λέγων ταῦτα ἐννοεῖ τὴν ῥυμοτομίαν τῆς πόλεως εἰς βάρος αὐτῆς τῆς πόλεως, ἧς μέλη εἰσὶν οἱ παρόδιοι πολῖται. Ἐδῶ προκαλῶ τοὺς ἀντιπάλους νὰ μὲ ἀναιρέσωσιν. Ὁ νόμος καθιεροῖ ῥητῶς τὴν ἀποζημίωσιν εἰς βάρος τῶν παροδίων ἐπὶ τῶν ἀγυιῶν καὶ ἐγὼ δὲν βλέπω τὸ ἔδαφος, εἰς τὸ ὁποῖον ἵστανται. Ὁ προλαλήσας τῷ ὄντι χαριτολογῶν εἶπε πολλά, καὶ εἶπε μάλιστα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς νόμους, διότι δὲν δύνασθε σεῖς νὰ ἐννοήσητε τοὺς λόγους τῶν νόμων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἄλλοι ἐνομοθέτησαν· ἀλλὰ μὲ συγχωρεῖ ὁ προλαλήσας νὰ τῷ ὑπομνήσω, ὅτι, ὅταν λέγῃ ὅτι εἶσθε ἱκανοὶ νὰ νομοθετήσητε, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ ἑρμηνεύσητε, νομίζω ὅτι πολὺ ὑποτιμᾷ τὴν διάνοιαν τῶν νομοθετούντων. Ἐάν τις ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ νομοθετήσῃ, ὑποθέτω ὅτι εἶναι καὶ εἰς κατάστασιν νὰ ἐννοήσῃ καὶ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰ νομοθετήματα, ὡς καὶ τὰ παρ’ ἄλλων νομοθετηθέντα. Τώρα, ἐὰν ἡ αἰτιολογία τοῦ νομοσχεδίου ἦναι συνεπτυγμένη, ἐὰν δὲν ἠσχολήθησαν οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀναπτύξωσι νομικὰς θεωρίας, δὲν εἶναι δύσκολον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους νὰ ἐννοήσωσι τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑρμηνευομένου νόμου, διότι ὁ δυνάμενος νὰ νομοθετήσῃ δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ καὶ τὸ παρ’ αὐτοῦ νομοθετούμενον, ὡς καὶ τὸ παρ’ ἄλλων νομοθετηθὲν, οὔτε καταδικάζω τὴν διάνοιαν τῶν νομοθετῶν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ διακρίνωσι τὸ λευκὸν ἀπὸ τὸ μέλαν. Δὲν εἰσάγεται λοιπὸν διὰ τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου ξένη ἔννοια εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀνευρίσκεται ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ προλαλήσας νομίζει, ὅτι ἡ νεωτέρα νομολογία ἀνεκάλυψε τὴν λυδίαν λίθον, καὶ ὅτι αὐτὴ ἔσωσε τὸ πᾶν. Ἆρά γε ἐπὶ 55 ἔτη τόσον ἄδικος ἦτο ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία ἐφηρμόζετο καὶ ἠδίκει ὁλόκληρον τὸν κόσμον; Νομίζω, ὄχι. Ἐὰν ἡ νομολογία ἤλλαξεν, οὐδὲν τὸ καινόν. Μήπως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀνατροπῆς, ἐπὶ τῆς ἀνακοπῆς τῆς ἐκκρεμοῦς, ἐπὶ 40 ἔτη δὲν ὑπῆρχεν ἡ νῦν κρατοῦσα νομολογία, ἥτις μετεβλήθη ἐπὶ μίαν δεκαετίαν καὶ πάλιν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν παλαιάν; Καὶ τί εἶναι ἡ νομολογία; δὲν εἶναι παρὰ δικαστικὴ συνήθεια· εἶναι ἔργον ἀνθρώπινον, ἀνθρώπου μάλιστα ἀνευθύνου, διότι κυριαρχικῶς λύει τὸ ζήτημα ὁ δικαστὴς καὶ εἰς οὐδένα ἔχει νὰ δώσῃ λόγον, εἰμὴ μόνον εἰς τὴν συνείδησίν του καὶ εἰς τὸν Θεόν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι ἀνεύθυνος ὁ δικαστὴς, δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι αὐτὸς ἔχει τὸ ὀρθὸν ἐν τῷ νῷ καὶ δὲν δύναται νὰ πλανηθῇ; Τὸ πλανᾶσθαι εἶναι ἀνθρώπινον· δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω καμμίαν ἄλλην αἰτίαν ἢ μόνον τὴν πλάνην τῶν δικαστῶν. Ἐπικαλεῖται ὅμως τὴν νέαν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται ἢ εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀποφάσεις, ἐνῷ ἡ παλαιὰ νομολογία ἔχει ἀπειρίαν ἀποφάσεων. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν νομολογίαν εἶναι διῃρημένον, καὶ πρό τινων μηνῶν τὸ Βʹ τμῆμα ἀντέστη εἰς τὴν γνώμην τοῦ Αʹ τμήματος, καὶ ἠναγκάσθησαν πάλιν νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν ὁλομέλειαν, ὅπου κατὰ πλειονοψηφίαν οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην τῆς σήμερον ἐπεκράτησαν, ἀλλὰ θὰ μεταβληθῇ βεβαίως καὶ πάλιν, καὶ ἂν δὲν ψηφίσητε τὸν νόμον τοῦτον. Ἡ νομολογία λοιπὸν δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ, ἀλλ’ εἶναι ἁπλῆ συνήθεια, ἡ ὁποία μεταβάλλεται συχνάκις. Ἀλλὰ ὁ προλαλήσας συνάδελφος εἶπεν, ὅτι κυρίως δὲν πρέπει ἡμεῖς διὰ τῆς πλειονοψηφίας νὰ λύωμεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν δικαίωμα κατ’ αὐτὸν νὰ λύσωμεν, διότι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα κατ’ αὐτὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ ἥλιος κινεῖται περὶ τὴν γῆν καὶ ὄχι ἡ γῆ περὶ τὸν ἥλιον. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ φυσικοῦ νόμου; ἔχομεν τοὺς νόμους τοῦ Νεύτονος ἡμεῖς νὰ λύσωμεν; Ἡμεῖς εἴμεθα νομοθέται, ποιοῦμεν νόμους, καὶ δυνάμεθα νὰ ἑρμηνεύωμεν τοὺς νόμους, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή μας, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς νόμους τοῦ Νεύτονος. Ὥστε, νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ προλαλήσαντος ἦτο ἐντελῶς ἄστοχον. Ἀλλ’ ὁ προλαλήσας ἀπεκάλεσε τὴν νέαν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου κηδείαν τῆς παλαιᾶς νομολογίας. Ἤθελον νὰ ἠδύνατο νὰ μοὶ ἀποδείξῃ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἐὰν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι κατηργήθησαν, ἐὰν ὁ νόμος τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας κατήργησε τὸν νόμον τοῦ Ἀπριλίου 1867 περὶ ῥυμοτομιῶν, μετὰ πέντε μῆνας, διότι ἐγὼ οὐδαμοῦ εὑρίσκω τὴν κατάργησιν. Λοιπὸν πῶς κατηργήθη ὁ νόμος τοῦ Ἀπριλίου, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐκύρωσε τὸ διάταγμα, ὅπερ εἶχεν ἰσχὺν νόμου; Κύριοι, ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ παρεξηγῶμαι, ἐγὼ, ὡς ἄτομον, ἔχω τὸ συμφέρον νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀντίθετος νομολογία, τὴν ὁποίαν πολεμῶ. Λέγω τοῦτο, διότι ὑπηνίχθη ὁ προλαλήσας, ὅτι ἡμεῖς ἐρχόμεθα ἐνταῦθα νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ ἰδίων συμφερόντων. Ἐγὼ εἶχον, Κύριοι, κτῆμα ἐντὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ὅπερ ἐῤῥυμοτομήθη, ἀπεζημιώθην δὲ διὰ τὴν οἰκίαν, ἤτοι διὰ τὴν οἰκοδομήν· τὸ δὲ βάρος τῆς ῥυμοτομίας τὸ ὑπέστην ἐγώ, διότι μοὶ ἀπέμεινεν ἔκτασις 275 πήχεων. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἐζημιώθην; Δὲν ἐζημιώθην, ἂν καὶ ἀπεκόπησαν 400 πήχεις καὶ ἔγειναν ἔδαφος τῆς ὁδοῦ, διότι, ἐνῷ πρότερον ἤξιζε τὸ γήπεδόν μου 70 δραχμὰς τὸν πῆχυν, τὸ ἐπώλησα ἀντὶ 108 δραχμῶν τὸν πῆχυν, μετὰ τὴν ῥυμοτομίαν. Ἐὰν καθιεροῦτο ἡ νομολογία, ἣν θέλουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ἐγὼ θὰ ὠφελούμην, διότι εἶχον συμφέρον νὰ κινήσω ἀγωγὴν κατὰ τοῦ δήμου καὶ ν’ ἀποζημιωθῶ διὰ τὰς 400 πήχεις, αἱ ὁποῖαι μοῦ ἀφῃρέθησαν διὰ τῆς ῥυμοτομίας. Εἶχον κτῆμα καὶ ἐν Πειραιεῖ πέντε στρεμμάτων, τὸ ὁποῖον ὡς ἀγρὸς δὲν εἶχεν ἀξίαν ἄνω τῶν 400 δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Ἐπεξετάθη ἡ πόλις, ἐῤῥυμοτομήθη τὸ κτῆμά μου κατὰ τὸ ἥμισυ, καὶ ἐπώλησα τὸ ὑπολειφθὲν ἀντὶ πέντε δραχμῶν τὸν πῆχυν. Ἦτο δίκαιον νὰ ζητήσω ἀποζημίωσιν καὶ ἀπὸ τὸν δῆμον; Εἶναι δίκαιον οἱ ἔχοντες ἀγροὺς ἐν Πειραιεῖ ῥυμοτομηθέντας νὰ ζητῶσι ν’ ἀποζημιωθῶσιν ἀπὸ τὸν δῆμον; Αὐτὸ, νομίζω, ὅτι ὑπερβαίνει πᾶν μέτρον, ὅτι εἶναι ἄδικον. Ἓν ἀξίωμα νομικὸν λέγει «summum jus summa injuria», ἤτοι «τὸ ἄκρον δίκαιον εἶναι ἄκρα ἀδικία». Δι’ ὅλους λοιπὸν τοὺς λόγους, οὓς ἀνέφερα πρὸς ὑμᾶς, κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§64Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄπορον ἀληθῶς φαίνεται καὶ θαυμαστὸν εἰς ἐμὲ, ὦ ἄνδρες Βουλευταὶ, ὅτι νομοσχέδιον τοσοῦτον ἁπλοῦν, ὅσον τὸ προκείμενον, ἁπλοῦν τὴν ὑπόστασιν, ἁπλούστερον τὴν προαίρεσιν, ἀνάγεται ὑπὸ ἐνίων ἐνταῦθα εἰς περιωπὴν, ἀναβιβάζεται ὑπὸ ἄλλων μέχρι τοῦ ἰλιγγιώδους ὕψους τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν, καὶ προπέμπεται κατὰ τὴν εἰρηνικὴν αὑτοῦ ἀνὰ μέσον τῶν στηλῶν τῆς ἡμερησίας διατάξεως πορείαν ὑπὸ τοιούτων ἐπιτιμήσεων καὶ ὀνειδισμῶν, — καὶ δὲν πρέπει νὰ παραλείψω, καὶ τοὺς φοβεροὺς ἐκείνους βρυκόλακας, τοὺς ὁποίους ἐξαπέλυσε πρὸ ὀλίγου ἐναντίον του ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος συνάδελφος, — (γέλωτες) ὑπὸ τοιούτων, λέγω, δυσμενῶν σχολίων, ὑφ’ οἵων καὶ ὅσων οὐδὲν σχεδὸν ἄλλο νομοσχέδιον, ἐξ ὅσων ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις. Θαυμάζω ὅμως, καὶ ἀπορῶ πολὺ περισσότερον, ὅτι τὰς ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου παντοειδεῖς μομφὰς ἐπιῤῥίπτουσιν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι καὶ λόγῳ μορφώσεως ἄλλης καὶ λόγῳ μαθήσεως νομικῆς καὶ λόγῳ κοινοβουλευτικῆς ἐμπειρίας, — Veterani αὐτοὶ ἀληθεῖς εἰς τὴν κυδιάνειραν κονίστραν τοῦ Βουλευτηρίου, — ἦσαν εἰς κρείττονα θέσιν παντὸς ἄλλου νὰ ἐκτιμήσωσι τὸν χαρακτῆρα τοῦ νομοσχεδίου, νὰ διαγνώσωσι τὴν εἰλικρινεστάτην πρόθεσιν, νὰ ἐμβαθύνωσιν εἰς τὸ ἀληθὲς νόημα αὐτοῦ. Εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ πρὶν ἢ ὁ γραμματεὺς τοῦ Προεδρείου κατὰ τὰ νενομισμένα ἀναγνώσῃ τὸ ὀλιγόστιχον κείμενόν του, θόρυβος καὶ ὀρυμαγδὸς ἐγεννήθη ἐναντίου αὐτοῦ, ὁλόκληρος δὲ ἡ πτέρυξ αὕτη, ἡ δεξιὰ, ἐκινήθη, ὡς ἡ παρ’ Ὁμήρῳ ἀγορή, κύματα ὡς μακρὰ θαλάσσης, πολλὰ καὶ μεγάλα καταμαρτυροῦσα καὶ κατεμεμφομένη αὐτοῦ, ὡς ἀπαράδεκτον κρίνουσα, ὡς ἀντισυνταγματικὸν θεωροῦσα. Καὶ συνέβη, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον φαντάζομαι, μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν ὥρᾳ θέρους, τὴν ἐποχὴν τοῦ κυνηγίου, ἐν τῷ ἐλαιῶνι τῶν Ἀθηνῶν· μόλις που εἰς τὴν ἄκραν τοῦ ὁρίζοντος, εἰς αἰθέρια ἔτι ὕψη, ἐμφανισθῇ τις τρυγὼν, διακόσιοι, τριακόσιοι κυνηγοί, ἐλλοχεύοντες ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου, ἄλλος εἰς φράκτην καὶ ἄλλος ὑπὸ συκῆν ἢ ἐλαίαν, πυροβολοῦσιν ὅλοι συγχρόνως καὶ λυσσωδῶς, εἰς τρόπον ὥστε νομίζει τις, ὅτι παρευρίσκεται εἰς καμμίαν μάχην Ἀδούης· πληροῦσι τὸν ὁρίζοντα καπνοῦ καὶ αἰθάλης, ἀλλ’ ἀδιαφοροῦσιν ἐντελῶς, ἐκ τῆς μεγάλης σπουδῆς καὶ ἀνυπομονησίας, ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ φθάσωσι τὰ σφαιρίδια αὐτῶν εἰς τὸ ἀσφαλὲς ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἵπταται τὸ ἀθῶον πτηνόν. Εἰς τὴν πρώτην ἐμφάνισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐνώπιον ἡμῶν εἰς τοιοῦτον θέαμα παρέστημεν. Εἴδομεν ὅλους τοὺς ἀριστεῖς τῆς πτέρυγος ταύτης ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον, κἄποτε μάλιστα καὶ ἀνὰ δύο συγχρόνως, κραυγάζοντας ἐναντίον τοῦ ἐπικινδύνου ἐχθροῦ, καὶ ἐξορμῶντας εἰς δίωξιν τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ δημευθῶσιν αἱ περιουσίαι τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν! Ἐννοεῖται ὅτι, προκειμένου περὶ τηρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὁ ἀποσπασματάρχης, ὅστις ἤδη ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου ἀνέλαβεν οἰκειοθελῶς, ἄγρυπνος φρουρὸς, μὲ τὸ ὅπλον ἐπὶ βραχίονος, νὰ φρουρῇ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τὸ ἱερὸν Παλλάδιον τῶν ἡμετέρων ἐλευθεριῶν, παρέταξε τοὺς Μυρμηδόνας του, καὶ ἔβαλε τὰς πρώτας κραυγὰς τοῦ μεγάλου κινδύνου, ὃν διατρέχομεν. Συνεπίκουροι προσέτρεξαν καὶ οἱ ἄλλοι ἐλεύθεροι σκοπευταὶ, εἰς τρόπον ὥστε δὲν ὑπελείφθη εἷς ἀντιπολιτευόμενος, ὅστις νὰ μὴ ἔῤῥιψε καὶ αὐτὸς τὸ φυσίγγιόν του—ἐπιτυχῶς ἢ ἀνεπιτυχῶς ἀδιάφορον, διότι περὶ τούτου δὲν καταβάλλεται, ὡς φαίνεται, καὶ μεγάλη φροντὶς,—κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Ὑπέθετον καὶ ἤλπιζον, ὅτι σήμερον τὰ πράγματα θὰ ἦσαν ἠρεμώτερα, τὸ πολεμικὸν μένος μετριώτερον, ὅτι αἱ παρελθοῦσαι ἡμέραι θὰ ἐσαφήνισαν ἤδη ἱκανῶς τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχωσι περὶ αὐτοῦ οἱ πρῶτοι δισταγμοί· ἀλλ’ ἐπλανήθην· τὸ κακὸν ἐπεξετάθη, οἱ πυροβολισμοὶ ἐπανελήφθησαν, ἠκούσθησαν μάλιστα καὶ ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος (ἱλαρότης). Ἐγένετο παραδόξως σήμερον καὶ χρῆσις ὅπλων καὶ ὑλῶν ἀπηγορευμένων ὑπὸ τῆς συμβάσεως τῆς Γενεύης, ἐγένετο χρῆσις δυναμίτιδος (γέλωτες). Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔῤῥιψεν ἐδῶ κυτία ὁλόκληρα τοιαύτης, καὶ—πρᾶγμα παράδοξον—μὴ ἀρκούμενος εἰς τὰ πολεμικὰ ταῦτα καὶ καταστρεπτικὰ μέσα, ὅπως ἐκφοβίσῃ ἡμᾶς περισσότερον, ἐξαπέλυσε καὶ ἐκείνους τοὺς βρυκόλακας, τοὺς ὁποίους περιέφερεν ἐφ’ ἁμάξης (γέλωτες) εἰς ὅλους τοὺς δήμους τῆς Ἑλλάδος. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ ζήτημα λαμβάνει τοιαύτας διαστάσεις, καὶ φοβοῦμαι μήπως ἐκ τοιαύτης ζωηρᾶς καὶ ἀσυνήθους ἐπιθέσεως πτοηθῇ τις καὶ μεταβάλῃ γνώμην, ἐνόμισα καλὸν νὰ λάβω κἀγὼ τὸν λόγον, καὶ νὰ ἐρευνήσω ἐν συντόμῳ, ἂν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἦναι ἄξιον τῳόντι τοιαύτης κατακρίσεως καὶ καταδιώξεως, ἢ ἂν τοὐναντίον ἦναι χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον νὰ μεταβληθῇ τὸ ταχύτερον εἰς νόμον. Περὶ τίνος πρόκειται λοιπὸν, κύριοι συνάδελφοι; Ὑπάρχει τις νόμος εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, ἰσχύων ἀπὸ μακροῦ, καθ’ ὃν οἱ ἰδιοκτῆται γηπέδων, ἅτινα κατελήφθησαν ὑπὸ ἐθνικῶν ἢ ἐπαρχιακῶν ἢ δημοτικῶν ὁδῶν, ἔχουσι δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Πρὸς τοιαύτην ἀποζημίωσιν ὁ νόμος οὗτος κηρύττει ὑποχρέους εἴτε τὸ Κράτος, εἴτε τὸ ταμεῖον τῶν ὁδικῶν φόρων, εἴτε τὸν δῆμον, ἀναλόγως τοῦ εἴδους τῆς ὁδοῦ. Ὁσάκις ὅμως, λέγει ὁ νόμος, τὰ καταλαμβανόμενα γήπεδα εὑρίσκωνται εἰς τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ τὸ ἐντὸς τῶν πόλεων, ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν εἶναι οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται. Περὶ τοῦ νόμου τούτου, ἕνεκα ἀπροσέκτου, κατὰ τὴν γνώμην μου, τοποθετήσεως τῶν σχετικῶν περιόδων, ἐγεννήθη μία ἀσάφεια, μία ἀπορία. Ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, ἂν ὁ νόμος κηρύττῃ ὑποχρέους εἰς ἀποζημίωσιν τοὺς παροδίους, προκειμένου μόνον περὶ ἐθνικῶν ἢ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἢ προκειμένου καὶ περὶ δημοτικῶν ὁδῶν· λέγω, ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, ἂν ὁ νόμος γενικῶς προέβλεψε καὶ προενόησε περὶ ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους τῶν παροδίων ὡς πρὸς τὰ τμήματα ὅλων τῶν ὁδῶν ἀνεξαιρέτως καὶ ἀδιαφόρως, ἢ ἂν ἠθέλησε νὰ ποιήσῃ διάκρισιν, καὶ περὶ μὲν τῶν τμημάτων τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ ἐθνικῶν ὁδῶν νὰ κηρύξῃ ὑποχρέους τοὺς παροδίους, περὶ δὲ τῶν ἐν ταῖς πόλεσι τμημάτων τῶν δημοτικῶν νὰ κηρύξῃ ὑπευθύνους εἰς ἀποζημίωσιν τοὺς δήμους. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ νόμου τοῦ 1867, δηλ. ἐπὶ τέταρτον αἰῶνος, τὰ δικαστήρια παρεδέχοντο ὁμοφώνως, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐδημιούργησε καμμίαν διάκρισιν, καμμίαν ἐξαίρεσιν, ὅτι τὸ πνεῦμα αὐτοῦ καὶ τὸ γράμμα αὐτοῦ ἦτο, ὅτι ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν, προκειμένου καὶ περὶ δημοτικῶν ὁδῶν, ἐννοεῖται ἐν τοῖς τμήμασι τοῖς ἐντὸς τῶν πόλεων, εἶναι οἱ παρόδιοι. Ἀπὸ τοῦ 1891 ὅμως καὶ ἐντεῦθεν ἐπεκράτησε παραδόξως ἐν τῷ ἀνωτάτῳ δικαστηρίῳ ἄλλη γνώμη, ἡ γνώμη ὅτι ὑπεύθυνοι εἰς ἀποζημίωσιν εἶναι οἱ δῆμοι. Ἐπῆλθε διὰ τοῦτο καὶ παρὰ τοῖς δικασταῖς καὶ παρὰ τοῖς πολίταις σύγχυσις καὶ συζήτησις, ποία εἶναι ἡ ὀρθοτέρα γνώμη, καὶ ποία ἀνταποκρίνεται περισσότερον εἰς τὴν διάνοιαν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ νομοθέτου, ἡ πρώτη θεωρία ἡ ἰσχύσασα ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν, ἢ ἡ δευτέρα, ἡ ἀπὸ τοῦ 1891 ἐπικρατοῦσα; Ἐννοεῖται, ὅτι τοιαῦται συζητήσεις καὶ τοιαῦται διχογνωμίαι περὶ τῆς ἐννοίας ἑνὸς νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρατείνωνται ἐπ’ ἄπειρον. Συμφέρον ἔχουσι καὶ οἱ πολῖται, οἱ δικαζόμενοι καὶ οἱ δικάζοντες, καὶ ἡ κοινωνία, νὰ ὑπάρχῃ ἀσφαλὲς κείμενον νόμου, σαφῶς κανονίζον τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα ἑκάστου, ὅπως ἀσφαλῶς ἕκαστος γνωρίζῃ εἰς τί ὑποχρεοῦται, ἢ ποῖα δικαιώματα ἔχει, καὶ πρὸς ποίαν διεύθυνσιν πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνόρθωσιν παραβιασθέντος δικαιώματός του. Τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἵσταται ὑπεράνω ὅλων, καὶ ἐφορεύει εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν νόμων, δὲν ἔχει πλέον δικαίωμα, ἔχει καθῆκον νὰ παρέμβῃ εἰς λύσιν ὁριστικὴν τῆς γεννηθείσης διχογνωμίας, καὶ ἡμεῖς ἐπίσης, οἱ ἐκπροσωποῦντες ἐνταῦθα τὸ Κράτος, δὲν ἔχομεν μόνον δικαίωμα, κυριαρχικῶς ἀπονεμηθὲν ἡμῖν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, τὸ δικαίωμα τοῦ αὐθεντικῶς ἑρμηνεύειν τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἔχομεν καθῆκον πρὸς τὴν κοινωνίαν, τῶν συμφερόντων τῆς ὁποίας εἴμεθα ὑπηρέται, νὰ σπεύδωμεν τὸ ταχύτερον, ὁσάκις περὶ τῆς ἐννοίας ἑνὸς νόμου γεννᾶται ἀπορία καὶ ἀμφισβήτησις, νὰ ἐξηγῶμεν διὰ νομοθετικῆς ἑρμηνείας τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν αὐτοῦ, τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἐννοεῖ νὰ ἐπιβάλῃ. Καὶ τόσον θεωρεῖται, καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς ἐπιβεβλημένον τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς τὰ καλῶς διοικούμενα Κράτη, ὥστε ἀλλαχοῦ καὶ φροντὶς νομοθετικὴ ἐλήφθη ἐγκαίρως, ὅπως προκαλῆται ἡ νομοθετικὴ ἑρμηνεία, ὁσάκις γίνεται τοιαύτη ἀπορία ἢ διχογνωμία. Καὶ ἀναφέρω προχείρως εἰς ὑμᾶς τὸ Γαλλικὸν παράδειγμα, τὸν περὶ Ἀρείου Πάγου Γαλλικὸν νόμον τῆς 2 Ἰουλίου 1828, καθ’ ὃν, ὁσάκις ἡ γνώμη τοῦ Ἀκυρωτικοῦ συγκρούεται πρὸς τὴν γνώμην δύο Ἐφετείων, προκαλεῖται νομοθετικὴ ἑρμηνεία. Καὶ τοῦτο εἶναι λογικώτατον.
§65ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι κατηργημένος.
§66Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω τοῦτο. Ἀληθῶς ὁ νόμος οὗτος κατηργήθη μετὰ διετίαν ὑπὸ ἄλλου μεταγενεστέρου, ἀλλὰ καὶ ὁ δεύτερος οὗτος δὲν ἀφῆκε τὰ πράγματα, ὡς παρ’ ἡμῖν, ἀόριστα, ἀλλ’ ἀνεγνώρισεν ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Ἀκυρωτικοῦ, ἡ γνώμη τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶναι ὑποχρεωτικὴ εἰς τὰ δικαστήρια, τοῦθ’ ὅπερ ἐμποδίζει καὶ προλαμβάνει πᾶσαν σύγχυσιν καὶ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν, ἂν ἀφήσωμεν ἀνερμήνευτον τὸν νόμον, περὶ οὗ πρόκειται, τὸ ἄρθρον δηλ. 34 τοῦ νόμου τοῦ 1867, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἄλλα μὲν δικαστήρια καὶ τμήματα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος νὰ λέγωσι ναὶ καὶ ἄλλα νὰ λέγωσιν ὄχι. Ἔχομεν λοιπὸν ἀναντιῤῥήτως τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, προκειμένου περὶ ἀμφισβητήσεως τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, νὰ ἔλθωμεν νομοθετικῶς καὶ νὰ δώσωμεν τὴν ἀληθῆ ἐξήγησιν αὐτοῦ, νὰ σαφηνίσωμεν ὁριστικῶς πλέον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀσαφῶς ὁπωσοῦν ἐξέφρασεν ὁ νομοθέτης, ὁ συντάξας τὸν νόμον κατὰ τὸ 1867. Ἀπορῶ λοιπὸν, πῶς ἠκούσθησαν τοσαῦται φωναὶ ἐνταῦθα, ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον πράττομεν, νὰ δώσωμεν δηλ. μίαν νομοθετικὴν ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον, εἶναί τι τερατῶδες, εἶναί τι ἀντισυνταγματικόν, εἶναι, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος προχθὲς, δημευτικόν! Ἀλλ’ ἐρωτῶ πάντας αὐτοὺς καὶ τὸν ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον, τὸν ὁμιλήσαντα πρὸ ὀλίγου, ποῖον τάχα κεκτημένον, ὡς ἔλεγε, δικαίωμα προσβάλλομεν διὰ τῆς ἑρμηνείας ταύτης; Ἄν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ νόμος, ἐρωτῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, ποῖα δικαιώματα θὰ προσβάλωμεν; τίνος δικαιώματα κεκτημένα θὰ παραβιάσωμεν; ἢ τίνος περιουσίαν θὰ δημεύσωμεν; Ἄν τις ἀπηυθύνθη δικαστικῶς νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν ἐναντίον δήμου, καὶ ἔλαβεν ἤδη εἰς χεῖράς του τελεσίδικον ἀπόφασιν, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς οὐδὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ, καὶ οὐδένα κίνδυνον τρέχει, διότι αὐτὸς πλέον μετέβαλε τίτλον, καὶ ἀγωγὴ περὶ ἀχρεωστήτου ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ χωρήσῃ ἐναντίον του. Ἀπεζημιώθη, καὶ καλῶς καὶ ὁριστικῶς ἀπεζημιώθη. Ἄν τις ὅμως δὲν ἔλαβεν ἔτι τελεσίδικον ἀπόφασιν, ἔλαβε μίαν ἀπόφασιν Πρωτοδικείου ἢ Ἐφετείου, ἔχασέ τι; Ἔχει τι κεκτημένον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς διὰ τῆς ἑρμηνείας ταύτης πρόκειται νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀσυνειδήτως καὶ παρανόμως παρ’ αὐτοῦ; Τίνος τὴν περιουσίαν πρόκειται νὰ δημεύσωμεν; Καὶ κατὰ ποίαν λογικὴν θὰ γείνῃ ἡ δήμευσις; Τουναντίον ὠφελοῦμεν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐν τοῖς δικαστηρίοις προσφυγόντας, λέγοντες εἰς αὐτούς: Μὴ δαπανᾶσθε ἐπὶ ματαίῳ καὶ μὴ ζητεῖτε παρὰ τῶν δήμων ὅ,τι δὲν εἶναι καὶ πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιδικασθῇ εἰς ὑμᾶς. Κινηθῆτε ἀσφαλῶς ἐναντίον τῶν παροδίων, διότι τοὺς παροδίους θέλω καὶ ἐννοῶ ὑπευθύνους εἰς ἀποζημίωσιν.
§67ΒΟΤΣΗΣ. Κεκτημένα δικαιώματα δὲν καθιεροῦσιν αἱ ἀποφάσεις. Αἱ ἀποφάσεις ἀναγνωρίζουσι τὰ κεκτημένα δικαιώματα, δηλ. τὰ κεκτημένα δικαιώματα προϋπάρχουσι, καὶ αἱ ἀποφάσεις ἀναγνωρίζουσιν αὐτά.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ κρίνητε κατὰ πόσον ὑπάρχει τὸ δημευτικὸν, φαντασθῆτε περίπτωσιν, καθ’ ἣν, διαρκούσης τῆς κατὰ τοῦ δήμου διαδικασίας, ἐπῆλθε παραγραφή.
§69ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἄν ἐν τῷ μεταξὺ αἱ ἀγωγαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν καὶ εἶναι ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, παρεγράφησαν; τί θὰ γείνῃ; Κατὰ τίνος ἐγὼ, τοῦ ὁποίου παρεγράφη ἤδη τὸ δικαίωμα, θὰ στραφῶ;
§70ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. 27 ἔτη ἐσιώπα οὗτος, μέχρι τοῦ 1891. Πῶς τώρα ἠσθάνθη, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ οἰκείου δήμου;
§71Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅστις ἀφήνει νὰ παραγραφῇ τὸ δικαίωμά του, μόνον ἑαυτὸν πρέπει νὰ αἰτιᾶται, ἂν ὑποστῇ ζημίαν. Διὰ τοὺς ἀγρυπνοῦντας ὁ νόμος. Ἀφήσας νὰ παραγραφῇ τὸ δικαίωμά του, δὲν ἀπέκτησέ τι. Ἂν αὐτὸς ἐσφαλμένως ἀπηυθύνθη ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ ἀφῆκε...
§72ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀφῆκε.
§73ΗΛ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§74Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λοιπὸν φανερὸν, ὅτι νομοθετικῶς ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει ἑρμηνεύοντες, οὐδενὸς δικαιώματα παραβλάπτομεν, οὔτε τὸ Σύνταγμα παραβαίνομεν, οὔτε τῶν ἰδιωτῶν τὰ συμφέροντα δημεύομεν. Ἂς δείξωσι τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ ἓν παράδειγμα καταληπτὸν ζημίας θετικῆς, ἣν θὰ ὑποστῇ οἷος δήποτε ἐκ τῆς ἑρμηνείας ταύτης, περὶ ἧς συζητοῦμεν, καὶ ἐγὼ ὑπόσχομαι εἰς ὑμᾶς νὰ ψηφίσω μεθ’ ὑμῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ μεταχειριζώμεθα μεγάλας καὶ βαρυήχους λέξεις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικόν, δημευτικόν, ληστρικόν, ἀλλὰ πρέπει καὶ διὰ τῶν πραγμάτων καὶ θετικῶν ἐπιχειρημάτων νὰ πείθωμεν τοὺς ἀκροωμένους, ὅτι πράγματι εἶναι τοιοῦτον. Φέρετε λοιπὸν παράδειγμα τοιοῦτον, διὰ ν’ ἀποδείξετε ὅ,τι λέγετε. Ἀλλὰ φέρε νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν καὶ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου ἦναι τοιαύτη, ὁποίαν ἡμεῖς ἑρμηνεύομεν, ἢ ἦναι τοιαύτη, ὁποίαν παρεδέχθησαν τὰ δικαστήρια ἐσχάτως. Ὡμίλησάν τινες, ὅτι καθιερώθη παγία πλέον νομοθεσία, καὶ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ πλέον ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου ἦτο νὰ κηρύξῃ ὑποχρέους πρὸς ἀποζημίωσιν τοὺς δήμους. Ὁμιλοῦσι περὶ παγίας νομολογίας πέντε ἐτῶν, καὶ λησμονοῦσι παραδόξως, ὅτι ἡ ἀντίθετος νομολογία ἐπεκράτησεν ἐπὶ ἔτη πεντήκοντα πέντε, καὶ πεντήκοντα πέντε ἐτῶν νομολογία δὲν ἐθεωρήθη παγία, εἶναι ὅμως τοιαύτη ἡ νομολογία τῶν πέντε τελευταίων ἐτῶν. Παράδοξον ἀληθῶς!! Ὁμιλοῦσι περὶ τῶν νομομαθῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζονται πάντες, ἄνευ δισταγμοῦ πλέον, περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, καὶ λησμονοῦσιν, ὅτι οἱ αὐτοὶ νομομαθεῖς, οἱ ὁποῖοι πρὸ δύο μόλις ἐτῶν ἐξέφρασαν τὴν γνώμην, ὅτι ὑπεύθυνοι εἰς ἀποζημίωσιν εἶναι οἱ παρόδιοι, οἱ αὐτοὶ ἔρχονται μετὰ δύο ἔτη καὶ λέγουσι δι’ ἐγγράφου γνωμοδοτήσεως, ἀνακοινουμένης καὶ εἰς τὴν Βουλήν, τὰ ἀντίθετα, ὅτι δηλ. ὑπόχρεοι πρὸς ἀποζημίωσιν εἶναι οἱ δῆμοι.
§75ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὸ εἶπον ὡς δικηγόροι.
§76Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκω λ. χ. μεταξὺ ἄλλων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ νομομαθοῦς κ. Ι. Εὐταξίου εἰς γνωμοδότησιν κατὰ τὸ 1893 δημοσιευθεῖσαν ἐν τῇ «Θέμιδι», κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ῥητῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως καὶ διὰ λαμπρῶν ἐπιχειρημάτων, ὅτι ὑπόχρεοι πρὸς ἀποζημίωσιν ἐν περιπτώσει καταλήψεως γηπέδων ἐντὸς τῶν πόλεων εἶναι οἱ παρόδιοι, κατὰ δὲ τὴν 12 Ἰανουαρίου 1896 τοῦ αὐτοῦ κ. Ι. Εὐταξίου ἄλλην γνωμοδότησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν δὲν εἶναι πλέον οἱ παρόδιοι, εἶναι οἱ δῆμοι! Βλέπετε, ὅτι σοφὸς νομομαθὴς περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος περιπίπτει εἰς σύγχυσιν καὶ εἰς ἀπορίαν. Εἰς τὰ 1896 λέγει, ὅτι εἶναι οἱ δῆμοι, εἰς τὰ 1893 λέγει, ὅτι εἶναι οἱ παρόδιοι! Ἐντὸς δύο ἐτῶν μετέβαλε γνώμην.
§77ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν; Πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Εὐταξίας ἀπευθύνεται ὡς πληρεξούσιος ἰδιοκτητῶν, ἐνῷ εἰς τὴν προηγουμένην γνωμοδότησιν γνωμοδοτεῖ ὡς νομομαθής.
§78Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἡ γνώμη του ὡς νομομαθοῦς καὶ οὐχὶ ὡς δικηγόρου εἶναι ὑπὲρ τῆς ἰδέας ἡμῶν. Βλέπετε λοιπόν, ὁποία σύγχυσις ἐπικρατεῖ. Ἀφοῦ οἱ νομομαθεῖς, οἱ σοφοί, τοὺς ὁποίους ἐξεθείαζε προχθὲς ὁ κ. Εὐταξίας ἐνταῦθα, δὲν ἔχουσι σταθερὰν μορφώσει γνώμην, πῶς θέλετε ἡμεῖς νὰ ἀφήσωμεν τὰ δικαστήρια νὰ κυμαίνωνται, καὶ ἡ πλάστιγξ αὐτή, ἡ εὔθικτος, τῆς Θέμιδος νὰ ταλαντεύηται ἀενάως;
§79ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ τοῦ 1891 καὶ ἐντεῦθεν οὐδέποτε ἐταλαντεύθη.
§80Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποία ἐγγύησις ὑπάρχει, ὅτι δὲν θὰ ταλαντευθῇ αὔριον, καὶ ὅτι ὁ κ. Εὐταξίας, οὐχὶ ὁ συνάδελφος, ἀλλ’ ὁ νομομαθής, δὲν θὰ παρουσιάσῃ ἐνταῦθα τρίτην γνωμοδότησιν, ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθῃ πάλιν εἰς τοὺς παλαιοὺς ἔρωτάς του μὲ τὴν πρώτην γνώμην; Ποία ἐγγύησις ὑπάρχει, ὅτι καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος μετ’ ὀλίγους μῆνας, ἢ μεθαύριον, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, καλλίτερον ἐξετάζων τὰ πράγματα, δὲν θέλει μεταβάλει γνώμην;
§81ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Μήπως τὸ Βʹ τμῆμα δὲν ἀπεφάνθη;
§82ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπεφάνθη ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§83Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τί ἐμποδίζει τὴν ὁλομέλειαν νὰ μεταβάλῃ καὶ αὐτὴ γνώμην; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: εἶναι συμφέρον τῆς δικαιοσύνης, εἶναι συμφέρον τῆς κοινωνίας, περὶ τοῦ αὐτοῦ νόμου νὰ ὑπάρχῃ διπλῆ ἐξήγησις, νὰ δίδωνται καθ’ ἑκάστην ἀντιφατικαὶ ἑρμηνεῖαι; Καθῆκον ἔχει ἡ Βουλή, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, νὰ δώσῃ ἐπὶ τέλους τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου τούτου
§84ΒΑΛΕΤΑΣ. Νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ σήμερον καὶ ἐφεξῆς, ὄχι νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὸ παρελθόν. Περὶ αὐτοῦ νὰ εἴπητε.
§85Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της ἡ νομοθετικὴ ἑρμηνεία ἀνατρέχει εἰς τὴν χρονολογίαν τῆς συστάσεως τοῦ νόμου, ἀνατρέχει βεβαίως εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀναδρομῆς αὐτῆς δὲν προσβάλλει ἀπολύτως κανὲν δικαίωμα. Τοῦτο ἐξηγήθη ἤδη, καὶ θεωρῶ βέβαιον ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, μέχρις οὗ τοὐλάχιστον ὑμεῖς ἀποδείξητε δι’ ἐπιχειρημάτων πραγματικῶν τὸ ἐναντίον.
§86ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Προσβάλλει διπλοῦν δικαίωμα, ἂν γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, προσβάλλει τὸ δικαίωμα ἐκείνου, τοῦ ὁποίου καταλαμβάνεται τὸ γήπεδον καὶ οὗτινος ἀφαιρεῖται οὕτως ἡ ἰδιοκτησία, προσβάλλει καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ παροδίου, τὸν ὁποῖον ὑποχρεοῖ εἰς ἀποζημίωσιν. Οὕτως ἔχομεν διπλῆν δήμευσιν, ἐπερχομένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἂν γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους.
§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς· ἐὰν πρόκειται περὶ τμήματος ὁδοῦ καταλαμβανομένου ὑπὸ ἐθνικῆς ὁδοῦ, εἶναι ἀναντιῤῥήτως, κατὰ τὴν γνώμην ὅλων καὶ κατὰ τὸ σαφὲς γράμμα τοῦ νόμου, ὑπόχρεως πρὸς ἀποζημίωσιν ὁ παρόδιος, καὶ ταύτην τὴν ἀποζημίωσιν παραδέχονται καὶ τὰ Δικαστήρια ὁμοφώνως, ὡς νόμιμον καὶ ὡς συνταγματικὴν, διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπέβαλλον τοὺς παροδίους εἰς ἀντισυνταγματικὴν ἀποζημίωσιν. Δημεύεται ἡ περιουσία αὐτοῦ, ἐν τοιαύτῃ περιστάσει; Ἂν ἦναι ἐπαρχιακὴ ἡ ὁδὸς, δημεύεται ἡ περιουσία αὐτοῦ; Διατὶ νὰ ὑπάρχῃ διάκρισις μεταξὺ ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν ἀφ’ ἑνὸς, καὶ δημοτικῶν ὁδῶν ἀφ’ ἑτέρου; Καὶ πῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν μίαν περίστασιν εἶναι καὶ ἀναγνωρίζεται παρ’ ὅλων ὡς νόμιμον καὶ συνταγματικὸν, εἰς τὴν ἄλλην περίστασιν, τὴν ἀκριβῶς ὁμοίαν, γίνεται ἀντισυνταγματικὸν δημευτικὸν, λῃστρικόν; Μία εἶναι ἡ δικαιολογικὴ βάσις τῆς ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους τῶν παροδίων. Ἡ ἀποζημίωσις ἐκ μέρους τῶν παροδίων στηρίζεται εἰς τοῦτο, ὅτι ἐκ τῆς ἀνοίξεως τῆς ὁδοῦ ὠφελεῖται· κερδίζει ἐκ τῆς ἀνοίξεως ὁδοῦ ἐθνικῆς, κερδίζει ἐκ τῆς ἀνοίξεως ὁδοῦ ἐπαρχιακῆς, κερδίζει ἐκ τῆς ἀνοίξεως ὁδοῦ δημοτικῆς. Ἂν τότε ὁ νόμος ἦναι ἀντισυνταγματικὸς ὑπὸ τὴν μίαν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, εἶναι ἀντισυνταγματικὸς καὶ ὑπὸ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν θέλετε σεῖς.
§88ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιτρέπετε;
§89Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν λοιπὸν ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ ποιήσητε διάκρισιν. Μόνον κακῶς κατέταξε τὰ κῶλα τοῦ ἄρθρου 34, καὶ ἐκ τῆς κακῆς αὐτῆς κατατάξεως ἐγεννήθη αὐτὴ ἡ δῆθεν ἀσάφεια, ἡ ὁποία παραδόξως, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην καὶ τὴν γνώμην πολλῶν ἐμπειροτέρων ἐμοῦ, ἀπεπλάνησε καὶ τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὁ νομοθέτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ: «Ἴσως κακῶς ἐξέφρασα τὸ νόημά μου, τὴν θέλησίν μου, ἀλλ’ ἐγὼ θέλω τὸ βάρος τῆς ἀποζημιώσεως νὰ ῥίψω εἰς τοὺς παροδίους· τοῦτο ἦτο καὶ εἶναι ἡ θέλησίς μου, καὶ τοῦτο ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπιβάλω.»
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Διὰ τὸ μέλλον.
§91Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πάλιν τὸ μέλλον! Ἀλλ’ εἶπον ἤδη, ὅτι κεκτημένον τι δικαίωμα ἐν τῷ παρελθόντι δὲν θίγομεν τὸ παράπαν. Δικαιοῦται, ἐπαναλέγω, νὰ εἴπῃ ὁ νομοθέτης, ὅτι, ὅταν ἐθέσπιζε τὸν νόμον κατὰ τὸ 1867, τοῦτο ἐνόει...
§92ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφοῦ προκύπτει τὸ ἐναντίον;...
§93ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι προσβολὴ δικαιωμάτων, ὅταν τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου δίδῃ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτὲ, μὲ τόσας διακοπάς.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Καράπαυλον). Δὲν δέχεται διακοπάς.
§96ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Σημειώσατέ με, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§97Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ἀπολύτως νὰ πράξωμεν ἄλλο, παρὰ πρῶτον νὰ ἀσκήσωμεν ἓν δικαίωμα συνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ νὰ ἀσκήσωμεν τοῦτο ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς κοινωνίας, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν δικαζομένων, ἑρμηνεύοντες νόμον, περὶ τοῦ ὁποίου διπλαῖ ἐδόθησαν ἑρμηνεῖαι εἰς τὰ δικαστήρια τῆς πατρίδος. Πρόκειται δὲ καὶ νὰ νομοθετήσωμεν ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῆς Πολιτείας αὐτῆς, διότι ὁ νόμος, οὑτωσεὶ κυριαρχικῶς πλέον καὶ ἀναμφισβητήτως ἑρμηνευόμενος, εἶναι κατ’ οὐσίαν δίκαιος, ἐπιβάλλων ὑποχρέωσιν ἀποζημιώσεως εἰς ἐκεῖνον, ὅστις πράγματι ἐκ τῆς δημοτικῆς ὁδοῦ, ὡς καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχιακῆς ἢ ἐθνικῆς ὁδοῦ, ὠφελεῖται, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι τρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ χρεωκοπήσωσιν ὅλοι, ἂν δὲν ἐχρεωκόπησαν ἕως τώρα, μὲ τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἀδίκων ἀποζημιώσεων εἰς τὴν ράχιν. Δὲν πρέπει λοιπὸν οὔτε πρὸ τῶν σχετλιασμῶν νὰ διστάσητε, οὔτε ἀπὸ τοὺς βρυκόλακας τοῦ κ. Χατζοπούλου νὰ φοβηθῆτε, ἀλλὰ νὰ ψηφίσητε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰλικρινέστατον τὴν πρόθεσιν καὶ συνταγματικώτατον κατὰ τὴν οὐσίαν, καὶ προωρισμένον νὰ περιφρουρήσῃ ὕψιστα συμφέροντα τῶν δήμων τοῦ Κράτους, τῶν ὁποίων ἄλλως ἀληθῶς ἤθελε δημευθῆ ἡ περιουσία.
§98ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἀληθὲς, ὅτι πολὺ νομοθετοῦμεν, μὴ φροντίζοντες τόσον περὶ τῆς καλῆς ἐφαρμογῆς τῶν κειμένων νόμων, ἀλλὰ προσπαθοῦντες μόνον νὰ σωρεύωμεν νόμους ἐπὶ νόμων. Εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν νομοθετικὴν ἑρμηνευτικῶν νόμων ἐργασίαν ἡμῶν μετὰ πολλῆς τῆς ἐγκρατείας προβαίνομεν, μετὰ τόσης ἐγκρατείας, οἵαν καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἐζήλευε, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω κανένα νόμον ἑρμηνευτικὸν ψηφισθέντα, ἂν δὲ ὑπάρχῃ τοιοῦτος, ἀφορᾷ εἰς δικαιώματα ἐπουσιώδη, οὐδαμῶς δὲ καὶ οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι εἰς τὴν νομοθεσίαν μας ὑπάρχοντα νόμον ἑρμηνευτικὸν, ὁ ὁποῖος νὰ θίγῃ δικαιώματα ἀτομικὰ καὶ δὴ κυριότητος. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος καὶ ἔντιμος συμπολίτης μου, ὁ ὁποῖος πρόσφατον καὶ ἐνδελεχῆ μελέτην τῶν νομικῶν ἔχει κάμει, ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἔννοιαν εἰς τὸν ἤδη ὑπάρχοντα νόμον, ὅστις πρόκειται νὰ ἑρμηνευθῇ, τὴν ὁποίαν οὐδαμῶς δύναταί τις, νομικὸς ὤν, νὰ εὕρῃ. Πρόκειται, Κύριοι, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ δώσωμεν ἑρμηνείαν εἰς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου, ἑρμηνείαν ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀπὸ τετραετίας ἤδη παγιωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Σπουδαῖον κατὰ τὸ φαινόμενον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἑρμηνείας ταύτης μοὶ ἐφάνη, ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἤκουσα, τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τήνου συναδέλφου προταθὲν, ὅτι ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας, ὡς γενικὸς, δὲν δύναται νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον τοῦ αὐτοῦ ἔτους, τοῦ Ἀπριλίου 1867, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδικός. Ἀλλὰ πρῶτον ἐπιχείρημα ἔφερεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸν καταργήσῃ διότι εἶναι μεταγενέστερος μόνον κατὰ μῆνάς τινας. Καὶ τί τοῦτο σημαίνει; Καὶ κατὰ μίαν ἡμέραν ἂν ἦναι μεταγενέστερος, δύναται νὰ τὸν καταργήσῃ, συμφώνως πρὸς τὰς τοῦ Δικαίου ἀρχάς. Δεύτερον δὲ ἐπιχείρημα εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι εἰδικός, ἐνῷ ὁ νόμος τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας εἶναι γενικός. Ἀλλὰ, κύριοι συνάδελφοι, ὡς πάντες γνωρίζουσιν οἱ παρακολουθοῦντες τὴν πρόοδον τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, ὁ νεώτερος γενικὸς νόμος, ὁσάκις εἰσάγῃ ἐξαιρέσεις καὶ δὲν ἀπαριθμῇ ἐν τῇ ἐξαιρέσει του καὶ τὰς ἐν τῷ εἰδικῷ νόμῳ ἀναφερομένας, ὑποτίθησιν ὅτι καταργεῖ καὶ ἐκεῖνον. Βεβαίως αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Windscheid καὶ τοῦ μακαρίτου Οἰκονομίδου. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὁ νόμος ὁ εἰδικὸς, καθ’ ἡμᾶς, εἶπεν ὅτι ἐπὶ τῶν δημοσίων ὁδῶν, ὁσάκις δύναται νὰ χωρήσῃ δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν, τοῦτο λαμβάνει χώραν ἀπὸ μέρους τοῦ Δημοσίου· ἐξήρεσε δὲ τὰς δημοσίας ἐκείνας ὁδοὺς καὶ ἐπαρχιακὰς, αἵτινες διέρχονται διὰ τῶν πόλεων, ὁπότε, λέγει, ἀποζημιοῦσιν οἱ παρόδιοι. Ὁμιλῶν ὅμως περὶ δημοτικῶν ὁδῶν καὶ λέγων, ὅτι ἀποζημιοῖ ὁ δῆμος, γνωστοῦ δὲ ὄντος ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου, διότι βεβαίως οὐδεὶς σοβαρῶς ἠμφισβήτησεν, ὅτι καὶ αἱ ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ χωρίων ὑπάρχουσαι ὁδοὶ εἶναι δημοτικαὶ, δὲν ἔχει τὴν ἐξαίρεσιν ἐκείνην, ἄρα αὐτὰς ὑπήγαγεν εἰς τὸν γενικὸν κανόνα, καὶ συνεπῶς ἐπὶ τοιούτων ὁδῶν ἀφεύκτως πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν ἀσφαλῶς, ὅτι ὑπεύθυνος πρὸς ἀποζημίωσιν εἶναι ὁ δῆμος.
§99ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Συγχέεις τὰ δύο εἴδη τῶν ὁδῶν.
§100ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Οὐδαμῶς. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν κάμνω καμμίαν σύγχυσιν, διότι τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι καθαρώτατον. Ἤκουσα, Κύριοι, πολλὰ λεγόμενα ἐδῶ περὶ ἑρμηνείας κριτικῆς, ἱστορικῆς καὶ διαφόρων ἄλλων, συνταγματικῆς καὶ ἀντισυνταγματικῆς καὶ λοιπῶν, τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω, οὔτε κἄν ἐνθυμοῦμαι, νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἐπιστήμη δύο καὶ μόνον παραδέχεται ἑρμηνείας, τὴν ἐπιστημονικὴν καὶ τὴν αὐθεντικήν. Ὄλα δὲ τὰ ἄλλα, ἡ κριτικὴ, ἡ ἱστορικὴ, ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία, εἶναι βοηθήματα πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἐννοίας τῶν νόμων, ἡ δὲ κριτικὴ ἤδη δὲν θεωρεῖται κἄν ὡς ἑρμηνεία, ἀλλ’ ὡς προεργασία πρὸς διαπίστωσιν τοῦ κειμένου τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσωμεν. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ νὰ δίδῃ αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, νομίζω ὅμως, ὅτι ἐκδίδουσα τοιούτους νόμους, καίτοι ἔχει τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ αὐτοὺς ὅπως ἂν θέλῃ, ὀφείλει νὰ μὴ παρεκκλίνῃ ἐκ τῶν ἐπιστημονικῶν κανόνων· τὸ δὲ προκείμενον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία αὕτη, εἶναι ἐντελῶς εἰς ἀντίθεσιν πρὸς πάντας τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης. Ἀνάγκη, Κύριοι, διὰ βραχυτάτων νὰ ἴδωμεν, τί λέγει ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν, καὶ τί θέλομεν ἤδη νὰ καθορίσωμεν. Ὁ περὶ ὁδοποιΐας νόμος κατατάσσει τὰς ὁδοὺς εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν, δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν, καθορίζων λεπτομερῶς ἐν μιᾷ ἑκάστῃ ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος πρὸς ἀποζημίωσιν, ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει αὗται καταληφθῶσι χάριν δημοσίας ἀνάγκης. Ὀρθῶς, φρονῶ, καθώρισεν ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ὁδὸς εἶναι δημοσία, ὑπεύθυνον εἶναι τὸ Δημόσιον, ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν διέρχεται διὰ μέσου πόλεως ἢ κώμης· καὶ τοῦτο δὲν τὸ ἔκαμεν ἄνευ σκοποῦ καὶ κατὰ τύχην, ὁπότε ὑπεχρέωσε τοὺς παροδίους, διότι, ὅτε ἐξεδόθη τὸ διάταγμα, καὶ ἡ πρωτεύουσα, χάριν τῆς ὁποίας εἰσήχθη αὐτὸς ὁ νόμος, ἦτο ἐν τῷ μορφοῦσθαι, ἐθεώρησε δίκαιον νὰ μὴ ἀποζημιοῖ τὸ Δημόσιον ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ῥυμοτομίας αὐτῆς μετέβαλον τοὺς ἀγρούς των εἰς οἰκόπεδα. Διὰ τοῦ νόμου ὅμως τοῦ 1867, θελήσας ὁ νομοθέτης νὰ καθορίσῃ γενικώτερον οὐ μόνον τὰ τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ ἐν γένει τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ὁδοὺς, καθώρισε, προνοῶν περὶ ἀποζημιώσεως, ὅτι διὰ τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ δῆμοι, κατέταξε δὲ εἰς τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς καὶ τὰς διὰ πόλεων καὶ χωρίων διερχομένας καὶ ἀφῆκεν ἀναμφισβήτητον, ὅτι καὶ εἰς ταύτας θέλει ἀποζημιοῖ ὁ δῆμος καὶ ὄχι οἱ παρόδιοι, καὶ τοῦτο, διότι ὁ νόμος προεῖδε τὸ ἀσταθὲς τῆς τοιαύτης ἀποζημιώσεως, καθόσον ὁ παρόδιος πλειστάκις δὲν ὑπάρχει. Ἡ ὁδὸς, σχηματιζομένη ἢ μᾶλλον εὐρυνομένη,—διότι μορφωθεισῶν ὅλων τῶν ὁδῶν δὲν πρόκειται πλέον παρὰ περὶ διαπλατύνσεως—πλειστάκις συμβαίνει, ὥστε παρόδιον νὰ μὴ ἔχῃ, ἀλλὰ νὰ διέρχηται ἡ ὁδὸς διὰ τοῦ γηπέδου αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ν’ ἀφήνῃ δ’ ἑκατέρωθεν δύο μικρὰ τεμάχια εἰς τοῦτον· ποῖος τότε θ’ ἀποζημιώσῃ; Ἐκτὸς τούτου, ἐρωτᾶται, ποῖος εἶναι ὁ παρόδιος; Εἶναι ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἔχει ἐμπράγματον δικαίωμα; Βεβαίως ὄχι· διότι μόνον προσωπικὸν ἔχει. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ παρόδιος εἶναι ἀφερέγγυος, ὑποθέσατε ὅτι τὸ κτῆμά του εἶναι βεβαρημένον, ὑποθέσατε ἐπὶ τέλους, ὅτι ἐν τῇ μακρᾷ διαδικασίᾳ τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι δύο παρόδιοι· κατὰ τίνος θὰ στραφῇ ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὸ κτῆμα στρεβλοῦται διὰ τῆς διελεύσεως τῆς ὁδοῦ; ποῖον θὰ εὕρῃ παρόδιον; Βεβαίως δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω· θέλω ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ τῆς σταθερᾶς αὐτοῦ νομολογίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὴν σφραγίδα ἐπέθηκεν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, καλῶς ἡρμήνευσε τὸν νόμον, καὶ καλὸν εἶναι νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι ψηφίζοντες αὐτὸ θὰ δώσωμεν βεβαίως δύναμιν ὀπισθενεργὸν, παραβλάπτοντες κτηθέντα δίκαια. Ἂν φρονῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη δὲν εἶναι καλὴ, κάλλιον νὰ φέρῃ νόμον, ψηφίζουσα αὐτὸν ὡς τὸν θέλει. Δίδουσα ὅμως ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τὸν νόμον τοῦτον, καὶ φρονοῦσα ὅτι δὲν παραβιάζει κεκτημένα ἰδιωτικὰ συμφέροντα, νομίζω ὅτι σφάλλεται, καθόσον ἡ διὰ τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου ζητουμένη νὰ δοθῇ ἔννοια εἶναι ἄντικρυς ἐναντία πρὸς τὸ καλῶς ἐννοούμενον αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης· διότι νομίζω ἐν τέλει, ὅτι καί τι δημευτικὸν ἔχει καί τι ἀντιφάσκον πρὸς τὸ αἴσθημα τῆς κοινῆς ἀντιλήψεως περὶ τοῦ δικαίου, διότι, ἀφοῦ περιέρχεται ἡ ὁδὸς εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δήμου, οὗτος δὲ καθίσταται πλουσιώτερος, ἄνευ δεδικαιολογημένης αἰτίας, τὸ βάρος τῆς ἀποζημιώσεως ῥίπτεται εἰς τὸν παρόδιον. Νομίζω ὅτι τὴν Κυβέρνησιν συντρέχει πως ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος, ὅστις ὑπέβαλε νομοσχέδιον, ἀφορῶν τὰ περὶ ἀποζημιώσεως ἐν περιπτώσει καταλήψεως χάριν δημοσίας ἀνάγκης. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παραπεμπόμενον εἰς ἐπιτροπὴν, ἢ βελτιούμενον πως, δύναται νὰ ἐξαγάγῃ τῆς δυσχερείας τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις, υἱοθετοῦσα τοῦτο, διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς δύναται νὰ τὸ καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους, ῥυθμίζοντα τὰς σχέσεις καὶ ἀποβλέποντα εἰς σχέσεις μελλούσας, οὐχὶ δὲ προσβάλλοντα κεκτημένα δικαιώματα. Καταλήγων ἤθελον παρακαλέσει τὸν εἰσαγαγόντα τὸν νόμον τοῦτον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ἀλλὰ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βόλου ὑποβληθὲν σχέδιον νόμου, νὰ συστήσῃ ἐπιτροπήν τινα, εἰς ἣν νὰ τὸ παραπέμψῃ, εἴτε αὐτὸ τοῦτο νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οὕτω δὲ ν’ ἀποκτήσωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ῥυθμίσῃ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως ἐκ ῥυμοτομιῶν, κατὰ τρόπον μὴ προσβάλλοντα κεκτημένα δικαιώματα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καράπαυλος ἔχει τὸν λόγον.
§102ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, διότι νομίζω ὅτι ἡ συζήτητις εἶναι ἐξηντλημένη...
§103ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά! ὄχι!
§104ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐλέχθησαν, νομίζω, πολλά, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συνοψισθῶσιν. Ὑπὸ δύο ἐπόψεις, κατ’ ἐμέ, πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐξετασθῇ. Τὸ νομοσχέδιον νομοθετεῖ διὰ τὸ μέλλον, δὲν ἀρκεῖται δὲ εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἑρμηνεύει καὶ νόμον ὑφιστάμενον. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς διατάξεις αὐτοῦ περὶ τοῦ μέλλοντος, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτὴν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν εἰς ἡμᾶς κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, εἶπε ῥητῶς, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, νομοθετοῦντος διὰ τὸ μέλλον, δὲν εἶναι ἀσφαλής, ἐπροκάλεσε δὲ ἡμᾶς τοὺς ἀντιφρονοῦντας νὰ φέρωμεν προτάσεις βελτίονας. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ὡς ἔχει τὸ πρᾶγμα, πρόκειται νὰ ἀφαιρεθῇ περιουσία ἰδιώτου ὑπὲρ τρίτου, καὶ ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἀφαιρεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἄς καθαρίσωμεν τὰ ζητήματα. Ὀφείλομεν ἀποζημίωσιν εἰς ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου καταλαμβάνομεν τὸ γήπεδον. Τίς εἶναι ὑπόχρεως εἰς ἀποζημίωσιν; Ἐπανελήφθη πολλάκις, ὅτι ὑπόχρεως πρὸς ἀποζημίωσιν εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἀποκτᾷ τὴν κυριότητα, τὴν νομὴν—ὅπως θέλετε—τοῦ γηπέδου, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν ἄλλον. Εἶναι σήμερον ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ δῆμος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἀποκτᾷ τὴν κυριότητα τῆς δημοτικῆς ὁδοῦ. Μὴ μᾶς συγχίζῃ διόλου, ὅτι αἱ ὁδοὶ εἶναι κοινῆς χρήσεως· βεβαίως εἶναι κοινῆς χρήσεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὸ νὰ ἀνήκουν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δήμου. Καὶ τὸ Δημόσιον ἔχει πράγματα κοινῆς χρήσεως, καὶ δὲν δύναται νὰ τὰ διαθέσῃ, παρὰ εἰς κοινὴν χρῆσιν, καὶ ἐν τούτοις τὸ Δημόσιον εἶναι κύριον τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Λοιπὸν πραγματικὸς κύριος γηπέδου, τὸ ὁποῖον καταλαμβάνεται διὰ χρῆσιν δημοτικῆς ὁδοῦ, εἶναι ὁ δῆμος. Μία ἰδέα λοιπόν, ἥτις πηγάζει ἐκ τούτου, συνεπῶς πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν ὀρθὸν λόγον, εἶναι, ὅτι ὁ δῆμος ὀφείλει ν’ ἀποζημιώσῃ ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία, διότι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀποκτᾷ τὸ ἀφαιρούμενον μέρος. Ἀλλὰ δύνανται νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὴν μεταβίβασιν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν προσγιγνομένην ὠφέλειαν ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ βάσις αὕτη, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενον βαρύνει τοὺς παροδίους ἰδιοκτήτας, πῶς εἶναι ἀποδεδειγμένη; Αὐτὸν τὸν ἴδιον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν θέλω νὰ ἐρωτήσω, ἂν ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι πάντοτε ἐκ τῆς διαχαράξεως μιᾶς ὁδοῦ καὶ τῆς διαπλατύνσεως μιᾶς ὁδοῦ ὠφελεῖται ὁ παρόδιος ἰδιοκτήτης, καὶ ἂν ὁ δήμαρχος Πειραιῶς ἐπεξέτεινε τὸ πλάτος μιᾶς ὁδοῦ ἀπὸ 12 μέτρων εἰς 24 εἰς 40 καὶ 50 καὶ διασχίζῃ τὸ οἰκόπεδόν μου καὶ ἀφήνῃ λωρίδας, ἐγώ, ὁ παρόδιος ἰδιοκτήτης, ὠφελοῦμαι ἐντεῦθεν ἢ καταστρέφομαι; Πῶς ὑπάρχει ἀποδεδειγμένη ἄμεσος ἡ ὠφέλεια τοῦ παροδίου ἰδιοκτήτου, ἵνα βαρύνῃ αὐτὸν ἡ ἀποζημίωσις; Ἡ βάσις λοιπόν, ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον καὶ βαρύνει τοὺς ἰδιοκτήτας ἀποκλειστικῶς εἰς ἀποζημίωσιν, εἶναι βάσις, ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἦναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη, δὲν εἶναι καὶ ἐντελῶς ἀποδεδειγμένη. Δημεύετε λοιπὸν τὴν περιουσίαν τοῦ παροδίου ἰδιοκτήτου, καὶ προσβάλλετε τὸ δικαίωμά του, ὅταν ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας τὸν ὑποχρεώνητε νὰ καταβάλῃ αὐτὸς ἀποζημίωσιν διὰ γήπεδον, τὸ ὁποῖον δὲν τοῦ εἶναι ὠφέλιμον. Ἀλλ’ ἤκουσα λεγόμενον παρά τινος συναδέλφου: «ἀλλὰ μήπως ὁ νόμος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους;» Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἂν φθάσωμεν εἰς τὰς σκέψεις περὶ φόρων! Οἱ φόροι ἐπιβάλλονται ἀναλόγως καὶ γενικῶς· πῶς θὰ ἐπιβάλητε φόρον εἰς ἐμέ, ὅστις δὲν ὠφελοῦμαι, καὶ δὲν φορολογεῖτε καὶ τοὺς ἄλλους;
§105ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ οἱ φόροι ψηφίζονται κατ’ ἔτος.
§106ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα. Καὶ ὅμως ἐλέχθη καὶ ὑπεστηρίχθη παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι, καὶ ἂν ὅλα, ὅσα λέγομεν, ἦναι ὀρθὰ, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ φόρους; Ἀλλ’ ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλετε, εἶναι φόρος ἀδικαιολόγητος, ὅστις δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ. Ἄλλως τε, Κύριοι, δὲν γνωρίζω, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ φωτίσητε, ἂν εἰς ἄλλα Κράτη, ἐπίσης πεπολιτισμένα καὶ μείζονα ἔτι ἔχοντα πολιτισμὸν, εὑρῆκαν αὐτὴν τὴν δικαιολογητικὴν βάσιν.
§107ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ ἐκεῖθεν ἐλήφθη. Καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀναφέρει καὶ τὸν Γαλλικὸν νόμον.
§108ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τοιαύτη διάταξις, κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει, καὶ ἂν ἡ διάταξις περιελήφθη εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1836, περιελήφθη διὰ τὸν λόγον, ὅστις ἐλέχθη, διότι ἐπρόκειτο τότε περὶ ῥυμοτομίας πόλεων καὶ κατὰ συνέπειαν ὁμολογουμένως ἐκ τῆς διαχαράξεως τῶν ὁδῶν ὠφελοῦντο οἱ παρόδιοι. Σήμερον, ὅτε αἱ πόλεις εἶναι ῥυμοτομημέναι, ἐννοεῖται ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει τῆς τοιαύτης διατάξεως. Καὶ δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι κατά τι λογικὸν μέτρον ἠδύναντο νὰ ὑποχρεωθῶσι καὶ οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται, καὶ φθάνομεν οὕτω λεληθότως εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τοπάλη. Συνεπείᾳ τῆς προτάσεως ἐκείνης, κατὰ μέτρον λογικὸν ἐπιβαρύνονται καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, ἀλλὰ καὶ οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ὠφελοῦνται ἐκ τῆς διαχαράξεως ἢ ἐκ τῆς διαπλατύνσεως τῶν ὁδῶν καὶ ἀγυιῶν. Πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἐπιμείνῃ νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς μόνους τοὺς παροδίους τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν· ἀλλ’ ἂν ἐπιμείνῃ, πρέπει νὰ δεχθῇ, ὅτι ἐν μέτρῳ πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωνται καὶ οὗτοι, ἀλλὰ κυρίως οἱ δῆμοι, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἠνοίχθησαν καὶ διεπλατύνθησαν αἱ ὁδοὶ καὶ αἱ ἀγυιαί. Ἄλλως θὰ ἔχητε αὐτὸ τὸ μέγα ἀτόπημα, οἱ δῆμοι θὰ προκαλῶσι διαπλατύνσεις ὁδῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεώς των, θὰ κατατέμνουν τὰ οἰκόπεδα διὰ τὴν ὄρεξιν τοῦ τυχόντος δημοτικοῦ ἄρχοντος, καὶ ὁ δῆμος δὲν θὰ βαρύνηται μὲ οὐδεμίαν δαπάνην. Καὶ μήπως δὲν ἔχετε παράδειγμα διαχαράξεως καὶ διαπλατύνσεως τοιούτων ὁδῶν; Ἔχομεν ὁδοὺς πλάτους παμμεγίστου, πλάτους ἀχρήστου, διότι διεπλατύνθησαν οὕτω καὶ ἐχαράχθησαν κατὰ τὴν ὄρεξιν τοῦ δημοτικοῦ ἄρχοντος· καὶ εἶναι ὑπόχρεως ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ὑφίσταται τὰς ὀρέξεις τοῦ δημάρχου; Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ δεχθῇ τροποποίησιν, καθ’ ἣν πάντως θὰ καταβάλλωσιν οἱ δῆμοι. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νόμου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθόν. Ἐλέχθησαν πολλά. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἑρμηνεύειν τοὺς νόμους· αὐτὸ τὸ ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα. Βεβαίως δύναται νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς νόμους, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἑρμηνεύῃ πότε; ὅταν ἦναι πεπεισμένη περὶ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδει, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ διχογνωμία νομολογίας. Δὲν δύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε διχογνωμίαν νομολογίας, ἀλλὰ σύγχρονον πρὸς τὸ παρελθὸν, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὑπάρχει διχογνωμία νομολογίας, διότι μέχρι τοῦ 1850 τὰ δικαστήρια ἀπήντων οὕτως ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ σήμερον ἀπαντῶσιν ἄλλως. Ἂν θελήσωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο, θὰ μεταποιήσωμεν εἰς κυκεῶνα τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ἂν καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα πρὸ μικροῦ, ὅτι, ὅταν ἦναι ἡ νομολογία κυμαινομένη, πρέπει νὰ ὑπεισέρχηται ἡ Βουλὴ καὶ νὰ λύῃ τὸ ζήτημα· καὶ ἂν δὲν ἦναι σύγχρονος διχογνωμία, τότε πρέπει νὰ ἀφήσητε ὅλα τὰ καθήκοντά σας τὰ νομοθετικὰ καὶ νὰ μὴ καταγίνεσθε εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἑρμηνεύητε τοὺς νόμους. Καὶ θὰ γίνητε, Κύριοι, οἱ αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου, οἱ ὁποῖοι εἰς ἑκάστην περίστασιν ἠρωτῶντο, τί ἐννοεῖ ὁ νόμος αὐτὸς, καὶ ἐξέδιδον ἑρμηνευτικὰς διατάξεις τῶν νόμων! Καὶ ἐρωτῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, τοὺς ἐντριβεῖς περὶ τὰ νομικὰ, ἐπὶ πόσων ζητημάτων ἡ νομολογία δὲν διεκυμάνθη; Καὶ λοιπὸν, διότι ἡ νομολογία διακυμαίνεται ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ζητήματος, πρέπει νὰ ὑπεισέρχηται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ νὰ δίδῃ τὴν κρατοῦσαν λύσιν; Κυρίως, κύριε, Πρόεδρε, ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὰ δικαστήρια· αὐτὰ πρὸ πάντων ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, καὶ μὴ θέλωμεν νὰ ὑπερπηδήσωμεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν καὶ νὰ ὑπεισέλθωμεν εἰς τὰ δικαιώματα ἄλλης ἐξουσίας· διότι, ὅπως ἡμεῖς εἴμεθα ἐξουσία ἀνεξάρτητος, καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἐπίσης ἀνεξάρτητος, καὶ ἂν θελήσῃ καὶ ἐκείνη νὰ ὑπερπηδήσῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, μιμουμένη ἡμᾶς, τὰ δικαιώματά της, τότε, Κύριοι, θέλομεν ἔχει πλήρη τὴν καταστροφήν. Ἀφήσατε λοιπὸν τὰ κείμενα. Ἐνομοθετήσατε πρὸ ὀλίγου χρόνου νομοθέτημα διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ ἐκεῖ καθιερώσατε τὴν διάταξιν περὶ ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὸν σκοπὸν τοῦτον εἶχεν ἡ διάταξις ἐκείνη, τὴν παγίωσιν τῆς κυμαινομένης νομολογίας. Εἴπετε: «πρὸς παγίωσιν τῆς νομολογίας δημιουργοῦμεν τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὀφείλει ὁ Ἄρειος Πάγος ἐν ὁλομελείᾳ νὰ δίδῃ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου καὶ νὰ λύῃ τὸ ἀμφισβητούμενον ζήτημα.» Τοῦτο ἐγένετο ἤδη. Ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· σᾶς εἶπε: «δὲν ὑπάρχει τίποτε πλέον τὸ ἀμφισβητούμενον· ἔλυσα ἐγὼ δικαστικῶς τὸ ζήτημα.» Πῶς δύνασθε σεῖς νὰ ὑπεισέλθητε εἰς τὴν τοιαύτην νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ νὰ καθιερώσητε ἐναντίαν ἑρμηνείαν;
§109ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ, ἢ δὲν πρέπει;
§110ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα βεβαίως, ὡς σᾶς εἶπον πρότερον, νὰ δίδῃ ἑρμηνείαν, ἀλλὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἐνέργεια πρέπει νὰ ᾖναι λογικὴ, τῆς Βουλῆς ἡ ἐνέργεια πρέπει νὰ προκαλῆται, καὶ νὰ προκαλῆται, ὅταν ὑπάρχῃ ἀμφισβητουμένη νομολογία. Καὶ ἤκουσα ἀξιότιμον συνάδελφον, διακόπτοντά με, νὰ λέγῃ: «ἐγὼ δέχομαι, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι ὑπὲρ τῆς ἰδέας σας, ἀλλὰ ποῖος ἐμποδίζει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ γράμμα αὐτὸ ἐναντίον, καὶ νὰ εἴπῃ: αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια»; Καὶ τότε, φίλτατέ μου συνάδελφε, δὲν προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα καθαρά; Ὅταν ἐγὼ, ὁ πολίτης, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς ἰδικῆς μου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθητε σεῖς, μετὰ πάροδον 30 ἐτῶν, καὶ νὰ ἑρμηνεύσητε τὸν νόμον καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἣν δίδω ἐγὼ, εἶναι ἐναντία τοῦ γράμματος τοῦ νόμου; Καὶ ἂν ἐγὼ, συμμορφωθεὶς πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, συνηλλάχθην καὶ ἀπέκτησα δικαιώματα, πῶς τὰς συνθήκας αὐτὰς θὰ τὰς ἀναιρέσητε διὰ μιᾶς ἑρμηνείας τοιαύτης, λέγοντες ὅτι, μολονότι τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι τοιοῦτον, ἐγὼ, ὅταν ἐνομοθέτουν, ἐνόουν τὸ ἐναντίον;
§111Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἡ ἔννοια αὕτη ἐξάγεται ῥητῶς ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν.
§112ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔπειτα, κύριε Πρόεδρε, εἶπον ὅτι προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα· πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσητε νόμον πρὸ 30 ἐτῶν νομοθετηθέντα, καὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὑπάρχουσι πλεῖσται ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς. Εἶπον εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι πλεῖσται ἀγωγαὶ κινδυνεύουσι νὰ παραγραφῶσιν, ἐὰν ἑρμηνεύσητε τὸν νόμον οὕτω· βεβαίως ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εἶναι ἐκκρεμεῖς αἱ ὑποθέσεις, ἂν θελήσῃ νὰ στηριχθῇ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, θὰ ἀποῤῥίψῃ τὰς ἀγωγὰς αὐτὰς, καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν θὰ μείνωσιν ἐκτεθειμένα. Ἀφοῦ, κύριε Πρόεδρε, ὑπέστησαν ἀγῶνα εἰκοσαετῆ, τριακονταετῆ, πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαίων των ἀπέναντι τῶν δήμων, ἔρχεσθε, ὕστερον ἀπὸ εἰκοσαετῆ καὶ τριακονταετῆ δικαστικὸν ἀγῶνα, καὶ λέγετε νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀγωγή!
§113Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ πόσα ἔτη παραγράφεται ἡ ἀγωγή;
§114ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἐσυλλογίσθητε νὰ μοὶ τὸ εἴπητε, ὅταν ἦσθε εἰς τὸ βῆμα. Σᾶς ἀπαντῶ λοιπόν. Εἰς τὰ 1867, κύριε Πρόεδρε, ἐξεδόθη ὁ νόμος, εἰς τὰ 1897—κάμνω τὴν χάριν εἰς τὸν κ. συνάδελφον—παραγράφεται ἡ ἀγωγή, καὶ ἐγώ, ἐνδοιάζων ἢ μὴ δυνάμενος νὰ δικάσω τὴν ὑπόθεσίν μου ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, δικάζομαι κατὰ τὸ 1897, καὶ ἀποῤῥίπτεται ἡ ἀγωγή μου δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἑρμηνεύετε σεῖς. Ἔπειτα κατὰ τίνος ἐγὼ θὰ στραφῶ; Ἡ ἀγωγή μου εἶναι παραγεγραμμένη πλέον, καὶ δὲν ἔκαμε τὴν σύντομον παραγραφὴν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἀφήνω τὴν παραγραφήν, Κύριοι. Νομίζετε μικρὸν πρᾶγμα νὰ ἀγωνίζωμαι ἐγὼ κατὰ τοῦ δήμου Πατρῶν, κατὰ τοῦ δήμου Πειραιῶς, κατὰ τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἐπὶ εἰκοσαετίαν, διεκδικῶν τὴν ἰδιοκτησίαν μου, καὶ νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ νὰ ἔρχηται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ νὰ μοὶ λέγῃ: «ὅλα αὐτὰ εἶναι περιττὰ, τὰ καταῤῥίπτω, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου», καὶ νὰ μὲ στέλλητε ἀπ’ ἀρχῆς, Κύριοι, νὰ ἀρχίσω νὰ κάμω ἀγωγὴν κατὰ τῶν παροδίων; Εἶναι κύριε Πρόεδρε, ὀρθὸν, εἶναι δίκαιον τοῦτο; Καὶ ἄλλως, Κύριοι, ἡ ἀγωγὴ ἡ κατὰ τοῦ παροδίου εἶναι ἀγωγὴ προσωπική. Λοιπὸν, ὅταν σήμερον, μετὰ 25 ἔτη, μοὶ λέγητε «δὲν ἔχεις δικαίωμα ἀγωγῆς κατὰ τοῦ δήμου», τί νὰ κάμω; «Νὰ εὕρῃς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν παρόδιοι ἰδιοκτῆται παρὰ τὸ γήπεδόν σου πρὸ 25 ἐτῶν». Καὶ ποῦ νὰ τοὺς εὕρω ἐγὼ τοὺς πρὸ 25 ἐτῶν παροδίους; Καὶ μήπως τὰ γήπεδα μένουσιν ἀναπαλλοτρίωτα; Καὶ τῶν παροδίων τὰ γήπεδα ἐξεποιήθησαν καὶ τὸ καταληφθὲν ἐξεποιήθη. Καὶ πρέπει λοιπὸν ἐγὼ, ὁ νέος ἰδιοκτήτης, νὰ ἀνευρίσκω ποῖοι πρὸ 25 ἐτῶν ἦσαν οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται, καὶ κατὰ πόσον εὐθύνονται, ἵνα ἐγείρω ἀγωγὴν κατ’ αὐτῶν, ἐνῷ, ὡς εἶπον, ἡ ἀγωγὴ εἶναι προσωπική. Καὶ εἶναι φερέγγυοι πλέον οἱ πρὸ δεκαετίας παρόδιοι; Καὶ τὰ γήπεδα τὰ παρόδια ἀνήκουσι πλέον εἰς τρίτους καὶ δὲν δύναμαι οὐδὲ ἐξασφαλιστικὰ μέτρα νὰ λάβω κατ’ αὐτῶν. Βλέπετε, κύριε Πρόεδρε, εἰς ποῖα κακὰ ἀνυπολόγιστα θὰ μᾶς φέρῃ μία τοιαύτη ἑρμηνεία νόμου; Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τὸ πνεῦμα τὸ ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ βεβαίως δὲν ἔχει κανένα πολιτικὸν χαρακτῆρα τὸ ζήτημα, διότι βλέπετε καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ὑποστηρίζοντας τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐναντίοι τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἐκτιμῶ, ὡς εἶπον, καὶ τὸ πνεῦμα τὸ προκαλέσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ πνεῦμα εἶναι ἡ προστασία τῶν δήμων. Τὸ ἐννοῶ. Ἡ ἰδέα αὕτη προεκάλεσε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως. Διατὶ δὲ τότε δὲν ἐπεσπεύσθη ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου; Διότι μόλις, Κύριοι, ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, ἀπήντησε τὰς ἰδίας κατακραυγὰς, τὰς ἰδίας ἐνστάσεις. Καὶ μολονότι, κ. Πρόεδρε, ἦσαν φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπεζήτουν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου,—ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, τὸν δήμαρχον Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος πρὸ πάντων ἐπεζήτει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ,—ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, εὑρεθεῖσα ἀπέναντι τῶν φωνῶν καὶ τῶν διαμαρτυριῶν, αἱ ὁποῖαι ἠγέρθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Λοιπὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἑρμηνευτικὴν δὲν δικαιολογεῖται τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται, κ. Πρόεδρε, νὰ λάβωμεν μέτρον τι πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τῶν δήμων, εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν τοιοῦτον. Εἶναι πολλὰ τὰ μέτρα, δυνάμει τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἀνακουφίσωμεν τοὺς δήμους, καθ’ ὅσον ὑποχρεοῦνται εἰς τοιαύτας πληρωμάς. Δὲν προεκλήθημεν· ἐὰν προκληθῶμεν, δυνάμεθα βεβαίως νὰ καταδείξωμεν μέτρα, δυνάμει τῶν ὁποίων οἱ δῆμοι, οἱ ὑπόχρεοι εἰς πληρωμὴν ἀπέναντι τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν καταλαμβανομένων γηπέδων, δύνανται νὰ ἀνακουφισθῶσι, καὶ νὰ ἀνακουφισθῶσι σπουδαίως. Τοιουτοτρόπως ἀφήνοντες τὰς ἑρμηνευτικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, δυνάμεθα νὰ νομοθετήσωμεν ἄλλως, νὰ νομοθετήσωμεν διὰ τὸ μέλλον, συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τοπάλη, νὰ λάβωμεν δὲ καὶ νομοθετικὸν μέτρον, ὅπως ἀνακουφίσωμεν, κ. Πρόεδρε, τοὺς δήμους διὰ τὰς ἀποζημιώσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποχρεωθῶσι. Τὰ ὀλίγα ταῦτα, κ. Πρόεδρε, εἶχον νὰ εἴπω, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀναγνωρίσει τὰς δικαίας ταύτας παρατηρήσεις μας, αἱ ὁποῖαι δὲν πηγάζουσιν ἀπὸ κανένα πολιτικὸν σκοπὸν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν πεποίθησιν περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ δικαίου.
§115Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας προέβαλε μίαν ἀπορίαν. Ἠρώτησεν εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου ὑπάρχει νόμος, ἐπιβάλλων εἰς τοὺς παροδίους τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν. Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἀπαντᾷ αὐτὸς ὁ ἐκδοὺς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ τὸ 1891, ὁ ἀρειοπαγίτης κ. Παπαδόπουλος, ὁ ὁποῖος λέγει (ἀναγινώσκει): «... Ἐπειδὴ, ὡς ὀρθῶς ἐσκέφθη ἡ προεκδοθεῖσα ἀπόφασις, ὀρθῶς ἡ ἀγωγὴ τοῦ ἀντεκκαλοῦντος ἀπηυθύνθη κατὰ τοῦ ἐκκαλοῦντος δήμου, ὡς ὑπευθύνου εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ κυρίου ἢ νομέως τῶν καταληφθεισῶν πρὸς σχηματισμὸν δημοτικῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν γαιῶν, κατὰ τὸν περὶ ὁδοποιΐας νόμον ΣΞΓʹ τοῦ 1867.... Ἐπειδὴ ἡ εὐθύνη τῶν δήμων εἰς ἀποζημίωσιν τῶν κυρίων ἢ νομέων τῶν καταλαμβανομένων γαιῶν, ἣν ἐξ ἀρχῆς καθιέρωσεν ὁ περὶ δήμων νόμος τοῦ 1833... σαφῶς ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ παραταθέντος ἄρθρου 34 τοῦ ΣΞΓʹ νόμου, ὅπερ γενικῶς ἐκφραζόμενον περιλαμβάνει πάσας τὰς δημοτικὰς ὁδοὺς, εἴτε ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κωμῶν κεῖνται, εἴτε ἐκτὸς αὐτῶν.... Διὰ ταῦτα ἀποῤῥίπτει τὰς ἐν τῷ σκεπτικῷ ἀναφερομένας ἐνστάσεις τοῦ δήμου κλπ.»
§116ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀναφέρει τὸν νόμον;
§117Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ Ἀρειοπαγίτης, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἐπαινοῦσιν ἐνταῦθα οἱ Κύριοι, καλῶς ἐγνώριζε τί ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ.
§118ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ἰδικοῦ μας νόμου διὰ τὰς δαπάνας τῆς κατασκευῆς συνεισφέρουσιν οἱ παρόδιοι. Περὶ δαπανῶν κατασκευῆς πρόκειται.
§119ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶσθε τῇ ἀληθείᾳ, κύριοι συνάδελφοι, κεκμηκότες· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι τοσαύτης σπουδαιότητος, ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ πᾶς λόγος, ἔστω καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ ταύτῃ συζητήσει, διότι πᾶν ὅ,τι δὲν θὰ λεχθῇ σήμερον, ἴσως θὰ λεχθῇ αὔριον· δὲν πρόκειται ἑπομένως νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κόπον τοῦ νὰ ἀκούσωμεν τοὺς μέλλοντας νὰ ὁμιλήσωσι· τὸ πολὺ δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν. Ὡς πολλάκις ἐλέχθη ἐνταῦθα κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν διπλῆν μέχρι τοῦδε τοῦ νομοσχεδίου, πρόκειται νὰ ψηφισθῇ νόμος ἐντελῶς ἐξαιρετικός. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων ἔχει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἀπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου κατὰ περισσότερον δὲ λόγον τοῦ ἀπολιτίστου, τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου ἔχει ὁ ἐκδίδων τοὺς νόμους, παρ’ ἡμῖν δὲ καὶ ῥητὴ διάταξις τοιαύτη ὑπάρχει ἐν τῷ πολιτεύματι, ὡς πρὸ ἐμοῦ ἀρτίως ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἐκ καταγωγῆς εἶπεν. Ἀλλὰ οὐδεὶς ἐπίσης ἀμφισβητεῖ, ὅτι τοῦ μὲν νομοθέτου ἔργον εἶναι τὸ νομοθετεῖν, τὸ τιθέναι τοὺς νόμους, τὸ δὲ ἑρμηνεύειν τοὺς νόμους εἶναι ἔργον κυρίως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας μετ’ αὐθεντίας, οὐχὶ βεβαίως μετὰ τῆς αὐθεντίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία ἔχει, ἀλλὰ μετ’ αὐθεντίας, τουτέστι μετὰ κύρους, διὰ τὴν ὡρισμένην περίπτωσιν, ἡ ὁποία εἰσάγεται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ ἡ αὐθεντία αὕτη εἶναι ἀρκετὰ σοβαρὰ καὶ ἀρκετὰ ὀδυνηρὰ πολλάκις διὰ τοὺς δικαζομένους. Μετ’ αὐθεντίας λοιπὸν διὰ τὴν ὡρισμένην περίπτωσιν ἑρμηνεύει τοὺς νόμους ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· ἄνευ αὐθεντίας καὶ κύρους ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ θετικοῦ νόμου, ἀλλὰ μετὰ ἠθικῆς αὐθεντίας ἑρμηνεύει τοὺς νόμους ἡ ἐπιστήμη. Τί πρόκειται δὲ ἤδη νὰ πράξωμεν; Πρόκειται τοὺς ὅρους νὰ ἀναστρέψωμεν τελείως, πρόκειται ἡμεῖς νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἑρμηνείαν, πρόκειται ἡμεῖς νὰ θέσωμεν τὴν ἰδικήν μας γνώμην ἀντιμέτωπον πρὸς τὴν ὁμοφώνως ἐκδηλωθεῖσαν γνώμην τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ ἑρμηνευταίου νόμου. Εἰς δύο περιστάσεις, Κύριοι, ἐκ πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν λόγων, παρίσταται ἀνάγκη ἑρμηνείας αὐθεντικῆς. Ἡ συνηθεστέρα καὶ ἡ σπουδαιοτέρα εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ διάφορα δικαστήρια τοῦ Κράτους διχογνωμοῦσι περὶ τὴν ἑρμηνείαν νόμου τινὸς, ἡ δὲ σπουδαιοτέρα καὶ ἡμᾶς ἀπασχολοῦσα, ἡ καθ’ ἣν ἡ διαφωνία γεννᾶται μεταξὺ νομοθετικῆς καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας (τῆς τελευταίας ὁμοφωνούσης). Ἡ ἀνάγκη αὕτη παρίστατο ἄλλοτε πολὺ συνηθεστέρα, ὅτε δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ ἀκόμη ὁ θεσμὸς τῶν ἀκυρωτικῶν, τῶν ὁποίων κύριος προορισμὸς εἶναι τὸ ὁμοιόμορφον τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ καὶ σήμερον εἶναι δυνατὸν ἀκόμη νὰ παρουσιασθῇ, διότι προτοῦ ἀκόμη παγιωθῇ ἡ νομολογία, ἤτοι προτοῦ διὰ τῆς γνώμης ἐν ὁλομελείᾳ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἑδραιωθῇ σχεδὸν τὸ κῦρος νόμου, εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσι διαφοραὶ μεταξὺ τῶν διαφόρων δικαστηρίων τοῦ Κράτους ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἔχει ἡ Πολιτεία νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων, τέμνουσα τὴν διαφοράν· ἀλλ’ ὀφείλει τοῦτο νὰ πράξῃ εὐθὺς ἀμέσως, μόλις γεννηθῇ ἡ διχογνωμία παρὰ τοῖς δικαστηρίοις, διότι τότε ἡ παρέμβασις τῆς Πολιτείας εἶναι ὠφέλιμος, προλαμβάνουσα καὶ σώζουσα τὰ συμφέροντα τὰ κινδυνεύοντα. Ἀλλ’ ὅταν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καθιέρωσε γνώμην τινὰ, ἔστω πεπλανημένην, ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας νόμου τινὸς, τὴν δὲ γνώμην ταύτην ὁμοιομόρφως ἀκολουθεῖ ἐπὶ πενταετίαν, τότε παρῆλθε πλέον ὁ καιρὸς τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας πρὸς αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου· διότι συμφώνως πρὸς τὴν δοθεῖσαν ὁμοιόμορφον ἑρμηνείαν, τοῦ νόμου ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐδημιουργήθησαν καὶ συνεμορφώθησαν τὰ συμφέροντα τὰ κοινωνικὰ, ἐπέμβασις δὲ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, μετὰ πέντε ἔτη ἐπερχομένη, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, θὰ καταστρέψῃ δικαιώματα κεκτημένα· κεκτημένα οὐχὶ βεβαίως κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν θετικῶν νόμων, ἀλλὰ κεκτημένα κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν νόμων. Καὶ ἐρωτῶ τὸν τελευταῖον ἀγορεύσαντα συνάδελφον καὶ ἐκ Τριπόλεως καταγόμενον κ. Ἀγγελόπουλον, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐμὲ, ὅτι τοιαύτη ἑρμηνεία αὐθεντική, δεδομένη σήμερον, δὲν θὰ προσβάλῃ δικαιώματα κεκτημένα κατὰ τοὺς οἰκονομικοὺς καὶ κοινωνικοὺς νόμους ἐπὶ τοῦ ἑξῆς παραδείγματος. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔχετε οἰκόπεδον, καὶ ὅτι τὸ οἰκόπεδον τοῦτο ἐῤῥυμοτομήθη πρὸ 5 ἢ 6 ἐτῶν, συμμορφωθέντες δὲ πρὸς τὴν νομολογίαν τὴν κρατοῦσαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐκινήσατε ἀγωγήν, —καὶ γνωρίζω τοιοῦτον παράδειγμα, καὶ διὰ τοῦτο τὸ φέρω,— καὶ αὐτὴν καὶ μόνην εἴχετε περιουσίαν, τὴν ἀπαίτησιν περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ δήμου, ταύτην δὲ τὴν ἀπαίτησιν ὄχι μόνον τὴν ἐξεχωρήσατε, ἀλλὰ τὴν ἐξεχωρήσατε πρὸς σκοπὸν ἱερώτερον, πρὸς θεμελίωσιν οἰκογενείας, τὴν ἐξεχωρήσατε ὡς προῖκα εἰς τὴν θυγατέρα σας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης ἐκχωρήσεως ἐθεμελιώθη καὶ ἐδημιουργήθη οἰκογένεια. Ἔρχεται ἤδη ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία· ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία λέγει, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχετε πλέον κατὰ τοῦ δήμου, ἀλλὰ πρέπει νὰ στραφῆτε κατὰ τῶν παροδίων. Ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ οἱ μὲν παρόδιοι δὲν ἦναι πλέον φερέγγυοι, ἢ οἱ παρόδιοι ἦναι τὸ Δημόσιον, κατὰ τοῦ ὁποίου, ὡς γνωρίζετε, αἱ ἀγωγαὶ παραγράφονται μετὰ 5 ἔτη, ἐρωτῶ τὸν κύριον συνάδελφον, εἶναι ἢ δὲν εἶναι προσβολὴ κεκτημένων δικαιωμάτων, οὐχὶ κατὰ τὸν θετικὸν νόμον, ἀλλὰ κατὰ τὸν κοινωνικὸν, κατὰ τὸν οἰκονομικὸν νόμον; Ἐὰν ἦναι παρόδιος, λέγω, τὸ Δημόσιον. Ἔφερα τὸ παράδειγμα τοῦ Δημοσίου, διότι κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὡς γνωρίζετε, πᾶσα ἀγωγὴ παραγράφεται μετὰ πενταετίαν, ἀπὸ δὲ τοῦ ἔτους 1891 μέχρι τοῦ 1896, ὅτε νομοθετεῖτε, ἔχει συμπληρωθῆ ἡ πενταετία, ἑπομένως ὑπάρχει παραγραφὴ πλήρης.
§120Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε πενταετία δὲν εἶναι.
§121ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1890, ὅτε ἐγεννήθη τὸ δικαίωμα, μέχρι τοῦ 1896...
§122Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1891 εἶναι ἡ νομολογία.
§123ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὡς γνωρίζετε,—ἐπειδὴ ἔφερα τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς—παραγραφὴ εἶναι ἡ ἀπώλεια ἑνὸς δικαιώματος διὰ τῆς ἐν ἀπραξίᾳ παρελεύσεως ἑνὸς χρονικοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης ὁρίζει. Ὅταν λοιπὸν ἡ παραγραφὴ ἦναι τριακονταετὴς ἢ πενταετὴς ἢ μονοετὴς, δικαίωμα ἔχει, ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα, μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας νὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγωγήν. Ἐὰν λοιπὸν ὑποθέσητε, ὅτι τὸ δικαίωμά μου ἐγεννήθη εἰς τὰ 1890 ἢ εἰς τὰ 1889, στρέφεται δὲ τὸ δικαίωμά μου κατὰ τοῦ Δημοσίου, εἶχον προθεσμίαν μέχρι τοῦ 1894 νὰ ἐγείρω τὴν ἀγωγήν μου. Δὲν ἤγειρα τὴν ἀγωγὴν κατὰ τὸ 1890, οὐδὲν ἀπώλετο δικαίωμα· τὴν ἤγειρα κατὰ τὸ 1891, ὡς ἐπιμελὴς δὲ οἰκογενειάρχης ἐπεμελήθην νὰ μάθω, ποία ἡ κρατοῦσα νομολογία, καὶ μαθὼν αὐτὴν, ἤγειρα τὴν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ δήμου· δὲν ἐστράφην κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι θὰ τὴν ἔχανα τὴν δίκην, ἀφοῦ ἡ παγία νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ στραφῶ κατὰ τοῦ δήμου. Ἤδη λοιπὸν ἀπὸ τοῦ 1889 μέχρι τοῦ 1896 ἔχει συμπληρωθῆ ἑπταετία, καὶ ἔρχεσθε σεῖς σήμερον δι’ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, καὶ λέγετε ὅτι κακῶς, Κύριε, ἐστράφης κατὰ τοῦ δήμου, ὁ δῆμος δὲν εἶναι ὑπεύθυνος, πρέπει νὰ στραφῇς κατὰ τοῦ παροδίου, καὶ ἐπὶ τοῦ παραδείγματος αὐτοῦ κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι καὶ τὸ Δημόσιον, ὡς γνωρίζετε, ἔχει ἐκτάσεις καὶ πληθὺν οἰκοπέδων ἐν Ἀθήναις, δύναται νὰ ἦναι παρόδιος εἰς παραλιακὰς ὁδοὺς, τέλος πάντων ἔτυχε παρόδιος κατὰ σύμπτωσιν τὸ Δημόσιον· ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι ἢ δὲν εἶναι κατεστραμμένον τὸ δικαίωμά μου; Καὶ ὄχι μόνον τὸ ἰδικόν μου δικαίωμα, ἀλλ’ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἔπταισεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὁ ὁποῖος ἔλαβε, συμφώνως πρὸς τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ τρέφῃ, ὡς πολίτης, εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν κατὰ τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ τοῦ Πειραιῶς, τὴν ἔλαβεν ὡς περιουσίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐθεμελίωσε τοσαύτας ἐλπίδας, ὥστε καὶ ἰδίαν οἰκογένειαν ἐδημιούργησε. Τὸ παράδειγμα τὸ ἔφερα, ἵνα καταδείξω, ὅτι οἱ ἑρμηνευτικοὶ νόμοι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται ἀφορμὴ μεγάλων δυστυχημάτων, ὅταν λαμβάνωνται μετὰ πάροδον τοσούτου χρόνου. Ἐὰν, ὡς εἶπον, ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος ἐλαμβάνετο εὐθὺς ἀμέσως, ἀφ’ ἧς ἐξεδηλώθη διαφωνία,—διότι, ὡς ὑμεῖς παρετηρήσατε, μέχρι τοῦ 1891 ὑπῆρχεν ἡ γνώμη ἡ ἐναντία,—μόλις ἐξεδηλώθη ἡ ἐναντία γνώμη, μετὰ πάροδον ἑνὸς δύο, τριῶν μηνῶν, ἑνὸς ἔτους, τέλος ἐὰν ἐλαμβάνετο ἡ νομοθετικὴ πρόνοια, ἴσως δὲν θὰ εἶχέ τις πολλὰ νὰ ἀντείπῃ...
§124Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο τοῦτο, ἀλλὰ πολιτικαὶ περιστάσεις...
§125ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μόλις πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους ἐγένετο... Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, ὅτι ἐκ τῆς ἑρμηνείας τῆς αὐθεντικῆς, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν εἰς τὸν νόμον, δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι δὲν προσβάλλομεν κεκτημένα δικαιώματα ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν εἶπον, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ θετικοῦ νόμου. Καὶ ἵνα κατανοήσωμεν ἀκριβῶς ὁποῖα δικαιώματα δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ἐν κινδύνῳ, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς τὴν φύσιν τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου καὶ τὴν ἔντασιν τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, τοὐλάχιστον κατὰ τοὺς Ῥωμαϊκοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι μᾶς διέπουσιν, ὅτι ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος θεωρεῖται ὅτι, ἐὰν καὶ σήμερον ψηφίζηται, ὡς ἐνυπάρχων εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς, ταὐτίζεται εἰς τὴν χρονολογίαν τῆς ἰσχύος μὲ τὸν ἑρμηνευτέον νόμον. Ἡ διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν σήμερον θὰ ψηφίσωμεν, θὰ κανονίσῃ ἁπάσας τὰς σχέσεις, ὅσαι ἐγεννήθησαν ἀπὸ τῆς 16 Ἀπριλίου 1867. Αὕτη εἶναι ἡ κρατοῦσα γνώμη παρὰ τῆς ἑρμηνευταῖς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ νόμου. Δύο καὶ μόνον συγγραφεῖς γνωρίζω ἔχοντας τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, πάντες οἱ ἄλλοι ὁμοφώνως λέγουσιν, ὅτι ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος θὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ νομοθέτης εἴπῃ ὅτι θὰ κρατήσῃ εἰς τὸ μέλλον μόνον. Ἐὰν οὐδὲν εἴπῃ ὁ νομοθέτης, ἀλλ’ εἴπῃ ῥητῶς, ὅτι ὁ ψηφιζόμενος νόμος εἶναι ἑρμηνευτικὸς νόμος τοῦ νόμου τοῦ 1867, ὁ νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ τοιουτοτρόπως· ἀλλ’ ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τοιουτοτρόπως, ἐπὶ πόσων σχέσεων θὰ ἐπιδράσῃ; Θὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ πασῶν τῶν σχέσεων, ὅσαι εἶναι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἢ δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ὅσαι ἐγεννήθησαν ἀπὸ τοῦ 1867 καὶ ἐντεῦθεν. Ἡ μόνη ἐξαίρεσις, ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, εἶναι, ὅτι τὰ κεκριμένα διὰ δικαστικῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως, αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ προβληθῶσιν. Ἑτέρα ἐξαίρεσις εἶναι, ἀμφισβητουμένη ὅμως, ὅτι ἐπίσης καὶ τὰ διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ λυθέντα, καὶ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ προσβληθῶσι, κατὰ πλειονοψηφίαν μεταξὺ τῶν σπουδαιοτέρων συγγραφέων, καὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις εἶναι παραδεδεγμένη. Ἀλλ’ ὑπάρχει μεγάλη φιλονεικία ἐπὶ ἑτέρας περιπτώσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ συνηθεστέρα, ἡ ὁποία θὰ ἦναι ἡ ὀδυνηροτέρα, ἐὰν νομοθετήσωμεν ἑρμηνευτικὸν νόμον· ὅλοι ἐκεῖνοι, εἴτε οἱ παρόδιοι, εἴτε οἱ δῆμοι, ἐκεῖνοι οἵτινες, νομίζοντες ὅτι ὑπεχρεοῦντο κατὰ τὸν νόμον ν’ ἀποζημιώσωσιν, ἀπεζημίωσαν ἄνευ δικαστικῆς ὁδοῦ, ἄνευ συμβιβασμοῦ, ὅλοι αὐτοὶ δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν actio indebidi κατὰ τὴν γνώμην τῶν διασημοτέρων συγγραφέων, ἀρκεῖ νὰ ἀκούσητε τὸ ὄνομα τοῦ Waechter, τὸν ὁποῖον ἔχει ὡς ὑπογραμμὸν ὁ διάσημος παρ’ ἡμῖν νομομαθὴς Οἰκονομίδης, ἵνα πεισθῆτε εἰς ὁποίους κινδύνους θὰ ἐκτεθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Ὅλοι, ὅσοι ἀπὸ τοῦ 1867, εἴτε δῆμοι εἴτε ἰδιῶται, ἐὰν ἀντιστρόφως ἑρμηνευθῇ ὁ νόμος, ἐπλήρωσαν, χωρὶς νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, χωρὶς νὰ κάμωσι συμβιβαστικὴν πρᾶξιν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ εἴπωσιν ὅτι ἐπλήρωσαν κατὰ πλάνην.
§126ΒΟΤΣΗΣ. Νομικὴ πλάνη. Ἄγνοια νόμου δὲν ἐπιτρέπεται.
§127ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἄγνοια νόμου, ἀφοῦ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν ἤξευραν νὰ ἑρμηνεύσουν τὸν νόμον. Διὰ τοῦτο ἀνέφερα τοὺς συγγραφεῖς αὐτοὺς, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ κρατοῦσα γνώμη. Ἰδοὺ λοιπὸν εἰς ὁπόσα δεινὰ θὰ ἐκθέσωμεν τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα, ἐὰν ψηφίσωμεν μὲ αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοιοῦτον νόμον. Ὅλα ταῦτα δυνάμεθα βεβαίως νὰ τ’ ἀποφύγωμεν, ὅταν τὸν ψηφίσωμεν μὲ αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, ἀλλὰ τὸν ψηφίσωμεν μὲ τὴν δύναμιν διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ τοιαύτη δὲν εἶναι οὔτε ἡ προαίρεσις τοῦ εἰσαγαγόντος τὸν νόμον, οὔτε ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον διὰ τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας ἐπιδιώκει ὁ νομοθέτης. Ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἑρμηνευτικὸν νόμον μὲ τὴν ἔννοιαν νὰ ἰσχύῃ μόνον διὰ τὸ μέλλον, τοῦτο εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας· ὄχι μόνον προκύπτει ἐκ τοῦ γενικοῦ κανόνος, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται κυρίως νὰ νομοθετῇ διὰ τὸ μέλλον καὶ ἑπομένως καὶ εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου ῥητῶς νὰ δηλώσῃ τὴν θέλησίν της, ὅτι νομοθετεῖ διὰ τὸ μέλλον, ἀλλ’ ἀπαντῶμεν καὶ σαφέστατον παράδειγμα εἰς αὐτὸν τὸν Ῥωμαϊκὸν νόμον, ὅπου εἷς καὶ μόνος ἑρμηνευτικὸς νόμος ἐνομοθετήθη, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν νόμον ῥητῶς ὁ Αὐτοκράτωρ Ἰουστιανὸς ἔδωκε δύναμιν μόνον διὰ τὸ μέλλον, εἶναι ἡ γνωστὴ περίπτωσις τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου. Κατὰ τὸν γνωστὸν νόμον Lex Anastasiana ἐθεσπίσθη ὅτι ὁ ἐκδοχεὺς ἀπαιτήσεως δὲν δύναται νὰ ἐπιδιώκῃ κατὰ τοῦ ὀφειλέτου περισσότερα ἀπὸ ὅσα κατέβαλε πραγματικῶς· ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου ἦτο ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐκχώρησιν εἰς ἰσχυροὺς, καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν βεβαίως εἶναι θεσμὸς κατακριτέος, καὶ ἄπορον εἶναι, πῶς ἀκόμη καὶ παρ’ ἡμῖν ἰσχύει ἀμετάβλητος. Ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐγένοντο αἱ γνωσταὶ ἐκεῖναι παραβάσεις αὐτοῦ, προσήρχοντο καὶ ἐξεχώρουν τὴν ἐκ χιλίων δραχμῶν ἀπαίτησιν ἀντὶ 500, τὰς δὲ ἄλλας 500 ἐδωρεῖτο ὁ ἐκχωρητὴς, ἢ ἐδωρεῖτο τὸ ὅλον τῆς ἀπαιτήσεως αὐτοῦ. Ὁ Ἰουστινιανὸς εἶπε δι’ ἑρμηνευτικοῦ νόμου, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου ἐξ ἀρχῆς ἦτο τοιαύτη, ὅτι πᾶν ὅ,τι πρὸς καταδολίευσιν αὐτοῦ ἐπιχειρηθῇ, εἶναι ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, καὶ ἑπομένως ὅτι τὸ δωρούμενον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ παρὰ τοῦ ὀφειλέτου, «ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλὰ τῶν συμφερόντων τῶν κοινωνικῶν θὰ τεθῶσιν ἐν κινδύνῳ», ῥητῶς λέγει, «ἐπιθυμοῦμεν εἰς τὸν ἑρμηνευτικὸν τοῦτον νόμον, τὸν ὁποῖον σήμερον θεσπίζομεν ἡμεῖς, νὰ δοθῇ μόνον ἰσχὺς διὰ τὸ μέλλον.» Διὰ τοῦτο, τοιαύτην ἰδέαν ἔχων περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, ἠπόρησα, πῶς εἰσηγάγομεν καὶ ψηφίζομεν νομοθέτημα τοιοῦτον ἄνευ προεξεργασίας. Ἤμην ἐκ τῶν πρώτων, οἵτινες ὑπεστήριξαν ὅτι πρέπει τὸ νομοθέτημα νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικὴν, εἰ δυνατὸν, πρὸς προεξεργασίαν’ δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ μὲ τοῦτο οὔτε τὴν Βουλὴν οὔτε καὶ τὸ Προεδρεῖον, διότι καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη, ἀποδεξαμένου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν πρώτων τὴν ἰδέαν, καὶ τὸ Προεδρεῖον ἐξετέλεσε τὸ καθ’ ἑαυτὸ, ἀλλὰ λυποῦμαι διότι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης ἔδειξεν ὀλιγωρίαν τινὰ καὶ ἀπεστέρησε τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα προεξεργασίας, ἡ ὁποία ἦτο ἀπαραίτητος εἰς τοιοῦτον νομοθέτημα· διότι, ὡς προεῖπον, τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦτο νομοθέτημα πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ, κατὰ τὰς ἰδικάς μας γνώμας, ἀνώμαλόν τινα κατάστασιν. Καὶ ποία ἀνωμαλωτέρα κατάστασις εἶναι ἀπὸ τὴν παροῦσαν κατάστασιν, νὰ ἔρχηται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ νὰ θέλῃ νὰ ἀνατρέψῃ παγίαν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων τῆς χώρας, διότι νομίζει ὅτι τὸ κείμενον τοῦ νόμου εἶναι τοσοῦτον σαφές, ὥστε ἡ ὁμόφωνος γνώμη τῶν δικαστηρίων προσκρούει εἰς τὴν σαφῆ ἑρμηνείαν τοῦ νόμου; Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς πρόκειται ἐνταῦθα νὰ λάβωμεν, προσβολὴ κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὀλέθρια δυναμένη νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα διὰ τὴν κοινωνικὴν τάξιν; Ὅταν λέγωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὁμοφωνοῦσαν, ὅτι παρεῖδε τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, δὲν λέγομεν συγχρόνως, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν κατέχει τὰ ἐπιστημονικὰ ἐκεῖνα ἐφόδια, ἢ δὲν κατέχει τὸν ἐπιστημονικὸν ἐκεῖνον ζῆλον, καὶ τὴν ἀφοσίωσιν πρὸς τὸ καθῆκον αὐτῆς, ὥστε εἰς τὴν ἑρμηνείαν σαφοῦς νόμου ἐπλανήθη; Ἢ, ἐὰν ἀντιστρόφως ἐπρόκειτο περὶ νόμου ἑρμηνευτικοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ ἐλαμβάνομεν εἰς ἄλλην περίπτωσιν, καθ’ ἣν τουτέστι περίπτωσιν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐδιχοτομεῖτο τὴν γνώμην, δὲν ἐπρόκειτο τότε νὰ εἴπωμεν καθ’ ἡμῶν κατηγορητήριον, ὅτι ἐθεσπίσαμεν νόμον τόσον ἀσαφῆ, ὥστε ἡ δικαστικὴ ἐξουσία διττὴν ἔχει γνώμην ἐπὶ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν; Εἶναι, Κύριοι, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία ἢ ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος ἐντελῶς ἐξαιρετικὸς θεσμὸς, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ κατάστασιν ἀνώμαλον, ὁπωσδήποτε δὲ καὶ ἂν λυθῇ, πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κατηγορητήριον κατὰ μιᾶς τῶν σπουδαιοτέρων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εὑρίσκεται ἐν τῇ πλάνῃ, ὅταν ὅμως ὁμοφώνως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀποδέχηται τὴν διδομένην ἑρμηνείαν, ὑπάρχουσι, λέγω, οἱ φρονοῦντες ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἑρμηνείαν τῶν νόμων αὐθεντικὴν, ἀλλ’ οὐδεὶς συμβουλεύει νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐκ λόγων πολιτικῶν, ἐκ λόγων κοινωνικῶν. Ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία θὰ γεννηθῇ εἰς τὴν κοινωνίαν ἐκ τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν, ἐπισήμως λεγόντων ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐπλανήθη εἰς τὴν ἑρμηνείαν νόμου ἐπὶ πενταετίαν ὁμόφωνον πλάνην, εἶναι πολὺ βλαβερωτέρα, πολὺ ἐπιζημιωτέρα εἰς τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν σωτηρίαν συμφερόντων δήμου τινὸς ἢ καὶ δήμων τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκομεν διὰ τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα οὕτω μόνον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, οὔτε πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν, τίς ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ αἱ δύο γνῶμαι νὰ ὑποστηριχθῶσι, καὶ ἡ γνώμη τῶν ἀσπαζομένων ὡς ὀρθὴν τὴν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων καὶ ἡ γνώμη τῶν ἐναντιοφρονούντων. Ἀλλ’ ὅταν ἔχω τοιαύτην κατ’ ἀρχὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ νομοθετήσῃ τοιοῦτον νόμον, νομίζω ὅτι ἔχω τὸ καθῆκον νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὸ λεχθὲν, ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ ὑπάρχουσι νόμοι, ἐπιβάλλοντες εἰς τοὺς παροδίους τὰς ἀποζημιώσεις. Ἐγὼ οὐδαμοῦ γνωρίζω τοιοῦτον νόμον λειτουργοῦντα. Ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἀποζημίωσις καταβάλλεται ὑπὸ τῶν κοινοτήτων καὶ τῶν δήμων. Ἐν Γερμανίᾳ δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος, τὰς ἀποζημιώσεις τὰς ἐπιβάλλουσιν οἱ δῆμοι, καὶ ὑποχρεοῦνται αἱ κοινότητες καὶ τὸ Κράτος. Τοιαύτην, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω γνώμην ἐπὶ τοῦ ἐπασχολοῦντος ἡμᾶς θέματος, νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν σταθμίσωμεν ὀρθῶς τὰ πράγματα, ἐὰν σταθμίσωμεν τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας θὰ προξενήσωμεν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐπισήμως ἑρμηνεύοντες τὸν νόμον, πρὸς τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν νομίζομεν ὅτι θὰ προσδώσωμεν εἰς δήμους τινὰς τοῦ Κράτους, ἴσως βεβαρημένους μὲ ἀποζημιώσεις βαρυτάτας, νομίζω ὅτι θὰ προτιμήσωμεν τὸ μέγιστον συμφέρον τὸ κοινωνικὸν, τὸ δὲ μέγιστον συμφέρον τὸ κοινωνικὸν εἶναι, νὰ μὴ διασαλεύσωμεν τὴν πίστιν τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους.
§128Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄν ἄλλη ὑπόθεσις παρουσιασθῇ ὁμοίας φύσεως εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, δύναται οὗτος νὰ ἐξενέγκῃ ἀλλοίαν ἀπόφασιν;
§129ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Βεβαιότατα.
§130Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν μίαν νομολογίαν ἀπὸ τοῦ 1867 ἕως τοῦ 1891, ἑτέραν ἀπὸ τοῦ 1891 ἕως τοῦ 1896, καὶ πάλιν ἄλλην μετὰ ταῦτα!
§131ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὁμιλοῦσι περὶ ὁμοφωνίας ἀπὸ τοῦ 1891. Ἐν τούτοις ἄλλη ἀπόφασις ἐξεδόθη τὸ 1891 καὶ ἄλλη τὸ 1893· ἡ ὑπόθεσις παραπέμπεται εἰς τὸ τμῆμα τῆς οὐσίας, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται ἀντιθέτως. Ποῦ εὑρίσκουσι τὴν ὁμοφωνίαν; Ἔρχεται εἶτα ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν ὁλομέλειαν, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου γνωμοδοτεῖ, ὅτι ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν εἶναι οἱ παρόδιοι καὶ οὐχὶ οἱ δῆμοι. Θέλετε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου; Ἄν ὑπῆρχεν ὁμοφωνία, θὰ τοὺς ἑνόουν, ἀλλ’ οὐ μόνον τοιαύτη ὁμοφωνία δὲν ὑπῆρξεν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐγκρίτων νομομαθῶν ὑπάρχει ὁ ὑποστηρίζων τὴν ἀστήρικτον ταύτην ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθ’ ἧς, ἅμα δημοσιευθείσης, ἀντεπεξῆλθον πάντες οἱ ἔγκριτοι παρ’ ἡμῖν νομομαθεῖς, ὁ κ. Εὐταξίας, ὁ κ. Λαζαρίμος, ὁ κ. Στεφάνου, ὁ κ. Εὐκλείδης, ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, μακρὰς διατριβὰς δημοσιεύσαντες κατ’ αὐτῆς ἐν τοῖς νομικοῖς περιοδικοῖς. Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, νομομαθὴς ἐν Ἑλλάδι, οὔτε ἀληθὴς ἐπιστήμων, ὁ ὁποῖος νὰ ὑπεστήριξε τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ μᾶς ὁμιλοῦσιν εἶτα περὶ ὁμοφωνίας, οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, ἐνῷ διὰ μιᾶς μόνον ψήφου ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξέδωκε τὴν πεπλανημένην ταύτην ἀπόφασιν καὶ ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως!
§132ΒΟΤΣΗΣ. Ἐξ ὅσων ἀνεπτύχθησαν ἐγένετο κατάδηλον, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1836 εἶναι ἄδικος, καὶ πρέπει ἢ νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ἀντίθετος δηλαδὴ πρὸς τὴν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὅπως ἀποφύγωμεν τὰ ἀδικήματα, ἢ νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου. Ἐκ τῶν λεχθέντων δὲ δὲν ἤκουσα κανὲν ἐπιχείρημα, ἐξ οὗ νὰ πεισθῇ τις, ὅτι πρέπει ὅλην τὴν ζημίαν νὰ ὑποστῶσιν οἱ παρόδιοι. Ὄταν ἔγεινεν ὁ νόμος τοῦ 1836, ἦσαν πανταχοῦ ἀγροί, καὶ ἦτο φυσικὸν καὶ εὔλογον, προκειμένου οἱ ἰδιοκτῆται νὰ σχηματίσωσιν οἰκόπεδα, νὰ χάνωσι μέρος τοῦ ἀγροῦ των, χάριν τῶν ὁδῶν. Σήμερον ὅμως, ὅταν πρόκειται περὶ ῥυμοτομίας ἐν πόλεσι κατηρτισμέναις, εἶναι ἄδικον νὰ ὑφίστανται τὴν ζημίαν, καὶ μάλιστα ὁλόκληρον, οἱ παρόδιοι, εἴτε ὠφελοῦνται, εἴτε μή. Ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν νόμου (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 34 § αʹ τοῦ νόμου ΣΞΓʹ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἡ πρόσκτησις τῶν ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καταλαμβανομένων ἰδιοκτήτων γαιῶν καὶ κτημάτων γίνεται εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν ὁδικῶν τῶν ἐπαρχιῶν πόρων· αἱ δὲ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἀγροτικῶν ὁδῶν καταλαμβανόμεναι γαῖαι, ἐὰν μὲν ὦσιν ἐθνικαί, παραχωροῦνται δωρεάν, ἐὰν δὲ ἰδιόκτητοι, ἡ προέκτασις αὐτῶν βαρύνει τοὺς δήμους. Διὰ τὰ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις, ἐν αἷς ὑπάρχει κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁδῶν σχέδιον ῥυμοτομίας ἐγκεκριμένον διὰ Β. Διατάγματος, τμήματα ὁδῶν πάσης κατηγορίας συνεισφέρουσι πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ ἐδάφους καὶ οἱ παρόδιοι, ἀναλόγως τῆς προσγενομένης αὐτοῖς ὠφελείας. «Ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν γαιῶν καὶ κτημάτων, ὡς καὶ ἡ ἀναλογοῦσα ἑκάστῳ τῶν παροδίων συνεισφορὰ, ἐνεργεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ᾼΧΜΒʹ τῆς 4 Ἰανουαρίου 1888 νόμου. «Τὸ ποσὸν τῆς ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως προκαταβάλλεται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἢ τοῦ δήμου, καὶ ἡ ἀναλογικὴ τοῖς παροδίοις εἰσφορὰ εἰσπράττεται παρὰ τῶν ὑποχρέων παροδίων ἰδιοκτητῶν, κατὰ προτίμησιν παντὸς ἄλλου πιστωτοῦ τούτων, ὡς καὶ τῶν ἐνυποθήκων, ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν παροδίων κτημάτων των. «Ὁ νόμος οὗτος ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὰς πρὸ αὐτοῦ καταλήψεις ἰδιοκτήτων γαιῶν ὑπὸ ὁδῶν πάσης κατηγορίας.»
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 204). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§135ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου πρώτου ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς: «ΙΖʹ. Ἡμίσεια δραχμὴ ἐπὶ ταῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων παρὰ τῶν ναυτικῶν δήμων τοῦ Κράτους, οἵτινες ὁρίζονται ἐν τῷ πίνακι τῷ προσηρτημένῳ τῷ νόμῳ ᾼΥϞΘʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 ἔτους περὶ ναυτικῆς στρατολογίας». Οἱ δῆμοι ἔχουσι διαφόρων εἰδῶν ἔσοδα· ἔχουσιν ἔσοδα ἐκ κληροδοτημάτων καὶ ἐξ ἄλλων πόρων. Δὲν εἶναι δίκαιον, νομίζω, νὰ καταβάλληται ἥμισυ ταῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν τοιούτων εἰσοδημάτων. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ τεθῇ «ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων» ἀντὶ τῆς λέξεως «ἐσόδων».
§136Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
§137Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον ἀναγράφονται «3% ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων παρὰ τῶν λιμενικῶν ταμείων τοῦ Κράτους». Προτείνω νὰ αὐξήσῃ εἰς 5%, διότι νομίζω, ὅτι τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, τὰ ὁποῖα καταναλίσκουσι τὸ χρῆμά των εἰς ξένα πολλάκις τοῦ προορισμοῦ των ἀντικείμενα, δύνανται νὰ καταβάλλωσι 5%.
§138Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ προληφθῇ ἁπλῶς ἡ πτῶσις τοῦ ταμείου. Δὲν πρόκειται νὰ αὐξήσωμεν τὰ κεφάλαια τοῦ ταμείου εἰς τρόπον ὥστε νὰ φαίνηται τοῦτο ἀνθοῦν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζητούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀρκοῦν, ἵνα ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν τείνωμεν, νὰ σώσωμεν τὸ ταμεῖον.
§139ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πολλοὶ λιμένες δὲν ἔχουσι ναύτας, οὔτε ἐργάτας θαλάσσης, οὔτε ἔχουσι συμφέρον τι ἐκ τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Τὰ λιμενικὰ ταμεῖα αὐτῶν εἰσπράττουσι μόνον ἐκ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσπλεόντων πλοίων. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄδικον τὰ λιμενικὰ ταῦτα ταμεῖα νὰ συνεισφέρωσιν ἀναγκαστικῶς τοιοῦτον φόρον εἰς ταμεῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου οὐδὲν προσδοκῶσιν. Ἄλλως ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου καὶ τῶν συνεισφερόντων εἶναι, ὅπως τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα χρησιμεύσωσι πρὸς κατασκευὴν λιμένων καὶ οὐχὶ πρὸς συνδρομὴν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.
§140ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπὴ ἐπρότεινεν, ὅπως μὴ γείνῃ ἡ δι’ αὐτοῦ προτεινομένη μεταβολὴ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καθόσον διὰ τῆς εἰσαγομένης μεταβολῆς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου θὰ ζημιωθῇ, διότι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ προσωπικοῦ τούτου θέλει φέρει μεγάλην ἀνωμαλίαν. Ἄλλως δὲ ἡ οἰκονομία, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης, εἶναι ἐλαχίστη, ἀνερχομένη κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2780 δραχμῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν, ἀπέναντι τοσοῦτον μικρᾶς δαπάνης, νὰ μεταβληθῇ σύστημα λειτουργοῦν ἐπὶ τόσα ἔτη καλῶς καὶ κανονικῶς. Ἐπίσης ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν περιλαμβάνεται εἰσηγητὴς ἐπὶ τῶν ναυτικῶν συντάξεων, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἀναγκαιοτάτη, καθόσον οὗτος παρασκευάζει ἅπασαν τὴν ὑποβαλλομένην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐργασίαν. Ὅθεν πρέπει νὰ ἦναι ὑπάλληλος ἔχων εἰδικότητά τινα, ἵνα μελετᾷ τὰ ἔγγραφα καὶ παρέχῃ τὰς διαφόρους πληροφορίας. Ἐντεῦθεν συμπεραίνει ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπὴ, ὅτι τὸ ἄρθρον 9 τοῦ περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου νόμου δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ.
§141Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, βεβαίως ἔχει κατὰ τοῦτο δίκαιον, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ παρελείφθη νὰ σημειωθῇ, τίς θέλει ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσηγητοῦ τῶν συντάξεων, καὶ διὰ τοῦτο προσθέτομεν εἰς τὸ ἄρθρον 9 τὰ ἑξῆς: «Τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσηγητοῦ τῶν συντάξεων τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου θέλει ἐκτελεῖ ὁ εἰσηγητὴς κλπ.» Ἀλλὰ παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ταμείου τούτου, ἡ δαπάνη διὰ μισθοδοσίας ἀνέρχεται ἐτησίως εἰς δραχμὰς 32,400, διότι ὑπάρχει εἷς εἰσηγητὴς ἐπὶ τῶν συντάξεων ἐπὶ μισθῷ δραχμῶν 240 κατὰ μῆνα, δύο λογισταὶ πρὸς δρ. 220, τέσσαρες ἄλλοι λογισταὶ βʹ τάξεως πρὸς δρ. 180, τέσσαρες ὑπογραμματεῖς πρὸς δραχμὰς 150, δύο γραφεῖς αʹ τάξεως πρὸς δραχμὰς 120, τρεῖς γραφεῖς βʹ τάξεως πρὸς δραχμὰς 100, εἷς κλητὴρ, ἄλλοι κλητῆρες κλπ. Ἐν συνόλῳ δηλ. διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους καταβάλλει τὸ ταμεῖον 32,400 δραχμὰς ἐτησίως. Τώρα σημειώσατε, ὅτι βεβαίως λυπηρὸν εἶναι αἰφνιδίως τοσούτῳ πολυπληθὲς προσωπικὸν νὰ ἀντικαθίσταται δι’ οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου πρόκειται νὰ σωθῇ τὸ ταμεῖον, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐμποδίσῃ ἡμᾶς ἡ ζημία προσώπων τινῶν. Πρέπει δὲ προσέτι νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων τούτων εἰσὶ συνταξιοῦχοι, ἐφρόντισε δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ καταλειφθῶσιν οὗτοι ἄνευ πόρων, διότι οὗτοι θέλουσι παραμείνει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουσι συμπεπληρωμένον τὸν χρόνον τῆς συντάξεως. Οἱ ὑπολογισμοὶ δὲ, οὓς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος ἔκαμε, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι κατὰ τοὺς ἡμετέρους ἡ ἐπερχομένη διαφορὰ εἶναι ἐκ δραχμῶν 11,280, καὶ πιστεύομεν, ὅτι ἀπέναντι τοῦ σκοποῦ τοῦ νὰ σωθῇ τὸ ταμεῖον τοῦτο, ὅταν μάλιστα αὐτοί, οἵτινες πρόκειται νὰ ἀπολυθῶσιν, ἦναι ἅπαντες συνταξιοῦχοι, οὐδεμία ἄλλη σκέψις πρέπει νὰ ἐμποδίσῃ ἡμᾶς.
§142ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐπρότεινε νὰ μὴ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, δὲν ὡρμήθη παντάπασιν ἀπὸ αἰσθήματα φιλανθρωπικὰ πρὸς τὸ πολιτικὸν προσωπικὸν τοῦ ταμείου, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὡρμήθη ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι, ἐὰν ἀντικατασταθῇ τὸ προσωπικὸν αὐτὸ δι’ ἀξιωματικῶν, οὗτοι θὰ ὑπόκεινται ἑκάστοτε εἰς μεταβολὰς καὶ μεταθέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ φέρωσι μεγάλην βλάβην καὶ ἀναστάτωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ὑπολογισμοὺς περὶ τὴν δαπάνην, ἡ ἐπιτροπὴ ἔκαμε τούτους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὑποθέτω δ’ ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι εἶναι ἀκριβεῖς, καθ’ ὅσον παραθέτει καὶ συγκρίνει τοὺς μισθοὺς τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν στρατιωτικῶν. Ἐὰν δ’ ὁ ὑπάρχων ἀριθμὸς τοῦ προσωπικοῦ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἦναι μέγας, τότε ἂς ἐλαττωθῇ, ἐὰν δὲ ἐλαττωθῇ εἰς τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, τότε ἡ ὠφέλεια δὲν θὰ ἦναι, παρὰ 2780 δραχμῶν. Ἑπομένως δὲν βλέπω, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εὑρίσκει, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς μισθοδοσίας εἶναι 11,280 δραχμῶν. Ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προστίθεται θέσις εἰσπράκτορος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω λίαν ἐπικίνδυνον. Διότι μέχρι τοῦδε τὰς εἰσπράξεις ἐξετέλει ὁ ταμίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερος ἀξιωματικὸς καὶ παρέχει πάντα τὰ ἐχέγγυα ἀκριβοῦς καὶ τιμίας διαχειρίσεως, ἐνῷ ὁ ἑκατοντάδραχμος εἰσπράκτωρ, οὐδεμίαν ἐγγύησιν παρέχει. Τοῦ πολιτικοῦ προσωπικοῦ τὴν ἀλλαγὴν τότε μόνον ἠδύνατό τις νὰ παραδεχθῇ, ἐὰν τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, ἐπλήρονε τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐνῷ οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες θ’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, ἐπιβαρύνουσι τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον.
§143Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπιτροπὴ ἀληθῶς προέτεινε τὴν κατάργησιν μὲν τῆς θέσεως τοῦ εἰσπράκτορος, ἣν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, τὴν προσθήκην δὲ ἑνὸς κλητῆρος ἐπὶ μισθῷ δραχμῶν 80. Ἡμεῖς ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν. Ἐὰν ἄρα νομίζητε, ὅτι εἶναι περιττὸν ἢ ἐπικίνδυνον ἡ παραδοχὴ εἰσπράκτορος, οὐδεμία ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ ὑποχωρήσω, νὰ προστεθῇ δὲ τότε ἀντὶ τοῦ εἰσπράκτορος εἷς κλητὴρ, ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν 80, ὅστις θέλει ἐκτελεῖ πολλάκις καὶ χρέη εἰσπράκτορος. Τὴν ἑτέραν ὅμως τῶν ἀντιῤῥήσεων τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων διὰ στρατιωτικῶν θέλει ζημιωθῆ ἡ ὑπηρεσία, δὲν θεωρῶ ὀρθὴν, διότι καὶ ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς ταμείοις ἡ ὑπηρεσία ἐκτελεῖται δι’ ἀξιωματικῶν, καθ’ ἑκάστην ἐναλλασσομένων, καὶ οὐδείς ποτε παρεπονήθη. Ἐπὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ δὲ τῆς δαπάνης τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἐπιμένῃ ἀμφισβητῶν αὐτὸν ὁ κύριος συνάδελφος, ἡ οἰκονομία ἀνέρχεται εἰς δραχ. 11,280, διότι ἡ ὅλη ἐτησία δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δραχ. 18,960· προστίθενται καὶ δρ. 2160 διὰ μισθὸν εἰσπράκτορος, ἢ κλητῆρος (ὅτε οὗτος θέλει ἐλαττωθῆ κατά τι, ἀλλὰ λαμβάνω τὸ ἀρχικὸν, δρ. 2160), ἔχομεν δ’ ἐν ὅλῳ δρ. 21,120. Ἀφαιρέσατε ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τὴν δαπάνην τῆς σήμερον ὑπηρεσίας, καὶ θέλετε ἔχει τὴν διαφοράν.
§144ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἀλλὰ ἐλαττοῦτε τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων, ἐλαττώσατε ὅμως ἐπίσης καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαρχόντων πολιτικῶν ὑπαλλήλων, καὶ θὰ ἔχητε τὴν αὐτὴν οἰκονομίαν. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀξιωματικῶν, ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν θὰ ἐκτελῶσιν αὐτὴν καλῶς, ἀλλὰ λέγω, ὅτι εἰς τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἡ ὑπηρεσία εἶναι διάφορος, καὶ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀλλάζωσιν ἑκάστοτε, καὶ θὰ εὑρίσκηται εἰς ἀνωμαλίαν διαρκῆ τὸ ταμεῖον, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ πρέπει νὰ ἦναι συνεχὴς καὶ ὁμοιόμορφος.
§145ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἀφοῦ δὲν φέρῃ πρόσκομμα ἡ ἀπόσπασις τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν στρατιωτικὴν, διατὶ νὰ μὴ ἐξακολουθῶσιν οὗτοι λαμβάνοντες τὸν μισθόν των, ἀλλὰ ζητεῖτε νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ ταμεῖον διὰ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν; Ἐγὼ, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου πρέπει νὰ ἦναι ἀξιωματικοί, ἀλλὰ νὰ λαμβάνωσι τὰς ἀποδοχάς των ἀπὸ τὸ Δημόσιον.
§146Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Φέρετε τροπολογίαν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§147ΒΑΛΕΤΑΣ. Βεβαίως θὰ παραστῇ ἀνάγκη καὶ νὰ αὐξηθῶσιν οἱ βαθμοφόροι.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, ἤτοι μὲ τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «ἐσόδων» ἐν τῇ γʹ παραγράφῳ, διὰ τῶν λέξεων «ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–5 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐξ ἀξιωματικῶν προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, τὸ διὰ τοῦ παρόντος νόμου ὁριζόμενον, προστίθεται εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, τοὺς ὁρισθέντας διὰ τῶν νόμων αʹ) ΑΣΔʹ τῆς 12 Ἰουλίου 1885 ἔτους «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν δοκίμων αʹ τάξεως τοῦ Β. Ναυτικοῦ» καὶ βʹ) ᾼΩΚΗʹ τῆς 17 Μαΐου 1890 ἔτους «περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πλοιάρχων, τῶν ἀντιπλοιάρχων, τῶν ἀνθυποφροντιστῶν, τῶν ὑποναυπηγῶν καὶ τῶν μηχανικῶν αʹ τάξεως».
§150ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας αὐξάνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τὸν ἀριθμὸν τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, συνεπείᾳ τοῦ ἄρθρου 1. Ἀλλὰ διάταξις, ἡ ὁποία μεταβάλλει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν ἔχει τὸν τόπον της εἰς νομοσχέδιον περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἀπ’ ἐδῶ ἡ διάταξις αὕτη, καὶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸν νόμον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, 7 καὶ 8, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§152ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως τὸ σύνολον, κύριε Πρόεδρε.
§153ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἔχομεν καὶ δευτέραν συζήτησιν.
§154ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος ὀνομαστικῆς κλήσεως. Εἶναι εὐεργετικὸν τὸ νομοσχέδιον.
§155ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εὐεργετικὸν εἶναι δι’ ἐκείνους τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συνταξιούχους. Ἡ Μεσσήνη δὲν ἔχει κανένα. Νὰ πληρώνωμεν ἡμεῖς δι’ ἄλλους!
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου, ὀνομαζομένου «Ταμεῖον κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων.»
§157Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τῶν ναυτικῶν νομοσχεδίων, ὅπως ταῦτα συζητηθῶσιν ὁμοῦ μὲ τὰ στρατιωτικά, διότι τὸ στράτευμα, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἑνιαῖον, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι διαιρεῖται εἰς δύο κατηγορίας, τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Ὑπάρχουσι πολλοὶ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι νὰ φέρωσι πολλὰς τροποποιήσεις, αἵτινες, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ εἴπω, θὰ καταστήσωσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα τέλεια.
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§159ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ταμεῖον πρὸς κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων εἶναι ὅλως ἐναντίον τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐκ τῆς πείρας παρ’ ἡμῖν ἐβεβαιώθησαν, ὅτι πάντα τὰ ταμεῖα, τὰ ὡρισμένα...
§160Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὴν ἀναβολήν.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν ἦσθε ἕνδεκα...
§162ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα ὀκτὼ ἐδῶ.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλοι τρεῖς χρειάζονται. Ἐξακολουθήσατε κύριε Στάη.
§164ΣΤΑΗΣ. Νὰ λυθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς.
§165ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔχει κἀμμίαν συνάφειαν οὔτε μὲ ὀργανισμούς, οὔτε μὲ ἄλλα, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Στρατιωτικῶν περὶ Μετοχικοῦ ταμείου τῆς ξηρᾶς νομοσχέδιον, καὶ ὅμως δὲν εἶναι κἂν ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Νομίζω, ὅτι δι’ αὐτὸ ἔχει δίκαιον ὁ κ. Γεωργακόπουλος.
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ τεθῇ πρὸς συζήτησιν καὶ τοῦτο;
§167ΜΑΝΕΣΗΣ. Δι’ αὐτὸ ὡμίλησα. Τοῦτο εἶναι τὸ παράπονόν μου.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπομονὴν νὰ ἔχωμεν. Ἂς προχωρήσωμεν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Στάη.
§170ΣΤΑΗΣ. Θεωρῶ, ἔκτροπον τὸν θεσμὸν τῆς ἱδρύσεως ταμείου πρὸς εἰδικὸν σκοπὸν, διότι πάντα τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, τὰ σχηματισθέντα καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ, ἐχρησίμευσαν ὡς ἀφορμὴ εἴτε καταχρήσεων, εἴτε σπατάλης. Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ ἔστω τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας καὶ τὸ ταμεῖον τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ εἶναι κατὰ μείζονα λόγον ἔκτροπον τὸ ταμεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἱδρυθῇ, ἀφοῦ θὰ προικοδοτηθῇ μάλιστα ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τουτέστιν ἀπὸ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν ἤδη εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους. Μήπως δὲν εἶναι τὸ Κράτος εἰς θέσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ καταβάλλῃ πᾶσαν δαπάνην, ἔστω καὶ ἔκτακτον, πρὸς ἐπισκευὴν λεβήτων, δυναμένων νὰ καταστραφῶσιν ἐκ μιᾶς ἐκρήξεως ἢ ἄλλων λόγων διαφόρων; Ἀφοῦ ἄλλως τε εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ποσὸν κολοσσιαῖον, ποσὸν 650,000 δραχμῶν, πρὸς ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν πλοίων,—διότι βεβαίως εἰς τὴν συντήρησιν τῶν πλοίων συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ἐπισκευὴ καὶ ἡ κατασκευὴ τῶν ἀτμολεβήτων—πρὸς τίνα λόγον θέλομεν νὰ ἱδρύσωμεν ἰδιαίτερον ταμεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δώσωμεν μάλιστα τοιαῦτα προνόμια, ὁποῖα τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Ἄν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, δρ. 650,000, δὲν ἦναι ἐπαρκὲς, ἐν συγκρίσει μάλιστα πρὸς τὸ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὸ ὁποῖον ἀνῆλθεν εἰς 1½ ἑκατομμύριον, ἂς ἀναγραφῇ μεῖζον, ἂς ἀναγραφῇ διπλάσιον, τριπλάσιον, ἀλλ’ ὄχι νὰ ἱδρυθῇ ταμεῖον, καὶ κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον, ὥστε νὰ εἰσέρχωνται λάθρα πρόσωπα, ὡς προεδρεύοντα μάλιστα, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐδένα λόγον δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τοιαύτας ὑπηρεσίας.
§171ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Δημιουργοῦνται καὶ θέσεις.
§172ΣΤΑΗΣ. Πλὴν τῶν θέσεων νομοθετοῦμεν διὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ταμείου. Ἄν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμείνῃ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τότε θὰ ἀναπτύξωμεν τοὺς σπουδαιοτέρους λόγους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀναγκάζουσι νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν μὴ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§173Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους εἴπετε, δὲν τοὺς θεωρεῖτε σπουδαίους;
§174ΣΤΑΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, πολὺ σπουδαιότεροι. Ἐὰν ἔλθωμεν δὲ εἰς τὰ καθέκαστα τῆς συζητήσεως, θὰ ἀναπτύξωμεν τὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου 1,500,000, μὲ τόκον 6% καὶ μὲ 3% χρεωλύσιον, καὶ τὰ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐν οὕτω προκεχωρηκυίᾳ ὥρᾳ, μεσονυκτίῳ ἤδη, δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοιούτου θέματος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐ μόνον πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ πρωτοφανὴς θεσμὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν, ἀλλὰ θὰ ἐπιτραπῇ καὶ ἡ διαχείρισις ἑκατομμυρίων εἰς τὰς χεῖρας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, ὡς σεῖς εἴπετε πρὸ ἡμερῶν, σᾶς ἠνάγκασαν νὰ σκεφθῆτε περὶ νομοθετικῆς διακανονίσεως καὶ διαῤῥυθμίσεως ἐπὶ τὸ βέλτιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Σεῖς αὐτὸς εἴπετε, ὅτι τὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνων δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν ἐξέλεγξιν αὐτοῦ, σήμερον δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν οἰκτρὰν ἀληθῶς θέσιν νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, πῶς δαπανῶνται κονδύλια 230 χιλιάδων, 650 χιλιάδων καὶ ἑκατομμυρίων ἐνίοτε. Ἀφεύκτως δὲ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς χειροτέραν θέσιν, ἂν ἱδρύσωμεν τὸ ταμεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ προικοδοτηθῇ δι’ ἀορίστων πόρων, διότι τὰ ὑλικὰ, τὰ ὁποῖα θεωρεῖτε σεῖς ὡς ἄχρηστα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, εἶναι ἀξίας ἑκατομμυρίων, διότι τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖτε ὡς ἄχρηστα καὶ ἐκ τῆς ἀξίας τῶν ὁποίων θὰ δώσητε τὰ 80% ὡς προικοδότησιν εἰς τὸ ταμεῖον, εἶναι ἀξίας πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν, διότι ἡ διαχείρισις τοῦ δανείου, ὡς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ἄρθρου 4 θὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογήσητε, ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, δὲν εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐκφύγωσιν ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ ὑπάρξῃ δὲ καμμία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, ὅταν παραστῇ ἀνάγκη πρὸς κατασκευὴν λεβήτων, θ’ ἀποποιηθῇ οἱανδήποτε δαπάνην, καὶ Βουλὴ Ἑλλήνων, ἥτις νὰ ἀρνηθῇ αὐτήν. Ἄλλως τε, ἀφοῦ προβλέπετε ὅτι θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ἐλλείψεως πόρων, καὶ μὲ ὅλην τὴν πλουσίαν προικοδότησιν τοῦ ταμείου, διατὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ζητεῖτε τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐλλειπόντων πόρων ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν ἐπιτρέπετε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα τοῦτο; Ἀλλ’ ὁ σκοπός σας εἶναι νὰ δώσητε δικαίωμα εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτῶν, κατ’ οὐδένα λόγον δὲν ὤφειλον ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τοιαῦτα καθήκοντα, ἅτινα ἀπαιτοῦσι τὸν ἐνδελεχῆ ἔλεγχον τῆς προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ θέματος ἐν γένει τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐκτενέστερον, ἐὰν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον.
§175ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλε διὰ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ αὐτῆς τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἥτις δὲν διενεμήθη εἰσέτι. Νομίζω δὲ, ὅτι, πρὶν ἡ Βουλὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν ταύτην, δὲν πρέπει νὰ συζητήσῃ τὸν νομοσχέδιον τοῦτο. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συνιστᾶται καὶ ἑτέρα ἀρχὴ ἐν τῷ Ναυτικῷ, ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τῆς λοιπῆς ὑπηρεσίας, εἰς ἣν ἀνατίθεται ἡ διαχείρισις τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης πιστώσεως εἰδικῶς πρὸς κατασκευὴν λεβήτων, καὶ ἥτις πίστωσις θέλει χρησιμεύσει εἰς σύναψιν δανείου 1,500,000 δραχ. Ἐκτὸς δὲ τῆς πιστώσεως ταύτης χορηγοῦνται καί τινες ἄλλοι πόροι, οἵτινες ἀναφέρονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, καίτοι μὴ ὑπαρχούσης ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἡ γνώμη καθ’ ὁλοκληρίαν εἶναι κατὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἥτις στηρίζεται εἰς ἀρκετὰ οὐσιώδεις λόγους, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ μελετήσῃ ἡ Βουλή, ἐκτὸς ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὅλως περιττή. Ἀλλὰ τότε τίνα λόγον ἔχει ἡ διάταξις περὶ παραπομπῆς τῶν νομοσχεδίων εἰς τὰς ἐπὶ τούτῳ συσταινομένας ἐπιτροπὰς; Ἀφοῦ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν παρημέλησε τὸ ἑαυτῆς ἔργον, ἀλλ’ εἰργάσθη καὶ ἠσχολήθη ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ναυτικῶν, μάλιστα δὲ καὶ ὑπέβαλε τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν της δι’ ἐκθέσεως, δὲν νομίζει πρέπον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρὶν ἢ οἱ κ. Βουλευταὶ λάβωσι γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης;
§176Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ἵνα ἀναβληθῇ ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ πρῶτον μὲν δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ ἡ παραπέμψασα τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὥστε νὰ ἦναι ὑπόχρεως ἡ Βουλὴ νὰ ἀναμένῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ ὑπέβαλον ἁπλούστατα τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐδυνάμην καὶ νὰ μὴ πράξω, διότι ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ τούτου δὲν εἶχον· οὐχ ἧττον δὲν παύομαι θεωρῶν σπουδαιοτάτας τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἰς τὰς ἐκθέσεις, αἵτινες ὑπεβλήθησαν, μεταξὺ τῶν πολλῶν λόγων, οὓς φέρουσι, βεβαίως ὑπάρχουσί τινες λίαν σπουδαῖοι, ἐξ ὧν τινας εἶμαι καὶ διατεθειμένος νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν, ὡς ἤδη ἠκούσατε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου, ὅτε γνώμην τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεδέχθην. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὴν δευτέραν, ἥτις θέλει λάβει χώραν αὔριον ἢ μεθαύριον, δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς, ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ὅτε καὶ κυρίως, κατ’ ἐπικρατοῦσαν συνήθειαν, συζητοῦνται σπουδαιότερον τὰ νομοσχέδια. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει λόγος τις πρὸς ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἰς ὅσα εἶπεν ἄλλος συνάδελφος ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω, ὅταν γένηται εὐρυτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως ἐκεῖνο, ὅπερ, ἀρχόμενος τῶν παρατηρήσεων αὐτοῦ, ἐξέφρασεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὅπερ κατεστράφη. Ἂν ἐζημιώθη, ἢ ἂν ἔπεσε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, βεβαίως δὲν πταίει ὁ περὶ τούτου θεσμός. Ἄλλοι εἰσὶν ἐκεῖνοι, οἵτινες συνετέλεσαν, ἵνα καὶ ἐκεῖνο τὸ ταμεῖον καὶ ἄλλα ἀκόμη πέσωσιν, ἢ ἀπειληθῇ τοὐλάχιστον ἡ πτῶσις αὐτῶν, ἅπερ πάντα ἄριστα γινώσκει, ὡς ἐγγύτερος πρὸς τὰ πράγματα, ὁ κ. συνάδελφος. Ἀλλὰ περὶ τούτου γενήσεται συζήτησις, ὅταν λεπτομερῶς συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Περὶ τοῦ ἄλλου, δηλ. περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ δανείου, ὅταν πάλιν συζητήσωμεν, θέλω ἀποδείξει εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρξῃ συνομολόγησις δανείου, καὶ δανείου τοσούτου, ὅσον ἐγὼ ὑπέδειξα, τουτέστιν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου δραχμῶν, εἶναι ἀδύνατον τὰ πλοῖα τοῦ στόλου νὰ λειτουργήσωσι πρεπόντως καὶ συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Τί συμβαίνει, πῶς τοῦτο κατωρθώθη, εἶναι βεβαίως μακρὸν καὶ ἴσως ἀνιαρὸν νὰ ἀναπτύξωμεν, ἀλλὰ βέβαιον εἶναι τοῦτο, ὅτι ὡς ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου εἶναι ἀνάγκη ἐπισκευῶν, αἱ δὲ ἐπισκευαὶ αὗται βεβαίως θέλουσι φθάσει εἰς τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπεδείχθη. Ἀλλὰ περὶ τούτου, ἐπαναλέγω, δύναται νὰ γένηται λόγος, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν εἰδικὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§177ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερῶν ἀτυχιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ νὰ εὕρωμεν τίνες εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πάντα τὰ ταμεῖα τοῦ τοιούτου εἴδους εἶναι ἀφορμὴ πρὸς καταχρήσεις. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἡμεῖς ζητοῦμεν ἀκριβῶς τὴν διαῤῥύθμισιν καὶ τὴν διασάφησιν τῶν πραγμάτων, μάλιστα τῶν οἰκονομικῶν, ἀφ’ ἑτέρου θέλομεν νὰ συγχύσωμεν τὰ πράγματα, νὰ φέρωμεν τὸ χάος καὶ νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι, ἂν δὲν τῷ ἐπιτραπῇ ἡ συνομολόγησις δανείου ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, ὅπως τὸ 4ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου διαλαμβάνει, βεβαίως θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ παρασκευασθῶσι τὰ τοῦ στόλου οὕτως, ὥστε νὰ ἦναι εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἕτοιμος πρὸς ἔκπλουν! Ἂν ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ μικροῦ, συνάδωσι μὲ ὅσα ἔλεγον ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν καὶ τὰ ὁποῖα ἐξήγειραν τὴν ἀγανάκτησιν συναδέλφου καθημένου εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν), δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλὰ θέλω καὶ πάλιν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δίδει εἰς τὸ μέλλον νὰ συστηθῇ ταμεῖον, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Συνδρομὴ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἐκ δραχμῶν διακοσίων χιλιάδων κατ’ ἔτος». Καὶ μήπως τὴν συνδρομὴν ταύτην δὲν τὴν ἔχετε ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; (ἀναγινώσκει): «Κεφάλ. Αʹ, ἄρθρ. 6. Ἐργοστάσιον Ναυστάθμου δραχ. 249,308.—Κεφάλαιον Βʹ, ἄρθρ. 3. Ἐπισκευὴ καὶ συντήρησις Β. πλοίων δραχ. 650,000».
§178Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποία σελὶς εἶναι;
§179ΣΤΑΗΣ. Σελὶς 3 καὶ 5. Εἶναι δαπάναι, εἰς τὰς ὁποίας ἐμπεριέχεται καὶ ἡ δαπάνη πρὸς κατασκευὴν ἢ πρὸς ἐπιδιόρθωσιν τῶν λεβήτων. Πῶς θέλετε λοιπὸν, πλὴν ταύτης τῆς δαπάνης, τῆς κολοσσιαίας,—διότι πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίου (τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη δαπάνη, καὶ ἐξηντλήθη, 1,360,280 δραχμῶν)—πῶς θέλετε, ἐνῷ ἔχετε τοιαῦτα ποσὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν πλοίων, εἰς ταῦτα δὲ περιλαμβάνεται καὶ ἡ κατασκευὴ καὶ ἡ ἐπισκευὴ τῶν λεβήτων, πῶς θέλετε νὰ προσθέσητε καὶ ἄλλην δαπάνην πλὴν ταύτης, ὅπως ὁρίζει τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 2 «συνδρομὴ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἐκ δραχμῶν διακοσίων χιλιάδων κατ’ ἔτος»; Ἐὰν ἔχῃ τὸ Ναυτικὸν ἀνάγκην καὶ ταύτης τῆς δαπάνης, ἀναγράψατέ την καθαρῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἵνα ἔχητε καὶ σεῖς τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως, τὸ ὁποῖον ἀποβάλλετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας, ἀναθέτοντες αὐτὸ τῷ προέδρῳ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἱδρυομένου ταμείου, πρὸς τὸν ὁποῖον πρόεδρον οὐδὲ σεῖς οὐδ’ ἄλλος τις θὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἀντιτάξῃ τὸν λογιστικὸν νόμον καὶ τὸν αὐστηρὸν ἔλεγχον. Σᾶς εἶπον δὲ καὶ ἄλλοτε, ὅτι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατέχουσιν ὑψηλὴν θέσιν, δὲν πρέπει νὰ ἀναλαμβάνωσι τοιαύτας ὑπηρεσίας. Κατ’ ἐμὲ δὲ, τὸ νομοσχέδιόν σας, τούτου ἕνεκα, εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου οἱ πρίγκηπες, χάριν τῆς ὑπολήψεως αὐτῶν τούτων, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωσι μέρος, ὡς ἐνεργὰ πρόσωπα, εἰς διαχειρίσεις χρημάτων. Ἀφήσατε τὸν πρίγκηπα Γεώργιον. Μὴ τὸν ἀναμιγνύετε εἰς διαχείρισιν ἑκατομμυρίων, καὶ χάριν αὐτοῦ καὶ χάριν τῆς Πολιτείας, καὶ χάριν τῆς Βασιλείας, τῆς ὁποίας τὸ γόητρον καιρίως προσβάλλεται, καὶ τὴν ὁποίαν μάλιστα καθιστᾶτε καὶ ὑπεύθυνον (ἀναγινώσκει): «βʹ) Αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν ἐν τῇ πλωτῇ δεξαμενῇ τοῦ Β. Ναυστάθμου καθαριζομένων κατὰ τὸν νόμον ᾼΦΟΘʹ τῆς 11 Δεκεμβρίου 1887 ἔτους πολεμικῶν πλοίων πάσης ἐθνικότητος καθὼς καὶ τῶν ἐμπορικῶν ἱστιοφόρων καὶ ἀτμοκινήτων ἑλληνικῶν, ἢ ξένων.» Καὶ μήπως τὰ ἔσοδα ταῦτα δὲν εἶναι τοῦ Δημοσίου; Ἀνῆλθον κατὰ τὸ 1892 εἰς 38,462 φράγκα χρυσᾶ, κατὰ τὸ 1893 εἰς 17,683, κατὰ τὸ 1894 εἰς 1200 μόνον, καὶ ἄγνωστον εἰς πόσα κατὰ τὸ 1895. Πρέπει δὲ νὰ ἐξετασθῇ, διατὶ κατὰ τὸ 1894 εἰσεπράχθησαν μόνον 1200 φρ. χρυσᾶ. Μήπως δὲν ἀπεστάλησαν αἱ εἰσπράξεις ὑπὸ τοῦ Ναυστάθμου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; ἢ μήπως τὰ πλοῖα ἡμῶν ἐπεσκευάζοντο ἐν τῇ δεξαμενῇ τοῦ Ναυστάθμου καὶ δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἐπισκευὴν καὶ τὸν καθαρισμὸν ἄλλων ξένων πλοίων, ἐμπορικῶν ἢ πολεμικῶν;
§180ΠΕΤΑΛΑΣ. Προτιμῶνται τὰ πολεμικὰ πλοῖα.
§181ΣΤΑΗΣ. Προτιμῶνται, ἀλλ’ ὁ καθαρισμὸς καὶ ἡ ἐπισκευὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσωσιν ἐπὶ πολύ. Τέλος πάντων ἐπιθυμοῦμεν νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τί ἄλλο δὲ πράττετε καὶ διὰ τῆς δευτέρας ταύτης διατάξεως ἢ ἀπὸ τῆς μιᾶς χειρὸς τοῦ Δημοσίου μεταβιβάζετε εἰς τὴν ἄλλην τὸ αὐτὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἦτο ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; (ἀναγινώσκει): «γʹ) Τὸ ἀντίτιμον τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν χορηγουμένων διαφόρων ἀντικειμένων ἢ ὑλικῶν εἰς τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα τοῦ Κράτους, ὡς καὶ τὸ ἀντίτιμον τῶν δαπανωμένων ὑλικῶν πρὸς τὴν κίνησιν τῶν ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων, ὁσάκις ταῦτα ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν μὴ ὑπαγομένην εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.» Ἀκούσατε! Ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος νὰ στείλῃ ἐσπευσμένως ἕν τάγμα εἰς τὴν Κέρκυραν. Πρέπει κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον τοὺς ἄνθρακας, τοὺς ὁποίους ἔχει ἀγοράσει αὐτὸ τοῦτο τὸ Δημόσιον, νὰ τοὺς πληρώσῃ πρὸς τὸ εἰδικὸν τοῦτο ταμεῖον! Εἶναι τερατώδη ταῦτα!
§182Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διατί; Εἶναι μία εἰσφορά.
§183ΣΤΑΗΣ. Εἰσφορά! Ἡ δὶς πληρωμὴ τῆς ἀξίας τῶν γαιανθράκων! Σᾶς ἔδωκα ἐγώ, τὸ Δημόσιον, τοὺς γαιάνθρακας, ἵνα μεταχειρισθῆτε αὐτοὺς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, λαμβάνω δὲ ἐγώ, τὸ Δημόσιον, ἀνάγκην νὰ στείλω ἕν τάγμα εἰς τὴν Κέρκυραν, ἢ εἰς τὴν Κρήτην, καὶ καθ’ ὑμᾶς πρέπει ἐγώ, τὸ Δημόσιον, νὰ πληρώσω εἰς τὸ ταμεῖόν σας τὴν ἀξίαν τῶν γαιανθράκων, τοὺς ὁποίους τὰ πλοῖα τοῦ Δημοσίου θὰ δαπανήσωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Δημοσίου! Τί πράγματα εἶναι αὐτά!!
§184Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς ἐφάνησαν παράδοξα;
§185ΣΤΑΗΣ. Καὶ πολὺ μάλιστα.
§186Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περίεργον!
§187ΣΤΑΗΣ. Τίς σᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀναγράψητε καὶ ἄλλην πίστωσιν χάριν τοῦ Ναυτικοῦ; Οὐδείς. Πάντες, προκειμένου περὶ τοῦ Ναυτικοῦ, εἶναι σύμφωνοι νὰ σᾶς χορηγήσωσιν ὅσας θέλετε πιστώσεις, ἀλλὰ δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψωσι διὰ τοιούτων διατάξεων νὰ «θολώσητε τὰ νερά», καὶ νὰ καταστήσητε ἀδύνατον τὴν ἐξέλεγξιν (ἐντύπωσις). (Ἀναγινώσκει): «δʹ) Τὸ ἀντίτιμον τῶν ἑκάστοτε ἐκποιουμένων ἀχρήστων ὑλικῶν καὶ ἑτέρων ἀντικειμένων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν». Ἠξεύρετε τί θὰ γείνῃ μὲ αὐτό; θὰ πωληθῶσιν ὅλα τὰ εἴδη τοῦ Ναυστάθμου, καὶ τὰ σχοινιὰ ἀκόμη, ἵνα τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν εἰσαχθῇ εἰς τὸ ταμεῖον.
§188Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ διατὶ ὄχι; Δὲν γίνεται οὕτως αὐτὴ ἡ ἐκποίησις τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ἀχρήστου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν;
§189ΣΤΑΗΣ. Ἔχομεν καὶ ἄχρηστα πλοῖα· ὥστε θὰ πωλήσωμεν καὶ τὰ πλοῖα, διὰ νὰ εἰσαχθῇ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν εἰς τὸ ταμεῖον.
§190Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἄχρηστα;
§191ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ ἔχουν ὑλικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιῶνται ἐν τῷ Ναυστάθμῳ.
§192Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ μήπως τὰ χρήματα αὐτὰ δὲν θὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ τοῦ στόλου;
§193ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ τὰ μεταχειρισθῆτε ἐπωφελῶς, θὰ τὰ μεταχειρισθῆτε ἀνωφελῶς.
§194Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε;
§195ΣΤΑΗΣ. Κάμετε μυστικὴν συνεδρίασιν, νὰ σᾶς τὸ εἴπω. Σήμερον ἔχετε τὴν δύναμιν, ψηφίσατέ το· μετά τινα χρόνον θὰ τὸ καταργήσωσιν ἄλλοι.
§196ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον προσωπικόν, μὴ δυνάμενον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ταμεῖον, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Συμπεριλαμβάνονται δ’ ἐν αὐτῷ πρόσωπα ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λάβωσι μέρος εἰς αὐτήν. Τὴν διεύθυνσιν ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ναυτικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ μὴ ἀποφεύγωσι τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ὡς μέχρι σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅστις, ἐπιῤῥίπτων τὴν εὐθύνην εἰς ἄλλους, ἀποφεύγει εἴς τινα θέματα νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἡμᾶς καὶ δώσῃ θετικὰς πληροφορίας, διότι εἶναι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀδυνατεῖ νὰ ἐλέγξῃ, ἀλλ’ εἰσάγει νομοσχέδια ἐπὶ νομοσχεδίων, ὅπως μετά τινα χρόνον ἔχωμεν δύο καὶ τρεῖς «Μπουμπουλίνας». Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ἐὰν δὲν παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐὰν ψηφισθῇ, βεβαίως τὴν διαχείρισιν πρέπει νὰ ἔχωσι πολὺ ἀνώτερα πρόσωπα, ἰδίως δικαστικὰ καὶ οἰκονομικά, καὶ οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἐλέγχονται παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα πρόσωπα ὑπάρχει πεποίθησις ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν, καὶ οὐχὶ εἰς πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναθέτει τὸ νομοσχέδιον, μὴ ὑπαγόμενα εἰς οὐδένα ἔλεγχον, καὶ ἅτινα οὔτε ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἐλέγξῃ.
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἕκαστος Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ πάσας τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὑπαγομένας εἰς τὸν κλάδον αὑτοῦ, ἑπομένως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν τὴν διαχείρισιν τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγοῦνται διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στόλου καὶ τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας.
§198ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ὑπεύθυνος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὰς ὑπαγομένας εἰς τὸν κλάδον τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ διευθυνομένου Ὑπουργείου ὑπηρεσίας, ἀλλά, ὡς προεῖπον, εἰς μερικὰ θέματα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος, ὅπως ἀντεπεξέλθῃ, ἕνεκα τῶν προσώπων· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι τοσαῦται διαπράττονται ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ὡς ὁ ἴδιος εἶπε, καταχρήσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἐζητήθησαν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα γείνῃ ὁ ἔλεγχος, ἀλλὰ εἰσέτι δὲν προσήχθησαν. Δι’ αὐτὸ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς, καὶ σᾶς συνιστῶ, οὐχὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος Βουλευτής, ἀλλ’ ὡς ἀγαπῶν τὴν πατρίδα, ὅπως πάντα τὰ τοῦ Ναυστάθμου κανονισθῶσιν οὕτω διὰ νομοθετήματος, ὥστε νὰ ὑπάγωνται εἰς ἔλεγχον, καὶ οὐχὶ ὡς μέχρι σήμερον συμβαίνει, ὅτε οὐδεὶς ἐξήλεγχεν αὐτόν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προλάβωμεν, μήπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, τῶν καταχρήσεων τοῦ παρελθόντος καὶ μείνῃ ὁ στόλος ἀνέτοιμος καὶ ἄοπλος· διότι ἡμεῖς ἐψηφίζομεν χιλιάδας δραχμῶν διὰ τὴν παρασκευὴν τοῦ στόλου, καὶ αὗται ἐδαπανῶντο δι’ ἄλλους σκοπούς.
§199ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τίς εἶναι ὁ λόγος, ὅστις ἔφερεν αὐτὴν εἰς τὸ νὰ προβλέψῃ περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων. Γνωρίζω ἓν ταμεῖον τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, ἀλλὰ τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἀπέβλεπεν εἰς ἕνα γενικώτερον σκοπὸν, εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταρτίσῃ ἀξιόμαχον στόλον. Τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο ἐδικαιολογεῖτο καὶ ἐκ τοῦ σκοποῦ καὶ ἐκ τῶν προσόδων του, λαμβανομένων ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ ἡ σύστασις τοῦ προκειμένου ταμείου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ἐκ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν πόρων του. Διατὶ νὰ καταστήσωμεν εἰδικὸν ταμεῖον πρὸς τὴν κατασκευὴν ἀτμομηχανῶν καὶ ἀτμολεβήτων τῶν πολεμικῶν πλοίων; Καὶ διατὶ νὰ μὴ καταστήσωμεν αὔριον ταμεῖον εἰδικὸν πρὸς τὴν προμήθειαν οιουδήποτε ἄλλου ὑλικοῦ ἢ ἐξαρτήματος τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων; Ἄν πρὸς δικαιολόγησιν τῆς συστάσεως τοῦ εἰδικοῦ τούτου ταμείου ἡ Κυβέρνησις προβάλῃ τὰ λαβόντα χώραν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ κατὰ προηγουμένας συνόδους, καθ’ ἃς εἴδομεν πιστώσεις ἀναγραφομένας ἀκριβῶς πρὸς τὴν κατασκευὴν ἀτμολεβήτων διατιθεμένας πρὸς ἄλλους σκοποὺς, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ δικαιολόγησις αὕτη, καθόσον μάλιστα ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ εἰδικὰ αὐτὰ ταμεῖα, ἀντὶ νὰ συντελοῦν εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεψαν, συνετέλεσαν εἰς τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ, δι’ ἔλλειψιν παντὸς ἐλέγχου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνεπάγεται τὴν συνομολόγησιν δανείου ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, θὰ παρατηρήσω δὲ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι εἰσέρχεται ἤδη ἐκ νέου εἰς τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ὅτι ἔφραξε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καταργήσας διὰ νόμου πάσας ἐκείνας τὰς ἀδείας περὶ συνομολογήσεως εἰδικῶν δανείων πρὸς εἰδικοὺς σκοπούς. Ἔχομεν ἤδη τοὺς ἀτμολέβητας ἢ τὰς μηχανὰς τῶν πολεμικῶν πλοίων, αὔριον θὰ ἔχωμεν τὰ ἐξαρτήματα, τοὺς ἱστοὺς, ὅλας τὰς προμηθείας, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν εἰς ἐκεῖνο τὸ πολυδαίδαλον σύστημα τῶν δανείων τῶν ἀποβλεπόντων εἰς εἰδικοὺς σκοπούς. Ἄν κατηργήθησαν τὰ μέχρι τοῦδε ψηφισθέντα εἰδικὰ ταμεῖα, τοῦτο κυρίως ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἐξέφευγον ταῦτα τοῦ ἐλέγχου τῆς ἀντιπροσωπείας. Σήμερον ἀκριβῶς εἰσερχόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν ὁδὸν, σήμερον τέμνομεν ἐκ νέου τὴν ὁδὸν πρὸς τὰ εἰδικὰ ἐκεῖνα ταμεῖα καὶ τὰ δάνεια αὐτῶν, καὶ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θ’ ἀκολουθήσῃ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσῃ ἄλλο δάνειον δι’ ἄλλας αἰτίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει ὅτι πρὸς τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἀτμολεβήτων ἢ μηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων εἶναι ἀνάγκη οἱασδήποτε πιστώσεως, δὲν ἐννοῶ διατὶ τὴν πίστωσιν ταύτην νὰ μὴ τὴν ἐγγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, πάντες οἱ πόροι, οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι πόροι ὑφιστάμενοι ἤδη ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἐκ τῶν πόρων ἐκείνων δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὡς ἀναγκαῖον διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἀτμολεβήτων καὶ μηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων. Ἀλλ’ ὅταν χορηγῆται τοιαύτη ἄδεια περὶ συνομολογήσεως δανείου, ποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἔλεγχος; Ἀπεναντίας, ἐὰν ἐγγραφῇ ἡ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ πίστωσις αὕτη θέλει ἐξελεγχθῆ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς, θέλει δὲ βεβαιωθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τίνας σκοποὺς ἀποβλέπει αὕτη, θέλει καθορισθῆ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐπιμελείας καὶ εἰδικευθῆ, ὥστε νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ κατὰ τὸν προορισμόν της χρησιμοποίησις τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς εἰδικεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη ἰδίως κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔχομεν ἄδειαν γενικὴν περὶ συνομολογήσεως δανείου ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου πρὸς κατασκευὴν ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν. Φοβοῦμαι μήπως ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου κρύπτεται ἄλλος σκοπὸς, μήπως ὁλόκληρον τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον χρησιμεύσῃ χάριν τινὸς θαλαμηγοῦ· διότι, καίτοι ἐπὶ ἓν ἤδη ἔτος ἀγωνίζεσθε, ὅπως πληροφορηθῆτε, οὐχὶ πόσα ἐδαπανήθησαν—διότι δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὸ πληροφορηθῆτε αὐτὸ—χάριν τοῦ εἰς θαλαμηγὸν τρεπομένου ὁπλιταγωγοῦ, ἀλλὰ ὅπως πληροφορηθῆτε πόσα θὰ δαπανηθῶσιν ἀκόμη, δὲν θὰ τὸ κατορθώσητε. Εἶπον ὅτι ποτὲ δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ μάθητε, τί ἐδαπανήθησαν, διότι ὅλαι αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον, διετέθησαν καὶ κατεσπαταλήθησαν διὰ τὸ θαλαμηγόν. Οὐδεὶς ἠρνήθη εἰς τὴν Βασιλείαν πάντα τὰ μέσα τῆς ἀνέσεως καὶ τῆς παραστάσεως τῆς ἀξιοπρεπῶς, καὶ τοιαῦτα ἐπαρκῆ ἐχορήγησαν καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ εἰδικοὶ νόμοι, ἀλλ’ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν, ὅπως γείνῃ τοσαύτη δαπάνη παρανόμως διὰ θαλαμηγὸν, ἐξεμεταλλεύθησαν μίαν ἀδυναμίαν, ὄπισθεν δὲ τῆς δῆθεν ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως τοῦ Στέμματος κρύπτονται σπατάλαι, καὶ τὰς σπατάλας δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία παρὰ νὰ ἐξακριβώσῃ. Καὶ ἐνῷ συνιστᾶται ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ, ἀντὶ αὐτῆς, καὶ μεθ’ ὅσα ἐῤῥήθησαν καὶ ἐβεβαιώθησαν, ἔχομεν σήμερον νομοσχέδιον, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου κρύπτεται ἡ ἐξακολούθησις τοῦ αὐτοῦ συστήματος τῆς διαχειρίσεως τῶν ναυτικῶν πιστώσεων!
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπισκευὴ τῶν ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν, ὡς καὶ ἡ κατασκευὴ αὐτῶν, εἶναι ἀνάγκη τοσοῦτον ἐπικειμένη, ὥστε νομίζω, ὅτι ἠθέλομεν παραλείψει ἱερώτατον καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, ἂν ἀνεβάλλομεν τὴν θεραπείαν αὐτῆς. Ἡμεῖς μάλιστα νομίζομεν, ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη πρέπει νὰ θεραπευθῇ, ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου, φοβούμεθα δ’ ὄντως τὴν εὐθύνην διὰ πᾶσαν βραδύτητα, τῆς ὁποίας θὰ ἐγινόμεθα αἴτιοι. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη αὕτη, διὰ νὰ θεραπευθῇ, ἀπαιτεῖ δαπάνην ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου. Τὸ ποσὸν δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1896, διότι ἠθέλομεν διαταράξει τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχομεν δ’ ἕνεκα τούτου ἀνάγκην νὰ τὸ προμηθευθῶμεν διὰ δανείου, πλὴν ἂν ἀποφασίσωμεν ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν. Ἀλλ’ ἵνα πορισθῶμεν τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ δανείου, πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου κεφάλαια, καὶ ὅταν συζητήσωμεν περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ἐκτελεῖται ἡ ὑπηρεσία, σεῖς ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐκφράσητε πᾶσαν γνώμην, ἵνα ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου ἐκτελῆται ἀκριβῶς καὶ ἡ διαχείρισις αὐτοῦ γίνηται αὐστηρά. Διὰ τοῦτο τὰ χρήματα τοῦ δανείου τούτου ὁρίζεται ὅτι θέλουσι κατατίθεσθαι ἐν τῇ Τραπέζῃ, καὶ διὰ τοῦτο ὁρίζεται, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ ταμείου θέλει γίνεσθαι μετὰ πάσης ἀκριβείας. Ἂν τυχὸν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ᾖναι ἀτελεῖς καὶ πρέπῃ νὰ συμπληρωθῶσιν, ἵνα νομοθετηθῇ μεγαλειτέρα ἀκρίβεια εἰς τὴν διαχείρισιν, δεχόμεθα πᾶσαν συζήτησιν, ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν πρέπει νὰ τὴν παραδεχθῆτε. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ προβάλωμεν σήμερον εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου στρατιωτικοῦ. Κατὰ τὸ ἔτος 1891 εἴχομεν ἕτοιμον τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις τοῦ τόπου ἀπεῤῥόφησαν ἅπαντας τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ἠθέλομεν διαθέσει πρὸς σύστασιν στρατιωτικοῦ ταμείου. Ἡ σύστασις εἰδικοῦ ταμείου εἶναι ἀναγκαιοτάτη ἰδίως παρ’ ἡμῖν, διότι ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις, ἔνθα ὑπάρχουσι μεγάλαι καὶ πολλαπλαῖ αἱ ἀνάγκαι, ὀλίγα δὲ τὰ μέσα, πρέπει νὰ προτιμῶνται πάσης ἄλλης αἱ ἀνάγκαι, αἵτινες ἐνδείκνυνται ὡς σπουδαιότεραι καὶ σημαντικώτεραι, δὲν δύνανται δ’ αὗται νὰ θεραπευθῶσιν ἄλλως, εἰμὴ διὰ τῆς συστάσεως εἰδικῶν ταμείων. Καὶ μήπως εἴμεθα ἡμεῖς μόνοι, οἱ ὁποῖοι προσφεύγομεν εἰς τὴν σύστασιν εἰδικῶν ταμείων; Καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη στρατιωτικὰ ταμεῖα ὑπάρχουσι. Δὲν πρέπει μόνον ὅταν ἀναγινώσκωμεν τὴν πρωΐαν τὰ ἐξ Εὐρώπης ἢ ἐξ Ἀνατολῆς τηλεγραφήματα, τότε νὰ ὁρμῶμεν καὶ νὰ σπεύδωμεν ἀδυσώπητοι εἰς ἀπέλπιδας ἀγῶνας καὶ προσπαθείας· ὀφείλομεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζωμεν, τί πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἐπιθυμῇ, καὶ νὰ σπεύδωμεν νὰ φροντίζωμεν, ἵνα προετοιμάσωμεν τὴν ἀπόκτησιν αὐτοῦ. Ἡμεῖς, γνωρίζοντες ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπισκευῆς τῶν ἀτμολεβήτων καὶ μηχανῶν εἶναι ἐπικειμένη, συνιστῶμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§201ΒΑΛΕΤΑΣ. Ναί, καὶ ἡμεῖς τὸ θέλομεν, ἀλλὰ νὰ τὰ κάμητε σεῖς οἱ Ὑπουργοί, ἡ Κυβέρνησις.
§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα ὑπεύθυνοι καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ διάδοχοι ἡμῶν.
§203ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν οὐδὲν ἔθνος ἔσωσεν, ἂν διηθύνετο ὡς διευθύνεται σήμερον τὸ Ἑλληνικόν. Τέλος πάντων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόησεν, ὅτι ἡ κατασκευὴ τῶν ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πλοίων ἡμῶν εἶναι ἐπείγουσα καὶ ἀναγκαία. Αὐτὰ ὅμως ἐλέγομεν εἰς αὐτὸν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅταν ἐψηφίζετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅταν πιστώσεις χορηγηθεῖσαι κατὰ τὸ 1895, τῇ εἰσηγήσει τοῦ προκατόχου του, διὰ τοὺς ἀτμολέβητας τοῦ «Βασιλέως Γεωργίου», ἐτρέποντο πρὸς τὴν μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας». Τὸ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐλησμόνησεν ὅλην τὴν μακρὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ἐκείνου νομοσχεδίου, καὶ σήμερον μᾶς λέγει, ὅτι εἶναι τόσον ἐπείγουσα ἡ ἐπισκευὴ τῶν ἀτμολεβήτων τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων, ὥστε θὰ ἦτο ἐθνικὴ συμφορά, ἐν περιπτώσει καθ’ ἥν ἡ Βουλή, στηριζομένη εἰς μόνην τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, δὲν προέβαινεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρόκειται νὰ συνεχίσῃ τὴν τακτικήν, ἡ ὁποία ἐτάμη μέχρι τοῦδε εἰς τὰ τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν· οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ δικαιολογήσῃ αὐτό. Σᾶς λέγουν ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου. Ἀλλὰ μήπως δὲν δύνανται νὰ τὸ ἔχουν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἂν θέλουν, ἀφοῦ ἐκ τῶν δημοσίων προσόδων θὰ ληφθῇ πάντοτε; Τόσαι καὶ τόσαι ἄλλαι πιστώσεις χορηγοῦνται, καὶ ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ πλεόνασμα κατὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἄς ζητήσουν, καὶ οὐδεὶς, ἐὰν εἰδικευθῇ ὁ σκοπὸς τῆς πιστώσεως, οὐδεὶς θὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν χορήγησιν τῆς πιστώσεως. Ἡ πίστωσις ἐχορηγήθη ἀπὸ τοῦ 1894 ψηφιζομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895· τί τὴν ἐκάμετε τὴν πίστωσιν αὐτήν;
§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς!
§205ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως σεῖς.
§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἡμεῖς;
§207ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τοῦ ἁπλουστάτου τρόπου καὶ διὰ τῆς μεθόδου τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ πίστωσις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐχορηγήθη διὰ τοὺς ἀτμολέβητας τοῦ «Β. Γεωργίου», ἐτράπη πρὸς τὴν μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας.»
§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς ἐτρέψαμεν τὴν πίστωσιν!
§209ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ὑμεῖς.
§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πότε; Τὸν Ἰούλιον τοῦ 1895, ὅτε ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχήν;
§211ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, τὸν Ἰούλιον τοῦ 1895, καὶ ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι ἤδη τὸ ἔτος 1895 ἦτο εἰς τὸ μέσον καὶ ἐπομένως δὲν ἠδύνασθε νὰ χρησιμοποιήσητε τὴν πίστωσιν ἐκείνην ὑπὲρ τῶν ἀτμολεβήτων τοῦ «Β. Γεωργίου».
§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως· διότι εἶχε παραγγελθῆ ἤδη ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν, διότι ἄλλως ἠθέλομεν ἀφήσει τὸ Κράτος ἔκθετον.
§213ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν εἶχε παραγγελθῆ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον δὲν περιελαμβάνετο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἔπρεπε νὰ ἀφήσητε τοὺς προκατόχους ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν εὐθύνην τῆς παραγγελίας, νὰ πληρώσωσι τὸ ὑλικὸν αὐτό· ἀλλὰ πίστωσιν, ἥτις εἶχε χορηγηθῆ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἀτμολεβήτων τοῦ «Β. Γεωργίου», δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ τὴν τρέψητε πρὸς τὴν μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας», ὅπως δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ πάρητε τὸ κατάστρωμα τοῦ «Κανάρη» καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσητε διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν». Ἀλλ’ ἐφρονεῖτε ἴσως ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ καταγγείλωμεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα γίνονται, καὶ ὅτι ἤθελον παρέλθει ἐν σιωπῆ...
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ ὅμως, τὰ ὁποῖα λέγετε, ὅτι ἐπήραμεν τὸ κατάστρωμα τοῦ «Κανάρη» καὶ τὸ ἐχρησιμοποιήσαμεν ἀλλαχοῦ, δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§215ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνομίζετε ὅτι ἠθέλομεν πτοηθῆ ἐκ τοῦ ὅτι μᾶς κατηγγέλλετε, δὲν ἠξεύρω εἰς τίνας, διότι ἐξεπληροῦμεν ἐδῶ τὸ καθῆκόν μας. Ἡμεῖς συνειθίσαμεν νὰ τὸ ἐκπληρῶμεν ἀπέναντι παντὸς, καὶ τότε, ὅτε σεῖς μᾶς ἀπεκαλεῖτε σταυλίτας, καὶ σήμερον, ὅτε σᾶς ἐλέγχομεν διὰ τοιαύτην ἀληθῶς ἀκατανόητον συμπεριφορὰν ὡς πρὸς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ σταυλῖται· ἐπιδείξατέ μας μίαν πρᾶξιν ἡμῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀπεβλέψαμεν εἰς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ σεῖς, ὅπως κολακεύσητε, φθάνετε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ὑπογράφησθε εἰς τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις, χωρὶς νὰ τηρῆτε τοὐλάχιστον τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀπένειμεν ἡ Πολιτεία, τὸν τίτλον τοῦ Ὑπουργοῦ. Ταῦτα εἶναι δημοσιευμένα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Χθὲς ἀκόμη ἐδημοσιεύετο ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἔκθεσις μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ «πιστοῦ θεράποντος καὶ πιστοῦ ὑπηκόου τῆς Α. Μεγαλειότητος» καὶ οὐχὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.
§216Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ποία ἔκθεσις;
§217ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκείνη, δι’ ἧς ὑπεβάλλετε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν διαφόρων πλοίων. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· διατὶ, ἀφοῦ ἐθεωρεῖτε τόσον ἐπείγουσαν τὴν κατασκευὴν τῶν ἀτμολεβήτων τοῦ «Β. Γεωργίου», ἐτρέψατε τὴν πίστωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ σπεύσητε νὰ χρησιμοποιήσητε ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐψηφίσθη, διατὶ ἐτρέψατε τὴν πίστωσιν αὐτὴν ὑπὲρ τῆς θαλαμηγοῦ, ὑπὲρ τῆς «Μπουμπουλίνας»; Τὴν ἐτρέψατε οὐχὶ ἵνα θεραπεύσητε τὰς ἀδυναμίας οἱουδήποτε, ἀλλ’ ἵνα ἐνισχύσητε ὅλας ἐκείνας τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν κατασκευὴν, χωρὶς ἀληθῶς νὰ τὸ θέλητε, ἀσυνειδήτως. Διότι ἓν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ «Μπουμπουλίνα», ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐδαπανήθησαν ἀσκόπως καὶ παρανόμως παρὰ τοῦ Κράτους 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἠδύνατο λαμπροτέρα καὶ ἀξιοπρεπεστέρα διὰ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν νὰ κατασκευασθῇ μὲ ἓν ἑκατομμύριον μόνον, ἐὰν ἐπετρέπετο παρὰ τῶν νομίμων ἐξουσιῶν.
§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς θρηνεῖ τὴν Ἑλλάδα, διότι διοικεῖται καθ’ ὃν τρόπον διοικεῖται νῦν, καὶ ἐξανέστη, ἐπιτιθέμενος καθ’ ἡμῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ τὸ φρόνημα τοῦτο, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου δὲν ἔχει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἐνόσῳ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ ζητῇ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Διαχείρισις μᾶλλον εὐσυνείδητος τῶν δημοσίων χρημάτων ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐκτελεῖται καὶ διεξάγεται νῦν, δὲν ὑπῆρξεν ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ἔχομεν τὸ καύχημα νὰ τὸ βεβαιώσωμεν ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὁμιλεῖ περὶ καταστρώματος τοῦ πλοίου «Κανάρη» καὶ περὶ τοῦ πλοίου «Μπουμπουλίνας». Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπεύθυνοι διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» καὶ διὰ τὸ κατάστρωμα τοῦ «Κανάρη»; Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1895 ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ εὕρομεν πᾶσαν ταύτην τὴν ἐργασίαν σχεδὸν τετελεσμένην κατὰ τὰ 8/10; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὁμιλεῖ, ὡσεὶ ὁμιλεῖ πρὸς ἀνθρώπους μὴ γνωρίζοντας τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, καὶ ζητεῖ νὰ τὸν καταγγείλωμεν διὰ τὴν διαχείρισίν του ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα καταγγελεῖς τῶν προκατόχων ἡμῶν, οὐδ’ ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐξελέγχωμεν τοὺς προκατόχους ἡμῶν, οὐδ’ Εἰσαγγελεῖς ἐτάχθημεν πρὸς αὐτούς. Καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, ἡμεῖς δ’ ὀφείλομεν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε ζητήσει ἀπὸ ἡμᾶς πληροφορίας, θέλομεν, ὡς ἁπλοῖ γραμματοκομισταί, καταθέσει αὐτάς. Ἀλλ’ ἐάν τις ἐχαρακτηρίσθη ποτὲ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ σταυλίτης, ἐχαρακτηρίσθη εὐλόγως, διότι, Βουλευτὴς τυγχάνων, ἐνόμιζεν ὅτι αὐτὸς ἀντεπροσώπευεν ἐνταῦθα τὸν Βασιλέα, καὶ διὰ τοῦτο πᾶσαν φράσιν τῶν ἀγορευόντων, καὶ αὐτὴν τὴν μᾶλλον ἀσήμαντον, τὴν μὴ ἔχουσαν καμμίαν ἔννοιαν, ἐζήτει νὰ ἑρμηνεύσῃ ὡς περιέχουσαν ὑπαινιγμοὺς κατὰ τῆς Βασιλείας, ἵνα παραστήσῃ ἑαυτὸν δὲν ἠξεύρω τι, καὶ ἵνα παραστήσῃ τοὺς ἄλλους ὡς ἀνευλαβῶς φερομένους πρὸς τὸν Ἡγεμόνα (ἐπευφημίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τώρα καλεῖ ἡμᾶς σταυλίτας, διότι ἐν ἀναφορᾷ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν Βασιλέα ὑπεγράφη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πιστότατος καὶ εὐπειθέστατος. Καὶ πῶς ὑπογράφονται οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Ἀγγλίας, ὅταν ἀπευθύνωνται εἰς τὴν Βασίλισσαν τῆς Ἀγγλίας;
§219ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς Ὑπουργοί.
§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ὑπογράφουσιν οἱ Ὑπουρεῖς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη; «Ὑποκλινέστατος θεράπων» (très humble Serviteur). Ἡμεῖς δὲν συνειθίσαμεν νὰ κολακεύωμέν τινα, καὶ οὐδὲ διὰ πλαγίων μέσων ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν, οὐδὲ διὰ κολακειῶν στέργομεν νὰ κυβερνῶμεν (ἐπευφημίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἡμεῖς ἤλθομεν τῇ ἐνδείξει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὁσάκις ἤλθομεν, οὕτως ἤλθομεν. Δὲν ἤλθομεν στέργοντες νὰ κυβερνήσωμεν ἄνευ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἄνευ τῆς πλειοψηφίας (εὖγε! εὖγε!), δὲν ἤλθομεν διὰ τῶν παραθύρων (χειροκροτήματα).
§221ΜΑΝΕΣΗΣ. Πῶς ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ ἀκροατήρια νὰ χειροκροτῶσι; (θόρυβος).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ ἐχειροκρότησαν, καὶ οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς Βουλευτὰς νὰ χειροκροτῶσι.
§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τρὶς ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ ἀνήλθομεν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Δὲν ἐζητήσαμεν νὰ ἔλθωμεν, εἰμὴ ἀφοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔστερξε νὰ συστήσῃ ἡμᾶς, καὶ τὸ Στέμμα ἔστεργε νὰ μᾶς μεταδώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ. Ἐκτελοῦντες τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ, ὀφείλομεν βεβαίως νὰ φερώμεθα εὐλαβεῖς πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, διότι εἴμεθα Συνταγματικοὶ ἄνδρες, καὶ ὡς τοιοῦτοι δ’ ὀφείλομεν εὐλάβειαν εἰς Ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον τὸ πολίτευμα ἔθηκεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ πολιτειακοῦ οἰκοδομήματος, οὐδ’ ἐπετράπη ἡμῖν νὰ λησμονήσωμεν τὴν εὐλάβειαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πρὸς Αὐτόν. Ἀλλὰ πάντοτε εὐλαβῶς δὲν ἐκρύψαμεν ποτὲ τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τὸν Ἡγεμόνα, καὶ θέλομεν λέγει τὴν ἀλήθειαν ἐν τῷ συμφέροντι τῆς πατρίδος καὶ ἐν τῷ καθήκοντι, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἵνα ἐξακολουθῶμεν νὰ ἤμεθα πολῖται κοινοβουλευτικοῦ Κράτους (χειροκροτήματα).
§224ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ προσέξῃ τις εἰς τὰ χειροκροτήματα τῶν ἀκροατηρίων, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὰ χειροκροτήματα τῆς πλειοψηφίας (θόρυβος). Ἐπὶ 23 ἔτη συνεδριάζω ἐνταῦθα· ἤκουσα χειροκροτήματα πλειοψηφιῶν πολὺ πλέον θερμότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἤκουσα, ἀλλὰ τὰς πλειοψηφίας ἐκείνας τὰς ἐπῆρε μία πνοὴ ἀνέμου, ὅπως καὶ τὰ χειροκροτήματά σας. Ἐὰν νομίζητε, Κύριοι, ὅτι κατ’ ἐλάχιστον ἐνισχύεσθε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, χειροκροτοῦντες ὑμᾶς αὐτοὺς διὰ τὰ ἔργα ὑμῶν, πλανᾶσθε. Τὰ ἔργα ὑμῶν θὰ κριθῶσι. Μὴ ἔχετε δὲ καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ἔλθῃ ταχέως ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως, καὶ τότε θὰ ἴδητε κατὰ πόσον θὰ σᾶς ὠφελήσωσι τὰ χειροκροτήματα.
§225Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν κρίσιν δὲν τὴν ἐφοβήθημεν ποτέ.
§226ΡΑΛΛΗΣ. Τότε θὰ ἐπιστρέψῃς ἐκεῖ, ὅθεν ἦλθες, ὡς καὶ τὴν ἄλλην φοράν.
§227Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἔλθω ὡς ὑμεῖς, διὰ τῶν μικτῶν συνδυασμῶν.
§228ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ πλανᾶσθε. Τὰ χειροκροτήματα εἰς οὐδὲν σᾶς ὠφελοῦν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδέποτε τὰ ἐπεδίωξα. Ἀναγνωρίζω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πάντοτε ἦλθε διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ ἂς εἴπῃ, πότε εἶδεν ἐμὲ ἕρποντα. Προσέφυγον πρὸς ἐμὲ, μόνον ὅταν ἐπρόκειτο διὰ τῆς εὐθύνης μου νὰ καλύψω τοὺς ἀνευθύνους, ἐθεώρησα δὲ, ὅτι τοῦτο ἦτο καθῆκον, ἐπιβαλλόμενόν μοι παρὰ τῆς πατρίδος, νὰ θυσιάσω τὴν δημοτικότητά μου καὶ νὰ ἀναλάβω ὅλην τὴν εὐθύνην πράξεων, αἱ ὁποῖαι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον μὲ ἐβάρυνον. Καὶ διὰ τοῦτο ἐκλήθην σταυλίτης παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἁπλοῦ Βουλευτοῦ τότε Γόρτυνος. Οὐδέποτε ἐκολάκευσα, ἀλλὰ πάντοτε μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλὰ παρέστησα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέφερε τῇ πατρίδι. Οὐδέποτε ἐπηγγέλθην ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὸν «Πολικὸν Ἀστέρα» ὡς θαλαμηγὸν, ἵνα κολακεύσω. Δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑπογράφηται «πιστὸς θεράπων», ἀλλὰ ὀφείλει νὰ ἀναγράφῃ τὸν τίτλον τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις μόνος τῷ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνηται πρὸς τὸν Βασιλέα. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου καὶ ἐπανέρχομαι ἀκριβῶς εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξέφυγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν ἐρωτῶ δὲ καὶ πάλιν, διατὶ, ἀφοῦ τόσον ἐπείγουσαν ἔκρινε τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἀτμολεβήτων τῶν πλοίων, τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἀτμομηχανῶν, πίστωσιν χορηγηθεῖσαν κατὰ τὸ 1895 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν διεχειρίσθη — καὶ αὐτὸ ἐννοῶ κακὴν διαχείρισιν — τὴν διεχειρίσθη πρὸς σκοπὸν, ὁ ὁποῖος βεβαίως ὄχι μόνον ἀναγκαῖος δὲν ἦτο, ὄχι μόνον ἐπωφελὴς δὲν ἦτο, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιος εἰς τὸ Κράτος, Κράτος εὑρισκόμενον ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Ἑλλάς; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐμνημόνευσε τῆς διαχειρίσεώς μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔχει πολλοὺς φίλους ἐδῶ, ἔχει καὶ τὰ ἀρχεῖα εἰς χεῖρας αὐτοῦ· τὸν προκαλῶ νὰ φέρῃ τι ὡρισμένον ἐνταῦθα, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ψέξῃ τις. Εἶναι ἀνάξιον αὐτοῦ τὸ νὰ ῥίπτῃ ὑπαινιγμοὺς, χωρὶς νὰ φέρῃ ἀμέσως τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως.
§229Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδένα ὑπαινιγμὸν ἔῤῥιψα ἐγώ. Σεῖς εἴπετε περὶ τῆς διαχειρίσεώς μου. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶμαι καταγγελεύς.
§230ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ, ὅταν ὡμίλησα περὶ τῆς διαχειρίσεώς σας, δὲν ὡμίλησα περὶ διαχειρίσεως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ἥν ὑπελάβετε, ὡμίλησα περὶ τοῦ ὅτι, ἐνῷ ἐκρίνετε τόσον ἀναγκαίαν μίαν δαπάνην, τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς τῶν ἀτμολεβήτων τοῦ «Β. Γεωργίου», καὶ εὕρετε πίστωσιν πρὸς τοῦτο ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι εἶχον διαῤῥεύσει 5 ἢ 6 μῆνες τοῦ 1895, τὴν μετετρέψατε πρὸς ἄλλον σκοπὸν, καὶ σήμερον ζητεῖτε ἐπειγόντως 1,500,000.
§231Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τῆς διαχειρίσεώς σας οὐδένα ὑπαινιγμὸν ἔῤῥιψα, διότι οὐδὲν γνωρίζω.
§232ΡΑΛΛΗΣ. Ἀρκεῖ τοῦτο.
§233ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν πρέπῃ νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὰ συμβαίνοντα εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, προκειμένου περὶ συστάσεως εἰδικῶν ταμείων, ἢ εἰς τὴν ἱστορίαν τὴν ἡμετέραν. Εἰδικὰ ταμεῖα ἔσχομεν πολλὰ καὶ διάφορα μέχρι τοῦδε. Ἐκ τῆς πείρας δὲ, τῆς γενομένης ἤδη παρ’ ἡμῖν, ἀπεδείχθη ὅτι ταῦτα πάντοτε ἀπέτυχον οἰκτρῶς, οἰκτρότατα. Ἔσχομεν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ταμεῖον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἵνα εἰς ταῦτα καὶ μόνα ἀρκεσθῶ. Καὶ ποία εἶναι ἡ πεῖρα ἡμῶν ἐκ τῶν ταμείων τούτων; Διεξέφευγον ἀμφότερα τὸν ἄμεσον ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, ἐπαρουσίαζον κατ’ ἔτος ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων, ἐδημιούργουν χάος, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ, ἔλεγεν: «Ἰδοὺ πόθεν προέρχονται τὰ ἐλλείμματα, ἐκ τῶν ταμείων τούτων». Καὶ αὐτὸς οὗτος μετὰ τὴν γενομένην πεῖραν προσῆλθεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψωσι τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, πρέπει, ὅπως πᾶν ἔσοδον καὶ πᾶν ἔξοδον τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τῶν ταμείων αὐτῶν νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους καὶ νὰ ὑπόκεινται εἰς τὸν ἄμεσον ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι τότε ἐξηγέρθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ ἔλεγεν ὅτι, ἐὰν ἤρχετο αὐτός ποτε εἰς τὰ πράγματα, θὰ ἀποκαθίστα πάλιν αὐτό. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ ταμείου τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲν ἀντεῖπε, καὶ ὅταν ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, δεύτεραι σκέψεις, φρονιμώτεραι, τὸν ἔπεισαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θίξῃ τὸ πρᾶγμα, διὸ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον δεκάδας ἑκατομμυρίων ἐλλείμματα εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ, καὶ τὸ ὁποῖον οὐκ ὀλίγον συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν, εἰς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους.
§234Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§235ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ταμεῖον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον ἐπίσης εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ οὐχὶ δεκάδας, ἀλλὰ μονάδας ἑκατομμυρίων ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν, εἰς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ ἡ πεῖρα τῶν εἰδικῶν ταμείων παρ’ ἡμῖν. Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν πικρὰν ταύτην πεῖραν δὲν ἔπρεπεν εἰς οὐδενὸς τὴν κεφαλὴν νὰ ἐπέλθῃ πλέον σκέψις περὶ συστάσεως οἱουδήποτε εἰδικοῦ ταμείου· διότι τίνα σκοπὸν ἔχει ἐπὶ τέλους καὶ τὸ προτεινόμενον νῦν εἰδικὸν ταμεῖον; Νὰ ἐξεύρωμεν ὅσον οἷόν τε τάχιον τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἐπισκευάσωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα τοὺς ἀτμολέβητας καὶ τὰς ἀτμομηχανὰς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ἀλλὰ διατὶ δὲν δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο ἀπ’ εὐθείας; Ἐν πρώτοις, Κύριοι, οἱ ἀτμολέβητες καὶ αἱ ἀτμομηχαναὶ τῶν ἀτμοπλοίων δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς μηνῶν ἢ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ ἐπισκευασθῶσιν. Ἀπαιτοῦσιν ἐργασίαν πολυετῆ· καθ’ ἃς ἔχω ἐγὼ τουλάχιστον πληροφορίας, ἀπαιτοῦσι πενταετῆ ἐργασίαν. Ἀλλ’ εἰς πόσον ἀνέρχονται οἱ πόροι τοῦ ταμείου; Ἀνέρχονται εἰς 300,000 δραχμὰς περίπου. Ἐὰν ἐπὶ 5 ἔτη δαπανήσωμεν ἀπ’ εὐθείας τὰς 300,000 ταύτας δραχμὰς, δὲν καταλήγομεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα; μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι διὰ τῆς εὐθείας ταύτης καὶ βασιλικῆς ὁδοῦ θὰ ἔχωμεν ἀναπεπταμένας τὰς θύρας εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικὸν, δὲν θὰ ἔχωμεν τὸν φόβον νὰ ὑποπέσωμεν εἰς ἐκεῖνα τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεπέσαμεν διὰ τῶν ἄλλων εἰδικῶν ταμείων, δὲν θὰ ἐδίδομεν δὲ ἀφορμὴν καὶ εἰς ὑπονοίας τοιαύτας, οἷαι ἠγέρθησαν μέχρι τοῦδε, προκειμένου περὶ τῶν διαχειρίσεων τῶν ταμείων τῆς ὁδοποιίας καὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ, Κύριοι, δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὰ ἄτοπα ταῦτα οὕτω πως ἀπ’ εὐθείας, διὰ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους καθιεροῦμεν νῦν διὰ τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, ἀναγράφοντες αὐτοὺς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ δαπανῶντες ἀπέναντι αὐτῶν 300,000 δραχμῶν, διατὶ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν σύστασιν τοῦ προτεινομένου εἰδικοῦ ταμείου; Ἀλλὰ καὶ ἂν παραστῇ ἀνάγκη 400,000 καὶ 500,000 δραχμῶν, βεβαίως 100,000 καὶ 200,000 δραχμαὶ, ἐπὶ πλέον δαπανώμεναι διὰ τοιαύτην σπουδαιοτάτην ἐθνικὴν ἀνάγκην, ὡς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν παριστᾷ καὶ ἡμεῖς πάντες ἀνομολογοῦμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρωσι τὴν διασάλευσιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἐθνικῆς ὁμολογουμένως ἀνάγκης, ἀπέναντι τῆς ὁποίας νομίζω ὅτι ὄχι μόνον 100,000 καὶ 200,000 ἀλλὰ καὶ 1,000,000 δραχμῶν ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀναγράψωμεν ἐπὶ πλέον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, οὐδεὶς θὰ εἶχε νὰ ἀντείπῃ τι. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους θέλετε νὰ συνομολογήσητε εἰδικὸν δάνειον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ, ὡς σᾶς ἀπέδειξα, οὐδένα λόγον εὑρίσκω· διατὶ δὲν συνομολογεῖτε τὸ δάνειον τοῦτο ἀπ’ εὐθείας ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, ἄνευ παρεμβάσεως τοῦ εἰδικοῦ ταμείου; Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀποτρέψῃ ὑμᾶς τούτου ἡ πικρὰ πεῖρα τῶν εἰδικῶν δανείων, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤδη νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζήτησε τὴν ἀνάκλησιν ὅλων τῶν χορηγηθεισῶν ἀδειῶν πρὸς συνομολόγησιν εἰδικῶν δανείων; Διατὶ ἤδη μεταβάλλει γνώμην; Δι’ ὅλα ταῦτα νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος πρὸς σύστασιν εἰδικοῦ ταμείου. Εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν προτιμότερον, πᾶσα τοιαύτη δαπάνη νὰ ἀναγράφηται ἀπ’ εὐθείας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, νὰ ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ μὴ παρέχῃ ἀφορμὴν εἰς ὅλα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε παρουσιάσθησαν. Τοσαῦτα εἶχον νὰ εἴπω κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἀπέναντι δὲ τῶν λόγων ἡμῶν τούτων οὐδὲν ἄλλο εἶχε νὰ ἀντιτάξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὴν πλειοψηφίαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπετρέπετο εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὡς μόνον ἐπιχείρημα νὰ φέρωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειοψηφίας καὶ τοῦ Στέμματος, τότε εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν ἐνταῦθα. Συνειθίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁσάκις περιέρχηται εἰς ἀμηχανίαν, νὰ ἀντιτάσσῃ ὅτι ἔχει τὴν πλειοψηφίαν· ἀλλὰ καὶ ἡ πλειοψηφία αὕτη ζητεῖ νὰ πεισθῇ εἰς ἐπιχειρήματα λογικά. Ἀλλὰ πλὴν τῆς πλειοψηφίας πρέπει νὰ πεισθῇ καὶ ἡ χώρα. Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω ὅτι τοιαῦτα ἐπιχειρήματα εἶναι ἀνάξια καὶ τοῦ ἡγέτου τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας αὐτῆς· διότι δύνανται νὰ μᾶς χωρίζωσι πεποιθήσεις καὶ γνῶμαι, ἀλλ’ εἴμεθα πάντες μέλη ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ Σώματος, τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ κηδώμεθα περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς ὑπολήψεως αὐτοῦ. Κατέστη τετριμμένον τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον ἀντιτάσσει, ὁσάκις ἀνακαλύπτωμεν διατάξεις ἀντιβαινούσας εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος· μᾶς φέρει πάντοτε τὴν γνώμην τοῦ Γάλλου Dupin. Ἀλλ’ ὅταν σεῖς εἰς πᾶν βῆμα προσκρούητε εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς καθιστῶμεν προσεκτικούς; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν εὔκαιρον τὴν στιγμὴν νὰ ἀναμνησθῇ ἡμερῶν ἀρχαίων. Καθ’ ὃν χρόνον ἐνταῦθα ἠγωνιζόμεθα πάντες νὰ προλάβωμεν τὸ πραξικόπημα τῆς 10 Δεκεμβρίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκολάφθη εἰς τὸ μέτωπον τῆς Ἑλλάδος τὸ στίγμα τῆς δολίας χρεωκοπίας, καὶ ἐπεβάλλετο τότε ἡ κωλυσιεργία, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνηγωνίζετο ἐνταῦθα μετὰ τοῦ πρωτουργοῦ τῆς χρεωκοπίας ἐκείνης, καὶ ἐπέσπευδε τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο, καὶ μὲ ὅλους τοὺς φίλους του παρέμενεν ἐνταῦθα, ἵνα συντελῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, φοβούμενος μὴ διαφύγῃ ἡ εὐκαιρία τῆς συντελέσεως τῆς δολίας ἐκείνης χρεωκοπίας. Τότε εὑρέθημεν ἀντιμέτωποι. Τότε ἤλθομεν εἰς ἀντεγκλήσεις, καὶ τότε μᾶς ἀπεκάλεσαν σταυλίτας. Ἀλλ’ ἡμεῖς, καὶ ὅταν ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ὅταν ἐπέσαμεν ἐκ τῆς ἐξουσίας, οὐδένα ἐκολακεύσαμεν. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι πικρὰ μαθήματα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ ἐκπίπτοντες, ὡς ἐξέπεσαν, ἐξ αὐτῆς, συνειθίζουσιν εἶτα νὰ κύπτωσιν ἐδαφιαίως καὶ νὰ κολακεύωσιν. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, διαμένοντες μακρὰν τῆς ἐξουσίας, στρέφουσι τὰ βλέμματα καὶ ἀναπνέουσι βορειοδυτικὸν ἄνεμον, ἀναμένοντες τὴν σωτηρίαν αὐτῶν καὶ ἀνάῤῥωσιν ἐκ τούτου καὶ μόνου.
§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν πολιτείαν ἑκάστου δὲν πρόκειται ἐγὼ νὰ ζωγραφήσω, ἡ σύγχρονος ἱστορία θέλει τὸ πράξει, δὲν γνωρίζω δὲ ποίαν θέσιν θέλομεν ἔχει ἐν τῇ συγχρόνῳ ἱστορίᾳ ἕκαστος. Ἐπίσης νομίζω ἀνάξιον ἐμαυτοῦ νὰ ἀναιρέσω τὰς αἰτιάσεις τοῦ ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριξα τὸν Τρικούπην. Πάντες γνωρίζουσιν ὁποίαν ὑποστήριξιν ἔδωκα πρὸς αὐτόν. Ἐκεῖνο ὅμως ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ συζητήσω, εἶναι τὸ θέμα τῶν εἰδικῶν ταμείων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἐπτώχευσεν. Ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο ἐπτώχευσε, διότι ἠθέλησε τὸ Κράτος νὰ τὸ πτωχεύσῃ, διότι ἠθέλησεν ἡ δημοσία διοίκησις νὰ τὸ πτωχεύσῃ, καὶ αὕτη ὄντως τὸ ἐπτώχευσε, διότι, ἐνῷ ἡ δημοσία διοίκησις ἵδρυσε ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας καὶ συνωμολόγησεν εἰς βάρος αὐτοῦ ὑποχρεώσεις δέκα ἑκατομμυρίων, ἠρνεῖτο νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὸ τὰ ἐτήσια ἔσοδα, τὰ ὁποῖα διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ εἰσέπραττεν. Ἀφοῦ δὲ τὸ περιήγαγεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἔκρινεν ὅτι συνέφερεν εἰς αὐτὴν νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, καὶ τὰ εἰς αὐτὸ ἀνήκοντα τρία ἢ τέσσαρα ἑκατομμύρια νὰ τὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοιαύτη ἦτο ἡ τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Δὲν ἔπταιε τὸ ταμεῖον, δὲν ἔπταιεν ὁ θεσμὸς, ἔπταιεν ἡ δημοσία διοίκησις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος μὲ ἐξήλεγξεν ὡς ἀσυνεπῆ, διότι, ὅτε ἐζητεῖτο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1893 ἡ κατάργησις τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, διεμαρτυρόμην, καὶ ὑπεσχέθην ὅτι, εὐθὺς ὡς ἔλθω εἰς τὴν ἀρχὴν, ἤθελον τὸ ἀποκαταστήσει. Θέλω βεβαίως τὸ ἀποκαταστήσει, ἐὰν δυνηθῶ καὶ ὅταν δυνηθῶ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸ 1895, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀφαιρέσω πέντε ἑκατομμύρια ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, μόλις δὲ ἠδυνάμην νὰ ἀφαιρέσω τόσα, ὅσα ἀπῃτοῦντο, ὅπως συμπληρωθῶσιν ἀτελῆ τινα ἔργα, τῶν ὁποίων ἡ ἀτέλεια παρατεινομένη ἐζημίου τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐὰν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσω καὶ τὰ πέντε ἑκατομμύρια, ὅσα εἶναι τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα συνεχώνευσεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὁ κ. Τρικούπης, θὰ τὸ ἔπραττον κατὰ καθῆκον, ἐὰν δὲ παραταθῇ ἡ διαμονή μου ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ δυνηθῶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὰ ἐτήσια ἔσοδα τοῦ Κράτους τὰ πέντε ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς εἰσέφερε πρότερον διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, θέλω ἱδρύσει αὖθις τὸ ταμεῖον.
§237ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ πτωχεύσεως. Δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Εἶπον ὅτι τοῦτο, ὅπως καὶ τὸ ταμεῖον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, συνετέλεσαν εἰς τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους. Διότι ἡ διαχείρισις αὐτῶν δὲν ὑπήγετο εἰς τὸν ἄμεσον ἔλεγχον τῆς Βουλῆς· διότι κακῶς διετίθεντο τὰ χρήματα αὐτῶν, καὶ ἀμφότερα παρουσίαζον ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἐπεβάρυνον τὸ Κράτος, καὶ συνετέλεσαν οὕτως εἰς τὴν πτώχευσιν αὐτοῦ. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὡς εἶχεν, ἀπέβη κακοῦ πρόξενον, διότι δὲν ὑπήγετο εἰς τὸν ἄμεσον ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου. Πέντε καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια συνεισέφερεν ὑπὲρ αὐτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, δάνειον 20,000,000 συνωμολογήθη, καὶ πῶς διετέθησαν ὅλα ταῦτα; Ἐνῷ ἦτο δυνατὸν μὲ τοιοῦτον δάνειον καὶ τοιαύτας προσόδους νὰ γείνῃ σύμπλεγμα ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, κατεσπαταλήθησαν τὰ χρήματα εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς ὁδοὺς δευτερευούσης σημασίας, ἐνῷ πρωτευούσης σημασίας ἔργα ἔμειναν ἀτελείωτα. Τοῦτο συνέβη καὶ μὲ τὸ ταμεῖον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἡ διαχείρισις ἐκείνου παρέμεινεν ἀνεξέλεγκτος. Ἐδημιουργοῦντο σχολεῖα ἐπὶ σχολείων, καὶ πολλαὶ κοινότητες ἔμενον ἄνευ σχολείων. Ἐδημιουργοῦντο ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα κατελείποντο εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεῖρα τῶν εἰδικῶν ταμείων καὶ αὐτὴν τὴν πεῖραν θὰ ἔχωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ταμείου. Ταῦτα εἶπον, καὶ ὡς πρὸς ταῦτα οὐδὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιωρίσθη δὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλ’ ἀνέβαλε τὴν ἀνασύστασιν αὐτοῦ, ὅπως ἀνέβαλε καὶ ἄλλας ἐπαγγελίας του, ὡς τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὰς ὁποίας ἐπηγγέλλετο, ἵνα τύχῃ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ νῦν ἔρχεται καὶ λέγει «ἂς τὰς ἀναβάλωμεν εἰς καταλληλότερον καιρόν». Ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ ἐμφανισθῇ καὶ πάλιν πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν ὁποίαν εὐθύνην θέλει δώσει.
§238ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἐλησμόνησεν ὅσα κατήγγειλε κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον κατὰ τοῦ Ναυστάθμου, ὅτι ἐγένοντο εἰς αὐτὸν τόσαι καταχρήσεις, καὶ σήμερον εἰσάγει νομοσχέδιον τοιοῦτον, ὅπως ἐπαναληφθῶσιν αἱ αὐταὶ καὶ μείζονες καταχρήσεις, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον τοιοῦτον, ὥστε αἱ δαπάναι νὰ ἦναι ὀλίγαι, καὶ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης δι’ ἕκαστον πλοῖον τοῦ στόλου, ὥστε νὰ μὴ μετατρέπηται τὸ ποσὸν τοῦτο, δαπανώμενον εἰς ἄλλους σκοποὺς, ἑπομένως καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἦναι ἐν γνώσει τῶν ψηφιζομένων καὶ εἰς ποῖον σκοπὸν θέλουσι χρησιμεύσει. Σήμερον δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐπαυξήσῃ τὰς καταχρήσεις, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ περιστείλωμεν διὰ τοῦ ἐλέγχου, ὅστις μέχρι σήμερον δὲν κατωρθώθη· διότι ἐζήτησα πολλάκις τὰ σχετικά ἔγγραφα, ἵνα ἐλέγξω, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεκφεύγει. Μετ’ εὐχαριστήσεώς μου ὅμως σήμερον βλέπω, ὅτι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἔλαβον περὶ αὐτῶν τὸν λόγον, καὶ ἡ ὑπόθεσις θέλει διαλευκανθῆ καὶ ἀποδειχθῆ ἡ ἀλήθεια. Ὀφείλομεν ὅμως νομοθετοῦντες νὰ μὴ δίδωμεν ἀφορμὴν εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ ἀποδίδῃ εἰς ἡμᾶς τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς χώρας, διότι ψηφίζομεν τοιαῦτα νομοσχέδια. Ὑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον, ὥστε νὰ περιορισθῶσιν αἱ καταχρήσεις τοῦ Ναυστάθμου, διότι πάντες ἐπιθυμοῦμεν, ἵνα γίνηται ἡ χρῆσις τοῦ δημοσίου χρήματος ὅπως πρέπει, ὥστε καὶ ἡ Βουλὴ νὰ διατελῇ ἐν γνώσει τοῦ τί ψηφίζει καὶ διὰ ποῖον σκοπὸν, διότι μέχρι σήμερον ἐψήφιζεν ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠγνόει εἰς τί ἐχρησίμευεν. Ἐγὼ δὲ φρονῶ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔδει νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νομοσχέδιον περιστέλλον τὰς καταχρήσεις, καὶ οὐχὶ συντελοῦν, ὡς τὸ ὑπὸ συζήτησιν, εἰς τὴν ἐπαύξησιν αὐτῶν.
§239Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως ταμείου πρὸς κατασκευὴν ἀτμολεβήτων τῶν πλοίων κλπ. ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ ταμείου αὐτοῦ ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς...
§240ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ.
§241Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν κατάλογον, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἀφοῦ θέλουσι νὰ ἐξημερωθῶμεν ἐνταῦθα! (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν κ. κ. Θ. Πέῤῥου καὶ Σπ. Στάη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 112. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§243ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ λάβω καὶ ἐκ τρίτου τὸν λόγον, διότι θέλω νὰ πείσω καὶ αὐτὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὴν παρὰ πάντων ἀνομολογουμένην ὑψίστην ἀνάγκην. Δὲν πρόκειται νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, οὔτε θὰ μᾶς χρησιμεύσωσι τὸ παρελθὸν καὶ τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος, ὡς βλέπω, ὡς διδάγματα. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πῶς, ἀφοῦ ἡ πίστωσις τοῦ 1895 δὲν ἠδυνήθη νὰ χρησιμοποιηθῇ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1895, καὶ ἦτο ἤδη ἀργὰ, πῶς θέλει δυνηθῆ νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὰς ἀμέσους καὶ ἐπιγούσας ἀνάγκας τοῦ ἡμετέρου Ναυτικοῦ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; Διότι ζητεῖται ἡ ἄδεια συνομολογήσεως δανείου 1,500,000 πρὸς θεραπείαν τῶν αὐτῶν ἀναγκῶν, εἰς ἃς ἀπέβλεπεν ἡ μετατραπεῖσα πίστωσις, καὶ σημειώσατε ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 1 Μαρτίου εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διαῤῥεύσῃ ὁλόκληρος ὁ Μάρτιος καὶ Ἀπρίλιος, πρὶν ἢ δυνηθῇ νὰ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον· οὕτω θὰ εὑρισκώμεθα πάλιν εἰς τὸ μέσον τοῦ ἔτους, καὶ τότε, ἂν ἦναι ἀληθὴς ὁ λόγος τοῦ 1895, αὐτὸς ὁ λόγος θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης πιστώσεως, διότι ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους θέλει βεβαιωθῆ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ κατασκευὴ τῶν ἀτμολεβήτων τῶν θαλαμηγῶν καὶ τῶν ἄλλων ὁπλιταγωγῶν. Ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τούτου λαμβάνεται ἡ πρόνοια, ἥτις λαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐξέθηκα ἤδη ὑμῖν, ὅτι πρόκειται νὰ ληφθῶσι χρήματα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα νὰ προορισθῶσιν εἰς ὡρισμένον σκοπόν. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν χρησιμότητα τῶν πολεμικῶν ταμείων, καὶ ἐννοεῖ τις καὶ τὸ πολεμικὸν ταμεῖον τῆς Ρωσσίας καὶ τὰ πολεμικὰ ταμεῖα τῶν ἄλλων μεγάλων Κρατῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖ τὰ πολεμικὰ ταμεῖα βεβαίως δὲν ἔχουσιν ἕνα ὡρισμένον σκοπὸν, ὁποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἀναγράφεται ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Δὲν ἀποβλέπουσιν ἐκεῖνα μήτε εἰς ἀγορὰν καυσυλίων, τὰ ὁποῖα νὰ ἦναι χρήσιμα, μήτε εἰς ἀγορὰν ἐξαρτημάτων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ναυτικοῦ, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τὰ εἰδικὰ ταμεῖα τοῦ πολέμου ἔχουσι γενικώτερον σκοπόν. Ἐν αὐτοῖς ἀντλεῖ τὸ Κράτος τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν, ὄχι μόνον νὰ ἦναι ἐνήμερον εἰς πάσας τὰς δαπάνας, τὰς ἀναγκαίας πρὸς τὴν ἐπαρκῆ συντήρησιν καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης, ἀλλ’ ἀντλεῖ καὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης νὰ ἐπιχειρήσῃ οἱανδήποτε ἐκστρατείαν καὶ οἱονδήποτε πόλεμον καὶ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀμέσους ἀνάγκας. Ἀλλὰ τοιοῦτος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Σκοπὸς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἶναι εἷς καὶ μόνος, ἡ κατασκευὴ καὶ ἐπισκευὴ τῶν ἀτμολεβήτων. Εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ παραβάλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἀποβλέπει, πρὸς τὰ στρατιωτικὰ ταμεῖα τῶν ἄλλων Κρατῶν; Καὶ ἐνέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὴν μεγάλην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐνέχουσι τὰ εἰδικὰ ἐκεῖνα ταμεῖα, πρὸς τὰ ὁποῖα θέλει νὰ παραβάλῃ τὸ δημιουργούμενον εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ Ναυτικοῦ; Βεβαίως ὄχι. Λαμβάνουσι δὲ ἐκ τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἓν δάνειον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, διατὶ θὰ πληρώσωμεν—ἀφοῦ πρόκειται περὶ δανείου—90 χιλιάδας τὸ ἔτος πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου, ἐνῷ ἔχομεν δώδεκα ὅλα ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς τὴν ἡμετέραν διάθεσιν; Διατὶ δὲν λαμβάνετε ἀμέσως τὸ 1,500,000, τὸ ὁποῖον θεωρεῖτε ἀναγκαῖον πρὸς τὴν κατασκευὴν τῶν ἀτμολεβήτων τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν, ἢ πρὸς τὴν ἐπισκευὴν αὐτῶν, καὶ διατὶ περιμένετε νὰ λειτουργήσῃ αὐτὸ τὸ κουτσοταμεῖον, διὰ νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἄμεσοι ἀνάγκαι τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν; Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητος ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ εἶναι τόσῳ μᾶλλον τοιαύτη, καθόσον ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκε μετὰ τόσης ζωηρότητος, ὅτι πρόκειται περὶ ἀμέσου καὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης· καὶ τὸν ἐρωτῶ καὶ πάλιν, πῶς εἶναι δυνατὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ ταμείου αἱ ἄμεσοι καὶ ἐπείγουσαι ἀνάγκαι νὰ θεραπευθῶσι; Καὶ διατὶ, ἐνῷ ἔχει ὅλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται πᾶσαι αἱ ἐπείγουσαι αὗται ἀνάγκαι νὰ θεραπευθῶσι, διατὶ ἀποβλέπει εἰς μηχανισμὸν, ὅστις θὰ τῷ ἦναι ἐντελῶς ἄχρηστος πρὸς θεραπείαν τῶν ἀμέσων καὶ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν; Διότι, ἂν πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ τὸ εἰδικὸν αὐτὸ ταμεῖον, θὰ λειτουργήσῃ μόνον μετὰ ἓξ μῆνας ἢ μετὰ ἓν ἔτος· καὶ ἐν τούτοις ἠδύνατο σήμερον νὰ ζητήσῃ μίαν πίστωσιν, ἢ νὰ ἀναγράψῃ μίαν πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ νὰ λάβῃ ἀμέσως τὰ χρήματα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, χωρὶς νὰ πληρώσῃ τόκον 6% καὶ χρεωλύσιον 3%, ἀλλὰ μόνον τόκον 1%, καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀμέσους ἀνάγκας τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε πρὸ χρόνου νὰ θεραπευθῶσι· καὶ θὰ ἠδύναντο, Κύριοι, νὰ θεραπευθῶσιν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ πιστώσεις, αἱ κατ’ ἔτος ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δὲν κατεσπαταλῶντο εἰς ἄλλους σκοποὺς, παρὰ ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀνεγράφοντο. Δι’ ἐμὲ, εἶπον, εἶναι ἀκατανόητος ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἐξετάσητε καὶ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ ἀνεύρητε, ὅτι δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, μήτε νὰ λειτουργήσῃ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ψηφιζόμενον καὶ γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους, θὰ φέρῃ ἀληθῶς ἀναστάτωσιν, ἀναστάτωσιν καὶ εἰς τὰς σχέσεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν Βασιλείαν· πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ διαχειρίζηται τὰ τοῦ ταμείου τούτου, εἶναι ἐντελῶς εἰκονικόν. Διότι τίς ἐξ ὑμῶν πιστεύει, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ οἱοσδήποτε ἀξιωματικὸς ἢ οἱοσδήποτε ὑπάλληλος, ὅστις θὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Βασιλόπαιδος, τοῦ προέδρου, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ταμείου; Οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσι τοιοῦτον σθένος, καὶ θέλετε εἷς δυστυχὴς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος τὴν ἐπιοῦσαν θὰ ἦναι ἐξόριστος, διότι ἀνθιστάμενος τὴν ἐπιούσαν θὰ ὑποπέσῃ εἰς δυσμένειαν, ὅστις ἔχει πᾶν συμφέρον νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀδυναμίας, θέλετε αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖ πέρα, μέσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Βασιλόπαιδος, ὅστις θὰ ἦναι ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς; Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸν πατριωτισμὸν τῶν Βασιλοπαίδων ἡμῶν· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ θεωρήσῃ, ὅτι καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀναμάρτητοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπέσωσιν εἰς σφάλματα. Ὅταν δὲ πρόκειται περὶ τοῦ ἡμετέρου Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῆς τύχης τοῦ ἡμετέρου Ναυτικοῦ, ὅταν πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τῶν μηχανῶν τοῦ ἡμετέρου Ναυτικοῦ, δὲν δύναται ἡ Πολιτεία νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν τύχην αὐτοῦ εἰς μόνην τὴν γνώμην νεαροῦ Βασιλόπαιδος, ὅστις μήτε τὴν πεῖραν τῶν παλαιῶν ἡμῶν ναυτικῶν δύναται νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς κοινωνικῆς του θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἔθηκε τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ Πολιτεία, δὲν δύναται νὰ κατέρχηται εἰς τὰς λεπτομερείας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ κατέρχηται πᾶς, ὅστις ὀφείλει νὰ διαχειρίζηται τὰ δημόσια χρήματα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ ἡμετέρου Ναυτικοῦ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, θέλει ἀφεύκτως συντελέσει εἰς καταστροφὴν αὐτοῦ.
§244ΣΤΑΗΣ. Καὶ τέλος πάντων, κύριε Πρόεδρε, ἠγέρθη τὸ παραπέτασμα, περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτος ἐγένετο λόγος, ἵνα διὰ μυστικῆς συνεδρίας κατορθωθῇ ἡ ἀναπέτασις αὐτοῦ, ἂν δὲ δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἐντελῆ ἀποκάλυψιν, ἐφθάσαμεν ὅμως εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ ἡ ἀρχὴ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ παντὸς, καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ ἴδωμεν τὴν σκηνὴν, ἡ ὁποία ὄπισθεν τοῦ παραπετάσματος κρύπτεται· χαίρω δὲ πολὺ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκας ἐπιτακτικὰς τὸ Ναυτικὸν, καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τουτέστιν εἶναι ἐπείγουσα ἡ παροχὴ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ἵνα θεραπεύσῃ ἀπαραιτήτους ἀνάγκας τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ἐγὼ ἐφώναζον πρὸ ἡμερῶν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἵνα ἐν μυστικῇ συνεδρίᾳ ἐκθέσωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζομεν ὡς γεγονότα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξ ἀνθρώπων εἰδικῶν ἐμάθομεν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν δημοσίᾳ, μᾶς ἐμυκτηρίζατε! Ἀφοῦ ἡμεῖς μυκτηριζόμεθα, ἂς μυκτηρίζηται καὶ τὸ ἔθνος, διότι ἀπαρτίζομεν μέλη τοῦ ἔθνους, διότι εἴμεθα αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔθνος, καὶ ἂς μυκτηρισθῇ τὸ ἔθνος ὅταν γείνῃ γνωστὸν, ὅτι τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐξέλθῃ τοῦ στενοῦ κόλπου τῆς Σαλαμῖνος! ὅταν γείνῃ γνωστὸν, ὅτι διαίρεσις φοβερὰ κατατρύχει τὰ σπλάγχνα τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ πρὸ πολλοῦ ὑφίσταται τοιαύτη ἐν τῷ σώματι τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν ὁπλιτῶν! Ἂς τὸ μάθῃ ὁ κόσμος, ὅταν τὸ θέλητε· ἂν δὲ ζητήσητε νὰ μὲ διαψεύσητε, θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ἐκθέσω πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι εἰς βάρος σας, διότι βεβαίως θὰ ἦναι εἰς βάρος σας, ὅταν σεῖς αὐτοὶ θέλητε νὰ ἐπεκτείνητε τὸ κακὸν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, πρέπει ν’ ἀρκεσθῶ εἰς τὰ λεχθέντα, διότι ταῦτα εἶναι ἀρκετὰ, ἵνα ἴδωσιν ὁποίας σπουδαιότητος εἶναι τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλομεν συζητήσει ἐν μυστικῇ συνεδρίᾳ, καὶ ἡ σπουδαιότης ἄλλως αὐτοῦ τελείως ἐξεδηλώθη, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἐπείγει ἡ ἐπισκευὴ τῶν λεβήτων καὶ τῶν μηχανῶν τῶν πλοίων ἡμῶν, δὲν εἶπεν ὅμως τίνα πλοῖα ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπισκευῆς καὶ κατασκευῆς μηχανῶν, διότι βεβαίως δὲν θὰ ἐπρόκειτο περὶ τῶν μηχανῶν τῆς «Μπουμπουλίνας», δὲν θὰ ἐπρόκειτο περὶ τῆς διακοσμήσεως τῆς «Μπουμπουλίνας», διότι δὲν θὰ ἐπρόκειτο περὶ τῆς διακοσμήσεως τῶν ἄλλων ἀνωνύμων μερῶν τῆς «Μπουμπουλίνας», περὶ τῶν ὁποίων ἐδαπανήθησαν, ὡς λέγεται, μυριάδες δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπληρώθησαν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, διότι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ διετάχθη ἡ προμήθεια τῶν ὑλικῶν ἐκείνων ἐν Ἑσπερίᾳ. Μᾶς κατηγοροῦσιν, ὅτι ἠθέλομεν ν’ ἀπειλήσωμεν ἢ νὰ κολακεύσωμεν. Οὐδέτερον τούτων· οὔτε ἀπειλοῦμεν, οὔτε κολακεύομεν, ἀλλὰ λέγομεν τὴν πικρὰν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία δυστυχῶς πρὸ τοσούτων ἐτῶν δὲν λέγεται, ὡς ὤφειλε, καὶ μάλιστα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, διότι τὰ βλέμματα πάντων τῶν Ἑλλήνων, ὄχι μόνον τῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκτὸς, ἀπὸ τῶν περάτων τοῦ κόσμου, ἀπὸ τῆς Ἀμερικῆς, παρακολουθοῦσι βῆμα πρὸς βῆμα τὰ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ λαμβάνοντα χώραν, καὶ μετ’ ὀλίγον ἴσως πάντα, ὅσα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα, θὰ τηλεγραφηθῶσιν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὡς καὶ τὰ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν λεχθέντα ἐπὶ τοῦ φλέγοντος ζητήματος ἐτηλεγραφήθησαν ἐν ἀκαρεὶ, καὶ εἶσθε σεῖς ἀφορμὴ νὰ τηλεγραφηθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ γνωσθῶσιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς γινώσκομεν κάλλιον ὑμῶν τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ διότι τοῦτο ἐγινώσκομεν, ἐζητήσαμεν νὰ σᾶς βοηθήσωμεν καὶ νὰ σᾶς εἴπωμεν ἀπροκαλύπτως, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὲς τὸ ποσὸν τῶν 5,355,300 δραχμῶν, τῶν διὰ τὸ Ναυτικὸν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις γενναία, καὶ εὕρετέ την ὅπου θέλετε. Ἠθέλομεν σᾶς εἴπει, ὅτι πᾶσα ἄλλη ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους ἔπρεπε νὰ τεθῇ κατὰ μέρος, καὶ αὐτὴ ἡ ἱερωτέρα τῶν ὑποχρεώσεων, ἡ πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, τοῦτο δὲ σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιθυμεῖ, ὡς καὶ σεῖς γινώσκετε καλῶς, κάλλιον ἐμοῦ· ἐὰν δὲ ταύτας τὰς ἀνάγκας τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν καὶ σεῖς γινώσκητε, διατὶ προσφεύγετε εἰς πλάγια μέσα, ἵνα προμηθευθῆτε ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσητε ὄχι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ράλλης, ἤτοι 90 χιλιάδας δραχμὰς, ἀλλὰ 135 χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος;—διότι εἶναι 6% ὁ τόκος καὶ 3 τὸ χρεωλύσιον.—Διατὶ νὰ πληρόνητε 135 χιλιάδας κατ’ ἔτος, ἀφοῦ δύνασθε ἄλλοθεν νὰ προμηθευθῆτε τὰ χρήματα ταῦτα; καὶ διατὶ τέλος πάντων ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος φείδεται ὁμολογουμένως τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου, δὲν θέλει νὰ περιφρουρήσῃ αὐτὸ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἔθεσεν εἰς τὴν διάθεσίν του; Διατὶ, ἀφοῦ προστατεύει τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου κατὰ τὰς δαπάνας τὰς γενομένας ἐν τῷ καθόλου, διατὶ θέλει νὰ δώσῃ ἀφορμὴν, ἵνα γεννηθῶσιν ὑπόνοιαι καὶ συκοφαντίαι καὶ ψεύδη; Ἀλλὰ τέλος πάντων διατὶ θέλει νὰ ἐπαυξήσῃ ἔστω καὶ τὰς συκοφαντίας; διατὶ νὰ μὴ καθησυχάσῃ τὴν συνείδησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεγείρονται κατὰ τῆς τοιαύτης διασπαθήσεως τοῦ δημοσίου χρήματος; Καὶ διατὶ, ἀφοῦ ἐπανειλημμένως ζητοῦμεν ἔγγραφα, σχετικὰ μὲ τὰς ναυτικὰς δαπάνας, δὲν προσκομίζουσιν αὐτὰ οἱ ἁρμόδιοι; Συνομολογῶ, ὅτι ἡ Βασιλεία πρέπει νὰ παρίσταται βασιλικῶς, ἀλλὰ ἀφ’ ἑτέρου πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην τῆς δαπάνης, καὶ ὄχι ὁ εἷς νὰ καλύπτῃ τὸν ἄλλον, ἀμφότεροι δὲ νὰ καλύπτωσι τὴν σπατάλην! Ἂς μάθωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ κόσμος σύμπας τὰ ἀπόκρυφα τοῦ Μπόσκου. Διατὶ νὰ μὴ γινώσκωμεν ποῦ καὶ πῶς δαπανῶνται αἱ γενναῖαι πιστώσεις, αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατ’ ἔτος ἀναγραφόμεναι, πρὸς ἐπισκευὴν πλοίων καὶ λεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν; Ἐκπλήττομαι διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θέλει νὰ δώσῃ τὰς αἰτουμένας ἐξηγήσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ φωτισθῇ καὶ θὰ ἡσυχάσῃ ἡ κοινὴ συνείδησις, ἡ ὁποία ἐξηγέρθη ἐπ’ ἐσχάτων καὶ διὰ τηλεγραφημάτων πανταχόθεν ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ δημοσίᾳ τοῦτο, καὶ νὰ συγχαρῇ τοὺς ἐκζητήσαντας τὴν ἀποκάλυψιν τῶν μυστηριωδῶς παρ’ ὑμῶν ἀποκρυπτομένων.
§245Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χρεωστῶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὸν κ. Στάην, διότι γνωρίζει ὅτι προσέχω εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἡμεῖς — ἐννοῶ καὶ ἐμαυτὸν καὶ τοὺς ἐμοὺς φίλους — δὲν εἶναι, λέγω, ἀκριβές, ὅτι ἡμεῖς ὑπελάβομεν ἢ ᾐτιάθημεν ὑμῶν ὡς ἀπειλησάντων, ἢ ὡς κολακευσάντων, διὰ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐλέγετε εἰς τὴν Βουλήν· αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἄν αὐτὰ γράφωνται ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἐφημερίδων κείμενα ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ ἐκλέγωμεν ὡς ἀντικείμενα συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡμεῖς δὲν σᾶς παρεξηγήσαμεν, οὔτε ἀνεζητήσαμεν νὰ ἀνεύρωμεν λόγον τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης πολιτείας ὑμῶν, διότι δυνάμεθα καὶ γνωρίζομεν ἤδη νὰ ἑρμηνεύωμεν τὰς πολιτείας τῶν ἄλλων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων μοὶ ἐφάνη ὅτι ἐπῄνεσεν ἑαυτὸν διὰ τὴν ἐγκράτειαν τῆς γλώσσης αὑτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ κρατηθῇ τέλος πάντων· ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ στενοχωρῆται πολὺ, καὶ ἂν νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κρατῆται, εἶναι κύριος νὰ μὴ κρατῆται. Ὁ τρόπος μάλιστα αὐτὸς δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, νὰ ἀφήνῃ τις ὑπαινιγμοὺς διὰ μυστήρια, τὰ ὁποῖα γνωρίζει δῆθεν αὐτὸς καὶ δὲν λέγει, μυστήρια τὰ ὁποῖά εἰσι τοσοῦτον σημαντικὰ, ὥστε δύνανται νὰ ἐπιφέρωσιν ἀνατροπὰς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Στάης, καὶ ὅτι ταῦτα τὰ μυστήρια, χάρις εἰς τὴν σύνεσίν του, πνίγονται καὶ ἀποσιωπῶνται ἀπὸ αὐτόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, καὶ ἄλλος τις ἴσως, εὗρεν ὅτι δὲν ὑπάρχει εὐθύνη ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 500 χιλιάδων, ὡς καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου τοῦ ἱδρυομένου κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Ἡ εὐθύνη ὑπάρχει πλήρης καὶ ἀκεραία, καὶ ὑπάρχει βαρύνουσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν ἐποπτείαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἐξασκῇ διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου, βαρύνουσα ὡσαύτως καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὀφείλει, κατὰ τὸν περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ νόμον, νὰ ἐπιτηρῇ, ὥστε νὰ μὴ ἐξοδεύωνται αἱ πιστώσεις, εἰμὴ πρὸς ἐκείνους τοὺς σκοποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους ἐδόθησαν· καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅπου δήποτε ἠθέλομεν συναντηθῆ, εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε ἀλλαχοῦ, νὰ μὴ μοῦ φεισθῶσιν, ἀλλὰ νὰ ζητήσωσιν εὐθύνας διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων αὐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, εἶπεν, ὅτι ἠναγκάσθην νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ λέβητες καὶ αἱ μηχαναὶ τῶν πλοίων τοῦ στόλου εἶχον ἀνάγκην ἐπισκευῆς. Οὐδεὶς ἀναγκάζεται νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι οἱ λέβητες καὶ αἱ μηχαναὶ ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπισκευῆς, καὶ γνωστὸν μάλιστα εἶναι, ὅτι κατὰ πενταετίαν αἱ ἐπισκευαὶ αὗται δὲν εἶναι πλέον ἐπισκευαὶ, ἀλλ’ ἀνακαινίσεις. Ἄν κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἐγένοντο ἐπισκευαί, εἴτε διότι ὤκνησαν οἱ διοικοῦντες, εἴτε διότι ἐφείσθησαν χρημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἄφθονα, ἡμεῖς συνίσμεν τὴν εὐθύνην ἡμῶν, καὶ δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς νὰ ἀνεχθῶμεν νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη τῶν μηχανῶν καὶ τῶν λεβήτων, ἀλλ’ ὠφείλομεν νὰ σπεύσωμεν πρὸς τὴν ἐπισκευὴν αὐτῶν· ὑπελάβομεν μάλιστα, ὅτι ἡ ἐπισκευὴ ἐπιβάλλεται, ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς βλέψεως, διότι ἡ φθορὰ βαίνει ἐπὶ τὰ πρόσω, καὶ οὕτως ἡ ζημία τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐφ’ ὅσον ἡ φθορὰ προβαίνει, ἐπὶ τοσοῦτον αὐξάνει. Εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπισκευῆς τῶν λεβήτων καὶ μηχανῶν οὐδὲν εὑρίσκω τὸ ἔκτακτον, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡμεῖς στενοχωρούμενοι ἠναγκάσθημεν τέλος ὑπὸ τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἔχει φιλοπατρίαν, τὴν φιλοπατρίαν ἄλλως αὐτοῦ ὡμολόγησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τιμήσας αὐτὸν ἐπανειλημμένως διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του, τοσοῦτον δὲ ἀνῆλθε τελευταῖον, ὥστε πανταχόθεν ἐζητήθη ἡ φωτογραφία του καὶ πανταχόθεν ἐστάλησαν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα· καὶ ἡμεῖς ὅμως δὲν εἴμεθα ἀφιλοπάτριδες, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ὕψους αὐτοῦ τούτου ἂς βλέψῃ καὶ ἐφ’ ἡμᾶς, οἵτινες δὲν στέργομεν νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι κρατεῖται, ὅτι καταστέλλει ἑαυτὸν, ἀλλ’ ἀπαιτοῦμεν νὰ λέγῃ ὅ,τι γνωρίζει, καὶ νὰ μὴ περιορίζηται εἰς ἀπειλάς.
§246Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἄπορον, Κύριοι, εἶναι τῷ ὄντι, πῶς ὁ ἐμπειρότατος τοῦ λόγου μαχητὴς, ὁ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτὴς, ἔχων ἐνώπιον αὐτοῦ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύναται νὰ διακρίνῃ φράσεις καὶ ἐννοίας, αἵτινες οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐπαναλαμβάνονται. Ἂν ἀναγνώσῃ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, θέλει ἴδει, ὅτι πρόκειται περὶ ἀμέσου δικαιοδοσίας καὶ ἐποπτείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἂν ἀναγνώσῃ τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, θέλει ἴδει πάλιν ἐπαναλαμβανομένην τὴν φράσιν περὶ «διαχειρίσεως ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ»· ἂν ἀναγνώσῃ τὸ τέταρτον ἄρθρον, θέλει ἴδει, ὅτι τὸ δάνειον ἐπιτρέπεται νὰ συνομολογηθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἑπομένως ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅταν αὐτὸ γένηται νόμος τοῦ Κράτους, εἶναι πλήρης καὶ ἀκεραία. Οὐδὲ ἐπιθυμοῦμεν ἡμεῖς νὰ μεταβιβάσωμεν τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἄλλους. Ἀλλὰ ἐφάνη παράδοξον εἰς τοὺς ἀξιοτίμους Κυρίους, ὅτι τοῦ ταμείου τούτου μετέχει, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ Αὐτοῦ Βασιλικὴ Ὑψηλότης. Ἀλλὰ μήπως ἡ Α. Β. Ὑψηλότης δὲν μετέχει εὐθύνης ὡς διευθυντὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, δυνάμει νόμων, οὓς οἱ φίλοι ὑμῶν ὑπέβαλον καὶ ὑμεῖς, οὐχὶ βεβαίως προσωπικῶς, ἀλλὰ διὰ τοῦ κόμματος, οὗτινος ἀποτελεῖτε μέρος, ἐπεψηφίσατε; Δὲν κατεστήσατε ὑπεύθυνον τὸν Βασιλόπαιδα Γεώργιον, ὡς προϊστάμενον καὶ διευθυντὴν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης; Ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι ἡμεῖς τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τούτου, τοῦ ἐξ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, ἐῤῥίψαμεν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ναυστάθμου. Ἂν ὑμεῖς οὐδεμίαν ἔχητε ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὰ τοῦ Ναυστάθμου, θέλετε ἴδει, ὅτι οὐδὲν πρόσωπον ἐκ τῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ μετέχει τῆς διαχειριστικῆς ταύτης ἐπιτροπῆς. Μέλος τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἠκούσατε, εἶναι ὁ Βασιλόπαις Γεώργιος, ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Κράτους, ὁ Τμηματάρχης τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τοῦ Μηχανικοῦ παρὰ τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ὁ ἀρχαιότερος διπλωματοῦχος ναυπηγικὸς ἀξιωματικός. Ποῦ εὕρετε ἕνα κἂν ἀνώτερον ἢ κατώτερον ἐκ τῶν τοῦ Ναυστάθμου, ὥστε νὰ φοβῆσθε, ὅτι τὸ ταμεῖον αὐτὸ καὶ ἡ διαχείρισις αὐτοῦ θέλει περιέλθει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ναυστάθμου; Ἴσως ματαιόσχολον ἔργον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, μεμφθέντα ἐμοῦ διὰ φοβερὸν ἁμάρτημα, παραπλήσιον τῆς ζημίας τῶν 37 δραχμῶν, δι’ ὧν δὲν ἐζημίωσα τὸ Κράτος, καὶ ἣν ζημίαν ἄλλος συνάδελφος ἀνεκάλυψεν ἐν τῇ προμηθείᾳ τοῦ σπόγγου. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἁμάρτημά μου; Τὸ ὅτι ἐν φύλλῳ τινὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾧ ὑπάρχουσι πέντε ὑπογραφαί μου, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὑπὸ ἔκθεσιν πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα ἐκ τυπογραφικοῦ λάθους ἐγράφη «εὐπειθέστατος Ν. Λεβίδης», χωρὶς νὰ προστεθῇ «Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν», ἐνῷ ἀμέσως κατωτέρω ὑπάρχει τὸ βασιλικὸν διάταγμα, ἐν ᾧ σημειοῦται «ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν». Γνωρίζω, ὅτι πολλὴν ἱκανότητα ἔχετε, καὶ ἂν ἀναδέχησθε, προθύμως θέλω διατάξει τὸν ἁρμόδιον ἀξιωματικὸν νὰ στέλλῃ πρὸς ὑμᾶς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διορθώνητε τὰ τυπογραφικὰ λάθη. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς πάντα ἄλλον ἢ εἰς ὑμᾶς ἐπιτρέπεται νὰ κατηγορῆτε δι’ ὑπαινιγμῶν, καὶ νὰ νομίζητε, ὅτι θέλετε προσβάλει ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, οἵτινες, ἂν μόνον μίαν φορὰν ἀνῆλθον εἰς τὸ ὕψιστον ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀνῆλθον διὰ χιλιάδων τετιμημένων ψήφων, καὶ τῇ ὑψηλῇ ἐπινεύσει τοῦ Ἡγεμόνος, ἐνῷ σὺ ἀνῆλθες ἐλέῳ ἁπλῶς τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἀνῆλθες καὶ ἄλλοτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ ὅλοι ἐνθυμοῦνται κατὰ τίνα τρόπον ἀπεβλήθης τοῦ Ὑπουργείου. Ποιοῦμαι περὶ τούτου λόγον, ἵνα ἀποδείξω ὁποίου εἴδους εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, ὅστις βεβαίως εἶναι ἱκανὸς νὰ ὁμιλῇ περὶ πολὺ σπουδαιοτέρων ὑποθέσεων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ἕτερος ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Βουλευτῶν, ὁ ἐκ Κυθήρων κύριος συνάδελφος, κρατῶν εἰς χεῖρας τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μετὰ ἱερᾶς καὶ ἁγίας ἀγανακτήσεως ἔλεγε: «πῶς ἐν τῇ σελίδι 29 τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναγράφετε 650,000 δραχμῶν δι’ ἐπισκευὰς καὶ συντήρησιν τῶν πολεμικῶν πλοίων, καὶ δὲν ἀρκοῦσιν αἱ χιλιάδες αὐταί, ἀλλὰ ζητεῖτε καὶ δάνειον 1,500,000 δραχμῶν, ἵνα ἐπισκευάσητε τοὺς λέβητας καὶ τὰς μηχανὰς τῶν πλοίων;» Καὶ ὅστις βεβαίως ἀκούει ταῦτα, καὶ δὲν ἔχει εἰς χεῖρας τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ἔχων αὐτὸ, δὲν κατέγεινεν εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐκπλήσσεται ἀληθῶς, καὶ νομίζει, ὅτι σπουδαῖά εἰσι τὰ ἐκεῖθεν ἐξακοντιζόμενα ἐπιχειρήματα. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ κεφάλαιον 2 (ἄρθρον 3) τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, αἱ 650,000 δραχμῶν ἀφορῶσιν ἆρά γε τὴν ἐπισκευὴν καὶ τὴν συντήρησιν τῶν ἀτμολεβήτων καὶ τῶν ἀτμομηχανῶν τῶν πλοίων; Λυπηρὸν εἶναι τῷ ὄντι νὰ ἀναπτύσσῃ τις τόσῳ μικρὰ καὶ εὔκολα ζητήματα· ἀλλ’ ὅταν ἐν τοσούτῳ φωτί, οἷον ἄπλετον παρέχει ὁ ὑποβληθεὶς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο Προϋπολογισμὸς, κατορθώνωσι νὰ εὑρίσκωσιν ἐπιχειρήματα πρὸς ἐπίθεσιν, εἶναί τις μετὰ δυσθυμίας ἠναγκασμένος νὰ ἀμύνηται κατὰ τοιούτων ἐπιχειρημάτων καὶ κατὰ τοιούτων ἐπιθέσεων καὶ προσβολῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τί προβλέπει τὸ ἄρθρον 3 κεφάλαιον 2 τοῦ Προϋπολογισμοῦ (ἐν σελίδι 29); Τὰ πλοῖα διαιροῦνται εἰς πλοῖα ἐν ἐνεργείᾳ μὲ ἠλαττωμένην δύναμιν, εἰς πλοῖα ἐν ἐφεδρείᾳ, καὶ εἰς πλοῖα ἐν παροπλισμῷ. Τὰ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ σημειούμενα ἐν τῇ στήλῃ τοῦ πίνακος τούτου, ἀφορῶσιν εἰδικῶς τὰ χρήσιμα ὑλικὰ πρὸς κίνησιν καὶ λειτουργίαν καὶ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων, ἐκτὸς λεβήτων καὶ μηχανῶν. Καὶ εἶναι πρώτη φορὰ ἐφέτος, καθ’ ἣν ὁ Προϋπολογισμὸς, ἀκολουθῶν ὡς ἀρχὴν τὴν εἰδίκευσιν τῶν πιστώσεων, ἀνέγραψε δι’ ἕκαστον πλοῖον, ἀκόμη καὶ διὰ τὸ μικρότατον τῶν τορπιλλοφόρων, καὶ διὰ τὴν μικροτάτην ἀτμοημιολίαν, ἀναλελυμένως τὰ ἀπαιτούμενα χρηματικὰ ποσὰ πρὸς ἀγορὰν τῶν ἀναγκαιούντων ὑλικῶν. Ἔχομεν λοιπὸν τὰ πλοῖα τὰ ἐν ἐνεργείᾳ μὲ ἠλαττωμένην δύναμιν, ἅτινά εἰσι τὸν ἀριθμὸν πέντε, καὶ δι’ αὐτὰ ἀναγράφονται ἀναλελυμένως τὰ ἀπαιτούμενα χρηματικὰ ποσὰ διὰ τὰ ὑλικὰ· ἔχομεν τὰ πλοῖα τὰ ἐν ἐφεδρείᾳ, ἅτινά εἰσι τὸν ἀριθμὸν πεντεκαίδεκα, καὶ δι’ αὐτὰ ἀναγράφονται ἀναλελυμένως τὰ χρηματικὰ ποσὰ τὰ διὰ τὰ ὑλικὰ· ἔχομεν τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν, τὰ ὑπηρετικὰ σκάφη, δι’ ἃ ἐπίσης ἀνανελυμένως ἀναγράφονται τὰ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς εὐπρόσωπον παράστασιν αὐτῶν. Ἔχομεν δὲ καὶ 300,000 δραχμῶν ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ: «Συνεργεῖα Βασιλικοῦ Ναυστάθμου». Ἡ δὲ δαπάνη αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν προμήθειαν ὑλικῶν, εἰς ἡμερομίσθια διὰ τὴν γενικὴν ἐπισκευὴν τῶν ἐν παροπλισμῷ πλοίων, καὶ διὰ τὴν μερικὴν τῶν λοιπῶν. Πόσα δὲ καὶ ποῖά εἰσι τὰ παρωπλισμένα πλοῖα, εὑρίσκετε ἀμέσως ἐν ἑτέρῳ πίνακι, ὅστις προσαρτᾶται μετὰ τὴν σελίδα 21 τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ταῦτά εἰσιν ἡ «Μπουμπουλίνα», ἡ «Ἀμβρακία», ἡ «Πάραλος», τορπιλλικά τινα κλπ. Διὰ ταῦτα πάντα τὰ πλοῖα, ἅτινα οὐδ’ ἐν ἐφεδρείᾳ εἰσίν, οὐδ’ ἐν ἐνεργείᾳ μὲ ἠλαττωμένην δύναμιν, καὶ χάριν τῆς ἀγορᾶς καὶ τῆς προμηθείας τῶν ὑλικῶν αὐτῶν, ἀναγράφεται τὸ ποσὸν τῶν 300,000 δραχ. ἐν τῷ ῥηθέντι κεφαλαίῳ 2 καὶ ἄρθρῳ 3 τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τίνα σχέσιν ἔχουσι, Κύριοι, τώρα, ἐρωτῶ ὑμᾶς, αἱ προμήθειαι τῶν ὑλικῶν πρὸς συντήρησιν τῶν πλοίων μὲ τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα διὰ τὴν ἐπισκευὴν καὶ τὴν ἀγορὰν ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πλοίων; Ἀλλ’ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος ἔλεγεν ὅτι, ἐὰν προέκειτο περὶ μεγάλου τινὸς ναυτικοῦ ἢ στρατιωτικοῦ ταμείου, ἴσως ἤθελεν ἐννοηθῆ ἡ ὕπαρξις ἰδιαιτέρου τοιούτου ταμείου, λειτουργοῦντος ἀνεξαρτήτως καὶ ὑπὸ ἴδιον ὀργανισμὸν, καὶ ἡ συνομολόγησις δανείου 2½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται, ἔλεγε, περὶ τῶν ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πλοίων, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἱδρύσητε εἰδικὸν ταμεῖον, καὶ νὰ συνομολογήσητε δάνειον πρὸς λειτουργίαν αὐτοῦ; Καὶ ἀγνοεῖ τάχα ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς ἀποτελεῖται κυρίως ἐκ τῶν μηχανῶν καὶ τῶν ἀτμολεβήτων τῶν πολεμικῶν πλοίων; Εἶναι δυνατόν τις νὰ ὁμιλῇ σπουδαίως, ὅταν ἀγνοῇ, ὅτι ἡ κυριωτάτη δύναμις τῶν πολεμικῶν σκαφῶν συγκεντροῦται περὶ αὐτὰ τὰ δύο ἀντικείμενα, τὰς μηχανὰς καὶ τοὺς ἀτμολέβητας αὐτῶν; Εἶναι δυνατὸν σήμερον, ὅτε καταπληκτικὴ εἶναι ἡ ταχύτης τῶν πλοίων οἱουδήποτε Κράτους, εἴτε ἐχθρικῶς εἴτε φιλίως πρὸς ἡμᾶς διακειμένου, εἶναι δυνατὸν νὰ σπουδαιολογῇ τις, ὅταν ἰσχυρίζηται, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὀρθῆς καὶ ἀκριβοῦς καὶ ἐπιμεμελημένης λειτουργίας τῶν ἀτμομηχανῶν καὶ ἀτμολεβήτων δὲν εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, ἀλλὰ εἶναι ἐξ ἐκείνων, περὶ ὧν μετὰ τοσαύτης περιφρονήσεως ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος; Ἀλλ’ ἔλεγεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής: «Ἀφοῦ πέρυσι, κατὰ μῆνα Ἰούλιον, ἢ Αὔγουστον, δὲν ἐδυνήθητε νὰ χρησιμοποιήσητε τὰς 300,000 δραχμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἀτμομηχανῶν καὶ τῶν ἀτμολεβήτων, πῶς θέλετε δυνηθῆ ἐφέτος, ἀρχομένου τοῦ μηνὸς Μαρτίου, νὰ χρησιμοποιήσητε τὸ ποσὸν τοῦτο;» Ὡσανεὶ πρόκειται περὶ χρονικῆς διαφορᾶς δύο ἢ τριῶν ἑβδομάδων! Λησμονεῖ, ὅτι ἀπὸ τῶν ἀρχῶν Μαρτίου μέχρι τέλους Ἰουλίου ὑπάρχει διάστημα 5 μηνῶν καὶ βεβαίως θέλουσι χρησιμοποιηθῆ τὰ χρήματα, ἅτινα ἔχουσιν ἤδη εὑρεθῆ, διότι εὐεργετικὸν ταμεῖον, ἱδρυμένον ἐν Ἀθήναις, προθύμως ἐδέχθη νὰ παράσχῃ δάνειον εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ἱδρυόμενον διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ποσοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Καὶ εὐθὺς ὡς ἡ Βουλὴ ἐπιψηφίσῃ, ὡς δὲν ἀμφιβάλλομεν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θέλει προβῆ ὁ ἡγέτης τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, οὗτινος θέλομεν ποιεῖ χρῆσιν ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῶν λεβήτων καὶ τῶν ἀτμομηχανῶν τῶν πλοίων. Διατὶ τάχα φοβεῖται μήπως καταλάβῃ ἡμᾶς ἡ προθεσμία; Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀναμένωμεν τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν οἱ κυβερνῆται τῶν θωρηκτῶν πλοίων, ἢ οἱ κυβερνῆται τῶν ἄλλων πλοίων τοῦ στόλου, θέλουσιν εἴπει ἡμῖν: «ἔλθετε νὰ παραλάβητε τὰ πλοῖα, νὰ σύρητε αὐτὰ εἰς τὴν ξηρὰν, διότι εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα», καὶ τότε νὰ σκεφθῇ τὸ Κράτος περὶ τῆς εὑρέσεως τοῦ τρόπου ἐκείνου, δι’ οὗ δραστικῶς θέλει κατορθωθῆ ἡ θεραπεία ὅλων τούτων τῶν ὑφισταμένων σπουδαιοτάτων ἀναγκῶν; Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐκπλήττομαι ἀληθῶς, πῶς ἄνδρες, οὓς βεβαίως διακρίνει καὶ φρόνησις καὶ σύνεσις, καὶ μέριμνα περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, πῶς, ἐξ ἄλλων ἴσως λόγων ὁρμώμενοι, οὓς δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, καταφεύγουσιν εἰς σαθρότατα ἐπιχειρήματα, ἵνα πολεμήσωσι θεσμὸν, ὅστις βεβαίως θέλει συντελέσει, ἵνα μὴ εὑρίσκωνται τοῦ λοιποῦ εἰς οἵαν κατάστασιν εὑρέθησαν οἱ λέβητες καὶ αἱ μηχαναὶ τοῦ στόλου. Ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιῤῥίψω κατ’ οὐδενὸς τὴν εὐθύνην, λέγω ὅμως, ὅτι ἐντὸς τεσσάρων ἢ 5 ἐτῶν τὸ πολὺ θέλομεν ἔχει ἀνάγκην ἄφευκτον καὶ ἀναμφισβήτητον, ἣν δύναμαι νὰ ἀποδείξω καὶ δι’ ἐγγράφων, νὰ ἀνανεώσωμεν τοὺς λέβητας καὶ τῶν τριῶν θωρηκτῶν, δηλ. θέλομεν ὑποβληθῆ εἰς δαπάνην ἀναμφισβήτητον 2 ἢ καὶ τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Καὶ νομίζετε, ὅτι, ἂν δὲν δημιουργήσωμεν ὑπηρεσίαν σοβαράν, ὑπηρεσίαν δραστηρίαν, οὐδένα ἄλλον σκοπὸν καὶ οὐδεμίαν ἄλλην γνώμην ἔχουσαν ἢ τὴν διηνεκῆ ἐπίβλεψιν τῆς σπουδαίας ταύτης ἐργασίας, νομίζετε ὅτι θέλομεν εὑρεθῆ ἐν τῇ εὐαρέστῳ θέσει τοῦ νὰ ἔχωμεν τὰ πλοῖα λειτουργοῦντα, ὡς ἐμπρέπει εἰς Κράτος, ὅπερ ἑκάστοτε εὑρίσκεται πρὸ τοσούτων σπουδαίων καὶ αἰφνιδίων ἐθνικῶν ἀναγκῶν; Ταῦτα, Κύριοι, ἐνόμισα ἅπαξ διὰ παντὸς, χωρὶς νὰ θέλω νὰ καταγείνω εἰς λεπτομερείας, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀνοίξω φακέλλους, ἵνα πιστοποιήσω δι’ ἐκθέσεων καὶ ἐγγράφων πᾶν ὅ,τι ὑπέδειξα, ταῦτα ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. (Εὖγε! εὖγε!).
§247ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§248ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πόσας φορὰς θὰ ὁμιλήσητε;
§249ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν δὲν τὸ ἐπιτρέπητε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι· ὁμιλήσατε.
§251ΣΤΑΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐξ ἰδιοσυγκρασίας ἠθέλησε νὰ ἐξάρῃ τὰ προτερήματα τοῦ προέδρου, τὸν ὁποῖον καθιστῶμεν διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἢ ἐκ τῶν τελευταίων παθημάτων, τὰ ὁποῖα λέγεται ὅτι ἔπαθε...
§252ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ τελευταῖα παθήματα;
§253ΣΤΑΗΣ. Δὲν θέλω νὰ τὰ ἐξετάσω, διότι βεβαίως δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα.
§254Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὄχι! σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ τὰ ἐξετάσητε.
§255ΣΤΑΗΣ. .. Ἀλλὰ βεβαίως θὰ συλλυπηθῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διὰ τὸ πάθημα, τὸ ὁποῖον ἔπαθε, θελήσας νὰ ἀναλύσῃ...
§256ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μήπως εἶναι ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγεται ὅτι ἐπάθετε χθὲς, δηλαδὴ ὅτι σᾶς ἔδειραν ἐντὸς καφενείου τινὸς, διότι ἐλέγετε τοιαῦτα πράγματα;
§257ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν). Ἡμεῖς δὲν τρῶμε ξύλο, σεῖς τὸ τρῶτε! (θόρυβος).
§258ΣΤΑΗΣ. Εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, κ. Ὑπουργέ, δὲν συνέβη ποτὲ τοιοῦτόν τι, διότι δὲν συνείθισα οὐδὲ εἰς τὰ καφενεῖα νὰ συχνάζω.
§259Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Λοιπὸν νὰ ἐξηγηθῆτε, τί ἐννοεῖτε, διότι πάντοτε γρίφους λέγετε.
§260ΣΤΑΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι γινώσκετε πολὺ καλὰ, ἀφοῦ ἠναγκάσθητε νὰ ἀποσύρητε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἴχετε διατυμπανίσει διὰ τῶν ἐφημερίδων, ἀφοῦ, ὡς λέγει τοὐλάχιστον ὁ κόσμος, εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλητε καὶ τὴν παραίτησίν σας (θόρυβος).
§261Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νομοσχέδια θεωρῶ ἐγὼ ἐκεῖνα, ἅτινα ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκτὸς ἐὰν ὑμεῖς μεταχειρίζεσθε καὶ τὴν μέθοδον τοῦ Γερμανοῦ, ἵνα εἰσέρχησθε εἰς τὸν ἐγκέφαλον τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἀποκαλύπτητε τὰ νομοσχέδια, ἅτινα μελετῶνται.
§262ΣΤΑΗΣ. Θαυμάζετε ὅτι γινώσκω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γινώσκει ὅλος ὁ κόσμος!
§263Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἠκούσαμεν.
§264ΣΤΑΗΣ. Τὰ ἤκουσαν ἄλλοι. Εἶναι περίεργον, λέγω, τὸ πάθημα, τὸ ὁποῖον ἔπαθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θελήσας νὰ ἀναλύσῃ τὸ κεφάλαιον Βʹ ἄρθρον 3 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἐγὼ ῥητῶς εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ 650,000 δραχμαὶ πρὸς ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν βασιλικῶν πλοίων, διατὶ δὲν συμπληροῦτε καὶ δὲν ἀναλύετε αὐτὸ εἰς πλείονα ἄρθρα, ἵνα ὁ ἔλεγχος γένηται εὐκόλως; Ἤκουσα ὅτι τὴν ἀνάλυσιν ταύτην ἐπέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἴς τινα κεφάλαια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, καὶ ἐχάρην πολὺ, διότι οὕτω θέλουσι περιορισθῆ αἱ ὑπερβασίαι καὶ ἴσως καὶ αἱ λαθροχειρίαι. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὸ 23 ἄρθρον τοῦ λογιστικοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπεται μεταφορὰ πιστώσεως ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον, ἐνῷ ἀπὸ ἐδαφίου εἰς ἐδάφιον δὲν ἀπαγορεύεται. Τοῦτο δὲ ἐνόουν, ὅτε πρὸ μικροῦ ἔλεγον, ὅτι ὑπάρχει τρόπος νὰ προληφθῶσιν αἱ ὑπερβασίαι. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει ἀνεπαρκὲς τὸ ποσὸν τῶν 650,000 δραχμῶν πρὸς ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν πλοίων τοῦ ἡμετέρου στόλου, ἠδύνατο νὰ διπλασιάσῃ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐγένετο, τὴν πίστωσιν ταύτην, ὡς καὶ πρὸ μικροῦ σᾶς ἔλεγον. Καὶ ἐνῷ εἰς ταῦτα ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, μᾶς ἀνέγνωσε τὸ κεφάλαιον Βʹ ἄρθρον 3 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ μᾶς ἔλεγεν, ὅτι 48,040 δραχ. εἶναι ἀναγεγραμμέναι διὰ τὸ ἐν ἐνεργείᾳ μὲ ἠλαττωμένην δύναμιν θωρηκτὸν «Ψαρὰ» καὶ ἐπίσης διὰ τὸ ἐν ἐνεργείᾳ μὲ ἠλαττωμένην δύναμιν θωρηκτὸν «Ὕδραν», καὶ καθεξῆς! Μήπως καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ὀφθαλμοὺς καὶ δὲν γινώσκομεν ἁπλῆν ἀνάγνωσιν; Ἀλλὰ σεῖς θέλετε νὰ ἀπαγορεύσητε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· διότι, ἐνῷ ἀπὸ ἡμερῶν ζητοῦμεν τὰ στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ μάθωμεν, πῶς ἐδαπανήθησαν τὰ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ κατ’ ἔτος ἀναγραφόμενα ποσὰ, σεῖς οὐ μόνον οὐδὲν τῶν στοιχείων τούτων προσεκομίσατε εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τοὐναντίον ζητεῖτε νὰ καταστήσητε ἀδύνατον ἐν τῷ μέλλοντι τὴν προσαγωγὴν τοιούτων στοιχείων διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιψήφισιν τόσον ἐπιμόνως ζητεῖτε· διότι ἡ παρουσία τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ χειροτονήσητε ἰσόβιον πρόεδρον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ διαχειριστικῇ τοῦ ταμείου τῶν λεβήτων, οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ ἀπαγόρευσιν παντὸς ἐλέγχου. Οὐδεὶς δὲ διϊσχυρίσθη, ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ὑπέχετε εὐθύνην· ὑπέχετε ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών σας. Ἀλλ’ οὐδεὶς θὰ ζητήσῃ τὴν εὐθύνην ταύτην, οὐχὶ χάριν ὑμῶν, ἀλλὰ χάριν τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον θέλετε ὡς προπύργιον νὰ ἐγκαθιδρύσητε ἐν τῷ ταμείῳ. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ δὲν ὑπέδειξα ὅτι στερεῖται πατριωτισμοῦ, τοὐναντίον μάλιστα, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω δημοσίᾳ, ὅτι πολλάκις ἐγὼ ἐνεπνεύσθην ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν, τὸν ὁποῖον κατέσπειρεν ἐκεῖνος εἰς τὰ πλήθη. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι πολλάκις ἐθαύμασα τὸν πατριωτισμὸν, τὸν ὁποῖον εἴτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εὑρισκόμενος μετέδιδεν εἰς πάντας τοὺς ἀκροατὰς, εἴτε ἀπὸ τοῦ γνωστοῦ ἐξώστου μετέδιδεν εἰς πάντας τοὺς διαδηλωτὰς, εἴτε εἰς τὰς ἐξοχὰς εὑρισκόμενος μετέδιδεν εἰς τοὺς φίλους αὐτοῦ, εἴτε πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, διαδίδων ἀρχὰς πολιτειακάς. Τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἐγὼ πάντοτε ἀπεθαύμασα τὸν πατριωτισμόν του, καὶ ὁ πατριωτισμὸς ἐκείνου διήγειρε καὶ τὸν ἐμόν! Ἀλλὰ ὁ πατριωτισμὸς νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορίζηται μόνον ἐνώπιον τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων καὶ ἐνώπιον τῶν μελλόντων νὰ δώσωσι τὰς ψήφους αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ ὑπὸ ἀληθοῦς πατριωτισμοῦ ἐμφορούμενος νὰ ἐκθέτῃ τὰς ἰδέας αὐτοῦ. Οὐδὲν ἄλλο δὲ ἢ τὰς ἰδέας ἡμῶν πρὸ μικροῦ ἀνεπτύξαμεν. Διὸ δὲν πιστεύω ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔκρινε καὶ ἡμᾶς καὶ τὰ παρ’ ἡμῶν λεχθέντα χλεύης καὶ εἰρωνείας μόνον ἄξια.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Συνιστᾶται ἐν Ἀθήναις, ὑπὸ τὴν ἄμεσον δικαιοδοσίαν καὶ ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἰδικὸν ταμεῖον, ὀνομαζόμενον «Ταμεῖον κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων», προωρισμένον δὲ ἀποκλειστικῶς, ὅπως διὰ τῶν παρεχομένων αὐτῷ διὰ τοῦ παρόντος νόμου πόρων κατασκευάζωνται καὶ ἐπισκευάζωνται οἱ ἀτμολέβητες καὶ αἱ ἀτμομηχαναὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων, τῇ ἀποφάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ.»
§266ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπήντησαν εἰς ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν σχεδὸν προέβαλε, διαμφισβητήσαντες πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δῆθεν δὲν ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπισκευῆς τῶν ἀτμολεβήτων καὶ τῶν ἀτμομηχανῶν. Καὶ ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ψάλωσιν ἱερεμιάδας περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀτμολεβήτων καὶ τῶν ἀτμομηχανῶν, καὶ νὰ ἀποδείξωσιν, ὁποία ἀνάγκη κατεπείγουσα, ἐπιτακτικὴ, παρίσταται περὶ τῆς ἀμέσου αὐτῶν ἐπισκευῆς. Ἀλλὰ τίς ἐξ ἡμῶν διημφισβήτησε τοῦτο; Ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην, οὐδεμία διαφωνία ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν· μόνον ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς πληρώσεως τῆς ἀνάγκης ταύτης ὑφίσταται ἡ διαφωνία, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο οὐδὲν ἀπηντήσατε εἰς ὅσα ἐπιχειρήματα ἡμεῖς προεβάλομεν. Τί λέγομεν ἡμεῖς; Ἀναγράψατε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τὴν κατ’ ἔτος ἀναγκαίαν δαπάνην πρὸς ἐπισκευὴν τῶν ἀτμολεβήτων, διότι ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἀθρόα ἡ ἐπισκευὴ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ γείνῃ οὐδὲ ἐντὸς μηνῶν, οὐδ’ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο; λάβετε τὰ χρήματα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι τότε θὰ ἔχωμεν δύο καλὰ, δὲν θὰ ὑποβληθῶμεν εἰς ἐτησίαν δαπάνην χάριν τοῦ δανείου, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν νὰ πληρόνωμεν μόνον 15,000 δραχμὰς, καὶ οὐχὶ 135,000, ὡς κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι καταληπτὸν καὶ εἰς τὸν κοινότατον νοῦν, καὶ ἀπέναντι τούτου οὐδὲν ἔχει ν’ ἀντιτάξῃ οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἕτερον λόγον νὰ προτείνω κατὰ τῆς συστάσεως τοῦ εἰδικοῦ τούτου ταμείου. Τίς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ Κράτος διατελεῖ ἐν πτωχεύσει, καὶ ὡς τοιοῦτον, ἐπιζητεῖ νὰ ἀνακτήσῃ τὴν πίστιν του; Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τούτου, ὅταν διὰ τῆς συστάσεως τοιούτου ταμείου ἀποδεικνύῃ ὅτι δὲν ἔχει εἰς ἑαυτὸ ἐμπιστοσύνην; καὶ ποίαν ἐντύπωσιν θὰ κάμῃ τοῦτο εἰς τοὺς πιστωτὰς, καθ’ ὃν χρόνον εὑρισκόμεθα εἰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ; Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἀποκρούομεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι εἰλικρινέστερον παντὸς ἄλλου τρόπου θὰ ἦτο ἡ ἀναγραφὴ τῆς ἀναγκαίας δαπάνης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀπέναντι δὲ ταύτης τῆς εὐθείας ὁδοῦ παρίσταται ἡ σκολιὰ ὁδὸς, ἥτις δύναται νὰ παράσχῃ ἀφορμὴν εἰς πολλὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα κατέδειξαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, δύναται δὲ νὰ ἐκθέσῃ καὶ τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους, ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα σήμερον περιστάσεις.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2.
§268ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Εἰς τὸ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον συνιστώμενον ταμεῖον χορηγοῦνται οἱ ἑξῆς πόροι: αʹ) Συνδρομὴ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἐκ δραχμῶν διακοσίων χιλιάδων κατ’ ἔτος, καθοριζομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. βʹ) Αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν ἐν τῇ πλωτῇ δεξαμενῇ τοῦ Β. Ναυστάθμου καθαριζομένων κατὰ τὸν νόμον ΑΦΟΘʹ τῆς 11 Δεκεμβρίου 1887 ἔτους πολεμικῶν πλοίων πάσης ἐθνικότητος, καθὼς καὶ τῶν ἐμπορικῶν ἱστιοφόρων καὶ ἀτμοκινήτων ἑλληνικῶν, ἢ ξένων. γʹ) Τὸ ἀντίτιμον τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν χορηγουμένων διαφόρων ἀντικειμένων ἢ ὑλικῶν εἰς τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα τοῦ Κράτους, ὡς καὶ τὸ ἀντίτιμον τῶν δαπανωμένων ὑλικῶν πρὸς τὴν κίνησιν τῶν ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων, ὁσάκις ταῦτα ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν μὴ ὑπαγομένην εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. δʹ) Τὸ ἀντίτιμον τῶν ἑκάστοτε ἐκποιουμένων ἀχρήστων ὑλικῶν καὶ ἑτέρων ἀντικειμένων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ εʹ) Τὰ 80% τοῦ εἰσπραττομένου ποσοῦ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν θεωρουμένων ἀχρήστων πλοίων.»
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2.
§270ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸ ἐδάφιον γʹ. Νομίζω ὅτι παρέλκει.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3.
§272ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ κεφάλαια τοῦ διὰ τοῦ παρόντος νόμου συνιστωμένου «ταμείου κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων» διαχειρίζονται, ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ὑπὸ πενταμελοῦς ἐπιτροπείας, συγκροτουμένης αʹ) ἐκ τῆς Α. Β. Υ. τοῦ βασιλόπαιδος Γεωργίου, ἢ, τούτου κωλυομένου ἢ ἀπουσιάζοντος, ὑπὸ ἀνωτέρου μαχίμου ἀξιωματικοῦ τοῦ Β. Ναυτικοῦ, βʹ) ἐκ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἢ, τούτου κωλυομένου ἢ ἀπουσιάζοντος, ὑπὸ τοῦ νομίμου ἀναπληρωτοῦ αὐτοῦ, γʹ) ἐκ τοῦ τμηματάρχου τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δʹ) ἐκ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ γραφείου τοῦ Μηχανικοῦ παρὰ τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ, οἵτινες, κωλυόμενοι ἢ ἀπουσιάζοντες, ἀναπληροῦνται ὑπὸ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῶν αὐτῶν κλάδων, ἢ ὑπὸ κατωτέρων τοιούτων, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν ἀνώτεροι, καὶ εʹ) ἐκ τοῦ ἀρχαιοτέρου διπλωματούχου ναυπηγικοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ τούτου κωλυομένου, ἢ ἀπόντος, ἐκ τοῦ μετ’ αὐτὸν κατ’ ἀρχαιότητα διπλωματούχου ναυπηγικοῦ ἀξιωματικοῦ.»
§273ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς πρὸς τὴν Αὐτοῦ Βασιλικὴν Ὑψηλότητα. Ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ γείνῃ μυστικὴ καὶ διὰ ψηφοδελτίων, διότι τὸν βασιλόπαιδα Γεώργιον κατονομάζει ὡς πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ἄρθρον 3. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις γνωρίζει κάλλιον παντὸς ἄλλου ταῦτα, νὰ ἐξηγήσῃ, ἂν ἐν περιπτώσει οἱασδήποτε παραβάσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπέχει εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἐποπτεύων τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου, δὲν θὰ ὑπέχωσιν εὐθύνην καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διαχειριστικῆς, πῶς δὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ πραγματικὴ ἡ εὐθύνη αὕτη ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ βασιλόπαιδος.
§274Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν δυσκολεύομαι νὰ δεχθῶ, ὅπως ἀντὶ τῆς φράσεως «ἐκ τῆς Αὐτοῦ Βασιλικῆς Ὑψηλότητος τοῦ βασιλόπαιδος Γεωργίου» τεθῇ «ἐκ τοῦ ἑκάστοτε διευθυντοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης». Σήμερον εἶναι διευθυντὴς ὁ βασιλόπαις, ἀλλ’ αὔριον θὰ ἦναι ἕτερος. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἰσχύει περὶ παντός, ἐνασκοῦντος οἱανδήποτε ἐξουσίαν ἢ ἀρχὴν, τόσον περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅσον καὶ περὶ οἱουδήποτε τμηματάρχου, ἢ διευθυντοῦ οἱασδήποτε ὑπηρεσίας. Λοιπὸν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς μελλούσης νὰ διευθύνῃ τὸ ταμεῖον τοῦτο, δὲν ἀπαλλάσσονται τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Μήπως σήμερον ὁ διευθύνων τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν, ὡς ἀνώτερος ἀξιωματικός, ἐὰν παραβῇ τοὺς νόμους, δὲν ὑπέχει εὐθύνην;
§275ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ὑπέχει εὐθύνας, ἀλλ’ ὄχι καὶ ὁ βασιλόπαις.
§276Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπέχει ὁ ἀξιωματικός.
§277ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπέχει, διότι ἠθέλετε οὕτω καταστήσει ἐμμέσως τὴν Βασιλείαν ἀπὸ ἀνευθύνου ὑπεύθυνον. Μήτε ὑπάρχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ δικάσῃ βασιλόπαιδα· εἰς τὴν Ἀγγλικὴν νομοθεσίαν ἴσως θὰ εὕρητε τοιοῦτον, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὴν ἰδικήν μας.
§278Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπορῶ τότε, διατὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν ζητοῦσι τροποποίησιν τῶν περὶ Ὑποβρυχίου Ἀμύνης διατάξεων. Τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν διευθύνει ὁ βασιλόπαις Γεώργιος, ὅστις εἶναι καὶ ἀντιπλοίαρχος τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Ὑποθέτω, ὅτι, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ὑπηρετῇ ἡ Α. Ὑψηλότης, εἴτε ὡς διευθυντὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης, εἴτε ὡς κυβερνήτης πλοίου, εἴτε καὶ ἀλλαχοῦ, οἱ νόμοι ἐκτείνονται μέχρις αὐτοῦ· καὶ πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι ἐκτὸς τοῦ Βασιλέως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ἀνεύθυνοι. Ἴσως κατηγορηθῶ καὶ πάλιν, ὅτι παρέλειψα ἐπίτηδες νὰ θέσω τὸν τίτλον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἴσως ἀκούσω ὅλα ἐκεῖνα, ὅσα ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου, ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Α. Ὑψηλότης δεικνύεται πειθαρχικώτατος, οὐδέποτε δὲ ἐνόησε νὰ μὴ ὑπάγηται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ὥστε συζητοῦμεν περὶ πράγματος ἐντελῶς ματαίου καὶ περιττοῦ.
§279ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδόλως ματαίου. Νομίζω ὅτι εἰς πολλὰ ἄτοπα δύναται νὰ μᾶς φέρῃ ἡ διάταξις αὕτη. Ἡμεῖς δὲν νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀξιοπρεπὲς εἰς βασιλόπαιδα νὰ καταγγελθῇ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ καταχρήσει καὶ νὰ ἐναχθῇ ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου· διότι νομίζομεν ὅτι ἡ Βασιλεία πρέπει νὰ ἵσταται ὑπεράνω πάσης ὑπονοίας. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ κρατήσωμεν ὑψηλὰ τὸ γόητρον τῆς Βασιλείας, σεῖς δὲ, διὰ τοιούτου νομοσχεδίου, ἔρχεσθε νὰ ταπεινώσητε καὶ ἐξευτελίσητε αὐτό· διότι ἄλλην συνέπειαν δὲν θέλει ἔχει τὸ πρᾶγμα, ἂν ὁ βασιλόπαις Γεώργιος, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ διαχειριστὴς, ἀναμιχθῇ, εἰμὴ νὰ ἄρῃ τὰς ἁμαρτίας ἄλλων. Πρόκειται περὶ διαχειρίσεως. Δύνανται νὰ συμβῶσι καταχρήσεις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, σεῖς θὰ ἔχητε εὐθύνην, καὶ θὰ συνεπέχῃ εὐθύνην καὶ ἅπαν τὸ προσωπικόν. Φαντασθῆτε νὰ ἀχθῆτε ποτὲ ἐνώπιον εἰδικοῦ δικαστηρίου, καὶ νὰ ἔχητε παραπλεύρως βασιλόπαιδα! Ἡμεῖς δὲν ψηφίζομεν τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀλλὰ μὴ παριστάνεσθε ὡς συνηγοροῦντες ὑπὲρ τοῦ γοήτρου τῆς Βασιλείας, διότι τὸ γόητρον τοῦτο τὸ ἀμαυροῦτε καὶ τὸ ἐξευτελίζετε ὑμεῖς ἀκριβῶς.
§280Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ νομοθεσία εἶναι γνωστή, οἱ δὲ νόμοι ἐφαρμόζονται ἀπὸ πολλῶν χρόνων. Ἡ νομοθεσία δὲν ἀπαγορεύει, ὅπως ὁ Διάδοχος καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν καὶ προβιβασθῇ ἀπὸ τῶν κατωτέρων βαθμῶν εἰς τὸν ἀνώτερον, ὡς δὲν ἀπαγορεύει, ἵνα ὁ βασιλόπαις Γεώργιος καταταχθῇ εἰς τὸ Ναυτικὸν, γενόμενος ἀντιπλοίαρχος, ἀφοῦ διῆλθε διὰ τῶν πρὸ τοῦ βαθμοῦ τούτου βαθμῶν ἱεραρχικῶς, οὐδ’ ἀπηγόρευσαν οἱ νόμοι εἰς τὸν βασιλόπαιδα Νικόλαον νὰ καταταχθῇ εἰς τὸ πυροβολικὸν, ὑπέχων εὐθύνας διὰ τὴν διαχείρισίν του. Πάντες οὗτοι εὐθύνονται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των, καὶ διὰ τὴν ἀνατεθειμένην αὐτοῖς διαχείρισιν, ἐφ’ ὅσον ἤθελε τοιαύτη ἀνατεθῆ εἰς αὐτούς.
§281ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως οἱ βασιλόπαιδες ὑπάγονται εἰς τὴν πειθαρχίαν, τὴν διέπουσαν τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ διαχειρίσεως, καὶ νομίζω ὅτι ἦτο ἀρκετὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔκαμε προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ φέρῃ δύο ἔγγραφα ἀντιφατικὰ πρὸς ἄλληλα. Ὅλοι ἐπείσθησαν τότε, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης ἄλλας πληροφορίας ἔδιδε τὸ 1894 εἰς τὸν τότε προϊστάμενον τοῦ Ὑπουργείου περὶ τῆς ἀναγκαίας προνοίας διὰ τὸν κλάδον τοῦτον, καὶ ἄλλας ἔδιδε κατόπιν, ὅτι δὲ, ἂν ἐγένοντο καταχρήσεις περὶ τὴν προμήθειαν τῶν ῥινῶν τοῦ 1895, εἰς ταύτας συνετέλεσε καὶ ἡ κακὴ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ διευθυντὴς, βεβαίως παραπλανηθεὶς αὐτὸς ὑπ’ ἄλλων.
§282Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παντάπασι.
§283ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρέπει τὰ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ μένωσι μακρὰν πάσης διαχειρίσεως, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετέχουν πολλὰ πρόσωπα, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῶσι καταχρήσεις ἀκουσίως ὅλως καὶ ἐν παντελεῖ αὐτῶν ἀγνοίᾳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀντικατασταθεισῶν τῶν λέξεων «ἐκ τῆς Α. Β. Υ. τοῦ βασιλόπαιδος Γεωργίου» διὰ τῶν λέξεων «ἐκ τοῦ ἑκάστοτε Διευθυντοῦ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης». Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκει): «Διὰ Β. Διαταγμάτων, προκαλουμένων ὑπὸ τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργῶν, κανονισθήσονται πᾶσαι αἱ ἀναγκαῖαι λεπτομέρειαι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου.»
§285ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀνεξελέγκτου διαχειρίσεως. Βεβαίως θὰ ἔχῃ εἰδικὸν προϋπολογισμὸν ἡ διαχείρισις αὕτη, ὁ ὁποῖος θὰ προστεθῇ εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμόν.
§286Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§287Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀρκεῖ ἕως ἐδῶ.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 3 π. μ. τῆς ἐπιούσης.