Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΔ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 7

1896.01.31

2.080 στίχοι · 16.772 λέξεις · 71 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1896.01.31
Προεδρεία
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
ΙΔ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1896)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7

Τῆς 31 Ἰανουαρίου 1896.

(Τετάρτη)

Ὥρα 4 μ. μ.

Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1896 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου 1896. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 41). Ὁ κτηματικὸς καὶ ἐμπορικὸς Σύλλογος Πύργου διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα σωστικὰ διὰ τὴν σταφίδα. Ὁ Δημήτριος Χρυσοβέργης παραπονεῖται, ὅτι ὁ μοίραρχος Μεσσηνίας δὲν καταδιώκει τοὺς φονεῖς τοῦ ἀδελφοῦ του. Ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Πυλίων παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ἵνα ψηφίσῃ νόμον περὶ παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος διὰ τὸ 1896. Αἱ ἀδελφαὶ τοῦ μακαρίτου Ρόκου Χοϊδᾶ, ἄλλοτε βουλευτοῦ, ζητοῦσι παρὰ τῆς Βουλῆς χρηματικὸν βοήθημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.

§2Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Μεθ’ ὅσα ἐῤῥήθησαν κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, τῶν παρασκευασθέντων ἵνα ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, σήμερον ὀλίγα τινὰ ἔχω νὰ προσθέσω, εἰσάγων νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, συνοδευόμενον καὶ ὑπὸ δικαιολογητικῆς εἰσαγωγικῆς ἐκθέσεως. Ὡς γινώσκετε, κύριοι Βουλευταί, ἡ μέση ἐκπαίδευσις χωλαίνει· πολλάκις ἀνωμολογήθη τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ πολλάκις ἐξηνέχθη ἡ γνώμη, ὅτι χρεία νὰ ἐπέλθῃ διὰ νομοθετικῆς προνοίας βελτίωσίς τις ὀργανιστική, ὅπως ἀνακύψῃ ἀπὸ τῶν ἀτελειῶν τούτων ἡ μέση ἐκπαίδευσις. Αἱ ἀτέλειαι τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως δύνανται ἀπὸ δύο σημείων νὰ διασκοπηθῶσιν· ἡ μὲν μία προέρχεται ἐκ κοινωνικῶν μᾶλλον λόγων, ἤτοι ἐκ τῆς πληθώρας τῶν ἀτελῶν προϊόντων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ δὲν εἶναι ἀτέλεια αὐτῆς καθ’ ἑαυτήν, ἀλλ’ εἶναι ἐξωτερικὴ τρόπον τινὰ πλημμέλεια, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῆς νομοθεσίας τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐνιαυτῶν· αἱ δὲ ἄλλαι ἀτέλειαι, ἢ πλημμέλειαι, ἢ ἐλλείψεις, προέρχονται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὀργανισμοῦ, ἐξ αὐτῆς τῆς νομοθεσίας τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ὡς γινώσκετε, τὸ Κράτος καὶ οἱ δῆμοι ἢ κοινότητες συντηροῦσι 40 ὅλα Γυμνάσια. Ἡ ἀναλογία τούτων ὡς πρὸς τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους εἶναι ὀλεθρία ἀληθῶς. Οὐδαμοῦ ἴσως τῆς Εὐρώπης, εἰς οὐδὲν Εὐρωπαϊκὸν Κράτος, καὶ ἐκ τῶν τὰ μάλιστα προηγμένων εἰς τὸν πολιτισμόν, δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ τοιαύτην καταπληκτικὴν ἀναλογίαν τῶν παιδευτηρίων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τηλικαύτην πληθώραν ἢ περίσσειαν σχολείων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἰδίως τῶν Γυμνασίων, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ἀλογίστου καὶ παρὰ τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας πληθύος αὐτῶν. Ἡ ἀναλογία εἶναι ἀπελπιστική, καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν στατιστικήν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν μελέτην τῶν σχολικῶν νόμων ἄλλων ἐπικρατειῶν, ἵνα πληροφορηθῶμεν περὶ τῶν δυσαρέστων συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ τοιουτοτρόπως, ἐπιβλαβῶς, δύναταί τις εἰπεῖν, ἐξελιχθεῖσα μέση ἐκπαίδευσις ἐν τῷ ἡμετέρῳ Βασιλείῳ. Ἡ πληθώρα καὶ ὁ συνωστισμὸς τῶν τρεπομένων ἐπὶ τὰς ἐπιστήμας καὶ ἡ πληθὺς ἡ μεγίστη, ἐξικνουμένη μέχρι 3–4 χιλιάδων φοιτητῶν, οἵτινες σημειοῦνται κατ’ ἔτος ὅτι συνέρχονται, μαρτυρεῖ, ὅτι τὸ κοινωνικὸν σῶμα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς συντήρησιν τοσούτων ἑκατοστύων ἐπιστημόνων κατ’ ἔτος, ἐξερχομένων πτυχιούχων ἐν ταῖς διαφόροις ἐπιστήμαις. Βεβαίως ἡ κατάστασις αὕτη προῆλθεν ἐκ τῆς πληθύος τῶν Γυμνασίων, ὧν τὰ πλεῖστα συνέστησαν διὰ λόγους ἐκλογικοὺς—ἃς τὸ ὁμολογήσωμεν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνστίκτως, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνστίκτως διετήρησε καὶ κατὰ τοὺς παγεροὺς τῆς δουλείας χρόνους μυστηριωδῶς τρόπον τινὰ τὴν ἀνάτασιν τῶν ἐλπίδων του εἰς τὰ γράμματα. Ἐν αὐτῇ τῇ δουλείᾳ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπίστευεν ὅτι διὰ τῶν γραμμάτων ἤθελεν ἀναγεννηθῆ καὶ ἤθελε ζήσει. Τοιαύτην ὁρμὴν εἶχε πρὸς τὰ γράμματα τὸ ἔθνος καὶ κατὰ τοὺς καιροὺς τῆς δουλείας, καὶ μετὰ τὴν ἀναγέννησίν του εὐθὺς ἔσπευσε πρὸς τὰ γράμματα. Αὐτοὶ οἱ γίγαντες τοῦ 1821, οἱ παραδόντες ἡμῖν τὴν χώραν ἐλευθέραν, ἀπαίδευτοι ὄντες, ἔτειναν τὰς χεῖρας πρὸς τὰ γράμματα, ἔσπευσαν νὰ θεμελιώσωσι Πανεπιστήμιον, νὰ παρασκευάσωσιν ἐπιστήμονας, νὰ ἐπαναφέρωσι τὰς ἐκπατρισθείσας Μούσας, τὰς φυγαδευθείσας ἐπιστήμας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὴ ἡ ὁρμὴ λοιπόν, λέγω, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν, ἀπέβη κατὰ τὴν ἐξέλιξιν αὐτῆς ἐντελῶς ὀλεθρία· δὲν ἔτυχε τῆς δεούσης κυβερνητικῆς ποδηγετήσεως καὶ τῆς λελογισμένης προνοίας τῆς προσηκούσης, ὅπως λάβῃ τὴν προσήκουσαν ῥοπὴν καὶ τροπήν, ἀλλ’ ἀφεθεῖσα ὅλως διόλου ἀχαλίνωτος καὶ ἐλευθέρα, καὶ ἐνισχυθεῖσα μάλιστα,—διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους πάντες γινώσκομεν,—διὰ τῆς συστάσεως πολυπληθῶν Γυμνασίων, ἔλαβε τοιαύτην τινὰ ἐξέλιξιν, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν κοινωνίαν εἰς ἀπελπισμόν. Πολλαί, πλεῖσται οἰκογένειαι πωλοῦσι τὴν ἄμπελόν των, τὸν βοῦν των, στεροῦσι τὰ τέκνα των τὰ λοιπὰ τοῦ ἄρτου, ἵνα ἀποστείλωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἕνα ἢ δύο νέους, ἄνευ ἐλπίδος πλέον, διότι καὶ τὸ δικηγορικὸν στάδιον καὶ τὸ δικαστικὸν καὶ τὸ διδασκαλικὸν καὶ τὸ διοικητικὸν καὶ πάντα τὰ πνευματικὰ στάδια ὑπερεπληρώθησαν. Ἀνάγκη λοιπόν, ἀπὸ τοιαύτης ἐπόψεως κρίνουσα ἡ Κυβέρνησις καὶ μετ’ αὐτῆς ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος, νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα· καὶ νομίζομεν ὅτι ἠδυνήθημεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ἵνα τὴν ἔμφυτον ταύτην ῥοπὴν τοῦ λαοῦ πρὸς τὰς θεωρητικὰς ἐπιστήμας ἀνακόψωμεν ὀλίγον, καὶ τρέψωμεν αὐτὴν ἐπὶ ἄλλα ἔργα τοῦ βίου, πρακτικώτερα καὶ πλούτου παρεκτικώτερα, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἀνακούφισις. Κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, τοιοῦτον μέτρον προβάλλομεν διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου σήμερον νομοσχεδίου. Τινὰ τῶν Γυμνασίων, τὰ πλεῖστα ἢ τὰ ὀλιγώτερα, κατὰ τὴν ἐκδηλωθησομένην ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐπιθυμίαν, τὰ τρέπομεν εἰς πρακτικὰ Γυμνάσια, ἐν οἷς σώζεται μὲν ἡ κλασικὴ παίδευσις εἰς βαθμὸν ὥστε νὰ μὴ χάσῃ τὸν βαθμὸν τῆς μορφώσεως χαρακτῆρος ὁ Ἑλληνόπαις, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐνισχύονται αἱ φυσικομαθηματικαὶ γνώσεις, διδασκόμεναι ὑπὸ τριῶν καθηγητῶν, καὶ αἱ ξέναι, ὑπὸ δύο καθηγητῶν, καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον θέλετε ἴδει ὁποίαν πρόνοιαν ἠδυνήθημεν νὰ λάβωμεν. Καταλείπων τὸ θέμα τοῦτο, εἰσέρχομαι εἰς τὰς ἀτελείας τὰς προερχομένας ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐσωτερικοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Γυμνασίων. Αἱ ἀτέλειαι αὗται προέρχονται, Κύριοι, ἰδίως ἐκ τῆς μὴ προσηκούσης προπαρασκευῆς, καὶ ἰδίως περὶ τὰ παιδαγωγικὰ μαθήματα, πρὸς τὴν ἀνωτέραν διδασκαλίαν, τὴν γυμνασιακὴν, τῶν ἀναλαμβανόντων τὸ ἀξίωμα τοῦ καθηγητοῦ διδακτόρων τοῦ Πανεπιστημίου. Εὐθὺς ὡς ὁ διδάκτωρ ὁ νεαρὸς ἀφήσῃ τὰ ἑδώλια τοῦ Πανεπιστημίου, ἄνευ πρακτικῆς ἀσκήσεως καὶ δοκιμασίας καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς, εἰσέρχεται εἰς τὴν διδασκαλίαν ἀνωτέρων τάξεων τοῦ Γυμνασίου. Εἰς οὐδὲν Κράτος, οὔτε εἰς αὐτὴν τὴν Γερμανίαν, τῆς ὁποίας τὰ κλασικὰ Γυμνάσια καὶ τὰ Πανεπιστήμια κρίνονται ὡς τὰ ἐξόχως ἄριστα, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα ἀπόφοιτον τῆς Σχολῆς τῆς Φιλοσοφικῆς τοῦ Βερολίνου, ἢ ἄλλου τινὸς Γερμανικοῦ Πανεπιστημίου, νὰ εἰσέλθῃ ἀμέσως καὶ ἀναλάβῃ διδασκαλίαν καθηγητοῦ τοῦ Γυμνασίου, ἀλλὰ προαπαιτεῖται προάσκησις ἱκανὴ, ἐξετάσεις, ἐξάσκησις, καὶ μετὰ δοκιμασίας τοιαύτας καὶ μετὰ ἔτη ὁ κρινόμενος ἄξιος καὶ εὐδοκιμῶν λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ καθηγητοῦ. Παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησε τὸ ἐναντίον, διότι ἐσπεύσαμεν νὰ συστήσωμεν πολλὰ Γυμνάσια ἄνευ ἱκανοῦ προσωπικοῦ, δι’ ἔλλειψιν προνοίας καὶ διότι δὲν ἐλήφθη ἐξ ἀρχῆς πρόνοια, ὅπως οἱ διδάκτορες τύχωσι προπαρασκευαστικῆς διδασκαλίας καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἐν τῇ πρακτικῇ διδασκαλίᾳ, καὶ μετὰ χρόνου πάροδον, δοκιμαζόμενοι ἐν διδασκαλίᾳ κατωτέρων παιδευτηρίων, καὶ μετὰ γνωμοδότησιν ἁρμοδίων ἀνδρῶν, δυναμένων νὰ κρίνωσι, νὰ προάγωνται εἰς καθηγητάς. Λοιπὸν τὴν ἔλλειψιν ταύτην διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐσπεύσαμεν νὰ θεραπεύσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων, καθ’ ὅσον ἠδυνάμεθα. Οἱ διδάκτορες, ἐξερχόμενοι, καὶ ἄριστα ἂν φέρωσι βαθμὸν, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀσκηθῶσιν ἐπὶ ἑξάμηνον, μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ πτυχίου, εἰς φροντιστήρια τῆς παιδαγωγικῆς καὶ διδακτικῆς, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ καθηγητοῦ τῆς Φιλοσοφίας, νὰ ἀσκηθῶσιν ἐν προτύποις σχολείοις ἐν Ἀθήναις, μετὰ τὴν ἄσκησιν δ’ αὐτῶν θὰ δίδωσιν ἐξετάσεις, καὶ εὐδοκιμοῦντες θὰ διορίζωνται ἑλληνοδιδάσκαλοι, καὶ μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρόνου, εὐδοκιμοῦντες ἐκεῖ, δύνανται νὰ προαχθῶσιν εἰς καθηγητάς. Λοιπὸν διὰ τῶν διατάξεων τούτων καὶ τὴν παιδαγωγικὴν διδασκαλίαν διατάσσομεν εἰς τοὺς καθηγητὰς, ἧς στεροῦνται παντελῶς, καὶ ἄσκησιν πρακτικὴν διατάσσομεν ἐν προτύποις σχολείοις. Ἑτέρα δὲ καὶ σπουδαιοτάτη ἔλλειψις, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει πᾶσαν τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν σχολείων, εἶναι ἡ ἔλλειψις παντελοῦς ἐπιθεωρήσεως. Τὰ Γυμνάσια ὡς καὶ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ τὰ δημοτικά, εἰς τὰ ὁποῖα δαπανᾷ τὸ Κράτος περὶ τὰ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, καὶ ἐν οἷς διδάσκουσι διδάσκαλοι πλείονες τῶν τεσάρων χιλιάδων, λειτουργοῦσι μένοντα ἐντελῶς ἄνευ ἐπιθεωρήσεως, καὶ παρουσιάζουσι μοναδικὸν φαινόμενον, ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς λοιποὺς κλάδους. Παραδόξως τὰ τελωνεῖα, ὁ στρατὸς, ἡ διοίκησις, αἱ νομαρχίαι, αἱ εἰσαγγελίαι, τὰ συμβολαιογραφεῖα, πάντες οἱ κλάδοι τῆς διοικήσεως κεῖνται ὑπὸ ἐπίβλεψιν, ὑπὸ ἐπιθεώρησιν τακτικήν. Διὰ τὰ σχολεῖα ἐκρίθη τοῦτο περιττόν. Οἱ ἐργάται αὐτοὶ οἱ πνευματικοὶ, εἰς οὓς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἀνατροφὴ τῆς Ἑλληνίδος νεότητος, ἐργάζονται μυστηριωδῶς, χωρὶς οὐδὲν νὰ ἐπιβλέπῃ ὄμμα, ἂν ἐργάζωνται καλῶς ἢ κακῶς, ἂν ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, ἂν γινώσκωσι νὰ τὸ ἐκπληρῶσι. Δι’ ὅλας των τὰς παρεκτροπὰς, τὰς παραβάσεις, οὐδεμία πρόνοια! Παραμένουσι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἀμελοῦντες, ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Ἰούλιος ἢ ὁ Αὔγουστος, φροντίζομεν περὶ τῆς τοποθετήσεως αὐτῶν, καὶ ἀφήνομεν αὐτοὺς εἰς τὴν διάκρισιν, ἂν θέλωσι νὰ ἐργάζωνται ἢ ὄχι. Λοιπὸν, ἐπειδὴ ἐλήφθη διὰ τοῦ κατὰ τὸ θέρος ψηφισθέντος νόμου ἡ δέουσα πρόνοια περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δημοτικῶν καὶ ἑλληνικῶν σχολείων καὶ ἐποπτείας αὐτῶν, διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἐλπίζω ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνεύρωμεν τρόπον, κανονίζοντα τὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν Γυμνασίων. Ἐξεπονήσαμεν σχέδιον ἐκ τῶν ἐνόντων, καὶ ἀνεθήκαμεν τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν Γυμνασίων εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν, καθ’ ὃν τρόπον θέλετε ἴδει ἐν τοῖς καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον ἀναλυτικῶς νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, λαμβάνω δὲ τὴν τιμὴν νὰ καθυποβάλω πρὸς αὐτὴν τὸν ὀργανισμὸν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὴν Βουλὴν, ἀναγνωρίζουσαι, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, τὸ κατεπεῖγον καὶ ἀναγκαιότατον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ παρόντος ὀργανισμοῦ, νὰ παράσχωσιν ἡμῖν συνδρομὴν, ὥστε τάχιστα νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Προαναγγέλλω δὲ, ὅτι διὰ πᾶν ὅ,τι ἤθελεν εὑρεθῆ ἢ πλημμελὲς ἢ ἀτελὲς ἢ δυνάμενον καλλίτερον νὰ διορθωθῇ,—διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅτι εἶναι ἀλάθητος,—εὐγνωμόνως θέλω ἀποδεχθῆ τὰς παρατηρήσεις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν πρὸς πᾶσαν ἐπὶ τὰ βελτίω τροποποίησιν. Εἶναι δὲ τυπωμένος ἤδη ὁ ὀργανισμὸς οὗτος, καὶ ἴσως αὔριον θέλει διανεμηθῆ.

§3Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, συνταχθεὶς ἐν παρῳχημένῃ ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἄλλαι ἐδέσποζον ἀρχαὶ, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετάβασιν αὐτοῦ ἐκ τῆς ἐν εἰρήνῃ καταστάσεως εἰς τὴν ἐμπόλεμον, ἥτις, ὡς ἔχει νῦν ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἄνευ ἀπωλείας πάσης συνοχῆς καὶ δαπάνης μεγάλης χρόνου. Πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη παρεδέχθησαν ὡς βάσιν τοῦ στρατιωτικοῦ αὐτῶν ὀργανισμοῦ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ ἐν εἰρήνῃ στρατὸς πρέπει νὰ ἦναι ὠργανωμένος καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὁ ἐν πολέμῳ, διότι τοιουτοτρόπως, διὰ τῆς ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως προσελεύσεως τῶν ἐπιστράτων, τοῦ στρατοῦ καθισταμένου πολυαριθμοτέρου, δύναται νὰ μεταφερθῇ ἐπὶ τοῦ θεάτρου τοῦ πολέμου ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερος ἀριθμὸς μαχητῶν. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς φρονῶ, παρόμοιον ὀργανισμὸν πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ὁ ἡμέτερος στρατὸς, ἀνέθηκα εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου νὰ συντάξῃ τοιοῦτον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ῥηθεισῶν ἀρχῶν. Ὑποβάλλω συνεπῶς εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ γενικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Περὶ συνθέσεως τοῦ ἐν εἰρήνῃ μονίμου στρατοῦ, μετὰ τῶν σχετικῶν πινάκων. Περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν καὶ διορισμῶν εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοὺς ἐν τῷ μονίμῳ κατὰ γῆν στρατῷ, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Περὶ ὁρίου ἡλικίας ἐν τοῖς διαφόροις βαθμοῖς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῷ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Περὶ συμπληρώσεως τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς διὰ προβιβασμοῦ, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Περὶ ἐφεδρείας τοῦ μονίμου κατὰ γῆν στρατοῦ. Περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ΑΦΚΗʹ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ἐπίσης δὲ καὶ τὰ ἑξῆς. Περὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΑΩΠΗʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890 περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ΑΦΠΔʹ νόμου τοῦ 1887 περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς ἀποστρατευομένους ἀξιωματικοὺς κλπ. καὶ περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ϞΑʹ νόμου τοῦ 1864 περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ συντάξεων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης νόμων, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Περὶ τροποποιήσεως καὶ καταργήσεως ἄρθρων τινῶν ἐκ τῶν τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διεπόντων νόμων, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Καὶ τέλος Περὶ τροποποιήσεως τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ ΑΧΚΗʹ τοῦ 1887 νόμου περὶ ἀποζημιώσεως ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 45–54). Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτιθέμενος νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ πρὸς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν εἰς σπουδαῖον ζήτημα ἐθνικὸν, ἔκρινα προσῆκον νὰ προαναγγείλω τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην καὶ νὰ μὴ προβῶ εἰς ὑποβολὴν αὐτῆς ἀμέσως, ἵνα ἡ Κυβέρνησις δυνηθῇ νὰ εὑρεθῇ ἑτοίμη πρὸς ἀπάντησιν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑποβολῆς αὐτῆς. Αὔριον λοιπὸν θέλω ἐπερωτήσει τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης, περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἐν τῇ Νήσῳ ὑπαρχούσης καὶ περὶ τῆς ἐν αὐτῇ ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§7ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔλαβον ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀταλάντης διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, προωρισμένην ὅμως κυρίως διὰ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ κάτοικοι Ἀταλάντης παραπονοῦνται δι’ αὐτῆς, ὅτι, εἰ καὶ ἀνετράπησαν ἢ κατέστησαν ἀκατοίκητοι πᾶσαι αἱ οἰκίαι αὐτῶν, — τουθ’ ὅπερ ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Λοκρίδος, ἰδίᾳ ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης καὶ ἐν τῷ δήμῳ Δαφνησίων, — ἐνῷ δηλ. ἐξέλιπε τὸ φορολογήσιμον ἀντικείμενον, ἐνῷ αὐτοὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ διάγουσιν ἀκόμη ἐν παραπήγμασι ξυλίνοις, ἐκτεθειμένοι εἰς τὸν καύσωνα τοῦ θέρους καὶ εἰς τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνος, οὐδὲν ἧττον ὁ ἐν Ἀταλάντῃ οἰκονομικὸς ἔφορος ἀντέγραψεν ἁπλούστατα ἐφέτος τὸν κατάλογον τῶν φορολογητέων οἰκοδομῶν τοῦ ἔτους 1893, καὶ ἀπαιτεῖ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ φορολογηθῶσιν οἰκίαι ἀνύπαρκτοι ἢ μὴ δυνάμεναι πλέον νὰ κατοικηθῶσιν. Ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν του ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπάλληλος τὰ ἐρείπια τῆς Ἀταλάντης, γινώσκει δὲ τὴν καταστροφὴν, τὴν ἐπελθοῦσαν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, καὶ ὅμως, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, ἠθέλησε νὰ ἀντιγράψῃ ἁπλῶς τὸν κατάλογον τοῦ 1893. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἄδικον, ὅσῳ οἱ παθόντες ἐκ τοῦ σεισμοῦ συμπολῖταί μου δὲν ἔτυχον ἀληθοῦς συνδρομῆς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε ἴσως, Κύριοι, ἐδημοσιεύθη τότε διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγοῦντο 200,000 δραχ. ἔκτακτος πίστωσις ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ σεισμοῦ ἐν Λοκρίδι καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις περιοίκοις ἐπαρχίαις, ἀλλὰ τὰ χρήματα ταῦτα ἐδόθησαν διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς, διὰ νὰ ὑπεξαιρεθῶσι παρ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἄλλης χειρὸς περὶ τὰς 500,000 δρ. ἐκ τῶν ἐράνων τῶν γενομένων ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκεῖ....

§8ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ποίας Κυβερνήσεως;

§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τῆς προτέρας.... Δὲν ἔτυχον οὐδεμιᾶς φορολογικῆς ἀνακουφίσεως τότε. Τοὐναντίον ἐξηκολούθησεν ἀπηνὴς ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς καταστροφῆς καὶ τῶν ἐρειπίων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἀσπλαγχνία, ἀλλὰ αὐτὸ τοῦτο ἐμπαιγμὸς πρὸς τὴν δυστυχίαν των, νὰ θέλωσιν ἐπὶ τῶν σεισμοπαθῶν νὰ φορολογήσωσι καὶ ἀνυπάρκτους οἰκίας. Διὸ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, —καὶ πιστεύω εἰς τοῦτο νὰ συγκατανεύσῃ καὶ ἡ Βουλὴ—ὅπως ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Ἀταλάντης διαβιβασθῇ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐξετάσῃ οὗτος τὸ πρᾶγμα, καὶ ἂν εὕρῃ αὐτὸ οὕτως ἔχον, νὰ σπεύσῃ καὶ διοικητικῶς, εἰ δυνατόν, νὰ προλάβῃ τὸ κακὸν, ἐν ἀνάγκῃ δὲ νὰ φέρῃ καὶ νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μόλις νῦν δύνανται νὰ ἀνεγείρωσι καλύβας, ἀπαλλαγῶσιν ἐπὶ τρία τοὐλάχιστον ἔτη τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Ἐλπίζω ὅτι τὴν σύστασιν ταύτην θὰ εὕρῃ δικαιοτάτην ἡ Βουλὴ, καὶ θέλει εὐχηθῆ καὶ αὕτη, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημά τι, τὸ ὁποῖον ἔλαβον χθὲς τὸ ἑσπέρας. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Γαμβρόν μου Καλίγκον συνέλαβον ἀστυνομικοί, καίτοι βόσκοντα ποίμνιον ἐντὸς γαιῶν μας, καὶ ἐκακοποίησαν, ὡς δῆθεν βόσκοντα αὐτὰ εἰς ἀπηγορευμένην θέσιν. «Ἰωάννης Ἀγγελῆ ἢ Μοῦρτος.»

§10Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σύντομος διαδικασία!

§11ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα οὗτος ζητήσῃ λόγον περὶ τῶν ἐκεῖ συμβάντων. Τὸ ὑπογράφει ὁ Ἰωάννης Ἀγγελῆ ἢ Μοῦρτος, ὁ πλουσιώτατος τῆς ἐπαρχίας μου. Κέκτηται γαίας ἐν τῇ πεδιάδι τῆς Ἀταλάντης 2½ χιλιάδας στρεμμάτων· εἶναι ἐντιμότατος καὶ ἄξιος πάσης πίστεως. Βεβαίως θὰ συνέβη κανὲν ἀπὸ τὰ λάθη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας συμβαίνουσιν· ὅταν δὲν ἔχουν τί νὰ κάμουν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, συλλαμβάνουσι ζῶα καὶ εἰς μέρη μὴ ἀπηγορευμένα, διὰ νὰ λάβωσι σύλληπτρα. Εἶναι μία μάστιξ αὐτὴ, ἡ ὁποία ἀπαντᾷ πανταχοῦ. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συνέβη καὶ ἐκεῖ.

§12ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παντοῦ συμβαίνουν αὐτά.

§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ συμβαίνουν ἕνεκα τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως ἐπιθεωρητῶν.

§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πρότυπα.

§15ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Συμβαίνουν, διότι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι κακοηθέστατος.

§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρό τινος χρόνου δύο τῶν ἀστυνομικῶν τούτων ὀργάνων, μεθυσθέντες ἐν Ἀταλάντῃ, καὶ ἐν κραιπάλῃ διατελοῦντες, ἐξιφούλκησαν κατὰ τῶν πολιτῶν, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔδειραν καὶ αὐτὸν τὸν δημαρχεύοντα πάρεδρον, μικροῦ δεῖν δ’ ἐπήρχετο ῥῆξις, διότι οἱ πολῖται ἔλαβον τὰ ὅπλα, καὶ ἐὰν δὲν ἐπρόφθανεν ὁ ἀστυνόμος, θὰ ἐπήρχετο μεγάλη ῥῆξις. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει τοιοῦτον προηγούμενον, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω δυσπιστίαν διὰ τὴν καταγγελίαν, τὴν ὁποίαν τόσον ἔντιμος πολίτης, οἷος ὁ ἀναφερόμενος, καταγγέλλει. Θὰ παρακαλέσω, ὅπως τὸ τηλεγράφημα τοῦτο δοθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δεόντων.

§17ΒΑΡΖΕΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ πέρυσιν ὑπέβαλεν, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη, περὶ ἀτελείας τῶν εἰσαγομένων προϊόντων εἰς τὴν χώραν τῆς Ἄρτης ἐκ τῶν κτημάτων τῶν μεινάντων ἐν τῇ Τουρκικῇ ἐπικρατείᾳ. Τὸ νομοσχέδιον ψηφιζόμενον θὰ δώσῃ ποιάν τινα ζωὴν εἰς τὸν τόπον, εὑρισκόμενον ἐν οἰκονομικῇ καχεξίᾳ, ἀφ’ ὅτου τὰ νέα ὅρια μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἀφῆκαν ἐν τῇ ὁμόρῳ ἐπικρατείᾳ τὰ παραγωγικώτερα τῶν κτημάτων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ βραδύνῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μὴ συμβῇ ὅ,τι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅτε ὑποβληθὲν δὲν ἐψηφίσθη, διότι εἰσήχθη κατὰ τὸ τέλος τῆς συνόδου.

§18Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀποστρατευομένων συνταγματαρχῶν, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει προϋπάρχοντα νόμον, νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἀφορᾷ τοῦτο καὶ τοὺς πλοιάρχους· διότι δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ οὐχὶ καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς θαλάσσης.

§19ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐζήτησα τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀνάλογος χρόνος πρὸς ὑποβολὴν νομοσχεδίου, καὶ ὅτι τὴν ἐλευσομένην σύνοδον (ἐννοῶν τὴν ἄρτι ἀρξαμένην) θέλει εἰσαγάγει τοιοῦτον. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οἱ συνεπαρχιῶταί μου, ὡς καὶ ἄλλοι ἐπαρχιῶται, ἐνόμιζον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε συνέλθει κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ καταργήσει τὸν νόμον αὐτὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδήλωσαν τοὺς οἴνους αὐτῶν, καὶ ἕνεκα τούτου συνέβησαν πολλὰ τὰ ἔκτροπα... Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἄδικος, διότι, ἐνῷ τὸ γλεῦκος πωλεῖται πρὸς 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ὁ οἶνος φορολογεῖται πρὸς 2½. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, καταργοῦν τὸν νόμον τοῦτον· ἄλλως εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως εἰσαγάγω πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως αὐτοῦ, διότι εἶναι ἄδικος φόρος, ὡς καὶ ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ, καθόσον, ἐνῷ ὁ πολίτης ἡσυχάζει ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, αἴφνης εἰσέρχεται ὁλόκληρος σπεῖρα εἰς αὐτὸν καὶ ἀνερευνᾷ ὁλόκληρον τὸν οἶκον αὐτοῦ, ἕνεκα δὲ τούτου εἰς τὴν Μεσσήνην ὡς καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἐστασίασαν οἱ οἰνοπαραγωγοὶ κατὰ τῶν ἀρχῶν καὶ ἐνοικιαστῶν, καὶ διὰ τοῦτο κατηγγέλθησαν καὶ πρόκειται νὰ τιμωρηθῶσι.

§20ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἤδη, ὅτε εἰσήχθη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς ἐπιλοχίας τοῦ πεζικοῦ, συμφώνως πρὸς τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἐκέκτηντο κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, τοῦ νὰ δικαιῶνται μετὰ ἐξετάσεις νὰ προβιβάζωνται, ἵνα καταλαμβάνωσι τὰς θέσεις τῶν εὐεργετικῶν ἀνθυπασπιστῶν. Κατὰ τὸν Μάϊον π. ἔ., ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐγένοντο προβιβασμοὶ ἐπιλοχιῶν εἰς ἀνθυπασπιστὰς εἰς τὸ ὑλικὸν πυροβολικὸν καὶ τὸ μηχανικὸν, βραδύτερον δὲ, ἐπὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, προεβιβάσθη εἷς παραλειφθεὶς ἐπιλοχίας τοῦ μηχανικοῦ, καὶ μόνον εἰς τὸ πεζικὸν οὐδεὶς ἐγένετο. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, συνειδὼς τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τοὺς ἐπιλοχίας τοῦ πεζικοῦ, ὑπέβαλε διάταγμα προβιβασμοῦ τοιούτων, ἀλλ’ ἄγνωστον διατὶ, τοῦτο δὲν ἐδημοσιεύθη μέχρι τοῦδε. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς ταχεῖαν περάτωσιν τῆς ὑποθέσεως. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ, τὸν ταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ κ. Παναγιώτην Καράμπελαν, ὅστις συνετέλεσεν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς λῃστρικῆς συμμορίας τοῦ Τσουλῆ, διοικῶν κατὰ τὴν συμπλοκὴν ὁλόκληρον τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν. Ἐνεργηθεισῶν μετὰ τὴν ἐξόντωσιν τῆς συμμορίας ἀνακρίσεων, ἀπενεμήθη εἰς τὸν ταγματάρχην αὐτὸν μόνον ἔπαινος, ὡς καὶ εἰς τοὺς ἁπλοῦς ὁπλίτας, ἐνῷ προεβιβάσθη μὲν εἰς ἀνθυπασπιστὴν εἷς ὑπαξιωματικὸς, ἠμείφθησαν δ’ ἄλλοι πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, οἵτινες ἐθεωρήθησαν ὡς συμμετασχόντες εἰς τὰς πρὸς ἐξόντωσιν ἐνεργείας. Ἐπὶ τούτου ὑπέβαλε παράπονα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐζήτησε τὴν ἐνέργειαν νέων ἀνακρίσεων, ἀνέφερε δὲ, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν του, καὶ πράγματα ὡρισμένα καὶ πρόσωπα πολλὰ, ἐν οἷς καὶ τὸν τότε νομάρχην Φθιώτιδος, ἀλλὰ τὰ παράπονά του δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, διότι ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τὸ μέτρον νὰ μὴ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν παράπονα στρατιωτικῶν μετασχόντων εἰς καταστροφὴν συμμοριῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, λυθέντος ἅπαξ τοῦ ζητήματος, δὲν δύναται νὰ ἐπανέρχηται καὶ αὖθις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἡ ὑπηρεσία. Μολονότι, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὰ στρατιωτικὰ τὰ πάντα διέπει ἡ ταχύτης καὶ ἡ συντομία, δὲν εἶναι ὅμως δίκαιον, ἐν ὅσῳ ὑποβάλλονται παράπονα, ἐπὶ ὡρισμένων στηριζόμενα γεγονότων, νὰ μὴ ἐξετάζωνται ταῦτα, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται, ἐὰν εὕρῃ ἀβάσιμα ταῦτα, νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πειθαρχικὴν αὐτοῦ δικαιοδοσίαν κατὰ τῶν ἐπὶ ματαίῳ ἀπασχολούντων τὴν ὑπηρεσίαν. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ αὐτὸν, ἵνα καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου προβῇ, χάριν τοῦ δικαίου, εἰς νέαν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως. Καταθέτω δὲ καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου.

§21ΣΑΚΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τοῦ ταγματάρχου κ. Καράμπελα, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἔδειξεν ἀπαράμιλλον δραστηριότητα εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν λῃστρικῶν συμμοριῶν. Ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης, καὶ ἰδίως ἡ ἐπαρχία μου, ἔχει λόγον νὰ εὐγνωμονῇ τὸν κ. Καράμπελαν· ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ὁ ταγματάρχης αὐτὸς ἠδικήθη, διότι δὲν ἐξητάσθησαν τὰ κατ’ αὐτὸν καλῶς.

§22ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Συντάσσομαι καὶ ἐγώ, ὡς πρὸς τὸν ταγματάρχην αὐτὸν, μὲ τὴν γνώμην τῶν προλαλησάντων, διότι ὁ κ. Καράμπελας, διοικῶν τὰ ἀποσπάσματα τῆς Μεσσηνίας, ἔφερεν ἄριστα ἀποτελέσματα, ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων. Παρακαλῶ δὲ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὸν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.

§23ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἶναι ἀναξιοπρεπὲς, ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ζητῶνται ἀμοιβαὶ δι’ ἀξιωματικοὺς ἔχοντας τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, χάριν τῆς καταστροφῆς δύο γιδαρέων. Ὑπάρχουσιν ἄλλοι ἀξιωματικοὶ, οἵτινες διέπραξαν μεγαλείτερα κατορθώματα κατὰ λῃστῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν οἱανδήποτε. Ἑπομένως καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκφράσας ἁπλῆν εὐαρέσκειαν εἰς ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος ἔφερε μόνον ἁπλοῦν ἀποτέλεσμα.

§24ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι οὐδεμία γωνία γῆς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, μὴ ἔχουσα λόγους νὰ εὐγνωμονῇ εἰς τὸν ταγματάρχην Καράμπελαν, δι’ ἃς ὑπηρεσίας προσέφερεν εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Τοῦτο συνειδυῖα ἡ Κυβέρνησις, τὸν ἐξαπέστειλεν ἀνώτερον ἐπόπτην τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων Φθιώτιδος, καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τῆς λῃστρικῆς συμμορίας Τσουλῆ. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν κατεδέχθη νὰ ζητήσῃ οὔτε ἀμοιβὴν, οὔτε ἔλεος, διότι τοιοῦτος εἶναι ὁ στρατιωτικός του χαρακτήρ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀμείψῃ τοὺς συντελέσαντας εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς λῃστρικῆς συμμορίας, μοὶ εἶναι ἄπορον, πῶς ἤμειψε τοὺς ὑφισταμένους τοῦ κ. Καράμπελα, παραλιποῦσα αὐτὸν, ὅστις ἐπιθυμεῖ οὐχὶ γαλόνια, ἀλλὰ μίαν διακριτικὴν προτίμησιν. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην συνέταξεν ἔκθεσιν ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, λίαν ἔντιμος, οὗτος ὅμως ἀναντιῤῥήτως ἀπεπλανήθη καὶ ἠδίκησε τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν, καὶ ἡμεῖς ζητοῦμεν ἤδη νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ ἄδικον αὐτό.

§25Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐβασίσθη ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ συνταγματάρχου κ. Μάνου, καὶ ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ. Μείζων ἀμοιβὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τοὺς ἐπιλοχίας, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Ραζέλος, θὰ ὑποβληθῇ διάταγμα, ὅπως ἱκανοποιηθῶσι.

§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εὐχαρίστως πληροφορῶ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Λεβαδείας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προβλέπει καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.

§27ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐζήτησα, ἵνα προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν θαλαμηγὸν «Μπουμπουλίναν» καὶ ἰδίως τὰς δαπάνας, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἐτηρήθη ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος. Μοὶ ἀπήντησε δὲ ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἦτο ἀρκετὸς ὑλικὸς χρόνος, διότι ἔληγεν ἡ σύνοδος, ὅπως προσαγάγῃ αὐτὰ, καὶ ὅτι θέλει τὰ προσαγάγει εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον, τὴν ἤδη ἀρξαμένην. Ὑπενθυμίζω λοιπὸν εἰς αὐτὸν, ἵνα προσαγάγῃ ταῦτα, ὅπως ἴδωμεν, πόσα ἐξωδεύθησαν διὰ τὸ πλοῖον αὐτὸ, διὰ τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς προϋπελογίσθησαν μόνον 50,000 δραχμαί, ἐνῷ ἤδη, ὡς ἐπληροφορήθην, ἔχουσι δαπανηθῆ περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια καὶ θέλουσιν ἀνέλθει αἱ δαπάναι εἰς τρία καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύρια.

§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι πέρυσιν ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῆς καταστάσεως, ἣν εἶχε ζητήσει, πίνακα διῃρημένον εἰς δύο κατηγορίας, περὶ τῆς «Μπουμπουλίνας» ὡς θαλαμηγοῦ καὶ ὡς ὁπλιταγωγοῦ. Εἶπον δὲ τότε, ὅτι θέλω προσαγάγει εἰς τὴν μέλλουσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, δηλ. εἰς τὴν παροῦσαν, τὰς μετὰ ταῦτα δαπάνας. (Ἐνταῦθα ὁ Πρόεδρος παραχωρεῖ τὴν ἕδραν εἰς τὸν ἀντιπρόεδρον κ. Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμαν).

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πίνδαρος Ἀντωνόπουλος, βουλευτὴς Πατρῶν, ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ͵ΒΤΘʹ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 55). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς».

§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἐνέχουσι τὸ κατεπεῖγον, διότι κανονίζουσιν ὄντως τὴν τάξιν ἐν ταῖς συζητήσεσι καὶ τὴν κοσμιότητα ἐν τῇ συνεδριάσει. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχει ἀντικείμενον μᾶλλον κατεπεῖγον, ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας δύο δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, διότι εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἰανουαρίου. Αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ δέονται μιᾶς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτεῖ τρεῖς.

§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι αἱ προταθεῖσαι τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ ἔχουσιν ἀρκετὴν τὴν σπουδαιότητα, ὥστε νὰ ἀπαιτῶσι μίαν προηγουμένην μελέτην. Ἐκτὸς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὑπεβλήθησαν καὶ ἕτεραι προτάσεις ὑπ’ ἄλλων συναδέλφων· ἐνδέχεται δὲ καὶ ἐκ τῆς μιᾶς καὶ ἐκ τῆς ἄλλης προτάσεως ἡ Βουλὴ νὰ θελήσῃ νὰ παραδεχθῇ μέρη, ἢ καὶ τὸ ὅλον αὐτῶν. Νομίζω ἑπομένως καλὸν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ διότι ἡ Βουλὴ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ συζητήσει ἀποφασίζει περὶ τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς, νὰ παραπεμφθῶσιν ἀμφότεραι αἱ προτάσεις εἰς ἐπιτροπήν τινα εἰδικὴν, ὅπως μελετηθῶσι καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσις, συνιστῶσα τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε θεωρήσει καταλληλοτέρας.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τῶν δύο δωδεκατημορίων, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ, παρακαλῶ, ἡ Βουλὴ καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς παραπομπῆς τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.

§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως αὐτῆς, ἀποφασίζομεν.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως 1896 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου 1896. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.

§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸ μικροῦ ὑπέμνησεν ἡμῖν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 31 Ἰανουαρίου, καὶ ἀληθῶς μετ’ ὀλίγας ὥρας λήγει τὸ δωδέκατον τοῦ ἐνιαυτοῦ τοῦ ἔτους 1896. Ἐρωτῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, δυνάμει τίνος Συντάγματος, δυνάμει τίνος νόμου, δυνάμει τίνος διατάγματος διατάσσει τὴν εἴσπραξιν φόρων καὶ τὴν ἐνέργειαν πληρωμῶν; Ἀπὸ τῆς αὔριον ἄρχεται στρεφομένη ἡ σφαῖρα, ἵνα διαγράψῃ τὸ δεύτερον δωδέκατον τοῦ ἐνιαυτοῦ, καὶ ἐρωτῶ τοὺς Συμβούλους τοῦ Στέμματος, ποῦ εἶναι τοὐλάχιστον ὁ νόμος περὶ δύο δωδεκατημορίων, ἵνα διασωθῇ διαφανεστάτη ἀληθῶς ἐπιφάνεια συνταγματική; Αὐτὰς τὰς ἐρωτήσεις ἀπηύθυναν πέντε ἐκ τῶν Βουλευτῶν, τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, (δεικνύει τὴν ἀριστεράν) τὴν 26 Ἰανουαρίου. Βλέπομεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὁπόσον στενὴ ὑπάρχει ἡ συνάφεια μεταξὺ τῶν ἐρωτήσεων αὐτῶν, τῶν ἁπλῶν μὲν, σπουδαίων δὲ, καὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δωδεκατημορίων, καὶ ἐννοοῦμεν διατὶ ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ἐν ὁμοφωνίᾳ συμπάσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ταὐτοχρόνως συζητηθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα ἐπερώτησις μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δωδεκατημορίων. Εἶναι εὐοίωνον, ὅτι τὸ δεύτερον κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον παρουσιάζεται ὁμοφωνία ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει· ὅσον καὶ ἂν ἦναι ὁμοσπονδιακὴ, ὀφείλει εἰς κοινὰ σημεῖα νὰ συναντᾶται, εὔχομαι δὲ, ἵνα τοῦτο ἐνισχύσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς ὅσα καλὰ μέτρα προτείνει, ἢ νὰ σταματήσῃ τὰ διαβήματα αὐτῆς εἰς ὅσα τυχὸν προτείνει ὄχι καλὰ διὰ τὸν τόπον. Εἰς ἐμὲ ἐπεβάλλετο, ὄχι ἐξ ἐγωϊσμοῦ ἢ ἐπιδείξεως νὰ λάβω πρῶτος τὸν λόγον, ἀλλὰ διότι μοὶ εἶχε δοθῆ ἡ ἐντολὴ νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησιν καὶ διότι συνέπεσε νὰ ἦμαι καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ λάθος δὲ τῆς ὑπηρεσίας νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ὑπογραφή μου καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν δύο δωδεκατημορίων, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, καὶ εἶχον καθῆκον εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ δηλώσω, ὅτι συμφωνῶ ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς γνώμης τῆς μειοψηφίας. Ἑκατὸν εἴκοσι δύο ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀποῤῥέοντες ἀπὸ τῶν σπλάγχνων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τῶν λευκῶν ψήφων αὑτῶν ἀνεβίβασαν ἐπαξίως εἰς τὸ ὑψηλὸν τοῦ Προέδρου ἀξίωμα τὸν ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμον συνάδελφον. Θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ὑπῆρχεν ἐῤῥιζωμένον κακὸν συνταγματικὸν ἔθιμον, ἵνα συνδέηται τὸ ζήτημα ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας μὲ τὴν στάθμην τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς τοὺς Συμβούλους τοῦ Στέμματος, δὲν ἔχω ὅμως καὶ τὴν δύναμιν νὰ συντελέσω εἰς τοῦτο, διότι μόνον μία πλειοψηφία, καὶ πλειοψηφία τοιαύτη, θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ τοιοῦτον καλὸν παράδειγμα. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἡ Κυβέρνησις ἐνέμεινεν εἰς τὰ προηγούμενα. Εὐτυχῶς ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς ἐκείνης θέσεως, εἰς ἣν ἀνεβιβάσθη ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ πρὶν ἢ καταλάβῃ τὴν προεδρικὴν αὑτοῦ θέσιν, ἔφερεν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ζήτημα οὐσίας, ζήτημα πραγματικὸν, καὶ οἱονεὶ μᾶς ἐκάλεσε, κατ’ εὐτυχῆ συγκυρίαν, εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ὄχι προσωπικὸν, τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, εἰς ζήτημα οὐσιαστικόν. «Ἡ Ἑλλὰς κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς καὶ θὰ κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ». Ναὶ, ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι νὰ κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς· ἀλλ’ ἆρά γε κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς; ἢ κυβερνᾶται ἀντικοινοβουλευτικῶς; Ἰδοὺ ἡ ἔννοια τῆς ἐρωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυναν 5 ἐκ τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνων λόγων ἕνεκεν δὲν προενόησεν ἐγκαίρως περὶ τῆς ἐντὸς τοῦ ἔτους 1895 ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896, ἕνεκα δὲ τούτου εἰσπράττονται φόροι καὶ γίγνονται πληρωμαὶ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1896 ἄνευ προϋπολογισμοῦ;» Ἐπιστεύθη ὅτι ἀδικαιολόγητος ἀνυπομονησία καὶ εἶδός τι ἐπιδείξεως ἐπέβαλε τὴν μετὰ σπουδῆς, οὕτως εἰπεῖν, ὑποβολὴν τῆς τοιαύτης ἐπερωτήσεως· ἀλλὰ νομίζετε, ἐκτὸς τοῦ ὅτι πολὺ κανονικῶς ὑπεβλήθη, διότι εἶχε καταρτισθῆ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρέλθῃ καὶ μία στιγμὴ, εὐθὺς ὡς κατηρτίσθη τὸ Σῶμα, καὶ νὰ μὴ ἐρωτηθῇ ἡ Κυβέρνησις, διατὶ εὑρίσκεται ἐν ἐπαναστάσει ἡ Ἑλλάς; — διότι εὑρίσκεται ἐν ἐπαναστάσει, ἀλλ’ ἐπαναστάται δὲν εἶναι οἱ πολῖται, ἐπαναστάται εἶναι οἱ Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, οἱ δὲ ἐπαναστάται κατὰ τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐπαναστάται κατὰ τῶν νόμων, διότι εἰσπράττουν φόρους, διότι ἐνεργοῦν δαπάνας ἄνευ Συντάγματος, ἄνευ νόμου. Μακρὰ καὶ μακροτάτη εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὁ ἀγὼν ὅμως συνήφθη κυρίως περὶ τὴν ψήφισιν τῶν φόρων περὶ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Δὲν προτίθεμαι οἱονεὶ ὡς ἀπὸ καθηγητικῆς ἕδρας νὰ διδάξω τινὰ, ἁπλῶς μόνον μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἐκ τοῦ μακροῦ ἐκείνου ἀγῶνος τῶν λαῶν ἓν ἔμεινε Συνταγματικὸν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα: Ἡ ψήφισις τῶν φόρων, ἡ διαταγὴ πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους εἶναι δικαιώματα κυριαρχικὰ, εἶναι δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐντολὴν αὐτῆς ἐνασκεῖ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ Κοινοβούλιον, δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ συμβόλαιον μεταξὺ Ἡγεμόνος καὶ λαοῦ, Συνταγματικὸς χάρτης, ἄνευ τοῦ θεμελίου τούτου. Καὶ ὁ μὲν κανὼν εἶναι γενικὸς, ἄνευ ἐξαιρέσεως, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· παραλλαγαὶ ὑπάρχουσιν εἰς διάφορα Κράτη εἰς ἄλλας λεπτομερείας. Ἡ χρῆσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ποῦ μὲν εἶναι ἐνιαυσία, ποῦ διετὴς, ποῦ τριετὴς καὶ ποῦ ἀκόμη τετραετὴς, ἀλλ’ ὁ Montesquieu διδάσκει ἡμᾶς, ὅτι ἐντὸς τῆς ἐννοίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ὑπάρχει τὸ ἐνιαύσιον τῆς χρήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἔθνος, τὸ ὁποῖον δὲν ψηφίζει διὰ τῆς Βουλῆς τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ του, ἔθνος ὅπερ δὲν ψηφίζει ἐνιαισίως τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα αὑτοῦ, βεβαίως ἔθνος τοιοῦτον τρέχει τὸν κίνδυνον τῶν ἐλευθεριῶν», λέγει ὁ Montesquieu εἰς τὸ ἀθάνατον αὑτοῦ σύγγραμμα «Esprit des lois». Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναφέρω τὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν αὐταὶ αἱ διαφοραὶ, διότι δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουσι· δὲν εἶναι ὅμως ἀπὸ σκοποῦ νὰ προσθέσω, ὅτι διαφορά τις ὑπάρχει, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἐννοηθῶ βραδύτερον, ὡς πρὸς τὴν ἔναρξιν καὶ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ γενικώτερος κανὼν εἶναι, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ἔτος συμπίπτει μὲ τὸ ἀστρονομικόν· ἄρχεται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου καὶ λήγει τὴν 31 Δεκεμβρίου, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ Κράτη, τοιαῦτα δὲ εἶναι ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Δανία, εἰς τὰ ὁποῖα ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου, ὑπάρχουσιν ἄλλα, ὡς ἡ Πορτογαλία καὶ αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ χρῆσις ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου. Τί ἰσχύει παρ’ ἡμῖν; Ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ἐν ἄρθρῳ 52 ἀνέγραψε, παραλαβὸν ἀπὸ τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1830, ἀπὸ τὸ Βελγικὸν τοῦ 1831 κατά τι παρηλλαγμένον, ἀλλὰ κατὰ βάσιν τὸ αὐτὸ (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 52. Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ παρά τε τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας καὶ κυρωθῇ παρὰ τοῦ Βασιλέως.» Ἐν ἄρθρῳ δὲ 53, ὅπερ ἐλήφθη ἀπαραλλάκτως καὶ σχεδὸν κατὰ γράμμα ἀπὸ τὸ 115 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος τοῦ 1841, ταῦτα ἐπὶ λέξεσιν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 53. Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ψηφίζουσι τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζουσιν ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ.—Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν.» Ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους ΣΙΒʹ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1852, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 5—καὶ ἀναφέρω ταῦτα διὰ τοὺς μὴ ἀσχολουμένους περὶ τοὺς νόμους, διότι βεβαίως ὅλοι ὅσοι ἀσχολοῦνται τὰ γινώσκουσι—διατάσσει (ἀναγινώσκει): «Ὁ γενικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὑποβάλλεται εἰς τὰς Βουλὰς διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ψηφίζεται καὶ κυροῦται ἐντὸς τῆς συνόδου τῆς ληγούσης πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, τοῦ ὁποίου φέρει τὸ ὄνομα ὁ προϋπολογισμός». Τὸ ἄρθρον 7 ἀνέγραψε ποινὰς διὰ πᾶσαν εἴσπραξιν φόρου καὶ δικαιώματος μὴ ἐπιτρεπομένην ὑπὸ τῶν νόμων, ὑφ’ οἱονδήποτε τίτλον καὶ οἱανδήποτε ὀνομασίαν καὶ ἂν ἐνεργῆται. Τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1852 ἐν ἄρθρῳ 2 διέταξε τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐξόδων ἑκάστης χρήσεως ἑτοιμάζονται πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ὁμωνύμου τῆς χρήσεως ἔτους.» Ὥστε ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου κατὰ κανόνα ἄρχεται καὶ πρέπει νὰ ἄρχηται ἡ προπαρασκευὴ πρὸς ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπῆλθε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, μετὰ τὸ ὁποῖον ἐξηκολούθησεν ἰσχύων ὁ νόμος τοῦ 1852, ἐν δὲ τῷ Συντάγματι ἐπανελήφθη μὲν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 52, ἐν ἄρθρῳ 59, ἀπαραλλάκτως, ἀφαιρέσει τῆς λέξεως «Γερουσία», ἐπανελήφθησαν τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 53 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, ἀλλὰ μὲ περισσοτέρας ἐγγυήσεις, εἰς τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι, ὡς γινώσκετε, τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ καὶ περὶ στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 60. Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ τὴν ναυτολογίαν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν ἑκάστης συνόδου, ἡ δὲ ἐξέτασις αὐτοῦ γίνεται παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ ψηφίζεται ἅπαξ.» Ὁποία ἐδόθη ἑρμηνεία εἰς τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ Συντάγματος; Δὲν ἀρκεῖ ἡ ψήφισις φορολογικοῦ νόμου, ἵνα εἰσπραχθῇ; Ἀπαιτεῖται καὶ προϋπολογισμός; Δὲν παρουσιάσθη πρώτην φορὰν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπελήφθησαν οἱ ἑρμηνευταὶ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, καὶ πάντες ὁμοφώνως ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἐκτὸς τῆς ψηφίσεως τοῦ φορολογικοῦ νόμου ἀπαιτεῖται, ἵνα δοθῇ διαταγὴ πρὸς εἴσπραξιν, καὶ ἡ ἀναγραφὴ ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἵνα γείνῃ εἴσπραξις. Τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ἔδωκεν ὁ μακαρίτης Σαρίπολος, ἀναπτύσσων τὸ ζήτημα, καὶ ὁ βουλόμενος δύναται νὰ ἀναζητήσῃ τὸ ἔργον του, ἰδίως τὴν παράγραφον 503, ἵνα εὕρῃ πολλὰ περὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλ’ ἦλθε καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τὸ ζήτημα, ἐξεδόθησαν πολλαὶ ἀποφάσεις, καὶ προχείρως ἀναφέρω τρεῖς ὡρισμένως, τὰς ὑπ’ ἀριθ. 47, 89 καὶ 127 τοῦ ἔτους 1885 ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἀπεφάνθη κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν, ἤτοι ὅτι, ἵνα ἐπιβληθῇ φόρος τις, ἀπαιτεῖται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ὅπως εἰσπραχθῇ, δέον σὺν τοῖς ἀνωτέρω καὶ νὰ καταχωρισθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Κατ’ ἀρχὰς ὑπῆρξε καὶ μειοψηφία, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πλέον μειοψηφία, καὶ εἶναι σταθερὰ ἡ νομολογία, πάντων παραδεχομένων, ὅτι δὲν δύναται νὰ γένηται εἴσπραξις φόρου ἄνευ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλιγόγραμμον περικοπὴν τοῦ ἑρμηνευτοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου κυρίου Φλογαΐτου, ἀρκετὰ εὐγλώττως ἀποφαινομένου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ (ἀναγινώσκει): «Ὅπως ὅμως ἔχῃ κῦρος νόμιμον ἡ εἴσπραξις, ἀπαιτεῖται ἡ προηγουμένη διὰ προϋπολογισμοῦ ἢ ἄλλου νόμου ψήφισις τῶν εἰσπρακτέων. Ἄλλως ἡ εἴσπραξις εἶναι παράνομος, καὶ ἑπομένως ἡ μὲν διατάξασα καὶ ἐνεργήσασα τὴν εἴσπραξιν ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ποινικῶς τιμωρητέα ἐν τοῖς προσώποις τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν καὶ τῶν λοιπῶν ὑποδεεστέρων αὐτῶν ὀργάνων, ὁ δὲ φορολογούμενος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιστῇ καὶ ἀμυνόμενος ἀποκρούσῃ ὡς λῃστὴν τὸν εἰσπράκτορα, ἢ ἕτερον δημόσιον ὑπάλληλον, ὅστις ἤθελε τολμήσει νὰ ἐπιβάλῃ αὐτῷ ἢ εἰσπράξῃ φόρον μὴ ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.» Καὶ πῶς! διαπρεπὴς νομοδιδάσκαλος διδάσκει τὴν ἀντίστασιν κατὰ τῶν ἀρχῶν; Καὶ πῶς! ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐχὶ ἀδαὴς περὶ τὰ νομικὰ, ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος ἐπαναλαμβάνει τὰ αὐτά; Καὶ πῶς! παροτρύνομεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς ἐπανάστασιν; Βεβαίως, Κύριοι, δὲν δύναται νὰ νοηθῇ Πολιτεία, οὐχὶ εὐνομουμένη, ἀλλ’ ἁπλῶς Πολιτεία, ἄνευ ὑπακοῆς τῶν πολιτῶν εἰς τὰς ἀρχάς· ἀλλ’ ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἡ ἀπόλυτος τυραννία εἰς τὰ δεσποτικὰ Κράτη, ὁ κανὼν ἦτο ἄνευ ὁρίων, τυφλὴ ὑποταγὴ εἰς τὰς ἀρχάς· ἠγωνίσθησαν ὅμως οἱ λαοὶ, ἠγωνίσθησαν τὰ Κράτη, ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ ζητήματα, καὶ εὑρέθη ὅτι πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἐλευθεριῶν, πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ὑπάρχει ὅριον εἰς τὴν ὑποταγὴν, καὶ τὸ ὅριον τοῦτο τὸ χαράσσει ὁ νόμος, ὁ νομοθέτης. Πέραν τῆς σφαίρας ταύτης δὲν ὀφείλεται ὑποταγή. Δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς Συντάγμασιν, ἀλλ’ ἐνυπάρχει ἐν τῇ οὐσίᾳ παντὸς Συντάγματος ἡ ἄρνησις τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων, ὅταν παρὰ τὸ Σύνταγμα ζητῶνται, καί τι πλέον, ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως, ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἄδικα πραττούσης, καὶ μάλιστα, ὅταν πρόκειται περὶ προστασίας καὶ ὑπερασπίσεως τῆς ἁγνείας τοῦ σώματος καὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἀλλ’ εἶναι τόσον ἀπόλυτος αὐτὸς ὁ κανὼν τοῦ Συντάγματος, καὶ οὐδεμία ποτὲ πληρωμὴ δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ; Αἱ ἀναφυεῖσαι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος ἀνάγκαι ἐπέβαλον ἀτυχῶς ἐμβάλωμά τι, ὅπερ ἐκλήθη δωδεκατημόριον, νόμοι περὶ δωδεκατημορίων. Ὑπάρχουσιν ἀληθῶς περιπτώσεις ἐσχάτης, ὑπερτάτης ἀνάγκης, ἐπιβάλλουταί πως τὸ ἐμβάλωμα τοῦτο· πρὸ τῆς ὑπερτάτης ἀνάγκης ὀφείλομεν νὰ κύψωμεν, καὶ ἂν δὲν ἦναι δυνατὴ ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, κἄτι τι τοὐλάχιστον πρέπει νὰ γείνῃ, καὶ τὸ κἄτι τι τοῦτο εὑρέθη τὸ δωδεκατημόριον. Ἀλλὰ τὸ δωδεκατημόριον εἶναι νοσηρὰ οἰκονομικὴ κατάστασις, εἶναι ἔκρυθμος, εἶναι ἀνώμαλος. Ὁ πολὺς Stourm, ὁ οἰκονομολόγος, λέγει ὅτι τὸ δωδεκατημόριον, κατὰ τὸ ὁποῖον grosso modo ἡ Κυβέρνησις προϋπολογίζει, εἶναι ἐπικίνδυνος νόσος εἰς τὰ Κράτη, καὶ ὅτι ἡ ἱστορία τῶν δωδεκατημορίων, ἀρχομένη ἀπὸ τοῦ 1809, εἶναι λυπηρὰ ἅμα καὶ διδακτική, ὅτι δι’ αὐτῆς χαράσσεται ἐν τῇ Γαλλικῇ ἱστορίᾳ ἡ ἐποχὴ τῶν πολέμων καὶ τῶν ἐμφυλίων σπαραγμῶν. Τὸ ζήτημα τῶν δωδεκατημορίων ἐπασχολεῖ βεβαίως ὅλα τὰ συνταγματικὰ Κράτη. Ἐν Γαλλίᾳ δὲν ὑπάρχει συνταγματικὴ διάταξις, ἐπιβάλλουσα τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποβάλλῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς παρ’ ἡμῖν. Διάταγμα κανονιστικὸν ὁρίζει τὸ ἐνιαύσιον τῆς χρήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν Γαλλίᾳ· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡμεῖς συνειθίσαμεν, ὡς εἰς τακτικόν τι, νὰ βλέπωμεν ὑποβαλλόμενον ἐντεῦθεν τὸ δωδεκατημόριον ἄνευ λόγου, ἄνευ δεδικαιολογημένης ἀνάγκης. Ἐν Γαλλίᾳ, λέγω, ὅπου δὲν ὑπάρχει τοιαύτη συνταγματικὴ ὑποχρέωσις, τί βλέπομεν; ὅτι ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ προηγουμένου ἔτους ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμός. Ἔχω ἐνταῦθα σημείωσιν ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1890. Καθ’ ὅλην ταύτην τὴν δεκαετίαν ὁ προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, ἢ τοῦ Φεβρουαρίου, ἢ τὸ πολὺ τοῦ Μαρτίου, ὅτε ἐθεωρεῖτο καθυστέρησις, τοῦ προηγουμένου ἔτους πάντοτε. Παραπονοῦνται δὲ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ δι’ αὐτὰς ἀκόμη τὰς ἀνωμάλους περιστάσεις, καὶ στρέφουσι τὰ βλέμματα αὐτῶν πρὸς τοὺς γείτονας αὐτῶν Ἄγγλους καὶ Βέλγους, οἱ ὁποῖοι νομοθετικῶς ἐκανόνισαν τὸ πρᾶγμα, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ψηφίζουσι grosso modo τὰ δωδεκατημόρια. Ἀλλὰ πρὸς τί ταῦτα; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄσχετα, διότι δυνάμεθα νὰ ὁδηγηθῶμεν κατὰ πόσον καὶ τὰ παρ’ ἡμῖν συμβαίνοντα τελευταῖον εἶναι νόμιμα. Ἂς ἴδωμεν ἄνευ οὐδεμιᾶς προκαταλήψεως, — ἐγὼ μάλιστα ὁμολογῶ ὅτι εὐμενῶς εἶμαι διατεθειμένος ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ λυποῦμαι διότι ὑπέπεσεν εἰς τόσῳ μέγα ἁμάρτημα, — ἂς ἐξετάσωμεν, λέγω, τί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, ὅπως ἐξηγήσῃ τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου προέβη εἰς τὴν λύσιν ταύτην. Δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὴν «Πρωΐαν»· ἐνθυμοῦμαι ὅμως τί εἶπεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι δύο ὁδοὺς εἶχε νὰ τραπῇ· τὴν πρώτην, νὰ συγκαλέσῃ εἰς δευτέραν τακτικὴν σύνοδον τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐφοβεῖτο τὴν πέμπτην· τὴν δευτέραν ὁδὸν, νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ὡς ὀλιγώτερον ἄτοπον καὶ ὡς ἐγγύτερον τοῦ Συντάγματος. Ἀτυχῶς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εὑρίσκετο πρὸ δύο θυρῶν, εὑρίσκετο πρὸ τεσσάρων θυρῶν, ἐξέλεξε δὲ τὴν χειροτέραν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἠδύνατο — διότι πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὴν ὑποβολὴν ἀπὸ τὴν ψήφισιν — ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον· ὑπῆρχεν ὅλος ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, διότι μέχρι τῆς 15 Ἰουλίου ἠδύνατο νὰ ἦναι παροῦσα ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπῆρχε συνταγματική τις ἀνωμαλία, ὅπως ὑποβληθῇ ἐν τῇ ἰδίᾳ συνόδῳ ὁ προϋπολογισμὸς δύο ἐτῶν· ἠδύνατο νὰ συγκαλέσῃ δευτέραν τακτικὴν σύνοδον, ἀλλ’ ἐφοβεῖτο τὴν πέμπτην σύνοδον· καὶ διατὶ νὰ φοβηθῇ τὴν πέμπτην σύνοδον; διότι θὰ ἠναγκάζετο νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸ Στέμμα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν· καὶ ἠκούσατε τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ συμφωνῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸ Στέμμα πρὸς διάλυσιν μηχανικὴν, συμφωνῶ, ἀλλ’ ὑπῆρχε τοιαύτη ἀνάγκη; Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν παρουσιάζεται· εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ περίοδος ὁρίζεται ἐν τῷ Συντάγματι χρονικῶς κατὰ τετραετίαν· κατὰ τὸ τετραετὲς τοῦτο χρονικὸν διάστημα ὁσαιδήποτε τακτικαὶ σύνοδοι δύνανται νὰ συγκληθῶσι. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σπουδαία ἀμφιβολία. Ὁ κ. Φιλήμων διὰ μακρῶν ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα καὶ ἐνυπογράφως. Συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ, οὐχὶ ἵνα ὠφεληθῶ νῦν κατὰ τὴν συζήτησιν· ἐξέφρασα καὶ ἐγὼ γνώμην ἀπὸ τοῦ 1890, καὶ κατὰ τὸ 1892, εἰς ἐποχὰς, καθ’ ἃς δὲν ἤμην Βουλευτὴς, εἰς τὴν «Ἐπετηρίδα τῆς ἀλλοδαπῆς νομοθεσίας» τῶν Παρισίων, ὅτι συνταγματικώτατα δύναται νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς πέμπτην σύνοδον, διότι οὐδὲν ὑπάρχει κώλυμα, τοὐναντίον ἐπιβάλλεται ἡ τοιαύτη σύγκλησις κατὰ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, 37, 54 καὶ ἰδίως τὸ 69, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν τετραετίαν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω ἐξαναγκάσει τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην μου, δὲν θὰ ἔχῃ ὅμως δισταγμὸν νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν ἰδικήν του γνώμην, καὶ ἔχει μάλιστα τὴν εὐκολίαν νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ δύο λύσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἔδωκε· καὶ ἐπειδὴ ὁμιλῶ περὶ προηγουμένων, δὲν πρέπει νὰ παραλείψω τὰ προηγούμενα δύο τακτικῶν συνόδων, διότι ἐπιθυμῶ νὰ μεταδώσω τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω· ὅλα τὰ προηγούμενα δὲν εἶναι σεβαστὰ, ὅταν δὲν στηρίζωνται εἰς τὰ κείμενα καὶ τὸν ὀρθὸν λόγον· ἀλλ’ ὅταν στηρίζωνται εἰς τὰ κείμενα καὶ τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ ὅταν ἐπαναλαμβάνωνται ἄνευ διαμαρτυρίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἴτε τῆς Βουλῆς, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀναγεγραμμένα ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι. Ὑπάρχει τὸ προηγούμενον τῶν δύο τακτικῶν συνόδων κατὰ τὸ 1874, κατὰ τὸ 1882, κατὰ τὸ 1887 καὶ τὸ 1892. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεφώνησεν εἰς τοῦτο, διότι ὡμολόγησεν, ὅτι ἠδύνατο μὲν νὰ συγκαλέσῃ δευτέραν τακτικὴν σύνοδον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ πέμπτην, καὶ ἐνταῦθα ἔρχεται πλέον ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος Πρωθυπουργὸς, ἡγούμενος κόμματος ἐπίσης πολυαρίθμου καὶ ἰσχυροῦ, ἔδωκε. Κατὰ τὸ 1885 ἐκλήθη ἡ Βουλὴ τὴν 9 Μαΐου εἰς πρώτην τακτικὴν σύνοδον, αἱ ἐργασίαι αὐτῆς τῆς πρώτης συνόδου ἔληξαν τὴν 18 Ἰουλίου 1885, ὁ προϋπολογισμὸς εἰσήχθη τὴν 10 Ἰουλίου 1885 ὑπὸ τοῦ ἰδίου κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκάλεσε τὴν ἔκτακτον σύνοδον τὴν 11 Ὀκτωβρίου 1885, ἥτις ἐπεράτωσε τὰς ἐργασίας αὐτῆς τὴν 5 Ἀπριλίου 1886. Τί ἁπλούστερον τούτου; Διατὶ ἀναιρεῖ τὸ παρελθόν; διατὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὸν τόπον εἰς τὴν συνταγματικὴν στενοχωρίαν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἀνωμαλίαν;—διότι τὸ πραχθὲν δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ σπουδαιοτάτην οἰκονομικὴν ἀνωμαλίαν, καὶ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν διαπραγματεύεται, ὡς λέγει, τὸν συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Διατὶ δὲν ἐνεθυμήθη τὴν γνώμην του αὐτὴν, καὶ εἶπεν ὅτι εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν στενοχωρίαν, ἐκ τῆς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ ἄλλως, παρὰ ξεσχίζων τὸ Σύνταγμα; Δὲν ἠδύνατο νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1895; Δὲν ἠδύνατο; δὲν ἤθελε; δὲν συνέφερε; Διατί; χάριν οἰκονομίας; Μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον κατὰ Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον τοῦ 1896, ὥστε οἰκονομία τις δὲν ὑπάρχει, μολονότι δὲν γνωρίζω ἂν δύναται νὰ γείνῃ οἰκονομία ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Ἀλλὰ δὲν ἤθελε καὶ τοῦτο· διατὶ δὲν κατέφευγεν εἰς τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ὡς Πρωθυπουργὸς, ἔχων συμπάρεδρον αὑτοῦ καὶ συνυπουργὸν τὸν νῦν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὸ 1879; Γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῆς Ζʹ Περιόδου· συνῆλθεν εἰς πρώτην σύνοδον τὴν 11 Αὐγούστου 1875, διήνυσε τέσσαρας τακτικὰς συνόδους καὶ μίαν ἔκτακτον, ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ εἰς πέμπτην σύνοδον, ἀλλὰ ἐπεκράτησαν, φαίνεται, ἀμφιβολίαι τινές, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀμφιβολῶν τούτων τί ἐγένετο; Ἐκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς τὰ 1880; ὄχι. Ἀφῆκε τὸν τόπον ἄνευ προϋπολογισμοῦ; ἀφῆκε τὸν τόπον νὰ ἐπαναστατήσῃ οἰκονομικῶς; Ὄχι. Ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος μετὰ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, τότε δὲ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκάλεσαν τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον τὴν 5 Ἰουλίου 1879. Δὲν ἠδύνατο λοιπὸν κατὰ τὸ ἔτος 1895 νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον; Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἀντὶ στενοχωριῶν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ μίαν μεγάλην θύραν, μὲ ὑψηλὰ τὸ μέτωπον ἐκ τῆς στενοχωρίας ταύτης, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἐδημιούργησε, διότι δὲν ὑπῆρχεν. Ἀλλὰ διατὶ τέλος πάντων δὲν εἶναι συνεπὴς μὲ τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον; Τί ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895; Ἔλεγεν ὅτι θὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1896; Ὄχι, Κύριοι· ἔλεγεν ὅτι θὰ καλέσῃ αὐτὴν τὸν Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον τοῦ 1895· δὲν ὥριζεν, ἂν εἰς τακτικὴν ἢ ἔκτακτον σύνοδον, ἀλλὰ ὥρισεν, ὅτι θὰ καλέσῃ αὐτὴν ἐντὸς τοῦ 1895. Ἀναγινώσκω ὀλίγας γραμμὰς ἐκ τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Κατὰ τὴν 2 Ἰουνίου 1895, ὁμιλῶν περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἔλεγε τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Νομοθέτημα τοιοῦτον σκοποῦμεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἡ ἐφαρμογή του ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1896, διότι ἡ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο σύμπτωσις τῆς ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν καθιστᾷ ἀμφίβολα τὰ τῆς διοικήσεως τῶν δήμων, πρέπει δὲ νὰ περιμένωμεν τὴν ἔκβασιν αὐτῶν, ὅπως μεταβῶμεν ἀπὸ τῆς μιᾶς καταστάσεως εἰς τὴν ἄλλην ὁμαλῶς, ἄνευ διαταράξεως τῆς ἁρμονικῆς λειτουργίας τῆς διοικήσεως». Γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνακαλέσω αὐτὴν εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν· ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ κατέθηκε μάλιστα κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, τὴν 19 Ἰουλίου 1895, νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς ἐλησμονήθησαν καὶ αἱ ἐπαγγελίαι καὶ τὸ πρόγραμμα καὶ τὰ πάντα, καὶ ἔμειναν οἱ ἐντολεῖς μὲ τὴν ἐν τῷ χάρτῃ ἐπαγγελίαν, ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου πρόκειται νὰ ἀρχίσῃ τὸ νέον αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται βελτίωσιν, καὶ ἐδημιουργήθη αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὀδυνηρὰς συνεπείας διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν· διότι πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ ὁ νόμος αὐτὸς, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε συνέλθει εἰς τακτικὴν ἢ ἔκτακτον σύνοδον, διὰ νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον; Καὶ εἰς ἄλλην ὁμιλίαν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι ὅσα εἶχον ἀναβληθῆ τότε, θὰ ἐγίνοντο μετ’ ὀλίγους μῆνας, καὶ ἦσαν ἀδικαιολόγητοι ὅλοι, ὅσοι ἐπρότειναν κατὰ τὴν ὀλιγόμηνον ἐκείνην σύνοδον διαφόρους αἰτιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἤκουσα λεγόμενον παρὰ φίλων τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν Βουλευτικῶν ἐργασιῶν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠναγκάσθη νὰ ἀναβάλῃ μὲ στενοχωρίαν του αὐτάς, διότι ἀνεμένετο ὁ συμβιβασμὸς, ἀλλ’ ἐκ τῆς διηγήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔκαμεν, ὡς ἠκούσατε, ὁ συμβιβασμὸς ἤρχισε, δὲν γνωρίζω ποῖον μῆνα, καὶ ἀφοῦ ἔπιον τσάϊ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διέκοψαν, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζομεν, τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐξακολουθήσωσι, δὲν γνωρίζομεν πότε. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἐκφράσω μίαν ὑπόνοιαν, ὅτι αἰτία τῆς ἀναβολῆς ἦτο τὸ ἀνέτοιμον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμόν. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστος θὰ εἴπῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν γνώμην του. Ἐπίσης καὶ τὰ νομοσχέδια—ὑπέρ τινων δ’ ἐξ αὐτῶν ἔχω καθῆκον νὰ συνηγορήσω μὲ τὴν ἀσθενῆ φωνήν μου—θὰ προκαλέσωσι τὴν συζήτησιν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἡ σήμερον ἡ κατάλληλος ὥρα. Κύριοι, σᾶς ἀπησχόλησα ἴσως πλέον τοῦ δέοντος, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνέλαβον νὰ ἐξηγήσω τὴν γνώμην μου, εἶχον καθῆκον νὰ ἐκθέσω ταῦτα καὶ ἐξηγήσω διατὶ ἡ Κυβέρνησις παρέβη ῥητὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις. Ἀλλ’ ἴσως θὰ ἐρωτήσῃ τις, νὰ μὴ ψηφισθῶσι λοιπὸν τὰ δωδεκατημόρια; Οὐχί. Βεβαίως τὰ δωδεκατημόρια θὰ ψηφισθῶσι, νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλή, ζηλότυπος τῶν ἑαυτῆς δικαιωμάτων, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος ἡ πορεία αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ πορεία αὕτη εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος. Δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς, διότι εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς· καὶ ἂν ψηφισθῶσι τὰ δωδεκατημόρια, καὶ ἂν δὲν ψηφισθῶσι, βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἡ στιγμὴ αὕτη, ἡ ψυχολογικὴ στιγμή, χωρὶς νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὸ μέλλον. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ σπουδαίαν τὴν προσοχήν του τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἡ κατάστασις θεραπευθῇ διὰ μέτρων ῥιζικῶν, τοιαῦτα δὲ οἱ εἰδικώτεροι δύνανται νὰ προτείνωσιν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι τὸ προτιμότερον εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, βεβαίως ὅμως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ παρὰ τοῖς ἐκτελεσταῖς τῶν νόμων καὶ ἡ καλὴ πίστις περὶ τῶν ἀποφασισθησομένων. Ὑπάρχουσιν ὅμως καί τινες, λέγοντες: «καὶ τί ἔχασεν ὁ τόπος; ἤκουσεν ὀλιγώτερα λόγια!» Κύριοι, ἕκαστος ἔχει τὴν γνώμην του, καὶ δι’ ἐμὲ εἶναι πᾶσα γνώμη σεβαστή, νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐνόσῳ ὑφίσταται συνταγματικὸς χάρτης, ἡμεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ἡ φρούρησις αὐτοῦ, ἔχομεν καθῆκον ἀπαράβατον νὰ μεριμνῶμεν ζηλοτύπως περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου. Τὰ δικαιώματα αὐτὰ ἐχορηγήθησαν μὲ ἀγῶνας, μὲ θυσίας, μὲ αἵματα, καὶ πρέπει καλῶς νὰ διαφυλάττωμεν αὐτά, διότι δύναται τὸ ἔγκλημα αὐτὸ νὰ τὸ διαδεχθῇ ἕτερον. Γνωρίζω ὅτι εἶναι πολὺ στενοὶ οἱ δεσμοὶ τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τινά,— ἕκαστος ἔχει νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν συνείδησίν του καὶ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς του,—ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, δύναται ἡ πλειονοψηφία νὰ δώσῃ ἓν συχωροχάρτι, ἄνωθεν ὅμως τῶν ἀριθμῶν, ἄνωθεν τοῦ ἀριθμητικοῦ ὄγκου τῆς πλειονοψηφίας ἵσταται τὸ δίκαιον, ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς, ἐὰν δὲ διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον οἱ πολλοὶ ἐν τῇ Βουλῇ δώσωσι τὸ συχωροχάρτι τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἀκουσθῇ κραυγὴ διαμαρτυρίας ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐν τῇ μικρᾷ μου ἀδυναμίᾳ προσεπάθησα τὸ καθῆκον τοῦτο νὰ ἐκπληρώσω.

§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁσάκις πρόκειται δισταγμὸς περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος, βεβαίως ἀναγκαιότατον εἶναι ν’ ἀκούηται ἡ φωνὴ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο δὲν μοὶ ἐφάνη παράξενον, οὐδὲ δυσηρεστήθην τὸ παράπαν, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, πεποιθὼς ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἐξέθηκεν ὅσα εἶπεν· ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. συνάδελφος τὰ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν, ἀγορεύων κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν δύο δωδεκατημορίων, διότι οὐδεὶς ὑπέλαβεν, ὅτι ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου τὰ ἔλεγεν, ἵνα παρακωλύσῃ τὴν ψήφισιν τῶν δύο δωδεκατημορίων, ἐξ ἐναντίας πάντες ἐπίστευσαν καὶ πιστεύουσι, μεταξὺ τῶν πάντων δ’ εἰμὶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἠγόρευσεν ὅσα εἶπε, διότι φρονεῖ, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦτο εἶναι μὲν πρόθυμος νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῶν δύο δωδεκατημορίων, ἀλλ’ ἔχει καθῆκον νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἠδύνατό τις ὅμως νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι ἐκοπίασεν ὑπὲρ τὸ δέον, διότι εἶναι κόπος ὑπὲρ τὸ δέον νὰ προσφεύγῃ εἰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ ν’ ἀποδεικνύῃ ὅτι ἡμεῖς παρέβημεν διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅταν φρονῇ, ὅτι ἡμεῖς παρέβημεν διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἡ παράβασις διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ εἶναι ἐλαφρότατον παράπτωμα, ἐνῷ ἡ παράβασις διατάξεων τοῦ Συντάγματος εἶναι βαρύτατον. Ἤρκει λοιπὸν ν’ ἀποδείξῃ τὴν παραβίασιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, οὐδ’ ἀπῃτεῖτο νὰ καταφύγῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, πολλῷ δὲ περισσότερον εἰς τὰς γνώμας τοῦ μακαρίτου Σαριπόλου, ἢ εἰς τὰς γνώμας τοῦ νομομαθοῦς κ. Φλογαΐτου καὶ τοῦ Montesquieu. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἀναγράφει, ὅτι κατ’ ἔτος ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Δὲν τὸν ἤρκει τοσοῦτον ῥητὴ διάταξις; Τὸ συζητούμενον θέμα εἶναι ἐντελῶς διάφορον· τὸ θέμα εἶναι ἐκεῖ, ὅπου ἀρχόμενος τοῦ λόγου τὸ ἔθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου. Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀνάγκην τοῦ νομοσχεδίου; Νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ὁ μὴν Ἰανουάριος, ἢ αἱ ἡμέραι αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἦναι ἐψηφισμένος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους; Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα, καὶ ἂν ὡμίλει διὰ τοῦτο μόνον τὸ θέμα, ἤθελε πρὸ πολλοῦ, πρὸ ὥρας, μᾶς εἴπει τὴν γνώμην αὐτοῦ. Βεβαίως ἀρχομένου τοῦ ἔτους πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐψηφισμένος ὁ προϋπολογισμὸς, πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἐψηφισμένοι οἱ φορολογικοὶ νόμοι, ἵνα ἡ λειτουργία τῆς Πολιτείας γίνηται ὁμαλὴ καὶ ἀπρόσκοπτος. Περὶ τούτου οὐδεὶς ἀντιλέγει, διότι ἤθελεν εἶσθαι τὸ αὐτὸ, ὡς ἐὰν ἤθελέ τις ἀντιλέξει ὅτι ἐν μέσει μεσημβρίᾳ ὁ ἥλιος εἶναι εἰς τὸ στερέωμα. Ἀλλ’ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐψηφισμένον τὸν προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους; Τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν. Ὁ κύριος συνάδελφος ἠσχολήθη, ἵνα μὲ εὕρῃ ἀντιφάσκοντα, καὶ ἐδημιούργησε δύο συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἀπορῶ πόθεν ἐπορίσθη ἡ μνήμη αὐτοῦ. Ἀνέφερε τὸ συμβεβηκὸς τοῦ 1879. Κατὰ τὸ 1879 ἐλειτούργει Βουλὴ, ἥτις εἶχε γεννηθῆ κατὰ Μάϊον τοῦ 1875, ἤτοι εἶχε σχεδὸν συμπληρώσει τετραετίαν, διότι ὀλίγοι ὑπελείποντο μῆνες, ὅτε ἐπῆλθεν ἀναπόφευκτος ἀνάγκη, ἵνα ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ Κοιοβουλίου. Ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδ’ ἔστεργον, ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς, νὰ παραδῶ τὰς διατάξεις τῶν νόμων, ἤθελον δὲ παραβῆ τὰς διατάξεις νόμου, ἐὰν ἐπέτρεπον νὰ διατεθῶσι χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 εἰς θεραπείαν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως. Περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὴν φιλοπονίαν του καὶ φιλομάθειάν του, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἀνέγνω τὴν ἱστορίαν τοῦ 1879 καὶ 1878, καὶ διὰ τοῦτο ἀναμιμνήσκω αὐτῷ, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ 1878 συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδιον περὶ δανείου 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον προωρίζετο, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις εἶχεν ἐπιβληθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1877 πρὸς πορισμὸν χρημάτων, ἀναγκαιούντων εἰς στρατιωτικὰς παρασκευάς. Ἀλλ’ ἐν τῇ Βουλῇ προὐτάθη ὑπὸ τοῦ τότε Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις δὲν συνεδρεύει μεθ’ ἡμῶν σήμερον, τροπολογία, διὰ τῆς ὁποίας προσετίθεντο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις, αἵτινες ἀνέγραφον ἀνυπέρβλητον ἐγγύησιν, ὅπως μὴ διατεθῇ οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἰς ἄλλας ἀνάγκας, πλὴν τῆς ἀνάγκης τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι ὅπως πάντα τὰ χρήματα, τὰ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων παραχθησόμενα, κατατίθενται ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου, Προέδρου τότε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διεφωνήσαμεν, διότι ἐγὼ μὲν ἐφρόνουν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκρούσω τὴν προτεινομένην τροπολογίαν, διότι ἦτο καταφανές, ὅτι ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν νὰ διαθέσωμεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ποσὰ χρημάτων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἦτο ἰσοσκελής. Ὄντως, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἦτο ἰσοσκελής, ἑπόμενον ἦτο, ὅτι τὰ ἔσοδα αὐτοῦ δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ ὅτι ἠθέλομεν περιέλθει εἰς τὴν ἀνάγκην ἐκτάκτων ἐσόδων, ὅπως πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὅμως, τοῦ ὁποίου ὁ χαρακτὴρ ἦτο μειλίχιος καὶ ἤρεμος, ἀπέφευγε δὲ τὰς ἀντιῤῥήσεις, δὲν ἔστερξε τὴν ἐμὴν γνώμην, ἀλλὰ συνῄνεσεν ἵνα ψηφισθῇ ἡ πρότασις περὶ προσθήκης, ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Οὕτως ἡ τροπολογία ἐψηφίσθη, ἡ Βουλὴ ἔληξε, καὶ ἐπῆλθεν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν εὑρέθημεν πρὸ τοῦ προσκόμματος, τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργήσει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τρικούπη, οὐδ’ ἠδυνάμεθα νὰ διοικήσωμεν, διότι δὲν εἴχομεν χρήματα. Τότε ὁ Πρωθυπουργὸς μοῦ ἐζήτει νὰ συναινέσω, ἵνα διατεθῶσι διὰ διατάγματος χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἐγὼ ἠρνούμην νὰ συναινέσω νὰ διαθέσωμεν διὰ διατάγματος χρήματα, τὰ ὁποῖα νόμος προώρισε δι’ ἄλλας ἀνάγκας. Ἠναγκάσθη λοιπὸν τότε ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον καὶ οὐχὶ τακτικήν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ ἐκτάκτων συνόδων, νομίζω ὅτι τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου ἀπετέλει μέλος καὶ ὁ πατὴρ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς...

§38Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν ἀπετέλει μέρος τοῦ Ὑπουργείου· εἰς τὴν ἔκτακτον σύνοδον ἐξελέγη Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.

§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα... Ὁμιλῶν δὲ περὶ ἐκτάκτων συνόδων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ἐσύγχισεν αὐτὰς πρὸς τὰς τακτικὰς συνόδους. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐκτάκτους συνόδους δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ συγκαλῇ, ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν του, ὅσας θέλῃ κατ’ ἔτος, οὐδεὶς δὲ ἐτάχθη περιορισμὸς, ἀλλ’ ὅτι δὲν δύναται νὰ συγκαλῇ τακτικὴν σύνοδον ἢ μόνον ἅπαξ κατ’ ἔτος. Καὶ τοῦτο φρονῶ οὐχὶ αὐθαιρέτως, ἀλλὰ στηριζόμενος εἰς διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν 1 Νοεμβρίου, ἐκτὸς ἐὰν ὁ Βασιλεὺς συγκαλέσῃ αὐτὴν πρότερον. Ἑπομένως, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν πρότερον, δὲν δύναται αὕτη νὰ συνέλθῃ κατὰ τὸν Νοέμβριον. Κατ’ ἔτος δὲ, μόνον ἅπαξ δύναται νὰ συνέλθῃ, ἤτοι κατὰ Νοέμβριον, ἐὰν δὲν συνεκλήθη προηγουμένως. Οὕτως ἡ Βουλὴ εἴτε συγκαλεῖται πρὸ τοῦ Νοεμβρίου, εἴτε συνέρχεται κατὰ Νοέμβριον. Κατὰ ταῦτα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συγκαλῶνται δύο τακτικαὶ σύνοδοι ἐντὸς τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ συνεκλήθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν πολλάκις δύο σύνοδοι, καὶ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1882 συνεκλήθησαν δύο σύνοδοι, ἀλλὰ λήγοντος τοῦ τρίτου ἔτους ἦσαν συμπεπληρωμέναι τέσσαρες σύνοδοι. Προβάλλουσιν ἀληθῶς τινες, ὅτι οὐδὲν κακὸν, ἐὰν συγκληθῇ καὶ πέμπτη σύνοδος, κατὰ τὴν τετραετῆ περίοδον τῆς Βουλῆς. Ἂν δὲν βλάπτῃ τοῦτο, ἀγνοῶ, γνωρίζω ὅμως, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον διατάσσει, ὅτι ἡ Βουλὴ συνέρχεται κατ’ ἔτος τὴν 1 Νοεμβρίου, ἡ διάρκεια δὲ τῆς περιόδου, ὅτι εἶναι τετραετής. Ὅταν λοιπὸν ἡ Βουλὴ συγκαλῆται ἅπαξ τοῦ ἔτους, ἐννοεῖται ὅτι τέσσαρες σύνοδοι συγκαλοῦνται τὸν λογικώτατον δὲ τοῦτον ὑπολογισμὸν δὲν δύναται νὰ κηρύξῃ λελανθασμένον ἡ ἀριθμητικὴ οἱουδήποτε Κράτους. Ἀφοῦ δὲ κατὰ τὰ εἰρημένα ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συνέλθῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους ἡ Βουλὴ εἰς δύο συνόδους τακτικάς, μοὶ ἐπεβάλλετο δι’ ἐκτάκτου συνόδου νὰ ζητήσω νὰ ἀρθῇ ἡ ἀνωμαλία. Ἀλλὰ κατὰ ποῖον χρόνον προσῆκε νὰ ἀρθῇ ἡ ἀνωμαλία; δὲν εἶναι ἀκριβές, ἡρμηνεύθησαν δὲ βέβαια ἰδιοῤῥύθμως οἱ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 λόγοι μου. Τότε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ δώσω τὸν ὅρκον διὰ τὴν ἀναδοχὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν 1 Ἰουνίου· κατὰ δὲ τὴν 2 Ἰουνίου, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν, εἶπον περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἀστυνομίας, ὅτι ὑπελόγιζον νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1896, διότι ὑπέθετον, ὅτι ἤθελε γενῇ δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν ἀρξαμένην τότε σύνοδον. Ἀλλὰ πάντες ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς τῆς Αʹ συνόδου ἦτο τοσαύτη, ὥστε ἐδέησεν ἐπὶ τριάκοντα συνεχεῖς ἡμέρας νὰ συνεδριάζωμεν δὶς τῆς ἡμέρας, καὶ μόλις ἠδυνήθημεν νὰ περάνωμεν αὐτάς· δὲν ἦτο ἑπομένως δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν πρώτην ἐκείνην σύνοδον. Οὐδ’ ἐνόουν ὅτι ἤθελον παρακαλέσει τὸν Βασιλέα νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τακτικὴν σύνοδον, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον, ὡς ἐνθυμοῦνται οἱ παρευρεθέντες κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅταν μοὶ ἐπροτάθη δὶς ὑπὸ μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ στέρξω νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις διὰ τὴν συγκληθησομένην αὖθις ἐντὸς τοῦ ἔτους Βουλὴν, ἠρνήθην ῥητῶς, κηρύξας ὅτι δὲν στέργω νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις, διότι δὲν σκοπῶ νὰ παρακαλέσω τὸν Βασιλέα νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν. Ἡ ἀνωμαλία εἶναι φυσικὴ, ὁσάκις ἡ Βουλὴ διαλύηται κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους καὶ ἐκλογαὶ γίνωνται κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους. Τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην πρέπει νὰ ἄρῃ τις μόνον διὰ μιᾶς μεθόδου, διὰ τῆς συγκλήσεως ἐκτάκτου συνόδου, ἡ ὁποία νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ τὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους προϋπολογισμόν. Τοιουτοτρόπως αἴρεται ἡ ἀνωμαλία, καὶ τέσσαρες συγκαλοῦνται κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου σύνοδοι· διότι ἄλλως θέλουσι συγκληθῆ τέσσαρες σύνοδοι κατὰ τὰ τρία ἔτη, καὶ θέλει προκύψει τὸ δίλημμα, κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς τετάρτης συνόδου, ἢ νὰ κηρυχθῇ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἢ νὰ συγκληθῇ πέμπτη σύνοδος, ὅπερ ἀντισυνταγματατικόν. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἀντισυνταγματικὸν εἶναι καὶ ὅταν διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἀναγκάζηται ὁ Βασιλεὺς νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς τὸ Στέμμα τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως· διότι, ὅταν δὲν ἀφήνηται ἐλευθέρα ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου, ἀλλ’ ὑποχρεῶται τὸ Στέμμα εἰς ὡρισμένας περιστάσεις νὰ ἐνασκῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, βεβαίως ἀθετεῖται τὸ Σύνταγμα. «Ἀλλὰ διατὶ τὴν ἔκτακτον σύνοδον δὲν ἐκαλέσατε κατὰ τὸ 1895, σκοπεῖτε δὲ νὰ καλέσητε αὐτὴν κατὰ τὸ 1896;» Τὸ ἐρώτημα πρέπει νὰ κριθῇ ἀναλόγως τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιστάσεων, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ποιεῖται. Εἶναι πραγματικὸν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὴν ἐκτίμησιν ἑκάστου, ἐπειδὴ δὲ ἐνδέχεται ἡ ἐκτίμησις νὰ ἦναι διάφορος, δὲν ἔχω νὰ παραπονεθῶ, ἐὰν ἡ ἐκτίμησις τοῦ συμβεβηκότος, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ἦναι δυσμενὴς πρὸς ἐμέ. Κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1895 ἐγὼ ἠρχόμην τῶν ἐργασιῶν καὶ διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ. Ὑποθέτω ὅτι πάντες φρονοῦσιν, ὅτι εὐθὺς ὡς ἤθελον περατωθῆ αἱ διαπραγματεύσεις καὶ καταλήξει εἰς ἀποτέλεσμα, ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ εἰσαγάγω τὸ πόρισμα τούτων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσω τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἐλευθερία, ὅπως συγκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον σύνοδον κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, ἵνα χρησιμοποιηθῇ ἐν ἀνάγκῃ διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν τακτικὴν σύνοδον. Ἐὰν συνεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον σύνοδον κατὰ τὸν Νοέμβριον, ἤθελε λήξει κατὰ τὸν Δεκέμβριον, κατὰ Ἰανουάριον δὲ ἐνδεχόμενον ὁ συμβιβασμὸς νὰ ἐπερατοῦτο, ἀλλὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ Βουλὴ, νὰ μείνῃ δὲ διάλειμμα χρόνου, νὰ περιμείνωμεν τὸν Ὀκτώβριον, ἵνα προσκληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνέβαλον τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς ἔκτακτον σύνοδον. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποθέτῃ, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀποτελέσματα τοῦ ἀνετοίμου ἡμῶν, εἶναι κρίσις αὐτοῦ, εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ ἡμῶν, ἑπομένως δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἔχῃ κρείττονα γνώμην ὑπὲρ ἡμῶν.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.

§41ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν ἔκαμε χρῆσιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ Συντάγματος, οὐδ’ ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀντισυνταγματικὴν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς δύο τακτικὰς συνόδους κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος. Σήμερον ὅμως συνεπλήρωσε τὴν θεωρίαν του, ἀνέγνωσε δ’ ἡμῖν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθορίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως τὴν 1 Νοεμβρίου, ἐὰν πρότερον δὲν συγκαλέσῃ αὐτὴν ὁ Βασιλεύς· τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο εἶναι ἀπόδοσις ἑτέρου ἄρθρου, καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀνεύρῃ τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν, ἔπρεπε νὰ ἀναγνώσῃ ὑμῖν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔρχεται, ἵνα καθορίσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία. Τὸ ἄρθρον 54 ἀληθῶς ὁρίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατὰ τὴν 1 Νοεμβρίου, ἐκτὸς ἐὰν ὁ Βασιλεὺς τὴν συγκαλέσῃ πρότερον· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 54 εἶναι ἀπόδοσις τοῦ ἄρθρου 37, τὸ ἄρθρον 37 δὲ ὁρίζει ὡς ὑποχρέωσιν πλέον τοῦ Βασιλέως, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς συγκαλεῖ τακτικῶς ἅπαξ τοῦ ἔτους τὴν Βουλὴν, ἐκτάκτως δὲ, ὁσάκις τὸ κρίνῃ εὔλογον». Τὸ ἄρθρον 54 δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κύρωσις τῆς ἐπιβεβλημένης ὑποχρεώσεως εἰς τὸν Βασιλέα τοῦ νὰ συγκαλέσῃ ἅπαξ τοὐλάχιστον, οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλ’ ἅπαξ τοὐλάχιστον, τὴν Βουλὴν εἰς τακτικὴν σύνοδον, ἀλλ’ οὐδείς ποτε ἐσκέφθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ἐν τῇ πλήρει λειτουργίᾳ τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἐν τῇ συμπράξει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μετὰ τῆς νομοθετικῆς, ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀσκουμένῳ νομίμως παρὰ τῆς Βουλῆς, προκαλουμένης παρ’ ἐκείνης, νὰ γεννηθῇ καὶ νὰ ὑπάρξῃ ἀντισυνταγματικότης. Θὰ ἦτο τερατῶδες τὸ νὰ εἴπωμεν, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν διὰ τῆς συμπράξεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν νομοθετικὴν λειτουργεῖ ἐντελῶς τὸ Σύνταγμα, ὑφίσταται ἀντισυνταγματικότης. Μία εἶναι ἡ ἔννοια τῶν ἄρθρων 37 καὶ 54 τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλῇ ἅπαξ τοὐλάχιστον εἰς τακτικὴν σύνοδον τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὐδείς ποτε ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ, ὅτι περιέλαβε τοιαύτην τινὰ διάταξιν τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἀποτρέψῃ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὴν σύμπραξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μετὰ τῆς νομοθετικῆς, τὸν ἔλεγχον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τὰς πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς. Καὶ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τοιαύτην τινὰ εἶχε γνώμην κατὰ τὸ παρελθὸν, πῶς δὲν διεμαρτυρήθη καὶ πῶς συνέπραξε καθ’ ὅλας ἐκείνας τὰς τακτικὰς συνόδους, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ δὶς συνεκλήθη ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους; Καὶ συνεκλήθη κατὰ τὸ 1886 δὶς, καὶ συνεκλήθη κατὰ τὸ 1887 δὶς, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος παρεδρεύει ἐνταῦθα ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως, οὐδέποτε ἤγειρε φωνὴν διαμαρτυρίας· γνωρίζων δὲ τὸ εὐαίσθητον αὐτοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις, καὶ ἂν μικρὰ ὑπῆρχε παράβασις τοῦ Συντάγματος, εἶμαι βέβαιος, ὅτι πρῶτος ἤθελεν ἐγερθῆ καὶ ἤθελε διαμαρτυρηθῆ διὰ τὴν παράνομον σύγκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς δύο τακτικὰς συνόδους ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ τὴν θεωρίαν ταύτην εἰς ἐκείνους τοὺς σχολαστικούς, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ μᾶς διδάξωσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντισυνταγματικότης ἐν τῇ τελείᾳ λειτουργίᾳ τοῦ Συντάγματος. Προσέφυγεν ὅμως εἰς ἄλλην λεπτοτέραν θεωρίαν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σήμερον ἐπιβοηθητικῶς τὴν θεωρίαν ταύτην ἐπανέλαβε, χαρακτηρίσας ὅτι ἤθελεν ὑπάρξει περιορισμός τις ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐξηντλοῦντο ἐντὸς τριετίας ἢ ἐντὸς διετίας αἱ 4 σύνοδοι τῆς βουλευτικῆς περιόδου, τὰς ὁποίας οὐδὲν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος διαγράφει περιοριστικῶς. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν μακρῶν βουλευτικῶν περιόδων. Φρονῶ ὅτι αἱ μακραὶ βουλευτικαὶ περίοδοι οὐ μόνον δὲν ὠφελοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ζημιοῦσι τὸν τόπον καὶ τοὺς θεσμούς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ τις, ὅτι μετὰ πάροδον μακροῦ χρόνου οἱαδήποτε Βουλή, ὑπὸ οἱασδήποτε περιστάσεις ἐκλεγομένη, δύναται νὰ ἐκπροσωπῇ, μετὰ συμβεβηκότα μάλιστα σοβαρά, τὴν γνώμην τοῦ ἐνεστῶτος, ἀφοῦ ὑπὸ περιστάσεις τοῦ παρελθόντος ἐξελέγη. Ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω Συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ν’ ἀπαγορεύῃ τὴν σύγκλησιν καὶ πέμπτης τακτικῆς συνόδου ἐντὸς τῆς τετραετίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἐκλέγονται οἱ Βουλευταί. Θὰ ἦτο ἀληθῶς παράδοξον καὶ παράχορδον, ἐὰν παρετείνετο ἡ περίοδος ἡ βουλευτικὴ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν τεσσάρων συνόδων. Καὶ ἀλλαχοῦ γνωρίζομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει προηγούμενον διαῤῥεύσεως καὶ ἐξαντλήσεως ὁλοκλήρου τῆς βουλευτικῆς περιόδου. Καὶ τὸ παράδειγμα τοῦτο ἔχομεν ἐκ τῆς ἐπικρατείας ἐκείνης, ἥτις θεωρεῖται ὡς ἡ κοιτὶς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν δὲ οὕτως ἐφαρμόζωσιν ἐκεῖ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, ἐὰν οὐδέποτε ἐκεῖ ἠδυνήθη μέχρι πέρατος τῆς περιόδου τῆς βουλευτικῆς νὰ ὑπάρξῃ ἡ Βουλή...

§42Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα ἔτη διαρκεῖ ἐκεῖ ἡ Βουλευτικὴ περίοδος;

§43ΡΑΛΛΗΣ. Ἑπτὰ ἔτη· δὲν ἔχει σημασίαν τὸ χρονικὸν διάστημα. Ἀρκεῖ ὅτι ἡ ἐντολὴ δίδεται δι’ ἑπτὰ ἔτη, ἵνα θεωρήσῃ τις ὡς ὑπόχρεων τὸ Στέμμα, ὅπως διατηρήσῃ ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἓν παράδειγμα, ὅτι διήνυσε Βουλὴ ὁλόκληρον τὸ ἑπταετὲς χρονικὸν διάστημα, δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον, διότι αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκλέγονται οἱ Βουλευταί, ἀναγκαίως ἀλλοιοῦνται. Διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν μακρῶν βουλευτικῶν περιόδων, ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ἀφοῦ συνταγματικὴ διάταξις δὲν ἀπαγορεύει καὶ πέμπτην σύνοδον, ἕπεται ὅτι ἡ σύγκλησις δύο τακτικῶν συνόδων ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους δὲν συνεπάγεται περιορισμὸν εἰς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Βασιλείας κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν ὡς ὀρθὴν τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τί δικαιολογεῖ τὴν μὴ σύγκλησιν τῆς Βουλῆς τὸν Νοέμβριον τοῦ 1895 καὶ τὴν σύγκλησιν αὐτῆς εἰς ἔκτακτον σύνοδον τὸν Νοέμβριον τοῦ 1896, ὡς ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ δὲν ἤθελον ποσῶς λάβει τὸν λόγον, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος καθαρῶς θεωρητικοῦ, φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον οὐσιαστικῶν, καὶ ἀκριβῶς ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ὁ τόπος. Ἐμνήσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὸ 1879, μόνον διότι ὑπῆρξε διάταξις νομοθετική, ἀπαγορεύουσα τὴν ἀλλοίαν χρῆσιν τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἠναγκάσθη ἐκ τῶν περιστάσεων ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ φέρῃ εἰς ἔκτακτον σύνοδον τὴν Βουλήν. Καὶ αἱ σημεριναὶ περιστάσεις δὲν ἀπήτουν ἐπιτακτικώτερον, ὅπως ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου εὑρίσκηται ἡ Βουλὴ ἐνταῦθα καὶ δρᾷ ὑπὸ τὰς εἰσηγήσεις τῆς Κυβερνήσεως; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραβάλῃ τις τὴν περίστασιν ἐκείνην τοῦ 1879 μὲ τὰς σημερινάς; Σεῖς δὲν ἐδώσατε τὴν ἀκριβῆ περιγραφὴν τῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνελάβετε τὴν ἀρχήν; δὲν ἐβεβαιώσατε ὅτι οὐδὲν ὑφίσταται; οὔτε διοίκησις, οὔτε δικαιοσύνη, οὔτε στρατὸς, οὔτε ναυτικόν; ὅτι τὰ πάντα εἶναι ἐρείπια; Ἀλλὰ δὲν βλέπετε τὰ τῆς Ἀνατολῆς καὶ τὰ τῆς Κρήτης εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται; καὶ ἐφρονεῖτε ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφήσητε νὰ παρέλθῃ ὁλόκληρος ὁ Νοέμβριος, ὁλόκληρος ὁ Δεκέμβριος, καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἰανουάριος, διατί; ὅπως μὴ περιορισθῇ ἡ συνταγματικὴ προνομία τοῦ Βασιλέως, μετὰ τετραετίαν νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ταῦτα δὲν εἶναι σπουδαῖα, βεβαίως τοιαῦτα λέγουσα ἡ Κυβέρνησις διὰ στόματος τοῦ Προέδρου αὐτῆς, ἓν ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ τόπου, δὲν ἀντιλαμβάνεται τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Θὰ ἤμην δὲ εὐτυχὴς, ἐὰν διεψευδόμην ὡς πρὸς τὴν πρόγνωσιν τῶν περιστάσεων, τὴν πρόγνωσιν ὄχι μόνον ἐμοῦ, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς χώρας, ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς, τί πρόκειται νὰ συμβῇ τὸν Μάρτιον ἢ τὸν Ἀπρίλιον, ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ τετράμηνον ὅλον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τοῦ τόπου, ἐὰν θὰ σκέπτηται καὶ τότε, μήπως περιορισθῇ ἡ προνομία ἡ Βασιλικὴ, ὑποχρεουμένου τοῦ Βασιλέως νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς τετραετίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Καραπάνου.

§45ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Καραπάνου εἶναι πρότασις ἀναβολῆς, καὶ πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, καθόσον ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπὴν ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀναβολήν.

§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπὴν, πάντως ὅμως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν σήμερον τὰς προταθείσας τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, διότι αὗται διενεμήθησαν μόλις πρὸ ὀλίγου, καὶ δὲν ἐμελετήσαμεν ἔτι αὐτάς.

§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν ἦτο ἀκριβὲς, εἶναι τὸ προταθὲν ἐπιχείρημα, ὅπως πεισθῇ ἡ Βουλὴ νὰ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν τὰ δύο σχέδια, ὅτι ἔχομεν περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου δύο κείμενα, ἓν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου καὶ ἕτερον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, ἐνῷ ἑκάτερον τῶν κειμένων τούτων περιέχει τροπολογίας διαφόρων ἄρθρων. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις, ὅτι τὸ ἔντυπον διενεμήθη σήμερον, εἶναι ἰσχυρὰ, καὶ δι’ αὐτὴν στέργω νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.

§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερον, δὲν εἶναι ὅτι αἱ προτάσεις αὗται εἶναι δύο, ἀλλ’ ὅτι ἔχομεν ῥιζικωτέρας τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ αὗται εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῶσι πλειότερον, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ μελετηθῶσιν ἐν τῇ μιᾷ συζητήσει τῆς σήμερον. Ἐὰν ἠθέλομεν ἔχει καὶ διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ τρεῖς συζητήσεις, δὲν θὰ ἔφερον τοιαύτην πρότασιν. Ἀλλὰ διὰ τὴν μεταβολὴν ταύτην ἔχομεν μίαν μόνην συζήτησιν· ἅπαξ δὲ ψηφιζόμενος ὁ Κανονισμὸς, μεταβάλλεται εἰς νόμον. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μελετηθῶσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν ὁλόκληρον τὸ Κανονισμὸν ἐντὸς 24 ὡρῶν, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐμελετήσαμεν τὴν τοιαύτην μεταβολὴν αὐτοῦ ἐντὸς τῶν 24 ὡρῶν. Ἄν οἱ συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως νομίζουν, ὅτι ἐντὸς 24 ὡρῶν δυνάμεθα ἐσκεμμένως νὰ μεταβάλωμεν τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν, δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἀντισταθῶμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας, ἣν αὐτοὶ ἔχουσιν. Ἀλλὰ βεβαίως οὐδεὶς, μήτε ἐντὸς μήτε ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἐμελετήσαμεν ἀρκούντως τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν, καὶ τὸν μετεβάλομεν μετὰ μελέτην εἰς τὰς πλείστας τῶν διατάξεων αὐτοῦ ἐντὸς 24 ὡρῶν.

§49ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι δὲν ἐχορηγήθη ὁ ἁρμόδιος χρόνος, ὅπως μελετήσωμεν τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων. Ἐγὼ τὰς ἔλαβον περὶ τὴν μεσημβρίαν, καὶ τὰς ἀνέγνωσα ἐπιτροχάδην, δὲν εὗρον δὲ ἐν αὐταῖς τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἀντίδρασιν κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν, ἐκτός τινων λεπτομερειῶν. Θὰ παρεκάλουν ἐντεῦθεν καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν Καλαβρύτων καὶ τὴν Βουλήν, νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον.

§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδέχθημεν.

§51Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ γείνῃ γνωστὸν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις αὐτῆς τῆς προτάσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ἄλλη πρότασις γίνεται παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων καὶ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ ἄλλη παρ’ ἐμοῦ. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων προτείνονται δύο διάφοροι γνῶμαι. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως δύναται νὰ εὕρῃ ἄρθρα τινὰ ἄξια προσοχῆς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ προτάσει, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ταὐτοχρόνως νὰ συζητηθῶσιν αἱ δύο προτάσεις, ὥστε, ὅπου ὑπάρχει διπλῆ πρότασις, νὰ ἔλθῃ ἡ ἡμετέρα ὡς τροπολογία τῆς τοῦ κ. Προέδρου, καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει τοιαύτη πρότασις, νὰ ἔλθῃ ὡς αὐτοτελὴς ἡ ἐδική μας, ὥστε ταὐτοχρόνως νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.

§52ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος καὶ κάλλιστα γινώσκει τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, καὶ λίαν φιλόπονος εἶναι, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις αὑτοῦ ὡς τροπολογίας τῶν προτάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, καὶ βεβαίως θέλουσι ληφθῆ αὗται ὑπ’ ὄψιν καὶ θέλουσι συζητηθῆ συγχρόνως.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένα διάφορα νομοσχέδια. Τινὰ τούτων εἶναι νομοσχέδια κανονίζοντα τὴν ὑπηρεσίαν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους, ἕτερα τροποποιοῦντα τὰ περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας νενομισμένα. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 4 «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 νόμου ΑΧΚΕʹ περὶ τελῶν χαρτοσήμου», τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 «περὶ ἀνανεώσεως ἢ πληρωμῆς τῶν μέχρι τέλους τοῦ 1876 ὀφειλομένων ἐσόδων», τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 «περὶ μειώσεως τοῦ πληρωτέου τόκου ἐπὶ τῶν χρηματικῶν ἐγγυήσεων τῶν δημοσίων ὑπολόγων καὶ τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων διδομένων», τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8 «περὶ τακτοποιήσεως τῶν παγίων προκαταβολῶν τῶν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείων», τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 «περὶ τῶν ἐν τοῖς ταμείοις καὶ τοῖς τελωνείοις τοῦ Κράτους ὑπαρχουσῶν τακτοποιητέων πληρωμῶν», τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 196 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ», τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11 «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 19 Δεκεμβρίου 1887 ΑΦΚϚʹ νόμου», καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14 «περὶ μεταῤῥυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ΑϠϞΘʹ τοῦ 1892 περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ», πάντα ταῦτα τὰ νομοσχέδια προτείνω νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ παρακληθῇ αὕτη, ἵνα ἐντὸς πέντε ἡμερῶν εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ νομοσχεδίων. Τὸ δὲ νομοσχέδιον «περὶ παραχωρήσεως γαιῶν ταῖς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικαῖς οἰκογενείαις» καὶ τρία ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι θέλουσι διανεμηθῆ ἴσως σήμερον ἢ αὔριον, καὶ τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ὡσαύτως τὴν Θεσσαλικὴν ὑπόθεσιν, τὰ τέσσαρα ταῦτα νομοσχέδια νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ συστήσῃ, ἰδίᾳ ἐκ Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ ἄλλων μελῶν, καὶ ἥτις νὰ παρακληθῇ νὰ μελετήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν. Ὡσαύτως παρακαλῶ νὰ γένηται τὸ αὐτό, νὰ σταλῇ δηλ. εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13 νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 732, 999 § 1 καὶ 1045 ἐδ. 2 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας», ἡ δὲ ἐπιτροπὴ νὰ παρακληθῇ νὰ μᾶς ὑποβάλῃ ἐντὸς πέντε ὡσαύτως ἡμερῶν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσιν αὑτῆς. Καὶ τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ πάντα τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπὴν, καὶ μετὰ πέντε ἡμέρας νὰ ὑποβάλῃ αὕτη τὴν ἔκθεσίν της· οὕτω δὲ μετὰ πέντε ἡμέρας θὰ ἤμεθα ἕτοιμοι ἐπὶ ὅλων τῶν νομοσχεδίων, ἢ ἂν ἀμελήσῃ ἡ ἐπιτροπή, δέον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀπ’ εὐθείας συζήτησιν αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα τὴν διανομὴν γῆς εἰς τοὺς κολλίγους καὶ τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας, τῆς ὑφισταμένης σήμερον ἐν Θεσσαλίᾳ, καλλίτερον θὰ ἦτο, ἂν ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν θὰ σταλῶσι, μὴ περιωρίζετο νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τὸν συνήθη τρόπον τῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ νὰ συνέλθῃ, νὰ ἀναγνώσῃ τὰ νομοσχέδια καὶ εἶτα ἐν παμψηφίᾳ ἢ πλειοψηφίᾳ νὰ ὑποβάλῃ τυπικήν τινα ἔκθεσιν. Νομίζω ὅτι περὶ τοιούτου σπουδαίου νομοσχεδίου, ἀνατρέποντος τὸ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ φορολογίας καθεστὼς ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλή, ἀφοῦ δὲν συνοδεύονται τὰ νομοσχέδια αὐτά, τοὐλάχιστον τὰ πλεῖστα, ὑπὸ ἐκθέσεων μεμελετημένων, ἀφοῦ δὲν ἐστηρίχθησαν ἐπὶ ἐπιτοπίων ἀνακρίσεων, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσι τοιούτων σπουδαίων μεταβολῶν, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας οὐδὲν ἐκ τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔχῃ ἐνώπιόν της ἡ Βουλή, ὅπως προβῇ εἰς ἀποφάσεις περὶ παρομοίων μέτρων, καλὸν θὰ ἦτο ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν δίδει εἰδικῶς ἐντολὴν ἐπιτακτικήν, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα ἐπιμελῶς καὶ λεπτομερῶς. Ἐξέτασις κατὰ τὸν τυπικὸν τρόπον, καθ’ ὃν συνήθως ἐργάζονται παρ’ ἡμῖν αἱ ἐπιτροπαί, δὲν ὠφελεῖ. Ἀνάγκη ὅπως προβῇ εἰς μελέτας εὐρυτέρας, καὶ ἀναζητήσῃ εἴτε ἐν τοῖς Ὑπουργείοις εἴτε καὶ ἐπιτοπίως, περὶ τῶν ἀφορώντων τὸ ζήτημα. Διότι πόθεν προῆλθε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Βεβαίως ἐκ μονομεροῦς καὶ διὰ τοῦτο ἀτελοῦς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων. Ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου δημιουργουμένη κατάστασις, ἄδηλον ἂν θὰ ᾖναι καλλιτέρα δι’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εὐνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἴσως δεινώσῃ τὴν θέσιν αὐτῶν, καὶ ἄδηλον, ἂν καὶ οὗτοι δὲν θὰ ᾖναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅταν τὸ ἐννοήσωσιν. Ἀλλ’ ἄδηλον, ἂν καὶ ἐκεῖνοι, κατὰ τῶν ὁποίων ἀπευθύνεται τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἦσαν πρόθυμοι εἰς μεγαλειτέρας θυσίας καὶ εἰς πληρεστέραν λύσιν. Ἄν περιορισθῇ ἡ μεταβολὴ εἰς τὴν λύσιν, ἡ ὁποία διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται, θὰ μεταβληθῇ εἰς κακὸν καὶ διὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ διὰ τὸ Κράτος, διότι θὰ δοθῇ οὕτως ἀρχὴ πάλης καὶ διαφωνίας μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, οὐδεμία δὲ ὁριστικὴ λύτις θὰ κατορθωθῇ. Λοιπὸν πρέπει ἡ ἐπιτροπὴ τοὐλάχιστον νὰ παρουσιάσῃ τι πλῆρες, ἰδίως πρέπει νὰ φωτισθῇ αὐτὴ καὶ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προϋποθέτει ἡ λύσις αὕτη.

§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως συμπληρώσω τοὺς πόθους τοῦ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτοῦ, προτείνω, ἵνα κατ’ ἐξαίρεσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γαιῶν παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἰδίαν, δοθῇ δὲ αὐτῇ δεκαπενθήμερος προθεσμία, ἵνα ἐξετάσῃ πᾶν ὅ,τι ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖον, ὅπως ὑποβάλῃ ἔκθεσιν πεφωτισμένην.

§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῇ φύσει τῆς συστάσεως αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ἔγκειται πλήρης ἐλευθερία ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἀνατεθειμένα εἰς τὴν ἐξέτασίν της ζητήματα. Νομίζω δὲ, ὅτι οὐδεμίαν πρέπει νὰ τάξωμεν εἰς αὐτὴν προθεσμίαν, διότι ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῆς τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, τάχιον ἢ βράδιον νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἑαυτῆς ἔκθεσιν, ἀφοῦ ἄλλως τε εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν ἐμφοροῦνται τοῦ ἀπαιτουμένου ζήλου καὶ θὰ σπεύσωσιν εἰς ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῆς ἀνατεθειμένης αὐτοῖς ἐντολῆς, ἀλλὰ πάντως μετ’ ἐπισταμένην μελέτην τῶν πραγμάτων. Ἰδοὺ διατὶ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπήν.

§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι βραχὺ τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον ἐμεσολάβησε μεταξὺ τῶν παρελθουσῶν βουλευτικῶν συνόδων καὶ τῆς παρούσης, ὁ δὲ συνάδελφος δὲν ἐλησμόνησε, πρέπει δὲ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι σπανίως εἴχομεν ἐκθέσεις ἐπιτροπῶν. Ἡμεῖς ἐπροτείναμεν προθεσμίαν δεκαπενθήμερον, ὄχι διότι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ζῆλον τῶν ἀποτελεσόντων τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ διότι συνήθως αἱ ἐπιτροπαὶ μετὰ δυσκολίας ἐργάζονται, ἂν δὲ τὸ ζήτημα ἤθελε παραταθῆ ἐπ’ ἄπειρον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἤθελε ματαιωθῆ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ταχθῇ προθεσμία, ἂν δὲ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ τέλος τῆς προθεσμίας δὲν προφθάσῃ νὰ τελειώσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, δύναται νὰ ζητήσῃ παράτασιν προθεσμίας, ὄχι ὅμως νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν ἄνευ προθεσμίας. Διὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἐπρότεινα δεκαπενθήμερον προθεσμίαν, διὰ τὰ ἄλλα δὲ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖά εἰσι κοινὰ, κρίνω ἀρκοῦσαν πενθήμερον προθεσμίαν.

§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποτιμᾷ τὴν σημασίαν τῶν ἄλλων νομοσχεδίων ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὰ ἄλλα νομοσχέδια εἰσάγουσιν ἐν τῷ τόπῳ μίαν ὅλως ἐξαιρετικὴν νομοθεσίαν. Ἀνεξαρτήτως τῶν λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἔχομεν σήμερον νὰ συζητήσωμεν, τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐξέρχονται τῆς βάσεως τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι εἰσάγουσιν ἕν εἶδος ὁμοσπονδιακῆς νομοθεσίας. Δὲν ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν θεσμὸν ἀφορῶντα καὶ ἐπιβαρύνοντα ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἐξαιρετικὴν καὶ νέαν νομοθεσίαν, ἐπιβαλλομένην εἰς ἕν διαμέρισμα τοῦ Βασιλείου, τὸ ὁποῖον προτείνεται νὰ ἐξαιρέσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος. Τοιαύτης οὔσης τῆς προτεινομένης νομοθεσίας, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν οἱαδήποτε ἐπιτροπὴ, πρὸ πάντων δὲ ὅπως ἐργάζονται παρ’ ἡμῖν αἱ ἐπιτροπαὶ, νὰ μελετήσῃ αὐτὴν ἀρκούντως ἐντὸς πέντε ἡμερῶν καὶ νὰ φέρῃ ἔκθεσιν μεμελετημένην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα ἐντὸς τῶν ἡμερῶν τῶν ἀπόκρεων, κατὰ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐργασθῇ. Ἐπειδὴ δὲ ὄχι μόνον παρουσιάζουσί τι τὸ ἐξαιρετικὸν καὶ τὸ σοβαρὸν τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ συνδέονται ἀμέσως καὶ στενῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ διανομῆς γαιῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ ἓν χωριστὰ ἀπὸ τὰ ἄλλα. Πρέπει νὰ συνδεθοῦν καὶ τὰ τέσσαρα, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μελετήσῃ αὐτὰ συγχρόνως. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων νομοσχεδίων. Εἶναι νομοσχέδια ἀνατρέποντα τὰς βάσεις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν καὶ ἐξερχόμενα τοῦ πνεύματος καὶ τῶν ὅρων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἑνότητος. Πρέπει δὲ νὰ συνδεθῶσι καὶ τὰ τέσσαρα καὶ μελετηθῶσιν ἐπισταμένως ὑπὸ τῆς αὐτῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἐντὸς διαστήματος τοὐλάχιστον εἴκοσιν ἡμερῶν. Ἂν δὲ δὲν δυνηθῇ αὕτη νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος, τότε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὴν νέαν προθεσμίαν, ἢ ν’ ἀποφασίσῃ τὴν ἄνευ ἐκθέσεως συζήτησιν αὐτῶν.

§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπέθετον ὅτι παραπονεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης, καταγγέλλων τὰ νομοσχέδια ὡς ὑπαγορευθέντα ἐκ μόνου τοῦ πόθου τῆς βελτιώσεως τῆς γεωργικῆς καταστάσεως ἐν Θεσσαλίᾳ. Τὸν βεβαιῶ ὅτι, ἂν ὑπῆρχε πρότασις ὑπαγωγῆς καὶ τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης εἰς τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ εἶχον ἀντίῤῥησιν. Ἀλλ’ ὅτι τὰ νομοσχέδια εἰσάγουσι νομοθεσίαν ὁμοσπονδιακὴν καὶ ἐξέρχονται τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμον, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἀγνοεῖ, ὅτι καὶ ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ οἴνου δὲν εἶναι ὁμοία καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ὡς καὶ ἡ φορολογία τῶν ἑσπεριδοειδῶν προϊόντων καὶ τοσούτων ἄλλων, καὶ μέχρι τοῦδε οὔτε κατεκρίθημεν ὅτι εἰσάγομεν ὁμοσπονδιακὴν νομοθεσίαν, οὔτε ἐπάθομεν ζημίαν ἐθνικὴν ἐντεῦθεν, οὐδ’ ὑπελήφθημεν ὅτι ζῶμεν ἐν ὁμοσπονδίᾳ.

§61Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης ἔσπευσε νὰ μᾶς ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ θέλουσιν ἐπιφέρει τὴν καταστροφήν. Θὰ τὸν ἀκούσωμεν μετὰ πολλῆς προσοχῆς, ἀναπτύσσοντα τὰς ἰδέας του, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πάρα πολὺ ἔσπευσεν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν σήμερον εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ, ἤτοι κατὰ τίνα τρόπον θέλουσι συζητηθῆ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι σπουδαιότατα, διότι ὄντως εἶναι ἐκτάκτου σπουδαιότητος. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Καραπάνος ἔσπευσε νὰ ἐκφράσῃ καὶ τὴν γνώμην του, ἐκφέρω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου, ὅτι κατ’ ἀρχὴν καὶ βάσιν εἶναι τὰ καλλίτερα ἐξ ὅσων ἐπροτάθησαν ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς), διότι πρόκειται νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν συνταγματικοὶ πολῖται, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε εἶναι δουλοπάροικοι. Ἀλλ’ εἶναι λίαν πρόωρον νὰ εἴπωμεν περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συμμορφούμενος καὶ μὲ τὸν Κανονισμὸν, ἴσως–ἴσως σπεύδων νὰ ἀναιρέσῃ καὶ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι πρόκειται νὰ δημοκοπήσῃ ἁπλῶς μὲ τὰ νομοσχέδια, εἶπεν ὅτι ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας πρέπει νὰ μελετηθῶσι τὰ νομοσχέδια. Βεβαίως ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς ὀλίγας γραμμάς· ἀλλὰ τί ἐμποδίζει, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν τελειώσῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐντὸς τοῦ ὁριζομένου χρόνου, νὰ ζητήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ παράτασιν; Διατὶ λοιπὸν σπεύδομεν νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων; Ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ ἐκφέρω τὴν ἰδικήν μου. Ἐῤῥήθη πρὸ μικροῦ, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ μεταβῶσι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐπιτοπίως· ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ἐδημοσιεύθησαν ἤδη, βεβαιωθῆτε δὲ, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ τὰ ἔχωσιν ἀποστηθίσει, καὶ θὰ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας αὐτῶν. Ἐκ τῶν προτέρων λέγω, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης καὶ πολλῶν τροποποιήσεων καὶ βελτιώσεων, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἄλλα ζητήματα· διατὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ λέγωμεν, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν ὁμοσπονδιακὴν νομοθεσίαν;

§62ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὡς καὶ ὁ ἐκ Μεσολογγίου, ἔσπευσαν, ἀποκαλύψαντες εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν προτέρων τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουσι περὶ τῶν θεσσαλικῶν νομοσχεδίων. Δὲν πρόκειται σήμερον συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, οὔτε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς οὔτε ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν· πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως περὶ παραπομπῆς αὐτῶν εἰς ἐπιτροπήν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὀρθότατα, φρονῶ, προέτεινε τὴν σύστασιν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μάλιστα προέτεινε νὰ ὑπάρχωσι καὶ Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας. Καὶ εἶναι ὀρθότατον τοῦτο, διότι προκειμένου περὶ θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, οἱ Βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας εἶναι οἱ ἁρμοδιώτεροι, ὡς ἐκ τῆς γνώσεως τῆς ἀκριβοῦς τοῦ τόπου καὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, καὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑπηρετοῦσιν, εἶναι, λέγω, οἱ ἁρμοδιώτεροι νὰ δώσωσι γνώμην περὶ αὐτῶν, καὶ διὰ τῆς γνώμης των νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅμως —καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην μου—νομίζω ὅτι μία ἐπιτροπὴ δὲν ἀρκεῖ πρὸς ἔγκαιρον ἐξέλεγξιν καὶ τῶν τεσσάρων νομοσχεδίων, οὔτε νομίζω ταῦτα τοσοῦτον συναφῆ πρὸς ἄλληλα, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ χωρισθῶσι κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν· διότι μεταξὺ αὐτῶν μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως εἰδικοῦ γεωργικοῦ ταμείου δύναται νὰ θεωρηθῇ συναφὲς πρὸς τὸ περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῶν τσιφλικίων, καὶ τοῦτο, ἕνεκα τῆς διατάξεως αὐτοῦ περὶ καταβολῆς τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἀπαλλοτριουμένων γαιῶν ὑπὸ τοῦ ταμείου τούτου. Τὰ ἄλλα ὅμως νομοσχέδια εἰσὶν αὐτοτελῆ καὶ ἐντελῶς ἀπ’ ἀλλήλων ἀνεξάρτητα. Τούτου ἕνεκα φρονῶ, ὅτι τὸ μὲν νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς ἐγγείου φορολογίας, τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως γεωργικοῦ ταμείου καὶ τὸ περὶ φορολογίας τῶν βοσκῶν δύνανται νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς χωριστὴν ἐπιτροπὴν, νὰ ὁρισθῇ δὲ ἄλλη τοιαύτη, εἰδικὴ ἐπίσης, ὅπως μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῶν γαιῶν, τῶν ἀπαλλοτριουμένων ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν. Τοῦτο θέλει εὐκολύνει τὴν μελέτην ἁπάντων τῶν νομοσχεδίων, καὶ μάλιστα τοῦ σπουδαιοτέρου τούτων, εἰς τὸ ὁποῖον τόση, καὶ δικαίως, ἀποδίδεται σημασία.

§63ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ διαπράξω τὸ σφάλμα, ὃ διέπραξαν ὁ κ. Βουλευτὴς Βόλου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμπάκας, οὔτε θέλω θίξει ποσῶς τὸ ζήτημα τοῦ κατὰ πόσον τὰ νομοσχέδια τὰ θεσσαλικὰ εἶναι καλὰ ἢ κακά. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἕκαστος θέλει σπεύσει νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ μόνου τοῦ ζητήματος, ὅτι τοσοῦτον στενῶς συνδέονται τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὥστε ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς ἀτελὴς ἡ ἐπεξεργασία ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε κατατμηθῆ ἡ προεξέλεγξις, ὅπως προέτεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμπάκας, διὰ τῆς ὑποβολῆς εἰς διαφόρους ἐπιτροπὰς, ἢ διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ διαφόρου ὁρίου χρονικοῦ τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐκθέσεων ἐκ μέρους μιᾶς ἑκάστης τῶν ἐπιτροπῶν. Περὶ τίνος πρόκειται; πρόκειται περὶ ἐξαγορᾶς, περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ὡρισμένου τμήματος κτημάτων, κειμένων ἐν Θεσσαλίᾳ. Διὰ τίνων μέσων θέλει ἀποκτηθῆ τὸ κεφάλαιον τὸ ἀναγκαιοῦν; τοῦτο καθορίζει τὸ νομοσχέδιον περὶ γεωργικοῦ ταμείου. Τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς Θεσσαλίας, δηλαδὴ περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπιβολῆς τοῦ 6% ἀντὶ τοῦ φόρου τούτου, ἔρχεται νὰ συμπληρώσῃ ἀκριβῶς τὸ ταμεῖον, ἔρχεται νὰ δώσῃ τὰ μέσα εἰς τὸ ταμεῖον, διὰ τῶν ὁποίων θέλουσιν ἐξαγορασθῆ αἱ γαῖαι. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους, τοιαῦτα νομοσχέδια, τοσοῦτον στενῶς συνδεόμενα πρὸς ἄλληλα, δέον νὰ σταλῶσι τὸ ἓν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, τὸ ἕτερον εἰς ἄλλην, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τὰ νομοσχέδια αὐτὰ νὰ μὴ ἐκφέρῃ μίαν καὶ σύγχρονον γνώμην ἡ ἐπιτροπὴ ἡ μία, τὴν ὁποίαν ἀναγκαίως θέλετε συστήσει; Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνασκοπῶν ἀκριβέστερον τὰ πράγματα, θέλει συναινέσει, ὅπως ἡ αὐτὴ προθεσμία ταχθῇ διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, οὔτε προέτεινέ τι ἐναντίον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μήτε εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ, κατ’ ἐμὲ, ἐναντίαν τινὰ πρότασιν, ὅταν πρόκειται περὶ νομοσχεδίων τοσοῦτον στενῶς συνδεομένων πρὸς ἄλληλα, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, κατὰ πόσον ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ μία καὶ ἑνιαία, ἡ εἰδικὴ, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ σταλῶσι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, θὰ ἦναι ὑποχρεωμένη, διὰ τὸ ἓν μὲν ἐξ αὐτῶν νὰ ὑποβάλῃ μετὰ 15 ἡμέρας, ἢ μετὰ ἄλλην τινὰ προθεσμίαν τὴν ἔκθεσίν της, διὰ δὲ τὰ ἄλλα τρία μετὰ πέντε ἡμέρας. Εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ τὰ τρία, καὶ ψηφιζόμενα, ἄνευ τοῦ τετάρτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἔκθεσις θέλει ὑποβληθῆ μετὰ 15 ἡμέρας; Ἐξ ἐναντίας ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ σύγχρονος ἐπιψήφισις τῶν νομοσχεδίων ἐπιβάλλεται ἀκριβῶς καὶ ἐκ τῆς διευκολύνσεως τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συναινέσῃ εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν, δηλαδὴ ἂν ταχθῇ προθεσμία, νὰ ταχθῇ μία διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων καὶ τῶν τεσσάρων νομοσχεδίων.

§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶναι τὰ μάλιστα δεδικαιολογημένος, προβάλλων, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτος μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων σύνδεσμος, ὥστε κρίνει, ὅτι εἶναι ἀσύμφορον, ἂν μὴ κανονισθῇ ἡ αὐτὴ τύχη καὶ διὰ τὰ τέσσαρα νομοσχέδια. Λέγει ὅτι εἶναι τὰ τέσσαρα νομοσχέδια στενῶς συνδεδεμένα, διότι δὲν ἀνέγνω τὰ νομοσχέδια, καὶ ὑποθέτει ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτος σύνδεσμος μεταξὺ αὐτῶν. Ὅτι δὲ δὲν ἀνέγνω τὰ νομοσχέδια, δὲν τὸ λέγω ἵνα αἰτιαθῶ αὐτοῦ, διότι πρὸ ὀλίγου μοὶ ἐζήτει ἵνα εἰσαγάγω τὰ νομοσχέδια, ἐνῷ ἐγὼ ἔχω εἰσαγάγει αὐτὰ ἀπὸ τοῦ Σαββάτου, καὶ βεβαίως, φαίνεται, τὸ γραφεῖον δὲν ἐφρόντισε περὶ τῆς ἐκτυπώσεως αὐτῶν, δὲν διενεμήθησαν, καὶ δὲν τὰ ἀνέγνω. Βεβαιῶ ὅμως καὶ πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει συνάφεια μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου κηρύσσονται ἀπαλλοτριωτέα 20 στρέμματα γῆς εἰς ἑκάστην γεωργικὴν οἰκογένειαν ἐκ τῶν κτημάτων τῶν τσιφλικίων, τῶν ἐχόντων συνεχῆ ἔκτασιν 2,000 στρεμμάτων ἐπιδεκτικῶν καλλιεργείας, καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ γεωργικοῦ ταμείου, οὐδεμία δὲ ὑπάρχει συνάφεια μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔλεγε, περὶ τοῦ ἀπαλλοτριωτοῦ αὐτῆς τῆς ἐκτάσεως τῶν γαιῶν, καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν βοσκῶν, οὔτε ὑπάρχει συνάφεια μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἀλλαγῆς τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀπαλλοτριωτοῦ μικρᾶς ἐκτάσεως γῆς ὑπὲρ ἑκάστης γεωργικῆς οἰκογενείας εἶναι νομοσχέδιον σπουδαιότατον, βεβαίως χρῄζει μεγάλης μελέτης καὶ βεβαίως μετ’ ἐπιστασίας πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δύναται νὰ δοθῇ προθεσμία 15 ἡμερῶν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, δέχομαι τὴν γνώμην μάλιστα τοῦ κ. ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτοῦ, ἵνα συστηθῇ ἰδία δι’ αὐτὸ ἐπιτροπὴ, καὶ ἂν κατὰ τὸ τέλος τῆς δεκαπενθημερίας ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἤθελε περάνει τὴν ἐργασίαν της καὶ ἔχῃ ἀνάγκην νέας προθεσμίας, νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ζητήσῃ παράτασιν, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει κρίνει, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ δώσῃ αὐτήν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ γεωργικοῦ ταμείου ποίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ περὶ παραχωρήσεως γαιῶν; Ἐὰν δέ τις διατάσσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν, ὅτι θέλουσι προκαταβληθῆ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὰ χρήματα τὰ ἀποτελοῦντα τὸ ἀντίτιμον τῶν ἀπαλλοτριουμένων γαιῶν, νομίζουσιν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως, δι’ οὗ ἐπρότεινε τὴν ἵδρυσιν τοῦ Θεσσαλικοῦ ταμείου; Παντάπασιν. Ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἄλλος, τοῦτο δ’ εἶναι παρεμπίπτον. Παρενέπεσε, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ παράσχωμεν εὐκολίαν τινὰ εἰς τοὺς γεωργοὺς, τῶν ὁποίων, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, οἱ πλεῖστοι βεβαίως, ἢ ὑπὲρ τοὺς ἡμίσεις, εἶναι ἕτοιμοι νὰ πληρώσωσιν ἐξ ἰδίων τὸ ἀντίτιμον, εἶναι δὲ εὔκολον νὰ εὕρωσι χρήματα καὶ ἀλλαχοῦ· ὥστε οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου βοσκῶν, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν πληρωμὴν προσθέτου φόρου κατὰ 2/15 εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, οἵτινες δὲν εἰσάγουσι καμμίαν βιομηχανίαν ἐν τῷ κτήματι αὐτῶν, οὔτε τὴν μεγάλην κἂν καλλιέργειαν, καὶ διότι τὰ 2/13 διετάχθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τὸ εἰδικὸν τῆς Θεσσαλίας, διὰ τοῦτο συνδέεται μετ’ αὐτοῦ; Ἂν δὲν ἤθελε συστηθῆ τὸ ταμεῖον τὸ γεωργικὸν τῆς Θεσσαλίας, θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὸ γεωργικὸν ταμεῖον τῆς Θεσσαλίας ἔχει ἰδίους πόρους, ἔχει τοὺς πόρους, οἵτινες ἀνεγράφοντο ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1889 περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, τοὺς φόρους ἐκείνους, διὰ τῶν ὁποίων ἐπροτείνετο τότε ν’ ἀποτελεσθῇ ἡ ὑπηρεσία δανείου 12 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ δαπανηθῶσι δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα. Ἔχει τοὺς πόρους τούτους. Αὐτὴ εἶναι ἡ σύστασις τοῦ ταμείου. Πάντα τὰ ἄλλα εἶναι παρεμπίπτοντα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος, διὰ νὰ μὴ φανῇ, ὅτι προβάλλει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὰς περὶ ὧν εἴρηται μεταβολὰς κερδοσκοποῦν, διὰ νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδά του, προτείνει νὰ δοθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον· διότι, ἀφοῦ εἶναι ἔσοδα προερχόμενα ἐκ Θεσσαλίας, θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς βελτίωσιν τῆς Θεσσαλίας. Ὡσαύτως τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τί κοινὸν ἔχει μὲ τὴν παραχώρησιν τῶν γαιῶν; Ἀντικαθίστησι τὸ εἶδος τῆς φορολογίας, καὶ περιέλαβε τὴν διάταξιν, ὅτι, ἂν ἤθελον εἰσπραχθῆ ἐκ τοῦ νέου φόρου περισσότερα, αὐτὰ ἢ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ μέσον ὅρον ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπὶ τὴν προηγηθεῖσαν τριετίαν, ταῦτα τὰ ὑπερβάλλοντα νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Θεσσαλικὸν ταμεῖον, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι προτείνομεν τὴν μεταβολὴν τοῦ φόρου, ἵνα αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἑπομένως δὲν ἔχω λόγον νὰ πεισθῶ, ὅτι ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὰ τρία νομοσχέδια ἐν πλήρει ἀνέσει καὶ ἐν ἀπεριορίστῳ χρόνῳ, ὅτι αὐτὴ ἡ γνώμη πρέπει νὰ γένηται ἀποδεκτή. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἡ ὁποία θέλει συστηθῆ, πρέπει νὰ κληθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὰ νομοσχέδια ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, νὰ ἐξενέγκῃ τὴν γνώμην της, τέλος πάντων ἂς τὴν ἐξενέγκῃ ἐντὸς δέκα ἡμερῶν, καὶ ἂν ἐντὸς αὐτῶν δὲν δυνηθῆ, ἂς προτείνῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας, τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἠδυνήθη, καὶ νὰ ζητήσῃ νέαν παράτασιν· ἀλλὰ νὰ εὑρίσκωσιν ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀλληλένδετα καὶ ἀχώριστα, βεβαίως τὸ ἔπραξαν, διότι δὲν ἀνέγνων τὰ νομοσχέδια, ὅταν δὲ ἀναγνώσωσιν αὐτὰ, ὅταν θὰ διανεμηθῶσι, θέλουσι πεισθῆ, ὅτι ἡ πρότασίς των εἶναι ἀστήρικτος.

§65ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀναγνώσω νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶδον· ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Προεδρείου περὶ τοῦ ὅτι τὰ τρία νομοσχέδια δὲν διενεμήθησαν. Ἀνέγνωσα μόνον, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον καὶ μέσον, τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν 20 ἢ 25 στρεμμάτων καὶ τῶν ἀγροτικῶν οἰκίσκων, καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου εἶδον τὸν σύνδεσμον μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῶν τριῶν ἑτέρων νομοσχεδίων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέγεινε νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ὑπάρχει σύνδεσμος, ἀλλὰ κατώρθωσε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι συνδέονται ἀναποσπάστως τὰ τέσσαρα νομοσχέδια, διότι οἱ πόροι, τοὺς ὁποίους δημιουργοῦσι τὰ δύο ἐκ τῶν τεσσάρων νομοσχεδίων, τὸ ταμεῖον, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖται διὰ τῶν πόρων αὐτῶν, ἕνα καὶ κύριον ἔχει σκοπὸν, τὴν διευκόλυνσιν τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ὡρισμένης ἐκτάσεως ἐκ τῶν τσιφλικίων, καὶ τὸ λέγει ὅλοις γράμμασι τὸ νομοσχέδιον. Θὰ ἦτο ἀληθῶς παράξενον νὰ ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς κατὰ μέρος διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ μὴ διανεμηθέντος, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν τὸν σύνδεσμον. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ μάθω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς τί θέλει χρησιμεύσει ἡ φορολογία τῶν 6%, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν δήλωσίν του, τὴν γενομένην κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλει χορηγήσει ὑπερδιπλάσιον ποσὸν ἀπὸ τὸ ἤδη εἰσπραττόμενον διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, εἰς τί θέλει, λέγω, χρησιμεύσει αὐτὴ ἡ ὑπερδιπλασία φορολογία, ἐὰν δὲν χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἱδρύεται τὸ ταμεῖον, περὶ τοῦ ὁποίου προβλέπει τὸ ἕτερον νομοσχέδιον; Εἰς τί θέλει χρησιμεύσει, ἀφοῦ τοιοῦτον προορισμὸν ἔδωκεν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν 2% ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν προϊόντων, ἂν δὲν συστηθῇ καὶ δὲν πραγματοποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως; καὶ εἰς τί θέλει χρησιμεύσει τέλος καὶ τὸ ταμεῖον; Δύνανται νὰ ὑπάρξωσι καὶ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἔχει τὰ μέσα, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε δοθῆ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποκτήσωσι τμήματα γῆς ἐκ τῶν τσιφλικίων, νὰ καταβάλωσι τὸ τίμημα ἀμέσως, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον προβλέπει περὶ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως, διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὰ μέσα τῆς καταβολῆς· ἄλλως δὲν θὰ ἐλαμβάνετο ἡ πρόνοια περὶ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου, μήτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ ταμεῖον αὐτὸ θέλει λειτουργεῖ ὑπὲρ ἄλλου σκοποῦ ἀγνώστου, ὅταν δὲν δύναταί τις, ὑπολογίζων προχείρως, νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι θέλει ἔχει καὶ τὰ μέσα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς λειτουργίας τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ὅτι δὲ δὲν θέλει ἔχει ἀμέσως τὰ μέσα, τὸ βλέπει τις καὶ ἐκ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὰς ὁποίας περιττὸν εἶναι νὰ ἀναπτύξω, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς γνωρίζει κάλλιστα, οὔτε εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος. Ἀλληλένδετα λοιπὸν, ἀναποσπάστως ἀλληλένδετα εἶναι ταῦτα. Ἐὰν δὲ κρίνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν προεξέλεγξιν τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἀναγκαίαν, ἀναγκαίως δὲν πρέπει νὰ κατατμήσῃ τὴν ἐπεξεργασίαν ταύτης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει καὶ τὴν πλειοψηφίαν, ἔχει καὶ μίαν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται, ἀνεξαρτήτως τῆς προεξεργασίας παρ’ οἱασδήποτε ἐπιτροπῆς, νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδια καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν· διατὶ δὲν τὸ πράττει; Δὲν τὸ πράττει βεβαίως, διότι θεωρεῖ, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, καθὼς καὶ τὰ ἄλλα, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἀναγκαίως πρέπει νὰ προϋπάρξῃ ἀληθὴς ἐπεξεργασία, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησεν ὄχι μόνον τὴν παραπομπὴν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, ἀλλὰ τὴν σύστασιν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἂν ἔχῃ τοιαύτην γνώμην, τὸν παρακαλῶ, εἰς τὴν γνώμην του αὐτὴν νὰ δώσῃ σάρκα, καὶ νὰ χορηγήσῃ τὸ μέσον, ὅπως ἡ γνώμη του αὕτη ἀποβῇ λυσιτελὴς. Θέλει δ’ ἀποβῆ λυσιτελὴς, μόνον ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν παραπεμφθῶσιν ὅλα τὰ νομοσχέδια. Ἂν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν δοθῇ πᾶσα προθεσμία ὄχι πρὸς παρέλκυσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς, ὄχι πρὸς παρεμπόδισιν τῆς δημοσίας συζητήσεως, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἐπεξεργασίαν, τὴν ἀληθῆ ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων, τότε ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ πρωτοβουλία, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, θέλουσιν ἔχει σκοπόν. Ἄλλως εἶναι περιττὸν νὰ συστηθῇ τοιαύτη. Καλλίτερον εἶναι νὰ προβῶμεν ἀμέσως.

§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐνδιαφέρομαι νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, ἂν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν ἀμέσως, ἢ νὰ προβῶμεν εἰς σύστασιν ἐπιτροπῆς. Ἔχει γνώμην, ὁποίαν ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, εἶναι, ὅτι μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἀνέγνω τὰ νομοσχέδια, δὲν ἁρμόζει νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλοτριωτοῦ ἐκτάσεως γῆς εἰς ἑκάστην γεωργικὴν οἰκογένειαν δὲν εἶναι ἀλληλένδετον μὲ τὸ περὶ βοσκῶν, μὲ τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, μὲ τὸ περὶ γεωργικοῦ ταμείου. Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξακολουθῇ ὑποστηρίζων, ὅτι τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, τὸ συστηθησόμενον ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀγνώστους σκοποὺς, καὶ μόνον ἕνα γνωστὸν, νὰ προκαταβάλῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ πληρωθῶσιν ἀντὶ τῶν ἀπαλλοτριουμένων γαιῶν. Αὐτὸ δὲν εἶναι, νομίζω, συγκεχωρημένον. Δὲν εἶναι δὲ συγκεχωρημένον καὶ διὰ πάντα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε, νομίζω, τὰ κατὰ τὴν Θεσσαλίαν, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ὑπάρχει μόνον αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ γεωργικὴ τάξις ἰδίως στενάζει ὑπὸ τὴν τοκογλυφίαν, καὶ ὅτι, ἂν ἤθελε κατορθωθῆ νὰ πορισθῇ ποτε κεφάλαιον οἱονδήποτε, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποτελέσῃ μίαν Γεωργικὴν Τράπεζαν, ἓν Crédit agricole, — ἔστω καὶ μὲ ὀλίγα κεφάλαια — αὕτη ἤθελεν εὐεργετήσει τὴν χώραν· ὅτι, ἂν ἤθελε κατορθωθῆ νὰ εὑρεθῶσι κεφάλαια, — καὶ δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν — ὥστε νὰ χρησιμεύσωσι ταῦτα, ὅπως παύσῃ ἡ μεγάλη ξηρασία, ἡ συμβαίνουσα ἑκάστοτε εἰς τὴν μίαν πεδιάδα, καὶ ἡ μεγάλη πλημμύρα, ἥτις συμβαίνει εἰς τὴν ἄλλην πεδιάδα, θέλομεν προσφέρει μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας καὶ ἑπομένως εἰς τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τῆς χώρας. Δὲν πρόκειται περὶ παρελκύσεως τῆς συζητήσεως, πρόκειται περὶ ἀντικειμένου, ἐφ’ οὗ προσήκει νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ. Ἐγὼ ἔχω γνώμην περὶ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων ἐν τῇ Βουλῇ, κατέδειξα δ’ αὐτὴν, ὁσάκις ἦλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰσηγούμην τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν νομίζω ὅτι ἀρκεῖ μία ψηφοφορία, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε ἐδείχθην πρόθυμος νὰ παρέχω πᾶσαν εὐκολίαν, ὅπως ἡ συζήτησις γένηται εὐρυτάτη. Τοῦτο ἐπιθυμῶ καὶ τώρα, καὶ στέργω νὰ συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐν πάσῃ εὐρύτητι, καὶ ἐὰν ἤθελον εὑρεθῆ ἐλλιπῆ, νὰ συμπληρωθῶσιν, ἐὰν ἤθελον εὑρεθῆ πλημμελῆ, νὰ βελτιωθῶσι, καὶ ἐὰν ἤθελον ἀποδειχθῆ ἐπιβλαβῆ, νὰ ἀποῤῥιφθῶσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ, εἶναι, νὰ μὴ ἐγκαταλειφθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ἐὰν ἤθελον σταλῆ εἰς ἐπιτροπὴν, τὸ μὲν περὶ παραχωρήσεως γαιῶν νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν νὰ δοθῇ προθεσμία 15 ἡμερῶν ἢ 20 ἡμερῶν, καὶ ἐὰν αἱ 20 ἡμέραι δὲν ἤθελον ἀρκέσει εἰς αὐτὴν, νὰ προσέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ, ἐξηγοῦσα τὴν ἀνάγκην, ζητήσῃ παράτασιν. Εἰς ἑτέραν ἐπιτροπὴν νὰ ἀποσταλῶσι τὰ ἕτερα νομοσχέδια, εἰς αὐτὴν δὲ νὰ δοθῇ προθεσμία 10 ἡμερῶν, καὶ ἂν δὲν ἤθελεν ἀρκέσει αὕτη, νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ζητήσῃ καὶ αὕτη παράτασιν, ἐκθέτουσα τοὺς λόγους, δι’ οὓς ζητεῖ τὴν παράτασιν. Ταύτην τὴν πρότασιν ἔφερον ἐν τῇ ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως καὶ συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν μερίμνῃ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μεριμνῶσι περὶ τοῦ τί λέγεται ἐν ταῖς ἀγυιαῖς καὶ τριόδοις, ὡς ἐῤῥήθη ὑπό τινος ἐνταῦθα, διὰ νὰ διαδοθῇ, ὅτι ἐγὼ δὲν εἰσήγαγον τὰ νομοσχέδια ταῦτα μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ συζητήσω αὐτά. Εἰς παραπλησίους θρύλους συνειθίζω νὰ μὴ προσέχω, καὶ εὑρίσκομαι ὑπεράνω αὐτῶν· εἶναι θρῦλοι ἀνήκοντες εἰς τὰς τριόδους, ἐν ταῖς ὁποίαις δὲν ἐπιτρέπεται εἰς πολιτευομένους νὰ συμφύρωνται.

§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου νομίζω, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι, εἶναι ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα βεβαίως πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν καὶ μελετηθῶσι, διότι εἶναι νομοσχέδια θίγοντα ζητήματα κοινωνικῆς σημασίας, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λυθῶσι κατὰ ἕνα ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἔχει πολλὴν τὴν σπουδαιότητα, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μελετηθῇ. Νομίζω δὲ καθῆκόν μου νὰ ἐξαγάγω τῆς πλάνης δύο ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τοὺς κυρίους ἐκ Βόλου καὶ ἐκ Καλαμπάκας συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζω ποῦ ἀνεκάλυψαν, ὅτι ἐγὼ, διότι ἐχαρακτήρισα τὰ νομοσχέδια ὡς θίγοντα ζητήματα πρωτίστης σημασίας, καὶ χρήζοντα μεγάλης καὶ ἐπισταμένης μελέτης, ἐξεφράσθην συνάμα καὶ ἐναντίον αὐτῶν. Ἀπεναντίας δὲν ἔχω δισταγμὸν νὰ δηλώσω, ὅτι τὴν ἀρχὴν τῆς παροχῆς γαιῶν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τὴν ὑπεστήριξα πλειότερον παντὸς ἄλλου. Ὑπεστήριξα δ’ αὐτὴν οὐχὶ ἐπιδεικνύμενος, οὐδὲ διὰ τοῦ λόγου καὶ διὰ τῆς ψήφου μου μόνον, ἀλλὰ καὶ δι’ ἰδίων θυσιῶν. Εἶμαι ὁ πρῶτος ἐν Ἑλλάδι, ὅστις, κύριος μεγάλων ἰδιοκτησιῶν τσιφλικίων, ἐπώλησα αὐτὰ εἰς τοὺς χωρικοὺς, ὅταν πρὸ δέκα ἐτῶν καὶ ἐπέκεινα ἦλθον καὶ μοὶ ἐζήτησαν τοῦτο. Ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ταῦτα, ὅπως ἐξαγάγω τοὺς κυρίους συναδέλφους ἐκ τῆς πλάνης, εἰς ἣν ὑπέπεσαν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ πολλῆς σπουδαιότητος, καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἐπιπολαίως ἡ λύσις αὐτοῦ. Λύσις αὐτοῦ ἐπιπολαίως, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τὴν γεωργίαν καὶ τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν, δύναται σπουδαιότατα νὰ βλάψῃ ἀμφότερα. Πρέπει νὰ μελετηθῇ, καὶ νὰ μελετηθῇ ἐν συναφείᾳ ὄχι μόνον τῶν ὑποβληθέντων τεσσάρων νομοσχεδίων, ἀλλὰ καὶ ἄλλων νομοθετημάτων, δυναμένων νὰ καταστήσωσι τὴν λύσιν αὐτοῦ ἀποτελεσματικὴν καὶ ὠφέλιμον εἰς τὴν χώραν. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲ τῆς προμελέτης τῶν νομοσχεδίων, νομίζω ὅτι εἶναι τυπικὴ ἡ μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν διαφωνία· διότι εἴτε κεχωρισμένως διὰ τὸ ἓν νομοσχέδιον ζητήσει ἡ ἐπιτροπὴ παράτασιν τῆς προθεσμίας, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν προφθάσῃ ἐντὸς 10 ἡμερῶν νὰ μελετήσῃ αὐτὸ, εἴτε καὶ διὰ τὰ ἄλλα τρία, τοῦτο εἶναι ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀσχοληθῶμεν σήμερον. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ λύσωμεν σήμερον, εἶναι τὸ τῆς παραπομπῆς αὐτῶν εἰς ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ ταῦτα, καὶ εἰς τοῦτο νομίζω ὅτι πάντως συμφωνοῦμεν.

§68ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ἐνδιαφέρει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τίς εἶναι ἡ γνώμη μου, μήτε ἐγὼ θέλω νὰ ὑποδείξω πρὸς αὐτὸν τὴν γνώμην μου. Ἐὰν ἀπετάθην πρὸς αὐτὸν, ἀπετάθην ὡς πρὸς τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας· ἠθέλησα δὲ νὰ τῷ ἀποδείξω, ὅτι ὑπάρχει τι ἀνακόλουθον, ὅταν προτείνῃ μὲν τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν ἢ τοῦ διαφόρου προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ὤφειλεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις της, ἤθελε καταστῆ ἀνέφικτος ἡ ἐπεξεργασία αὐτῆς. Αὐτὸ εἶπον· θαυμάζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεξήγησε τοῦτο. Ἐγὼ ἐξ ἐναντίας προσεπάθησα, δι’ ὅσων εἶπον, νὰ ἀποκλείσω πᾶσαν ἰδέαν παρελκύσεως κατὰ τὴν προεξέλεγξιν τῆς ἐπιτροπῆς. Δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ θεωρῇ, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ δὲν εἶναι ἀλληλένδετα· ἀλλ’ ἐγὼ εὑρίσκω ἐν τοῖς νομοσχεδίοις αὐτοῖς, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαίως καθιστῶσι τὸν δεσμὸν αὐτόν. Δύναται ὁ δεσμὸς αὐτὸς νὰ ἦναι ἀπώτερος, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἢ στενώτερος κατ’ ἐμὲ, ἀλλὰ ὑπάρχει βεβαίως, καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δοθῇ ὁ χρόνος ὁ ἀναγκαῖος πρὸς τὴν σύγχρονον ἐπεξεργασίαν. Εἰς τοῦτο κατέγεινα, τοῦτο ἐσκόπευον νὰ ἀποδείξω, οὐδέποτε δὲ ἠσχολήθην, μήτε σήμερον μήτε ἄλλοτε, μὲ τοὺς θρύλους τῶν ἀγυιῶν.

§69ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε διὰ σᾶς.

§70ΡΑΛΛΗΣ. Ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, εἰπόντος πῶς ἔκρινάν τινες τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων, ἐγὼ ὅμως οὐδέποτε συνείθισα νὰ υἱοθετῶ τὰς ξένας γνώμας, ἐκφράζω δὲ ἄνευ περιστροφῶν τὰς σκέψεις μου.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποφασίζεται λοιπὸν νὰ συσταθῶσι δύο ἐπιτροπαὶ, ἐξ ὧν ἡ μὲν μία νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τὰς γεωργικὰς οἰκογενείας τῆς Θεσσαλίας καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς προθεσμίας 20 ἡμερῶν, ἡ δὲ ἑτέρα νὰ μελετήσῃ τὰ λοιπὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς προθεσμίας 10 ἡμερῶν. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συνέλθωσιν αὔριον, τὴν 2 ὥραν μ. μ., καὶ προβῶσιν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας των. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει πρὸς συζήτησιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
2Τῆς 31 Ἰανουαρίου 1896.
3(Τετάρτη)
4Ὥρα 4 μ. μ.
5Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
6ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέ-
8βαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πι-
9στώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις ἐπὶ τῶν προϋπολο-
10γισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1896 διὰ τὰς δαπάνας
11τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου 1896. Θέλει τυπωθῆ
12καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 41).
13Ὁ κτηματικὸς καὶ ἐμπορικὸς Σύλλογος Πύργου διὰ τηλε-
14γραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα
15σωστικὰ διὰ τὴν σταφίδα.
16Ὁ Δημήτριος Χρυσοβέργης παραπονεῖται, ὅτι ὁ μοίραρχος
17Μεσσηνίας δὲν καταδιώκει τοὺς φονεῖς τοῦ ἀδελφοῦ του.
18Ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Πυλίων παρακαλεῖ τὴν Κυβέρ-
19νησιν καὶ τὴν Βουλήν, ἵνα ψηφίσῃ νόμον περὶ παρακρατήσεως
20τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος διὰ τὸ 1896.
21Αἱ ἀδελφαὶ τοῦ μακαρίτου Ρόκου Χοϊδᾶ, ἄλλοτε βουλευ-
22τοῦ, ζητοῦσι παρὰ τῆς Βουλῆς χρηματικὸν βοήθημα.
23Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας
24Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
25§2Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
26κῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Μεθ’ ὅσα ἐῤῥήθησαν
27κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργι-
28κοῦ Συμβουλίου περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, τῶν
29παρασκευασθέντων ἵνα ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, σήμερον
30ὀλίγα τινὰ ἔχω νὰ προσθέσω, εἰσάγων νομοσχέδιον περὶ ὀργα-
31νισμοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, συνοδευόμενον καὶ ὑπὸ δικαιο-
32λογητικῆς εἰσαγωγικῆς ἐκθέσεως.
33Ὡς γινώσκετε, κύριοι Βουλευταί, ἡ μέση ἐκπαίδευσις χω-
34λαίνει· πολλάκις ἀνωμολογήθη τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
35του καὶ πολλάκις ἐξηνέχθη ἡ γνώμη, ὅτι χρεία νὰ ἐπέλθῃ διὰ
36νομοθετικῆς προνοίας βελτίωσίς τις ὀργανιστική, ὅπως ἀνα-
37κύψῃ ἀπὸ τῶν ἀτελειῶν τούτων ἡ μέση ἐκπαίδευσις.
38Αἱ ἀτέλειαι τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως δύνανται ἀπὸ δύο
39σημείων νὰ διασκοπηθῶσιν· ἡ μὲν μία προέρχεται ἐκ κοινωνι-
40κῶν μᾶλλον λόγων, ἤτοι ἐκ τῆς πληθώρας τῶν ἀτελῶν προϊ-
41όντων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ δὲν εἶναι ἀτέλεια αὐτῆς
42καθ’ ἑαυτήν, ἀλλ’ εἶναι ἐξωτερικὴ τρόπον τινὰ πλημμέλεια,
43ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῆς νομοθεσίας τῆς μέσης
44ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐνιαυτῶν· αἱ δὲ ἄλλαι ἀτέ-
45λειαι, ἢ πλημμέλειαι, ἢ ἐλλείψεις, προέρχονται ἐξ αὐτοῦ τοῦ
46ὀργανισμοῦ, ἐξ αὐτῆς τῆς νομοθεσίας τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως.
47Ὡς γινώσκετε, τὸ Κράτος καὶ οἱ δῆμοι ἢ κοινότητες συντη-
48ροῦσι 40 ὅλα Γυμνάσια. Ἡ ἀναλογία τούτων ὡς πρὸς τὸν
49πληθυσμὸν τοῦ Κράτους εἶναι ὀλεθρία ἀληθῶς. Οὐδαμοῦ ἴσως
50τῆς Εὐρώπης, εἰς οὐδὲν Εὐρωπαϊκὸν Κράτος, καὶ ἐκ τῶν τὰ
51μάλιστα προηγμένων εἰς τὸν πολιτισμόν, δύναταί τις νὰ
52ἀνεύρῃ τοιαύτην καταπληκτικὴν ἀναλογίαν τῶν παιδευτη-
53ρίων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τηλικαύτην πληθώραν ἢ περίσ-
54σειαν σχολείων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἰδίως τῶν Γυμνα-
55σίων, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ἀλογίστου καὶ παρὰ τὰς κοινωνι-
56κὰς ἀνάγκας πληθύος αὐτῶν. Ἡ ἀναλογία εἶναι ἀπελπιστική,
57καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν στατιστι-
58κήν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν μελέτην τῶν
59σχολικῶν νόμων ἄλλων ἐπικρατειῶν, ἵνα πληροφορηθῶμεν περὶ
60τῶν δυσαρέστων συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ τοιουτο-
61τρόπως, ἐπιβλαβῶς, δύναταί τις εἰπεῖν, ἐξελιχθεῖσα μέση ἐκ-
62παίδευσις ἐν τῷ ἡμετέρῳ Βασιλείῳ. Ἡ πληθώρα καὶ ὁ συν-
63ωστισμὸς τῶν τρεπομένων ἐπὶ τὰς ἐπιστήμας καὶ ἡ πληθὺς
64ἡ μεγίστη, ἐξικνουμένη μέχρι 3–4 χιλιάδων φοιτητῶν, οἵτι-
65νες σημειοῦνται κατ’ ἔτος ὅτι συνέρχονται, μαρτυρεῖ, ὅτι τὸ
66κοινωνικὸν σῶμα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς συντήρησιν
67τοσούτων ἑκατοστύων ἐπιστημόνων κατ’ ἔτος, ἐξερχομένων
68πτυχιούχων ἐν ταῖς διαφόροις ἐπιστήμαις. Βεβαίως ἡ κατά-
69στασις αὕτη προῆλθεν ἐκ τῆς πληθύος τῶν Γυμνασίων, ὧν τὰ
70πλεῖστα συνέστησαν διὰ λόγους ἐκλογικοὺς—ἃς τὸ ὁμολο-
71γήσωμεν.
72Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνστίκτως, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἔλαβον
73ἀφορμὴν νὰ ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνστίκτως
74διετήρησε καὶ κατὰ τοὺς παγεροὺς τῆς δουλείας χρόνους μυ-
75στηριωδῶς τρόπον τινὰ τὴν ἀνάτασιν τῶν ἐλπίδων του εἰς
76τὰ γράμματα. Ἐν αὐτῇ τῇ δουλείᾳ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπί-
77στευεν ὅτι διὰ τῶν γραμμάτων ἤθελεν ἀναγεννηθῆ καὶ ἤθελε
78ζήσει. Τοιαύτην ὁρμὴν εἶχε πρὸς τὰ γράμματα τὸ ἔθνος καὶ
79κατὰ τοὺς καιροὺς τῆς δουλείας, καὶ μετὰ τὴν ἀναγέννησίν
80του εὐθὺς ἔσπευσε πρὸς τὰ γράμματα. Αὐτοὶ οἱ γίγαντες τοῦ
811821, οἱ παραδόντες ἡμῖν τὴν χώραν ἐλευθέραν, ἀπαίδευτοι
82ὄντες, ἔτειναν τὰς χεῖρας πρὸς τὰ γράμματα, ἔσπευσαν νὰ
83θεμελιώσωσι Πανεπιστήμιον, νὰ παρασκευάσωσιν ἐπιστήμονας,
84νὰ ἐπαναφέρωσι τὰς ἐκπατρισθείσας Μούσας, τὰς φυγαδευ-
85θείσας ἐπιστήμας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὴ ἡ ὁρμὴ λοιπόν,
86λέγω, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν, ἀπέβη
87κατὰ τὴν ἐξέλιξιν αὐτῆς ἐντελῶς ὀλεθρία· δὲν ἔτυχε τῆς δε-
88ούσης κυβερνητικῆς ποδηγετήσεως καὶ τῆς λελογισμένης προ-
89νοίας τῆς προσηκούσης, ὅπως λάβῃ τὴν προσήκουσαν ῥοπὴν
90καὶ τροπήν, ἀλλ’ ἀφεθεῖσα ὅλως διόλου ἀχαλίνωτος καὶ ἐλευ-
91θέρα, καὶ ἐνισχυθεῖσα μάλιστα,—διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους
92πάντες γινώσκομεν,—διὰ τῆς συστάσεως πολυπληθῶν Γυμνα-
93σίων, ἔλαβε τοιαύτην τινὰ ἐξέλιξιν, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν κοι-
94νωνίαν εἰς ἀπελπισμόν. Πολλαί, πλεῖσται οἰκογένειαι πω-
95λοῦσι τὴν ἄμπελόν των, τὸν βοῦν των, στεροῦσι τὰ τέκνα
96των τὰ λοιπὰ τοῦ ἄρτου, ἵνα ἀποστείλωσιν εἰς τὸ Πανεπι-
97στήμιον ἕνα ἢ δύο νέους, ἄνευ ἐλπίδος πλέον, διότι καὶ τὸ
98δικηγορικὸν στάδιον καὶ τὸ δικαστικὸν καὶ τὸ διδασκαλικὸν
99καὶ τὸ διοικητικὸν καὶ πάντα τὰ πνευματικὰ στάδια ὑπερε-
100πληρώθησαν. Ἀνάγκη λοιπόν, ἀπὸ τοιαύτης ἐπόψεως κρί-
101νουσα ἡ Κυβέρνησις καὶ μετ’ αὐτῆς ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος,
102νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα· καὶ νομίζομεν ὅτι ἠδυνήθημεν νὰ
103λάβωμεν πρόνοιαν, ἵνα τὴν ἔμφυτον ταύτην ῥοπὴν τοῦ λαοῦ
104πρὸς τὰς θεωρητικὰς ἐπιστήμας ἀνακόψωμεν ὀλίγον, καὶ τρέ-
105ψωμεν αὐτὴν ἐπὶ ἄλλα ἔργα τοῦ βίου, πρακτικώτερα καὶ
106πλούτου παρεκτικώτερα, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἀνακούφισις.
107Κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, τοιοῦτον μέτρον προβάλλομεν
108διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου σήμερον νομοσχεδίου. Τινὰ τῶν Γυ-
109μνασίων, τὰ πλεῖστα ἢ τὰ ὀλιγώτερα, κατὰ τὴν ἐκδηλω-
110θησομένην ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐπιθυμίαν, τὰ τρέπομεν εἰς πρα-
111κτικὰ Γυμνάσια, ἐν οἷς σώζεται μὲν ἡ κλασικὴ παίδευσις εἰς
112βαθμὸν ὥστε νὰ μὴ χάσῃ τὸν βαθμὸν τῆς μορφώσεως χαρα-
113κτῆρος ὁ Ἑλληνόπαις, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐνισχύονται αἱ
114φυσικομαθηματικαὶ γνώσεις, διδασκόμεναι ὑπὸ τριῶν καθη-
115γητῶν, καὶ αἱ ξέναι, ὑπὸ δύο καθηγητῶν, καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις
116ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον θέλετε ἴδει ὁποίαν πρόνοιαν ἠδυνήθημεν
117νὰ λάβωμεν.
118Καταλείπων τὸ θέμα τοῦτο, εἰσέρχομαι εἰς τὰς ἀτελείας
119τὰς προερχομένας ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐσωτερικοῦ ὀργανισμοῦ τῶν
120Γυμνασίων. Αἱ ἀτέλειαι αὗται προέρχονται, Κύριοι, ἰδίως
121ἐκ τῆς μὴ προσηκούσης προπαρασκευῆς, καὶ ἰδίως περὶ τὰ
122παιδαγωγικὰ μαθήματα, πρὸς τὴν ἀνωτέραν διδασκαλίαν,
123τὴν γυμνασιακὴν, τῶν ἀναλαμβανόντων τὸ ἀξίωμα τοῦ καθη-
124γητοῦ διδακτόρων τοῦ Πανεπιστημίου. Εὐθὺς ὡς ὁ διδάκτωρ
125ὁ νεαρὸς ἀφήσῃ τὰ ἑδώλια τοῦ Πανεπιστημίου, ἄνευ πρα-
126κτικῆς ἀσκήσεως καὶ δοκιμασίας καὶ παρὰ τὸ εἰκὸς, εἰσέρχε-
127ται εἰς τὴν διδασκαλίαν ἀνωτέρων τάξεων τοῦ Γυμνασίου.
128Εἰς οὐδὲν Κράτος, οὔτε εἰς αὐτὴν τὴν Γερμανίαν, τῆς ὁποίας
129τὰ κλασικὰ Γυμνάσια καὶ τὰ Πανεπιστήμια κρίνονται ὡς
130τὰ ἐξόχως ἄριστα, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα ἀπόφοιτον
131τῆς Σχολῆς τῆς Φιλοσοφικῆς τοῦ Βερολίνου, ἢ ἄλλου τινὸς
132Γερμανικοῦ Πανεπιστημίου, νὰ εἰσέλθῃ ἀμέσως καὶ ἀναλάβῃ
133διδασκαλίαν καθηγητοῦ τοῦ Γυμνασίου, ἀλλὰ προαπαιτεῖται
134προάσκησις ἱκανὴ, ἐξετάσεις, ἐξάσκησις, καὶ μετὰ δοκιμασίας
135τοιαύτας καὶ μετὰ ἔτη ὁ κρινόμενος ἄξιος καὶ εὐδοκιμῶν
136λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ καθηγητοῦ.
137Παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησε τὸ ἐναντίον, διότι ἐσπεύσαμεν νὰ
138συστήσωμεν πολλὰ Γυμνάσια ἄνευ ἱκανοῦ προσωπικοῦ, δι’
139ἔλλειψιν προνοίας καὶ διότι δὲν ἐλήφθη ἐξ ἀρχῆς πρόνοια,
140ὅπως οἱ διδάκτορες τύχωσι προπαρασκευαστικῆς διδασκαλίας
141καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἐν τῇ πρακτικῇ διδασκαλίᾳ,
142καὶ μετὰ χρόνου πάροδον, δοκιμαζόμενοι ἐν διδασκαλίᾳ κα-
143τωτέρων παιδευτηρίων, καὶ μετὰ γνωμοδότησιν ἁρμοδίων
144ἀνδρῶν, δυναμένων νὰ κρίνωσι, νὰ προάγωνται εἰς καθηγη-
145τάς. Λοιπὸν τὴν ἔλλειψιν ταύτην διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου
146ἐσπεύσαμεν νὰ θεραπεύσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων, καθ’ ὅσον ἠδυ-
147νάμεθα. Οἱ διδάκτορες, ἐξερχόμενοι, καὶ ἄριστα ἂν φέρωσι
148βαθμὸν, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀσκηθῶσιν ἐπὶ ἑξάμηνον,
149μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ πτυχίου, εἰς φροντιστήρια τῆς παιδα-
150γωγικῆς καὶ διδακτικῆς, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ καθηγητοῦ
151τῆς Φιλοσοφίας, νὰ ἀσκηθῶσιν ἐν προτύποις σχολείοις ἐν
152Ἀθήναις, μετὰ τὴν ἄσκησιν δ’ αὐτῶν θὰ δίδωσιν ἐξετάσεις,
153καὶ εὐδοκιμοῦντες θὰ διορίζωνται ἑλληνοδιδάσκαλοι, καὶ
154μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρόνου, εὐδοκιμοῦντες ἐκεῖ, δύνανται
155νὰ προαχθῶσιν εἰς καθηγητάς. Λοιπὸν διὰ τῶν διατάξεων
156τούτων καὶ τὴν παιδαγωγικὴν διδασκαλίαν διατάσσομεν εἰς
157τοὺς καθηγητὰς, ἧς στεροῦνται παντελῶς, καὶ ἄσκησιν πρα-
158κτικὴν διατάσσομεν ἐν προτύποις σχολείοις.
159Ἑτέρα δὲ καὶ σπουδαιοτάτη ἔλλειψις, ἡ ὁποία χαρακτη-
160ρίζει πᾶσαν τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τῆς συστάσεως
161τῶν σχολείων, εἶναι ἡ ἔλλειψις παντελοῦς ἐπιθεωρήσεως. Τὰ
162Γυμνάσια ὡς καὶ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ τὰ δημοτικά,
163εἰς τὰ ὁποῖα δαπανᾷ τὸ Κράτος περὶ τὰ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἑκατομ-
164μύρια, καὶ ἐν οἷς διδάσκουσι διδάσκαλοι πλείονες τῶν τεσάρων
165χιλιάδων, λειτουργοῦσι μένοντα ἐντελῶς ἄνευ ἐπιθεωρήσεως,
166καὶ παρουσιάζουσι μοναδικὸν φαινόμενον, ἐν συγκρίσει πρὸς
167τοὺς λοιποὺς κλάδους. Παραδόξως τὰ τελωνεῖα, ὁ στρατὸς,
168ἡ διοίκησις, αἱ νομαρχίαι, αἱ εἰσαγγελίαι, τὰ συμβολαιο-
169γραφεῖα, πάντες οἱ κλάδοι τῆς διοικήσεως κεῖνται ὑπὸ ἐπί-
170βλεψιν, ὑπὸ ἐπιθεώρησιν τακτικήν. Διὰ τὰ σχολεῖα ἐκρίθη
171τοῦτο περιττόν. Οἱ ἐργάται αὐτοὶ οἱ πνευματικοὶ, εἰς οὓς
172εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἀνατροφὴ τῆς Ἑλληνίδος νεότητος,
173ἐργάζονται μυστηριωδῶς, χωρὶς οὐδὲν νὰ ἐπιβλέπῃ ὄμμα,
174ἂν ἐργάζωνται καλῶς ἢ κακῶς, ἂν ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν
175των, ἂν γινώσκωσι νὰ τὸ ἐκπληρῶσι. Δι’ ὅλας των τὰς παρεκ-
176τροπὰς, τὰς παραβάσεις, οὐδεμία πρόνοια! Παραμένουσι
177καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἀμελοῦντες, ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Ἰούλιος ἢ ὁ
178Αὔγουστος, φροντίζομεν περὶ τῆς τοποθετήσεως αὐτῶν, καὶ
179ἀφήνομεν αὐτοὺς εἰς τὴν διάκρισιν, ἂν θέλωσι νὰ ἐργάζωνται
180ἢ ὄχι. Λοιπὸν, ἐπειδὴ ἐλήφθη διὰ τοῦ κατὰ τὸ θέρος ψη-
181φισθέντος νόμου ἡ δέουσα πρόνοια περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν
182δημοτικῶν καὶ ἑλληνικῶν σχολείων καὶ ἐποπτείας αὐτῶν,
183διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἐλπίζω ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνεύ-
184ρωμεν τρόπον, κανονίζοντα τὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν Γυμνα-
185σίων. Ἐξεπονήσαμεν σχέδιον ἐκ τῶν ἐνόντων, καὶ ἀνεθήκα-
186μεν τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν Γυμνασίων εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχο-
187λὴν, καθ’ ὃν τρόπον θέλετε ἴδει ἐν τοῖς καθέκαστα τοῦ νομο-
188σχεδίου.
189Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον ἀναλυτικῶς νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν
190Βουλὴν, λαμβάνω δὲ τὴν τιμὴν νὰ καθυποβάλω πρὸς αὐτὴν
191τὸν ὀργανισμὸν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ παρακαλῶ τὴν
192ἐπιτροπὴν καὶ τὴν Βουλὴν, ἀναγνωρίζουσαι, ὡς δὲν ἀμφι-
193βάλλω, τὸ κατεπεῖγον καὶ ἀναγκαιότατον τῆς ἐπιψηφίσεως
194τοῦ παρόντος ὀργανισμοῦ, νὰ παράσχωσιν ἡμῖν συνδρομὴν,
195ὥστε τάχιστα νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Προαναγγέλλω
196δὲ, ὅτι διὰ πᾶν ὅ,τι ἤθελεν εὑρεθῆ ἢ πλημμελὲς ἢ ἀτελὲς ἢ
197δυνάμενον καλλίτερον νὰ διορθωθῇ,—διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν
198ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅτι εἶναι ἀλάθητος,—εὐγνωμόνως θέλω ἀπο-
199δεχθῆ τὰς παρατηρήσεις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν πρὸς πᾶσαν
200ἐπὶ τὰ βελτίω τροποποίησιν. Εἶναι δὲ τυπωμένος ἤδη ὁ ὀρ-
201γανισμὸς οὗτος, καὶ ἴσως αὔριον θέλει διανεμηθῆ.
202§3Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
203Ὁ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, συνταχθεὶς ἐν
204παρῳχημένῃ ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἄλλαι ἐδέσποζον ἀρχαὶ, δὲν
205ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ
206τὴν μετάβασιν αὐτοῦ ἐκ τῆς ἐν εἰρήνῃ καταστάσεως εἰς τὴν
207ἐμπόλεμον, ἥτις, ὡς ἔχει νῦν ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ
208ἡμῶν, δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἄνευ ἀπωλείας πάσης
209συνοχῆς καὶ δαπάνης μεγάλης χρόνου. Πάντα τὰ πεπολι-
210τισμένα Κράτη παρεδέχθησαν ὡς βάσιν τοῦ στρατιωτικοῦ
211αὐτῶν ὀργανισμοῦ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ ἐν εἰρήνῃ στρατὸς πρέ-
212πει νὰ ἦναι ὠργανωμένος καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὁ ἐν πολέμῳ,
213διότι τοιουτοτρόπως, διὰ τῆς ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ δια-
214τάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως προσελεύσεως τῶν ἐπιστράτων,
215τοῦ στρατοῦ καθισταμένου πολυαριθμοτέρου, δύναται νὰ
216μεταφερθῇ ἐπὶ τοῦ θεάτρου τοῦ πολέμου ὅσον τὸ δυνατὸν
217μεγαλείτερος ἀριθμὸς μαχητῶν. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς φρονῶ, παρό-
218μοιον ὀργανισμὸν πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ὁ ἡμέτερος στρατὸς,
219ἀνέθηκα εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουρ-
220γείου νὰ συντάξῃ τοιοῦτον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ῥηθεισῶν
221ἀρχῶν.
222Ὑποβάλλω συνεπῶς εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια:
223Περὶ γενικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, μετὰ αἰτιολογικῆς
224ἐκθέσεως.
225Περὶ συνθέσεως τοῦ ἐν εἰρήνῃ μονίμου στρατοῦ, μετὰ τῶν
226σχετικῶν πινάκων.
227Περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεών τινων
228τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
229Περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν καὶ διορισμῶν εἰς τοὺς
230διαφόρους βαθμοὺς ἐν τῷ μονίμῳ κατὰ γῆν στρατῷ, μετὰ
231αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
232Περὶ ὁρίου ἡλικίας ἐν τοῖς διαφόροις βαθμοῖς τῶν ἀξιω-
233ματικῶν καὶ τῷ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς,
234μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
235Περὶ συμπληρώσεως τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἀξιωματικῶν
236καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς διὰ προβιβασμοῦ,
237μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
238Περὶ ἐφεδρείας τοῦ μονίμου κατὰ γῆν στρατοῦ.
239Περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ περὶ
240στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ΑΦΚΗʹ νόμου τῆς 28
241Μαΐου 1887, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
242Ἐπίσης δὲ καὶ τὰ ἑξῆς.
243Περὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΑΩΠΗʹ τῆς 31
244Δεκεμβρίου 1890 περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ΑΦΠΔʹ
245νόμου τοῦ 1887 περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς ἀπο-
246στρατευομένους ἀξιωματικοὺς κλπ. καὶ περὶ προσθήκης ἐδα-
247φίου εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ϞΑʹ νόμου τοῦ 1864 περὶ τροπο-
248ποιήσεως τῶν περὶ συντάξεων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ
249θαλάσσης νόμων, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
250Περὶ τροποποιήσεως καὶ καταργήσεως ἄρθρων τινῶν ἐκ
251τῶν τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διεπόντων
252νόμων, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Καὶ τέλος
253Περὶ τροποποιήσεως τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ ΑΧΚΗʹ τοῦ 1887
254νόμου περὶ ἀποζημιώσεως ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τοῦ κατὰ γῆν
255στρατοῦ, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
256§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
257ράρτημα, ἀριθ. 45–54).
258Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
259§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτιθέμενος νὰ ὑποβάλω
260πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ πρὸς ὁλό-
261κληρον τὴν Κυβέρνησιν ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν εἰς σπουδαῖον
262ζήτημα ἐθνικὸν, ἔκρινα προσῆκον νὰ προαναγγείλω τὴν
263ἐπερώτησίν μου ταύτην καὶ νὰ μὴ προβῶ εἰς ὑποβολὴν
264αὐτῆς ἀμέσως, ἵνα ἡ Κυβέρνησις δυνηθῇ νὰ εὑρεθῇ ἑτοίμη
265πρὸς ἀπάντησιν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑποβολῆς αὐτῆς. Αὔ-
266ριον λοιπὸν θέλω ἐπερωτήσει τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ζητή-
267ματος τῆς Κρήτης, περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἐν τῇ Νήσῳ
268ὑπαρχούσης καὶ περὶ τῆς ἐν αὐτῇ ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς
269Κυβερνήσεως.
270§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
271§7ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔλαβον ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀταλάν-
272της διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, προωρισμένην ὅμως κυ-
273ρίως διὰ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑ-
274πουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ κάτοικοι Ἀταλάντης παρα-
275πονοῦνται δι’ αὐτῆς, ὅτι, εἰ καὶ ἀνετράπησαν ἢ κατέστησαν
276ἀκατοίκητοι πᾶσαι αἱ οἰκίαι αὐτῶν, — τουθ’ ὅπερ ἐγένετο καὶ
277εἰς ἄλλα μέρη τῆς Λοκρίδος, ἰδίᾳ ἐν τῷ δήμῳ Λαρύμνης
278καὶ ἐν τῷ δήμῳ Δαφνησίων, — ἐνῷ δηλ. ἐξέλιπε τὸ φορο-
279λογήσιμον ἀντικείμενον, ἐνῷ αὐτοὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ διάγουσιν
280ἀκόμη ἐν παραπήγμασι ξυλίνοις, ἐκτεθειμένοι εἰς τὸν καύ-
281σωνα τοῦ θέρους καὶ εἰς τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνος, οὐδὲν ἧττον
282ὁ ἐν Ἀταλάντῃ οἰκονομικὸς ἔφορος ἀντέγραψεν ἁπλούστατα
283ἐφέτος τὸν κατάλογον τῶν φορολογητέων οἰκοδομῶν τοῦ ἔτους
2841893, καὶ ἀπαιτεῖ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ φορολογηθῶσιν
285οἰκίαι ἀνύπαρκτοι ἢ μὴ δυνάμεναι πλέον νὰ κατοικηθῶσιν.
286Ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν του ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπάλληλος τὰ
287ἐρείπια τῆς Ἀταλάντης, γινώσκει δὲ τὴν καταστροφὴν, τὴν
288ἐπελθοῦσαν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, καὶ ὅμως, ἀγνοῶ διὰ τίνα
289λόγον, ἠθέλησε νὰ ἀντιγράψῃ ἁπλῶς τὸν κατάλογον τοῦ
2901893. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἄδικον, ὅσῳ οἱ
291παθόντες ἐκ τοῦ σεισμοῦ συμπολῖταί μου δὲν ἔτυχον ἀληθοῦς
292συνδρομῆς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε
293ἴσως, Κύριοι, ἐδημοσιεύθη τότε διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου
294ἐχορηγοῦντο 200,000 δραχ. ἔκτακτος πίστωσις ὑπὲρ τῶν πα-
295θόντων ἐκ τοῦ σεισμοῦ ἐν Λοκρίδι καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις περιοί-
296κοις ἐπαρχίαις, ἀλλὰ τὰ χρήματα ταῦτα ἐδόθησαν διὰ τῆς
297μιᾶς χειρὸς, διὰ νὰ ὑπεξαιρεθῶσι παρ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυ-
298βερνήσεως διὰ τῆς ἄλλης χειρὸς περὶ τὰς 500,000 δρ. ἐκ
299τῶν ἐράνων τῶν γενομένων ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκεῖ....
300§8ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ποίας Κυβερνήσεως;
301§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τῆς προτέρας.... Δὲν ἔτυχον οὐδεμιᾶς
302φορολογικῆς ἀνακουφίσεως τότε. Τοὐναντίον ἐξηκολούθησεν
303ἀπηνὴς ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς κατα-
304στροφῆς καὶ τῶν ἐρειπίων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πλέον
305ἀσπλαγχνία, ἀλλὰ αὐτὸ τοῦτο ἐμπαιγμὸς πρὸς τὴν δυστυ-
306χίαν των, νὰ θέλωσιν ἐπὶ τῶν σεισμοπαθῶν νὰ φορολογήσωσι
307καὶ ἀνυπάρκτους οἰκίας. Διὸ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον
308Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, —καὶ πιστεύω εἰς τοῦτο νὰ συγκατα-
309νεύσῃ καὶ ἡ Βουλὴ—ὅπως ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Ἀτα-
310λάντης διαβιβασθῇ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ
311ἐξετάσῃ οὗτος τὸ πρᾶγμα, καὶ ἂν εὕρῃ αὐτὸ οὕτως ἔχον, νὰ
312σπεύσῃ καὶ διοικητικῶς, εἰ δυνατόν, νὰ προλάβῃ τὸ κακὸν,
313ἐν ἀνάγκῃ δὲ νὰ φέρῃ καὶ νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον αὐτοὶ
314οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μόλις νῦν δύνανται νὰ ἀνεγείρωσι κα-
315λύβας, ἀπαλλαγῶσιν ἐπὶ τρία τοὐλάχιστον ἔτη τοῦ φόρου
316τῶν οἰκοδομῶν. Ἐλπίζω ὅτι τὴν σύστασιν ταύτην θὰ εὕρῃ
317δικαιοτάτην ἡ Βουλὴ, καὶ θέλει εὐχηθῆ καὶ αὕτη, ὅπως
318ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
319Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνακοι-
320νώσω εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημά τι, τὸ ὁποῖον ἔλαβον χθὲς
321τὸ ἑσπέρας. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγι-
322νώσκει):
323«Γαμβρόν μου Καλίγκον συνέλαβον ἀστυνομικοί, καίτοι
324βόσκοντα ποίμνιον ἐντὸς γαιῶν μας, καὶ ἐκακοποίησαν, ὡς
325δῆθεν βόσκοντα αὐτὰ εἰς ἀπηγορευμένην θέσιν.
326«Ἰωάννης Ἀγγελῆ ἢ Μοῦρτος.»
327§10Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σύντομος διαδικασία!
328§11ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο θὰ παρακαλέσω
329νὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα
330οὗτος ζητήσῃ λόγον περὶ τῶν ἐκεῖ συμβάντων. Τὸ ὑπογράφει
331ὁ Ἰωάννης Ἀγγελῆ ἢ Μοῦρτος, ὁ πλουσιώτατος τῆς ἐπαρ-
332χίας μου. Κέκτηται γαίας ἐν τῇ πεδιάδι τῆς Ἀταλάντης
3332½ χιλιάδας στρεμμάτων· εἶναι ἐντιμότατος καὶ ἄξιος πά-
334σης πίστεως. Βεβαίως θὰ συνέβη κανὲν ἀπὸ τὰ λάθη ἐκεῖνα,
335τὰ ὁποῖα καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας συμβαίνουσιν· ὅταν δὲν
336ἔχουν τί νὰ κάμουν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν τήρησιν τῆς τά-
337ξεως, συλλαμβάνουσι ζῶα καὶ εἰς μέρη μὴ ἀπηγορευμένα,
338διὰ νὰ λάβωσι σύλληπτρα. Εἶναι μία μάστιξ αὐτὴ, ἡ ὁποία
339ἀπαντᾷ πανταχοῦ. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συνέβη
340καὶ ἐκεῖ.
341§12ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παντοῦ συμβαίνουν αὐτά.
342§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ συμβαίνουν ἕνεκα τῆς
343καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἐλ-
344λείψεως ἐπιθεωρητῶν.
345§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ
346ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πρότυπα.
347§15ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Συμβαίνουν, διότι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι κα-
348κοηθέστατος.
349§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρό τινος χρόνου δύο τῶν ἀστυνομικῶν τού-
350των ὀργάνων, μεθυσθέντες ἐν Ἀταλάντῃ, καὶ ἐν κραιπάλῃ
351διατελοῦντες, ἐξιφούλκησαν κατὰ τῶν πολιτῶν, καὶ μεταξὺ
352τῶν ἄλλων ἔδειραν καὶ αὐτὸν τὸν δημαρχεύοντα πάρεδρον, μι-
353κροῦ δεῖν δ’ ἐπήρχετο ῥῆξις, διότι οἱ πολῖται ἔλαβον τὰ ὅπλα,
354καὶ ἐὰν δὲν ἐπρόφθανεν ὁ ἀστυνόμος, θὰ ἐπήρχετο μεγάλη
355ῥῆξις. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει τοιοῦτον προηγούμενον, δὲν δύναμαι
356νὰ ἔχω δυσπιστίαν διὰ τὴν καταγγελίαν, τὴν ὁποίαν τόσον
357ἔντιμος πολίτης, οἷος ὁ ἀναφερόμενος, καταγγέλλει. Θὰ παρα-
358καλέσω, ὅπως τὸ τηλεγράφημα τοῦτο δοθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
359γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δεόντων.
360§17ΒΑΡΖΕΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
361βερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
362καὶ πέρυσιν ὑπέβαλεν, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη, περὶ ἀτελείας τῶν
363εἰσαγομένων προϊόντων εἰς τὴν χώραν τῆς Ἄρτης ἐκ τῶν
364κτημάτων τῶν μεινάντων ἐν τῇ Τουρκικῇ ἐπικρατείᾳ. Τὸ νο-
365μοσχέδιον ψηφιζόμενον θὰ δώσῃ ποιάν τινα ζωὴν εἰς τὸν τό-
366πον, εὑρισκόμενον ἐν οἰκονομικῇ καχεξίᾳ, ἀφ’ ὅτου τὰ νέα
367ὅρια μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἀφῆκαν ἐν τῇ ὁμόρῳ
368ἐπικρατείᾳ τὰ παραγωγικώτερα τῶν κτημάτων. Θὰ παρακα-
369λέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ βραδύνῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν
370τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μὴ συμβῇ ὅ,τι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦ-
371σαν σύνοδον, ὅτε ὑποβληθὲν δὲν ἐψηφίσθη, διότι εἰσήχθη κατὰ
372τὸ τέλος τῆς συνόδου.
373§18Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
374τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ προ-
375βιβασμοῦ τῶν ἀποστρατευομένων συνταγματαρχῶν, τὸ ὁποῖον
376μεταβάλλει προϋπάρχοντα νόμον, νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἀφορᾷ
377τοῦτο καὶ τοὺς πλοιάρχους· διότι δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν
378πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ
379τῆς ξηρᾶς καὶ οὐχὶ καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς θαλάσσης.
380§19ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον
381τῆς Βουλῆς ἐζήτησα τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ φορο-
382λογίας τοῦ οἴνου, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι
383δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀνάλογος χρόνος πρὸς ὑποβολὴν νομοσχε-
384δίου, καὶ ὅτι τὴν ἐλευσομένην σύνοδον (ἐννοῶν τὴν ἄρτι ἀρξα-
385μένην) θέλει εἰσαγάγει τοιοῦτον. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν ὑπό-
386σχεσιν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οἱ συνεπαρχιῶταί μου,
387ὡς καὶ ἄλλοι ἐπαρχιῶται, ἐνόμιζον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε συνέλ-
388θει κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ καταργήσει τὸν νόμον αὐτὸν, καὶ
389διὰ τοῦτο δὲν ἐδήλωσαν τοὺς οἴνους αὐτῶν, καὶ ἕνεκα τούτου
390συνέβησαν πολλὰ τὰ ἔκτροπα... Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἄδικος,
391διότι, ἐνῷ τὸ γλεῦκος πωλεῖται πρὸς 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ὁ
392οἶνος φορολογεῖται πρὸς 2½. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ.
393Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, κα-
394ταργοῦν τὸν νόμον τοῦτον· ἄλλως εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην,
395ὅπως εἰσαγάγω πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως αὐτοῦ,
396διότι εἶναι ἄδικος φόρος, ὡς καὶ ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ, καθόσον,
397ἐνῷ ὁ πολίτης ἡσυχάζει ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, αἴφνης εἰσέρχεται
398ὁλόκληρος σπεῖρα εἰς αὐτὸν καὶ ἀνερευνᾷ ὁλόκληρον τὸν οἶ-
399κον αὐτοῦ, ἕνεκα δὲ τούτου εἰς τὴν Μεσσήνην ὡς καὶ εἰς ἄλλας
400ἐπαρχίας ἐστασίασαν οἱ οἰνοπαραγωγοὶ κατὰ τῶν ἀρχῶν καὶ
401ἐνοικιαστῶν, καὶ διὰ τοῦτο κατηγγέλθησαν καὶ πρόκειται νὰ
402τιμωρηθῶσι.
403§20ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἤδη, ὅτε εἰσήχθη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρα-
404τοῦ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουρ-
405γὸν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς ἐπιλο-
406χίας τοῦ πεζικοῦ, συμφώνως πρὸς τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἐκέ-
407κτηντο κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, τοῦ νὰ δικαιῶνται μετὰ
408ἐξετάσεις νὰ προβιβάζωνται, ἵνα καταλαμβάνωσι τὰς θέσεις
409τῶν εὐεργετικῶν ἀνθυπασπιστῶν. Κατὰ τὸν Μάϊον π. ἔ., ἐπὶ
410τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐγένοντο προβιβασμοὶ ἐπιλο-
411χιῶν εἰς ἀνθυπασπιστὰς εἰς τὸ ὑλικὸν πυροβολικὸν καὶ τὸ
412μηχανικὸν, βραδύτερον δὲ, ἐπὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, προεβιβά-
413σθη εἷς παραλειφθεὶς ἐπιλοχίας τοῦ μηχανικοῦ, καὶ μόνον εἰς
414τὸ πεζικὸν οὐδεὶς ἐγένετο. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
415Ὑπουργὸς, συνειδὼς τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τοὺς
416ἐπιλοχίας τοῦ πεζικοῦ, ὑπέβαλε διάταγμα προβιβασμοῦ τοι-
417ούτων, ἀλλ’ ἄγνωστον διατὶ, τοῦτο δὲν ἐδημοσιεύθη μέχρι
418τοῦδε. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
419Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς ταχεῖαν περάτωσιν τῆς
420ὑποθέσεως.
421Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
422Ὑπουργὸν νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικὸν
423τοῦ στρατοῦ, τὸν ταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ κ. Παναγιώτην
424Καράμπελαν, ὅστις συνετέλεσεν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς λῃ-
425στρικῆς συμμορίας τοῦ Τσουλῆ, διοικῶν κατὰ τὴν συμπλοκὴν
426ὁλόκληρον τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν. Ἐνεργηθεισῶν μετὰ
427τὴν ἐξόντωσιν τῆς συμμορίας ἀνακρίσεων, ἀπενεμήθη εἰς τὸν
428ταγματάρχην αὐτὸν μόνον ἔπαινος, ὡς καὶ εἰς τοὺς ἁπλοῦς
429ὁπλίτας, ἐνῷ προεβιβάσθη μὲν εἰς ἀνθυπασπιστὴν εἷς ὑπα-
430ξιωματικὸς, ἠμείφθησαν δ’ ἄλλοι πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, οἵτι-
431νες ἐθεωρήθησαν ὡς συμμετασχόντες εἰς τὰς πρὸς ἐξόντωσιν
432ἐνεργείας. Ἐπὶ τούτου ὑπέβαλε παράπονα εἰς τὸ Ὑπουρ-
433γεῖον καὶ ἐζήτησε τὴν ἐνέργειαν νέων ἀνακρίσεων, ἀνέφερε δὲ,
434πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν του, καὶ πράγματα ὡρισμέ-
435να καὶ πρόσωπα πολλὰ, ἐν οἷς καὶ τὸν τότε νομάρχην Φθιώ-
436τιδος, ἀλλὰ τὰ παράπονά του δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, διότι
437ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τὸ μέτρον νὰ μὴ λαμβάνωνται
438ὑπ’ ὄψιν παράπονα στρατιωτικῶν μετασχόντων εἰς καταστρο-
439φὴν συμμοριῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, λυθέντος ἅπαξ τοῦ ζητή-
440ματος, δὲν δύναται νὰ ἐπανέρχηται καὶ αὖθις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ
441ἀντικειμένου ἡ ὑπηρεσία. Μολονότι, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς
442τὰ στρατιωτικὰ τὰ πάντα διέπει ἡ ταχύτης καὶ ἡ συντομία,
443δὲν εἶναι ὅμως δίκαιον, ἐν ὅσῳ ὑποβάλλονται παράπονα, ἐπὶ
444ὡρισμένων στηριζόμενα γεγονότων, νὰ μὴ ἐξετάζωνται ταῦτα,
445τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύ-
446ναται, ἐὰν εὕρῃ ἀβάσιμα ταῦτα, νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πειθαρ-
447χικὴν αὐτοῦ δικαιοδοσίαν κατὰ τῶν ἐπὶ ματαίῳ ἀπασχο-
448λούντων τὴν ὑπηρεσίαν. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ αὐτὸν,
449ἵνα καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου προβῇ, χάριν τοῦ δικαίου, εἰς
450νέαν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως. Καταθέτω δὲ καὶ ἐγγράφως τὴν
451ἐπερώτησίν μου.
452§21ΣΑΚΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
453τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τοῦ
454ταγματάρχου κ. Καράμπελα, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἔδειξεν ἀπα-
455ράμιλλον δραστηριότητα εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν λῃστρι-
456κῶν συμμοριῶν. Ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης, καὶ ἰδίως ἡ ἐπαρ-
457χία μου, ἔχει λόγον νὰ εὐγνωμονῇ τὸν κ. Καράμπελαν· ἐπὶ
458τοῦ προκειμένου δὲ ὁ ταγματάρχης αὐτὸς ἠδικήθη, διότι
459δὲν ἐξητάσθησαν τὰ κατ’ αὐτὸν καλῶς.
460§22ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Συντάσσομαι καὶ ἐγώ, ὡς πρὸς
461τὸν ταγματάρχην αὐτὸν, μὲ τὴν γνώμην τῶν προλαλησάν-
462των, διότι ὁ κ. Καράμπελας, διοικῶν τὰ ἀποσπάσματα τῆς
463Μεσσηνίας, ἔφερεν ἄριστα ἀποτελέσματα, ὡς πρὸς τὴν κατα-
464δίωξιν τῶν φυγοδίκων. Παρακαλῶ δὲ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουρ-
465γὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὸν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
466§23ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἶναι ἀναξιοπρεπὲς, ἐντὸς τοῦ Κοινο-
467βουλίου νὰ ζητῶνται ἀμοιβαὶ δι’ ἀξιωματικοὺς ἔχοντας τὸν
468βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, χάριν τῆς καταστροφῆς δύο γι-
469δαρέων. Ὑπάρχουσιν ἄλλοι ἀξιωματικοὶ, οἵτινες διέπραξαν
470μεγαλείτερα κατορθώματα κατὰ λῃστῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠθέ-
471λησε νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν οἱανδήποτε. Ἑπομένως καλῶς
472ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκφράσας ἁπλῆν
473εὐαρέσκειαν εἰς ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος ἔφερε μόνον ἁπλοῦν
474ἀποτέλεσμα.
475§24ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι οὐδε-
476μία γωνία γῆς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, μὴ ἔχουσα λόγους νὰ
477εὐγνωμονῇ εἰς τὸν ταγματάρχην Καράμπελαν, δι’ ἃς ὑπη-
478ρεσίας προσέφερεν εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Τοῦτο συνειδυῖα ἡ
479Κυβέρνησις, τὸν ἐξαπέστειλεν ἀνώτερον ἐπόπτην τῶν μετα-
480βατικῶν ἀποσπασμάτων Φθιώτιδος, καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν
481αὐτοῦ ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τῆς λῃστρικῆς συμμορίας Τσου-
482λῆ. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν κατεδέχθη νὰ ζητήσῃ οὔτε ἀμοι-
483βὴν, οὔτε ἔλεος, διότι τοιοῦτος εἶναι ὁ στρατιωτικός του χα-
484ρακτήρ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ
485ἀμείψῃ τοὺς συντελέσαντας εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς λῃστρι-
486κῆς συμμορίας, μοὶ εἶναι ἄπορον, πῶς ἤμειψε τοὺς ὑφιστα-
487μένους τοῦ κ. Καράμπελα, παραλιποῦσα αὐτὸν, ὅστις ἐπιθυ-
488μεῖ οὐχὶ γαλόνια, ἀλλὰ μίαν διακριτικὴν προτίμησιν. Διὰ
489τὴν ὑπόθεσιν ταύτην συνέταξεν ἔκθεσιν ἀνώτερος ἀξιωματικὸς,
490λίαν ἔντιμος, οὗτος ὅμως ἀναντιῤῥήτως ἀπεπλανήθη καὶ ἠδί-
491κησε τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν, καὶ ἡμεῖς ζητοῦμεν ἤδη νὰ
492ἐπανορθωθῇ τὸ ἄδικον αὐτό.
493§25Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
494Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐβασίσθη ἐπὶ τῆς ἐκθέ-
495σεως τοῦ συνταγματάρχου κ. Μάνου, καὶ ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε
496νὰ πράξῃ. Μείζων ἀμοιβὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ.
497Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τοὺς ἐπιλοχίας, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ.
498Ραζέλος, θὰ ὑποβληθῇ διάταγμα, ὅπως ἱκανοποιηθῶσι.
499§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εὐχαρί-
500στως πληροφορῶ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Λεβαδείας, ὅτι τὸ νομο-
501σχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,
502προβλέπει καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.
503§27ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον
504ἐζήτησα, ἵνα προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὰ
505ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν θαλαμηγὸν «Μπουμπουλίναν»
506καὶ ἰδίως τὰς δαπάνας, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἐτηρήθη ὁ περὶ δημο-
507σίου λογιστικοῦ νόμος. Μοὶ ἀπήντησε δὲ ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς,
508ὅτι δὲν ἦτο ἀρκετὸς ὑλικὸς χρόνος, διότι ἔληγεν ἡ σύνοδος,
509ὅπως προσαγάγῃ αὐτὰ, καὶ ὅτι θέλει τὰ προσαγάγει εἰς τὴν
510ἑπομένην σύνοδον, τὴν ἤδη ἀρξαμένην. Ὑπενθυμίζω λοιπὸν εἰς
511αὐτὸν, ἵνα προσαγάγῃ ταῦτα, ὅπως ἴδωμεν, πόσα ἐξωδεύθη-
512σαν διὰ τὸ πλοῖον αὐτὸ, διὰ τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς προϋπε-
513λογίσθησαν μόνον 50,000 δραχμαί, ἐνῷ ἤδη, ὡς ἐπληροφορή-
514θην, ἔχουσι δαπανηθῆ περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια καὶ θέλουσιν
515ἀνέλθει αἱ δαπάναι εἰς τρία καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύρια.
516§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐλη-
517σμόνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι πέρυσιν ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βου-
518λὴν πίνακα τῆς καταστάσεως, ἣν εἶχε ζητήσει, πίνακα διῃ-
519ρημένον εἰς δύο κατηγορίας, περὶ τῆς «Μπουμπουλίνας» ὡς
520θαλαμηγοῦ καὶ ὡς ὁπλιταγωγοῦ. Εἶπον δὲ τότε, ὅτι θέλω
521προσαγάγει εἰς τὴν μέλλουσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, δηλ. εἰς
522τὴν παροῦσαν, τὰς μετὰ ταῦτα δαπάνας.
523(Ἐνταῦθα ὁ Πρόεδρος παραχωρεῖ τὴν ἕδραν εἰς τὸν
524ἀντιπρόεδρον κ. Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμαν).
525§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πίνδαρος Ἀντωνόπουλος, βουλευτὴς
526Πατρῶν, ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ
527ἄρθρου 2 τοῦ ͵ΒΤΘʹ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου.
528Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 55).
529Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
530Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις τῆς προ-
531τάσεως «περὶ τροποποιήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων
532τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς».
533§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ διατάξεις
534τοῦ Κανονισμοῦ ἐνέχουσι τὸ κατεπεῖγον, διότι κανονίζουσιν
535ὄντως τὴν τάξιν ἐν ταῖς συζητήσεσι καὶ τὴν κοσμιότητα ἐν
536τῇ συνεδριάσει. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχει ἀντι-
537κείμενον μᾶλλον κατεπεῖγον, ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου
538περὶ χορηγίας δύο δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
539τοῦ 1896, διότι εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἰανουα-
540ρίου. Αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ δέονται μιᾶς ψήφου τῆς
541Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτεῖ τρεῖς.
542§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι αἱ προταθεῖσαι τροποποιή-
543σεις τοῦ Κανονισμοῦ ἔχουσιν ἀρκετὴν τὴν σπουδαιότητα, ὥστε
544νὰ ἀπαιτῶσι μίαν προηγουμένην μελέτην. Ἐκτὸς τῆς προτά-
545σεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὑπεβλήθησαν καὶ ἕτεραι
546προτάσεις ὑπ’ ἄλλων συναδέλφων· ἐνδέχεται δὲ καὶ ἐκ τῆς μιᾶς
547καὶ ἐκ τῆς ἄλλης προτάσεως ἡ Βουλὴ νὰ θελήσῃ νὰ παρα-
548δεχθῇ μέρη, ἢ καὶ τὸ ὅλον αὐτῶν. Νομίζω ἑπομένως καλὸν,
549καὶ διὰ τοῦτο καὶ διότι ἡ Βουλὴ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ συζητή-
550σει ἀποφασίζει περὶ τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς, νὰ παραπεμφθῶ-
551σιν ἀμφότεραι αἱ προτάσεις εἰς ἐπιτροπήν τινα εἰδικὴν, ὅπως
552μελετηθῶσι καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσις, συνιστῶσα
553τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε θεω-
554ρήσει καταλληλοτέρας.
555§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
556Πρωθυπουργοῦ, ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομο-
557σχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τῶν δύο δωδεκατημορίων, παρακα-
558λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
559Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
560§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ, παρακαλῶ, ἡ Βουλὴ καὶ
561ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς παραπομπῆς τῶν τροποποιήσεων τοῦ
562Κανονισμοῦ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
563§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζη-
564τήσεως αὐτῆς, ἀποφασίζομεν.
565§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χο-
566ρηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις ἐπὶ τῶν
567προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως 1896 διὰ τὰς δαπά-
568νας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου 1896.
569Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
570§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργι-
571κοῦ Συμβουλίου πρὸ μικροῦ ὑπέμνησεν ἡμῖν, ὅτι εὑρισκόμεθα
572εἰς τὴν 31 Ἰανουαρίου, καὶ ἀληθῶς μετ’ ὀλίγας ὥρας λήγει
573τὸ δωδέκατον τοῦ ἐνιαυτοῦ τοῦ ἔτους 1896. Ἐρωτῶ δὲ τὴν
574Κυβέρνησιν, δυνάμει τίνος Συντάγματος, δυνάμει τίνος νό-
575μου, δυνάμει τίνος διατάγματος διατάσσει τὴν εἴσπραξιν φό-
576ρων καὶ τὴν ἐνέργειαν πληρωμῶν; Ἀπὸ τῆς αὔριον ἄρχε-
577ται στρεφομένη ἡ σφαῖρα, ἵνα διαγράψῃ τὸ δεύτερον δωδέ-
578κατον τοῦ ἐνιαυτοῦ, καὶ ἐρωτῶ τοὺς Συμβούλους τοῦ Στέμ-
579ματος, ποῦ εἶναι τοὐλάχιστον ὁ νόμος περὶ δύο δωδεκατημο-
580ρίων, ἵνα διασωθῇ διαφανεστάτη ἀληθῶς ἐπιφάνεια συνταγ-
581ματική; Αὐτὰς τὰς ἐρωτήσεις ἀπηύθυναν πέντε ἐκ τῶν
582Βουλευτῶν, τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, (δει-
583κνύει τὴν ἀριστεράν) τὴν 26 Ἰανουαρίου.
584Βλέπομεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὁπόσον στενὴ ὑπάρχει ἡ συνά-
585φεια μεταξὺ τῶν ἐρωτήσεων αὐτῶν, τῶν ἁπλῶν μὲν, σπου-
586δαίων δὲ, καὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δωδε-
587κατημορίων, καὶ ἐννοοῦμεν διατὶ ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ἐν
588ὁμοφωνίᾳ συμπάσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ταὐτοχρόνως
589συζητηθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα ἐπερώτησις μετὰ τοῦ νομοσχεδίου
590περὶ δωδεκατημορίων. Εἶναι εὐοίωνον, ὅτι τὸ δεύτερον κατὰ
591τὴν παροῦσαν Σύνοδον παρουσιάζεται ὁμοφωνία ἐν τῇ Ἀντι-
592πολιτεύσει· ὅσον καὶ ἂν ἦναι ὁμοσπονδιακὴ, ὀφείλει εἰς κοινὰ
593σημεῖα νὰ συναντᾶται, εὔχομαι δὲ, ἵνα τοῦτο ἐνισχύσῃ τὴν
594Κυβέρνησιν εἰς ὅσα καλὰ μέτρα προτείνει, ἢ νὰ σταματήσῃ
595τὰ διαβήματα αὐτῆς εἰς ὅσα τυχὸν προτείνει ὄχι καλὰ διὰ
596τὸν τόπον.
597Εἰς ἐμὲ ἐπεβάλλετο, ὄχι ἐξ ἐγωϊσμοῦ ἢ ἐπιδείξεως νὰ
598λάβω πρῶτος τὸν λόγον, ἀλλὰ διότι μοὶ εἶχε δοθῆ ἡ ἐντολὴ
599νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησιν καὶ διότι συνέπεσε νὰ ἦμαι
600καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ λάθος δὲ
601τῆς ὑπηρεσίας νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ὑπογραφή μου καὶ ἐν τῇ
602ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχε-
603δίου τῶν δύο δωδεκατημορίων, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ
604συμφωνῶ, καὶ εἶχον καθῆκον εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς
605νὰ δηλώσω, ὅτι συμφωνῶ ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς γνώ-
606μης τῆς μειοψηφίας.
607Ἑκατὸν εἴκοσι δύο ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀποῤῥέοντες
608ἀπὸ τῶν σπλάγχνων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τῶν λευκῶν
609ψήφων αὑτῶν ἀνεβίβασαν ἐπαξίως εἰς τὸ ὑψηλὸν τοῦ Προέ-
610δρου ἀξίωμα τὸν ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμον συνάδελφον. Θὰ
611ηὐχόμην νὰ μὴ ὑπῆρχεν ἐῤῥιζωμένον κακὸν συνταγματικὸν
612ἔθιμον, ἵνα συνδέηται τὸ ζήτημα ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας μὲ
613τὴν στάθμην τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς τοὺς
614Συμβούλους τοῦ Στέμματος, δὲν ἔχω ὅμως καὶ τὴν δύναμιν
615νὰ συντελέσω εἰς τοῦτο, διότι μόνον μία πλειοψηφία, καὶ
616πλειοψηφία τοιαύτη, θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ τοιοῦτον καλὸν
617παράδειγμα. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον καὶ
618κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἡ Κυβέρνησις ἐνέμεινεν εἰς τὰ προηγού-
619μενα. Εὐτυχῶς ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς ἐκείνης θέσεως, εἰς ἣν ἀνε-
620βιβάσθη ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ πρὶν ἢ
621καταλάβῃ τὴν προεδρικὴν αὑτοῦ θέσιν, ἔφερεν εὐθὺς ἀπὸ τῆς
622πρώτης στιγμῆς ζήτημα οὐσίας, ζήτημα πραγματικὸν, καὶ
623οἱονεὶ μᾶς ἐκάλεσε, κατ’ εὐτυχῆ συγκυρίαν, εἰς ζήτημα ἐμ-
624πιστοσύνης, ἀλλ’ ὄχι προσωπικὸν, τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας
625τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, εἰς ζήτημα οὐσιαστικόν.
626«Ἡ Ἑλλὰς κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς καὶ θὰ κυβερ-
627»νᾶται κοινοβουλευτικῶς, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ θέλησις τοῦ
628Ἑλληνικοῦ λαοῦ». Ναὶ, ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ
629εἶναι νὰ κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς· ἀλλ’ ἆρά γε κυβερ-
630νᾶται κοινοβουλευτικῶς; ἢ κυβερνᾶται ἀντικοινοβουλευτικῶς;
631Ἰδοὺ ἡ ἔννοια τῆς ἐρωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυναν 5
632ἐκ τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν (ἀναγινώσκει):
633«Παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν,
634τίνων λόγων ἕνεκεν δὲν προενόησεν ἐγκαίρως περὶ τῆς ἐντὸς
635τοῦ ἔτους 1895 ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως
636τοῦ ἔτους 1896, ἕνεκα δὲ τούτου εἰσπράττονται φόροι καὶ
637γίγνονται πληρωμαὶ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1896 ἄνευ προϋπο-
638λογισμοῦ;»
639Ἐπιστεύθη ὅτι ἀδικαιολόγητος ἀνυπομονησία καὶ εἶδός τι
640ἐπιδείξεως ἐπέβαλε τὴν μετὰ σπουδῆς, οὕτως εἰπεῖν, ὑποβο-
641λὴν τῆς τοιαύτης ἐπερωτήσεως· ἀλλὰ νομίζετε, ἐκτὸς τοῦ
642ὅτι πολὺ κανονικῶς ὑπεβλήθη, διότι εἶχε καταρτισθῆ ἡ
643Βουλὴ, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρέλθῃ καὶ μία στιγμὴ, εὐθὺς ὡς
644κατηρτίσθη τὸ Σῶμα, καὶ νὰ μὴ ἐρωτηθῇ ἡ Κυβέρνησις,
645διατὶ εὑρίσκεται ἐν ἐπαναστάσει ἡ Ἑλλάς; — διότι εὑρίσκεται
646ἐν ἐπαναστάσει, ἀλλ’ ἐπαναστάται δὲν εἶναι οἱ πολῖται, ἐπα-
647ναστάται εἶναι οἱ Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, οἱ δὲ ἐπανα-
648στάται κατὰ τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐπαναστάται κατὰ
649τῶν νόμων, διότι εἰσπράττουν φόρους, διότι ἐνεργοῦν δαπάνας
650ἄνευ Συντάγματος, ἄνευ νόμου.
651Μακρὰ καὶ μακροτάτη εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Κοινοβουλευ-
652τικοῦ πολιτεύματος, ὁ ἀγὼν ὅμως συνήφθη κυρίως περὶ τὴν
653ψήφισιν τῶν φόρων περὶ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
654τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Δὲν προτίθεμαι
655οἱονεὶ ὡς ἀπὸ καθηγητικῆς ἕδρας νὰ διδάξω τινὰ, ἁπλῶς
656μόνον μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἐκ τοῦ μακροῦ
657ἐκείνου ἀγῶνος τῶν λαῶν ἓν ἔμεινε Συνταγματικὸν ἀξίωμα,
658τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα: Ἡ ψήφισις
659τῶν φόρων, ἡ διαταγὴ πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἡ ψήφισις
660τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κρά-
661τους εἶναι δικαιώματα κυριαρχικὰ, εἶναι δικαιώματα τῆς
662ἐθνικῆς κυριαρχίας, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐντολὴν αὐτῆς ἐνασκεῖ
663ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ Κοινοβούλιον,
664δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ συμβόλαιον μεταξὺ Ἡγεμόνος καὶ
665λαοῦ, Συνταγματικὸς χάρτης, ἄνευ τοῦ θεμελίου τούτου.
666Καὶ ὁ μὲν κανὼν εἶναι γενικὸς, ἄνευ ἐξαιρέσεως, δὲν ὑπάρχει
667ἀντίῤῥησις· παραλλαγαὶ ὑπάρχουσιν εἰς διάφορα Κράτη εἰς
668ἄλλας λεπτομερείας. Ἡ χρῆσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ποῦ μὲν
669εἶναι ἐνιαυσία, ποῦ διετὴς, ποῦ τριετὴς καὶ ποῦ ἀκόμη τε-
670τραετὴς, ἀλλ’ ὁ Montesquieu διδάσκει ἡμᾶς, ὅτι ἐντὸς
671τῆς ἐννοίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ὑπάρχει τὸ
672ἐνιαύσιον τῆς χρήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ (ἀναγινώσκει):
673«Ἔθνος, τὸ ὁποῖον δὲν ψηφίζει διὰ τῆς Βουλῆς τὸν ἀριθμὸν
674τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ του, ἔθνος ὅπερ δὲν ψηφίζει ἐνιαι-
675σίως τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα αὑτοῦ, βεβαίως ἔθνος τοιοῦτον
676τρέχει τὸν κίνδυνον τῶν ἐλευθεριῶν», λέγει ὁ Montesquieu
677εἰς τὸ ἀθάνατον αὑτοῦ σύγγραμμα «Esprit des lois».
678Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναφέρω τὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρ-
679χουσιν αὐταὶ αἱ διαφοραὶ, διότι δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουσι· δὲν
680εἶναι ὅμως ἀπὸ σκοποῦ νὰ προσθέσω, ὅτι διαφορά τις ὑπάρ-
681χει, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἐννοηθῶ βραδύτερον, ὡς πρὸς τὴν
682ἔναρξιν καὶ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ
683γενικώτερος κανὼν εἶναι, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ἔτος συμπίπτει
684μὲ τὸ ἀστρονομικόν· ἄρχεται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου καὶ λήγει
685τὴν 31 Δεκεμβρίου, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ Κράτη, τοιαῦτα
686δὲ εἶναι ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Δανία, εἰς τὰ ὁποῖα ἄρχεται ἀπὸ
687τοῦ Ἀπριλίου, ὑπάρχουσιν ἄλλα, ὡς ἡ Πορτογαλία καὶ αἱ
688Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ χρῆσις ἄρχεται ἀπὸ
689τοῦ Ἰουλίου. Τί ἰσχύει παρ’ ἡμῖν; Ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξω
690εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ἐν ἄρ-
691θρῳ 52 ἀνέγραψε, παραλαβὸν ἀπὸ τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα
692τοῦ 1830, ἀπὸ τὸ Βελγικὸν τοῦ 1831 κατά τι παρηλλαγ-
693μένον, ἀλλὰ κατὰ βάσιν τὸ αὐτὸ (ἀναγινώσκει):
694«Ἄρθρον 52. Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττε-
695»ται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ παρά τε τῆς Βουλῆς καὶ
696»τῆς Γερουσίας καὶ κυρωθῇ παρὰ τοῦ Βασιλέως.»
697Ἐν ἄρθρῳ δὲ 53, ὅπερ ἐλήφθη ἀπαραλλάκτως καὶ σχεδὸν
698κατὰ γράμμα ἀπὸ τὸ 115 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος τοῦ
6991841, ταῦτα ἐπὶ λέξεσιν (ἀναγινώσκει):
700«Ἄρθρον 53. Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ψηφί-
701»ζουσι τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζουσιν ἐπὶ τοῦ ἀπο-
702»λογισμοῦ.—Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει
703»νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν.»
704Ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους ΣΙΒʹ
705τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1852, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 5—καὶ ἀναφέρω
706ταῦτα διὰ τοὺς μὴ ἀσχολουμένους περὶ τοὺς νόμους, διότι βεβαίως
707ὅλοι ὅσοι ἀσχολοῦνται τὰ γινώσκουσι—διατάσσει (ἀναγινώ-
708σκει): «Ὁ γενικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὑποβάλλεται
709εἰς τὰς Βουλὰς διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ψη-
710φίζεται καὶ κυροῦται ἐντὸς τῆς συνόδου τῆς ληγούσης πρὸ
711τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, τοῦ ὁποίου φέρει τὸ ὄνομα ὁ προϋ-
712πολογισμός». Τὸ ἄρθρον 7 ἀνέγραψε ποινὰς διὰ πᾶσαν εἴσ-
713πραξιν φόρου καὶ δικαιώματος μὴ ἐπιτρεπομένην ὑπὸ τῶν
714νόμων, ὑφ’ οἱονδήποτε τίτλον καὶ οἱανδήποτε ὀνομασίαν καὶ
715ἂν ἐνεργῆται. Τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα τῆς 15 Ὀκτωβρίου
7161852 ἐν ἄρθρῳ 2 διέταξε τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει):
717«Οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐξόδων ἑκάστης χρήσεως ἑτοιμά-
718ζονται πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ὁμωνύμου τῆς χρήσεως ἔτους.»
719Ὥστε ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου κατὰ κανόνα ἄρχεται καὶ πρέ-
720πει νὰ ἄρχηται ἡ προπαρασκευὴ πρὸς ὑποβολὴν τοῦ προϋ-
721πολογισμοῦ. Ἐπῆλθε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, μετὰ τὸ
722ὁποῖον ἐξηκολούθησεν ἰσχύων ὁ νόμος τοῦ 1852, ἐν δὲ τῷ
723Συντάγματι ἐπανελήφθη μὲν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 52, ἐν
724ἄρθρῳ 59, ἀπαραλλάκτως, ἀφαιρέσει τῆς λέξεως «Γερουσία»,
725ἐπανελήφθησαν τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 53 τοῦ Συντάγματος τοῦ
7261844, ἀλλὰ μὲ περισσοτέρας ἐγγυήσεις, εἰς τὸ ἄρθρον 60
727τοῦ Συντάγματος, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως τοῦ
728προϋπολογισμοῦ, διότι, ὡς γινώσκετε, τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ καὶ
729περὶ στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων (ἀναγινώσκει):
730«Ἄρθρον 60. Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιο-
731ρισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρα-
732τολογίαν καὶ τὴν ναυτολογίαν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ
733ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα
734τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
735καὶ ἀπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βου-
736λὴν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν ἑκάστης συνόδου, ἡ δὲ
737ἐξέτασις αὐτοῦ γίνεται παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς
738καὶ ψηφίζεται ἅπαξ.»
739Ὁποία ἐδόθη ἑρμηνεία εἰς τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ Συν-
740τάγματος; Δὲν ἀρκεῖ ἡ ψήφισις φορολογικοῦ νόμου, ἵνα εἰσ-
741πραχθῇ; Ἀπαιτεῖται καὶ προϋπολογισμός; Δὲν παρουσιά-
742σθη πρώτην φορὰν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπελήφθησαν οἱ ἑρμη-
743νευταὶ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, καὶ πάντες ὁμοφώνως
744ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἐκτὸς τῆς ψηφίσεως τοῦ φορολογικοῦ νόμου
745ἀπαιτεῖται, ἵνα δοθῇ διαταγὴ πρὸς εἴσπραξιν, καὶ ἡ ἀναγραφὴ
746ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἵνα γείνῃ
747εἴσπραξις. Τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ἔδωκεν ὁ μακαρίτης Σαρί-
748πολος, ἀναπτύσσων τὸ ζήτημα, καὶ ὁ βουλόμενος δύναται
749νὰ ἀναζητήσῃ τὸ ἔργον του, ἰδίως τὴν παράγραφον 503,
750ἵνα εὕρῃ πολλὰ περὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλ’ ἦλθε καὶ
751ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τὸ ζήτημα, ἐξεδόθησαν
752πολλαὶ ἀποφάσεις, καὶ προχείρως ἀναφέρω τρεῖς ὡρισμένως,
753τὰς ὑπ’ ἀριθ. 47, 89 καὶ 127 τοῦ ἔτους 1885 ἀποφά-
754σεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἀπεφάνθη κατὰ τοιαύτην
755ἔννοιαν, ἤτοι ὅτι, ἵνα ἐπιβληθῇ φόρος τις, ἀπαιτεῖται νὰ
756ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως,
757ἀλλ’ ὅπως εἰσπραχθῇ, δέον σὺν τοῖς ἀνωτέρω καὶ νὰ κατα-
758χωρισθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Κατ’ ἀρχὰς ὑπῆρξε καὶ
759μειοψηφία, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πλέον μειοψηφία, καὶ εἶναι
760σταθερὰ ἡ νομολογία, πάντων παραδεχομένων, ὅτι δὲν δύνα-
761ται νὰ γένηται εἴσπραξις φόρου ἄνευ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋ-
762πολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
763Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλιγόγραμ-
764μον περικοπὴν τοῦ ἑρμηνευτοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου
765κυρίου Φλογαΐτου, ἀρκετὰ εὐγλώττως ἀποφαινομένου ἐπὶ
766τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ (ἀναγινώσκει):
767«Ὅπως ὅμως ἔχῃ κῦρος νόμιμον ἡ εἴσπραξις, ἀπαιτεῖται ἡ
768προηγουμένη διὰ προϋπολογισμοῦ ἢ ἄλλου νόμου ψήφισις
769τῶν εἰσπρακτέων. Ἄλλως ἡ εἴσπραξις εἶναι παράνομος, καὶ
770ἑπομένως ἡ μὲν διατάξασα καὶ ἐνεργήσασα τὴν εἴσπραξιν
771ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ποινικῶς τιμωρητέα ἐν τοῖς
772προσώποις τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν καὶ τῶν λοιπῶν ὑπο-
773δεεστέρων αὐτῶν ὀργάνων, ὁ δὲ φορολογούμενος ἔχει τὸ δι-
774καίωμα νὰ ἀντιστῇ καὶ ἀμυνόμενος ἀποκρούσῃ ὡς λῃ-
775στὴν τὸν εἰσπράκτορα, ἢ ἕτερον δημόσιον ὑπάλληλον, ὅστις
776ἤθελε τολμήσει νὰ ἐπιβάλῃ αὐτῷ ἢ εἰσπράξῃ φόρον μὴ ψη-
777φισθέντα ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.»
778Καὶ πῶς! διαπρεπὴς νομοδιδάσκαλος διδάσκει τὴν ἀντί-
779στασιν κατὰ τῶν ἀρχῶν; Καὶ πῶς! ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλ-
780ληνικοῦ λαοῦ, οὐχὶ ἀδαὴς περὶ τὰ νομικὰ, ἀπὸ τοῦ βουλευ-
781τικοῦ βήματος ἐπαναλαμβάνει τὰ αὐτά; Καὶ πῶς! παρο-
782τρύνομεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς ἐπανάστασιν; Βεβαίως,
783Κύριοι, δὲν δύναται νὰ νοηθῇ Πολιτεία, οὐχὶ εὐνομουμένη,
784ἀλλ’ ἁπλῶς Πολιτεία, ἄνευ ὑπακοῆς τῶν πολιτῶν εἰς τὰς
785ἀρχάς· ἀλλ’ ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἡ ἀπόλυτος τυραννία εἰς τὰ
786δεσποτικὰ Κράτη, ὁ κανὼν ἦτο ἄνευ ὁρίων, τυφλὴ ὑποταγὴ
787εἰς τὰς ἀρχάς· ἠγωνίσθησαν ὅμως οἱ λαοὶ, ἠγωνίσθησαν τὰ
788Κράτη, ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ ζητήματα, καὶ εὑρέθη ὅτι πρὸς
789ἐξασφάλισιν τῶν ἐλευθεριῶν, πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συνταγμα-
790τικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ὑπάρχει
791ὅριον εἰς τὴν ὑποταγὴν, καὶ τὸ ὅριον τοῦτο τὸ χαράσσει ὁ
792νόμος, ὁ νομοθέτης. Πέραν τῆς σφαίρας ταύτης δὲν ὀφείλεται
793ὑποταγή. Δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς Συντάγμασιν,
794ἀλλ’ ἐνυπάρχει ἐν τῇ οὐσίᾳ παντὸς Συντάγματος ἡ ἄρνησις
795τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων, ὅταν παρὰ τὸ Σύνταγμα ζητῶν-
796ται, καί τι πλέον, ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως,
797ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἄδικα
798πραττούσης, καὶ μάλιστα, ὅταν πρόκειται περὶ προστασίας
799καὶ ὑπερασπίσεως τῆς ἁγνείας τοῦ σώματος καὶ τῆς προσω-
800πικῆς ἐλευθερίας.
801Ἀλλ’ εἶναι τόσον ἀπόλυτος αὐτὸς ὁ κανὼν τοῦ Συντάγ-
802ματος, καὶ οὐδεμία ποτὲ πληρωμὴ δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ
803προϋπολογισμοῦ; Αἱ ἀναφυεῖσαι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ
804Συντάγματος ἀνάγκαι ἐπέβαλον ἀτυχῶς ἐμβάλωμά τι, ὅπερ
805ἐκλήθη δωδεκατημόριον, νόμοι περὶ δωδεκατημορίων. Ὑπάρ-
806χουσιν ἀληθῶς περιπτώσεις ἐσχάτης, ὑπερτάτης ἀνάγκης,
807ἐπιβάλλουταί πως τὸ ἐμβάλωμα τοῦτο· πρὸ τῆς ὑπερτάτης
808ἀνάγκης ὀφείλομεν νὰ κύψωμεν, καὶ ἂν δὲν ἦναι δυνατὴ ἡ
809ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, κἄτι τι τοὐλάχιστον πρέπει νὰ
810γείνῃ, καὶ τὸ κἄτι τι τοῦτο εὑρέθη τὸ δωδεκατημόριον.
811Ἀλλὰ τὸ δωδεκατημόριον εἶναι νοσηρὰ οἰκονομικὴ κατάστα-
812σις, εἶναι ἔκρυθμος, εἶναι ἀνώμαλος. Ὁ πολὺς Stourm, ὁ οἰκο-
813νομολόγος, λέγει ὅτι τὸ δωδεκατημόριον, κατὰ τὸ ὁποῖον
814grosso modo ἡ Κυβέρνησις προϋπολογίζει, εἶναι ἐπικίνδυ-
815νος νόσος εἰς τὰ Κράτη, καὶ ὅτι ἡ ἱστορία τῶν δωδεκατη-
816μορίων, ἀρχομένη ἀπὸ τοῦ 1809, εἶναι λυπηρὰ ἅμα καὶ
817διδακτική, ὅτι δι’ αὐτῆς χαράσσεται ἐν τῇ Γαλλικῇ ἱστορίᾳ
818ἡ ἐποχὴ τῶν πολέμων καὶ τῶν ἐμφυλίων σπαραγμῶν. Τὸ
819ζήτημα τῶν δωδεκατημορίων ἐπασχολεῖ βεβαίως ὅλα τὰ
820συνταγματικὰ Κράτη. Ἐν Γαλλίᾳ δὲν ὑπάρχει συνταγμα-
821τικὴ διάταξις, ἐπιβάλλουσα τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρ-
822νησιν, ὅπως ὑποβάλλῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς παρ’ ἡμῖν.
823Διάταγμα κανονιστικὸν ὁρίζει τὸ ἐνιαύσιον τῆς χρήσεως τοῦ
824προϋπολογισμοῦ ἐν Γαλλίᾳ· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡμεῖς συνει-
825θίσαμεν, ὡς εἰς τακτικόν τι, νὰ βλέπωμεν ὑποβαλλόμενον
826ἐντεῦθεν τὸ δωδεκατημόριον ἄνευ λόγου, ἄνευ δεδικαιολογη-
827μένης ἀνάγκης. Ἐν Γαλλίᾳ, λέγω, ὅπου δὲν ὑπάρχει τοιαύτη
828συνταγματικὴ ὑποχρέωσις, τί βλέπομεν; ὅτι ἀπὸ τοῦ Ἰανουα-
829ρίου τοῦ προηγουμένου ἔτους ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμός.
830Ἔχω ἐνταῦθα σημείωσιν ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1890.
831Καθ’ ὅλην ταύτην τὴν δεκαετίαν ὁ προϋπολογισμὸς ὑπεβλή-
832θη ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, ἢ τοῦ
833Φεβρουαρίου, ἢ τὸ πολὺ τοῦ Μαρτίου, ὅτε ἐθεωρεῖτο καθυστέ-
834ρησις, τοῦ προηγουμένου ἔτους πάντοτε. Παραπονοῦνται
835δὲ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ δι’ αὐτὰς ἀκόμη τὰς ἀνωμάλους περι-
836στάσεις, καὶ στρέφουσι τὰ βλέμματα αὐτῶν πρὸς τοὺς γείτο-
837νας αὐτῶν Ἄγγλους καὶ Βέλγους, οἱ ὁποῖοι νομοθετικῶς
838ἐκανόνισαν τὸ πρᾶγμα, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ψηφίζουσι grosso
839modo τὰ δωδεκατημόρια. Ἀλλὰ πρὸς τί ταῦτα; Νομίζω
840ὅτι δὲν εἶναι ἄσχετα, διότι δυνάμεθα νὰ ὁδηγηθῶμεν κατὰ
841πόσον καὶ τὰ παρ’ ἡμῖν συμβαίνοντα τελευταῖον εἶναι νό-
842μιμα. Ἂς ἴδωμεν ἄνευ οὐδεμιᾶς προκαταλήψεως, — ἐγὼ μάλι-
843στα ὁμολογῶ ὅτι εὐμενῶς εἶμαι διατεθειμένος ὑπὲρ τῆς Κυ-
844βερνήσεως, καὶ λυποῦμαι διότι ὑπέπεσεν εἰς τόσῳ μέγα ἁμάρ-
845τημα, — ἂς ἐξετάσωμεν, λέγω, τί ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ
846βήματος τούτου εἶπεν, ὅπως ἐξηγήσῃ τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ
847ὁποίου προέβη εἰς τὴν λύσιν ταύτην. Δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὴν
848«Πρωΐαν»· ἐνθυμοῦμαι ὅμως τί εἶπεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
849Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι δύο ὁδοὺς εἶχε νὰ τραπῇ·
850τὴν πρώτην, νὰ συγκαλέσῃ εἰς δευτέραν τακτικὴν σύνοδον
851τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐφοβεῖτο τὴν πέμπτην· τὴν δευτέραν ὁδὸν,
852νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ὡς ὀλιγώ-
853τερον ἄτοπον καὶ ὡς ἐγγύτερον τοῦ Συντάγματος. Ἀτυχῶς
854διὰ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εὑρίσκετο πρὸ δύο θυρῶν, εὑρίσκετο
855πρὸ τεσσάρων θυρῶν, ἐξέλεξε δὲ τὴν χειροτέραν. Κατὰ τὴν
856ἐμὴν γνώμην, ἠδύνατο — διότι πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὴν
857ὑποβολὴν ἀπὸ τὴν ψήφισιν — ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋ-
858πολογισμὸν κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον· ὑπῆρχεν ὅλος ὁ ἀπαι-
859τούμενος χρόνος, διότι μέχρι τῆς 15 Ἰουλίου ἠδύνατο νὰ
860ἦναι παροῦσα ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπῆρχε συν-
861ταγματική τις ἀνωμαλία, ὅπως ὑποβληθῇ ἐν τῇ ἰδίᾳ συνό-
862δῳ ὁ προϋπολογισμὸς δύο ἐτῶν· ἠδύνατο νὰ συγκαλέσῃ δευ-
863τέραν τακτικὴν σύνοδον, ἀλλ’ ἐφοβεῖτο τὴν πέμπτην σύνοδον·
864καὶ διατὶ νὰ φοβηθῇ τὴν πέμπτην σύνοδον; διότι θὰ ἠναγ-
865κάζετο νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸ Στέμμα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν·
866καὶ ἠκούσατε τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ συμ-
867φωνῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸ Στέμμα πρὸς διά-
868λυσιν μηχανικὴν, συμφωνῶ, ἀλλ’ ὑπῆρχε τοιαύτη ἀνάγκη;
869Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν παρουσιά-
870ζεται· εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ περίοδος ὁρίζεται ἐν τῷ Συν-
871τάγματι χρονικῶς κατὰ τετραετίαν· κατὰ τὸ τετραετὲς τοῦτο
872χρονικὸν διάστημα ὁσαιδήποτε τακτικαὶ σύνοδοι δύνανται νὰ
873συγκληθῶσι. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σπουδαία
874ἀμφιβολία. Ὁ κ. Φιλήμων διὰ μακρῶν ἐπραγματεύθη τὸ
875ζήτημα καὶ ἐνυπογράφως. Συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ, οὐχὶ ἵνα
876ὠφεληθῶ νῦν κατὰ τὴν συζήτησιν· ἐξέφρασα καὶ ἐγὼ γνώμην
877ἀπὸ τοῦ 1890, καὶ κατὰ τὸ 1892, εἰς ἐποχὰς, καθ’ ἃς δὲν
878ἤμην Βουλευτὴς, εἰς τὴν «Ἐπετηρίδα τῆς ἀλλοδαπῆς νομοθε-
879σίας» τῶν Παρισίων, ὅτι συνταγματικώτατα δύναται νὰ συγ-
880κληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς πέμπτην σύνοδον, διότι οὐδὲν ὑπάρχει κώ-
881λυμα, τοὐναντίον ἐπιβάλλεται ἡ τοιαύτη σύγκλησις κατὰ
882τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, 37, 54 καὶ ἰδίως τὸ 69, τὸ
883ὁποῖον ὁρίζει τὴν τετραετίαν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω ἐξαναγ-
884κάσει τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ συμ-
885φωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην μου, δὲν θὰ ἔχῃ ὅμως δισταγμὸν νὰ
886συμφωνήσῃ μὲ τὴν ἰδικήν του γνώμην, καὶ ἔχει μάλιστα τὴν
887εὐκολίαν νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ δύο λύσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος
888εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἔδωκε· καὶ ἐπειδὴ ὁμιλῶ περὶ προηγουμέ-
889νων, δὲν πρέπει νὰ παραλείψω τὰ προηγούμενα δύο τακτι-
890κῶν συνόδων, διότι ἐπιθυμῶ νὰ μεταδώσω τὴν πεποίθησιν,
891τὴν ὁποίαν ἔχω· ὅλα τὰ προηγούμενα δὲν εἶναι σεβαστὰ,
892ὅταν δὲν στηρίζωνται εἰς τὰ κείμενα καὶ τὸν ὀρθὸν λόγον·
893ἀλλ’ ὅταν στηρίζωνται εἰς τὰ κείμενα καὶ τὸν ὀρθὸν λόγον
894καὶ ὅταν ἐπαναλαμβάνωνται ἄνευ διαμαρτυρίας τοῦ Ἑλλη-
895νικοῦ λαοῦ, εἴτε τῆς Βουλῆς, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς
896ἀναγεγραμμένα ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι. Ὑπάρχει τὸ προη-
897γούμενον τῶν δύο τακτικῶν συνόδων κατὰ τὸ 1874, κατὰ
898τὸ 1882, κατὰ τὸ 1887 καὶ τὸ 1892. Ὁ κ. Πρωθυπουρ-
899γὸς διεφώνησεν εἰς τοῦτο, διότι ὡμολόγησεν, ὅτι ἠδύνατο
900μὲν νὰ συγκαλέσῃ δευτέραν τακτικὴν σύνοδον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ
901πέμπτην, καὶ ἐνταῦθα ἔρχεται πλέον ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν ὁ
902ἴδιος Πρωθυπουργὸς, ἡγούμενος κόμματος ἐπίσης πολυαρίθμου
903καὶ ἰσχυροῦ, ἔδωκε. Κατὰ τὸ 1885 ἐκλήθη ἡ Βουλὴ τὴν 9
904Μαΐου εἰς πρώτην τακτικὴν σύνοδον, αἱ ἐργασίαι αὐτῆς τῆς
905πρώτης συνόδου ἔληξαν τὴν 18 Ἰουλίου 1885, ὁ προϋπολο-
906γισμὸς εἰσήχθη τὴν 10 Ἰουλίου 1885 ὑπὸ τοῦ ἰδίου κ.
907Πρωθυπουργοῦ, ἐκάλεσε τὴν ἔκτακτον σύνοδον τὴν 11 Ὀκτω-
908βρίου 1885, ἥτις ἐπεράτωσε τὰς ἐργασίας αὐτῆς τὴν 5
909Ἀπριλίου 1886. Τί ἁπλούστερον τούτου; Διατὶ ἀναιρεῖ τὸ
910παρελθόν; διατὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὸν τόπον εἰς τὴν συνταγμα-
911τικὴν στενοχωρίαν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἀνωμαλίαν;—διότι
912τὸ πραχθὲν δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ σπουδαιοτάτην οἰκονο-
913μικὴν ἀνωμαλίαν, καὶ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν διαπραγματεύεται,
914ὡς λέγει, τὸν συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Διατὶ
915δὲν ἐνεθυμήθη τὴν γνώμην του αὐτὴν, καὶ εἶπεν ὅτι εὑρέθη
916εἰς αὐτὴν τὴν στενοχωρίαν, ἐκ τῆς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ
917ἐξέλθῃ ἄλλως, παρὰ ξεσχίζων τὸ Σύνταγμα; Δὲν ἠδύνατο νὰ
918καλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον κατὰ Ὀκτώβριον
919τοῦ 1895; Δὲν ἠδύνατο; δὲν ἤθελε; δὲν συνέφερε; Διατί;
920χάριν οἰκονομίας; Μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς
921ἔκτακτον σύνοδον κατὰ Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον τοῦ 1896,
922ὥστε οἰκονομία τις δὲν ὑπάρχει, μολονότι δὲν γνωρίζω ἂν δύ-
923ναται νὰ γείνῃ οἰκονομία ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Ἀλλὰ
924δὲν ἤθελε καὶ τοῦτο· διατὶ δὲν κατέφευγεν εἰς τὴν λύσιν, τὴν
925ὁποίαν ἐφήρμοσεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ὡς Πρωθυ-
926πουργὸς, ἔχων συμπάρεδρον αὑτοῦ καὶ συνυπουργὸν τὸν νῦν κ.
927Πρωθυπουργὸν κατὰ τὸ 1879; Γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῆς
928Ζʹ Περιόδου· συνῆλθεν εἰς πρώτην σύνοδον τὴν 11 Αὐγού-
929στου 1875, διήνυσε τέσσαρας τακτικὰς συνόδους καὶ μίαν ἔκ-
930τακτον, ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ εἰς πέμπτην σύνοδον, ἀλλὰ
931ἐπεκράτησαν, φαίνεται, ἀμφιβολίαι τινές, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν
932τῶν ἀμφιβολῶν τούτων τί ἐγένετο; Ἐκάλεσε τὴν Βουλὴν
933εἰς τὰ 1880; ὄχι. Ἀφῆκε τὸν τόπον ἄνευ προϋπολογισμοῦ;
934ἀφῆκε τὸν τόπον νὰ ἐπαναστατήσῃ οἰκονομικῶς; Ὄχι. Ὁ
935μακαρίτης Κουμουνδοῦρος μετὰ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ,
936τότε δὲ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν
937Οἰκονομικῶν, ἐκάλεσαν τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον τὴν
9385 Ἰουλίου 1879. Δὲν ἠδύνατο λοιπὸν κατὰ τὸ ἔτος 1895
939νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον; Βλέπετε λοιπόν,
940ὅτι ἀντὶ στενοχωριῶν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ μίαν μεγάλην
941θύραν, μὲ ὑψηλὰ τὸ μέτωπον ἐκ τῆς στενοχωρίας ταύτης,
942τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἐδημιούργησε, διότι δὲν ὑπῆρχεν. Ἀλλὰ
943διατὶ τέλος πάντων δὲν εἶναι συνεπὴς μὲ τὰς ἐπαγγελίας,
944τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν κατὰ τὴν
945πρώτην σύνοδον; Τί ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
946γὸς, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895; Ἔλεγεν ὅτι
947θὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1896;
948Ὄχι, Κύριοι· ἔλεγεν ὅτι θὰ καλέσῃ αὐτὴν τὸν Ὀκτώβριον
949ἢ Νοέμβριον τοῦ 1895· δὲν ὥριζεν, ἂν εἰς τακτικὴν ἢ ἔκ-
950τακτον σύνοδον, ἀλλὰ ὥρισεν, ὅτι θὰ καλέσῃ αὐτὴν ἐντὸς
951τοῦ 1895. Ἀναγινώσκω ὀλίγας γραμμὰς ἐκ τοῦ εἰσηγητη-
952ρίου λόγου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Κατὰ τὴν 2
953Ἰουνίου 1895, ὁμιλῶν περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας,
954ἔλεγε τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Νομοθέτημα τοιοῦτον
955σκοποῦμεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἡ ἐφαρμογή
956του ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1896, διότι ἡ κατὰ
957τὸ ἔτος τοῦτο σύμπτωσις τῆς ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλο-
958γῶν καθιστᾷ ἀμφίβολα τὰ τῆς διοικήσεως τῶν δήμων, πρέ-
959πει δὲ νὰ περιμένωμεν τὴν ἔκβασιν αὐτῶν, ὅπως μεταβῶμεν
960ἀπὸ τῆς μιᾶς καταστάσεως εἰς τὴν ἄλλην ὁμαλῶς, ἄνευ
961διαταράξεως τῆς ἁρμονικῆς λειτουργίας τῆς διοικήσεως».
962Γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνακαλέσω
963αὐτὴν εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν· ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
964καὶ κατέθηκε μάλιστα κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, τὴν
96519 Ἰουλίου 1895, νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς στρατιω-
966τικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχη-
967γείου τῆς χωροφυλακῆς ἐλησμονήθησαν καὶ αἱ ἐπαγγελίαι
968καὶ τὸ πρόγραμμα καὶ τὰ πάντα, καὶ ἔμειναν οἱ ἐντολεῖς
969μὲ τὴν ἐν τῷ χάρτῃ ἐπαγγελίαν, ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου
970πρόκειται νὰ ἀρχίσῃ τὸ νέον αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπό-
971σχεται βελτίωσιν, καὶ ἐδημιουργήθη αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ
972ὁποῖον ἔχει ὀδυνηρὰς συνεπείας διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὴν δη-
973μοσίαν ἀσφάλειαν· διότι πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ ὁ νό-
974μος αὐτὸς, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε συνέλθει εἰς τακτικὴν ἢ
975ἔκτακτον σύνοδον, διὰ νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον; Καὶ εἰς ἄλλην
976ὁμιλίαν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι ὅσα εἶχον
977ἀναβληθῆ τότε, θὰ ἐγίνοντο μετ’ ὀλίγους μῆνας, καὶ ἦσαν
978ἀδικαιολόγητοι ὅλοι, ὅσοι ἐπρότειναν κατὰ τὴν ὀλιγόμηνον
979ἐκείνην σύνοδον διαφόρους αἰτιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
980Ἤκουσα λεγόμενον παρὰ φίλων τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς
981ἐνάρξεως τῶν Βουλευτικῶν ἐργασιῶν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
982Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠναγκάσθη νὰ ἀναβάλῃ μὲ στενο-
983χωρίαν του αὐτάς, διότι ἀνεμένετο ὁ συμβιβασμὸς, ἀλλ’ ἐκ
984τῆς διηγήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
985Συμβουλίου ἔκαμεν, ὡς ἠκούσατε, ὁ συμβιβασμὸς ἤρχισε, δὲν
986γνωρίζω ποῖον μῆνα, καὶ ἀφοῦ ἔπιον τσάϊ οἱ ἀντιπρόσωποι
987τῶν ὁμολογιούχων μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλληνικῆς
988Κυβερνήσεως, διέκοψαν, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους δὲν γνωρί-
989ζομεν, τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐξακολουθή-
990σωσι, δὲν γνωρίζομεν πότε.
991Ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἐκφράσω μίαν ὑπόνοιαν, ὅτι αἰτία
992τῆς ἀναβολῆς ἦτο τὸ ἀνέτοιμον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὑπο-
993βάλῃ τὸν προϋπολογισμόν. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν
994ὁποίαν ἕκαστος θὰ εἴπῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν γνώ-
995μην του. Ἐπίσης καὶ τὰ νομοσχέδια—ὑπέρ τινων δ’ ἐξ αὐτῶν
996ἔχω καθῆκον νὰ συνηγορήσω μὲ τὴν ἀσθενῆ φωνήν μου—θὰ
997προκαλέσωσι τὴν συζήτησιν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἡ σή-
998μερον ἡ κατάλληλος ὥρα.
999Κύριοι, σᾶς ἀπησχόλησα ἴσως πλέον τοῦ δέοντος, ἀλλ’
1000ἀφοῦ ἀνέλαβον νὰ ἐξηγήσω τὴν γνώμην μου, εἶχον καθῆκον
1001νὰ ἐκθέσω ταῦτα καὶ ἐξηγήσω διατὶ ἡ Κυβέρνησις παρέβη
1002ῥητὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις. Ἀλλ’ ἴσως θὰ ἐρωτήσῃ τις,
1003νὰ μὴ ψηφισθῶσι λοιπὸν τὰ δωδεκατημόρια; Οὐχί. Βεβαίως
1004τὰ δωδεκατημόρια θὰ ψηφισθῶσι, νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλή,
1005ζηλότυπος τῶν ἑαυτῆς δικαιωμάτων, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ
1006νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος ἡ πορεία αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως,
1007διότι ἡ πορεία αὕτη εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος. Δὲν ἀρκεῖ νὰ
1008λέγωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς, διότι
1009εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ κυβερνᾶται κοινοβου-
1010λευτικῶς· καὶ ἂν ψηφισθῶσι τὰ δωδεκατημόρια, καὶ ἂν δὲν
1011ψηφισθῶσι, βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἡ
1012στιγμὴ αὕτη, ἡ ψυχολογικὴ στιγμή, χωρὶς νὰ ληφθῇ πρό-
1013νοια διὰ τὸ μέλλον. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ σπου-
1014δαίαν τὴν προσοχήν του τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ Κυβέρνησις,
1015ὅπως ἡ κατάστασις θεραπευθῇ διὰ μέτρων ῥιζικῶν, τοιαῦτα
1016δὲ οἱ εἰδικώτεροι δύνανται νὰ προτείνωσιν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι τὸ
1017προτιμότερον εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, βε-
1018βαίως ὅμως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ παρὰ τοῖς ἐκτελεσταῖς τῶν
1019νόμων καὶ ἡ καλὴ πίστις περὶ τῶν ἀποφασισθησομένων.
1020Ὑπάρχουσιν ὅμως καί τινες, λέγοντες: «καὶ τί ἔχασεν ὁ τό-
1021πος; ἤκουσεν ὀλιγώτερα λόγια!» Κύριοι, ἕκαστος ἔχει τὴν γνώ-
1022μην του, καὶ δι’ ἐμὲ εἶναι πᾶσα γνώμη σεβαστή, νομίζω ὅμως,
1023ὅτι, ἐνόσῳ ὑφίσταται συνταγματικὸς χάρτης, ἡμεῖς, εἰς τοὺς
1024ὁποίους ἀνετέθη ἡ φρούρησις αὐτοῦ, ἔχομεν καθῆκον ἀπαρά-
1025βατον νὰ μεριμνῶμεν ζηλοτύπως περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ
1026Κοινοβουλίου. Τὰ δικαιώματα αὐτὰ ἐχορηγήθησαν μὲ ἀγῶ-
1027νας, μὲ θυσίας, μὲ αἵματα, καὶ πρέπει καλῶς νὰ διαφυλάτ-
1028τωμεν αὐτά, διότι δύναται τὸ ἔγκλημα αὐτὸ νὰ τὸ διαδεχθῇ
1029ἕτερον. Γνωρίζω ὅτι εἶναι πολὺ στενοὶ οἱ δεσμοὶ τῆς πλειονο-
1030ψηφίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τινά,—
1031ἕκαστος ἔχει νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν συνείδησίν του καὶ εἰς τοὺς
1032ἐκλογεῖς του,—ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, δύ-
1033ναται ἡ πλειονοψηφία νὰ δώσῃ ἓν συχωροχάρτι, ἄνωθεν
1034ὅμως τῶν ἀριθμῶν, ἄνωθεν τοῦ ἀριθμητικοῦ ὄγκου τῆς πλει-
1035ονοψηφίας ἵσταται τὸ δίκαιον, ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς, ἐὰν δὲ
1036διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον οἱ πολλοὶ ἐν τῇ Βουλῇ δώ-
1037σωσι τὸ συχωροχάρτι τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔπρεπεν
1038ὅμως νὰ ἀκουσθῇ κραυγὴ διαμαρτυρίας ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
1039τεύσεως, καὶ ἐν τῇ μικρᾷ μου ἀδυναμίᾳ προσεπάθησα τὸ κα-
1040θῆκον τοῦτο νὰ ἐκπληρώσω.
1041§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁσάκις πρό-
1042κειται δισταγμὸς περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος, βε-
1043βαίως ἀναγκαιότατον εἶναι ν’ ἀκούηται ἡ φωνὴ τῆς Βουλῆς.
1044Διὰ τοῦτο δὲν μοὶ ἐφάνη παράξενον, οὐδὲ δυσηρεστήθην τὸ
1045παράπαν, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, πεποιθὼς ὅτι δὲν
1046ἐτηρήθησαν διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα
1047καὶ ἐξέθηκεν ὅσα εἶπεν· ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι ἦτο περιττὸν
1048νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. συνάδελφος τὰ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον
1049εἶχεν, ἀγορεύων κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν δύο δωδεκατημο-
1050ρίων, διότι οὐδεὶς ὑπέλαβεν, ὅτι ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς
1051ἐκ Βόλου τὰ ἔλεγεν, ἵνα παρακωλύσῃ τὴν ψήφισιν τῶν δύο
1052δωδεκατημορίων, ἐξ ἐναντίας πάντες ἐπίστευσαν καὶ πιστεύ-
1053ουσι, μεταξὺ τῶν πάντων δ’ εἰμὶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἠγόρευσεν ὅσα
1054εἶπε, διότι φρονεῖ, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγ-
1055ματος, διὰ τοῦτο εἶναι μὲν πρόθυμος νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῶν δύο
1056δωδεκατημορίων, ἀλλ’ ἔχει καθῆκον νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώ-
1057μην αὐτοῦ. Ἠδύνατό τις ὅμως νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι ἐκοπία-
1058σεν ὑπὲρ τὸ δέον, διότι εἶναι κόπος ὑπὲρ τὸ δέον νὰ προσφεύγῃ
1059εἰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ ν’ ἀπο-
1060δεικνύῃ ὅτι ἡμεῖς παρέβημεν διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημο-
1061σίου λογιστικοῦ, ὅταν φρονῇ, ὅτι ἡμεῖς παρέβημεν διατάξεις
1062τοῦ Συντάγματος. Ἡ παράβασις διατάξεων τοῦ νόμου περὶ
1063δημοσίου λογιστικοῦ εἶναι ἐλαφρότατον παράπτωμα, ἐνῷ ἡ
1064παράβασις διατάξεων τοῦ Συντάγματος εἶναι βαρύτατον.
1065Ἤρκει λοιπὸν ν’ ἀποδείξῃ τὴν παραβίασιν τῶν διατάξεων
1066τοῦ Συντάγματος, οὐδ’ ἀπῃτεῖτο νὰ καταφύγῃ εἰς τὰς δια-
1067τάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, πολλῷ δὲ περισ-
1068σότερον εἰς τὰς γνώμας τοῦ μακαρίτου Σαριπόλου, ἢ εἰς τὰς
1069γνώμας τοῦ νομομαθοῦς κ. Φλογαΐτου καὶ τοῦ Montesquieu.
1070Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἀναγράφει, ὅτι κατ’ ἔτος ψη-
1071φίζεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Δὲν τὸν
1072ἤρκει τοσοῦτον ῥητὴ διάταξις;
1073Τὸ συζητούμενον θέμα εἶναι ἐντελῶς διάφορον· τὸ θέμα εἶ-
1074ναι ἐκεῖ, ὅπου ἀρχόμενος τοῦ λόγου τὸ ἔθηκεν ὁ κ. Βουλευ-
1075τὴς ἐκ Βόλου. Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀνάγκην
1076τοῦ νομοσχεδίου; Νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ὁ μὴν Ἰανουά-
1077ριος, ἢ αἱ ἡμέραι αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἦναι ἐψηφισμένος ὁ προϋπο-
1078λογισμὸς τοῦ Κράτους; Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα, καὶ ἂν ὡμίλει
1079διὰ τοῦτο μόνον τὸ θέμα, ἤθελε πρὸ πολλοῦ, πρὸ ὥρας, μᾶς
1080εἴπει τὴν γνώμην αὐτοῦ. Βεβαίως ἀρχομένου τοῦ ἔτους πρέπει
1081νὰ ὑπάρχῃ ἐψηφισμένος ὁ προϋπολογισμὸς, πρέπει νὰ ὑπάρ-
1082χωσιν ἐψηφισμένοι οἱ φορολογικοὶ νόμοι, ἵνα ἡ λειτουργία τῆς
1083Πολιτείας γίνηται ὁμαλὴ καὶ ἀπρόσκοπτος. Περὶ τούτου οὐ-
1084δεὶς ἀντιλέγει, διότι ἤθελεν εἶσθαι τὸ αὐτὸ, ὡς ἐὰν ἤθελέ τις
1085ἀντιλέξει ὅτι ἐν μέσει μεσημβρίᾳ ὁ ἥλιος εἶναι εἰς τὸ στε-
1086ρέωμα. Ἀλλ’ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐψηφισμένον τὸν προϋπο-
1087λογισμὸν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους; Τοῦτο πρέπει νὰ ἐξε-
1088τάσωμεν. Ὁ κύριος συνάδελφος ἠσχολήθη, ἵνα μὲ εὕρῃ ἀντι-
1089φάσκοντα, καὶ ἐδημιούργησε δύο συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα
1090ἀπορῶ πόθεν ἐπορίσθη ἡ μνήμη αὐτοῦ. Ἀνέφερε τὸ συμβεβη-
1091κὸς τοῦ 1879. Κατὰ τὸ 1879 ἐλειτούργει Βουλὴ, ἥτις εἶχε
1092γεννηθῆ κατὰ Μάϊον τοῦ 1875, ἤτοι εἶχε σχεδὸν συμπληρώ-
1093σει τετραετίαν, διότι ὀλίγοι ὑπελείποντο μῆνες, ὅτε ἐπῆλθεν
1094ἀναπόφευκτος ἀνάγκη, ἵνα ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ Κοιοβου-
1095λίου. Ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδ’ ἔστεργον,
1096ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς, νὰ παραδῶ τὰς διατάξεις τῶν νό-
1097μων, ἤθελον δὲ παραβῆ τὰς διατάξεις νόμου, ἐὰν ἐπέτρεπον
1098νὰ διατεθῶσι χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 εἰς
1099θεραπείαν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως. Περὶ τούτου δὲν πρόκει-
1100ται. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὁ ὁποῖος δια-
1101κρίνεται διὰ τὴν φιλοπονίαν του καὶ φιλομάθειάν του, δὲν
1102γνωρίζω ἐὰν ἀνέγνω τὴν ἱστορίαν τοῦ 1879 καὶ 1878, καὶ
1103διὰ τοῦτο ἀναμιμνήσκω αὐτῷ, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους
1104μῆνας τοῦ 1878 συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδιον περὶ
1105δανείου 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον προωρίζετο, ἵνα χρησι-
1106μεύσῃ εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις εἶχεν
1107ἐπιβληθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1877 πρὸς πορισμὸν χρημάτων, ἀναγ-
1108καιούντων εἰς στρατιωτικὰς παρασκευάς. Ἀλλ’ ἐν τῇ Βουλῇ
1109προὐτάθη ὑπὸ τοῦ τότε Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις
1110δὲν συνεδρεύει μεθ’ ἡμῶν σήμερον, τροπολογία, διὰ τῆς ὁποίας
1111προσετίθεντο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις, αἵτινες ἀνέγραφον
1112ἀνυπέρβλητον ἐγγύησιν, ὅπως μὴ διατεθῇ οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τοῦ
1113δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἰς ἄλλας ἀνάγκας, πλὴν τῆς
1114ἀνάγκης τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι
1115ὅπως πάντα τὰ χρήματα, τὰ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκα-
1116τομμυρίων παραχθησόμενα, κατατίθενται ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τρα-
1117πέζῃ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Μετὰ τοῦ
1118ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου, Προέδρου τότε τοῦ
1119Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διεφωνήσαμεν, διότι ἐγὼ μὲν ἐφρό-
1120νουν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκρούσω τὴν προτεινομένην τροπολο-
1121γίαν, διότι ἦτο καταφανές, ὅτι ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν
1122ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν νὰ διαθέσωμεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60
1123ἑκατομμυρίων ποσὰ χρημάτων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοική-
1124σεως, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἦτο ἰσοσκελής. Ὄντως, ἀφοῦ
1125ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἦτο ἰσοσκελής, ἑπόμενον ἦτο, ὅτι τὰ
1126ἔσοδα αὐτοῦ δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ ὅτι ἠθέ-
1127λομεν περιέλθει εἰς τὴν ἀνάγκην ἐκτάκτων ἐσόδων, ὅπως πλη-
1128ρώσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὅμως,
1129τοῦ ὁποίου ὁ χαρακτὴρ ἦτο μειλίχιος καὶ ἤρεμος, ἀπέφευγε
1130δὲ τὰς ἀντιῤῥήσεις, δὲν ἔστερξε τὴν ἐμὴν γνώμην, ἀλλὰ
1131συνῄνεσεν ἵνα ψηφισθῇ ἡ πρότασις περὶ προσθήκης, ἡ προτα-
1132θεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Οὕτως ἡ τρο-
1133πολογία ἐψηφίσθη, ἡ Βουλὴ ἔληξε, καὶ ἐπῆλθεν ὁ χρόνος,
1134καθ’ ὃν εὑρέθημεν πρὸ τοῦ προσκόμματος, τὸ ὁποῖον εἶχε δη-
1135μιουργήσει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τρικούπη, οὐδ’ ἠδυνάμεθα
1136νὰ διοικήσωμεν, διότι δὲν εἴχομεν χρήματα. Τότε ὁ Πρωθυ-
1137πουργὸς μοῦ ἐζήτει νὰ συναινέσω, ἵνα διατεθῶσι διὰ διατάγμα-
1138τος χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἐγὼ
1139ἠρνούμην νὰ συναινέσω νὰ διαθέσωμεν διὰ διατάγματος χρή-
1140ματα, τὰ ὁποῖα νόμος προώρισε δι’ ἄλλας ἀνάγκας. Ἠναγ-
1141κάσθη λοιπὸν τότε ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βου-
1142λὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον καὶ οὐχὶ τακτικήν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ
1143λόγος περὶ ἐκτάκτων συνόδων, νομίζω ὅτι τοῦ Ὑπουργείου
1144ἐκείνου ἀπετέλει μέλος καὶ ὁ πατὴρ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ
1145ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς...
1146§38Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν ἀπετέλει μέ-
1147ρος τοῦ Ὑπουργείου· εἰς τὴν ἔκτακτον σύνοδον ἐξελέγη
1148Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
1149§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα... Ὁμιλῶν δὲ περὶ
1150ἐκτάκτων συνόδων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ἐσύγχισεν αὐ-
1151τὰς πρὸς τὰς τακτικὰς συνόδους. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐκτάκτους
1152συνόδους δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ συγκαλῇ, ἐπὶ τῇ προ-
1153τάσει τῶν Ὑπουργῶν του, ὅσας θέλῃ κατ’ ἔτος, οὐδεὶς δὲ
1154ἐτάχθη περιορισμὸς, ἀλλ’ ὅτι δὲν δύναται νὰ συγκαλῇ τα-
1155κτικὴν σύνοδον ἢ μόνον ἅπαξ κατ’ ἔτος. Καὶ τοῦτο φρονῶ
1156οὐχὶ αὐθαιρέτως, ἀλλὰ στηριζόμενος εἰς διάταξιν τοῦ Συν-
1157τάγματος, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος
1158τὴν 1 Νοεμβρίου, ἐκτὸς ἐὰν ὁ Βασιλεὺς συγκαλέσῃ αὐτὴν
1159πρότερον. Ἑπομένως, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς συνεκάλεσε τὴν Βου-
1160λὴν πρότερον, δὲν δύναται αὕτη νὰ συνέλθῃ κατὰ τὸν Νοέμ-
1161βριον. Κατ’ ἔτος δὲ, μόνον ἅπαξ δύναται νὰ συνέλθῃ, ἤτοι
1162κατὰ Νοέμβριον, ἐὰν δὲν συνεκλήθη προηγουμένως. Οὕτως
1163ἡ Βουλὴ εἴτε συγκαλεῖται πρὸ τοῦ Νοεμβρίου, εἴτε συνέρ-
1164χεται κατὰ Νοέμβριον. Κατὰ ταῦτα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ
1165συγκαλῶνται δύο τακτικαὶ σύνοδοι ἐντὸς τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ
1166συνεκλήθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν πολλάκις δύο σύνοδοι, καὶ
1167κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1882 συνεκλήθησαν δύο σύνοδοι,
1168ἀλλὰ λήγοντος τοῦ τρίτου ἔτους ἦσαν συμπεπληρωμέναι
1169τέσσαρες σύνοδοι. Προβάλλουσιν ἀληθῶς τινες, ὅτι οὐδὲν
1170κακὸν, ἐὰν συγκληθῇ καὶ πέμπτη σύνοδος, κατὰ τὴν τε-
1171τραετῆ περίοδον τῆς Βουλῆς. Ἂν δὲν βλάπτῃ τοῦτο, ἀγνοῶ,
1172γνωρίζω ὅμως, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ Σύν-
1173ταγμα, τὸ ὁποῖον διατάσσει, ὅτι ἡ Βουλὴ συνέρχεται κατ’
1174ἔτος τὴν 1 Νοεμβρίου, ἡ διάρκεια δὲ τῆς περιόδου, ὅτι εἶναι
1175τετραετής. Ὅταν λοιπὸν ἡ Βουλὴ συγκαλῆται ἅπαξ τοῦ
1176ἔτους, ἐννοεῖται ὅτι τέσσαρες σύνοδοι συγκαλοῦνται τὸν λογι-
1177κώτατον δὲ τοῦτον ὑπολογισμὸν δὲν δύναται νὰ κηρύξῃ λε-
1178λανθασμένον ἡ ἀριθμητικὴ οἱουδήποτε Κράτους. Ἀφοῦ δὲ κατὰ
1179τὰ εἰρημένα ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συνέλθῃ ἐντὸς τοῦ
1180ἔτους ἡ Βουλὴ εἰς δύο συνόδους τακτικάς, μοὶ ἐπεβάλλετο δι’
1181ἐκτάκτου συνόδου νὰ ζητήσω νὰ ἀρθῇ ἡ ἀνωμαλία. Ἀλλὰ
1182κατὰ ποῖον χρόνον προσῆκε νὰ ἀρθῇ ἡ ἀνωμαλία; δὲν εἶναι
1183ἀκριβές, ἡρμηνεύθησαν δὲ βέβαια ἰδιοῤῥύθμως οἱ κατὰ τὴν
1184εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 λόγοι μου. Τότε
1185ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ δώσω τὸν ὅρκον διὰ τὴν ἀναδοχὴν τῆς
1186ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν 1 Ἰουνίου· κατὰ δὲ
1187τὴν 2 Ἰουνίου, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν, εἶπον περὶ τοῦ
1188νομοσχεδίου τῆς ἀστυνομίας, ὅτι ὑπελόγιζον νὰ ἐφαρμοσθῇ
1189τοῦτο κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1896, διότι ὑπέθετον, ὅτι
1190ἤθελε γενῇ δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν ἀρξαμένην τότε
1191σύνοδον. Ἀλλὰ πάντες ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς Βου-
1192λῆς τῆς Αʹ συνόδου ἦτο τοσαύτη, ὥστε ἐδέησεν ἐπὶ τριά-
1193κοντα συνεχεῖς ἡμέρας νὰ συνεδριάζωμεν δὶς τῆς ἡμέρας, καὶ
1194μόλις ἠδυνήθημεν νὰ περάνωμεν αὐτάς· δὲν ἦτο ἑπομένως
1195δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν πρώτην ἐκεί-
1196νην σύνοδον. Οὐδ’ ἐνόουν ὅτι ἤθελον παρακαλέσει τὸν Βα-
1197σιλέα νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τακτικὴν σύνοδον, το-
1198σούτῳ μᾶλλον, ὅσον, ὡς ἐνθυμοῦνται οἱ παρευρεθέντες κατὰ
1199τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅταν μοὶ ἐπροτάθη
1200δὶς ὑπὸ μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ στέρξω νὰ ἀναγραφῇ
1201ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις διὰ τὴν συγκληθησομένην
1202αὖθις ἐντὸς τοῦ ἔτους Βουλὴν, ἠρνήθην ῥητῶς, κηρύξας ὅτι
1203δὲν στέργω νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις, διότι δὲν σκοπῶ νὰ παρα-
1204καλέσω τὸν Βασιλέα νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν.
1205Ἡ ἀνωμαλία εἶναι φυσικὴ, ὁσάκις ἡ Βουλὴ διαλύηται
1206κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους καὶ ἐκλογαὶ γίνωνται κατὰ τὰς
1207ἀρχὰς τοῦ ἔτους. Τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην πρέπει νὰ ἄρῃ τις
1208μόνον διὰ μιᾶς μεθόδου, διὰ τῆς συγκλήσεως ἐκτάκτου συνό-
1209δου, ἡ ὁποία νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ τὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους
1210προϋπολογισμόν. Τοιουτοτρόπως αἴρεται ἡ ἀνωμαλία, καὶ τέσ-
1211σαρες συγκαλοῦνται κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου σύνοδοι·
1212διότι ἄλλως θέλουσι συγκληθῆ τέσσαρες σύνοδοι κατὰ τὰ τρία
1213ἔτη, καὶ θέλει προκύψει τὸ δίλημμα, κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς
1214τετάρτης συνόδου, ἢ νὰ κηρυχθῇ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἢ
1215νὰ συγκληθῇ πέμπτη σύνοδος, ὅπερ ἀντισυνταγματατικόν.
1216Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἀντισυνταγματικὸν εἶναι καὶ ὅταν διὰ τῆς
1217λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἀναγκάζηται ὁ Βασιλεὺς νὰ
1218προβαίνῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα
1219ἀνέθηκεν εἰς τὸ Στέμμα τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώ-
1220ματος τῆς διαλύσεως· διότι, ὅταν δὲν ἀφήνηται ἐλευθέρα ἡ
1221ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου, ἀλλ’ ὑποχρεῶται τὸ
1222Στέμμα εἰς ὡρισμένας περιστάσεις νὰ ἐνασκῇ τὸ δικαίωμα
1223τοῦτο, βεβαίως ἀθετεῖται τὸ Σύνταγμα.
1224«Ἀλλὰ διατὶ τὴν ἔκτακτον σύνοδον δὲν ἐκαλέσατε κατὰ
1225τὸ 1895, σκοπεῖτε δὲ νὰ καλέσητε αὐτὴν κατὰ τὸ 1896;» Τὸ
1226ἐρώτημα πρέπει νὰ κριθῇ ἀναλόγως τῆς ἐκτιμήσεως τῶν
1227περιστάσεων, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ποιεῖται. Εἶναι πραγματικὸν
1228γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὴν ἐκτίμησιν ἑκάστου,
1229ἐπειδὴ δὲ ἐνδέχεται ἡ ἐκτίμησις νὰ ἦναι διάφορος, δὲν ἔχω
1230νὰ παραπονεθῶ, ἐὰν ἡ ἐκτίμησις τοῦ συμβεβηκότος, τὴν ὁποίαν
1231ποιεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ἦναι δυσμενὴς πρὸς ἐμέ.
1232Κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1895 ἐγὼ ἠρχόμην τῶν ἐργασιῶν
1233καὶ διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ. Ὑποθέτω ὅτι πάν-
1234τες φρονοῦσιν, ὅτι εὐθὺς ὡς ἤθελον περατωθῆ αἱ διαπραγμα-
1235τεύσεις καὶ καταλήξει εἰς ἀποτέλεσμα, ἔπρεπεν ἀναγκαίως
1236νὰ εἰσαγάγω τὸ πόρισμα τούτων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζη-
1237τήσω τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ πλή-
1238ρης ἐλευθερία, ὅπως συγκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον σύνοδον
1239κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, ἵνα χρησιμοποιηθῇ ἐν ἀνάγκῃ διὰ τὴν
1240ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐν ᾗ
1241περιπτώσει δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτο νομοσχέ-
1242διον εἰς τὴν τακτικὴν σύνοδον. Ἐὰν συνεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ
1243εἰς ἔκτακτον σύνοδον κατὰ τὸν Νοέμβριον, ἤθελε λήξει κατὰ
1244τὸν Δεκέμβριον, κατὰ Ἰανουάριον δὲ ἐνδεχόμενον ὁ συμβιβα-
1245σμὸς νὰ ἐπερατοῦτο, ἀλλὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ Βουλὴ, νὰ μείνῃ δὲ
1246διάλειμμα χρόνου, νὰ περιμείνωμεν τὸν Ὀκτώβριον, ἵνα προσ-
1247κληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ. Οὗτος
1248εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνέβαλον τὴν σύγκλησιν τῆς
1249Βουλῆς εἰς ἔκτακτον σύνοδον. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποθέτῃ,
1250ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀποτελέσματα τοῦ ἀνετοίμου ἡμῶν, εἶ-
1251ναι κρίσις αὐτοῦ, εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ ἡμῶν,
1252ἑπομένως δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Βουλευ-
1253τὴν νὰ ἔχῃ κρείττονα γνώμην ὑπὲρ ἡμῶν.
1254§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
1255§41ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ ἀξιότιμος Πρόε-
1256δρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν
1257ἔκαμε χρῆσιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ Συντάγ-
1258ματος, οὐδ’ ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀντισυνταγματικὴν τὴν σύγ-
1259κλησιν τῆς Βουλῆς εἰς δύο τακτικὰς συνόδους κατὰ τὸ αὐτὸ
1260ἔτος. Σήμερον ὅμως συνεπλήρωσε τὴν θεωρίαν του, ἀνέγνωσε
1261δ’ ἡμῖν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθορίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ
1262συνέρχεται αὐτοδικαίως τὴν 1 Νοεμβρίου, ἐὰν πρότερον δὲν
1263συγκαλέσῃ αὐτὴν ὁ Βασιλεύς· τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο εἶναι ἀπό-
1264δοσις ἑτέρου ἄρθρου, καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1265νήσεως, ἵνα ἀνεύρῃ τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον
1266ἀνέγνωσεν, ἔπρεπε νὰ ἀναγνώσῃ ὑμῖν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ
1267ὁποῖον ἔρχεται, ἵνα καθορίσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν
1268ἔχει ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία. Τὸ ἄρθρον 54 ἀληθῶς ὁρίζει, ὅτι
1269ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατὰ τὴν 1 Νοεμβρίου,
1270ἐκτὸς ἐὰν ὁ Βασιλεὺς τὴν συγκαλέσῃ πρότερον· ἀλλὰ τὸ
1271ἄρθρον 54 εἶναι ἀπόδοσις τοῦ ἄρθρου 37, τὸ ἄρθρον 37 δὲ
1272ὁρίζει ὡς ὑποχρέωσιν πλέον τοῦ Βασιλέως, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς
1273συγκαλεῖ τακτικῶς ἅπαξ τοῦ ἔτους τὴν Βουλὴν, ἐκτάκτως
1274δὲ, ὁσάκις τὸ κρίνῃ εὔλογον». Τὸ ἄρθρον 54 δύναται νὰ χα-
1275ρακτηρισθῇ ὡς κύρωσις τῆς ἐπιβεβλημένης ὑποχρεώσεως εἰς
1276τὸν Βασιλέα τοῦ νὰ συγκαλέσῃ ἅπαξ τοὐλάχιστον, οὐχὶ
1277ἅπαξ, ἀλλ’ ἅπαξ τοὐλάχιστον, τὴν Βουλὴν εἰς τακτικὴν
1278σύνοδον, ἀλλ’ οὐδείς ποτε ἐσκέφθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ἐν τῇ
1279πλήρει λειτουργίᾳ τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἐν τῇ
1280συμπράξει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μετὰ τῆς νομοθετικῆς,
1281ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀσκουμένῳ νομίμως
1282παρὰ τῆς Βουλῆς, προκαλουμένης παρ’ ἐκείνης, νὰ γεννηθῇ
1283καὶ νὰ ὑπάρξῃ ἀντισυνταγματικότης. Θὰ ἦτο τερατῶδες τὸ
1284νὰ εἴπωμεν, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν διὰ τῆς συμπράξεως τῆς
1285ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν νομοθετικὴν λειτουργεῖ ἐν-
1286τελῶς τὸ Σύνταγμα, ὑφίσταται ἀντισυνταγματικότης. Μία
1287εἶναι ἡ ἔννοια τῶν ἄρθρων 37 καὶ 54 τοῦ Συντάγματος,
1288ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλῇ ἅπαξ τοὐλά-
1289χιστον εἰς τακτικὴν σύνοδον τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὐδείς ποτε
1290ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ, ὅτι περιέλαβε τοιαύτην τινὰ διάταξιν
1291τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἀποτρέψῃ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν
1292τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὴν σύμπραξιν τῆς ἐκ-
1293τελεστικῆς ἐξουσίας μετὰ τῆς νομοθετικῆς, τὸν ἔλεγχον τῆς
1294νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τὰς πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς. Καὶ
1295ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τοιαύ-
1296την τινὰ εἶχε γνώμην κατὰ τὸ παρελθὸν, πῶς δὲν διεμαρ-
1297τυρήθη καὶ πῶς συνέπραξε καθ’ ὅλας ἐκείνας τὰς τακτικὰς
1298συνόδους, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ δὶς συνεκλήθη ἐντὸς
1299τοῦ αὐτοῦ ἔτους; Καὶ συνεκλήθη κατὰ τὸ 1886 δὶς, καὶ
1300συνεκλήθη κατὰ τὸ 1887 δὶς, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1301βερνήσεως, ὁ ὁποῖος παρεδρεύει ἐνταῦθα ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν
1302συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως, οὐδέποτε ἤγειρε φωνὴν διαμαρ-
1303τυρίας· γνωρίζων δὲ τὸ εὐαίσθητον αὐτοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ
1304εἰς τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις, καὶ ἂν μικρὰ ὑπῆρχε
1305παράβασις τοῦ Συντάγματος, εἶμαι βέβαιος, ὅτι πρῶτος ἤθε-
1306λεν ἐγερθῆ καὶ ἤθελε διαμαρτυρηθῆ διὰ τὴν παράνομον
1307σύγκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς δύο τακτικὰς συνόδους ἐντὸς ἑνὸς
1308καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ τὴν θεωρίαν ταύ-
1309την εἰς ἐκείνους τοὺς σχολαστικούς, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ
1310μᾶς διδάξωσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντισυνταγμα-
1311τικότης ἐν τῇ τελείᾳ λειτουργίᾳ τοῦ Συντάγματος. Προσέ-
1312φυγεν ὅμως εἰς ἄλλην λεπτοτέραν θεωρίαν κατὰ τὴν εἰσή-
1313γησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1314καὶ σήμερον ἐπιβοηθητικῶς τὴν θεωρίαν ταύτην ἐπανέλαβε,
1315χαρακτηρίσας ὅτι ἤθελεν ὑπάρξει περιορισμός τις ἐν τῇ ἐνα-
1316σκήσει τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐν ᾗ περι-
1317πτώσει ἐξηντλοῦντο ἐντὸς τριετίας ἢ ἐντὸς διετίας αἱ 4
1318σύνοδοι τῆς βουλευτικῆς περιόδου, τὰς ὁποίας οὐδὲν ἄρθρον
1319τοῦ Συντάγματος διαγράφει περιοριστικῶς. Ἐγὼ δὲν εἶ-
1320μαι ὑπὲρ τῶν μακρῶν βουλευτικῶν περιόδων. Φρονῶ ὅτι αἱ
1321μακραὶ βουλευτικαὶ περίοδοι οὐ μόνον δὲν ὠφελοῦσιν, ἀλλὰ
1322καὶ ζημιοῦσι τὸν τόπον καὶ τοὺς θεσμούς, διότι δὲν εἶναι δυ-
1323νατὸν νὰ θεωρήσῃ τις, ὅτι μετὰ πάροδον μακροῦ χρόνου οἱα-
1324δήποτε Βουλή, ὑπὸ οἱασδήποτε περιστάσεις ἐκλεγομένη, δύ-
1325ναται νὰ ἐκπροσωπῇ, μετὰ συμβεβηκότα μάλιστα σοβαρά,
1326τὴν γνώμην τοῦ ἐνεστῶτος, ἀφοῦ ὑπὸ περιστάσεις τοῦ παρελ-
1327θόντος ἐξελέγη. Ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω Συνταγματικὴν διάτα-
1328ξιν, ἡ ὁποία ν’ ἀπαγορεύῃ τὴν σύγκλησιν καὶ πέμπτης τα-
1329κτικῆς συνόδου ἐντὸς τῆς τετραετίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἐκλέ-
1330γονται οἱ Βουλευταί. Θὰ ἦτο ἀληθῶς παράδοξον καὶ παρά-
1331χορδον, ἐὰν παρετείνετο ἡ περίοδος ἡ βουλευτικὴ μετὰ τὴν
1332ἐξάντλησιν τῶν τεσσάρων συνόδων. Καὶ ἀλλαχοῦ γνωρίζομεν
1333ὅτι δὲν ὑπάρχει προηγούμενον διαῤῥεύσεως καὶ ἐξαντλήσεως
1334ὁλοκλήρου τῆς βουλευτικῆς περιόδου. Καὶ τὸ παράδειγμα
1335τοῦτο ἔχομεν ἐκ τῆς ἐπικρατείας ἐκείνης, ἥτις θεωρεῖται ὡς
1336ἡ κοιτὶς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν δὲ οὕτως
1337ἐφαρμόζωσιν ἐκεῖ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, ἐὰν οὐδέ-
1338ποτε ἐκεῖ ἠδυνήθη μέχρι πέρατος τῆς περιόδου τῆς βουλευ-
1339τικῆς νὰ ὑπάρξῃ ἡ Βουλή...
1340§42Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα ἔτη διαρκεῖ ἐκεῖ ἡ Βου-
1341λευτικὴ περίοδος;
1342§43ΡΑΛΛΗΣ. Ἑπτὰ ἔτη· δὲν ἔχει σημασίαν τὸ χρονικὸν
1343διάστημα. Ἀρκεῖ ὅτι ἡ ἐντολὴ δίδεται δι’ ἑπτὰ ἔτη, ἵνα
1344θεωρήσῃ τις ὡς ὑπόχρεων τὸ Στέμμα, ὅπως διατηρήσῃ ἐπὶ
1345ἑπτὰ ἔτη τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἓν παρά-
1346δειγμα, ὅτι διήνυσε Βουλὴ ὁλόκληρον τὸ ἑπταετὲς χρονικὸν
1347διάστημα, δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον, διότι αἱ περιστάσεις, ὑπὸ
1348τὰς ὁποίας ἐκλέγονται οἱ Βουλευταί, ἀναγκαίως ἀλλοιοῦν-
1349ται. Διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν μακρῶν βουλευτικῶν
1350περιόδων, ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ἀφοῦ συνταγματικὴ διάταξις δὲν
1351ἀπαγορεύει καὶ πέμπτην σύνοδον, ἕπεται ὅτι ἡ σύγκλησις
1352δύο τακτικῶν συνόδων ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους δὲν συνεπάγε-
1353ται περιορισμὸν εἰς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς
1354Βασιλείας κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως.
1355Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν ὡς ὀρθὴν τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν
1356ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τί δικαιολογεῖ
1357τὴν μὴ σύγκλησιν τῆς Βουλῆς τὸν Νοέμβριον τοῦ 1895 καὶ
1358τὴν σύγκλησιν αὐτῆς εἰς ἔκτακτον σύνοδον τὸν Νοέμβριον
1359τοῦ 1896, ὡς ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως;
1360Καὶ δὲν ἤθελον ποσῶς λάβει τὸν λόγον, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ
1361ζητήματος καθαρῶς θεωρητικοῦ, φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα
1362εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον οὐσιαστικῶν, καὶ ἀκριβῶς ἔχει μεγά-
1363λην σπουδαιότητα, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας
1364διατελεῖ ὁ τόπος. Ἐμνήσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1365ὅτι κατὰ τὸ 1879, μόνον διότι ὑπῆρξε διάταξις νομοθετική,
1366ἀπαγορεύουσα τὴν ἀλλοίαν χρῆσιν τῶν χρημάτων τοῦ δα-
1367νείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἠναγκάσθη ἐκ τῶν περιστάσεων
1368ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ φέρῃ εἰς ἔκτακτον σύνοδον τὴν Βου-
1369λήν. Καὶ αἱ σημεριναὶ περιστάσεις δὲν ἀπήτουν ἐπιτακτι-
1370κώτερον, ὅπως ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου εὑρίσκηται ἡ Βουλὴ
1371ἐνταῦθα καὶ δρᾷ ὑπὸ τὰς εἰσηγήσεις τῆς Κυβερνήσεως;
1372Εἶναι δυνατὸν νὰ παραβάλῃ τις τὴν περίστασιν ἐκείνην τοῦ
13731879 μὲ τὰς σημερινάς; Σεῖς δὲν ἐδώσατε τὴν ἀκριβῆ
1374περιγραφὴν τῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἧς ἡμέρας
1375ἀνελάβετε τὴν ἀρχήν; δὲν ἐβεβαιώσατε ὅτι οὐδὲν ὑφίστα-
1376ται; οὔτε διοίκησις, οὔτε δικαιοσύνη, οὔτε στρατὸς, οὔτε
1377ναυτικόν; ὅτι τὰ πάντα εἶναι ἐρείπια; Ἀλλὰ δὲν βλέπετε
1378τὰ τῆς Ἀνατολῆς καὶ τὰ τῆς Κρήτης εἰς ποῖον σημεῖον
1379εὑρίσκονται; καὶ ἐφρονεῖτε ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφήσητε νὰ πα-
1380ρέλθῃ ὁλόκληρος ὁ Νοέμβριος, ὁλόκληρος ὁ Δεκέμβριος, καὶ
1381ὁλόκληρος ὁ Ἰανουάριος, διατί; ὅπως μὴ περιορισθῇ ἡ συν-
1382ταγματικὴ προνομία τοῦ Βασιλέως, μετὰ τετραετίαν νὰ προβῇ
1383εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ταῦτα δὲν εἶναι σπου-
1384δαῖα, βεβαίως τοιαῦτα λέγουσα ἡ Κυβέρνησις διὰ στόμα-
1385τος τοῦ Προέδρου αὐτῆς, ἓν ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἀντιλαμβά-
1386νεται τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ τόπου, δὲν ἀντιλαμβάνεται
1387τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Θὰ ἤμην δὲ
1388εὐτυχὴς, ἐὰν διεψευδόμην ὡς πρὸς τὴν πρόγνωσιν τῶν περι-
1389στάσεων, τὴν πρόγνωσιν ὄχι μόνον ἐμοῦ, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς
1390χώρας, ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς,
1391τί πρόκειται νὰ συμβῇ τὸν Μάρτιον ἢ τὸν Ἀπρίλιον, ἀλλὰ
1392θὰ ἴδωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀφῆκε
1393νὰ παρέλθῃ τετράμηνον ὅλον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ χρησι-
1394μοποιηθῇ ὑπὲρ τοῦ τόπου, ἐὰν θὰ σκέπτηται καὶ τότε, μή-
1395πως περιορισθῇ ἡ προνομία ἡ Βασιλικὴ, ὑποχρεουμένου τοῦ
1396Βασιλέως νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς παρελεύσεως
1397τῆς τετραετίας.
1398(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον
1399καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤ-
1400ῥήσεως).
1401§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς
1402προτάσεως τοῦ κ. Καραπάνου.
1403§45ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Καραπάνου εἶναι
1404πρότασις ἀναβολῆς, καὶ πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα
1405Βουλευτῶν, καθόσον ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπὴν ἰσοδυναμεῖ
1406μὲ ἀναβολήν.
1407§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν παραπομπὴν εἰς
1408ἐπιτροπὴν, πάντως ὅμως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1409συζητήσωμεν σήμερον τὰς προταθείσας τροποποιήσεις τοῦ
1410Κανονισμοῦ, διότι αὗται διενεμήθησαν μόλις πρὸ ὀλίγου, καὶ
1411δὲν ἐμελετήσαμεν ἔτι αὐτάς.
1412§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, τὸ
1413ὁποῖον ἴσως δὲν ἦτο ἀκριβὲς, εἶναι τὸ προταθὲν ἐπιχείρημα,
1414ὅπως πεισθῇ ἡ Βουλὴ νὰ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν τὰ δύο
1415σχέδια, ὅτι ἔχομεν περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου δύο κείμενα,
1416ἓν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου καὶ ἕτερον τοῦ κ. Βουλευτοῦ
1417ἐκ Καλαβρύτων, ἐνῷ ἑκάτερον τῶν κειμένων τούτων περιέχει
1418τροπολογίας διαφόρων ἄρθρων. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις, ὅτι τὸ
1419ἔντυπον διενεμήθη σήμερον, εἶναι ἰσχυρὰ, καὶ δι’ αὐτὴν
1420στέργω νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
1421§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερον, δὲν
1422εἶναι ὅτι αἱ προτάσεις αὗται εἶναι δύο, ἀλλ’ ὅτι ἔχομεν ῥι-
1423ζικωτέρας τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ αὗται εἶναι
1424ἀνάγκη νὰ μελετηθῶσι πλειότερον, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ
1425μελετηθῶσιν ἐν τῇ μιᾷ συζητήσει τῆς σήμερον. Ἐὰν ἠθέλο-
1426μεν ἔχει καὶ διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ τρεῖς συζη-
1427τήσεις, δὲν θὰ ἔφερον τοιαύτην πρότασιν. Ἀλλὰ διὰ τὴν μετα-
1428βολὴν ταύτην ἔχομεν μίαν μόνην συζήτησιν· ἅπαξ δὲ ψηφι-
1429ζόμενος ὁ Κανονισμὸς, μεταβάλλεται εἰς νόμον. Διὰ τοῦτο
1430ἐνόμισα, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μελετηθῶσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ,
1431διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν ὁλόκληρον τὸ Κανο-
1432νισμὸν ἐντὸς 24 ὡρῶν, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐμελετήσαμεν
1433τὴν τοιαύτην μεταβολὴν αὐτοῦ ἐντὸς τῶν 24 ὡρῶν. Ἄν
1434οἱ συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως νομίζουν, ὅτι ἐντὸς 24
1435ὡρῶν δυνάμεθα ἐσκεμμένως νὰ μεταβάλωμεν τὸν Κανονισμὸν
1436ἡμῶν, δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἀντισταθῶμεν εἰς τὴν ἀπό-
1437φασιν τῆς πλειονοψηφίας, ἣν αὐτοὶ ἔχουσιν. Ἀλλὰ βεβαίως
1438οὐδεὶς, μήτε ἐντὸς μήτε ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ πι-
1439στεύσῃ, ὅτι ἐμελετήσαμεν ἀρκούντως τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν,
1440καὶ τὸν μετεβάλομεν μετὰ μελέτην εἰς τὰς πλείστας τῶν
1441διατάξεων αὐτοῦ ἐντὸς 24 ὡρῶν.
1442§49ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι δὲν ἐχορηγήθη ὁ ἁρμό-
1443διος χρόνος, ὅπως μελετήσωμεν τὰς τροπολογίας τοῦ κ.
1444Βουλευτοῦ Καλαβρύτων. Ἐγὼ τὰς ἔλαβον περὶ τὴν μεσημ-
1445βρίαν, καὶ τὰς ἀνέγνωσα ἐπιτροχάδην, δὲν εὗρον δὲ ἐν αὐ-
1446ταῖς τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἀντίδρασιν κατὰ
1447τὴν ἐπιψήφισιν, ἐκτός τινων λεπτομερειῶν. Θὰ παρεκάλουν
1448ἐντεῦθεν καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν Καλαβρύτων καὶ τὴν Βουλήν,
1449νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον.
1450§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδέχθημεν.
1451§51Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ γείνῃ γνωστὸν, κατὰ
1452τίνα τρόπον θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις αὐτῆς τῆς προτάσεως.
1453Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ἄλλη πρότασις γίνεται
1454παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων καὶ Προέδρου τῆς Βου-
1455λῆς, καὶ ἄλλη παρ’ ἐμοῦ. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄρθρα, ἐπὶ
1456τῶν ὁποίων προτείνονται δύο διάφοροι γνῶμαι. Ἂν ἡ Βουλὴ
1457νομίζῃ, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως δύναται νὰ εὕρῃ ἄρθρα τινὰ
1458ἄξια προσοχῆς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ προτάσει, ἤθελον παρακαλέσει
1459τὴν Βουλήν, ταὐτοχρόνως νὰ συζητηθῶσιν αἱ δύο προτάσεις,
1460ὥστε, ὅπου ὑπάρχει διπλῆ πρότασις, νὰ ἔλθῃ ἡ ἡμετέρα ὡς
1461τροπολογία τῆς τοῦ κ. Προέδρου, καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει τοι-
1462αύτη πρότασις, νὰ ἔλθῃ ὡς αὐτοτελὴς ἡ ἐδική μας, ὥστε
1463ταὐτοχρόνως νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
1464§52ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος καὶ κάλλιστα γινώσκει τὸν
1465τρόπον τῆς συζητήσεως, καὶ λίαν φιλόπονος εἶναι, ὥστε εἶναι
1466περιττὸν νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις
1467αὑτοῦ ὡς τροπολογίας τῶν προτάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ
1468Καλαβρύτων, καὶ βεβαίως θέλουσι ληφθῆ αὗται ὑπ’ ὄψιν καὶ
1469θέλουσι συζητηθῆ συγχρόνως.
1470§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1471§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ ἡμε-
1472ρησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένα διάφορα νομοσχέδια.
1473Τινὰ τούτων εἶναι νομοσχέδια κανονίζοντα τὴν ὑπηρεσίαν τὴν
1474οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους, ἕτερα τροποποιοῦντα τὰ περὶ τῆς
1475δικαστικῆς ἐξουσίας νενομισμένα. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον,
1476τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 4 «περὶ τροποποιή-
1477σεως διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 νόμου
1478ΑΧΚΕʹ περὶ τελῶν χαρτοσήμου», τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 «περὶ
1479ἀνανεώσεως ἢ πληρωμῆς τῶν μέχρι τέλους τοῦ 1876 ὀφει-
1480λομένων ἐσόδων», τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 «περὶ μειώσεως τοῦ πλη-
1481ρωτέου τόκου ἐπὶ τῶν χρηματικῶν ἐγγυήσεων τῶν δημοσίων
1482ὑπολόγων καὶ τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων διδομέ-
1483νων», τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8 «περὶ τακτοποιήσεως τῶν παγίων προ-
1484καταβολῶν τῶν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτι-
1485κῶν Ὑπουργείων», τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 «περὶ τῶν ἐν τοῖς ταμείοις
1486καὶ τοῖς τελωνείοις τοῦ Κράτους ὑπαρχουσῶν τακτοποιη-
1487τέων πληρωμῶν», τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ
1488ἄρθρου 196 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ», τὸ ὑπ’
1489ἀριθ. 11 «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀπὸ 19
1490Δεκεμβρίου 1887 ΑΦΚϚʹ νόμου», καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14 «περὶ
1491μεταῤῥυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ΑϠϞΘʹ τοῦ 1892
1492περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ»,
1493πάντα ταῦτα τὰ νομοσχέδια προτείνω νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν
1494ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ παρακληθῇ αὕτη,
1495ἵνα ἐντὸς πέντε ἡμερῶν εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις
1496αὑτῆς ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ νομοσχεδίων. Τὸ δὲ νομοσχέδιον
1497«περὶ παραχωρήσεως γαιῶν ταῖς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικαῖς
1498οἰκογενείαις» καὶ τρία ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποθέτω
1499ὅτι θέλουσι διανεμηθῆ ἴσως σήμερον ἢ αὔριον, καὶ τὰ ὁποῖα
1500ἀφορῶσιν ὡσαύτως τὴν Θεσσαλικὴν ὑπόθεσιν, τὰ τέσσαρα
1501ταῦτα νομοσχέδια νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ παραπεμφθῶ-
1502σιν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ συ-
1503στήσῃ, ἰδίᾳ ἐκ Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ ἄλλων μελῶν,
1504καὶ ἥτις νὰ παρακληθῇ νὰ μελετήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα
1505καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν. Ὡσαύτως παρακαλῶ νὰ γένηται τὸ
1506αὐτό, νὰ σταλῇ δηλ. εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιο-
1507σύνης τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13 νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν
1508ἄρθρων 732, 999 § 1 καὶ 1045 ἐδ. 2 τῆς Πολιτικῆς Δι-
1509κονομίας», ἡ δὲ ἐπιτροπὴ νὰ παρακληθῇ νὰ μᾶς ὑποβάλῃ
1510ἐντὸς πέντε ὡσαύτως ἡμερῶν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσιν αὑτῆς.
1511Καὶ τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ πάντα τὰ δι-
1512καστικὰ νομοσχέδια νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτρο-
1513πὴν, καὶ μετὰ πέντε ἡμέρας νὰ ὑποβάλῃ αὕτη τὴν ἔκθεσίν
1514της· οὕτω δὲ μετὰ πέντε ἡμέρας θὰ ἤμεθα ἕτοιμοι ἐπὶ ὅλων
1515τῶν νομοσχεδίων, ἢ ἂν ἀμελήσῃ ἡ ἐπιτροπή, δέον νὰ προ-
1516βῶμεν εἰς τὴν ἀπ’ εὐθείας συζήτησιν αὐτῶν ἐνώπιον τῆς
1517Βουλῆς.
1518§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφο-
1519ρῶντα τὴν διανομὴν γῆς εἰς τοὺς κολλίγους καὶ τὴν μετα-
1520βολὴν τῆς φορολογίας, τῆς ὑφισταμένης σήμερον ἐν Θεσσα-
1521λίᾳ, καλλίτερον θὰ ἦτο, ἂν ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν θὰ σταλῶσι,
1522μὴ περιωρίζετο νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τὸν συνήθη τρόπον τῶν
1523ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ νὰ συνέλθῃ, νὰ ἀναγνώσῃ τὰ
1524νομοσχέδια καὶ εἶτα ἐν παμψηφίᾳ ἢ πλειοψηφίᾳ νὰ ὑποβάλῃ
1525τυπικήν τινα ἔκθεσιν. Νομίζω ὅτι περὶ τοιούτου σπουδαίου
1526νομοσχεδίου, ἀνατρέποντος τὸ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ φορολο-
1527γίας καθεστὼς ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλή, ἀφοῦ
1528δὲν συνοδεύονται τὰ νομοσχέδια αὐτά, τοὐλάχιστον τὰ πλεῖ-
1529στα, ὑπὸ ἐκθέσεων μεμελετημένων, ἀφοῦ δὲν ἐστηρίχθησαν ἐπὶ
1530ἐπιτοπίων ἀνακρίσεων, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσι τοι-
1531ούτων σπουδαίων μεταβολῶν, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας
1532οὐδὲν ἐκ τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως πρέπει
1533νὰ ἔχῃ ἐνώπιόν της ἡ Βουλή, ὅπως προβῇ εἰς ἀποφάσεις
1534περὶ παρομοίων μέτρων, καλὸν θὰ ἦτο ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή,
1535ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν δίδει εἰδικῶς ἐντολὴν ἐπιτα-
1536κτικήν, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα ἐπιμελῶς καὶ λεπτομερῶς.
1537Ἐξέτασις κατὰ τὸν τυπικὸν τρόπον, καθ’ ὃν συνήθως ἐργά-
1538ζονται παρ’ ἡμῖν αἱ ἐπιτροπαί, δὲν ὠφελεῖ. Ἀνάγκη ὅπως
1539προβῇ εἰς μελέτας εὐρυτέρας, καὶ ἀναζητήσῃ εἴτε ἐν τοῖς
1540Ὑπουργείοις εἴτε καὶ ἐπιτοπίως, περὶ τῶν ἀφορώντων τὸ ζή-
1541τημα. Διότι πόθεν προῆλθε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Βεβαίως
1542ἐκ μονομεροῦς καὶ διὰ τοῦτο ἀτελοῦς ἐξετάσεως τῶν πραγ-
1543μάτων. Ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου δημιουργουμένη κατάστασις,
1544ἄδηλον ἂν θὰ ᾖναι καλλιτέρα δι’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους
1545εὐνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἴσως δεινώσῃ τὴν θέσιν αὐτῶν, καὶ
1546ἄδηλον, ἂν καὶ οὗτοι δὲν θὰ ᾖναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου
1547τούτου, ὅταν τὸ ἐννοήσωσιν. Ἀλλ’ ἄδηλον, ἂν καὶ ἐκεῖνοι,
1548κατὰ τῶν ὁποίων ἀπευθύνεται τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἦσαν
1549πρόθυμοι εἰς μεγαλειτέρας θυσίας καὶ εἰς πληρεστέραν λύσιν.
1550Ἄν περιορισθῇ ἡ μεταβολὴ εἰς τὴν λύσιν, ἡ ὁποία διὰ τοῦ
1551νομοσχεδίου ζητεῖται, θὰ μεταβληθῇ εἰς κακὸν καὶ διὰ τὴν
1552Θεσσαλίαν καὶ διὰ τὸ Κράτος, διότι θὰ δοθῇ οὕτως ἀρχὴ
1553πάλης καὶ διαφωνίας μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν,
1554οὐδεμία δὲ ὁριστικὴ λύτις θὰ κατορθωθῇ. Λοιπὸν πρέπει ἡ
1555ἐπιτροπὴ τοὐλάχιστον νὰ παρουσιάσῃ τι πλῆρες, ἰδίως πρέ-
1556πει νὰ φωτισθῇ αὐτὴ καὶ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν ἐφ’ ὅλων
1557τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προϋποθέτει ἡ λύσις αὕτη.
1558§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως συμ-
1559πληρώσω τοὺς πόθους τοῦ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτοῦ,
1560προτείνω, ἵνα κατ’ ἐξαίρεσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως
1561γαιῶν παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἰδίαν, δοθῇ δὲ αὐτῇ δεκα-
1562πενθήμερος προθεσμία, ἵνα ἐξετάσῃ πᾶν ὅ,τι ἤθελε κρίνει ἀναγ-
1563καῖον, ὅπως ὑποβάλῃ ἔκθεσιν πεφωτισμένην.
1564§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῇ φύσει τῆς συστάσεως αὐτῆς τῆς
1565ἐπιτροπῆς ἔγκειται πλήρης ἐλευθερία ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἀνα-
1566τεθειμένα εἰς τὴν ἐξέτασίν της ζητήματα. Νομίζω δὲ, ὅτι
1567οὐδεμίαν πρέπει νὰ τάξωμεν εἰς αὐτὴν προθεσμίαν, διότι
1568ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῆς τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, τάχιον ἢ
1569βράδιον νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἑαυτῆς ἔκθεσιν, ἀφοῦ ἄλλως τε
1570εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν ἐμφοροῦν-
1571ται τοῦ ἀπαιτουμένου ζήλου καὶ θὰ σπεύσωσιν εἰς ταχεῖαν
1572διεξαγωγὴν τῆς ἀνατεθειμένης αὐτοῖς ἐντολῆς, ἀλλὰ πάντως
1573μετ’ ἐπισταμένην μελέτην τῶν πραγμάτων. Ἰδοὺ διατὶ εἶμαι
1574τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν πλήρη ἐλευθερίαν ἐνερ-
1575γείας εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπήν.
1576§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι βραχὺ
1577τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον ἐμεσολάβησε μεταξὺ τῶν παρελ-
1578θουσῶν βουλευτικῶν συνόδων καὶ τῆς παρούσης, ὁ δὲ συν-
1579άδελφος δὲν ἐλησμόνησε, πρέπει δὲ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι σπα-
1580νίως εἴχομεν ἐκθέσεις ἐπιτροπῶν. Ἡμεῖς ἐπροτείναμεν προ-
1581θεσμίαν δεκαπενθήμερον, ὄχι διότι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην
1582εἰς τὸν ζῆλον τῶν ἀποτελεσόντων τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ
1583διότι συνήθως αἱ ἐπιτροπαὶ μετὰ δυσκολίας ἐργάζονται, ἂν
1584δὲ τὸ ζήτημα ἤθελε παραταθῆ ἐπ’ ἄπειρον ἐνώπιον τῆς ἐπι-
1585τροπῆς, ἤθελε ματαιωθῆ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο πρέπει
1586νὰ ταχθῇ προθεσμία, ἂν δὲ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ τέλος τῆς
1587προθεσμίας δὲν προφθάσῃ νὰ τελειώσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς,
1588δύναται νὰ ζητήσῃ παράτασιν προθεσμίας, ὄχι ὅμως νὰ
1589ἀφήσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν ἄνευ προθεσμίας. Διὰ τὸ πρῶτον
1590νομοσχέδιον ἐπρότεινα δεκαπενθήμερον προθεσμίαν, διὰ τὰ
1591ἄλλα δὲ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖά εἰσι κοινὰ, κρίνω ἀρκοῦσαν
1592πενθήμερον προθεσμίαν.
1593§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποτιμᾷ τὴν σημασίαν τῶν ἄλλων
1594νομοσχεδίων ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὰ ἄλλα νομοσχέδια εἰσά-
1595γουσιν ἐν τῷ τόπῳ μίαν ὅλως ἐξαιρετικὴν νομοθεσίαν. Ἀνε-
1596ξαρτήτως τῶν λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἔχομεν σήμερον
1597νὰ συζητήσωμεν, τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐξέρχονται τῆς βά-
1598σεως τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι
1599εἰσάγουσιν ἕν εἶδος ὁμοσπονδιακῆς νομοθεσίας. Δὲν ἔχομεν νὰ
1600συζητήσωμεν θεσμὸν ἀφορῶντα καὶ ἐπιβαρύνοντα ὁλόκληρον
1601τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἐξαιρετικὴν καὶ νέαν νομοθεσίαν, ἐπι-
1602βαλλομένην εἰς ἕν διαμέρισμα τοῦ Βασιλείου, τὸ ὁποῖον προ-
1603τείνεται νὰ ἐξαιρέσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος.
1604Τοιαύτης οὔσης τῆς προτεινομένης νομοθεσίας, νομίζω ὅτι
1605δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν οἱαδήποτε ἐπιτροπὴ, πρὸ πάντων δὲ
1606ὅπως ἐργάζονται παρ’ ἡμῖν αἱ ἐπιτροπαὶ, νὰ μελετήσῃ αὐ-
1607τὴν ἀρκούντως ἐντὸς πέντε ἡμερῶν καὶ νὰ φέρῃ ἔκθεσιν με-
1608μελετημένην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα ἐντὸς τῶν
1609ἡμερῶν τῶν ἀπόκρεων, κατὰ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐργασθῇ.
1610Ἐπειδὴ δὲ ὄχι μόνον παρουσιάζουσί τι τὸ ἐξαιρετικὸν καὶ
1611τὸ σοβαρὸν τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ συνδέονται ἀμέσως
1612καὶ στενῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ διανομῆς γαιῶν, δὲν
1613εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ ἓν χωριστὰ ἀπὸ τὰ ἄλλα.
1614Πρέπει νὰ συνδεθοῦν καὶ τὰ τέσσαρα, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ
1615μελετήσῃ αὐτὰ συγχρόνως. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἐκ
1616τῶν συνήθων νομοσχεδίων. Εἶναι νομοσχέδια ἀνατρέποντα τὰς
1617βάσεις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν καὶ ἐξερχόμενα τοῦ πνεύματος
1618καὶ τῶν ὅρων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἑνότητος. Πρέπει δὲ νὰ συν-
1619δεθῶσι καὶ τὰ τέσσαρα καὶ μελετηθῶσιν ἐπισταμένως ὑπὸ
1620τῆς αὐτῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἐντὸς διαστήματος τοὐλάχιστον
1621εἴκοσιν ἡμερῶν. Ἂν δὲ δὲν δυνηθῇ αὕτη νὰ φέρῃ τὴν ἔκθε-
1622σίν της ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος, τότε ἡ
1623Βουλὴ δύναται νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὴν νέαν προθεσμίαν, ἢ
1624ν’ ἀποφασίσῃ τὴν ἄνευ ἐκθέσεως συζήτησιν αὐτῶν.
1625§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπέθε-
1626τον ὅτι παραπονεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης, καταγγέλλων
1627τὰ νομοσχέδια ὡς ὑπαγορευθέντα ἐκ μόνου τοῦ πόθου τῆς
1628βελτιώσεως τῆς γεωργικῆς καταστάσεως ἐν Θεσσαλίᾳ. Τὸν
1629βεβαιῶ ὅτι, ἂν ὑπῆρχε πρότασις ὑπαγωγῆς καὶ τῆς ἐπαρ-
1630χίας Ἄρτης εἰς τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ εἶχον ἀντίῤῥησιν.
1631Ἀλλ’ ὅτι τὰ νομοσχέδια εἰσάγουσι νομοθεσίαν ὁμοσπονδιακὴν
1632καὶ ἐξέρχονται τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, αὐτὸ εἶναι
1633ἐντελῶς ἀβάσιμον, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἀγνοεῖ,
1634ὅτι καὶ ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ οἴνου δὲν εἶναι ὁμοία καθ’ ὅλον
1635τὸ Κράτος, ὡς καὶ ἡ φορολογία τῶν ἑσπεριδοειδῶν προϊόν-
1636των καὶ τοσούτων ἄλλων, καὶ μέχρι τοῦδε οὔτε κατεκρίθη-
1637μεν ὅτι εἰσάγομεν ὁμοσπονδιακὴν νομοθεσίαν, οὔτε ἐπάθομεν
1638ζημίαν ἐθνικὴν ἐντεῦθεν, οὐδ’ ὑπελήφθημεν ὅτι ζῶμεν ἐν ὁμο-
1639σπονδίᾳ.
1640§61Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης
1641ἔσπευσε νὰ μᾶς ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ,
1642ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ θέλουσιν ἐπιφέρει τὴν καταστροφήν.
1643Θὰ τὸν ἀκούσωμεν μετὰ πολλῆς προσοχῆς, ἀναπτύσσοντα
1644τὰς ἰδέας του, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πάρα πολὺ ἔσπευσεν. Ἐγὼ
1645νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν σήμερον εἰς τὸ ζήτημα
1646τοῦ Κανονισμοῦ, ἤτοι κατὰ τίνα τρόπον θέλουσι συζητηθῆ τὰ
1647νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι σπουδαιότατα, διότι ὄντως
1648εἶναι ἐκτάκτου σπουδαιότητος. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Καραπάνος
1649ἔσπευσε νὰ ἐκφράσῃ καὶ τὴν γνώμην του, ἐκφέρω καὶ ἐγὼ τὴν
1650ἰδικήν μου, ὅτι κατ’ ἀρχὴν καὶ βάσιν εἶναι τὰ καλλίτερα ἐξ
1651ὅσων ἐπροτάθησαν ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας ἐν
1652τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς),
1653διότι πρόκειται νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολι-
1654τείαν συνταγματικοὶ πολῖται, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε εἶναι
1655δουλοπάροικοι. Ἀλλ’ εἶναι λίαν πρόωρον νὰ εἴπωμεν περὶ
1656τίνος πρόκειται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συμμορφούμενος καὶ
1657μὲ τὸν Κανονισμὸν, ἴσως–ἴσως σπεύδων νὰ ἀναιρέσῃ καὶ τὴν
1658ὑπόνοιαν ὅτι πρόκειται νὰ δημοκοπήσῃ ἁπλῶς μὲ τὰ νομο-
1659σχέδια, εἶπεν ὅτι ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας πρέπει νὰ μελε-
1660τηθῶσι τὰ νομοσχέδια. Βεβαίως ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς
1661δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς ὀλίγας γραμμάς· ἀλλὰ τί ἐμπο-
1662δίζει, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν τελειώσῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐντὸς
1663τοῦ ὁριζομένου χρόνου, νὰ ζητήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ παράτασιν;
1664Διατὶ λοιπὸν σπεύδομεν νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην ἐπὶ τῶν
1665νομοσχεδίων; Ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ ἐκφέρω τὴν ἰδικήν μου.
1666Ἐῤῥήθη πρὸ μικροῦ, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ μεταβῶσι τὰ
1667μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐπιτοπίως· ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια
1668ἐδημοσιεύθησαν ἤδη, βεβαιωθῆτε δὲ, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι
1669αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ τὰ ἔχωσιν ἀποστηθίσει, καὶ θὰ ἀκού-
1670σωμεν τὰς γνώμας αὐτῶν. Ἐκ τῶν προτέρων λέγω, ὅτι τὰ
1671νομοσχέδια ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης καὶ πολλῶν τροπο-
1672ποιήσεων καὶ βελτιώσεων, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἄλλα ζητήματα·
1673διατὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ λέγωμεν, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν
1674ὁμοσπονδιακὴν νομοθεσίαν;
1675§62ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης
1676Βουλευτὴς, ὡς καὶ ὁ ἐκ Μεσολογγίου, ἔσπευσαν, ἀποκαλύ-
1677ψαντες εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν προτέρων τὴν γνώμην, τὴν
1678ὁποίαν ἔχουσι περὶ τῶν θεσσαλικῶν νομοσχεδίων. Δὲν πρόκει-
1679ται σήμερον συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, οὔτε ἐπὶ
1680τῆς ἀρχῆς οὔτε ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν· πρόκειται ἁπλῶς
1681περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως
1682περὶ παραπομπῆς αὐτῶν εἰς ἐπιτροπήν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
1683τῆς Κυβερνήσεως ὀρθότατα, φρονῶ, προέτεινε τὴν σύστασιν
1684εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μάλιστα προέτεινε νὰ ὑπάρ-
1685χωσι καὶ Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας. Καὶ εἶναι ὀρθότατον τοῦτο,
1686διότι προκειμένου περὶ θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, οἱ Βουλευ-
1687ταὶ τῆς Θεσσαλίας εἶναι οἱ ἁρμοδιώτεροι, ὡς ἐκ τῆς γνώσεως
1688τῆς ἀκριβοῦς τοῦ τόπου καὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, καὶ τοῦ
1689σκοποῦ, τὸν ὁποῖον τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑπηρετοῦσιν, εἶναι,
1690λέγω, οἱ ἁρμοδιώτεροι νὰ δώσωσι γνώμην περὶ αὐτῶν, καὶ
1691διὰ τῆς γνώμης των νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅμως
1692—καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
1693νήσεως νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην μου—νομίζω ὅτι μία ἐπι-
1694τροπὴ δὲν ἀρκεῖ πρὸς ἔγκαιρον ἐξέλεγξιν καὶ τῶν τεσσάρων
1695νομοσχεδίων, οὔτε νομίζω ταῦτα τοσοῦτον συναφῆ πρὸς ἄλ-
1696ληλα, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ χωρισθῶσι κατὰ τὴν ἐπεξερ-
1697γασίαν· διότι μεταξὺ αὐτῶν μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύ-
1698σεως εἰδικοῦ γεωργικοῦ ταμείου δύναται νὰ θεωρηθῇ συνα-
1699φὲς πρὸς τὸ περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς
1700τῶν τσιφλικίων, καὶ τοῦτο, ἕνεκα τῆς διατάξεως αὐτοῦ περὶ
1701καταβολῆς τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἀπαλλοτριουμένων γαιῶν ὑπὸ
1702τοῦ ταμείου τούτου. Τὰ ἄλλα ὅμως νομοσχέδια εἰσὶν αὐτο-
1703τελῆ καὶ ἐντελῶς ἀπ’ ἀλλήλων ἀνεξάρτητα.
1704Τούτου ἕνεκα φρονῶ, ὅτι τὸ μὲν νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς
1705τῆς ἐγγείου φορολογίας, τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως γεωρ-
1706γικοῦ ταμείου καὶ τὸ περὶ φορολογίας τῶν βοσκῶν δύνανται
1707νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς χωριστὴν ἐπιτροπὴν, νὰ ὁρισθῇ δὲ
1708ἄλλη τοιαύτη, εἰδικὴ ἐπίσης, ὅπως μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον
1709περὶ παραχωρήσεως τῶν γαιῶν, τῶν ἀπαλλοτριουμένων ὑπὲρ
1710τῶν καλλιεργητῶν. Τοῦτο θέλει εὐκολύνει τὴν μελέτην ἁπάν-
1711των τῶν νομοσχεδίων, καὶ μάλιστα τοῦ σπουδαιοτέρου τού-
1712των, εἰς τὸ ὁποῖον τόση, καὶ δικαίως, ἀποδίδεται σημασία.
1713§63ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ διαπράξω τὸ σφάλμα, ὃ
1714διέπραξαν ὁ κ. Βουλευτὴς Βόλου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμ-
1715πάκας, οὔτε θέλω θίξει ποσῶς τὸ ζήτημα τοῦ κατὰ πόσον
1716τὰ νομοσχέδια τὰ θεσσαλικὰ εἶναι καλὰ ἢ κακά. Νομίζω
1717ὅτι ὑπάρχει στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἕκαστος θέλει σπεύσει
1718νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν
1719προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
1720νήσεως ἐπὶ μόνου τοῦ ζητήματος, ὅτι τοσοῦτον στενῶς συν-
1721δέονται τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὥστε ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς
1722ἀτελὴς ἡ ἐπεξεργασία ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν, ἐν περιπτώσει καθ’
1723ἣν ἤθελε κατατμηθῆ ἡ προεξέλεγξις, ὅπως προέτεινεν ὁ κ.
1724Βουλευτὴς Καλαμπάκας, διὰ τῆς ὑποβολῆς εἰς διαφόρους ἐπι-
1725τροπὰς, ἢ διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ διαφόρου ὁρίου χρονικοῦ τῆς
1726ὑποβολῆς τῶν ἐκθέσεων ἐκ μέρους μιᾶς ἑκάστης τῶν ἐπιτρο-
1727πῶν. Περὶ τίνος πρόκειται; πρόκειται περὶ ἐξαγορᾶς, περὶ
1728ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ὡρισμένου τμήματος κτημά-
1729των, κειμένων ἐν Θεσσαλίᾳ. Διὰ τίνων μέσων θέλει ἀποκτηθῆ
1730τὸ κεφάλαιον τὸ ἀναγκαιοῦν; τοῦτο καθορίζει τὸ νομοσχέ-
1731διον περὶ γεωργικοῦ ταμείου. Τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβο-
1732λῆς τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς Θεσσαλίας, δηλαδὴ
1733περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ
1734ἐπιβολῆς τοῦ 6% ἀντὶ τοῦ φόρου τούτου, ἔρχεται νὰ συμ-
1735πληρώσῃ ἀκριβῶς τὸ ταμεῖον, ἔρχεται νὰ δώσῃ τὰ μέσα εἰς
1736τὸ ταμεῖον, διὰ τῶν ὁποίων θέλουσιν ἐξαγορασθῆ αἱ γαῖαι.
1737Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους,
1738τοιαῦτα νομοσχέδια, τοσοῦτον στενῶς συνδεόμενα πρὸς ἄλ-
1739ληλα, δέον νὰ σταλῶσι τὸ ἓν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, τὸ ἕτερον
1740εἰς ἄλλην, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τὰ νομοσχέδια αὐτὰ νὰ μὴ
1741ἐκφέρῃ μίαν καὶ σύγχρονον γνώμην ἡ ἐπιτροπὴ ἡ μία, τὴν
1742ὁποίαν ἀναγκαίως θέλετε συστήσει; Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρόε-
1743δρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνασκοπῶν ἀκριβέστερον τὰ πράγ-
1744ματα, θέλει συναινέσει, ὅπως ἡ αὐτὴ προθεσμία ταχθῇ διὰ
1745τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Οὐδεμία
1746ἀμφιβολία ὑπάρχει, οὔτε προέτεινέ τι ἐναντίον ὁ κ. Πρόεδρος
1747τῆς Κυβερνήσεως, μήτε εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ, κατ’ ἐμὲ,
1748ἐναντίαν τινὰ πρότασιν, ὅταν πρόκειται περὶ νομοσχεδίων το-
1749σοῦτον στενῶς συνδεομένων πρὸς ἄλληλα, ἀλλὰ τὸ ζήτημα
1750εἶναι, κατὰ πόσον ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ μία καὶ ἑνιαία, ἡ εἰδικὴ,
1751εἰς τὴν ὁποίαν θὰ σταλῶσι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, θὰ ἦναι
1752ὑποχρεωμένη, διὰ τὸ ἓν μὲν ἐξ αὐτῶν νὰ ὑποβάλῃ μετὰ 15
1753ἡμέρας, ἢ μετὰ ἄλλην τινὰ προθεσμίαν τὴν ἔκθεσίν της, διὰ δὲ
1754τὰ ἄλλα τρία μετὰ πέντε ἡμέρας. Εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσι τὰ
1755νομοσχέδια αὐτὰ τὰ τρία, καὶ ψηφιζόμενα, ἄνευ τοῦ τετάρ-
1756του, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἔκθεσις θέλει ὑποβληθῆ μετὰ 15 ἡμέρας;
1757Ἐξ ἐναντίας ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ σύγχρονος ἐπιψήφισις τῶν νο-
1758μοσχεδίων ἐπιβάλλεται ἀκριβῶς καὶ ἐκ τῆς διευκολύνσεως
1759τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόε-
1760δρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συναινέσῃ εἰς τὴν πρότασιν τὴν
1761ὑποβληθεῖσαν, δηλαδὴ ἂν ταχθῇ προθεσμία, νὰ ταχθῇ μία
1762διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων καὶ τῶν τεσσάρων νομο-
1763σχεδίων.
1764§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἐξ Ἀτ-
1765τικῆς Βουλευτὴς εἶναι τὰ μάλιστα δεδικαιολογημένος, προβάλ-
1766λων, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτος μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων σύνδεσμος,
1767ὥστε κρίνει, ὅτι εἶναι ἀσύμφορον, ἂν μὴ κανονισθῇ ἡ αὐτὴ τύχη
1768καὶ διὰ τὰ τέσσαρα νομοσχέδια. Λέγει ὅτι εἶναι τὰ τέσσαρα νο-
1769μοσχέδια στενῶς συνδεδεμένα, διότι δὲν ἀνέγνω τὰ νομοσχέδια,
1770καὶ ὑποθέτει ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτος σύνδεσμος μεταξὺ αὐτῶν. Ὅτι
1771δὲ δὲν ἀνέγνω τὰ νομοσχέδια, δὲν τὸ λέγω ἵνα αἰτιαθῶ αὐτοῦ,
1772διότι πρὸ ὀλίγου μοὶ ἐζήτει ἵνα εἰσαγάγω τὰ νομοσχέδια,
1773ἐνῷ ἐγὼ ἔχω εἰσαγάγει αὐτὰ ἀπὸ τοῦ Σαββάτου, καὶ βε-
1774βαίως, φαίνεται, τὸ γραφεῖον δὲν ἐφρόντισε περὶ τῆς ἐκτυ-
1775πώσεως αὐτῶν, δὲν διενεμήθησαν, καὶ δὲν τὰ ἀνέγνω. Βε-
1776βαιῶ ὅμως καὶ πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει συνά-
1777φεια μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου κηρύσσονται
1778ἀπαλλοτριωτέα 20 στρέμματα γῆς εἰς ἑκάστην γεωργικὴν
1779οἰκογένειαν ἐκ τῶν κτημάτων τῶν τσιφλικίων, τῶν ἐχόντων
1780συνεχῆ ἔκτασιν 2,000 στρεμμάτων ἐπιδεκτικῶν καλλιεργείας,
1781καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ γεωργικοῦ ταμείου, οὐδεμία δὲ
1782ὑπάρχει συνάφεια μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔλεγε,
1783περὶ τοῦ ἀπαλλοτριωτοῦ αὐτῆς τῆς ἐκτάσεως τῶν γαιῶν,
1784καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν βοσκῶν, οὔτε ὑπάρ-
1785χει συνάφεια μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ τοῦ νομο-
1786σχεδίου περὶ τῆς ἀλλαγῆς τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν
1787καρπῶν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀπαλλοτριωτοῦ μικρᾶς
1788ἐκτάσεως γῆς ὑπὲρ ἑκάστης γεωργικῆς οἰκογενείας εἶναι νο-
1789μοσχέδιον σπουδαιότατον, βεβαίως χρῄζει μεγάλης μελέτης
1790καὶ βεβαίως μετ’ ἐπιστασίας πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Διὰ
1791τοῦτο εἶπον, ὅτι δύναται νὰ δοθῇ προθεσμία 15 ἡμερῶν εἰς
1792τὴν ἐπιτροπὴν, δέχομαι τὴν γνώμην μάλιστα τοῦ κ. ἐκ
1793Καλαμπάκας Βουλευτοῦ, ἵνα συστηθῇ ἰδία δι’ αὐτὸ ἐπι-
1794τροπὴ, καὶ ἂν κατὰ τὸ τέλος τῆς δεκαπενθημερίας ἡ ἐπι-
1795τροπὴ δὲν ἤθελε περάνει τὴν ἐργασίαν της καὶ ἔχῃ ἀνάγκην
1796νέας προθεσμίας, νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ζη-
1797τήσῃ παράτασιν, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει κρίνει, ἀφοῦ ἀκούσῃ
1798τὴν ἐπιτροπὴν, ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ δώσῃ αὐτήν.
1799Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ γεωργικοῦ ταμείου ποίαν σχέσιν
1800ἔχει μὲ τὸ περὶ παραχωρήσεως γαιῶν; Ἐὰν δέ τις διατάσσῃ
1801διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν, ὅτι θέλουσι
1802προκαταβληθῆ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὰ χρήματα τὰ ἀποτε-
1803λοῦντα τὸ ἀντίτιμον τῶν ἀπαλλοτριουμένων γαιῶν, νομίζου-
1804σιν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως, δι’ οὗ ἐπρό-
1805τεινε τὴν ἵδρυσιν τοῦ Θεσσαλικοῦ ταμείου; Παντάπασιν. Ὁ
1806σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἄλλος, τοῦτο δ’ εἶναι παρεμ-
1807πίπτον. Παρενέπεσε, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ παράσχωμεν εὐκο-
1808λίαν τινὰ εἰς τοὺς γεωργοὺς, τῶν ὁποίων, καθ’ ἃς ἔχω πλη-
1809ροφορίας, οἱ πλεῖστοι βεβαίως, ἢ ὑπὲρ τοὺς ἡμίσεις, εἶναι
1810ἕτοιμοι νὰ πληρώσωσιν ἐξ ἰδίων τὸ ἀντίτιμον, εἶναι δὲ εὔ-
1811κολον νὰ εὕρωσι χρήματα καὶ ἀλλαχοῦ· ὥστε οὐδεμίαν ἔχουσι
1812σχέσιν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου βοσκῶν, τὸ ὁποῖον ἐπι-
1813βάλλει τὴν πληρωμὴν προσθέτου φόρου κατὰ 2/15 εἰς τοὺς
1814ἰδιοκτήτας, οἵτινες δὲν εἰσάγουσι καμμίαν βιομηχανίαν ἐν τῷ
1815κτήματι αὐτῶν, οὔτε τὴν μεγάλην κἂν καλλιέργειαν, καὶ
1816διότι τὰ 2/13 διετάχθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἰσαχθῶσιν
1817εἰς τὸ ταμεῖον τὸ εἰδικὸν τῆς Θεσσαλίας, διὰ τοῦτο συνδέε-
1818ται μετ’ αὐτοῦ; Ἂν δὲν ἤθελε συστηθῆ τὸ ταμεῖον τὸ γε-
1819ωργικὸν τῆς Θεσσαλίας, θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὸ δημόσιον
1820ταμεῖον. Τὸ γεωργικὸν ταμεῖον τῆς Θεσσαλίας ἔχει ἰδίους
1821πόρους, ἔχει τοὺς πόρους, οἵτινες ἀνεγράφοντο ἐν τῷ νόμῳ
1822τοῦ 1889 περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, τοὺς φόρους ἐκείνους, διὰ
1823τῶν ὁποίων ἐπροτείνετο τότε ν’ ἀποτελεσθῇ ἡ ὑπηρεσία δα-
1824νείου 12 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ δαπανηθῶσι δι’
1825ὑδραυλικὰ ἔργα. Ἔχει τοὺς πόρους τούτους. Αὐτὴ εἶναι ἡ
1826σύστασις τοῦ ταμείου. Πάντα τὰ ἄλλα εἶναι παρεμπίπτοντα,
1827τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος, διὰ νὰ μὴ φανῇ, ὅτι προβάλλει εἰς
1828τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὰς περὶ ὧν εἴρηται μεταβολὰς
1829κερδοσκοποῦν, διὰ νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδά του, προτείνει νὰ δο-
1830θῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον· διότι, ἀφοῦ εἶναι ἔσοδα προερχόμενα
1831ἐκ Θεσσαλίας, θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς βελτίωσιν τῆς Θεσ-
1832σαλίας.
1833Ὡσαύτως τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν
1834ἀροτριώντων κτηνῶν τί κοινὸν ἔχει μὲ τὴν παραχώρησιν τῶν
1835γαιῶν; Ἀντικαθίστησι τὸ εἶδος τῆς φορολογίας, καὶ περιέ-
1836λαβε τὴν διάταξιν, ὅτι, ἂν ἤθελον εἰσπραχθῆ ἐκ τοῦ νέου
1837φόρου περισσότερα, αὐτὰ ἢ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ μέσον
1838ὅρον ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπὶ τὴν προη-
1839γηθεῖσαν τριετίαν, ταῦτα τὰ ὑπερβάλλοντα νὰ εἰσαχθῶσιν
1840εἰς τὸ Θεσσαλικὸν ταμεῖον, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι προτεί-
1841νομεν τὴν μεταβολὴν τοῦ φόρου, ἵνα αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα
1842τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἑπομένως δὲν ἔχω λόγον νὰ πεισθῶ,
1843ὅτι ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ἐξε-
1844τάσῃ τὰ τρία νομοσχέδια ἐν πλήρει ἀνέσει καὶ ἐν ἀπεριορί-
1845στῳ χρόνῳ, ὅτι αὐτὴ ἡ γνώμη πρέπει νὰ γένηται ἀποδε-
1846κτή. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἡ ὁποία θέλει συστηθῆ,
1847πρέπει νὰ κληθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὰ νομοσχέδια ἐντὸς πέντε ἡμε-
1848ρῶν, νὰ ἐξενέγκῃ τὴν γνώμην της, τέλος πάντων ἂς τὴν
1849ἐξενέγκῃ ἐντὸς δέκα ἡμερῶν, καὶ ἂν ἐντὸς αὐτῶν δὲν δυνηθῆ,
1850ἂς προτείνῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προ-
1851θεσμίας, τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἠδυνήθη, καὶ νὰ
1852ζητήσῃ νέαν παράτασιν· ἀλλὰ νὰ εὑρίσκωσιν ὅτι αὐτὰ εἶναι
1853ἀλληλένδετα καὶ ἀχώριστα, βεβαίως τὸ ἔπραξαν, διότι δὲν
1854ἀνέγνων τὰ νομοσχέδια, ὅταν δὲ ἀναγνώσωσιν αὐτὰ, ὅταν θὰ
1855διανεμηθῶσι, θέλουσι πεισθῆ, ὅτι ἡ πρότασίς των εἶναι ἀστή-
1856ρικτος.
1857§65ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀναγνώσω νομοσχέδια,
1858τὰ ὁποῖα δὲν εἶδον· ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ
1859Προεδρείου περὶ τοῦ ὅτι τὰ τρία νομοσχέδια δὲν διενεμήθη-
1860σαν. Ἀνέγνωσα μόνον, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον καὶ μέσον, τὸ
1861νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν
1862τῶν 20 ἢ 25 στρεμμάτων καὶ τῶν ἀγροτικῶν οἰκίσκων, καὶ
1863ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου εἶδον τὸν σύνδε-
1864σμον μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῶν τριῶν ἑτέρων
1865νομοσχεδίων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέγεινε νὰ
1866ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ὑπάρχει σύνδεσμος, ἀλλὰ
1867κατώρθωσε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι συνδέονται ἀναποσπάστως τὰ
1868τέσσαρα νομοσχέδια, διότι οἱ πόροι, τοὺς ὁποίους δημιουρ-
1869γοῦσι τὰ δύο ἐκ τῶν τεσσάρων νομοσχεδίων, τὸ ταμεῖον, τὸ
1870ὁποῖον δημιουργεῖται διὰ τῶν πόρων αὐτῶν, ἕνα καὶ κύριον
1871ἔχει σκοπὸν, τὴν διευκόλυνσιν τῆς πραγματοποιήσεως τῆς
1872ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ὡρισμένης ἐκτάσεως ἐκ τῶν
1873τσιφλικίων, καὶ τὸ λέγει ὅλοις γράμμασι τὸ νομοσχέδιον.
1874Θὰ ἦτο ἀληθῶς παράξενον νὰ ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς
1875κατὰ μέρος διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ μὴ διανεμηθέν-
1876τος, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν τὸν σύνδεσμον. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ
1877μάθω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ
1878πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς τί θέλει χρησιμεύσει ἡ φορο-
1879λογία τῶν 6%, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν δήλωσίν του, τὴν γε-
1880νομένην κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλει χο-
1881ρηγήσει ὑπερδιπλάσιον ποσὸν ἀπὸ τὸ ἤδη εἰσπραττόμενον διὰ
1882τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, εἰς τί θέλει, λέγω, χρη-
1883σιμεύσει αὐτὴ ἡ ὑπερδιπλασία φορολογία, ἐὰν δὲν χρησιμεύσῃ
1884πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἱδρύεται τὸ ταμεῖον, περὶ τοῦ ὁποίου
1885προβλέπει τὸ ἕτερον νομοσχέδιον; Εἰς τί θέλει χρησιμεύσει,
1886ἀφοῦ τοιοῦτον προορισμὸν ἔδωκεν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν 2%
1887ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν προϊόντων, ἂν δὲν συστηθῇ καὶ δὲν
1888πραγματοποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλ-
1889λοτριώσεως; καὶ εἰς τί θέλει χρησιμεύσει τέλος καὶ τὸ τα-
1890μεῖον; Δύνανται νὰ ὑπάρξωσι καὶ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν
1891ἔχει τὰ μέσα, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε δοθῆ
1892τὸ δικαίωμα ν’ ἀποκτήσωσι τμήματα γῆς ἐκ τῶν τσιφλι-
1893κίων, νὰ καταβάλωσι τὸ τίμημα ἀμέσως, ἀλλὰ τὸ νομο-
1894σχέδιον προβλέπει περὶ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως, διότι
1895οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὰ μέσα
1896τῆς καταβολῆς· ἄλλως δὲν θὰ ἐλαμβάνετο ἡ πρόνοια περὶ
1897τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου, μήτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ
1898τις, ὅτι τὸ ταμεῖον αὐτὸ θέλει λειτουργεῖ ὑπὲρ ἄλλου σκοποῦ
1899ἀγνώστου, ὅταν δὲν δύναταί τις, ὑπολογίζων προχείρως, νὰ
1900βεβαιώσῃ, ὅτι θέλει ἔχει καὶ τὰ μέσα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς
1901λειτουργίας τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ νομοσχεδίου περὶ
1902ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ὅτι δὲ δὲν θέλει ἔχει ἀμέ-
1903σως τὰ μέσα, τὸ βλέπει τις καὶ ἐκ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι εὑρί-
1904σκονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὰς ὁποίας περιττὸν εἶναι νὰ
1905ἀναπτύξω, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς γνωρί-
1906ζει κάλλιστα, οὔτε εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος. Ἀλληλένδετα
1907λοιπὸν, ἀναποσπάστως ἀλληλένδετα εἶναι ταῦτα. Ἐὰν δὲ
1908κρίνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν προεξέλεγξιν τῆς
1909ἐπιτροπῆς ὡς ἀναγκαίαν, ἀναγκαίως δὲν πρέπει νὰ κατα-
1910τμήσῃ τὴν ἐπεξεργασίαν ταύτης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1911νήσεως ἔχει καὶ τὴν πλειοψηφίαν, ἔχει καὶ μίαν διάταξιν
1912τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται, ἀνεξαρτήτως τῆς
1913προεξεργασίας παρ’ οἱασδήποτε ἐπιτροπῆς, νὰ εἰσαγάγῃ νο-
1914μοσχέδια καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν·
1915διατὶ δὲν τὸ πράττει; Δὲν τὸ πράττει βεβαίως, διότι θεωρεῖ,
1916ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, καθὼς καὶ τὰ ἄλλα, εἶναι τοιαῦτα,
1917ὥστε ἀναγκαίως πρέπει νὰ προϋπάρξῃ ἀληθὴς ἐπεξεργασία,
1918καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησεν ὄχι μόνον τὴν παραπομπὴν εἰς τὰς
1919ἐπιτροπὰς, ἀλλὰ τὴν σύστασιν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἂν
1920ἔχῃ τοιαύτην γνώμην, τὸν παρακαλῶ, εἰς τὴν γνώμην του
1921αὐτὴν νὰ δώσῃ σάρκα, καὶ νὰ χορηγήσῃ τὸ μέσον, ὅπως ἡ
1922γνώμη του αὕτη ἀποβῇ λυσιτελὴς. Θέλει δ’ ἀποβῆ λυσιτε-
1923λὴς, μόνον ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς μίαν ἐπιτρο-
1924πὴν παραπεμφθῶσιν ὅλα τὰ νομοσχέδια. Ἂν εἰς τὴν ἐπι-
1925τροπὴν αὐτὴν δοθῇ πᾶσα προθεσμία ὄχι πρὸς παρέλκυσιν τοῦ
1926ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς, ὄχι πρὸς παρεμπόδισιν τῆς δημοσίας
1927συζητήσεως, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἐπεξεργασίαν, τὴν ἀληθῆ ἐπεξ-
1928εργασίαν τῶν νομοσχεδίων, τότε ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν
1929ἔκαμε πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ πρωτοβουλία, τὴν ὁποίαν ἔλα-
1930βε, περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, θέλουσιν ἔχει σκοπόν. Ἄλλως
1931εἶναι περιττὸν νὰ συστηθῇ τοιαύτη. Καλλίτερον εἶναι νὰ
1932προβῶμεν ἀμέσως.
1933§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐνδιαφέ-
1934ρομαι νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, ἂν νομίζῃ ὅτι
1935πρέπει νὰ προχωρήσωμεν ἀμέσως, ἢ νὰ προβῶμεν εἰς σύστασιν
1936ἐπιτροπῆς. Ἔχει γνώμην, ὁποίαν ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ.
1937Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, εἶναι, ὅτι μοὶ
1938φαίνεται, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἀνέγνω τὰ νομοσχέδια, δὲν ἁρμόζει
1939νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ
1940ἀπαλλοτριωτοῦ ἐκτάσεως γῆς εἰς ἑκάστην γεωργικὴν οἰκογέ-
1941νειαν δὲν εἶναι ἀλληλένδετον μὲ τὸ περὶ βοσκῶν, μὲ τὸ περὶ
1942καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, μὲ τὸ περὶ
1943γεωργικοῦ ταμείου. Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξα-
1944κολουθῇ ὑποστηρίζων, ὅτι τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, τὸ συστηθη-
1945σόμενον ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀγνώ-
1946στους σκοποὺς, καὶ μόνον ἕνα γνωστὸν, νὰ προκαταβάλῃ
1947τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ πληρωθῶσιν ἀντὶ τῶν ἀπαλλο-
1948τριουμένων γαιῶν. Αὐτὸ δὲν εἶναι, νομίζω, συγκεχωρημένον.
1949Δὲν εἶναι δὲ συγκεχωρημένον καὶ διὰ πάντα ἄνθρωπον, ὁ
1950ὁποῖος ἐμελέτησε, νομίζω, τὰ κατὰ τὴν Θεσσαλίαν, διότι εἶναι
1951γνωστὸν, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ὑπάρχει μόνον αὐτὴ ἡ ἀνάγ-
1952κη, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ γεωργικὴ τάξις ἰδίως στενάζει ὑπὸ
1953τὴν τοκογλυφίαν, καὶ ὅτι, ἂν ἤθελε κατορθωθῆ νὰ πορισθῇ
1954ποτε κεφάλαιον οἱονδήποτε, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποτελέσῃ μίαν
1955Γεωργικὴν Τράπεζαν, ἓν Crédit agricole, — ἔστω καὶ μὲ
1956ὀλίγα κεφάλαια — αὕτη ἤθελεν εὐεργετήσει τὴν χώραν· ὅτι,
1957ἂν ἤθελε κατορθωθῆ νὰ εὑρεθῶσι κεφάλαια, — καὶ δύνανται νὰ
1958εὑρεθῶσιν — ὥστε νὰ χρησιμεύσωσι ταῦτα, ὅπως παύσῃ ἡ μεγά-
1959λη ξηρασία, ἡ συμβαίνουσα ἑκάστοτε εἰς τὴν μίαν πεδιάδα,
1960καὶ ἡ μεγάλη πλημμύρα, ἥτις συμβαίνει εἰς τὴν ἄλλην πε-
1961διάδα, θέλομεν προσφέρει μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν οἰκονο-
1962μικὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας καὶ ἑπομένως εἰς τὴν οἰκο-
1963νομικὴν πρόοδον τῆς χώρας. Δὲν πρόκειται περὶ παρελκύσεως
1964τῆς συζητήσεως, πρόκειται περὶ ἀντικειμένου, ἐφ’ οὗ προσή-
1965κει νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ. Ἐγὼ ἔχω
1966γνώμην περὶ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων
1967ἐν τῇ Βουλῇ, κατέδειξα δ’ αὐτὴν, ὁσάκις ἦλθον εἰς τὴν
1968Κυβέρνησιν καὶ εἰσηγούμην τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν νομίζω
1969ὅτι ἀρκεῖ μία ψηφοφορία, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ
1970Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε ἐδείχθην πρόθυμος νὰ παρέ-
1971χω πᾶσαν εὐκολίαν, ὅπως ἡ συζήτησις γένηται εὐρυτάτη.
1972Τοῦτο ἐπιθυμῶ καὶ τώρα, καὶ στέργω νὰ συζητηθῶσι τὰ
1973νομοσχέδια ἐν πάσῃ εὐρύτητι, καὶ ἐὰν ἤθελον εὑρεθῆ ἐλλιπῆ,
1974νὰ συμπληρωθῶσιν, ἐὰν ἤθελον εὑρεθῆ πλημμελῆ, νὰ βελτιω-
1975θῶσι, καὶ ἐὰν ἤθελον ἀποδειχθῆ ἐπιβλαβῆ, νὰ ἀποῤῥιφθῶσιν.
1976Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ, εἶναι, νὰ μὴ ἐγκαταλειφθῶσι τὰ
1977νομοσχέδια ταῦτα εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο
1978ἐπιμένω, ἐὰν ἤθελον σταλῆ εἰς ἐπιτροπὴν, τὸ μὲν περὶ παρα-
1979χωρήσεως γαιῶν νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν
1980νὰ δοθῇ προθεσμία 15 ἡμερῶν ἢ 20 ἡμερῶν, καὶ ἐὰν αἱ 20
1981ἡμέραι δὲν ἤθελον ἀρκέσει εἰς αὐτὴν, νὰ προσέλθῃ ἡ ἐπιτρο-
1982πὴ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ, ἐξηγοῦσα τὴν ἀνάγκην, ζητήσῃ
1983παράτασιν. Εἰς ἑτέραν ἐπιτροπὴν νὰ ἀποσταλῶσι τὰ ἕτερα
1984νομοσχέδια, εἰς αὐτὴν δὲ νὰ δοθῇ προθεσμία 10 ἡμερῶν, καὶ
1985ἂν δὲν ἤθελεν ἀρκέσει αὕτη, νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν,
1986καὶ ζητήσῃ καὶ αὕτη παράτασιν, ἐκθέτουσα τοὺς λόγους, δι’
1987οὓς ζητεῖ τὴν παράτασιν. Ταύτην τὴν πρότασιν ἔφερον ἐν τῇ
1988ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως καὶ συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν
1989μερίμνῃ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μεριμνῶσι περὶ
1990τοῦ τί λέγεται ἐν ταῖς ἀγυιαῖς καὶ τριόδοις, ὡς ἐῤῥήθη ὑπό
1991τινος ἐνταῦθα, διὰ νὰ διαδοθῇ, ὅτι ἐγὼ δὲν εἰσήγαγον τὰ
1992νομοσχέδια ταῦτα μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ συζητήσω αὐτά. Εἰς
1993παραπλησίους θρύλους συνειθίζω νὰ μὴ προσέχω, καὶ εὑρί-
1994σκομαι ὑπεράνω αὐτῶν· εἶναι θρῦλοι ἀνήκοντες εἰς τὰς τριό-
1995δους, ἐν ταῖς ὁποίαις δὲν ἐπιτρέπεται εἰς πολιτευομένους νὰ
1996συμφύρωνται.
1997§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου νομίζω, ὅτι
1998εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι, εἶναι ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα βε-
1999βαίως πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν καὶ μελετη-
2000θῶσι, διότι εἶναι νομοσχέδια θίγοντα ζητήματα κοινωνικῆς ση-
2001μασίας, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λυθῶσι κατὰ ἕνα ἢ κατ’ ἄλλον
2002τρόπον. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἔχει πολλὴν τὴν σπουδαιότητα,
2003διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μελετηθῇ. Νομίζω δὲ καθῆκόν μου νὰ
2004ἐξαγάγω τῆς πλάνης δύο ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τοὺς
2005κυρίους ἐκ Βόλου καὶ ἐκ Καλαμπάκας συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι
2006δὲν γνωρίζω ποῦ ἀνεκάλυψαν, ὅτι ἐγὼ, διότι ἐχαρακτήρισα τὰ
2007νομοσχέδια ὡς θίγοντα ζητήματα πρωτίστης σημασίας, καὶ
2008χρήζοντα μεγάλης καὶ ἐπισταμένης μελέτης, ἐξεφράσθην συ-
2009νάμα καὶ ἐναντίον αὐτῶν. Ἀπεναντίας δὲν ἔχω δισταγμὸν νὰ
2010δηλώσω, ὅτι τὴν ἀρχὴν τῆς παροχῆς γαιῶν εἰς τοὺς καλλιερ-
2011γητὰς τὴν ὑπεστήριξα πλειότερον παντὸς ἄλλου. Ὑπεστή-
2012ριξα δ’ αὐτὴν οὐχὶ ἐπιδεικνύμενος, οὐδὲ διὰ τοῦ λόγου καὶ
2013διὰ τῆς ψήφου μου μόνον, ἀλλὰ καὶ δι’ ἰδίων θυσιῶν. Εἶμαι ὁ
2014πρῶτος ἐν Ἑλλάδι, ὅστις, κύριος μεγάλων ἰδιοκτησιῶν τσι-
2015φλικίων, ἐπώλησα αὐτὰ εἰς τοὺς χωρικοὺς, ὅταν πρὸ δέκα
2016ἐτῶν καὶ ἐπέκεινα ἦλθον καὶ μοὶ ἐζήτησαν τοῦτο.
2017Ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ταῦτα, ὅπως ἐξαγάγω τοὺς
2018κυρίους συναδέλφους ἐκ τῆς πλάνης, εἰς ἣν ὑπέπεσαν. Ἐπανα-
2019λαμβάνω δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ πολλῆς σπουδαιό-
2020τητος, καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἐπιπολαίως ἡ
2021λύσις αὐτοῦ. Λύσις αὐτοῦ ἐπιπολαίως, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τὴν
2022γεωργίαν καὶ τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν, δύναται σπουδαιό-
2023τατα νὰ βλάψῃ ἀμφότερα. Πρέπει νὰ μελετηθῇ, καὶ νὰ με-
2024λετηθῇ ἐν συναφείᾳ ὄχι μόνον τῶν ὑποβληθέντων τεσσάρων
2025νομοσχεδίων, ἀλλὰ καὶ ἄλλων νομοθετημάτων, δυναμένων νὰ
2026καταστήσωσι τὴν λύσιν αὐτοῦ ἀποτελεσματικὴν καὶ ὠφέλι-
2027μον εἰς τὴν χώραν. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲ τῆς προμελέ-
2028της τῶν νομοσχεδίων, νομίζω ὅτι εἶναι τυπικὴ ἡ μεταξὺ τοῦ
2029κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν διαφωνία· διότι εἴτε
2030κεχωρισμένως διὰ τὸ ἓν νομοσχέδιον ζητήσει ἡ ἐπιτροπὴ
2031παράτασιν τῆς προθεσμίας, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν προφθάσῃ ἐντὸς
203210 ἡμερῶν νὰ μελετήσῃ αὐτὸ, εἴτε καὶ διὰ τὰ ἄλλα τρία,
2033τοῦτο εἶναι ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ
2034ἀσχοληθῶμεν σήμερον. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ λύ-
2035σωμεν σήμερον, εἶναι τὸ τῆς παραπομπῆς αὐτῶν εἰς ἐπιτροπὴν,
2036ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ ταῦτα, καὶ εἰς τοῦτο νομίζω ὅτι πάν-
2037τως συμφωνοῦμεν.
2038§68ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ἐνδιαφέρει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
2039Κυβερνήσεως, τίς εἶναι ἡ γνώμη μου, μήτε ἐγὼ θέλω νὰ
2040ὑποδείξω πρὸς αὐτὸν τὴν γνώμην μου. Ἐὰν ἀπετάθην πρὸς
2041αὐτὸν, ἀπετάθην ὡς πρὸς τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας·
2042ἠθέλησα δὲ νὰ τῷ ἀποδείξω, ὅτι ὑπάρχει τι ἀνακόλουθον,
2043ὅταν προτείνῃ μὲν τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς
2044ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν ἢ
2045τοῦ διαφόρου προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον
2046θὰ ὤφειλεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις της, ἤθελε
2047καταστῆ ἀνέφικτος ἡ ἐπεξεργασία αὐτῆς. Αὐτὸ εἶπον· θαυ-
2048μάζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεξήγησε
2049τοῦτο. Ἐγὼ ἐξ ἐναντίας προσεπάθησα, δι’ ὅσων εἶπον, νὰ
2050ἀποκλείσω πᾶσαν ἰδέαν παρελκύσεως κατὰ τὴν προεξέλεγξιν
2051τῆς ἐπιτροπῆς. Δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2052νὰ θεωρῇ, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ δὲν εἶναι ἀλληλένδετα·
2053ἀλλ’ ἐγὼ εὑρίσκω ἐν τοῖς νομοσχεδίοις αὐτοῖς, κατὰ τὰς
2054δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διατάξεις, αἱ
2055ὁποῖαι ἀναγκαίως καθιστῶσι τὸν δεσμὸν αὐτόν. Δύναται ὁ
2056δεσμὸς αὐτὸς νὰ ἦναι ἀπώτερος, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ.
2057Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἢ στενώτερος κατ’ ἐμὲ, ἀλλὰ
2058ὑπάρχει βεβαίως, καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμ-
2059φθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν, εἰς
2060τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δοθῇ ὁ χρόνος ὁ ἀναγκαῖος πρὸς τὴν
2061σύγχρονον ἐπεξεργασίαν. Εἰς τοῦτο κατέγεινα, τοῦτο ἐσκό-
2062πευον νὰ ἀποδείξω, οὐδέποτε δὲ ἠσχολήθην, μήτε σήμερον
2063μήτε ἄλλοτε, μὲ τοὺς θρύλους τῶν ἀγυιῶν.
2064§69ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε διὰ σᾶς.
2065§70ΡΑΛΛΗΣ. Ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ,
2066εἰπόντος πῶς ἔκρινάν τινες τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων,
2067ἐγὼ ὅμως οὐδέποτε συνείθισα νὰ υἱοθετῶ τὰς ξένας γνώμας,
2068ἐκφράζω δὲ ἄνευ περιστροφῶν τὰς σκέψεις μου.
2069§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποφασίζεται λοιπὸν νὰ συσταθῶσι δύο
2070ἐπιτροπαὶ, ἐξ ὧν ἡ μὲν μία νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ
2071παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τὰς γεωργικὰς οἰκογενείας τῆς Θεσσα-
2072λίας καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς προθεσμίας 20 ἡμε-
2073ρῶν, ἡ δὲ ἑτέρα νὰ μελετήσῃ τὰ λοιπὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια
2074καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς προθεσμίας 10 ἡμερῶν.
2075Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν
2076ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συνέλθωσιν αὔριον, τὴν
20772 ὥραν μ. μ., καὶ προβῶσιν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας των.
2078Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει πρὸς συζήτησιν.
2079Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2080Ὥρα 7 μ. μ.