1896.02.20
3.358 στίχοι · 26.659 λέξεις · 295 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
Τῆς 20 Φεβρουαρίου 1896.
(Τρίτη).
Ὥρα 4 καὶ 45′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐν Λαρίσῃ Ἀβδουλὰχ Νουμὰν καὶ ἡ χήρα Ἰσμαὴλ πασσᾶ παραπονοῦνται, ὅτι οἱ Ἀριστείδης καὶ Θεμιστοκλῆς Καρτάλης κατέλαβον παρανόμως τὰ κτήματά των.
§2ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου εἶχεν ἀποσταλῆ πρὸς τὸ Προεδρεῖον καὶ πρὸς ἐμὲ ἕτερον τηλεγράφημα προηγούμενον. Ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου διετύπωσα ἐπερώτησιν, ἀναγραφεῖσαν εἰς τὰ πρακτικὰ, παρεκάλεσα δὲ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εὐαρεστηθῶσι νὰ ζητήσωσι πληροφορίας περὶ τῶν διατρεχόντων, καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας ν’ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ εἰ καὶ παρῆλθεν ἱκανὸν χρονικὸν διάστημα, δὲν ἔχομεν πληροφορίαν τινά.
§3ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐπερωτήσεώς σας.
§4ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι κατακεχωρισμένη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§5ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Καὶ ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ διέταξα καὶ ἐστάλη ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτροπὴ ἁπάντων τῶν χωρίων Τρικκάλων διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ νὰ ἐπιψηφισθῶσι τάχιστα τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια. Ὁ δήμαρχος Λετρίνων διὰ τηλεγραφήματός του διαβιβάζει εὐχὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λετρίνων, ὅπως παραταθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ͵ΒΤΘʹ περὶ φορολογίας τῆς σταφίδος ἐπὶ τρία ἔτη. Οἱ ἐν Πάτραις κηροπλάσται ζητοῦσι νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§7Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα περὶ τῶν μαθητῶν τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου, οἵτινες εἰσῆλθον εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων, συμφώνως πρὸς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀνακοινώσητε, ἂν αἱ ἐπιτροπαὶ, εἰς τὰς ὁποίας ἀπεστάλησαν νομοσχέδια πρὸς μελέτην, ἐπεράτωσαν τὴν μελέτην, καὶ ἂν κατέθηκαν τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν, διότι πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τούτου.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε μίαν ἔκθεσιν.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζω ὅτι αἱ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων συσταθεῖσαι δύο ἐπιτροπαὶ ἐργάζονται, καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν ἐκθέσεις αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἄλλαι εἰργάσθησαν, ἰδίως ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καμμία.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἑπομένως σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναγράψητε τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§13Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ μικροῦ ἀκριβῶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐργάζονται. Ἀλλὰ ἔλαβον σήμερον ἐντολὴν ἀπὸ τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἧς ἀποτελῶ μέλος, νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως συναινέσῃ νὰ δοθῇ παράτασις προθεσμίας μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. Μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιμέλειαν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ὅλα ἀνεξαιρέτως εἰργάσθησαν, δὲν κατωρθώθη νὰ καταρτισθῇ ἡ ἔκθεσις μέχρι σήμερον, σήμερον δὲ εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῶν Θεσσαλικῶν;
§15Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐπεξεργάζεται τὸ νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς Θεσσαλικῆς γῆς εἰς τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητάς.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἡ μελέτη ἐπερατώθη καὶ πρόκειται μόνον περὶ τῆς συντάξεως τῆς ἐκθέσεως καὶ ἀπαιτοῦνται 2 ἢ 3 ἡμέραι...
§17Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ παρακληθῇ ἡ Βουλή, ὅπως συναινέσῃ νὰ δοθῇ παράτασις μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, ὅτε ἐλπίζεται νὰ ἔχῃ ὑποβληθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις.
§18ΡΑΛΛΗΣ. Μεταξὺ τῶν συναδέλφων ὑπάρχουσι πλεῖστοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ συζητήσωσι διὰ μακρῶν τὰ διάφορα ζητήματα, τὰ ὁποῖα γεννῶνται ἐκ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων καὶ ἰδίως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν διανομὴν καὶ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ὡρισμένων ἐκτάσεων ἐκ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων, προέτειναν δὲ, ὅπως παρακληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ παραχωρήσῃ προθεσμίαν μέχρι τῆς προσεχοῦς Τετάρτης. Ἐγὼ, φρονῶν ὅτι τὸ ζήτημα ἐπείγει καὶ ὅτι πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφασίσῃ, παρεκάλεσα τοὺς συναδέλφους, ὅπως μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας μέχρι τῆς προσεχοῦς Τετάρτης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι λίαν πιθανὸν καὶ δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἔχωμεν τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς μέχρι τοῦ Σαββάτου, παρεκάλεσα, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ συναινέσῃ εἰς τὸ νὰ ζητηθῇ ἡ ἀναβολὴ μέχρι τοῦ Σαββάτου, ὥστε μέχρι τῆς Δευτέρας νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις. Νομίζω ὅτι ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία θέλει ὑποβληθῆ, καὶ ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς θέλει ὑποβοηθηθῆ τὸ ἔργον τῆς δημοσίας συζητήσεως. Ἂν ἡ πλειονοψηφία δὲν ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, παρακαλῶ νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, ὅτε θέλει κατατεθῆ ἡ ἔκθεσις.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐπιθυμῶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον, ἵνα συζητηθῶσιν ἐν πάσῃ εὐρύτητι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρώσω πάντα τὰ φῶτα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη εἶναι ἀναπόφευκτος, ὅπως κανονισθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς Θεσσαλίας κατὰ τρόπον ὅσον τὸ δυνατὸν λυσιτελέστερον καὶ σκοπιμώτερον. Ἑπομένως διὰ τοῦτο ἐγὼ πρῶτος ἐπρότεινα νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν, ἵνα βασανισθῶσι. Δυστυχῶς παρετάθη ἡ ἐργασία ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἀλλ’ ἂν πρόκειται τέλος πάντων τὴν Δευτέραν νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις, στέργομεν εἰς τὴν ζητουμένην ἀναβολήν.
§20Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἡ πρώτη ζητουμένη παράτασις, κύριε Πρόεδρε. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθεν εἰς πολλὰς συνεδριάσεις. Δὲν ἐζητήθη ἄλλη παράτασις.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθη παράτασις μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας.
§22ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Προκειμένου λόγου περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐγὼ γινώσκω, ὅτι πρὸ ἡμερῶν διενεμήθησαν αἱ ἐκθέσεις αἱ κατετεθεῖσαι εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐπὶ νομοσχεδίων στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο ἐπερώτησιν χθὲς ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Παπαδιαμαντόπουλος, ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐν τούτοις ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμένα ἕτερα, ἅτινα δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ταῦτα δέον νὰ παραπεμφθῶσι, διότι χρήζουσι μελέτης, ὡς τὰ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Θὰ παρακαλέσω καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κληρωτοὺς τοῦ 1894 καὶ 1895, διότι εἶναι χρησιμώταται.
§23Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατέθηκα μίαν δήλωσιν προχθές, ἀλλ’ ἦσθε ἀπών.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ μὲν τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες ἐζητήθησαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα χρησιμεύσωσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας, οὐδεμίαν ἔχω γνώμην. Βεβαίως, ὅταν ὑπάρξῃ ἀνάγκη πληροφοριῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει καταθέσει αὐτάς. Ἀλλὰ περὶ τῶν νομοσχεδίων ἐν γένει τῶν στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, χρεωστῶ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια καὶ τὰ στρατιωτικὰ θέματα ἐν γένει εἰσὶ θέματα ἐθνικὰ, συμφέροντος οὐ μόνον εἰδικοῦ τοῦ κλάδου, ἀλλὰ καὶ ἐθνικοῦ. Ἑπομένως διὰ τοῦτο, εὐθὺς ὡς εἰσήχθησαν, ἐγένοντο ἀντικείμενον κυβερνητικῆς μελέτης, ἥτις θέλει περατωθῆ. Εὐθὺς ὡς αὕτη περατωθῇ, θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐφ’ ὅσον αἱ ἐπιτροπαὶ ὑποβάλλουσιν ἐκθέσεις.
§25ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐζήτησα τὴν παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων περὶ γενικῆς στρατολογίας εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὸ καὶ μόνον ἐζήτησα.
§26ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐπαναλαμβάνων τὴν αὐτὴν παράκλησιν περὶ παραπομπῆς τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχω καθῆκον νὰ ποιήσωμαι μνείαν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, συνελθοῦσα τρὶς καὶ τετράκις μέχρι τοῦδε, εἰργάσθη ἀποτελεσματικῶς καὶ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τεσσάρων ἤδη νομοσχεδίων, καθὼς πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐβεβαίωσεν. Ἐν τούτοις τὰ σχετικὰ νομοσχέδια δὲν ἀνεγράφησαν. Ὑποθέτω ὅτι μετὰ τὴν μελέτην τῆς ἐπιτροπῆς δὲν θὰ γείνωσι θέμα μελέτης κυβερνητικῆς τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος νομοσχέδια. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν ἀφορᾷ ἐμὲ, ἀλλὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι σήμερον συμπεραίνω ὅτι δὲν ὑπῆρχε κυβερνητικὴ ἑνότης ὡς πρὸς τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, διότι, ὅταν ὑποβάλλωνται τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν πιστεύω νὰ χρήζωσι πλέον κυβερνητικῆς μελέτης, ἀλλὰ μόνον τῆς μελέτης τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἁρμοδίας καὶ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι θέλουσι παραπεμφθῆ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας μᾶλλον, καὶ ὅτι ἐθεωρήθησαν σπουδαιότερα νὰ τεθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ νὰ ἔλθωσι πρὸς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἓν τῶν μεγαλειτέρων θεμάτων, εἶναι τὸ θέμα τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας· ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν—καὶ εἴθε νὰ ἀπατῶμαι—ὅτι θέλει παρέλθει ἡ σύνοδος, χωρὶς κἄν μία λέξις νὰ λεχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου περὶ τοῦ κινδύνου, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἀπειλούμεθα κατὰ τὰς προσεχεῖς ἡμέρας τοῦ ἔαρος.
§27ΚΟΡΠΑΣ. Ὁ κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς παρακάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὰ στρατολογικὰ νομοσχέδια. Οὐδὲν νομοσχέδιον ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως ὅλων τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀπεστάλησαν καὶ διενεμήθησαν εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς. Ἑπομένως ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως καὶ τῶν περὶ ὧν πρόκειται νομοσχεδίων, ἀλλὰ δὲν προέβη ἀκόμη οὔτε εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως, οὔτε καὶ εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν νομοσχεδίων. Διαβεβαιῶ δὲ τὸν κ. ἐξ Ὕδρας συνάδελφον, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψει καὶ θέλουσιν ἐξετασθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπεβλήθησαν ἰδιαιτέρως, ἀλλ’ ὑπεβλήθησαν παρὰ τῶν μελῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν.
§28ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον διὰ τὰς πληροφορίας ταύτας· ἀλλ’ ἐγὼ εἶδον ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ τὰ εἶδον πολὺ ἐγγὺς πρὸς συζήτησιν. Ἑπομένως εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλω, ἂν ταῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἢ οὔ, καθόσον πρὸ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἔδει νὰ κατατεθῶσιν αἱ σχετικαὶ ἐκθέσεις τῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπῆς.
§29ΚΟΡΠΑΣ. Ἐὰν ἦναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι εἶναι πρὸ αὐτῶν πολλὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλουσι συζητηθῆ, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐμποδίζει τι, ὅταν φθάσῃ ἡ σειρὰ τῶν στρατιωτικῶν τούτων νομοσχεδίων, νὰ παραλειφθῶσι ταῦτα καὶ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ κατωτέρω, μέχρι τῆς ὑποβολῆς τῶν σχετικῶν ἐκθέσεων τῆς ἐπιτροπῆς.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικὰ, ἂν δὲν παρεπέμφθησαν μέχρι τοῦδε εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπὴν, βεβαίως θέλουσιν ἀποσταλῆ, ἂν δὲ ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὶν ἢ κατατεθῇ ὑπὸ τῆς οἰκείας ἐπιτροπῆς ἡ προσήκουσα ἔκθεσις, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι θέλουσι συζητηθῆ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἑπομένως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἡ Βουλὴ προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων καὶ φθάσει μέχρι τῶν νομοσχεδίων τῶν στρατιωτικῶν, ἂν δὲν ὑπάρχῃ κατατεθειμένη, τυπωμένη καὶ διανεμημένη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, θέλομεν ὑπερβῆ αὐτὰ καὶ προχωρήσει ἐπὶ τὰ ἑπόμενα. Ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων ὅμως τοῦ ἐκ Τριχωνίας κυρίου Βουλευτοῦ, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ ἀδημονῇ πολὺ, καὶ νὰ μὴ ὑποπτεύῃ ὅτι πρόκειται νὰ σταλῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ στρατιωτικὰ, ἀφορῶσιν ἐθνικὰ ζητήματα, ἐὰν πρόκειται διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν νὰ κανονισθῇ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, δὲν ὑπάρχει πολίτης Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἤθελε ζητήσει νὰ παραπέμψῃ τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Καὶ ὁμιλῶ τοιουτοτρόπως οὐχὶ μόνον περὶ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου, ἀλλὰ περὶ πάντων τῶν Ὑπουργείων, ὑπαρξάντων καὶ ἐλευσομένων, διότι πάντα τὰ Ὑπουργεῖα ἀποτελοῦνται ὑπὸ πολιτῶν Ἑλλήνων. Ὥστε παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ ἀνησυχῇ περὶ τούτου, νὰ μὴ λησμονῇ ὅμως, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης, διότι, ὅσον περισσότερον καὶ ἐμβριθέστερον μελετηθῶσιν, ἐπὶ τοσοῦτον θέλομεν ἐγγίσει εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπομεν πάντες. Ἀληθῶς ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας εἶναι ζήτημα, πρὸς τὸ ὁποῖον πάντες στρέφομεν τοὺς ὀφθαλμοὺς, ὄχι μόνον νῦν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιστάσει. Ὅτι δὲ ταύτην ἔχομεν τὴν ἐπιθυμίαν, κατεδηλώσαμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν, περὶ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τὸ ὁποῖον ἴσως εἶναι τὸ Ἄλφα τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας. Ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δικαίως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μέγας παράγων τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας.
§31ΜΑΝΕΣΗΣ. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ πατριωτισμὸν οὔτε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οὔτε εἰς ἄλλον Ἕλληνα Ὑπουργὸν, ἀλλὰ λέγω ὅτι θὰ παραπέμψωμεν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, διότι ἐγγίζουσιν αἱ ἑορταὶ, μετὰ τὰς ὁποίας δὲν θὰ δυνηθῶμεν πλέον νὰ ἐργασθῶμεν. Καὶ θεωρῶ ὅτι ζήτημα σπουδαιότατον εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀλλὰ πάντων ἴσως σπουδαιότερον εἶναι τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν, διότι, ἐὰν ἐκόπασε προσωρινῶς ὁ σάλος ἐν τῇ Ἀνατολῇ, φοβοῦμαι ὅτι ἐγγίζει ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν ἐκ νέου θέλουσιν ἀνακινηθῆ τὰ φλέγοντα ζητήματα, καὶ ὅτι θέλομεν εὑρεθῆ ὅλως ἀπαράσκευοι. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπω, ὅτι ἡ μελέτη τῶν τοιούτων νομοσχεδίων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως δὲν θὰ ὠφελήσῃ. Μετὰ τὴν σύστασιν τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς, τὸ ἔργον, ὅπερ παρεσκευάσθη, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, ἢ ἔπρεπε ν’ ἀποσταλῇ εἰς ἄλλην ἐπιτροπὴν, ἐὰν ὑπάρχῃ γνώμη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς εἶναι συντεταγμένον, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐπιστήμης ἢ εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Τὰ θέματα ταῦτα ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὸ δὲ θέμα τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι βεβαίως τὸ Ἄλφα, ἀλλὰ κατ’ οὐδὲν τοῦτο θέλει συντελέσει πρὸς καλλιτέραν παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ τῆς χώρας, ἐὰν ἄλλα θέματα δὲν κανονισθῶσιν. Ὅσον καὶ ἂν ἐπιζητῆτε τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς, δὲν θὰ κατορθώσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχετε κατὰ νοῦν, τὴν ἀπαλλαγὴν δηλαδὴ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ξένων ὑπηρεσιῶν, τὸ ὁποῖον, ὡς πολλάκις ἐπανέλαβον, δὲν ἐπιτυγχάνεται ἄνευ τῆς συμπτύξεως καὶ συγκεντρώσεως τῶν φυλακῶν, διότι τότε μόνον θὰ ἐλαττωθῇ ἡ δύναμις τῆς φρουρᾶς αὐτῶν καὶ τότε ἴσως ἡ ἐπ’ ὀλίγον αὔξησις τῆς χωροφυλακῆς δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι τὸ περὶ χωροφυλακῆς νομοσχέδιον, ἄνευ προηγουμένης προνοίας περὶ συγκεντρώσεως τῶν φυλακῶν ψηφιζόμενον, δὲν θέλει καταστήσει δυνατὴν τὴν συγκέντρωσιν τοῦ στρατοῦ, ὡς θέλω ἀναπτύξει ἐν καιρῷ.
§32ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τυγχάνων ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπῆς, καθῆκον ἔχω νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν· ἀλλὰ πρὶν ἢ δώσω τὰς πληροφορίας ταύτας, θὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, λαβόντα τὴν πρόνοιαν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια, σκοποῦντα τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ· πράττω δὲ τοῦτο καὶ ὡς Ἕλλην στρατιώτης καὶ ὡς Βουλευτής. Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει ἐξετάσει ἡ Βουλὴ τὰ στρατιωτικὰ ζητήματα, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἦναι ὁ συνᾴδων πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Τὰ ὑποβληθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια εἶναι πολλὰ καὶ πολλαπλᾶ τὴν φύσιν. Τῶν νομοσχεδίων, τὰ μὲν ἀφορῶσι τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δικαίας προόδου καὶ τὸν ἐπὶ τὰ βελτίω καταρτισμὸν τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, τὰ δὲ εἶναι νομοσχέδια ἀφορῶντα τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκῶς διακεκριμένη ἡ ὄψις τῶν ζητημάτων, περὶ ὧν πραγματεύονται τὰ μὲν τῶν νομοσχεδίων τῆς τῶν ἄλλων. Ἤδη προβαίνω δίδων πληροφορίας περὶ τῶν ἔργων τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπή, θεωρήσασα ὅτι εὐκολώτερον καὶ ταχύτερον ἠδύνατο νὰ μελετήσῃ τὰ ἁπλουστέρας φύσεως ζητήματα, ἐπελήφθη ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι σχετικὰ πρὸς τὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ τρόπου τῆς προαγωγῆς των, τοῦ ζητήματος τοῦ ὁρίου ἡλικίας αὐτῶν καὶ τοῦ ἀφορῶντος τὴν καλλιτέραν διαῤῥύθμισιν τῶν διατάξεων τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, καὶ εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἐργάζεται ἤδη. Ταῦτα ὅμως εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα πολὺ ἀπέχουσι τῶν θεμάτων περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως ἡ σπουδὴ τοῦ ἐκ Τριχωνίας κ. Βουλευτοῦ, ἡ τόσον ἠτιολογημένη ἄλλως, δὲν ἀφορᾷ τὰ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων νομοσχέδια, διότι ἡμεῖς δὲν ἐπελήφθημεν τῆς μελέτης τῶν νομοσχεδίων τούτων, τὸ μὲν διότι δὲν ἐξετυπώθησαν εἰσέτι τινὰ ἐξ αὐτῶν, τὸ δὲ διότι δὲν ἔλαβεν ἀκόμη καιρὸν ἡ ἐπιτροπή, ὅπως προβῇ εἰς τὴν μελέτην καὶ τῶν ἐκτυπωθέντων πάντων. Ἐὰν ἔσπευδεν ὁ κ. ἐκ Τριχωνίας Βουλευτὴς νὰ ἴδῃ ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ νομοσχέδια, ὧν πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευτα, καὶ ἐφ’ ὧν ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, πιστεύω ὅτι θὰ ἦτο τοῦτο δυνατὸν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, τῶν ἀφορώντων τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατεύματος, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. συνάδελφον νὰ ἔχῃ ὑπομονήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, συντάσσων τὰ νομοσχέδια ταῦτα, δὲν ἐζήτησεν οὔτε τὴν ἐμὴν γνώμην, οὔτε τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Τριχωνίας Βουλευτοῦ, προβὰς εἰς μελέτας μετὰ τοῦ ἐπιτελείου του καὶ ὑποβαλὼν τὰ νομοσχέδια. Ἐὰν ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πῶς συνέταξε ταῦτα, θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου κατ’ ἰδίαν εἰργάζετο πρὸς τοῦτο, ἐσχάτως δὲ ἐργασθεὶς ἐπὶ μῆνας μετὰ τῶν ὑπαλλήλων του, κατήρτισε τὰ σχέδια ταῦτα. Αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Θέλετε λοιπὸν ἡμεῖς νὰ μὴ μελετήσωμεν ἐπαρκῶς τὰ νομοσχέδια ταῦτα, νὰ προσέλθωμεν δὲ καὶ ὑποβάλωμεν τὴν ἰδικήν μας γνώμην ἐξ ἀπίνης; Ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλει ἕκαστος νὰ συνεισφέρῃ τὰς κρίσεις του καὶ νὰ ἐκθέτῃ τὰς ἰδίας πεποιθήσεις, νομίζετε ὅτι ἡ τοιαύτη ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐπιζητοῦμεν, ἀντιβαίνει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἔθνους; Πιστεύω ὄχι, ἐκτὸς ἐὰν ἠθέλατε, πᾶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελε φέρει ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐπασχολήσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἀφήσῃ ἁπάσας τὰς ἄλλας ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου μερίμνας καὶ μελέτας ἐπὶ γενικωτέρων τοῦ Κράτους συμφερόντων, ἵνα περιορίσῃ τὰς μελέτας του εἰς τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δίκαιον καὶ ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀφεθῇ ὁ ἀναγκαῖος καιρὸς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ ταῦτα ἐπισταμένως, ἀφοῦ δὲ ἐκτυπωθῶσι καὶ μελετηθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλή, διαφωτιζομένη ἐκ τῶν ἐκθέσεων ταύτης, καὶ ἐκ τῶν παρατηρήσεων καὶ τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας θέλουσι φέρει πολλοὶ τῶν κ. Βουλευτῶν, καθοδηγουμένη, νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Φρονῶ ὅτι ἡ σπουδὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι λίαν ἐπιβλαβής, ἐνῷ ἡ ὑπομονὴ κατ’ οὐδὲν θέλει παραβλάψει ταῦτα. Ἀνεμείναμεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ πολλὰς δοκιμασίας ὑπέστημεν, ὥστε δυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν ἀκόμη ὀλίγον χρόνον. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι παρόμοια νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐσπευσμένως ἐψηφίσθησαν ἄλλοτε καὶ ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους, ἀμέσως μετ’ ὀλίγον ἐγκατελείφθησαν, ἀφοῦ ἐλάβομεν τὴν θλιβερὰν γνῶσιν τῆς ἀποτυχίας αὐτῶν καὶ τῶν ζημιῶν, τῶν ὁποίων ἐγένοντο πρόξενα. Διὰ τοῦτο ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα χρήζουσι μεγάλης μελέτης, καὶ συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις σπεύδει βραδέως.
§33ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ ἐπανέλαβον, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν ἴσως τὸν χρόνον τὸν ἀναγκαῖον, ἵνα ἀποφασίσωμέν τι ἐπὶ τῶν σπουδαίων αὐτῶν θεμάτων, καὶ ἑπομένως θὰ μείνῃ καὶ πάλιν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, καὶ διὰ τοῦτο σπεύδω. Δὲν λέγω βεβαίως νὰ προβῶμεν ἐσπευσμένως, ἀλλὰ τὸ θέμα τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῶν δυνάμεων τῆς χώρας πρὸ πολλοῦ ἔχει μελετηθῆ, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐγένετο λόγος περὶ αὐτοῦ, καὶ ἴσως εἰς τὰς λεπτομερείας μόνον διαφωνήσωμεν. Ἐὰν ἀναβάλωμεν ὅμως τὴν περὶ τούτων συζήτησιν, πότε θέλομεν ψηφίσει αὐτά; κατὰ τὴν Μεγάλην ἑβδομάδα; Ὄχι βεβαίως. Ἐὰν δὲ μετὰ τὰς ἑορτὰς δὲν ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας, φοβοῦμαι ὅτι ἡ σύνοδος θέλει παρέλθει, χωρὶς οὐδὲν νὰ ληφθῇ μέτρον περὶ τοῦ ζωτικοῦ τούτου ζητήματος· εἰς δὲ τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ προλαλήσαντος «σπεῦδε βραδέως» ἀντιτάσσω «οἱ καιροὶ οὐ μενετοί».
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἡ ὁποία ἐκλήθη εἰς συνεδρίασιν δὶς μέχρι τοῦδε. Καὶ τὰ μὲν μέλη τῆς μειονοψηφίας καὶ τὴν πρώτην φορὰν καὶ τὴν δευτέραν ἐσπεύσαμεν νὰ ἔλθωμεν ἐνταῦθα, ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν μὲν πρώτην φορὰν συνηντήσαμεν μόνον δύο μέλη τῆς πλειονοψηφίας, τὸν κ. Σισμάνην καὶ τὸν κ. Γουλιμῆν, τὴν δὲ δευτέραν μόνον τὸν κ. Σισμάνην. Σήμερον βλέπω ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ ἕτερον τῶν ὑποβληθέντων ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων, τὸ περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, τὸ σπουδαιότερον. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀνάγκη νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἄλλοτε ὡς πρὸς τὰ δικαστικά, δηλ. νὰ καλέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος διὰ τελευταίαν φορὰν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἂν καὶ πάλιν δὲν καταρτισθῇ ἀπαρτία, νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον, χάριν τοῦ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος τὸ πρῶτον πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν, νὰ γείνῃ εἰδικὴ ἐπιτροπή· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ὀνομάσῃ μέλη ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καὶ δύνανται καὶ τὴν θέλησιν ἔχουσι νὰ ἐργασθῶσι, τοῦτο δὲ θὰ τὸ γνωρίζῃ κατόπιν συνεννοήσεως πρὸς αὐτούς.
§35ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ καὶ ἐγὼ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἶναι ἤδη ἡ τρίτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν καλούμενος ἔρχομαι ἐνταῦθα ἀκριβῶς τὴν ὥραν, ἡ ὁποία ὁρίζεται, δὲν γνωρίζω ὅμως τί συμβαίνει, ὥστε νὰ μὴ συναντῶμαι μετὰ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Ἀλλοῦ ἐννοοῦσι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας νὰ συνέρχωνται; ἀλλοῦ ἐννοοῦσι νὰ συναντῶνται μὲ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας; τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζω· γνωρίζω μόνον, ὅτι ἐνταῦθα δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ συνάντησις ἡμῶν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει νὰ ἐπέλθῃ μία συνενόησις, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν ποῦ νὰ συναντώμεθα· διότι, ἐὰν ἐρχόμεθα ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἡ συνάντησις ἡμῶν δὲν κατορθοῦται, τοῦτο δὲν σημαίνει ἀπροθυμίαν ἐκ μέρους τῶν μελῶν, ἀλλ’ ἄλλο τι θὰ συμβαίνῃ.
§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι, ὡς πρὸς τὴν πρώτην πρόσκλησιν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου. Κατὰ τὴν πρώτην πρόσκλησιν ὁ κ. Βουλιπιώτης, ὁ κ. Βαλέττας καὶ ἐγὼ ἐξητήσαμεν ὄχι μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὰ λοιπὰ μέλη, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα δωμάτια, καὶ ὅταν οὐδένα ἄλλον εὕρομεν ἢ μόνον τὸν κ. Σισμάνην καὶ τὸν κ. Γουλιμῆν, ἀνεφέρθημεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος εἶπεν: «ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, νὰ συνέλθητε ἄλλην ἡμέραν.» Συνήλθομεν καὶ πάλιν, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι δὲν ἀνέλαβον τὴν δευτέραν φορὰν τὴν ἐργασίαν νὰ ἐρευνήσω ὅλα τὰ δωμάτια, ἀλλ’ ἔπραξε τοῦτο ὁ κ. Βουλπιώτης, ὁ ὁποῖος οὐδένα ἄλλον ἀνεκάλυψεν ἢ μόνον τὸν κ. Σισμάνην. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, μεθ’ ὅλα ταῦτα, πρέπει νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ ἄλλης ἐπιτροπῆς, εὑρεθείσης πρὸ αὐτῆς τῆς δυσχερείας· ἂς γείνῃ ἀκόμη, ἀλλ’ ἅπαξ μόνον, ἡ ἀπόπειρα, ὅπως συνέλθῃ ἡ ὑπάρχουσα ἐπιτροπὴ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἀποτύχῃ καὶ ἡ ἀπόπειρα αὕτη, καλὸν νομίζω, τὸ Προεδρεῖον νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ προηγουμένως λάβῃ τὴν συγκατάθεσιν τῶν μελῶν, ἅτινα θὰ ἐκλεγῶσιν, ὅτι ἐννοοῦσι νὰ προσέλθωσι καὶ νὰ ἐργασθῶσι.
§37Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ θέμα, ἐπὶ τὸ ὁποῖον ἐκάλεσε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ὁμολογουμένως σοβαρώτατον, διότι ἀφορᾷ ὕψιστα καὶ τιμαλφῆ συμφέροντα καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην προανηγγείλατο τὴν εἰσαγωγὴν τῶν περὶ κλήρου νομοσχεδίων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς σοβαρώτατα κοινωνικὰ συμφέροντα, πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσωσι καὶ νὰ προβλέψωσι περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ κλήρου, καὶ δι’ αὐτοῦ τῆς κοινωνίας τῆς Ἑλληνικῆς. Τοιαῦτα θέματα ὁμολογουμένως εἶναι ἄξια μελέτης παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς πρὸς τοῦτο ἐκλεχθείσης κατὰ τὸν Κανονισμόν, καὶ φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι τῳόντι τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ἐμβριθῶς, ἀλλὰ καὶ ταχέως, ὥστε νὰ μὴ παρέλθῃ ἡ εὐκαιρία τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν, ἀφοῦ μάλιστα ἡ λειτουργία αὐτῶν, ἀρχομένη οὐχὶ ἀμέσως, πρόκειται μετὰ αὐστηρὰν μακρὰν ἐφαρμογὴν νὰ φέρῃ τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐπαγγέλλονται. Ἑπομένως ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Λοκρίδος ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον, εἴτε νὰ καλέσῃ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἅπαξ ἀκόμη δοκιμαστικῶς, ἂν θὰ κατορθωθῇ νὰ συνέλθῃ καὶ ἐργασθῇ, ἢ καὶ χωρὶς τούτου νὰ ὁρίσῃ πρόσωπα, καὶ ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τὰ βουλόμενα νὰ ἐργασθῶσι καὶ ἐξ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι λόγῳ πείρας καὶ παιδεύσεως δύνανται νὰ ἔχωσι γνώμην ἀκριβεστέραν ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, ἵνα ἐργασθῶσιν ὡς οἷόν τε ἐμβριθῶς, ἀλλὰ καὶ συντόμως. Πρὸ παντὸς παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον, ἐὰν προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, νὰ τάξῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὡρισμένην προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει κατά τινα τρόπον νὰ κατορθώσῃ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἔκθεσίν της. Κυρίως δὲ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἵδρυσιν τοῦ ἱερατικοῦ ταμείου, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀφορῶντος τὰς ἐνορίας, διότι τὸ περὶ ἱεροκηρύκων εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν χρήζει μακρᾶς μελέτης· εἰς μίαν συνεδρίασιν, νομίζω, ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἔχῃ ἐκφέρει ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἑαυτῆς γνώμην. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ Προεδρεῖον, ἐὰν προβῇ εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἀφοῦ ἐρωτήσῃ τοὺς συναδέλφους, τοὺς ὁποίους θὰ ὁρίσῃ ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν δέχωνται προθύμως νὰ ἐργασθῶσι, νὰ προβῇ εἰς τοῦτο καὶ νὰ τάξῃ προθεσμίαν 6 ἢ 7 ἡμερῶν, μετὰ παρέλευσιν τῆς ὁποίας, δηλοῦμεν ὅτι, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν προσαγάγῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐνώπιον τοῦ Σώματος συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων.
§38ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ προδικάσῃ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ, συντονώτατα ἐργαζομένη, ἐντὸς 6–7 ἡμερῶν δὲν κατορθώσῃ νὰ ἀγάγῃ τὴν προεξεργασίαν εἰς πέρας καὶ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀποδείξῃ λόγους προδήλους καὶ ἀναντιλέκτους, διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ δοθῇ ἀκόμη παράτασις δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προδικάσῃ ἀπὸ τοῦδε καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον παράτασις προθεσμίας εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλή. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὅσοι θὰ ἀναλάβουν νὰ ἐργασθῶσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, θὰ ἀναλάβουν ἐν πάσῃ προθυμίᾳ, ὥστε νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὸ ἔργον ὡς οἷόν τε τάχιον.
§39ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως· ἕνεκα τούτου θεωρῶ ἀναγκαῖον, μετὰ τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινάς, ὡς πρὸς τὰ ἔργα τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἡμερῶν συνελθοῦσα, ἐπελήφθη τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην παρεπέμφθη ἓν καὶ μόνον νομοσχέδιον, σοβαρώτατον κατὰ τὴν οὐσίαν καὶ μέγιστον κατὰ τὸ περιεχόμενον, τὸ νομοσχέδιον περὶ διοργανώσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἡ ἐπιτροπή, ἐπιληφθεῖσα τοῦ ἔργου αὐτῆς, πολλάκις συνῆλθεν εἰς καθημερινὰς συνεδριάσεις, προϊὸν δὲ τῆς ἐργασίας αὐτῆς εἶναι ἡ ῥιζική, δύναμαι νὰ εἴπω, μεταῤῥύθμισις τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἐπιτροπὴ προὐχώρησεν ἐπὶ τοσοῦτον εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ὥστε ἐλπίζω, ὅτι μετά τινας ἡμέρας θὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν της, καὶ θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας της μετὰ τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως. Καὶ δι’ ἄλλον ὅμως λόγον ἐθεώρουν ἀναγκαῖον νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν ταύτην, διότι ὑπέλαβον ὅτι ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐνεῖχε μεμακρυσμένην τινὰ καὶ ἀόριστον αἰτίασιν κατὰ τῆς βραδύτητος τῶν ἐργασιῶν τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν, καὶ ἐπειδὴ τυγχάνω μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐθεώρουν ἀναγκαῖον, ὅπως κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην, ἵνα γένηται γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶναι δικαία ἡ αἰτίασις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, εὐθὺς ὡς ἐσχηματίσθη, καὶ παρεπέμφθη εἰς αὐτὴν ἐργασία, συνῆλθε καὶ ἐπελάβετο τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἐὰν δὲ μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἀνήκοντα εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἐδείχθησαν ἀπρόθυμα εἰς τὸ ἔργον των, τοῦτο δὲν παρημπόδισε τὸ ἔργον ἡμῶν, διότι τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν πλειονότητα, συνῆλθον καὶ ἐπελήφθησαν τῶν ἐργασιῶν των, καὶ περατοῦσι προσεχῶς αὐτάς.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις, ἣν ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν ἐνεῖχε παντάπασι προαίρεσιν μομφῆς ἢ αἰτιάσεως κατ’ οὐδενός, ἐνεῖχεν ὅμως ἐπιθυμίαν, ἵνα παρασκευασθῶσι τάχιστα τὰ ἐκκρεμῆ νομοσχέδια, ὅπως συζητήσωμεν αὐτὰ, καὶ ἐπειδὴ παρῆλθον ἱκαναὶ ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ταῦτα ἐστάλησαν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, ἐνεῖχε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀφοῦ ὁ μέχρι τοῦδε παρεληλυθὼς χρόνος κατέδειξεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θέλομεν ἐπιτύχει τὴν προεπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων. Ἐκτὸς λοιπὸν τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐκκλησιαστικῶν, διὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἐκτὸς τῶν νομοσχεδίων τῶν στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα πρόκεινται ὑπὸ τὴν μελέτην τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ἄλλα νομοσχέδια θέλομεν ζητήσει νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι δὲν θέλομεν δυνηθῆ ἄλλως νὰ φθάσωμεν ποτὲ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν.
§41ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀποτελῶν μέρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἐκλήθην προσηκόντως παρὰ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, εἰμὴ ὅτε ἐκαθήμην ἐν τῇ αἰθούσῃ, τῆς Βουλῆς συνεδριαζούσης, μοὶ προσήγαγον ἓν πρακτικὸν, ἵνα ὑπογράψω, ὅτι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου, ἐγὼ δὲ ἠρνήθην τὸ τοιοῦτον. Κατόπιν ἐκλήθην δὶς καὶ ἦλθον, ὅτε οὐδένα εὗρον. Μετὰ λύπης δ’ ἔμαθον, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξαν ἐν ἀγνοίᾳ μου, ἀπουσίαζεν εἰς Ναύπλιον. Χθὲς δὲ πάλιν ἐκλήθην καὶ ἦλθον κατὰ τὰς 2½ μ. μ., ἀλλὰ πάλιν οὐδένα εὗρον παρόντα, οὔτε τὸν πρόεδρον, οὔτε τὰ λοιπὰ μέλη, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεχώρησα. Συνεδριαζούσης δὲ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν 5ην ὥραν, μὲ ἐκάλεσαν διὰ τοῦ κλητῆρος, ἵνα λάβω μέρος εἰς τὴν συνεδρίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐγκαταλείψω τὴν θέσιν μου ἐν τῇ αἰθούσῃ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν δηλῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι αἴτιοι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, ἀλλ’ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη, τὰ ὁποῖα δὲν προσῆλθον τὴν ὁρισθεῖσαν ὥραν, οὔτε ὥρισαν κατόπιν ὥραν, ἵνα ἐπανέλθωμεν, διότι ἡμεῖς πάντοτε εἴμεθα πρόθυμοι καὶ πάντοτε προσερχόμεθα, καὶ μάρτυς εἶναι ὁ κ. Καλοστούπης, διευθυντὴς τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον πάντοτε προσερχόμενος ἠρώτων ἐὰν προσῆλθον ὁ πρόεδρος καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ πάντοτε ἐλάμβανον ἀπάντησιν ἀρνητικήν. Ὤφειλον νὰ εἴπω ταῦτα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη, ἵνα λάβωσι γνῶσιν καὶ ὁρίσωσιν οἱανδήποτε ἡμέραν καὶ ὥραν, ἥτις ὅμως νὰ μὴ συμπίπτῃ μὲ τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ συνέλθωμεν καὶ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἵνα μὴ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πολὺ δικαίως, παραπονῆται ὅτι δὲν ἐργαζόμεθα.
§42Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τυγχάνων πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι συνεκάλεσα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ δὲ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν ἔχουν καμμίαν ὑπόστασιν. Χθὲς εἴχομεν προσδιορίσει νὰ συνέλθωμεν εἰς τὰς 2½, ἦλθον δὲ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Δημητριάδης, καὶ οὐδεὶς ἄλλος.
§43ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Σεῖς ἤλθατε εἰς τὰς 2½!
§44Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§45ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὰς 2½ ἦσθε εἰς τὸ Ζάππειον (γέλωτες).
§46Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου δὲν ἤμην εἰς τὸ Ζάππειον· ἦλθον ἐδῶ, ἀλλ’ οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο· ὁ κ. Φλέσσας ἦλθε περὶ ὥραν 4, ὁ δὲ συνάδελφος ἐκ Μεσσήνης κ. Δεληγιάννης οὐδαμοῦ ἐφάνη.
§47ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ κατατεθῇ, παρακαλῶ, πρακτικὸν, καὶ ὅστις προσέρχεται νὰ ὑπογράφῃ, νὰ σημειῶται δὲ καὶ ἡ ὥρα.
§48Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐκλήθην νὰ παρευρεθῶ κατὰ τὰς 2½, καὶ ἐλθὼν εὗρον τὸν διευθυντὴν τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς οὐδεὶς δὲ ἄλλος εἶχεν ἔλθει· μετὰ τὰς 3 πάλιν προσῆλθον καὶ εὗρον τὸν κ. Ἀλκ. Δεληγιάννην. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Φαρμακόπουλος δὲν ἦτο, ἐν ᾧ συνεζητήσαμεν μαζὺ καὶ εἴπομεν νὰ συνεργασθῶμεν.
§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐλήφθη ἤδη ἀπόφασις παρὰ τῆς Βουλῆς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§51ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐλήφθη παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἑξῆς ἀπόφασις· νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ καλέσῃ διὰ τελευταίαν φορὰν τὰς ἐπιτροπὰς, καὶ ἂν αὗται δὲν συνέλθουν, νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν εἰδικῶν ἐπιτροπῶν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω, τί ἐγένετο.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων.
§53ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων οὐδεὶς λόγος ἐγένετο τότε, διότι τὰ ἐκκλησιαστικὰ νομοσχέδια μόλις τότε εἶχον ὑποβληθῆ· ἐγένετο λόγος περὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶχε συνέλθει ἕως τότε, ἐλέχθη μάλιστα ὅτι τινὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς δὲν ἦσαν ἐνταῦθα, καὶ ἀνεφέρθησαν ὡρισμένα γεγονότα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐζητήθη, ἵνα ἡ Βουλὴ προβῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, τότε λοιπὸν ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ἐὰν πεισθῇ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ ὑπάρχουσα ἐπιτροπὴ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Πρὸ παντὸς λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὀφείλει νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τί ἔκαμε μέχρι τοῦδε, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, δὲν νομίζω ὅτι ἔχομεν καμμίαν ἀφορμὴν νὰ παραπονώμεθα ἐναντίον τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ μάλιστα ἔχομεν τὴν δήλωσιν αὐτῆς, τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσσήνης, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνῆλθε, κατηρτίσθη, ἐπελήφθη τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπεξεργάζεται αὐτό. Ἀλλὰ προκειμένου, Κύριοι, περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον περιέχει περὶ τὰ 100, νομίζω, ἄρθρα, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ νέον θεσμὸν, ἀνατρέπει ἐκ βάθρων τὸ ὑπάρχον σύστημα, θέλετε ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ τοιοῦτον νομοσχέδιον, νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της εἰς τὴν Βουλήν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει μᾶλλον εὐγνωμοσύνην νὰ ὀφείλωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ὅτι ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος μεθ’ ὅλης τῆς ἐμβριθείας καὶ ἐννοεῖ, ἀφοῦ προηγουμένως ἐν πάσῃ εὐσυνειδησίᾳ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ὑποβάλῃ συγκεκριμένην ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ ἔδαφος διὰ τὴν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς συζήτησιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία διὰ τὴν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἄλλως θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ μεταβάλωμεν τὴν Βουλὴν εἰς ἐπιτροπὴν, θὰ γείνῃ ὅ,τι ἐγένετο καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἕκαστον ἄρθρον ἀπῄτει πολλὰς ὥρας, ἂν ὄχι ἡμέρας· αὐτὸ τοῦτο θὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Δὲν ἠξεύρω ποίαν ἀπόφασιν θὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ὡς ἠκούσαμεν, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐπελήφθη ἤδη τῆς ἐργασίας της καὶ συνεχίζει ταύτην μετὰ πάσης ἐπιμελείας, καὶ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παρίδῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ νὰ θελήσῃ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ τῆς προεξεργασίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν τοῦτο γείνῃ, θὰ γείνῃ πρὸ παντὸς ἐπὶ ζημίᾳ αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ κλάδου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον κέκληται νὰ μεταῤῥυθμίσῃ αὐτό.
§54ΒΑΡΑΤΑΣΗΣ. Ἀκολουθῶν τὸ παράδειγμα τῶν συναδέλφων, ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐκ τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπουσίαν μου. Ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας πολλὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς ἀπουσίαζον εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ συνεδριάσεις δὲν ἐγένοντο. Μέχρι τοῦδε δὶς ἐκλήθην νὰ μετάσχω τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ εἰς ὥραν, ἥτις συγχρόνως εἶχεν ὁρισθῆ ὡς ὥρα συνεδριάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν γαιῶν, τῆς ὁποίας ἐπιτροπῆς εἶμαι μέλος. Δηλῶ ὅτι ἐπί τινας ἡμέρας, μέχρι τῆς Δευτέρας, μέχρι τῆς ὁποίας ἐχορηγήθη νέα παράτασις προθεσμίας εἰς τὴν Θεσσαλικὴν ἐπιτροπήν, θέλω μετάσχει τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, καὶ δὲν θὰ μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παρίσταμαι εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἐξακολουθῇ τὸ γραφεῖον ἢ ὁ Πρόεδρος νὰ ὁρίζῃ ὡς ὥραν συνεδριάσεως ὥραν συμπίπτουσαν μὲ τὰς ὥρας τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων.
§55Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, ἅτινα ἀπεστάλησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τὸν ἀριθμὸν 7· ταῦτα διενεμήθησαν ἀμέσως, καὶ δύο ἐστάλησαν πρὸς ἐπεξεργασίαν εἰς τὸν κ. Δημητριάδην, ἓν εἰς ἐμέ, ἓν εἰς τὸν κ. Βαρατάσην, ἓν εἰς τὸν κ. Καράπαυλον, ἓν εἰς τὸν κ. Ταταράκην καὶ ἓν εἰς τὸν κ. Φλέσσαν. Διατὶ λοιπὸν μέμφεται τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης; Οἱ συνάδελφοι θὰ μελετήσουν τὰ νομοσχέδια κατ’ ἰδίαν, καὶ θὰ συντάξῃ ἕκαστος τὴν ἔκθεσίν του, ἥτις θὰ συζητηθῇ κατόπιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς.
§56ΒΑΡΑΤΑΣΗΣ. Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ἀπεστάλησαν προχθὲς μόλις, καὶ θέλετε νὰ συντάξωμεν ἔκθεσιν εἰσηγητικήν, χωρὶς νὰ ἔχωσι συζητηθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προηγουμένως!
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ἵνα ταῦτα παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικήν, συστηθησομένην ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐννοῶν τὴν ἀπόφασιν, ἥτις πρὸ μικροῦ εἶχε ληφθῆ, δὲν ἀνεφέρθην δὲ εἰς τὰ πρὸ ἑβδομάδος λεχθέντα. Πρὸ ἑβδομάδος ἀληθῶς εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα, ἐὰν ἐγκρίνῃ συστήσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἐὰν δὲ δὲν ἐγκρίνῃ νὰ συστήσῃ τοιαύτην, νὰ ἐπισπεύσῃ καὶ ὠθήσῃ τὴν συγκρότησιν τῶν ὑπαρχουσῶν ἐπιτροπῶν, ὅπως ἐργασθῶσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προετίμησε τὸ δεύτερον· ὤθησεν, ἐπεκαλέσθη, προέτρεψε τὰς ἐπιτροπάς, ἵνα συνέλθωσι καὶ ἐργασθῶσιν, ἀλλὰ δὲν συνῆλθον, ἑπομένως καθίσταται ἀναπόφευκτον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ ἀναβάλωμεν αὐτὰ ἐπ’ ἄπειρον. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι νομοσχέδιον θεμελιῶδες, διότι δὲν εἶναι μόνον μακρὸν, ἀλλ’ ὀργανώνει ἕνα κλάδον ἐκπαιδευτικὸν, οὐδαμῶς ἀντιλέγομεν νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή, ἵνα βασανίσῃ αὐτὸ καὶ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ὑπάρχουσα ἐπιτροπὴ ἐργάζεται.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ λέγω, νομίζων ὅτι δὲν εἶχε συνέλθει ἡ ἐπιτροπή.
§60ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεχθῶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐκπαιδευτικῶν, καὶ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι μετὰ πάσης ἐπιμελείας καὶ προθυμίας προσέρχονται καθ’ ἑκάστην τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης καὶ συνεργάζονται ἐπὶ πολλὰς ὥρας. Οὕτως εἰργάσθη ἐπὶ πολλὰς ἤδη ἡμέρας ἡ ἐπιτροπὴ, κατώρθωσε δὲ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ πλεῖστα τῶν νομοσχεδίων, — διότι δὲν εἶναι ἓν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἀλλὰ σωρὸς νομοσχεδίων· ἐν τούτοις ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη ἤδη τὰ πλεῖστα, καὶ ἔφθασε σχεδὸν ἤδη εἰς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Τὸ ἓν μάλιστα, πολὺ σπουδαιότατον, περὶ οὗ μνείαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεξειργάσθη καὶ ἐτροποποίησε τοσοῦτον, ὥστε, παρόντος καὶ τοῦ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, παρέστη ἀνάγκη νὰ ἐπιστραφῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα συνταχθῇ μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς. Ἐδήλωσε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς εἶπεν ὁ τμηματάρχης του, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ δεχθῇ ἁπάσας τὰς τροποποιήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἔστω καὶ τὴν μεταβολὴν τοῦ τελευταίου ἄρθρου ὡς πρώτου, καὶ τοῦ πρώτου ὡς τελευταίου, καὶ τὴν μεταβολὴν τῶν σπουδαιοτάτων ἐν αὐτῷ διατάξεων, ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Καὶ πράγματι ἐξηκολούθησεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐργάζηται, καὶ ἡ ἔκθεσις μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἦναι ἑτοίμη. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτιμᾷ νὰ παραπεμφθοῦν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν...
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Δέν μοι ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν της.
§62Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπειδὴ ἀνεκοινώθησάν τινα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔχω πληροφορίαν, ὅτι δηλαδὴ ὁ τμηματάρχης ἔμελλε νὰ μεταβάλῃ τὸ νομοσχέδιον ἄρδην, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐν ὅλῃ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀπεδέξατο, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τί ἤθελε προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ, ἀπεδέξατο τὴν μεταβολὴν ὅλων τῶν ἄρθρων, δηλῶ ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν μοὶ εἶπεν ὁ τμηματάρχης. Ὅ,τι εἶπον, εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον· φρονῶ δηλαδὴ, ὅτι οἱ συντάσσοντες νομοσχέδια, ὁσονδήποτε καὶ ἂν μελετήσωσιν αὐτὰ, δύνανται νὰ ἔχωσι λάθος, καὶ νὰ χρήζουν τὰ νομοσχέδια ἐπὶ τῶν καθέκαστα μεταβολῶν τινων. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν τοιαῦται τροποποιήσεις ἐπὶ τῶν καθέκαστα ἤθελον εὑρεθῆ ἄξιαι τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, ἤθελον τὰς ἀποδεχθῆ, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τὸν ὁποῖον ἀποτελεῖ ἓν ὁλόκληρον νομοσχέδιον, ἔχω θεμελιώδεις ὡρισμένας γνώμας, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν δύναμαι νὰ δεχθῶ τροποποίησιν. Αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τοῖς ἄρθροις αὐτοῦ καὶ εἶναι προδιατετυπωμέναι ἐν τῇ μακρᾷ ἐκθέσει πρὸς τὴν Βουλὴν. Λοιπὸν ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως οὐδεμίαν μεταβολὴν δέχομαι, ἐν τοῖς καθέκαστα ὅμως καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσκολίαν ν’ ἀποδεχθῶ τοιαύτην. Ἐπειδὴ εἶναι μακρὸν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπειδὴ πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, παρακαλῶ τὸν κ. εἰσηγητὴν καὶ τὰ μέλη νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἔκθεσίν των, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου νῦν· διότι, ἐὰν παρέλθωσιν ἑβδομάδες τινὲς ἀκόμη, ἕνεκα τοῦ μεγέθους τῆς ἐκτάσεως τοῦ νομοσχεδίου θὰ κατασταθῇ ἀδύνατον νὰ τὸ ψηφίσωμεν.
§63Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ 10 περίπου ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι σήμερον δὲν ἔτυχον ἀπαντήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔλαβον τοιαύτην ἐπερώτησιν.
§65Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐγὼ τὰς ὑπέβαλον ἐγγράφως καὶ τὰς δύο, καὶ ὤφειλεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ τὰς ἀποστείλῃ εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μοὶ κοινοποιήσητε τὴν ἐπερώτησιν, κύριε Πρόεδρε.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§68Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος πρό τινων ἡμερῶν ὑπέβαλεν ἐπερώτησίν τινα περὶ τῶν εἰσαχθέντων εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ναυτικῶν Δοκίμων νέων ἐκ τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου. Τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησεν ὁ κ. συνάδελφος, κατατίθημι εἰς τὴν Βουλήν. Παρατηρῶ μόνον τὸ ἑξῆς, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται ἀφορῶσιν εἰς τοὺς εἰσαχθέντας εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ναυτικῶν Δοκίμων νέους, δὲν δύνανται δὲ ν’ ἀφορῶσιν εἰς τοὺς ἀποῤῥιφθέντας, καθόσον οὗτοι, κατ’ ἐπικρατήσασαν ἀνέκαθεν συνήθειαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅταν ἀποῤῥίπτωνται, λαμβάνουν αὐτοὶ τὰ ἔγγραφα αὐτῶν, ἑπομένως δὲν γνωρίζει ἡ ὑπηρεσία τὰ Λύκεια καὶ τὰ Γυμνάσια, ἐξ ὧν προήρχοντο. Αἱ πληροφορίαι ὅμως ὡς πρὸς τὰ ἄλλα εἰσὶ λίαν λεπτομερεῖς.
§69ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐπεκράτησε τοιαύτη συνήθεια εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Σχολὴ τῶν Εὐελπίδων εἶναι ἐνημερωτέρα, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἐμφαίνουσαν, πόσοι προσῆλθον ἐξ ἑκάστου Γυμνασίου, πόσοι ἐγένοντο δεκτοὶ καὶ πόσοι ἀπεῤῥίφθησαν. Νομίζω ὅτι εἰς πᾶσαν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν συντάσσεται κατάλογος τῶν προσερχομένων εἰς ἐξετάσεις, καὶ σημειοῦνται τὰ προσόντα αὐτῶν, ἀκολούθως δ’ ὑποβάλλεται κατάλογος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν ἐπιτυχόντων. Τοιοῦτον κατάλογον θὰ ἔχῃ πάντως καὶ ἡ ὑπηρεσία τῶν Ναυτικῶν.
§70Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κατάλογος τῶν προσελθόντων βεβαίως ὑφίσταται, ἀλλ’ ἐν αὐτῷ οὐδέποτε ἐσημειώθησαν τὰ Σχολεῖα ἢ τὰ Γυμνάσια, ἐξ ὧν προέρχονται οἱ νέοι, καθόσον δὲν εἶναι ἀνάγκη τούτου. Σήμερον, ὅτι ἐπερωτήσατε, δύναταί τις νὰ δεχθῇ, ὅτι πρέπει νὰ κρατῆται τοιαύτη σημείωσις. Ἂν ἐγνώριζεν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ἠθέλετε μετὰ τοσαῦτα ἔτη ἐπερωτήσει, θὰ τὸ ἐξετέλει. Ἐκεῖνο ὅπερ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ δεκαετίαν ἐκτελεῖ, εἶναι αὐτὸ, ὅπερ εἶπον· ὅτι γνωρίζει τοὺς νέους, οἵτινες εἰσῆλθον εἰς τὴν Σχολὴν, ἐκ τίνων δηλ. Γυμνασίων ἐξῆλθον, ἐκεῖνοι ὅμως, οἵτινες ἀπεῤῥίφθησαν, πάντοτε λαμβάνουσι μεθ’ ἑαυτῶν τὰ ἔγγραφα, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις εἰς ἄλλας Σχολάς· διὰ τοῦτο δὲν κρατεῖ ἡ ὑπηρεσία τὰ ἀποδεικτικὰ, δὲν ὑπῆρχε δὲ καὶ λόγος τις νὰ κρατῇ αὐτά.
§71ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ μάθημα ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἂς τὸ λάβῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτας πληροφορίας, καὶ ὄχι ἀπὸ ἐμέ. Εἰς οὐδεμίαν Σχολὴν τοῦ κόσμου προσέρχεταί τις εἰς ἐξετάσεις, χωρὶς νὰ συντάσσηται πρὸ παντὸς ἄλλου κατάλογος τῶν προσερχομένων εἰς ἐξετάσεις ὁμοῦ μετὰ τῶν προσόντων αὐτῶν.
§72ΚΟΡΠΑΣ. Εἰς τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν εἰσέρχονται μετὰ τὴν Βʹ τάξιν τοῦ Γυμνασίου, ἐνῷ εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν εἰσέρχονται ἀφοῦ τελειώσουν τὸ Γυμνάσιον.
§73ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲ σημαίνει τίποτε αὐτό.
§74ΚΟΡΠΑΣ. Πῶς δὲν σημαίνει;
§75ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ μάθημα ἀπὸ ἐμέ· εἰς ὅλα τὰ Σχολεῖα σημειοῦνται, πόθεν προέρχονται οἱ ὑποβαλλόμενοι εἰς ἐξετάσεις καὶ ποῖα τὰ προσόντα αὐτῶν.
§76Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κρατεῖ κατάλογον τῶν προσερχομένων εἰς ἐξετάσεις, ὁ κατάλογος οὗτος διευθύνεται, ἅμα ὡς λήξῃ ἡ προθεσμία, εἰς τὸν πρόεδρον τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις, ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην, ἐξελέγχει τοὺς τίτλους τῶν προσερχομένων, συντάσσεται δὲ πρακτικὸν περὶ τοῦ τίνος οἱ τίτλοι ἔχουσι καλῶς καὶ τίνος κακῶς, ἀλλὰ οὐδεμία ὑπῆρχε, τοὐλάχιστον μέχρι τοῦδε, ἀνάγκη νὰ σημειωθῶσι τὰ Γυμνάσια, ἢ τὰ ἐκπαιδευτήρια, ἐξ ὧν προέρχονται οἱ μέλλοντες νὰ ἐξετασθῶσι. Λοιπὸν αἱ ἐπιτροπαὶ συνέτασσον τὸν κατάλογον, ἀνέφερον εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τίνες εἶχον τὰ προσόντα καὶ τίνες δὲν εἶχον αὐτά, ἐκείνων δὲ, οἵτινες ἐγίνοντο δεκτοί, ἵνα συναγωνισθῶσιν, ἐκείνων τὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου, τὰ ἔγγραφα δὲ καὶ οἱ τίτλοι ἐκείνων, οἵτινες ἀπεῤῥίπτοντο, ἀπεδίδοντο εἰς αὐτοὺς κατόπιν ὑπογραφῆς, ὅτι παρέλαβον ταῦτα. Περὶ μαθήματος πρὸς ἐμὲ βεβαίως δὲν πρόκειται. Ἄν ὅμως πρόκειται, τότε περὶ ὑμᾶς ἔχετε πολλοὺς πρώην Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν, καθόσον ἐγὼ οὕτως εὗρον τὸ πρᾶγμα, καὶ οὕτως ἐξηκολούθησεν αὐτὸ καὶ κατὰ τὸν Ἰούλιον ἢ Αὔγουστον τοῦ παρελθόντος ἔτους.
§77ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνεκα τῶν πολλῶν ἀσχολιῶν, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι περιβεβλημένη ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἠδυνήθην νὰ συζητήσω πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐν ἐκτάσει περὶ φορολογικῶν τινων ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου ἐπαρχίᾳ. Τούτου ἕνεκα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προκαλέσω τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ φορολογικοῦ τινος ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν Τριπόλει, ἀλλὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὄχι τὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ τοῦτο, διότι ἔχω πεῖραν ὄχι πολὺ εὐχάριστον τῶν λύσεων, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δίδει εἰς τὰς ἀναφυομένας ἑκάστοτε φορολογικὰς διαφωνίας μεταξὺ φορολογουμένων καὶ Δημοσίου. Τὰ πάντα λύονται κατὰ τῶν φορολογουμένων, διότι οὗτοι ἠμέλησαν νὰ τηρήσωσι διατυπώσεις τινάς. Ὑπάρχει νόμος, ἢ μᾶλλον σωρεία νόμων, κανονιζόντων τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ ὁρίζουσιν, ὅτι διὰ τὰς πόλεις ὁ κατάλογος τῶν ἐπιτηδευμάτων συντάσσεται ἀνὰ πᾶσαν τριετίαν καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς ἑκάστου πρώτου ἔτους τῆς τριετίας. Ἡ τελευταία τριετία τῆς φορολογικῆς αὐτῆς περιόδου ἤρξατο διὰ τὴν Τρίπολιν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1893 καὶ ἔληγε σὺν τῇ λήξει τοῦ 1895. Ἐν Τριπόλει τότε οἱ ἁρμόδιοι συνέταξαν τῷ ὄντι τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ὁ κατάλογος αὐτὸς ἠκολούθησε τὴν διαδικασίαν τῶν ἐκτάκτων, κατέστη ὁριστικὸς καὶ τελεσίδικος, καὶ οἱ φόροι δι’ ἅπασαν τὴν τριετίαν, ἀπὸ τοῦ 1893 μέχρι τοῦ 1895, εἰσεπράχθησαν. Ἤδη ὅμως, φθίνοντος τοῦ ἔτους 1895, 412 Τριπολῖται, ἀνήλικοι, συνταξιοῦχοι καὶ πρώην ὑπάλληλοι, λαμβάνουσιν εἰδοποιήσεις τοῦ ἐφόρου Μαντινείας, διὰ τῶν ὁποίων εἰδοποιήσεων εἰδοποιοῦνται ὅτι κατετάχθησαν εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων διὰ τὴν χρονικὴν περίοδον 1893–1895. Κατ’ ἀρχὰς τὸ πρᾶγμα ἐθεωρήθη ἀστεῖον, διότι εἰς τὴν Τρίπολιν εἶναι πρωτοφανὲς, 412 πολῖται νὰ ἀναγκάζωνται νὰ πληρώσωσι φόρους πρὸς τὸ Δημόσιον διὰ χρονικὴν περίοδον πολὺ παρῳχημένην καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ὁ κατάλογος εἶχε κηρυχθῆ τελεσίδικος καὶ εἶχον εἰσπραχθῆ οἱ φόροι τῶν ἐπιτηδευμάτων διὰ τὰ ἔτη 1893–1894. Τὸ ἀδίκημα τούτο παρέστησα εἰς τὰς ἀρχὰς, καὶ ὁ μὲν κ. νομάρχης ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τῶν συμπολιτῶν μου καὶ ἐξεμάνη κατὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας, ἀλλὰ ὁ ἔφορος Μαντινείας ἐνόμισεν ὅτι δεσμεύεται νὰ ξεσχίσῃ τὸν κατάλογον αὐτὸν ἀπὸ διατύπωσίν τινα τοῦ νόμου, ἐννοεῖται, λίαν ἐπουσιώδη, καὶ παρέπεμψε τοὺς παραπονουμένους εἰς τὴν διαδικασίαν τῶν ἐκτάκτων παραπόνων κατὰ τοῦ καταλόγου, τοῦ ἐγκαίρως καὶ νομίμως συντασσομένου. Καὶ βεβαίως, ἐὰν ἀκολουθήσουν τὴν διαδικασίαν αὐτὴν οἱ συμπολῖταί μου, οὐδένα κίνδυνον τρέχουσι νὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τοῦ προσθέτου καταλόγου, διότι καὶ ὁ νομάρχης καὶ ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἶναι εὐθύτατοι καὶ νοημονέστατοι ἄνθρωποι, καὶ γνωρίζουν καὶ τὸν τόπον καὶ τὰ πρόσωπα, περὶ ὧν πρόκειται· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται πολὺ κακὸν καὶ ἄτοπον νὰ καθιερωθῇ προηγούμενον, ὥστε μετὰ πάροδον τριῶν, πέντε, δέκα ἐτῶν νὰ συντάσσηται νέος κατάλογος ἐπιτηδευματιῶν διὰ παρῳχημένην ἐποχὴν, ὅτε οἱ ἐγγραφόμενοι ἐν τῷ τοιούτῳ καταλόγῳ οὐδὲν ἀποδεικτικὸν μέσον ἔχουσι νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ κατὰ τοῦ τοιούτου καταλόγου παράπονά των. Διότι τί ἤθελεν ἐκδικάσει ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ παραπόνων ἀναφερομένων εἰς παρῳχημένην ἐποχήν; Τὸ ἀξιοσημείωτον εἶναι, ὅτι συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἔφορος καὶ δήμαρχος, πρόσωπα συντάσσοντα τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν, νὰ ἦναι τὰ αὐτὰ καὶ κατὰ τὸ 1893 καὶ σήμερον, καὶ ἐν τούτοις καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς τριετίας δὲν εἶχον ἀνακαλύψει, ὅτι 412 πολῖται δὲν εἶχον γραφῆ ἐν τῷ καταλόγῳ τῷ φορολογικῷ, ἀνεκαλύφθη ὅμως τοῦτο μετὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, καὶ οὕτως οἱ ἀπειλούμενοι οὐδὲν ἔχουσι ν’ ἀποδείξωσι πρὸς ὑποστήριξιν τῶν παραπόνων των, οὔτε τὴν αὐτοψίαν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ προκαλέσωσιν, ὅπως πεισθῇ αὕτη, ὅτι δὲν ἐνασκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα, τὸ ἀναφερόμενον ἐν τῷ καταλόγῳ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ δώσῃ οὐσιαστικὴν μᾶλλον καὶ ὄχι τυπικὴν λύσιν, ὅπως μὴ δημιουργηθῇ προηγούμενον τοιοῦτον καὶ μὴ τρέχωμεν τὸν κίνδυνον εἰς ἄλλην περίστασιν νὰ ἴδωμέν τι χεῖρον τούτου. Πλὴν δὲ τούτου συμβαίνει καὶ ἓν ἄλλο φορολογικὸν ἀδίκημα, σχέσιν ἔχον πρὸς τὴν ἐπάρατον ἐπὶ τοῦ οἴνου φορολογίαν. Πρὶν ἢ καθιερωθῇ ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, ἴσχυεν ἡ στρεμματικὴ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων φορολογία, καὶ σὺν τῷ δημοσίῳ φόρῳ εἰσεπράττοντο καὶ οἱ δημοτικοὶ φόροι. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἐψηφίσθη ὁ νόμος ὁ κανονίζων φόρον ἐπὶ τοῦ ἀποταμιευομένου οἴνου, καὶ οἱ δημοτικοὶ φόροι εἰσεπράττοντο ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις, ἐν οἷς ἀποταμιεύεται ὁ οἶνος. Τοῦτο ἠκολούθησε μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου 1893. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου ὁ δήμαρχος Μαντινείας ἔσχε τὴν ἐπίνοιαν νὰ αὐξήσῃ τὴν φορολογίαν τοῦ δήμου του. Ἐψήφισε λοιπὸν φόρον ἐπὶ τοῦ γλεύκους τοῦ παραγομένου ἐκ τῶν ἀμπέλων τῶν ἑτεροδημοτῶν, τῶν κειμένων ἐν τῷ δήμῳ αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως τοῦ τόπου τῆς ἀποταμιεύσεως τοῦ οἴνου, ἀνεξαρτήτως τοῦ προορισμοῦ τοῦ γλεύκους. Ὁ νομάρχης Ἀρκαδίας, ὅστις τότε συνέβη νὰ ἦναι ὁ συνάδελφός μας κ. Κανελλόπουλος, τῇ παραστάσει μου, ἀντέστη εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ τοιούτου φόρου, θεωρῶν τοῦτον καὶ ἄδικον καὶ παράνομον, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, στηριζόμενον εἰς ἄρθρα τινὰ τοῦ δημοτικοῦ νόμου, παρήγγειλε τὸν κ. νομάρχην νὰ ἐπικυρώσῃ τὸν φόρον τοῦτον, διότι ἐσκέφθη, ὅτι ἕκαστος δῆμος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ φόρον ἐπὶ παντὸς προϊόντος, παραγομένου ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτοῦ, ἐλησμόνησεν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἔχομεν νεώτερον νόμον, κανονίζοντα τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, διότι κατὰ τὸν νόμον, τὸν ἐπιβάλλοντα τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἢ μᾶλλον τὴν δήμευσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας, — διότι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου δὲν εἶναι φόρος, εἶναι δήμευσις τοῦ προϊόντος τοῦ παραγομένου ἐκ τῶν ἀμπέλων, — ἐλησμόνησε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ νόμος κανονίζει ἄλλως τὸν φόρον, δηλ. ἐπιβάλλει φόρον εἰς τὸν τόπον τῆς ἀποταμιεύσεως τοῦ οἴνου. Τούτου ἕνεκα οἱ δημόται Τριπόλεως, Κορυθίου, Φαλλάνθου καὶ Ὀρχομενοῦ, οἱ ἔχοντες ἀμπέλους ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Μαντινείας, ἀναγκάζονται νὰ πληρώνωσι τοὺς ἑξῆς δημοτικοὺς φόρους. Κατὰ τὸν τρυγητὸν οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου τοῦ παραγομένου γλεύκους ἐκ τῶν ἀμπέλων τῶν ἑτεροδημοτῶν, τῶν κειμένων ἐν τῷ δήμῳ Μαντινείας, παρακωλύουσι τούτους νὰ συλλέξωσι τὰς σταφυλὰς, ἂν δὲν πληρώσωσι τὴν χρηματικὴν ποσότητα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θέλουσι οἱ ἐνοικιασταί, καὶ ἐντεῦθεν συμβαίνουσι πολλὰ ἄτοπα καὶ πολλὰ ἐγκλήματα. Μετακομίζοντες δὲ τὸ γλεῦκος αὐτὸ ἀπὸ τοῦ δήμου Μαντινείας εἰς τὸν δῆμον, ἐν ᾧ κατοικοῦσιν οἱ κύριοι αὐτῶν τῶν ἀμπέλων, πληρόνουσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ὠνίων, πληρόνουσι δημοτικὸν φόρον ἀποταμιεύσεως, διότι ἅπαντες οἱ δῆμοι τοῦ Κράτους ἔχουσιν ἐπιβάλει φόρον δημοτικὸν ἐπὶ τοῦ ἀποταμιευομένου οἴνου ἐντὸς τῆς περιφερείας αὐτῶν. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, προκειμένου νὰ κυρωθῇ ἤδη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου Μαντινείας τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἔτους 1896, νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἔγκρισιν τοιούτου φόρου, καὶ νὰ παύσῃ ἐφεξῆς τὸ ἀδίκημα αὐτό, ἵνα παύσωσι τέσσαρες δῆμοι τῆς ἐπαρχίας μου νὰ ἦναι ὑποτελεῖς ἀδίκου φόρου εἰς τὸν δῆμον Μαντινείας.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ λάβητε ὑπομονὴν, καὶ θέλω ἐξετάσει.
§79ΗΛ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Χαίρω πολὺ, διότι ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, προσφάτως ἐλθὼν ἐκ Τριπόλεως, ἀντελήφθη τῶν φορολογικῶν ἀδικιῶν, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Τῷ ὄντι, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἔληξεν ἤδη ἡ τριετία, 412 συμπολῖται ἡμῶν, ἐκ Τριπόλεως, εὑρέθησαν ἐξασκοῦντες ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐξήσκησαν. Ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι εἶναι πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατεψήφισαν τὸν ἤδη δήμαρχον. Θέλω λοιπὸν ἑνώσει καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου πρὸς τὴν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιλάβηται μόνος τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ ἀποδώσῃ αὐτοῖς δικαιοσύνην. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν τὰς ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν τοῖς δήμοις Τριπόλεως, Κορυθίου, Φαλλάνθου καὶ Ὀρχομενοῦ, περὶ ὧν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου εἶπεν ἀρκετὰ καὶ τὰ ὁποῖα περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω. Κατέστησαν τοὺς δήμους τούτους φόρου ὑποτελεῖς τοῦ δημοτικοῦ φόρου τοῦ δήμου Μαντινείας. Τὸ τοιοῦτον ἄδικον εἶναι ἄξιον νὰ ἐπισπάσηται τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ τὸν παρακαλῶ καὶ ἐγώ, ὅπως φροντίσῃ νὰ ἐπανορθώσῃ καὶ τοῦτο.
§80ΑΡΙΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἔντιμοι προλαλήσαντες συνάδελφοι, δικαίως ἀγανακτοῦντες διὰ τὰ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας καὶ ἰδίως διὰ τὰ ἐν τῷ δήμῳ Μαντινείας συμβαίνοντα, ὑπέδειξαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συντάξεως τοῦ συμπληρωτικοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Τριπόλεως, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ ἐπιβαλλομένου προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Μαντινείας, καὶ συνέστησαν τὴν θεραπείαν τοῦ ἀτόπου τούτου. Καὶ ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ῥηθείσης ἐπαρχίας, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγα. Εὐλόγως τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως συμπληρωτικοῦ καταλόγου φόρου ἐπιτηδευμάτων κατὰ τὴν λῆξιν τῆς τριετίας, τῆς ἀρξαμένης τὸ 1893 καὶ ληξάσης τὸ 1895, ὅτε εἶχον πληρώσει οἱ θεωρηθέντες ὡς ἐπιτηδευματίαι τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματός των, δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ σκανδαλῶδες, ὡς πρωτοφανές. Αἱ ἀρχαὶ, αἱ συντελέσασαι εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ συμπληρωτικοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων παρακαίρως καὶ σκανδαλωδῶς, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι οὐχὶ εὐχάριστον δι’ αὐτὰς, ὠχυρώθησαν ὄπισθεν διατάξεώς τινος ἑνὸς νόμου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ 1880, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἔφορος νὰ συντάξῃ κατὰ τὰ ἑπόμενα δύο ἔτη συμπληρωτικὸν κατάλογον φόρου ἐπιτηδευμάτων, οὗτος δὲ ὁ κατάλογος νὰ ἐκδικασθῇ παρὰ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι ὑπόχρεώς τις νὰ πληρώσῃ φόρον, ὡς μὴ δηλώσας κατὰ τὸ διάστημα τῆς διετίας, νὰ ὑποχρεωθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης νὰ πληρώσῃ. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, καὶ τοιαύτη διάταξις ἂν ἰσχύῃ, δὲν ἦτο πρέπον, δὲν ἦτο δίκαιον, ἦτο σκανδαλῶδες, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τῆς τριετίας, ἤτοι τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1895, νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, καὶ νὰ συνταχθῇ τοιοῦτος κατάλογος, ὃν πολὺ ὀρθῶς ὁ πρῶτος ἐκ τῶν ἐντίμων προλαλησάντων συναδέλφων μου ἐχαρακτήρισεν ὡς φατριαστικὸν καὶ εἶναι φατριαστικός, διότι δὲν ἐξηγεῖται ἄλλως. Κατ’ ἐμὲ ὅμως, ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου τοῦ 1880, τοῦ ΩΚΔʹ νομίζω, ἔχει ἄλλην ἔννοιαν, ἤτοι τὴν ἑξῆς. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, τῇ συμπράξει τοῦ οἰκείου δημάρχου, δύναται νὰ συντάξῃ κατάλογον συμπληρωτικὸν μόνον κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς τριετίας, ἤτοι κατὰ τὰ δύο ἑπόμενα ἔτη καὶ μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου, ἀπεφάσισαν νὰ μετέλθωσιν ἐπάγγελμά τι, καὶ δὲν ἐδήλωσαν ὅτι θὰ μετέλθωσι τὸ δεῖνα ἐπάγγελμα· ἐκτὸς δὲ τῆς περιπτώσεως ταύτης, ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀναγράφει καὶ δύο ἢ τρεῖς ἄλλας περιπτώσεις, ἤτοι τὸν θάνατον τοῦ ἐπιτηδευματίου, ὅτε ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀποθανόντος νὰ ζητήσῃ τὴν διαγραφήν, τὴν παραίτησιν τοῦ ἐπαγγέλματος κλπ. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου αἱ ἀρχαὶ, αἱ συντάξασαι τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος κατάλογον, ἐνέγραψαν πάντας ὡς μετελθόντας ἐπάγγελμα καθ’ ὅλον τὸ τριετὲς διάστημα, ἤτοι κατὰ τὰ ἔτη 1893, 1894 καὶ 1895, καὶ ὡς παραλειφθέντας δῆθεν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀρχικοῦ καταλόγου· ἐνῷ, ἂν ἤθελον νὰ ἦναι ἀκριβεῖς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, ἀφοῦ ἔκαμαν ἀνασκαφὴν διὰ νὰ ἀνεύρωσι τοιαύτην διάταξιν μετὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, καὶ ἂν ἰσχύῃ ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ νόμου τοῦ 1880, καθόσον εἶναι ἀμφίβολον τοῦτο, ἠδύναντο νὰ συντάξωσιν ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει τὸν κατάλογον ἐκεῖνον, ὁρίζοντες καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν οἱ ἐγγραφέντες ἐν τῷ συμπληρωτικῷ καταλόγῳ ἀπεφάσισαν νὰ μετέλθωσι τὸ ἐπάγγελμα. Καὶ ἐξηγοῦμαι σαφέστερον. Τὸ τριετὲς διάστημα ἀρχίζει ἀπὸ τοῦ 1893 καὶ λήγει τὸ 1895. Ἂν μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τοῦ ἀρχικοῦ καταλόγου, γενομένην κατὰ τὸ 1893, ἤτοι τὸ 1894 καὶ τὸ ἑπόμενον 1895 ἀπεφάσισε νὰ μετέλθῃ τις ἐπάγγελμά τι, ὤφειλε νὰ δηλώσῃ· μὴ δηλώσας δὲ, ἐγγράφεται ἐν συμπληρωματικῷ καταλόγῳ, καὶ ἐνεργοῦνται τὰ περαιτέρω, ὡς προεῖπον. Ὤφειλον λοιπὸν αἱ συντάξασαι τὸν κατάλογον ἐκεῖνον ἀρχαὶ νὰ ἀναγράψωσιν ὡρισμένως ἐν τῷ καταλόγῳ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἤρξατό τις νὰ μετέλθῃ ἐπάγγελμά τι, καὶ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐγγραφῇ νὰ κληθῇ ἕκαστος, ὅπως ποιήσηται τὴν ἔνστασίν του, ἂν ἔχῃ τοιαύτην, καὶ οὐχὶ ὡς ἔπραξαν, ἤτοι νὰ ἐγγράψωσιν αὐτοὺς ὡς ἐπαγγελματίας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς τριετίας. Λυποῦμαι καὶ στενοχωροῦμαι, διότι ἀπησχόλησα πολὺ ἐπὶ τούτου τὴν Βουλὴν, ὅπερ δὲν εἶναι εὐχάριστον δι’ ὅλους μας, νὰ δαπανῶμεν τὸν χρόνον μας μὲ τοιούτου εἴδους θέματα, ἀλλ’ «ἀνάγκα καὶ θεοὶ πείθονται»
§81ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι πολὺ σοβαρὸν τὸ ἀντικείμενον.
§82ΑΡΙΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθῶς σοβαρώτατον.
§83ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἄλλο σοβαρώτερον; 412 συμπολῖταί μας ὑποφέρουν.
§84ΑΡΙΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζων τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος, εἶπον ὅσα εἶπον, καὶ θὰ ἐξακολουθήσω, ζητῶν συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν εἰδικώτερον, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβῃ τὴν σύστασιν αὐτὴν τῶν προλαλησάντων συναδέλφων καὶ ἐμοῦ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, καθόσον εἶναι ἄδικος, ἀδικωτάτη, αὐτὴ ἡ σύνταξις τοῦ συμπληρωτικοῦ καταλόγου ἐν μηνὶ Δεκεμβρίῳ ἢ Νοεμβρίῳ τοῦ 1895, ὅτε ἔληγε τὸ τριετὲς ἐκεῖνο διάστημα τῶν ἐπιτηδευμάτων· διαβεβαιῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως— καὶ δὲν ἔχω ἀφορμὰς νὰ ὑποθέτω ὅτι δὲν δίδει πίστιν εἰς τὰς διαβεβαιώσεις μου, διότι μὲ γνωρίζει πρὸ πολλοῦ, — ὅτι ἐνεγράφησαν ἄτομα μὴ μετερχόμενα ἐπαγγέλματα, οἷα τοῖς ἀποδίδονται· προσέτι ἐνεγράφησαν καὶ ἄτομα ἐγγεγραμμένα εἰς τὸν κατάλογον τὸν ἀρχικὸν, ὃς ἐξεδικάσθη, καὶ ἐπλήρωσαν καὶ τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματός των. Πῶς καὶ διατὶ ἐνεγράφησαν; τοῦτο εἶναι εὐνόητον· ἐνεγράφησαν πρὸς ἐκδίκησιν, μὲ τὴν ἐλπίδα ἐκ μέρους τῶν ἐπιδιωξάντων τὴν σύνταξιν τοῦ τοιούτου καταλόγου, ὅτι πιθανὸν καὶ οὗτοι, καίτοι πληρώσαντες τὸν φόρον τοῦ ἐπαγγέλματός των, νὰ ἀδιαφορήσωσι νὰ κάμωσι τὰς δεούσας ἐνστάσεις των, διότι ὁ πρὸς τοῦτο χρόνος εἶναι πολὺ βραχὺς, ἐξ ὅσων ἐνθυμοῦμαι, καὶ οὕτως ὑποβληθῶσιν εἰς νέαν, ὅλως ἄδικον, φορολογίαν, μόνον καὶ μόνον, ὅπως συντελεσθῇ ὁ σκοπὸς τῆς ἐκδικήσεως· καὶ τὴν ἔπαθον πολλοὶ, ἐξ ὅσων γινώσκω, μὴ ποιήσαντες ἐμπροθέσμως ἐνστάσεις κατὰ τῆς ἐγγραφῆς των ἐν τῷ τερατώδει ἐκείνῳ—ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω—καταλόγῳ τῶν 412 δημοτῶν Τριπόλεως καὶ κατοίκων ἰδίως Τριπόλεως. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ ἐπανειλημμένως τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀντικείμενον, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δύναται, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, νὰ διατάξῃ, ἵνα σταματήσῃ πᾶσα περαιτέρω ἐνέργεια, διὰ νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς ἐκδίκασιν ὁ τοιοῦτος κατάλογος, ἂς τὸ πράξῃ, καὶ ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι θὰ ἐξυπηρετήσῃ δίκαια, δικαιότατα παράπονα. Ἂν δὲ δὲν τῇ ἐπιτρέπωσιν οἱ κείμενοι νόμοι τοιαύτην ἐνέργειαν, νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὥστε κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τοῦ συμπληρωτικοῦ αὐτοῦ καταλόγου νὰ μὴ ὑποχρεωθῶσι καὶ πληρώσωσιν ἄδικον φόρον οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι συμπολῖταί μου, ἂν καὶ ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι αὕτη θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν της καὶ ἄνευ τούτου. Καὶ ταῦτα ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου, οὐκ ἀρκέσει μοι ὁ χρόνος, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐπαναλάβω τὰ συμβαίνοντα. Σαφῶς οἱ ἔντιμοι προλαλήσαντες ἐξέθηκαν ταῦτα, συνεπῶς ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ τὴν σύστασιν ταύτην τῶν προλαλησάντων καὶ νὰ ἐπενέγκῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν.
§85ΒΑΛΕΤΑΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ οὐχὶ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐν Τριπόλει, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀλλαχοῦ, διότι τοιοῦτοι συμπληρωματικοὶ κατάλογοι, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, ἐγένοντο, νομίζω, εἰς πλεῖστα μέρη. Ὑποθέτω ὅτι μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιμελείας θέλει ἐξετάσει καὶ περὶ τῶν ἄλλων μερῶν.
§86ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καίτοι ἐζήτησα δὶς καὶ πρὸ πολλοῦ, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀποτυχοῦσαν σύμβασιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρωσσίας, οὗτος ὅμως οὔτε μοὶ ἀπήντησεν, οὔτε προσήγαγε ταῦτα. Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ διὰ τὸν τρόπον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Νομίζει ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς ἔλεγχον;
§87ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ θέμα.
§88ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἕτερόν τι νὰ εἴπω. Παρακαλῶ μόνον καὶ τοὺς ἑτέρους κυρίους συναδέλφους ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, ἐκ τῶν ὁποίων παράγονται τὰ προϊόντα τῶν σύκων, τοῦ ἐλαίου κλπ., ὅπως λάβωσι μέρος, διότι ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν μετὰ μεγάλης ἀδημονίας ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ τοὺς αἰτίους τῆς ἀποτυχίας τῆς συμβάσεως καὶ τίνες εἶναι οἱ μὴ συντελέσαντες, ὅπως περατωθῇ ἡ σύμβασις αὕτη. Διότι πάντες ἐνόμιζον, ὅτι εἶχεν αὕτη περατωθῆ, καθόσον διετυμπανίσθη διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ διὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐπερατώθη, αἴφνης ὅμως μανθάνομεν, ὅτι ἀπέτυχεν, ἕνεκα ἀδεξιότητος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως ἰσχυρίζεται τοὐναντίον. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις, εἰς ποῖον στάδιον. Ἐγὼ πέπεισμαι, ὅτι ἀπέτυχεν ἡ σύμβασις καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς οὔτε προσάγει τὰ ἔγγραφα, οὔτε ἀπαντᾷ, καὶ ἕνεκα τούτου ἀπηύδησα ζητῶν καθ’ ἑκάστην αὐτά· ἀλλὰ οἱ κ. συνάδελφοι, ἂν ἔχωσι τὴν εὐχαρίστησιν, δύνανται νὰ ζητήσωσι καὶ αὐτοὶ ταῦτα, διότι ἀφορῶσι μέγιστα συμφέροντα οὐ μόνον τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ ἔθνους, καὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἀδεξιότης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἄλλοι λόγοι, ἧττον οὐσιώδεις, ἠμπόδισαν τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ἵνα μάθῃ ὁ λαὸς τί συνέβη.
§89ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, αὔριον θὰ δώσω τὰς δυνατὰς πληροφορίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.
§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βάσις πρώτη καὶ κυρία τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἡ δῆθεν παραχωρουμένη δι’ αὐτοῦ αὐτοδιοίκησις εἰς τοὺς δήμους. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι πολλοὶ ὄχι μόνον ἐκ τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ἀντιπολιτευομένης ἐκηρύχθησαν κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διότι οὕτω πῶς θὰ ἐφηρμόζοντο καὶ παρ’ ἡμῖν αἱ λαοσωτήριοι ἀρχαὶ τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ αὐτοδιοίκησις εἰς τί συνίσταται, Κύριοι; Ἀπέναντι ὅλων τῶν ἀφορήτων βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν εἰς τοὺς δήμους ὁ νόμος ἐκεῖνος, παρεχώρησεν εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τὸ δικαίωμα, ἵνα προτείνωσιν αὐτὰ τοὺς διοριστέους δημοδιδασκάλους. Ἡ διάταξις ὅμως ἐκείνη συνωδεύθη δι’ ἑνὸς τελευταίου ἐδαφίου, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἐντὸς δύο μηνῶν δὲν γείνῃ πρότασις ἐκ μέρους τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ οἱονδήποτε λόγον, περὶ τῶν διοριστέων, ἐπέρχεται τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως αὐτὸς ἀπ’ εὐθείας διορίσῃ τοὺς δημοδιδασκάλους. Ἐγὼ τότε ἐξανέστην ἐναντίον τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ καταστρατηγήσεως καὶ τοῦ μόνου ἴχνους αὐτοδιοικήσεως, τοῦ ἀπαντῶντος ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς καὶ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον θὰ φροντίζωσι νὰ παρελκύσωσι πάντοτε τὸ ζήτημα, καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰς τὰς ἐπαρχίας δὲν θὰ δύναται νὰ συνέρχηται αὐτὸ ἐγκαίρως, καὶ οὕτω πως θὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, δηλ. ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ, καὶ θὰ μένωσιν ἐν τῇ ἀπάτῃ οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι καθιέρωσαν τὴν αὐτοδιοίκησιν ἐν Ἑλλάδι. Οἱ λόγοι μου ἐκεῖνοι, Κύριοι, ἐπηλήθευσαν. Καὶ οὐχὶ ἐν ἀπομεμακρυσμένοις δήμοις τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ἔσπευσε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχολικοῦ ἔτους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε, νομίζω, νὰ κακισθῇ παρά τινος συναδέλφου. Τὸ ἔπραξεν ἀπὸ σκοποῦ. Ἠθέλησε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ προβῇ αὐτὸς εἰς ὅλας τὰς μεταβολὰς, νὰ ἀναστατώσῃ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος τὸν δημοδιδασκαλικὸν κλάδον, καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου μὲ ὅλους τοὺς φίλους του εἰς τὰς θέσεις, ὥστε αὐτοὶ νὰ μείνωσι πλέον ἰσόβιοι. Ἀλλὰ μὲ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλεν ἐπὶ 4 μῆνας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ σχολικοῦ ἔτους, μεταθέτων, ἀπολύων, διορίζων καὶ ἀναστατώνων τὸν διδασκαλικὸν κλάδον, κατωρθώθη μὲ τὴν ἰσχὺν τοῦ νέου νόμου νὰ μείνωσι κεναὶ θέσεις. Ἐδῶ, ἐν Ἀθήναις, Κύριοι, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, τῆς ἡμέρας δηλαδὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, εἶναι κενὴ ἡ θέσις τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γʹ δημοτικοῦ σχολείου, τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Αʹ δημοτικοῦ σχολείου, τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ζʹ, τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ΙΔʹ, τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ΙΓʹ καὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Εʹ. Τινὲς μὲν ἐξ αὐτῶν τῶν δημοδιδασκάλων ἐγένοντο ἐπιθεωρηταὶ βʹ τάξεως, ἄλλοι ἀπελύθησαν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, εἷς ἐξ αὐτῶν ἐγένετο αʹ τάξεως ὑπουργικὸς γραμματεὺς καὶ εἷς ἀπέσχεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς διδασκαλίας, καθόσον ἐγένετο ὑπάλληλος. Λοιπὸν μένουσιν ἑπτὰ θέσεις κεναὶ, καὶ δὴ διευθυντῶν. Μάτην τὸ μακάριον Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηνῶν ἀναμένει παρὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τοῦ ἐγκαίρως διορισθέντος, τὴν πρόκλησιν, ὅπως προβῇ εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἀποχωρησάντων δημοδιδασκάλων, διότι ἄνευ τῆς προκλήσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέλθῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Διατί δὲ γίνεται τοῦτο; Εὑρισκόμεθα ἤδη περὶ τὰ τέλη τοῦ Φεβρουαρίου μηνός. Ἐγένετο, ἵνα ἀποδείξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁπόσον δίκαιον εἶχον ἐγὼ, ὅταν ἔλεγον ὅτι ἀπάτη καὶ φενάκη ἦτο ἡ αὐτοδιοίκησις, ὅτι θὰ καταστρατηγήσωσι τὸν νόμον. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ δὲν προκαλοῦσι πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἕως οὗ συμπληρωθῇ τὸ διάστημα τῶν δύο μηνῶν, μετὰ παρέλευσιν τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπανέρχεται εἰς τὰ παλαιὰ δικαιώματά του, τοῦ νὰ διορίσῃ αὐτός. Ἀλλὰ ἡ διάταξις ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, κατὰ τὸ ἄρθρον 28, ὅτι τὸ σχολεῖον διευθύνει ὁ κατὰ βαθμὸν ἀνώτερος δημοδιδάσκαλος, ἢ ὁ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀρχαιότερος μεταξὺ τῶν δημοδιδασκάλων, αὕτη, Κύριοι, κατεδικάσθη, χάριν λόγων, τοὺς ὁποίους μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν γινώσκει, εἰς ἀχρηστίαν. Οὕτω συνέβη πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου περὶ δημ. ἐκπαιδεύσεως νὰ γείνωσι νέοι πρωτοβάθμιοι, μόλις πέρυσι διορισθέντες, διευθυνταί. Ἀλλὰ ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον ἔπρεπεν ἀμέσως ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς ἀρχαιοτέρους, οἱ ἄλλοι δὲ νὰ μείνωσιν ἁπλοῖ διδάσκαλοι, ἔχομεν καὶ ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, διαφόρους δημοδιδασκάλους, ὑπηρετοῦντας ὑπὸ νεωτέρους αὐτῶν. Οἱ Κύριοι αὐτοὶ ἐνόμισαν, ὅτι οἱ νόμοι οἱ ψηφιζόμενοι ἤθελον ἐφαρμόζεσθαι δι’ ὅλους· ἀλλ’ ἐπλανήθησαν. Ἐζήτησαν λόγον παρὰ τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ, διατὶ δὲν ἐγκαθιστᾷ αὐτοὺς εἰς τὴν διεύθυνσιν, καθ’ ὃ ἔχουσι δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, καὶ ὁ Κύριος αὐτὸς, ὡς λέγεται, ἀπήντησεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι δι’ ὅλους, ὁ νόμος ἐφαρμόζεται ὑπὲρ τῶν φίλων, ὅταν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐφαρμόζεται ὑπὲρ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν θεωροῦνται φίλοι. Βλέπετε, Κύριοι, ἀνθρώπους ποδοπατοῦντας τὴν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ. Ἐντεῦθεν εἰκάζετε, τί θὰ γίνηται εἰς τὰς ἐπαρχίας. Καὶ ἀκόμη τολμῶσι νὰ ὁμιλῶσι περὶ Συντάγματος καὶ περὶ αὐτοδιοικήσεως! Ἐν τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ δὲν προκαλεῖ ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς, ὅστις παραμένει ἐνταῦθα, ἀφ’ ὅτου διωρίσθη, διατὶ δὲν προκαλεῖ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἵνα προβῇ εἰς πρότασιν διὰ τὰς κενὰς θέσεις ἑπτὰ πρωτοβαθμίων δημοδιδασκάλων ἐν Ἀθήναις; Δεύτερον, διατὶ ὁ νόμος, καίτοι ἐν ἰσχύϊ ὢν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου, δὲν ἐφαρμόζεται ὡς πρὸς τὰ πλεῖστα τῶν ἐνταῦθα δημοτικῶν σχολείων, καθισταμένων διευθυντῶν αὐτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀρχαιότεροι; Παρακαλῶ, ἂν ἦναι εἰς θέσιν, νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, ἄλλως αὔριον· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἀναβάλῃ τὸ ζήτημα, διότι πλησιάζει νὰ λήξῃ καὶ ὁ δεύτερος μὴν, καὶ τότε ἐπέρχεται ἡ ἀπώλεια τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου πλέον, καὶ ἀναλαμβάνει πάλιν ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ αὐτὸς τοὺς δημοδιδασκάλους.
§91Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λυποῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐν τῷ δικαιώματι τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὡς Βουλευτὴς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἐκτρέπεται εἰς φράσεις, διὰ τῶν ὁποίων καθιστᾷ δύσκολον τὴν ἀπάντησιν. Καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἂν δὲν ὑπεκείμην ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργὸς, θὰ ἀπηξίουν νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς, τοὺς ὁποίους περὶ ἐμοῦ ἐποιήσατο, ὅτι ἐγὼ δῆθεν καταστρατηγοῦμαι τὸν νόμον καὶ ἀφήνω νὰ παρέλθῃ ἡ δίμηνος προθεσμία κλπ., ὅπως διορίσω εἰς κενὰς θέσεις τοὺς δημοδιδασκάλους. Σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς, ὅτι οὐδεμίαν ἰδέαν ἔχω τοῦ πράγματος τούτου. Ἔχω ἄκραν πεποίθησιν ἐπὶ τὸν ἄνδρα, τὸν ὁποῖον ἔταξα ὡς ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ τὸν ὁποῖον ὁμολογῶ ὅτι ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα παρεκάλουν, καὶ ἐξήντλησα ὅλα τὰ μέσα, ὅπως τὸν πείσω νὰ ἀναλάβῃ τὸ βαρύτατον τοῦτο καθῆκον, τὸν κ. Μιχαλόπουλον. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἐξεπαιδεύθη ἐν Γερμανίᾳ εἰδικῶς περὶ τὰ παιδαγωγικὰ, ὑπηρέτησεν εὐδοκιμώτατα ὡς Διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης, καὶ ἀπέβλεπεν, ἵνα γείνῃ καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ· εἶναι ἀνὴρ ἐνάρετος καὶ χρηστὸς, εἰς τὸ καθῆκον ἀφωσιωμένος καὶ δραστηριώτατος. Οὐδεμία μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ, ἵνα ἐξετάσω περὶ τοιούτου θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ποιεῖται λόγον ὁ κ. Βουλευτής· βεβαιῶ δ’ αὐτὸν, ὅτι εὐθὺς αὔριον θέλω καλέσει τὸν κ. ἐπιθεωρητὴν καὶ θὰ τὸν ἐξαναγκάσω νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι ὁ νόμος διακελεύεται. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, τὸν παρακαλῶ νὰ πιστεύῃ, ὅτι, ὁσαδήποτε καὶ ἂν ὑπαινίσσηται περὶ καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου, ἀπατᾶται, καὶ ἀπατᾶται ἐπὶ βλάβῃ ἰδίᾳ, οὐχὶ ἐμῇ. Πιθανὸν ὁ νόμος νὰ ἔχῃ ἀτελείας,—περὶ ὅλων αὐτῶν συζητῶ—ἀλλὰ λέγων ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι λόγῳ δῆθεν προσωπικῶν συμφερόντων ἀπεφύγομεν νὰ διορίσωμεν δημοδιδασκάλους, ἀδικεῖ ἑαυτὸν πρὸ πάντων, ὄχι ἐμέ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξε, δηλ. ὅτι τινὲς τῶν δημοδιδασκάλων κατὰ τὸν νόμον ἀδικοῦνται, οὐδεμίαν ἔχω πληροφορίαν περὶ τούτου, ἐπιφυλάσσομαι δὲ εὐθὺς αὔριον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐπὶ τὸν ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ ἔχῃ ἄκραν πεποίθησιν, καὶ ὄχι μόνον ἐπὶ τὸν ἐπιθεωρητὴν αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοὺς 14 ἐπιθεωρητὰς, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν κατὰ τοὺς 14 νομοὺς τοῦ Κράτους, τὸν βεβαιῶ δὲ, ὅτι μὲ ὅλην τὴν δυνατὴν ἀκρίβειαν καὶ ἐπιμέλειαν ἐξηρευνήθη ὁ χαρακτὴρ καὶ ἡ ἱκανότης ἑκάστου ἐξ αὐτῶν, καὶ οὐδεὶς ἐγίνωσκε, τίς μέλλει νὰ διορισθῇ εἰς ἕκαστον νομόν. Περὶ τούτου δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον· ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν πάντων τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἂν εἷς ἐξ αὐτῶν ἐγίνωσκε, τίς ἔμελλε νὰ διορισθῇ,—προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ μὲ διαψεύσῃ—διότι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶχε τοῦτο πρὸ πάντων τὸ κυριώτατον ἔρεισμα, τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν ἱκανότητα τῶν ἐπιθεωρητῶν. Εἰς τοῦτο ἐδόθη πᾶσα δυνατὴ προσοχὴ, καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ἐξ ὅσων ἔχω πληροφοριῶν, ὅτι πάντα τὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους, σχετικῶς μὲ τοὺς διδασκάλους καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτῶν, λειτουργοῦσι καλλίτερον—ἵνα εἴπω ἀριθμητικῶς—30% ἢ ὅσον μέχρι τοῦδε. Πάντες οἱ δημοδιδάσκαλοι ἀναμένουσι τοὺς ἐπιθεωρητὰς, ἐργάζονται μὲ ὅλην τὴν ἐπιμέλειαν, ἀπηλλάχθησαν ἀπὸ τὸν φόβον τῆς παύσεως καὶ μεταθέσεως, ἐπίστευσαν ὅτι ἀναλαβόντες τὸ καθῆκόν των δὲν ἔχουσι πλέον νὰ δώσωσι λόγον ἢ εἰς τὸν ἐκπροσωποῦντα τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τὸν δῆμον, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν τοπικὴν καὶ ἰδίως εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, ὡς ἐκ τούτου δ’ ἐπεδόθησαν μετὰ ζήλου εἰς τὸ ἔργον, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, καὶ μετὰ πάσης ἐπιμελείας· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι, ἐὰν ὁ νόμος λειτουργήσῃ ἐπὶ 2–3 ἔτη καὶ ἐνισχυθῇ, θὰ φέρῃ ἀγαθὰ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ἀποτελέσματα.
§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἀνέφερον ὡρισμένα γεγονότα. Ἐὰν τὰ γεγονότα ἐλύπησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐγὼ δὲν εὐθύνομαι διὰ τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν γινώσκει κάλλιον παντὸς ἄλλου, καὶ ἐμοῦ αὐτοῦ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἑπτὰ κεναὶ θέσεις δημοδιδασκάλων ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα. Καὶ ἐνῷ ἔχει τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διατὶ δὲν ἐκάλεσε τὸν ἐπιθεωρητὴν μέχρι τοῦδε νὰ τῷ εἴπῃ: «πῶς δὲν προκαλεῖς τὴν πρότασιν τῆς πληρώσεως αὐτῶν παρὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων;» Οἱ δημοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ νόμον ἔπρεπε νὰ ἦναι διευθυνταί, ὑπέβαλον αἴτησιν.
§93Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Οὐδὲν παράπονον ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§94ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν ἄλλῃ συζητήσει θὰ καταδειχθῇ κατὰ πόσον ἐβελτιώθη ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις μὲ τὸν νέον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμον. Ἐπὶ τοῦ παρόντος τοῦτο μόνον ἀναφέρω. Ὑπάρχει ἐνταῦθα διευθυντὴς τοῦ ΙΒʹ δημοτικοῦ σχολείου εἷς κύριος, ὀνόματι Γ. Κωνσταντίνου, Κορίνθιος τὴν πατρίδα, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ εἶναι διευθυντὴς τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, τὰς ἐργασίμους ὥρας διαθέτει εἰς ἰδιωτικὴν διδασκαλίαν ἐν τῷ ἰδιωτικῷ ἐκπαιδευτηρίῳ τοῦ κ. Παπαγεωργίου. Τινὲς θὰ ἐρωτήσωσι, διατὶ ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς δὲν τῷ ἔκαμε παρατήρησιν δι’ αὐτό; Ὁ ἐπιθεωρητὴς οὗτος, περὶ τοῦ ὁποίου ἄλλοτε θὰ κάμω λόγον, ἔχει ὅλας τὰς ὥρας τῆς ἡμέρας σχεδὸν διατεθειμένας εἰς διδασκαλίαν ἐν ἰδιωτικοῖς σχολείοις, ἐν τῷ Ἀρσακείῳ καὶ ἀλλαχοῦ. Λοιπὸν, ἀφοῦ ὁ ἴδιος προτιμᾷ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας τὴν ἰδιωτικὴν, πρὸς ἰδιαιτέραν ὠφέλειαν, πῶς θὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ κάμῃ παρατήρητιν εἰς τὸν κ. διευθυντὴν τοῦ σχολείου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ νόμον ὠφείλει ἡμίσειαν ὥραν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ μαθήματος νὰ ἦναι παρὼν καὶ νὰ παραμένῃ μέχρι τέλους; πῶς δύναται νὰ κάμῃ παρατήρησιν εἰς αὐτὸν, διατὶ ἐγκαταλείπει τὸ σχολεῖόν του καὶ διδάσκει ὅλας τὰς ἐργασίμους ὥρας εἰς ἰδιωτικὰ σχολεῖα; Ἀλλὰ περὶ τούτων ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ θὰ προκληθῇ μακρὰ συζήτησις· τώρα μόνον ἠρκέσθην εἰς τὸν ὑπαινιγμὸν αὐτὸν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπρεπε νὰ λυπήσῃ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§95ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετασθῇ ἡ οἰκτρὰ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις διατελεῖ, ἀφ’ ἧς μάλιστα στιγμῆς ἀνέλαβεν ὁ ἐκ Κορίνθου κ. συνάδελφος τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐπιφυλάττομαι ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ νὰ καταδείξω τὴν οἰκτρὰν ταύτην κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις. Καὶ ἡ κατάλληλος αὕτη στιγμὴ θὰ παρουσιασθῇ, ὅταν ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν—ἂν ἔλθωσι ποτὲ—τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια. Ἔλαβον ὅμως τὸν λόγον, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν πρὸ μικροῦ λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἵνα τὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ, οὕτως ὥστε νὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, πρὸς αἰωνίαν δόξαν τοῦ εἰδικοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως! Ἠκούσατε πάντες τὸν εἰδικὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν, εἰπόντα ὅτι οὐδεμίαν ἔχει γνῶσιν τῶν λαμβανόντων χώραν εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐν μέσαις Ἀθήναις, ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, δηλώσαντα ὅμως ταυτοχρόνως, ὅτι πάντες οἱ δημοδιδάσκαλοι καταγίνονται μετὰ ζήλου, καὶ ἐπιμελείας ἐκτάκτου εἰς τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις γινομένων ἀκριβῆ, ὡς ἔλεγεν, ἔχει γνῶσιν, περὶ δὲ τῶν ἐν Ἀθήναις οὐδεμίαν ἔχει γνῶσιν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος τοὺς ἀπέλυσε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἵνα διορίσῃ αὐτοὺς εἰς ἄλλας θέσεις! Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ θὰ ἐξετασθῶσιν. Ὀφείλω ὅμως νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τὴν Βουλῆς ἐπὶ τῆς διαβεβαιώσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διωρίσθησαν ἄνδρες ἱκανώτατοι καὶ διακεκριμένοι ἰδίᾳ περὶ τὰ παιδαγωγικά! Ὡς ἀπόδειξιν δὲ τῆς πράξεώς του ταύτης ἔφερε τὴν πρὸς ὑμᾶς ἐρώτησιν, ἐὰν τοὐτέστιν εἶχε γνῶσιν συνάδελφός τις περὶ τῶν προσώπων τῶν μελλόντων νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν! Δὲν γνωρίζω ἐὰν καὶ πρὸς ἐμὲ ἀπετείνετο ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἀφοῦ οὐδεὶς ἄλλος συνάδελφος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἀπαντήσῃ, ὀφείλω νὰ δηλώσω ἐγὼ ἐπισήμως εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διώρισεν ἐπιθεωρητὰς οὐδεμίαν ἔχοντας γνῶσιν τῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐν γένει τῆς παιδαγωγικῆς ἐπιστήμης! Εἶναι δὲ παρήγορον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐπιθεωρηταὶ ἔσχον τὸ θάῤῥος νὰ παρουσιασθῶσι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ νὰ δηλώσωσι πρὸς αὐτόν, ὅτι δὲν κατέχουσι τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, ἵνα καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων· ἃς μὴ μὲ ἀναγκάσῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δηλώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ὀνόματα τῶν ἐπιθεωρητῶν τούτων, ἱκανωτάτων μὲν περὶ ἄλλα, ἀδοκιμωτάτων ὅμως περὶ τὰ παιδαγωγικά.
§96Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Νὰ τοὺς ὀνομάσητε, κύριε Στάη.
§97ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι εἷς ἢ δύο, εἶναι πολλοί. Ἔπειτα ὑποθέτω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἐνδιαφέρεται περὶ τῶν προσώπων, ἀλλ’ ἐνδιαφέρεται περὶ τῶν πραγμάτων· ἄλλως τε δὲν θὰ ἦμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τιμωρήσῃ ἱκανοὺς καὶ εἰλικρινεῖς ἐπιστήμονας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφρόντισεν, ὅπως ἐκλέξῃ τὸ προσωπικὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἐκ τῶν ἀκαταλληλοτάτων προσώπων, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον δὲν εἶχον, ὡς ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, μεμαρτυρημένην περὶ τὰ παιδαγωγικὰ εἰδικότητα, ἀλλὰ καὶ ἔσχον τὸ θάῤῥος νὰ δηλώσωσι καὶ ἐγγράφως καὶ προφορικῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι δὲν ἐσπούδασαν εἰδικῶς τὴν παιδαγωγικήν, οὐδ’ ἐπεσκέφθησάν ποτε δημοτικήν τινα Σχολὴν, ἵνα ἐκ περιεργείας ἴδωσι κατὰ τίνα τρόπον γίνεται τανῦν ἡ ἐν αὐτῇ διδασκαλία! Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ εἰδικὸς, ἀπήντησεν αὐτοῖς, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων εἶναι ἁπλούστατα πράγματα, καὶ ἀρκεῖ ἡ ἀνάγνωσις φυλλάδας τινὸς, τὴν ὁποίαν εὐγενῶς προσέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τοὺς ἀκουσίους ἐπιθεωρητὰς, ἵνα καταρτισθῶσι τέλειοι παιδαγωγοὶ καὶ πρότυπα ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν μας σχολείων! Ἀλλ’ ἐκ δευτέρου ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ κατ’ ἄλλην εὐκαιρίαν θὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ τοὺς ἄθλους τοῦ εἰδικοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ κατὰ τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς ἀπολύσεις τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης καὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως.
§98Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔλαβον διάφορα τηλεγραφήματα παρὰ πολλῶν συνεπαρχιωτῶν μου, ἓν μάλιστα τούτων, τὸ τοῦ Σπυροπούλου, ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διὰ τῶν ὁποίων τηλεγραφημάτων διαμαρτύρονται, καθὼς λέγουσιν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἐνῷ οὗτοι ἀποδημοῦσιν εἰς τὸν δῆμον Δύμης, ὡς κτηματίαι, οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν ἀδηλώτων οἴνων διέῤῥηξαν τὰς θύρας τῶν οἰκιῶν των, χωρὶς νὰ εἰδοποιήσωσι κἄν ποσῶς αὐτοὺς καὶ χωρὶς νὰ παρίσταται δημοτικὸς πάρεδρος, ἵνα ἀνακαλύψωσιν ἀδηλώτους οἴνους, μεθ’ ὃ ἀφῆκαν ταύτας ἀνοικτὰς καὶ εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ τυχόντος. Πολλάκις, κύριοι Βουλευταί, ἐγένετο λόγος περὶ τῶν μεγάλων καταχρήσεων, αἵτινες λαμβάνουσι χώραν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν οἴνων, καὶ ἐγὼ ὡμίλησα ἐπανειλημμένως περὶ τούτου, ὑποβαλὼν μάλιστα πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ὡς καὶ ἕτερός τις τῶν κυρίων συναδέλφων, πρότασιν νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῆς γῆς. Ἡ Κυβέρνησις δὲ, νομίζω, ὅτι μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλλετο πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων ἰδίως τῶν οἰκονομικῶν καὶ φορολογικῶν, ἐπηγγέλλετο καὶ τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου. Καὶ ἐν τούτοις βλέπω, ὅτι οὐδεὶς λόγος γίνεται. Θὰ ἀφήσωμεν καὶ τὴν σύνοδον ταύτην νὰ παρέλθῃ, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο; Δὲν θὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ἀθλίας ταύτης φορολογίας; Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν ἁρμόδιον, ἵνα ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, διότι, ὡς βλέπετε, ὁ νόμος οὗτος ἠθέτησε καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας τοῦ οἴκου. Ἄλλοτε, γενομένου λόγου μακροῦ ἐνταῦθα, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης ἐδήλωσεν ἐπισήμως ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον δικαίωμα ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ, νὰ ἀνοίγωσι τὰς θύρας τῶν οἰκιῶν οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου χάριν ἀνακαλύψεως ἀδηλώτων οἴνων, καὶ μάλιστα ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῶν ἰδιοκτητῶν. Τότε ἐγένετο κἄποια ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐλάττωσιν τῶν τοιούτων καταχρήσεων, ἤδη ὅμως ἀφέθη πλήρης ἐλευθερία, καὶ οἱ ἐνοικιασταί, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον — δὲν γνωρίζω πῶς συμβαίνει — συμπίπτει νὰ ὑποστηρίζωνται καὶ ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τῶν πολιτικῶν, συνοδευόμενοι ὑπὸ ἀποσπασμάτων, εἰσέρχονται εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν ὡς κατακτηταί. Συμπίπτει δὲ εἰς πολλὰς ἐπαρχίας ὁλόκληρα χωρία νὰ ἀποδημῶσι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, ἀφήνοντες φύλακας μόνον τῶν οἰκιῶν των, εἰς τὰς ὁποίας οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι, ὑποστηριζόμενοι ὑπὸ τῶν ἀποσπασμάτων, εἰσέρχονται βασιβουζουκικῷ τῷ τρόπῳ καὶ λεηλατοῦσιν αὐτάς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι περὶ τούτου πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον τι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σκεφθῇ, ἵνα λάβωμεν πρόνοιαν, περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας ταύτης. Καὶ πρὸς τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδεχθῇ νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, δι’ ὧν εἶπεν, ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ἐνασκεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· ἑπομένως ὁ ἐπερωτῶν σκοπεῖ νὰ ἐλέγξῃ πράξεις ἢ παραλείψεις τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ πράξεων, εἴτε περὶ παραλείψεων, ἀπαιτοῦνται προσδιορισμοὶ, προσδιορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, καθ’ οὗ ἐγένετο ἡ παρεκτροπὴ, καὶ ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα ἀνῃρέθησαν ἢ τὰ συμφέροντα ἐζημιώθησαν, καὶ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, αἵτινες παρεβάθησαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ διατυπώσῃ ὡρισμένην ἐπερώτησιν, καὶ νὰ ᾖναι βέβαιος, ὅτι θέλω ἐξετάσει.
§100Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἔκαμα μόνον ἀνακοίνωσιν τῶν παραπόνων τῶν ἀδικηθέντων πολιτῶν, καὶ ἐζήτησα νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἄρσεως τῶν αἰτίων. Δὲν ἐσκόπουν νὰ κάμω ἐπερώτησιν. Τὰ γεγονότα δὲ ἀναγράφονται ἐν τοῖς τηλεγραφήμασιν, ἐξ ὧν ἓν, ὡς ἀνέφερα, ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§101ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὑπάρχει τηλεγράφημα τοῦ κ. Σπυροπούλου, τὸ ὁποῖον κατέθηκα εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἑπομένως εἶναι εὔκολον τὸ τηλεγράφημα τοῦτο νὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια.
§102ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς παρελθούσης συνόδου ὑπέβαλον ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφορῶσαν τὰ λιμενικὰ τοῦ λιμένος τῆς πόλεως Τήνου. Ὑπενθυμίζω εἰς αὐτὸν τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν καὶ φέρῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας· διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ προέλθωσι κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν, καὶ νομίζω, ὅτι διὰ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῆς ἀναπτύξεως, τὴν ὁποίαν θέλω κάμει, θὰ φωτίσω ἐπὶ πολλῶν πραγμάτων τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ θὰ ὠφελήσω διὰ τῆς συζητήσεως τὴν πατρίδα μου.
§103ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἔχω ἀναφορὰν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπογεγραμμένην παρὰ τοῦ κ. Θ. Καρυστινοῦ, ἐκ Πόρου, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται, ὅτι ἐκλεχθεὶς μέλος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ λιμένος Πόρου καὶ μεταβὰς εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, εἰρηνοδίκου, δὲν ἐγένετο δεκτὸς ὑπ’ αὐτοῦ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν, διὰ τίνα λόγον ὁ εἰρηνοδίκης ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τὸν παραπονούμενον καὶ ὁρκίσῃ αὐτόν.
§104ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀρκετὰ σκανδαλῶδες. Μέλος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Πόρου μετέβη ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, ἵνα δώσῃ τὸν ὅρκον, καὶ ὁ κ. εἰρηνοδίκης ἠρνήθη νὰ δεχθῇ αὐτόν. Κυρίως λοιπὸν ἡ ἐπερώτησις ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις παρακαλεῖται νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατάσσων ἐν τούτοις τὸν εἰρηνοδίκην νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του.
§105ΡΑΛΛΗΣ. Ἀποφεύγω, Κύριοι, νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν δι’ ἐπερωτήσεων, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ἐπὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐκθέτουσι σοβαρῶς τὴν εὐθύνην αὐτῶν. Ἐν τῷ δήμῳ Οἰνοῦντος τῆς ἐπαρχίας Σπάρτης καὶ ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου Οἰνοῦντος ἐτραυματίσθη τις ἐκ προμελέτης, καὶ ἐκ τοῦ τραυματισμοῦ αὐτοῦ κατέστη ἡ ἑτέρα τῶν χειρῶν του ἄχρηστος· ὁ ἀστυνόμος κατηγγέλθη, καθὼς καὶ ὁ συμπράξας μετ’ αὐτοῦ σταθμάρχης Καστορίου, καὶ ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως τακτικὸς ἀνακριτὴς, ὅστις ἐξέδωκε κλήσεις, τὰς ὁποίας ἀπέστειλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα κοινοποιηθῶσιν ἁρμοδίως. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐθεώρησεν, ὅτι ἤθελε παραβλαφθῆ ἡ ὑπηρεσία, καὶ ἐπέστρεψε τὰς κλήσεις, χωρὶς νὰ τὰς κοινοποιήσῃ. Ὁ ἀνακριτὴς ἐν τούτοις ὑπεχρεοῦτο ἐκ τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἔταξεν ὁ νόμος, νὰ περατώσῃ τὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἐζήτησε τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένην παράτασιν, ἀλλὰ καὶ αὕτη παρῆλθεν ἄνευ ἀποτελέσματος. Τότε, ἐπειδὴ ἐκ τῶν ἰατρικῶν ἐκθέσεων ἀπεδείχθη ἡ ἀχρηστία τῆς χειρὸς τοῦ παθόντος, ἡ πρᾶξις ἐχαρακτηρίσθη ὡς κακούργημα, καὶ ἐξεδόθη ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἔμεινεν ἀνεκτέλεστον. Ἐντεῦθεν ὁ ἀνακριτὴς προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν κατασχετηρίου κατὰ τοῦ ἀστυνόμου καὶ τοῦ σταθμάρχου, ἀλλὰ καὶ τὸ κατασχετήριον δὲν ἐξετελέσθη, παραδόξως δὲ, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐπέστρεψε καὶ τὸ ἔνταλμα καὶ τὸ κατασχετήριον, μὲ τὴν παραγγελίαν, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν, ὅταν καὶ ὁ ἀστυνόμος Οἰνοῦντος καὶ ὁ σταθμάρχης Καστορίου ἀντικατασταθῶσιν. Ἐννοεῖται, ὅτι οὕτως ἐπέρχεται μεγίστη ἀνωμαλία ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης· διότι, ἂν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ σταματήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἐνταλμάτων, τὴν ἐκτέλεσιν κατασχετηρίων, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ὅλως περιττὸν νὰ ἔχωμεν Εἰσαγγελεῖς, νὰ ἔχωμεν ἀνακριτάς. Ἡ πρᾶξις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀναφέρω αὐτὴν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔχωνται ταῦτα ἀληθείας. Καὶ τώρα εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου, διότι ἔλαβε χώραν ἔκτροπόν τι, τὸ ὁποῖον ἐπίσης καθιστᾷ μεγάλην, μεγαλειτέραν ἀνωμαλίαν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν δύναται ν’ ἀναμιγνύηται εἰς τὴν κατὰ μέρος διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ἀστυνόμος Οἰνοῦντος, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου ἐποιησάμην λόγον, κατηγγέλθη ἐπίσης μετὰ τοῦ δημάρχου Οἰνοῦντος παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ κλοπὴν καὶ διὰ παράβασιν καθήκοντος. Ἡ καταγγελία ἐπεδόθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος ὥρισε δικάσιμον αὐτῆς τὴν 12 Ἰανουαρίου, ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις δὲν εἰσήχθη εἰς τὸ ἀκροατήριον· ὁ λόγος δὲ εἶναι ἁπλούστατος· φαίνεται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Σπάρτῃ Πλημμελειοδικῶν ν’ ἀποστείλῃ εἰς αὐτὸ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν, καὶ ἡ δικογραφία, ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παραμένει ἀκόμη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, ὅτι τοιαῦτά τινα δὲν συμβάλλουσιν εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ κλάδου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διευθύνει. Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν. Ἐὰν τῷ ἐγένετο καταγγελία πρό τινων μηνῶν παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Σπάρτης περί τινος κτήματος τοῦ Δημοσίου δύο χιλιάδων στρεμμάτων, τὸ ὁποῖον κατέλαβέ τις καὶ καρποῦται ἄνευ δικαιώματος· παρακαλῶ δὲ αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησε πρὸς διάσωσιν τῆς περιουσίας ταύτης τοῦ Δημοσίου. Τὰς ἐπερωτήσεις μου διετύπωσα καὶ ἐγγράφως, καὶ καταθέτω ταύτας εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸν νόμον, ὅστις ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1882, περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς συμπληρώσεως δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, πλὴν ἐὰν ἐν τῷ νόμῳ, περὶ οὗ πρόκειται, διετάχθη ἐξαιρετικόν τι μέτρον. Καὶ ὄντως ἐν τοῖς νόμοις, οἵτινες ἐψηφίσθησαν καὶ ἐξεδόθησαν κατὰ πάντα τὰ παρελθόντα ἔτη, περὶ Ἀντιβασιλείας, περιελαμβάνετο διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἴσχυον εὐθὺς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐν τοῖς γραφείοις, ἐν οἷς συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν πέρυσι, κατὰ τὸν Ἰούνιον, παρελείφθη νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἡ εἰρημένη διάταξις· ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνεχώρησεν ὁ Βασιλεὺς ἐκ τῆς Ἑλλάδος, δὲν παρῆλθον δέκα ἡμέραι, προκύπτουσι δισταγμοὶ περὶ τῆς νομιμότητος τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ὁ κατὰ τὸν νόμον ἀναλαβὼν τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν Διάδοχος. Διὰ τοῦτο εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται τὰ περὶ τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου χθὲς ὀρθότατα παρετήρησεν, ἐκπλαγεὶς ἐκ τῆς δημοσιεύσεως διακηρύξεως περὶ πολυετοῦς ἐκμισθώσεως τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν τοῦ Κράτους, παρετήρησε, λέγω, ὀρθῶς, ὅτι πρὸς τοῦτο ἀπῃτεῖτο νομοθετικὴ ἄδεια. Ἐβεβαίωσα τότε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἦτο ἕτοιμον, ὅπως εἰσαχθῇ, καὶ τοῦτο πράττω, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σήμερον. Ὁ κ. Χρηστάκης Ζωγράφος, ἰδιοκτήτης μεγάλων κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ, προέβη εἰς ἐπιχείρησιν βιομηχανικὴν σπουδαιοτάτην, καὶ πολλὰ κατέβαλε μέχρι τοῦδε κεφάλαια, καὶ πολλὰς διέπραξε δι’ ἀντιπροσώπων αὑτοῦ παρασκευὰς, ὅπως ἱδρύσῃ ἐργοστάσιον σακχαροποιΐας, ἀλλὰ, μέχρις οὗ φθάσῃ εἰς τελειοποίησιν τῶν ἐργασιῶν του, πρέπει πολλὰ ἀκόμη νὰ δαπανήσῃ καὶ πολλὰ καὶ ποικίλα νὰ διαπράξῃ ἔργα. Ὁ κ. Ζωγράφος ἐδήλωσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον νῦν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1891, ὅτε ἤμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν αὐτοῦ ἐνίσχυσίς τις κυβερνητική. Ἐπὶ τῆς ἐπιθυμίας ταύτης τοῦ ἀξιοτίμου ὁμογενοῦς συνεζήτητα διὰ μακρῶν μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ, εὗρον δὲ, ὅτι δύο παραχωρήσεις δύνανται νὰ γένωνται εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, ἄνευ οὐσιώδους βλάβης τῶν δημοσίων συμφερόντων. Αἱ παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ὅτι δύναμαι νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ δεχθῇ, εἶναι, νὰ διαταχθῇ διὰ νόμου, ὅτι δὲν θέλει ἐπιβληθῆ φόρος ἐπὶ τῆς κατασκευασθησομένης σακχάρεως μέχρι τοῦ 1901, ὡσαύτως δὲ, ὅτι δὲν θέλει ἐπιβληθῆ φόρος καὶ ἐπὶ τῶν τεύτλων, τὰ ὁποῖα θέλουσι καλλιεργηθῆ, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς σακχάρεως. Νομοσχέδιον τοιοῦτον καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν. Καταθέτω ἀκόμη καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μεταβάλλονται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου καὶ περὶ καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἐφ’ ὅσον αἱ διατάξεις αὗται κανονίζουσι συγχρόνως καὶ τὰ τοῦ σιγαροχάρτου. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει πρὸ πολλῶν χρόνων, ὅτι, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὰ κυτία τοῦ καπνοῦ, τὰ ἐκτιθέμενα πρὸς πώλησιν, περιεῖχον καὶ τὸ σιγαρόχαρτον τὸ ἀναγκαῖον εἰς τὴν μεταποίησιν τοῦ καπνοῦ εἰς σιγαρέττα. Ἀλλὰ τὸ σιγαρόχαρτον τοῦτο ἦτο δυσανάλογον πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ, καὶ ὑπερέβαινε τὴν ἀναλογίαν τοῦ καπνοῦ. Ἐντεῦθεν πᾶς μὲν ὁ καταναλισκόμενος ἐν τῷ Κράτει καπνὸς μετεποιεῖτο εἰς σιγαρέττα, ἀλλ’ ἔμενε περισσεῦον ποσὸν σιγαροχάρτου. Ἡ περίσσεια αὕτη τοῦ σιγαροχάρτου ηὐκόλυνε τὰ μάλα τὴν λαθρεμπορίαν τοῦ καπνοῦ, πρὸς περιστολὴν δὲ ταύτης ὑποβάλλω νομοσχέδιον, δι’ οὗ κανονίζονται ἄλλως τὰ περὶ τούτου.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, 138–141.) Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διεδόθη σήμερον, ὅτι ὁ γενικὸς διοικητὴς Κρήτης Καραθεοδωρῆ πασᾶς ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του, καὶ ὅτι, γενομένης ταύτης δεκτῆς, ἀντ’ αὐτοῦ διορίζεται Ὀθωμανὸς γενικὸς διοικητής, ὁ τέως τοιοῦτος ἐν Μοναστηρίῳ. Ἡ εἴδησις αὕτη ἐνέβαλε πάντας, φρονῶ, εἰς ἀληθῆ κατάπληξιν. Καθ’ ὃν χρόνον ἡ Κρήτη ἀγωνίζεται, ὅπως εἰρηνικῶς ἀνακτήσῃ τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, ἅτινα κατέστησεν αὐτῇ ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας, καθ’ ὃν χρόνον ἀγωνίζεται, ὅπως τύχῃ καὶ αὕτη ποιᾶς τινος αὐτονομίας, ἣν ἐξησφάλιζε καὶ ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου, καθ’ ὃν χρόνον ἅπασα ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς, ἐπιθυμοῦσα νὰ διάγῃ εἰς ἀγαθὰς πρὸς τὴν ὅμορον χώραν σχέσεις, συνιστᾷ εἰς τοὺς Κρῆτας, ὅπως εἰρηνικῶς ἐπιδιώξωσι τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαιοτάτων αὐτῶν ἀξιώσεων, φρονοῦμεν ὅτι ἡ Πύλη, προβαίνουσα εἰς τοιοῦτο μέτρον, ἀποστέλλουσα Τοῦρκον διοικητὴν εἰς τὴν Κρήτην, θὰ προεκάλει τοιοῦτον ἐρεθισμὸν, ὥστε πᾶσα προσπάθεια πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἀπειλουμένης συῤῥάξεως θ’ ἀπέβαινεν ἀλυσιτελής. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἀπαθὴς εἰς τὰ παθήματα τῆς Κρήτης. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ἡ διάδοσις, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἐρωτήσω περὶ αὐτῆς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ τὴν προτρέψω νὰ παραστήσῃ ἁρμοδίως, ὅτι, ἐὰν τοιοῦτον τελεσθῇ ἀληθὲς πραξικόπημα κατὰ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἡ ἐπιῤῥοὴ αὐτῆς δὲν θὰ ἦναι ἱκανὴ νὰ προλάβῃ οὐ μόνον τὴν ἐν Κρήτῃ σύῤῥαξιν, ἀλλὰ καὶ μεγαλειτέρους κινδύνους, οἵτινες ἐντεῦθεν θὰ ἀπειλήσωσι τὴν Ἀνατολὴν καθόλου.
§110ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἡμεῖς ἐμάθομεν, ὡς εἰκὸς, τὴν εἴδησιν, ὅτι ὁ γενικὸς διοικητὴς Κρήτης ἔδωκε τὴν παραίτησίν του, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔχομεν εἰδήσεις ἐπιβεβαιούσας οὔτε ἂν ἡ παραίτησις ἐγένετο ἀποδεκτὴ, οὔτε ἂν ἐγένετο σκέψις περὶ ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ. Ταῦτα δύναμαι τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἀπαντήσω.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§112ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θέλω νὰ ὑποβάλω, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαγγέλληται τὸ διαιρετὸν, καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου, διότι αἱ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν οὔτε ἀρχὴν οὔτε σύνολον.
§113Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συμφώνως πρὸς προηγουμένην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ συζητηθῇ ταὐτοχρόνως καὶ ἡ ὑπὸ τεσσάρων Βουλευτῶν ὑποβληθεῖσα πρότασις. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς πρέπει νὰ γείνῃ γνωστὸν τοῦτο, ἐὰν ἐμμένῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀπόφασίν της, καὶ ὅπου ὑπάρχει πρότασις τοῦ κ. Προέδρου αὐτοτελὴς, βεβαίως νὰ συζητηθῇ μόνη, ὅπου ὅμως ὑπάρχει καὶ πρότασις τῶν τεσσάρων Βουλευτῶν, νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς ὡς περὶ τροπολογίας, καὶ ἀντιστρόφως, ὅπου ὑπάρχει πρότασις αὐτοτελὴς τῶν τεσσάρων Βουλευτῶν, νὰ συζητηθῇ ὡς προσθήκη. Θὰ παρεκάλουν ὅμως τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἀξιέπαινον φιλοπονίαν νὰ παρασκευάσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, νὰ διευκολύνῃ τὴν συζήτησιν. Ἡ πρότασίς του, ἐπειδὴ βεβαίως συνετάχθη ἐν σπουδῇ, δὲν ἔχει αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Διὰ τοῦτο πρέπει ἐπὶ ἑκάστης διατάξεως νὰ δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, ὡς πρὸς τὰς τροποποιουμένας διατάξεις, διότι οὕτω θὰ περιορίζηται ἡ συζήτησις καὶ θὰ διευκολύνηται ὅλη ἡ Βουλή.
§114ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προηγουμένως, εἶναι μὲν κατὰ τύπους ἀκριβὲς καὶ ὀρθὸν, τὸ ὅτι αἱ ὑποβαλλόμεναι τροπολογίαι τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ὅπως τὰ νομοσχέδια, ἀρχὴν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, οὐσιαστικώτερον ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, ἂν ἦναι σύστημα τροπολογιῶν, τὸ ὁποῖον ἰδίως δὲν δὲν δύναται ἢ νὰ διέπηται καὶ ὑπό τινων γενικῶν ἀρχῶν καὶ κανόνων, εἶναι τὸ σύστημα τῶν τροπολογιῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Δὲν σημαίνει τίποτε, ἂν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς παρ’ ἡμῖν καὶ παρά τισιν ἄλλοις Κοινοβουλίοις γίνεται ἐν μιᾷ μόνον ἀναγνώσει. Ὑπάρχουν τρία συστήματα ψηφίσεως Κανονισμῶν, δυνατὸν δὲ οὐσιαστικὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ νὰ περιέχῃ καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, καὶ θέλομεν ἴδει, ὅτι εἶναι τοσοῦτον οὐσιώδεις μερικαί, ὥστε ἔπρεπε ν’ ἀναγράφωνται ἐν τῷ Συντάγματι. Γίνονται ψηφίσεις Κανονισμοῦ διὰ νόμου, καὶ ὑπάρχουν καὶ ψηφίσεις Κανονισμοῦ διὰ πράξεως τῆς Βουλῆς νομοθετικῆς, καὶ ὅστις ἤθελε παρατηρήσει τὰ τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν, δύναται νὰ ἀναγνωρίσῃ ἀμέσως, ὅτι, ἂν ὄχι ἐν τῷ Συντάγματι ἔπρεπε νὰ περιέχωνταί τινα, διὰ νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἡ ἐγγύησις καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ πάντως ἔπρεπε νὰ ἦναι διὰ τοῦ νόμου, καὶ νὰ μὴ ἦναι ἀφειμένα εἰς μίαν ἀνάγνωσιν ἐν τῇ Βουλῇ. Τόσον οὐσιώδη εἶναι τὰ τοῦ Κανονισμοῦ. Λοιπὸν δὲν σημαίνει αὐτὴ ἡ ἔλλειψις ἐν τῇ διατάξει τοῦ Συντάγματος περὶ ψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἔχει τοιαύτην ἐπιῤῥοὴν, ὥστε νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ ἓν σύστημα διατάξεων Κανονισμοῦ, νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδέαν τῆς ἀρχῆς καὶ ἑπομένως τὴν ἰδέαν τῆς γενικῆς μελέτης. Τοῦτο δὲν τὸ λέγω χάριν μιᾶς ματαιοσχόλου θεωρητικῆς συζητήσεως, τὸ λέγω διότι ἔχω πρακτικὸν σκοπὸν, τὸν ἑξῆς. Διὰ νὰ κατανοήσωμεν τὰς ὑποβαλλομένας τροπολογίας, πρὸ παντὸς ἀπαιτεῖται μία γενικὴ συζήτησις, καὶ ἂν δὲν εἴχομεν ἡμεῖς τὴν κατ’ ἀρχὴν λεγομένην συζήτησιν, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτι γίνεται μία γενικὴ συζήτησις. Πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν τὰς ἀρχὰς, ὑπὸ τῶν ὁποίων θὰ ἐμφορηθῶμεν, τὰς ἀρχὰς τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν, καὶ μόλις θέλει ὁρίσει τις τὰς γενικὰς ἀρχὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει βασισθῆ, αἱ διατάξεις αἱ κατὰ μέρος, οὕτως εἰπεῖν, αὐτομάτως ἀποῤῥέουσιν, ὡς ἀπὸ πηγῆς. Τὸ οὐσιῶδες, θέλετε παρατηρήσει, δὲν εἶναι τόσον αἱ λεπτομέρειαι, ὅσον αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ καὶ αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι θέλουσι διέπει τὰ τῆς ῥυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Τοῦτο θὰ καταντήσῃ τὸ σπουδαιότατον πάντων, καὶ διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅστις εὐλόγως μὲν εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συνήθους νόμου καὶ ἑπομένως περὶ ἀρχῆς νομοσχεδίου, ἀλλὰ, σκεπτόμενος περὶ τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ τούτου τοῦ ἔργου του, τοῦ ὁποίου τόσον λυσιτελῶς ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, πρέπει νὰ ποιήσηται αὐτὸς οὗτος εἰσήγησιν γενικὴν τῶν ἰδικῶν του τροπολογιῶν, νὰ ποιήσωνται εἰσήγησιν καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὑποβαλόντες ἄλλο σύστημα, καὶ νὰ γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου θέματος. Ἐν σχέσει δὲ πρὸς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ὑπομιμνήσκω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παρατήρησιν ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἰδίως ταύτην, μετὰ κοπιώδεις εἰς τόσας καὶ τόσας ἐπερωτήσεις συζητήσεις καὶ μετὰ τόσα ἀντικείμενα πολλὰ καὶ ποικίλα, νομίζω ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν δύνανται ἀμέσως νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ ἀπαιτεῖται διακοπὴ ὀλίγων λεπτῶν, ἡ ὁποία εἶναι μᾶλλον κέρδος χρόνου, τοὐλάχιστον διὰ τὴν συζήτησιν τῆς νυκτὸς ταύτης, ὅπως ἐπανερχόμενοι ἀκούσωσι τὰς ἀγορεύσεις, διότι καὶ εἷς μόνον ἂν ἀγορεύσῃ, θὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ δύο ὥρας, ἢ καὶ μίαν ἔστω ὥραν, ἀλλὰ ἤδη εἶναι ἑβδόμη καὶ ἡμίσεια· νομίζω ὅτι εἶναι κατάκοποι οἱ κ. Βουλευταὶ, καὶ δὲν δύνανται ἀπαθῶς ν’ ἀποφασίσωσι περὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίζῃ τὰς ἰδίας των ἐνεργείας, ν’ ἀποφασίσωσι περὶ τάξεως ἐν ταῖς ἐργασίαις των καὶ περὶ δικαιωμάτων σπουδαιοτάτων, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν εὑρίσκονται ἐν κανονικῇ καταστάσει, ν’ ἀποφασίζωσι περὶ Κανονισμοῦ, χωρὶς νὰ ἔχωσι τακτοποιήσει τὰ ἑαυτῶν οὐδὲ ὑπὸ ἔποψιν φυσιολογικὴν (ἱλαρότης).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν λοιπόν.
§116ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ ἄρθρα 3, 4, 5 καὶ 8 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀντικαθίστανται διὰ τῶν ἑπομένων: «Ἄρθρον 3. Αἱ ἐκλογαὶ διανέμονται κατ’ ἀναλογίαν εἰς τὰ τμήματα, παρ’ ὧν ἐξελέγχονται. Μετὰ τὴν διανομὴν τῶν ἐκλογῶν καταρτίζονται τὰ τμήματα, διανεμομένων εἰς ταῦτα διὰ κλήρου πάντων τῶν Βουλευτῶν κατ’ ἀναλογίαν. «Ὁσάκις Βουλευτὴς κληρωθῇ μέλος τμήματος, εἰς ὃ ἔλαχεν ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἰδίας ἐκλογῆς, οὗτος δὲν λογίζεται μεταξὺ τῶν συγκροτησόντων τὸ τμῆμα μελῶν, ὁ δὲ κλῆρος τίθεται αὖθις ἐν τῇ κληρωτίδι, ὅπως μετάσχῃ τῆς κληρώσεως πρὸς καταρτισμὸν τῶν ἄλλων τμημάτων.»
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικαθισταμένου ἄρθρου 3 ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§118ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τὰ ἄρθρα 3, 4 καὶ 5 συνδέονται· αἱ τροποποιήσεις δὲ, αἱ ὁποῖαι ἐπηνέχθησαν ἐνταῦθα, εἶναι τρεῖς. Ἰδίως ἐτακτοποιήθησαν τὰ ἄρθρα, διότι ὑπῆρχον διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ προηγῶνται, καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔδει νὰ ἕπωνται. Ἤδη αὗται θὰ λάβωσι τὴν ἁρμόζουσαν θέσιν. Ἀλλὰ τρεῖς τροποποιήσεις ὑπάρχουσιν εἰς τὰ τρία αὐτὰ ἄρθρα. Πρῶτον, κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὸν ἐν ἰσχύϊ, τὰ τμήματα ἔδει ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κληρώσεως αὐτῶν νὰ φέρωσι τὰς ἐκθέσεις των ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἀδύνατον. Ἀντὶ τῆς διατάξεως ταύτης ὁρίζεται, ὅπως ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταρτίσεώς των τὰ τμήματα ὑποβάλλωσι τὰς ἐκθέσεις των. Ἡ δευτέρα τροποποίησις, ἡ ὁποία ἐπηνέχθη, εἶναι ὅτι δίδεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐνστάσεων ἐνώπιον τῶν τμημάτων ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἐπιλαχόντας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, διότι πολλάκις ἐν τοῖς τμήμασι διημφισβητήθη τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐπιλαχόντας νὰ παρίστανται δι’ ἀντιπροσώπων, τοῦτο δὲ δὲν ἐνόμισα δίκαιον καὶ ὀρθόν. Τρίτη τροποποίησις εἶναι, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τὰ τμήματα νὰ συνεδριάζωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο ἕνεκα λόγων εὐνοήτων. Ὅσοι παρέστησαν κατὰ τὴν ἐκδίκασιν ἐνστάσεων ἐνώπιον τμήματος συνεδριάζοντος ἐν τῇ αἰθούσῃ, δέον νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι τὸ θέαμα δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ Κοινοβουλίου, οὐδὲ τοῦ τόπου, καὶ τοῦτο διότι ὁ πρόεδρος τοῦ τμήματος δὲν ἔχει τὴν ἁρμόζουσαν δύναμιν, οὔτε τὸ προσωπικὸν, ὅπως ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν, οὕτω δὲ παρίσταται ἐν τῇ Βουλῇ θέαμα ἐντελῶς ἄκοσμον.
§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου λέγει, ὅτι «αἱ ἐκλογαὶ διανέμονται κατ’ ἀναλογίαν εἰς τὰ τμήματα», ἐνῷ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι «διανέμονται κατ’ ἀναλογίαν διὰ κλήρου εἰς τὰ τμήματα». Αὐτὸ τὸ «διὰ κλήρου» ἐννοεῖτε νὰ τὸ ἀφήσητε;
§120ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν μετέβαλον τίποτε ἄλλο, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προανέφερον. Αὐτὸ εἶναι παράλειψις τυπογραφικὴ, εἶναι σφάλμα τυπογραφικόν.
§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν «αἱ ἐκλογαὶ διανέμονται κατ’ ἀναλογίαν διὰ κλήρου εἰς τὰ τμήματα».
§122ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μάλιστα.
§123Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μεταξὺ τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων εἶναι καὶ ἐκείνη, δι’ ἧς ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἐνστάσεων δι’ ἀντιπροσώπου. Θεωρῶ καλὸν νὰ προστεθῇ, ὅτι ἀντιπρόσωπος δύναται νὰ ᾖναι ἐκλογεὺς τῆς ἐξελεγχθησομένης ἐκλογῆς.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατί; Δὲν ἀποκλείει τοὺς ὄντας ἐκ τῆς ἐπαρχίας. Οὔτε προσδιορίζει οὔτε ἀποκλείει κανένα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μετὰ τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «διὰ κλήρου» πρὸ τῆς λέξεως «διανέμονται»).
§125ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 4. Αἱ συνεδριάσεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ τμήματος ἔχουσι κῦρος, ὅταν ὦσι παρόντα τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν ἐν Ἀθήναις μελῶν. Ἕκαστον τμῆμα ἐκλέγει πρόεδρον καὶ γραμματέα. Ἀπαγορεύεται εἰς τὰ τμήματα νὰ συνεδριάζωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριῶν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν ἐνώπιον τῶν τμημάτων συζήτησιν δύνανται νὰ παραστῶσι καὶ ἀναπτύξωσι τὰς ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς ἐνστάσεις ὅσοι τῶν ἐπιλαχόντων θελήσωσι. Τοῦ δικαιώματος τούτου δύνανται νὰ ποιήσωνται χρῆσιν καὶ δι’ ἀντιπροσώπου. Οἱ Βουλευταί, ὧν τὰς ἐκλογὰς ἀφορῶσιν αἱ ἐνστάσεις, δύνανται νὰ παραστῶσιν αὐτοί, ἢ δι’ ἀντιπροσώπου νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐνώπιον τῶν τμημάτων συζήτησιν.»
§126ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως κατ’ ἀρχὴν ἡ πρόνοια τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς περὶ ἀπαγορεύσεως συνεδριάσεων τῶν τμημάτων ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς εἶναι ὅ,τι λογικὸν, ὅ,τι σχετικὸν πρὸς τὴν εὐκοσμίαν τῆς αἰθούσης, ὅπου συνεδριάζει πλῆρες τὸ σῶμα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους. Καὶ τὸ ἄτοπον τοῦτο γίνεται καταφανέστερον, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι, γινομένης μιᾶς συνεδριάσεως ἐν αὐτῇ τῇ αἰθούσῃ, εἶναι ἐλευθέρα ἡ εἴσοδος εἰς πάντας. Καὶ παρέστημεν πολλάκις θεαταὶ τῷ ὄντι τοῦ ἀρκετὰ σημαντικοῦ ἀτόπου τούτου. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ μίαν ἔλλειψιν τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἦναι καὶ αἱ ἐνώπιον τῶν τμημάτων συνεδριάσεις δημόσιαι καὶ αὐταί, καθόσον μάλιστα κυρίως ἐνώπιον τῶν τμημάτων γίνονται αἱ ἀναπτύξεις τῶν ἐνστάσεων. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι τὰ δωμάτια τοῦ Βουλευτηρίου εἶναι κατειλημμένα τὰ πλεῖστα χάριν ἄλλων ἀναγκῶν, καὶ ὅσα μένουν διαθέσιμα καὶ διὰ μίαν τοιαύτην περίστασιν, εἶναι τόσον μικρὰ, ὥστε εἴδομεν πολλάκις, ὅτι δὲν δύνανται οὔτε 10 ἄνθρωποι νὰ εἰσέλθωσιν ἐν αὐτοῖς καὶ ἀκροασθῶσι, καὶ πολλάκις οἱ ἐνδιαφερόμενοι μένουν εἰς τοὺς διαδρόμους, ἵνα ἐκεῖθεν ἀκροῶνται τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία γίνεται ἔν τινι δωματίῳ μικρῷ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξευρεθῇ εἷς τρόπος, διευκολύνων καὶ τὸν ἕνα σκοπὸν καὶ τὸν ἄλλον. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι βεβαίως ὄχι πᾶσαι αἱ ἐκλογαὶ προκαλοῦσι σπουδαίαν ἐνώπιον τῶν τμημάτων συζήτησιν. Τινὲς ὅμως, εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων πολλάκις, ὅτι προκαλοῦσι σπουδαίαν συζήτησιν, καὶ συῤῥέουσιν ἐνδιαφερόμενοι πολλοὶ καὶ Βουλευταὶ πολλοί, καὶ ἑπομένως ἀπαιτεῖται ἱκανὸς χῶρος νὰ ὑπάρχῃ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐξαιρετικῶς, ὁρίζων τὰς ἐκλογὰς, νὰ ἐπιτρέπῃ καὶ τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς συνεδρίασιν τοῦ τμήματος, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ μὴ εἰσέρχωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς, παρὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται καὶ ἐν τῇ κανονικῇ λειτουργίᾳ τῶν ἐργασιῶν τοῦ τμήματος.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ὑποβάλλετε τροπολογίαν;
§128ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§129ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κατὰ κανόνα αἱ ἐνώπιον τῶν τμημάτων συνεδριάσεις ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν δὲν παρέχουσι πολὺ τὸ ἐνδιαφέρον, ἑπομένως ὀλίγοι προσέρχονται, καὶ αἱ πλεῖσται ἐκλογαὶ διεξάγονται ἄνευ συζητήσεώς τινος· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἐκλογαὶ, κατὰ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι πολλαὶ ἐνστάσεις, καὶ ἐκλογαί, αἱ ὁποῖαι κινοῦσι τὸ κοινὸν ἐνδιαφέρον. Νομίζω ὅτι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὑπάρχουσι δύο αἴθουσαι, ἐπαρκεῖς διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας, ἡ αἴθουσα τοῦ ἀναγνωστηρίου καὶ ἡ αἴθουσα ἡ κειμένη εἰς τὴν ἀντίθετον πλευράν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ αἴθουσαι αὗται εἶναι κατειλημμέναι ὑπὸ τῆς Βιβλιοθήκης καὶ ὅτι εἶναι πλήρεις βιβλίων, ἐν τούτοις ἐκ πείρας γνωρίζω, ὅτι πλέον τῶν 150 ἀνθρώπων δύνανται νὰ περιλάβωσιν αἱ αἴθουσαι αὗται, τὸν ἀριθμὸν δὲ τοῦτον νομίζω ἐπαρκέστατον καὶ πληροῦντα ὅλας τὰς ἀνάγκας.
§130ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς πληροφορίας ταύτας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου.
§131ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἄλλην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, καὶ δὴ ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου. Ἡ παράγραφος αὕτη ἐπαναλαμβάνει αὐτολεξεὶ τὸν παλαιότερον Κανονισμόν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει μία ἔλλειψις, ἔλλειψις μάλιστα νομική, μὴ δικαιολογουμένη δὲ ἐκ τῶν πραγμάτων, ἡ ἑξῆς· ὅτι καθιεροῦμεν διάταξιν, καθ’ ἣν μόνον ἐκ τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις μελῶν τοῦ τμήματος συγκροτεῖται τὸ τμῆμα, καὶ συγκροτεῖται μάλιστα, ἐὰν συντρέχωσιν εἰς τὴν συγκρότησιν τὰ ἡμίση τῶν μελῶν πλέον ἑνός. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄτοπον, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρίσκωνται ἐν Ἀθήναις 3 μόνον μέλη, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ τμῆμα θὰ προεξελέγχῃ τὰς ἐκλογὰς, ἐκ δύο μόνον μελῶν συγκείμενον. Ἀληθῶς τὸ πρᾶγμα δὲν συνέβη μέχρι τοῦδε, καὶ πιθανὸν νὰ μὴ συμβῇ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅπως καλλίτερον ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν κανονισθῇ τὸ πρᾶγμα, νὰ ὁρίσωμεν, ἐὰν θέλητε, ὅταν ὦσι παρόντα ὅλα τὰ ἐν Ἀθήναις μέλη τοῦ τμήματος ἢ τὰ ⅔ τῶν ἐν Ἀθήναις μελῶν, ὅτι ἐκ τῆς πλειονότητος τούτων συγκροτεῖται νομίμως τὸ τμῆμα.
§132ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἐκ Μεσσήνης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθοτάτη· ἀληθῶς ὑπάρχει ἀνωμαλία ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀπαρτίας, καὶ νομίζω καλὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀπαρτίαν καὶ ἐν τοῖς τμήμασι κατὰ τοὺς γενικοὺς κανόνας περὶ ἀπαρτίας, ὅταν δηλαδὴ ἦναι παρόντα τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς θὰ τροποποιηθῇ λοιπόν;
§134ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀντὶ «τῶν ἐν Ἀθήναις μελῶν» νὰ τεθῇ «τῶν μελῶν αὐτοῦ».
§135ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ ἄρθρου 4. Τὸ κῦρος ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς δὲν ἀφορᾷ τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον τοῦ ἐκλεγομένου ἢ τοῦ ἀποτυχόντος Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὸ δημόσιον συμφέρον· τοῦτο δ’ ἔχει καθιερωθῆ διὰ τῶν ἰσχυόντων νόμων, καὶ δικαίωμα ὄχι τοῦ ὑποψηφίου, ἀλλὰ τῶν ἐκλογέων εἶναι τὸ ἀνακηρύττειν ἢ τὸ ἐκλέγειν, καὶ δικαίωμα ἐπίσης τῶν ἐκλογέων εἶναι τὸ ἐνίστασθαι κατὰ τοῦ κύρους ἐκλογῆς τινος. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι τὸ ἐδάφιον τοῦτο πρέπει νὰ τροποποιηθῇ οὕτως, ὥστε νὰ δίδωται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐνιστάμενον κατὰ τοῦ κύρους ἐκλογῆς τινος ἐκλογέα νὰ ἀναπτύσσῃ καὶ ἐνώπιον τοῦ τμήματος τὰς ἐνστάσεις του, νὰ μὴ δώσωμεν δὲ ἀποκλειστικῶς τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐκλεχθέντα ἢ τὸν ἀποτυχόντα νὰ ἀποκρούῃ τὰς ἐνστάσεις, ἢ νὰ παραιτῆται τῶν τυχὸν ἐνστάσεων, καὶ ν’ ἀνομολογῇ τὸ κῦρος ἢ μὴ ἐκλογῆς τινος. Προτείνω λοιπὸν νὰ τροποποιηθῇ τὸ γʹ ἐδάφιον ὡς ἑξῆς· ἀντὶ τοῦ «ὅσοι τῶν ἐπιλαχόντων θελήσωσι», νὰ τεθῇ «ὅσοι τῶν ἐνισταμένων θελήσωσι».
§136ΣΤΑΗΣ. Ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κυνουρίας δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ἐν τοῖς τμήμασιν εἰσέρχονται πολλοὶ ἐνδιαφερόμενοι, καὶ ἐξ αὐτῶν οἱ πλεῖστοι εἶναι πρόθυμοι νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ἵνα κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἀντεπεξέλθωσιν, ἢ ὑπὲρ αὐτῆς συνηγορήσωσιν, οὕτω δὲ γίνεται κυκεὼν, τὸν ὁποῖον πολλὰ πολλάκις ἀντελήφθημεν καὶ μάρτυρες τούτου ἐγενόμεθα. Τελευταῖον, κατὰ τὴν ἐνώπιον τοῦ τμήματος συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς Κυθήρων, προσῆλθον ἄνθρωποι, μὴ δυνάμενοι δι’ ἐλλόγων ἐπιχειρημάτων νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ κῦρος ἢ τὸ μὴ κῦρος τῆς ἐκλογῆς· ἀλλ’ ἔχοντες τὸ δικαίωμα παρὰ τοῦ Κανονισμοῦ προσῆλθον, ἵνα διὰ τῆς ῥάβδου ὑποστηρίξωσι τὸ μὴ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς. Θεωρῶ ἑπομένως, ὅτι εἶναι ὀρθότατον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, καθ’ ἣν ὁρίζεται, ὅτι ὁ ἀποτυχὼν Βουλευτὴς δύναται καὶ δι’ ἀντιπροσώπου νὰ ζητήσῃ τὸ ἔγκυρον ἢ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς, νομίζω ὅτι τὸ «δι’ ἀντιπροσώπου» πρέπει νὰ καθορισθῇ κάλλιον, διότι πιθανὸν τὸ τμῆμα νὰ θέλῃ νὰ παραδεχθῇ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει πράγματι τοιαύτην ἐντολὴν ἐκ μέρους τοῦ ἀποτυχόντος· πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ πιστῶται, ὅτι πράγματι αὐτὸς ἀντιπροσωπεύει τὸν ἀποτυχόντα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν τροποποίησιν, ἂς τὸ διατυπώσῃ, ὅπως νομίζει κάλλιον.
§137ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ θέσωμεν «δι’ ἐπιστολῆς»...
§138ΣΤΑΗΣ. Ἔστω.
§139ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ τὸ κῦρος ἐκλογῆς τινος δὲν ἐνδιαφέρεται μόνος ὁ ἐκλεγόμενος ἢ ὁ ἀποτυχὼν, ἀλλὰ προπαντὸς οἱ ἐκλέγοντες αὐτοί, νομίζω, κατ’ ἐξοχὴν πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται περὶ τοῦ κύρους ἢ τοῦ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς, εἰς αὐτοὺς κατ’ ἐξοχὴν ἀνήκει τὸ δικαίωμα νὰ ἐγείρωσιν ἐνστάσεις, ὅταν ἦναι πεπεισμένοι, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος. Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ ἀφαιρέσητε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον φύσει ἀνήκει εἰς αὐτούς, καὶ τὸ ὁποῖον τοῖς παρέχει ὁ Κανονισμὸς μέχρι τοῦδε;
§140ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Οὐδὲν δικαίωμα’ μὴ συγχίζετε τὴ διάταξιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, καθ’ ἣν πᾶς ἐκλογεὺς ἔχει δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ ἐνστάσεις. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ δικαιώματος ἀναπτύξεως τῶν ἐνστάσεων ἐνώπιον τοῦ τμήματος· τούτου στεροῦνται οἱ ἐκλογεῖς, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιλαχόντων, τουτέστιν ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιλαχόντων δὲν διορίζονται.
§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ τὰ τμήματα ἐδέχοντο.
§142ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τὰ μὲν τῶν τμημάτων ἐδέχοντο, ἄλλα δὲν ἐδέχοντο. Ἵνα θεραπεύσω τὴν ἀνωμαλίαν, ἐνόμισα πρέπον νὰ ὑποβάλω τὴν τροποποίησιν.
§143Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ παρίστασθαι τοὺς ὑποδείξαντας τὸν ἐκλέξιμον ἐνώπιον τῶν τμημάτων, διότι πολλάκις οἱ ἐκλογεῖς μόνοι των δύνανται νὰ ὑποδείξωσί τινα ὡς ὑποψήφιον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀπουσιάζῃ π. χ. εἰς τὴν Ἀμερικήν. Τότε ποῖος θὰ φέρῃ τὰς ἐνστάσεις περὶ τοῦ κύρους ἢ τοῦ μὴ κύρους τῆς ἐκλογῆς;
§144ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Κυνουρίας συναδέλφου, ὅπως εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4, ἀντὶ «τῶν ἐπιλαχόντων», τεθῇ «τῶν ἐνισταμένων»· διότι πολλάκις, ὡς γνωρίζετε, ὁ ἐπιλαχών, εἴτε ἐξ ὑπερηφανείας εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, δὲν ἐνίσταται, πάντοτε οἱ ἐκλογεῖς ἐνίστανται. Ὅταν λοιπὸν ἐμποδισθῶσιν οἱ ἐνιστάμενοι, δὲν δύναται ν’ ἀναπτυχθῇ ἐν τῷ τμήματι πᾶς λόγος ἐνστάσεως.
§145ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τότε ἁπλούστατον θὰ ἦναι ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν λέξιν «ἐπιλαχόντων» διὰ τῆς λέξεως «ἐνισταμένων».
§146Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ ἐκλογεῖς νὰ προτείνωσιν ὑποψήφιον, πολὺ περισσότερον ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τοῦ τμήματος καὶ ὑποβάλωσιν ἐνστάσεις κατὰ τῆς ἐκλογῆς, εἰς τὴν ὁποίαν φέρεται ἀποτυχὼν ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐπρότειναν. Δὲν συμβιβάζεται λοιπὸν τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς δι’ ἀντιπροσώπου παραστάσεως ἐν τοῖς τμήμασι μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ ἐκλογεῖς, νὰ προτείνωσιν αὐτοὶ ὑποψήφιον.
§147ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὸν παλαιὸν Κανονισμὸν, τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως ἐνώπιον τῶν τμημάτων τὸ ἔχουσι μόνον οἱ ἐπιλαχόντες. Ὁ παλαιὸς Κανονισμὸς ἐν τῷ προτελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ 3 ἄρθρου λέγει: «Εἰς τὴν ἐνώπιον τῶν τμημάτων συζήτησιν δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἀναπτύξωσι τὰς ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς ἐνστάσεις ὅσοι τῶν ἐπιλαχόντων θελήσωσι». Αὐτὸ τοῦτο κάμνει καὶ ἡ τροποποίησις...
§148Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· διότι θὰ ὑπάρχωσιν ἐπιλαχόντες, οἱ ὁποῖοι.... (θόρυβος καὶ διακοπαί).
§149ΣΤΑΗΣ. Δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτὲ, ἂν ἡ συζήτησις γείνῃ διαλογικῶς... Ἑπομένως οἱ ἐκλογεῖς ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωσι τὰς ἐνστάσεις των, ἀλλὰ ἐγγράφως. Προφορικῶς ὅμως δὲν εἶναι δίκαιον πᾶς τις νὰ προσέρχηται εἰς τὸ τμῆμα καὶ νὰ ταράσσῃ αὐτό. Ἢ ὁ ἐπιλαχὼν, ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ. Τοῦτο ἐγένετο. Μᾶς ἀπέδειξε δὲ ἡ πεῖρα, ὅτι ἡ ἐπιείκεια τοῦ προέδρου καὶ τῶν μελῶν τῶν τμημάτων περὶ τὴν ἐνώπιον αὐτῶν συζήτησιν μεταξὺ οἱωνδήποτε ἔφερε τὴν σύγχυσιν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀφοῦ λοιπὸν ὑπάρχει τι τὸ καλὸν, νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς νὰ τὸ καταστρέψωμεν, ἐνῷ πρόκειται νὰ διορθώσωμεν τὰ μὴ ὀρθῶς ἔχοντα, μοὶ φαίνεται πολὺ παράδοξον!
§150ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι δυνάμεθα νὰ βαδίσωμεν μέσην γνώμην εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἀληθῶς, ὑπὸ ἔποψιν ἁρμονίας εἰς τοὺς νόμους, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου ἐκ Κυνουρίας Βουλευτοῦ εἶναι ἡ πρέπουσα· διότι, ἀφοῦ ὑποχρέωσις εἶναι, ἂν ἐκλεχθῇ τις, νὰ δεχθῇ τὸ ἀξίωμα, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως δὲν δύναταί τις νὰ παρέλθῃ ἄνευ συζητήσεως τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι τοῦ τοιούτου δικαιώματος πολλάκις ἐγένετο κατάχρησις. Μέσην γνώμην νομίζω ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀκολουθήσωμεν, τὴν ἑξῆς· νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα ὄχι μόνον οἱ ἐπιλαχόντες, οὔτε γενικῶς οἱ ἐνιστάμενοι, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες προέτειναν κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον τὸν ἐπιλαχόντα· νὰ περιορίσωμεν τουτέστι μεταξὺ ἐκείνων τῶν ἐκλογέων, οἵτινες καὶ ἔλαβον τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ὑπέδειξαν τὸν ἐπιλαχόντα. Τοῦτο λέγω ὡς μέσην ὁδόν. Ἐγὼ οὐχ ἧττον παραδέχομαι ἀπολύτως ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Κυνουρίας συναδέλφου. Ἑτέραν δὲ παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Κατὰ τὴν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ ἄρθρα 3, 4, 5 καὶ 8 ἀντικαθίστανται τελείως. Παρατηρῶ ὅτι τὸ ἄρθρον 4 ἔχει ὡς αʹ ἐδάφ. τὸ ἀθωότερον ὅλων, καὶ ἐν τούτοις ἐξωβελίσθη. Τὸ ἄρθρον 4 λέγει (ἀναγινώσκει): «Περὶ τῆς ἐξελέγξεως ἑκάστης ἐκλογῆς συντάσσεται ἔκθεσις ἠτιολογημένη καὶ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν δι’ εἰσηγητοῦ, ἐκλεγομένου ὑπὸ τοῦ τμήματος.»
§151ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μετέβαλε θέσιν ἡ διάταξις.
§152ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μετ’ ἐπιμελείας παρετήρησα, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει τὸ ἐδάφιον αὐτό.
§153ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἶναι τὸ ἄρθρον 5.
§154ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Γίνεται λόγος, ἂν δὲν συνταχθῇ ἔκθεσις;
§155ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταρτίσεως αὐτῶν τὰ τμήματα ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις.»
§156ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. «Ἐντὸς πέντε ἡμερῶν» ὑπῆρχεν εἰς τὸν παλαιὸν Κανονισμὸν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρ. 5. Ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κληρώσεως τῶν τμημάτων καὶ τῶν εἰς αὐτὰ ἀνατεθησομένων ἐκλογῶν, τὰ τμήματα συνερχόμενα ὑποβάλλουσι κλπ.» Ὥστε ἡ διάταξις ὑπῆρχεν εἰς τὸ ἄρθρον 5, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 4 εἶχε τὸν κανόνα, ὅτι «συντάσσεται ἔκθεσις ἠτιολογημένη καὶ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν δι’ εἰσηγητοῦ, ἐκλεγομένου ὑπὸ τοῦ τμήματος». Ἂν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τὸ προτεινόμενον, ὡς ἔχει, τότε τὸ ἄρθρον 4 θὰ ἄρχηται ἀπὸ τὸ «Αἱ συνεδριάσεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ τμήματος ἔχουσι κῦρος, ὅταν κλπ.», θὰ λείπῃ δὲ τὸ πρῶτον ἐδάφιον. Λοιπὸν ἀμύνομαι ὑπὲρ τοῦ αʹ ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸν κανόνα, ὅτι «περὶ τῆς ἐξελέγξεως ἑκάστης ἐκλογῆς συντάσσεται ἔκθεσις ἠτιολογημένη», καὶ μοὶ φαίνεται τοῦτο τὸ ἀθωότερον.
§157Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θέλω συμφωνήσει μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, δηλ. μὲ τὴν γνώμην, ὅτι καὶ οἱ ἐκλογεῖς, ὅσοι προτείνουσιν ὑποψήφιον, δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι καὶ ἐκεῖνοι τὸ δικαίωμα τῆς ἐνώπιον τοῦ τμήματος παραστάσεως καὶ τῆς προφορικῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐνστάσεως κατὰ τῆς ἐκλογῆς. Ὑποθέσατε π. χ. ὅτι ὁ κ. Στάης, εἴτε ἐκ παροδικῆς τινος δυσαρεσκείας, εἴτε ἐξ ἄλλου λόγου, δὲν θέλει νὰ ἦναι ὑποψήφιος εἰς τὰς ἐρχομένας ἐκλογὰς, μεταβαίνει εἰς Παρισίους, εἰς Ἀμερικήν, ἀλλ’ οἱ ἐκλογεῖς του ἐν τούτοις, σώζοντες τὸ φίλτρον αὐτῶν πρὸς τὸν κ. Στάην, προτείνουσιν αὐτόν. Ὁ κ. Στάης ἐκλέγεται, ἢ δὲν ἐκλέγεται,—ἀλλὰ ἐγὼ ὑποθέτω ὅτι θέλει ἐκλεχθῆ—προβάλλει ἔνστασιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐδῶ· ποῖον ἀντιπρόσωπον νὰ διορίσῃ; ποῖος νὰ ἀντικρούσῃ τὰς ἐνστάσεις; Οἱ ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸν προέτειναν, ἐκεῖνοι νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωσι τὰς ἐνστάσεις των, νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τοῦ τμήματος καὶ νὰ ἀναπτύξωσιν αὐτάς. Τοῦτο εἶναι, νομίζω, ὀρθότερον, συμβιβάζεται δὲ καὶ μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστος ἐκλογεὺς τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ ὑποψήφιον· ἀφοῦ ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ ὑποψήφιον, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρούῃ τὰς ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται κατὰ τῶν ὑποψηφίων. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου.
§158ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος προέβαλεν, εἶναι ὀρθοτέρα. Δὲν παραδέχομαι δὲ τὴν μέσην γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Μαντινείας συνάδελφος προέτεινε καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ὁ ἐξ Ἀττικῆς, καθόσον, ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι οἱ ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι προτείνουσί τινα, ὅπως ἐκλεχθῇ Βουλευτὴς, ἀπεδήμησαν ἐπίσης εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἢ εἰς τὴν Αὐστραλίαν ἢ εἰς τὸν Ἅδην, ἢ ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι αὐτοὶ οἱ 12 ἐκλογεῖς δὲν θέλουσι νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς ὑποβληθείσας ἐνστάσεις, διατὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ πᾶς ἄλλος ἐκλογεὺς πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἐνστάσεων τούτων; Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ ὀρθοτέρα καὶ λογικωτέρα τροπολογία τοῦ ἄρθρου 4 εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κυνουρίας Βουλευτοῦ προτεινομένη.
§159ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δηλαδὴ τί νὰ γίνεται;
§160ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Νὰ ἔχῃ πᾶς ἐνιστάμενος ἐκλογεὺς τὸ δικαίωμα τῆς παραστάσεως καὶ ὑποστηρίξεως τῶν ὑποβληθεισῶν ἐνστάσεων κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς.
§161ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι τὰ τῆς ἐκλογῆς λήγουσιν ἐκεῖ, ὅπου ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὁρίζει· ὅταν δὲ ἄρχηται τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλώμεθα τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὅπως πλάσωμεν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον, δὲν ἀνεγνωρίσθησαν, ἤ, ἂν ἀνεγνωρίσθησαν, ἀνεγνωρίσθησαν μόνον ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ νόμου. Νομίζω ὅτι, ἂν ὁ Κανονισμὸς δεχθῇ τοὺς ἐπιλαχόντας, ἢ ὅταν αὐτοὶ δὲν θέλουν, τοὺς ἀντιπροσώπους των, ὑπάρχει ἀρκετὴ ἐγγύησις. Φόβος, ὅτι δυνατὸν ἐπιλαχών τις νὰ μὴ θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνστάσεις, δὲν ὑπάρχει, καὶ ἂν τοιοῦτον τι ἤθελεν ὑπάρξει, δὲν νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον· διότι, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ ἐπιλαχὼν δὲν θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνστάσεις τῆς ἐκλογῆς του, βεβαίως δὲν ὑπάρχει σπουδαιότης εἰς τὰς ἐνστάσεις αὐτάς. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι συμβαίνει καὶ αὐτό· εἰς ἐκλογὴν δηλαδή, ἡ ὁποία παρουσιάζει ἀληθεῖς ἐνστάσεις καὶ βασίμους, δὲν θέλει κανεὶς νὰ τὰς ὑποστηρίξῃ. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς νὰ ἐπιδίδωσιν ἐνστάσεις οὐχὶ μόνον ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς ἐνώπιον τῶν τμημάτων. Ὅταν ὑπάρχουν ἐνστάσεις, ὑποβάλλονται ἐγγράφως μέχρι τῆς συζητήσεως. Διατὶ νὰ δώσωμεν σημασίαν εἰς τὴν ἐνώπιον τῶν τμημάτων ἐμφάνισιν τῶν ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι διὰ ῥητορικῆς, κενῆς πολλάκις, ἢ διὰ λεπτομερειῶν ἀναξίων λόγου καὶ γνωστῶν εἰς τὸ τμῆμα, ἀπασχολοῦσιν αὐτὸ, χωρὶς νὰ τὸ διαφωτίζουν; Νομίζω ὅτι δύνανται κάλλιστα πεπειραμένοι φίλοι ἢ δικηγόροι, ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα, νὰ συντάξωσι λεπτομερῆ ἔκθεσιν ἐνστάσεων, καὶ τὸ τμῆμα θὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψει βεβαίως. Βουλευταὶ εἴτε ἐκ τῶν τοῦ τμήματος εἴτε καὶ ἐν τῇ συνεδριάσει δὲν θὰ λείψουν, ἂν παρουσιάζωσι σπουδαιότητα αἱ ἐνστάσεις, νὰ τὰς ὑποστηρίζουν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνοίξωμεν τὴν πύλην, ὅπως εἰσέρχηται πᾶς τις, καὶ ἐκ κακῶς ἐννοουμένης φιλοτιμίας, ὅτι δὲν πρέπει τὸν ἀποτυχόντα νὰ ἀφήνῃ τις ἀνυπεράσπιστον, νὰ ἔρχηται εἰς τὸ τμῆμα καὶ νὰ ματαιολογῇ, παρελκύων τὰς συνεδριάσεις καὶ μηκύνων τὸ ἔργον τῶν ἐξελέγξεων.
§162ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐκ Κυνουρίας συναδέλφου οὐ μόνον εἶναι πρότασις ὑποστηρίζουσα τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, τὰ στηριζόμενα εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον, ἀλλ’ εἶναι καὶ πρότασις προστατεύουσα τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιφανεστέρων καὶ ὑπερηφανεστέρων πολιτευομένων. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ μᾶλλον ὑπερήφανος τῶν πολιτευομένων ἀποτυγχάνει· δὲν θέλει καταδεχθῆ νὰ ἔλθῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνστάσεις, καὶ ὅταν δὲν καταδέχηται νὰ ἔλθῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνστάσεις, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ διορίσῃ καὶ ἀντιπρόσωπον· κατὰ συνέπειαν εἶναι σφαλερὸν τὸ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὅτι, ὅταν δὲν θέλῃ ὁ ἐπιλαχὼν νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνστάσεις, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο δι’ ἀντιπροσώπου του. Διότι, ἐὰν δὲν θέλῃ ὁ ἐπιλαχὼν νὰ πράξῃ τοῦτο, οὔτε ἀντιπρόσωπόν του θὰ διορίσῃ. Τὴν μέσην δὲ γνώμην, τὴν ὁποίαν οἱ προαγορεύσαντες προέτειναν, τὴν εὑρίσκω παράλογον, διότι, ἀφοῦ δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς 12 ἐκλογεῖς, ἔχοντας τὸ δικαίωμα νὰ προτείνωσι τοὺς ὑποψηφίους, διατὶ νὰ μὴ δώσωσι τὸ δικαίωμα εἰς ὅλους τοὺς ἐνισταμένους νὰ παρίστανται ἐνώπιον τοῦ τμήματος, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδέποτε ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐνισταμένων θὰ ὑπερβῇ τὸν ἀριθμὸν 12; Θὰ ἦναι ἐνιστάμενοι εἷς ἢ δύο· οὐδέποτε οἱ προτείναντες τὸν ὑποψήφιον πρὸς ἐκλογὴν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατάλληλοι πρὸς ὑποστήριξιν ἐνστάσεων κατὰ τῆς ἐκλογῆς. Διὰ τοῦτο λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ τὸ δικαίωμα ὄχι μόνον εἰς τὸν ἐπιλαχόντα, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα ἐνιστάμενον, καὶ ἂς ἦναι βεβαία ἡ Βουλή, ὅτι οὐδέποτε ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐνισταμένων θὰ ὑπερβῇ τοὺς 12. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ ἐπιφανέστερος ἐκ τῆς Βουλῆς ἀποτυγχάνει αὔριον εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ ὁ χαρακτήρ του δὲν τῷ ἐπιτρέπει νὰ κατέλθῃ εἰς ἐνστάσεις, ἢ νὰ ἀναθέσῃ εἰς πληρεξούσιον ἀντιπρόσωπον, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὰς ἐνστάσεις, οἱ δὲ φίλοι του ἀποκλείονται τοῦ δικαιώματος τούτου· τότε τί γενήσεται;
§163ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ τοῦτο συνέβη ἐσχάτως.
§164ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς πάντα ἐνιστάμενον τὸ δικαίωμα τοῦ παρίστασθαι ἐνώπιον τοῦ τμήματος.
§165ΣΤΑΗΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐν Ἑλλάδι, ἀγνοοῦντες τὰ πράγματα. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως πᾶς τις τὸ ἔχει μέχρι καὶ τῆς τελευταίας στιγμῆς...
§166ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὁποία ἔνστασις θὰ σταλῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα.
§167ΣΤΑΗΣ. .. Ἀφοῦ δ’ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως μέχρι καὶ τῆς τελευταίας στιγμῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ δι’ ἀντιπροσώπου· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τις, ἀποτυγχάνων καὶ κρίνων ὅτι ἡ ἀποτυχία του ἐπῆλθεν ἐξ ἐπεμβάσεων ἢ ἄλλων λόγων παρανόμων, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐπιθυμῇ, εἴτε δι’ ἀντιπροσώπου, εἴτε αὐτὸς οὗτος, νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς του ἐνώπιον τοῦ τμήματος. Ἐν Ἀθήναις δὲν ὑπάρχουσι δικηγόροι ἐκ πάσης ἐπαρχίας, οἱ ὁποῖοι νὰ προσέρχωνται καὶ ἐγγράφως νὰ ὑποβάλλωσι τὰς ἐνστάσεις αὐτῶν κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, καὶ νὰ ἀποφεύγωμεν οὕτω τὴν συζήτησιν; Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἀποτυχόντα καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἐπιτυχόντα ἀπηγορεύετο ἡ διὰ προφορικοῦ λόγου ὑποστήριξις τῶν ἐπιχειρημάτων του. Ὁ γραπτὸς λόγος εἶναι πάντοτε ὁ προτιμότερος. Ἀλλὰ διατὶ νὰ προσθέσωμεν κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν Κανονισμὸν τὸν παλαιὸν δὲν ὑπῆρχε; Νὰ ἀφήσωμεν τὸν παλαιὸν, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὸν ἀφῆκε.
§168ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἐνόουν τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος καὶ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἀσπάζονται τὴν γνώμην του, ἂν ἐπρόκειτο νὰ καταργήσωμεν τὴν προφορικὴν συζήτησιν. Τότε βεβαίως θὰ εἴχομεν τὰς ἐγγράφους ἐνστάσεις τῶν ἐνισταμένων καὶ τὴν ἔγγραφον ἀπάντησιν τοῦ ἐπιτυχόντος. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἔχομεν τὴν προφορικὴν συζήτησιν, ἐὰν ἠρκούμεθα μόνον ὡς πρὸς τοὺς ἐνισταμένους εἰς τὰς ἐγγράφους ἐνστάσεις, εἰς δὲ τὸν ἐπιτυχόντα ἐδίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ τμήματος, νὰ ἀναπτύξῃ προφορικῶς τοὺς λόγους καὶ νὰ παρουσιάσῃ ἴσως καὶ νέα γεγονότα, τὰ ὁποῖα, μένοντα ἄνευ ἀναιρέσεως προφορικῶς, δύνανται νὰ πείσωσι τὸ τμῆμα, ὅτι ἔχουσιν ἄδικον οἱ ἐνιστάμενοι, δὲν θὰ εἴχομεν οὕτω ἓν μέγα ἄτοπον; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅπως εἶναι δικαίωμα ἑκάστου ἐκλογέως νὰ προτείνῃ ἕνα ὑποψήφιον, οὕτως εἶναι δικαίωμα ἑκάστου ἐκλογέως καὶ νὰ προβῇ εἰς ἔνστασιν κατὰ τοῦ κύρους ἐκλογῆς τινος, ὁ δὲ ἐνιστάμενος πρέπει νὰ μὴ καταδικάζηται εἰς τὸ νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὰς ἐγγράφους ἐνστάσεις, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα καὶ ἐνώπιον τοῦ τμήματος νὰ ἐμφανίζηται καὶ ὑποστηρίζῃ προφορικῶς τὰς ἐνστάσεις του. Ἀποκρούω καὶ τὴν μέσην γνώμην, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθη ὁ κ. ἐκ Μαντινείας συνάδελφος καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς, διὰ τὸν λόγον τοῦτον. Ἐν πρώτοις πολὺ πιθανὸν εἶναι, οἱ ὑποβαλόντες τὴν αἴτησιν περὶ ὑποψηφιότητος νὰ μὴ δύνανται νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας.
§169ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ παρακολουθήσωσι τὴν τύχην τῆς ἐκλογῆς.
§170ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. «Πᾶς ἐκλογεὺς» λοιπὸν ἂς εἴπωμεν.
§171ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πᾶς ἐκλογεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ ἔνστασιν, ἀφοῦ «πᾶς ἐκλογεὺς» ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ νὰ προτείνῃ.
§172ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Παρακαλῶ, ἀντὶ τῆς λέξεως «ἐπιλαχόντων», νὰ παραδεχθῶμεν τὰς λέξεις «ἐνισταμένων ἐκλογέων».
§173ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. «Ἐπιλαχόντων ἢ ἐνισταμένων».
§174ΜΑΝΕΣΗΣ. Βεβαίως· διότι πολλάκις οἱ ἐπιλαχόντες ἐξ ὑπερηφανείας δὲν δέχονται.
§175ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. «Ὅσοι τῶν ἐπιλαχόντων ἢ ἐνισταμένων ἐκλογέων θελήσωσι».
§176Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς μεταῤῥύθμισιν ἐπὶ οἱουδήποτε κειμένου, πρέπει νὰ μᾶς ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι τὸ κείμενον δὲν ἔχει καλῶς. Γνωρίζετε σεῖς καμμίαν περίστασιν, καθ’ ἣν νὰ ἔμεινεν ἐκ τοιούτου λόγου ἐκλογὴ ἀνυπεράσπιστος; Δὲν ἐδόθη ποτὲ τοιοῦτον προηγούμενον· τοὐλάχιστον κατὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος δὲν πιστεύω νὰ ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκλογὴ ἔμεινεν ἀνυπεράσπιστος, ἕνεκα μάλιστα ἀφορμῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω ὅτι ματαίως συζητοῦμεν, καὶ ματαίως θέλομεν νὰ προβῶμεν εἰς μεταῤῥυθμίσεις ἑνὸς καλῶς κειμένου. Κεῖται καλῶς ὁ Κανονισμὸς ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμεν ἀνέπαφον, καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν προέβη εἰς πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ μέρους τούτου. Τί ζητοῦσι; νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς νὰ εἰσελάσωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον! Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι πρέπον, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ὑπάρχει λόγος, ἀφοῦ δὲν μᾶς ἐδόθη καμμία ἀφορμή, ἵνα θεωρήσωμεν ὡς πρὸς τοῦτο ἀνεπαρκῆ τὸν Κανονισμόν.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης ἐδέχθη νὰ τροποποιηθῇ τὸ γʹ ἐδάφιον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν ἐνώπιον τῶν τμημάτων συζήτησιν δύνανται νὰ παραστῶσι καὶ ἀναπτύξωσι τὰς ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς ἐνστάσεις ὅσοι τῶν ἐπιλαχόντων ἢ ἐνισταμένων ἐκλογέων θελήσωσι.»
§178ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐπρότεινε νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
§179ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κατὰ τοῦτο ἔχει καλῶς ἡ τροπολογία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔδωκεν ἀφορμὴν, ὥστε ἡ θεραπεία ἑνὸς ἀτόπου, τὸ ὁποῖον θὰ συνέβαινε πάντοτε, νὰ νομοθετηθῇ. Διότι ὑπῆρχον τμήματα, τὰ ὁποῖα π. χ. δὲν εἶχον τοὺς ἐνισταμένους· ταῦτα, στηριζόμενα εἰς τὸν Κανονισμὸν, ἐδικαιοῦντο νὰ δεχθῶσι μόνον τοὺς ἐπιλαχόντας ὡς ἐνισταμένους· ἄλλα πάλιν τμήματα ἐδέχοντο τοὺς ἐνισταμένους. Τώρα ὁ κ. Πρόεδρος τί θέλει; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο καλῶς, καὶ νὰ νομοθετηθῇ. Νομίζω ὅτι πολὺ καλῶς ἔπραξε.
§180ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἔνστασιν, νὰ γίνηται δεκτός· ὄχι πᾶς πολίτης.
§181ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4;
§183ΣΤΑΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, ὅπως τὸ ἀκούσωμεν, διότι προετέθη καὶ κἄτι ἄλλο.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἔχομεν καὶ τροπολογίαν.
§185ΣΤΑΗΣ. Πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τῆς τροπολογίας νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἐδόθη ἐδῶ ἐξήγησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι «τῶν ἐνισταμένων» ἐννοεῖ ὄχι ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον ἐνστάσεις ἐγγράφως.
§186ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον, ἵνα ἴδητε πῶς ἔχει.
§188ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Αἱ συνεδριάσεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ τμήματος ἔχουσι κῦρος, ὅταν ὦσι παρόντα τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν ἐν Ἀθήναις μελῶν. Ἕκαστον τμῆμα ἐκλέγει πρόεδρον καὶ γραμματέα. Ἀπαγορεύεται εἰς τὰ τμήματα νὰ συνεδριάζωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριῶν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν ἐνώπιον τῶν τμημάτων συζήτησιν δύνανται νὰ παραστῶσι καὶ ἀναπτύξωσι τὰς ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς ἐνστάσεις ὅσοι τῶν ἐπιλαχόντων ἢ ἐνισταμένων ἐκλογέων θελήσωσι. Τοῦ δικαιώματος τούτου δύνανται νὰ ποιήσωνται χρῆσιν καὶ δι’ ἀντιπροσώπου. Οἱ Βουλευταὶ, ὧν τὰς ἐκλογὰς ἀφορῶσιν αἱ ἐνστάσεις, δύνανται νὰ παραστῶσιν αὐτοὶ ἢ δι’ ἀντιπροσώπου νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐνώπιον τῶν τμημάτων συζήτησιν.»
§189ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθοτάτη ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, παρατηρήσαντος ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ προσδιωρίζετο ἀκριβῶς ἡ φράσις «τῶν ἐνισταμένων ἐκλογέων», διότι δύναται νὰ παραστῇ ἐνώπιον τοῦ τμήματος οἱοσδήποτε ἐκείνην τὴν στιγμὴν καὶ νὰ εἴπῃ: «εἶμαι ἐνιστάμενος». Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλλιτέρα ἡ φράσις «τῶν ὑποβαλόντων ἐνστάσεις.»
§190ΣΤΑΗΣ. «Τῶν ὑποβαλόντων ἐνστάσεις κατὰ τὸν περὶ ἐκλογῆς νόμον».
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκει).
§192ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἡ τρίτη παράγραφος λέγει: «Ἐὰν τμῆμά τι δὲν παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσιν αὑτοῦ ἐντὸς τοῦ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου ὁριζομένου χρόνου, ἡ Βουλὴ ἢ χορηγεῖ ἀνάλογον πρὸς σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως προθεσμίαν, ἢ κλπ.» Ὀρθὸν εἶναι, ὄχι μόνον πρὸς σύνταξιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς μελέτην.
§193ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἡ διάταξις παρελείφθη ἐκ τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν τὴν μετέβαλον ἐγώ.
§194ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ σύνταξις τῆς ἐκθέσεως προϋποθέτει τὴν μελέτην.
§195ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἵνα συνταχθῇ ἡ ἔκθεσις, προϋποτίθεται ὅτι ἐγένετο ἡ μελέτη.
§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τεθῇ «ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς καὶ σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως.»
§197ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ τμῆμα ἐκεῖνο θὰ ἦναι ἐντελῶς ξένον τῶν ἐνστάσεων, ἑπομένως εἶναι πολὺ ὀρθὴ ἡ παρατήρησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 μετὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§198ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 8. Ἡ Βουλὴ ἐκλέγει κατὰ πᾶσαν σύνοδον διὰ ψηφοδελτίων καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς μελῶν ἕνα Πρόεδρον, τρεῖς ἀντιπροέδρους, ἕνα κοσμήτορα καὶ τέσσαρας γραμματεῖς. «Τὸ Προεδρεῖον διατηρεῖ τὴν ἀρχὴν καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, καθ’ ἣν ἐξελέγη, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς ἑπομένης.»
§199ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παραλείπεται τὸ «μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν», τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸ κείμενον τὸ παλαιὸν τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω ὅτι, καίτοι δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία, δὲν πρέπει νὰ παραλειφθῇ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ: «Μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ ἐκλέγει κατὰ πᾶσαν σύνοδον κτλ.»
§200ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ἡ Βουλὴ μόνον κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον ἐξελέγχει τὰς ἐκλογάς.
§201ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀδιάφορον.
§202ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τότε πρέπει νὰ εἴπωμεν «κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον». Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἔκφρασις.
§203ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων καὶ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἀπάλειψιν, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν.
§204ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τότε πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἄλλως.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί προτείνετε, κύριε Δεληγεώργη;
§206ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προτείνω νὰ προστεθῇ ἡ φράσις τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ «μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν», διότι ὑποτίθεται ὅτι ὁ Κανονισμὸς προβλέπει τὴν Αʹ σύνοδον.
§207ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἂς προστεθῇ.
§208ΜΑΝΕΣΗΣ. Τότε πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἄλλως. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ γνώμη μου. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε «μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν», διότι τοῦτο σημαίνει, ὅτι καθ’ ἑκάστην σύνοδον ἐξελέγχονται αἱ ἐκλογαί. Ἰδοὺ πῶς δύναται νὰ διατυπωθῇ. «Μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ ἐκλέγει ἔν τε τῇ πρώτῃ συνόδῳ καὶ κατὰ τὰς λοιπὰς συνόδους τὸν Πρόεδρον.» Ἢ νὰ παραλειφθῇ ἐντελῶς, ἢ νὰ διατυπωθῇ οὕτω πως.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νομίζω ὅτι μίαν ἐσκόπει πρότασιν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄλλο προσωπικόν, τὸ ἀναφερόμενον ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὁ κοσμήτωρ. Αὕτη, νομίζω, ἦτο ἡ προαίρεσις τοῦ κ. Προέδρου. Τούτου τεθέντος, νομίζω ὅτι δύναται νὰ μείνῃ κατὰ τὰ ἄλλα τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει. Δὲν μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριχωνίας ὀρθή· διότι ναὶ μὲν ὑπάρχει τι κενὸν γραμματικῶς, ἀλλ’ οὐδέποτε ἡ Βουλὴ ἔσφαλεν, ἐφαρμόζουσα τὸν Κανονισμὸν μέχρι τοῦδε. Ἡ προσθήκη «μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν» εἶναι τὰ μάλιστα ἀναγκαία, διότι οἱ συντάκται τοῦ Κανονισμοῦ ἐσκόπουν νὰ ἀποκλείσωσιν ἄλλο τι ἐνδεχόμενον, ὅτι εὐθὺς ὡς ἤθελεν ἐξελεγχθῇ ἀριθμός τις ἐκλογῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπαρτίζεται ἀπαρτία τῆς Βουλῆς, νὰ ἐγκαταλείψῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἄλλας ἐκλογὰς καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου. Ἑπομένως ὁ Κανονισμὸς ἠθέλησε νὰ δηλώσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξελεγχθῶσι πᾶσαι αἱ ἐκλογαὶ, καὶ ἔπειτα νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου.
§210ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου καθ’ ὅλην τὴν περίοδον. Ἡ πρώτη σύνοδος εἶναι ἡ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἀρχομένη. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ ἄρθρον, ὁμιλοῦν περὶ τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς κατὰ πᾶσαν σύνοδον ἐκ τῶν τεσσάρων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν περίοδον, ἤρξατο οὕτω πως ἀπὸ τῆς πρώτης, λέγον «Μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν». Ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἄρθρον ἐννοεῖ καὶ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην καὶ τὴν τετάρτην σύνοδον. Ὅταν λάβωμεν ἀδιαίρετον τὴν περίοδον, καὶ εἰς τὴν πρώτην σύνοδον τῆς περιόδου ἐφαρμόσωμεν τὰς λέξεις τοῦ ἄρθρου, νομίζω ὅτι οὐδόλως παραβιάζομεν καὶ γραμματικῶς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐννοοῦμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον.
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον προτίθεται ὁ Κανονισμὸς ν’ ἀποσοβήσῃ, εἶναι προφανής· διότι κατὰ τὰς Βουλὰς τῆς πρώτης συνταγματικῆς περιόδου, ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1862, συνέβη πολλάκις νὰ προβῶσιν εἰς ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου πρὶν ἢ ἐξελεγχθῶσι πᾶσαι αἱ ἐκλογαί.
§212ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν» φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ὅπως ἔχει ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἀλλ’ ἐγὼ προβαίνω περαιτέρω. Νομίζω ὅτι, μολονότι, ὅπως παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ποτὲ δὲν δύνανται νὰ συμβῶσι τοιαῦται παρερμηνεῖαι ἐν τῷ Σώματι, οὐχ ἧττον δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι, καὶ ὑπαρχουσῶν ἀνεξελέγκτων τινῶν ἐκλογῶν, πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Κανονισμοῦ. Διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἡ εὐκρίνεια, ἂν τεθῇ «μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν γενικῶν ἐκλογῶν»· νὰ δηλωθῇ τέλος πάντων, ὅτι τὸ «μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν» ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν γενικῶν ἐκλογῶν, διότι ἄλλως δὲν ἠξεύρω τί θὰ ἀντείπῃ τις, ἂν εἰς μίαν σύνοδον, ἐπειδὴ διετάχθησαν μερικαὶ ἐκλογαί, λόγῳ ἀποβιώσεων, καὶ ὑπάρχουσιν ἀνεξέλεγκτοι ἐκλογαὶ τρεῖς ἢ τέσσαρες, ἐποιεῖτό τις τὴν ἔνστασιν αὐτήν: «μὴ προχωρεῖτε εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, διότι ὑπάρχουσιν ἀνεξέλεγκτοι ἐκλογαί». Εἶναι ὀρθὸν τοῦτο;
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ 14 περιόδους ἤδη οὐδέποτε ἐγένετο τοῦτο.
§214ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω τί θὰ ἀντέλεγέ τις εἰς τοιαύτην ἔνστασιν.
§215ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπαρουσιάσθη κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου, ἐν τῇ ἐκλογῇ Κυνουρίας, νομίζω.
§216ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων, προκειμένου περὶ σπουδαίας πράξεως τῆς Βουλῆς, ὁποία ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου, θὰ ὑπάρχωσι πολλάκις ἄλλοι λόγοι, ἵνα προτείνωνται τοιαῦται ἐνστάσεις ἀναβολῶν. Ὑποθέσατε ὅτι ὑπάρχει μία περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πάλη τῶν κομμάτων εἶναι ἀμφίῤῥοπος καὶ περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ ἑπομένως ὑπάρχει μέγα πολιτικὸν συμφέρον, ὅπως προταθῇ τοιαύτη ἔνστασις. Μὴ λαμβάνωμεν μόνον ὑπ’ ὄψει τὴν συνήθη κατάστασιν τῶν πραγμάτων.
§217ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἄλλα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§218ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται, νομίζω, νὰ παραλειφθῇ, δοθείσης ἀφορμῆς, ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ἐπὶ τὸ εὐκρινέστερον. Πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ: «Μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν γενικῶν ἐκλογῶν προβαίνει ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου». Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀφεθῇ ἀόριστον, δηλ. νὰ παραλειφθῇ τὸ «μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν», ὅπως παρελείφθη ἐν ταῖς τροπολογίαις, διότι τότε θὰ ὑπετίθετο, ὅτι ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, δηλ. ὅταν προσέρχωνται οἱ Βουλευταὶ, φέροντες τὰς ἀποφάσεις τῶν Πρωτοδικείων. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἡ φράσις «μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν», ποῖος θ’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὴν σύνοδον τῶν κατὰ τεκμήριον Βουλευτῶν, εἰς τὴν τεκμαιρομένην Βουλήν, ἡ ὁποία προβαίνει εἰς διαφόρους πράξεις, ἀδιάφορον ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ προεξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν, ποῖος θ’ ἀπαγορεύσῃ εἰς αὐτὴν νὰ ἐκλέξῃ τὸν Πρόεδρον ἀμέσως, καὶ νὰ μὴ ἀφεθῇ ἡ διεύθυνσις τῶν μέχρι τῆς ἐξελέγξεως ἐργασιῶν εἰς τὸν πρεσβύτερον, ὅταν ἀνέλθῃ ὁ πρεσβύτερος, ἵνα προεδρεύσῃ τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τεκμήριον ὑποτίθεται καλῶς συγκεκροτημένον καὶ λειτουργοῦν καὶ διαφόρους πράξεις ἐπιχειροῦν, ἐχούσας μεγίστην πολλάκις σημασίαν; Τί θὰ εἴπῃ τις κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἰς τὸν πρεσβύτερον, διευθυνόμενον πρὸς τὸ Προεδρεῖον, θὰ ἔλεγε: «παρακαλῶ, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκλέξῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας της δὲν ἐννοῶ νὰ ἀφήσω εἰς τὴν τύχην τὸ ἀντικείμενον τῆς διευθύνσεως τοῦ Σώματος»; Λοιπὸν πρέπει, ἵνα ὦμεν ἀσφαλεῖς ἀπὸ πάσης παρερμηνείας καὶ πάσης παρεκτροπῆς, νὰ θέσωμεν: «Μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν γενικῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου».
§219ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ διατυπῶ τὴν ἔννοιαν ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ ἐκλέγει κατὰ πᾶσαν σύνοδον διὰ ψηφοδελτίων κτλ. Κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον ἑκάστης περιόδου τὸ Προεδρεῖον ἐκλέγεται μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν».
§220ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος μὲ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου νὰ διατυπώσω τὴν πρότασίν μου. Νομίζω δὲ, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ παρεκτείνωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ Προέδρου, νὰ εἴπωμεν δηλαδὴ, ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν προεδρίαν μέχρι τῶν σχετικῶν ἀρχαιρεσιῶν τῆς ἑπομένης.
§221ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ὁ πρεσβύτερος.
§222ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ νὰ ὑπάρχῃ ὁ πρεσβύτερος;
§223Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Διατὶ ὑπάρχει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς περιόδου;
§224ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔχωμεν τὸν ἐκλεχθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διατὶ εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ σταματήσῃ, ἵνα ἀνέλθῃ ὁ πρεσβύτερος; Διότι δὲν εἶναι τόσον ἐπουσιῶδες τὸ πρᾶγμα. Δὲν εἶναι τεκμαιρόμενος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐξελέχθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ πρέπει νὰ σταματήσῃ, ὡς μὴ ὑπάρχοντος Προέδρου, ἀφοῦ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὑπῆρχε Πρόεδρος;
§225Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Φοβεῖσθε μήπως σᾶς ἐκλέξουν κἀμμίαν φορὰν ὡς πρεσβύτερον; (ἱλαρότης).
§226ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλ. ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐκλεχθῶ κἀμμίαν φορὰν Πρόεδρος, καὶ θέλω νὰ παρατείνω τὴν ἐξουσίαν μου ταχύτερον, ἂν καὶ θὰ σᾶς ἦμαι ὀχληρός.
§227Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδόλως.
§228ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ παρατήρησίς σας δὲν ἐγένετο ἐν καιρῷ, διότι, ἵνα γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς σας, θὰ ἦτο ἀναγκαία ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 1, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι «ὁ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου πρεσβύτερος τῶν παρόντων Βουλευτῶν προεδρεύει». Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νῦν νὰ παραδεχθῶμεν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 8. Κατ’ οὐσίαν ἐγὼ δὲν διαφωνῶ.
§229ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τώρα διατάξητέ τι ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 1, βεβαίως ἔχετε αὐτοδικαίως κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 1. Ἐν καιρῷ λοιπὸν προτείνεται πάντοτε. Ἐὰν τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ψηφίζεται τώρα, δὲν συμβιβάζηται μὲ τὸ ἄρθρον 1, ἐννοεῖται ὅτι τὸ ἄρθρον 1 καταργεῖται.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 8 διατυποῦται ὡς ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ ἐκλέγει κατὰ πᾶσαν σύνοδον κτλ». Προστίθεται: «Κατὰ τὴν Αʹ σύνοδον ἑκάστης περιόδου τὸ Προεδρεῖον ἐκλέγεται μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν». Ἔρχεται εἶτα ἡ δευτέρα παράγραφος.
§231ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν παρατήρησιν, κ. Πρόεδρε, θὰ ὑποβάλω. Ἀμφιβάλλω, ἂν δυνάμεθα διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ καθιερώσωμεν τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν τὸ Προεδρεῖον διατηρεῖ τὴν ἀρχὴν καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξελέγη, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς ἑπομένης συνόδου. Διότι τί εἶναι ὁ Κανονισμὸς; Ὁ Κανονισμὸς κανονίζει τὰ τῶν ἐσωτερικῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, κατὰ τὸ Σύνταγμα, τῆς ἐξουσίας τοῦ Προέδρου ἡ διάρκεια εἶναι μόνον διὰ μίαν σύνοδον. Ἐρχόμενοι διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ παρατείνωμεν πέραν τῆς λήξεως τῆς συνόδου τὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου, νομοθετοῦμέν τι πέραν τοῦ Συντάγματος. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἀρχή, ἡ ὁποία μόνον ἐντὸς τῆς Βουλῆς διευθύνει τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἀλλ’ ἀναγνωρίζεται καὶ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ὡς ἀρχή. Πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἀπονέμονται τιμαί, πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἀνατίθενται ὑπὸ τῶν νόμων λειτουργίαι, πιθανὸν δ’ αὐτὸς νὰ κληθῇ νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἀρχὴν μεταξὺ δύο συνόδων. Θ’ ἀναγνωρισθῶσιν εἰς τοιοῦτον Πρόεδρον, τοῦ ὁποίου ὁ Κανονισμὸς μόνον—ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ Κανονισμὸς μόνον—παρατείνει τὴν ἐξουσίαν, θ’ ἀναγνωρίσωμεν εἰς αὐτὸν ὅλα αὐτὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τῷ ἀναγνωρίζονται, ὅταν ἡ σύνοδος διαρκῇ; Νομίζω ὅτι, καὶ ἂν ὑπῆρχον ἐπιχειρήματα συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ παρατείνῃ ἓν πολυμελὲς Σῶμα τὸν χρόνον τοῦ ἀξιώματος τοῦ Προέδρου αὐτοῦ, ἐπὶ τοῦ προκειμένου φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ ἀνήκει μεταξὺ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους, ὡς Πρόεδρος ἐκπροσωπῶν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, καὶ ἡ καθ’ ἑκάστην σύνοδον ἐκλογὴ αὐτοῦ ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, οἱ δισταγμοὶ αὐτοὶ ἀρκοῦσιν, ὅπως ἀναχαιτίσωσιν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ καθιερώσωμεν διὰ μεταβολῆς τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ μακροτέραν ἐξουσίαν. Τοιαύτη ἐξουσία μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον δὲν ἀνεγνωρίσθη, καὶ δὲν ἀνεγνωρίσθη οὐχὶ τόσον διότι ὁ Κανονισμὸς δὲν περιεῖχεν αὐτήν, ὅσον διότι ἡρμηνεύθη τὸ ἄρθρον 74 τοῦ Συντάγματος, τὸ λέγον, ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης συνόδου ἐκλέγει ἡ Βουλὴ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, ἡρμηνεύθη, λέγω, ὡς περιορίζον τὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς μόνον διὰ μίαν σύνοδον, ἑπομένως μόνον μέχρι τῆς λήξεως τῆς συνόδου. Καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἐκτάκτῳ συνόδῳ πάντοτε γίνεται ἐκλογὴ νέου Προέδρου. Ἑπομένως περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ ἄρθρου ἔχω ἀμφιβολίας. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι παραβιάζει ῥητήν τινα διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ νόμων. Ἀλλ’ ἡ ἀμφιβολία μὴ ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχῃ τοιαύτην ἐξουσίαν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, μὲ ἐμβάλλει εἰς δισταγμούς, ἂν δυνάμεθα δι’ ἁπλοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ νὰ παρατείνωμεν τὸν χρόνον τῆς προεδρικῆς ἐξουσίας τοῦ βουλευτικοῦ Σώματος. Ἑπομένως ἐπεθύμουν, ἵνα οἱ καινοτομήσαντες ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου δώσωσιν ἐξηγήσεις, διατὶ ὑπάρχει ἐπαρκὴς βάσις, ὅπως τοιαύτη διάταξις εἰσαχθῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ.
§232Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ γνώμη αὕτη προέρχεται, διότι κἄπως παρεξηγήθη ἡ θέσις τοῦ Προέδρου· ἐνῷ ὁ Πρόεδρος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἐθεωρήθη πάντοτε ὡς πρόσωπον τῆς κυβερνητικῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ διὰ τοῦτο παρεξετράπημεν εἰς τὸ νὰ ἀποφασίζωμεν περὶ αὐτοῦ ὡς περὶ ὑπουργικοῦ ζητήματος. Εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἐπικαλούμεθα, ὡς π.χ. εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὁ Πρόεδρος ἐκλέγεται δι’ ὅλην τὴν περίοδον, διότι τὸ Προεδρεῖον ἔχει ὡρισμένην ἀποστολὴν ἐσωτερικῆς τάξεως. Ἡμεῖς παρεδέχθημεν ἄλλο σύστημα, τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἐκλέγηται κατὰ πᾶσαν σύνοδον ὁ Πρόεδρος. Βεβαίως τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα καὶ διὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν ὁ προαγορεύσας. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ὁδηγηθῶμεν καὶ ἀπὸ τὰ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύοντα, τὰ ὁποῖα πλησιάζουσι πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν, καλὸν εἶναι νὰ μελετήσωμεν τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ἰσχύοντος Γαλλικοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι τοῦ 1893, ἀλλὰ μόλις χθὲς τὸν ἔλαβον παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς μετ’ ἐπιστολῆς του, καὶ δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ, τρόπον τινὰ, ὅτι δὲν ἐγένετο καμμία τροποποίησις μεταγενεστέρα. Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Γαλλικοῦ Κανονισμοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Les membres du Bureau défini sont élus au commencement de chaque session ordinaire. Ils restent en fonctions jusqu’ à l'ouverture de la session ordinaire suivante». Εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει καί τι πλέον, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς τακτικῆς συνόδου προεδρεύει καὶ εἰς τὴν ἔκτακτον σύνοδον. Ἐγὼ δὲν τὸ προτείνω· τὸ ἀναφέρω ἁπλῶς.
§233ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος.
§234Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος. Ἀκριβῶς δὲ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ζητήσω τὴν βελτίωσιν τῆς προτεινομένης διατάξεως, διότι νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἡ ἐξήγησις, ὅτι μέχρι τῆς ἑπομένης συνόδου, τακτικῆς ἢ ἐκτάκτου, διαρκεῖ ἡ ἐξουσία τοῦ Προεδρείου. Τὴν προτεινομένην διάταξιν ἐγκρίνω πληρέστατα, διότι ταύτην ὑποδεικνύει ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων. Ὑπάρχει ἕν χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τῆς λήξεως τῆς συνόδου καὶ τῆς προσκλήσεως ἄλλης. Ἡ Βουλὴ δὲ ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ ἐν τῷ μεταξὺ πολλὰ τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας.
§235ΡΑΛΛΗΣ. Ἀργεῖ ἡ Βουλή.
§236Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀργεῖ ἡ Βουλή, ἀλλὰ τὸ σῶμα ὑφίσταται. Γίνονται τελεταί, ὑπάρχει ἀλληλογραφία, ὑπάρχει τρέχουσα ὑπηρεσία. Διατὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἷς ἐπόπτης; Δὲν βλέπω ποῦ θὰ προσκρούσωμεν, ἐὰν καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, ἡ ὁποία ἄλλως τε, ἂν καλῶς γνωρίζω, ἐφαρμόζεται καὶ σήμερον. Ὥστε εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία εἶναι μετάφρασις τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Γαλλικοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ νομίζω καλὸν, ἵνα ᾖ σαφεστέρα, νὰ ὁρίσωμεν «μέχρι τῆς ἑπομένης συνόδου, τακτικῆς ἢ ἐκτάκτου.» Εἶχον ζητήσει προηγουμένως τὸν λόγον καὶ διὰ τὴν πρώτην παράγραφον· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι καθαυτὸ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Γαλλικοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι δὲ ἀναγκαιοτάτη ἡ τροπολογία αὕτη, δι’ οὓς λόγους ἄλλοι ἀνέπτυξαν.
§237ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐνισχύουσι τὴν ἰδέαν τὴν ἐκφραζομένην ἐν τῇ τροπολογίᾳ τῇ ὑπὸ συζήτησιν, ἐννοεῖται ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀπαγόρευσις ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ὡς παρετήρησεν ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὁ Πρόεδρος παριστᾷ μίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία καὶ δικαιώματα πολλὰ ἔχει καὶ τιμῶν ἀπολαύει, ἀρχὴν, τῆς ὁποίας ὁ προορισμὸς δὲν λήγει μὲ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου. Εἶναι ἄπειροι αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν πῶς θὰ ὑπάρχῃ τὸ κενὸν αὐτό; Ἡ φράσις τοῦ Συντάγματος, ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης συνόδου ἡ Βουλὴ ἐκλέγει τὸν Πρόεδρον, δὲν ἐπιφέρει ἀναγκαίως τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Πρόεδρος, καθ’ ὃ διάστημα δὲν ὑφίστανται αἱ συζητήσεις, δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἔχων τὴν προεδρίαν τοῦ Σώματος. Εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης συνόδου, λέγει τὸ Σύνταγμα, ἡ Βουλὴ ἐκλέγει τὸν Πρόεδρόν της· τοῦτο θὰ γίνεται, ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ τοῦ Κοινοβουλίου ἐργασίαι ἀργοῦσιν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς παρετήρησε, θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη τῆς ἀρχῆς αὐτῆς τοῦ Προέδρου, εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ τί θὰ γίνηται; Φυσικώτατα δύναται νὰ ἦναι ὁ Πρόεδρος ὁ αὐτός. Τὸ Σύνταγμα, λέγον ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης συνόδου ἡ Βουλὴ ἐκλέγει τὸν Πρόεδρον, διόλου δὲν ἀποκρούει, ὅπως παρατείνηται ἡ ἀρχὴ τοῦ Προέδρου καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς.
§238ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Τοῦτο γίνεται καὶ μέχρι τοῦδε.
§239ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὑπέλαβεν ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου τούτου εἰσάγεται νέον τι. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐγώ, ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἠθέλησα μόνον νὰ καταστήσω σαφεῖς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ὁποῖαι ἐφηρμόζοντο καὶ μέχρι τοῦδε. Ἐὰν λάβητε ἀνὰ χεῖρας τὸν Κανονισμὸν καὶ ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 77, θέλετε ἴδει, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς ληξάσης συνόδου θεωρεῖται ὡς Πρόεδρος ἐν ἐνεργείᾳ, διότι δίδοται εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύῃ τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων, ἢ νὰ διορίζῃ τοιούτους. Καὶ ὄχι μόνον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς ληξάσης συνόδου δίδοται τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἐὰν παρατηρήσητε τὸ ἄρθρον 91, θέλετε ἴδει, ὅτι καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς δίδοται τοιοῦτόν τι δικαίωμα, ἡ δὲ Πολιτεία ἀναγνωρίζει καὶ σήμερον τὴν διάρκειαν τῆς ἀρχῆς τοῦ Προέδρου, διότι καὶ εἰς πάσας τὰς τελετὰς τὸ Προεδρεῖον λαμβάνει μέρος, καὶ νομίζω ὅτι καὶ κατὰ τὴν αʹ τοῦ νέου ἔτους τὸ Προεδρεῖον εἶχε θέσιν ἐπίσημον. Ὥστε βλέπετε, ὅτι οὐδὲν νέον εἰσάγεται, ἀλλὰ καθορίζονται πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ ἦναι ἀμφίβολα. Κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων π. χ. ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι μέλος τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου...
§240ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ῥητὴ διάταξις νόμου.
§241ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι νόμος στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ Συντάγματος.
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι μὲν ῥητὸν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ μέλος τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔπαυε νὰ ἦναι Πρόεδρος μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ μέρος. Βεβαίως τὸ ἄρθρον τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ εἶναι ἀσαφὲς, δὲν προσδιορίζει τὴν περίπτωσιν ταύτην. Καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἄν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θέλῃ κληθῆ νὰ μετάσχῃ τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, πᾶσαι δ’ αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐκάλεσαν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καίτοι ληξάσης τῆς συνόδου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, εἶναι λελυμένα ἐν Γαλλίᾳ, καὶ εἶναι λελυμένα ὄχι μόνον νῦν, ὅτε δημοκρατεῖται ἡ Γαλλία, ἀλλ’ ἦσαν λελυμένα καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐβασίλευεν ὁ Λουδοβῖκος Φίλιππος, δηλ. κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ 1830 μέχρι τοῦ 1848 διάστημα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐμνημόνευσε τὰ περὶ τιμῶν ἐνθυμοῦμαι ὄντως ὅτι ἐν ἐγχειριδίῳ «περὶ κατασκευῆς νόμων» τοῦ La Valette ἀναφέρεται, ὅτι ἐπροτάθη τὸ ζήτημα εἰς τὴν Γαλλίαν, ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ληξάσης τῆς συνόδου, δύναται νὰ ἐξακολουθῇ φέρων τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον ἰδίως ἀποδίδουσιν εἰς τοὺς Προέδρους τῆς Βουλῆς, τὸν τίτλον τοῦ ἐξοχωτάτου, καὶ τὸ ζήτημα ἐλύθη, ὅτι ὁ τίτλος τοῦ ἐξοχωτάτου ἀποδίδεται εἰς αὐτὸν μέχρις οὗ ἐκλεχθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄλλος Πρόεδρος. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐπὶ Λουδοβίκου Φιλίππου ἦτο ἐπίσης ἀτελὴς, ὡς ὁ ἰδικός μας, καὶ ὅτι ὑπῆρχε τότε τάξις τις ὑπαλλήλων, ἥτις εἶχε περιβληθῆ περισσοτέραν ἐξουσίαν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς ληξάσης Βουλῆς ἐπεφύλαττον τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως, τὴν ἀστυνομίαν τοῦ καταστήματος κτλ.
§243ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τούτοις ὑπῆρχεν εἰς τὴν Γαλλίαν μέχρις ἐσχάτων ἀμφισβήτησις, ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπολαμβάνῃ τῶν τιμῶν καὶ κατὰ τὰ διαλείμματα τῆς συνόδου.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς ἔχετε ὡραίαν βιβλιοθήκην. Ζητήσατε τὸν La Valette «de la Confection des lois», καὶ τὸν Bentham «traduction Dumont», καὶ θὰ ἴδητε ταῦτα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον.
§245Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ οἱ Poudra καὶ Pierre.
§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἀποθάνῃ Βουλευτὴς, νομίζω ὅτι ἐν Γαλλίᾳ εἶναι κεκανονισμένον, ὅτι ἡ ταφὴ αὐτοῦ γίνεται δαπάνῃ τοῦ ταμείου τῆς Βουλῆς, καὶ ὄχι πλέον τοῦ Δημοσίου, διότι, ἵνα γένηται δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου, πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ τὸ Κράτος διὰ νόμου.
§247ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖ εἶναι κεκανονισμένον, ὅτι πᾶς Βουλευτὴς ἀποθνήσκων θάπτεται δαπάνῃ τοῦ ταμείου τῆς Βουλῆς, ὁρίζεται δὲ μάλιστα καὶ τὸ ποσὸν εἰς 1200 φράγκα, ἐκτὸς ἐὰν δὲν ἤθελε ζητηθῆ ὑπὸ τῆς οἰκογενείας τοῦ θανόντος. Νομίζω δὲ, ὅτι, ὁσάκις ἤθελε συμβῆ ὁ θάνατος καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ἐργάζεται ἡ Βουλὴ, ἠμφισβητήθη, ἂν ἡ χορήγησις αὕτη ὀφείλεται. Καὶ αἱ κεκανονισμέναι δὲ στρατιωτικαὶ τιμαὶ δὲν ἀποδίδονται εἰς τοὺς ἀποθνήσκοντας μεταξὺ δύο συνόδων Βουλευτάς. Ἐπίσης πολλὴ ἀμφιβολία κρατεῖ καὶ πολλὰ συνέβησαν ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῶν τιμῶν, διότι ἠμφισβητήθη, ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μὴ συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, ἀπολαμβάνῃ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἀπελάμβανε διαρκούσης αὐτῆς. Ἤδη μοὶ ἔρχεται εἰς τὴν μνήμην καὶ ἄλλο τι, ὅτι κατὰ τὸ 63 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, μόνον διαρκούσης τῆς συνόδου ὁ Βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται ἢ φυλακίζεται, καὶ μόνον τέσσαρας ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς καὶ τρεῖς ἑβδομάδας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου ὁ Βουλευτὴς δὲν προσωποκρατεῖται. Τὰ αὐτὰ ἐφαρμόζονται βεβαίως καὶ διὰ τὰ μέλη τοῦ Προεδρείου. Ἂν ἀναγνωρίσωμεν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς βουλευτικῆς συνόδου ἀσκοῦντα προεδρικὴν ἐξουσίαν καὶ φέροντα τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τοῦ Προέδρου, τὸ ὁποῖον ἀπονέμει ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὅταν ἡ Βουλὴ εὑρίσκηται ἐν συνόδῳ, θὰ ἔχωμεν τὸ ἄτοπον νὰ ἔχωμεν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἄνευ προνομιῶν, καὶ μάλιστα τῶν τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος. Θὰ δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν ἑπομένως ἕνα Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀγόμενον εἰς τὰς φυλακὰς ἢ προσωποκρατούμενον διὰ πολιτικὰ χρέη. Οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο θὰ δύναται ν’ ἀποφύγῃ, λέγων: «Ἐγὼ εἶμαι ἀκόμη Πρόεδρος τῆς Βουλῆς· ἰδοὺ ὁ Κανονισμὸς, ὅστις μοὶ παρατείνει τὴν ἐξουσίαν μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑπομένης συνόδου.» Ὁ Κανονισμὸς δὲν δύναται νὰ νομοθετῇ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ τροποποιῇ τὸ Σύνταγμα. Λοιπὸν δὲν νομίζω ὅτι εἶναι προσήκουσα λύσις καὶ ἄνευ εὐλόγων ἀντιῤῥήσεων ἡ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ γινομένη. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐπιμένω εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην, μὴ θεωρῶν ὅτι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἔχει ἐφαρμογὴν ὁ Κανονισμὸς καὶ δύναται νὰ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν ὡς πηγὴ ἐξουσιῶν καὶ δικαιωμάτων.
§248Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν φιλοτιμίαν ὁ τοιοῦτος Πρόεδρος ἢ ἀντιπρόεδρος ἢ γραμματεὺς νὰ παραιτηθῇ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι γίνεται σύγχυσις τῆς διαρκείας τῆς συνόδου καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Προέδρου. Ἡ διάταξις, τῆς ὁποίας ἐμνημόνευσεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀφορᾷ εἰς τὴν σύνοδον. Ἐδῶ διατηρεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ Προέδρου, ἵνα ἐκτελῶνται αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρῇ καὶ τὴν ἀσυλίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα καθιέρωσε διὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει ἀμφιβολία δὲν γνωρίζω, ὁποία ἀμφιβολία δύναται νὰ γεννηθῇ ἀπέναντι τόσον ῥητοῦ γράμματος τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι τὸ Προεδρεῖον διατηρεῖται μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἄλλης συνόδου. Εἰς ἄλλα Κράτη, ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχει διαρκὴς ἐπιτροπή. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν αὐτὰς τὰς διατάξεις. Ἀφοῦ δυνάμεθα, χωρὶς νὰ παραβιάσωμεν οὐδεμίαν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, νὰ ἔχωμεν παροῦσαν ὑπό τινα ἔποψιν τὴν ἀρχὴν τῆς Βουλῆς, διατὶ νὰ μὴ τὸ πράξωμεν; Ὑπάρχουσι τόσαι ἀνάγκαι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον ἄνευ διατάξεως, πρόκειται νὰ ἐκτελῆται δυνάμει διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§249ΡΑΛΛΗΣ. Ὅ,τι ἐχαρακτηρίσθη ὡς πλεονέκτημα τῆς τροπολογίας, εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἐλάττωμα αὐτῆς· διότι τὸ σχέδιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ὁρίζει, ὅτι τὸ Προεδρεῖον διατηρεῖ τὴν ἀρχήν. Ἀλλ’ ἐὰν διατηρῇ τὴν ἀρχὴν, ἕπεται ὅτι παριστᾷ τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἔχομεν δύο διατάξεις ἐν τῷ Συντάγματι, αἱ ὁποῖαι καθορίζουσι τὰ περὶ τῶν συνόδων τῶν Βουλευτικῶν καὶ τὰ περὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Προεδρείου, καὶ ἐκείνας τὰς δύο διατάξεις ἀναγκαίως πρέπει νὰ τὰς συνδυάσωμεν, ἵνα ἴδωμεν κατὰ πόσον δυνάμεθα πέραν αὐτῶν νὰ παρατείνωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ Προεδρείου. Ἡ πρώτη διάταξις εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 54, ὁρίζουσα ὅτι «ἡ διάρκεια ἑκάστης συνόδου δὲν δύναται νὰ ἦναι βραχυτέρα τῶν τριῶν μηνῶν, οὐδὲ μακροτέρα τῶν ἕξ.» Ἡ δευτέρα διάταξις εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 74, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι «ἡ Βουλὴ ἐκλέγει ἐκ τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης Βουλευτικῆς συνόδου τὸν Πρόεδρον, τοὺς ἀντιπροέδρους καὶ τοὺς γραμματεῖς αὐτῆς.» Ὁ Πρόεδρος ἔχει τὸ ἀξίωμα καθ’ ὃν χρόνον διατελεῖ ἡ Βουλὴ ἐν ἐνεργείᾳ· πέραν, φοβοῦμαι ὅτι ἐπεκτείνομεν τὴν ἀρχὴν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν δικαίωμα νὰ τὸ πράξωμεν. Θὰ ἐνόουν νὰ διατηρήσωμεν χάριν τῆς ἐσωτερικῆς ἀστυνομίας καὶ ἐσωτερικῆς εὐπρεπείας τοῦ καταστήματος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ πρὸς ἐπιβολὴν τῆς ἐσωτερικῆς πειθαρχίας καὶ πρὸς διάσωσιν τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ καθιερώσωμεν τὸ δικαίωμα ὑπὲρ τοῦ Προεδρείου τῆς ἐπιβλέψεως, θὰ συνεφώνουν, οὐχὶ ὅμως τὴν διάρκειαν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, διότι οὕτω ἠθέλομεν ἐπεκτείνει τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς μὲ τὴν ἀσυλίαν τὴν βουλευτικὴν πέραν τοῦ χρόνου τῆς συνόδου, τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα.
§250ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ἐν Γαλλίᾳ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, διότι ἄλλως ἔχει ἐν Γαλλίᾳ ὄχι μόνον τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, δυνάμει τοῦ ὁποίου κατηρτίσθη τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα λέγει σαφῶς: «Ἡ Βουλὴ ἐκλέγει ἐκ τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης Βουλευτικῆς συνόδου τὸν Πρόεδρον, τοὺς ἀντιπροέδρους καὶ τοὺς γραμματεῖς αὐτῆς.» Τὸ δὲ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος τῆς 16 Ἰουλίου 1875 λέγει: «Τὸ Γραφεῖον ἑκάστης τῶν δύο Βουλῶν ἐκλέγεται καθ’ ἕκαστον ἔτος διὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου καὶ διὰ πᾶσαν ἔκτακτον σύνοδον, ἥτις ἤθελε λάβει χώραν πρὸ τῆς τακτικῆς συνόδου τοῦ ἑπομένου ἔτους». Ἦλθε μετὰ ταῦτα τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ λέγει, ὅτι τὰ μέλη τοῦ ὁριστικοῦ Γραφείου ἐκλέγονται κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης τακτικῆς συνόδου, προσθέτει ὅτι «διατελοῦσιν ἐν ὑπηρεσίᾳ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑπομένης τακτικῆς συνόδου». Ἀκριβῶς εἰπεῖν, καὶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Γαλλικοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἀνταποκρίνεται ἐντελῶς εἰς τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1875, διότι τοῦτο λέγει, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς τακτικῆς συνόδου εἶναι Πρόεδρος καὶ τῆς ἐκτάκτου, χωρὶς νὰ λέγῃ τι περὶ τοῦ μεταξὺ τῆς τακτικῆς καὶ τῆς ἐκτάκτου συνόδου χρόνου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐξουσία τοῦ Προέδρου ......, ὁσάκις ἔκτακτος σύνοδος ἤθελε συγκληθῆ, ὑπάρχει ὁπωσδήποτε μία εὔλογος δικαιολόγησις τοῦ ἄρθρου τοῦ Γαλλικοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει, διότι σαφῶς τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι καθ’ ἑκάστην σύνοδον ἐκλέγεται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἡ τακτικὴ δὲ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀκριβῶς συμμορφουμένη πρὸς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, καθιέρωσεν, ὅπως καὶ καθ’ ἑκάστην ἔκτακτον σύνοδον ἐκλέγηται ὁ Πρόεδρος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μένουσι πάντοτε αἱ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς νομιμότητος τοῦ νέου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δύνανται δὲ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς παράδειγμα, ἐνθαῤῥῦνον πρὸς τοιαύτην τροποποίησιν, τὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, διότι ἐν Γαλλίᾳ ἄλλως ἔχει καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§251ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ἀκριβῶς μᾶλλον ἐκ τῶν φράσεων τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος ἠδύνατο νὰ ἀποκλείηται αὐτὴ ἡ ἐπέκτασις τῆς προεδρικῆς ἀρχῆς πέραν τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς τακτικῆς συνόδου. Ἀκριβῶς ἡ διάταξις, ὅτι, ἂν παρεμπέσῃ ἔκτακτος σύνοδος, προεδρεύει ὁ τῆς τακτικῆς συνόδου Πρόεδρος, ἀκριβῶς τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀποκλεῖον τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἀρχῆς τοῦ Προέδρου. Ἐνῷ τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα δὲν ἀποκλείει αὐτὴν τὴν ἐπέκτασιν, ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα, ἐὰν ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ Σύνταγμα τὸ ἰδικόν μας διόλου δὲν ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία, οὕτως εἰπεῖν, μεσοπροεδρεία, καθὼς μεσοβασιλεία, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἐξυπακούηται, ὅτι ὁ Πρόεδρος ὁ ἐκλεχθεὶς, μέχρις ὅτου ἐκλεχθῇ ἄλλος Πρόεδρος κατὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ λογικὸν, εἰμὴ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ παριστᾷ τὸ Σῶμα καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου. Ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ Γαλλικοῦ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἀποκλειόμενον τοῦτο, ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ ἰδικοῦ μας οὐχί. Τὸ Σύνταγμα τὸ Γαλλικὸν φαίνεται ἀπαγορεῦον τὴν ἐπέκτασιν, διότι, ὅταν ἐννοῇ τὴν ἐπέκτασιν, ῥητῶς τὴν διατάσσει. Κατὰ τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα, δὲν φαίνεται ἀποκλειομένη αὐτὴ ἡ ἐπέκτασις, πολὺ περισσότερον δὲν φαίνεται ἀπαγορευόμενον νὰ διαταχθῇ, ὅτι ἐπεκτείνεται ἡ ἐξουσία τοῦ Προέδρου.
§252ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν αὐτὸν τὸν Κανονισμὸν, νὰ ἐξετάσῃ ὑπὸ ἔποψιν οὐσιαστικὴν τὸ πρᾶγμα. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δυνάμει αὐτῆς τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, πρόκειται νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀρχὴν, εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς πρόκειται νὰ ἀνατεθῶσι τὰ ἔργα τῆς ἀστυνομίας τοῦ Βουλευτηρίου, εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς κατ’ ἔτος ἀποδίδονται πᾶσαι αἱ τιμαὶ, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ. Εἰς ὅλα αὐτὰ εἶμαι σύμφωνος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν τροποποίησιν ἡ σημασία, ἡ ὁποία ἀναγκαίως θὰ ἀποδοθῇ ἐν ᾗ περιπτώσει διατηρήσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὅτι διατηρεῖ τὴν ἀρχήν. Ὁ Πρόεδρος πρῶτον δὲν ἔχει ἀρχήν· ἡ ἀρχὴ τοῦ Προέδρου καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ Προέδρου δὲν ἐκτείνεται πέραν τῆς ἀκτῖνος τοῦ Βουλευτηρίου· διευθύνει τὰς συνεδριάσεις, ἔχει τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τοῦ Προεδρείου καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀσκεῖ ἀρχὴν ὁ Πρόεδρος. Παρετηρήθη ὅτι, ἀφοῦ ἐπεφυλάχθη εἰς τὸν Πρόεδρον τὸ δικαίωμα νὰ διατηρῇ ἢ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους, διατηρεῖ τὴν ἀρχήν· ἀλλ’ ἀφέθη εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὅπως ἤθελαν ἀφεθῆ εἰς τὸν ἔφορον ἢ εἰς τὸν κοσμήτορα ἢ εἰς ἕνα ἰδιώτην. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ θεσπίσωμεν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ Προέδρου, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀρχὴ τοιαύτη, παρατείνεται πέραν τῆς λήξεως τῆς συνόδου, διότι, ἐὰν δὲν ἦναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις αὕτη, βεβαίως ὅμως δὲν δύναται νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἐκλέγεται κατὰ πᾶσαν σύνοδον, μὲ τὴν ἑτέραν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἡ διάρκεια τῆς βουλευτικῆς συνόδου δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς 6 μῆνας. Βεβαίως ἡ τροποποίησις, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται, ἔχει τὸν λόγον ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος ἐθίμου, καθ’ ὃ παραμένει ὁ Πρόεδρος, ὅπως παριστᾷ εἰς τὰς ἑορτὰς καὶ τὰς τελετὰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως αὐτὸ τὸ ἔθιμον, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ὀρθὸν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν καθιστᾷ μίαν πραγματικὴν ἀρχὴν, τὸ ἐπεκτείνωμεν τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ καθιερώσωμεν διὰ μιᾶς τροποποιήσεως ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ Προέδρου παρατείνεται καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου. Πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ ἔθιμον. Μάλιστα καὶ αὐτὸ ἴσως θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι μία ὑπερβασία, αὐτὴ δὲ ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι παρείδομεν, ὄχι σήμερον, ἀλλὰ κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅταν λόγου χάριν ὑπεβλήθη μία τροπολογία ἀφορῶσα εἰς τὸν ἔφορον τοῦ Βουλευτηρίου, παρείδομεν αὐτὴν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ὅτι δὲν εἶναι διαρκὴς ἡ παράστασις τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ παράστασις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ πέραν τῶν 6 μηνῶν, καὶ παριδόντες αὐτὴν τὴν διάταξιν, καθωρίσαμεν τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐφόρου, καὶ μετὰ ταῦτα, παραιτούμενοι τοῦ ἐθίμου τῆς παραστάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐρχόμεθα νὰ καθιερώσωμεν καὶ τὴν παράτασιν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ.
§253ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι παράβασιν ῥητὴν θὰ ἐπράττομεν, ἐὰν ἐνομίζομεν, ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ Προέδρου λήγῃ μὲ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκλέγει τὸν Πρόεδρόν της εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης συνόδου. Μήπως ἔπαυσεν ἡ Βουλὴ νὰ ὑπάρχῃ ὅταν ἔληξαν αἱ συνεδριάσεις; ἡ Βουλὴ μὲ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου δὲν ἀποθνήσκει.
§254ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κοιμᾶται.
§255ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διακόπτει τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Μήπως ὅταν διακόψῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, θεωρεῖται ἐκλιποῦσα, ἑπομένως δὲν ἔχει καὶ Πρόεδρον; Ὁ Πρόεδρος θεωρεῖται ὡς ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος· ποία ἡ ἀνάγκη, ὅταν πρόκειται νὰ κοιμηθῇ ἡ Βουλὴ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, νὰ τῆς κόψωμεν τὸ κεφάλι; Νομίζω ὅτι δύναται νὰ κοιμηθῇ, φέρουσα τὴν κεφαλήν· εἶναι μάλιστα ἀπαραίτητον νὰ φέρῃ τὴν κεφαλὴν, ἵνα κοιμηθῇ (ἱλαρότης). Κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, μία ἀνάγκη ὑπάρχει, νὰ ὁρισθῇ πότε παύει ἡ ἐξουσία τοῦ Προέδρου, καὶ τοῦτο τὸ ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Ἅμα ἔλθῃ ἡ νέα σύνοδος, παύει ἀμέσως ἡ ἐξουσία τοῦ Προέδρου· κατὰ τὴν ἕναρξιν τῆς συνόδου προεδρεύει ὁ πρεσβύτερος. Ὥστε πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἅμα τῇ νέᾳ συνόδῳ δὲν λήγει ἡ ἀρχὴ τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ λήγει ἅμα τῇ ἐκλογῇ τοῦ Προέδρου. Κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ θεωρῶμεν ὑποχωροῦσαν τὴν θέσιν τοῦ ἐκλεχθέντος Προέδρου εἰς τὴν πρεσβυτέραν ἡλικίαν. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ ἐπεξήγησις τοῦ Συντάγματος θὰ ἦτο τὸ τιθέμενον ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἐξακολουθεῖ, ἐπεξήγησις διὰ νὰ μὴ προκύψῃ ἀμφιβολία, ἂν ὁ ὑφιστάμενος Πρόεδρος ἢ ὁ πρεσβύτερος θὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν· δὲν δύνασθε ὅμως νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ, ἅμα ἔπαυσε νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή.
§256ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἅμα παύῃ ἡ Βουλή.
§257ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ παύει; τί θὰ εἰπῇ παύει ἡ Βουλή; ἡ Βουλὴ διακόπτει τὰς ἐργασίας της, διὰ νὰ τὰς ἐπαναλάβῃ κατόπιν· τί θὰ εἰπῇ παύει; Ἡ Βουλή, ἡ ὁποία δὲν διελύθη, ὑφίσταται, ἀλλὰ δὲν ἐργάζεται, διακόπτει τὰς ἐργασίας της, τὰς διακόπτει συνταγματικῶς ἁπλῶς.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ ἐκλέγει κατὰ πᾶσαν σύνοδον...
§259ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νὰ προστεθῇ «τακτικὴν ἢ ἔκτακτον».
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά... «διὰ ψηφοδελτίων καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς μελῶν ἕνα πρόεδρον, τρεῖς ἀντιπροέδρους ἕνα κοσμήτορα καὶ τέσσαρας γραμματεῖς. Κατὰ τὴν Αʹ σύνοδον ἑκάστης περιόδου τὸ Προεδρεῖον ἐκλέγεται μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. «Τὸ Προεδρεῖον διατηρεῖ τὴν ἀρχὴν καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, καθ’ ἣν ἐξελέγη, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς ἑπομένης τακτικῆς ἢ ἐκτάκτου συνόδου».
§261ΡΑΛΛΗΣ. Δηλαδὴ δίδεται εἰς τὸν Πρόεδρον τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως ἢ τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου.
§262ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἰδοὺ διατί· διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁ παριστῶν τὴν Βουλήν, κατὰ τὸ ἄρθρον 63, ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς,
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη (ἀναγινώσκει): «Ἐν ἄρθρῳ 9, μετὰ τὴν λέξιν «ἀντιπρόεδροι» προστίθεται «ὁ κοσμήτωρ». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 ἀντικαθίσταται ἡ ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ τοῦ ἄρθρου λέξις «Προεδρείου» διὰ τῆς λέξεως «Προέδρου».
§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἁπλοῦ τυπογραφικοῦ σφάλματος, διότι τὸ ἄρθρον 12 διατάσσει, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καθῆκον ἔχει νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμὸν, νὰ δίδῃ τὸν λόγον, νὰ θέτῃ τὰ ζητήματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Προεδρεῖον, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 ἀντικατάστασις τῆς λέξεως «Προεδρείου» διὰ τῆς λέξεως «Προέδρου».)
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14 τροποποιοῦνται ὡς ἑξῆς:
§266ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει:) «Ἄρθρον 13. Ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἀγορεύῃ κατὰ τὰς συζητήσεις, εἰμὴ διὰ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα, ἢ διὰ νὰ δώσῃ ἀναγκαίας πληροφορίας, ἢ διὰ νὰ ἐπαναγάγῃ τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὸ προκείμενον ἢ τοὺς παρεκτρεπομένους εἰς τὴν τάξιν, ἢ ὅταν συζητῶνται θέματα σχετιζόμενα πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἐὰν ὁ Πρόεδρος θέλῃ νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, παραχωρεῖ τὴν ἕδραν του εἰς τὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 11 νόμιμον ἀναπληρωτὴν καὶ δὲν ἀναλαμβάνει αὐτὴν πρὶν ἢ τελειώσῃ ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος συζήτησις.»
§267ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τῆς τροπολογίας γίνεται μία προσθήκη περιστάσεων, καθ’ ἃς ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ ἀγορεύῃ. Νομίζω ὅτι, συμφώνως πρὸς τὰ κρατοῦντα ἀλλαχοῦ, πρέπει μᾶλλον νὰ περιστέλληται τοῦτο· καὶ ὑπάρχει λόγος πρακτικός. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι βεβαίως ἀπαραίτητος διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν συζητήσεων, καὶ βεβαίως συνηθέστατα συμβαίνει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀναπλήρωσις πρόχειρος καὶ κατὰ πάντα προσήκουσα, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ὑποτίθεται ὅτι ἐπαφίησιν, ἀναθέτει ἐν πολλῇ μελέτῃ εἰς πρόσωπον τῆς ἐκλογῆς της τόσῳ μέγα καθῆκον, τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν συζητήσεων αὐτῆς. Λοιπὸν ἀπέναντι τοῦ μεγάλου καθήκοντος, ἀπέναντι τῆς μεγάλης αὐτῆς ἀνάγκης, δὲν πρέπει νὰ γίνεται ματαίωσις τῆς χρησιμότητος τοῦ ἐκλεχθέντος Προέδρου, καὶ νὰ προκαλῆται νὰ λαμβάνῃ οὗτος συχνότατα τὸν λόγον καὶ νὰ ἀγορεύῃ ἀδιακόπως. Ὁ θέλων νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὰς συζητήσεις δύναται νὰ μὴ δεχθῇ τὴν προεδρίαν, δεχόμενος ὅμως, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ προσηλοῦται εἰς τὸ καθῆκον τοῦ Προέδρου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου. Κατὰ τὰ ἐν Ἀμερικῇ κρατοῦντα, ἀπαγορεύεται ἐντελῶς νὰ λαμβάνῃ ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος τὸν λόγον, καὶ οἱ Ἀμερικανοὶ βεβαίως πᾶν ἄλλο πάσχουσιν ἢ ἀποστροφὴν πρὸς τὰς ἐλευθερίας· ἐκεῖ ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ ἀγορεύσῃ, μόνον ὅταν ὑπάρχῃ εἰδικὴ περίστασις, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ ὁμιλήσῃ, ἀποβλέπουσα εἰς τὰ εἰδικὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ θέματός τινος ἔχει, ἄλλως δὲν δύναται νὰ ὁμιλῇ, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου, διὰ νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος. Ὁ ἰδικός μας Κανονισμὸς, ὡς ἔχει τὸ κείμενον, εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Βελγικοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐπέκτασις, ἡ ὁποία γίνεται, δὲν πρέπει νὰ γίνεται (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἀγορεύῃ κατὰ τὰς συζητήσεις, εἰμὴ διὰ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα, ἢ διὰ νὰ δώσῃ ἀναγκαίας πληροφορίας, ἢ διὰ νὰ ἐπαναγάγῃ τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὸ προκείμενον ἢ τοὺς παρεκτρεπομένους εἰς τὴν τάξιν...» Ἕως ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ ἀγορεύσεως τοῦ Προέδρου· ἀλλὰ παρακάτω; «ἢ ὅταν συζητῶνται θέματα σχετιζόμενα πρὸς τὸν Κανονισμόν». Ἐδῶ δύναται νὰ συμβαίνῃ τὸ ἑξῆς ἄτοπον κατὰ τὴν τροπολογίαν· ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ ἀγορεύῃ, ὅταν πρόκειται περὶ θεμάτων σχετιζομένων μὲ τὸν Κανονισμὸν, καὶ νὰ ἀγορεύῃ ἀπὸ τῆς θέσεώς του, μόνον δὲ ἂν πρόκειται «νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, παραχωρεῖ τὴν ἕδραν του κτλ.» Ἀλλὰ φαντασθῆτε, ὅτι ἐπὶ θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὸν Κανονισμὸν, τὰ ὁποῖα πολλάκις προκαλοῦν μακροτάτας συζητήσεις, ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ ἀγορεύῃ ἀπὸ τὴν θέσιν του, νὰ ἀντικρούῃ τὸν προλαλήσαντα, οὗτος νὰ ἀντικρούῃ τὸν Πρόεδρον, καὶ νὰ συνάπτηται οὕτω μία πάλη σφοδροτάτη μεταξὺ τοῦ Προέδρου, καθημένου εἰς τὴν θέσιν του καὶ ἀγορεύοντος ἐπὶ θεμάτων σχετιζομένων μὲ τὸν Κανονισμὸν, καὶ τοῦ δυστυχοῦς ἀγορεύοντος κατὰ τῶν ἰδεῶν τοῦ Προέδρου, ὁ ὁποῖος τὸν δρῶντα ἀντίδικον κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὸν ἔχει πρόεδρον καὶ δικαστήν. Νομίζω ὅτι παραδεχόμενοι τοῦτο θὰ δώσωμεν στάδιον εἰς ἀτοπήματα, ἂν προσθέσωμεν ἄνευ ἀνάγκης αὐτὴν τὴν προσθήκην εἰς τὸν Κανονισμὸν τὸν ὑπάρχοντα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Κανονισμοῦ ὡς ἔχει. Δὲν ἐπιμένω νὰ μιμηθῶμεν τοὺς Ἀμερικανοὺς, ὥστε ν’ ἀπαγορεύσωμεν ἀπολύτως εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ ἀγορεύῃ, παρ’ ὅταν προκληθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἕνεκα τῶν εἰδικῶν φώτων του, ἀλλὰ δὲν χρειάζεται καὶ νὰ ἐπεκτείνωμεν περισσότερον, παρ’ ὅσον ἐπεκτείνονται οἱ Κανονισμοὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν Βουλῶν.
§268ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδρίας τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράζηται. Δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως, οὔτε περὶ ἀναμίξεως τοῦ Προέδρου εἰς ζητήματα οὐσίας, πρόκειται περὶ δικαιωμάτων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, διὰ νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδρίας. Ἐγὼ προσέθεσα εἰς τὰς προηγουμένας διατάξεις τὰς ἑξῆς: «ἢ διὰ νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ἢ διὰ νὰ ἐπαναγάγῃ τοὺς παρεκτρεπομένους εἰς τὴν τάξιν, ἢ ὅταν συζητῶνται θέματα σχετιζόμενα πρὸς τὸν Κανονισμόν». Τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου, ὅταν πρόκειται νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τάξιν, ὑπάρχει ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἀλλὰ τὸ παρέλαβον ἐξ ἄλλου ἄρθρου καὶ τὸ ἔθεσα ἐνταῦθα· προσέθεσα τὴν ἔκφρασιν «διὰ νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας»· τοῦτο ἔπραξα, διότι ἡ πεῖρα μοὶ ὑπέδειξεν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Κοζάκης Τυπάλδος ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἀνὰ χεῖρας ἔχων τεῦχος, τὸ ὁποῖον διένειμεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἤρξατο ἀγορεύων καὶ ζητῶν πληροφορίας ἐπὶ θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν προεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ· τοῦτο δὲ συνέβαινε, διότι τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον εἶχε δημοσιεύσει καὶ πίνακας καὶ πληροφορίας ἐντελῶς ἀσχέτους πρὸς τὰ ὑπὸ συζήτησιν θέματα. Ὑπέλαβε δὲ τότε ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι πρόκειται καὶ περὶ θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων ἐπραγματεύοντο οἱ πίνακες οἱ κατατεθέντες. Ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον ἂν ἐδυνάμην νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν Βουλευτήν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἔπρεπε νὰ δώσω εἰς αὐτὸν μίαν πληροφορίαν, ὁ Κανονισμὸς ὅμως δὲν τὸ ἐπέτρεπε. Πῶς ἠθέλατε νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου; Ἐπίσης, ὅταν γεννᾶται συζήτησις περὶ ἐφαρμογῆς διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δύνασθε νὰ διϊσχυρισθῆτε, ὅτι ὁ Πρόεδρος πρέπει νὰ κατέρχηται τῆς ἕδρας καὶ νὰ ἀνέρχηται ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ νὰ ἐξηγήσῃ ποία εἶναι ἡ ἔννοια ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ. Περὶ τούτου πρόκειται. Ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Προέδρου εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς;
§269ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ποῦ. Πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν πρὸ πάντων τὴν ῥητὴν ἔκφρασιν αὐτήν, ὅτι, ὅταν συζητῶνται θέματα σχετικὰ μὲ τὸν Κανονισμόν, τότε λαμβάνει μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, καθήμενος εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, διότι θέματα τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν σφοδρὰς συζητήσεις, δύνανται νὰ φέρωσι χίλιαι δύο περιστάσεις, καθ’ ἃς ὁ Πρόεδρος χρειάζεται νὰ ἐνασκήσῃ τὴν προεδρικήν του ἐξουσίαν. Λοιπὸν εἶναι συγχρόνως τότε ὁ Πρόεδρος παλαιστὴς καὶ δικαστής· ἐνῷ αὐτὸς ἔχει κατέλθει ἤδη εἰς τὴν πάλην, ἔχει συγχρόνως καὶ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου, συζητεῖ, ἀποκρούει τὸν ἕνα, ὑποστηρίζει τὸν ἄλλον ἀγορεύοντα, καὶ διευθύνει ταὐτοχρόνως καὶ τὴν συζήτησιν, καὶ λαμβάνει μέρος εἰς αὐτήν.
§270ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον ἐννοεῖ, ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν εἶναι ἐντεταλμένος ὁ Πρόεδρος νὰ τηρῇ, ἂν γεννηθοῦν συζητήσεις περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, τότε δύναται ἀπὸ τῆς ἕδρας του νὰ ὁμιλῇ.
§271Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνησυχεῖ τὸν ἐξ Εὐρυτανίας κ. συνάδελφον, εἶναι ἡ λέξις «ἀγορεύει». Ἡ λέξις αὕτη ἐλήφθη ἐκ τοῦ ἰσχύοντος ἤδη Κανονισμοῦ. Ἡ παρατήρησίς του αὕτη νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία προσοχῆς, ἀφοῦ τὸ πρᾶγμα ἄλλως τε δύναται νὰ θεραπευθῇ δι’ ἁπλῆς ἀπαλείψεως, διότι κάλλιστα συμβιβάζονται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος ὑποστηρίζει, προτείνας τὰς τροπολογίας του, μὲ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συναδέλφου, ἂν ἡ διάταξις διατυπωθῇ οὕτω: «Ὁ Πρόεδρος δύναται κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ἐξηγῇ εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα» καὶ καθεξῆς.
§272ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Πῶς θὰ τὸ ἐξηγήσῃ ὁ Πρόεδρος; διὰ σχημάτων; Βεβαίως θὰ ὁμιλήσῃ.
§273Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅταν λέγῃ «ἀγορεύων», ἐννοεῖ ὅτι λαμβάνει τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσῃ, διαφέρει ὅμως νὰ δίδῃ ἐξηγήσεις· βεβαίως δὲ, ὅταν θὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, δὲν θὰ δώσῃ διὰ σχημάτων, θὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ διαφέρει ἡ ὁμιλία πρὸς παροχὴν ἐξηγήσεων ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν.
§274ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 13, τὸ ἰσχῦον ἤδη· ἡ λέξις «ἀγορεύει» δὲν εἰσήχθη παρ’ ἐμοῦ τὸ πρῶτον. Ὑπάρχει αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὁ δὲ Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀγορεύῃ. Οὐδὲ δύναται νὰ ὑποτεθῇ Πρόεδρος διευθύνων τὰς συνεδρίας τῆς Βουλῆς ἢ δίδων πληροφορίας ἄλλως ἢ διὰ τοῦ λόγου.
§275ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δηλαδὴ τὸ ἄρθρον εἶναι κακῶς συντεταγμένον, διότι λέγει ἐν ἀρχῇ «ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἀγορεύῃ κατὰ τὰς συζητήσεις», δύναται ὅμως, λέγει, νὰ ἀγορεύῃ διὰ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα, ἢ διὰ νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ἢ κτλ. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι «ἀγορεύειν». Ἡ λέξις αὕτη ἀτόπως τίθεται ἐν τῷ ἄρθρῳ, καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι δὲν ἔχει τὸν τόπον της, προκειμένου περὶ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ ἀναφερομένων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§276ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 14. Καθῆκον τοῦ κοσμήτορος εἶναι νὰ μεριμνᾷ, ὥστε, συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, τὸ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς προσωπικὸν νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν τεταγμένην αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Προέδρου θέσιν, ἐκτελοῦν ἀκριβῶς τὰς παρ’ αὐτοῦ δοθείσας διαταγὰς, νὰ ἐπιτηρῇ δὲ ἰδίως, ὥστε νὰ ἐκτελῶνται αἱ διαταγαὶ τοῦ Προέδρου, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 19 καὶ 88–91 τοῦ Κανονισμοῦ τούτου. Καθῆκον τῶν γραμματέων εἶναι νὰ ἐφορῶσι τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, νὰ ἀναγινώσκωσι κατὰ τὰς συνεδρίας τὰ νομοσχέδια καὶ ἄλλας πράξεις ἢ ἔγγραφα, ὅσα ἀπαιτεῖται νὰ ἀναγνωσθῶσι πρὸς τὴν Βουλὴν, ν’ ἀπαριθμῶσι δημοσίᾳ τὰς ψήφους, νὰ κρατῶσι σημείωσιν τῆς ψήφου ἑκάστου Βουλευτοῦ ἐν τῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίᾳ καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν γένει νὰ ἐκτελῶσι πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὸ γραφεῖον αὐτῆς.»
§277ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ πρακτικὰ διατὶ νὰ μὴ ἀναγινώσκωνται;
§278ΠΕΡΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει μία ἔλλειψις. Διὰ τὸν κοσμήτορα ἐγένετο ἀνωτέρω λόγος, ὅτι ἐκλέγεται μετὰ τοῦ Προέδρου, ἀντιπροέδρων καὶ γραμματέων. Διὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον τί θὰ συμβῇ;
§279ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Θὰ ἐκλεχθῇ ἐκ νέου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐρωτᾷ, διατὶ νὰ μὴ ἀναγινώσκωνται τὰ πρακτικά; Προσάγων εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον τῶν τροποποιήσεων, προσεπάθησα νὰ ἀπαλλάξω τὸν Κανονισμὸν ἀπὸ πάσης νεκρᾶς διατάξεως. Μία τῶν νεκρῶν τούτων διατάξεων εἶναι καὶ ἡ περὶ τῆς ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν. Οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι ἐγὼ, ἀφ’ ὅτου εἶμαι εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνάγνωσιν πράγματι τῶν πρακτικῶν.
§280ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τούτοις χωρὶς πρακτικὰ συνεδρίασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ.
§281ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τίς ἀκούει τοὺς γραμματεῖς ἀναγινώσκοντας;
§282ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω μάλιστα, ὅτι θὰ προκαλέσητε μεγαλειτέραν συζήτησιν, ἐὰν εἴπητε ὅτι δὲν θ’ ἀναγινώσκωνται, διότι θὰ ἔρχηται ὁ καθεὶς Βουλευτὴς, ἀναγινώσκων αὐτὰ τυπωμένα κατ’ ἰδίαν, νὰ κάμνῃ παρατηρήσεις.
§283ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τόσον λεπτὴν ἀκοὴν, ὅσον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Μολονότι κάθημαι εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καὶ ὁ Γραμματεὺς εἶναι πλησίον μου, οὐδέποτε ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ φράσεώς τινος. Αἱ παρατηρήσεις γίνονται, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ λαμβάνουσι γνῶσιν τῶν ἐντύπων πρακτικῶν, οὐχὶ δ’ ἕνεκα τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐντύπων ἐν τῇ Βουλῇ. Δύναται νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν εἶναι ἀναγκαία, ἐὰν ἡ διανομὴ τῶν ἐντύπων δὲν γίνηται ἐγκαίρως, ἀλλὰ περὶ τούτου προβλέπεται ἐν τοῖς ἑπομένοις. Νομίζω ὅτι, διαῤῥυθμιζομένης τῆς ὑπηρεσίας τῶν γραφείων, ὅπως προτείνω, οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ ἔχωσι πρὸ μεσημβρίας ἐγκαίρως εἰς τὰς οἰκίας των καὶ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τὰ πρακτικά.
§284Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀνθίσταμαι εἰς τὴν ὑποβαλλομένην τροπολογίαν, διότι, ὅσον καὶ ἂν δὲν ἐκτελῶνται αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς πρέπει,—καὶ πράγματι ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν δὲν γίνεται προσηκόντως—πάντοτε ὅμως δίδεται ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ὅπως ὁ ἐνδιαφερόμενος λάβῃ τὸν καιρὸν νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ εἷς ἄλλος λόγος· πολλάκις ἕνεκα ἐκτάκτου ἀνάγκης γίνεται ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν ἐν τῇ ἰδίᾳ συνεδριάσει· τί θέλετε τότε νὰ γείνῃ;
§285ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Περὶ τούτου προβλέπεται.
§286Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν πρέπει νὰ γίνηται, καὶ νὰ γίνηται καὶ τακτικῶς· τίς λέγει εἰς τοὺς κυρίους Γραμματεῖς νὰ μὴ τὰ ἀναγινώσκωσιν ὅπως πρέπει;
§287ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ συνεδρίασις κοινοβουλευτικὴ χωρὶς νὰ ἀναγινώσκωνται πρακτικά.
§288ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Πολὺ καλά, παραδέχομαι. Νὰ διορθωθῇ λοιπὸν οὕτω τὸ ἄρθρον· μετὰ τὴν λέξιν «ἀναγινώσκωσι» νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «αὐτὰ», μετὰ δὲ τὴν λέξιν «συνεδρίας» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ὡς καὶ», ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ τῆς δευτέρας παραγράφου.
§289ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος, διατὶ διέγραψεν ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν μίαν ἐργασίαν τῶν Γραμματέων, ὄχι πολὺ βαρεῖαν, νὰ καταγράφωσι τὰ ὀνόματα τῶν ζητούντων τὸν λόγον;
§290ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οἱ Γραμματεῖς σπανίως παρίστανται ἐπὶ τοῦ Προεδρείου, καὶ διότι ἐν τῇ πράξει ὁ Πρόεδρος τηρεῖ τὸν κατάλογον τῶν ὀνομάτων τῶν ζητούντων τὸν λόγον, ἡ δὲ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι τόσον σπουδαία καὶ τόσον συνδέεται πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου, ὥστε οὐδεὶς Πρόεδρος δύναται νὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος νὰ ἐγγράφῃ μόνος τὰ ὀνόματα τῶν ζητούντων τὸν λόγον.
§291ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σημειωτέον δέ, ὅτι τοῦτο, τοῦ ὁποίου τὴν ἔλλειψιν παρετήρησα, ὑπάρχει εἰς τοὺς Κανονισμοὺς καὶ ἄλλων Κρατῶν, τοῦ Βελγίου, τῆς Γερμανίας κλπ. Οἱ Γραμματεῖς κρατοῦσι τὸν κατάλογον τῶν ὀνομάτων τῶν ζητούντων τὸν λόγον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροποποιήθη ἀνωτέρω).
§292ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι τώρα πρέπει νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;—διότι θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπαρτίας, καὶ εἶναι σπουδαῖον τοῦτο.
§293Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, διότι νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν εἰς τὸν Κανονισμὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ τροποποίησις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας. Τὸ ζήτημα θεωρῶ σπουδαιότατον, καὶ νομίζω καλὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις περὶ τούτου δι’ αὔριον, διότι καὶ πολλοὶ θὰ λάβωσι τὸν λόγον, καὶ δίκαιον καὶ ὅσιον εἶναι νὰ ἐπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνδέεται στενώτατα μὲ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ πολιτεύματος.
§294ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.