| 773 | Ἔλαιον ἀπὸ | 2 | ῥούβλια εἰς | 1 | ῥούβλιον | |
| 774 | Ἐλαῖαι » | 2 | » » | 1 | » | |
| 775 | Σῦκα » | 1,80 | » » | 0,90 | » |
1896.02.21
4.366 στίχοι · 35.117 λέξεις · 1 πίνακας · 264 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
Τῆς 21 Φεβρουαρίου 1896.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀνέγνωσα ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς χθὲς ὡμίλησε περί τινος, ὁ ὁποῖος κατεπάτησεν ἄνευ δικαιώματος μεγάλας ἐκτάσεις· ἀλλὰ δὲν ἀνέφερε τὸ ὄνομά του. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν οὗτος ἦναι ὁ δήμαρχος Οἰνοῦντος ἢ ὄχι.
§3ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἐπερώτησίν μου ὑπέβαλον ἐγγράφως. Περὶ αὐτοῦ ὡμίλησα.
§4Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπητε τοῦτο, ἵνα σᾶς κάμω γνωστὸν, ὅτι αὐτὸς εἶναι φίλος φίλου σας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν, πότε κατελήφθη τὸ κτῆμα.
§5ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πάσας τὰς σχετικὰς πληροφορίας. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ πρώην οἰκονομικὸς ἔφορος κατήγγειλε τὴν ὑπόθεσιν, βεβαιώσας ὅτι παρανόμως κατελήφθη τὸ κτῆμα.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς ἤκουσα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς ἐφιστῶντα τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς διάσωσιν κτήματος 2,000 στρεμμάτων καταπατηθέντων ἢ καταπατουμένων. Ἔσπευσα νὰ καλέσω τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα μάθω τὰ περὶ τούτου, ἐὰν ὑπῆρχε κτῆμά τι, ποῦ καὶ ὑπὸ τίνος κατεπατήθη· ἀλλὰ δὲν ἔδωκεν ὁ ἐπερωτῶν τὴν πληροφορίαν, ὅτι οὗτος ἦτο ὁ δήμαρχος Οἰνοῦντος, διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία δὲν ἠδυνήθη νὰ μὲ διαφωτίσῃ. Ἤδη, ὅτε ἔχω τὸν προσδιορισμὸν τῶν προσώπων, ἔχω τὸ νῆμα, δι’ οὗ θέλω ἐρευνήσει τὴν ὑπόθεσιν.
§7Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τίνος ἐγένετο ἡ καταπάτησις αὕτη. (Μετά τινας εἶτα παρατηρήσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ, συμπληρωθέντα τὰ πρακτικὰ καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται).
§8ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω διαφόρους πληροφορίας, ζητηθείσας παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων. Καὶ ἐν πρώτοις κατάστασιν ἀριθμητικὴν τῶν μετατεθέντων ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων ἀπὸ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς. Ἐπίσης πίνακα τῶν ἀποφοίτων τῆς Σχολῆς τῶν Βοιομηχάνων Τεχνῶν, καὶ τέλος πληροφορίας περὶ τῶν τηλεγραφικῶν βοηθῶν.
§9ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶδον εἰς ἐφημερίδα σήμερον κατακεχωρισμένην ἀνταπόκρισιν ἐκ Τριπόλεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀλεξάκη ὑπεκρύπτοντο πέντε φυγόδικοι καὶ ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ ἐπεχείρησε τὴν σύλληψίν των, ἀλλὰ δυνάμει διαταγῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐντεῦθεν, διέκοψε τὴν ἐνέργειάν της καὶ οὕτως ἐματαιώθη τὸ καταδιωκτικὸν τῆς ἀστυνομίας ἔργον. Αἱ ἰδικαί μου πληροφορίαι εἶναι ὅλως διάφοροι. Τὸ δὲ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται σπουδαῖον καὶ ἱκανὸν νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόληψιν Βουλευτοῦ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων της. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ ὅσας ἔχει σχετικὰς πληροφορίας.
§10ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ πῶς ἐγεννήθη ζήτημα περὶ ἀντικειμένου ὅλως ἀνυπάρκτου οὐσιαστικῶς καὶ ἠθικῶς. Ὁ κ. Ἀλεξάκης, ἐν Τριπόλει κατακείμενος ἀσθενὴς, εἶδε δύο ἀστυφύλακας, ὁδηγηθέντας ὑπὸ παιδός τινος ἀγνώστου, ἀποσταλέντος ὑπὸ ἐπίσης ἀγνώστου, οἵτινες τὸν ἠρώτησαν, ἂν ὑπέκρυπτε φυγοδίκους ἐκ Τεγέας· ὁ προκαλέσας δὲ τοῦτο ἦτο ἐχθρὸς τοῦ κ. Ἀλεξάκη, καὶ τὸ ἔπραξεν, ἵνα βλάψῃ τὴν ὑπόληψίν του. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ νὰ ἀνακαλυφθῇ, τίς ὁ παῖς, ὁ καταδοὺς ὅτι ὑποκρύπτονται φυγόδικοι ἀνύπαρκτοι. Οἱ ἀστυφύλακες εἶπον, ὅτι οἱ φυγόδικοι κρύπτονται εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, ἐνῷ ἡ οἰκία ἐκείνη εἶναι κλειστή.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης γνωρίζω τὰ ἑξῆς. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν βουλευτὴν κ. Ἀλεξάκην, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ προέβη εἰς πράξεις ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς, αἵτινες ἐμείουν τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην τοῦ κοινοῦ. Παρεκάλεσα τὸν συνάδελφόν μου κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ζητήσῃ πληροφορίας· ἐζητήθησαν αἱ πληροφορίαι, ὁ Εἰσαγγελεὺς δ’ ἀνέφερεν, ὅτι οὐδεμίαν εἶχε γνῶσιν τῶν γενομένων οὔτε αὐτὸς, οὔτε ὁ ἀντεισαγγελεὺς, καὶ προσέθετεν, ὅτι ἠρώτησε τὸν ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος ἀπήντησεν αὐτῷ, ὅτι αὐτὸς δὲν διέταξεν ἀστυφύλακας νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ἀλεξάκη, ἀλλ’ ὅτι εἷς Ἀθανάσιος Πλάτσας εἶπεν αὐτῷ, ὅτι φυγόδικος ἐκ Τεγέας κρύπτεται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κυρίου Ἀλεξάκη, καὶ διέταξεν (ὁ ἀστυνόμος) δύο ἀστυφύλακας, ἵνα μακρόθεν ἐπιτηρῶσι τὴν θύραν, ὅτι ἑπομένως δὲν ἐγνώριζεν, ἐὰν οἱ ἀστυφύλακες εἰσῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν, ἐνῷ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἰσῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν, ἔνθα εὗρον κλινήρη τὸν κ. Ἀλεξάκη. Ἐν τούτοις διετάχθη ἡ περαιτέρω ἀνάκρισις, ὅπως ἐξακριβωθῇ, τίς ἔδωκεν εἰς τὸν ἀστυνόμον τὰς πληροφορίας ταύτας, ἢ ἂν ὁ ἀστυνόμος ἀφ’ ἑαυτοῦ ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα τοῦτο.
§12ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περιωρίσθησαν ἁπλῶς εἰς τοῦτο καὶ μόνον· διότι ἐνταῦθα ἐγὼ βλέπω παραβίασιν τῆς ἀσυλίας τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ὤφειλεν ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐξετάσῃ, τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Βουλευτοῦ...
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ διετάχθη.
§14ΡΑΛΛΗΣ. .. Διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀπεδόθη εἰς τὸν βουλευτὴν Ἀλεξάκην, ἀποτελεῖ ἀδίκημα, ἀλλ’ ὑφισταμένης τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ διαταχθῇ ἔρευνα, εἰμὴ μόνον ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀνακρίσεως οὐχὶ κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τῶν μὴ σεβασθέντων τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας αὐτοῦ.
§16ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὁ Πλάτσας κατήγγειλεν, ὅτι παρὰ τῷ βουλευτῇ Ἀλεξάκῃ ὑπεκρύπτοντο φυγόδικοι, ἀπέδωκεν ἀδίκημα εἰς τὸν Βουλευτήν· ἐὰν δὲ ὄργανα εἴτε ἀστυνομικὰ εἴτε ἀνακριτικὰ προέβησαν εἰς ἀνακριτικὰς πράξεις ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, παρεβίασαν τὴν ἀσυλίαν τὴν βουλευτικήν.
§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀσυλία ἀμφιβάλλω ἂν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ὀφείλῃ ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ, ὅταν ὑποπτεύηται ὅτι κρύπτονται φυγόδικοι εἰς τὴν οἰκίαν Βουλευτοῦ, νὰ σταματᾷ, μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ. Τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ ἀκαταδιώκτου, οὐχὶ περὶ ἀσυλίας τῆς οἰκίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§18ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ ἁπλῇ ὑπονοίᾳ ὅμως δὲν δύναται νὰ προβαίνῃ ἡ ἀστυνομία εἰς ἔρευναν ἄνευ συμπράξεως τῶν ἑτέρων ἀρχῶν.
§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀστυνομία, εἰσερχομένη εἰς τὸν οἶκον Βουλευτοῦ πρὸς σύλληψιν φυγοδίκων, οὐδεμίαν θὰ μετέλθῃ κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ καταδίωξιν. Θὰ συλλάβῃ τοὺς φυγοδίκους, ἀφοῦ ἀσυλία δὲν ὑπάρχει, καὶ ἔχει καθῆκον νὰ τοὺς συλλάβῃ. Μόνον πρὸς καταδίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ ἀπαιτεῖται ἄδεια τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ συμπράττῃ καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ διὰ τὴν σύλληψιν φυγοδίκων εἰς οἰκίαν Βουλευτοῦ.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Εἰσαγγελεὺς πληροφορεῖ, ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὸν κοιτῶνα τοῦ Βουλευτοῦ ὁ ἀστυνόμος, εἰπὼν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι ἔλαβε πληροφορίας ἀπό τινα Ἀθανάσιον Πλάτσαν. Ἀλλ’ ἐλήφθη πληροφορία, ὅτι τὸ τοιοῦτον ὄνομα εἶναι ἀνύπαρκτον.
§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβαίνει περίπου ὅ,τι ἐπὶ τῆς ἀσυλίας τῶν πρέσβεων, διότι ὁ Βουλευτὴς εὑρίσκετο ἐν τῷ οἴκῳ του· ὅθεν δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ κατ’ οἶκον ἔρευνα ἄνευ παραβιάσεως τῆς δυνάμει τοῦ Συντάγματος ἀσυλίας.
§22ΑΡΙΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔτυχε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ εὑρίσκωμαι ἐν Τριπόλει, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος μετὰ τὰ λεχθέντα νὰ δώσω πληροφορίας τινάς, τὰς ὁποίας ἠρύσθην ἐκ τοῦ σύνεγγυς, ἐξ αὐτοῦ τοῦ συναδέλφου κυρίου Ἀλεξάκη καὶ τοῦ ἀστυνόμου. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι σοβαρωτέρα καὶ σπουδαιοτέρα ἢ ὡς παρέστη, συμπεσοῦσα νὰ λάβῃ χώραν μάλιστα καθ’ ὃν χρόνον πρόκειται ἕκαστος ἡμῶν νὰ δώσῃ γνώμην περὶ διατηρήσεως ἢ μὴ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Πρὸς τὸν ἀστυνόμον Τριπόλεως, ὡς μοὶ εἶπεν ὁ ἴδιος, παρουσιάσθη τις, ὁ ὁποῖος τῷ εἶπεν, ὅτι εἶδεν εἰσελθόντα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ἀλεξάκη φυγοδικόν τινα ἐκ Παναρελίου τοῦ δήμου Τεγέας, διὸ τῷ ἔδωκε συνδρομὴν ἐκ δύο ἀστυφυλάκων, ἵνα μεταβῇ καὶ τὸν συλλάβῃ, τοὺς διέταξε δὲ νὰ μὴ πλησιάσωσι τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ἀλεξάκη, ἀλλὰ νὰ παραμένωσι μακρὰν ταύτης· μετά τινα λεπτὰ τῆς ὥρας ἕτερος ἀστυφύλαξ μετέβη παρὰ τῷ ἀστυνόμῳ καὶ ἐζήτησε μεγαλειτέραν συνδρομὴν, ἵνα ἀποκλείσῃ τὴν οἰκίαν· ὅπερ καὶ ἐγένετο. Καὶ ἡ οἰκία τοῦ συναδέλφου Βουλευτοῦ ἀπεκλείσθη ἀπὸ τῆς 4 ὥρας τῆς προηγουμένης ἡμέρας μέχρι τῆς 9 τῆς ἑπομένης. Ἐν τούτῳ ἔγκειται ἡ σοβαρότης τοῦ ζητήματος· ἀπεκλείσθη οἰκία Βουλευτοῦ, δικηγόρου, ἐντίμου πολίτου, τὸν ὁποῖον πάντες ὑπολήπτονται. Ἠδύναντο τὸ πολὺ νὰ διατάξωσιν ἔρευναν τῆς οἰκίας τοῦ κ. Ἀλεξάκη μετὰ 10 λεπτὰ ἀπὸ τοῦ ἀποκλεισμοῦ, οὐχὶ δὲ νὰ ἔχωσι ταύτην ἀποκεκλεισμένην ὅλην τὴν νύκτα. Τοῦτο ἐγένετο σκοπίμως καὶ μετὰ πονηρίας, ἵνα προσβάλωσι τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου. Οἱ ἀστυφύλακες εἰσῆλθον εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ κ. Ἀλεξάκη, ὅτε συνωμίλει μετὰ δύο ἄλλων κυρίων, τοῦ κ. Σινανιώτου καὶ τοῦ κ. Καλούτση. Οἱ ἀστυφύλακες εἰσῆλθον εἰς τὰ ὑπόγεια καὶ εἰς ὅλα τὰ δωμάτια, καὶ ἐνήργησαν ἔρευναν ἀμέσως· μετὰ τοῦτο τίνα πλέον σκοπὸν εἶχεν ὁ ἀποκλεισμός; Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐγένετο, διὰ νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ὁμιλίας τὸ συμβὰν, πρὸς μείωσιν τῆς ὑπολήψεως τοῦ κ. Ἀλεξάκη. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτὴν, νὰ συστήσῃ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς ἐκτενεστέραν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι πανθ’ ὅσα εἶπον ἀποδειχθήσονται ὅτι ἔλαβον χώραν, ὅτε δέον νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ ὑπαίτιοι τῆς συκοφαντηθείσης ὑπολήψεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι ἐν Τεγέᾳ φυγόδικοι ἢ φυγόποινοι δὲν ὑπάρχουν· σκοπὸς μόνον ἦτο νὰ προσβληθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀλεξάκης, καὶ τὴν προσβολὴν ταύτην ᾐσθάνθη βαθέως, διότι, ἐνῷ εὑρίσκετο ἐν ἀναῤῥώσει, κατέπεσεν ἐκ νέου εἰς τὴν κλίνην.
§23Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς ἀποκαλύψεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅστις βεβαιοῖ, ὅτι ἦτο παρὼν ἐν τῇ πόλει, ὅτε ἐξετελοῦντο τὰ αἴσχη ταῦτα τῆς ἀστυνομίας, ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τιμωρήσῃ ἀμειλίκτως τὸν ἀστυνόμον, ὅστις ἄνευ ἐντολῆς ἐνήργησεν ἔρευναν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀλεξάκη, καὶ ἐνῷ, ἀφοῦ δὲν εὗρε φυγόδικόν τινα, ὤφειλε νὰ ἀπέλθῃ, διέμεινεν ἐν τούτοις πολιορκῶν τὴν οἰκίαν αὐτοῦ μέχρι τῆς ἑπομένης ἡμέρας. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἁπλοῦν, εἶναι σπουδαῖον, οὐ μόνον διότι πρόκειται περὶ συναδέλφου, περὶ δικηγόρου ἐντιμοτάτου, ἀλλὰ καὶ περὶ ἁπλοῦ πολίτου ἐὰν ἐπρόκειτο, ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ, ἥτις ἐπληροφορήθη, ὅτι εἰσῆλθε φυγόδικός τις ἐν οἰκίᾳ τινὶ, ὤφειλε νὰ ἐρευνήσῃ, ἀλλὰ μόλις ἠρεύνησε τὴν οἰκίαν, ὤφειλε νὰ ἀπέλθῃ, ἵνα μὴ προσβάλῃ ταύτην καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐτῇ. Εἰσῆλθον, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, οἱ ἀστυφύλακες καὶ ἀφοῦ ἐρευνήσαντες δὲν εὗρόν τινα, ἐπολιόρκησαν τὴν οἰκίαν. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἀστυνόμον ἀμειλίκτως. Καὶ γνωρίζει ποῖος εἶναι αὐτός· εἶναι ὁ Παπαρτεμίου, ἐκ Ναυπλίου, ὅστις, ἐνῷ τῷ ἐδήλωσαν ὅτι δὲν ὑπάρχει φυγόδικος, ἐνῷ ἐγίνωσκεν ὅτι ὤφειλε μετὰ τὴν ἔρευναν νὰ ἀφήσῃ τὴν οἰκίαν ἐλευθέραν, ἐπέμενε πολιορκῶν αὐτὴν μέχρι τῆς ἑπομένης. Βεβαίως ἡ ὑπόθεσις θὰ φθάσῃ μέχρι τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ καθῆκον ἐπιβάλλει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τιμωρήσῃ αὐτὸν ἀμειλίκτως διοικητικῶς, καὶ ἀποπέμψῃ αὐτὸν ἐκεῖθεν, διότι εἶναι σκάνδαλον πλέον ὅλης τῆς κοινωνίας· διότι, ἐνῷ ἐγίνωσκεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε φυγόδικος, ἐνῷ ἐγίνωσκεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε καταγγελία κατὰ φυγοδίκου, ἐπολιόρκει τὴν οἰκίαν ἐπὶ 24 ἢ 36 ὥρας, ὅπως εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, κύριε Πρόεδρε, ἔχει ἀρκετὰ δείγματα. Ἕως τώρα ἀπέδειξεν ἱκανῶς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐπείγουσα καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου...
§24ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νομοσχέδιον εἶναι εἰκοστὸν ἕβδομον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει!
§25ΣΤΑΗΣ. Ἦτο πέμπτον καὶ ἐπῆγεν εἰκοστὸν ἕβδομον.
§26ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λοιπὸν ἂς προταχθῇ, νὰ τελειώσουν αὐτὰ τὰ βάσανα.
§27Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δι’ ὅσων ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος λέγει θέλει νὰ δείξῃ, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἴδωμεν, πῶς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀστυνομία. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω, εἶναι, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τιμωρήσῃ αὐστηρῶς τὸν ἀστυνόμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐνήργησεν ἐξ ἁπλοῦ καθήκοντος, ἀλλ’ ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως, ἵνα δυσφημήσῃ τὸν Βουλευτὴν, ὅστις ἀπεδείχθη ὅτι ὄχι μόνον ἔπασχεν ἐν τῷ οἴκῳ του, ἀλλὰ καὶ κανένα φυγόδικον δὲν εἶχεν ἐν αὐτῷ.
§28ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ἐγένετο ζήτημα τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθιξαν οἱ κύριοι συνάδελφοι. Ἐδῶ τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς δικαστικόν. Προσεβλήθη ὁ οἶκος τοῦ κ. Ἀλεξάκη. Ἡ ἀστυνομία ἔπραξεν ἀδίκημα κατὰ τῆς οἰκίας καὶ τοῦ προσώπου τοῦ κ. Ἀλεξάκη· ἐξύβρισε τὸν κ. Ἀλεξάκην. Ὤφειλε λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀμέσως νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ τὸν φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἵνα δικασθῇ.
§29Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγένετο αὐτό.
§30ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ τὸ ἑξῆς ζήτημα· εἶχεν ὁ ἀστυνόμος ἔνταλμα, εἶχεν ἀπόφασιν προηγουμένην, ἡ ὁποία διέτασσε τὴν σύλληψιν οἱουδήποτε φυγοδίκου; τίς δ’ ἦτο ὁ φυγόδικος; Εἰς τὸν οἶκον τοῦ δικηγόρου δύναται νὰ εἰσέλθῃ πᾶς ἄνθρωπος, ἔχων ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὴν συμβουλήν του (γέλωτες). Ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ δὲν ἔχε δικαίωμα νὰ προσβάλῃ τὸν οἶκον· ὀφείλει νὰ περιμένῃ ἔξω, ἂν ὑπῆρχεν ἀπόφασις καὶ ἔνταλμα. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχεν ἀπόφασις καὶ ἔνταλμα, ὤφειλε νὰ ἀπέλθῃ, καὶ οὕτω δὲν θὰ ἤμεθα ἤδη ἠναγκασμένοι νὰ δαπανῶμεν τὸν καιρόν μας εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ νὰ παρέρχωνται εἰς μάτην αἱ ἡμέραι, καὶ ἐπὶ τέλους δὲν θὰ κατορθώσωμεν μέχρι τοῦ Πάσχα νὰ συζητήσωμεν τίποτε.
§31ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον ἐκτυλίσσεται ἐνταῦθα, ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ ἀστυνομικοῦ συστήματος δὲν δύναται νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας του, εἴτε λόγῳ τῆς μὴ ἀρτιότητος αὐτοῦ, εἴτε λόγῳ τῆς μεταβολῆς ἴσως τοῦ πόθου τῶν εἰσηγησαμένων αὐτὸ πρὸς κατάργησιν τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος, διότι ἀπὸ τρίτου ἐγένετο ἕβδομον, ἀπὸ ἑβδόμου ἐγένετο ἔννατον, ἀπὸ ἐννάτου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγένετο δέκατον τέταρτον, καὶ σήμερον εἶναι εἰκοστὸν ἕβδομον, ἡ δὲ κατακυλίνδησις αὕτη θὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ τέλους τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὁπόθεν θὰ ἐξέλθῃ. Ἡ ἀναγραφή, κύριε Πρόεδρε, τοιούτου νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀνήγειρε τὴν σπάθην τοῦ Δαμοκλέους ἐπὶ συστήματος λειτουργοῦντος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ γενομένη κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, τοῦ ἀναθεματισμένου ἐκείνου Ἀρχηγείου, τοῦ προστατεύοντος, φαίνεται, τὰς ῥοπὰς, διότι μετὰ τὴν κατάργησιν ἐκείνου ἔπαυσαν πλέον τὰ παράπονα καὶ ἐνιαχοῦ ἀκούονται ὀλίγον, τὰ δύο ταῦτα, λέγω, αἴτια ἐπήνεγκον λίαν φυσικῶς—ὡς τοὐλάχιστον ἐγὼ πρεσβεύω—χαλάρωσιν ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ θεσμοῦ, διότι σήμερον οἱ ἀστυνόμοι, ἕνεκα τῆς ἐπικειμένης καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ ἐκ τοῦ κινδύνου, ὃν διατρέχουσιν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν, νὰ μετατεθῶσι, καταργηθέντος τοῦ μόνου φραγμοῦ, τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, κύπτουσι τὸν αὐχένα εἰς πᾶσαν πίεσιν, ὅπως διαφύγωσι τὸν κίνδυνον νὰ ἐκτοπισθῶσι, πρὸς βλάβην τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, διότι ἐξέλιπον ὅλα τὰ ἐχέγγυα, ἐπαναλέγω, τοῦ Ἀρχηγείου καὶ τῆς μονιμότητος τοῦ θεσμοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ ἀφήσωμεν ἐν ἰσχύϊ τὸ ὑπάρχον σύστημα, πρέπει νὰ διαγράψωμεν ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθέν· ἂν ὅμως πρόκειται ὁριστικῶς νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, πρέπει νὰ τὸ προτάξωμεν καὶ τὸ συζητήσωμεν, ἂν θέλωμεν ὁμολογουμένως ἡ δημοσία τάξις νὰ μὴ χαλαρωθῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἀπαίτησιν νὰ καθοδηγήσω ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὰς συνεδρίας τῆς Βουλῆς καὶ ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πᾶς ἐνδοιασμὸς καὶ πᾶσα ἀμφιταλάντευσις περὶ τούτου ἐπιφέρει τὴν χαλάρωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἢ πρέπει νὰ προταχθῇ, ἢ πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ, καὶ τότε νὰ ἐξετασθῇ τί πρέπει νὰ γείνῃ· ἢ νὰ ἀνασυστήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ Ἀρχηγεῖον, ἂν θὰ ἀφήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸν νόμον τοῦτον, καταργοῦσα πάντα τὰ τρωτὰ, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς κατεδείχθησαν τοιαῦτα, ἢ νὰ καταργήσῃ τέλος πάντων τὸν νόμον, προβαίνουσα εἰς συζήτησιν ἐκ τῶν πρώτων τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε.
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς μὲν μελέτας περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. ἐκ Τριχωνίας Βουλευτὴς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶναι καλλίτερον καὶ σκοπιμώτερον νὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν ἤθελε τεθῆ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον· οἱ δὲ δισταγμοί, τοὺς ὁποίους ἔχει, μήπως τὸ νομοσχέδιον κυλινδούμενον ἐξέλθῃ, δηλ. δὲν ψηφισθῇ, αὐτοὺς τοὺς φόβους ἐγὼ δὲν καλοῦμαι νὰ ἄρω, ἀφήνω δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἔχῃ αὐτοὺς, καὶ θέλει τοὺς ἔχει, ἐφ’ ὅσον ἔχει γνώμην περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὁποίαν φαίνεται ὅτι ἔχει λαλῶν, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἁμιλλῶμαι νὰ μεταβάλω. Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη ὑπὸ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἀπόφασιν νὰ συζητήσῃ αὐτὸ μετὰ τῆς Βουλῆς...
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐψηφίσθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἂν δὲ μετέβαλε θέσιν, ὅπως ὡριμάσωσι καὶ ἄλλα νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἡ φύσις εἶναι κατεπείγουσα, ὡς εἶναι καὶ πολλὰ μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, αὐτὸ δύναται νὰ τὸ κρίνῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ὁπωσδήποτε θέλῃ, ἀλλ’ εἶναι κρίσεις αὐτοῦ, δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι ἐν δέοντι νὰ σπεύδῃ νὰ ἐκφέρῃ τὰς κρίσεις του, διότι τὰ πράγματα θέλουσι διαψεύσει αὐτόν.
§35ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπήνεγκον κρίσεις περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος, καὶ οὔτε κἂν προέβην εἰς συζήτησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὤφειλε νὰ μὴ εἴπῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον μελετᾶται καλλίτερον, καὶ δι’ αὐτὸ ἀναβάλλεται. Ἐγὼ βεβαίως, εἶπον, δὲν ἔχω κανὲν δικαίωμα νὰ ὁρίσω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλ’ ὅταν βλέπω, ὅτι ἀπὸ πρῶτον γίνεται εἰκοστὸν ἕβδομον, ἐνῷ ὑπάρχει διὰ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐπικειμένη ἡ σπάθη τοῦ Δαμοκλέους πρὸς κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, εἶπον λίαν δεδικαιολογημένως, ὅτι ἐπέρχεται χαλάρωσις τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τούτου, καὶ ἑπομένως ἢ πρέπει νὰ τὸ ἀποσύρωμεν, ἢ νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, καὶ οὕτω μονιμοποιήσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διέπῃ τὰ τῆς ἀστυνομίας.
§36ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω πρὸ παντὸς ὅτι ἐπείγει κύριε Πρόεδρε, νὰ συζητήσωμεν τὸ τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ δὲν χρειάζεται πρὸς ὑποστήριξιν τούτου ἄλλο τι ἢ τὸ νὰ ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ φαίνεται ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον καθ’ οἱανδήποτε στιγμὴν νὰ ὁμιλῇ τις περὶ οἱουδήποτε πράγματος καὶ ὁσονδήποτε θέλῃ, καὶ τοιουτοτρόπως νομίζω, ὅτι πᾶν ἄλλο ἔχομεν ἢ τὸ κοινοβουλευτικὸν ἐκεῖνο πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν ὅτι θέλει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν ταύτην, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον παρετήρησα μετὰ λύπης, ὅτι εἴχετε λησμονήσει ὅτι πρὸ ἀρκετῆς ὥρας εἶχον ζητήσει τὸν λόγον. Ἀλλὰ τὸ παρεμπεσὸν αὐτὸ ζήτημα,— τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ποίας φύσεως ζήτημα εἶναι· εἶναι συζήτησις τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας προκαταβολική; εἶναι ἐπερώτησις; εἶναι αἴτησις περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν καὶ ἄλλοι; δὲν ἠξεύρω· εἶναι ἴσως τὸ δικαίωμα τὸ ἀπόλυτον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνταῦθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ παντὸς πράγματος,—τὸ παρεμπεσὸν ἐν τούτοις αὐτὸ ζήτημα δὲν μὲ ἐμποδίζει τοῦ νὰ ἐπανέλθω πρὸς στιγμὴν, ὅπως προσθέσω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τῶν κατὰ κόρον λεχθέντων καὶ προσθέσω παρατήρησιν ἐν σχέσει πρὸς ἕνα ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Τὸ πολὺ τῶν λόγων, οἵτινες ἐξηντλήθησαν ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις, νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ, καὶ ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἐνῷ προκαλοῦμεν τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κοινοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀστυνομίας, φαίνεται ὅτι μίαν ἐπιφύλαξιν μόνον ποιούμεθα, τὴν ἐπιφύλαξιν προνομίων τινῶν ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν, διότι πρὸ ὀλίγου περὶ ἀστυνομικῆς ἐνεργείας ἁπλῶς ἐπρόκειτο, καὶ κατηναλώθησαν λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπερίττευον καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ἐπερίττευον τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἔσχομεν τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι βεβαίως θέλει γείνῃ καταδίωξις, καὶ καταδίωξις οὐσιαστική. Καὶ, νομίζω, λίαν προσηκόντως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ χωρὶς νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ οὔτε τὸ περὶ ἀσυλίας βουλευτικῆς, δὲν ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι βεβαίως διετάχθησαν τὰ δέοντα, ὅπως οὐσιαστικῶς ἐκτιμηθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ καταδιωχθῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ θέσῃ εἰς ὑπόνοιαν τὸν χαρακτῆρα συναδέλφου ἡμῶν, καὶ ἐπολιόρκησε τὴν οἰκίαν του, ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ, τῇ τόσον ἀβασίμῳ, ὅτι ἠδύνατο εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ἀλεξάκη νὰ ὑπάρχῃ φυγόδικος. Περὶ τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ καμμία συζήτησις, καὶ πληρέστατα συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος παρέστησε τὰ τῆς οὐσιαστικῆς ταύτης ἀδικίας. Ἀλλὰ ἀκούσας παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐντριβεστάτου περὶ τὰ νομικὰ, τοῦ προηγουμένως ὁμιλήσαντος, τοῦ κυρίου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, ἀκούσας τὸν παραλληλισμὸν τῆς οἰκίας τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὴν οἰκίαν πρέσβεως, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιφέρω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἀσυλία τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἐντελῶς προσωπικὴ, δὲν εἶναι ἀσυλία ἐδάφους καὶ κατὰ τῆς ἀστυνομικῆς ἐνεργείας. Ἡ Πρεσβεία εἶναι ἔδαφος ξένον, ἀλλ’ ἡ οἰκία τοῦ Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἔδαφος ξένον. Τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει τὴν καταδίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ. «Οὐδεὶς Βουλευτὴς συλλαμβάνεται, καταδιώκεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς.» Ἡ ἐνέργεια τῆς ἀστυνομίας πρὸς σύλληψιν τοῦ φυγοδίκου, ἡ ὁποία οὐδαμῶς ἅπτεται τοῦ προσώπου τοῦ Βουλευτοῦ, οὔτε πόῤῥωθεν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὴν ἰδέαν τῆς καταδιώξεως τῆς δικαστικῆς κατ’ αὐτοῦ, ἡ τοιαύτη ἀστυνομικὴ ἐνέργεια δὲν εἶναι καταδίωξις Βουλευτοῦ, καὶ ἡ τοιαύτη ἀστυνομικὴ ἐνέργεια δὲν ἀποκλείεται, ὅταν ἐνασκῆται διὰ μέτρων ἁπλῶς προληπτικῶν τῆς δραπετεύσεως τοῦ φυγοδίκου.
§37Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μεθ’ ὅλην τὴν παραίνεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡμῖν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, διὰ νὰ συντομεύσωμεν τὴν συζήτησιν, μᾶς ἔδωκεν ἐν τούτοις ἀφορμὴν διὰ νὰ τὴν παρατείνωμεν. Κατὰ πόσον τοῦτο συμβιβάζεται, ἂς κρίνῃ ὁ ἴδιος. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀναφέρῃ μετὰ περιποιητικῶν ἐκφράσεων καὶ συστάσεων, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ ἀντικρούσῃ μεθ’ ἱκανῶν ἐπιχειρημάτων τὴν πρότασίν μου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω δι’ ὀλιγίστων, ὅτι δὲν παρηκολούθησε, φαίνεται, τὸ πραγματικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, καὶ διὰ τοῦτο κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς βαθείας γνώσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Δὲν ὑπεστήριξα ὅτι ὁ οἶκος, ὁ ἄψυχος, τοῦ Βουλευτοῦ, δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὸν οἶκον τοῦ πρέσβεως, ἀλλ’ ὑπεστήριξα, ὅτι ὁ Βουλευτὴς εὑρίσκετο ἐντὸς τοῦ οἴκου του καὶ ὅτι ἀρχὴ ἀστυνομικὴ εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Βουλευτὴς ἦτο ἐκεῖ, καὶ προέβη εἰς ἔρευναν τῆς οἰκίας τοῦ Βουλευτοῦ, ἐντὸς αὐτῆς ὑπάρχοντος. Ἡ καταδίωξις λοιπὸν ἐστρέφετο κατὰ τοῦ οἰκοδεσπότου Βουλευτοῦ, δὲν δύναται δέ τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος, διότι εἶναι πρᾶξις αὐτοτελὴς ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς ἐρεύνης. Δὲν ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ γνωρίζω προσωπικῶς τὸν κ. συνάδελφον, ἐνόμισα ὅμως, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ τὸ προηγούμενον, προκειμένου περὶ συνταγματικοῦ δικαιώματος καθιερωθέντος ἐν τῷ θεμελιώδει ἡμῶν νόμῳ. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅσα εἶπον.
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι δὲν εἶναι ἄσυλον;
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βεβαίως.
§40ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου πρόκειται.
§41ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διὰ νὰ βεβαιώσω τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος κ. Μάνεσης, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, φέρω συγκεκριμένως ἓν παράδειγμα. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἢ μᾶλλον πρὸ δύο ὡρῶν, ἀφίχθην ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, τὸ Γύθειον. Ἐκεῖ ἀληθῶς ἔχομεν ἕνα ὑπολοχαγὸν ἀστυνόμον, Φασίτσαν, ὁ ὁποῖος εἶναι λίαν ἀξιότιμος ἄνθρωπος καὶ αὐστηρὸς, ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀδιαφορεῖ ἐντελῶς, ἀφ’ ἑνὸς ἐκεῖνος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ Διοίκησις, ἡ ὁποία τὸν ἔχει μόνον μὲ πέντε χωροφύλακας, καὶ ἐν διαστήματι ὀκτὼ ἡμερῶν συνέβησαν ἐννέα νυκτοκλοπαί, διεῤῥήχθησαν θύραι μαγαζείων, ἀφηρέθησαν διάφορα πράγματα κτλ. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, διότι οὐχὶ μόνον ἐν ταῖς πόλεσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ διάφορα χωρία συμβαίνουσιν ἐγκλήματα, καὶ οἱ ἐγκληματίαι εἶναι ἐντελῶς ἀκαταδίωκτοι. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω, διὰ νὰ βεβαιώσω ὅσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐλέχθησαν παρ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων.
§42ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ τὰ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου πρὸ μικροῦ λεχθέντα δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα ἐνισχύσωσι τὰ λεχθέντα περὶ κυλινδήσεως τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦτο θὰ ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ἓν γεγονὸς περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν κρίσιν μου, νομίζω ὅτι θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἐπιψηφισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὸ ὡς εἰκοστὸν ἕβδομον ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἤδη ἐν ἰσχύϊ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμου. Κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐθεωρήθη καλὸν παρὰ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας νὰ ἀπομακρυνθῇ ὁ ἀστυνόμος Κυθήρων, ἵνα ὁ τόπος μένῃ ἄνευ ἀστυνόμου. Καὶ πράγματι τοῦτο ἐγένετο· διεξήχθη ἡ δημοτικὴ ἐκλογὴ ἄνευ ἀστυνόμου καὶ ἄνευ οὐδενὸς ὑπαξιωματικοῦ, ἔμεινε δὲ ἡ ἀστυνομία ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἁπλοῦ χωροφύλακος. Τὰ πάθη τὰ ἐκλογικὰ τὰ γνωρίζετε πάντες, τὰ τεχνάσματα τὰ ἐκλογικὰ ἐπίσης κάλλιον ἐμοῦ, διότι εἶσθε ἀρχαιότεροι. Συνεπείᾳ τῶν παθῶν τούτων καὶ τεχνασμάτων κατηγγέλθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τηλεγραφικῶς, ὅτι ἐν Μυλοποτάμῳ, χωρίῳ ἐκ τῶν μεγαλειτέρων τοῦ δήμου Κυθηρίων, ἀνοικοδομῶν τις τὴν πατρικήν του οἰκίαν, κατελάμβανε μέτρα δύο ἐκ τῆς πλατείας τοῦ χωρίου. Παρεστάθησαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον ἀμέσως διέταξεν, 8 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς, τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, τὸν ταμίαν τουτέστι, νὰ λάβῃ ταχεῖαν πρόνοιαν περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν κατεδάφισιν τῆς ἀνοικοδομουμένης οἰκίας. Ἠναγκάσθη ὁ ἔφορος καὶ ταμίας νὰ μεταβιβάσῃ τὴν διαταγὴν εἰς τὸν ἀστυνόμον, τὸν μὴ ὑπάρχοντα, τουτέστιν εἰς τὸν χωροφύλακα, καὶ ὁ χωροφύλαξ, ὁδηγούμενος ὑπὸ φίλων τῆς ἀντιθέτου μοι πολιτικῆς μερίδος, μετέβη εἰς τὸ χωρίον καὶ κατεδάφισε τὴν οἰκίαν, οὐχὶ ὅλην βεβαίως, ἀλλὰ μέρος αὐτῆς. Ἐπρόκειτο δὲ περὶ ἰσχυροῦ πολιτικοῦ φίλου ἰδικοῦ μου, ὃν ἐζήτησαν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοιούτου αἰσχροῦ μέσου νὰ ἐξαναγκάσωσιν ὅπως μὲ ἐγκαταλείψῃ. Μετέβημεν πρὸς τὸν ἔφορον, τῷ παρεστήσαμεν τὸ ἄδικον τοῦ πράγματος καὶ ἐπεδείξαμεν τὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ ὁδοὶ αἱ συνδέουσαι χωρίον πρὸς χωρίον, αἱ πλατεῖαι ἐν τοῖς χωρίοις, ὁπόταν δὲν διέρχηται δι’ αὐτῶν δημοσία ὁδὸς, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ εἰς τοὺς δήμους, καθόσον ὁ νόμος λέγει, ὅτι «αἱ ὁδοὶ αἱ συνδέουσαι τὰ χωρία τοῦ αὐτοῦ δήμου πρὸς ἄλληλα ἢ τὴν πρωτεύουσαν αὐτῶν ἀνήκουσιν εἰς τοὺς δήμους». Ἐπίσης εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ἀνήκουσι καὶ αἱ πλατεῖαι. Ὑπέδειξα ἑπομένως πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐδάφους ἀνήκοντος εἰς τὸ Δημόσιον, ὑπέδειξα ὅτι ὁ δῆμος, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀδίκημα, δικαστικῶς ὤφειλε νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ ἀστυνομία, ἡ διευθυνομένη ἀπὸ τὸν χωροφύλακα, προέβη εἰς τὴν κατεδάφισιν μέρους τῆς οἰκίας, χωρὶς, ἐννοεῖται, νὰ ἀποκτήσῃ καὶ τὴν πολιτικὴν φιλίαν τοῦ ἀδικουμένου πολίτου. Διεξήχθη ἡ ἐκλογὴ, ἐνικήσαμεν, καὶ ἐν τούτοις καὶ μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ ἀστυνόμου ἐξηκολούθησεν ἡ παρεμπόδισις τῆς ἀνοικοδομῆς. Ταῦτα εἶναι τὰ κατορθώματα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τῆς διευθυνομένης ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Συνέβησαν ἀληθῶς ἔκτροπα καὶ ὅτε ὑπῆρχε τὸ Ἀρχηγεῖον, συνέβησαν ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν ἐξετυλίχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔκτροπα ὅμως οὐχὶ λόγῳ πολιτικῆς ἀνάγκης, ἀλλ’ ἐξ ἀνικανότητος καὶ ἰδιοτροπίας τοῦ ἀστυνόμου, εἶχον δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἕνεκα τῶν παρανόμων τούτων πράξεων ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινε τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ δυστυχῶς βλέπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καθ’ ἑκάστην κατέρχεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐν τοσούτῳ ὁ ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος μετέβη ἐκεῖσε μετὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, προέβη εἰς ἔτι χείρονας πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ἀναφέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· αἱ μᾶλλον ἐλαφρυντικαὶ αὐτοῦ πράξεις εἶναι, ὅτι εἰσέρχεται ἐν τῷ Πταισματοδικείῳ, καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ δημοσίου κατηγόρου, ἄνευ σπάθης, ἄνευ σημάτων ὑπηρεσίας, ἀλλὰ φέρων ῥάβδον ἠράκλειον καὶ κάμαν ἀμφίστομον πελωρίων διαστάσεων, καταξεσχίζει δὲ τὰς κλήσεις, δέρει, ὑβρίζει τοὺς πάντας, καὶ διαμηνεῖ τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅτι αὐτὸς εἶναι Βασιλεὺς καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην Εἰσαγγελεῖς καὶ δικαστάς! Σπεύσατε ἑπομένως, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, νὰ καταργήσητε τοιαύτην στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ φέρετε οἱονδήποτε σύστημα ἄλλο θέλετε. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἔχω τέσσαρας ἐρωτήσεις νὰ τῷ ἀπευθύνω, θὰ παρακαλέσω δὲ αὐτὸν νὰ σπεύσῃ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν πράγματι τὰ καταγγελλόμενα οὕτως ἔχωσι· διότι, ἐὰν ἔχωσιν οὕτως, ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτοῦ καὶ νὰ σεμνύνηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν περὶ τῆς προστασίας καὶ ἀνυψώσεως τοῦ διδασκαλικοῦ κλάδου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς, κατὰ τὴν μανίαν, ἡ ὁποία τὸν ἔχει καταλάβει, τὴν μανίαν τῶν μεταθέσεων, ἀπολύσεων καὶ διορισμῶν, κατὰ τὸν Ἰούνιον, Ἰούλιον, Αὔγουστον, Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον παρελθόντος ἔτους προέβη εἰς 6627, μεταθέσεις, παύσεις καὶ μεταβολὰς ἐν γένει εἰς τὸν διδασκαλικὸν κλάδον· ἐν τῇ μανίᾳ ὅμως ἐκείνῃ διέπραξε καὶ ἐγκλήματα. Πρόκειται περὶ στιγμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπέθηκεν οὐχὶ ἐπὶ τῶν δημοδιδασκάλων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν δημοδιδασκαλισσῶν, στιγμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα προέβη, διότι εἶχε τὴν μανίαν νὰ κάμῃ κἄτι τι, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο τίποτε ἄλλο νὰ κάμῃ, ἔκαμνε μεταβολὰς (ἱλαρότης). Διὰ τὰς 6,227 μεταβολὰς, τὰς ὁποίας διέπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ προσωπικοῦ 5,100 διδασκάλων, καὶ διὰ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον, θὰ γείνῃ ἄλλοτε λόγος. Σήμερον πρόκειται περὶ πράξεως, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν θὰ ἐπετελεῖτο οὐχὶ παρὰ Ὑπουργοῦ ἢ ἄλλου δημοσίου λειτουργοῦ, ἀλλ’ οὔτε ὑφ’ οἱουδήποτε ἀνθρώπου. Ἰδοὺ ἡ μία πρᾶξις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 10444 ὑπουργικῆς πράξεως, δημοσιευθείσης εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 158 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 14 Ἰουλίου 1895, ἀπέλυσε τὴν δημοδιδασκάλισσαν Φανῆν Δουζίνα, διατὶ νομίζετε; δι’ ἀπρεπῆ καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ ἐπάγγελμα καὶ ἀναξιοπρεπῆ συμπεριφοράν. Δὲν εἶναι ἡ μόνη, εἶναι καὶ ἄλλαι πολλαί· θὰ ἀναφέρω ὅμως μίαν ἔτι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα ἀπολύσῃ τὴν δημοδιδάσκαλον, περὶ ἧς πρόκειται, ἐστηρίχθη εἰς τὸ ἄρθρον 5 ἐδάφιον εʹ τοῦ νόμου ᾼΦΝΗʹ τῆς 13 Μαΐου 1887, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ αἱ δημοδιδάσκαλοι ἀπολύονται δι’ ἀμέλειαν ἢ διαγωγὴν ἀναξιοπρεπῆ πρὸς τὸ ἐπάγγελμά των. Ἀλλ’ ὅμως τὸ ἴδιον ἄρθρον λέγει, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον, ἐὰν δὲν προηγηθῇ δικαστικὴ ἀπόφασις καὶ ἐὰν δὲν κληθῇ ὁ δημοδιδάσκαλος ἢ ἡ δημοδιδάσκαλος εἰς ἀπολογίαν. Ζητῶ λοιπὸν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ τὴν ἀπολογίαν τῆς Φανῆς Δουζίνα. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ αὐτοῦ νόμου λέγει, ὅτι οἱ οὑτωσὶ ἀπολυόμενοι δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν δὲν παρέλθῃ τοὐλάχιστον ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς ἀπολύσεώς των. Ἐν τούτοις μετὰ 14 ἡμέρας τὴν ἐπαναφέρει, καὶ τὴν προάγει μάλιστα, διότι ἀπὸ τοῦ Βελεστίνου τὴν φέρει εἰς τὰ Ἄνω Λιόσια. Ὑπάρχουσιν ἐπίσης καὶ ἄλλοι δημοδιδάσκαλοι, ἀμφοτέρων τῶν φύλων, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν δυνάμει τοῦ εʹ ἐδαφίου τοῦ 5 ἄρθρου τοῦ αὐτοῦ νόμου, καὶ μετὰ 2 ἢ 3 μῆνας διωρίσθησαν ἐκ νέου. Πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐνῷ τὸ πρῶτον εὗρεν, ὅτι ἡ διαγωγὴ τῶν δημοδιδασκάλων ἐκείνων ἦτο ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ ἐπάγγελμά των καὶ ὅτι ἦσαν ἀμελεῖς, πῶς μετὰ 2 ἢ 3 μῆνας τοὺς εὑρίσκει ἠθικοὺς καὶ ἱκανοὺς καὶ τοὺς διορίζει καὶ πάλιν;
§43ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Ὑπάρχει παροιμία «ὅπου θέλει ὁ Γιάννος, βάζει τὸ πίτσι του».
§44ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως ὅπου θέλει ὁ Γιάννος βάζει τὸ πίτσι του, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πράττῃ τοιαῦτα ὄργια. Ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι Ἕλληνες ἐσμὲν, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ γείνωσι γνωστὰ ὅσα ἐλέγοντο παρ’ αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἔπρεπε δὲ νὰ μὴ συκοφαντῇ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τὸν ἐτίμησε διὰ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπιῤῥίπτων τὰς παρανόμους καὶ ἀνηθίκους ταύτας πράξεις εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως...
§45Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐντροπὴ, νὰ λέγητε τοιαῦτα!
§46ΣΤΑΗΣ. Ὅσα λέγω, δύναμαι καὶ διὰ μαρτύρων νὰ ἀποδείξω. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην ἄλλου μάρτυρος, ἀφοῦ ἐγὼ αὐτὸς ἤκουσα πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ λέγῃ εἰς ἐμὲ, πρὸς δικαιολογίαν τῶν παρανόμων τούτων πράξεων, ὅτι «αὐτὰ ἔχει ἡ πολιτική».
§47ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε πολλὰ νὰ λέγητε, ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι οὐδεὶς σᾶς πιστεύει.
§48ΣΤΑΗΣ. Ἔχω τὰς ἀποδείξεις τοὐναντίου!
§49ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Ἔχομεν τὰς ἀποδείξεις, Κύριε.
§50ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς δὲν ἠρώτησε κανείς.
§51ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Ἔχομεν τὰς ἀποδείξεις, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἀρέσουν αὐτὰ, διότι εἶσθε ὁ εὐνοούμενος, καὶ θέλετε νὰ κάνετε τὰς εὐκολίας σας.
§52ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι παραμύθια!
§53ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Τριπόλεως φρονῇ, ὅτι ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως περιλαμβάνει παραμύθια, τότε ἔχει δίκαιον. Ἐγὼ ἀνέφερα ὡρισμένον φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπελύθη ἡ δημοδιδάσκαλος Μαρία Μούτσου δι’ ἀσυμβίβαστον διαγωγὴν καὶ ἀμέλειαν, ἡ ἰδία δὲ αὕτη δημοδιδάσκαλος, ἡ οὕτω στιγματισθεῖσα, διορίζεται ἐκ νέου μετὰ 15 ἡμέρας! Πῶς πρῶτον τὴν χαρακτηρίζετε ὡς κακοήθη, ὡς ἀνίκανον, ἔρχεσθε δὲ σεῖς ὁ ἴδιος μετὰ 15 ἡμέρας καὶ τὴν ἐπαναφέρετε, ἐνῷ σᾶς ἀπαγορεύει ὁ νόμος νὰ πράξητε τοῦτο ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους; Καταθέσατε τοὐλάχιστον, κύριε Ὑπουργὲ, τὴν ἀπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος. Ἰδοὺ τί λέγει ἐν ἄρθρῳ 5 ἐδαφ. εʹ ὁ νόμος ᾼΦΝΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887: «Ἀπολύονται οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ αἱ δημοδιδάσκαλοι, ἂν καταδειχθῶσιν ἀνίκανοι ἢ ἀμελεῖς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἢ ἀποδείξωσιν ὁπωσδήποτε ἀναξιοπρεπῆ καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν θέσιν των διαγωγήν... Ἐν οἱᾳδήποτε τῶν περιπτώσεων τούτων, προαπαιτεῖται νὰ κληθῶσιν εἰς ἀπολογίαν κτλ.» Ἰδοὺ δὲ τί λέγει καὶ τὸ 7 ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Οἱ διὰ πειθαρχικοὺς λόγους ἀπολυόμενοι τῆς ὑπηρεσίας (ἄρθρ. 5ον) δύνανται νὰ ἀναδιορισθῶσι μετὰ τὴν παρέλευσιν τοὐλάχιστον ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς.» Ἀλλὰ καὶ τὸ 5ον ἄρθρον καὶ τὸ 7ον παρεβίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ εἰδικὸς Ὑπουργός· οἱοσδήποτε δὲ ἄλλος Ὑπουργὸς, ἀλλὰ μὴ εἰδικὸς, οὐδὲ μετὰ διπλάσιον χρόνον θὰ ἐπανέφερεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἤθελεν ἀπολύσει ὡς ἀνίκανα καὶ ἀνήθικα. Ἐὰν δὲ ἐξηκολούθει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως καὶ τῆς μεταθέσεως καὶ σήμερον ἔτι, θὰ εἴχομεν ἀναμφιβόλως καὶ ἄλλα θύματα τῆς μανίας του. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ ἀφῄρεσε ἀπὸ τοῦ ἀναρμοδίου Ὑπουργοῦ τὰ δικαιώματα ταῦτα, καὶ οὕτως ἐσώθη ἡ ὑπόληψις τίς οἶδε πόσων δημοδιδασκαλισσῶν, καὶ ἀπηλλάγη ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοιαύτας ἀναξιοπρεπεῖς ἀναγραφάς.
§54Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μίαν σύστασιν πρὸ πολλοῦ ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Πολλαχόθεν ἀκούω παράπονα παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τούτων, διότι τῷ ὄντι ὁ κλάδος αὐτὸς εἶναι πολὺ παρημελημένος, καὶ ἐνῷ ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι ἐκτελοῦσι καλῶς τὸ καθῆκόν των, ἐν τούτοις αὐτοὶ ὑστεροῦσι πάντων τῶν ἄλλων καὶ ὡς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν καὶ ὡς πρὸς τὴν προαγωγήν. Ἐγένετο ἄλλοτε κἄποια πρότασις περὶ βελτιώσεως τοῦ κλάδου τούτου, οὗτινος ἡ θέσις ὑστερεῖ πολὺ σχετικῶς πρὸς τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, διότι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἂν καὶ ὑπηρετοῦσι πιστῶς καὶ μετὰ μεγίστου ζήλου τὴν Πολιτείαν, ἐν τούτοις λιμοκτονοῦσιν, ἰδίως δὲ οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἠσχολήθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, σκεφθεὶς περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων τούτων, ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον τὰ μέτρα, τὰ βελτιοῦντα τὴν θέσιν αὐτῶν. Ὁμοίως ὑποβάλλω σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὲρ τῶν ἐπικούρων ἰατρῶν. Ὡς γνωρίζετε, ἐπίκουροι ἰατροὶ γίνονται οἱ ἐπιστήμονες ἰατροὶ, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ὡς ἰατροὶ, καὶ νομίζω ὅτι προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν, οἵαν καὶ οἱ τακτικοὶ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ, ἀλλ’ ὅμως λαμβάνουσι τὴν μισθοδοσίαν τοῦ στρατιώτου, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ὑποχρεοῦνται εἰς ὅλας τὰς δαπάνας τῆς παραστάσεως, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ τακτικοὶ ἰατροὶ. Τοῦτο εἶναι πολὺ ἄδικον, καὶ παραπονοῦνται οἱ νέοι αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους ὑποχρεοῦμεν νὰ ἐνδύωνται ὡς ἀξιωματικοὶ, μὲ στολὴν ἀνάλογον εἰς τὴν θέσιν των, καὶ νὰ ζῶσιν ἀξιοπρεπῶς. Πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς, ἵνα βελτιωθῇ ἡ θέσις των, διότι δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς στρατιῶται, νομίζω δὲ, ὅτι ὄχι μόνον χάριν ἀξιοπρεπείας τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ἀνέχηται νὰ τῇ προσφέρωνται ὑπηρεσίαι ἄνευ ἀμοιβῆς, πρέπει νὰ βελτιωθῇ ἡ θέσις των, διότι ὑπ’ αὐτῶν προσφέρεται ἡ αὐτὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία προσφέρεται καὶ ὑπὸ τῶν τακτικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου δὲν εἶναι δὲ ὑποχρεωτικαὶ αἱ τοιαῦται ὑπηρεσίαι, διότι ὁ κληρωτὸς ὑποχρεοῦται νὰ ἀσκηθῇ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ προσφέρῃ καὶ ἐπιστημονικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Πολιτείαν. Προσφέροντες δὲ οὗτοι ἐπιστημονικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Πολιτείαν, νομίζω ὅτι δικαιοῦνται νὰ ἀμειφθῶσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μεταξὺ τῶν ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἐν γένει, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὴν θέσιν τῶν ἐπικούρων αὐτῶν ἰατρῶν.
§55ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἐκ Μεσσήνης κύριος Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ δώσω διασαφήσεις περὶ τοῦ ζητήματος, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ μετὰ τῆς Ρωσσίας διαπραγματεύσεις περὶ ἐμπορικῆς συμβάσεως, ὥστε νὰ δύναται νὰ συμπεράνῃ ποῖα τὰ αἴτια τῆς ἀποτυχίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐὰν δὲν ἀπέδωκεν ἡμῖν ῥητῶς, ὑπέδειξεν ὅμως, ὅτι γνωρίζει ποία εἶναι τὰ αἴτια τῆς τοιαύτης ἀποτυχίας. Ἡμεῖς ἀνήλθομεν εἰς τὴν ὑπουργίαν τὴν 31 Μαΐου, ἡμέραν Τετάρτην. Ἐζήτησα νὰ μάθω ἀμέσως, ἐπειδὴ ἐπληροφορήθην, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς συνθήκης ἦσαν ἐν τῷ τελειοῦσθαι, ἐζήτησα νὰ μάθω εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκοντο αἱ διαπραγματεύσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ προηγουμένου ἔτους τοῦ προκατόχου ἡμῶν Ὑπουργείου, ἀπὸ τοῦ 1894. Μετὰ πολλὰς συζητήσεις καὶ μετὰ διαμοιβὴν πολλῶν προτάσεων καὶ ἐγγράφων εἶχον καταλήξει εἰς τὸ σημεῖον, καθ’ ὃ ἐπρόκειτο ὁριστικῶς κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας, δηλαδὴ περὶ τὰ τέλη Μαΐου, νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως. Τὴν 26 Μαΐου, ὀλίγας ἡμέρας δηλαδὴ πρὶν ἢ ἡμεῖς ἀναλάβωμεν τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ Πρεσβεία Πετρουπόλεως εἶχε διαβιβάσει τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἐδήλου, ὅτι ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ζητεῖ μικράν τινα μεταβολὴν, μὴ ἀποδεχομένη αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ἐπεφυλάσσετο ἡ τότε Κυβέρνησις, μείζονα τῶν 32%. Τὴν 27 Μαΐου τὸ προκάτοχον ἡμῶν Ὑπουργεῖον εἶχε τηλεγραφήσει, ὅτι δέχεται καὶ αὐτοὺς τοὺς δύο τελευταίους ὅρους, καὶ ὅτι ἐθεώρει τὰς διαπραγματεύσεις ὡς ληξάσας. Κατὰ τηλεγράφημα δὲ τοῦ ἐκεῖ ἀντιπροσώπου ἡμῶν, ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις τὴν ἑβδομάδα ἐκείνην, ἤτοι ἕως τὸ Σάββατον, ὅ ἐστὶ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην Ἰουνίου. Ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς εἶπον, τὴν Τετάρτην, 31 Μαΐου. Ἐννοεῖται ὅτι ἀπὸ τῆς ἀνόδου ἡμῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μέχρι τοῦ Σαββάτου, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις, δὲν ἦτο δυνατὸν οὐδὲ ὅρος νέος τις νὰ τεθῇ ἐκ μέρους ἡμῶν, ὅπως διεδόθη καὶ ἐγράφη, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας παρ’ ἡμῶν ἢ παρ’ οἱουδήποτε ἄλλου παρενεβλήθη δυσκολία τις. Πρέπει ὅμως νὰ σημειώσω ὑμῖν, ὅτι τὴν 16 Μαΐου ἡ Πρεσβεία ἔστειλεν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία ἦλθεν ἐδῶ τὴν 30 Μαΐου, τουτέστιν ἀκριβῶς μίαν ἡμέραν πρὶν ἢ ἡμεῖς ἀναλάβωμεν τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἔκθεσιν ἡ Πρεσβεία ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἐπέτυχε τὴν διαβεβαίωσιν περὶ τῆς μὴ διὰ νομοθετήματος παρακωλύσεως τῆς χρήσεως σταφίδος πρὸς οἰνοποιΐαν ἢ ἀπόσταξιν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, περιεμένομεν τὴν 2 Ἰουνίου τὸ τηλεγράφημα περὶ ὑπογραφῆς, ὅτε ὑπὸ ἡμερομηνίαν 4|16 Ἰουνίου, δηλαδὴ τὴν Δευτέραν, ἡ Πρεσβεία τηλεγραφεῖ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀρνεῖται νὰ ὑπογράψῃ ὑπὸ τοὺς παρόντας ὅρους, τοὺς ὁποίους εὕρισκεν ἀσυμφόρους πρὸς τὸ Κράτος, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἢ ὀφείλει νὰ ἀποδεχθῇ ὅλας τὰς αἰτήσεις τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑποβάλει ἀπὸ τῆς 23 Ἰανουαρίου, ἢ νὰ ἀρκεσθῇ εἰς ἐλάσσονα μείωσιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ἐλαίων, ἐλαιῶν καὶ σύκων, ἢ νὰ ὑπογράψῃ σύμβασιν κατὰ τοὺς τελευταίους ὅρους, μὲ προθεσμίαν μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1898, τουτέστι διὰ δύο μόνον ἔτη, ἐνῷ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις παρεχώρει 8 ἔτη, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐζήτει 10 ἔτη, καὶ εἶχε σταθῆ μέχρι τοῦ σημείου τῶν 8 ἐτῶν, δηλαδὴ μέχρι τοῦ 1903.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖοι ἦσαν εἰς τὴν ἀρχὴν οἱ ὅροι;
§57ΣΚΟΥΖΕΣ. Οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ μηνὸς Μαΐου, ἦσαν οἱ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος. Αʹ) Ἀποκλειστικὴ προμήθεια τοῦ πετρελαίου ἐκ Ρωσσίας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συβάσεως. Βʹ) Μονιμοποίησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τῶν σιτηρῶν μετὰ δικαιώματος ἐπαυξήσεως μέχρι 32% εἰς χρυσόν. Γʹ) Μονιμοποίησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν αἰγοπροβάτων. Δʹ) Μονιμοποίησις ἀτελείας ἐπὶ τῆς ναυπηγικῆς ξυλείας. Εʹ) Ἔκπτωσις κατὰ 50% τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ἑπομένων εἰδῶν: Βουτύρου μαγειρικῆς, χαβιαρίου μέλανες, χαβιαρίου ἐρυθροῦ, ξυλείας ἐκ δρυός, ξυλείας βαρελοποιΐας, τῆς κοινῶς λεγομένης δοῦγες. Τὸ ὅλον δὲ τῶν τελῶν αὐτῶν, ὧν ἐδεχόμεθα ἤδη τὴν μείωσιν, ἀνήρχετο εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 180,000. Αἱ ὑποχρεώσεις δὲ, τὰς ὁποίας ἡ Ρωσσία ἀνελάμβανε διὰ τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν Ἑλλάδα, εἰσὶν αἱ ἑξῆς. Αʹ) Μονιμοποίησις τῆς ὑφισταμένης ἀτελείας τῆς σταφίδος μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου 1903. Βʹ) Ἔκπτωσις κατὰ 50% ἐπὶ τῶν ἑπομένων εἰδῶν.
| Ἔλαιον ἀπὸ | 2 | ῥούβλια εἰς | 1 | ῥούβλιον |
| Ἐλαῖαι » | 2 | » » | 1 | » |
| Σῦκα » | 1,80 | » » | 0,90 | » |
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἠρνήθη νὰ παραδεχθῇ τὴν κατασκευὴν οἴνων καὶ οἰνοπνεύματος ἐκ σταφίδος;
§59ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶπον ὅτι ἡ Πρεσβεία διὰ τῆς ἐκθέσεως αὑτῆς τῆς 16 Μαΐου ἀνήγγειλεν, ὅτι δὲν ἐπέτυχε διαβεβαίωσιν περὶ τῆς μὴ διὰ νομοθετήματος παρακωλύσεως τῆς χρήσεως τῆς σταφίδος πρὸς οἰνοποιΐαν ἢ ἀπόσταξιν. Λοιπὸν ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἔδιδε μὲν ἡμῖν τὴν ἀτέλειαν ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐπὶ 8 κατ’ αὐτὴν, 10 καθ’ ἡμᾶς ἔτη, ἀλλὰ, καίτοι ὁ ἐπιτετραμμένος ἡμῶν ἐζήτησε τὴν διαβεβαίωσιν αὐτὴν, ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔστερξε νὰ τὴν δώσῃ. Ἐννοεῖτε τὶ θέλω νὰ εἴπω. Ὅτι ἔδιδε μὲν τὴν ἀτέλειαν τῆς σταφίδος ἐπὶ 8 ἢ 10 ἔτη, ἀλλὰ δὲν ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅτι εἴτε δι’ ἐσωτερικῶν νομοθετημάτων, εἴτε διὰ τῆς λεγομένης φορολογίας ἐπὶ τῆς κυκλοφορίας, ἢ ἐπὶ τῆς κατασκευῆς οἴνου, ἢ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ οἰνοπνεύματος, δὲν ἤθελεν ἐπιθέσει τοιούτους φόρους. Οὕτως εἶχον λοιπὸν τὰ πράγματα, ὅτε τὴν 4 Ἰουνίου ἐλάβομεν τὴν εἴδησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ρωσσικὴ δὲν ἐνόει νὰ ὑπογράψῃ τὴν συνθήκην. Ἐννοεῖται ὅτι ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν, καὶ ἀμέσως ἐτηλεγραφήσαμεν πρὸς τὸν διευθύνοντα τὴν Πρεσβείαν, εἰς τί ἀποδοτέον τὸ αἴτιον τῆς τοιαύτης ἀρνήσεως. Οὗτος ἀπήντησεν, ὅτι τὸ αἴτιον ἀποδοτέον εἰς τὰς διαμαρτυρίας ἀμπελουργῶν Ρώσσων, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας εἶχον συνέλθει εἰς διαφόρους πόλεις τῆς μεσημβρινῆς Ρωσσίας, καὶ ἔπεμψαν τηλεγραφικῶς διαμαρτυρίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ρωσσίας, τοῦτο δὲ, ὅπως διὰ τῆς νέας συμβάσεως μὴ προσβληθῶσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν καὶ μία σπουδαία παραγωγὴ τοῦ τόπου, δηλαδὴ ἡ παραγωγὴ οἴνων. Τὴν 21 Ἰουνίου ἡ Ῥωσσικὴ Κυβέρνησις ὑπέβαλε διὰ τῆς ἐκεῖ Πρεσβείας μας νέας προτάσεις, προέτεινε δηλαδὴ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐνόει ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις νέας. Ἐζητήσαμεν ἐξηγήσεις ἐπί τινος τῶν ὅρων, καὶ τὴν 8 Ἰουλίου ἐτηλεγραφήσαμεν πρὸς τὴν Πρεσβείαν, ὅτι ἀποδεχόμεθα ἅπαντας τοὺς ὅρους, τοὺς ὑποβληθέντας μὲν ἀρχικῶς τὴν 23 Ἰανουαρίου, ἐπαναληφθέντας δὲ τὴν 21 Ἰουνίου, καὶ ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ὑπογράψωμεν τὴν σύμβασιν, τοὺς ὅρους δηλαδή, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ Ῥωσσικὴ Κυβέρνησις ἐδήλου ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως. Οἱ ὅροι οὗτοι εἶναι οἱ ἑξῆς. Αʹ) Ἀποκλειστικὴ προμήθεια τοῦ πετραιλαίου ἐκ Ῥωσσίας. Βʹ) Μονιμοποίησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος ἐπαυξήσεως. Γʹ) Μονιμοποίησις τῆς εἰσαγωγῆς τελῶν ἐπὶ τῶν αἰγοπροβάτων. Δʹ) Ἀτέλεια ἐρυθροῦ χαβιαρίου. Εʹ) Μονιμοποίησις τῆς ἀτελείας ἐπὶ τῆς ναυπηγικῆς ξυλείας· καὶ Ϛʹ) Ἐκπτώσεις 50% ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τῶν ἑπομένων εἰδῶν, ἤτοι βοῶν, ἀγελάδων καὶ βουβάλων, τυροῦ, βουτύρου, χαβιαρίου μέλανος, ξυλείας οἰκοδομικῆς. Αἱ ἐκπτώσεις αὗται θὰ ἀνήρχοντο εἰς δραχ. 713,000, ὥστε σὺν τῇ ἀτελείᾳ τοῦ ἐρυθροῦ χαβιαρίου τὸ ὅλον θ’ ἀνήρχετο εἰς δραχ. 817,000. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ καθ’ ἡμᾶς, ἂν καὶ ἐνοοῦμεν πολὺ καλῶς ποίας ὑποχρεώσεις ἀνελαμβάνομεν, αὐξάνοντες τὴν μείωσιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἀπὸ 180,000 δρ. εἰς 817,000, ἐν τῷ συμφέροντι, τῷ κοινῶς ἀναγνωριζομένῳ, περὶ ὑποστηρίξεως σπουδαίου κλάδου τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, δὲν ἐδιστάσαμεν καὶ τὰς βαρείας αὐτὰς ὑποχρεώσεις νὰ ἀναδεχθῶμεν, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν ὑποστήριξιν τοῦ σταφιδοκάρπου, διὰ συμβάσεως, ἂν οὐχὶ ἐπὶ 10, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐπὶ 8 ἔτη, ὡς συνῄνει ἡ Ῥωσσικὴ Κυβέρνησις. Τὴν 18 Ἰουλίου ἡ Πρεσβεία τηλεγραφεῖ ἡμῖν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεχώρει ἐπ’ ἀδείᾳ, καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἐξακολουθήσῃ, ὑποχρεοῦται νὰ ἀναστείλῃ τὰς διαπραγματεύσεις μέχρι τῆς ἐπανόδου αὐτοῦ. Τὴν 19 Ἰουλίου, τὴν ἐπαύριον, ἀμέσως τηλεγραφοῦμεν εἰς τὴν Πρεσβείαν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, ἀφοῦ ἀπεδέχθημεν ὅλας τὰς προτάσεις καὶ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ὑποβάλει κατὰ Ἰανουάριον ἐν πρώτοις, καὶ εἶτα κατὰ Ἰούνιον, δὲν βλέπομεν λόγον ἀναβολῆς τῆς συμβάσεως, καὶ βασιζόμενοι εἰς τὰ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἀνταλλαγέντα, παρακαλοῦμεν νὰ προβῶσιν εἰς ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως. Τὴν 20 Ἰουλίου ἡ Πρεσβεία ἀπαντᾷ τηλεγραφικῶς, ὅτι εἰς τὴν κοινοποίησιν τοῦ χθεσινοῦ τηλεγραφήματός μας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμολόγησεν εἰς τὸν πρέσβυν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἤθελε κατ’ οὐδένα λόγον συμφωνήσει νὰ ὑπογράψῃ σύμβασιν, πρὶν ἢ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἰδίως πρὶν ἢ εὕρῃ τὸν τρόπον, ὥστε νὰ πολεμήσῃ δι’ ἐσωτερικῶν νομοθετημάτων τὴν χρῆσιν τῆς σταφίδος ἐν τῇ κατασκευῇ οἴνου, καὶ προλάβῃ οὕτω τὰς μεγάλας ζημίας τῶν ἀμπελουργῶν. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἐλείψαμεν νὰ ποιήσωμεν τὰς δεούσας παραστάσεις περὶ τῆς τοιαύτης ἀρνήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχεν ἕτοιμον δικαιολογίαν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπεγράφη ἡ σύμβασις, ἢ καὶ ὑπογραφείσης ἀκόμη τῆς συμβάσεως δὲν εἶχον γείνῃ αἱ ἀνταλλαγαὶ τῶν κυρώσεων, ἑκάτερον τῶν Κρατῶν ἦτο ἐλεύθερον νὰ ἀποσυρθῇ καὶ μὴ ὑπογράψῃ. Ἐκ τούτων, Κύριοι, βλέπετε, ὅτι οὐ μόνον δὲν εἴχομεν παρεμβάλει οἱονδήποτε πρόσκομμα, ὡς ἐφαίνετο ὑποπτεύων ὁ ἐκ Μεσσήνης κ. Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐπράξαμεν πᾶν τὸ δυνατόν· προέβημεν εἰς ἀνάληψιν βαρειῶν ὑποχρεώσεων, ἀντὶ 180 χιλιάδων εἰς 817,000 ἐξ ἐλαττώσεως εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως. Ἐκ τῆς εἰλικρινοῦς, ἂν καὶ μὴ εὐχαρίστου δι’ ἡμᾶς, ὁμολογίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ρωσσίας, βλέπετε ὅτι οὗτος δὲν ἐσκόπει νὰ ὑπογράψῃ, φοβούμενος τὰς ζημίας, αἵτινες ἤθελον προκύψει διὰ τοὺς ἐν τῇ νοτίῳ ἰδίως Ρωσσίᾳ ἀμπελουργοὺς, καὶ, ὡς κατὰ Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον ἐμήνυσεν ἡμῖν ἡ Πρεσβεία, προέβη ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν σύστασιν καὶ πρόσκλησιν συνελεύσεως μεγάλου ἀριθμοῦ ἀμπελουργῶν καὶ ἄλλων εἰδημόνων, ὅπως ἐξετάσῃ ποῖα τὰ παράπονα αὐτῶν περὶ τῶν ἐπικειμένων ζημιῶν διὰ τῆς κατασκευῆς οἴνων μὴ φυσικῶν. Ἡ συνέλευσις ἤρξατο μετὰ τοῦτο τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς, θέσασα ὡς πρώτιστον ἀντικείμενον τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς τῶν οἴνων (ἀναγινώσκει)... Ἐννοεῖται λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ λελυμένον, διότι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ νὰ ὑπογράψῃ ἢ μὴ τὴν σύμβασιν, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ μετὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τῶν εἰδημόνων, οἵτινες συνεκλήθησαν, καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προὐτάθη εἰς αὐτοὺς εἶναι, τίνες εἶναι οἱ φυσικοὶ οἶνοι καὶ τίνες οἱ μὴ τοιοῦτοι. Ἡμεῖς βεβαίως ἐπιμένομεν ὑποστηρίζοντες, ὅτι ὁ σταφιδίτης οἶνος δὲν δύναται παρὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς φυσικὸς, ἐνῷ, ὅταν λέγωμεν μὴ φυσικοὺς οἴνους, ἐννοοῦμεν τοὺς διὰ τεχνητῶν μέσων, καὶ ὄχι τοὺς ἐκ σταφίδων. Ἐννοεῖται λοιπὸν, λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἀκόμη λελυμένον, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι λελυμένον, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, διότι, ἐνόσῳ εἶναι ὑπὸ διαπραγμάτευσιν, καὶ δὲν ἔχομεν ἀπόφασιν ῥητὴν, ὅτι ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν ὑπὸ τοιούτους ἢ τοιούτους ὅρους, συμφέρον εἶναι νὰ μὴ καταθέσω τὰ ἔγγραφα.
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσα ἐξέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ μικροῦ μὲ πείθουν, ὅτι ἐντελῶς ἀπέτυχεν ἡ συνομολόγησις ἐμπορικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ρωσσίας πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος ἐν Ρωσσίᾳ. Ἡ ἐλπὶς, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ τῆς ἐρεύνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπεδόθη ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις, ὅπως βεβαιωθῇ κατὰ πόσον ὁ οἶνος ὁ ἐκ σταφίδος εἶναι φυσικὸς ἢ τεχνητὸς, νομίζω ὅτι εἶναι ὅλως φρούδη. Ἡ σύστασις πρὸς τοῦτο ἐπιτροπῆς εἶναι καθαρὰ ὑπεκφυγὴ, ὅπως ἀντὶ ῥητῆς ἀρνήσεως, τὴν ὁποίαν ἄλλως καὶ ἐδήλωσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ρωσσίας, τρέψῃ τὴν διαπραγμάτευσιν πρὸς ἄλλα ἀμφίβολα δῆθεν, περὶ ὧν θέλει νὰ πληροφορηθῇ ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις. Θεωρῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ διαπραγμάτευσις ἐπὶ τῶν βάσεων, ἐφ’ αἷς διεξῆγεν αὐτὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀπέτυχεν. Ἐπειδὴ δὲ θεωρῶ αὐτὴν ἀποτυχοῦσαν πλέον, διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, ὅπως ἐλευθέρως ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Κοινῶς πιστεύεται, ὅτι ἡ Ρωσσία δὲν θέλει νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐλευθέρας εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος εἰς τὸ Ρωσσικὸν Κράτος ἐπὶ δεκαετίαν πρὸς οἰνοποιΐαν, διότι ἐκ τῆς σταφίδος κατασκευάζεται σταφιδίτης, ὁ ὁποῖος ἀνταγωνίζεται πρὸς τὸν ἐντόπιον, τὸν ἐκ σταφυλῆς οἶνον τῆς Ρωσσίας. Δὲν θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ διαγωνισμὸν ἐπίφοβον εἰς τὸν οἶνον αὐτῆς τὸν ἐκ σταφυλῶν. Ζητεῖ ν’ ἀποφύγῃ σύμβασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ ἐγκατασταθῇ βιομηχανία κατασκευῆς σταφιδίτου, ζητουμένου καὶ πωλουμένου ὡς καὶ ὁ ἐκ σταφυλῶν οἶνος. Τοιοῦτος φόβος εἶναι εὔλογος. Ἀλλ’ ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ σπουδαιότητα ἡ παραγωγὴ τῶν οἴνων ἐν Ρωσσίᾳ, εἶναι τοσοῦτον μικρὰ, σχετικῶς πρὸς τὴν ζήτησιν καὶ τὸν πληθυσμὸν τῆς Ρωσσίας, ὥστε νομίζω, ὅτι μετὰ δισταγμοῦ πρέπει νὰ δέχηταί τις τὸν φόβον αὐτὸν ὡς σπουδαῖον, ὡς τὸ μόνον ἐλατήριον. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι τοιοῦτος ἀνταγωνισμὸς τῆς σταφίδος παρουσιάζει σπουδαιότητα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι παραλείπεται ἕτερον συμφέρον, πολὺ περισοτέραν ἔχον σπουδαιότητα διὰ τὸ Ρωσσικὸν Δημόσιον. Ἂν ἐγκατασταθῇ ἐν Ρωσσίᾳ βιομηχανία κατασκευῆς οἴνου ἐκ σταφίδος, ἥτις οὐδένα θὰ πληρόνῃ φόρον εἰσαγωγῆς, ἐπεκταθῇ δὲ ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐλαττώσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ἔξωθεν οἴνου, σπουδαία ζημία θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ Ρωσσικὸν Δημόσιον. Ἐν Ρωσσίᾳ τοσοῦτον βαρεῖς εἶναι οἱ φόροι ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου οἴνου, ὥστε καὶ ἐλάχιστον ποσὸν σταφιδίτου ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι κατασκευάζεται καὶ ἀντικαθιστᾷ οἶνον ἔξωθεν εἰσαγόμενον, ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου θὰ ἦναι μεγάλη. Ὡς γνωστὸν, ὁ οἶνος ὁ εἰς βαρέλια εἰσαγόμενος ἐν Ρωσσίᾳ πληρόνει τέλος ὑπὲρ τὸ 1 φρ. καὶ 20 ἑκατοστὰ εἰς χρυσὸν κατ’ ὀκᾶν. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι 500,000 ὀκάδες μόνον σταφιδίτου καταναλίσκονται, ἔχομεν ζημίαν τοῦ Ρωσσικοῦ Δημοσίου 600,000 φράγκων. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων κατασκευάζεται καὶ καταναλίσκεται, θὰ ἔχωμεν ζημίαν ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 200 χιλιάδων, ἂν δέκα ἑκατομμύρια ὀκάδων, θὰ ἔχωμεν δώδεκα ἑκατομμυρίων φράγκων ζημίαν τοῦ Ρωσσικοῦ δημοσίου ταμείου, ἂν τόσον ποσὸν οἴνου παύσῃ νὰ εἰσάγηται ἔξωθεν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ἔποψις αὕτη τῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ἐγκαταστάσεως βιομηχανίας σταφιδίτου ἐν Ρωσσίᾳ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι οἱουδήποτε Κράτους νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας εἴτε τῆς ἐντοπίου βιομηχανίας, εἴτε τῆς ἐντοπίου γεωργίας, εἴτε καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰς ὁποίας αὐτὴ, ἂν ἐζητεῖτο, βεβαίως δὲν θὰ ἐδέχετο. Παρὰ τῶν ξένων, μεθ’ ὧν θέλομεν νὰ συμβληθῶμεν, πρέπει νὰ ζητῶμεν τοιαύτας θυσίας, τὰς ὁποίας εἶναι εὔλογον νὰ ζητῶμεν ἀπέναντι τῶν ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα προσφέρομεν εἰς αὐτούς. Δι’ αὐτὸ βλέπομεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ρωσσίας, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέφερε, ζητοῦντα νὰ ἐπιφυλαχθῇ τὸ δικαίωμα, ὅπως διὰ νόμου παρεμποδίσῃ ἢ φορολογήσῃ τὴν κατασκευὴν οἴνου ἐκ τῆς σταφίδος, ἐπίσης ζητοῦντα, ὅπως διατηρῇ τὸ δικαίωμά του νὰ φορολογήσῃ τὴν ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος ἐκ σταφίδος, διότι καὶ ἡ ἀπόσταξις οἰνοπνεύματος συμφέρει νὰ γίνηται ἐκ σταφίδος, διότι ἀκόμη βαρύτερον τοῦ οἴνου φορολογεῖται τὸ οἰνόπνευμα ἐν Ρωσσίᾳ. Νομίζω ὅτι ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος φθάνει τὰ 4 φράγκα κατ’ ὀκᾶν, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἡ σταφὶς, εἰσαγομένη ἀτελὴς καὶ μεταποιουμένη ἢ εἰς οἶνον ἢ εἰς οἰνόπνευμα, προκαλεῖ διαγωνισμὸν ἐπιζήμιον καὶ εἰς τὴν ἐντόπιον παραγωγὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν πρέπει τὴν ἐπιφύλαξιν, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ρωσσίας κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, νὰ τὴν θεωρήσωμεν ὡς ὅρον ἀπαραδέκτου, οὗτινος ὑπάρχοντος νὰ μὴ συμφέρῃ ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως. Νομίζω ὅτι μέγιστον συμφέρον ἔχει ἡ Ἑλλὰς, ὅπως ἐν Ρωσσίᾳ, ἐν ἀπεράντῳ δηλαδὴ Κράτει, ἐν ᾧ 96 ἑκατομμύρια ψυχῶν κατοικοῦσι, διαδώσῃ τὴν σταφίδα ὡς καρπὸν πρὸς βρῶσιν πρὸ πάντων. Αὕτη βαθμηδὸν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν μεγάλου ποσοῦ σταφίδος. Συμφέρον ἡ Ἑλλὰς ἔχει, ὅπως αὐτὴν ἰδίως τὴν χρησιμοποίησιν διὰ συμβάσεως ἀσφαλίσῃ. Τοῦτο εὐκόλως δύναται νὰ δεχθῇ ἡ Ρωσσία, ὅταν τῇ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα, καὶ τὸν σταφιδίτην καὶ τὴν ἀπόσταξιν τῆς σταφίδος, ὀψέποτε ἤθελε, νὰ περιορίζῃ διὰ φόρων. Τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος ἡμῶν πρὸς βρῶσιν οὐδὲν συμφέρον ἐν Ρωσσίᾳ πολεμεῖ. Ἀλλ’ ἡ βιομηχανικὴ αὐτῆς χρησιμοποίησις δύναται νὰ ἀποβῇ ἐπιζήμιος, καὶ δίκαιον εἶναι νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ φόρον, νὰ δύναται νὰ ἐμποδίζῃ αὐτήν. Διατὶ νὰ ζητῶμεν, καὶ οἶνον νὰ δίδῃ ἡ σταφὶς ἐν Ρωσσίᾳ, πρὸς ζημίαν τῶν ἀμπελουργῶν καὶ τοῦ Δημοσίου, καὶ εἰς ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος νὰ χρησιμεύῃ, πρὸς ἔτι μεγαλειτέραν ζημίαν τοῦ Ρωσσικοῦ Κράτους; Ἐφ’ ὅσον ἐκ τούτων δὲν ζημιοῦται ἡ Ρωσσία, εὔλογον νὰ ἐπιμένωμεν, ἀλλ’ ὅταν καὶ ἡ Ρωσσικὴ βιομηχανία καὶ τὸ Ρωσσικὸν Δημόσιον ζημιοῦται, δὲν θεωρῶ εὔλογον νὰ ἀρνούμεθα τῇ Ρωσσικῇ Κυβερνήσει διὰ τῆς συμβάσεως τὸ δικαίωμα νὰ προστατεύσῃ τὸ Δημόσιον καὶ τὴν βιομηχανίαν της. Θὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἤδη ὑπάρχει ἀτέλεια εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος. Τοῦτο δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐνθαῤῥύνῃ νὰ μὴ ἐξασφαλίσωμεν διὰ συμβάσεως, ἔστω καὶ ἐπί τινα ἔτη, τὴν ἀτέλειαν αὐτῆς. Ἀπὸ τριῶν ἐτῶν εἰσάγεται σταφὶς εἰς Ρωσσίαν, τῆς ὁποίας τὸ μεγαλείτερον μέρος μετατρέπεται εἰς οἶνον. Πρὶν τοῦτο δὲν ἐγίνετο, καὶ οὐδένα φόβον εἶχεν ἐκ τῆς σταφίδος ἡ Κυβέρνησις. Νῦν προκαλεῖ ἐκ μέρους τῆς Ρωσσικῆς βιομηχανίας, ἐκ μέρους τῶν ζημιουμένων ἀμπελουργῶν τὴν ἀντίδρασιν, ἡ ὁποία πιθανὸν μίαν ἡμέραν, ἂν δὲν ὑπάρχῃ σύμβασις, νὰ ὑπαγορεύσῃ, ἄνευ διακρίσεως, τὸ μέτρον τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς εἰσαγωγῆς ἢ τὸ τῆς βαρείας φορολογίας τῆς σταφίδος ἐν Ρωσσίᾳ. Τοῦτο θὰ ἦτο ἐπιζήμιον. Προδήλως συμφέρον ἔχομεν, χάριν τῆς καταναλώσεως τῆς πρὸς βρῶσιν, νὰ μὴ φανῶμεν ἀνένδοτοι ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ὅρου, τῆς ἐπιφυλάξεως ὑπὲρ τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως τοῦ δικαιώματος νὰ φορολογῇ τὸν σταφιδίτην ἢ τὸ οἰνόπνευμα, ὁπόταν τὸ θεωρήσῃ συμφέρον. Ἄν τοῦτο δεχθῶμεν, ἂν ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ τοιαύτην ἐπιθυμίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις συμφωνῇ, δυνάμεθα τότε νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις εἰς τὰς διαφόρους διαπραγματεύσεις, ὡς ἀνήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπῄτησε νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτούς. Ἀπῄτησεν ἐν ταῖς ἀνακοινώσεσι τοῦ Ἰουνίου πρὸς τὸν ἐπιτετραμμένον ἡμῶν ἐν Ρωσσίᾳ ἐλαττώσεις καὶ ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι ἀναβιβάζουσι τὸ ποσὸν τῆς ἐλαττώσεως τῶν εἰσπράξεων πέραν τῶν 700,000 δραχ. Ὅταν θὰ ἐπιφυλάξωμεν ὑπὲρ τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ φόρον ἐπὶ τοῦ σταφιδίτου οἴνου ἢ ἐπὶ τῆς ἀποσταζομένης σταφίδος, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι νὰ ἐπιτύχωμεν ἐλαττώσεις, ἀφοῦ καὶ ἡμεῖς δεχόμεθα νὰ χορηγῇ ἡ Ρωσσία εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὅλον τὸ πετρέλαιον, καὶ ἀφοῦ μονιμοποιοῦμεν τὴν σημερινὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ σίτου, τὴν σημερινὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν ζώων, καὶ ἀφοῦ ὑποβαλλόμεθα εἰς ἐλάττωσιν κατὰ 50% τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς ξυλείας καὶ εἰς ἄλλας ἀκόμη ἐλαττώσεις. Αὗται δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ ἡμεῖς ἐλαττώσεις, ὅταν ἐνδώσωμεν ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀπαιτήσεως τῆς Ρωσσίας. Διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἤλπιζεν ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως αὐτὸν τὸν ὅρον, δὲν εἶχεν ἀπαιτήσεις τόσον ὑπερβολικάς, καὶ αἱ ζημίαι τοῦ δημοσίου ταμείου ἡμῶν κατὰ τὴν πρώτην περίοδον δὲν ὑπερέβαινον τὰς 150,000 δραχμάς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐκφράζω τὴν εὐχήν, ὅπως μὴ παύσῃ τὰς διαπραγματεύσεις ἡ Κυβέρνησις, μηδ’ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν παραίτησιν ἐκ μέρους τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον, ὅταν ἤθελε τὸ κρίνει ἀναγκαῖον, ἐπὶ τοῦ σταφιδίτου οἴνου, ἢ ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος. Τὸ συμφέρον βεβαίως θὰ ἦτο μεγαλείτερον, ἂν ἐλευθέρως οἰνοποιεῖτο καὶ ἀπεστάζετο ἐν Ρωσσίᾳ ἡ Ἑλληνικὴ σταφίς. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο δὲν δυνάμεθα ν’ ἀσφαλίσωμεν, ἂς ἀσφαλίσωμεν τοὐλάχιστον τὴν βρῶσιν τῆς σταφίδος. Τὸ μέλλον της τότε θὰ ἦναι μίαν ἡμέραν μέγα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ καταργήσεως ἄρθρων τινῶν τῶν νόμων τῶν διεπόντων τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 145).
§62ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ τοσαύτας ἐπερωτήσεις ἀνέμενον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει προσαγάγει τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν σύμβασιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρωσσίας, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ πάλιν σήμερον οὐδὲν τῶν ἐγγράφων προσήγαγεν, εἰμὴ μόνον ἐξέθηκε προφορικῶς ὅσα οὗτος ἐνόμισε πρέπον, πρὸς κάλυψιν τῆς εὐθύνης του...
§63ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἐπιβλαβὴς ἡ περαιτέρω συζήτησις τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ γίνηται περισσότερος λόγος.
§64ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ σᾶς, οὐχὶ ὅμως καὶ δι’ ἡμᾶς... Διὰ τοῦτο, κ. Πρόεδρε, δὲν ἔχομεν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα συζητήσωμεν καὶ ἀνεύρωμεν ποῖοι εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς ἀποτυχίας τῆς συμβάσεως ταύτης, ἀλλὰ μόνον τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπιῤῥίπτοντος τὴν εὐθύνην εἰς τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶχε προχωρήσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε, ὅταν ἦλθεν αὐτὸς εἰς τὴν ὑπουργίαν, ὡς εἶπε, δὲν ἐπρόλαβεν, ἀλλ’ ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ προκάτοχος αὐτοῦ Ὑπουργὸς ἐδέχθη καὶ ἐτηλεγράφησε καὶ ἔγραψεν εἰς Κυπαρισσίαν καὶ εἰς ἄλλα σταφιδοφόρα μέρη, ὅτι ἡ σύμβασις εἶχε περατωθῆ τελείως, καὶ ἐπίστευσε τοῦτο ὅλος ὁ λαὸς, καὶ ἰδίως ὁ τῆς Πελοποννήσου, διότι δὲν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ περὶ σύκων, ἐλαίων καὶ ἄλλων προϊόντων. Ὅπως εἶπεν ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἠδύνατο ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ περατώσῃ τὴν σύμβασιν καὶ ἐπιφυλαχθῇ ὡς πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς μεταποιήσεως ἐν Ρωσσίᾳ τῆς σταφίδος εἰς οἶνον, διότι ἤθελεν εἶναι ἐλευθέρα πρὸς βρῶσιν καὶ ἤθελε κατορθωθῆ νὰ μεταδοθῇ εἰς τὴν Ρωσσίαν, καὶ οὕτως ἤθελεν ὑψωθῆ ἡ τιμὴ αὐτῆς Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει, ὅτι δὲν ἀπέτυχεν ἡ σύμβασις, καὶ ὅτι εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς διαπραγματεύσεις. Ἐκ τῶν λεχθέντων ὅμως παρ’ αὐτοῦ συμπεραίνεται τὸ ἐναντίον, καὶ δύναται καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος νὰ σχηματίσῃ γνώμην, ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος τῆς ἀποτυχίας τῆς συμβάσεως, καθόσον ἐγὼ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶπον, ὅτι ἀπέτυχεν ἡ σύμβασις, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρνεῖτο. Λοιπὸν καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐπιμένω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, διότι ἐξ αὐτῶν θέλομεν φωτισθῆ, ἐὰν ὅσα εἶπε σήμερον ἦναι ἀληθῆ, καὶ ἂν ἡ σύμβασις εὑρίσκεται εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἢ εἰς ἄλλο. Ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ὅτι ἡ σύμβασις ἀπέτυχεν. Ἐὰν ὅμως προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, θέλομεν βεβαιωθῆ, ἐὰν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἀφῆκε τὴν περίστασιν, ἵνα διαφύγῃ, ἢ ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο ἡ αἰτία, ὥστε νὰ βλαβῶσι σπουδαῖα συμφέροντα ἐθνικὰ καὶ ἰδίως τῶν σταφιδοφόρων μερῶν καὶ ἐκείνων, ἐκ τῶν ὁποίων παράγονται σῦκα, ἔλαια καὶ λοιπὰ προϊόντα.
§65ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς κατάρτισιν συμβάσεως μετὰ τῆς Ρωσσίας εὑρίσκονται ἀκόμη ἐν ἐκκρεμότητι, βεβαίως οὐδεμία ἐπιτρέπεται συζήτησις, ἡ ὁποία, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ παραβλάψῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ νὰ ἀγάγῃ αὐτὴν εἰς ἐντελῆ ἀποτυχίαν, ἐὰν μὴ εὑρίσκηται ἤδη ἐν πλήρει ἀποτυχίᾳ. Δὲν προτίθεμαι λοιπὸν νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, δὲν προτίθεμαι νὰ ζητήσω εὐθύνας παρὰ τῶν ἁρμοδίων, προτίθεμαι ὅμως, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀνακοινώσεως ταύτης, ὅπως ποιήσωμαι παραστάσεις τινὰς, ἢ μᾶλλον συστάσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐν ᾗ περιπτώσει νομίσῃ ὅτι εἶναι αὗται εὔλογοι. Ἐὰν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἴσως εὐλόγως ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι πολὺ πρωΐμως ἔσπευσεν εἰς τὰς νέας αὑτοῦ δηλώσεις μετὰ τὴν ἀποτυχίαν, ἣν ὑπέστησαν αἱ διαπραγματεύσεις κατὰ τὴν πρώτην περίοδον, ὅτι λίαν πρωΐμως, λέγω, ἔσπευσεν εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι ἀποδέχεται καὶ ὑπὸ βαρυτέρους ὅρους νὰ συνομολογήσῃ τὴν ἐμπορικὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως. Λέγω, ὅτι λίαν πρωΐμως ἔσπευσεν εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι μετὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι πρόωρος ἦτο τοιαύτη δήλωσις, καὶ ὅτι, καίτοι γενομένη τοιαύτη δήλωσις, δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα ὡς πρὸς τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως, ὡς καὶ πράγματι δὲν ἔσχεν ἀποτέλεσμα. Ἐπίσης ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι λίαν πρωΐμως καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἔσπευσεν εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν κατόπιν γενομένην, μετὰ τὰς δευτέρας προτάσεις τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, τὴν δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεδέχετο τὰς ἐκ δευτέρου ὑποβληθείσας προτάσεις τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἔστεργεν αὕτη νὰ τελεσθῇ ἡ σύμβασις, ὅρων πολὺ βαρυτέρων τῶν προηγουμένως προταθέντων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅρων, οἱ ὁποῖοι συνεπήγοντο ζημίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ ἓν περίπου ἑκατομμύριον ἢ κατὰ πολλὰς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν, ὡς, νομίζω, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Νομίζω δὲ ἐπίσης, ὅτι αἱ δηλώσεις αὗται τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ δὲν ἦσαν δεδικαιολογημέναι καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι, ἐὰν διὰ τῆς συμβάσεως ἀναγκαῖον ἦτο νὰ ἀναλάβωμεν ὑποχρεώσεις συνεπαγομένας ζημίας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον 1,000,000 δραχμῶν, νὰ ἀναλάβωμεν, λέγω, ὑποχρεώσεις, ἀπέναντι τῶν ὁποίων δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίστοιχα ὠφελήματα, ὡς ὤφειλε νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὰς δηλώσεις του ταύτας. Λέγω, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας, διότι ἐκ τῆς καθόλου διεξαγωγῆς τῶν διαπραγματεύσεων περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦτο, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξαν παρὰ τῇ Ρωσσικῇ Κυβερνήσει δισταγμοὶ ὡς πρὸς τὴν τελικὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως, οἱ δισταγμοὶ προέκυπτον ἐκ τῆς μερίμνης, τὴν ὁποίαν ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις εἶχεν, ὅπως προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἐγχωρίων παραγωγῶν οἴνων. Ἡ μέριμνα καὶ οἱ δισταγμοὶ τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως ἐκεῖθεν ἐγεννῶντο, ἵνα μὴ τὸ παράπαν βλαβῶσιν οἱ παραγωγοὶ οἴνου οἱ ἐν Ρωσσίᾳ, προέβαλε δὲ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ ἐν Πετρουπόλει πρέσβεως τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις, ἵνα ἐξετάσῃ πρὸ παντὸς τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ἦτο ἑπόμενον ἐκ τῆς καταρτίσεως τοιαύτης συμβάσεως νὰ βλαβῶσιν οἱ ἐν Ρωσσίᾳ οἰνοπαραγωγοὶ, καὶ ποῖοι οἶνοι πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς φυσικοὶ, καὶ ποῖοι νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μὴ φυσικοὶ, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἔβλεπεν, ὅτι διὰ τῆς ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς τῶν σταφίδων ἐν Ρωσσίᾳ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθῃ ζημία εἰς τοὺς ἐγχωρίους οἰνοπαραγωγοὺς, νὰ ἐπιβάλῃ νέαν φορολογίαν ἐπὶ τῆς ἀποστάξεως καὶ τῆς οἰνοπαραγωγῆς ἐν Ρωσσίᾳ ἐκ σταφίδων. Καὶ ἐπὶ τούτῳ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἐπεφύλαττε τὰ δικαιώματα αὑτῆς. Ἐὰν, λέγω, τοιαύτη ὄντως δήλωσις καὶ ἀποκάλυψις ἐγένετο πρὸς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἀναγκαῖον ἦτο νὰ μὴ σπεύσῃ ἐν τῇ ὑποθέσῃ ταύτῃ, μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας ἡμῶν, μεθ’ ὅλας τὰς παρακλήσεις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους καὶ τὰς ἱκεσίας ἀπὸ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὅπως ὅσον ἔνεστι τάχιον προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως, διότι μεγαλείτεροι κίνδυνοι ἐπέκειντο ἐκ τῆς καταρτίσεως τοιαύτης συμβάσεως. Γνωστὸν δὲ εἶναι, Κύριοι, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι τὸ πλεῖστον τοῦ εἰσαγομένου προϊόντος ἡμῶν ἐν Ρωσσίᾳ καταναλίσκεται ὄχι εἰς βρῶσιν, ἀλλ’ εἰς παραγωγὴν οἴνου καὶ οἰνοπνεύματος. Ἀλλὰ τί λέγω; δὲν καταναλίσκεται τὸ πλεῖστον, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι καταναλίσκεται τὸ ὅλον σχεδὸν εἰς τοιαύτην βιομηχανικὴν χρῆσιν. Διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν ποτὲ, ὅτι ἡ ἁλματικὴ αὔξησις τῆς εἰσαγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἐπέτυχε τὸ προϊὸν ἡμῶν εἰς διάστημα ὀλίγων ἐτῶν ἐν Ρωσσίᾳ, προῆλθεν ἐκ τῆς μεγάλης διαδόσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, καταναλισκόμενον εἰς βρῶσιν, ἀλλ’ ἐκ τῆς μεγάλης διαδόσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, μεταποιούμενον εἰς οἶνον καὶ οἰνοπνεύματα. Ἐὰν ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ, τὸ προϊὸν ἡμῶν εἰσήχθη κατὰ τὸ 1892 εἰς Ρωσσίαν εἰς ποσὸν 600,000 περίπου λιτρῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον ὅμως ἔτος 1893 ἀνῆλθε τὸ ποσὸν τὸ εἰσαχθὲν εἰς Ρωσσίαν εἰς 5 ἑκατομμύρια λιτρῶν, κατὰ τὸ μεθεπόμενον ἔτος 1894 ἀνῆλθεν εἰς 22 ἑκατομμύρια, καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς 50 ἑκατομμύρια. Ἡ ἁλματικὴ λοιπὸν αὕτη αὔξησις τῆς ἐν Ρωσσίᾳ εἰσαγωγῆς δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν διάδοσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ προϊὸν ἡμῶν, καταναλισκόμενον εἰς βρῶσιν, ἀλλ’ εἰς τὴν διάδοσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐν τῇ παραγωγῇ οἴνου καὶ οἰνοπνεύματος, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαδοθῇ τόσον εὐρέως ἡ κατανάλωσις τοῦ προϊόντος ἡμῶν ἐν Ρωσσίᾳ, χρησιμοποιουμένου ἀποκλειστικῶς εἰς βρῶσιν. Τὸν λόγον τούτου γνωρίζετε, Κύριοι. Ἡ σταφὶς, ἡ εἰσαγομένη εἰς Ρωσσίαν, ὑστερεῖ πολὺ κατὰ ποιότητα τῆς σταφίδος ἐκείνης, ἡ ὁποία εἰσάγεται εἰς Ἀγγλίαν, εἰς Γερμανίαν καὶ εἰς ἄλλας χώρας, ὅπου χρησιμοποιεῖται εἰς βρῶσιν. Εἶναι, δύναμαι νὰ εἴπω, ἡ εὐτελεστέρα κατὰ ποιότητα ἡ εἰσαγομένη εἰς Ρωσσίαν, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν ποτὲ νὰ χρησιμοποιηθῇ, καταναλισκομένη εἰς βρῶσιν. Ἐντεῦθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ ἐπίσπευσις τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως καὶ ἡ κατάρτισις αὐτῆς ὑπὸ ὅρους βαρυτάτους, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἴσως δὲν ἐπετρέπετο νὰ γείνῃ, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπον θὰ ἦτο νὰ ἀνεβάλλετο, καὶ νὰ ἐτήρει ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλακτικήν τινα θέσιν ἀπέναντι τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἴδῃ ποῖαι εἶναι αἱ προθέσεις τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ἂν δέ ποτε ἐπείθετο, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος, τότε νὰ σπεύσῃ εἰς συνομολόγησιν αὐτῆς, ἐὰν δὲ τοὐναντίον ἐπείθετο, ὡς ἔπρεπε νὰ πεισθῇ ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν διαπραγματεύσεων τούτων, ὅτι τοὐναντίον ἐνδεχόμενον ἦτο, διὰ τῆς καταρτίσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ρωσσίας, νὰ ζημιώσῃ ἔτι μᾶλλον τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐμπορίαν τῆς σταφίδος, νὰ ζημιώσῃ δὲ ἐπὶ πλέον καὶ τὰ καθόλου συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ὤφειλε νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως. Ὅ,τι δὲ ἦτο πρέπον τότε, ἴσως καὶ τώρα, εἶναι καιρὸς νὰ γείνῃ. Καὶ τώρα, νομίζω, πρέπον εἶναι, ὅπως τηρήσῃ τοιαύτην τινὰ θέσιν ἡ Κυβέρνησις, καὶ μὴ ἕνεκα σπουδῆς μεγάλης καὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως ἐπιτύχῃ ὡρισμένον τι ἀποτέλεσμα τῶν διαπραγματεύσεων, παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς.
§66ΒΟΤΣΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, ὅτι δηλαδὴ ἡ σταφὶς καταναλίσκεται ἐν Ρωσσίᾳ κυρίως πρὸς οἰνοποιίαν· τοὐναντίον βέβαιον εἶναι, ὅτι πρὸς βρῶσιν καταναλίσκεται ἡ σταφίς· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐὰν κατηναλίσκετο ἡ σταφὶς πρὸς οἰνοποιίαν, δι’ ὃ φωνάζει ἡ ἀμπελουργία τῆς Ρωσσίας, ἤθελε ληφθῆ μέτρον ἐκ μέρους τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐμποδίσῃ αὐτήν. Τὸ νὰ μὴ λάβῃ μέτρον κανὲν ἡ Κυβέρνησις, μολονότι δὲν ὑποχρεοῦται διὰ συμβάσεώς τινος, ὥστε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν κατασκευὴν οἴνου ἐκ σταφίδος, ἀποδεικνύει ὅτι ἐλαχίστη χρῆσις γίνεται αὐτῆς πρὸς κατασκευὴν οἴνου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἄλλως ἐξέλαβεν ὅσα ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ρωσσίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀπόσταξιν, ἢ νὰ φορολογήσῃ ταύτην, ὡς καὶ τὴν οἰνοποιίαν, καὶ μολονότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τοῦτο, ἐν τούτοις ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη νὰ ὑπογράψῃ σύμβασιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐξέλαβε τὸ ἀντίθετον, καὶ συνέστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔπραξε καλῶς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸν ὅρον αὐτόν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διασαφήσῃ τὸ πρᾶγμα.
§67ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ συζητήσεις αὗται βλάπτουν.
§68ΒΟΤΣΗΣ. Δὲν βλάπτουν· μήπως ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις δὲν γνωρίζει τί συμβαίνει;
§69ΣΑΚΚΗΣ. Πῶς ζητοῦμεν λόγον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς ἡ διαπραγμάτευσις;
§70ΒΟΤΣΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ ἄλλα, Κύριοι, βεβαίως ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, δεχθεῖσα καὶ αὐτὸν τὸν ὅρον, διότι, ὡς προεῖπον, ἡ σταφὶς κυρίως ἐν Ρωσσίᾳ εἰσάγεται καὶ καταναλίσκεται πρὸς βρῶσιν, καὶ τὸ μέλλον τῆς σταφίδος ἐν Ρωσσίᾳ δὲν εἶναι πρὸς οἰνοποιίαν, ἀλλὰ πρὸς βρῶσιν, καὶ ἔπρεπε μὲ πᾶσαν θυσίαν νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν αὐτήν. Καλῶς λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε, δεχθεῖσα καὶ αὐτὸν τὸν ὅρον.
§71Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀναμνησθῇ ὅσα εἶπον χθὲς σχετικῶς μὲ τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου. Ἐζήτησα νὰ προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ἐπαχθοῦς τούτου φόρου.
§72ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι δικαίωμά σας νὰ ζητήσητε τὴν ἀναγραφήν.
§73ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἕνεκα τοῦ βαρυτάτου χειμῶνος πολλοὶ ἐκλογεῖς δὲν ἠδυνήθησαν κατὰ μῆνα Ἰανουάριον νὰ μεταβῶσιν εἰς τοὺς δήμους αὐτῶν καὶ ἐγγραφῶσιν εἰς τοὺς δημοτικοὺς καταλόγους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πολὺ ὀρθῶς ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ πληρώσεως τῆς ἐλλείψεως ταύτης. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ προτιμηθῇ, διότι εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος.
§74ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀληθῶς τὸ νομοσχέδιον εἶναι λίαν κατεπεῖγον, καὶ συναινῶ καὶ ἐγὼ, ἵνα ἐκ τῶν πρώτων ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§75ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Εἰς πολλὰ τῶν Εἰρηνοδικείων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἴσως δὲ καὶ εἴς τινα τῶν Πρωτοδικείων, δὲν ὑπάρχουσιν ὀθωμανικοὶ κώδικες, τῶν ὁποίων ἀπόλυτος ὑπάρχε ἀνάγκη. Ὡσαύτως δὲν ὑπάρχει Κοράνιον πρὸς ὁρκωμοσίαν τῶν Ὀθωμανῶν, καὶ Παλαιαὶ Διαθῆκαι πρὸς ὁρκωμοσίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν. Ἔτυχον ἡμέραν τινὰ ἔν τινι τῶν Εἰρηνοδικείων τῆς ἐπαρχίας μου, ὅπου προσεκλήθη Ὀθωμανὸς, ἵνα δώσῃ ὅρκον ἐντὸς τεταγμένης προθεσμίας, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη τοῦτο ἐξ ἐλλείψεως Κορανίου. Οἱ ἁρμόδιοι εἰρηνοδίκαι καὶ εἰσαγγελεῖς πολλάκις ἀνεφέρθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ, φαίνεται, δὲν εἰσηκούσθησαν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην.
§76ΔΑΛΛΑΣ. Πρὸ καιροῦ ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ δασῶν, τὸ ὁποῖον εἰσάγει διατάξεις νέας εἰς τὴν δασικὴν νομοθεσίαν, ἔχει δὲ μεγίστην σπουδαιότητα. Φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ὁρμωμένων ἰδίως ἐκ δασικῶν ἐπαρχιῶν, ἵνα μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ δασῶν, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα, ἔχοντα σπουδαιότητα ἴσην, διαῤῥυθμίζοντα τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς Διοικήσεως, συμπληροῦντα ἢ μεταβάλλοντα θεσμοὺς κρατοῦντας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ προσδοκῶμεν καὶ νὰ ἀξιῶμεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπιστήσει τὴν προσοχήν της εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐργαζόμεθα, βεβαίως θέλει συναγάγει, ὅτι ὀλίγας ἔχομεν ἐλπίδας, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τύχει συζητήσεως· θέλει δ’ εἶσθαι ἴσως εὐτύχημα, ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ δύο ἢ τριῶν ἢ τεσσάρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναπόφευκτα, ἵνα κυβερνηθῇ ὁ τόπος. Τοιοῦτόν τι βεβαίως δὲν προσδοκῶμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, οὐδὲ ἡ χώρα. Διὰ τοῦτο πρέπει πάντως νὰ μεταβάλωμεν τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Ἐγὼ δὲ φρονῶ, ὅτι εὔλογον καὶ φυσικὸν εἶναι, ἀρχομένης τῆς συνεδριάσεως, ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχολῆται εἰς ἐπερωτήσεις. Ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων εἶναι ἡ πρωτίστη τῶν ἐγγυήσεων τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Ὁ ἔλεγχος πρέπει νὰ γίνεται μετ’ εὐρύτητος· οὐδὲν παράπονον, οὐδεμίαν παρατήρησιν ἔχομεν νὰ φέρωμεν ἐπὶ τοῦ σταδίου τούτου τῶν ἐργασιῶν· ἀλλὰ μετὰ τὰς συζητήσεις τῶν ἐπερωτήσεων, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ὀγδόην ὥραν, θέλομεν δ’ εἰσέλθει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν ἐννάτην ὥραν τῆς νυκτὸς, ὅτε ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ, οὕτω δ’ ἐργαζόμεθα ἐπὶ νομοθετημάτων μόνον μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν. Τὸ τοιοῦτον παρακωλύει πάντως τὴν ἐργασίαν τὴν νομοθετικήν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ σύστημα τοῦτο τῶν ἐργασιῶν μας. Ὑπάρχουσι πολλοὶ τρόποι, τοὺς ὁποίους ἤθελον ὑποδείξει εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ δ’ αὐτὴν, ἵνα ἐκλέξῃ οἱονδήποτε ἤθελεν ἐγκρίνει. Ὑπάρχει ὁ τρόπος νὰ γίνωνται δύο συνεδριάσεις καθ’ ἑκάστην, ὡς ἐπράξαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, ὅτε ἡ Βουλὴ θέλει δύνασθαι νὰ ἀσχολῆται εἰς ἐπερωτήσεις πρὸ μεσημβρίας, μετὰ μεσημβρίαν δὲ εἰς τὰ νομοθετικὰ ἔργα. Ἕτερος τρόπος εἶναι νὰ μὴ συνερχώμεθα δὶς, ἀλλὰ νὰ μένωμεν διαρκῶς μέχρι τῆς 10ης ὥρας τῆς νυκτός. Τρίτος τρόπος εἶναι νὰ συνερχώμεθα τὴν τρίτην ὥραν διαρκῶς, νὰ μένωμεν μέχρι τῆς ὀγδόης, νὰ διακόπτωμεν τὴν ὀγδόην ὥραν, ἵνα γευώμεθα, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν πάλιν τὴν ἐννάτην. Ἐγὼ οὐδένα τῶν τρόπων συνιστῶ, χρεωστῶ ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο αἱ ἑορταὶ τοῦ Πάσχα εἶναι πρώϊμοι, καὶ μέχρι τούτων ὀλίγαι συνεδριάσεις ὑπολείπονται· μετὰ ταῦτα ἄρχονται αἱ ἑορταὶ τῶν Ὀλυμπίων. Παρίσταται λοιπὸν ἀνάγκη νὰ παρακληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζομένη, διότι πρέπει νὰ τελειώσῃ τὰ πλεῖστα τῶν ἔργων της, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ νὰ ἀναβάλῃ τινὰ τούτων διὰ τὴν σύνοδον, ἡ ὁποία θέλει λάβει χώραν κατὰ τὸ φθινόπωρον. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς της, καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ καταστήσῃ τακτικήν, καθ’ ἣν θέλουσιν εὐκολυνθῆ αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνω νὰ συνερχώμεθα εἰς τὰς 3 μετὰ μεσημβρίαν, νὰ διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν εἰς τὰς 8, καὶ τὴν 9ην νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ συνεδρίασις. Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§81Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐμείναμεν εἰς τὸ ἄρθρον 15, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τέσσαρες Βουλευταὶ ἔχουσιν ὑποβάλει πρότασιν.
§82ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἡ πρότασις ἡ κυρία, ἡ ὁποία συζητεῖται, εἶναι ἡ ἐμὴ, αἱ προτάσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν παρουσιάζονται ὡς τροπολογίαι. Ἡ τροπολογία τῶν κ. συναδέλφων φέρει ἀριθμὸν 15, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἀντικείμενον, περὶ οὗ αὕτη διαλαμβάνει, περιέχεται ἐν ἄρθρῳ 18 τῆς ἐμῆς προτάσεως, νομίζω ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17.
§83Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν εἶναι διόλου ὀρθὸν, ἐκτὸς ἂν ἀνατραπῶσιν οἱ ἀριθμοί. Συζητεῖται ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει αὔξοντα ἀριθμόν· ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 15. Ἐπὶ τούτου ἔχω ὑποβάλει πρότασιν· λοιπὸν εἶναι λογικὸν ἐπὶ ταύτης ἤδη νὰ γείνῃ συζήτησις. Ἀπεφάνθη δὲ ἡ Βουλή, ὅτι, ὅπου ὑπάρχει πρότασις τοῦ κυρίου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, θὰ θεωρῆται ὡς κυρία, ὅπου ὅμως δὲν ὑπάρχει, θὰ ἔρχηται ἡ προβαλλομένη ὡς τροπολογία τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἔχω κανένα λόγον, ἵνα ἐπιμείνω εἰς τοῦτο· ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τάξῃ οἱονδήποτε θέλῃ τρόπον εἰς τὰς συζητήσεις της. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὅ,τι ὑποστηρίζω, εἶναι λογικώτατον. Ὁμολογουμένως, Κύριοι, δὲν γνωρίζω σπουδαιότερον νόμον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ γίνονται οἱ νόμοι. Εἶναι δὲ νόμος, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν συζητεῖται τρὶς καὶ δὲν κυροῦται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως... Ἀλλὰ δὲν φαίνεται ὅτι πάντες ἔχουσι τὴν αὐτὴν μὲ ἐμὲ γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο βλέπω ἀραιὰς τὰς τάξεις τῶν Βουλευτῶν. Πρὸ μικροῦ ἐγένετο συζήτησις, οὐχὶ ἄσχετος μὲ τὴν συζητουμένην πρότασιν· τῇ προτάσει τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπεφασίσθη τίνι τρόπῳ θὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ μέχρι τοῦ Πάσχα. Μετὰ πάσης λεπτότητος ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔκαμε τὸν ὑπαινιγμὸν, ὅτι αἱ συζητήσεις δὲν γίνονται κανονικῶς, κατατρίβεται δὲ χρόνος ἀσκόπως. Δικαία ἡ παρατήρησις, ἀνταξία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ αἱ συζητούμεναι προτάσεις μας εἰς τοῦτο τείνουσιν, εἰς τὸ νὰ ἄρωσιν ἐκ τοῦ μέσου τὸ κακὸν τοῦτο. Τέσσαρες τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ὑπεβάλλομεν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, συνοδευομένην καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν, πιστεύω, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἀνεγνώσατε. Ἀλλὰ νομίζω καθῆκον ἐμὸν νὰ εὐχαριστήσω καὶ τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία συνήνεσε,—καὶ ἐξ ὀνόματος καὶ τῶν λοιπῶν ὑποβαλόντων— καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐδέχθη, ὅπως συζητηθῶσι καὶ αἱ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθεῖσαι προτάσεις, καὶ πραγματικῶς ἐξετέλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 8 Ἰουλίου 1895, ὅτι, ἂν ὑπεβάλλετο τοιαύτη πρότασις, ἡ Βουλὴ ἤθελε συζητήσει ἐπ’ αὐτῆς, καὶ ἂν εὕρισκε πρότασίν τινα ἀξίαν νὰ ψηφισθῇ, δὲν θὰ ἦτο ἐναντίος. Ἐπικαλοῦμαι λοιπὸν τὴν εὐμένειάν σας, καὶ συντόμως θὰ προσπαθήσω, ὑπὸ τύπον εἰσηγήσεως, ἀλλ’ ὡς πρὸς ὅσα δὲν ἀναφέρονται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, νὰ διευκολύνω τὸν τρόπον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὑποβαλλομένων προτάσεων. Δὲν θέλω κάμει γενικὴν συζήτησιν περὶ ὅλων τῶν διατάξεων, διότι ἴσως εἶναι πρακτικώτερον ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν ὑποβαλλομένων προτάσεων νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις αὕτη· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ θέματα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὰς ἄλλας διατάξεις· ἴσως δ’ ἐφθάνομεν ταχύτερον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὑποβαλλομένων προτάσεων, ἂν ὡς πρὸς ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει τοιαύτη σχέσις, ἐγίνετο γενικωτέρα, οὕτως εἰπεῖν, συζήτησις. Καὶ περὶ μὲν τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς νομίζομεν καταλληλότερον πρὸς συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων, θέλω ἐν καιρῷ τῷ δέοντι λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ τῶν ἄλλων συνυπογραψάντων. Ἤδη δὲ περιορίζομαι εἰς ἀνάπτυξιν ἐπίσης τῆς ἡμετέρας γνώμης, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17, ἀλλ’ αὐτὸ σχετίζεται μὲ τὴν παρ’ ἡμῶν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν τοῦ ἄρθρου 15, τὸ ὁποῖον ὑπεβιβάσθη, παρὰ τοὺς κανόνας τῆς ἀριθμητικῆς, ἵνα συζητηθῇ μετὰ τοῦ ἄρθρου 17, σχετίζεται δὲ τοσοῦτον στενῶς, ὥστε ἡ ἰσχὺς τῶν πραγμάτων μὲ φέρει ἀκριβῶς εἰς τὸ ἄρθρον 15, διότι, ἐπαναλαμβάνω, σχετίζεται μὲ τὸ ἄρθρον 17, τὸ συζητούμενον, σχετίζεται δ’ ἐπίσης στενῶς καὶ μὲ τὸ ἄρθρον «86 τρὶς» καὶ «86 τετράκις» τῆς ἡμετέρας προτάσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος διὰ τοῦ ἄρθρου 17 προτείνει νὰ συνέρχηται τὴν 10 π.μ. ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν πρώτην τακτικὴν συνεδρίαν. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς πρότασιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17, τῆς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον τὰς δύο πρώτας παραγράφους, ὡς σχετιζομένας, διότι ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ εἶναι ἐπανάληψις τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ. Ἔχετε βεβαίως ὑπ’ ὄψιν σας τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ ἡμετέρα ἔχει ὡς ἑξῆς: Πρώτη παράγραφος: «Αἱ συνεδριάσεις ἄρχονται τακτικῶς τὴν μὲν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν πάσης συνόδου τὴν 10 ὥραν π. μ., πᾶσαν δὲ ἄλλην ἡμέραν τὴν 3 μ. μ. ὥραν ἀκριβῶς, παρευρισκομένου τοῦ Προεδρείου ἡμίσειαν ὥραν προηγουμένως πρὸς ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.» Δευτέρα παράγραφος: «Ἑκάστη συνεδρίασις δὲν δύναται νὰ διαρκῇ πλέον τῶν πέντε ὡρῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως παρατείνῃ τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας.» Καὶ ἰδοὺ πῶς ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 15, διότι ταῦτα σχετίζονται, καὶ οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν συνεπλήρωσαν ταύτην διὰ τοῦ ἄρθρου 17 καὶ τοῦ ἄρθρου 86. Ποία ἡ διαφορὰ ἐν πρώτοις μεταξὺ τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ καὶ τῆς παρ’ ἡμῶν ὑποβαλλομένης προτάσεως;—διότι ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου δὲν φέρει σπουδαίαν μεταβολὴν εἰς τὸ ἄρθρον 17.—Ὡς πρὸς μὲν τὴν πρώτην παράγραφον, ἡ ἡμετέρα πρότασις συνίσταται εἰς τοῦτο, νὰ μὴ γίνηται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται πάντοτε κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς συνόδου, ἤτοι νὰ μὴ γίνηται συνεδρίασις παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς τὴν 10ην ὥραν ἕως ὅτου ἀποφασισθῇ ἡ 3η ὥρα. Ἡ πρώτη συνεδρίασις κατ’ ἀνάγκην γίνεται τὴν πρωΐαν, διότι γίνεται μετὰ τελετὴν, αἱ ἄλλαι ὅμως, ἐπειδὴ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὰ ἐπὶ μακρὰ ἔτη κρατοῦντα παρ’ ἡμῖν, εἶναι νὰ γίνωνται μετὰ μεσημβρίαν, ὁρίζονται διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ δὲν γίνεται καμμία συζήτησις εἰς τοῦτο. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι οὐσιῶδες· διότι, καὶ ἐὰν μείνῃ ὅπως ἤδη εἶναι, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν σπουδαίαν. Καὶ ἡ δευτέρα προσθήκη, τοῦ νὰ παρευρίσκηται τὸ Προεδρεῖον ἡμίσειαν ὥραν πρὸ τῆς ἐνάρξεως, γίνεται συμφώνως μὲ τὰς παρατηρήσεις τῶν καθ’ ἑκάστην συμβαινόντων. Ἐρχόμεθα, παρατηροῦμεν πρὸ παντὸς τὸ Προεδρεῖον,—φυσικώτατα—δὲν εὑρίσκομεν τὸν Πρόεδρον· ἀπερχόμεθα. Τὸ αὐτὸ δ’ ἐπαναλαμβάνουσι πλεῖστοι, καὶ τοιουτοτρόπως ὑπάρχει δυσκολία. Ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. Καλλιγᾶν, ὅταν ἦτο Πρόεδρος τῆς Βουλῆς· ἡμίσειαν ὥραν πρὸ τῆς τεταγμένης ἤρχετο, καὶ τὴν τεταγμένην ὥραν ἤρχιζεν ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, καὶ τοιουτοτρόπως ἐγνώριζεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τοῦτο, καὶ διηυκολύνετο ὁ κανονισμὸς τῆς ἀπαρτίας. Ἀλλὰ τί συμβαίνει σήμερον; Ὁ Πρόεδρος, νομίζων ὅτι ἐκ τῶν προτέρων δὲν θὰ γείνῃ ἀπαρτία πρὸ τῆς δεῖνα ὥρας, δὲν μένει εἰς τὴν θέσιν του· ἀλλὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ διευκολύνῃ, χειροτερεύει τὸ πρᾶγμα, διότι οὔτε ὁ Πρόεδρος εἶναι εἰς τὴν θέσιν του, ἐνῷ ἤδη θὰ ὁρίσωμεν μίαν ὥραν· ἡμίσειαν ὥραν πρὸ τῆς ὥρας ἐκείνης νὰ ἦναι εἰς τὴν θέσιν του, ἅμα δὲ τῇ ἐνάρξει, νὰ ἄρχηται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Εἰς τὰς ἀρχὰς θὰ παρουσιάσῃ δυσκολίαν τινὰ τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ὅταν γείνῃ γνωστὸν, ὅτι τέλος ἀπεφασίσθη, θὰ κατορθοῦται εὐκόλως ἡ ἀπαρτία, μάλιστα γιγνομένης δεκτῆς τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ δίδω πολλὴν σημασίαν, ὅτι, ἂν δὲν γίνεται ἀπαρτία μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ἀπὸ τῆς προσδιωρισμένης, νὰ λύηται ἡ συνεδρίασις. Ὥστε, ἂν ὁρίσωμεν τὴν τρίτην ὥραν, εἰς τὰς 2½ τὸ Προεδρεῖον πρέπει νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν θέσιν του, εἰς τὰς 3 νὰ ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος, εἰς τὰς 3½ νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία... Καὶ τοιουτοτρόπως συζητῶ τὸ ἄρθρον 18, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔλεγον τότε, τὸ λέγω τώρα.
§84ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἶναι συναφῆ ὅλα.
§85ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν 3½ τί θὰ συμβῇ; Θὰ ἔλθῃ δυσκολία εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ὄχι. Διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐννοήσῃ ὅτι, μὴ παρευρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν του, παραβλάπτει τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, παραβλάπτει καὶ τὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὰς ἀρχὰς θὰ παρουσιάσῃ δυσκολίαν τινὰ, ὡς πᾶσα καινοτομία, ἀλλ’ ὅταν συνειθίσωμεν, θὰ γίνηται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνηται, διότι, ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Μπλὸκ, ἐκλέγεταί τις Βουλευτὴς ἐπὶ τέλους διὰ νὰ ἦναι παρὼν εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς δὲ λέγουσιν οἱ κύριοι Poudra καὶ Pierre, ὁ ἀναλαμβάνων τὴν ἐκτέλεσιν ἐντολῆς ὀφείλει νὰ τὴν ἐκτελέσῃ, τὸ πρῶτον δὲ καθῆκόν του εἶναι νὰ παρευρίσκηται εἰς τὴν θέσιν του. Ὅταν συνειθίσωμεν νὰ ἐκτελῶμεν αὐτοὺς τοὺς κανόνας, δὲν θὰ συμβῇ ἐκεῖνο τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει, οἱ μὲν παρακολουθοῦντες τὰς συνεδριάσεις, ὑπακούοντες εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, προσέρχονται τὴν τεταγμένην ὥραν, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναμένωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἄλλως ἐκτιμῶσι τὰ περὶ τούτου, ἐπὶ ἡμίσειαν, μίαν, 1½ ὥραν, καὶ 2 πολλάκις. Καὶ τί συμβαίνει; τὴν ἄλλην ἡμέραν ἕκαστος λέγει «πρὸς τί νὰ ὑπάγω ἐκεῖ; θὰ ὑπάγω μίαν ὥραν ἀργότερα»· τὴν ἄλλην ἡμέραν 1½ ὥραν ἀργότερα, καὶ καταντῶμεν πολλάκις ν’ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 5 καὶ 5½, σιωπηλῶς. Ὅταν συνειθίσῃ τις εἰς τὰς κακὰς ἕξεις, βεβαίως δυσκόλως δύναται ν’ ἀπομάθῃ· ἀλλὰ διὰ τῆς σταθερᾶς ἀποφάσεως δύναται ν’ ἀποτινάξῃ τὴν νάρκην καὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ εὐκολώτατα, μὲ τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. «Ἔχετε ἐμπιστοσύνην, κύριοι Βουλευταί; Νὰ ἔλθητε ἐκείνην τὴν ὥραν. Κλείσατε τὰ χαρτοφυλάκιά σας ἐν τῷ γραφείῳ, ἐγκαταλείψατε πᾶσαν ὑπόθεσιν, ἔλθετε εἰς τὴν θέσιν σας.—Κύριοι ἀντιπολιτευόμενοι, θέλετε νὰ ἐλέγξητε τὴν Κυβέρνησιν; Εἰς τὰς θέσεις σας.» Ἅπαξ, δὶς, τρίς. Τί θὰ γείνῃ; τὸ πρᾶγμα θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν θέσιν του. Νομίζω ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἐπασχοληθῶμεν ἅπαξ διὰ παντὸς, ὅπως καὶ ἡμεῖς διευκολυνθῶμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας καὶ ἀνυψώσωμεν ἀκόμη τὴν θέσιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ ὁποία —ἄς τὸ ὁμολογήσωμεν—πολὺ κατέπεσε· κατέπεσε, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀφήνει εἰς τὸν ἄλλον νὰ τὸ διορθώσῃ, ἐνῷ, ἂν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν προσέφερεν ὅ,τι δύναται, ὡς διὰ μηχανῆς ἤθελεν ἐπέλθει ἡ θεραπεία, καὶ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀντλήσωμεν ἐκ τῆς θεραπείας ἑνὸς ἀτόπου, θὰ μᾶς ἐνθαῤῥύνῃ νὰ θεραπεύσωμεν καὶ πολλὰ ἄλλα, δίδοντες τὸ παράδειγμα καὶ εἰς ἄλλα πολυμελῆ σώματα. Μὲ ποῖον δικαίωμα, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν τοὺς δικαστὰς διὰ τὸ ἄτοπον ἐκεῖνο, τὸ μέγα, τὸ ὁποῖον συνεχῶς ἐπαναλαμβάνουσι, νὰ ὁρίζωσιν ὥραν συνεδριάσεως π. χ. τὴν 9ην καὶ νὰ ἀρχίζωσι τὰς συνεδριάσεις των τὴν 10½; Μὲ ποῖον θάῤῥος ὁ Βουλευτὴς θὰ ἔλθῃ νὰ παραπονεθῇ διὰ τοῦτο, ὅταν αὐτὸς οὗτος δίδῃ τὸ κακὸν παράδειγμα; Καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι μικρὸν αὐτὸ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὰ δικαστήρια; Εἰς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη ὁ χρόνος εἶναι χρυσός· ἐδῶ;... ὁρίσατε σεῖς ὅ,τι θέλετε. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ μάλιστα, ὅταν ἡμεῖς εἰσέλθωμεν εἰς μίαν τάξιν, θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν θεραπείαν δι’ ἐκεῖνο τὸ μέγα ἄτοπον, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς ὅλα ἀνεξαιρέτως, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, τὰ δικαστήρια. Ἠκούσατε πρὸ μικροῦ, ὅτι προσδιορίζομεν διὰ τῆς προτάσεώς μας πέντε ὥρας ἐργασίας, διότι ταὐτοχρόνως διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται πᾶσα πρόνοια, ὅπως χρησιμοποιηθῇ ὁ πολύτιμος χρόνος τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο κατ’ ἀνάγκην θέλω λαλήσει καὶ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον κανονίζομεν τὰ τῶν ἐπερωτήσεων, περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἡμέτερος Κανονισμὸς δὲν ἔχει καμμίαν διάταξιν. Τὰς ἡμετέρας δὲ προτάσεις παρελάβομεν κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς ἀναγράφομεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρατηρήσεων καὶ τῶν καθέκαστα παρουσιαζομένων ἐνώπιόν μας. Εἶμαι εἴπερ τις καὶ ἄλλος ὑπὲρ τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· ἴσως καὶ ἐγὼ ἐνίοτε προέρχομαι μέχρι καταχρήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου τούτου, ἀλλ’ ἐπιτρέπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐνίοτε καὶ τὴν κατάχρησιν, προκειμένου νὰ περιορισθῇ ὁπωσδήποτε τὸ δικαίωμα, δικαίωμα μέγα, ἱερὸν, καὶ τὸ ὁποῖον, ἂν θέλετε, ὡς ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, εἶναι ἴσως τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἀπέμεινεν εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῶν ἑκάστοτε Ἀντιπολιτεύσεων, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι περιορίζεται ποτὲ οὔτε ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου οὔτε τὸ δικαίωμα, ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦτο κανονίζηται. Ἄς τὸ ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, ἄνευ περιστροφῶν, γίνεται κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου. Ὅταν ὁ ἔλεγχος γίνηται προσηκόντως, ἐπιβάλλεται, φέρει τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐννοεῖ καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Σήμερον λίαν ἀτάκτως, καὶ ἐνίοτε οὐχὶ γενναίως, γίνεται ὁ ἔλεγχος.
§86ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Οὐχὶ γενναίως, ἀληθῶς.
§87Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὲ πονεῖ ἐμὲ δι’ ἓν προσωπικὸν ζήτημα, πονεῖ τὸν ἄλλον δι’ ἰδιαίτερόν του ζήτημα, παρασκευάζεται ὁπλίζεται, πάνοπλος δὲ ζητεῖ τὸν λόγον, καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καταλαμβάνων τὸ βῆμα, δύναται νὰ ἀπασχολήσῃ ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν, ἐλέγχων ἕνα Ὑπουργὸν ἢ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀπαράσκευος ὅλως, —διότι ἀγνοεῖ κατὰ ποίαν στιγμὴν καὶ εἰς ποῖον μέρος τοῦ σώματός της θὰ προσβληθῇ,—εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀκούῃ ταῦτα, ἐνῷ ἴσως, ἂν ἐγίνωσκεν, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ἀπάντησίν της, ἥτις πολλάκις δύναται νὰ μὴ ἦναι ἐπαρκής, ἀλλὰ τέλος πάντων τὸ δικαίωμα τῆς ἰσότητος ἐπιβάλλει, ὥστε νὰ δίδωται ὁ καιρὸς εἰς τὸν ἀντίπαλον νὰ ἔχῃ τὰ ὅπλα, ἰσχυρὰ ἢ ἀσθενῆ, οἱαδήποτε πρόκειται νὰ μεταχειρισθῇ. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἡμεῖς ἐνομίσαμεν καθῆκον νὰ ἀναγράψωμεν ὁλόκληρον τίτλον, συγκείμενον ἐξ ἱκανοῦ ἀριθμοῦ ἄρθρων, κανονίζοντα τὰ τῶν ἐπερωτήσεων κατὰ τρόπον, ὅστις, κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, οὐδόλως παραβλάπτει τὸν ἔλεγχον, τοὐναντίον ἀνυψοῖ αὐτόν, καὶ δίδει ὅλην τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸν θέλοντα νὰ ἐλέγξῃ πρεπόντως τὰς πράξεις τὰς κυβερνητικάς, διότι ὁ Κανονισμὸς δὲν γίνεται διὰ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, οὔτε διὰ τὴν αὐριανήν· γίνεται διὰ νὰ μείνῃ. Τί δὲ προτείνομεν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις;—καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τούτου ἀπὸ τοῦδε, διότι σχετίζεται μὲ τὴν πρότασιν ἡμῶν τοῦ πενταώρου, καὶ ὀφείλομεν νὰ δικαιολογήσωμεν, πῶς σκεπτόμεθα καὶ καταλήγομεν εἰς τοιαύτην πρότασιν. Προτείνομεν νὰ ὑποβάλληται ἡ ἐπερώτησις συνοπτικῶς καὶ ἐγγράφως ἐν πάσῃ συνεδριάσει εἰς τὸν Πρόεδρον, ὅστις ἀνακοινοῖ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν· «διατυπουμένη συνοπτικῶς», δηλ. νὰ μὴ γίνηται γραπτὸς λόγος, ὥστε ὁ Πρόεδρος νὰ δύναται, ἂν τῷ δοθῇ εἷς γραπτὸς λόγος, νὰ εἴπῃ ὅτι ἀπαιτεῖται πρῶτον συντόμως. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Γαλλικοῦ Κανονισμοῦ (ἄρθρ. 39) καὶ τῆς Γερουσίας (ἄρθρ. 83). Προσεθέσαμεν ὅμως ἡμεῖς, ὅτι «εἷς τῶν γραμματέων ἀναγινώσκει αὐτήν», διὰ νὰ γίνηται γνωστὸν ποία ἡ ἐπερώτησις ἡ ἀναγινωσκομένη. Οὕτω δύναμαι νὰ λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν, νὰ παρακολουθῶ, νὰ μελετῶ, ὡς Βουλευτής, καὶ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι νὰ συζητῶ. Νὰ ἀναγινώσκηται λοιπὸν ἀπὸ τὸν γραμματέα. «Ἐπερωτήσεις Βουλευτοῦ πρὸς Βουλευτὴν ἀπαγορεύονται.» Εἶναι ἐπανάληψις τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Γαλλικοῦ. Ἐνομίσαμεν προσέτι, Κύριοι, ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν τοῦ ἄρθρου 47 τρὶς, ὅτι δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος, ἀποκλειστικῶς ὁριζόμεναι διὰ τὰς ἐπερωτήσεις,—Τρίτη καὶ Πέμπτη (ἄλλος τις δύναται νὰ προτείνῃ ἄλλας)—εἶναι ἱκαναὶ διὰ νὰ γίνωνται αἱ συζητήσεις τῶν ἐπερωτήσεων (ἀναγινώσκει): «Κατὰ πᾶσαν Τρίτην καὶ Πέμπτην τῆς ἑβδομάδος, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν χρονολογικὴν τάξιν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἐπερωτῶν συναινέσῃ, ἢ ἡ Βουλή, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως, ἀποφασίσῃ νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἑτέρας ἐπερωτήσεως.» Διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσιν ἐπερωτήσεις ἐκτάκτου σπουδαιότητος. Καὶ βεβαίως, ὅταν δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίῤῥησις, θὰ ἦναι τοιαύτη ἡ ἐπερώτησις, ὥστε δὲν θὰ ἐμποδισθῇ ἡ συζήτησις ἐπερωτήσεως τοιαύτης σπουδαιότητος. Ὁ ἀντιλέγων θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν πονεῖ τὸν τόπον, ἂν φέρῃ τὴν ἀντίῤῥησιν τῆς συζητήσεως. Δευτέρα παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἐφάπαξ ἢ τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἀναβολή, ἵνα κατατεθῶσιν ἔγγραφα ἢ προσκομισθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίαι, ἀλλ’ ἡ ἀναβολὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πλέον τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν.» Τὸ τελευταῖον ἐν ἀναλογίᾳ τινὶ εὑρίσκεται εἰς τὸν Γαλλικὸν Κανονισμὸν (ἄρθρ. 40 § βʹ) καὶ τῆς Γερουσίας (ἄρθρ. 83). Ἡ κυρία διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι, ὅτι, ὅταν ἀφιερωθῶσι δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι ἀρκεταί, δὲν εἶναι δὲ θυσία ἢ ἀπώλεια χρόνου, ἀλλ’ ἐκπλήρωσις καθήκοντος. Καὶ ἐὰν ὅμως ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ κύριον ἔργον εἶναι τὸ νομοθετικόν, ἡ θυσία αὕτη εἶναι λογική, διότι μένουσιν αἱ τέσσαρες ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος διὰ τὰ καθαρῶς νομοθετικὰ ἔργα. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπανέρχωμαι βραδύτερον, συμπληρῶ ὅτι εἰς μίαν ἐκ τῶν τεσσάρων αὐτῶν ἡμερῶν ἐνομίσαμεν καλὸν νὰ ὁρισθῇ, ὅτι θὰ γίνηται ἡ συζήτησις τῶν βουλευτικῶν προτάσεων πρὸ τῶν ἄλλων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Θὰ προηγῶνται αἱ προτάσεις τῶν Βουλευτῶν, διότι, ὡς ὀρθότατα ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν εἰς ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν, ἡ πρότασις τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, ὅστις ἐνασκεῖ αὐτὴν διὰ τῶν Ὑπουργῶν. Τὸ Σύνταγμα ἔταξε κατὰ πρῶτον λόγον τὴν Βουλήν, κατὰ δεύτερον τὸν Βασιλέα, ὅστις κατ’ ἐντολὴν ἐνασκεῖ αὐτὴν διὰ τῶν Ὑπουργῶν. Τί εἶναι δὲ τὸ ἐφαρμοζόμενον; οἱ Ὑπουργοὶ προτείνουσι τοὺς νόμους, συζητοῦνται μόνον αἱ προτάσεις τῶν Ὑπουργῶν, οὐδέποτε δὲ τῶν Βουλευτῶν, δύναμαι νὰ εἴπω διὰ παρωχημένην ἐποχήν· εὐχαρίστως δὲ δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ περιόδῳ ἔγειναν συζητήσεις προτάσεων βουλευτικῶν, ἀλλὰ Βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἦτο ἄσκοπος διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀνεγράφετο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψε τὸ Σύνταγμα· διότι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, εἰσερχόμενος εἰς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον, λαμβάνει ἐντολὰς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ὄχι ὡρισμένας ἐντελῶς, ἐννοεῖται· βεβαίως δὲν ἐννοῶ ὅτι λαμβάνει mandat impératif, ἐννοῶ ὅτι λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας του, ἐκ τῶν ὁποίων κρίνει καὶ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς λοιπῆς ἐπικρατείας, ὑποβάλλει τὴν γνώμην του εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ δὲ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ τὴν ἀκούσῃ, — ἀλλὰ σήμερον δὲν τὴν ἀκούει, διότι, καὶ ἂν τυπωθῇ καὶ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι δὲν θὰ τὴν συζητήσωμεν, οὐδεὶς λαμβάνει τὸν κόπον νὰ τὴν μελετήσῃ. Σήμερον, ὑπάρχουσι παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν προτάσεις Βουλευτῶν ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, μάλιστα μία καὶ ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἴσως αὕτη εἶναι ἡ πρώτη, ἡ ὁποία συζητεῖται. Μὲ τὴν οἰκονομίαν λοιπὸν τῆς ἡμετέρας προτάσεως ζητοῦμεν νὰ ὁρισθῶσι δύο ἡμέραι διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ μία ἡμέρα διὰ τὰς προτάσεις, βεβαίως δὲ αἱ τρεῖς αὗται δὲν θὰ καταναλίσκωνται ὁλόκληροι εἰς ταύτας· ὑπολείπονται δὲ αἱ τρεῖς ἕτεραι ἡμέραι διὰ τὰς ἀνακοινώσεις τῶν Ὑπουργῶν καὶ διὰ τὴν λοιπὴν ἐργασίαν. Διότι, κύριοι Βουλευταί, τίνα ζητεῖτε συνεργασίαν ἐν τῇ Βουλῇ; ζητεῖτε συνεργασίαν ἀνθρώπων δυναμένων νὰ σκεφθῶσι διανοητικῶς, διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι ζητεῖτε ἀγάλματα ἢ νευρόσπαστα. Ὅταν δὲ ἐργασθῶμεν 5 ὥρας, ἀλλ’ ἐργασθῶμεν πρεπόντως, νομίζω ὅτι ἔχομεν πᾶν ὅ,τι δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν. Ἔχομεν ἑξάμηνον χρονικὸν διάστημα διαρκείας τῆς συνόδου· ἐὰν ἀνάλογον χρονικὸν διάστημα ἐργασθῶμεν, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀνταποκριθῶμεν πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνομεν. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἐργασθῶμεν, ὅταν μὲ τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων προσκαλούμεθα νὰ ἔχωμεν γνώμην ἐπὶ τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων; Πρῶτον δὲν μένει εἰς ἡμᾶς καιρὸς νὰ μελετήσωμεν τὰ νομοσχέδια, ὄχι πρεπόντως, ἀλλ’ οὔτε ἀτελῶς περίπου. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι καὶ εἰς ἄλλας συνόδους εἶπον, ὅτι εἶμαι ἐκ τῶν ἀγαπώντων νὰ μελετῶσι τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ, μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχω πρὸς τοῦτο, ὁμολογῶ ὅτι καθυστερῶ. Ἐνταῦθα ὅμως ἀναφύεται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλομεν συζητήσει εἰς τὸ ἄρθρον 18 τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον, κατὰ τὰ ἀποφασισθέντα πρὸ μικροῦ, θὰ ἔλθῃ ὡς τροπολογία ἡ ἡμετέρα πρότασις τοῦ ἄρθρου 15. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἐξ ὅσων ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, — ἐτολμήσαμεν, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι φέρομεν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ἐκ πρώτης ὄψεως τρομάζει. Τὸ ἄρθρον 15, τὸ ἰσχύον, εἶναι ἡ ἐπανάληψις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τούτου λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν ὡς δευτέραν παράγραφον τὰ ἀκόλουθα: «Ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ὑποστηριζομένη ὑπὸ πέντε τοὐλάχιστον Βουλευτῶν, ὑποχρεοῖ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας, βεβαιώσῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως τὸν ἀριθμὸν τῶν παρόντων Βουλευτῶν. Οἱ ἐνιστάμενοι ὑπολογίζονται πάντοτε ὡς παρόντες.» Ἐλέγομεν πρὸ μικροῦ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ἦναι παρὼν, καὶ αὐτὸ εἶναι καθῆκον ἐπιβαλλόμενον, ἀλλὰ τὸ καθῆκον τοῦτο εἶναι φυσικῶς ἀνέφικτον, διὰ πολλοὺς λόγους, εἴτε γενικωτέρους, εἴτε προσωρινούς. Διὰ τοῦτο ἐλήφθη πρόνοια διὰ τοῦ θεμελιώδους νόμου νὰ ὁρίζηται ὁ νόμιμος ἀριθμὸς πρὸς ἀπαρτίαν. Εἶναι διάταξις ὄχι μόνον θεμελιώδης, ἀλλὰ καὶ σπουδαία, διότι ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν σύνταξιν τοῦ Σώματος. Συντάγματά τινα ἐθεώρησαν καλὸν νὰ ζητῶσι τὴν παρουσίαν πολλῶν Βουλευτῶν, πολλῶν ἀντιπροσώπων, ὡς π. χ. τὸ Σύνταγμα τῆς Βυρτεμβέργης θέλει τὰ δύο τρίτα παρόντα· τὰ πλεῖστα ὅμως, — μεταξὺ αὐτῶν ἀναφέρω τὰ τῆς Γερμανικῆς Ὁμοσπονδίας καὶ τῆς Αὐστρίας — ἐδέχθησαν ἀρχὴν περίπου ἀνάλογον πρὸς τὴν παρ’ ἡμῖν ἰσχύουσαν, τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ πρώτιστον συνταγματικὸν Κράτος, ἡ Ἀγγλία, ὅπου ἡ παρουσία 40 ἐκ τῶν 645 Βουλευτῶν ἀρκεῖ διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις· εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων τρεῖς καὶ μόνον εἶναι ἱκανοὶ, ὅπως εὑρεθῇ αὕτη ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπέρμαχος, μολονότι ἀρέσκομαι πολὺ νὰ μελετῶ τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαίνοντα, δὲν εἶμαι ὑπέρμαχος αὐτῶν, ἕνεκα τοπικῶν λόγων, καὶ εὑρίσκω ὡς καλῶς ἔχουσαν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος· ἀλλὰ καὶ κακὴ ἐὰν ἦτο, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν τηρήσωμεν. Ἐν τῷ Κανονισμῷ δὲν ὑπάρχει διάταξις διὰ τὴν ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας· ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ἔχοντα τὴν ἰσχὺν τοῦ Κανονισμοῦ, γίνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται. Ὁ Πρόεδρος πρὸ παντὸς εἶναι ἐντεταλμένος νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν, ὅταν δὲ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως πεισθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, αὐτὸς πρῶτος ἔχει τὸ καθῆκον νὰ προβῇ εἰς τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν. Ἀλλὰ, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἐκτεθέντα, ἐν τῇ συνηθείᾳ πᾶς Βουλευτὴς ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα. Τοῦ δικαιώματος ὅμως τούτου ἐγένετο κατάχρησις, καὶ ἡ πρόθεσις τοῦ ζητοῦντος τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀπαρτίας δὲν εἶναι πάντοτε τόσον εἰλικρινὴς, δὲν εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐξακριβώσεως τῆς ἀπαρτίας, εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς παρελκύσεως τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, ἢ τῆς παρεμποδίσεως τῶν ἔργων τῆς Κυβερνήσεως. Διατὶ ἐπέρχονται αἱ ἀπουσίαι; ἐκτὸς ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦνται ὑπὸ φυσικῶν λόγων ἢ κοινωνικῶν ἢ οἰκογενειακῶν, αἱ ἄλλαι ἐπέρχονται διότι, κατὰ τὰ κρατοῦντα παρ’ ἡμῖν, ἕνεκα τῆς πρωθυπουργικῆς παντοδυναμίας, ἐκ τῶν προτέρων δίδεται ἓν πληρεξούσιον εἰς τὸ λευκὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Οἱ Βουλευταὶ λοιπὸν τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος, ἔχοντες ὑπερβολικὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θεωροῦσι πολλάκις τὴν παρουσίαν των οὐχὶ ἀπαραίτητον. Ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ ἀποθάῤῥυνσις ὅτι πολλάκις αἱ παρατηρήσεις των δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, συντελεῖ ἴσως εἰς τὰς ἀπουσίας. Ἀλλὰ συνετέλεσε καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, συνετέλεσε τὰ μέγιστα, Κύριοι, τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον κατέστησεν, ἐν τῇ μέθῃ τῆς ἰσχύος αὐτῶν, τινὰς παντοκράτορας Πρωθυπουργοὺς, οἵτινες μετὰ περιφρονήσεως ἀπέβλεψαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ διεκήρυξαν ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτῆς, διότι ἠδύναντο νὰ συγκροτῶσιν ἀπαρτίαν ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν φίλων, καὶ ἀνέγραψαν τὸ δόγμα, ὅτι ἡ ἀπαρτία πρέπει νὰ καταρτίζηται ἀπὸ τοὺς ὑπουργικοὺς Βουλευτάς. Πρὸς θεραπείαν τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν, ἔχετε ἐνώπιόν σας δύο προτάσεις· τὴν μίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων κ. Βουλευτοῦ, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δὲν ἐτέθη εἰς τὸ προσῆκον ἄρθρον, διότι ἐτέθη εἰς τὸ ἄρθρον 18, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἀπαρτίας κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ δὲν ἐτέθη εἰς τὸ ἄρθρον 15, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὴν συνταγματικὴν διάταξιν. Διὰ τοῦτο καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἐγίνετο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 15 ἄρθρου, ὅτε θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ ὡς τροπολογία. Οὕτως ἢ ἄλλως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι παραδέχεται, ἀφοῦ φέρει πρότασιν, ζητεῖ ἀντὶ ἑνὸς Βουλευτοῦ δύο Βουλευτὰς διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἀλλ’ ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ τῆς ἡμετέρας, πρῶτον μὲν ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν, εἶτα δὲ διότι δὲν ἐννοεῖ ὅτι οἱ ἐνιστάμενοι Βουλευταὶ πρέπει νὰ θεωρῶνται παρόντες. Ἡμεῖς δὲν ἐνομίσαμεν ὅτι δύο Βουλευταὶ εἶναι ἀρκετοὶ, δὲν νομίζομεν δὲ, ὅτι καὶ ὁ εἷς εἶναι ἱκανὸς, διότι ὁ εἷς δύναται νὰ τυραννήσῃ ὁλόκληρον τὴν πλειονοψηφίαν. Ὑποθέσατε ὅτι νομίζω ὅτι ἐκπληρῶ μέγα καθῆκον, παρεμβάλλων ἓν συνεχὲς πρόσκομμα, φέρων ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας καὶ μετὰ τὴν ἐπὶ ταύτῃ ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου ὑποβάλλων νέαν πάλιν ἔνστασιν... Ἀλλὰ, θὰ μοὶ εἴπητε, δὲν δύνανται τοῦτο καὶ οἱ δύο Βουλευταὶ νὰ τὸ πράξωσι; Βεβαίως ναὶ, ἀλλὰ οἱ δύο δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο δυσκολώτερον, καὶ οἱ πέντε ἔτι δυσκολώτερον. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι, ἐὰν ὑπάρξωσι 5 Βουλευταὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες νὰ ὑποβάλωσιν ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας, ἡ ἔνστασις αὕτη ἔχει σπουδαιότητα, καὶ πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ. Δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι, ὅταν ὑπάρχωσι 5 Βουλευταὶ, οἵτινες νὰ φέρωσι τοιαύτην ἔνστασιν, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι σπουδαία· ἀντιθέτως δὲ, Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει 5 Βουλευτὰς νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἔνστασιν, βεβαίως δὲν εἶναι Ἀντιπολίτευσις σπουδαία. Ἀλλ’ ὑποβάλλεται μία ἀντίῤῥησις, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα· ἡ τοιαύτη ἀντίῤῥησις δὲν ἀνεπτύχθη ἀκόμη ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἤκουσα αὐτὸ λεγόμενον, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ μορφώσω πεποίθησιν οὔτε νῦν, οὔτε ἄλλοτε. Διότι, κύριοι Βουλευταί, τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν νόμιμον ἀριθμὸν πρὸς ἀπαρτίαν, αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα κανονίζει καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ κανονίσῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της, ἀφῆκε δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίζῃ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, πῶς θὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ἔχει περισσοτέραν ἀξίαν τὸ ἄρθρον 56 ἀπὸ τὸ ἄρθρον 65· ὅταν δὲ τὸ ἄρθρον 65 ἔδωκε τὴν ἐντολὴν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς, δὲν ἠμπόδισεν αὐτὴν νὰ ἀναγράψῃ μίαν ἄσκοπον διάταξιν, διότι βεβαίως εἶναι φυσικῶς ἀνέφικτον καὶ λογικῶς, νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά της, ἂν εἰς ἕνα καὶ μόνον Βουλευτὴν δοθῇ τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητῇ τὴν ἀπαρτίαν. Ἀλλὰ πρῶτον ἤδη ἀναγράφεται τοιαύτη διάταξις; Ὁ Κανονισμὸς ἡμῶν εἰς τὸ ἄρθρον 59 δὲν ἔχει ἀνάλογον διάταξιν, ἐφαρμοζομένην ἀπὸ μακροῦ χρόνου;
§88Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Διὰ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§89Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως.
§90ΣΤΑΗΣ....
§91Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει τις, ὁ δυνάμενος νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ ψήφισις νόμων εἶναί τι ἐπουσιῶδες· καὶ ἡ ψήφισις νόμων δὲν δύναται νὰ γείνῃ, παρὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Δύναται ὅμως εἷς Βουλευτὴς ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ὡς ἀπηγγέλθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου, καὶ νὰ ζητήσῃ ὀνομαστικὴν κλῆσιν; Ὄχι· οὐδὲ 2, οὐδὲ 3, οὐδὲ 4, οὐδὲ 5 δύνανται. Ἀπαιτοῦνται 15 Βουλευταί, ἵνα γείνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων εἶπεν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι ἐναντίον μου. Ἀναμένω νὰ ἀκούσω τὰ ἐπιχειρήματά του· πιθανὸν νὰ μὲ ἀναγκάσωσι νὰ μεταβάλω γνώμην.
§92ΣΤΑΗΣ. Εἶναι τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος.
§93Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἔχει καὶ τὸ ἄρθρον 59. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ μείζονα ἀξίαν τὸ ἄρθρον 15 ἀπὸ τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Κανονισμοῦ. Ὥστε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν, ἰσχύει ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Ἀλλ’ ἰσχύουσι καὶ ἄλλαι διατάξεις. Τίς δύναται σπουδαίως νὰ ἀντείπῃ, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ; Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξωμεν, τί συμβαίνει ἀλλαχοῦ, καὶ τίνα μέτρα ἐλήφθησαν, ἀνάλογα πρὸς τὴν κλεψύδραν. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐλευθερία τοῦ λόγου, πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν ὅλοι ταὐτοχρόνως; καὶ δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὁ Πρόεδρος περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, διότι συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν δίδει κατὰ σειρὰν τὸν λόγον; Καὶ ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω καὶ ἄλλας διατάξεις, παραδείγματος χάριν τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅτε ἀπαιτεῖται ἀριθμὸς δέκα Βουλευτῶν, καὶ τὰ λοιπὰ, ἀλλ’ εἶναι προκεχωρημένη ἡ ὥρα, καὶ ἀρκοῦμαι εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα, ἵνα καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἐπὶ τῶν ἄρθρων 17 καὶ 18 δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ θεραπείαν. Ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ φέρωμεν θεραπείαν, πρέπει νὰ λάβωμεν γενικώτερα μέτρα, τὰ μέτρα δὲ ταῦτα ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξα· διότι, κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω ὅτι εἴμεθα σχεδὸν ἐν ἐπαναστάσει, ὅταν ἐπιτρέπωμεν νὰ παραλύωνται αἱ βουλευτικαὶ ἐργασίαι ἐκ τῆς ἰδιοτροπίας ἑνὸς μόνον Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ βεβαίως βασανιζόμεθα, τυραννούμεθα καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἡγεῖται τῆς βουλευτικῆς πλειονοψηφίας, ὅταν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα νὰ τρέχωσιν ὡς τρέχουσι σήμερον. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ ὑποβάλλομεν πρότασιν περὶ ἐνστάσεως μὴ ἀπαρτίας, ὑποβάλλομεν ὅμως καὶ ἄλλην πρότασιν, αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, περὶ τοῦ πενταώρου τῆς συζητήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦμεν, ὅπως ὦσι παρόντες οἱ Βουλευταὶ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ μὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν προσωπικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἰδιοτροπίαν τοῦ ἑκάστοτε Πρωθυπουργοῦ νὰ παραμένωμεν ἐνταῦθα 7, 8, 10, 16 ὥρας, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως τοῦ Σπάρταλη. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ περίστασις, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐπιβληθῇ τοῦτο, ἀλλὰ τότε θὰ ὑπάρξῃ εἰδικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καθ’ οὓς τρόπους προτείνομεν. Διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 εἶμαι ἐναντίος, διότι οὐδὲν θεραπεύει, ἐπίσης δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18, ὡς προτείνονται ὑπὸ τοῦ κ. Ζαΐμη.
§94ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλὰ πρὸ τῆς συζητήσεως τῶν ἄρθρων 17 καὶ 18 πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16 τῆς προτάσεως ὑμῶν καὶ τῶν συναδέλφων ὑμῶν, διότι αὕτη εἶναι αὐτοτελής· ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ ἄρθρου 15, οὐχὶ περὶ τοῦ ἄρθρου 16.
§95Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ὡμίλησε πρὸ μικροῦ, τώρα δὲ μεταβάλλει τὸ θέμα τῆς συζητήσεως.
§96ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὡμίλησα πρὶν περὶ τοῦ ἄρθρου 15 τῆς προτάσεως ὑμῶν, καὶ εἶπον, ὅτι εἶναι τροπολογία τοῦ ἐμοῦ ἄρθρου 17.
§97Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐρωτηθῇ πρὸ παντὸς περὶ τοῦ ἄρθρου 16. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει νῦν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 16. Ὁ Πρόεδρος κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων· συναινέσει δὲ τῆς Βουλῆς, τὸ τέλος αὐτῶν. Ἀπαγγέλλων δὲ τὸ τέλος, προσδιορίζει συγχρόνως, ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης. Ἡ ἡμερησία διάταξις ἐκτίθεται εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς.» Ἰδοὺ δὲ τίς ἡ ἡμετέρα ἐπ’ αὐτοῦ πρότασις (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, συναινέσει δὲ τῆς Βουλῆς, τὸ τέλος αὐτῶν, ἀφοῦ προηγουμένως, ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, προσδιορίσῃ τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης· ἀλλ’ ἐν τῇ τοῦ Σαββάτου ὡς πρῶτα θέματα συζητήσεως ἀναγράφονται αἱ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νόμων. Ἡ ἡμερησία διάταξις ἐκτίθεται εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς καὶ διανέμεται εἰς τὰς οἰκίας τῶν Βουλευτῶν τὸ βραδύτερον πρὸ τῆς μεσημβρίας.» Ὁ λόγος προφανὴς, ἵνα οἱ Βουλευταὶ λάβωσι γνῶσιν τῶν θεμάτων.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν;
§99ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§101ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσωμεν, τολμῶ εἰπεῖν ἐκ τῶν προτέρων, αὐτὴν τὴν τύχην τοῦ πολιτεύματος, νομίζω ὅτι ἀπαιτεῖται ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας διακοπὴ, ἵνα ἔλθωσι τοὐλάχιστον οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι, φαίνεται, μετέβησαν ἵνα γευθῶσι· διότι νὰ συζητῶμεν τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, τὰ περὶ ἀπαρτίας, περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου, καὶ νὰ μὴ ἦναι παρόντες...
§102ΜΑΝΕΣΗΣ. Δηλαδὴ λέγετε ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§103ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔκαμα ποτὲ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ βουλευτικοῦ μου βίου ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§105ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐχάρην μόλις ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, διότι ἤκουσα ἀμέσως τὴν δικαίωσιν μιᾶς χθεσινῆς παρατηρήσεώς μου. Παρετήρησα χθὲς, ὅτι προκειμένου νὰ συζητήσωμεν τὸ ὅλον τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἰσάγεται ἄνευ τοῦ τύπου νομοσχεδίου, δὲν ἔχει καὶ τὸ προσὸν ἐκεῖνο τῶν συνήθων νομοσχεδίων, τὸ στοιχεῖον τῆς ἀρχῆς, καὶ ὅτι αἱ τροπολογίαι αὗται πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσωσι μόνον ὡς ἀντικείμενα λεπτομερειῶν. Ἐὰν ἀφήσωμεν κατὰ μέρος πρὸς στιγμὴν τὸ τυχαῖον τοῦτο, ὅτι προκειμένου περὶ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς παρ’ ἡμῖν, τὸ Σύνταγμα ἀφῆκεν εἰς μίαν ἀνάγνωσιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, θὰ ἴδωμεν ὅτι κατ’ οὐσίαν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν νόμος ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ παρ’ ἡμῖν μάλιστα δικαίως δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησίς μου ἐκείνη βεβαίως δὲν ἐσχετίζετο μὲ ὅσα χθὲς συνεζητήσαμεν. Χθὲς εἴχομεν λεπτομερείας τινὰς, καὶ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἁρμόζουσιν εἰς τοὺς συνήθεις Κανονισμούς. Ἐπρόκειτο περὶ διευθετήσεως δευτερευουσῶν ἐργασιῶν καὶ λειτουργιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, περὶ τῆς ἐσωτερικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ὑπηρεσίας· εἴχομεν ζητήματα εὐκοσμίας, ἀλλὰ ζητήματα πάντοτε λεπτομερειῶν· ἀλλὰ μόλις ἠγγίσαμεν τὸ ἄρθρον 18 τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀμέσως ἐγένετο καταληπτὸν, τί θίγομεν. Ἐγένετο καταληπτὸν, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὰ οὐσιωδέστερα τοῦ Συντάγματος, θίγοντες τὰ περὶ ἀπαρτίας, τὰ περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ τὰ ἄλλα σχετικά. Καὶ ἰδοὺ ἀμέσως σήμερον ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνάδελφος ἠναγκάσθη νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιόν μας ὅλον τὸν Κανονισμὸν, ὡς πρὸς τὰς οὐσιώδεις διατάξεις αὐτοῦ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ κρίνητε περὶ ἑνὸς μέτρου ἐξ ἐκείνων, περὶ ὧν προνοοῦσιν αἱ τροπολογίαι, ἄνευ συνδυασμῶν πρὸς τὸ ὅλον σύστημα τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ ἦτο ματαιοπονία, ἀλλὰ καὶ ἀτέλεια ἐπικίνδυνος, ἐὰν ἠθέλετε νὰ συζητῆτε εἴτε περὶ ἀπαρτίας, εἴτε περὶ ἐλευθερίας λόγου, εἴτε περὶ χρόνου συνεδριάσεων καὶ διαρκείας αὐτῶν, χωρὶς νὰ συζητῆτε τὰ πάντα, ἐν συνδυασμῷ τινι σχετικῶν καὶ ἀλληλενδέτων δικαιωμάτων ἅμα καὶ περιορισμῶν. Τούτων ἕνεκα, Κύριοι, ἐὰν ἦναι πρότασις νομοθετικὴ κατ’ οὐσίαν, ἡ ὁποία πρὸ παντὸς θὰ συζητηθῇ κατὰ γενικάς τινας ἀρχὰς, εἶναι ἡ πρότασις τῶν συζητουμένων τροπολογιῶν ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς. Ταῦτα ἠναγκάσθην σήμερον νὰ προτάξω καὶ ὑπενθυμίσω, συναισθανθεὶς καὶ ἐγὼ, ὅτι θὰ μοὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξηγήσω περιληπτικώτερον τὰς ἰδέας μου ἄνευ γενικωτέρας τινὸς συζητήσεως, καὶ ὅτι ἄνευ αὐτῆς ἀδύνατον καὶ κατὰ βῆμα νὰ προβῶμεν ἐν σοβαρᾷ μελέτῃ καὶ συζητήσει τοῦ θέματος. Χθὲς ἀληθῶς συνεζητοῦμεν λεπτομερείας, καί τινας μάλιστα τοιαύτας, ὥστε μὰ τὴν ἀλήθειαν ἡ συνεδρίασις τῆς χθεσινῆς ἑσπέρας ὡμοίαζε πρὸς μίαν φιλικὴν ἑσπερίδα. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐκείνων τῶν χθεσινῶν νὰ ἐπιφέρῃ τις γενικήν τινα κατ’ ἀρχὴν παρατήρησιν, θὰ ἀνεγνώριζεν ὅτι εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἁβρότητος καὶ τῆς κοσμιότητος ἡμεῖς θέτομεν περιορισμοὺς, καυχώμενοι ἴσως, ὅτι προέβημεν εἰς τὸν πολιτισμὸν πολὺ περισσότερον ἢ ὅσον προέβησαν οἱ Ἄγγλοι, οἱ Γερμανοὶ, οἱ Ἀμερικανοί. Ἐκφράζεται βεβαίως εἰς τὰς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ πρόνοια περὶ οὐσιωδῶν, ἀλλ’ ἅς μοι ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐν πολλαῖς τῶν τροπολογιῶν του ἀποτυποῦται μᾶλλον ἡ σφραγὶς τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ ἀνατροφῆς. Βλέπετε, παραδείγματος χάριν, ὅτι λαμβάνεται ἤδη ῥητῶς ἡ πρόνοια περὶ τοῦ καθήκοντος τοῦ νὰ ὁμιλῶσι πάντες ὄρθιοι καὶ ἀσκεπεῖς. Οἱ Ἄγγλοι δὲν ἐθεώρησαν ὅτι τοῦτο εἶναι πάντοτε ἀναπόφευκτον, ἀπεναντίας ἀποδέχονται, ὅτι καὶ κεκαλυμμένην ἔχων τὴν κεφαλὴν καὶ καθήμενος δύναταί τις νὰ ἀγορεύσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀδυναμία τις σωματική.......
§106ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀπόδειξις ὁ κ. Ρικάκης.
§107ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. .. Καὶ πιστεύω — καὶ εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑπόμνησιν ταύτην — ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν Βουλευτήριον δὲν ἔχει τὰ ῥεύματα ἀέρος τὰ ἐκ τῶν ἄνω κατερχόμενα πρὸς τὰ κάτω. Καὶ ἐν Ἀμερικῇ τηρεῖται ἐπίσης, ὅτι δύναται νὰ ζητήσῃ τις, καὶ ἂν συγκατανεύσῃ τὸ Σῶμα, νὰ ὁμιλήσῃ μὲ κεκαλυμμένην τὴν κεφαλὴν καὶ καθήμενος. Ἀλλ’ ἐὰν περὶ ταῦτα ἐπιδεικνυώμεθα τόσον λεπτολόγοι καὶ αὐστηροὶ, τίνα ἆρά γε περὶ τὰ οὐσιώδη καὶ μεγάλα ἐλευθερίαν δὲν ἀφήσαμεν ἀπεριόριστον; Ἐλευθερία λόγου παρ’ ἡμῖν ἀπόλυτος καὶ δικαίωμα ἀμφισβητήσεως τῆς ἀπαρτίας, καὶ συγχρόνως ἀφ’ ἑτέρου ἀπεριόριστος καὶ ἡ διάρκεια τῶν συνεδριάσεων καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγορεύειν ἀτελευτήτως ἐπὶ τῶν ὅλως ἐπουσιωδῶν καὶ μικρῶν καὶ ἀσημάντων! Οὐδὲ ἐνθυμούμεθα κἂν περὶ τὰ τοιαῦτα τὴν κλεψύδραν τῶν προγόνων μας! Ἀλλ’ ἀνυπομονοῦμεν καὶ δυσφοροῦμεν ἐπὶ τῇ εὐρείᾳ συζητήσει ἀκριβῶς, ὅταν πρόκειται νὰ θέσωμεν διὰ τὸ μέλλον τέρμα εἰς τὴν κατάχρησιν, νομοθετοῦντες ἐναντίον ἡμῶν αὐτῶν. Τούτων ἕνεκα εὐλόγως ἀναγκάζονται νὰ θέσωσιν ἕνα, οὕτως εἰπεῖν, ὑλικὸν περιορισμὸν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, προσδιορίσαντες ἐν ταῖς τροπολογίαις αὑτῶν εἰς 5 ὥρας τὴν διάρκειαν τῶν συνεδριάσεων. Τὸ μόνον, ὅπερ κυρίως ἔχω νὰ παρατηρήσω εἰς τοῦτο, εἶναι νὰ παρακαλέσω τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν, τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βόλου συνάδελφον, νὰ μὴ ζητήσῃ εἰς τὴν διανομὴν τῶν ὡρῶν τὴν μερίδα τοῦ λέοντος (ἱλαρότης).
§108ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ οὔτε ὑμεῖς.
§109ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ δὲν ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν εἰς ἐπερωτήσεις, ὡς εἶπε περὶ ἑαυτοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἐκεῖνο τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον οὕτως οἰκονομῶ, δὲν ἐννοῶ νὰ τὸ χαρίσω εἰς ἄλλους, ὅταν πρόκειται περὶ θεμάτων, ἐκ τῆς προσηκούσης μελέτης καὶ λύσεως τῶν ὁποίων ἐπηρεάζεται προφανῶς ἡ παρ’ ἡμῖν λειτουργία καὶ ἴσως αὐτὴ ἡ τύχη τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν περιεστρεφόμεθα εἰς ἀντικείμενα εὐκοσμίας καὶ ἄλλων ἐπουσιωδῶν λεπτομερειῶν, προκαλούμενοι ὑπὸ τῶν προτάσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, σήμερον ὑπενθυμιζόμεθα ὄχι πλέον τόσον τὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ προκαλούμενοι ἐπίσης παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὑπενθυμιζόμεθα πρὸ παντὸς λόγους τινάς, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τῆς θέσεως αὑτοῦ ἐξήγγειλε πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν ἐπίσημον, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἀνεβίβαζεν αὐτὸν αὖθις εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν προσφωνήσει αὑτοῦ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ κυβερνηθῇ κοινοβουλευτικῶς, διότι αὐτὸ ἐπιθυμεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός! Μὴ ἆρά γε εἶπε τοῦτο ἄνευ τινὸς ἀφορμῆς; μὴ ἔῤῥιψεν ἰδέαν ἄσκοπον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀντιλέγων; μήπως ἔλεγε ταῦτα ἔκ τινος ἐνθουσιασμοῦ στιγμιαίου, ἔκ τινος σωβινισμοῦ κοινοβουλευτικοῦ (chauvinisme), ἢ τὰ εἶπεν ἀγνοῶν τὴν σχετικὴν μόνον ἀξίαν καὶ τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔχουν τὰ πολιτεύματα ἐν γένει καὶ αἱ λεγόμεναι πολιτικαὶ ἐλευθερίαι; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, πολιτευτὴς κατ’ ἐξοχὴν νήφων, εἶναι ἀδύνατον, πιστεύω, νὰ ἀγνοῇ, ὅτι τὰ πολιτεύματα σχετικὴν ἔχουσιν ἀξίαν καὶ ὅτι αἱ λεγόμεναι πολιτικαὶ ἐλευθερίαι δὲν εἶναι δικαιώματα ἀπόλυτα, οὐδὲ ὁ τελικὸς Πολιτείας τινὸς σκοπός. Ὁ Ἑλληνικὸς ὡς καὶ πᾶς ἕτερος λαὸς, πρὸ παντὸς θέλει νὰ κυβερνηθῇ καλῶς καὶ εὐκόσμως, πρὸ παντὸς δὲν θέλει νὰ ἐμπαίζηται μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἀπολαύει κοινοβουλευτικῶν ἐλευθεριῶν, ἐνόσῳ τοὐλάχιστον ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν ἀπολεύει μόνον ἀληθοῦς κακοδαιμονίας. Ἠγόρευον χθὲς, ἐκφραζόμενος ἀπολύτως περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου! Ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου δὲν εἶναι πολιτική τις ἐλευθερία, εἶναι κοινωνικὴ ἐλευθερία, εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ πνεύματος, ἡ ἐλευθερία τῆς ἀνθρωπότητος! Δὲν εἶναι ἐλευθερία σχετικὴ πρὸς τόπον καὶ χρόνον κἂν, ἢ πρὸς ὡρισμένον Κράτος. Ἀλλ’ αὐταὶ αἱ ἄλλαι πολιτικαὶ ἐλευθερίαι, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἶναί τι πάντοτε σχετικόν. Ἄν αἱ κυρίως λεγόμεναι πολιτικαὶ ἐλευθερίαι ἀποδειχθῶσί ποτε ὡς συντελοῦσαι ἀνεπανορθώτως πλέον εἰς τὴν κακοδαιμονίαν, ἆ! τότε βεβαίως οὐδεὶς λαὸς, οὔτε ὁ Ἑλληνικὸς, δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι αὐταὶ ἀποτελοῦσι τὸν καταναγκαστικὸν, οὕτως εἰπεῖν, τελικὸν σκοπὸν τοῦ βίου του. Καὶ εἶναι ἀξιοπαρατήρητον, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ τῶν λόγων αὑτοῦ ἐκείνων ὑπεμίμνησκεν ἀληθῶς ὅ,τι εἶπεν ἄλλοτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὄχι μὲν διὰ τοῦ στόματος καὶ τῶν λόγων τοῦ τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ, τὸ σπουδαιότερον, δι’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐκλογῆς αὑτοῦ. Ἦτο κατὰ σύμπτωσιν ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἐκλογὴ προσώπου φέροντος τὸ αὐτὸ ὄνομα, διότι ἦτο ἐκλογὴ τοῦ ἀειμνήστου πατρὸς τοῦ σημερινοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Εἶπε τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκ προοιμίων εἰς τὸν τόσον φιλόπατριν κεῖνον, ἀλλὰ βαρύκοον δυστυχῶς ἡγεμόνα, ὅτι ἐννοεῖ νὰ κυβερνηθῇ κοινοβουλευτικῶς, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξέφρασεν ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη, ὑπῆρξεν ὁ προάγγελος τῆς Μεταπολιτεύσεως τοῦ 1862! Καὶ ἐπιλαμβανόμενος τοῦ θέματος μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς τύχης τοῦ Συντάγματος, καὶ θεωρῶν ὅτι ὑπάρχουσιν ἀρχαὶ, ὑπὸ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀναγκάζομαι, βλέπετε, ἤδη νὰ ἀρχίσω, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ὁρμώμενος ἀπὸ τῆς ἐκφράσεως ἐκείνης τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὑπῆρξε βεβαίως, Κύριοι, ἐν τῇ Μεταποτιλεύσει τοῦ 1862 πνεῦμά τι γενικὸν, ὅπερ ἐνέπνευσεν αὐτήν. Καὶ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, δεσπόσαν ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ πολιτεύματος, μετεδόθη καὶ εἰς τὸν συναφῆ Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, τὸν ψηφισθέντα ἀμέσως καὶ πολὺ ἐγγὺς τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Τοιουτοτρόπως, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ἐὰν ὑπῆρξαν, καὶ ὁποῖα, τὰ ἐλαττωματικὰ καὶ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ, πρέπει ἴσως πρὸ παντὸς νὰ ἀναμνησθῶμεν ὑπὸ ποῖον πνεῦμα ἐγένετο ἡ Μεταπολίτευσις ἐκείνη τοῦ 1862. Ἡ Μεταπολίτευσις ἐγένετο ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀνακηρύξεως ἐλευθεριῶν κοινοβουλευτικῶν. Ἀπὸ τοῦ 1844 μέχρι τοῦ 1862, ἐν τῇ πάλη, ἡ ὁποία ὑπάρχει παντοῦ, ὅπου ὑπάρχει Σύνταγμα, ἐν τῇ πάλη μεταξὺ νομοτελεστικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ μία ἐξουσία παρέστη τότε ἐπικρατοῦσα, ἡ ἐξουσία ἡ ἐκτελεστικὴ, ἡ Βασιλεία. Ἡ Μεταπολίτευσις ἐγένετο ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ νὰ δοθῇ πᾶσα δύναμις εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα αὐτὸ, εἰσδῦσαν καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς νόμους τοὺς σχετικοὺς πρὸς αὐτὸ, εἶχε φθάσει εἰς ὑπερβολὰς, καὶ, ἀκριβέστερον εἰπεῖν, μονομερῶς ἀπησχόλησε πρὸς τὰς γενικότητας τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Μεταπολιτεύσεως ἐκείνης. Ἡ Μεταπολίτευσις τοῦ 1862 δὲν ἐνησχολήθη εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτικῶν πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις. Δικαιώματα ἀπ’ ἐδῶ, δικαιώματα ἀπ’ ἐκεῖ, πολιτικαὶ ἐλευθερίαι παντοῦ, ἀπεριόριστοι! Τοῦτο μοὶ ὑπενθυμίζει συνδιάλεξίν τινα τοῦ μεγάλου Βίσμαρκ πρός τινα Γάλλον δημοσιογράφον. Ὁ Γάλλος δημοσιογράφος ὑπέμνησε τῷ Βίσμαρκ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, καὶ ἔλεγε πρὸς τὸν μέγαν τῆς Γερμανίας Καγγελάριον, ὅτι ἡ ἀνθρωπότης ὀφείλει εἰς τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν εὐγνωμοσύνην, διότι αὕτη ἀνέγραψε τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλ’ ὁ Βίσμαρκ ἀμέσως· «ἰδοὺ, εἶπεν, ἀκριβῶς τὸ σφάλμα τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως· ἀνέγραψε μόνον δικαιώματα, οὐχὶ δὲ παραλλήλως καὶ καθήκοντα. Ἡμεῖς, προσέθηκεν, ἀσχολούμεθα μᾶλλον εἰς τὴν ἀναγραφὴν καθηκόντων.» Τούτων ἕνεκα ἴσως ὁ παρατηρῶν εἰς τὴν Μεταπολίτευσιν τοῦ 1862, ἡ ὁποία ὑπὸ τόσον διαφόρους χρόνους καὶ περιστάσεις καὶ, οὕτως εἰπεῖν, κατ’ ἀναχρονισμὸν παράδοξον παρίσταται φέρουσά τινα χαρακτηριστικὰ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ὡσεὶ ὀψιγενής τις κόρη αὐτῆς, βλέπει καὶ ὀνομασίας κομμάτων παραλαμβανομένας ἐκ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, καὶ φράσεις ἀκόμη ἀγορεύσεων, ἀντλουμένας ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ῥητόρων τῶν συνελεύσεων ἐκείνων! Τὸ Σύνταγμα βεβαίως τῆς Μεταπολιτεύσεως οὐδὲ πρὸς συμπλήρωσίν τινα δυνάμεθα πλέον νὰ τὸ θίξωμεν. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὅπου ἐπίσης βλέπει τις τὸ μονομερὲς πνεῦμα ἐκεῖνο τῆς Μεταπολιτεύσεως τοῦ 1862. Ἐλευθερία τοῦ λόγου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀπόλυτος, πρότασις περὶ ἀπαρτίας ἀπεριόριστος, συνεδριάσεις καὶ ἐργασίαι καὶ ἐξουσίαι κοινοβουλευτικαὶ ἀτελεύτητοι, ὅσον καὶ ἀπεριόριστοι. Ἡ μόνη περιστολὴ τῆς καταχρήσεως τῶν δικαιωμάτων δὲν εἶναι οἱ περιορισμοὶ, οἱ ὁποῖοι τυχὸν τίθενται, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ τίθενται ἐν ἀμέσῳ συναφείᾳ πρὸς τὰς ἐλευθερίας, ἀλλ’ αἱ ἀντεκδικήσεις! Εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ἐπίσης ἀπόλυτον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἄλλου σταδίου φέρει ὁ ἕτερος, ὥστε, ἂν γίνεται λόγου χάριν κατάχρησις τῶν δικαιωμάτων τῆς πλειοψηφίας, ἡ μειοψηφία προσφεύγει εἰς τὴν κατάχρησιν ἄλλου δικαιώματος, ἀνήκοντος αὐτῇ, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπαναπαυόμεθα, ἀναπνέοντες ἀμοιβαίαν, εἴτε ἐκ περιτροπῆς εἴτε καὶ σύγχρονον, κατατυράννησιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ Κανονισμὸς, ὁ ὁποῖος μᾶς διέπει! Ἡ πλειοψηφία δύναται διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ μὲ κρατῇ μέχρι τῆς πρωΐας, νὰ συζητῇ μέχρι τῆς πρωΐας, νὰ εἰσάγῃ ἐν συναρπαγῇ οἱαδήποτε νομοσχέδια θέλει· ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁρίζει, τῇ ἐπινεύσει δῆθεν τοῦ Σώματος, τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως θέλῃ αὐτὸς καὶ ὁ ἑκάστοτε Πρωθυπουργὸς, ὁ Βουλευτὴς δὲν λαμβάνει ἐγκαίρως γνῶσιν πῶς μετεῤῥυθμίσθη ἡ ἡμερησία διάταξις, ἂν ἔχῃ παράπονον ἡ μειοψηφία ἀποφαίνεται πάλιν ἀπεριορίστως ἡ πλειοψηφία, τὴν συνεδρίασιν τὴν κρατεῖ ὅσον θέλει, περιορισμὸς κανεὶς δὲν ὑπάρχει. Τί νὰ πράξῃ ἡ μειοψηφία; Προτείνει καὶ αὐτὴ ἐνστάσεις περὶ ἀπαρτίας. Αὐτὸ καὶ ἡ κωλυσιεργία εἶναι τὰ μόνα καταφύγια. Καθιερώσαμεν λοιπὸν τὴν κοινοβουλευτικὴν αὐτοδικίαν, τὴν ἀντεκδίκησιν, τὴν ἀναρχίαν! Καὶ ἐξωκειώθημεν πλέον πρὸς τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἀναπνέοντες ἐπὶ τόσα ἤδη ἔτη τὴν ἀτμόσφαιραν ταύτην! Ἀλλ’ ἂν ἀνανήψωμεν ὀλίγον, θὰ αἰσθανθῶμεν βεβαίως, ὅτι τὸ γινόμενον καθημερινῶς δὲν εἶναι, εἰμὴ διακωμῴδησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἂς εἰσέλθωμεν καὶ εἴς τινα τῶν καθέκαστα. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὑποβαλόντες τὸ σύστημα τῶν ὑπὸ συζήτησιν τροπολογιῶν, συνεδύασαν κατ’ ἀνάγκην τὰς διαφόρους διατάξεις καὶ τὰς διαφόρους προτάσεις αὐτῶν, διότι ἐπὶ μιᾶς καὶ μόνης δὲν δύνασθε ν’ ἀποφανθῆτε κατ’ ἰδίαν. Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τοῦ ἄρθρου 18. Ἐθίχθη τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, ἐθίχθη τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως, ἐθίχθη τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου τῶν συνεδριάσεων, συνεζητήθησαν ὅλα ταῦτα, καὶ κατ’ ἀνάγκην συζητοῦνται ἐκ προοιμίων ὅλα ἀλληλενδέτως· τὸ ζήτημα τῶν ποινῶν ἐπίσης. Βεβαίως πρακτικώτατον εἶναι ἐν πρώτοις ὅ,τι ὁ Πρόεδρος ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 18, δηλαδὴ ἡ τροπολογία περὶ ἐγγραφῆς τῶν Βουλευτῶν διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Τοῦτο κανονίζεται ἐν τῷ Βελγικῷ Κανονισμῷ ἐν τῷ ἄρθρῳ 13. Τὸ θεωρῶ πρακτικώτατον, τὸ θεωρῶ φέρον οἰκονομίαν χρόνου, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς τὴν αἴθουσαν παρατηρεῖ τὸν κατάλογον, βλέπει τὰς ὑπογραφὰς, δύναται μάλιστα νὰ ᾖναι καὶ ἡ ἀρίθμησις ἑτοίμη καὶ δύναται νὰ ᾖναι πλήρης μέχρι τοῦ σημείου, ὅπου καταρτίζεται ἡ ἀπαρτία, ὅπου κηρύττει τὴν ἀπαρτίαν. Ἀλλὰ θεωρῶ ἐπίσης πρακτικὸν, στηριζόμενον δὲ εἰς τὸν αὐτὸν Βελγικὸν Κανονισμὸν, τὸ παρατηρηθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι πρέπει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ καταλαμβάνῃ ἡμίσειαν ὥραν πρὸ τῆς συνεδριάσεως τὴν θέσιν του.
§110ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ ἔχω ἀναγράψει.
§111ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω δὲ ὅτι εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀντιγράψωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἄρθρον τοῦ Βελγικοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ὃ ἐγγράφονται οἱ Βουλευταὶ εἰς τὸν κατάλογον, κατόπιν ὁ Πρόεδρος, παρατηρῶν τὸν κατάλογον, δὲν καλεῖ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἅπαντας, ἀλλὰ τοὺς μὴ ἐγγεγραμμένους, ὅσους τυχὸν βλέπει ἐμφανισθέντας· νέα κλῆσις δὲν γίνεται, κατόπιν δὲ, πρὸ τοῦ πέρατος τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, καλεῖ τοὺς μὴ τυχὸν ἀποκριθέντας ν’ ἀπαντήσωσι, καὶ τοὺς προσκαλεῖ νὰ ἐγγράψωσι τὰ ὀνόματά των. Ὑπάρχει τοιουτοτρόπως μία σύντομος διαδικασία, ἡ ὁποία καὶ πλήρεις ἐγγυήσεις παρέχει καὶ οἰκονομίαν χρόνου φέρει. Ἀλλὰ μόλις ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν λεπτομέρειαν αὐτῶν τῶν τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ἐρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τὸ μέγα τῆς περαιτέρω ἀπαρτίας, καὶ ἐδῶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι συζητοῦμεν τὴν τύχην τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ βεβαίως τὴν τύχην τοῦ Συντάγματος δὲν θὰ τὴν συζητήσωμεν ἐκ συναρπαγῆς. Τὰ πλεῖστα τῶν πολιτευμάτων οὐδὲ κἂν ἀξιοῦσι νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία κατὰ τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς ἐθεσπίσθη νὰ ᾖναι ἡ ἀπαρτία διαρκής. Καὶ θέλομεν ἤδη ν’ ἀναγνωρίσωμεν καὶ ῥητότερον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προτείνῃ εἷς Βουλευτὴς, ὁσάκις θέλῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Νομίζω ὅτι, ἐὰν πλέον, μεθ’ ὅτα πολλάκις ἐγένοντο καταχρηστικῶς, ἐὰν, ἐπιλαμβανόμενοι τοῦ θέματος, ἀνακηρύξωμεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, οὐδὲν ἄλλο θὰ πράξωμεν ἢ νὰ δώσωμεν νέαν ὤθησιν καὶ νέον θάῤῥος εἰς τὴν κατάχρησιν αὐτοῦ, καὶ ἐὰν δώσητε νέον θάῤῥος καὶ νέαν ὤθησιν εἰς τὴν κατάχρησιν, ἔστω καὶ μόνον αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, ἐπιτραπήτω μοι νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἀποφανθῆτε περὶ καταργήσεως τοῦ Συντάγματος. Καὶ αὐτὸ, τὸ τόσον ἐπικίνδυνον δικαίωμα ἑνὸς καὶ μόνου Βουλευτοῦ, καταντᾷ συνηθέστατον καὶ σχεδὸν κανονικῶς καὶ καθ’ ἑκάστην. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν κατάχρησις ὀλεθρία καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ μόνον μέσον ἀμύνης! Καθήμενοι ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους ἐν τῷ πεδίῳ τῶν ἐπερωτήσεων, πρὸς τὸ ὁποῖον φαινόμεθα πολὺ ἀνεκτικοὶ, διὰ νὰ εἴπωμεν ἕκαστος ὅ,τι θέλῃ, ὅ,τι φθάσῃ, κατόπιν δ’ ἐρχόμενοι εἰς τὸ νὰ νομοθετήσωμεν, νομοθετοῦμεν δῆθεν, μένοντες πολλάκις 10 εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν οὐδὲ περὶ τίνος πρόκειται, φορτώνοντες εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ λαοῦ νομοθετήματα ἐπὶ νομοθετημάτων, ἕως οὗ εὑρεθῇ κανεὶς ἐξ εὐσπλαχνίας πλέον νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· διότι καταντᾷ καὶ τοῦτο, ὡς ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς ἐν τῷ Κανονισμῷ, καταντᾷ καὶ τοῦτο πλέον σεβαστὸν δικαίωμα! διότι ἄλλως πῶς θὰ ἀμυνθῇ ἡ μειοψηφία, ὅταν ἐξ ἀντιθέτου ἀπεριόριστα ἀφήνωμεν τὰ δικαιώματα τῆς πλειοψηφίας; Ὅταν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ σας οὐδαμῶς ῥυθμίζητε ἢ περιορίζητε τὴν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν αὐθαίρετον θέλησιν τῆς πλειοψηφίας, ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν δύνασθε ἀκινδύνως νὰ περιορίσητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τῆς περὶ ἀπαρτίας ἐνστάσεως, τὸ ὁποῖον καταντᾷ ἡ μόνη πλέον παρηγορία καὶ προσφυγή. Ὑποθέσατε ὅτι μία Κυβέρνησις, καταχρωμένη τῆς ἀριθμητικῆς αὐτῆς δυνάμεως, παραμένει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ψηφίζει νομοσχέδια, καὶ εὑρίσκονται μόνον δέκα παρόντες Βουλευταὶ, ὄχι διότι οἱ ἄλλοι δὲν θέλουν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ διότι ὑπόκεινται εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν· ἀποχωροῦν λοιπὸν, καὶ ἐνῷ ἀποχωροῦν οἱ πάντες καὶ μένουν μόνον 10, δύνανται νὰ ψηφισθοῦν ἐν μιᾷ νυκτὶ ἄπειροι νόμοι! Ποῖον καταφύγιον τότε θὰ ὑπάρχῃ κατὰ τοιαύτης καταχρήσεως; τὸ καταφύγιον ἄλλης ἀντιθέτου καταχρήσεως, ἵνα μὴ ἐπιτραπῇ τὸ κανονικῶς ἐν τοιαύταις ὥραις γινόμενον, τὸ νὰ συναθροίζωνται διὰ τὴν ἀπαρτίαν, καὶ αὐτοστιγμεὶ νὰ φεύγωσιν, ἵνα πάλιν συναθροισθῶσιν. Ἀρκεῖ νὰ εὑρίσκηται εἷς μόνον Βουλευτὴς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἀντέχων καὶ ἐγκαρτερῶν, ἵνα προτείνῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὴν ἔνστασιν τῆς μὴ ἀπαρτίας. Ἰδοὺ ὅτι ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικῶς ἐκ τῆς κρίσεως, ἐκ τῆς θελήσεως αὐτοῦ, τίποτε ὀλιγώτερον, παρὰ ἡ τύχη τοῦ τόπου, ἡ πραγματοποίησις ἢ ἡ ἐκμηδένισις καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ πασῶν τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς εὐσυνειδησίας ἢ τῆς κρίσεως ἑνὸς μόνου Βουλευτοῦ, πότε εἶναι περίπτωσις ἀμύνης πρὸς ἐκμηδένισιν τῆς θελήσεως καὶ τῆς μεγίστης τῶν πλειοψηφιῶν! Λοιπὸν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν πολίτευμα λειτουργοῦν, ὅταν ἔχωμεν τὴν τοιαύτην κατάχρησιν δικαιωμάτων, δικαιωμάτων ἀπ’ ἐδῶ, δικαιωμάτων καὶ ἀπ’ ἐκεῖ; Προκαλεῖ λοιπὸν ἀμέσως αὐτὸ καὶ μόνον τὸ ζήτημα, προκαλεῖ μεγάλας σκέψεις. Ἡ δυσκολία ἡ ἐκ τοῦ Συντάγματος πρὸς περιστολὴν τῆς αὐθαιρέτου καὶ ἐπικινδύνου κρίσεως τοῦ ἑνός, οὐδαμοῦ ὑφίσταται, καὶ λίαν εὐστόχως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ προαγορεύσας, ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρ. 59 τοῦ Κανονισμοῦ. Τί λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ; Τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς ἐπαναλαμβάνουν αὐτολεξεὶ μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, (καὶ τοῦτο τὸ ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν ἐκ Θήρας ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι ἐθεώρει παράδοξον χθές, ὅτι ἐπαναλαμβάνεται διάταξις συνταγματικὴ εἰς τὸν Κανονισμὸν,) τὸ Σύνταγμα, λέγω, καὶ ὁ Κανονισμὸς διατάσσουσιν, ἵνα διὰ τῆς πλειοψηφίας ψηφίζωνται οἱ νόμοι· ἀλλ’ ἡ παρουσία τῶν πλειόνων εἶναι ἓν πραγματικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν πράγματι, καὶ ἐν τούτοις μένει εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ κρίνῃ, προκειμένου περὶ ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἐψηφοφόρησαν οἱ πλειότεροι· καὶ δὲν δύναται εἷς Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ (ἐκεῖ ὅπου πρόκειται περὶ ψηφίσεως νόμου πλέον) δὲν δύναται εἷς Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Πρόεδρον: «ὄχι, κ. Πρόεδρε, κακῶς ἀντελήφθητε ὅτι ἀνέστησαν οἱ πλειότεροι· ἀνέστησαν οἱ ὀλιγώτεροι»! Ὁ Κανονισμὸς δὲν τὸ ἐπιτρέπει, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ νὰ ὑπάρχωσι 15, ἵνα ζητήσωσι τὴν ἀληθῆ βεβαίωσιν τῆς ἀπαρτίας ἐν αὐτῇ τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου. Πῶς λοιπὸν ἀμφιβάλλετε, ἂν διὰ τὴν αἴτησιν περὶ ἀπαρτίας ἐν τῇ συζητήσει δύναται νὰ ἐπιβληθῇ περιορισμός, ἀφοῦ δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ἀμφιβολίαν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀμφισβητήσεως τῆς ἀντιλήψεως τοῦ Προέδρου ἐν τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχωσι 15 οἱ προτείνοντες τὴν τὴν βεβαίωσιν τῆς πλειοψηφίας; Πρέπει, Κύριοι, ἐν γένει καὶ πρὸ παντὸς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ Συντάγματα ἐν γένει, ἀναγράφοντα δικαιώματα, τοῦτο μόνον ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ σεβασθῇ τὴν ἀρχήν, ἀλλὰ τὴν περαιτέρω διακανόνισιν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἀρχῆς τὴν ἀφήνουν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τὸ Σύνταγμα λ. χ. σᾶς λέγει ὅτι «ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἀπαραβίαστος», καὶ ὅμως οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι γίνονται περὶ ἰδιοκτησίας, περιέχουν περιορισμοὺς τῆς ἰδιοκτησίας· τὸ Σύνταγμα σᾶς λέγει «ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος», ἀλλὰ οἱ νόμοι οἱ σχετικοὶ περιέχουν περιορισμοὺς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Καὶ ἰδοὺ διατὶ δημοσιολόγος διαπρεπής, νομίζω ὁ Berriat Saint-Prix, παρατηρεῖ ὅτι τῷ ὄντι θεωρίαι ἁπλαῖ καταντοῦν εἰς τὰ Συντάγματα αἱ ἀναγραφαὶ τῶν τοιούτων δικαιωμάτων. Οὕτω τὸ Σύνταγμα ἀνακηρύττει τὴν ἀρχήν, ὅτι πρέπει ἐν τῇ Βουλῇ οἱ πλείονες νὰ παρευρίσκωνται. Μήπως πρόκειται νὰ παραβιάσωμεν τὸν σεβασμὸν τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τὴν ἀνακηρυσσομένην ἀρχήν; Ἀλλ’ ἔχει μίαν ἄλλην ἀρχὴν πᾶν Σύνταγμα, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ διατυπωθῇ εἰς ἄρθρον, τὴν ἀρχὴν ὅτι δὲν σᾶς ἐπιτρέπει νὰ τὸ διακωμῳδήσητε, ἀλλ’ ἂν ἀναγνωρίσητε τὸ αὐθαίρετον δικαίωμα ἑνὸς Βουλευτοῦ νὰ ματαιώνῃ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, τότε βεβαίως τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψε τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοκαταδίκης, τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ τυραννηθῇ εἷς λαὸς ὁλόκληρος ἐκ τῆς θελήσεως ἑνὸς Βουλευτοῦ. Λοιπὸν οὔτε ὑπὸ ἔποψιν συνταγματικήν, οὔτε ὑπὸ ἔποψιν πρακτικήν, δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε τὸ σκόπιμον, τὸ λογικὸν τῆς τοιαύτης τροπολογίας, ὅτι ἀπαιτοῦνται πλείονες Βουλευταὶ ν’ ἀμφισβητήσουν τὴν ἐξακολούθησιν γεγονότος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τεκμαίρηται διαρκοῦν, ἀφοῦ ἅπαξ ἐβεβαιώθη. Ἡ ἀπόδειξις τοῦ ἐναντίου δὲν θεωρεῖται ὅτι σοβαρῶς προκαλεῖται, ὅταν δὲν ὑπάρχωσι 5 νὰ προκαλέσωσιν αὐτήν. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ τὸ περιορίσωμεν, ἄνευ συνδυασμοῦ πρὸς ὁλόκληρον σύστημα διατάξεων; Ὁμολογῶ ὅτι δὲν δυνάμεθα μεμονωμένως νὰ περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως τῆς μὴ ἀπαρτίας ἄνευ ἄλλων ἀντιστοίχων περιορισμῶν. Διστάζω καὶ ἐγὼ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, μὲ ὅλην τὴν ἀποστροφὴν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὴν κατάχρησιν ταύτην· διατί; διότι, ὅπως ὑπέμνησα, δύναται νὰ ἀποβῇ τὸ κακὸν τοῦτο τὸ μόνον ἀντιφάρμακον κατ’ ἄλλων κακῶν, καὶ ἡ μόνη, οὕτως εἰπεῖν, ἄμυνα. Καὶ ἰδοὺ τί ἀποτελεῖ τοὺς περιορισμοὺς καὶ τὰς ἐγγυήσεις παρ’ ἡμῖν. Πρέπει λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ τις ἀμέσως ἐξ ἀντιθέτου καὶ παραλλήλως περιορισμοῦ τοῦ χρόνου καὶ τῆς διαρκείας τῶν συνεδριάσεων, ἀλλὰ σκεπτόμενός τις περὶ τούτου, πάλιν ὀφείλει νὰ ᾖναι πρακτικὸς καὶ νὰ συλλογίζηται τὰ ἐνδεχόμενα. Ὁ χρόνος τῶν 5 ὡρῶν, τὸν ὁποῖον τέσσαρες συνάδελφοι προσδιορίζουσι, παρίσταται ἴσως ἀνεπαρκής. Φαντάσθητε μάλιστα, ἐὰν πρόκειται περὶ σοβαροῦ ζητήματος, ἐὰν πρόκειται μία συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἀφορᾷ εἰς μέτρα ἐπείγοντα, ἀφορῶντα εἰς τὴν τύχην τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου. Μετὰ 5 ὡρῶν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἴσως οὐδόλως δύναται νὰ ἀρκέσῃ, νὰ θεωρῆται ὅτι οἱ Βουλευταὶ δικαιοῦνται νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς οἰκίας των! Καὶ προνοοῦσι μὲν οἱ συνάδελφοι, λέγοντες ὅτι ἡ Βουλὴ σύμπασα δύναται ν’ ἀποφασίσῃ τὴν παράτασιν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ὑπερβολικόν. Βεβαίως τὰ ἀνθρώπινα εἶναι πάντοτε ἀτελῆ, ἀλλ’ ἡ ἐγγύησις τῆς ὁμοφωνίας συμπάσης τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπερβολικὴ ἀπαίτησις· δύναται νὰ εἴπῃ τις, νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἀποφασίσουν τὰ ⅔ τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ παρατείνηται ὁ χρόνος τῆς συνεδριάσεως ἐπὶ πλείονας, ὄχι τῶν 5 ὡρῶν, ἐπὶ πλείονας τῶν πλειοτέρων ὡρῶν, διότι πρέπει βεβαίως νὰ ὁρίσωμεν 6 ἢ 7 ὥρας κανονικὰς πρὸς ἐργασίαν, ἀλλ’ ἐργασίαν ἀληθῆ καὶ σοβαράν· δίκαιον δὲ εἶναι ν’ ἀποφαίνηται πλειοψηφία μεγάλη, ὄχι ἡ πλειοψηφία τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνός, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τῶν ⅔, διότι ὑποτίθεται τέλος πάντων, ὅτι, ἐὰν πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐπείγοντος ζητήματος καὶ ἀνάγκης τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν πλείονες τοῦ ἑνὸς τρίτου, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποφασίσουν ν’ ἀναχαιτίσουν τὴν ἐνέργειαν ἐκείνην τὴν ἀπαραίτητον, διότι ἄλλως ἀλλοίμονον, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι, δοθείσης μιᾶς ἐγγυήσεως τοιαύτης, δὲν προλαμβάνει αὕτη ὅσα τυχὸν ἀπειλοῦνται κακά! Τότε βεβαίως εἶναι περιτταὶ αἱ σκέψεις πλέον περὶ ἐγγυήσεων καὶ περὶ Κανονισμοῦ. Συζητῶν τις περὶ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται βεβαίως ν’ ἀμνημονῇ, ὅτι κυρίως τοὺς Κανονισμοὺς τοὺς ὁρίζει ὁ χαρακτὴρ, τοὺς ὁρίζουν τὰ προηγούμενα καὶ τὰ ἤθη. Δὲν δύναμαι, θίγων τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ μὴ ἀναμνησθῶ λόγων, τοὺς ὁποίους μέγας πολιτευτὴς Γερμανὸς, συζητουμένου Κανονισμοῦ, ἀκριβῶς, ἔλεγε πρὸς τὸ Γερμανικὸν Κοινοβούλιον, ὁ Windhorst. «Οἱοσδήποτε (ἔλεγε) Κανονισμὸς δὲν θ’ ἀξίζῃ παρ’ ὅ,τι ἀξίζει τὸ Κοινοβούλιον, παρ’ ὅ,τι ἀξίζει ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ. Ἐν ἄλλοις λόγοις, ἐκτίμησις καὶ ἀνοχὴ ἀμοιβαία ἐν τῷ νομοθετικῷ περιβόλῳ, εὐθύτης καὶ δεξιότης ἐν τῇ προεδρικῇ ἕδρᾳ, αὗται θὰ ᾖναι πάντοτε αἱ καλλίτεραι, ἂν οὐχὶ αἱ μόναι ἐγγυήσεις τῆς διατηρήσεως τῆς τάξεως καὶ εὐπρεπείας ἐν ταῖς συζητήσεσιν οἱουδήποτε Κοινοβουλίου· ἀλλὰ βεβαίως εἷς καλὸς Πρόεδρος θὰ ἐξασκήσῃ πάντοτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐπιῤῥοὴν ἐπιβάλλουσαν.» Καὶ προσθέτει κατωτέρω ἄλλα περὶ προσόντων τοῦ Προέδρου, τὰ ὁποῖα εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω. Ἀλλὰ ταῦτα βεβαίως προϋποθέτει ἡ ὕπαρξις ἑνὸς Κανονισμοῦ· διότι, ὁσονδήποτε λεπτομερῆ καὶ καὶ ἂν καταστήσωμεν τὸν Κανονισμὸν, πάντοτε θὰ μένωσι κενὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ῥυθμίζωσι τὰ ἔθιμα τὰ προηγούμενα, τὰ ἤθη τὰ πολιτικὰ, ἡ κοινὴ συνείδησις. Ταῦτα, μακρὰν τοῦ νὰ καθιστῶσι παρ’ ἡμῖν περιττοὺς τοὺς ἐκ τῶν προτέρων κανονισμοὺς ἐπὶ τῶν εὐπρονοήτων, δεικνύουσι τοὐναντίον, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην κανονισμοῦ ἀληθοῦς καὶ σοβαροῦ. Καὶ βεβαίως στηριζόμενοι καὶ εἰς τοῦτον, βαθμηδὸν θὰ πλάσωμεν προηγούμενα, θὰ πλάσωμεν πρὸ πάντων ἤθη πολιτικὰ, ἤθη κοινοβουλευτικά, καὶ χαρακτῆρα ὅσον τὸ δυνατὸν κατάλληλον· οὐδὲ λησμονῶ ὡς πρὸς τοῦτο ὅ,τι παρετήρει δημοσιολόγος, ὅτι πρὸς εὐδοκίμησιν τοῦ πολιτεύματος τοῦ Συνταγματικοῦ ἀπαιτεῖται καί τις ἰδιάζων χαρακτὴρ ἐθνικός· τὸν χαρακτῆρα τοῦτον, τὸν φλεγματικὸν χαρακτῆρα, τὸν ἰδιάζοντα, τὸν ἔχει ἡ φυλὴ ἡ Ἀγγλοσαξωνική, δυστυχῶς δὲν τὸν ἔχομεν ἡμεῖς. Ἐκεῖνοι πολιτεύονται συνταγματικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς, χωρὶς νὰ ἔχωσι κανένα σχεδὸν γραπτὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐὰν ἀπὸ Κράτος καὶ κοινωνίαν, οἵαν ἡ Ἑλλὰς, ἀφαιρέσητε τοὺς νόμους τοὺς γραπτοὺς, βεβαίως δὲν θὰ κατορθώσητε διὰ τῶν ἐθίμων νὰ πλάσητε Συντάγματα καὶ Κανονισμούς. Ἔχομεν, Κύριοι, καθιερωμένον ἐν τῷ Κανονισμῷ μας τὸ ἀπεριόριστον τῶν συζητήσεων καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Τὸ εὑρίσκεται εἰς κανὲν Κοινοβούλιον αὐτό; Παντοῦ ἔχουν ἀναγεγραμμένην τὴν περάτωσιν τῆς συζητήσεως δι’ ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας· ἡμεῖς μόνον ἐδῶ δὲν τὸ ἔχομεν ἀναγεγραμμένον τοῦτο. Οἱ Ἄγγλοι, οἱ Γερμανοὶ, οἱ Βέλγοι, οἱ Ἀμερικανοὶ, ἔχουσι τὴν περάτωσιν τῆς συζητήσεως, μέ τινας ἐγγυήσεις, ἐὰν προτείνωσι 30, παραδείγματος χάριν, ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ 20. Παρ’ ἡμῖν, ἐπειδὴ πρὸ τῆς Μεταπολιτεύσεως τοῦ 1862 εἶχε γείνῃ κατάχρησις τοῦ περιορισμοῦ τοῦ πολυθρυλήτου «ἐφωτίσθημεν», ἡ Μεταπολίτευσις, μὴ σκεφθεῖσα περὶ ἀντιθέτου καταχρήσεως, εἰσήγαγε καὶ ἐδῶ τὸ ἀπεριόριστον ὑπὸ τὸ αὐτὸ πάντοτε πνεῦμα, ἐκεῖνο ὅπερ προηγουμένως ἀνέφερα.
§112ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τί θὰ προτείνουν;
§113ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πολυθρύλητον «ἐφωτίσθημεν» (la clôture), τὸ πέρας τῆς συζητήσεως! Πρέπει νὰ περατώσω τὸν λόγον, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον θὰ ἤμεθα πάλιν ἠναγκασμένοι ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου νὰ λαμβάνωμεν καὶ λεπτομερέστερον τὸν λόγον· ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦτο ματαιοπονία, ἂν δὲν σχηματίσωμεν ἐν τῇ διανοίᾳ ἡμῶν σύστημα διατάξεων ἀλληλενδέτων. Τοῦτο εἶπον καὶ προχθὲς καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ἀνάγκη μιᾶς συναρμολογήσεως τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων, στελλομένων εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην της. Καὶ λέγων, Κύριοι, πάντα ταῦτα, δὲν θέλω νὰ ἰδεολογῶ περὶ Κανονισμῶν καὶ Συνταγμάτων καὶ ἐλευθεριῶν. Τὰ Συντάγματα καὶ οἱ Κανονισμοὶ ἔχουσι σχετικὴν ἀξίαν, ἡ ὁποία ματαιοῦται, ὅταν γίνεται τοιαύτη κατάχρησις· καὶ ἂν ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἄλλο τι μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐκπληρωθῶσι καὶ τῆς Πολιτείας γενικῶς οἱ σκοποὶ, καὶ οἱ πόθοι τοῦ ἔθνους τοῦ Ἑλληνικοῦ, καὶ αἱ ἱεραὶ ὑποχρεώσεις τῆς ἐλευθέρας ταύτης γωνίας, τὸ κατ’ ἐμὲ, ἠδυνάμεθα νὰ παραιτήσωμεν καὶ Συντάγματα καὶ Κανονισμούς. Σύῤῥαξις κομμάτων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐγένετο ἄλλοτε ἐν Γερμανίᾳ ἀκριβῶς ἐπὶ ζητήματος κανονισμοῦ μεταξὺ τοῦ Βίσμαρκ καὶ τῆς πλειοψηφούσης Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλ’ ὄπισθεν τῶν συγκρούσεων ἐκείνων ὁποῖα σχέδια παρεσκευάζοντο! Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεκλήθη εἰς τὴν τάξιν, καὶ ἐγεννήθη ζήτημα ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, ἂν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀνακαλῆται εἰς τὴν τάξιν· καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς διεμαρτυρήθη κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ κατῆλθεν ὁ Αὐτοκράτωρ εἰς τὴν πάλην, μὲ διαγγέλματα ἐπὶ ζητήματος Κανονισμοῦ καὶ ἑρμηνείας αὐτοῦ. Τότε ὁ Βίσμαρκ, ὁ ὁποῖος δὲν συνείθιζε νὰ ὑποκρίνηται, ὁποῖά τινα ἔλεγε πρὸς τὴν Πρωσσικὴν Βουλήν; «Ὅταν, ἔλεγε, συλλάβωμεν τὴν γνώμην νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον, θὰ τὸ πράξωμεν μετὰ ἢ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς σας». Καὶ κατόπιν προσέθετεν: «Ἡ Γερμανικὴ δυναστεία δὲν ἐξεπλήρωσεν εἰσέτι τὸν προορισμόν της, καὶ μέχρις ὅτου ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν της, δὲν θὰ δεχθῇ νὰ ἦναι μάταιον κόσμημα εἰς τὰ Συντάγματα καὶ τοὺς Κανονισμούς σας». Φέρετέ μοι τοιαύτην γλῶσσαν Κυβερνήσεως Ἑλληνικῆς, καὶ εὐχαρίστως σᾶς χαρίζω καὶ Κανονισμοὺς καὶ Συντάγματα. Ἀλλὰ εὑρισκόμεθα ἆρά γε ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ὡμίλει ὁ μέγας Καγγελάριος τῆς Γερμανίας; Ὅταν κατὰ σύμπτωσιν ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος συνάδελφος, κρατῶν διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς τροπολογίας περὶ Κανονισμοῦ, ἐκράτει διὰ τῆς ἑτέρας ἐπερώτησιν περὶ Κρήτης, ἠδυνάμην νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν παρεμφερεῖς πρὸς τοὺς λόγους τοῦ Βίσμαρκ ἀπαντήσεις, νὰ ἀφήσῃ τὰς τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι «ἅμα σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ κινήσῃ τὸν πόλεμον, θὰ τὸ πράξῃ μετὰ ἢ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς σας.» Ἀλλὰ δὲν εἴμεθα εἰς τοιαύτην θέσιν, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους περιττὸν νὰ ὑπομνήσω. Σήμερον, τό γε νῦν ἔχον, ἀνάγκη πρὸ παντὸς νὰ καταστήσωμεν εὔκοσμον τὴν πολιτείαν ἡμῶν. Τοῦτο βεβαίως, ὡς ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, πρόκειται νὰ συντελέσῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἱερῶν πόθων τοῦ ἔθνους τὴν ἐκπλήρωσιν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλὰ τὸ ἐπιθυμεῖ εὔκοσμον, ἐπιθυμεῖ διοίκησιν ἀληθῆ, διὰ νὰ ἐκπληρῶνται οἱ τελικοὶ σκοποὶ πάσης Πολιτείας, καὶ ἵνα δύναται, ὡς ὀφείλει, νὰ συλλογισθῇ καὶ τὰς ἱερὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας φέρει ἡ γωνία ἡ ἐλευθέρα τοῦ ἔθνους.
§114ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πολλὰ οἱ προλαλήσαντες εἶπον τὰ χρήσιμα, ἀλλ’ εἶπον καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα νομίζω οὐχὶ ὀρθά. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον διὰ βραχέων. Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι, καὶ ἡ τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, φοβοῦμαι ὅτι ἀνατρέπουσιν ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα τῆς Πολιτείας. Τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει ποία εἶναι ἡ νόμιμος ὕπαρξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ποῖαι αἱ νόμιμοι συνέπειαι τῆς τοιαύτης ὑπάρξεως τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκφέρῃ νόμους ὑποχρεοῦντας ὅλον τὸ Κράτος. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ ὕψιστον δικαίωμα, ἡ ὑψίστη ἐξουσία, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ πολίτευμα. Ἐὰν δὲ λέγῃ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ νόμιμος, ἂν μὴ νομοθετῇ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, ἐννοῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὔτε νόμος, οὔτε ὑποχρέωσις, οὔτε ἄλλο τι ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ὑπῆρξε περίπτωσις ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι πρὸ εἰκοσαετίας, καθ’ ἣν Βουλὴ, μὴ ἀποτελουμένη ὑπὸ τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ἤτοι τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς, ἦλθε νὰ συντάξῃ νόμους, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἐκεῖ εἷς ἀρκετὰ ῥωμαλέος ἀνὴρ, ἵνα ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς παρανόμου ἐκείνης συναγωγῆς, προτείνων τὴν ἔνστασιν τῆς μὴ ἀπαρτίας, θὰ εἴχετε νόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἦσαν νόμοι. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου...
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἤμην.
§116ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἤμην, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι τὴν πάλην τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἐγένετο τότε καὶ ἥτις ἠνάγκασε τὴν ἑπομένην Βουλὴν νὰ ἀκυρώσῃ ὅλους ἐκείνους τοὺς παρανόμους νόμους. Λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν, ὀλίγον θίγει τὸ ζήτημα, διότι ἀναβιβάζει τὸν ἕνα εἰς δύο· ἡ πρότασις ὅμως τοῦ κ. Φιλαρέτου, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ μεγαλείτερον ἀριθμὸν, εἶναι ἡ πλέον ἐπικίνδυνος καὶ ἡ πλέον ὀλεθρία. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει μία πλειοψηφία, ἡ ὁποία ἀποῤῥοφᾷ τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἡ μικρὰ μειοψηφία ἀποχωρεῖ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ εἷς ἄνθρωπος, βλέπων ὅτι ἡ πλειοψηφία ἀποσύρεται καὶ ἀφήνει δέκα ἀνθρώπους νὰ νομοθετῶσιν, ἵνα προτείνῃ τὴν ἔνστασιν τῆς μὴ ἀπαρτίας, τί θέλει γείνῃ; Νομίζω ὅτι εἶναι λίαν τολμηρὸν τὸ ἐγχείρημα, τὸ ὁποῖον προτείνετε, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσητε τὰ πράγματα νὰ τρέχωσιν ὅπως τρέχουν. Πολλοὶ ἐξ ἡμῶν δὲν ἔχομεν τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, ἵνα μένωμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ.
§117Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ ὑποφέρωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν συναίσθησιν.
§118ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ πῶς θὰ τοὺς σώσητε; Σεῖς λαμβάνετε τὴν πρότασιν τὴν ἐπουσιώδη, ὅταν πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία διὰ τῆς προτάσεως 10 Βουλευτῶν, ἐνταῦθα ὅμως ὁ εἷς κατορθώνει ὅ,τι καὶ οἱ δέκα. Ζητεῖτε πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι μόνον ἐνδεχόμενα καὶ δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ὡς γενικοὶ κανόνες, οὐδὲ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου περὶ τοῦ ὑψίστου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Πολιτεία καὶ τὸ ἔθνος, νὰ ζητῇ νόμους ἐγκύρους διὰ τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων του. Ὑποθέσατε ὅτι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, μὴ ὄντα ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ, ἔρχονται νὰ ψηφίσωσι φόρους κατὰ τῶν συμπολιτῶν των. Ἂν ὑπάρχῃ εἷς καὶ μόνον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀντίθετον γνώμην, δὲν θέλετε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρούσῃ τὴν παράνομον ἀπόφασιν τῶν 30 Βουλευτῶν, καὶ νὰ διασώσῃ τὸ ὕψιστον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησαν οἱ λαοὶ ἀπέναντι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας;—διότι οἱ λαοὶ τὰ πάντα ἐχάρισαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ διέσωσαν μόνον τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῶνται ἢ νὰ χορηγῶσι διὰ τῆς ψηφίσεως ἢ ἀρνήσεως τῶν φόρων τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως τῶν Κυβερνήσεων. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν γνώμην ταύτην. Ἐμμένω εἰς τὰ ἤδη κείμενα.
§119ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Κατὰ τῆς τροπολογίας, Κύριοι, τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τῆς προτεινομένης ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κ. κ. Φιλαρέτου, Παπαμιχαλοπούλου, Μαστραπᾶ καὶ Ραζέλου, ὑποχρεοῦμαι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινά, πρὸς δικαιολογίαν τῆς ψήφου μου. Κατὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἐν τῇ τοῦ Σαββάτου ἡμερησίᾳ διατάξει κατ’ ἐξαίρεσιν καὶ ὑποχρεωτικῶς ἀναγράφονται ὡς πρῶτα θέματα συζητήσεως αἱ ὑπὸ Βουλευτῶν ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νόμων. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι, μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὰς γνώμας τῶν ἐντίμων συναδέλφων, τῶν ὑποβαλόντων τὴν ἐν λόγῳ τροπολογίαν, καὶ μὲ ὅλον τὸ ἰδιαίτερον σέβας, ὅπερ ἀπονέμω πρὸς τὴν εἰδικότητα τοῦ ἐκ Βόλου συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Φιλαρέτου εἰς τοιούτου εἴδους ζητήματα, δὲν δύναμαι νὰ πείσω ἐμαυτὸν, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ἐπιδιώκει ἀγαθόν τι ἢ πρόκειται νὰ γείνῃ οἱασδήποτε ἄλλης ὠφελείας πάροχος, ἢ νὰ ἐξυπηρετήσῃ μόνον τὰς ὀρέξεις καὶ τὰς ἐπιθυμίας τῆς μειοψηφίας, μηδένα ἔχουσα πρακτικὸν σκοπὸν καὶ, τὸ χείριστον, παραβιάζουσα ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν τοῦ ἄρθρου 56, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ εἰς οὐδεμίαν δύναται νὰ προβῇ συζήτησιν ἢ ἀπόφασιν ἄνευ τῆς ἀπολύτου πλειονοψίας τῶν ὑπαρχόντων αὐτῆς μελῶν. Εἶναι προφανὲς, προφανέστατον, Κύριοι, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ἀντίκειται εἰς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι προσήκει διὰ τῆς προτεινομένης τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς νὰ ἐξαναγκάζηται αὕτη, καὶ ἄκουσα, ἀνὰ πᾶν Σάββατον νὰ συζητῇ τὰς ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν ὑποβληθείσας προτάσεις νόμων, ἔστω καὶ ἐὰν ταύτας ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς κρίνῃ ἀναξίας οἱασδήποτε συζητήσεως. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι οὐδεμία συζήτησις δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν τῆς Βουλῆς· ἡ ὑπὸ συζήτησιν τροπολογία καθιεροῖ ἀντίθετον ἄντικρυς τούτου ὁρισμὸν, ἡ τροπολογία καθιεροῖ, Κύριοι, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν τῆς Βουλῆς, καὶ παρὰ τὴν θέλησιν μάλιστα τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀνὰ πᾶν Σάββατον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει θὰ ἀναγράφωνται ὡς πρῶτα θέματα συζητήσεως αἱ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νόμου, ὑποχρεωτικῶς δὲ θέλουσι συζητεῖσθαι αὗται, καὶ ἀκούσης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀντισυνταγματικότης τῆς προκειμένης τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι πασίδηλος, καὶ πᾶσα περαιτέρω ἀπόδειξις ἀποβαίνει περιττή. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ἀντέκειτο εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐὰν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπῆρχε καὶ δὲν καθίστα αὐτὴν ἀπαράδεκτον, ἡ τροπολογία αὕτη θὰ ἦτο ἀπαράδεκτος, ὡς ἀντικειμένη εἰς αὐτὸν τὸν ὀρθὸν λόγον. Δὲν εἶναι λογικὸν, Κύριοι, δὲν εἶναι προσῆκον, ἐν τοῖς πολυμελέσι σωματείοις ἡ γνώμη τῶν πολλῶν νὰ ὑποτάσσηται εἰς τὴν γνώμην τῶν ὀλίγων, εἰς τὴν γνώμην καὶ ἑνὸς μόνου Βουλευτοῦ· τοιαύτην δὲ παράλογον διάταξιν περιέχει ἡ τροπολογία αὕτη, καθιεροῦσα τὴν ὑποταγὴν τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὴν θέλησιν τῆς μειονοψηφίας διὰ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡς πρώτου θέματος συζητήσεως καὶ τῆς κατὰ προτίμησιν ὑποχρεωτικῆς συζητήσεως προτάσεων νόμου, ὑπὸ Βουλευτῶν ὑποβληθεισῶν, καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, Κύριοι, δὲν εὑρίσκω αὐτὴν ἔχουσαν τουλάχιστον πρακτικόν τινα σκοπόν. Ὁ Βουλευτὴς, κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὑποβάλλων πρότασιν νόμου, ἔχει τὸ δικαίωμα οὐ μόνον νὰ συνοδεύῃ αὐτὴν μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἀλλὰ καὶ προφορικῶς νὰ ἀναπτύσσῃ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοὺς λόγους, τοὺς ὑπαγορεύσαντας τὴν πρότασιν ταύτην, τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιζητεῖ, καὶ τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, ἣν προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ αὕτη· ἐὰν δὲ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς πεισθῇ, ὅτι συμφέρει ἡ πρότασις αὕτη νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἡ πρότασις αὕτη δύναται ν’ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ νὰ συζητηθῇ. Καὶ ἰδοὺ, ἔχομεν πρόχειρον παράδειγμα αὐτὴν ταύτην τὴν συζητουμένην πρότασιν τῶν ἐντίμων συναδέλφων περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, καίπερ προερχομένην παρὰ μελῶν αὐτῆς, ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, προθύμως ἐδέχθη νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ νὰ συζητηθῇ. Καὶ δὲν εἶναι σήμερον μόνον, Κύριοι, ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἡμῶν ἐδέχθη νὰ προτάξῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ νὰ συζητήσῃ προτάσεις νόμων ὑποβληθείσας ὑπὸ Βουλευτῶν εἰς τὴν μειονοψηφίαν ἀνηκόντων· καὶ ἄλλοτε πολλάκις ἐγένετο τοῦτο, καὶ, καθ’ ὅσον ἐγὼ τουλάχιστον γνωρίζω, οὐδέποτε ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἠρνήθη νὰ συζητήσῃ τοιαύτας προτάσεις νόμου, ἐὰν ὁ χρόνος ἐπήρκει καὶ εὕρισκεν αὐτὰς ἀξίας συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, τοιαύτας προτάσεις νόμου, ὑποβληθείσας παρὰ Βουλευτῶν, ἡ Βουλὴ δὲν εὑρίσκῃ ὀρθὰς, οὐδὲ ἐξυπηρετούσας τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, οὐδὲ προσῆκον κρίνῃ νὰ ἀναλώσῃ τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς πρὸς συζήτησιν αὐτῶν, νομίζω ὅτι οὐδὲν ἄτοπον ἢ παράλογον πράττει, οὐδὲ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, ὑπερψηφίζοντας τῆς προκειμένης τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτὴν, καὶ ἄκουσαν, νὰ πράττῃ τοῦτο. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, Κύριοι, δηλῶ, ὅτι θέλω καταψηφίσει τῆς ὑπὸ συζήτησιν τροπολογίας τῶν ἐντίμων συναδέλφων.
§120ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 16 τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου. Ἐὰν πρόκειται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ συζητήσωμεν, τότε θὰ συζητήσωμεν, ἀλλὰ πρὸ τούτου πρέπει νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τὴν διάταξιν τῶν δύο, ἢ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἦναι εἷς.
§121ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου, ὅταν συζητηθῇ τὸ ἄρθρον 18.
§122ΣΤΑΗΣ. Τώρα συζητοῦμεν τὸ ἄρθρον 18, ἐν ᾧ συζητεῖται τὸ ἄρθρον 16 τῆς τροπολογίας, διότι ταῦτα συνδέονται. Ἐὰν ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. εἰσηγητοῦ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18, ἴσως θὰ ἦναι περιττὸν νὰ συζητήσωμεν, καταναλίσκοντες τὸν χρόνον ἐπὶ ματαίῳ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρόεδρος ὡς πρὸς τοὺς δύο Βουλευτὰς, προκειμένου περὶ τῆς ἐνστάσεως μὴ ἀπαρτίας, πιθανώτατα δὲ νὰ συμπεριελήφθη κατὰ λάθος ἡ διάταξις αὕτη. Ἐὰν ὅμως σκοπίμως ἀνεγράφη ἡ καθ’ ἡμᾶς ἀντισυνταγματικὴ αὕτη διάταξις, τότε θὰ συζητήσωμεν, καὶ μάλιστα διὰ μακρῶν, ἐπ’ αὐτῆς.
§123ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἡ πρότασις περὶ ὑποβολῆς ἐνστάσεως ἐκ μέρους δύο Βουλευτῶν καὶ οὐχὶ ἑνὸς, δὲν ἐγένετο ἐκ πλάνης. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑπέβαλον, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἐπέρχεται βελτίωσις εἰς τὰ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὰ τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς. Ἰδίως ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ ἀμφιβολία ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν περὶ ὑπάρξεως ἀπαρτίας, ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν Βουλευτής τις, ἐν ὀργῇ διατελῶν, ἢ καὶ ἐπιθυμῶν, ἕνεκα λόγων ἄλλων, νὰ ἀναχωρήσῃ τῆς Βουλῆς, φέρει ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἐν γνώσει ὅτι ἡ Βουλὴ διατελεῖ ἐν ἀπαρτίᾳ. Τοῦτο ἐσκόπουν νὰ κανονίσω. Δὲν ἐσκόπουν νὰ δυσχεράνω τὴν ἔρευναν, ὅπως ἀποδειχθῇ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ ἢ δὲν ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἡ συζήτησις, ἰδίως ὁ λόγος τοῦ κ. ἐκ Τήνου Βουλευτοῦ μὲ ἔπεισεν, ὅτι σπουδαῖαι ὑπάρχουσιν ἀντιῤῥήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ἰδίως ἐκ μέρους πολιτευτῶν ἀρχαίων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πολλὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων. Ἐγὼ οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρότασίν μου, καὶ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀποσύρω ταύτην, οὕτω δὲ θὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι.
§124ΡΑΛΛΗΣ. Διαφωνῶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν, ὅπως ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας προτείνηται παρὰ πέντε Βουλευτῶν,—ὁ κ. Πρόεδρος παρῃτήθη τῆς παρ’ αὐτοῦ διατυπωθείσης προτάσεως—διότι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀντίθετος κατάχρησις ἐκείνης, εἰς ἣν ἀποβλέπομεν. Ἐὰν οὕτως ἐξέλθητε τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καὶ καταστήσητε τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας ζήτημα προτάσεως ἐκ μέρους ὡρισμένων Βουλευτῶν, δὲν ὑπάρχει πλέον ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀπαιτηθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς βεβαιώσεως τῆς ἀπαρτίας. Καὶ σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξ εἰλικρινοῦς προθέσεως καὶ ὑπὲρ τῆς εὐκοσμίας τῶν συζητήσεων, ἐζήτησεν ὅπως δύο Βουλευταὶ προτείνωσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἀμέσως προέβη ὁ κ. Βουλευτὴς Βόλου, καὶ κρίνων, ὅτι δύο δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ἐζήτησε πέντε· αὔριον θὰ ἔλθῃ ἕτερος Βουλευτὴς, ὅστις θὰ ζητήσῃ ὄχι 5, ἀλλά...
§125Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. 20 ἕως 30.
§126ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ζητεῖ 20 ἕως 30. Εἶναι νεαρὸς Βουλευτὴς, καὶ φρονεῖ, ὅτι πρόκειται περὶ δικαιώματος, ἐνῷ πρόκειται περὶ καθήκοντος. Τὸ καθῆκον τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι νὰ παραμένῃ καὶ νὰ συζητῇ. Τὸ καθῆκον αὐτὸ τὸ ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος· ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι παραβλέπουσι τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, δὲν ἀμφισβητοῦσι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς Βουλευτὴς, τοῦ νὰ συζητῇ ἐνώπιον Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλὰ ἐννοοῦσι νὰ ἀρνηθῶσι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσι, νὰ παραμένωσιν εἰς τὰς συνεδριάσεις. Ὑποχρέωσις εἶναι νὰ μένῃ ὁ Βουλευτὴς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ νὰ συζητῇ. Ἀρνούμενος δὲ νὰ πράξῃ τοῦτο, ὑστερεῖ μὲν αὐτὸς εἰς τὸ καθῆκόν του, ἀλλ’ ὑστερεῖ καὶ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν, Κύριοι, ἐξετάσητε τὴν ἱστορίαν τῶν ἐνστάσεων περὶ ἀπαρτίας, θέλετε πεισθῆ, ὅτι αὗται ἐπεζητήθησαν, καθ’ ὃν χρόνον ὑπῆρξεν ἄρνησις ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας εἰς τὸ νὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, νὰ παρίστανται δηλαδὴ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ τοῦ 1883 οὐδεμία ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας ὑπεβάλλετο. Ἐνθυμοῦμαι ἓν μόνον παράδειγμα τοιαύτης, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἐμὲ προσωπικῶς. Διετέλουν τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρετήρησα, ὅτι εἶχον ἀραιωθῆ αἱ τάξεις τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἐζήτησα νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις. Ὑπῆρξαν δέ τινες ἐκ τῶν συναδέλφων μου, τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες ἤθελον νὰ ἐξακολουθήσῃ· ἐντεῦθεν ἠναγκάσθην ἐγὼ αὐτὸς νὰ προβάλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, διότι ἐθεώρουν, ὅτι δὲν ἦτο εὐπρεπὲς νὰ συζητῇ καὶ ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ ἀπαρτίας, ὅτι τοῦτο δὲν ἀπετέλει λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐδημιουργήθη ἀκριβῶς διὰ νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς Βουλευτὰς εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τοῦ ἐκ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, καὶ παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἰδεῶν εἰλικρινῶν, ἀλλὰ πεπλανημένων, ὡς πρὸς τὴν ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας, προέβαλον, ἵνα προτείνηται ἡ ἔνστασις αὕτη παρ’ ὡρισμένου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, νὰ μὴ ἐπιμένωσι, διότι ἐπιμένοντες θὰ δώσωσιν ἀφορμήν, ὅπως ἀπαιτηθῇ μεγαλείτερος ἀριθμὸς Βουλευτῶν πρὸς ὑποβολὴν ἐνστάσεως. Τότε θὰ ἔχητε τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξαν ἄλλοι συνάδελφοι, θὰ ἔχητε ἐδῶ συνεδριάζοντας, συζητοῦντας, ψηφίζοντας 15–20 ἢ 30 εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, χωρὶς νὰ τηρῆται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Φρονῶ, ὅτι ὅλαι αἱ ἄλλαι τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι περιελήφθησαν ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ κ. Προέδρου, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀφορῶσαι εἰς τὴν εὔκοσμον λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου.
§127Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες βεβαίως συνομολογεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μεταξὺ τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν ἀπὸ τῆς χθές, καὶ τὰς ὁποίας προέβαλεν εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς καὶ Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ἐξέχουσαν ἔχει θέσιν ἡ τροποποίησις ἡ ἀναγομένη εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας. Τὸ δικαίωμα τοῦτο διεδραμάτισεν ἐν τῷ παρελθόντι τῷ πολιτικῷ τῆς Ἑλλάδος πρόσωπον ἱκανῶς σπουδαῖον. Ἠλέκτρισε πλήθη, ἐκράτησεν ἐν ἐγρηγόρσει τὴν κοινωνίαν, ἀντήχει εἰς τὰς ἐσχατιὰς τῆς Ἑλλάδος, συνεκίνησεν ὁλόκληρον τὸ Κράτος. Διατί; διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας συνδέεται ἀῤῥήκτως, κατὰ γενικὴν πλέον γνώμην, πρὸς αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι τοῦ δικαιώματος τούτου ἡ κατάχρησις ἐθεωρήθη πάντοτε, καὶ λίαν εὐλόγως, ὅτι δύναται νὰ γεννήσῃ μεγάλας περιπλοκὰς καὶ μεγαλειτέρας συμφορὰς εἰς τὸν τόπον, καὶ ὁσάκις ἐν τῷ παρελθόντι προετείνετο καταχρηστικῶς καὶ ἀπεριορίστως ἐν τῇ Βουλῇ, προεκάλει, οὐχὶ ἄνευ ἐλλόγου φόβου, μελαγχολικὰς σκέψεις περὶ τῆς ὡριμότητος ἡμῶν πρὸς τὸ κοινοβουλευτικῶς πολιτεύεσθαι. Μὴ νομίσῃ ἀληθῶς κανεὶς ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ μαρμάρινοι αὐτοὶ στῦλοι, τῶν ὁποίων δὲν ἀποθαυμάζετε βεβαίως τὸ κάλλος, ἀλλὰ περὶ τῶν ὁποίων ἔχετε ὁπωσδήποτε πάντες ὑμεῖς τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι ἱκανοὶ νὰ βαστάσωσι τὴν στέγην τοῦ Βουλευτηρίου, θὰ δυνηθῶσι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸν προορισμὸν αὐτῶν τὸν ἀρχιτεκτονικὸν, ἂν ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἔχωμεν εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ἄρθρον, ἐπιτρέπον εἰς οἱονδήποτε Βουλευτὴν, εἰς ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν, νὰ παραλύῃ τὴν ἐργασίαν ὅλων, νὰ παρεμβάλλῃ ἀνυπέρβλητον πρόσκομμα εἰς τὴν νόμιμον θέλησιν αὐτῶν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ἀγνοῶ πῶς, ἐδόθη ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς τακτικῆς εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς λογικῆς, δὲν ἐξυπηρετεῖ δημόσια συμφέροντα, οὔτε πολιτικὰ συμφέροντα· οὔτε, ὡς ἐλέχθη παραδόξως, εἶναι ὅπλον ἀμύνης πολύτιμον ὑπὲρ τῶν μειοψηφιῶν. Εἶναι ὅπλον δολοφόνον—κατὰ τὴν κρίσιν μου πάντοτε—τῆς ἀληθοῦς καὶ ὑγιοῦς ἐλευθερίας, ὅπλον, τοῦ ὁποίου τὴν χρῆσιν πρέπει, σωφρόνως κρίνοντες, νὰ περιορίσωμεν ὅσον οἷόν τε. Ἡ ἀρχὴ τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἡ γενομένη ἀποδεκτὴ καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν, πρὸς ἁρμονικὴν δῆθεν συναρμολόγησιν πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀντιστρατεύεται πρὸς αὐτὸ τὸ συμφέρον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς χώρας. Ὑπῆρξε, Κύριοι, ἐν Εὐρώπῃ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον αἱ περὶ ἐλευθερίας ἰδέαι ὑπῆρξαν πολὺ ἀνάλογοι πρὸς τὰς ἰδέας, αἵτινες κρατοῦσι καὶ ἐν Ἑλλάδι. Τοῦ Κράτους τούτου ἡ τύχη εἶναι γνωστή. Εἶναι ἡ Πολωνία. Ἐν Πολωνίᾳ ἐπεκράτει ἡ ἰδέα, ὅτι πᾶς Πολωνὸς γεννᾶται ἐλεύθερος, καὶ ὅτι ὡς ἐλεύθερος ἄνθρωπος δὲν δύναται οὔτε νὰ φορολογηθῇ, οὔτε νὰ διοικηθῇ ἄνευ τῆς πλήρους συναινέσεώς του. Οἱ Πολωνοὶ πατέρες ἐδίδασκον εἰς τὰ τέκνα των λαμπρὸν καὶ ἐξαίσιον μάθημα· ἔλεγον εἰς αὐτὰ «καύσατε τὰς οἰκίας σας, διασχίσατε μὲ τὸ ὅπλον εἰς χεῖρας τὴν χώραν σας, φονεύσατε καὶ φονευθῆτε, ἀλλὰ μὴ ἀνεχθῆτε ποτὲ, μὴ θελήσητε ποτὲ νὰ ὑποβληθῆτε εἰς τὴν θέλησιν ἄλλου». Ἐν Πολωνίᾳ, λέγει ὁ ἱστορικὸς Ρουλιὲρ, ὁ Θουκυδίδης τῆς Πολωνικῆς ἀναρχίας, ἐπεκράτει ἡ γνώμη, ὅτι πᾶς Πολωνὸς, ὑποβαλλόμενος εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ὑπεβάλλετο εἰς δουλείαν, ὑπεβάλλετο εἰς δεσποτισμόν. Τετρακόσιοι ἦσαν οἱ Πολώνιοι Βουλευταὶ εἰς τὰς Διαίτας, καὶ ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἔκρινεν ὅτι δουλικὸν καὶ ἀνελεύθερον ἦτο νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν θέλησιν τῶν 399, ἐνόμιζεν ὅμως, συμφώνως πρὸς τὰς ἀνοήτους καὶ ὀλεθρίας ἰδέας, αἵτινες ἐπεκράτουν ἐν Πολωνίᾳ, ἰδέας, μεθ’ ὧν παιδιόθεν ἀνετρέφετο, ὅτι ἦτο καὶ φυσικὸν καὶ ὅσιον νὰ γείνῃ αὐτὸς ὁ εἷς τύραννος τῶν 399. Διότι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν εἶχε, δυνάμει τοῦ Πολωνικοῦ Συντάγματος, τὸ δικαίωμα νὰ ἐκσφενδονίζῃ μίαν λέξιν, ὁπόταν ἤθελε, τὴν λέξιν δὲν συναινῶ, τὸ Veto, καὶ νὰ παραλύῃ τὰς ἐργασίας τῶν ἄλλων, καὶ νὰ τρέπῃ τοὺς 399 εἰς φυγήν. Τοῦ δικαιώματος τούτου ἡ κατάχρησις ἔῤῥιψε τὴν Πολωνίαν εἰς τὴν φοβερὰν ἀναρχίαν, ἥτις τὴν ἐμάστισεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, καὶ τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα ἄμεσον καὶ φυσικὸν ἐπῆλθεν ἡ πλήρης καταστροφὴ τοῦ Κράτους καὶ ἡ ὑποδούλωσις αὐτῆς εἰς τὰ ἀστυγείτονα ἔθνη. Ὅλοι ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ ἄσκησις τοῦ liberum veto, τῆς ἀρνησικυρίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἕκαστος Βουλευτὴς, εἶναι ἡ πρώτη πηγὴ τῆς μεγάλης συμφορᾶς, ἥτις ἐνέσκηψεν εἰς τὴν Πολωνίαν. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν τὰ ἤθη τῶν Πολωνῶν ἦσαν ὅπως τὰ Ἑλληνικὰ πρὸ τοῦ 1883, ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ἄρτι ὁ κ. Ράλλης, τὰ πράγματα ἐβάδιζον ὁμαλῶς, διότι ὑπῆρχεν ἀκριβὴς συνείδησις τοῦ καθήκοντος καὶ ἡ συναίσθησις τῆς πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπης, ἀλλ’ ὅταν ἡ διαφθορὰ εἰσεχώρησεν εἰς τὸν Πολωνικὸν ὀργανισμὸν, ὅταν ἡ κομματικὴ ἐμπάθεια καὶ ἡ πολιτικὴ ἰδιοτέλεια ὑπερέβησαν τὰ ὅρια, τότε ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἰς ἑκάστην Δίαιταν προσήρχοντο μὲ τὸν σκοπὸν μόνον καὶ μόνον νὰ σφενδονίσωσι τὴν ἀπαισίαν λέξιν, ἥτις ἐπλήρου φρίκης καὶ ἀγανακτήσεως τὴν χώραν, καὶ νὰ φέρωσι τὴν ἀναρχίαν, τὴν ἐπανάστασιν, τὸ αἱματοκύλισμα εἰς τὸ Κράτος. Ἡ ἱστορία ἀναφέρει ὡς ἐπικατάρατον τὸ ὄνομα τοῦ Λαδισλάου Σιζίνσκη, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ liberum veto. Ἦτο ἀρχιτρίκλινος τοῦ Βασιλέως τῆς Πολωνίας. Εἰσῆλθε, χωρὶς νὰ συνεννοηθῇ μὲ κανένα, προέβαλε τὴν ἔνστασιν ταύτην, καὶ ἡ Δίαιτα διελύθη, διότι τὸ Πολωνικὸν Σύνταγμα δὲν ἐπέτρεπεν ἐξακολούθησιν ἐργασιῶν, ἐφ’ ὅσον ὑπεβάλλετο ἔνστασις τοιαύτη, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀνόητος ὁμοψηφία. Μόλις ἐξῆλθε τοῦ περιβόλου, ἔπεσε, βληθεὶς κεραυνόπληκτος, ὡσεὶ τιμωρηθεὶς ὑπὸ τῆς θείας δίκης διὰ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν εἰς τὸν τόπον του, διὰ τὴν ὀλεθρίαν ἀρχὴν, ἣν εἰσήγε, καὶ ἥτις βραδύτερον ἐπήνεγκε τὰ ὀλεθριώτατα τῶν ἀποτελεσμάτων. Τὸ πτῶμά του τὸ ἔσυρον εἰς τὰς ὁδοὺς ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, διότι διετηρήθη ὡς φόβητρον τῶν παιδίων εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα τῆς πατρίδος του, καὶ, ἀφοῦ τὸν ἀνεθεμάτισαν οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἱερεῖς, ἔμεινε καὶ μένει εἰς τοὺς αἰῶνας ἐπικατάρατον, καὶ ἐφ’ ὅσον ζῶσι Πολωνοὶ εἰς τὸν κόσμον, αὐτὸν θὰ θεωρῶσιν ὡς τὸν πρῶτον καὶ κύριον αἴτιον τῆς καταστροφῆς τῆς δυστυχοῦς των πατρίδος. Βραδύτερον ἐνόησαν καὶ οἱ Πολωνοὶ, ὅτι τὸ ὀλέθριόν των δόγμα ὑπῆρξεν ἀέναος καὶ ἀείρους πηγὴ συμφορῶν εἰς τὸν τόπον, καὶ ἠθέλησαν νὰ μεταβάλωσι τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος εἰς τρόπον, ὥστε νὰ καταστρέψωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ παράσχωσιν εἰς τὴν πλειοψηφίαν τὴν δύναμιν ν’ ἀποφασίζῃ. Συνῆλθον διὰ τοῦτο, ἕτοιμοι νὰ ψηφίσωσι τὴν τροποποίησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὅλοι πλέον ἀντελαμβάνοντο, ὅτι ἦτο ἀναγκαία, καταργοῦντες τὸ liberum veto, ἀλλὰ ἦτο ἀργὰ πλέον. Οἱ Ρῶσσοι, οἱ ἀπολυταρχικοὶ Ρῶσσοι, οἵτινες ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ὠφελούμενοι ἐκ τῶν Πολωνικῶν διχονοιῶν καὶ ἀνοησιῶν, εἶχον ἤδη πατήσει τὸν πόδα εἰς τὴν Πολωνίαν, οἱ Ρῶσσοι ἔπεμψαν ἓν σύνταγμα εἰς τὴν Δίαιταν, ἐτοποθέτησαν τηλεβόλα εἰς τὰς θύρας τῆς αἰθούσης τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ἐζήτησαν παρὰ τῶν Βουλευτῶν καὶ τοῦ προεδρεύοντος τῆς Διαίτης Βασιλέως νὰ ὑπογράψωσι πρωτόκολλον, ὅτι δὲν θὰ καταργήσωσι τὰς προαιωνίους ἐλευθερίας τῶν Πολωνῶν, διότι οἱ Ρῶσσοι ἔτρεφον πολλὴν στοργὴν πρὸς τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡτοιμάζοντο νὰ ὑποβάλωσιν ὑπὸ τὸν βαρύτερον καὶ τὸν μᾶλλον ἐπονείδιστον τῶν ζυγῶν. Βασιλεὺς καὶ Βουλευταὶ ἀντέστησαν οἱ δυστυχεῖς. Δὲν ὑπέγραφον. Ὁ Ρῶσσος συνταγματάρχης ἔκλεισε τὰς θύρας, καὶ ἀφῆκεν αὐτοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ χωρὶς ὕδωρ, χωρὶς ἄρτον! Δύο ἡμέρας ἀντέστησαν. Κατόπιν, λιπόθυμοι ἐκ τῆς πείνης καὶ τῆς δίψης, ὑπέκυψαν· ὁ Ρῶσσος συνταγματάρχης ἔλαβε τὴν χεῖρα τοῦ λιποθύμου Βασιλέως, ἐτοποθέτησεν εἰς τὰ δάκτυλά του κονδυλοφόρον, καὶ διὰ τῆς χειρός του ὁδηγῶν τὴν χεῖρά του κατώρθωσεν ὅ,τι ἐζήτει. Ὑπέγραψαν εἶτα καὶ οἱ ἄλλοι, καὶ ὑπεσχέθησαν, ὅτι δὲν θὰ καταργήσωσι τὸ liberum veto, τὸ δικαίωμα ἐνστάσεως, τὸ ὁποῖον ἦτο ἱκανὸν νὰ τοὺς φέρῃ ταχύτερον παντὸς ἄλλου μέτρου ἐκβιαστικοῦ εἰς τὸν τάφον. Διότι οἱ Ρῶσσοι πολὺ ὀρθῶς ἔκρινον, ὅτι, ἂν ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἡ Πολωνία διοικουμένη μὲ τὸ ἀχρεῖον αὐτὸ σύστημα τοῦ veto, ἤθελε καταστραφῆ, ὅπως καὶ κατεστράφη. Ἐρωτῶ ἤδη ὑμᾶς πάντας, κύριοι συνάδελφοι, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισεν ὁ Κανονισμὸς εἰς ἕκαστον τῶν Βουλευτῶν, τὸ δικαίωμα, εἰς οἰανδήποτε ὥραν θέλῃ, καὶ ὅσας φορὰς θέλῃ, νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, τί ἄλλο εἶναι παρὰ τοῦτο, τὸ liberum veto, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε τὴν Πολωνίαν; τί ἄλλο εἶναι, παρὰ ἓν δικαίωμα ἀρνησικυρίας, ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ παραλύῃ τὰς ἐργασίας τῶν 206 ἄλλων, εὐθὺς ὡς εἴτε ἰδιοτροπία καὶ φυσική τις δυστροπία ἢ ἐμπάθεια καταλάβῃ αὐτόν; Ὑποθέσατε Βουλευτὴν, ἢ ἱκανῶς ἄφρονα ἢ ἱκανῶς ἀπάτριδα ἢ ἀσυνείδητον, ὁ ὁποῖος ἵσταται εἰς μίαν γωνίαν τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἀνὰ πέντε λεπτὰ ἤθελεν ἐκσφενδονίζει κατὰ πρόσωπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ποῖον θέλει προκύψει ἀποτέλεσμα τάχα; Ἀποτέλεσμα ἀκριβῶς ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπήρχετο ἐν Πολωνίᾳ. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι αὐτὴ ἡ παράλυσις τῶν ἔργων τοῦ Κοινοβουλίου (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποτὲ δὲν ἐγένετο, ποτὲ δὲν ἐγένετο.
§129Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανειλημμένως ἀκούω τὴν λέξιν, ὅτι δὲν ἐγένετο ποτὲ τοῦτο. Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κρίνω περὶ τοῦ παρελθόντος, ἐνδιαφέρομαι μόνον περὶ τοῦ μέλλοντος, καὶ δὲν θὰ ἀρνηθῇ κανεὶς ἐξ ὑμῶν, ὅτι, ἂν δὲν ἐγένετο εἰς τὸ παρελθὸν, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον.
§130ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐγένετο εἰς τὸ παρελθόν.
§131ΣΤΑΗΣ. Οὐδέποτε.
§132Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναφέρω ὀνόματα, διότι ἐγὼ γνωρίζω, τί ἐγένετο ὡς πρὸς τοῦτο ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλὰ παραδέχομαι τοῦτο, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὰ ἤθη τῶν πολιτευομένων εὑρίσκονται εἰς εὐχάριστον σημεῖον, βεβαίως ἐλπίζω, ὅτι τοιοῦτοι ἀντιπρόσωποι δὲν θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον. Ἀλλ’ ἂν βραδύτερον, εἴτε ἕνεκα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, εἴτε ἕνεκα κακῆς ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ, εἴτε ἕνεκα πείσματος, τὸ ὁποῖον ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἐκ τοῦ κλίματος, τίς οἶδεν, ὡς ἐκ τῆς ἀνατροφῆς ὑμῶν, παράγεται, εἰσέλθωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς ἀντιπρόσωποι μὴ ἔχοντες πλήρη τὴν συναίσθησιν καὶ τὴν συνείδησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν πρὸς τὸν τόπον, τότε ἐνδεχόμενον εἶναι εἷς καὶ μόνος ἢ δύο ἀντιπρόσωποι νὰ καταστῶσι τύραννοι καὶ δεσπόται τῶν πλειοψηφιῶν, νὰ παραλύωσιν αὐτοὶ μόνοι τὴν καλὴν θέλησιν ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ νὰ φέρωσι καὶ τὸ Κράτος καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ Πολωνία, ἀκριβῶς ἕνεκα ὁμοίου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, — διότι δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω καὶ τὰς πολυτίμους ὑμῶν στιγμὰς ἐπὶ μακρότερον, ἀφοῦ πλησιάζει τὸ μεσονύκτιον, — νομίζω ὅτι, ὅσον αὐστηρότερον ὁμοῦ καὶ λογικώτερον κανονίσωμεν τὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ προβάλληται εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, θὰ πράξωμεν ἔργον καὶ φρονιμώτερον καὶ πολιτικώτερον, καὶ θὰ ἐξυπηρετήσωμεν περισσότερον καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, οὗτινος πάντες εἴμεθα θιασῶται, καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ὅλης Πολιτείας. Τάσσομαι διὰ τοῦτο μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσιν, ὅπως εἰς τὸ μέλλον ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ὑποβάλληται τοὐλάχιστον ὑπὸ πέντε Βουλευτῶν, λογιζομένων παρόντων.
§133ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἀπορίαν μὲ ἐνέβαλε, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου τοῦ ἄρτι ὁμιλήσαντος, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς ἀπορίαν δυσάρεστον· τοὐναντίον μάλιστα ἀρκετὴν ἀνακούφισιν καὶ ψυχαγωγίαν παρέσχεν ἡμῖν μὲ τὰς διηγήσεις του ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐπέμεινε παραδόξως ἀποκαλῶν δικαίωμα τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν πᾶς Βουλευτὴς καὶ πᾶς πολίτης ἔχει, ὅπως ἐπιτηρῇ τὴν νόμιμον κατάρτησιν τοῦ Σώματος. Καὶ ἐπέμεινεν αὐτός, ὁ ἐξ ἐπαγγέλματος δημοσιολόγος, ἀποκαλῶν αὐτὴν δικαίωμα, ἐνῷ οὐδαμοῦ τοῦ Συντάγματος οὐδὲ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀναγνωρίζεται τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ἂς ἐπιδείξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τοιαύτην διάταξιν, ἀναγνωρίζουσαν τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ τότε ὅλοι θέλομεν ἀποδεχθῆ τὴν γνώμην του. Καὶ πολὺ ὀρθῶς τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς ἡμῶν οὐδαμοῦ ἀνέγραψε τοιαύτην διάταξιν, διότι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι δικαίωμα, ἀλλ’ ὑποχρέωσις, ἀφορῶσα τὴν κατάρτισιν τοῦ Σώματος αὐτοῦ, ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ὄχι μόνον ὁ Βουλευτὴς ἔχει, ἀλλὰ καὶ πᾶς πολίτης. Διότι ὑποθέτω ὅτι, καὶ ἐὰν ἐνταῦθα δὲν εὑρίσκεται τις συνάδελφος, ἵνα φέρῃ τοιαύτην ἔνστασιν, καὶ ἀκουσθῇ ἐκεῖθεν, ἐκ τῶν ἀκροατηρίων, τοιαύτη φωνὴ ἐρχομένη, ὑποθέτω ὅτι αὕτη δύναται νὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ καθῆκον τῆς ἐξακριβώσεως τῆς ἀπαρτίας. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἐμνήσθη γεγονότων ἱστορικῶν, γεγονότων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπέδωκε τὴν καταστροφὴν τοῦ Πολωνικοῦ Κράτους, καὶ ἀνεγνώρισεν εἰς τὸν θεσμὸν τοῦ liberum veto τὴν αἰτίαν τῆς καταστροφῆς τῆς Πολωνικῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ὁ θεσμὸς τοῦ liberum veto ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς καταστροφῆς τοῦ Πολωνικοῦ Κράτους, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἀφοῦ παραλληλίζετε τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον πρὸς τὸν θεσμὸν τὸν παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντα, ἐρωτῶ ὑμᾶς, πῶς θεραπεύετε τὸ κακὸν τοῦτο, πῶς ἐκριζώνετε τὴν ἀσθένειαν αὐτήν; Τὴν ἐκριζώνετε, διότι ἀναγνωρίζετε τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας οὐχὶ εἰς δύο, ἀλλὰ εἰς πέντε, οὐχὶ εἰς πέντε, ἀλλὰ εἰς δέκα; Καὶ ἐὰν εἰς τοὺς δέκα ὑπάρχῃ ἡ πρόθεσις, ὅπως παρελκύωσι τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ποῦ θέλετε σταματήσει τότε, αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν; Ἐπιμένω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δικαιώματος, ἀναγνωριζομένου εἴτε εἰς πρόσωπα εἴτε εἰς ἀριθμὸν προσώπων, — διότι τοιαύτη ἀκριβῶς παρανόησις ἐγένετο — πρόκειται περὶ ἀρχῆς, πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι καὶ πᾶς πολίτης Ἕλλην, διότι εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα ἀνετέθη ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος.
§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν θὰ κατεστρέφετο, ἂν αἱ Βουλαὶ αὐτοῦ ἐπὶ στιγμὴν ἀπέδιδον πίστιν εἰς τὰς διηγήσεις, τὰς ὁποίας πρό τινος ἀπὸ τοῦ βήματος ἐποιήσατο ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ὡμοίαζον αἱ διηγήσεις αὗται τὰς διηγήσεις τῶν γραϊδίων, ὁσάκις θέλωσι διὰ τοιούτων μέσων νὰ ἐκφοβίσωσι καὶ ἀποτρέψωσιν ἀπὸ κακοῦ μικρὰ παιδία. Μᾶς παρέστησεν ὅτι ἡ Πολωνία ἀπωλέσθη, διότι εἶχε τὸ liberum veto. Ἀλλὰ τὸν ἐρωτῶ, διατὶ δὲν ἐχάθη ἡ Ἀγγλία, ὅταν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἔπασχεν ἀπὸ τὴν φοβερωτάτην τῶν κωλυσιεργιῶν, τὴν τῶν Ἰρλανδῶν;
§135ΣΑΚΚΗΣ. Οὔτε ἡ Οὑγγαρία, ἡ ὁποία ἐπὶ τρίμηνον εἶχε τὰ αὐτά.
§136ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐν Οὑγγαρίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀντετάχθη συστηματικῶς τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν Βουλευτῶν, ὅπως παρακωλύωσι τὰς συνεδριάσεις τῶν Βουλῶν. Δι’ αὐτοῦ ἐπίστευον αἱ μειονοψηφίαι ὅτι ἠδύναντο νὰ διασώσωσι μεγάλα συμφέροντα, καὶ ἐλλείψει ἄλλων μέσων κατέφευγον εἰς τὴν κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὰ ἔθνη δὲν ἀπόλλυνται ἐκ τοιούτων καταχρήσεων, ἑπομένως οὔτε παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει φόβος, ὅτι, ἐὰν μείνωσι τὰ πράγματα ὡς νῦν ἔχουσι, μολονότι συχνὰ γίνεται κατάχρησις, θὰ πάθωμεν ὅ,τι ἔπαθεν ἡ Πολωνία. Καὶ αὐτὴ δι’ ἄλλας αἰτίας ἀπωλέσθη. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καθὼς καὶ οἱ δύο θερμότερον ὑποστηρίξαντες καὶ ἀκόμη ἐμμένοντες εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι τὴν ὑπὸ πέντε Βουλευτῶν ὑποστήριξιν τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀπέδωκαν μεγαλειτέραν τοῦ πρέποντος σημασίαν εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Καὶ οἱ δύο ἀπεκάλεσαν αὐτὸν νόμον τῶν νόμων. Ἀλλὰ ποῦ στηρίζουσι, ποῦ βλέπουσι τὴν μεγάλην αὐτὴν δύναμιν ἢ ὑπεροχὴν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς; Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ὁ Κανονισμὸς περιέχει συνταγματικὰς διατάξεις. Βεβαίως τότε ἔχει μεγάλην δύναμιν, ἀλλ’ ὄχι διότι εἶναι Κανονισμὸς, ἀλλὰ διότι ἀναγράφει διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὅπως πᾶς νόμος, ἢ πᾶν διάταγμα, οὕτω καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἔχει δύναμιν ὑπερτέραν, ὁσάκις ἀναγράφῃ διάταξιν τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ ὅταν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἀφαιρέσητε αὐτὰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἐσωτερικὸς Κανονισμὸς, ὑποχρεῶν μόνους τοὺς Βουλευτάς. Διότι τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ Κανονισμοῦ προσδιορίζει πῶς θὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της, δὲν ἕπεται ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ αὐτοῦ ἔχουν συνταγματικὴν δύναμιν. Αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι ἠμφισβήτησεν ὁ Βίσμαρκ τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου τοῦ ἐπαναφέρειν εἰς τὴν τάξιν ἕνα τῶν Ὑπουργῶν, τοῦτο εἶχε τὸν λόγον εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, μὴ ὢν Βουλευτὴς, ἑπομένως μὴ ἀποτελῶν μέρος τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρῇ τὸν Κανονισμὸν αὐτοῦ. Ὑπάρχει τοιαύτη γνώμη. Ταύτην δὲν συμμερίζομαι. Φρονῶ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, καὶ ὁσάκις δὲν τυγχάνωσι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ὑπόκεινται εἰς τὸν Κανονισμὸν, διότι μετέχουσι τῶν συζητήσεων, ἑπομένως τῶν συνεδριάσεων, ἃς διέπει ὁ Κανονισμός. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα αὐτὸ ἐπικαλοῦμαι, ὅπως ἀποδείξω ὅτι τόσον ὀλίγην ἰσχὺν ἔχει ὁ Κανονισμὸς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὥστε εἰς πολλὰ Κοινοβούλια ὑπεστηρίχθη, ὅτι οὔτε ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν τῶν μὴ Βουλευτῶν ἔχει οὗτος ὑποχρεωτικὴν ἰσχύν. Δυνάμεθα ἑπομένως ὅ,τι θέλωμεν νὰ ὁρίσωμεν ἐν τῷ Κανονισμῷ ἡμῶν, ἀλλ’ ὅταν πείθωνται αἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐξουσίαι, ὅτι ταῦτα ἀντίκεινται εἰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχουσι νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς αὐτά. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς οὔτε Σύνταγμα εἶναι, ἀλλ’ οὔτε νόμος, δὲν ἔχει δ’ ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν οὔτε διὰ τοὺς Βουλευτὰς, ὁσάκις περιέχῃ διατάξεις ἀντικειμένας εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ μεταβάλῃ νόμους, πρέπει νὰ τοὺς μεταβάλῃ διὰ νόμων, οὐχὶ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ της. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Τήνου ἀνέφερε τὸ παράδειγμα παρελθούσης ἐποχῆς. Ὁμὰς Βουλευτῶν μὴ ἀποτελοῦσα πλειονοψηφίαν ἐπέμενε, παρὰ τὴν γενομένην ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, νὰ ψηφίσῃ νόμος. Οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐψηφίσθησαν, ἀλλὰ ἐχαρακτηρίσθησαν εὐλόγως ἀντισυνταγματικοὶ, καὶ ἐκηρύχθησαν ἄκυροι. Τὰ δικαστήρια, ἐνώπιον τῶν ὁποίων συνεζητήθη τὸ ζήτημα τῆς ἰσχύος τῶν νόμων τούτων, ἀνεγνώρισαν εἰς ἑαυτὰ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζωσι τὴν συνταγματικότητα αὐτῶν καὶ νὰ μὴ τοὺς ἐφαρμόζουν. Διατί; οὐχὶ διότι ἐβεβαιώθη ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία, ἀλλὰ διότι, ἀμφισβητηθείσης τῆς ἀπαρτίας, δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὅπως βεβαιῶται, ἂν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, ὁσάκις ἐγένετο ὑπὸ Βουλευτοῦ τοιαύτη ἔνστασις. Ἤδη, ἐρωτῶ, ἂν ἡμεῖς ψηφίσωμεν τὸν νέον Κανονισμὸν, ὅστις ἀπαιτεῖ ἵνα ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐφεξῆς γίνηται ὑπὸ πέντε Βουλευτῶν, ἐγερθῇ δὲ αὔριον εἷς μόνον Βουλευτὴς καὶ ζητήσῃ ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, διότι θεωρεῖ τὴν Βουλὴν μὴ οὖσαν ἐν ἀπαρτίᾳ, δύναται ἡ Βουλὴ, στηριζομένη εἰς μόνον τὸν Κανονισμὸν, νὰ μὴ δεχθῇ τὴν ἔνστασιν; δύναται νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν καὶ ψήφισιν νόμων; Νομίζετε ὅτι ὁ Κανονισμὸς δύναται νὰ περιβάλῃ διὰ νομιμότητος ἐργασίαν στερουμένην νομιμότητος κατὰ τὸ Σύνταγμα; Διατὶ πέντε Βουλευταὶ νὰ δύνανται νὰ θέσωσιν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἀπαρτίαν, οὐχὶ δὲ εἷς; Δύνανται ὑποχρεωτικῶς τὰ δικαστήρια, λόγῳ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, νὰ παρίδωσι τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ἐφαρμόσωσι τοιούτους νόμους; Δὲν βλέπω ποῦ ἡ δύναμις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ὑπάρχοντος ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου δὲν ἠμφισβητήθη ἡ ἔννοια, ὅτι δηλαδὴ ἀπαιτεῖ οὐ μόνον πρὸς ἀπόφασιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς συζήτησιν, τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, εἶναι ἐντελῶς ἐναντίον τοῦ Συντάγματος νὰ ἀρνώμεθα εἰς οἱονδήποτε τῶν Βουλευτῶν τὸ δικαίωμα ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὑπάρχει ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς συζήτησιν ἢ ἀπόφασιν. Εἶναι καθαρὰ σοφιστεία νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν περιορίζομεν, ἀλλὰ κανονίζομεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ὁρίζοντες τὸν ἀριθμὸν εἰς πέντε. Διὰ σοφιστειῶν δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία καὶ γραμματικῶς καὶ λογικῶς εἶναι σαφής· ἔχομεν τὴν πρᾶξιν 33 ἐτῶν, τὴν ὁποίαν οὐ μόνον πολιτικοὶ ἄνδρες, καὶ φιλοπατρίαν ἔχοντες καὶ περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους καὶ τῆς εὐπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου κηδόμενοι, ἀνεγνώρισαν, ἀλλὰ καὶ Κυβερνήσεις, πολλάκις εὑρεθεῖσαι ἀπέναντι τῆς καταχρήσεως τῶν ἐνστάσεων. Οὐδέποτε, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν, πλὴν ἅπαξ, ἐνόησαν νὰ θέσωσιν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος. Πάντοτε ὑπέκυψαν εἰς τὴν ἔνστασιν τοῦ ἑνός. Ἐκ τῆς καταχρήσεως αὐτῆς ἐν μέρει προέκυψαν καὶ ἐμορφώθησαν ἀπὸ τοῦ 1882 αἱ μεγάλαι πλειονοψηφίαι, τὰ μεγάλα κόμματα, τὰ δυνάμενα νὰ παρατάσσωσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀπαρτίαν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀδύνατος ἡ ὕπαρξις κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καὶ ἄλλα Κοινοβούλια ξένων Κρατῶν, ἐν οἷς ἡ αὐτὴ ἐπικρατεῖ διάταξις. Δὲν ἐννοῶ διατὶ ἀναφέρομεν μόνα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἡ αὐτὴ διάταξις, ἡ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Συντάγματι. Ἔχομεν τὸ πολίτευμα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἔν τε τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ἐν αἷς ἀπαιτεῖται τὸ ἥμισυ τῶν Βουλευτῶν καὶ Γερουσιαστῶν, οὐ μόνον ὅπως ψηφισθῇ ὁ νόμος, ἀλλὰ καὶ ὅπως συζητηθῇ. Ἐν Ἰταλίᾳ ἐπίσης ἀπαιτεῖται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς οὐ μόνον διὰ τὴν ψήφισιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν συζήτησιν τῶν νόμων. Ἐν Λουξεμβούργῳ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης μικρὸν Κράτος, ἀπεφασίσθη τὸ αὐτὸ, καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εἶναι τὸ ἴδιον πρὸς τὸ ἡμέτερον. Τὸ Βέλγιον, ὅπου τὸ Σύνταγμα σαφῶς ἀπαιτεῖ μόνον διὰ τὴν ψήφισιν, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τὴν συζήτησιν, τὴν ἀπαρτίαν, ἐδέχθη τὸ αὐτό. Ἐτέθη τὸ ζήτημα κατὰ τὸ 1884, ἂν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία μόνον διὰ τὴν ψηφοφορίαν τοῦ νόμου, ἢ καὶ διὰ τὴν συζήτησιν, καὶ μολονότι τὸ Σύνταγμα δὲν ὑποχρεοῖ, ὅπως τὸ ἡμέτερον, μὲ τὴν αὐτὴν σαφήνειαν, ἐν τούτοις ἀπεφάσισεν, ὅτι καὶ διὰ τὴν συζήτησιν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ νόμιμος ἀπαρτία. Ἀλλ’ ἐπικαλοῦνται τὰς καταχρήσεις. Ἐὰν, Κύριοι, ἕνεκα τῶν καταχρήσεων παντὸς θεσμοῦ πρέπῃ νὰ μεταβάλλωμεν ἑκάστοτε τὰ τοῦ πολιτεύματος, οὐδὲν θὰ μείνῃ ὄρθιον. Μήπως δὲν περιέπεσεν εἰς καταχρήσεις ὁ τύπος; νὰ περιορίσωμεν λοιπὸν τὸν τύπον; Μήπως οἱ ἰσόβιοι δικασταὶ δὲν ὑπέπεσαν εἰς καταχρήσεις; πρέπει λοιπὸν νὰ καταργήσωμεν τὴν ἰσοβιότητα; Μήπως ἄλλαι ἐξουσίαι τοῦ Κράτους ἐκτελοῦσιν ἀκριβῶς καὶ πρεπόντως τὰ καθήκοντα αὐτῶν; Ποία ἐργάζεται μὲ τὴν σκοπιμότητα, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἐνόησεν; Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν, ἐν ὅσῳ ἔχομεν Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, νὰ μὴ ἔχωμεν κακά; Πολίτευμα, εἰς τὸ ὁποῖον μόνον τὸ καλὸν γίνεται, οὔτε εὑρέθη, οὔτε δύναται νὰ εὑρεθῇ. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ καταργήσωμεν τὰς κομματικὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες τοσούτων κακῶν πρόξενοι γίνονται, θέλομεν ἔχει καθημερινὰς ἀλλαγὰς Κυβερνήσεων. Ἄλλο τοῦτο κακὸν, ἄλλο χάος, καὶ ἀπώλεια ἐθνικῆς δυνάμεως καὶ ἐργασίας. Ὑπὸ τοιαύτην ἀστάθειαν κυβερνητικὴν, οὐδεμία βελτίωσις, οὐδεμία πρόοδος, οὐδὲν σπουδαῖον ἔργον εἶναι δυνατόν. Ἑπομένως δὲν εἶναι αἱ καταχρήσεις ἀσφαλὴς ὁδηγὸς πάντοτε, ὅπως μεταβάλωμεν τὰ καθεστῶτα. Ἀλλὰ τέλος αἱ συνταγματικαὶ μεταβολαὶ καὶ τροποποιήσεις πρέπει νὰ γίνωνται συνταγματικῷ τῷ τρόπῳ, οὐχὶ δὲ διὰ κανονισμῶν. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ προταθῶσι παρὰ Βουλευτοῦ περιορισμοὶ τῆς καταχρήσεως, περὶ ἧς συζητοῦμεν, εὐχαρίστως ἡ Βουλὴ θὰ ἐδέχετο αὐτούς· ἀλλὰ τοιοῦτοι οὔτε προυτάθησαν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῶσι. Θὰ ἦτο δυνατὸν π. χ. νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ Βουλευτής, ὁ ὁποῖος δὲν παρίσταται καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως, στερεῖται μέρους τῆς ἀποζημιώσεώς του. Τοιαύτη διάταξις δὲν προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐξαναγκάζει δὲ τοὺς Βουλευτὰς νὰ παρίστανται, καὶ καθιστᾷ δύσκολον τὴν ἔνστασιν. Τοιοῦτοι περιορισμοὶ, μὴ θίγοντες τὸ Σύνταγμα, ἦτο δυνατὸν νὰ φέρωσιν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ τοιαῦτα μέτρα οὐδέποτε ἐνόησαν αἱ Βουλαὶ νὰ ἐφαρμόσωσι. Φρονῶ διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὰ κείμενα. Εἶμαι δὲ τῆς γνώμης, ὄχι μόνον νὰ μὴ μεταβληθῇ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως ἐκ μέρους παντὸς Βουλευτοῦ, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως τῆς ἀπαρτίας. Διότι, ἂν εἰσαγάγωμεν τὸ σύστημα, ὅπως ἔρχηται ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ἐν τῷ Προεδρείῳ καὶ ἐγγράφῃ τὸ ὄνομά του, φρονῶ ὅτι θὰ γεννηθῶσιν ἄλλου εἴδους ἀμφισβητήσεις, ἂν ἦναι γνησία ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βουλευτοῦ ἢ ἐγράφη παρ’ ἄλλου.
§137ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Θὰ ἔχωμεν πραγματογνωμοσύνας.
§138ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἔχωμεν ἀληθῶς τότε πραγματογνωμοσύνας. Ἂν νομίζωμεν, ὅτι πρέπει νὰ βελτιωθῶσι τὰ κείμενα, ἀνάγκη τότε ἄλλαι βελτιώσεις νὰ ζητηθῶσιν. Ἀλλὰ ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ μείνῃ ἄθικτος, καὶ διότι τὸ Σύνταγμα τὴν διατάσσει, ἀλλὰ καὶ διότι αἱ προτεινόμεναι μεταβολαὶ δὲν θὰ φέρωσιν ἀποτέλεσμα.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν περὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἐξεδήλωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὑπέλαβον ὅτι ὤφειλον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τούτου γνώμας μου. Ἀλλὰ καλοῦμαι πρὸς τοῦτο καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, διότι μεταξὺ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν τῆς Βουλῆς διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν δύο προτάσεων, ἐθίχθησαν καὶ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι καθαρῶς συνταγματικὰ ἑπομένως ὀφείλω καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς εἰσηγητὴς ἐπὶ τοῦ παρόντος τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς νὰ ἐκδηλώσω τὴν γνώμην μου. Εἶπον ὅτι δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τῆς σημαντικότητος τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν Κράτεσι μᾶλλον προηγμένοις εἰς τὰς ἐπιστήμας καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, φρονοῦσιν, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι σημαντικώτατος νόμος, οὐχὶ νόμος ἰσχύων ἐν τῇ πόλει ἢ ἐν τῇ χώρᾳ, ἀλλὰ νόμος ἰσχύων ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος οὗτος κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ σώματος, καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ ἔργα τοῦ Κοινοβουλίου εἰσὶ σημαντικὰ καὶ σοβαρά, ἐπὶ τοσοῦτον ὁ νόμος οὗτος θεωρεῖται σοβαρὸς καὶ σημαντικός. Φρονοῦσι μάλιστά τινες, ὅτι ἐκ τοῦ τοιούτου ἢ τοιούτου κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐξαρτᾶται πολλάκις ἡ ἐπιτυχία ἢ ἡ ἀποτυχία τῶν πολιτευμάτων, καὶ εἰς τὰς μεταβολὰς τῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀπέδιδον δυστυχήματα πολιτειακὰ, συμβάντα ἐπὶ Κρατῶν κατὰ χρόνους προγενεστέρους. Διὰ τοῦτο ὠνόμασαν τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς Σύνταγμα τῆς Βουλῆς. Ὡς τὸ Σύνταγμα κανονίζει τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὰς ἄλλας πολιτειακὰς ἐξουσίας, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς κανονίζει τὰς σχέσεις τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν ἐκπροσωποῦσαν τὴν Βουλὴν ἀρχὴν, τὸ Προεδρεῖον αὐτῆς. Γνώμη δὲ κρατεῖ ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι μετὰ φειδοῦς πρέπει νὰ θίγῃ τις τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ νὰ θίγῃ αὐτὰς ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον αὗται στρέφονται περὶ τὸν κανονισμὸν τῆς τάξεως κατὰ τὰς συνεδριάσεις, ἢ περὶ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων τῶν Βουλευτῶν. Διὰ τοῦτο μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως ἤκουσα, ὅτι ὁ φίλος μου κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπέμεινε προτείνων ἵνα ἀναγραφῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὅτι ἡ ἔλλειψις ἀπαρτίας πρέπει νὰ προτείνηται ὑπὸ δύο Βουλευτῶν, καὶ ἐπιμένων, ἵνα, ἂν δὲν προτείνηται ὑπὸ δύο Βουλευτῶν, μὴ ἦναι δεκτή, ἂν ἤθελε προταθῆ ὑπὸ ἑνός. Τιμῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων ὑπερβαλλόντως, ἔχω δὲ μεγάλην πεποίθησιν εἰς τὴν εὐθυκρισίαν αὐτοῦ. Τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων τὴν προσοχὴν εἶχον ἑλκύσει σποραδικά τινα συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ παρελθὸν συνέβησαν, ἐνόμισε δὲ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι μείζων ἐγγύησις πρὸς περιστολὴν πάσης καταχρήσεως ἂν δύο, ἀντὶ ἑνός, Βουλευταὶ ἐπρότεινον τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας· διότι, ἂν ἐπρότεινον αὐτὴν δύο, θὰ ὑπῆρχεν ἡ πρόληψις, ὅτι ἡ ἔλλειψις ἀπαρτίας προὐτάθη οὐχὶ ἀπὸ ἁπλοῦν Βουλευτὴν, ἀλλὰ ἀπὸ κόμμα πολιτικόν. Ἐπειδὴ δὲ ἕκαστος εὐθύνεται διὰ τὰς ἰδίας αὑτοῦ πράξεις, τὰ δὲ πολιτικὰ κόμματα εὐθύνονται διὰ τὰς πράξεις ἑκάστου τῶν ἀποτελούντων αὐτὰ μελῶν, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων προσεδόκα, ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα τὰ ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἐφρόντιζον νὰ χειραγωγῶσι τὰ μέλη αὑτῶν, ἵνα μὴ προβάλλωσι τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας, ἐνῷ, ἂν ἀφίετο τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς μόνον ἕνα, ἦτο ἐνδεχόμενον εἷς ἐκ τῶν Βουλευτῶν, ἐκτὸς τῶν κομμάτων διατελῶν,—καὶ συνέβη τοῦτο κατὰ τὸ παρελθὸν—ἐκ νευρικῆς ἰδιοτροπίας, ἢ ἐκ προσωπικῆς δυσθυμίας, νὰ ὠθῆται εἰς πρότασιν τοιαύτην, καὶ νὰ γίνηται αἴτιος παρελκύσεως ἢ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Εἶπον ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων δηλώσαντος, ὅτι δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν γνώμην αὑτοῦ, διότι ἐγὼ ἀλλοίαν ἔχω γνώμην. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ εἶναι τὴν ἀπαρτίαν, τὸ εἶναι τοὺς ἡμίσεις πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν παρόντας, εἶναι καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐν τῇ ὑποεπιτροπῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ συνεζητεῖτο τὸ μέρος τοῦτο τοῦ Συντάγματος, ἐγένετο κατὰ τὸ 1863 μακρὰ συζήτησις, διότι ὑπῆρχον οἱ ἀντιλέγοντες καὶ φρονοῦντες ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαιτηθῇ ἡ παρουσία τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀρκεῖ νὰ ἦναι παρόντες οἱ ἡμίσεις πλέον ἑνὸς κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ οἱ ἀντιλέγοντες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἤμην καὶ ἐγώ, ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ πρόληψις ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι πόρισμα τῆς μελέτης αὐτοῦ καὶ τῆς γνώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ψηφίζει· διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν, ἵνα ὦσι παρόντες οἱ Βουλευταὶ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅπως μορφώνωσιν ἐλευθέρως τὴν γνώμην αὐτῶν κατὰ τὰς συζητήσεις. Μέλος τῆς ὑποεπιτροπῆς ἦτο ὁ κ. Καλλιγᾶς, δύο ἄλλα μέλη αὐτῆς ἀπεβίωσαν, καὶ ἐγώ. Ὅταν δὲ τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψεν, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς, καθῆκον ἔχουσιν οἱ διευθύνοντες τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, εὐθὺς ὡς διαγινώσκουσιν ὅτι δὲν εἶναι παρόντες τόσος ἀριθμὸς Βουλευτῶν, νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ Προεδρεῖον, εἴτε περισπώμενον εἰς ἄλλα, εἴτε μὴ καλῶς ἀντιλαμβανόμενον, δὲν πράττῃ τοῦτο, ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος. Ἡ σύνταξις τῆς Βουλῆς εἶναι ἀντικείμενον δημοσίας τάξεως, καὶ ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ, ὅτι δὲν εἶναι συντεταγμένον τὸ Σῶμα, ὡς τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, καὶ ἑπομένως νὰ ζητήσῃ εἴτε νὰ διαψευσθῇ ὁ δισταγμὸς, εἴτε νὰ βεβαιωθῇ, καὶ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Τὰ τελευταῖα ἔτη μάλιστα ἀπέδειξαν σοφὴν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διότι ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ κατάχρησις τοῦ ἐναντίου. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὴν περίοδον τοῦ 1874, διότι τότε ἐζήτησαν ἐπισήμως νὰ ἀνατρέψωσι τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐκανόνισαν τοῦτο αὐθεντικῶς, καὶ ἀνεγίνωσκον τὸν κατάλογον καὶ ἔλεγον, ὅτι αὐτοὶ φρονοῦσιν, ὅτι οἱ ἑκατὸν, φέρ’ εἰπεῖν, ἀποτελοῦσι τὴν ἀπαρτίαν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἦναι 110, διότι ἐλάμβανον ἄλλην βάσιν τοῦ ὑπολογισμοῦ, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐπίσης ὀφείλω, ἕνεκα τῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν ἔχω, νὰ ἀποφύγω ν’ ἀναμνησθῶ καὶ τῆς ἄλλης παρελθούσης περιόδου τῆς Βουλῆς, χρεωστῶ δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἐὰν ὁ Κανονισμὸς σκοπῇ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ κῦρος τῶν θελήσεων τῆς πλειοψηφίας, πρέπει ὡσαύτως νὰ ἐφοπλίσῃ τὰς μειοψηφίας, ἵνα ἀμύνωνται κατὰ πάσης καταχρήσεως τῆς θελήσεως τῶν πλειόνων. Καὶ οὕτω συναρμολογεῖται καὶ συγκρατεῖται ἡ ἰσοῤῥοπία ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος. Ἀφοῦ τὸ πολίτευμα στηρίζεται ἐπὶ τοῦ πλάσματος, ὅτι ἐν τῇ γνώμῃ τῶν πλειόνων ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια, ἔπρεπε νὰ χαλιναγωγήσῃ τὴν γνώμην ταύτην τῶν πλειόνων, τὸν χαλινὸν δὲ τοῦτον ἀποτελεῖ ἡ ἀντίστασις τῆς μειοψηφίας. Κατὰ τὰ τελευταῖα μάλιστα ἔτη ἡ ἐξέλιξις τοῦ πολιτεύματος, τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀπὸ συνταγματικοῦ εἰς κοινοβουλευτικὸν, καὶ ἡ πρόοδος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος πρὸς τὰ πρόσω ἀπεκάλυψε τόσα ἐλαττώματα ἐν τῇ ἀπολύτῳ ἰσχύϊ τῆς γνώμης τῶν πλειόνων, ὥστε κατεστάθη ἀνεκτὸν αἱ μειοψηφίαι νὰ προσφεύγωσιν εἰς ἄμυναν, ποιούμεναι χρῆσιν μέσων ἰσχυροτέρων. Τί ἄλλο εἶναι ἡ λεγομένη κωλυσιεργία, εἰμὴ ὅπλον κατὰ τῆς καταχρήσεως τῆς ἰσχύος τῶν πλειόνων; Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὡς ἀντιπολιτευόμενος ὑπεστήριξα ἐκθύμως τὸ δικαίωμα τῶν μειοψηφιῶν νὰ ἀμύνωνται οὕτω κατὰ τῶν καταχρήσεων τῶν πλειόνων. Καὶ ὅ,τι ὑπεστήριξα ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, τοῦτο ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ δηλώσω καὶ ἐν τῇ κυβερνήσει τοῦ Κράτους διατελῶν. Κατὰ τοὺς παλαιοὺς χρόνους ἐκρίνετο, ὅτι, ἐὰν προτάσεις νόμων ἀντέκειντο εἰς τὸ Σύνταγμα, εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον τοῦ Κράτους, τὰ μέλη τῶν Βουλῶν ἠδύναντο νὰ ἀγορεύωσι κατὰ τῶν προτάσεων τούτων, νὰ καταδεικνύωσι τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτῶν, νὰ ψηφίζωσι κατ’ αὐτῶν, καὶ προσέτι νὰ μετέρχωνται πᾶν μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελον δυνηθῆ νὰ ματαιώσωσι τὰς ἀντισυνταγματικὰς ταύτας προτάσεις.
§140Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὕτη εἶναι θεωρία τῶν ἀρχαιοτέρων χρόνων. Κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους ἐν τοῖς κοινοβουλίοις ἐδόθησαν ἄλλα παραδείγματα, διότι οὐ μόνον ὅταν πρόκειται περὶ προτάσεων νόμου ἀντιβαινουσῶν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ ὅταν πρόκειται περὶ προτάσεων μὴ τοιούτων, κρινομένων ὅμως ὡς ἐπιβλαβῶν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ τότε ἀκόμη μετῆλθον τὰ αὐτὰ μέσα τῆς ἀμύνης. Καὶ τί ἐγίνετο ἐν Ἀγγλίᾳ τόσα ἔτη; Καὶ τί ἐγίνετο ἐν Οὑγγαρίᾳ τόσους μῆνας; Καὶ τί ἐγίνετο καὶ παρ’ ἡμῖν; Μήπως δὲν συνετελεῖτο παρ’ ἡμῖν κωλυσιεργία; Καὶ βεβαιωθῆτε—χωρὶς νὰ ἀφήσω κανένα ὑπαινιγμὸν, δηλοῦντα τὴν προαίρεσίν μου, ἵνα ἀναμνήσω εἰς ὑμᾶς τὸ παρελθὸν καὶ ἐπιβαρύνω τοὺς τότε κυβερνῶντας,—βεβαιωθῆτε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπράττομεν οὕτω ἐν πλήρει συνειδήσει, ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον.
§142ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγγράψατε καὶ ἐμὲ, κύριε Πρόεδρε.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ κ. Χατζόπουλος ἠγρύπνει μεθ’ ἡμῶν, ὅτε ἀνηρχόμεθα ἐπὶ τὸ βῆμα τὴν ἑβδόμην πρωϊνὴν ὥραν ἀγορεύοντες.
§144ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἰς τὰ 1889.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ βεβαίως ὁ φίλος μου κ. Κοκκέβης ἦτο (ἱλαρότης).
§146ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπενθυμίζω τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, ὅτι ἐγένετο εἰς μίαν ἀγόρευσιν μου, καθ’ ἥν ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλήσω ἄνευ οὐδεμιᾶς προθέσεως κωλυσιεργίας, ἐγένετο 15 φορὰς ἔνστασις ἀπαρτίας, καὶ εἶχεν ἀρχίσει ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλης, καὶ ἐγὼ διεμαρτυρήθην καὶ διεμαρτυρήθην κατ’ ἐπανάληψιν. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα μὲ φάκελλον ἐγγράφων, ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη, διότι δὲν ἤμην ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεως ἐκείνης. Ἡ κωλυσιεργία εἶναι ἐπανάστασις.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ κωλυσιεργία ἦναι ἐπανάστασις, ἡ αὐθαίρετος καὶ ἄλογος πλειοψηφία, εἶναι τυραννία, ὅταν δὲ τυραννῇ ἡ πλειοψηφία, δικαιολογεῖται ἡ μειοψηφία κωλυσιεργοῦσα.
§148ΤΟΜΑΝ. Καὶ ἡ μειοψηφία θὰ κρίνῃ τὴν πλειοψηφίαν, κύριε Πρόεδρε;
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἀπατῶμαι, ἀλλὰ ὑπελάμβανον, καὶ οὕτως ἀντελαμβανόμην τῶν πραγμάτων, ὑπελάμβανον μετ’ εὐσυνειδήτου κρίσεως τὴν πλειοψηφίαν τυραννοῦσαν. Ἀφοῦ δὲ ὁ φίλος μου κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν πρότασιν, ὅπως ἀπαιτῶνται δύο, ἵνα προτείνωσιν ἔλλειψιν ἀπαρτίας, ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμφωνήσῃ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, ὁ ὁποῖος ἐζήτει πέντε, πολλῷ δ’ ἧσσον μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν δέκα ἢ εἴκοσιν (ἱλαρότης). Ὁ φίλος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς...
§150Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σημειώσατε καὶ ἐμὲ, κύριε Πρόεδρε.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ φίλος μου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀνέφερε τὸ παράδειγμα τῆς Πολωνίας. Τῷ ὄντι ἡ Πολωνία ἐδυστύχησε καὶ ἀπώλεσε τὴν ἰδίαν αὑτῆς ὀντότητα. Δὲν γνωρίζω ἂν ἀπώλεσεν αὐτὴν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνέφερε. Νομίζω ὅμως, ὅτι οἱ λαοὶ πρέπει νὰ ἀπαιτῶσι πάντοτε τὴν εὐσυνείδητον λειτουργίαν τῶν νόμων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον ἑαυτούς. Τοὺς συμβουλεύω νὰ ἀνέχωνται τὴν τυραννίαν. Ἄν διακρίνωσιν, ὅτι ἡ τυραννία δὲν ὁδηγεῖται ὑπὸ νομιμοφροσύνης, συμβουλεύω αὐτοὺς νὰ ἐκλέξωσι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλὰ νὰ ἦναι ἄγρυπνοι, ἵνα τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα λειτουργῇ ἀκωλύτως καὶ εὐσυνειδήτως, διότι καὶ τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα, ὅταν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν παραβαίνωνται αἱ βάσεις ἢ οἱ κυριώτεροι κανόνες αὐτῶν, ἀποβαίνουσι τυραννία, εἶναι δὲ τυραννικὸν πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικόν, ὅταν ἡ πλειοψηφία πολιτεύηται κατὰ τρόπον τόσον ἰσχυρογνώμονα, ὥστε δὲν διακρίνει τὸ δίκαιον ἀπὸ τὸ ἄδικον. Εἷς περιώνυμος συγγραφεὺς τὰς πλειοψηφίας τῶν πολιτικῶν σωμάτων, μάλιστα ὅταν ταῦτα δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν προνομίαν τῆς διαλύσεως, τὰς παραβάλλει πρὸς θηρία, τὰ ὁποῖα κατατρώγουσι πᾶν τὸ προστυχόν. Ἐγὼ εὔχομαι, ἐπειδὴ δὲν ἔχω πολλὰ ἔτη νὰ ζήσω ἀκόμη, εὔχομαι νὰ μὴ δοθῶσι παραδείγματα τοιούτων πλειοψηφιῶν ἐν τῇ πατρίδι μου, ἀλλὰ ἂν κακὴ μοῖρα τῆς χώρας ἤθελεν ἐπιτρέψει, ἵνα ἐμφανισθῶσι τοιαῦται πλειοψηφίαι, δίδω συμβουλὴν εἰς τοὺς συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποτελεῖ τὰς μειοψηφίας, νὰ μεταχειρισθῶσι πᾶν μέσον, ἵνα περιστείλωσι τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν πλειονοψηφιῶν ἐκείνων (εὖγε! εὖγε! ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ἀπὸ τοῦ θέματος τούτου μεταβαίνω εἰς ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον σᾶς συνιστῶ ὡς ἄξιον τῆς ὑμετέρας προσοχῆς. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι τὸ τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτὴς ἐν ταῖς προτάσεσιν αὐτοῦ, ὑπὸ ἀγαθωτάτης προαιρέσεως ἐμπνεόμενος,—διότι κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ὁ κ. Βουλευτὴς εἶναι εἰλικρινὴς καὶ αἱ προαιρέσεις αὐτοῦ εὐθεῖαι, γνωρίζω δὲ καὶ τὴν φιλοπονίαν αὐτοῦ,—ὁ κ. Βουλευτής, λέγω, ἐκ Βόλου ἐπεθύμησε νὰ συνδυάσῃ τὸ τερπνὸν τῷ ὠφελίμῳ, καὶ ἐπενόησε πῶς νὰ συζητῶμεν τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ λαμβάνωμεν συγχρόνως καιρὸν νὰ μελετῶμεν αὐτά, καὶ νὰ ἤμεθα καὶ ἐν ἀνέσει. Ἐνθυμοῦμαί τινα πρώην Βουλευτὴν, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη εἷς τῶν προαγορευσάντων, ἀποστελλόμενον ἄλλοτε ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Πατρῶν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅστις ἔλεγεν εὐφυέστατα ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ προσόντα διὰ τοὺς Βουλευτὰς, καὶ μεταξὺ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἔκρινεν ἀναπόφευκτα, εἶναι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἀνωτάτης ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἀποδεικνύηται ὅτι ἀντέχουσιν εἰς κόπους. Βεβαίως τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι κοπιαστικὸν πολίτευμα, καὶ ὅσοι θέλουσι νὰ ἦναι ἐν αὐτῷ λειτουργοί, πρέπει νὰ μὴ φείδωνται κόπων, πρέπει νὰ ἐργάζωνται νυχθημερόν, οὐδὲ καὶ οὕτω θέλουσιν ἔχει ἥσυχον τὴν συνείδησίν των, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των. Λοιπὸν ὁ προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου τῶν συνεδριάσεων εἰς πέντε ὥρας μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι περιορισμὸς ὄχι μόνον ἀνωφελής, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἐὰν ἦναι καὶ νόμιμος. Ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἡμερῶν, καθ’ ἃς θέλουσι συζητεῖσθαι αἱ ὑπὸ Βουλευτῶν γιγνόμεναι προτάσεις νόμων κατὰ μίαν ἡμέραν, τῶν ἡμερῶν καθ’ ἃς θέλουσι συζητεῖσθαι αἱ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν γιγνόμεναι προτάσεις τῶν νόμων κατ’ ἄλλας ἡμέρας κτλ., μοὶ φαίνεται ὡσαύτως περιοριστικός. Ἂν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν ἦναι συνταγματικόν, διότι εἰς τοῦτο συνίσταται ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνώντων, ἂν ἑπομένως ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνώντων, ὁ διὰ τῶν ἐπερωτήσεων γιγνόμενος, ἦναι ἡ πρωτίστη ἐγγύησις τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, τῆς προνοίας ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῶν συμφερόντων, εἴτε τῶν τοπικῶν, ἐπαρχιακῶν ἢ δημοτικῶν, εἴτε τοῦ δημοσίου ταμείου, πρέπει τὸ δικαίωμα αὐτῶν νὰ μείνῃ ἀκώλυτον, νὰ μὴ περιορίσητε αὐτὸ κατὰ χρόνον, ἀλλὰ κατὰ τρόπον. Ἂν περιορίσητε αὐτὸ κατὰ χρόνον, δὲν θέλετε ἐπιτρέπει εἰς Βουλευτὰς νὰ ἀπευθύνωσιν ἐπερωτήσεις κατὰ πᾶσαν ἡμέραν, ἀλλὰ πρέπει νὰ περιμένωσι νὰ ποιῶνται τὰς ἐπερωτήσεις των καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν, ἀφαιρεῖτε δ’ ἀπὸ αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησίς των, κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἡμέραν, ὡς καὶ αἱ ἄλλαι προτάσεις καὶ συζητήσεις κατὰ τὰς ἡμέρας, τὰς ὁποίας ἤθελε προσδιορίσει, ἂν τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ ἤθελεν ἀποδεχθῆ, ἡ Βουλή. Ὁ Βουλευτὴς ὁ ἐλέγχων προβάλλει τὴν ἐπερώτησίν του, εὐθὺς δ’ ὡς ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς κομίσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, πρέπει νὰ συζητῆται ἡ ἐπερώτησις· ἀλλ’ ἡ βραδύτης εἶναι ἀναβολὴ ἐλέγχου, ἡ δὲ ἀναβολὴ τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἐνθάῤῥυνσις τῶν παραβαινόντων τὸ καθῆκον. Λοιπὸν πρέπει νὰ γίγνηται ἀμέσως, ἵνα καταστέλλωνται αἱ τυχὸν παρεκτροπαὶ, καὶ ἵνα διδάσκωνται καὶ οἱ μὴ παραβαίνοντες τὸ καθῆκον αὐτῶν νὰ μὴ ὑποπίπτωσιν εἰς παραβάσεις, διότι θέλουσι διδάσκεσθαι ὅτι ὁ ἔλεγχος εἶναι ἀκοίμητος. Τὸ ἄρθρον 16, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, συνδέεται ἀκριβῶς μετὰ τῶν ἐπερωτήσεων, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 16 ἀνεγράφη, ὅτι τὸ Σάββατον εἶναι ἡμέρα, καθ’ ἣν δὲν θέλει ἀσχολεῖται εἰς ἄλλο τι ἡ Βουλή, παρὰ εἰς προτάσεις Βουλευτῶν. Ἂν τὸ Σάββατον προσδιωρίσθη εἰς τοῦτο, εἶναι διότι ἡ Τετάρτη καὶ ἡ Πέμπτη προσδιωρίσθη δι’ ἄλλο ἔργον, καὶ ἡ Δευτέρα καὶ ἡ Τρίτη δι’ ἄλλο. Ἀλλὰ πρέπει νὰ κανονισθῇ ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τῶν ἐπερωτήσεων. Πρέπει νὰ τὸ κανονίσωμεν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος προλαμβάνει τὰς ματαιολογίας καὶ ἑπομένως τὴν ἀπώλειαν τοῦ καιροῦ. Ἂν μέχρι τοῦδε δὲν ἐτηρεῖτο τοῦτο, εἶναι διότι δὲν ἐκτελοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι διότι εἶναι ἀνεκτὴ ἡ κατάχρησις. Ἡμεῖς κατὰ τὰς παρελθούσας περιόδους συνεφωνήσαμεν νὰ κατατίθεται γραπτὴ ἡ ἐπερώτησις, νὰ στέλληται εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, οὗτος νὰ παρέχῃ τὰς πληροφορίας, οὕτω δὲ νὰ γίνηται ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ἄν τις θέλων νὰ ἐπερωτήσῃ ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα, καὶ ἀντὶ νὰ προβάλῃ ἐπερώτησιν, ζητεῖ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐγένετο ὡρισμένη παράβασις, ἢ ὡρισμένη παράλειψις; Ἀλλὰ ὁ ἐπερωτῶν ἀπαγγέλλει λόγον, ὁ ὁποῖος διαρκεῖ μίαν ὥραν, αὐτὸ δὲ δὲν εἶναι ἐπερώτησις, εἶναι ἀνάπτυξις ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία δὲν γίνεται μόνον ἐπὶ ἀπωλείᾳ τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ γίνεται καὶ κατ’ ἀνισότητα κατὰ τὴν συζήτησιν, διότι ὁ ἐπερωτῶν ἔρχεται παρεσκευασμένος, ἐνῷ ὁ ἐπερωτώμενος δὲν γνωρίζει τί νὰ ἀπαντήσῃ. Ἀλλὰ τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὸν Πρόεδρον, ὅστις προσήκει νὰ καλέσῃ τὸν ἐπερωτῶντα νὰ καταθέσῃ τὴν ἐπερώτησίν του γραπτὴν, ὅπως προσδιορισθῇ ἡμέρα τῆς συζητήσεως. Διὰ τοῦτο οὐδεμίαν προσδοκῶ βελτίωσιν, οὐδ’ οἰκονομίαν τινὰ ἐκ τοῦ χρονικοῦ προσδιορισμοῦ. Διὰ τοῦτο γνωμοδοτῶ, ἵνα κανονισθῇ ὁ τρόπος τοῦ ἐπερωτᾷν καὶ οὐχὶ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου τοῦ ἐπερωτᾷν. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὤφειλον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ δ’ αὐτὴν νὰ βασανίσῃ τὰς προτεινομένας μεταβολὰς τοῦ Κανονισμοῦ μετὰ φειδοῦς, συντελοῦσα, ὅπως τῷ ὄντι ἀποκατασταθῇ τάξις μεγαλειτέρα καὶ διατηρηθῇ ἡ πρέπουσα εὐπρέπεια καὶ κοσμιότης κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος.
§153Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ἐπάναγκες, εὐθὺς μετὰ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ μετὰ τοὺς προαγορεύσαντας, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως δὲν εἶναι ὁ καταλληλότερος, τοῦτο δὲ ὀφείλεται εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφου, διότι ἐτάραξε τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ ἀκριβῶς δὲν γινώσκω περὶ τίνος ἄρθρου συζητοῦμεν. Κατήλθομεν εἰς τὸ 16, ἀνήλθομεν εἰς τὸ 15, εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 16 καὶ πάλιν κατήλθομεν εἰς τὸ 17. Δὲν θέλω εἴπει περισσότερα εἰς τὸν συνάδελφον, ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν περιέμενα τόσον πόλεμον εἰς τὸ νὰ συζητῶνται αἱ βουλευτικαὶ προτάσεις· προέβαλε δὲ ἰσχυρισμοὺς ὄντως ἀναξίους τῆς νομομαθείας του, διότι δὲν ἠξεύρω, πῶς ἐνόμισεν, ὅτι προσκρούει εἰς τὸ περὶ ἀπαρτίας, ὡς ἐὰν ἡμεῖς ἔχομεν προτείνει νὰ γίνηται συζήτησις ἄνευ ἀπαρτίας, ἀλλὰ φαίνεται εὐχαριστημένος, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ ἓν νομοσχέδιον, ὅπερ δύναται νὰ τυπωθῇ, καὶ πλέον οὔ. Ἐπεκαλέσθη δὲ καὶ τὸ παράδειγμα, ὅτι συζητεῖται ἤδη πρότασις βουλευτική, χωρὶς νὰ συλλογισθῇ, ὅτι συζητεῖται αὕτη ὡς τροπολογία. Ἀλλ’ ἂν ὅλοι οἱ συνάδελφοι ἦναι εὐχαριστημένοι νὰ μὴ συζητῶνται αἱ βουλευτικαὶ προτάσεις, νὰ μὴ τηρῆται δὲ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἰς τοὺς Βουλευτὰς πρωτίστως ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν,—διότι ἐδῶ ἀνεστράφησαν ὅλοι οἱ ὅροι, καθόσον οἱ Βουλευταὶ συγκυβερνῶσι, δὲν νομοθετοῦσι,—δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε εἰς ὅσα εἶπον. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη εἰς τόσας συνταγματικὰς παραδοξολογίας καὶ ἱστορικὰς χονδροειδεῖς ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν, νὰ εἴπω τινά. Ἤκουσα πρὸ μικροῦ μετὰ τόνου νὰ ὑποστηρίζηται, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι νόμος καὶ δὲν ἐξέρχεται τῶν τεσσάρων τοίχων τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ ἠδύναντο, παρὰ τὸν Κανονισμὸν, νὰ ἀκυρώσωσι τοὺς νόμους καὶ τὰ παρόμοια. Εὐτυχῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρκετὰ ἀπέκρουσε τὸν τοιοῦτον σόλοικον ἰσχυρισμὸν, διότι ὁ Κανονισμὸς εἶναι νόμος, καὶ ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων νόμων, διαφέρει δὲ μόνον, ὅτι δὲν ψηφίζεται, ἕνεκα ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, εἰς τρεῖς συζητήσεις καὶ δὲν κυροῦται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἤκουσα ὅμως καὶ μίαν ἱστορικὴν ἀνακρίβειαν, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας ὀφείλεται τὸ δίδαγμα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ 1875, διότι εὑρέθη εἷς Βουλευτὴς ὁ ὁποῖος εἶχεν ἰσχυροὺς τοὺς πνεύμονας, ἵνα προτείνῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας. Δὲν ἤμην τότε Βουλευτὴς, ἀλλὰ γνωρίζομεν τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, καὶ γνωρίζομεν ὅτι ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐργασθεῖσα, ἐδίδαξε τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ ἔξω συνέκειτο ἀπὸ τοὺς Ἐπαμεινώνδαν Δεληγεώργην, Θρασύβουλον Ζαΐμην καὶ Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρον, ἡ ἐργασία δ’ ἐκείνων ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ὄχι ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας· διὰ τῆς ἐργασίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης ἠκυρώθησαν οἱ νόμοι. Παρεπέμφθημεν ὅμως καὶ μέχρις Ἀγγλίας, διὰ νὰ μάθωμεν ὅτι ἡ Ἀγγλία προέβη εἰς μέτρον τι κατὰ τῶν Ἰρλανδῶν. Ἀπορῶ, πῶς ἀγνοεῖ ὁ συνάδελφος, ὅτι προέβη εἰς μέτρα γενναῖα καὶ γενναιότατα, ἐγένοντο καὶ ἐκεῖ συνεδριάσεις μακρόταται· μία συνεδρίασις κατὰ τὸ 1881 διήρκεσε 41 ὥρας, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο νὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα, ἂν ὁ Πρόεδρος δὲν ἠναγκάζετο νὰ προβῇ εἰς πραξικόπημα, διότι ἐκήρυξε περατωμένην τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἡ κατάχρησις ἐκείνη ἠνάγκασε τὸν κ. Γλάδστωνα νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπίσης δὲ καὶ τὸν κ. Gibson, βουλευτὴν τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Δουβλίνου, καὶ τὸν κ. Νόρθκωτ. Ἐν τέλει ὅμως ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ κηρύττῃ περατωμένην τὴν συζήτησιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐρωτωμένη ἀποφανθῇ περὶ τούτου δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας. Τοῦτο δ’ ἐζήτει καὶ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ἔχουν συνταγματικὴν διάταξιν ἐν Ἀγγλίᾳ γραπτὴν, ἀλλὰ ἔχουν συνταγματικὰ ἔθιμα καὶ σέβονται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου ὑπὲρ πᾶν ἄλλο Κράτος. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα προσετέθησαν μετ’ ἐκφράσεως περισσῆς πρὸς ἐμὲ εὐγενείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἐπηκολούθησε καὶ εἶδός τι εἰρωνείας διὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, διότι ἡ πρότασις αὕτη προσκρούει εἰς τὴν κωλυσιεργίαν, ἥτις, ὡς εἶπεν, εἶναι συνταγματικὸν δικαίωμα. Ἀληθῶς ἓν καὶ μόνον ἤκουσα καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν σπουδαῖον καὶ ἄξιον συζητήσεως, τὴν γνώμην τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ τὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἓν δικαίωμα ἀμύνης κατὰ τυραννίας, εἴτε ἐντεῦθεν ἔρχεται αὕτη, εἴτε ἐκεῖθεν, κατάχρητις κατὰ καταχρήσεως. Καὶ τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ ἡμετέρα πρότασις; νὰ πατάξῃ καὶ τὴν τυραννίαν καὶ τὴν κωλυσιεργίαν, διότι κωλυσιεργία καὶ τυραννία ἐννοεῖ ἐπανάστασιν, ἐννοεῖ προσβολὴν τῶν ὑψηλοτέρων συνταγματικῶν δικαιωμάτων, καὶ τὰ δύο εἶναι ἀναίρεσις τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Ἐκτιμῶ μεγάλως καὶ τὸν πόνον τὸν πατριωτικὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὴν πεῖραν αὐτοῦ τὴν μακρὰν καὶ τὰς παρατηρήσεις του ἐπὶ τοῦ τόπου, διότι ὁμολογουμένως γινώσκει τὸν τόπον, ἅς μοι ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ τῷ εἴπω, ὅτι οὐδόλως ἐπείσθην ἐκ τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν, ὄχι Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ καὶ Βουλευτὴς ἁπλοῦς, νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ κωλυσιεργία εἶναι συνταγματικὸν δικαίωμα. Δύνανται νὰ ὑπάρξωσι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν γνώσει τῆς ἰσχύος αὐτῶν νὰ ἐπιλανθάνωνται τῆς ἐξουσίας αὐτῶν ἐν τῷ τόπῳ, ὥστε νὰ προβῶσι καὶ εἰς παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολίτευσις ἀξία τῆς ἀποστολῆς της, τὸ Σύνταγμα προέλαβε περὶ τοῦ πρακτέου, διότι ἀνέγραψεν, ὅτι ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Μόνον δὲ διὰ τῶν ἐπαναστάσεων ἐδόθησαν ἐλευθερίαι· ἀλλ’ ἐπανάστασιν ἀναγνωριζομένην ἐντὸς τῆς Βουλῆς, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω· δὲν δύναμαι νὰ φθάσω εἰς τὴν ὑψηλὴν αὐτὴν θεωρίαν. Ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ἡ πλειοψηφία τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας καταχρήσεις, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἀπέναντι αὐτῆς Ἀντιπολίτευσιν ὑπερασπιζομένην τὸν τόπον, σημαίνει ὅτι μία διέξοδος ὑπάρχει, ἡ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἐὰν ὑπάρχῃ Ἀντιπολίτευσις, πρέπει νὰ μένῃ ἐνταῦθα, ὅπως ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της, νὰ συζητῇ καὶ οὐχὶ νὰ κωλυσιεργῇ. Ἂν οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν δὲν θέλωσιν, ἂς καταθέσωσι τὴν ἐντολήν των. Ἔχουσιν ὅμως καὶ ἕτερον καθῆκον, νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν λαὸν, ὅτι τρέχουσι τὸν ἔσχατον κίνδυνον αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι. Ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὅτι ἐνασκοῦμεν συνταγματικὰ δικαιώματα, τοὐναντίον τοῦτο εἶναι ἐμπαιγμὸς τῆς ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων τούτων· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ καὶ τὴν τυραννίαν τῆς πλειοψηφίας, καὶ διὰ τοῦτο διὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως ἐπρονοήσαμεν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ἐξασφαλίζοντα τὸν τόπον καὶ τὸ νομοθετικὸν σῶμα ἀπὸ τὰς ἐπιθέσεις αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν νὰ ὁρισθῇ χρονικὸν διάστημα τῶν συνεδριάσεων· πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἕως ποῦ θὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἕτεραι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγκάζουσι τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἦναι παρόντες. Λυποῦμαι ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀντιφρονούντων, δὲν εὑρίσκομαι εἰς ἣν θέσιν ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων, νὰ κάμω τὴν ἀβαρίαν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἔκαμε. Τοὐναντίον πᾶσα ἡ γενομένη συζήτησις μὲ κάμνει νὰ ἐμμένω πλειότερον εἰς τὰς προτάσεις μας, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ ἀναγραφῇ ὡς δικαίωμα συνταγματικὸν ἡ κωλυσιεργία! διότι μενούσης τῆς κωλυσιεργίας, θὰ μείνῃ καὶ ἡ τυραννία τῆς πλειοψηφίας.
§154ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε δίς, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§156ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ πλειοψηφία θ’ ἀποφασίσῃ πράγματα μὴ ἀληθῆ, ὡς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε. Ἐπεθύμουν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μεσολογγίου δύο λέξεις, διότι ἠθέλησε νὰ μοὶ ὑπενθυμίσῃ διὰ τίνα λόγον ἀνεκλήθη εἰς τὴν τάξιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γερμανίας, καὶ εἶπεν ὅτι ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἦτο Βουλευτής. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὑπεστηρίζετο ὅτι Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν εἴτε εἶναι εἴτε δὲν εἶναι Βουλευτής, μολονότι νομοδιδάσκαλος Γερμανὸς ὑποστηρίζει μέσην γνώμην, ὅτι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἦναι Βουλευτής, δὲν δύναται νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν, στηριζόμενος εἰς τὸ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου τοῦ ἀνακαλεῖν εἰς τὴν τάξιν στηρίζεται ἐπὶ τῆς συναινέσεως, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν οἱ Βουλευταί, ἐκλέξαντες τὸν Πρόεδρον. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ ἤδη, τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς, περιττὸν νομίζω νὰ συζητήσω. Δὲν ἐννοῶ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῆς μὴ ἀπαρτίας, διότι δὲν λέγουσι ποῦ ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις, εἰς τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ στηριχθῶσιν, ὅταν δὲν θέλωσι νὰ ὑπάρχῃ παρεκτροπή, καὶ πῶς δύνανται νὰ συμβιβάσωσι τὴν κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου μὲ τὸν κανόνα ὅτι ἡ πλειοψηφία πρέπει νὰ διέπῃ τὸ Κράτος. Ὅταν ἀκούσω μίαν διασάφησιν, ὅτι εἴτε ἡ πλειοψηφία εἴτε ἡ μειοψηφία ἐξίσου δύνανται νὰ διέπωσι τὰ κοινὰ, τότε ἐννοῶ καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ἐναντίον τῶν προτάσεων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐποιήσαντο ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, πῶς δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι κυβερνᾷ ἡ πλειοψηφία, ὅταν ἀφίνηται εἰς τὴν θέλησιν ἑνὸς νὰ ματαιώνῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς. Δὲν μοὶ ἔφεραν λόγους πειστικοὺς περὶ τοῦ ἐναντίου. Ἐδῶ βλέπω ὅτι εἰσάγομεν τὰς ἰδέας τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως περὶ κυριαρχίας τοῦ ὀρθοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ εἰς τὸν ἕνα καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς πολλούς. Ἤκουσα ἀναγνωριζόμενον ἐπισήμως οὐχὶ μόνον τὸν λόγον τῆς ἐνστάσεως τῆς μὴ ἀπαρτίας, δι’ ἧς νὰ πολεμῆται ἡ θέλησις τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ καὶ πᾶν ἄλλο μέσον. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω καὶ νὰ ἐννοήσω ποῖαι θὰ ἦναι αἱ πραγματικαὶ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπάρχωσι περὶ τοῦ νέου τούτου πολιτεύματος.
§157Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἂν ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν τροπολογίαν, ὅπως ἔχει, τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βόλου, δηλαδὴ τὴν πρώτην παράγραφον, τοῦ ἄρθρου 16, ἥτις ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 16 ἀντικαθίσταται ὡς ἀκολούθως: «Ὁ Πρόεδρος κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, συναινέσει δὲ τῆς Βουλῆς τὸ τέλος αὐτῶν, ἀφοῦ προηγουμένως, ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, προσδιορίσῃ τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης· ἀλλ’ ἐν τῇ τοῦ Σαββάτου ὡς πρῶτα θέματα συζητήσεως ἀναγράφονται αἱ ὑπὸ Βουλευτῶν ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νόμων.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§159Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τώρα εἶναι ἡ βʹ §, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἡμερησία διάταξις ἐκτίθεται εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς καὶ διανέμεται εἰς τὰς οἰκίας τῶν Βουλευτῶν τὸ βραδύτερον πρὸ τῆς μεσημβρίας.»
§160ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§161ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἂν συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ πρὸ μεσημβρίας; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ «πρὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς».
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ἀντὶ «πρὸ τῆς μεσημβρίας» νὰ τεθῇ «πρὸ τῆς συνεδριάσεως»; (οὐδεὶς ἐγείρεται).
§163Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ «πρὸ τῆς συνεδριάσεως» εἶναι μιὰ τρύπα ’ς τὸ νερό.
§164ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, ὑποθέσατε ὅτι δὲν διανέμεται ἡ ἡμερησία διάταξις πρὸ μεσημβρίας· σημαίνει τοῦτο, ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ συνεδρίασις; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τὸ κῦρος ἐξ αὐτοῦ. Βεβαίως τὸ Προεδρεῖον θέλει προσπαθεῖ διὰ παντὸς τρόπου νὰ εἰδοποιῇ τοὺς Βουλευτὰς περὶ τῶν θεμάτων. Ἀφήσατε τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν δευτέραν παράγραφον τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Φιλαρέτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§165ΡΑΛΛΗΣ. Ὥστε τὸ ἄρθρον 16 τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ μένει ὅπως ἔχει.
§166ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, τὸ ἄρθρον 16 ἔμεινεν ὅπως ἔχει. Τώρα ἔχομεν τὸ ἄρθρον 17. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τῶν κ. κ. Γ. Φιλαρέτου, Παπαμιχαλοπούλου, Μαστραπᾶ καὶ Ραζέλου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 17 ἀντικαθίσταται ὡς ἀκολούθως: «Αἱ συνεδριάσεις ἄρχονται τακτικῶς τὴν μὲν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν πάσης συνόδου τὴν 10 ὥραν π. μ., πᾶσαν δὲ ἄλλην ἡμέραν τὴν 3 μ. μ. ὥραν ἀκριβῶς, παρευρισκομένου τοῦ Προεδρείου ἡμίσειαν ὥραν προηγουμένως πρὸς ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Ἑκάστη συνεδρίασις δὲν δύναται νὰ διαρκῇ πλέον τῶν πέντε ὡρῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως παρατείνῃ τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας. Πάντες οἱ Βουλευταὶ ὀφείλουσι νὰ παρευρίσκωνται τακτικῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Οἱ ὁπωσδήποτε κωλυόμενοι νὰ παρευρεθῶσιν εἴς τινα τῶν συνεδριάσεων, ἢ ἀναγκαζόμενοι διαρκούσης αὐτῆς ν’ ἀποχωρήσωσι, γνωστοποιοῦσιν εἰς τὸν Πρόεδρον, οἱ μὲν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, οἱ δ’ ἐν καιρῷ, τὰ ἑαυτῶν κωλύματα. Τὰ ὀνόματα τῶν ἄνευ τοιαύτης γνωστοποιήσεως μὴ ἐμφανιζομένων ἢ ἀποχωρούντων τῶν συνεδριάσεων δημοσιεύονται ἀπαραιτήτως τὴν ἐπιοῦσαν εἰς τὸ δελτίον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς» (ἄρθ. 68).»
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 17 ἐγένετο πρότασις ἀπαλείψεως.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀναγνωσθείσης τροπολογίας...
§170ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο τόση συζήτησις!
§172ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 ὑπέβαλε τροπολογίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 17 εἶναι τὸ κύριον θέμα. Αὐτὸ εἶναι τροπολογία. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἡ τροπολογία θὰ ψηφισθῇ προηγουμένως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§174Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸ διαιρετόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠκούσατε τί σᾶς εἶπε· προέτεινε τὴν ἀπάλειψιν τῆς βʹ παραγράφου, οὐχὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου. Δὲν δύνασθε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ὅλου ἄρθρου, διότι εἶναι διάφοροι διατάξεις. (Διάλογοι καὶ διακοπαί).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὕτω νὰ γείνῃ συζήτησις.
§176Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἐπιβάλλει τὸ διαιρετόν.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τροπολογίας. Ἡ τροπολογία θὰ ψηφισθῇ· εἶναι ἀδύνατον νὰ συζητήσωμεν.
§178Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ ψηφισθῇ τὸ διαιρετόν· ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου προτείνει τὴν ἀπάλειψιν· ἀπαλείφεται δὲ καὶ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου. Ὥστε πρῶτον θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς αʹ ἢ τῆς ὑποβαλλομένης τροπολογίας, εἶτα ἐπὶ τῆς ἀπαλείψεως τῆς βʹ ἢ, ἀκολούθως περὶ τῆς τρίτης, περὶ δὲ τῆς τετάρτης καὶ τῆς πέμπτης δὲν θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἐν τῷ ἰσχύοντι Κανονισμῷ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις· τὸ λέγει ὁ Κανονισμός.
§179ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως θέλετε ζητήσει τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης παραγράφου. Ἑπομένως θὰ ἀναγνωσθῇ πρῶτον ἡ αʹ παράγραφος, καὶ ἐπὶ αὐτῆς θέλετε ζητήσει τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου...
§181ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ λοιπῶν.
§182ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα, κατὰ τί μεταβάλλει ἑκάστην παράγραφον. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ κείμενον τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ἵνα ἴδωμεν.
§183Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν αʹ ἢ τοῦ ἄρθρου 17. Ἡ ἡμετέρα πρότασις λέγει τὰ ἑξῆς: «Αἱ συνεδριάσεις ἄρχονται τακτικῶς τὴν μὲν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν πάσης συνόδου τὴν 10ην ὥραν π. μ., πᾶσαν δὲ ἄλλην ἡμέραν τὴν 3 μ. μ. ὥραν ἀκριβῶς, παρευρισκομένου τοῦ Προεδρείου ἡμίσειαν ὥραν προηγουμένως πρὸς ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.» Ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς τὴν παράγραφον ταύτην προτείνει οὕτω: «Ἡ Βουλὴ ὁρίζει τὴν ὥραν τῶν συνεδριῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὴν πρώτην τακτικὴν συνεδρίαν ἑκάστης συνόδου ἡ Βουλὴ συνέρχεται τὴν 10 π. μ. ὥραν.» Τώρα, κατὰ τὴν τάξιν τὴν ὑποδειχθεῖσαν, θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ πρῶτον ἐπὶ τῆς ἡμετέρας προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτηρίσατε ὡς τροπολογίαν.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς αʹ ἢ τοῦ ἄρθρου 17, δηλ. τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ λοιπῶν (ἀναγινώσκει): «Αἱ συνεδριάσεις ἄρχονται τακτικῶς τὴν μὲν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν πάσης συνόδου τὴν 10 ὥραν π. μ., πᾶσαν δὲ ἄλλην ἡμέραν τὴν 3 μ. μ. ὥραν ἀκριβῶς, παρευρισκομένου τοῦ Προεδρείου ἡμίσειαν ὥραν προηγουμένως πρὸς ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ λοιπῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§185ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Τώρα τίθεται εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον 17, ὅπως διατυποῦται ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 17 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§187ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι τὸ ἄρθρον 17· τὴν πρώτην παράγραφον.
§188ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μίαν μόνην παράγραφον ἔχομεν.
§189ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν· ἀλλὰ ὁ κ. Φιλάρετος ὑπέβαλεν ἄλλην παράγραφον.
§190ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἡ ἄλλη θὰ θεωρηθῇ ὡς προσθήκη.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ κείμενον τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ εἶναι τροπολογία τῆς αʹ § τοῦ ἄρθρου 17. Αἱ ἄλλαι παράγραφοι τοῦ ἄρθρου 17 διατηροῦνται.
§192ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§193ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Δὲν λέγει τὸ κείμενον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ὅτι τροποποιεῖται ἡ αʹ §, ἀλλὰ λέγει ὁλόκληρον.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει: (ἀναγινώσκει): «Ἅρθρον 17. Ἡ Βουλὴ ὁρίζει τὴν ὥραν τῶν συνεδριῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὴν πρώτην τακτικὴν συνεδρίαν ἑκάστης συνόδου ἡ Βουλὴ συνέρχεται τὴν 10 π. μ. ὥραν.»
§195ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄν ψηφισθῇ ἡ παράγραφος τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅπως ἔχει, θὰ ἐξαλειφθῇ τότε ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν «πάντες οἱ Βουλευταὶ ὀφείλουσι νὰ παρευρίσκωνται τακτικῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους.»
§196ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως· διότι τροποποιεῖται καὶ ἡ δημοσίευσις τῶν ὀνομάτων καὶ τὸ νὰ ζητῶσιν οἱ Βουλευταὶ τὴν ἄδειαν νὰ ἐξηγῶσι τοὺς λόγους. Αὐτὰ δὲν ἁρμόζουσι, νομίζω, εἰς τὴν Βουλήν.
§197Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἁρμόζουσι πληρέστατα. Ἔχουσι τὸν λόγον των. Ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸν Γαλλικὸν Κανονισμόν. Ὁ Βουλευτὴς δὲν δύναται ν’ ἀναχωρῇ ἄνευ ἀδείας τοῦ Προέδρου.
§198ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἐδῶ μαθητὰς τοῦ δημοτικοῦ σχολείου!
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω πάλιν τὸ ἄρθρον 17 τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη: «Ἡ Βουλὴ ὁρίζει τὴν ὥραν τῶν συνεδριῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὴν πρώτην τακτικὴν συνεδρίαν ἑκάστης συνόδου ἡ Βουλὴ συνέρχεται τὴν 10 π. μ. ὥραν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα ἔρχεται ἡ βʹ παράγραφος τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου κλπ. «Ἑκάστη συνεδρίασις δὲν δύναται νὰ διαρκῇ πλέον τῶν πέντε ὡρῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως παρατείνῃ τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν βʹ ταύτην § τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Φιλαρέτου κλπ. παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἔρχεται τώρα ἡ γʹ παράγραφος...
§200ΡΑΛΛΗΣ. Ἀποδέχομαι τὸ κείμενον τῶν λοιπῶν παραγράφων, ὅπως διετυπώθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βόλου, διότι νομίζω ὅτι, ἄνευ αὐτοῦ θὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἓν ὅπλον ἠθικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς χεῖράς του, νὰ ἐξαναγκάζῃ τοὺς Βουλευτὰς νὰ προσέρχωνται· τὸ ὅπλον δὲ αὐτὸ τὸ ἠθικὸν ἀναγράφεται καὶ εἰς τὴν βʹ καὶ γʹ § τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὁπωσδήποτε κωλυόμενοι νὰ παρευρεθῶσιν εἴς τινα τῶν συνεδριάσεων, ἢ ἀναγκαζόμενοι διαρκούσης αὐτῆς ν’ ἀποχωρήσωσι, γνωστοποιοῦσιν εἰς τὸν Πρόεδρον, οἱ μὲν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, οἱ δ’ ἐν καιρῷ, τὰ ἑαυτῶν κωλύματα.» Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς προσκροῦον εἰς τὴν φιλοτιμίαν τῶν Βουλευτῶν. Ἀπ’ ἐναντίας, εἶναι ζήτημα ἁβρότητος πρὸς τὸ Προεδρεῖον τὸ νὰ ἀγγέλλωνται τὰ κωλύματα. Ἔρχεται εἶτα ἡ εʹ § τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βόλου, ἡ ὑπάρχουσα καὶ ἐν τῷ ἰσχύοντι Κανονισμῷ: «Τὰ ὀνόματα τῶν ἄνευ τοιαύτης γνωστοποιήσεως μὴ ἐμφανιζομένων ἢ ἀποχωρούντων τῶν συνεδριάσεων δημοσιεύονται ἀπαραιτήτως τὴν ἐπιοῦσαν εἰς τὸ δελτίον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς.» Αὐτὸ εἶναι ὅπλον ἠθικὸν, εἶπον. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, οἷαι ἐκεῖναι, ἃς πρὸ ὀλίγου ἀγορεύων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπηνίχθη, καθ’ ἃς θεωρεῖ πᾶς τις ὡς καθῆκον τὸ νὰ μὴ παρευρίσκηται εἰς συνεδριάσεις Βουλῆς τυραννικῆς, ἀλλὰ μόνον κατ’ αὐτὰς τὰς περιστάσεις ἡ γʹ § τοῦ ἄρθρου 17 δὲν ἔχει ἀξίαν. Εἰς περιστάσεις ὅμως, καθ’ ἃς ἀναπτύσσεται ἐπιμονὴ ἄλογος καὶ μὴ δικαιολογουμένη ἐκ μέρους τινῶν Βουλευτῶν, νὰ μὴ προσέρχωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις, ἡ δημοσίευσις τῶν ὀνομάτων αὐτῶν, ἡ ὁπωσδήποτε καταγγελία κατ’ αὐτῶν, ὅτι παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ὅπλον ἠθικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Προέδρου.
§201Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐθεωρήθη ὡς προσβολὴ κατὰ τῶν συναδέλφων ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως τῆς εʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 17. Ἡμεῖς δὲν ἀναγράφομεν διάταξιν νέαν, ἀλλὰ ἐπανελάβομεν τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε πάντοτε εἰς τὸν Κανονισμόν. Καὶ αὕτη ἔχει τὸν λόγον της. Ὀρθότατα ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡμεῖς μὲν οἱ Ἕλληνες ἔχομεν φιλοτιμίαν, ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι καὶ ἀφιλότιμοι οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ εἰς ἄλλα Κράτη. Ἂν ἀναγνώσητε τὰ ἄρθρα 112–116 τοῦ Γαλλικοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τὰ ἀνάλογα τῆς Γερουσίας, θέλετε εὕρει ὁλόκληρον διαδικασίαν, διὰ νὰ λάβῃ ἄδειαν ὁ Βουλευτής. Τὴν ἄδειαν δὲν τὴν δίδει κἂν ὁ Πρόεδρος, τὴν δίδει ἡ Βουλή. Εἰς ἐκτάκτως κατεπειγούσας περιστάσεις τὴν δίδει ὁ Πρόεδρος. Παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν ἡ αἴτησις, ἐξετάζονται οἱ λόγοι τῆς ἀναχωρήσεως, καὶ τότε μόνον δίδεται. Βεβαίως, ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ὀνομάτων, γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι εἶναι σπουδαιότατον, νὰ μάθωσιν οἱ ἐκλογεῖς περὶ τῆς ἀπουσίας τῶν Βουλευτῶν· ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν τοιαύτας δῆθεν ἀρχὰς περὶ βουλευτικῆς φιλοτιμίας ὡς γνώμονα, ἵνα καταργήσωμεν διατάξεις, ἐγὼ θὰ προέτεινα νὰ καταργηθῇ ὁλόκληρος ὁ Κανονισμὸς, καὶ νὰ τ’ ἀφήσωμεν ὅλα ἐλεύθερα. Οὕτω θὰ ἔχωμεν περισσοτέραν εὐκολίαν.
§202ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἡ διάταξις ἡ ἄλλη, ἡ ὁποία δὲν περιείχετο, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ περιληφθῇ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὅτι πάντες οἱ Βουλευταὶ πρέπει νὰ παρευρίσκωνται. Ὁ Πρόεδρος βεβαίως ἐξασκεῖ δικαίωμα ἐπὶ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ πρέπει ἐν τῷ Κανονισμῷ νὰ ἔχωμεν ἀναγεγραμμένον, ὅτι ὀφείλει νὰ παρευρίσκηται εἰς τὰς συνεδριάσεις ὁ Βουλευτὴς, διὰ νὰ δύναται νὰ τὸν καλέσῃ, νὰ τὸν παροτρύνῃ. Δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ ἀπαλειφθῇ. Διότι δὲν ἐφαρμόζεται; Ἀλλ’ ἄπειροι διατάξεις ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κανονισμῷ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐφαρμόζονται· πρέπει διὰ τοῦτο νὰ τὰς ἐξαλείψωμεν; (Διάλογοι).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τρίτης παραγράφου τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Φιλαρέτου, καθ’ ἣν «πάντες οἱ Βουλευταὶ ὀφείλουσι νὰ παρευρίσκωνται τακτικῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἔρχεται ἤδη ἡ δʹ § (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὀπωσδήποτε κωλυόμενοι νὰ παρευρεθῶσιν εἴς τινα τῶν συνεδριάσεων ἢ ἀναγκαζόμενοι διαρκούσης αὐτῆς ν’ ἀποχωρήσωσι, γνωστοποιοῦσιν εἰς τὸν Πρόεδρον, οἱ μὲν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, οἱ δ’ ἐν καιρῷ, τὰ ἑαυτῶν κωλύματα.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν δʹ § παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἡ εʹ § ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ὀνόματα τῶν ἄνευ τοιαύτης γνωστοποιήσεως μὴ ἐμφανιζομένων ἢ ἀποχωρούντων τῶν συνεδριάσεων δημοσιεύονται ἀπαραιτήτως τὴν ἐπιοῦσαν εἰς τὸ δελτίον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Προχωροῦμεν εἰς τὸ ἑπόμενον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἄρθρα 18, 19 καὶ 20 ἀντικαθίστανται διὰ τῶν ἑξῆς...»
§204ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀπαγγείλητε τὸ διαιρετὸν καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18, καὶ νὰ ζητήσητε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς αʹ §, διότι ἐπὶ τῆς βʹ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ λοιπῶν.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγγέλλω τὸ διαιρετὸν τοῦ ἄρθρου 18. Παράγραφος πρώτη (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 18. Κατὰ τὴν ὡρισμένην πρὸς συνεδρίαν ὥραν ὁ Πρόεδρος καταλαμβάνει τὴν ἕδραν του, ἕκαστος δὲ τῶν Βουλευτῶν προσερχόμενος ἐγγράφει τὸ ἑαυτοῦ ὄνομα εἰς τὴν ἁρμόζουσαν θέσιν ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, λογιζόμενος οὕτω ὡς παρών. Ἕκαστον τῶν φύλλων τῶν ἀποτελούντων τὸν κατάλογον τοῦτον, πρὶν ἢ ἐκτεθῇ πρὸς ὑπογραφὴν, θέλει ἔχει σεσημειωμένην ἐπὶ τοῦ ἄνω μέρους τὴν χρονολογίαν καὶ τὸν ἀριθμὸν, ὃν θέλει φέρει ἡ συνεδρία ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ὑπογράφει δὲ ἕκαστον τῶν φύλλων ὅ τε Πρόεδρος, εἷς τῶν γραμματέων ἤ τις τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 11 ἀναπληρωτῶν αὐτοῦ καὶ εἷς τῶν παρόντων Βουλευτῶν, προσκαλούμενος ὑπὸ τοῦ Προέδρου, προτιμωμένου Βουλευτοῦ ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ μειονοψηφίας, ἐὰν τυγχάνῃ παρὼν ἐν τῇ αἰθούσῃ. Ὅταν ἀποτελεσθῇ ἡ νόμιμος ἀπαρτία, ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδρίας. Ἐὰν ὅμως μετὰ παρέλευσιν ἡμισείας ἀπὸ τῆς τεταγμένης ὥρας δὲν καταρτισθῇ ἀπαρτία, ὁ Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρίαν.» Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 18;
§206ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ ἐνόμισεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἡ καλὴ πίστις τοῦ Προεδρείου κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ἀναγινωσκομένου καὶ ὑπογραφομένου παρὰ τοῦ Προεδρείου μετὰ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν; Διατὶ τάχα θέλει ἤδη τὰς ὑπογραφὰς πάντων τῶν Βουλευτῶν; Φοβοῦμαι, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἔχωμεν μόνον μίαν χασμωδίαν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Ὑποθέσατε ὅτι 50–60 Βουλευταὶ προσέρχονται ἀθρόοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχωμεν χασμωδίαν. Νομίζω ὅτι, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ἱκανοποιεῖ ἐντελῶς πάσας τὰς ἀξιώσεις, ὡς πρὸς τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐφορεύῃ ἐπὶ τοὺς γραμματεῖς, καὶ ὡς πρὸς τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος. Ἂν τὸ Προεδρεῖον ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυσχέρεια, μήτε ὑπῆρξε συνήθως τοιαύτη. Ὑπῆρξεν ἐνίοτε δυσχέρεια ἐκ τούτου, ἐκ τοῦ ὅτι τινὲς τῶν Βουλευτῶν ἐρχόμενοι ἀπήρχοντο, καὶ ἀμέσως πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ οὐδεὶς ἔθηκε ποτὲ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Προεδρείου.
§207ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ ὅσα προτείνονται, παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὡς τελευταία παράγραφος τὸ ἑξῆς: «Ἐὰν μετὰ παρέλευσιν ἡμισείας ὥρας δὲν ἐπιτευχθῇ ἀπαρτία, ὁ Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρίασιν».
§208ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἠρώτησε, τίνες εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ὤθησαν νὰ ἐκδηλώσω τοιαύτην δυσπιστίαν πρὸς τὸ Προεδρεῖον, καὶ ζητήσω ὥστε κατὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς ἀπαρτίας πλὴν τῶν μελῶν τοῦ Προεδρείου νὰ παρίσταται καὶ ἓν τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν θὰ ἀπαντήσω, ὅτι ἡ δυσπιστία πρὸς τὸ Προεδρεῖον ὑπάρχει ἐν αὐτῷ τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, ἐγὼ δὲ οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα ἢ νὰ ὁρίσω, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται κατὰ τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, θὰ ἐφαρμόζωνται καὶ ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τῆς ἀπαρτίας. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τὸ ἕτερον, κατὰ τίνα τρόπον δηλαδὴ θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ νέαι διατάξεις, νομίζω ὅτι οὐδεμία δυσκολία θὰ παρουσιασθῇ· νομίζω μάλιστα, ὅτι μεγαλειτέρα τάξις θὰ ὑπάρχῃ ἀπὸ τὴν νῦν ἐπικρατοῦσαν, διότι κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐνόουν, ὁ κατάλογος θὰ διαιρῆται εἰς φύλλα, τὰ ὁποῖα θὰ τίθενται ἐπὶ τῶν τραπεζῶν, ἕκαστος δὲ τῶν κυρίων Βουλευτῶν θὰ δύνηται νὰ προσέρχηται καὶ νὰ θέτῃ τὴν ὑπογραφήν του εἰς ἓν τῶν φύλλων. Ἑπομένως οὔτε συνωστισμὸς δύναται νὰ ὑπάρξῃ, οὔτε ἀταξία.
§209ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ θὰ ἀποτύχῃ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Νομίζω ὅτι προσκρούει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δημοσιότητος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπικρατῇ κατὰ τὴν βεβαίωσιν γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐκρίθη ὡς ἀναγκαῖος ὅρος ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐφαρμόσθη, ὄχι μόνον συμφωνεῖ πρὸς τοῦ θεμελιώδους νόμου τὰς ἀπαιτήσεις, ἀλλὰ συμφωνεῖ καὶ πρὸς τὸ ὅλον σύστημα τῆς δημοσιότητος, τὸ ὁποῖον διαπνέει τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν ἤδη οἱ κατάλογοι τοῦ σχεδίου τοῦ Κανονισμοῦ ἦναι ἐκτεθειμένοι ἐπὶ τῶν τραπεζῶν τῆς αἰθούσης, δύναταί τις νὰ παρακαλέσῃ φίλον του νὰ τὸν ἐγγράψῃ. Αὐτὸ γίνεται ἐν Βελγίῳ, ὅπου ὅμως ἄλλως ἔχουσι τὰ πράγματα. Ἐν Βελγίῳ δὲν ἀπαιτεῖται ἀπαρτία διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Ἐν Βελγίῳ μόνον διὰ τὴν ἀπόφασιν ἀπαιτεῖται πλειοψηφία, ὁ δὲ Κανονισμὸς, ὅπως ἐτροποποιήθη κατὰ τὸ 1874, ἄφησεν εἰς τὸν Πρόεδρον τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ ἐκθέσῃ πρὸ ἡμισείας ὥρας τὸν κατάλογον, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα ἡ τεταγμένη διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, νὰ λάβῃ αὐτὸν καὶ νὰ κρίνῃ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν, τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὰς ψηφοφορίας, αἱ ὁποῖαι πιθανῶς θὰ λάβωσι χώραν, νὰ κρίνῃ, λέγω, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων ἦναι ἐπαρκής. Ἐὰν δὲν κρίνῃ τὸν ἀριθμὸν ἀρκοῦντα, ἀναβαίνει ἐπὶ τῆς προεδρικῆς ἕδρας καὶ διατάσσει τὴν ἀνάγνωσιν ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν ὀνομάτων τῶν μὴ ἐγγεγραμμένων, καὶ εὐθὺς λύει τὴν συνεδρίασιν. Ἐὰν θέλῃ ὅμως, δύναται καὶ μὲ τοὺς ὀλιγίστους, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν ἐν τῷ καταλόγῳ, νὰ προβῇ εἰς συνεδρίασιν. Παρ’ ἡμῖν, ὅπου δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον σύστημα, ἑπομένως οὐδὲ τοιοῦτον διακριτικὸν δικαίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην 105 Βουλευτῶν ἀπ’ ἀρχῆς, ὅπως ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις, καὶ ὅπου εἴμεθα 207 Βουλευταὶ, ἐνῷ ἐν Βελγίῳ εἶναι μόνον 138, νομίζω ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ μᾶλλον δυσχέρειαν θὰ φέρῃ, παρὰ εὐκολίαν. Δι’ αὐτὸ ἐξέφρασα γνώμην κατὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης.
§210ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω τὴν διάταξιν πρακτικωτάτην. Δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ συνωστισμὸς ἢ ἀταξία, οὐδὲ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ γραφῇ ἑνὸς Βουλευτοῦ τὸ ὄνομα ὑπὸ ἄλλου συναδέλφου, διότι τοῦτο εἶναι ἄτοπον, καὶ δὲν θὰ συμβῇ ποτὲ, ἀποτελεῖ δὲ καὶ πλαστογραφίαν. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου πρέπει νὰ γίνεται ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν δύο ψηφολεκτῶν εἰς ἀντιθέτους πολιτικὰς ὁμάδας ἀνηκόντων, μοὶ φαίνεται ὅτι οἱ Κανονισμοὶ καὶ τὰ Συντάγματα δὲν ἀναγνωρίζουσι πολιτικὰς ὁμάδας, δὲν ἀναγνωρίζουσι δικαιώματα πολιτικῶν ὁμάδων. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ δύο Βουλευτῶν, δύναται δὲ νὰ συμβῇ ἡ οὐχὶ ἔκτακτος περίστασις νὰ ὑπάρχωσι πολλὰ κόμματα, θὰ ἀδικῶνται τότε τὰ πλειότερα κόμματα. Ἐννοεῖται λοιπὸν, ὅτι εἶναι σολοικισμὸς νὰ ἀναγνωρίζηται ἐν τῷ Κανονισμῷ πολιτικὴ ὁμὰς, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ φράσις αὕτη πρέπει νὰ ἐξοβελισθῇ τοῦ σχεδίου.
§211ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πρωτότυπος ἡ ἰδέα, οὐδ’ ἐγὼ πρῶτος εἰσάγω αὐτήν· διότι, ἐὰν παρατηρήσητε τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Κανονισμοῦ, θέλετε ἴδει περίπου τὴν αὐτὴν ἔκφρασιν. Ὁμιλεῖ ὁ Κανονισμὸς ἐκεῖ περὶ ἀντιθέτων μερῶν· ἐγὼ ὡμίλησα περὶ πολιτικῶν ὁμάδων, νομίζω δὲ ὅτι εἶναι τὸ αὐτό.
§212ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀντὶ τούτου πρέπει νὰ τεθῇ, ὅτι ὁ εἷς τῶν δύο πρέπει νὰ ἦναι ὁ προτείνας τὴν ἔνστασιν.
§213ΣΤΑΗΣ. Νομίζω ὅτι εὐχερέστερον ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ὁ σκοπὸς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἀντὶ τῶν πολλῶν φύλλων ἐξετίθετο πρὸς ὑπογραφὴν μόνον ὁ εἷς κατάλογος, ὁ ἐκτεθειμένος ἐπὶ τοῦ Προεδρείου.
§214ΒΑΛΕΤΑΣ. Θὰ ἐχρειάζετο μιάμιση ὥρα διὰ νὰ κατορθώσῃ τις νὰ ἐγγράψῃ τὸ ὄνομά του.
§215ΣΤΑΗΣ. Οὐδόλως, διότι οὐδέποτε ἔρχονται οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὅλοι ὁμοῦ.
§216ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τὰ φύλλα θὰ ἦναι ἐκτεθειμένα ἐπὶ τῆς τραπέζης, καὶ ὁ Πρόεδρος ἐκ τοῦ Προεδρείου θὰ ἐπιτηρῇ τὴν ὑπογραφήν· οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐντὸς τῆς αἰθούσης δύναται νὰ διαπραχθῇ τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας.
§217ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι, εἶναι, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως δὲν θὰ ἔχωμεν ἀπαρτίαν, διότι θὰ ἔρχωνται οἱ Βουλευταὶ, οἱ μὲν μετὰ τοὺς δὲ, θὰ ὑπογράφωσι, θὰ ἀποχωρῶσι, καὶ θὰ ἀσφαλίζηται μόνον ὁ Πρόεδρος ἀπὸ πᾶσαν κατηγορίαν, ὅτι ἐνέγραψε Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν παρόντες, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀσφαλίζηται καὶ ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς. Ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ μέτρον τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, τὸ ὁποῖον ἐξαναγκάζει τοὺς Βουλευτὰς νὰ μένωσι κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως.
§218ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κατὰ τὸ ἰσχύον σύστημα, ὁ Πρόεδρος διατρέχει σοβαρώτατον κίνδυνον, διότι πολλάκις εἰσέρχονται Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι εἶναι παρόντες, καὶ κατόπιν ἀναχωροῦσιν, ἢ δηλοῦνται ὑπὸ τῶν κλητήρων ὡς παρόντες, ὁ Πρόεδρος δὲ οὐδεμίαν ἔχει ἀπόδειξιν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ αὐτοὶ εἶναι ἢ ἦσαν παρόντες. Διὰ τῆς τροπολογίας μου ἐπιθυμῶ νὰ ἀσφαλίσω τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, — ὄχι ἐμὲ, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐμοῦ, — τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων.
§219ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐξ εὐθύτητος χαρακτῆρος καὶ ἐξ εὐσυνειδησίας περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, θέλει νὰ ἀπαλλάξῃ ἑαυτὸν τῆς εὐθύνης, διότι λέγει, ὅτι πολλάκις οἱ κλητῆρες βεβαιοῦσιν ὅτι ὑπάρχει ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς ἀπαρτίαν, χωρὶς αὐτὸς νὰ ᾖ βέβαιος περὶ τούτου. Τοῦτο τὸν τιμᾷ· ἀλλὰ καὶ τὸ προτεινόμενον μέτρον δὲν τὸν ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης, διότι βλέπει μὲν 105 ὑπογραφὰς, ἀλλὰ δὲν εἶναι βέβαιος ὅτι ἦλθον οἱ 105 καὶ ὑπέγραψαν, ἢ ὅτι ἦλθον καὶ ὑπέγραψαν καὶ δὲν ἀνεχώρησαν αὐθωρεί. Ἔχω λοιπὸν τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει. Ὑποθέσατε, παρακαλῶ, ὅτι ἔρχονται καὶ ἐγγράφονται εἰς τὸν κατάλογον 105 Βουλευταί, εὑρίσκονται δὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ μόνον 10. Θὰ εἴπητε, ὡς Πρόεδρος, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ;... Λοιπὸν εἰς πᾶσαν στιγμὴν ὁ Πρόεδρος, ὅταν θέλῃ, βεβαιοῖ τὴν ἀπαρτίαν. Ὥστε ὅταν ὁ Πρόεδρος ἀντιληφθῇ ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία, νὰ ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος, καὶ ὅταν βεβαιωθῇ αὕτη, νὰ ἄρχηται ἡ συνεδρίασις.
§220Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνέπεια τῆς καινοτομίας θὰ ἦναι κατανάλωσις χρόνου, καὶ μία ἐνθάῤῥυνσις πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται, νὰ ἐγγράφωσι τὸ ὄνομά των καὶ νὰ φεύγωσι. Θὰ ἀναγκάζωσι δὲ οὕτω τὸν Πρόεδρον νὰ πράττῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀποφύγῃ, δηλαδὴ μετὰ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας νὰ ἀναγινώσκῃ τὸν κατάλογον.
§221ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤμην ἀπ’ ἀρχῆς κατὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐδυσκόλευον τὴν βεβαίωσιν τῆς ἀπαρτίας. Ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ συζητηθῇ τὸ Σύνταγμα καὶ ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, βεβαίως δὲν θὰ ἤμην ὑπὲρ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει καὶ τὸ Σύνταγμα, ὅτι δηλαδὴ πρέπει ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως νὰ βεβαιῶται ἡ ἀπαρτία, ὅπως ἡ Βουλὴ συζητήσῃ. Θὰ ἐπρότεινα, ὅπως ἀπαιτῆται ἀπαρτία διὰ τὴν ἀπόφασιν, καὶ μόνον δι’ αὐτὴν νὰ ἦναι δεκτὴ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἤθελον δὲ προτείνει, ἢ νὰ ὁρίσωμεν μικρότερον ἀριθμὸν, ἢ ἄλλην τινὰ διατύπωσιν νὰ εἰσαγάγωμεν διὰ τὴν πρὸς ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἀπαρτίαν. Διότι δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον τὸ Σύνταγμα θέλει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Βουλευτοῦ καὶ ν’ ἀπαιτῇ, ὅπως καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς συνεδριάσεως παρίσταται ἀκροώμενος Βουλευτὰς, εἰς τὰ φῶτα τῶν ὁποίων δὲν ἔχει πεποίθησιν. Συνηθέστατα πολλοὶ Βουλευταὶ πρὸ τῆς συζητήσεως ἔχουσι μεμορφωμένην γνώμην, τὴν ὁποίαν οὐδεμία γνώμη ἄλλου δύναται νὰ μεταβάλῃ. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι αἱ Βουλαὶ εἶναι ὠργανωμέναι κομματικῶς, καὶ ὅτι αἱ Κυβερνήσεις εἰσηγοῦνται τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας. Διὰ τοῦτο τὰ πλεῖστα Κοινοβούλια ἠρκέσθησαν εἰς ἀπαρτίαν διὰ τὴν ἀπόφασιν, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων καὶ τὰς συζητήσεις. Νομίζω ὅτι θὰ δυσκολεύσωμεν ἔτι περισσότερον τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Συντάγματος, ἐὰν εἰσαγάγωμεν τρόπον βεβαιώσεως τῆς ἀπαρτίας, ὁ ὁποῖος θὰ καθιστᾷ δυσκολωτέραν τὴν βεβαίωσιν. Βεβαίως οἱ Πρόεδροι τῆς Βουλῆς ὁρμῶνται ἐξ αἰσθήματος εὐθύτητος καὶ εἰλικρινείας περὶ τὴν συγκρότησιν τῶν συνεδριάσεων. Ἀλλ’ οἱ πολιτικώτερον σκεπτόμενοι πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν νὰ πολλαπλασιάζωμεν ἢ νὰ ἐντείνωμεν τὰ μέσα τῆς βεβαιώσεως τῆς ἀπαρτίας, ἀρκούμενοι ὅπως αὕτη μὴ ἐξελέγχηται ἢ ὁσάκις παρὰ Βουλευτοῦ γίνηται ἔνστασις ἀπαρτίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, τὴν μέθοδον τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἀριθμοῦ πρὸς ἔναρξιν μιᾶς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις παρ’ ἡμῖν τοσοῦτον δύσκολος κατέστη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἀπαιτοῦντος ἀπαρτίαν, νομίζω ὅτι θὰ καταστήσωμεν αὐτὴν ἔτι δυσκολωτέραν διὰ τοῦ νέου ἄρθρου, ἀπαιτοῦντος τὴν ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ ὁρίου, ἐντὸς ἡμισείας ὥρας δηλαδὴ, βεβαίωσιν τῆς παρουσίας 105 Βουλευτῶν. Σήμερον ὑπάρχει περισσότερος καιρὸς καὶ ὀλιγώτεραι διατυπώσεις πρὸς τοιαύτην βεβαίωσιν, καὶ εἶναι μέγα καλὸν, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ ταράξωμεν.
§222ΒΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει ἐν τῷ Κανονισμῷ· διότι, ἂν δεχθῶμεν τὴν τροποποίησιν, θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν ποτὲ συνεδρίασιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ὑπογραφὴ τοῦ καταλόγου δὲν θὰ ἦναι τίποτε, διότι ὁ κλητὴρ δύναται νὰ πηγαίνῃ εἰς τὴν οἰκίαν ἑκάστου Βουλευτοῦ καὶ νὰ ἔρχηται μὲ τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ. Πρέπει λοιπὸν νὰ γίνηται καὶ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει ἡ διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 18, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§224Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Εἰς τὴν παράγραφον ταύτην ὑπάρχουσι δύο προτάσεις. Ἡ μία μεταβάλλει τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον καταρτίζεται ἡ ἀπαρτία. Ἡ ἄλλη εἶναι: «Ὅταν ἀποτελεσθῇ νόμιμος ἀπαρτία, ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδρίας. Ἐὰν ὅμως μετὰ παρέλευσιν ἡμισείας ἀπὸ τῆς τεταγμένης ὥρας δὲν καταρτισθῇ ἀπαρτία, ὁ Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρίαν». Δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ πρώτου μέρους· ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ θυσιασθῇ καὶ τὸ δεύτερον μέρος, θὰ ἐψήφιζον καὶ ὑπὲρ τοῦ πρώτου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ χωριστά.
§225ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ζητεῖται ἡ διαίρεσις τῆς πρώτης παραγράφου. Μέχρι τῶν λέξεων «ἐν τῇ αἰθούσῃ» ἓν θέμα. Ἀπὸ τῶν λέξεων «Ὅταν ἀποτελεσθῇ νόμιμος ἀπαρτία κτλ.» εἶναι τὸ δεύτερον θέμα. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου χωριστά.
§226ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 18. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§228ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Δὲν παρεδέχθη.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὸ πρῶτον μέρος τῆς δευτέρας παραγράφου. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς πρώτης παραγράφου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὅταν ἀποτελεσθῇ ἡ νόμιμος ἀπαρτία, ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδρίας. Ἐὰν ὅμως μετὰ παρέλευσιν ἡμισείας ἀπὸ τῆς τεταγμένης ὥρας δὲν καταρτισθῇ ἀπαρτία, ὁ Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρίαν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ δεύτερον μέρος τῆς πρώτης παραγράφου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§230ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§231ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐρωτήσατε τὸ ἀντίθετον.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ δεύτερον μέρος.
§233ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§234ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θέλετε ὀνομαστικὴν κλῆσιν;
§235ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ἐρωτήσω καὶ ἐκ τρίτου;
§237ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θεωροῦμεν, ὅτι ἀπεῤῥίφθη, ζητοῦμεν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσατε ὑπὲρ ἢ κατά;
§239ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἐψήφισα κατὰ τῆς προτάσεως, διότι θεωρῶ, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἢ θὰ ἀναγκάζηται τὸ Προεδρεῖον νὰ μὴ ὑπακούῃ εἰς αὐτὴν, ἢ ἄλλως θὰ ἔχωμεν παράλυσιν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν.
§240ΣΤΑΗΣ. Μία λέξις ἂν προστεθῇ, νομίζω ὅτι λύεται τὸ ζήτημα· ἐὰν προστεθῇ ἡ λέξις «δύναται», ἤτοι «δύναται νὰ λύῃ τὴν συνεδρίασιν.»
§241ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§242Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσι 15 οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ δεύτερον μέρος τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 18. Ἔρχεται ἤδη ἡ δευτέρα παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Διαρκούσης τῆς συνεδρίας δύναται νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπαιτεῖται αἴτησις δύο ἐκ τῶν Βουλευτῶν. Ἀναγινώσκεται τότε μεγαλοφώνως καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν δύο ψηφολεκτῶν εἰς ἀντιθέτους πολιτικὰς ὁμάδας ἀνηκόντων, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι μεταξὺ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ Βουλευτῶν, καλουμένων δὲ ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ὁ κατὰ τὴν ἀλφαβητικὴν τάξιν τῶν ἐπαρχιῶν ὀνομαστικὸς κατάλογος. Ὁ κατάλογος οὗτος, ὑπογραφόμενος ὑπό τε τοῦ Προέδρου, τῶν ψηφολεκτῶν καὶ δύο ἐκ τῶν γραμματέων, κατατίθεται εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς Βουλῆς.» Ἀποσύρει ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων τὴν πρότασίν του ὡς πρὸς τὴν παράγραφον ταύτην;
§244ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν ἀποσύρω ὅλην τὴν παράγραφον, ἀλλὰ μόνον τὴν διάταξιν «ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπαιτεῖται αἴτησις δύο ἐκ τῶν Βουλευτῶν». Τὸ ἄλλο μένει.
§245ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπετε, θὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν, ἐκ τῆς πείρας ὑπαγορευομένην. Ἡ παράγραφος λέγει «ἀναγινώσκεται μεγαλοφώνως ὁ κατὰ τὴν ἀλφαβητικὴν τάξιν τῶν ἐπαρχιῶν ὀνομαστικὸς κατάλογος». Προτείνω νὰ προστεθῇ, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ πλέον τῆς ἡμισείας ὥρας.
§246ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§247ΣΤΑΗΣ. Ἔστω καὶ οὐχὶ πλέον τῆς μιᾶς ὥρας· διότι ἐγὼ προχθὲς ἤμην ἐπάνω εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ περιέμενον πλέον τῆς μιᾶς ὥρας ἕως ὅτου ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος (ἱλαρότης).
§248Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπάρχει ἡ τροπολογία τῆς ἡμετέρας προτάσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἀπεσύραμεν.
§249ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁλόκληρος ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 18 τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς παρέλκει ἐντελῶς. Ἔχομεν ἀντιστοίχους διατάξεις καὶ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, τῷ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντι, αἱ ὁποῖαι ἀναγνωρίζουσιν εἰς πάντα Βουλευτὴν τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ ἔνστασιν ἀπαρτίας. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συγκροτηθῇ ἢ διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐντελῶς παρέλκει ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 18 τῶν τροποποιήσεων.
§250ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νῦν ἰσχύοντος Κανονισμοῦ ὁμιλεῖ περὶ τῆς βεβαιώσεως τῆς ἀπαρτίας κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἐνστάσεως ἀπαρτίας. Εἶναι μεγάλη διαφορά.
§251ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἐνστάσεως.
§252ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἶναι πολὺ ἀναγκαῖον, διότι, ἐὰν δὲν ὁρισθῇ τὸ πρᾶγμα, ὅπως ἔχει ὁρισθῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ, οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ Πρόεδρος νὰ ἐπικαλεσθῇ ψηφολέκτας ἐκ τῶν ἀντιθέτων ὁμάδων.
§253ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν. Ἀπέναντι τῆς διατάξεως ταύτης πᾶσα ἄλλη διάταξις, ἐπαναλαμβάνουσα τὰ αὐτὰ, εἶναι περιττή.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῶν κκ. Φιλαρέτου, Ραζέλου, Μαστραπᾶ καὶ Παπαμιχαλοπούλου, ἐχούσης ὡς ἑξῆς: «Ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ὑποστηριζομένη ὑπὸ πέντε τοὐλάχιστον Βουλευτῶν, ὑποχρεοῖ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας βεβαιώσῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως τὸν ἀριθμὸν τῶν παρόντων Βουλευτῶν. Οἱ ἐνιστάμενοι ὑπολογίζονται ὡς παρόντες.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 18 τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη.
§255ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μετὰ τὸ «διαρκούσης τῆς συνεδρίας δύναται νὰ ὑποβληθῇ», ἀντὶ «ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν», νὰ τεθῇ «ὑπό τινος τῶν Βουλευτῶν», ν’ ἀπαλειφθῇ δὲ τὸ «ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπαιτεῖται αἴτησις δύο ἐκ τῶν Βουλευτῶν».
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 18, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει καὶ προσθήκη, προτεινομένη διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ λοιπῶν (ἀναγινώσκει): «Ἑκάστη συνεδρίασις δὲν δύναται νὰ διαρκῇ πλέον τῶν πέντε ὡρῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως παρατείνῃ τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 19 τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζαΐμη...
§257Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία μου.
§258ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἶναι προσθήκη ἡ ἰδική σας. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἐμὴ τροπολογία.
§259ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 19. Μόνοι οἱ Βουλευταὶ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διαμένωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριῶν. Ἐν τῇ αἰθούσῃ παραμένουσι καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς καὶ οἱ κλητῆρες, κατὰ τὰς ἑκάστοτε διαταγὰς τοῦ Προέδρου. Ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ, τῇ αἰτήσει ἑνὸς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ τὴν εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριῶν εἴσοδον καὶ παραμονὴν δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ ὑπηρετῶν, ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη. Ἡ ἄδεια δίδοται εἰδικῶς ἑκάστοτε. Ἐὰν πολιτική τις ὁμὰς ἐκ τῶν τῆς μειοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ αἰτήσηται τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ εἴσοδος εἰς πρόσωπα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῆς διατελοῦντα, ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ χορηγήσῃ ταύτην· ἐν οὐδεμιᾷ ὅμως περιπτώσει ἐπιτρέπεται νὰ διαμένωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ πλείονες τῶν τεσσάρων. Τοῦτο ἰσχύει προκειμένου καὶ περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ ὑπηρετῶν.»
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα ἔρχεται ἡ προσθήκη τοῦ κ. Φιλαρέτου κλπ. διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ τύπου (ἀναγινώσκει): «Προστίθεται παράγραφος τρίτη: «Διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν καθημερινῶν ἐφημερίδων τῆς πρωτευούσης ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου ἰδία θέσις ἐν προσφόρῳ μέρει τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀντιλαμβάνωνται ἀκριβῶς τῶν συζητήσεων τοῦ Σώματος.»
§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς ἔχει ἡ αἴθουσα τοῦ Βουλευτηρίου, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ θέσις κατάλληλος διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς δημοσιογραφίας.
§262Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ κατάλληλος ὥρα, ἵνα ἀναπτύξω ἐν πλάτει καὶ αὖθις τὴν πρότασίν μου· ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γίγνηται πιστοτάτη παράστασις τῶν ἐνταῦθα λεγομένων, ἀλλὰ τοιαύτη εἶναι φυσικῶς ἀδύνατος, καὶ ἐντεῦθεν γεννῶνται παρανοήσεις καὶ παράπονα, διότι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀκούσουν ἐκεῖ ἐπάνω (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων), ἀφοῦ ἡμεῖς ἐδῶ μόλις τὸ κατορθοῦμεν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι διορθωτὸν, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ καλὴ θέλησις· ἠδύνατο ἐν τέλει νὰ γείνῃ μία gallérie κάτωθι τῶν θεωρείων, ἢ περὶ τοὺς στύλους, πρὸς τοῦτο. Πρὸ μικροῦ ἔτι τὰ περὶ τούτου ἀνέπτυξα ἐν πλάτει.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν προσθήκην τοῦ κ. Φιλαρέτου κλπ. παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη (θόρυβος).
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ προσθήκη ἀπεῤῥίφθη. Τὰ λοιπὰ ἀναβάλλονται δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 καὶ 55′ μ. μ.