2Τῆς 27 Ἰανουαρίου 1896.
3(Σάββατον)
4Ὥρα 3 καὶ 40′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
6ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρύτανις τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστη-
8μίου παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, ὅπως εὐαρεστούμενοι
9παρευρεθῶσιν εἰς τὸ τὴν προσεχῆ Τρίτην τελεσθησόμενον ἐν
10τῷ ναῷ τῆς Μητροπόλεως μνημόσυνον ὑπὲρ τῶν καθηγητῶν
11καὶ εὐεργετῶν τοῦ Πανεπιστημίου.
12Οἱ κ. κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοὶ
13ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος
14μεταλλεύσεως σιδήρου, χαλκοῦ, ἀργύρου, μολύβδου καὶ ψευ-
15δαργύρου ἐπὶ ἐκτάσεως κειμένης ἐν τῷ δήμῳ Λιμναίου τῆς
16ἐπαρχίας Κυνουρίας, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ὁ κ. Γ. Φι-
17λάρετος, βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὑποβάλλει πρότασιν νόμου
18περὶ κοινοτήτων, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ὁ δὲ κ. Δεϊ-
19μέζης, βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας, ὑποβάλλει πρότασιν νόμου
20περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν λεμονίων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ
21διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 5–7).
22Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
23§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
24ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω
25εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων
26τοῦ 1896. Συγχρόνως εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπο-
27λογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους
281892, τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1878 μετὰ
29τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1879, καὶ προσέτι τὸν ἀπο-
30λογισμὸν τοῦ ἔτους 1879 ἄνευ τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ
311880, τοῦ ὁποίου ἡ σύνταξις θέλει περατωθῆ ἐντὸς δύο
32ἴσως καὶ πλέον μηνῶν.
33Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι ἡ σύνταξις καὶ ἡ δημοσίευσις τῶν
34ἀπολογισμῶν δὲν εἶναι ἐν πλήρει τάξει· ἵνα δὲ δυνηθῶμεν νὰ
35γενώμεθα ἐνήμεροι, ἐδέησε ν’ ἀσχολώμεθα εἰς τὴν σύνταξιν καὶ
36δημοσίευσιν τῶν ἀπολογισμῶν, ἀρξάμενοι συγχρόνως ἀπὸ δύο
37διαφόρους χρονικὰς περιόδους. Ἀσχολεῖται τὸ Γεν. Λογιστήριον
38εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἀπολογισμῶν τῆς μέχρι τοῦ ἔτους 1883
39περιόδου, ἀλλ’ ἀσχολεῖται συγχρόνως καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν
40ἀπολογισμῶν τῆς ἀπὸ τοῦ εἰρημένου ἔτους 1883 ἀρχομένης
41περιόδου. Καὶ ἡ μὲν σύνταξις τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν
42τῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883 ἀρχομένης περιόδου προώδευσε μέχρι
43τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1892, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ κα-
44τέθηκα, ἂν καὶ ἡ σύνταξις καὶ ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ ἐβράδυνεν
45ὑπὲρ τὸ δέον, διότι δύο ἔτη καὶ τρεῖς μῆνες παρῆλθον ἀφ’
46ἧς ἡ χρῆσις τοῦ 1892 ἔκλεισεν. Ἡ σύνταξις δὲ τῶν ἀπολο-
47γισμῶν τῆς πρὸ τοῦ ἔτους 1883 χρονικῆς περιόδου προώ-
48δευσε καὶ αὕτη μέχρι τοῦ ἔτους 1879. Ἑπομένως μεταξὺ
49τῶν δύο χρονικῶν περιόδων λείπουσιν ἔτι οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν
50ἐτῶν 1880, 1881 καὶ 1882, ὅταν δὲ περατωθῇ ἡ σύνταξις
51τῶν ἀπολογισμῶν καὶ τῶν τριῶν τούτων χρήσεων, θέλει συμ-
52πληρωθῆ τὸ ἔργον τῆς συντάξεως καὶ δημοσιεύσεως τῶν ἀπο-
53λογισμῶν μέχρι τοῦ ἔτους ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον θέλομεν
54ἔχει τὸν ἀπολογισμὸν τῆς τελευταίας χρήσεως. Ἐὰν τοῦτο
55ἐπιτευχθῇ ἐντὸς δύο ἐτῶν, θέλομεν ἔχει πάντας τοὺς ἀπολο-
56γισμοὺς μέχρι τοῦ ἔτους 1895· ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ γένη-
57ται ἀρχὴ τῆς ἐκπληρώσεως ἄλλου καθήκοντος, τοῦ καθήκον-
58τος νὰ ἐπιλάβηται ἡ Βουλὴ τῆς ἐρεύνης καὶ ἐξελέγξεως αὐτῶν,
59διότι οὕτω θέλει ἀποκατασταθῆ ὁ νενομισμένος ἔλεγχος τῆς
60διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἄνευ τοῦ ὁποίου βεβαίως
61δὲν δύναταί τις νὰ προσδοκᾷ ἄψογον τὴν διαχείρισιν αὐτῶν.
62Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ συν-
63ταχθῇ καὶ εἰσαχθῇ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, τοῦ ὁποίου
64κανονίζει τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Ὁσάκις συμβαίνῃ ἀνανέωσις
65τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπάρχῃ δὲ ἐψηφισμένος ἀπὸ τῆς παρελθού-
66σης συνόδου ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους, ἡ νέα Βουλὴ, συ-
67νερχομένη κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον, ἀσχολεῖται ἀναγκαίως
68εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους
69ἐκείνου, λήγει δὲ ἡ πρώτη σύνοδος χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐψη-
70φισμένος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Τοῦτο ἀποτε-
71λεῖ ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναταί τις νὰ ἄρῃ, εἰμὴ
72τρεπόμενος τὴν ἑτέραν τῶν δύο ὁδῶν, τὰς ὁποίας θέλω δια-
73γράψει ἀμέσως. Ἢ πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν σύγκλησιν καὶ
74δευτέρας συνόδου ἐντὸς τοῦ ἔτους, ὅπως εἰσαγάγῃ τὸν προϋ-
75πολογισμὸν τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ψηφίσῃ δ’ αὐτὸν ἡ Βουλὴ, ἢ
76πρέπει νὰ περιμείνῃ τὸ νέον ἔτος ὅπως συγκληθῇ, ἅμα τῇ
77ἐνάρξει αὐτοῦ, ἡ Βουλὴ, ἵνα εἰσαγάγῃ εἰς αὐτὴν τὸν προϋ-
78πολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἀλλὰ τότε κατὰ τὸ τέλος τοῦ
79ἔτους ἀνάγκη νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ ἐν ἐκτάκτῳ, ὅπως προ-
80ταθῇ εἰς αὐτὴν τότε καὶ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
81ἐπιόντος ἔτους, ἀρθῇ δὲ ἡ δημιουργηθεῖσα ἀνωμαλία. Ἐὰν
82δὲν τραπῇ τὴν ὁδὸν ταύτην, πρέπει νὰ τραπῇ ἑτέραν ὁδὸν, νὰ
83προκαλέσῃ τὴν σύγκλησιν δύο συνόδων ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους.
84Τοῦτο δὲ θέλει ἀγάγει πάντως εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον, ὅτι ἡ
85Βουλὴ ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων ἐτῶν θέλει ἔχει συντετελεσμέ-
86νας τέσσαρας συνόδους, ἀρχομένου δὲ τοῦ τετάρτου ἔτους, τὸ
87Στέμμα πρέπει ἀναγκαίως νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς,
88ἵνα μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν
89καὶ εἰς πέμπτην σύνοδον, ἀρχομένου τοῦ τετάρτου ἔτους, τὸ
90ὁποῖον ἡμεῖς κρίνομεν ἄτοπον, διότι δὲν συναρμολογεῖται ἀκρι-
91βῶς μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
92Ἀληθῶς ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς συμπληρώσεως
93τοῦ τετάρτου ἔτους εἶναι δυνατὸν νὰ γίγνηται, ὅταν τὸ
94Στέμμα κρίνῃ ὅτι τοῦτο ἐνδείκνυται εἰς αὐτὸ ἀπὸ τὰ συμ-
95φέροντα τοῦ Κράτους, διότι χάριν αὐτῶν ἐπενοήθη τὸ δι-
96καίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἀνετέθη ἡ ἐνάσκησις
97αὐτοῦ εἰς τὸ Στέμμα. Ἀναιροῦνται ὅμως τὰ δημόσια συμφέ-
98ροντα, ὅταν ἕνεκα τοιαύτης μηχανικῆς ἀνωμαλίας ἀναγκά-
99ζηται τὸ Στέμμα νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως,
100διότι ἡ ἐνάσκησις αὐτοῦ δὲν γίγνεται πρὸς προστασίαν δημο-
101σίων συμφερόντων. Τοιαύτη ἀναγκαστικὴ διάλυσις τῆς Βου-
102λῆς ἀποτελεῖ ἀντιφωνίαν πρὸς τὴν δημιουργίαν τῆς Βασιλι-
103κῆς προνομίας, δύναται δὲ νὰ κριθῇ ὡς ἔμμεσος ἀθέτησις τῶν
104διατάξεων τοῦ Συντάγματος, συντέμνουσα τὸν βίον τῆς Βου-
105λῆς ἐπὶ τρία ἔτη, ἀντὶ τῶν τεσσάρων ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα
106αὕτη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζήσῃ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα.
107Διὰ τοῦτο ἐκρίναμεν, ὅτι ἠθέλομεν πράξει ὀλιγώτερον ἄτοπον
108καὶ ἠθέλομεν εἶσθαι ἐγγύτερον εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ
109πολιτεύματος, ἐὰν προεκαλοῦμεν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς,
110ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ νέου ἔτους, τοῦτο δὲ ἐπράξαμεν παρα-
111καλέσαντες πρὸ μικροῦ ὑμᾶς νὰ συνέλθητε ἐν δευτέρᾳ συνόδῳ.
112Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας,
113οἵα κατεδηλώθη διὰ τοῦ νόμου τῆς δεκάτης Δεκεμβρίου 1893,
114ἐπέβαλλεν εἰς τοὺς κυβερνῶντας τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσπαθή-
115σωσιν, ἵνα διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων πληρῶσι τὰς ἀνάγκας
116οὐ μόνον τὰς τακτικάς, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐκτάκτους, τὰς ὁποίας
117ἄλλοτε ἐπλήρονον δι’ ἐκτάκτων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἐπορίζοντο
118ἐκ δανείων. Διὰ τοῦτο, καὶ ὅταν ἀπηυθύνομεν τὸν λόγον πρὸς
119τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ ὅταν
120μετὰ τὰς ἐκλογὰς, κληθέντες ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν ἀρ-
121χὴν, ἐνεφανίσθημεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐδώκαμεν πάντοτε τὴν
122διαβεβαίωσιν, ὅτι πρέπει νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια,
123ὅπως τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως μειωθῶσιν εἰς τὸ τελευταῖον
124ὅριον αὐτῶν, ἵνα τοιουτοτρόπως ὑπολείπηται μετὰ τὴν ἀφαί-
125ρεσιν αὐτῶν περίσσευμα, τὸ ὁποῖον νὰ διατίθεται εἰς τὴν θερα-
126πείαν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ὑπάρχουσι δὲ
127πολλαὶ ἔκτακτοι ἀνάγκαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καί τινες,
128τῶν ὁποίων τὴν πλήρωσιν ἐπιβάλλει ἡ ἀγαθοπιστία. Ἐπι-
129βάλλεται δὲ εἰς τὰ Κράτη καὶ τὰς Κυβερνήσεις πρὸ παντὸς ἡ
130καλὴ πίστις, καὶ ὀφείλουσι ν’ ἀποφεύγωσι νὰ προβαίνωσιν εἰς
131πράξεις, ἢ νὰ ὑποπίπτωσιν εἰς παραλείψεις, τῶν ὁποίων ἡ
132ἑρμηνεία ἤθελε παραστήσει τὰς Κυβερνήσεις ἢ τὰ Κράτη ὡς
133μετὰ κακῆς πίστεως ἐνεργοῦντα. Καὶ ἠθέλομεν τῷ ὄντι
134παρασταθῆ μετὰ κακῆς πίστεως ἐνεργοῦντες, ἐὰν, ἐνῷ τὸ δη-
135μόσιον ταμεῖον εἰσπράττει πέντε περίπου ἑκατομμύρια κατ’
136ἔτος, τὰ ὁποῖα εἰσφέρει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι
137ταῦτα θέλουσι χρησιμεύει πρὸς διευκόλυνσιν τῶν μέσων τῆς
138συγκοινωνίας, ἑπομένως καὶ πρὸς κατασκευὴν, συντήρησιν καὶ
139ἀνακαίνισιν ὁδῶν, ἡ Κυβέρνησις ἠμέλει τὰς ἀνάγκας ταύτας,
140καὶ οὐδὲν ἐδαπάνα δι’ αὐτὰς, ἀλλὰ πάντα τὰ ποσὰ ταῦτα
141διέθετεν εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ πλὴν
142τούτου, τὸ δημόσιον συμφέρον ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἐν
143ἐκκρεμότητι ἔργα σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, ἀρξάμενα καὶ
144διακοπέντα ἕνεκα τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ δε-
145κάτη Δεκεμβρίου τοῦ 1893. Τοιαῦτα ἔργα εἰσὶ τὰ τοῦ σιδη-
146ροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πει-
147ραιῶς–Λαρίσης. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν, ἵνα
148περιορίσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ὅπως δυνηθῶμεν διὰ
149τῶν τακτικῶν ἐσόδων νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰ ἔργα, τῶν ὁποίων
150ἡ ἐκτέλεσις εἶχεν ἀρχίσει ἢ συμφωνηθῆ, καὶ περάνωμεν ταῦτα.
151Ὅταν κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1895 εἰσήγομεν εἰς τὴν Βουλὴν
152τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, εἰσήγομεν αὐτὸν μετὰ τοσαύ-
153της σπουδῆς, οὐδ’ ἐπέτρεπεν ἡμῖν ὁ χρόνος νὰ ἀσχοληθῶμεν
154περὶ ἄλλο τι, περιωρίσθημεν δὲ μόνον περὶ τὴν ἐλάττωσιν τῶν
155ἐξόδων τῆς διοικήσεως. Δὲν ἦτο εἰς ἡμᾶς δυνατὸν τότε, διότι
156ἡ ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ εἶχε προβῆ, νὰ βασανίσωμεν τὰ ἄλλα
157μέρη τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἀφήκαμεν δὲ πάντα τὰ
158ἄλλα ἄθικτα, ὡς εἶχεν αὐτὰ ἀναγράψει ταῦτα ἐν τῷ εἰσα-
159χθέντι κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βου-
160λὴν προϋπολογισμῷ ἡ συντάξασα αὐτὸν τότε Κυβέρνησις.
161Κατὰ τὸ 1896 ὅμως δὲν εὑρισκόμεθα πλέον ὑπὸ τοιαύτην
162ἀνάγκην, διότι ὑπελείφθη ἡμῖν ἱκανὸς χρόνος, ὅπως ἐργασθῶ-
163μεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους τούτου.
164Δυστυχῶς, εἰ καὶ ἡμεῖς πεποίθαμεν ὅτι δύο ἐκ τῶν μεγαλει-
165τέρων δημοσίων φόρων, ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ὁ φόρος
166ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, χρήζουσιν ἀναθεωρήσεως καὶ
167ἀνασκευῆς, διότι ὁ μὲν φόρος τοῦ οἴνου εἶναι καὶ ἄνισος καὶ
168ἄδικος καὶ κατὰ τὴν βεβαίωσιν καταθλιπτικός, ὁ δὲ τῶν ἀρο-
169τριώντων κτηνῶν ὡσαύτως εἶναι ἄνισος καὶ ἄδικος, μ’ ὅλα
170ταῦτα δὲν εἴμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ προβάλωμεν
171εἰς τὴν Βουλὴν μεταβολὴν τῶν δύο τούτων φορολογικῶν νό-
172μων, διότι ἄλλαι ὑποχρεώσεις μᾶς ἀναγκάζουσι νὰ μὴ ἐπι-
173χειρήσωμεν οὐδεμίαν πρᾶξιν, τείνουσαν πρὸς μεταβολὴν τῆς
174ὑπαρχούσης φορολογίας, ὅταν ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης
175ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων. Πρὸ παν-
176τὸς ἐφρονοῦμεν, ὅτι ὠφείλομεν νὰ δώσωμεν πλήρη ἀπόδειξιν
177τῆς ἀγαθοπιστίας τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ,
178καὶ ἐν ὅσῳ δὲν ἐκανονίσθησαν αἱ μετὰ τῶν δανειστῶν σχέσεις
179αὐτοῦ διὰ τῆς μετ’ αὐτῶν συνεννοήσεως, ἔπρεπε νὰ ἀπόσχω-
180μεν πάσης φορολογικῆς μεταβολῆς, ἥτις εἴτε πράγματι ἠδύ-
181νατο νὰ ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, εἴτε καὶ ἂν τοιαύ-
182την δὲν ἤθελεν ἐπιφέρει, δὲν ἦτο ὅμως ἀδύνατον νὰ παρα-
183σταθῇ, ὅτι τοιαῦτα ἤθελεν ἐπιφέρει ἀποτελέσματα, ἤτοι ὅτι
184τείνει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων. Καθ’ ὃν χρόνον δὲν δυ-
185νάμεθα νὰ ἀποδίδωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους πάντα,
186ὅσα διὰ τῶν συμβάσεών των μετὰ τοῦ Κράτους εἶχον τὸ δι-
187καίωμα νὰ ἀπαιτῶσιν, ἠθέλομεν ἐγείρει παράπονα εὐλογο-
188φανῆ, ἄν, πρὶν ἢ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς αἱ μετ’ αὐτῶν σχέ-
189σεις τοῦ Κράτους, ἡμεῖς προεβαίνομεν εἰς νομοθετικὰ μέτρα,
190τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ παρασταθῶσιν ὡς ἐλαττώνοντα τὰ
191ἔσοδα ἡμῶν. Ὅταν ἐπέλθῃ καθ’ ἕνα οἷον δήποτε τρόπον ὁ
192κανονισμὸς τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν αὐ-
193τοῦ, τότε αἴρονται πλέον τὰ δεσμὰ τῶν κυβερνώντων, καὶ
194δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἴτε ἡμεῖς εἴμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν, ἢ καὶ
195ἄλλοι ἀνθ’ ἡμῶν ἀνέλθωσιν εἰς αὐτήν, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι
196θέλουσιν ἀσχοληθῆ, ἵνα προκαλέσωσι τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς
197διὰ προτάσεων μεταβολῆς τῶν δύο τούτων φορολογικῶν νόμων.
198Εἶπον ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν ἐλάττωσιν τῶν
199ἐξόδων τῆς διοικήσεως, ἵνα διὰ τῶν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐ-
200τῶν περισσευόντων ἐσόδων ἐπαρκέσωμεν πρὸς θεραπείαν τῶν
201ἐκτάκτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις αὕτη
202ἐπιτυγχάνεται διὰ τριῶν τρόπων: εἴτε διὰ μεταβολῆς τῶν
203ὑπαρχόντων ὀργανικῶν νόμων, ὅπως διὰ νέων ὀργανισμῶν κλά-
204δων τῆς δημοσίας διοικήσεως καταστήσωμεν τὴν ἐν αὐτοῖς
205διοίκησιν οἰκονομικωτέραν καὶ ὀλιγοδάπανον· εἴτε κατὰ τὴν
206σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ περιστολῆς τῶν πραγμα-
207τικῶν ἐκείνων δαπανῶν, αἵτινες δὲν κανονίζονται διὰ νόμου,
208ἀλλὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ· εἴτε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ
209προϋπολογισμοῦ. Τῷ ὄντι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολο-
210γισμοῦ πολλαὶ δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν ἐλαττώσεις τῶν ἐξό-
211δων, ἐὰν ἐπιστηθῇ ἡ προσήκουσα προσοχὴ περὶ τὴν διαχείρι-
212σιν τῶν ἐσόδων καὶ περὶ τὴν οἰκονομικωτέραν ἐκτέλεσιν τῶν
213νόμων· ἀλλὰ θέλει ἀσφαλισθῆ ἡ τοιαύτη φειδὼ περὶ τὴν ἐκ-
214τέλεσιν τῶν προϋπολογισμῶν, ἐὰν οὗτοι συντάσσωνται οὕτως,
215ὥστε ἑκάστη πίστωσις νὰ προορίζηται διὰ εἰδικήν τινα ἀνάγ-
216κην, νὰ μὴ ἀναγράφωνται δὲ συλλήβδην ὑπὸ τὸ αὐτὸ ἄρθρον
217πιστώσεις ἥκιστα ὁμοειδεῖς, μηδὲ συγγένειάν τινα πρὸς ἀλλή-
218λας ἔχουσαι. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ εἰσαγομένῳ προϋπολογισμῷ
219θέλετε εὐαρεστηθῆ νὰ παρατηρήσητε, ὅτι ἐφηρμόσαμεν τοὺς
220κανόνας τούτους ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατόν, ἀποκαταστήσαντες ἐν
221πλείστοις τὴν εἰδικοποίησιν τῶν πιστώσεων, μεταβαλόντες δὲ
222πρὸς τοῦτο τὸν εἰθισμένον μέχρι τοῦδε τρόπον τῆς συντάξεως
223τῶν προϋπολογισμῶν. Οὕτως, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
2241895 καὶ τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν πρὸ αὐτοῦ ἐτῶν τὰ 32
225κεφάλαια τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου
226διῃροῦντο εἰς 104 ἄρθρα, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους
2271896 διῃρέσαμεν αὐτὰ εἰς 115 ἄρθρα. Ἐν τῷ προϋπολο-
228γισμῷ τοῦ 1895 αἱ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους
229προοριζόμεναι πιστώσεις συνεκεντροῦντο ὑπὸ ἓν κεφάλαιον καὶ
230κατενέμοντο εἰς ἓξ ἄρθρα· ἀλλ’ ἐν τῷ εἰσαγομένῳ προϋπολο-
231γισμῷ τοῦ 1896 αἱ πιστώσεις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημο-
232σίου χρέους κατανέμονται εἰς ἐννέα κεφάλαια, καὶ ὑποδιαιροῦν-
233ται εἰς 37 ἄρθρα. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡσαύτως τοῦ ἐπὶ
234τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου αἱ πιστώσεις τοῦ ἑβδόμου κε-
235φαλαίου, αἱ κατανεμόμεναι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν προη-
236γουμένων ἐτῶν εἰς 24 ἄρθρα, κατενεμήθησαν ἐν τῷ εἰσαγο-
237μένῳ προϋπολογισμῷ εἰς 31 ἄρθρα. Καὶ ἐν τῷ προϋπολο-
238γισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης πολλὰς
239ἐπηνέγκομεν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν μεταβολὰς, διότι, ἐνῷ ἐν
240τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 καὶ ἐν τοῖς τῶν πρὸ τούτου ἐτῶν
241αἱ πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τούτου κατενέ-
242μοντο εἰς ἐννέα κεφάλαια καὶ εἰς 35 ἄρθρα, ἐν τῷ εἰσαγο-
243μένῳ προϋπολογισμῷ κατενεμήθησαν εἰς 16 κεφάλαια καὶ εἰς
244125 ἄρθρα. Καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ
245τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουρ-
246γείου αἱ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ πιστώσεις κατενεμήθησαν
247ἐφέτος εἰς 14 κεφάλαια καὶ εἰς 55 ἄρθρα, ἐνῷ ἐν τοῖς προϋ-
248πολογισμοῖς τῶν προηγηθέντων ἐτῶν κατενέμοντο εἰς πέντε
249κεφάλαια καὶ εἰς 40 ἄρθρα.
250Ὅταν ἀνεθεωροῦμεν κατὰ Ἰούνιον τοῦ παρελθόντος ἔτους
251τὸν ὑπὸ προκατόχων εἰσαχθέντα εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν
252κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, προσ-
253επαθήσαμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους πρὸ
254μικροῦ ἀνέφερον, εἴχομεν δὲ δυνηθῆ νὰ προβάλωμεν νομοσχέ-
255δια τροποποιοῦντα ὀργανισμούς τινας τῆς διοικήσεως, καὶ νὰ
256ἐπιφέρωμεν ἐλαττώσεις τινὰς τῶν τακτικῶν ἐξόδων· ἐκτε-
257λοῦντες ὅμως μέχρι τοῦδε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον τοῦ
2581895, ἠδυνήθημεν νὰ ἐπενέγκωμεν νέας ἐλαττώσεις. Εἶμαι δὲ
259βέβαιος, ὅτι, ἂν καὶ ἀναγκαζόμεθα νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν
260Βουλὴν οὐκ ὀλίγα νομοσχέδια ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων
261ἐπὶ τοῦ εἰρημένου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἡ χρῆσις τού-
262του δὲν θέλει καταλίπει ἔλλειμμα.
263Ὄντως πολλὰς θέλομεν ζητήσει ἀναπληρωματικὰς πι-
264στώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1895. Τινὲς τούτων δὲν ζητοῦν-
265ται ἵνα θεραπευθῶσιν ἀνάγκαι τοῦ ἔτους 1895, ἀλλ’ ἵνα ἀρθῶ-
266σιν ἀνωμαλίαι, αἵτινες εἶχον λάβει χώραν πρὸ τοῦ 1895. Τοιαύ-
267την ἀνωμαλίαν σκοπεῖ νὰ ἄρῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρω-
268ματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 369,000 ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου καὶ ἄρ-
269θρου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἀναγρά-
270φονται τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχε συντελε-
271σθῆ ἀνωμαλία, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προΐδωμεν,
272ὅτε συνετάσσομεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ἵνα ἔκτοτε
273προβλέψωμεν περὶ ταύτης. Καὶ ἀληθῶς πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ
274φαντασθῶμεν, ὅτι τὰ ἔξοδα τῶν Βουλευτικῶν Συνόδων ἐπλη-
275ρόνοντο ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ ἔτους τοῦ ἑπομένου τοῦ χρό-
276νου, καθ’ ὃν συνεκλήθη ἡ Σύνοδος; Ἀλλὰ τοῦτο ὑπῆρχε καὶ
277ἔλαβεν ἀρχὴν ἀπὸ τοῦ 1892, καθ’ ὃ ἔτος συνεκλήθησαν δύο
278ἀντὶ μιᾶς Βουλευτικαὶ Σύνοδοι· τὰ ἔξοδα τότε τῆς πρώτης
279τῶν δύο τούτων Συνόδων ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ
280προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ἐπειδὴ δ’ οὗτος δὲν περιέλαβε πί-
281στωσιν ἐξόδων δύο Συνόδων, τὰ ἔξοδα τῆς συγκληθείσης ἐντὸς
282τοῦ 1892 δευτέρας Συνόδου ἐπληρώθησαν ἐκ τῆς πιστώσεως
283τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑπομένου ἔτους 1893. Οὕτω τὰ
284ἔξοδα τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου τοῦ 1893 ἐπληρώθησαν διὰ
285τὴν δευτέραν Βουλευτικὴν Σύνοδον τοῦ 1892, κατὰ δὲ τὸ
2861893 εἶχε πλέον ἐξαντληθῆ ἡ πίστωσις πρὸς πληρωμὴν τῶν
287ἐξόδων τῆς κατὰ τὸ 1893 συγκληθείσης Βουλευτικῆς Συνό-
288δου, καὶ διέθεσαν πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν τὴν πίστωσιν, ἥτις
289ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894, δι’ ἔξοδα τῆς
290κατὰ τὸ 1894 συγκλητέας Συνόδου· ἀλλ’ οὕτως εἶχεν ὡσαύ-
291τως ἐξαντληθῆ ἡ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς Συνόδου τοῦ 1894 ἀνα-
292γεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894 πίστωσις, ἕνεκα
293δὲ τούτου τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς τοῦ 1894 εἶχον ἀφεθῆ εἰς
294βάρος τῆς πιστώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Ἀλλ’
295αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 πιστώσεις δὲν εἶχον
296προορισθῆ δι’ ἔξοδα δύο Συνόδων, ἀλλὰ μιᾶς μόνον, διὰ τοῦτο
297δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τὰ ἔξοδα δύο Συνόδων.
298Ἕνεκα τούτου ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη ἀναπληρωτικῆς πι-
299στώσεως, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομο-
300σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν, ζητοῦντες πίστωσιν οὐχὶ πρὸς
301πλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ 1895, ἀλλὰ πρὸς ἄρσιν περιέργου
302ἀληθῶς ἀνωμαλίας. Καὶ ἕτερον δὲ νομοσχέδιον ἀναπληρωτι-
303κῆς πιστώσεως προβάλλομεν, ἵνα πληρώσωμεν ἀνάγκην προ-
304ηγουμένου ἔτους, καὶ οὐχὶ τοῦ 1895, ἡ δὲ δι’ αὐτοῦ ζη-
305τουμένη ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς
306322,882.22. Τὸ ποσὸν τοῦτο ζητεῖται διὰ πληρωμὴν τόκων
307ἐντόκου γραμματίου, ἀνήκοντος εἰς τὸν ἐκπεσόντα ἐργολάβον
308τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὸ
309ὁποῖον ὁ εἰρημένος ἐργολάβος δὲν ἐφρόντισε νὰ προσαγάγῃ
310ἐμπροθέσμως πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων. Τὸ ποσὸν τοῦτο
311ἤθελε πληρωθῆ εἰς τὸν ἐργολάβον, ἂν δὲν περιέπιπτεν εἰς πτώ-
312χευσιν, περιῆλθε δὲ νῦν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου, τὸ
313ὁποῖον κατέλαβε τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸν εἰρημένον ἐργολάβον,
314ἀνθ’ ὧν ἔχει κατ’ ἐκείνου ἀξιώσεων, καὶ ἀποδίδει εἰς τὰ ὑπό-
315λοιπα κεφάλαια τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ὅπως
316καὶ τοῦτο διατεθῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηρᾶς ταύτης
317ὁδοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τῶν δύο τούτων ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων,
318αἵτινες ἀνερχόμεναι εἰς 691,882.22 ζητοῦνται διὰ τοῦ νομο-
319σχεδίου, ὅπερ εἰσάγω ἀμέσως, ζητοῦνται ὡσαύτως καὶ ἀνα-
320πληρωτικαὶ πιστώσεις διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1895, πλὴν
321ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐχορήγησε κατὰ Ἰούλιον τοῦ
3221895, ὅπως συμπληρωθῶσιν αἱ πιστώσεις αἱ προωρισμέναι
323διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, καὶ ἡ ὁποία ἀνήρ-
324χετο εἰς 730,095 δραχμὰς, χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ νόμου τῆς
32526 Ἰουλίου 1895. Πλὴν ταύτης παρακαλοῦμεν τὴν Βου-
326λὴν νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως δύο διαταγμάτων,
327διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἀνα-
328πληρωτικαὶ πιστώσεις, ἡ μὲν ἐξ 120,000 δραχμῶν δι’ ἀπο-
329ζημίωσιν μαρτύρων, ἡ δὲ ἐξ 100,000 δραχμῶν διὰ συμπλή-
330ρωσιν τῆς δι’ ἔξοδα σιγαροχάρτου ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ
331προϋπολογισμῷ πιστώσεως.
332Ἡ πρώτη πίστωσις τῶν 120,000 δραχ. δι’ ἔξοδα μαρ-
333τύρων καταγγέλλει ἔλλειψιν προνοίας ἐπαρκοῦς πρὸς προσ-
334διορισμὸν ἀκριβῆ τῶν ἀπαιτουμένων δι’ ἀνάγκας τῆς διοική-
335σεως πιστώσεων. Ἐν γένει πᾶσαι αἱ ἀναπληρωτικαὶ πιστώ-
336σεις καταγγέλλουσιν ἔλλειψιν τοιαύτην τῶν συντασσόντων
337τοὺς προϋπολογισμούς. Ἡμεῖς δὲν συνετάξαμεν, ἀλλ’ ἀνεθεω-
338ρήσαμεν τὸν ὑπὸ προκατόχων εἰσαχθέντα εἰς τὴν διαλυθεῖ-
339σαν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, καὶ τοῦ χρόνου σπεύ-
340δοντος τότε, ἀνεθεωρήσαμεν αὐτὸν μετὰ σπουδῆς, περιορισθέν-
341τες εἰς τὸν διὰ νόμων περιορισμὸν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν
342αὐτῷ ἐξόδων, ἀφέντες δὲ τὰ ἄλλα ὡς εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ
343προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, τῷ ὑπὸ προκατόχων εἰσαχθέντι
344εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1894. Ἐν τούτῳ εἶχεν ἀναγραφῆ
345πίστωσις 800,000 δραχ. δι’ ἀποζημιώσεις μαρτύρων, καὶ τὸ
346ποσὸν τοῦτο ἀφήκαμεν ἀναγεγραμμένον καὶ ἐν τῷ προϋπο-
347λογισμῷ, ὃν ἡμεῖς εἰσηγάγομεν κατὰ Ἰούνιον. Ἐὰν οἱ συν-
348τάξαντες κατὰ τὸ 1894 τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895,
349καθ’ ὃν χρόνον συνέτασσον αὐτὸν, ἠδύναντο νὰ γνωρίζωσι τὰ
350ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ διὰ τὸ ἀμέσως προηγού-
351μενον τότε ἔτος προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δι-
352καιοσύνης, δὲν ἤθελον ἀναγράψει πίστωσιν μόνον 800,000
353δραχμῶν, ἀλλὰ ποσοῦ μεγαλειτέρου, διότι ἤθελον πληροφο-
354ρηθῇ, ὅτι κατὰ τὸ 1894 εἶχεν ὡσαύτως ἀναγραφῆ πίστωσις
355800,000 δραχ. δι’ ἀποζημιώσεις μαρτύρων ἀλλ’ ἡ πίστω-
356σις δὲν ἐπήρκεσε, καὶ ἐζητήθη ἀναπληρωτικὴ ἐξ 170,000,
357οὕτω δὲ ἡ δι’ ἀποζημιώσεις μαρτύρων χορηγηθεῖσα κατὰ τὸ
3581894 πίστωσις ἀνήρχετο εἰς 970,000. Καὶ εἰς τὸ ἔτος 1893
359δ’ ἂν προσέφευγον, ἤθελον πληροφορηθῆ, ὅτι τότε εἶχον ἀνα-
360γραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δι’ ἀποζημιώσεις μαρτύρων
361720,000, ἀλλ’ ἐζητήθη δι’ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως πο-
362σὸν 100,000 ἔτι δραχμῶν, συμπληρωθείσης τῆς πιστώσεως
363εἰς 820,000· ἀλλὰ καὶ ἄλλη κατόπιν ἐζητήθη πίστωσις
364κεκλεισμένων χρήσεων 77,000, καὶ οὕτω τὸ ποσὸν ἀνῆλθεν
365εἰς 897 χιλιάδας.
366Οὕτως ἔχει ἡ πίστωσις τῶν 120,000, ἥτις ἐχορηγήθη ἐν
367τῇ ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς διὰ Β. Διατάγματος, τοῦ ὁποίου ζη-
368τοῦμεν τὴν κύρωσιν. Καὶ διὰ τὴν διὰ τοῦ ἑτέρου διατάγμα-
369τος χορηγηθεῖσαν πίστωσιν 100,000 δραχ. δι’ ἔξοδα σιγα-
370ροχάρτου, τὴν αὐτὴν ποιοῦμαι παρατήρησιν, διότι καὶ τὸ
371ποσὸν τῆς πιστώσεως ταύτης ἀφήκαμεν ὡς ὑπῆρχεν ἀναγε-
372γραμμένον ἐν τῷ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 εἰσαχθέντι εἰς τὴν
373διαλυθεῖσαν Βουλὴν προϋπολογισμῷ· ἂν δ’ ἦτο δυνατὸν νὰ λη-
374φθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι κατὰ
375τὸ 1894 εἶχον δαπανηθῆ δι’ ἔξοδα σιγαροχάρτου 530,672,71,
376βεβαίως δὲν ἤθελεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πί-
377στωσις μόνον 380,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ ποσὸν
378τοῦτο δὲν ἐπήρκεσεν, οὗ ἕνεκα παρήχθη ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνα-
379πληρωτικῆς πιστώσεως, τῆς χορηγηθείσης διὰ τοῦ Β. Δια-
380τάγματος, οὗ τὴν κύρωσιν προτείνομεν διὰ τοῦ εἰσαγομένου
381νομοσχεδίου.
382Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκτελῶν τὸν προϋ-
383πολογισμόν, εὑρέθη ὡσαύτως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ πι-
384στώσεις ἀναπληρωτικὰς ἐκ δραχ. 726,000, κατὰ τὸ νομο-
385σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἀνάγκη τῆς
386πιστώσεως ταύτης ἐπῆλθε, διότι οἱ συντάξαντες τὸν εἰσαχθέντα
387κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν προϋ-
388πολογισμὸν τοῦ 1895 δὲν εἶχον προβλέψει, ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους
389τούτου ἤθελεν ἐπέλθει διάλυσις τῆς Βουλῆς. Τὸ συμβεβηκὸς
390ἐπῆλθε μετὰ τὴν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἀποχώρησιν τῶν συνταξάντων
391τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ἡ διάλυσις τῆς Βου-
392λῆς καὶ ἡ ἐνέργεια ἐκλογῶν ὑπεχρέωσε τοὺς τότε διοικοῦντας
393νὰ πληρώσωσι τὰς κενὰς θέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀναγραφῆ ἐν
394τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ πλήρωσις δὲ τῶν κενῶν τούτων θέσεων,
395ἐπελθοῦσα ἐξ ἀνάγκης ὡμολογημένης, ἐπέφερε τὴν ἀνάγκην
396τῆς ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, περὶ ἧς τὸ εἰσαγόμενον εἰς
397τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον.
398Ἐπίσης προτείνομεν δύο νομοσχέδια περὶ χορηγίας ἀνα-
399πληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895
400ἐκ δραχ. 120 χιλιάδων, δι’ ἔξοδα καλλιεργείας ἁλικῶν καὶ
401ἐκ δραχ. 24,000 διὰ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις. Κατὰ τὸ
4021895 ἐφηρμόσθη ἄλλος τρόπος καλλιεργείας ἁλικῶν, ὁ δι’
403ἐνοικιάσεως, ὁ ὁποῖος παρεῖχε τὴν προσδοκίαν, ὅτι ἤθελεν
404ἐλαττώσει τὸ ποσὸν τῶν συνήθως δαπανωμένων. Καὶ πράγ-
405ματι ἐπῆλθε τοιαύτη ἐλάττωσις, ἀλλὰ τὸ παραχθὲν ποσὸν
406ἁλάτων ἦτο μεγαλείτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παρήγετο
407κατὰ τὸ παρελθόν, οὕτω δ’ ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναπλη-
408ρωτικῆς ταύτης πιστώσεως.
409Ἀλλὰ ἐπὶ τῶν ἀναπληρωτικῶν τούτων πιστώσεων ἐπιτρέ-
410ψατέ μοι νὰ ῥίψω βλέμμα συγκριτικόν. Αἱ χορηγηθεῖσαι καὶ
411ζητούμεναι ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
412σμοῦ τοῦ 1895 ἀνέρχονται εἰς δραχ. 2,511,977.22, ἐξ ὧν
413ἀνήκουσιν εἰς ἀνάγκας τοῦ 1895 πιστώσεις ἐκ δραχμῶν
4141,820,095, ἤτοι:
428Αἱ λοιπαὶ ἀνήκουσιν εἰς ἀνάγκας παρελθουσῶν χρήσεων, ἤτοι:
436Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ 1895 συνίστανται εἰς τὰ διὰ τοῦ
437προϋπολογισμοῦ προσδιορισθέντα 93,035,649.47, καὶ εἰς τὰ
438διὰ τῶν ζητουμένων πιστώσεων χορηγούμενα δι’ ἀνάγκας τοῦ
4391895 ἐκ δρ. 1,820,095, τὸ ὅλον εἰς δρ. 94,855,744.47·
440ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔξοδα τοῦ 1896 προσδιορίζονται διὰ τοῦ εἰσα-
441γομένου προϋπολογισμοῦ εἰς δρ. 90,222,350.83, ἕπεται ὅτι
442τὰ ἔξοδα τοῦ 1896 προαγγέλλονται ἐλάσσω τῶν ζητηθέν-
443των διὰ τὸ 1895 κατὰ δραχ. 4,633,393.64.
444Αἱ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅμως τοῦ 1895 ἀναπληρω-
445τικαὶ πιστώσεις, οὐ μόνον αἱ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1895 ζη-
446τούμεναι, ἀλλὰ καὶ αἱ διὰ τὰς τῶν παρελθόντων ἐτῶν ζη-
447τούμεναι, ἂν συγκεφαλαιωθῶσι, θέλουσιν ἀνέλθει, ὡς εἶπον προη-
448γουμένως, εἰς 2,511,977.20, ἂν δὲ παραβληθῶσι πρὸς τὰς
449ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
450γισμοῦ τοῦ 1893 ζητηθείσας, εἰσὶ πολλῷ ἐλάσσονες ἐκείνων,
451διότι αἱ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 ζητηθεῖσαι ἀνῆλ-
452θον εἰς 4,860,556.10, ἤτοι κατὰ 3,040,461.10 ἐλάσσονες,
453αἱ δὲ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 ζητηθεῖσαι ἀνῆλ-
454θον εἰς 13,324,435.05, ἤτοι ὑπερβαίνουσαι τὰς ἐπὶ τοῦ
455προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 ζητουμένας κατὰ 10,812,457.85.
456Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προσδιορισθέντα
457ἔξοδα τοῦ 1895 ἀναβιβάζονται διὰ τῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
458γισμοῦ ζητουμένων πιστώσεων ἀπὸ δραχ. 93,035,649.47 εἰς
45994,855,744.47, ἕπεται, ὅτι δὲν καλύπτονται διὰ τῶν ἐσό-
460δων, τὰ ὁποῖα εἶχον προσδιορισθῆ, αἱ 93,461,348, καὶ ὅτι ἡ
461χρῆσις θέλει καταλήξει εἰς ἔλλειμμα ἐκ δρ. 1,394,396.47·
462εὐτυχῶς ὅμως ὁ κίνδυνος οὗτος ἀπεσοβήθη, ἕνεκα τῆς περισ-
463σείας τῶν εἰσπράξεων, αἵτινες ἔν τισιν ἀπέδωκαν πολλῷ πλείω
464τῶν προϋπολογισθέντων. Ἀληθῶς, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋ-
465πολογισμὸς τοῦ 1895, ἐπροτάθη, ἵνα ἀναβιβασθῇ τὸ ἐν αὐτῷ
466ἀναγεγραμμένον ἔσοδον ἐκ τελωνειακῶν τελῶν εἰς 24,000,000,
467ἀφοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος 1894 εἶχον εἰσπραχθῆ
46826,707,003· ἀλλὰ κατὰ τῆς τοσοῦτον μεγάλης αὐξήσεως
469τοῦ ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν ἐσόδου ἐπροβάλλοντο δύο
470δισταγμοί· ὁ πρῶτος, ὅτι κατὰ τὸ 1894 εἶχε γενῆ μεγάλη
471εἰσαγωγὴ ἐμπορευμάτων, διότι κατὰ τὸ 1893, κατὰ τὸ
472ὁποῖον ἐπροτάθη ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, δὲν εἶχε
473γενῆ παντάπασι προμήθεια τοιούτων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἦσαν
474δὲ κατὰ τὸ 1894 πάντα τὰ ἀποταμιεύματα τοῦ ἐμπορίου
475ἐξηντλημένα καὶ αἱ ἀποθῆκαι τῶν ἐμπόρων κεναί. Ἑπομέ-
476νως κατὰ τὸ 1894 ἡ προμήθεια τῶν ἐμπορευμάτων ἦτο
477μεγάλη, οἵα οὐδεμία πιθανότης ὑπῆρχεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι
478καὶ κατὰ τὸ 1895. Ὁ δεύτερος λόγος, ὅτι κατὰ τὸ τέλος
479τοῦ 1893 καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1894 εἶχε διαδοθῆ, ὅτι
480ἔμελλον νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἐπὶ τῶν σιτηρῶν εἰσαγωγικὰ τέλη,
481τὸ δὲ ἐμπόριον, ἐκ φόβου τοιαύτης αὐξήσεως, ἔσπευσε νὰ τε-
482λωνίσῃ πάντα τὰ σιτηρὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀποτεθῆ ἐν τῇ
483διαμετακομίσει, καὶ ὁ λόγος δ’ οὗτος ἀμφίβολον ἦτο, ἐὰν
484κατὰ τὸ 1895 ἤθελεν ὑπάρξει. Διὰ τοῦτο μετὰ δειλίας
485προέβημεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐκ τελωνειακῶν τε-
486λῶν ἐσόδου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ,
487καὶ μόλις ἔστερξεν ἡ Βουλὴ νὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσὸν τοῦ
488ἐσόδου τούτου εἰς 24 ἑκατομμύρια. Κατὰ τὸν προσδιορισμὸν
489μάλιστα τοῦ ποσοῦ τῶν 24 ἑκατομμυρίων, ὑπῆρξαν οἱ προ-
490λέγοντες, ὅτι τὸ ποσὸν ὑπερέβαινε τὰς πιθανότητας τοῦ
491εἰσπρακτέου κατὰ τὸ 1895 ἐκ τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων πο-
492σοῦ. Τὰ πράγματα ὅμως ἐδικαίωσαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ
493θάῤῥους ἐζήτουν τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγεγραμμένου
494ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, διότι ἀντὶ 24 ἑκατομμυ-
495ρίων, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν, εἰσεπράχθησαν 26,093,221,
496ἤτοι 2,093,221 ὑπὲρ τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολο-
497γισμῷ, ταῦτα δὲ ἀρκοῦσι νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα τῶν
4981,394,396.47, τὸ ὁποῖον προαγγέλλεται, ὡς εἶπον προηγουμέ-
499νως. Καὶ ἂν δὲ ὑπελογίζετο εἰς τὸ ἔλλειμμα καὶ τὸ ποσὸν τῶν
500691,882.22, τὸ ζητούμενον δι’ ἀνάγκας οὐχὶ τοῦ 1895,
501ἀλλὰ προηγουμένων αὐτοῦ ἐτῶν, καὶ ἀνεβιβάζετο οὕτω τὸ
502ἔλλειμμα τοῦ 1895 ἀπὸ 1,394,396.47 εἰς 2,086,278.69,
503καὶ τότε ἀκόμη ἀποσοβεῖται ὁ κίνδυνος τοῦ ἐλλείμματος, ἀφοῦ
504πρὸς τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895
505περίσσευμα ἐκ συγκρίσεως τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα ἐκ δρ.
506425,698.83 ὑπάρχουσι καὶ τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τελωνειακῶν
507τελῶν ὑπὲρ τὸ προϋπολογισθὲν, ἅτινα, ὡς εἶπον, εἰσὶ 2,093,221,
508καὶ προσέτι 274,074.91, εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς κατα-
509ναλώσεως τοῦ καπνοῦ τελῶν ὑπὲρ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
510τοῦ 1895 ἀναγραφὲν ποσόν.
511Ἀλλὰ, πλὴν τούτων, δὲν εἶναι περιττὸν νὰ γένηται γνω-
512στὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τοὺς ἓξ μῆνας, κατὰ τοὺς
513ὁποίους ἐδιοικοῦμεν, διεχειρίσθημεν τὰς πιστώσεις τοῦ προϋ-
514πολογισμοῦ μετὰ τοσαύτης οἰκονομίας, ὥστε πολλαὶ τῶν ἐν
515τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων πιστώσεων ἐφ’ ἑκάστου
516ἄρθρου θέλουσι καταλίπει ἀδιάθετον ποσὸν, ὄχι διότι παρε-
517λίπομεν νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἀνάγκην, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ πί-
518στωσις εἶχεν ἀναγραφῆ, ἀλλὰ διότι ἡ διαχείρισις τῆς πιστώ-
519σεως ἐγένετο μετὰ φειδοῦς (εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν
520εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς νὰ δηλώσωμεν λεπτο-
521μερείας ἀποδεικνυούσας τὸν ἰσχυρισμὸν ἡμῶν τοῦτον· ἀλλ’
522ὅταν θέλῃ καταρτισθῆ ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους
5231895, θέλει γενῆ ἀναντιῤῥήτως γνωστὴ ἡ ἀλήθεια τῆς βε-
524βαιώσεως, τὴν ὁποίαν παρέχω σήμερον.
525Βεβαίως, ὡς εἶπον ἡ ἀνάγκη ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων
526ἐξαγγέλλει ἔλλειψιν προνοίας πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ πράγματι
527ἀπαιτουμένου ποσοῦ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κρά-
528τους. Δυστυχῶς τοιαύτη ἔλλειψις προνοίας κατεδείχθη ἐν
529πᾶσι τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἃς εὐχη-
530θῶμεν δὲ νὰ μὴ ἐξαγγελθῇ τοιαύτη καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα
531ἔτη, διότι οὕτω θέλομεν ἀσφαλίσει τὴν ἐν τοῖς προϋπολογι-
532σμοῖς ἰσοζύγισιν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα.
533Μετὰ τὴν ἐκδρομὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην ἐρευ-
534νῶν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 καὶ τὰ μέχρι τοῦδε γνω-
535σθέντα ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, ὀφείλω πρὸς
536συμπλήρωσιν νὰ προσθέσω κατανομήν τινα τῶν πιστώσεων
537τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, καὶ νὰ παραβάλω τὸ ἐξα-
538γόμενον τῆς κατανομῆς ταύτης πρὸς τὸ ἐξαγόμενον κατανο-
539μῆς ὁμοίας τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896.
540Τὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 καὶ διὰ τῶν ἐπ’ αὐ-
541τοῦ χορηγηθεισῶν καὶ ζητουμένων ἀναπληρωτικῶν πιστώ-
542σεων ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1895 ἀνέρχονται εἰς 95,547,625
543καὶ 99 ἑκατοστά. Ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο διαιρεθῇ εἰς τὰς διὰ
544τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων χρεῶν προωρισμένας πιστώσεις,
545εἰς τὰς δι’ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἐν γένει προωρισμένας καὶ
546εἰς τὰς δι’ ἔκτακτα ἔξοδα, συνάγεται, ὅτι διὰ μὲν τὴν ὑπη-
547ρεσίαν τῶν δημοσίων χρεῶν εἶχον προσδιορισθῆ···· 21,926,326.66
548Διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐν γένει διοικήσεως············ 69,843,917.11
549καὶ δι’ ἔκτακτα ἔξοδα··························· 3,753,382.22
550················································ 95,523,625.99
560Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονηθῇ, ὅτι τὰ δι’ ἔξοδα τῆς διοική-
561σεως ἐν γένει προορισθέντα κατὰ τὸ 1895 ἐκ δρ. 69,843,917
562καὶ 11 ἑκατοστῶν περιλαμβάνουσι καὶ τὰς 691,882.22, αἵ-
563τινες προωρίσθησαν πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν οὐχὶ τοῦ 1895,
564ἀλλὰ προγενεστέρων ἐτῶν.
565Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν δι’ ἔξοδα διοικήσεως ἐν γένει
566κατὰ τὸ 1895 προορισθεισῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 69,843,917
567καὶ 11 ἑκατοστῶν ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς
568φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς ἐν γένει
569διοικήσεως, καὶ ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελε περιορισθῆ κατὰ
570δραχ. 691,882.22, ὅσαι ἐζητήθησαν δι’ ἀνάγκας παρελθόντων
571ἐτῶν, καὶ περιορισθῆ μόνον εἰς 69,152,034.89. Ἀλλ’ ὁ προϋ-
572πολογισμὸς τοῦ 1895 εἶχε συνταχθῆ καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον
573ἐκτελεσθῆ ἐν χρόνῳ κυβερνητικῶς ἀνωμάλῳ, διότι δύο ἢ τρία
574ἀλλεπάλληλα Ὑπουργεῖα ἀνῆλθον ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, κατὰ τὸ
575τελευταῖον τρίμηνον τοῦ 1894 καὶ κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμη-
576νον τοῦ 1895, εἶχε δὲ ἀναθεωρηθῆ παρ’ ἡμῶν μετὰ σπου-
577δῆς, ἣν ἐπέβαλλεν ἡμῖν ὁ ὑπολειπόμενος πρὸς συζήτησιν αὐ-
578τοῦ βραχὺς χρόνος. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως τοῦ 1896, κατὰ
579τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου ἠδυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς κα-
580νόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους φρονοῦμεν ὅτι πρέπει κατὰ τὴν
581παροῦσαν χρονικὴν περίοδον νὰ συντάσσωνται οἱ προϋπολο-
582γισμοὶ, δὲν ἔχει τὸ ἐλάττωμα τοῦτο. Ἐπειδὴ δ’ ἐλπίζω, ὅτι
583δὲν θέλει παρασταθῆ ἀνάγκη ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ἤ,
584ἂν ἤθελε τοιαύτη παρασταθῆ, ἐλάχισται θέλουσιν εἶσθαι αἱ
585ζητηθησόμεναι ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, φρονῶ ὅτι δὲν θέ-
586λουσιν ἀλλοιωθῆ πολὺ τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένα ποσὰ, καὶ
587ὅτι δὲν θέλουσιν ἀλλοιωθῆ οὐδὲ τῆς κατὰ τὰ ἀνωτέρω κατα-
588νομῆς αὐτῶν τὰ πορίσματα.
589Ἀλλὰ προβάλλει ἀμέσως εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν ἀκροω-
590μένων ἡ μεγίστη διαφορὰ, ἡ μεταξὺ τῶν ἐξόδων τῶν ἀνα-
591γεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 καὶ τῶν ἐξό-
592δων τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896
593ὑπάρχουσα· διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ δώσω ἐν ὀλίγαις λέξεσι τὸν
594λόγον αὐτῆς. Τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1896 προσ-
595διορίζονται εἰς 90,222,350.83, ἐνῷ κατὰ τὸ 1895 εἶχον
596προσδιορισθῆ εἰς 93,035,649.17, ἑπομένως ὑπάρχει διαφορὰ
5972,813,298.36. Ἡ αὐτὴ διαφορὰ ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ ἔσοδα,
598διότι καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1896 προϋπολο-
599γίζονται εἰς 90,894,541, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
6001895 εἶχον προσδιορισθῆ εἰς 93,461,348, ἤτοι κατὰ δραχ.
6012,566,807 περισσότερα. Ἡ διαφορὰ εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν
602νόμων, τοὺς ὁποίους ἐψήφισε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον
603ἡ Βουλή. Ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ
604Βασιλέως ἐξεδόθη ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
605κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος δὲν θέλει εἰσπράττει πλέον ἐκ
606τῶν δήμων τὰς εἰσφορὰς διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκ-
607παιδεύσεως, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ἀνεγράφετο ἐν τῷ προϋπο-
608λογισμῷ τοῦ 1895 εἰς 2,500,000, ὑπ’ ὄψει δὲ τῆς Βουλῆς
609ὑπάρχει καὶ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς ἀστυνομικῆς νο-
610μοθεσίας, κατὰ τὸ ὁποῖον ὡσαύτως δὲν θέλει εἰσπράττει τὸ
611Κράτος τὰς 1,200,000, αἵτινες κατὰ τὴν κρατοῦσαν ἔτι
612νομοθεσίαν εἰσήγοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξ εἰσφορῶν τῶν
613δήμων δι’ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας. Μόνον τὰ δύο ταῦτα ποσὰ
614ἀποτελοῦσι 3,700,000. Διὰ τοῦτο ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋ-
615πολογισμῷ τοῦ 1896 καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα ἠλαττω-
616μένα. Κατὰ τὸ 1896 δὲν πρόκειται τὸ Κράτος νὰ μετέλθῃ
617τὴν μεσολάβησιν, τὴν ὁποίαν μετήρχετο μέχρι τοῦδε κατὰ
618τοὺς κειμένους νόμους, εἰσπράττον ἀπὸ τοὺς δήμους ἔξοδα
619δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ πληρόνον αὐτὸ τοὺς μισθοὺς εἰς
620τοὺς δημοδιδασκάλους· ἀλλὰ νῦν, κατὰ τὸν νόμον περὶ δημο-
621τικῆς ἐκπαιδεύσεως, οἱ δῆμοι πληρόνουσι τοὺς δημοδιδασκά-
622λους, τὸ δὲ Κράτος ἔρχεται ἐπίκουρον, καὶ διὰ τοῦτο ἀνε-
623γράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 πίστωσις 1,500,000,
624ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἐνδεχομένης ἀνεπαρ-
625κείας τῶν δημοτικῶν ἐσόδων. Ὡσαύτως καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς
626ἀστυνομίας τὸ Κράτος δὲν μετέρχεται τὴν αὐτὴν μεσολάβη-
627σιν, ἵνα εἰσπράττῃ ἀπὸ τοὺς δήμους 1,200,000, ὅπως δι’ αὐ-
628τῶν πληρόνῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας, διότι τὰ ἔξοδα τῶν
629διοικητικῶν ἀστυνομιῶν, αἵτινες θὰ συστηθῶσιν εἰς τὰς πρω-
630τευούσας τῶν νομῶν, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ εἰσηγμένον νομοσχέδιον,
631θέλουσι καταβάλλεσθαι ὑπὸ τῶν δήμων τῶν πρωτευουσῶν
632τῶν νομῶν, ὡς καὶ τῶν ἐν τοῖς ἄλλοις δήμοις τοπικῶν ἀστυ-
633νομιῶν τὰ ἔξοδα θέλουσι καταβάλλεσθαι ὑπὸ τῶν δήμων.
634Ἑπομένως τὸ Κράτος δὲν θέλει εἰσπράττει παρὰ τῶν δήμων,
635ἵνα εἰς λογαριασμὸν αὐτῶν δαπανᾷ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσέ-
636πραττε καὶ ἐδαπάνα μέχρι τοῦδε πρὸς πλήρωσιν τῶν εἰρημέ-
637νων ἀναγκῶν.
638Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡσαύτως τοῦ 1896 δὲν ἀνεγρά-
639φησαν αἱ διὰ τὰ ἔξοδα καὶ διὰ τὰ ἔσοδα μεταβολαὶ, τὰς
640ὁποίας ἐπάγουσι τὰ εἰσαγόμενα νῦν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέ-
641δια, διότι ταῦτα δὲν ἐπεψηφίσθησαν ἔτι. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Βουλὴ
642ἤθελε στέρξει νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον μεταβάλ-
643λει εἴτε τὰ ἔξοδα εἴτε τὰ ἔσοδα, τότε θέλει συντάσσεσθαι ἓν
644φύλλον προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει ἀντικαθιστᾷ τὸ φύλ-
645λον τὸ ὑπάρχον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται τὰ μεταβαλλό-
646μενα διὰ τοῦ νέου νόμου ἔσοδα ἢ ἔξοδα. Οὕτως, ὅταν ἡ Βου-
647λὴ ἤθελεν εὐαρεστηθῆ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυ-
648νομίας, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰσηγμένον εἰς αὐτὴν, τότε θέλει μετα-
649βληθῆ τὸ φύλλον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνα-
650γράφονται τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας, διότι ταῦτα ἐν τῷ προϋ-
651πολογισμῷ τοῦ 1896 ἀνεγράφησαν τοιαῦτα, οἷα ἀναφέρονται
652ἐν τοῖς προηγουμένοις προϋπολογισμοῖς, ἀφοῦ ἀκόμη δὲν μετε-
653ποιήθη τὸ εἰσηγμένον νομοσχέδιον εἰς νόμον. Ἀλλ’ ὅταν μετα-
654ποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας εἰς νόμον, δὲν θέλουσι
655δαπανᾶσθαι εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν τὰ ποσὰ, τὰ
656ὁποῖα δαπανῶνται νῦν δι’ αὐτὴν, θέλει δ’ ὑπάρξει σημαντικὴ
657ἕνεκα τούτου ἐλάττωσις ἐξόδων, ἥτις θέλει αὐξήσει τὸ ἐν τῷ
658προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 ἀναγεγραμμένον περίσσευμα, διότι
659τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔξοδα διὰ τὴν ἀστυ-
660νομίαν θέλουσι κατασταθῆ ἐλάσσω.
661Ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 ἀφῃρέθησάν τινα τῶν
662ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
6631895, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη αὐτῶν κατὰ τὸ 1896.
664Οὕτως ἀφῃρέθησαν:
665αʹ) 2,500,000 ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων διὰ τὰ ἔξοδα τῆς
666δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως·
667βʹ) 1,200,000 ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων διὰ τὰ ἔξοδα τῆς
668στρατιωτικῆς ἀστυνομίας·
669γʹ) 1,460,140, προϋπολογισθέντα ἐξαιρετικῶς κατὰ τὸ
6701895 ὡς ἔσοδον ἐξ ἐκποιήσεως σταφιδοκάρπου παραληφθέν-
671τος εἰς εἶδος·
672δʹ) 245,230 ἔσοδον ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἕνεκα τῆς
673μειώσεως, ἥτις ἐπῆλθε μετὰ τὸν πέρυσιν ἐκδοθέντα νόμον περὶ
674τῶν τελῶν τούτων.
675εʹ) 138,000 ἔσοδον ἐξ ἀπολήψεως ἀντιτίμου ἐκλογικῶν
676εἰδῶν.
677Ἑπομένως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 δὲν ἀνεγρά-
678φησαν ἔσοδα ἐκ 5,543,370, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν
679τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895.
680Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγραφῶσι τὰ 5,543,370 ἐν τῷ
681προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, τὰ ἔσοδα τοῦ 1896 ἤθελον ἀνα-
682βιβασθῆ εἰς 96,437,911, δηλαδὴ ἤθελον εἶσθαι ἐν παρα-
683βολῇ πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ 1895 κατὰ 2,976,563 περισσότερα.
684Κατὰ τὰ 1896 ὅμως προέκυψαν ἀνάγκαι διάφοροι, ἀνεγνω-
685ρισμέναι καὶ ἐπικείμεναι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀνεγράφησαν ἐν
686τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 ἔξοδα περισσότερα τῶν ἐν τῷ
687προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 ἀναγεγραμμένων, ἤτοι·
688αʹ) 125,000 δι’ ἔξοδα συντηρήσεως τῶν ὁδῶν·
689βʹ) 200,000 δι’ ἔξοδα ἀνακαινίσεως τῶν ὁδῶν, διότι τὸ
690σύστημα τῆς δι’ ὀδοστατῶν συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, μεθ’ ὅλας
691τὰς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς δοθείσας ὑπὸ
692συναδέλφων πληροφορίας περὶ τῆς πλήρους ἐπιτυχίας του,
693παρήγαγε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνακαινίσεως πολλῶν ὁδῶν, αἵ-
694τινες δὲν εἶχον συντηρηθῆ ἐπαρκῶς καὶ κατεστράφησαν· διὰ
695τοῦτο ἀντὶ 400,000, ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
696τοῦ 1895, ἀνεγράφησαν 600,000 δι’ ἀνακαίνισιν ὁδῶν·
697γʹ) 430,000 πλείους τῶν κατὰ τὸ 1895 ἀναγεγραμμένων
698ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ κατασκευὴν ὁδῶν·
699δʹ) 963,500 δι’ ἀπόδοσιν ὀφειλομένων εἰς τὰ κεφάλαια
700τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν·
701εʹ) 58,000 δι’ ἔξοδα ἐπιστασίας καὶ ὁδοιπορικὰ ἕνεκα τοῦ
702κατασκευαζομένου σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν.
703Τὸ ὅλον δραχ. 1,676,500.
704Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἀνωτέρω ἐξόδων, τὰ ὁποῖα προορίζονται
705πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν ἐκτάκτων, ἀνεγράφησαν καὶ ἔξοδα
706πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν τακτικῶν, εἴτε μηδόλως ἀναγεγραμ-
707μένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, εἴτε πλείω τῶν ἐν
708ἐκείνῳ ἀναγεγραμμένων οὕτω:
709αʹ) 168,000 διὰ μισθὸν 200 ἀστυφυλάκων, προστεθέντων
710εἰς τοὺς κατὰ τὸ 1895 κατεταγμένους.
711βʹ) 35,000 διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ πλη-
712θυσμοῦ τοῦ Κράτους, ἥτις πρὸ ἐτῶν δὲν ἐγένετο.
713γʹ) 33,000 διὰ τὴν προστασίαν τῆς Γεωργίας, μετὰ τὴν
714σύστασιν τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν, οἵτινες κατὰ τὸ εἰσαγό-
715μενον νομοσχέδιον θέλουσι ἀντικαταστήσει τὰς Γεωργικὰς
716Σχολάς.
717δʹ) 40,000 διὰ δαπάνας πρὸς εὔρυνσιν τῆς παρὰ τὸ Στά-
718διον γεφύρας, ἕνεκα τῶν παρασκευαζομένων τελετῶν.
719εʹ) 29,000 πρὸς ἐπέκτασιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας
720πλέον τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895.
721ϛʹ) 160,100 διὰ μισθώματα τηλεγραφικῶν καλωδίων, διὰ
722πρόχειρά τινα ὑδραυλικὰ ἔργα, διὰ βελτιώσεις ἐν τῷ Μαιευ-
723τηρίῳ καὶ ἐν τῷ Νοσοκομείῳ τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων,
724καὶ δι’ ἄλλας τινας μικρὰς ἀνάγκας.
725ζʹ) 52,400 διὰ κατασκευὴν πλακῶν διὰ τὰ ἀναμνηστικὰ
726ἕνεκα τῶν τελετῶν τοῦ Σταδίου γραμματόσημα.
727ηʹ) 372,600 δι’ ἐνδεχομένην ἔκτακτον Σύνοδον τῆς Βου-
728λῆς.
729θʹ) 400,000 δι’ ἀπόδοσιν ὀφειλομένων εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν
730ὁδοποιίαν.
731ιʹ) 200,000 δι’ ἀπόδοσιν ὀφειλομένων εἰς τὴν δημοτικὴν
732ὁδοποιίαν.
733ιαʹ) 650,000 δι’ ἀπόδοσιν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ὑπὲρ τὸ
734κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 ἀποδοθὲν κατὰ τὸ ἔτος
735ἐκεῖνο.
736ιβʹ) 218,500 δι’ ἔξοδα σιγαροχάρτου καὶ καλλιεργείας
737ἁλικῶν, ὑπὲρ τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
7381895, πρὸς ἀποφυγὴν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων.
739ιγʹ) 12,680 δι’ ἔξοδα τῶν ἀποσταλησομένων ὑποτρόφων
740διὰ τὴν σπουδὴν τῆς δασολογίας.
741Τὸ ὅλον δραχ. 2,371,280.
742Κατὰ τὰ εἰρημένα, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολο-
743γισμῷ τοῦ 1896 ἔσοδα καὶ ἔξοδα καταλήγουσιν εἰς περίσ-
744σευμα 672,190.17. Πλὴν τούτου ὅμως, ὅταν τὸ ὑπ’ ὄψιν
745τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου νομοσχέδιον περὶ
746ἀστυνομίας μεταποιηθῇ εἰς νόμον, θέλουσιν αἰσθητῶς μειωθῆ
747τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 ἀναγεγραμμένα ἔξοδα·
748διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ δὲν ἀνεγράψαμεν μὲν τὰ
749ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων εἰσπραττόμενα μέχρι τοῦδε ἔσοδα ἐκ
750δρ. 1,200,000, ἀνεγράψαμεν ὅμως πάντα τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυ-
751νομίας, ὡς εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
7521895· ἀλλὰ τὰ ἔξοδα ταῦτα δὲν θέλουσι δαπανᾶσθαι, ὅταν
753μεταποιηθῇ εἰς νόμον τὸ εἰσηγμένον ἀπὸ τῆς παρελθούσης
754Συνόδου εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διότι τὸ ἓν τρίτον μό-
755λις αὐτῶν θέλει δαπανᾶσθαι διὰ τὴν Διεύθυνσιν τῆς Διοικη-
756τικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, πασῶν δὲ τῶν ἄλ-
757λων ἀστυνομιῶν τὰ ἔξοδα θέλουσι καταβάλλεσθαι παρὰ τῶν
758δήμων. Ἑπομένως τὸ ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον θέλουσιν ἐλατ-
759τωθῆ ἕνεκα τούτου τὰ ἔξοδα, θέλει προστεθῆ ὡς εἰκὸς εἰς τὸ
760περίσσευμα. Πλὴν δὲ τούτου θέλει παρασταθῆ ποσὸν διαθέσι-
761μον δύο καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον προσδοκῶμεν νὰ
762εἰσπράξωμεν ἐκ τελωνειακῶν τελῶν ὑπὲρ τὸ ἐν τῷ προϋπολο-
763γισμῷ τοῦ 1896 ἀναγεγραμμένον ποσόν· διότι, ἂν τὰ εἰσπρα-
764χθέντα κατὰ τὸ 1894 ἐκ τελωνειακῶν τελῶν 26,707,003
765εἶχον εἰδικὸν λόγον τὴν ἀνάγκην τοῦ ἐμπορίου νὰ πληρώσῃ
766προμηθειῶν τὰς κενωθείσας ἀποθήκας του, καὶ τὴν ἐκβιασθεῖ-
767σαν ἐξαγωγὴν πρὸς κατανάλωσιν τῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς
768διαμετακομίσεως σιτηρῶν, οἱ λόγοι οὗτοι δὲν ὑπῆρχον κατὰ
769τὸ 1895, καθ’ ὃ οὐχ ἧττον εἰσεπράχθησαν 26,093,221,
770οὐδ’ ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι τοσαῦτα περίπου
771θέλουσιν εἰσπραχθῆ καὶ κατὰ τὸ ἀρξάμενον ἔτος. Τὸ ποσὸν
772τοῦτο δὲν ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἵνα μὴ ἐνθαῤ-
773ῥυνθῇ τις καὶ ὀλισθήσῃ εἰς ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι
774τὴν κυρίαν νόσον τῶν προϋπολογισμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα διὰ
775τοῦτο πρέπει πάντες νὰ ἐργασθῶμεν ἀδελφικῶς, ἵνα ἐξώσωμεν
776ὁριστικῶς ἀπὸ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους.
777Μοὶ ὑπολείπεται νὰ εἰσαγάγω νῦν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζη-
778τεῖται ἡ ἄδεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως διατεθῶσι δύο
779δωδεκατημόρια τοῦ εἰσαγομένου προϋπολογισμοῦ διὰ τὰ ἔξο-
780δα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. καὶ προσέτι
781ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν δημο-
782σίων ἐσόδων κατὰ τοὺς κρατοῦντας νόμους.
783Ἀφ’ ἧς ἡ Βουλὴ διέκοψε τὰς ἐργασίας της, συνεπληρώθη-
784σαν ἤδη ἓξ μῆνες, καθ’ οὓς διεχειρίσθημεν, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν
785τοῦ Στέμματος, τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς
786Βουλῆς, ἑπομένως ἔχομεν πλήρη τὴν συνείδησιν τῆς ἡμετέρας
787εὐθύνης ἐπὶ ταῖς ἡμετέραις πράξεσι, καὶ προσερχόμεθα νὰ δώ-
788σωμεν λόγον ἐνώπιον αὐτῆς. Ἐπειδὴ δὲ μεταξὺ τῶν θεμά-
789των, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν πληροφορίας εἰς
790τὴν Βουλὴν, προέχει ἓν θέμα, τὸ θέμα τῶν ἀρξαμένων δια-
791πραγματεύσεων πρὸς κανονισμὸν τῶν μετὰ τῶν δανειστῶν σχέ-
792σεων τοῦ Κράτους, διὰ τοῦτο σπεύδομεν νὰ διαλάβωμεν πρὸ
793πάσης ἄλλης ὑποθέσεως περὶ αὐτοῦ.
794Ὄταν ἡ Βουλὴ διέκοψε κατὰ τὴν 20 Ἰουλίου τὰς ἐρ-
795γασίας αὐτῆς, ἦτο τοσοῦτον προκεχωρηκυῖα ἡ ὥρα, ὥστε
796εἰκότως δὲν ἠδύνατο νὰ περιμένῃ τις, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὸ πέρας
797τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἤθελε γένηται ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν
798πρὸς συνεννόησιν μετὰ τῶν δανειστῶν, διότι, ὡς γνωρίζουσιν
799οἱ κ. κ. Βουλευταί, ἡ ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνη ἦτο ὥρα ἀρ-
800γίας, ἀφοῦ πάντες, ἢ οἱ πλεῖστοι, ἀπέρχονται εἰς τὰς ἐξο-
801χὰς ἢ εἰς τὰ λουτρά. Διὰ τοῦτο, ἂν καὶ ἀπὸ τῆς 29 Αὐ-
802γούστου διεβιβάσαμεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλην.
803Κυβερνήσεως τὸ πρῶτον μέρος τῶν ὁδηγιῶν, διὰ τῶν ὁποίων
804ὠφείλομεν νὰ ἐφοδιάσωμεν αὐτοὺς, καὶ ἂν καὶ κατὰ τὴν 11ην
805Σεπτεμβρίου καὶ κατὰ τὴν 17ην Σεπτεμβρίου ἀπεστείλαμεν
806αὐτοῖς καὶ τὸ δεύτερον καὶ τὸ τρίτον μέρος τῶν ὁδηγιῶν, καὶ
807οὕτως ἐθήκαμεν αὐτοὺς ἐν κατοχῇ ὅλου τοῦ συστήματος, τὸ
808ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ τὰς βά-
809σεις τῆς ὁριστικῆς συνεννοήσεως τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δα-
810νειστῶν αὐτοῦ, μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ γένηται
811ἔναρξις τῶν κυρίως διαπραγματεύσεων, διότι μόλις κατὰ τὴν
812ἑνδεκάτην Ὀκτωβρίου ἐγένετο δυνατὸν νὰ συναντηθῶσιν ὁ ἐν
813Βερολίνῳ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ
814προέδρου τοῦ ἀμυντικοῦ συνδέσμου καὶ μετὰ τῶν διευθυντῶν
815τῆς Τραπέζης Bleichröder καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
816(National Bank), ἐν δὲ τῷ Λονδίνῳ μόλις κατὰ τὴν 9
817Νοεμβρίου κατωρθώθη νὰ συναντηθῇ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς
818Ἑλλην. Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ προέδρου τῆς ὁμάδος τῶν κα-
819τόχων τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ μετὰ τοῦ κ. Hambro,
820ὁ ὁποῖος διευθύνει Τράπεζαν ἐκδόσεως ἑλληνικῶν δανείων. Τὸν
821πρόεδρον τῆς ὁμάδος τῶν Ἄγγλων κατόχων ἑλληνικῶν χρεω-
822γράφων ἐκράτει εἰς ἐξοχὴν οἰκογενειακὸν δυστύχημα, καὶ μό-
823λις κατὰ τὴν νύκτα τῆς 8ης Νοεμβρίου εἶχεν ἐπανέλθει εἰς
824τὸ Λονδῖνον. Αἱ συναντήσεις δὲ αὗται ἦσαν συναντήσεις προ-
825παρασκευαστικαὶ, οὐχὶ δὲ συνεδριάσεις ἐπὶ τῆς οὐσίας. Αἱ
826συναντήσεις ὅμως αὗται ἦσαν ἀναγκαῖαι, διότι ἔπρεπε διὰ
827κοινῆς συνεννοήσεως νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς συνεργασίας
828καὶ τῆς συμπράξεως τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλ. Κυβερνή-
829σεως μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δανειστῶν, καὶ διὰ τοῦτο
830ἐγένοντο δύο ἢ τρεῖς τοιαῦται συναντήσεις. Ἀλλὰ αἱ κυρίως
831συνεδριάσεις ἤρξαντο τὴν 15/27 Δεκεμβρίου, ἐγένοντο δὲ ἑπτὰ
832τοιαῦται συνεδριάσεις. Ἡ πρώτη ἐγένετο τὴν 15/27 Δεκεμ-
833βρίου, ἡ δευτέρα τὴν 19/31 Δεκεμβρίου, ἡ τρίτη ἐγένετο τὴν
83423 Δεκεμβρίου (4 Ἰανουαρίου 1896), ἡ τετάρτη ἐγένετο
835τὴν 24 Δεκεμβρίου (5 Ἰανουαρίου 1896), ἡ πέμπτη ἐγένετο
836τὴν 1/13 Ἰανουαρίου 1896, ἡ ἕκτη τὴν 4/16 Ἰανουαρίου
837καὶ ἡ ἑβδόμη τὴν 7/19 Ἰανουαρίου 1896. Κατὰ τὰς συνε-
838δριάσεις ταύτας, αἵτινες ὅλαι ἐγένοντο ἐν Παρισίοις, διότι
839κατὰ πρότασιν τοῦ προέδρου τῆς ὁμάδος τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ
840κατεχόντων ἑλληνικὰ χρεώγραφα οἱ Παρίσιοι προσδιωρίσθη-
841σαν ὡς τόπος τῶν συνεδριάσεων, τὴν πρότασιν δὲ ταύτην, γε-
842νομένην ἀποδεκτὴν καὶ ἀπὸ τοὺς ἐν Βερολίνῳ καὶ ἀπὸ τοὺς
843ἐν Παρισίοις, οὐδένα εἴχομεν λόγον νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν, κατὰ
844τὰς συνεδριάσεις, λέγω, ταύτας ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλην.
845Κυβερνήσεως ἐξέθηκεν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὸ σύστημα, τὸ
846ὁποῖον αἱ ὁδηγίαι περιεῖχον, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς νο-
847μίζομεν ὅτι προσήκει νὰ κανονισθῶσιν αἱ μετὰ τῶν δανειστῶν
848σχέσεις τοῦ Κράτους. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν, οἵτι-
849νες ἦσαν, ἐκ τῆς Γερμανίας ὁ γραμματεὺς τοῦ ἀμυντικοῦ συν-
850δέσμου, ἐκ δὲ τῆς Γαλλίας αὐτὸς ὁ πρόεδρος τῶν Γάλλων
851κατόχων ἑλληνικῶν χρεωγράφων, συνεργασθέντες μετὰ τοῦ
852ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἔλαβον σημείωσιν
853πασῶν τῶν λεπτομερειῶν, ἐπειδὴ δὲν ἦσαν παρεσκευασμένοι νὰ
854προβῶσιν ἀμέσως εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ἐζήτησαν νὰ
855σταματήσωσιν αἱ ἐργασίαι, ἵνα συνεννοηθῶσι μετὰ τῶν ἐντο-
856λέων των καὶ λάβωσιν ὁδηγίας περὶ τῶν προτάσεων, τὰς
857ὁποίας σκοποῦσι ν’ ἀπευθύνωσιν. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρί-
858σκονται αἱ διαπραγματεύσεις. Ὑποθέτω, ὅτι μετὰ τινὰς ἡμέ-
859ρας θέλουσιν ἐπαναληφθῆ· ἔχομεν δὲ πάντοτε δύο ἐνδεχομένας
860περιπτώσεις, τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον
861ἡμεῖς προεβάλομεν, ἤθελε γενῆ ἀποδεκτὸν καὶ ἤθελον στέρξει
862οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους ν’ ἀποδεχθῶσιν αὐτὸ ὡς κανόνα
863τῶν σχέσεών των μεθ’ ἡμῶν — ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν ἡ
864Βουλὴ ἦναι παροῦσα, θέλω σπεύσει νὰ τῇ ἀναγγείλω τὸ
865ἀποτέλεσμα, — καὶ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε γενῆ
866δεκτὸν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν, ἀλλ’ ἤθελε
867προταθῆ ἄλλη ἀντιπρότασις, ὅτε θέλομεν ἐξακολουθήσει τὰς
868διαπραγματεύσεις.
869Ἡ ἐπιθυμία, ἥτις ἐκράτησεν ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν μελῶν τῆς
870Κυβερνήσεως, ἦτο ν’ ἀποδειχθῇ πασιφανῶς ἡ καλὴ πίστις
871τῆς χώρας καὶ ἡ εἰλικρίνεια τοῦ Κράτους, διότι πέποιθα, ὅτι
872αὕτη ἦτο καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος βα-
873ρέως ἔφερεν, ὅταν ἤκουε τὰς ποικίλας λοιδορίας, τὰς ὁποίας
874πολλαχόθεν ἐξετόξευον κατ’ αὐτοῦ· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἦσαν ἄδι-
875κοι αἱ λοιδορίαι, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἵνα μὴ περιαχθῇ
876εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, ὑπεβλή-
877θη ἀγογγύστως εἰς θυσίας τοσαύτας, εἰς ὅσας ὀλίγοι λαοὶ
878ὑπεβλήθησαν μέχρι τοῦδε. (Εὖγε εὖγε! ἐκ τῆς αἰθούσης,
879χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
880Ἡμεῖς, ὡς δὲν παρέλιπον νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τοὺς
881ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος, ὅταν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἠγό-
882ρευον πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, καὶ ὡς ἐβεβαίωσα τὴν
883Βουλὴν, ἀφοῦ ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν
884διακαῶς νὰ συνομολογηθῇ ὁ συμβιβασμὸς, καὶ τὸ ἐπιθυμοῦ-
885μεν πρὸ παντὸς ὄχι μόνον ἵνα ἀνακτήσῃ ἡ χώρα τὴν οἰκο-
886νομικὴν πίστιν αὑτῆς, ὄχι μόνον ἵνα δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ
887ἐργασθῇ καὶ περὶ ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως
888ἀναγκαῖα νὰ κανονισθῶσι, διότι μόνος ὁ συμβιβασμὸς δὲν
889δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὰς οἰκονομικὰς πληγὰς τῆς χώρας
890καὶ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἀποστομώσω-
891μεν πάντα, ὅστις τυχὸν ἤθελεν ἐξακολουθεῖ νὰ ὁμιλῇ ἀνευ-
892λαβῶς περὶ τῆς Ἑλληνικῆς γῆς.
893Εἶπον, ὅτι μόνος ὁ συμβιβασμὸς δὲν ἀρκεῖ ἵνα ἐπουλώσῃ
894τὰς οἰκονομικὰς πληγὰς τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους. Ἀλη-
895θῶς, καὶ ἀφοῦ συνομολογήσωμεν τὸν συμβιβασμὸν, ὑπολείπε-
896ται ἄλλη πληγὴ, ἡ τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἥτις δὲν
897θέλει γένηται δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ διὰ μόνου τοῦ συμβι-
898βασμοῦ, καὶ περὶ ἧς πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν ἅμα μετὰ τὸ
899πέρας τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο ἄλλα ἔχο-
900μεν καθήκοντα, διότι, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἡ οἰκονομικὴ
901νόσος ἔχει τὴν ἕδραν αὐτῆς καὶ ἀλλαχοῦ, εἰς τὴν ἀνισότητα
902τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Διὰ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἀσχολούμεθα
903νὰ μειώσωμεν τὰ ἔξοδα ἡμῶν, ἐπὶ τοσοῦτον πρέπει νὰ ἀσχο-
904ληθῶμεν ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα ἡμῶν, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι
905εὔκολον νὰ προσδοκᾷ τις ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν αὔξη-
906σιν τῶν ἐσόδων δι’ αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, ἢ διὰ
907προσθήκης νέων φόρων, πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν πάντως, πῶς
908νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Μόνον διὰ τῆς ἐνι-
909σχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀποκα-
910ταστήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ὑγείαν καὶ ἐν τῷ Κράτει καὶ ἐν
911τῇ χώρᾳ, μόνον τότε θέλει δυνηθῆ τὸ Κράτος ν’ ἀνταπο-
912κριθῇ εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας βεβαίως ὑπέ-
913χει, καὶ τῶν ὁποίων ἔχει πληρεστάτην συνείδησιν. Ἡ ἐνίσχυ-
914σις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι κυριω-
915τάτη μέριμνα τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν ἀπολαμβανόντων
916τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο μόλις ἠρξάμεθα τῶν
917διαπραγματεύσεων μετὰ τῶν δανειστῶν πρὸς συνομολόγησιν
918συμβιβασμοῦ, δὲν παρελίπομεν νὰ τραπῶμεν καὶ εἰς μελέτας
919περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς· ὁμολογῶ δὲ δημο-
920σίᾳ χάριτας εἰς τοὺς ἐκ τῆς Θεσσαλικῆς ἀντιπροσώπους τοῦ
921Κράτους, οἵτινες, ἅμα συνελθόντες μετὰ τὴν 16 Ἀπριλίου ἐν
922τῷ Βουλευτηρίῳ, δὲν ὤκνησαν νὰ συνέλθωσιν ἐπανειλημμέ-
923νως καὶ νὰ σκεφθῶσι περὶ τῆς χώρας αὐτῶν, καὶ νὰ ζητή-
924σωσι τίνα μέτρα πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ἵνα αἱ Θεσσαλικαὶ
925ἐπαρχίαι βελτιωθῶσιν οἰκονομικῶς. Τῷ ὄντι ἡ Θεσσαλικὴ
926εἶναι εὔφορος καὶ γόνιμος χώρα, τῆς ὁποίας τὴν ἁγνότητα
927δὲν ἐμόλυνεν εἰσέτι ἡ τέχνη, ἑπομένως οὐδεμία ἐγένετο ἐκμε-
928τάλλευσις αὐτῆς, ἡ ἐνίσχυσις δὲ τῆς παραγωγῆς ἐν τῇ Θεσ-
929σαλικῇ δὲν θέλει μόνον καταστήσει εὐδαίμονα τὴν χώραν
930ἐκείνην, ἀλλὰ θέλει προσδώσει καὶ σημαντικὴν εἰς τὸ Κρά-
931τος ἐπικουρίαν. Οἱ συνελθόντες κύριοι ἐκ Θεσσαλίας Βουλευ-
932ταὶ κατώρθωσαν μετὰ μελέτας, ἅτε τυγχάνοντες γνῶσται
933τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, νὰ καταλήξωσιν εἰς πορίσματα,
934τὰ ὁποῖα δύο ἐξ αὐτῶν ἐν ὀνόματι τῶν ἄλλων μοὶ ἀνεκοίνω-
935σαν δι’ ἐκθέσεως, ἣν μοὶ ἀπέστειλαν. Ἡ ἔκθεσις αὕτη, ἐν τῇ
936ὁποίᾳ ἐκτίθενται τὰ πορίσματα τῆς μελέτης τῶν κυρίων ἐκ
937Θεσσαλίας Βουλευτῶν, περιλαμβάνει διάφορα μέτρα, ἅτινα
938οὗτοι ἔκριναν ὅτι θέλουσιν εἶσθαι λυσιτελῆ καὶ σκόπιμα.
939Μεταξὺ τῶν μέτρων τούτων τινὰ μὲν ἦσαν μέτρα, τὰ ὁποῖα
940ἠδύνατο ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἀφ’ ἑαυτῆς νὰ διατάξῃ
941καὶ ἐκτελέσῃ, τινὰ ὅμως ἦσαν μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτουν
942τὴν σύμπραξιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὅταν ἐμελέ-
943τησα τὴν ἔκθεσιν, διέκρινα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ
944διαταχθῶσιν ἀμέσως παρὰ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ
945ἔσπευσα νὰ λάβω συνέντευξιν μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ.
946Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, μελετήσας ταῦτα,
947ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς, ἵνα τὰ μέτρα
948ταῦτα ἐκτελεσθῶσιν. Ἐλπίζω ὅτι τὰ ἐπὶ τόπον ὄργανα τῆς
949Διοικήσεως δὲν θέλουσιν ὀλιγωρήσει, ἀλλὰ θέλουσι σπεύσει,
950ὅπως φροντίσωσι νὰ ἐκτελεσθῶσι ταῦτα. Ἀλλὰ πλὴν τούτων
951ἦσαν καὶ ἕτερα μέτρα, διὰ τὰ ὁποῖα ἦτο ἀναγκαία ἡ σύμ-
952πραξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὰ μέτρα δὲ ταῦτα προτεί-
953νομεν εἰς τὴν Βουλὴν, παρασκευάσαντες τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγ-
954καῖα νομοσχέδια.
955Τὰ νομοσχέδια ταῦτά εἰσι τέσσαρα, τὸ πρῶτον δὲ τούτων
956σκοπεῖ τὴν σύστασιν εἰδικοῦ ταμείου πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ἀνά-
957πτυξιν τῆς παραγωγῆς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Θεσσαλίας. Ὁ
958ᾼΧΛΓʹ νόμος τῆς 2 Φεβρουαρίου 1889 περὶ ὑδραυλικῶν
959ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπέβαλε διαφόρους φόρους ἐπὶ τῆς Θεσ-
960σαλίας, ἵνα τὰ ἐξ αὐτῶν ἔσοδα χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ὑπη-
961ρεσίαν δανείου δώδεκα ἑκατομυρίων, ὅπως δι’ αὐτῶν ἐκτελε-
962σθῶσι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα. Ὁμοίους φόρους, ἀλλὰ κατὰ ποσὸν
963μετριωτέρους, προτείνομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρό-
964κειται, ὡς πόρους τοῦ εἰδικοῦ τούτου ταμείου. Προσεθέσαμεν
965ὅμως ὡς πόρους τοῦ εἰδικοῦ τούτου ταμείου καὶ τὰ ἑπόμενα·
966αʹ) τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσπραχθῆ ἐκ Θασσαλίας
967ἄλλοτε διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ἀρουραίων, καὶ τὸ ὁποῖον
968μένει ἄθικτον· βʹ) τὰ πρὸ τῆς ἑνώσεως τῶν Θεσσαλικῶν
969ἐπαρχιῶν συνεισενεχθέντα πρὸς σύστασιν Γεωργικῆς Τραπέζης
970χρηματικὰ ποσὰ, περὶ ὧν διέλαβεν ὁ νόμος ᾼϠΜΖʹ τῆς 21
971Μαρτίου 1891 γʹ) ἀνεγράψαμεν ὡσαύτως ὡς πόρον τοῦ
972ταμείου φόρον πρόσθετον, τὸν ὁποῖον ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ
973ὁποῖον προβάλλομεν ὡσαύτως, περὶ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν,
974ἀναγράφει ἐπὶ τῶν βοσκῶν τῶν κειμένων ἐν κτήμασι, τῶν
975ὁποίων οἱ ἰδιοκτῆται κατοικοῦσιν ἐν Ἑλλάδι· καὶ δʹ) ὡς πόρον
976τοῦ ταμείου τούτου ἀνεγράψαμεν τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς
977μεταξὺ τοῦ εἰσπραχθησομένου ποσοῦ, ἐκ τοῦ δι’ ἑτέρου νομο-
978σχεδίου προτεινομένου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν,
979πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη κατὰ μέσον
980ὅρον κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀρο-
981τριώντων κτηνῶν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ταμείου τούτου
982καταθέτω.
983Εἶπον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν· ὁ νῦν λειτουργῶν ἐπὶ
984τῶν βοσκῶν ἐν Θεσσαλίᾳ φόρος εἶναι πολλῷ ὑποδεέστερος
985τῆς ἀναλογίας, ἥτις πρέπει νὰ κρατῇ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τοῦ
986φόρου καὶ τῆς προσόδου. Διὰ τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει τὸν
987φόρον ἐπὶ τῶν βοσκῶν νὰ ἀντικαταστήσωμεν διὰ φόρου στρεμ-
988ματικοῦ ἐπὶ τῶν βοσκῶν τῶν κτημάτων τῶν λεγομένων τσι-
989φλικίων. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι παρόντες ἐν τῷ τόπῳ πάντες οἱ
990ἰδιοκτῆται τῶν τσιφλικίων, ἀλλ’ εἰσί καί τινες ἀπόντες τῆς
991χώρας, τῶν ὁποίων τὰ ἔσοδα, μόλις συγκομιζόμενα, ἀποστέλ-
992λονται εἰς αὐτοὺς διὰ χρυσοῦ, διὰ τοῦτο ἐκρίναμεν, ὅτι ἐπὶ
993τῶν βοσκῶν τῶν ἐν τοῖς κτήμασι τῶν ἰδιοκτητῶν, οἵτινές εἰσιν
994ἀπόντες καὶ οἵτινες δὲν ἐφρόντιζον οὔτε βιομηχανίαν τινὰ νὰ
995εἰσαγάγωσιν, οὔτε μεγάλην καλλιέργειαν νὰ ἐγκαταστήσωσιν,
996ὅτι ἐπὶ τῶν βοσκῶν τούτων πρέπει νὰ προστεθῶσι δύο δεκα-
997τημόρια τοῦ φόρου τούτου, καὶ ταῦτα νὰ εἰσάγωνται εἰς
998τὸ περὶ οὗ εἴρηται ἀνωτέρω εἰδικὸν Θεσσαλικὸν ταμεῖον.
999Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων
1000κτηνῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, κατὰ τὰς παραστάσεις τῶν συναδέλ-
1001φων ἐκ τῶν Θεσσαλικῶν ἐπαρχιῶν, ἐνήσκησε δυσάρεστον ἐπιῤ-
1002ῥοὴν ἐπὶ τῆς προόδου τῆς γεωργίας, διότι ἐπέφερε τὴν μείω-
1003σιν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ πάντες ἐκεῖθεν εὔχονται,
1004ἵνα ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἀντικατασταθῇ δι’
1005ἄλλου τινὸς φόρου. Καθ’ ἃς δ’ ἐλάβομεν πληροφορίας, δὲν
1006θέλουσι παντάπασι δυσαρεστηθῆ, ἐὰν ἤθελεν ἐπιβληθῆ ὁ
1007φόρος ἐπὶ τοῦ εἴδους, διατιθέμενος ὑπὸ τοῦ Κράτους δι’ ἐνοι-
1008κιάσεως εἰς χρήματα. Εἰσάγομεν λοιπὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ
1009ὁποίου καταργεῖται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐν
1010Θεσσαλίᾳ, καὶ ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ φόρου τούτου, προσ-
1011διοριζομένου εἰς ἓξ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ παραγομένου
1012ποσοῦ. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ ἐκ τοῦ φόρου τούτου
1013πρόσοδος νὰ ἦναι ὑπερτέρα τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὰ
1014τρία ἔτη εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων
1015κτηνῶν, τὸ νομοσχέδιον διατάσσει, ἵνα καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη
1016εἰσαχθῇ εἰς τὸ ταμεῖον τὸ εἰδικὸν τῆς Θεσσαλίας πρὸς ἐνί-
1017σχυσιν τῆς παραγωγῆς.
1018Πλὴν τῶν νομοσχεδίων τούτων, προβάλλομεν εἰς τὴν Βου-
1019λὴν ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὡσαύτως τὴν οἰκο-
1020νομικὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τού-
1021του προσδοκῶμεν ὅτι θέλει ἐνισχυθῆ ἡ γεωργικὴ τάξις, ἄνευ
1022ζημίας τῶν κτητόρων τῆς γῆς. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐν ἑκά-
1023στῳ τσιφλικίῳ, τὸ ὁποῖον ἔχει συνεχομένην ἔκτασιν τοὐλά-
1024χιστον δύο χιλιάδων στρεμμάτων γαιῶν ἐπιδεκτικῶν καλ-
1025λιεργείας, θέλει κηρυχθῆ ἀπαλλοτριωτέα ἕνεκα δημοσίας
1026ἀνάγκης ἔκτασις εἴκοσι στρεμμάτων δι’ ἑκάστην οἰκογέ-
1027νειαν γεωργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀποκατεστημένος ἐν αὐτῷ
1028ὑπὸ σχέσεις ἐπιμόρτου γεωργοῦ, ὡσαύτως δὲ καὶ ἡ οἰκία,
1029εἰς τὴν ὁποίαν κατοικεῖ. Τὸ ἐν τῷ κτήματι μέρος, τὰ
1030τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν γεωργῶν, ὑπὲρ ὧν
1031δύνανται νὰ διατεθῶσιν αἱ ἀπαλλοτριωτέαι ἐκτάσεις, θέλει
1032κανονίζει ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν θέλει ἀντιπροσωπεύεσθαι
1033ὁ ἰδιοκτήτης. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει ἐκτιμήσει τὴν ἀξίαν
1034κατὰ στρέμμα τῆς ἐκτάσεως τῶν εἴκοσι στρεμμάτων καὶ τῆς
1035οἰκίας, τὸ ἀντίτιμον δὲ αὐτῶν, ἀφοῦ διὰ διαδικασίας προσ-
1036διορισθῇ ὁριστικῶς, θέλει προκαταβάλλεσθαι ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ
1037ταμείου τῆς Θεσσαλίας, εἰς τὸ ταμεῖον δὲ τοῦτο θέλουσιν
1038ἀποδώσει τὸ καταβληθησόμενον κεφάλαιον οἱ γεωργοὶ εἰς δε-
1039καπέντε ἐτησίας δόσεις μετὰ τόκου 3%. Καὶ τὸ νομοσχέ-
1040διον τοῦτο καταθέτω.
1041Ἄλλη τις βιομηχανία ἐκηρύχθη ἐν ἀργίᾳ πρὸ δώδεκα
1042περίπου ἐνιαυτῶν, καὶ ὅταν ἐκηρύχθη ἐν ἀργίᾳ, ὑπῆρχον λό-
1043γοι πείθοντες ὅτι ἔπρεπε νὰ νομοθετηθῇ τὸ μέτρον ἐκεῖνο.
1044Ἀλλὰ κατὰ τὸν ἔκτοτε μέχρι τοῦδε χρόνον ἡ βιομηχανία
1045αὕτη ἔμεινεν ἐν ἀργίᾳ, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας
1046καὶ τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ ἦναι δυνατὸν διὰ νόμου νὰ περι-
1047σταλῶσιν αἱ καταχρήσεις, αἵτινες εἶχον ὑπαγορεύσει τὸ αὐ-
1048στηρὸν ἐκεῖνο μέτρον, νομίζομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος διὰ νὰ
1049παραταθῇ τῆς βιομηχανίας ταύτης ἡ ἀργία. Ἡ βιομηχανία
1050αὕτη εἶναι ἡ μεταλλευτική. Εἰσάγω διὰ τοῦτο νομοσχέδιον
1051μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν περὶ νόμου περὶ
1052μεταλλείων.
1053Τὴν Βουλὴν πολλάκις ἀπησχόλησεν ἡ μέριμνα περὶ τῶν
1054δασῶν. Καὶ νόμοι ἐψηφίσθησαν, καὶ ποινικαὶ διατάξεις πολ-
1055λαχοῦ ἀνεγράφησαν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔλειπεν εἰς ἡμᾶς ἡ
1056τεχνικὴ ἢ ἡ ἐπιστημονικὴ διοίκησις τῶν δασῶν. Ἀντὶ δασο-
1057φυλάκων, οἵτινες ἔχουσι προπαρασκευήν τινα, ἵνα γνωρίζωσι
1058πῶς νὰ συντηρῶσι τὰ δάση καὶ πῶς νὰ ἐπιμελῶνται τῆς ἀνα-
1059τροφῆς καὶ προαγωγῆς αὐτῶν, ἠναγκάσθημεν ν’ ἀναθέσωμεν
1060τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς χωροφύλακας, καὶ ἀντὶ δασονόμων
1061ἢ δασαρχῶν, γνωριζόντων εἴτε τὴν ἐπιστήμην εἴτε ἐκ πείρας
1062καὶ ἐκ παραδειγματισμοῦ τὴν τέχνην, ἔχομεν ἀξιωματικοὺς
1063τῆς χωροφυλακῆς. Περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως ταύ-
1064της ἐπέκειτο πρὸ πολλοῦ ἀνυπέρβλητος ἀνάγκη νὰ φροντίσω-
1065μεν. Ὅτε συνεστήθη ὁ γεωργικὸς σταθμὸς τῆς Βυτίνης, διῃ-
1066ρέθη διὰ τοῦ νόμου εἰς τρία τμήματα, εἰς τμῆμα γεωργικὸν, εἰς
1067τμῆμα λεπτοξυλουργικὸν καὶ εἰς τμῆμα δασοκομικὸν τὸ δὲ
1068δασοκομικὸν τμῆμα συνεστήθη κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον μετὰ
1069τοῦ σκοποῦ νὰ συντελέσῃ εἰς παρασκευὴν δασοφυλάκων.
1070Δυστυχῶς κυβερνητικαὶ μεταβολαὶ ἐπελθοῦσαι ἀφῆκαν τὴν
1071ἐργασίαν ἀσυμπλήρωτον, καὶ διὰ τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον,
1072διὰ τοῦ ὁποίου διοργανοῦται τὸ δασοκομικὸν τμῆμα τοῦ
1073γεωργικοῦ σταθμοῦ Βυτίνης κατὰ τρόπον, ὅστις, δυνάμεθα νὰ
1074προσδοκῶμεν, ὅτι θέλει παραγάγει ὡρισμένον κατ’ ἔτος ἀριθ-
1075μὸν δασοφυλάκων. Τότε, κατὰ τὸ 1891, παρίστων εἰς τὴν
1076Βουλὴν, ἐπανέλαβον δὲ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ
1077πολλάκις δὲν παρέλιπον νὰ βεβαιώσω, τὴν ἀνάγκην τῆς ἱδρύ-
1078σεως Δασολογικῆς τινος Σχολῆς· εἶχον μάλιστα παρακαλέσει
1079ἔκτοτε τὸν Διευθυντὴν τῆς Σχολῆς τῶν Βιομηχάνων τεχνῶν,
1080ἵνα ἀσχοληθῇ πρὸς παρασκευὴν σχεδίου Δασολογικῆς Σχολῆς,
1081καταρτιζομένης διὰ προσθήκης ἐν τῇ Σχολῇ τῶν πολιτικῶν
1082μηχανικῶν δύο ἢ τριῶν καθηγητῶν. Προσεδόκων, ὅτι, ἄν ἡ
1083Σχολὴ αὕτη συστηθῇ, ἠδύναντο οἱ εἰς αὐτὴν μαθητευόμενοι
1084μετὰ διδασκαλίαν δύο ἢ τριῶν ἐτῶν νὰ ἀποκτήσωσι τοσαύ-
1085τας γνώσεις, ὅσαι ἤθελον εἶσθαι ἀναγκαῖαι, ὅπως ἀναλάβωσιν
1086ὑπηρεσίαν δασονομικήν. Δυστυχῶς πάντα ταῦτα δὲν εἶναι
1087πλέον δυνατὰ, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐπιστημόνων
1088δασολόγων ἦτο μικρὸς, τελευταῖον δ’ ἐμείωσεν αὐτὸν ὁ θάνα-
1089τος. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀπελπισθῶμεν ὅτι δυνάμεθα, ὡς τὰ
1090πράγματα ἔχουσι, νὰ ἱδρύσωμεν καὶ διατηρήσωμεν Δασολογι-
1091κὴν Σχολὴν, ἐπιτηδείαν πρὸς παρασκευὴν δημοσίων ὑπαλλή-
1092λων, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ ἀνατεθῶσι τὰ ἔργα τοῦ δασονόμου
1093καὶ δασάρχου, διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ στρέψω τοὺς ὀφθαλ-
1094μοὺς ἀλλαχοῦ· καὶ ἐπειδὴ ἡ Σχολὴ τῶν πολιτικῶν μηχα-
1095νικῶν ἔχει παραγάγει ἀριθμὸν μηχανικῶν ὑπερβαίνοντα τὰς
1096ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ κοινωνία καὶ τὸ Κράτος ἔχει, ὑπάρ-
1097χουσι δὲ διαθέσιμοι, ὑπέλαβον ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ διαγω-
1098νισμοῦ, προκαλουμένου μεταξὺ ἐχόντων δίπλωμα μηχανικοῦ
1099τῆς Σχολῆς τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν, νὰ ἀνευρίσκομεν ἓξ
1100τοὐλάχιστον, τοὺς ὁποίους νὰ πέμψωμεν εἰς Δασολογικήν τινα
1101Σχολὴν, διότι οὗτοι, ὡς πολιτικοὶ μηχανικοὶ, ἔχουσι πᾶσαν τὴν
1102προαπαιτουμένην προπαιδείαν καὶ προπαρασκευὴν, θέλει δὲ
1103ἀρκέσει δι’ αὐτοὺς διετὴς διδασκαλία ἐν Δασολογικῇ Σχολῇ,
1104ὅπως παρασκευάσῃ αὐτοὺς δασονόμους καὶ δασάρχας. Διὰ
1105τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται νὰ σταλῶσιν
1106ἓξ ὑπότροφοι, λαμβανόμενοι διὰ διαγωνισμοῦ ἐκ τῆς τάξεως
1107τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν, οἵτινες νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς Εὐ-
1108ρώπην διὰ χορηγίας 300 φράγκων κατὰ μῆνα, διὰ νὰ σπου-
1109δάσωσιν ἐπὶ διετίαν τὴν δασολογίαν.
1110Κρίνων ὅμως ἀπαραίτητον νὰ κωδικοποιήσωμεν καὶ πά-
1111σας τὰς περὶ δασῶν διατάξεις καὶ καταρτίσωμεν οὕτως ἕνα
1112νόμον πλήρη, κανονίζοντα καὶ τὰ τῆς διοικήσεως τῶν δασῶν
1113καὶ τὰς ποινικὰς περιπτώσεις καὶ τὰς ποινικὰς διατάξεις πρὸς
1114καταστολὴν τῶν δασικῶν παραβάσεων, ἐφρόντισα νὰ συντα-
1115χθῇ καὶ καταθέτω τοιοῦτο νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον διαι-
1116ρεῖται εἰς δύο μέρη· τὸ πρῶτον, τὸ περὶ συντηρήσεως καὶ προσ-
1117τασίας τῶν δασῶν, περιέχει πέντε κεφάλαια: περὶ διαχειριστικοῦ
1118συστήματος, περὶ προστατευτικῶν δασῶν, περὶ ἀναδασώσεων,
1119περὶ παραχωρήσεως τῶν δασῶν, περὶ Δασικοῦ Συμβουλίου· τὸ
1120δὲ δεύτερον μέρος περιέχει ποινικὰς διατάξεις. Τὸ νομοσχέδιον
1121τοῦτο μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως εἰσάγω εἰς τὴν Βουλήν.
1122Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ νομοθετημάτων σκοπούντων τὴν
1123ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καθῆκον εἶχον νὰ μὴ λη-
1124σμονήσω πολύτιμον παραγωγὴν, τὴν παραγωγὴν τῆς στα-
1125φίδος καὶ τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, οἵτινες
1126ἀσχολοῦνται εἴτε εἰς τὴν καλλιέργειαν εἴτε εἰς τὴν ἐμπορίαν
1127τοῦ πολυτίμου τούτου προϊόντος. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
1128Σύνοδον, ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος εἰσῆγε νομο-
1129σχέδιά τινα, κληθεὶς ν’ ἀποφήνωμαι γνώμην, δὲν ἐδίστασα
1130νὰ δηλώσω, ὅτι ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν
1131τότε, παρεδεχόμην τὴν ἀρχὴν δύο νομοσχεδίων, τοῦ νομοσχε-
1132δίου περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ τοῦ περὶ ἐνεχύρου. Ἂν τότε
1133δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῶ καὶ παρουσιάσω νομοσχέδια
1134περὶ τῶν δύο τούτων θεμάτων, διότι τῶν νομοσχεδίων ἡ
1135παρασκευὴ δὲν εἶναι εὐχερὲς ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ γόνατος δύ-
1136ναταί τις νὰ συγγράφῃ, μοὶ ἐχρησίμευσεν ὅμως ὁ ἔκτοτε διαῤ-
1137ῥεύσας χρόνος, ἀφ’ ἧς ἡ Βουλὴ διέκοψε τὰς ἐργασίας αὑτῆς,
1138ὅπως ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν μελέτην τῶν θεμάτων τούτων,
1139παρασκευάσωμεν δ’ οὕτω δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσάγω
1140εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ μὲν κανονίζει τὰ τῆς ἱδρύσεως γενικῶν
1141ἀποθηκῶν, χορηγουμένης τῆς ἀδείας πρὸς σύστασιν τοιούτων
1142διὰ διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
1143εἰς Τραπέζας, εἰς νομίμως ὑφεστώσας ἀνωνύμους ἑταιρίας, εἰς
1144ἰδιωτικὰς Τραπέζας, εἰς τραπεζίτας ἢ ἐμπόρους, κοινῶς ἀνεγνω-
1145ρισμένους ὡς τοιούτους, τηροῦντας τὰ ὑπὸ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου
1146κεκανονισμένα βιβλία· τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο μετὰ τῆς αἰτιο-
1147λογικῆς ἐκθέσεως καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ δ’ ἕτερον νομο-
1148σχέδιον κανονίζει τὸ περὶ ἐνεχύρου, ἐπεκτεῖνον τὰς περὶ ἐνεχύρου
1149ἐξαιρετικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἀνέγραψαν οἱ νόμοι τοῦ 1880
1150καὶ 1893, καὶ ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τῶν προϊόντων τῆς
1151τέχνης καὶ τῆς βιομηχανίας, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῶν
1152ἀσωμάτων, τὰ ὁποῖα κοινῶς λέγονται créances nomina-
1153les, καὶ ἐπὶ τοῦ χρυσοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀργύρου, καὶ ἐν γένει
1154ἐπὶ παντὸς πράγματος, ὅπερ τυγχάνει ἀντικείμενον ἐμπορι-
1155κῆς συναλλαγῆς. Καταθέτω δὲ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
1156μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
1157Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ περὶ ἐνε-
1158χύρου, ἤτοι περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσεν ἡ ἀνάγκη
1159ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ ἰδίως τῆς παραγω-
1160γῆς τοῦ σταφιδοκάρπου, ὀφείλω νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν
1161πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον
1162πέρυσιν ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Ὁ νόμος περὶ σταφιδοκάρπου ἐξε-
1163δόθη τῇ 24 Ἰουλίου 1895, περιέλαβεν ὅμως διάταξιν, καθ’
1164ἣν τὴν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ ἤθελε προσ-
1165διορίσει βασιλικὸν διάταγμα. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου
1166περιελήφθη διὰ δύο κυρίως αἰτίας, πρῶτον διότι τὰ κατὰ
1167τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου λεχθέντα μετεβιβάσθησαν
1168ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ εἵλκυσαν, ὡς εἵπετο, τὴν προσοχὴν
1169ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε διὰ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑλληνι-
1170κῆς Κυβερνήσεως ἐκανόνισαν τὰ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, εἰς
1171τὸ ὁποῖον ὑπεβάλλετο ἡ σταφὶς κατὰ τὴν εἰσαγωγήν της
1172εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, δεύτερον διότι ἐλέγετο τότε, ὅτι ἡ πα-
1173ραγωγὴ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἦτο ὀλιγωτέρα τῆς προσδο-
1174κωμένης, ἕνεκα καιρικῶν περιστάσεων, αἵτινες εἶχον ἐλαττώσει
1175αὐτὴν, καὶ ὅτι ἡ συγκομιδὴ δὲν ἤθελεν εἶσθαι τόσον ἄφθονος,
1176ὥστε νὰ καθιστᾷ ἀναγκαῖον τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐξαιρετι-
1177κῶς εἶχεν ἐγκρίνει ἡ Βουλή. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε πρὸ παντὸς
1178νὰ ἀσχοληθῶμεν πρῶτον, πῶς νὰ ἐξομαλύνωμεν τὰς δυσκο-
1179λίας, αἵτινες ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψωσιν, ἐὰν ὁ ψηφισθεὶς νό-
1180μος ἐτίθετο ἐν ἐφαρμογῇ, δεύτερον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐφαρ-
1181μογήν του, ὅπως προσεγγίσωμεν εἰς τὴν ἡμέραν τῆς συγκομι-
1182δῆς καὶ βεβαιωθῶμεν, ἂν πραγματικῶς ἡ συγκομιδὴ ἦτο
1183τοιαύτη, ὥστε νὰ προσδοκᾶται, ὅτι ἡ προσφορὰ καὶ κατὰ
1184τὸ 1895 ἤθελεν εἶσθαι μεγαλειτέρα τῆς ζητήσεως. Ὅταν
1185ἐπερατώθη ἡ ἐργασία αὕτη καὶ ἐξωμαλύνθησαν αἱ ἐξωτερικαὶ
1186δυσχέρειαι, ἐβεβαιώθη δ’ ὅτι ἡ συγκομιδὴ μικρὸν διέφερε ἀπὸ
1187τὴν παραγωγὴν τῶν ἄλλων ἐτῶν, τότε προεκαλέσαμεν τὸ
1188βασιλικὸν διάταγμα, δι’ οὗ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος. Ἀλλὰ
1189ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν ἐκ-
1190τέλεσιν καὶ προπαρασκευάσωμεν τὰ κατ’ αὐτήν. Διὰ τοῦ ἄρ-
1191θρου 3 § 7 τοῦ κεφαλαίου 14 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
1192ἐξόδων τοῦ 1895 εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις 300 χιλιάδων
1193δραχμῶν δι’ ἔξοδα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ σταφιδο-
1194κάρπου. Κατεβάλομεν πάσας τὰς δυνατὰς προσπαθείας, ἐν τῷ
1195μέτρῳ τῶν δυνάμεων ἡμῶν, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου,
1196ὅπως μειώσωμεν εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον τὰς δαπάνας τῆς
1197ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου· δυστυχῶς δὲν κατωρθώσαμεν
1198ἐντελῶς τοῦτο, διότι ἐδαπανήθησαν ἐκ τῶν 300 χιλιάδων
1199δραχμῶν 45,050 μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου. Ἐκ τοῦ ποσοῦ,
1200τὸ ὁποῖον εἰσεπράξαμεν εἰς χρήματα, ἀφῃρέσαμεν τὸ ποσὸν
1201τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον εἴχομεν δικαίωμα νὰ εἰσπράξωμεν καὶ
1202τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο εἰς 931,265 δραχμάς, ἀφῃρέσαμεν καὶ
1203τὰ ἔξοδα 45,050, τὸ δὲ ὑπόλοιπον κατεθήκαμεν εἰς τὴν
1204Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ 2% κατ’ ἔτος. Τὸ ποσὸν
1205τὸ κατατεθὲν ἀνέρχεται εἰς 750,000 περίπου δραχ. Πλὴν δὲ
1206τούτων ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἕνδεκα περίπου ἑκατομ-
1207μύρια σταφιδοκάρπου, τὸ ποσὸν τῶν ὁποίων δὲν διεθέσαμεν
1208εἰσέτι.
1209Καὶ ἄλλην σειρὰν νομοσχεδίων πρόκειται νὰ εἰσαγάγω εἰς
1210τὴν Βουλὴν, τὰ ὁποῖα δὲν τείνουσιν εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς
1211παραγωγῆς, ἀλλὰ χρησιμεύουσιν ἐν πολλοῖς εἰς τὴν περισυλ-
1212λογὴν, τὴν ὁποίαν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας καὶ
1213τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς. Τοιοῦτο νομοσχέδιον τυγ-
1214χάνει τὸ κανονίζον τὰ περὶ παγίων προκαταβολῶν τῶν
1215Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, περὶ τῶν
1216χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, τῶν ἐγκαταλιμπανομένων ἀπὸ τοὺς
1217ἐξερχομένους τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θα-
1218λάσσης, περὶ τῶν ἐλλειμμάτων ἐκ τῆς χρηματικῆς διαχειρί-
1219σεως τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, καὶ
1220περὶ τῶν ἀπὸ στρατιωτικὰ καὶ ναυτικὰ ταμεῖα ληφθέντων
1221χρηματικῶν ποσῶν ἀπὸ ἀξιωματικοὺς δι’ ἀποδείξεων, τὰ
1222ὁποῖα ὅμως δὲν ἐπεστράφησαν εἰσέτι. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
1223καταθέτω.
1224Ἕτερον νομοσχέδιον καταθέτω, πραγματευόμενον περὶ τῶν
1225ἀτακτοποιήτων πληρωμῶν ἐν τοῖς ταμείοις καὶ τοῖς τελω-
1226νείοις. Ὑπάρχουσιν ἀληθῶς ἀτακτοποίητοι πληρωμαὶ ἐν τοῖς
1227ταμείοις ποσοῦ ἀναγεγραμμένου εἰς 1,125,177.64, καὶ ἐν
1228τοῖς τελωνείοις ποσοῦ 75,291.13. Αἱ πληρωμαὶ αὗται παρα-
1229δίδονται ἀπὸ προκατόχου εἰς διάδοχον, ἀντὶ μετρητῶν, ἀπέναντι
1230τοῦ χρηματικοῦ ὑπολοίπου, δὲν περιλαμβάνονται δὲ μετὰ
1231τῶν ἀντιτίμων. Τὸ νομοσχέδιον σκοπεῖ νὰ ἄρῃ ἀνωμαλίαν ἐν
1232τῇ διαχειρίσει.
1233Τρίτον νομοσχέδιον καταθέτω, περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρ-
1234θρου 196 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅπως μὴ
1235καταντᾷ τυπικὴ ἡ κατὰ τὸ κλείσιμον τῶν βιβλίων τῆς 31
1236Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους γινομένη ἐξέλεγξις τῶν ταμείων,
1237ὡς καὶ ὁσάκις ἕνεκα παύσεως ἢ ἕνεκα μεταθέσεως γίγνεται
1238παράδοσις ταμείου ἀπὸ ἑνὸς εἰς ἄλλο.
1239Ἕτερον νομοσχέδιον εἰσάγω, πραγματευόμενον περὶ τῶν
1240χρηματικῶν γραμματίων καὶ τῶν γραμματίων παραλαβῆς,
1241σκοποῦν νὰ ἄρῃ διατάξεις, αἵτινες ἐνομοθετήθησαν, δὲν παρι-
1242στῶσιν ὅμως τὸ Κράτος πάντοτε ἐν πλήρει καλῇ πίστει.
1243Καταθέτω ὡσαύτως ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ τροποποιή-
1244σεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ τελωνειακῶν παραβάσεων.
1245Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐντείνεται ἡ ἐνέργεια τοῦ Κρά-
1246τους πρὸς περιστολὴν τῶν λαθρεμπορίων, ἀπαλλάσσεται δὲ
1247τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ ζημιῶν, τὰς ὁποίας νῦν πολλάκις
1248ὑπέχει.
1249Καταθέτω ὡσαύτως νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖ τὸν
1250περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἀκινήτων ἕνεκα ἀναγκῶν ἀρχαιο-
1251λογικῶν ὑπάρχοντα νόμον.
1252Ἐπειδὴ δὲ ἐκθέτω εἰς τὴν Βουλὴν περίληψιν τῶν εἰσαγο-
1253μένων νομοσχεδίων περισυλλογῆς, πρέπει νὰ δώσω εἰς τὴν
1254Βουλὴν καὶ πληροφορίας περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ περὶ ἐκπαι-
1255δευτικῶν τελῶν ψηφισθέντος ὑπ’ αὐτῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
1256Σύνοδον νόμου.
1257Ὅτε συνεζητεῖτο κατὰ Ἰούνιον τοῦ παρελθόντος ἔτους
1258τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐκπαιδευ-
1259τικῶν τελῶν, διάφοροι συνάδελφοι ἰσχυρίζοντο, ὅτι, ἂν ἐψη-
1260φίζετο τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον, ἤθελεν ἐπέλθει μεγάλη
1261ἐλάττωσις τῶν ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἐσόδων, καὶ ἑπομένως
1262ὅτι, ἵνα μὴ ὑποληφθῶμεν ὡς κακῆς πίστεως ὀφειλέται,
1263προσῆκε νὰ ἀποφύγωμεν νὰ ἐπιψηφίσωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος
1264ἤθελεν ἐλαττόνει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ὁ νόμος ἐτέθη ἐν
1265ἐφαρμογῇ τὴν 25 Ἰουλίου, ἀπὸ τῆς ἡμέρας δὲ ταύτης μέχρι
1266τῆς 31 Δεκεμβρίου, δηλαδὴ ἐπὶ διάστημα χρόνου ὀλιγώτερον
1267τοῦ ἑξαμηνιαίου, ἐφ’ ὃ ἐφηρμόσθη, εἰσεπράχθησαν δρ. 622,811,
1268ἐνῷ δὲν προσεδοκᾶτο, καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέ-
1269διον, ὅτι ἤθελον εἰσπραχθῆ πλείους τῶν 449,579. Ἐπειδὴ
1270δὲ κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἔτους μέχρι τῆς 25 Ἰουλίου
1271εἰσεπράχθησαν 745,579.50, τὰ ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν
1272ἔσοδα τοῦ 1895 ἀνῆλθον εἰς 1,195,230, ἤτοι ὀλιγώτερον
1273τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τὸ ἔτος 1894, ὅτε ἐφηρμόσθη ὁ
1274ἀρχικὸς περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν νόμος, κατὰ 295,929
1275δραχμάς. Ἂν δὲ κρίνωμεν περὶ τοῦ 1896, καθ’ ὃ θέλει ἐφαρ-
1276μοσθῆ ὁ πέρυσιν ἐκδοθεὶς νόμος, δι’ οὗ ἠλαττώθησαν τὰ ἐκ-
1277παιδευτικὰ τέλη, δὲν πρέπει νὰ ἐκλάβωμεν τὸ κατὰ τὴν
1278δευτέραν περίοδον τοῦ 1895 εἰσπραχθὲν ποσὸν τῶν 622,811
1279ὡς ἔσοδον τῶν ἓξ μηνῶν, καὶ ἑπομένως ὑπολάβωμεν τὸ δι-
1280πλάσιον αὐτοῦ, ἤτοι ποσὸν 1,245,622, ὡς τὸ ἐτήσιον ἔσο-
1281δον, διότι τὸ ποσὸν τῶν 622,811 εἰσεπράχθη οὐχὶ ἀπὸ τῆς
1282πρώτης, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 25 Ἰουλίου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποληφθῇ
1283ὡς ἐτήσιον ἔσοδον τὸ εἰρημένον ποσὸν τῶν 1,245,622, ἡ
1284μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κατὰ τὸ 1894 εἰσπραχθέντος διαφορὰ
1285συνίσταται εἰς δρ. 246,537, αἵτινες παριστῶσι τὴν ἐκ τοῦ
1286πέρυσιν ἐκδοθέντος νόμου ἐπελθοῦσαν ἐλάττωσιν.
1287Ὁμολογῶ ὅτι, ὅτε εἰσήγομεν πέρυσι τὸ περὶ ἐκπαιδευ-
1288τικῶν τελῶν νομοσχέδιον, δὲν εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι κατὰ
1289τόσον μόνον ἤθελον δι’ αὐτοῦ ἐλαττωθῆ τὰ ἐξ ἐκπαιδευτικῶν
1290τελῶν ἔσοδα· διὰ τοῦτο ἐρωτηθεὶς τότε ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ
1291συναδέλφων, εἶπον ὅτι ἡ ἐλάττωσις ἤθελεν ἀνέλθει εἰς 600 ἢ
1292700 χιλιάδας δραχμῶν, ἤτοι μέχρι τοῦ ἡμίσεως τοῦ εἰσπρα-
1293χθέντος κατὰ τὸ 1894 ποσοῦ· ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ νό-
1294μου τοσαύτη ἐλάττωσις, ὡς ἀπέδειξαν τὰ ἀποτελέσματα
1295τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ κατὰ τοὺς πέντε μῆνας. Ἐπειδὴ δὲ
1296ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐκπαιδευτικῶν τελῶν κατὰ τὸν περὶ
1297αὐτῶν περυσινὸν νόμον πρέπει νὰ ἀποδίδωνται 200 χιλιάδες
1298δραχμῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀνθ’ ὧν τοῦτο καταβάλλει
1299εἰς ἐπικουρίαν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, τὸ δὲ ὑπόλοιπον
1300νὰ διατίθεται εἰς ἀνέγερσιν διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκ-
1301παιδεύσεως, οἰκοδομουμένων κατὰ τοὺς κανόνας τῆς παιδαγω-
1302γικῆς, διὰ τοῦτο, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν 200 χιλιάδων
1303εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τῶν 422,000
1304κατεθήκαμεν ἐν τῇ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας ἐπὶ τόκῳ
13052½%, ὅπως χρησιμεύσῃ ὅταν ἄρξηται ἡ ἐργασία τῆς
1306οἰκοδομήσεως τῶν διδακτηρίων. Εὐτυχῶς κατὰ τὴν πρώτην
1307τοῦ ἔτους τούτου ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νόμου περὶ
1308δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ δὲ ἐμὸς συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς
1309τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀσχολεῖται νῦν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν
1310ἐποπτικῶν συμβουλίων. Ὅταν δὲ ταῦτα καταρτισθῶσι, καὶ
1311οἱ κατὰ νομοὺς ἐπιθεωρηταὶ περιοδεύσωσιν ἐν τοῖς νομοῖς καὶ
1312ἐξετάσωσι τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα, θέλουσι προπαρασκευασθῆ
1313καὶ τὰ τῆς ἐπισκευῆς τῶν ὑπαρχόντων ἢ τῆς οἰκοδομῆς νέων
1314διδακτηρίων, καὶ θέλει ἀρχίσει ἡ χρησιμοποίησις τοῦ κατὰ
1315τὰ εἰρημένα ὑπολοίπου ἐκ τῶν καθ’ ἕκαστον ἔτος εἰσπρατ-
1316τομένων ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
1317Καὶ ἄλλην δίδωμι εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίαν περὶ τῶν
1318περισσευόντων ἐν τοῖς ταμείοις χρημάτων, ὅτι ἐξωφλήσαμεν
1319δι’ αὐτῶν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου ἔντοκα γραμμάτια δρ.
13202,171,833, διότι τὸ ἐπὶ τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος
1321τοῦ Κράτους ἐμειώθη ἀρκούντως διὰ τῶν καταθέσεων, τὰς
1322ὁποίας καὶ οἱ προκάτοχοι καὶ ἡμεῖς ἐποιησάμεθα, προετιμή-
1323σαμεν δὲ νὰ μειώσωμεν τὰ δι’ ἐντόκων γραμματίων χρέη τοῦ
1324Κράτους, τῶν ὁποίων ὁ τόκος ἀνέρχεται εἰς 5 τοῖς ἑκατὸν,
1325ἐνῷ διὰ τὸ χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πληρώνομεν
1326μόνον τόκον 1%.
1327Ὑπάρχουσι δὲ καί τινα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προβαίνω
1328νὰ καταθέσω, τείνοντα εἰς αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Τοιαῦτα νο-
1329μοσχέδια εἶναι τὸ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ
1330ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 ΑΧΚΕʹ νόμου περὶ τελῶν χαρτο-
1331σήμου, δι’ οὗ κανονίζεται τὸ πληρωτέον τέλος, πρῶτον ἐπὶ
1332τῶν συναλλαγματικῶν καὶ τῶν εἰς ἐπιταγὴν γραμματίων,
1333ἐπὶ τῶν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπιταγῶν καὶ τῶν ὁμολογιῶν καὶ
1334πάντων ἐν γένει τῶν ἐγγράφων τῶν περιεχόντων ὑποσχέσεις
1335καὶ διαταγὰς πληρωμῶν εἰς ὡρισμένας ποσότητας, κυκλοφο-
1336ρούντων δὲ ἐν τῷ Κράτει, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν
1337ἔξωθεν εἰσαγομένων συναλλαγματικῶν ἢ γραμματίων, τῶν
1338πληρωτέων ὑπὸ κατοίκων τοῦ Βασιλείου· δεύτερον ἐπὶ τῶν
1339ὑπὸ Τραπεζῶν ἢ τραπεζομεσιτικῶν γραφείων ἐκδιδομένων
1340ἀποδείξεων, δηλουσῶν τὴν πώλησιν ὁμολογιῶν οἱωνδήποτε·
1341τρίτον ἐπὶ συμβολαίων, δι’ ὧν συνομολογεῖται ἡ καταβολὴ
1342συμπεφωνημένου ποσοῦ εἰς χρυσᾶ ἢ ἀργυρᾶ νομίσματα καὶ
1343τέταρτον ἐπὶ τῶν καταβαλλομένων κληρονομικῶν τελῶν. Τὸ
1344νομοσχέδιον τοῦτο καταθέτω.
1345Δεύτερον νομοσχέδιον τοιοῦτον καταθέτω «περὶ τροποποιή-
1346σεως τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 νόμου περὶ τελῶν χαρ-
1347τοσήμου» διὰ τοῦ πληρεστέρου κανονισμοῦ τοῦ προσδιορισμοῦ
1348τοῦ ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν σιδηροδρόμων καὶ ἀτμοπλοίων
1349ἐπιβεβλημένου τέλους.
1350Τοιοῦτον εἶναι καὶ ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ ἀνανεώσεως ἢ
1351πληρωμῆς τῶν μέχρι τέλους τοῦ 1896 ὀφειλομένων χρεῶν»
1352κατὰ τοὺς ἐκδοθέντας κατὰ τὸ 1881, τὸ 1885 καὶ τὸ 1890
1353νόμους, τὸ ὁποῖον ὡσαύτως καταθέτω.
1354Προσέτι καὶ νομοσχέδιον περὶ μειώσεως ἀπὸ 5 εἰς 4 τοῖς
1355ἑκατὸν τοῦ τόκου τῶν χρηματικῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας
1356καταβάλλουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἴτε οἱ ὑπόλογοι τοῦ
1357Δημοσίου, εἴτε οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων
1358ἔργων.
1359Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νομίζομεν ὅτι
1360ὀφείλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι καὶ ταῦτα
1361σκοποῦσι τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς διοικήσεως. Ἡ ἰσοβιότης τῶν
1362δικαστῶν ὡς θεσμὸς συνεπλήρωσεν ἤδη τὴν εἰκοσιπενταετη-
1363ρίδα του, δὲν πρέπει δὲ νὰ παραγνωρισθῇ τὸ πρὸς τὴν δικα-
1364στικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν δι’ αὐτῆς ἐξυπηρετουμένην δικαιο-
1365σύνην σέβας τῶν πληρεξουσίων τοῦ ἔθνους ἐν τῇ Ἐθνικῇ
1366Συνελεύσει τοῦ 1863, μεριμνησάντων διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου
1367νὰ προστατεύσωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν συνείδησιν τῶν
1368λειτουργῶν τῆς Θέμιδος πρὸς τοῦτο ἐξαιρετικὴν ἢ μᾶλλον
1369προνομιακὴν ἐξεδήλωσαν τὴν μέριμναν αὐτῶν.
1370Ἡ δημοσία λειτουργία, ἥτις τυγχάνει ἀνατεθειμένη εἰς
1371τοὺς λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος, ἦτο ὄντως ἀξία τῆς προστα-
1372σίας ταύτης τοῦ ἔθνους, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον
1373ὁ θεσμὸς οὗτος ἐπέφερεν ἄριστα ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἡ λει-
1374τουργία αὕτη, ὡς τὰ μάλα εὔθικτος καὶ καθ’ ὑπερβολὴν εὐ-
1375παθής, ἀπαιτεῖ πληρεστάτην συνείδησιν τοῦ καθήκοντος,
1376ἐπειδὴ δὲ πάντες ἐσμὲν πλάσματα ἀτελῆ, καὶ ἐνδεχόμενον
1377εἶναι νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἐν τῷ κλάδῳ τῶν δικαστικῶν λει-
1378τουργῶν μέλη αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν κατεδήλωσαν πάντοτε
1379πλήρη τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος, ἡ ἐξουσία τῶν πει-
1380θαρχικῶν συμβουλίων ἐπενοήθη ὡς μέτρον ἐξαναγκαστικὸν
1381πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Ἄν δὲν εἶχον οὕτω τὰ
1382πράγματα, ἄν ἡ ἀνθρωπίνη ἀτέλεια, ἥτις ἐπιφαίνεται καὶ
1383ἐν τοῖς λαοῖς καὶ ἐν τοῖς διοικοῦσι καὶ ἐν τοῖς κυβερνῶσιν
1384αὐτούς, ἄν ἡ ἀνθρωπίνη, λέγω, ἀτέλεια εἶχεν ἀποκλεισθῆ
1385ἀπὸ τὸν κλάδον τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ἡ νομοθεσία δὲν
1386ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ εἰρημένον ἐπινόημα
1387καὶ νὰ ἀναγράψῃ αὐτὸ ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῶν δικαστηρίων,
1388οὐδὲ μελετήσει νὰ ἐξεύρῃ μέσα καταναγκασμοῦ, διότι οὐδεὶς
1389ἤθελεν ὑπάρχει ἐκδηλῶν ἠθικὴν ἀτέλειαν. Καὶ ὄντως ἠθικὴ
1390ἀτέλεια εἶναι ἡ στέρησις τῆς πλήρους συνειδήσεως τοῦ καθή-
1391κοντος. Ἡ πειθαρχικὴ ὅμως αὕτη ἐξουσία ἐφάνη εἰς ἡμᾶς,
1392ὅτι δὲν συνοδεύεται ὑπὸ ἀγρύπνου καὶ ἀδιαλείπτου ἐπιτη-
1393ρήσεως, ἄνευ δὲ τῆς ἐπικουρίας τῆς ἀντιλήψεως, καὶ τῆς
1394ἀγρύπνου καὶ ἀδιαλείπτου ἐπιτηρήσεως, παρέστη ἐνίοτε ἀδρα-
1395νοῦσα, σπανίως δὲ καὶ δυσωπουμένη. Διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν,
1396ὅτι πρέπει νὰ συντάξωμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ
1397προτείνωμεν τροποποιήσεις τινὰς εἰς διατάξεις τοῦ ὀργανι-
1398σμοῦ τῶν δικαστηρίων, ὅπως καταστήσωμεν καὶ τὴν ἐπι-
1399τήρησιν διηνεκῆ καὶ ἄγρυπνον, καὶ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν
1400ἐντονωτέραν. Ἄς εὐχηθῶμεν, τὰ μέλη τῆς δικαστικῆς ἐξου-
1401σίας νὰ μὴ παράσχωσί ποτε ἀφορμήν, ἵνα τὸ Κράτος ἐνθυ-
1402μηθῇ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμέναι διατάξεις, σκοποῦσαι
1403τὸν καταναγκασμὸν ἐκείνων, οἵτινες παραμελοῦσι τὸ καθῆκόν
1404των, ἃς εὐχηθῶμεν δέ, ἵνα, ἄν ποτε ἤθελε παρασταθῇ τὸ δυσ-
1405τυχὲς τοῦτο συμβεβηκὸς,—διότι δυστυχὲς συμβεβηκὸς εἶναι
1406νὰ ἐξελέγχηται ἠθικὴ ἀτέλεια ἐν τῷ τοιούτῳ κλάδῳ—ἂς
1407εὐχηθῶμεν, ἵνα οἱ διαχειριζόμενοι τὸ καθῆκον τῆς ἐπιτηρή-
1408σεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας φανῶσι πάντοτε ἀδυσώπητοι.
1409Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο «περὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τινῶν
1410τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων» μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκ-
1411θέσεως, συντεταγμένον ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ὑπουργοῦ
1412τῆς Δικαιοσύνης, καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν.
1413Καταθέτω καὶ ἕτερον νομοσχέδιον μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς
1414ἐκθέσεως αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ ἐμὸς συνάδελφος ἐπὶ τῆς Δικαιο-
1415σύνης μοὶ ἐνεχείρισε, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται, ὅτι εἰς τὸ
1416μέλλον τὰ Πλημμελειοδικεῖα θέλουσι συγκροτεῖσθαι ὑπὸ τριῶν
1417τακτικῶν δικαστῶν. (Γενικὴ ἐπιδοκιμασία καὶ κίνησις ἐν
1418τῇ δεξιᾷ. Εὖγε! εὖγε! ὡραῖα! ὡραῖα!)
1419Ἀλλὰ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, συνταχθὲν ἐν τῷ Ὑπουρ-
1420γείῳ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐξετασθὲν ὑπὸ πολυμελοῦς ἐπιτρο-
1421πῆς, ἐκρίθη ἄξιον νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέ-
1422διον τοῦτο ἀποτελεῖ κωδικοποίησιν τῶν διαφόρων νόμων περὶ
1423προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐν αὐτῷ δὲ ὄχι
1424μόνον κωδικοποιοῦνται πάντες οἱ νόμοι οἱ ἰσχύοντες, ἀλλὰ
1425καὶ ἑνιαχοῦ προτείνεται ἡ τροποποίησις ἢ ἡ μεταῤῥύθμισις
1426αὐτῶν, ἀναγραφέντος ἐν τῷ περιθωρίῳ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ
1427κειμένου τῆς τροποποιουμένης ἢ μεταῤῥυθμιζομένης διατάξεως
1428Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως
1429καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν.
1430Καταθέτω καὶ τέταρτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ
1431τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ, διότι εἶναι ἄξιον τῆς ἐπιστασίας
1432καὶ τῆς ἐρεύνης αὐτῆς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταρ-
1433γεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ χρέη ἐμπορικὰ, τῶν ὁποίων
1434τὸ κεφάλαιον μετὰ τῶν πρὸ τῆς ἀγωγῆς τόκων δὲν ὑπερβαί-
1435νει τὰς 500 δραχμάς. (Ψιθυρισμοὶ ἐν τῇ δεξιᾷ καὶ γε-
1436νικὴ κίνησις. Ὡραῖα! ὡραῖα!)
1437Εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν νομοσχεδίων τούτων πρέπει νὰ
1438καταταχθῇ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πληροῖ ὡμο-
1439λογημένην ὑπὸ τῆς κοινωνίας ἀνάγκην. Πάντες ὁμολογοῦσιν,
1440ὅτι ἡ ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐνασκουμένη ἀστυνομία ἐπὶ τῶν
1441ἑταιριῶν εἶναι ἀσθενὴς, οὐδὲ δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμ-
1442φέροντα ἐκείνων, οἵτινες ἀποθέτουσι τὰ ἀποταμιεύματα αὑ-
1443τῶν ἢ τὰ κεφάλαια αὑτῶν εἰς ἑταιρικὰς τοιαύτας ἐπιχειρή-
1444σεις. Ἄνδρες διακεκριμένοι ἐν τῇ γνώσει καὶ τῇ ἐπιστήμῃ
1445τῶν νόμων παρεκλήθησαν ὑπ’ ἐμοῦ νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὴν
1446μελέτην τοῦ θέματος, μετὰ μακρὰν δὲ ἐργασίαν συνετάχθη
1447νομοσχέδιον καὶ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον
1448τοῦτο περιλαμβάνει ἄρθρα 139, διαιρεῖται δὲ εἰς κεφάλαια
1449δώδεκα, ἐν τῷ πρώτῳ τῶν ὁποίων ἀναγράφονται αἱ γενικαὶ
1450διατάξεις, τὰ δὲ ἄλλα κεφάλαια πραγματεύονται αʹ) περὶ
1451τῶν ὁμοῤῥύθμων ἑταιριῶν, βʹ) περὶ ἁπλῶν ἑτεροῤῥύθμων
1452ἑταιριῶν (sociétés en commandite), γʹ) περὶ ἀνωνύμων
1453ἑταιριῶν, καὶ ἰδίᾳ περὶ τινων ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἀναγκαίων
1454δηλώσεων καὶ περὶ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν, δʹ) περὶ ἑτεροῤῥύθ-
1455μων μετοχικῶν ἑταιριῶν (sociétés en commandite par
1456actions), εʹ) περὶ τῶν λεγομένων συνεργατικῶν ἑταιριῶν
1457(sociétés coopératives), Ϛʹ) περὶ τῶν στιγμιαίων καὶ
1458τῶν μετοχικῶν ἑταιριῶν, ζʹ) περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἑται-
1459ριῶν, ηʹ) περὶ ἀγωγῶν καὶ παραγραφῶν, θʹ) περὶ τῶν ἐν τῇ
1460ἀλλοδαπῇ καταρτιζομένων ἑταιριῶν· πλὴν τούτου ἐν ἰδίοις
1461κεφαλαίοις ἀναγράφονται ποινικαὶ διατάξεις καὶ πρόσθετοι
1462διατάξεις καὶ ἐπὶ τέλους μεταβατικαὶ διατάξεις. Τὸ νομο-
1463σχέδιον τοῦτο μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ὡσαύτως
1464καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν.
1465Ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
1466Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς θέλει καταθέσει ὡσαύτως
1467νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Μετὰ
1468τὴν διὰ τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου ἐκδηλω-
1469θεῖσαν πρόνοιαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπὲρ τῆς στοιχειώ-
1470δους ἐκπαιδεύσεως ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ ἀσχο-
1471ληθῶμεν, ὅπως κανονισθῶσιν ὡσαύτως καὶ τὰ τῆς μέσης
1472ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κανονίζονται
1473κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν δεόντως τὰ τοῦ θέματος, ἀλλ’ ἐν
1474αὐτῷ ἡ Βουλὴ θέλει παρατηρήσει καινοτομίαν τινὰ, τὴν
1475ὁποίαν ἀπὸ τοῦδε σπεύδω νὰ ἀναγγείλω εἰς αὐτὴν, ἵνα τὴν
1476προδιαθέσω εἰς τὴν μετὰ μείζονος ἐπιστασίας μελέτην τοῦ
1477μέρους τούτου τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ καινοτομία, τὴν ὁποίαν
1478περιέλαβεν ὁ ὀργανισμὸς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἶναι, ὅτι
1479διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνεται ἡ μεταποίησις Γυμνασίων
1480τινῶν ἀπὸ τεχνικῶν εἰς βιωτικά. Τοιουτοτρόπως οἱ ἀπὸ τῶν
1481Γυμνασίων ἀπολυόμενοι πάντες δὲν θέλουσι τρέπεσθαι εἰς τὰ
1482προπύλαια τοῦ Πανεπιστημίου, ἵνα διδάσκωνται τὴν ἐπι-
1483στήμην τοῦ Οὐλπιανοῦ ἢ τὴν Ἰατρικὴν, ἀλλὰ θέλουσιν ἐξέρ-
1484χεσθαι καὶ νέοι, οἵτινες θέλουσι δύνασθαι εἴτε νὰ ἐπιδοθῶσιν
1485ἀμέσως εἰς βιωτικὰ ἔργα, εἴτε νὰ τραπῶσιν εἰς ἀνωτέραν ἐκ-
1486παίδευσιν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἐμὸς συνάδελφος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
1487Ἐκπαιδεύσεως θέλει εἰσαγάγει συγχρόνως καὶ νόμον περὶ ὀργα-
1488νισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, περιελήφθησαν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ
1489διατάξεις, καθ’ ἃς ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ διαιρεῖται εἰς κυρίως
1490Φιλοσοφικὴν Σχολὴν καὶ εἰς Σχολὴν φυσικῶν ἐπιστημῶν.
1491Τοιουτοτρόπως οἱ ἀπολυόμενοι ἀπὸ τῶν Γυμνασίων τούτων
1492θέλουσιν ἔχει τὴν εὐκολίαν νὰ ἐπιδίδωνται εἰς διάφορα ἔργα,
1493ἀλλὰ προσέτι καὶ τὴν εὐκολίαν νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν
1494Σχολὴν τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, ὅπως συμπληρῶσι τὰς
1495γνώσεις αὑτῶν. Θέλει δὲ εἰσαγάγει ὁ ἐμὸς συνάδελφος ἐπὶ
1496τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ
1497ὁποίου προτείνεται ἡ κατάργησις τῆς Σχολῆς τῶν πολιτι-
1498κῶν μηχανικῶν, καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἡ ἵδρυσις φυσικῶν καὶ χημι-
1499κῶν γνώσεων, ἐφαρμοζομένων ἐπὶ τὰς τέχνας καὶ τὴν βιομη-
1500χανίαν. Βεβαίως ἡ κατάργησις τῆς Σχολῆς τῶν πολιτικῶν
1501μηχανικῶν θέλει γένηται βαθμηδὸν, ἀρχομένη ἀπὸ τῆς ἀπο-
1502λύσεως τῆς τελευταίας τάξεως κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ
1503ἔτους τούτου, ἡ ἀνίδρυσις ὅμως τῆς Σχολῆς τῶν φυσικῶν καὶ
1504χημικῶν γνώσεων θέλει γενῆ εὐθὺς ὡς ἐγγίσῃ ὁ καιρὸς τῆς ἐνάρ-
1505ξεως τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Δύναταί τις νὰ καταληφθῇ ὑπό
1506τινος δειλίας, ἀναλογιζόμενος, ὅτι ἐνδέχεται νὰ δημιουργη-
1507θῇ κίνδυνός τις ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῆς κλασικῆς διδασκα-
1508λίας, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν πάντας ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον
1509δειλιάσει, ὑποπτευόμενοι τοιοῦτον κίνδυνον, νὰ ἀναμνησθῶσιν
1510ὅτι ὁ κίνδυνος οὗτος ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρ-
1511ξῃ, διότι καὶ οἱ παῖδες καὶ οἱ ἔφηβοι δὲν παύουσιν ἀκροώ-
1512μενοι ἐν ταῖς οἰκογενείας αὐτῶν, καὶ ἐν ταῖς οἰκογενείαις τῶν
1513φίλων καὶ οἰκείων τῶν γονέων των, τῆς ἱστορίας τῶν θαυμα-
1514σίων ἔργων τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ δὲν θέλουσι παύσει, ἄνδρες
1515γενόμενοι, νὰ θαυμάζωσι τὸ κάλλος καὶ τὴν ὡραιότητα καὶ
1516τὴν τέχνην τῶν θαυμασίων ἔργων, τὰ ὁποῖα οἱ πρόγονοι
1517ἡμῶν κατέλιπον, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ σκαπάνη καὶ ἡ ἀκαταπό-
1518νητος ἀφοσίωσις πρὸς τὴν ἐπιστήμην τῶν ἀρχαιολόγων δι’
1519ἀνασκαφῶν ἑκάστοτε μᾶς ἀποκαλύπτει καὶ μᾶς πλουτίζει.
1520Ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς θέλει εἰσαγάγει
1521εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλα νομοσχέδια, δι’ ὧν θέλει κανονίσει τὰ
1522τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημολογιστῶν οὕτως, ὥστε νὰ καταπαύσῃ
1523ἡ σπατάλη τῶν δημοτικῶν χρημάτων, ἡ νῦν συντελουμένη, νὰ
1524ἀρθῇ δὲ ἡ σκανδαλώδης ἀνισότης, ἥτις πολλαχοῦ συντελεῖται,
1525πολλαχοῦ, ἔνθα ὑπάλληλοι τοιοῦτοι κατήντησαν νὰ λαμβά-
1526νωσι μισθὸν ἀνώτερον τοῦ μισθοῦ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πά-
1527γου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλουσι κανονισθῆ τὰ τῶν
1528δημολογιστῶν οὕτως, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀκρίβεια καὶ ἡ
1529τελειότης τοῦ ἐλέγχου κατά τε τὴν ἐξέτασιν τῶν προϋπολο-
1530γισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν τῶν δήμων, καὶ κατὰ τὴν ἐξέτασιν
1531τῶν προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν τῶν Μονῶν. Δι’ ἑτέρου
1532νομοσχεδίου ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς θέλει
1533ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν, καὶ ἐλπίζω ὅτι αὕτη θέλει ἀνεύ-
1534ρει ἐν αὐτῷ ἐπαρκῆ πρόνοιαν, ὅπως διασώζωνται κατὰ τὸ τέ-
1535λος ἑκάστης ἐκλογῆς τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα κατα-
1536σπείρονται μετὰ τὸ πέρας τῆς διαλογῆς, δημιουργοῦσι δὲ
1537τὴν ἀνάγκην κατὰ πᾶσαν νέαν ἐκλογὴν νὰ προμηθευώμεθα
1538νέα ἐκλογικὰ εἴδη. Ὡσαύτως θέλει προτείνει νομοσχέδιον, διὰ
1539τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συναρμολογηθῶσι τὰ δικαιώματα
1540τῶν πιστωτῶν τῶν δήμων πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὁ
1541ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει, εἰμὴ τὴν κατάσχεσιν μόνον τοῦ πεμ-
1542πτημορίου τῶν ἐσόδων αὐτῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου
1543θέλουσι διασωθῆ ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως πολλοὶ δῆμοι, τοὺς
1544ὁποίους ἤδη βεβαία πτώχευσις ἀπειλεῖ, ἐν ὅσῳ δὲν κανονι-
1545σθῶσιν, ὡς κανονίζονται, τὰ περὶ τούτου διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
1546Δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
1547θέλει παρακαλέσει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἑρμηνεύσῃ
1548τὸ ἄρθρον 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου. Περὶ τῆς ἑρμηνείας
1549ταύτης καὶ Ὑπουργεῖον προκάτοχον ἡμῶν εἶχεν εἰσαγάγει
1550εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ δὲν ἐπρόφθασε
1551νὰ ἐπιψηφίσῃ. Ἐπίσης δι’ ἄλλου νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουρ-
1552γὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ
1553ἄρῃ τὰ προσκόματα, τὰ ὁποῖα ἡ μὴ συγκρότησις τῶν ἐπαρ-
1554χιακῶν συμβουλίων παρέχει εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν
1555τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
1556Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὡσαύτως θέλει
1557εἰσαγάγει διάφορα νομοσχέδια. Θέλει εἰσαγάγει νομοσχέδιον
1558πρὸ πάντων, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγκην ἀνεγνωρίσαμεν μόλις
1559ἀναλαβόντες τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, νομοσχέδιον περὶ
1560ἱδρύσεως εἰδικοῦ ταμείου κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς ἀτμολε-
1561βήτων καὶ μηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων, ἡ δὲ ἐξέτασις τῶν
1562πλοίων τοῦ στόλου κατὰ τὰς μηχανὰς καὶ ἀτμολέβητας
1563πείθει ἕκαστον, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ τάχιστα μέτρον τοιοῦ-
1564τον, οὐχὶ μόνον ὅπως σώζωνται τὰ πλοῖα ἀπὸ φθορὰς ἐπὶ
1565ζημίᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ ὅπως μὴ καταστα-
1566θῶσιν ἄχρηστα πρὸς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος
1567διὰ δαπάνης μεγάλης ἀπέκτησεν αὐτά. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο
1568νομοσχέδιον θέλει εἰσαχθῆ ὑπὸ τοῦ εἰρημένου συναδέλφου μου,
1569ὅπως προλάβῃ τὴν πτώχευσιν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ
1570Ταμείου. Δι’ ἄλλου νομοσχεδίου δὲ τοῦ εἰρημένου Ὑπουργοῦ
1571ζητεῖται ὁ κανονισμὸς τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως τῶν
1572ὑπὸ τοῦ διαρκοῦς Ναυτοδικείου καταδικαζομένων. Δι’ ἄλλου
1573νομοσχεδίου προτείνεται ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ
1574νόμου τῆς 13 Ἀπριλίου 1884 περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου
1575ΩΞΓʹ, δι’ οὗ ἐσυστήθη τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν τοῦ πολεμι-
1576κοῦ ναυτικοῦ. Θέλει πλὴν τούτων εἰσαγάγει ὁ ἐμὸς συνάδελ-
1577φος καὶ νομοσχέδια περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυπηγικοῦ
1578κλάδου, περὶ προαγωγῆς τῶν ὑπολογιστῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ
1579καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡΞΒʹ νόμου περὶ βαθμολογίας
1580καὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ ναυτικοῦ·
1581ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 10 Ὀκτω-
1582βρίου 1856 νόμου περὶ συστάσεως τοῦ ταμείου τῶν χηρῶν
1583καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ· ἕτερον περὶ
1584συστάσεως Σχολῆς μαθητευομένων μηχανικῶν· ἕτερον περὶ
1585τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν
1586τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἕτερον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργα-
1587νισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νόμου τῆς 14 Ἀπρι-
1588λίου 1884.
1589Ἀφοῦ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας καὶ
1590κατασταθῇ νόμος, θέλομεν εἰσέλθει εἰς μεταβατικήν τινα κατά-
1591στασιν ἀπὸ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον τυγχάνει νῦν ἰσχύον,
1592εἰς τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βου-
1593λῆς νομοσχέδιον. Ἀλλὰ δὲν ὑφίσταται μόνη ἡ ἀνάγκη αὕτη·
1594ἄλλη ἀνάγκη γενικωτέρα καὶ διαρκεστέρα, ἡ ἀνάγκη τῆς
1595τακτοποιήσεως τῶν ἀφορώντων τὴν στρατιωτικὴν τάξιν καὶ
1596εὐπρέπειαν, ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ στρατοῦ ἀπὸ
1597ἔργων, τὰ ὁποῖα δὲν ἁρμόζουν εἰς αὐτὸν, καθιστᾷ ἀνυπέρ-
1598βλητον, ἵνα φροντίσωμεν νὰ μεταβάλωμεν τὴν νομοθεσίαν
1599τὴν κανονίζουσαν τὰ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Κατὰ
1600τὸν ἀρχικὸν ὀργανισμὸν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, οἱ
1601χωροφύλακες κατετάσσοντο ἐθελουσίως, ἦσαν πάντες στρα-
1602τιωτικοὶ, δοκιμασθέντες ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος καὶ
1603παρέχοντες τὰ ἐχέγγυα, ὅτι θέλουσιν ἐκπληρώσει καὶ τὸ κα-
1604θῆκον τοῦ χωροφύλακος ἐντίμως καὶ εὐπρεπῶς. Λόγοι, οἵ-
1605τινες ἔπεισαν τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, ὑπηγόρευσαν εἰς
1606αὐτὴν νὰ τροποποιήσῃ τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ ἐγκαταστήσῃ
1607νέον, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ χωροφύλακες δὲν ἀναζητοῦνται πλέον
1608διὰ τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως, ἀλλὰ λαμβάνονται ἐκ τῶν
1609πρὸς στρατείαν ὑποχρέων τοῦ ἔτους, μετὰ ὑπηρεσίαν ὡρισμέ-
1610νου ἀριθμοῦ μηνῶν. Δυστυχῶς ἡ κίνησις τῆς διοικήσεως καὶ
1611ἀνάγκαι ἐπικείμεναι δὲν ἐπέτρεπον πολλάκις εἰς τὰ Ὑπουρ-
1612γεῖα τῶν Στρατιωτικῶν νὰ περιμένωσιν, ἵνα διανύσωσιν ἐν τῷ
1613στρατῷ πάντα τὸν ἀριθμὸν τῶν μηνῶν, τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου
1614ὁριζόμενον, οἱ διὰ τὴν χωροφυλακὴν προωρισμένοι, ὅπως τύ-
1615χωσι κἂν τῆς προχείρου παρασκευῆς, ἣν ἔμελλον νὰ πορί-
1616ζωνται, ἐὰν διέμενον ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ τοὺς ὡρισμένους μῆ-
1617νας. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ συστή-
1618ματος αὐτοῦ πολλάκις κατέληξεν εἰς ἀποτελέσματα τὰ μά-
1619λιστα δυσάρεστα, ἀλλὰ καὶ ἄλλο μέγιστον κακὸν συνετε-
1620λεῖτο, ὅτι ἕνεκα τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῆς χωροφυλα-
1621κῆς ὁ τακτικὸς στρατὸς περιεσπᾶτο περὶ ἔργα ἀλλότρια τοῦ
1622προορισμοῦ αὐτοῦ, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ προσδοκᾷ τις τὴν ἁρμό-
1623ζουσαν παρασκευὴν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο τὸ θέμα τῆς συντά-
1624ξεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς εἶναι θέμα πρωτίστης
1625μελέτης. Ἐπὶ ταύτην τινὰ μελέτην ἐτράπημεν, καὶ δὲν εὕ-
1626ρομεν ἕτερον μέσον ἢ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ παλαιὸν σύστημα,
1627εἰσάγοντες τὴν ἐθελουσίαν κατάταξιν πρὸς καταρτισμὸν τῆς
1628χωροφυλακῆς. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν εἰς
1629τὴν Βουλὴν, τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς θέλει ἀποτελεῖσθαι
1630ἀπὸ ἑξακισχιλίους ἄνδρας, ὁπλίτας καὶ ὑπαξιωματικούς, θέ-
1631λει δὲ διαιρεῖσθαι εἰς 240 ἐνωμοτίας, ὧν ἑκάστη θέλει ἔχει
163222 ὁπλίτας, 2 ὑπενωμοτάρχας καὶ ἕνα ἐνωμοτάρχην. Ἐπει-
1633δὴ δ’ ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐπαρκῇ διὰ πάσας τὰς εἰς τὴν χω-
1634ροφυλακὴν ἀνατεθειμένας ὑπηρεσίας ὁ ἀριθμὸς τῶν 6,000
1635ἀνδρῶν, ἀπαιτουμένου ἴσως ἀνωτέρου ἀριθμοῦ, ὅπως ἀπαλ-
1636λαγῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ πάσας τὰς ἀλλοτρίας ὑπηρεσίας, καὶ
1637ἀπὸ αὐτὴν ἔτι τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, διὰ τοῦτο ἀνε-
1638γράφη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ζητεῖ-
1639ται ἡ συμπλήρωσις τοῦ σώματος ἐκ τῶν εὐζωνικῶν ταγμά-
1640των, προτιμωμένων τῶν εὐζώνων, ὅσοι προέρχονται ἐκ τῆς ἐθε-
1641λουσίας κατατάξεως. Οὕτω συγκροτουμένου τοῦ σώματος τῆς
1642χωροφυλακῆς, ἐλπίζομεν ὅτι πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι, ὅσαι δὲν
1643ἀνήκουσιν εἰς τὸν στρατὸν, θέλουσιν ἐκτελεῖσθαι ὑπὸ τοῦ σώ-
1644ματος τῆς χωροφυλακῆς, θέλει δὲ ἀπαλλαγῆ ὁ στρατὸς ἀπὸ
1645τὴν συνοδείαν τῶν εἰσπρακτόρων, ἀπὸ τὴν καταδίωξιν τῶν
1646φυγοδίκων καὶ τῶν φυγοποίνων, καὶ ἀπὸ τὴν φρούρησιν τῶν
1647φυλακῶν, καὶ θέλει ἀσχοληθῆ εἰς τὴν κυρίαν αὐτοῦ ἀποστο-
1648λήν, εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ. Οὕτω δὲ θέ-
1649λομεν δυνηθῆ νὰ συντάξωμεν τὸν στρατὸν τοιοῦτον, οἷος πρέ-
1650πει νὰ ᾖναι.
1651Τὰ χρηματικὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τούτου ἐξέθηκα
1652ἐν πίνακι, τὸν ὁποῖον συνάπτω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θέλει δὲ βε-
1653βαιωθῇ ἐξ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ δαπάνη δὲν εἶναι τόση,
1654ὥστε νὰ ἀποτρέψῃ αὐτὴν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ.
1655Πλὴν τῶν νομοθετημάτων τούτων, καθῆκον εἴχομεν νὰ
1656ἀποβλέψωμεν εἰς ἑτέρας ἀνάγκας, οὐχὶ διοικητικὰς, ἀλλὰ κοι-
1657νωνικὰς, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν οἰκογενειακάς. Ἐὰν διὰ τῆς βελ-
1658τιώσεως τοῦ συστήματος τῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐ μόνον τῆς στοι-
1659χειώδους, ἀλλὰ καὶ τῆς μέσης καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς, καταρ-
1660τίζομεν πολίτας εὐμαθεῖς καὶ χρησίμους πρὸς ἑαυτοὺς καὶ τὴν
1661κοινωνίαν, μέγα ἀφίνομεν βάρος εἰς τὴν οἰκογένειαν, ἐμπιστευό-
1662μενοι εἰς αὐτὴν μόνην νὰ ἀνατρέφῃ τοὺς πολίτας ἐν τῇ πίστει
1663τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐν τῇ ἠθικῇ τῆς φιλοσοφίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
1664τῆς Ἐκπαιδεύσεως προὐνόησε περὶ τῶν ἀναγκῶν τούτων, καὶ
1665θέλει εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, ἓν περὶ συστάσεως
1666ἱερατικοῦ ταμείου, ἕτερον περὶ ἱδρύσεως μονοπωλίου τοῦ κη-
1667ροῦ, ὡς πόρου τοῦ ἱερατικοῦ ταμείου, ἕτερον περὶ ἐνοριῶν καὶ
1668περὶ προσόντων τῶν ἐφημερίων, καὶ ἕτερον περὶ ἱεροκηρύκων.
1669Κατὰ τὸ 1852, ὅτε τὸ Κράτος ἠδυνήθη νὰ κανονίσῃ νο-
1670μοθετικῶς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἐπέθηκε στέ-
1671γην ἐπὶ τοῦ οἰκοδομήματος τῆς διοικήσεως αὐτῆς, ἂν οὐχὶ
1672πολυτελῆ, ἀλλ’ ἁρμόζουσαν, δὲν ἐφρόντισεν ὅμως νὰ οἰκοδο-
1673μηθῶσι καὶ τοῖχοι στερεοὶ, νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὸ οἰκοδόμημα
1674θέμεθλα ἀσφαλῆ, ὑποβαστάζοντα τὴν στέγην ταύτην. Τὰ
1675θέμεθλα ταῦτα καὶ τοὺς τοίχους ἀποτελοῦσιν οἱ ἐφημέριοι
1676τῆς χώρας. Εἰς παρελθοῦσαν ἐποχὴν, πρὸ 30 ἐτῶν, ὁ μα-
1677καρίτης Κωνσταντῖνος Ζάππας εἶχε θέσει εἰς τὴν διάθεσίν μου
167845 χιλιάδας φράγκων διὰ συναλλάγματος. Ἐφρόντισα νὰ ἐξ-
1679αργυρώσω τὸ συνάλλαγμα, καὶ παρεκάλεσα τὸν τότε διοικη-
1680τὴν τῆς Τραπέζης Γεώργιον Σταύρου νὰ ἀγοράσῃ διὰ τοῦ
1681ἀντιτίμου αὐτοῦ μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰς ὁποίας,
1682προκαλέσας καὶ τὴν συναίνεσιν τοῦ μακαρίτου Ζάππα, ἀπέ-
1683στειλα δι’ ἐπιστολῆς μου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλη-
1684σιαστικῶν, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις ταμείου ἱδρυθησομέ-
1685νου διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ συντήρησιν τοῦ κατωτέρου κλή-
1686ρου. Ὑπουργὸς ἦτο ὁ Κωνστ. Λομβάρδος, εἰς ὃν ἀπέστειλα
1687δι’ ἐπιστολῆς μου τὰς ὁμολογίας τῆς Τραπέζης, καὶ ὅστις μοὶ
1688ἐδήλωσε δι’ ἐπιστολῆς τὴν παραλαβήν των. Ἔκτοτε ἐφρό-
1689νουν, ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ προνοήσῃ περὶ μορφώσεως καὶ
1690συντηρήσεως ἐφημερίων, διότι οὗτοί εἰσιν οἱ διδάσκαλοι τῶν
1691οἰκογενειῶν, οἱ παρήγοροι τοῦ ἀνθρώπου ἐν ταῖς δυστυχίαις
1692καὶ θλίψεσι. Καὶ ὄντως ἐφημερίων τοιούτων ἔχομεν ἀνάγ-
1693κην. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐφρόν-
1694τισε νὰ ἀναγράψῃ προσόντα διὰ τὴν χειροτονίαν τῶν ἱερέων
1695καὶ ἐφημερίων, καὶ νὰ παρασκευάσῃ τὰ τοῦ ταμείου, διὰ τοῦ
1696ὁποίου δύνανται νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν.
1697Κύριοι, ἠνώχλησα ὑμᾶς, διὰ μακρῶν ἀφηγούμενος τὸ πό-
1698ρισμα τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Δὲν μοὶ μένει ἢ νὰ εὐχηθῶ, ὅπως
1699τὰ πράγματα τῆς Πατρίδος εὐπλοήσωσιν. Ἄν δὲ πρὸς τοῦτο
1700ἤθελον συντελέσει κατ’ ἐλάχιστον τὰ ἔργα ἡμῶν, ἅτινα εἰσ-
1701άγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, θέλομεν θεωρήσει ἡμᾶς εὐτυχεῖς.
1702(Χειροκροτήματα ἐκ τῶν Βουλευτῶν καὶ τοῦ ἀκροα-
1703τηρίου).
1704§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
1705ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
1706(Ὅρα Παράρτημα. ἀριθ. 8–40).
1707Τὴν Δευτέραν, ὥρᾳ 3 μετὰ μεσημβρίαν, ἔχομεν συνεδρίασιν.
1708Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1709Ὥρᾳ 6 καὶ 30′ μ. μ.