| 4027 | Τῶν κλητήρων αʹ τάξεως | » | 80 | |
| 4028 | Τῶν κλητήρων βʹ τάξεως | » | 70 |
1896.02.22
4,057 rows · 31,678 words · 1 table · 366 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
Τῆς 22 Φεβρουαρίου 1896.
(Πέμπτη)
Ὥρα 3 καὶ 30′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προτείνω, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσίς των διὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν. Ὁ δὲ λόγος εἶναι ὁ ἀκόλουθος· διότι ἐκ τῶν πρακτικῶν ἐλλείπει τὸ κείμενον τοῦ ψηφισθέντος Κανονισμοῦ. Ὁ Κανονισμὸς, ὡς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, εἶναι νόμος, καὶ δὲν κατεχωρήθη εἰς τὰ πρακτικά.
§2ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ καταχωρηθῇ τὸ σύνολον.
§3Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ καταχωρηθῇ τὸ σύνολον, διαφέρει. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου. Ἔχω ὅμως μίαν ἄλλην παρατήρησιν, ὅτι ὡς ἐκ τῆς κοπώσεως τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ θορύβου, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτει χθὲς, κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, δὲν δύναταί τις μετὰ πεποιθήσεως νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν τελευταίαν τροπολογίαν, τὴν ἀναγομένην εἰς τὴν ἄδειαν εἰσόδου τῶν δημοσιογράφων τῶν καθημερινῶν ἐφημερίδων ἐν τῇ Βουλῇ. Ὑπῆρξάν τινες, οἱ ὁποῖοι εἶπον «ἀπεῤῥίφθη», ἄλλοι εἶπον, ὅτι ἐγένετο δεκτή, τόσον δὲ ἦτο δυσδιάκριτον, τί πράγματι ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή, ὥστε σήμερον εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας εἶδον, ὅτι ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι δὶς ἠρώτησα τὴν Βουλήν, καὶ δὶς ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν.
§5Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ Προεδρείου, καὶ μάλιστα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον καὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν τὰ Προεδρεῖα ὅλα ἀνταπεκρίθησαν καὶ ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ προθέσεως, πρόκειται περὶ ἀνακριβοῦς ἀντιλήψεως. Ὁ θόρυβος ἦτο τοιοῦτος καὶ τοσοῦτος, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφανθεῖσα ἀπέῤῥιψεν· ἴσως ἴσως τινὲς καὶ δὲν ἐνόησαν τί ἐψήφιζον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδὲν παραβλάπτεται, ἐὰν ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ σήμερον.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς εἶναι δυνατόν;
§7Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δύναται νὰ ζητηθῇ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ τὸ συζητούμενον εἶναι ζήτημα τάξεως, πρέπει νὰ ἀνακοινώσω τὴν γνώμην μου. Ἐὰν ὑπῆρχον ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν εἷς, δύο, τρεῖς, δέκα Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντελήφθησαν τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσαν τὰ πρακτικὰ καὶ τὸ ὁποῖον ἐπεκύρωσε σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι δὶς ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ καὶ δὶς ἀπεφήνατο ὅτι δὲν ἐδέχθη τὴν πρότασιν, ἐὰν, λέγω, πέντε ἢ δέκα Βουλευταὶ δὲν ἀντελήφθησαν καλῶς τὴν πρότασιν, ἐὰν αἱ ἐφημερίδες λέγωσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη τὸ ἐναντίον, δὲν εἶναι λόγος, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐρωτηθῇ ἐκ νέου περὶ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπεφάσισε, διότι οὕτω δὲν ἤθελε μείνῃ ἀπόφασις πλέον ἰσχύουσα, ἀφοῦ ἤθελεν ἀρκεῖ αἱ ἐφημερίδες μόνον νὰ δημοσιεύσωσιν ὅτι ἀπεφασίσθη τὸ ἐναντίον.
§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ἐπιχείρημά μου δὲν εἶναι, ὅτι αἱ ἐφημερίδες τὸ γράφουν, τὸ ἐπιχείρημά μου εἶναι, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τόσου θορύβου δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προτείνετε, πεισθῆτε ὅτι ἀνατρέπει ὄχι μόνον τὸν Κανονισμὸν, ἀλλὰ πᾶσαν τάξιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο θόρυβος, ἠρώτησα τὴν Βουλὴν δὶς, καὶ ἐπείσθην, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὡς ἀναγράφεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§12ΣΤΑΗΣ. Προσθέτω καὶ ἐγὼ τι εἰς ἐπίῤῥωσιν τῆς γνώμης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἤκουσα καλῶς χθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσέθηκε μάλιστα μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ τὸ τοιοῦτον, διότι χῶρος δὲν ὑπάρχει.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§14ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἤθελον νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν σχετικῶς μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, ὅστις ἐπρότεινε, νομίζω, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν μέχρι τῆς αὔριον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐν τοῖς πρακτικοῖς δὲν κατεχωρήθη τὸ κείμενον τῶν τροποποιηθέντων ἄρθρων. Ἐκ τῆς παρατηρήσεως ταύτης συνάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἰσχύουσιν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, διότι ὑπάρχει ἐν τῷ Κανονισμῷ τὸ ἄρθρον 74, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ τοῦ θέματος. Τὸ ἄρθρον 74 ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὅταν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ προσθήκην τινὰ ἢ τροπολογίαν τοῦ Κανονισμοῦ, οἱ Γραμματεῖς συναρμόζουσι τὰς μεταβολὰς ταύτας μὲ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ· τυποῦται δὲ ἐκ νέου ὁ Κανονισμὸς καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς.» Ἐκ τούτων συνάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν ἀρκεῖ ἡ καταχώρησις τῶν τροποποιήσεων ἢ τῶν προσθηκῶν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἡ ἐκ νέου τύπωσις καὶ διανομὴ τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τοὺς Βουλευτάς. Τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, τουτέστι πρέπει νὰ συναρμολογηθῇ τὸ σύνολον, νὰ τυπωθῇ ἐκ νέου ὁ Κανονισμὸς, νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, μετὰ δὲ τὴν διανομὴν ἄρχεται ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ.
§15Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ Κανονισμοῦ, ὡμίλησα περὶ καταχωρήσεως τοῦ κειμένου ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅταν δὲ εἷς τῶν συναδέλφων μοὶ παρετήρησεν, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ εἰς τὸ σύνολον, δὲν ἐπέμεινα. Ἐγὼ δὲν ὑπεστήριξα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι ὑπεστήριξα, ἀφοῦ δὲν ἐπερατώθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§16ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐνόμισα ὅτι ὑπεστηρίξατε αὐτὴν τὴν γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμα τὴν παρατήρησιν. (Μετὰ τοῦτο ἐγκριθέντα τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐν Ἀμαλιάδι σωματεῖον «Ἀδελφότης» διὰ τηλεγραφήματός του διαψεύδει τὸν πρόεδρον αὐτοῦ, τηλεγραφήσαντα ἐξ ὀνόματος τῶν μελῶν τοῦ σωματείου ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς κατήρτισα εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποτελεῖται ἐκ τῶν κ. κ. Μαυρομαρᾶ, Σιβιτανίδου, Πέῤῥου, Ταταράκη, Δάλλα, Παπαμιχαλοπούλου, Μερλοπούλου, καὶ Βαλέτα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§18ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τοῦ ἐπ’ αὐτῶν Συμβουλίου διατάξεων καὶ περὶ κανονισμοῦ τῆς ἀναπληρώσεως τῶν νομομηχανικῶν», μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 144).
§20Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον ὀνομαστικὸν τῶν ἐπιζώντων ἀξιωματικῶν τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος.
§21ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἶναι πολλοὶ αὐτοί;
§22ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν τῆς προικοδοτημένης φάλαγγος ἐξέλιπε, τῆς δ’ ἐπιτίμου ὑπάρχει ἐλάχιστος, ὅστις ἐζητήθη δι’ ἐγκυκλίου παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Εἰς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ ἐκ Λοκρίδος βουλευτὴς κ. Εὐταξίας, ὅπως καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς φακέλλους τοὺς ἀναφερομένους εἰς τὴν προμήθειαν ἐρέας καὶ ὀθόνης διὰ λινὰς περισκελίδας τοῦ στρατοῦ, ἐρωτῶ ἀπὸ ποίας ἐποχῆς ἐννοεῖ;
§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφ’ ὅτου ὑμεῖς προΐστασθε τοῦ Ὑπουργείου.
§24Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Θὰ τοὺς ὑποβάλλω προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης ἀπηύθυνε πρός με καὶ τὸν συνάδελφόν μου κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, διατὶ τὰ παρὰ τοῦ ἐν Σπάρτῃ ἀνακριτοῦ ἐκδοθέντα ἐντάλματα συλλήψεως καὶ κατασχετήρια κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Οἰνοῦντος καὶ Σελλασίας καὶ τοῦ σταθμάρχου Καστορίου δὲν ἐξετελέσθησαν, καὶ πῶς ἐκ τῶν ἐν λόγῳ κατηγορουμένων, καταζητουμένων παρὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ὁ μὲν διατελεῖ ἔτι ἀστυνόμος ἐν Βρεσθένοις τοῦ δήμου Οἰνοῦντος, ὁ δ’ ἕτερος ὑπηρετεῖ εἰς τὸ τάγμα του.» Ἐπὶ ταύτης ἀπαντῶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3772 τῆς 19 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διετάχθη ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4 ἐ. ἔ. ἐντάλματος συλλήψεως τοῦ κ. ἀνακριτοῦ τῶν ἐν Σπάρτῃ Πλημμελειοδικῶν κατὰ τοῦ Δημ. Μπαρδοπούλου, ἀνθυπολοχαγοῦ ἀστυνόμου Βρεσθένων, καὶ Σπυρίδωνος Ἀντζουλᾶ λοχίου. Ἡ διαταγὴ αὕτη ἐκοινοποιήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ Μοιραρχία Λακωνίας, εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἄνω διαταγῆς, ἀναφέρει ὅτι δὲν διετάχθη ἡ ἀναπλήρωσις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἀστυνόμου, ὅπως παραδώσῃ τοῦτον εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Σπάρτης, συνῳδὰ τῇ διαταγῇ μας, καὶ ὅτι ὁ λοχίας Σπυρ. Ἀντζουλᾶς ἐπανῆλθεν εἰς τὸ σῶμα τοῦ 8ου πεζικοῦ συντάγματος. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη τῆς Μοίρας Λακωνίας διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, σὺν τῇ παρακλήσει, ὅπως τοῦτο προβῇ ταχέως εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἀστυνόμου, συνάμα δὲ διετάχθη τὸ 8ον πεζικὸν σύνταγμα νὰ παραδώσῃ τάχιστα τὸν ἐν λόγῳ λοχίαν εἰς τὴν ἐπιτόπιον χωροφυλακήν, ὅπως προσαχθῇ ἐνώπιον τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Σπάρτης πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν.»
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν τυγχάνει παρών, διότι ἐκλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀνέμενε νὰ καταθέσῃ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μὲ παρεκάλεσε νὰ καταθέσω ἐγώ. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι ἔκθεσις τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Μπαρδοπούλου, ἀστυνόμου Βρεσθένων, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διεβίβασε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, φαίνεται ὅτι ὑπῆρξε περίεργος πλοκὴ τῶν πραγμάτων. Κατεῖχέ τις κτῆμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Τράπεζα εἶχεν ἀξιώσεις, ἡ Τράπεζα φαίνεται, ὅτι ἐπρότεινεν ἀγωγήν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἡ ὑπόθεσις ἤχθη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ εἶναι ἐκκρεμής. Ὁ Εἰσαγγελεὺς προσεκάλεσε τὸν ἀστυνόμον, ἵνα ἀποδιώξῃ τοῦ κτήματος τοὺς κατέχοντας, ἀλλ’ ὁ ἀστυνόμος, ζητήσας πληροφορίας, καὶ μαθὼν ὅτι οἱ κατέχοντες ἔχουσι δίκην πρὸς τὴν Τράπεζαν, καὶ ὅτι ἡ Τράπεζα ἐνήγαγεν αὐτοὺς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναμιχθῇ, ἀπήντησεν ἑπομένως, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ὅτι πρέπει νὰ περιμένωσιν, ἵνα ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις· ἐδίστασε δὲ περισσότερον διότι εὗρεν, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης, ὁ ὁποῖος εἶχε κληθῆ, ἵνα λάβῃ προσωρινὰ μέτρα, παρὰ τοῦ ἑτέρου τῶν διαδίκων, εἶχεν ἐκδώσει ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνώριζε τὴν κατοχὴν εἰς τὸν κάτοχον, τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ ἀπὸ τοῦ κατεχομένου κτήματος ἀποβολή. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀστυνόμος δὲν ἐξετέλεσε τὴν διαταγὴν τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐξέδωκεν ἔνταλμα συλλήψεως κατ’ αὐτοῦ. Ταῦτα ἀναφέρει ὁ ἀστυνόμος διὰ τῆς ἐκθέσεώς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ὁποίαν ἔκθεσιν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ κατατίθημι νῦν, κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ.
§26Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δηλῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπή. Πάλιν χθὲς συνήλθομεν ὁ κ. Γ. Φαρμακόπουλος, ὁ κ. Ἀλκ. Δεληγιάννης, ὁ κ. Βαρατάσης καὶ ἐγώ, ἀλλ’ ἐννοεῖτε, ὅτι ἀπαρτία δὲν ἐγένετο· καὶ σήμερον τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον σοβαρά, καὶ ἀνάγκη νὰ φροντίσῃ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως συστήσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπήν, καταρτισθησομένην ἀπὸ Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι νὰ θέλουν καὶ νὰ ἐννοοῦν νὰ ἐργασθῶσι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἐκάλεσεν ὅλας τὰς ἐπιτροπάς, καὶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἔταξε μάλιστα καὶ προθεσμίαν τριῶν ἡμερῶν.
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδίως μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὸν κλάδον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι καὶ νομοσχέδιον σπουδαιότατον, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἑταιριῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐσκόπει ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὸ Ὑπουργὸς νὰ παρακαλέσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ πληρώσῃ κενὸν ὑπάρχον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, ἕνεκα τῆς μὴ πληρώσεως τοῦ ὁποίου τυγχάνει ἐκτεθειμένη εἰς ἀληθῆ κίνδυνον ἡ ἀγαθοπιστία τῶν πολιτῶν, οἵτινες εὐλόγως ἐπιθυμοῦσι νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰ κεφάλαια αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον εἶναι σπουδαιότατον καὶ χρῄζει μελέτης, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ, ἵνα ὁ κ. Πρόεδρος συστήσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως αὕτη ἐξετάσῃ καὶ βασανίσῃ αὐτὸ καὶ καταθέσῃ ἐν καιρῷ τὴν ἔκθεσίν της.
§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν νομίζει καλὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ θὰ καταρτισθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς αὐτὴν καὶ τὰ ἄλλα δικαστικὰ νομοσχέδια;
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἄλλα δὲν χρῄζουσι τοσαύτης μελέτης, ἄλλως τε καὶ ἱκανὸς παρῆλθε χρόνος, ἀφ’ ὅτου εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλήν, θέλει κατασταθῆ δὲ ἀδύνατον νὰ συζητήσωμεν ταῦτα, ἂν παραπέμψωμεν αὐτὰ εἰς ἐπιτροπάς. Ἐγὼ ἔστερξα, ἵνα παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὰς διάφορα νομοσχέδια, ἅτινα παρεπέμφθησαν ὄντως εἰς ἐπιτροπάς, ἀλλὰ παρῆλθον εἴκοσι καὶ πέντε ἡμέραι, οὐδὲν δὲ ἐγένετο· ἂν δὲ τοῦτο συμβῆ καὶ ἐπὶ ἐκείνων, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ παραπομπή, θέλουσι παρέλθει καὶ ἄλλαι τόσαι ἡμέραι, μεθ’ ἃς ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ μὴ ἦναι παροῦσα ἡ Βουλή, ἵνα συζητήσῃ αὐτά.
§31ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ σχηματισθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή, ἔχωμεν δὲ ἐνώπιόν μας σπουδαιότατα δικαστικὰ νομοσχέδια, ὧν ἐξαίρω ἓν καὶ μόνον, τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, τὸ ὁποῖον ἅπτεται σπουδαιοτάτου ζητήματος τῆς κοινωνίας, καλὸν εἶναι νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς αὐτὴν καὶ ταῦτα.
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ τὰ ἄλλα νομοσχέδια δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἄνευ προεξετάσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§33ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τουλάχιστον τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως καὶ τὸ περὶ ἑταιριῶν.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, αὐτὰ ἂς παραπεμφθῶσι.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν σύστασιν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τῶν νομοσχεδίων περὶ ἑταιριῶν καὶ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Βαλέτας ἔχει τὸν λόγον.
§36ΒΑΛΕΤΑΣ. Πρὸ 16 ἡμερῶν ἀκριβῶς ἀνέγνων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ κατηγγέλλετο ἀξιόποινος πρᾶξις, διαπραχθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου Ἴου, τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος. Ἡ πρᾶξις αὕτη φέρει χαρακτῆρα κακουργήματος, καὶ κακουργήματος ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, ὅταν διαπράττωνται ὑπὸ δημοσίας ἀρχῆς, πρέπει προπάντων καὶ ἐξαιρετικῶς νὰ καταδιώκωνται...
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζετε ποῖον βαθμὸν ἔχει ὁ ἀστυνόμος αὐτός;
§38ΒΑΛΕΤΑΣ. Ἀνθυπολοχαγοῦ, νομίζω... Παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, βεβαιῶν αὐτὸν, ὅτι ἡ καταγγελία εἶναι σοβαρὰ καὶ ἀξία πίστεως, διότι προέρχεται παρ’ ἀνθρώπων ἐντίμων καὶ ἐκ τῶν προυχόντων τοῦ τόπου, νὰ πράξῃ ὅ,τι τὸ καθῆκον ἐπέβαλλεν, ἀλλὰ 16 ἡμέραι παρῆλθον ἔκτοτε, καὶ δυστυχῶς οὐδὲν ἐγένετο, δεικνύον ὅτι αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ ᾐσθάνθησαν τὴν σοβαρότητα τῆς πράξεως ταύτης καὶ ἐπεζήτησαν τὴν τιμωρίαν τοῦ ἀδικήσαντος. Ἔκτοτε ὅμως ἔλαβον καὶ ἄλλας πληροφορίας περὶ τοῦ ἀνθρώπου τούτου, καὶ ἀναγκάζομαι, ἂν καὶ οὐδέποτε σχεδὸν περὶ τοιούτων ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος, νὰ τὰς ἐκθέσω δι’ ὀλίγων. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ἅμα ἀποβιβασθεὶς εἰς τὴν πατρίδα μου Ἴον, ἐζήτησεν ἕνα ἄνθρωπον, ἵνα μεταφέρῃ τὰ πράγματά του εἰς τὴν ἐν τῇ κωμοπόλει κατοικίαν του, πραγματικῶς δ’ ἐπαρουσιάσθη προθύμως εἷς, ὁ ὁποῖος τὸ ἔπραξεν· ὅταν δ’ οὗτος ἐξετέλεσε τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν καὶ ἐστέκετο ἵνα πληρωθῇ, τὸν ἠρώτησεν ὁ ἀξιότιμος αὐτὸς ἀξιωματικὸς, διατὶ στέκεται· τῷ ἀπήντησε: «διὰ νὰ πληρωθῶ τὸν κόπον μου». «Θέλεις καὶ παράδες;» ἀπαντᾷ ἐν ὀργῇ, καὶ ἀμέσως ἀρχίζει νὰ τὸν ξυλοκοπῇ ἀνηλεῶς! Δεύτερον: Μίαν ἡμέραν ἤθελε ν’ ἀποστείλῃ ὀλίγας δραχμὰς διὰ χρηματοδέματος εἰς τὴν Σίκινον, νῆσον κειμένην πλησίον τῆς Ἴου· ἐζήτησε τὸν πράκτορα τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας τῆς νέας, τῆς ἑδρευούσης ἐν Σύρῳ, καὶ τὸν ἠρώτησεν, ἂν δύναται νὰ στείλῃ τὸ χρηματόδεμα τοῦτο· ὁ πράκτωρ τῷ εἶπε «προθύμως νὰ τὸ ἀποστείλω, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται κατὰ τὴν τελευταίαν ἐγκύκλιον τῆς ἑταιρίας νὰ πληρώσητε τὸ ἀντίτιμον τοῦ ναύλου»· ὁ ἀστυνόμος ἤρχισεν ἀμέσως νὰ τὸν ὑβρίζῃ χυδαιότατα, τὸν συλλαμβάνει ἀπὸ τὸ αὐτί, ὡς λέγουσι, τὸν στέλλει εἰς τὸ κρατητήριον καὶ τὸν κρατεῖ σχεδὸν ὅλην τὴν ἡμέραν. Ὁ οὕτω ὑβρισθεὶς καὶ ἀδικηθεὶς εἶναι γέρων 73 ἐτῶν, σεβάσμιος, πρώην δήμαρχος καὶ εἷς τῶν τὰ μάλιστα ἀξιοτίμων οἰκοκυραίων τοῦ τόπου. Τὸ τρίτον κατόρθωμά του, τὸ καὶ σπουδαιότερον, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατήγγειλα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Ἐγένετο μία κλοπὴ ὀρνίθων· ἀντὶ νὰ ζητήσῃ, ὡς ἔπρεπε, δι’ ἀνακρίσεως τοὺς ἐνόχους, συνέλαβε, δὲν ἠξεύρω ὑπὸ τίνος μαντικῆς δυνάμεως ἐμπνεόμενος, ἕξ ἐντίμους ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἔκλεισεν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα, τοὺς ἐγύμνωσεν, ὡς ἦτο ὁ Ἀδὰμ ὁ πρωτόπλαστος, καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς δέρῃ διὰ βούρδουλα, κρατῶν τὴν κεφαλὴν αὐτῶν ἐπὶ μιᾶς τραπέζης τεθειμένην, καθ’ ὅλην τὴν σπονδυλικὴν στήλην! Δύο ἐξ αὐτῶν ἔπαθον ἐκ τῶν δεινῶν μαστιγώσεων καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ πάσχουν νόσον, τὴν ὁποίαν δὲν ἀναφέρω, διότι δὲν εἶναι πολὺ εὔφημος, ἀλλ’ ἡ νόσος αὕτη εἶναι δεινή, καὶ εἶναι λίαν πιθανὸν, ὅτι εἰς ὅλον τὸν βίον των αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἐὰν ζήσουν, θὰ πάσχουν δεινῶς. Νομίζω ὅτι αἱ πράξεις αὗται, τὰς ὁποίας βεβαιῶ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ λόγος μου, εἶναι ἄξιαι νὰ ἑλκύσουν τὴν προσοχὴν τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, καὶ νὰ πείσωσιν αὐτήν, ἀφοῦ παρῆλθον εἴκοσιν ἡμέραι ἀφ’ ἧς ἐτελέσθησαν, τοὐλάχιστον ν’ ἀπομακρύνῃ τὸν ἀστυνόμον τοῦτον ἐκεῖθεν, ἵνα ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὅταν ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταγγελιῶν τῶν παθόντων, μείνῃ ἐλευθέρα νὰ ἀσκήσῃ τὸ καθῆκόν της.
§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἤδη πρὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶχον σκοπὸν νὰ ἀπευθύνω παρεμφερῆ ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναφερομένην εἰς κατώτερα ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ Κάτω Πέλλῃ ἔδειραν ἀνηλεῶς δύο ποιμένας, καὶ τοὺς ἐπυροβόλησαν μάλιστα, ἐνῷ ἔβοσκον τὰ ποίμνιά των ἐντὸς τῆς ἰδιοκτησίας των, διὰ τὸν συνήθη λόγον, ὡς γνωρίζουσιν ὅσοι προέρχονται ἐξ ἐπαρχιῶν. Τὰ ὄργανα αὐτά, ὅπου ἀπαντῶσι ποίμνια, πολλάκις ἵνα πλιατσικολογήσωσι, τὸ δὴ λεγόμενον, συλλαμβάνουσι καὶ εἰς μὴ ἀπηγορευμένα μέρη τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς φορολογοῦσι· τοῦτο ἤθελον νὰ πράξωσι καὶ ἐκεῖ, καὶ ἐπειδὴ οἱ ποιμένες, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῆς ἰδιοκτησίας των, δὲν ἤθελον νὰ τοῖς δώσωσι χρήματα, τοὺς ἐξυλοκόπησαν καὶ τοὺς ἐπυροβόλησαν. Ἔχουν παρέλθει ἤδη τρεῖς ἑβδομάδες, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν φαίνεται ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ παράσχῃ ἀκόμη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς δεούσας πληροφορίας, ὅπως ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἰς τὴν Βουλήν. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλην τινὰ σχετικὴν ἐπερώτησιν. Ὁ τέως ἀστυνόμος Ἀταλάντης κατώρθωσε νὰ παραπλανήσῃ πτωχήν τινα κόρην, δεκαπενταετῆ τὴν ἡλικίαν μόλις, καὶ τὴν ἀπήγαγεν ἐξ Ἀταλάντης, ἐπωφελούμενος οἰκογενειακοῦ της δυστυχήματος· ὁ πατήρ της, ὑπερεβδομηκοντούτης, ἐκρατεῖτο εἰς τὰς φυλακὰς διὰ χρέος· κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ πατρός της κατώρθωσε ν’ ἀποπλανήσῃ αὐτὸ τὸ κοράσιον τὸ μικρὸν, ὅταν δὲ μετετέθη ἐκ τῆς Ἀταλάντης, νὰ τὸ ἀπαγάγῃ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ νὰ τὸ περιαγάγῃ εἰς τὴν Λαμίαν, Στυλίδα, Χαλκίδα, ὅπου μάλιστα πρὸς ἐμπαιγμὸν ἐκάλεσε καὶ τὴν μητέρα της, — ἡ ὁποία τὸν ἠπείλει, ὅτι ἤθελε τὸν καταγγείλει, — ἵνα τελέσῃ δῆθεν τὸν γάμον· ἀφοῦ ὅμως μετέβη ἡ μήτηρ της ἐκεῖ, ἀφῆκε καὶ τὰς δύο εἰς τὸ ξενοδοχεῖον ἐπί τινας ἡμέρας, διαβουκολῶν αὐτάς, ὅτι θὰ τελεσθῇ ὁ γάμος, καὶ μετέβη εἰς τὴν θέσιν του, εἰς τὰ Ψαχνὰ, καὶ τὰς ἀφῆκεν ἐκεῖ ἐρήμους, ἄνευ ὀβολοῦ! Τὸ γεγονὸς δύναμαι νὰ βεβαιώσω, διότι δὲν ἔχω μόνον πληροφορίας παρὰ τῆς οἰκογενείας, ἀλλὰ καὶ παρὰ φίλων μου ἐν Ἀταλάντῃ. Ὁ περὶ οὗ λόγος ἀστυνόμος μένει ἔτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, μετατεθεὶς ἀλλαχοῦ, ὅπου θὰ ἐπαναλάβῃ ἴσως τὰ αὐτὰ καὶ ἔτι χείρονα, μειῶν οὕτω τὸ γόητρον οὐ μόνον τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει...
§40ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πῶς ὀνομάζεται;
§41ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μιχαλόπουλος. Ἀνήκει εἰς τὸ σῶμα τοῦ πεζικοῦ... Σήμερον δὲ ἀνέγνωσα εἰς τὴν ἐφημερίδα «Καιροὺς» παρομοίαν καταγγελίαν, ἡ ὁποία μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, καὶ δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἔχεται ἀληθείας, διότι ἔχει τὸ θάῤῥος μία μήτηρ νὰ καταγγείλῃ, ὅτι ἀστυνόμος ἀπεπειράθη βιασμὸν κατὰ τῆς θυγατρός της, καὶ ὅτι εἰς τὰς κραυγάς της ἔσπευσαν οἱ γείτονες καὶ ἔσωσαν αὐτήν. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ὅλως ἀνυπόστατον. Ἂν τοῦτο συνέβαινεν εἰς τὴν πατρίδα μου, δὲν θὰ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ τὸ καταγγείλωσι.
§42ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, καὶ ὡς εἷς τῶν 17 Βουλευτῶν, τῶν ὑπογραψάντων τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω ἓν παράπονον κατὰ τῆς συντάξεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν παρ’ ἡμῶν πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν, ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τρίτον κατὰ σειράν, ἀλλ’ ἐνῷ συνεζητήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν τὰ δύο προηγούμενα νομοσχέδια, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, βλέπων, φαίνεται, καταπεπονημένην τὴν Βουλήν, διέλυσε τὴν συνεδρίασιν ἀπὸ τῆς ὀγδόης ὥρας, ἐνῷ τὰς ἄλλας ἡμέρας αἱ συνεδριάσεις παρετείνοντο καὶ πέραν πολὺ τῆς 9½ μ. μ. Τὴν ἐπαύριον ἦτο πάλιν ἐγγεγραμμένον τρίτον κατὰ σειράν, ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον ἦτο προσκεκλημένον εἰς τὰ Ἀνάκτορα, καὶ διελύθη ἐνωρὶς ἡ συνεδρίασις. Τὴν μεθεπομένην εἴχομεν τὸ ζήτημα τοῦ Χαμμερστάϊν, καὶ δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Χθὲς ὅμως εἶδον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνεγράφη ἔννατον, σήμερον δέκατον, καὶ αὔριον θὰ κατακυλίσῃ ἴσως εἰκοστόν. Καὶ ἐν τούτοις οἱ συμπολῖταί μου εὑρίσκονται, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς πενίας καὶ τοῦ μαρασμοῦ, καὶ ἀναμένουσι παρ’ ἡμῶν τὴν σωτηρίαν αὐτῶν, ἐλπίζοντες ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλουσιν ὑποστηριχθῆ αἱ τιμαὶ τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ θέλει βελτιωθῆ ἡ κατάστασις αὐτῶν. Ἔχομεν ἑπομένως ἐντολὴν παρ’ αὐτῶν νὰ ἐπιμείνωμεν ὅλαις δυνάμεσιν εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν, ὅπως προταχθῇ τοῦτο παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δέκα, ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν;
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἤθελεν ἀρκέσει εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν καὶ φίλον μου κ. Παπαδιαμαντόπουλον ἡ πληροφορία, ὅτι, ἂν τὰ νομοσχέδια περὶ σταφίδος καὶ τὰ συναφῆ πρὸς ταῦτα περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν δὲν ἔχωσι τὸν πρῶτον ἀριθμὸν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τοῦτο εἶναι, οὐχὶ διότι τὸ κατεπεῖγον αὐτῶν παρεγνωρίσθη, ἀλλὰ διότι ἀνεγνωρίσθη, ὅτι καὶ ἄλλα ἐξ ἴσου κατεπείγοντα νομοσχέδια ὑπάρχουσιν· ἔστω δὲ βέβαιος ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε, θέλουσι συζητηθῆ τάχιστα καὶ εὐθὺς ὡς περατώσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προταθεισῶν μετοβολῶν τοῦ Κανονισμοῦ καί τινων ἄλλων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§45ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον. Δὲν ἀμφέβαλλον ποσῶς περὶ τῶν διαθέσεών του.
§46ΡΑΖΕΛΟΣ. Ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπεβλήθη πρό τινων ἡμερῶν νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ πίνακος τῶν ἐνόρκων, τοῦ καταρτισθέντος διὰ τὸ Κακουργοδικεῖον Καλαμῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, ἀλλὰ δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἐργασίαι τοῦ Κακουργοδικείου τούτου ἀργοῦσιν ἀπὸ τὸν Ἰανουάριον μῆνα, καὶ τούτου ἕνεκεν ἥ τε δικαιοσύνη παραβλάπτεται, ὡς καὶ τὰ συμφέροντα τῶν δύο νομῶν Μεσσηνίας καὶ Λακωνίας, πολλοὶ δὲ κατάδικοι κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς Καλαμῶν, θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγραφῇ τοῦτο ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον, καθόσον δὲν ἔχει τις, φρονῶ, καὶ ἀντίῤῥησιν κατ’ αὐτοῦ.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔστε βέβαιος, ὅτι αὔριον θὰ καταταχθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων.
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκ Πατρῶν ἔλαβον ἀναφορὰν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως τὴν καταθέσω εἰς τὸ γραφεῖον, Δασκαλοπούλου τινὸς, ὅστις παραπονεῖται ὅτι ὑπεξηρέθη δικογραφία τις αὐτοῦ ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν. Ἰσχυρίζεται ὅτι, ὡς ἐπισπεύδων δανειστὴς, εἶχεν ἐκθέσει εἰς πλειστηριασμὸν οἰκίαν τοῦ ὀφειλέτου του. Ὁ συμβολαιογράφος μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πίνακος ἀπέστειλεν αὐτὸν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν πρὸς ἐπικύρωσιν μετὰ τῆς δικογραφίας. Ἡ δικογραφία παρεδόθη εἰς χεῖρας τοῦ γραμματέως, ὅστις κατεχώρισεν αὐτὴν ἐν τῷ βιβλίῳ. Ἔκτοτε ὑπεξῃρέθη αὕτη. Ἀλλ’ ἐν τῇ δικογραφίᾳ εὑρίσκοντο καὶ οἱ τίτλοι τῶν δικαιωμάτων του, ἐνῷ τὸ τίμημα εἶχεν ἤδη καταθέσει ὡς πρῶτος πλειοδότης. Περὶ τούτου ἀνεφέρθη πολλάκις εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, ἀλλ’ οὐδὲν ἔπραξεν. Ἀνεφέρθη καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδὲν ἐγένετο. Ἤδη ἀπευθύνεται εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ, διότι εἶναι ἀπελπιστικὸν νὰ ἀπόλλυνται, νὰ ὑπεξαιρῶνται οἱ τίτλοι τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ὅταν οὗτοι, ὑποχρεούμενοι ἀπὸ τοὺς νόμους, κατέθηκαν αὐτοὺς εἰς χεῖρας τῶν ἀρχῶν.
§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ, ὅπως δημοσιευθῇ ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν ἀπὸ Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ὁ πίναξ τῆς γενικῆς ληψοδοσίας ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου καὶ ἐντεῦθεν. Ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγνωσα μετά τινας ἡμέρας τὴν μίαν τῶν καταστάσεων, ἀλλὰ τὸν πίνακα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας δὲν εἶδον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δεδημοσιευμένον. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατάξῃ τὴν δημοσίευσιν τοῦ πίνακος τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, διότι οἱ παρακολουθοῦντες τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου μόνον ἐκ τοῦ πίνακος τούτου δύνανται νὰ πορίζωνται τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, διότι, ὡς γνωστὸν, ἡ μία τῶν καταστάσεων τούτων ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ἑτέρα δὲ περιλαμβάνει τ’ ἀποτελέσματα καὶ τῶν προηγουμένων προϋπολογισμῶν. Ἵνα ἄρα ἔχῃ τις πλήρη τὴν εἰκόνα τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χρηματικῆς τοῦ δημοσίου ταμείου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ καὶ τὰς δύο ταύτας καταστάσεις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ πίνακος τῆς ληψοδοσίας εἰς προηγουμένην ἐποχὴν δὲν ἐδημοσιεύετο· ἐγένετο περὶ τούτου συζήτησις, ἐξ ἧς ἀπεδείχθη ἡ χρησιμότης του, καὶ κατωρθώθη μετὰ πολλὰ ἔτη νὰ ἔχωμεν τακτικὴν τὴν δημοσίευσιν τοῦ πίνακος τούτου, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου διεκόπη. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατάξῃ τὴν ἐξακολούθησιν.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν του, διέταξα τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ν’ ἀσχοληθῇ πρὸς παρασκευὴν καὶ δημοσίευσιν τοῦ ζητουμένου πίνακος· ἀλλ’ οὗτος δὲν συνεκέντρωσεν εἰσέτι πάσας τὰς πληροφορίας, πιστεύω δὲ, ὅτι προσεχῶς θέλει περατώσει τὴν ἐργασίαν, ὅπως αὕτη δημοσιευθῇ.
§51ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὤφειλε νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου διατὶ ἐπὶ τόσον χρόνον ἐβράδυνε, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναμένῃ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος. Πρόκειται περὶ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Διευθυντὴν, καὶ τοῦτο παρέλιπε. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν πάντοτε συνεπείᾳ ἐπερωτήσεων πρέπῃ νὰ περιμένωμεν ν’ ἀναγνώσωμεν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὸν πίνακα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου διὰ μίαν παράλειψιν καθήκοντος.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἔχει δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος νὰ ἐπιτιμήσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν βραδύτητα αὐτῆς περὶ τὴν δημοσίευσιν τῶν χρηματικῶν λογαριασμῶν, δὲν ἔχει δικαίωμα ὅμως ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὰς σχέσεις τὰς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ νὰ λέγῃ τί ἔπρεπε νὰ πράξω καὶ τί δὲν ἔπρεπε νὰ πράξω. Ἐὰν ἐγνώριζεν ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅτι ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ κατὰ τοὺς ἓξ μῆνας ἐτελέσθη ἐργασία ὑπεράνθρωπος, διότι ἐδημοσιεύθησαν οἱ ἀπολογισμοὶ δύο ἐτῶν καὶ εἷς γενικὸς λογαριασμὸς, ἤθελε γνωρίζει, ὅτι τὸ προσωπικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προσωπικοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπεφέραμεν, μόλις ἐπαρκεῖ εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων του. Ἐν τούτοις παρήγγειλα νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ παρασκευὴ τοῦ χρηματικοῦ τούτου λογαριασμοῦ, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θέλουσι δημοσιευθῆ οἱ πίνακες.
§53ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπέμβω εἰς τὰς σχέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἠθέλησα μόνον νὰ ὑποδείξω ὅπερ ἔχει καθῆκον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ζητήσῃ λόγον παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου διὰ τὴν παρατεινομένην παράλειψιν ἑνὸς καθήκοντός του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἐδικαιολόγει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, λέγων ὅτι δῆθεν εἶχε πλεῖστα ἄλλα ἔργα καὶ δὴ τὴν σύνταξιν τῶν ἀπολογισμῶν. Ἀλλὰ «καὶ τοῦτο ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνο μὴ ἀφιέναι». Δὲν ἔπρεπε νὰ παραλίπῃ τὰς λοιπὰς ἐργασίας. Ἡ τρέχουσα ὑπηρεσία εἶναι ἀκριβῶς ἡ σύνταξις καὶ δημοσίευσις τοῦ πίνακος τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, καὶ πρέπει νὰ προηγῆται αὕτη πάσης ἄλλης. Ἐὰν δὲν ἐπαρκῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, δὲν πρέπει νὰ αἰτιᾶται ἡμᾶς· διότι, ὅταν τῇ προτάσει αὐτοῦ ἡ Βουλὴ ἐψήφιζε τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφῃρεῖτο μέγα μέρος τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἵνα καταρτίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἡμεῖς παρετηρήσαμεν ὅτι τοῦτο θὰ γείνῃ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος μᾶς διεβεβαίωσεν ὅτι τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑπολειφθῆ εἰς αὐτὸ, θὰ ὑπερήρκει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του. Ἰδοὺ ὅμως, ὅτι αὐτὸς προσέρχεται καὶ ἐπιβεβαιοῖ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μας, λέγων ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δὲν ἐπαρκεῖ.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπεκύρωσα τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κατὰ 30 χιλιάδας περίπου δραχμῶν, ἀφοῦ ἐπείσθην ὅτι διὰ τοῦ ὑπολοίπου προσωπικοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐξετέλεσε κατ’ αὐτὰς τοσαύτας καὶ τοιαύτας ἐργασίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ γινώσκῃ, μόλις δὲ μέρος αὐτῶν εἶναι γνωστὸν διὰ τῶν κατατεθέντων ἀπολογισμῶν. Ἐὰν ἐβράδυνεν ἡμέρας τινὰς ἡ δημοσίευσις τῶν χρηματικῶν λογαριασμῶν, ἡ βραδύτης αὕτη δὲν θὰ παραταθῇ ἐπὶ πολύ.
§55ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως αἴτησίν μου περὶ προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων διὰ τὴν πίστωσιν ἐκείνην τῶν 24,000. Ἐκ τῶν προτέρων ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσω διατὶ ἀποδίδω σημασίαν καὶ ἐπιμένω. Ἀναγκάζομαι νὰ ἀναφέρω ταῦτα, διότι πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀγνοοῦσι τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μεριμνήσῃ, ἐὰν ὑπολείπηται μέσον τι εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως παλαίσῃ κατὰ τῆς ἀπαιτήσεως ἐκείνης. Προσθέτω ὅτι οὐδόλως θέλω μεμφθῆ τοὺς ἀντιδίκους τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ὑπεράσπισιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, διότι πᾶς διάδικος ἔχει δικαίωμα τοιοῦτον. Ἕν ἄλλο εἶναι περιεργότατον εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἥτις ἔχει ἱστορίαν 20 ὁλοκλήρων ἐτῶν, ὁ τρόπος ὁ πρωτότυπος, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ ὑπεράσπισις τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο ἔχει κἄτι τι τὸ πρωτοφανὲς, καὶ πρέπει νὰ ἐκτεθῇ, ἵνα φωτισθῇ ἡ Βουλή. Ἀνάγκη λοιπὸν τῆς προσαγωγῆς τῆς ἀποφάσεως. Ἐγὼ κατ’ οὐσίαν ἐθεώρησα ὀρθὴν τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Παρνασσίδος κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἦτο ἀνεπαρκὴς ἡ προσαγωγὴ μιᾶς ἀποφάσεως. Ὁ Ὑπουργὸς πρόκειται νὰ προσαγάγῃ περὶ τὰς 15 ἀποφάσεις, ἀπὸ τοῦ 1875 καὶ ἐντεῦθεν· κάμνω δὲ τὴν ὑπόμνησιν τῆς ἱστορίας τῆς ὑποθέσεως, ἵνα προσέξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μήπως παραλειφθῇ ὁλόκληρος φάκελλος, ἐν ἀγνοίᾳ του βεβαίως. Ὁ Σινανιώτης εἶχεν ἐναγάγει τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ ἔτος 1875... Ἀκούω παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι εἶναι προγενεστέρα ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἱστορίαν ἀπὸ τοῦ 1875, διὰ νὰ ἔχωμεν εἰκοσαετίαν, διότι εἰκοσαετία εἶναι ἀπὸ τότε. Ἐζήτει ὁ κ. Σινανιώτης 10,963 δρ. αὐτὸς, καὶ ἄλλας 5,482 ὁ Παπαζαφειρόπουλος, ὡς ἐκδοχεὺς τῶν δικαιωμάτων ἄλλου. Ἐπρόκειτο περὶ ἀποζημιώσεως διὰ κατάληψιν οἰκοπέδων. Ἐξεδόθησαν λοιπὸν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 2513 τοῦ 1875 ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1905 τοῦ 1875 ἀπόφασις τοῦ ἐφετείου, κατεδικάσθη δὲ τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν δρ. 10,963. Ἀλλ’ ὁ Ἀθανάσιος Σινανιώτης ὤφειλεν ἀνώτερον ποσὸν εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ Δημόσιον λοιπὸν ἐξέδωκε δύο ἐντάλματα ἐπὶ συμψηφισμῷ. Ὁ Σινανιώτης ἀνέκοψε τὴν ἐκτέλεσιν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως, ὑπ’ ἀριθ. 635 τοῦ 1882, ἀποῤῥίπτουσα τὴν ἀνακοπήν. Ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἐκοινοποιήθη. Κατόπιν ὁ Σινανιώτης ἐξεχώρησε τὴν ἀπαίτησιν εἰς τὴν σύζυγόν του...
§56ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ζητεῖτε νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος καὶ τότε νὰ συζητήσητε τὴν ὑπόθεσιν;
§57ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἐζήτησα, ἀλλὰ δὲν κατετέθη.
§58ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Τότε περιορίσθητε εἰς τὸ νὰ ζητήσητε τὸν φάκελλον. Δεκαπέντε φορὰς διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν! Δὲν ἔχομεν ἄλλο τίποτε νὰ κάμωμεν ἐδῶ, παρὰ νὰ χάνωμεν τὸν καιρὸν διὰ τὸν Σινανιώτην;
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
§60ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τί νὰ κάμωμεν καὶ νὰ μὴ διακόπτωμεν; Ἐπερώτησις εἶναι αὕτη, ἢ συζήτησις;
§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠκούσαμεν τίποτε.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χατζόπουλε, δὲν ἀκούεσθε.
§63ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, καὶ ἀνέφερα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητῶ.
§64ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι δικαίωμά σας.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐνόησα πῶς ἐτελείωσε τὸν λόγον του ὁ κ. Βουλευτὴς (πρὸς τὸν κ. Χατζόπουλον). Ἐτελειώσατε τὸν λόγον σας;
§66ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴχετε εἰσέλθει εἰς τὴν διήγησιν τῶν δικῶν, καὶ ἐνόμισα ὅτι θὰ ἐξακολουθήσητε, διὰ νὰ τελειώσητε.
§68ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε δίκαιον. Ἐγὼ ἤκουσα τὴν προτροπὴν τῶν διακοψάντων με συναδέλφων, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ καταγράψω τὴν σειρὰν τῶν ἀποφάσεων. Εἶναι τῷ ὄντι μία σειρὰ ἀποφάσεων.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν διῴκουν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἐδικάζοντο αἱ διάφοροι δίκαι, εἴτε τῆς οἰκογενείας Σινανιώτου κατὰ τοῦ Δημοσίου, εἴτε τοῦ Δημοσίου κατὰ τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας Σινανιώτου. Ὅταν ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον συμβόλαιον συνωμολογημένον μεταξὺ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ τῶν δικαιοδόχων μελῶν τῆς οἰκεγενείας Σινανιώτου, καὶ κατὰ τὸ συμβόλαιον τοῦτο ὑπεχρεοῦτο τὸ Δημόσιον νὰ ἀποτίσῃ αὐτοῖς 24 χιλιάδας δραχμῶν. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τοῦ συμβολαίου τούτου προετάθησαν δισταγμοὶ ὑπό τινος ὑπαλλήλου, ὅτι κακῶς ὑπελογίσθη ἡ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν κ. Σινανιώτην εἰς τοσοῦτον ποσὸν, διότι τὸ Δημόσιον εἶχε καὶ ἄλλας ἀξιώσεις κατὰ τοῦ κ. Σινανιώτου, τὰς ὁποίας δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ συμβολαίου ὑπεσχέθη νὰ καταβάλῃ εἰς τὸν κ. Σινανιώτην, ἔπεμψα τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ δικαστικὸν τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἁρμόδιον νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἵνα κρίνῃ ἐὰν ἦναι βάσιμοι οἱ δισταγμοὶ τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου. Τὸ δικαστικὸν τμῆμα, διὰ τοῦ νομικοῦ συμβούλου κ. Πετροπούλου, ἐκπληροῦντος ἔργα δικαστικοῦ συμβούλου, μοὶ ἔπεμψεν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαίου, ὅτι διὰ τοῦ συμβολαίου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη μεταξὺ Δημοσίου καὶ Σινανιώτου, πᾶσαι αἱ κατὰ τῆς οἰκογενείας Σινανιώτου ἀξιώσεις καὶ δίκαι τοῦ Δημοσίου κατηργήθησαν. Ὅθεν τὸ Δημόσιον κατήργησε πᾶσαν ἀξίωσιν κατὰ τοῦ Σινανιώτου, καὶ ὁ Σινανιώτης κατήργησε πᾶσαν ἀξίωσιν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῇ πληρωμῇ τῶν 24 χιλιάδων δραχμῶν. Ὅθεν ὤφειλον νὰ ὑπογράψω καὶ ὑπέγραψα τὴν ἐντολὴν, ἵνα πληρωθῇ τὸ ποσόν. Ὑμεῖς ἐκάμετε λόγον περὶ τούτου καὶ ἀνεφέρατε τὰ ὑπὸ ἐφημερίδων δημοσιευθέντα ἐπὶ τῆς προτάσεως ἡμῶν, διὰ τῆς ὁποίας εἴχετε ζητήσει τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλλου· ἀντεῖπον δὲ, οὐχὶ διότι διστάζω νὰ καταθέσω τὸν φάκελλον, εἴτε ἀρνοῦμαι νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, λόγῳ ὅτι ζημιοῦνται ἐκ τούτου δημόσια συμφέροντα, ἀλλὰ διότι ὑπέλαβον, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τῆς σοβαρότητος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐφημερίδες ἔγραψαν, κατακρίνουσαι τὴν ψῆφον αὐτῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας τῆς πιστώσεως, οἱ ψηφοφορήσαντες καὶ κατακρινόμενοι ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων κύριοι Βουλευταὶ νὰ ζητῶσι τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἀπαντήσωσιν ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς τὰ ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων δημοσιευθέντα, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δημοσιογραφεῖ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται νὰ ἀναιρέσωσι τὰ τυχὸν μὴ ὀρθῶς δημοσιευθέντα περὶ αὐτῶν, αὐτοὶ ἀπαντῶσι διὰ τῶν ἐφημερίδων, οὐχὶ δὲ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπειδὴ δὲ ζητεῖ σήμερον τὸν φάκελλον, ἐγὼ θέλω καταθέσει αὐτὸν, ἀλλὰ ὑπολαμβάνω, ὅτι καταθέτω τὸν φάκελλον δι’ ἄλλον σκοπὸν, σκοπὸν γενικὸν, οὐχὶ πρὸς διάψευσιν τῶν γραφέντων ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Καταθέτω τὸν φάκελλον, ἵνα μελετήσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ αὖθις καὶ κρίνωσιν ἂν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ πρὸς ἐξέτασιν τῆς διεξαγωγῆς τῶν διαφόρων δικῶν. Διότι ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι ἐν πλήρει ἀνικανότητι διὰ νὰ ἐξετάσω ἂν καλῶς διεξήχθησαν πᾶσαι αἱ δίκαι. Ὁ νόμος ἀνέθηκε τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἐπιμελεῖται τῆς διεξαγωγῆς τῶν δικῶν. Ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν καλῶς ἐγένετο ἡ ὑπεράσπισις τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου δὲν παρήτησεν ἢ δὲν παρέλιπε νὰ ὑπερασπισθῇ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν ἐκτεθειμένον εἰς τὴν διαστροφὴν, εἰς τὴν στρεψοδικίαν, ἐγὼ βεβαίως καταθέτω τὸν φάκελλον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, δηλαδὴ οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν ἵνα ἀναιρεθῶσι τὰ ὑπὸ ἐφημερίδων γραφέντα, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν ἵνα ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ τὰ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν δικῶν καὶ λάβῃ οἱονδήποτε ἐγκρίνῃ μέτρον.
§70ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶχον καὶ λόγον τυπικὸν διὰ νὰ ζητήσω τὸν φάκελλον, διότι ἐγὼ εἶχον ἀποκρούσει πρότασιν περὶ προσαγωγῆς ἐγγράφων.
§71ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ ὑποσχεθῇ τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλλου...
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§73ΡΑΛΛΗΣ. Τότε θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ ἁρμοδίως καὶ τὴν προχθὲς γενομένην δήλωσιν ἐκ μέρους τοῦ Πάνου Σινανιώτου περὶ παραιτήσεως ἐκ τῆς τοῦ πατρός του κληρονομίας.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο δήλωσις;
§75ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον;
§77ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· παρὰ τῷ γραμματεῖ τῶν Πρωτοδικῶν. Ὁ Πάνος Σινανιώτης, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διαφύγῃ τὸν συμψηφισμὸν τοῦ ποσοῦ πρὸς τὰ ἀνεγνωρισμένα χρέη τοῦ πατρός του, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη διὰ τοῦ συμβολαίου τοῦ συμβιβασμοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον οὐδεμίαν φέρει εὐθύνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προέβη εἰς δήλωσιν παρὰ τῷ γραμματεῖ τῶν Πρωτοδικῶν πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν...
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν;
§79ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα... διὰ τῆς ὁποίας παραιτεῖται τῆς κληρονομίας τοῦ πατρός του. Οὕτω νομίζει, ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ τῷ ἀντιταχθῇ ὁ συμψηφισμὸς πρὸς χρέη ὑφιστάμενα τοῦ πατρός του.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον τὴν ἐπιθυμίαν σας, διὰ νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὰ ἔγγραφα, διότι αὐτὰ δὲν εἶναι ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ παραίτησις εἶχε γείνῃ;
§82ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶχε γείνῃ ἡ παραίτησις· εἶχε γείνῃ ἀποδοχὴ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπογραφῆς.
§83ΒΟΖΙΚΗΣ. Τῷ Σινανιώτῃ ἐπεδικάσθη τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὡς ἐκδοχεῖ τῶν δικαιωμάτων τῆς μητρός του, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκχωρηθῆ τὸ ποσὸν αὐτὸ παρὰ τοῦ πατρός του. Δὲν τὸ λαμβάνει ὡς κληρονόμος, μολονότι εἶναι εὔκολον νὰ προσαχθῶσι καὶ τὰ ζητούμενα ἔγγραφα. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, σὺν τῇ προσαγωγῇ τοῦ φακέλλου, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ νὰ προσαχθῶσι καὶ ἀντίγραφα τῶν ἑκάστοτε ὑποβληθεισῶν προτάσεων τῶν διαφόρων πληρεξουσίων τοῦ Δημοσίου ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν αἱ διάφοροι ἀποφάσεις περὶ ὧν πρόκειται, διότι ἐκεῖθεν θέλει ἐξαχθῆ ἐπακριβῶς ποῖαι εἶναι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου, ποῖαι ἀπαιτήσεις προὐτάθησαν πρὸς συμψηφισμόν, καὶ ποῖαι ἀπαιτήσεις εἶναι ὑπαρκταὶ ἢ ἀνύπαρκτοι, ἢ ἂν δύνανται ἢ δὲν δύνανται νὰ προταθῶσι σήμερον εἰς συμψηφισμόν, καὶ ποῖαι ἀπεκλείσθησαν κατὰ τὸν νόμον. Ἄνευ τῶν προτάσεων τῶν πληρεξουσίων τοῦ Δημοσίου καὶ κυρίως τῶν νομικῶν συμβούλων κ. κ. Ἀντωνοπούλου καὶ Μακκᾶ καὶ τοῦ δικηγόρου κ. Μοσχοβάκη, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν ἐὰν ἐγένετο τελεία ἡ ὑπεράσπισις τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἢ ἐὰν δικαιοῦται ἢ δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸ ποσὸν τῶν 24,000 μόνον, ἢ καὶ ἀνώτερον, ὁ κ. Σινανιώτης.
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἡ ὑπηρεσία δὲ τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δικαστικοῦ τμήματος ὀφείλει νὰ συγκεντρώσῃ ποριζομένη αὐτὰ ἐκ γραφείων ἄλλων ἀρχῶν, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, τόν τε κ. ἐξ Εὐρυτανίας καὶ τὸν κ. ἐκ Κυνουρίας, νὰ δηλώσωσι γραπτῶς ἐν ἀκριβείᾳ, ποῖα ἔγγραφα ἐπιθυμοῦσι νὰ καταθέσωμεν, ποῖα δὲ νὰ πορισθῶμεν ἐξ ἄλλων ἀρχῶν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κόρπας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§86ΚΟΡΠΑΣ. Πρό τινος χρόνου ὑπεγράφη σύμβασις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Νέας Ἀτμοπλοΐας, τουτέστι τῆς Συριανῆς λεγομένης Ἑταιρίας. Πόσων ἀγαθῶν ἐγένετο πρόξενος ἡ σύμβασις αὕτη, μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσι μέρη, οἷα αἱ νῆσοι αἱ ἀποτελοῦσαι τὴν ἐπαρχίαν Κέας, δύνανται νὰ ἐννοήσωσιν. Ἀλλ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις — καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω — ὑπῆρξε συνεπὴς καὶ ἐπεδείξατο δραστηριότητα καὶ προθυμίαν περὶ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, τόσον ἀτυχῶς ἡ Ἑταιρία δὲν τηρεῖ τὰς ἑαυτῆς ὑποχρεώσεις, καὶ ἐνῷ εἶναι ὑποχρεωμένη ἐκ δρομολογίου, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐθεωρήθη καὶ τῇ συγκαταθέσει τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθη, νὰ προσεγγίζῃ εἰς τὰς νήσους τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐνταῦθα, δὶς τῆς ἑβδομάδος, οὔτε ἅπαξ κατὰ δεκαπενθημερίαν προσεγγίζει. Δὲν ἐννοῶ ὅτι ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἑταιρίας ἢ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἀμελεῖ ἢ ἔχει ἄλλους λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν διατάσσει τὴν προσέγγισιν· ἐξ ἐναντίας τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἐξ ἀνδρῶν κηδομένων τῶν συμφερόντων τῆς Ἑταιρίας καὶ σεβομένων τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἔνιοι τῶν πλοιάρχων ἔχουσι τὰς οἰκογενείας αὐτῶν ἐν Σύρῳ, καὶ ἐπιθυμοῦντες, ὅταν ἀναχωρῶσιν ἐκ Πειραιῶς, νὰ φθάσωσι μίαν ὥραν ἀρχήτερα εἰς Σῦρον, παραλείπουσι τὴν προσέγγισιν ἰδίως τῆς Κύθνου, τὴν ὁποίαν διὰ νὰ ἐκτελέσωσιν, ὀφείλουσι νὰ λοξοδρομήσωσι κατά τι. Εἶναι ἐπίσης βεβαιωμένον, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἴσχυεν ἡ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῆς Πανελληνίου Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας σύμβασις, τὸ δρομολόγιον τοῦτο ἐτηρεῖτο ἀνελλιπῶς — καὶ τὸ λέγω πρὸς ἔπαινον καὶ τῆς Ἑταιρίας καὶ πρὸ πάντων τοῦ ἀτμοπλοίου, τοῦ μικροῦ καὶ πεπαλαιωμένου ἐκείνου, νομίζω, τῆς «Πάρου», τὸ ὁποῖον ἐξετέλει τὰς γραμμὰς ταύτας, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ πλοίαρχος ὁμολογουμένως, ὡς ἀληθὴς στρατιώτης καὶ πραγματικὸς ναύτης, οὐδέποτε οὐδεμίαν ἔκαμε παράλειψιν ἀπὸ τοῦ νὰ προσεγγίσῃ. Τὸ δρομολόγιον ἐτηρεῖτο ἀνελλιπῶς μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν συνήφθη ἡ νέα σύμβασις μετὰ τῆς Νέας Ἀτμοπλοΐας. Ὑποθέτω ὅτι οἱ πλοίαρχοι προφασίζονται, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ νῆσος Κύθνος κεῖται ἀπέναντι τοῦ Καφηρέως, ὅταν πνέῃ βόρειος ἄνεμος, ἀποβαίνει αὐτοῖς δύσκολος ἡ προσέγγισις. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι πρόφασις, διότι ὁ πλοίαρχος, ἐπαναλαμβάνω, τῆς «Πάρου» τῆς Πανελληνίου Ἑταιρίας, ὁ κύριος Μυλωνᾶς, πάντοτε, μὲ οἱονδήποτε καιρὸν, προσήγγιζεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπικρατῶσι βόρειοι ἄνεμοι, εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ προσεγγίζωσιν εἰς ἄλλον λιμένα ἀσφαλέστατον, τὸν λεγόμενον τοῦ Μερίχου. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἰδίως ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐπεδείξατο, ἐπαναλαμβάνω, τοσαύτην προθυμίαν καὶ τοσοῦτον ζῆλον διὰ τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως ταύτης, δύναται νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Ἑταιρίας, ὥστε ἢ νὰ ἐπιβάλῃ πρόστιμον, προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ καταστατικοῦ, εἰς τοὺς ἀμελοῦντας νὰ προσεγγίζωσι πλοιάρχους, ἢ νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραλείπωσι τὴν προσέγγισιν ταύτην, προσεγγίζοντες, ὅταν ὁ καιρὸς δὲν ἐπιτρέπῃ, εἰς τὸν ἕτερον λιμένα, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσα. Εἶναι δὲ τοῦτο πολὺ εὔκολον, διότι μόλις ἀναχωρήσῃ τὸ ἀτμόπλοιον ἐκ Πειραιῶς, δύναται νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὴν Κύθνον, ὅτι ἡ προσέγγισις γενήσεται εἰς τὸν λιμένα τοῦ Μερίχου, ὅστις πραγματικῶς εἶναι ὁ λιμὴν τῶν λουτρῶν. Μάλιστα δὲ μετ’ ὀλίγον θὰ γείνῃ ἔναρξις τῶν λουτρῶν, καὶ ἑπομένως εἶναι πολὺ πιθανὸν, ὅτι θὰ προσέλθωσιν ἐκεῖ πολλοὶ ἄνθρωποι, χάριν τῆς χρήσεως τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων τῆς Κύθνου, καὶ τότε ἡ παράλειψις θὰ ἦναι ἐπιβλαβεστέρα. Ὁ εἷς τῶν δήμων τῆς Κύθνου, ὁ δῆμος Δρυοπίδος, κατοικεῖται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ ἀνθρώπους βιομηχάνους, τῶν ὁποίων τὰ ἐννέα δέκατα ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἀγγειοπλαστικὴν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Ἀθήναις, καὶ ἑπομένως ἔχουσι μεγίστην ἀνάγκην, καταλείποντες τὰς οἰκογενείας των εἰς τὸν δῆμόν των, νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἄμεσον μετ’ αὐτῶν ἐπικοινωνίαν. Ἄλλως τε καὶ ἡ ἐπαρχία μου ὑπάγεται δικαστικῶς εἰς τὴν Σῦρον, καὶ ἔχουσιν ἐπίσης ἀνάγκην οἱ ἄνθρωποι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Σῦρον. Ὅταν λοιπὸν τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, ἐκλείπῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ παραπονῶνται. Τοιοῦτον δὲ παράπονον μοὶ ὑπέβαλον πολλάκις, ἀλλὰ τελευταῖον νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔλαβε γνῶσιν τῶν παραπόνων τούτων. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, παρακαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἵνα σέβηται πλειότερον τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς.
§87ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἡ Νέα Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία Σύρου διὰ τῆς συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς, διότι πλὴν τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας καὶ τὸ ὁποῖον δύναται εὐκόλως νὰ διορθωθῇ, ἀρκεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἐν τῇ συμβάσει ῥητῶς ἀναφερόμενος ὅρος, καθ’ ὃν ἐλαττοῦται ἡ ἀποζημίωσις, ἐὰν ἡ προσέγγισις δὲν γένηται, λαμβάνει χώραν καὶ ἄλλη καταστρατήγησις τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας. Ἡ τοιαύτη καταστρατήγησις γίνεται καὶ εἰς ἄλλους λιμένας, ἀλλ’ ἰδίως ἐν τῇ ἐμῇ ἰδιαιτέρα πατρίδι. Ἡ Ἑταιρία εἶναι ὑπόχρεως, ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος νὰ ἔχῃ πλοῦν καθόδου, καὶ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος πλοῦν ἀνόδου. Ἀμείβεται δὲ δι’ ἑκάστην προσέγγισιν ἰδιαιτέρως καὶ κατὰ μίλιον, ὡς γνωστόν. Ἐν τούτοις ἡμεῖς ἐν Κυθήροις ἔχομεν μίαν μόνον καθ’ ἑβδομάδα προσέγγισιν, ἡ ὁποία λογίζεται καὶ ὡς ἄνοδος καὶ ὡς κάθοδος, διότι τὸ αὐτὸ ἀτμόπλοιον, εὐθὺς ὡς προσεγγίσῃ εἰς Κύθηρα ἐκ Πειραιῶς, ἐπανέρχεται ἐκεῖθεν εἰς Πειραιᾶ, καὶ οὕτω θεωρεῖται ὡς συντελεσθεὶς καὶ ὁ τῆς ἀνόδου καὶ ὁ τῆς καθόδου πλοῦς, λαμβάνει δὲ ὁλόκληρον τὴν ἀποζημίωσιν ἡ Ἑταιρία, ἐνῷ ἐκτελεῖ μίαν μόνον καθ’ ἑβδομάδα προσέγγισιν, καὶ ἡ κατὰ μίλιον ἀποζημίωσις εἶναι οὕτω διπλασία τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως ὁρισθείσης. Συμβαίνει δὲ οὕτω οὐ μόνον νὰ ζημιοῦται τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ νὰ στερῆται ἡ νῆσος συγκοινωνίας καὶ πρὸς τὰ δυτικὰ μέρη τῆς Πελοποννήσου. Ἵνα τουτέστι μεταβῇ τις ἐκ Κυθήρων εἰς Γύθειον, πρέπει, ἐκ Κυθήρων νὰ ἔλθῃ εἰς Πειραιᾶ, καὶ ἐκεῖθεν νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς Γύθειον! Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ ζητήσῃ τὴν θεραπείαν τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον οὐσιωδῶς παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων.
§88ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τοῦτο, προσθέτω καὶ ἐγὼ, ὅτι παρόμοια παράπονα μοὶ διεβιβάσθησαν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μου, ὡς πρὸς τὴν ἀτελῆ καὶ ἀμελῆ ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς εἰρημένης Ἑταιρίας· καὶ οὐχὶ μόνον αὕτη ἀμελεῖ τοῦ νὰ ἐκτελῇ τοὺς ἑβδομαδιαίους πλόας, τοὺς ὁποίους διὰ τῆς συμβάσεως ἀνέλαβε νὰ ἐκτελῇ, ἀλλ’ ἐνίοτε, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτής, μόνον κατὰ τὴν κάθοδον προσεγγίζει εἴς τινας λιμένας, ἐνῷ εἶναι ὑποχρεωμένη καὶ κατὰ τὴν ἄνοδον νὰ προσεγγίζῃ εἰς αὐτούς. Προστίθημι λοιπὸν κἀγὼ τὰ παράπονά μου εἰς τὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς εἰρημένης Ἑταιρίας καὶ ὑποχρεώσῃ αὐτὴν νὰ ἐκπληροῖ τοῦ λοιποῦ ἀνελλιπῶς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε.
§89Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὰ αὐτὰ παράπονα ἔχομεν ὅλοι.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον;
§91ΤΟΜΑΝ. Ἀναγνωρίζω ὅτι δικαιοῦνται οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ ἐγείρωσι παράπονα διὰ τὴν μὴ τακτικὴν προσέγγισιν τῶν ἀτμοπλοίων τῆς Ἑταιρίας εἰς ἃ μέρη αὕτη ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συμβάσεως νὰ προσεγγίζῃ, καὶ δικαιολογῶ τὴν μέριμναν αὐτῶν, νὰ ἐφιστῶσι τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως τελῶνται τακτικώτερον αἱ προσεγγίσεις, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οὔτε ἡ Ἑταιρία ἔχει εὐθύνην τινὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὔτε εἰς τοὺς πλοιάρχους δύναται ν’ ἀποδοθῇ τὸ πταῖσμα. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, αἱ μεγάλαι τρικυμίαι, αἵτινες ἐπεκράτησαν τελευταῖον, καὶ τὸ ἀλίμενον τῶν μερῶν, ὅπου ἔπρεπε νὰ προσεγγίσουν, καὶ αἱ πολλαὶ χιόνες ἐπέφερον τὰς καθυστερήσεις ἀλλὰ εἰς τὰ ἀδύνατα οὐδεὶς εἶναι ὑπόχρεως.
§92ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ μεγάλη ποσότης τῆς καταπεσούσης χιόνος ἠμπόδισε τὰ ἀτμόπλοια νὰ ἐκτελέσωσι τακτικῶς τὰς προσεγγίσεις αὑτῶν. Ἀλλ’ εὐχαριστίας μᾶλλον ὀφείλω νὰ ἐκφράσω πρὸς τὸν πλοίαρχον, τὸν διευθύνοντα τὸ ἀτμόπλοιον τὸ ἐκτελοῦν τοὺς μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Κυθήρων πλόας, τοὐναντίον δὲ νὰ καταγγείλω τὸ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρίας, τὸ ὁποῖον κατεστρατήγησε τὴν σύμβασιν, τὴν μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, καὶ οὕτως οὐ μόνον ἡ πατρίς μου ἐστερήθη ἑβδομαδιαίας συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον ἐξαπατώμενον καταβάλλει διπλᾶ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τέλη.
§93Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ πέλαγος τὸ ἀπὸ Βόλου μέχρι Σκιάθου δὲν ἔχει ποτὲ τρικυμίαν. Τώρα δὲν ἠξεύρω, ἂν τὰ πολλὰ χιόνια ἐπάγωσαν τὴν θάλασσαν καὶ δὲν ἀφῆκαν τὰ ἀτμόπλοια νὰ ὑπάγωσι μέχρι Σκιάθου. Ὑποχρεωτικὴ γραμμὴ εἶναι ἡ μέχρι Σκιάθου, ἀλλ’ ὁ πλοίαρχος ἦλθε μέχρι Βόλου, τὸ δὲ ἀτμόπλοιον διέμεινεν ἐκεῖ ἐπὶ δύο ἡμέρας, διὰ νὰ συναγωνισθῇ πρὸς ἄλλην Ἑταιρίαν, καὶ προφθάσῃ νὰ φορτώσῃ ὀλίγα βώδια περισσότερα. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐπληρώθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διὰ ταξείδιον ἀποστάσεως 90 μιλίων! Ἀφήνω δὲ, ὅτι οἱ ναῦλοι διὰ τὰς ἀγόνους γραμμὰς εἶναι διπλοῖ, καὶ οὕτω πως αἱ ἄγονοι γραμμαὶ κατέστησαν γονιμώτεραι ἀπὸ τὰς γονίμους, διότι ἐκτὸς τοῦ διπλοῦ ναύλου λαμβάνουσι καὶ ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὸ Δημόσιον.
§94ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἡ παράλειψις τῶν πλόων τῆς ἐν λόγῳ Ἀτμοπλοΐας εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Γνωρίζω καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐπὶ ἑβδομάδας, ἐπὶ μῆνας δὲν κατορθώνουν νὰ φθάσουν συμπολῖταί μου ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Μῆλον, ἡ ὁποία ἔχει τὸν ἀσφαλέστερον λιμένα τῆς Μεσογείου. Ὥστε δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναβληθῇ ὁ πλοῦς δι’ ἔλλειψιν λιμένος, καὶ διὰ τοῦτο παραπονοῦμαι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ μὴ συμβαίνωσι τὰ τοιαῦτα τοῦ λοιποῦ.
§95Δ. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν θὰ ἐκφράσω παράπονον κατὰ τῆς Ἑταιρίας, διότι ἡ Ἑταιρία προσεγγίζει τακτικὰ εἰς τὰ Κύθηρα, ἐνῷ ἄλλοτε συνέπιπτε νὰ παρέλθῃ μὴν ὁλόκληρος πολλάκις καὶ νὰ μένωμεν ἐστερημένοι συγκοινωνίας. Κατὰ τοῦτο μόνον ἔχει δίκαιον ὁ συνάδελφος, ὅτι στερούμεθα συγκοινωνίας πρὸς τὸ μέρος τοῦ Γυθείου, ἀλλὰ καὶ τοῦτο θὰ διορθωθῇ, διότι τὸ δρομολόγιον αὐτὸ εἶναι προσωρινόν.
§96ΣΤΑΗΣ. Ὡς γνωστὸν, ἡ καταβαλλομένη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀποζημίωσις εἶναι ἀνάλογος τῆς ἀποστάσεως, τουτέστιν ἀποζημιοῦται ἡ Ἑταιρία κατὰ μίλιον διὰ τὰς ἀγόνους αὐτῆς προσεγγίσεις. Ὀφείλει δὲ νὰ διατηρῇ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος μίαν προσέγγισιν ἀνόδου καὶ μίαν καθόδου. Ἀλλ’ ἡ Ἑταιρία ἐν Κυθήροις ἐκτελεῖ μίαν μόνον προσέγγισιν καθ’ ἑβδομάδα, τὴν ὁποίαν λογίζει καὶ ὡς ἀνόδου καὶ ὡς καθόδου, οὕτω δὲ, ἐνῷ λαμβάνει διπλῆν τὴν ἀποζημίωσιν, στερεῖ τὸν τόπον μιᾶς ἑβδομαδιαίας συγκοινωνίας. Διὸ παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι νόμιμον.
§97ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου περὶ τοῦ ἀστυνόμου Οἰνοῦντος, καταθέτων τὴν ἀναφορὰν τῆς Μοίρας Λακωνίας, ἥτις διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω νὰ προβῇ ἐπὶ τέλους τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἐν λόγῳ ἀστυνόμου.
§98ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβάλω διάταγμα περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ ἀστυνόμου τούτου. Δὲν ὑπέβαλον μέχρι τοῦδε τοιοῦτον, διότι ὁ ἐν λόγῳ ἀστυνόμος διευθύνει δύο ἀστυνομίας, καὶ πρέπει νὰ εὑρεθῇ ὁ ἀντικαταστάτης αὐτοῦ.
§99ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ ἐν τούτοις, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, νὰ προσαχθῇ ἡ ἀναφορὰ τῆς Μοίρας Λακωνίας. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εὐηρεστήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξ ὀνόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ, παρατηρῶ ὅτι ἐξ αὐτοῦ προκύπτει ἀκριβῶς ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐθεώρησα ἔκτροπον τὴν διαταγὴν τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ἔγγραφον τὸ κατατεθὲν ἐξ ὀνόματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἔγγραφον ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἀστυνόμου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν 25 Δεκεμβρίου, καὶ ζητεῖ, ὅπως εὐαρεστηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἐπισημειωματικοῦ ἐγγράφου ἀποστέλλει τὴν αἴτησιν αὐτὴν τοῦ ἀστυνόμου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦν αὐτὸ, ὅπως διατάξῃ τηλεγραφικῶς τὰ δέοντα, πρὸς διαλεύκανσιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως. Ἕως ἐδῶ φθάνουν τὰ πράγματα, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τί διέταξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ κατὰ πόσον εἶναι ἀληθὲς τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐξέθηκαν, καὶ ἂν ἐλήφθη πράγματι ἡ δικογραφία καὶ κρατεῖται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἐντεῦθεν παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὴν διαταγὴν, δι’ ἧς ἐζητήθη ἡ δικογραφία, καὶ πρὸς τούτοις νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εὑρίσκεται ἡ δικογραφία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ἂν ἐπεστράφη.
§100ΚΡΙΤΣΑΣ. Μοὶ γράφουσιν οἱ ἐν Λαμίᾳ καπνοπῶλαι, ὅτι τὸ ἐκεῖ ταμεῖον στερεῖται ἀπό τινος φυλλαδίων σιγαροχάρτου ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προσκολλῶνται εἰς τὰ ἡμίση κυτία καπνοῦ· πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πολλὰς δυσκολίας παρεμβάλλει εἰς αὐτούς. Μοὶ γράφουσιν ἐπίσης, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ ἤδη γίνεται χρῆσις σιγαροχάρτου ἐν γένει ποιότητος κακίστης, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν ὑγείαν τῶν καπνιστῶν βλάπτει, καὶ τὰ καπνὰ τῆς Λαμίας, τὰ τόσον εὔγευστα, ὑποτιμᾷ. Ἐπικρατεῖ μάλιστα ἡ ἰδέα, ὅτι οὐχὶ μόνον νῦν, ἀλλ’ ἀπὸ πολλοῦ ἤδη γίνεται χρῆσις σιγαροχάρτου, ὅπερ ἡ ὑπηρεσία κατέσχε κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, ὡς ἐκ λαθρεμπορίας προερχόμενον. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, καλὸν εἶναι νὰ παύσῃ, διότι ἀναξιοπρεπὲς εἶναι διὰ τὸ Κράτος νὰ ἐπιδιώκῃ κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον κέρδος εὐτελές. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῶν δύο τούτων ζητημάτων.
§101ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ περὶ πυρείων ὑποβάλλονται πανταχόθεν πλεῖστα ὅσα παράπονα...
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν πρώτοις εἰς οὐδεμίαν σχεδὸν ἀποθήκην εὑρίσκει τις πυρεῖα ἀσφαλείας. Εἶναι δὲ γενικὸν παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πάντες, ὅσοι ποιοῦνται χρῆσιν πυρείων. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόθεν ἡ ἔλλειψις αὕτη. Τὰ πυρεῖα προμηθεύει ἡ Ἑταιρία τῶν Ἐργοληψιῶν, δυνάμει τῆς μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως συμβάσεως. Προέρχεται τοῦτο ἐξ ἐλλείψεως τῆς συμβάσεως αὐτῆς; ἢ ἐξ ἄλλου λόγου; Ὁπωσδήποτε ὅμως πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις μέτρα, ὅπως οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλονται εἰς αὐτὴν τὴν ἀφόρητον φορολογίαν, νὰ πληρώνωσι δηλ. χάριν αὐτῶν τῶν πυρείων φόρον 300 καὶ 400%, ἔχωσι τοὐλάχιστον πρόχειρον τὴν εὐκολίαν πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης.
§104ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι οἱ καπνοπῶλαι Γυθείου δι’ ἀναφορᾶς των παρεκάλεσαν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἀποστείλῃ μηχάνημα κοπῆς καπνοῦ ἐν Γυθείῳ, διότι ἐν Γυθείῳ ὑπάρχουσι δύο καὶ μόνον καπνοπωλεῖα, τὰ ὁποῖα καταναλίσκουσι καπνὸν 1500 ὀκάδες κατὰ μῆνα. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐπαρκῶσιν οἱ ὑπάρχοντες ἐκεῖ καπνοκόπται εἰς τὴν κοπὴν τόσου καπνοῦ. Συνεπῶς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς μηχανῆς ζημιοῦται τὸ Δημόσιον οὐκ ὀλίγα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἀποστολὴν μηχανῆς κοπτικῆς καπνοῦ, καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου καὶ χάριν τῶν φορολογουμένων καπνοπωλῶν. Πιστεύω δὲ, ὅτι θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν ἀποστολὴν, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν ἐν Σύρῳ τοιαῦτα μηχανήματα ἀργοῦντα, ὡς πλεονάζοντα.
§105ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν σχετικὸν ἔγγραφον ὡς πρὸς τὰ πυρεῖα. Τινὲς ἀποδίδουσι τὴν αἰτίαν τοῦ κακοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ἄλλοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐλπίζω ὅτι διημείφθησαν ἔγγραφα. Αὐτὰ τὰ ἔγγραφα νὰ κατατεθῶσι.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν πρόκειται περὶ ἐλλείψεως πυρείων ἐν ταῖς ἀποθήκαις, βεβαίως θέλω ἐξετάσει καὶ θέλω δώσει πληροφορίας, διότι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν μοὶ κατηγγέλθη ἔλλειψις· ἂν ὅμως πρόκειται περὶ ποιότητος τῶν πυρείων, δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δυστυχῶς αἱ ῥῆτραι τῆς συμβάσεως εἶναι τοιαῦται, ὥστε εἰς τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὴν Διοίκησιν κατὰ τὴν εἰς τὰς ἀποθήκας παράδοσιν τῶν πυρείων παρὰ τῶν κατασκευαστῶν οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ὑπάρχει ἢ μόνον νὰ ἀποῤῥίπτωσι τὰ πυρεῖα, τὰ ὁποῖα νομίζουσιν ὅτι δὲν εἶναι καλά, ἢ νὰ ζητῶσι νὰ συμπληρῶνται τὰ κυτία αὐτῶν, ὅταν ταῦτα δὲν ἦναι πλήρη. Τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ἰσχνὸν καὶ δὲν δύναται νὰ καταστείλῃ τὰς παραβάσεις καὶ καταχρήσεις, τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐζήτησα νὰ καταστήσω ἐνεργὸν περισσότερον διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν προσώπων, διότι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν εὗρον συνεστημένην ὑπὸ τῶν προκατόχων, ἐγνωμοδότουν πάντοτε, ὅτι τὰ πυρεῖα ἦσαν καλὰ καὶ τὰ κυτία πλήρη, καθ’ ὃν χρόνον πλεῖστα παράπονα ἐγίνοντο πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς ποιότητος τῶν πυρείων, καὶ καθ’ ὃν χρόνον καὶ ἡμεῖς ἐβλέπομεν ἐν τῷ κατ’ ἰδίαν βίῳ τὴν κακὴν αὐτῶν ποιότητα. Ἐφρόντισα λοιπὸν νὰ μεταβάλω τὸ προσωπικὸν, καὶ τελευταῖον ἡ Ἐπιτροπὴ συνέθη, ἐργασθεῖσα, νὰ ἀποῤῥίψῃ κυτία πολλά, ὡς κακῆς ποιότητος, καὶ ἄλλα ὡς μὴ ἔχοντα τόσα πυρεῖα, ὅσα ἔπρεπε νὰ περιέχωσιν. Ἂν θέλητε νὰ κομίσω καὶ τὴν σύμβασιν, δύναμαι νὰ κομίσω αὐτὴν, ἀλλὰ τὴν πληροφορίαν περὶ τῆς αἰτίας, δι’ ἣν δὲν εὑρίσκονται πυρεῖα ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ἑπομένως τῆς μὴ ἐγκαίρου πληρώσεως τῶν ἀποθηκῶν, θέλω πορισθῆ καὶ ἀναφέρει εἰς τὴν Βουλήν.
§107ΚΡΙΤΣΑΣ. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι χθὲς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ κατάστασιν τῶν ἀπὸ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς μέχρι σήμερον γενομένων μεταβολῶν εἰς τὸ ἀνώτερον προσωπικὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τουτέστιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστάς. Ἐπὶ τῇ προθυμίᾳ, μεθ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω αὐτῷ τὰς εὐχαριστίας μου, λυπούμενος διότι ἐνταὐτῷ δὲν δύναμαι νὰ συγχαρῶ τῷ κ. Ὑπουργῷ καὶ ἐπὶ τῇ ἀκριβείᾳ τῆς καταστάσεως ταύτης. Τὴν κατάστασιν ταύτην, κύριοι συνάδελφοι, ἐζήτησα, οὐχὶ ἵνα κορέσω, ὡς ἤθελεν ἴσως ὑποτεθῆ, τὴν περιέργειάν μου, ἀλλ’ ἵνα ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν συζήτησιν, λαβοῦσαν χώραν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἡ ὁποία, προκαλέσασα τὴν ἐπέμβασιν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατέληξεν οὕτως, ὥστε ἐπιστεύθη, ὅτι ἐγὼ κακῶς ὑπολογίσας ἐπετέθην τότε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ὅτι διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νόμος τοῦ Κράτους τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τότε ὑποβληθὲν περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ μὲν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐσκόπει τὴν τακτοποίησιν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, καθ’ ἡμᾶς δὲ, τοὺς εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀνήκοντας, ὅλως τοὐναντίον, τουτέστι νὰ καταστήσῃ τὸ σῶμα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀκέφαλον, καὶ τοιοῦτον νὰ παραδώσῃ αὐτὸ εἰς τὰς διαθέσεις τοῦ ἑκάστοτε ἰσχύοντος κόμματος. Πολλοὶ τότε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἔλαβον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὸν λόγον· καὶ οἱ μὲν συμπολιτευόμενοι, εἴτε διότι ἐν πεποιθήσει ἐφρόνουν ὅτι τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς παρενέβαλλε προσκόμματα εἰς τὴν κανονικὴν τοῦ ἀστυνομικοῦ σώματος λειτουργίαν, εἴτε διότι ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κόμματος εἶχεν ἤδη ἀποφασισθῆ ἡ καταδίκη τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὑπεστήριξαν τὸ νομοσχέδιον δι’ ἐπιχειρημάτων ἀναλόγων, ἡμεῖς δὲ, οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, οὐχὶ ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἐκ πεποιθήσεως, κατεκρίναμεν αὐτὸ, δείξαντες ὅτι τοῦτο οὐδεμίαν βελτίωσιν τῶν τῆς ἀστυνομίας ὑπισχνούμενον, τοὐναντίον ἤθελεν ἴσως συμβάλει εἰς τὴν χαλάρωσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Πολλοὶ μάλιστα ἐξ ἡμῶν δὲν ἠμέλησαν νὰ ἐκφράσωσι καὶ τὴν μεγάλην των ἀπορίαν ἐπὶ τῇ σπουδῇ, μεθ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἐζήτει τὸν ἀκρωτηριασμὸν τοῦ σώματος τῆς ἀστυνομίας, ἐνῷ διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως αὕτη ἐπηγγέλθη τὴν ὅσον ἔνεστι τάχιον κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου. Εἷς τῶν λαβόντων τότε τὸν λόγον ἤμην καὶ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος, θερμὸς θιασώτης ὢν τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους δὲν ἀναπτύσσω, διότι δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος πρὸς τοῦτο ὥρα, κατέκρινα τὸ νομοσχέδιον· ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ μου δὲ, ἴσως μάλιστα κατά τινας καὶ ἐν τῇ ἀπειρίᾳ μου περὶ τὸ ὁμιλεῖν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, — διότι ἐνταῦθα, ὡς γνωρίζετε, πλειστάκις καὶ ἐπὶ ζημίᾳ μεγίστῃ τοῦ τόπου κρύπτεται ἡ ἀλήθεια, — δὲν ἠδυνήθην νὰ κρατήσω ὑπαινιγμόν τινα περὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τόσης σπουδῆς ἐπιζητοῦσα τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὑπαινιγμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐπεθύμει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου οὐχὶ πρὸς ἄλλον τινὰ σκοπόν, εἰμὴ πρὸς τὸ νὰ καταστήσῃ εὐχερῆ τὴν μετάθεσιν καὶ τὴν παῦσιν τῶν ἀστυνόμων, πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν κομματικῶν ἀπαιτήσεων. Καὶ ὁ ὑπαινιγμός μου ἐκεῖνος δὲν ἔμεινε καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητος, ἀλλ’ ὡς δι’ ἠλεκτρικοῦ σπινθῆρος κατεταράχθησαν αἱ τάξεις τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ ἐκινήθη κατ’ ἐμοῦ ὁ χόλος ἁπάσης αὐτῆς, ἰδίᾳ δὲ τοῦ ἀρχηγοῦ της, ὁ ὁποῖος, ἀναστὰς τότε ἀμέσως, ἀντεπεξῆλθε κατ’ ἐμοῦ διὰ μακρῶν καὶ ἐν ὑψηγορίαις, αἱ ὁποῖαι—ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω—δὲν ἀπέβησαν εἰς μάτην, διότι καὶ τοὺς τελευταίους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λόγους, δι’ ὧν οὗτος εἰρωνευόμενος μὲ συνεβούλευσε ν’ ἀλλάξω ἐθνικότητα, ὅπως οὕτως ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τῆς κατὰ τὴν φαντασίαν μου κατακλυσάσης τὸν τόπον τοῦτον διαφθορᾶς, παρατεταμένα χειροκροτήματα διεδέχθησαν, καὶ ἐμὲ, τὸν τολμήσαντα νὰ ἐκφράσω τοὺς φόβους ἐκείνους, ἠνάγκασαν νὰ παραιτηθῶ τῆς περαιτέρω συζητήσεως, διότι πτοηθεὶς ἐκ τῶν λόγων τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἐπίστευσα ὅτι οὗτος ἔλαβεν ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ τὴν πεπατημένην, ἀλλὰ νὰ καθιερώσῃ νέας ἀρχὰς, τὰς καὶ προσηκούσας, ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας. Ἐπίστευσα εἰλικρινῶς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδυθεὶς τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, ἀπεφάσισε πλέον νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον, θέτων ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του. Καὶ ἐπίστευσα τοῦτο, διότι ἦτο πλέον καιρὸς νὰ τὸ πράξῃ καὶ διότι εἶχε καὶ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα, καὶ διὰ τοῦτο, ὡς εἶπον πρότερον, παρῃτήθην τῆς συζητήσεως, καὶ ἀπεχώρησα ἀμέσως ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, λυπούμενος διότι τόσον παρώργισα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ εὐχόμενος ἀπὸ καρδίας, ὅπως μὲ διαψεύσωσι τὰ πράγματα. Ἀλλὰ τὰ πράγματα μὲ διέψευσαν; Τοῦτο θὰ τὸ ἴδωμεν ἀμέσως. Κατὰ τὴν κατάστασιν, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκεν, αἱ ἀπὸ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς μέχρι σήμερον γενόμεναι μεταβολαὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ἀστυνομίας, ἤτοι ἀπὸ τῆς 23 Ἰουνίου π. ἔ. μέχρι τῆς 20 τοῦ μηνὸς τούτου, ἀνέρχονται εἰς 538, ἐξ ὧν 261 μεταθέσεις. Ἂν λάβωμεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν ἑτέραν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ συνέταξα, ἀναδιφῶν φύλλον πρὸς φύλλον τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετρῶν μίαν πρὸς μίαν τὰς εἰς αὐτὴν καταχωρισθείσας μεταβολὰς, θὰ ἴδωμεν, ὅτι αἱ μεταβολαὶ αὗται ἀνέρχονται οὐχὶ εἰς 538, ἀλλ’ εἰς 681, ἐξ ὧν 335 μεταθέσεις. Ἴδωμεν νῦν, τί δηλοῖ ὁ ἀριθμὸς οὗτος. Ἔχομεν, Κύριοι, ἐν ὅλῳ 250 ἀστυνομικὰς περιφερείας, καὶ ὑπηρετοῦσιν ἐν αὐταῖς 320 ἢ 330 ἀξιωματικοὶ ἐν ὅλῳ· αἱ γενόμεναι δ’ ἐπὶ τῶν 330 τούτων θέσεων μεταβολαὶ ἀνέρχονται, ὡς εἶπον, εἰς 681, ὅπερ δηλοῖ, ὅτι εἰς ἑκάστην θέσιν ἀντιστοιχοῦσι δύο καὶ πλέον μεταβολαὶ, ὅπερ πάλιν μαρτυρεῖ, ὅτι τὸ σῶμα τῆς ἀστυνομίας ἀνεστατώθη. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν πρῶτον, αἱ μεταβολαὶ αὗται ἐγένοντο κανονικῶς καὶ διὰ λόγους ὑπηρεσίας, ἢ, ὡς εἶχον τότε ἐκφράσει τοὺς φόβους μου, χάριν ἀπαιτήσεων κομματικῶν, αἱ ὁποῖαι πολλάκις μὲν δύνανται νὰ προέρχωνται ἐκ σοβαρῶν λόγων, συνήθως ὅμως ὀφείλονται εἰς ἁπλᾶ τοπικὰ πείσματα;
§108ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τοῦ κ. Εὐταξία εἶναι πείσματα;
§109ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶπον οὔτε ἐπίστευσα ποτὲ, κ. συνάδελφε, ὅτι οἱ φέροντες στρατιωτικὴν στολὴν ἐστρατολογήθησαν μεταξὺ τῶν ἁγίων· τοὐναντίον μάλιστα γινώσκω, ὅτι οἱ ἀστυνόμοι εἰσὶν Ἕλληνες, μεταξὺ τῶν ὁποίων, ὡς καὶ μεταξὺ παντὸς λαοῦ, ὑπάρχουσι καί τινες, οἱ ὁποῖοι ὑποπίπτουσιν εἰς σφάλματα, παραβαίνοντες πολλάκις τὸ καθῆκόν των. Ὑμεῖς ὅμως τί ἐννοεῖτε; Εἰς τὸ διάστημα τῶν δύο ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἠθέλετε νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἓν ἢ καὶ πλείονα παράπονα ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, συνειθίσαντες εἰς τὴν ἀναρχίαν, βαρέως φέρουσι τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ἡ ἀστυνομία αὕτη, καταστήσασα τοὺς νόμους σεβαστούς; ἢ τάχα λησμονεῖτε, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν παραπόνων εἰσὶν ἀβάσιμα καὶ ἀνύπαρκτα, καὶ ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρξῃ καὶ παράπονόν τι δίκαιον, τοῦτο μεγαλοποιοῦμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ κολακεύσωμεν τὸν παραπονούμενον κομματάρχην μας; Καὶ ἀπορεῖτε, λέγω, ἂν μεταξὺ τῶν τριῶν χιλιάδων ἀτόμων, τῶν ἀποτελούντων τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, εὑρέθησαν δέκα, εἴκοσι, πεντήκοντα, ἢ καὶ ἑκατὸν, τὰ ὁποῖα παρέβησαν τὸ καθῆκόν των! Τί τούτου φυσικώτερον; Ἀλλὰ ἐνῷ ὑμεῖς καταγγέλλετε ἐνταῦθα καθ’ ἑκάστην τόσα παραπτώματα τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, εἴπετέ μοι, παρακαλῶ, πότε ταῦτα κατηγγέλθησαν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ἀποδειχθέντα δὲν ἐκολάσθησαν; Ἂν τοῦτο ἐγένετο, ὁ πόλεμός σας πρέπει νὰ στραφῇ κατὰ τῶν δικαστηρίων καὶ οὐχὶ κατὰ τῆς ἀστυνομίας. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι ἐκ τῶν ἀριθμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἐπιδέχονται ἀμφιβολίαν, μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὰς μεταθέσεις ταύτας προέβη χάριν τῆς ὑπηρεσίας ἢ χάριν τοῦ κόμματος;
§110Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Χάριν τῆς ὑπηρεσίας βεβαίως.
§111ΚΡΙΤΣΑΣ. Χάριν τῆς ὑπηρεσίας, λέγει ὁ ἐκ Σκοπέλου κ. συνάδελφος· καὶ τὸ λέγει μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς ἐφαντάσθη προχθὲς, ὅτι ἦτο εὔκολον νὰ εὑρεθῇ ἀστυνόμος ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἁλιείαν τῶν ἰχθύων τοῦ θήλεος γένους (θόρυβος καὶ διακοπαί). Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, διατὶ ὁ κ. συνάδελφος δὲν κόπτεται ἐξ ἴσου, ὅπως ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον καὶ ἀπὸ τῶν νομαρχῶν, ἐνῷ εἷς ἐκ τούτων ἐνέκρινε τὴν τόσῳ περίεργον διακήρυξιν τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου; (θόρυβος). Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, αἱ μεταβολαὶ αὗται ἐγένοντο χάριν τῆς ὑπηρεσίας ἢ πρὸς θεραπείαν βουλευτικῶν ἀπαιτήσεων; Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, θὰ ηὐχόμην ν’ ἀπεδεικνύετο τὸ πρῶτον· μεθ’ ὅλην ὅμως τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχω, ὅπω τοῦτο ἀποδειχθῇ, δὲν εὑρίσκω τι, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδυνάμῃς νὰ ἀντλήσω ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατώρθουν νὰ διαψεύσω αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουσι τὸ ἐναντίον. Ἂς ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς παύσεις—ἂν καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶναι λίαν σεβαστὸς—διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς ταύτας προέβη ἕνεκα τοῦ ἀκαταλλήλου τῶν ἀξιωματικῶν, ἢ ἕνεκα τῶν τελευταίων προβιβασμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον πολλὰς ἀπαλλαγὰς ἀξιωματικῶν, ὑπηρετούντων παρὰ τῇ ἀστυνομίᾳ, ἢ ἐπὶ τέλους, ὅτι ταύτας ἐζήτησαν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀξιωματικοί· ἂς ἀφήσωμεν δ’ ἐπίσης κατὰ μέρος καὶ τοὺς διορισμοὺς, ἐπειδὴ οὗτοι ἐπεβλήθησαν μετὰ τὰ ἐκ τῶν παύσεων προκύψαντα κενὰ, καὶ ἂς ἐξετάσωμεν μόνον τὰς γενομένας κατὰ τὸ ὀκτάμηνον αὐτὸ διάστημα μεταθέσεις. Καὶ αἱ κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα γενόμεναι μεταθέσεις ἀνέρχονται εἰς 335, δηλαδὴ εἰς ἀριθμὸν, ὁ ὁποῖος, ὑπερβαίνων κατά τι τὸν ἀριθμὸν τῶν παρὰ τῇ ἀστυνομίᾳ ὑπηρετούντων ἐν ὅλῳ ἀξιωματικῶν, δηλοῖ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀφῆκε λίθον ἐπὶ λίθου.
§112ΠΕΤΑΛΑΣ. Μήπως εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν μεταθέσεων αὐτῶν συμπεριλαμβάνετε καὶ τοὺς ἀντικαταστάτας;—διότι, διὰ νὰ γένηται μία μετάθεσις, θὰ γείνουν δύο μεταθέσεις ἀναγκαίως, ἑνὸς ὁ ὁποῖος θὰ μετατεθῇ, καὶ ἑτέρου, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν του.
§113ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ μετρῶ τὰς μεταθέσεις ὡς ἑξῆς· ἂν λ. χ. μετατεθῇ τις ἐκ Σύρου εἰς Κόρινθον, ἀντὶ ἄλλου μετατεθέντος ἐκ Κορίνθου ἀλλαχοῦ, ὑπολογίζω δύο μεταθέσεις καὶ δύο εἰσὶν αὗται, διότι, ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἱκανοποιήσεως ἀπαιτήσεων, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀντὶ νὰ μεταθέσῃ τὸν πρῶτον ἐκ Σύρου εἰς Κόρινθον, ὅπου εὑρίσκετο ἀστυνόμος, ἠδύνατο κάλλιστα νὰ μεταθέσῃ αὐτὸν εἰς θέσιν χηρεύουσαν, καὶ τότε νὰ ἔχωμεν μίαν μόνον μετάθεσιν καὶ οὐχὶ δύο. Τὸν ἀριθμὸν λοιπὸν τοῦτον, εἶπον, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ τῶν ὀκτὼ μηνῶν δὲν ἀφῆκεν ἀστυνόμον εἰς τὴν θέσιν του, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, ἀποτελουσῶν σταγόνας ἐν ὠκεανῷ. Εἶπον πρότερον, ὅτι αἱ γενόμεναι μεταθέσεις εἰσὶν ἰσάριθμοι περίπου πρὸς τοὺς παρὰ τῇ ἀστυνομίᾳ ὑπηρετοῦντας ἀξιωματικούς. Ἂν αἱ μεταθέσεις αὗται ἐγίνοντο οὕτως, ὥστε ἕκαστος ἀστυνόμος νὰ ὑφίστατο μίαν ἢ τὸ πολὺ δύο τοιαύτας, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ μὲ ἀνησύχει καὶ πολὺ, διότι εὐχαρίστως ἴσως θ’ ἀπεδεχόμην πιθανὴν βεβαίωσιν ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου, ὅτι τοῦτο ἐγένετο, ἵνα προληφθῇ ἴσως τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ προκῦπτον ἐκ γνωριμίας τοῦ ἀστυνόμου μὲ πρόσωπα δρῶντα ἐν τῇ πολιτικῇ ἑκάστης περιφερείας, ἢ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ γινώσκει. Ἐνταῦθα ὅμως ἔχομεν καὶ ἀστυνόμους ὑποστάντας κατὰ τὸ βραχὺ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα τρεῖς, τέσσαρας, πέντε καὶ ἓξ μεταθέσεις, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁποίων μοὶ ἐπιτρέπει νὰ πιστεύσω, ὅτι πολλοὶ τούτων διέμειναν μόλις 20 ἡμέρας εἰς μίαν θέσιν. Διατὶ αἱ τόσαι συχναὶ μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν; Ἐγὼ εἰς τὸ τοιοῦτον δύο ἐξηγήσεις δίδω· ἢ ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, αὐστηροὶ περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των ὄντες, ἀπήρεσκον εἰς τοὺς πολιτευομένους, ὅπερ κατ’ ἐμὲ τὸ πιθανώτερον, διότι, ἂν ἦσαν ἀνίκανοι, ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπεν οὐχὶ νὰ τοὺς μεταθέσῃ, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ, ἢ ὅτι ἦσαν ὑπερανθρώπως ἱκανοί, καὶ κατώρθουν νὰ παγιῶσι τὴν τάξιν μιᾶς ἀστυνομικῆς περιφερείας ἐν διαστήματι ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ ὅτι τοῦτο ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ ὑπηρεσία, ἔσπευδε νὰ μεταθέσῃ αὐτοὺς καὶ εἰς ἄλλην, ἵνα καὶ ἐκεῖ ἀποκαταστήσωσι τὴν κλονισθεῖσαν τάξιν. Καὶ μὴ μὲ θεωρήσητε ὑπερβολικόν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τινὲς τῶν ἀξιωματικῶν ὑπέστησαν πολλὰς μεταθέσεις ἐν βραχυτάτῳ χρονικῷ διαστήματι· διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ γνωρίσω ὑμῖν τὰς μεταθέσεις δύο ἐξ αὐτῶν. Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς λ. χ. κ. Συνωκίδης, περὶ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα ἴδιον σημείωμα, ὑπέστη κατὰ μὲν τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τρεῖς μεταθέσεις, ἤτοι ἐκ Ναυπλίου εἰς Ἑρμιονίδα, ἐξ Ἑρμιονίδος εἰς Κόρινθον καὶ ἐκ Κορίνθου εἰς Αἴγιναν· εἰς τὸ σημείωμα ὅμως τοῦτο δὲν περιλαμβάνονται καὶ δύο εἰσέτι, ἡ εἰς Θίσβην καί τινα νῆσον τοῦ Αἰγαίου πελάγους, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνθυμοῦμαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο οὐχὶ διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλὰ δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς, ὑπὸ τύπον ἀποσπάσεως· ἂν δὲ εἰς τὰς πέντε ταύτας προσθέσωμεν καὶ μίαν, γενομένην δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου, ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ὑπέστη ἐν ὅλῳ ἓξ μεταθέσεις. Καὶ γνωρίζετε ποῖος εἶναι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος; εἶναι ὁ κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον ἀστυνόμος ἐν Συκιῶνι, τὸν ὁποῖον ἀξιότιμός τις συνάδελφος ἐκ Κορινθίας ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ ὀνομάσῃ κατὰ τινα συνεδρίαν τῆς παρελθούσης συνόδου Τσουλῆν (θόρυβος), διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς, ληξάσης τῆς δοθείσης προθεσμίας, συνέλαβε τὸν ὡς φυγόστρατον καταζητούμενον ὑπηρέτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὸ καταζητοῦν αὐτὸν ἁρμόδιον Στρατολογικὸν Γραφεῖον (θόρυβος). Μὴ θορυβεῖτε, Κύριοι. Ἐκτὸς τούτου εἶναι καὶ ἄλλος, ὁ ἀνθυπολοχαγὸς κ. Βατακάρης, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου μέχρι σήμερον ὑπέστη ἓξ μεταθέσεις, καὶ οὐχὶ ἀποσπάσεις, τουτέστιν ἐκ Βόλου εἰς Σκίαθον ἢ Σκόπελον, ἐκ Σκιάθου εἰς Βόλον πάλιν, ἐκ Βόλου εἰς Σπερχειόν, ἐκ Σπερχειοῦ εἰς Σκύρον, ἐκ Σκύρου εἰς Σέριφον, καὶ ἐκ Σερίφου εἰς Ἁγίαν Ἄνναν.
§114ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἕνα κόλαφον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἐν τῷ γραφείῳ του;
§115ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὄχι· τοιοῦτόν τι δὲν γνωρίζω δι’ αὐτόν.
§116ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Τὸ γνωρίζομεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν ἐπίσης, ὅτι ἔχει καὶ καταδικαστικὰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλον τὴν μετάθεσίν του.
§117ΚΡΙΤΣΑΣ. Σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν εἶναι αὐτός. Ἴσως εἶναι ἄλλος ἐκεῖνος. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι τὴν μετάθεσιν ἐπιβάλλει δικαστικὴ ἀπόφασις. Καταδικασθέντα τὸν ἀξιωματικὸν, ὡς ἀστυνόμον, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνακαλέσῃ εἰς τὸ στράτευμα, καὶ οὐχὶ νὰ τὸν φορτώσῃ ὡς ἀστυνόμον καὶ πάλιν εἰς τὴν ῥάχιν ἄλλων. Ἓξ μεταθέσεις ἐν διαστήματι ἑπτὰ μηνῶν! δηλαδὴ καθ’ ἕκαστον σχεδὸν μῆνα μία μετάθεσις. Καὶ διατὶ τοῦτο; Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ δικαιολογήσῃ τ’ ἀδικαιολόγητα, καὶ ὅτι θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, φρονοῦντος ὅτι ἡ διέπουσα τὰ τῆς ἀστυνομίας κατάστασις εἶναι οἰκτρὰ καὶ ἀξιοδάκρυτος. Δὲν νομίζω, Κύριοι, πρέπον ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ πλέον καὶ τοῦτο, ὄχι διότι ἐξήντλησα ὅσα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὰ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπ’ ἐμοῦ καὶ πολλῶν ἄλλων λεχθέντα ἐλέχθησαν ἐκ πεποιθήσεως, ἀποῤῥευσάσης ἐξ ἀκριβοῦς τῶν πραγμάτων γνώσεως, ἀλλὰ διότι δυστυχῶς ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, καὶ νὰ πιστεύω μάλιστα ἀκραδάντως, ὅτι, ὁσαδήποτε καὶ ἂν εἴπω, δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ φέρω ἀποτέλεσμά τι. Σκοπός μου ἦτο οὐχὶ νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐλέγχους αὕτη δὲν φοβεῖται σήμερον, οὐχὶ νὰ καταστήσω προσεκτικοὺς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ἵνα εἰς τὸ μέλλον ὦσι φειδωλότεροι εἰς τὰς ὑπογραφὰς, ἃς δίδουσι πρὸς μεταθέσεις, παύσεις καὶ διορισμοὺς τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, ἀλλὰ νὰ συμπληρώσω δι’ ὅσων ἐξέθηκα παλαιὰν συζήτησιν, ὅπως διὰ τῆς συμπληρώσεως ταύτης διασκεδασθῶσι καὶ αἱ ψευδεῖς ἐντυπώσεις, ἃς οἱ παρακολουθήσαντες τότε τὴν συζήτησιν ἀπεκόμισαν, ἐντυπώσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐμὲ ἐβάρυνον καὶ τοὺς ἀποκομίσαντας αὐτὰς παρίστων ὡς ἐν ὑπνωτισμῷ διατελοῦντας. Ἂς παύσω λοιπὸν, συμπληρῶν τὴν συζήτησιν ἐκείνην δι’ ἑνὸς ἐρωτήματος πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Κατόπιν τῶν ὑφ’ ὑμῶν λεχθέντων τότε καὶ πραχθέντων ὕστερον, τί φρονεῖτε, κύριε Πρωθυπουργέ; Ἐγὼ πρέπει ν’ ἀλλάξω ἐθνικότητα, ἵνα ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τῆς κατὰ τὴν φαντασίαν μου — ὡς μοὶ ἐλέγετε τότε — πολιτικῆς διαφθορᾶς, ἢ ὑμεῖς νὰ παραιτηθῆτε ἀμέσως τὴν ἀρχὴν (Θόρυβος), ἵνα οὕτω οὐχὶ ἀπαλλαγῆτε, ἀλλ’ ἀπαλλάξητε τὸν τόπον ἀπὸ τῆς ἀναμφισβητήτου τοιαύτης διαφθορᾶς, τῆς ὁποίας κατὰ τὸ πλεῖστον εἶσθε ὁ ἐργάτης; (Θόρυβος· φωναί: «ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν»).
§118ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Δὲν ἤλπιζον ποτὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος ἤθελε φέρει ἐν τῷ μέσῳ καὶ τόσον ἀκαίρως τὸ προκείμενον ζήτημα, ἀφοῦ ἠδύνατο νὰ φέρῃ αὐτὸ καθ’ ἣν ἡμέραν ἠθέλομεν συζητήσει τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ ἐπιφέρῃ τὰς κρίσεις του κατὰ πόσον ὁ θεσμὸς οὗτος πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἢ ὄχι. Ἐὰν ἐγνώριζον ὅτι σήμερον ἤθελε φέρει τὸ ζήτημα ὑπὸ τὸν τύπον, ὑφ’ ὃν τὸ ἔφερε, βεβαίως ἤθελον ἔχει ἀνὰ χεῖράς μου σημειώσεις, οὐχὶ ἵνα ὑπερασπίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι γνωρίζουσι κατὰ πόσον εἶναι δύσκολος περὶ τὰς ἀστυνομικὰς μεταβολὰς, ἰδίᾳ δὲ ἐγὼ, ὅστις ἐπανειλημμένως ἔχω παρακαλέσει αὐτὸν διὰ καταγγελθέντα ἀστυνόμον διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου, καθ’ οὗ καὶ ἀνακρίσεις ἐνηργήθησαν, βεβαιώσασαι τὰ ἐγκλήματα, ἵνα ἀπομακρύνῃ αὐτὸν ἐκ τοῦ δήμου, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἤδη διατελεῖ, καὶ ἐν τούτοις διστάζει, ὑποπτευόμενος μήπως ἡ ἀνάκρισις ἐνηργήθη ἐπιπολαίως, σκοπῶν μάλιστα νέαν ἀνάκρισιν νὰ διατάξῃ· ὄχι, λέγω, διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ καταδείξω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι πλεῖστοι τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων ἐπαύθησαν τῇ αἰτήσει των, καὶ ἑπομένως πολλοὶ μετετέθησαν, διότι ἐπαρουσιάσθησαν τὰ κενά. Τινὲς ὅμως τῶν κ. ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων ὑπέπεσαν ὁμολογουμένως εἰς ἐγκλήματα, δι’ ἃ καὶ μετετέθησαν. Δὲν ἕπεται λοιπὸν ἐκ τῶν τοιούτων μεταθέσεων, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφάσισε τὴν ἐξόντωσιν τῶν ἀξιωματικῶν, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς πολίτας, ἢ διότι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶχον διορισθῆ παρὰ Κυβερνήσεως ἄλλης. Τοὐναντίον γνωρίζω πολὺ καλῶς, ὅτι ἀξιωματικοὶ παρεκλήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ὑποβάλωσι παραιτήσεις, ἀλλὰ νὰ παραμείνωσιν ἐν τῇ θέσει των, ἐπὶ τῇ παροχῇ πάσης δυνατῆς εὐκολίας, ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησίν των. Εἶναι δὲ αἶσχος νὰ λέγωμεν ἐδῶ, ὅτι ἤγειραν παράπονα οἱ ἀστυνόμοι ἀξιωματικοί, καὶ νὰ ἀδικῶμεν αὐτούς· διότι, ἂν τοιαῦτα ὑπῆρχον, ἤθελον λάβει καὶ ἐγὼ γνῶσιν τινῶν ἐξ αὐτῶν, ἐπειδὴ εἶμαι ἀξιωματικός. Ποία δὲ ἡ μεταβολὴ τῆς διοικήσεως, πάντες τὸ γνωρίζομεν. Ἀφ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν, καὶ τὰ ἐγκλήματα ἐξέλιπον καὶ ἡ πειθαρχία κατέστη εὐαρεστοτέρα. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω παράπονα κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ ἡ τάξις ἡ δημοσία ἀποκατέστη, καὶ ἡ ἀσφάλεια ἑδραιώθη. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἔχῃ παράπονα, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἀπετάθησαν πρὸς αὐτὸν φράσεις, αἱ ὁποῖαι τὸν δυσηρέστησαν, πρέπει νὰ μάθῃ, ὅτι αἱ φράσεις ἐκεῖναι ἦσαν ἄξιαι τῆς τότε ἐκφράσεώς του.
§119ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς προϊστάμενος τῆς ἀστυνομίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω, δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὰ πρὸ μικροῦ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ. Ἀναντίῤῥητον εἶναι, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ ἀπολύειν καὶ μεταθέτειν τοὺς ἀστυνόμους, ὅπερ ἐδόθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πολλοὶ ἐφρόνουν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἠδύνατο νὰ καταστῇ εἰς χεῖρας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ὅπλον ἐπικίνδυνον. Ἀναλογιζόμενος λοιπὸν τὴν μεγίστην εὐθύνην, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου ἀνελάμβανον, ὁμολογῶ ὅτι κατελήφθην ὑπό τινος ἀνησυχίας. Ὤφειλα τοσούτῳ μᾶλλον νὰ ἀνησυχήσω, καθόσον ἐπρόκειτο μετ’ οὐ πολὺ νὰ ἐνεργηθῶσι δημοτικαὶ ἐκλογαί, πάντες δὲ γινώσκομεν, ὁποίαν σημασίαν ἔχουσιν ἐν Ἑλλάδι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί, ὁποῖον ἀνταγωνισμόν, ὁποῖα πάθη προκαλοῦσιν, ὡς ἐκ τῆς ἰσχυρᾶς ἐπιδράσεως τῶν τοπικῶν συμφερόντων ἐπὶ τῶν πολιτῶν. Ἐνθυμεῖσθε ἴσως ἄλλας ἐποχὰς, ἐποχὰς ὁμαλὰς, καθ’ ἃς δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῶσι δημοτικαὶ ἐκλογαί, καὶ ὅμως αἱ στῆλαι τῶν ἐφημερίδων ἀνὰ ἑκάστην πρωΐαν ἐπληροῦντο παρεκτροπῶν καὶ βιαιοτήτων, αἵτινες εὐλόγως συνετάραττον καὶ συνεκίνουν τὴν κοινωνίαν. Ἐν τούτοις ἐνηργήθησαν δημοτικαὶ ἐκλογαὶ μετὰ τῆς θέρμης ἐκείνης, ἥτις χαρακτηρίζει τοὺς τοιούτους ἀγῶνας, καὶ ὅμως — τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες προΐστανται τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους, — τὰς ἡμέρας ἐκείνας οὐδεμίαν καταγγελίαν ἔλαβον καθ’ οἱουδήποτε ὀργάνου ἀστυνομικοῦ. Τὸ λέγω καὶ πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διηύθυνε τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, ὅτι σπανίως ἐκλογικὴ πάλη, καὶ μάλιστα δημοτικὸς ἀγὼν, διεξήχθη ἐν μείζονι τάξει, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ εἴπω, καὶ ἐν μείζονι ἀμεροληψίᾳ. Ἐὰν δὲ ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἐν Τριπόλει συνέβησαν λυπηραὶ σκηναὶ, αἱ σκηναὶ αὗται δὲν δύνανται ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἀλλ’ εἰς τὴν ἔξαψιν τῶν παθῶν, ἥτις διακρίνει τοὺς τόπους ἐκείνους. Ἀλλὰ ἔκτοτε, σᾶς ἐρωτῶ,—ἐρωτῶ καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴν—ποῦ διεσαλεύθη ἡ τάξις; ποῦ ἐκλονίσθη ἡ δημοσία ἀσφάλεια; ποῦ ἐπεφάνη ἡ λῃστεία; Κατηγοροῦσιν ἐν τούτοις ἡμᾶς, ὅτι προέβημεν εἰς πολλὰς μεταθέσεις. Εἴχομεν καὶ ἔχομεν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ μεταθέτειν, οὐδ’ ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν λόγον περὶ τούτου. Λόγον μόνον ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν περὶ τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως, ἐτηρήσαμεν δὲ τὴν τάξιν καθ’ ὁλοκληρίαν. Μεταθέσεις δὲν ἐγένοντο πολλαὶ, μ’ ὅσα καὶ ἂν θέλωσι νὰ εἴπωσι, πᾶσαι δὲ εἶναι ὑπηρεσιακαί. Ἀλλὰ δι’ οἱονδήποτε λόγον καὶ ἂν ἐγένοντο αὗται, ἀρκεῖ ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν ἐζημιώθη ἐκ τούτων. Καὶ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ὁ ἤδη καταφερόμενος κατὰ τῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγων μηνῶν ὁμολόγει ἐν πλήρει συνεδριάσει, ὅτι δὲν θὰ ἐκάθητο ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τούτων, ἐὰν δὲν ἐνηργοῦντο αἱ ἐκλογαὶ ὡς ἐνηργήθησαν;
§120ΣΤΑΗΣ. Ὄχι ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ στρατιωτικοῦ ἐπόπτου, ὅστις ἔθηκεν ἐκποδὼν τὴν ἀστυνομίαν.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν ὁποῖον ἔστειλεν ἡ Κυβέρνησις.
§122ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
§123ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν λέγω ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ, ὡς ἄνθρωποι καὶ αὐτοὶ, εἶναι ἀπηλλαγμένοι ἐλαττωμάτων, ἐλαττωμάτων τραχύτητος, ἐμφύτων ἴσως εἰς τὴν στολὴν καὶ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ στρατιώτου. Δὲν λέγω, ὅτι οὗτοι δὲν παρεκτρέπονται πολλάκις, πλὴν οἱ παρεκτρεπόμενοι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας τιμωροῦνται ἀμέσως. Δὲν ἔχω δυσκολίαν ἐπίσης νὰ ὁμολογήσω, ὅτι προτιμότερον εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις των, δηλ. εἰς τὸ ἔργον των. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ σημειώσω, εἶναι ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὦμεν δίκαιοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι κατὰ τὸ ἑξάμηνον τοῦτο διάστημα οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι προσέφερον εἰς τὸ Κράτος πολυτίμους ὑπηρεσίας.
§124ΜΑΝΕΣΗΣ. Χαίρω, Κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διεβεβαίωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν Βουλὴν, ὅτι πανθ’ ὅσα ἢ ἐγράφοντο ἢ ἐλέγοντο ἦσαν τερατολογήματα, ἵνα μὴ εἴπω παραμορφώσεις τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ βεβαίως οὐχὶ ἀληθεῖς παραστάσεις, διότι, ὡς ὁμολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀρχῇ, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐξετέλεσεν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πανταχοῦ τὸ καθῆκόν της. Χαίρω τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πλειστάκις ἐθλίβην ἐκ τῶν ἀπείρων παραπόνων καὶ αἰτιάσεων, αἵτινες ἀπεδίδοντο κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν, αἰτιάσεων, τεινουσῶν νὰ ὑποσκάπτωσι τὴν ἀπαραίτητον σύμπνοιαν καὶ ἀμοιβαίαν συμπάθειαν μεταξὺ λαοῦ καὶ στρατοῦ, καὶ τὴν ἀγάπην καὶ ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ ἔχῃ πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς· χαίρω διότι βεβαιοῦται, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ, ἂν παρεξετράπησαν, παρεξετράπησαν ἢ ἐλλείψει νομικῶν γνώσεων, ἀπαραιτήτων πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἢ παρεξετράπησαν εἰς παρεκτροπὰς ἀσημάντους. Παραδέχομαι καὶ παρεκτροπὰς γενομένας ἐκ μέρους αὐτῶν καὶ ἀνακοινωθείσας ἐνταῦθα παρ’ ἀξιοπίστων Βουλευτῶν. Ἀλλὰ τὸ παράπονον μου κυρίως ἦτο κατὰ παντὸς Ὑπουργείου, μὴ τιμωρήσαντος ἀμειλίκτως τοὺς παρεκτραπέντας· διότι τὸ ἀτιμώρητον πολλαπλασιάζει τὰς παρεκτροπὰς καὶ διασύρει τὴν ὑπόληψιν τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠδύνατο νὰ κρατηθῇ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν του, διότι δὲν συνειθίζω νὰ κολακεύω κανένα. Ἤκουσα καὶ παράπονα καὶ αἰτιάσεις κατ’ αὐτοῦ, ὡς μὴ ἐνδίδοντος εἰς τὰς περὶ ἀστυνομικῶν μεταθέσεων ἀπαιτήσεις. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διαβεβαίωσεν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς, καὶ ὅτι ὡς μόνον τρωτὸν εὑρίσκει τὴν ἀνάμιξιν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ὡς ἐπιβλαβῆ καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ διατὶ δὲν φέρετε τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; διατὶ ἔχετε τὴν σπάθην τοῦ Δαμοκλέους ὑπεράνω αὐτῶν; Καὶ τίς ἐξ αὐτῶν, γνωρίζων ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι πρόσκαιρος, ἔχει ὄρεξιν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του; Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ χαλαρωθῇ ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ τούτου; Διὰ τοῦτο εἶπον πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ἔχω σκοπὸν νὰ τὸν ἐλέγξω,—διότι σέβομαι τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ καὶ τὴν ἡλικίαν του—«ἔχετε ἢ δὲν ἔχετε σκοπὸν νὰ διατηρήσητε τὸν ἰσχύοντα θεσμόν; Νομίζετε ὅτι ὑπάρχουσι τρωτά; νομίζετε ὅτι εἶναι θεσμὸς δυνάμενος νὰ ἐξακολουθήσῃ; τροποποιήσατε πανθ’ ὅσα τρωτὰ ἡ πεῖρα διὰ τῆς ἐφαρμογῆς κατέδειξε». Διότι καὶ ἐγὼ θὰ φέρω ἀπείρους μεταῤῥυθμίσεις. Δὲν θέλω νὰ ἔλθω προώρως εἰς λεπτομερείας καὶ νὰ καταδείξω τὴν διαφορὰν μεταξὺ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ συστήματος, ἀλλ’ ἐμμένω εἰς τὸ θέμα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, μὲ εὐχαρίστησεν, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν γνωρίζουσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀστυνομεῖν. Καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι ὁ κάλλιστος ἀξιωματικὸς δύναται νὰ ἦναι κάκιστος ἀστυνόμος. Ἀλλὰ διατὶ δὲν παραδίδετε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, τῆς ὁποίας οἱ ἀξιωματικοὶ γνωρίζουσι νὰ ἐκτελῶσι τὸ ἀστυνομεῖν;—διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσία των, καθόσον οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ μάλιστα οἱ νεώτεροι, εἰσὶ διδάκτορες τῆς νομικῆς καὶ τελειόφοιτοι. Καὶ ἄλλοτε ἔλεγον, ὅτι ἀξιωματικὸς ἀστυνόμος δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ, πῶς διατάσσων δὲν ὑπακούεται, δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ, πῶς, ἐπιτάσσων τὴν ἐκτέλεσιν ἀστυνομικῆς τινος διατάξεως, εὑρίσκει δυστροπίαν· ἐκ τούτου δὲ παρεκτρέπεται. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ νὰ μεταῤῥυθμίσῃ ὅπως δήποτε τὸ σύστημα, ἵνα ἐπανέλθωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὰς τάξεις των, ἵνα μὴ βλάπτηται ὁ στρατὸς διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτῶν, ἵνα μὴ μειῶται τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ διὰ τῶν μομφῶν, αἱ ὁποῖαι συνεχῶς ἐπιῤῥίπτονται κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶναι λίαν ἐπιβλαβὴς εἰς τὸν τόπον καὶ εἰς τὸν στρατόν. Κατ’ ἐμὲ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ λειτουργία τοῦ ἐν ἰσχύι καλοῦ θεσμοῦ ἠδύνατο νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν χωροφυλακήν.
§125ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος φίλου καὶ συναδέλφου μετ’ ἀπορίας ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Συνωκίδης καὶ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ ἔτι διατελεῖ καὶ ὡς τοιοῦτος μετετέθη ἐσχάτως εἰς τὴν ἰδιαιτέραν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀνθυπολοχαγὸς οὗτος ἐγένετο ἔνοχος ἐπ’ ἐσχάτων, ἐν μέσαις Ἀθήναις, λίαν σκανδαλώδους καὶ ἀξιοποίνου ἐπεισοδίου. Ἐν τῇ ἀρίστῃ ἰδέᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ περὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι διατελοῦσιν οὗτοι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, ἂν καὶ ἔκτοτε ἐδημοσίευσεν αὐτὸ ἡ «Πρωΐα»· δι’ ὃ καὶ λαμβάνω τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐπισύρω ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου τὴν προσοχὴν τῶν ῥηθέντων κυρίων Ὑπουργῶν. Τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ κύριος Ἀχιλλεὺς Τσιμπουράκης, διατελέσας ἐπὶ πολλὰ ἔτη Εἰσαγγελεὺς, ἐπετέλεσεν, ὡς τοιοῦτος, τὸ καθῆκόν του μετ’ ἄκρας εὐλαβείας καὶ εὐσυνειδησίας, ὅπως πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν, ἰδίως τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος, δύνανται νὰ μαρτυρήσωσιν. Ἐν τῇ ἐκπληρώσει δὲ ταύτῃ τοῦ καθήκοντός του εἶχε προκαλέσει τὴν τιμωρίαν τοῦ ῥηθέντος ἀνθυπολοχαγοῦ Συνωκίδου, διὰ συνήθεις παραβιάσεις. Ἀπολυθεὶς πρό τινος τῆς ὑπηρεσίας, διὰ γνωστοὺς παρ’ ἡμῖν λόγους, παρέμενεν ἐν Ἀθήναις. Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Συνωκίδης, παραμένων ἐπίσης ἢ διερχόμενος ἐντεῦθεν, καὶ πληροφορηθεὶς τὴν ἐνταῦθα παρουσίαν τοῦ κυρίου Τσιμπουράκη, παρεμόνευσεν αὐτὸν νύκτωρ καὶ ἐπετέθη λάθρα, ἐξ ἐνέδρας καὶ ἐκ τῶν ὄπισθεν, κατ’ αὐτοῦ, καὶ τὸν ἐῤῥάπισεν ἐπανειλημμένως, ὁμολογήσας συνάμα, ὅτι πράττει τοῦτο, διότι ὁ κ. Τσιμπουράκης εἶχε προκαλέσει τὴν τιμωρίαν του. Ὁ κ. Τσιμπουράκης, κωλυθεὶς ὑπὸ τῶν παρισταμένων ν’ ἀνταποδώσῃ τὰ ἴσα, ἐνόμισεν οὐχ ἧττον, ὡς μὴ ὤφειλεν, ὅτι ἱκανοποιεῖται, προκαλῶν εἰς μονομαχίαν τὸν ῥηθέντα ἀνθυπολοχαγὸν, ἥτις καὶ ἔλαβε χώραν. Ἐν τούτοις τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ὄχι μόνον δὲν ἐτιμώρησαν αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ τὸν διατηροῦσιν ἔτι ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐνῷ τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα τιμωροῦνται ὄχι μόνον κατ’ ἔγκλησιν τοῦ παθόντος, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος, ὡς δημοσίας τάξεως. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριε Πρόεδρε, εἰμὶ θιασώτης τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀπὸ πεποιθήσεως, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ἐτηρεῖτο μεγαλειτέρα προσοχὴ περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, θὰ ἦτο χρησιμώτατος ὁ θεσμὸς οὗτος. Δυσπιστῶ δὲ πρὸς τούτοις καὶ πρὸς τὰς γιγνομένας ἑκάστοτε καταγγελίας κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἦμαι ἐπιεικὴς καὶ πρὸς αὐτὰς τὰς ὑπερβασίας αὐτῶν, ὅταν αὗται προέρχωνται ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος καὶ πρὸς καταστολὴν τοῦ ἐγκλήματος, οὐχὶ δ’ ἐκ κομματισμοῦ καὶ ἰδιοτελείας· διότι ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐνταῦθα ἐχρηματίσατε εἴτε δικηγόροι, εἴτε δικαστικοὶ ἢ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, εἴτε ἀξιωματικοὶ τοῦ μεταβατικοῦ, γνωρίζετε εἰς ποίας περιστάσεις ὑπόκειται ὁ ὑπάλληλος, παλαίων κατ’ ἐκείνων, οἵτινες διαπράττουσιν ἢ ὑποκρύπτουσι τὸ ἔγκλημα. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης ὑπερβασίας, ἀλλὰ περὶ ἐγκλήματος διαπραχθέντος ἐν μέσαις Ἀθήναις κατὰ λειτουργοῦ ἀνωτέρου τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του. Διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§126Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οὐδεμία καταγγελία ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Συνωκίδου. Τὸ περιστατικὸν ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ὁ κ. Τσιμπουράκης ἔλαβεν ἱκανοποίησιν διὰ τῶν ὅπλων, ἐγὼ δὲ ἐνόμισα, ὅτι ἤθελον προσβάλει αὐτὸν, ἐὰν ἔδιδον καὶ ἄλλην ἱκανοποίησιν.
§127ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Περιῆλθεν εἰς γνῶσίν σας τὸ συμβάν;
§128Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Οὐχὶ ἐπισήμως.
§129ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσωσι καὶ τοὺς ἐλέγχους τοῦ ἐν λόγῳ ἀστυνόμου, νὰ πληροφορηθῶσι δὲ καὶ περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Τσιμπουράκη.
§130ΣΤΑΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἵνα ἐξιστορήσω τὰ διαπραχθέντα ὄργια κατὰ τὰς βουλευτικὰς καὶ δημοτικὰς ἐκλογὰς ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἀναπτύξω πάντα τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ ἐμῇ πατρίδι, ἂν μὴ ὁ ὑπαινιγμός, τὸν ὁποῖον ἤκουσα ἐξερχόμενον ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μὲ ἔκαμνε νὰ πιστεύσω, ὅτι εἶναι πολὺ πιθανὸν ἐπὶ μακρὸν ἔτι νὰ ὑριστάμεθα τὰ μαρτύρια καὶ τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν ἐγὼ καὶ ἄλλοι συμπολῖταί μου ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Βεβαίως δὲν θὰ ὁμιλήσω σήμερον περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅπερ ἐπιφυλάττομαι νὰ πράξω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ μάθω, ἐὰν ἡ ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀγαθὴ γνώμη τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἦναι καὶ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, ἧς μέλος ἀποτελεῖ, διότι ἠκούσατε πάντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καυχᾶται ἐπὶ τῇ ἐνεργείᾳ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
§131ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τῇ διατηρήσει τῆς τάξεως.
§132ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι τὰ τῆς τάξεως ἐπιτηρεῖ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Ἐν τούτοις πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν καταλογίζω εἰς βάρος αὐτῆς οὐδὲ πολλοστημόριον τῶν βασιβουζουκικῶν πράξεων τῶν ὀργάνων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· διότι ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ ὑπέγραφε διορισμοὺς ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ ἐπιμελῶνται τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἔπρεπε νὰ εὑρίσκωνται ἐγκεκλεισμένοι ἐν Φρενοκομείῳ. Πρόχειρον δὲ τὸ παράδειγμα τοῦ ἀστυνόμου Κυθήρων, ὁ ὁποῖος διέπραξε ληστρικὰς πράξεις,—καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου ἐκ Κυθήρων νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἐὰν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀστυνόμος δὲν εἰσήρχετο εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον κατὰ τὰς συνεδριάσεις, φέρων κάμαν καὶ ῥόπαλον, ἀντὶ πηλικίου καὶ σπάθης!
§133Δ. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀπελύθη.
§134ΣΤΑΗΣ. Ἀπελύθη, ἀλλὰ κατεβασάνισε τοὺς πολίτας.
§135ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον ἐκ τῶν προτέρων ποῖον χαρακτῆρα ἔχει ἕκαστος ἀξιωματικός. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἐμάνθανον ὅτι παρεξετρέπετο, τὸν ἀπέλυον.
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει, διότι ἐγένοντο γνωσταὶ πρὶν ἢ κληθῇ εἰς τὴν ἀρχήν. Τὰς γνώμας του διετύπωσεν ἐν νομοσχεδίῳ, ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν συνεζητήθη μέχρι τοῦδε, τοῦτο προῆλθε, διότι ὑπῆρχον ἕτερα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσι, λόγῳ ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τῆς Διοικήσεως. Νὰ ἦναι δὲ βέβαιος ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θέλει συζητηθῆ.
§137ΣΤΑΗΣ. Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει περὶ τούτου· ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἀναγράφει πίστωσιν διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν.
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἐγγεγραμμένη ἡ πίστωσις κατὰ τὰ κείμενα νῦν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς σχετίζεται πρὸς τοὺς νόμους τοὺς ἰσχύοντας. Ἀλλὰ εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ ὁ νόμος, ἡ πίστωσις θέλει ἀντικατασταθῆ. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀναγράψωμεν τὰς δαπάνας, ὡς ἔχουσιν ἀναγραφῆ.
§139ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀμφισβητήσω τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ διὰ τίνα λόγον, ἐπὶ τέλους, νὰ καταβασανίζωνται οἱ ἐλεύθεροι πολῖται Ἕλληνες παρ’ ἀνθρώπων ἐχόντων ἀνάγκην ἐπιβλέψεως καὶ ἐπιτηρήσεως;—διότι βεβαίως, ἐὰν οὐχὶ τὸ ἥμισυ, ἀλλὰ ἱκανὸς ἀριθμὸς τῶν ἐπιτετραμμένων τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἶναι πάντη ἀνίκανοι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑψηλῶν αὐτῶν καθηκόντων. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι κατηγορῶ τοὺς ἀξιωματικοὺς· ἔχει ὁμολογουμένως ὁ στρατὸς ἀξιωματικοὺς, δι’ οὓς πρέπει νὰ καυχᾶται, ἀλλ’ ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἀστυνομίᾳ δὲν εὑρίσκονται οἱ ἄριστοι. Ἔπειτα τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς ἀστυφυλακῆς, εἶναι γνωστὸν, ὁπόσον καταπιέζουσι καὶ ὁπόσον ἐκμεταλλεύονται τοὺς πολίτας, ἰδίᾳ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς προστασίας των. Ἀλλ’ ἵνα ἐπανέλθῃ ἡ τάξις καὶ παύσωσιν αἱ κατὰ τῶν ἀδυνάτων καταπιέσεις, πρέπει ταχέως νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
§140ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐφύγαμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀπὸ τὸ ζήτημα. Ἐζήτησα δὲ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, ὅπως ἐπαναφέρω αὐτὸ, ἀφοῦ πρῶτον δώσω βραχυτάτην ἀπάντησιν εἰς τοὺς προλαλήσαντας. Καὶ ἐν πρώτοις, Κύριοι, ὀφείλω ὀλίγας λέξεις εἰς τὸν ἐκ Μεγαλοπόλεως κ. συνάδελφον. Ὁ κ. Σινανιώτης εἶπεν, ὅτι ἀκαίρως ἦλθον ἐγὼ νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἡ ὁποία κατ’ αὐτὸν ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ καθ’ ὃν χρόνον θὰ συνεζητεῖτο τὸ περὶ ἀστυνομίας νομοσχέδιον. Ἐξέφρασε δ’ ἐπὶ τούτῳ τὴν λύπην του, διότι, ὡς εἶπεν, ἂν ἐγνώριζεν ὅτι ἐγὼ θὰ ὡμίλουν περὶ οὗ ὡμίλησα, θὰ ἐλάμβανε μεθ’ ἑαυτοῦ τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου σημειώσεις του, δι’ ὧν θὰ ἀνέτρεπεν ἄρδην πάντα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Λυποῦμαι, διότι ἀκουσίως ἐλύπησα τὸν κ. συνάδελφον· παρατηρῶ ὅμως εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐγὼ δὲν ὑπεχρεούμην νὰ τὸν εἰδοποιήσω, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μεθ’ ἑαυτοῦ τὰς σημειώσεις του, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς χθὲς ὑπέβαλε τὴν ζητηθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ κατάστασιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας σήμερον ὡμίλησα. Δὲν ἐννοῶ δὲ, πῶς ὁ κύριος συνάδελφος φρονεῖ, ὅτι ὅσα εἶπον ἔπρεπε νὰ εἴπω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ ἀστυνομίας νομοσχεδίου, ἐνῷ τότε θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἀλλαγῆς ἀστυνομικοῦ καθεστῶτος, πρὸς τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν κατ’ ἐμὲ σχέσιν ἔχουσιν ὅσα ἐγὼ εἶπον, προκειμένου περὶ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων μεταβολῶν εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου καὶ θελήσας νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι αἱ γενόμεναι ἀστυνομικαὶ μεταβολαὶ δὲν ἦσαν πολλαὶ, εἶπε σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι εἶναι αἶσχος νὰ λέγωνται τὰ τοιαῦτα. Εἰς τοῦτο ἀπαντῶν, γνωρίζω αὐτῷ, ὅτι αἶσχος θὰ ἦτο ἡ ἀποσιώπησις ἢ ἡ δικαιολόγησις τῶν τοιούτων, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὁ συνάδελφος οὗτος ἠγωνίσθη· διότι, ἂν αἶσχος ἦναι ὁ ἔλεγχος, τουτέστιν ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ πρωτίστου τοῦ Βουλευτοῦ καθήκοντος, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἶχε λόγον ὑπάρξεως, κατὰ τὴν ἐποχὴν μάλιστα ταύτην, καθ’ ἣν ἀντ’ αὐτῆς καθιερώθη νὰ νομοθετῇ ὁ ἑκάστοτε Πρωθυπουργός. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸν κ. Σινανιώτην. Κατὰ δεύτερον ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βονίτσης συνάδελφον καὶ φίλτατόν μοι κ. Μαυρομμάτην, ὁ ὁποῖος ἐκ κακῶν βεβαίως εἰσηγήσεων ἔκρινε πολὺ αὐστηρῶς τὰ κατὰ τὸν κ. Συνοκίδην. Ἰδοὺ τί ἀκριβῶς συνέβη. Ὁ κ. Συνοκίδης, παραστὰς ὡς κατηγορούμενος ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Πύργου, νομίζω, ἤκουσε τὸν τότε εἰσαγγελέα κ. Τσιμπουράκην, παραστάντα ἐκεῖ ὡς μάρτυρα, νὰ εἴπῃ περὶ τούτου, ὅτι, ἂν δὲν ἦτο εἰσαγγελεὺς, θὰ ἐποδοπάτει τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν· ὁ κ. Συνοκίδης ἠρκέσθη εἰς τὸ νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὴν ἀπρεπῆ ταύτην ἔκφρασιν τοῦ κ. Τσιμπουράκη, διότι, συνειθισμένος ὢν εἰς τὴν τάξιν, δὲν ἔκρινε καλὸν νὰ προκαλέσῃ θόρυβον εἰς τόπον, ὅπου ἄκρα τάξις πρέπει νὰ ἐπικρατῇ. Μετὰ τὴν δίκην, ἥτις, νομίζω, ἀπέβη ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀνεχώρησεν ἐκ Πύργου, χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ ἴδῃ τὸν κ. Τσιμπουράκην, καὶ ὅτε μετὰ καιρὸν εὗρε τοῦτον ἐνταῦθα, τὸν ἐπλησίασε καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ ἐξηγήσεις δι’ ὅτα τότε εἶπεν· ὁ κ. Τσιμπουράκης ἀπήντησεν, ὅτι ἐξακολουθεῖ φρονῶν τὰ αὐτὰ, μετὰ τρόπου, ὅστις δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ἐρεθίσῃ τὸν κ. Συνωκίδην. Ἐκ τούτου προῆλθε διένεξις, ἡ ὁποία, ὁλονὲν ἐκτεινομένη, ἐτράπη ἐπὶ τὸ ἑλληνοπρεπέστερον εἰς συμπλοκὴν (γέλως). Μὴ γελᾶτε! ἑλληνοπρεπὲς εἶναι τὸ δικπληκτίζεσθαι, καὶ τοῦτο, διότι οἱ Ἕλληνες δὲν ἐμάθομεν ἀκόμη νὰ σεβώμεθα ἀλλήλους καὶ νὰ ζητῶμεν μετὰ ψυχραιμίας τὸ δίκαιόν μας, ἐπικαλούμενοι τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐπίσης δὲν σεβόμεθα, μηδ’ αὐτῶν τῶν δικαστικῶν ἐξαιρουμένων (θόρυβος). Καὶ διατὶ τάχα ἐθορυβήθητε ἐκ τούτου; Δὲν εἶναι ἆρά γε ἀληθές; Διατὶ δὲν συνομολογεῖτε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἔχομεν πολλὰ ἐλαττώματα; Κακὸν εἶναι βεβαίως νὰ ἔχῃ τις τοιαῦτα, ἅγιον ὅμως καὶ εὐγενὲς νὰ ἀναγνωρίζῃ καὶ ν’ ἀποκαλύπτῃ ταῦτα, διότι, ἂν δὲν τ’ ἀναγνωρίσωμεν, ἂν δὲν τ’ ἀποκαλύψωμεν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ καὶ νὰ τ’ ἀποβάλωμεν. Οὕτω λοιπὸν εἶχεν ἡ ὑπόθεσις καὶ οὐχὶ ὡς παρέστησαν αὐτὴν εἰς τὸν κ. Μαυρομμάτην, ὅτι δῆθεν ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Συνωκίδης ἐπετέθη κρύφα κατὰ τοῦ κυρίου Τσιμπουράκη. Ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔληξεν, ἀντιμετωπισθέντων τῶν διαμαχομένων ἐν τῷ πεδίῳ τῷ λεγομένῳ τῆς τιμῆς· ἐλύθη ἡ ὑπόθεσις διὰ μονομαχίας, μετὰ τὴν ὁποίαν οὐδὲν πρέπει νὰ γείνῃ, ὡς πολὺ ὀρθῶς καὶ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς παρετήρησεν. Ἂς ἔλθω νῦν εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς, ὁμιλήσας πρὸ ὀλίγου, ἀπέφυγε σχεδὸν ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον, καὶ ἀντὶ τούτου ἔσπευσε νὰ διαβεβαιώσῃ, ὅτι οἱ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν διαχειριζόμενοι ἀξιωματικοὶ προσήνεγκον εἰς τὸ Κράτος πολυτίμους ὑπηρεσίας, μὴ παραλείψας νὰ δηλώσῃ ὅ,τι καὶ ὁ ἐκ Μεγαλοπόλεως κ. συνάδελφος εἶπε, τουτέστιν ὅτι εἰς οὐδεμίαν μετάθεσιν ἀστυνόμου προέβη κατ’ ἀπαίτησιν Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἁπάσας τὰς μεταθέσεις ἐνήργησε, διότι αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τὰς ὑπηγόρευεν. Ἀλλ’ ἐκ τῶν δύο τούτων τὸ μὲν πρῶτον δὲν ἦτο, νομίζω, ἀνάγκη νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀμφισβητεῖ τὸ πολύτιμον τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὑπηρεσιῶν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ δὲ δεύτερον ἔπρεπεν, ἐνῷ τὸ εἶπε, νὰ ἐλάμβανε τὸν κόπον καὶ νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀντέστη εἰς πολλὰς ἀπαιτήσεις τοῦ κόμματος, ἀφορώσας εἰς τὰ τῆς ἀστυνομίας, ὡς τοῦτο ἐβεβαίωσεν ὁ ἐκ Μεγαλοπόλεως κ. συνάδελφος, ἀνέγραψαν δὲ πολλάκις καὶ αἱ ἐφημερίδες, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω λόγους οὔτε συμφέρον τι ν’ ἀποκρύψω. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο, ὡς καὶ ἐγὼ πιστεύω, ἦναι ἀληθὲς, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἂν δὲν ἀνθίστατο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, αἱ μεταθέσεις τῶν ἀστυνόμων θὰ ὑπερέβαινον ἴσως καὶ τὰς χιλίας, ὅπερ δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ὑπὲρ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἰδίως ἀπετεινόμην. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἓν μόνον εὗρεν ἐπιχείρημα, τὸ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν· ἀλλὰ καὶ τοῦτο πίπτει, διότι κατὰ τὴν ἀνὰ χεῖράς μου λεπτομερῆ τῶν μεταβολῶν κατάστασιν ἐγένοντο πρὸ τῶν ἐκλογῶν τὸ ὅλον μεταθέσεις ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων 160, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰς, τὰς ἀμέσως μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου καὶ πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐνεργηθείσας, πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν εἰς ἄλλους λόγους, καὶ διότι αἱ περισσότεραι, ἤτοι 165, ἐγένοντο μετὰ τὴν 10 Σεπτεμβρίου, ὅτε ὁ λόγος οὗτος ἐξέλιπεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λοιπὸν καλῶς θὰ ἔπραττε νὰ μὴ ἐπειρᾶτο νὰ δικαιολογήσῃ τ’ ἀδικαιολόγητα, ἀλλὰ νὰ συνομολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ κατάστασίς μας εἶναι ὡς ἐγὼ τὴν παρέστησα πρὸ πολλοῦ καὶ οὐχὶ ὡς ἠθέλησε νὰ τὴν παραστήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος διεκήρυττε τότε ἐνταῦθα, ὅτι εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ὅστις θὰ ἐζήτει τι, κινούμενος ἐκ κομματικοῦ συμφέροντος (θόρυβος). Ἀλλ’ ἵνα λείψωσι, Κύριοι, αἱ ἀμφιβολίαι—ἂν καὶ δὲν πρέπει, κατ’ ἐμὲ, νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται,—ἵνα διευκολυνθῇ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαλοπόλεως συνάδελφος εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων, ὅτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σημειώσεών του θέλει πειραθῆ τὸ τοιοῦτον, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τῶν διαφόρων ἁρμοδίων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐγένοντο κατὰ τὸν νόμον αἱ μεταθέσεις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Λέγων δὲ τοῦτο, δὲν ἐννοῶ τὰς μεταθέσεις τῶν ἀστυφυλάκων, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμὸς, διότι εἰς 6500 περίπου ἀνέρχονται αὗται, ἀλλὰ τὰς τῶν ἀξιωματικῶν.
§141ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμοῦμαι ὅλα, ὅσα εἴπετε.
§142ΚΡΙΤΣΑΣ. Μάλιστα, θὰ τὴν συντάξω ἀμέσως.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Εἴμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 20.
§144ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 20. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἐκτυποῦνται καὶ διανέμονται εἰς τοὺς Βουλευτὰς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑπομένης συνεδρίας. Κηρυχθείσης δὲ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ὁ Πρόεδρος ἐρωτᾷ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησίς τις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Καὶ ἐὰν μὲν δὲν ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις, ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὰ πρακτικὰ ἐπικυρωθέντα· ἐὰν δὲ ὑπάρξῃ τοιαύτη, ἐπιτρέπει τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησιν, δίδων αὐτὸς τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις ἢ πληροφορίας, ἢ προσκαλῶν ἐν ἀνάγκῃ καὶ τοὺς γραμματεῖς, ἵνα δώσωσι τσιαύτας. Ἐὰν δὲν διανεμηθῶσι τὰ πρακτικὰ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδρίας, τότε διανεμόμενα εἰς τοὺς Βουλευτὰς κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς, ἐπικυροῦνται εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδρίας. Ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ νὰ προβῇ ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν καὶ πρὸ τῆς ἐκτυπώσεως ἢ διανομῆς αὐτῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναγινώσκονται ταῦτα μεγαλοφώνως ὑπὸ τοῦ γραμματέως εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδρίας.»
§145ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἔχω νὰ διατυπώσω διορθώσεις τινάς. Μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 14, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ παρεδέξατο τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθῇ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 20 ὡς ἑξῆς. Μετὰ τὰς λέξεις «κηρυχθείσης δὲ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ» νὰ προστεθῇ «ἀναγινώσκονται μεγάλῃ τῇ φωνῇ ὑρ’ ἑνὸς τῶν γραμματέων, μεθ’ ὅ» κτλ. Ν’ ἀπαλειφθῶσι δὲ αἱ λέξεις «τῶν πρακτικῶν» εἰς τὸν πέμπτον στίχον, καὶ ἀντὶ τούτων νὰ τεθῇ «ἐπ’ αὐτῶν». Ἐπίσης ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ τῆς δευτέρας παραγράφου, μετὰ τὰς λέξεις «κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς» καὶ πρὸ τῆς λέξεως «ἐπικυροῦνται» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ἀναγινώσκονται καί». Ἐν δὲ τῇ τρίτῃ παραγράφῳ ν’ ἀπαλειφθῶσι οἱ τρεῖς τελευταῖοι στίχοι, ἀπὸ τῶν λέξεων «Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει» μέχρι τέλους. Καὶ τώρα ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον οὕτω τροποποιημένον. (Ἀναγινώσκεται).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει καὶ προσθήκη τῶν κυρίων Φιλαρέτου, Μαστραπᾶ, Παπαμιχαλοπούλου καὶ Ραζέλου.
§147Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχεν ὑποβληθῆ τὸ σχέδιον ἡμῶν πρὶν ἢ ὑποβληθῆ τὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Φαίνεται ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ παρατήρησις ἡμῶν. Ὑπάρχει μικρὰ διαφορὰ, ἀλλὰ δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἐπιμένωμεν. Ταῦτα κατ’ ἐντολὴν καὶ τῶν ἄλλων συνυποβαλόντων τὴν πρότασιν.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 21.
§149ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 21 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 21. Ἀρχομένης τῆς συνεδρίας ὁ Πρόεδρος ἀνακοινοῖ ἐν περιλήψει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀπευθυνθέντα αὐτῷ διαγγέλματα, προτάσεις, ὑπομνήματα καὶ λοιπὰ ἔγγραφα. Ἔγγραφα ἀνώνυμα ἢ λοίδορα δὲν ἀνακοινοῦνται.»
§150ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν βεβαίως δύναμαι νὰ ἔχω ἀντίῤῥησιν διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 21, καθ’ ἣν ἔγγραφα ἀνώνυμα ἢ λοίδορα δὲν ἀνακοινοῦνται. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν τῶν πολυτιμοτέρων δικαιωμάτων, τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Συνταγματικῷ χάρτῃ, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήνωμεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τὴν ἀνακοίνωσιν ἢ μὴ τῶν ἀπευθυνομένων αὐτῷ ἐγγράφων.
§151ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχετε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν ἰσχύϊ. Κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου, «ἀνώνυμοι καὶ λοίδοροι ἀναφοραὶ δὲν εἶναι δεκταί, οὐδὲ καταχωρίζονται εἰς τὸ πρωτόκολλον». Ἐγὼ παρέλαβον τὴν διάταξιν ταύτην ἐκ τοῦ ἄρθρου 57, καὶ τὴν μετήνεγκον εἰς τὸ ἄρθρον 21, χωρὶς οὐδὲν νὰ μεταβάλω.
§152ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν προσθέτει τίποτε, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν προκατάληψιν ὑπὲρ τοῦ ὑπάρχοντος Κανονισμοῦ καὶ κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἵνα ὀπισθοδρομήσω. Διότι ὁ Κανονισμὸς ὁ ὑπάρχων καθιέρωσε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, νομίζω ὅτι οὐδὲν μᾶς κωλύει, ἵνα, συμπληροῦντες τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, θέσωμεν κἄποιαν ἐγγύησιν εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι· διότι πρακτικώτερον ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, ὡς λοιδορία θὰ ἐξηγῆται πολλάκις πᾶσα κατάκρισις ἑνὸς ὑπαλλήλου. Λόγου χάριν, ἀναφέρεταί τις πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ἐκφέρει γεγονότα, τὰ ὁποῖα δύνανται κατὰ τὴν κρίσιν τινὸς νὰ θεωρηθῶσιν ὡς λοιδορίαι, καὶ ἑπομένως ἡ ἀναφορά του νὰ μὴ ἀνακοινωθῇ.
§153ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἐννοεῖ λοιδορίας ἀπευθυνομένας πρὸς τὴν Βουλήν.
§154ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κύριε συνάδελφε, αἱ ἀναφοραὶ αἱ ἀπευθυνόμεναι πρὸς τὴν Βουλὴν θὰ πέμπωνται κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τῶν τροποποιήσεών μου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, ἡ ὁποία θὰ ἐξετάζῃ αὐτὰς, ἀδιακρίτως ἐὰν ἦναι λοίδοροι ἢ ἀνώνυμοι. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 21, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, περιέχει τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀνακοινώσεως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἄνευ προεξετάσεως τῶν ἀναφορῶν τούτων ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις ὑπάρχουσιν. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν κρίνῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἀνακοινωθῶσιν αἱ ἀναφοραὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, τὰς ἐπιστρέφει εἰς τὸ Προεδρεῖον· ἐὰν νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνακοινωθῶσι πρὸς τὴν Βουλὴν, δὲν τὰς ἐγκρίνει.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 21 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 25.
§156ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 25 ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου: «Ἄρθρον 25. Οἱ λαβόντες τὸν λόγον ἀγορεύουσιν ἀπὸ τοῦ βήματος· ἀπὸ τῆς ἕδρας των δὲ μόνον τῇ συγκαταθέσει τοῦ Προέδρου. Ἅπαντες ἀγορεύουσιν ἱστάμενοι καὶ ἀσκεπεῖς.»
§157ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν χρειάζεται ν’ ἀποτελέσωμεν ἐξαίρεσιν ἀπέναντι τῶν ἀλλαχοῦ κρατούντων. Καὶ τὸ πρᾶγμα δὲ εἶναι ἁπλῶς ζήτημα τυπικὸν καὶ εὐπρεπείας, διότι δὲν θὰ ἐχρειάζετο κἄν νὰ τεθῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἵνα ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ πρόνοια, ὅτι ὁ ἀγορεύων θὰ ἀγορεύῃ ἱστάμενος καὶ ἀσκεπής. Τοιαύτη λεπτομέρεια, προκειμένου περὶ καθήκοντος εὐπρεπείας, ἦτο περιττὴ νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἀλλὰ δύναται νὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς· ὑποθέσατε ὅτι Βουλευτής τις, τοῦ ὁποίου τὰ φῶτα ἤθελε νὰ συμβουλευθῇ ἡ Βουλή, πάσχει τὴν κεφαλὴν,—ἐξωτερικῶς βεβαίως (ἱλαρότης),— θέλει δὲ ν’ ἀγορεύσῃ κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, ἀπαγορεύεται εἰς τὸν τοιοῦτον νὰ ἀγορεύσῃ, ἂν δὲν δύναται ν’ ἀγορεύσῃ ἀσκεπής· ἢ ὑπάρχει ἄλλος, ὅστις πάσχει τὸν πόδα καὶ θέλει νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ εἴπῃ ὀλίγας λέξεις καθήμενος· τὸ ἀπαγορεύομεν. Διατὶ αὐτὴ ἡ σεμνοτυφία παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἀλλαχοῦ ἀκόμη, ἐπιτρέπεται νὰ ἀγορεύῃ τις καὶ καθήμενος καὶ μὲ κεκαλυμμένην τὴν κεφαλήν;
§158ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ δέχομαι τὴν τροπολογίαν σας. Ὁ Πρόεδρος ἔχει τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον θὰ ἐφαρμόζῃ γενικῶς· ἂν ὅμως παρουσιασθῇ ἀνὴρ σοφὸς, πάσχων τὸν πόδα, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην, νὰ δύναται οὗτος νὰ ἀγορεύῃ καθήμενος. Λοιπὸν νὰ προστεθῇ ἐν τέλει: «ἐκτὸς ἂν ἄλλως ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ».
§159ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλο τι διατάσσει ἡ τροπολογία, ὅτι πάντες ἀγορεύουσιν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§160ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ τῷ ἰσχύοντι.
§161ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν τῷ ἰδικῷ μας Κανονισμῷ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ εἰς οὐδένα ἄλλον Κανονισμὸν πεπολιτισμένου Κράτους. Λόγου χάριν εἰς τὴν Γαλλίαν, ἐν μὲν τῇ Γερουσίᾳ δὲν ὑπάρχει βῆμα, ἐν δὲ τῇ Βουλῇ εἶναι εἰς ἀχρηστίαν, καὶ ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι ἀγορεύουσιν ὅθεν ἀρέσκεται ἕκαστος· εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἀπὸ τῆς θέσεώς του καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος. Διατὶ λοιπὸν ἐνταῦθα αὐτὸν τὸν περιορισμὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀγορεύῃ καὶ καλὰ ἀπὸ τοῦ βήματος; Δὲν ὑπάρχει λόγος πρὸς τοῦτο. Ὅθεν θέλει, ἂς ὁμιλῇ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν διαπρέπει τὸ κατάστημα τοῦ Βουλευτηρίου ἐπὶ ἀκουστικῇ διευθετήσει τοιαύτῃ, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐσιώδης λόγος νὰ ἀκουσθῇ καλλίτερον, ἂν ἀγορεύσῃ ἀπὸ ὡρισμένην θέσιν.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 25 μετὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ζαΐμη προταθείσης προσθήκης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 26.
§163ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 26 συμπληροῦται οὕτω: «Ἀπαγορεύονται οἱ γραπτοὶ λόγοι. Ἀπαγορεύονται αἱ διαλογικαὶ συζητήσεις. Διακοπαὶ, ἐπιτρέποντος τοῦ ἀγορεύοντος, εἶναι δυναταὶ, μόνον τῇ συγκαταθέσει τοῦ Προέδρου. Οἱ ἀγορεύοντες ἀποτείνονται πρὸς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ δὲ πρὸς Βουλευτὴν ἢ Βουλευτάς.»
§164ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατ’ ἀνάγκην γίνεται πολλάκις διαλογικὴ συζήτησις πρὸς διευκρίνησιν λέξεώς τινος. Τώρα ὁ Πρόεδρος θὰ δύναται, ἐφαρμόζων τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἀπαγορεύσῃ αὐτήν!
§165ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, διαλογικαὶ συζητήσεις δὲν εἶναι ἐπιτετραμμέναι, ἀφοῦ ἕκαστος ἀγορεύει κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς του· αἱ διαλογικαὶ δὲ συζητήσεις πρέπει ν’ ἀπαγορευθῶσιν ἐντελῶς, διότι μόνον θόρυβος καὶ χασμωδία γεννᾶται, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἀντιλαμβάνεται τῶν γιγνομένων καὶ λεγομένων.
§166ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τέλος αὐτὸ γίνεται.
§167ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλὰ ἐρωτᾶτε, διατὶ ν’ ἀναγραφῇ.
§168ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται λ. χ. περὶ μιᾶς λέξεως διφορουμένης, καὶ ζητοῦνται ἐξηγήσεις.
§169ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ γινόμενον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦναι ὁ κανών.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 26 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 27.
§171ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 27 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 27. Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἐκτρέπωνται εἰς ὕβρεις προσωπικὰς κατὰ τῶν συναδέλφων αὐτῶν. Οἱ τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην παραβαίνοντες, ἐὰν, μετὰ πρόσκλησιν τοῦ Προέδρου, δὲν δηλώσωσιν ὅτι ἀποσύρουσι τὰς ὕβρεις, ἀνακαλοῦνται παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν τάξιν. Ἐὰν δὲ ἐπιμείνωσιν, ὁ Πρόεδρος διατάσσει ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἀνάκλησις ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, καταχωριζομένων καὶ τῶν ὀνομάτων τῶν παρεκτραπέντων Βουλευτῶν. Οἱ ἀναρμόστως πρὸς τοὺς συναδέλφους συμπεριφερόμενοι ἢ τραχεῖς περὶ τὸ ὕφος προσκαλοῦνται ὑπὸ τοῦ Προέδρου νὰ δώσωσι τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, ἢ νὰ ἀναιρέσωσι τὰ λεχθέντα· ἐὰν δὲ ἀρνηθῶσιν, ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν. Αἱ ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις ἀπαγορεύονται. Οἱ τὴν διάταξιν ταύτην παραβαίνοντες ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν. Οἱ Βουλευταὶ, ὅσοι φρονοῦσιν ὅτι συνάδελφός τις αὐτῶν δὲν συμμορφοῦται πρὸς τὸν Κανονισμὸν, ἀνακοινοῦντες τοῦτο εἰς τὸν Πρόεδρον, ζητοῦσι παρ’ αὐτοῦ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ· εἰς οὐδένα ὅμως ἐπιτρέπεται νὰ ποιήσηται παρατηρήσεις ἐπὶ τοιούτῳ λόγῳ ἀπ’ εὐθείας πρὸς συνάδελφόν του.»
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ λοιπῶν συναδέλφων του, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἀπαλείφεται ἡ τελευταία περίοδος τῆς τελευταίας παραγράφου, ἀρχομένη ἀπὸ τῶν λέξεων «Οἱ τὰς ἀπαγορεύσεις...» καὶ λήγουσα εἰς τὰς λέξεις «... ἑνὸς Βουλευτοῦ».
§173ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν προσθήκην.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§175Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετὰ τὴν χθεσινὴν γενικὴν συζήτησιν, νομίζω ὅτι δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε γενικῶς ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν ὑπό τινων συναδέλφων καὶ ἐμοῦ, νομίζω ὅμως ὅτι διευκολύνω τὴν συζήτησιν, ἂν ὑποδείξω, πῶς ἐσκέφθημεν οἱ ὑποβαλόντες τὰς τροπολογίας, τὰς σχετιζομένας ἀμέσως μὲ τὴν συζητουμένην τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐκ Καλαβρύτων κ. Βουλευτοῦ πρότασιν. Βεβαίως δὲν ὑπάρχουσι πολλαὶ ἐλπίδες, ὅτι αἱ μέλλουσαι νὰ συζητηθῶσι τροπολογίαι ἐκ τῶν ἡμετέρων θὰ λάβωσι καλλιτέραν τύχην ἐκείνων, αἵτινες μέχρι τοῦδε συνεζητήθησαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζῃ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον, ὅπερ ἀνελάβομεν νὰ ἐκτελέσωμεν. Δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐνόμισα ὑπάρχουσαν τὴν ἀνάγκην ἐκτάκτων ποινῶν, ἐπιβληθησομένων εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, διότι εὐτυχῶς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εὑρισκόμεθα ὑπὸ καλλιτέρας συνθήκας, καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς παρεκτροπὰς,— διότι ἐνίοτε συμβαίνουσι τοιαῦται—αἱ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ γινόμεναι συζητήσεις δὲν εἶναι ἐκ τῶν χειροτέρων, διότι εἰς ἄλλα Κοινοβούλια γίνονται καὶ πολὺ σπουδαιότεραι παρεκτροπαί· διὰ τοῦτο ἠναγκάσθησαν εἰς ἄλλα μέρη ἐκτάκτους νὰ ἐπιβάλωσι ποινὰς καὶ πολὺ αὐστηράς. Ἄν τις θελήσῃ,—καὶ τοῦτο τὸ λέγω ὄχι χάριν ἐπιδείξεως, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξηγήσω πῶς ἐσκέφθημεν, προτείναντες ὅ,τι προτείνομεν,— ἂν θελήσῃ τις νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της πάντοτε, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ συζητήσῃ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, θέλει εὕρει ὁμολογουμένως αὐστηροτάτας ποινάς. Εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ὑπάρχει καὶ κρατητήριον, προσωποκρατοῦνται ἐκεῖ οἱ Βουλευταί, γίνεται ἀπέλασις τοῦ ἀτακτήσαντος ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, στεροῦνται τῆς ἀποζημιώσεώς των ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐνομίσαμεν ὅτι συμπληροῦμεν τὸν Κανονισμὸν καὶ τακτοποιοῦμεν αὐτὸν διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν τροποποιήσεων. Πρῶτον, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ οὐχὶ μετὰ μεγάλης προσοχῆς παρενετέθησαν αἱ περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν διατάξεις εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ συνεδριάσεων καὶ συζητήσεων, καὶ θέλετε εὕρει εἰς τὸ ἄρθρον 27, —εἶναι δὲ τὸ συζητούμενον—μετὰ τὰς ἀπαγορεύσεις περὶ τῆς διακοπῆς καὶ καθεξῆς, διάταξιν περὶ ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως εἰς τοὺς ἀγορεύοντας νὰ ἐκτρέπωνται εἰς προσβολὰς προσωπικάς. Οἱ τὰς ἀπαγορεύσεις ταύτας παραβαίνοντες ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν παρὰ τοῦ Προέδρου οἴκοθεν, ἢ κατ’ αἴτησιν ἑνὸς Βουλευτοῦ». Ἀκολούθως ἄλλαι διατάξεις, ἄσχετοι πρὸς τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς, τὰ ἄρθρα δηλ. 29 καὶ 30, ἕπονται δὲ τὸ 31 καὶ 32 περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν. Ταῦτα δὲ εἶναι καὶ τὰ σπουδαιότερα, τελειώνει δὲ τὸ κεφάλαιον διὰ τοῦ ἄρθρου 33 περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως. Ἡ ταξινόμισις αὕτη τῶν διατάξεων βεβαίως δὲν ἦτο ἡ καταλληλοτάτη. Διὰ τοῦτο ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ προτείνωμεν τὴν ἀπάλειψιν, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία, ἐπὶ τῆς ὁποίας θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἡ ἀπάλειψις τῆς τελευταίας παραγράφου (ἀναγινώσκει): «Ἀπαλείφεται ἡ τελευταία περίοδος τῆς τελευταίας παραγράφου, ἀρχομένη ἀπὸ τῶν λέξεων «Οἱ τὰς ἀπαγορεύσεις...» καὶ λήγουσα εἰς τὰς λέξεις «... ἑνὸς Βουλευτοῦ». Διότι τὴν διάταξιν ταύτην παραθέτομεν ἐν καταλλήλῳ χώρῳ, διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν καλὸν νὰ διαιρέσωμεν τὸ κεφάλαιον 3ον εἰς δύο τίτλους, καὶ εἰς μὲν τὸν πρῶτον νὰ περιληφθῶσιν ὅλα τὰ περὶ τῶν συνεδριάσεων καὶ συζητήσεων, εἰς δὲ τὸν δεύτερον ὅλα τὰ περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν· καὶ εἰς τοῦτο ἠκολουθήσαμεν τὸ Γαλλικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰδικὸν κεφάλαιον περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν, μακρότατον δέ· ὡς πρὸς τὴν ταξινόμησιν ὅμως, ἐτηρήσαμεν τοὺς ἀριθμούς. Ἀλλὰ οὐσιαστικῶς δὲν ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ τὰ νῦν κρατοῦντα, διότι κατὰ τὰ νῦν κρατοῦντα, αἱ ποιναὶ, αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τοὺς παρεκτρεπομένους Βουλευτὰς, εἶναι τρεῖς: ἡ εἰς τὴν τάξιν ἀνάκλησις, ἡ εἰς τὴν τάξιν ἀνάκλησις μετὰ σημειώσεως εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ τελευταῖον ἡ ἀποδοκιμασία, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν ὑπὸ τὴν λέξιν «ἐπιτίμησις»· ἀλλὰ τὰ περὶ ἐπιτιμήσεως παρεντίθενται σκοτεινῶς πως εἰς τὸ ἄρθρον 31, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἐννοήσῃ, ὡς ἔχει αὕτη ἡ διάταξις, ἄν ἀποτελῇ ἄλλην τινὰ ποινὴν, ἐκτὸς τῶν δύο προηγουμένων· ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ ποινὴ αὕτη, καὶ ἐφηρμόσθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὡρισμένως δὲ ἀναφέρω ἀποδοκιμασίαν ἐπιβληθεῖσαν εἰς Βουλευτὴν, ὅστις ἐῤῥάπισε Βουλευτὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ κατὰ τὴν 6ην Φεβρουαρίου 1867. Εἰς ἑτέραν ἀποδοκιμασίαν προέβη ἡ Βουλὴ τὴν 9ην Δεκεμβρίου 1868· ἀτυχῶς δὲ εὑρέθη ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν καὶ μετὰ σημειώσεως εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, εὐτυχῶς ὅμως οὐχὶ εἰς πάρα πολλὰς περιστάσεις. Ὥστε τὴν μόνην ποινὴν, ἣν προσθέτομεν διὰ τῆς ἡμετέρας τροπολογίας, εἶναι τὸ τελευταῖον,—οὐσιαστικῶς ἐννοῶ—«ἡ ἐπιτίμησις μετὰ προσωρινῆς ἀποβολῆς ἐκ τοῦ τόπου τῶν συνεδριάσεων», ἀλλὰ τοῦτο μετριασμένον ἴσως κατὰ τὰ 8/10, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι φαινόμεθα ἄγαν αὐστηροί. Εἶναι καλὸν, νομίζω, νὰ ὑπάρχῃ διάταξις, ἐξασφαλίζουσα τὴν εὐκοσμίαν καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐκτάκτους περιστάσεις, καὶ τοιαύτη διάταξις δύναται νὰ ψηφισθῇ εἰς ἐποχὴν, ὁποία εἶναι ἡ σημερινὴ, ὅτε δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος παρεξηγήσεων. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω γενικῶς, καὶ νομίζω ὅτι ὁ ἐκ Καλαβρύτων κ. συνάδελφος, ἂν ἠκολούθει τὸ σύστημα, ὅπερ ἠκολουθήσαμεν ὡς πρὸς τὴν ταξινόμησιν, ἤθελε διευκολύνει τὸ ἔργον· ἀλλ’ ἠκολούθησεν ἄλλο σύστημα. Οὐχ ἧττον, ἂν νομίζῃ ὅτι ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν δύναται ἔστω καὶ κατὰ τὸ σύστημά του νὰ λάβῃ τι, ἂς τὸ λάβῃ. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἀσχοληθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, καλῶς. Ἡμεῖς ἐνόμισαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ῥυθμισθῇ ὁ Κανονισμὸς, καθ’ ὃν τρόπον προτείνομεν.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον. Ἀλλὰ νὰ ἀναγνωσθῇ προηγουμένως ἡ πρότασίς του.
§177ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ἀγορεύοντας νὰ ἐκτρέπωνται τοῦ θέματος. Ὁ παραβαίνων τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην ἀνακαλεῖται ὑπὸ τοῦ Προέδρου εἰς τὸ θέμα, ἐὰν δὲ μετὰ δύο ἀνακλήσεις ἐπιμείνῃ ἐκτρεπόμενος τοῦ θέματος, ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ, ἂν ἐγκρίνῃ, καὶ ἀποφαίνεται τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος.»
§178ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τῷ θέματι τούτῳ εἴμεθα ἀληθῶς πρωτότυποι. Μόνον ὁ ἰδικός μας Κανονισμὸς δὲν προνοεῖ περὶ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ἀγορευόντων ἀπὸ τοῦ θέματος. Εἰς ὅλους τοὺς Κανονισμοὺς τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, πρὸ παντὸς ὑπάρχει ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἀπαγόρευσιν, ὡς νὰ λέγωμεν, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλῇ τις περὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου θέλῃ καὶ ν’ ἀπομακρύνηται ἐντελῶς τοῦ θέματος. Καὶ ἀφοῦ ὁμιλήσῃ περὶ οἱουδήποτε θέλῃ, ἢ ἀπομακρυνθῇ τοῦ θέματος, τότε οἱ θέλοντες νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος, βεβαίως δὲν εἶναι ἀνεκτοὶ πλέον, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ κουράζονται, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ πεινοῦν, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἁπλῶς ἐνοχλοῦνται πλέον μὲ τὸν πολὺν ἦχον. Ὅταν ἦναι ἐνωρὶς, ἀκούει τις ἕκαστον ὁμιλοῦντα περὶ οἱουδήποτε θέλῃ· θέλει νὰ ἐλέγξῃ ἕνα νόμον, καὶ κάμνει ἀγόρευσιν περὶ νόμου ψηφισθέντος· θέλει νὰ ἐλέγξῃ ἕνα ὑπάλληλον, καὶ ὁμιλεῖ περὶ παντοίων πραγμάτων, καὶ κατόπιν ἀπαντᾷ εἰς τοὺς ἀγορεύσαντας. Λοιπὸν νομίζω ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ θέσωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν αὐτὴν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς ὅλους τοὺς Κανονισμούς.
§179ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὕτη ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 13, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν χθὲς, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανάγῃ τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὸ προκείμενον.
§180ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία μου ἔχει καὶ τὴν κύρωσιν· διότι δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ Πρόεδρος, τὸ ὁποῖον συνήθως παραλείπει, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ κύρωσις. Ἐὰν ὁ ὑπομνησθεὶς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ προκείμενον δὲν ἐπανέλθῃ, τί γίνεται; Λοιπὸν δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ παρεμβεβλημένη εἰς ἓν ἄρθρον μία φράσις τοιαύτη, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἀγορεύει διὰ νὰ ἐπαναγάγῃ τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὸ προκείμενον. Πρέπει νὰ ἦναι ῥητὴ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοῦ θέματος, πρέπει βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ καὶ κύρωσις τῆς ἀπαγορεύσεως, καὶ προσθέτω εἰς τὴν τροπολογίαν, ὅτι ἀφαιρεῖται ἐπὶ τέλους ὁ λόγος, ὅπως ἁπανταχοῦ γίνεται.
§181ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Εὐρυτανίας προφανὴς ἐνέδρα στήνεται κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, καὶ δίδεται ὅπλον εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἔχει τὴν πρὸς τοῦτο διάθεσιν, νὰ καταχρασθῇ τῆς δυνάμεως αὐτῆς. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξῆρε τὰ ἀγαθὰ τῆς τροπολογίας αὐτοῦ, καὶ ὑπέδειξεν ὅτι ἔχει ἐν ἑαυτῇ καὶ τὴν κύρωσιν αὐτῆς ἡ τροπολογία, ὅτι δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀπαγόρευσιν, ἣν ἐπάγεται αὕτη, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Βουλευτὴν νὰ ἐξέλθῃ τοῦ συζητουμένου θέματος, ἐπέρχεται ἡ κύρωσις τῆς διατάξεως διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο, καὶ τότε εὐκολώτερον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ τροπολογία, ἐὰν ἔλειπεν ἡ κύρωσις αὕτη, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ καθιστᾷ τὸν κίνδυνον, οὗτινος πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσα. Φοβοῦμαι δὲ, ὅτι, ἐὰν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ τοιαύτη τροπολογία, ὁ κ. συνάδελφος, ὁ εἰσαγαγὼν αὐτήν, θὰ ἔπιπτε πρῶτος θῦμα τῆς διατάξεως ταύτης, ὁ ὁποῖος πολὺ συχνὰ κάμνει παρεκβάσεις τοῦ θέματος τοῦ συζητουμένου, παρεκβάσεις ἀληθῶς πολὺ εὐαρέστους καὶ εὐχαρίστως ἀκουομένας ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πάντως παρεκβάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ συνεπάγωνται τὴν δυσάρεστον ταύτην συνέπειαν τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου.
§182ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ φίλον, ὁ ὁποῖος, καίτοι νεαρὸς βεβαίως πολύ, ἔχει προχείρους τὰς νουθεσίας πρὸς τοὺς κἄπως γηράσαντας. Λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν δύναμαι νὰ ὠφεληθῶ ἐκ μιᾶς ἄλλης παρηγόρου παρατηρήσεως, ὅτι αἱ παρεκβάσεις μου τὸν εὐχαριστοῦν. Ὁμολογῶ ὅτι, ὅσην καὶ ἂν ἀποδίδω—καὶ ἀποδίδω πολλὴν ἐκτίμησιν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. συναδέλφου, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναμαι νὰ ὠφεληθῶ ἐκ τῆς παρατηρήσεως αὐτοῦ, διότι δὲν ὁμιλῶ πρὸς εὐχαρίστησίν του. Ὥστε, καὶ ἂν κάμνω παρεκβάσεις,—ἐγὼ βεβαίως δὲν φρονῶ ὅτι κάμνω παρεκβάσεις—ἀλλὰ καὶ ἂν κάμνω παρεκβάσεις, βεβαίως διὰ πάντα ἄλλον σκοπὸν θὰ τὰς κάμνω, οὐχὶ ἵνα εὐχαριστήσω τὸν κ. συνάδελφον, ὅσον καὶ ἂν θέλω νὰ τέρπηται ὁ νεαρὸς συνάδελφος, ὁ ἐσχάτως εἰσελθὼν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. Βεβαίως ἀποβαίνει ματαιοπονία νὰ ἐπικαλῆταί τις, τί συμβαίνει ἀλλαχοῦ. Ἡμεῖς ἐδῶ ἀπεφασίσαμεν νὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Καὶ τοῦτο διόλου δὲν μὲ ἐνοχλεῖ, ἀπεναντίας μάλιστα δύναται ἡ τοιαύτη τάσις, ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται, νὰ μοὶ προκαλέσῃ πολλὴν εὐχαρίστησιν, μέχρι θυμηδίας, διότι δὲν θὰ μοὶ ἦναι ποσῶς ὀχληρὸν, ἐὰν ἐρχόμενος εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἔχων μάλιστα πλησίον τὴν οἰκίαν μου, ἀκούω ὁμιλίας περὶ διαφόρων πραγμάτων, δυνάμενος καὶ νὰ ἐπανέρχωμαι εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ πάλιν νὰ ἐπιστρέφω, καὶ δυνάμενος καὶ ἐγὼ νὰ ἀπολαύω τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς, καὶ νὰ ὁμιλῶ περὶ παντοίων πραγμάτων, καὶ ἐπειδὴ συνειθίζω νὰ παρεκβαίνω, κατὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, νὰ ὠφελῶμαι ἐκ τῶν μετριωτέρων βεβαίως παρεκβάσεων, τὰς ὁποίας ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ποιοῦνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Εἶναι πρᾶγμα τῷ ὄντι πολὺ εὐχάριστον. Ἐγὼ ἁπλῶς θέλω νὰ σημειῶνται τὰ λεγόμενα, καὶ κατόπιν θὰ συζητήσωμεν ποτὲ, ἐν τῷ μέλλοντι χρόνῳ, περὶ τῶν ἀστειοτήτων, τὰς ὁποίας ἀνταλλάσσομεν ἐδῶ, διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἀνέχηται ἐπὶ πολὺ νὰ γίνηται αὐτὸ τὸ παιγνίδιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἀποβαίνει εἰς ὄφελος τῶν πραγματικῶν καὶ ἀληθῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων αὐτοῦ. Τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοῦ θέματος μετὰ συνεπειῶν τὴν ἔχουσιν αὐτοὶ οἱ Ἀμερικανοί, ἀλλ’ οἱ Ἀμερικανοὶ δὲν ἀγαπῶσι, φαίνεται, τὴν ἐλευθερίαν, ὅπως ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες. Καὶ οἱ Ἀμερικανοί, οἱ ὁποῖοι θέτουσι ποινὴν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνεται τοῦ θέματος, ἐπιτρέπουσι μόνον ἅπαξ νὰ ἀγορεύῃ τις ἐπὶ ἑνὸς θέματος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τοῦτο τὸ ἀμερικανικὸν σύστημα ἀπεπειράθη ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ μόνον κατ’ ἐμοῦ (ἱλαρότης). Ὥστε εἰς ἐμὲ ἐδέησεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἐπιβάλῃ νὰ ἀγορεύω ἅπαξ μόνον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἠθέλησε νὰ παρακολουθήσῃ τὸν κ. Πρόεδρον εἰς τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ, καὶ ἠναγκάσθη ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μὲ ἀνεχθῇ νὰ ὁμιλήσω καὶ δευτέραν φοράν, ὅπως ἀναγκασθῇ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ κατέλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος.
§183ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκεῖ δὲν παρευρίσκεται ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἠξεύρετε.
§184ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τὸν Γερμανικὸν Κανονισμόν, ἐν ἄρθρῳ 48 ἀπαγορεύοντα γενικῶς τὸ νὰ ἀπομακρύνηταί τις τοῦ θέματος, καὶ ὑπάρχουσι — βεβαίως καὶ συνέπειαι. Ἐκεῖ ἐξαιρετικῶς περιλαμβάνονται καὶ οἱ Ὑπουργοί, καὶ ἐπεκαλέσθησαν τοῦτο, τὸ ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἐπιχείρημα, ἵνα εἴπωσιν, ὅτι ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν μόνον δὲν ἐπεκτείνεται εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Λοιπόν, ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς τὴν φράσιν ἐκείνην τοῦ ἄρθρου 13, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἐπαναφέρει τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὸ προκείμενον, ἄνευ συνεπείας τινὸς τῆς ἀπαγορεύσεως, νομίζω ὅτι ἀνεπαρκές τι ἐνομοθετήσαμεν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Χατζοπούλου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χατζοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Θὰ ἐρωτήσω τώρα τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Φιλαρέτου κλπ.
§186ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 27 τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βόλου σχετίζεται μὲ τὸ ἑπόμενον κεφάλαιον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ προβλέπον περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κεφαλαίου τούτου. Ἀπαλείφεται μὲν ἐδῶ ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλ’ ἡ ἀπαγόρευσις ἀναφέρεται εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν.
§187ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑποτίθεται, ὅτι ὅσοι ψηφίσωσιν ἐδῶ τὴν ἀπάλειψιν, δὲν κωλύονται νὰ ψηφίσωσι κατόπιν τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ ποινῶν.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλαρέτου κλπ. παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 27 τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκεται).
§189ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον 29 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 29. Πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου ἢ περὶ προτάξεως ἄλλων ἀντικειμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει δέον νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα ἄλλων Βουλευτῶν, ὑπὸ δύο δὲ Βουλευτῶν πᾶσα πρότασις, ἧς ἀντικείμενον εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις, ἢ ὅτι παραβιάζονται διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ· ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προβάλλωσι τοιαύτας προτάσεις μόνοι. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται πρῶτον μὲν περὶ τῶν παρεμπιπτόντων τούτων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται ἐπὶ παντὸς παρεμπίπτοντος ζητήματος.»
§190ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ εἰς τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν ὑπάρχει διάταξις, ὅτι 10 Βουλευταὶ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ προτείνωσι τὴν ἔνστασιν περὶ παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἤδη ὁρίζονται δύο. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει περιορισμὸς νὰ ὑπάρχῃ ὡς πρὸς τὴν ἔνστασιν ὅτι παραβιάζεται ὁ Κανονισμός. Ἡ τήρησις τοῦ Κανονισμοῦ πρέπει νὰ ἀφήνηται εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐκτίμησιν παντὸς Βουλευτοῦ. Καὶ ἐὰν εἷς Βουλευτὴς νομίζῃ ὅτι παραβιάζεται ὁ Κανονισμός, πρέπει νὰ δικαιοῦται νὰ κάμῃ τὴν ἔνστασιν αὐτὴν, χωρὶς νὰ ἦναι ἀνάγκη καὶ ἄλλου, τὸ δὲ Προεδρεῖον πρέπει νὰ λαμβάνῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν.
§191ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὑπὸ δύο Βουλευτῶν, κ. Πρόεδρε.
§192ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατὶ ὄχι ὑπὸ ἑνός;
§193ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἦσαν πέντε, καὶ γίνονται δύο.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 29, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§195ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ ἄρθρα 28 καὶ 31 μεταλλάσσουσι τάξιν. «Τὰ ἄρθρα 30 καὶ 31 τροποποιοῦνται οὕτω: «Ἄρθρον 31. Οἱ Βουλευταί, ὅσοι θορυβοῦσι, διακόπτουσι τοὺς ἀγορεύοντας, ἢ διὰ φωνῆς ἢ διὰ σχημάτων ἀποδοκιμάζουσιν αὐτούς, ἐὰν μετὰ παρατήρησιν τοῦ Προέδρου ἐξακολουθήσωσι θορυβοῦντες, ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν· ἐὰν δὲ ἐπιμείνωσιν, ἐγγράφεται ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ πρακτικά. Ἀπαγορεύεται τὸ καπνίζειν ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριῶν.»
§196ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ τελευταία παράγραφος, ὡς ἔχει, ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, εἶναι ἐντελῶς περιττὴ, καὶ τελείως παρέλκει. Ὁ ἑκάστοτε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἔχει πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ἔχει δὲ καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ διευθύνειν τὰς συνεδριάσεις καὶ τηρεῖν τὴν κοσμιότητα κατὰ τὰς ὥρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ τοῦ τηρεῖν τὴν κοσμιότητα ἔγκειται καὶ ἡ ἐξουσία αὐτοῦ τοῦ ἀπαγορεύειν τὸ κάπνισμα ἐν τῇ αἰθούσῃ, ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην ἄτοπον συμπεριφοράν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ τοιαύτη εἰδικὴ ἀπαγόρευσις ἐν τῷ Κανονισμῷ.
§197ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπ’ ἐναντίας, ἐγὼ νομίζω, μὴ συμφωνῶν μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ὄχι μόνον ἡ ῥητὴ αὕτη μνεία πρέπει νὰ γείνῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἀπαγόρευσις καὶ εἰς ἄλλας τυχὸν διαθέσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἕκαστος νὰ ἐκπληρώσῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς· διότι ἐπικρατεῖ εἰς τὴν νομοθεσίαν μας καὶ τὸν Κανονισμόν μας τόσον πολὺ φιλελεύθερον πνεῦμα, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξυπακούηται ὅτι ἀπαγορεύεται τὸ καπνίζειν, ἐξ ἐναντίας ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπιτρέπεται ὄχι μόνον αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα. Ὥστε ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ἡ ῥητὴ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, νομίζω, ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλα ἀντικείμενα.
§198ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα ἄλλα;
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 31, ἤτοι 28 κατὰ τὴν νέαν τάξιν, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 30.
§200ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὸ διαιρετὸν οἴκοθεν, ἐὰν κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον, ἢ τῇ αἰτήσει τριῶν Βουλευτῶν.»
§201ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατὶ τῇ αἰτήσει τριῶν Βουλευτῶν ἀντὶ ἑνός;
§202ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐρωτᾷ, διατὶ ἀντὶ ἑνὸς Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν διαίρεσιν τῶν ζητημάτων, ἀπαιτοῦνται τρεῖς Βουλευταί. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νῦν Κανονισμὸν, ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὸ διαιρετόν· ἀλλὰ κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, ἀμφιβολίας οὔσης περὶ τοῦ συνθέτου τῶν ζητημάτων, ἀπεφάσιζεν ἡ Βουλή. Τί δὲ συνέβαινεν; Εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐζήτει τὴν διαίρεσιν τοῦ ζητήματος, ἕτερος ἐξέφραζεν ἀμφιβολίαν, ὁ Πρόεδρος ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀνάμιξις αὕτη τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ ζητημάτων ἁπλῆς λογικῆς, μοὶ ἐφάνη ὅλως περιττὴ, διὰ τοῦτο ἐπρότεινα τὴν ἀπάλειψιν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς ἕνα καὶ μόνον Βουλευτὴν, διὰ τοῦτο ἔθεσα τρεῖς.
§203ΣΤΑΗΣ. Δύο.
§204ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε δύο, ἂς θέσωμεν δύο.
§205ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ διαιρετοῦ. Ὑποθέσατε, ὅτι ὑμεῖς δὲν πείθεσθε περὶ τοῦ διαιρετοῦ, ἀλλὰ δύο Βουλευταὶ ζητοῦσι τοῦτο· ἐπιβάλλεται πλέον ἡ διαίρεσις;
§206ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μάλιστα, ἐπιβάλλεται. Εἶναι ἁπλοῦν ζήτημα λογικῆς. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῶσι δύο Βουλευταὶ, ὅτι ἓν ζήτημα εἶναι διαιρετὸν, καὶ τὸ ζήτημα νὰ μὴ ἦναι διαιρετόν; Πλὴν τούτου, ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων περὶ συνθέτου ἢ μὴ, διότι κατὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν, ὁ Πρόεδρος θέτει τὰ ζητήματα, πολλάκις δ’ ἐπὶ ζητημάτων πολυπλόκων καὶ ὅταν ὑπάρχωσι πολλαὶ τροπολογίαι, ὁ Πρόεδρος ἔχει ἀνάγκην νὰ διαιρέσῃ τὰ ζητήματα. Ἐὰν λοιπὸν εἰς ἑκάστην τοιαύτην περίπτωσιν ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ἀντίῤῥησις καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ προκαλῆται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, τὸ ἔργον τοῦ Προέδρου θὰ ὑφίστατο πολλὴν δυσχέρειαν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τὴν διαχείρισιν τοιούτου δικαιώματος, ἀφοῦ ὑποτίθεται, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τὸν κοινὸν νοῦν.
§207ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἰς παλαιὰν ἐποχὴν ὀλίγη ἐδίδετο προσοχὴ ὡς πρὸς τὴν θέσιν τῶν ζητημάτων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ἀνέγνωσα τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1843, ὅτι ἐκεῖ ὁ μακαρίτης Ἀλέξανδρος Μαυροκορδάτος, προεδρεύων, ὡς ἀντιπρόεδρος, ἔθετε συνήθως τὰ ζητήματα: «Ὅσοι θέλετε οὕτω, νὰ ψηφίσητε Ναὶ, ὅσοι θέλετε τὸ ἄλλο, ψηφίσατε Ὂχι.» Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ τάξις ἔφερε μεγάλην κατακραυγὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βʹ Συνέλευσις, ἡ ἐν Ἀθήναις, ἐπέστησε πολλὴν τὴν προσοχήν της ὡς πρὸς τὴν διαίρεσιν τῶν ζητημάτων, ἐνθυμοῦμαι δὲ, εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1863, τῆς ὁποίας ἤμην μέλος, ὅτι ἕνεκα κακῆς θέσεως ἑνὸς ζητήματος ἐπὶ τρία ἡμερονύκτια ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἐκείνη ἐπάλαιε καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν δυσχέρειαν, ἕνεκα τῆς μὴ εὑρέσεως τῆς ὀρθῆς λύσεως καὶ θέσεως τοῦ ζητήματος. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι εἰς ἐκείνην τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὑπῆρχον τότε ὅλοι οἱ μεγάλοι λογάδες τοῦ ἔθνους καὶ ὅλοι οἱ μεγάλοι πολιτικοὶ ἄνδρες, διότι ἔζων ἀκόμη τότε ὅλοι οἱ μεγάλοι ἀγωνισταὶ τοῦ μεγάλου ἀγῶνος. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι τὴν τρίτην ἡμέραν, μόλις εἷς πληρεξούσιος, ἀρκετὰ νοήμων, διῄρεσε τὰ ζητήματα διὰ τῆς εὐφυΐας αὑτοῦ, καὶ τὰ ἔθηκεν εὐκρινῶς, ἀμέσως ἐξήγαγε τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἐκείνην ἀπὸ ὅλην τὴν ἀγωνιώδη κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο καὶ ἐπάλαιε, διότι ἦτο διῃρημένη εἰς δύο κόμματα καὶ ἐπάλαιε διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τῆς ἀγωνίας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαιρέσεως τῶν ζητημάτων εἶναι ὕψιστον, ὅτι πολλάκις σώζει ὁλόκληρον τὴν παραζάλην ἑνὸς Κοινοβουλίου, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ κρίσις εἰς πᾶν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοιούτου ζητήματος.
§208ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἰς δύο.
§209ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως ἔχει. Εἰς ἕκαστον δηλ. Βουλευτὴν νὰ ἐπιτρέπηται νὰ προτείνῃ τὸ διαιρετὸν τοῦ ζητήματος· καὶ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν πρότασιν, ἐρωτᾶται ἡ Βουλή· διότι ἄλλως τί θὰ γίνηται; Δύο Βουλευταὶ προτείνουσι, κατὰ τὴν νέαν τροπολογίαν τοῦ κ. Προέδρου, τὸ διαιρετὸν, τὸ Προεδρεῖον ἔχει ἀντίθετον γνώμην, οἱ δύο Βουλευταὶ ἐπιβάλλονται εἰς τὴν γνώμην τοῦ Προεδρείου, καὶ ἡ Βουλὴ μένει κατὰ μέρος.
§210ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§211ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πιθανὸν λοιπὸν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διαιρετοῦ ζητήματος, καὶ οἱ δύο νὰ ἐπιβάλλωνται ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Διὰ τοῦτο νομίζω προτιμότερον νὰ μείνῃ τὸ πρᾶγμα ὡς ἔχει. Εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν νὰ ἐπιτρέπηται νὰ προτείνῃ τὸ διαιρετὸν τοῦ ζητήματος, διατυπῶν τὴν γνώμην του, ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος δὲν παραδέχεται τοῦτο, ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφαίνηται.
§212Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα καὶ νὰ περιορίσωμεν τὸ τοιοῦτον δικαίωμα. Πῶς δυνάμεθα διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος, ὁποῖον εἶναι τὸ διαιρετὸν, δύο Βουλευταὶ δύνανται νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς ὅλην τὴν Βουλὴν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ αἰσθάνεται τὸ ἄτοπον τοιαύτης διαιρέσεως, νὰ μὴ δύναται νὰ παρεμβαίνῃ καὶ νὰ κατισχύῃ τῶν δύο Βουλευτῶν; Πρὶν ἐδίδετο μὲν ἀποκλειστικὸν δικαίωμα καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον, ἀλλ’ ἐν περιπτώσει ἀμφιβολίας, πάλιν ἀπεφαίνετο ἡ Βουλὴ, διότι εἷς τῶν Βουλευτῶν ἂν εἶχεν ἀντίῤῥησιν, ἰδοὺ ὅτι ἐγείρεται ἀμφιβολία, ἐνῷ τώρα θὰ ὑποκύψῃ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εἰς τὴν θέλησιν τῶν δύο, καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἑπομένως.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 30, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§214ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μένει ὅπως ἔχει;
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως ἐτροποποιήθη.
§216ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἐπιφυλάξῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφαίνηται αὕτη ἐν περιπτώσει ἀμφιβολίας;
§217ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐπιμένῃ· διότι, ὅπως εἶπεν ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸ θέτειν τὰ ζητήματα εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ Προέδρου, καὶ τὸ δικαίωμά του τοῦτο μόνον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὸ μεταβάλῃ. Ἤδη λοιπὸν τί γίνεται; Οὐχὶ μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου καταργοῦμεν, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ὑποτάσσομεν τὴν κρίσιν τοῦ Προέδρου εἰς τὴν θέλησιν δύο Βουλευτῶν, καὶ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον ἀκολούθως. Λοιπὸν, οὕτως ἀποφασίζοντες, ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἄπειρα τὰ ἄτοπα. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι δύνανται νὰ εὑρεθῶσι δύο Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι εἰς ἑκάστην πρότασιν νὰ προτείνωσι τὴν διαίρεσιν καὶ ὑποδιαίρεσιν τῶν ζητημάτων· καὶ εἴδομεν πολλάκις τοιαύτας συζητήσεις, καὶ συνεζητήσαμεν ἐπὶ ὥρας, ἂν πρέπῃ νὰ διαιρεθῶσιν ἢ ὑποδιαιρεθῶσι τὰ ζητήματα. Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν θέλησιν τῶν δύο καὶ μόνων Βουλευτῶν; Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ὀρθόν.
§218ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἠμπορεῖ, νομίζω, χωρὶς νὰ χάσῃ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίζῃ ἐπὶ τῆς ἐσφαλμένης τυχὸν γνώμης εἴτε τοῦ Προέδρου, εἴτε τῶν δύο Βουλευτῶν, τὸ ἄρθρον νὰ γείνῃ οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὸ διαιρετὸν οἴκοθεν, ἐὰν κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον, ἢ τῇ αἰτήσει τριῶν Βουλευτῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ ἄλλως». Νὰ ἔχῃ δηλ. τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ ἡ Βουλὴ εἰς μίαν κρίσιν ἐσφαλμένην ἢ τοῦ Προέδρου ἢ τῶν τριῶν Βουλευτῶν. Λοιπὸν νὰ προστεθῇ «ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ ἄλλως.» Ἂν ὑποθέσητε ὅτι ἐκάμετε διαιρετὸν καὶ δὲν φρονεῖ ἡ Βουλὴ ὅτι εἶναι ὀρθὸν, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδισθῇ ἡ Βουλὴ ποτέ.
§219ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ τουλάχιστον νὰ διασωθῇ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου, νὰ μὴ ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποκύψῃ εἰς τοὺς δύο. (Διαμαρτυρίαι).
§220ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι δά!
§221ΣΤΑΗΣ. Εἶναι μία προνομία, ἣν χορηγεῖ ὁ νέος Κανονισμὸς εἰς τοὺς δύο Βουλευτὰς, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχε τὸ πρίν. Εἶναι ὁμολογουμένως ἀναγκαιότατον αὐτὸ, διότι ἄλλοτε ἡ Βουλὴ διὰ τῆς πλειοψηφίας ἀπεφαίνετο, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ διαιρεθῇ τὸ ζήτημα, ὑπῆρχον δὲ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ἔπρεπε νὰ διεξαχθῇ τοσαύτη συζήτησις. Δὲν εἶναι δὲ δυνατόν, ὡς ὑποστηρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας, νὰ δοθῇ μόνον εἰς τὸν Πρόεδρον τὸ δικαίωμα, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει συμβιβάζεται ἡ γνώμη τῶν δύο Βουλευτῶν μετὰ τῆς γνώμης τοῦ Προέδρου, τότε νὰ γίνηται δεκτὸν τὸ διαιρετόν. Πρέπει βεβαίως νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα ἔστω καὶ δύο τῶν Βουλευτῶν νὰ προτείνωσι τὸ διαιρετὸν, καὶ νὰ ἦναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ αὐτὸ, καὶ παρὰ τὴν γνώμην αὐτῆς, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως δὲν δύναται νὰ προκύψῃ κακόν τι.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ τρία τέταρτα τῆς ὥρας. Εἰς τὰς 8 καὶ ¼ ἀκριβῶς θέλω καταλάβει τὴν ἕδραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ.)
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Ζαΐμης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς νέαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 30 (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὸ διαιρετὸν, ὁσάκις κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον. Τὸ διαιρετὸν ἀπαγγέλλεται ὡσαύτως ὑπὸ τοῦ Προέδρου, τῇ αἰτήσει παντὸς Βουλευτοῦ, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις· ἀντιῤῥήσεως ὅμως γενομένης, ἀποφαίνεται ἡ Βουλή.»
§224ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ πρώτης ὄψεως ὁμολογῶ ὅτι ἤμην πολὺ πλέον ὑπὲρ τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, παρ’ ὅσον ἦτο ἴσως ὁ ἴδιος, διότι ἡ διαίρεσις τοῦ ζητήματος παρέχει τὴν ἐλευθερίαν τῆς κρίσεως. Λοιπὸν εὐλόγως ἠδύνατο νὰ ἀφεθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Πρόεδρον, διότι οὐδὲν δικαίωμα πρόκειται νὰ παραβιάσῃ ἡ διαίρεσις· οὐδένα ἐμποδίζει αὕτη νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας ἡ σύνθεσις τοῦ ζητήματος παρουσιάζει τὴν δυσχέρειαν. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν παραδέχομαι τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι διὰ τὴν διαίρεσιν ἀπαιτεῖται ἁπλῶς κοινὸς νοῦς. Πάντοτε, προκειμένου καὶ περὶ τῆς διαιρέσεως, χρειάζονται τὰ φῶτα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντως ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δύναταί ποτε νὰ συμβῇ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μὴ ὑπάρχῃ, ὄχι ὁ κοινὸς νοῦς, ἄπαγε! εἰς τοὺς διευθύνοντας τὰς συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ νὰ μὴ ὑπάρχωσι τὰ ἀπαιτούμενα φῶτα, διὰ τοῦτο καὶ μόνον νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ μείνωμεν εἰς τὰ ὑπάρχοντα, νὰ ἀφήσωμεν δηλ. τὸν Κανονισμὸν ὡς ἔχει, δηλ. νὰ ἀποφαίνηται ἡ Βουλή.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 30, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἤδη ἔρχεται ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 32 τροπολογία τῶν κ. κ. Φιλαρέτου, Μαστραπᾶ, Ραζέλου καὶ Παπαμιχαλοπούλου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Αἱ εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐπιβαλλόμεναι πειθαρχικαὶ ποιναὶ εἶναι αἱ ἀκόλουθοι: 1) Ἡ εἰς τὴν τάξιν ἀνάκλησις.—2) Ἡ εἰς τὴν τάξιν ἀνάκλησις, σημειουμένη εἰς τὰ ἐπίσημα τῆς Βουλῆς πρακτικά.—2) Ἡ ἐπιτίμησις.—4) Ἡ ἐπιτίμησις μετὰ προσωρινῆς ἀποβολῆς ἐκ τοῦ τόπου τῶν συνεδριάσεων.»
§226ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποθέτω ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη τοῦ ἐντίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ εἶναι οὐχὶ ἐπαρκής. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ αὐστηροῦ Κανονισμοῦ, ὃν ἔχουσι καὶ ἄλλα μεγάλα καὶ ἰσχυρὰ συνταγματικὰ Κράτη, ὡς ἡ Ἀγγλία, τὸ Βέλγιον κλπ., εἶμαι δηλ. ὑπὲρ τῶν αὐστηρῶν ποινῶν, τῶν ἐπιβαλλομένων κατὰ τῶν Βουλευτῶν, διότι οὗτοι ὀφείλουσι νὰ ἦναι τὸ ὑπόδειγμα τῆς τάξεως καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος, καὶ μάλιστα ὅταν εὑρεθῶσι Βουλευταὶ, οἵτινες τυχὸν ἤθελον ἀντιστρατευθῆ κατὰ τῶν κειμένων νόμων, ἢ καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Τοιαῦτα παραδείγματα πάντες, ὅσοι παρακολουθοῦσι τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις, εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὰ γνωρίζωσιν. Εὐτυχῶς ἐν Ἑλλάδι δὲν παρουσιάσθησαν τοιαῦτα ζητήματα μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, ὅπως ὁ Κανονισμὸς τοῦ Σώματος προλάβῃ τὰς τοιαύτας παρεκτροπάς. Διὰ τοῦτο ἤθελον, καὶ μᾶλλον ἐπεθύμουν, νὰ ἐπεκτείνῃ ὁ νέος Κανονισμὸς τὰς τιμωρίας κατ’ ἐκείνων τῶν ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι, ὡς προεῖπον, ἤθελον ἀντιστρατευθῆ εἰς τὰ παραδεδεγμένα ἢ τὰ νόμιμα ἢ ἤθελον διαταράξει τὴν τάξιν ἢ παραβῆ τὸν Κανονισμόν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔχομεν τοιαύτην διάταξιν, ἀναγκάζομαι νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς καὶ οἱ ἀξιότιμοι αὐτοῦ συνάδελφοι. Ἀπορῶ δὲ, πῶς δὲν προεῖδε τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ ὀρθοφροσύνη τοῦ ἀγαπητοῦ φίλου καὶ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος καὶ κοινοβουλευτικὴν πεῖραν ἔχει, καὶ πολλὰ εὐρωπαϊκὰ Κοινοβούλια ἐπεσκέφθη. Ἴσως νομίζει, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἴμεθα μᾶλλον φιλόνομοι. Δυνατὸν καὶ τοῦτο, ἀλλ’ ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ κλίμα ἡμῶν καὶ τὴν ἀνατροφὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἂς σκεφθῇ, ὅτι, ἀφοῦ ἄλλα Κράτη, κείμενα βορεινότερον τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τοιαύτης διατάξεως, βεβαίως χρήσιμος θὰ ἦναι αὕτη καὶ παρ’ ἡμῖν.
§227ΣΤΑΗΣ. Εἶναι εὐτύχημα, ὅτι πάντες ἀνομολογοῦσιν ὅτι δὲν παρέστη ποτὲ ἀνάγκη ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ νὰ ἐφαρμοσθῶσι τοιαῦται διατάξεις, ἢ τουλάχιστον νὰ καταδειχθῇ ἡ ἔλλειψις τοιούτων διατάξεων, ὁποῖαι ἀναφέρονται ἐν τῇ τροπολογίᾳ τῶν κ. συναδέλφων. Καὶ ἀκριβῶς τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πείσωσι πάντας ἡμᾶς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν αὐτὴν, διότι ἀκριβῶς πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἐκεῖνα τὰ κλίματα, εἰς τὰ ὁποῖα, ὑπαρχούσης τοιαύτης διατάξεως εἰς χεῖρας ἐμπαθοῦς πλειοψηφίας, δύναται αὕτη νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μάστιξ κατὰ τῆς μειοψηφίας πρὸς καταδολίευσιν τοῦ πολιτεύματος. Ἀφοῦ δὲ μάλιστα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἐθεώρησε καλὸν νὰ περιλάβῃ ἐν ταῖς τροπολογίαις αὐτοῦ τοιαύτην διάταξιν, δὲν πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ παρέχηται δικαίωμα ἀποπομπῆς ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου παντὸς παρεκτρεπομένου ἐν στιγμῇ ἴσως παραφορᾶς.
§228ΜΑΝΕΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν παρέστη ἀνάγκη τοιαύτης διατάξεως καὶ ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μὴ μεταβάλῃ τὰ κείμενα, ἔστω καὶ κακῶς κείμενα. Νομίζω δὲ, ὅτι τοιαύτη διάταξις εἰς τὰ θερμὰ κλίματα, καὶ μάλιστα ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ, θὰ γεννήσῃ πολὺ μεγαλείτερα πράγματα. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν τόσον αὐστηρὰ μέτρα προτείνουσαν, καθόσον μάλιστα καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέδειξε τόσον φιλελεύθερα αἰσθήματα, καὶ παρέσχε πᾶσαν τὴν ἐλευθερίαν. Φρονῶ δὲ, ὅτι, καὶ ἂν παρεκτραπῇ τίς ποτε, ἡ Βουλὴ θὰ φροντίσῃ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ καθῆκον.
§229Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ὑποβαλόντες τὴν τροπολογίαν ἐκ τῶν λόγων τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ὅπως ἀποσύρωμεν αὐτήν. Τὸ μόνον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προτείνουσιν, εἶναι τὸ θερμὸν τοῦ κλίματος. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ σκεπτώμεθα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θερμομέτρου, ἀλλοίμονον δὲ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἂν ἠναγκαζόμεθα νὰ κανονίζωμεν τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θερμομέτρου! Καὶ τοῦ ἑτέρου δὲ τῶν προαγορευσάντων οἱ φόβοι, ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὅπλον ἐπικίνδυνον εἰς χεῖρας μιᾶς πλειοψηφίας ἡ διάταξις αὕτη, εἶναι ὅλως ἀβάσιμος· διότι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ πλειοψηφία τόσον ἀσυνείδητος, ὥστε νὰ ποιήσηται κακὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, τότε οὐδὲν ἄλλο μένει ἢ νὰ ἐξέλθῃ ἡ μειοψηφία ἔξω καὶ λάβῃ τὰ ὅπλα. Βεβαίως οὔτε ἡ σημερινὴ πλειοψηφία, οὔτε ἡ αὐριανὴ, οὔτε οὐδεμία ἄλλη θέλει προβῆ εἰς τοιοῦτόν τι. Ἄλλως τε ἡ προσωρινὴ ἀποβολὴ ἀπὸ τῶν συνεδριάσεων δὲν γίνεται ἀμέσως, ἀλλὰ προηγουμένως ἐπιβάλλονται ἄλλαι ποιναί. Ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 55 ἑξάκις, καθ’ ὃ δέον νὰ προηγηθῇ τῆς προκειμένης ποινῆς ἡ ἁπλῆ ἐπιτίμησις. Ὥστε δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ληφθῇ ἡ τοιαύτη ἀπόφασις περὶ ἀποβολῆς ἐκ τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς. Ὡς εἶπον προηγουμένως, εἶναι ὁμαλωτάτη ἡ σημερινὴ ἐποχή, ὥστε ὁμολογουμένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς διατάξεως ταύτης, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι ὡπλισμένον τὸ Προεδρεῖον δι’ αὐτῆς, ὥστε, ὅταν παραστῇ ἀνάγκη, νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριχωνίας ἔκαμε πάλιν ἔκκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις ἐφάνη τόσον φιλελεύθερος εἰς τὰς ἰδέας του, ὡσεὶ ἡμεῖς, οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν, εἴμεθα ἀντιθέτων ἀρχῶν καὶ πρόκειται νὰ διατρέξωσιν ἐκ ταύτης κίνδυνον αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχουσιν αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι, διότι τὴν τύχην αὐτῆς τῆς προτάσεως τὴν γνωρίζω, δὲν δυνάμεθα ὅμως ν’ ἀποσύρωμεν αὐτήν.
§230ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, νὰ θελήσῃ ποτὲ ἡ πλειονοψηφία νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου παρεχόμενον ὅπλον πρὸς καταπίεσιν καὶ ἐναντίον μέλους τῆς μειονοψηφίας· τοῦτο δὲ, ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀνέφερε, καὶ ὁ ὁποῖος στρέφεται ἐναντίον του, διὰ τὸ θερμὸν τοῦ κλίματος. Περὶ ἄλλα δύναται παρ’ ἡμῖν νὰ γείνῃ κατάχρησις ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας, δύναται π. χ. νὰ κάθηται ὅλην τὴν νύκτα ἡ πλειονοψηφία καὶ νὰ συζητῇ τὰ νομοσχέδια, οὐδέποτε ὅμως παρ’ ἡμῖν ἡ πλειονοψηφία ὑπῆρξε καταδιωκτικὴ τῶν προσώπων, καὶ ἂν ἔχωμεν ἰδιάζον τι ὡς πρὸς ταῦτα ἐν Ἑλλάδι, τοῦτο εἶναι, ὅτι ὑπῆρξε πάντοτε ἡ πλειονοψηφία ὑπερμέτρως ἀνεκτικὴ, προκειμένου περὶ προσώπων. Αὐτὸ γίνεται βεβαίως εἰς τὸν ἀγγλικὸν χαρακτῆρα· ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται ἐκεῖνο εἰς τὸν ἀγγλικὸν χαρακτῆρα, τὸ ὁποῖον ἔγεινε κατὰ τῶν κωλυσιεργῶν. Ἐκεῖ ἠδυνήθημεν νὰ ἴδωμεν τὸν Γλάδστωνα ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸν Σαλισβουρὺ ἀφ’ ἑτέρου συμμαχοῦντας καὶ ἐκδιώκοντας ἀπὸ τοῦ ὠτὸς τριάκοντα μέλη τῆς μειονοψηφίας. Οἱ Παρνελισταὶ βεβαίως παρεξετρέποντο, καὶ κωλυσιεργίαν ἐπρότασσον κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, λέγοντες καὶ συζητοῦντες, ἀλλ’ ὑποβάλλοντες συγχρόνως σοφωτάτας γνώμας εἰς τὴν πλειονοψηφίαν· ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς παρεκτροπῆς ταύτης συνεφώνησαν οἱ φιλελεύθεροι ἐκεῖνοι καὶ ἐξετέλεσαν τὸν Κανονισμόν. Καὶ πῶς ἡμεῖς, θέλοντες νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ αὐτὸ πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, δὲν μιμούμεθα ἐκείνους; Πανταχοῦ, ἐν Ἀγγλίᾳ, Βελγίῳ, Ἀμερικῇ ὑπάρχουσι τὰ μέτρα τὰ περιοριστικὰ, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν ἐγγύησιν τῆς σπουδαιότητος τοῦ πολιτεύματος ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτοῦ. Παρ’ ἡμῖν ἐθεωρήθη ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ πράττῃ τις ὅ,τι θέλῃ, παρ’ ἡμῖν οὐχὶ πλέον ἡ πλειονοψηφία κανονίζει τὰ δημόσια πράγματα, ἀλλ’ ἡ μειονοψηφία, ἢ μᾶλλον ἡ μονοψηφία. Ἀλλὰ καὶ τί ἄλλο συνέβη παρ’ ἡμῖν; συνειθίσαμεν ἐν τῇ καταχρήσει, καὶ δὲν ἐνοήσαμεν ποτὲ τὸν περιορισμὸν, δὲν ἐνοήσαμεν ποτὲ τὸ καθῆκον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ὑπόδειξις τοῦ καθήκοντος μᾶς διαταράττει, καὶ τὸ μὲν ὑπείκοντες εἰς τὰς κακὰς ἰδέας, τὸ δὲ παίζοντες ἐν οὐ παικτοῖς, ἀφιέμεθα εἰς τὴν ἀκολασίαν.
§231ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ καὶ ὡς φίλεργον καὶ ὡς εὐμαθῆ, ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ χαρακτηρίσω αὐτὸν λίαν ἰδεολόγον, καὶ ὅτι δὲν ἔχει οὔτε γνῶσιν οὔτε πεῖραν τοῦ Ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐπιβάλλητε τὴν ποινὴν τῆς ἀποπομπῆς ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου εἰς ἕνα τῶν ἀντιπροσώπων καὶ νὰ τὸν ἐξαγάγητε διὰ τῆς βίας ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἀπέστειλαν αἱ ψῆφοι χιλιάδων πολιτῶν, εἶσθε ἠπατημένοι. Ἀλλ’ οὐδέποτε ὑπῆρξεν Ἕλλην Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐκ προθέσεως καὶ περισκεμμένως προέβη εἰς τὴν διατάραξιν τῆς τάξεως, παρακωλύσας τὴν ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου· ἐὰν δέ τις προβῇ εἰς ταραχήν τινα, ἔρχεται ἀμέσως εἰς συναίσθησιν τῆς παρεκτροπῆς του, εὐθὺς ἅμα τις ἐκ τῶν φίλων του τῷ ἀποτείνῃ παρατήρησιν. Ἀλλ’ ἔστω, ὑποθέσατε ὅτι γίνεται τοιαύτη παρεκτροπή, ὅτι εὑρίσκεται Βουλευτής, ὁ ὁποῖος διαταράσσει τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς· νομίζετε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, τὴν ἰδίαν ἐκείνην ὥραν νὰ μεταβάλῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ λάβῃ ἀπόφασιν κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ τούτου; Ἀλλὰ μὴ τὸ καθιεροῦτε, διότι δὲν θὰ τὸ ἐφαρμόσητε· εἶναι δὲ ἡ μεγαλειτέρα ὕβρις διὰ τὸν νόμον, ὅταν νομοθετῆτέ τι καὶ δὲν τὸ ἐφαρμόζητε. Καὶ δὲν θὰ τὸ ἐφαρμόσητε, διότι θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὰς μεγίστας τῶν δυσχερειῶν, ἂν θελήσητε νὰ τὸ ἐφαρμόσητε. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐκ πείρας.
§232ΒΟΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Τριχωνίας ἀξιότιμος Βουλευτής, καθόσον διὰ παρεκτροπὰς Βουλευτῶν νὰ γίνωνται σκέψεις, καὶ σκέψεις μακραί, ὅπως ληφθῶσιν ἔκτακτα μέτρα, διὰ νὰ προληφθῶσιν ἄτοπα, τοῦτο μοὶ φαίνεται παράδοξον. Ὁ Κανονισμὸς ἡμῶν περιέχει διάφορα μέσα· ἀναγράφει πρῶτον τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου, ἵνα τὸν παρεκτρεπόμενον Βουλευτὴν ἀνακαλῇ εἰς τὴν τάξιν,—τὸ ὁποῖον εἶναι μία ποινὴ βαρυτάτη διὰ πάντα φιλότιμον ἄνθρωπον·—περιπλέον, ὅταν τὸ πρᾶγμα φθάσῃ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἐὰν δὲν δυνηθῇ ὁ Πρόεδρος νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τάξιν, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ δίδεται καιρὸς, ὅπως ὁ παρεκτραπεὶς Βουλευτὴς ἐπανέλθῃ εἰς τὴν τάξιν. Ἀλλὰ νὰ καθιερώσωμεν τὸ μέτρον, ἵνα ἀποβάλληται ὁ παρεκτρεπόμενος ἐκ τῆς αἰθούσης!... Καὶ ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ φύγῃ; νὰ γίνεται ἀντίστασις, νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις! Καὶ διατὶ ὅλα αὐτά; Ὡς εἰ πρόκειται νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ἀνθρώπων κοινῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν ἀνατροφήν! Περιπλέον ὁ Βουλευτὴς ἔχει ἀνώτερον ἐπόπτην καὶ κριτὴν, ἀνώτερον πάσης ποινῆς, τὴν ὁποίαν θὰ τῷ ἐπιβάλῃ ἡ Βουλή, ἔχει τὴν κοινὴν ἐξέγερσιν, καὶ Βουλευτής, ὅστις παρεκρέπεται, θὰ τιμωρηθῇ ἀπὸ τὸν λαόν. Ἔχει λοιπὸν ποινὴν βαρυτάτην, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητῇ περὶ ποινῶν κατὰ τῶν Βουλευτῶν, καὶ νὰ γίνεται τόσος πάταγος.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ λοιπῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 32 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§234Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἵνα ἀπαλλάξω καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ τὴν Βουλὴν τοῦ κόπου νὰ ἀναγινώσκωνται ἄρθρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀποῤῥιφθῶσιν, ἀφοῦ ἐλύθη οὕτω πως τὸ ζήτημα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 32, παραιτοῦμαι, κατ’ ἐντολὴν καὶ τῶν συνυπογραψάντων, ὅλων τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὸν τίτλον Βʹ «περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν», ὄχι δὲ καὶ τῶν λοιπῶν, διότι τὰ ἄρθρα, ὧν παραιτούμεθα, βεβαίως, ἀφοῦ ἀπεῤῥίφθη τὸ πρῶτον, δὲν ἔχει σκοπὸν ἡ Βουλὴ νὰ τὰ παραδεχθῇ.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Τὰ ἄρθρα 34, 35 καὶ 37 τροποποιοῦνται ὡς ἑξῆς.» Ἀπαγγέλλω τὸ διαιρετὸν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 34. Πᾶσα πρότασις νόμου, ἢ πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔγγραφος καὶ ἰδιοχείρως παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν ὑπογεγραμμένη· καταχωριζομένη δὲ εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον καθ’ ἣν εἰσάγεται τάξιν, τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ἐγγραφομένη δὲ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μετὰ παρέλευσιν 24 τοὐλάχιστον ὡρῶν ἀπὸ τῆς διανομῆς τοῦ ἐντύπου εἰς τοὺς Βουλευτὰς, συζητεῖται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της. Δύναται ὅμως ἡ Βουλή, κηρύττουσα κατεπείγουσαν πρότασίν τινα, νὰ διατάξῃ νὰ προταχθῇ τῶν ἄλλων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων προτάσεων. Πᾶσαι αἱ προτάσεις, ὅσαι δὲν εἶναι προτάσεις νόμου ἢ τροπολογίαι ἢ ὑποτροπολογίαι τοιούτων, ὡς ἐπίσης αἱ προτάσεις αἱ πηγάζουσαι ἐκ τῆς διατάξεως τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 42, δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἅμα τῇ ὑποβολῇ αὐτῶν καὶ ἀφοῦ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ Γραμματέως. Ἐπὶ τοιούτων προτάσεων δύναται ν’ ἀποφήνηται ἀμέσως ἡ Βουλή.» Ὑπάρχει τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ λοιπῶν, ἡ ἑξῆς: «Προστίθεται ὡς § βʹ: «Πᾶσα πρότασις νόμου, γινομένη ὑπὸ Βουλευτοῦ ἢ ὑπὸ Ὑπουργοῦ, ὑποβάλλεται μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.»
§236ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῃτήθη.
§237Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι μόνον δὲν παραιτοῦμαι, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποστηρίζω, μετὰ πεποιθήσεως ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θὰ τὴν παραδεχθῇ. Εἶναι ζήτημα τάξεως, ζήτημα τῆς στοιχειωδεστάτης ἁβρότητος, νὰ μὴ ὑποβάλληται νομοσχέδιον ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Εἶναι διάταξις, τὴν ὁποίαν παρελάβομεν ἀπὸ τὰ ἄρθρα 31 καὶ 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς καὶ τὰ ἄρθρα 64 καὶ 77 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπάρχει Κανονισμὸς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ τοιαύτην διάταξιν. Διότι σᾶς παρουσιάζουν π. χ. ἓν νομοσχέδιον, ἔχον οὕτω: «Τροποποιεῖται τὸ ἐδάφ. δʹ τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ νόμου τοῦ 1834 περὶ κλπ.» Στοιχειωδέστατον καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ὑποβάλλοντα τὴν τροπολογίαν, εἴτε Ὑπουργὸς εἶναι, εἴτε Βουλευτὴς, διὰ συντόμου, ἀναλόγως τῆς ἐπιθυμίας τὴν ὁποίαν ἔχει, εἴτε καὶ δι’ εὐρυτέρας ἐκθέσεως, νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί ζητεῖ. Ὅλοι δὲν ἔχουν τὰς βιβλιοθήκας των προχείρους, ὅλοι δὲν ἔχουν καὶ τὴν νομικὴν ἱκανότητα νὰ ἀνατρέχωσιν εἰς τὴν εὕρεσιν τῶν νόμων. Τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων. Πολλάκις ψηφίζονται νόμοι ἄνευ συζητήσεων, διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον· ἔχετε τοὐλάχιστον μίαν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ὥστε ὑποθέτω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὔτε ἀντίῤῥησις.
§238ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καμμία.
§239ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δύναται νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Πᾶσα πρότασις νόμου κλπ. παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον, συνοδευομένη ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἔγγραφος καὶ ἰδιοχείρως...» κλπ., ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον. (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 54, γίνεται δεκτόν).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 35 (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν προτάσεων νόμων ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὸ παραδεκτὸν ἢ μὴ τῆς ἀρχῆς αὐτῶν. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν Βουλευτής τις φρονῇ, ὅτι ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, προβάλλει τὸ ἀπαράδεκτον· ἐρωτᾶται δὲ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτου. Τὸ ἀπαράδεκτον δύναται νὰ προβάλῃ οἴκοθεν καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.» Ὑπάρχει τροπολογία τῶν αὐτῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς.
§241ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 35 ἀντικαθίσταται ὡς ἀκολούθως: «Ἐπὶ τῶν προτάσεων νόμων ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὸ παραδεκτὸν ἢ μὴ τῆς ἀρχῆς αὐτῶν, ἐπὶ δὲ τῶν ὑπὸ Βουλευτῶν ὑποβαλλομένων προτάσεων νόμων δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως. Τὸ μεταξὺ ἑκάστης τῶν τριῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος ὁριζομένων συζητήσεων καὶ ψηφοφοριῶν χρονικὸν διάστημα δὲν δύναται νὰ ᾖ ἔλαττον τῶν πέντε ἡμερῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὸ κατεπεῖγον τῆς συζητήσεως, καὶ ἐὰν μὴ γείνῃ ἀντίῤῥησίς τις πρὸς τοῦτο, ὑποστηριζομένη ὑπὸ δέκα τοὐλάχιστον Βουλευτῶν.»
§242Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ πρώτη παράγραφος εἶναι πλέον ἄσκοπος, μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν ἄλλων προηγουμένων ἄρθρων, διότι αὕτη ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἄλλην διάταξιν, καθ’ ἣν πρόκειται κατὰ Σάββατον νὰ γίνωνται αἱ συζητήσεις τῶν βουλευτικῶν προτάσεων· ἀφοῦ ὅμως αὕτη ἀπεῤῥίφθη, εἶναι βεβαίως περιττὴ ἡ πρώτη παράγραφος, ἀλλὰ δὲν περιττεύει διόλου ἡ δευτέρα παράγραφος, καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ.
§243ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς προσθήκη· νὰ ψηφισθῇ πρῶτον τὸ ἄρθρον 35, καὶ κατόπιν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς προσθήκης.
§244ΒΑΛΕΤΑΣ. Τὸ ἀπαράδεκτον δύναται νὰ κηρύττῃ οἴκοθεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἢ ἀπαιτεῖται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς;
§245ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως. Νομίζω ὅτι ἡ κύρωσις τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος εἶναι καθῆκον τοῦ Προέδρου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 35, ὡς ἀνεγνώσθη).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται τώρα ἡ προσθήκη τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ λοιπῶν, ὡς ἑξῆς: «Τὸ μεταξὺ ἑκάστης τῶν τριῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος ὁριζομένων συζητήσεων καὶ ψηφοφοριῶν χρονικὸν διάστημα δὲν δύνανται νὰ ᾖ ἔλαττον τῶν πέντε ἡμερῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὸ κατεπεῖγον τῆς συζητήσεως, καὶ ἐὰν μὴ γείνῃ ἀντίῤῥησίς τις πρὸς τοῦτο, ὑποστηριζομένη ὑπὸ δέκα τοὐλάχιστον Βουλευτῶν.»
§247Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος: «Οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας.» Βεβαίως ἔχει τὴν ἱστορίαν της ἡ διάταξις, καὶ εἶναι πολὺ σοφή. Εἰς ἄλλα Συντάγματα, ἀντὶ τριῶν, ἔχουσι δύο ἀναγνώσεις, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι δύο νομοθετικὰ σώματα, ἀποστέλλονται τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ οὕτω καθεξῆς. Παρ’ ἡμῖν ἐγένετο δεκτὸν τὸ σύστημα τοῦτο, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ γίνεται μεγάλη κατάχρησις. Ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον, τὴν ἐπιοῦσαν ἀναγινώσκεται εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν γίνεται νόμος τοῦ Κράτους, τὴν τετάρτην δημοσιεύεται, πολλάκις δὲ δύναται ν’ ἀρχίσῃ καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως. Χωρὶς λοιπὸν νὰ γνωρίζουν οὔτε οἱ Βουλευταὶ πολλάκις, οἱ ὁποῖοι συνέπεσε νὰ ᾖναι ἀπόντες, ἐψηφίσθη εἷς νόμος τοῦ Κράτους! Αὐτὸ εἶναι καὶ μία ἀφορμὴ πρὸς ἐξευτελισμόν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ ψηφίζωνται οἱ νόμοι κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς Πολιτείαν, ὅπου δὲν ὑπάρχει Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἢ ὅπου δὲν ὑπάρχει Γερουσία ἢ καμμία ὠργανωμένη ὑπηρεσία προπαρασκευῆς τῶν νόμων, ἢ ὅπου τυχόν, διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, δὲν λειτουργοῦσιν αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς. Παρουσιάζεται μία ἀνάγκη νομοθετική, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ τμηματάρχου ἢ τοῦ γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου, συντάσσεται νομοσχέδιόν τι,— καὶ ὁμιλῶ ὄχι διὰ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, διότι νομοθετοῦμεν διὰ τὸ μέλλον, — παρουσιάζεται ἡ πρότασις αὕτη νόμου ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπάρχει ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς πλειοψηφίας, γίνεται νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ὕστερον αἱ συνέπειαι. Ἔχετε τὸ παράδειγμα τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ. Δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν τῆς Βουλῆς ἐκείνης· ὅσοι παρεκάθηντο γνωρίζουσι κάλλιον ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑπεβλήθη τὴν 4 Δεκεμβρίου, ἀνεγνώσθη κατὰ τὴν ἰδίαν συνεδρίασιν, πρὶν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, 4, 5, 6 Δεκεμβρίου· κατὰ τὴν 6ην Δεκεμβρίου ἐκυρώθη, ἐδημοσιεύθη τῇ 6 Δεκεμβρίου 1894, καὶ ἤρξατο ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἀπὸ τῆς 7ης! Ἐννοεῖται ὅτι αὐτὰ εἶναι τερατώδη πράγματα, τὰ ὁποῖα πληρόνονται μὲ πολλὰς ἐπιζημίους συνεπείας. Διὰ τοῦτο ὁ Κανονισμὸς τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ἔχει τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπὸ συζήτησιν· εἶναι τὸ ἄρθρον 50 τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς καὶ 67 τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας. Ἐνομίσαμεν ὅτι θεραπεύεται τὸ κακὸν, ἐν μέρει τοὐλάχιστον, ἐὰν εἰσήγετο καὶ παρ’ ἡμῖν ἀνάλογος διάταξις. Ἀλλὰ τώρα ἐνδέχεται νὰ εἴπῃ τις: «ἐὰν ὑπάρχῃ κατεπεῖγόν τι νομοθέτημα;» Ἐὰν ὑπάρχῃ κατεπεῖγόν τι νομοθέτημα, πρόκειται νὰ ψηφισθῇ πρεπόντως τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Ἐκτὸς τούτου, ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, σπουδαιότερος· ἕνεκα τῆς ἀτελείας τῆς ἀκουστικῆς, ἕνεκα τῆς κατ’ ἐμὲ ἀδικαιολογήτου γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐμόρφωσεν ἡ Βουλή, τοῦ νὰ μὴ εὑρεθῇ μέρος τι διὰ τοὺς δημοσιογράφους, δὲν ἔχομεν οὔτε περίληψιν τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, καὶ πολλάκις ἔχομεν εἰδήσεις ὅλως ἀντιστρόφους· π. χ. σήμερον ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασίς μου ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει ὁ ἐκ Καλαβρύτων κ. Βουλευτὴς διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν Βουλευτῶν ἐν τῷ καταλόγῳ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, τὴν ὁποίαν πρότασιν δὲν ὑπέβαλον ἐγώ, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων· ὥστε ὁ λαὸς οὐδὲν γινώσκει περὶ τῶν νομοθετουμένων, εὑρίσκεται ἀπαράσκευος. Ὅταν ὅμως ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον μὲ μίαν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, μεσολαβήσῃ δὲ καὶ ἀνάλογον χρονικὸν διάστημα, νομίζω ὅτι μετριάζεται τὸ κακὸν, διότι βεβαίως ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον νομοθετοῦμεν, δὲν εἶναι ὁ προσήκων. Ἐὰν τοῦτο θεωρῆτε πολὺ, δύναται νὰ συντομευθῇ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ μεσολαβήσῃ τὸ χρονικὸν διάστημα. Εἶναι καὶ ἄλλος λόγος, διότι οἱ Βουλευταὶ ὄχι εὐσυνειδήτως, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἐλαφρᾶς συνειδήσεως, οὕτως εἰπεῖν, δὲν δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι μελετῶσι τὰ νομοσχέδια· καθόσον εἰσάγεται ἓν νομοσχέδιον σήμερον, μόλις ἐννοοῦν οἱ Βουλευταὶ περὶ τίνος πρόκειται, καὶ αὔριον μετὰ μεσημβρίαν καλοῦνται νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν ἐργασίαν των, ὥστε δὲν λαμβάνουσι τὸν καιρὸν νὰ μελετήσωσι. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν, σπουδαίως νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§248ΠΕΡΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἐναντίον ἔπρεπε νὰ συμβῇ, ὄχι μόνον διότι παρουσιάζονται κατεπείγοντα νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἡ ἀναβολή, κατὰ τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, θὰ ἐμποδίζηται ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ ἐντεῦθεν δύναται νὰ ἐπέλθῃ βλάβη, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι λόγοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ταχείας ψηφίσεως ἑνὸς νομοσχεδίου. Συζητεῖται σήμερον ἓν νομοσχέδιον, οἱ Βουλευταὶ παρασκευάζονται εἰς τὴν συζήτησιν τούτου καὶ ἀκούουν σήμερον τὰ λεγόμενα ὑπὲρ καὶ κατὰ αὐτοῦ. Εἶναι προτιμότερον τὴν ἐπαύριον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου νὰ συζητήσουν, διότι γνωρίζουν τὰ λεχθέντα χθὲς περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Εἶναι λοιπὸν προτιμότερον νὰ γίνωνται αἱ τρεῖς ἀναγνώσεις ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, παρὰ νὰ ἀναβάλληται ἡ συζήτησις, ὅπως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ οἱ ἕτεροι τρεῖς συνυπογράψαντες τὴν τροπολογίαν συνιστῶσιν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἂν αὔριον συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἤμεθα ὅλοι πρόχειροι καὶ παρεσκευασμένοι.
§249Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν συμφωνῶ ποσῶς μὲ τὸν τελευταῖον λαλήσαντα ἀξιότιμον συνάδελφον, καθόσον φρονῶ, ὅτι ἐκ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γείνωσι κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν πολλῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ὥστε νὰ ζητήσωσι πληροφορίας· αὐτὰς δὲ, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅταν ἐγὼ ἀναχωρήσω τὸ μεσονύκτιον ἐντεῦθεν, δὲν δύναμαι αὔριον ἕως τὴν μεσημβρίαν νὰ τὰς ἔχω συλλέξει. Ἐὰν καὶ ἁπλᾶς μόνον πληροφορίας ζητήσω, ὄχι ἐκ τῶν γραφείων, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς Βιβλιοθήκης, ἢ ἐκ βιβλίου, τὸ ὁποῖον δὲν κατέχω ἴσως, πῶς θὰ τὰς εὕρω;
§250ΠΕΡΡΟΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§251Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· διότι, ἂν πρόκειται νὰ συζητήσω ἐπισταμένως καὶ ὅπως ἁρμόζει εἰς ἕνα Βουλευτὴν, ὅστις ἐπιλαμβάνεται τῆς συζητήσεως νομοσχεδίου τινὸς, πρέπει νὰ ἦμαι ἐπιμελῶς κατηρτισμένος, φρονῶ δὲ, ὅτι διὰ μελέτην οἱουδήποτε νομοσχεδίου, ἐὰν θελήσῃ τις νὰ τὴν ἐπιμεληθῇ, ὡς ἀπαιτεῖται, πρέπει νὰ καταναλώσῃ πολλὰς ὥρας, τὸ δὲ μεσολαβῆσον χρονικὸν διάστημα πρέπει νὰ ἦναι ἀνάλογον. Ἐὰν θεωρηθῇ ἐπείγουσά τις ἐργασία ἢ νομοθέτημά τι λίαν ἐπεῖγον, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κηρύξῃ ἐπεῖγον καὶ νὰ τὸ ἀναγνώσῃ, ἀλλὰ τὰ παρουσιαζόμενα συνήθως περιβάλλονται τὸν τύπον τοῦ ἐπείγοντος, χωρὶς νὰ ἦναι τοιαῦτα, ψηφίζονται, καὶ ἔπειτα, ἕνεκα τῶν ἀτελειῶν καὶ ἐλλείψεων, γίνεται δεύτερος νόμος, τρίτος νόμος, τέταρτος νόμος, καὶ τοιουτοτρόπως ἔχομεν διὰ τὸν αὐτὸν σκοπὸν πολλοὺς νόμους, ὡς ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸν κυκεῶνα νὰ μὴ γνωρίζωμεν ποῖος ἰσχύει. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι μεταξὺ τῶν διαφόρων συζητήσεων καλὸν εἶναι νὰ μεσολαβῇ ἀνάλογόν τι χρονικὸν διάστημα.
§252ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν συλλέξῃ τις ὅλα τὰ νομοθετήματα τῆς ὑφηλίου, ἐὰν ἦναι δυνατὸν εἰς ἓν ὁλόκληρον ἔτος ν’ ἀποτελέσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὅσων ψηφίζομεν ἡμεῖς εἰς μίαν καὶ μόνην σύνοδον. Καὶ εἰς ὅλα μὲν εἴμεθα τῳόντι πρότυπον ἔθνος, πρότυπον βασίλειον, ἰδίως ὅμως ὡς πρὸς τὸ νομοθετεῖν· καὶ κατὰ τοῦτο δύναμαι νὰ συνηγορήσω μὲ τοὺς ἀντικρούοντας τὸ προτεινόμενον φάρμακον, καθόσον τὸ φάρμακον ἀπέναντι τῆς νόσου φαίνεται ἀνεπαρκὲς ὅλως. Δὲν θέλω νὰ ψέξω τὴν ὑπάρχουσαν ὑπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν κατάστασιν, ἀπεναντίας σπεύδω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ κακὸν ἴσως ἐμετριάσθη, καὶ πρὶν ὑπῆρχεν εἰς πολὺ μεγαλεῖτερον βαθμὸν, ἀλλ’ ἡμεῖς τὸ νομοθετεῖν τὸ κατηντήσαμεν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, τὸ νομοθετεῖν ἀναπτύσσεται παρ’ ἡμῖν ἐν φοβερᾷ ταχύτητι. Τί συμβαίνει; Εἷς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου, ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας του, ἀφήνει αὐτὴν καὶ τοῦ ἔρχεται ὄρεξις νὰ συντάξῃ ἕνα νόμον· ἀμέσως κάμνει ἓν νομοθέτημα, καὶ ἐμφανιζόμενος ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ παρουσιάζει, διὰ νὰ δείξῃ πόσον προώδευσε, καὶ τὸ νομοθέτημα ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ψηφίζεται! Ἐπὶ τοῦ προκειμένου μήπως εἶναι ἄλλης ἰδιοσυγκρασίας ἄνθρωποι οἱ κατοικοῦντες ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου; Εἰς τὴν Γερμανίαν μεταξὺ τῶν δύο ἀναγνώσεων μεσολαβεῖ χρονικὸν διάστημα. Ἐδῶ νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν οὐδὲ αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις· διότι ἐν Ἑλλάδι παρετηρήθη, ὅτι ἓν κακὸν πρέπει νὰ φθάσῃ εἰς τὰ ἔσχατα, ἵνα θεραπευθῇ. Ἡ λῃστεία δὲν θὰ κατεστρέφετο, ἂν δὲν εἰσήρχετο εἰς τὰς πόλεις. Νομίζω, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι προσπαθοῦσι διὰ χαλίκων νὰ ἀναχαιτίσωσι τὸν χείμαῤῥον. Ματαιοπονοῦσι.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν κ. κ. Φιλαρέτου, Μαστραπᾶ καὶ λοιπῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 36 τῆς τροπολογίας τῶν κ. κ. Φιλαρέτου κλπ.
§254Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἄσκοπον νὰ ζητῆτε ψηφοφορίαν. Τὸ ἀποσύρομεν.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 37 τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη.
§256ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 37. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς πρὸ τῆς συζητήσεως, ἀναγινώσκεται δὲ μόνον ἀποφάσει τῆς Βουλῆς.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 37 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 41 τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Φιλαρέτου κλπ.
§258ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Προστίθενται ὡς παράγραφοι 4η καὶ 5η: «Ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος δίδεται χωρὶς νὰ ψηφοφορηθῇ ἰδιαιτέρως ἕκαστον ἄρθρον τῆς ψηφιζομένης συνθήκης, εἰς ἣν οὐδὲ τροπολογίαι ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβληθῶσιν. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τὰς δύο πρώτας ἀναγνώσεις γείνωσιν ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ ὡρισμένων διατάξεων, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει τὴν παραπομπὴν αὐτῶν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις γνωμοδοτεῖ ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως ἢ τῆς ἀκυρώσεως, ὡς ἔχει, ἢ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Ἡ τῆς ἀναβολῆς πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ, διατυποῦται ὡς ἀκολούθως: «Ἡ Βουλὴ, ἐφιστῶσα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς δεῖνα ἢ δεῖνα διατάξεως τῆς συνθήκης, (παρατίθεται ὁλόκληρος ἡ διάταξις, ἧς ζητεῖται ἡ ἀναβολὴ,) ἀναβάλλει νὰ δώσῃ τὴν πρὸς ἐπικύρωσιν συγκατάθεσίν της»
§259Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, ἵνα ἐξηγήσω τὴν πρότασιν ταύτην. Τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Συντάγματος ἀναγνωρίζει δύο κατηγορίας συνθηκῶν: τὰς ἀνακοινουμένας εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ μὴ ψηφιζομένας, καὶ τὰς ἀνακοινουμένας καὶ ψηφιζομένας. Ὁ ἡμέτερος Κανονισμὸς δὲν ἔχει διάταξιν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ψηφίζωνται αἱ δεύτεραι. Τοῦτο δὲ, διότι αἱ συνθῆκαι δὲν ψηφίζονται κατ’ ἄρθρον. Ἄν γείνῃ δὲ ἀντίῤῥησίς τις ἐφ’ ἑνὸς ἄρθρου, δὲν ὑπάρχει διέξοδος. Καὶ μέχρι τοῦδε κατέφυγον εἰς προσθέτους διακοινώσεις. Διὰ τῆς τροπολογίας μου, ἂν γείνῃ ἀντίῤῥησις κατὰ τὴν αʹ καὶ βʹ ἀνάγνωσιν, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, ἂν πρέπῃ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτήσῃ, ἀποφαίνεται διὰ προτάσεως ὡρισμένης ἡ Βουλή.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 41 τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Φιλαρέτου κλπ. παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 42 τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη (ἀναγινώσκει): «Τοῦ ἄρθρου 42 ἀντικαθίσταται ἡ τελευταία παράγραφος διὰ τῆς ἀκολούθου: «Ἐπὶ τῆς ἀναγνώσεως ταύτης οὐδεμία πρότασις δύναται νὰ γένηται, ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν διορθώσεις ἀριθμητικῶν σφαλμάτων ἢ τροποποιήσεις σκοποῦσαι ἀποκλειστικῶς εἰς γλωσσικὰς ἢ γραμματικὰς βελτιώσεις τοῦ κειμένου, τοιαῦται δὲ μόνον, οἷαι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον μεταβάλλουσι τὴν ἔννοιαν.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 45 (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 45 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 45. Ὁ εἰσάγων τὴν πρότασιν Βουλευτὴς δύναται νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ κατὰ πᾶν στάδιον, καὶ ἐὰν ἔτι ἤρξατο ἡ ἐπ’ αὐτῆς ψηφοφορία. Ἀλλ’ ἐὰν ἄλλος Βουλευτὴς ἀναδεχθῇ αὐτὴν, ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἢ ἡ ψηφοφορία.»
§261ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγεννήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ζήτημα, ἂν δύναται νὰ παραιτηθῇ Βουλευτὴς τῆς προτάσεώς του μεταξὺ δύο ψηφοφοριῶν, τῆς δι’ ἀναστάσεως καὶ τῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν λύεται ἤδη καὶ διὰ τοῦ προκειμένου ἄρθρου.
§262ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ πρώτη ψηφοφορία θεωρεῖται ὡς δοκιμαστική. Ἑπομένως δὲν γίνονται δύο ψηφοφορίαι, ἀλλὰ μία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 45, ὡς ἀνεγνώσθη).
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 47 τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Φιλαρέτου κλπ. (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§264Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς ἀπαλλάττω, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τὴν ἐνόχλησιν νὰ θέτητε εἰς ψηφοφορίαν τὰς προτάσεις μου, διότι δὲν ἀξιοῦνται προσοχῆς ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἀνέλαβον νὰ διορθώσωσι τὸν Κανονισμόν.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη). «Ἡ περίληψις τοῦ κεφαλαίου Εʹ συμπληροῦται ὡς ἑξῆς: «Περὶ ἐπιτροπῶν καὶ δημοσίων ἐγγράφων». (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Τὰ ἄρθρα 56 καὶ 57 τροποποιοῦνται ὡς ἑξῆς.» Ἀπαγγέλλω τὸ διαιρετὸν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 56. Πάντα τὰ ὑπὸ Ὑπουργῶν εἰς τὴν Βουλὴν προσαγόμενα ἔγγραφα, ὅσα ἐλήφθησαν ἐκ τῶν δημοσίων ἀρχείων, παραδίδονται ἐπὶ ἀποδείξει καὶ ὑπὸ ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς. Οἱ φάκελλοι ἐγγράφονται ἐν ἰδίῳ βιβλίῳ. Ἐπιστρεφομένων δὲ τῶν ἐγγράφων, ἀναλαμβάνει ὁ Διευθυντὴς ἣν ἔδωκεν ἀπόδειξιν. Ὁ Διευθυντὴς παραδίδωσι τὰ ἔγγραφα πρὸς μόνους τοὺς Βουλευτὰς, ὅσοι ἐπιθυμοῦσι νὰ λάβωσι γνῶσιν τούτων. Οἱ Βουλευταὶ παραλαμβάνουσι τοὺς φακέλλους ἐπὶ ἀποδείξει, ἣν ἀναλαμβάνουσιν ἅμα τῇ ἐπιστροφῇ αὐτῶν. Ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐγγράφων ἰδιαζούσης σπουδαιότητος, ὁ δὲ Διευθυντὴς τοῦ γραφείου κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον, παραλαμβάνει καὶ παραδίδωσι ταῦτα διὰ τακτικοῦ πρωτοκόλλου, ἐν ᾧ σημειοῦται χωρὶς ἕκαστος τῶν ἐν τῷ φακέλλῳ πινάκων, σχεδίων ἢ ἐγγράφων. Τοῦτ’ αὐτὸ ἰσχύει περὶ τῶν εἰς τοὺς Βουλευτὰς παραδιδομένων ἢ παρ’ ἐκείνων ἐπιστρεφομένων ἐγγράφων. Ὁσάκις συσταθῇ ὑπὸ τοῦ καταθέντος τὰ ἔγγραφα Ὑπουργοῦ νὰ μὴ ἐξαχθῶσι ταῦτα τοῦ γραφείου, οἱ θέλοντες νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν Βουλευταὶ ἐργάζονται ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς.»
§267ΣΤΑΗΣ. Ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου.
§268ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἔθεσα τὴν διάταξιν αὐτὴν, ἵνα εὐκολύνω τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, διότι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ Ὑπουργοὶ θὰ δυσκολεύωνται νὰ καταθέτωσι σπουδαῖα ἔγγραφα.
§269ΡΑΛΛΗΣ. Ὥστε νὰ τεθῇ «ἐν τῷ Προεδρείῳ ἢ ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Προεδρείου».
§270Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ ἐγγράφων ἰδιαζούσης σπουδαιότητος. Ὑπάρχουσιν ἔγγραφα διπλωματικὰ, τὰ ὁποῖα δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ πρὸς ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ καὶ οὐχὶ νὰ ἀντιγραφῶσι τὰ κείμενα αὐτῶν καὶ δημοσιευθῶσιν ὅπερ δύναται νὰ γείνῃ, ἐὰν τὰ ἔγγραφα δοθῶσιν εἰς ἄλλα δωμάτια.
§271ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς τεθῇ «παρὰ τῷ Προεδρείῳ τὸ ἐν τῇ αἰθούσῃ.»
§272ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀτυχῶς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ συνέβησαν πολλάκις ἄτοπα· ἔγγραφα δημόσια, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν ἐνταῦθα, ἀπωλέσθησαν. Ἐνοεῖται δὲ, ὅτι τοῦτο προσβάλλει καὶ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν Πρόεδρον, τουλάχιστον διὰ τὴν ἀμέλειάν των. Νομίζω ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ παύσωσι, καὶ χάριν τῆς Βουλῆς ἀκόμη.
§273ΡΑΛΛΗΣ. Κανεὶς δὲν ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκτεθῇ ἡ εὐθύνη οὔτε τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, οὔτε τοῦ Προέδρου, ἀλλ’ ἐντεῦθεν νὰ μὴ παραμεληθῇ καὶ ἡ μελέτη τῶν ἐγγράφων, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παραχωρηθῇ τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν ὁπωσδήποτε, εἴτε ἐν τῷ γραφείῳ, εἴτε δίδοντες ἀπόδειξιν.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ τελευταία περίοδος τοῦ ἄρθρου 56 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις συσταθῇ ὑπὸ τοῦ καταθέντος τὰ ἔγγραφα Ὑπουργοῦ νὰ μὴ ἐξαχθῶσι ταῦτα τοῦ γραφείου, οἱ θέλοντες δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν εἴτε ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς εἴτε παρὰ τῷ Προεδρείῳ.»
§275ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἴτε ἐπὶ τοῦ Προεδρείου, τῆς Βουλῆς συνεδριαζούσης, δίδοντες τὴν ἀναγκαίαν ἀπόδειξιν παραλαβῆς.
§276Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· δὲν παραλαμβάνουσι.
§277ΡΑΛΛΗΣ. Κυριεύει ἡ πρότασις ἐκείνη.
§278ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἀπόδειξις πάντοτε θὰ δοθῇ. Ὅταν τὰ ἔγγραφα δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξαχθῶσι, τότε δὲν ἐπιτρέπεται παρὰ μόνον ἡ μελέτη. Ἡ μελέτη λοιπὸν αὕτη θὰ γείνῃ ἢ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἢ ἐν τῷ γραφείῳ.
§279Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ αἰθούσῃ γίνεται παρὰ τῷ Προέδρῳ· ἕκαστος Βουλευτὴς λαμβάνει τὸν φάκελλον καὶ ἀναγινώσκει.
§280ΣΤΑΗΣ. Ἀντὶ «ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς», θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ γείνῃ «ἐν τῷ δωματίῳ τοῦ Προέδρου».
§281Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶχε γενῇ· ἐπρότεινα ἐγὼ νὰ μὴ ἦναι ὁ Βουλευτὴς ἐν τῷ γραφείῳ, ὅπου ἐργάζονται διάφοροι, ἀλλὰ νὰ ἦναι ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Προέδρου, καὶ εἷς γραμματεὺς νὰ παρακάθηται.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 56, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ ἄρθρα 57, 58, 59 καὶ 60 τῆς προτάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη, καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 62.
§284ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 62 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 62. Ἡ μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία ἐνεργεῖται οὕτως: Ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν λαμβάνει ἐκ τοῦ γραφείου ἓν ψηφοδέλτιον ἐξ ὁμοιομόρφου καὶ ἄνευ διακριτικοῦ σημείου χάρτου καὶ μίαν ψῆφον· μετὰ δὲ τὸν ἀναγκαῖον πρὸς ἐγγραφὴν τῶν ὀνομάτων εἰς τὰ ψηφοδέλτια χρόνον, εἷς τῶν γραμματέων προσκαλεῖ τοὺς Βουλευτὰς, ἐκφωνῶν κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν τὸ ὄνομα τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς ἐκλέγονται· προσερχόμενοι δὲ οἱ Βουλευταὶ, καταθέτουσι τὸ μὲν ψηφοδέλτιον εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ βήματος τεθειμένην ψηφοδόχον κάλπην, τὴν δὲ ψῆφον εἰς τὴν ἐπὶ τούτῳ παρακειμένην, ἐπιτηρούντων δύο ψηφολεκτῶν, παρὰ τοῦ Προέδρου προσκαλουμένων, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ ἄρθρον 60. Ἀφοῦ ἀπαγγελθῶσι τὰ ὀνόματα πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν, ὁ Πρόεδρος προσκαλεῖ συλλήβδην πάντας τοὺς μὴ ψηφοφορήσαντας, μεθ’ ὃ κηρύσσει ἀρξαμένην τὴν διαλογὴν, καὶ εἰς οὐδένα πλέον ἐπιτρέπεται νὰ ψηφοφορήσῃ. «Οὕτω δὲ καταθέντων πάντων τῶν Βουλευτῶν τὰ ψηφοδέλτια καὶ τὰς ψήφους, ἐξελέγχεται ὁ ἀριθμὸς διὰ δημοσίας παραβολῆς τῶν ψηφοδελτίων πρὸς τὰς ψήφους, μεθ’ ὃ εἷς τῶν ἀντιπροέδρων ἀναγινώσκει χωρὶς ἕκαστον τῶν ψηφοδελτίων. Ὁ γραμματεὺς καὶ ἕκαστος τῶν ψηφολεκτῶν τηροῦσιν ἰδίαν ἕκαστος σημείωσιν τῶν ψήφων καὶ τῶν ὀνομάτων, αἱ δὲ σημειώσεις αὗται ἀντιπαραβάλλονται καὶ, ὑπαρχούσης συμφωνίας μεταξὺ αὐτῶν, ἐκφωνεῖται παρὰ τοῦ Προέδρου τὸ ἀποτέλεσμα· ἄν δὲ εὑρεθῇ ἀσυμφωνία τις, ἐπιῤῥοὴν ἔχουσα εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, γίγνεται ἀναθεώρησις τῶν ψήφων. «Μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ ἀποτελέσματος ὑπὸ τοῦ Προέδρου, τὰ ψηφοδέλτια καταστρέφονται, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα ὑπογράφεται παρὰ τοῦ Προέδρου, τοῦ ἀντιπροέδρου, τοῦ γραμματέως καὶ τῶν ψηφολεκτῶν. «Τὰ ψηφοδέλτια φέρουσι τόσα ὀνόματα, ὅσα πρόσωπα πρόκειται νὰ ἐκλεχθῶσιν, ἐκτὸς τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 51 προβλεπομένης ἐξαιρέσεως, τὸ δὲ φέρον πλείονα ὀνόματα τῶν ἀπαιτουμένων δὲν ἰσχύει, εἰμὴ διὰ τὰ πρῶτα ὀνόματα, μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ τῶν ὑποψηφίων. Ἡ δὲ διὰ σφαιριδίων μυστικὴ ψηφοφορία ἐνεργεῖται οὕτως: Εἷς τῶν γραμματέων, ἀναγινώσκων τὸν κατάλογον, καλεῖ τοὺς Βουλευτὰς, καθ’ ὃν τρόπον καλοῦνται ὅταν ἐνεργῆται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία· οἱ δὲ καλούμενοι, λαμβάνοντες παρὰ τοῦ ἑτέρου γραμματέως σφαιρίδιον, ἀποθέτουσι τοῦτο εἰς τὸ Ναὶ ἢ εἰς τὸ Ὄχι τῆς ἐπὶ τοῦ βήματος κάλπης, ἥτις εἶναι ὁμοία τῇ ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ὁριζομένῃ. Ἀφοῦ δὲ κληθῶσι συλλήβδην οἱ μὴ ψηφοφορήσαντες, ἄρχεται ἡ διαλογὴ, ἀπαριθμουμένων τῶν σφαιριδίων ὑπὸ τῶν γραμματέων καὶ δύο ψηφολεκτῶν εἰς τὸ φανερὸν, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα ἀπαγγέλλεται παρὰ τοῦ Προέδρου.»
§285ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου μία καὶ μόνη ἐπηνέχθη τροποποίησις. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν, ὁ γραμματεὺς ἐκάλει τοὺς Βουλευτὰς κατ’ ὄνομα. Ὁρίζεται ἤδη διὰ τῆς τροποποιήσεως νὰ καλῶνται οἱ Βουλευταὶ οὐχὶ κατ’ ὄνομα, ἀλλὰ κατ’ ἐπαρχίαν, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ γίνηται χασμῳδία.
§286ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ δὲν προκύπτει. Ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου φαίνεται ὅτι ἐκφωνεῖται τὸ ὄνομα τῆς ἐπαρχίας, ἐκφωνοῦνται τὰ ὀνόματα τῶν Βουλευτῶν κατ’ ἐπαρχίαν. Τώρα ἐκφωνοῦνται τὰ ὀνόματα τῶν Βουλευτῶν ἀνὰ ἕν. Σεῖς θέλετε νὰ ἐκφωνῶνται συγχρόνως. Λοιπὸν, ἂν θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὅπως εἶναι ἀναγεγραμμένον, θὰ εἴπητε «ἡ ἐπαρχία Αἰγίνης» π. χ.
§287ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Θὰ εἴπωμεν «Αἰγίνης, Ἀττικῆς.» κλπ.
§288ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ εἴπητε «οἱ Βουλευταὶ Ἀττικῆς». Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐννοεῖ ὅτι ἐγίνετο τὸ ἑξῆς ἄτοπον· ἐνῷ κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὸν τροποποιούμενον ἐξεφωνοῦντο τὰ ὀνόματα ἀνὰ ἕν, ἐν τούτοις ἐξεφωνοῦντο κατὰ ἐπαρχίας. Λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγίνετο καὶ ἀπεδείχθη ὀρθὸν ἐκ τῆς πράξεως, θέλει νὰ τὸ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Κανονισμῷ.
§289ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μάλιστα.
§290ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ὁρίσατε, ὅτι «ἐκφωνοῦνται τὰ ὀνόματα αὐτῶν κατ’ ἐπαρχίας.» (Διάλογοι).
§291ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ καὶ δευτέραν καινοτομίαν, ἡ ὁποία δὲν βλέπω τίνα σκοπὸν ἔχει, ὅτι «Ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν λαμβάνει ἐκ τοῦ γραφείου ἓν ψηφοδέλτιον ἐξ ὁμοιομόρφου καὶ ἄνευ διακριτικοῦ σημείου χάρτου καὶ μίαν ψῆφον· μετὰ δὲ τὸν ἀναγκαῖον πρὸς ἐγγραφὴν τῶν ὀνομάτων εἰς τὰ ψηφοδέλτια χρόνον, εἷς τῶν γραμματέων προσκαλεῖ τοὺς Βουλευτάς, ἐκφωνῶν κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν τὸ ὄνομα τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς ἐκλέγονται· προσερχόμενοι δὲ οἱ Βουλευταὶ καταθέτουσι τὸ μὲν ψηφοδέλτιον εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ βήματος τεθειμένην ψηφοδόχον κάλπην, τὴν δὲ ψῆφον εἰς τὴν ἐπὶ τούτῳ παρακειμένην, ἐπιτηρούντων δύο ψηφολεκτῶν, παρὰ τοῦ Προέδρου προσκαλουμένων, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ ἄρθρον 60. Ἀφοῦ ἀπαγγελθῶσι τὰ ὀνόματα πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν, ὁ Πρόεδρος προσκαλεῖ συλλήβδην πάντας τοὺς μὴ ψηφοφορήσαντας, μεθ’ ὃ κηρύσσει ἀρξαμένην τὴν διαλογὴν, καὶ εἰς οὐδένα πλέον ἐπιτρέπεται νὰ ψηφοφορήσῃ.»
§292ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι καινοτομία, εἶναι ἐκ τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ.
§293ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μένουν τότε.
§294ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μένουν.
§295ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ νὰ σημειωθῇ, ὅτι, ὅπως ἐγίνετο ἄχρι τοῦδε, θὰ γίνεται καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἤτοι ὁ κλητὴρ θὰ λαμβάνῃ τὸ ψηφοδέλτιον καὶ θὰ τὸ ῥίπτῃ, χωρὶς νὰ ἀναγκάζηται ὁ Βουλευτὴς ν’ ἀπασχολῆται, ῥίπτων εἰς τὴν μίαν κάλπην ψῆφον καὶ εἰς τὴν ἄλλην ψηφοδέλτιον. Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ μᾶλλον πολυάσχολα, καὶ καθιστῶσι πολυδαίδαλον τὴν φροντίδα. Οὐδὲν τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἐγὼ εἶχον μίαν ἄλλην ἰδέαν καὶ ἐξακολουθῶ νὰ τὴν ἔχω· ἴσως ἰδιοτροπῶ. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἀνθρωπισμὸς, καὶ μάλιστα εἰς τοιαῦτα σωματεῖα, οἷα εἶναι τὰ Κοινοβούλια, ὁ Κανονισμὸς πρέπει νὰ ᾖναι λίαν εὐπρεπὴς καὶ λεπτὸς εἰς τὴν ἔκφρασιν. Πρὸ ὀλίγου μάλιστα εἰς ἓν ἄρθρον ἤθελα νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν περὶ ἐκφράσεως, ἥτις καὶ εἰς τὸν παλαιὸν καὶ εἰς τὸν νέον Κανονισμὸν ἀναγράφεται, ἤτοι ὅτι «ἀπαγορεύεται ἡ ὕβρις κατὰ Βουλευτοῦ κτλ.», νὰ λείψῃ τοῦτο. Αὐτὰ φρονῶ ὅτι δὲν ἁρμόζουσιν εἰς σωματεῖα τοιαύτης φύσεως, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται ἐκ τῶν ἐκλεκτοτέρων πολιτῶν τοῦ Κράτους. Βεβαίως ὑποτίθεται, Κύριοι, ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ πλέον ἐκλεκτότερα ἐκλέγονται Βουλευταί. Ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῇ τις, ὅστις κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του, εἴτε ἐκ φύσεως ἔχων ἰδιοτροπίαν τινὰ, εἴτε ἐξ ἀνατροφῆς, παραγνωρίζων τὸ καθῆκόν του καὶ τὴν ἀποστολήν του, νὰ παρεκτραπῇ· πρὸς τοῦτον ἁπλῆ παρατήρησις ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἢ συναδέλφου του, ἀρκεῖ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν· δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀναγράφωνται τοιαῦτα ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἀλλὰ φράσεις λεπταὶ καὶ πολλῆς ἁβρότητος. Εἶναι πολλὰ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν καὶ τὰ ὁποῖα προτείνονται νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Κανονισμῷ· ταῦτα, κατ’ ἐμὲ, προσβάλλουσι τὸ Κοινοβούλιον, ὅπερ δέον νὰ κρατῶμεν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ θέσιν. Δὲν περιορίζουσι τοὺς ἐκ φύσεως ἰδιοτρόπους καὶ μὴ ἁβρόφρονας τὰς φράσεις—διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ ἄλλην φράσιν—Κανονισμοὶ καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἄγραφος Κανονισμός· αὐτὸ εἶναι τὸ ἠθικὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κρατήσωμεν.
§296ΣΤΑΗΣ. Ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἡ πρότασις ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, δὲν θὰ ἐκφωνῶνται τῶν Βουλευτῶν τὰ ὀνόματα, ἀλλὰ τῶν ἐπαρχιῶν. Τώρα ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προτείνει νὰ γίνεται τοῦτο κατὰ τὸν παλαιὸν Κανονισμόν. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀναφέρηται τὸ ὄνομα τῆς ἐπαρχίας, διὰ νὰ μὴ χρονοτριβῶμεν. Ὥστε ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ράλλη εἶναι ὀρθή.
§297ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἐπρότεινέ τι νέον. Ὑπάρχει εἰς τὸν ἐν ἰσχύϊ Κανονισμόν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἰδίαν τακτικήν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε καθιέρωσεν ἡ συνήθεια, δύναται νὰ τεθῇ ἐν τῷ κειμένῳ ἡ προσθήκη «ἢ διὰ κλητῆρος». Διότι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἐξακολουθῇ καὶ πάλιν ὁ κλητὴρ νὰ μετρῇ τὰς ψήφους.
§298Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§299ΜΑΝΕΣΗΣ. Ναί· ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν τὸ μετέβαλε, διότι τὸ ἔχει ὁ παλαιὸς Κανονισμός· ἐὰν δὲ θέλητε νὰ τὸ μεταβάλλητε, τότε δυνάμεθα νὰ καθιερώσωμεν τὸ γινόμενον ἤδη, δηλαδὴ «ἢ ῥίπτει τὴν ψῆφον διὰ παρισταμένου κλητῆρος». Ὁ ἀρχικὸς Κανονισμὸς τὸ λέγει «ψῆφον».
§300Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀριθμὸς τῶν κυάμων ἀποδίδει τὸν ἔλεγχον.
§301ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ ἀρχαῖος Κανονισμός, κύριε Πρόεδρε, λέγει ὅτι «προσερχόμενος καταθέτει τὸ μὲν ψηφοδέλτιον εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ βήματος κειμένην ψηφοδόχον κάλπην, τὴν δὲ ψῆφον εἰς τὴν ἐπὶ τούτῳ παρακειμένην, ἐπιτηρούντων καὶ δύο ψηφολεκτῶν». Δηλαδὴ ὁ ἴδιος θέτει διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς καὶ διὰ τῆς ἄλλης. Τί καθιερώθη δὲ ἐδῶ; ὁ κλητὴρ μετρεῖ.
§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ καθιερώθη καὶ ἄλλο τι. Πολλάκις δὲν ῥίπτει τὸ ψηφοδέλτιον. Πλησιάζει καὶ ζητεῖ νὰ τὸ ῥίψῃ, ἀλλ’ ἄλλος λαμβάνει τὸ ψηφοδέλτιον καὶ τὸ ῥίπτει, καὶ ἀντὶ ἑνὸς ἐνδέχεται νὰ ῥίψῃ πλείονα.
§303ΜΑΝΕΣΗΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν γίνεται, καὶ ἐπειδὴ δὲν γίνεται, διὰ νὰ μὴ παραβαίνωμεν τὸν Κανονισμόν, νὰ ἐπιτραπῇ νὰ γίνηται διὰ κλητῆρος, δηλαδὴ ὁ κλητὴρ νὰ ῥίπτῃ τὰς ψήφους.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 62, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα τὸ ἄρθρον 63 τῆς προτάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 68.
§306ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 68 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 68. Τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ ἔγγραφος καὶ ἀκριβὴς ἔκθεσις τῶν καθ’ ἑκάστην συνεδρίαν τελεσθέντων. Εἰς ταῦτα γίνεται συνοπτικὴ μόνον μνεία τῶν ἀγορεύσεων, κατονομάζονται δὲ οἱ ἀγορεύσαντες. Καταχωρίζονται δὲ ἐν αὐτοῖς αἱ προτάσεις, ἐρωτήσεις ἢ συστάσεις μετὰ τῶν ὀνομάτων τῶν ὑποβαλόντων αὐτὰς, καὶ τὰ εἰς τρίτην συζήτησιν ψηφισθέντα νομοσχέδια. Ἐκτὸς τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τηρεῖται διὰ στενογράφων καὶ λεπτομερὴς ἀφήγησις τῶν λεχθέντων ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς συνεδρίας, αὐτολεξεὶ γιγνομένη καὶ δημοσιευομένη εἰς ἐφημερίδα, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς». Ἐν τῷ παραρτήματι τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» καταχωρίζονται τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια καὶ προτάσεις νόμων μετὰ τῶν αἰτιολογικῶν αὐτῶν ἐκθέσεων καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν.»
§307ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Μία προσθήκη θὰ παρακαλέσω, ὅπως γείνῃ δεκτὴ εἰς τὸ ἄρθρον 68. Ἡ προσθήκη εἶναι ἡ ἑξῆς, εἰς τὸ τέλος (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς δημοσιεύονται καὶ διανέμονται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐντὸς 48 ὡρῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνεδριάσεως.» Νομίζω ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ πόθος, τὸν ὁποῖον ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ πραγματοποιήσῃ. Ἀλλὰ διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ αὐτὸς ὁ πόθος, ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι εἶναι πόθος καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἡ προσθήκη αὕτη εἰς τὸ ἄρθρον 68. Νομίζω ὅτι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως δημοσιεύονται σήμερον, μετὰ πολὺν χρόνον, δὲν εἶναι χρήσιμα, παρὰ μόνον διὰ τὴν ἱστορίαν. Γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι ἡ δημοσίευσις αὐτῶν γίνεται μετὰ ἓν ἢ μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συγγράψωσι τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἀναγνώσωσι ταῦτα, ὡς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καταγίνονται περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, δικασταὶ ἢ δικηγόροι, ἂν ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς αὐτοὺς ἡ ἀνάγκη, διὰ ἀσάφειαν τοῦ νόμου, νὰ ἐρευνήσωσι ταῦτα, ἵνα ἴδωσιν ὁποία τις ἀνάπτυξις ἐγένετο κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου, τίνες ἐξηνέχθησαν γνῶμαι, καὶ τίς εἶναι ἡ ἀληθὴς αὐτοῦ ἔννοια. Ἑπομένως εἶναι ἐπάναγκες, Κύριοι, ὡς γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ, εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ Κράτη, ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς εἰς πάντας τοὺς πολίτας, τοὺς δικαιουμένους νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος καὶ ἐπισκοπῶσιν αὐτάς, καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τοὺς ἱστορικούς, τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς δικηγόρους, τοὺς ἀσχολουμένους περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων καὶ εἰς μελέτας ἱστορικάς, εἶναι, λέγω, ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ νὰ δημοσιεύωνται ἐντὸς ὅσῳ τὸ δυνατὸν βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος. Ἐν Γαλλίᾳ, Κύριοι, δημοσιεύονται ταῦτα τὴν ἐπιοῦσαν, παρ’ ἡμῖν δύναται νὰ καταστῇ ἐφικτὴ ἡ δημοσίευσις αὐτῶν ἐντὸς 48 ὡρῶν. Σήμερον ἔχομεν Στενογραφικὸν γραφεῖον καλῶς κατηρτισμένον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἑτοιμάζῃ τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ταχέως καὶ ἐντὸς 48 ὡρῶν νὰ κατορθῶται ἡ δημοσίευσις αὐτῶν. Μετὰ πεποιθήσεως φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ Στενογραφικὸν γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἡμῶν εἶναι σήμερον ἄριστα κατηρτισμένον καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τοιαύτην δεξιότητα καὶ ἱκανότητα, ὥστε εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 48 ὡρῶν νὰ ἑτοιμάζωνται τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως καὶ νὰ δημοσιεύωνται.
§308ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ ἐδοκιμάσθη ἄλλοτε καὶ ἀπέτυχε.
§309ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐὰν ἐδοκιμάσθη τοῦτο ἄλλοτε καὶ ἀπέτυχεν, ἡ ἀποτυχία αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν ἀτελῆ καὶ ἐμβρυώδη τότε κατάστασιν τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι πλέον σήμερον pium desiderium διὰ τὴν Ἑλλάδα, φρονῶ δὲ ἀδιστάκτως, Κύριοι, ὅτι τοῦτο εἶναι κατορθωτόν. Ἑπομένως προτείνω νὰ γείνῃ τοῦτο ὑποχρεωτικόν λαμβάνοντες δὲ ὑπ’ ὄψιν τὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου καὶ τὴν προθυμίαν αὐτοῦ, θὰ κατορθώσωμεν, ἵνα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δημοσιεύωνται ἐντὸς 48 ὡρῶν ἀπὸ τῆς λήξεως ἑκάστης συνεδριάσεως.
§310ΣΤΑΗΣ. Τὸ προτεινόμενον παρὰ τοῦ κυρίου Ταταράκη εἶναι ὅλως ἀκατόρθωτον, διότι τοῦτο δὲν ἐξαρτᾶται οὔτε ἀπὸ τὴν φιλεργίαν τῶν στενογράφων, οὔτε ἀπὸ τὴν ἱκανότητα τῶν ἄλλων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν τὸ γραφεῖον αὐτὸ, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς προθυμίας καὶ διαθέσεως αὐτῶν τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι, Κύριοι, δὲν ἔχουν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα ἐπιδιορθῶσι τὰς ἀγορεύσεις των, ὅσοι τοὐλάχιστον εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθῶσι τὰς συνεδριάσεις τακτικῶς καὶ νὰ μελετῶσι τὰ ὑποβαλλόμενα πρὸς ψήφισιν καθ’ ἑκάστην νομοσχέδια. Ὑπάρχουσι δὲ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι καθυστεροῦσι καὶ ἐπὶ ἔτος τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐγίνετο ἡ δημοσίευσις ὄχι μετὰ πάροδον ἑνὸς ἔτους, ὡς γίνεται σήμερον, ἀλλ’ ἐντὸς ἑνὸς μηνός· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ τοῦτο.
§311ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Εἰς τὸν προαγορεύσαντα ἀπαντῶ τὰ ἑξῆς: ὅτι ὀφείλουν οἱ ἀγορεύοντες ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ διορθῶσι τοὺς λόγους των, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἤθελον ἀμελήσει νὰ κάμωσι τοῦτο, τότε τὸ Στενογραφικὸν γραφεῖον θὰ δημοσιεύῃ τοὺς λόγους αὐτῶν ὡς ἀντελήφθη αὐτούς. Θὰ προέλθῃ δ’ ἐκ τούτου καὶ ἡ ἑξῆς ὠφέλεια, ὅτι θὰ περισταλῇ σπουδαίως ἡ πολυλογία καὶ ἡ ἀμετροέπεια, διότι ἕκαστος Βουλευτὴς θὰ μετρῇ, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, τοὺς λόγους αὐτοῦ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι οἱ λόγοι του θὰ δημοσιευθῶσιν, ὡς ἐλέχθησαν, μετὰ 48 ὥρας, καὶ ὄχι μετὰ ἓν ἔτος, ἢ καὶ βραδύτερον ἔτι, ὡς γίνεται σήμερον, ὅτε δημοσιεύονται τὰ πρακτικὰ μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους, παριστῶντα τοὺς λόγους τῶν κυρίων συναδέλφων κατὰ πολὺ διαφόρους καὶ ὡς τὰ πολλὰ ἐντελῶς ἀλλοίους ἢ ὡς οὗτοι ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ.
§312Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, καὶ ἔφερεν ὡς λόγον, ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπιθεωρῶσι τὰς ἀγορεύσεις των ἐγκαίρως. Τὸ θέμα εἶναι τοιαύτης καὶ τοσαύτης σπουδαιότητος, ὥστε δύναται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἐπὶ πολλὰς ὥρας· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ συνεζήτησε πολλάκις περὶ τούτου, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθῃ. Κύριοι, δὲν δύναται νὰ νοηθῇ Κοινοβούλιον καὶ πολίτευμα κοινοβουλευτικὸν ἄνευ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι λειτουργεῖ τὸ πολίτευμα, χωρὶς νὰ ἦναι γνωστὰ τὰ λεγόμενα καὶ τὰ τελούμενα ἐνταῦθα, χωρὶς δηλ. νὰ ἀναλαμβάνῃ ἕκαστος τὴν εὐθύνην τῶν λεγομένων καὶ νὰ δίδῃ λόγον τῶν πράξεών του. Τώρα τί γίνεται; ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι οἱ ἀνήκοντες εἰς κόμματα, ἢ οἱ ἔχοντες τὰ μέσα νὰ διαθέτωσιν, ὅπως καταχωρίζωνται αἱ ἀγορεύσεις αὐτῶν εἰς ἐφημερίδας, αὐτοὶ ἐκπληροῦσιν ὅ,τι ἐπιθυμοῦσι, καὶ συνεπῶς δὲν ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν· ἀλλ’ αἱ ἐφημερίδες δὲν ἔχουσι καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ δημοσιεύωσι τὰς ἀγορεύσεις ὅλων τῶν Βουλευτῶν, ἀγορεύσεις μάλιστα, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσι μίαν καὶ δύο ὥρας. Ἀλλ’ ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιεύωνται πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, διότι δημοσιεύεται μία ἀγόρευσις, ὕστερον δ’ ἔρχεται ὡς ἀπάντησις ἄλλη μὲ τρεῖς σειράς· πῶς θὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἀπάντησις, χωρὶς νὰ γνωσθῇ τὸ περιεχόμενον τῆς ἀγορεύσεως; Ἢ δημοσιεύεται μία μακρὰ ἀγόρευσις ὡς ἀπάντησις εἰς ἄλλην, ἡ ὁποία πάλιν δημοσιεύεται δι’ ὀλίγων σειρῶν· πῶς θὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἀπάντησις, χωρὶς νὰ γνωσθῇ τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐδόθη ἡ ἀπάντησις; Ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ καὶ ἕτερος συνάδελφος, ἀκόμη δὲν ἐδημοσιεύθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς παρελθούσης συνόδου,—μεθ’ ὅλην τὴν ἄκραν ἐπιμέλειαν τοῦ διορθωτοῦ, ὡς τὸν ἔχει ὁ Κανονισμὸς, πράγματι δὲ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν στενογραφημάτων,—δὲν ἐπετεύχθη, λέγω, ἀκόμη ἡ δημοσίευσις αὐτῶν, διότι δὲν ὑπάρχει ἡ ἀνάλογος πίστωσις. Καὶ πῶς θέλετε νὰ ὑπάρχῃ ἡ προθυμία πρὸς δημοσίευσιν ἐντὸς 48 ὡρῶν, ἀφοῦ δὲν δίδονται τὰ μέσα οὔτε μετὰ 5 μῆνας νὰ δημοσιευθῶσιν; Εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν εἰπεῖ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 8 Ἰουλίου 1895, ὅτι ἦτο διατεθειμένος νὰ βελτιώσῃ σπουδαίως τὸν Κανονισμὸν, ἤρκει νὰ ἤρχετο ἑνώπιόν του πρότασις τοιαύτη. Διὰ τοῦτο ὑπέστην τὸν κόπον νὰ διατυπώσω πρότασιν, ἡ ὁποία μετ’ ἄλλων συναδέλφων ὑπεγράφη, ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη ἐκρίθη τόσον ἀστόχως, ὥστε δὲν ἐκρίθη ἀξία προσοχῆς. Ἐν τούτοις εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου ὅλα τὰ συμβαίνοντα ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, καὶ εἴχομεν καταλήξει εἰς ὡρισμένην πρότασιν, ἥτις εἶναι πρακτική, τὴν ἔχομεν δὲ διατυπώσει, καὶ τὴν ἀναγινώσκω ἁπλῶς ὡς ἰδέαν, διότι διὰ τῆς ἀναγνώσεως θέλω εἴπει συντόμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν (ἀναγινώσκει): «Περίληψις ἀκριβὴς τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ὑπαλλήλου, δημοσιεύεται ἀπαρεγκλίτως καὶ ὑπὸ προσωπικὴν εὐθύνην τοῦ διευθύνοντος τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης, αἱ δὲ οὕτω δημοσιευόμεναι περιλήψεις ἀπαρτίζουσι τεῦχος, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς». Ἀντίγραφα τῶν περιλήψεων κεκυρωμένα ἐπιτρέπεται νὰ ληφθῶσι καὶ παρ’ οἱουδήποτε ἀντιπροσώπου ἐφημερίδος. «Ἐὰν ἡ συνεδρίασις ἐξακολουθῇ πέραν τῆς 8 ὥρας μ. μ., ἡ δημοσίευσις τῆς περιλήψεως τῶν πρακτικῶν δύναται νὰ γείνῃ καὶ 24 ὥρας βραδύτερον.» Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι φυσικῶς ἀνέφικτον νὰ δημοσιεύωνται αὐτὰ ταῦτα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἐντὸς 48 ὡρῶν, ἂν ὑπάρξῃ πραγματικὴ θέλησις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὅλα τὰ μέσα ὑπάρχουσιν, ὅπως γείνῃ τοῦτο, καὶ αὐτὴν τὴν γνώμην φαίνεται ὅτι ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Θὰ ηὐχόμην νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἰδέαν του, ἀλλ’ ἐὰν εὑρίσκῃ προσκόμματα, ἂς ἀσπασθῇ τὸ Γαλλικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον διετυπώσαμεν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνωσα. Τὸ πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέφερε, περὶ τῆς ἐπιδιορθώσεως τῶν πρακτικῶν, δὲν εἶναι σπουδαῖον’ εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ Προεδρεῖον ἔχει διατυπώσει εἰς 5 διαταγὰς αὐτοῦ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον προλαμβάνονται ὅλα τὰ προσκόμματα. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώσω τώρα κατά τίνα τρόπον ὑπερεπηδήθησαν ὅλα αὐτὰ τὰ προσκόμματα. Ὥστε, ἂν ὑπάρχῃ θέλησις, δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ εἴτε ἡ δημοσίευσις τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, εἴτε ἡ δημοσίευσις τῶν περιλήψεων αὐτῶν. Πάντως πρέπει νὰ γείνῃ ἓν τῶν δύο. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ θέλησις, βεβαίως τίποτε δὲν θὰ γείνῃ. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ τάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μήλου, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην ταύτην, διότι δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχουν προσκόμματα ἀνυπέρβλητα, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχουν τοιαῦτα διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ἂς δημοσιεύωνται αἱ περιλήψεις αὐτῶν.
§313Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πολλάκις ἐγένοντο συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἕνεκεν τῆς κακῆς τῶν ἐνταῦθα λεγομένων διατυπώσεως παρὰ τῶν πρακτικογράφων τῶν ἐφημερίδων, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἀκούοντες καλῶς, γράφουσιν ἄλλα ἀντ’ ἄλλων. Αὐτὸ δὲ παραβλάπτει μεγάλως καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτευομένων καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Βουλευτηρίου αὐτοῦ. Ἑπομένως τοῦτο ἀποτελεῖ τὸν κύριον λόγον, δι’ ὃν πρέπει ἐγκαίρως καὶ ταχέως νὰ δημοσιεύωνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζητοῦνται ἀντικείμενα, ἢ γίνονται ἐπερωτήσεις διάφοροι, αἱ ὁποῖαι ἐνδιαφέρουσι μεγάλως ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους αὗται ἀποβλέπουσι, καὶ ἐπιζητοῦσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι αἱ ἐφημερίδες δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν τὸ ὅλον τῶν στηλῶν των διὰ τῶν ἡμετέρων ἀγορεύσεων· αἱ ἐφημερίδες δημοσιεύουσι τὰς ἀγορεύσεις τινῶν μόνον, παραλείπουσι δὲ τὰς ἄλλας καὶ πάσας τὰς γενομένας ἐνστάσεις ἢ ἀντιῤῥήσεις, καὶ τοῦτο γίνεται πολλάκις ἀπὸ σκοποῦ. Τὸ λεχθὲν δὲ παρά τινος τῶν συναδέλφων, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν θὰ ἔχωσι καιρὸν νὰ διορθώσωσι καὶ δημοσιεύσωσι τὰς ἀγορεύσεις των, δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ἀκριβῶς ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὰ μέσα, τοὺς ὑπαλλήλους αὑτῶν, καὶ σήμερον τόσον αὐτοὶ, ὅσον καὶ οἱ προεξάρχοντες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δημοσιεύουσι τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν ἀμέσως, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι οὔτε ἀκούονται οὔτε ἀναγινώσκονται. Ἕτερον ζήτημα εἶναι, ὅτι διὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτὴν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ἔχομεν ἀνάγκην δαπάνης μεγίστης. Ἀλλὰ πᾶσαν τὴν δαπάνην ταύτην, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ τὴν ἐξοικονομήσωμεν, ἢ τοὐλάχιστον τὸ πλεῖστον αὐτῆς. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἅπαντες, ἢ τοὐλάχιστον οἱ πλεῖστοι τῶν λαμβανόντων σήμερον ἐφημερίδας, θὰ γείνωσι συνδρομηταὶ καὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς, διότι ἔχουσι τὸ ἐνδιαφέρον νὰ μάθωσι τὰ γινόμενα ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως σήμερον καὶ αὐτὴν τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως λαμβάνουσι πολλοί, διὰ νὰ βλέπωσι τὴν διοικητικὴν κίνησιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἐπιτύχῃ καὶ δι’ ἄλλου μέσου τὴν ἐκτύπωσιν αὐτῶν, νὰ δώσῃ αὐτὴν εἰς ἐργολαβίαν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἀκαμάτων μελῶν τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου. Δι’ ἐργολοβίας δέ, πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι θὰ κατορθώσητε ταχυτέραν τὴν ἐκτύπωσιν, ἂν δοθῇ ἡ ἐπιχείρησις ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ συμφωνίας, καὶ θ’ ἀπαλλαγῇ οὕτω τὸ γραφεῖον καὶ τῶν πιστώσεων καὶ τῶν ἄλλων παρομαρτούντων. Ἡ ἐργολαβία αὕτη θ’ ἀναλάβῃ τὴν διεκπεραίωσιν ὁλοκλήρου τῆς ἐργασίας, ἂν δὲ παραβάλητε τὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας δι’ ἐργολαβίας καὶ τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος, θὰ εὕρητε ὅτι σήμερον δαπανῶμεν διπλάσια καὶ τριπλάσια, διότι τὸ στοιχίζον εἶναι ἡ στοιχειοθεσία καὶ ὄχι τὰ πολλὰ ἀντίτυπα. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν θεωρῶ καθόλου ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἄμεσον δημοσίευσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν.
§314ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐγκαίρου δημοσιεύσεως τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν εὑρίσκεται ἤδη ὑπὸ μελέτην. Ἀναμένω τὴν ἔκθεσιν τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, μόλις δὲ λάβω αὐτὴν, θὰ προέλθω εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ μᾶς χορηγήσῃ τὰ πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ τούτου μέσα. Ὑπάρχει μεγάλη δυσχέρεια, ἕνεκα ἀνεπαρκείας τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Δὲν ἀναφέρω τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, διότι τοῦτο εὐκόλως δύναται νὰ διορθωθῇ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἔκθεσιν τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπὸς, καὶ κατὰ πόσον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ δειχθῇ πρόθυμος νὰ βοηθήσῃ ἡμᾶς.
§315Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὴν συνδρομὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θεωρῶ περιττὴν, διότι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς οὕτως ἢ ἄλλως τυποῦνται· τί σημαίνει ἂν ταχύτερον ἢ βραδύτερον; ἡ δαπάνη γίνεται. Ἄλλως, καὶ ἂν ὑπάρξῃ δαπάνη μεγαλειτέρα, θὰ τὴν καλύψουν οἱ συνδρομηταὶ καὶ οἱ ἀγορασταὶ τοῦ φύλλου.
§316ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι δυσκόλως θὰ ὑπερνικηθῇ ἡ δυσκολία τῆς ἐκτυπώσεως, ἂν δὲν μεταβληθοῦν τὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς κατήντησεν αὕτη, εἶναι τὸ μεγαλείτερον πρόσκομμα πρὸς ἔγκαιρον ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν. Ἀπό τινος χρόνου ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, ἄνευ ἀνάγκης, ἄνευ λόγου, ἄνευ ὠφελείας, κατήντησε πανδοχεῖον τῶν πλέον περιττῶν καὶ ἀσημάντων καὶ γελοίων δημοσίων πράξεων. Δὲν ὑπάρχει δημοσία ἢ ὑπηρεσιακὴ πρᾶξις, ἀπὸ τῆς ἀνωτάτης καὶ σπουδαιοτάτης μέχρι τῆς ἐλαχίστης καὶ εὐτελεστάτης, ἡ ὁποία νὰ μὴ καταχωρίζηται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ὅλαι αἱ εἰδοποιήσεις τῶν ἀρχῶν, ἐνίοτε αἱ πλέον κωμικαί, τυγχάνουσι τῆς αὐτῆς τιμῆς, ὡς καὶ οἱ νόμοι καὶ τὰ διατάγματα, ἂν καὶ ἐν ἰδιαιτέροις διαμερίσμασι. Νομίζω ὅτι αἱ πλεῖσται ἐξ αὐτῶν τῶν καταχωρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξογκώνουν καὶ γελοιοποιοῦν τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, πολλαπλασιάζουν τὴν ἐργασίαν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ, ἀπασχολοῦν ἀνωφελῶς τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, τὸ ὑπεραυξάνουν, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ ἦναι ποτὲ ἐπαρκὲς, δύνανται ἀζημίως νὰ λείψουν. Ὅταν λείψουν, θὰ καταστῇ δυνατὸν ἐνημέρως νὰ ἐκδίδωνται τὰ πρακτικά. Δημοσιεύονται παραδείγματος χάριν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως οἱ πίνακες τῶν κληρωτῶν. Τίς ὁ λόγος; Ἄς τοιχοκολλῶνται εἰς τοὺς καταλλήλους τόπους, ἵνα λαμβάνωσι πάντες γνῶσιν. Οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐνδιαφερομένων κληρωτῶν λαμβάνει γνῶσιν τῶν δημοσιευομένων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὅλοι πληροφοροῦνται ἐκ τῶν τοιχοκολλήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν τοῖς δημοτικοῖς καταστήμασιν ἢ ἀλλαχοῦ. Τὸ πλῆθος ἐπίσης τῶν ἐνόρκων, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ δημοσιεύηται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ γίνηται τόση δαπάνη; Ἄς τοιχοκολλῶνται εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελιῶν τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Πρωτοδικῶν· οὐδεὶς ἔνορκος μανθάνει τὴν κλήρωσίν του ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ὑπάρχει πρᾶξις τῶν Νομαρχιῶν, δὲν ὑπάρχει πρᾶξις τῶν Τελωνείων, δὲν ὑπάρχει πρᾶξις τῶν Εἰσαγγελιῶν, τῶν Ἐφοριῶν, τῶν Ταμείων, τῶν Στρατοδικείων, ἡ ὁποία δὲν δημοσιεύεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Αὐταὶ σὺν ταῖς διαφόροις πράξεσι τῶν Ὑπουργείων πληροῦσιν ὀγκωδεστάτους τόμους, ἀπαιτοῦσαι ἐργασίαν καὶ δαπάνην, ἧς τὸ ἥμισυ θὰ ἤρκει διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Ἐνίοτε πιθανὸν νόμοι νὰ ἐπιτάσσουν, ὅπως τοιαῦται δημοσιεύσεις γίνωνται καὶ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ αἱ πλεῖσται δημοσιεύσεις γίνονται οὐδενὸς νόμου ἐπιτάσσοντος. Νομίζω, ὅμως ὅτι οὐδόλως θὰ ζημιωθῶσι τὰ δημόσια συμφέροντα, εἴτε τὰ ἰδιωτικὰ, ἐὰν οἱ νόμοι, ὅταν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι διατάσσοντες δημοσιεύσεις, μεταβληθῶσι κατὰ τοῦτο. Δὲν ὑπάρχει καμμία Ἐφημερὶς Κυβερνήσεως ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ὁποία νὰ δημοσιεύῃ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα δημοσιεύει ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως παρ’ ἡμῖν. Λαμβάνετε τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ξένων Κρατῶν, καὶ ὄχι μόνον βλέπετε δημοσιευμένας τὰς οὐσιώδεις καὶ σπουδαίας πράξεις τοῦ Κράτους, ἀλλὰ βλέπετε καὶ ἄλλας δημοσιεύσεις, αἵτινες δὲν ἀποτελοῦσι δημοσίας πράξεις, οὐδὲ πράξεις τῶν ἀρχῶν, καὶ αἱ ὁποῖαι ἑλκύουσι τοὺς ἀναγνώστας διὰ τῶν εἰδήσεων καὶ πληροφοριῶν, τῶν ἐγχωρίων καὶ ξένων, καὶ γίνονται πηγὴ συνδρομῶν, διότι καὶ τηλεγραφήματα καὶ ἄλλας χρησίμους πληροφορίας μεταδίδουσιν. Οὕτως εὐκολώτερον καλύπτουσι τὰς δαπάνας. Λαμβάνετε π.χ. τὴν Γαλλικὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως· βλέπετε τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα πανταχόθεν τοῦ κόσμου ἔρχονται ἐντὸς τῆς ἡμέρας, ἀναγινώσκετε πολλάκις ἐν αὐτῇ περικοπὰς ἐκθέσεων ἀπεσταλμένων ἢ Προξενείων περὶ διαφόρων ἀντικειμένων, λόγους Ἀκαδημαϊκῶν ἢ ἐπιταφίους, ἢ ἐναρκτηρίους, ἢ ἐκθέσεις Ὑπουργῶν δικαιολογητικὰς νομοθετημάτων ἢ διαταγμάτων. Δὲν γίνεται δημοσία τελετὴ οἱαδήποτε, ἡ ὁποία νὰ μὴ μεταδίδεται, οἱ δὲ ἐκφωνηθέντες λόγοι εἴτε Ὑπουργῶν, εἴτε πρυτάνεων, εἴτε καθηγητῶν, νὰ μὴ δημοσιεύωνται. Τέλος πάντων εἶναι εὐχάριστος καὶ διδακτικὴ ἡ ἀνάγνωσις αὐτῆς. Καὶ τὴν Βελγικὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐὰν ἀναγνώσητε, θὰ εὕρητε μὲν καί τινα ἀηδῆ δημοσιεύματα, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄλλα ἔχετε ἕν φύλλον, τὸ ὁποῖον σᾶς εὐχαριστεῖ. Λαμβάνετε τὴν ἰδικήν μας Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν βλέπετε συνήθως ἢ ἀτελεύτητον κατάλογον ὀνομάτων καὶ ὁρμαθὸν γελοίων ἀγγελιῶν καὶ δημοσιεύσεων. Διὰ ποῖον λόγον; Τίς λαμβάνει γνῶσιν αὐτῶν; Ἐὰν ἐξαιρέσητε τοὺς ἐλαχίστους ἐνδιαφερομένους, οἱ ὁποῖοι καὶ οὗτοι συνηθέστατα τὰ ἀγνοοῦν, ἢ τοὺς περιμένοντας διορισμὸν, οὐδεὶς ἄλλος, ἐκτὸς ὀλίγων δημοσίων ἢ πολιτικῶν προσώπων λαμβάνει τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως στοιχίζει πολὺ, καὶ δὲν καλύπτει οὔτε μέρος τῶν δαπανῶν της. Μόνον τὰς Κυβερνήσεις, φαίνεται, κολακεύει διὰ τοῦ πλήθους καὶ τοῦ ὄγκου τῶν τόμων της. Δι’ ἡμᾶς ἔγεινε καὶ δύσχρηστος, ἐνῷ ἄλλοτε ἦτο εὔχρηστος. Νομίζω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δαπανᾶται πολὺς χρόνος, πολὺς χάρτης, ἀπασχολοῦνται πολλοὶ ἐργάται τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου εἰς πράγματα ἀνωφελῆ καὶ περιττὰ, ἐνῷ ἠδύνατο κάλλιστα ἓν μέρος αὐτῶν νὰ ἀπασχολῆται σκοπιμώτερον εἰς τὴν ἐκτύπωσιν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς· διότι, μεθ’ ὅλα, ὅσα λέγονται, εἶναι ὠφελιμώτατον αὕτη ἀνάγνωσμα. Φρονῶ ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε νὰ περιορίσῃ τὸ πλῆθος τῶν δημοσιεύσεων αὐτῶν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, θὰ κατώρθου εὐχερῶς, ἄνευ νέας δαπάνης καὶ ἄνευ ζημίας τῶν δημοσίων συμφερόντων, νὰ οἰκονομήσῃ χρῆμα καὶ χρόνον ἀρκετὸν, ὅπως γίνηται ἐγκαίρως ἡ ἐκτύπωσις τῆς Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς, ἐὰν καὶ οἱ Βουλευταὶ συντελέσωσι διορθοῦντες τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν ἐγκαίρως.
§317Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ οἱ γραφεῖς νὰ ἦναι γραφεῖς, καὶ οἱ τυπογράφοι νὰ ἦναι κατάλληλοι.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένει ὁ κ. Ταταράκης εἰς τὴν πρότασίν του;
§319Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς παραιτοῦμαι.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 68, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 70 καὶ 71 τῆς προτάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 75.
§322ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Τὸ ἄρθρον 75 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: Προστίθεται δεύτερον ἐδάφιον ἔχον οὕτω: «Εἷς βοηθὸς αὐτοῦ.» Ἀπαλείφεται τὸ ἐδάφιον «Εἷς βοηθὸς τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν.» Ὡσαύτως ἀπαλείφεται τὸ ἐδάφιον: «Ἕνα κοσμήτορα τῆς αἰθούσης», καὶ ἀντικαθίστανται τὰ ἐδάφια περὶ τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων κλητήρων διὰ τῶν ἑξῆς: «Δέκα τακτικοὺς κλητῆρας, ὧν πέντε αʹ καὶ πέντε βʹ τάξεως.» «Δέκα ἐκτάκτους κλητῆρας.» Συμπληροῦται δὲ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου ὡς ἕπεται: «Πάντες οἱ ὑπάλληλοι καὶ κλητῆρες τῆς Βουλῆς διορίζονται δι’ ἐγγράφου ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου, κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἀπολύονται· δίδουσι δὲ τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον ὅρκον ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Τακτικοὶ κλητῆρες διορίζονται ὅσοι διετέλεσαν ἤδη τοιοῦτοι, ἢ ὅσοι ὑπηρετήσαντες ἐπὶ διετίαν ἐν τῷ στρατῷ ἢ τῷ ναυτικῷ ἀπελύθησαν τῶν τάξεων μὲ βαθμὸν ὑπαξιωματικοῦ καὶ μὲ διαγωγὴν ἄμεμπτον μὲν οἱ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καλὴν δὲ οἱ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης. Ἔκτακτοι κλητῆρες διορίζονται ὅσοι ὑπηρέτησαν ὡς ὑπαξιωματικοὶ ἐν τῷ στρατῷ ἢ τῷ ναυτικῷ, ἢ ὡς κλητῆρες τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ κέκτηνται τὸ δικαίωμα συντάξεως ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.»
§323ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἔτι ἡ ἑξῆς τροποποίησις ἐν τῷ ἄρθρῳ 75. Ἀντὶ τῆς λέξεως «εἷς διορθωτὴς» τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν νὰ τεθῇ «εἷς ἐπιθεωρητής», διότι ἐπιθεωρητὴς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν εἶναι.
§324ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§325Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐκ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τούτου ζητεῖται ἡ ἀπάλειψις τοῦ βοηθοῦ τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν. Τοῦτο βεβαίως προέρχεται διότι κυρίως ὁ βοηθὸς δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βοηθὸς τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ αὐτῆς ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν χρησιμοποιοῦνται ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ, μὴ λειτουργοῦντος τοῦ ἀναγνωστηρίου αὐτῆς, θεωρῶ καλὸν, δύο ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης νὰ χρησιμοποιῶνται εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος, τῇ αἰτήσει τοῦ ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης, νὰ ἀποσπᾷ αὐτοὺς εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βιβλιοθήκης, ὡς καὶ δύο κλητῆρας. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ μείνῃ ὁ βοηθὸς τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν, καὶ νὰ ἀπαλειφθῇ μία θέσις ἀντίστοιχος ἐκ τῆς Βιβλιοθήκης.
§326ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἐὰν πρόκειται νὰ γείνῃ τοῦτο ἄνευ αὐξήσεως δαπάνης.
§327Π. ΣΑΚΚΗΣ. Οὐδὲ μιᾶς δραχμῆς αὔξησις δαπάνης. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία μου. Τὸ ἐδάφιον «εἷς βοηθὸς τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν» νὰ μείνῃ, νὰ προστεθῇ δὲ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 76 ἡ μισθοδοσία του. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ μονίμου θέσεως, ὁ βοηθὸς οὗτος κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς νὰ χρησιμεύῃ ὡς βοηθὸς τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, ὅτε τυποῦνται τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, μεθ’ ὅλην τὴν ὡμολογημένην φιλοπονίαν καὶ ἱκανότητά του, εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ μόνος, τὸ δὲ προσωπικὸν τὸ κατώτερον δὲν εἶναι κατάλληλον. Εἷς βοηθὸς τῶν συντάκτου τῶν πρακτικῶν ὑποθέτω ὅτι θὰ ἦναι πεπειραμένος καὶ θὰ δύναται νὰ βοηθῇ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν.
§328Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Μετὰ 14 ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑποβάλλομεν τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75 (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐδάφια ιαʹ καὶ ιβʹ τοῦ ἄρθρου 75 τροποποιοῦνται ὡς ἑξῆς. Ἀντὶ «δύο στενογράφοι βʹ τάξεως» νὰ τεθῇ «τρεῖς στενογράφοι βʹ τάξεως», καὶ ἀντὶ «δύο στενογράφοι γʹ τάξεως» νὰ τεθῇ «εἷς στενογράφος γʹ τάξεως.»
§329Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τίνα λόγον ἔχει ἡ τροπολογία αὕτη, κύριε συνάδελφε;
§330Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Πρόκειται νὰ προαχθῇ εἷς στενογράφον βʹ τάξεως εἰς στενογράφος γʹ τάξεως.
§331Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης προσγίγνεται ἀδικία, ἥτις δὲν πρέπει νὰ λάβῃ χώραν. Ἐν τῇ βʹ τάξει διατελοῦσι δύο στενογράφοι, οἱ Στεφανίδης καὶ Βονίτης, λαμβάνοντες μισθὸν δραχμῶν 175 ἕκαστος· ἤδη διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης αὐξάνεται ἡ μισθοδοσία τοῦ ἑνὸς, τοῦ Στεφανίδου, κατὰ ἑκατὸν δραχμὰς, καὶ μένει ἡ αὐτὴ τοῦ ἑτέρου, τοῦ Βονίτου, γινομένης οὕτως ἀδικίας προφανοῦς. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια δι’ ἀμφοτέρους τοὺς στενογράφους γʹ τάξεως. Ὁ κ. Βονίτης εἶναι ἱκανώτατος καὶ φιλοπονώτατος στενογράφος.
§332Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ κ. Στεφανίδης εἶναι ἀρχαιότερος.
§333Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ὁ κ. Βονίτης ὑπηρέτησεν ἐπὶ δύο ἔτη ἀμισθεί.
§334ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Βονίτης εἶναι ἱκανώτατος στενογράφος.
§335Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λοιπὸν ἐγὼ εἶμαι συμφωνότατος καὶ εὑρίσκω πολὺ δίκαιον νὰ ληφθῇ πρόνοια δι’ ἀμφοτέρους τοὺς στενογράφους γʹ τάξεως. Παρατηρῶ ἐνταῦθα, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη δυσαναλογία μισθοδοσίας μεταξὺ τῶν στενογράφων αʹ καὶ βʹ τάξεως ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τῶν στενογράφων βʹ καὶ γʹ ἀφ’ ἑτέρου. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀναλογία, πρέπει νὰ αὐξηθῇ ἀμφοτέρων τῶν στενογράφων γʹ τάξεως ἡ μισθοδοσία κατὰ 50 δραχμάς.
§336ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον.
§337Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται ὅτι θέλομεν εἰσέλθει εἰς κύκλον ἀδιέξοδον. Ἐὰν ἕκαστος θελήσῃ νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει περὶ ἑκάστου τῶν ὑπαλλήλων τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς τῶν διαφόρων κατηγοριῶν, καὶ προβάλῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ, ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποτελέσματα. Τὰ γραφεῖα τῆς Βουλῆς, τό τε κυρίως Γραφεῖον καὶ τὸ Στενογραφικὸν γραφεῖον καὶ ἡ Βιβλιοθήκη καὶ οἱ ἐν αὐτῇ ὑπάλληλοι, διατελοῦσι πάντες ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἀνεδείχθη Πρόεδρος, ὁ ἐκλεχθεὶς δὲ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην Πρόεδρος εἶναι ὁ διατελέσας καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν οἵαν πρότασιν νομίσῃ ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς ἀναγκαίαν· διότι, ἂν ἡμεῖς ἐπιληφθῶμεν τῶν ἔργων τοῦ Προέδρου, καὶ γνωμοδοτήσῃ ἕκαστος περὶ τῶν προβιβαστέων ἢ ἀπολυτέων, ὑποθέτω ὅτι θέλομεν συγκρουσθῆ ἐπὶ παντὸς προσώπου.
§338ΜΑΝΕΣΗΣ. Εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ ἀφεθῇ βεβαίως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Μαυρομιχάλη. Ἂν καὶ δὲν γνωρίζω τὸν στενογράφον αὐτόν, τὸν κ. Βονίτην, οὐδὲ πόθεν κατάγεται, γνωρίζω ὅμως, ἐκ τῆς διορθώσεως τῶν ἀγορεύσεών μου λαβὼν ἀφορμὴν νὰ ἀντιληφθῶ, ὅτι εἶναι ἱκανώτατος, σᾶς βεβαιῶ δέ, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, ὅτι ἐθαύμασα τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ νέου τούτου, ὑπὲρ οὗ συνηγορεῖ ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Διὰ τῆς προτάσεως δὲ τῶν κυρίων συναδέλφων παραβλέπεται αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἱκανώτατος καί, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη ὑπηρέτησε καὶ ἀμισθεί. Ἐγὼ λοιπὸν εὑρίσκω δίκαιον νὰ ληφθῇ φροντὶς καὶ περὶ τῶν δύο στενογράφων. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μισθοδοσίας μεταξὺ στενογράφων αʹ καὶ βʹ τάξεως δραχμαὶ 45, μεταξὺ δὲ στενογράφων βʹ καὶ γʹ τάξεως δραχμαὶ 100. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἵνα ὑπάρξῃ κἄποια ἀναλογία, πρέπει ἡ διαφορὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν στενογράφων γʹ τάξεως ἀπὸ τῆς μισθοδοσίας τῶν βʹ τάξεως νὰ ἦναι 50 δραχμαί. Καὶ τότε καὶ οἱ δύο ἱκανοποιοῦνται ὁπωσοῦν ἀπέναντι τῶν κόπων, τῶν μεγάλων ὁμολογουμένως, τοὺς ὁποίους οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καταβάλλουσιν. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη εἶναι ὀρθὴ καὶ δικαία, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἀποδεχθῇ.
§339Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν κ. προαγορεύσαντα, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν περὶ τῆς κλίμακος ἐν τῇ μισθοδοσίᾳ τῶν κυρίων στενογράφων, διότι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀναλογία σήμερον μεταξὺ αὐτῶν. Ἐλέχθησαν ἱκανὰ καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω τι πλέον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ γραφεῖον τὸ Στενογραφικὸν εἶναι — ἂς τὸ εἴπωμεν — πτωχὸν εἰς τὸ προσωπικόν· ὀλίγιστοι ἀποφασίζουσι νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὰς συνεπείας τοῦ τοιούτου ἐπαγγέλματος, διότι, ἐννοοῦμεν πάντες, ὁπόσον ἀνιαρὸν καὶ κοπιῶδες εἶναι τὸ ἔργον των. Πρέπει δὲ ἐγκαίρως νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ κλάδου τούτου. Ἐν τοῖς νεωτέροις χρόνοις εἷς στενογράφος παρέχει μεγάλας ὑπηρεσίας· καὶ δὲν παρέχει τὰς ὑπηρεσίας ταύτας μόνον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τὰς παρέχει καὶ εἰς συνεδριάσεις δικαστηρίων καὶ εἰς ἐκφωνήσεις λόγων, εἰς συλλαλητήρια κλπ. Ἀλλ’ οὐδεμία πρόνοια περὶ τοῦ κλάδου τούτου ἐλήφθη παρ’ ἡμῖν. Τὸ μόνον μικρὸν φυτώριον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον, εἶναι ἡ Βουλή. Ἡ μικρὰ αὕτη θυσία, ἡ ὁποία γίνεται διὰ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον οἱ κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐπιβαρύνει τόσον τὸ ταμεῖον, ὅπως γίνηται περισσότερος λόγος. Ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς στενογράφους. Ἔχω ὅμως καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75, τοῦ συζητουμένου. Εἰς μίαν ἐκ τῶν παραγράφων αὐτοῦ λέγεται: «Πάντες οἱ ὑπάλληλοι καὶ κλητῆρες τῆς Βουλῆς διορίζονται δι’ ἐγγράφου ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου, κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἀπολύονται...» Αἱ συζητούμεναι προτάσεις ἀνέγραψαν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη μιᾶς συμπληρωτικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἀρχῆς τοῦ Προεδρείου, τοῦ κοσμήτορος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ βοηθῇ τὸν Πρόεδρον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐπιτηρητικῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 8, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκλέγει κατὰ πᾶσαν σύνοδον καὶ ἕνα κοσμήτορα. Ἀλλ’ ὁ κοσμήτωρ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τοὺς κλητῆρας, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγάς του, θὰ ἦναι πολὺ παθητικὸν πρόσωπον, ἐὰν δὲν ἔχῃ τοὐλάχιστον τὴν γνωμοδοτικὴν πρότασιν τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς ἀπολύσεως αὐτῶν, ἵνα ἔχωσι καὶ οἱ κλητῆρες ὅπως δήποτε τὸν φόβον, ὅτι μὴ ἐκτελοῦντες τὰς διαταγάς του θὰ ὑπόκεινται εἰς πρότασιν ἀπολύσεως, ὑποβαλλομένην ὑπ’ αὐτοῦ.
§340ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως ὁ κοσμήτωρ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὴν ἀπόλυσιν ἢ τὴν τιμωρίαν τῶν μὴ ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των κλητήρων. Ὁ Πρόεδρος θὰ συνεργάζηται μετὰ τοῦ κοσμήτορος ὡς μετὰ φίλου καὶ συναδέλφου.
§341ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένας τὰς διατάξεις περὶ προσόντων τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων κλητήρων τῆς Βουλῆς, διότι βλέπω, ὅτι τίθεται ὡς προσὸν ἀποκλειστικὸν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία διὰ τὸν κλητῆρα τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀνοίξωμεν θέσεις διὰ τοὺς ἀποστρατευομένους ὑπαξιωματικοὺς, τὸ ἄρθρον ἠδύνατο νὰ ἦναι δεδικαιολογημένον. Ἐὰν ὅμως θέλωμεν νὰ λάβωμεν τὸ προσωπικὸν τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς ἐξ ὑπαξιωματικῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπαξιωματικοῦ προσδίδει προσόντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κλητῆρος, δὲν μοὶ φαίνεται ἡ διάταξις ὀρθή. Δὲν μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία καὶ αἱ ἕξεις τοῦ ὑπαξιωματικοῦ προσιδιάζουσι πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς. Δὲν μοὶ φαίνεται προσέτι δεδικαιολογημένη καὶ ἡ διάκρισις, καθ’ ἣν διὰ μὲν τοὺς τακτικοὺς κλητῆρας ζητεῖται ὡς προσὸν ἡ διετὴς ἐν τῷ στρατῷ ἢ τῷ ναυτικῷ ὑπηρεσία καὶ ἀπόλυσις ἐξ αὐτοῦ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, διὰ δὲ τοὺς ἐκτάκτους κλητῆρας ζητεῖται τὸ προσὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ ἢ τοῦ κλητῆρος ἀστυνομικοῦ, κεκτημένου τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, δηλ. ζητοῦμεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τεκμήριον ἐξ ἀδυναμίας, λόγῳ ἡλικίας, ἀπεσύρθησαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπίσης καὶ ἡ διάκρισις, καθ’ ἣν ἐν τῇ θέσει τοῦ ἐκτάκτου κλητῆρος δὲν χρησιμεύει ὡς προσὸν ἡ προϋπηρεσία, ὡς χρησιμεύει εἰς τὴν θέσιν τοῦ τακτικοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις περὶ προσόντων εἶναι περιτταὶ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀφίνηται εἰς τὸν Πρόεδρον ἡ ἐλευθερία νὰ ἐκλέγῃ τοὺς ἱκανούς.
§342ΑΛΕΞ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἐν μέρει συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ λέγω ἐν μέρει, διότι εὑρίσκω τὴν μεταβολὴν χρήσιμον, καὶ μάλιστα ἐπαινῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι θέλει διὰ τῆς μεταβολῆς νὰ μορφώσῃ ἓν κλητηρικὸν γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἀξιοπρεπές. Ἀλλὰ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τούτων, διότι τὸ προσωπικὸν, ὡς σήμερον εἶναι κατηρτισμένον, εὐθὺς ὡς ἰσχύσῃ ὁ παρὼν Κανονισμὸς καὶ ὡς πρὸς τοὺς κλητῆρας, θὰ ἀπολυθῇ, καὶ δὲν θὰ εὕρωμεν ἀμέσως καταλλήλους ὑπαξιωματικοὺς πρὸς ἀντικατάστασιν.
§343ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν θ’ ἀπολυθῶσιν οἱ ὑπάρχοντες.
§344ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, διότι διὰ τούτων θὰ ἐλαττωθῇ καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ Προέδρου ἀσκουμένη ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν πίεσις, ὅπως διορίζῃ ὡς κλητῆρας ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἱκανοὶ οὔτε ὡς ὑπηρέται.
§345ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ὑποτιμῶσι τὴν ἐργασίαν τοῦ κ. Προέδρου. Οὐδὲ ἦτο μάλιστα ἀνάγκη τοιαύτης διατάξεως, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν διεκρίθη διὰ τὴν δύναμιν τοῦ χαρακτῆρός του. Πρέπει ὅμως νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ κλητῆρες οὗτοι καὶ ὑπηρετοῦσι τοὺς Βουλευτὰς κατὰ τὰς ὥρας τῶν συνεδριάσεων· ἐὰν δὲ ὁρισθῶσι τὰ προσόντα ταῦτα καὶ διορισθῶσιν ὑπαξιωματικοὶ, δὲν θὰ ἔχωμεν ἕνα ἄνθρωπον νὰ μᾶς φέρῃ ἓν ποτῆρι νερὸ, διότι ὁ ὑπαξιωματικὸς εἶναι τὸ ὑπερηφανέστερον ὂν τοῦ κόσμου, καὶ δὲν θὰ καταδέχωνται οὔτε νὰ ἀκούσωσι διαταγήν.
§346ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ οἱ τακτικοὶ κλητῆρες διατηροῦνται, δὲν εἶναι κακὸν τὸ προσὸν τῶν ἀποστράτων ὑπαξιωματικῶν διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐκτάκτου κλητῆρος, οὐδὲ θὰ φέρῃ δυσχέρειάν τινα, διότι σήμερον οἱ ἀπόστρατοι οὗτοι ὑπαξιωματικοὶ γίνονται θυρωροὶ ἢ ἐπαγγέλλονται ἄλλα βιοποριστικὰ καὶ ἔντιμα ἐπαγγέλματα, ὥστε βεβαίως δὲν θὰ ἀρνηθῶσι νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ τοὺς Βουλευτάς.
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δύο προτάσεις περὶ τῶν στενογράφων τῆς τρίτης τάξεως...
§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀποσταλῶσιν ἀμφότεραι εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ αὐτὸς θ’ ἀποφασίσῃ.
§349ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, κύριε Πρόεδρε, τῆς γενομένης περὶ τῶν στενογράφων συζητήσεως, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἱδρύσεως τῆς Σχολῆς τῶν στενογράφων, τῆς ἄλλοτε ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ λειτουργούσης· διότι, ὡς γνωρίζετε, στενογράφοι δὲν ὑπάρχουσιν ἢ μόνον οἱ ἑπτὰ, οἱ ἀπαρτίζοντες τὸ γραφεῖον τὸ Στενογραφικὸν τῆς Βουλῆς. Ὥστε, ἂν θελήσωσί ποτε ἢ νὰ κωλυσιεργήσωσιν, ἢ νὰ ζητήσωσι καταπληκτικὴν ἀμοιβὴν, βεβαίως ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς θὰ σταματήσῃ. Ἄλλως δὲ ἡ ἐργασία τῶν στενογράφων εἶναι πολὺ δύσκολος καὶ ἐπίπονος, καὶ μεγάλως καταβάλλει σωματικῶς αὐτούς. Συμφωνῶ ὅθεν καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριχωνίας καὶ ἤθελον συστήσει πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ ταχέως ἀπόφασιν περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου.
§350ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δέον ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεώς μου, καθόσον ὁ κ. Πρόεδρος δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ μόνος, ἀλλὰ δέον νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ.
§351Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς στενὴν συνάφειαν ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν μετὰ τοῦ γραφείου τῶν στενογράφων, ἔχω γνώμην περὶ ἑκάστου τῶν κυρίων αὐτῶν, καὶ ἂν ἐπρόκειτο ἐγὼ νὰ κρίνω, ἤθελον τὴν γνώμην μου ἐκδηλώσει. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐνεπιστεύθη τὸ ἔργον εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον, ἂς ἀφήσωμεν αὐτὸν νὰ κρίνῃ.
§352Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι παρὼν, καὶ δύναται νὰ εἴπῃ ἀμέσως τὴν γνώμην του.
§353ΜΑΝΕΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ, ἵνα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἴπῃ τὴν γνώμην του καὶ εἶτα ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης μεγάλης, πρόκειται νὰ ἐνισχύσωμεν τὸν ζῆλον αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων πρὸς καλλιτέραν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας των.
§354Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅσα εἶπον, ἵνα μειώσω τὴν ἀρίστην γνώμην, ἣν ἡ Βουλὴ ἔχει περὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, εἶπον μόνον, ὅτι, ἀφοῦ ἐνεπιστεύθη τὸ ἔργον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ν’ ἀφήσωμεν αὐτὸν νὰ φέρῃ τὴν προσήκουσαν πρότασιν.
§355Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Τὸ οὐσιῶδες εἰς τὴν περίστασιν διὰ τοὺς κυρίους στενογράφους δὲν εἶναι ἡ κατάταξις αὐτῶν εἰς τὴν πρώτην ἢ τὴν δευτέραν τάξιν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν τὸν βαθμὸν ὡς ἔχει, καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 76 ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς μισθοδοσίας.
§356ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 75 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορθωτὴν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ὅστις ὀνομάζεται «ἐπιθεωρητὴς», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 76.
§358ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Τὸ ἄρθρον 76 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: Προστίθεται δεύτερον ἐδάφιον, ἔχον οὕτω: «Τοῦ βοηθοῦ αὐτοῦ δρ. 180». Ἀπαλείφονται τὰ ἐδάφια: «Τοῦ βοηθοῦ τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν δρ. 90» καὶ «Τοῦ κοσμήτορος τῆς αἰθούσης δρ. 150.» Καὶ ἀντικαθίστανται τὰ ἐδάφια περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων κλητήρων ὡς ἑξῆς:
| Τῶν κλητήρων αʹ τάξεως | » | 80 |
| Τῶν κλητήρων βʹ τάξεως | » | 70 |
Εἰς ἕκαστον τῶν ἐκτάκτων κλητήρων χορηγεῖται ἐπιμίσθιον κατὰ μῆνα ἐκ δρ. 50.»
§359ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ νὰ διορθωθῇ ὁ τίτλος τοῦ διορθωτοῦ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν εἰς «ἐπιθεωρητοῦ».
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§361Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τοὺς στενογράφους. Συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Μάνεση, ὁ ὁποῖος εἶχε προτείνει νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ δραχ. 50 εἰς τοὺς μισθοὺς μεταξὺ τῶν τριῶν τάξεων τῶν στενογράφων, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ δεχθῇ.
§362ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ τοὺς δύο καὶ τοὺς δύο.
§363ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πάντες εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν ἰδέαν αὐτήν.
§364ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Καὶ διὰ τοὺς δύο καὶ διὰ τοὺς δύο.
§365Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ διατυποῦται ἀκριβῶς εἰς τὴν τροπολογίαν μου.
§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαυρομιχάλη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ μισθοδοσία τῶν δύο στενογράφων γʹ τάξεως νὰ αὐξηθῇ εἰς δραχ. 225». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 76, ὡς ἐτροποποιήθη, συμφώνως μὲ τὴν τροπολογίαν ταύτην καὶ μὲ τὴν ὡς πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 καὶ 30′ μ. μ.