1896.02.29
1.697 στίχοι · 13.610 λέξεις · 107 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
Τῆς 29 Φεβρουαρίου 1896.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 3 καὶ 45′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, μὴ τυπωθέντα εἰσέτι, θέλουσιν ἀναγνωσθῆ μετὰ τὴν διακοπήν. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Τοπάλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου. Ὁ βουλευτὴς Τυρνάβου κ. Λιμπρίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δημολογιστῶν», καὶ ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμου. Πᾶσαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 192–194). Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Πέῤῥος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τῶν ἀγρίων καὶ βανδαλικῶν ἐπιθέσεων τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας Ἄστρους κατὰ τῶν πολιτῶν Νικολάου Παναγιωτοπούλου καὶ λοιπῶν, τῆς παρανόμου κατακρατήσεως καὶ τῆς καταπιέσεως αὐτῶν, καὶ τίνα μέτρα ἔλαβεν ὁ ἐν Ἄστρει ἀστυνόμος κατὰ τῶν εἰρημένων ὀργάνων».
§2ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης δημοσίων ἔργων, δι’ ἅπερ ἀναγράφονται πιστώσεις εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896». Τὸ νομοσχέδιον συνοδεύεται καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 195).
§4Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Συμφώνως πρὸς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἀντίγραφα συμβολαίων διὰ προμήθειαν ἐρέας. Ἐπίσης ἓν πρωτόκολλον παραλαβῆς ὀθόνης. Πρωτόκολλον παραλαβῆς λινῆς ὀθόνης δὲν ἐγένετο, διότι δὲν παρελήφθη τοιαύτη. Τὰ λοιπὰ ἔγγραφα, περὶ τῶν ὁποίων ἐπηρώτησεν ὁ κ. Βουλευτής, ὑπάρχουσιν ἐν τῷ φακέλλῳ, ὁ ὁποῖος κατετέθη πρὸ τινῶν ἡμερῶν.
§5ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ὅτου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα ὡς Βουλευτής, παρετήρησα ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις διακριτικοῦ σημείου διὰ τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Πολλάκις ἕνεκα τούτου γίνονται κατὰ τὰς ἐπισήμους τελετὰς καὶ ἄλλας προσκλήσεις διάφορα ἄτοπα, διάφοροι παρεξηγήσεις, καὶ πολλάκις λυπηρὰ καὶ δυσάρεστα ἐπεισόδια γεννῶνται, καθόσον καὶ οἱ φρουροὶ καὶ οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν εἴσοδον καὶ τοποθέτησιν τῶν Βουλευτῶν δὲν γνωρίζουσι τούτους. Μοὶ φαίνεται ὅτι διὰ τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τοῦ Σώματος καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ὁρισθῇ ἐπίσημον διακριτικὸν σημεῖον, ὅπως ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλα ἔθνη. Ἐὰν ἡ πρότασις γένηται ἀποδεκτή, καλὸν εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ὁρίσῃ ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ προσδιορίσῃ τὸ σημεῖον τὸ διακριτικὸν, τὸ ὁποῖον οἱ Βουλευταὶ θέλουσι φέρει, καὶ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς πρέπει νὰ τὸ φέρωσι, καὶ ὑπὸ ποίαν περιβολήν.
§6ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ προλαλήσαντος ἀντιβαίνει οὐ μόνον εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, καὶ μάλιστα εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἤθη τὰ κοινωνικά. Ἐδῶ ἐπικρατεῖ ἄκρα ἰσότης· διακρίσεις μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ αὐτοὶ πολῖται, δὲν δύνανται νὰ γίνωνται δημοσίᾳ. Ἀρκεῖ ὅτι εἰσέρχονται εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι νομοθετοῦσιν, ὅτι ἐλέγχουσιν· ἀλλὰ δὲν εἶναι δημόσιαι ἀρχαί, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐξωτερικὸν σημεῖον.
§7Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ σημείου μόνον κατὰ τὰς τελετάς.
§8ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν στολὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὴν ὁποίαν προτιμῶ παντὸς ἄλλου σημείου. Τὴν πρότασίν μου μόνον ἔκαμα διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος· διότι ὑπάρχουσι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐξεδιώχθησαν ἀπὸ τοὺς φρουροὺς, ὡς ὁ κ. Ταταράκης. Ἐγὼ αὐτὸς, φέρων πολιτικὴν ἐνδυμασίαν κατὰ τὴν κηδείαν τοῦ Μητροπολίτου, ὀλίγου δεῖν νὰ ἔλθω εἰς διένεξιν μετὰ ἀντιπροσώπου φίλης Δυνάμεως.
§9Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἂς μὴ φανῇ παράξενος ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου. Εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Ἰσπανίᾳ, λαμβάνουν οἱ Βουλευταὶ μετάλλια. Ἐν Ἰσπανίᾳ εἶναι χρυσοῦν τὸ μετάλλιον τοῦτο, ὅπερ φέρουσι κρεμασμένον ἀπὸ τοῦ ὡρολογίου, καὶ τὸ διακριτικὸν τοῦτο σημεῖον τοὺς καθιστᾷ γνωστούς· ἄλλα σημεῖα ἔχουν εἰς ἄλλα ἔθνη, ὅπου οἱ Βουλευταὶ ἔχουσιν ἐλευθέραν εἴσοδον εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρίας κλπ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι τοιοῦτόν τι καὶ ὡς ἐνθύμημα πρέπει νὰ κανονισθῇ, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιδεικνύηται ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Τοῦτο δὲ δύναται νὰ κατασκευασθῇ ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἡμῶν ἀποζημιώσεως, ἄνευ ἰδιαιτέρας δαπάνης.
§10ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀπορῶ, πῶς ὁ προλαλήσας δὲν ἐνθυμεῖται τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει ὄχι μόνον τίτλους εὐγενείας, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν διάκρισιν. Θέλετε νὰ φέρητε τοὺς τίτλους τῶν Γάλλων, τῶν Ἰταλῶν καὶ τῶν Γερμανῶν ἐδῶ!
§11ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὁ προλαλήσας, ὁ ὁποῖος ὑπέμνησε τὸ Σύνταγμα, ἐλησμόνησεν ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι ὑπάρχει προνόμιον ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν, διότι ὁ Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ προσωποκρατηθῇ ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Τοῦτο εἶναι προνόμιον. Μήπως πρόκειται περὶ τίτλου τινός; πρόκειται περὶ ἑνὸς διακριτικοῦ σημείου.
§12ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω πῶς ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ τὸ τοιοῦτον, διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἄνθρωποι τῶν προνομίων, οὔτε τῶν τίτλων, ἀλλ’ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν ὡς ἀντιπροσώπους του. Εἰς ἄλλας χώρας εἶναι ἀνεγνωρισμένοι οἱ τίτλοι, ἀλλὰ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα δὲν ἀνεγνώρισε τοιούτους, οὔτε τοιαῦτα λιλιά! Ἡ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διάταξις τοῦ Συντάγματος, περὶ ἧς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἔχει τὸν σκοπόν της· διότι ἐπὶ τῆς πρώην Βασιλείας οἱ Βουλευταὶ ἐφυλακίζοντο καὶ δὲν ἠδύναντο οὕτω νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα προέβλεψε νὰ μὴ συλλαμβάνωνται οἱ Βουλευταὶ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἦναι ἐλεύθεροι εἰς τὴν ἐνάσκηνσιν τῶν καθηκόντων των.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ παρεξηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Παπαδιαμαντοπούλου, διότι οὔτε περὶ προνομίων ὡμίλησεν, οὔτε περὶ διακρίσεων, ἀλλὰ περὶ λήψεως μέτρου τινὸς, τὸ ὁποῖον νὰ περιφρουρῇ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, διότι πολλάκις συμβαίνουσιν ἐπεισόδια δυσάρεστα. Ἡ πρότασις παρεξηγήθη καὶ ἀνυψώθη εἰς ζήτημα συνταγματικόν, καὶ ἠθέλησαν νὰ τὴν γελωτοποιήσουν. Οἱ Γάλλοι Βουλευταὶ ἔχουσι διακριτικὸν σημεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζονται καὶ περιφρουρεῖται ἡ ἀξιοπρέπειά των. Πρόκειται περὶ ἁπλοῦ σήματος διακριτικοῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κηρύσσομαι ἀνεπιφυλάκτως.
§14ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ μᾶς προσβάλλει, διότι εἴμεθα Βουλευταὶ τοῦ ἔθνους, καὶ οἱ πολῖται μᾶς γνωρίζουν (ἱλαρότης).
§15Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀμφιβάλλω ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης γνωρίζει τοὺς 207 Βουλευτάς.
§16ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας δὲν τοὺς γνωρίζει, διότι σπανίως ἔρχεται εἰς τὴν Βουλήν.
§17ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῶν προνομίων καὶ τῶν διακρίσεων, εὐκταῖον ὅμως θὰ ἦτο, ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ νὰ γείνῃ δεκτή, ἐπεκτεινομένη μάλιστα, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν εἶναι πλούσιοι καὶ δὲν δύνανται ἑπομένως νὰ ταξειδεύωσι συχνὰ εἴτε διὰ τῶν σιδηροδρόμων, εἴτε διὰ τῶν ἀτμοπλοίων, ὅπερ ἀναγκαιότατον, ἵνα λαμβάνωσι γνῶσιν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως πλείστων ὅσων πραγμάτων. Ἑπομένως καὶ ἐγὼ θερμὴν σύστασιν ποιοῦμαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ ὑποβάλῃ πρότασιν, θὰ ἐρωτήσω ἀπ’ εὐθείας τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ προτάσεως ἱδρύσεως σώματος ἀναγνωριστικοῦ, ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασίν του ἐγγράφως.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρόκειται περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ συσταθῇ ἐπιτροπή, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§21ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τοὺς ἐπερωτήσαντας κυρίους συναδέλφους εἶπον ἐν καιρῷ ὅ,τι ἠδυνάμην νὰ εἴπω περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Δὲν ὑπολαμβάνω, ὥς τινες ἴσως, ὅτι τὸ καθῆκον πρὸς τὴν Πατρίδα μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ἔλθω καὶ ἀφηγηθῶ ἐντεῦθεν πᾶν ὅ,τι λέγω ἢ ὅ,τι πράττω. Τὸ καθῆκον πρὸς τὴν Πατρίδα, ἧς εἶμαι λειτουργός, μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ἐνεργῶ πᾶν ὅ,τι δυνατόν, διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτομεν, πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ποθουμένου σκοποῦ. Ὅ,τι ἐκ τῶν διεθνῶν συνθηκῶν καὶ τῶν τρόπων τῶν μεταξὺ Κρατῶν ἐν φιλικαῖς σχέσεσι διατελούντων ἐνδείκνυται πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς ἡρωϊκῆς ἀδελφῆς Νήσου, οὐκ ἐπαυσάμεθα οὐδὲ παυσόμεθα ἐπιτελοῦντες. Ἐάν τις τῶν κυρίων συναδέλφων τῶν ἐπερωτησάντων, ἢ καὶ ἕτεροι συνάδελφοι, μοὶ κάμωσι τὴν τιμὴν νὰ ἔλθωσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, εἶμαι πρόθυμος νὰ τοῖς ἐξηγήσω τί ἔπραξα. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐντεῦθεν, διότι νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐξυπηρέτουν οὕτω τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Λαμβάνω ὅμως τὴν τόλμην νὰ συστήσω εἰς τοὺς ἀπευθύναντας τὴν ἐπερώτησιν ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἵνα, ὅταν πραγματεύωνται ἐξωτερικὰ ἀντικείμενα, καὶ ἰδίως ἀντικείμενα, πρὸς ἃ οὐ μόνον οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ σύμπας ὁ Ἑλληνισμὸς μετὰ παλμῶν ἀτενίζει, τηρῶσιν ἐγκράτειαν, ἵνα μὴ γεννῶνται παρεξηγήσεις.
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύστασις ἐγκρατείας τῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ συστήσῃ πρὸς ἡμᾶς, τοὺς ὑποβαλόντας χθὲς ἔγγραφον περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Βουλήν, σύστασις τὴν ὁποίαν, ὡς εἰκάζω, ἀμεσώτερον ἀπευθύνει πρὸς ἐμὲ, τὸν ὑποβαλόντα ἀρχῆθεν τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς Κρήτης, μοὶ φαίνεται ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν παρέλκει ἐνταῦθα. Αἱ ἐκφράσεις, εἰς τὰς ὁποίας περιωρίσθην κατὰ τὴν πρώτην φορὰν, ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὑπῆρξαν μεμετρημέναι. Ἀνέμνησα μόνον τοὺς πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας ἀγῶνας τῆς Κρήτης, ἀνέπτυξα τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου δισταγμοῦ, τὰ προνόμια τῶν Κρητῶν, τὰ ἀναγνωρισθέντα καὶ δι’ ἄλλων συνθηκῶν καὶ διὰ τῆς «συμβάσεως τῆς Χαλέπας», καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ἐὰν εὐηρεστεῖτο ὅ,τι ἐγνώριζε περὶ τῆς θέσεως τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καὶ ὅ,τι ἐπετρέπετο αὐτῷ περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Προσέθεσα δέ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς καθὼς καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος δὲν δικαιοῦνται νὰ σιωπήσωσιν ἐντελῶς, ὡς σχεδὸν ἔπραξαν μέχρι τοῦδε, ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι μεγάλα, ὅτι ἐπίσης αἱ δυνάμεις, τὰς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον ἔχει, εἶναι λίαν ἰσχυραί, καὶ ὅτι τῶν δυνάμεων τούτων πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπίγνωσιν πλήρη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ἐνεργείας της περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὡς ἐνόμισεν αὐτὸς ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσῃ. Χθὲς ὑπεβλήθη παρὰ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Βουλευτῶν Βόλου, Δωρίδος, Οἰτύλου καὶ ἐμοῦ ἔγγραφος ἐπερώτησις, τῆς ὁποίας συντάκτης ἤμην ἐγὼ καὶ τῆς ὁποίας μία κἄν λέξις—καὶ παρακαλῶ, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὴν ἐκ νέου καὶ νὰ προσέξῃ—δὲν προβαίνει πέραν τοῦ πρέποντος ὁρίου τῆς ἐπιβαλλομένης ἐγκρατείας τῶν ἐκφράσεων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἐπιδείξῃ, ἂν ἡ ἐπερώτησις περιέχῃ τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐκληφθῇ ἐπιλήψιμον, ἔστω καὶ ἀπὸ τῆς αὐστηροτάτης διπλωματικῆς ἀπόψεως. Τὰς τοιούτου ἐνδιαφέροντος ὑποθέσεις, ἐνθυμοῦμαι πάντοτε, οὐδεὶς Βουλευτὴς ἔφερέ ποτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἄλλως ἢ ὡς πρέπει εἰς Ἕλληνα ἀντιπρόσωπον νὰ ἐνεργήσῃ καὶ ἐκφρασθῇ περὶ αὐτῶν· οὐδέποτε οὐδεμία ἐθνικὴ ὑπόθεσις ἐγένετο ἀντικείμενον ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως διὰ μακροτάτης ἀγορεύσεώς του, τὴν ὁποίαν καὶ ἀνέφερα, ὅτε κατὰ πρῶτον ὡμίλησα περὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἀπέδειξεν ὅτι ἐννοεῖ νὰ συζητηθῇ εὐρέως ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος κατὰ τὸ 1889. Ἀνέφερα ἐπίσης τὰς ἀγορεύσεις τὰς σθεναρὰς δύο ἐκ τῶν μελῶν τοῦ νῦν Ὑπουργείου, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν εὐρυτάτας ἐξηγήσεις, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς μομφὰς καὶ κατακρίσεις κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τί εὑρίσκει ἐν ταῖς ἡμετέραις ἐκφράσεσιν ἐπιλήψιμον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν; Εἶναι δικαίωμά του νὰ ἀπαντᾷ ἢ νὰ μὴ ἀπαντᾷ, καὶ νὰ προχωρῇ εἰς τὰς ἀπαντήσεις του ὅσον ἤθελε κρίνει καλόν· ἀλλὰ δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα σήμερον νὰ συνιστᾷ εἰς ἡμᾶς ἐγκράτειαν γλώσσης, διότι νομίζω ὅτι περιωρίσθημεν εἰς ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἀναπτύξωμεν καὶ διὰ λίαν μεμετρημένων λέξεων, ἔχοντες τὴν συναίσθησιν τῆς ἀξίας τοῦ ζητήματος, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ. Ὥστε ἡ σύστασις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἀπέβαινε πάντη περιττή.
§23ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι κατ’ ἀρχήν, ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι βέβαιον ὅτι τηρεῖται πανταχοῦ, καὶ ὅτι τηρεῖται εὐλόγως καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅτι, προκειμένου περὶ ζητημάτων ἐξωτερικῶν, δὲν συμφέρει συνήθως νὰ θίγωνται αὐτὰ ἐν πολυμελέσι Κοινοβουλίοις. Καὶ πρὸς στιγμὴν ὁμολογῶ, ὅτι ᾐσθάνθην ἀγαλλίασιν ὅτι πρέπει νὰ ἐναβρύνωμαι ὡς πολίτης, διότι τὸ Κράτος ἡμῶν ἔχει τοιαύτην βαρύτητα, προκειμένου περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, ὥστε οἱ λόγοι καὶ οἱ ὑπαινιγμοὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τοιούτοις ζητήμασι νὰ ἔχωσι σημασίαν πραγματικὴν μεγάλην. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα ἐπὶ πολλὰς στιγμὰς νὰ λησμονῶμεν τὴν ἀνεπάρκειαν ἡμῶν, ὡς Κράτους. Ὅταν ἀναπολήσωμεν, ὅτι ὡς Κράτος πολὺ ὀλίγην δύναμιν ἔχομεν, τότε δὲν δυνάμεθα νὰ ἐναβρυνώμεθα διὰ τὰς ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουσι τὰς πατριωτικὰς διαθέσεις καὶ τὰς μερίμνας τὰς καταβαλλομένας ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐνῷ ὅμως παρ’ ἡμῖν δὲν ἔχει παρατηρηθῆ ἐν τῇ Βουλῇ ποτὲ κατάχρησις τοιαύτη ἐπὶ τῆς διεξαγωγῆς ζητημάτων ἐξωτερικῶν, ἀπεναντίας ἡ χρῆσις, ἡ τόσον μεμετρημένη, τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐποιήσαντο, τοῦ δικαιώματος ἅμα καὶ καθήκοντος αὐτῶν, παρέχει μᾶλλον εὐκολίαν εἰς τὰς Κυβερνήσεις καὶ οὐχὶ διατάραξιν, δὲν ὑπάρχει λόγος πρὸς τοιαύτην ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Προκειμένου νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος περὶ ζητημάτων ἐθνικῶν, ὀφείλει, δυστυχῶς καὶ διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν του, νὰ συλλογίζηται, ὅτι δὲν ὁμιλεῖ ἀποτελεσματικῶς, ὡς Ὑπουργὸς Κράτους, ἀλλὰ μόνον ἂν ὁμιλήσῃ ὡς ἀντιπρόσωπος ἔθνους, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις καὶ πρὸς ἐκείνας, πρὸς τὰς ὁποίας ἔχει ἰδίως νὰ κάμῃ. Ὡς Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους, ὀλίγον δυστυχῶς ἀκούεται. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅ,τι ἀξιότιμος κ. συνάδελφος μοὶ εἶχεν ἄλλοτε εἴπει, ὅτι ὁ μακαρίτης Κωλέτης ὑπεκίνει πολλάκις τοιαῦτα ζητήματα ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα προέρχηται ἄλλοθεν, δηλονότι ἀμεσώτερον ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἡ παρόρμησις καὶ ἐξανάγκασις, ἵνα δύναται νὰ λέγῃ πρὸς τὰς Δυνάμεις τὰ δέοντα περὶ τῶν ἐθνικῶν ἀξιώσεων. Καὶ βεβαίως δὲν προέβαλλεν ἐπίπλαστον ἐνέργειαν, ἀλλ’ ἐπέτρεπε νὰ ἀναφαίνηται ἡ πραγματικὴ καὶ ἀληθής. Ἀλλὰ συγχρόνως θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρκῆται εἰς τὴν ἀνάμνησιν μόνον, ὅτι εἶναι Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ εἰς τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς ἑαυτὸν, ἀλλὰ νὰ λαμβάνῃ τὴν θέσιν τοῦ Κράτους σχετικῶς πρὸς τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς ἔθνος, καὶ ὅταν τῷ γίνηται τοιαύτη ἐπερώτησις, νὰ μὴ διαταράσσηται, ἀλλὰ μετὰ θάῤῥους νὰ προέρχηται εἴς τινας ἐξηγήσεις, ἵνα προσκτᾶται καὶ ἀντλῇ δύναμιν μᾶλλον ἐκ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας.
§24ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀμφισβητήσω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπερωτώμενος, ἢ μὴ ἀνακοινοῖ, πληροφορίας σχετιζομένας πρὸς τὴν διεξαγωγὴν ἐθνικῶν ὑποθέσεων, ὡς εἶναι ἡ προκειμένη. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὁ φέρων τὴν εὐθύνην καὶ τῶν πράξεων καὶ τῶν γνωμῶν του, ἀληθῶς εἶναι ὁ μόνος ἁρμόδιος ἵνα κρίνῃ, ἐὰν πρέπῃ νὰ παράσχῃ ἢ νὰ μὴ παράσχῃ πληροφορίας, σχετιζομένας πρὸς τὴν διεξαγωγὴν ἐξωτερικῆς τινος ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, δὲν δύναμαι νὰ μὴ συμμερισθῶ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀποφηνάμενον πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ᾖναι ἐγκρατὴς ὡς πρὸς τὰς τοιαύτας ἐπερωτήσεις· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβε μέχρι τοῦδε ἀφορμὴν, ὅπως ποιήσηται τοιαύτην παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλήν. Δὶς, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ κατὰ τὰς δύο δὲ ταύτας φορὰς ὁ κύριος Ὑπουργὸς μετὰ πάσης κοσμιότητος καὶ ἐγκρατείας λόγου ἐπηρωτήθη, καὶ οὐδόλως ἐδικαιοῦτο νὰ ἐκφράσῃ τοιοῦτο παράπονον πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀναγνωρίζω, ὡς εἶπον, κύριε Πρόεδρε, τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τοῦ μὴ ἀνακοινοῦν εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ἀφορώσας εἰς τὴν διεξαγωγὴν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ὅταν κατὰ τὴν κρίσιν του ᾖναι ἐνδεχόμενον νὰ προσγένηται βλάβη τις εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐκ τοιούτων ἀνακοινώσεων, ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναγνωρίσω τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα θὰ μοὶ ἐπιτραπῆ, ἐλπίζω, νὰ ποιήσωμαι παρατήρησίν τινα ἐπὶ τῆς δηλώσεως ταύτης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, μολονότι εἶπεν ὅτι δὲν ἐπέστη ἡ στιγμή, ὅπως ποιήσηται ἀνακοινώσεις, ἐν τούτοις δὲν ἠρνήθη, ἀλλὰ μετὰ πάσης προθυμίας ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει παράσχει πρὸς πάντα Βουλευτὴν, ὅστις ἤθελε μεταβῆ εἰς τὸ γραφεῖόν του, πᾶσαν πληροφορίαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς κρίνῃ ἀναγκαῖον νὰ μὴ ἀνακοινώσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης πληροφορίας ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδὲ ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ πρέπει ν’ ἀνακοινώσῃ τι, διότι ὁ Βουλευτὴς εἶναι Βουλευτὴς μόνον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ μόνον ἐνταῦθα ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα, ὧν ἓν εἶναι καὶ τὸ καθῆκον τοῦ ἐπιτηρεῖν τὴν Κυβέρνησιν ἐν ταῖς ἐνεργείαις αὐτῆς, καὶ τοῦ ἐπερωτᾶν καὶ ἐλέγχειν αὐτὴν, ἐκτὸς δὲ τῆς Βουλῆς εἶναι ἁπλοῦς ἰδιώτης. Ἐὰν δὲ νομίζῃ ὅτι πᾶσα ἀνακοίνωσις, γινομένη ἐν τῇ Βουλῇ, ἤθελε βλάψει τὴν ἐθνικὴν ταύτην ὑπόθεσιν, τότε ἡ τοιαύτη ἀνακοίνωσις κακῶς ἤθελε γείνῃ καὶ ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ. Οὐδὲ δύναται νὰ διακρίνῃ μεταξὺ Βουλευτῶν τινων καὶ τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς, διότι τί σημαίνει, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνακοινοῖ τὰ τῆς ὑποθέσεως εἰς ἕνα, πέντε, δέκα, εἴκοσι Βουλευτὰς, ἢ καὶ πρὸς ὅλους διαδοχικῶς, ἀρνῆται δὲ νὰ χορηγήσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν; Τοῦτο ἠθέλησα νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀντὶ νὰ συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἦναι ἐγκρατὴς περὶ τὰς ἐπερωτήσεις, αὐτὸς οὗτος πρέπει νὰ ἦναι ἐγκρατὴς εἰς τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τηρήσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, εἰμὴ παραβαίνων τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ζημιώνων τὰς ἐμπεπιστευμένας αὐτῷ ἐθνικὰς ὑποθέσεις.
§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ὡρῶν 24, ὅπως γένηται ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγου ἐδόθη Διότι ὑποθέτω ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐδόθη εἰς ἀπάντησιν, ἢ μία συνταγὴ πρὸς ἐγκράτειαν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, καὶ μία πρόσκλησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Οἱ ἀξιότιμοι κύριοι προλαλήσαντες ἐπαρκῶς ἀνέπτυξαν, ὅτι μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐγκράτεια καὶ προσοχὴ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἠδύνατο νὰ παραλείψῃ τὴν ἀπάντησιν, χωρὶς οὐδεὶς νὰ ζημιωθῇ, καθόσον οὐδὲν εἶπε. Δὲν γνωρίζω δὲ ποίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀφορμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅπως συστήσῃ τοιαύτην ἐγκράτειαν, ἀφοῦ οὐδεὶς παρεξετράπη, οὐδὲ κατὰ κεραίαν, ἐκ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σταθῇ, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Γνωρίζω τὸ προπύργιον, ὑπὸ τὸ ὁποῖον σχεδὸν πάντοτε πάντες σχεδὸν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κρύπτονται, προβάλλοντες τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἵνα σιγῶσι. Δυστυχῶς ὅμως γνωρίζομεν, ὅτι ἐπέρχονται τὰ γεγονότα ῥαγδαῖα, καὶ δὲν ὑπολείπεται εἰς ἡμᾶς, εἰμὴ νὰ πιστοποιῶμεν τὰ γεγονότα ταῦτα, πάντοτε ἐπὶ ζημίᾳ ἡμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὴν διπλωματικὴν αὐτοῦ ἱκανότητα, — ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τῷ ἀμφισβητήσω αὐτὴν παντελῶς — ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἔδωκε δείγματα αὐτῆς, ὥστε δὲν τὸν θαυμάζω. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ ὑπενθυμίσω, ὅτι δὲν ἔδωκε τὴν δέουσαν λύσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Γερμανοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐξεβλήθη τῆς χώρας. Δὲν θέλω νὰ ἐξαναγκάσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ἀπάντησιν, ἀλλ’ ὅταν ἀποφασίζῃ νὰ ὁμιλήσῃ, ὀφείλει νὰ ὁμιλῇ μὲ εἰλικρίνειαν καὶ μὲ παῤῥησίαν. Πρόκειται περὶ ἁπλουστάτης ἐρωτήσεως. Τὴν 1 Φεβρουαρίου 1896 ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος προειδοποιεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κατὰ τὰς σχετικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχεν, ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ γεγονὸς ἐπὶ ζημίᾳ μεγάλῃ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ καὶ τῶν Κρητικῶν ἐλευθεριῶν, δηλ. ὁ διορισμὸς Ὀθωμανοῦ διοικητοῦ, καὶ ἠρώτα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν: «ποῖα μέτρα ἐλάβετε, ὅπως προλάβητε τὸ κακὸν τοῦτο;» καὶ ἀπήντα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν: «μείνατε ἥσυχοι· ἐδώσαμεν τὰς συμβουλὰς, ἐπράξαμεν τὰ δέοντα, βεβαίως δὲν θὰ γείνῃ αὐτὸ, ὅπερ φοβεῖσθε.» Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ μὴ ἐννοῇ τὴν λεπτότητα τῶν τοιούτων ζητημάτων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ναὶ μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει βαρυτέραν ἡμῶν εὐθύνην, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα πάντη ἀνεύθυνοι. Εἰς ἡμᾶς ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης οὐδὲν ἄλλο ὑπολείπεται, εἰμὴ διαμαρτυρία, καὶ τὴν φωνὴν ταύτην τῆς διαμαρτυρίας ὑψοῦμεν ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος ἐν παραμοναῖς μεγάλων ἐν τῇ Ἀνατολῇ συμβάντων.
§26Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1859, εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς τῶν διαφόρων ὅπλων τοῦ στρατοῦ ἐχορηγεῖτο ὀλιγόδραχμον ἐπιμίσθιον. Μετὰ 36 ἔτη, κατὰ τὸ 1893, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισε πρέπον νὰ ἀποκόψῃ τὸ ἐπιμίσθιον τοῦτο τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ὑγειονομικοῦ, τοῦ οἰκονομικοῦ, καὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὑπηρεσιακοὶ, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ἀποκοπὴν ταύτην, δὲν ἐνόησα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φαίνεται καταφανὲς, εἶναι ὅτι ἐπεδιώχθη μία μικρὰ οἰκονομία. Φαίνεται ὅτι τότε τὰ λαμπρὰ ἐκεῖνα καὶ πολυθρύλητα περισσεύματα δὲν ἐπερίσσευον πραγματικῶς, καὶ ἐπεζητοῦντο παντοειδεῖς οἰκονομίαι. Οἱ διευθύνοντες τότε τὰ πράγματα τοῦ Κράτους ἔλαβον εἰς χεῖρας τὴν χονδροειδῆ ψαλίδα τῆς οἰκονομίας, καὶ περιέκοψαν δεξιᾷ ἀριστερᾷ, καὶ μεταξὺ ἄλλων καὶ τοὺς μικροὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ ὧν πρόκειται. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀποκοπῇ ταύτῃ δὲν ὑπῆρξαν δίκαιοι καὶ προνοητικοί. Ἀπέκοπτον τοὺς γλίσχρους μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κράτος ἐχρεωκόπει καὶ ἑπομένως καὶ ἐξέπιπτε τὸ χαρτονόμισμα εἰς βαθμὸν ἀνησυχητικὸν, καὶ ὅτε ὡς ἐκ τούτου ἐπεβάλλετο ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν, ἵνα δυνηθῶσιν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου. Ἐπειδὴ ἡ ἀποκοπὴ αὕτη εἶναι ἄνισος, εἶναι δὲ καὶ ἄδικος, καθόσον ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν τούτων εἶναι ἐντελῶς γλίσχρος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, καὶ ὑπὸ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων ὑπογεγραμμένην, ἤτοι ὑπὸ τῶν βουλευτῶν: Γυθείου κ. Τζανετάκη, Ζακύνθου κ. κ. Μυλωνᾶ καὶ Μελισσηνοῦ, Βόλου κ. κ. Τοπάλη, Φιλαρέτου καὶ Σταματιάδου, Κυθήρων κ. Στάη, Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Παπαμιχαλοπούλου, Οἰτύλου κ. Ραζέλου, Παξῶν κ. Βελλιανίτου, Ἰθάκης κ. Πεταλᾶ, Τυρνάβου κ. Λιμπρίτου, Σκοπέλου κ. Δημητριάδου καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ διατάξητε τὴν τύπωσιν αὐτῆς καὶ τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω αὐτὴν πληρέστερον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 196).
§28ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅτε πρὸ τριῶν ἐτῶν συνεζητεῖτο ἡ ἀπάλειψις τοῦ κονδυλίου τοῦ ἐπιμισθίου τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ ὧν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς, διὰ μακρῶν ἠγόρευσα, καὶ παρέστησα τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους. Ὅταν συζητηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ὑποστηρίξω αὐτὴν, καὶ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ μας ὑποφέρουσι τὰ πάνδεινα, καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ ἀποκοπὴ τοῦ ἐπιμισθίου ἀποστερεῖ αὐτοὺς τοῦ ἄρτου αὐτοῦ.
§29ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐκ τούτου λαμβάνων ἀφορμὴν, κύριε Πρόεδρε, ὄχι μόνον εὑρίσκω τὰς παρατηρήσεις τῶν προαγορευσάντων ὀρθὰς, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἶναι καὶ καιρὸς νὰ παύσῃ ἡ ἀνισότης τῶν μισθῶν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι σήμερον δὲν ὑπάρχει διάκρισις σωμάτων· ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι κοινὴ, ἑπομένως κοιναὶ αἱ προσπάθειαι, κοιναὶ αἱ ἀποζημιώσεις. Σήμερον ἴσως πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν λοιπῶν ὅπλων, μὴ συμπεριλαμβανομένων τῶν ὅπλων τῶν τεχνικῶν, δὲν πρέπῃ ν’ ἀφομοιωθῇ, ἡ ἀφομοίωσις δὲ πρέπει νὰ γείνῃ ἢ πρὸς τὸ ἓν ὅριον ἢ πρὸς τὸ ἄλλο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ μισθοδοσία τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς αὐτὰς τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας καὶ πρὸς τὰς ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τοῦ βαθμοῦ ἀξιώσεις παραστάσεως καὶ ἀξιοπρεποῦς βιώσεως, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ ἀνώτερον ὅριον πρέπει νὰ ληφθῇ διὰ πάντας τοὺς βαθμοὺς καὶ διὰ πάντα τὰ σώματα. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ μισθὸς τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς αὐτὴν τὴν διατροφήν του. Ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὗτος ὑποχρεοῦται νὰ ζῇ ἀξιοπρεπῶς καὶ νὰ ἀνταποκρίνηται πρὸς πάντα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὁ βαθμὸς αὐτοῦ ἐπάγεται, θὰ καταλήξητε εἰς πολὺ λυπηρὸν συμπέρασμα. Διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὸν ἀξιωματικὸν σήμερον ἡ κοινωνία θέτει ἐν τῇ λεγομένῃ πρώτῃ τάξει, ὁ δὲ μισθὸς αὐτοῦ εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς τὰ βάρη ταῦτα. Ὥστε πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ἵνα δύνανται νὰ ζῶσιν ἀξιοπρεπῶς. Τὸ ὅριον τὸ ὑπάρχον σήμερον εἰς τὰ τεχνικὰ σώματα, μολονότι ἀνεπαρκὲς, πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ ἄλλα ὅπλα. Δὲν ὑπάρχει δὲ λόγος, ὡς εἶπον, σήμερον διαφορᾶς πρὸς τοῦτο. Τὸ δὲ γενόμενον, ἡ ἀποκοπὴ τουτέστι τοῦ ἐπιμισθίου τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, εἶναι ἄδικος. Ἀποκόπτομεν τὸ ἐπιμίσθιον αὐτῶν, ὡσεὶ οἱ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἐκπαιδεύσεως, ὡσεὶ οἱ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἐκπαιδευτικῶν βιβλίων. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, μολονότι αἰσθάνομαι καὶ ἐννοῶ, ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν οἰκονομικῇ δυσπραγίᾳ, εὐχῆς ἔργον εἶναι, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει καὶ σπουδαίως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ οὐσιώδους τούτου καὶ σοβαροῦ ἀντικειμένου.
§30ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, καὶ ἰδίᾳ τοῦ τελευταίου. Ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω καὶ ἐγὼ, ὅτι ταύτην συμμερίζομαι τὴν γνώμην, διότι εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ 1893 ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου προτάσεως, ἐψήφισαν τουτέστι τὸν νόμον ͵ΒΡΟΓʹ τῆς 16 Φεβρουαρίου 1893, διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς ἐξήγησαν καὶ οἱ προλαλήσαντες, περιεκόπη τὸ ἐπιμίσθιον ἀξιωματικῶν τινων τῆς οἰκονομίας, τῆς ὑγείας καὶ ἄλλων τινῶν. Τὸ ἐπιμίσθιον δὲ τοῦτο δὲν ἦτο, ὡς προανέφερεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, καθωρισμένον ἀπὸ τοῦ 1859, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ 1833, διότι κατὰ τὸ διάταγμα τῆς 25 Φεβρουαρίου (9 Μαρτίου) 1833 ἡ μισθοδοσία τῶν ἀξιωματικῶν ἦτο καθωρισμένη οὕτω: «Τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ 120, τοῦ ὑπολοχαγοῦ 140, τοῦ λοχαγοῦ 220». Εἰς ταύτας δὲ προσετίθετο διὰ τῆς § Ϛʹ τοῦ αὐτοῦ νόμου: «Εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς θέλει δίδεσθαι ἀμισθεὶ οἴκημα· ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ τοῖς χορηγήσῃ τὸ οἴκημα, θέλουσι δίδεσθαι προσωρινῶς δι’ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην εἰς τὸν λοχαγὸν 40 δραχμαὶ, εἰς τὸν ὑπολοχαγὸν 20 καὶ εἰς τὸν ἀνθυπολοχαγὸν ὁμοίως 20». Καὶ οὕτως ἀνεβιβάζετο ὁ μισθὸς ἀπὸ τοῦ 1833, τοῦ μὲν ἀνθυπολοχαγοῦ εἰς 140, τοῦ δὲ ὑπολοχαγοῦ εἰς 160 καὶ τοῦ λοχαγοῦ εἰς 260 δραχ. Οὕτως εἶχον ἑπομένως τὰ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1863, ὅτε ἔκτακτοι ἀνάγκαι τῆς Πολιτείας ἠνάγκασαν τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ ἐλαττώσῃ—κατ’ ἀναλογίαν, γενομένην δεκτὴν τότε, 10% καὶ 20%, ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, — πάντας τοὺς μισθοὺς μετὰ τῶν ἐπιμισθίων. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν κατηργήθη κατὰ τὸ 1864, ἐπανελθόντων τῶν πραγμάτων εἰς τὸ πρώην καθεστώς. Ἀπὸ τοῦ 1864 ἑπομένως μέχρι τοῦ 1893 οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ ὧν ὁ λόγος, πάντοτε ἦσαν οἱ αὐτοί, συμπεριλαμβανομένου δηλ. καὶ τοῦ μικροῦ ἐπιμισθίου τῶν 20 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον, εἴτε λόγῳ ἐνοικίου, εἴτε λόγῳ ἀναγκῶν ἄλλων, ὑπηρεσιακῶν πάντως, πρὸς ἀγορὰν βιβλίων λ.χ., ἐχορηγεῖτο πάντοτε. Αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι τῆς Πολιτείας κατὰ τὸ 1893 ἦσαν πολλαὶ καὶ μεγάλαι, καὶ βεβαίως ἐπεβάλλοντο οἰκονομίαι· μεταξὺ δὲ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἡ τότε Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀναγκαίας, ἦτο καὶ αὕτη, διότι ἐκ ταύτης προήρχετο οἰκονομία 100,000 δραχ. περίπου. Ἡ οἰκονομία ὅμως αὕτη πράγματι ἐπῆλθεν ὅλως ἀδίκως καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ὑγείας καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου. Ὑπάρχει ἀληθῶς ἀνισότης μεταξὺ τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων, καὶ περὶ τούτου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος πρὸ μικροῦ, καὶ συμφωνῶ πληρέστατα μετ’ αὐτοῦ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις οὐχὶ μόνον ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ 1893, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐξίσωσιν τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, διότι σήμερον αἱ ἀνάγκαι ἐν τῷ κοινωνικῷ βίῳ βεβαίως δὲν εἶναι οἷαι ἦσαν κατὰ τὸ 1893, ἢ κατὰ τὸ 1864, ἢ τέλος κατὰ τὸ 1833. Θεωρῶ ἑπομένως δικαιοτάτην τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο συνυπέγραψα καὶ ἐγώ, καὶ συνιστῶ θερμῶς εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἐπιψηφίσῃ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν νόμου ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου καὶ τῶν ἄλλων τῶν συνυπογραψάντων.
§31ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δύο λέξεις μόνον ἔχω νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ὁμιλίαν τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἀναφέρομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ὑπεγράψαμεν καὶ ζητοῦμεν νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶναι διὰ δύο αἰτίας ἄδικος. Εἶναι ἄδικος, διότι ἀποκόπτει ἀπὸ τοὺς δυστυχεῖς ἀξιωματικοὺς τὸ γλίσχρον ποσὸν τῶν 20 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον κατὰ μῆνα πρὸς ἀγορὰν διδακτικῶν βιβλίων, καὶ εἶναι καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἄδικος ὁ νόμος αὐτὸς, διότι ἐξέλεξε τοὺς ὑγειονομικούς, τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑλικοῦ, αὐτοὺς ἐξέλεξε διὰ νὰ τοῖς ἀποκόψῃ, ὡς εἶπον, τὸ μικρὸν ἐπίδομα τῶν 20 δραχμῶν. Αὐτοὶ οἱ τρεῖς κλάδοι τοῦ στρατιωτικοῦ εἶναι οἱ μᾶλλον ὑφιστάμενοι δαπάνας, διότι οἱ ὑγειονομικοί, οἱ ἰατροὶ δηλαδὴ καὶ φαρμακοποιοί, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κατὰ πρῶτον λόγον ἀνάγκην ἀγορᾶς βιβλίων διδακτικῶν· οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ καθὼς καὶ τοῦ ὑλικοῦ, ὡς ἐκ τοῦ κλάδου των, εἶναι πάντοτε ὑποχρεωμένοι νὰ διαμένωσιν εἰς πρωτευούσας νομῶν καὶ μεγαλόπολεις, καὶ γνωρίζομεν πάντες, κατὰ πόσον οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι μένουσιν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, ἐπιβαρύνονται καὶ ὑφίστανται μεγαλειτέρας δαπάνας ἀπὸ τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὰ χωρία ἢ εἰς ἄλλας στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας. Ἑπομένως οὐ μόνον νόμιμον, ἀλλὰ καὶ δίκαιον εἶναι, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ σήμερον παρ’ ἡμῶν προτεινόμενον. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν—καὶ τὸν παρακαλῶ ἐκθύμως—νὰ υἱοθετήσῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, χάριν τῶν δυστυχῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες πολλὰ πρὸς τὴν πατρίδα προσφέρουσι καὶ ὀλίγα ἀπολαμβάνουσι.
§32ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διότι εὑρίσκω δικαιοτάτην ταύτην. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι εὑρίσκω δικαίαν τὴν πρότασιν ταύτην τῶν κ. συναδέλφων καὶ ἐπιθυμῶ τῷ ὄντι νὰ λάβῃ σάρκα, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίως δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, νὰ μὴ ἀσχοληθῇ δὲ σήμερον, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, εἰς τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος· διότι, ἂν γένηται σκέψις περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας πάντων τῶν ἀξιωματικῶν, βεβαίως θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα αὔριον, καθ’ ἣν ἡμέραν θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ πρότασις αὕτη, περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας πάντων τῶν δικαστῶν καὶ πάντων τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἤδη ὑποβεβλημένος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην νὰ ληφθῇ γενικωτέρα τις μέριμνα περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν, δι’ οὓς λόγους πολὺ ὀρθῶς ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος, θὰ παρακαλέσω σήμερον νὰ περιορισθῇ ἡ πρότασις εἰς μόνον τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1893. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι γνωστὸν, ὅτι συνήθως αἱ προτάσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, ἢ τοὐλάχιστον δὲν ἐπισπεύδεται ἡ ψήφισις αὐτῶν, ὅσον τῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν ἐλλείψεων, νὰ λάβῃ καὶ περὶ ταύτης πρόνοιαν καὶ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος τῆς 13 Φεβρουαρίου 1893.
§33ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδεὶς σφοδρότερον ἐμοῦ ἐπολέμησε τὴν περικοπὴν τῶν ἐπιμισθίων τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικῶν, ὅτε τὸ πρῶτον προὐτάθη ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδεὶς δ’ ἐκθυμότερον ἐμοῦ θέλει συνηγορήσει καὶ νῦν ὑπὲρ τῆς δικαίας ἀπονομῆς τῶν ἐπιμισθίων τούτων εἰς τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικούς. Εἶμαι καὶ ἐγὼ πρόθυμος νὰ συστήσω τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος, εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ κηρυχθέντες ὑπὲρ τούτου, ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶσι μόνον εἰς τὴν ἐκδήλωσιν εὐχῆς περὶ τούτου, εἰς τὸ νὰ ἀπευθύνωσι σύστασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἰς Βουλευτὴν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην πρότασιν νόμου κατὰ τὸ Σύνταγμα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος, «οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου, πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς».
§34ΣΤΑΗΣ. «Προσώπου». Δὲν πρόκειται περὶ προσώπου.
§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι, καὶ δι’ οὓς λόγους ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐκ Κέας συνάδελφος, ἀλλὰ ἰδίως διὰ τὸν συνταγματικὸν τοῦτον λόγον, πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν εὐχὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ σύστασιν θερμὴν νὰ ὑποβάλωμεν, ὅπως αὕτη οἰκειοποιηθῇ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον καὶ τὸ φέρῃ ὡς ἴδιον εἰς τὴν Βουλήν, διότι οὕτω δύναται νὰ ψηφισθῇ.
§36ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τοὺς προλαλήσαντας κυρίους συναδέλφους, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, διότι οἱ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ ὄχι μόνον τὴν ἡμέραν ἐργάζονται, ἀλλὰ καὶ τὴν νύκτα, ἕνεκα τῆς φύσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των. Αὐτοὶ δὲ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀγοράζωσι πάντοτε νέα βιβλία καὶ ἐργαλεῖα, ἀφοῦ εἰς τὴν ἐπιστήμην ἀενάως γίνονται ἀνακαλύψεις. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, παρακαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς ἀδικουμένους ἀξιωματικούς.
§37ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§38ΡΑΖΕΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐκταθῶ καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι καταδεικνύουσι τὸ δίκαιον τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἔχω ὑπογράψει, καθόσον νομίζω, ὅτι τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἐπεγένετο εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ ὑγειονομικοῦ σώματος, εἶναι προφανές. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, ὅτι τουτέστιν ἀντίκειται ἡ πρότασις εἰς διάταξιν τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ ἀπονομῆς μισθοῦ εἰς ὡρισμένον πρόσωπον, ἐδῶ δὲ πρόκειται περὶ μισθοῦ εἰς τάξεις ἀξιωματικῶν. Ἄλλως τε ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως μισθοῦ, ἀλλὰ περὶ ἀποδόσεως ἑνὸς ἐπιμισθίου, τοῦ ὁποίου ἡ περικοπὴ ἐγένετο ἀδίκως. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα μετὰ τὴν τύπωσιν αὐτοῦ τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον ἀναγραφῇ ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἂν δὲν ὑπάρχῃ, ὡς πιστεύω, ἀντίῤῥησίς τις.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ ἀπαιτεῖται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§40ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἐφάνη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δικαία ἡ πρότασις τῶν κ. συναδέλφων, τῶν ὑπογραψάντων αὐτὴν, κατὰ τοσοῦτον εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη, ὡς ὑπεβλήθη, εἶναι ἐντελῶς ἄδικος. Θὰ κρίνῃ, λέγω, τὴν πρότασιν ἄδικον, ἅμα τὰ πράγματα ἐκτυλιχθῶσιν ἐνώπιον τῶν κ. Βουλευτῶν, οἵτινες δὲν γνωρίζουσι τὰ καθέκαστα τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Θέλει καταδειχθῇ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἄδικος, ὡς μονομερής. Ἐπιζητεῖται διὰ τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης ἡ κατάργησις τοῦ νόμου τοῦ 1893, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθησαν τὰ ἐπιμίσθια τῶν ὑγειονομικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ ἱστορία τῶν ἐπιμισθίων, κύριε Πρόεδρε, ἔχει οὕτως. Ἄλλοτε εἰς τὰ σώματα τὰ τεχνικά, τὸ πυροβολικόν, τὸ μηχανικὸν, τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον, ἐδίδετο ἐπιμίσθιον ἐξ 20 δραχμῶν, πρὸς ἀγορὰν βιβλίων· τὸ ἴδιον ἐπιμίσθιον ἐδίδετο εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, διαχειριζόμενοι τὸ δημόσιον χρῆμα, ἦτο πολὺ πιθανὸν νὰ ὑποπέσωσιν εἰς λάθη ἀριθμητικά, ἅτινα βεβαίως ἐπιβαρύνουσι τοὺς διαχειριστὰς τῶν ταμείων. Τὸ εἰκοσάδραχμον ἐκεῖνο ἐπιμίσθιον, ὡς προεῖπον, ἐδίδετο ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἐδίδετο δὲ εἰς τὰ ὅπλα ἐκεῖνα καὶ τὸν οἰκονομικὸν κλάδον, καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ ἐξήρχοντο ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἄνδρες ἐνάρετοι μὲν, ἀλλὰ ὑστεροῦντες κατὰ τὰ ἄλλα, κατὰ τὰς γνώσεις, ἄνδρες ἔχοντες ὑπηρεσίας πρὸς τὴν πατρίδα, ἄνδρες οἱ ὁποῖοι κατόπιν πολυχρονίων κόπων καὶ μόχθων ἔφθασαν εἰς τὴν βαθμίδα τοῦ ἀξιωματικοῦ. Κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους οἱ τότε ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ δὲν εἶχον ἀνάγκην βιβλίων, εἶχον ἀνάγκην ἑνὸς κανονισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ σώματός των καὶ ἑνὸς κανονισμοῦ τῶν ἀσκήσεων· τὰ βιβλία δὲ ταῦτα τὸ Δημόσιον ὑπεχρεοῦτο νὰ τοῖς χορηγῇ ἀντὶ εὐτελεστάτης τιμῆς. Ἡ κατάστασις αὕτη παρετάθη πράγματι μέχρι τῶν τελευταίων ἐτῶν, σήμερον δὲ προτείνεται νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρὸ τοῦ 1893 καθεστώς, νὰ δοθῶσι δηλ. πάλιν τὰ ἐπιμίσθια μόνον εἰς τοὺς ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τὸν οἰκονομικὸν κλάδον. Δὲν ἀντιλέγω εἰς τοῦτο. Δίκαιον θὰ ἦναι. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι μόνον πρέπει νὰ γείνῃ ἡ κατάργησις τοῦ νόμου τοῦ 1893, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεστερήθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι τῶν ἐπιμισθίων; Δὲν πρέπει τὸ αὐτὸ ἐπιμίσθιον σήμερον νὰ δοθῇ καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, οἵτινες σήμερον, ἐξερχόμενοι καὶ αὐτοὶ ἐκ τῶν στρατιωτικῶν Σχολῶν, κέκτηνται τοιαύτην μόρφωσιν, οἵαν οἱ τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ, σχετικῶς πρὸς τὰ ὅπλα των; Καὶ παράδειγμα φέρω, ὅτι εἰς τὴν ἀποστολὴν τὴν Αὐστριακὴν, ἡ ὁποία καταγίνεται, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὸν γεωδαιτικὸν χάρτην τῆς Ἑλλάδος, οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὑπηρετοῦντες ἐκεῖ, εἶναι τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ σήμερον ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ αὐτοὶ βιβλίων, διότι εἶναι καὶ αὐτοὶ σήμερον εὐπαίδευτοι, ὡς καὶ οἱ λοιποί. Εἶμαι ὅθεν τῆς γνώμης, ὅτι ἀντὶ νὰ ἐπιζητῆται ἡ κατάργησις μόνον τοῦ νόμου τοῦ 1893, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεστερήθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ὑγειονομικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ κλάδου τῶν ἐπιμισθίων, δέον νὰ γείνῃ μελέτη ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὥστε νὰ δοθῇ τὸ ἐπιμίσθιον ἐκεῖνο τὸ εἰκοσάδραχμον καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§42ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν,—καὶ μετὰ τὴν ὁμιλίαν μου πιστεύω ὅτι καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοι, οἱ μὴ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ στρατιωτικὰ, καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπείσθησαν, —νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς μικρᾶς δαπάνης, ὅπως δοθῇ τὸ ἐπιμίσθιον καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ.
§43Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ συστήσω ἁπλῶς τὴν πρότασιν, κ. Πρόεδρε. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχωσιν ἀνάγκην βιβλίων διὰ νὰ λάβωσι τὸ ἐπιμίσθιον, θὰ ὑπομνήσω μόνον τοῦτο, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐνομοθετήθη ὁ νόμος τοῦ 1833, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθησαν αἱ μισθοδοσίαι τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ νομοθέτης εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἀξιώσεις τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας ἦσαν ἀνάλογοι πρὸς τὴν χορηγουμένην μισθοδοσίαν, διότι ἡ πολυτέλεια τότε δὲν εἶχε φθάσει εἰς τὸ κατακόρυφον αὐτῆς, ὡς σήμερον, σημεῖον, διότι αἱ περιστάσεις αἱ τότε δὲν ἦσαν ὅμοιαι μὲ τὰς σημερινὰς, καὶ διότι τὰ ἐνοίκια τῶν οἰκιῶν, εἰς τὰς ὁποίας κατῴκουν οἱ ἀξιωματικοὶ, ἦσαν ἐλάχιστα, καὶ διότι τὸ βόειον κρέας εἶχε 40 λεπτὰ ἡ ὀκᾶ, καὶ τὸ ἀρνίον, τὸ ὁποῖον ἐπροτιμᾶτο περισσότερον, εἶχεν 60 λεπτὰ, ἐνῷ σήμερον τὰ πάντα ὑπερετιμήθησαν, καὶ εἶναι βεβαιωμένον ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ, διὰ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσι, δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι, πένονται, Κύριοι, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ σπουδαῖον μέτρον, διότι ἕνεκα τῆς εὐτελοῦς μισθοδοσίας των εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξευτελίζωνται καὶ εἰς τοὺς τελευταίους μπακάληδες διὰ τὸ παραμικρότερον πρᾶγμα. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ἵνα αὐξηθῇ κατὰ τι ἡ μισθοδοσία των, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσωσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια.
§44ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ κρίνω ἐπάναγκες νὰ δοθῇ τὸ ἐπιμίσθιον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, ὄχι διότι σήμερον μόνον εἶναι εὐπαίδευτοι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ἀλλὰ διότι τὸ ὅπλον τοῦ πεζικοῦ σήμερον ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην νὰ ἦναι εὐπαίδευτοι οἱ ἀξιωματικοὶ, καθόσον τὸ πεζικὸν ἔγεινεν ἐπιστημονικὸν ὅπλον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§46ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Πολλὰ καὶ μεγάλης σπουδαιότητος, κ. Πρόεδρε, εἶναι τὰ νομοσχέδια, ἅτινα ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, μεταξὺ ὅμως αὐτῶν πρωτίστην σημασίαν, φρονῶ, ἐνέχει τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν παρὰ διαφόρων συναδέλφων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ καταλέγωμαι, περὶ νέας δικαστικῆς καὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ἐνέχει δὲ μεγάλην σπουδαιότητα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι ἀφορᾷ τὴν κανονικωτέραν διαῤῥύθμισιν τῆς λειτουργίας τῆς διοικήσεως, ἥτις πρέπει νὰ ἦναι τὸ πρῶτον μέλημα πάσης Κυβερνήσεως παντὸς πεπολιτισμένου Κράτους, ἀφορᾷ δὲ καὶ τὴν τελειοτέραν καὶ ταχυτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς κοινωνίας, καὶ ἐκείνων ἔτι τῶν κοινωνιῶν, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν κατωτάτην βαθμίδα τοῦ πολιτισμοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐνέχει τοιαύτην σπουδαιότητα τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, ἐνῷ ἡ γνώμη πλείστων συναδέλφων εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ταχείας τοῦ νομοσχεδίου τούτου,—φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγὸς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχει ἐναντίαν γνώμην τῆς γνώμης ἡμῶν ταύτης —ἐν τούτοις παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον κατέχει τὴν τελευταίαν σειρὰν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πλεῖστα δὲ ἄλλα νομοσχέδια, ἢ πολλὰ τοὐλάχιστον, ἥττονος σπουδαιότητος ἢ αὐτὸ, εἶναι ἐγγεγραμμένα, ὅπως προτιμηθῶσι. Παρακαλῶ ὅθεν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συναινέσωσι νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον.
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρεθεὶς ἠναγκασμένος νὰ ἀπουσιάσω τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδυνάμην νὰ λάβω μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ναυτικῶν, τῆς ὁποίας ἤμην μέλος, ἕνεκα ἀσθενείας, ἡ ὁποία μὲ ἠνάγκασε νὰ μένω κατ’ οἶκον. Δὲν ἔλαβον λοιπὸν μέρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἰδιαιτέρων ἐκθέσεών μου τὰς γνώμας μου ἐπὶ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων. Συμβαίνει ἐν πολλοῖς νὰ ἔχω ἢ ὅλως διάφορον γνώμην, ἢ ἐν μέρει διάφορον γνώμην τῆς παρὰ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐκφρασθείσης, καὶ διὰ τοῦτο, κατά τινα καλὴν σύμπτωσιν, φαίνεται, συνέβη νὰ μὴ δυνηθῶ νὰ συνεργασθῶ μετ’ αὐτῶν, ὥστε νὰ ὑποβάλω κατ’ ἰδίαν τὰς ἐκθέσεις μου ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Μέχρι τοῦδε ὑποβάλλω τὰς ἐπὶ τῶν πλειόνων νομοσχεδίων γνώμας μου, κατὰ τὴν συνεδρίασιν δὲ τοῦ Σαββάτου θὰ ὑποβάλω καὶ τὰς περὶ τῶν λοιπῶν. Ἂν ἡ Βουλὴ ἐπείγεται νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ ἄνευ τῆς προσθήκης τῶν ἐμῶν φώτων, ἂν ὅμως δὲν ἐπείγεται εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν, θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ γνῶμαι αὗται, αἵτινες, ὡς προερχόμεναι ἐξ αὐτοψίας ἐν πολλοῖς καὶ μετ’ ἐνδιαφέροντος γενομένης μελέτης, ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἀποβῶσιν ἄχρηστοι πρὸς μόρφωσιν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Ὑποβάλλω ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ»· ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ᾼΡϞϚʹ περὶ διευθύνσεως τοῦ Ναυστάθμου καὶ τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ»· ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ταμείου κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων»· ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΡΠΖʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν», καὶ τέλος ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ναυπηγικῶν ἀξιωματικῶν». Αἱ ἐκθέσεις, ἃς καταθέτω σήμερον, εἶναι πέντε· ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὡς εἶπον, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου νὰ καταθέσω καὶ τὰς ἐπὶ τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 197).
§49ΜΑΝΕΣΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης ἀπὸ Ἀγρινίου εἰς Κεφαλόβρυσον, διὰ τῆς ὁποίας συγκοινωνοῦσι καὶ ἡ Εὐρυτανία καὶ ἡ Ναυπακτία καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας. Τῆς ὁδοῦ ταύτης ὅλαι αἱ ξύλιναι γέφυραι κατέπεσαν, κινδυνεύει δὲ νὰ καταστραφῇ ἡ ὅλη ὁδὸς, καὶ ν’ ἀποβῇ εἰς μάτην ἡ μεγάλη τῷ ὄντι δαπάνη, ἡ γενομένη πρὸς κατασκευὴν αὐτῆς. Εἶχον ἐπίσης παρακαλέσει, ἵνα ἡ βορειότερον αὐτῆς διερχομένη στενωπὸς, διὰ τῆς ὁποίας συγκοινωνοῦσι μετὰ τοῦ Ἀγρινίου πάντες οἱ κάτοικοι τῶν ὀρεινῶν δήμων, διορθωθῇ, διότι δὲν ἔπαυσαν νὰ πνίγωνται 5–6 ἄνθρωποι κατ’ ἔτος, μὴ ὑπαρχούσης γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ, ὅστις διακόπτει τὴν ὁδὸν, καὶ οὕτω βλέπομεν ἐν λήγοντι ΙΘʹ αἰῶνι νὰ πνίγωνται ἐν Ἑλλάδι οἱ ταξειδιῶται κατὰ τὴν διάβασιν αὐτῶν, δι’ ἔλλειψιν γεφύρας! Τοῦτο εἶναι λυπηρότατον, καὶ παρεκάλεσα τόσον θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἔλαβον καὶ μικρὰν ὑπόσχεσιν ἐκ τῆς ἀπαντήσεώς του, ὅτι θὰ φροντίσῃ, ὅσῳ τὸ δυνατὸν, νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακόν· ἐγὼ μάλιστα ἐνόμισα, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι καὶ πλούσιος, ἴσως θὰ κατέθετεν ἐξ ἰδίων πρὸς κατασκευὴν τῆς γεφύρας, ἵνα οὕτως ἀναγραφῇ ἐκεῖ τὸ ὄνομά του εἰς στήλην τινὰ, εὐλογούμενον παρ’ ὅλων τῶν ἐκεῖθεν διερχομένων. Εἶναι λοιπὸν μεγίστη ἀνάγκη, κ. Ὑπουργὲ, νὰ λάβητε ἀμέσως πρόνοιαν, διότι διέρχονται ἐκεῖθεν ἄνθρωποι καὶ πνίγονται,—5 ἄνθρωποι ἐπνίγησαν ἐφέτος—δὲν εἶναι δὲ μεγάλη ἡ δαπάνη, διότι ὑπάρχει ἐκεῖ τὸ ὑλικόν. Ἐγὼ, καθ’ ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔκαμα, εὗρον ὅτι δὲν θὰ στοιχίσῃ ἢ ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἅπαξ διὰ παντὸς πρέπει νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ δαπάνη. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ καταῤῥεύσῃ τὸ Κράτος, ἂν δαπανήσῃ ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, χάριν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας, ἥτις οὐκ ὀλίγους εἰσφέρει φόρους, καὶ σπουδαίως συντελεῖ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους.
§50Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Συμμερίζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερε, καὶ ἐπὶ πλέον, διότι ἀφορᾷ ἐργατικὸν κόσμον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου οὐδόλως ἐμερίμνησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ μεριμνήσωσι. Τὸ λέγω μετὰ λύπης μου, διότι ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἐκτὸς τῆς ἀναλογούσης πιστώσεως τῆς ὁδοποιΐας, ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον 5 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν ἀναλογούντων εἰς ἄλλους νομοὺς, καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία ἐκτέλεσις συγκοινωνίας ἐγένετο, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐξακολουθοῦν πνιγόμενοι! Πρέπει νὰ τὸ ἠξεύρῃ ὁ λαός.
§51ΚΟΡΠΑΣ. Πλοῖόν τι ἐκ Σερίφου, εὑρισκόμενον ἐν Σύρῳ, ἐφόρτωσε διάφορα ἐμπορεύματα διὰ τὸ ἐξωτερικόν. Καίτοι τὰ ναυτιλιακά του ἔγγραφα ἦσαν πλέον ἢ τακτικὰ, καίτοι ἔλαβε τὴν περὶ τοῦ ἀπόπλου ἄδειαν παρὰ τοῦ ὑγειονόμου καὶ τοῦ λιμενάρχου, παρηκολουθήθη ἐν τούτοις, εἴτε ἐκ λόγων ὑποψίας, εἴτε ἕνεκα ὑποδείξεώς τινος κακοβούλου, ὑπό τινος ἀτμοτελωνίδος, καὶ ἐνῷ διευθύνετο εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ εὑρίσκετο ἐγγὺς τῆς Θήρας, συνελήφθη ὑπὸ τῆς ἀτμοτελωνίδος καὶ ὡδηγήθη εἰς τὸν λιμένα Σύρου, χωρὶς, ἐννοεῖται, οὔτε νὰ ἐξαγάγῃ τί που ἐκ τοῦ πλοίου, οὔτε νὰ φανῇ, ὅτι κάμνει ἔναρξιν λαθρεμπορικῆς πράξεως. Ὑποθέτω, ὅτι παρεξήγησις ἐγένετο, ἢ διαβολή τις κατ’ αὐτοῦ πρὸς τὸν τελώνην Σύρου, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ μετὰ πάσης αὐστηρότητος τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ πλοίαρχος οὗτος ὡδηγήθη ἀδίκως εἰς τὸν λιμένα Σύρου, νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσίν του, διότι εἶναι ἄδικον, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐδαπάνησε τόσα χρήματα καὶ ἐμπορεύεται μὲ τὴν ἀλλοδαπὴν, νὰ κρατῆται ἐν Σύρῳ καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀποπλεύσῃ.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω σπεύσει νὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν.
§53ΚΡΙΤΣΑΣ. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δὲν εἰσήχθησαν ὑπαξιωματικοὶ ἐν τῷ Σχολείῳ τῶν Ὑπαξιωματικῶν, καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἰδὼν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τῷ σχολείῳ τούτῳ μαθητῶν ἐξηντλήθη, μετὰ τὴν ἔξοδον καὶ τῆς τελευταίας τάξεως, διότι μετ’ αὐτὴν ὑπολείπεται μία τοιαύτη, ἔχουσα δύο καὶ μόνον μαθητὰς, προεκήρυξε πολὺ δικαίως διαγωνισμὸν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπερατώθη εἰσέτι, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἠναγκάσθη, ἕνεκα σοβαρῶν λόγων, νὰ ἀκυρώσῃ δὶς τὰς γραπτὰς ἐξετάσεις, καὶ συνεπῶς ἐματαιώθη ἡ εἰς τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο εἰσαγωγὴ μαθητῶν καὶ κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον. Ἐπειδὴ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλουσιν ἐπαναληφθῆ αἱ γραπταὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐξετάσεις, καὶ ἐπειδὴ μετὰ ταύτας, κατὰ τὰ κεκανονισμένα, θέλει ὁρισθῆ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν κληθησομένων, ὅπως ὑποστῶσι τὰς ἐξετάσεις ἐνώπιον τῆς γενικῆς ἐπιτροπῆς, ἐνόμισα πρέπον ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν παράκλησίν τινα. Εἰς τὸ πεζικὸν σήμερον χηρεύουσιν ἑξήκοντα θέσεις ἀνθυπολοχαγῶν· ἂν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν στατιστικὴν τῶν ἐν τῷ στρατῷ μεταβολῶν, καθ’ ἃς χηρεύουσιν ἀνὰ πᾶν ἔτος 45 θέσεις ἀνθυπολοχαγῶν ἐν τῷ πεζικῷ, θέλομεν ἴδει, ὅτι κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1899, ὅτε οἱ καταταχθησόμενοι νῦν ἐν τῷ σχολείῳ θέλουσιν ἐξέλθει, θὰ χηρεύσουν ἐν τῷ πεζικῷ 200 περίπου θέσεις ἀνθυπολοχαγῶν, ἐκ τῶν ὁποίων μόνον τὰς 25 θὰ δυνηθῶμεν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ συμπληρώσωμεν, διότι εἰς 25 ὡρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἰσελευσομένων ὑπαξιωματικῶν. Καλὸν ἑπομένως θεωρῶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσακτέων, ὅπως οὕτω μὴ εὑρεθῶμεν εἰς δυσκολίας, ἂν μετὰ τριετίαν μᾶς ἐπιβληθῇ νὰ ἔχωμεν τὸν στρατόν μας πλήρη, ὡς πρὸς τὰ στελέχη, τὰ ὁποῖα, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τοῦ στρατοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ συμπληρῶμεν, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τοῦ προχείρου. Τὸ ἐξαγόμενον λοιπὸν ἐκ τοῦ τοιούτου ὑπολογισμοῦ εἶναι νὰ εἰσαχθῶσι φέτος 200 μαθηταί. Ἐπειδὴ ὅμως τῶν 200 τούτων μαθητῶν ἡ θεωρητικὴ ἐκπαίδευσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ, ὡς ἀπαιτεῖται, ἕνεκα τοῦ πολυαρίθμου τῆς τάξεως, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, ὅπως κατὰ τὸν προσεχῆ, ὡς καὶ κατὰ τὸν ἑπόμενον αὐτοῦ, Σεπτέμβριον εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος σχολεῖον ἀνὰ 120 ἢ ἀνὰ 100 τοὐλάχιστον ὑπαξιωματικοί. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πολὺ σπουδαῖον, κύριοι συνάδελφοι, καὶ διὰ τοῦτο ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν ταύτην πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸν, παρακαλῶν αὐτὸν θερμῶς, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ μελετήσῃ αὐτὸ ταχέως, λαμβάνων καὶ τὴν ἁρμόζουσαν ἀπόφασιν πρὸ τῆς ἐργασίας τῆς ἐλεγκτικῆς ἐπιτροπῆς.
§54ΚΟΡΠΑΣ. Ἡ παράκλησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι κατὰ τοσοῦτον δικαία, καθόσον τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προβάλλει, συντελεῖ μεγάλως εἰς τὴν διατήρησιν τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ἔχομεν μεγίστην ἀνάγκην ἐν τῷ στρατῷ καὶ περὶ τῶν ὁποίων τοσαῦτα καὶ τηλικαῦτα λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μέτρα διὰ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἤδη ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλήν. Ἄλλως τε δὲ, ἀφοῦ διατηρεῖται ἡ Σχολὴ τῶν Ὑπαξιωματικῶν καὶ χῶρος ἱκανὸς ὑπάρχει, καὶ οἱ καθηγηταὶ πάντες ὑπάρχουσι, καὶ θέσεις χηρεύουσαι ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχουσι, καὶ θὰ ὑπάρχωσι πλειότεραι μετὰ τριετίαν, ὅτε θὰ ἐξέλθωσι, κατὰ μείζονα λόγον, λέγω, εἶναι ἀνάγκη καὶ δίκαιον ἡ πρότασις αὕτη νὰ λάβῃ σάρκα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δέον.
§55ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐλησμόνησα νὰ ἀναφέρω πρότερον τὸν σπουδαιότερον λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ μὲν προέβην εἰς τὴν σύστασιν, ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσελευσομένων. Γνωρίζετε ὅτι ἐν Κερκύρᾳ συνέστη κατὰ τὰ 1884 τὸ Προπαρασκευαστικὸν Σχολεῖον Ὑπαξιωματικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσήρχοντο νέοι ἄγοντες κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἡλικίαν 18 ἐτῶν. Ἐκ τοῦ σχολείου τούτου ἐξῆλθον ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι νῦν τὸ πλεῖστον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διαγωνιζομένων ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Σχολεῖον ὑπαξιωματικῶν. Ἄν λοιπὸν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἡλικίαν, θὰ ἴδωμεν ὅτι πολλοὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν συμπληροῦσι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὸ 30ὸν τῆς ἡλικίας των ἔτος καὶ συνεπῶς εἰς τὸ μέλλον ἀποκλείονται τοῦ πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Σχολεῖον Ὑπαξιωματικῶν διαγωνισμοῦ, διότι τὸ τριακοστὸν ἔτος εἶναι τὸ ὅριον, μέχρι τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ὑποστῶσι τὸν διαγωνισμὸν τοῦτον. Διὰ τὸν λόγον ἰδίως τοῦτον παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, τὸ ζήτημα ἐπισταμένως καὶ λάβῃ μέτρα, ἀναπληροῦντα ὁπωσδήποτε τὰς ἐκλιπούσας ἢ τοὐλάχιστον τὰς χαλαρωθείσας ἐλπίδας τῶν δυστυχῶν τούτων ὑπαξιωματικῶν.
§56Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πληροφορῶ τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, ὅτι θέλω λάβει ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο.
§57ΣΤΑΗΣ. Καταθέτω ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συστήσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐδοκῇ νὰ ἀπαντᾷ ἐνίοτε καὶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μας, διότι ἡμεῖς τοὐλάχιστον συνεμορφώθημεν πρὸς τὴν σύστασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ ὑποβάλλωμεν ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις μας, ἵνα μὴ καταναλίσκηται ὁ χρόνος πρὸς ἀνάπτυξιν αὐτῶν. Ἐὰν ὅμως καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐπερωτήσεων ἐγγράφως παρέρχωνται 23 ἡμέραι χωρὶς νὰ τύχωμεν ἀπαντήσεως ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, τότε βεβαίως θέλομεν λάβει τὸν λόγον καὶ θέλομεν ἴσως ἐπὶ πολὺ ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν, μὴ δυνάμενοι νὰ περιορίσωμεν τὰς ἀγορεύσεις ἡμῶν, ἐλλείψει τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν.
§58Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ματαίως προέβη εἰς ἐκδηλώσεις ἀπειλῆς, ἀφοῦ οὐδεὶς λησμονεῖ τὸ καθῆκον αὐτοῦ καὶ τὴν εὐθύνην του πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπάρχει σωρεία ἀληθῶς ἐπερωτήσεων, διέταξα δὲ τὰ ἁρμόδια τμήματα καὶ ἀσχολοῦνται ἀπό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν συλλογὴν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐζήτησε, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ κλήρου καὶ πολλῶν ἄλλων θεμάτων ἐπηρωτήθην, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐβράδυνα νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον, εἰς τὸ ὁποῖον ἤμην καὶ εἶμαι πάντοτε προθυμότατος, διότι ἔχω πλήρη συνείδησιν τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης, καὶ πάντοτε ἔσπευσα νὰ φανῶ πρὸς τὴν εὐθύνην μου αὐτὴν προθυμότατος. Συνέβη δὲ καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι εἷς τῶν τμηματαρχῶν ἠσθένει ἐπί τινας ἡμέρας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἦτο περιττὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ καταφύγῃ εἰς τὰς ἀπειλάς. Ἐλπίζω ὅτι μεθαύριον, ἢ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, θὰ δυνηθῶ νὰ προσαγάγω τὰς πληροφορίας ἐπὶ πασῶν τῶν ἐπερωτήσεων τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§59ΣΤΑΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο πρὸ πολλῶν ἡμερῶν νὰ εἴπῃ ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπε, διότι, ὅταν τις ὑποβάλλῃ πρὸ 23 ἡμερῶν ἐπερώτησιν καὶ δὲν τυγχάνῃ ἀπαντήσεως εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, βεβαίως δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναμένῃ πλέον ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐπί τινων ἐπερωτήσεων δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του, διότι εἶναι ἐντριβὴς εἰς τὰ διδασκαλικὰ, ἄλλως τε πρόκειται καὶ περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα πᾶς τις γινώσκει, δὲν ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ εἰδικὸς Ὑπουργὸς ἀγνοεῖ. Λέγεται λ. χ. ὅτι πρό τινων ἡμερῶν διετάχθησαν ἀπολυτήριοι ἐξετάσεις ἔν τινι τῶν ἐν Ἀθήναις Γυμνασίων, καὶ ἐὰν ἠρωτᾶτο περὶ τούτου, δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου, ἵνα ἀπαντήσῃ· βεβαίως δὲ πρέπει νὰ ἐπερωτηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπὶ τίνος νόμου στηριχθεὶς, ἔδωκεν ἄδειαν εἰς τὸν Γυμνασιάρχην τοῦ Βʹ, νομίζω, ἐν Ἀθήναις Γυμνασίου, ἵνα προβῇ εἰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἀφοῦ γινώσκομεν, ὅτι αἱ ἀπολυτήριοι ἐξετάσεις ἐπιτρέπονται κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ σχολικοῦ ἔτους, κατὰ τὸ τέλος καὶ κατὰ τὸν Φεβρουάριον. Πῶς λοιπὸν πάλιν διετάχθησαν αἱ ἀπολυτήριοι ἐξετάσεις ἐν ἐποχῇ ἀπαγορευομένῃ ὑπὸ τοῦ νόμου; Ἔπειτα δέον νὰ ἐξετασθῇ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἐὰν οἱ προσελθόντες πρὸς ἐξετάσεις καὶ ἤδη ὑφιστάμενοι τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις ἔχωσι πάντα τὰ ἀπαιτούμενα νόμιμα ἔγγραφα, ἵνα γείνωσι δεκτοὶ πρὸς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις, καὶ νὰ ἐξετασθῇ προσέτι, ἐὰν αἱ πιστοποιήσεις καὶ αἱ ἀποδείξεις αἱ προσαχθεῖσαι ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἔγκυροι, οὐ μόνον ἀλλὰ καὶ νὰ ζητηθῇ, ἐὰν ἀποδείξεις τινὲς ἐξ αὐτῶν ἀνήκωσιν εἰς ἄλλα πρόσωπα ἢ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται τὴν ἀπολυτήριον ἐξέτασιν. Περὶ πάντων τούτων πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ δώσῃ προχείρως τὴν ἀπάντησιν.
§60Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ Βουλὴ γινώσκει ὁποίαν ἐλάβομεν πρόνοιαν εἰς περιστολὴν τῶν ἀθεμιτουργούντων. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἐν τῷ μέσῳ πολλῆς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεζήτησα, ὅπως εἰς τὸ μέλλον ἀποκοπῇ πᾶσα ἐλπὶς τῶν φυγοπόνων, τῶν ὀπωσδήποτε ἀναξίων ἀπολυτηρίου, οἵτινες δι’ ἐκείνου ἢ ἐκείνου τοῦ τρόπου ἐπεζήτουν ἐπιείκειαν, ἢ ἐπεβάλλοντο κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ ἐλάμβανον ἀπολυτήριον, πρὸς σκάνδαλον κοινωνικὸν καὶ ἐξευτελισμὸν τῶν ἀπολυτηρίων. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ μέλλον νὰ λαμβάνῃ τις ἀπολυτήριον, ἂν μὴ διακούσῃ ὡς μαθητὴς τὰ μαθήματα τῆς Δʹ τάξεως τοῦ Γυμνασίου ἔν τινι δημοσίῳ Γυμνασίῳ. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐκλείσθη πᾶσα θύρα, τὴν ὁποίαν ἠδύναντο νὰ διανοίξωσιν οἱ θέλοντες νὰ καταστρατηγήσωσι τὸν κείμενον νόμον· διότι, ἐὰν εἷς μαθητὴς κατορθώσῃ νὰ λάβῃ ἀποδεικτικὸν τῶν κατωτέρων τάξεων πλαστὸν ἢ ὀπωσδήποτε δικαιολογοῦν τὴν ἀνικανότητα ὡς ἱκανότητα, αὐτὸς βεβαίως κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἔτους, ἠναγκασμένος νὰ διακούσῃ τὰ μαθήματα τῆς Δʹ τάξεως τοῦ Γυμνασίου, δὲν δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ. Ἐφρόνουν δὲ καὶ φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου εἰς τὸ μέλλον θὰ περισταλῇ ἢ μᾶλλον ἐντελῶς θ’ ἀποκοπῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο τὸ μέγα. Ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐζήτησεν ἐπεξήγησιν, ἐὰν οἱ κεκτημένοι τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστῶσι τὴν ἀπολυτήριον ἐξέτασιν θ’ ἀποβάλωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐγώ, ἵνα διευκολύνω τὸ πρᾶγμα, εἶπον ὅτι, ὅσοι ἀπέκτησαν μέχρι τέλους τοῦ σχολικοῦ ἔτους τὸ δικαίωμα, αὐτοὺς δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς ἀποκλείσωμεν, διότι ὁ νόμος δὲν θὰ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν. Συνεπείᾳ τῆς δηλώσεως ταύτης, ἀναγραφείσης, παρακλήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἐζήτησαν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου πολλοὶ νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις ἀπολυτηρίους, κεκτημένοι τὸ δικαίωμα τοῦτο. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πολλὰ τῶν προσαχθέντων πιστοποιητικῶν αὐτῶν παρέχουσιν ὑπόνοιαν πλαστότητος, διότι διὰ χρημάτων αὐτοὶ πείθουσι καθηγητάς, ἐν ἀποστρατείᾳ διατελοῦντας ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, οἵτινες τοῖς παρέχουσιν ἀσυνειδήτως πιστοποιητικά. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ παρεπέμφθησαν αἱ ἀναφοραὶ αὗται, ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῶν συλλόγων τῶν καθηγητῶν, ὀφειλόντων νὰ ἐξελέγχωσι τὰς προσαγομένας ἀποδείξεις, πάλιν ἐσχάτως ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ διατάξω εἰς ἕκαστον Γυμνάσιον, εἰς τὸ ὁποῖον παρεπέμφθησαν πρὸς ἐξέτασιν, ἀνὰ ἕνα καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς ἐπόπτην, νὰ ἐφορεύσῃ, καὶ παρεκάλεσα τοὺς κ. κ. Σακελλαρόπουλον, Λάμπρον, Καρολίδην, Μιστριώτην καὶ ἄλλους καθηγητάς, καὶ εἰς ἕκαστον Γυμνάσιον παρέστησαν ἐπόπται τῶν ἀπολυτηρίων ἐξετάσεων τῶν οὕτω πως λαβόντων τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετασθῶσιν· αὔριον δ’ ἢ μεθαύριον θέλω ὑποβάλει τὰς ἐκθέσεις των. Περὶ αὐτοῦ δὲ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι διέταξε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ γείνουν τώρα ἀπολυτήριοι ἐξετάσεις, δὲν γνωρίζω, διότι, ὡς γινώσκομεν πάντες, αἱ ἀπολυτήριοι ἐξετάσεις γίνονται κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, Ἰούνιον καὶ τὸ διάστημα τῶν χειμερινῶν ἐξετάσεων· ἐάν τις τῶν Γυμνασιαρχῶν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ ἔκαμε, δὲν γνωρίζω. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν τῶν ζητημάτων ἐμφορούμεθα καὶ ἡμεῖς ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ζήλου, ἐξ οὗ καὶ ὑμεῖς, καὶ δι’ αὐτὸ ἐκάμαμεν καὶ νόμον, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους θὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ κακόν.
§61ΣΤΑΗΣ. Χαίρω πολὺ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τέλος πάντων ἔλυσε τὴν σιγὴν καὶ ὡμίλησεν. Εἶναι περίεργον ὅμως, ὅτι ἀνέφερεν ἀκριβῶς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὑπεστήριξε τόσον ἐκθύμως, ὡς ἀνεγίνωσκον ἐγὼ τότε εἰς τὰς ἐφημερίδας, διότι εὑρισκόμενος εἰς τὰς νέας ἐκλογικάς μου περιοδείας, συνέβαινε νὰ μὴ παρευρίσκωμαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἀνεγίνωσκον δὲ τότε, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι τὸν νόμον αὐτὸν εἰσήγαγεν, ἵνα παρεμποδίσῃ πλέον τὸν ἐξευτελισμὸν τῶν γυμνασιακῶν ἀπολυτηρίων. Πράγματι δὲ διὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν ἀφέθη οὔτε ἡ θύρα, περὶ τῆς ὁποίας πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλάλησε, διότι δὲν ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν ὁ νόμος.
§62Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ἐδήλωσα ἐπὶ τῇ παρατηρήσει ἑνὸς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν.
§63ΣΤΑΗΣ. Ὁ νόμος ῥητῶς λέγει ἐν τῷ 2 ἄρθρῳ αὐτοῦ, ὅτι οὐδεὶς ὑφίσταται τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις οὔτε τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου οὔτε τοῦ Γυμνασίου, ἐὰν δὲν φοιτήσῃ ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς Γυμνάσιον ἢ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον...
§64Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Περὶ Γυμνασίου.
§65ΣΤΑΗΣ. Καὶ Ἑλληνικοῦ Σχολείου. Εἶναι ὁ νόμος σαφής, σαφέστατος. Τί γίνεται ὅμως; Προσέρχονται, ἔχοντες ἀποδείξεις ὅτι ἐδιδάχθησαν κατ’ ἰδίαν κατὰ τὸ 1893, κατὰ τὸ 1892, κατὰ τὸ 1894, καὶ διὰ τῶν ψευδῶν αὐτῶν πιστοποιητικῶν προσέρχονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον πάραυτα διατάσσει τοὺς Γυμνασιάρχας νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἀπολυτήριον ἐξέτασιν, παρὰ τὸν νόμον, τῶν ἐφοδιασμένων διὰ ψευδῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἀποδείξεων. Εἶναι ὅμως πολὺ περίεργον πρᾶγμα, καὶ τὸ βεβαιώνει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἀγνοεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος διέταξε, διότι μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξέδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὴν περὶ ἀπολυτηρίων ἐξετάσεων διαταγήν του, νῦν δὲ ἐνεργοῦνται αἱ ἀπολυτήριοι ἐξετάσεις ἐν τῷ Γυμνασίῳ Νεαπόλεως, οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν ὑφισταμένων τὴν ἀπολυτήριον ἐξέτασιν εἶναι πρώην δημοδιδάσκαλοι, καὶ μάλιστα Κορίνθιοι! Περὶ τούτου ὅμως οὐδὲν γινώσκει ὁ κ. εἰδικὸς Ὑπουργός. Καὶ βεβαίως κάμνει καλὰ νὰ μὴ ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ἀπαντῶν ἐξελέγχεται ἢ ἀγνοῶν τελείως τὰ τῆς ὑπηρεσίας του, ἢ ἀποκρύπτων κακοπίστως τὰ ἐπιβλαβῆ εἰς αὐτόν. Τί δὲ ἄλλο ἐπιβλαβέστερον τῆς καταστρατηγήσεως τῶν νόμων καὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως; Οὐδέποτε ἄλλοτε, Κύριοι, συνέβησαν τοιαῦτα ὄργια ἐκπαιδευτικά. Σήμερον, ταύτην τὴν στιγμὴν, ὁ δημοδιδάσκαλος Δημήτριος Καλότυχος εἶναι διευθυντὴς τοῦ ἐν Πύργῳ δημοτικοῦ σχολείου, καὶ μισθοδοτεῖται ὡς τοιοῦτος, ἐν τούτοις πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν, ἀδείᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὑφίσταται τὴν ἀπολυτήριον ἐξέτασιν εἰς τὸ ἐνταῦθα Βʹ Γυμνάσιον, τὸ ἐν Νεαπόλει. Ἐπίσης καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι: 1) Σταῦρος Λελέκος, Ἑρμιόνης. 2) Σπ. Λελέκος, Σερίφου. 3) Β. Οἰκονομόπουλος, Λεονταρίου (Φαλαισίας). 4) Ν. Σκουρλέτης, Γόρτυνος. 5) Μ. Ρώτας, Πειραιῶς, καὶ πλεῖστοι ὅσοι ἄλλοι! Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα ὄργια διαπράττει ὁ εἰδικὸς Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀξιοῖ ὅτι ἐκεῖνος καὶ ἡμεῖς ἐμφορούμεθα ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ζήλου ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς πρὸ μικροῦ διϊσχυρίζετο! Ἀλλ’ ἐλπίζω ταχέως νὰ πεισθῇ περὶ τοῦ ἐναντίου.
§66ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ λεχθέντα ταύτην τὴν ἑσπέραν ἀποδεικνύουσι τὴν ἀλήθειαν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐλέχθη καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι δηλ. δὲν ἔχομεν τόσον ἀνάγκην νομοσχεδίων καὶ νέων νόμων, ὅσον ἐφαρμογῆς τῶν ὑπαρχόντων νόμων, ὅσον εὐσυνειδήτου ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος ἀπὸ τῶν ἀνωτέρων ἀρχῶν μέχρι τῶν τελευταίων ὑπαλλήλων. Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, αὐτὸ εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία πηγὴ ὅλης τῆς σημερινῆς κακοδαιμονίας. Τί μᾶς ὠφέλησεν ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, περὶ ἐξετάσεων ἐν τοῖς Γυμνασίοις καὶ τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις, ὅταν τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὄχι καταδολιεύηται, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο ἀθετῆται; Πᾶς νόμος, δημοσιευόμενος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ 10 ἡμέρας ἰσχύει ὡς νόμος τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, 10 ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσίν του δὲν ἠδύνατο νὰ προσέλθῃ εἰς ἐξετάσεις ἀπολυτηρίους τοῦ Γυμνασίου, παρὰ μόνον ὅστις ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ φοίτησιν ἐν τῇ Δʹ τάξει αὐτοῦ. Ἐν τούτοις, Κύριοι, καθ’ ὑπόδειξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσποιοῦνται τώρα ὅτι ἀγνοοῦσι πῶς συνέβησαν τὰ πράγματα, πῶς ἠθετήθη ὁ νόμος; Ὑπεδείχθη εἰς τοὺς φίλους των νὰ προχρονολογήσουν τὰς αἰτήσεις των, ἐνῷ ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη τὸν Ἰούλιον μῆνα, αὐτοὶ νὰ θέτουν χρονολογίαν προγενεστέραν καὶ νὰ ζητήσουν νὰ ὑποβληθοῦν εἰς ἐξετάσεις ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου καὶ ἐντεῦθεν. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοιαύτης προχρονολογήσεως ἔχουν κεκτημένα δικαιώματα, περὶ τῶν ὁποίων οὐδόλως μεριμνᾷ ὁ νόμος, καὶ γίνονται δεκτοὶ εἰς ἐξετάσεις μέχρι σήμερον.
§67ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Καὶ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τοῦτο.
§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις—δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ μεταχειρισθῶ ἄλλην φράσιν—συμμορία τριῶν καθηγητῶν, ἥτις ἐκδίδει ἀντὶ ἀμοιβῆς ἄλλοτε 100 δραχμῶν, τώρα τελευταῖον 35 δραχμῶν μόνον, ἀποδείξεις ἰδιαιτέρας διδασκαλίας. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοιούτων πλαστῶν ἀποδείξεων παρουσιάζονται ὡς δῆθεν διδαχθέντες ἐδῶ, ἐν Ἀθήναις, ἄνθρωποι, οἵτινες οὐδέποτε ἐπάτησαν τὸν πόδα των ἐνταῦθα, οἵτινες διέμενον εἰς τὴν Πελοπόννησον, εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἢ εἰς τὴν Ἤπειρον, γίνονται δεκτοὶ εἰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις καὶ λαμβάνουσιν ἀπολυτήρια Γυμνασίων! Ταῦτα εἶναι γνωστὰ εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, αὕτη δὲ δὲν ἐθεώρησε καλὸν μέχρι τοῦδε αὐτοὺς τοὺς κυρίους καθηγητὰς νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην διὰ τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διαπράττουσιν, ἀλλ’ ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία ἐπῆλθεν εἰς ἐπισφράγισιν αὐτοῦ τοῦ κακοῦ· ὅλας αὐτὰς τὰς ἀποδείξεις τὰς ἐδέχθη, τὰς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ παρέπεμψε τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος νὰ ἐξετασθῶσιν εἰς ὡρισμένα Γυμνάσια. Τοῦτο θ’ ἀποδειχθῇ, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλῃ τὰς ὑπ’ ἐμοῦ ζητηθείσας πληροφορίας, ὡς πρὸς τοὺς ὑποβληθέντας εἰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις καὶ εἰς ἄλλα μὲν Γυμνάσια τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἰδίως εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις κατὰ Σεπτέμβριον μῆνα, καὶ ὡς πρὸς τὴν προέλευσιν αὐτῶν, ἐὰν προήρχοντο ἐκ Γυμνασίων ἄλλων, ἢ ἐκ τοιαύτης ἰδιαιτέρας διδασκαλίας. Θὰ ἴδητε, Κύριοι, ὅτι εἰς ὡρισμένα Γυμνάσια, ὅπου ἐστάλησαν ὡρισμένοι ἐπόπται ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, δεκάδες τοιούτων νέων, οὐδὲν προσὸν κεκτημένων, ὅπως ὑποστῶσιν ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις, πρὸς αἶσχος τῆς παιδείας ἡμῶν, ὑπέστησαν ἐξετάσεις, καὶ μετ’ ἐπαίνων ἐξαπεστάλησαν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, αὐτοὶ δὲ εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δημοδιδάσκαλοι, οἵτινες ἐξακολουθοῦσιν ὑπηρετοῦντες ὡς τοιοῦτοι ἐν διαφόροις ἐπαρχίαις, καὶ ἔχουσι καὶ τὰς ἀποδείξεις, ὅτι ἐδιδάχθησαν ἐδῶ, καθ’ ὃν χρόνον ἐδίδασκον εἰς τὰς ἐπαρχίας. Πρόκειται περὶ προφανοῦς ἀθετήσεως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῶν νόμων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει παραδόξους ἰδέας περὶ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ψηφίζονται καὶ ἰσχύουσι. Νομίζει ὅτι δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν ὡς πρὸς τοὺς φίλους του, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους. Καὶ ἄλλα παραδείγματα σᾶς ἀνέφερα. Μήπως δὲν συμβαίνει τὸ αὐτὸ καὶ ἐν τῷ νόμῳ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως; Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅταν κενωθῇ θέσις, ὀφείλει ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ προκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα ὑποδείξῃ τοὺς διορισθησομένους. Ἐδῶ ἔχουσι κενωθῆ θέσεις ἀπὸ δύο μηνῶν, καὶ ἐν τούτοις ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν προβαίνει εἰς τὸ νὰ προκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων, ἵνα προτείνῃ τοὺς διορισθησομένους. Καὶ ἐκενώθησαν θέσεις οὐχὶ ἁπλῶν δημοδιδασκάλων, ἀλλὰ διευθυντῶν δημοτικῶν σχολείων. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ipso jure ὁ ἀρχαιότερος πρωτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος καθίσταται διευθυντὴς δημοτικοῦ σχολείου. Ἐδῶ ἔχομεν πλείστους ὅσους ἀρχαιοτέρους πρωτοβαθμίους, ὑπηρετοῦντας ὑπὸ νεωτέρους. Παρεπονέθησαν οὗτοι εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν, καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἰσχύει διὰ τοὺς φίλους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἰσχύει μόνον διὰ τοὺς ἐχθρούς. Δὲν συμβαίνει δὲ αὐτὸ μόνον ἐν Ἀθήναις. Ἔχω σήμερον διαμαρτυρίας νέας ἐκ Λαμίας ἀρχαίων ἱκανωτάτων πρωτοβαθμίων δημοδιδασκάλων, οὐχὶ ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐχειροτόνησαν τελευταῖον, καταστρατηγοῦντες καὶ πάλιν τὸν νόμον. Ἐψηφίσαμεν δηλ. νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τις ὑπηρεσίαν ὡς δημοδιδάσκαλος τοὐλάχιστον ὀκταετῆ, ἵνα γείνῃ ἐπιθεωρητής. Ἀλλὰ μεταξὺ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἤθελεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ ἐπιθεωρητάς, τινὲς δὲν εἶχον τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Τί ἐσοφίσθη λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργός; Διὰ διατάγματος μετέβαλε τὸν νόμον, καὶ εἶπεν ὅτι ἐπὶ τῆς ὀκταετοῦς ὑπηρεσίας ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ πενταετῆ ὑπηρεσίαν ὡς πρωτοβάθμιος, τὰ ἄλλα δὲ ἔτη δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ὡς πρωτοβάθμιος καὶ ὡς δευτεροβάθμιος. Ἠναγκάσθησαν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος δημοδιδάσκαλοι, νομίζοντες ὅτι ὁ νόμος ἰσχύει τῷ ὄντι εἰς τὸ Κράτος, νὰ ὑποβάλωσιν αἴτησιν θεραπείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ νὰ ζητήσωσι τοὺς μισθοὺς των ὡς διευθυνταί, καὶ οὐχὶ ὡς ἁπλοῖ δημοδιδάσκαλοι. Περὶ τούτου πρὸ τόσων ἡμερῶν ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προσεποιήθη, μὲ ὅλην τὴν sancta simplicitas, τὴν ὁποίαν προσποιεῖται εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὅτι ἀγνοεῖ τὸ πρᾶγμα, ὅτι θὰ σπεύσῃ νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἐὰν οὕτως ἔχῃ, καὶ οἱ ἀρχαιότεροι δημοδιδάσκαλοι θὰ ἀποκαταστῶσιν εἰς τὰς θέσεις των, καὶ αἱ κεναὶ θέσεις θὰ πληρωθῶσιν. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἐγένετο· ἠξεύρω μάλιστα, τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατόπιν: «ἂς φωνάζωσιν αὐτοί, σεῖς τὴν δουλειά σας κάμετε!» Κατηγγέλθη ἄλλος δημοδιδάσκαλος, διευθυντὴς ἑνὸς τῶν ἐνταῦθα δημοτικῶν σχολείων, ὅτι, καθ’ ἃς ὥρας ὀφείλει νὰ διδάσκῃ ἐν τῷ σχολείῳ, διὰ τὸ ὁποῖον πληρόνεται ἁδρῶς μέχρι μὲν τοῦδε παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἐφεξῆς δὲ παρὰ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἐγκαταλείπει τὴν διδασκαλίαν ἐν αὐτῷ, καὶ μεταβαίνει καὶ παραδίδει εἰς ἰδιωτικὰ ἐκπαιδευτήρια. Καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, τί σημαίνει τοῦτο; Ὁ Κύριος αὐτός, ἐκτὸς τῆς διευθύνσεως, ἔχει εἰς τὴν τάξιν του καὶ 110 μαθητὰς, ἐκ τῶν ὁποίων φοιτῶσι συνήθως 85 ἕως 90. Κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως τελευταῖον, καὶ ἐψηφίσαμεν, ἡ τάξις αὕτη ὤφειλε νὰ διαιρῆται εἰς δύο τμήματα, καὶ νὰ διδάσκῃ εἰς αὐτὰ ἐξ ὑπαμοιβῆς ὁ δημοδιδάσκαλος. Οὗτος ὅμως, ἵνα ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ παραδόσεις, συνεχώνευσεν, ἐναντίον τοῦ νόμου, τὰ δύο τμήματα εἰς ἓν, συνδιδάσκει δηλ. 80 τόσους μαθητὰς, καὶ ἐννοεῖτε τί συμβαίνει κατὰ τὰς ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ διευθυντὴς διδάσκει εἰς τὸ ἰδιωτικὸν ἐκπαιδευτήριον. Μένουσιν οἱ μαθηταί του ἄνευ διδασκάλου, καὶ ἐννοεῖτε τὰ ἐντεῦθεν ἄτοπα. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ τὰς ὁποίας βεβαίως εἶναι ὑπόχρεως νὰ ὑποβάλῃ ὅσον τάχιον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἃς ἐζήτησε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι Βουλευταί. Πρόκειται περὶ ἀθετήσεως τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Καταγγέλλομεν τὴν ἀθέτησιν ταύτην, καὶ ζητοῦμεν τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ κύρους τοῦ νόμου, καὶ οὐδὲ ἀπάντησίν τινα δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, οὐδὲ μέτρον τι λαμβάνει. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν καὶ πάλιν νὰ μοὶ εἴπῃ, διατὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ ἐνταῦθα παραμένων, δὲν προκαλεῖ ἐπὶ τόσας ἑβδομάδας τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἵνα προτείνῃ τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων δημοδιδασκάλων ἐν Ἀθήναις; Διατὶ τόσοι δημοδιδάσκαλοι καὶ ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ πρωτοβάθμιοι ἀρχαιότεροι εἶναι καταδεδικασμένοι, ἐναντίον τοῦ νόμου, νὰ ὑπηρετῶσιν ὑπὸ νεωτέρους πρωτοβαθμίους δημοδιδασκάλους; Εἶχε καιρὸν νὰ πληροφορηθῇ τοῦτο, ἐὰν τὸ ἠγνόει, καὶ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον.
§69Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι περὶ τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον καταναλίσκομεν καὶ τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ ἔχω ἄλλην γνώμην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Λοκρίδος, καὶ ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ὅτι ἀναγκάζει ἡμᾶς ἄνευ οὐδενὸς λόγου ἢ πρὸς ματαίαν ἐπίδειξιν φιλονομίας νὰ δαπανήσωμεν χρόνον πολύτιμον, ὁ ὁποῖος ἄνευ οὐδεμιᾶς κοινωνικῆς ἢ πολιτικῆς ὠφελείας δαπανᾶται, καὶ ἡμεῖς παρακαθήμεθα ἐνταῦθα, ἀσχολούμενοι περὶ πραγμάτων οὐδενὸς λόγου ἀξίων. Βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχον, ὡς Ὑπουργὸς, τὸ καθῆκον νὰ σεβασθῶ τὴν εὐθύνην μου ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, οὐδόλως ἤθελον ἀπαντήσει εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς εἶπε. Καὶ δὲν θὰ ἀπαντήσω ἐγώ· ἀλλ’ ἀντὶ ἀπαντήσεως θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, τὸν ὁποῖον εὐθὺς τὴν ἑπομένην μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, ἐκάλεσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐξήλεγξα καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ λόγον, διατὶ νὰ παραβαίνωνται οἱ νόμοι, ἐνῷ αὐτὸς ἐτάχθη ἵνα ἐκτελῇ τοὺς νόμους. Ἰδίως δὲ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν δημοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι ἐλλείπουσι, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους, τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει, κατὰ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Λοκρίδος, δὲν προκαλεῖ ὁ ἐπιθεωρητὴς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα προτείνῃ τοὺς διορισθησομένους· τοῦτο δὲ, ὅπως παρέλθῃ ἡ δίμηνος προθεσμία καὶ καταστῇ ἐνεργὸν τὸ ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμά μου τοῦ νὰ διορίσω αὐτοὺς ἐγώ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι γελῶ, ὅταν ἐνθυμοῦμαι τὴν αἰτίασιν ταύτην. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ κ. Μιχαλόπουλος, ἀνὴρ εὐπαίδευτος, σπουδάσας ἐν Γερμανίᾳ ἐπὶ 5 ἔτη τὰ παιδαγωγικὰ, διακριθεὶς ὡς διευθυντὴς Διδασκαλείου, τύπος ἀρετῆς καὶ τύπος δραστηριότητος. Καὶ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι τὰ σχολεῖα τὰ δημοτικὰ τῆς πρωτευούσης καὶ τοῦ Πειραιῶς, τὰ ὁποῖα τακτικῶς ἐπιθεωρεῖ, εἶναι εἰς κρείττονα θέσιν, ὡς δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε παρ’ οἱουδήποτε. Ἰδοὺ λοιπὸν τί γράφει ὁ κ. Μιχαλόπουλος (ἀναγινώσκει): «... Τῇ 6 ἱσταμένου μηνὸς ὁ ἐν τῷ ΙΓʹ δημοτικῷ σχολείῳ τῶν ἀῤῥένων δημοδιδάσκαλος κ. Ἠλίας Πετρούλιας προήχθη εἰς γραμματέα τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας ἐπιτροπῆς τῶν ἱερατικῶν σχολῶν, τῇ δὲ 9 Φεβρουαρίου ἐδημοσιεύθη ὁ διορισμὸς τριῶν ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις διευθυντῶν δημοτικῶν σχολείων ὡς βοηθῶν ἐπιθεωρητῶν. Οἱ τρεῖς οὗτοι κύριοι ἦσαν: αʹ) Ὁ τοῦ Αʹ δημ. σχολείου ἀῤῥένων. βʹ) Ὁ τοῦ Ζʹ. γ) Ὁ τοῦ ΙΔʹ. Μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν διδασκάλων τούτων, τὰ σχολεῖα, ἐν οἷς οὗτοι τέως ὑπηρέτουν, ἔμεινον ἔχοντα: αʹ) Τὸ ΙΓʹ 3 διδασκάλους ἐπὶ ἐγγεγραμμένων μαθητῶν 145. βʹ) Τὸ Αʹ 4 διδασκάλους ἐπὶ ἐγγεγραμμένων μαθητῶν 187. γʹ) Τὸ Ζʹ 3 διδασκάλους ἐπὶ ἐγγεγραμμένων μαθητῶν 159. δʹ) Τὸ ΙΔʹ 2 διδασκάλους ἐπὶ ἐγγεγραμμένων μαθητῶν 86. Οὗτος δὲ ἦτο καὶ ὁ προσήκων ἀριθμὸς διδασκάλων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου. «Δὲν παρέλιπον λοιπὸν καθῆκον, μὴ προκαλέσας τὸν διορισμὸν νέων διδασκάλων· τοὐναντίον ἐτήρησα τὸν νόμον, ἐχρησιμοποίησα δὲ πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ἐργασίας τῶν ἀποχωρησάντων τὰς ὑπαρχούσας διδασκαλικὰς δυνάμεις, οὕτω δὲ ἐγενόμην καὶ εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων πρόξενος οἰκονομίας ἱκανῶν χιλιάδων δραχμῶν...»
§70ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἀφήνετε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, κ. Ὑπουργὲ, εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ νὰ τὸ ἴδωμεν ὅλοι;
§71Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ τὸ καταθέσω. Δὲν ἤθελον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ πράγματα, σᾶς βεβαιῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ἀνάξια λόγου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν προσθέτω τίποτε ἄλλο. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀπολυτηρίων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, ὁ κ. Βελλίνης, βουλευτὴς Καρδίτσης, προέτεινε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, καὶ ἀνεγράφη, νὰ μὴ ἀπολέσωσι τὸ δικαίωμα τῆς εἰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις ἀποδοχῆς ἐκεῖνοι οἱ μαθηταὶ, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμπληρώσει τὸ τέταρτον ἐν Γυμνασίοις ἔτος κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ σχολικοῦ ἔτους, κατὰ Σεπτέμβριον. Ὁ νόμος ἐγένετο κατὰ Ἰούλιον. Συνεπείᾳ λοιπὸν τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ ἄλλων...
§72ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ ἐζήτησα. Εἶναι ὀρθὸν αὐτό.
§73Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. .. ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς τότε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν δι’ ἐκείνους τοὺς μαθητὰς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ τρέχοντος ἔτους 1895 πρὸς τὸ 1896 ἤθελον ἔλθει εἰς τὴν τετάρτην τάξιν· καὶ οἱ μαθηταὶ οἱ ἀποκτήσαντες ὅπως δήποτε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστῶσι τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις μέχρι τοῦ τέλους τοῦ σχολικοῦ ἔτους, διετήρουν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀληθές. Λοιπὸν ὑπέβαλόν τινες ἀναφορὰν καὶ ἐζήτησαν, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐξετασθῶσιν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ὑποβάλλονται τὰ ἀποδεικτικὰ τῶν μαθητῶν, ἵνα τὸ Ὑπουργεῖον κρίνῃ, ἐὰν ταῦτα ἦναι πλαστὰ ἢ δὲν ἦναι πλαστὰ, ἀλλ’ ὑποβάλλονται αἰτήσεις γονέων· ἔρχεται ὁ πατὴρ τοῦ μαθητοῦ καὶ λέγει: «Κύριε Ὑπουργὲ, ὁ υἱός μου εἶναι εἰς τὴν τετάρτην γυμνασιακὴν τάξιν, ἢ ἐτελείωσε δι’ ἰδιωτικῆς διδασκαλίας τὰ μαθήματα. Κατὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, παρακαλῶ, νὰ διατάξητε Γυμνάσιόν τι, ἵνα ἐξετάσῃ αὐτόν.» Τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει ἕνα τύπον, κατὰ τὸν ὁποῖον παραπέμπει τὰς ἀναφορὰς ταύτας, καὶ ὁ κ. συνάδελφος θὰ ἔχῃ πολλάκις ἀποστείλει τοιαύτας.
§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κἀμμίαν! Παρακαλῶ νὰ συμβουλευθῆτε τὸ ἀρχεῖον.
§75ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον γράφει τυπικῶς: «Παραπέμπεται πρὸς τὸν Γυμνασιάρχην τοῦ δεῖνα Γυμνασίου, ἵνα συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἐνεργήσῃ τὰς ἐξετάσεις τοῦ ἀναφερομένου». Τὰς ἀποδείξεις, δυνάμει τῶν ὁποίων ζητεῖ νὰ ἐξετασθῇ ὁ μαθητὴς, δὲν τὰς ὑποβάλλει, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὥστε νὰ τὰς ἐξελέγχῃ ἡ ὑπηρεσία καὶ νὰ ἔχῃ εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἡ ὑπηρεσία. Αὗται ὑποβάλλονται εἰς τὸν σύλλογον τῶν καθηγητῶν, ὁ ὁποῖος συνέρχεται, λαμβάνει αὐτὰς ὑπ’ ὄψει, καὶ ἐὰν τὰς θεωρήσῃ ἐγκύρους, συντάσσῃ πρακτικὸν, καὶ δέχεται τὸν μαθητὴν εἰς ἐξέτασιν, ἄλλως τὸν ἀποπέμπει. Ἵνα δὲ ἔχω πλείονας ἐγγυήσεις, ὅτι θὰ ἐκπληρωθῇ ὁ νόμος αὐστηρῶς, καὶ δὲν θὰ ἐπέλθωσι καταχρήσεις, διέταξα ἐσχάτως 4 καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, ἀνὰ ἕνα δι’ ἕκαστον Γυμνάσιον, εἰς τὸ ὁποῖον παρεπέμφθησαν μαθηταὶ ἐν Ἀθήναις, νὰ παρασταθῶσιν εἰς τὰς ἀπολυτηρίους αὐτῶν ἐξετάσεις, καὶ παρέστησαν, ἐκ τῶν ἀποσταλέντων δὲ 20 ἢ 30 μαθητῶν ἐξητάσθησαν ὀλίγιστοι, πλεῖστοι ἀπεχώρησαν, ἄλλοι ἀπεῤῥίφθησαν καὶ ἄλλοι ἐγένοντο δεκτοί· ἕκαστος δὲ τῶν τεσσάρων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου μοὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν εἰλικρινέστερον δύναται νὰ γείνῃ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος. Κατόπιν τούτων δὲν ἀνέμενον παρὰ τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ ὑπόμνησιν τοῦ καθήκοντός μου. Ὡς Ὑπουργὸς, ἔχω καθῆκον νὰ δίδω εὐθύνην εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς· ἄλλως δὲν θὰ ἀπήντων ποσῶς εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος, παρὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἀναμένω συμβουλὰς ἐν τῇ ἡλικίᾳ, ἣν ἔχω, καὶ κατόπιν τεσσαρακονταετοῦς δημοσίου βίου.
§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἂς εἶναι βέβαιος, ὅτι, ἂν δὲν κατεῖχε τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχει, οὐδέποτε θὰ τὸν ἠξίουν οὐδεμιᾶς ἐρωτήσεως ἢ οἱουδήποτε λόγου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις πρὸς τοὺς τελευταίους λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς ἐμέ. Ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διαχειρίζεται σπουδαιότατον κλάδον τῆς Πολιτείας, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν, ἀλλὰ ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅταν τὸν κλάδον αὐτὸν τὸν διαχειρίζηται, ὅπως τὸν διαχειρίζεται, ἀθετῶν πάντας τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἰδίου ἐψηφίσαμεν, ἔχω ὄχι μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον νὰ τὸν ἐλέγξω καὶ νὰ τὸν ἐπιτιμήσω. Καὶ ἠκούσατε, Κύριοι, τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τὴν ἀνυπόκριτον, ὅτι ἠθέτησεν ἀσυστόλως τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει του. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐδημοσιεύθη τὸν Ἰούλιον, ἔλεγε δὲ, ὅτι, ὅπως γείνῃ τις ἐπίσης δεκτὸς εἰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις Γυμνασίου, πρέπει νὰ παρουσιάσῃ ἀπόδειξιν φοιτήσεως εἰς τὴν τετάρτην τάξιν τοῦ Γυμνασίου. Ὁ νόμος ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν.
§77Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ λέγουσι τὰ πρακτικά.
§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικά.
§79Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς, ἐποιησάμην δήλωσιν, καὶ δὲν λαμβάνεται αὕτη ὑπ’ ὄψιν! Τί εἶναι αὐτά! Ὁμιλοῦμεν εἰς τὴν Ἀταλάντην; Δι’ ἐμὲ ἡ δήλωσις τοῦ Ὑπουργοῦ ἔχει τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, καὶ ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ἐδήλωσα ὅτι ὁ νόμος δὲν ἀθετεῖ τὰ κεκτημένα δικαιώματα. Εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ πρακτικά.
§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν καλεῖταί τις νὰ ἐφαρμόσῃ τί ἔχει ἐν τῷ νῷ, ἀλλὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως οὗτος ἰσχύει. Ἀναγράψατε ὅ,τι θέλετε εἰς τὰ ἐστενογραφημένα καὶ τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ταῦτα οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν ἀπέναντι τοῦ σαφοῦς γράμματος τοῦ νόμου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πολλοί, ἀγνοοῦντες τὸν νόμον, προσήρχοντο μὲ αἰτήσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον χρονολογουμένας ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου. Ὅταν δὲ κατατεθῶσιν αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι, θὰ ἴδητε, πῶς ἐγένοντο αἱ ἐξετάσεις, καὶ ἂν ἐλήφθησαν αἱ ἐγγυήσεις, ἃς ἀνέφερα. Ἀλλὰ τί θέλομεν ταῦτα, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν προφανῆ ἀθέτησιν τοῦ νόμου; — διότι ἐγένοντο δεκτοὶ εἰς ἐξετάσεις ἄνθρωποι οὐδόλως φοιτήσαντες ἐν τοῖς Γυμνασίοις, λαβόντες ἀποδείξεις καθηγητῶν, μετερχομένων ὡς ἐμπόριον τὴν γραμματοκαπηλείαν αὐτήν. Κατεδιώχθησαν οἱ γραμματοκάπηλοι οὗτοι, καὶ οἱ γυμνασιάρχαι, οἵτινες ἐδέχθησαν παρανόμως τοιούτους μαθητὰς καὶ ἀπένειμαν ἀπολυτήριον; Ἡ παρανομία τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ εἶναι προφανής. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα. Σᾶς ἀνέγνωσεν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἥτις εἶναι αὐτὸ τοῦτο κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τί λέγει; ὅτι εἶχε παραγεμίσει τὰ δημοτικὰ σχολεῖα μὲ δημοδιδασκάλους, διότι ἐξηκολούθησε τοὺς διορισμοὺς μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ποῦ εὗρεν εἰς τὸν νόμον ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται νὰ εἴπῃ πόσοι δημοδιδάσκαλοι χρειάζονται. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θὰ ὑποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει πλησμονὴ σχολείων ἢ δημοδιδασκάλων, τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον θὰ ἐγκρίνῃ ταῦτα· ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶναι ἁπλοῦς ἐκτελεστής τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Προκειμένου περὶ διορισμοῦ δημοδιδασκάλων, τὸ ἄρθρον 24 λέγει: «Οἱ δημοδιδάσκαλοι, αἱ δημοδιδασκάλισσαι ὡς καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου τοῦ νομοῦ, ἐν ᾧ ὑπάρχει τὸ Σχολεῖον, κατὰ πρότασιν τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προκαλουμένην ὑπὸ τοῦ παρὰ τῷ ἐν τῷ νομῷ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐπιθεωρητοῦ, πρὸς πλήρωσιν εἴτε θέσεως χηρευούσης, εἴτε σχολικῆς ἀνάγκης.» Δύναται νὰ ὑπάρξῃ διάταξις σαφεστέρα; Ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις; ὁ ἐπιθεωρητὴς ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου εἶχε πληρώσει τὰς θέσεις, μετὰ ταῦτα δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ κρίνῃ πόσοι δημοδιδάσκαλοι πρέπει νὰ ἦναι. Περὶ τούτων ἀποφασίζει τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὅμως ἀκόμη δὲν συνῆλθεν. Ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοδιδασκάλων, ἀκούσατε τί λέγει τὸ ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκει): «Ἐν τοῖς κοινοῖς δημοτικοῖς σχολείοις διδάσκει εἷς μὲν δημοδιδάσκαλος, ἂν φοιτῶσιν ἐν αὐτοῖς μαθηταὶ μὴ πλείονες τῶν ὀγδοήκοντα, δύο δὲ, ἂν φοιτῶσι πλείονες, καὶ τρεῖς, ἂν φοιτῶσι πλείονες τῶν ἑκατὸν τεσσαράκοντα, καὶ τέσσαρες, ἂν φοιτῶσι πλείονες τῶν διακοσίων.» Τὸ δὲ ἄρθρον 8 λέγει: «Τὸ σχολεῖον διευθύνει ὁ κατὰ βαθμὸν ἀνώτερος διδάσκαλος, ἢ ὁ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀρχαιότερος μεταξὺ τῶν ἰσοβαθμίων...» Ἀλλ’ ἔχω ἀναφορὰς, καθ’ ἃς δημοδιδάσκαλοι ἀρχαιότεροι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ὑπηρετῶσιν ὑπὸ νεωτέρους. Οἱ ἀδικούμενοι δύνανται νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ λάβωσι τοὺς μισθούς των. Ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς ἔκαμεν ὑπαινιγμὸν εἰς τὴν ἔκθεσίν του προσωπικὸν ἐναντίον μου καὶ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον. Τὸν εἶχον ἀπολύσει ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὡς διευθυντὴν τοῦ ἐν Λαρίσῃ Διδασκαλείου, συνεπείᾳ ἐπανειλημμένων ἐκθέσεων καὶ ἐπιθεωρητῶν καὶ τοῦ νομάρχου. Εἶχε περιεστῆ εἰς διχοστασίαν πρὸς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Διδασκαλείου καὶ πρὸς ὅλας τὰς ἀρχὰς ἐν Λαρίσῃ. Ἐν καιρῷ ἐξετάσεων εἶχε συντάξει πρωτόκολλον, δι’ οὗ ἀνέτρεπε πᾶσαν τὴν τῶν συναδέλφων του καὶ τῶν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς βαθμολογίαν, καὶ εἶχον περιεστῆ τὰ πράγματα εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἢ ἔπρεπε νὰ ἀπολύσω ὅλους τοὺς ἄλλους, ἢ αὐτόν. Ἐγὼ ἀνέθεσα εἰς ἐπιθεωρητὴν νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν, ἐκάλεσα δὲ καὶ αὐτὸν εἰς ἀπολογίαν, μετὰ τὴν ὁποίαν προέβην εἰς τὴν ἀπόλυσίν του. Ἐὰν ἀμφιβάλλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν ὀγκώδη φάκελλον, τὸν ὑπάρχοντα περὶ αὐτοῦ, — διότι ἀντηλλάγησαν περὶ τὰ ἑκατὸν ἔγγραφα — καὶ ἀφοῦ τὸν ἀναγνώσῃ, ἂς τὸν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ πεισθῇ ἕκαστος, ἐὰν καλῶς ἔπραξα, ἀπολύσας αὐτὸν, ἢ ὄχι. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι ὁ τότε ἀπολυθεὶς διευθυντὴς καταλληλότατος νὰ γείνῃ ἐπιθεωρητὴς, καὶ νὰ ἦναι καθηγητὴς ἐδῶ εἰς διάφορα σχολεῖα. Σᾶς λέγω δὲ, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἐξαιρέσει αὐτοῦ, δὲν ἔχουσιν εἰδικὰς σπουδὰς πιθανὸν νὰ ἦναι ἄριστοι γυμνασιάρχαι, ἄριστοι καθηγηταὶ, ἀλλ’ οὐδεὶς ἔχει τὴν ἐλαχίστην ἔννοιαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Μοὶ γράφουσιν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ὅπου ἐπῆγαν καὶ εἰσέρχονται εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ ἀγνοοῦσι περὶ τίνος πρόκειται.
§81ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Γυμνασιάρχαι νὰ ἀγνοῶσιν!
§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου δύνανται νὰ ἀγνοῶσιν. Ἐὰν δὲν ἔχῃ σπουδάσει τις εἰδικῶς τὰ παιδαγωγικὰ, οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχει, καὶ θὰ συμβαίνῃ εἰς αὐτὸν ὅ,τι συνέβη εἰς ἕνα τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὁ ὁποῖος, εἰσελθὼν εἰς δημοτικὸν σχολεῖον, καθ’ ἣν ὥραν ἐδιδάσκετο ἡ πραγματογνωσία, καὶ ἰδὼν τὸν διδάσκαλον δεικνύοντα εἰς τοὺς μαθητὰς γαλῆν, ἐξεῤῥάγη εἰς γέλωτας! Πάντες λοιπὸν οἱ ἐπιθεωρηταὶ εἶναι τοιοῦτοι, ἐξαιρέσει αὐτοῦ τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἔχει τοιοῦτον παρελθόν.
§83Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐντιμότατος καὶ περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂς ὑποβληθῇ ὁ φάκελλος, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι τὸν ἀπέλυσα συνεπείᾳ ἐκθέσεως. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἔντιμος, ἀλλ’ εἶπον ὅτι παρέσχε τοιαύτας ἀφορμάς. Καὶ αὐτὸς μὲν ἔχει εἰδικότητα, ἀλλ’ ἐκ τῶν λοιπῶν οὐδεὶς ἔχει τοιαύτην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου σᾶς λέγω ὅτι προεκηρύχθη διαγωνισμὸς, καὶ ἐν τῇ προκηρύξει ἀνεγράφετο ὡς τόπος διαγωνισμοῦ τὸ Βαρβάκειον· οἱ πλεῖστοι τῶν μελλόντων νὰ διαγωνισθῶσι μετέβησαν εἰς τὸ Βαρβάκειον τὸ κτίριον, παρέμεινον ἐπὶ ὥραν ὁλόκληρον, ὅτε προσέρχεται ὁ γυμνασιάρχης καὶ κατόπιν μανθάνουσιν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Βαρβακείου κτιρίου, ἀλλὰ περὶ τοῦ Βαρβακείου Λυκείου. Ὅτε δὲ μετέβησαν εἰς τοῦτο, εἶχον τελειώσει αἱ ἐξετάσεις τῶν ἰδιαιτέρων φίλων τῆς Κυβερνήσεως.
§85ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγαπῶ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων αὐτῆς, ὅσαι τυχὸν δὲν στηρίζονται εἰς τὸν νόμον, καὶ εἶμαι ἀμείλικτος διώκτης τῶν παρανομιῶν· ἀλλ’ ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἐπιῤῥίπτεται μομφὴ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀνατρέπει ὅλους τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς. Αἱ κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ μομφαὶ εἶναι ἄδικοι, διότι οὗτος εἶναι ἐκ τῶν διαπρεπεστέρων ἀνδρῶν, ὡς θέλει ἀποδειχθῆ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθησαν οἱ κατήγοροί του. Ἠκούσατε νὰ λέγηται, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νόμων οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχουν εἰς τὴν ἑρμηνείαν αὐτῶν, ἐνῷ ταῦτα εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν οἱονεὶ ἐπίσημον ἑρμηνείαν τῶν νόμων, καὶ εἶναι ὑποχρεωτικὰ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ ἐφαρμόζοντος τὸν νόμον. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς λοιπὸν εἶναι γεγραμμένον, ὅτι οἱ ἔχοντες κεκτημένα τὰ προσόντα πρὸς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις, δὲν θὰ τὰ ἀπολέσωσιν. Ὡς πρὸς δὲ τὸν κ. Μιχαλόπουλον, τὸν πρώην Διευθυντὴν τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης, ὁ νομάρχης οὐ μόνον δὲν ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἀπολύσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔπλεξε τὸν στέφανον τοῦ κ. Μιχαλοπούλου· διότι ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσει αὐτοῦ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐξετάσεων τοῦ Διδασκαλείου λέγει, ὅτι οἱ ἀγλαοὶ καρποὶ τοῦ Διδασκαλείου ὀφείλονται «εἰς τὸν ἔκτακτον ζῆλον καὶ τὴν ἀνεγνωρισμένην ἱκανότητα τοῦ διευθυντοῦ κ. Θεμιστοκλέους Μιχαλοπούλου». Ἐν τέλει δὲ τῆς ἐκθέσεως προσθέτει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «... Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἡ διατήρησις τοῦ διευθυντοῦ κ. Μιχαλοπούλου, ὅστις ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐννοεῖ νὰ ἐργασθῇ. Τοῦτο γνωρίζει ἡ καθ’ ἡμᾶς Νομαρχία καὶ ἐκ πληροφοριῶν καὶ ἐξ ἰδίας πείρας. Ἡ δὲ αἴγλη, διὰ τῆς ὁποίας ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ περιβάλλεται τὸ ἐνταῦθα Διδασκαλεῖον, καὶ ἡ λαμπρὰ ἐντύπωσις, ἣν προξενεῖ εἰς πάντας ἡ σώφρων καὶ ἀξιοπρεπὴς συμπεριφορὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, εἶναι διὰ τοὺς κατερχομένους ἐνταῦθα ὁμοεθνεῖς καὶ ἀλλοεθνεῖς οἱ καλλίτεροι κήρυκες τῆς ζωτικότητος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ συγχρόνου Ἑλληνισμοῦ.» Νομάρχης ἦτο ὁ κ. Τροχάνης. Καὶ ὅμως, ἀντὶ ἀμοιβῆς, ὁ κύριος Μιχαλόπουλος ἔλαβε τὴν παῦσίν του! Μοὶ φαίνεται ὅτι ὕστερον ἀπὸ τοιαῦτα ἐπίσημα ἔγγραφα εἶναι περιττὸν νὰ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ εἰς τοιαῦτα ζητήματα, διότι καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦμεν τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δίδομεν πολλὴν πίστιν εἰς τὰς καταγγελίας τὰς προερχομένας ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης.
§86ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἦναι ἕωλα τὰ καταγγελλόμενα.
§87ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ καθῆκον νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Λαρίσης ἐλειτούργησεν ἄριστα, καὶ ἐκεῖθεν ἐξῆλθον οἱ ἄριστοι τῶν διδασκάλων. Ὅταν ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἐπαύθη, ἐλυπήθη ὅλη ἡ κοινωνία. Τὸν ἀντεκατέστησε δὲ, ὅταν ἦλθεν ὡς Ὑπουργὸς ὁ κ. Εὐταξίας, εἷς ἐκ Λαμίας, ὅστις λέγεται ὅτι ἦτο καὶ συγγενής του, ἐπὶ τῆς διευθύνσεως τοῦ ὁποίου παρέλυσε τὸ Διδασκαλεῖον.
§88ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἔχετε λάθος, κύριε συνάδελφε, νὰ παραβάλλητε κἄν τὸν κ. Ζαγκογιάννην πρὸς τὸν κ. Μιχαλόπουλον.
§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, εἶπόν τι ὡρισμένον κατὰ τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, εἶπον ὅτι ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του εἶχε περιστῆ εἰς παραλυσίαν τὸ Διδασκαλεῖον Λαρίσης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ φέρῃ ὁλόκληρον τὸν φάκελλον, καὶ θὰ ἴδητε ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν αὐτῷ ὑπὸ ἔποψιν διοικήσεως. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν κ. Ζαγγογιάννην, διαβεβαιῶ ὅτι οὐδὲν ψευδέστερον τοῦ ὅτι ἐγὼ συνδέομαι μετ’ αὐτοῦ διὰ συγγενείας. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν τὸν διώρισα, μοὶ ἦτο ἐντελῶς ἄγνωστος, τὸν διώρισα δὲ, διότι εἶχον ἀναγνώσει τὰς περισπουδάστους πραγματείας αὐτοῦ περὶ ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἶδον ὅτι εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ τὴν ἐκπαιδευτικὴν κίνησιν καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, καὶ ὁ ὁποῖος ὑπέδειξε μέχρι τοῦδε τὰς καταλληλοτέρας μεταῤῥυθμίσεις διὰ πραγματειῶν, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ τιμήσωσιν αὐτὸν καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Τοιοῦτος εἶναι ὁ Ζαγγογιάννης, ὁ ἀντικαταστήσας τὸν Μιχαλόπουλον. Ἐγὼ ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι εἶχον τὰς ἀρίστας συστάσεις παρ’ ἄλλων προσώπων περὶ τοῦ κ. Μιχαλοπούλου. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἀπήλαυε τῆς εὐνοίας καὶ ἐκτιμήσεως πολὺ ὑψηλῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς ἐμὲ, ἐγὼ ὅμως, ἐπιθυμῶν νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου, παρεῖδον πάσας τὰς συστάσεις, πάσας τὰς παρακλήσεις καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου καὶ φίλου συναδέλφου κ. Πετροπουλάκη, ὁ ὁποῖος θερμῶς μοὶ συνέστησεν αὐτόν. Ἐγὼ παρέβλεψα πάντα ταῦτα, καὶ εὔχομαι νὰ ὑποδείξῃ ἐπὶ τῶν 6,200 μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ ὑποδείξῃ μίαν ἔκθεσιν τοιαύτην, ὁποίας ἐγὼ ὑπέβαλον ἐπὶ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐνήργησα. Ἀπέλυσε τοὺς κρατίστους τῶν καθηγητῶν, τοὺς ἀρίστους τῶν δημοδιδασκάλων, χωρὶς οὐδεμίαν ἔκθεσιν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, χωρὶς οὐδεμίαν καταγγελίαν νὰ λάβῃ, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον παράπονον παρά τινος ν’ ἀκούσῃ...
§90ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ὑμεῖς ἔχετε νὰ δείξητε τὰς πλαστὰς αἰτήσεις (θόρυβος).
§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγένετο ἐπανειλημμένως λόγος, ὅτι ἐγὼ ἔκαμα μεταθέσεις διὰ πλαστῶν αἰτήσεων. Τοῦτο ἀπεκάλεσα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν, προκαλούμενος, ν’ ἀποκαλέσω αἰσχρὸν καὶ ἐπονείδιστον ψεῦδος, αἰσχρὰν καὶ ἄτιμον συκοφαντίαν. Ἐπὶ τῶν μεταθέσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα, συνεπείᾳ αἰτήσεων 700 περίπου τὸν ἀριθμὸν, προεκάλεσα νὰ μοὶ ὑποδείξωσιν ἑνὸς καὶ μόνου καθηγητοῦ ἢ διδασκάλου διάψευσιν, ὅτι δὲν εἶχεν ὑποβάλει αἴτησιν. Καὶ πότε προέβην εἰς τοιαύτην πρόκλησιν; ὅταν δὲν ἤμην πλέον Ὑπουργός. Καὶ οὐδεμίαν τοιαύτην διάψευσιν ἠδυνήθησαν νὰ μοὶ ἐπιδείξωσιν. Εἶχον λοιπὸν καὶ τότε δικαίωμα νὰ εἴπω, καὶ νῦν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι αἰσχρὸν καὶ ἐπονείδιστον ψεῦδος τὸ τοιοῦτον, αἰσχρὰ καὶ ἄτιμος συκοφαντία.
§92ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Εἶναι ψεύδη αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε ἐνταῦθα, διότι σᾶς διαψεύδουσιν ἐπίσημα ἔγγραφα (θόρυβος).
§93ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν οὕτως ἐκφραζόμενον Βουλευτὴν πρέπει νὰ ἐπιβάλητε σιγὴν (θόρυβος).
§94ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ πίνακα πασῶν τῶν μεταθέσεων τῶν γενομένων ἀπὸ τοῦ 1895 καὶ ἐντεῦθεν, διότι ἐξ αὐτοῦ πράγματι θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐγένοντο μεταθέσεις οὐχὶ πέντε, δέκα, εἴκοσιν, ἀλλὰ ἑκατοστύες, ἄνευ αἰτήσεων. Θὰ καταθέσω δὲ καὶ ἐγὼ ἐπιστολὰς τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς κατωτάτης, τῆς στοιχειώδους, διὰ τῶν ὁποίων θέλει πεισθῆ πᾶς τις, καὶ ἐὰν ἐναντία ἔγγραφα προσκομισθῶσιν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι οὗτοι δὲν ὑπέβαλον τοιαύτην αἴτησιν. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν καὶ ἄλλων συναδέλφων, καθημένων εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας συναδέλφου, ἐὰν ταῦτα δὲν ἦναι ἀληθῆ.
§95ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Βεβαίως, ἀληθέστατα.
§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κ. Ζούζουλας ἐξαιρεῖται (ἱλαρότης).
§97ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πιστευτὸς, προκειμένου περὶ ζητήματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως (ἱλαρότης).
§98ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀστείων, πρόκειται περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου, καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος ἀστεΐζεται, θὰ πεισθῇ καὶ θὰ καταψηφίσῃ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§99ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως θὰ ἔπραττον τοῦτο, ἐὰν ἐφέρετε ὡρισμένην καταγγελίαν καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀπόδειξιν.
§100ΣΤΑΗΣ. Θὰ φέρω ἐγὼ καταγγελίαν καὶ ἀποδείξεις, ὅτι ἀπέλυεν ἐπὶ ἀναξιοπρεπεῖ καὶ ἀσυμβιβάστῳ διαγωγῇ δημοδιδασκαλίσσας καὶ δημοδιδασκάλους, εἶτα δὲ, παρὰ τὸν νόμον, ἐπανέφερεν αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§101ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Διαβεβαιῶ, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, ὅτι εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου μου προέβη εἰς τοιαύτην ἀπόλυσιν (Θόρυβος).
§102ΡΩΜΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι εἶναι ὥρα νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§103ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἂν διακόψωμεν, θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν μετὰ ταῦτα.
§104ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, πρὸς τί ἡ ματαία αὕτη συζήτησις;
§105ΡΩΜΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§106ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ν. Γεωργακοπούλου καὶ Ἀλεξ. Μ. Κανάρη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 40′ μ. μ.