Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΔ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 49

1895.07.14

6.091 στίχοι · 47.841 λέξεις · 2 πίνακες · 348 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1895.07.14
Προεδρεία
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
ΙΔ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1896)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49

Τῆς 14 Ἰουλίου 1895.

(Σάββατον)

Ὥρα 11 π.μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Καλλιφρονᾶ).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, μὴ τυπωθέντα εἰσέτι, θέλουσιν ἀναγνωσθῆ μετὰ μεσημβρίαν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Δαδίου τῆς Λοκρίδος, παραπονουμένων κατὰ τῶν διδασκάλων τοῦ ἐκεῖ Ὑποδιδασκαλείου. Θέλει ἀποσταλῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.

§2ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν Πύλῳ ἐκ τῶν χρημάτων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἐπίσης καταθέτω καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, περὶ κατασκευῆς τοῦ λιμένος Βόλου. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἐρώτησιν, ἐὰν μετέβαλον τὴν προτεραιότητα τῶν ἔργων, ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα ἐπιμελῶς, ἐπείσθην, ὅτι ἡ τάξις τῆς προτεραιότητος κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων δὲν μετεβλήθη. Ἐπετράπη μόνον εἰς τὸν ἐργολάβον, ἵνα μὴ ἀργῶσι τὰ ἐργαλεῖά του καὶ ἡ βυθοκόρος, ὅπως ταὐτοχρόνως μὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ λιμένος Βόλου προβῇ καὶ εἰς τὴν ἐκβάθυνσιν αὐτοῦ, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅμως ὅρον, ὅπως καταμετρηθῶσι τὰ ὕδατα σήμερον, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐργασίας, καὶ ὕστερον δὲ πάλιν καταμετρηθῶσιν, ὅτε θὰ συντελεσθῇ ἡ ἐργασία. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τρίτην ἐρώτησιν, διατὶ ὁ ἐργολάβος δὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, ἡ ὑπηρεσία ἀπαντᾷ, ὅτι οὐδέποτε ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἐζήτησεν, ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος, καὶ τοῦτο, διότι κατηναλώθησαν ὀκτὼ ὁλόκληροι μῆνες, μέχρις ὅτου ὁρισθῇ ἀκριβῶς τὸ μέρος, ἔνθα ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, τοῦ μὲν ἐργολάβου ζητοῦντος, ὅπως τὸ ἐργοστάσιόν του ἱδρυθῇ ἐντὸς τῆς πόλεως, τῶν ἄλλων δὲ ζητούντων, ὅπως ἱδρυθῇ ἐκτός. Ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ κατανάλωσις τοῦ χρόνου τούτου, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος. Αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι, ἃς συνέλεξα ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ καταθέτω.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 288).

§4Δ. Ε. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ νομοσχεδίου χορηγοῦντος τὰ μέσα πρὸς ἐπισκευὴν καὶ κατασκευὴν τελείαν τοῦ ὑδραγωγείου Πύλου, μοὶ ἐπιβάλλεται καθῆκον, ὅπως εὐχαριστήσω θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν μέριμναν, ἣν ἔλαβε περὶ τούτου. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου παρέχεται μεγάλη ἐκδούλευσις ὄχι μόνον εἰς τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως Πύλου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν φρουρὰν καὶ εἰς τοὺς καταδίκους, περὶ τοὺς τετρακοσίους τὸν ἀριθμὸν, διότι τοῖς χορηγεῖται πόσιμον ὕδωρ, οὗ ἐστεροῦντο ἕνεκα τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ ὑδραγωγείου, καθ’ ὅλον τὸ ἔτος.

§5Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀτελεστάτων πληροφοριῶν καὶ ἐγγράφων, ἅτινα εἶχον κατατεθῆ τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τρικκάλων καὶ ἐμοῦ, ἐζητήθησαν καὶ ἄλλα ἔγγραφα, ἅτινα κατατίθενται. Ἐπ’ αὐτῶν θέλω ἀπαντήσει, καὶ ὡρισμένως τὴν προσεχῆ Δευτέραν.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τινὲς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, τῶν ἀκριβῶς ἐρχομένων κατὰ τὴν ὡρισμένην ὥραν, παρεπονέθησαν πρὸς τὸν Πρόεδρον, ὅτι βραδύνει πάντοτε ἡ ἔναρξις τῶν συνεδριάσεων. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται τακτικῶς εἰς τὴν ὥραν τὴν προσδιωρισμένην.

§7ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει πρῶτον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ παρίσταται, ἵνα μὴ γίνηται ἀφορμὴ εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα.

§8Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ποίαν ὥραν θὰ ἔλθωμεν μετὰ μεσημβρίαν;

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ μεσημβρίας εἶναι ἡ δεκάτη ὡρισμένη, μετὰ μεσημβρίαν ἡ πέμπτη ὥρα.

§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χθὲς ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς 6 καὶ τέταρτον μ. μ.

§11ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ παραπονούμενοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἴσως εἶναι ἐκ τῶν κανονικῶς ἐρχομένων, ἀλλὰ μὴ κανονικῶς ἀποχωρούντων, διότι εἰς τὰς 3 μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ὅτε λήγουσιν αἱ συνεδριάσεις, μόλις εἴμεθα ἐδῶ 30 ἕως 40 τὸ πολύ.

§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν τοῦτο τρέπεται κατ’ ἐμοῦ,

§13ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.

§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον αἱ σωματικαί μου δυνάμεις ἐπιτρέπουν, μένω ἐδῶ καρφωμένος.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἀρχίζωμεν ἐγκαίρως, βεβαίως θὰ τελειόνωμεν ἐνωρίτερον. Ὁ κ. Βελλίνης ἔχει τὸν λόγον.

§16ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἐν Βελεστίνῳ τῆς Θεσσαλίας εἶναι ἓν ὑποδιδασκαλεῖον. Ἀγνοῶ διατί, ἐπεκράτησε νὰ διατάσσωνται οἱ μαθηταὶ διὰ τὰς ἐξετάσεις των νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Τρίπολιν ἢ εἰς Ἀθήνας. Εἶναι πτωχοὶ νέοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ διορισθῶσιν εἰς θέσεις 40 δραχμῶν, καὶ δὲν ἔχουν 100 δραχμὰς νὰ ἐξοδεύσουν, ὅπως μεταβῶσιν εἰς Τρίπολιν ἢ Ἀθήνας, ἵνα δώσωσιν ἐξετάσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ διατάξῃ, ἢ νὰ ἐξετασθῶσιν ἐν Λαρίσῃ, ἢ νὰ μεταβῇ ἐπιτροπὴ ἐκ καθηγητῶν εἰς Βελεστῖνον καὶ τοὺς ὑποβάλῃ εἰς ἐξετάσεις.

§17ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Καθ’ ἃς ἔχω θετικὰς πληροφορίας ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω ἐνταῦθα, συνελθόντες ἐκεῖ πάντες οἱ κτηματίαι καὶ οἱ ἐμπορευόμενοι τὸν λεμονόκαρπον, συνδιεσκέφθησαν καὶ ὑπέγραψαν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαιτοῦνται ἀκριβῶς ἐκεῖνα, ἅπερ ἡμεῖς ἐπανειλημμένως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης συνεστήσαμεν διὰ τὸν ἐν κρίσει εὑρισκόμενον λεμονόκαρπον. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἐθεωρήθη προσῆκον ἐκ μέρους τῶν ὑπογραψάντων ταύτην, ν’ ἀποσταλῇ πρὸς τὸν κυβερνητικὸν συνάδελφον, ὅπως οὗτος τὴν ἐπιδώσῃ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους. Δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι ὁ κ. συνάδελφος θὰ ἐξετέλεσε τὴν ἐντολὴν τῶν συμπολιτῶν μας. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀπηυθύνετο καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὤφειλε νὰ κατατεθῇ καὶ ἐνταῦθα, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ λάβωσι γνῶσιν. Ἐκ τῆς ἀναφορᾶς δὲ ταύτης θὰ ἐμάνθανον οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πάσχουσι μόνον ἐκεῖ, ὅπου φύεται ἡ σταφιδάμπελος, ἀλλὰ πάσχουσι καὶ ἐκεῖ, ἔνθα ἀνθεῖ ἡ λεμονέα καὶ ἡ πορτοκαλέα. Εὐτυχῶς διὰ τὴν νῆσόν μας, ἰδού, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ συνέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν μίαν τῶν αἰτήσεων, τὰς ὁποίας πρὸ ἡμερῶν εἴχομεν ἡμεῖς ὑποβάλει ἐνταῦθα, περὶ τῆς καταργήσεως δηλονότι τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν λεμονοπεριβολίων. Νομίζω ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἰσπράττει πλέον τῶν 12 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ φόρου τούτου, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι, προκειμένου περὶ τοσοῦτον εὐτελοῦς ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπειλεῖ νὰ διαταράξῃ τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐξόδων καὶ τῶν ἐσόδων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, θ’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, τοῦ παρ’ ἡμῶν καὶ ἄλλων συναδέλφων ὑποβληθέντος καὶ ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίου. Εἰς τὰς παρακλήσεις τῶν συμπολιτῶν μου προσθέτω καὶ ἐγὼ τὰς ἐπανειλημμένως ἄλλως τε ἀπευθυνθείσας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἰδικάς μου, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ παρίδῃ αὕτη τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου, ἀλλὰ θὰ φροντίσῃ νὰ χορηγηθῶσι ταχέως τὰ ζητούμενα, ἐὰν δὲν ἐπιθυμῇ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καταστροφὴν τόσης ἐργασίας ἐπὶ τῶν ὡραίων λεμονοπεριβολίων μας, ἀντιπροσωπευούσης ἑκατομμύρια.

§18ΤΟΠΑΛΗΣ. Πολὺς ἐγένετο λόγος κατ’ αὐτὰς περὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων Βόλου, πολλοὶ δὲ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ ἐποιήσαντο ἐπερωτήσεις περὶ αὐτῶν, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσήγαγε τὰ ζητηθέντα ἐπὶ τούτου ἔγγραφα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἰδίᾳ δὲ τὸν ἐκ Βόλου κ. Φιλάρετον, ὅπως ἀρχίσῃ ἐπὶ τέλους τὴν περίφημον ταύτην συζήτησιν περὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων Βόλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζω ὅτι ἔδωκεν ἀρκούσας ἐξηγήσεις σήμερον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. ἐκ Βόλου συναδέλφου, τὴν ὁποίαν οὗτος ἐγγράφως ὑπέβαλεν, ὥστε θεωρῶ πλέον παράλογον τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ταύτης, καὶ παρακαλῶ τοὺς εἰρημένους Βουλευτάς, ἵνα συζητήσωσι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην σήμερον, ἐκτὸς ἐὰν ἐπείσθησαν ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, καὶ ἐκ τῶν ἐξηγήσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑφίσταται πλέον συζητήσεως περὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων Βόλου.

§19Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χαίρω πολύ, ὅτι κατέχεται ὑπὸ μεγάλης ἀνυπομονησίας ὁ κ. συνάδελφος, ἵνα συζητηθῇ τὸ ζήτημα περὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων Βόλου. Τοῦτο εἶναι πολὺ εὐχάριστον, διότι θὰ συντελέσῃ ἀκριβῶς εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἐπιδιώκω, ἵνα συντελεσθῇ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἐνδιαφέρει τὸν Βόλον καὶ ὁλόκληρον τὴν Θεσσαλίαν. Πρὸ μικροῦ ἐξήγησα τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ γείνῃ σήμερον ἡ συζήτησις αὕτη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, βραδύτερον ἐζήτησα καὶ ἐγώ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, κατὰ τὸ σύστημα ἀτυχῶς, τὸ ὁποῖον πάντοτε κρατεῖ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, κατέθεσεν ἀτελεστάτας πληροφορίας καὶ οὐχὶ ὅλα τὰ ἔγγραφα. Ἐζήτησα τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ κατετέθησαν οἱ ὅροι τῆς συγγραφῆς, δὲν κατετέθησαν δὲ ἄλλα ἔγγραφα, π. χ. τὰ πρακτικὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, οὐδὲ ἡ διαταγή, ἡ ὁποία ἐδόθη τελευταῖον, ἧς δὲν γνωρίζω τὴν χρονολογίαν. Ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ ἐπερωτήσεως, διατυπωθείσης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ πρὸ ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας ἔγγραφά τινα, καὶ νὰ δώσῃ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐπισταμένως ἤκουσα, καὶ τὸν εὐχαριστῶ. Εἶπον ὅτι τακτικὸν εἶναι νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν καὶ νὰ ὁμιλήσω τὴν Δευτέραν. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. συνάδελφος κατέχεται ὑπὸ ἀνυπομονησίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἔδειξε μέχρι σήμερον, τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον, καὶ δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἐξαναγκάσῃ ἕτερον νὰ ὁμιλήσῃ, ὅταν δὲν θέλῃ καὶ ὅταν δὲν ἔχῃ φθάσει ἡ στιγμή. Θὰ ἦτο πολὺ ἁπλοῦς, ἐὰν παρεδέχετο, ὅτι ἠδυνάμην νὰ παραιτηθῶ πρὸς χάριν του τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι πρὶν ἢ ὑποβάλω αὐτὰς ἐσκέφθην ὡρίμως. Ἐὰν τώρα ἡ ἐπερώτησις διετυπώθη οὐχὶ ἀκριβῶς, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν ἔγγραφα ἀτελῆ, ἐπιφυλάττομαι νὰ ἀναπτύξω αὐτὴν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ὅταν λάβω γνῶσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων.

§20ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Βόλου νομίζει ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν σήμερον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως περὶ τοῦ ζητήματος τῶν λιμενικῶν ἔργων Βόλου, καὶ ἀφοῦ ὁ ἕτερος κ. συνάδελφος ἐκ Βόλου ἐνδιαφέρεται νὰ λάβῃ ὁπωσδήποτε ἓν πέρας ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ διευκρινισθῇ, τίς εἶναι ὁ αἴτιος, ὅστις ἔχει παρεμβάλει προσκόμματα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν λιμενικῶν ἔργων καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου διετέθησαν πρόσοδοι τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς εἰς ἄλλους σκοποὺς ἢ εἰς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους προωρίσθησαν, νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, ὅτε δύναται νὰ γείνῃ εὐρυτέρα συζήτησις καὶ ὅτε ὁ κ. Φιλάρετος δὲν θὰ ἔχῃ πλέον λόγους νὰ παραπονῆται, ὅτι δὲν εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τῆς ὑποθέσεως καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως. Θεωρῶ λοιπὸν ὀρθότερον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.

§21ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποθέσεως τοῦ λιμένος Βόλου, ὀφείλω, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. συνάδελφον, νὰ δικαιολογήσω τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου. Αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ πολλῶν Βουλευτῶν πληροφορίαι περὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων Βόλου καὶ ἄλλων λιμενικῶν ἔργων, εἶναι τόσον πολλαὶ, ὥστε, καὶ ἂν ἦσαν διπλάσιοι οἱ ὑπάλληλοι, δὲν θὰ ἐπήρκουν, ἵνα ἀπαντήσωσιν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπερωτήσεις. Τοῦτο ὤφειλον νὰ εἴπω, ὅπως δικαιολογήσω τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι πολὺ ἐργάζονται, ἵνα δύνανται νὰ ὦσιν ἐνήμεροι εἰς ὅλας τὰς ἐπερωτήσεις τῶν κ. Βουλευτῶν.

§22ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατετέθησαν ἐγκαίρως. Ἑπομένως ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ παραπονεθῶ. Ἐὰν ὁ κ. Φιλάρετος δὲν εἶχεν ὁρίσει σαφῶς τὴν ἐπερώτησίν του τὸ πρῶτον, καὶ ἠναγκάσθη κατόπιν νὰ ζητήσῃ συμπληρωτικὰς πληροφορίας, νομίζω ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ αἴτιος τῆς ἀναβολῆς ταύτης καὶ τῆς βραδύτητος.

§23ΤΟΠΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν ἰδέαν ἔχω, ὅτι ὁ κ. Φιλάρετος θέλει νὰ ἀναβάλληται ἡ συζήτησις, καὶ πολὺ πιθανὸν τὴν Δευτέραν νὰ ζητήσῃ καὶ ἑτέρας πληροφορίας, ὅπως ἀναβληθῇ καὶ πάλιν ἡ συζήτησις. Ἐγὼ δὲν κατέχομαι ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἀνυπομονησίας, ὅπως ἡ συζήτησις αὕτη ἔλθῃ τὸ ταχύτερον, ἀλλ’ ἐνόμιζον ὅτι ἀρκετὸς παρῆλθε χρόνος καὶ ὅτι ὁ κ. Φιλάρετος θὰ ἦτο προητοιμασμένος, ἵνα ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὥστε μικρὰν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Μόνον ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας κινούμενος, ἐπρότεινα εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἵνα ὁμιλήσῃ σήμερον. Ἐὰν ἔχῃ λόγους, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς συζητήσεως ταύτης, ἐγὼ δὲν ἔχω βεβαίως ἐναντίαν γνώμην.

§24Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι σκιαμαχία τὸ γενόμενον. Οἱ κ. συνάδελφοι θέλουσι νὰ μοὶ ἐπιῤῥίψωσι τὴν μομφήν, ὅτι ἐζήτησα ἀτελεῖς πληροφορίας. Λυποῦμαι τοὺς κ. συναδέλφους, καὶ δὲν ἀπαντῶ τίποτε πλέον τῶν ὅσων εἶπον.

§25Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα, δι’ ὧν κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μετ’ ἐπιμονῆς πληροφοροῦμαι παρὰ διαφόρων πολιτῶν ἐκ Καλαβρύτων, ὅτι διάφοροι καταχρήσεις λαμβάνουσι χώραν εἰς τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος ἐκεῖ τὸ ἔργον. Ἔχω δ’ ἀντίγραφον καταγγελίας, τῆς τελευταίας, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς ἄλλας προηγουμένας καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀποδίδονται ὡρισμέναι καταχρήσεις. Δὲν ἐκφέρω καμμίαν γνώμην περὶ αὐτῶν ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, ἴσως δ’ ἔλαβε γνῶσιν τῶν καταγγελιῶν αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν αὐτὸν νὰ ζητήσῃ τὰ περὶ τούτου ἐκ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων καὶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, διότι μεγάλαι καταχρήσεις καταγγέλλονται. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, καὶ ἄλλην τινὰ σύστασιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκ τοῦ χωρίου Σουδενῶν εἷς φρενοβλαβὴς ἐφόνευσεν ἄλλον τινὰ πολίτην, ἐν φρενοβλαβείᾳ διατελῶν, ἐφ’ ᾧ παρεπέμφθη εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἀλλ’ ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ δίκη του, τὸ δικαστήριον εὑρέθη εἰς ἀμφιβολίαν, ἐὰν δύναται νὰ δικάσῃ φρενοβλαβῆ· ἡ ὑπόθεσις λοιπὸν ἀνεβλήθη, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔμεινεν ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ὁλόκληρα ὡς ὑπόδικος, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ δίκη. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἀνεφέρθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐζήτησε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς σταλῇ εἰς φρενοκομεῖον καὶ μετὰ τὴν θεραπείαν γείνῃ ἡ δίκη. Ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκώφευσεν εἰς τὴν ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἐπὶ τέλους ὁ Εἰσαγγελεὺς ἠναγκάσθη νὰ προσδιορίσῃ τὴν δίκην τοῦ κατηγορουμένου, διότι διέτρεχε κίνδυνον καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἄλλων φυλακισμένων, καθόσον αὐτὸς εἶναι μανιώδης. Ἔγεινεν ἡ δίκη αὐτοῦ, καίτοι διετέλει ἐν φρενοβλαβείᾳ, καὶ τὸ δικαστήριον, ἐπιεικῶς δικάσαν, τὸν ἐκήρυξεν ἀθῶον, ἐστάλη δὲ εἰς τὸ χωρίον του, συνοδευόμενος ὑπὸ χωροφυλάκων, ἵνα μὴ καθ’ ὁδὸν διαπράξῃ ἕτερον ἔγκλημα. Εἰς τὸ χωρίον ὅμως ἔγεινεν ἀναστάτωσις, διότι πάντες φοβοῦνται, καθόσον αὐτὸς ἔχει τὴν μονομανίαν νὰ φρονῇ, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 κατεφέροντο κατὰ τοῦ πάππου του, καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ μαίνεται κατὰ πάντων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀνθρώπου τούτου καὶ τὸν ἀποστείλῃ εἰς ἓν φρενοκομεῖον, διότι τρέχει κίνδυνον ἡ ζωὴ τῶν κατοίκων, καὶ ἡ οἰκογένειά του φοβεῖται νὰ μένῃ ἐν τῇ οἰκίᾳ. Ἔχω μάλιστα καὶ ἐπιστολὴν ἐκ τῆς οἰκογενείας του.

§26ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πῶς ὀνομάζεται;

§27Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὀνομάζεται Σπυρίδων Ἀργυρόπουλος. Κατοικεῖ εἰς τὸ χωρίον Σουδενά. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει περὶ τούτου, διότι ἔχει γείνῃ μακρὰ ἀλληλογραφία περὶ αὐτοῦ, καὶ δύναται νὰ λάβῃ πληροφορίας καὶ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ, διότι διατρέχει κίνδυνον ἡ ζωὴ τῶν κατοίκων.

§28ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ἐγγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας βοηθημάτων εἰς τοὺς δυστυχήσαντας ἐργάτας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Τριπόλεως, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ ἀξιοτίμων συμπολιτῶν μου ὑπεργολάβων, ἀπευθυνόμενον δὲ καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, δι’ οὗ οἱ συμπολῖταί μου ὑπεργολάβοι παραπονοῦνται, ὅτι δὲν συμπεριλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἐκτίθενται λεπτομερῶς αἱ αἰτήσεις τῶν συμπολιτῶν μου, ὑποστηρίζουσαι τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, καθ’ ἣν ἡ συνδρομὴ καὶ περίθαλψις τοῦ Κράτους θὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τοὺς ἡμεδαποὺς ὑπεργολάβους. Συνιστῶ τὴν τηλεγραφικὴν ταύτην ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ δέ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Τὸ τηλεγράφημα καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.

§29ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, διότι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου λόγοι ὑπερτάτης ἀνάγκης δὲν μοὶ ἐπέτρεψαν νὰ παρασταθῶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἐν Τριπόλει ἔλαβον γνῶσιν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀμέσως ἀνεχώρησα ἐκεῖθεν· ὡς ἀφίχθην δὲ ἐνταῦθα, εὐθὺς ἔλαβον γνῶσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εὗρον ἀτελὲς καὶ μὴ ἐκπληροῦν τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ὑπεβλήθη, οὐδὲ θεραπεῦον τὸν πόθον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω τοῦτο. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει ἐξετάσει τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἂν τῳόντι οἱ ὑπεργολάβοι ἔχωσι δίκαιον, θέλει λάβει πρόνοιαν καὶ περὶ αὐτῶν. Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, ἀπηυθύνετο καὶ εἰς ἐμέ, καὶ ἀπήντησα τηλεγραφικῶς εἰς τοὺς ὑπεργολάβους, πόσον πόνον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν ζημιωθέντων συμπολιτῶν μας, καὶ ὅτι ἀρχικὸς σκοπὸς τοῦ κ. Προέδρου, εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον, ἦτο, ὅπως ἱκανοποιηθῶσιν ὅλοι οἱ ζημιωθέντες ἐκ τῆς ἀτυχοῦς ἐκείνης ὑποθέσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ δίκαια τῶν ὑπεργολάβων θέλουσιν ἀναγνωρισθῆ, καὶ πρὸς τοῦτο ἔχω συντάξει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας θέλω ὑποστηρίξει κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν αὐτοῦ, ἐλπίζων, ὅτι θέλουσι γείνῃ ἀποδεκταὶ ὑπό τε τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ.

§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἐπηρώτησε προχθὲς τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσης νὰ ἐξετασθῇ, ἐπὶ τίνι λόγῳ οἱ ὡς ναυτικοὶ ἐγγεγραμμένοι ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», οἱ μὴ τουτέστι λαβόντες φυλλάδιον ἐργάτου θαλάσσης πρὸ ἑνὸς ἔτους, τιμωροῦνται διὰ τῆς τριμήνου προσθέτου ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία κατηργήθη διὰ νόμου ὡς πρὸς τοὺς ἐργάτας θαλάσσης. Ἐὰν ἄλλως δὲν ἦναι ἐργάται θαλάσσης, πῶς θεωροῦνται τοιοῦτοι;» Ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, δυστυχῶς ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἔχει δίκαιον· εὐτυχῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΣΛʹ οἱ ἐργάται θαλάσσης, οἱ ἐφωδιασμένοι διὰ ναυτικοῦ φυλλαδίου, δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου πρὸς ἐξέτασιν τῆς σωματικῆς αὐτῶν ἱκανότητος. Ἑπομένως οὐδενὶ τούτων ἐπιβάλλεται τρίμηνος πρόσθετος ὑπηρεσία, ἂν δὲν προσέλθῃ. Ὑπόκεινται ὅμως εἰς τὴν ναυτικὴν ἀπογραφὴν, καὶ ἐκπληροῦσιν ἑπομένως εἰς τὸν κατὰ θάλασσαν στρατὸν τὴν στρατολογικὴν αὐτῶν ὑποχρέωσιν ὑποχρεωτικῶς, καὶ οἱ ἐξασκοῦντες ναυτικὰ ἐπαγγέλματα, π. χ. οἱ θερμασταί, οἱ ναυπηγοί, οἱ μηχανουργοὶ καὶ λοιποί, οὓς κατονομάζει τὸ ἄρθρον 14 τοῦ ᾼΥϞΘʹ νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας. Εἰς αὐτοὺς μὴ ἐμφανιζομένους ἐνώπιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ἐπιβάλλεται τρίμηνος πρόσθετος ὑπηρεσία, διότι ὁ νόμος ͵ΒΣΛʹ δὲν συμπεριέλαβεν αὐτοὺς εἰς τὸ εὐεργέτημα, ὅπερ ἀφορᾷ τοὺς ἐργάτας θαλάσσης. Καὶ εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοήσῃ τις τὸν λόγον τῆς διακρίσεως ταύτης. Οἱ θαλάσσης ἐργάται συμπίπτει πολλάκις, ἔχοντες ναυτικὸν φυλλάδιον, ὄντες δὲ ναυτολογημένοι, νὰ μὴ εὑρίσκωνται ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα γίγνεται ἡ κλήρωσις, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἦναι πρόχειροι εἰς ἐμφάνισιν ἐνώπιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου. Ὁ νόμος βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι ἄδικος, ἐὰν ἐπέβαλλεν αὐτοῖς τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο οὗτοι μόνον ἀπαλλάσσονται. Οἱ μὴ ἔχοντες ὅμως ναυτικὸν φυλλάδιον καὶ μὴ ὄντες θαλάσσης ἐργάται, ὡς ἐκεῖνοι, οὓς ἀνέφερον ἤδη, οἱ θερμασταί, οἱ ναυπηγοί, οἱ μηχανουργοί, ὡς πρὸς αὐτοὺς, λέγω, ἤθελεν εἶσθαι τῷ ὄντι μεγάλη τις συγκατάβασις, ἂν μὴ ἐπέβαλλεν αὐτοῖς ὁ νόμος τὴν τρίμηνον πρόσθετον ὑπηρεσίαν, εἴποτε δὲν ἐνεφανίζοντο ἐγκαίρως ἐνώπιον τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τούτων, οἵτινες δικαίως ἐτιμωρήθησαν διὰ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας (διάλογοι). Πρόκειται, ἂν ἐγένετο παράβασις νόμου. Ὁ νόμος δὲν συμπεριέλαβεν αὐτοὺς εἰς τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσιν, ὑποβάλετε πρότασιν νόμου. Ἀπαντῶ εἰς ἄλλην ἐπερώτησιν. Ὁ κ. ἐκ Ξηροχωρίου Βουλευτὴς ἐπηρώτησε: πρῶτον, ἐὰν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Δ. Κριεζῆ προεβιβάσθη ὁ ὑποκελευστὴς Γεώρ. Πολιδάκης, πρὸ τριετίας ἀποθανών. Εὐτυχῶς, Κύριοι, εἰσὶ τοσοῦτον πολλοὶ οἱ ζῶντες, ἔχοντες δὲ ἀξιώσεις παρὰ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ εὑρέθη Ὑπουργὸς, ποιούμενος παροχὰς καὶ πρὸς τεθνεῶτας. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι τεθνεὼς προεβιβάσθη.

§31ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι σᾶς ἠπάτησεν ἡ ὑπηρεσία. Διότι ὁ προβιβασμὸς ἐστάλη, ὅτε τὰ πλοῖα ἦσαν εἰς Τάραντα. Λέγω ταῦτα, ἵνα καταδείξω μετὰ πόσης θρασύτητος παρανομοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ τὸν τίτλον ὑπασπιστοῦ τοῦ Βασιλέως.

§32Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς ἐμὲ ἡ ὑπηρεσία αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ἔδωκεν, αὐτὴν τὴν πληροφορίαν δίδω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Βουλήν.

§33ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς ἐγὼ λέγω· καὶ θὰ φέρω καὶ ἀντίγραφον. Ἡ ὑπηρεσία σᾶς ἀπατᾷ.

§34ΛΕΒΙΔΗΣ. Μέχρι τοῦδε δὲν ἔχω ἀφορμὴν τοιαῦτα νὰ πιστεύω· εὐθὺς ὡς λάβω τοιαύτην, βεβαίως θέλω μεταβάλει τὴν ὑπηρεσίαν.

§35ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λαμβάνετε τώρα.

§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ νὰ προσαγάγητε ἔγγραφα.

§37ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ φέρω ἀντίγραφα· εἶναι δὲ μάρτυρες καὶ ὅλοι οἱ πλοίαρχοι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ναῦται, οἱ ὁποῖοι ἠκολούθησαν τὰ πλοῖα, ὅταν μετέβησαν εἰς Τάραντα.

§38ΛΕΒΙΔΗΣ. Πιθανὸν νὰ ἔχετε δίκαιον. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἐβεβαιώθησαν ὅσα λέγετε. Ἐπερωτᾷ δεύτερον ὁ κ. Βουλευτὴς (ἀναγινώσκει): «Προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ κελευστοῦ ἁρμένων ὁ Γεώργιος Ποῦλος, στάσιμος (75 ἐτῶν), καὶ ἐξακολουθεῖ ὑπηρετῶν ἐπὶ τῆς Αὔρας»; Ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ξηροχωρίου εὑρίσκεται ἐν πλήρει δικαίῳ. Ὥστε παρατηρεῖτε, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ὡς πρὸς αὐτὸ εἶναι σύμφωνος μὲ ὑμᾶς. Τῷ ὄντι ἐδῶ παρεβιάσθη ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): «Ὁ ὑποκελευστὴς αʹ τάξεως ἁρμένων Γ. Ποῦλος προήχθη εἰς κελευστὴν τῇ 28 Μαΐου 1895, καίτοι εἶχεν ὑπερβῆ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἤτοι τὸ 50ὸν ἔτος.» Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΑΥϞΖʹ ὁρίζει, ὅτι εὐθὺς ὡς ὑπερβῇ τὸ πεντηκοστὸν ἔτος, δὲν δύναται νὰ προάγηται εἰς ἀνώτερον βαθμόν.

§39ΚΡΙΤΣΑΣ. Μήπως δὲν συνεπλήρωσε τὰ ἔτη τῆς συντάξεως;

§40ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ὑποκελευστῶν εἶναι τὸ ἔτος 50 τῆς ἡλικίας, κατὰ τὸν νόμον ΑΥϞΖʹ. (Ἀναγινώσκει τὸ κείμενον τοῦ νόμου). Αὐτὸς δὲ, καίπερ ὑπερβὰς τὸ πεντηκοστὸν ἔτος, προεβιβάσθη παρὰ τὸν νόμον. Ὑπηρετεῖ δὲ ἀληθῶς ἐπὶ τῆς «Αὔρας», ἐφ’ ἧς ἐπιβαίνει πλήρωμα ἐκ τοῦ Ναυστάθμου, διότι τὸ πλοῖον τοῦτο, ὡς γνωρίζετε, εἶναι παρωπλισμένον, ἐπὶ δὲ τῶν παρωπλισμένων πλοίων, κατὰ τὸν νόμον, ἐπιβαίνει πλήρωμα ἐκ τοῦ Ναυστάθμου. Ἐὰν τώρα, Κύριοι, καλῶς ἢ κακῶς ὑπηρετῇ, δύναμαι νὰ δώσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, ὅτι κακῶς μὲν προεβιβάσθη, καλῶς δὲ ὑπηρετεῖ· καὶ ἰδοὺ διατί· διότι δὲν ἔχει συμπεπληρωμένην ὑπηρεσίαν ἐτῶν πέντε καὶ εἴκοσι· δύναται ἑπομένως νὰ μένῃ ἐν ταῖς τάξεσι κατὰ τὸ 2ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 (ἀναγινώσκει τὸ ἐδάφιον). Ὁ ῥηθεὶς λοιπὸν δὲν συνεπλήρωσε τὴν εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν, νομίμως ἄρα δύναται νὰ ὑπηρετῇ, καίτοι παρανόμως προεβιβάσθη. Τρίτη ἐρώτησις εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Προήχθησαν οἱ ἑξῆς ὑποκελευσταὶ νοσοκόμοι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ κελευστοῦ νοσοκόμου, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οὐδεμία ἀναγράφεται τοιαύτη θέσις, Π. Σκλέπας, Γ. Πιπῖνος, Δ. Μπουζακίτης, Π. Γεωργιάδης κλπ.»; Καὶ ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ κ. ἐκ Ξηροχωρίου Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθὴ καὶ δικαία. Τῷ ὄντι οἱ ὑποκελευσταὶ οὗτοι αʹ τάξεως νοσοκόμοι προήχθησαν τῇ 28 Μαΐου ἐ. ἔ. εἰς κελευστὰς, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέναι τοσαῦται θέσεις καὶ τοσαύτη πίστωσις. Ἑπομένως τῷ ὄντι ἐγένετο παράβασις τοῦ νόμου, καθόσον προήχθησαν εἰς τὸν βαθμὸν, περὶ οὗ ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἄνδρες ἐναντίον τῶν ἀριθμῶν, οὓς ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμός. Κελευσταὶ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχουσιν 72, δι’ οὓς τὸ Δημόσιον καταβάλλει κατὰ μῆνα δραχμὰς 6,480, ἀπὸ 72 δὲ ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἀνεβίβασεν αὐτοὺς εἰς 107, δηλ. ὑπερέβη τὰ κεκανονισμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατὰ δραχμὰς 3,150 κατὰ μῆνα. Ὑποκελευσταὶ ὅμως κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν δέον νὰ ὦσιν 195, εἶναι ἐν τούτοις μόνον 163· ἑπομένως ἐπέρχεται πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκ δραχμῶν 2,560 κατὰ μῆνα. Δίοποι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν πρέπει νὰ ὦσι 210, ὑπάρχουσιν ὅμως μόνον 191· ἑπομένως καταβάλλονται εἰς τούτους διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ ἔλαττον δραχ. 1,755 κατὰ μῆνα. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐνῷ ἀληθῶς ἐγένετο παράβασις τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν ῥηθέντων ὑπαξιωματικῶν, καθόσον οὗτοι προεβιβάσθησαν χωρὶς νὰ ὑπάρχωσιν ἀριθμοὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, αὔξησις τῆς ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναγραφομένης δαπάνης δὲν ἐπῆλθεν· ἐξ ἐναντίας ὑπάρχει ἐλάττωσις κατὰ δραχμὰς 645 κατὰ μῆνα, καθόσον δὲν συνεπληρώθησαν οἱ ἀριθμοὶ πάντων τῶν βαθμῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειουμένων. Λέγω ταῦτα, οὐχὶ ἵνα καλύψω τὰ κακῶς γενόμενα, διότι τῷ ὄντι κακῶς προεβιβάσθησαν οἱ ὑπαξιωματικοί, ἀλλὰ διότι ὀφείλω νὰ πιστοποιήσω συγχρόνως, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν ἐκ τούτου ὑπέρβασις τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀναγεγραμμένου ὁλικῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ στόλου.

§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία ἡ τάξις ἡ ὑπερβαίνουσα;

§42ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ κελευσταὶ ἀπὸ 72 ἀνῆλθον εἰς 107.

§43ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές. Σήμερον κελευσταί, κατὰ τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον, ὃν κατεθέσατε, εἶναι 118.

§44ΛΕΒΙΔΗΣ. Δηλαδὴ εἶναι περισσότεροι ἀπὸ ὅ,τι πρέπει νὰ ᾖναι.

§45ΔΕΙΜΕΖΗΣ. 108 εἶχεν ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὑποβληθεὶς πρὸ ἡμερῶν, ἀλλ’ ἡ κατάστασις, ἣν κατεθέσατε, ἔχει 118.

§46ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 107 εἶναι κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργός.

§47ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου ᾼΨΚΗ’ τῆς 28 Μαΐου 1887 ἡ διάρκεια τῆς διαμονῆς τῶν ἀξιωματικῶν ὡς καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐν πᾶσι τοῖς ἱδρύμασι τοῦ ἐν Πόρῳ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 συσταθέντος Προγυμναστηρίου εἶναι δύο ἐτῶν ...» Ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, καθόσον τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου ᾼΨΚΗ’ λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάρκεια τῆς διαμονῆς τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ προγυμναστῶν ἐν πᾶσι τοῖς ἀνωτέρω ἱδρύμασιν εἶναι διετὴς τοὐλάχιστον.» Λέγει λοιπὸν τὸ ἄρθρον «εἶναι διετὴς τοὐλάχιστον.» Ἑπομένως τί ἐξάγεται ἐκ τοῦ νόμου; Ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὀλιγωτέρα τῶν 2 ἐτῶν ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, περισσοτέρα ὅμως δύναται νὰ ᾖναι· ὥστε, ἐὰν ὑπάρχωσι βαθμοφόροι ἐν τῷ Γυμναστηρίῳ τοῦ Πόρου, ἔχοντες ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Πόρῳ πλέον τῶν δύο ἐτῶν, νομίμως οὗτοι ὑπηρετοῦσι, διότι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον νὰ ᾖναι διετὴς ἡ ὑπηρεσία. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ὑπάρχει καὶ τεχνικὸς λόγος, δι’ ὃν εἶναι ἴσως ἐπιβεβλημένον νὰ ᾖναι καὶ μακροτέρα τῶν δύο καὶ τῶν τριῶν καὶ τῶν τεσσάρων ἐτῶν ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐν τῷ Πόρῳ βαθμοφόρων· διότι οὗτοι, ὡς γνωρίζετε, χρησιμεύουσιν εἰς εἰδικὴν προγύμνασιν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, ἥτις βεβαίως δὲν δύναται νὰ ᾖναι τελεσφόρος, ἐὰν ἑκάστοτε μεταβάλλωνται οἱ ἐκεῖ βαθμοφόροι. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας ἀνέφερε Διάταγμά τι τῆς 23 Δεκεμβρίου 1867 ἔτους, καθ’ ὃ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ὑπηρετοῦσιν ἐκ περιτροπῆς κατὰ θάλασσαν, μὴ ὑπερβαινούσης τῆς διαρκείας τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τὰ δύο ἔτη. Ἀλλὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο, ὅπερ εὑρίσκεται ἐν τόμῳ Βʹ σελίδι 44 τοῦ «Ναυτικοῦ Συνεκδήμου», φέρει χρονολογίαν τοῦ 1867, ὡς ἐῤῥήθη, ἐγένετο δὲ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Δ. Σαχτούρη. Οὐδέποτε ἐν τούτοις τὸ Διάταγμα ἐτηρήθη, καὶ πρὶν ἢ νομοθετηθῇ ὁ νόμος περὶ τῆς Προπαιδευτικῆς Σχολῆς ἐν Πόρῳ. Αὐτὸς ὁ Ὑπουργός, ὅστις ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα τοῦτο, δὲν ἠδυνήθη νὰ τηρήσῃ αὐτό. Ἐπίσης ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπολαμβάνουσιν (ἐν Πόρῳ) κατ’ οἶκον τὰ πλεονεκτήματα τῆς κατὰ θάλασσαν ὑπηρεσίας;» Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ, διότι ὁ νόμος, οὗτινος ἐμνήσθην, ἐν ἐδαφίῳ βʹ τοῦ ἄρθρου 12 λέγει, ὅτι «τὸ εἰδικὸν προσωπικὸν τοῦ Κεντρικοῦ Προγυμναστηρίου κατοικεῖ ἐν τοῖς καταστήμασι τοῦ ἀρχαίου ναυστάθμου, κατὰ τὴν ἀνήκουσαν ἑκάστῳ τάξιν· λαμβάνει δὲ θαλασσίους ἀποδοχάς, καὶ ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ λογίζεται θαλάσσιος.» Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ ἀπαντήσω σήμερον εἰς ὅσα οἱ κύριοι συνάδελφοι μὲ ἐπηρώτησαν.

§48ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Πρὶν ἐπανέλθω ἐπὶ τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, πληροφορῶ αὐτόν, ὅτι αἱ σημειώσεις περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, οὗ προΐσταται, τῷ ἐχορήγησε, διαφωνοῦσι πρὸς τοὺς νόμους, πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν ἀρχικῶς ὑπέβαλε, καὶ πρὸς τὴν δήλωσιν, ἣν τελευταῖον ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀρχικελευστῶν ὁ νόμος ὁρίζει διὰ μὲν τὰς διαφόρους κατηγορίας εἰς 15, διὰ δὲ τοὺς μηχανικοὺς εἰς 24, ἐν συνόλῳ εἰς 39 (νόμος ᾼΤΜΖ’ τοῦ 1885). Κατὰ τὸν αὐτὸν νόμον, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν ὑπολοίπων βαθμῶν προσδιορίζεται διὰ τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ, μέχρις οὗ διὰ τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καθορισθῇ οὗτος. Ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ἐψηφίσθη διὰ τοῦ νόμου ᾼΦΕ’ τοῦ 1887, ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν δὲν καθωρίσθη, ἐπανελήφθη δὲ καὶ ἐν τούτῳ ἡ εἰρημένη διάταξις, ὥστε ἔμεινεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ὁ κατ’ ἔτος κανονισμὸς μιᾶς σπουδαιοτάτης δαπάνης καὶ τῆς τύχης τῆς χρησιμωτέρας μερίδος τῶν ἀνδρῶν τοῦ στόλου. Τῆς σπουδαίας ταύτης ἐλλείψεως τὴν συμπλήρωσιν πιστεύω νὰ συμπεριλάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰς περὶ βελτιώσεως τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας μελέτας του. Σήμερον λοιπόν, κατὰ τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον, ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλήν, τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρχικελευστοῦ φέρουσι 47 ἄτομα ἐν συνόλῳ, ἤτοι 8 πλέον τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου ἀριθμοῦ. Κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, τὸν συνταχθέντα κατόπιν τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του γενομένων προβιβασμῶν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀρχικελευστῶν περιορίζεται εἰς 43, ἤτοι κατὰ 4 πλέον τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου ἀριθμοῦ. Κατὰ τὴν σημείωσιν ἢ τὴν δήλωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, — ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ την — τὴν ὁποίαν χθὲς ὑπέβαλεν ἡμῖν ὁ ἴδιος Ὑπουργός, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀρχικελευστῶν ἀναβιβάζεται εἰς πεντήκοντα, ἤτοι κατὰ ἕνδεκα περισσοτέρους τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ, κατὰ τρεῖς περισσοτέρους τῶν πραγματικῶς ὑπαρχόντων καὶ κατὰ ἑπτὰ πλειοτέρους τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, τῷ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντι, ἀναγραφομένων. Πρόκειται περὶ νέων προβιβασμῶν; ἀγνοῶ. Ἓν μόνον γινώσκω, ὅτι τὰ λεγόμενα ἐξάγονται ἀπὸ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου, τὰ ὁποῖα πάντες φέρετε ἀνὰ χεῖρας...

§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐναντίον τοῦ γράμματος τοῦ νόμου ἐγένετο ὑπέρβασις ἀριθμῶν;

§50ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μάλιστα, κ. συνάδελφε, καὶ ἐπειδὴ ἔχετε τὴν ἀρχὴν τῆς ἀκριβολογίας, σᾶς ἀναγινώσκω τὸ κείμενον (ἀναγινώσκει): Νόμος ΨΒʹ τῆς 9 Νοεμβρίου 1861 περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν. Ἄρθρ. 18. «Οὐδεὶς γίνεται προβιβασμός, θέσεως κενῆς ἐν τοῖς ἀριθμοῖς μὴ ὑπαρχούσης, οὐδὲ βαθμὸς ἐπίτιμος χορηγεῖται». Προστίθημι δέ, ὅτι ἀρχικελευσταί εἰσιν ἀξιωματικοί.

§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐναντίον καὶ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ;

§52ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μάλιστα, τὸ προεῖπον.... Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέπεται ἀριθμὸς, ἤτοι θέσις ἀξιωματικοῦ, ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴ πιστώσεως οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν.

§53Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατέθεσα, ὑπῆρχε πάλιν ὑπέρβασις.

§54ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μάλιστα, λεπτομερέστατα σᾶς ὑπέδειξα τὰς ὑπερβάσεις τῶν ἀριθμῶν τοῦ νόμου, ὅπως προκύπτουν ἐκ τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐκ τοῦ σημειώματος ἢ τῆς δηλώσεώς σας, πάντων τῆς αὐτῆς προελεύσεως. Ταῦτα περὶ ἀρχικελευστῶν. Ἄς ἴδωμεν τώρα τοὺς ἐπιλοίπους βαθμοὺς τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς δὲν ὁρίζεται διὰ νόμου, ἀλλὰ κανονίζεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ κατανέμεται δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ εἰς τὰς διαφόρους κατηγορίας. Κελευσταί. Ὁ ἀριθμὸς τούτων διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 ὁρίζεται εἰς 97, κατανεμομένους εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀναφέρει, ὅτι τὸν βαθμὸν τοῦτον φέρουσιν 118, ἤτοι περιπλέον 21. Ἡ δήλωσις, ἣν ἐποιήσατο ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς, ἀναβιβάζει τὸν ἀριθμὸν τῶν κελευστῶν εἰς 122, ἤτοι κατὰ 25 περισσοτέρους τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις, ὡς προεῖπον, προσδιορίζει κατὰ τὸν νόμον τὸν ἀριθμόν. Ὑποκελευσταὶ Αʹ καὶ Βʹ τάξεως. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ὁρίζεται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς 250. Εἰς τὸν ὀνομαστικὸν ὅμως κατάλογον ἀναγράφονται 219, ἤτοι μένουσι κεναὶ θέσεις 31. Ἡ ἐξαίρεσις ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι προεβιβάσθησαν εἰς τὴν Αʹ τάξιν πάντες οἱ τῆς Βʹ τάξεως, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπῆρχον ἄνδρες πρὸς προβιβασμόν. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ προσαγάγῃ τὸν ἀναλυτικὸν πίνακα τῆς τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ὃν δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 30 Ἰουνίου ἐζήτησα, τὸν ὁποῖον καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ προηγουμένως εἶχε ζητήσει, ἤθελε μάθει ἡ Βουλὴ πολὺ περισσοτέρας ὑπερβάσεις καὶ παρανόμους τοποθετήσεις, ἤθελε δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἐκτιμήσει τὴν ἀξίαν τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας του, καὶ κανονίσει τὰς μετ’ αὐτῆς σχέσεις του κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα τὴν ἰδίαν αὐτοῦ φιλοτιμίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν, ἣν ἀπηύθυνα αὐτῷ τῇ 7ῃ Ἰουλίου, οὔτε κατηγορηματικῶς ἀπαντᾷ, ἂν κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ΑΥϞΗʹ τοῦ 1887 ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ Προπαιδευτικῇ Σχολῇ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ πέραν τῶν δύο ἐτῶν, οὔτε ῥητῶς ἐξεφράσθη, τί σκέπτεται περὶ τούτων νὰ πράξῃ. Ἐνδεικνύει ὅμως τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ῥηθὲν ἄρθρον τοῦ νόμου ὁρίζει τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῆς διορίας, ἄρα ὁ ἀνώτατος μένει ἀπροσδιόριστος. Ἡ γνώμη αὕτη βεβαίως δὲν εἶναι ἡ τοῦ διακεκριμένου νομομαθοῦς κ. Ὑπουργοῦ· εἶναι γνώμη τῆς ὑπηρεσίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀρκετὰς ἤδη ἔλαβεν ἀφορμὰς, ὅπως προφυλάττηται. Ἁπλῆ μελέτη τοῦ νόμου ΑΥϞΠʹ καὶ τοῦ ὀργανικοῦ τῆς Σχολῆς διατάγματος τοῦ 1888 πείθει, ὅτι τὸ Προγυμναστήριον εἶναι Σχολὴ ἀλληλοδιδακτική, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκπαιδεύονται οἱ ναῦται εἰς τὰ διάφορα εἰδικὰ μαθήματα ὑπὸ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Οἱ ἀξιωματικοί, βοηθούμενοι ὑπὸ ὑπαξιωματικῶν, διδάσκουσιν εἰς τὰς διαφόρους εἰδικὰς Σχολάς, ἀποτελοῦσι δὲ τὰς ἐξεταστικὰς ἐπιτροπάς. Ὁ χρόνος τῆς μαθητεύσεως τῶν ναυτῶν ἐν ἑκάστῃ Σχολῇ προσδιορίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος ἑκάστου μαθήματος. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς κουράσω, ἀναγινώσκων μακρὰ κείμενα τῆς σχετικῆς νομοθεσίας. Ὁ θέλων ἂς ἀναγνώσῃ τὸν νόμον καὶ τὸ διάταγμα, ὅπερ προεμνημόνευσα, ἵνα πεισθῇ. Σχετικῶς ἑπομένως πρὸς τὸν ὡρισμένον χρόνον τῆς μαθητεύσεως τῶν ναυτῶν, πρὸς τὰς ἐτησίους περιόδους τῆς προσελεύσεως τῶν κληρωτῶν, ὁ νόμος ὑποχρεοῖ τοὺς διδάσκοντας ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς νὰ παραμένωσιν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον ἐν τῇ Σχολῇ, ἀπολαμβάνοντες καὶ τοῦ εὐεργετήματος τῆς κατὰ θάλασσαν ὑπηρεσίας, ὅπως συμπληρῶσι καὶ τὰς ἐξετάσεις τῶν σειρῶν τῶν ναυτῶν, οὓς ἐδίδαξαν, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ξηρᾶς ἢ εἰς διαθεσιμότητα. Τὸν ὅρον ὅμως τῶν δύο ἐτῶν ἔλαβεν ὁ νόμος ἐξ ἄλλης αἰτίας, ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἐκ τοῦ νόμου ΨΙΒʹ τοῦ 1861 ἄρθρ. 5 καὶ ἑπ. καὶ τοῦ Διατάγματος τῆς 25 Δεκεμβρίου 1867 ἔχουσιν οἱ ἀξιωματικοί, ὅπως ἐκ περιτροπῆς ὑπηρετήσωσι κατὰ θάλασσαν ἐπὶ δύο ἔτη. Ἀλλὰ, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κατὰ θάλασσαν διετοῦς ὑπηρεσίας, ἀμφισβητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, πειθόμενος εἰς τὰς παραστάσεις τῆς ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσίας. Ἐγὼ ἂν ἤλπιζον ν’ ἀκουσθῶ, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξελέγξῃ τοὐλάχιστον τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου πληροφοριῶν, ἐρωτῶν τὸν πρῶτον ἀξιωματικόν, ὃν τυχαίως ἤθελε συναντήσει. Θὰ εἶχον μάλιστα τὸ θάῤῥος νὰ τῷ ἀναφέρω γεγονότα σχετικὰ τῆς ἰδίας ἀντιλήψεώς μου. Ὅταν ὁ πλοίαρχος Ράϊνεκ προΐστατο τοῦ Προγυμναστηρίου, ἕνεκα λόγων ὑγείας ἐπεθύμει νὰ μείνῃ ὀλίγας ἑβδομάδας μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς θαλασσίας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ, μολονότι μέγα ἴσχυε παρὰ τῇ τότε Κυβερνήσει, δὲν τὸ κατώρθωσε, διότι ὁ μετ’ αὐτὸν ἐνδιαφερόμενος Βότσαρης ἔλαβε τὴν θέσιν του. Ἡ αὐτὴ ἀνάγκη παρουσιάσθη εἰς τὸν δεύτερον, ὃν διεδέχθη ὁ σήμερον διευθύνων τὸ Προγυμναστήριον, ὃν μετὰ 5–6 μῆνας θ’ ἀντικαταστήσῃ ὁ μετ’ αὐτὸν ἐρχόμενος.

§55Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐν Πόρῳ δὲν θὰ ἔχῃ θαλασσίαν ὑπηρεσίαν;

§56ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς προεῖπον. Ἐπειδὴ ἡ ἐν Πόρῳ ὑπηρεσία θεωρεῖται ἀτόπως ὡς θαλασσία, διορίζονται ἐκ περιτροπῆς πάντες οἱ δικαιούμενοι ἀξιωματικοὶ τῶν διαφόρων βαθμῶν. Ἐξαίρεσις γίνεται εἰς δύο ὑποπλοιάρχους ἐντοπίους, οἵτινες ἀπὸ ὀκτὼ ἐτῶν διατηροῦνται ἀμετακίνητοι εἰς τὸ Προγυμναστήριον, ἀδικοῦντες τριάκοντα τρεῖς ἄλλους συναδέλφους των, ἔχοντας δικαιώματα νόμιμα ἐπὶ τῶν θέσεων τούτων, καὶ λόγῳ ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως τῆς θαλασσίας ὑπηρεσίας, καὶ λόγῳ ἐκγυμνάσεως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Σχολῆς, οἷοι μάλιστα οἱ νεώτεροι, οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων, τοὺς ὁποίους, ἐπιστημονικῶς μορφουμένους, δὲν ἔχει δυστυχῶς τὰ μέσα τὸ Κράτος νὰ ἐκγυμνάσῃ καὶ πρακτικῶς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν γνώσεων, ἃς θεωρητικῶς ἔλαβον.

§57Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δηλαδὴ προπαιδεύουσι τοὺς ναύτας, ἵνα ἀποστέλλωσιν αὐτοὺς εἰς τὰ πλοῖα.

§58ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ προεῖπον. Λυποῦμαι διότι προκαλοῦμαι εἰς λεπτομερείας περὶ προσώπων, ὅπερ οὔτε ἐπιθυμῶ, οὔτε μὲ ἐνδιαφέρει, καὶ περὶ πραγμάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάμνησις πληγώνει τὴν καρδίαν παντὸς Ἕλληνος. Πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἡ μόνη δύναμις, πρὸς τὴν ὁποίαν μετ’ ἐλπίδος δυνάμεθα ν’ ἀποβλέπωμεν, εἶναι τὸ Ναυτικόν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δαπανῶμεν κατ’ ἔτος ὑπέρτερα τῶν δυνάμεών μας, καὶ ναυτικὴν δύναμιν δὲν ἔχομεν εἰς πρόσωπα, εἴτε εἰς πράγματα. Ναῦται δὲν γίνονται οἱ γυμναζόμενοι ἐν τῷ λιμένι τοῦ Πόρου ἢ τῆς Σαλαμῖνος, ἢ οἱ ἐπιβαίνοντες ἐπὶ πλοίων ναυλοχούντων διαρκῶς ἐν Πειραιεῖ ἢ Πόρῳ. Ἡ κυρία τοῦ ναύτου ἀρετὴ συνίσταται εἰς τὸ θάῤῥος καὶ τὴν γενναιότητα πρὸς τοὺς κινδύνους τῆς θαλάσσης, εἰς τὴν ἀντοχὴν κατὰ τῆς τρικυμίας, τῶν ταραχῶν τῆς ἀτμοσφαίρας, καὶ τὴν ἐξοικείωσιν πρὸς τοὺς κλυδωνισμοὺς τοῦ πλοίου. Τί χρησιμεύει ὁ πεπαιδευμένος ναύτης, ὁ ἐπιστήμων ἀξιωματικός, ὅταν εἰς τὴν ἐλαφρὰν κίνησιν τοῦ πλοίου καταλαμβάνηται ὑπὸ κεφαλαλγίας, ὑπὸ στομαχικῆς συνταράξεως; Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἔχωμεν τὰ μέσα νὰ καταστήσωμεν ναυτικοὺς τελείους, φρόνιμον εἶναι εἰς ὅ,τι ἔχομεν νὰ προγυμνάζωμεν τοὺς νεωτέρους, οἵτινες φυσικῶς διαδέχονται τοὺς ἐκλείποντας ἀρχαιοτέρους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ μέσα ἄλλοτε νὰ γείνωσιν ἀληθεῖς ναῦται. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ καιρὸν ἐκ τῶν πολλῶν ἀσχολιῶν του, ἂς μελετήσῃ τὸν νόμον ΑΨΚΗʹ τοῦ 1887 καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα τοῦ 1888, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι τὸ Προγυμναστήριον Πόρου εἶναι Σχολή, διῃρημένη εἰς διάφορα τμήματα, ὅτι οἱ ἐν ταύτῃ τοποθετημένοι ἀξιωματικοί εἰσι διδάσκαλοι μαθημάτων ἐπιστημονικῶν, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἐδιδάχθησαν, εἰσὶν ἐξετασταὶ τῶν μαθητευομένων, καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν διαφόρων βαθμῶν, ὅσοι δικαιοῦνται εἰς προβιβασμόν, ἐπὶ προβλημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοοῦν. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ συμφωνήσῃ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ ἐμποροπλοίαρχοι καὶ οἱ παλαιοὶ ὑπαξιωματικοί, τοὺς ὁποίους ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ προσέλαβε τὸ Κράτος ἐκ τῶν ἐχόντων πρακτικὰς γνώσεις, ἥκιστα δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν εἰς διδασκάλους καὶ ἐξεταστάς, ὅταν μάλιστα ἀπέναντι τούτων ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ ἐπιστήμονες, ἱκανώτατοι διὰ τὸ ἔργον τοῦτο. Ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς ἀκαταλληλότητος τῶν ἐν τῷ Προγυμναστηρίῳ ὑποπλοιάρχων, ἐκτὸς τῆς ὑπὲρ τὸν νόμιμον χρόνον διαμονῆς αὐτῶν ἐν τῇ Προγυμναστηρίῳ, καὶ ἕτερος λόγος σπουδαιότερος, ἀναγόμενος εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπομακρύνῃ τοῦ Πόρου τοὺς ἐν λόγῳ ἀξιωματικούς, ὁ λόγος ὅτι ταράττουν τὴν ἤρεμον κοινωνίαν τοῦ τόπου ἐκείνου.

§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τίνι τρόπῳ τὴν ταράττουν;

§60ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν του, διότι οὔτε θέλω, οὔτε σκοπὸν ἔχω νὰ κατέλθω μέχρι τοιούτων ἀναπτύξεων.

§61ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι, Κύριε, ὀφείλετε ν’ ἀπαντήσητε.

§62ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μετὰ λύπης ὑποτάσσομαι εἰς τὴν ἐπιμονὴν τῶν κ. συναδέλφων, καί μετ’ αὐστηρᾶς συντομίας θὰ ἐκθέσω τὰ γεγονότα. Οἱ Κύριοι οὗτοί εἰσιν ἐντόπιοι, ἀνήκουσι δὲ εἰς οἰκογενείας ἐκ τῶν πολιτευομένων ἐν τῇ πρώτει τάξει. Ὡς γενναῖοι καὶ ἀτρόμητοι ναυτίλοι, ἔχουσι γενναῖον καὶ ἀνένδοτον τὸ πολιτικὸν φρόνημα. Οἱ στενώτατοι συγγενεῖς των ἀντιπροσωπεύουν πολιτικὸν κόμμα, τὸ ἐπὶ μακρὸν διοικῆσαν τὴν Ἑλλάδα, τῇ συνδρομῇ δὲ τοῦ κόμματος τούτου, μένουσιν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐν τῇ αὐτῇ θέσει. Εἰς ὅλας τὰς πολιτικὰς ἐνεργείας οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ ἔχουν τὴν πρώτην καὶ ἐνεργητικωτέραν θέσιν. Εἰς τοὺς πολιτικοὺς συνδυασμοὺς αὐτοὶ ἔχουν τὴν νικῶσαν ψῆφον· αὐτοὶ ἀνταποκρίνονται μετὰ τῶν ἐνταῦθα κορυφαίων τοῦ κόμματος. Δικαίως δὲ ἀπολαμβάνουν τῆς προτιμήσεως ταύτης, διότι, ὡς προεῖπον, δυνάμει τῆς ἐπισήμου θέσεώς των, κυριαρχοῦν τοῦ πολιτικοῦ φρονήματος τετρακοσίων καὶ πλέον οἰκογενειῶν, τῶν ὁποίων μέλη ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ ναυτικῷ. Ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν συντρεχόμενοι ὑπὸ τοῦ κρατοῦντος κόμματος, ἐσχημάτισαν καὶ τὸ ὑποδεέστερον προσωπικὸν ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν ἀπὸ ὁμόφρονας, καὶ διατηροῦσι καὶ τούτους, ἐναντίον τοῦ νόμου, οὗ πολλάκις ἐμνήσθην, οὐχὶ ἐπὶ 2, ἀλλὰ ἐπὶ 6, 8 καὶ 10 ἔτη ἐν τῷ Προγυμναστηρίῳ. Συνδεδεμένοι δὲ μετὰ πολιτικῶς ὁμοφρονούντων ἀνωτέρων, ἁρμοδίων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου, μεταθέτουν, καταδιώκουν πάντα μὴ ὑποτασσόμενον εἰς τὰς ἀξιώσεις των, προβιβάζουν τοὺς εὐνοουμένους καὶ διατηροῦν ἐν τῷ Προγυμναστηρίῳ πλείστους ὑπεραρίθμους ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἄλλους τῶν ἐν τῷ ὀργανικῷ διατάγματι ἀναφερομένων βαθμῶν καὶ κατηγοριῶν. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχετο αὐτὸς προσωπικῶς νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς νόμους, ἀφοῦ μάλιστα διακρίνεται ἐπὶ νομομαθείᾳ, καὶ δὲν ἐδέχετο τὰς γνώμας τῶν μὴ νομικῶν προσώπων τῆς ὑπηρεσίας, ἤθελον ὑποταχθῆ ἀσυζητητεὶ εἰς τὴν γνώμην, ἣν θὰ ἐξέφερε, περὶ τοῦ ἂν ὁ νόμος ΦΜʹ περὶ ἐντοπίων, ἢ τοὐλάχιστον ἂν ὁ σκοπὸς αὐτοῦ δὲν ἔχῃ ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῶν ἐν Πόρῳ ἐντοπίων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὡς γινώσκετε, ἀπαγορεύει εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς νὰ ὑπηρετῶσι κατὰ ξηρὰν ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἀποκαταστάσεώς των, μάλιστα ἐν καιρῷ ἐκλογῶν.

§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ, ὅπερ θέλω νὰ ἐξετάσω, εἶναι, ἂν ἐγένετο παράβασις τοῦ νόμου, ἂν δὲ αὕτη ἐξακολουθῇ ὑφισταμένη. Περὶ τούτων βεβαίως, περὶ ὧν εἴπετε, θέλει γείνῃ μελέτη, θέλω δὲ δώσει πληροφορίας ὑμῖν.

§64ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ἀρκετὰ σᾶς ἐκούρασα, ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἀναπτύσσων τοὺς νόμους τοὺς παραβιασθέντας καὶ παραβιαζομένους κατ’ ἐξακολούθησιν. Ὑμεῖς ὑπὲρ πάντα ἄλλον κατέχετε καὶ πλήρη τὴν ἱκανότητα καὶ τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα. Μελετήσατε ὑμεῖς αὐτοὶ τὰ γινόμενα, ὡς νομοδιδάσκαλος καὶ ὡς Ὑπουργὸς συνταγματικὸς, καὶ ἐστὲ βέβαιος, ὅτι οὐδὲν θὰ ἀντείπω κατὰ τῆς προσωπικῆς ὑμῶν γνώμης. Εἴπατε, κύριε Ὑπουργὲ, πρὸ μικροῦ περὶ ἑνὸς ὑπαξιωματικοῦ Γ. Πούλου, περὶ οὗ ἐπηρώτησεν ὁ ἐκ Ξηροχωρίου ἔντιμος συνάδελφος...

§65Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τεθνεῶτος;

§66ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ὄχι τεθνεῶτος... Ὁ ὑπαξιωματικὸς αὐτὸς ζῇ, διὰ νὰ ἦναι ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου ἐν τῷ Ναυτικῷ. Αὐτὸς, κατὰ τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον, ὃν προσηγάγετε ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγεννήθη τὸ 1835, κατετάχθη ἐν τῷ Ναυτικῷ τὴν 5 Νοεμβρίου 1875, ἔλαβε τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποκελευστοῦ τὴν 1 Ἰουλίου 1893, προήχθη δὲ εἰς κελευστὴν τὴν 28 Μαΐου 1895, καταπατηθείσης τῆς ἀρχαιότητος 45 ἄλλων ὁμοιοβάθμων του· ὁ ὑπαξιωματικὸς αὐτὸς παρανόμως κατετάχθη ἐν τῷ ναυτικῷ, διότι ἦτο ὑπερῆλιξ, παρανόμως καὶ ἤδη προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ κελευστοῦ, διότι ὑπερβαίνει κατὰ δέκα ὅλα ἔτη τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ καθωρισμένον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποκελευστοῦ· οὗτος, μὴ ἔχων εἰσέτι συμπεπληρωμένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἠδύνατο κατὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου ΛΥϞΖʹ νὰ μένῃ ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ μέχρι συμπληρώσεως τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως. Καὶ ὄχι μόνον εἰς βαθμὸν, ὃν εἶχε κατὰ τὸν Μάϊον ἐ. ἔ., ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν κατώτερον, τὸν τοῦ διόπου, διότι, καὶ ὅταν ἐγένετο ὑποκελευστὴς τὸ 1893, ἦτο πάλιν ὑπερῆλιξ. Λέγεται μάλιστα μεταξὺ τῶν ἠγανακτημένων συναδέλφων του, ὅτι οὔτε εἰς ἐξετάσεις ὑπεβλήθη, διότι δὲν εἶχε δικαίωμα. Τὰς ἐξετάσεις καὶ τὴν πρότασιν ἐποιήσαντο οἱ ἐν τῷ Προγυμναστηρίῳ ἀξιωματικοί, περὶ ὧν εἴπομεν πολλά. Παρακαλῶ τὸν ἐκ Βονίτσης ἔντιμον συνάδελφον νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, νὰ συμπληρώσω, ἀφοῦ προκαλοῦμαι, ὅσα ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει εἶπον περὶ τῶν δύο καθ’ ὑπέρβασιν προβιβασθέντων πλωταρχῶν, τοῦ Ἐλ. Μεθενίτου καὶ τοῦ Ι. Δροῦδε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, συμφώνως τῷ νόμῳ, ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν πλωταρχῶν ὁρίζεται εἰς εἴκοσιν, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ὁ προκάτοχός του ἐπροβίβασε τοὺς ῥηθέντας, δὲν ὑπῆρχε κενὴ θέσις, καὶ συνεπῶς, ὅτι παρέβη τὸν νόμον, ὑπερβὰς κατὰ δύο τὸν νόμιμον ἀριθμὸν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐπῆλθε μεγάλη ζημία, διότι βραδύτερον ἐπροβίβασε καὶ ἄλλους. Ἐννοεῖ, ὑποθέτω, ἀζήμιον τὸν προβιβασμὸν τῶν δύο ὑπεραρίθμων, διότι ὑποθέτει, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἐνεργήσας γενικοὺς προβιβασμοὺς, ἠδύνατο νὰ περιλάβῃ καὶ τούτους καὶ νὰ περιορίσῃ τοὺς πλωτάρχας ἐντὸς τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ. Καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ προβιβάσῃ μόνον τὸ ἓν τρίτον κατ’ ἐκλογὴν, τὸ προνόμιον δὲ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ εἰς ἐπικούρους, εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ἄλλων φερομένους, καὶ νὰ παρατρέξῃ ἄνευ ἠτιολογημένης μομφῆς τοὺς ἀρχαιοτέρους, ἐπιστημονικῶς μεμορφωμένους ὑποπλοιάρχους. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ ὑπόθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο ἀκριβὴς, ἡ μεγάλη ζημία ἐπέρχεται κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τῆς ὑποθέσεως, κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως. Καὶ ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως.

§67ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν;

§68ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μάλιστα.

§69ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Περὶ τούτων παρακαλῶ ὁμιλήσατε, διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ἐξ ἁβροφροσύνης, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, ἐνῷ γνωρίζει θετικῶς, ὅτι τὸ Δημόσιον ὑπέστη μεγάλας ζημίας.

§70ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν σᾶς ὡμίλησα ἐξ ὑπολογισμοῦ· σήμερον λαλῶ μὲ τὴν γλῶσσαν τῶν ἀνὰ χεῖρας ἐγγράφων. Τὴν 27 Μαρτίου 1895 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προκαλεῖ Β. Διάταγμα, δι’ οὗ προβιβάζει εἰς πλωτάρχας κατ’ ἐκλογὴν τοὺς 24ον καὶ 28ον ὑποπλοιάρχους ἐπικούρους Ἐλευθέριον Μεθενίτην καὶ Ι. Δροῦδεν, τὴν δὲ 29 τοῦ ἰδίου μηνὸς δημοσιεύει τὸ διάταγμα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν, πρὶν ἢ ἐκδοθῇ τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, (διότι πάντοτε τὴν νύκτα ἐκτυποῦται) ἑπομένως πρὶν κοινοποιηθῇ ἁρμοδίως ὁ προβιβασμὸς, οἱ νέοι πλωτάρχαι, ὑπηρετοῦντες ὁ μὲν ἐν Σαλαμῖνι, ὁ δὲ ἐν Πόρῳ, ὑποβάλλουσιν αἴτησιν ἀποστρατεύσεως, γεγραμμένην ἐν Ἀθήναις, ἐπισυνάπτοντες ὡς μόνον δικαιολογητικόν, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, ἀποδεικνύον τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα, ἀπόσπασμα τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν κρατουμένου μητρῴου τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπικεκυρωμένον ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου. Αἱ αἰτήσεις διαβιβάζονται πρὸς τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐξεταστικὴν τῶν συντάξεων ἐπιτροπὴν δι’ ἐγγράφου, ὑπογεγραμμένου κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τμηματάρχου. Ἡ ἐπιτροπή, ἐξετάσασα τὰς αἰτήσεις, ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ μὲν Μεθενίτης ὑπηρέτησε 45 ἔτη, ὁ δὲ Δροῦδες 39. Ἐπειδή ὅμως, ὅτε ἤρξαντο ὑπηρετοῦντες, δὲν εἶχον συμπληρώσει τὴν ἡλικίαν 17 ἐτῶν, ἀφ’ ἧς κατὰ τὸν νόμον ΣΚΗʹ τοῦ 1853 ἄρχεται τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, περιώρισε τὴν συντάξιμον ὑπηρεσίαν τοῦ μὲν εἰς 36 ἔτη, τοῦ δὲ εἰς 37, καὶ ἐκανόνισε τὴν εἰς τούτους ἀναλογοῦσαν σύνταξιν. Οἱ φάκελλοι ἐπιστρέφονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ δι’ ἐγγράφου, ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, παραπέμπει αὐτοὺς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, ἣν, ὡς εἶπον, ἐποιήσατο ἡ ἐπιτροπή. Ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ παρουσιάζονται δύο πιστοποιητικὰ, ὑπογεγραμμένα ἀπὸ ἰδιώτας, μεταγενεστέρως τῆς αἰτήσεως τῶν ἐνδιαφερομένων, περὶ ἀπονομῆς συντάξεως, δι’ ὧν βεβαιοῦται ἡ ἡλικία τῶν ἐν λόγῳ ἀξιωματικῶν ἀνωτέρα τῆς ἐν τῷ ἐπισήμῳ μητρῴῳ δεδηλωμένης κατὰ περίοδον καλύπτουσαν τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, ὃν ἡ ἐπιτροπὴ λόγῳ ἀνηλικιότητος ἀφῄρεσε. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν τὴν ἀξίαν τῶν πιστοποιητικῶν, ἢ νὰ φαντασθῶμεν κἄν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμῆταί τις μετὰ 45 ἔτη, ὅτι ἐγεννήθη εἰς ὡρισμένον χρόνον ὁ υἱὸς ἑνὸς ἁπλοῦ ναύτου, διότι οὐδεὶς νόμος ἐπιτρέπει τοιαύτας ἀποδείξεις, οὐχὶ ψευδεῖς, ἀλλὰ καὶ ἀληθεῖς ἄν ὦσιν. Ἀλλ’ εἴτε οὕτως, εἴτε ἄλλως, οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐστήριξαν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ἐπὶ τοῦ νομίμου τίτλου, ὅστις εἶναι μόνον τὸ μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ δὲ προεξεταστικὴ ἐπιτροπή, συμφώνως μὲ τὸ μητρῷον, ὥρισε τὸν χρόνον τὸν παρέχοντα σύνταξιν. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς οὔτε οἱ ἐνδιαφερόμενοι φέρουν ἔνστασιν, οὔτε προσάγουν νέα ἔγγραφα, καίτοι κατὰ νόμον ἀπαράδεκτα. Ἐν τούτοις τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, παραδεχόμενον τὰ ἀγνώστου προελεύσεως πιστοποιητικὰ, αὐξάνει τὴν ἡλικίαν τῶν ἐν λόγῳ ἀξιωματικῶν, καὶ ἀπονέμει σύνταξιν δι’ ὁλόκληρον τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι κατὰ τὴν ἀπόφασίν του οἱ δικαιοῦχοι ὤφειλον νὰ ὦσιν ὁ μὲν πρὸ ἐννέα, ὁ δὲ πρὸ δύο ἐτῶν ἀπεστρατευμένοι, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας.

§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν εἶδε τὴν ἔλλειψιν ταύτην;

§72ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μὲ ὁδηγεῖτε, κ. Ὑπουργὲ, ἐκτὸς τοῦ προκειμένου· Θὰ ἐξέλθω μ’ ὅλα ταῦτα, ὅπως προκαταρκτικῶς, ὡς καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξέθηκα, προδιαθέσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς σοβαρότητος τῆς ἀνάγκης, ἣν ἐπιβάλλει ἡ ἀναθεώρησις τῆς ἐν γένει νομοθεσίας περὶ συντάξεων, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω, διότι ἡ μεγαλοδωρία τῶν νόμων, ἡ ἀτέλεια τῶν διατάξεων καὶ αἱ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν ποικίλαι διαστροφαὶ κινδυνεύουν νὰ δημιουργήσωσι προϋπολογισμὸν συντάξεων ἐφάμιλλον ἐκείνου τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως. Κατὰ τὸν νόμον ΜΓʹ τῆς 13 Μαρτίου 1864, οὐδεμία στρατιωτικὴ, ναυτικὴ ἢ πολιτικὴ σύνταξις ἀπονέμεται, ἂν μὴ προηγουμένως ἐξελεγχθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐπὶ τούτῳ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, πρὶν προκαλέσῃ τὸ περὶ ἀπονομῆς συντάξεως Β. Διάταγμα, ὀφείλει νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸ Συνέδριον πάντα τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνταξιούχου. Τὸ Συνέδριον ὅμως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάσσῃ ἐξετάσεις, ἢ νὰ ζητῇ παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τοῦ Κράτους πληροφορίας, ὁσάκις νομίζῃ, ὅτι ἐκ τῶν προσαγομένων ἐγγράφων δὲν ἀποδεικνύονται προσηκόντως τὰ δικαιώματα τοῦ συνταξιούχου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱ δικαιοῦχοι μόνον ἔγγραφον, ἀποδεικνύον τὰ δικαιώματά των, ἐπεσυνῆψαν ἐν τῇ αἰτήσει αὐτῶν ἀπόσπασμα τοῦ μητρώου ἐπισήμου τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸ καὶ μόνον τὸ δικαιολογητικὸν παρέπεμψεν εἰς τὸ Συνέδριον. Ἀμφιβολία κατὰ τοῦ μητρώου δὲν φαίνεται προκύπτουτα. Ἐνέργεια τοῦ Συνεδρίου πρὸς ἐνέργειαν ἐξετάσεων ἢ χορήγησιν πληροφοριῶν παρὰ ἀρχῆς τινος τοῦ Κράτους, οὔτε ἐν τῷ φακέλλῳ ἀπαντᾶται, οὔτε ἐν τῇ πράξει τοῦ Συνεδρίου ἀναφέρεται. Τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ἀπενεμήθη σύνταξις, εἰς τὸν μὲν δρ. 112, εἰς τὸν δὲ δρ. 76 κατὰ μῆνα, πλέον τοῦ κατὰ νόμον ὀφειλομένου ποσοῦ. Τὴν πρᾶξιν τοῦ Συνεδρίου, οὕτως ἔχουσαν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀποδέχεται, καὶ προκαλεῖ τὸ διάταγμα τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως, ἐνῷ ὤφειλεν, ἀφοῦ ἀναγνωρίζῃ ὡς ἀνωτέραν τῆς ἐν τῷ μητρῴῳ ἀναγραφομένης τὴν ἡλικίαν τῶν ἀξιωματικῶν, ν’ ἀνακαλέσῃ τὰ διατάγματα τοῦ προβιβασμοῦ καὶ τῆς ἀποστρατεύσεώς των τῆς 27 καὶ 29 Μαρτίου 1895, ν’ ἀποστρατεύσῃ αὐτοὺς μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου, τὸν μὲν πρὸ ἐννέα, τὸν δὲ πρὸ δύο ἐτῶν, καὶ νὰ καταδιώξῃ τούτους ποινικῶς. Βλέπετε ὅτι μὲ ὠθήσατε ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, καὶ δὲν δύναμαι, παρὰ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω πέραν τοῦ δέοντος. Εἰς τὸν κυκεῶνα, ὃν ἀπετέλεσεν ἡ ὑπὸ συζήτησιν ὑπόθεσις, δὲν ἔμεινεν ἀμέτοχος καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον ἀποδίδει τὴν τελειωτικὴν πραγματοποίησιν τῶν συντάξεων ἐν γένει. Ὁ Ὑπουργὸς οὗτος, κατὰ τὸ ἄρθρ. 120 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, δὲν συγχωρεῖ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ μητρῷον τῶν συνταξιούχων οὐδεὶς, τοῦ ὁποίου ἡ σύνταξις δὲν εἶναι ἐγκεκριμένη δι’ εἰδικοῦ νόμου ἢ διὰ Β. Διατάγματος, στηριζομένου εἰς γενικὸν νόμον καὶ περιλαμβάνοντος τοὺς λόγους, δι’ οὓς χορηγεῖται ἡ σύνταξις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως, ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, λαβὼν τὰ ἔγγραφα, περὶ ὧν προεῖπον, ἀποδέχεται ταῦτα ὡς στηριζόμενα εἰς τοὺς νόμους, ἐπιτρέπει τὴν ἐγγραφὴν τῶν συνταξιούχων εἰς τὸ οἰκεῖον μητρῷον, ἐφοδιάζει τοὺς συνταξιούχους μὲ διπλώματα, καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερον πληρόνων τὰς κατὰ τὸν ἐκτεθέντα τρόπον ἀπονεμηθείσας συντάξεις.

§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι χρήσιμα τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἐπιθυμῶ νὰ τὰ λάβω, ὄχι διὰ νὰ τὰ καταθέσω εἰς τὸ ἀρχεῖον, ἀλλὰ διὰ νὰ τὰ μελετήσω μετ’ ὀλίγας ἡμέρας.

§74ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀφήσω καὶ τὰς σημειώσεις μου;

§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· ἐπιθυμῶ νὰ τὰς μελετήσω ὁμαλῶς.

§76ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πόση εἶναι ἡ ζημία, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὸ Δημόσιον;

§77ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Δὲν εἶναι μόνοι οἱ δύο ἀξιωματικοί, περὶ ὧν συζητοῦμεν· εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγεται, κατὰ τὸν αὐτὸν ἀκριβῶς τρόπον ἀπεστρατεύθη καὶ εἷς οἰκονομικὸς ἀξιωματικός, Γαλασίδης καλούμενος. Πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ ἄλλοι, —δὲν γνωρίζω.—Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποθέτω, λαβὼν ἤδη ἀφορμὴν, θὰ ἐξετάσῃ καὶ θὰ ἐξακριβώσῃ τὰ πάντα. Ἡ ζημία ἡ πραγματικὴ τοῦ Δημοσίου εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἡ σύνταξις, τὴν ὁποίαν κατὰ τοὺς νόμους ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσι κατὰ μῆνα, εἶναι: Τοῦ Ἐλ. Μεθενίτου δρ. 140+Ι. Δροῦδε δρ. 148+Γαλασίδου δρ. 88. Τὸ ὅλον 376.—Ἔλαβον: Ἐλ. Μεθενίτης δρ. 252+ Ι. Δροῦδε δρ. 224+Γαλασίδης 136. Τὸ ὅλον 612. Ἐπὶ πλέον κατὰ μῆνα δρ. 236, κατ’ ἔτος 2,832. Ἄν, ἄνθρωποι ὑγιεῖς καὶ ἀκμαίας ἡλικίας 55 ἐτῶν, ζήσωσιν εἴκοσι τοὐλάχιστον ἀκόμη ἔτη, θὰ λάβωσιν ἀδίκως καὶ παραλόγως 56,640 δρ. Κατόπιν αἱ χῆραι καὶ τὰ τέκνα των κατ’ ἀναλογίαν· ἔπειτα ἄλλα ποσά, ἀνώτερα τοῦ δέοντος, ἀπὸ τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα κλπ.

§78ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐντὸς ὀλίγου πρόκειται νὰ λήξῃ τὰς ἐργασίας της, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν ἐρχομένην σύνοδον νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐξεταστικὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἵνα ἐξετάσῃ τὰς παρανόμους πράξεις τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ κ. Κριεζῆ.

§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τώρα, τώρα.

§80ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔχομεν καιρόν.

§81ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ τὴν ζητήσωμεν ἡμεῖς τώρα. Πῶς κατηγόρησες τοὺς πρώην Ὑπουργούς;

§82ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των, ὅταν μάλιστα ἐπέρχηται ζημία μεγάλη καὶ τοσοῦτον ἀνερυθριάστως καταπατῶνται οἱ νόμοι καὶ οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ.

§83Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἰς ἑκάστην σχεδὸν συνεδρίασιν ἐπιτελοῦμεν μετὰ ζήλου θρησκευτικοῦ τὸ μνημόσυνον τῶν ἀχρόων, ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐκθέσω μίαν τινὰ ἁμαρτίαν αὐτῶν, ὅπως καὶ δι’ αὐτὴν ζητηθῇ ἄφεσις καὶ συγγνώμη, διότι ὑποθέτω, ὅτι ὅλα, ὅσα καταγγέλλομεν τοιαῦτα ἐνταῦθα, εἰς ἄφεσιν καὶ συγγνώμην θέλουσι καταλήξει. Εἶναι ἱκανῶς σπουδαία, ὅσον ἐγὼ τουλάχιστον κρίνω, καὶ ὅσον ἴσως θὰ κρίνητε καὶ ὑμεῖς. Ὁ ἄχρους ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς προεβίβασε δύο μηχανικοὺς πρώτης τάξεως κατ’ ἐκλογὴν εἰς ἐπιμηχανικούς. Οἱ προβιβασθέντες εἶναι ὁ Λ. Ζῶτος καὶ ὁ Δ. Λιτάκης. Ἀλλ’ ὁ νόμος ῥητῶς κελεύει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρέπει νὰ προβιβάζῃ κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν κατ’ ἐκλογήν, κατὰ τὸ ἕτερον δ’ ἥμισυ κατ’ ἀρχαιότητα. Οἱ δύο οὗτοι, περὶ ὧν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, προεβιβάσθησαν κατ’ ἐκλογήν, εἶναι δὲ κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος ὁ μὲν τέταρτος, ὁ δὲ πέμπτος, διότι προηγοῦνται αὐτῶν ὁ Ι. Μπούχλας, ὁ Λαζαρῖμος καὶ ὁ Νικητόπουλος. Οἱ ἀδικηθέντες, εἶναι φανερὸν, ὅτι θέλουσι προσφύγει εἰς τὰ δικαστήρια, θέλουσι ζητήσει τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδίκου, καὶ ἐπειδὴ τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι σαφὲς καὶ ῥητὸν, θὰ λάβωσιν παρὰ τῶν δικαστηρίων τὸν βαθμόν των καὶ οἱ τρεῖς, καὶ θὰ γείνωσιν ἐπιμηχανικοί.

§84Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑπεβλήθησαν καὶ αἰτήσεις θεραπείας.

§85Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οὕτω, ἀντὶ δύο ἐπιμηχανικῶν, ὅσων ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ὡς προβλέπει ὁ προϋπολογισμὸς, ἔχομεν 5 ἐπιμηχανικούς. Τί δὲ εἶναι τὸ περίεργον; Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ πρόσωπα, δηλαδὴ οἱ δύο παρὰ νόμον προβιβασθέντες, πρὸ 5 ἐτῶν, ὑπὸ ἄλλον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐπίσης προεβιβάσθησαν, παραβιασθέντος τοῦ αὐτοῦ νόμου. Οἱ ἀδικηθέντες διὰ τοῦ παρανόμου τούτου προβιβασμοῦ ἐζήτησαν τότε, πρὸ πέντε ἐτῶν, διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου χορηγηθὲν αὐτοῖς πρὸς προβιβασμὸν δικαίωμα, ἐξεδόθη δὲ ὑπὲρ αὐτῶν, ὡς ἦτο ἑπόμενον, δικαστικὴ ἀπόφασις, ἥτις ἐκανόνισε σὺν τῷ βαθμῷ καὶ τὴν ἀρχαιότητα αὐτῶν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἔχομεν καθ’ ὑποτροπὴν παραβίασιν τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν συμβαίνῃ τι παρόμοιον, ἀλλὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν φαίνεται, ὅτι, ὅταν δὲν δύνανται οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ προβιβάσωσι κατὰ τὸν νόμον ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλουσι, τοὺς προβιβάζουσι παρὰ τὸν νόμον. Οἱ δικαιούμενοι νὰ προβιβασθῶσι κατὰ τὸν νόμον ἔρχονται κατόπιν διὰ τῶν δικαστηρίων καὶ λαμβάνουσι τὰ δικαιώματά των, εἰς τρόπον ὥστε ὅλος ὁ κόσμος μένει εὐχαριστημένος, ἀφοῦ οἱ Ὑπουργοὶ προβιβάζουσιν ὅπως θέλουσιν αὐτοί, καὶ τὰ δικαστήρια προβιβάζουσιν ὅπως θέλει ὁ νόμος, ἐκτὸς τοῦ Κράτους καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος πληρόνει ὅλα αὐτὰ τὰ ἔξοδα τῆς παρανομίας.

§86Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Προσθέσατε «οἱ πρώην Ὑπουργοί».

§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πρώην... Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ εἷς ἐκ τῶν προβιβασθέντων, ὁ Λιτάκης, δὲν ἔχει κἂν οὔτε τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν, διότι ὁ νόμος ΑΡΟϚʹ ἀπαιτεῖ νὰ διετέλεσεν ὁ προβιβαζόμενος μηχανικὸς ὡς διευθυντὴς μηχανῆς πλοίου ἐν ἐνεργείᾳ δυνάμεως ἄνω τῶν 300 ἵππων, τοῦτο δὲ δὲν ὑπῆρχε διὰ τὸν Λιτάκην. Ἕνεκα τῆς ἐπαναλήψεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν τῆς προφανοῦς καὶ ἐπιζημίου ταύτης παρανομίας, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον γενικόν· διότι, ἐὰν καθιερώσωμεν ὡς δόγμα, ὅτι οἱ βαθμοὶ, τοὺς ὁποίους λαμβάνουν οἱ ἀξιωματικοὶ, παρανόμως προβιβαζόμενοι, δὲν δύνανται ν’ ἀφαιρεθῶσι, θὰ περιπέσωμεν εἰς πολλὰ ἄτοπα, θ’ αὐξήσωμεν ὑπερμέτρως τὰ στελέχη· ἐὰν εὑρίσκωνται Ὑπουργοὶ, ὅμοιοι πρὸς τοὺς δὶς ἐπὶ πενταετίαν εὑρεθέντας Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν, θὰ πληθύνωμεν τὰ στελέχη εἰς βαθμὸν ἀφόρητον, θὰ προβιβάζωμεν παρανόμως ὅσους θέλομεν, οἱ ἄλλοι θὰ προβιβάζωνται διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἔχωμεν στράτευμα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποτελῆται μόνον ἐξ ἀξιωματικῶν καὶ ἐξ ὁπλιτῶν ἢ ναυτῶν, ἀλλ’ ὁ πτωχὸς ἡμῶν προϋπολογισμὸς δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ ἀντέχῃ εἰς τὰς μισθοδοσίας τοσούτων ἀξιωματικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ ταύτην τὴν παρανομίαν, περὶ ἧς ὡμίλησα, καὶ νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, οἱονδήποτε, τὸ ὁποῖον ἤθελε κρίνει προσφορώτερον, μέτρον ὅμως ἐπαγγελλόμενον τὴν πλήρη θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου· διότι, ὡς βλέπετε, δὶς ἤδη διὰ τὰ αὐτὰ πρόσωπα παρεβιάσθη ῥητὸς καὶ σαφὴς νόμος, καὶ δὶς ἤδη τὸ Δημόσιον ὑπέστη ζημίας ἱκανῶς σπουδαίας.

§88Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε αὐτὰ τὰ ἔγγραφα.

§89Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§90ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων, παρετήρησα, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχουσι πρὸ χρόνων ἀνωμαλίαι τινές, τὰς ὁποίας εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν νοημοσύνης θέλει φροντίσει κατὰ τὴν ἐρχομένην σύνοδον διὰ τῶν σχετικῶν νομοθετημάτων νὰ κανονίσῃ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προτρέχωμεν εἰς τὰς εὐχὰς ἡμῶν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ὡς ἔπραξε χθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριχωνίας, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀντὶ νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ κανονισθῶσιν αἱ ἀνωμαλίαι αὗται, τοὐναντίον θὰ πληθυνθῶσιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον χθὲς ἐξετέθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κληρωτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξαίρεσιν κληρωτοῦ τινος λόγῳ τοῦ ἀναστήματος. Οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι βεβαίως δὲν εἶναι μεγάλη φιλοσοφία, ἀλλὰ καθ’ ὅσον σχετίζονται μὲ λεπτομερείας τῶν στρατιωτικῶν διατάξεων καὶ τῶν κανονισμῶν, εἶναι πολὺ φυσικὸν, εἰς τοὺς μὴ στρατιωτικοὺς μάλιστα, νὰ παρέχωσιν ἔδαφος κρίσεων ὄχι ἀσφαλῶν. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὄχι μόνον εἶναι συγγνωστὸς κατὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πολὺ φυσικὸν εἶναι νὰ ἀγνοῇ τὰς λεπτομερείας αὐτὰς τῶν κανονισμῶν, τὰς ὁποίας καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν λησμονοῦμεν ἐνίοτε, νὰ ὑποπέσῃ δ’ εἰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νόμων, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἦναι ἀλάνθαστοι, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς τοὺς στρατιωτικοὺς τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον. Ὁ στρατολογικὸς νόμος τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἐφαρμόζεται κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ εἰδικὸς στρατολογικὸς νόμος τοῦ ναυτικοῦ παραπέμπει εἰς τὸν στρατολογικὸν νόμον τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἐφ’ ὅσον δὲν προβλέπει δι’ εἰδικῶν διατάξεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Μία τῶν διατάξεων αὐτοῦ εἶναι καὶ αἱ ἐξαιρέσεις, εἰς τὰς ὁποίας παραπέμπει ὁ στρατολογικὸς ναυτικὸς νόμος, εἰς τὸν νόμον τὸν στρατολογικὸν τῆς ξηρᾶς. Κατὰ τὸ 1892 ἐτροποποιήθησαν αἱ ἐξαιρέσεις καὶ αἱ ἀπαλλαγαί· εἷς λόγος τῶν ἐξαιρέσεων, οὐχὶ τῶν ἀπαλλαγῶν, εἶναι τὸ ἀνάστημα καὶ αἱ διαστάσεις τοῦ θώρακος. Κατὰ τὰς τροποποιήσεις τοῦ νόμου κατὰ τὸ 1892 ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 33 οὕτως, ὥστε διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔμενε κύριος νὰ κανονίσῃ τόσον τὰς διαστάσεις τοῦ θώρακος, ὡς καὶ τὸ ἀνάστημα, ἐνῷ εἰς τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ προηγουμένου νόμου ἀνεγράφετο ῥητῶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι 1 καὶ 56/00. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔπρεπε καὶ αὐτὸς διὰ βασιλικοῦ διατάγματος νὰ κανονίσῃ, ὡς ἐφρόνει, τὰ τοῦ ἀναστήματος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναυτικοῦ, ἂν δηλαδὴ πρέπῃ νὰ ἔχουν ἀνάστημα 1 μέτρου, ἢ 1 καὶ 40/00 ἢ 1 καὶ 50/00, ἀφοῦ ὅμως δὲν ἐπροκάλεσε τοιοῦτον, ἕπεται ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀφῆκε τὸ ἀνάστημα ἐλεύθερον διὰ τοὺς ναυτιλλομένους, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1892, ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, προεκλήθη ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη πρὸς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, ὅπως μὴ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀνάστημα ὡς πρὸς τοὺς ἄνδρας τοῦ ναυτικοῦ. Πολὺ δικαίως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τριχωνίας παρετήρησε χθὲς, ὅτι τὸ ἀνάστημα δὲν ἔχει σημασίαν εἰς τὸ ναυτικὸν, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκφράσῃ καὶ τὴν εὐχὴν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως διὰ νόμου κανονίσῃ τὸ ἀνάστημα. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προκαλέσῃ νόμον, ἀλλὰ δύναται αὔριον νὰ διατάξῃ νὰ συνταχθῇ διάταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίζῃ τὸ ἀνάστημα, διότι ὁ νόμος ἔδωκεν αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ διὰ διατάγματος τὰ τοῦ ἀναστήματος καὶ τοῦ θώρακος τῶν ἀνδρῶν, τῶν κατατασσομένων εἰς τὸ ναυτικόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κληρωτὸν αὐτὸν, ἠξεύρετε τί ἔγεινε; ὁ κληρωτὸς θὰ ὑπηρετήσῃ, καίτοι ἔχων ἀνάστημα ὀλιγώτερον τοῦ 1 καὶ 56/00, διότι τὸ στρατολογικὸν συμβούλιον, κακῶς ποιοῦν, τὸν ἀπήλλαξεν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποστέλλονται αἱ ἀποφάσεις αὐταί, ἐφεσίβαλε τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐνώπιον τῆς ἀνωτάτης ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀπέῤῥιψε τὴν ἀπόφασιν τοῦ στρατολογικοῦ συμβουλίου, αὐτὴ δὲ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀνέκκλητος. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀφοῦ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ποῖον ἀνάστημα εἶναι κατάλληλον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ναυτικὴν, δὲν ἔχει παρὰ νὰ προκαλέσῃ τὸ σχετικὸν Β. Διάταγμα καὶ οὐχὶ νόμον.

§91ΜΑΝΕΣΗΣ. Χθὲς δὲν ἐξέφρασα εὐχὴν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶπεν ὁ ἴδιος, ὅτι ἐπανέφερε διὰ διατάγματος τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, καταργήσας τὴν ἐγκύκλιον τοῦ 1892, εἶπον ὅτι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐξετάσῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ βεβαιωθῇ, ὅτι δύναται νὰ κανονίσῃ τὸ ἀνάστημα, ἀνάστημα βεβαίως πολὺ μικρότερον τοῦ ἀναστήματος τοῦ ἀπαιτουμένου ἐν τῷ στρατῷ, νὰ κανονίσῃ τοῦτο· ἠθέλησα τουτέστι νὰ εἴπω, ὅτι καλῶς ἔπραξε νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, ἂν ἠκολούθησε τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ὡς πρὸς τὸ ἀνάστημα. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐπειδὴ εἰς τὸ ναυτικὸν ἀπαιτεῖται τὸ ἀνάστημα ὡς ἐν τῷ στρατῷ νὰ κανονίσῃ τοῦτο, καὶ ἑπομένως νὰ παύσῃ ἡ ἀπαλλαγὴ εἰς τὸ ναυτικὸν τῶν ἀνδρῶν τῶν ἐχόντων ἀνάστημα ὀλιγώτερον τῶν 1 καὶ 56/00, ἐξέφρασα τὴν εὐχὴν νὰ κανονίσῃ τὸ ἀνάστημα τὸ κατάλληλον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν Λοκρίδος, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει φροντίσει διὰ τοῦτο καὶ δι’ ὅλας τὰς καταγγελθείσας πράξεις, καὶ διὰ τοὺς βόθρους, εἰς τοὺς ὁποίους χωνεύεται ὁ πλοῦτος τοῦ Δημοσίου· δι’ ὅλα ταῦτα νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι εὐχῆς ἔργον αἱ Κυβερνήσεις νὰ θέσουν ἐπὶ τέλους τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, διότι τότε καὶ μόνον ἐλπίζομεν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν.

§92ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤκουσα πολλάκις ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς πλειονοψηφίας νὰ κατηγορῶσι τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς καὶ ἰδίᾳ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Σήμερον δὲ ἠκούσαμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν εἰπόντα, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρηνόμησε, καὶ ἐρωτηθεὶς παρ’ ἐμοῦ, ὁποίαν παρανομίαν ἔπραξεν, εἶπεν, ὅτι ἐπροβίβασεν ἀξιωματικοὺς παρὰ τὸν νόμον. Ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὡς καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ, οἱ ὁδηγοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν, ἂν νομίζωσιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς παρηνόμησεν, ὀφείλουσι νὰ ἐγκαλέσωσιν αὐτὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος προέβη εἰς τοιούτους παρανόμους προβιβασμοὺς καὶ ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν τοσοῦτον· διότι ἄλλως οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἡ Βουλὴ, ἀποδεχομένη τὰς παρανόμους πράξεις τῶν ἀχρόων Ὑπουργῶν, ἢ μηχανὴ ἀναλαμβάνουσα καὶ ἐπικυροῦσα τὰς παρανόμους πράξεις τῶν τοιούτων Ὑπουργείων. Καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, διότι αὕτη ἔχει τὴν δύναμιν, ὅπως προβῇ εἰς τοιαύτην κατηγορίαν.

§93ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ διατὶ ὄχι πρὸς τὴν μειονοψηφίαν;

§94ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι, σεῖς, οἱ ὁποῖοι κατηγορήσατε τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὀφείλετε νὰ ἐγκαλέσητε αὐτὸν διὰ τὰς παρανόμους πράξεις αὐτοῦ καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς πλειονοψηφία, ἀλλὰ καὶ ἅπασαν τὴν πρώην Κυβέρνησιν, ὡς συνυπεύθυνον διὰ τὰς παρανόμους πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι οὐδεμία ἄλλη κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον αὕτη διὰ τῶν νέων προβιβασμῶν.

§95ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ σήμερον καὶ ἄλλοτε ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατηγγέλθη ἐπὶ ῥηταῖς παραβάσεσι τῶν νόμων, ἐπὶ ῥηταῖς παραβάσεσι τοῦ καθήκοντος, πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου, προφανῶς δὲ αἱ παραβάσεις αὗται ἐγένοντο, ἂν ὄχι ἐκ προθέσεως, βεβαίως ὅμως ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας. Ἐγένοντο δὲ ἐπερωτήσεις περὶ τούτου, καὶ πληροφορίαι ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῶν ἀπαντήσεών του εἰς τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας, διὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ γενόμεναι καταγγελίαι εἶναι ἀκριβέσταται. Καὶ ὄντως ἐπιθυμῶ δ’ ἐν ὀλίγοις νὰ ἀνακεφαλαιώσω αὐτάς. Κατήγγειλα τὸν τέως Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἐν γνώσει καὶ παρὰ τὰς πληροφορίας τὰς ἰδικάς μου, διώρισε κελευστὴν πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου γνωστόν τινα λαθρέμπορον Μηλάκαν. Ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα τοῦ τοιούτου διορισμοῦ, διότι ἐξέλιπον ὅλως διόλου τὰ ἔσοδα τοῦ τελωνείου Βονίτσης. Κατήγγειλεν ὁ τελώνης Βονίτσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν κατάστασιν ταύτην, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διεβίβασε τὴν καταγγελίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ὁ τέως τῶν Ναυτικῶν ἀγρὸν ἠγόρασε, καὶ μόλις ἐπ’ ἐσχάτων ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπέλυσε τὸν κελευστὴν λαθρέμπορον. Ἐγένοντο δὲ ταῦτα πάντα πρὸς προφανῆ βλάβην τοῦ Δημοσίου. Κατηγγέλθη πρὸς τούτοις παρ’ ἐμοῦ ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι, κατὰ ῥητὴν παράβασιν τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν καὶ τοῦ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, προεβίβασεν ἀξιωματικοὺς πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου. Κατηγγέλθησαν δὲ καὶ ἀπεδείχθησαν καὶ διάφοροι ἄλλαι παραβάσεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐβεβαίωσε τὰς παραβάσεις ταύτας, ἀλλ’ εἴτε ἐξ ἁβροφροσύνης, εἴτε ἐξ ἐπιφυλάξεως, διϊσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἐπῆλθε βλάβη, διότι θὰ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβιβάσῃ κατὰ τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς τοὺς προβιβασθέντας. Δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι οἱ προβιβασθέντες ἀξιωματικοὶ ἦσαν πολὺ κάτω τῶν προβιβαστέων. Ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο, διότι ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ἀνάγκην θέσεων κενῶν, διὰ νὰ προβιβάσῃ οἰκείους του ἀνθυποπλοιάρχους, καὶ πρὸς προφανῆ βλάβην τοῦ Δημοσίου. Ὁ φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας, μὲ τὸν ἱπποτισμὸν, ὁ ὁποῖος τὸν διακρίνει, ἀλλὰ μετὰ θέρμης ἀξίας κρείττονος ὑποθέσεως, εἶπε προχθές, ὅτι πρόκειται περὶ διϋλίσεως κώνωπος. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ διϋλίσεως κώνωπος, ἀλλὰ περὶ ῥητῶν καὶ ἐπανειλημμένων παραβάσεων τῶν νόμων. Τὸ νῦν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπεδείχθη ὑπὸ τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ ὁποῖον παρακολουθεῖται ὑπὸ μεγάλης πλειονοψηφίας, ἐὰν ἐτόλμα νὰ κάμῃ ἀναλόγους παραβάσεις, φαντασθῆτε ἡλίκον θὰ διήγειρε θόρυβον! Καὶ ἐὰν δὲν ὑφίστατο τὰς συνεπείας ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ, θὰ τὰς ὑφίστατο βεβαίως ἐν μέλλοντι προσεχεῖ ἢ ἀπωτέρῳ. Ὁ δὲ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον ὤφειλε νὰ ἦναι εὐλαβέστερος πρὸς τὰ καθήκοντά του, καθόσον ἦτο ἀπόῤῥοια τῆς ἐκλογῆς τοῦ Βασιλέως. Ὁ Βασιλεὺς ἐνόμισεν ἴσως, ὅτι ἐκλέγων ὑπασπιστήν τού τινα ὡς Ὑπουργὸν, θὰ παρεῖχε πλείονας ἐγγυήσεις εἰς τὴν ἐλευθέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων· ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὗτος ἐξετέλεσε παραβάσεις, ὅσας οὐδεὶς ἄλλος Ὑπουργὸς μέχρι τοῦδε. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, μεθ’ ὅσα κατεδείχθησαν καὶ σήμερον καὶ πρό τινων ἡμερῶν, μεθ’ ὅσα αὐτὸς ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς ἐμαρτύρησεν, ὅτι πράγματι ἐγένοντο παραβάσεις τοῦ νόμου, πρέπει νὰ λειτουργήσῃ, ἂν ὄχι, ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμος, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον διατάσσει ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω τὴν περὶ τούτου πρότασιν· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ταύτην καὶ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τὴν προσεχῆ Δευτέραν.

§96ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ διατυπωθῇ πρότασις ὡρισμένη.

§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως. Ὁ προτείνας ἔχει συμφέρον νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ ἑπομένως θὰ προσδιορίσῃ τὰ θέματα.

§98ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν παράκλησίν μου, τὴν ὁποίαν πρό τινων ἡμερῶν ἀπηύθυνα πρὸς αὐτόν, τὴν παράκλησιν, ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησα. Ἐὰν ἤδη εἶχον τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, θὰ ἠδυνάμην νὰ πείσω τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐχὶ μόνον αἱ ἄχροοι Κυβερνήσεις παραβαίνουσι καὶ παραβιάζουσι τοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου ἀποῤῥέουσαι, ὁσάκις δὲν φέρωσιν ἐν ἑαυταῖς ἀνεπτυγμένον τὸ ἠθικὸν αἰσθητήριον, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης συνάδελφος, καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπέβλεπε τὴν παράβασιν νόμου δημοσιευθέντος τὴν 9 Μαρτίου 1894, παράβασιν γενομένην παρ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν εἰσηγηταὶ τοῦ νόμου. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, τὸν τροποποιήσαντα τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον, εἰς πᾶν δημόσιον ἔργον, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη ἤθελεν ὑπερβῆ τὰς 10,000 δραχμῶν, ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις εἰδικοῦ νόμου καὶ ἡ ἀναγραφὴ πιστώσεως εἰς τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐπὶ προφανεῖ δὲ παραβιάσει τοῦ νόμου, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ πρώην ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς ἐσχάτως καταλιπούσης τὴν ἀρχὴν Κυβερνήσεως, ἐξετέθησαν εἰς δημοπρασίαν ἔργα, ὧν ἕκαστον ὑπερβαίνει τὰς 10,000 δραχμῶν· ἐξετέθησαν δὲ ἄνευ ψηφίσεως εἰδικοῦ νόμου, οὐδὲ ἐγγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συνεπείᾳ τῆς παρακλήσεώς μου, προσήγαγε πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήρισα ὡς ἀτελῆ, ἐμφαίνοντα τὰ δημόσια ἔργα, τὰ δημοπρατηθέντα καὶ ἐγκριθέντα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ πίναξ ὅμως εἶναι λίαν ἀτελής, διότι πλεῖστα τῶν ἐγκριθέντων ἔργων δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν αὐτῷ· ἀναφέρει δὲ τινὰ μόνον, ὧν ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰς 10,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο ὑπομιμνήσκω καὶ πάλιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν παράκλησίν μου ἐκείνην, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν, ὅπως ὅσον ἔνεστι τάχιον προσαγάγῃ πίνακα ἀκριβῆ καὶ λεπτομερῆ πάντων τῶν δημοσίων ἔργων, τῶν ἐκτελεσθέντων ἀπὸ τῆς 19 Μαρτίου 1894 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ τῶν ἐκτεθέντων εἰς δημοπρασίαν ἔργων, ὧν ἡ δαπάνη ὑπερβαίνει τὰς 10,000 δραχμὰς ἢ τὰς 2,000. Τὸ θέμα τοῦτο κατὰ δύο τινὰ ἐνδιαφέρει ἡμᾶς· πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, αἵτινες, ἐπὶ προφανεῖ παραβιάσει τῶν νόμων, ἐξεχώρησαν τὴν κατασκευὴν τοιούτων ἔργων, καὶ δεύτερον ὅσον ἀφορᾷ τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ λάβῃ περὶ τῶν ἔργων τούτων· διότι, ὡς εἶπον, κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφορίας, πολλὰ τῶν ἔργων ἐκείνων, τῶν ὁποίων πρὸ ἡμερῶν ἐμνημόνευτα, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς 1,060,000 δραχμὰς, οὐ μόνον ἐδημοπρατήθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐνεκρίθησαν, τὸ δὲ Δημόσιον θέλει εὑρεθῆ ἀπέναντι τῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως καταβάλῃ τὴν δαπάνην. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲ τῷ ὑποβληθέντι οὐδὲν ποσὸν ἀναγράφεται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων. Τὸ πρᾶγμα ἐπείγει, διότι ἐπίκειται ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπιμένω παρακαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως τάχιστα προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας.

§99ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν δυνάμεθα νὰ πιέσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, διότι αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι εἶναι πολλαί. Ἐλπίζω αὔριον τὴν πρωΐαν νὰ φέρω πάσας τὰς πληροφορίας.

§100ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἐργολάβος τοῦ δρόμου Τσαούση–Λουτροῦ ἔχει κηρυχθῆ ἔκπτωτος πρὸ πολλοῦ. Ἐπληροφορήθην δὲ, ὅτι πρόκειται νὰ ἀνακληθῇ ἡ ἔκπτωσίς του παρὰ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐπανέλθῃ αὐτὸς οὗτος, ὁ ὁποῖος ἔχει λάβει καὶ ὅλα τὰ χρήματα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί συμβαίνει, καὶ διατάξῃ, ἵνα περατωθῇ τὸ ἔργον δι’ ἡμερομισθίων, διότι ἐλάχιστον μέρος ὑπολείπεται, καθόσον ἔχουσι παρέλθει τέσσαρα περίπου ἔτη, ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἔναρξις τοῦ ἔργου.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 4 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 καὶ 15′ μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμη).

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1895.

§104Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ἤρχετό τις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ἀνερχόμενος εἰς τὰ θεωρεῖα, ἠρώτα τὸ συζητούμενον θέμα καὶ ἐμάνθανεν, ὅτι πρόκειται περὶ γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔῤῥιπτε δὲ τὸ βλέμμα καὶ παρετήρει, ὅτι μόνον τὰ 2/7 τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν παρίστανται, καὶ ἔβλεπε τὰ ἑδώλια τῶν Βουλευτῶν οὐχὶ ὅσον ἔδει πυκνὰ, δὲν θὰ ἐπείθετο, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο ἔχει πολλοὺς λόγους. Βεβαίως εἷς εἶναι ὁ ἐκ τῶν ἀγρυπνιῶν καὶ τοῦ καύσωνος κάματος, εἰς ὃν περιῆλθον οἱ κ.κ. Βουλευταὶ, ἄλλοι δὲ ἴσως νομίζουσιν ἄσκοπον τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ θὰ ψηφισθῇ. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ ἐσκέφθην, ἐὰν μὴ ἦτο προτιμότερον νὰ γράψω ἐνυπόγραφον ἄρθρον εἴς τινα ἐφημερίδα ἢ νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Οὐχ ἧττον προὐτίμησα τὸ δεύτερον, νομίζων ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον. Μεταξὺ τῆς εὐρείας ἀναπτύξεως, ἧς ἄξιον εἶναι τὸ θέμα, καὶ τῆς ἄκρας σιγῆς, ἔκρινα καλὸν νὰ τηρήσω τὴν μέσην ὁδόν. Προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω βραχείας τινὰς παρατηρήσεις, ἄνευ ὅμως τῶν κουραστικῶν ἀριθμῶν, δι’ ὧν σᾶς διεσκέδασαν οἱ προλαλήσαντες. Δὲν γνωρίζω θέματα ἐπιτρέποντα εὐρεῖαν πολιτικὴν συζήτησιν ἄλλα, ἐκτὸς τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅταν ὑπάρχῃ περίπτωσις, καὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν δὲ πάντοτε ἡ τοιαύτη γενικὴ συζήτησις ἦναι θέμα κατ’ ἐξοχὴν πολιτικῆς συζητήσεως καὶ σφόδρα ἐνδιαφέρον, πόσῳ μᾶλλον ὅταν συζητῆται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλοντος; Διότι δὲν συζητοῦμεν ξηρῶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Εἶναι ὁ πρῶτος προϋπολογισμὸς, ὅστις συζητεῖται μετὰ τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν τῆς 16ης Ἀπριλίου 1895. Δὲν λησμονῶ, ὅτι συνεζητήθη καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894, μετὰ τὸ ἐθνικὸν οἰκονομικὸν δυστύχημα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν Ἑλλήνων ἀνεξαιρέτως, τῶν ἔν τε τῇ ἐλευθέρᾳ καὶ τῇ δούλῃ Ἑλλάδι οἰκούντων, ὁ ἀκαταλληλότερος ὡς κυβερνήτης, ὅστις ἠδύνατο νὰ προτείνῃ προϋπολογισμὸν ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἦτο ὁ κ. Τρικούπης· ἡ ἀκαταλληλοτέρα δὲ ὅλων τῶν Βουλῶν ἦτο ἡ ἁμαρτωλὴ τῆς 3ης Μαΐου 1892. Ἕνεκα τούτων δὲν λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1894, εἰ καὶ εἶναι ὁ πρῶτος μετὰ τὸ κήρυγμα τῆς πτωχεύσεως. Ἡ τοιαύτη ἀνάμνησις μὲ ἀναγκάζει εἰς μικράν τινα ἀναδρομὴν πρὸς τὸ παρελθόν. Ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1893, μετὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς ἀποτυχίας τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς σύναψιν δανείου, ἦτο βεβαιωμένη ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου ταμείου· ἠκούσθη τότε φωνὴ εἰλικρινὴς, ἥτις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετὰ παῤῥησίας ἔλεγε τῇ 22 καὶ 23 Ἰανουαρίου 1893 πρὸς τοὺς ζητοῦντας, ἵνα αὐξήσωσι τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς τοὺς ἐξαρτήσαντας τὸ οἰκονομικὸν μέλλον ἐκ τῆς συνάψεως τοῦ δανείου, ὡσεὶ προέκειτο διὰ τῆς ὁμοιοπαθητικῆς νὰ θεραπευθῶμεν, ἀφοῦ βεβαιωμένον ἦτο, ὅτι ἐκ τῶν ὑπερβολικῶν καὶ ἐπαχθῶν δανείων εἴχομεν περιέλθει εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὑπῆρξε, λέγω, φωνὴ, ἥτις μετὰ πατριωτικοῦ πόνου ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους: «Στῆτε! ἀρκοῦσι τὰ δάνεια! διὰ τῶν δανείων δὲν θεραπευόμεθα· εἴμεθα ἐν ἀνεπαρκείᾳ. Συσκεφθῶμεν εἰλικρινῶς περὶ τοῦ πρακτέου!» Ἀλλ’ ἡ φωνὴ ἐκείνη ἐθεωρήθη προδοτική. Ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος, ἐναντίον τοῦ πολιτικοῦ του συμφέροντος λαλῶν, εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ λαλήσῃ τὴν ἀλήθειαν· τότε δὲ ἄλλοι, οἵτινες προσεποιοῦντο, ὅτι ἐξεπροσώπουν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπαρκείας, σχεδὸν ἐζήτησαν νὰ ἐκδιώξωσι τῆς βουλευτικῆς αἰθούσης τὸν ἀντιπρόσωπον ἐκεῖνον, ὅστις εἶχε τὴν τόλμην νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του καὶ τὸ φρόνημά του, ἔχων καὶ αὐτὸς τὸ δικαίωμα, ὡς πᾶς ἄλλος Βουλευτής...

§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀνομάσατέ τον, διότι πρέπει νὰ γείνῃ γνωστός.

§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι τοσοῦτον γνωστός, ὥστε καὶ ἡ μνεία τοῦ ὀνόματός του ἦτο περιττή. Τίς δὲν ἐνόησεν, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ πρώην βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Κωνσταντοπούλου;... Ἔπρεπεν ἔκτοτε οἱ τεταγμένοι, ἵνα προασπίζωσιν ἀπὸ ὑψηλοτέρας ἀπόψεως τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, νὰ λάβωσιν ἐγκαίρως τὰ κατάλληλα μέτρα· ἀλλὰ δὲν τὰ ἔλαβον οὔτε τότε, οὔτε ὅτε ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς παραιτήσεώς της ἐβεβαίωσεν ἐπισήμως τὴν ἀνεπάρκειαν· διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, παραιτουμένη μετὰ τὴν ἐντολήν, ἣν εἶχε λάβει τῇ 3ῃ Μαΐου 1892, οὐδὲν ἄλλο ἔλεγεν, εἰμὴ ὅτι ἦτο ἀνεπαρκὴς καὶ ἀνεπαρκὲς τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Ἀπὸ τῆς 28 Ἀπριλίου 1893, ἡμέρας τῆς παραιτήσεως τῆς ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἦτο καταδεδικασμένη εἰς θάνατον, καὶ μόνον διὰ γαλβανισμοῦ ἔζησεν. Ἔκτοτε πολλαὶ αἱ προξενηθεῖσαι ἐθνικαὶ ζημίαι, διότι ἡ ἔλλειψις ὡρισμένου καὶ καλοῦ σχεδίου πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς ἐκραγείσης κρίσεως προὐκάλεσεν ἀπώλειαν χρόνου πολυτίμου καὶ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως τῆς 3ης Μαΐου 1893, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, συγκεκροτημένη ἐξ ὁμάδος πολιτικῆς, ἐξελθούσης ἐκ τῆς Βουλῆς, συμπληρωθεῖσα ἐξ ἄλλων πρώην Βουλευτῶν καὶ εἰδικῶν ἐν τοῖς κλάδοις, ὧν τοῖς ἐνεπιστεύθη ἡ διεύθυνσις, ἐπηγγέλθη τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπαρκείας, τὴν πληρωμὴν εἰς ἀκέραιον, εἰς χρυσὸν (en or sonnant). Ἀλλὰ τὸ εἰκονικὸν ἐκεῖνο πρόγραμμα ἔζησε μόνον 7 ἡμέρας, διότι μετὰ τὴν παρέλευσιν ἑβδομάδος τὰ χρυσᾶ νομίσματα μετεβλήθησαν εἰς ὁμολογίας τῆς ὑπομονῆς, ὡς ἐκλήθησαν τὰ περίφημα ἐκεῖνα Σκρὶπ καὶ Φαῖντιγγ, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν μὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ διατάγματος, συνετρίβησαν δὲ εὐθύς, ὡς συνῆλθεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, μολονότι ἁμαρτωλὴ καὶ πολὺ ὀρθῶς, διότι ὁλόκληρον τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἦτο κεκαλυμμένη χρεωκοπία. Ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1893, ὑπὸ τὸν ἡγέτην τῆς πλειοψηφίας ἐκείνης, ὅστις ἐπηγγέλθη τὸ «ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ», ὅστις διεσάλπισεν ἀρειμανίως τὸν ὑπερήφανον κυματισμὸν τῆς ἑλληνικῆς σημαίας ἀνὰ τὴν Μεσόγειον, ὅστις διετυμπάνισεν ἐπιδεικτικῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι «τὸ χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς», ἐκεῖνος ὅστις δὲν ἀφῆκε λέξιν μεγάλην καὶ πομπώδη, ἣν νὰ μὴ ἔῤῥιψεν ὡς δόλωμα. Ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας τῆς 3 Μαΐου 1892, εἰς ὃν προσετέθη μεταξὺ τόσων ἄλλων κοσμητικῶν ἐπιθέτων καὶ τὸ τοῦ Σωτῆρος, εἶχε τὸ θάῤῥος—ἐὰν θέλετε, διορθώσατε τὴν λέξιν—νὰ δεχθῇ καὶ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, διὰ νὰ κηρύξῃ τὴν χρεωκοπίαν, ἐπευφημούσης τῆς ἰδίας πλειοψηφίας! Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἦτο ἡ ἀκαταλληλοτέρα πασῶν διὰ τὸν συμβιβασμόν, διότι ἦτο ἐκτεθειμένη ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀπέναντι τῶν δανειστῶν διὰ τῶν εἰκονικῶν προϋπολογισμῶν, διὰ τῶν ψευδῶν διαβεβαιώσεων· ἦτο ἡ μόνη Κυβέρνησις ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ τοιαύτη ἐντολή. Ἔχομεν δύο Κυβερνήσεις, αἵτινες ἀποῤῥέουσιν ἀπὸ τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τρίτην, τὴν τῆς 12 Ἰανουαρίου 1895, ἥτις δὲν εἶναι ἄχρους, κ. Βουλευτὰ ἐκ Ξηροχωρίου, ἀλλὰ εἶναι αὐλική, βασιλική...

§107ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τόσον χειρότερα.

§108Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. Ἡ λέξις αὕτη μοὶ ὑπενθυμίζει, ὅτι ἡμέραν τινὰ μοὶ ἀπηυθύνοντο ὑπαινιγμοὶ περὶ τῶν πολιτικῶν μου φρονημάτων παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ξηροχωρίου, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεσχέθην, ὅτι ἤθελον ἀπαντήσει. Ἡ λέξις Αὐλικὸν Ὑπουργεῖον μοὶ ὑπενθυμίζει ἑτέραν διακοπὴν τοῦ ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ, εἰς ὃν εἶπον, ὅτι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θ’ ἀπαντήσω. Εἶναι ἀμφότερα χρέη, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσω σήμερον. Οἱ γνωρίζοντές με δὲν πιστεύω νὰ παραδέχωνται, ὅτι ἔχω τάσιν εἰς περιαυτολογίαν, οὐδὲ εἰς ἐπίδειξιν πολιτικοῦ φρονήματος, φιλελευθέρου ἢ δημοκρατικοῦ. Ὅ,τι εἶμαι, καλὸς ἢ κακὸς, προσεπάθησα διὰ τῶν ἔργων νὰ ἦμαι, οὐχὶ διὰ τῶν λόγων· ἀναγκάζομαι ὅμως ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ προβῶ εἰς δηλώσεις, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀνοίξω μίαν παρένθεσιν ἐπὶ τοῦ προτωπικοῦ τούτου ζητήματος, ἥτις ἔχει κυρίως τὴν θέσιν της ἐν τῇ πολιτικῇ ταύτῃ συζητήσει. Μετὰ τῶν ἐκλογέων μου ἐσυνείθισα νὰ συνεννοῶμαι δι’ ἐκλογικῶν προγραμμάτων, ἀλλὰ καὶ διὰ λογοδοσιῶν. Ὅστις συνέπεσε ν’ ἀναγνώσῃ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἄλλου τινὸς στοιχείου· ἀλλ’ ὅσοι δὲν εἶχον τὴν τοιαύτην εὐκαιρίαν, δύνανται νὰ καταφύγωσιν εἰς τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, ἔνθα διὰ τῆς προνοίας μου εὑρίσκονται ὅλα τὰ ἐκλογικὰ δημοσιεύματά μου, διὰ νὰ ἐλέγξωσι τὰ παρ’ ἐμοῦ ἤδη λεγόμενα, ἐὰν δηλαδὴ ἦναι σύμφωνα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε εἶπον, ἀφ’ ὅτου ἐνεφανίσθην ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς. Θὰ ἠδυνάμην καὶ ἄνευ τούτων ἁπλῶς νὰ παραπέμψω καὶ τοὺς διακόψαντάς με, ἐπίσης ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον ἔχει τὴν γνώμην αὐτῶν, εἰς τὴν ἐκ τετάρτου ἀνανέωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ πληρεξουσίου μου, τὴν ἁγνότητα, τοῦ ὁποίου πιστεύω νὰ μὴ ἀμφισβητήσῃ τις, διότι δὲν εἶναι προϊὸν συνδυασμοῦ ἐκλογικῶν κεφαλαίων, οὔτε τὸ ἰσότιμον χρηματικῶν δαπανῶν ἢ ἄλλων παροχῶν, χωρὶς νὰ ἐννοῶ διὰ τούτων νὰ μειώσω τὴν ἐκλογικὴν ἐντολὴν ἄλλων. Θὰ ἠδυνάμην νὰ παραπέμψω εἰς τὴν πρὸ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν δημοσιευθεῖσαν πολιτικὴν λογοδοσίαν μου ὑπὸ τὸν τίτλον «Εὐθύναι», ἐν ᾗ τὰ πάντα ἐξέθετον, καὶ εἰς ἣν οἱ ἐκλογεῖς ἀπήντησαν διὰ τῶν λευκῶν των ψήφων τῇ 16 Ἀπριλίου 1895. Ἀλλ’ οὔτε εἰς ταῦτα ἀρκοῦμαι, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀποφεύγω σαφῆ ἀπάντησιν· θέλω νὰ προσθέσω ὅ,τι πάντοτε εἶπον, καὶ ὅταν ἔτι περιεβαλλόμην διὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ ἀξιώματος, ὅ,τι δὲν θὰ παύσω λέγων: ἡ Βασιλεία βεβαίως εἶναι κηδεμονία τῶν ἀνηλίκων λαῶν. Ἐὰν ἐν τῇ νηπιακῇ αὐτῶν ἡλικίᾳ κυβερνῶνται διὰ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας, καθ’ ὅλην τὴν ἀνηλικότητά των στεγάζονται βεβαίως ἐν τῇ συνταγματικῇ μοναρχίᾳ, ἥτις μάλιστα, ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον διαῤῥυθμιζομένη, διαφέρει τῆς δημοκρατίας μόνον κατὰ τὴν κληρονομικὴν διαδοχήν· ἀλλὰ τίς δύναται ν’ ἀντείπῃ, ὅτι τὸ φυσικὸν καὶ μόνον προσῆκον πολίτευμα διὰ τοὺς ἐνηλίκους λαοὺς εἶναι τὸ δημοκρατικόν; ἀλλὰ καὶ τίς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐγὼ παρέστησα τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ὡς ἐνηλικιωθέντα; τοὐναντίον κατέδειξα πάντοτε, ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τό γε νῦν, εἶναι τὸ προσῆκον διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, τὸν μὴ συντελέσαντα μάλιστα καὶ τὴν ἐθνικὴν ἕνωσίν του. Τὸ πότε δὲ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐνήλικος ὁ λαὸς, εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἐποχὴ αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον. Ἄλλαις λέξεσιν, εἶμαι συνταγματικὸς φιλελεύθερος διὰ τὸ ἐνεστὼς, δημοκρατικὸς τοῦ μέλλοντος. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὑμῖν πρὸ μικροῦ, ν’ ἀναγνώσω ὅσα ἔγραφον τελευταῖον πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου εἰς ὀλίγας γραμμὰς, ἔνθα διατυπῶ ἀκριβέστερον τὴν περὶ τούτων γνώμην μου (ἀναγινώσκει): «Τολμῶμεν νὰ προχωρήσωμεν μέχρι τοῦ σημείου, καθ’ ὃ καταδικάζομεν ἀνενδοιάστως τοὺς ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς εὐαριθμοτάτους—εἶναι ἀληθὲς—καὶ οὐχὶ σπουδαίως νομίζοντας, ὅτι ἡ θεραπεία θὰ ἐπήρχετο διὰ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας ἢ καὶ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Ὑπολαμβάνομεν καὶ ἤδη—ὡς καὶ πάντοτε ἐδηλώσαμεν—ὅτι ἄνευ προηγουμένης μορφώσεως πολιτῶν, ἐπαρκῶς συναισθανομένων ἐκτὸς τῶν δικαιωμάτων καὶ τὰ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθήκοντά των, πρόωρος εἶναι ἡ ἀγαθὴ ἔφεσις ἄλλων, οὐχὶ βεβαίως πολυαρίθμων ἔτι, πρὸς ἀπόκτησιν δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ὑπὲρ οὗ ὅμως ὁ τόπος κατ’ ἀνάγκην, καὶ οὐχὶ ἴσως πρὸς ἴδιον αὑτοῦ ὄφελος, θὰ ἐσκέπτετο, μόνον ἂν ἀποτόμως ἐτίθετο πρὸ τοῦ διλήμματος: «ἢ ἀπόλυτος μοναρχία ἢ δημοκρατία.» Πιστεύομεν, ὅτι, ἀδικαιολογήτως καταδικάζεται τὸ ἐν Ἑλλάδι συνταγματικὸν πολίτευμα, ἀφοῦ οὐδέποτε σχεδὸν ἐδοκιμάσθη ἡ παρ’ ὅλων τῶν ἐξουσιῶν εἰλικρινὴς καὶ προσήκουσα αὐτοῦ ἐφαρμογὴ ἐπί τινα συνεχῆ ὁπωσδήποτε χρόνον, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου συστήματος, συμφώνου πρὸς τὸ νόημα αὐτοῦ. Πεποίθαμεν δὲ, ὅτι, τό γε νῦν, καὶ ἕνεκα τῆς μὴ συντελεσθείσης ἐθνικῆς ἡμῶν ἑνώσεως, ἐν τῇ Συνταγματικῇ μοναρχίᾳ δικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς ῥητοὺς καὶ ἀπαραβάτους ὅρους: τῆς ἁρμονίας τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου πρὸς τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, τῆς ἀμέσου συστάσεως νομοπροπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς ἢ Συμβουλίου ἐπικρατείας καὶ τῆς ἀπροσωπολήπτου, συνεχοῦς, ἀείποτε δ’ ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν ὁρίων ἐποπτείας τοῦ Στέμματος. «Ἄριστον πολίτευμα εἶναι τὸ ἔχον τὰ ἥττονα ἐλαττώματα», εἶπέ τις τῶν δημοσιολόγων. Τὸ ἐλάττωμα τῶν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς παροχῶν—κοινὸν εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη—εἶναι μηδαμινὸν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ δεινὰ τῶν λαῶν ὑπὸ ἀπόλυτον μοναρχίαν. Πανάκειά τις πρὸς ἐκρίζωσιν τοῦ κακοῦ ἀτυχῶς δὲν ὑπάρχει· ἀλλ’ ὁ μετριασμὸς διὰ τῆς χαλαρώσεως τῶν δεσμῶν τοῦ ἐκλογέως μετὰ τῶν κομματαρχῶν,—ὧν τινες ἀκριβέστερον ἠδύναντο νὰ ὀνομασθῶσι μεταπράται τῆς ἐκλογικῆς ψήφου—μετὰ τῶν δημάρχων, Βουλευτῶν, Ὑπουργῶν καὶ κατ’ ἐξοχὴν μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἵσταται ὑπεράνω ὅλων, ὡς ἐν πυραμίδι, δὲν εἶναι ἀνέφικτος, ἐὰν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, ὡς ἀνωτέρω, ὑποδειχθέντα μέτρα.» Ἀλλὰ, Κύριοι, μὴ τὸ Ὑπουργικὸν ἀξίωμα παρέχεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐκ φιλίας καὶ ἰδίας, οὕτως εἰπεῖν, ἐξουσίας; οὐχί· εἶναι ἐντολὴ, ἣν ἔχει λάβει διὰ τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ὁ Βασιλεύς, ὡς ἐντολοδόχος καὶ προϊστάμενος ἐν τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ, διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργούς. Οὐδὲ νομίζω, ὅτι τὰ πολιτικὰ φρονήματα, οἷα δήποτε, εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν ἀξίωμα. Οἱ δημόσιοι λειτουργοί, ἐπίσης οἱ πολῖται, ἐλεύθεροι εἰς τὰ ἴδια αὑτῶν φρονήματα, ὀφείλουσι νὰ ἀνέχωνται καὶ νὰ σέβωνται τὸ καθεστὼς, ὅπερ ἐπιβάλλει ἡ ἐθνικὴ πλειοψηφία. Ἐπεθύμουν ν’ ἀναγνώσω, καὶ ἄλλην τινὰ περικοπὴν, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἐπιτρέπῃ, ἐκ δημοσιεύματος, ὅπερ ἀπηύθυνα κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1892, ὅτε ἄλλοι πολιτικοί μου ἀντίπαλοι ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν ἐπὶ ζημίᾳ μου τὴν εἰλικρίνειαν τῶν κατὰ καιροὺς πολιτικῶν μου δηλώσεων (ἀναγινώσκει): «Λυποῦμαι περιαυτολογῶν ἀκουσίως· ἀλλ’ ὁ πολιτικός μου βίος εἶναι, ὑποθέτω, ἱκανῶς γνωστὸς, ὅπως μὴ λάβω τὸν κόπον νὰ ἀναφέρω κἄν, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα ὑπουργοθήρας. Ἐκ φύσεως καὶ ἐκ πολιτικῆς ἀνατροφῆς ἀρέσκομαι μᾶλλον ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει. «Ἄλλως δὲ οὔτε τὸ Ὑπουργικὸν ἀξίωμα, ὡς μάλιστα τὸ κατήντησαν, ἦτο τόσῳ μέγα, οὔτε ἡ ἀπόκτησις αὐτοῦ ἦτο τόσῳ δυσχερής· ἤρκει νὰ καταταχθῶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἑνδεκαετοῦς περίπου βουλευτικοῦ μου βίου εἰς ἓν ἐκ τῶν δύο προσωπικῶν κομμάτων, καὶ νὰ ἐπιζητήσω τὸ χαρτοφυλάκιον διὰ τῶν συνήθων μέσων. Κατακριθεὶς ἐν τούτοις ὑπὸ πολλῶν, καὶ μάλιστα ὑπὸ ἐκλογέων μου, ἴσως δὲ καὶ οὐχὶ ἀδίκως, ὅτι κοπιάζω ἀσκόπως, ὡς ἐλεύθερος σκοπευτὴς—δίκην καλάμου ἐν τῷ μέσῳ πεδιάδος, πληττόμενος πανταχόθεν ὑπὸ τῶν ὀχυρωμάτων συντεταγμένων στρατοπέδων,—ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἐδίδετο ἡ κατάλληλος εὐκαιρία, ὅπως συμπράξω ἐν κόμματι νέῳ, οὗτινος τὰ μέλη συνηντήθησαν εἰς τὰ σπουδαιότερα σημεῖα τοῦ προγράμματός μου, πρὸς κοινὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν· ὅθεν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ἀνέλαβον, ἐὰν ὁμαλῶς ἐδίδετο εὐκαιρία, ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἠδυνάμην, ὑπὸ τῆς καλῆς πίστεως ὁδηγούμενος, καὶ ὑπὸ τοῦ πόθου τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος ἐνισχυόμενος, νὰ ὑπηρετήσω αὐτὴν καὶ ὡς συμπολιτευόμενος, νὰ ἐπιχειρήσω δὲ τὴν δυνατὴν ἐφαρμογὴν μεταῤῥυθμίσεων ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ, εἰς ὃν ἀπὸ δεκαετηρίδων μετὰ ἰδιαιτέρου ζήλου ἠσχολήθην.» Ἐν τέλει, Κύριοι, κατὰ τὸν Βίσμαρκ, μόνον οἱ βόες σκέπτονται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, διότι οὐδὲν σκέπτονται. Πολλάκις δύναται εὐλόγως νὰ μεταβάλῃ τις τὰ φρονήματά του, ἕνεκα μεταβολῆς τῶν περιστάσεων, ἢ ἕνεκα ὡριμωτέρας σκέψεως, ἀρκεῖ νὰ μὴ ὁδηγῆται εἰς τοῦτο ὑπὸ ἀρχομανίας. Ἐνταῦθα, Κύριοι, κλείω τὴν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος παρένθεσιν. Σᾶς ζητῶ δὲ συγγνώμην, διότι ἠναγκάσθην νὰ περιαυτολογήσω, ἵνα πληρώσω χρέος ὀφειλόμενον. Ἤδη ἔχω μικράν τινα ὀφειλὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Αἰγίου εἰς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ἔλεγεν, ὅτι κατὰ τὴν ἀντισυνταγματικὴν θύελλαν τῆς 3ης Μαΐου 1892 διήρχετο ἐν Αἰγίῳ ὑπὸ τὴν ἁψῖδα, ἐφ’ ἧς ἦτο ἀναγεγραμμένον τὸ ὄνομά του καὶ ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔκυπτε τὸν αὐχένα. Ἐχαρακτήρισε δηλαδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τὴν ἐκλογὴν τὴν 3ης Μαΐου 1893 ἀντισυνταγματικήν, ἴσως καὶ τὸ Βασιλικὸν διάβημα τῆς 18 Φεβρουαρίου 1892. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ...

§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι τὴν διάλυσιν, ἀλλὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐνηργήθησαν αἱ ἐκλογαί. Τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντηγωνίζοντο κατὰ τὰς ἐκλογάς, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντηγωνίζοντο, μετῆλθον ἐκλογικὰ ἐπιχειρήματα μὴ συνταγματικά. Ἐγώ, ὁμιλῶν περὶ ἀντισυνταγματικῆς θυέλλης, ἐνόουν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγένοντο αἱ ἐκλογαί· διότι τὰ ἀνταγωνιζόμενα κατὰ τὰς ἐκλογὰς κόμματα ἢ ἄτομα μετῆλθον μέσα μὴ συνταγματικά.

§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἤθελον ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὸ διάβημα τῆς 18 Φεβρουαρίου βεβαίως ἦτο συνταγματικόν.

§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσα εἶπον προχθὲς δὲν ἀνήγοντο εἰς τὸ διάβημα τῆς 18 Φεβρουαρίου.

§112Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καλῶς· τότε εἶναι περιττὸν νὰ ὑπομνήσω καὶ τὴν ἀπὸ 17 Φεβρουαρίου 1892 ἐπιστολὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εὑρισκομένην εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά...

§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προϋπολογισμὸν ἔχετε;

§114Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ναί, προϋπολογισμὸν ἔχω, καὶ διδάσκω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἂν καὶ εἶμαι νεώτερος αὐτοῦ, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔχουσι τὴν θέσιν των ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ πολιτικὰ ζητήματα.

§115ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὄχι καὶ οἱ ἐκκρεμεῖς λογαριασμοί.

§116ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅλα, ὅλα.

§117Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πᾶν πολιτικὸν ζήτημα.

§118ΜΠΟΥΤΟΣ. Τότε πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν ἔπειτα.

§119Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαιότατα, πᾶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταλάβῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ εἰς τοῦτο· πάντα προκαλῶ.

§120ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι δύο λέξεις. Σᾶς διέκοψα, ὄχι διότι θεωρῶ τὰ θέματα ταῦτα μὴ ἄξια συζητήσεως, ἀλλ’ ἀπεναντίας θεωρῶ αὐτὰ ἄξια πολλῆς συζητήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἀνακινηθῶσι, διότι δὲν θὰ συζητηθῶσιν ἐν ἐκτάσει.

§121Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διαφωνῶ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος μ’ ἔφερεν εἰς τὰ συμβάντα τῆς 18 Φεβρουαρίου, ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῆς σκοπιμότητος τοῦ βασιλικοῦ διαβήματος ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν· τὴν εὐθύνην τῶν μετέπειτα βεβαίως δὲν ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξετέλεσαν ὑπ’ εὐθύνην των τὸ διάβημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξελήφθη ὑπ’ αὐτῶν τε καὶ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς βασιλικὴ δρᾶσις ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν ὁρίων, ἀλλὰ μὲ συνέχειαν ἀνάλογον. Ἐὰν ἠδικήθη ἢ μὴ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἴσως μέχρι τοῦδε διελευκάνθη τὸ ζήτημα.

§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ὑπηρετοῦντες τὰ κοινὰ δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ὑπηρετῶσι τὰ κοινὰ, ἀλλ’ ἐκπληροῦσιν ἐντολὴν δημοσίαν, ἤτοι ἐκπληροῦσι καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη αὐτοῖς. Ἑπομένως, ἂν ἡ ἐντολὴ αὕτη ἀφαιρεθῇ ἀπὸ αὐτοὺς, ἂν οὕτως ἀπαλλαχθῶσι τοῦ καθήκοντος, δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ παραπονεθῶσι, διότι δὲν ἀδικοῦνται αὐτοί. Ἐκεῖνος ὅστις ἀδικεῖται ἐν πᾶσι τούτοις, εἰσὶ τὰ κοινὰ πράγματα.

§123Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ἡ ἐκτίμησις τῶν πραγμάτων ἠδίκησε τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, βεβαίως τοῦτο διελευκάνθη ἢ διαλευκανθήσεται· ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τῶν μετέπειτα, ἡ μὲν συνταγματικὴ ζητηθήσεται παρὰ τῶν μεταγενεστέρων Κυβερνήσεων, ἡ δὲ ἠθικὴ παρὰ τῶν ἐκλογέων τῆς 3ης Μαΐου 1892, ἢ καὶ παρὰ τοῦ Στέμματος, τοῦ σχηματίσαντος τὰς τρεῖς τελευταίας Κυβερνήσεις. Ἐνταῦθα ἔχει τὴν θέσιν της—μάλιστα καθ’ ἃς ἡμέρας πολὺ συχνὰ γίνεται λόγος περὶ ἀχρόων καὶ χρωματισμένων Ὑπουργείων—μία ἐξήγησις. Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ χρωματισμένα καὶ ἀχρωμάτιστα Ὑπουργεῖα; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ εἴπω, ὅτι πολλοὶ τῶν κ.κ. συναδέλφων κακὴν ποιοῦνται χρῆσιν τῶν λέξεων Ἄχρουν Ὑπουργεῖον. Νομίζω, ὅτι πρέπει τὰ Ὑπουργεῖα νὰ διαιρεθῶσιν εἰς κοινοβουλευτικὰ, εἰς ἄχροα καὶ εἰς αὐλικὰ ἢ βασιλικά. Τὰ κοινοβουλευτικὰ δύνανται νὰ ὑποδιαιρεθῶσιν εἰς κοινοβουλευτικὰ καταρτιζόμενα ἐκ τῶν πλειοψηφιῶν, καὶ κοινοβουλευτικὰ σχηματιζόμενα ἐκ τῶν μειοψηφιῶν...

§124Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τότε δὲν εἶναι κοινοβουλευτικά.

§125Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κοινοβουλευτικά· ἐκ τῆς Βουλῆς ἀποῤῥέουσιν, ἀλλ’ ἐκ τῶν μειονοψηφιῶν.

§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Κυρωθέντα μετὰ ταῦτα διὰ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς.

§127Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαιότατα· ἢ βαπτίζονται εἰς τὴν κολυμβήθραν τῶν καλπῶν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῶν ἐκλογέων, ἢ, ταύτης μὴ χορηγουμένης, ἀποχωροῦσι τῆς ἀρχῆς. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ διαλύωσι τὴν Βουλήν. Βεβαίως τὰ συνηθέστερα καὶ τὰ κανονικώτερα Ὑπουργεῖα εἶναι τὰ κοινοβουλευτικὰ τῶν πλειοψηφιῶν, μάλιστα κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν αὐτὰ ἐπεκράτησαν σχεδὸν, ὡσεὶ πρόεκειτο περὶ μονομαχίας πρωθυπουργικῆς τῶν κ.κ. Τρικούπη καὶ Δηλιγιάννη· ἀλλὰ δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι περιστάσεις, δικαιολογοῦσαι τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεων ἐκ τῶν μειονοψηφιῶν. Προηγήθη—ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν—ἡ Κυβέρνησις τῆς 27 Ἀπριλίου 1875 ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο Βουλευτὴς, εἶχεν ὅμως ἄλλους Βουλευτὰς περὶ ἑαυτόν. Τοιαύτη ἦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς 18 Φεβρουαρίου 1892. Τοιαύτη καὶ ἡ τῆς 3 Μαΐου 1893, διότι ναὶ μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἦτο Βουλευτὴς, ἀλλὰ ὑπῆρχε βουλευτικὴ ὁμάς, ἥτις εὑρίσκετο ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Ἰδιαιτέρως ὅμως, ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς 18 Φεβρουαρίου 1892, ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω, ὅτι μετὰ τὰ συμβάντα τῆς 17 Φεβρουαρίου ἐκλήθη πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως ὁ ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερίδος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδέχθη μὲν τὴν ἐντολὴν, ὑπέδειξεν ὅμως τὴν ἀνάγκην σχηματισμοῦ ἀχρόου Κυβερνήσεως. Τὸ Στέμμα διεφώνησε, καὶ τότε ἀπετάθη εἰς τὴν ἥττονα μερίδα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ λεγόμενον τότε τρίτον κόμμα, ἐξ οὗ ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις, ἥτις, ταχέως διαλύσασα τὴν Βουλὴν, ἀπηύθυνε καὶ πρόγραμμα πρὸς τὸν λαὸν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3ης Μαΐου. Δεκάδες μάλιστα τινὲς τῶν ὑποψηφίων ἐπέτυχον διὰ τοῦ προγράμματος ἐκείνου, ἀδιάφορον ἂν ἀκολούθως ἐτάχθησαν εἰς ἄλλα κόμματα. Ἄχρουν Κυβέρνησιν γνωρίζω τὴν τῆς 30 Ἀπριλίου 1886, ὑπὸ τὸν μακαρίτην Βάλβην, ζήσασαν 13 περίπου ἡμέρας καὶ σχηματισθεῖσαν μὲ τὴν εἰδικὴν ἐντολὴν τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκλογὴν Προέδρου. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα τὰ Ὑπουργεῖα βεβαίως διαφέρουσι τοῦ σχηματισθέντος κατὰ τὴν 12 Ἰανουαρίου 1895, ὅπερ δὲν ἦτο ἄχρουν, ἀλλὰ σφόδρα κεχρωματισμένον ἐκ χρώματος βασιλικοῦ. Ὀφείλω νὰ εἴπω μετὰ παῤῥησίας τὴν γνώμην μου, μάλιστα ἐν ἡμέραις, καθ’ ἃς ἐν τῇ Βουλῇ τοσοῦτος ἐγένετο λόγος περὶ αὐτοῦ, ὅτι θεωρῶ ἔκτροπα, ἐπικίνδυνα καὶ οὐχὶ συνταγματικὰ τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ σχηματιζόμενα ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας· τὰ θεωρῶ δὲ τοιαῦτα, διότι ἐπέρχεται σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν. Ὑπουργεῖα, σχηματιζόμενα ἀπὸ ὑπασπιστὰς τοῦ Βασιλέως, φέρουσι τὴν ταυτότητα τῶν Ὑπουργῶν μετὰ τοῦ Στέμματος, ἐν ᾧ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀνεύθυνον, κατὰ τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Συντάγματος. Ὑπουργεῖον, συνεδριάζον ὑπὸ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ Βασιλέως καὶ συγκροτούμενον ὑπὸ ὑπασπιστῶν του, εἶναι ἐπιζήμιον εἰς τὸν τόπον, ἐπικίνδυνον εἰς αὐτὸ τὸ Στέμμα. Δὲν εἶναι βεβαίως διόλου συντελεστικαὶ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς αἴγλης τοῦ Στέμματος αἱ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας γενόμεναι ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις περὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ ἐκείνου Συμβουλίου, οὗτινος αἱ συνεδριάσεις ἐγίνοντο ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Βασιλέως. Καὶ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω ἄνευ περιστροφῶν τὴν γνώμην μου, ὅτι τοιαύτη βασιλικὴ δρᾶσις ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, θὰ ἦτο δὲ αἱρετώτερον νὰ σχηματίζωνται αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, ἢ ἐν ἀνάγκῃ ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν, ἐκτάκτως δὲ, λίαν ἐκτάκτως, ἀπὸ ἄχρουν Κυβέρνησιν, οὐδέποτε ὅμως αὐλικὰ ἢ βασιλικὰ Ὑπουργεῖα. Ἄλλως δὲ ὑπασπισταὶ τοῦ Βασιλέως, ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν ἀνακτόρων, λαμβάνοντες τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἐπανερχόμενοι μετὰ ταῦτα εἰς τὰ ἀνάκτορα, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν ἀνεξάρτητον ἐκείνην θέσιν, ἣν ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Δὲν εἶμαι βεβαίως κατὰ τῆς βασιλικῆς δράσεως ἀπὸ ὑψηλοτέρας ἀπόψεως καὶ ἐντὸς τοῦ περιθωρίου τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ εἶναι πολὺ λεπτεπίλεπτος ἡ προσήκουσα διαχείρισις τῆς τοιαύτης ἐντολῆς. Εἰλικρίνεια, σταθερότης, ἀπόφασις καὶ ὡρισμένον σχέδιον μετὰ σεβασμοῦ πρὸς τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας εἶναι τὰ ἄριστα πρὸς τοῦτο ἐφόδια· ἄλλως, πρὸς ἀποφυγὴν ὁμοίων σκοπέλων, προτιμότερον τὸ ἐπίσης ἐλαττωματικὸν σύστημα τῆς δεδηλωμένης, ὅπερ ὅμως μᾶς ἤγαγεν ὅπου περιήλθομεν. Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι, διότι προέβην εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν, ἐὰν θεωρηθῇ παρέκβασις, διότι εἶχε τὴν θέσιν της ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἤδη εἰσέρχομαι εἰδικώτερον εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν παρακάθημαι ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν) ἀλλὰ, πιστεύσατε, δὲν ἐνδιαφέρομαι ἴσως ὀλιγώτερον τῶν παρακολουθούντων τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐσχηματίσθη ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, αἱ ἐκτάκτως σπουδαῖαι καὶ κρίσιμοι, ἡ καλὴ πρόθεσις, — ἂς τὸ ὁμολογήσω — ἡ ὁποία βεβαίως ὑπάρχει καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς ὅλα τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἰδίως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος πρὸ δεκαετηρίδων ἀγωνίζεται ὑπὲρ τοῦ τόπου, ἐπιβάλλει εἰς πάντα Βουλευτὴν νὰ μὴ ματαιώσῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀνῆλθον, ὡς ἐννοεῖτε διὰ τούτων, εἰς τὸ βῆμα προκατειλημμένος κατὰ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μετὰ πάσης εἰλικρινείας θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ θὰ ἦμαι εὐτυχής, ἐὰν δυνηθῶ νὰ μεταδώσω τινὰς τῶν ἰδεῶν μου, ἐὰν αὗται ἦναι καλαί, διότι, ὡς εἶπον, δὲν ἀνήκω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία ἐκ προκαταλήψεως κατακρίνει πάσας τὰς ὑπουργικὰς πράξεις...

§128ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη Ἀντιπολίτευσις.

§129Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, τόσῳ τὸ καλλίτερον· ἄλλως, τόσῳ τὸ χειρότερον... Αἱ περιστάσεις, ἐπαναλαμβάνω, καθ’ ἃς ἐκλήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ προχωρήσῃ πρὸς τὰ πρόσω, εἶναι τόσῳ κρίσιμοι, τόσῳ σπουδαῖαι, ὥστε εἰς πάντα ἐπιβάλλεται νὰ παράσχῃ τὴν δυνατὴν συνδρομήν, ὅπως ἐξέλθωμεν τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, διότι ἡ ἀποτυχία τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως ἔσται ἐθνικὴ, μεγίστη ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ζημία, συνταγματική τε καὶ οἰκονομική. Ἄς μοι ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ εἰς τὰ μέλη αὐτοῦ, ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς βεβαίως δὲν ἀντιποκρίνεται εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς πρὸ 32 ἐτῶν,—διότι, ἐὰν ἡ σημείωσίς μου ἦναι ἀκριβὴς, ἀπὸ τῆς 27 Μαρτίου τοῦ 1863 παρουσιάζεται ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν,—ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις ἀριθμεῖ τόσον μακρὰν ὑπηρεσίαν πολιτικὴν, ὥστε ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου ἐγένετο ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις πρὸ δεκαετίας ἐγένετο Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ καλεῖται τὸ τρίτον ἤδη πανηγυρικῶς καὶ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι λυπηρὸν, ὅτι δὲν εὑρέθη ὅσον ἔδει παρεσκευασμένος, καὶ δὲν εὑρέθη παρεσκευασμένος οὔτε κατὰ τὸ 1885, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, οὔτε κατὰ τὸ 1890, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, οὔτε σήμερον. Ἐῤῥήθη κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι τὸ ὀλιγοχρόνιον διάστημα, τὸ ὁποῖον ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τῆς ὁρκίσεως τῶν Ὑπουργῶν μέχρι τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι τὸ αἴτιον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παρασκευάσωσι τὸν προϋπολογισμόν. Ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω. Βεβαίως τοῦτο εἶναι εἷς λόγος, ὅπως παραδεχθῇ τις, ὅτι δὲν ὑπῆρχε χρόνος πρὸς ἐργασίαν ἐν ἀνέσει· ἀλλ’ ἐνδεδειγμένος ὡς μέλλων Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἦτο πρὸ μηνῶν, τὸ βραδύτερον δὲ ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῶν ἐκλογῶν, ὥστε πρέπει νὰ καταλογισθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ὅλος ὁ χρόνος οὗτος εἰς αὐτόν. Δὲν εἶναι ὅμως, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ ἔλλειψις χρόνου τὸ αἴτιον· ὁ λόγος εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν πολιτεύεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐξ οὗ δὲν ἠδύνατο νὰ παραχθῇ ἄλλο ἀποτέλεσμα, εἰμὴ αὐτό. Ἀντιπολιτεύεται ἀρνητικῶς. Διότι ἄλλως, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ ὁλόκληρον προϋπολογισμὸν καὶ νομοσχέδια, ὥστε ἐρχόμενος νὰ ἐπαναλάβῃ ἁπλῶς αὐτὰ καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόσῃ. Τὸ ἕτερον τῶν αἰτίων εἶναι, ὅ,τι πάντοτε παρετηρήθη, ὁ τρόπος τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως· αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ὁρκίσεώς των δὲν γνωρίζουσιν ἐὰν θὰ γείνωσιν Ὑπουργοὶ καὶ εἰς ποῖον Ὑπουργεῖον! Ὅσον Ἄτλας καὶ ἐὰν ἐκληφθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὴν ῥάχιν του ὅλον αὐτὸ τὸ βάρος τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων, ὥστε νὰ ἔχῃ παρεσκευασμένον προϋπολογισμὸν διὰ τὰ ἑπτὰ Ὑπουργεῖα. Κύριοι, τὸν συζητούμενον προϋπολογισμὸν θεωρῶ πολὺ σπουδαῖον· τὸν ὠνόμασα προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος, καὶ θέλω θεωρήσει πολὺ ἐπικίνδυνον, πολὺ ἐπιζήμιον, ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν του. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν καλῇ πίστει —διότι βεβαίως δὲν ἀρνοῦμαι αὐτῷ πᾶσαν καλὴν πρόθεσιν— ὑπόσχεται πολλὰ διὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον· ἀλλὰ συνεσωρεύθησαν τόσαι πολλαὶ ὑποσχέσεις δι’ αὐτήν, ὥστε ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀρχίσω νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἐκτελέσεώς των. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε συνεζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ἀκριβῶς τὰς αὐτὰς περίπου εἶχεν ὑποβάλει τῇ 28 Φεβρουαρίου 1891 παρατηρήσεις, ἂν καὶ τότε δὲν εἶχε συμβῆ τὸ ἐθνικὸν δυστύχημα· ὁ δὲ τότε πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ συμπολίτης μου κ. Γεωργιάδης, λαβὼν τὸν λόγον, δι’ εὐγλώττου ὁμιλίας του προσεπάθησε νὰ καθησυχάσῃ τὴν Βουλήν, καὶ ὑπεσχέθη, οἱονεὶ κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον «λαγοὺς μὲ πετραχήλια». Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω μέρος τῆς ὁμιλίας ταύτης τοῦ κ. Γεωργιάδου τῆς 28 Φεβρουαρίου 1891 (ἀναγινώσκει περικοπάς).

§130ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπῆρχον προτάσεις περὶ Κτηματικῆς Τραπέζης· ἀλλ’ ὅτε ἡ Κυβέρνησις, διότι οὕτως ἐνομίσθη καλόν, ἐῤῥίφθη εἰς τὰς ὁδούς, πᾶνε καὶ τὰ ἔργα, πᾶνε καὶ αἱ διαπραγματεύσεις.

§131Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ὁμιλία ἐγένετο τὴν 28 Φεβρουαρίου 1891, ἓν ἔτος πρὸ τῆς παύσεως τῆς Κυβερνήσεως.

§132ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Νόελ διεπραγματεύετο μὲ κεφάλαια ἀγγλικὰ νὰ φέρῃ Γεωργικὴν Τράπεζαν· ἀλλὰ ταῦτα δὲν γίνονται ἀμέσως.

§133Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἀναφαίνεται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ὅστις μὲ τρίχινον ἀληθῶς σάκκον καὶ μὲ σποδὸν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα, ἵν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς τύχης του, ἐὰν πρέπῃ νὰ κλείσῃ τὸ πολιτικόν του στάδιον, ἢ ἐὰν ὀφείλῃ νὰ μεταβῇ εἰς μοναστήριον, ὅπως συντάξῃ τὸ τροπάριον τῆς Κασσιανῆς...

§134ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξετάσω καὶ νὰ πείσω ἐμαυτόν, ἐὰν ἐγὼ πρέπῃ νὰ λάβω τὴν ὁδὸν τῆς μετανοίας ἢ ἄλλος τις.

§135Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀτυχῶς, κ. συνάδελφε, καὶ ἡ ὁμιλία σας, καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα, καὶ ἡ ἀπάντησίς σας δεικνύει, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ ἐκφράσω γνώμην,—καὶ ἴσως δικαιοῦμαι εἰς τοῦτο, ἀφοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν ὡμιλήσατε,— ὅτι δὲν ὑπάρχει στάδιον ἐκλογῆς μεταξὺ τῶν δύο σας. Διότι ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅστις τὰς ἑξαώρους ἀγορεύσεις του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰς ἐσυντόμευε μετὰ τὸ ἐθνικὸν δυστύχημα εἰς τριώρους, καὶ τὸν ὁποῖον τοσάκις εἴχομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀκούσωμεν λαλοῦντα ἐνθουσιωδῶς, ὡς εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῶν τρικουπικῶν προϋπολογισμῶν, ὅταν, λέγω, ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς καὶ μετὰ τὸ ἐθνικὸν δυστύχημα ἔχῃ ἀκόμη τὴν δύναμιν νὰ ὑψώνῃ τὴν φωνήν του καὶ νὰ εὑρίσκῃ λέξεις, ὅπως συνηγορῇ ὑπὲρ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος ἐκείνου, τῇ ἀληθείᾳ δὲν μένει δι’ αὐτὸν ἄλλη πλέον ὁδός, ἐκτὸς τῆς πρὸς μοναστήριον ἀγούσης, ἐὰν μὴ προτιμᾷ τὸ humanum errare, perseverare diabolicum, ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι, διαβολικὸν τὸ ἐμμένειν εἰς τὴν πλάνην. Δὲν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν, διότι ἀργὰ ὡμίλησεν ἐπὶ νομοσχεδίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπερήσπιζε δικαιοτάτην ὑπόθεσιν, τὴν μὴ κατάργησιν τῶν προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπου ὅμως μετὰ πολλῆς τόλμης ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν κατὰ τῆς συναλλαγῆς. Ἐὰν ἤμην ἐδῶ, ἴσως θὰ ἐλάμβανον ἀμέσως τὸν λόγον, ἵνα τὸν παρακαλέσω νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας τινάς· τί ἔκαμεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφός μας, ὅταν μὲ τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὴν ἐξήγησιν τῶν ἀριθμῶν,—ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν σᾶς ζαλίζω μὲ ἀριθμοὺς — ἀνεύρισκε τὴν παράβασιν τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, χάριν τῆς συναλλαγῆς, ἀλλὰ δὲν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ γράψῃ γραμμάς τινας ἐν ταῖς ἐκθέσεσί του, ἵνα τὰς καταγγείλῃ; Ἠκούσαμεν πρό τινων ἡμερῶν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσήνης συνάδελφον, ὅστις ἀπηρίθμει δημόσια ἔργα οὐχὶ κατώτερα τοῦ 1,000,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐνηργήθησαν παρὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ...

§136ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.

§137Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι ἀληθές. Ἀλλὰ δὲν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφον ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπευθύνως ἀνέπτυξα, περὶ κατασκευῆς μιᾶς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ καὶ ἑτέρας σιδηροδρομικῆς, ἀπὸ σημείου τινὸς τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ μέχρις ἐπαύλεως Βουλευτοῦ, ἰσχυροῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐκρημνίζοντο εἰς τοὺς βραχώδεις δρόμους οἱ συμπολῖταί μου, ὁδοῦ καὶ σιδηροδρόμου κατασκευασθέντων ἐναντίον τοῦ νόμου τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας καὶ ἐκείνου τοῦ 1878, καὶ παρὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1891, τὸ ἐκδοθὲν περὶ χαρακτηρισμοῦ τῆς ἀπὸ Βόλου εἰς Μηλίναν ὁδοῦ, ἄνευ δημοπρασίας.

§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀποτείνεσθε πρὸς ἐμὲ ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐγὼ δὲν ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.

§139Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ πολλὰς περιόδους ἦτο σχεδὸν συνεχῶς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἢ καὶ πρόεδρος αὐτῆς.

§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, ὅτι εἶσθε πολὺ δυνατὸς εἰς τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας εὐθύνεται διὰ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ που τοῦ Συντάγματος διάταξίς τις, ἀναγράφουσα τοῦτο, παρακαλῶ νὰ μοῦ τὴν ὑποδείξητε.

§141Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν σᾶς θεωρῶ νομικῶς ὑπεύθυνον, ἀλλ’ ὡς πολιτικῶς ὑπεύθυνον· διότι, κύριε συνάδελφε, εἰς τὰς ἑξαώρους ἀγορεύσεις σας καὶ τὰς πολυτελίδους ἐκθέσεις σας, κατὰ τὰς ὁποίας μετὰ τόσης θέρμης ὑπεστηρίξατε τὸ ὀλέθριον ἐκεῖνο σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς κατέστρεψε, καὶ τὸ ὁποῖον ἀκόμη ὑποστηρίζετε, δὲν ἤκουσα νὰ ποιῆτε λόγον περὶ μιᾶς τοὐλάχιστον ἐκνόμου πράξεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀξίας παρατηρήσεως καὶ προσοχῆς, ἂν οὐχὶ ψόγου. Καὶ ὅταν κατηγγέλλετο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διὰ ῥητὰς καὶ σαφεῖς παραβάσεις καὶ ὡς συναλλασσομένη συνεχῶς μεθ’ ὅλων καὶ περὶ ὅλων, δὲν σᾶς ἤκουσα διαμαρτυρόμενον. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε λοιπὸν νὰ μὴ θεωρῶ δίκαιον τὸν ἔλεγχον ὑμῶν κατὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι δὲν μοὶ ἐμπνέετε ἐμπιστοσύνην διὰ τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἀπεφασίσατε νὰ κηρύξητε κατὰ τῆς συναλλαγῆς. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ μίαν θεμελιώδη ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατήρησιν, ἡ ὁποία προέχει ὅλων τῶν ἄλλων. Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι· σεῖς θὰ τὸ κρίνητε. Ὡρίμως σκεφθεὶς, νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον, ὑποστηρίζων τοῦτο. Πέποιθα, ὅτι πρὸ τοῦ συμβιβασμοῦ πρέπει νὰ γείνῃ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλοντος· διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν γείνῃ, θ’ ἀποκρυσταλλωθῇ τὸ ὀλέθριον οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ πρώην ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἰς ἡμᾶς ἐναπολείπεται πλέον τότε ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ἤδη ἔχομεν, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀλήθειαν,—διότι ἤδη εἴμεθα εἰς τὸ ψεῦδος, δηλαδὴ εἰς τοὺς εἰκονικοὺς προϋπολογισμούς· εἰκονικὰ τὰ ἔσοδα, εἰκονικὰ τὰ ἔξοδα· πάντοτε περισσεύματα εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς, πάντοτε ἐλλείμματα τεράστια εἰς τοὺς ἀπολογισμούς. Ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, μὴ λάβωμεν τὰ προσήκοντα μέτρα, ὅπως μορφώσωμεν προϋπολογισμὸν, ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, κινδυνεύομεν νὰ βαρυνθῶμεν ἡμεῖς μὲν ἰσοβίως, νὰ κληροδοτήσωμεν δὲ εἰς τὰς ἐπερχομένας γενεὰς τὸ ὀλέθριον αὐτὸ οἰκονομικὸν σύστημα. Ἄλλως, τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀπαιτεῖ ἡ καλὴ πίστις μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων μερῶν, διότι εἶχε φουσκωθῆ ὡς ἀσκὸς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος εἰς τὰ ἔσοδα· διότι διὰ διαφόρων ταχυδακτυλουργιῶν ἐπαρουσιάζοντο τὰ πράγματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐφαίνετο ἀνθηροτάτη ἡ κατάστασις ἡμῶν πάντοτε εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς, κακίστη δὲ εἰς τοὺς ἀπολογισμούς. Αὐτὴν τὴν θεμελιώδη ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατήρησιν. Ἑτέραν δὲ, ὅτι ὑπάρχει σύγχυσις εἰς τὴν λέξιν οἰκονομία. Ἔλαβον τὴν τιμὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς νὰ ὑποβάλω τότε συντόμως τὰς σκέψεις μου· ἁπλῶς ὑπενθυμίζω καὶ ἤδη, ὅτι δὲν εἶναι οἰκονομία, ὅταν ἀφήσῃ τις τοὺς ὑπαλλήλους νήστεις· ἀλλὰ βεβαίως εἶναι σπατάλη, ὅταν πληρόνῃ ἀργομίσθους. Ψαλὶς λοιπὸν καὶ ψαλὶς γενναία εἰς τοὺς κηφῆνας καὶ τοὺς ἀργομίσθους, ἢ τοὺς τυχὸν διεφθαρμένους. Ταύτην θεωρῶ οἰκονομίαν. Ἀλλ’ ἱκανοποίησις ἐπαρκὴς εἰς τοὺς ἐργαζομένους καὶ ἐναρέτους ὑπαλλήλους. Χωρὶς, Κύριοι, νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔχω ὡρισμένην τινὰ προσωπικὴν ἀφορμὴν, σᾶς φέρω ἓν πρόχειρον, ὅσον εὔγλωττον παράδειγμα. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, ἔχομεν 12 τακτικοὺς κλητῆρας καὶ 18 ἐκτάκτους, τὸ ὅλον 30. Καὶ τότε ἔλεγον· «ἔχετε νὰ κόψητε περιττούς; κόψατέ τους. Ἐκείνους τοὺς ὁποίους θὰ κρατήσητε, πληρώσατέ τους καλῶς.» Ἀτυχῶς δὲν εἰσηκούσθην, διότι δὲν ἐργάζονται ὅλοι· ἐγὼ βλέπω 4 ἢ 5 ἢ 10, τὸ πολὺ 15, ἐὰν θέλετε, εἰς τοὺς ὁποίους πίπτει ὅλον τὸ βάρος· οἱ λοιποὶ τί γίνονται; ποῦ εὑρίσκονται; Ἰδοὺ τί ἐννοῶ οἰκονομίαν· ἀντὶ τῶν 30, 15 πληρονομένους καλῶς, ἀλλ’ ὑπηρετοῦντας εὐσυνειδήτως. Τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνω διὰ τὸ προσωπικὸν ὅλων τῶν κλάδων, ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν· ἡ ψαλὶς νὰ ψαλιδίσῃ τοὺς κηφῆνας καὶ τοὺς ἀργομίσθους, νὰ περικόψῃ πᾶσαν κατάχρησιν, ὅπου ὑπάρχει. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη καὶ προσθήκης δαπανῶν, αὐξήσεως μισθῶν καὶ ἱκανοποιήσεως πολλῶν ἀπαραιτήτων πολιτειακῶν ἀναγκῶν. Αὐτὰ κατὰ γενικὸν κανόνα ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν· διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι οἰκονομία, ὅταν περικόψητε π. χ., ὅπως θὰ λάβω ἀφορμὴν βραδύτερον νὰ εἴπω, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος περιέκοψε, τρεῖς εἰσαγγελικὰς θέσεις. Ἐνόμιζεν, ὅτι οἰκονομεῖ ἑκατοντάδραχμά τινα· ἀλλ’ ἀφῆκε τρία Πρωτοδικεῖα ἄνευ Εἰσαγγελέων ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη! Ἵνα μὴ μακρύνω τὸν λόγον μου, παραλείπω τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν Ναυτικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐπίσης περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Κατὰ τὴν 28 Φεβρουαρίου 1891 εἶχον ὁμιλήσει διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ πολλὰ ἔκτοτε δὲν μετεβλήθησαν· εἶχον ἐκφράσει ἔκτοτε τὰς ἰδέας μου περὶ τούτων. Ἄλλως τε ταῦτα δὲν χρησιμεύουσι διὰ τὸν σημερινὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ εἶναι μᾶλλον ἐνδείξεις, αἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸ μέλλον, θὰ δοθῇ δὲ καὶ ἄλλοτε εὐκαιρία νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Ἐπιτραπήτω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου τοὺς ἀριθμοὺς ἐννοῶ καλλίτερον, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον δίδω περισσοτέραν σημασίαν, ἕνεκα λόγων εὐνοήτων. Ὁποία ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἦτο οὐχὶ περιττὸν, ἀλλ’ οὔτε ἀνάλογον μὲ τὴν σπουδαιότητα τῆς συζητήσεως, νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς. Τίς δὲν τὴν γνωρίζει; Αἱ ἀλλεπάλληλοι ἐπερωτήσεις περὶ αὐτῆς δὲν εἶναι ἀρκεταί; Ἐν τούτοις, πρὸ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, τί προτείνει ἡ Κυβέρνησις πρὸς βελτίωσιν; Μίαν ἐγκύκλιον, πιστοποιοῦσαν τὴν κατάστασιν ταύτην, ὀφειλομένην εἰς τὴν χαλάρωσιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καὶ τρία νομοσχέδια, ὧν τὸ ἓν, τὸ περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν, κατεβιβάσθη πολὺ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἵνα συζητηθῇ, ὑποθέτω, κατὰ τὴν ἄλλην σύνοδον· τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τὸ περὶ προσόντων τῶν Εἰσαγγελέων καὶ ἄλλων τινῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἐὰν δὲν λέγω τι διὰ τὴν κατάστασιν τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης, εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν παντὸς Ἕλληνος;—ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, διότι καθίσταται πλέον ἀμφίβολος ἡ ὕπαρξις αὐτῆς τῆς Πολιτείας, ὅταν καλπαστικῶς αὐξάνωσιν αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1891 ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ ὑποθέσεις 89,648· κατὰ τὸ τέλος τῆς γʹ τριμηνίας τοῦ 1893 ἦσαν 106,861, ἤτοι ἐπὶ πλέον 17,213· ἤδη βεβαίως θὰ ἦναι πολὺ πλείονες. Οὕτω τὰ ἔτη διαδέχονται ἄλληλα, καὶ δεκάδες χιλιάδων ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις κληροδοτοῦνται εἰς τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ὑπολογίσατε ὅλας τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, τὰ ἐν αὐταῖς καλυπτόμενα ἐγκλήματα, τὸ ποσὸν τῶν κατηγορουμένων, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἀληθῶς καθίσταται ἀμφίβολος ἡ ὕπαρξις τῆς Πολιτείας ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας. Ἀλλὰ ποία λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως καθαρισθῶσι τ’ ἀνακριτικὰ Γραφεῖα ἀπὸ τὰς ἑκατοστύας χιλιάδας τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων; Ὑπάρχει ἀπέχθεια κατὰ τῆς στατιστικῆς ἐν Ἑλλάδι. Θεωρεῖται ἐχθρὸς ἄσπονδος. Ἡ στατιστικὴ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη εἶναι μία ἐκ τῶν καλλιτέρων φίλων· ἐνταῦθα ἡ στατιστικὴ εἶναι ἐχθρὰ τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἐπιῤῥίπτει φῶς εἰς τὴν ὀκνηρίαν! Ἐλειτούργει ἄλλοτε στατιστικὸν γραφεῖον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Ἤδη ἐξέλιπε σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν. Ὁ συζητούμενος προϋπολογισμὸς περικόπτει 1500 δραχμὰς, ἵνα ἡ ἀτελεστάτη στατιστικὴ ὑπηρεσία ἐκτελῆται ἀτελεστέρα. Καὶ τοῦτο λέγεται οἰκονομία! Ὑπάρχουσιν εἰσαγγελικὰ γραφεῖα, βεβαρυμένα ὑπὸ δεκάδων χιλιάδων ὑποθέσεων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει εἷς κἂν ἀντεισαγγελεύς· μόνον δύο ἀντεισαγγελεῖς ἔχομεν. Ὥστε εἴκοσι Πρωτοδικεῖα δὲν ἔχουσιν ἀντεισαγγελεῖς! Καὶ ναὶ μὲν ὑπάρχει ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ὃν εἰσήγαγεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὅστις ἐν τῇ βάσει μὲν αὐτοῦ εἶναι καλὸς, ἀλλ’ ἐν ταῖς λεπτομερείαις οὐχὶ, διότι δίδει δικαίωμα ψήφου εἰς μὴ ἰσοβίους δικαστὰς, ἀλλὰ τοῦτο δύναται νὰ βελτιωθῇ· οἱ ἔμμισθοι ὅμως οὗτοι πάρεδροι, μόνον ἐπὶ ἔτος ἀναπληροῦντες ἀντεισαγγελεῖς, εἰς τὴν θέσιν δὲ τοῦ πρωτοδίκου ἀτενίζοντες, δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας· καὶ οὕτως ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη πάσχει, χάριν τοιούτων οἰκονομιῶν. Τοῦτο ἐγὼ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν τὸ ὀνομάζω οἰκονομίαν, ἀλλὰ μεγίστην σπατάλην. Ἔχομεν πέντε Ἐφετεῖα, καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν μόνον τρεῖς ἀντεισαγγελεῖς ἐφετῶν· ἐν τούτοις ἔχομεν νόμον, δῆθεν ἰσχύοντα, τῆς 28 Μαΐου 1887 «περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων», κατὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλουσιν οἱ Εἰσαγγελεῖς ἀνὰ πᾶσαν τριμηνίαν νὰ ἐνεργῶσι παντοίας ἐπιθεωρήσεις τῶν δικαστικῶν γραφείων κτλ., καὶ οὐδὲν τούτων γίνεται, ἢ συντάσσονται ἀτυχῶς ἐνίοτε εἰκονικαὶ ἐκθέσεις. Καὶ ἐζήτησα μὲν ἀπὸ τῆς 27 Ἰουνίου 1895 πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν ἢ μὴ τοῦ νόμου τούτου, ἐπίσης ὡς πρὸς τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ διατάγματος ἀπὸ 23 Ὀκτωβρίου 1872 περὶ στατιστικῆς, ἀλλὰ δὲν εὐηρεστήθη νὰ τὰς καταθέσῃ μέχρι σήμερον. Χαλάρωσις τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ του, εἶναι τὸ κύριον αἴτιον, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλεται ἡ ἀσθένεια τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς ὃ πρέπει νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του· ἀλλὰ οὐχὶ διὰ λόγων· πρέπει νὰ λάβῃ τὰ ἀνάλογα μέτρα. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ἐνταῦθα μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι αἱ χιλιάδες τῶν νόμων δὲν φέρουσι θεραπείαν· πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἡ κλείς, ὁ μοχλὸς τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, καὶ μοχλὸς εἶναι ὁ δικαστικὸς ὀργανισμός. Ἂς στρέψωμεν λοιπὸν ὅλοι τὴν προσοχὴν ἐκεῖ, ἂς εἴπῃ ἕκαστος τὴν γνώμην του, ἂς εὑρεθῇ ἡ πασῶν καλλιτέρα, καὶ ἂς βελτιωθῇ ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς, ἢ, ἀκριβέστερον, ἐξασφαλισθήτω ἡ ἀκριβὴς αὐτοῦ ἐφαρμογή, διότι τότε καὶ μὲ ὀλιγωτέρους νόμους θὰ βαδίσωμεν καλῶς, καὶ αὐτῶν τῶν κακῶν νόμων ἡ ἐφαρμογὴ ἔσεται ἧττον ἐπιζήμιος. Ἔλεγον ἄλλοτε, ὅτι ἀπὸ τῆς 8 Φεβρουαρίου τοῦ 1845 μέχρι τῆς 17 Φεβρουαρίου 1864 ἐψηφίσθησαν 92 νόμοι, ἐνῷ ἀπὸ τῆς 17 Φεβρουαρίου 1864 μέχρι σήμερον — εἰς ἄλλην συνεδρίασιν εἶχον εἴπει μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης — 2188! Ὡς μέσος ὅρος ἐτήσιος τῆς πρώτης συνταγματικῆς περιόδου εἶναι 4–5 νόμοι· ὁ μέσος ὅρος τῆς δευτέρας συνταγματικῆς περιόδου εἶναι 70 περίπου. Πρὸς τί οἱ νόμοι, ἀφοῦ δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ τοὺς ἐφαρμόζωμεν; Ἄριστος ὁ νόμος περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων· ὁποῖον ὅμως τὸ ἐξ αὐτοῦ ὄφελος, ἀφοῦ δὲν λειτουργεῖ; Πρὸς τί ἡ πληθὺς τῶν νόμων; πρὸς τί τὰ διατάγματα; Ὅταν συνέπεσε νὰ διευθύνω ἐπ’ ὀλίγον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, δὲν συνέπραττεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη μετὰ τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ φέρω νομοθετικὰς προτάσεις· δὲν ἐξέδωκα κἂν πολλὰ διατάγματα, ἓν ἐθεώρησα ὅμως καλὸν νὰ ἐκδοθῇ διάταγμα κανονιστικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ τηρῶνται βιβλία ἀπουσίας τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ὑπηρετῶν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον οὐδέποτε ἐγίνωσκε, ποῦ εὑρίσκοντο οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ καὶ ὑπηρέται, καθόσον ἀπουσίαζον ἄνευ ἀδειῶν καὶ μὲ τὰς ἀμοιβαίας ἐκείνας παραχωρήσεις τῶν Προέδρων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων. Τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἐγένετο μετὰ τὴν δέουσαν βάσανον, τῇ βοηθείᾳ καὶ ἐπιτροπῆς· τὸ ἐφήρμοσα, ἐφ’ ὅσον ἔμενον, ἀλλ’ ὡς ἔμαθον, ὁ διάδοχος Ὑπουργὸς, ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, δὲν τὸ ἐτήρησε. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἦναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία· εἶναι παρὼν καὶ δύναται νὰ μὲ πληροφορήσῃ.

§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον τὸ ἐτήρησα καὶ διέταξα νὰ τηρῆται ἀκριβέστατα.

§143Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τότε ἀνακαλῶ. Ἀλλὰ μοὶ εἶχε δοθῆ πληροφορία ἀντίθετος· χαίρω ὅμως πολὺ, ἀκούων τὸ ἐναντίον. Ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε καταθέσει τὴν ζητηθεῖσαν σχετικὴν πληροφορίαν, δὲν θὰ εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ εἴπω ὅ,τι εἶπον, καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι χαίρω, ὅτι τὸ ἐξετελέσατε.

§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συνεπλήρωσα μάλιστα.

§145Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ὁ διάδοχός σας δὲν τὸ ἐξετέλεσε, τοὐλάχιστον ὡς ἐπληροφορήθην. Καὶ ἠδύνατο μὲν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ τὸ θεωρήσῃ χρήσιμον, ἀλλὰ ὤφειλε νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, ὄχι ὅμως νὰ ἐκδίδωνται διατάγματα, νὰ ψηφίζωνται νόμοι καὶ νὰ μὴ ἐφαρμόζωνται. Ἐπίσης λέγω καὶ περὶ τῆς ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων· καταργήσατε τὸν νόμον, ἐὰν δὲν ἦναι συντελεστικός· ἀλλ’ ἐὰν τὸν διατηρῆτε ἐν ἰσχύϊ, ἐφαρμόσατέ τον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐφαρμόσητε, ἔχετε ἀνάγκην τμήματος πειθαρχίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὴν ἐκτελεῖ εἷς εὐσυνειδητότατος ὑπάλληλος, πληρονόμενος γλίσχρως διὰ διακοσίων δραχμῶν, νομίζω, ἀκέραιος τὸν χαρακτῆρα καὶ ἐργατικώτατος, ἀλλὰ μόνος αὐτὸς δὲν ἐπαρκεῖ. Τὸ τμῆμα, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἄριστα κατηρτισμένον, εἶναι τὸ πειθαρχικὸν, καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖνο εἶναι τὸ ἐπουσιωδέστερον ὅλων.

§146ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σχεδὸν δὲν ὑπάρχει.

§147Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πῶς λοιπὸν θὰ ἐφαρμόσητε αὐτὴν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ὅταν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν καταρτίζητε τοιοῦτον τμῆμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ βιβλία ποιότητος, ἅτινα εἰσήγαγε τὸ διάταγμα τῆς 30 Αὐγούστου 1833, δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, ἅτινα καλῶς λειτουργοῦσιν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος τῆς 14 Μαΐου 1884 περὶ προσόντων καθιεροῖ ἐν ἄρθρῳ 11, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ ἂν συμπεριλαμβάνωνται καὶ οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ καὶ ὑπηρέται; Τὰ βιβλία ποιότητος, ἐχρησίμευον εἰς τὸν Ὄθωνα, καὶ αὐτὰ συνεβουλεύετο εἰς πᾶσαν μεταβολήν. Τοιοῦτος θεσμὸς ἄριστα λειτουργεῖ εἰς τὴν Βαυαρίαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διότι τινὲς εἶναι ἐκ προκαταλήψεως ἐναντίοι πάσης καινοτομίας, διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, ὑπάρχει ἀπαραίτητος ἀνάγκη τμήματος, ἐπαναλαμβάνω, πειθαρχικοῦ, καλῶς ὠργανισμένου. Οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπαρκεῖ, οὔτε ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ὁ μοναδικός. Ἐν γένει δὲ οὐδεμία πρόνοια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης φαίνεται πρὸς τοῦτο, πάντοτε χάριν οἰκονομίας, ὡς λέγουσιν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ προσθέσωμεν θέσεις καὶ νὰ εἰσδύσωσιν ἀργόμισθοι...

§148ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω κἄτι;

§149Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα.

§150ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐν Ἰταλίᾳ εἶναι τμῆμα τῆς στατιστικῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης παμμέγιστον, εἰς τὸ ὁποῖον λαμβάνουσι μέρος γερουσιασταὶ καὶ βουλευταὶ καὶ ἀνώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Ἀλλ’ εἶναι τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἔχει 30–40 ὑπαλλήλους· ἀλλ’ ἐδῶ τίς ποτε ἐφρόντισε περὶ τούτου; Ἐδῶ τὰ θέλομεν ἄνευ χρήματος ὅλα, μὲ ἕνα κομμάτι ψωμὶ, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν εἰς ἐντέλειαν κανὲν πρᾶγμα.

§151ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι στατιστική, καὶ ἂν ὑπάρχῃ, εἶναι ἀναξία λόγου, καὶ προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ καταργηθῇ, διότι οὐδεμίαν παρέχει ὑπηρεσίαν.

§152ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχει; Ὁ πατήρ μου πρῶτος συνέστησε τὸ τμῆμα αὐτό.

§153Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἀνεπάρκεια προσωπικοῦ, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωσιν οἱ ἁρμόδιοι· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἀνεπάρκεια μισθῶν, ἀτυχῶς δὲ καὶ κακὴ ποιότης. Βεβαίως ὁ δικαστικὸς κλάδος προσήνεγκε καὶ προσφέρει μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος. Ἂς τὸ εἴπωμεν εἰλικρινῶς, εἶναι ὁ ὑγιέστερος σχετικῶς κλάδος· καὶ ἀπόδειξις τρανὴ τούτου εἶναι, ὅτι πάντοτε, ὁσάκις θέλωμεν νὰ περιφρουρήσωμεν θεσμόν τινα, καταφεύγομεν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπαλληλίαν· ἀλλ’ ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ χειροτερεύει αὕτη, τοῦτο δὲ φυσικόν, διότι παρημελήθη, καὶ πρέπει τοῦτο νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν βελτίωσιν ὅμως πρέπει ν’ ἀναζητήσωμεν, ἀρχίζοντες ἀπὸ τοὺς εἰρηνοδίκας, ἀπὸ τὰ δυστυχῆ αὐτὰ πλάσματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὸ μεγαλείτερον μέρος ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης πρὸς τὸν λαὸν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐν τούτοις εἶναι τὸ ἕρμαιον τῆς πολιτικῆς. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι προέβην χωρὶς νὰ θέλω εἰς μεταθέσεις εἰρηνοδικῶν, καὶ τοῦτο, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς, οὔτε ἡ εὐκολία ἡ ὑπηρεσιακή, οὔτε ἡ ἐπαρκὴς ἐγγύησις, ἵνα ἐξακριβώσω τὰ παράπονα ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν. Δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ μόνος Ὑπουργὸς, ὅστις εἶχε προβῆ εἰς μέτρα τινὰ προστατευτικὰ τῆς ἠθικῆς τῶν ἀνεξαρτησίας, εἶναι ὁ κ. Βουλπιώτης, τῇ προτάσει τοῦ ὁποίου εἶχεν ἡ Βουλὴ ψηφίσει νόμους καὶ περὶ εἰρηνοδικῶν καὶ περὶ ἀμεταθέτου ἐπὶ διετίαν τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως νόμοι κατὰ τὸ 1890 κατηργήθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ βελτιωθῇ τὸ ποιὸν τῶν εἰρηνοδικῶν, νὰ καταργηθῶσιν αἱ τάξεις, ἢ νὰ περιορισθῶσιν εἰς δύο· εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ νομοθετήσωμεν μεταβατικοὺς εἰρηνοδίκας καὶ πταισματοδίκας, συνεδριάζοντας εἰς πόλεις πληθυσμοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου, εἰρηνοδίκας ἰσοβαθμίους καὶ ἰσομίσθους μὲ τοὺς πρωτοδίκας σχεδὸν, ἀναπληρουμένους ὑπὸ τῶν γραμματέων, εἰς τὰς θέσεις τῶν ὁποίων νὰ διορισθῶσιν ὅσοι δὲν θὰ εἶχον τυχὸν τὰ πρὸς διορισμὸν εἰρηνοδίκου προσόντα, τῶν ὁποίων τὸ δρομολόγιον νὰ καταρτίζηται ἀπὸ τὸ δικαστικὸν συμβούλιον τῶν ἐφετῶν. Ἐὰν τοῦτο παρουσιάζῃ ἀνωμαλίας τινὰς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, τοὐλάχιστον νὰ γείνῃ πρόνοια περὶ μεταβατικῶν εἰρηνοδικῶν εἰς τὰς ἕδρας τῶν δήμων. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ τοῦτο δὲν ἀποφασισθῇ, βεβαίως πρέπει νὰ γείνῃ ἀναθεώρησις τῶν εἰρηνοδικειακῶν περιφερειῶν, διότι εἰς πολλὰ μέρη ἀδικοῦνται οἱ πολῖται. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προσέξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ συντόμως, περὶ τῶν Πρωτοδικείων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσιν εἰκονικὴν κατάστασιν, οἰκτράν· νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν πολυμελῆ Πρωτοδικεῖα, πολυμελῆ Πλημμελειοδικεῖα, πολυμελῆ Ἐφετεῖα, ἐνῷ πάντες γινώσκομεν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· συμπληροῦνται ἀπὸ τοὺς ἀργοὺς δικηγόρους, τῶν ὁποίων πολλοί δυνατὸν νὰ ἦναι ἀξιότιμοι, μεμορφωμένοι καὶ ἐνάρετοι, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς ἐν γένει πολιτειακῆς καὶ κοινωνικῆς καταστάσεως, μένοντες ἐν τῇ ἰδίᾳ πόλει καὶ εἰς στενὰς σχέσεις μετὰ διαδίκων καὶ δικηγόρων εὑρισκόμενοι, βεβαίως δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα ὡς τοὺς καταλληλοτέρους διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Δύνασθε νὰ διατηρήσητε τὰ πολυμελῆ δικαστήρια; Διατηρήσατέ τα· τὸ προτιμῶ, διότι εἰς τὰ πολυμελῆ δικαστήρια εὑρίσκω περισσοτέρας ἐγγυήσεις· ἀλλὰ βεβαίως μὲ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχετε καὶ σεῖς ἀτυχῶς καὶ οἱ πλείονες, μάλιστα δὲ οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ δυνηθῆτε, διότι τοῦτο θέλει ἀπαιτήσει μεγάλην αὔξησιν προσωπικοῦ. Εἶναι ἐπάναγκες νὰ καταργηθῇ ἡ ἀναπλήρωσις καὶ ἡ συμπλήρωσις τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων διὰ δικηγόρων καὶ παρέδρων ἀμίσθων ἢ καὶ ἐμμίσθων. Ἂν λοιπὸν δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε τακτικοὺς δικαστὰς, στρέψατε τὴν προσοχήν σας πρὸς τὸ ἀγγλικὸν σύστημα, πρὸς τὸν πρακτικὸν Ἄγγλον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ ἕνα,—διότι ὁ κανὼν ἐκεῖ εἶναι τὰ μονομελῆ δικαστήρια—τὸν καλοπληρόνει, καὶ ἀπαιτεῖ ἀπ’ αὐτὸν ὅ,τι πρέπει ν’ ἀπαιτήσῃ τις παρὰ δικαστοῦ. Σκεφθῆτε καὶ μελετήσατε ἐπισταμένως τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο, ἀλλ’ ἀποφασίσατε· ἢ νὰ λειτουργήσωσι καλῶς τὰ πολυμελῆ δικαστήρια διὰ τακτικῶν δικαστῶν ὑπευθύνων, ἢ μορφώσατε μονομελῆ πρωτοβάθμια δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἦναι καὶ αὐτὰ μεταβατικὰ, οἱ δὲ δικασταὶ νὰ ἐκτελῶσι καὶ τὰ ἀνακριτικὰ καθήκοντα, τοιουτοτρόπως δὲ νὰ πλησιάσητε τοὺς δικαζομένους πρὸς τὴν δικαιοσύνην, νὰ οἰκονομήσητε δὲ καὶ χρῆμα πολὺ καὶ ἐκ τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων καὶ ἐξ ἄλλων δαπανῶν.

§154Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;

§155Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα.

§156Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολλὰ, ἐξ ὅσων εἴπετε, ἐγὼ τὰ εὑρίσκω ὀρθὰ, ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλὰ τοὺς ὑπάρχοντας δικαστὰς, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι θὰ περισσεύσουν, δὲν μᾶς λέγετε, τί νὰ τοὺς κάμωμεν;

§157Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν θὰ περισσεύσουν, ἀλλὰ θὰ ἔχητε τὴν ἐνημερότητα ἀναμφισβητήτως· ἄλλως, ἅμα κενωθῇ ἡ θέσις, δὲν θὰ τὴν συμπληρώσητε. Ἐὰν ὅμως παραδεχθῆτε τὰ μονομελῆ πρωτοβάθμια δικαστήρια, ἅτινα οὕτω θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ πολλαπλασιασθῶσι, βεβαίως πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὰ τριμελῆ Ἐφετεῖα, καὶ πρὸς τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος προέτεινε καὶ τὴν μεταβολὴν τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν, οὐχὶ ὅμως εἰς νομαρχίας, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα εἰς ἐπαρχίας· νὰ ὀνομασθῶσιν ἐπαρχίαι αὐταὶ, τὰς ὁποίας λέγομεν σήμερον νομαρχίας. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοιούτου διοικητικοῦ συστήματος νὰ κανονισθῶσι τὰ μονομελῆ πρωτοβάθμια δικαστήρια καὶ τριμελῆ Πλημμελειοδικεῖα, εἰς δὲ τὰ μεγαλείτερα κέντρα τὰ τριμελῆ Ἐφετεῖα.

§158Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὥστε νὰ γείνουν περισσότερα δικαστήρια.

§159Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως.

§160ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τότε πόσα χρήματα θέλετε;

§161Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ὑπολογισμοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, βεβαίως θὰ ἔχητε πενταμελῆ καὶ τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅπερ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐνήμερότητά του, διότι ἤδη μένει 6 ἔτη περίπου ὀπίσω, διότι τὰ τελευταῖα ἔτη εἰργάσθη πλειότερον. Ἀλλὰ θέλουσι χρειασθῆ χρήματα, μοὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Βεβαίως· καὶ πρέπει νὰ πληρωθῶσι,— καὶ ἴσως θὰ χρειασθῇ καὶ περὶ τὸ ἑκατομμύριον—διότι εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν, ἀλλὰ μὲ τὸ μαστίγιον τῆς εἰσαγγελικῆς καὶ τῆς ὑπουργικῆς ἐποπτείας εἰς τὴν κεφαλήν. Αὔξησις μισθῶν καὶ ἔλεγχος. Θέλουσι χρειασθῆ χρήματα, καὶ πρέπει νὰ πληρωθῶσι, διότι δὲν εἶναι δαπάνη ἄγονος, διότι ἡ Πολιτεία δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι χορηγεῖ τόσην δικαιοσύνην, ὅσα χρήματα δύναται νὰ πληρόνῃ· θέλει δὲ χρειασθῆ καὶ πρόνοια διὰ δικαστικὰ καταστήματα καὶ διὰ φυλακάς. Τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις—διότι εἶναι ὀλίγαι πραγματικῶς, ἀναλόγως τοῦ θέματος,—εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Παρατηρήσεις τινὰς ἔτι θέλω νὰ προσθέσω περὶ δαπανῶν παραγωγικῶν. Ὡς ἄλλοτε ἔλεγον, εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ εἴπῃ τις: «οἰκονομῶ τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἐνδύματος, οὗτινος ἔχω ἀνάγκην, ἵν’ ἀγοράσω· ἀλλὰ θὰ ἦμαι χωρὶς ἔνδυμα. Οἰκονομῶ τὴν δαπάνην τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων μου, ἀλλὰ θὰ ἦμαι χωρὶς εἰσόδημα καὶ θὰ στερῶμαι τοῦ τόκου τοῦ κεφαλαίου». Εὐελπιστῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀσχοληθῆ περὶ ζητήματος ἐθνικωτάτου, περὶ ἱδρύσεως καὶ κανονικῆς λειτουργίας μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας· ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονήσῃ εἰς τὰς μελέτας της τὸ σύστημα τῆς Ῥωσσικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ὅπερ εἶναι τὸ ἄριστον καὶ ὅπερ συμβιβάζεται μὲ τὰς εἰδικὰς τοῦ τόπου καὶ τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν συνόψει οἱ ναῦται, οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στόλου μετὰ τὴν ἐκγύμνασίν των εἰσέρχονται εἰς τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας καὶ γυμνάζονται εἰς τὰ κύματα. Κυρίως ὅμως, προκειμένου λόγου περὶ παραγωγικῶν δαπανῶν, θέλω νὰ εἴπω, ὅτι κακῶς ἐστρέψαμεν τὴν προσοχὴν εἰς μόνον τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος· οὐχὶ μόνον σταφίδα, οὐχὶ μονογενῆ υἱὸν καὶ νὰ τρέμῃ ἡ καρδία μας εἰς πᾶσαν ἀδιαθεσίαν του· ἀνάγκη νὰ ζητήσωμεν καὶ ἄλλα προϊόντα, καὶ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τοιαῦτα, ἐννοῶ, εἰς μεγάλας ποσότητας, ἐκτὸς τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ κυρίως τοῦ σίτου καὶ τοῦ καπνοῦ. Καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας δύναται νὰ ζητηθῶσι ταῦτα, ἀλλ’ εἰς εὐρυτέραν κλίμακα βεβαίως θὰ ζητηθῶσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Τοὺς κ.κ. συναδέλφους ἐκ Θεσσαλίας ὅλους ἀπασχολεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο, οὐχὶ μόνον ἐμέ. Ἐζήτησα πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποθέτω, δὲν θὰ ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ καταθέσῃ, διότι τὰς ἐζήτησα καὶ ὀλίγον ἀργὰ, αἵτινες ἂν ἦσαν κατατεθειμέναι, εὐρύτερον θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀναπτύξω τὸ θέμα· ἀλλὰ δὲν θέλω κωλυθῆ εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν. Δύναται νὰ συνοψισθῇ τὸ λεγόμενον Θεσσαλικὸν ζήτημα εἰς τρεῖς γενικὰς γραμμάς: Εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας,—διότι 200,000 περίπου δουλοπαροίκων εὑρίσκονται ἐκεῖ—ἀλλὰ μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰ κεκτημένα δικαιώματα καὶ τὸ ἱερὸν τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα βεβαίως. Ἀρίστη δὲ ἀφετηρία πρὸς τοῦτο εἶναι ἡ διανομὴ τῆς ἐθνικῆς περιουσίας τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα εἰς τοὺς καλλιεργητάς, περὶ οὗ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ὡμίλησα καὶ εἰς ὃ θέλω ἄλλοτε ἐπανέλθει. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, ὅπως προφυλαχθῶσιν αἱ εὔφοροι πεδιάδες ἐκ τῶν πλημμυρῶν καὶ ἵνα χρησιμοποιηθῶσιν οἱ ποταμοὶ πρὸς ἄρδευσιν. Τὸ τελευταῖον εἶναι, πᾶς δυνατὸς τρόπος πρὸς αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ, τοῦ κατὰ πολὺ ἐλαττωθέντος. Σχετικαὶ εἶναι αἱ ἐρωτήσεις μου πρὸς αὐτὰ τὰ θέματα. Ἔχω ἐνταῦθα ὑπόμνημα τοῦ ἀξιοτίμου διευθυντοῦ τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων, τοῦ κ. Κηρύκου, λίαν ἐπισταμένως μελετήσαντος τὰ θεσσαλικὰ ζητήματα, εὐρύτατα δὲ ἐξετάζοντος τὰ τοιαῦτα θέματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἄσκοπον ν’ ἀναπτύξω ἐν πλάτει σήμερον· ἀναβάλλω νὰ πράξω τοῦτο ἐν καλλιτέρᾳ εὐκαιρίᾳ· ἁπλῶς μόνον τὰ ἀνέφερα πρὸς ὑπόμνησιν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἐστάλη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅμοιον ὑπόμνημα...

§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐδόθη ὅτε ἤμην ἰδιώτης.

§163Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ὑπόμνημα ἄξιον ἐμβριθεστάτης μελέτης. Ἐπίσης ἔχω ἕτερον ὑπόμνημα, συνταχθὲν ὑπὸ καπνεμπόρου, περὶ τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς ἐμπορίας τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι· ἀλλ’ ἀμφότερα τὰ θέματα ταῦτα ἐπιφυλάσσομαι εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν ν’ ἀναπτύξω· ἁπλῶς περιορίζομαι νὰ καταδείξω τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν ἐμὴν ταπεινὴν γνώμην, πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ προσελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου λόγου περὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, διὰ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἤρξατο ἔργων τινῶν, ἀλλ’ οὐχὶ ἀναλόγων πρὸς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διέθετε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.

§164ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ πληρωμῇ ἰδίου θεσσαλικοῦ φόρου.

§165Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς ταῦτα ἐγένετο, διότι ἐξεδόθη πρῶτον ὁ νόμος ᾼΦΚΓ’ τῆς 27 Μαΐου 1887 περὶ ἐπιβολῆς εἰδικοῦ φόρου πρὸς μηχανικὰς μελέτας τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων, ἀλλὰ τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἦτο προσωρινόν· εἰσεπράχθη ποσόν τι, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα νὰ ἴδω ποῦ ἐδαπανήθη, ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν κατέθηκε τὴν ζητηθεῖσαν πληροφορίαν. Ἀκολούθως ἐγένετο ὁ νόμος ᾼΧΛΓ’ τῆς 2 Φεβρουαρίου 1889, ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικοῦ Θεσσαλικοῦ φόρου, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, ὁ ὁποῖος ἐξηρτήθη ἀπὸ τὴν συνομολόγησιν δανείου, τὴν ἄδειαν δὲ τοῦ δανείου τούτου ἀνεκάλεσεν ἡ Βουλὴ τελευταῖον διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΣΟΘʹ τῆς 6 Ἰουλίου 1895. Εἶχεν ἐκδοθῆ καὶ τὸ μὴ ἐφαρμοσθὲν διάταγμα τῆς 29 Σεπτεμβρίου 1890. Καὶ ἀνεκλήθη μὲν ἡ ἄδεια πρὸς συνομολόγησιν δανείου· ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ νομοθετικὴ ἐκείνη βάσις, ἡ ὁποία δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς μελέτην. Ἐπίσης ἐγένοντο δύο ἄλλοι νόμοι· ὁ τῆς 30 Μαΐου 1890 περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργοκτηματιῶν, καὶ ὁ τῆς 3|16 Ἀπριλίου 1891 ᾼϠΟʹ περὶ τροποποιήσεως τοῦ προηγουμένου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔφερον τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα τῆς χειραφετήσεως τῶν δουλοπαροίκων, ἕνεκα τῶν ἀτελειῶν των. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, ὄχι διότι ἐνδιαφέρει τὴν Θεσσαλίαν, μιᾶς περιφερείας τῆς ὁποίας εἶμαι ἀντιπρόσωπος, ἀλλὰ διότι τὸ ζήτημα συνδέεται μὲ τὸ γενικὸν οἰκονομικὸν καὶ μὲ ὅλα τὰ συναφῆ ἐθνικὰ ζητήματα, γειτνιάζει δὲ ἡ Θεσσαλία μετὰ τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου. Συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι ὄχι μόνον σταφίδα, ἀλλὰ καὶ σῖτον καὶ καπνὸν ὀφείλει νὰ καλλιεργήσῃ ἡ Ἑλλάς. Θέλω προσθέσει παρατηρήσεις τινὰς περὶ τῆς φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Οὐδέποτε ἐμελετήθη ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων οἰκονομολόγων τὸ σοφὸν ἀξίωμα τοῦ Montesquieu, ὅτι οἱ φόροι δὲν πρέπει νὰ ὁρίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὁ λαὸς δύναται ἐφάπαξ νὰ πληρώσῃ, ἀλλ’ ἐπὶ ἐκείνου, εἰς ὃ δύναται διαρκῶς νὰ ἀνθέξῃ, διότι ὁ λαὸς δὲν πρέπει νὰ στερῆται τῶν ἀναγκαίων, ἵνα θεραπεύωσιν οἱ ἄρχοντες τὰς φαντασιώδεις αὐτῶν ὀρέξεις. Δὲν νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ἐπεβλήθησαν φόροι ἄγριοι καὶ ἀπάνθρωποι, πρέπει νὰ μείνωσι, μόνον καὶ μόνον διότι εὑρισκόμεθα εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Ὅταν γνωρίζωμεν, ὅτι οἱ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος εὑρίσκονται εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ περιῆλθον, καὶ ὅτι ἡ πληρωμὴ φόρου ἐπαχθεστάτου εἶναι ἀδικαιολόγητος σχεδὸν, δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν: πρέπει νὰ πληρώσητε, ἵνα μὴ μᾶς παρεξηγήσωσιν οἱ δανεισταί. Εἶναι φανερὸν, ὅτι ἡ μείωσις ἐπιβάλλεται. Τὰ αὐτὰ δύναμαι νὰ εἴπω διὰ τὴν ἁρπακτικὴν φορολογίαν τοῦ ἐλαίου, καθ’ ἣν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος ἀναλογεῖ ἴσως μέχρι 40%, ζήτημα τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀνέπτυξα καὶ θέλω ἐπαναλάβει κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον, εἰς ὃ ἦτο πάντοτε ἐναντίος ὁ κ. Τρικούπης, εἶναι ἐναντίος καὶ ὁ κ. Καραπάνος, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ 1890 οὐδεμία ἐπῆλθε βελτίωσις. Ἀλλὰ τὸ φορολογικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν ὑμῶν, εἶναι τὸ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἰδίᾳ τῶν δικαστικῶν. Ἡ Πολιτεία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κλείῃ τὴν θύραν τῆς δικαιοσύνης, ἀτυχῶς δὲ, πρὸ ἐτῶν ἔπραξε τοῦτο, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς κοινωνίας, τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου· διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δικαστικά τινα τέλη, μειούμενα, θέλουσιν αὐξήσει τὰ εἰσοδήματα τοῦ Δημοσίου. Τὴν περὶ τούτου γνώμην μου ἀνέπτυξα πλατύτερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Δὲν εἶμαι μόνον ὑπὲρ τῆς μειώσεως φόρων, εἶμαι καὶ ὑπὲρ αὐξήσεώς τινων. Οἱ πλεῖστοι τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν τσιφλικίων δὲν πληρώνουσι φόρον, καὶ μάλιστα οἱ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὧν οἱ πλεῖστοι διαμένουσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, οὕτω δὲ ἀφαιροῦσι καὶ τὸν χρυσόν. Εἴτε ἡ στρεμματικὴ φορολογία μελετηθῇ, εἴτε δι’ ἄλλου τρόπου, βεβαίως θέλει ἐπέλθει αὔξησις. Ἀλλὰ καὶ φόρος ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ χρηματιστηρίου ἐπιβληθήτω. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα ἀπαιτοῦντα ἀνάπτυξιν εὐρυτάτην, πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ἐποχή· ἁπλῶς ὑποδεικνύω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἐπιβλητέοι φόροι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνακουφισθῇ ὁ πτωχὸς Ἑλληνικὸς λαὸς, τοῦ ὁποίου ἡ ῥάχις ἐκυρτώθη ἀπανθρώπως ἐπὶ δεκαπενταετίαν. Καταλήγω τὰς παρατηρήσεις μου, ζητῶν συγγνώμην, ἂν ἐπὶ πολὺ ἐκράτησα τὸ βῆμα, διότι τὸ θέμα ἀπῄτει ἀνάπτυξίν τινα, καὶ νομίζω, ὅτι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, δὲν δύνανται νὰ θεραπευθῶσι δι’ ἐμβαλωμάτων, διὰ προϋπολογισμοῦ, οἷος ὁ ὑποβληθείς. Ἀπαιτοῦνται μέτρα ῥιζικά. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς κατὰ κόρον ἐλέχθη, εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς πολιτικῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ κάτοπτρον δὲν εἶναι διόλου ἐνθαῤῥυντικόν. Ἀνάγκη ῥιζικῶν μέτρων, καὶ τοιαῦτα, ἂν ἡ Κυβέρνησις, δεδικαιολογημένως ἢ μή, δὲν ἔλαβεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, πρέπει ἀφεύκτως νὰ τὰ λάβῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896· διότι, ἂν συγκαταβατικῶς ἐκρίθη,—καὶ ἐνδιαφέρομαι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μὴ ἀποτύχῃ ἡ Κυβέρνησις—ἂν συγκαταβατικῶς ἐκρίθη κατὰ τὸ 1895, πολὺ αὐστηρῶς κριθήσεται κατὰ τὸ 1896· τοῦτο δὲ καὶ πολὺ δικαίως. Μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν αὐτῆς, εἶναι καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς χαλαρώσεως τῆς πρωθυπουργικῆς παντοδυναμίας, καὶ ὁμολογῶ ὅτι τοιαύτας τάσεις δεικνύει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ἡ δόσις εἶναι πολὺ μικρά. Πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ νομοθετημάτων. Ἀνάγκη ἐπίσης νὰ λειτουργήσῃ καὶ ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος, διότι ἡ ὑπουργικὴ ἀτιμωρησία πολλῶν κακῶν πρόξενος εἶναι· Ἰδοὺ ὅτι ἔχομεν τὰ τῆς ὁδοποιΐας. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος κ. Μερλόπουλος εἶπε, θ’ ἀποδειχθῶσιν ἀκριβῆ· ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ, ὅτι παράβασις νόμων πολλῶν καὶ τοῦ Συντάγματος ἐγένετο ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας, ὡς ἀνέπτυξα εἴς τινα προηγουμένην συνεδρίαν. Πρέπει νὰ βελτιωθῇ ὁ τρόπος τοῦ νομοθετεῖν· ὁ νῦν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ εἶναι τῇ ἀληθείᾳ παρῳδία. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ βελτιωθῇ; Δύνανται νὰ ὑπάρχωσι διάφοροι τρόποι, καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος δύνανται νὰ εὑρεθῶσι τοιοῦτοι, π. χ. μία προπαρασκευαστικὴ ἐπιτροπή, ἐπεξεργαζομένη τὰ διατάγματα καὶ τὰ νομοσχέδια, ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς αὐστηροτέρα, πρόνοια περὶ τὴν μὴ ὑποβολὴν νομοσχεδίων ἀώρων· ἀλλὰ πρέπει νὰ βελτιωθῇ, διότι εἶναι οἰκτρὸν τὸ θέαμα τῶν χιλιάδων αὐτῶν νόμων· πολυνομία καὶ κακονομία μᾶς βασανίζει δεινῶς. Ἀλλὰ οὐδὲν δύναται νὰ θεραπευθῇ, ἂν ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν κανονικὴν αὐτῶν τροχιάν. Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγας γραμμὰς, τὰς ὁποίας ἐν προλόγῳ ἔργου μου ἔγραφον περὶ τούτου (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκπαίδευσις μετὰ τῆς οἰκογενειακῆς ἀνατροφῆς προδήλως εἶναι—κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀκράδαντον πεποίθησιν— τὸ ἀσφαλὲς ἔδαφος, ἐφ’ οὗ στερεῶς καὶ ἀφόβως ἵσταται πᾶσα Πολιτεία, καὶ μάλιστα συνταγματική, ἐν ᾗ ἰσχύει ἡ καθολικὴ ψηφοφορία· μόνη ὅμως ἡ δικαιοσύνη εἶναι ὁ μοχλός, δι’ οὗ αὕτη δύναται νὰ κινήσῃ ἐπιτυχῶς πάσας τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις καὶ νὰ κρατήσῃ κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους τῆς ἕλξεως καὶ τῆς ἀπώσεως ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ τὴν κοινωνικότητα τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν εὐδαιμόνως συζῆν.» Ἡ Ἑλλάς, ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι εἶναι πλουσία· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων λαῶν τῆς Εὐρώπης. Τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπελπίσῃ· ἀνάγκη νὰ ἐντείνωμεν ὅλας τὰς δυνάμεις ἡμῶν· πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν παντὶ τρόπῳ νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ βαράθρου, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς ἔῤῥιψε κακὸς δαίμων. Ἄς μὴ λησμονῶμεν, κυβερνῶντες καὶ Βουλευταί, ὅτι ὁ λαὸς ἵσταται ἄγρυπνος, καὶ ὅτι δι’ ἀναθεμάτων κατεκρήμνισε Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὸ σύστημα κατεδίκασεν. Ἄν ἤδη φαίνεται ἠρεμῶν, διατελεῖ ὑπὸ τὰς προσδοκίας τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεώς του, ἀλλ’ ἵσταται πάντοτε ἐγγύτατα ἡμῶν, διὰ νὰ κρίνῃ τὰς πράξεις μας. Προσπαθήσωμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς προσδοκίας καὶ τοὺς πόθους τῶν ἐκλογέων τῆς 16 Ἀπριλίου 1895.

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πεταλᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§167ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ κουράσω ὑμᾶς, μετὰ τόσον κάματον, λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ αἱ ἐκφρασθεῖσαι ἰδέαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καθὼς καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ περὶ οἰκονομιῶν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ πράξω τοῦτο. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπεδαψίλευσε πᾶσαν αὐτῆς τὴν γενναιοδωρίαν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, καὶ μάλιστα προέτεινε καὶ τὴν ἀναγραφὴν πιστώσεως πρὸς ἐκτύπωσιν τῶν χαρτῶν τοῦ κ. Πετρώφ...

§168ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολυτιμότατον ἔργον.

§169ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζει ὁ κ. Πεταλᾶς.

§170ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὸ γνωρίζω κάλλιστα, ὡς καὶ τὸν κ. Πετρώφ... Ἐπίσης προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὴν ἀναβίωσιν τοῦ θεσμοῦ τῶν παιδικῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων, ὁ ὁποῖος ἐλειτούργει ἄλλοτε καὶ κατηργήθη, διότι ἀπέτυχεν οἰκτρῶς, πρὸς βλάβην τῆς ὑγείας τῶν μαθητῶν. Οἱ μόνοι κλάδοι, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ ἐστέρησε τῆς γενναιοδωρίας ταύτης, εἶναι οἱ κλάδοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, μὴ ὀκνήσασα νὰ ὑποδείξῃ καὶ τὸν τρόπον τῶν τοιούτων οἰκονομιῶν, καὶ ἄς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι ὁ παραδοξότερος, διότι προτείνει τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρατιωτῶν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς θητείας εἰς ἑξάμηνον...

§171ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν προτείνει· εἶναι γνώμη τινῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.

§172Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξα ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ὑποστηρίζω αὐτήν. Ἐπειδὴ λοιπὸν πᾶσα γνώμη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἡ ὁποία δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν ὁλομέλειαν αὐτῆς, ἐκφράζεται διὰ τοῦ «μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς», δηλῶ ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἰδική μου.

§173ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν ἐγνώριζον ὅτι εἶναι ἰδική σας γνώμη, διότι ἐγὼ βλέπω ἐδῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ συνιστᾶ τὴν ἀναθεώρησιν κτλ. καὶ κατ’ ἐξακολούθησιν συνιστᾷ καὶ αὐτό... Ἔλεγον ὅτι κατὰ τρόπον παράδοξον προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρατιωτῶν, μεταβαλλομένης τῆς θητείας εἰς ἑξάμηνον ἀπὸ μονοετοῦς. Μονοετὴς θητεία βεβαίως πρὸ πολλοῦ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ· εἶναι πικρὰ ἀνάμνησις παρελθόντος, ἀνήκουσα εὐτυχῶς εἰς τὴν ἱστορίαν. Τὸ ζήτημα τῆς θητείας δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, εἶναι ζήτημα σοβαρὸν, ἐξαρτᾶται ἀπὸ πολλῶν παραγόντων. Πρόκειται δηλ. νὰ λυθῇ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσέρχονται πολλὰ ἀντίθετα συμφέροντα. Τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ ἀπαιτεῖ, ὅπως ἡ θητεία ᾖ ὅσον τὸ δυνατὸν μακροχρονιωτέρα, πρὸς τελείαν ἐκγύμνασιν τοῦ στρατιώτου καὶ πρὸς ἀποκατάστασιν αὐτοῦ στερεωτέρου. Ἀλλὰ ἡ κοινωνία καὶ ἡ δημοσία οἰκονομία ἀπαιτοῦσιν, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ἀπασχολῶνται ὀλιγώτεραι χεῖρες εἰς τὸν στρατὸν, αἱ ὁποῖαι εἶναι χρήσιμοι διὰ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν γεωργίαν. Πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη καὶ τὰ στρατιωτικῶς ὠργανωμένα ἔλυσαν τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ μέσου τινὸς ὅρου, πληροῦντος καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τὰς στρατιωτικὰς, παραδεχθέντα τριετῆ θητείαν. Ὅταν ἡ θητεία ἦναι ὀλιγοχρόνιος, δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τῶν δύο τούτων παραγόντων, τῶν στρατιωτικῶν καὶ κοινωνικῶν ἀπαιτήσεων· ὑπάρχει καὶ ἕτερος παράγων, κανονίζων τὸ ζήτημα τῆς θητείας, καὶ ὁ παράγων οὗτος εἶναι ὁ ἀριθμὸς, ὁ ἀπαιτούμενος ἐτησίως, ἵνα πληρώσῃ τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ. Γενικῶς εἶναι παραδεδειγμένον, ὅτι τὸ ἑκατοστὸν τοῦ πληθυσμοῦ ἑνὸς Κράτους ἀποτελεῖ τὸν μόνιμον στρατὸν, αἱ δὲ δαπάναι διὰ τὸν στρατὸν τοῦτον ἰσοῦνται πρὸς τὸ τέταρτον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ὅλων δαπανῶν. Λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔχῃ 22,000 στρατόν...

§174ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους;

§175ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου... Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν πρέπει νὰ διατηρῇ 22,000 στρατόν. Ἡ ἐτησία ἀπογραφὴ χορηγεῖ 22,000 κληρωτούς· ἐκ τούτων πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν περὶ τὰς 12,000, οἱ ὁποῖοι ἀπαλλάσσονται, ἢ ὡς ἀνίκανοι ἢ ὡς ἔχοντες ἄλλους λόγους ἀπαλλαγῆς, καὶ ἑπομένως ἐναπομένουσι 10,000 κληρωτοὶ ἐτησίως. Εἴπομεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ εἶναι 22,000, ἀλλ’ ἐκ τούτων πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν 2,000 ἀξιωματικούς· μένει λοιπὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν 20,000 ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ συμπληρῶται διὰ τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς. Ἑπομένως διετὴς τουλάχιστον θητεία δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, τῶν κατ’ ἔτος προερχομένων.

§176ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλησμονήσατε τοὺς ὑπαξιωματικούς, τοὺς τεχνίτας, τοὺς μουσικοὺς καὶ ἄλλους εἰδικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντικαθίστανται.

§177ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνακατατασσομένων ὑπαξιωματικῶν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 12,000 ἀπαλλασσομένων κτλ., καθόσον συμπληροῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνακατατασσομένων ὑπαξιωματικῶν διὰ τῆς ἀποστολῆς ἰσαρίθμων ἀνδρῶν εἰς διαθεσιμότητα. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐκθέσω ὁποῖαι ἐργασίαι πρέπει νὰ γένωνται διὰ τὴν μόρφωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν τῶν κληρωτῶν τοῦ στρατοῦ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης. Ἴσως εἰς καταλληλοτέραν περίστασιν, ὅταν συζητηθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ἐκφέρω τὴν περὶ τούτου γνώμην μου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ παρ’ ἡμῖν κανονίζουσι 10 διάφοροι νόμοι, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ προστεθῶσι δύο ἀκόμη, ὁ περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ περιελήφθη διάταξις, ἀτόπως, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀναφερομένη εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τοὺς πίνακας αὐτοῦ, καὶ ὁ ψηφισθεὶς περὶ τῆς μεταβολῆς τῶν πινάκων τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου. Ἐννοεῖται ὅτι τοιοῦτον ὀργανισμὸν δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν μᾶλλον μωσαϊκόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν ἐκπληροῖ καὶ τὸν προορισμὸν αὐτοῦ, διότι ὁ ὀργανισμὸς στρατοῦ τινος δὲν ἔχει σκοπὸν τὸν σχηματισμὸν μόνον αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν πολέμῳ. Καὶ πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ ὅλας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι χρειάζονται, ἵνα μεταβῇ ὁ στρατὸς ἐκ τῆς ἐν εἰρήνῃ καταστάσεως εἰς τὴν ἐν πολέμῳ, ἄνευ οὐδεμιᾶς πλέον νομοθετικῆς ἐργασίας, καὶ τότε βεβαίως δύναται νὰ τεθῇ ὁ στρατὸς ἐν καταστάσει πολέμου, διὰ τῆς ἐκδόσεως ἑνὸς Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ περιέχῃ μόνον ὀλίγας λέξεις, τουτέστι «Τίθεμεν τὸν στρατὸν εἰς ἐπιστράτευσιν». Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ πολλῶν παραγόντων, πρὸ πάντων ἀπὸ τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὸν τὸ Κράτος. Ἕκαστον δὲ Κράτος δὲν ἔχει τοὺς αὐτοὺς σκοπούς. Ἀνέφερον τὴν Ἑλβετίαν. Πρῶτον ἡ Ἑλβετία εὑρίσκεται ὑπὸ ἄλλας συνθήκας καὶ ὑπὸ ἄλλας εὑρίσκεται ἡ Ἑλλάς. Δεύτερον δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἡ Ἑλβετία δὲν ἔχει στρατόν. Ὁ Ἑλβετικὸς στρατὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ 8 μεραχίας, ἑκάστη δὲ μεραρχία ἀποτελεῖται ἀπὸ ἓν ἐπιτελεῖον, ἕνα λόχον συνοδείας, δύο ταξιαρχίας πεζικοῦ, ἓν τάγμα καραβινοφόρων, μίαν ταξιαρχίαν πυροβολικοῦ, ἕνα ὄρχον πυροβολικοῦ, ἓν σύνταγμα δραγόνων, ἓν τάγμα μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας, ἓν τάγμα μηχανικοῦ, πέντε χειρουργεῖα καὶ ἕνα λόχον οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας. Ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ ἐκγύμνασις εἶπον ὅτι διαφέρει ἐν Ἑλβετίᾳ...

§178ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει 12,000 μόνιμον στρατόν, νομίζω.

§179ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἔλεγον, ὅτι ὁ μόνιμος στρατὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ αὐτὰς τὰς μονάδας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὰ στελέχη των, ἅτινα διατηροῦνται διαρκῶς ὑπὸ τὰς σημαίας. Ἡ ἐκγύμνασις καὶ ἐκπαίδευτις εἶναι διάφορος, ἤτοι οἱ ἄνδρες ἐκγυμνάζονται κατὰ διαφόρους περιόδους ἐπὶ 4 μῆνας.

§180ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μόνον τὰ στελέχη τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐγὼ ἐγνώρισα συνταγματάρχην διοικητὴν συντάγματος, τὸν ὁποῖον μετὰ ἓν ἔτος εἶδον διευθυντὴν ἐργοστασίου μεταξωτῶν ἐν Ἑλβετίᾳ.

§181ΠΕΤΑΛΑΣ. Αὐτὸ δὲν σημαίνει τίποτε, διότι τὴν θέσιν αὐτοῦ τὴν κατέλαβεν ἕτερος. Ἐν τούτοις ὑπάρχουσι μόνιμα στελέχη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι βαθμοφόροι ὡρισμένοι, οὓς πληρόνουσιν. Ἔλεγον καὶ πάλιν, ὅτι διάφορος ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἐκγύμνασις τοῦ στρατοῦ ἐν Ἑλβετίᾳ, ἀλλ’ εἶναι διάφορος καὶ ὁ πολιτικὸς ὀργανισμὸς τοῦ Κράτους καὶ ἡ γεωγραφικὴ θέσις καὶ ἡ ἐθνικὴ ὑπόστασις. Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔχει ὑποχρεώσεις πολὺ διαφόρους. Ἑπομένως ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς πρέπει νὰ ὀργανωθῇ κατὰ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ὠργανωμένα τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν τοῦ Αἵμου, τοὐλάχιστον ἵνα μὴ ὑστερῇ πρὸς αὐτά. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ δέον νὰ ἦναι ὁ αὐτὸς καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, διότι ἐν εἰρήνῃ μορφοῦται ἡ διοίκησις, ὥστε νὰ δύναται ἐν πολέμῳ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν της. Παρ’ ἡμῖν ἀτυχῶς παρελείφθη ἐντελῶς τὸ τοιοῦτον, καὶ ὁσάκις λαμβάνωμεν ἀνάγκην ἐπιστρατεύσεως, καλοῦμεν τοὺς πρώτους ἀρχαιοτέρους ἀξιωματικούς, ὅπως καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν διοικήσεων τῶν μεραρχιῶν, τῶν ταξιαρχιῶν καὶ συνταγμάτων, μονάδας τὰς ὁποίας ἐντελῶς ἀγνοοῦσιν. Ἐὰν πᾶσαι αἱ διοικήσεις ἦναι δυσχερεῖς, ἡ στρατιωτικὴ διοίκησις εἶναι δυσχερεστάτη. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχουσι πνεύματά τινα, ἐκ φύσεως προικισθέντα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διοικήσωσι στρατὸν ἄνευ μεγάλης ἀσκήσεως, καθόσον ἐν τῷ νῷ αὐτῶν παρουσιάζονται, ὡς ἐν κατόπτρῳ, οὐ μόνον αἱ φάσεις ἐπιχειρήσεώς τινος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Τὰ πλεῖστα ὅμως πνεύματα εἶναι συνήθη, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μορφῶνται ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἵνα δύνανται ἐν καιρῷ πολέμου νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των. Τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ μόνον, ὅταν ὁ σχηματισμὸς τοῦ στρατοῦ ἦναι ὁ αὐτὸς ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ. Κατὰ γενικὸν κανόνα, εἰς τοὺς στρατοὺς εἶναι παραδεδεγμένον τὸ σῶμα στρατιᾶς, ὡς βάσις σχηματισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καθότι περιλαμβάνει ἅπαντα τὰ στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἐπιχείρησις σπουδαιότητός τινος. Ἀλλὰ πολλοὶ τῶν συγγραφέων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ στρατηγὸς Derrécagaix, εἷς τῶν ὑπαρχηγῶν τοῦ Γαλλικοῦ ἐπιτελείου, συμβουλεύουσιν ὡς βάσιν σχηματισμοῦ τῶν ὀλιγαρίθμων στρατῶν τὴν μεραρχίαν, ἵνα μὴ στερῶνται τῶν ἐφεδρειῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἡμέτερον στράτευμα εἶναι ὀλιγάριθμον, δύναται νὰ γείνῃ δεκτὸς ὁ σχηματισμὸς αὐτοῦ κατὰ μεραρχίας, καὶ ἐπειδὴ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν 36 τάγματα, θὰ ὑπάρχωσι 3 μεραρχίαι. Ὀλίγον ἔλειψε νὰ λησμονήσω, τί εἶπον προηγουμένως, ὅτι δηλ. δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐκφέρω περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ γνώμην, διότι σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν πταίω ἐγώ, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ὁ ὁποῖος μὲ παρέσυρε.

§182ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συνδέεται. Εἶσθε ἐντὸς τοῦ θέματος.

§183ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἀλλὰ μ’ ἐπανεφέρετε πάλιν εἰς τὸ θέμα διὰ τοῦ φάσματος τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ὁμιλίᾳ σας ἀνεφέρατε, καὶ μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ σκεφθῶ περὶ οἰκονομιῶν. Ἔλεγον προηγουμένως, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς πάντα τὰ Κράτη, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς δαπάνης διὰ τὴν χωροφυλακὴν, ἥτις ἐπιβαρύνει εἰς τὰ Κράτη ταῦτα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι τὸ τέταρτον τῆς δαπάνης τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μὴ τυχὸν αἱ δαπάναι αὗται ὑπερβαίνουσι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τῷ ἡμετέρῳ προϋπολογισμῷ, καὶ ἐξέπληξε τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνει οἰκονομίας;

§184Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὄχι. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλονται αἱ οἰκονομίαι ἐπὶ τοῦ παρόντος.

§185ΠΕΤΑΛΑΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ ὁρισθῇ σαφῶς: θέλομεν στρατὸν ἢ δὲν θέλομεν; Ἐὰν θέλωμεν στρατὸν, πρέπει νὰ δαπανήσωμεν, ἐὰν δὲν θέλωμεν, πρέπει νὰ τὸν καταργήσωμεν. Νομίζω ὅτι ἐξηγήθην ἀρκούντως, εἰπὼν ὅτι εἰς ὅλα τὰ Κράτη τὸ ¼ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀφιεροῦται διὰ τὸν στρατόν...

§186ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ δημοσίου χρέους.

§187ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὸ τέταρτον εἰς τὸν ἰδικόν μας προϋπολογισμὸν, ἔστω μὴ συμπεριλαμβανομένου τοῦ δημοσίου χρέους, εἶναι δέκα ἓξ περίπου ἑκατομμύρια, ἀλλ’ εἰς τὸν ἰδικόν μας προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διατίθεται τὸ ποσὸν δεκαπέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμυρίων περίπου ὄχι μόνον διὰ τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν χωροφυλακήν. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ δαπανήσωμεν ὅσα χρειάζονται διὰ τὸν στρατὸν, νὰ τὸν καταργήσωμεν, ἀλλὰ τότε νὰ μὴ γράφωμεν τὰς ὡραίας αὐτὰς φράσεις (ἀναγινώσκει): «Πᾶς Ἕλλην δὲν δύναται οὐδὲ πρέπει νὰ λησμονῇ τὰς ἀπέναντι τῆς ἱστορίας καὶ τῶν ὁμαιμόνων καὶ ὑπὸ δουλείαν διατελούντων ἀδελφῶν ὑποχρεώσεις κτλ.», αἵτινες ἀπαντῶνται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲ νὰ ἀπορῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἐὰν δὲν ἀπαντῶσιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Εὐταξία περὶ Βουλγαρικῶν βερατίων οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Διότι τὸν στρατὸν δυστυχῶς τὸν ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ μόνον εἰς περιστάσεις ἐκτάκτους· εἰς τὰς συνήθεις περιστάσεις λησμονεῖ αὐτὸν, καὶ προτείνει οἰκονομίας μέχρις ἀποσυνθέσεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις χορηγεῖ ἀφθόνως τὰς πιστώσεις, ἀλλὰ τότε δὲν ὠφελοῦσιν αἱ πιστώσεις αὗται, μᾶλλον βλάπτουσιν, ὅπως βλάπτουσιν ὅλαι αἱ πυρετώδεις ἐργασίαι. Αἱ δαπάναι πρέπει νὰ γίνωνται μεμελετημένως καὶ ἐπὶ ὡρισμένου σχεδίου, καὶ τότε ἄγουσιν εἰς εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐπιθυμοῦσι τὰς οἰκονομίας, ἀπ’ ἐναντίας αἱ περὶ οἰκονομιῶν ἰδέαι μου ἀφικνοῦνται μέχρι τῶν ἄκρων. Ἐννοῶ ὅμως αἱ οἰκονομίαι αὗται νὰ ἐπεκτείνωνται εἰς ἅπαντας τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας ἁπάντων τῶν Ὑπουργείων μεθοδικῶς, ἵνα μὴ παραλύωνται οἱ κλάδοι οὗτοι. Θὰ ἐνόουν τὰς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἢ τοῦ εἰσηγητοῦ προτεινομένας οἰκονομίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν...

§188Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν προὐτάθησαν οἰκονομίαι.

§189ΠΕΤΑΛΑΣ. Πραγματικῶς δὲν εὑρίσκω ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς, πρότασιν περὶ οἰκονομιῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν... Θὰ ἐνόουν λοιπὸν τὰς προτεινομένας οἰκονομίας εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, ἐὰν ἔβλεπον προτεινομένας τοιαύτας καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα, διότι τότε θὰ ἐπραγματοποιοῦντο οἰκονομίαι, αἵτινες ἠδύναντο νὰ καταστήσωσι τὸν προϋπολογισμὸν ἱκανὸν εἰς τὸ νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀπαιτουμένας ἀνάγκας καὶ νὰ ἔχῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα· ὅταν δὲ θὰ καθίστατο δυνατὸν, νὰ προσδιορισθῇ ποσὸν πρὸς αὔξησιν καὶ βελτίωσιν τῶν διαφόρων κλάδων, καὶ εἰδικῶς τῶν κλάδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ μὴ ὑπολειπώμεθα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἁπάντων σχεδὸν τῶν Κρατῶν. Ἀπορῶ λοιπὸν, πῶς οἱ προτείναντες οἰκονομίας εἰς τοὺς κλάδους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν προέτειναν τοιαύτας καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς κλάδους τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Μὴ τυχὸν τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγραφόμενον ποσὸν τῶν 400,000 δραχμῶν διὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων, τὸ ὁποῖον ἐπιφέρει πολλὰ κακὰ καὶ καταπιέσεις εἰς τοὺς ἀνισχύρους φορολογουμένους, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὐχηθῇ τις νὰ ἴδῃ αὐτὸ ἀπαλειφόμενον; Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ διαχειρίζονται τὸ τέταρτον περίπου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ὄχι μόνον δὲν λαμβάνουσι ποσοστὰ, καίτοι καὶ αὐτοὶ ἔχουσιν εὐθύνας, ἀλλὰ καὶ τὸν γλίσχρον μισθόν των πρὸ δύο ἐτῶν ἡ Βουλὴ ἠλάττωσε. Μήπως τυχὸν ἐν τῷ ἀριθμῷ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἴς τινας ἄλλους κλάδους, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν κλάδον τῶν καπνοκοπτηρίων, δὲν ἤθελέ τις εὐχηθῆ νὰ ἴδῃ οἰκονομίας τινάς; Μὴ τυχὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐχηθῇ τις οἰκονομίας εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας καί τινων Προξενείων; δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὐχηθῇ νὰ περιορισθῇ ἡ πίστωσις διὰ προμήθειαν παρασήμων εἰς τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ τὰ παράσημα τὰ ἀπονεμόμενα μόνον εἰς τοὺς ξένους; Μήπως ὁ διορισμὸς εἴς τινα Προξενεῖα ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, καταλλήλως μεμορφωμένων, δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ οἰκονομίας καὶ νὰ προσφέρῃ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος; Ἡ γείτων ἐπικράτεια μᾶς ἔδωκε τὸ παράδειγμα, διορίσασα ὡς γενικὸν πρόξενον ἐν Λαρίσῃ ἔγκριτον αὐτῆς ἀξιωματικόν. Καὶ ἀπορῶ μάλιστα, πῶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν οὐδὲ ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς τοιαύτης συστάσεως, γενομένης κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς Προξενικῆς ὑπηρεσίας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Σάκκη, ἔδωκε. Μὴ τυχὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠδύνατό τις νὰ εὐχηθῇ τὸν περιορισμὸν Εἰρηνοδικείων τινῶν καὶ Πρωτοδικείων; Γνωρίζετε πάντες τὴν πληγὴν Εἰρηνοδικῶν τινων. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τούτων, καὶ ἡ ἐκλογὴ νὰ γίνηται μεταξὺ προσώπων καλῶς πληρονομένων καὶ παρεχόντων τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Δὲν κρίνω ἄσκοπον ν’ ἀναφέρω ἐνταῦθα, ὅτι ἡ ἐν ἑκάστῃ περιφερείᾳ Πρωτοδικείου ἵδρυσις ἐξεταστικῶν φυλακῶν, συνεχομένων μετὰ τῶν στρατώνων τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἡ ἐν περιωρισμένοις σημείοις ἵδρυσις σωφρονιστικῶν φυλακῶν καὶ ὁ διορισμὸς εἰς ταύτας ἀξιωματικῶν καταλλήλως μεμορφωμένων, μεγάλην οἰκονομίαν ἤθελεν ἐπιφέρει καὶ ὑπηρεσίας ἤθελε προσφέρει. Μὴ τυχὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ εὐχηθῇ τις ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας, τῶν Νομαρχιῶν, τῶν ὁδοιπορικῶν καὶ ἐπιμισθίων τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, τοῦ μισθοῦ τοῦ ὑγειονόμου Κερκύρας, λαμβάνοντος πολὺ μεγαλείτερον μισθὸν τοῦ μισθοῦ τοῦ ὑγειονόμου Πειραιῶς, τὴν κατάργησιν τοῦ εἰς ἓν καὶ μόνον ὑγειονομεῖον ὑπάρχοντος γραμματέως, τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῆς πολυτελοῦς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τῶν ὁδοιπορικῶν αὐτῶν; Μὴ τυχὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας δὲν ἠδύνατό τις νὰ εὐχηθῇ πολλὰς οἰκονομίας; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ μέση καὶ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις. Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἐπιστημόνων ἐπιφέρει πολλὰ κακὰ, ηὔξησε τὴν θεσιθηρίαν, κατέστησε τὸν βίον τῶν ἰδίων ἐπιστημόνων προβληματικὸν, καὶ ἕνεκα τοῦ περὶ ὑπάρξεως ἀγῶνος ἀναγκάζονται νὰ διαπράττωσιν οὗτοι ἑκάστοτε πράξεις, αἵτινες μεγάλην βλάβην, φέρουσιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐπίσης ὁ πλατυασμὸς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐπιφέρει τὴν ἐλάττωσιν τῆς προόδου τῶν τεχνῶν, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, ὡς ἐκ τῆς μὴ διαδοχῆς εἰς αὐτάς. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἐξοχὴν ἔχει ἀνάγκην βιοτεχνικῆς, βιομηχανικῆς καὶ γεωργικῆς ἀναπτύξεως, καὶ εἰς αὐτὰ πρέπει νὰ ἐπιδοθῇ ὁ λαὸς, καὶ πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον δικαιολογεῖται ἡ προτεινομένη αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου...

§190ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτείνεται τοιαύτη αὔξησις;

§191ΠΕΤΑΛΑΣ. Πρότασις, σύστασις,—δὲν γνωρίζω πῶς θέλετε νὰ τὴν ὀνομάσητε κοινοβουλευτικῶς—ἐν τούτοις ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ὑπάρχει τοιοῦτόν τι.

§192Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν καθηγητῶν δὲν πρέπει νὰ ἦναι ὅμοιοι διὰ πάσας τὰς ἕδρας. Οὐδεμίαν προτείνει αὔξησιν.

§193ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐν τῇ ἐκθέσει ὡρισμένως ἀναφέρεται αὔξησις μισθοδοσιῶν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον κατὰ γενικὴν ὁμολογίαν κατέστη, ἐκτὸς ἐννοεῖται ἐξαιρέσεων, πρυτανεῖον... Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ προξενεῖ ἀπορίαν, εἶναι, πῶς διέφυγε τὴν οἰκονομικὴν ἔρευναν τῆς ἐπιτροπῆς ὁ ἀναγραφόμενος μισθὸς τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ἀστεροσκοπείου, καὶ δὲν ἐπρότεινε τὴν ἐξομοίωσιν αὐτοῦ πρὸς τὸν μισθὸν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἢ τὸ πολὺ πρὸς τὸν μισθὸν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀφοῦ προτείνεται τοιαύτη ἐξομοίωσις διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν νομικῶν συμβούλων.

§194Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δι’ αὐτοὺς προὐτάθη, διότι χάριν τῶν μεγάλων μισθῶν ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὰ δικαστήρια πεπειραμένοι δικασταὶ, καὶ δὲν ἠξεύρω ἄν τοῦτο πρέπῃ νὰ γίγνηται.

§195ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐὰν τοιαύτας οἰκονομίας ἔβλεπον προτεινομένας, τότε βεβαίως μετὰ θάῤῥους θὰ ἀνηρχόμην ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα ἀποδείξω, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνοδυνώτερον ἤθελον ἐπενεχθῆ αἱ προτεινόμεναι οἰκονομίαι εἰς τὸν στρατόν. Τοῦτο ὅμως θὰ πράξω καὶ ἤδη, ἀλλὰ πρὸ τούτου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφράσω ἓν παράπονον κατὰ τῶν καθημερινῶν μεμψιμοιριῶν ἐναντίον τῶν προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ὡσὰν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι νὰ μὴ ἐξεπλήρουν τὸ καθῆκόν των, ὡς ἐκπληροῦσιν αὐτὸ καὶ πάντες οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως προάγονται, ἅμα κενωθῇ θέσις...

§196Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐκφράζει τοιοῦτον παράπονον.

§197ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν εἶπον διὰ τὴν ἐπιτροπήν.

§198ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Κατὰ τίνος ἐκφράζετε τὸ παράπονον;

§199ΠΕΤΑΛΑΣ. Κατὰ τῶν ἐκφραζόντων ἑκάστοτε καθημερινῶς ἐνταῦθα μεμψιμοιρίας διὰ τοὺς γενομένους προβιβασμούς.

§200ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν διετυπώθησαν ποτὲ τοιαῦτα παράπονα.

§201ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα, ἐγὼ ἤκουσα κατ’ ἐπανάληψιν... Ἀλλὰ καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκτελοῦσι καὶ αὐτοὶ τὴν ἀνατεθειμένην εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσίαν μετὰ ζήλου καὶ αὐταπαρνήσεως, λαμβάνοντες κατ’ ἔτος 10,000 πολίτας, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀξέστους καὶ ἀγραμμάτους, καὶ ἀποστέλλοντες αὐτοὺς εἰς τὰς ἑστίας των μεμορφωμένους καὶ γνωρίζοντας ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ἀνάγνωσιν, γραφὴν καὶ τὰς 4 πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς. Ἐξετάσωμεν ἤδη, τίνες οἰκονομίαι δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσι κατὰ τὸν ἀνοδυνώτερον τρόπον ἐπὶ τοῦ κλάδου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Αἱ οἰκονομίαι, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν, εἶναι: αʹ) ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ πρῶτον λόγον καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν κατὰ δεύτερον λόγον· βʹ) ἐκ τῆς καταργήσεως ὑπηρεσιῶν τινων· γʹ) ἐκ τοῦ καταλλήλου συνδυασμοῦ τῆς σπουδῆς καὶ τῆς ἐξόδου εἰς τὸν στρατὸν τῶν ἀξιωματικῶν· δʹ) ἐκ τῆς καταλλήλου κατασκευῆς τοῦ ἱματισμοῦ· εʹ) ἐκ τῆς ἱππωνείας. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν δύναται νὰ προέλθῃ: αʹ) ἐκ τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, περιοριζομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τμημάτων εἰς τέσσαρα καὶ μόνα...

§202ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀντικείμενα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ· ἐδῶ δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ αὐτῶν.

§203ΠΕΤΑΛΑΣ. Σᾶς ἐνοχλοῦσι ταῦτα;

§204ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὄχι· ἀλλὰ δὲν ἔχουσι σχέσιν.

§205ΠΕΤΑΛΑΣ. Λυποῦμαι. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἐκ τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, περιοριζομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τμημάτων εἰς 4 καὶ μετασχηματιζομένων τῶν λοιπῶν τμημάτων εἰς γραφεῖα, διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως ταύτης θέλει ἐπέλθει οἰκονομία, ὡς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς βαθμολογικῆς κλίμακος καὶ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. βʹ) Ἐκ τῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ στρατοῦ κατὰ μεραρχίας, ταξιαρχίας καὶ συντάγματα, καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς βαθμολογικῆς κλίμακος τῶν διοικητῶν· τουτέστι τῶν μεραρχιῶν διοικουμένων ὑπὸ ὑποστρατήγων, τῶν ταξιαρχιῶν ὑπὸ συνταγματαρχῶν καὶ τῶν συνταγμάτων ὑπὸ ἀντισυνταγματαρχῶν, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ βαθμὸς τοῦ συνταγματάρχου καὶ ἔτι μᾶλλον ὁ τοῦ στρατηγοῦ εἶναι βαρὺς διὰ τὰς παρούσας περιστάσεις καὶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι τόσον ὀλιγάριθμος.

§206ΜΑΝΕΣΗΣ. Τότε τὸ σύνταγμα θὰ λέγηται ἀντισύνταγμα.

§207ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὄχι· εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὴν Ἑλβετίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ συντάγματα διοικοῦνται ἀπὸ ἀντισυνταγματάρχας.

§208ΜΑΝΕΣΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη τοῦτο, καὶ κατέκρινα τὴν ἰδέαν. Γνωρίζομεν βεβαίως, ὅτι ἐν Βουλγαρίᾳ λοχαγοὶ διώκησαν συντάγματα· ἀλλὰ τοῦτο γίνεται εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸ καθιερώσωμεν, οὔτε νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία, ὡς προτείνετε. Παραδέχομαι τὰ ἄλλα, ἀλλὰ νὰ καταβιβάσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς βαθμοὺς καὶ νὰ κάμωμεν οἰκονομίαν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόν. Πρῶτον τοὺς ὑπάρχοντας τί θὰ τοὺς κάμωμεν; καὶ δεύτερον διατὶ νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὸ, ἐνῷ διὰ παντοίων μέτρων, ὡς ἄλλοτε ἀνέπτυξα, θὰ ἔχωμεν μεγίστην οἰκονομίαν, χωρὶς, ὡς προτείνετε, νὰ καθιερώσωμεν τὸ ἀκανόνιστον τῆς στρατιωτικῆς λειτουργίας;

§209ΠΕΤΑΛΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα σας· ἡ ἰδέα ἡ ἰδική μου εἶναι ἡ ἄλλη. Πιθανὸν νὰ ἦναι λανθασμένη· ἀντικρούσατέ την. Βεβαίως ἐκπληρῶ καθῆκον πολὺ δυσχερὲς καὶ δυσάρεστον, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἐκπληρώσω. Ἐπίσης δύναται νὰ λείψωσιν οἱ πρόεδροι τῶν Οἰκονομικῶν Συμβουλίων, καὶ νὰ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν εἰς τοὺς ὑποδιοικητὰς, ὡς τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἐγίνετο. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν λοχιῶν καὶ δεκανέων ἐν τοῖς λόχοις. Αἱ ἐλαττώσεις αὗται καὶ τῆς βαθμολογικῆς κλίμακος καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βαθμοφόρων δικαιολογοῦνται καὶ ἐκ τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐκ τῶν δυσχερῶν περιστάσεων. Αἱ θέσεις, τῶν ὁποίων τὴν κατάργησιν δύναταί τις νὰ προτείνῃ, (φοβοῦμαι ὅτι καὶ ἐδῶ θὰ ἔχω ἀντιῤῥήσεις) εἶναι: αʹ) Τὰ τρία Ἀρχηγεῖα στρατοῦ, ἀντικαθιστάμενα διὰ τῶν μεραρχιῶν· βʹ) ἡ Ἐπιθεώρησις καὶ τὸ Συμβουλευτικὸν τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ· γʹ) αἱ Ἐφορίαι ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ Πατρῶν, Πειραιῶς, Χαλκίδος, Βόλου, Λευκάδος· δʹ) Ὁ λόχος τῆς σκευῆς τοῦ Πυροβολικοῦ· εʹ) ἡ Ἐπιθεώρησις καὶ τὸ Συμβουλευτικὸν τμῆμα τοῦ Μηχανικοῦ· ϛʹ) τὸ Σχολεῖον συντάγματος τοῦ Μηχανικοῦ, ἀνατιθεμένης τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ Μηχανικοῦ, ὡς γίνεται τοῦτο καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ὅπλα· ζʹ) τὸ Τοπογραφικὸν τμῆμα τοῦ Μηχανικοῦ· ηʹ) ὁ λόχος τῶν τηλεγραφητῶν, καταρτιζομένου ὡς τοιούτου ἑνὸς λόχου τοῦ συντάγματος τοῦ Μηχανικοῦ· θʹ) τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν, ἀνατιθεμένης τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ εἰς τὸν ἀρχαιότερον σωματάρχην· ιʹ) μία Ἀποθήκη ὑλικοῦ στρατοῦ· ιαʹ) τὰ δύο ἀρτοποιεῖα.

§210ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ Στρατοδικεῖα;

§211ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Περὶ Ὁπλοστασίου;

§212ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὸ Ὁπλοστάσιον εἶναι ἀναγκαῖον· ἔχει ἀνάγκην ἀναδιοργανώσεως, ἀλλ’ ὄχι καταργήσεως. Αἱ ἐργασίαι τοῦ τεχνικοῦ Συμβουλευτικοῦ τμήματος τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ τοῦ Μηχανικοῦ δύνανται νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, καλῶς καταρτιζομένην· καὶ πρέπει νὰ καταρτισθῇ καλῶς, διότι στρατὸς ἄνευ καλῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας εἶναι καθὼς πλοῖον ἄνευ πηδαλίου.

§213ΒΑΛΕΤΑΣ. Τὸ Ὁπλοστάσιον δὲν δύναται νὰ συγχωνευθῇ μὲ τὸν Ναύσταθμον;

§214ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οὔτε ἡ κατάργησις τοῦ Ὁπλοστασίου, οὔτε ἡ συγχώνευσις αὐτοῦ μετὰ τοῦ Ναυστάθμου.

§215ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὁπλοστασίου δὲν ἔχετε καμμίαν γνώμην;

§216ΠΕΤΑΛΑΣ. Τίνα γνώμην θέλετε νὰ σᾶς εἴπω;

§217ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ δέχεσθε διακοπάς, διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.

§218ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ἐκτὸς τῆς σπουδαίας αὐτῆς ὑπηρεσίας ἐν πολέμῳ, ἐκτελεῖ καὶ πολλὰς ἐργασίας ἐν εἰρήνῃ· ἤτοι τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς γενικὰς ἀσκήσεις, τὴν σύνταξιν στατιστικῆς καὶ στρατιωτικῶν πληροφοριῶν τοῦ τε ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὴν σπουδὴν τῆς ἀμύνης τῆς χώρας, τὴν σπουδὴν τοῦ Θεάτρου τοῦ πολέμου, τὴν σπουδὴν τῆς ὀχυρώσεως, τὴν χαρτογραφίαν, τὴν σπουδὴν τῶν διαφόρων ὁπλισμῶν, ὀργανισμῶν καὶ κανονισμῶν, καὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ. Βλέπετε ὅτι εἰς τὰς ἐργασίας ταύτας ἐμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ ἐργασίαι τῶν τεχνικῶν Συμβουλευτικῶν τμημάτων τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ Μηχανικοῦ. Βεβαίως ὁ θεσμὸς αὐτῶν ὑπάρχει καὶ εἰς τοὺς ἄλλους στρατούς, ἀλλ’ οἱ στρατοὶ ἐκεῖνοι εἶναι πολυάριθμοι, καὶ αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ἀνατιθέμεναι εἰς τὰ Συμβουλευτικὰ τμήματα, εἶναι πολὺ μεγάλαι, ὥστε τὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ, ὅπως ἐκτελέσῃ ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τῶν Κρατῶν τούτων. Αἱ ἐφορίαι ὑλικοῦ Πατρῶν, Πειραιῶς, Χαλκίδος, Βόλου καὶ Λευκάδος οὐδεμίαν χρησιμότητα ἔχουσι· χρησιμεύουσι μόνον, ἵνα χορηγῶσι τὸν ὁπλισμὸν τῶν σωμάτων εἰς τὰς πόλεις εἰς τὰς ὁποίας αὐτὰ ἑδρεύουσιν, ἐνῷ τὸ τοιοῦτον ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῶν συνταγμάτων, αἱ ὁποῖαι ἀποθῆκαι δύνανται νὰ προμηθευθῶσι τὸν ἀναγκαιοῦντα ὁπλισμὸν τῶν σωμάτων ἅπαξ ἐκ τῶν Κεντρικῶν ἀποθηκῶν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, αἵτινες πρέπει νὰ ἱδρυθῶσιν ἐπὶ σημείων, ἅτινα θὰ ὑποδείξῃ ἡ σπουδὴ τῆς ἀμύνης τῆς χώρας. Ἡ ὕπαρξις τῶν ἀρτοποιείων νομίζω ὅτι εἶναι οὐ μόνον περιττή, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιος, διότι τὰ ἀρτοποιεῖα δὲν χρησιμεύουσιν ἵνα παρασκευάζωσι τεχνίτας, ὅπως οὗτοι χρησιμοποιηθῶσιν ἐν καιρῷ πολέμου, ἀλλ’ ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὸν στρατὸν ἀριθμὸν τεχνιτῶν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὴν τέχνην τοῦ κλιβανέως καὶ τοῦ ἀρτοποιοῦ· ἑπομένως δὲν προσφέρουσι καμμίαν ὑπηρεσίαν, ὑπὸ ἔποψιν ἐκπαιδεύσεως, οὔτε ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομίας, διότι ἐπιβαρύνουσι τὸν ἄρτον διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἀρτοποιείων, διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς μισθοδοσίας τοῦ προσωπικοῦ κλπ. Εἰς ὅλας τὰς φρουρὰς ὁ ἄρτος χορηγεῖται δι’ ἐργολαβιῶν· μόνον εἰς τὰς φρουρὰς Ἀθηνῶν καὶ Ναυπλίου ὁ ἄρτος κατασκευάζεται εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀρτοποιεῖα. Φρονῶ ὅτι πολὺ εὐκολώτερον ἠδύνατο ἡ ἐργολαβία αὕτη νὰ ἐκτελεσθῇ εἰς αὐτὰς τὰς πόλεις, παρὰ εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται διάφοροι φρουραί. Θὰ προέλθῃ δὲ καὶ ἄλλο καλὸν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν ἀρτοποιείων, δὲν θ’ ἀπασχολῆται ἀριθμός τις στρατιωτῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι χρήσιμος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων τούτων θὰ ἔχωμεν πλεονάζοντας, ἀξιωματικοὺς μὲν, 2 στρατηγοὺς, 29 συνταγματάρχας, 23 ἀντισυνταγματάρχας, 7 ταγματάρχας, 53 λοχαγοὺς καὶ 140 ἀνθυπολοχαγούς...

§219ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τῆς σημερινῆς δυνάμεως;

§220ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐκ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν μιᾷ καταστάσει... Θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ 700 ὑπαξιωματικούς.

§221Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλεονάζοντες ὅλοι αὐτοί;

§222ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα. Τὰ μέτρα αὐτὰ δὲν θὰ φέρωσι τ’ ἀποτελέσματα ἀμέσως. Ἡ ἐφαρμογὴ ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, βαθμιαίως ἀποστρατευομένων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ μὴ πληρουμένων τῶν θέσεων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦδε δύνανται οἱ πλεονάζοντες ἀξιωματικοὶ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ὡς εἰς τὰ Προξενεῖα, εἰς τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, ἥτις θ’ ἀντικαταστήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἢ τέλος νὰ τίθενται ἐκ περιτροπῆς ἐτησίως εἰς διαθεσιμότητα. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν δύναται νὰ γείνῃ, μὴ προαγομένων νέων τοιούτων. Ἐκ τοῦ καταλλήλου συνδυασμοῦ τῆς σπουδῆς τῶν ἀξιωματικῶν ἐπίσης δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία, καταργουμένης τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, καταργουμένου τοῦ θεωρητικοῦ τμήματος τοῦ στρατιωτικοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων, συνδυαζομένου δὲ τοῦ Σχολείου τῶν Βιομηχάνων τεχνῶν μετὰ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων. Ἐκ τοῦ ἱματισμοῦ δύναται ἐπίσης νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως τοῦ ἱματισμοῦ καὶ διὰ τῆς κατασκευῆς ἐξ ὑφασμάτων προερχομένων ἐκ τοῦ τόπου. Τοῦτο διπλῆν ὠφέλειαν θὰ δώσῃ. Πρῶτον δὲν θὰ ἐξέρχωνται χρήματα εἰς τὸ ἐξωτερικόν· δεύτερον, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, δυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν τὸν ἱματισμὸν ἐν τῷ τόπῳ καὶ νὰ μὴ πάθωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπάθομεν ἄλλοτε, ἱματισμὸς παραγγελθεὶς καὶ πληρωθεὶς ὑφ’ ἡμῶν, νὰ κρατηθῇ ὑπὸ ξένης Δυνάμεως, καίτοι φίλα φρονούσης πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ ζήτημα τῆς ἱππωνείας εἶναι σπουδαιότατον καὶ διὰ τὸν στρατὸν καὶ διὰ τὸ Κράτος· διότι ὑποθέσατε ὅτι ἔχετε καθ’ ὅλα ἕτοιμον στρατὸν, ἀποτελούμενον, ὄχι πολὺ, ἀπὸ 60,000 ἄνδρας· νομίζετε ὅτι δύναται ὁ στρατὸς οὗτος νὰ ἐκκινήσῃ; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Χρειάζονται 60,000 ζῶα, ἵνα ἐκκινήσῃ. Ποῦ θὰ εὑρεθῶσι τόσα ζῶα; Ποῖον Κράτος θὰ χορηγήσῃ 60,000 ἵππους καὶ ἡμιόνους;

§223Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἓν ζῶον καὶ εἷς ἄνθρωπος;

§224ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα, περίπου. Διὰ τὴν προμήθειαν δὲ τῶν ζώων τούτων θὰ χρειασθῶσι περίπου 50,000,000 δραχμῶν εἰς χρυσόν. Ἐν τῷ τόπῳ μας ἐντοσούτῳ ὑπάρχει ὁ ἀριθμὸς τῶν ζώων, διότι βλέπω ἀναγεγραμμένον εἰς πίνακα, ὑποβληθέντα καὶ ἐμφαίνοντα τὸ εἶδος καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν φορολογηθέντων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ζώων, ὅτι κατὰ τὸ 1894 ἐδηλώθησαν 87,153 ἵπποι καὶ 48,199 ἡμίονοι. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἵπποι αὐτοὶ καὶ οἱ ἡμίονοι, ὡς ἐκ τῆς γενεᾶς αὐτῶν, δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἑπομένως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς γενεᾶς αὐτῶν. Δύο συστήματα ὑπάρχουσι βελτιώσεως. Εἶναι τὸ σύστημα τῶν ἱπποφορβείων, τὸ ὁποῖον εἶναι σύστημα πολυδάπανον καὶ ἀπαιτεῖ πολὺν χρόνον, καὶ τὸ σύστημα τῶν σταθμῶν τῶν ἐπιβητόρων, τὸ ὁποῖον, συνδυαζόμενον μετὰ τοῦ συστήματος τῶν γεωργικῶν σταθμῶν, δύναται νὰ ᾖναι οἰκονομικώτερον καὶ νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλην ὠφέλειαν. Διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ χορηγῇ τὴν ἐτησίαν ἱππωνείαν τοῦ στρατοῦ, ἐκ τῆς ὁποίας τὸ Κράτος δύναται νὰ ἔχῃ μέγα κέρδος, θ’ ἀναπτυχθῇ καὶ μία παραγωγὴ ἐν τῷ τόπῳ. Τὸ σύνολον δὲ τῶν οἰκονομιῶν τούτων δύναται νὰ ἀνέλθῃ περίπου εἰς 1,450,000 δραχμῶν. Ἐν τῷ κλάδῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἡ μόνη οἰκονομία, τὴν ὁποίαν δύναταί τις προχείρως νὰ προτείνῃ, εἶναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φάρων καὶ φανῶν. Δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐμμίσθων φυλάκων διὰ ναυτῶν, ἑκάστου τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη εἶναι πολὺ μικροτέρα τῆς μισθοδοσίας τῆς διδομένης εἰς ἕκαστον τῶν φανοφυλάκων. Τὸ ναυτικὸν ἔχει βεβαίως ἀνάγκην πολλῆς ἐργασίας πρὸς διοργάνωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν καὶ κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα τοῦτο.

§225ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης σχετίζονται στενώτατα μετὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι ἄρτιος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν ἤδη νὰ γείνῃ συζήτησις, καθόσον δὲν ὑπάρχει καιρὸς πρὸς τοιαύτην, πολλῷ δ’ ἧττον πρὸς λῆψιν ὁριστικῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Περὶ τοῦ ἀναδιοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ θὰ ληφθῇ μέριμνα κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον, μετὰ ἐπισταμένην μελέτην, καθόσον εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον πρέπει νὰ βασίζηται ἐπὶ τῆς συγχρόνου τακτικῆς, ἀλλ’ ἰδίως καὶ ἐπὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ ἡ χώρα, καὶ ἐν μέρει ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων. Ἑπομένως, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπῃ τις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τώρα, νομίζω ὅτι εἶναι πρόωρον, καὶ χρήσιμον μᾶλλον πρὸς κατανάλωσιν χρόνου.

§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον,

§227Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀνέρχομαι, Κύριοι, τὸ βῆμα, οὐχὶ ἵνα κατὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Σιμόπουλον ψάλω τὸ τροπάριον τῆς Κασσιανῆς, ἀλλ’ ἵνα ἐκφωνήσω τὸν ἐπικήδειον καὶ ἐπιτάφιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου. Θὰ ἐκφωνήσω τὸν ἐπικήδειον τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, καθόσον εὐελπιστῶ, ὅτι ὅμοιον τούτου δὲν θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ μέλλον, ἤτοι προϋπολογισμὸν ἐρειδόμενον ἐπὶ τῶν αὐτῶν φορολογικῶν ὅρων τῶν τε ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων· εὐελπιστῶ ὅτι μετ’ ὀλίγον χρόνον τὰ πράγματα θέλουσιν ἀλλάξει καὶ ὅτι νέον σύστημα προϋπολογισμοῦ θέλει ἐγκαθιδρυθῆ, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει ἔχει πολυσέλιδους καὶ δυσνοήτους λεπτομερείας προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἀδύνατον εἶναι οἱοσδήποτε τῶν κ. Βουλευτῶν εὐκόλως καὶ ἄνευ μακρᾶς μελέτης νὰ κατανοήσῃ, ἀλλὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἴχομεν πρὸ ὀλίγων δεκαετηρίδων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κατανοητοὶ εἰς πάντα Βουλευτήν. Θὰ ἀποδείξω δὲ διὰ τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, πόσον περιπεπλεγμένα εἶναι τὰ διάφορα ἄρθρα καὶ κεφάλαια, καὶ τόσον, ὥστε λίαν δυσκατάληπτα κατήντησαν. Ἐπίστευον ὅτι ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἤθελε συντελέσει εἰς τὸ νὰ καλύψωμεν τὰς ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος, καὶ δὲν ἤθελε δώσει εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴν νὰ ἐκτείνωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον...

§228ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βλέπετε ὅτι μόλις εἴμεθα τριάκοντα Βουλευταὶ ἐνταῦθα, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ μίαν ὥραν· διότι καὶ πρὸς τὸν ἀγορεύοντα εἶναι ἓν εἶδος περιφρονήσεως καὶ πρὸς τὴν Βουλήν.

§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 9 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.)

§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§231Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὀφείλομεν, Κύριοι, ὡς προεῖπον, νὰ ψάλωμεν τὸν ἐπικήδειον τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ, λέγω δὲ τοῦτο, διότι εὐελπιστῶ, ὅτι ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους δὲν θὰ παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις ἄλλον προϋπολογισμόν· ἀλλὰ ἡ νῦν Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ὑπείκουσα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ πάντα κανονίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων φορολογικῶν νόμων καὶ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτων ὤφειλε νὰ καταρτίσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Εὐελπιστῶ ὅτι δὲν θὰ παρουσιάσῃ ἄλλον ὅμοιον προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἀνυψοῦτο ὑπὸ τῶν μελῶν καὶ τῶν ἐθελοτυφλούντων φίλων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὥς τι τέλειον καὶ δυσκατάληπτον, ἀλλ’ ὅτι θὰ παρουσιάσῃ προϋπολογισμὸν καθαρὸν, σαφῆ καὶ εὔληπτον. Ἐὰν, κύριοι συνάδελφοι, θελήσητε νὰ ἐλέγξητε τὰς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι προσαρτῶνται εἰς τοὺς διαφόρους προϋπολογισμοὺς τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, θέλετε ἴδει μετ’ ἐκπλήξεως, ὅτι τὰ πάντα εἶναι σφαλερά. Ἐὰν θελήσητε νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα μόνον ἐπὶ τοῦ πρώτου πίνακος, τοῦ κανονίζοντος τὰ δάνεια, πρὸς τὸν πίνακα ὁ ὁποῖος κανονίζει τοὺς πληρονομένους τόκους ἀπέναντι τῶν διαφόρων δανείων, θέλετε εὕρει διαφορὰς μεγίστας. Αἱ μέγισται αὗται διαφοραὶ καταδεικνύουσι τρανῶς καὶ πασιφανῶς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ προϋπολογισμὸς ἀληθής. Ἐπεζήτουν διὰ τῶν ἐπισυναπτομένων διαφόρων πινάκων, διὰ τῶν διαφόρων περιπλοκῶν νὰ φέρωσι τὸν μελετῶντα τὸν προϋπολογισμὸν εἰς σύγχυσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ἐννοῇ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο ἀντικείμενον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λυποῦμαι διότι ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Παρνασσίδος ἀπουσιάζει τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει ἐμέ· ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἐπίστευον ὅτι, ἀνελθὼν τὸ βῆμα, ἤθελε πλέξει τὸν πανηγυρικὸν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἤθελε προσπαθήσει νὰ δικαιολογήσῃ, κατὰ τὸ ἐφικτὸν, τὰς κατ’ αὐτῆς αἰτιάσεις. Δυστυχῶς ὅμως ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος ἠκολούθησε τὸ αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθει πάντοτε, τὸ σύστημα τῆς παρενθέσεως ἀριθμῶν ἐπὶ ἀριθμῶν, ἀκαταλήπτων ὅλως εἰς τοὺς ἀκούοντας, ἀντὶ δὲ νὰ ἐξετάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὴν οἰκονομολογικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, τὸν ἐξήτασεν ὑπὸ λογιστικὴν ἔποψιν. Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὁμιλῶν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐξεθείαζε τὴν ἐπάρκειαν καὶ τὰ πλεονάσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν εἶχον εἰσέλθει εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους τὰ χρήματα τοῦ καταργηθέντος εὐεργετικοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰσῆλθον 5½ ἕως 6 ἑκατομμύρια σχεδὸν κατ’ ἔτος εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, καὶ ἑπομένως καὶ τὰ ἔσοδα κατ’ ἴσον ποσὸν ηὔξησαν. Ἐνῷ δὲ σήμερον, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ Δεκεμβρίου 1893, ἐμειώθησαν οἱ τόκοι τῶν πρὸς τοὺς δανειστάς μας ὑποχρεώσεων εἰς 30%, σήμερον, λέγω, ἀνέρχεται τὸ βῆμα ὁ κ. Σιμόπουλος καὶ τί ἰσχυρίζεται; ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ! Δὲν ὑπάρχει σήμερον ἰσοζύγιον, καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι ὑπῆρχε τότε, ὅτε ἐπληρόνομεν εἰς τὸ ἄρτιον τοὺς τόκους τῶν χρεῶν ἡμῶν. Ἰδοὺ ἡ λογικὴ, μὲ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνων, ἰδοὺ ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθουν! Ἐψεύδοντο ἀπέναντι ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ προσεπάθουν νὰ ἐξαπατήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι εἶχε πλεονάσματα· σήμερον δὲ, μετά τε τὴν μείωσιν τῶν τόκων καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων διὰ τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, παρέρχονται οἱ ἴδιοι ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ προσπαθοῦσι ν’ ἀποδείξωσιν ἀνερυθριάστως, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ! Ἵνα κατανοήσῃ ἥ τε Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὤθησε τὸ Κράτος ὁ πρώην Βουλευτὴς Μεσολογγίου κατὰ τὸ δεκαετὲς διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρω ἀριθμούς τινας, δεικνύοντας τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, καὶ τὴν φορολογίαν αὐτοῦ κατ’ ἄτομον. Κατὰ τὸ ἔτος 1845, ἐπὶ τοῦ τότε πληθυσμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀνελόγουν εἰς ἕκαστον ἄτομον δραχ. 18,11. Κατὰ τὸ ἔτος 1861 ἡ κατ’ ἄτομον ἀναλογία ἀνῆλθεν εἰς δρ. 22,84. Κατὰ τὸ ἔτος 1865, ὅτε προσηρτήθη ἡ Ἑπτάνησος, τὸ ποσὸν τοῦτο κατῆλθεν εἰς δρ. 20,20 κατ’ ἄτομον. Κατὰ τὸ ἔτος 1882, ὅτε προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία, ἀνῆλθε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 38,94. Κατὰ δὲ τὸ 1891 ἀνεβιβάσθη ἡ ἀναλογία εἰς τὸ οὐκ εὐκαταφρόνητον κατ’ ἄτομον ποσὸν τῶν δρ. 43,90. Ἐντὸς 45 λοιπὸν ἐτῶν σχεδὸν ἐτριπλασιάσθη ἡ κατ’ ἄτομον φορολογία. Ἀλλ’ ἤδη ἂς ἴδωμεν καὶ τίνας ὑποχρεώσεις εἶχε τὸ Κράτος κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Παραλείπων τὰ πρὸ εἰκοσαετίας ἔτη, ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1876, καθ’ ὃ ἐπληρώθησαν διὰ τόκους 6,435,499. Κατὰ τὸ 1878 δρ. 9,141,955. Κατὰ τὸ 1880 δρ. 19,589,572. Κατὰ τὸ 1883 δραχμαὶ 23,114,571. Κατὰ τὸ 1884 δρ. 24,685,822. Κατὰ τὸ 1885 δραχ. 30,384,666. Τέλος δὲ κατὰ τὸ 1892 δραχμαὶ 36,360,344. Μὲ τοιαῦτα λοιπὸν ἅλματα ἔβαινον αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς, ἕνεκα τῶν κατ’ ἔτος συνομολογουμένων δανείων. Ἀλλὰ δὲν ἤρκει αὐτὸ, κύριοι συνάδελφοι. Εἰς ἐπίμετρον διέπραξαν καὶ ἄλλο ἀνοσιούργημα κατὰ τοῦ ἔθνους οἱ ἐπαγγελλόμενοι ὅτι ἤθελον διαῤῥυθμίσει τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Κατώρθωσαν νὰ μεταβάλωσι τοὺς κανόνας αὐτοὺς τῆς οἰκονομολογίας, διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἤθελον νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸ ἔθνος, κατώρθωσαν, λέγω, νὰ μεταβάλωστι τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν δάνεια εἰς ἐξωτερικά. Κατὰ τὸ 1880 εἴχομεν ὑποχρεώσεις εἰς χρυσὸν 10,000,000 περίπου, καὶ εἰς χαρτονόμ. 14,345,032. Τὸ 1892 ἀνεβιβάσαμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας εἰς χρυσὸν εἰς 23,603,267, δηλ. πλέον τοῦ διπλασίου. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι καταδεικνύουσι τὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον ἐνόουν νὰ διοικήσωσι τὸ ἔθνος. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Παρνασσίδος παρέλειψεν ἐπὶ πλέον νὰ δικαιολογήσῃ, τί ἐγένοντο τὰ 60–70 ἑκατομμύρια τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ποῖα ἔργα ἐξετελέσθησαν, ἀφοῦ τὰ τῶν ἡμιτελῶν σιδηροδρόμων δι’ ἐπαχθῶν λίαν δανείων, ὧν ἐπελήφθη ὁ πρώην ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, πάντες γνωρίζομεν, ποίαν ἐπήνεγκον βελτίωσιν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἂν δι’ αὐτῶν ἀνεπτύχθησαν οἱ πόροι τῆς χώρας, καὶ ἂν γαῖαι ἀκαλλιέργητοι ἐκαλλιεργήθησαν καὶ προϊόντα εὑρισκόμενα εἰς τὰ ἐνδότερα μετηνέχθησαν εἰς τὰ παράλια, καὶ οὕτω μετέβαλον τὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Παρέλειψεν ἐπίσης ὁ κ. συνάδελφος νὰ μᾶς εἴπῃ, ὑπὸ ποίας ὡραίας συνθήκας κατηρτίσθησαν αἱ συμβάσεις περὶ ἐκτελέσεως τῶν σιδηροδρόμων. Δυστυχῶς δύο γραμμαὶ σιδηροδρομικαὶ ἤρχισαν, αἱ τῶν Μύλων–Καλαμῶν καὶ Πειραιῶς–Λαρίσης, τρίτη δὲ ἡ τοῦ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, ἡ δοθεῖσα εἰς χρῆσιν, ἀλλ’ ἥτις εἰς οὐδὲν ἐχρησίμευσεν, οὐδὲ θέλει χρησιμεύσει, οὐδὲν δὲ κενὸν ἐπλήρωσεν, ἀφοῦ ἀρίστη ἁμαξιτὸς συνέδεε τὰς δύο πόλεις. Ὁ ἐκ Τριχωνίας κ. συνάδελφος δύναται νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν μετὰ πόσης ἀκριβείας, στερεότητος καὶ τέχνης ἐξετελέσθη ὁ σιδηρόδρομος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰς ἑκάστην τοῦ χειμῶνος βροχερὰν περίοδον διακόπτει τὴν συγκοινωνίαν του, ἕνεκεν πολλῶν αἰτίων, ἰδίᾳ δὲ τῆς καταῤῥεύσεως ἀδικαιολογήτων καὶ κακῶς λίαν ἐκτελεσθέντων ἐπιχωμάτων, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἐμελετήθησαν παρὰ τῶν σοφῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, τοὺς ὁποίους μετεκαλέσαντο ἐνταῦθα, ἵνα μάθωσιν εἰς τὴν ῥάχιν μας καὶ μὲ τὸ αἷμα τῆς καρδίας τοῦ Ἕλληνος ἐργάτου τὰ καθήκοντα τοῦ μηχανικοῦ.

§232ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν εὐθύνεται ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἐπὶ ταῖς πράξεσι τῆς τότε Κυβερνήσεως.

§233Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἦτο ὁ τότε ἐξηγῶν καὶ διερμηνεύων τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξηκολούθει ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, καὶ ἐπιδεικνύων οὐ μόνον ἰσοζύγια, ἀλλὰ καὶ περισσεύματα, καὶ προσπαθῶν νὰ παραπείσῃ τὸ πνεῦμα τοῦ λαοῦ, ὅπερ καὶ κατώρθωσε, καὶ ὅστις ἐξύμνει τὰς πράξεις της, τὰς συμβάσεις της καὶ τὰ ἔργα της, ἅτινα ἔφερον ἤδη τὸ ἔθνος εἰς τὸ βάραθρον. Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος διὰ τῶν ἐκθέσεών του καὶ τῶν ἀγορεύσεών του ἔπειθε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι πράγματι εἴχομεν περισσεύματα, καὶ εἰς τὰς ἐπιθέσεις ὅλων τῶν τότε ἀντιπολιτευομένων ἀντεπεξήρχετο μετὰ τοῦ σθένους ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου προσπαθεῖ ἀείποτε νὰ πείσῃ καὶ μεταπείσῃ τοὺς ἀντιῤῥονοῦντας, ὅτι πράγματι εἴχομεν περισσεύματα· ἑπομένως ἕκαστος διὰ τῶν λόγων του καὶ διὰ τῶν πράξεών του φέρει, ἄλλος μὲν τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, ἄλλος δὲ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην. Ἐάν τις συμπράττῃ καὶ συνεργάζηται πρός τινα Κυβέρνησιν, εἶναι ἠθικῶς συνυπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις αὐτῆς. Ἑπομένως τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Παρνασσίδος ὄχι μόνον ἐγώ, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὀφείλει ν’ ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης. Ἴσως δὲν ἔχει τὴν ποινικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἐνοχὴν, ἀλλ’ ἔχει τὴν ἠθικὴν τὴν ἠθικὴν δὲ εὐθύνην θεωρῶ πολὺ ὑπερτέραν τῆς πραγματικῆς εὐθύνης. Ἐπελήφθησαν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν καὶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ 1890, ὅτε τὸ πρῶτον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὕψωσα στεντορείαν τὴν φωνὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διαμαρτυρόμενος κατὰ τῶν πράξεων ἐκείνων, διότι δυστυχῶς οὐ μόνον προεῖδον, ἀλλὰ καὶ προεῖπον τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν. Πολλοί, οἵτινες μὲ ἤκουσαν τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατακοπτόμενον καὶ διαμαρτυρόμενον, μὲ ἐκάκιζον. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἐπῆλθε τὸ μοιραῖον τέλος τοῦ σιδηροδρόμου, ἦλθον οἱ συνάδελφοι καὶ μὲ συνέχαιρον, λυπούμενοι καὶ αὐτοὶ καί τινες ἴσως αὐτῶν πλειότερον ἐμοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ φθάσῃ εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασε, διότι τὰ πάντα εἶχον προετοιμασθῆ καταλλήλως, ὥστε ὁ σιδηρόδρομος ἐκεῖνος νὰ λάβῃ τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, καὶ σήμερον τὸ ἔθνος νὰ ἦναι ὑποχρεωμένον εἰς νέας πληρωμὰς καὶ ἀποζημιώσεις, καὶ ἐπὶ πλέον ἡ γραμμὴ αὕτη νὰ διακοπῇ ἐπὶ πενταετίαν ὅλην. Ἐπανῆλθον εἰς τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τριετίαν ὁλόκληρον, ἀλλὰ οὐδὲν κατώρθωσαν νὰ φέρωσιν εἰς πέρας. Ὅ,τι δὲ ἔπραξαν διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, τὸ αὐτὸ ἔπραξαν καὶ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἀλλὰ δὲν ἔπραξαν τοῦτο μόνον, ἔπραξαν καί τι ἄλλο· ἐγνώριζον λίαν καλῶς, ὁποία τις δαπάνη ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Ἡ γραμμὴ αὕτη ἦτο κατὰ τὴν σύμβασιν μήκους 345,000 μέτρων· πρὸς 140 φρ. τὸ χιλιόμετρον, ἔφερον δαπάνην 48,300,000 φράγκων· αἱ δὲ διακλαδώσεις μέχρι 45 χιλιομέτρων, πρὸς 90 χιλιάδας κατὰ χιλιόμετρον, φέρουσι δαπάνην φράγκων 4,050,000. Κύριοι, τὸ δάνειον αὐτὸ ἐγένετο διὰ νὰ πληρωθῶσιν εἰς τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα οἱ μεσολαβοῦντες τόκοι. Εἶπον ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφος δὲν θέλει ὑπολογίσει τοὺς τόκους εἰς 38–40 ἑκατομμύρια διὰ τὸν χρόνον τῆς κατασκευῆς, ὁ ὁποῖος ἦτο προωρισμένος διὰ τὸ τριετὲς διάστημα· ἂν δὲ ἀπαιτῶνται ἄλλαι τινὲς δαπάναι, αὐταὶ εἶναι ἄλλου λόγου. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθησαν εἰς ὅλα ταῦτα. Τὴν ἀστοργίαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν, ἡ μητρυιὰ πρὸς τὰ τέκνα της κατὰ τὴν σπατάλην τῶν 60 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησεν ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1890, τὴν αὐτὴν ἀγάπην τῆς μητρυιᾶς ἐξηκολούθησε πρὸς τὰ διάφορα μέρη. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπ’ ἐσχάτων ὑποβληθέντα κατάλογον τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων· δυστυχῶς ὁ κατάλογος οὗτος δὲν φέρει χρονολογίαν οὔτε ἐνάρξεως, οὔτε τέλους. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ὁ κατάλογος αὐτὸς περιλαμβάνει τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας μέχρι τῆς σήμερον. Κατ’ αὐτὸν τὸν κατάλογον λοιπόν, ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν δραχ. 8,058,173, διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν 1,167,294, καὶ διὰ τὴν δημοτικὴν 353,000.

§234ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐντὸς πόσου χρονικοῦ διαστήματος;

§235Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄγνωστον· δὲν φαίνεται.

§236ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε δὲν ἔχει ἔννοιαν.

§237Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἔχει τὴν ἔννοιάν του,—μὴ σπεύδετε, θὰ φθάσω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα·—εἰς οἱονδήποτε χρονικὸν διάστημα καὶ ἂν ἐδαπανήθησαν, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐδαπανήθησαν τὰ ποσὰ αὐτά. Τί δὲ ἐδαπανήθη; Ἐδαπανήθη διὰ μὲν τὸν νομὸν Λαρίσης ποσὸν δρ. 264,881, διὰ δὲ τὸν νομὸν Τρικκάλων 292,157 ἐκ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ ὁ μὲν νομὸς Λαρίσης ἀποτελεῖ ὡς ἔγγιστα τὸ 1/13 τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος· ἑπομένως αἱ διὰ τὸν νομὸν τοῦτον, πρὸς ὃν ἡ Κυβέρνησις ἔχει πολὺ περισσοτέρας ὑποχρεώσεις (διὰ τε τὴν καλλιέργειαν τῶν σιτηρῶν, καὶ διότι εἶναι ἡ τελευταία τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ παράκειται τῇ μεθορίῳ γραμμῇ,) εἰς τὸ νὰ ἐκτελέσῃ ἔργα ὁδοποιΐας,—διότι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ φωνάζωμεν ὅλοι περὶ ὁδοποιΐας καὶ περὶ συγκοινωνίας, καὶ συγκοινωνίαν δὲν θὰ ἔχωμεν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν ὁδοποιΐαν,—διὰ τὸν νομὸν Λαρίσης, λέγω, ἀντὶ 619,859 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναλογοῦσιν εἰς αὐτὸν, ἐδαπάνησε μόνον 264,881· διὰ δὲ τὸν νομὸν Τρικκάλων, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ 1/15 τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ, ἀντὶ νὰ δαπανήσῃ δραχ. 537,211, ἐδαπάνησε 292,157 ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Ἔπειτα ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα διετίθεντο δι’ ἐπαρχιακὴν δαπάνην, ἐδαπανήθησαν, ὡς προεῖπον, 1,167,234 δραχ. Τί δὲ ἐδαπανήθη διὰ τὸν νομὸν Λαρίσης; Μηδὲν, κύριε Πρόεδρε! Τί δὲ ἐδαπανήθη διὰ τὸν νομὸν Τρικκάλων; Μηδὲν, κύριε Πρόεδρε!

§238ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὰ ἐπῆρεν ἡ Εὔβοια αὐτά.

§239Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἔρχομαι εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν. Διὰ ταύτην ἀνεγράφησαν δαπάναι δραχ. 382,213. Τί δὲ ἐδαπανήθη διὰ τὸν νομὸν Λαρίσης; Μηδέν! Τί ἐδαπανήθη διὰ τὸν νομὸν Τρικκάλων; 16,120 δραχμαί. Δὲν εἶναι μητρυιὰ τοιαύτη Κυβέρνησις, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὁποία πρὸς μὲν τὰ τέκνα αὐτῆς δίδει τὸν ἄρτον καὶ τὴν τροφὴν ἐν πλούτῳ καὶ εὐτυχίᾳ, τὰ δὲ ἄλλα ἀποστερεῖ, ἵνα ἀποθάνωσι τῆς πείνης; Μητρυιὰ ἀληθῶς, καὶ δι’ αὐτὸ καλῶς ἔπραξε καὶ ἡ Θεσσαλία, μαυρίσασα τοὺς ὑποψηφίους Τρικουπικούς. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ποῖα εἶναι τὰ φιλόστοργα τέκνα, τὰ τέκνα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤνοιξε τὰς ἀγκάλας καὶ τὰ περιέθαλψεν. Εἰς τὸν νομὸν Εὐβοίας, ὁ ὁποῖος ἔχει 103,000 ὡς ἔγγιστα κατοίκους, ἐδαπανήθησαν 856,055 δραχμαί.

§240ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἐπέτυχεν ὁ Βουδούρης.

§241Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι θὰ ἐνθυμοῦνται ἀγορεύσεις μου ἄλλας ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιίας, κατὰ τὰς ὁποίας κατεδείκνυον, ὅτι διὰ ὁδὸν ἐντελῶς ἄχρηστον, ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ σήμερον ἔτι οὐδὲ μία ἅμαξα κυκλοφορεῖ κατὰ μῆνα, ἐδαπανήθησαν 3½ ἑκατομμύρια· καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἀπὸ Χαλκίδος εἰς Ξηροχώριον.

§242Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἕως τὸ Μαντοῦδι.

§243Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὸν νομὸν Χαλκίδος, ὁ ὁποῖος ἔχει πληθυσμὸν 213,000 κατοίκων, ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ πληθυσμοῦ Λαρίσης, ἐδαπανήθησαν δραχ. 613,301.

§244ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Ἡ ὁδὸς ἔφθασε μὲν μέχρι τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἀλλ’ ἀπ’ ἐκεῖ ἡ Κυβέρνησις τῆς 3 Μαΐου, μόλις ἦλθε, διέταξε τὴν κατάπαυσιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἁγίας Ἄννης μέχρι Ξηροχωρίου, διὰ νὰ τιμωρήσῃ τὴν ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία τότε δὲν εἶχε Βουλευτὴν ἐμέ· ὥστε ἡ ὁδὸς ἐκείνη ἔμεινεν ὅπως ἦτο, ἀφοῦ ἐδαπανήθησαν πλέον τῶν 80,000 δραχμῶν.

§245Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ποῦ ἐσταμάτησε;

§246ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μέχρι τοῦ κτήματος τοῦ κ. Βουδούρη.

§247Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὸν νομὸν Μεσσηνίας, ἐπὶ πληθυσμοῦ 103,000 κατοίκων, ἤτοι περιέχοντος τὰ ¾ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ νομοῦ Λαρίσης, ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 1,001,703. Καὶ εἰς τὸν νομὸν Ἀρκαδίας, ἔχοντα πληθυσμὸν κατοίκων 148,000 μόνον, ἐδαπανήθησαν, ἐκτὸς τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, δραχ. 3,291,312.

§248ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν μᾶς λέγετε ὅμως καὶ τί εἰσφέρει ἕκαστος νομός.

§249Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε συνάδελφε, οἱ ἀριθμοὶ εἶναι οἱ ἀψευδέστεροι μάρτυρες. Ὡς ἔγγιστα, ἅμα ἔχητε τὸν πληθυσμὸν, ἔχετε καὶ τὰς εἰσφοράς. Αἱ διαφοραὶ εἶναι ἐλάχισται. Ἀλλ’ ὅταν ἔχητε ἕνα πληθυσμὸν 150,000 ἀπέναντι 250,000, δὲν ἠμπορεῖτε εἰς τὸν πληθυσμὸν τῶν 150,000 νὰ δώσητε δραχ. 3,300,000 ὡς ἔγγιστα, καὶ εἰς τὸν πληθυσμὸν τῆς Λαρίσης νὰ δώσητε μόνον 264,000.

§250ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἰσότης εἶναι.

§251ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι μέτρον, κύριε συνάδελφε, διότι ἡ Πελοπόννησος καθὼς καὶ ἡ Στερεὰ ἀπέκτησαν σιδηροδρόμους κατασκευασθέντας διὰ δανείων, τῶν δὲ δανείων αὐτῶν μετέχει ἐξ ἀναλογίας ἅπασα ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἤπειρος, πληρόνουσαι τοὺς τόκους καὶ ὑφιστάμεναι τὰ βάρη ἐξίσου, χωρὶς ὅμως ν’ ἀπολαμβάνωσιν οὔτε ὑπὸ ἐμπορικὴν οὔτε ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν.

§252ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἡ Θεσσαλία ἔχει σιδηρόδρομον.

§253Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ Θεσσαλία ὀμνύει εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κουμουνδούρου σήμερον, καὶ ὀφείλει νὰ ὀμνύῃ, διότι ἦτο ὁ μόνος ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος προὐνόησε νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὸν σιδηρόδρομον Βόλου–Λαρίσης, δι’ ἐλαχίστης δὲ ἀποζημιώσεως ν’ ἀποκτήσῃ τὸν ἕτερον σιδηρόδρομον μέχρι Καλαμπάκας. Ἐὰν δὲ, κύριε συνάδελφε, δὲν ἦτο ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς κατεσκευασμένος εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλοίμονον καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλοίμονον καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα!

§254ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Διατὶ τὸ λέγετε αὐτό;

§255Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Διατί; Διότι ἡ Θεσσαλία εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἡ τροφὸς, ἡ ὁποία τρέφει τὴν Ἑλλάδα. Μετὰ τοῦτο ἐπίστευον, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Παρνασσίδος θὰ μᾶς ἔλεγε τὰς βελτιώσεις, τὰς ὁποίας μετὰ τόσας καὶ τόσας δαπάνας, μετὰ τόσας καὶ τόσας ἐπαγγελίας, ἔφερον ἐπὶ τῶν δύο τῆς Ἑλλάδος μαστῶν τῶν δύο καὶ μόνον μαστῶν. Τί ἔπραξαν ὑπὲρ τῆς γεωργίας; τί δὲ ὑπὲρ τῆς κτηνοτροφίας; Ἐγκατέλειψαν καὶ τοὺς δύο τούτους μαστοὺς· ἐγκατέλειψαν καὶ τὴν μητέρα, ἥτις διέτρεφε τούτους, τὴν θάλασσαν, τὴν ναυτιλίαν. Ἡ ναυτιλία κατέῤῥευσεν, αἱ ἄλλοτε ἀνθοῦσαι νῆσοι τῆς Ὕδρας καὶ τῶν Σπετσῶν εὑρίσκονται ἐν πτωχείᾳ· τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, ἀντὶ νὰ εὕρωσι προστάτας εἰς τὰ διάφορα μέρη, εὗρον τοὺς μεγαλειτέρους ἐχθροὺς, καὶ οἱ μεγαλείτεροι οὗτοι ἐχθροὶ εἶναι —τὸ λέγω μετὰ λύπης —ὁ προξενικός μας κλάδος. Οἱ πρόξενοί μας εἶναι οἱ τύραννοι τῆς ναυτιλίας, οἱ πρόξενοί μας εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ προστατεύωσι, παραδίδουσι πολλάκις τοὺς ἄνδρας τῆς θαλάσσης, τοὺς ἐργάτας ἐκείνους, τοὺς παραδίδουσιν εἰς τὰς χεῖρας τῶν διαφόρων ἀρχῶν, χωρὶς νὰ τοὺς προστατεύσωσιν! Ἀκόμη σήμερον ἔχω ἐπιστολὰς ἐκ διαφόρων μερῶν τῆς Τουρκίας, αἱ ὁποῖαι διεκτραγῳδοῦσι τὴν κατάστασιν, ἕνεκα τῆς διαγωγῆς τῶν προξένων μας· εἶναι δὲ λυπηρὸν νὰ εὑρίσκεται τις εἰς θέσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι σύζυγος ὑποπροξένου ἐν χώρᾳ κατοικουμένῃ ὑπὸ Βουλγάρων τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, τοῦ νομοῦ Πύργου, ὁ ὁποῖος καλεῖται Βουργᾶς ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα τῆς μαίας! (αἴσθησις).

§256ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ διαφορετικὰ, τί θὰ κάμῃ;

§257Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς συγχαίρω, κύριε συνάδελφε, διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται, ὡς ἐκ τῆς θέσεως ἐδῶ, ὑπὸ τὴν ἀσπίδα, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ἅπαντες, νὰ εἴπω τι πλειότερον· θέτω φυλακὴν ἐν τῷ στόματί μου, καὶ ἀρκοῦμαι μόνον εἰς ὅ,τι εἶπον. Ἐπίστευον ὅτι ἤθελεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Παρνασσίδος ἀναπτύξει τὰ καλὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ δάνειον τὸ δωρεὰν, τὸ ὁποῖον ἐβρόντησεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἤθελεν ἐπιφέρει· ἀλλ’ ἐπροτίμησε νὰ τηρήσῃ σιγὴν ἰχθύος, παρὰ νὰ θίξῃ τὸν ὄφιν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἥσυχος καθίζει εἰς τὴν ψυχράν του θέσιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς εἶμαι ἐχθρὸς τῶν μονοπωλίων. Δὲν θέλω συμφωνήσει κατ’ οὐδὲν μὲ τὸν φίλον μου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτήν, οὔτε θέλω παραδεχθῆ τὰς ἀρχάς του. Χθὲς ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος ἐξῆρε τὰ μονοπώλια καὶ ἔλεγεν: «ἂς δώσωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, διὰ νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ καπνοῦ· μόνον διὰ τοῦ μέσου τούτου δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὴν ποιότητα, ἄλλως ἀπελπισία!» Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, καίτοι καταγόμενος ἐκ καπνοφόρου ἐπαρχίας, παραγούσης μάλιστα ἄριστον καπνόν, δὲν ἐπίστευον ποτὲ ὅτι ἤθελε διὰ τοιούτου τρόπου ζητήσει τὴν βελτίωσιν τῆς ποιότητος τοῦ καπνοῦ· ἐπίστευον μᾶλλον, ὅτι ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς ἤθελεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ζητήσει τὴν σύστασιν εἰδικῆς Σχολῆς, εἰδικοῦ σταθμοῦ γεωργικοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, μὲ ἐντολὴν νὰ ἐργασθῇ ὁ σταθμὸς οὗτος διὰ τὴν διάδοσιν καὶ βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐπιδειχθῶ, Κύριοι, οὔτε νὰ ἐπαναλάβω εἰς ὑμᾶς ποῖα εἶναι τὰ μέσα τῆς βελτιώσεως τοῦ καπνοῦ, οὔτε ποῖος πρέπει νὰ ἦναι ὁ τρόπος τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ. Ἓν γνωρίζω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἡ ποιότης τοῦ ἐδάφους εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία παράγει τὸν καλὸν καπνὸν, δὲν εἶναι ὁ σπόρος· γνωρίζω δὲ εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ὁ σπόρος, μεταφυτευόμενος εἰς ἄλλον τόπον, μεταβάλλεται τὸ δεύτερον ἔτος, καὶ πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ὁ πρῶτος σπόρος. Ὡς δεῖγμα δὲ φέρω, ὅτι καὶ ὁ σπόρος, τὸν ὁποῖον φέρουσιν ἐδῶ οἱ λαχανοπῶλαι διὰ τὰ ῥαπανάκια τὰ στρογγυλὰ, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε τὸ τρίτον ἔτος γίνονται μακρυὰ (γέλωτες). Διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν ἐντελῆ μεταβολὴν, σᾶς λέγω ὅτι καὶ ὁ σπόρος, τὸν ὁποῖον παράγουσιν αἱ μπάμιες τῶν Πατρῶν, ὅταν μεταφυτευθῇ ἐδῶ, μεταβάλλεται. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ σπόρος μόνον, δὲν εἶναι ὁ τρόπος τῆς καλλιεργείας, εἶναι ἰδίως τὸ ἔδαφος. Τὰ καπνὰ οὐχὶ τῆς Καβάλλας, ὡς λέγονται, ἀλλὰ τῆς Δράμας, τῆς Νζούτσας καὶ τῶν ἄλλων πλησιοχώρων μερῶν δὲν θὰ γείνωσι ποτὲ ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι δὲν ἔχομεν ἐδάφη ὅμοια, παράγοντα ὅμοιον καπνόν. Ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος ἀγνοεῖ, νομίζω, ὅτι οἱ ἐν Θεσσαλίᾳ καπνέμποροι ἐφρόντισαν νὰ μὴ ἀφήσωσι μονομερῶς τὸ ἐμπόριον εἰς χεῖρας τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καπνεμπόρων, ἀλλὰ, φίλεργοι καὶ φίλοι τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐμπορίου, ἐπεζήτησαν ὁδοὺς ἄλλας καταναλώσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ καπνοῦ, ἐζήτησαν τὴν εἰσαγωγὴν σιγαρέτων εἰς Ὁλλανδίαν· δύναμαι δὲ σήμερον νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι ἤρχισεν ἡ ἐκεῖ εἰσαγωγὴ, καὶ βαίνει αὐξάνουσα ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ. Δυστυχῶς, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὁ πρώην ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ὑπῆρξε τοσοῦτον προστάτης τῆς γεωργίας καὶ τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, ὥστε διὰ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ προταθέντος καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντος νόμου ΒΡΙΑʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1892 ὑποχρεοῖ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν πλοῦτον αὐτῶν κινδυνεύουσιν, οἱ ὁποῖοι τὰ χρήματά των ἐκθέτουσιν, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν ἀποστολῶν των διατρέχουσι τοὺς μεγαλειτέρους κινδύνους, νὰ χάσωσι καὶ τὰ χρήματά των, ὑποχρεοῖ, λέγω, τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ πληρόνωσι διὰ τὴν λῆψιν τῆς ἀδείας, τί νομίζετε; 1000 δραχμὰς τὸ ἔτος. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ἐκείνου ὁρίζει ὅτι, διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν ὁ καπνέμπορος καὶ διὰ μόνον ἓν ἔτος, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ χιλίας δραχμὰς, τὴν ἀξίαν τοῦ χαρτοσήμου, ἐφ’ οὗ θὰ γραφῇ ἡ ἄδεια! Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον αὐτό· ὑποχρεοῖ τοὺς αὐτοὺς ἐμπόρους, ὁ προστάτης τῆς γεωργίας καὶ τοῦ λαοῦ, ὡς ἐπηγγέλλετο τότε, ὑποχρεοῖ τὸν καπνέμπορον νὰ καταθέσῃ ὡς ἐγγύησιν 4,000 δραχμὰς, εἴτε εἰς χρήματα, εἴτε εἰς ὁμόλογα, ἀλλὰ τοῦτο, ἂν ζητήσῃ τὴν ἄδειαν διὰ καπνοκοπτήριον αʹ τάξεως. Ἀλλ’ ἂν ἐτόλμα αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ καπνέμπορος, νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ ἐργοστάσιον τῶν σιγαρέτων εἰς τὸ καπνοκοπτήριον τοῦ Ἁλμυροῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι βʹ τάξεως, θὰ ὑποχρεοῦτο, πολὺ λογικῶς, νὰ πληρώσῃ 2,000 φράγκα διὰ τὴν ἄδειαν καὶ 8,000 δι’ ἐγγύησιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ προστατευτικοὶ νόμοι τοῦ λαοῦ, τοὺς ὁποίους ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1892, ὅταν ἀφήρπασε τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν ὁ λαὸς, καὶ ἦλθε καὶ ἐγκατεστάθη ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ! Ὑπὸ τοιαύτας λοιπὸν συνθήκας, ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ ἡ γεωργία; εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν; Πρὸ ἡμερῶν ἔφερον τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς μού τινος ὡς πρὸς τοὺς ἀναγραφομένους τόκους τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων τοῦ «δωρεάν». Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἰς τὴν σελίδα 20, ἀναγράφεται ἐτήσιος τόκος ὁμολογιῶν 266,000—πρὸς φράγκα 20 ἑκάστη, ἤτοι δρ. 30 —τὸ ποσὸν τῶν δρ. 1,596,540, ἤτοι ὑπολογίζει τὴν ὕπαρξιν 266 χιλιάδων μετοχῶν. Τὸ δάνειον τοῦτο ἐξεδόθη διὰ τοῦ νόμου ΑΥΟΔʹ τῆς 28 Μαΐου 1887. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἑκάστη μετοχὴ ἐτιμήθη πρὸς 377 φράγκα, ἤτοι ἐπραγματοποιήθη πρὸ 67 καὶ 40%. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης τὸ δάνειον ἀπηρτίζετο ἐκ 270,000 μετοχῶν, αἵτινες ἔπρεπε νὰ ἐξοφληθῶσιν εἰς 75 ἔτη· ἤτοι ἔπρεπε νὰ ἐξοφλῶνται ἐτησίως 3,600 μετοχαί. Ἑπομένως ἀπὸ τοῦ 1887 ἕως τοῦ 1895 εἶναι 7 ἔτη· ὅθεν ἔδει νὰ ἦσαν ἐξωφλημέναι 25,000 μετοχαί.

§258ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεωλυσίας.

§259ΣΧΙΝΑΣ. Οὕτως ἐννοῶ ἐγὼ τὴν σύμβασιν, καὶ τοῦτ’ αὐτὸ δηλοῦται ἔν τε τῷ νόμῳ καὶ ἐν τῇ συμβάσει, συμφώνως τῇ ὁποίᾳ ἔδει νὰ ἔμενον ἤδη 244,800 μετοχαί, νῦν δὲ σημειοῦνται ἐπὶ πλέον 21,200. Ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, ἡ ὁποία ἀπήλαυσε τοῦ προνομίου (διότι, ὡς ποτε ἐλέχθη, μᾶς τὸ ἔκαμε δωρεὰν) νὰ ἔχῃ τὰ μονοπώλια τῶν πυρείων, τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τοῦ πετρελαίου, προσέθετο καὶ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος. Ἐκ μικροῦ βλέμματος, τὸ ὁποῖον ἔῤῥιψα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς τοῦ πίνακος τὸν ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὁ ὁποῖος ἐτυπώθη καὶ εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, συνάγω ὅτι ἡ καλοκάγαθος καὶ εὐεργετικὴ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων κατὰ τὰ ἔτη 1888 ἕως 1893, συμπεριλαμβανομένου, εἰσέπραξεν:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐκ παιγνιοχάρτων δρ.11,503,278.11
Ἐκ σιγαροχάρτου » 1,883,531.—
Ἐκ πυρείων » 4,901,122.85
ἤτοι τὸ ὅλον δρ.18,287,931.96

Ἔλαβε δὲ ἐκ τούτων 4%, ἤτοι 731,517.25. Ἐκ πωλήσεως πετρελαίου εἰσέπραξε δρ. 27.839,315.95, ἔλαβε δέ, πρὸς 8,25, δρ. 2,296,743.56. Ἐξ ἅλατος εἰσέπραξε δρ. 13,309,002.02, ἔλαβε δὲ τὸ ⅓, ἤτοι δρ. 4,436,334.01. Ἤτοι κατὰ τὸ εἰρημένον ἑξαετὲς διάστημα ἔλαβεν ὡς ποσοστὰ δραχ. 7,464,594.84, ἤτοι ἐτησίως κατὰ μέσον ὅρον 1,244,145.80. Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1895 θέλει λάβει ἡ πτωχὴ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἀπέναντι τῶν μεγάλων κόπων της 1,278,718. Θὰ παρατηρήσω ὅμως, ὅτι εἰς τὴν σελίδα 52 τοῦ προϋπολογισμοῦ, Κεφάλ. 2, δὲν ἀναγράφονται τὰ ποσοστὰ ταῦτα, ἢ ἐγώ, ὡς ἀδαής, δὲν ἠδυνήθην νὰ τὰ εὕρω. Εὗρον ὅμως εἰς τὸ Κεφάλαιον «πώλησις τοῦ σιγαροχάρτου» ἀντὶ προμηθείας 153,000 ἐγγεγραμμένας 2,000 δρ. Ἠρώτησα τοὺς ὁπωσοῦν γνωρίζοντας, (διότι κατήντησαν οἱ προϋπολογισμοὶ δυσκατανόητοι) καί μοὶ εἶπον, ὅτι τὰς δραχμὰς ταύτας λαμβάνουσιν οἱ ταμίαι διότι τὸ σιγαρόχαρτον, ἐρχόμενον ἐδῶ, σφραγίζεται παρὰ τῶν ἰδίων, καὶ παραδίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δι’ ἐξόδων της τὸ μεταφέρει εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τοῦ Κράτους. Ἤτοι εἰσπράττει ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἄνευ οὐδενὸς ἐξόδου ἀπὸ τὸ σιγαρόχαρτον 90 ἕως 95 χιλ. δραχμῶν. Ἐκ τῆς ἐτησίας πωλήσεως τῶν πετρελαίων εἰσπράττει ἐτησίως ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἄλλας 450 χιλιάδας, ὡς ἔγγιστα, αἵτινες προστίθενται εἰς τὰς 90 ἢ 95 χιλιάδας, τὰς ὁποίας εἰσπράττει ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ἔχομεν καὶ τὰ ἅλατα. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἐκθέτων τί γίνεται εἰς τὰς ἁλικὰς καὶ ἁλαταποθήκας. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κάμῃ μίαν ἐπιδρομὴν εἰς τὰς ἁλαταποθήκας, θέλει εὕρει ἓν λησταρχεῖον, ἐγκατεστημένον ἐκεῖ. Ἀρκεῖ νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὴν ἁλικὴν τοῦ Βόλου, καὶ ἐρωτήσῃ τί παρῆγε πρὶν καὶ τί παράγει σήμερον, καθὼς καὶ τί ἐδαπανᾶτο πρὶν καὶ τί δαπανᾶται σήμερον, καὶ θὰ μάθῃ, ὅτι ἐκεῖ τεκταίνονται μύρια ὅσα μεταξὺ τῶν ἐπιστατῶν καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Ἄς προέλθῃ ὁ θέλων νὰ μὲ διαψεύσῃ, διότι οὐδὲν λέγω πρὶν ἢ θέσω τὴν χεῖρά μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων. Ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων κατορθώνει διὰ τῶν ἰσολογισμῶν, τοὺς ὁποίους δημοσιεύει, νὰ παρουσιάζῃ ὡς καθαρὸν κέρδος της, ἡ πτωχή, 230,000 δρ., τὸ τελευταῖον ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνουν οἱ μεγάλοι εὐεργέται τοῦ ἔθνους, οἱ λαβόντες τοὺς Μεγαλοσταύρους, ἢ μᾶλλον ἐξαγοράσαντες αὐτοὺς διὰ τοῦ χρήματος, οὐκ οἶδα πῶς ἀποκτηθέντος, καὶ τοὺς ὁποίους οἱ μεγάλοι τοῦ ἔθνους ἀγωνισταί, οἱ σώσαντες τὸ ἔθνος, οὐδέποτε περιεβλήθησαν. Μόνον δ’ ἡ περίστασις αὕτη πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἵνα ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τῶν τενεκέδων αὐτῶν· νὰ καταργηθῶσι, λέγω, τὰ παράσημα, τὰ ὁποῖα διέφθειραν πολλοὺς καὶ τῶν ἔξω καὶ τῶν ἔσω, πολλοὶ δὲ ὕβρισαν τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ λάβωσι παράσημα! Ἀλλὰ, Κύριοι, τί δέον γενέσθαι; Θὰ μ’ ἐρωτήσῃ ἴσως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ ἐγώ: ὑπάγεται τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 εἰς τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου, ἢ ὄχι; Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν βλέπω, ὅτι καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ φέρουν εἰς τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ δάνειον ὑπάγεται εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, διατὶ ἐξακολουθεῖ ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων λῃστεύουσα τὸ ἔθνος; διατὶ διώκομεν τὸν ὀφειλέτην τῶν 5 δραχμῶν, καὶ δὲν συλλαμβάνομεν αὐτοὺς, τοὺς λῃστεύοντας καθ’ ἑκάστην καὶ λαὸν καὶ ἔθνος; Καὶ ἄλλοτε, εἰς τὰ 1890, ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς νῦν καὶ τότε Κυβερνήσεως τὴν ἀντικατάστασιν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος μοὶ ἔδειξε διὰ τοῦ δακτύλου τὴν ἀνάγκην χρήματος. Ἀπαντῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 8 τῆς συμβάσεως παρεῖχε καὶ παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ποσὸν δι’ ἑτέρας προσόδου τοῦ Κράτους· ἄπορον δὲ μοὶ φαίνεται, πῶς ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφος δὲν προέβη εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, ἀναδειχθεὶς τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἂς εὐαρεστηθῇ νὰ στρέψῃ τὸ βλέμμα—καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι μετὰ πολλῆς ζέσεως θέλει τὸ πράξει,—πρὸς τοὺς κυρίους μαστοὺς τῆς Ἑλλάδος, τὴν γεωργίαν καὶ κτηνοτροφίαν. Λέγω μαστοὺς, διότι οὕτω τοὺς ὠνόμασεν ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Ἑῤῥίκου Δʹ. M. Sully, εἰπὼν, ὅτι αὐτοὶ οἱ δύο μαστοὶ τρέφουν τὴν Γαλλίαν. Πρὸς αὐτοὺς πᾶσα Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ στρέφῃ τὰ βλέμματά της, οὐχὶ μόνον ἵνα μειωθῇ διαδοχικῶς ἡ ἐξαγωγὴ 28 ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς εἰσαγωγὴν σιτηρῶν, ἀλλ’ ἵνα ἐπέλθῃ καὶ βελτίωσίς τις εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἀγελῶν καὶ ποιμνίων, καὶ νὰ ἔχωμεν οὕτω κρέας ἀρίστης ποιότητος, δέρματα καὶ μαλλία κατάλληλα πρὸς ὑφαντουργίαν, συντελοῦντα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐργοστασίων. Ἄλλοτε, πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, κατήρχοντο εἰς Θεσσαλίαν καὶ παρεχείμαζον ποίμνια τῆς Βορείου Μακεδονίας, τὰ ὁποῖα εἶχον ἔριον καλλίστης ποιότητος. Τοῦ ἐρίου τούτου ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἵνα εὐδοκιμήσουν τὰ ἐριουργεῖα καὶ ἵνα δι’ ἰδίων ἐνδύωμεν καὶ ὑποδύωμεν τὸν στρατόν. Ἡ σύστασις ἐριουργείου ἐν Θεσσαλίᾳ θέλει φέρει μέγιστα ἀποτελέσματα, εἰς αὐτὸ δὲ δύνασθε νὰ ἀποσπάσητε τοὺς ἐλαφροποίνους καταδίκους, καὶ νὰ τοὺς καταστήσητε τεχνίτας ἡμέραν τινά.

§260ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἴχομεν ἄλλοτε.

§261ΣΧΙΝΑΣ. Ἄλλοτε, πρὸ τοῦ 1862, εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Παλαμηδίου κατεσκευάζοντο σκεπάσματα στρατιωτικά. Τὰ σκεπάσματα ταῦτα κατεσκευάζοντο ὑπὸ τῶν φυλακισμένων, καὶ ἡ διάρκεια αὐτῶν ὑπερέβαινε τὰ 15 ἔτη· μετεφέροντο παρὰ τὴν Λερναίαν Ὕδραν, καὶ ἐκεῖ ὑφίσταντο τὰ τῆς νεροτριβῆς, κατόπιν δὲ παρεδίδοντο εἰς χρῆσιν τοῦ στρατοῦ. Ἀπὸ τοῦ 1862 ἐξέλιπεν ἡ ἐργασία αὕτη, καὶ σήμερον λαμβάνομεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην σκεπάσματα, τὰ ὁποῖα μετὰ δύο ἔτη καθίστανται ἄχρηστα. Ἂν δὲ ζητήσητε τὴν κατάστασιν τῶν πωλουμένων ὡς ἀχρήστων, θὰ φρίξητε, διότι θὰ ἴδητε μέγιστον ἀριθμὸν ἀχρήστων καὶ ἐφθαρμένων, καὶ τοῦτο, διότι τὰ περισσότερα τῶν μαλλίων, ἐξ ὧν κατασκευάζονται, εἶναι ταμβακόμαλλα, ἤτοι ἐκ τῶν μαλλίων, τὰ ὁποῖα κουρεύονται ἀπὸ τὰ δέρματα τῆς βυρσοδεψίας, ἀφοῦ ὑποστοῦν τὴν πάθησιν τῆς ἀσβέστου, καὶ ἐντεῦθεν γίνονται καὶ ἄγρια, καὶ πρὸς αὐτὰ ὁ σκόρος βαίνει γοργῷ τῷ βήματι. Δι’ αὐτὸ, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας καταβάλλουν πολλοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ συντηρήσωσιν. Ἐκτὸς δὲ τούτων, ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως εὑρισκόμεθα ἐστερημένοι σκεπασμάτων καὶ ὑποδήσεως καὶ ἐνδυμάτων. Ἂν δὲ ὑπολογίσητε, ὅτι ἕκαστος στρατιώτης στοιχίζει ἑκατὸν δραχμὰς κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἐπὶ 20,000 στρατιωτῶν ὑπολογίσατε τί ποσὸν θέλετε, καὶ τί κέρδος θὰ ἔχητε. Ἐπὶ σπουδαίου ἑτέρου ἀντικειμένου θέλω φέρει τὸν λόγον, ἤτοι ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅσοι ἦσθε ἐνταῦθα καὶ κατὰ τὸ 1890, ἐνθυμεῖσθε τοὺς συγκριτικοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον πρὸς ὑμᾶς, (καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι δημοσιευμένοι ἐν τοῖς παραρτήμασι τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης) δι’ ὧν κατεδείκνυον ποῖος ὁ λόγος τῶν μισθοδοσιῶν πρὸς τὰς δαπάνας κατὰ τὸ 1878 καὶ 1890. Ἐκ τῶν πινάκων ἐκείνων καταδεικνύεται, ὅτι εἰς τὰ 1878, ἤτοι τὸ τελευταῖον ἔτος, καθ’ ὃ τὰ δημόσια ἔργα ἀνῆκον εἰς τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ καὶ ἐξετελοῦντο ἅπαντα διὰ τῶν 76 ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀνελόγει δαπάνη 5,91%. Βεβαίως κατόπιν τὰ ἔργα ηὔξησαν, καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἔργων ηὔξησε καὶ ἡ δαπάνη, ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν δαπάνη, κ. συνάδελφοι, βαίνει ἀντιθέτως. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἂν κατάστημά τι κάμῃ τὸ ἔτος τοῦτο, ὡς λέγουσιν, ἐργασίας ἢ γῦρον 100,000 δραχμῶν, ἐδαπάνησε π. χ. 5,000 ἤτοι ἔρχεται 5% ἂν τὸ αὐτὸ κατάστημα κάμῃ γῦρον 200,000 δραχμῶν, θὰ δαπανήσῃ περισσότερα 7 ἢ 8 χιλιάδας· ἀλλὰ τότε ἡ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν δαπάνη θὰ γείνῃ 4· καὶ ἂν 300,000, ἡ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν δαπάνη θὰ γείνῃ 3. Τότε δὲ διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν καταστάσεων κατέδειξα, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ, ἀνῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 25,48%. Ἐπέστησα δὲ τότε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία εἰσέτι μέριμνα ἐλήφθη. Ἀλλ’ ἂς ῥίψωμεν καὶ ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ὑποβαλλομένου προϋπολογισμοῦ. Μολονότι συνδέομαι μεγάλως μεθ’ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἀποτελούντων τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ, ἐν τούτοις φρονῶ, ὅτι ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρέπει νὰ λέγηται. Τούτου ἕνεκα θὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι κατὰ τὸ κεφάλ. 10 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄρθρ. 1–9, τὸ κεφ. 15. ἐδ. 2, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ τῶν ὁδοστατῶν, καὶ τὸ κεφ. 20, ἐδάφ. 1, 2 καὶ 3, αἱ ὁλικαὶ δαπάναι τῶν μισθοδοσιῶν ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 1,764,650· ἀλλὰ τίνα ἔργα θὰ ἐκτελεσθῶσι δι’ αὐτῶν; Σημειοῦνται ταῦτα εἰς τὸ κεφάλαιον 10, ἄρθρ. 10 κτλ. ἐν ὅλῳ δρ. 2,154,000 ἐφέτος· λοιπὸν τῶν ἔργων ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 2,154,000, αἱ δὲ μισθοδοσίαι εἰς δραχ. 1,764,650, ὑπολογιζομένου εἰς ταύτας καὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ὁδοστατῶν, ἔρχονται δὲ διὰ τῆς συγκρίσεως ταύτης εἰς 82%. Αὐτὴ εἶναι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προκαλέσῃ πολὺ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον διὰ τῆς κατατμήσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ὑπεδείκνυον εἰς τὴν συζήτησιν ἄλλων νομοσχεδίων, νὰ αὐξάνωμεν τὰς δαπάνας· φρονῶ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ αὐτὸ ἄτομον, ὅπως ἐγίνετο ἄλλοτε, δύναται πολλὰς ὑπηρεσίας νὰ ἐκτελῇ. Ἐγὼ εἶχον τὰ ἔργα τοῦ τότε ἀναπτυσσομένου λιμένος τοῦ Πειραιῶς, εἶχον τὰ ὑδραυλικὰ, εἶχον τὸ νοσοκομεῖον, τὸ χρηματιστήριον, τὴν ἐκκλησίαν, τὸν λιμένα Σπετσῶν, καὶ ἤμην μόνος· ἐκτὸς δὲ τούτου, εἶχον τὰ ἔργα τῶν στρατώνων, καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐλάμβανον καὶ διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰ ἐξετέλουν δὲ μόνος μου, ἄνευ ἐργοδηγοῦ, ἄνευ βοηθοῦ. Σήμερον εἶναι εἰς τὸν Πειραιᾶ τρεῖς γεωμέτραι πρώτης τάξεως, καὶ τί κάμνουν; Τίποτε! Διότι τὰ μὲν οἰκόπεδα ἀνήκουσιν εἰς δύο κατηγορίας, (τὰ μὲν τῆς ὑδραϊκῆς συνοικίας, τὰ δὲ τῆς χιακῆς) εἶναι δὲ ὅλα διανεμημένα, ὅλα ἐπωλήθησαν, καὶ ποῦ καὶ ποῦ παρουσιάζεται ἀνάγκη καταμετρήσεως. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐργοδηγῶν, εἶπον ὅτι ἐν τῇ ἐποχῇ τῇ ἰδικῇ μας ἦσαν 76 μηχανικοὶ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἐκτὸς τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐνῷ εἴχομεν ὅλας τὰς ἐργασίας, τότε ἦσαν μόνον 26 γεωμέτραι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, σήμερον δὲ 51! Βεβαίως, Κύριοι, πρέπει νὰ γείνῃ ἐγχείρισις, ἀκρωτηριασμὸς, πρέπει νὰ κόψωμεν ἓν πόδι, διὰ νὰ σώσωμεν τὸ σῶμα! Ἢ λάβετε τὴν μάχαιραν νὰ ἐγχειρίσητε, ἢ ἄλλως μὴ τολμᾶτε νὰ ξύητε μόνον τὴν πληγὴν, καὶ νὰ τὴν ἀφίνετε βόσκουσαν ὑπὸ τὰς σάρκας καὶ καταβιβρώσκουσαν τὸ σῶμα (συγκίνησις ἐν τῇ αἰθούσῃ).

§262ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δι’ ὄνομα Θεοῦ! ποῦ ἠκούσθη ἡ δαπάνη τῆς συντηρήσεως τοῦ προσωπικοῦ πρὸς συντήρησιν καὶ κατασκευὴν δημοσίων ἔργων νὰ φθάνῃ τὴν ἀξίαν αὐτῶν τῶν ἔργων!

§263Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδειξε μεγάλην στοργὴν διὰ τὴν προστασίαν τῆς γεωργίας, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὑπάρχει στάδιον λίαν καλὸν καὶ μέγα, ἵνα προσελκύσῃ τὴν προσοχήν του. Ἂν, κύριοι συνάδελφοι, ῥίψητε ἓν μικρὸν βλέμμα, διαβατικὸν, ἐπὶ μερικῶν κτιρίων, κατεσπαρμένων εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ καταγώγια πάσης διαφθορᾶς καὶ κακίας, καὶ ἀπὸ τοῦ ἐπιστυλίου τῶν ὁποίων διεγράφη ἡ λέξις τοῦ μεγάλου τῆς ἀνθρωπότητος Σωτῆρος «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», καὶ ἀντεκατεστάθη διὰ τοῦ «μισῆτε καὶ καταστρέφετε ἀλλήλους», ἂν ἐκεῖ ῥίψητε τὰ βλέμματά σας, θέλετε εὕρει τὰ μοναστήρια. Πόσα δὲ νομίζετε, ὅτι εἶναι τοιαῦτα κακουργεῖα ἐν Ἑλλάδι; ἀναβαίνουσιν ἐν μὲν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι εἰς 166, ἐν δὲ τῇ Θεσσαλίᾳ εἰς 74, ἤτοι τὸ ὅλον 240. Ἐν ταῖς Μοναῖς ταύταις βιοῦσι 2,198 μοναχοὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, καὶ 488 ἐν Θεσσαλίᾳ, ἤτοι 2,608 ἐν ὅλῳ. Ἐκ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν εἰσφορὰν εἰς τὰς Μονὰς, βλέπομεν ὅτι εἰσπράττεται ποσὸν δρ. 150,000. Ἀλλ’ ἐκ τῶν Μονῶν τούτων ὀλίγισται εἶναι αἱ ἔχουσαι ἀριθμὸν μέγαν, καὶ τὰς τάσσω εἰς τὰς ἑξῆς κατηγορίας· ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι ἔχομεν Μονὰς, ἐχούσας ἀπὸ 1 ἕως 5 μοναχούς, 25, ἀπὸ 5 ἕως 10 μοναχούς, 84, ἀπὸ 10 ἕως 20 μοναχούς, 41, καὶ ἀπὸ 20 καὶ πλέον, 16, τὸ ὅλον 166. Ὥστε βλέπετε, ὅτι Μοναὶ δύνανται νὰ κληθῶσιν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀριθμόν τινα καλογήρων, αἱ ἔχουσαι 20 καὶ ἄνω καλογήρους, αἱ δὲ ἄλλαι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖον εἶπον πρὸ μικροῦ. Ἐν δὲ Θεσσαλίᾳ Μονὰς μὲ ἀριθμὸν μοναχῶν 20 καὶ πλέον δὲν ἔχομεν, παρὰ μόνον τρεῖς. Αἱ Μοναὶ, ὡς γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, εὑρίσκονται εἰς τὰ καλλίτερα μέρη καὶ τὰ καλλίτερα κέντρα, αἱ δὲ Μοναὶ αὗται εἶναι περιττὸν σήμερον νὰ ὑπάρχωσι, διὰ πολλοὺς λόγους, κυρίως δὲ διότι εἶναι ἑστία διαφθορᾶς, ἀγραμματοσύνης καὶ ῥαδιουργιῶν· ἀφίνω δὲ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα, ἄν σηκώσῃ τις τὸν πέπλον, θὰ εὕρῃ εἰς τὴν Μονὴν τῆς Πεντέλης. Ἐὰν σηκώσητε ὀλίγον τὸν πέπλον, θέλετε εὕρει ἐκεῖ τοὺς κακούργους μοναχούς, τοὺς φαύλους καὶ διεφθαρμένους. Ἂν θελήσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ θέσῃ τὸν πόδα της ἐντὸς τῆς Μονῆς ἐκείνης, θέλει εὕρει τὰ μεγαλείτερα κακουργήματα, ἀλλ’ οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἐποχῆς, λαμβάνοντες τὰ δῶρα, καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ, τρέχουσι καὶ προστατεύουσι. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀναφέρω καὶ πρόσωπόν τι, περιβαλλόμενον ποδήρη χιτῶνα, τὸ ὁποῖον τρέχει ὑπερασπιζόμενον φίλον του Ἡγούμενον. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Κυβέρνησιν—καὶ θὰ καταθέσω ἔγγραφον ἐπερώτησιν—νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας τὰς καταγγελίας κατὰ τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς ταύτης, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐκεῖ ἐγένοντο καὶ δηλητηριάσεις καὶ φόνοι καὶ μυρία ὅσα ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα, δὲν ἠξεύρω πῶς, κατώρθωσαν νὰ καλύψωσι διὰ τοῦ πέπλου. Δυστυχῶς δὲν εἶμαι ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος, οὐδὲ Εἰσαγγελεύς. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ σπουδαίως τὸ ζήτημα τῶν Μονῶν, καὶ ὅπως κατὰ τὸ 1833 διελύθησαν 33 Μοναὶ διὰ Β. Διατάγματος, οὕτω καὶ σήμερον, ἐφαρμόζων τὸν νόμον τοῦ 1833 καὶ τὸν τοῦ 1858, νὰ καταργήσῃ τὰς Μονὰς τὰς ἐχούσας ὀλίγους μοναχούς, νὰ διατηρήσῃ δὲ ὀλίγας, ἐν αἷς νὰ συγκεντρώσῃ τοὺς καλογήρους τῶν διαλυομένων Μονῶν, αὐτὰς δὲ νὰ καταστήσῃ κτηνοτροφικοὺς καὶ γεωργικοὺς σταθμούς, ἔτι δὲ καὶ σχολεῖα ἱερέων, καὶ νὰ εὐεργετήσῃ τὴν κοινωνίαν, ἥτις οὕτω θ’ ἀπαλλαγῇ ἐκ τῶν τεράτων αὐτῶν. Ἐπιθυμῶ νὰ περάνω τὸν λόγον· ἀλλὰ πρὶν κατέλθω ἔχω καὶ μίαν ὀφειλὴν πρὸς τὸ σῶμα, εἰς ὃ ἀνήκω. Εἶμαι στρατιωτικός, δὲν πρέπει δέ, λαμβάνων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ παραλείψω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ στρατοῦ. Ἡ πρώτη γάγγραινα τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ χωροφυλακή. Ἐφ’ ὅσον ἔχετε χωροφυλακὴν κατηρτισμένην ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς σήμερον καταρτίζεται, ὄχι 5 χιλιάδας ἀνδρῶν ἂν ἔχητε, ἀλλὰ καὶ 15 χιλιάδας, ἡ χωροφυλακὴ ἔσεται ἀνίκανος νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὰ ἐλάχιστα τῶν καθηκόντων της. Δὲν δύνασθε νὰ περιμένητε τίποτε ἀπὸ πολίτην, ὁ ὁποῖος περιβάλλεται τὸ ἔνδυμα τοῦ στρατιώτου, λαμβάνει τὸ ὅπλον, καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας ἐντέλλεται νὰ φρουρήσῃ τὴν τιμήν σας, τὴν περιουσίαν σας, νὰ ἐκτελέσῃ ἀνακρίσεις, ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου τὴν διαγωγὴν δὲν γνωρίζετε· πῶς θέλετε τοιοῦτος ἄνθρωπος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ ὑψηλὰ καθήκοντα τοῦ χωροφύλακος; Καθ’ ἡμέραν ἀκούομεν δραπετεύσεις φυλακισμένων, διότι οἱ φρουροὶ αὐτοὶ εἶναι ἐντελῶς ἄμοιροι τῶν καθηκόντων των· δὲν γνωρίζουσι τὸ παραμικρόν, δὲν συναναστράφησαν μετ’ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι νὰ γνωρίζωσιν, οἱ δὲ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν λαμβάνοντες ἐκ τῶν τάξεων τῶν πολιτῶν, καὶ λαμβάνοντες τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπενωμοτάρχου ἢ ἐνωμοτάρχου πρώτης τάξεως, πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ στρατιωτικοί. Ἠμπορεῖ εἷς νὰ γνωρίζῃ γράμματα πολλά, νὰ ἦναι σοφός, δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν ὁ τοιοῦτος νὰ ἦναι καὶ στρατιώτης· δύναται νὰ ἦναι στρατιώτης καὶ νὰ ἦναι ἀγράμματος, ἀλλ’ ὁ ἐγγράμματος δὲν εἶναι καὶ στρατιώτης. Ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, καὶ μάλιστα ἡ τῆς χωροφυλακῆς, ἀπαιτεῖ καὶ νοημοσύνην καὶ εἰδικότητα καὶ ἄλλα τινὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα μόνον ὁ κάτοχος τῶν καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων τοῦ χωροφύλακος δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ. Ὁ κ. ἐξ Ἰθάκης συνάδελφος ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τῆς συντάξεως τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶναι ζήτημα τοῦ βήματος αὐτοῦ, οὔτε τῆς ἤδη συζητήσεως· ἡ συζήτησις θὰ γείνῃ εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, θὰ κληθῶσι δὲ εἰς αὐτὴν καὶ οἱ στρατιωτικοὶ Βουλευταί, ἵνα λάβωσι μέρος· μετὰ τὴν λεπτομερῆ δὲ σύνταξιν ὅλων τῶν ἀντικειμένων θὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων. Ἓν πρᾶγμα θεωρῶ λίαν ἀναγκαῖον ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ· Ἀφ’ ὅτου, Κύριοι, ἠρχίσαμεν ἀντιγράφοντες τὰ γινόμενα εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη καὶ ἀπομιμούμενοι ταῦτα παπαγαληδόν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατεστράφησαν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου μας καὶ ἡ εὐφορία τοῦ τόπου μας καὶ αὐτὸς ὁ οἰκογενειακὸς βίος μας. Πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὰς διδαχὰς τῶν πατέρων μας, κατὰ τὸ ἐφικτὸν, καὶ νὰ μελετήσωμεν καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ μας ἀναλόγως τῶν παρουσιαζομένων ἀναγκῶν. Τὸ βλέμμα δὲ αὐτοῦ πρέπει νὰ ῥίψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἔστω βέβαιος, ὅτι τότε διὰ τοῦ ἡμίσεως ἀριθμοῦ χωροφυλάκων θὰ ἔχῃ καλλίτερα ἀποτελέσματα. Ἔτυχα τῆς εὐκαιρίας νὰ περιοδεύσω ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς εἶδον τὰ πράγματα, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι προτιμῶ νὰ ἔχω παρ’ ἐμοὶ δύο καλοὺς χωροφύλακας ἢ δέκα στρατιώτας ἐξ αὐτῶν τῶν στρατιωτῶν. Τὸ Κράτος δὲ ἡμῶν δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ ὑπὸ τακτικὰς περιστάσεις, ἀλλ’ εὑρίσκεται πάντοτε εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, καὶ πρέπει πάντοτε νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ παρατάξῃ εὐθὺς τοὐλάχιστον 10,000 στρατοῦ. Πρέπει λοιπὸν ὁ ὀργανισμός μας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν φύλαξιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς διὰ 5,000 στρατιωτῶν ἀληθῶν καὶ οὐχὶ ἀγυμνάστων, νὰ ἦναι δὲ τοιουτοτρόπως τὰ στελέχη κατηρτισμένα, ὅπως ἐμελετήθησαν ἀπὸ τὸν μακαρίτην Μπότσαρην κατὰ τὸ 1861. Τότε ὁ μακαρίτης Μπότσαρης καθὼς καὶ ὁ ὑπάρχων ὀργανισμὸς ἐθεώρησαν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀριθμὸς βαθμοφόρων καὶ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ σχηματίσωσι τὰ στελέχη τῆς κληθησομένης ἐφεδρείας. Ὑπὸ τοιαύτας δὲ περιστάσεις μεριμνῶντες καὶ φροντίζοντες, φρονῶ ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐπιτελέσωμεν τὰ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντά μας.

§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ ποικίλας ἐπόψεις ἐξητάσθη καὶ ἐπεκρίθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται σήμερον ἡ γενικὴ συζήτησις. Καὶ ἐπεκρίθη ὑπὸ τὴν λογιστικὴν ἔρευναν αὐτοῦ, ἐπεκρίθη ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν πρόβλεψιν, καὶ ἐπεκρίθη καὶ ὑπὸ τὴν παράστασιν τῶν πολιτικῶν ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας ἐνέχει. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εὑρίσκω τὰς ἐπικρίσεις παραλόγους, ἐὰν οἱ ἐπικρίνοντες ἔχωσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐξήνεγκεν, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ὠνόμασε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 προϋπολογισμὸν μέλλοντος, ἐὰν δὲ τῷ ὄντι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 εἶναι προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλοντος, αἱ ἐπικρίσεις ἔχουσι βάσιν καὶ λόγον· ἐγὼ ὅμως δὲν ὑπέλαβον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ἦναι προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλος, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἐσφαλλόμην. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλοντος θέλει εἶσθαι ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ προϋπολογισμὸς τύπος, οὐχὶ ἀποκλείων μεταβολὰς καὶ τροποποιήσεις κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, ἀλλὰ προϋπολογισμὸς, τιθεὶς τὰς βάσεις τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν, τὰς βάσεις τῶν κανόνων, ὑφ’ οὓς τὸ Κράτος θέλει διοικηθῆ, τὰς βάσεις τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας αὐτοῦ. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἦτο λίαν πρόωρον νὰ ἀξιώσῃ τις παρὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 τοιαύτην τινὰ ἀποστολήν. Ἐὰν συνετελεῖτο ὅ,τι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐφρόνουν ὡς ἀναπόφευκτον καὶ ἀναγκαῖον, εὐθὺς ὡς συνωμολογήθη ὑπὸ τῶν κυβερνώντων τὴν χώραν ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους, ἠθέλομεν βεβαίως εἶσθαι κατὰ τὸ 1895 εἰς χρόνον νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ θέσωμεν δι’ αὐτοῦ τὰς βάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκανόνιζον τὸ μέλλον. Ἐὰν ὅταν οἱ κυβερνῶντες ἀνήγγειλαν τέλος πάντων τὴν πτώχευσιν, ἥτις εἶχεν ἤδη συντελεσθῆ, τότε ἐκαλεῖτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀποστείλῃ ἀντιπροσώπους, ὅπως αὐτοὶ μεριμνήσωσι περὶ τῶν συνεπειῶν τῆς πτωχεύσεως, τότε ἡ Βουλὴ, ἡ σήμερον συνελθοῦσα, ἤθελε λάβει ἀπὸ τοῦ 1894 κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὴν ἐντολὴν ταύτην, φρονῶ δ’ ὅτι ἤθελον κανονισθῆ αἱ σχέσεις τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ· ἐν ὅσῳ δὲ δὲν ἔχομεν τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τούτων, ἡ μελέτη περὶ κανονισμοῦ τοῦ μέλλοντος, ἢ μᾶλλον περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ μέλλοντος, εἶναι βεβαίως πρόωρος, καὶ ἂν ἐγίγνετο, ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἦτο πλήρης καὶ ἀρτία. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι τὸ ἔτος 1895 εἶναι ἔτος διαβατικόν, εἶναι κατάστασις ἐντελῶς διαβατικὴ καὶ προσωρινή, ἡ ὁποία θέλει λήξει καθ’ ἣν ἡμέραν συντελεσθῇ ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν του, ὑπέλαβον δέ, ὅτι τότε ἔπρεπεν οὐχὶ μόνον νὰ κανονισθῇ τὸ μέλλον, ἀλλὰ νὰ ληφθῇ καὶ ἡ ὀφειλομένη πρόνοια πρὸς μείωσιν τῶν ἄλλων οἰκονομικῶν καὶ νομισματικῶν ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιπροσθοῦσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Κατὰ τὸ 1895 ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ. Ἐπῆλθεν Ὑπουργικὴ μεταβολή, ἐκρίθη ὅτι ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ μεσάζουσά τις Κυβέρνησις, ἵνα ἐνεργήσῃ ἐκλογάς, καὶ οὕτως ἡ κατὰ τὰς ὑποδείξεις τὰς ἐκ τῆς ἐκβάσεως τῶν ἐκλογῶν σχηματιστέα Κυβέρνησις ἐκλήθη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον. Ἕξ μῆνας εἶχεν ἤδη ἐφαρμοσθῆ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, ἐφρόνουν δ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν πρὸς μείωσιν τῶν ἐξόδων, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξωμέν τι πρὸς μεταβολὴν τῶν ἐσόδων. Οἱ ἐπικρίναντες τὸν προϋπολογισμὸν ἐξέτειναν τὰς ἐπικρίσεις των καὶ ἐπ’ ἐμέ, καὶ ἰδίως ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ καὶ εἴ τις ἄλλος, μοὶ ἀπέδιδον ὅτι εὑρέθην ἐν ἀσυνεπείᾳ, διότι ἄλλως ἔκρινα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. πρώην Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἄλλως ἔκρινα τελευταῖον, ὅτε ἐγὼ ἐπεξειργάσθην αὐτὸν καὶ εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλήν. Ἰσχυρίζονται οἱ Κύριοι οὗτοι, ὅτι ἐγώ, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, διὰ τῶν πολιτικῶν φίλων μου, οἵτινες εἶχον λάβει μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐδήλωσα γνώμας, τὰς ὁποίας κατόπιν ἐλησμόνησα, καὶ δὲν ἠκολούθησα αὐτάς, ὡς ἐξήχθη ἐκ τῶν σκέψεων μου περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Νομίζω ὅτι σφάλλονται, διότι δὲν ἀνέγνων ἀκριβῶς τὴν ἔκθεσιν τῶν φίλων μου, τῶν ἀποτελεσάντων μέρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀμφότεροι οἱ περὶ ὧν εἴρηται φίλοι μου, καὶ ὁ κ. Ι. Ἀντωνόπουλος καὶ ὁ κ. Δάλλας, δὲν διερμήνευσαν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῶν γνώμας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀπέστεργον, διότι μᾶς συνδέει κοινότης φρονήματος, καὶ ἑπομένως αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας προέβαλον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἦσαν γνῶμαι ἐντελῶς ἀλλότριαι τῶν ἐμῶν γνωμῶν. Οἱ δύο εἰρημένοι φίλοι μου, ἐξετάζοντες τὰ ἔσοδα, εὕρισκον, ὅτι καταδεικνύουσι ταῦτα τὸν κάματον τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως τῆς χώρας, τὸν κάματον τῆς φορολογικῆς δυνάμεως αὐτῆς, καὶ ὅτι ἡ τοιαύτη ἐκδήλωσις, τὴν ὁποίαν τὰ ἔσοδα ταῦτα παρεῖχον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἔπρεπε νὰ ἀποθαῤῥύνῃ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ μέτρου περὶ ἐπιβολῆς νέων φόρων ἢ αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων. Παρέβαλον τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει ὁ πρώην κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ τελευταίου ἔτους, τοῦ ὁποίου ὁ ἀπολογισμὸς εἶχε δημοσιευθῆ, τοῦ 1891. Ἐξετάζων πόσαι ἦσαν αἱ φορολογικαὶ αὐξήσεις ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1894, ποῖοι οἱ ὑπολογισμοὶ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα προσεδόκων ὅτι ἤθελον εἰσπράξει ἀπὸ τὰς εἰρημένας φορολογικὰς αὐξήσεις, καὶ οἵτινες ὡδήγησαν τὴν Βουλήν, τὴν ψηφίσασαν αὐτάς, περὶ τῶν ποσῶν τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῶν φορολογικῶν αὐξήσεων, προσέθηκα τὰ ποσὰ ταῦτα πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1891, καὶ εὗρον ὅτι κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894 ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσιν ἔσοδα πολλῷ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν· ἰσχυρίζοντο ἑπομένως διὰ τῆς ἐκθέσεώς των οἱ ἐμοὶ φίλοι, ὅτι αἱ φορολογικαὶ αὐξήσεις δὲν ἀπήνεγκον τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὑπελόγιζον καὶ προσεδόκων οἱ προβαλόντες αὐτάς, καὶ ἐπεκαλοῦντο τοῦτο πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ν’ ἀποβλέψῃ, τό γε νῦν ἔχον, εἰς προσθήκην νέων φόρων ἢ αὔξησιν τῶν ὑπαρχόντων. Τὸ πνεῦμα τοῦτο ὡδήγει αὐτοὺς, ἵνα συναγάγωσι τότε, ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῶσιν ἀπὸ τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγραφέντα ἔσοδα, ἂν δὲ, ὅπερ πιθανὸν, τὰ ἔξοδα ἦναι ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν ἐξόδων, ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι οὐδ’ εἰλικρινής. Κατήγγειλαν λοιπὸν τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἐσόδων καὶ τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἐξόδων ὡς μὴ γενομένην μετ’ εἰλικρινείας, τὴν ἔλλειψιν δὲ ταύτην τῆς εἰλικρινείας τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπέδιδον εἰς τὸν συντάκτην αὐτοῦ. Δὲν ἀνεγνώριζον, δὲν ἀνεκήρυσσον οἱ κύριοι Ἀντωνόπουλος καὶ Δάλλας τὰ ἔσοδα ὡς κακῶς προϋπολογισθέντα, οὔτε παρίστων αὐτὰ ὡς ἀνώτερα ἢ ὡς ὑποδεέστερα τῶν ἀληθῶν, ἀλλὰ μόνον ἐξήταζον αὐτὰ ὡς πόρισμα τῶν γενομένων προσθηκῶν ἢ αὐξήσεων τῶν φόρων κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν τοιαύτην εἶχον γνώμην οἱ πολιτικοὶ φίλοι μου, ἡ γνώμη δὲ αὐτῶν δὲν ἦτο ἀλλοτρία καὶ τῆς ἐμῆς γνώμης, δὲν ἤμην εἰς ἀντίφασιν, ὅταν ἔκρινα, ὅτι, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλοντος, ἀφοῦ εἰσήγετο τὸν ἕκτον μῆνα, εἶχον δὲ συμπληρωθῆ πέντε μῆνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐφηρμόζετο, ἔπρεπε νὰ μὴ μεταβάλω, ἀλλὰ ν’ ἀφήσω ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσῆγον εἰς τὴν Βουλήν, τὰ ἔσοδα, ὡς εἶχον ἀναγραφῆ κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1894, ὅτε ὁ προϋπολογισμὸς εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπορῶ λοιπὸν, εὐλόγως, ἐκ ποίων δεδομένων συνήγαγον οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι ἡ πρᾶξίς μου αὕτη εὑρίσκεται ἐν ἀντιφάσει πρὸς τὴν γνώμην τῶν πολιτικῶν φίλων μου, τῶν ἀποτελεσάντων μέρος τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου. Τῷ ὄντι, ὅτε χθὲς καὶ προχθὲς ἀνεγίνωσκον τὴν ἔκθεσιν τῶν κ.κ. Ἀντωνοπούλου καὶ Δάλλα, ἠπόρουν, πῶς καὶ ποῦ στηριζόμενοι ἐξετόξευσαν κατ’ ἐμοῦ τοιαύτας αἰτιάσεις οἱ ἐπικρίναντες τὸν συζητούμενον προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Ἡ ὑπόνοια τῶν κ.κ. Δάλλα καὶ Ἀντωνοπούλου, ἣν τότε ἐδήλωσαν, ὅτι εἶχον ἀναγραφῆ ἔξοδα ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν, ἀπεδείχθη ἀπὸ τὰ πράγματα ἀληθής. Ἐγὼ ἔκρινα, ὡς εἶπον, ὅτι δὲν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ παρασκευάσω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος κατὰ τὸ 1895 πρὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, πρὸ τῆς ἐνάρξεως μάλιστα τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν, καὶ τοῦτο κατὰ τὸν ἕκτον ἢ ἕβδομον μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ, καὶ ἀνέγραψα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγον ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ ἔσοδα, ὡς εἶχον ἀναγραφῆ τότε, ὅθεν δὲν ἔπραττόν τε, ὅπερ εἶχον ἀποστέρξει νὰ πράξω ἄλλοτε. Ἠσχολήθην ὅμως εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, τὴν ὁποίαν ἐνόμιζον καὶ ἐξακολουθῶ νὰ νομίζω ἐπιβαλλομένην, ἕνεκα τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα. Περιωρίσθην λοιπὸν μόνον, ἵνα ἐπενέγκω ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔκρινα ὅτι δὲν εἶχον ἀναγραφῆ ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν, διότι εἶχον ἀναγραφῆ ἔξοδά τινα ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν, ἔξοδα πραγματικὰ, ἐνῷ ἐγὼ ἐπήνεγκον ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων τῶν προσωπικῶν. Τὰ προσωπικὰ ἔξοδα εἶχον ὄντως ἀναγραφῆ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ συντάξαντος τὸν προϋπολογισμὸν τὸν εἰσαχθέντα κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894, περισσότερα τῶν ἀναγκαιούντων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891, διότι μετὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ηὐξήθησαν τὰ πρόσωπα ἐν πολλοῖς τῶν κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως. Αἱ ἐλαττώσεις λοιπὸν, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκον, περιωρίσθησαν μόνον εἰς ἐλαττώσεις ἐξόδων μισθῶν ἢ ἄλλων παροχῶν εἰς τὰ πρόσωπα, ὄχι εἰς ἐλαττώσεις ἐξόδων πραγματικῶν, τινὰ τῶν ὁποίων, ἓν ἢ δύο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ηὔξησα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὃν εἰσήγαγον, διότι ὑπώπτευον, ὅτι εἶχον ἀναγραφῆ ὀλιγώτερα τῶν ἀναγκαιούντων. Τὴν τακτικὴν τοῦ ἀναγράφειν τὰ πραγματικὰ ἔξοδα ὀλιγώτερα τῶν πιθανῶς δαπανηθησομένων, πολλάκις εἴδομεν ἐφαρμοσθεῖσαν κατὰ τὸ παρελθόν· οἱ ἐφαρμόσαντες δ’ αὐτὴν, ἀναλογιζόμενοι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἐπὶ ἐξόδων πραγματικῶν, διότι τῶν ἐξόδων τούτων τὴν προσθήκην καθίστα ἀναπόφευκτον ἡ ἀνάγκη, πολλάκις παρέλειπον νὰ ἀναγράψωσιν ὅσα ἀπῃτοῦντο νὰ ἀναγραφῶσιν ἔξοδα πραγματικὰ, ἵνα παραστήσωσι τὸν προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ, ἢ ἐν περισσεύματι, πεπεισμένοι ὅτι ἕνεκα τούτου οὐδὲν ἤθελε παρασχεθῆ αὐτοῖς πρόσκομμα, ἀπέφευγον δ’ οὕτω νὰ παραστήσωσι τὸ ἀληθὲς ποσὸν τῶν ἐξόδων καὶ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν ἐξωγκωμένον, ἐπιδιώκοντες εἰκονικὰ πλεονάσματα. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς εἰσήγαγον αὐτὸν, προδιώριζε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς δραχ. 89,342,724.74· ἐὰν δ’ ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου ἤθελον ἀφαιρεθῆ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 ἀναγράφονται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 21,616,326.66, τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως συνίστανται εἰς 67,726,398.08. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐπεχείρησε νὰ παραβάλῃ τὰ ποσὰ ταῦτα πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἤτοι ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμὸν τὸν εἰσαχθέντα κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 Πρωθυπουργὸς, εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὑτοῦ. Ἔλεγε λοιπὸν προχθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσαγάγομεν, ἀναγράφει ἔξοδα περισσότερα καὶ ἀπὸ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀναγράψει ὁ κ. Τρικούπης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ του, καὶ κατήγγελλεν ἡμᾶς, ὅτι ἀντὶ οἰκονομιῶν καὶ ἐλαττώσεων, ἃς εἴχομεν ἐπαγγελθῆ, εἰσηγάγομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προσθήκας, καὶ ἀνεγράψαμεν ἐν αὐτῷ αὐξήσεις ἐξόδων. Καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Σιμόπουλος: 87,693,158.05 εἶχον προσδιορισθῆ τὰ ἔξοδα τοῦ 1894 ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1894· ἀφαιρουμένων ἀπὸ ταῦτα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα προορίζονται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τῶν 21,626,326.66, ὑπολείπονται ὡς ἔξοδα διοικήσεως 66,066,831.39· καὶ ἀπεφαίνετο, ὅτι, ἐνῷ ὁ πρώην Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 εἰσαγαγὼν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 Πρωθυπουργὸς, εἶχε περιορίσει δι’ αὐτοῦ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως εἰς 66,066,831.39, ὁ παρ’ ἡμῶν συνταχθεὶς προϋπολογισμὸς ἀνεβίβασεν αὐτὰ εἰς 67,726,398.08, ἤτοι ηὔξησε τὰ ἔξοδα κατὰ 1,659,566.69. Ἀλλ’ ἐν γνώσει τάχα ἢ ἐξ ἀμελείας παρέλιπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας αὐτὸς ὁ τὸν εἰρημένον προϋπολογισμὸν εἰσαγαγὼν Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς ἐντὸς τοῦ ἔτους 1894; Αἱ πιστώσεις αὗται ἀνῆλθον εἰς 3,179,772.03, ἂν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο προσετίθετο εἰς τὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προσδιορισθέντα 87,693,158.08 ὡς ἔξοδα, ὁ προαγορεύσας ἤθελεν ἀναφέρει εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἔξοδα τοῦ 1895 προσδιορισθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη οὐχὶ 87,693,158.08, ὅσα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπ/γισμῷ, ἀλλὰ 90,872,930.11, ὅσα ἀπετελοῦντο ἀπὸ τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντα καὶ ἀπὸ τὰ διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ζητηθέντα· ἐὰν δ’ ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελεν ἀφαιρέσει τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀναγκαιοῦντα 21,626,326.66, ἤθελε παραστήσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπελείποντο κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Τρικούπη ὡς ἔξοδα διοικήσεως οὐχὶ 66,066,831.39, ὅσα παρέστησεν, ἀλλὰ 69,246,603.45, ἤτοι πλειότερα τῶν κατὰ τὸν παρ’ ἡμῶν εἰσαχθέντα προϋπολογισμὸν ἐξόδων τῆς διοικήσεως κατὰ 1,520,205.37. Καὶ ἂν ἐπί τινων ἐξόδων ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν αὐξήσεις, τὰς αὐξήσεις ταύτας δὲν ἐνεκρίναμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ τὴν αἰτίαν αὐτῶν εὕρομεν ἐν αὐτῷ τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ κ. Τρικούπη ἐγκειμένην, ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀριθμοῖς τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ ἐνυπάρχουσαν, διότι τὰ διά τινας τῶν ἀναγκῶν ἀναγεγραμμένα ἔξοδα ἦσαν ἀνεπαρκῆ, καὶ ἠναγκάσθημεν ἕνεκα τούτου νὰ προσθέσωμεν 1,205,475 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, 35 περίπου χιλιάδας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, 12 χιλιάδας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ δηλοῖ, ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ Νοέμβριον 1894, ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ἀπαιτουμένων κατὰ 1,267,181. Δὲν ἐξετράπημεν λοιπὸν εἰς σπατάλας, δὲν ἐλησμονήσαμεν ὅσα εἴχομεν ἐπαγγελθῆ, ἀλλ’ ἀνορθοῦμεν τὰς ἐλλείψεις τοῦ παρὰ τοῦ προκατόχου ἡμῶν εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ, καθιστῶντες αὐτὸν ἀπὸ ἐλλιποῦς ἄρτιον καὶ ἀληθῆ. Ἐὰν δὲ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ὁ προϋπολογισμός, ὁ συνταχθεὶς ὑπὸ τοῦ πρώην Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, εἶχεν ἀναγράψει ἔξοδα κατὰ 1,520,205.37 πλείω τῶν παρ’ ἡμῶν ἀναγραφέντων, ἐὰν δὲ προσέτι λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐνῷ ἐν τῷ εἰσαχθέντι κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 προϋπολογισμῷ εἶχον ἀναγραφῆ ὡς ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων 1,079,333.16, ἐν τῷ παρ’ ἡμῶν δ’ εἰσαχθέντι ἀνεγράφησαν τοιαῦτα 1,413,023.60, ἤτοι προσετέθησαν παρ’ ἡμῶν 333,690.44, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκκαθαρισθῆ μετὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1894, θέλετε πεισθῆ, ὅτι τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ κ. Τρικούπη ἔξοδα ἦσαν περισσότερα τῶν παρ’ ἡμῶν περιληφθέντων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατὰ δραχ. 1,833,895.81. Καὶ τὰ παρ’ ἡμῶν ἀναγραφέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔξοδα ἦσαν ὀλιγώτερα, ἐνῷ ηὐξήσαμέν τινα ἐξ αὐτῶν οὕτως ἐκρίναμεν ἀνεπαρκὲς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ εἰσαγαγὼν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 τὸν προϋπολογισμὸν εἶχεν ἀναγράψει ἐν αὐτῷ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, καὶ προσεθήκαμεν δραχ. 74,500, ὡς προσεθήκαμεν ὡσαύτως διὰ τὸν αὐτὸν λόγον εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἀνακαινίσεως τῶν ὁδῶν 100 χιλιάδας δραχμῶν, ὡς προσεθήκαμεν 720 χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, ὡς προσεθήκαμεν 30 χιλιάδας δραχ. εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν κτημάτων, ὡς τέλος πάντων ἀνεγράψαμεν 400 χιλιάδας δραχμῶν διὰ τὴν βοήθειαν τῶν δυστυχησάντων ἐργατῶν καὶ χορηγητῶν ἕνεκα τῆς πτωχεύσεως τοῦ ἀναλαβόντος τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἐργολάβου κ. Ρολέν. Ἐνῷ λοιπὸν ἀνεγράψαμεν κατὰ 1,833,895.81 ὀλιγώτερα τὰ ἐν τῷ εἰσαχθέντι παρ’ ἡμῶν προϋπολογισμῷ ἔξοδα, προσεθήκαμεν εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ εἰσαγαγόντος κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγεγραμμένα ἐν αὐτῷ ἔξοδα 1,324,000 δραχμῶν. Ὥστε ἡ αἰτίασις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, δὲν ἦτο βάσιμος· ἴσως ἔπρεπε νὰ χαρακτηρίσω αὐτὴν διὰ χαρακτηρισμοῦ ἄλλου, καὶ ὄχι διὰ τοῦ ἐπιεικοῦς χαρακτηρισμοῦ ὅτι δὲν ἦτο βάσιμος, καὶ βεβαίως ἤθελον εἶσθαι δεδικαιολογημένος, ἐὰν τὸ ἔπραττον, διότι ἔπρεπε νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πλανηθῶσιν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς, καὶ νὰ μὴ ἀνεύρωσιν ἐν αὐτοῖς πάντας τοὺς συνδυασμούς. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι σφοδρὰν αἰτίασιν ἀπηύθυνε κατ’ ἐμοῦ ἄλλοτε ὁ μὴ συνεδριάζων μεθ’ ἡμῶν ἡγέτης τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ κ. Σιμόπουλος, τὴν αἰτίασιν ὅτι δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ δίδω ζωὴν εἰς τοὺς ἀριθμούς· ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος πολλάκις μὲ ᾤκτειρε, διότι δὲν ἐζωογόνουν ὡς ἔπρεπε τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους διεχειριζόμην· κατὰ τοῦτο δ’ ὑπερβάλλει πάντας ὁ ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος. Ἐπειδὴ δ’ ἐξετοξεύθη κατ’ ἐμοῦ καὶ ἄλλη αἰτίασις, ὅτι ἐγὼ ἐλησμόνησα ὅσα ἀγορεύων πρὸς τοὺς ἐν Βόλῳ συμπολίτας ἰσχυριζόμην, καὶ ἐνῷ πρὸς ἐκείνους ἔλεγον, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, καὶ πρὸς τοῦτο νὰ περιορίσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως εἰς 65 ἢ 66 ἑκατομμύρια, ἀναβιβάζω ταῦτα εἰς 69 ἑκατομμύρια, καὶ σφοδρὸς καὶ ἐπὶ τούτῳ παρέστη κατήγορος ὁ κ. Σιμόπουλος, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω καὶ πρὸς ταῦτα, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς λησμονεῖ ὅτι αἱ ἐλαττώσεις τοῦ 1,833,895.81 εἰσὶν ἐλαττώσεις ἑνὸς ἑξαμήνου, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις αὗται τοῦ ἑξαμήνου, ἐὰν διπλασιασθῶσιν, ἐφαρμοζόμεναι ἐπὶ δύο ἑξάμηνα, ἤτοι ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον, ἀνέρχονται εἰς 3,667,791.62, ἡ ἐλάττωσις δὲ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους κατὰ τοσοῦτον ποσὸν καταβιβάζει τὰ ἔξοδα εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐνεδείκνυον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ Βόλου, ὅταν ἠγόρευον πρὸς αὐτούς. Ἐὰν δ’ ἤθελον δυνηθῆ νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως, ὅπως γείνῃ δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὑπ’ αὐτῆς καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ προσεχοῦς ἔτους, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἡ οἰκονομία θέλει εἶσθαι βεβαίως μεγαλειτέρα. Καὶ δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν, πόσα δαπανῶνται διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, πόσα δ’ ἐξ αὐτῶν ἐπιβαρύνουσι τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἑπομένως πόση θέλει εἶσθαι ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου, ἥτις θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς προταθησομένης μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Κατὰ τὸν εἰσαχθέντα εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀνέρχονται εἰς 3,044,842 δραχμάς, εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο δὲν περιλαμβάνονται τὰ διὰ δηλώσεων ζητηθέντα τελευταῖον, διότι 52 ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ εἶχον προσκολληθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ἀριθμοῦ, ὅστις ἀνεγράφετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ, ἐὰν δὲ ἤθελον προστεθῆ καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα, τότε τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἤθελον ἀναβιβασθῆ εἰς 3,350,000 δραχμάς· ἐκ τῶν 3,350,000 δραχμῶν, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας θέλω εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ἔξοδα διὰ τὴν ἀστυνομίαν θέλουσι περιορισθῆ μεταξὺ τῶν 438 καὶ 450 χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 500 χιλιάδας ἢ εἰς 700 χιλιάδας· τότε θέλουσιν ὑπολειφθῆ ὡς ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κατεβάλλοντο ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, δρ. 2,300,000· ἀφαιρουμένων δὲ ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν πληρωθέντων εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τῶν δήμων ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1894 μέχρι 30 Ἀπριλίου 1895, ἤτοι ἐπὶ μῆνας 16, δρ. 547,272 ὑπολείπονται 1,752,728, ἀφαιρουμένου δ’ ἀπὸ τούτων καὶ τοῦ ποσοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠλαττώθησαν καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἤτοι 762,499 δραχμῶν, ὑπολείπονται 990,229, δι’ ὧν ἐπιβαρύνεται νῦν τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν θέλει δ’ ἐπιβαρύνεσθαι διὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσαχθῆ, ἐὰν ἐπιψηφισθῇ τὸ περὶ τούτου εἰσαχθησόμενον νομοσχέδιον. Ἡ Βουλὴ ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς εἶχε πληροφορίας, ὅτι ἐν μὲν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεγράφοντο πάντες οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες ἀπετέλουν μέρος τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτοὶ οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες εἶχον προσκολληθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐν δὲ τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεγράφοντο οἱ μισθοὶ αὐτῶν τούτων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες ὑπηρέτουν ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἀστυνομίᾳ. Οὕτως οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, τῶν προσκολληθέντων εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, περιείχοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπειδὴ δὲ κατεβάλλοντο ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔμειναν ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν λοιπὸν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλω εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου, κατὰ τὸ ἔτος 1896 θέλομεν ἔχει ἔξοδα ὀλιγώτερα διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐλαττώσεων, ὅπερ ἀνωτέρω ἀνέφερον. Τῷ ὄντι φρονῶ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ περιορισμὸς αὐτῶν μέχρι ποσοῦ 65 ἢ 66 τὸ πολὺ ἑκατομμυρίων, ἐπιβάλλεται ἀναποφεύκτως, ὅτι οὐδεὶς λόγος πρέπει νὰ ἀναστείλῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφίσῃ τὸν περιορισμὸν τοῦτον· διότι, ἐὰν εἰς τοσοῦτον μόνον ποσὸν περιορισθῶσι τὰ συνήθη ἔξοδα τοῦ Κράτους, θέλει ὑπολειφθῆ ὑπόλοιπον οὐχὶ μόνον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις θὰ κατασταθῇ μετὰ τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλας δαπάνας, τὰς ὁποίας ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ καταβάλῃ, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν μείωσιν τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας καὶ εἰς τὴν ἄλλην βελτίωσιν τῆς λειτουργίας τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δημοσίου ταμείου. Κατὰ τὴν ὥραν ταύτην βεβαίως δὲν γνωρίζομεν πόσον ποσὸν θέλει ἀπαιτήσει ἡ λειτουργία τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ θέλομεν μάθει αὐτὸ, ὅταν περατωθῇ ἡ συνεννόησις μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ μόνος ὁ συμβιβασμὸς, δηλ. ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν δὲν ἀρκεῖ, ἵνα βελτιώσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῆς χώρας. Ἐὰν φρονῶμεν ὅτι τῷ ὄντι ἡ φορολογικὴ δύναμις τῆς χώρας ἐμειώθη καὶ διατελεῖ ὑπὸ κάματον, ἐὰν φρονῶμεν ὅτι ἡ ἀνικανότης τοῦ Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου κατὰ τούτους, ἢ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ κατ’ ἐκείνους, ἀλλὰ ἦτο ἀποτέλεσμα ἀνεπαρκείας τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, — καὶ τοῦτο τὸ φρονῶ ἐγὼ πεποιθότως καὶ τὸ ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894, — πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, οὐχὶ μόνον νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναπτύξωμεν τὰ ἔσοδα. Τὰ δὲ ἔσοδα δὲν δύνανται νὰ ἀναπτυχθῶσιν, εἰμὴ δι’ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ, ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία, οἱ δύο πρώτιστοι οὗτοι κλάδοι, πρέπει νὰ ἐνισχυθῶσι, καὶ πρέπει νὰ καταβάλωμεν μεγάλην πρὸς τοῦτο μέριμναν καὶ φροντίδα. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἡ ἐνίσχυσις τῶν δύο τούτων παραγωγικῶν κλάδων δὲν γίνεται διὰ λόγων, ἀλλὰ γίνεται διὰ πράξεων. Αἱ πράξεις αὗταί εἰσιν ἡ προστασία τῶν προϊόντων τῶν ἰθαγενῶν κατὰ τῶν ὁμοειδῶν προϊόντων τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ δι’ αὐξήσεως τῶν ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τούτων τελῶν, ἀλλ’ ἡ προστασία τῆς παραγωγῆς τῶν ἐγχωρίων προϊόντων δύναται νὰ ἐνασκῆται καὶ διὰ βραβείων, καὶ δι’ ἄλλης χρηματικῆς ἢ φορολογικῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς, καὶ διὰ συνδρομῆς τοῦ Κράτους εἰς παροχὴν κεφαλαίων εὐθηνοτέρων, καὶ αὕτη δὲ, εἴτε ἤθελε γείνῃ διὰ χρημάτων, εἴτε δι’ ἐγγυήσεων, ἀποτελεῖ πάντοτε δαπάνην τοῦ δημοσίου ταμείου. Εἰς τὴν δαπάνην δὲ ταύτην ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ διστάσῃ νὰ προβῇ, ἐὰν πεισθῇ, ὅτι δι’ αὐτῆς θέλει ἐνισχυθῆ ἥ τε γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία. Καὶ ἐγὼ δὲν παραγνωρίζω ὅσα εἶπον οἱ κ. κ. Βουλευταὶ ἐκ Βόλου, ὅ τε προαγορεύσας καὶ ὁ μετ’ αὐτὸν ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ Θεσσαλία, τῆς ὁποίας ἡ εὐφορία ἐξυμνεῖται ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων, εἶναι χώρα, τῆς ὁποίας ἡ ἐκμετάλλευσις πρέπει νὰ γένηται πληρεστέρα καὶ τελειοτέρα· ἀναγνωρίζω ὅτι μία ἐκ τῶν ἐργασιῶν, αἵτινες πρέπει νὰ γένωνται, εἶναι ἡ διαῤῥύθμισις τοῦ ῥοῦ τῶν ἐν αὐτῇ ὑδάτων, ὅπως προφυλάσσηται τὸ ἓν τμῆμα αὐτῆς ἀπὸ τῶν κατακλυσμῶν, γίνηται δὲ δυνατὸν νὰ ἀρδεύωνται αἱ γαῖαι τοῦ ἄλλου τμήματος, αἱ ὁποῖαι ἐνίοτε περιπίπτουν εἰς ξηρασίαν. Γνωρίζω ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν περιέχει ἀνισότητας καὶ ἀδικίας ἐπαισθητὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶναι ἐν κρείττονι μοίρᾳ οἱ κύριοι τῶν μεγάλων κτημάτων, τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας, ἐν παραβολῇ πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς ἢ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν μικρῶν περιοχῶν. Γνωρίζω ὅτι αἱ σχέσεις τῶν γεωργῶν πρὸς τοὺς κυρίους τῶν κτημάτων δέονται διαῤῥυθμίσεώς τινος. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα εἶναι γενικαὶ γνῶμαι. Τὰ λέγομεν πάντες, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ ἴδωμεν, τί πρέπει ἀκριβῶς νὰ γείνῃ. Εὗρον ἀληθῶς μελέτην, τὴν ὁποίαν εἶχε συντάξει ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ, περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων. Ταύτην δὲ τὴν μελέτην εἶχεν ἀποδεχθῆ ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, τοῦ ὁποίου ἡ εὐστάθεια καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ καὶ τὸ θάῤῥος καὶ τὸ ἀδίστακτον, μοὶ ἐνεποίησαν ἰσχυρὰν ἐντύπωσιν, ὅταν εἶδον ὅτι συνηγόρει ὑπὲρ πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας καὶ αὐτὸς ηὐθύνετο. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐπείσθην ὅτι ἡ μελέτη ἐκείνη εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀποδεχθῶ. Ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ἐμελέτησε τὰ πράγματα ὑπὸ τύπον εὐρὺν, καὶ πολλαχοῦ ἐπεχείρησε τὰ ἔργα μετ’ ἐπιθυμίας νὰ ἐκτείνῃ αὐτὰ εἰς κύκλον μεγαλείτερον, δὲν εἶμαι δὲ τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει οὕτω πως νὰ ἐργαζώμεθα. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα μετὰ περισκέψεως, οὐδὲ νὰ προβαίνωμεν εἰς δαπάνας ἀνωτέρας τοῦ προσήκοντος, διότι αἱ ἀνώτεραι τοῦ προσήκοντος δαπάναι καθιστῶσι τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας προσδοκῶμεν, ἀμφιβόλους, πολλάκις δὲ ἀποῤῥοφῶσι καὶ ἄνευ ὀφέλους τινὸς τὰ μέσα ἡμῶν. Περὶ τῶν σχέσεων τῶν γεωργῶν πρὸς τοὺς κυρίους τῆς γῆς, χιλιάκις ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος. Καὶ ὅταν διέβην διά τινων ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας, ἐζήτησα νὰ φωτισθῶ, καλέσας πολλάκις φίλους μου εἰς συζήτησιν περὶ τούτου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ τὸ θέμα τοῦτο δεῖται μεγάλης προσοχῆς, ὅπως ἐξακριβωθῶσιν οἱ λόγοι καὶ νομοθετηθῶσι τὰ προσήκοντα καὶ οὐχὶ πλέον τοῦ προσήκοντος.

§265Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Εἰς τὰς μελέτασας σας, παρακαλῶ, ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν τὴν κτηματικὴν περιουσίαν τοῦ κ. Ζάππα.

§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζω ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς ἀκινήτου περιουσίας τοῦ κ. Ζάππα ἐγένετο ἐκ τοῦ προχείρου, καὶ ὑποθέτω ὅτι οἱ κανονίσαντες τὰ κατ’ αὐτὴν εἰργάζοντο μετὰ εἰλικρινίας οὐχὶ δὲ καὶ μετὰ πλαγίας προαιρέσεως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὰ περὶ τούτου δέονται μεταῤῥυθμίσεως. Ἓν Θέμα δὲ, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται εὐκολώτερον ὅλων, εἶναι τὸ θέμα τῆς ἐξισώσεως τῆς φορολογίας τῶν μεγάλων κτημάτων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν μεγάλων κτημάτων. Αὐτὸ κατὰ τὴν γνώμην μου δεῖται ὀλιγωτέρας ἐπιστασίας ἢ ὅσης δέονται ἐπιστασίας τὰ δύο ἄλλα θέματα. Ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, εἴτε ἡμεῖς ἐὰν ἤμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, εἴτε ἄλλοι ἤθελον διαδεχθῆ ἡμᾶς, πρέπει νὰ σκεφθῶσι καὶ νὰ ἐργασθῶσι μετὰ παντὸς ζήλου εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων, ὅπως παρασκευασθῇ ἡ ὀφειλομένη λύσις, διότι ἡ χώρα ἐκείνη δύναται μεγάλως νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῶσι καὶ τὰ ἄλλα τμήματα τοῦ Κράτους, καὶ μολονότι ὁ καιρὸς ἐπεῖγε, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ προχείρως, ὅ,τι ἠδυνάμην, ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας. Βεβαίως ἡ βιομηχανία πολλῆς ἄλλης δεῖται ἐνισχύσεως, κατὰ τὸ διάλειμμα δὲ, τὸ μεταξὺ τῆς συνόδου ταύτης καὶ τῆς ἑπομένης, θέλω ἀσχοληθῆ περὶ τὴν μελέτην ταύτην, καὶ ἴσως δυνηθῶ νὰ παρουσιάσω ἔργον πληρέστερον. Ἀλλ’ ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, εἶναι ἀναπόφευκτος· οὔτε πρέπει νὰ ὑπολάβωμεν, ὅτι κανονίσαντες τὰς σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν, ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν. Ὁμιλοῦσι περὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ ἢ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ὡς αἰτίας τῆς πτωχεύσεως. Δὲν τὸ ἐφρόνουν ποτὲ, καὶ διὰ τοῦτο καὶ κατ’ ἄλλην εὐκαιρίαν, ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἐπέκρινα τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Λόου, ἡ ὁποία ἐστηρίζετο ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν ἰσχυρισμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Τρικούπης ἔδιδεν εἰς αὐτὸν, ὡς ἐπέκρινον καὶ τὰς μελέτας τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν ἐξέτασιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος δευτέρου γραμματέως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, αἵτινες ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῆς Κυανῆς Βίβλου τῆς Ἀγγλίας. Καὶ αἱ μὲν καὶ αἱ δὲ ἐστηρίζοντο εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδιδεν ὁ κ. Τρικούπης. Ὁ δὲ πρώην Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅσον καὶ ἂν ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνω αὐτόν, ἢ ἐπλανᾶτο, ἢ δὲν ἐπλανᾶτο καὶ ἔλεγεν ὅ,τι ἐφρόνει καὶ ἐτύγχανε πεπεισμένος ὅτι ἡ ἀνικανότης τοῦ Κράτους περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἀνάγκης νὰ ἀγοράζῃ τὸν χρυσὸν καὶ τὸ συνάλλαγμα διὰ μεγάλων ποσῶν. Ἐὰν ὁ χρυσὸς καὶ τὸ συνάλλαγμα ἦτο ἐν ἰσοτιμίᾳ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἡ ἀνισότης τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα ἤθελεν εἶσθαι ἐπίσης καταφανὴς, τὰ δ’ ἔσοδα ἡμῶν ἤθελον εἶσθαι ἥσσονα τῶν ἐξόδων, διότι τοιαῦτα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ πρώην Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ ἐφήρμοσε κατὰ τὴν δεκαετίαν. Ἐνθυμοῦμαι πολλάκις, ὅτι μὲ ἐπέκρινον, καὶ δὲν πρέπει τις νὰ δυσφορῇ, οὔτε νὰ μνησικακῇ, διὰ τὰς ἐπικρίσεις ἐν τῷ πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ, ἀλλὰ μὲ ἐπέκρινον, ἀπευθύνοντες πρός με τὴν ἐρώτησιν: ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα ὑμῶν; Κληθεὶς ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ 1890, ποῖον πρόγραμμα εἶχον; Ἔλεγον ὅτι ἀντέγραψα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προκατόχου μου, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, διότι ἴσως δὲν τὸ ἐνόουν, ἢ, ἐὰν τὸ ἐνόουν, δὲν ἦσαν ἀγαθῆς πίστεως, τοιαύτας προβάλλοντες κατ’ ἐμοῦ αἰτιάσεις. Ποῖον ἦτο τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος δὲν συνεδριάζει σήμερον μεθ’ ἡμῶν; Ἡ δανειστικὴ πολιτική. Πρὸς τίνα σκοπόν; Ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι κατασκευάζονται ἔργα δημόσια. Στρώνει τὴν Ἑλλάδα διὰ σιδηροδρόμων, ἀποξηραίνει τέλματα καὶ λίμνας, εὐρύνει τὸν πορθμὸν τοῦ Εὐρίπου, κατασκευάζει ἄλλα ἔργα δημόσια, ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, διότι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπαρκοῦσι. Παραλείπω, ὅτι διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐδανείζετο, δὲν ἐξετέλει μόνον τὰ ἔργα ταῦτα, ἀλλὰ ἐκάλυπτε καὶ τὰ ἐλλείμματα τῆς διαχειρίσεώς του. Ἀλλ’ ὅταν ἀρχίσητε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς ταύτης, ποῖος δύναται νὰ τὴν μεταβάλῃ; Ἤλθομεν κατὰ τὸ 1890, ἀλλ’ ἠδυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν; εἶχον ἤδη ἐξοδευθῆ 16 ἑκατομμύρια, εἶχε φθάσει ἡ κατασκευὴ αὐτοῦ εἰς τὸ Παρθένιον ὄρος, ὀλίγον ἔλειπεν, ἵνα φθάσῃ εἰς Τρίπολιν. Ἠδυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσης; Εἴχομεν δανεισθῆ 40 ἑκατομμύρια, καὶ εἶχον δαπανηθῆ ἴσως 10 ἑκατομμύρια. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ κρίνωμεν ἡμεῖς, ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ ἢ νὰ μὴ γείνῃ ἡ ἐπιχείρησις τοιούτων ἔργων· οἵαν καὶ ἂν εἴχομεν ἡμεῖς γνώμην, εἴτε ἂν ἐκρίνομεν συμφέρον νὰ γένωνται αἱ ἐπιχειρήσεις αὗται, εἴτε ἂν δὲν τὸ ἐκρίνομεν, ἡ Βουλὴ εἶχεν ἤδη ἀποφασίσει καὶ ἐγκρίνει, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος εἶχεν ἀρχίσει τὴν ἐργασίαν. Ἠδυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων; Εἶχον ἐξοδευθῆ ἤδη δι’ αὐτὸν 600 καὶ πλέον χιλιάδες δραχμῶν. Ἢ τὸν σιδηρόδρομον Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, τὸ ἐλεεινὸν ἐκεῖνο ἔργον; Εἶχεν ἐκτελεσθῆ ἤδη. Ἑκόντες ἄκοντες ἐβαίνομεν, εἰ καὶ ἀπεδοκιμάζομεν τὴν δανειστικὴν πολιτικήν, διότι ὀφείλομεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἀρξαμένων. Ποῖον πρόγραμμα ἐζήτουν λοιπὸν παρ’ ἡμῶν; Ἐζήτουν παρ’ ἐμοῦ νὰ ἀπαγγείλω, ὅτι ἀπεδοκίμαζον τὴν δανειστικὴν πολιτικήν; Χιλιάκις εἶπον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ὅτε ἐκαλούμην Ὑπουργὸς τοῦ Βασιλέως νὰ κυβερνήσω, ὤφειλον νὰ ἐξακολουθήσω τὴν πολιτικὴν τὴν δανειστικήν, δηλαδὴ τὴν πολιτικὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἀφοῦ αὕτη εἶχεν ἀρχίσει καὶ πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῆς εἶχον δαπανηθῆ δεκάδες ἑκατομμυρίων. Τὸ αὐτὸ ἔπραττον προχθές, ὅτε ᾐτιῶντο τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ ἐμοῦ συναδέλφου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Τὴν εὐθύνην ἔχουσιν οἱ ἀρχόμενοι ἔργου τοιούτου, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤρξαντο ταῦτα νὰ ἐκτελῶνται, ἀφοῦ ἐδαπανήθησαν ἕν, δέκα, εἴκοσι, πενῆντα, ἑκατὸν ἑκατομμύρια, ἐδεσμεύθησαν πάντες οἱ ἄλλοι, καὶ ἂν εἶχον ἐναντίαν γνώμην. Διὰ τοιαῦτα ᾐτιῶντο ἐμοῦ; Ἀλλ’ οἱ αἰτιώμενοι διατὶ δὲν ἀντέπραττον εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἐξακολουθοῦντα τὸ ἔργον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ τὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης; Ἀλλὰ ποῖον πρόγραμμα μοὶ ἔλεγον κατὰ τὸ 1893; Ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ μετὰ τὴν μεταβολήν, τὴν ἐπελθοῦσαν κατὰ τὸ 1892, ἤμην βέβαιος ὅτι δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ σωθῇ τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως. Ἐὰν ἄλλος τις ἤρχετο ἐν τῇ Κυβερνήσει κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὡς ἐκλήθημεν ἡμεῖς, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ κηρύξῃ ἐκεῖνος ἀπὸ τότε τὸ Κράτος ἐν πτωχεύσει· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπειδὴ διεγινώσκομεν ὅτι ἐσώζοντο πιθανότητές τινες, ὀλίγαι ἀληθῶς, ἀλλ’ ἐσώζοντο πιθανότητες, ὅτι ἡ πτώχευσις ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποσοβηθῇ, ἂν καὶ αἱ σωζόμεναι πιθανότητες ἠδύναντο νὰ προσδιορισθῶσιν εἰς 10%, ὅπως ἀποσοβηθῇ ἡ πτώχευσις, ἡ συνείδησίς μου δὲν μοὶ ἐπέτρεπε νὰ κηρύξω τὴν πτώχευσιν, παρορῶν τὰς πιθανότητας, αἱ ὁποῖα ἐσώζοντο ἀκόμη. Καὶ ὄχι μόνον δὲν μοὶ τὸ ἐπέτρεπεν ἡ συνείδησίς μου, ἀλλ’ ἤμην βέβαιος, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐργάται τῆς πτωχεύσεως, ἤθελον μ’ ἐγκαλέσει ὡς πλαστογραφήσαντα τὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ ὡς ὑβρίσαντα τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους καὶ κηρύξαντα τὴν πτώχευσιν, πρὶν ἢ ἀκόμη ἐξαντληθῇ πᾶσα πιθανότης ἀποσοβήσεως αὐτῆς. Ὁ ἀγὼν ἦτο μέγας καὶ ἀφόρητος, καὶ ὁμολογῶ ὅτι δεκαπέντε μῆνας εἰργάσθην, ὡς ὀλίγοι ἐργάζονται, ἵνα δυνηθῶμεν ν’ αὐξήσωμεν τὰς πιθανότητας τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ τόπου ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως. Εἶχε τῳόντι εὐλογήσει τὴν χώραν ἡ τύχη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, καὶ ἡ εὐφορία ἦτο αἰσθητὴ καὶ ἀσυνήθης. Αἱ πιθανότητες λοιπὸν, τὰς ὁποίας εὕρομεν ἐν ὀλίγῳ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890, εἶχον αὐξήσει κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1892· ἀλλὰ δὲν εἴχομεν ἔτι βεβαιότητα, ὅτι εἴχομεν ἀποσοβήσει τὴν πτώχευσιν. Ὅταν ὅμως ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ, — ὄχι διότι ἐζημίωσε τὰ πολιτικὰ συμφέροντα ἡμῶν, ἀλλὰ παριστῶ τὰ πράγματα ὡς εἶναι, παριστῶ τὴν ἀληθῆ, τὴν εἰλικρινῆ παράστασιν τῶν πραγμάτων, — ἤμην βέβαιος πλέον, ὅτι δὲν ἠθέλομεν σωθῆ ἀπὸ τὴν πτώχευσιν. Ἀλλὰ μολονότι ταῦτα ἐφρόνουν, προσεπάθησα ν’ ἀποτρέψω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης νὰ κηρύξῃ τὴν πτώχευσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Τότε δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ δίδω πλέον γνώμας εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶπον αὐτῷ τίποτε, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὅστις μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσῃ τὴν γνώμην μου, πρὶν ἢ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα, εἶπον καὶ αὐτῷ νὰ ἀγορεύσῃ ὡς θέλει, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀναφέρῃ τὴν πτώχευσιν. Τῷ ἔλεγον τοῦτο ὄχι διότι ἤθελον νὰ κρύψω τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ διότι ἐνόμιζον, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ὤφειλε νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν ἢ μόνον ἡ Κυβέρνησις, διότι οἱ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, διότι λέγοντες τὴν ἀλήθειαν, ἐδημιουργοῦμεν ἐπιχειρήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εἴπῃ, ὅτι, ἐὰν ἐκλονίσθη ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲν παρείχετο εἰς αὐτὴν εὐκολία, πταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις ἐδυσφήμησε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, κηρύξασα τὴν πτώχευσιν, ἐν ᾧ ἀκόμη ἡ πτώχευσις δὲν εἶχε κατασταθῆ ἀναπόφευκτος. Καὶ ὅτε ὡμίλουν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὑπεφηνάμην αὐτὴν ταύτην τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν νῦν λέγω, οὐχὶ ἐπικρίνων τὸν κ. πρώην Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, ἢ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἀλλὰ πειθόμενος ὅτι ἡ εἰλικρίνεια αὐτῶν ἦτο ἀνωτέρα τῆς ὀφειλομένης. Ἀλλ’ ὅτε τέλος πάντων ἡ πτώχευσις δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ καλυφθῇ, καὶ αὐτὸς ὁ ἐργάτης αὐτῆς ἔβλεπεν ἔβλεπεν ὅτι ἦτο ἀδύνατον πλέον νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς ἀνισοῤῥοπίας τῆς νομισματικῆς, καὶ ἐκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὴν πτώχευσιν, τότε ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε πάντες νὰ σκεφθῶμεν, ἵνα ἴδωμεν, τί πρέπει νὰ πράξωμεν, ὅπως μὴ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη· διότι τῳόντι ἡ παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος μέχρι τοῦδε ἐχειροτέρευσε πολὺ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθησαν αἱ πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν διαπραγματεύσεις. Δὲν λέγω ταῦτα, ἵνα ἀποθαῤῥύνω τὴν Βουλὴν, ἢ ἵνα ἀποθαῤῥύνω τοὺς ἀκούοντας τὰς γνώμας ταύτας συμπολίτας ἡμῶν. Λέγω ὅμως ταῦτα, ἵνα δικαιολογήσω τὴν συμβουλὴν, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ δώσω καὶ εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ πολιτευθῶμεν εἰς τὸ μέλλον σωφρόνως. Τὴν γνώμην ταύτην ἐζήτησα νὰ καταδηλώσω καὶ διὰ πράξεων, οὐχὶ ἐκ φόβου ὅτι, ἐὰν διετέλουν ἐν ἰσχύϊ αἱ πολλαπλαῖ ἄδειαι, αἱ ὁποῖαι εἶχον δοθῆ πρὸς συνομολόγησιν δανείων, ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ συνομολογηθῶσι τὰ δάνεια ταῦτα, — διότι ἦτο δύσκολον νὰ εὑρεθῶσι, τό γε νῦν ἔχον, χρήματα, ἵνα δανεισθῶμεν, — ἀλλὰ διότι ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ εἰς πάντας κατάδηλον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δανειζώμεθα πλέον, ἢ, ἂν ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη νὰ δανεισθῶμεν, νὰ μὴ παρουσιαζώμεθα ἔχοντες τὰ θυλάκιά μας γεμάτα ἀπὸ ἀδείας δανείων καὶ νὰ δανειζώμεθα δυνάμει αὐτῶν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀνάγκη τοῦ δανείου, ἀλλὰ νὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐρχώμεθα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως δίδωμεν τὴν ἀφορμὴν εἰς αὐτὴν νὰ ἐξετάζῃ ἀκριβῶς καὶ νὰ μὴ δίδῃ ἄδειαν πρὸς δανεισμὸν ἢ ὅταν πεισθῇ, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς τοιαύτης ἀδείας. Ἡ σωφροσύνη ἐν τῇ διαχειρίσει, ἥτις συνίσταται εἰς τὴν μετὰ πάσης οἰκονομίας διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, ὅπως δαπανῶμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν ὀλιγώτερα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, ὅπως συντηρῶμεν καὶ μὴ ἀφίνωμεν νὰ χάνωνται αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας κατεβάλομεν πρὸς ἕνα οἱονδήποτε σκοπὸν, ἡ σωφροσύνη, λέγω, ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν, καὶ αὐτὴ δὲν ἀρκεῖ μόνη· διότι, καὶ ἂν ἀσχοληθῶμεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν οὕτως, ὥστε νὰ κατορθώσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ ὑπερβαίνωσι τὰ ἔξοδα, καὶ ἂν κατορθώσωμεν νὰ συνομολογήσωμεν τὸν συμβιβασμὸν, καὶ ἂν κατορθώσωμεν νὰ μειώσωμεν μετὰ λογικῆς προόδου τὴν νομισματικὴν ἀναλογίαν, καὶ ἂν ἐγκαταστήσωμεν ἀληθῆ σωφροσύνην ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν, πρέπει ὅμως νὰ βελτιώσωμεν καὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν πολιτικήν. Ἤκουσα χαρακτηρισμὸν, ὅστις ἐδόθη εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω τὸν χαρακτηρισμὸν ἀκριβῶς ἠκριβολογημένον. Εἶπέ τις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὅτι ἡ διοίκησις εἶναι ἐξηρθρωμένη. Ἡ διοίκησις δὲν εἶναι ἐξηρθρωμένη· ἡ διοίκησις εἶναι ἀτελὴς, ἢ εἶναι πλημμελής. Μάλιστα, ἐπειδὴ ἔζησα ἐν τῇ διοικήσει πολλὰ ἔτη τοῦ βίου μου, διότι ὑπερέβην τὸν ἥμισυν αἰῶνα ἀσχολούμενος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κοινῶν, εἴτε ὡς ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἴτε ὡς πολιτευόμενος, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ διοίκησις ἡ Ἑλληνικὴ ἦτο διοίκησις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ σεμνύνηται ἐπὶ χρηστότητι. Ὅταν συνέπεσε νὰ παραμείνω ἐργαζόμενος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς Γαλλίας, μεθ’ ὑπερηφανείας ἀνέφερον τὴν ἐντιμότητα τῆς διοικήσεως τῆς Ἑλληνικῆς, ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν τότε διοίκησιν τοῦ Κράτους ἐκείνου. Ἀλλὰ θέλω διστάσει νὰ ἐπιδειχθῶ ἤδη σεμνυνόμενος καὶ ὑπερηφανευόμενος διὰ τὴν χρηστότητα τῆς ἐνεστώσης ἡμῶν διοικήσεως· καὶ δὲν θέλω διστάσει μόνον, ἀλλὰ καὶ θέλω βεβαιώσει, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα διοίκησις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ διακρινομένη διὰ τὴν ἱκανότητα αὐτῆς, διὰ τὴν μάθησιν αὐτῆς, διὰ τὴν ἐπιστημονικότητα αὐτῆς. Λοιπὸν αὐτὴν τὴν διοίκησιν πρέπει νὰ βελτιώσωμεν, πρέπει νὰ τὴν καταστήσωμεν σοφωτέραν, πρέπει νὰ τὴν καταστήσωμεν δραστηριωτέραν, πρέπει νὰ τὴν καταστήσωμεν ἔχουσαν στοργὴν μεγαλειτέραν πρὸς τὰ κοινὰ πράγματα. Ἡ ἀλήθεια τῆς διοικήσεως, ἡ πληρότης αὐτῆς ἀπαιτεῖ, ἵνα οἱ πολῖται μὴ ζητῶσι τὸ δίκαιόν των· τὸ δίκαιον νὰ ἀπονέμηται εἰς τοὺς πολίτας, χωρὶς οὗτοι νὰ ζητῶσιν αὐτό· ὅταν ὅμως ὁ πολίτης ἦναι ἠναγκασμένος νὰ κρούῃ τὰς θύρας τῶν δημοσίων γραφείων, καὶ νὰ διημερεύῃ ἐκεῖ, καὶ νὰ πηγαινοέρχηται ἑκατοντάκις, καὶ νὰ δαπανᾷ τὸ χρῆμά του, ὁδοιπορῶν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, καὶ νὰ χάνῃ τὸν καιρόν του πρὸς τοῦτο, ἡ διοίκησις ἐκείνη δὲν εἶναι ἀκριβής. Δὲν λέγω ὅτι ἐλπίζω νὰ φθάσωμεν εἰς τοσοῦτον τελειότητος, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα βελτιώσωμεν τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν αὐτῆς, πρὸ παντὸς δὲ πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα καταστήσωμεν ὁμαλὴν τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν. Καὶ οὐδεὶς μὲν ὑπάρχει κίνδυνος, ἀπειλῶν τοὺς θεσμοὺς, ἀλλ’ ὅμως ἑκάστοτε διαδίδονται μεταξὺ τῶν πολλῶν εἰδήσεις ἢ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι παριστῶσι τὴν λειτουργίαν μὴ ὁμαλὴν εἰς τε τὰ πολιτικὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας. Δυστυχῶς εἰς τοῦτο δὲν μᾶς βοηθεῖ ἡ δημοσιογραφία. Ἀπό τινος ἰδίως καιροῦ, δὲν γνωρίζω πῶς, ἐξετράπη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἠδύνατό τις νὰ ἀμφιβάλλῃ, ἐὰν οἱ γράφοντες ἦναι πολῖται Ἕλληνες. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας, ἵνα συντελέσωσιν εἰς τὴν ἄρσιν τοιούτων ἀνωμαλιῶν καὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κοινοῦ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἡ πολιτικὴ λειτουργία εἶναι ὁμαλή, ἐπὶ τοσοῦτον θέλομεν συντελεῖ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀνησυχίας ἐκείνης, τῆς ἠθικῆς ἢ τῆς πνευματικῆς, ἥτις ἀπασχολεῖ τὸν κόσμον, κλονίζει τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ κράτος καὶ τὴν τύχην τῶν νόμων, κλονίζει τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας ἢ τῆς δημοσίας τάξεως. Τοιαύτας ἔχω γνώμας, καὶ ταύτας ἐν λεπτομερείᾳ ἀπήγγειλα πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, περιερχόμενος πρὸ τριῶν μηνῶν ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλω δώσει εὔλογον ἀφορμὴν νὰ αἰτιαθῶσιν ἐμοῦ, ὡς λησμονοῦντος τὰς ἐπαγγελίας καὶ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας δημοσίᾳ ἀπήγγειλα κατὰ μῆνα Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον. Ἐνδέχεται νὰ τὸ πράξωσιν οἱ ἔχοντες ἐνδιαφέρον ἐν τῷ πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ νὰ παραστήσωσιν ἑαυτοὺς Κάτωνας, ἡμᾶς δὲ ἀγύρτας· ἀλλ’ ἐλπίζω, καὶ ἂν ἤθελον τὸ πράξει, νὰ ἐπιδείξω ὄχι μόνον τὰ διανοήματα ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τὰς πράξεις ἡμῶν, ὅπως ἀποσοβήσω τοιαύτας αἰτιάσεις. Ἐν χρόνῳ, καθ’ ὅν, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἐνδιαφερόμεθα περὶ τῆς ὑστεροφημίας, δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν διεχειρίσθημεν εὐσυνειδήτως τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν τῇ ἐνδείξει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος ἐνεπιστεύθη εἰς ἡμᾶς. Ἐν τούτοις καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, δηλοῦντα τὰς μεταβολὰς τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1895, ἐκτίθενται δὲ ἐν τῇ δευτέρᾳ σελίδι αἱ λεπτομέρειαι τῶν μεταβολῶν τούτων· προσέτι πίνακα δηλοῦντα τὰς μεταβολὰς τοῦ εἰσαχθέντος παρ’ ἡμῶν προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1895 ἐν κεφαλαίῳ, ἐκτίθενται δὲ ὡσαύτως αἱ λεπτομέρειαι τούτων ἐν ταῖς ἑπομέναις σελίσι. Προσέτι καταθέτω τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ὡς μετεβλήθη, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὡς ἐτροποποιήθη. Κατὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ μὲν ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀναβιβάζονται εἰς δρ. 93,035,649.47, τὰ δὲ ἔσοδα εἰς 93,461,348, ὑπολείπεται δὲ περίσσευμα δραχ. 425,698.53. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπεδέχθημεν καὶ ἀνεγράψαμεν ἐν τοῖς ἐσόδοις 1,600,000, κατὰ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, λόγῳ αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων, ὡς ἀνεγράψαμεν τὰς 300 χιλιάδας ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τῶν μονοπωλίων, ὅτι ἠλαττώσαμεν τὸ ποσὸν τῶν 720,000, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἀναγράψει διὰ κατασκευὴν ὁδῶν, εἰς 370 χιλιάδας, διότι διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐνιαυτοῦ, δηλαδὴ διὰ τοὺς πέντε ὑπολοίπους μῆνας, ἐπαρκεῖ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἑπομένως ἠλαττώσαμεν κατὰ τοσοῦτον ποσὸν τὰ ἔξοδα τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Δὲν ἀπεδέχθημεν τὰς ἄλλας γνώμας περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων, τὰς ὁποίας ἄλλοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὑπεστήριξαν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι δὲν εὕρομεν ταύτας κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπαρκεῖς, ὅπως πεισθῶμεν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰς προταθείσας ὑπ’ αὐτῶν ἐλαττώσεις. Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο λόγος περὶ σπατάλης, τὴν ὁποίαν ἀνεῦρον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, μολονότι ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὥρα, ἵνα ἀνασκευάσω τὴν αἰτίασιν, δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἀπὸ τοῦδε ὀλίγας λέξεις. Ἡ σπατάλη ἰδίως κατηγγέλθη δι’ ἀναγραφὴν δύο ἐξόδων, διὰ τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ἐξόδου τῆς ὁδοποιΐας, τῆς κατασκευῆς ὁδῶν· καὶ διὰ τὴν ἀναγραφὴν ποσοῦ τινος πρὸς κατασκευὴν φυλακῶν ἐν Λευκάδι. Διὰ τὴν κατασκευὴν φυλακῶν ἐν Λευκάδι ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι νέα, ἡ ὑπόθεσις χρονολογεῖται πρὸ πέντε καὶ πλέον ἐνιαυτῶν, διότι αἱ παραστάσεις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν εἶχον πείσει τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μέτρον πρὸς ἀλλαγὴν τοῦ οἰκήματος, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν εἰς φυλακάς· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὑρεθῇ οἴκημα ἄλλο, ἡ οἰκοδομὴ οἰκήματος τοιούτου ἐφάνη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι εἶναι μέτρον οἰκονομικὸν, καὶ τῷ ὄντι, ἐὰν ὑπολογισθῇ ἡ δαπάνη εἰς 90,000 δραχμὰς, ὅσας ἀνέγραψεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔργου, οἱ τόκοι τῶν χρημάτων εἶναι ὀλιγώτεροι τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐνοικίου, τὸ ὁποῖον καταβάλλεται νῦν. Ἐνῷ δὲ οὕτω θέλομεν δαπανᾷ ὀλιγώτερα ὅσων νῦν δαπανῶμεν, θέλομεν παρασκευάσει ἐνδιαίτημα τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς καθειργμένων ἀνεκτότερον, καὶ μᾶλλον εὐάερον καὶ ὑγιεινότερον ἢ τὸ ὑπάρχον. Ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐπέτρεψεν αὐτὴν ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, δὲν ἐννοῶ διατὶ ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, οἵτινες ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἰδίως ἐσκανδάλισεν αὐτοὺς, ὅτι ἐν τῷ νομῷ Ἀρκαδίας κατασκευάζεται πρὸ χρόνων ὁδὸς, ἡ ὁποία δὲν συνετελέσθη, ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ νομῷ Ἀρκαδίας κεῖται ἡ Γόρτυς καὶ διέρχεται ἡ ὁδὸς διὰ τῆς Γόρτυνος, ὑπέλαβον ὅτι ἤθελον μὲ παραστήσει ταπεινὸν ἄνθρωπον, μὴ δυνάμενον ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς τὰ ὕψη, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ εἰρημένοι Κύριοι ἴσως περιΐπτανται, διότι ἠσχολήθην, ἐν τῷ μέσῳ τῆς τοσαύτης δυστυχίας, νὰ φροντίσω νὰ θεραπεύσω ἐπαρχιακὴν ἀνάγκην. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ μεταβάλω τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχουσι περὶ ἐμοῦ, περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον σκέπτομαι ἐν τῇ πολιτικῇ, ἢ κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκτελῶ τὰ καθήκοντά μου, ἑπομένως ὅσα θέλω εἰπεῖ, δὲν λέγω διὰ νὰ μεταπείσω τοὺς Κυρίους· ἐπειδὴ ὅμως οἱ λόγοι αὐτῶν ἠκούσθησαν, ὁμιλῶ διὰ νὰ τὰ ἀκούσωσιν οἱ ἀκούσαντες τῶν λόγων αὐτῶν. Ἡ ὁδὸς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Πύργον εἶναι μία τῶν ἀρτηριῶν τῆς Πελοποννήσου, διὰ τῶν ὁποίων συνδέεται τὸ κέντρον τῆς Πελοποννήσου, ἡ Τρίπολις, μετὰ τῶν κόλπων τῆς Πελοποννήσου. Πρὸ τοῦ 1862 εἶχε κατασκευασθῇ μία τῶν ἀρτηριῶν τούτων διὰ δαπάνης τοῦ δημοσίου ταμείου, χάρις εἰς πολιτικὸν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, νοημονέστατον ἄνδρα, ἄκρως φιλόπατριν, ὁ ὁποῖος ἔπεσε θῦμα τῆς διαβολῆς καὶ τῆς συκοφαντίας. Δευτέρα ἀρτηρία εἶναι ἡ κατασκευασθεῖσα καὶ συνδέσασα τὴν Τρίπολιν μὲ τὴν Σπάρτην, μὲ τὸν κόλπον τὸν Λακωνικόν· διότι ἡ Σπάρτη συνδέεται μὲ τὸ Γύθειον. Ὁ τόπος ἀπὸ τῆς ἀφετηρίας τῆς ὁδοῦ καὶ ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον καταλήγει, εἶναι δύο τόποι κλιματικῶς ἐντελῶς ἀντίθετοι· ἄλλα προϊόντα παράγει τὸ κέντρον τῆς Πελοποννήσου, ἄλλα δὲ αἱ ἀκταὶ, αἱ χῶραι αἱ παρὰ τὸν Εὐρώταν καὶ τὸν Λακωνικὸν κόλπον. Ἡ ὁδὸς αὕτη φέρει εἰς συγκοινωνίαν τὸ κέντρον τῆς Πελοποννήσου, ἐπαρχίαν κεντρῴαν, μετὰ τῶν παραλίων, καὶ εὐκολύνει τὴν ἀνταλλαγὴν προϊόντων ἀντιθέτων, τὰ ὁποῖα παράγουσιν αἱ χῶραι αὗται. Ἡ ἄλλη ὁδὸς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κατασκευασθῇ, διὰ τὴν ὁποίαν ἐξωδεύθησαν ἕως τώρα μόνον 180–200 χιλιάδες δραχμῶν, εἶναι ἡ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Καλάβρυτα, ἡ ὁποία ὅμως ἐγκατελείφθη ἀπὸ τοὺς προκατόχους μου, δὲν γνωρίζω δὲ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται· ἀλλὰ πρέπει νὰ κατασκευασθῇ καὶ ἄλλη ὁδὸς, διὰ τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐξοδευθῇ 1,100,000 περίπου δραχμῶν, ἡ ὁδὸς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Πύργον, καὶ αὐτὸ τὸ ἓν ἑκατομμύριον καὶ 100 χιλιάδες ἐδαπανήθησαν εἰς κατασκευὴν τριῶν τμημάτων, τῶν ὁποίων κανὲν δὲν ἐπερατώθη· ἡ ἐργασία μέχρι τοῦ μέσου ἑκάστου τῶν τμημάτων τούτων κατεσκευάσθη, τὸ ὑπόλοιπον ἑκάστου τούτων δὲν κατεσκευάσθη, καὶ δὲν κατεσκευάσθησαν καὶ τὰ ἄλλα τμήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν ὅλην γραμμὴν τῆς ὁδοῦ. Τοιουτοτρόπως ὁ κίνδυνος εἶναι προφανὴς, τὸ 1,100,000 θέλει ἀπολεσθῆ, ἐὰν δὲν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ. Ἡ στοργὴ πρὸς τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν ἄφθονα, καὶ ἡ ἐπιθυμία νὰ σωθῇ χρῆμα τοσοῦτον ὀγκῶδες, ὅσον εἶναι τὸ 1,100,000, μοὶ ἐνέδειξαν, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ διακοπὴ τῶν ἔργων τούτων. Ἐὰν τοῦτο παρίσταται ἀπό τινος ὅτι συντελεῖ εἰς ἐξυπηρέτησιν ἀτομικοῦ μου συμφέροντος, εἶναι οἱ Κύριοι ἐλεύθεροι νὰ τὸ φρονῶσιν· ἐγὼ ἀδιαφορῶ, διότι ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἥσυχον, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου. Μὲ ἐνεκάλεσαν προσέτι, ὅτι προετίμησα τὴν ἐξακολούθησιν τῆς διακοπῆς τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης, καὶ ἰσχυρίσθησαν μάλιστα, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐν πλήρει ἀντιφάσει, διότι ἀγορεύων πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατασκευή, ἡ περάτωσις τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἡ περάτωσις τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, καὶ τὰ ἄλλα ἔργα τῆς ὁδοποιΐας. Ἠρώτων λοιπὸν χθὲς καὶ προχθές, διατὶ προτείνω δαπάνην χρημάτων διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν καὶ δὲν προτείνω δαπάνην διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, διὰ νὰ τελειώσῃ ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς– Λαρίσης; Ἡ ἀπόκρισις, τὴν ὁποίαν θέλω δώσει, εἶναι φυσική· διότι ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ τῆς διακλαδώσεως μέχρι Χαλκίδος, θέλει ἀπαιτήσει δύο ἢ καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ φθάσῃ μέχρι Θηβῶν–Λεβαδείας, ὁ προκάτοχος Πρωθυπουργὸς εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρίστα, ὅτι ἀπαιτοῦνται 13 ἑκατομμύρια, ἐγὼ δὲ δὲν ἔχω νὰ διαθέσω, εἰμὴ 400 ἢ 500 χιλιάδας, τὰς ὁποίας ἔτρεψα πρὸς ὁδοποιΐαν. Ὡμίλουν μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης· ἀλλὰ δὲν δύναται διὰ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας διαπράττει τις ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, νὰ ἐκτελῇ συγχρόνως πάντα τὰ ἔργα, ὅταν ταῦτα ἀπαιτῶσιν ἑκατομμύρια. Εὐτύχημα θὰ ἦναι, ἐὰν ἐντὸς δύο ἐτῶν δυνηθῶμεν νὰ τελειώσωμεν τὰς ὁδοὺς τὰς ἀρξαμένας, καὶ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν. Ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εὐπλοήσωσιν οὕτως, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης μέχρι Θηβῶν τουλάχιστον καὶ Λεβαδείας καὶ Χαλκίδος διά τινος συνδυασμοῦ, περιέχοντος ἔστω καὶ δάνειον, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους συμφέροντας, πρέπει νὰ τὸ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν ὅμως τοῦτο δὲν ἦναι δυνατὸν, ἀφοῦ τελειώσωμεν τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, πρέπει νὰ διαθέσωμεν τὰ περισσεύοντα διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς διακλαδώσεως Χαλκίδος ἢ καὶ Θηβῶν–Λεβαδείας, ἀλλ’ ἂν δυνάμεθα. Ἀλλὰ συγχρόνως τίς δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ ὅλα, ὅταν μάλιστα δὲν πρόκειται νὰ διαθέσῃ πρὸς τοῦτο πολυχρονίους οἰκονομίας, τὰς ὁποίας κατώρθωσε νὰ κάμῃ ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους; Νομίζω ὅτι τὸ προτεινόμενον ἔργον διαφέρει ὅλως τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπιχειρήσει καὶ ἐξετέλει ὁ πρώην ἐκ Μετολογγίου Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἶχεν ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων εἰς τὴν διάθεσίν του.

§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντες πίνακες καὶ τὰ δύο νομοσχέδια περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἐτροποποιήθησαν, θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 290–292).

§268Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ἐκτυπωθῶσιν αἱ μεταβολαὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς καὶ ὁ νόμος ὁ οἰκονομικὸς, νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν ὅτι ἀπεδέχθη τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ τελωνειακῶν τελῶν καὶ ἐκ τῶν τελωνείων ἐν γένει, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς· παρετήρησα ὅμως πρὸ ὀλίγου καὶ ἄλλο ἔσοδον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, νομίζω, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, δὲν εἶχε περιέλθει δὲ εἰς γνῶσίν μου προηγουμένως, ὅπως ἀναγράψω αὐτὸ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1895 ἀναγράφεται ἔσοδον ἐκ νομισματοποιΐας ἐξ 167,000 δραχμῶν.

§269ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦ 1895; Θὰ κατασκευασθῶσιν;

§270Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μάλιστα.

§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ἐλάβομεν μερικὰ νικέλια, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμένος ὁ λογαριασμός.

§272Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀναγράφεται εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων τοῦ 1895· εἶναι δηλ. 166,923.78.

§273Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ἐμὲ δὲν ἐπαρουσιάσθη λογαριασμὸς ἐκκαθαρισμένος.

§274Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι εἰς τὴν κατάστασιν, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὰ προσθέσωμεν.

§275ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῶσιν αὐτοὶ οἱ πίνακες. Νομίζω μάλιστα, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν, ἵνα αὔριον π. μ. συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της.

§276Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.

§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις νὰ ἀγορεύσῃ;

§278ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§279Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅτε εἶδον, Κύριοι, τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν ἀνελθόντα ἐπὶ τὸ βῆμα, ἤλπισα ὅτι ἤθελε συγχαρῆ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῇ καταθέσει τῶν μεταβολῶν, ἃς ἐπήνεγκεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀποδεχόμενος οὕτω κατὰ τὰ 90 ἑκατοστὰ τὰς προτάσεις καὶ τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦθ’ ὅπερ ἴσως διὰ πρώτην φορὰν γίνεται. Λέγω δὲ ὅτι ἤλπισα νὰ ἀκούσω νὰ ἀποτείνῃ συγχαρητήρια εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἦτο γνώμη μόνον τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς ἢ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι πάντα τὰ ἀγορεύσαντα μέλη τῆς μειονοψηφίας ἀπεδέχθησαν τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῶν μονοπωλίων· αὐτὸς δὲ ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς χθὲς ἀγορεύων, οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἢ νὰ ἐγκαυχᾶται, ὅτι δῆθεν αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ φωτοδότης τῆς ἐπιτροπῆς, αὐτὸς ὑποδεικνύων τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθῶμεν. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἀπελάμβανον τὸν ἔντιμον τοῦτον φίλον μου. Τὸν ἀπελάμβανον, διότι ὑποθέτει ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ δωρητὴς δύο ἢ δύο καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα, ἐὰν οὗτος δὲν ἀνεύρισκεν, ἤθελον ἴσως ἀπολεσθῆ. Αὐτὴν δὲ τὴν ἑσπέραν ἤκουσα τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν τὰ αὐτὰ λέγοντα καὶ ἰσχυριζόμενον, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὕρομεν ἄγκυραν σωτηρίας εἰς τοὺς λόγους καὶ τὰς προτάσεις τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ. Καὶ ὅμως ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς διαφωνεῖ πρὸς τὸν παρακαθήμενον αὐτῷ φίλον του, καὶ εἶναι ὁ μόνος ἐκ τῶν διαφωνούντων, ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ὡμίλησαν ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Καὶ θὰ εἶχε δίκαιον νὰ διαφωνῇ πρὸς τοὺς ὁμόφρονάς του ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἐὰν τὰς γνώμας του περὶ τῶν ἐσόδων ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐστήριζε βασιζόμενος μόνον ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους, διότι ὁμολογουμένως τὰ ἀποτελέσματα τῶν μηνῶν τούτων ὑπῆρξαν δυσάρεστα. Τὰ ἔσοδα ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους 1895 ἀνῆλθον εἰς δρ. 6,754,088, ἀπέναντι ἐσόδων τῶν ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐκ δραχ. 7,566,776, ἤτοι τὰ ἔσοδα ταῦτα κατὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας ἐνεστῶτος ἔτους κατέλιπον 800,000 περίπου δραχμῶν ἔλλειμμα. Ἡ μείωσις τῶν ἐσόδων τούτων προέρχεται ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σιτηρῶν. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς προέτεινεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐσόδου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἀπὸ δρ. 22,303,000, ὅσα ἀναγράφονται ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ, εἰς 25,000,000, ἰσχυρισθεὶς μάλιστα, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης κατὰ 3,000,000 νὰ καταργηθῇ ἢ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην αἱ προβλέψεις τοῦ ἐντίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ δὲν ἦσαν βάσιμοι, διότι δὲν ὑπῆρχον ἢ τὰ ἀποτελέσματα τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν ἐ. ἔ., ἅτινα ἦσαν λίαν ἀποθαῤῥυντικά. Κατόπιν ὅμως ἔσχομεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τοῦ μηνὸς Μαΐου, τὸν μῆνα δὲ Μάϊον αἱ εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς 1,986,763, ἐνῷ κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1894 αὗται δὲν ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τοῦ 1,928,913. Ἔχομεν ἑπομένως πλεόνασμα τὸν Μάϊον ἐ. ἔ. ἐκ δρ. 57,750 ἀπέναντι τῶν εἰσπράξεων τοῦ μηνὸς Μαΐου παρελθόντος ἔτους. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη δὲν ἐσταμάτησε μόνον εἰς τὸν μῆνα Μάϊον. Ἐπῆλθον κατόπιν καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ μηνὸς Ἰουνίου. Τὸν Ἰούνιον ἐ. ἔ. εἰσεπράχθησαν 1,999,059, ἀπέναντι εἰσπράξεων τοῦ Ἰουνίου παρελθόντος ἔτους ἐκ δρ. 1,758,849. Ἤτοι αἱ εἰσπράξεις τοῦ μηνὸς Ἰουνίου ἐ. ἔ. παρουσίασαν πλεόνασμα ἐκ δρ. 240,210. Καὶ εἶπε, νομίζω, πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη παρακαταθήκη σιτηρῶν, ὥστε ἴσως ἐπὶ μακρὸν χρόνον δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ ἀγορὰ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προμηθευθῇ τοιαῦτα...

§280ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.

§281Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, ὀφείλω νὰ διακρίνω ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ἰουνίου τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῶν σιτηρῶν, διότι τοῦτο βαρύνει πολὺ εἰς τοὺς ὑπολογισμούς. Ἐνῷ λοιπὸν τὸν Ἰούνιον παρελθόντος ἔτους εἴχομεν εἰσπράξεις ἐκ σιτηρῶν δραχ. 443,598, τὸν Ἰούνιον ἐ.ἔ. ἔχομεν τοιαύτας ἐκ δραχ. 593,848, καὶ ἑπομένως ὑπέρβασιν ἐκ δραχ. 150,000. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν πανταχόθεν βαίνουσιν αὐξανόμεναι. Καὶ νομίζει κατόπιν τούτων ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς, Βουλευτής, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐσόδου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς 24,000,000, ἀντὶ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 22,303,000; Κατὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας εἴχομεν μείωσιν ἐσόδων κατὰ 800,000 δραχμῶν, ἀλλὰ κατὰ τοὺς δύο ἑπομένους μῆνας ἡ μείωσις αὕτη περιορίζεται μόνον εἰς 500,000 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ, ὡς πιστεύεται, αἱ εἰσπράξεις ἐξακολουθήσωσι τὴν αὐτὴν πορείαν, τὸ ἔλλειμμα τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν θὰ καλυφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, ἐνδεχόμενον δ’ εἶναι νὰ φθάσωσιν αὗται τὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐὰν δὲν ὑπερβῶσιν αὐτάς. Λυποῦμαι διὰ τὸν ἔντιμον συνάδελφον, ὅστις ὑπέθεσεν, ὅτι εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ μελέτας ἠδύνατο νὰ ἐπικρατήσῃ ἄλλη πρόθεσις, πλὴν ἐκείνης πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀληθείας. Οὐδεὶς δὲ, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐγὼ δὲν ἔχω λόγον νὰ παραστήσω ψευδῆ περισσεύματα. Ὁσάκις δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀνεμίχθην εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, προσεπάθησα πάντοτε νὰ ἐργασθῶ μετ’ εἰλικρινείας, εἴτε ἐν τῇ Συμπολιτεύσει εὑρισκόμενος, εἴτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι, ὅτε συνάδελφος, παρακαθήμενος ἤδη ἐν τῇ ἀριστερᾷ πτέρυγι, εἰσηγητὴς δὲ τυγχάνων τῆς μειοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, μοὶ ἐπαρουσίασε νὰ ὑπογράψω ἔκθεσιν παριστῶσαν ἔλλειμμα ἐξ 24 ἑκατομμυρίων, ἠρνήθην νὰ ὑπογράψω, εἰπὼν εἰς αὐτὸν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὰ 8,000,000, (καὶ τὰ πράγματα κατόπιν ἐδικαίωσαν τὴν γνώμην μου) ἐτροποποίησε δὲ τὴν ἔκθεσιν, ἀρκεσθεὶς νὰ ἀναγράψῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θὰ κατέλειπε μέγα ἔλλειμμα. Ὅθεν ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ἅπαντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἰργάσθησαν εἰλικρινῶς, μὴ ἐξαιρουμένων οὐδὲ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὁμολογουμένως ἀπετελεῖτο ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων μελῶν αὐτῆς. Νομίζω προσέτι, ὅτι, ὅπου ἔπρεπε νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ 1895, πρῶτος ἐγὼ ἐπρότεινα τοῦτο, ἢ ἀπεδέχθην τὴν γνώμην ἄλλων, ἂν δ’ ὄχι πᾶσαι αἱ προσθῆκαι τῆς ἐπιτροπῆς, αἱ πλεῖσται ὅμως καὶ αἱ ὀγκωδέστεραι ἐξ αὐτῶν ἐγένοντο ἀποδεκταὶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.

§282ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι, τὰς ὁποίας δὲν ἀπεδέχθη, ὡς εἶναι αἱ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων.

§283Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Αὐταὶ στηρίζονται ἐπὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας μόνος ὑμεῖς ἔχετε.

§284Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ἐψηφίζετο κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1894, δὲν ἤθελε περιλάβει τὰς 700 καὶ πλέον χιλιάδας δραχμῶν, ἃς περιελάβομεν ἡμεῖς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατὰ προσθήκην εἰς τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Λέγουσι δ’ ὅτι ὑπάρχουσι πλὴν αὐτῶν καὶ ἄλλαι ἐντολαὶ ὑπογεγραμμέναι πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἀλλ’ οὐδεμία πληροφορία ἐδόθη μοι ὑπὸ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐντολαί. Ἐξ ἐναντίας ὑπέγραψα ἐγκύκλιον ἔγγραφον πρὸς πάντα τὰ Ὑπουργεῖα, καὶ παρεκάλεσα αὐτὰ νὰ διαβιβάσωσιν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον πάσας τὰς ἐκκαθαρισμένας τοιαύτας ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου ταμείου· ἀλλὰ τὰ Ὑπουργεῖα δὲν ἐζήτησαν νὰ ὑποβάλωμεν δηλώσεις δι’ ἄλλας ἀπαιτήσεις, πλὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας.

§285Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἔπρεπε, λέγουσι, νὰ προστεθῶσι 300,000 δραχμῶν εἰς τὰ ἔσοδα ἐκ μονοπωλίων. Διατί, παρακαλῶ, δὲν ἔπρεπε νὰ προστεθῶσιν, ἀφοῦ 300,000 δραχ. ἐπὶ πλέον εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1894; Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἀνεγράφετο, ἴσως θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής. Καὶ ἔπρεπε νὰ προβληθῇ ἀντίῤῥησις καὶ διὰ τοῦτο; Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδένα λόγον ἔχω νὰ παρουσιάσω περίσσευμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅπου τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει. Ἡ ἰδιοσυγκρασία μου μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ἀνεξαρτησίαν εἰς τὰ φρονήματα καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν πρὸ πάντων εἰς τὴν ἐργασίαν μου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐν πεποιθήσει εἰργάσθην καὶ ἐν πεποιθήσει ὑποστηρίζω ὅσα ὑπεστήριξα καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπαναλαμβάνω. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι τρεῖς ἐκ τῶν ἀγορευσάντων παρέστησαν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θὰ παρουσιάσῃ ἔλλειμμα ἐκ 2½ περίπου ἑκατομμυρίων. Βεβαίως διὰ μόνων τῶν λόγων πᾶς τις δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ πρέπει καὶ τὰ πράγματα νὰ δικαιολογῶσι τοὺς τοιούτους ὑπολογισμούς. Προχθές, Κύριοι, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐκ τοῦ προχείρου πρὸς ἀνασκευὴν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Κατὰ τὸν ἔντιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτήν, τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναβιβάζονται εἰς 94,046,849, τὰ δὲ ἔσοδα εἰς 91,116,118, ἑπομένως ἀπομένει ἔλλειμμα 2,930,711. Ἀλλὰ ποῦ βασίζονται οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι τοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἐντίμου συναδέλφου; Πρῶτον λαμβάνει ὡς βάσιν τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ εἰσαχθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ δραχ. 89,342,724, τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν διὰ τῶν δηλώσεων τῶν Ὑπουργῶν ἐκ δραχ. 1,997,558, τὸ ποσὸν τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἐξ 734,047, τὴν ὑπέρβασιν δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος 500,000, τὴν δαπάνην διὰ τὴν δευτέραν τακτικὴν Σύνοδον τοῦ 1895 ἐκ δραχ. 350,000, δι’ αὔξησιν μισθῶν πρέσβεων 22,500, καὶ διὰ τὴν δαπάνην πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἐξ 1,000,000, ἐπίσης δὲ 100,000 δι’ ἐκείνην τοῦ Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς αὐξήσεις τὰς διὰ τῶν δηλώσεων τῶν Ὑπουργῶν ἐπελθούσας, περὶ τούτων δὲν ὑπάρχει ζήτημα. Ὡσαύτως καὶ διὰ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῶν προτάσεων τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Διαφωνία ὅμως ὑπάρχει ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὑπολογισμὸν τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος διὰ τοὺς ὑπολειπομένους μῆνας τοῦ ἔτους. Ἡ ἐπιτροπὴ ὁμολογουμένως ἀνέγραψεν ἔξοδον 300,000 δραχμῶν, διότι τ’ ἀποτελέσματα τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκέσωσι τὰ ποσὰ, ἅτινα ὁ προϋπολογισμὸς προεῖδεν. Ὁ ἐκ Παρνασσίδος ὅμως ἔντιμος Βουλευτὴς ηὔξησε τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ 200 ἔτι χιλιάδας δραχμὰς. Δὲν γνωρίζω ἂν εἰς τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιλαμβάνεται καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγραφὲν, διότι εἰς τοῦτο δύναται ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, φρονῶν ἴσως, ὅτι τὸ συνάλλαγμα θὰ ἐκπέσῃ καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ὑπάρξῃ ὑπέρβασις τῆς πιστώσεως, ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἐνόμισε, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὰ μέχρι τοῦδε δαπανηθέντα, ὅτι ἔπρεπε ν’ αὐξηθῇ ἡ πίστωσις αὐτὴ κατὰ 300,000...

§286ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὴν ἀποδέχεται μόνον τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἀποδέχεται, κατὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἴδιος.

§287Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι γνώμη σας αὐτὴ, ὅτι μόνον τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἀποδέχεται. Ἀλλὰ τότε πῶς ἀποδέχεται 736,000 δραχ. ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἃς ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρότεινεν; ... Ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἔντιμος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν ἐπίσης, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ δαπάνη 350,000 δραχμῶν διὰ τὴν δευτέραν τακτικὴν Σύνοδον τοῦ 1895. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγραφῇ δαπάνη 350,000 δραχ. διὰ τὴν δευτέραν τακτικὴν Σύνοδον τοῦ 1895; Δὲν δύναται νὰ γείνῃ τακτικὴ Σύνοδος τῷ 1895, ἐκτὸς ἂν φρονῶμεν, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ ὅ,τι ἄλλαι Κυβερνήσεις ἔπραξαν ἄλλοτε, παραβαίνουσαι τὸ Σύνταγμα. Εὐθὺς λοιπὸν, ὡς δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ τακτικὴ Σύνοδος, δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ καὶ ἡ σχετικὴ δαπάνη· διότι, χωρὶς βεβαίως νὰ ἐκφράζω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὴν ἐμὴν, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς παρούσης Συνόδου δι’ ἀναβολῆς ἢ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, δὲν εἶναι ἐπίσης ἀπίθανον νὰ συγκληθῇ ἡ νέα Βουλὴ κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ 1896. Πιθανώτατα δὲ νὰ συγκληθῇ καὶ ἔκτακτος Σύνοδος. Ἀλλὰ δύναται νὰ προΐδῃ ἀπὸ τοῦδε ὁ προϋπολογισμὸς δαπάνην δι’ ἔκτακτον Σύνοδον, ἥτις δύναται καὶ νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ; Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν δικαιοῦνται νὰ ἐπιμένωσιν οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ δαπάνη 350,000 δραχ. διὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον τοῦ 1895, δυστυχῶς δὲ πάντες οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες ἐκ τῆς μειονοψηφίας ὑπεστήριξαν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ τοιαύτη. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἔντιμος Βουλευτὴς ἐπέμεινε νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἶναι τὸ ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ δαπάνας πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ποῦ δὲ στηρίζει τὴν γνώμην του ταύτην ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἔντιμος Βουλευτής; Τὴν στηρίζει εἰς τὸν λόγον, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 24,000,000, τοῦ συναφθέντος πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, εἰσήχθη ἤδη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ὅμως ἔχω ἐνώπιόν μου δήλωσιν ἐπίσημον, διὰ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται, ὅτι 1,062,000 δραχμῶν εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· ἀφοῦ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν βλέπω πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ τὸ τρέχον ἔτος τοὐλάχιστον νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμός. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ συμβῇ διὰ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, ἀλλὰ διὰ τὸ 1895 δὲν δύναται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς μὲ ἓν ἑκατομμύριον, ὡς ὑποστηρίζει ὁ ἔντιμος συνάδελφος. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὰ ἔξοδα, ὅπως ὑπολογίζει αὐτὰ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὑποβιβάζονται κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ἐκ τῆς δαπάνης διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, κατὰ 350,000, διὰ τὴν δευτέραν τακτικὴν Σύνοδον τοῦ 1895, καὶ κατὰ 200,000 (διότι ἐγὼ ἐμμένω πάντοτε εἰς τὰς 300,000, τὰς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγραφείσας,) δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος· ἤτοι τὸ ὅλον κατὰ 1,550,000· ἑπομένως τὰ 94,000,000, ὅσα ὑπολογίζει ὡς ἔξοδα ὁ ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ὑποβιβάζονται ἀμέσως εἰς 92,500,000. Ἀλλ’ ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ὑπεβίβασε καὶ τὰ ἔσοδα. Ἡ ἐπιτροπὴ προέτεινεν ἔσοδον ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπεδέχθη διὰ τῶν νέων δηλώσεών του, ἔσοδον ἐξ 680,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀναντιῤῥήτως πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἀπέκρουσεν αὐτὸ, οἱ δύο τοὐλάχιστον ἐκ τῶν τριῶν μέχρι τοῦδε ἀγορευσάντων ὑπεστήριξαν μόνον, ὅτι πρέπει μὲν νὰ ἀναγραφῇ τὸ ἔσοδον τοῦτο, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου πρέπει νὰ ἀναγραφῇ καὶ δαπάνη ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς διὰ προμηθείας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπὸ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐπρόσεξαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν οἱ Κύριοι οὗτοι, διότι ἄλλως ἤθελον ἴδει, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη τοιαύτης ἀναγραφῆς. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀναγράφεται δαπάνη πρὸς προμήθειαν γαιανθράκων δι’ 6,000 τόννους, πρὸς 40 δρ. ὁ τόννος, 240,000 δραχμῶν. Εἰς ποῖον ποσὸν ὑπολογίζεται ἡ τιμὴ τῶν γαιανθράκων κατὰ τόννον; Εἰς 40 δραχμὰς ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ τιμὴ αὐτῶν εἰς χρυσὸν κατὰ τόννον; εἶναι 17 ἢ 18 σελλίνια, περίπου 21 ἢ 22 φρ. χρυσᾶ, ἑπομένως ἐν τῇ ἀναγραφομένῃ τιμῇ τῶν 40 δραχμῶν περιλαμβάνεται καὶ διαφορὰ ἐξ ὑπερτιμήσεως συναλλαγματικῆς.

§288ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν φθάνει μάλιστα εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν.

§289ΙΩ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως εἶναι κατωτέρα. Καὶ ἰδοὺ, ὅτι καταπίπτει ἀμέσως τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζοντο τὰ ἔντιμα μέλη, τὰ ἀγορεύσαντα χθὲς τὴν ἑσπέραν, ὑποστηρίζοντα ὅτι πρέπει νὰ συμψηφισθῇ ἡ ἀναγραφὴ ἐσόδου ἐξ ὑπερτιμήσεως συναλλάγματος πρὸς τὴν ἀναγραφὴν ἐξόδου ἕνεκα τῶν προμηθειῶν τῶν γενομένων εἰς τὸ ἐξωτερικόν...

§290ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠξεύρετε πόθεν προμηθεύεται τὸ Δημόσιον τοὺς γαιάνθρακας;

§291Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἠξεύρω ὅτι τιμῶνται 21 φράγκα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει 40 δραχ. κατὰ τόννον.

§292ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν τοὺς προμηθεύεται ἀπ’ εὐθείας, τοὺς πληρόνει ἐδῶ· πρόκειται περὶ εἰδῶν, τὰ ὁποῖα φέρει ἀπ’ εὐθείας τὸ Ὑπουργεῖον.

§293Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶναι σοβαρὰ ταῦτα... Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰς προμηθείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ἱματισμὸν, ὁπλισμὸν καὶ ἱππωνείαν, ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀναγράφονται τὰ ποσὰ εἰς δραχμάς, τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ ἡ προμήθεια τῶν εἰδῶν τούτων· θὰ περιορισθῇ ἐντὸς αὐτῶν, μεταβάλλουσα τὰς δραχμὰς εἰς χρυσόν. Δὲν βλέπω λοιπὸν ποῦ ὑφίσταται δαπάνη, τὴν ὁποίαν δὲν προεῖδεν ὁ προϋπολογισμός, ὥστε νὰ δικαιολογηθῇ ἡ μὴ αὔξησις τῶν ἐσόδων κατὰ 680,000 δραχμῶν ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς, προερχομένης ἐκ προξενικῶν τελῶν, δικαιωμάτων ἀγκυροβολίας καὶ πωλήσεως προϊόντων σμύριδος. Ἐννοῶ τὸν ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὅστις, συνεπὴς εἰς τὴν ἀνέκαθεν γνώμην του, ὅτι ὁ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσερχόμενος χρυσὸς πρέπει νὰ μένῃ αὐτούσιος καὶ νὰ μὴ μεταβάλληται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἶναι σύμφωνος κατὰ ταῦτα μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὅστις δὲν ἀνέγραφε καὶ ὑπερτίμησιν ἐκ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν πάντοτε τὸ ἐναντίον, ὅτι τὸ εἰσερχόμενον χρῆμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρέπει νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ νόμιμον νόμισμα, νόμιμον δὲ νόμισμα εἶναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ μὴ ἀναγραφὴ τοῦ ἐξ 680,000 δραχ. ἐσόδου τούτου, καὶ λυποῦμαι, διότι τὰς παρατηρήσεις ταύτας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ παρεδέχθη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅμως λέγουσιν, ὅτι εὕρομεν ἄγκυραν σωτηρίας εἰς τὰς προτάσεις ὑμῶν, εἰς τὰ φῶτα ὑμῶν! Βεβαίως τὰ φῶτα ὑμῶν συνετέλεσαν εἰς τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι μόνον ταῦτα ὑπῆρξαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέστησαν τὰ πράγματα ὡς ἀληθῶς εἶπον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἔντιμος Βουλευτὴς ὑποβιβάζει τὰ ἔσοδα κατὰ 600,000 δραχμῶν, λόγῳ τῆς τροποποιήσεως τοῦ δασμολογίου διὰ τὰ γνωστὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, τῶν τεταριχευμένων ἰχθύων, τῶν ὀσπρίων κλπ., καὶ τῆς μειώσεως τῶν ἐσόδων ἐκ τῆς ψηφίσεως τῆς συνθήκης μετὰ τοῦ Βελγίου. Ἀλλὰ ἡ μείωσις αὕτη περιελαμβάνετο εἰς τὰς σκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ ὑπελόγισε τὸ ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἔσοδον εἰς 24 ἑκατομμύρια, εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν μείωσιν ταύτην, ὅπως δ’ ἀπέδειξα πρὸ ὀλίγου, τὸ ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἔσοδον θ’ ἀποδειχθῇ ἀνώτερον τοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὑπολογισθέντος καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δεκτοῦ γενομένου, ἴσως προσεγγίσῃ εἰς τὸ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσπραχθέν. Δὲν δικαιολογεῖται ἑπομένως ἡ μείωσις τοῦ ἐσόδου τούτου· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς γνώμης τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ; Ἐκ τοῦ προχείρου ἰσοζύγιον. Ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔκαμεν ἰδίους ὑπολογισμούς. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτήν, τὰ μὲν ἔξοδα ἀναβιβάζονται εἰς 94,962,405 τὰ δὲ ἔσοδα εἰς 92,409,000, καὶ ἀπομένει ἔλλειμμα ἐκ 2,553,000 δραχμῶν.

§294ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 2,210,000.

§295Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἔστω, 2,210,000. Ἀλλὰ ὑμεῖς ἔχετε ἄλλον τρόπον καταρτισμοῦ προϋπολογισμοῦ, διαφέροντα ἀπὸ ἐκεῖνον τοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, τὴν βάσιν δ’ αὐτοῦ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, διότι ὑμεῖς περιλαμβάνετε μείωσιν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Δὲν γνωρίζω πῶς περιλαμβάνετε τοῦτο, μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ ψηφισθεὶς νόμος δὲν θέλει ἐφαρμοσθῇ πρὸ τοῦ 1896, καὶ ὑπολογίζετε 505,000 δραχ.

§296ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπόδοσιν εἰς τὸ εἰδικὸν κεφάλαιον.

§297Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑπολογίζετε δηλαδή, ὅτι αἱ 324,000 δὲν εἶναι ἀρκεταί, καὶ ὅτι δέον ν’ αὐξηθῶσιν εἰς 500,000 δραχ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀνεῦρεν ἀκριβῶς τὰ ἀναλογοῦντα ποσὰ, νομίζω ὅτι τὸ θέμα δὲν ἐπιδέχεται συζήτησιν.

§298ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ στηρίζομαι ἐπὶ τῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ποσὸν, ὅπερ θὰ εἰσπραχθῇ περίπου κατὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν τοῦ 1895, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 609,000· ἐξ αὐτῶν θὰ μείνῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον, ποσὸν 103,000 δραχ. περίπου, τὸ ὑπόλοιπον δὲ, ἐκ δραχ. 506,000 περίπου, θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ λ)σμὸν τοῦ εἰδικοῦ κεφαλαίου ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς ἐν γένει ἐκπαιδεύσεως.

§299Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀναγράφετε δαπάνην ἐπίσης διὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον τοῦ 1895. Εἰς τοῦτο δὲν ἔχω ἢ νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι εἶπον καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐπιμένῃ πλέον τις εἰς τοῦτο.

§300ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν δεχθῆτε ὅτι θὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή;...

§301ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 ἢ ὄχι;

§302Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως θὰ ἔχωμεν· ἀλλὰ διατὶ δὲν παραδέχεσθε, ὅτι ἡ παροῦσα Σύνοδος θὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της;

§303ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ πιστεύετε καὶ σεῖς αὐτό;

§304Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅ,τι πιστεύω εἶναι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν δαπάνην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἢ μόνον ὅταν πρόκειται περὶ συγκλήσεως τακτικῆς Συνόδου, εὐθὺς δὲ ὡς δὲν πρόκειται περὶ συγκλήσεως τακτικῆς Συνόδου, δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ τοιαύτη δαπάνη. Ἐπίσης ὁ ἐξ Ἄρτης ἔντιμος Βουλευτὴς ἀποδέχεται αὔξησιν δι’ ἀποζημίωσιν μαρτύρων ἐξ 150,000 δραχμῶν. Περὶ τούτου ὑπάρχει γνώμη, ὅτι δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ αὔξησις πιστώσεως διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ὡς τοῦτο ἐγένετο τὸ παρελθὸν ἔτος, διότι τὰ δικαστήρια, ἕνεκα τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν καὶ τῶν προσεχῶν δημοτικῶν, δὲν ἐλειτούργησαν καὶ δὲν θὰ λειτουργήσωσιν, ὅπως ἐλειτούργησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ εἶναί τις βέβαιος περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων, ἀναμφισβήτητον ὅμως εἶναι, ὅτι αἱ βουλευτικαὶ καὶ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ θὰ φέρωσιν ἐλάττωσιν δικῶν, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑπολογίσωμεν αὔξησιν δαπάνης. Ἀναγράφετε δαπάνην καὶ διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἐξ 1,127,936· ἀλλ’ ἐφροντίσασε, ἔντιμε συνάδελφε, ν’ αὐξήσητε καὶ τὰ ἔσοδα ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων κατὰ δραχ. 833,333, ἀφοῦ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ἐλάβετε δ’ ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας καὶ τὰς παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις προσθέτει ποσὸν ἐκ δραχ. 500,000 μεῖον 112,000, ἤτοι 388,000;

§305ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν σχετίζεται πλέον, διότι ἀνεβλήθη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου.

§306Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ προσθέτει δαπάνην 358 χιλιάδων δραχμῶν;

§307ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὰ ὅλα τὰ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν. (Διάλογοι).

§308ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐπισκευὴ τῶν Ἀνακτόρων, ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ παλαιοῦ στρατῶνος, αὐτὰ δὲν εἶναι δαπάναι; Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ γείνουν αἱ δαπάναι αὗται, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ δήλωσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ ἐγγραφὴ αὐτῶν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ δαπάνης ἄνω τῶν 10,000 δραχμῶν, χρειάζεται εἰδικὸς νόμος· τὸ ποσὸν δὲ ἑκάστης τῶν δαπανῶν τούτων, τὸ ὁποῖον θὰ βαρύνῃ τὴν παροῦσαν χρῆσιν, ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ ἔργων, ὧν ἡ δαπάνη δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 10,000 δραχμῶν, διὰ τὸ ἔργον τοῦτο δὲν ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, ἀλλ’ ἀναγράφεται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἡ δι’ αὐτὸ ἀναγκαία πίστωσις.

§309Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως, εἰμὴ μόνον διὰ τὸν στρατῶνα Μονεμβασίας ἐκ 5,000 δραχ. καὶ τὸ λοιμοκαθαρτήριον Σύρου ἐξ 9,950· διὰ τὰ λοιπὰ ὑποβάλλονται μόνον οἱ προϋπολογισμοί, σχετιζόμενοι μὲ τὴν ἀναγραφομένην ἤδη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 δαπάνην. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ νέας δαπάνης.

§310ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.

§311Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα. Ἐπίσης ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἀποδέχεται μὲν τὸ ἔσοδον τῶν 680,000 δραχμῶν, ἀλλὰ συμψηφίζει αὐτὸ εἰς τὰς προμηθείας. Ἀλλὰ ἤδη ἀπέδειξα, ὅτι διὰ τὰς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προμηθείας προβλέπει ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἐγγραφῇ νέα τοιαύτη πίστωσις. Ἡ προμήθεια δηλαδὴ θὰ περιορισθῇ ἐντὸς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἤδη. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν τῶν γαιανθράκων, εἰς τὴν τιμὴν τῶν 40 δραχμῶν περιλαμβάνεται καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ ὑπολογισμοί, καὶ λέγουσιν, ὅτι ἔχομεν 2½ ἑκατομμύρια ἔλλειμμα! Δικαίωμά σας εἶναι νὰ φρονῆτε, ὅτι ἔσοδά τινα δὲν θ’ ἀποδώσωσι τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἐπὶ τοιούτων θεμάτων δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ συνεννοηθῶμεν.

§312ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν 730,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐζητήθη διὰ τὴν πληρωμὴν καθυστερουμένων τοκομεριδίων τοῦ 1893;...

§313Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ ἔχομεν ἀναγεγραμμένον.

§314ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ εἰς τὰς νέας δηλώσεις δὲν τὸ ἀνέγραψεν ἡ Κυβέρνησις.

§315Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἰδίως μετὰ τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μεταβολὰς, αἵτινες πληρέστατα δικαιοῦσι τὰς σκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐζήτησα δὲ αὐτὸν, μόνον ὅταν εἶδον τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν στενοχωρούμενον, διότι ἴσως ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, αἵτινες δικαιολογοῦνται ἐκ τῶν πραγμάτων. Εὑρισκόμενος ὅμως ἐπὶ τοῦ βήματος, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις πρὸς τὸν ἔντιμον ἐξ Ἰθάκης Βουλευτὴν καὶ φίλον προσφιλῆ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐξ Ἰθάκης Βουλευτὴς παρεξήγησε τὰς ἐν τῇ ἐκθέσει γνώμας εἴτε τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε τῆς μειονοψηφίας, εἴτε καὶ μόνης τῆς ἐμῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι ἐνόμισεν ἴσως, ὅτι, ὡς εἰσηγητὴς προτείνας τὴν γνώμην ταύτην, ἐσκόπουν εἰς βάρος τοῦ στρατοῦ νὰ παρίδω τὴν ἐλάττωσιν δαπανῶν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἀνέφερε δὲ, ὅτι, ἐνῷ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ὑποστηρίζει τὴν χορηγίαν 20 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἐκτύπωσιν τοῦ Ἄτλαντος τῆς Μακεδονίας, ἀφ’ ἑτέρου προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ στρατοῦ· ὅτι, ἐνῷ δὲν ἐλαττώνει τὸν μισθὸν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ἀστεροσκοπείου, φροντίζει νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας διὰ τὸν στρατόν· ὅτι, ἐνῷ δὲν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ περικοπῆς τοῦ μισθοῦ τοῦ ὑγιεινόμου Κερκύρας ἐφρόντισε νὰ ἐλαττώσῃ τὴν δαπάνην τοῦ στρατοῦ. Νομίζω, ὅτι ἐπλανήθη ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὡς πρὸς τὰς σκέψεις, αἵτινες προήγαγον ἐμὲ τοὐλάχιστον νὰ προτείνω τροποποίησιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἀναλόγως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς ἀπέναντι τῆς ἱστορίας καὶ τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν ἡμῶν. Διότι τοιαύτη εἶναι ἡ δικαιολογία, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῇ ἐκθέσει. Εὐτυχῶς ἐπίσημος γλῶσσα, ἡ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνελθόντος τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ βῆμα, ἐδικαίωσε τὰς κρίσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ἐν ὀλίγοις, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ εἰσαγάγῃ νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὀργανισμὸν, ὁ ὁποῖος θὰ ᾖναι ἀνάλογος πρὸς τὰ μέσα τῆς χώρας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος ἔχει καὶ ἀπέναντι τῆς ἱστορίας καὶ ἀπέναντι τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν. Ἐλπίζω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐξ Ἰθάκης Βουλευτὴς δὲν ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀρχῆθεν ἐφάνη, ὅτι εἶχεν. Ἐλησμόνησα, Κύριοι, νὰ ἀναφέρω, ὅπως ἀποδειχθῇ κατὰ πόσον εὕρομεν ἄγκυραν σωτηρίας καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἐκεῖθεν προερχομένας γνώμας περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, ὅτι πρὸ ὀλίγου ὑπέμνησα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ ν’ ἀναγράψῃ ἔσοδον 167,000 δραχμῶν, προερχόμενον ἐκ νομισματοποιΐας, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγράφεται εἰς τοὺς κατατεθέντας τὴν ἑσπέραν ταύτην πίνακας τῶν ἐπενεχθεισῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ μεταβολῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη εἰσαχθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν προσωρινῶν καταστάσεων.

§316ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι εἶμαι ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ διερμηνεύω τὰ διανοήματά μου, καὶ ὅταν ἐγὼ διερμηνεύω ταῦτα, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπω νὰ παρερμηνεύῃ αὐτά. Ἐγὼ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐδήλωσα, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ῥιζικὴ ἐπεξεργασία αὐτοῦ καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι πολιτικός. Ἔπρεπεν ἐξ ἀνάγκης νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν παρασκευάσει. Ὅταν τις καθιερώσῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην, πρέπει νὰ μὴ ἐξέρχηται αὐτῆς, πρέπει νὰ ὑποστῇ ὅλας τὰς συνεπείας, νὰ ἐπεξεργασθῇ ὅλα τὰ ἔσοδα κατ’ ἄρθρον, καὶ ὅπου εὑρίσκῃ αὐτὰ ἐπὶ πλέον, νὰ τὰ ὑπολογίσῃ ἐπὶ ἔλαττον, ὅπου τὰ εὑρίσκῃ ἐπὶ ἔλαττον, νὰ τὰ ὑπολογίσῃ ἐπὶ πλέον. Ἐγὼ ὑπέδειξα ὄχι μόνον αὐξήσεις, ἀλλὰ καὶ ἐλαττώσεις, καὶ ἂν δὲν ἠθέλατε νὰ ἐξέλθητε τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον εἶχε καθιερώσει ὁ κ. Τρικούπης, ἔπρεπεν οὐδὲν τῶν ἐσόδων νὰ θίξητε. Ἀλλ’ ἅμα ἠθέλατε νὰ ἐξέλθητε ἐκ τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἔπρεπε καὶ διὰ τὰς αὐξήσεις καὶ διὰ τὰς ἐλαττώσεις νὰ ἐξέλθητε, διότι, ὅπως ἐρείδεσθε ἐπὶ τὴν προϊοῦσαν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Μονοπωλίου, ἔπρεπε νὰ στηριχθῆτε καὶ ἐπὶ τὴν προϊοῦσαν μείωσιν τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων, ἔπρεπεν ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἔσοδα, τῶν ὁποίων παρατηρεῖται προϊοῦσα μείωσις, νὰ στηριχθῆτε εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1894 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ τοῦ 1893, καὶ ν’ ἀναγράψητε αὐτὰ διὰ τὸ 1895. Δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπητε, προκειμένου περὶ τοιούτων μειώσεων, «δὲν θέλομεν νὰ θίξωμεν τὸ ἔργον τοῦ κ. Τρικούπη», προκειμένου ὅμως περὶ αὐξήσεων, νὰ τὰς ἐγγράψητε. Τὰ ἑπτανησιακὰ προϊόντα ἀπέφεραν κατὰ τοὺς ἓξ πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1894 δραχ. 1,770,000, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893 ἀπέφεραν 2,150,000. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἀπέφερε δρ. 1,185,000 τὸ 1894, ἐνῷ κατὰ τὸ 1893 εἶχεν ἀποδώσει 1,955,000, δηλ. κατὰ τὸ 1894 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1893 ἔχομεν ἐλάττωσιν τοῦ ἐσόδου κατὰ 749,000 δρ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἦσθε συνεπεῖς, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε καὶ τὰς μειώσεις. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἐξήγησα χθὲς, ὅτι ἐκεῖ ἔχομεν προϊοῦσαν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἡ φορολογία γίνεται ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λάβητε τὴν εἴσπραξιν τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ὅπως πράττει ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν εἶναι προφανὴς ἡ διαφορά, ὡς σᾶς ἐξήγησα ἤδη τοὺς λόγους’ ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων, διατὶ θὰ ἔχωμεν ἐφέτος ἐλάττωσιν ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, διότι ὡς πρὸς τὸ ἔλαιον τὸ ἔσοδον τοῦ 1894 θὰ τὸ εἰσπράξωμεν εἰς τὰ 1895. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον εἴτε εἰς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας εἴτε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δράξωνται μονομερῶς τῆς τελευταίας ταύτης σανίδος πρὸς σωτηρίαν, διὰ νὰ παρουσιάσωσι τὸ περίσσευμα, διότι τὸ περίσσευμα αὐτὸ μόνον ἐκ τῶν δύο τούτων ἐσόδων, ἐπὶ τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων καὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἀνατρέπεται ἀμέσως, καὶ γίνεται ἔλλειμμα. Πλὴν τούτου, ἔχομεν ἐπὶ τῶν ἐξόδων ἄλλο ἔλλειμμα, τὸ ἐκ τῆς ἐπὶ πλέον συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, φοβούμενος μὴ τῷ ἀνατραπῇ τὸ περίσσευμα, δὲν ἀναγράφει τὴν δαπάνην διὰ τὴν βουλευτικὴν σύνοδον ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας νομίζει ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἀναβάλωμεν εἰς ἄλλην σύνοδον, ἀλλ’ ὅστις γινώσκει ὅτι τὸ Κράτος ἄνευ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 δὲν ἠμπορεῖ νὰ κυβερνηθῇ, καὶ διὰ τοῦτο τοὐλάχιστον εἶναι ἀνάγκη νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ ἐκ νέου...

§317Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅταν συγκληθῇ, θ’ ἀναγραφῇ.

§318ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν δαπάνην διὰ τρεῖς συνόδους τοῦ ἔτους. Ἡ δαπάνη διὰ τὴν σύνοδον πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει. Αὐτὰ εἶναι κοινότατα πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία. Λοιπὸν ἔχομεν ἤδη ἐκ τῶν ἐσόδων τὸ δῆθεν περίσσευμα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνατετραμμένον. Ἐπέρχεται εἶτα τὸ ἔλλειμμα τὸ ἐκ τῶν ἐξόδων. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς ἄλλας λεπτομερείας. Ἀφοῦ ἐκτυπωθῶσιν οἱ πίνακες καὶ λάβωμεν αὐτοὺς ἀνὰ χεῖρας, τότε θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλὰ μόνον τὰ δύο ταῦτα κονδύλια, τὸ τῆς διαφορᾶς τῆς συναλλαγματικῆς, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὴ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀποδέχεται, καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὴν βʹ σύνοδον, ἀποδεικνύουσιν ὅτι τὸ ἔλλειμμα θὰ ὑπερβῇ τὸ 1 ἑκατομμύριον, κατ’ αὐτοὺς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος, βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμέν τι σήμερον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ διὰ πολλῶν, ἀλλὰ διὰ μιᾶς γενικῆς γραμμῆς μᾶς ὑπέδειξεν ὁποῖοι θὰ ἦναι οὗτοι· θὰ ἐλαττώσῃ, λέγει, τὰ ἔξοδα κατὰ 1,400,000 διὰ τοῦ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγῃ καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι βεβαίως ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ ἔσοδα...

§319ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφῄρεσεν.

§320ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ. Ἄλλα ἔσοδα ἐννοῶ. Εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ὀφείλεται ἡ αὔξησις κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ καπνοῦ κατὰ 700,000, τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν μονοπωλίων κατὰ 1,000,000 καὶ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων κατὰ ἑκατομμύρια ὅλα (θόρυβος). Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία καὶ δὲν ἐπάτασσε κατακέφαλα τὸ λαθρεμπόριον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τοιαύτας αὐξήσεις ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1893, αὐξήσεις ἐκ τῶν μονοπωλίων, ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων. Λοιπὸν ἀπὸ τοῦδε, Κύριοι, ἐννοεῖτε, ὁποῖον μέλλον παρασκευάζει διὰ τοῦ προσεχοῦς προϋπολογισμοῦ του ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐννοεῖ νὰ ἀφήσῃ ἀνοικτὴν τὴν θύραν πάλιν εἰς τὸ λαθρεμπόριον, ὅπως ἄλλοτε, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ἐὰν θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία διὰ τῆς τοιαύτης καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἡ σπατάλη, ἡ ὁποία ἐπέρχεται ἐκ τῶν ἔργων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.

§321Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ ἐρεθίζεται ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος, καὶ τὸν ἐρεθισμὸν αὐτοῦ ἀποδεικνύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διέφυγεν ἀπὸ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἔλεγεν, ὅτι, ἀφοῦ παραδεχόμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὰ ἔσοδα, τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ὑπὸ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ἀναγράψαντες αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων, διατὶ δὲν δεχόμεθα καὶ τὴν ἀναθεώρησιν πάντων τῶν ἐσόδων, ἵνα ἀναγράψωμεν τὰς ἐλαττώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ὠφελοῦσιν; Ὅσα μᾶς ὠφελοῦσιν, ἔλεγε, τὰ δεχόμεθα καὶ ὅσα δὲν μᾶς ὠφελοῦσι, δὲν τὰ δεχόμεθα, καὶ εὑρίσκομεν σανίδα σωτηρίας, καὶ ἐπιβαίνομεν ἐπ’ αὐτῆς. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν καμμίαν προσωπικὴν ὠφέλειαν. Ἐὰν σεῖς νομίζητε, ὅτι ὠφελεῖσθε, ἐὰν ἀποδείξητε ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, παραβαίνετε τὸ καθῆκόν σας· διότι οὐδεὶς ὠφελεῖται ἐνταῦθα, ἐὰν ἦναι ἔλλειμμα, ἢ ἐὰν ἦναι περίσσευμα. Ἐὰν ἦναι περίσσευμα, ὠφελεῖται ὁ τόπος, ἐὰν ἦναι ἔλλειμμα, ὁ τόπος ἔχει ζημίαν. Ἐὰν νομίζῃ τις, ὅτι ὠφελεῖται, παριστῶν περίσσευμα, ἢ ὅτι ζημιοῦται, παριστῶν ἔλλειμμα, ἡ τάσις αὕτη παράγει τοὺς ψευδεῖς προϋπολογισμούς. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα, καὶ διότι τὸ νομίζομεν, διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ διατὶ ἐπιμένουσιν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης πρὸ μικροῦ ἐκόπτετο, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι 90 χιλιάδες παρελείφθησαν. Ὑποθέσατε ὅτι ἀληθῶς παρελείφθησαν 90 χιλιάδες, καὶ ὑπάρχει ἔλλειμμα 90 χιλιάδων. Τί ἐκ τούτου; Ποῖον κέρδος θέλει προσπορισθῆ ὁ τόπος, ἢ ποῖον πολιτικὸν κέρδος προσδοκᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης;

§322ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἢ ὑποθέσατε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι ἓν ἑκατομμύριον· τί ἐκ τούτου προέρχεται; Θέλετε ἡμεῖς νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἔλλειμμα εἰς περίσσευμα; Θέλετε νὰ μεταβάλωμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἵνα εἰσπράξωμεν περισσότερα ἢ ὅσα πρόκειται νὰ εἰσπράξωμεν νῦν; Νομίζω ὅτι τὸ ὑπερβολικὸν αὐτὸ ἐνδιαφέρον δὲν ἁρμόζει εἰς πολιτικὰς συζητήσεις, μάλιστα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ μάλιστα ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπηρεάζουσιν ἄλλα μεγαλείτερα συμφέροντα, ἐκτὸς ἐὰν ὑπολαμβάνωσιν ὅτι ἐπιτρέπει αὐτοῖς τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον νὰ ζητῶσι νὰ ἐπηρεάσωσιν οὕτω τὰ μεγαλείτερα αὐτὰ συμφέροντα. Ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι τακτικὴ ὑπαγορευομένη ὑπὸ τοῦ καθήκοντος. Ἀλλὰ τί λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ζητεῖ νὰ πείσῃ τοὺς ἀκούοντας αὐτὸν, ὅτι τῷ ὄντι προσήκει ν’ ἀναγράψωμεν συναλλαγματικὴν διαφοράν, ὅτι τῷ ὄντι προσήκει ν’ ἀναγράψωμεν ἔξοδα τῆς ἑπομένης συνόδου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν θὰ γείνῃ σύνοδος βουλευτική, καὶ ποία σύνοδος θέλει γενῆ, καὶ πότε, τὸ μέτρον εἶναι κυβερνητικόν, καὶ ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, δὲν προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν τίποτε, ἑπομένως οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ ν’ ἀναγράψωμεν πίστωσιν. Θέλομεν τάχα συγκαλέσει ἔκτακτον σύνοδον; Πότε θὰ συγκληθῇ αὕτη; Θέλομεν τάχα συγκαλέσει τακτικὴν σύνοδον; Ἔχομεν δικαίωμα; δὲν ἔχομεν; Ταῦτα εἶναι μέριμναι κυβερνητικαί, αἱ ὁποῖαι ὅταν ἐξωτερικευθῶσι, τότε ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ αὐτάς, ἐὰν ἦναι νόμιμοι ἢ ὄχι. Ἀλλὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν πῶς θ’ ἀναγράψωμεν; ἔχομεν πιστώσεις εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰς πιστώσεις δὲ ταύτας ἔχομεν δικαίωμα νὰ μεταχειρισθῶμεν, δὲν ἔχομεν δὲ δικαίωμα νὰ δαπανήσωμεν ὑπὲρ τὰς πιστώσεις ταύτας. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκειται διὰ τῶν πιστώσεων τούτων ν’ ἀποκτήσωμεν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα θέλουσι πληρωθῆ εἰς χρυσὸν, πρέπει τὰς πιστώσεις ταύτας νὰ μεταβάλωμεν εἰς χρυσὸν, καὶ διὰ τοῦ χρυσοῦ ν’ ἀποκτήσωμεν τόσα ἀντικείμενα, ὅσα δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν δι’ αὐτοῦ. Πῶς ζητοῦσι ν’ ἀναγράψωμεν μείζονα δαπάνην; Διότι θέλουσι νὰ ἀναγράψωμεν τοιαύτην δαπάνην, διότι νομίζουσιν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἀναγράψωμεν, ὠφελούμεθα ἡμεῖς. Ἑπομένως φρονοῦσιν, ὅτι, ἐὰν ἀναγράψωμεν, θέλουσιν ὠφεληθῆ οἱ Κύριοι. Διατὶ θὰ ὠφεληθῶσιν;

§324ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§325Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι αἱ συζητήσεις αὗται, καὶ μάλιστα καθ’ ὃν τρόπον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος θέλει νὰ διεξάγῃ ταύτας, δὲν μοὶ ἐπιτρέπουσι πλέον νὰ ἐξακολουθῶ συζητῶν μετ’ αὐτοῦ.

§326ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§327Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς, ὑποστηρίζοντες τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχομεν, τοὺς λογισμοὺς τοὺς ὁποίους διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκδηλοῦμεν, δὲν ζητοῦμεν νὰ κερδοσκοπήσωμεν, δὲν ζητοῦμεν νὰ παραποιήσωμεν τοὺς ἀριθμοὺς, ἢ ν’ ἀποπλανήσωμεν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 οὐδένα δύναται ν’ ἀποπλανήσῃ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Ὅταν θὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν δανειστῶν, γνωρίζομεν τί ἔχομεν νὰ προβάλωμεν εἰς αὐτούς· ἔχομεν νὰ προβάλωμεν ὁλοκλήρου δεκαετίας ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἀναλελυμένα μέχρι τῆς τελευταίας λεπτομερείας αὐτῶν, καὶ ἀποδεικνύοντα τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς χώρας, τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ Κράτους. Ἐκπλήσσομαι, πῶς τινες ὑπέλαβον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἡμεῖς συνετάξαμεν τὸν προϋπολογισμὸν διὰ νὰ ἀποπλανήσωμεν τοὺς ξένους. Ὁ σκοπὸς ἡμῶν δὲν εἶναι αὐτός· ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 καταλήγῃ εἰς ἔλλειμμα, θέλομεν εἰπεῖ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι καταλήγει εἰς ἔλλειμμα, δὲν θέλομεν ζητήσει τὸ ἔλλειμμα νὰ τὸ παραποιήσωμεν εἰς περίσσευμα· δὲν εἶναι δὲ ἐντελῶς ἀληθὴς ἡ παραβολὴ, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατε, ὅταν μοὶ ὑπεμνήσατε πῶς προσεπάθουν νὰ ἀποκαλύψω τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν τῆς προκατόχου διοικήσεως, ὅταν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξήλεγχον τὸν προϋπολογισμόν. Τότε εἶχον καθῆκον νὰ τὸ πράξω, διότι ἔπρεπεν οὐχὶ μόνον νὰ φωτίσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ὀλισθηρᾶς ὁδοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐτράπη, οὐχὶ μόνον νὰ φωτίσω τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν, ἂν ἐπλανᾶτο, εἶχεν ὀλισθήσει, ἀλλὰ νὰ φωτίσω ἀκόμη καὶ τοὺς δανειστὰς, τὰ κεφάλαια, διὰ νὰ μὴ ἔρχωνται ἐπίκουρα εἰς τὴν κυβερνητικὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἤθελε βλάψει τὸν τόπον, διότι, ὅσον δυσκολώτερον ἦτο εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἐκεῖνον νὰ εὑρίσκῃ δάνεια, τοσοῦτον ἀσφαλεστέρα ἤθελεν εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, ὅσον δὲ εὐκολώτερον εὕρισκε τὰ δάνεια, τοσοῦτον βεβαιοτέρα ἦτο ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τί κοινὸν ἔχει τοῦτο μὲ τὴν σημερινὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, οὐχὶ ὑμεῖς (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Καραπάνον) —δὲν ὁμιλῶ περὶ ὑμῶν, διότι μετὰ μεγάλης ἀπαθείας καὶ ψυχρότητος ἐσυζητήσατε,— τί κοινὸν, λέγω, ἔχει τοῦτο μὲ τὴν σημερινὴν συζήτησιν, καθ’ ἣν συζητοῦσι μετὰ τοιαύτης θερμότητος, μετὰ τοιαύτης ἐμπαθείας, μετὰ τοιούτου ἐρεθισμοῦ, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ σώσωσι τὴν Ἑλλάδα καταστρεφομένην; Ἐφρόντιζον μήπως τυχὸν πλανηθῶσιν οἱ δανεισταί, καὶ μᾶς ἔλεγον ὅτι: «βεβαίως αὐτὰ θέλουσι νὰ πλανήσωσι τοὺς δανειστάς ἐὰν δὲν τὰ μάθωσι, θὰ τὰ ἐννοήσωσι· τί ἐνομίσατε; ὅτι δὲν θὰ τὰ ἐννοήσωσιν;» Εἶναι παραστάσεις αὗται ἁρμόζουσαι εἰς μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἂν ἐπρόκειτο ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην τῶν δανειστῶν; Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι. Ἐὰν ἡμεῖς λέγωμεν ὅτι εἶναι περίσσευμα, τὸ λέγομεν, διότι τὸ πιστεύομεν, διότι δὲν πιστεύομεν ὅτι τὰ ἑπταννησιακὰ προϊόντα εἶναι εἰς μείωσιν, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1894 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα χρήματα ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1893, ἕπεται ὅτι κατὰ τὸ 1895 θέλουσιν εἰσπραχθῆ ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1894; διότι, ἐὰν ἐπέλθῃ μείωσις τῶν ἐσόδων τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων, θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς καταστροφῆς τῆς οἰνοπαραγωγῆς ἐν Κερκύρᾳ. Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1893 εἶναι ἀνώτερος τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1894, διότι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν εἶναι ἐλάσσων κατὰ τὸ 1893, διότι κατὰ τὸ 1893 εἰσεπράχθη ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1892, καὶ ἦτο οὐχὶ μόνον τοῦ 1892, ἀλλὰ καὶ τοῦ 1891 καὶ τοῦ 1893, καὶ ἦσαν τριῶν ἐτῶν φόροι, ἐνῷ τοῦ 1894 εἶναι ὁ ἐτήσιος φόρος τῶν οἰκοδομῶν. Ἑπομένως πῶς θέλετε νὰ ἐπιμένητε νὰ ὁδηγηθῶμεν ἀπὸ τοιαύτας εἰσπράξεις τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1894 καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγράψωμεν ὀλιγώτερον ποσὸν κατὰ τὸ 1895; Αὐτὸ τοῦτο ἔπραττεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής. κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἐνίστατο, διότι τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν παρεστάθησαν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ παραρτήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἔλεγεν ὅτι «τὸ ὑπόλοιπον κεφάλαιον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἂν τὸ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, παράγει ἔλλειμμα, διότι θέλει ἀναγραφῆ ὡσαύτως καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐξοδευθησομένων· ἀλλ’ ἀναγράψατε, ἔλεγε, ταῦτα, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι τὸ ἔλλειμμά σας ἀναβαίνει εἰς ἑκατομμύρια.» Λησμονεῖ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ τοῦ δανείου περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. (Ὁ νόμος ΑΦΠΕʹ, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ τοῦ δανείου τῆς 14 Δεκεμβρίου 1887, ἐν ἄρθροις 10 καὶ 11 κανονίζει τὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρ. 10. Πρὸς τελείαν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ παρόντος σιδηροδρομικῆς γραμμῆς καὶ πληρωμὴν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 καθοριζομένων τιμήματος καὶ ἀποζημιώσεως τῶν διαρκῶς ἢ προσκαίρως καταλαμβανομένων ἰδιωτικῶν κτημάτων, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκδόσῃ ἢ νὰ συνομολογήσῃ τὴν ἔκδοσιν χρεωλυτικοῦ δανείου πραγματικοῦ κεφαλαίου μέχρι δραχμῶν 24,000,000, καταβαλλομένου ἐν συνόλῳ ἢ ἐν μέρει εἰς μεταλλικὸν ἢ τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ νὰ παραχωρήσῃ πρὸς ἐγγύησιν αὐτοῦ τὰς προσόδους τοῦ ἰδίου σιδηροδρόμου, καὶ ἐν ἀνεπαρκείᾳ τούτων καὶ ἄλλας προσόδους τοῦ Κράτους ἐλευθέρας ὑποχρεώσεων.» «Ἄρθρον 11. Ὁλόκληρον τὸ προϊόν τοῦ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ δανείου, προοριζόμενον ἀποκλειστικῶς εἰς μόνην τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ δι’ ὃν ἐπιτρέπεται σιδηροδρόμου, κατατίθεται ἀπ’ εὐθείας εἰς μίαν τῶν ἐν Ἑλλάδι Τραπεζῶν, καὶ διατίθεται ὑπ’ αὐτῆς, δυνάμει ἐπιταγῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τακτικῶν γραμματίων παραλαβῆς τοῦ ἁρμοδίου ταμίου, εἰς μόνας τὰς ἀνάγκας, εἰς ἃς προορίζεται.» Πῶς λοιπὸν συνεχωνεύθη μὲ τὰ δημόσια ἔσοδα τὸ ἐκ δραχ. 1,062,823.56 κεφάλαιον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, διότι εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα ἀνήκει τὸ εἰς λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀνῆκον κεφάλαιον; Καὶ δὲν ἐκανόνισε ταῦτα οὕτω μόνος ὁ νόμος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπὸ 30 Ἰουλίου 1888 σύμβασις, ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 τῆς ὁποίας ἀναφέρονται ταῦτα: «Ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν καταστάσεων, ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἐκδίδῃ ἐπιταγὴν πληρωτέαν ἀπὸ τὰ διὰ τὴν κατασκευὴν προωρισμένα κεφάλαια, τῇ προηγουμένῃ κρατήσει 10% λόγῳ ἐγγυήσεως. Αἱ μηνιαῖαι καταστάσεις θὰ καταρτίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τιμήματος κατὰ χιλιόμετρον καὶ κατὰ τμήματα τῆς γραμμῆς, λογιζομένου τοῦ τμήματος τούτου ἀναλόγως τῶν ἐπὶ τῶν διαφόρων τμημάτων ἐκτελεστέων ἔργων. Ἐφ’ ὅσον καὶ καθ’ ὅσον ἀποπερατοῦνται τὰ ἔργα τμήματός τινος καὶ παραλαμβάνεται τοῦτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, πληρωθήσεται τὸ ὅλον τίμημα εἰς τὸν ἀνάδοχον.» Τὰ κεφάλαια λοιπὸν ταῦτα δὲν ἔπρεπε νὰ συγχωνευθῶσι μὲ τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου· ἔπρεπε νὰ μένωσι κεχωρισμένα, κατατεθειμένα ἐν τῇ Τραπέζῃ, καὶ ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν διατιθέμενα. Διὰ τοῦτο συνέταξα παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐν τῇ μιᾷ σελίδι εἰσὶν ἀναγεγραμμένα τὰ κεφάλαια εἰς ἐνεργητικόν, ἐν τῇ ἄλλῃ εἰς παθητικόν, ἤτοι ἀναγεγραμμένα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ δαπανηθῶσι κατὰ τὸ 1895. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἤλεγχεν ἡμᾶς διὰ τὴν ἰδιοτροπίαν ἡμῶν ταύτην, καὶ ἀπῄτει, τὰ μὲν κεφάλαια νὰ θεωρηθῶσιν ὡς χρήματα τοῦ Δημοσίου, συγχωνευόμενα μετὰ τῶν ἄλλων ἐσόδων, τὰ δὲ ἔξοδα ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ἵνα ἐπιβαρύνῃ περισσότερον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895!

§328ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἐπροκαλούμην παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ἐνόμισα μάλιστα, ὅτι ἐν τῇ ἀγορεύσει, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸ ὀλίγου, διεῖδον ἐν τοῖς πλείστοις συμφωνίαν μεταξὺ τῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν θεμελιωδῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα χθές, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ προκληθείς, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον. Οὐδὲν ἔχω ἐνδιαφέρον, μήτε νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται εἴς τινα νὰ ἔχῃ ἐνδιαφέρον, ὅπως ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπίδειξιν ἐλλείμματος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν, ἐὰν τοιοῦτον δὲν ὑπάρχῃ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς θεωροῦντας τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν ὡς τὴν κυρίαν αἰτίαν τῆς νόσου, ὑφ’ ἧς πάσχει ἡ χώρα ἡμῶν· ἀλλὰ καίτοι μὴ συμφωνῶν εἰς τοῦτο, θεωρῶ ὅμως ὡς ἀμέσως συνδεομένην μετὰ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὸ δὲ πραγματικὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἰ δυνατὸν, καὶ θετικὸν ἐν αὐτῷ περίσσευμα, τὰ θεωρῶ, ὅπως διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα, ὡς ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Τοιοῦτον ἐπιδιώκοντες ἐπαρκῆ προϋπολογισμόν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλουσι μᾶς ἐξαγάγει ἐκ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα. Τοιαύτην δίδων ἔννοιαν εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τότε μόνον τὸ θεωρῶ ὠφέλιμον, ὅταν ἦναι θετικὸν καὶ πραγματικόν. Διὰ τοῦτο, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυξε τὸ περιεχόμενον τῶν πρὸ ὀλίγου ὑποβληθέντων πινάκων τῶν ὁριστικῶν ἀναγραφῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἔθεσα ἐν ἐμαυτῷ τὸ ἐρώτημα: διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ ἐπιδείξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 ἐν περισσεύματι; Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ τοσοῦτον πεπειραμένος περὶ τὰ λογιστικὰ ἐν γένει καὶ περὶ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, πιστεύει ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάναι ἐπιβαλλόμεναι καὶ ἀναμφισβήτητοι. Ὑποπτεύω δὲ, ὅτι δὲν θέλει τοῦτο, διότι ἡ ἀναγραφὴ αὐτῶν καθιστᾷ τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν ἀνισοσκελῆ καὶ ἐν ἐλλείμματι. Δὲν θέλει ἆρά γε τοῦτο ἕνεκα προσωπικῆς φιλοτιμίας; Δὲν νομίζω ὅτι ἐπὶ ζητημάτων τοσοῦτον σπουδαίων, οἷά εἰσι τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ἐπιτρέπεται νὰ ἐπηρεαζώμεθα ἐξ αἰσθημάτων προσωπικῆς φιλοτιμίας οἱασδήποτε· σημασίαν δὲ σπουδαίαν ἔχει ἡ εἰλικρίνεια τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ στήριξις αὐτοῦ ἐπὶ θετικῶν καὶ ἀσφαλῶν βάσεων. Δὲν εἶναι δὲ θετικαὶ αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται ἡ στήριξις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ δώσῃ ἄλλην ἔννοιαν εἰς τὴν γνώμην ταύτην, εἰμὴ τὴν τῆς ἀποῤῥοίας αὐτῆς ἐκ τῆς πεποιθήσεώς μου περὶ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ἀνέπτυξα χθὲς ἐν ἐκτάσει. Ὡς ἐν παραδείγματι δὲ, θὰ ἀρκεσθῶ ν’ ἀποδείξω εἰς τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἔχει ἄδικον, προτείνων τὴν ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ Δημοσίου ἀναγραφὴν τῆς διαφορᾶς συναλλάγματος ἐπὶ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων ἐκ προξενικῶν τελῶν καὶ ἐκ πωλήσεως σμύριδος. Εἰς τοῦτο δὲ, βλέπω εὐχαρίστως, ὅτι εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἀναγράψας τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰς τοὺς πρὸ ὀλίγου ὑποβληθέντας πίνακας. Τὸ ἔσοδον τοῦτο ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, συμψηφίζεται μὲ τὴν ἀπαιτουμένην ὁμοίαν διαφορὰν διὰ προμηθείας διαφόρων Ὑπουργείων. Τοιαῦται δὲ προμήθειαι δὲν εἶναι μόνον αἱ μνημονευθεῖσαι παρὰ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς. Τοιαῦταί εἰσι προσέτι αἱ τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων, ἅτινα προμηθευόμεθα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δ’ ἀναγράφονται διὰ τὸ σιγαρόχαρτον δρ. 300,000, διὰ τὰ παιγνιόχαρτα δρ. 150,000, διὰ τὰ πυρεῖα 400,000, καὶ διὰ τὸ πετρέλαιον 1,700,000. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐν οἷς ὑπάρχει πάντοτε ὑπέρβασις τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης δαπάνης, καὶ ὑπολογίσητε τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον τὸ συνάλλαγμα καὶ τὸ πετρέλαιον, θέλετε πεισθῆ, ὅτι μόνον τὰ τέσσαρα ταῦτα κεφάλαια δύνανται ν’ ἀποῤῥοφήσωσι σχεδὸν τὸ ὅλον τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, τῆς ὁποίας προτείνεται ἡ ἀναγραφὴ ἐν τοῖς ἐσόδοις. Ἐκτὸς τοῦ κονδυλίου τούτου τῶν ἐσόδων, ἔχομεν ἐν τοῖς ἐξόδοις τὴν διαφορὰν συναλλάγματος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Εἰς αὐτὴν, ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, πρέπει νὰ προστεθῇ ἄνευ ἀμφισβητήσεως τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐπρότεινα, διότι 450,000 δραχ. ἐπληρώθησαν ἤδη παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ παρ’ αὐτοῦ ἀγορασθὲν ποσὸν πρὸς δρ. 1,85, ἀντὶ τῆς τιμῆς τῶν δρ. 1,75, ἣν ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμός. Διὰ δὲ τὸ ἕτερον ἥμισυ τοῦ συναλλάγματος, ὅπερ μένει ν’ ἀγορασθῇ παρὰ τοῦ Δημοσίου, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν σημερινὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ἥτις εἶναι δρ. 1,78, καὶ οὐχὶ τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅστις σημειοῖ αὐτὴν εἰς δρ. 1,75. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς πλειοτέρας λεπτομερείας, διότι καὶ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη καὶ τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον. Ἐπανέρχομαι δὲ εἰς τὸ ἐρώτημά μου: διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ πολλὰ ἔτη κατεκρίνομεν τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς μὴ ἐγγράφοντας τακτικῶς καὶ ἀκριβῶς τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, θέλει μὴ θετικὸν περίσσευμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895; Ἐὰν ἐπείσθημεν ὅτι συμφέροντα οὐσιαστικὰ ὑπὲρ τῆς χώρας ἐπιβάλλουσι τοῦτο, δὲν ἤθελον βεβαίως λάβει τὸν λόγον. Δὲν βλέπω ὅμως τοιοῦτόν τι. Ἂν τὸ περίσσευμα ἦναι θετικὸν, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν, εὐκολύνοντες τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐκκρεμῶν δημοσίων ἔργων. Ἀλλ’ ὑπάρχει τοῦτο; Θὰ εὕρωμεν τὰ ὡς περισσεύοντα παριστώμενα χρήματα ἐν τῷ ταμείῳ; Μὴ ὑπαρχόντων δὲ τούτων, θὰ ἐξασκήσῃ ἐπιβλαβῆ ἐπίδρασιν προϋπολογισμὸς ἐν περισσεύματι, ὅταν τὸ περίσσευμα τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ δώσῃ τὰ μέσα καὶ νὰ εὐκολύνῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Ἐὰν ἔχωμεν τὸ περίσσευμα, διατὶ δὲν ἀρχίζομεν τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης;

§329Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ 800 χιλιάδας;

§330ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀρκοῦσι διὰ τὴν ἐξακολούθησιν ἐντὸς τοῦ 1895 τῶν ἔργων τοῦ μικροῦ τμήματος Ἀθηνῶν–Χαλκίδος· διότι, ἂν θὰ ἔχωμεν διὰ τὸ 1895 περίσσευμα 800,000, θὰ ἔχωμεν τοιοῦτο διὰ τὸ 1896 ἴσως δύο καὶ τριῶν ἑκατομμυρίων. Διὰ τὸ 1895 δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ περισσότερον ποσόν. Ἀλλὰ δὲν θὰ εὕρωμεν καὶ τὰ χρήματα ταῦτα ἐν τῷ περισσεύματι τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μὴ εὑρίσκοντες δ’ αὐτά, ἐπιδιώκομεν περίσσευμα μὴ στηριζόμενον ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τοῦτο βλάβην δύναται νὰ φέρῃ καὶ εἰς τὰ ἐντὸς καὶ εἰς τὰ ἐκτὸς τῆς χώρας συμφέροντα. Δὲν δικαιούμεθα νὰ ἐπιδεικνύωμεν εὐρωστίαν μὴ ὑπάρχουσαν ἐν τῇ χώρᾳ. Περίσσευμα δέ, ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς, ἐξ 800,000 δρ. δεικνύει σχετικήν τινα εὐρωστίαν, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει. Εὑρίσκω ἐν τῇ δηλώσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δύο βελτιώσεις, τὴν τῆς ἐλαττώσεως κατὰ 350,000 δραχ. τῶν δαπανῶν πρὸς κατασκευὴν καὶ τὴν ἑτέραν κατὰ 100,000 δρ. διὰ τὰ δοθησόμενα βοηθήματα εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τῆς ἀναστολῆς τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων – Καλαμῶν. Λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν ἐγγράφονται ἐν αὐτῷ δαπάναι ἐπιβαλλόμεναι, ὅπως εἶναι ἡ δαπάνη τῆς προσεχοῦς συνόδου τῆς Βουλῆς, δίδουται οὕτω εἰς αὐτὸν χαρακτῆρα εἰκονικότητος, τὴν ὁποίαν πάντοτε κατεκρίναμεν. Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι κατὰ Νοέμβριον θὰ συνέλθωμεν ἐνταῦθα, καὶ ὅτι θ’ ἀπαιτηθῇ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις, διότι οἱ Βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ἐγκαταλίπωσι τὴν βουλευτικήν των ἀποζημίωσιν. Ἡ μὴ ἐγγραφὴ τοιούτων δαπανῶν ἐνθυμίζει τὴν ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν ὠνόμαζεν ὁ πρώην Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀξιομνημόνευτον, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἰσοζύγια τῶν προϋπολογισμῶν ἀπεκαλοῦντο στενὰ διὰ τῆς μὴ ἀναγραφῆς ἐν αὐτοῖς βεβαίων δαπανῶν. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ πολεμῶμεν ὅ,τι δὲν εἶναι εἰλικρινές. Ἐὰν δὲ τότε δὲν ἀπεδειλιῶμεν ἀπέναντι τῶν μομφῶν, τῶν ὕβρεων καὶ τῶν συκοφαντιῶν, τὰς ὁποίας ἐξετόξευον καθημέραν ἐναντίον ἡμῶν οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι ὑπονομεύομεν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους καὶ ἐμποδίζομεν τὴν ἀπεριόριστον αὔξησιν τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, ἂν δὲν ἐδιστάζομεν τότε, ὅτε μᾶς ἐπαρουσίαζον τὸ λεπτὸν τοῦτο ζήτημα τῆς δημοσίας πίστεως, σήμερον ἔτι μᾶλλον ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν ἀλήθειαν, διότι ἐπ’ αὐτῶν μόνον δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς πίστεως τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τούτων στηριζόμενοι, δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐπωφελῆ καὶ ἀσφαλῆ κανονισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ν’ ἀποσοβήσωμεν τὸν κίνδυνον νέας πτωχεύσεως. Διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς βασίζεται ἐπὶ βάσεων θετικῶν, διὰ νὰ μὴ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς κανένα ἐκ τῶν ἐμπνεομένων ἐκ κακῶν πρὸς ἡμᾶς αἰσθημάτων νὰ παριστᾷ ὡς εἰκονικὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Τοιαῦται σκέψεις μὲ ὠθοῦσι νὰ θεωρῶ συμφερώτερον διὰ τὸν τόπον, ἐὰν ἦναι πράγματι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς ἀληθὲς ἰσοζύγιον, νὰ ἀφήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐν ἐλλείμματι, ἀντὶ νὰ ἐπιδείξωμεν ἀνύπαρκτον περίσσευμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ νέας ὑπονοίας εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἤδη ἐμπιστοσύνην πρὸς ἡμᾶς, διότι μᾶς θεωροῦσιν ὅτι ἐφέρθημεν ὡς ἔθνος οὐχὶ καλῆς πίστεως. Τοῦτο μὲ παρακινεῖ νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν τοιαύτην γνώμην μου, καὶ οὐχὶ ἡ ὑπόθεσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις βεβαίως μὲ παρεξήγησε. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ πλειότερον.

§331Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκπλήσσομαι νὰ ἐξακολουθῇ ἐπιμένων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτι ζητοῦμεν νὰ παρουσιάσωμεν περισσεύματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν, ἐκπλήσσομαι νὰ ἀποδίδῃ ἡμῖν τὴν προαίρεσιν, ὅτι θέλομεν ν’ ἀποπλανήσωμεν τοὺς ἀκούοντας ἡμᾶς, παρουσιάζοντες περισσεύματα ἀνύπαρκτα. Ἐν τῇ ἐπιμονῇ ὑπάρχει ὑβριστικὴ διάθεσις, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν προσέχω. Ἐὰν ἠθέλομεν νὰ παρουσιάσωμεν περισσεύματα, ἠδυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν αὐξήσεις, καὶ μετὰ λόγου μάλιστα, ἄλλων ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Ζητήσατε τὴν σελίδα 54 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἵνα εὕρητε ἐν αὐτῇ, ὅτι ὑπολογίζομεν ὅτι θέλουσιν ἐξορυχθῆ 152,000 στατῆρες σμύριδος, καὶ ὅτι θέλομεν πληρώσει ἔξοδα εἰς τοὺς σμυριδορύκτας 2 δρ. καθ’ ἕκαστον στατῆρα, καὶ ἀναγράφομεν ἔξοδα μετὰ τοῦ ναύλου κλπ. 564 χιλιάδας δραχμῶν· ἐνῷ δὲ ἀναγράφομεν ταῦτα, ὑπελογίσαμεν ὡς ἔσοδον ἐν σελίδι 74 τοῦ κεφαλαίου 5 ἄρθρου 3 «τίμημα Ναξίας σμύριδος» δραχ. 400,000.

§332ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χρυσῶν.

§333Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὴν σμύριδα πρὸς 5 δρ. τὸν στατῆρα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον, αἱ 152,000 στατῆρες θέλουσιν ἀποφέρει 760,000 δραχμάς. Καὶ ἐνῷ ἠδυνάμεθα ἀντὶ 400,000 δραχμῶν νὰ ἀναγράψωμεν 760,000, δὲν τὸ ἐπράξαμεν. Διατί; Καὶ ἐὰν ὑπεθέτομεν ὅτι δὲν ἠθέλομεν εἰσπράξει τόσα, ἀλλὰ μόνον 400,000, ἤτοι ὅτι ἠθέλομεν πωλήσει οὐχὶ 152,000, ἀλλὰ 80,000 στατήρων, διατὶ δὲν ὑπελογίζομεν τὰ ἔξοδα τῆς ἐξορύξεως τῶν 80,000, ἀλλ’ ὑπελογίσαμεν ἔξοδα 152,000 στατήρων; Διατὶ δὲν ἠλαττώσαμεν κἄν τὰ ἔξοδα, διὰ νὰ παρασκευάσωμεν τὰ περισσεύματα; Τοιαύτη προαίρεσις ἡμῶν ἀποδείκνυται, ὅπως δημιουργήσωμεν πλαστὰ περισσεύματα; Ἰδοὺ μία εὐκαιρία νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα, ἢ νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν ἄλλο τι, ἄξιον μεγαλειτέρας ἐκπλήξεως. Ἀφοῦ ἔχετε 800 χιλιάδων δραχμῶν περίσσευμα, ἔλεγε, διατὶ δὲν προβαίνετε εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης; 800 χιλιάδες εἰσὶ τὸ ἓν ἑκατοστὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον προϋπολογίζον τὰ ἔσοδα, ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ εἰσπράττῃ ταῦτα μέχρι λεπτοῦ; Ἢ ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον, προϋπολογίζον τὰ ἔξοδα, δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ περισσότερα; Καὶ ἂν ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 80 ἑκατομμυρίων ἀφίνωμεν 800 χιλιάδας περιθώριον, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἔλλειμμα, αἰτιᾶται ἡμῶν ὁ κ. Βουλευτής, διότι δὲν ἀναγράφομεν καὶ δαπάνην διὰ τὰς 800 ταύτας χιλιάδας, δὲν προσδιορίζομεν νὰ κατασκευάσωμεν δι’ αὐτῶν τμῆμα μικρὸν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ἢ καὶ νὰ ἀρχίσωμεν ταὐτοχρόνως τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν!

§334ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε κεφάλαια.

§335Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν κεφάλαια, διότι ἔχομεν ὑποχρεώσεις ἄλλας. Ἐὰν ἐφέτος δαπανήσωμεν τὰ κεφάλαια, τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῇ Τραπέζῃ, τῶν 1,062,823.56, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν πιθανότητα ὅτι θέλομεν εἰσπράξει τὰ κατατεθέντα παρὰ τοῖς κ.κ. Γκὶψ καὶ υἱῷ, θέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ καταβάλωμεν ταῦτα ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν δ’ ἀρχίσωμεν καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, θέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ δαπανήσωμεν τρία ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐσμὲν τόσον κύριοι τῶν περιστάσεων τῆς παραγωγῆς, ὥστε νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἔργα, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θέλομεν ἔχει ἐν τῷ μέλλοντι 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια περίσσευμα; Τοιαύτη ἦτο ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν μετήρχοντο ἄλλοι, ὅταν ἐπεχείρησαν ἔργα. Ἡμεῖς δὲν σκοποῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς τοιαῦτα ἢ μόνον ὅταν θέλωμεν ἔχει χρήματα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης οὐ μόνον ἐξακολουθεῖ νὰ διακηρύττῃ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ θέλει νὰ πιστευθῇ, δυσφημῶν ἡμᾶς, ὅτι λέγομεν ψεύματα, καὶ ὅτι θέλομεν διεγείρει δυσπιστίαν, καὶ θέλομεν ἐνισχύσει τὴν δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν οἱ προκάτοχοι διήγειραν πρὸς τοὺς ξένους. Ταῦτα ἥκιστα ἁρμόζουσιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἄνδρα τόσῳ πεφωτισμένον καὶ ἱκανῶς παρεσκευασμένον νὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ὅταν ὁ τόπος τὴν ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτόν. Εὐλόγως δὲ ἐγὼ ἐκπλήσσομαι, διότι δὲν ἤλπιζον τοιαῦτα νὰ λεχθῶσι παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ.

§336ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς μικρὰν ἀπάντησιν ἐπὶ καθαρῶς προσωπικοῦ ζητήματος. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν γνωρίζω τίνας λόγους εἶχεν, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, νὰ ἀναζητῇ καὶ ἀνευρίσκῃ μόνον ἐλλείμματα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, τοὺς ὁποίους εἰσῆγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτής. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὡς ἀντιπολιτευόμενος οὐδένα λόγον ἔχω νὰ ἀναζητῶ καὶ ἀνευρίσκω ἐλλείμματα. Ἀπόδειξις τούτου ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐνταῦθα· ὅπου εἶδον ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐπὶ πλέον ἔσοδόν τι, προέτεινα τοῦτο, ἀψηφῶν τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἔφερον περὶ τούτου, ὅπου δὲ ἐνόμιζον ὅτι ὑπῆρχεν ἔσοδον ἐπὶ πλέον, ὑπεδείκνυον αὐτό. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, νομίζω ὅτι, ἐὰν ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ὅπου ἐφθάσαμεν, ἐφθάσαμεν διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς ἀπάτης καὶ τοῦ ψεύδους. Ἐγὼ ἠκολούθησα τὴν τακτικὴν τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς εὐσυνειδήτου ἐργασίας, καὶ πάντες ἀνεγνώρισαν τὴν τακτικήν μου ταύτην, πλὴν ἴσως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, δὲν γνωρίζω διατί, δὲν παύει νὰ ποιῆται κατ’ ἐμοῦ ἀποστροφὰς καὶ νὰ ἐκδηλοῖ αἰσθήματα κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς μὲν θεωρεῖ ὅτι συνάδει πρὸς τὸ πρωθυπουργικὸν ἀξίωμά του, ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι ἀπάδει καὶ πρὸς τὸ βουλευτικόν μου ἀξίωμα καὶ πρὸς τὴν ἀγωγήν μου καθόλου νὰ τὸν μιμηθῶ.

§337Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ ἔντιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ κακὴν πίστιν.

§338ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.

§339Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ ἀποδεχθῶ.

§340ΡΑΛΛΗΣ. Μοὶ ἀποδίδετέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶπον.

§341Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ λάβωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν τεσσάρων μηνῶν, βεβαίως δὲν θὰ ἐδικαιολογοῦντο αἱ προβλέψεις τῆς αὐξήσεως. Ἀλλὰ μετὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Μαΐου καὶ Ἰουνίου, πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις. Εἶπον ὅτι μετὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένητε· ὑμεῖς ὅμως εἴπετε, ὅτι δὲν περιέλαβον τὰ ἀποτελέσματα ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ὑμεῖς δὲν δικαιοῦσθε νὰ ὑποβάλητε τοιαύτας παρατηρήσεις, διότι ὑμεῖς διεφωνεῖτε καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ δὲν ὑπεγράψατε τὴν ἔκθεσιν.

§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Κηρύσσω περατωμένην τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§343Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰ λεχθέντα, ἰδίως μετὰ τὴν ἐπιμονὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ψηφίσῃ πρότασιν· πρὸς τοῦτο δὲ προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλή, πειθομένη μετὰ τὰ λεχθέντα, ὅτι καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνεγράφησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν πιθανοτήτων, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§344ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδόλως εὑρίσκομεν ὅτι δικαιολογεῖται ἡ τοιαύτη ψηφοφορία. Τοιαύτη ψηφοφορία δὲν καλύπτει βεβαίως τὰ ἐλλείμματα· διὰ τοῦτο ἡμεῖς δὲν θὰ λάβωμεν μέρος εἰς αὐτήν.

§345ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοιαύτας ψηφοφορίας προεκάλει καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν.

§346Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλει μάθει ὅμως τὸ κοινόν, ὅτι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, τόσοι κατ’ ἀριθμὸν, ὅσοι θέλουσι ψηφοφορήσει, ἀνεγνώρισαν ὅτι τὰ λεχθέντα κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐστεροῦντο πάσης βάσεως.

§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεῖσαν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Π. Σάκκη καὶ Σ. Τσιτσάρα, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτ. Δάλλας Κ. Δ. Βοῦλτσος
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Γ. Μελισσηνὸς
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Διον. Μυλωνᾶς Ν
Ν. Σμόλενιτζ ΝἍγγ. Πετραλιᾶς Ν
Δημ. Οἰκονομίδης ΝἈνδρ. Αὐγερινὸς
Δημ. Καΐρης Γεώργιος Κρεστενίτης
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώρ. Παπακυριακόπουλος
Κωνστ. Νεγρεπόντης Δημοσθ. Δόγκας Ν
Ἰωάν. Πετρίδης ΝἸω. Σισίνης Ν
Ν Φαρμακόπουλος ΝΣτέφ. Σκουλούδης
Σωτ. Δανόπουλος Γεώργ. Πετούσης Ν
Χρ. Βότσαρης Ἀριστ. Βαλέτας
Κωνστ. Κ. Καραπάνος Νικ. Νομικὸς Ν
Σπυρ. Βαρζέλης Πέτρος Δελένδας Ν
Νικόλαος Λεβίδης ΝΚωνστ. Πεταλᾶς Ν
Κωνστ. Κολιάτσος ΝἈλέξ. Θ. Ζαΐμης Ν
Δημ. Σκυλίτσης ΝΠαναγ. Θ. Ζαΐμης Ν
Ἀθ. Μουτσόπουλος Θεόδ. Ζαΐμης Ν
Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς ΝΛ. Πετιμεζᾶς
Ἀλέξ. Σκουζὲς
Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Γιαννούσιος Τάκης
Δ. Γ. Ράλλης Ν. Δαγρὲς
Ἀλέξ. Ψύλλας ΝΚωνστ. Φλέσσας
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝΝ. Σάλμας Ν
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος ΝΔημ. Τερτίπης
Βλ. Βαλτινὸς ΝἸω. Σταμούλης
Ἀθ. Ἴσκος Ἰω. Παλάσκας Ν
Κωνστ. Τοπάλης ΝΚίμων Βελλίνης Ν
Νικ. Σγινᾶς ΝΞενοφ. Τσαμαγκίδης
Γεώργ. Φιλάρετος Ἰωάννης Καζαμπάκας Ν
Νικ. Σταματιάδης ΝΙ. Στεφάνου Ν
Ἰω. Γιαννακόπουλος ΝΠαν. Λεβέντης Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΝ. Χατζηνικολῆς Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΓεώργ. Κόρπας
Περ. Ἀλεξάκης ΝἈχιλ. Ἀγάθος
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Κωνστ. Βασιλάκης
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝἸω. Σέχος
Π. Λαμπρινόπουλος ΝΝικ. Βασιλάκης
Χαρ. Τζανετάκης Ἀθ. Παραμυθιώτης Ν
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Γεώργ. Θεοτόκης
Πολύμ. Ζαρίμπας ΝΓεώργ. Καποδίστριας
Χρ. Μαστραπᾶς Δημ. Οἰκονόμου
Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΝΔημ. Πετρίδης Ν
Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΟΠ. Ζούζουλας Ν
Π. Ρίτσος ΝΚωνσταν. Σκαρπέτης Ν
Ἀνδρ. Βασιλείου ΝἈριστ. Μεντζελόπουλος Ν
Σπ. Τσιτσάρας ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης
Δημ. Χατζόπουλος Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς
Δημ. Βουλπιώτης Δημ. Σβορῶνος Ν
Μιχ. Ἰατρίδης ΝἌθως Ρωμάνος
Ἀλέξ. Σ. Κ. Ῥώμας ΝΔιον. Καλούτσης
Σπ. Στάης Θεόδ. Βελλιανίτης
Χ. Κ. Βοζίκης ΝἈνάρ. Σιμόπουλος
Νικ. Σταματόπουλος ΝΛ. Καραλίβανος Ν
Θ. Πέῤῥος ΝΠανουρ. Πανουργιᾶς
Γεώργ. Μαυρομιχάλης ΝΓ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Δημ. Μανουτάκης ΝἈχιλ. Γεροκωστόπουλος
Δημ. Ματάλας
Ἀριστ. Μελετόπουλος ΝἸω. Τσερτίδης
Νικ. Γκουζούλης ΝΧρ. Τζίνος
Δημ. Πιπινόπουλος Δημ. Βότσης
Χασὰν βέης Πετρεδὴνβέη ΝΠαναγ. Σάκκης Ν
Φιλ. Ἰσχόμαχος ΝΔημ. Ε. Καλογερόπουλος Ν
Ἰω. Γεωργαντᾶς ΝΝικ. Καράπαυλος
Ἰω. Λάππας ΝἸω. Βρυώνης Ν
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΝΠ. Αν. Καβαλλιεράτος Ν
Ἄγγ. Καλκάνης ΝΝικόλ. Δημητριάδης Ν
Β. Βασιλειάδης ΝΓ. Ν. Μπούμπουλης
Ἀθ. Εὐταξίας Ἀντ. Γουδῆς
Ἰω. Μπακόπουλος ΝἈθ. Λαδόπουλος Ν
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος ΝΝ. Βαφειαδάκης Ν
Φίλ. Βάρβογλης ΝΓ. Παγανέλης Ν
Ν. Τριανταφυλλάκος Ἀλοΐσιος Τόμαν
Ἠλ. Ζέγγελης Ν. Δρόσος Ν
Λάμπρος Σινανιώτης ΝΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
Ἰω. Βούτουνας ΝΣωτ. Χατζηγάκης
Γ. Μαλέας Νικ. Ταρμπάζης Ν
Γ. Νικολαΐδης ΝΚ. Χατζηπέτρος
Λεων. Δεληγεώργης Θεόδ. Κριεμάδης Ν
Μιλτ. Γουλιμῆς ΝΕὐστ. Κοκκέβης Ν
Παν. Μερλόπουλος Γ. Γεωργακόπουλος Ν
Περ. Μποῦτος ΝΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
Ἀλκ. Δεληγιάννης Δημ. Καμαριώτης
Ἀντ. Καρατζᾶς ΝΔιον. Στάϊκος
Πέτρ. Ταταράκης Ἀριστόβουλος Μάνεσης
Γεώργ. Κουλούρης ΝΣπ. Δεϊμέζης Ν
Ὄθων Μαῦρος Θεόδ. Λιμπρίτης Ν
Ἐλευθ. Μυκώνιος ΝἸω. Παπαδόπουλος Ν
Μιλτ. Βαρότσης ΝΘεόδ. Γκίκας
Γεώργ. Σισμάνης ΝΠαντελῆς Γκίκας Ν
Γεώργ. Πλατανιώτης Νικ. Τσαμαδός
Ἰω. Καναβός ΝΧριστ. Στεριάδης
Γ. Φαρμακόπουλος Νικόλ. Κοντογιάννης Ν
Μιχ. Π. Ἰατρὸς ΝΚομνᾶς Τράκας Ν
Α. Πετσάλης ΝΝ. Χατζῖσκος
Παῦλος Ραζέλος Τρ. Σχινᾶς
Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχάλης Δημ. Κρίτσας
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝΜ. Κακαρᾶς
Ἀσημ. Χριστόπουλος Γ. Ἀβέρωφ Ν
Χαράλ. Κανελλόπουλος ΝΚ. Βαρατάσης Ν
Παν. Λαμπρούλιας ΝἈλ. Μ. Κανάρης Ν
Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης ΝἸωάν. Α. Κανάρης Ν
Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς

§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 112, ἐξ ὧν 111 εἶπον Ναὶ, καὶ 1 εἶπεν Ὄχι. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν. Αὔριον εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 4 π. μ. τῆς ἐπομένης.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
2Τῆς 14 Ἰουλίου 1895.
3(Σάββατον)
4Ὥρα 11 π.μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Καλλιφρονᾶ).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
8σεως, μὴ τυπωθέντα εἰσέτι, θέλουσιν ἀναγνωσθῆ μετὰ με-
9σημβρίαν.
10Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Δα-
11δίου τῆς Λοκρίδος, παραπονουμένων κατὰ τῶν διδασκάλων
12τοῦ ἐκεῖ Ὑποδιδασκαλείου. Θέλει ἀποσταλῆ εἰς τὸ Ὑπουρ-
13γεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
14Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
15§2ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
16Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
17Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν Πύλῳ
18ἐκ τῶν χρημάτων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας.
19Ἐπίσης καταθέτω καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα ὑπὸ
20τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, περὶ κατασκευῆς τοῦ
21λιμένος Βόλου. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἐρώτησιν,
22ἐὰν μετέβαλον τὴν προτεραιότητα τῶν ἔργων, ἐκ τῶν ἐγ-
23γράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα ἐπιμελῶς, ἐπείσθην, ὅτι ἡ τά-
24ξις τῆς προτεραιότητος κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων δὲν
25μετεβλήθη. Ἐπετράπη μόνον εἰς τὸν ἐργολάβον, ἵνα μὴ ἀρ-
26γῶσι τὰ ἐργαλεῖά του καὶ ἡ βυθοκόρος, ὅπως ταὐτοχρόνως
27μὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ λιμένος Βόλου προβῇ καὶ
28εἰς τὴν ἐκβάθυνσιν αὐτοῦ, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅμως ὅρον, ὅπως
29καταμετρηθῶσι τὰ ὕδατα σήμερον, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς
30ἐργασίας, καὶ ὕστερον δὲ πάλιν καταμετρηθῶσιν, ὅτε θὰ συν-
31τελεσθῇ ἡ ἐργασία.
32Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τρίτην ἐρώτησιν, διατὶ ὁ ἐργολάβος
33δὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, ἡ ὑπηρεσία ἀπαντᾷ, ὅτι οὐδέποτε ἡ
34λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἐζήτησεν, ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ ἐρ-
35γολάβος, καὶ τοῦτο, διότι κατηναλώθησαν ὀκτὼ ὁλόκληροι
36μῆνες, μέχρις ὅτου ὁρισθῇ ἀκριβῶς τὸ μέρος, ἔνθα ἐπρό-
37κειτο νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, τοῦ μὲν ἐργολάβου ζητοῦντος,
38ὅπως τὸ ἐργοστάσιόν του ἱδρυθῇ ἐντὸς τῆς πόλεως, τῶν
39ἄλλων δὲ ζητούντων, ὅπως ἱδρυθῇ ἐκτός. Ἔπρεπε νὰ λη-
40φθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ κατανάλωσις τοῦ χρόνου τούτου, καὶ ὡς ἐκ
41τούτου δὲν ἐκηρύχθη ἔκπτωτος.
42Αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι, ἃς συνέλεξα ἐπὶ τοῦ προκει-
43μένου καὶ καταθέτω.
44§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
45ρικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
46(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 288).
47§4Δ. Ε. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ νομο-
48σχεδίου χορηγοῦντος τὰ μέσα πρὸς ἐπισκευὴν καὶ κατα-
49σκευὴν τελείαν τοῦ ὑδραγωγείου Πύλου, μοὶ ἐπιβάλλεται
50καθῆκον, ὅπως εὐχαριστήσω θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
51Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν μέριμναν, ἣν ἔλαβε περὶ τούτου. Διὰ
52τοῦ μέτρου τούτου παρέχεται μεγάλη ἐκδούλευσις ὄχι μό-
53νον εἰς τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως Πύλου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν
54φρουρὰν καὶ εἰς τοὺς καταδίκους, περὶ τοὺς τετρακοσίους τὸν
55ἀριθμὸν, διότι τοῖς χορηγεῖται πόσιμον ὕδωρ, οὗ ἐστεροῦντο
56ἕνεκα τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ ὑδραγωγείου, καθ’ ὅλον
57τὸ ἔτος.
58§5Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀτε-
59λεστάτων πληροφοριῶν καὶ ἐγγράφων, ἅτινα εἶχον κατα-
60τεθῆ τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τρικκάλων καὶ ἐμοῦ,
61ἐζητήθησαν καὶ ἄλλα ἔγγραφα, ἅτινα κατατίθενται. Ἐπ’
62αὐτῶν θέλω ἀπαντήσει, καὶ ὡρισμένως τὴν προσεχῆ Δευ-
63τέραν.
64§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τινὲς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, τῶν ἀκριβῶς
65ἐρχομένων κατὰ τὴν ὡρισμένην ὥραν, παρεπονέθησαν πρὸς
66τὸν Πρόεδρον, ὅτι βραδύνει πάντοτε ἡ ἔναρξις τῶν συνεδριά-
67σεων. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται
68τακτικῶς εἰς τὴν ὥραν τὴν προσδιωρισμένην.
69§7ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει πρῶτον τὸ Ὑπουρ-
70γικὸν Συμβούλιον νὰ παρίσταται, ἵνα μὴ γίνηται ἀφορμὴ εἰς
71τοὺς Βουλευτὰς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα.
72§8Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ποίαν ὥραν θὰ ἔλθωμεν μετὰ μεσημ-
73βρίαν;
74§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ μεσημβρίας εἶναι ἡ δεκάτη ὡρισμένη,
75μετὰ μεσημβρίαν ἡ πέμπτη ὥρα.
76§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χθὲς ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς
776 καὶ τέταρτον μ. μ.
78§11ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ παραπονούμενοι ἀξιότιμοι
79συνάδελφοι ἴσως εἶναι ἐκ τῶν κανονικῶς ἐρχομένων, ἀλλὰ μὴ
80κανονικῶς ἀποχωρούντων, διότι εἰς τὰς 3 μετὰ τὸ μεσονύ-
81κτιον, ὅτε λήγουσιν αἱ συνεδριάσεις, μόλις εἴμεθα ἐδῶ 30 ἕως
8240 τὸ πολύ.
83§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν τοῦτο τρέπεται κατ’ ἐμοῦ,
84§13ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
85§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον αἱ σωματικαί μου δυνάμεις
86ἐπιτρέπουν, μένω ἐδῶ καρφωμένος.
87§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἀρχίζωμεν ἐγκαίρως, βεβαίως θὰ τε-
88λειόνωμεν ἐνωρίτερον.
89Ὁ κ. Βελλίνης ἔχει τὸν λόγον.
90§16ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἐν Βελεστίνῳ τῆς Θεσσαλίας εἶναι ἓν ὑποδι-
91δασκαλεῖον. Ἀγνοῶ διατί, ἐπεκράτησε νὰ διατάσσωνται οἱ
92μαθηταὶ διὰ τὰς ἐξετάσεις των νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Τρίπο-
93λιν ἢ εἰς Ἀθήνας. Εἶναι πτωχοὶ νέοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται
94νὰ διορισθῶσιν εἰς θέσεις 40 δραχμῶν, καὶ δὲν ἔχουν 100
95δραχμὰς νὰ ἐξοδεύσουν, ὅπως μεταβῶσιν εἰς Τρίπολιν ἢ Ἀθή-
96νας, ἵνα δώσωσιν ἐξετάσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουρ-
97γὸν τῆς Παιδείας νὰ διατάξῃ, ἢ νὰ ἐξετασθῶσιν ἐν Λαρίσῃ,
98ἢ νὰ μεταβῇ ἐπιτροπὴ ἐκ καθηγητῶν εἰς Βελεστῖνον καὶ
99τοὺς ὑποβάλῃ εἰς ἐξετάσεις.
100§17ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Καθ’ ἃς ἔχω θετικὰς πληροφορίας ἐκ
101τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω ἐνταῦθα,
102συνελθόντες ἐκεῖ πάντες οἱ κτηματίαι καὶ οἱ ἐμπορευόμενοι
103τὸν λεμονόκαρπον, συνδιεσκέφθησαν καὶ ὑπέγραψαν ἀναφορὰν
104πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαι-
105τοῦνται ἀκριβῶς ἐκεῖνα, ἅπερ ἡμεῖς ἐπανειλημμένως ἀπὸ
106τῆς θέσεως ταύτης συνεστήσαμεν διὰ τὸν ἐν κρίσει εὑρισκόμε-
107νον λεμονόκαρπον.
108Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἐθεωρήθη προσῆκον ἐκ μέρους τῶν ὑπο-
109γραψάντων ταύτην, ν’ ἀποσταλῇ πρὸς τὸν κυβερνητικὸν συνά-
110δελφον, ὅπως οὗτος τὴν ἐπιδώσῃ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους. Δὲν
111ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι ὁ κ. συνάδελφος θὰ ἐξετέλεσε τὴν ἐντολὴν
112τῶν συμπολιτῶν μας. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ
113αὕτη ἀπηυθύνετο καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὤφειλε νὰ κατατεθῇ
114καὶ ἐνταῦθα, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ λάβωσι γνῶσιν. Ἐκ
115τῆς ἀναφορᾶς δὲ ταύτης θὰ ἐμάνθανον οἱ κύριοι συνάδελφοι,
116ὅτι δὲν πάσχουσι μόνον ἐκεῖ, ὅπου φύεται ἡ σταφιδάμπελος,
117ἀλλὰ πάσχουσι καὶ ἐκεῖ, ἔνθα ἀνθεῖ ἡ λεμονέα καὶ ἡ πορτο-
118καλέα.
119Εὐτυχῶς διὰ τὴν νῆσόν μας, ἰδού, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπο-
120λογισμοῦ ἐπιτροπὴ συνέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν μίαν τῶν αἰ-
121τήσεων, τὰς ὁποίας πρὸ ἡμερῶν εἴχομεν ἡμεῖς ὑποβάλει ἐν-
122ταῦθα, περὶ τῆς καταργήσεως δηλονότι τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν
123λεμονοπεριβολίων. Νομίζω ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἰσπράττει
124πλέον τῶν 12 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ φόρου
125τούτου, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι, προκειμένου περὶ τοσοῦτον
126εὐτελοῦς ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπειλεῖ νὰ διαταράξῃ τὸ ἰσο-
127ζύγιον τῶν ἐξόδων καὶ τῶν ἐσόδων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ,
128θ’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν
129συζήτησιν, κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, τοῦ παρ’ ἡμῶν καὶ
130ἄλλων συναδέλφων ὑποβληθέντος καὶ ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ
131ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίου.
132Εἰς τὰς παρακλήσεις τῶν συμπολιτῶν μου προσθέτω καὶ
133ἐγὼ τὰς ἐπανειλημμένως ἄλλως τε ἀπευθυνθείσας πρὸς τὴν
134Κυβέρνησιν ἰδικάς μου, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ παρίδῃ αὕτη
135τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου, ἀλλὰ
136θὰ φροντίσῃ νὰ χορηγηθῶσι ταχέως τὰ ζητούμενα, ἐὰν δὲν
137ἐπιθυμῇ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καταστροφὴν τόσης ἐργασίας
138ἐπὶ τῶν ὡραίων λεμονοπεριβολίων μας, ἀντιπροσωπευούσης
139ἑκατομμύρια.
140§18ΤΟΠΑΛΗΣ. Πολὺς ἐγένετο λόγος κατ’ αὐτὰς περὶ τῶν
141λιμενικῶν ἔργων Βόλου, πολλοὶ δὲ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευ-
142ταὶ ἐποιήσαντο ἐπερωτήσεις περὶ αὐτῶν, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων
143ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσήγαγε τὰ ζητηθέντα
144ἐπὶ τούτου ἔγγραφα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς κυρίους
145συναδέλφους, ἰδίᾳ δὲ τὸν ἐκ Βόλου κ. Φιλάρετον, ὅπως ἀρ-
146χίσῃ ἐπὶ τέλους τὴν περίφημον ταύτην συζήτησιν περὶ τῶν
147λιμενικῶν ἔργων Βόλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζω ὅτι ἔδωκεν
148ἀρκούσας ἐξηγήσεις σήμερον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. ἐκ
149Βόλου συναδέλφου, τὴν ὁποίαν οὗτος ἐγγράφως ὑπέβαλεν,
150ὥστε θεωρῶ πλέον παράλογον τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως
151ταύτης, καὶ παρακαλῶ τοὺς εἰρημένους Βουλευτάς, ἵνα συζη-
152τήσωσι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην σήμερον, ἐκτὸς ἐὰν ἐπείσθησαν ἐκ
153τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, καὶ ἐκ τῶν ἐξηγήσεων
154τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑφίσταται πλέον συζητή-
155σεως περὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων Βόλου.
156§19Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χαίρω πολύ, ὅτι κατέχεται ὑπὸ μεγά-
157λης ἀνυπομονησίας ὁ κ. συνάδελφος, ἵνα συζητηθῇ τὸ ζήτημα
158περὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων Βόλου. Τοῦτο εἶναι πολὺ εὐχάρι-
159στον, διότι θὰ συντελέσῃ ἀκριβῶς εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον
160καὶ ἐγὼ ἐπιδιώκω, ἵνα συντελεσθῇ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον το-
161σοῦτον ἐνδιαφέρει τὸν Βόλον καὶ ὁλόκληρον τὴν Θεσσαλίαν.
162Πρὸ μικροῦ ἐξήγησα τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει
163νὰ γείνῃ σήμερον ἡ συζήτησις αὕτη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
164Τρικκάλων ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, βραδύτερον ἐζή-
165τησα καὶ ἐγώ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, κατὰ τὸ σύ-
166στημα ἀτυχῶς, τὸ ὁποῖον πάντοτε κρατεῖ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα,
167κατέθεσεν ἀτελεστάτας πληροφορίας καὶ οὐχὶ ὅλα τὰ ἔγ-
168γραφα. Ἐζήτησα τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ κα-
169τετέθησαν οἱ ὅροι τῆς συγγραφῆς, δὲν κατετέθησαν δὲ ἄλλα
170ἔγγραφα, π. χ. τὰ πρακτικὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων
171ἔργων, οὐδὲ ἡ διαταγή, ἡ ὁποία ἐδόθη τελευταῖον, ἧς δὲν
172γνωρίζω τὴν χρονολογίαν.
173Ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ ἐπερωτήσεως, διατυπωθείσης ἐπὶ τῇ
174βάσει τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν
175Ἐσωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ πρὸ ὀλίγων
176λεπτῶν τῆς ὥρας ἔγγραφά τινα, καὶ νὰ δώσῃ πληροφορίας,
177τὰς ὁποίας ἐπισταμένως ἤκουσα, καὶ τὸν εὐχαριστῶ. Εἶπον
178ὅτι τακτικὸν εἶναι νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν καὶ
179νὰ ὁμιλήσω τὴν Δευτέραν. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. συνάδελφος κατέ-
180χεται ὑπὸ ἀνυπομονησίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἔδειξε μέχρι σήμε-
181ρον, τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον, καὶ δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, δὲν
182δύναται ὅμως νὰ ἐξαναγκάσῃ ἕτερον νὰ ὁμιλήσῃ, ὅταν δὲν
183θέλῃ καὶ ὅταν δὲν ἔχῃ φθάσει ἡ στιγμή. Θὰ ἦτο πολὺ
184ἁπλοῦς, ἐὰν παρεδέχετο, ὅτι ἠδυνάμην νὰ παραιτηθῶ πρὸς
185χάριν του τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον διὰ τὴν ὑπό-
186θεσιν ταύτην, διότι πρὶν ἢ ὑποβάλω αὐτὰς ἐσκέφθην ὡρί-
187μως. Ἐὰν τώρα ἡ ἐπερώτησις διετυπώθη οὐχὶ ἀκριβῶς,
188διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν ἔγγραφα ἀτελῆ, ἐπιφυλάττομαι νὰ ἀνα-
189πτύξω αὐτὴν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ὅταν λάβω γνῶσιν ὅλων
190τῶν ἐγγράφων.
191§20ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Βόλου νομί-
192ζει ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν σήμερον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητή-
193σεως περὶ τοῦ ζητήματος τῶν λιμενικῶν ἔργων Βόλου, καὶ
194ἀφοῦ ὁ ἕτερος κ. συνάδελφος ἐκ Βόλου ἐνδιαφέρεται νὰ
195λάβῃ ὁπωσδήποτε ἓν πέρας ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ διευκρινισθῇ,
196τίς εἶναι ὁ αἴτιος, ὅστις ἔχει παρεμβάλει προσκόμματα διὰ
197τὴν ἐκτέλεσιν τῶν λιμενικῶν ἔργων καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου διε-
198τέθησαν πρόσοδοι τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς εἰς ἄλλους σκο-
199ποὺς ἢ εἰς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους προωρίσθησαν, νομίζω
200ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη
201μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, ὅτε δύναται νὰ γείνῃ εὐρυ-
202τέρα συζήτησις καὶ ὅτε ὁ κ. Φιλάρετος δὲν θὰ ἔχῃ πλέον
203λόγους νὰ παραπονῆται, ὅτι δὲν εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τῆς
204ὑποθέσεως καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιληφθῇ
205τῆς συζητήσεως. Θεωρῶ λοιπὸν ὀρθότερον νὰ ἀναβληθῇ ἡ
206συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
207§21ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
208Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποθέσεως
209τοῦ λιμένος Βόλου, ὀφείλω, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. συνάδελ-
210φον, νὰ δικαιολογήσω τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου.
211Αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ πολλῶν Βουλευτῶν πληροφορίαι περὶ
212τῶν λιμενικῶν ἔργων Βόλου καὶ ἄλλων λιμενικῶν ἔργων,
213εἶναι τόσον πολλαὶ, ὥστε, καὶ ἂν ἦσαν διπλάσιοι οἱ ὑπάλ-
214ληλοι, δὲν θὰ ἐπήρκουν, ἵνα ἀπαντήσωσιν εἰς ὅλας αὐτὰς
215τὰς ἐπερωτήσεις. Τοῦτο ὤφειλον νὰ εἴπω, ὅπως δικαιολο-
216γήσω τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι πολὺ ἐργάζονται, ἵνα δύ-
217νανται νὰ ὦσιν ἐνήμεροι εἰς ὅλας τὰς ἐπερωτήσεις τῶν κ.
218Βουλευτῶν.
219§22ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐζήτησα
220παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατετέθησαν ἐγ-
221καίρως. Ἑπομένως ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ παραπο-
222νεθῶ. Ἐὰν ὁ κ. Φιλάρετος δὲν εἶχεν ὁρίσει σαφῶς τὴν ἐπε-
223ρώτησίν του τὸ πρῶτον, καὶ ἠναγκάσθη κατόπιν νὰ ζητήσῃ
224συμπληρωτικὰς πληροφορίας, νομίζω ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ αἴτιος
225τῆς ἀναβολῆς ταύτης καὶ τῆς βραδύτητος.
226§23ΤΟΠΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν ἰδέαν ἔχω, ὅτι
227ὁ κ. Φιλάρετος θέλει νὰ ἀναβάλληται ἡ συζήτησις, καὶ πολὺ
228πιθανὸν τὴν Δευτέραν νὰ ζητήσῃ καὶ ἑτέρας πληροφορίας,
229ὅπως ἀναβληθῇ καὶ πάλιν ἡ συζήτησις. Ἐγὼ δὲν κατέχο-
230μαι ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἀνυπομονησίας, ὅπως ἡ συζήτησις αὕτη
231ἔλθῃ τὸ ταχύτερον, ἀλλ’ ἐνόμιζον ὅτι ἀρκετὸς παρῆλθε χρό-
232νος καὶ ὅτι ὁ κ. Φιλάρετος θὰ ἦτο προητοιμασμένος, ἵνα ὁμι-
233λήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὥστε μικρὰν ἀνάγκην νὰ
234ἔχῃ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουρ-
235γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Μόνον ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας κινού-
236μενος, ἐπρότεινα εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἵνα ὁμιλήσῃ
237σήμερον. Ἐὰν ἔχῃ λόγους, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς
238συζητήσεως ταύτης, ἐγὼ δὲν ἔχω βεβαίως ἐναντίαν γνώμην.
239§24Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι σκιαμαχία τὸ γε-
240νόμενον. Οἱ κ. συνάδελφοι θέλουσι νὰ μοὶ ἐπιῤῥίψωσι τὴν μομ-
241φήν, ὅτι ἐζήτησα ἀτελεῖς πληροφορίας. Λυποῦμαι τοὺς κ.
242συναδέλφους, καὶ δὲν ἀπαντῶ τίποτε πλέον τῶν ὅσων εἶπον.
243§25Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα,
244δι’ ὧν κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μετ’ ἐπιμονῆς πληροφοροῦμαι
245παρὰ διαφόρων πολιτῶν ἐκ Καλαβρύτων, ὅτι διάφοροι κατα-
246χρήσεις λαμβάνουσι χώραν εἰς τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν
247Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος ἐκεῖ τὸ ἔργον.
248Ἔχω δ’ ἀντίγραφον καταγγελίας, τῆς τελευταίας, ἡ ὁποία
249ἀναφέρεται εἰς ἄλλας προηγουμένας καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀπο-
250δίδονται ὡρισμέναι καταχρήσεις. Δὲν ἐκφέρω καμμίαν γνώ-
251μην περὶ αὐτῶν ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συστήσω εἰς τὸν
252κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν
253του, ἴσως δ’ ἔλαβε γνῶσιν τῶν καταγγελιῶν αὐτῶν. Θὰ παρα-
254καλέσω λοιπὸν αὐτὸν νὰ ζητήσῃ τὰ περὶ τούτου ἐκ τοῦ τμή-
255ματος τῶν δημοσίων ἔργων καὶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν
256του, διότι μεγάλαι καταχρήσεις καταγγέλλονται.
257Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, καὶ ἄλλην τινὰ σύστασιν θὰ ὑπο-
258βάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκ τοῦ χω-
259ρίου Σουδενῶν εἷς φρενοβλαβὴς ἐφόνευσεν ἄλλον τινὰ πολί-
260την, ἐν φρενοβλαβείᾳ διατελῶν, ἐφ’ ᾧ παρεπέμφθη εἰς τὸ
261Κακουργιοδικεῖον, ἀλλ’ ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ δίκη του,
262τὸ δικαστήριον εὑρέθη εἰς ἀμφιβολίαν, ἐὰν δύναται νὰ δικάσῃ
263φρενοβλαβῆ· ἡ ὑπόθεσις λοιπὸν ἀνεβλήθη, καὶ ὁ ἄνθρωπος
264αὐτὸς ἔμεινεν ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ὁλόκληρα ὡς ὑπόδικος, ἐπὶ
265τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ δίκη. Ὁ Εἰσαγγελεὺς
266τῶν Ἐφετῶν ἀνεφέρθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης,
267καὶ ἐζήτησε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς στα-
268λῇ εἰς φρενοκομεῖον καὶ μετὰ τὴν θεραπείαν γείνῃ ἡ δίκη.
269Ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκώφευσεν εἰς τὴν
270ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἐπὶ τέλους ὁ Εἰσαγγελεὺς
271ἠναγκάσθη νὰ προσδιορίσῃ τὴν δίκην τοῦ κατηγορουμένου,
272διότι διέτρεχε κίνδυνον καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἄλλων φυλακισμένων,
273καθόσον αὐτὸς εἶναι μανιώδης. Ἔγεινεν ἡ δίκη αὐτοῦ, καίτοι
274διετέλει ἐν φρενοβλαβείᾳ, καὶ τὸ δικαστήριον, ἐπιεικῶς δικά-
275σαν, τὸν ἐκήρυξεν ἀθῶον, ἐστάλη δὲ εἰς τὸ χωρίον του, συν-
276οδευόμενος ὑπὸ χωροφυλάκων, ἵνα μὴ καθ’ ὁδὸν διαπράξῃ
277ἕτερον ἔγκλημα. Εἰς τὸ χωρίον ὅμως ἔγεινεν ἀναστάτωσις,
278διότι πάντες φοβοῦνται, καθόσον αὐτὸς ἔχει τὴν μονομανίαν
279νὰ φρονῇ, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου κατὰ τὴν ἐπανάστα-
280σιν τοῦ 1821 κατεφέροντο κατὰ τοῦ πάππου του, καὶ ἐπὶ
281τῷ λόγῳ τούτῳ μαίνεται κατὰ πάντων. Παρακαλῶ λοιπὸν
282τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν περὶ
283τοῦ ἀνθρώπου τούτου καὶ τὸν ἀποστείλῃ εἰς ἓν φρενοκομεῖον,
284διότι τρέχει κίνδυνον ἡ ζωὴ τῶν κατοίκων, καὶ ἡ οἰκογένειά
285του φοβεῖται νὰ μένῃ ἐν τῇ οἰκίᾳ. Ἔχω μάλιστα καὶ ἐπι-
286στολὴν ἐκ τῆς οἰκογενείας του.
287§26ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
288Ἐσωτερικῶν). Πῶς ὀνομάζεται;
289§27Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὀνομάζεται Σπυρίδων Ἀργυρόπου-
290λος. Κατοικεῖ εἰς τὸ χωρίον Σουδενά. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
291Δικαιοσύνης γνωρίζει περὶ τούτου, διότι ἔχει γείνῃ μακρὰ
292ἀλληλογραφία περὶ αὐτοῦ, καὶ δύναται νὰ λάβῃ πληροφο-
293ρίας καὶ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν.
294Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ,
295διότι διατρέχει κίνδυνον ἡ ζωὴ τῶν κατοίκων.
296§28ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ἐν τῇ ἡμε-
297ρησίᾳ διατάξει εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ἐγγεγραμμένον νομοσχέδιον
298περὶ χορηγίας βοηθημάτων εἰς τοὺς δυστυχήσαντας ἐργάτας
299τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἔλαβον τηλεγράφημα
300ἐκ Τριπόλεως, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ ἀξιοτίμων συμπολιτῶν
301μου ὑπεργολάβων, ἀπευθυνόμενον δὲ καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς
302συναδέλφους, δι’ οὗ οἱ συμπολῖταί μου ὑπεργολάβοι παραπο-
303νοῦνται, ὅτι δὲν συμπεριλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐν
304τῷ τηλεγραφήματι ἐκτίθενται λεπτομερῶς αἱ αἰτήσεις τῶν
305συμπολιτῶν μου, ὑποστηρίζουσαι τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῇ πρώτῃ
306συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, καθ’ ἣν
307ἡ συνδρομὴ καὶ περίθαλψις τοῦ Κράτους θὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ
308τοὺς ἡμεδαποὺς ὑπεργολάβους. Συνιστῶ τὴν τηλεγραφικὴν
309ταύτην ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυ-
310βερνήσεως, παρακαλῶ δέ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευ-
311τέραν ἀνάγνωσιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Τὸ τηλεγράφημα
312καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
313§29ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, διότι κατὰ
314τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου λόγοι ὑπερτάτης
315ἀνάγκης δὲν μοὶ ἐπέτρεψαν νὰ παρασταθῶ ἐν τῷ Κοινοβου-
316λίῳ. Ἐν Τριπόλει ἔλαβον γνῶσιν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομο-
317σχεδίου, καὶ ἀμέσως ἀνεχώρησα ἐκεῖθεν· ὡς ἀφίχθην δὲ ἐν-
318ταῦθα, εὐθὺς ἔλαβον γνῶσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εὗρον ἀτε-
319λὲς καὶ μὴ ἐκπληροῦν τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ὑπεβλήθη, οὐδὲ θε-
320ραπεῦον τὸν πόθον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἔσχον
321τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω τοῦτο. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
322βερνήσεως μοὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει ἐξετάσει τὴν ὑπηρεσίαν,
323καὶ ἂν τῳόντι οἱ ὑπεργολάβοι ἔχωσι δίκαιον, θέλει λάβει
324πρόνοιαν καὶ περὶ αὐτῶν. Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνε-
325κοίνωσεν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος, ἀπηυθύνετο καὶ εἰς ἐμέ, καὶ
326ἀπήντησα τηλεγραφικῶς εἰς τοὺς ὑπεργολάβους, πόσον πόνον
327ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν ζημιωθέντων
328συμπολιτῶν μας, καὶ ὅτι ἀρχικὸς σκοπὸς τοῦ κ. Προέδρου,
329εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον, ἦτο, ὅπως ἱκανοποιηθῶσιν ὅλοι
330οἱ ζημιωθέντες ἐκ τῆς ἀτυχοῦς ἐκείνης ὑποθέσεως τοῦ σιδη-
331ροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ
332δίκαια τῶν ὑπεργολάβων θέλουσιν ἀναγνωρισθῆ, καὶ πρὸς
333τοῦτο ἔχω συντάξει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὰς
334ὁποίας θέλω ὑποστηρίξει κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν αὐτοῦ, ἐλ-
335πίζων, ὅτι θέλουσι γείνῃ ἀποδεκταὶ ὑπό τε τῆς Βουλῆς καὶ
336ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ.
337§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ
338κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἐπηρώτησε προχθὲς τὰ ἑξῆς (ἀνα-
339γινώσκει): «Ἐπίσης νὰ ἐξετασθῇ, ἐπὶ τίνι λόγῳ οἱ ὡς ναυ-
340»τικοὶ ἐγγεγραμμένοι ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως»,
341»οἱ μὴ τουτέστι λαβόντες φυλλάδιον ἐργάτου θαλάσσης πρὸ
342»ἑνὸς ἔτους, τιμωροῦνται διὰ τῆς τριμήνου προσθέτου ὑπη-
343»ρεσίας, ἡ ὁποία κατηργήθη διὰ νόμου ὡς πρὸς τοὺς ἐργά-
344»τας θαλάσσης. Ἐὰν ἄλλως δὲν ἦναι ἐργάται θαλάσσης,
345»πῶς θεωροῦνται τοιοῦτοι;»
346Ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, δυστυχῶς ὁ κ. Βουλευ-
347τὴς δὲν ἔχει δίκαιον· εὐτυχῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦ
348νόμου ͵ΒΣΛʹ οἱ ἐργάται θαλάσσης, οἱ ἐφωδιασμένοι διὰ ναυ-
349τικοῦ φυλλαδίου, δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώ-
350πιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου πρὸς ἐξέτασιν τῆς σω-
351ματικῆς αὐτῶν ἱκανότητος. Ἑπομένως οὐδενὶ τούτων ἐπι-
352βάλλεται τρίμηνος πρόσθετος ὑπηρεσία, ἂν δὲν προσέλθῃ.
353Ὑπόκεινται ὅμως εἰς τὴν ναυτικὴν ἀπογραφὴν, καὶ ἐκπλη-
354ροῦσιν ἑπομένως εἰς τὸν κατὰ θάλασσαν στρατὸν τὴν στρα-
355τολογικὴν αὐτῶν ὑποχρέωσιν ὑποχρεωτικῶς, καὶ οἱ ἐξα-
356σκοῦντες ναυτικὰ ἐπαγγέλματα, π. χ. οἱ θερμασταί, οἱ ναυ-
357πηγοί, οἱ μηχανουργοὶ καὶ λοιποί, οὓς κατονομάζει τὸ ἄρθρον
35814 τοῦ ᾼΥϞΘʹ νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας. Εἰς αὐ-
359τοὺς μὴ ἐμφανιζομένους ἐνώπιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμ-
360βουλίου, ἐπιβάλλεται τρίμηνος πρόσθετος ὑπηρεσία, διότι
361ὁ νόμος ͵ΒΣΛʹ δὲν συμπεριέλαβεν αὐτοὺς εἰς τὸ εὐεργέτημα,
362ὅπερ ἀφορᾷ τοὺς ἐργάτας θαλάσσης. Καὶ εἶναι εὔκολον νὰ
363ἐννοήσῃ τις τὸν λόγον τῆς διακρίσεως ταύτης. Οἱ θαλάσσης
364ἐργάται συμπίπτει πολλάκις, ἔχοντες ναυτικὸν φυλλάδιον,
365ὄντες δὲ ναυτολογημένοι, νὰ μὴ εὑρίσκωνται ἐν τῷ τόπῳ,
366ἔνθα γίγνεται ἡ κλήρωσις, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἦναι πρό-
367χειροι εἰς ἐμφάνισιν ἐνώπιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβου-
368λίου. Ὁ νόμος βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι ἄδικος, ἐὰν ἐπέβαλ-
369λεν αὐτοῖς τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο οὗτοι μό-
370νον ἀπαλλάσσονται. Οἱ μὴ ἔχοντες ὅμως ναυτικὸν φυλλάδιον
371καὶ μὴ ὄντες θαλάσσης ἐργάται, ὡς ἐκεῖνοι, οὓς ἀνέφερον
372ἤδη, οἱ θερμασταί, οἱ ναυπηγοί, οἱ μηχανουργοί, ὡς πρὸς αὐ-
373τοὺς, λέγω, ἤθελεν εἶσθαι τῷ ὄντι μεγάλη τις συγκατάβασις,
374ἂν μὴ ἐπέβαλλεν αὐτοῖς ὁ νόμος τὴν τρίμηνον πρόσθετον
375ὑπηρεσίαν, εἴποτε δὲν ἐνεφανίζοντο ἐγκαίρως ἐνώπιον τῶν
376Στρατολογικῶν Συμβουλίων. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τούτων,
377οἵτινες δικαίως ἐτιμωρήθησαν διὰ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας
378(διάλογοι). Πρόκειται, ἂν ἐγένετο παράβασις νόμου. Ὁ νό-
379μος δὲν συμπεριέλαβεν αὐτοὺς εἰς τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν.
380Ἐὰν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσιν, ὑποβάλετε
381πρότασιν νόμου.
382Ἀπαντῶ εἰς ἄλλην ἐπερώτησιν. Ὁ κ. ἐκ Ξηροχωρίου Βου-
383λευτὴς ἐπηρώτησε: πρῶτον, ἐὰν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ.
384Δ. Κριεζῆ προεβιβάσθη ὁ ὑποκελευστὴς Γεώρ. Πολιδάκης,
385πρὸ τριετίας ἀποθανών. Εὐτυχῶς, Κύριοι, εἰσὶ τοσοῦτον πολ-
386λοὶ οἱ ζῶντες, ἔχοντες δὲ ἀξιώσεις παρὰ τῶν Ὑπουργῶν καὶ
387τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ εὑρέθη Ὑπουρ-
388γὸς, ποιούμενος παροχὰς καὶ πρὸς τεθνεῶτας. Ἑπομένως δὲν
389εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι τεθνεὼς προεβιβάσθη.
390§31ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι σᾶς
391ἠπάτησεν ἡ ὑπηρεσία. Διότι ὁ προβιβασμὸς ἐστάλη, ὅτε τὰ
392πλοῖα ἦσαν εἰς Τάραντα. Λέγω ταῦτα, ἵνα καταδείξω μετὰ
393πόσης θρασύτητος παρανομοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ
394τὸν τίτλον ὑπασπιστοῦ τοῦ Βασιλέως.
395§32Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς
396ἐμὲ ἡ ὑπηρεσία αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ἔδωκεν, αὐτὴν τὴν
397πληροφορίαν δίδω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Βουλήν.
398§33ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς
399ἐγὼ λέγω· καὶ θὰ φέρω καὶ ἀντίγραφον. Ἡ ὑπηρεσία σᾶς
400ἀπατᾷ.
401§34ΛΕΒΙΔΗΣ. Μέχρι τοῦδε δὲν ἔχω ἀφορμὴν τοιαῦτα νὰ
402πιστεύω· εὐθὺς ὡς λάβω τοιαύτην, βεβαίως θέλω μεταβάλει
403τὴν ὑπηρεσίαν.
404§35ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λαμβάνετε τώρα.
405§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ νὰ προσαγάγητε ἔγγραφα.
406§37ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ φέρω ἀντίγραφα· εἶναι δὲ μάρτυρες καὶ
407ὅλοι οἱ πλοίαρχοι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ναῦται, οἱ
408ὁποῖοι ἠκολούθησαν τὰ πλοῖα, ὅταν μετέβησαν εἰς Τάραντα.
409§38ΛΕΒΙΔΗΣ. Πιθανὸν νὰ ἔχετε δίκαιον. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε
410δὲν ἐβεβαιώθησαν ὅσα λέγετε.
411Ἐπερωτᾷ δεύτερον ὁ κ. Βουλευτὴς (ἀναγινώσκει): «Προ-
412»ήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ κελευστοῦ ἁρμένων ὁ Γεώργιος
413»Ποῦλος, στάσιμος (75 ἐτῶν), καὶ ἐξακολουθεῖ ὑπηρετῶν ἐπὶ
414»τῆς Αὔρας»; Ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ξηροχωρίου
415εὑρίσκεται ἐν πλήρει δικαίῳ. Ὥστε παρατηρεῖτε, ὅτι ἡ ὑπη-
416ρεσία ὡς πρὸς αὐτὸ εἶναι σύμφωνος μὲ ὑμᾶς. Τῷ ὄντι ἐδῶ παρε-
417βιάσθη ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): «Ὁ ὑποκελευστὴς αʹ τάξεως
418»ἁρμένων Γ. Ποῦλος προήχθη εἰς κελευστὴν τῇ 28 Μαΐου
419»1895, καίτοι εἶχεν ὑπερβῆ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἤτοι τὸ
420»50ὸν ἔτος.» Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΑΥϞΖʹ ὁρίζει, ὅτι εὐ-
421θὺς ὡς ὑπερβῇ τὸ πεντηκοστὸν ἔτος, δὲν δύναται νὰ προά-
422γηται εἰς ἀνώτερον βαθμόν.
423§39ΚΡΙΤΣΑΣ. Μήπως δὲν συνεπλήρωσε τὰ ἔτη τῆς συν-
424τάξεως;
425§40ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ὑποκελευστῶν εἶναι
426τὸ ἔτος 50 τῆς ἡλικίας, κατὰ τὸν νόμον ΑΥϞΖʹ. (Ἀναγινώσκει
427τὸ κείμενον τοῦ νόμου). Αὐτὸς δὲ, καίπερ ὑπερβὰς τὸ πεν-
428τηκοστὸν ἔτος, προεβιβάσθη παρὰ τὸν νόμον. Ὑπηρετεῖ δὲ
429ἀληθῶς ἐπὶ τῆς «Αὔρας», ἐφ’ ἧς ἐπιβαίνει πλήρωμα ἐκ τοῦ
430Ναυστάθμου, διότι τὸ πλοῖον τοῦτο, ὡς γνωρίζετε, εἶναι
431παρωπλισμένον, ἐπὶ δὲ τῶν παρωπλισμένων πλοίων, κατὰ
432τὸν νόμον, ἐπιβαίνει πλήρωμα ἐκ τοῦ Ναυστάθμου. Ἐὰν
433τώρα, Κύριοι, καλῶς ἢ κακῶς ὑπηρετῇ, δύναμαι νὰ δώσω
434τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, ὅτι κακῶς μὲν προεβιβάσθη, καλῶς
435δὲ ὑπηρετεῖ· καὶ ἰδοὺ διατί· διότι δὲν ἔχει συμπεπληρωμέ-
436νην ὑπηρεσίαν ἐτῶν πέντε καὶ εἴκοσι· δύναται ἑπομένως νὰ
437μένῃ ἐν ταῖς τάξεσι κατὰ τὸ 2ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2
438(ἀναγινώσκει τὸ ἐδάφιον). Ὁ ῥηθεὶς λοιπὸν δὲν συνε-
439πλήρωσε τὴν εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν, νομίμως ἄρα δύνα-
440ται νὰ ὑπηρετῇ, καίτοι παρανόμως προεβιβάσθη.
441Τρίτη ἐρώτησις εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Προή-
442»χθησαν οἱ ἑξῆς ὑποκελευσταὶ νοσοκόμοι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ
443»κελευστοῦ νοσοκόμου, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οὐδεμία
444»ἀναγράφεται τοιαύτη θέσις, Π. Σκλέπας, Γ. Πιπῖνος, Δ.
445»Μπουζακίτης, Π. Γεωργιάδης κλπ.»;
446Καὶ ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ κ. ἐκ Ξηροχωρίου Βου-
447λευτοῦ εἶναι ὀρθὴ καὶ δικαία. Τῷ ὄντι οἱ ὑποκελευσταὶ οὗ-
448τοι αʹ τάξεως νοσοκόμοι προήχθησαν τῇ 28 Μαΐου ἐ. ἔ.
449εἰς κελευστὰς, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνα-
450γεγραμμέναι τοσαῦται θέσεις καὶ τοσαύτη πίστωσις. Ἑπομέ-
451νως τῷ ὄντι ἐγένετο παράβασις τοῦ νόμου, καθόσον προή-
452χθησαν εἰς τὸν βαθμὸν, περὶ οὗ ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς,
453ἄνδρες ἐναντίον τῶν ἀριθμῶν, οὓς ἀναγράφει ὁ προϋπολο-
454γισμός. Κελευσταὶ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχουσιν
45572, δι’ οὓς τὸ Δημόσιον καταβάλλει κατὰ μῆνα δραχμὰς
4566,480, ἀπὸ 72 δὲ ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς
457ἀνεβίβασεν αὐτοὺς εἰς 107, δηλ. ὑπερέβη τὰ κεκανονισμένα
458ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατὰ δραχμὰς 3,150 κατὰ μῆνα.
459Ὑποκελευσταὶ ὅμως κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν δέον νὰ ὦσιν
460195, εἶναι ἐν τούτοις μόνον 163· ἑπομένως ἐπέρχεται πί-
461στωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκ δραχμῶν 2,560 κατὰ
462μῆνα. Δίοποι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν πρέπει νὰ ὦσι 210,
463ὑπάρχουσιν ὅμως μόνον 191· ἑπομένως καταβάλλονται εἰς
464τούτους διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ ἔλαττον δραχ. 1,755
465κατὰ μῆνα. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐνῷ ἀληθῶς ἐγένετο
466παράβασις τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν
467ῥηθέντων ὑπαξιωματικῶν, καθόσον οὗτοι προεβιβάσθησαν χω-
468ρὶς νὰ ὑπάρχωσιν ἀριθμοὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, αὔξησις τῆς
469ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναγραφομένης δαπάνης δὲν ἐπῆλ-
470θεν· ἐξ ἐναντίας ὑπάρχει ἐλάττωσις κατὰ δραχμὰς 645 κατὰ
471μῆνα, καθόσον δὲν συνεπληρώθησαν οἱ ἀριθμοὶ πάντων τῶν
472βαθμῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
473σημειουμένων. Λέγω ταῦτα, οὐχὶ ἵνα καλύψω τὰ κακῶς γενό-
474μενα, διότι τῷ ὄντι κακῶς προεβιβάσθησαν οἱ ὑπαξιωμα-
475τικοί, ἀλλὰ διότι ὀφείλω νὰ πιστοποιήσω συγχρόνως, ὅτι
476δὲν ἐπῆλθεν ἐκ τούτου ὑπέρβασις τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀναγεγραμ-
477μένου ὁλικῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τοὺς ὑπαξιωματι-
478κοὺς τοῦ στόλου.
479§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία ἡ τάξις ἡ ὑπερβαίνουσα;
480§42ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ κελευσταὶ ἀπὸ 72 ἀνῆλθον εἰς 107.
481§43ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές. Σήμερον κελευσταί, κατὰ
482τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον, ὃν κατεθέσατε, εἶναι 118.
483§44ΛΕΒΙΔΗΣ. Δηλαδὴ εἶναι περισσότεροι ἀπὸ ὅ,τι πρέπει
484νὰ ᾖναι.
485§45ΔΕΙΜΕΖΗΣ. 108 εἶχεν ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὑποβληθεὶς
486πρὸ ἡμερῶν, ἀλλ’ ἡ κατάστασις, ἣν κατεθέσατε, ἔχει 118.
487§46ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 107 εἶναι κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ
488ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργός.
489§47ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας ἀπηύθυνε τὴν
490ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ
491νόμου ᾼΨΚΗ’ τῆς 28 Μαΐου 1887 ἡ διάρκεια τῆς διαμο-
492νῆς τῶν ἀξιωματικῶν ὡς καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐν πᾶσι
493τοῖς ἱδρύμασι τοῦ ἐν Πόρῳ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 συσταθέντος
494Προγυμναστηρίου εἶναι δύο ἐτῶν ...»
495Ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀκρι-
496βείᾳ, καθόσον τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου ᾼΨΚΗ’ λέγει τὰ
497ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάρκεια τῆς διαμονῆς τῶν ἀξιω-
498ματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ προγυμναστῶν ἐν πᾶσι τοῖς
499ἀνωτέρω ἱδρύμασιν εἶναι διετὴς τοὐλάχιστον.» Λέγει λοι-
500πὸν τὸ ἄρθρον «εἶναι διετὴς τοὐλάχιστον.» Ἑπομένως
501τί ἐξάγεται ἐκ τοῦ νόμου; Ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὀλιγω-
502τέρα τῶν 2 ἐτῶν ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, περισ-
503σοτέρα ὅμως δύναται νὰ ᾖναι· ὥστε, ἐὰν ὑπάρχωσι βαθμο-
504φόροι ἐν τῷ Γυμναστηρίῳ τοῦ Πόρου, ἔχοντες ὑπηρεσίαν ἐν
505τῷ Πόρῳ πλέον τῶν δύο ἐτῶν, νομίμως οὗτοι ὑπηρετοῦσι,
506διότι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον νὰ ᾖναι διετὴς ἡ ὑπη-
507ρεσία. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ὑπάρχει καὶ τεχνικὸς λόγος,
508δι’ ὃν εἶναι ἴσως ἐπιβεβλημένον νὰ ᾖναι καὶ μακροτέρα τῶν
509δύο καὶ τῶν τριῶν καὶ τῶν τεσσάρων ἐτῶν ἡ ὑπηρεσία τῶν
510ἐν τῷ Πόρῳ βαθμοφόρων· διότι οὗτοι, ὡς γνωρίζετε, χρησι-
511μεύουσιν εἰς εἰδικὴν προγύμνασιν τῶν πληρωμάτων τοῦ στό-
512λου, ἥτις βεβαίως δὲν δύναται νὰ ᾖναι τελεσφόρος, ἐὰν ἑκά-
513στοτε μεταβάλλωνται οἱ ἐκεῖ βαθμοφόροι.
514Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας ἀνέ-
515φερε Διάταγμά τι τῆς 23 Δεκεμβρίου 1867 ἔτους, καθ’ ὃ
516οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ὑπηρετοῦσιν ἐκ περι-
517τροπῆς κατὰ θάλασσαν, μὴ ὑπερβαινούσης τῆς διαρκείας
518τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τὰ δύο ἔτη. Ἀλλὰ τὸ Διάταγμα
519τοῦτο, ὅπερ εὑρίσκεται ἐν τόμῳ Βʹ σελίδι 44 τοῦ «Ναυτι-
520κοῦ Συνεκδήμου», φέρει χρονολογίαν τοῦ 1867, ὡς ἐῤῥήθη,
521ἐγένετο δὲ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Δ. Σαχτούρη. Οὐδέποτε
522ἐν τούτοις τὸ Διάταγμα ἐτηρήθη, καὶ πρὶν ἢ νομοθετηθῇ ὁ
523νόμος περὶ τῆς Προπαιδευτικῆς Σχολῆς ἐν Πόρῳ. Αὐτὸς ὁ
524Ὑπουργός, ὅστις ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα τοῦτο, δὲν ἠδυνήθη
525νὰ τηρήσῃ αὐτό.
526Ἐπίσης ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας (ἀναγι-
527νώσκει): «Οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπολαμβάνουσιν (ἐν Πόρῳ) κατ’
528»οἶκον τὰ πλεονεκτήματα τῆς κατὰ θάλασσαν ὑπηρεσίας;»
529Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ
530δικαίῳ, διότι ὁ νόμος, οὗτινος ἐμνήσθην, ἐν ἐδαφίῳ βʹ τοῦ
531ἄρθρου 12 λέγει, ὅτι «τὸ εἰδικὸν προσωπικὸν τοῦ Κεντρι-
532κοῦ Προγυμναστηρίου κατοικεῖ ἐν τοῖς καταστήμασι τοῦ
533ἀρχαίου ναυστάθμου, κατὰ τὴν ἀνήκουσαν ἑκάστῳ τάξιν·
534λαμβάνει δὲ θαλασσίους ἀποδοχάς, καὶ ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ λο-
535γίζεται θαλάσσιος.»
536Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ ἀπαντήσω σήμερον εἰς ὅσα οἱ
537κύριοι συνάδελφοι μὲ ἐπηρώτησαν.
538§48ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Πρὶν ἐπανέλθω ἐπὶ τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ἐν
539προηγουμένῃ συνεδριάσει εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὸν ἔντιμον ἐπὶ
540τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, πληροφορῶ αὐτόν, ὅτι αἱ σημειώ-
541σεις περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν, τὰς ὁποίας ἡ ὑπη-
542ρεσία τοῦ Ὑπουργείου, οὗ προΐσταται, τῷ ἐχορήγησε, δια-
543φωνοῦσι πρὸς τοὺς νόμους, πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν ἀρ-
544χικῶς ὑπέβαλε, καὶ πρὸς τὴν δήλωσιν, ἣν τελευταῖον ἐποιή-
545σατο πρὸς τὴν Βουλήν.
546Τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀρχικελευστῶν ὁ νόμος ὁρίζει διὰ μὲν τὰς
547διαφόρους κατηγορίας εἰς 15, διὰ δὲ τοὺς μηχανικοὺς εἰς 24,
548ἐν συνόλῳ εἰς 39 (νόμος ᾼΤΜΖ’ τοῦ 1885). Κατὰ τὸν αὐ-
549τὸν νόμον, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν ὑπολοίπων
550βαθμῶν προσδιορίζεται διὰ τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ, μέ-
551χρις οὗ διὰ τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ πολεμικοῦ ναυτι-
552κοῦ καθορισθῇ οὗτος. Ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ἐψηφίσθη διὰ τοῦ
553νόμου ᾼΦΕ’ τοῦ 1887, ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπα-
554ξιωματικῶν δὲν καθωρίσθη, ἐπανελήφθη δὲ καὶ ἐν τούτῳ ἡ
555εἰρημένη διάταξις, ὥστε ἔμεινεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ
556ὁ κατ’ ἔτος κανονισμὸς μιᾶς σπουδαιοτάτης δαπάνης καὶ τῆς
557τύχης τῆς χρησιμωτέρας μερίδος τῶν ἀνδρῶν τοῦ στόλου.
558Τῆς σπουδαίας ταύτης ἐλλείψεως τὴν συμπλήρωσιν πιστεύω
559νὰ συμπεριλάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰς περὶ βελτιώσεως τῆς
560ναυτικῆς ὑπηρεσίας μελέτας του.
561Σήμερον λοιπόν, κατὰ τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον, ὃν ὁ
562κ. Ὑπουργὸς κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλήν, τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρ-
563χικελευστοῦ φέρουσι 47 ἄτομα ἐν συνόλῳ, ἤτοι 8 πλέον τοῦ
564ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου ἀριθμοῦ. Κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ αὐ-
565τοῦ Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, τὸν
566συνταχθέντα κατόπιν τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του γενομέ-
567νων προβιβασμῶν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀρχικελευστῶν περιορίζεται
568εἰς 43, ἤτοι κατὰ 4 πλέον τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου
569ἀριθμοῦ.
570Κατὰ τὴν σημείωσιν ἢ τὴν δήλωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
571σμοῦ, — ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ την — τὴν ὁποίαν χθὲς ὑπέ-
572βαλεν ἡμῖν ὁ ἴδιος Ὑπουργός, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀρχικελευστῶν
573ἀναβιβάζεται εἰς πεντήκοντα, ἤτοι κατὰ ἕνδεκα περισσοτέρους
574τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ, κατὰ τρεῖς περισσοτέρους τῶν πραγμα-
575τικῶς ὑπαρχόντων καὶ κατὰ ἑπτὰ πλειοτέρους τῶν ἐν τῷ
576προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, τῷ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ
577ὑποβληθέντι, ἀναγραφομένων. Πρόκειται περὶ νέων προβιβα-
578σμῶν; ἀγνοῶ. Ἓν μόνον γινώσκω, ὅτι τὰ λεγόμενα ἐξάγονται
579ἀπὸ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου, τὰ ὁποῖα πάντες
580φέρετε ἀνὰ χεῖρας...
581§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐναντίον τοῦ γράμματος τοῦ νόμου ἐγέ-
582νετο ὑπέρβασις ἀριθμῶν;
583§50ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μάλιστα, κ. συνάδελφε, καὶ ἐπειδὴ ἔχετε
584τὴν ἀρχὴν τῆς ἀκριβολογίας, σᾶς ἀναγινώσκω τὸ κείμενον
585(ἀναγινώσκει): Νόμος ΨΒʹ τῆς 9 Νοεμβρίου 1861 περὶ
586ναυτικῶν προβιβασμῶν. Ἄρθρ. 18. «Οὐδεὶς γίνεται προβιβα-
587σμός, θέσεως κενῆς ἐν τοῖς ἀριθμοῖς μὴ ὑπαρχούσης, οὐδὲ βαθ-
588μὸς ἐπίτιμος χορηγεῖται». Προστίθημι δέ, ὅτι ἀρχικελευσταί
589εἰσιν ἀξιωματικοί.
590§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐναντίον καὶ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ προϋ-
591πολογισμοῦ;
592§52ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μάλιστα, τὸ προεῖπον.... Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν
593ἐπιτρέπεται ἀριθμὸς, ἤτοι θέσις ἀξιωματικοῦ, ἡ ἐν τῷ προϋ-
594πολογισμῷ ἀναγραφὴ πιστώσεως οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν.
595§53Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀλλὰ
596καὶ κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατέθεσα, ὑπῆρχε πάλιν
597ὑπέρβασις.
598§54ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μάλιστα, λεπτομερέστατα σᾶς ὑπέδειξα
599τὰς ὑπερβάσεις τῶν ἀριθμῶν τοῦ νόμου, ὅπως προκύπτουν ἐκ
600τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐκ
601τοῦ σημειώματος ἢ τῆς δηλώσεώς σας, πάντων τῆς αὐτῆς
602προελεύσεως.
603Ταῦτα περὶ ἀρχικελευστῶν. Ἄς ἴδωμεν τώρα τοὺς ἐπι-
604λοίπους βαθμοὺς τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς
605δὲν ὁρίζεται διὰ νόμου, ἀλλὰ κανονίζεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
606γοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ κατανέμεται δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ εἰς
607τὰς διαφόρους κατηγορίας.
608Κελευσταί. Ὁ ἀριθμὸς τούτων διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
609τοῦ 1895 ὁρίζεται εἰς 97, κατανεμομένους εἰς τοὺς διαφό-
610ρους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ὃν
611ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀναφέρει, ὅτι τὸν
612βαθμὸν τοῦτον φέρουσιν 118, ἤτοι περιπλέον 21. Ἡ δήλωσις,
613ἣν ἐποιήσατο ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς, ἀναβιβάζει τὸν ἀριθμὸν
614τῶν κελευστῶν εἰς 122, ἤτοι κατὰ 25 περισσοτέρους τοῦ
615προϋπολογισμοῦ, ὅστις, ὡς προεῖπον, προσδιορίζει κατὰ τὸν
616νόμον τὸν ἀριθμόν.
617Ὑποκελευσταὶ Αʹ καὶ Βʹ τάξεως. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν
618ὁρίζεται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς 250. Εἰς τὸν ὀνομαστι-
619κὸν ὅμως κατάλογον ἀναγράφονται 219, ἤτοι μένουσι κεναὶ
620θέσεις 31. Ἡ ἐξαίρεσις ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ προέρχεται ἐκ τοῦ
621ὅτι προεβιβάσθησαν εἰς τὴν Αʹ τάξιν πάντες οἱ τῆς Βʹ τάξεως,
622καὶ ἑπομένως δὲν ὑπῆρχον ἄνδρες πρὸς προβιβασμόν. Ἄν ὁ κ.
623Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ προσαγάγῃ
624τὸν ἀναλυτικὸν πίνακα τῆς τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν
625καὶ ὑπαξιωματικῶν, ὃν δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεως κατὰ τὴν
626συνεδρίασιν τῆς 30 Ἰουνίου ἐζήτησα, τὸν ὁποῖον καὶ ἡ ἐπὶ
627τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ προηγουμένως εἶχε ζητήσει,
628ἤθελε μάθει ἡ Βουλὴ πολὺ περισσοτέρας ὑπερβάσεις καὶ παρα-
629νόμους τοποθετήσεις, ἤθελε δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἐκτι-
630μήσει τὴν ἀξίαν τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας του, καὶ
631κανονίσει τὰς μετ’ αὐτῆς σχέσεις του κατὰ τρόπον ἀσφαλί-
632ζοντα τὴν ἰδίαν αὐτοῦ φιλοτιμίαν.
633Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν,
634ἣν ἀπηύθυνα αὐτῷ τῇ 7ῃ Ἰουλίου, οὔτε κατηγορηματικῶς
635ἀπαντᾷ, ἂν κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ΑΥϞΗʹ
636τοῦ 1887 ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ Προπαιδευτικῇ Σχολῇ ἀξιωμα-
637τικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ πέραν τῶν δύο ἐτῶν, οὔτε ῥητῶς
638ἐξεφράσθη, τί σκέπτεται περὶ τούτων νὰ πράξῃ. Ἐνδεικνύει
639ὅμως τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ῥηθὲν ἄρθρον τοῦ νόμου ὁρίζει
640τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῆς διορίας, ἄρα ὁ ἀνώτατος μένει ἀπροσ-
641διόριστος. Ἡ γνώμη αὕτη βεβαίως δὲν εἶναι ἡ τοῦ διακεκρι-
642μένου νομομαθοῦς κ. Ὑπουργοῦ· εἶναι γνώμη τῆς ὑπηρεσίας,
643ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀρκετὰς ἤδη ἔλαβεν ἀφορμὰς, ὅπως προφυ-
644λάττηται.
645Ἁπλῆ μελέτη τοῦ νόμου ΑΥϞΠʹ καὶ τοῦ ὀργανικοῦ τῆς
646Σχολῆς διατάγματος τοῦ 1888 πείθει, ὅτι τὸ Προγυμνα-
647στήριον εἶναι Σχολὴ ἀλληλοδιδακτική, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκπαι-
648δεύονται οἱ ναῦται εἰς τὰ διάφορα εἰδικὰ μαθήματα ὑπὸ
649ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Οἱ ἀξιωματικοί, βοηθού-
650μενοι ὑπὸ ὑπαξιωματικῶν, διδάσκουσιν εἰς τὰς διαφόρους εἰ-
651δικὰς Σχολάς, ἀποτελοῦσι δὲ τὰς ἐξεταστικὰς ἐπιτροπάς. Ὁ
652χρόνος τῆς μαθητεύσεως τῶν ναυτῶν ἐν ἑκάστῃ Σχολῇ προσ-
653διορίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος ἑκά-
654στου μαθήματος. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς κουράσω, ἀναγινώσκων
655μακρὰ κείμενα τῆς σχετικῆς νομοθεσίας. Ὁ θέλων ἂς ἀνα-
656γνώσῃ τὸν νόμον καὶ τὸ διάταγμα, ὅπερ προεμνημόνευσα, ἵνα
657πεισθῇ. Σχετικῶς ἑπομένως πρὸς τὸν ὡρισμένον χρόνον τῆς
658μαθητεύσεως τῶν ναυτῶν, πρὸς τὰς ἐτησίους περιόδους τῆς
659προσελεύσεως τῶν κληρωτῶν, ὁ νόμος ὑποχρεοῖ τοὺς διδάσκον-
660τας ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς νὰ παραμένωσιν ἐπὶ
661ὡρισμένον χρόνον ἐν τῇ Σχολῇ, ἀπολαμβάνοντες καὶ τοῦ εὐερ-
662γετήματος τῆς κατὰ θάλασσαν ὑπηρεσίας, ὅπως συμπληρῶσι
663καὶ τὰς ἐξετάσεις τῶν σειρῶν τῶν ναυτῶν, οὓς ἐδίδαξαν, χω-
664ρὶς νὰ δύνανται νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ξηρᾶς
665ἢ εἰς διαθεσιμότητα. Τὸν ὅρον ὅμως τῶν δύο ἐτῶν ἔλαβεν ὁ
666νόμος ἐξ ἄλλης αἰτίας, ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἐκ τοῦ νόμου
667ΨΙΒʹ τοῦ 1861 ἄρθρ. 5 καὶ ἑπ. καὶ τοῦ Διατάγματος τῆς
66825 Δεκεμβρίου 1867 ἔχουσιν οἱ ἀξιωματικοί, ὅπως ἐκ περι-
669τροπῆς ὑπηρετήσωσι κατὰ θάλασσαν ἐπὶ δύο ἔτη. Ἀλλὰ,
670κύριοι συνάδελφοι, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κατὰ θάλασσαν
671διετοῦς ὑπηρεσίας, ἀμφισβητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν,
672πειθόμενος εἰς τὰς παραστάσεις τῆς ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσίας. Ἐγὼ
673ἂν ἤλπιζον ν’ ἀκουσθῶ, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουρ-
674γὸν νὰ ἐξελέγξῃ τοὐλάχιστον τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἐπὶ τοῦ προ-
675κειμένου πληροφοριῶν, ἐρωτῶν τὸν πρῶτον ἀξιωματικόν, ὃν
676τυχαίως ἤθελε συναντήσει. Θὰ εἶχον μάλιστα τὸ θάῤῥος νὰ
677τῷ ἀναφέρω γεγονότα σχετικὰ τῆς ἰδίας ἀντιλήψεώς μου.
678Ὅταν ὁ πλοίαρχος Ράϊνεκ προΐστατο τοῦ Προγυμναστηρίου,
679ἕνεκα λόγων ὑγείας ἐπεθύμει νὰ μείνῃ ὀλίγας ἑβδομάδας μετὰ
680τὴν συμπλήρωσιν τῆς θαλασσίας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ, μολονότι
681μέγα ἴσχυε παρὰ τῇ τότε Κυβερνήσει, δὲν τὸ κατώρθωσε,
682διότι ὁ μετ’ αὐτὸν ἐνδιαφερόμενος Βότσαρης ἔλαβε τὴν θέσιν
683του. Ἡ αὐτὴ ἀνάγκη παρουσιάσθη εἰς τὸν δεύτερον, ὃν διε-
684δέχθη ὁ σήμερον διευθύνων τὸ Προγυμναστήριον, ὃν μετὰ 5–6
685μῆνας θ’ ἀντικαταστήσῃ ὁ μετ’ αὐτὸν ἐρχόμενος.
686§55Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐν
687Πόρῳ δὲν θὰ ἔχῃ θαλασσίαν ὑπηρεσίαν;
688§56ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς προεῖπον. Ἐπειδὴ ἡ ἐν Πόρῳ
689ὑπηρεσία θεωρεῖται ἀτόπως ὡς θαλασσία, διορίζονται ἐκ περι-
690τροπῆς πάντες οἱ δικαιούμενοι ἀξιωματικοὶ τῶν διαφόρων
691βαθμῶν. Ἐξαίρεσις γίνεται εἰς δύο ὑποπλοιάρχους ἐντοπίους,
692οἵτινες ἀπὸ ὀκτὼ ἐτῶν διατηροῦνται ἀμετακίνητοι εἰς τὸ Προ-
693γυμναστήριον, ἀδικοῦντες τριάκοντα τρεῖς ἄλλους συναδέλφους
694των, ἔχοντας δικαιώματα νόμιμα ἐπὶ τῶν θέσεων τούτων, καὶ
695λόγῳ ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως τῆς θαλασσίας ὑπηρε-
696σίας, καὶ λόγῳ ἐκγυμνάσεως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Σχολῆς,
697οἷοι μάλιστα οἱ νεώτεροι, οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν
698δοκίμων, τοὺς ὁποίους, ἐπιστημονικῶς μορφουμένους, δὲν ἔχει
699δυστυχῶς τὰ μέσα τὸ Κράτος νὰ ἐκγυμνάσῃ καὶ πρακτικῶς
700εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν γνώσεων, ἃς θεωρητικῶς ἔλαβον.
701§57Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δηλα-
702δὴ προπαιδεύουσι τοὺς ναύτας, ἵνα ἀποστέλλωσιν αὐτοὺς εἰς
703τὰ πλοῖα.
704§58ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ προεῖπον. Λυποῦμαι διότι
705προκαλοῦμαι εἰς λεπτομερείας περὶ προσώπων, ὅπερ οὔτε
706ἐπιθυμῶ, οὔτε μὲ ἐνδιαφέρει, καὶ περὶ πραγμάτων, τῶν ὁποίων
707ἡ ἀνάμνησις πληγώνει τὴν καρδίαν παντὸς Ἕλληνος. Πάν-
708τες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἡ μόνη δύναμις, πρὸς τὴν ὁποίαν
709μετ’ ἐλπίδος δυνάμεθα ν’ ἀποβλέπωμεν, εἶναι τὸ Ναυτικόν.
710Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δαπανῶμεν κατ’ ἔτος ὑπέρτερα τῶν δυ-
711νάμεών μας, καὶ ναυτικὴν δύναμιν δὲν ἔχομεν εἰς πρόσωπα,
712εἴτε εἰς πράγματα. Ναῦται δὲν γίνονται οἱ γυμναζόμενοι
713ἐν τῷ λιμένι τοῦ Πόρου ἢ τῆς Σαλαμῖνος, ἢ οἱ ἐπιβαίνον-
714τες ἐπὶ πλοίων ναυλοχούντων διαρκῶς ἐν Πειραιεῖ ἢ Πόρῳ.
715Ἡ κυρία τοῦ ναύτου ἀρετὴ συνίσταται εἰς τὸ θάῤῥος καὶ τὴν
716γενναιότητα πρὸς τοὺς κινδύνους τῆς θαλάσσης, εἰς τὴν ἀν-
717τοχὴν κατὰ τῆς τρικυμίας, τῶν ταραχῶν τῆς ἀτμοσφαίρας,
718καὶ τὴν ἐξοικείωσιν πρὸς τοὺς κλυδωνισμοὺς τοῦ πλοίου. Τί
719χρησιμεύει ὁ πεπαιδευμένος ναύτης, ὁ ἐπιστήμων ἀξιωματι-
720κός, ὅταν εἰς τὴν ἐλαφρὰν κίνησιν τοῦ πλοίου καταλαμβά-
721νηται ὑπὸ κεφαλαλγίας, ὑπὸ στομαχικῆς συνταράξεως;
722Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἔχωμεν τὰ μέσα νὰ καταστήσωμεν ναυτι-
723κοὺς τελείους, φρόνιμον εἶναι εἰς ὅ,τι ἔχομεν νὰ προγυμνά-
724ζωμεν τοὺς νεωτέρους, οἵτινες φυσικῶς διαδέχονται τοὺς ἐκλεί-
725ποντας ἀρχαιοτέρους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ μέσα ἄλλοτε νὰ γεί-
726νωσιν ἀληθεῖς ναῦται.
727Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ καιρὸν ἐκ τῶν πολλῶν ἀσχο-
728λιῶν του, ἂς μελετήσῃ τὸν νόμον ΑΨΚΗʹ τοῦ 1887 καὶ τὸ
729ἐκτελεστικὸν Διάταγμα τοῦ 1888, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι τὸ
730Προγυμναστήριον Πόρου εἶναι Σχολή, διῃρημένη εἰς διάφορα
731τμήματα, ὅτι οἱ ἐν ταύτῃ τοποθετημένοι ἀξιωματικοί εἰσι
732διδάσκαλοι μαθημάτων ἐπιστημονικῶν, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε
733ἐδιδάχθησαν, εἰσὶν ἐξετασταὶ τῶν μαθητευομένων, καὶ τῶν
734ὑπαξιωματικῶν τῶν διαφόρων βαθμῶν, ὅσοι δικαιοῦνται εἰς
735προβιβασμόν, ἐπὶ προβλημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοοῦν. Τότε
736ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ συμφωνήσῃ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ ἐμπο-
737ροπλοίαρχοι καὶ οἱ παλαιοὶ ὑπαξιωματικοί, τοὺς ὁποίους ἐν
738ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ προσέλαβε τὸ Κράτος ἐκ τῶν ἐχόντων πρα-
739κτικὰς γνώσεις, ἥκιστα δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν εἰς διδα-
740σκάλους καὶ ἐξεταστάς, ὅταν μάλιστα ἀπέναντι τούτων
741ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ ἐπιστήμονες, ἱκανώτατοι διὰ τὸ ἔρ-
742γον τοῦτο.
743Ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς ἀκαταλληλότητος τῶν ἐν τῷ Προγυ-
744μναστηρίῳ ὑποπλοιάρχων, ἐκτὸς τῆς ὑπὲρ τὸν νόμιμον χρό-
745νον διαμονῆς αὐτῶν ἐν τῇ Προγυμναστηρίῳ, καὶ ἕτερος λό-
746γος σπουδαιότερος, ἀναγόμενος εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν
747τῆς Κυβερνήσεως, ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπομακρύνῃ
748τοῦ Πόρου τοὺς ἐν λόγῳ ἀξιωματικούς, ὁ λόγος ὅτι ταράτ-
749τουν τὴν ἤρεμον κοινωνίαν τοῦ τόπου ἐκείνου.
750§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τίνι
751τρόπῳ τὴν ταράττουν;
752§60ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπι-
753μείνῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν του, διότι οὔτε θέλω, οὔτε σκοπὸν ἔχω
754νὰ κατέλθω μέχρι τοιούτων ἀναπτύξεων.
755§61ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι, Κύριε, ὀφείλετε ν’ ἀπαντήσητε.
756§62ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μετὰ λύπης ὑποτάσσομαι εἰς τὴν ἐπιμονὴν
757τῶν κ. συναδέλφων, καί μετ’ αὐστηρᾶς συντομίας θὰ ἐκθέσω τὰ
758γεγονότα.
759Οἱ Κύριοι οὗτοί εἰσιν ἐντόπιοι, ἀνήκουσι δὲ εἰς οἰκογενείας
760ἐκ τῶν πολιτευομένων ἐν τῇ πρώτει τάξει. Ὡς γενναῖοι καὶ
761ἀτρόμητοι ναυτίλοι, ἔχουσι γενναῖον καὶ ἀνένδοτον τὸ πολι-
762τικὸν φρόνημα. Οἱ στενώτατοι συγγενεῖς των ἀντιπροσωπεύουν
763πολιτικὸν κόμμα, τὸ ἐπὶ μακρὸν διοικῆσαν τὴν Ἑλλάδα,
764τῇ συνδρομῇ δὲ τοῦ κόμματος τούτου, μένουσιν ἐπὶ τοσαῦτα
765ἔτη ἐν τῇ αὐτῇ θέσει. Εἰς ὅλας τὰς πολιτικὰς ἐνεργείας οἱ
766κύριοι ἀξιωματικοὶ ἔχουν τὴν πρώτην καὶ ἐνεργητικωτέραν
767θέσιν. Εἰς τοὺς πολιτικοὺς συνδυασμοὺς αὐτοὶ ἔχουν τὴν νι-
768κῶσαν ψῆφον· αὐτοὶ ἀνταποκρίνονται μετὰ τῶν ἐνταῦθα κο-
769ρυφαίων τοῦ κόμματος. Δικαίως δὲ ἀπολαμβάνουν τῆς προτι-
770μήσεως ταύτης, διότι, ὡς προεῖπον, δυνάμει τῆς ἐπισήμου
771θέσεώς των, κυριαρχοῦν τοῦ πολιτικοῦ φρονήματος τετρακο-
772σίων καὶ πλέον οἰκογενειῶν, τῶν ὁποίων μέλη ὑπηρετοῦσιν ἐν
773τῷ ναυτικῷ. Ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν συντρεχόμενοι ὑπὸ τοῦ κρα-
774τοῦντος κόμματος, ἐσχημάτισαν καὶ τὸ ὑποδεέστερον προσω-
775πικὸν ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν ἀπὸ ὁμόφρονας, καὶ δια-
776τηροῦσι καὶ τούτους, ἐναντίον τοῦ νόμου, οὗ πολλάκις ἐμνή-
777σθην, οὐχὶ ἐπὶ 2, ἀλλὰ ἐπὶ 6, 8 καὶ 10 ἔτη ἐν τῷ Προγυμνα-
778στηρίῳ. Συνδεδεμένοι δὲ μετὰ πολιτικῶς ὁμοφρονούντων ἀνωτέ-
779ρων, ἁρμοδίων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου, μεταθέτουν,
780καταδιώκουν πάντα μὴ ὑποτασσόμενον εἰς τὰς ἀξιώσεις των,
781προβιβάζουν τοὺς εὐνοουμένους καὶ διατηροῦν ἐν τῷ Προγυ-
782μναστηρίῳ πλείστους ὑπεραρίθμους ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἄλ-
783λους τῶν ἐν τῷ ὀργανικῷ διατάγματι ἀναφερομένων βαθμῶν
784καὶ κατηγοριῶν.
785Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχετο αὐτὸς προσωπικῶς νὰ ἑρμη-
786νεύῃ τοὺς νόμους, ἀφοῦ μάλιστα διακρίνεται ἐπὶ νομομαθείᾳ,
787καὶ δὲν ἐδέχετο τὰς γνώμας τῶν μὴ νομικῶν προσώπων τῆς
788ὑπηρεσίας, ἤθελον ὑποταχθῆ ἀσυζητητεὶ εἰς τὴν γνώμην, ἣν
789θὰ ἐξέφερε, περὶ τοῦ ἂν ὁ νόμος ΦΜʹ περὶ ἐντοπίων, ἢ τοὐ-
790λάχιστον ἂν ὁ σκοπὸς αὐτοῦ δὲν ἔχῃ ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῶν
791ἐν Πόρῳ ἐντοπίων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ὁ νό-
792μος ἐκεῖνος, ὡς γινώσκετε, ἀπαγορεύει εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς
793καὶ ὑπαξιωματικοὺς νὰ ὑπηρετῶσι κατὰ ξηρὰν ἐν τῷ τόπῳ
794τῆς ἀποκαταστάσεώς των, μάλιστα ἐν καιρῷ ἐκλογῶν.
795§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ,
796ὅπερ θέλω νὰ ἐξετάσω, εἶναι, ἂν ἐγένετο παράβασις τοῦ νό-
797μου, ἂν δὲ αὕτη ἐξακολουθῇ ὑφισταμένη. Περὶ τούτων βε-
798βαίως, περὶ ὧν εἴπετε, θέλει γείνῃ μελέτη, θέλω δὲ δώσει
799πληροφορίας ὑμῖν.
800§64ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ἀρκετὰ σᾶς ἐκούρασα, ἐν πάσῃ λεπτομε-
801ρείᾳ ἀναπτύσσων τοὺς νόμους τοὺς παραβιασθέντας καὶ παρα-
802βιαζομένους κατ’ ἐξακολούθησιν. Ὑμεῖς ὑπὲρ πάντα ἄλλον
803κατέχετε καὶ πλήρη τὴν ἱκανότητα καὶ τὰ ἐπίσημα στοι-
804χεῖα. Μελετήσατε ὑμεῖς αὐτοὶ τὰ γινόμενα, ὡς νομοδιδάσκα-
805λος καὶ ὡς Ὑπουργὸς συνταγματικὸς, καὶ ἐστὲ βέβαιος, ὅτι
806οὐδὲν θὰ ἀντείπω κατὰ τῆς προσωπικῆς ὑμῶν γνώμης.
807Εἴπατε, κύριε Ὑπουργὲ, πρὸ μικροῦ περὶ ἑνὸς ὑπαξιωμα-
808τικοῦ Γ. Πούλου, περὶ οὗ ἐπηρώτησεν ὁ ἐκ Ξηροχωρίου ἔν-
809τιμος συνάδελφος...
810§65Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τεθνεῶτος;
811§66ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ὄχι τεθνεῶτος... Ὁ ὑπαξιωματικὸς αὐτὸς
812ζῇ, διὰ νὰ ἦναι ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου ἐν τῷ Ναυτικῷ.
813Αὐτὸς, κατὰ τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον, ὃν προσηγάγετε ἐν
814τῇ Βουλῇ, ἐγεννήθη τὸ 1835, κατετάχθη ἐν τῷ Ναυτικῷ
815τὴν 5 Νοεμβρίου 1875, ἔλαβε τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποκελευ-
816στοῦ τὴν 1 Ἰουλίου 1893, προήχθη δὲ εἰς κελευστὴν τὴν
81728 Μαΐου 1895, καταπατηθείσης τῆς ἀρχαιότητος 45 ἄλ-
818λων ὁμοιοβάθμων του· ὁ ὑπαξιωματικὸς αὐτὸς παρανόμως
819κατετάχθη ἐν τῷ ναυτικῷ, διότι ἦτο ὑπερῆλιξ, παρανόμως
820καὶ ἤδη προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ κελευστοῦ, διότι ὑπερ-
821βαίνει κατὰ δέκα ὅλα ἔτη τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ καθω-
822ρισμένον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποκελευστοῦ· οὗτος, μὴ ἔχων
823εἰσέτι συμπεπληρωμένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἠδύνατο
824κατὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου ΛΥϞΖʹ νὰ μένῃ ἐν τῷ αὐτῷ
825βαθμῷ μέχρι συμπληρώσεως τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως.
826Καὶ ὄχι μόνον εἰς βαθμὸν, ὃν εἶχε κατὰ τὸν Μάϊον ἐ. ἔ., ἀλλὰ
827καὶ εἰς τὸν κατώτερον, τὸν τοῦ διόπου, διότι, καὶ ὅταν ἐγέ-
828νετο ὑποκελευστὴς τὸ 1893, ἦτο πάλιν ὑπερῆλιξ. Λέγεται
829μάλιστα μεταξὺ τῶν ἠγανακτημένων συναδέλφων του, ὅτι
830οὔτε εἰς ἐξετάσεις ὑπεβλήθη, διότι δὲν εἶχε δικαίωμα. Τὰς
831ἐξετάσεις καὶ τὴν πρότασιν ἐποιήσαντο οἱ ἐν τῷ Προγυμνα-
832στηρίῳ ἀξιωματικοί, περὶ ὧν εἴπομεν πολλά.
833Παρακαλῶ τὸν ἐκ Βονίτσης ἔντιμον συνάδελφον νὰ μοὶ ἐπι-
834τρέψῃ, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, νὰ συμπληρώσω, ἀφοῦ
835προκαλοῦμαι, ὅσα ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει εἶπον περὶ
836τῶν δύο καθ’ ὑπέρβασιν προβιβασθέντων πλωταρχῶν, τοῦ
837Ἐλ. Μεθενίτου καὶ τοῦ Ι. Δροῦδε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτι-
838κῶν, συμφώνως τῷ νόμῳ, ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν πλω-
839ταρχῶν ὁρίζεται εἰς εἴκοσιν, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ὁ προκάτο-
840χός του ἐπροβίβασε τοὺς ῥηθέντας, δὲν ὑπῆρχε κενὴ θέσις, καὶ
841συνεπῶς, ὅτι παρέβη τὸν νόμον, ὑπερβὰς κατὰ δύο τὸν νόμι-
842μον ἀριθμὸν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐπῆλθε μεγάλη ζημία, διότι βρα-
843δύτερον ἐπροβίβασε καὶ ἄλλους. Ἐννοεῖ, ὑποθέτω, ἀζήμιον
844τὸν προβιβασμὸν τῶν δύο ὑπεραρίθμων, διότι ὑποθέτει, ὅτι
845μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἐνεργήσας γενικοὺς προβιβασμοὺς, ἠδύ-
846νατο νὰ περιλάβῃ καὶ τούτους καὶ νὰ περιορίσῃ τοὺς πλω-
847τάρχας ἐντὸς τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ. Καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν
848εἶναι ἀκριβής, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ προβιβάσῃ μό-
849νον τὸ ἓν τρίτον κατ’ ἐκλογὴν, τὸ προνόμιον δὲ τοῦτο δὲν
850ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ εἰς ἐπικούρους, εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν
851ἄλλων φερομένους, καὶ νὰ παρατρέξῃ ἄνευ ἠτιολογημένης
852μομφῆς τοὺς ἀρχαιοτέρους, ἐπιστημονικῶς μεμορφωμένους
853ὑποπλοιάρχους.
854Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ ὑπόθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο ἀκριβὴς,
855ἡ μεγάλη ζημία ἐπέρχεται κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τῆς
856ὑποθέσεως, κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως. Καὶ ἐπὶ τού-
857του ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
858§67ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
859γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν;
860§68ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μάλιστα.
861§69ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Περὶ τούτων παρακαλῶ ὁμιλήσατε, διότι
862ἐκ τῶν ἐγγράφων θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον,
863ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ἐξ ἁβροφροσύνης,
864ὅτι οὐδεμία ἐγένετο ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, ἐνῷ γνωρίζει
865θετικῶς, ὅτι τὸ Δημόσιον ὑπέστη μεγάλας ζημίας.
866§70ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν σᾶς ὡμίλησα
867ἐξ ὑπολογισμοῦ· σήμερον λαλῶ μὲ τὴν γλῶσσαν τῶν ἀνὰ
868χεῖρας ἐγγράφων.
869Τὴν 27 Μαρτίου 1895 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προ-
870καλεῖ Β. Διάταγμα, δι’ οὗ προβιβάζει εἰς πλωτάρχας κατ’
871ἐκλογὴν τοὺς 24ον καὶ 28ον ὑποπλοιάρχους ἐπικούρους
872Ἐλευθέριον Μεθενίτην καὶ Ι. Δροῦδεν, τὴν δὲ 29 τοῦ ἰδίου μη-
873νὸς δημοσιεύει τὸ διάταγμα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
874Τὴν αὐτὴν ἡμέραν, πρὶν ἢ ἐκδοθῇ τὸ φύλλον τῆς Ἐφη-
875μερίδος τῆς Κυβερνήσεως, (διότι πάντοτε τὴν νύκτα ἐκτυ-
876ποῦται) ἑπομένως πρὶν κοινοποιηθῇ ἁρμοδίως ὁ προβιβα-
877σμὸς, οἱ νέοι πλωτάρχαι, ὑπηρετοῦντες ὁ μὲν ἐν Σαλαμῖνι, ὁ δὲ
878ἐν Πόρῳ, ὑποβάλλουσιν αἴτησιν ἀποστρατεύσεως, γεγραμμέ-
879νην ἐν Ἀθήναις, ἐπισυνάπτοντες ὡς μόνον δικαιολογητικόν,
880συμφώνως μὲ τὸν νόμον, ἀποδεικνύον τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίω-
881μα, ἀπόσπασμα τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν κρα-
882τουμένου μητρῴου τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπικεκυρωμένον ὑπὸ τοῦ
883ἁρμοδίου ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου.
884Αἱ αἰτήσεις διαβιβάζονται πρὸς τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐξε-
885ταστικὴν τῶν συντάξεων ἐπιτροπὴν δι’ ἐγγράφου, ὑπογεγραμ-
886μένου κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τοῦ προσω-
887πικοῦ τμηματάρχου. Ἡ ἐπιτροπή, ἐξετάσασα τὰς αἰτήσεις,
888ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ μὲν Μεθενίτης ὑπηρέτησε 45 ἔτη, ὁ δὲ
889Δροῦδες 39. Ἐπειδή ὅμως, ὅτε ἤρξαντο ὑπηρετοῦντες, δὲν εἶχον
890συμπληρώσει τὴν ἡλικίαν 17 ἐτῶν, ἀφ’ ἧς κατὰ τὸν νόμον
891ΣΚΗʹ τοῦ 1853 ἄρχεται τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, περιώ-
892ρισε τὴν συντάξιμον ὑπηρεσίαν τοῦ μὲν εἰς 36 ἔτη, τοῦ δὲ εἰς
89337, καὶ ἐκανόνισε τὴν εἰς τούτους ἀναλογοῦσαν σύνταξιν.
894Οἱ φάκελλοι ἐπιστρέφονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ δι’ ἐγ-
895γράφου, ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου ἐπὶ τοῦ προ-
896σωπικοῦ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, παραπέμπει αὐτοὺς εἰς
897τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως περὶ
898τῆς ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, ἣν, ὡς εἶπον, ἐποιή-
899σατο ἡ ἐπιτροπή. Ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ παρουσιά-
900ζονται δύο πιστοποιητικὰ, ὑπογεγραμμένα ἀπὸ ἰδιώτας, μετα-
901γενεστέρως τῆς αἰτήσεως τῶν ἐνδιαφερομένων, περὶ ἀπονομῆς
902συντάξεως, δι’ ὧν βεβαιοῦται ἡ ἡλικία τῶν ἐν λόγῳ ἀξιωμα-
903τικῶν ἀνωτέρα τῆς ἐν τῷ ἐπισήμῳ μητρῴῳ δεδηλωμένης κατὰ
904περίοδον καλύπτουσαν τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, ὃν ἡ ἐπι-
905τροπὴ λόγῳ ἀνηλικιότητος ἀφῄρεσε. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συ-
906ζητήσωμεν τὴν ἀξίαν τῶν πιστοποιητικῶν, ἢ νὰ φαντασθῶ-
907μεν κἄν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμῆταί τις μετὰ 45 ἔτη, ὅτι
908ἐγεννήθη εἰς ὡρισμένον χρόνον ὁ υἱὸς ἑνὸς ἁπλοῦ ναύτου, διότι
909οὐδεὶς νόμος ἐπιτρέπει τοιαύτας ἀποδείξεις, οὐχὶ ψευδεῖς,
910ἀλλὰ καὶ ἀληθεῖς ἄν ὦσιν. Ἀλλ’ εἴτε οὕτως, εἴτε ἄλλως, οἱ
911ἐνδιαφερόμενοι ἐστήριξαν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ἐπὶ τοῦ
912νομίμου τίτλου, ὅστις εἶναι μόνον τὸ μητρῷον τῶν ἀξιωματι-
913κῶν, ἡ δὲ προεξεταστικὴ ἐπιτροπή, συμφώνως μὲ τὸ μητρῷον,
914ὥρισε τὸν χρόνον τὸν παρέχοντα σύνταξιν. Κατὰ τῆς ἀποφά-
915σεως ταύτης, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς οὔτε οἱ ἐνδιαφερόμενοι φέρουν
916ἔνστασιν, οὔτε προσάγουν νέα ἔγγραφα, καίτοι κατὰ νό-
917μον ἀπαράδεκτα. Ἐν τούτοις τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, παρα-
918δεχόμενον τὰ ἀγνώστου προελεύσεως πιστοποιητικὰ, αὐξάνει
919τὴν ἡλικίαν τῶν ἐν λόγῳ ἀξιωματικῶν, καὶ ἀπονέμει σύνταξιν
920δι’ ὁλόκληρον τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἐν-
921θυμηθῇ, ὅτι κατὰ τὴν ἀπόφασίν του οἱ δικαιοῦχοι ὤφειλον
922νὰ ὦσιν ὁ μὲν πρὸ ἐννέα, ὁ δὲ πρὸ δύο ἐτῶν ἀπεστρατευμένοι,
923δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας.
924§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ
925Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν εἶδε τὴν ἔλλειψιν ταύτην;
926§72ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μὲ ὁδηγεῖτε, κ. Ὑπουργὲ, ἐκτὸς τοῦ προκει-
927μένου· Θὰ ἐξέλθω μ’ ὅλα ταῦτα, ὅπως προκαταρκτικῶς, ὡς καὶ
928ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξέθηκα, προ-
929διαθέσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς σοβαρότητος τῆς ἀνάγκης, ἣν
930ἐπιβάλλει ἡ ἀναθεώρησις τῆς ἐν γένει νομοθεσίας περὶ συντά-
931ξεων, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω, διότι
932ἡ μεγαλοδωρία τῶν νόμων, ἡ ἀτέλεια τῶν διατάξεων καὶ αἱ
933περὶ τὴν ἐκτέλεσιν ποικίλαι διαστροφαὶ κινδυνεύουν νὰ δημι-
934ουργήσωσι προϋπολογισμὸν συντάξεων ἐφάμιλλον ἐκείνου τῶν
935ἐξόδων τῆς διοικήσεως. Κατὰ τὸν νόμον ΜΓʹ τῆς 13 Μαρ-
936τίου 1864, οὐδεμία στρατιωτικὴ, ναυτικὴ ἢ πολιτικὴ σύντα-
937ξις ἀπονέμεται, ἂν μὴ προηγουμένως ἐξελεγχθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγ-
938κτικοῦ Συνεδρίου. Ἐπὶ τούτῳ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, πρὶν προ-
939καλέσῃ τὸ περὶ ἀπονομῆς συντάξεως Β. Διάταγμα, ὀφείλει
940νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸ Συνέδριον πάντα τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν
941στηρίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνταξιούχου. Τὸ Συνέδριον ὅμως
942ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάσσῃ ἐξετάσεις, ἢ νὰ ζητῇ παρὰ τῶν
943ἁρμοδίων ἀρχῶν τοῦ Κράτους πληροφορίας, ὁσάκις νομίζῃ,
944ὅτι ἐκ τῶν προσαγομένων ἐγγράφων δὲν ἀποδεικνύονται προσ-
945ηκόντως τὰ δικαιώματα τοῦ συνταξιούχου. Ἐπὶ τοῦ προκει-
946μένου οἱ δικαιοῦχοι μόνον ἔγγραφον, ἀποδεικνύον τὰ δικαιώ-
947ματά των, ἐπεσυνῆψαν ἐν τῇ αἰτήσει αὐτῶν ἀπόσπασμα τοῦ
948μητρώου ἐπισήμου τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸ καὶ
949μόνον τὸ δικαιολογητικὸν παρέπεμψεν εἰς τὸ Συνέδριον. Ἀμφι-
950βολία κατὰ τοῦ μητρώου δὲν φαίνεται προκύπτουτα. Ἐνέρ-
951γεια τοῦ Συνεδρίου πρὸς ἐνέργειαν ἐξετάσεων ἢ χορήγησιν πλη-
952ροφοριῶν παρὰ ἀρχῆς τινος τοῦ Κράτους, οὔτε ἐν τῷ φακέλλῳ
953ἀπαντᾶται, οὔτε ἐν τῇ πράξει τοῦ Συνεδρίου ἀναφέρεται. Τὸ
954τελικὸν ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ἀπενεμήθη σύνταξις, εἰς τὸν
955μὲν δρ. 112, εἰς τὸν δὲ δρ. 76 κατὰ μῆνα, πλέον τοῦ κατὰ
956νόμον ὀφειλομένου ποσοῦ. Τὴν πρᾶξιν τοῦ Συνεδρίου, οὕτως
957ἔχουσαν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀποδέχεται, καὶ προκα-
958λεῖ τὸ διάταγμα τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως, ἐνῷ ὤφειλεν,
959ἀφοῦ ἀναγνωρίζῃ ὡς ἀνωτέραν τῆς ἐν τῷ μητρῴῳ ἀναγρα-
960φομένης τὴν ἡλικίαν τῶν ἀξιωματικῶν, ν’ ἀνακαλέσῃ τὰ δια-
961τάγματα τοῦ προβιβασμοῦ καὶ τῆς ἀποστρατεύσεώς των τῆς
96227 καὶ 29 Μαρτίου 1895, ν’ ἀποστρατεύσῃ αὐτοὺς μὲ τὸν
963βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου, τὸν μὲν πρὸ ἐννέα, τὸν δὲ πρὸ δύο
964ἐτῶν, καὶ νὰ καταδιώξῃ τούτους ποινικῶς.
965Βλέπετε ὅτι μὲ ὠθήσατε ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, καὶ δὲν
966δύναμαι, παρὰ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω πέραν τοῦ δέοντος.
967Εἰς τὸν κυκεῶνα, ὃν ἀπετέλεσεν ἡ ὑπὸ συζήτησιν ὑπόθεσις,
968δὲν ἔμεινεν ἀμέτοχος καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
969ὅστις κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον ἀποδίδει τὴν τελειωτικὴν
970πραγματοποίησιν τῶν συντάξεων ἐν γένει. Ὁ Ὑπουργὸς οὗτος,
971κατὰ τὸ ἄρθρ. 120 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, δὲν συγχωρεῖ νὰ
972ἐγγραφῇ εἰς τὸ μητρῷον τῶν συνταξιούχων οὐδεὶς, τοῦ ὁποίου
973ἡ σύνταξις δὲν εἶναι ἐγκεκριμένη δι’ εἰδικοῦ νόμου ἢ διὰ Β.
974Διατάγματος, στηριζομένου εἰς γενικὸν νόμον καὶ περιλαμβά-
975νοντος τοὺς λόγους, δι’ οὓς χορηγεῖται ἡ σύνταξις. Ὁ κ. Ὑπουρ-
976γὸς ὅμως, ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, λαβὼν τὰ ἔγγραφα, περὶ
977ὧν προεῖπον, ἀποδέχεται ταῦτα ὡς στηριζόμενα εἰς τοὺς νό-
978μους, ἐπιτρέπει τὴν ἐγγραφὴν τῶν συνταξιούχων εἰς τὸ οἰ-
979κεῖον μητρῷον, ἐφοδιάζει τοὺς συνταξιούχους μὲ διπλώματα,
980καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερον πληρόνων τὰς κατὰ τὸν ἐκτε-
981θέντα τρόπον ἀπονεμηθείσας συντάξεις.
982§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πιστεύω
983νὰ ἦναι χρήσιμα τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, διότι
984ἐπιθυμῶ νὰ τὰ λάβω, ὄχι διὰ νὰ τὰ καταθέσω εἰς τὸ ἀρ-
985χεῖον, ἀλλὰ διὰ νὰ τὰ μελετήσω μετ’ ὀλίγας ἡμέρας.
986§74ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀφήσω καὶ τὰς ση-
987μειώσεις μου;
988§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα·
989ἐπιθυμῶ νὰ τὰς μελετήσω ὁμαλῶς.
990§76ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πόση εἶναι ἡ ζημία, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὸ
991Δημόσιον;
992§77ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Δὲν εἶναι μόνοι οἱ δύο ἀξιωματικοί, περὶ ὧν
993συζητοῦμεν· εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγεται, κατὰ τὸν
994αὐτὸν ἀκριβῶς τρόπον ἀπεστρατεύθη καὶ εἷς οἰκονομικὸς ἀξι-
995ωματικός, Γαλασίδης καλούμενος. Πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ ἄλλοι,
996—δὲν γνωρίζω.—Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποθέτω, λαβὼν ἤδη
997ἀφορμὴν, θὰ ἐξετάσῃ καὶ θὰ ἐξακριβώσῃ τὰ πάντα.
998Ἡ ζημία ἡ πραγματικὴ τοῦ Δημοσίου εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἡ
999σύνταξις, τὴν ὁποίαν κατὰ τοὺς νόμους ἐδικαιοῦντο νὰ λά-
1000βωσι κατὰ μῆνα, εἶναι: Τοῦ Ἐλ. Μεθενίτου δρ. 140+Ι.
1001Δροῦδε δρ. 148+Γαλασίδου δρ. 88. Τὸ ὅλον 376.—Ἔλα-
1002βον: Ἐλ. Μεθενίτης δρ. 252+ Ι. Δροῦδε δρ. 224+Γαλασί-
1003δης 136. Τὸ ὅλον 612. Ἐπὶ πλέον κατὰ μῆνα δρ. 236, κατ’
1004ἔτος 2,832.
1005Ἄν, ἄνθρωποι ὑγιεῖς καὶ ἀκμαίας ἡλικίας 55 ἐτῶν, ζή-
1006σωσιν εἴκοσι τοὐλάχιστον ἀκόμη ἔτη, θὰ λάβωσιν ἀδίκως καὶ
1007παραλόγως 56,640 δρ. Κατόπιν αἱ χῆραι καὶ τὰ τέκνα των
1008κατ’ ἀναλογίαν· ἔπειτα ἄλλα ποσά, ἀνώτερα τοῦ δέοντος,
1009ἀπὸ τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα κλπ.
1010§78ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐντὸς ὀλίγου πρόκειται
1011νὰ λήξῃ τὰς ἐργασίας της, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαι-
1012τούμενος χρόνος, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν ἐρχομένην σύνοδον νὰ
1013ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐξετα-
1014στικὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἵνα ἐξετάσῃ τὰς παρανόμους πρά-
1015ξεις τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ κ. Κριεζῆ.
1016§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τώρα,
1017τώρα.
1018§80ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔχομεν καιρόν.
1019§81ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ τὴν ζητήσωμεν ἡμεῖς τώρα.
1020Πῶς κατηγόρησες τοὺς πρώην Ὑπουργούς;
1021§82ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των,
1022ὅταν μάλιστα ἐπέρχηται ζημία μεγάλη καὶ τοσοῦτον ἀνε-
1023ρυθριάστως καταπατῶνται οἱ νόμοι καὶ οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ
1024στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ.
1025§83Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἰς ἑκάστην σχεδὸν
1026συνεδρίασιν ἐπιτελοῦμεν μετὰ ζήλου θρησκευτικοῦ τὸ μνημό-
1027συνον τῶν ἀχρόων, ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐκθέσω μίαν τινὰ
1028ἁμαρτίαν αὐτῶν, ὅπως καὶ δι’ αὐτὴν ζητηθῇ ἄφεσις καὶ συγ-
1029γνώμη, διότι ὑποθέτω, ὅτι ὅλα, ὅσα καταγγέλλομεν τοιαῦτα
1030ἐνταῦθα, εἰς ἄφεσιν καὶ συγγνώμην θέλουσι καταλήξει. Εἶ-
1031ναι ἱκανῶς σπουδαία, ὅσον ἐγὼ τουλάχιστον κρίνω, καὶ ὅσον
1032ἴσως θὰ κρίνητε καὶ ὑμεῖς. Ὁ ἄχρους ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν
1033Ὑπουργὸς προεβίβασε δύο μηχανικοὺς πρώτης τάξεως κατ’
1034ἐκλογὴν εἰς ἐπιμηχανικούς. Οἱ προβιβασθέντες εἶναι ὁ Λ.
1035Ζῶτος καὶ ὁ Δ. Λιτάκης. Ἀλλ’ ὁ νόμος ῥητῶς κελεύει, ὅτι
1036ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρέπει νὰ προβιβάζῃ κατὰ τὸ
1037ἥμισυ μὲν κατ’ ἐκλογήν, κατὰ τὸ ἕτερον δ’ ἥμισυ κατ’ ἀρ-
1038χαιότητα. Οἱ δύο οὗτοι, περὶ ὧν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω,
1039προεβιβάσθησαν κατ’ ἐκλογήν, εἶναι δὲ κατὰ σειρὰν ἀρχαιό-
1040τητος ὁ μὲν τέταρτος, ὁ δὲ πέμπτος, διότι προηγοῦνται αὐ-
1041τῶν ὁ Ι. Μπούχλας, ὁ Λαζαρῖμος καὶ ὁ Νικητόπουλος. Οἱ
1042ἀδικηθέντες, εἶναι φανερὸν, ὅτι θέλουσι προσφύγει εἰς τὰ δι-
1043καστήρια, θέλουσι ζητήσει τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδίκου, καὶ
1044ἐπειδὴ τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι σαφὲς καὶ ῥητὸν, θὰ λά-
1045βωσιν παρὰ τῶν δικαστηρίων τὸν βαθμόν των καὶ οἱ τρεῖς,
1046καὶ θὰ γείνωσιν ἐπιμηχανικοί.
1047§84Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑπε-
1048βλήθησαν καὶ αἰτήσεις θεραπείας.
1049§85Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οὕτω, ἀντὶ δύο ἐπιμηχα-
1050νικῶν, ὅσων ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ὡς προβλέπει ὁ προϋπολο-
1051γισμὸς, ἔχομεν 5 ἐπιμηχανικούς. Τί δὲ εἶναι τὸ περίεργον;
1052Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ πρόσωπα, δηλαδὴ οἱ
1053δύο παρὰ νόμον προβιβασθέντες, πρὸ 5 ἐτῶν, ὑπὸ ἄλλον Ὑπουρ-
1054γὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐπίσης προεβιβάσθησαν, παραβιασθέντος
1055τοῦ αὐτοῦ νόμου. Οἱ ἀδικηθέντες διὰ τοῦ παρανόμου τούτου
1056προβιβασμοῦ ἐζήτησαν τότε, πρὸ πέντε ἐτῶν, διὰ τῆς δικα-
1057στικῆς ὁδοῦ τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου χορηγηθὲν αὐτοῖς πρὸς προ-
1058βιβασμὸν δικαίωμα, ἐξεδόθη δὲ ὑπὲρ αὐτῶν, ὡς ἦτο ἑπόμενον,
1059δικαστικὴ ἀπόφασις, ἥτις ἐκανόνισε σὺν τῷ βαθμῷ καὶ τὴν
1060ἀρχαιότητα αὐτῶν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἔχομεν καθ’ ὑποτρο-
1061πὴν παραβίασιν τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν ἐν τῷ Ὑπουρ-
1062γείῳ τῶν Ναυτικῶν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1063Στρατιωτικῶν συμβαίνῃ τι παρόμοιον, ἀλλὰ εἰς τὸ Ὑπουρ-
1064γεῖον τῶν Ναυτικῶν φαίνεται, ὅτι, ὅταν δὲν δύνανται οἱ
1065Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ προβιβάσωσι κατὰ τὸν νόμον
1066ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλουσι, τοὺς προβιβάζουσι παρὰ τὸν
1067νόμον. Οἱ δικαιούμενοι νὰ προβιβασθῶσι κατὰ τὸν νόμον ἔρ-
1068χονται κατόπιν διὰ τῶν δικαστηρίων καὶ λαμβάνουσι τὰ δι-
1069καιώματά των, εἰς τρόπον ὥστε ὅλος ὁ κόσμος μένει εὐχαριστη-
1070μένος, ἀφοῦ οἱ Ὑπουργοὶ προβιβάζουσιν ὅπως θέλουσιν αὐτοί,
1071καὶ τὰ δικαστήρια προβιβάζουσιν ὅπως θέλει ὁ νόμος, ἐκτὸς
1072τοῦ Κράτους καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος πληρόνει ὅλα
1073αὐτὰ τὰ ἔξοδα τῆς παρανομίας.
1074§86Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Προσ-
1075θέσατε «οἱ πρώην Ὑπουργοί».
1076§87Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πρώην... Σημειώσατε δὲ,
1077ὅτι ὁ εἷς ἐκ τῶν προβιβασθέντων, ὁ Λιτάκης, δὲν ἔχει κἂν
1078οὔτε τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν, διότι ὁ νόμος ΑΡΟϚʹ
1079ἀπαιτεῖ νὰ διετέλεσεν ὁ προβιβαζόμενος μηχανικὸς ὡς διευ-
1080θυντὴς μηχανῆς πλοίου ἐν ἐνεργείᾳ δυνάμεως ἄνω τῶν 300
1081ἵππων, τοῦτο δὲ δὲν ὑπῆρχε διὰ τὸν Λιτάκην. Ἕνεκα τῆς
1082ἐπαναλήψεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν τῆς προφανοῦς
1083καὶ ἐπιζημίου ταύτης παρανομίας, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ λη-
1084φθῇ ἓν μέτρον γενικόν· διότι, ἐὰν καθιερώσωμεν ὡς δόγμα,
1085ὅτι οἱ βαθμοὶ, τοὺς ὁποίους λαμβάνουν οἱ ἀξιωματικοὶ,
1086παρανόμως προβιβαζόμενοι, δὲν δύνανται ν’ ἀφαιρεθῶσι, θὰ
1087περιπέσωμεν εἰς πολλὰ ἄτοπα, θ’ αὐξήσωμεν ὑπερμέτρως τὰ
1088στελέχη· ἐὰν εὑρίσκωνται Ὑπουργοὶ, ὅμοιοι πρὸς τοὺς δὶς ἐπὶ
1089πενταετίαν εὑρεθέντας Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν, θὰ πλη-
1090θύνωμεν τὰ στελέχη εἰς βαθμὸν ἀφόρητον, θὰ προβιβάζωμεν
1091παρανόμως ὅσους θέλομεν, οἱ ἄλλοι θὰ προβιβάζωνται διὰ
1092τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἔχωμεν
1093στράτευμα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποτελῆται μόνον ἐξ ἀξιωματικῶν
1094καὶ ἐξ ὁπλιτῶν ἢ ναυτῶν, ἀλλ’ ὁ πτωχὸς ἡμῶν προϋπολο-
1095γισμὸς δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ ἀντέχῃ εἰς τὰς μισθοδοσίας
1096τοσούτων ἀξιωματικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν
1097τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ ταύτην τὴν παρανομίαν, περὶ
1098ἧς ὡμίλησα, καὶ νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, οἱονδήποτε, τὸ ὁποῖον
1099ἤθελε κρίνει προσφορώτερον, μέτρον ὅμως ἐπαγγελλόμενον τὴν
1100πλήρη θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου· διότι, ὡς βλέπετε, δὶς
1101ἤδη διὰ τὰ αὐτὰ πρόσωπα παρεβιάσθη ῥητὸς καὶ σαφὴς νό-
1102μος, καὶ δὶς ἤδη τὸ Δημόσιον ὑπέστη ζημίας ἱκανῶς σπουδαίας.
1103§88Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρα-
1104καλῶ νὰ καταθέσητε αὐτὰ τὰ ἔγγραφα.
1105§89Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
1106§90ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων, παρετήρησα, Κύ-
1107ριοι, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχουσι πρὸ
1108χρόνων ἀνωμαλίαι τινές, τὰς ὁποίας εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ.
1109Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν
1110νοημοσύνης θέλει φροντίσει κατὰ τὴν ἐρχομένην σύνοδον διὰ
1111τῶν σχετικῶν νομοθετημάτων νὰ κανονίσῃ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι
1112δὲν πρέπει νὰ προτρέχωμεν εἰς τὰς εὐχὰς ἡμῶν πρὸς τὸν
1113Ὑπουργὸν, ὡς ἔπραξε χθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριχω-
1114νίας, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀντὶ νὰ συντελέσωμεν εἰς
1115τὸ νὰ κανονισθῶσιν αἱ ἀνωμαλίαι αὗται, τοὐναντίον θὰ πλη-
1116θυνθῶσιν.
1117Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον χθὲς ἐξετέθη ἐνώπιον
1118τῆς Βουλῆς, κληρωτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ.
1119Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν πλη-
1120ροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὅσον
1121ἀφορᾷ τὴν ἐξαίρεσιν κληρωτοῦ τινος λόγῳ τοῦ ἀναστήματος.
1122Οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι βεβαίως δὲν εἶναι μεγάλη φιλοσοφία,
1123ἀλλὰ καθ’ ὅσον σχετίζονται μὲ λεπτομερείας τῶν στρατιω-
1124τικῶν διατάξεων καὶ τῶν κανονισμῶν, εἶναι πολὺ φυσικὸν,
1125εἰς τοὺς μὴ στρατιωτικοὺς μάλιστα, νὰ παρέχωσιν ἔδαφος
1126κρίσεων ὄχι ἀσφαλῶν. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς
1127τῶν Ναυτικῶν ὄχι μόνον εἶναι συγγνωστὸς κατὰ τοῦτο, ἀλλὰ
1128καὶ πολὺ φυσικὸν εἶναι νὰ ἀγνοῇ τὰς λεπτομερείας αὐτὰς τῶν
1129κανονισμῶν, τὰς ὁποίας καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν τῶν ἀνωτέρων
1130ἀξιωματικῶν λησμονοῦμεν ἐνίοτε, νὰ ὑποπέσῃ δ’ εἰς σκέψεις
1131καὶ ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νόμων, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ
1132ἦναι ἀλάνθαστοι, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς τοὺς στρατιωτικοὺς τοῦτο δὲν
1133εἶναι ἐπιτετραμμένον. Ὁ στρατολογικὸς νόμος τοῦ στρατοῦ
1134τῆς ξηρᾶς ἐφαρμόζεται κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν,
1135καὶ δι’ αὐτὸ ὁ εἰδικὸς στρατολογικὸς νόμος τοῦ ναυτικοῦ
1136παραπέμπει εἰς τὸν στρατολογικὸν νόμον τοῦ στρατοῦ τῆς ξη-
1137ρᾶς, ἐφ’ ὅσον δὲν προβλέπει δι’ εἰδικῶν διατάξεων τοῦ Ὑπουρ-
1138γείου τῶν Ναυτικῶν. Μία τῶν διατάξεων αὐτοῦ εἶναι καὶ αἱ
1139ἐξαιρέσεις, εἰς τὰς ὁποίας παραπέμπει ὁ στρατολογικὸς ναυ-
1140τικὸς νόμος, εἰς τὸν νόμον τὸν στρατολογικὸν τῆς ξηρᾶς. Κατὰ
1141τὸ 1892 ἐτροποποιήθησαν αἱ ἐξαιρέσεις καὶ αἱ ἀπαλλαγαί·
1142εἷς λόγος τῶν ἐξαιρέσεων, οὐχὶ τῶν ἀπαλλαγῶν, εἶναι τὸ
1143ἀνάστημα καὶ αἱ διαστάσεις τοῦ θώρακος. Κατὰ τὰς τροπο-
1144ποιήσεις τοῦ νόμου κατὰ τὸ 1892 ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον
114533 οὕτως, ὥστε διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ὁ Ὑπουργὸς
1146τῶν Στρατιωτικῶν ἔμενε κύριος νὰ κανονίσῃ τόσον τὰς δια-
1147στάσεις τοῦ θώρακος, ὡς καὶ τὸ ἀνάστημα, ἐνῷ εἰς τὸ ἀντί-
1148στοιχον ἄρθρον τοῦ προηγουμένου νόμου ἀνεγράφετο ῥητῶς,
1149ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι 1 καὶ 56/00. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
1150ἔπρεπε καὶ αὐτὸς διὰ βασιλικοῦ διατάγματος νὰ κανονίσῃ,
1151ὡς ἐφρόνει, τὰ τοῦ ἀναστήματος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναυ-
1152τικοῦ, ἂν δηλαδὴ πρέπῃ νὰ ἔχουν ἀνάστημα 1 μέτρου, ἢ 1
1153καὶ 40/00 ἢ 1 καὶ 50/00, ἀφοῦ ὅμως δὲν ἐπροκάλεσε τοιοῦτον,
1154ἕπεται ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀφῆκε τὸ ἀνά-
1155στημα ἐλεύθερον διὰ τοὺς ναυτιλλομένους, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ
1156τὸ 1892, ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
1157τιωτικῶν, προεκλήθη ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη πρὸς τὰ στρατολο-
1158γικὰ γραφεῖα, ὅπως μὴ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀνάστημα
1159ὡς πρὸς τοὺς ἄνδρας τοῦ ναυτικοῦ. Πολὺ δικαίως ὁ ἀξιότι-
1160μος Βουλευτὴς Τριχωνίας παρετήρησε χθὲς, ὅτι τὸ ἀνάστημα
1161δὲν ἔχει σημασίαν εἰς τὸ ναυτικὸν, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκ-
1162φράσῃ καὶ τὴν εὐχὴν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν,
1163ὅπως διὰ νόμου κανονίσῃ τὸ ἀνάστημα. Διαβεβαιῶ τὸν κ.
1164Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προκα-
1165λέσῃ νόμον, ἀλλὰ δύναται αὔριον νὰ διατάξῃ νὰ συνταχθῇ
1166διάταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίζῃ τὸ ἀνάστημα, διότι ὁ νό-
1167μος ἔδωκεν αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ διὰ διατάγμα-
1168τος τὰ τοῦ ἀναστήματος καὶ τοῦ θώρακος τῶν ἀνδρῶν, τῶν
1169κατατασσομένων εἰς τὸ ναυτικόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κληρω-
1170τὸν αὐτὸν, ἠξεύρετε τί ἔγεινε; ὁ κληρωτὸς θὰ ὑπηρετήσῃ,
1171καίτοι ἔχων ἀνάστημα ὀλιγώτερον τοῦ 1 καὶ 56/00, διότι τὸ
1172στρατολογικὸν συμβούλιον, κακῶς ποιοῦν, τὸν ἀπήλλαξεν,
1173ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπο-
1174στέλλονται αἱ ἀποφάσεις αὐταί, ἐφεσίβαλε τὴν ἀπόφασιν
1175ταύτην ἐνώπιον τῆς ἀνωτάτης ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀπέῤῥιψε τὴν
1176ἀπόφασιν τοῦ στρατολογικοῦ συμβουλίου, αὐτὴ δὲ ἡ ἀπόφα-
1177σις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀνέκκλητος. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν,
1178ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀφοῦ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ
1179ποῖον ἀνάστημα εἶναι κατάλληλον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν
1180ναυτικὴν, δὲν ἔχει παρὰ νὰ προκαλέσῃ τὸ σχετικὸν Β. Διά-
1181ταγμα καὶ οὐχὶ νόμον.
1182§91ΜΑΝΕΣΗΣ. Χθὲς δὲν ἐξέφρασα εὐχὴν πρὸς τὸν Ὑπουρ-
1183γὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶπεν ὁ ἴδιος, ὅτι ἐπανέφερε
1184διὰ διατάγματος τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, καταργήσας τὴν ἐγ-
1185κύκλιον τοῦ 1892, εἶπον ὅτι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτι-
1186κῶν ἐξετάσῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ βεβαιωθῇ, ὅτι δύναται νὰ
1187κανονίσῃ τὸ ἀνάστημα, ἀνάστημα βεβαίως πολὺ μικρότερον
1188τοῦ ἀναστήματος τοῦ ἀπαιτουμένου ἐν τῷ στρατῷ, νὰ κα-
1189νονίσῃ τοῦτο· ἠθέλησα τουτέστι νὰ εἴπω, ὅτι καλῶς ἔπραξε
1190νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, ἂν ἠκολούθησε τὸ σχε-
1191τικὸν ἄρθρον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ὡς πρὸς τὸ ἀνάστημα.
1192Ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐπειδὴ εἰς τὸ ναυτικὸν ἀπαιτεῖται τὸ ἀνά-
1193στημα ὡς ἐν τῷ στρατῷ νὰ κανονίσῃ τοῦτο, καὶ ἑπομένως
1194νὰ παύσῃ ἡ ἀπαλλαγὴ εἰς τὸ ναυτικὸν τῶν ἀνδρῶν τῶν ἐχόν-
1195των ἀνάστημα ὀλιγώτερον τῶν 1 καὶ 56/00, ἐξέφρασα τὴν
1196εὐχὴν νὰ κανονίσῃ τὸ ἀνάστημα τὸ κατάλληλον διὰ τὴν
1197ὑπηρεσίαν. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν Λοκρίδος, καὶ
1198ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει φροντίσει διὰ τοῦτο καὶ
1199δι’ ὅλας τὰς καταγγελθείσας πράξεις, καὶ διὰ τοὺς βόθρους,
1200εἰς τοὺς ὁποίους χωνεύεται ὁ πλοῦτος τοῦ Δημοσίου· δι’ ὅλα
1201ταῦτα νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι εὐχῆς ἔργον αἱ Κυβερνήσεις
1202νὰ θέσουν ἐπὶ τέλους τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων,
1203διότι τότε καὶ μόνον ἐλπίζομεν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν.
1204§92ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤκουσα πολλάκις ἐκ τῆς πτέ-
1205ρυγος τῆς πλειονοψηφίας νὰ κατηγορῶσι τοὺς πρώην Ὑπουρ-
1206γοὺς καὶ ἰδίᾳ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Σήμερον δὲ
1207ἠκούσαμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν εἰπόντα, ὅτι ὁ πρώην
1208Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρηνόμησε, καὶ ἐρωτηθεὶς παρ’
1209ἐμοῦ, ὁποίαν παρανομίαν ἔπραξεν, εἶπεν, ὅτι ἐπροβίβασεν ἀξι-
1210ωματικοὺς παρὰ τὸν νόμον. Ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυ-
1211τικῶν, ὡς καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ, οἱ ὁδηγοῦντες τὴν πλειο-
1212νοψηφίαν, ἂν νομίζωσιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς παρηνόμησεν, ὀφεί-
1213λουσι νὰ ἐγκαλέσωσιν αὐτὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος προέβη
1214εἰς τοιούτους παρανόμους προβιβασμοὺς καὶ ἐπεβάρυνε τὸν
1215προϋπολογισμὸν τοσοῦτον· διότι ἄλλως οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἡ
1216Βουλὴ, ἀποδεχομένη τὰς παρανόμους πράξεις τῶν ἀχρόων
1217Ὑπουργῶν, ἢ μηχανὴ ἀναλαμβάνουσα καὶ ἐπικυροῦσα τὰς
1218παρανόμους πράξεις τῶν τοιούτων Ὑπουργείων. Καὶ ἀπο-
1219τείνομαι πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, διότι αὕτη ἔχει τὴν δύ-
1220ναμιν, ὅπως προβῇ εἰς τοιαύτην κατηγορίαν.
1221§93ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ διατὶ ὄχι πρὸς τὴν μειονοψηφίαν;
1222§94ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι, σεῖς, οἱ ὁποῖοι κατηγο-
1223ρήσατε τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὀφείλετε νὰ ἐγ-
1224καλέσητε αὐτὸν διὰ τὰς παρανόμους πράξεις αὐτοῦ καὶ ὡς
1225Κυβέρνησις καὶ ὡς πλειονοψηφία, ἀλλὰ καὶ ἅπασαν τὴν
1226πρώην Κυβέρνησιν, ὡς συνυπεύθυνον διὰ τὰς παρανόμους πρά-
1227ξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι οὐδεμία ἄλλη κοινο-
1228βουλευτικὴ Κυβέρνησις ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ
1229τοσοῦτον, ὅσον αὕτη διὰ τῶν νέων προβιβασμῶν.
1230§95ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ σήμερον καὶ ἄλλοτε ὁ τέως
1231Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατηγγέλθη ἐπὶ ῥηταῖς παραβάσεσι
1232τῶν νόμων, ἐπὶ ῥηταῖς παραβάσεσι τοῦ καθήκοντος, πρὸς βλάβην
1233τοῦ Δημοσίου, προφανῶς δὲ αἱ παραβάσεις αὗται ἐγένοντο,
1234ἂν ὄχι ἐκ προθέσεως, βεβαίως ὅμως ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας.
1235Ἐγένοντο δὲ ἐπερωτήσεις περὶ τούτου, καὶ πληροφορίαι ἐζη-
1236τήθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῶν
1237ἀπαντήσεών του εἰς τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας, διὰ τῶν πλη-
1238ροφοριῶν, τὰς ὁποίας κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπέδειξεν,
1239ὅτι αἱ γενόμεναι καταγγελίαι εἶναι ἀκριβέσταται. Καὶ ὄν-
1240τως ἐπιθυμῶ δ’ ἐν ὀλίγοις νὰ ἀνακεφαλαιώσω αὐτάς. Κατήγ-
1241γειλα τὸν τέως Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἐν γνώσει καὶ
1242παρὰ τὰς πληροφορίας τὰς ἰδικάς μου, διώρισε κελευστὴν πρὸς
1243καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου γνωστόν τινα λαθρέμπορον Μηλά-
1244καν. Ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα τοῦ τοιούτου διορισμοῦ,
1245διότι ἐξέλιπον ὅλως διόλου τὰ ἔσοδα τοῦ τελωνείου Βονίτσης.
1246Κατήγγειλεν ὁ τελώνης Βονίτσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
1247κονομικῶν τὴν κατάστασιν ταύτην, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
1248κονομικῶν διεβίβασε τὴν καταγγελίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1249Ναυτικῶν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ὁ τέως τῶν Ναυτικῶν ἀγρὸν
1250ἠγόρασε, καὶ μόλις ἐπ’ ἐσχάτων ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυ-
1251τικῶν ἀπέλυσε τὸν κελευστὴν λαθρέμπορον. Ἐγένοντο δὲ ταῦτα
1252πάντα πρὸς προφανῆ βλάβην τοῦ Δημοσίου. Κατηγγέλθη
1253πρὸς τούτοις παρ’ ἐμοῦ ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι,
1254κατὰ ῥητὴν παράβασιν τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν καὶ τοῦ
1255περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, προεβίβασεν ἀξιωματικοὺς
1256πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου. Κατηγγέλθησαν δὲ καὶ ἀπεδεί-
1257χθησαν καὶ διάφοροι ἄλλαι παραβάσεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν
1258Ναυτικῶν ἐβεβαίωσε τὰς παραβάσεις ταύτας, ἀλλ’ εἴτε ἐξ
1259ἁβροφροσύνης, εἴτε ἐξ ἐπιφυλάξεως, διϊσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἐπῆλθε
1260βλάβη, διότι θὰ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβιβάσῃ κατὰ
1261τοὺς γενικοὺς προβιβασμοὺς τοὺς προβιβασθέντας. Δὲν ἠδύ-
1262νατο ὅμως νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι οἱ προβιβασθέντες ἀξιω-
1263ματικοὶ ἦσαν πολὺ κάτω τῶν προβιβαστέων. Ἀλλὰ τοῦτο
1264ἐγένετο, διότι ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ἀνάγ-
1265κην θέσεων κενῶν, διὰ νὰ προβιβάσῃ οἰκείους του ἀνθυπο-
1266πλοιάρχους, καὶ πρὸς προφανῆ βλάβην τοῦ Δημοσίου. Ὁ φί-
1267λος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας, μὲ τὸν ἱπποτισμὸν, ὁ ὁποῖος
1268τὸν διακρίνει, ἀλλὰ μετὰ θέρμης ἀξίας κρείττονος ὑποθέσεως,
1269εἶπε προχθές, ὅτι πρόκειται περὶ διϋλίσεως κώνωπος. Δὲν πρό-
1270κειται, Κύριοι, περὶ διϋλίσεως κώνωπος, ἀλλὰ περὶ ῥητῶν
1271καὶ ἐπανειλημμένων παραβάσεων τῶν νόμων. Τὸ νῦν Ὑπουρ-
1272γεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπεδείχθη ὑπὸ τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ ὁποῖον
1273παρακολουθεῖται ὑπὸ μεγάλης πλειονοψηφίας, ἐὰν ἐτόλμα νὰ
1274κάμῃ ἀναλόγους παραβάσεις, φαντασθῆτε ἡλίκον θὰ διήγειρε
1275θόρυβον! Καὶ ἐὰν δὲν ὑφίστατο τὰς συνεπείας ἐν τῇ πα-
1276ρούσῃ ὥρᾳ, θὰ τὰς ὑφίστατο βεβαίως ἐν μέλλοντι προσεχεῖ
1277ἢ ἀπωτέρῳ. Ὁ δὲ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατὰ το-
1278σοῦτον μᾶλλον ὤφειλε νὰ ἦναι εὐλαβέστερος πρὸς τὰ καθή-
1279κοντά του, καθόσον ἦτο ἀπόῤῥοια τῆς ἐκλογῆς τοῦ Βασι-
1280λέως. Ὁ Βασιλεὺς ἐνόμισεν ἴσως, ὅτι ἐκλέγων ὑπασπιστήν
1281τού τινα ὡς Ὑπουργὸν, θὰ παρεῖχε πλείονας ἐγγυήσεις εἰς
1282τὴν ἐλευθέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν
1283τῶν νόμων· ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὗτος ἐξετέ-
1284λεσε παραβάσεις, ὅσας οὐδεὶς ἄλλος Ὑπουργὸς μέχρι τοῦδε.
1285Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, μεθ’ ὅσα κατεδείχθησαν καὶ σήμερον καὶ
1286πρό τινων ἡμερῶν, μεθ’ ὅσα αὐτὸς ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς ἐμαρ-
1287τύρησεν, ὅτι πράγματι ἐγένοντο παραβάσεις τοῦ νόμου, πρέπει
1288νὰ λειτουργήσῃ, ἂν ὄχι, ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὁ περὶ εὐθύνης
1289Ὑπουργῶν νόμος, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος, τὸ
1290ὁποῖον διατάσσει ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν,
1291καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω τὴν περὶ τούτου πρότασιν·
1292παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ταύτην καὶ ὁρίσῃ ἡμέ-
1293ραν πρὸς συζήτησιν τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
1294§96ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ διατυπωθῇ πρότασις ὡρι-
1295σμένη.
1296§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἀφορᾷ
1297τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως. Ὁ προτείνας ἔχει συμφέρον νὰ
1298πείσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ ἑπομένως θὰ προσδιορίσῃ τὰ θέματα.
1299§98ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσω εἰς
1300τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν παράκλησίν μου, τὴν
1301ὁποίαν πρό τινων ἡμερῶν ἀπηύθυνα πρὸς αὐτόν, τὴν παρά-
1302κλησιν, ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας σχετικὰς
1303πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησα. Ἐὰν ἤδη εἶχον τὰς
1304ζητηθείσας πληροφορίας, θὰ ἠδυνάμην νὰ πείσω τὴν Βουλὴν,
1305ὅτι οὐχὶ μόνον αἱ ἄχροοι Κυβερνήσεις παραβαίνουσι καὶ
1306παραβιάζουσι τοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου
1307ἀποῤῥέουσαι, ὁσάκις δὲν φέρωσιν ἐν ἑαυταῖς ἀνεπτυγμένον τὸ
1308ἠθικὸν αἰσθητήριον, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης συν-
1309άδελφος, καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους.
1310Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπέβλεπε
1311τὴν παράβασιν νόμου δημοσιευθέντος τὴν 9 Μαρτίου 1894,
1312παράβασιν γενομένην παρ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν
1313εἰσηγηταὶ τοῦ νόμου. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, τὸν τροποποιή-
1314σαντα τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον, εἰς πᾶν δημό-
1315σιον ἔργον, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη ἤθελεν ὑπερβῆ τὰς 10,000
1316δραχμῶν, ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις εἰδικοῦ νόμου καὶ ἡ ἀνα-
1317γραφὴ πιστώσεως εἰς τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμὸν τοῦ Κρά-
1318τους. Ἐπὶ προφανεῖ δὲ παραβιάσει τοῦ νόμου, ἐπὶ τῆς Κυ-
1319βερνήσεως τοῦ πρώην ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ
1320ἐπὶ τῆς ἐσχάτως καταλιπούσης τὴν ἀρχὴν Κυβερνήσεως, ἐξε-
1321τέθησαν εἰς δημοπρασίαν ἔργα, ὧν ἕκαστον ὑπερβαίνει τὰς
132210,000 δραχμῶν· ἐξετέθησαν δὲ ἄνευ ψηφίσεως εἰδικοῦ νόμου,
1323οὐδὲ ἐγγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους.
1324Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συνεπείᾳ τῆς παρα-
1325κλήσεώς μου, προσήγαγε πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήρισα
1326ὡς ἀτελῆ, ἐμφαίνοντα τὰ δημόσια ἔργα, τὰ δημοπρατηθέντα
1327καὶ ἐγκριθέντα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ
1328πίναξ ὅμως εἶναι λίαν ἀτελής, διότι πλεῖστα τῶν ἐγκριθέν-
1329των ἔργων δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν αὐτῷ· ἀναφέρει δὲ
1330τινὰ μόνον, ὧν ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰς 10,000 δραχμῶν. Διὰ
1331τοῦτο ὑπομιμνήσκω καὶ πάλιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν
1332παράκλησίν μου ἐκείνην, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν, ὅπως ὅσον
1333ἔνεστι τάχιον προσαγάγῃ πίνακα ἀκριβῆ καὶ λεπτομερῆ
1334πάντων τῶν δημοσίων ἔργων, τῶν ἐκτελεσθέντων ἀπὸ τῆς 19
1335Μαρτίου 1894 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ τῶν ἐκτεθέντων εἰς δημο-
1336πρασίαν ἔργων, ὧν ἡ δαπάνη ὑπερβαίνει τὰς 10,000 δραχμὰς
1337ἢ τὰς 2,000.
1338Τὸ θέμα τοῦτο κατὰ δύο τινὰ ἐνδιαφέρει ἡμᾶς· πρῶτον
1339ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, αἵτινες, ἐπὶ
1340προφανεῖ παραβιάσει τῶν νόμων, ἐξεχώρησαν τὴν κατασκευὴν
1341τοιούτων ἔργων, καὶ δεύτερον ὅσον ἀφορᾷ τὴν μέριμναν, τὴν
1342ὁποίαν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ λάβῃ περὶ τῶν
1343ἔργων τούτων· διότι, ὡς εἶπον, κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφορίας,
1344πολλὰ τῶν ἔργων ἐκείνων, τῶν ὁποίων πρὸ ἡμερῶν ἐμνημό-
1345νευτα, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς 1,060,000 δραχ-
1346μὰς, οὐ μόνον ἐδημοπρατήθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐνεκρίθησαν, τὸ
1347δὲ Δημόσιον θέλει εὑρεθῆ ἀπέναντι τῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως
1348καταβάλῃ τὴν δαπάνην. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲ τῷ ὑπο-
1349βληθέντι οὐδὲν ποσὸν ἀναγράφεται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
1350ἔργων τούτων. Τὸ πρᾶγμα ἐπείγει, διότι ἐπίκειται ἡ ψή-
1351φισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπιμένω παρακαλῶν τὸν κ.
1352Ὑπουργὸν, ὅπως τάχιστα προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς
1353αἰτηθείσας πληροφορίας.
1354§99ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1355Ἐσωτερικῶν). Ὡς σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν δυνά-
1356μεθα νὰ πιέσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, διότι αἱ ζητηθεῖσαι πλη-
1357ροφορίαι εἶναι πολλαί. Ἐλπίζω αὔριον τὴν πρωΐαν νὰ φέρω
1358πάσας τὰς πληροφορίας.
1359§100ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἐργολάβος τοῦ δρόμου Τσα-
1360ούση–Λουτροῦ ἔχει κηρυχθῆ ἔκπτωτος πρὸ πολλοῦ. Ἐπλη-
1361ροφορήθην δὲ, ὅτι πρόκειται νὰ ἀνακληθῇ ἡ ἔκπτωσίς του
1362παρὰ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐπανέλθῃ αὐτὸς οὗτος, ὁ ὁποῖος
1363ἔχει λάβει καὶ ὅλα τὰ χρήματα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
1364γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί συμ-
1365βαίνει, καὶ διατάξῃ, ἵνα περατωθῇ τὸ ἔργον δι’ ἡμερομισθίων,
1366διότι ἐλάχιστον μέρος ὑπολείπεται, καθόσον ἔχουσι παρέλθει
1367τέσσαρα περίπου ἔτη, ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἔναρξις τοῦ ἔργου.
1368§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1369Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην ὥραν μετὰ με-
1370σημβρίαν.
1371(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 4 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται
1372δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 καὶ 15′ μ. μ., προεδρεύοντος
1373τοῦ Προέδρου κ. Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμη).
1374§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς
1375συνεδριάσεως.
1376(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἄνευ ἀντιῤῥή-
1377σεως ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
1378συνεδριάσεως).
1379§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ
1380προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1895.
1381§104Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ἤρχετό τις ἐκ
1382τοῦ ἐξωτερικοῦ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ἀνερχόμενος εἰς τὰ
1383θεωρεῖα, ἠρώτα τὸ συζητούμενον θέμα καὶ ἐμάνθανεν, ὅτι πρό-
1384κειται περὶ γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔῤῥιπτε
1385δὲ τὸ βλέμμα καὶ παρετήρει, ὅτι μόνον τὰ 2/7 τῶν κ. κ. Ὑπουρ-
1386γῶν παρίστανται, καὶ ἔβλεπε τὰ ἑδώλια τῶν Βουλευτῶν οὐχὶ
1387ὅσον ἔδει πυκνὰ, δὲν θὰ ἐπείθετο, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ προϋ-
1388πολογισμοῦ. Τοῦτο ἔχει πολλοὺς λόγους. Βεβαίως εἷς εἶναι ὁ
1389ἐκ τῶν ἀγρυπνιῶν καὶ τοῦ καύσωνος κάματος, εἰς ὃν περιῆλθον
1390οἱ κ.κ. Βουλευταὶ, ἄλλοι δὲ ἴσως νομίζουσιν ἄσκοπον τὴν συζή-
1391τησιν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ
1392θὰ ψηφισθῇ. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ ἐσκέφθην, ἐὰν μὴ ἦτο προτι-
1393μότερον νὰ γράψω ἐνυπόγραφον ἄρθρον εἴς τινα ἐφημερίδα ἢ
1394νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Οὐχ ἧττον προὐτίμησα τὸ
1395δεύτερον, νομίζων ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον. Μεταξὺ τῆς εὐρείας
1396ἀναπτύξεως, ἧς ἄξιον εἶναι τὸ θέμα, καὶ τῆς ἄκρας σιγῆς,
1397ἔκρινα καλὸν νὰ τηρήσω τὴν μέσην ὁδόν. Προτίθεμαι νὰ
1398ὑποβάλω βραχείας τινὰς παρατηρήσεις, ἄνευ ὅμως τῶν κου-
1399ραστικῶν ἀριθμῶν, δι’ ὧν σᾶς διεσκέδασαν οἱ προλαλήσαντες.
1400Δὲν γνωρίζω θέματα ἐπιτρέποντα εὐρεῖαν πολιτικὴν συζή-
1401τησιν ἄλλα, ἐκτὸς τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον,
1402ὅταν ὑπάρχῃ περίπτωσις, καὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ
1403προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν δὲ πάντοτε ἡ τοιαύτη γενικὴ συζή-
1404τησις ἦναι θέμα κατ’ ἐξοχὴν πολιτικῆς συζητήσεως καὶ σφό-
1405δρα ἐνδιαφέρον, πόσῳ μᾶλλον ὅταν συζητῆται ὁ προϋπολο-
1406γισμὸς τοῦ μέλλοντος; Διότι δὲν συζητοῦμεν ξηρῶς τὸν
1407προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Εἶναι ὁ πρῶτος προϋπολογισμὸς,
1408ὅστις συζητεῖται μετὰ τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν τῆς 16ης Ἀπρι-
1409λίου 1895. Δὲν λησμονῶ, ὅτι συνεζητήθη καὶ ὁ προϋπολογι-
1410σμὸς τοῦ 1894, μετὰ τὸ ἐθνικὸν οἰκονομικὸν δυστύχημα. Ἀλλὰ
1411νομίζω, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν Ἑλλήνων ἀνεξαιρέτως, τῶν ἔν τε τῇ
1412ἐλευθέρᾳ καὶ τῇ δούλῃ Ἑλλάδι οἰκούντων, ὁ ἀκαταλληλό-
1413τερος ὡς κυβερνήτης, ὅστις ἠδύνατο νὰ προτείνῃ προϋπολογι-
1414σμὸν ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἦτο ὁ κ. Τρικούπης· ἡ ἀκα-
1415ταλληλοτέρα δὲ ὅλων τῶν Βουλῶν ἦτο ἡ ἁμαρτωλὴ τῆς 3ης
1416Μαΐου 1892. Ἕνεκα τούτων δὲν λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν τὸν
1417προϋπολογισμὸν τοῦ 1894, εἰ καὶ εἶναι ὁ πρῶτος μετὰ τὸ
1418κήρυγμα τῆς πτωχεύσεως.
1419Ἡ τοιαύτη ἀνάμνησις μὲ ἀναγκάζει εἰς μικράν τινα ἀνα-
1420δρομὴν πρὸς τὸ παρελθόν. Ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1893, μετὰ
1421τὴν βεβαίωσιν τῆς ἀποτυχίας τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς
1422σύναψιν δανείου, ἦτο βεβαιωμένη ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Ἑλληνικοῦ
1423δημοσίου ταμείου· ἠκούσθη τότε φωνὴ εἰλικρινὴς, ἥτις ἀπὸ
1424τοῦ βήματος τούτου μετὰ παῤῥησίας ἔλεγε τῇ 22 καὶ 23
1425Ἰανουαρίου 1893 πρὸς τοὺς ζητοῦντας, ἵνα αὐξήσωσι τὰ χρέη
1426τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς τοὺς ἐξαρτήσαντας τὸ οἰκονομικὸν μέλ-
1427λον ἐκ τῆς συνάψεως τοῦ δανείου, ὡσεὶ προέκειτο διὰ τῆς ὁμοιο-
1428παθητικῆς νὰ θεραπευθῶμεν, ἀφοῦ βεβαιωμένον ἦτο, ὅτι ἐκ
1429τῶν ὑπερβολικῶν καὶ ἐπαχθῶν δανείων εἴχομεν περιέλθει εἰς
1430τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὑπῆρξε, λέγω, φωνὴ, ἥτις μετὰ πατριωτι-
1431κοῦ πόνου ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους: «Στῆτε! ἀρκοῦσι
1432τὰ δάνεια! διὰ τῶν δανείων δὲν θεραπευόμεθα· εἴμεθα ἐν ἀνε-
1433παρκείᾳ. Συσκεφθῶμεν εἰλικρινῶς περὶ τοῦ πρακτέου!» Ἀλλ’ ἡ
1434φωνὴ ἐκείνη ἐθεωρήθη προδοτική. Ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος, ἐναν-
1435τίον τοῦ πολιτικοῦ του συμφέροντος λαλῶν, εἶχε τὸ θάῤῥος
1436νὰ λαλήσῃ τὴν ἀλήθειαν· τότε δὲ ἄλλοι, οἵτινες προσεποι-
1437οῦντο, ὅτι ἐξεπροσώπουν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπαρκείας, σχε-
1438δὸν ἐζήτησαν νὰ ἐκδιώξωσι τῆς βουλευτικῆς αἰθούσης τὸν
1439ἀντιπρόσωπον ἐκεῖνον, ὅστις εἶχε τὴν τόλμην νὰ εἴπῃ τὴν
1440γνώμην του καὶ τὸ φρόνημά του, ἔχων καὶ αὐτὸς τὸ δικαίω-
1441μα, ὡς πᾶς ἄλλος Βουλευτής...
1442§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀνομάσατέ τον, διότι πρέπει
1443νὰ γείνῃ γνωστός.
1444§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι τοσοῦτον γνωστός, ὥστε καὶ ἡ
1445μνεία τοῦ ὀνόματός του ἦτο περιττή. Τίς δὲν ἐνόησεν, ὅτι
1446πρόκειται περὶ τοῦ πρώην βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Κωνσταν-
1447τοπούλου;... Ἔπρεπεν ἔκτοτε οἱ τεταγμένοι, ἵνα προασπίζωσιν
1448ἀπὸ ὑψηλοτέρας ἀπόψεως τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, νὰ λά-
1449βωσιν ἐγκαίρως τὰ κατάλληλα μέτρα· ἀλλὰ δὲν τὰ ἔλαβον
1450οὔτε τότε, οὔτε ὅτε ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς παραιτήσεώς της
1451ἐβεβαίωσεν ἐπισήμως τὴν ἀνεπάρκειαν· διότι ἡ Κυβέρνησις
1452ἐκείνη, παραιτουμένη μετὰ τὴν ἐντολήν, ἣν εἶχε λάβει τῇ 3ῃ
1453Μαΐου 1892, οὐδὲν ἄλλο ἔλεγεν, εἰμὴ ὅτι ἦτο ἀνεπαρκὴς καὶ
1454ἀνεπαρκὲς τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις
1455αὐτοῦ. Ἀπὸ τῆς 28 Ἀπριλίου 1893, ἡμέρας τῆς παραιτή-
1456σεως τῆς ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ ἐκείνη
1457ἦτο καταδεδικασμένη εἰς θάνατον, καὶ μόνον διὰ γαλβανισμοῦ
1458ἔζησεν. Ἔκτοτε πολλαὶ αἱ προξενηθεῖσαι ἐθνικαὶ ζημίαι, διότι
1459ἡ ἔλλειψις ὡρισμένου καὶ καλοῦ σχεδίου πρὸς ἀντιμετώπισιν
1460τῆς ἐκραγείσης κρίσεως προὐκάλεσεν ἀπώλειαν χρόνου πολυ-
1461τίμου καὶ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως τῆς 3ης Μαΐου
14621893, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας.
1463Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, συγκεκροτημένη ἐξ ὁμάδος πολιτικῆς,
1464ἐξελθούσης ἐκ τῆς Βουλῆς, συμπληρωθεῖσα ἐξ ἄλλων πρώην
1465Βουλευτῶν καὶ εἰδικῶν ἐν τοῖς κλάδοις, ὧν τοῖς ἐνεπιστεύθη
1466ἡ διεύθυνσις, ἐπηγγέλθη τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπαρκείας, τὴν
1467πληρωμὴν εἰς ἀκέραιον, εἰς χρυσὸν (en or sonnant). Ἀλλὰ
1468τὸ εἰκονικὸν ἐκεῖνο πρόγραμμα ἔζησε μόνον 7 ἡμέρας, διότι
1469μετὰ τὴν παρέλευσιν ἑβδομάδος τὰ χρυσᾶ νομίσματα μετε-
1470βλήθησαν εἰς ὁμολογίας τῆς ὑπομονῆς, ὡς ἐκλήθησαν τὰ
1471περίφημα ἐκεῖνα Σκρὶπ καὶ Φαῖντιγγ, τὰ ὁποῖα συνωμολο-
1472γήθησαν μὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ διατάγματος, συνετρί-
1473βησαν δὲ εὐθύς, ὡς συνῆλθεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, μολονότι ἁμαρ-
1474τωλὴ καὶ πολὺ ὀρθῶς, διότι ὁλόκληρον τὸ σύστημα ἐκεῖνο
1475ἦτο κεκαλυμμένη χρεωκοπία. Ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις
1476τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1893, ὑπὸ τὸν ἡγέτην τῆς πλειοψηφίας
1477ἐκείνης, ὅστις ἐπηγγέλθη τὸ «ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ
1478καὶ θὰ ζήσῃ», ὅστις διεσάλπισεν ἀρειμανίως τὸν ὑπερήφανον
1479κυματισμὸν τῆς ἑλληνικῆς σημαίας ἀνὰ τὴν Μεσόγειον, ὅστις
1480διετυμπάνισεν ἐπιδεικτικῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι «τὸ χρημα-
1481τιστήριον τῆς Ἀνατολῆς», ἐκεῖνος ὅστις δὲν ἀφῆκε λέξιν
1482μεγάλην καὶ πομπώδη, ἣν νὰ μὴ ἔῤῥιψεν ὡς δόλωμα.
1483Ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας τῆς 3 Μαΐου 1892, εἰς ὃν προσ-
1484ετέθη μεταξὺ τόσων ἄλλων κοσμητικῶν ἐπιθέτων καὶ τὸ τοῦ
1485Σωτῆρος, εἶχε τὸ θάῤῥος—ἐὰν θέλετε, διορθώσατε τὴν λέξιν—νὰ
1486δεχθῇ καὶ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, διὰ νὰ κηρύξῃ τὴν χρεω-
1487κοπίαν, ἐπευφημούσης τῆς ἰδίας πλειοψηφίας! Ἡ Κυβέρνη-
1488σις ἐκείνη ἦτο ἡ ἀκαταλληλοτέρα πασῶν διὰ τὸν συμβιβα-
1489σμόν, διότι ἦτο ἐκτεθειμένη ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ
1490ἀπέναντι τῶν δανειστῶν διὰ τῶν εἰκονικῶν προϋπολογισμῶν,
1491διὰ τῶν ψευδῶν διαβεβαιώσεων· ἦτο ἡ μόνη Κυβέρνησις ἐκείνη,
1492εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ τοιαύτη ἐντολή. Ἔχομεν
1493δύο Κυβερνήσεις, αἵτινες ἀποῤῥέουσιν ἀπὸ τὴν Βουλήν· ἀλλ’
1494ἔχομεν καὶ τρίτην, τὴν τῆς 12 Ἰανουαρίου 1895, ἥτις δὲν
1495εἶναι ἄχρους, κ. Βουλευτὰ ἐκ Ξηροχωρίου, ἀλλὰ εἶναι αὐλική,
1496βασιλική...
1497§107ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τόσον χειρότερα.
1498§108Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ... Ἡ λέξις αὕτη μοὶ ὑπενθυμίζει, ὅτι
1499ἡμέραν τινὰ μοὶ ἀπηυθύνοντο ὑπαινιγμοὶ περὶ τῶν πολιτικῶν
1500μου φρονημάτων παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ξηροχωρίου, εἰς
1501τοὺς ὁποίους ὑπεσχέθην, ὅτι ἤθελον ἀπαντήσει. Ἡ λέξις Αὐ-
1502λικὸν Ὑπουργεῖον μοὶ ὑπενθυμίζει ἑτέραν διακοπὴν τοῦ ἐκ
1503Μεσσήνης Βουλευτοῦ, εἰς ὃν εἶπον, ὅτι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι
1504θ’ ἀπαντήσω. Εἶναι ἀμφότερα χρέη, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσω
1505σήμερον. Οἱ γνωρίζοντές με δὲν πιστεύω νὰ παραδέχωνται, ὅτι
1506ἔχω τάσιν εἰς περιαυτολογίαν, οὐδὲ εἰς ἐπίδειξιν πολιτικοῦ
1507φρονήματος, φιλελευθέρου ἢ δημοκρατικοῦ. Ὅ,τι εἶμαι, κα-
1508λὸς ἢ κακὸς, προσεπάθησα διὰ τῶν ἔργων νὰ ἦμαι, οὐχὶ διὰ
1509τῶν λόγων· ἀναγκάζομαι ὅμως ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ προβῶ
1510εἰς δηλώσεις, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀνοίξω μίαν παρένθεσιν
1511ἐπὶ τοῦ προτωπικοῦ τούτου ζητήματος, ἥτις ἔχει κυρίως τὴν
1512θέσιν της ἐν τῇ πολιτικῇ ταύτῃ συζητήσει.
1513Μετὰ τῶν ἐκλογέων μου ἐσυνείθισα νὰ συνεννοῶμαι δι’ ἐκ-
1514λογικῶν προγραμμάτων, ἀλλὰ καὶ διὰ λογοδοσιῶν. Ὅστις
1515συνέπεσε ν’ ἀναγνώσῃ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ, δὲν ἔχει ἀνάγκην
1516ἄλλου τινὸς στοιχείου· ἀλλ’ ὅσοι δὲν εἶχον τὴν τοιαύτην εὐ-
1517καιρίαν, δύνανται νὰ καταφύγωσιν εἰς τὴν βιβλιοθήκην τῆς
1518Βουλῆς, ἔνθα διὰ τῆς προνοίας μου εὑρίσκονται ὅλα τὰ ἐκλο-
1519γικὰ δημοσιεύματά μου, διὰ νὰ ἐλέγξωσι τὰ παρ’ ἐμοῦ ἤδη
1520λεγόμενα, ἐὰν δηλαδὴ ἦναι σύμφωνα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
1521ἔκτοτε εἶπον, ἀφ’ ὅτου ἐνεφανίσθην ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ
1522ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς. Θὰ ἠδυνάμην καὶ ἄνευ τούτων
1523ἁπλῶς νὰ παραπέμψω καὶ τοὺς διακόψαντάς με, ἐπίσης ἐκεί-
1524νους, οἵτινες ἤθελον ἔχει τὴν γνώμην αὐτῶν, εἰς τὴν ἐκ τετάρ-
1525του ἀνανέωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ πληρεξουσίου μου, τὴν ἁγνότητα,
1526τοῦ ὁποίου πιστεύω νὰ μὴ ἀμφισβητήσῃ τις, διότι δὲν εἶναι
1527προϊὸν συνδυασμοῦ ἐκλογικῶν κεφαλαίων, οὔτε τὸ ἰσότιμον
1528χρηματικῶν δαπανῶν ἢ ἄλλων παροχῶν, χωρὶς νὰ ἐννοῶ διὰ
1529τούτων νὰ μειώσω τὴν ἐκλογικὴν ἐντολὴν ἄλλων. Θὰ ἠδυνά-
1530μην νὰ παραπέμψω εἰς τὴν πρὸ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν δη-
1531μοσιευθεῖσαν πολιτικὴν λογοδοσίαν μου ὑπὸ τὸν τίτλον «Εὐ-
1532θύναι», ἐν ᾗ τὰ πάντα ἐξέθετον, καὶ εἰς ἣν οἱ ἐκλογεῖς
1533ἀπήντησαν διὰ τῶν λευκῶν των ψήφων τῇ 16 Ἀπριλίου
15341895. Ἀλλ’ οὔτε εἰς ταῦτα ἀρκοῦμαι, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ,
1535ὅτι ἀποφεύγω σαφῆ ἀπάντησιν· θέλω νὰ προσθέσω ὅ,τι πάν-
1536τοτε εἶπον, καὶ ὅταν ἔτι περιεβαλλόμην διὰ τοῦ Ὑπουργι-
1537κοῦ ἀξιώματος, ὅ,τι δὲν θὰ παύσω λέγων: ἡ Βασιλεία
1538βεβαίως εἶναι κηδεμονία τῶν ἀνηλίκων λαῶν. Ἐὰν
1539ἐν τῇ νηπιακῇ αὐτῶν ἡλικίᾳ κυβερνῶνται διὰ τῆς ἀπο-
1540λύτου μοναρχίας, καθ’ ὅλην τὴν ἀνηλικότητά των στεγάζον-
1541ται βεβαίως ἐν τῇ συνταγματικῇ μοναρχίᾳ, ἥτις μάλιστα,
1542ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον διαῤῥυθμιζομένη, διαφέρει τῆς δημο-
1543κρατίας μόνον κατὰ τὴν κληρονομικὴν διαδοχήν· ἀλλὰ τίς
1544δύναται ν’ ἀντείπῃ, ὅτι τὸ φυσικὸν καὶ μόνον προσῆκον πολί-
1545τευμα διὰ τοὺς ἐνηλίκους λαοὺς εἶναι τὸ δημοκρατικόν; ἀλλὰ
1546καὶ τίς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐγὼ παρέστησα τὸν ἑλλη-
1547νικὸν λαὸν ὡς ἐνηλικιωθέντα; τοὐναντίον κατέδειξα πάντοτε,
1548ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τό γε νῦν, εἶναι τὸ προσῆ-
1549κον διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, τὸν μὴ συντελέσαντα μάλιστα καὶ
1550τὴν ἐθνικὴν ἕνωσίν του. Τὸ πότε δὲ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐνή-
1551λικος ὁ λαὸς, εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἐποχὴ
1552αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον. Ἄλλαις λέξεσιν, εἶμαι
1553συνταγματικὸς φιλελεύθερος διὰ τὸ ἐνεστὼς, δημοκρατικὸς τοῦ
1554μέλλοντος. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς συμπλή-
1555ρωσιν τῶν ὅσων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὑμῖν πρὸ μικροῦ,
1556ν’ ἀναγνώσω ὅσα ἔγραφον τελευταῖον πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου
1557εἰς ὀλίγας γραμμὰς, ἔνθα διατυπῶ ἀκριβέστερον τὴν περὶ τού-
1558των γνώμην μου (ἀναγινώσκει):
1559«Τολμῶμεν νὰ προχωρήσωμεν μέχρι τοῦ σημείου, καθ’ ὃ
1560καταδικάζομεν ἀνενδοιάστως τοὺς ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς
1561εὐαριθμοτάτους—εἶναι ἀληθὲς—καὶ οὐχὶ σπουδαίως νομί-
1562ζοντας, ὅτι ἡ θεραπεία θὰ ἐπήρχετο διὰ τῆς ἀπολύτου
1563μοναρχίας ἢ καὶ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν συνταγμα-
1564τικῶν ἐλευθεριῶν. Ὑπολαμβάνομεν καὶ ἤδη—ὡς καὶ
1565πάντοτε ἐδηλώσαμεν—ὅτι ἄνευ προηγουμένης μορφώσεως
1566πολιτῶν, ἐπαρκῶς συναισθανομένων ἐκτὸς τῶν δικαιωμάτων καὶ
1567τὰ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθήκοντά των, πρόωρος εἶναι ἡ ἀγαθὴ
1568ἔφεσις ἄλλων, οὐχὶ βεβαίως πολυαρίθμων ἔτι, πρὸς ἀπόκτη-
1569σιν δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ὑπὲρ οὗ ὅμως ὁ τόπος
1570κατ’ ἀνάγκην, καὶ οὐχὶ ἴσως πρὸς ἴδιον αὑτοῦ ὄφελος, θὰ ἐσκέ-
1571πτετο, μόνον ἂν ἀποτόμως ἐτίθετο πρὸ τοῦ διλήμματος: «ἢ
1572ἀπόλυτος μοναρχία ἢ δημοκρατία.» Πιστεύομεν, ὅτι, ἀδι-
1573καιολογήτως καταδικάζεται τὸ ἐν Ἑλλάδι συνταγματικὸν
1574πολίτευμα, ἀφοῦ οὐδέποτε σχεδὸν ἐδοκιμάσθη ἡ παρ’ ὅλων τῶν
1575ἐξουσιῶν εἰλικρινὴς καὶ προσήκουσα αὐτοῦ ἐφαρμογὴ ἐπί τινα
1576συνεχῆ ὁπωσδήποτε χρόνον, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου συστήμα-
1577τος, συμφώνου πρὸς τὸ νόημα αὐτοῦ. Πεποίθαμεν δὲ,
1578ὅτι, τό γε νῦν, καὶ ἕνεκα τῆς μὴ συντελεσθείσης ἐθνικῆς ἡμῶν
1579ἑνώσεως, ἐν τῇ Συνταγματικῇ μοναρχίᾳ δικαιούμεθα
1580νὰ προσδοκῶμεν τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς ῥη-
1581τοὺς καὶ ἀπαραβάτους ὅρους: τῆς ἁρμονίας τοῦ συνταγ-
1582ματικοῦ ἡμῶν χάρτου πρὸς τοὺς ὀργανικοὺς νόμους,
1583τῆς ἀμέσου συστάσεως νομοπροπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς ἢ
1584Συμβουλίου ἐπικρατείας καὶ τῆς ἀπροσωπολήπτου, συνε-
1585χοῦς, ἀείποτε δ’ ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν ὁρίων ἐπο-
1586πτείας τοῦ Στέμματος.
1587«Ἄριστον πολίτευμα εἶναι τὸ ἔχον τὰ ἥττονα ἐλαττώ-
1588ματα», εἶπέ τις τῶν δημοσιολόγων. Τὸ ἐλάττωμα τῶν πρὸς
1589τοὺς ἐκλογεῖς παροχῶν—κοινὸν εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ
1590Κράτη—εἶναι μηδαμινὸν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ δεινὰ τῶν λαῶν
1591ὑπὸ ἀπόλυτον μοναρχίαν. Πανάκειά τις πρὸς ἐκρίζω-
1592σιν τοῦ κακοῦ ἀτυχῶς δὲν ὑπάρχει· ἀλλ’ ὁ μετριασμὸς
1593διὰ τῆς χαλαρώσεως τῶν δεσμῶν τοῦ ἐκλογέως μετὰ τῶν
1594κομματαρχῶν,—ὧν τινες ἀκριβέστερον ἠδύναντο νὰ ὀνομασθῶσι
1595μεταπράται τῆς ἐκλογικῆς ψήφου—μετὰ τῶν δημάρχων, Βου-
1596λευτῶν, Ὑπουργῶν καὶ κατ’ ἐξοχὴν μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ,
1597ὅστις ἵσταται ὑπεράνω ὅλων, ὡς ἐν πυραμίδι, δὲν εἶναι ἀνέ-
1598φικτος, ἐὰν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς
1599πείρας, ὡς ἀνωτέρω, ὑποδειχθέντα μέτρα.»
1600Ἀλλὰ, Κύριοι, μὴ τὸ Ὑπουργικὸν ἀξίωμα παρέχεται ὑπὸ
1601τοῦ Βασιλέως ἐκ φιλίας καὶ ἰδίας, οὕτως εἰπεῖν, ἐξουσίας;
1602οὐχί· εἶναι ἐντολὴ, ἣν ἔχει λάβει διὰ τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Συν-
1603τάγματος, καθ’ ὃ ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ
1604ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ὁ
1605Βασιλεύς, ὡς ἐντολοδόχος καὶ προϊστάμενος ἐν τῇ ἐκτελεστι-
1606κῇ ἐξουσίᾳ, διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργούς. Οὐδὲ νομί-
1607ζω, ὅτι τὰ πολιτικὰ φρονήματα, οἷα δήποτε, εἶναι ἀσυμβί-
1608βαστα πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν ἀξίωμα. Οἱ δημόσιοι λειτουργοί,
1609ἐπίσης οἱ πολῖται, ἐλεύθεροι εἰς τὰ ἴδια αὑτῶν φρονήματα,
1610ὀφείλουσι νὰ ἀνέχωνται καὶ νὰ σέβωνται τὸ καθεστὼς, ὅπερ
1611ἐπιβάλλει ἡ ἐθνικὴ πλειοψηφία. Ἐπεθύμουν ν’ ἀναγνώσω, καὶ
1612ἄλλην τινὰ περικοπὴν, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἐπιτρέπῃ, ἐκ δημο-
1613σιεύματος, ὅπερ ἀπηύθυνα κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1892, ὅτε
1614ἄλλοι πολιτικοί μου ἀντίπαλοι ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ
1615ἐκμεταλλευθῶσιν ἐπὶ ζημίᾳ μου τὴν εἰλικρίνειαν τῶν κατὰ
1616καιροὺς πολιτικῶν μου δηλώσεων (ἀναγινώσκει):
1617«Λυποῦμαι περιαυτολογῶν ἀκουσίως· ἀλλ’ ὁ πολιτικός μου
1618βίος εἶναι, ὑποθέτω, ἱκανῶς γνωστὸς, ὅπως μὴ λάβω τὸν κό-
1619πον νὰ ἀναφέρω κἄν, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα ὑπουργοθήρας.
1620Ἐκ φύσεως καὶ ἐκ πολιτικῆς ἀνατροφῆς ἀρέσκομαι μᾶλλον
1621ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει.
1622«Ἄλλως δὲ οὔτε τὸ Ὑπουργικὸν ἀξίωμα, ὡς μάλιστα τὸ
1623κατήντησαν, ἦτο τόσῳ μέγα, οὔτε ἡ ἀπόκτησις αὐτοῦ ἦτο
1624τόσῳ δυσχερής· ἤρκει νὰ καταταχθῶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ
1625ἑνδεκαετοῦς περίπου βουλευτικοῦ μου βίου εἰς ἓν ἐκ τῶν δύο
1626προσωπικῶν κομμάτων, καὶ νὰ ἐπιζητήσω τὸ χαρτοφυλάκιον
1627διὰ τῶν συνήθων μέσων. Κατακριθεὶς ἐν τούτοις ὑπὸ πολλῶν,
1628καὶ μάλιστα ὑπὸ ἐκλογέων μου, ἴσως δὲ καὶ οὐχὶ ἀδίκως, ὅτι
1629κοπιάζω ἀσκόπως, ὡς ἐλεύθερος σκοπευτὴς—δίκην καλάμου
1630ἐν τῷ μέσῳ πεδιάδος, πληττόμενος πανταχόθεν ὑπὸ τῶν ὀχυ-
1631ρωμάτων συντεταγμένων στρατοπέδων,—ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἐδί-
1632δετο ἡ κατάλληλος εὐκαιρία, ὅπως συμπράξω ἐν κόμματι
1633νέῳ, οὗτινος τὰ μέλη συνηντήθησαν εἰς τὰ σπουδαιότερα
1634σημεῖα τοῦ προγράμματός μου, πρὸς κοινὴν πολιτικὴν ἐνέρ-
1635γειαν· ὅθεν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ἀνέλαβον, ἐὰν ὁμαλῶς ἐδίδετο
1636εὐκαιρία, ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἠδυνάμην, ὑπὸ τῆς καλῆς πίστεως
1637ὁδηγούμενος, καὶ ὑπὸ τοῦ πόθου τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ πρὸς
1638τὴν πατρίδα καθήκοντος ἐνισχυόμενος, νὰ ὑπηρετήσω αὐτὴν
1639καὶ ὡς συμπολιτευόμενος, νὰ ἐπιχειρήσω δὲ τὴν δυνατὴν ἐφαρ-
1640μογὴν μεταῤῥυθμίσεων ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ, εἰς ὃν ἀπὸ
1641δεκαετηρίδων μετὰ ἰδιαιτέρου ζήλου ἠσχολήθην.»
1642Ἐν τέλει, Κύριοι, κατὰ τὸν Βίσμαρκ, μόνον οἱ βόες σκέπτον-
1643ται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, διότι οὐδὲν σκέπτονται. Πολλά-
1644κις δύναται εὐλόγως νὰ μεταβάλῃ τις τὰ φρονήματά του,
1645ἕνεκα μεταβολῆς τῶν περιστάσεων, ἢ ἕνεκα ὡριμωτέρας σκέ-
1646ψεως, ἀρκεῖ νὰ μὴ ὁδηγῆται εἰς τοῦτο ὑπὸ ἀρχομανίας. Ἐν-
1647ταῦθα, Κύριοι, κλείω τὴν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος
1648παρένθεσιν. Σᾶς ζητῶ δὲ συγγνώμην, διότι ἠναγκάσθην νὰ
1649περιαυτολογήσω, ἵνα πληρώσω χρέος ὀφειλόμενον.
1650Ἤδη ἔχω μικράν τινα ὀφειλὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ
1651Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βου-
1652λευτὴν ἐξ Αἰγίου εἰς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ἔλεγεν, ὅτι κατὰ
1653τὴν ἀντισυνταγματικὴν θύελλαν τῆς 3ης Μαΐου 1892
1654διήρχετο ἐν Αἰγίῳ ὑπὸ τὴν ἁψῖδα, ἐφ’ ἧς ἦτο ἀναγεγραμμέ-
1655νον τὸ ὄνομά του καὶ ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς ἐπο-
1656χῆς ἐκείνης ἔκυπτε τὸν αὐχένα. Ἐχαρακτήρισε δηλαδὴ ὁ κ.
1657Πρόεδρος τὴν ἐκλογὴν τὴν 3ης Μαΐου 1893 ἀντισυνταγμα-
1658τικήν, ἴσως καὶ τὸ Βασιλικὸν διάβημα τῆς 18 Φεβρουαρίου
16591892. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ...
1660§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι τὴν
1661διάλυσιν, ἀλλὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐνηργήθησαν αἱ ἐκλογαί.
1662Τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ
1663ὁποῖοι ἀντηγωνίζοντο κατὰ τὰς ἐκλογάς, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
1664ἀντηγωνίζοντο, μετῆλθον ἐκλογικὰ ἐπιχειρήματα μὴ συνταγ-
1665ματικά. Ἐγώ, ὁμιλῶν περὶ ἀντισυνταγματικῆς θυέλλης, ἐνό-
1666ουν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγένοντο αἱ ἐκλογαί· διότι τὰ ἀντα-
1667γωνιζόμενα κατὰ τὰς ἐκλογὰς κόμματα ἢ ἄτομα μετῆλθον
1668μέσα μὴ συνταγματικά.
1669§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἤθελον ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὸ διάβημα
1670τῆς 18 Φεβρουαρίου βεβαίως ἦτο συνταγματικόν.
1671§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσα εἶπον
1672προχθὲς δὲν ἀνήγοντο εἰς τὸ διάβημα τῆς 18 Φεβρουαρίου.
1673§112Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καλῶς· τότε εἶναι περιττὸν νὰ ὑπο-
1674μνήσω καὶ τὴν ἀπὸ 17 Φεβρουαρίου 1892 ἐπιστολὴν τοῦ
1675Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εὑρισκομένην εἰς τὰ ἐπίσημα πρα-
1676κτικά...
1677§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προϋπολογισμὸν ἔχετε;
1678§114Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ναί, προϋπολογισμὸν ἔχω, καὶ διδάσκω
1679τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἂν καὶ εἶμαι νεώτερος αὐτοῦ,
1680ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔχουσι τὴν θέσιν των ὅλα ἀνεξαιρέ-
1681τως τὰ πολιτικὰ ζητήματα.
1682§115ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὄχι καὶ οἱ ἐκκρεμεῖς λογαριασμοί.
1683§116ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅλα, ὅλα.
1684§117Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πᾶν πολιτικὸν ζήτημα.
1685§118ΜΠΟΥΤΟΣ. Τότε πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν
1686δικαίωμα νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν ἔπειτα.
1687§119Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαιότατα, πᾶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
1688καταλάβῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ εἰς τοῦτο· πάντα
1689προκαλῶ.
1690§120ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι δύο λέξεις. Σᾶς διέκο-
1691ψα, ὄχι διότι θεωρῶ τὰ θέματα ταῦτα μὴ ἄξια συζητή-
1692σεως, ἀλλ’ ἀπεναντίας θεωρῶ αὐτὰ ἄξια πολλῆς συζητή-
1693σεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει κατὰ τὴν συζή-
1694τησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἀνακινηθῶσι, διότι δὲν θὰ συ-
1695ζητηθῶσιν ἐν ἐκτάσει.
1696§121Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διαφωνῶ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος μ’ ἔφερεν
1697εἰς τὰ συμβάντα τῆς 18 Φεβρουαρίου, ὀφείλω νὰ προσθέσω,
1698ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῆς σκοπιμότητος τοῦ βασιλικοῦ διαβήματος
1699ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν· τὴν εὐθύνην τῶν μετέπειτα βεβαίως
1700δὲν ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξετέλεσαν ὑπ’ εὐθύνην των τὸ διά-
1701βημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξελήφθη ὑπ’ αὐτῶν τε καὶ ὑπὸ τοῦ
1702Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς βασιλικὴ δρᾶσις ἐντὸς τῶν συνταγματι-
1703κῶν ὁρίων, ἀλλὰ μὲ συνέχειαν ἀνάλογον. Ἐὰν ἠδικήθη ἢ μὴ
1704ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἴσως μέχρι τοῦδε διελευκάνθη τὸ ζή-
1705τημα.
1706§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ὑπηρε-
1707τοῦντες τὰ κοινὰ δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ὑπηρετῶσι τὰ κοι-
1708νὰ, ἀλλ’ ἐκπληροῦσιν ἐντολὴν δημοσίαν, ἤτοι ἐκπληροῦσι
1709καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη αὐτοῖς. Ἑπομένως, ἂν ἡ ἐντο-
1710λὴ αὕτη ἀφαιρεθῇ ἀπὸ αὐτοὺς, ἂν οὕτως ἀπαλλαχθῶσι τοῦ
1711καθήκοντος, δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ παραπονεθῶσι, διότι δὲν
1712ἀδικοῦνται αὐτοί. Ἐκεῖνος ὅστις ἀδικεῖται ἐν πᾶσι τούτοις,
1713εἰσὶ τὰ κοινὰ πράγματα.
1714§123Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ἡ ἐκτίμησις τῶν πραγμάτων ἠδί-
1715κησε τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, βεβαίως τοῦτο διε-
1716λευκάνθη ἢ διαλευκανθήσεται· ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τῶν μετέπειτα,
1717ἡ μὲν συνταγματικὴ ζητηθήσεται παρὰ τῶν μεταγενεστέρων
1718Κυβερνήσεων, ἡ δὲ ἠθικὴ παρὰ τῶν ἐκλογέων τῆς 3ης Μαΐου
17191892, ἢ καὶ παρὰ τοῦ Στέμματος, τοῦ σχηματίσαντος τὰς
1720τρεῖς τελευταίας Κυβερνήσεις.
1721Ἐνταῦθα ἔχει τὴν θέσιν της—μάλιστα καθ’ ἃς ἡμέρας
1722πολὺ συχνὰ γίνεται λόγος περὶ ἀχρόων καὶ χρωματισμένων
1723Ὑπουργείων—μία ἐξήγησις. Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ χρωματι-
1724σμένα καὶ ἀχρωμάτιστα Ὑπουργεῖα; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ
1725εἴπω, ὅτι πολλοὶ τῶν κ.κ. συναδέλφων κακὴν ποιοῦνται χρῆσιν
1726τῶν λέξεων Ἄχρουν Ὑπουργεῖον. Νομίζω, ὅτι πρέπει τὰ
1727Ὑπουργεῖα νὰ διαιρεθῶσιν εἰς κοινοβουλευτικὰ, εἰς ἄχροα
1728καὶ εἰς αὐλικὰ ἢ βασιλικά. Τὰ κοινοβουλευτικὰ δύνανται νὰ
1729ὑποδιαιρεθῶσιν εἰς κοινοβουλευτικὰ καταρτιζόμενα ἐκ τῶν
1730πλειοψηφιῶν, καὶ κοινοβουλευτικὰ σχηματιζόμενα ἐκ τῶν
1731μειοψηφιῶν...
1732§124Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τότε
1733δὲν εἶναι κοινοβουλευτικά.
1734§125Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κοινοβουλευτικά· ἐκ τῆς Βουλῆς ἀποῤ-
1735ῥέουσιν, ἀλλ’ ἐκ τῶν μειονοψηφιῶν.
1736§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Κυρωθέντα
1737μετὰ ταῦτα διὰ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς.
1738§127Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαιότατα· ἢ βαπτίζονται εἰς τὴν
1739κολυμβήθραν τῶν καλπῶν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῶν
1740ἐκλογέων, ἢ, ταύτης μὴ χορηγουμένης, ἀποχωροῦσι τῆς ἀρ-
1741χῆς. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ διαλύωσι τὴν Βουλήν. Βεβαίως
1742τὰ συνηθέστερα καὶ τὰ κανονικώτερα Ὑπουργεῖα εἶναι τὰ
1743κοινοβουλευτικὰ τῶν πλειοψηφιῶν, μάλιστα κατὰ τὴν τε-
1744λευταίαν δεκαετίαν αὐτὰ ἐπεκράτησαν σχεδὸν, ὡσεὶ πρόεκειτο
1745περὶ μονομαχίας πρωθυπουργικῆς τῶν κ.κ. Τρικούπη καὶ Δη-
1746λιγιάννη· ἀλλὰ δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι περιστάσεις, δικαιολο-
1747γοῦσαι τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεων ἐκ τῶν μειονοψηφιῶν.
1748Προηγήθη—ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν—ἡ Κυβέρνησις τῆς
174927 Ἀπριλίου 1875 ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο
1750Βουλευτὴς, εἶχεν ὅμως ἄλλους Βουλευτὰς περὶ ἑαυτόν. Τοι-
1751αύτη ἦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς 18 Φεβρουαρίου 1892.
1752Τοιαύτη καὶ ἡ τῆς 3 Μαΐου 1893, διότι ναὶ μὲν ὁ κ. Πρό-
1753εδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἦτο Βουλευτὴς, ἀλλὰ
1754ὑπῆρχε βουλευτικὴ ὁμάς, ἥτις εὑρίσκετο ἐν τῇ Κυβερνήσει,
1755καὶ ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους. Ἰδιαιτέρως
1756ὅμως, ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς 18 Φεβρουαρίου 1892,
1757ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω, ὅτι μετὰ τὰ συμβάντα τῆς 17 Φε-
1758βρουαρίου ἐκλήθη πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως ὁ ἀρχηγὸς
1759τῆς μείζονος μερίδος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὁ κ. Τρικούπης, ὁ
1760ὁποῖος δὲν ἐδέχθη μὲν τὴν ἐντολὴν, ὑπέδειξεν ὅμως τὴν ἀνάγ-
1761κην σχηματισμοῦ ἀχρόου Κυβερνήσεως. Τὸ Στέμμα διεφώνησε,
1762καὶ τότε ἀπετάθη εἰς τὴν ἥττονα μερίδα τῆς Ἀντιπολιτεύ-
1763σεως, τὸ λεγόμενον τότε τρίτον κόμμα, ἐξ οὗ ἐσχηματίσθη
1764ἡ Κυβέρνησις, ἥτις, ταχέως διαλύσασα τὴν Βουλὴν, ἀπηύθυνε
1765καὶ πρόγραμμα πρὸς τὸν λαὸν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3ης
1766Μαΐου. Δεκάδες μάλιστα τινὲς τῶν ὑποψηφίων ἐπέτυχον διὰ
1767τοῦ προγράμματος ἐκείνου, ἀδιάφορον ἂν ἀκολούθως ἐτάχθη-
1768σαν εἰς ἄλλα κόμματα. Ἄχρουν Κυβέρνησιν γνωρίζω τὴν τῆς
176930 Ἀπριλίου 1886, ὑπὸ τὸν μακαρίτην Βάλβην, ζήσασαν
177013 περίπου ἡμέρας καὶ σχηματισθεῖσαν μὲ τὴν εἰδικὴν ἐντο-
1771λὴν τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκλογὴν Προέδρου.
1772Ἀλλὰ πάντα ταῦτα τὰ Ὑπουργεῖα βεβαίως διαφέρουσι
1773τοῦ σχηματισθέντος κατὰ τὴν 12 Ἰανουαρίου 1895, ὅπερ
1774δὲν ἦτο ἄχρουν, ἀλλὰ σφόδρα κεχρωματισμένον ἐκ χρώματος
1775βασιλικοῦ. Ὀφείλω νὰ εἴπω μετὰ παῤῥησίας τὴν γνώμην μου,
1776μάλιστα ἐν ἡμέραις, καθ’ ἃς ἐν τῇ Βουλῇ τοσοῦτος ἐγένετο
1777λόγος περὶ αὐτοῦ, ὅτι θεωρῶ ἔκτροπα, ἐπικίνδυνα καὶ οὐχὶ
1778συνταγματικὰ τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ σχηματιζόμενα ὑπὸ τοιαύ-
1779τας συνθήκας· τὰ θεωρῶ δὲ τοιαῦτα, διότι ἐπέρχεται σύγχυσις
1780τῶν ἐξουσιῶν. Ὑπουργεῖα, σχηματιζόμενα ἀπὸ ὑπασπιστὰς
1781τοῦ Βασιλέως, φέρουσι τὴν ταυτότητα τῶν Ὑπουργῶν μετὰ
1782τοῦ Στέμματος, ἐν ᾧ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀνεύ-
1783θυνον, κατὰ τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Συντάγματος. Ὑπουργεῖον,
1784συνεδριάζον ὑπὸ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ Βασιλέως
1785καὶ συγκροτούμενον ὑπὸ ὑπασπιστῶν του, εἶναι ἐπιζήμιον
1786εἰς τὸν τόπον, ἐπικίνδυνον εἰς αὐτὸ τὸ Στέμμα. Δὲν εἶναι βε-
1787βαίως διόλου συντελεστικαὶ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς αἴγλης
1788τοῦ Στέμματος αἱ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας γενόμεναι ἐν τῇ
1789Βουλῇ συζητήσεις περὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης πράξεων τοῦ
1790Ὑπουργικοῦ ἐκείνου Συμβουλίου, οὗτινος αἱ συνεδριάσεις
1791ἐγίνοντο ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Βασιλέως. Καὶ θεωρῶ καθῆ-
1792κόν μου νὰ εἴπω ἄνευ περιστροφῶν τὴν γνώμην μου, ὅτι τοι-
1793αύτη βασιλικὴ δρᾶσις ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγμα-
1794τος, θὰ ἦτο δὲ αἱρετώτερον νὰ σχηματίζωνται αἱ Κυβερνήσεις
1795ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, ἢ ἐν ἀνάγκῃ ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν,
1796ἐκτάκτως δὲ, λίαν ἐκτάκτως, ἀπὸ ἄχρουν Κυβέρνησιν, οὐδέποτε
1797ὅμως αὐλικὰ ἢ βασιλικὰ Ὑπουργεῖα. Ἄλλως δὲ ὑπασπισταὶ
1798τοῦ Βασιλέως, ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν ἀνακτόρων, λαμβάνοντες
1799τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἐπανερχόμενοι μετὰ ταῦτα εἰς
1800τὰ ἀνάκτορα, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν ἀνεξάρτητον ἐκείνην
1801θέσιν, ἣν ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Δὲν εἶμαι
1802βεβαίως κατὰ τῆς βασιλικῆς δράσεως ἀπὸ ὑψηλοτέρας ἀπό-
1803ψεως καὶ ἐντὸς τοῦ περιθωρίου τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ εἶναι
1804πολὺ λεπτεπίλεπτος ἡ προσήκουσα διαχείρισις τῆς τοιαύτης
1805ἐντολῆς. Εἰλικρίνεια, σταθερότης, ἀπόφασις καὶ ὡρισμένον
1806σχέδιον μετὰ σεβασμοῦ πρὸς τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας
1807εἶναι τὰ ἄριστα πρὸς τοῦτο ἐφόδια· ἄλλως, πρὸς ἀποφυγὴν
1808ὁμοίων σκοπέλων, προτιμότερον τὸ ἐπίσης ἐλαττωματικὸν σύ-
1809στημα τῆς δεδηλωμένης, ὅπερ ὅμως μᾶς ἤγαγεν ὅπου περιήλ-
1810θομεν. Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι, διότι προέβην εἰς τοιαύτην
1811ἐξέτασιν, ἐὰν θεωρηθῇ παρέκβασις, διότι εἶχε τὴν θέσιν της
1812ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1813Ἤδη εἰσέρχομαι εἰδικώτερον εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1814Δὲν παρακάθημαι ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, (δεικνύει τὴν Συμ-
1815πολίτευσιν) ἀλλὰ, πιστεύσατε, δὲν ἐνδιαφέρομαι ἴσως ὀλι-
1816γώτερον τῶν παρακολουθούντων τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνή-
1817σεως. Αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐσχηματίσθη ἡ ἐνε-
1818στῶσα Κυβέρνησις, αἱ ἐκτάκτως σπουδαῖαι καὶ κρίσιμοι, ἡ
1819καλὴ πρόθεσις, — ἂς τὸ ὁμολογήσω — ἡ ὁποία βεβαίως ὑπάρχει
1820καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς ὅλα τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ
1821Συμβουλίου, ἰδίως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος πρὸ δεκαε-
1822τηρίδων ἀγωνίζεται ὑπὲρ τοῦ τόπου, ἐπιβάλλει εἰς πάντα
1823Βουλευτὴν νὰ μὴ ματαιώσῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν
1824ἀνῆλθον, ὡς ἐννοεῖτε διὰ τούτων, εἰς τὸ βῆμα προκατειλημ-
1825μένος κατὰ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μετὰ πάσης
1826εἰλικρινείας θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ θὰ ἦμαι εὐτυχής,
1827ἐὰν δυνηθῶ νὰ μεταδώσω τινὰς τῶν ἰδεῶν μου, ἐὰν αὗται
1828ἦναι καλαί, διότι, ὡς εἶπον, δὲν ἀνήκω εἰς τὴν Ἀντιπολί-
1829τευσιν, ἡ ὁποία ἐκ προκαταλήψεως κατακρίνει πάσας τὰς
1830ὑπουργικὰς πράξεις...
1831§128ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη Ἀντιπολίτευσις.
1832§129Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, τόσῳ τὸ καλλίτερον·
1833ἄλλως, τόσῳ τὸ χειρότερον... Αἱ περιστάσεις, ἐπαναλαμβάνω,
1834καθ’ ἃς ἐκλήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ προχωρήσῃ πρὸς τὰ πρόσω,
1835εἶναι τόσῳ κρίσιμοι, τόσῳ σπουδαῖαι, ὥστε εἰς πάντα ἐπι-
1836βάλλεται νὰ παράσχῃ τὴν δυνατὴν συνδρομήν, ὅπως ἐξέλθω-
1837μεν τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, διότι ἡ
1838ἀποτυχία τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως ἔσται ἐθνικὴ, μεγίστη
1839ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ζημία, συνταγματική τε καὶ οἰκονομική.
1840Ἄς μοι ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον
1841τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ εἰς τὰ μέλη αὐτοῦ, ὅτι
1842ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς βεβαίως δὲν ἀντιποκρίνεται
1843εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ὁ κ. Πρόε-
1844δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐπὶ
1845τῆς πολιτικῆς σκηνῆς πρὸ 32 ἐτῶν,—διότι, ἐὰν ἡ σημείωσίς
1846μου ἦναι ἀκριβὴς, ἀπὸ τῆς 27 Μαρτίου τοῦ 1863 παρου-
1847σιάζεται ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν,—ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
1848Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις ἀριθμεῖ τόσον μακρὰν ὑπη-
1849ρεσίαν πολιτικὴν, ὥστε ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ μακαρίτου
1850Κουμουνδούρου ἐγένετο ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις
1851πρὸ δεκαετίας ἐγένετο Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ καλεῖ-
1852ται τὸ τρίτον ἤδη πανηγυρικῶς καὶ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ παρὰ
1853τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι λυπηρὸν, ὅτι δὲν εὑρέθη ὅσον
1854ἔδει παρεσκευασμένος, καὶ δὲν εὑρέθη παρεσκευασμένος οὔτε
1855κατὰ τὸ 1885, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
18561886, οὔτε κατὰ τὸ 1890, συζητουμένου τοῦ προϋπολογι-
1857σμοῦ τοῦ 1891, οὔτε σήμερον.
1858Ἐῤῥήθη κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι τὸ ὀλιγοχρόνιον διάστημα, τὸ
1859ὁποῖον ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τῆς ὁρκίσεως τῶν Ὑπουργῶν μέχρι
1860τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι τὸ αἴτιον, ἕνεκα τοῦ
1861ὁποίου δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παρασκευάσωσι τὸν προϋπολογι-
1862σμόν. Ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω. Βεβαίως τοῦτο εἶναι εἷς
1863λόγος, ὅπως παραδεχθῇ τις, ὅτι δὲν ὑπῆρχε χρόνος πρὸς ἐργα-
1864σίαν ἐν ἀνέσει· ἀλλ’ ἐνδεδειγμένος ὡς μέλλων Πρόεδρος τῆς
1865Κυβερνήσεως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἦτο πρὸ μηνῶν, τὸ
1866βραδύτερον δὲ ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῶν ἐκλογῶν, ὥστε πρέπει
1867νὰ καταλογισθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ὅλος ὁ χρόνος οὗτος εἰς
1868αὐτόν. Δὲν εἶναι ὅμως, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ ἔλλειψις
1869χρόνου τὸ αἴτιον· ὁ λόγος εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν πολιτεύεται
1870ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐξ οὗ δὲν ἠδύνατο νὰ παρα-
1871χθῇ ἄλλο ἀποτέλεσμα, εἰμὴ αὐτό. Ἀντιπολιτεύεται ἀρνητικῶς.
1872Διότι ἄλλως, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἠδύνατο
1873νὰ ὑποβάλῃ ὁλόκληρον προϋπολογισμὸν καὶ νομοσχέδια, ὥστε
1874ἐρχόμενος νὰ ἐπαναλάβῃ ἁπλῶς αὐτὰ καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόσῃ. Τὸ
1875ἕτερον τῶν αἰτίων εἶναι, ὅ,τι πάντοτε παρετηρήθη, ὁ τρόπος
1876τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως· αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ μέχρι
1877τῆς στιγμῆς τῆς ὁρκίσεώς των δὲν γνωρίζουσιν ἐὰν θὰ γείνωσιν
1878Ὑπουργοὶ καὶ εἰς ποῖον Ὑπουργεῖον! Ὅσον Ἄτλας καὶ ἐὰν
1879ἐκληφθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὴν
1880ῥάχιν του ὅλον αὐτὸ τὸ βάρος τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων, ὥστε νὰ
1881ἔχῃ παρεσκευασμένον προϋπολογισμὸν διὰ τὰ ἑπτὰ Ὑπουργεῖα.
1882Κύριοι, τὸν συζητούμενον προϋπολογισμὸν θεωρῶ πολὺ
1883σπουδαῖον· τὸν ὠνόμασα προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος,
1884καὶ θέλω θεωρήσει πολὺ ἐπικίνδυνον, πολὺ ἐπιζήμιον, ἐὰν
1885ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου κανονισθῶσιν αἱ
1886σχέσεις τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν του. Εἶναι ἀληθές,
1887ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν καλῇ πίστει
1888—διότι βεβαίως δὲν ἀρνοῦμαι αὐτῷ πᾶσαν καλὴν πρόθεσιν—
1889ὑπόσχεται πολλὰ διὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον· ἀλλὰ συνεσω-
1890ρεύθησαν τόσαι πολλαὶ ὑποσχέσεις δι’ αὐτήν, ὥστε ἐπιτρέ-
1891ψατέ μοι ν’ ἀρχίσω νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἐκτελέσεώς των.
1892Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε συνεζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891,
1893ἀκριβῶς τὰς αὐτὰς περίπου εἶχεν ὑποβάλει τῇ 28 Φεβρουα-
1894ρίου 1891 παρατηρήσεις, ἂν καὶ τότε δὲν εἶχε συμβῆ τὸ
1895ἐθνικὸν δυστύχημα· ὁ δὲ τότε πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ
1896τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ συμπολίτης μου κ. Γεωργιάδης,
1897λαβὼν τὸν λόγον, δι’ εὐγλώττου ὁμιλίας του προσεπάθησε
1898νὰ καθησυχάσῃ τὴν Βουλήν, καὶ ὑπεσχέθη, οἱονεὶ κατ’ ἐντο-
1899λὴν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον «λαγοὺς μὲ
1900πετραχήλια». Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω μέρος τῆς
1901ὁμιλίας ταύτης τοῦ κ. Γεωργιάδου τῆς 28 Φεβρουαρίου
19021891 (ἀναγινώσκει περικοπάς).
1903§130ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπῆρχον προτάσεις περὶ
1904Κτηματικῆς Τραπέζης· ἀλλ’ ὅτε ἡ Κυβέρνησις, διότι οὕτως
1905ἐνομίσθη καλόν, ἐῤῥίφθη εἰς τὰς ὁδούς, πᾶνε καὶ τὰ ἔργα,
1906πᾶνε καὶ αἱ διαπραγματεύσεις.
1907§131Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ὁμιλία ἐγένετο τὴν 28 Φεβρουα-
1908ρίου 1891, ἓν ἔτος πρὸ τῆς παύσεως τῆς Κυβερνήσεως.
1909§132ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Νόελ διεπραγματεύετο μὲ κεφάλαια
1910ἀγγλικὰ νὰ φέρῃ Γεωργικὴν Τράπεζαν· ἀλλὰ ταῦτα δὲν γί-
1911νονται ἀμέσως.
1912§133Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἀναφαίνεται ὁ ἀξιό-
1913τιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ὅστις μὲ τρίχινον ἀληθῶς
1914σάκκον καὶ μὲ σποδὸν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα,
1915ἵν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς τύχης του, ἐὰν πρέπῃ νὰ κλείσῃ τὸ
1916πολιτικόν του στάδιον, ἢ ἐὰν ὀφείλῃ νὰ μεταβῇ εἰς μοναστή-
1917ριον, ὅπως συντάξῃ τὸ τροπάριον τῆς Κασσιανῆς...
1918§134ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξετάσω καὶ νὰ πείσω ἐμαυτόν, ἐὰν
1919ἐγὼ πρέπῃ νὰ λάβω τὴν ὁδὸν τῆς μετανοίας ἢ ἄλλος τις.
1920§135Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀτυχῶς, κ. συνάδελφε, καὶ ἡ ὁμιλία
1921σας, καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα, καὶ ἡ ἀπάντησίς σας
1922δεικνύει, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ ἐκφράσω γνώμην,—καὶ ἴσως
1923δικαιοῦμαι εἰς τοῦτο, ἀφοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν ὡμιλήσατε,—
1924ὅτι δὲν ὑπάρχει στάδιον ἐκλογῆς μεταξὺ τῶν δύο σας. Διότι
1925ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅστις τὰς ἑξαώρους ἀγο-
1926ρεύσεις του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰς ἐσυντόμευε μετὰ
1927τὸ ἐθνικὸν δυστύχημα εἰς τριώρους, καὶ τὸν ὁποῖον τοσάκις
1928εἴχομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀκούσωμεν λαλοῦντα ἐνθουσιω-
1929δῶς, ὡς εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῶν τρικουπικῶν προϋ-
1930πολογισμῶν, ὅταν, λέγω, ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς καὶ
1931μετὰ τὸ ἐθνικὸν δυστύχημα ἔχῃ ἀκόμη τὴν δύναμιν νὰ ὑψώνῃ
1932τὴν φωνήν του καὶ νὰ εὑρίσκῃ λέξεις, ὅπως συνηγορῇ ὑπὲρ
1933τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος ἐκείνου, τῇ ἀληθείᾳ δὲν μένει
1934δι’ αὐτὸν ἄλλη πλέον ὁδός, ἐκτὸς τῆς πρὸς μοναστήριον ἀγού-
1935σης, ἐὰν μὴ προτιμᾷ τὸ humanum errare, perseverare
1936diabolicum, ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι, διαβολικὸν τὸ ἐμ-
1937μένειν εἰς τὴν πλάνην.
1938Δὲν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν, διότι
1939ἀργὰ ὡμίλησεν ἐπὶ νομοσχεδίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπερήσπιζε
1940δικαιοτάτην ὑπόθεσιν, τὴν μὴ κατάργησιν τῶν προσόντων
1941τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπου ὅμως μετὰ
1942πολλῆς τόλμης ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν κατὰ τῆς συναλλα-
1943γῆς. Ἐὰν ἤμην ἐδῶ, ἴσως θὰ ἐλάμβανον ἀμέσως τὸν λόγον,
1944ἵνα τὸν παρακαλέσω νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας τινάς· τί ἔκα-
1945μεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφός μας, ὅταν μὲ τὴν ἱκα-
1946νότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὴν ἐξήγησιν τῶν ἀριθμῶν,—ἐγὼ
1947τοὐλάχιστον δὲν σᾶς ζαλίζω μὲ ἀριθμοὺς — ἀνεύρισκε τὴν
1948παράβασιν τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, χάριν
1949τῆς συναλλαγῆς, ἀλλὰ δὲν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ γράψῃ γραμ-
1950μάς τινας ἐν ταῖς ἐκθέσεσί του, ἵνα τὰς καταγγείλῃ; Ἠκού-
1951σαμεν πρό τινων ἡμερῶν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσήνης συνάδελφον,
1952ὅστις ἀπηρίθμει δημόσια ἔργα οὐχὶ κατώτερα τοῦ 1,000,000
1953δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐνηργήθησαν παρὰ τὸν νόμον περὶ δημο-
1954σίου λογιστικοῦ...
1955§136ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
1956§137Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι ἀληθές. Ἀλλὰ
1957δὲν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφον ν’ ἀπαν-
1958τήσῃ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπευθύ-
1959νως ἀνέπτυξα, περὶ κατασκευῆς μιᾶς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ καὶ ἑτέ-
1960ρας σιδηροδρομικῆς, ἀπὸ σημείου τινὸς τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ
1961μέχρις ἐπαύλεως Βουλευτοῦ, ἰσχυροῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐν
1962τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, καθ’ ἣν ἐπο-
1963χὴν ἐκρημνίζοντο εἰς τοὺς βραχώδεις δρόμους οἱ συμπολῖταί
1964μου, ὁδοῦ καὶ σιδηροδρόμου κατασκευασθέντων ἐναντίον τοῦ
1965νόμου τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας καὶ ἐκείνου τοῦ 1878, καὶ
1966παρὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1891, τὸ ἐκδοθὲν περὶ χαρακτηρι-
1967σμοῦ τῆς ἀπὸ Βόλου εἰς Μηλίναν ὁδοῦ, ἄνευ δημοπρασίας.
1968§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀποτείνεσθε πρὸς ἐμὲ ὡς Ὑπουργὸν
1969τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐγὼ δὲν ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
1970τερικῶν.
1971§139Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. ἐκ Παρνασ-
1972σίδος Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ πολλὰς περιόδους ἦτο σχεδὸν
1973συνεχῶς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋ-
1974πολογισμοῦ, ἢ καὶ πρόεδρος αὐτῆς.
1975§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, ὅτι εἶσθε πολὺ δυνατὸς εἰς τὸ
1976Συνταγματικὸν δίκαιον, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς
1977τῆς πλειοψηφίας εὐθύνεται διὰ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν.
1978Ἐὰν ὑπάρχῃ που τοῦ Συντάγματος διάταξίς τις, ἀναγράφουσα
1979τοῦτο, παρακαλῶ νὰ μοῦ τὴν ὑποδείξητε.
1980§141Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν σᾶς θεωρῶ νομικῶς ὑπεύθυνον, ἀλλ’
1981ὡς πολιτικῶς ὑπεύθυνον· διότι, κύριε συνάδελφε, εἰς τὰς ἑξαώ-
1982ρους ἀγορεύσεις σας καὶ τὰς πολυτελίδους ἐκθέσεις σας, κατὰ
1983τὰς ὁποίας μετὰ τόσης θέρμης ὑπεστηρίξατε τὸ ὀλέθριον ἐκεῖνο
1984σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς κατέστρεψε, καὶ τὸ ὁποῖον ἀκόμη
1985ὑποστηρίζετε, δὲν ἤκουσα νὰ ποιῆτε λόγον περὶ μιᾶς τοὐλά-
1986χιστον ἐκνόμου πράξεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀξίας παρα-
1987τηρήσεως καὶ προσοχῆς, ἂν οὐχὶ ψόγου. Καὶ ὅταν κατηγγέλ-
1988λετο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διὰ ῥητὰς καὶ σαφεῖς παραβάσεις
1989καὶ ὡς συναλλασσομένη συνεχῶς μεθ’ ὅλων καὶ περὶ ὅλων,
1990δὲν σᾶς ἤκουσα διαμαρτυρόμενον. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε λοιπὸν
1991νὰ μὴ θεωρῶ δίκαιον τὸν ἔλεγχον ὑμῶν κατὰ τῆς σημερινῆς
1992Κυβερνήσεως, θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι δὲν μοὶ
1993ἐμπνέετε ἐμπιστοσύνην διὰ τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἀπεφασί-
1994σατε νὰ κηρύξητε κατὰ τῆς συναλλαγῆς.
1995Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ μίαν θεμελιώδη ἔχω νὰ
1996ὑποβάλω παρατήρησιν, ἡ ὁποία προέχει ὅλων τῶν ἄλλων.
1997Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι· σεῖς θὰ τὸ κρίνητε. Ὡρίμως σκεφθεὶς,
1998νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον, ὑποστηρίζων τοῦτο. Πέποιθα,
1999ὅτι πρὸ τοῦ συμβιβασμοῦ πρέπει νὰ γείνῃ ὁ προϋπολογισμὸς
2000τοῦ μέλλοντος· διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν γείνῃ, θ’ ἀποκρυσταλλωθῇ
2001τὸ ὀλέθριον οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ πρώην ἐκ Μεσολογγίου
2002Βουλευτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἰς ἡμᾶς ἐναπολείπεται πλέον
2003τότε ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ἤδη ἔχομεν, νὰ ἐπαναφέρωμεν
2004τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀλήθειαν,—διότι ἤδη εἴμεθα εἰς τὸ ψεῦ-
2005δος, δηλαδὴ εἰς τοὺς εἰκονικοὺς προϋπολογισμούς· εἰκονικὰ
2006τὰ ἔσοδα, εἰκονικὰ τὰ ἔξοδα· πάντοτε περισσεύματα εἰς τοὺς
2007προϋπολογισμοὺς, πάντοτε ἐλλείμματα τεράστια εἰς τοὺς ἀπο-
2008λογισμούς. Ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, μὴ λάβωμεν τὰ προσήκοντα
2009μέτρα, ὅπως μορφώσωμεν προϋπολογισμὸν, ἀνταποκρινόμενον
2010εἰς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, κινδυνεύομεν νὰ βα-
2011ρυνθῶμεν ἡμεῖς μὲν ἰσοβίως, νὰ κληροδοτήσωμεν δὲ εἰς τὰς
2012ἐπερχομένας γενεὰς τὸ ὀλέθριον αὐτὸ οἰκονομικὸν σύστημα.
2013Ἄλλως, τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀπαιτεῖ ἡ καλὴ πίστις μεταξὺ
2014τῶν συμβαλλομένων μερῶν, διότι εἶχε φουσκωθῆ ὡς ἀσκὸς ὁ
2015προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος εἰς τὰ ἔσοδα· διότι διὰ δια-
2016φόρων ταχυδακτυλουργιῶν ἐπαρουσιάζοντο τὰ πράγματα
2017κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐφαίνετο ἀνθηροτάτη ἡ κατά-
2018στασις ἡμῶν πάντοτε εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς, κακίστη δὲ
2019εἰς τοὺς ἀπολογισμούς.
2020Αὐτὴν τὴν θεμελιώδη ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατήρησιν. Ἑτέ-
2021ραν δὲ, ὅτι ὑπάρχει σύγχυσις εἰς τὴν λέξιν οἰκονομία. Ἔλα-
2022βον τὴν τιμὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς μεταβολῆς τοῦ Κα-
2023νονισμοῦ τῆς Βουλῆς νὰ ὑποβάλω τότε συντόμως τὰς σκέψεις
2024μου· ἁπλῶς ὑπενθυμίζω καὶ ἤδη, ὅτι δὲν εἶναι οἰκονομία, ὅταν
2025ἀφήσῃ τις τοὺς ὑπαλλήλους νήστεις· ἀλλὰ βεβαίως εἶναι σπα-
2026τάλη, ὅταν πληρόνῃ ἀργομίσθους. Ψαλὶς λοιπὸν καὶ ψαλὶς
2027γενναία εἰς τοὺς κηφῆνας καὶ τοὺς ἀργομίσθους, ἢ τοὺς τυχὸν
2028διεφθαρμένους. Ταύτην θεωρῶ οἰκονομίαν. Ἀλλ’ ἱκανοποίη-
2029σις ἐπαρκὴς εἰς τοὺς ἐργαζομένους καὶ ἐναρέτους ὑπαλλήλους.
2030Χωρὶς, Κύριοι, νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔχω ὡρισμένην τινὰ προσωπι-
2031κὴν ἀφορμὴν, σᾶς φέρω ἓν πρόχειρον, ὅσον εὔγλωττον παρά-
2032δειγμα. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, ἔχομεν 12
2033τακτικοὺς κλητῆρας καὶ 18 ἐκτάκτους, τὸ ὅλον 30. Καὶ τότε
2034ἔλεγον· «ἔχετε νὰ κόψητε περιττούς; κόψατέ τους. Ἐκείνους
2035τοὺς ὁποίους θὰ κρατήσητε, πληρώσατέ τους καλῶς.» Ἀτυ-
2036χῶς δὲν εἰσηκούσθην, διότι δὲν ἐργάζονται ὅλοι· ἐγὼ βλέπω
20374 ἢ 5 ἢ 10, τὸ πολὺ 15, ἐὰν θέλετε, εἰς τοὺς ὁποίους πί-
2038πτει ὅλον τὸ βάρος· οἱ λοιποὶ τί γίνονται; ποῦ εὑρίσκονται;
2039Ἰδοὺ τί ἐννοῶ οἰκονομίαν· ἀντὶ τῶν 30, 15 πληρονομένους
2040καλῶς, ἀλλ’ ὑπηρετοῦντας εὐσυνειδήτως. Τὰ αὐτὰ ἐπανα-
2041λαμβάνω διὰ τὸ προσωπικὸν ὅλων τῶν κλάδων, ὅλων τῶν
2042ὑπηρεσιῶν· ἡ ψαλὶς νὰ ψαλιδίσῃ τοὺς κηφῆνας καὶ τοὺς ἀρ-
2043γομίσθους, νὰ περικόψῃ πᾶσαν κατάχρησιν, ὅπου ὑπάρχει.
2044Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη καὶ προσθήκης δαπανῶν, αὐξήσεως μι-
2045σθῶν καὶ ἱκανοποιήσεως πολλῶν ἀπαραιτήτων πολιτειακῶν
2046ἀναγκῶν. Αὐτὰ κατὰ γενικὸν κανόνα ἤθελον συστήσει εἰς
2047τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν· διότι δὲν νομίζω, ὅτι
2048εἶναι οἰκονομία, ὅταν περικόψητε π. χ., ὅπως θὰ λάβω ἀφορ-
2049μὴν βραδύτερον νὰ εἴπω, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος
2050περιέκοψε, τρεῖς εἰσαγγελικὰς θέσεις. Ἐνόμιζεν, ὅτι οἰκονομεῖ
2051ἑκατοντάδραχμά τινα· ἀλλ’ ἀφῆκε τρία Πρωτοδικεῖα ἄνευ
2052Εἰσαγγελέων ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη!
2053Ἵνα μὴ μακρύνω τὸν λόγον μου, παραλείπω τὰς παρατη-
2054ρήσεις, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τῶν Ὑπουρ-
2055γείων τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν Ναυτικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύ-
2056σεως, ἐπίσης περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Κατὰ τὴν 28
2057Φεβρουαρίου 1891 εἶχον ὁμιλήσει διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ προϋ-
2058πολογισμοῦ, καὶ πολλὰ ἔκτοτε δὲν μετεβλήθησαν· εἶχον ἐκ-
2059φράσει ἔκτοτε τὰς ἰδέας μου περὶ τούτων. Ἄλλως τε ταῦτα
2060δὲν χρησιμεύουσι διὰ τὸν σημερινὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ εἶ-
2061ναι μᾶλλον ἐνδείξεις, αἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς
2062τὸ μέλλον, θὰ δοθῇ δὲ καὶ ἄλλοτε εὐκαιρία νὰ τὰ ἐπανα-
2063λάβω.
2064Ἐπιτραπήτω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις εἰδικώτερον ἐπὶ
2065τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ
2066ὁποίου τοὺς ἀριθμοὺς ἐννοῶ καλλίτερον, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον
2067δίδω περισσοτέραν σημασίαν, ἕνεκα λόγων εὐνοήτων. Ὁποία ἡ
2068κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἦτο οὐχὶ περιττὸν, ἀλλ’ οὔτε
2069ἀνάλογον μὲ τὴν σπουδαιότητα τῆς συζητήσεως, νὰ ἐκθέσω
2070εἰς ὑμᾶς. Τίς δὲν τὴν γνωρίζει; Αἱ ἀλλεπάλληλοι ἐπερωτή-
2071σεις περὶ αὐτῆς δὲν εἶναι ἀρκεταί;
2072Ἐν τούτοις, πρὸ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, τί προτεί-
2073νει ἡ Κυβέρνησις πρὸς βελτίωσιν; Μίαν ἐγκύκλιον, πιστοποιοῦ-
2074σαν τὴν κατάστασιν ταύτην, ὀφειλομένην εἰς τὴν χαλάρω-
2075σιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καὶ τρία νομοσχέδια, ὧν τὸ ἓν,
2076τὸ περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν, κατεβιβάσθη
2077πολὺ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἵνα συζητηθῇ, ὑποθέτω, κατὰ
2078τὴν ἄλλην σύνοδον· τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ προ-
2079ληπτικοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τὸ περὶ προσόντων τῶν Εἰσαγγε-
2080λέων καὶ ἄλλων τινῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἐὰν δὲν λέγω
2081τι διὰ τὴν κατάστασιν τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης, εἶναι
2082ἀνάγκη νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς ποινι-
2083κῆς δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ ἰδιαιτέρως τὴν προσο-
2084χὴν παντὸς Ἕλληνος;—ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, διότι
2085καθίσταται πλέον ἀμφίβολος ἡ ὕπαρξις αὐτῆς τῆς Πολι-
2086τείας, ὅταν καλπαστικῶς αὐξάνωσιν αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέ-
2087σεις. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1891 ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ
2088ὑποθέσεις 89,648· κατὰ τὸ τέλος τῆς γʹ τριμηνίας τοῦ 1893
2089ἦσαν 106,861, ἤτοι ἐπὶ πλέον 17,213· ἤδη βεβαίως θὰ
2090ἦναι πολὺ πλείονες. Οὕτω τὰ ἔτη διαδέχονται ἄλληλα, καὶ
2091δεκάδες χιλιάδων ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις κληροδοτοῦνται εἰς τὰ
2092ἑπόμενα ἔτη. Ὑπολογίσατε ὅλας τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις,
2093τὰ ἐν αὐταῖς καλυπτόμενα ἐγκλήματα, τὸ ποσὸν τῶν κατη-
2094γορουμένων, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἀληθῶς καθίσταται ἀμφίβο-
2095λος ἡ ὕπαρξις τῆς Πολιτείας ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας. Ἀλλὰ
2096ποία λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως καθαρισθῶσι τ’ ἀνακριτικὰ
2097Γραφεῖα ἀπὸ τὰς ἑκατοστύας χιλιάδας τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέ-
2098σεων; Ὑπάρχει ἀπέχθεια κατὰ τῆς στατιστικῆς ἐν Ἑλλάδι.
2099Θεωρεῖται ἐχθρὸς ἄσπονδος. Ἡ στατιστικὴ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη
2100εἶναι μία ἐκ τῶν καλλιτέρων φίλων· ἐνταῦθα ἡ στατιστικὴ
2101εἶναι ἐχθρὰ τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἐπιῤῥίπτει φῶς εἰς τὴν ὀκνη-
2102ρίαν! Ἐλειτούργει ἄλλοτε στατιστικὸν γραφεῖον ἐν τῷ Ὑπουρ-
2103γείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Ἤδη ἐξέλιπε σχεδὸν καθ’ ὁλοκλη-
2104ρίαν. Ὁ συζητούμενος προϋπολογισμὸς περικόπτει 1500 δραχ-
2105μὰς, ἵνα ἡ ἀτελεστάτη στατιστικὴ ὑπηρεσία ἐκτελῆται ἀτελε-
2106στέρα. Καὶ τοῦτο λέγεται οἰκονομία! Ὑπάρχουσιν εἰσαγγε-
2107λικὰ γραφεῖα, βεβαρυμένα ὑπὸ δεκάδων χιλιάδων ὑποθέσεων,
2108εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει εἷς κἂν ἀντεισαγγελεύς· μόνον δύο
2109ἀντεισαγγελεῖς ἔχομεν. Ὥστε εἴκοσι Πρωτοδικεῖα δὲν ἔχουσιν
2110ἀντεισαγγελεῖς! Καὶ ναὶ μὲν ὑπάρχει ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων
2111παρέδρων, ὃν εἰσήγαγεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὅστις
2112ἐν τῇ βάσει μὲν αὐτοῦ εἶναι καλὸς, ἀλλ’ ἐν ταῖς λεπτομερείαις
2113οὐχὶ, διότι δίδει δικαίωμα ψήφου εἰς μὴ ἰσοβίους δικαστὰς,
2114ἀλλὰ τοῦτο δύναται νὰ βελτιωθῇ· οἱ ἔμμισθοι ὅμως οὗτοι
2115πάρεδροι, μόνον ἐπὶ ἔτος ἀναπληροῦντες ἀντεισαγγελεῖς, εἰς
2116τὴν θέσιν δὲ τοῦ πρωτοδίκου ἀτενίζοντες, δὲν ἀνταποκρίνονται
2117εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς εἰσαγγελικῆς ὑπηρεσίας· καὶ οὕτως ἡ
2118ποινικὴ δικαιοσύνη πάσχει, χάριν τοιούτων οἰκονομιῶν. Τοῦτο
2119ἐγὼ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν τὸ ὀνομάζω οἰκονομίαν, ἀλλὰ με-
2120γίστην σπατάλην. Ἔχομεν πέντε Ἐφετεῖα, καὶ εἰς τὸν προϋ-
2121πολογισμὸν μόνον τρεῖς ἀντεισαγγελεῖς ἐφετῶν· ἐν τούτοις ἔχο-
2122μεν νόμον, δῆθεν ἰσχύοντα, τῆς 28 Μαΐου 1887 «περὶ ἐπο-
2123πτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων», κατὰ τὸν
2124ὁποῖον ὀφείλουσιν οἱ Εἰσαγγελεῖς ἀνὰ πᾶσαν τριμηνίαν νὰ ἐνερ-
2125γῶσι παντοίας ἐπιθεωρήσεις τῶν δικαστικῶν γραφείων κτλ.,
2126καὶ οὐδὲν τούτων γίνεται, ἢ συντάσσονται ἀτυχῶς ἐνίοτε εἰ-
2127κονικαὶ ἐκθέσεις. Καὶ ἐζήτησα μὲν ἀπὸ τῆς 27 Ἰουνίου 1895
2128πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ πα-
2129ρεκάλεσα αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας ὡς
2130πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν ἢ μὴ τοῦ νόμου τούτου, ἐπίσης ὡς πρὸς
2131τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ διατάγματος ἀπὸ 23 Ὀκτωβρίου
21321872 περὶ στατιστικῆς, ἀλλὰ δὲν εὐηρεστήθη νὰ τὰς κατα-
2133θέσῃ μέχρι σήμερον.
2134Χαλάρωσις τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν
2135ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ του, εἶναι
2136τὸ κύριον αἴτιον, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλεται ἡ ἀσθένεια τῆς δι-
2137καιοσύνης καὶ εἰς ὃ πρέπει νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του· ἀλλὰ
2138οὐχὶ διὰ λόγων· πρέπει νὰ λάβῃ τὰ ἀνάλογα μέτρα. Καὶ
2139ἐπαναλαμβάνω ἐνταῦθα μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν καὶ
2140ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Εἶμαι
2141βεβαιότατος, ὅτι αἱ χιλιάδες τῶν νόμων δὲν φέρουσι θερα-
2142πείαν· πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἡ κλείς, ὁ μοχλὸς τῆς ἐφαρμογῆς τῶν
2143νόμων, καὶ μοχλὸς εἶναι ὁ δικαστικὸς ὀργανισμός. Ἂς στρέ-
2144ψωμεν λοιπὸν ὅλοι τὴν προσοχὴν ἐκεῖ, ἂς εἴπῃ ἕκαστος τὴν
2145γνώμην του, ἂς εὑρεθῇ ἡ πασῶν καλλιτέρα, καὶ ἂς βελτιωθῇ
2146ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς, ἢ, ἀκριβέστερον, ἐξασφαλισθήτω ἡ
2147ἀκριβὴς αὐτοῦ ἐφαρμογή, διότι τότε καὶ μὲ ὀλιγωτέρους νό-
2148μους θὰ βαδίσωμεν καλῶς, καὶ αὐτῶν τῶν κακῶν νόμων ἡ
2149ἐφαρμογὴ ἔσεται ἧττον ἐπιζήμιος. Ἔλεγον ἄλλοτε, ὅτι ἀπὸ
2150τῆς 8 Φεβρουαρίου τοῦ 1845 μέχρι τῆς 17 Φεβρουαρίου 1864
2151ἐψηφίσθησαν 92 νόμοι, ἐνῷ ἀπὸ τῆς 17 Φεβρουαρίου 1864
2152μέχρι σήμερον — εἰς ἄλλην συνεδρίασιν εἶχον εἴπει μέχρι τῆς
2153ἡμέρας ἐκείνης — 2188! Ὡς μέσος ὅρος ἐτήσιος τῆς πρώ-
2154της συνταγματικῆς περιόδου εἶναι 4–5 νόμοι· ὁ μέσος ὅρος
2155τῆς δευτέρας συνταγματικῆς περιόδου εἶναι 70 περίπου.
2156Πρὸς τί οἱ νόμοι, ἀφοῦ δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ τοὺς ἐφαρ-
2157μόζωμεν; Ἄριστος ὁ νόμος περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως
2158τῶν δικαστικῶν γραφείων· ὁποῖον ὅμως τὸ ἐξ αὐτοῦ ὄφελος,
2159ἀφοῦ δὲν λειτουργεῖ; Πρὸς τί ἡ πληθὺς τῶν νόμων; πρὸς τί
2160τὰ διατάγματα; Ὅταν συνέπεσε νὰ διευθύνω ἐπ’ ὀλίγον τὸ
2161Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, δὲν συνέπραττεν ἡ Κυβέρνησις
2162ἐκείνη μετὰ τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ φέρω νομοθετικὰς προτά-
2163σεις· δὲν ἐξέδωκα κἂν πολλὰ διατάγματα, ἓν ἐθεώρησα ὅμως
2164καλὸν νὰ ἐκδοθῇ διάταγμα κανονιστικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ
2165τηρῶνται βιβλία ἀπουσίας τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ
2166ὑπηρετῶν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον οὐδέποτε ἐγίνωσκε, ποῦ εὑ-
2167ρίσκοντο οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ καὶ ὑπηρέται, καθόσον ἀπου-
2168σίαζον ἄνευ ἀδειῶν καὶ μὲ τὰς ἀμοιβαίας ἐκείνας παραχωρή-
2169σεις τῶν Προέδρων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων. Τὸ διάταγμα
2170ἐκεῖνο ἐγένετο μετὰ τὴν δέουσαν βάσανον, τῇ βοηθείᾳ καὶ ἐπι-
2171τροπῆς· τὸ ἐφήρμοσα, ἐφ’ ὅσον ἔμενον, ἀλλ’ ὡς ἔμαθον, ὁ διά-
2172δοχος Ὑπουργὸς, ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, δὲν τὸ
2173ἐτήρησε. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἦναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία· εἶναι
2174παρὼν καὶ δύναται νὰ μὲ πληροφορήσῃ.
2175§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον τὸ ἐτήρησα καὶ διέταξα νὰ
2176τηρῆται ἀκριβέστατα.
2177§143Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τότε ἀνακαλῶ. Ἀλλὰ μοὶ εἶχε δοθῆ
2178πληροφορία ἀντίθετος· χαίρω ὅμως πολὺ, ἀκούων τὸ ἐναντίον.
2179Ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε καταθέσει τὴν ζητη-
2180θεῖσαν σχετικὴν πληροφορίαν, δὲν θὰ εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ
2181εἴπω ὅ,τι εἶπον, καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι χαίρω, ὅτι τὸ
2182ἐξετελέσατε.
2183§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συνεπλήρωσα μάλιστα.
2184§145Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ὁ διάδοχός σας δὲν τὸ ἐξετέλεσε,
2185τοὐλάχιστον ὡς ἐπληροφορήθην. Καὶ ἠδύνατο μὲν ὁ κύριος
2186Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ τὸ θεωρήσῃ χρήσιμον, ἀλλὰ
2187ὤφειλε νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, ὄχι ὅμως νὰ ἐκδίδωνται διατάγ-
2188ματα, νὰ ψηφίζωνται νόμοι καὶ νὰ μὴ ἐφαρμόζωνται.
2189Ἐπίσης λέγω καὶ περὶ τῆς ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως
2190τῶν δικαστικῶν γραφείων· καταργήσατε τὸν νόμον, ἐὰν δὲν ἦναι
2191συντελεστικός· ἀλλ’ ἐὰν τὸν διατηρῆτε ἐν ἰσχύϊ, ἐφαρμόσατέ
2192τον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐφαρμόσητε, ἔχετε ἀνάγκην τμήματος πει-
2193θαρχίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ
2194Ὑπουργείῳ τὴν ἐκτελεῖ εἷς εὐσυνειδητότατος ὑπάλληλος,
2195πληρονόμενος γλίσχρως διὰ διακοσίων δραχμῶν, νομίζω, ἀκέ-
2196ραιος τὸν χαρακτῆρα καὶ ἐργατικώτατος, ἀλλὰ μόνος αὐτὸς
2197δὲν ἐπαρκεῖ. Τὸ τμῆμα, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἄριστα κατηρ-
2198τισμένον, εἶναι τὸ πειθαρχικὸν, καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖνο εἶναι τὸ
2199ἐπουσιωδέστερον ὅλων.
2200§146ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σχεδὸν δὲν ὑπάρχει.
2201§147Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πῶς λοιπὸν θὰ ἐφαρμόσητε αὐτὴν τὴν
2202πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ὅταν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν κα-
2203ταρτίζητε τοιοῦτον τμῆμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ βιβλία ποιότη-
2204τος, ἅτινα εἰσήγαγε τὸ διάταγμα τῆς 30 Αὐγούστου 1833,
2205δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, ἅτινα καλῶς λειτουργοῦσιν εἰς τὰ
2206Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, τὰ ὁποῖα
2207ὁ νόμος τῆς 14 Μαΐου 1884 περὶ προσόντων καθιεροῖ ἐν
2208ἄρθρῳ 11, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ ἂν συμπεριλαμβάνωνται καὶ οἱ
2209δικαστικοὶ λειτουργοὶ καὶ ὑπηρέται;
2210Τὰ βιβλία ποιότητος, ἐχρησίμευον εἰς τὸν Ὄθωνα, καὶ αὐτὰ
2211συνεβουλεύετο εἰς πᾶσαν μεταβολήν. Τοιοῦτος θεσμὸς ἄριστα
2212λειτουργεῖ εἰς τὴν Βαυαρίαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι αὐτὰ
2213δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διότι τινὲς εἶναι ἐκ προκατα-
2214λήψεως ἐναντίοι πάσης καινοτομίας, διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἡ
2215πειθαρχικὴ ἐξουσία, ὑπάρχει ἀπαραίτητος ἀνάγκη τμήματος,
2216ἐπαναλαμβάνω, πειθαρχικοῦ, καλῶς ὠργανισμένου. Οὔτε ὁ
2217Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπαρκεῖ, οὔτε ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖ-
2218νος ὁ μοναδικός. Ἐν γένει δὲ οὐδεμία πρόνοια τοῦ Ὑπουργοῦ
2219τῆς Δικαιοσύνης φαίνεται πρὸς τοῦτο, πάντοτε χάριν οἰκονο-
2220μίας, ὡς λέγουσιν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ προσθέσωμεν
2221θέσεις καὶ νὰ εἰσδύσωσιν ἀργόμισθοι...
2222§148ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω κἄτι;
2223§149Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα.
2224§150ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐν Ἰταλίᾳ εἶναι τμῆμα τῆς στατιστικῆς
2225ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης παμμέγιστον, εἰς τὸ ὁποῖον
2226λαμβάνουσι μέρος γερουσιασταὶ καὶ βουλευταὶ καὶ ἀνώτεροι
2227δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Ἀλλ’ εἶναι τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἔχει
222830–40 ὑπαλλήλους· ἀλλ’ ἐδῶ τίς ποτε ἐφρόντισε περὶ τού-
2229του; Ἐδῶ τὰ θέλομεν ἄνευ χρήματος ὅλα, μὲ ἕνα κομ-
2230μάτι ψωμὶ, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν εἰς ἐντέλειαν κανὲν πρᾶγμα.
2231§151ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι στατιστική,
2232καὶ ἂν ὑπάρχῃ, εἶναι ἀναξία λόγου, καὶ προτιμότερον θὰ ἦτο
2233νὰ καταργηθῇ, διότι οὐδεμίαν παρέχει ὑπηρεσίαν.
2234§152ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχει; Ὁ πατήρ μου πρῶτος
2235συνέστησε τὸ τμῆμα αὐτό.
2236§153Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἀνεπάρκεια προ-
2237σωπικοῦ, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωσιν οἱ ἁρμόδιοι· ἀλλ’
2238ὑπάρχει καὶ ἀνεπάρκεια μισθῶν, ἀτυχῶς δὲ καὶ κακὴ
2239ποιότης. Βεβαίως ὁ δικαστικὸς κλάδος προσήνεγκε καὶ προσ-
2240φέρει μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος. Ἂς τὸ εἴπωμεν
2241εἰλικρινῶς, εἶναι ὁ ὑγιέστερος σχετικῶς κλάδος· καὶ ἀπό-
2242δειξις τρανὴ τούτου εἶναι, ὅτι πάντοτε, ὁσάκις θέλωμεν νὰ
2243περιφρουρήσωμεν θεσμόν τινα, καταφεύγομεν εἰς τὴν δικα-
2244στικὴν ὑπαλληλίαν· ἀλλ’ ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ χειροτερεύει αὕτη,
2245τοῦτο δὲ φυσικόν, διότι παρημελήθη, καὶ πρέπει τοῦτο νὰ
2246ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν βελτίωσιν
2247ὅμως πρέπει ν’ ἀναζητήσωμεν, ἀρχίζοντες ἀπὸ τοὺς εἰρηνοδί-
2248κας, ἀπὸ τὰ δυστυχῆ αὐτὰ πλάσματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι
2249τὸ μεγαλείτερον μέρος ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης πρὸς
2250τὸν λαὸν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐν τούτοις εἶναι τὸ ἕρμαιον τῆς πο-
2251λιτικῆς. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι προέβην χωρὶς
2252νὰ θέλω εἰς μεταθέσεις εἰρηνοδικῶν, καὶ τοῦτο, διότι δὲν
2253ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς, οὔτε ἡ εὐκολία ἡ ὑπηρεσια-
2254κή, οὔτε ἡ ἐπαρκὴς ἐγγύησις, ἵνα ἐξακριβώσω τὰ παράπονα
2255ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν. Δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ μόνος
2256Ὑπουργὸς, ὅστις εἶχε προβῆ εἰς μέτρα τινὰ προστατευτικὰ
2257τῆς ἠθικῆς τῶν ἀνεξαρτησίας, εἶναι ὁ κ. Βουλπιώτης, τῇ προ-
2258τάσει τοῦ ὁποίου εἶχεν ἡ Βουλὴ ψηφίσει νόμους καὶ περὶ εἰρη-
2259νοδικῶν καὶ περὶ ἀμεταθέτου ἐπὶ διετίαν τῶν πρωτοδικῶν
2260καὶ τῶν ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως νόμοι κατὰ τὸ 1890 κατηρ-
2261γήθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ βελτιωθῇ τὸ
2262ποιὸν τῶν εἰρηνοδικῶν, νὰ καταργηθῶσιν αἱ τάξεις, ἢ νὰ
2263περιορισθῶσιν εἰς δύο· εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν, ἂν ἦναι δυ-
2264νατὸν νὰ νομοθετήσωμεν μεταβατικοὺς εἰρηνοδίκας καὶ πται-
2265σματοδίκας, συνεδριάζοντας εἰς πόλεις πληθυσμοῦ ὑπὸ τοῦ
2266νόμου ὁριζομένου, εἰρηνοδίκας ἰσοβαθμίους καὶ ἰσομίσθους μὲ
2267τοὺς πρωτοδίκας σχεδὸν, ἀναπληρουμένους ὑπὸ τῶν γραμμα-
2268τέων, εἰς τὰς θέσεις τῶν ὁποίων νὰ διορισθῶσιν ὅσοι δὲν θὰ
2269εἶχον τυχὸν τὰ πρὸς διορισμὸν εἰρηνοδίκου προσόντα, τῶν
2270ὁποίων τὸ δρομολόγιον νὰ καταρτίζηται ἀπὸ τὸ δικαστι-
2271κὸν συμβούλιον τῶν ἐφετῶν. Ἐὰν τοῦτο παρουσιάζῃ ἀνω-
2272μαλίας τινὰς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, τοὐλάχιστον νὰ γείνῃ
2273πρόνοια περὶ μεταβατικῶν εἰρηνοδικῶν εἰς τὰς ἕδρας τῶν δή-
2274μων. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ τοῦτο δὲν ἀποφασισθῇ, βεβαίως πρέπει
2275νὰ γείνῃ ἀναθεώρησις τῶν εἰρηνοδικειακῶν περιφερειῶν, διότι
2276εἰς πολλὰ μέρη ἀδικοῦνται οἱ πολῖται.
2277Εἶναι ἀνάγκη νὰ προσέξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης,
2278καὶ συντόμως, περὶ τῶν Πρωτοδικείων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζου-
2279σιν εἰκονικὴν κατάστασιν, οἰκτράν· νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν πο-
2280λυμελῆ Πρωτοδικεῖα, πολυμελῆ Πλημμελειοδικεῖα, πολυμελῆ
2281Ἐφετεῖα, ἐνῷ πάντες γινώσκομεν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές·
2282συμπληροῦνται ἀπὸ τοὺς ἀργοὺς δικηγόρους, τῶν ὁποίων πολλοί
2283δυνατὸν νὰ ἦναι ἀξιότιμοι, μεμορφωμένοι καὶ ἐνάρετοι, ἀλλ’ ὡς
2284ἐκ τῆς ἐν γένει πολιτειακῆς καὶ κοινωνικῆς καταστάσεως, μέ-
2285νοντες ἐν τῇ ἰδίᾳ πόλει καὶ εἰς στενὰς σχέσεις μετὰ διαδίκων
2286καὶ δικηγόρων εὑρισκόμενοι, βεβαίως δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς
2287ὁποίους ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα ὡς τοὺς καταλληλοτέρους διὰ
2288τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Δύνασθε νὰ διατηρήσητε τὰ
2289πολυμελῆ δικαστήρια; Διατηρήσατέ τα· τὸ προτιμῶ, διότι
2290εἰς τὰ πολυμελῆ δικαστήρια εὑρίσκω περισσοτέρας ἐγγυήσεις·
2291ἀλλὰ βεβαίως μὲ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχετε καὶ σεῖς ἀτυ-
2292χῶς καὶ οἱ πλείονες, μάλιστα δὲ οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκο-
2293νομικῶν, δὲν θὰ δυνηθῆτε, διότι τοῦτο θέλει ἀπαιτήσει με-
2294γάλην αὔξησιν προσωπικοῦ. Εἶναι ἐπάναγκες νὰ καταργηθῇ
2295ἡ ἀναπλήρωσις καὶ ἡ συμπλήρωσις τῶν πολυμελῶν δικαστη-
2296ρίων διὰ δικηγόρων καὶ παρέδρων ἀμίσθων ἢ καὶ ἐμμίσθων.
2297Ἂν λοιπὸν δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε τακτικοὺς δικαστὰς, στρέ-
2298ψατε τὴν προσοχήν σας πρὸς τὸ ἀγγλικὸν σύστημα, πρὸς τὸν
2299πρακτικὸν Ἄγγλον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ ἕνα,—διότι ὁ κανὼν
2300ἐκεῖ εἶναι τὰ μονομελῆ δικαστήρια—τὸν καλοπληρόνει, καὶ
2301ἀπαιτεῖ ἀπ’ αὐτὸν ὅ,τι πρέπει ν’ ἀπαιτήσῃ τις παρὰ δικα-
2302στοῦ. Σκεφθῆτε καὶ μελετήσατε ἐπισταμένως τὸ ἓν ἐκ τῶν
2303δύο, ἀλλ’ ἀποφασίσατε· ἢ νὰ λειτουργήσωσι καλῶς τὰ πο-
2304λυμελῆ δικαστήρια διὰ τακτικῶν δικαστῶν ὑπευθύνων, ἢ μορ-
2305φώσατε μονομελῆ πρωτοβάθμια δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δύναν-
2306ται νὰ ἦναι καὶ αὐτὰ μεταβατικὰ, οἱ δὲ δικασταὶ νὰ ἐκτε-
2307λῶσι καὶ τὰ ἀνακριτικὰ καθήκοντα, τοιουτοτρόπως δὲ νὰ πλη-
2308σιάσητε τοὺς δικαζομένους πρὸς τὴν δικαιοσύνην, νὰ οἰκονο-
2309μήσητε δὲ καὶ χρῆμα πολὺ καὶ ἐκ τῶν μαρτυρικῶν δικαιω-
2310μάτων καὶ ἐξ ἄλλων δαπανῶν.
2311§154Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπι-
2312τρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
2313§155Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα.
2314§156Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολλὰ, ἐξ ὅσων εἴπετε, ἐγὼ τὰ εὑρίσκω
2315ὀρθὰ, ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλὰ τοὺς
2316ὑπάρχοντας δικαστὰς, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι θὰ περισσεύσουν, δὲν
2317μᾶς λέγετε, τί νὰ τοὺς κάμωμεν;
2318§157Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν θὰ περισσεύσουν, ἀλλὰ θὰ ἔχητε
2319τὴν ἐνημερότητα ἀναμφισβητήτως· ἄλλως, ἅμα κενωθῇ ἡ
2320θέσις, δὲν θὰ τὴν συμπληρώσητε.
2321Ἐὰν ὅμως παραδεχθῆτε τὰ μονομελῆ πρωτοβάθμια δικα-
2322στήρια, ἅτινα οὕτω θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ πολλαπλασιασθῶσι,
2323βεβαίως πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὰ τριμελῆ Ἐφετεῖα, καὶ πρὸς
2324τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, ὁ
2325ὁποῖος προέτεινε καὶ τὴν μεταβολὴν τῶν διοικητικῶν περιφε-
2326ρειῶν, οὐχὶ ὅμως εἰς νομαρχίας, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τὸ Σύν-
2327ταγμα εἰς ἐπαρχίας· νὰ ὀνομασθῶσιν ἐπαρχίαι αὐταὶ, τὰς
2328ὁποίας λέγομεν σήμερον νομαρχίας. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοιού-
2329του διοικητικοῦ συστήματος νὰ κανονισθῶσι τὰ μονομελῆ
2330πρωτοβάθμια δικαστήρια καὶ τριμελῆ Πλημμελειοδικεῖα, εἰς
2331δὲ τὰ μεγαλείτερα κέντρα τὰ τριμελῆ Ἐφετεῖα.
2332§158Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὥστε
2333νὰ γείνουν περισσότερα δικαστήρια.
2334§159Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως.
2335§160ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τότε πόσα χρήματα θέλετε;
2336§161Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ὑπολογισμοῦ. Ἐν
2337τοιαύτῃ περιπτώσει, βεβαίως θὰ ἔχητε πενταμελῆ καὶ τὸν
2338Ἄρειον Πάγον, ὅπερ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐνήμερότητά του,
2339διότι ἤδη μένει 6 ἔτη περίπου ὀπίσω, διότι τὰ τελευταῖα
2340ἔτη εἰργάσθη πλειότερον. Ἀλλὰ θέλουσι χρειασθῆ χρήματα,
2341μοὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Βεβαίως· καὶ πρέπει νὰ πληρωθῶσι,—
2342καὶ ἴσως θὰ χρειασθῇ καὶ περὶ τὸ ἑκατομμύριον—διότι εἶμαι
2343ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν, ἀλλὰ μὲ τὸ μαστίγιον τῆς
2344εἰσαγγελικῆς καὶ τῆς ὑπουργικῆς ἐποπτείας εἰς τὴν κεφαλήν.
2345Αὔξησις μισθῶν καὶ ἔλεγχος. Θέλουσι χρειασθῆ χρήματα, καὶ
2346πρέπει νὰ πληρωθῶσι, διότι δὲν εἶναι δαπάνη ἄγονος, διότι ἡ
2347Πολιτεία δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι χορηγεῖ τόσην δικαιοσύνην,
2348ὅσα χρήματα δύναται νὰ πληρόνῃ· θέλει δὲ χρειασθῆ καὶ
2349πρόνοια διὰ δικαστικὰ καταστήματα καὶ διὰ φυλακάς.
2350Τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις—διότι εἶναι ὀλίγαι πραγματι-
2351κῶς, ἀναλόγως τοῦ θέματος,—εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ Ὑπουρ-
2352γείου τῆς Δικαιοσύνης.
2353Παρατηρήσεις τινὰς ἔτι θέλω νὰ προσθέσω περὶ δαπανῶν
2354παραγωγικῶν. Ὡς ἄλλοτε ἔλεγον, εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ εἴπῃ
2355τις: «οἰκονομῶ τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἐνδύματος, οὗτινος ἔχω
2356ἀνάγκην, ἵν’ ἀγοράσω· ἀλλὰ θὰ ἦμαι χωρὶς ἔνδυμα. Οἰκονο-
2357μῶ τὴν δαπάνην τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων μου, ἀλλὰ
2358θὰ ἦμαι χωρὶς εἰσόδημα καὶ θὰ στερῶμαι τοῦ τόκου τοῦ κε-
2359φαλαίου». Εὐελπιστῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀσχοληθῆ περὶ
2360ζητήματος ἐθνικωτάτου, περὶ ἱδρύσεως καὶ κανονικῆς λειτουρ-
2361γίας μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας· ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονήσῃ
2362εἰς τὰς μελέτας της τὸ σύστημα τῆς Ῥωσσικῆς ἀτμοπλοϊκῆς
2363ἑταιρίας, ὅπερ εἶναι τὸ ἄριστον καὶ ὅπερ συμβιβάζεται μὲ
2364τὰς εἰδικὰς τοῦ τόπου καὶ τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις, κατὰ τὸ
2365ὁποῖον ἐν συνόψει οἱ ναῦται, οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ἀξιωμα-
2366τικοὶ τοῦ στόλου μετὰ τὴν ἐκγύμνασίν των εἰσέρχονται εἰς
2367τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας καὶ γυμνάζονται εἰς τὰ κύματα.
2368Κυρίως ὅμως, προκειμένου λόγου περὶ παραγωγικῶν δαπανῶν,
2369θέλω νὰ εἴπω, ὅτι κακῶς ἐστρέψαμεν τὴν προσοχὴν εἰς μόνον
2370τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος· οὐχὶ μόνον σταφίδα, οὐχὶ μονογενῆ
2371υἱὸν καὶ νὰ τρέμῃ ἡ καρδία μας εἰς πᾶσαν ἀδιαθεσίαν του·
2372ἀνάγκη νὰ ζητήσωμεν καὶ ἄλλα προϊόντα, καὶ βεβαίως δὲν
2373δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τοιαῦτα, ἐννοῶ, εἰς μεγάλας ποσό-
2374τητας, ἐκτὸς τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ κυρίως τοῦ σίτου
2375καὶ τοῦ καπνοῦ. Καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας δύναται νὰ ζητη-
2376θῶσι ταῦτα, ἀλλ’ εἰς εὐρυτέραν κλίμακα βεβαίως θὰ ζητη-
2377θῶσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Τοὺς κ.κ. συναδέλφους ἐκ Θεσσαλίας
2378ὅλους ἀπασχολεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο, οὐχὶ μόνον ἐμέ. Ἐζή-
2379τησα πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτε-
2380ρικῶν, ὑποθέτω, δὲν θὰ ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ καταθέσῃ, διότι
2381τὰς ἐζήτησα καὶ ὀλίγον ἀργὰ, αἵτινες ἂν ἦσαν κατατεθειμέ-
2382ναι, εὐρύτερον θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀναπτύξω τὸ θέμα· ἀλλὰ δὲν
2383θέλω κωλυθῆ εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν. Δύναται νὰ συνοψισθῇ τὸ
2384λεγόμενον Θεσσαλικὸν ζήτημα εἰς τρεῖς γενικὰς γραμμάς:
2385Εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν καλλιεργητῶν πρὸς
2386τοὺς ἰδιοκτήτας,—διότι 200,000 περίπου δουλοπαροίκων
2387εὑρίσκονται ἐκεῖ—ἀλλὰ μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰ κε-
2388κτημένα δικαιώματα καὶ τὸ ἱερὸν τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα
2389βεβαίως. Ἀρίστη δὲ ἀφετηρία πρὸς τοῦτο εἶναι ἡ διανομὴ
2390τῆς ἐθνικῆς περιουσίας τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα εἰς τοὺς
2391καλλιεργητάς, περὶ οὗ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ὡμίλησα καὶ εἰς
2392ὃ θέλω ἄλλοτε ἐπανέλθει. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι τὰ ὑδραυ-
2393λικὰ ἔργα, ὅπως προφυλαχθῶσιν αἱ εὔφοροι πεδιάδες ἐκ τῶν
2394πλημμυρῶν καὶ ἵνα χρησιμοποιηθῶσιν οἱ ποταμοὶ πρὸς ἄρδευ-
2395σιν. Τὸ τελευταῖον εἶναι, πᾶς δυνατὸς τρόπος πρὸς αὔξησιν τοῦ
2396πληθυσμοῦ, τοῦ κατὰ πολὺ ἐλαττωθέντος. Σχετικαὶ εἶναι αἱ
2397ἐρωτήσεις μου πρὸς αὐτὰ τὰ θέματα. Ἔχω ἐνταῦθα ὑπό-
2398μνημα τοῦ ἀξιοτίμου διευθυντοῦ τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρό-
2399μων, τοῦ κ. Κηρύκου, λίαν ἐπισταμένως μελετήσαντος τὰ θεσ-
2400σαλικὰ ζητήματα, εὐρύτατα δὲ ἐξετάζοντος τὰ τοιαῦτα θέ-
2401ματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἄσκοπον ν’ ἀναπτύξω ἐν πλάτει σή-
2402μερον· ἀναβάλλω νὰ πράξω τοῦτο ἐν καλλιτέρᾳ εὐκαιρίᾳ· ἁπλῶς
2403μόνον τὰ ἀνέφερα πρὸς ὑπόμνησιν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἐστάλη
2404εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅμοιον ὑπόμνημα...
2405§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐδόθη
2406ὅτε ἤμην ἰδιώτης.
2407§163Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ὑπόμνημα ἄξιον ἐμβριθεστάτης
2408μελέτης. Ἐπίσης ἔχω ἕτερον ὑπόμνημα, συνταχθὲν ὑπὸ κα-
2409πνεμπόρου, περὶ τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς ἐμπορίας τοῦ κα-
2410πνοῦ ἐν Ἑλλάδι· ἀλλ’ ἀμφότερα τὰ θέματα ταῦτα ἐπιφυ-
2411λάσσομαι εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν ν’ ἀναπτύξω· ἁπλῶς περιορί-
2412ζομαι νὰ καταδείξω τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν ἐμὴν τα-
2413πεινὴν γνώμην, πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ προσελκύσωσι τὴν προσο-
2414χὴν τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου λόγου περὶ τῆς ἐκμεταλ-
2415λεύσεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, διὰ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἐπι-
2416τύχωμεν τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Εἶναι ἀλη-
2417θὲς, ὅτι ὁ τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἤρξατο ἔργων τι-
2418νῶν, ἀλλ’ οὐχὶ ἀναλόγων πρὸς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διέθετε τὴν
2419ἐποχὴν ἐκείνην.
2420§164ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ πληρωμῇ ἰδίου θεσσαλι-
2421κοῦ φόρου.
2422§165Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς ταῦτα ἐγένετο, διότι ἐξεδόθη
2423πρῶτον ὁ νόμος ᾼΦΚΓ’ τῆς 27 Μαΐου 1887 περὶ ἐπιβολῆς
2424εἰδικοῦ φόρου πρὸς μηχανικὰς μελέτας τῶν ἐκτελεστέων ἐν
2425Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων, ἀλλὰ τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἦτο προ-
2426σωρινόν· εἰσεπράχθη ποσόν τι, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα νὰ ἴδω ποῦ
2427ἐδαπανήθη, ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν κατέ-
2428θηκε τὴν ζητηθεῖσαν πληροφορίαν.
2429Ἀκολούθως ἐγένετο ὁ νόμος ᾼΧΛΓ’ τῆς 2 Φεβρουαρίου
24301889, ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικοῦ Θεσσαλικοῦ φόρου, χωρὶς νὰ ἐπι-
2431βαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσα-
2432λίᾳ, ὁ ὁποῖος ἐξηρτήθη ἀπὸ τὴν συνομολόγησιν δανείου, τὴν
2433ἄδειαν δὲ τοῦ δανείου τούτου ἀνεκάλεσεν ἡ Βουλὴ τελευταῖον
2434διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΣΟΘʹ τῆς 6 Ἰουλίου 1895. Εἶχεν ἐκδοθῆ
2435καὶ τὸ μὴ ἐφαρμοσθὲν διάταγμα τῆς 29 Σεπτεμβρίου 1890.
2436Καὶ ἀνεκλήθη μὲν ἡ ἄδεια πρὸς συνομολόγησιν δανείου· ἀλλ’ ὑ-
2437πάρχει ἡ νομοθετικὴ ἐκείνη βάσις, ἡ ὁποία δύναται νὰ χρησι-
2438μεύσῃ πρὸς μελέτην. Ἐπίσης ἐγένοντο δύο ἄλλοι νόμοι· ὁ τῆς 30
2439Μαΐου 1890 περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δά-
2440νεια γεωργοκτηματιῶν, καὶ ὁ τῆς 3|16 Ἀπριλίου 1891 ᾼϠΟʹ
2441περὶ τροποποιήσεως τοῦ προηγουμένου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔφερον
2442τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα τῆς χειραφετήσεως τῶν δουλοπα-
2443ροίκων, ἕνεκα τῶν ἀτελειῶν των. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνα-
2444γράψῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, ὄχι
2445διότι ἐνδιαφέρει τὴν Θεσσαλίαν, μιᾶς περιφερείας τῆς ὁποίας
2446εἶμαι ἀντιπρόσωπος, ἀλλὰ διότι τὸ ζήτημα συνδέεται μὲ τὸ
2447γενικὸν οἰκονομικὸν καὶ μὲ ὅλα τὰ συναφῆ ἐθνικὰ ζητήματα,
2448γειτνιάζει δὲ ἡ Θεσσαλία μετὰ τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπεί-
2449ρου. Συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι ὄχι μόνον σταφίδα, ἀλλὰ καὶ
2450σῖτον καὶ καπνὸν ὀφείλει νὰ καλλιεργήσῃ ἡ Ἑλλάς.
2451Θέλω προσθέσει παρατηρήσεις τινὰς περὶ τῆς φορολογικῆς
2452μεταῤῥυθμίσεως. Οὐδέποτε ἐμελετήθη ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων οἰκο-
2453νομολόγων τὸ σοφὸν ἀξίωμα τοῦ Montesquieu, ὅτι οἱ φόροι
2454δὲν πρέπει νὰ ὁρίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὁ λαὸς
2455δύναται ἐφάπαξ νὰ πληρώσῃ, ἀλλ’ ἐπὶ ἐκείνου, εἰς ὃ δύναται
2456διαρκῶς νὰ ἀνθέξῃ, διότι ὁ λαὸς δὲν πρέπει νὰ στερῆται τῶν
2457ἀναγκαίων, ἵνα θεραπεύωσιν οἱ ἄρχοντες τὰς φαντασιώδεις αὐ-
2458τῶν ὀρέξεις.
2459Δὲν νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ἐπεβλήθησαν φόροι ἄγριοι καὶ
2460ἀπάνθρωποι, πρέπει νὰ μείνωσι, μόνον καὶ μόνον διότι εὑρισκό-
2461μεθα εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Ὅταν
2462γνωρίζωμεν, ὅτι οἱ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος εὑρίσκονται εἰς τὸ
2463σημεῖον, εἰς ὃ περιῆλθον, καὶ ὅτι ἡ πληρωμὴ φόρου ἐπαχθεστάτου
2464εἶναι ἀδικαιολόγητος σχεδὸν, δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς
2465ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν: πρέπει νὰ πληρώσητε, ἵνα μὴ μᾶς παρεξηγή-
2466σωσιν οἱ δανεισταί. Εἶναι φανερὸν, ὅτι ἡ μείωσις ἐπιβάλλεται.
2467Τὰ αὐτὰ δύναμαι νὰ εἴπω διὰ τὴν ἁρπακτικὴν φορολογίαν τοῦ
2468ἐλαίου, καθ’ ἣν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος ἀναλογεῖ ἴσως
2469μέχρι 40%, ζήτημα τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀνέπτυξα καὶ
2470θέλω ἐπαναλάβει κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον, εἰς ὃ ἦτο πάν-
2471τοτε ἐναντίος ὁ κ. Τρικούπης, εἶναι ἐναντίος καὶ ὁ κ. Καρα-
2472πάνος, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ 1890 οὐδεμία ἐπῆλθε
2473βελτίωσις. Ἀλλὰ τὸ φορολογικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
2474ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν ὑμῶν, εἶναι τὸ τῶν τελῶν
2475τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἰδίᾳ τῶν δικαστικῶν. Ἡ Πολιτεία δὲν
2476ἐπιτρέπεται νὰ κλείῃ τὴν θύραν τῆς δικαιοσύνης, ἀτυχῶς δὲ,
2477πρὸ ἐτῶν ἔπραξε τοῦτο, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς κοινωνίας, τῆς Πολι-
2478τείας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου· διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι
2479δικαστικά τινα τέλη, μειούμενα, θέλουσιν αὐξήσει τὰ εἰσοδή-
2480ματα τοῦ Δημοσίου. Τὴν περὶ τούτου γνώμην μου ἀνέπτυξα
2481πλατύτερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκπαι-
2482δευτικῶν τελῶν. Δὲν εἶμαι μόνον ὑπὲρ τῆς μειώσεως φόρων, εἶ-
2483μαι καὶ ὑπὲρ αὐξήσεώς τινων. Οἱ πλεῖστοι τῶν ἰδιοκτητῶν
2484τῶν τσιφλικίων δὲν πληρώνουσι φόρον, καὶ μάλιστα οἱ ἐν Θεσ-
2485σαλίᾳ, ὧν οἱ πλεῖστοι διαμένουσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, οὕτω δὲ
2486ἀφαιροῦσι καὶ τὸν χρυσόν. Εἴτε ἡ στρεμματικὴ φορολογία με-
2487λετηθῇ, εἴτε δι’ ἄλλου τρόπου, βεβαίως θέλει ἐπέλθει αὔξησις.
2488Ἀλλὰ καὶ φόρος ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ χρηματιστηρίου ἐπιβλη-
2489θήτω. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα ἀπαιτοῦντα ἀνάπτυξιν εὐρυτάτην,
2490πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ἐποχή· ἁπλῶς ὑποδει-
2491κνύω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἐπιβλητέοι φόροι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ
2492ἀνακουφισθῇ ὁ πτωχὸς Ἑλληνικὸς λαὸς, τοῦ ὁποίου ἡ ῥάχις
2493ἐκυρτώθη ἀπανθρώπως ἐπὶ δεκαπενταετίαν.
2494Καταλήγω τὰς παρατηρήσεις μου, ζητῶν συγγνώμην, ἂν
2495ἐπὶ πολὺ ἐκράτησα τὸ βῆμα, διότι τὸ θέμα ἀπῄτει ἀνάπτυ-
2496ξίν τινα, καὶ νομίζω, ὅτι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, ὑπὸ τὰς
2497ὁποίας εὑρισκόμεθα, δὲν δύνανται νὰ θεραπευθῶσι δι’ ἐμβα-
2498λωμάτων, διὰ προϋπολογισμοῦ, οἷος ὁ ὑποβληθείς. Ἀπαιτοῦν-
2499ται μέτρα ῥιζικά. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς κατὰ κόρον ἐλέχθη,
2500εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς πολιτικῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως·
2501ἀλλ’ αὐτὸ τὸ κάτοπτρον δὲν εἶναι διόλου ἐνθαῤῥυντικόν.
2502Ἀνάγκη ῥιζικῶν μέτρων, καὶ τοιαῦτα, ἂν ἡ Κυβέρνησις, δεδι-
2503καιολογημένως ἢ μή, δὲν ἔλαβεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
25041895, πρέπει ἀφεύκτως νὰ τὰ λάβῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
2505τοῦ 1896· διότι, ἂν συγκαταβατικῶς ἐκρίθη,—καὶ ἐνδιαφέρο-
2506μαι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μὴ ἀποτύχῃ ἡ Κυβέρνησις—ἂν συγ-
2507καταβατικῶς ἐκρίθη κατὰ τὸ 1895, πολὺ αὐστηρῶς κριθή-
2508σεται κατὰ τὸ 1896· τοῦτο δὲ καὶ πολὺ δικαίως. Μεταξὺ
2509τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν
2510αὐτῆς, εἶναι καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς χαλαρώσεως τῆς πρωθυπουρ-
2511γικῆς παντοδυναμίας, καὶ ὁμολογῶ ὅτι τοιαύτας τάσεις δει-
2512κνύει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ἡ δόσις εἶναι πολὺ μικρά. Πρὸς
2513τοῦτο ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ νομοθετημάτων. Ἀνάγκη ἐπίσης
2514νὰ λειτουργήσῃ καὶ ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος,
2515διότι ἡ ὑπουργικὴ ἀτιμωρησία πολλῶν κακῶν πρόξενος εἶναι·
2516Ἰδοὺ ὅτι ἔχομεν τὰ τῆς ὁδοποιΐας. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐκεῖνα,
2517τὰ ὁποῖα ὁ ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος κ. Μερλόπουλος εἶπε,
2518θ’ ἀποδειχθῶσιν ἀκριβῆ· ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ, ὅτι παρά-
2519βασις νόμων πολλῶν καὶ τοῦ Συντάγματος ἐγένετο ἐπὶ τῆς
2520ὁδοποιΐας, ὡς ἀνέπτυξα εἴς τινα προηγουμένην συνεδρίαν. Πρέ-
2521πει νὰ βελτιωθῇ ὁ τρόπος τοῦ νομοθετεῖν· ὁ νῦν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ
2522εἶναι τῇ ἀληθείᾳ παρῳδία. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ βελτιωθῇ;
2523Δύνανται νὰ ὑπάρχωσι διάφοροι τρόποι, καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων
2524τοῦ Συντάγματος δύνανται νὰ εὑρεθῶσι τοιοῦτοι, π. χ. μία
2525προπαρασκευαστικὴ ἐπιτροπή, ἐπεξεργαζομένη τὰ διατάγματα
2526καὶ τὰ νομοσχέδια, ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς αὐ-
2527στηροτέρα, πρόνοια περὶ τὴν μὴ ὑποβολὴν νομοσχεδίων ἀώ-
2528ρων· ἀλλὰ πρέπει νὰ βελτιωθῇ, διότι εἶναι οἰκτρὸν τὸ θέαμα
2529τῶν χιλιάδων αὐτῶν νόμων· πολυνομία καὶ κακονομία μᾶς
2530βασανίζει δεινῶς. Ἀλλὰ οὐδὲν δύναται νὰ θεραπευθῇ, ἂν ἡ ἐκ-
2531παίδευσις καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν κανονικὴν
2532αὐτῶν τροχιάν. Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγας γραμ-
2533μὰς, τὰς ὁποίας ἐν προλόγῳ ἔργου μου ἔγραφον περὶ τούτου
2534(ἀναγινώσκει):
2535«Ἡ ἐκπαίδευσις μετὰ τῆς οἰκογενειακῆς ἀνατροφῆς προ-
2536δήλως εἶναι—κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀκράδαντον πεποίθησιν—
2537τὸ ἀσφαλὲς ἔδαφος, ἐφ’ οὗ στερεῶς καὶ ἀφόβως ἵσταται πᾶσα
2538Πολιτεία, καὶ μάλιστα συνταγματική, ἐν ᾗ ἰσχύει ἡ καθολικὴ
2539ψηφοφορία· μόνη ὅμως ἡ δικαιοσύνη εἶναι ὁ μοχλός, δι’ οὗ αὕτη
2540δύναται νὰ κινήσῃ ἐπιτυχῶς πάσας τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις καὶ
2541νὰ κρατήσῃ κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους τῆς ἕλξεως καὶ τῆς
2542ἀπώσεως ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ τὴν κοινωνικότητα τοῦ ἀνθρώπου πρὸς
2543τὸν εὐδαιμόνως συζῆν.»
2544Ἡ Ἑλλάς, ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι εἶναι πλουσία· ὁ Ἑλληνι-
2545κὸς λαὸς βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων λαῶν τῆς Εὐρώ-
2546πης. Τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα,
2547δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπελπίσῃ· ἀνάγκη νὰ ἐντείνωμεν ὅλας
2548τὰς δυνάμεις ἡμῶν· πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν παντὶ τρόπῳ
2549νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ βαράθρου, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς ἔῤῥιψε κακὸς
2550δαίμων. Ἄς μὴ λησμονῶμεν, κυβερνῶντες καὶ Βουλευταί, ὅτι
2551ὁ λαὸς ἵσταται ἄγρυπνος, καὶ ὅτι δι’ ἀναθεμάτων κατεκρήμνισε
2552Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὸ σύστημα κατεδίκασεν. Ἄν ἤδη φαί-
2553νεται ἠρεμῶν, διατελεῖ ὑπὸ τὰς προσδοκίας τοῦ μέλλοντος
2554καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεώς του, ἀλλ’ ἵσταται πάντοτε
2555ἐγγύτατα ἡμῶν, διὰ νὰ κρίνῃ τὰς πράξεις μας. Προσπαθήσω-
2556μεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς προσδοκίας καὶ τοὺς πόθους
2557τῶν ἐκλογέων τῆς 16 Ἀπριλίου 1895.
2558§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πεταλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
2559§167ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ κουράσω ὑμᾶς, μετὰ τόσον
2560κάματον, λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως
2561τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ αἱ ἐκφρασθεῖσαι ἰδέαι ἀπὸ τοῦ
2562βήματος τούτου, καθὼς καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ
2563προϋπολογισμοῦ περὶ οἰκονομιῶν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν
2564Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ πράξω
2565τοῦτο. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπεδαψίλευσε
2566πᾶσαν αὐτῆς τὴν γενναιοδωρίαν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, καὶ
2567μάλιστα προέτεινε καὶ τὴν ἀναγραφὴν πιστώσεως πρὸς ἐκτύ-
2568πωσιν τῶν χαρτῶν τοῦ κ. Πετρώφ...
2569§168ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολυτιμότατον ἔργον.
2570§169ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζει ὁ κ. Πεταλᾶς.
2571§170ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὸ γνωρίζω κάλλιστα, ὡς καὶ τὸν κ. Πε-
2572τρώφ... Ἐπίσης προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὴν ἀναβίωσιν
2573τοῦ θεσμοῦ τῶν παιδικῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων, ὁ ὁποῖος
2574ἐλειτούργει ἄλλοτε καὶ κατηργήθη, διότι ἀπέτυχεν οἰκτρῶς,
2575πρὸς βλάβην τῆς ὑγείας τῶν μαθητῶν. Οἱ μόνοι κλάδοι,
2576τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ ἐστέρησε τῆς γενναιοδωρίας ταύτης,
2577εἶναι οἱ κλάδοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν
2578Ναυτικῶν, μὴ ὀκνήσασα νὰ ὑποδείξῃ καὶ τὸν τρόπον τῶν
2579τοιούτων οἰκονομιῶν, καὶ ἄς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι
2580εἶναι ὁ παραδοξότερος, διότι προτείνει τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθ-
2581μοῦ τῶν στρατιωτῶν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς θητείας εἰς
2582ἑξάμηνον...
2583§171ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν προτείνει· εἶναι γνώμη τινῶν μελῶν
2584τῆς ἐπιτροπῆς.
2585§172Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξα ἄλ-
2586λοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἐξακολουθῶ νὰ
2587ὑποστηρίζω αὐτήν. Ἐπειδὴ λοιπὸν πᾶσα γνώμη ἐν τῇ ἐπι-
2588τροπῇ, ἡ ὁποία δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν ὁλομέλειαν αὐτῆς,
2589ἐκφράζεται διὰ τοῦ «μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς», δηλῶ ὅτι
2590ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἰδική μου.
2591§173ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν ἐγνώριζον ὅτι εἶναι ἰδική σας γνώμη,
2592διότι ἐγὼ βλέπω ἐδῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ συνιστᾶ τὴν ἀναθεώρη-
2593σιν κτλ. καὶ κατ’ ἐξακολούθησιν συνιστᾷ καὶ αὐτό... Ἔλεγον
2594ὅτι κατὰ τρόπον παράδοξον προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ
2595ἀριθμοῦ τῶν στρατιωτῶν, μεταβαλλομένης τῆς θητείας εἰς
2596ἑξάμηνον ἀπὸ μονοετοῦς. Μονοετὴς θητεία βεβαίως πρὸ
2597πολλοῦ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ· εἶναι πικρὰ ἀνάμνησις παρελθόν-
2598τος, ἀνήκουσα εὐτυχῶς εἰς τὴν ἱστορίαν. Τὸ ζήτημα τῆς
2599θητείας δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, εἶναι ζήτημα σοβαρὸν, ἐξαρ-
2600τᾶται ἀπὸ πολλῶν παραγόντων. Πρόκειται δηλ. νὰ λυθῇ
2601ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσέρχονται πολλὰ ἀντίθετα συμφέ-
2602ροντα. Τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ ἀπαιτεῖ, ὅπως ἡ θητεία ᾖ
2603ὅσον τὸ δυνατὸν μακροχρονιωτέρα, πρὸς τελείαν ἐκγύμνασιν
2604τοῦ στρατιώτου καὶ πρὸς ἀποκατάστασιν αὐτοῦ στερεωτέρου.
2605Ἀλλὰ ἡ κοινωνία καὶ ἡ δημοσία οἰκονομία ἀπαιτοῦσιν, ὅπως
2606ὅσον τὸ δυνατὸν ἀπασχολῶνται ὀλιγώτεραι χεῖρες εἰς τὸν στρα-
2607τὸν, αἱ ὁποῖαι εἶναι χρήσιμοι διὰ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν
2608γεωργίαν. Πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη καὶ τὰ στρατιω-
2609τικῶς ὠργανωμένα ἔλυσαν τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ μέσου τινὸς
2610ὅρου, πληροῦντος καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας καὶ τὰς
2611ἀπαιτήσεις τὰς στρατιωτικὰς, παραδεχθέντα τριετῆ θητείαν.
2612Ὅταν ἡ θητεία ἦναι ὀλιγοχρόνιος, δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ
2613τῶν δύο τούτων παραγόντων, τῶν στρατιωτικῶν καὶ κοινω-
2614νικῶν ἀπαιτήσεων· ὑπάρχει καὶ ἕτερος παράγων, κανονίζων
2615τὸ ζήτημα τῆς θητείας, καὶ ὁ παράγων οὗτος εἶναι ὁ ἀριθ-
2616μὸς, ὁ ἀπαιτούμενος ἐτησίως, ἵνα πληρώσῃ τὰ κενὰ τοῦ
2617στρατοῦ. Γενικῶς εἶναι παραδεδειγμένον, ὅτι τὸ ἑκατοστὸν τοῦ
2618πληθυσμοῦ ἑνὸς Κράτους ἀποτελεῖ τὸν μόνιμον στρατὸν, αἱ
2619δὲ δαπάναι διὰ τὸν στρατὸν τοῦτον ἰσοῦνται πρὸς τὸ τέ-
2620ταρτον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ὅλων δαπανῶν. Λοιπὸν ἡ
2621Ἑλλὰς θὰ ἔχῃ 22,000 στρατόν...
2622§174ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ
2623Ἑλληνικοῦ Κράτους;
2624§175ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου... Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν πρέ-
2625πει νὰ διατηρῇ 22,000 στρατόν. Ἡ ἐτησία ἀπογραφὴ χο-
2626ρηγεῖ 22,000 κληρωτούς· ἐκ τούτων πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν
2627περὶ τὰς 12,000, οἱ ὁποῖοι ἀπαλλάσσονται, ἢ ὡς ἀνίκανοι
2628ἢ ὡς ἔχοντες ἄλλους λόγους ἀπαλλαγῆς, καὶ ἑπομένως
2629ἐναπομένουσι 10,000 κληρωτοὶ ἐτησίως. Εἴπομεν, ὅτι ὁ
2630ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ εἶναι 22,000, ἀλλ’ ἐκ τούτων πρέπει
2631νὰ ἀφαιρέσωμεν 2,000 ἀξιωματικούς· μένει λοιπὸν ὁ ἀριθ-
2632μὸς τῶν 20,000 ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ συμπληρῶται διὰ τῆς
2633ἐτησίας ἀπογραφῆς. Ἑπομένως διετὴς τουλάχιστον θητεία
2634δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, τῶν κατ’
2635ἔτος προερχομένων.
2636§176ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλησμονήσατε τοὺς ὑπαξιω-
2637ματικούς, τοὺς τεχνίτας, τοὺς μουσικοὺς καὶ ἄλλους εἰδικούς,
2638οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντικαθίστανται.
2639§177ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνακατατασσομένων ὑπαξιω-
2640ματικῶν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 12,000
2641ἀπαλλασσομένων κτλ., καθόσον συμπληροῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν
2642ἀνακατατασσομένων ὑπαξιωματικῶν διὰ τῆς ἀποστολῆς ἰσα-
2643ρίθμων ἀνδρῶν εἰς διαθεσιμότητα. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος
2644νὰ ἐκθέσω ὁποῖαι ἐργασίαι πρέπει νὰ γένωνται διὰ τὴν μόρ-
2645φωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν τῶν κληρωτῶν τοῦ στρατοῦ ξηρᾶς καὶ
2646θαλάσσης. Ἴσως εἰς καταλληλοτέραν περίστασιν, ὅταν συ-
2647ζητηθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ἐκφέρω τὴν περὶ τούτου
2648γνώμην μου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τοῦ ὀρ-
2649γανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγας
2650λέξεις καὶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
2651Τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ παρ’ ἡμῖν κανονίζουσι 10
2652διάφοροι νόμοι, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ προστεθῶσι δύο
2653ἀκόμη, ὁ περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλα-
2654κῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ περιελήφθη διάταξις, ἀτόπως, κατ’ ἐμὴν
2655γνώμην, ἀναφερομένη εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ
2656τοὺς πίνακας αὐτοῦ, καὶ ὁ ψηφισθεὶς περὶ τῆς μεταβολῆς
2657τῶν πινάκων τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου. Ἐννοεῖται ὅτι τοιοῦ-
2658τον ὀργανισμὸν δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν μᾶλλον μωσαϊκόν.
2659Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν ἐκπληροῖ καὶ τὸν προορισμὸν αὐτοῦ,
2660διότι ὁ ὀργανισμὸς στρατοῦ τινος δὲν ἔχει σκοπὸν τὸν σχημα-
2661τισμὸν μόνον αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν πολέμῳ. Καὶ
2662πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ ὅλας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι χρειά-
2663ζονται, ἵνα μεταβῇ ὁ στρατὸς ἐκ τῆς ἐν εἰρήνῃ καταστάσεως
2664εἰς τὴν ἐν πολέμῳ, ἄνευ οὐδεμιᾶς πλέον νομοθετικῆς ἐργα-
2665σίας, καὶ τότε βεβαίως δύναται νὰ τεθῇ ὁ στρατὸς ἐν κατα-
2666στάσει πολέμου, διὰ τῆς ἐκδόσεως ἑνὸς Β. Διατάγματος, τὸ
2667ὁποῖον θὰ περιέχῃ μόνον ὀλίγας λέξεις, τουτέστι «Τίθεμεν
2668τὸν στρατὸν εἰς ἐπιστράτευσιν».
2669Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ πολλῶν παρα-
2670γόντων, πρὸ πάντων ἀπὸ τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον πρό-
2671κειται νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὸν τὸ Κράτος. Ἕκαστον δὲ
2672Κράτος δὲν ἔχει τοὺς αὐτοὺς σκοπούς. Ἀνέφερον τὴν Ἑλβε-
2673τίαν. Πρῶτον ἡ Ἑλβετία εὑρίσκεται ὑπὸ ἄλλας συνθήκας
2674καὶ ὑπὸ ἄλλας εὑρίσκεται ἡ Ἑλλάς. Δεύτερον δὲν εἶναι
2675ἀκριβές, ὅτι ἡ Ἑλβετία δὲν ἔχει στρατόν. Ὁ Ἑλβετικὸς
2676στρατὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ 8 μεραχίας, ἑκάστη δὲ μεραρχία
2677ἀποτελεῖται ἀπὸ ἓν ἐπιτελεῖον, ἕνα λόχον συνοδείας, δύο τα-
2678ξιαρχίας πεζικοῦ, ἓν τάγμα καραβινοφόρων, μίαν ταξιαρχίαν
2679πυροβολικοῦ, ἕνα ὄρχον πυροβολικοῦ, ἓν σύνταγμα δραγό-
2680νων, ἓν τάγμα μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας, ἓν τάγμα μηχανικοῦ,
2681πέντε χειρουργεῖα καὶ ἕνα λόχον οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας.
2682Ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ ἐκγύμνασις εἶπον ὅτι διαφέρει ἐν
2683Ἑλβετίᾳ...
2684§178ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει 12,000 μόνιμον στρα-
2685τόν, νομίζω.
2686§179ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἔλεγον, ὅτι ὁ μόνιμος στρατὸς ἀποτελεῖται
2687ἀπὸ αὐτὰς τὰς μονάδας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὰ στελέχη των,
2688ἅτινα διατηροῦνται διαρκῶς ὑπὸ τὰς σημαίας. Ἡ ἐκγύμνα-
2689σις καὶ ἐκπαίδευτις εἶναι διάφορος, ἤτοι οἱ ἄνδρες ἐκγυμνά-
2690ζονται κατὰ διαφόρους περιόδους ἐπὶ 4 μῆνας.
2691§180ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μόνον τὰ στελέχη τῶν ἀξιωματικῶν.
2692Ἐγὼ ἐγνώρισα συνταγματάρχην διοικητὴν συντάγματος, τὸν
2693ὁποῖον μετὰ ἓν ἔτος εἶδον διευθυντὴν ἐργοστασίου μεταξωτῶν
2694ἐν Ἑλβετίᾳ.
2695§181ΠΕΤΑΛΑΣ. Αὐτὸ δὲν σημαίνει τίποτε, διότι τὴν θέσιν
2696αὐτοῦ τὴν κατέλαβεν ἕτερος. Ἐν τούτοις ὑπάρχουσι μόνιμα
2697στελέχη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι βαθμοφόροι ὡρισμένοι, οὓς
2698πληρόνουσιν.
2699Ἔλεγον καὶ πάλιν, ὅτι διάφορος ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἐκγύ-
2700μνασις τοῦ στρατοῦ ἐν Ἑλβετίᾳ, ἀλλ’ εἶναι διάφορος καὶ ὁ
2701πολιτικὸς ὀργανισμὸς τοῦ Κράτους καὶ ἡ γεωγραφικὴ θέσις
2702καὶ ἡ ἐθνικὴ ὑπόστασις. Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ τὸ αὐτὸ
2703καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔχει ὑπο-
2704χρεώσεις πολὺ διαφόρους. Ἑπομένως ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς
2705πρέπει νὰ ὀργανωθῇ κατὰ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι
2706ὠργανωμένα τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν τοῦ Αἵμου, τοὐλά-
2707χιστον ἵνα μὴ ὑστερῇ πρὸς αὐτά. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ
2708δέον νὰ ἦναι ὁ αὐτὸς καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, διότι ἐν
2709εἰρήνῃ μορφοῦται ἡ διοίκησις, ὥστε νὰ δύναται ἐν πολέμῳ
2710νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν της. Παρ’ ἡμῖν ἀτυχῶς πα-
2711ρελείφθη ἐντελῶς τὸ τοιοῦτον, καὶ ὁσάκις λαμβάνωμεν ἀνάγ-
2712κην ἐπιστρατεύσεως, καλοῦμεν τοὺς πρώτους ἀρχαιοτέρους
2713ἀξιωματικούς, ὅπως καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν διοικήσεων
2714τῶν μεραρχιῶν, τῶν ταξιαρχιῶν καὶ συνταγμάτων, μονάδας
2715τὰς ὁποίας ἐντελῶς ἀγνοοῦσιν. Ἐὰν πᾶσαι αἱ διοικήσεις
2716ἦναι δυσχερεῖς, ἡ στρατιωτικὴ διοίκησις εἶναι δυσχερεστάτη.
2717Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχουσι πνεύματά τινα, ἐκ φύσεως προι-
2718κισθέντα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διοικήσωσι στρατὸν ἄνευ με-
2719γάλης ἀσκήσεως, καθόσον ἐν τῷ νῷ αὐτῶν παρουσιάζονται,
2720ὡς ἐν κατόπτρῳ, οὐ μόνον αἱ φάσεις ἐπιχειρήσεώς τινος,
2721ἀλλὰ καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Τὰ πλεῖστα ὅμως πνεύ-
2722ματα εἶναι συνήθη, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μορφῶνται ἐν καιρῷ
2723εἰρήνης, ἵνα δύνανται ἐν καιρῷ πολέμου νὰ ἐκτελῶσι τὸ κα-
2724θῆκόν των. Τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ μόνον, ὅταν ὁ σχη-
2725ματισμὸς τοῦ στρατοῦ ἦναι ὁ αὐτὸς ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πο-
2726λέμῳ.
2727Κατὰ γενικὸν κανόνα, εἰς τοὺς στρατοὺς εἶναι παραδεδεγ-
2728μένον τὸ σῶμα στρατιᾶς, ὡς βάσις σχηματισμοῦ τοῦ στρα-
2729τοῦ, καθότι περιλαμβάνει ἅπαντα τὰ στοιχεῖα, διὰ τῶν
2730ὁποίων δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἐπιχείρησις σπουδαιότητός τινος.
2731Ἀλλὰ πολλοὶ τῶν συγγραφέων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ
2732ὁ στρατηγὸς Derrécagaix, εἷς τῶν ὑπαρχηγῶν τοῦ Γαλ-
2733λικοῦ ἐπιτελείου, συμβουλεύουσιν ὡς βάσιν σχηματισμοῦ τῶν
2734ὀλιγαρίθμων στρατῶν τὴν μεραρχίαν, ἵνα μὴ στερῶνται τῶν
2735ἐφεδρειῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἡμέτερον στράτευμα εἶναι ὀλιγά-
2736ριθμον, δύναται νὰ γείνῃ δεκτὸς ὁ σχηματισμὸς αὐτοῦ κατὰ
2737μεραρχίας, καὶ ἐπειδὴ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν 36 τάγματα, θὰ
2738ὑπάρχωσι 3 μεραρχίαι.
2739Ὀλίγον ἔλειψε νὰ λησμονήσω, τί εἶπον προηγουμένως, ὅτι
2740δηλ. δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐκφέρω περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ
2741τοῦ στρατοῦ γνώμην, διότι σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ
2742προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν πταίω ἐγώ, ἀλλ’ ὁ
2743ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ὁ ὁποῖος μὲ παρέσυρε.
2744§182ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συνδέεται. Εἶσθε ἐντὸς τοῦ θέματος.
2745§183ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἀλλὰ μ’ ἐπανεφέρετε πάλιν εἰς τὸ θέμα
2746διὰ τοῦ φάσματος τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
27471895, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ὁμιλίᾳ σας ἀνεφέρατε, καὶ μοὶ ἐπι-
2748βάλλεται νὰ σκεφθῶ περὶ οἰκονομιῶν.
2749Ἔλεγον προηγουμένως, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου
2750τῶν Στρατιωτικῶν εἰς πάντα τὰ Κράτη, μὴ λαμβανομένης
2751ὑπ’ ὄψιν τῆς δαπάνης διὰ τὴν χωροφυλακὴν, ἥτις ἐπιβαρύνει
2752εἰς τὰ Κράτη ταῦτα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι
2753τὸ τέταρτον τῆς δαπάνης τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μὴ τυχὸν αἱ
2754δαπάναι αὗται ὑπερβαίνουσι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τῷ ἡμετέρῳ
2755προϋπολογισμῷ, καὶ ἐξέπληξε τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ διὰ τοῦτο
2756προτείνει οἰκονομίας;
2757§184Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὄχι. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπιβάλ-
2758λονται αἱ οἰκονομίαι ἐπὶ τοῦ παρόντος.
2759§185ΠΕΤΑΛΑΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ ὁρισθῇ σαφῶς: θέλομεν
2760στρατὸν ἢ δὲν θέλομεν; Ἐὰν θέλωμεν στρατὸν, πρέπει νὰ
2761δαπανήσωμεν, ἐὰν δὲν θέλωμεν, πρέπει νὰ τὸν καταργήσω-
2762μεν. Νομίζω ὅτι ἐξηγήθην ἀρκούντως, εἰπὼν ὅτι εἰς ὅλα τὰ
2763Κράτη τὸ ¼ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀφιεροῦται διὰ τὸν
2764στρατόν...
2765§186ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, μὴ
2766λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ δημοσίου χρέους.
2767§187ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὸ τέταρτον εἰς τὸν ἰδικόν μας προϋπολο-
2768γισμὸν, ἔστω μὴ συμπεριλαμβανομένου τοῦ δημοσίου χρέους,
2769εἶναι δέκα ἓξ περίπου ἑκατομμύρια, ἀλλ’ εἰς τὸν ἰδικόν μας
2770προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διατί-
2771θεται τὸ ποσὸν δεκαπέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμυρίων περίπου
2772ὄχι μόνον διὰ τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν χωροφυλακήν.
2773Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ δαπανήσωμεν ὅσα
2774χρειάζονται διὰ τὸν στρατὸν, νὰ τὸν καταργήσωμεν, ἀλλὰ
2775τότε νὰ μὴ γράφωμεν τὰς ὡραίας αὐτὰς φράσεις (ἀναγινώ-
2776σκει): «Πᾶς Ἕλλην δὲν δύναται οὐδὲ πρέπει νὰ λησμονῇ τὰς
2777ἀπέναντι τῆς ἱστορίας καὶ τῶν ὁμαιμόνων καὶ ὑπὸ δουλείαν
2778διατελούντων ἀδελφῶν ὑποχρεώσεις κτλ.», αἵτινες ἀπαντῶν-
2779ται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲ νὰ ἀπορῇ ὁ ἀξιότιμος
2780συνάδελφος κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἐὰν δὲν ἀπαντῶσιν εἰς τὴν
2781ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Εὐταξία περὶ Βουλγα-
2782ρικῶν βερατίων οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυ-
2783τικῶν. Διότι τὸν στρατὸν δυστυχῶς τὸν ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ
2784μόνον εἰς περιστάσεις ἐκτάκτους· εἰς τὰς συνήθεις περιστάσεις
2785λησμονεῖ αὐτὸν, καὶ προτείνει οἰκονομίας μέχρις ἀποσυνθέσεως.
2786Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις χορηγεῖ
2787ἀφθόνως τὰς πιστώσεις, ἀλλὰ τότε δὲν ὠφελοῦσιν αἱ πιστώσεις
2788αὗται, μᾶλλον βλάπτουσιν, ὅπως βλάπτουσιν ὅλαι αἱ πυρε-
2789τώδεις ἐργασίαι. Αἱ δαπάναι πρέπει νὰ γίνωνται μεμελετη-
2790μένως καὶ ἐπὶ ὡρισμένου σχεδίου, καὶ τότε ἄγουσιν εἰς εὐά-
2791ρεστα ἀποτελέσματα. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐπιθυ-
2792μοῦσι τὰς οἰκονομίας, ἀπ’ ἐναντίας αἱ περὶ οἰκονομιῶν ἰδέαι
2793μου ἀφικνοῦνται μέχρι τῶν ἄκρων. Ἐννοῶ ὅμως αἱ οἰκονομίαι
2794αὗται νὰ ἐπεκτείνωνται εἰς ἅπαντας τοὺς κλάδους τῆς ὑπη-
2795ρεσίας ἁπάντων τῶν Ὑπουργείων μεθοδικῶς, ἵνα μὴ παρα-
2796λύωνται οἱ κλάδοι οὗτοι. Θὰ ἐνόουν τὰς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς
2797ἢ τοῦ εἰσηγητοῦ προτεινομένας οἰκονομίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
2798τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν...
2799§188Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν
2800δὲν προὐτάθησαν οἰκονομίαι.
2801§189ΠΕΤΑΛΑΣ. Πραγματικῶς δὲν εὑρίσκω ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς
2802ἐπιτροπῆς, πρότασιν περὶ οἰκονομιῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
2803Ναυτικῶν... Θὰ ἐνόουν λοιπὸν τὰς προτεινομένας οἰκονο-
2804μίας εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, ἐὰν ἔβλεπον προτεινομένας
2805τοιαύτας καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα, διότι τότε θὰ ἐπραγ-
2806ματοποιοῦντο οἰκονομίαι, αἵτινες ἠδύναντο νὰ καταστήσωσι
2807τὸν προϋπολογισμὸν ἱκανὸν εἰς τὸ νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς
2808ἀπαιτουμένας ἀνάγκας καὶ νὰ ἔχῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα·
2809ὅταν δὲ θὰ καθίστατο δυνατὸν, νὰ προσδιορισθῇ ποσὸν πρὸς
2810αὔξησιν καὶ βελτίωσιν τῶν διαφόρων κλάδων, καὶ εἰδικῶς τῶν
2811κλάδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουρ-
2812γείου τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ μὴ ὑπολειπώμεθα ὡς πρὸς τὸ
2813ζήτημα τοῦτο ἁπάντων σχεδὸν τῶν Κρατῶν. Ἀπορῶ λοιπὸν,
2814πῶς οἱ προτείναντες οἰκονομίας εἰς τοὺς κλάδους τοῦ Ὑπουρ-
2815γείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν προέτειναν τοιαύτας καὶ εἰς τοὺς
2816λοιποὺς κλάδους τῶν ἄλλων Ὑπουργείων.
2817Μὴ τυχὸν τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰ-
2818κονομικῶν ἀναγραφόμενον ποσὸν τῶν 400,000 δραχμῶν διὰ
2819ποσοστὰ εἰσπράξεων, τὸ ὁποῖον ἐπιφέρει πολλὰ κακὰ καὶ κα-
2820ταπιέσεις εἰς τοὺς ἀνισχύρους φορολογουμένους, δὲν ἦτο δυ-
2821νατὸν νὰ εὐχηθῇ τις νὰ ἴδῃ αὐτὸ ἀπαλειφόμενον; Οἱ ἀξιω-
2822ματικοὶ τοῦ στρατοῦ διαχειρίζονται τὸ τέταρτον περίπου τοῦ
2823προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ὄχι μόνον δὲν λαμβάνουσι
2824ποσοστὰ, καίτοι καὶ αὐτοὶ ἔχουσιν εὐθύνας, ἀλλὰ καὶ τὸν
2825γλίσχρον μισθόν των πρὸ δύο ἐτῶν ἡ Βουλὴ ἠλάττωσε. Μή-
2826πως τυχὸν ἐν τῷ ἀριθμῷ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κεντρικῆς ὑπη-
2827ρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἴς τινας ἄλλους
2828κλάδους, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν κλάδον τῶν καπνοκοπτηρίων, δὲν
2829ἤθελέ τις εὐχηθῆ νὰ ἴδῃ οἰκονομίας τινάς; Μὴ τυχὸν ἐν τῷ
2830προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι
2831δυνατὸν νὰ εὐχηθῇ τις οἰκονομίας εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλ-
2832λήλων τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας καί τινων Προξενείων; δὲν
2833ἦτο δυνατὸν νὰ εὐχηθῇ νὰ περιορισθῇ ἡ πίστωσις διὰ προ-
2834μήθειαν παρασήμων εἰς τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ
2835τὰ παράσημα τὰ ἀπονεμόμενα μόνον εἰς τοὺς ξένους; Μήπως
2836ὁ διορισμὸς εἴς τινα Προξενεῖα ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, κα-
2837ταλλήλως μεμορφωμένων, δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ οἰκονομίας καὶ
2838νὰ προσφέρῃ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος; Ἡ γείτων
2839ἐπικράτεια μᾶς ἔδωκε τὸ παράδειγμα, διορίσασα ὡς γενικὸν
2840πρόξενον ἐν Λαρίσῃ ἔγκριτον αὐτῆς ἀξιωματικόν. Καὶ ἀπο-
2841ρῶ μάλιστα, πῶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
2842κῶν οὐδὲ ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς τοιαύτης συστάσεως, γενομένης
2843κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς Προξενικῆς
2844ὑπηρεσίας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Σάκκη, ἔδωκε.
2845Μὴ τυχὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιο-
2846σύνης δὲν ἠδύνατό τις νὰ εὐχηθῇ τὸν περιορισμὸν Εἰρηνοδι-
2847κείων τινῶν καὶ Πρωτοδικείων; Γνωρίζετε πάντες τὴν πλη-
2848γὴν Εἰρηνοδικῶν τινων. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ περιορισθῇ
2849ὁ ἀριθμὸς τούτων, καὶ ἡ ἐκλογὴ νὰ γίνηται μεταξὺ προσώ-
2850πων καλῶς πληρονομένων καὶ παρεχόντων τὴν ἐμπιστοσύνην
2851τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Δὲν κρίνω ἄσκοπον ν’ ἀνα-
2852φέρω ἐνταῦθα, ὅτι ἡ ἐν ἑκάστῃ περιφερείᾳ Πρωτοδικείου ἵδρυ-
2853σις ἐξεταστικῶν φυλακῶν, συνεχομένων μετὰ τῶν στρατώνων
2854τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἡ ἐν περιωρισμένοις σημείοις ἵδρυσις
2855σωφρονιστικῶν φυλακῶν καὶ ὁ διορισμὸς εἰς ταύτας ἀξιωμα-
2856τικῶν καταλλήλως μεμορφωμένων, μεγάλην οἰκονομίαν ἤθελεν
2857ἐπιφέρει καὶ ὑπηρεσίας ἤθελε προσφέρει. Μὴ τυχὸν ἐν τῷ προϋ-
2858πολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ
2859εὐχηθῇ τις ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κεν-
2860τρικῆς ὑπηρεσίας, τῶν Νομαρχιῶν, τῶν ὁδοιπορικῶν καὶ ἐπι-
2861μισθίων τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, τοῦ μισθοῦ τοῦ
2862ὑγειονόμου Κερκύρας, λαμβάνοντος πολὺ μεγαλείτερον μισθὸν
2863τοῦ μισθοῦ τοῦ ὑγειονόμου Πειραιῶς, τὴν κατάργησιν τοῦ εἰς
2864ἓν καὶ μόνον ὑγειονομεῖον ὑπάρχοντος γραμματέως, τὴν ἐλάτ-
2865τωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῆς πολυτελοῦς ὑπηρεσίας
2866τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τῶν ὁδοιπορικῶν αὐτῶν; Μὴ τυχὸν
2867ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας δὲν ἠδύ-
2868νατό τις νὰ εὐχηθῇ πολλὰς οἰκονομίας; Νομίζω ὅτι πρέπει
2869νὰ περιορισθῇ ἡ μέση καὶ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις. Ὁ πολλα-
2870πλασιασμὸς τῶν ἐπιστημόνων ἐπιφέρει πολλὰ κακὰ, ηὔξησε τὴν
2871θεσιθηρίαν, κατέστησε τὸν βίον τῶν ἰδίων ἐπιστημόνων προ-
2872βληματικὸν, καὶ ἕνεκα τοῦ περὶ ὑπάρξεως ἀγῶνος ἀναγκάζον-
2873ται νὰ διαπράττωσιν οὗτοι ἑκάστοτε πράξεις, αἵτινες μεγά-
2874λην βλάβην, φέρουσιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐπίσης ὁ πλατυα-
2875σμὸς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐπιφέρει τὴν ἐλάττωσιν τῆς προ-
2876όδου τῶν τεχνῶν, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, ὡς ἐκ
2877τῆς μὴ διαδοχῆς εἰς αὐτάς. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατ’
2878ἐξοχὴν ἔχει ἀνάγκην βιοτεχνικῆς, βιομηχανικῆς καὶ γεωργι-
2879κῆς ἀναπτύξεως, καὶ εἰς αὐτὰ πρέπει νὰ ἐπιδοθῇ ὁ λαὸς, καὶ
2880πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους.
2881Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον δικαιολογεῖται ἡ προτει-
2882νομένη αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστη-
2883μίου...
2884§190ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτείνεται τοιαύτη αὔξησις;
2885§191ΠΕΤΑΛΑΣ. Πρότασις, σύστασις,—δὲν γνωρίζω πῶς θέ-
2886λετε νὰ τὴν ὀνομάσητε κοινοβουλευτικῶς—ἐν τούτοις ἐν τῇ
2887ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ὑπάρχει τοιοῦτόν τι.
2888§192Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι
2889οἱ μισθοὶ τῶν καθηγητῶν δὲν πρέπει νὰ ἦναι ὅμοιοι διὰ πά-
2890σας τὰς ἕδρας. Οὐδεμίαν προτείνει αὔξησιν.
2891§193ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐν τῇ ἐκθέσει ὡρισμένως ἀναφέρεται αὔξησις
2892μισθοδοσιῶν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον
2893κατὰ γενικὴν ὁμολογίαν κατέστη, ἐκτὸς ἐννοεῖται ἐξαιρέσεων,
2894πρυτανεῖον... Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ προξενεῖ ἀπορίαν,
2895εἶναι, πῶς διέφυγε τὴν οἰκονομικὴν ἔρευναν τῆς ἐπιτροπῆς ὁ
2896ἀναγραφόμενος μισθὸς τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ἀστεροσκοπείου,
2897καὶ δὲν ἐπρότεινε τὴν ἐξομοίωσιν αὐτοῦ πρὸς τὸν μισθὸν ὅλων
2898τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἢ τὸ πολὺ πρὸς τὸν μισθὸν
2899τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀφοῦ προτείνεται τοιαύ-
2900τη ἐξομοίωσις διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν νομικῶν συμβούλων.
2901§194Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δι’ αὐτοὺς προὐτάθη, διότι χάριν
2902τῶν μεγάλων μισθῶν ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὰ δικαστήρια πεπει-
2903ραμένοι δικασταὶ, καὶ δὲν ἠξεύρω ἄν τοῦτο πρέπῃ νὰ γίγνηται.
2904§195ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐὰν τοιαύτας οἰκονομίας ἔβλεπον προτεινο-
2905μένας, τότε βεβαίως μετὰ θάῤῥους θὰ ἀνηρχόμην ἐπὶ τοῦ
2906βήματος τούτου, ἵνα ἀποδείξω, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸν
2907τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνοδυνώτερον ἤθελον ἐπενεχθῆ αἱ
2908προτεινόμεναι οἰκονομίαι εἰς τὸν στρατόν. Τοῦτο ὅμως θὰ
2909πράξω καὶ ἤδη, ἀλλὰ πρὸ τούτου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκ-
2910φράσω ἓν παράπονον κατὰ τῶν καθημερινῶν μεμψιμοιριῶν
2911ἐναντίον τῶν προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ὡσὰν οἱ ἀξιω-
2912ματικοὶ οὗτοι νὰ μὴ ἐξεπλήρουν τὸ καθῆκόν των, ὡς ἐκπλη-
2913ροῦσιν αὐτὸ καὶ πάντες οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἀμέ-
2914σως προάγονται, ἅμα κενωθῇ θέσις...
2915§196Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐκφράζει τοιοῦτον
2916παράπονον.
2917§197ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν εἶπον διὰ τὴν ἐπιτροπήν.
2918§198ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Κατὰ τίνος ἐκφράζετε τὸ παράπονον;
2919§199ΠΕΤΑΛΑΣ. Κατὰ τῶν ἐκφραζόντων ἑκάστοτε καθημερι-
2920νῶς ἐνταῦθα μεμψιμοιρίας διὰ τοὺς γενομένους προβιβασμούς.
2921§200ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν διετυπώθησαν
2922ποτὲ τοιαῦτα παράπονα.
2923§201ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα, ἐγὼ ἤκουσα κατ’ ἐπανάληψιν...
2924Ἀλλὰ καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκτελοῦσι καὶ αὐτοὶ τὴν ἀνατε-
2925θειμένην εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσίαν μετὰ ζήλου καὶ αὐταπαρνή-
2926σεως, λαμβάνοντες κατ’ ἔτος 10,000 πολίτας, ὡς ἐπὶ τὸ
2927πλεῖστον ἀξέστους καὶ ἀγραμμάτους, καὶ ἀποστέλλοντες αὐ-
2928τοὺς εἰς τὰς ἑστίας των μεμορφωμένους καὶ γνωρίζοντας ἐκ-
2929τὸς τῶν ἄλλων καὶ ἀνάγνωσιν, γραφὴν καὶ τὰς 4 πράξεις
2930τῆς ἀριθμητικῆς.
2931Ἐξετάσωμεν ἤδη, τίνες οἰκονομίαι δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσι
2932κατὰ τὸν ἀνοδυνώτερον τρόπον ἐπὶ τοῦ κλάδου τοῦ Ὑπουρ-
2933γείου τῶν Στρατιωτικῶν. Αἱ οἰκονομίαι, αἵτινες δύνανται νὰ
2934ἐπενεχθῶσιν, εἶναι: αʹ) ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
2935ἀξιωματικῶν κατὰ πρῶτον λόγον καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπα-
2936ξιωματικῶν κατὰ δεύτερον λόγον· βʹ) ἐκ τῆς καταργήσεως
2937ὑπηρεσιῶν τινων· γʹ) ἐκ τοῦ καταλλήλου συνδυασμοῦ τῆς
2938σπουδῆς καὶ τῆς ἐξόδου εἰς τὸν στρατὸν τῶν ἀξιωματικῶν·
2939δʹ) ἐκ τῆς καταλλήλου κατασκευῆς τοῦ ἱματισμοῦ· εʹ) ἐκ
2940τῆς ἱππωνείας.
2941Ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν δύναται νὰ
2942προέλθῃ: αʹ) ἐκ τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2943Στρατιωτικῶν, περιοριζομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τμημάτων εἰς
2944τέσσαρα καὶ μόνα...
2945§202ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀντικείμενα τοῦ ὀργανισμοῦ
2946τοῦ στρατοῦ· ἐδῶ δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ αὐτῶν.
2947§203ΠΕΤΑΛΑΣ. Σᾶς ἐνοχλοῦσι ταῦτα;
2948§204ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὄχι· ἀλλὰ δὲν ἔχουσι σχέσιν.
2949§205ΠΕΤΑΛΑΣ. Λυποῦμαι.
2950Λέγω λοιπόν, ὅτι ἐκ τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου
2951τῶν Στρατιωτικῶν, περιοριζομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τμη-
2952μάτων εἰς 4 καὶ μετασχηματιζομένων τῶν λοιπῶν τμημά-
2953των εἰς γραφεῖα, διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως ταύτης θέλει
2954ἐπέλθει οἰκονομία, ὡς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς βαθμολογικῆς
2955κλίμακος καὶ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωμα-
2956τικῶν. βʹ) Ἐκ τῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ τοῦ σχηματισμοῦ
2957τοῦ στρατοῦ κατὰ μεραρχίας, ταξιαρχίας καὶ συντάγματα,
2958καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς βαθμολογικῆς κλίμακος τῶν διοικη-
2959τῶν· τουτέστι τῶν μεραρχιῶν διοικουμένων ὑπὸ ὑποστρατή-
2960γων, τῶν ταξιαρχιῶν ὑπὸ συνταγματαρχῶν καὶ τῶν συν-
2961ταγμάτων ὑπὸ ἀντισυνταγματαρχῶν, διότι πρέπει νὰ ὁμολο-
2962γήσωμεν, ὅτι ὁ βαθμὸς τοῦ συνταγματάρχου καὶ ἔτι μᾶλλον ὁ
2963τοῦ στρατηγοῦ εἶναι βαρὺς διὰ τὰς παρούσας περιστάσεις καὶ
2964διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι τόσον ὀλιγά-
2965ριθμος.
2966§206ΜΑΝΕΣΗΣ. Τότε τὸ σύνταγμα θὰ λέγηται ἀντισύν-
2967ταγμα.
2968§207ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὄχι· εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται
2969καὶ εἰς τὴν Ἑλβετίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ συντάγματα διοι-
2970κοῦνται ἀπὸ ἀντισυνταγματάρχας.
2971§208ΜΑΝΕΣΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη τοῦτο, καὶ κατέκρινα
2972τὴν ἰδέαν. Γνωρίζομεν βεβαίως, ὅτι ἐν Βουλγαρίᾳ λοχα-
2973γοὶ διώκησαν συντάγματα· ἀλλὰ τοῦτο γίνεται εἰς ἐκ-
2974τάκτους περιστάσεις. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸ καθιερώ-
2975σωμεν, οὔτε νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία, ὡς
2976προτείνετε. Παραδέχομαι τὰ ἄλλα, ἀλλὰ νὰ καταβιβάσω-
2977μεν, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς βαθμοὺς καὶ νὰ κάμωμεν οἰκονομίαν,
2978δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόν. Πρῶτον τοὺς ὑπάρχοντας τί θὰ
2979τοὺς κάμωμεν; καὶ δεύτερον διατὶ νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὸ,
2980ἐνῷ διὰ παντοίων μέτρων, ὡς ἄλλοτε ἀνέπτυξα, θὰ ἔχωμεν
2981μεγίστην οἰκονομίαν, χωρὶς, ὡς προτείνετε, νὰ καθιερώσωμεν
2982τὸ ἀκανόνιστον τῆς στρατιωτικῆς λειτουργίας;
2983§209ΠΕΤΑΛΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα σας· ἡ ἰδέα ἡ ἰδική μου
2984εἶναι ἡ ἄλλη. Πιθανὸν νὰ ἦναι λανθασμένη· ἀντικρούσατέ
2985την. Βεβαίως ἐκπληρῶ καθῆκον πολὺ δυσχερὲς καὶ δυσάρε-
2986στον, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἐκπληρώσω.
2987Ἐπίσης δύναται νὰ λείψωσιν οἱ πρόεδροι τῶν Οἰκονο-
2988μικῶν Συμβουλίων, καὶ νὰ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα αὐ-
2989τῶν εἰς τοὺς ὑποδιοικητὰς, ὡς τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἐγίνετο. Ἡ
2990ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν δύναται νὰ
2991προέλθῃ ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν λοχιῶν καὶ δε-
2992κανέων ἐν τοῖς λόχοις. Αἱ ἐλαττώσεις αὗται καὶ τῆς βαθ-
2993μολογικῆς κλίμακος καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βαθμοφόρων δι-
2994καιολογοῦνται καὶ ἐκ τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐκ
2995τῶν δυσχερῶν περιστάσεων.
2996Αἱ θέσεις, τῶν ὁποίων τὴν κατάργησιν δύναταί τις νὰ προ-
2997τείνῃ, (φοβοῦμαι ὅτι καὶ ἐδῶ θὰ ἔχω ἀντιῤῥήσεις) εἶναι:
2998αʹ) Τὰ τρία Ἀρχηγεῖα στρατοῦ, ἀντικαθιστάμενα διὰ τῶν
2999μεραρχιῶν· βʹ) ἡ Ἐπιθεώρησις καὶ τὸ Συμβουλευτικὸν τμῆμα
3000τοῦ Πυροβολικοῦ· γʹ) αἱ Ἐφορίαι ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ Πα-
3001τρῶν, Πειραιῶς, Χαλκίδος, Βόλου, Λευκάδος· δʹ) Ὁ λόχος
3002τῆς σκευῆς τοῦ Πυροβολικοῦ· εʹ) ἡ Ἐπιθεώρησις καὶ τὸ Συμ-
3003βουλευτικὸν τμῆμα τοῦ Μηχανικοῦ· ϛʹ) τὸ Σχολεῖον συν-
3004τάγματος τοῦ Μηχανικοῦ, ἀνατιθεμένης τῆς ἐκπαιδεύσεως
3005εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ Μηχανικοῦ, ὡς γίνεται τοῦτο καὶ εἰς
3006τὰ λοιπὰ ὅπλα· ζʹ) τὸ Τοπογραφικὸν τμῆμα τοῦ Μηχανι-
3007κοῦ· ηʹ) ὁ λόχος τῶν τηλεγραφητῶν, καταρτιζομένου ὡς
3008τοιούτου ἑνὸς λόχου τοῦ συντάγματος τοῦ Μηχανικοῦ· θʹ) τὸ
3009Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν, ἀνατιθεμένης τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ εἰς
3010τὸν ἀρχαιότερον σωματάρχην· ιʹ) μία Ἀποθήκη ὑλικοῦ στρα-
3011τοῦ· ιαʹ) τὰ δύο ἀρτοποιεῖα.
3012§210ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ Στρατοδικεῖα;
3013§211ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Περὶ Ὁπλοστασίου;
3014§212ΠΕΤΑΛΑΣ. Τὸ Ὁπλοστάσιον εἶναι ἀναγκαῖον· ἔχει ἀνάγ-
3015κην ἀναδιοργανώσεως, ἀλλ’ ὄχι καταργήσεως.
3016Αἱ ἐργασίαι τοῦ τεχνικοῦ Συμβουλευτικοῦ τμήματος τοῦ
3017Πυροβολικοῦ καὶ τοῦ Μηχανικοῦ δύνανται νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς
3018τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, καλῶς καταρτιζομένην· καὶ πρέ-
3019πει νὰ καταρτισθῇ καλῶς, διότι στρατὸς ἄνευ καλῆς ἐπιτε-
3020λικῆς ὑπηρεσίας εἶναι καθὼς πλοῖον ἄνευ πηδαλίου.
3021§213ΒΑΛΕΤΑΣ. Τὸ Ὁπλοστάσιον δὲν δύναται νὰ συγχωνευθῇ
3022μὲ τὸν Ναύσταθμον;
3023§214ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οὔτε
3024ἡ κατάργησις τοῦ Ὁπλοστασίου, οὔτε ἡ συγχώνευσις αὐτοῦ
3025μετὰ τοῦ Ναυστάθμου.
3026§215ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὁπλοστασίου
3027δὲν ἔχετε καμμίαν γνώμην;
3028§216ΠΕΤΑΛΑΣ. Τίνα γνώμην θέλετε νὰ σᾶς εἴπω;
3029§217ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ δέχεσθε διακοπάς, διότι δὲν θὰ τε-
3030λειώσωμεν ποτέ.
3031§218ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ἐκτὸς τῆς σπουδαίας
3032αὐτῆς ὑπηρεσίας ἐν πολέμῳ, ἐκτελεῖ καὶ πολλὰς ἐργασίας ἐν
3033εἰρήνῃ· ἤτοι τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς γενι-
3034κὰς ἀσκήσεις, τὴν σύνταξιν στατιστικῆς καὶ στρατιωτικῶν
3035πληροφοριῶν τοῦ τε ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὴν
3036σπουδὴν τῆς ἀμύνης τῆς χώρας, τὴν σπουδὴν τοῦ Θεάτρου
3037τοῦ πολέμου, τὴν σπουδὴν τῆς ὀχυρώσεως, τὴν χαρτογρα-
3038φίαν, τὴν σπουδὴν τῶν διαφόρων ὁπλισμῶν, ὀργανισμῶν καὶ
3039κανονισμῶν, καὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρα-
3040τοῦ. Βλέπετε ὅτι εἰς τὰς ἐργασίας ταύτας ἐμπεριλαμβάνον-
3041ται καὶ αἱ ἐργασίαι τῶν τεχνικῶν Συμβουλευτικῶν τμημά-
3042των τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ Μηχανικοῦ. Βεβαίως ὁ θεσμὸς αὐ-
3043τῶν ὑπάρχει καὶ εἰς τοὺς ἄλλους στρατούς, ἀλλ’ οἱ στρατοὶ
3044ἐκεῖνοι εἶναι πολυάριθμοι, καὶ αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ἀνατιθέμεναι
3045εἰς τὰ Συμβουλευτικὰ τμήματα, εἶναι πολὺ μεγάλαι, ὥστε
3046τὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ, ὅπως
3047ἐκτελέσῃ ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τῶν Κρατῶν τούτων.
3048Αἱ ἐφορίαι ὑλικοῦ Πατρῶν, Πειραιῶς, Χαλκίδος, Βόλου
3049καὶ Λευκάδος οὐδεμίαν χρησιμότητα ἔχουσι· χρησιμεύουσι μό-
3050νον, ἵνα χορηγῶσι τὸν ὁπλισμὸν τῶν σωμάτων εἰς τὰς πόλεις
3051εἰς τὰς ὁποίας αὐτὰ ἑδρεύουσιν, ἐνῷ τὸ τοιοῦτον ἠδύνατο νὰ
3052γείνῃ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῶν συνταγμάτων, αἱ ὁποῖαι ἀπο-
3053θῆκαι δύνανται νὰ προμηθευθῶσι τὸν ἀναγκαιοῦντα ὁπλι-
3054σμὸν τῶν σωμάτων ἅπαξ ἐκ τῶν Κεντρικῶν ἀποθηκῶν τοῦ ὑλι-
3055κοῦ πολέμου, αἵτινες πρέπει νὰ ἱδρυθῶσιν ἐπὶ σημείων, ἅτινα
3056θὰ ὑποδείξῃ ἡ σπουδὴ τῆς ἀμύνης τῆς χώρας.
3057Ἡ ὕπαρξις τῶν ἀρτοποιείων νομίζω ὅτι εἶναι οὐ μόνον
3058περιττή, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιος, διότι τὰ ἀρτοποιεῖα δὲν χρησι-
3059μεύουσιν ἵνα παρασκευάζωσι τεχνίτας, ὅπως οὗτοι χρησιμο-
3060ποιηθῶσιν ἐν καιρῷ πολέμου, ἀλλ’ ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὸν στρα-
3061τὸν ἀριθμὸν τεχνιτῶν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὴν τέχνην τοῦ
3062κλιβανέως καὶ τοῦ ἀρτοποιοῦ· ἑπομένως δὲν προσφέρουσι καμ-
3063μίαν ὑπηρεσίαν, ὑπὸ ἔποψιν ἐκπαιδεύσεως, οὔτε ὑπὸ ἔποψιν
3064οἰκονομίας, διότι ἐπιβαρύνουσι τὸν ἄρτον διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ
3065ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἀρτοποιείων, διὰ
3066τὴν πληρωμὴν τῆς μισθοδοσίας τοῦ προσωπικοῦ κλπ. Εἰς ὅλας
3067τὰς φρουρὰς ὁ ἄρτος χορηγεῖται δι’ ἐργολαβιῶν· μόνον εἰς
3068τὰς φρουρὰς Ἀθηνῶν καὶ Ναυπλίου ὁ ἄρτος κατασκευάζε-
3069ται εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀρτοποιεῖα. Φρονῶ ὅτι πολὺ εὐκολώ-
3070τερον ἠδύνατο ἡ ἐργολαβία αὕτη νὰ ἐκτελεσθῇ εἰς αὐτὰς
3071τὰς πόλεις, παρὰ εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα
3072εὑρίσκονται διάφοροι φρουραί. Θὰ προέλθῃ δὲ καὶ ἄλλο κα-
3073λὸν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν ἀρτοποιείων, δὲν θ’ ἀπασχο-
3074λῆται ἀριθμός τις στρατιωτῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι χρήσιμος διὰ
3075τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ.
3076Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων τούτων θὰ ἔχωμεν πλεο-
3077νάζοντας, ἀξιωματικοὺς μὲν, 2 στρατηγοὺς, 29 συνταγμα-
3078τάρχας, 23 ἀντισυνταγματάρχας, 7 ταγματάρχας, 53 λοχα-
3079γοὺς καὶ 140 ἀνθυπολοχαγούς...
3080§219ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τῆς σημερινῆς δυνάμεως;
3081§220ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐκ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς
3082τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν μιᾷ κατα-
3083στάσει... Θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ 700 ὑπαξιωματικούς.
3084§221Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλεονάζοντες ὅλοι αὐτοί;
3085§222ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα.
3086Τὰ μέτρα αὐτὰ δὲν θὰ φέρωσι τ’ ἀποτελέσματα ἀμέσως.
3087Ἡ ἐφαρμογὴ ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐλάτ-
3088τωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, βαθμιαίως ἀποστρατευο-
3089μένων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ μὴ πληρουμένων τῶν θέσεων,
3090ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦδε δύνανται οἱ πλεονάζοντες ἀξιωματικοὶ
3091νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ὡς
3092εἰς τὰ Προξενεῖα, εἰς τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, ἥτις θ’ ἀντι-
3093καταστήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἢ τέλος νὰ τίθεν-
3094ται ἐκ περιτροπῆς ἐτησίως εἰς διαθεσιμότητα. Ὡς πρὸς δὲ
3095τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν δύνα-
3096ται νὰ γείνῃ, μὴ προαγομένων νέων τοιούτων.
3097Ἐκ τοῦ καταλλήλου συνδυασμοῦ τῆς σπουδῆς τῶν ἀξιω-
3098ματικῶν ἐπίσης δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία, καταργουμέ-
3099νης τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματι-
3100κῶν, καταργουμένου τοῦ θεωρητικοῦ τμήματος τοῦ στρατιωτι-
3101κοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων, συνδυαζομένου δὲ τοῦ Σχολείου
3102τῶν Βιομηχάνων τεχνῶν μετὰ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων.
3103Ἐκ τοῦ ἱματισμοῦ δύναται ἐπίσης νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία
3104διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως τοῦ ἱματισμοῦ καὶ διὰ τῆς κατασκευῆς
3105ἐξ ὑφασμάτων προερχομένων ἐκ τοῦ τόπου. Τοῦτο διπλῆν ὠφέ-
3106λειαν θὰ δώσῃ. Πρῶτον δὲν θὰ ἐξέρχωνται χρήματα εἰς τὸ
3107ἐξωτερικόν· δεύτερον, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, δυνάμεθα νὰ
3108κατασκευάσωμεν τὸν ἱματισμὸν ἐν τῷ τόπῳ καὶ νὰ μὴ πά-
3109θωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπάθομεν ἄλλοτε, ἱματισμὸς παραγ-
3110γελθεὶς καὶ πληρωθεὶς ὑφ’ ἡμῶν, νὰ κρατηθῇ ὑπὸ ξένης Δυ-
3111νάμεως, καίτοι φίλα φρονούσης πρὸς τὴν Ἑλλάδα.
3112Τὸ ζήτημα τῆς ἱππωνείας εἶναι σπουδαιότατον καὶ διὰ
3113τὸν στρατὸν καὶ διὰ τὸ Κράτος· διότι ὑποθέσατε ὅτι ἔχετε
3114καθ’ ὅλα ἕτοιμον στρατὸν, ἀποτελούμενον, ὄχι πολὺ, ἀπὸ
311560,000 ἄνδρας· νομίζετε ὅτι δύναται ὁ στρατὸς οὗτος νὰ ἐκ-
3116κινήσῃ; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Χρειάζονται 60,000 ζῶα, ἵνα
3117ἐκκινήσῃ. Ποῦ θὰ εὑρεθῶσι τόσα ζῶα; Ποῖον Κράτος θὰ χο-
3118ρηγήσῃ 60,000 ἵππους καὶ ἡμιόνους;
3119§223Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἓν ζῶον καὶ εἷς ἄν-
3120θρωπος;
3121§224ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα, περίπου. Διὰ τὴν προμήθειαν δὲ
3122τῶν ζώων τούτων θὰ χρειασθῶσι περίπου 50,000,000 δραχ-
3123μῶν εἰς χρυσόν. Ἐν τῷ τόπῳ μας ἐντοσούτῳ ὑπάρχει ὁ ἀριθ-
3124μὸς τῶν ζώων, διότι βλέπω ἀναγεγραμμένον εἰς πίνακα, ὑπο-
3125βληθέντα καὶ ἐμφαίνοντα τὸ εἶδος καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν φο-
3126ρολογηθέντων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ζώων, ὅτι κατὰ τὸ 1894
3127ἐδηλώθησαν 87,153 ἵπποι καὶ 48,199 ἡμίονοι. Ἀλλὰ καὶ
3128οἱ ἵπποι αὐτοὶ καὶ οἱ ἡμίονοι, ὡς ἐκ τῆς γενεᾶς αὐτῶν, δὲν
3129δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν,
3130ἑπομένως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς
3131γενεᾶς αὐτῶν. Δύο συστήματα ὑπάρχουσι βελτιώσεως. Εἶναι
3132τὸ σύστημα τῶν ἱπποφορβείων, τὸ ὁποῖον εἶναι σύστημα
3133πολυδάπανον καὶ ἀπαιτεῖ πολὺν χρόνον, καὶ τὸ σύστημα
3134τῶν σταθμῶν τῶν ἐπιβητόρων, τὸ ὁποῖον, συνδυαζόμενον μετὰ
3135τοῦ συστήματος τῶν γεωργικῶν σταθμῶν, δύναται νὰ ᾖναι
3136οἰκονομικώτερον καὶ νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλην ὠφέλειαν. Διότι ἐκτὸς
3137τοῦ ὅτι θὰ χορηγῇ τὴν ἐτησίαν ἱππωνείαν τοῦ στρατοῦ, ἐκ τῆς
3138ὁποίας τὸ Κράτος δύναται νὰ ἔχῃ μέγα κέρδος, θ’ ἀναπτυχθῇ
3139καὶ μία παραγωγὴ ἐν τῷ τόπῳ. Τὸ σύνολον δὲ τῶν οἰκονομιῶν
3140τούτων δύναται νὰ ἀνέλθῃ περίπου εἰς 1,450,000 δραχμῶν.
3141Ἐν τῷ κλάδῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἡ μόνη οἰ-
3142κονομία, τὴν ὁποίαν δύναταί τις προχείρως νὰ προτείνῃ, εἶ-
3143ναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φάρων καὶ φανῶν. Δύναται ν’ ἀντι-
3144κατασταθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐμμίσθων φυλάκων διὰ ναυτῶν,
3145ἑκάστου τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη εἶναι πολὺ μικροτέρα τῆς μι-
3146σθοδοσίας τῆς διδομένης εἰς ἕκαστον τῶν φανοφυλάκων. Τὸ
3147ναυτικὸν ἔχει βεβαίως ἀνάγκην πολλῆς ἐργασίας πρὸς διορ-
3148γάνωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν καὶ κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ.
3149Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα τοῦτο.
3150§225ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
3151Ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης σχετίζονται
3152στενώτατα μετὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τὸ ἀληθὲς εἶ-
3153ναι, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι ἄρτιος, ἀλλ’ ἐπὶ
3154τοῦ ἀντικειμένου τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν ἤδη νὰ γείνῃ συ-
3155ζήτησις, καθόσον δὲν ὑπάρχει καιρὸς πρὸς τοιαύτην, πολλῷ
3156δ’ ἧττον πρὸς λῆψιν ὁριστικῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμέ-
3157νου τούτου. Περὶ τοῦ ἀναδιοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ θὰ λη-
3158φθῇ μέριμνα κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον, μετὰ ἐπισταμένην
3159μελέτην, καθόσον εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον πρέπει νὰ
3160βασίζηται ἐπὶ τῆς συγχρόνου τακτικῆς, ἀλλ’ ἰδίως καὶ ἐπὶ
3161τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ ἡ χώρα, καὶ ἐν
3162μέρει ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων. Ἑπομένως, ὅ,τι καὶ ἂν
3163εἴπῃ τις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τώρα, νομίζω ὅτι εἶναι
3164πρόωρον, καὶ χρήσιμον μᾶλλον πρὸς κατανάλωσιν χρόνου.
3165§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον,
3166§227Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἀνέρχομαι, Κύριοι, τὸ βῆμα, οὐχὶ ἵνα
3167κατὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Σιμόπουλον ψάλω τὸ τρο-
3168πάριον τῆς Κασσιανῆς, ἀλλ’ ἵνα ἐκφωνήσω τὸν ἐπικήδειον καὶ
3169ἐπιτάφιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου. Θὰ ἐκφωνήσω τὸν ἐπι-
3170κήδειον τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, καθόσον εὐελπιστῶ, ὅτι
3171ὅμοιον τούτου δὲν θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ μέλλον, ἤτοι προϋ-
3172πολογισμὸν ἐρειδόμενον ἐπὶ τῶν αὐτῶν φορολογικῶν ὅρων τῶν
3173τε ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων· εὐελπιστῶ ὅτι μετ’ ὀλίγον χρόνον
3174τὰ πράγματα θέλουσιν ἀλλάξει καὶ ὅτι νέον σύστημα προϋ-
3175πολογισμοῦ θέλει ἐγκαθιδρυθῆ, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει ἔχει πο-
3176λυσέλιδους καὶ δυσνοήτους λεπτομερείας προϋπολογισμῶν, τοὺς
3177ὁποίους ἀδύνατον εἶναι οἱοσδήποτε τῶν κ. Βουλευτῶν εὐκόλως
3178καὶ ἄνευ μακρᾶς μελέτης νὰ κατανοήσῃ, ἀλλὰ τοὺς προϋπο-
3179λογισμοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἴχομεν πρὸ ὀλίγων δεκαετη-
3180ρίδων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κατανοητοὶ εἰς πάντα Βουλευτήν. Θὰ
3181ἀποδείξω δὲ διὰ τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου,
3182πόσον περιπεπλεγμένα εἶναι τὰ διάφορα ἄρθρα καὶ κεφάλαια,
3183καὶ τόσον, ὥστε λίαν δυσκατάληπτα κατήντησαν.
3184Ἐπίστευον ὅτι ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἤθελε συν-
3185τελέσει εἰς τὸ νὰ καλύψωμεν τὰς ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόν-
3186τος, καὶ δὲν ἤθελε δώσει εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴν νὰ ἐκτείνωμεν ἐπ’
3187αὐτοῦ τὸν λόγον...
3188§228ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βλέπετε ὅτι μόλις
3189εἴμεθα τριάκοντα Βουλευταὶ ἐνταῦθα, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει
3190νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ μίαν ὥραν· διότι καὶ πρὸς
3191τὸν ἀγορεύοντα εἶναι ἓν εἶδος περιφρονήσεως καὶ πρὸς τὴν
3192Βουλήν.
3193§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν.
3194(Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 9 καὶ 10′ μ. μ.
3195Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.)
3196§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον.
3197§231Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὀφείλομεν, Κύριοι, ὡς προεῖπον, νὰ ψά-
3198λωμεν τὸν ἐπικήδειον τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ, λέγω δὲ
3199τοῦτο, διότι εὐελπιστῶ, ὅτι ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους δὲν θὰ πα-
3200ρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις ἄλλον προϋπολογισμόν· ἀλλὰ ἡ νῦν
3201Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν
3202τοῦτον, ὑπείκουσα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογι-
3203στικοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ πάντα κανονίζονται ἐπὶ τῇ
3204βάσει τῶν κειμένων φορολογικῶν νόμων καὶ τῶν νόμων, οἱ
3205ὁποῖοι κανονίζουσι τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἐπὶ
3206τῇ βάσει δὲ τούτων ὤφειλε νὰ καταρτίσῃ τὸν προϋπολογι-
3207σμόν. Εὐελπιστῶ ὅτι δὲν θὰ παρουσιάσῃ ἄλλον ὅμοιον προϋ-
3208πολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἀνυψοῦτο ὑπὸ τῶν μελῶν καὶ τῶν ἐθε-
3209λοτυφλούντων φίλων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὥς τι τέ-
3210λειον καὶ δυσκατάληπτον, ἀλλ’ ὅτι θὰ παρουσιάσῃ προϋπο-
3211λογισμὸν καθαρὸν, σαφῆ καὶ εὔληπτον.
3212Ἐὰν, κύριοι συνάδελφοι, θελήσητε νὰ ἐλέγξητε τὰς κατα-
3213στάσεις, αἱ ὁποῖαι προσαρτῶνται εἰς τοὺς διαφόρους προϋπο-
3214λογισμοὺς τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, θέλετε ἴδει μετ’
3215ἐκπλήξεως, ὅτι τὰ πάντα εἶναι σφαλερά. Ἐὰν θελήσητε νὰ
3216ῥίψητε ἓν βλέμμα μόνον ἐπὶ τοῦ πρώτου πίνακος, τοῦ κανο-
3217νίζοντος τὰ δάνεια, πρὸς τὸν πίνακα ὁ ὁποῖος κανονίζει τοὺς
3218πληρονομένους τόκους ἀπέναντι τῶν διαφόρων δανείων, θέ-
3219λετε εὕρει διαφορὰς μεγίστας. Αἱ μέγισται αὗται διαφοραὶ
3220καταδεικνύουσι τρανῶς καὶ πασιφανῶς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς
3221οὗτος πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ προϋπολογισμὸς ἀληθής. Ἐπεζή-
3222τουν διὰ τῶν ἐπισυναπτομένων διαφόρων πινάκων, διὰ τῶν
3223διαφόρων περιπλοκῶν νὰ φέρωσι τὸν μελετῶντα τὸν προϋπο-
3224λογισμὸν εἰς σύγχυσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ἐννοῇ τὸ ἓν ἢ
3225τὸ ἄλλο ἀντικείμενον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λυποῦμαι διότι
3226ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Παρνασσίδος ἀπουσιάζει τὴν στιγμὴν
3227ταύτην, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει ἐμέ· ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἀπαν-
3228τήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἐπίστευον ὅτι, ἀνελθὼν
3229τὸ βῆμα, ἤθελε πλέξει τὸν πανηγυρικὸν τῆς προκατόχου Κυ-
3230βερνήσεως καὶ ἤθελε προσπαθήσει νὰ δικαιολογήσῃ, κατὰ τὸ
3231ἐφικτὸν, τὰς κατ’ αὐτῆς αἰτιάσεις. Δυστυχῶς ὅμως ὁ κ. ἐκ
3232Παρνασσίδος συνάδελφος ἠκολούθησε τὸ αὐτὸ σύστημα, τὸ
3233ὁποῖον ἠκολούθει πάντοτε, τὸ σύστημα τῆς παρενθέσεως ἀριθ-
3234μῶν ἐπὶ ἀριθμῶν, ἀκαταλήπτων ὅλως εἰς τοὺς ἀκούοντας,
3235ἀντὶ δὲ νὰ ἐξετάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὴν οἰκονομο-
3236λογικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, τὸν ἐξήτασεν ὑπὸ λογιστικὴν ἔποψιν.
3237Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὁμιλῶν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βή-
3238ματος τούτου, ἐξεθείαζε τὴν ἐπάρκειαν καὶ τὰ πλεονάσματα
3239τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν εἶχον εἰσέλθει
3240εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους τὰ χρήματα τοῦ καταργηθέν-
3241τος εὐεργετικοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Διὰ τῆς καταργή-
3242σεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰσῆλθον 5½ ἕως 6 ἑκα-
3243τομμύρια σχεδὸν κατ’ ἔτος εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, καὶ ἑπο-
3244μένως καὶ τὰ ἔσοδα κατ’ ἴσον ποσὸν ηὔξησαν. Ἐνῷ δὲ σήμερον,
3245δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ Δεκεμβρίου 1893, ἐμειώθησαν οἱ τό-
3246κοι τῶν πρὸς τοὺς δανειστάς μας ὑποχρεώσεων εἰς 30%,
3247σήμερον, λέγω, ἀνέρχεται τὸ βῆμα ὁ κ. Σιμόπουλος καὶ τί
3248ἰσχυρίζεται; ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ!
3249Δὲν ὑπάρχει σήμερον ἰσοζύγιον, καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι ὑπῆρχε τότε,
3250ὅτε ἐπληρόνομεν εἰς τὸ ἄρτιον τοὺς τόκους τῶν χρεῶν ἡμῶν.
3251Ἰδοὺ ἡ λογικὴ, μὲ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνων, ἰδοὺ ἡ τακτικὴ,
3252τὴν ὁποίαν ἠκολούθουν! Ἐψεύδοντο ἀπέναντι ὁλοκλήρου τοῦ
3253Ἑλληνισμοῦ, καὶ προσεπάθουν νὰ ἐξαπατήσωσι τὸν Ἑλλη-
3254νικὸν λαὸν, ὅτι εἶχε πλεονάσματα· σήμερον δὲ, μετά τε τὴν
3255μείωσιν τῶν τόκων καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων διὰ τῶν χρη-
3256μάτων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, παρέρχονται οἱ ἴδιοι ἐπὶ
3257τὸ βῆμα καὶ προσπαθοῦσι ν’ ἀποδείξωσιν ἀνερυθριάστως, ὅτι
3258δὲν ὑπάρχει ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ!
3259Ἵνα κατανοήσῃ ἥ τε Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν
3260κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὤθησε τὸ Κράτος ὁ πρώην
3261Βουλευτὴς Μεσολογγίου κατὰ τὸ δεκαετὲς διάστημα, κατὰ
3262τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρω
3263ἀριθμούς τινας, δεικνύοντας τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους κατὰ
3264διαφόρους ἐποχὰς, καὶ τὴν φορολογίαν αὐτοῦ κατ’ ἄτομον.
3265Κατὰ τὸ ἔτος 1845, ἐπὶ τοῦ τότε πληθυσμοῦ τοῦ Ἑλλη-
3266νικοῦ Βασιλείου, ἀνελόγουν εἰς ἕκαστον ἄτομον δραχ. 18,11.
3267Κατὰ τὸ ἔτος 1861 ἡ κατ’ ἄτομον ἀναλογία ἀνῆλθεν εἰς
3268δρ. 22,84. Κατὰ τὸ ἔτος 1865, ὅτε προσηρτήθη ἡ Ἑπτά-
3269νησος, τὸ ποσὸν τοῦτο κατῆλθεν εἰς δρ. 20,20 κατ’ ἄτομον.
3270Κατὰ τὸ ἔτος 1882, ὅτε προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία, ἀνῆλθε
3271τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 38,94. Κατὰ δὲ τὸ 1891 ἀνεβιβάσθη
3272ἡ ἀναλογία εἰς τὸ οὐκ εὐκαταφρόνητον κατ’ ἄτομον ποσὸν
3273τῶν δρ. 43,90. Ἐντὸς 45 λοιπὸν ἐτῶν σχεδὸν ἐτριπλασιά-
3274σθη ἡ κατ’ ἄτομον φορολογία.
3275Ἀλλ’ ἤδη ἂς ἴδωμεν καὶ τίνας ὑποχρεώσεις εἶχε τὸ Κρά-
3276τος κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Παραλείπων τὰ πρὸ εἰκοσα-
3277ετίας ἔτη, ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1876, καθ’ ὃ ἐπληρώθη-
3278σαν διὰ τόκους 6,435,499. Κατὰ τὸ 1878 δρ. 9,141,955.
3279Κατὰ τὸ 1880 δρ. 19,589,572. Κατὰ τὸ 1883 δραχμαὶ
328023,114,571. Κατὰ τὸ 1884 δρ. 24,685,822. Κατὰ τὸ
32811885 δραχ. 30,384,666. Τέλος δὲ κατὰ τὸ 1892 δραχμαὶ
328236,360,344. Μὲ τοιαῦτα λοιπὸν ἅλματα ἔβαινον αἱ ὑπο-
3283χρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς, ἕνεκα τῶν κατ’
3284ἔτος συνομολογουμένων δανείων. Ἀλλὰ δὲν ἤρκει αὐτὸ, κύριοι
3285συνάδελφοι. Εἰς ἐπίμετρον διέπραξαν καὶ ἄλλο ἀνοσιούρ-
3286γημα κατὰ τοῦ ἔθνους οἱ ἐπαγγελλόμενοι ὅτι ἤθελον διαῤ-
3287ῥυθμίσει τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Κατώρθωσαν νὰ μετα-
3288βάλωσι τοὺς κανόνας αὐτοὺς τῆς οἰκονομολογίας, διὰ τῶν
3289νόμων, τοὺς ὁποίους ἤθελον νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸ ἔθνος,
3290κατώρθωσαν, λέγω, νὰ μεταβάλωστι τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν δά-
3291νεια εἰς ἐξωτερικά. Κατὰ τὸ 1880 εἴχομεν ὑποχρεώσεις εἰς
3292χρυσὸν 10,000,000 περίπου, καὶ εἰς χαρτονόμ. 14,345,032.
3293Τὸ 1892 ἀνεβιβάσαμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας εἰς χρυσὸν εἰς
329423,603,267, δηλ. πλέον τοῦ διπλασίου. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι
3295καταδεικνύουσι τὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον ἐνόουν νὰ διοική-
3296σωσι τὸ ἔθνος. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Παρνασσίδος παρέλειψεν
3297ἐπὶ πλέον νὰ δικαιολογήσῃ, τί ἐγένοντο τὰ 60–70 ἑκατομ-
3298μύρια τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ποῖα ἔργα ἐξετελέσθησαν, ἀφοῦ τὰ
3299τῶν ἡμιτελῶν σιδηροδρόμων δι’ ἐπαχθῶν λίαν δανείων, ὧν
3300ἐπελήφθη ὁ πρώην ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, πάντες γνω-
3301ρίζομεν, ποίαν ἐπήνεγκον βελτίωσιν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ
3302τόπου, ἂν δι’ αὐτῶν ἀνεπτύχθησαν οἱ πόροι τῆς χώρας, καὶ
3303ἂν γαῖαι ἀκαλλιέργητοι ἐκαλλιεργήθησαν καὶ προϊόντα εὑρι-
3304σκόμενα εἰς τὰ ἐνδότερα μετηνέχθησαν εἰς τὰ παράλια, καὶ
3305οὕτω μετέβαλον τὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Παρέλειψεν ἐπί-
3306σης ὁ κ. συνάδελφος νὰ μᾶς εἴπῃ, ὑπὸ ποίας ὡραίας συνθήκας
3307κατηρτίσθησαν αἱ συμβάσεις περὶ ἐκτελέσεως τῶν σιδηροδρό-
3308μων. Δυστυχῶς δύο γραμμαὶ σιδηροδρομικαὶ ἤρχισαν, αἱ τῶν
3309Μύλων–Καλαμῶν καὶ Πειραιῶς–Λαρίσης, τρίτη δὲ ἡ τοῦ
3310Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, ἡ δοθεῖσα εἰς χρῆσιν, ἀλλ’ ἥτις εἰς
3311οὐδὲν ἐχρησίμευσεν, οὐδὲ θέλει χρησιμεύσει, οὐδὲν δὲ κενὸν ἐπλή-
3312ρωσεν, ἀφοῦ ἀρίστη ἁμαξιτὸς συνέδεε τὰς δύο πόλεις. Ὁ ἐκ
3313Τριχωνίας κ. συνάδελφος δύναται νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βου-
3314λὴν μετὰ πόσης ἀκριβείας, στερεότητος καὶ τέχνης ἐξετε-
3315λέσθη ὁ σιδηρόδρομος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰς ἑκάστην τοῦ χει-
3316μῶνος βροχερὰν περίοδον διακόπτει τὴν συγκοινωνίαν του,
3317ἕνεκεν πολλῶν αἰτίων, ἰδίᾳ δὲ τῆς καταῤῥεύσεως ἀδικαιολο-
3318γήτων καὶ κακῶς λίαν ἐκτελεσθέντων ἐπιχωμάτων, τὰ ὁποῖα
3319οὐδόλως ἐμελετήθησαν παρὰ τῶν σοφῶν τῆς Γαλλικῆς ἀπο-
3320στολῆς, τοὺς ὁποίους μετεκαλέσαντο ἐνταῦθα, ἵνα μάθωσιν
3321εἰς τὴν ῥάχιν μας καὶ μὲ τὸ αἷμα τῆς καρδίας τοῦ Ἕλλη-
3322νος ἐργάτου τὰ καθήκοντα τοῦ μηχανικοῦ.
3323§232ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν εὐθύνεται ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος
3324ἐπὶ ταῖς πράξεσι τῆς τότε Κυβερνήσεως.
3325§233Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἦτο ὁ τότε
3326ἐξηγῶν καὶ διερμηνεύων τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης,
3327καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξηκολούθει ὑποστηρίζων τὴν
3328Κυβέρνησιν ἐκείνην, καὶ ἐπιδεικνύων οὐ μόνον ἰσοζύγια, ἀλλὰ
3329καὶ περισσεύματα, καὶ προσπαθῶν νὰ παραπείσῃ τὸ πνεῦμα
3330τοῦ λαοῦ, ὅπερ καὶ κατώρθωσε, καὶ ὅστις ἐξύμνει τὰς πρά-
3331ξεις της, τὰς συμβάσεις της καὶ τὰ ἔργα της, ἅτινα ἔφερον
3332ἤδη τὸ ἔθνος εἰς τὸ βάραθρον. Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνά-
3333δελφος διὰ τῶν ἐκθέσεών του καὶ τῶν ἀγορεύσεών του ἔπειθε
3334τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι πράγματι εἴχομεν περισσεύματα, καὶ
3335εἰς τὰς ἐπιθέσεις ὅλων τῶν τότε ἀντιπολιτευομένων ἀντε-
3336πεξήρχετο μετὰ τοῦ σθένους ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου προσπα-
3337θεῖ ἀείποτε νὰ πείσῃ καὶ μεταπείσῃ τοὺς ἀντιῤῥονοῦντας,
3338ὅτι πράγματι εἴχομεν περισσεύματα· ἑπομένως ἕκαστος διὰ
3339τῶν λόγων του καὶ διὰ τῶν πράξεών του φέρει, ἄλλος μὲν
3340τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, ἄλλος δὲ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην. Ἐάν
3341τις συμπράττῃ καὶ συνεργάζηται πρός τινα Κυβέρνησιν, εἶναι
3342ἠθικῶς συνυπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις αὐτῆς. Ἑπομένως τὸν κ.
3343συνάδελφον ἐκ Παρνασσίδος ὄχι μόνον ἐγώ, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ
3344ἡμῶν ὀφείλει ν’ ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης. Ἴσως δὲν ἔχει τὴν
3345ποινικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἐνοχὴν, ἀλλ’ ἔχει τὴν ἠθικὴν τὴν
3346ἠθικὴν δὲ εὐθύνην θεωρῶ πολὺ ὑπερτέραν τῆς πραγματικῆς
3347εὐθύνης.
3348Ἐπελήφθησαν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–
3349Καλαμῶν καὶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ 1890, ὅτε τὸ πρῶτον
3350εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὕψωσα
3351στεντορείαν τὴν φωνὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διαμαρτυρό-
3352μενος κατὰ τῶν πράξεων ἐκείνων, διότι δυστυχῶς οὐ μόνον
3353προεῖδον, ἀλλὰ καὶ προεῖπον τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν.
3354Πολλοί, οἵτινες μὲ ἤκουσαν τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
3355κατακοπτόμενον καὶ διαμαρτυρόμενον, μὲ ἐκάκιζον. Ἀλλὰ
3356ἀφοῦ ἐπῆλθε τὸ μοιραῖον τέλος τοῦ σιδηροδρόμου, ἦλθον οἱ
3357συνάδελφοι καὶ μὲ συνέχαιρον, λυπούμενοι καὶ αὐτοὶ καί τινες
3358ἴσως αὐτῶν πλειότερον ἐμοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ
3359φθάσῃ εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασε, διότι τὰ πάντα εἶχον προετοι-
3360μασθῆ καταλλήλως, ὥστε ὁ σιδηρόδρομος ἐκεῖνος νὰ λάβῃ
3361τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, καὶ σήμερον τὸ ἔθνος νὰ ἦναι
3362ὑποχρεωμένον εἰς νέας πληρωμὰς καὶ ἀποζημιώσεις, καὶ ἐπὶ
3363πλέον ἡ γραμμὴ αὕτη νὰ διακοπῇ ἐπὶ πενταετίαν ὅλην.
3364Ἐπανῆλθον εἰς τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τριετίαν ὁλόκληρον, ἀλλὰ
3365οὐδὲν κατώρθωσαν νὰ φέρωσιν εἰς πέρας. Ὅ,τι δὲ ἔπραξαν
3366διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, τὸ αὐτὸ ἔπραξαν
3367καὶ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἀλλὰ δὲν
3368ἔπραξαν τοῦτο μόνον, ἔπραξαν καί τι ἄλλο· ἐγνώριζον λίαν
3369καλῶς, ὁποία τις δαπάνη ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν κατασκευὴν
3370τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Ἡ γραμμὴ αὕτη ἦτο
3371κατὰ τὴν σύμβασιν μήκους 345,000 μέτρων· πρὸς 140 φρ.
3372τὸ χιλιόμετρον, ἔφερον δαπάνην 48,300,000 φράγκων·
3373αἱ δὲ διακλαδώσεις μέχρι 45 χιλιομέτρων, πρὸς 90 χιλιάδας
3374κατὰ χιλιόμετρον, φέρουσι δαπάνην φράγκων 4,050,000.
3375Κύριοι, τὸ δάνειον αὐτὸ ἐγένετο διὰ νὰ πληρωθῶσιν εἰς τὸ
3376χρονικὸν αὐτὸ διάστημα οἱ μεσολαβοῦντες τόκοι. Εἶπον ὅτι
3377ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφος δὲν θέλει ὑπολογίσει τοὺς τόκους
3378εἰς 38–40 ἑκατομμύρια διὰ τὸν χρόνον τῆς κατασκευῆς, ὁ
3379ὁποῖος ἦτο προωρισμένος διὰ τὸ τριετὲς διάστημα· ἂν δὲ ἀπαι-
3380τῶνται ἄλλαι τινὲς δαπάναι, αὐταὶ εἶναι ἄλλου λόγου. Ἀλλὰ
3381δὲν περιωρίσθησαν εἰς ὅλα ταῦτα. Τὴν ἀστοργίαν, τὴν ὁποίαν
3382ἔδειξεν, ἡ μητρυιὰ πρὸς τὰ τέκνα της κατὰ τὴν σπατάλην
3383τῶν 60 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνη-
3384σεν ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1890, τὴν αὐτὴν ἀγάπην τῆς
3385μητρυιᾶς ἐξηκολούθησε πρὸς τὰ διάφορα μέρη. Ἔχω ὑπ’
3386ὄψιν μου τὸν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπ’
3387ἐσχάτων ὑποβληθέντα κατάλογον τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων·
3388δυστυχῶς ὁ κατάλογος οὗτος δὲν φέρει χρονολογίαν οὔτε ἐνάρ-
3389ξεως, οὔτε τέλους. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ὁ κατάλογος αὐτὸς
3390περιλαμβάνει τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς
3391καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας μέχρι τῆς σήμερον.
3392Κατ’ αὐτὸν τὸν κατάλογον λοιπόν, ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν
3393ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν δραχ. 8,058,173, διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδο-
3394ποιΐαν 1,167,294, καὶ διὰ τὴν δημοτικὴν 353,000.
3395§234ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐντὸς πόσου χρονικοῦ διαστήματος;
3396§235Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄγνωστον· δὲν φαίνεται.
3397§236ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε δὲν ἔχει ἔννοιαν.
3398§237Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἔχει τὴν ἔννοιάν του,—μὴ σπεύδετε, θὰ
3399φθάσω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα·—εἰς οἱονδήποτε χρονικὸν διάστημα
3400καὶ ἂν ἐδαπανήθησαν, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐδα-
3401πανήθησαν τὰ ποσὰ αὐτά. Τί δὲ ἐδαπανήθη; Ἐδαπανήθη
3402διὰ μὲν τὸν νομὸν Λαρίσης ποσὸν δρ. 264,881, διὰ δὲ τὸν
3403νομὸν Τρικκάλων 292,157 ἐκ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ
3404ὁ μὲν νομὸς Λαρίσης ἀποτελεῖ ὡς ἔγγιστα τὸ 1/13 τοῦ ὅλου
3405πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος· ἑπομένως αἱ διὰ τὸν νομὸν τοῦ-
3406τον, πρὸς ὃν ἡ Κυβέρνησις ἔχει πολὺ περισσοτέρας ὑποχρεώ-
3407σεις (διὰ τε τὴν καλλιέργειαν τῶν σιτηρῶν, καὶ διότι εἶναι
3408ἡ τελευταία τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν εἰς τὴν
3409Ἑλλάδα, καὶ παράκειται τῇ μεθορίῳ γραμμῇ,) εἰς τὸ νὰ
3410ἐκτελέσῃ ἔργα ὁδοποιΐας,—διότι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν
3411ὁποίαν θὰ φωνάζωμεν ὅλοι περὶ ὁδοποιΐας καὶ περὶ συγκοι-
3412νωνίας, καὶ συγκοινωνίαν δὲν θὰ ἔχωμεν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα,
3413εἰς τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν ὁδο-
3414ποιΐαν,—διὰ τὸν νομὸν Λαρίσης, λέγω, ἀντὶ 619,859 δραχ-
3415μῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναλογοῦσιν εἰς αὐτὸν, ἐδαπάνησε μόνον
3416264,881· διὰ δὲ τὸν νομὸν Τρικκάλων, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ
34171/15 τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ, ἀντὶ νὰ δαπανήσῃ δραχ. 537,211,
3418ἐδαπάνησε 292,157 ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας.
3419Ἔπειτα ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα διετίθεντο δι’ ἐπαρχια-
3420κὴν δαπάνην, ἐδαπανήθησαν, ὡς προεῖπον, 1,167,234 δραχ.
3421Τί δὲ ἐδαπανήθη διὰ τὸν νομὸν Λαρίσης; Μηδὲν, κύριε
3422Πρόεδρε! Τί δὲ ἐδαπανήθη διὰ τὸν νομὸν Τρικκάλων; Μη-
3423δὲν, κύριε Πρόεδρε!
3424§238ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὰ ἐπῆρεν ἡ Εὔβοια αὐτά.
3425§239Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἔρχομαι εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν. Διὰ
3426ταύτην ἀνεγράφησαν δαπάναι δραχ. 382,213. Τί δὲ ἐδαπα-
3427νήθη διὰ τὸν νομὸν Λαρίσης; Μηδέν! Τί ἐδαπανήθη διὰ τὸν
3428νομὸν Τρικκάλων; 16,120 δραχμαί. Δὲν εἶναι μητρυιὰ τοι-
3429αύτη Κυβέρνησις, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὁποία πρὸς μὲν τὰ
3430τέκνα αὐτῆς δίδει τὸν ἄρτον καὶ τὴν τροφὴν ἐν πλούτῳ καὶ
3431εὐτυχίᾳ, τὰ δὲ ἄλλα ἀποστερεῖ, ἵνα ἀποθάνωσι τῆς πείνης;
3432Μητρυιὰ ἀληθῶς, καὶ δι’ αὐτὸ καλῶς ἔπραξε καὶ ἡ Θεσσαλία,
3433μαυρίσασα τοὺς ὑποψηφίους Τρικουπικούς.
3434Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ποῖα εἶναι τὰ φι-
3435λόστοργα τέκνα, τὰ τέκνα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤνοιξε τὰς
3436ἀγκάλας καὶ τὰ περιέθαλψεν. Εἰς τὸν νομὸν Εὐβοίας, ὁ ὁποῖος
3437ἔχει 103,000 ὡς ἔγγιστα κατοίκους, ἐδαπανήθησαν 856,055
3438δραχμαί.
3439§240ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἐπέτυχεν ὁ Βουδούρης.
3440§241Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι θὰ ἐνθυμοῦνται ἀγο-
3441ρεύσεις μου ἄλλας ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιίας, κατὰ
3442τὰς ὁποίας κατεδείκνυον, ὅτι διὰ ὁδὸν ἐντελῶς ἄχρηστον,
3443ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ σήμερον ἔτι οὐδὲ μία ἅμαξα κυκλοφορεῖ
3444κατὰ μῆνα, ἐδαπανήθησαν 3½ ἑκατομμύρια· καὶ αὕτη
3445εἶναι ἡ ἀπὸ Χαλκίδος εἰς Ξηροχώριον.
3446§242Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἕως τὸ Μαντοῦδι.
3447§243Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὸν νομὸν Χαλκίδος, ὁ ὁποῖος ἔχει πλη-
3448θυσμὸν 213,000 κατοίκων, ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ πληθυσμοῦ
3449Λαρίσης, ἐδαπανήθησαν δραχ. 613,301.
3450§244ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
3451Ἡ ὁδὸς ἔφθασε μὲν μέχρι τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἀλλ’ ἀπ’ ἐκεῖ
3452ἡ Κυβέρνησις τῆς 3 Μαΐου, μόλις ἦλθε, διέταξε τὴν κατά-
3453παυσιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἁγίας Ἄννης μέχρι Ξηροχωρίου, διὰ
3454νὰ τιμωρήσῃ τὴν ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία τότε δὲν εἶχε Βουλευ-
3455τὴν ἐμέ· ὥστε ἡ ὁδὸς ἐκείνη ἔμεινεν ὅπως ἦτο, ἀφοῦ ἐδαπα-
3456νήθησαν πλέον τῶν 80,000 δραχμῶν.
3457§245Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ποῦ ἐσταμάτησε;
3458§246ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μέχρι τοῦ κτήματος τοῦ κ. Βουδούρη.
3459§247Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὸν νομὸν Μεσσηνίας, ἐπὶ πληθυσμοῦ
3460103,000 κατοίκων, ἤτοι περιέχοντος τὰ ¾ τοῦ πληθυσμοῦ
3461τοῦ νομοῦ Λαρίσης, ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 1,001,703. Καὶ
3462εἰς τὸν νομὸν Ἀρκαδίας, ἔχοντα πληθυσμὸν κατοίκων 148,000
3463μόνον, ἐδαπανήθησαν, ἐκτὸς τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Μύ-
3464λων–Καλαμῶν, δραχ. 3,291,312.
3465§248ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν μᾶς λέγετε ὅμως καὶ τί εἰσφέρει ἕκα-
3466στος νομός.
3467§249Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε συνάδελφε, οἱ ἀριθμοὶ εἶναι οἱ ἀψευ-
3468δέστεροι μάρτυρες. Ὡς ἔγγιστα, ἅμα ἔχητε τὸν πληθυσμὸν,
3469ἔχετε καὶ τὰς εἰσφοράς. Αἱ διαφοραὶ εἶναι ἐλάχισται. Ἀλλ’
3470ὅταν ἔχητε ἕνα πληθυσμὸν 150,000 ἀπέναντι 250,000, δὲν
3471ἠμπορεῖτε εἰς τὸν πληθυσμὸν τῶν 150,000 νὰ δώσητε δραχ.
34723,300,000 ὡς ἔγγιστα, καὶ εἰς τὸν πληθυσμὸν τῆς Λαρίσης
3473νὰ δώσητε μόνον 264,000.
3474§250ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἰσότης εἶναι.
3475§251ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι μέτρον, κύριε συνάδελφε, διότι ἡ
3476Πελοπόννησος καθὼς καὶ ἡ Στερεὰ ἀπέκτησαν σιδηροδρόμους
3477κατασκευασθέντας διὰ δανείων, τῶν δὲ δανείων αὐτῶν μετέ-
3478χει ἐξ ἀναλογίας ἅπασα ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἤπειρος, πλη-
3479ρόνουσαι τοὺς τόκους καὶ ὑφιστάμεναι τὰ βάρη ἐξίσου, χωρὶς
3480ὅμως ν’ ἀπολαμβάνωσιν οὔτε ὑπὸ ἐμπορικὴν οὔτε ὑπὸ ἄλλην
3481ἔποψιν.
3482§252ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἡ Θεσσαλία ἔχει σιδηρόδρομον.
3483§253Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ Θεσσαλία ὀμνύει εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κου-
3484μουνδούρου σήμερον, καὶ ὀφείλει νὰ ὀμνύῃ, διότι ἦτο ὁ μόνος
3485ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος προὐνόησε νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν Θεσσαλίαν
3486τὸν σιδηρόδρομον Βόλου–Λαρίσης, δι’ ἐλαχίστης δὲ ἀποζημι-
3487ώσεως ν’ ἀποκτήσῃ τὸν ἕτερον σιδηρόδρομον μέχρι Καλαμ-
3488πάκας. Ἐὰν δὲ, κύριε συνάδελφε, δὲν ἦτο ὁ σιδηρόδρομος αὐ-
3489τὸς κατεσκευασμένος εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλοίμονον καὶ εἰς
3490τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλοίμονον καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα!
3491§254ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Διατὶ τὸ λέγετε αὐτό;
3492§255Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Διατί; Διότι ἡ Θεσσαλία εἶναι, οὕτως εἰ-
3493πεῖν, ἡ τροφὸς, ἡ ὁποία τρέφει τὴν Ἑλλάδα.
3494Μετὰ τοῦτο ἐπίστευον, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Παρνασσί-
3495δος θὰ μᾶς ἔλεγε τὰς βελτιώσεις, τὰς ὁποίας μετὰ τόσας
3496καὶ τόσας δαπάνας, μετὰ τόσας καὶ τόσας ἐπαγγελίας, ἔφερον
3497ἐπὶ τῶν δύο τῆς Ἑλλάδος μαστῶν τῶν δύο καὶ μόνον μα-
3498στῶν. Τί ἔπραξαν ὑπὲρ τῆς γεωργίας; τί δὲ ὑπὲρ τῆς κτη-
3499νοτροφίας; Ἐγκατέλειψαν καὶ τοὺς δύο τούτους μαστοὺς· ἐγκα-
3500τέλειψαν καὶ τὴν μητέρα, ἥτις διέτρεφε τούτους, τὴν θάλασ-
3501σαν, τὴν ναυτιλίαν. Ἡ ναυτιλία κατέῤῥευσεν, αἱ ἄλλοτε ἀν-
3502θοῦσαι νῆσοι τῆς Ὕδρας καὶ τῶν Σπετσῶν εὑρίσκονται ἐν
3503πτωχείᾳ· τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, ἀντὶ νὰ εὕρωσι προστάτας
3504εἰς τὰ διάφορα μέρη, εὗρον τοὺς μεγαλειτέρους ἐχθροὺς, καὶ
3505οἱ μεγαλείτεροι οὗτοι ἐχθροὶ εἶναι —τὸ λέγω μετὰ λύπης
3506—ὁ προξενικός μας κλάδος. Οἱ πρόξενοί μας εἶναι οἱ τύραν-
3507νοι τῆς ναυτιλίας, οἱ πρόξενοί μας εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι,
3508ἀντὶ νὰ προστατεύωσι, παραδίδουσι πολλάκις τοὺς ἄνδρας
3509τῆς θαλάσσης, τοὺς ἐργάτας ἐκείνους, τοὺς παραδίδουσιν εἰς
3510τὰς χεῖρας τῶν διαφόρων ἀρχῶν, χωρὶς νὰ τοὺς προστατεύ-
3511σωσιν! Ἀκόμη σήμερον ἔχω ἐπιστολὰς ἐκ διαφόρων μερῶν τῆς
3512Τουρκίας, αἱ ὁποῖαι διεκτραγῳδοῦσι τὴν κατάστασιν, ἕνεκα
3513τῆς διαγωγῆς τῶν προξένων μας· εἶναι δὲ λυπηρὸν νὰ εὑρί-
3514σκεται τις εἰς θέσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι
3515σύζυγος ὑποπροξένου ἐν χώρᾳ κατοικουμένῃ ὑπὸ Βουλγάρων
3516τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, τοῦ νομοῦ Πύργου, ὁ ὁποῖος
3517καλεῖται Βουργᾶς ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, ἐκτελεῖ τὰ καθή-
3518κοντα τῆς μαίας! (αἴσθησις).
3519§256ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ διαφορετικὰ,
3520τί θὰ κάμῃ;
3521§257Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς συγχαίρω, κύριε συνάδελφε, διότι δὲν
3522μοὶ ἐπιτρέπεται, ὡς ἐκ τῆς θέσεως ἐδῶ, ὑπὸ τὴν ἀσπίδα, ὑπὸ
3523τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ἅπαντες, νὰ εἴπω τι πλειότερον· θέτω
3524φυλακὴν ἐν τῷ στόματί μου, καὶ ἀρκοῦμαι μόνον εἰς ὅ,τι
3525εἶπον.
3526Ἐπίστευον ὅτι ἤθελεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Παρνασσίδος ἀνα-
3527πτύξει τὰ καλὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ δάνειον τὸ δωρεὰν, τὸ
3528ὁποῖον ἐβρόντησεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἤθελεν ἐπιφέρει· ἀλλ’
3529ἐπροτίμησε νὰ τηρήσῃ σιγὴν ἰχθύος, παρὰ νὰ θίξῃ τὸν ὄφιν
3530ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἥσυχος καθίζει εἰς τὴν ψυχράν του θέσιν.
3531Ἀλλὰ δυστυχῶς εἶμαι ἐχθρὸς τῶν μονοπωλίων. Δὲν θέλω συμ-
3532φωνήσει κατ’ οὐδὲν μὲ τὸν φίλον μου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτήν,
3533οὔτε θέλω παραδεχθῆ τὰς ἀρχάς του. Χθὲς ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος
3534συνάδελφος ἐξῆρε τὰ μονοπώλια καὶ ἔλεγεν: «ἂς δώσωμεν τὸ
3535μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, διὰ νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστα-
3536σιν τοῦ καπνοῦ· μόνον διὰ τοῦ μέσου τούτου δυνάμεθα νὰ
3537βελτιώσωμεν τὴν ποιότητα, ἄλλως ἀπελπισία!» Ἀλλ’ ὁ κ.
3538ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, καίτοι καταγόμενος ἐκ καπνοφόρου
3539ἐπαρχίας, παραγούσης μάλιστα ἄριστον καπνόν, δὲν ἐπίστευον
3540ποτὲ ὅτι ἤθελε διὰ τοιούτου τρόπου ζητήσει τὴν βελτίωσιν τῆς
3541ποιότητος τοῦ καπνοῦ· ἐπίστευον μᾶλλον, ὅτι ὁ κ. ἐκ Λοκρί-
3542δος Βουλευτὴς ἤθελεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ζητήσει τὴν
3543σύστασιν εἰδικῆς Σχολῆς, εἰδικοῦ σταθμοῦ γεωργικοῦ ἐν τῇ
3544ἐπαρχίᾳ του, μὲ ἐντολὴν νὰ ἐργασθῇ ὁ σταθμὸς οὗτος διὰ
3545τὴν διάδοσιν καὶ βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ. Δὲν
3546θέλω νὰ ἐπιδειχθῶ, Κύριοι, οὔτε νὰ ἐπαναλάβω εἰς ὑμᾶς ποῖα
3547εἶναι τὰ μέσα τῆς βελτιώσεως τοῦ καπνοῦ, οὔτε ποῖος πρέπει
3548νὰ ἦναι ὁ τρόπος τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ. Ἓν γνω-
3549ρίζω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἡ ποιότης τοῦ ἐδάφους εἶναι
3550ἐκείνη, ἡ ὁποία παράγει τὸν καλὸν καπνὸν, δὲν εἶναι ὁ σπό-
3551ρος· γνωρίζω δὲ εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ὁ σπόρος, μετα-
3552φυτευόμενος εἰς ἄλλον τόπον, μεταβάλλεται τὸ δεύτερον ἔτος,
3553καὶ πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ὁ πρῶτος σπόρος. Ὡς δεῖγμα δὲ φέρω,
3554ὅτι καὶ ὁ σπόρος, τὸν ὁποῖον φέρουσιν ἐδῶ οἱ λαχανοπῶλαι
3555διὰ τὰ ῥαπανάκια τὰ στρογγυλὰ, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε
3556τὸ τρίτον ἔτος γίνονται μακρυὰ (γέλωτες). Διὰ νὰ ἀποδείξω
3557τὴν ἐντελῆ μεταβολὴν, σᾶς λέγω ὅτι καὶ ὁ σπόρος, τὸν ὁποῖον
3558παράγουσιν αἱ μπάμιες τῶν Πατρῶν, ὅταν μεταφυτευθῇ ἐδῶ,
3559μεταβάλλεται. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ σπόρος μόνον, δὲν εἶναι ὁ
3560τρόπος τῆς καλλιεργείας, εἶναι ἰδίως τὸ ἔδαφος. Τὰ καπνὰ
3561οὐχὶ τῆς Καβάλλας, ὡς λέγονται, ἀλλὰ τῆς Δράμας, τῆς
3562Νζούτσας καὶ τῶν ἄλλων πλησιοχώρων μερῶν δὲν θὰ γείνωσι
3563ποτὲ ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι δὲν ἔχομεν ἐδάφη ὅμοια, παράγοντα
3564ὅμοιον καπνόν. Ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος ἀγνοεῖ, νομίζω,
3565ὅτι οἱ ἐν Θεσσαλίᾳ καπνέμποροι ἐφρόντισαν νὰ μὴ ἀφήσωσι
3566μονομερῶς τὸ ἐμπόριον εἰς χεῖρας τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καπνεμ-
3567πόρων, ἀλλὰ, φίλεργοι καὶ φίλοι τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐμπο-
3568ρίου, ἐπεζήτησαν ὁδοὺς ἄλλας καταναλώσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ
3569καπνοῦ, ἐζήτησαν τὴν εἰσαγωγὴν σιγαρέτων εἰς Ὁλλανδίαν·
3570δύναμαι δὲ σήμερον νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι ἤρχισεν ἡ ἐκεῖ εἰσ-
3571αγωγὴ, καὶ βαίνει αὐξάνουσα ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ. Δυστυχῶς, ὡς
3572εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὁ πρώην ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ὑπῆρξε
3573τοσοῦτον προστάτης τῆς γεωργίας καὶ τῶν παραγωγικῶν δυ-
3574νάμεων τοῦ τόπου, ὥστε διὰ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ προταθέντος καὶ
3575ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντος νόμου ΒΡΙΑʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου
35761892 ὑποχρεοῖ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν πλοῦ-
3577τον αὐτῶν κινδυνεύουσιν, οἱ ὁποῖοι τὰ χρήματά των ἐκθέτου-
3578σιν, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν ἀποστολῶν των διατρέχουσι τοὺς μεγα-
3579λειτέρους κινδύνους, νὰ χάσωσι καὶ τὰ χρήματά των, ὑπο-
3580χρεοῖ, λέγω, τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ πληρόνωσι διὰ τὴν
3581λῆψιν τῆς ἀδείας, τί νομίζετε; 1000 δραχμὰς τὸ ἔτος. Τὸ
3582ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ἐκείνου ὁρίζει ὅτι, διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν
3583ὁ καπνέμπορος καὶ διὰ μόνον ἓν ἔτος, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ
3584χιλίας δραχμὰς, τὴν ἀξίαν τοῦ χαρτοσήμου, ἐφ’ οὗ θὰ γραφῇ
3585ἡ ἄδεια! Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον αὐτό· ὑποχρεοῖ τοὺς αὐτοὺς
3586ἐμπόρους, ὁ προστάτης τῆς γεωργίας καὶ τοῦ λαοῦ, ὡς ἐπηγ-
3587γέλλετο τότε, ὑποχρεοῖ τὸν καπνέμπορον νὰ καταθέσῃ ὡς ἐγ-
3588γύησιν 4,000 δραχμὰς, εἴτε εἰς χρήματα, εἴτε εἰς ὁμόλογα,
3589ἀλλὰ τοῦτο, ἂν ζητήσῃ τὴν ἄδειαν διὰ καπνοκοπτήριον αʹ
3590τάξεως. Ἀλλ’ ἂν ἐτόλμα αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ καπνέμπορος,
3591νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ ἐργοστάσιον τῶν σιγαρέτων εἰς τὸ καπνοκο-
3592πτήριον τοῦ Ἁλμυροῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι βʹ τάξεως, θὰ ὑποχρεοῦτο,
3593πολὺ λογικῶς, νὰ πληρώσῃ 2,000 φράγκα διὰ τὴν ἄδειαν
3594καὶ 8,000 δι’ ἐγγύησιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ
3595προστατευτικοὶ νόμοι τοῦ λαοῦ, τοὺς ὁποίους ἐπρότεινεν εἰς
3596τὴν Βουλὴν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1892, ὅταν ἀφήρπασε τὴν
3597ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν ὁ
3598λαὸς, καὶ ἦλθε καὶ ἐγκατεστάθη ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ!
3599Ὑπὸ τοιαύτας λοιπὸν συνθήκας, ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι δυνατὸν
3600νὰ προαχθῇ ἡ γεωργία; εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ κατά-
3601στασις τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν;
3602Πρὸ ἡμερῶν ἔφερον τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς μού τινος ὡς
3603πρὸς τοὺς ἀναγραφομένους τόκους τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομ-
3604μυρίων τοῦ «δωρεάν».
3605Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἰς τὴν σελίδα 20, ἀναγράφεται
3606ἐτήσιος τόκος ὁμολογιῶν 266,000—πρὸς φράγκα 20 ἑκάστη,
3607ἤτοι δρ. 30 —τὸ ποσὸν τῶν δρ. 1,596,540, ἤτοι ὑπολογίζει
3608τὴν ὕπαρξιν 266 χιλιάδων μετοχῶν. Τὸ δάνειον τοῦτο ἐξεδόθη
3609διὰ τοῦ νόμου ΑΥΟΔʹ τῆς 28 Μαΐου 1887. Διὰ τοῦ νόμου
3610τούτου ἑκάστη μετοχὴ ἐτιμήθη πρὸς 377 φράγκα, ἤτοι ἐπραγ-
3611ματοποιήθη πρὸ 67 καὶ 40%. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύ-
3612της τὸ δάνειον ἀπηρτίζετο ἐκ 270,000 μετοχῶν, αἵτινες ἔπρεπε
3613νὰ ἐξοφληθῶσιν εἰς 75 ἔτη· ἤτοι ἔπρεπε νὰ ἐξοφλῶνται ἐτη-
3614σίως 3,600 μετοχαί. Ἑπομένως ἀπὸ τοῦ 1887 ἕως τοῦ 1895
3615εἶναι 7 ἔτη· ὅθεν ἔδει νὰ ἦσαν ἐξωφλημέναι 25,000 μετοχαί.
3616§258ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεω-
3617λυσίας.
3618§259ΣΧΙΝΑΣ. Οὕτως ἐννοῶ ἐγὼ τὴν σύμβασιν, καὶ τοῦτ’ αὐτὸ
3619δηλοῦται ἔν τε τῷ νόμῳ καὶ ἐν τῇ συμβάσει, συμφώνως τῇ
3620ὁποίᾳ ἔδει νὰ ἔμενον ἤδη 244,800 μετοχαί, νῦν δὲ σημειοῦν-
3621ται ἐπὶ πλέον 21,200.
3622Ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, ἡ ὁποία ἀπήλαυσε τοῦ προ-
3623νομίου (διότι, ὡς ποτε ἐλέχθη, μᾶς τὸ ἔκαμε δωρεὰν) νὰ ἔχῃ
3624τὰ μονοπώλια τῶν πυρείων, τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τοῦ πετρε-
3625λαίου, προσέθετο καὶ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος. Ἐκ μικροῦ
3626βλέμματος, τὸ ὁποῖον ἔῤῥιψα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς
3627τοῦ πίνακος τὸν ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
3628βάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὁ ὁποῖος ἐτυπώθη καὶ εὑρίσκεται
3629εἰς χεῖρας τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, συνάγω ὅτι ἡ καλοκάγαθος
3630καὶ εὐεργετικὴ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων κατὰ τὰ ἔτη
36311888 ἕως 1893, συμπεριλαμβανομένου, εἰσέπραξεν:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3632Ἐκ παιγνιοχάρτων δρ.11,503,278.11
3633Ἐκ σιγαροχάρτου » 1,883,531.—
3634Ἐκ πυρείων » 4,901,122.85
3635ἤτοι τὸ ὅλον δρ.18,287,931.96
3636Ἔλαβε δὲ ἐκ τούτων 4%, ἤτοι 731,517.25.
3637Ἐκ πωλήσεως πετρελαίου εἰσέπραξε δρ. 27.839,315.95,
3638ἔλαβε δέ, πρὸς 8,25, δρ. 2,296,743.56.
3639Ἐξ ἅλατος εἰσέπραξε δρ. 13,309,002.02, ἔλαβε δὲ τὸ
3640⅓, ἤτοι δρ. 4,436,334.01.
3641Ἤτοι κατὰ τὸ εἰρημένον ἑξαετὲς διάστημα ἔλαβεν ὡς
3642ποσοστὰ δραχ. 7,464,594.84, ἤτοι ἐτησίως κατὰ μέσον
3643ὅρον 1,244,145.80.
3644Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1895 θέλει λάβει ἡ πτωχὴ Ἑταιρία τῶν
3645Μονοπωλίων ἀπέναντι τῶν μεγάλων κόπων της 1,278,718.
3646Θὰ παρατηρήσω ὅμως, ὅτι εἰς τὴν σελίδα 52 τοῦ προϋπο-
3647λογισμοῦ, Κεφάλ. 2, δὲν ἀναγράφονται τὰ ποσοστὰ ταῦτα,
3648ἢ ἐγώ, ὡς ἀδαής, δὲν ἠδυνήθην νὰ τὰ εὕρω. Εὗρον ὅμως εἰς
3649τὸ Κεφάλαιον «πώλησις τοῦ σιγαροχάρτου» ἀντὶ προμηθείας
3650153,000 ἐγγεγραμμένας 2,000 δρ. Ἠρώτησα τοὺς ὁπωσοῦν
3651γνωρίζοντας, (διότι κατήντησαν οἱ προϋπολογισμοὶ δυσκατα-
3652νόητοι) καί μοὶ εἶπον, ὅτι τὰς δραχμὰς ταύτας λαμβάνουσιν
3653οἱ ταμίαι διότι τὸ σιγαρόχαρτον, ἐρχόμενον ἐδῶ, σφραγίζεται
3654παρὰ τῶν ἰδίων, καὶ παραδίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία
3655δι’ ἐξόδων της τὸ μεταφέρει εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τοῦ Κρά-
3656τους. Ἤτοι εἰσπράττει ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἄνευ οὐ-
3657δενὸς ἐξόδου ἀπὸ τὸ σιγαρόχαρτον 90 ἕως 95 χιλ. δραχμῶν.
3658Ἐκ τῆς ἐτησίας πωλήσεως τῶν πετρελαίων εἰσπράττει ἐτη-
3659σίως ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἄλλας 450 χιλιάδας, ὡς
3660ἔγγιστα, αἵτινες προστίθενται εἰς τὰς 90 ἢ 95 χιλιάδας,
3661τὰς ὁποίας εἰσπράττει ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου. Ἀλλὰ δὲν ἀρ-
3662κεῖ τοῦτο· ἔχομεν καὶ τὰ ἅλατα. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω
3663τὴν Βουλήν, ἐκθέτων τί γίνεται εἰς τὰς ἁλικὰς καὶ ἁλατα-
3664ποθήκας. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κάμῃ μίαν
3665ἐπιδρομὴν εἰς τὰς ἁλαταποθήκας, θέλει εὕρει ἓν λησταρχεῖον,
3666ἐγκατεστημένον ἐκεῖ. Ἀρκεῖ νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὴν ἁλικὴν
3667τοῦ Βόλου, καὶ ἐρωτήσῃ τί παρῆγε πρὶν καὶ τί παράγει σή-
3668μερον, καθὼς καὶ τί ἐδαπανᾶτο πρὶν καὶ τί δαπανᾶται σή-
3669μερον, καὶ θὰ μάθῃ, ὅτι ἐκεῖ τεκταίνονται μύρια ὅσα μεταξὺ
3670τῶν ἐπιστατῶν καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρίας τῶν
3671Μονοπωλίων. Ἄς προέλθῃ ὁ θέλων νὰ μὲ διαψεύσῃ, διότι
3672οὐδὲν λέγω πρὶν ἢ θέσω τὴν χεῖρά μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων.
3673Ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων κατορθώνει διὰ τῶν ἰσολο-
3674γισμῶν, τοὺς ὁποίους δημοσιεύει, νὰ παρουσιάζῃ ὡς καθαρὸν
3675κέρδος της, ἡ πτωχή, 230,000 δρ., τὸ τελευταῖον ποσόν, τὸ
3676ὁποῖον ἀπολαμβάνουν οἱ μεγάλοι εὐεργέται τοῦ ἔθνους, οἱ
3677λαβόντες τοὺς Μεγαλοσταύρους, ἢ μᾶλλον ἐξαγοράσαντες αὐ-
3678τοὺς διὰ τοῦ χρήματος, οὐκ οἶδα πῶς ἀποκτηθέντος, καὶ τοὺς
3679ὁποίους οἱ μεγάλοι τοῦ ἔθνους ἀγωνισταί, οἱ σώσαντες τὸ
3680ἔθνος, οὐδέποτε περιεβλήθησαν. Μόνον δ’ ἡ περίστασις αὕτη
3681πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἵνα ζητήσῃ
3682τὴν κατάργησιν τῶν τενεκέδων αὐτῶν· νὰ καταργηθῶσι,
3683λέγω, τὰ παράσημα, τὰ ὁποῖα διέφθειραν πολλοὺς καὶ τῶν
3684ἔξω καὶ τῶν ἔσω, πολλοὶ δὲ ὕβρισαν τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ
3685λάβωσι παράσημα!
3686Ἀλλὰ, Κύριοι, τί δέον γενέσθαι; Θὰ μ’ ἐρωτήσῃ ἴσως ὁ κ.
3687Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ ἐγώ: ὑπάγε-
3688ται τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 εἰς τὸν νόμον τῆς
368910 Δεκεμβρίου, ἢ ὄχι; Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν βλέπω, ὅτι
3690καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ
3691φέρουν εἰς τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ
3692δάνειον ὑπάγεται εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, διατὶ ἐξακολουθεῖ ἡ
3693Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων λῃστεύουσα τὸ ἔθνος; διατὶ διώ-
3694κομεν τὸν ὀφειλέτην τῶν 5 δραχμῶν, καὶ δὲν συλλαμβάνο-
3695μεν αὐτοὺς, τοὺς λῃστεύοντας καθ’ ἑκάστην καὶ λαὸν καὶ
3696ἔθνος; Καὶ ἄλλοτε, εἰς τὰ 1890, ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Πρόε-
3697δρον τῆς νῦν καὶ τότε Κυβερνήσεως τὴν ἀντικατάστασιν τῆς
3698Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους, καὶ ὁ κ.
3699Πρόεδρος μοὶ ἔδειξε διὰ τοῦ δακτύλου τὴν ἀνάγκην χρήματος.
3700Ἀπαντῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 8 τῆς συμβάσεως παρεῖχε καὶ παρέ-
3701χει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ποσὸν
3702δι’ ἑτέρας προσόδου τοῦ Κράτους· ἄπορον δὲ μοὶ φαίνεται, πῶς
3703ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφος δὲν προέβη εἰς τὸ διάβημα τοῦτο,
3704ἀναδειχθεὶς τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
3705Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυ-
3706βερνήσεως ἂς εὐαρεστηθῇ νὰ στρέψῃ τὸ βλέμμα—καὶ δὲν ἔχω
3707ἀμφιβολίαν, ὅτι μετὰ πολλῆς ζέσεως θέλει τὸ πράξει,—πρὸς
3708τοὺς κυρίους μαστοὺς τῆς Ἑλλάδος, τὴν γεωργίαν καὶ κτη-
3709νοτροφίαν. Λέγω μαστοὺς, διότι οὕτω τοὺς ὠνόμασεν ὁ
3710Ὑπουργὸς τοῦ Ἑῤῥίκου Δʹ. M. Sully, εἰπὼν, ὅτι αὐτοὶ οἱ
3711δύο μαστοὶ τρέφουν τὴν Γαλλίαν. Πρὸς αὐτοὺς πᾶσα Κυ-
3712βέρνησις ὀφείλει νὰ στρέφῃ τὰ βλέμματά της, οὐχὶ μόνον ἵνα
3713μειωθῇ διαδοχικῶς ἡ ἐξαγωγὴ 28 ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς
3714εἰσαγωγὴν σιτηρῶν, ἀλλ’ ἵνα ἐπέλθῃ καὶ βελτίωσίς τις εἰς
3715τὴν κατάστασιν τῶν ἀγελῶν καὶ ποιμνίων, καὶ νὰ ἔχωμεν οὕτω
3716κρέας ἀρίστης ποιότητος, δέρματα καὶ μαλλία κατάλληλα
3717πρὸς ὑφαντουργίαν, συντελοῦντα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐργο-
3718στασίων. Ἄλλοτε, πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας,
3719κατήρχοντο εἰς Θεσσαλίαν καὶ παρεχείμαζον ποίμνια τῆς Βο-
3720ρείου Μακεδονίας, τὰ ὁποῖα εἶχον ἔριον καλλίστης ποιότη-
3721τος. Τοῦ ἐρίου τούτου ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἵνα εὐδο-
3722κιμήσουν τὰ ἐριουργεῖα καὶ ἵνα δι’ ἰδίων ἐνδύωμεν καὶ ὑπο-
3723δύωμεν τὸν στρατόν. Ἡ σύστασις ἐριουργείου ἐν Θεσσαλίᾳ θέλει
3724φέρει μέγιστα ἀποτελέσματα, εἰς αὐτὸ δὲ δύνασθε νὰ ἀπο-
3725σπάσητε τοὺς ἐλαφροποίνους καταδίκους, καὶ νὰ τοὺς κατα-
3726στήσητε τεχνίτας ἡμέραν τινά.
3727§260ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἴχομεν ἄλλοτε.
3728§261ΣΧΙΝΑΣ. Ἄλλοτε, πρὸ τοῦ 1862, εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ
3729Παλαμηδίου κατεσκευάζοντο σκεπάσματα στρατιωτικά. Τὰ
3730σκεπάσματα ταῦτα κατεσκευάζοντο ὑπὸ τῶν φυλακισμένων,
3731καὶ ἡ διάρκεια αὐτῶν ὑπερέβαινε τὰ 15 ἔτη· μετεφέροντο
3732παρὰ τὴν Λερναίαν Ὕδραν, καὶ ἐκεῖ ὑφίσταντο τὰ τῆς νε-
3733ροτριβῆς, κατόπιν δὲ παρεδίδοντο εἰς χρῆσιν τοῦ στρατοῦ.
3734Ἀπὸ τοῦ 1862 ἐξέλιπεν ἡ ἐργασία αὕτη, καὶ σήμερον λαμ-
3735βάνομεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην σκεπάσματα, τὰ ὁποῖα μετὰ δύο
3736ἔτη καθίστανται ἄχρηστα. Ἂν δὲ ζητήσητε τὴν κατάστα-
3737σιν τῶν πωλουμένων ὡς ἀχρήστων, θὰ φρίξητε, διότι θὰ ἴδητε
3738μέγιστον ἀριθμὸν ἀχρήστων καὶ ἐφθαρμένων, καὶ τοῦτο,
3739διότι τὰ περισσότερα τῶν μαλλίων, ἐξ ὧν κατασκευάζονται,
3740εἶναι ταμβακόμαλλα, ἤτοι ἐκ τῶν μαλλίων, τὰ ὁποῖα κου-
3741ρεύονται ἀπὸ τὰ δέρματα τῆς βυρσοδεψίας, ἀφοῦ ὑποστοῦν
3742τὴν πάθησιν τῆς ἀσβέστου, καὶ ἐντεῦθεν γίνονται καὶ ἄγρια,
3743καὶ πρὸς αὐτὰ ὁ σκόρος βαίνει γοργῷ τῷ βήματι. Δι’ αὐτὸ,
3744μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας καταβάλλουν πολλοὶ
3745ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ
3746συντηρήσωσιν. Ἐκτὸς δὲ τούτων, ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως
3747εὑρισκόμεθα ἐστερημένοι σκεπασμάτων καὶ ὑποδήσεως καὶ
3748ἐνδυμάτων. Ἂν δὲ ὑπολογίσητε, ὅτι ἕκαστος στρατιώτης
3749στοιχίζει ἑκατὸν δραχμὰς κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἐπὶ 20,000
3750στρατιωτῶν ὑπολογίσατε τί ποσὸν θέλετε, καὶ τί κέρδος θὰ
3751ἔχητε.
3752Ἐπὶ σπουδαίου ἑτέρου ἀντικειμένου θέλω φέρει τὸν λόγον,
3753ἤτοι ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅσοι ἦσθε
3754ἐνταῦθα καὶ κατὰ τὸ 1890, ἐνθυμεῖσθε τοὺς συγκριτικοὺς πί-
3755νακας, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον πρὸς ὑμᾶς, (καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι
3756δημοσιευμένοι ἐν τοῖς παραρτήμασι τῶν πρακτικῶν τῆς Βου-
3757λῆς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης) δι’ ὧν κατεδείκνυον ποῖος ὁ λόγος
3758τῶν μισθοδοσιῶν πρὸς τὰς δαπάνας κατὰ τὸ 1878 καὶ 1890.
3759Ἐκ τῶν πινάκων ἐκείνων καταδεικνύεται, ὅτι εἰς τὰ 1878,
3760ἤτοι τὸ τελευταῖον ἔτος, καθ’ ὃ τὰ δημόσια ἔργα ἀνῆκον
3761εἰς τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ καὶ ἐξετελοῦντο ἅπαντα διὰ τῶν
376276 ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀνε-
3763λόγει δαπάνη 5,91%. Βεβαίως κατόπιν
3764τὰ ἔργα ηὔξησαν, καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἔργων ηὔξησε
3765καὶ ἡ δαπάνη, ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν δαπάνη, κ. συνάδελφοι,
3766βαίνει ἀντιθέτως. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἂν κατάστημά τι κάμῃ
3767τὸ ἔτος τοῦτο, ὡς λέγουσιν, ἐργασίας ἢ γῦρον 100,000
3768δραχμῶν, ἐδαπάνησε π. χ. 5,000 ἤτοι ἔρχεται 5% ἂν τὸ
3769αὐτὸ κατάστημα κάμῃ γῦρον 200,000 δραχμῶν, θὰ δα-
3770πανήσῃ περισσότερα 7 ἢ 8 χιλιάδας· ἀλλὰ τότε ἡ ἐπὶ τοῖς
3771ἑκατὸν δαπάνη θὰ γείνῃ 4· καὶ ἂν 300,000, ἡ ἐπὶ τοῖς
3772ἑκατὸν δαπάνη θὰ γείνῃ 3. Τότε δὲ διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν
3773καταστάσεων κατέδειξα, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ, ἀνῆλθεν εἰς
3774τὸ ποσὸν τῶν 25,48%. Ἐπέστησα δὲ τότε τὴν προσοχὴν
3775τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία εἰσέτι μέριμνα
3776ἐλήφθη.
3777Ἀλλ’ ἂς ῥίψωμεν καὶ ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ὑποβαλλομένου
3778προϋπολογισμοῦ. Μολονότι συνδέομαι μεγάλως μεθ’ ὅλων
3779τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἀποτελούντων τὸ σῶμα τοῦ μηχανι-
3780κοῦ, ἐν τούτοις φρονῶ, ὅτι ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τοῦ βήματος
3781τούτου πρέπει νὰ λέγηται. Τούτου ἕνεκα θὰ σᾶς ἀναφέρω,
3782ὅτι κατὰ τὸ κεφάλ. 10 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου
3783τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄρθρ. 1–9, τὸ κεφ. 15. ἐδ. 2, τὸ ὁποῖον
3784εἶναι τὸ τῶν ὁδοστατῶν, καὶ τὸ κεφ. 20, ἐδάφ. 1, 2 καὶ 3,
3785αἱ ὁλικαὶ δαπάναι τῶν μισθοδοσιῶν ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς
37861,764,650· ἀλλὰ τίνα ἔργα θὰ ἐκτελεσθῶσι δι’ αὐτῶν; Ση-
3787μειοῦνται ταῦτα εἰς τὸ κεφάλαιον 10, ἄρθρ. 10 κτλ. ἐν ὅλῳ
3788δρ. 2,154,000 ἐφέτος· λοιπὸν τῶν ἔργων ἡ ἀξία ἀνέρχεται
3789εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 2,154,000, αἱ δὲ μισθοδοσίαι εἰς δραχ.
37901,764,650, ὑπολογιζομένου εἰς ταύτας καὶ τοῦ μισθοῦ τῶν
3791ὁδοστατῶν, ἔρχονται δὲ διὰ τῆς συγκρίσεως ταύτης εἰς 82%.
3792Αὐτὴ εἶναι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προκαλέσῃ πολὺ
3793τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Φρονῶ, ὅτι
3794δὲν εἶναι δίκαιον διὰ τῆς κατατμήσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς
3795ὁποίας ὑπεδείκνυον εἰς τὴν συζήτησιν ἄλλων νομοσχεδίων,
3796νὰ αὐξάνωμεν τὰς δαπάνας· φρονῶ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
3797τὸ αὐτὸ ἄτομον, ὅπως ἐγίνετο ἄλλοτε, δύναται πολλὰς ὑπη-
3798ρεσίας νὰ ἐκτελῇ. Ἐγὼ εἶχον τὰ ἔργα τοῦ τότε ἀναπτυσ-
3799σομένου λιμένος τοῦ Πειραιῶς, εἶχον τὰ ὑδραυλικὰ, εἶχον τὸ
3800νοσοκομεῖον, τὸ χρηματιστήριον, τὴν ἐκκλησίαν, τὸν λιμένα
3801Σπετσῶν, καὶ ἤμην μόνος· ἐκτὸς δὲ τούτου, εἶχον τὰ ἔργα
3802τῶν στρατώνων, καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐλάμβανον καὶ
3803διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰ ἐξετέλουν
3804δὲ μόνος μου, ἄνευ ἐργοδηγοῦ, ἄνευ βοηθοῦ. Σήμερον εἶναι
3805εἰς τὸν Πειραιᾶ τρεῖς γεωμέτραι πρώτης τάξεως, καὶ τί κά-
3806μνουν; Τίποτε! Διότι τὰ μὲν οἰκόπεδα ἀνήκουσιν εἰς δύο
3807κατηγορίας, (τὰ μὲν τῆς ὑδραϊκῆς συνοικίας, τὰ δὲ τῆς χια-
3808κῆς) εἶναι δὲ ὅλα διανεμημένα, ὅλα ἐπωλήθησαν, καὶ ποῦ καὶ
3809ποῦ παρουσιάζεται ἀνάγκη καταμετρήσεως. Ὅτε συνεζητεῖτο
3810τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐργοδηγῶν, εἶπον ὅτι ἐν τῇ ἐποχῇ τῇ
3811ἰδικῇ μας ἦσαν 76 μηχανικοὶ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἐκτὸς
3812τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐνῷ εἴχομεν ὅλας τὰς ἐργασίας, τότε
3813ἦσαν μόνον 26 γεωμέτραι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομι-
3814κῶν, σήμερον δὲ 51! Βεβαίως, Κύριοι, πρέπει νὰ γείνῃ
3815ἐγχείρισις, ἀκρωτηριασμὸς, πρέπει νὰ κόψωμεν ἓν πόδι, διὰ
3816νὰ σώσωμεν τὸ σῶμα! Ἢ λάβετε τὴν μάχαιραν νὰ ἐγχειρί-
3817σητε, ἢ ἄλλως μὴ τολμᾶτε νὰ ξύητε μόνον τὴν πληγὴν, καὶ
3818νὰ τὴν ἀφίνετε βόσκουσαν ὑπὸ τὰς σάρκας καὶ καταβιβρώ-
3819σκουσαν τὸ σῶμα (συγκίνησις ἐν τῇ αἰθούσῃ).
3820§262ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δι’ ὄνομα Θεοῦ! ποῦ ἠκούσθη ἡ δα-
3821πάνη τῆς συντηρήσεως τοῦ προσωπικοῦ πρὸς συντήρησιν καὶ
3822κατασκευὴν δημοσίων ἔργων νὰ φθάνῃ τὴν ἀξίαν αὐτῶν τῶν
3823ἔργων!
3824§263Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδειξε με-
3825γάλην στοργὴν διὰ τὴν προστασίαν τῆς γεωργίας, ἀλλὰ
3826φρονῶ ὅτι ὑπάρχει στάδιον λίαν καλὸν καὶ μέγα, ἵνα προσελ-
3827κύσῃ τὴν προσοχήν του. Ἂν, κύριοι συνάδελφοι, ῥίψητε ἓν
3828μικρὸν βλέμμα, διαβατικὸν, ἐπὶ μερικῶν κτιρίων, κατεσπαρ-
3829μένων εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ
3830καταγώγια πάσης διαφθορᾶς καὶ κακίας, καὶ ἀπὸ τοῦ ἐπι-
3831στυλίου τῶν ὁποίων διεγράφη ἡ λέξις τοῦ μεγάλου τῆς
3832ἀνθρωπότητος Σωτῆρος «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», καὶ ἀντε-
3833κατεστάθη διὰ τοῦ «μισῆτε καὶ καταστρέφετε ἀλλήλους»,
3834ἂν ἐκεῖ ῥίψητε τὰ βλέμματά σας, θέλετε εὕρει τὰ μοναστή-
3835ρια. Πόσα δὲ νομίζετε, ὅτι εἶναι τοιαῦτα κακουργεῖα ἐν Ἑλ-
3836λάδι; ἀναβαίνουσιν ἐν μὲν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι εἰς 166, ἐν
3837δὲ τῇ Θεσσαλίᾳ εἰς 74, ἤτοι τὸ ὅλον 240. Ἐν ταῖς Μοναῖς
3838ταύταις βιοῦσι 2,198 μοναχοὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, καὶ
3839488 ἐν Θεσσαλίᾳ, ἤτοι 2,608 ἐν ὅλῳ. Ἐκ τοῦ νόμου, ὁ
3840ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν εἰσφορὰν εἰς τὰς Μονὰς, βλέπομεν ὅτι
3841εἰσπράττεται ποσὸν δρ. 150,000. Ἀλλ’ ἐκ τῶν Μονῶν τού-
3842των ὀλίγισται εἶναι αἱ ἔχουσαι ἀριθμὸν μέγαν, καὶ τὰς
3843τάσσω εἰς τὰς ἑξῆς κατηγορίας· ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι ἔχο-
3844μεν Μονὰς, ἐχούσας ἀπὸ 1 ἕως 5 μοναχούς, 25, ἀπὸ 5 ἕως
384510 μοναχούς, 84, ἀπὸ 10 ἕως 20 μοναχούς, 41, καὶ ἀπὸ
384620 καὶ πλέον, 16, τὸ ὅλον 166. Ὥστε βλέπετε, ὅτι Μοναὶ
3847δύνανται νὰ κληθῶσιν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀριθμόν τινα
3848καλογήρων, αἱ ἔχουσαι 20 καὶ ἄνω καλογήρους, αἱ δὲ ἄλλαι
3849δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖον εἶπον πρὸ
3850μικροῦ. Ἐν δὲ Θεσσαλίᾳ Μονὰς μὲ ἀριθμὸν μοναχῶν 20 καὶ
3851πλέον δὲν ἔχομεν, παρὰ μόνον τρεῖς. Αἱ Μοναὶ, ὡς γνωστὸν
3852τοῖς πᾶσιν, εὑρίσκονται εἰς τὰ καλλίτερα μέρη καὶ τὰ καλλί-
3853τερα κέντρα, αἱ δὲ Μοναὶ αὗται εἶναι περιττὸν σήμερον νὰ
3854ὑπάρχωσι, διὰ πολλοὺς λόγους, κυρίως δὲ διότι εἶναι ἑστία
3855διαφθορᾶς, ἀγραμματοσύνης καὶ ῥαδιουργιῶν· ἀφίνω δὲ τὰ
3856ἄλλα, τὰ ὁποῖα, ἄν σηκώσῃ τις τὸν πέπλον, θὰ εὕρῃ εἰς τὴν
3857Μονὴν τῆς Πεντέλης. Ἐὰν σηκώσητε ὀλίγον τὸν πέπλον,
3858θέλετε εὕρει ἐκεῖ τοὺς κακούργους μοναχούς, τοὺς φαύλους
3859καὶ διεφθαρμένους. Ἂν θελήσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ θέσῃ
3860τὸν πόδα της ἐντὸς τῆς Μονῆς ἐκείνης, θέλει εὕρει τὰ μεγα-
3861λείτερα κακουργήματα, ἀλλ’ οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἐποχῆς, λαμβά-
3862νοντες τὰ δῶρα, καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ, τρέχουσι καὶ προστα-
3863τεύουσι. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀναφέρω καὶ πρόσωπόν τι,
3864περιβαλλόμενον ποδήρη χιτῶνα, τὸ ὁποῖον τρέχει ὑπερασπι-
3865ζόμενον φίλον του Ἡγούμενον. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Κυ-
3866βέρνησιν—καὶ θὰ καταθέσω ἔγγραφον ἐπερώτησιν—νὰ προσα-
3867γάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας τὰς καταγγελίας κατὰ τῶν μονα-
3868χῶν τῆς Μονῆς ταύτης, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐκεῖ ἐγένοντο
3869καὶ δηλητηριάσεις καὶ φόνοι καὶ μυρία ὅσα ἐγκλήματα, τὰ
3870ὁποῖα, δὲν ἠξεύρω πῶς, κατώρθωσαν νὰ καλύψωσι διὰ τοῦ
3871πέπλου. Δυστυχῶς δὲν εἶμαι ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος, οὐδὲ
3872Εἰσαγγελεύς. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
3873νὰ μελετήσῃ σπουδαίως τὸ ζήτημα τῶν Μονῶν, καὶ ὅπως
3874κατὰ τὸ 1833 διελύθησαν 33 Μοναὶ διὰ Β. Διατάγματος,
3875οὕτω καὶ σήμερον, ἐφαρμόζων τὸν νόμον τοῦ 1833 καὶ τὸν
3876τοῦ 1858, νὰ καταργήσῃ τὰς Μονὰς τὰς ἐχούσας ὀλίγους
3877μοναχούς, νὰ διατηρήσῃ δὲ ὀλίγας, ἐν αἷς νὰ συγκεντρώσῃ
3878τοὺς καλογήρους τῶν διαλυομένων Μονῶν, αὐτὰς δὲ νὰ κατα-
3879στήσῃ κτηνοτροφικοὺς καὶ γεωργικοὺς σταθμούς, ἔτι δὲ καὶ
3880σχολεῖα ἱερέων, καὶ νὰ εὐεργετήσῃ τὴν κοινωνίαν, ἥτις οὕτω
3881θ’ ἀπαλλαγῇ ἐκ τῶν τεράτων αὐτῶν.
3882Ἐπιθυμῶ νὰ περάνω τὸν λόγον· ἀλλὰ πρὶν κατέλθω ἔχω
3883καὶ μίαν ὀφειλὴν πρὸς τὸ σῶμα, εἰς ὃ ἀνήκω. Εἶμαι στρα-
3884τιωτικός, δὲν πρέπει δέ, λαμβάνων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν
3885τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ παραλείψω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις
3886περὶ τοῦ στρατοῦ. Ἡ πρώτη γάγγραινα τοῦ στρατοῦ εἶναι
3887ἡ χωροφυλακή. Ἐφ’ ὅσον ἔχετε χωροφυλακὴν κατηρτισμένην
3888ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς σήμερον καταρτίζεται, ὄχι 5 χι-
3889λιάδας ἀνδρῶν ἂν ἔχητε, ἀλλὰ καὶ 15 χιλιάδας, ἡ χωροφυ-
3890λακὴ ἔσεται ἀνίκανος νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὰ ἐλάχιστα τῶν
3891καθηκόντων της. Δὲν δύνασθε νὰ περιμένητε τίποτε ἀπὸ
3892πολίτην, ὁ ὁποῖος περιβάλλεται τὸ ἔνδυμα τοῦ στρατιώτου,
3893λαμβάνει τὸ ὅπλον, καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας ἐντέλλεται νὰ
3894φρουρήσῃ τὴν τιμήν σας, τὴν περιουσίαν σας, νὰ ἐκτελέσῃ
3895ἀνακρίσεις, ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου τὴν διαγωγὴν δὲν γνωρίζετε·
3896πῶς θέλετε τοιοῦτος ἄνθρωπος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ ὑψηλὰ
3897καθήκοντα τοῦ χωροφύλακος; Καθ’ ἡμέραν ἀκούομεν δρα-
3898πετεύσεις φυλακισμένων, διότι οἱ φρουροὶ αὐτοὶ εἶναι ἐντελῶς
3899ἄμοιροι τῶν καθηκόντων των· δὲν γνωρίζουσι τὸ παραμικρόν,
3900δὲν συναναστράφησαν μετ’ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι νὰ γνωρίζωσιν,
3901οἱ δὲ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν λαμβάνοντες ἐκ τῶν τάξεων τῶν
3902πολιτῶν, καὶ λαμβάνοντες τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπενωμοτάρχου ἢ
3903ἐνωμοτάρχου πρώτης τάξεως, πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ στρατιωτικοί.
3904Ἠμπορεῖ εἷς νὰ γνωρίζῃ γράμματα πολλά, νὰ ἦναι σο-
3905φός, δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν ὁ τοιοῦτος νὰ ἦναι καὶ στρατιώτης·
3906δύναται νὰ ἦναι στρατιώτης καὶ νὰ ἦναι ἀγράμματος, ἀλλ’
3907ὁ ἐγγράμματος δὲν εἶναι καὶ στρατιώτης. Ἡ στρατιωτικὴ
3908ὑπηρεσία, καὶ μάλιστα ἡ τῆς χωροφυλακῆς, ἀπαιτεῖ καὶ νοη-
3909μοσύνην καὶ εἰδικότητα καὶ ἄλλα τινὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα
3910μόνον ὁ κάτοχος τῶν καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων τοῦ χω-
3911ροφύλακος δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ.
3912Ὁ κ. ἐξ Ἰθάκης συνάδελφος ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανι-
3913σμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρα-
3914τοῦ, τῆς συντάξεως τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶναι ζήτημα τοῦ βή-
3915ματος αὐτοῦ, οὔτε τῆς ἤδη συζητήσεως· ἡ συζήτησις θὰ γείνῃ
3916εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, θὰ κληθῶσι δὲ εἰς αὐτὴν καὶ οἱ
3917στρατιωτικοὶ Βουλευταί, ἵνα λάβωσι μέρος· μετὰ τὴν λεπτο-
3918μερῆ δὲ σύνταξιν ὅλων τῶν ἀντικειμένων θὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ
3919νὰ κυρώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων. Ἓν πρᾶγμα
3920θεωρῶ λίαν ἀναγκαῖον ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῷ ὀργανισμῷ τοῦ
3921στρατοῦ· Ἀφ’ ὅτου, Κύριοι, ἠρχίσαμεν ἀντιγράφοντες τὰ γι-
3922νόμενα εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη καὶ ἀπομιμούμενοι ταῦτα παπαγα-
3923ληδόν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατεστράφησαν καὶ τὰ οἰκο-
3924νομικὰ τοῦ τόπου μας καὶ ἡ εὐφορία τοῦ τόπου μας καὶ αὐ-
3925τὸς ὁ οἰκογενειακὸς βίος μας. Πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὰς
3926διδαχὰς τῶν πατέρων μας, κατὰ τὸ ἐφικτὸν, καὶ νὰ μελε-
3927τήσωμεν καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ μας ἀναλόγως τῶν
3928παρουσιαζομένων ἀναγκῶν. Τὸ βλέμμα δὲ αὐτοῦ πρέπει νὰ
3929ῥίψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς χωροφυ-
3930λακῆς, καὶ ἔστω βέβαιος, ὅτι τότε διὰ τοῦ ἡμίσεως ἀριθμοῦ
3931χωροφυλάκων θὰ ἔχῃ καλλίτερα ἀποτελέσματα.
3932Ἔτυχα τῆς εὐκαιρίας νὰ περιοδεύσω ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα,
3933καὶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς εἶδον τὰ πράγματα, καὶ δύναμαι νὰ
3934βεβαιώσω, ὅτι προτιμῶ νὰ ἔχω παρ’ ἐμοὶ δύο καλοὺς χωρο-
3935φύλακας ἢ δέκα στρατιώτας ἐξ αὐτῶν τῶν στρατιωτῶν.
3936Τὸ Κράτος δὲ ἡμῶν δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ ὑπὸ τακτικὰς
3937περιστάσεις, ἀλλ’ εὑρίσκεται πάντοτε εἰς ἐκτάκτους περιστά-
3938σεις, καὶ πρέπει πάντοτε νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ παρατάξῃ εὐθὺς
3939τοὐλάχιστον 10,000 στρατοῦ. Πρέπει λοιπὸν ὁ ὀργανισμός
3940μας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν φύλαξιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς
3941διὰ 5,000 στρατιωτῶν ἀληθῶν καὶ οὐχὶ ἀγυμνάστων, νὰ
3942ἦναι δὲ τοιουτοτρόπως τὰ στελέχη κατηρτισμένα, ὅπως
3943ἐμελετήθησαν ἀπὸ τὸν μακαρίτην Μπότσαρην κατὰ τὸ 1861.
3944Τότε ὁ μακαρίτης Μπότσαρης καθὼς καὶ ὁ ὑπάρχων ὀργανι-
3945σμὸς ἐθεώρησαν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀριθμὸς βαθμοφόρων
3946καὶ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται
3947ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ σχηματίσωσι τὰ στελέχη τῆς κλη-
3948θησομένης ἐφεδρείας. Ὑπὸ τοιαύτας δὲ περιστάσεις μερι-
3949μνῶντες καὶ φροντίζοντες, φρονῶ ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσω-
3950μεν στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐπιτελέσωμεν
3951τὰ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντά μας.
3952§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ ποι-
3953κίλας ἐπόψεις ἐξητάσθη καὶ ἐπεκρίθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
39541895, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται σήμερον ἡ γενικὴ συζήτησις.
3955Καὶ ἐπεκρίθη ὑπὸ τὴν λογιστικὴν ἔρευναν αὐτοῦ, ἐπεκρίθη
3956ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν πρόβλεψιν, καὶ ἐπεκρίθη καὶ ὑπὸ τὴν
3957παράστασιν τῶν πολιτικῶν ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας ἐνέχει. Ὁμο-
3958λογῶ ὅτι δὲν εὑρίσκω τὰς ἐπικρίσεις παραλόγους, ἐὰν οἱ ἐπι-
3959κρίνοντες ἔχωσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
3960Βόλου ἐξήνεγκεν, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ.
3961Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ὠνόμασε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895
3962προϋπολογισμὸν μέλλοντος, ἐὰν δὲ τῷ ὄντι ὁ προϋπολογι-
3963σμὸς τοῦ 1895 εἶναι προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλοντος, αἱ ἐπι-
3964κρίσεις ἔχουσι βάσιν καὶ λόγον· ἐγὼ ὅμως δὲν ὑπέλαβον, ὅτι
3965ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ἦναι προϋπολογισμὸς τοῦ μέλ-
3966λος, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἐσφαλλόμην. Ὁ προϋπολογισμὸς
3967τοῦ μέλλοντος θέλει εἶσθαι ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος ἠδύ-
3968νατο νὰ ὀνομασθῇ προϋπολογισμὸς τύπος, οὐχὶ ἀποκλείων
3969μεταβολὰς καὶ τροποποιήσεις κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, ἀλλὰ
3970προϋπολογισμὸς, τιθεὶς τὰς βάσεις τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰ-
3971κονομικῶν, τὰς βάσεις τῶν κανόνων, ὑφ’ οὓς τὸ Κράτος θέ-
3972λει διοικηθῆ, τὰς βάσεις τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας αὐτοῦ. Μοὶ
3973φαίνεται δὲ, ὅτι ἦτο λίαν πρόωρον νὰ ἀξιώσῃ τις παρὰ τοῦ
3974προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 τοιαύτην τινὰ ἀποστολήν. Ἐὰν
3975συνετελεῖτο ὅ,τι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐφρόνουν ὡς ἀναπόφευκτον
3976καὶ ἀναγκαῖον, εὐθὺς ὡς συνωμολογήθη ὑπὸ τῶν κυβερνών-
3977των τὴν χώραν ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους, ἠθέλομεν βεβαίως
3978εἶσθαι κατὰ τὸ 1895 εἰς χρόνον νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋ-
3979πολογισμὸν καὶ θέσωμεν δι’ αὐτοῦ τὰς βάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ
3980ἐκανόνιζον τὸ μέλλον. Ἐὰν ὅταν οἱ κυβερνῶντες ἀνήγγειλαν
3981τέλος πάντων τὴν πτώχευσιν, ἥτις εἶχεν ἤδη συντελεσθῆ,
3982τότε ἐκαλεῖτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀποστείλῃ ἀντιπροσώ-
3983πους, ὅπως αὐτοὶ μεριμνήσωσι περὶ τῶν συνεπειῶν τῆς πτω-
3984χεύσεως, τότε ἡ Βουλὴ, ἡ σήμερον συνελθοῦσα, ἤθελε λάβει
3985ἀπὸ τοῦ 1894 κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὴν ἐντολὴν ταύ-
3986την, φρονῶ δ’ ὅτι ἤθελον κανονισθῆ αἱ σχέσεις τοῦ Κράτους
3987μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ· ἐν ὅσῳ δὲ δὲν ἔχομεν τὸν κανο-
3988νισμὸν τῶν σχέσεων τούτων, ἡ μελέτη περὶ κανονισμοῦ τοῦ
3989μέλλοντος, ἢ μᾶλλον περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ μέλλον-
3990τος, εἶναι βεβαίως πρόωρος, καὶ ἂν ἐγίγνετο, ἐνδεχόμενον νὰ
3991μὴ ἦτο πλήρης καὶ ἀρτία. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι τὸ
3992ἔτος 1895 εἶναι ἔτος διαβατικόν, εἶναι κατάστασις ἐντελῶς
3993διαβατικὴ καὶ προσωρινή, ἡ ὁποία θέλει λήξει καθ’ ἣν ἡμέ-
3994ραν συντελεσθῇ ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ
3995τῶν δανειστῶν του, ὑπέλαβον δέ, ὅτι τότε ἔπρεπεν οὐχὶ μόνον
3996νὰ κανονισθῇ τὸ μέλλον, ἀλλὰ νὰ ληφθῇ καὶ ἡ ὀφειλομένη
3997πρόνοια πρὸς μείωσιν τῶν ἄλλων οἰκονομικῶν καὶ νομισμα-
3998τικῶν ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιπροσθοῦσιν εἰς τὴν οἰκονομι-
3999κὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς
4000χώρας.
4001Κατὰ τὸ 1895 ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη καὶ εἰσήχθη
4002εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ἀπὸ τοῦ μηνὸς
4003Νοεμβρίου, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ καὶ ψη-
4004φισθῇ. Ἐπῆλθεν Ὑπουργικὴ μεταβολή, ἐκρίθη ὅτι ἔπρεπε
4005νὰ σχηματισθῇ μεσάζουσά τις Κυβέρνησις, ἵνα ἐνεργήσῃ ἐκ-
4006λογάς, καὶ οὕτως ἡ κατὰ τὰς ὑποδείξεις τὰς ἐκ τῆς ἐκβάσεως
4007τῶν ἐκλογῶν σχηματιστέα Κυβέρνησις ἐκλήθη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν
4008κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον. Ἕξ μῆνας εἶχεν ἤδη ἐφαρμοσθῆ
4009ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, ἐφρόνουν
4010δ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν πρὸς μείωσιν
4011τῶν ἐξόδων, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξωμέν τι πρὸς μετα-
4012βολὴν τῶν ἐσόδων. Οἱ ἐπικρίναντες τὸν προϋπολογισμὸν ἐξέ-
4013τειναν τὰς ἐπικρίσεις των καὶ ἐπ’ ἐμέ, καὶ ἰδίως ὁ κύριος
4014Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ καὶ εἴ τις ἄλ-
4015λος, μοὶ ἀπέδιδον ὅτι εὑρέθην ἐν ἀσυνεπείᾳ, διότι ἄλλως ἔκρι-
4016να ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. πρώην
4017Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἄλλως ἔκρινα τελευταῖον, ὅτε
4018ἐγὼ ἐπεξειργάσθην αὐτὸν καὶ εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλήν. Ἰσχυ-
4019ρίζονται οἱ Κύριοι οὗτοι, ὅτι ἐγώ, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋ-
4020πολογισμὸς τοῦ 1895, διὰ τῶν πολιτικῶν φίλων μου, οἵτινες
4021εἶχον λάβει μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ,
4022ἐδήλωσα γνώμας, τὰς ὁποίας κατόπιν ἐλησμόνησα, καὶ δὲν
4023ἠκολούθησα αὐτάς, ὡς ἐξήχθη ἐκ τῶν σκέψεων μου περὶ τῶν
4024ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Νομίζω ὅτι σφάλλονται, διότι
4025δὲν ἀνέγνων ἀκριβῶς τὴν ἔκθεσιν τῶν φίλων μου, τῶν ἀποτε-
4026λεσάντων μέρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν
4027τελευταίαν σύνοδον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀμφότεροι οἱ περὶ ὧν
4028εἴρηται φίλοι μου, καὶ ὁ κ. Ι. Ἀντωνόπουλος καὶ ὁ κ. Δάλ-
4029λας, δὲν διερμήνευσαν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῶν γνώμας, τὰς ὁποίας
4030ἐγὼ ἀπέστεργον, διότι μᾶς συνδέει κοινότης φρονήματος, καὶ
4031ἑπομένως αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας προέβαλον ἐπὶ τοῦ προϋπο-
4032λογισμοῦ, δὲν ἦσαν γνῶμαι ἐντελῶς ἀλλότριαι τῶν ἐμῶν
4033γνωμῶν. Οἱ δύο εἰρημένοι φίλοι μου, ἐξετάζοντες τὰ ἔσοδα,
4034εὕρισκον, ὅτι καταδεικνύουσι ταῦτα τὸν κάματον τῆς οἰκο-
4035νομικῆς δυνάμεως τῆς χώρας, τὸν κάματον τῆς φορολογικῆς
4036δυνάμεως αὐτῆς, καὶ ὅτι ἡ τοιαύτη ἐκδήλωσις, τὴν ὁποίαν
4037τὰ ἔσοδα ταῦτα παρεῖχον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν,
4038ἔπρεπε νὰ ἀποθαῤῥύνῃ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ μέτρου περὶ ἐπιβο-
4039λῆς νέων φόρων ἢ αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων. Παρέβαλον τὰ
4040ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει ὁ πρώην κ. Πρωθυπουργὸς
4041ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ τελευ-
4042ταίου ἔτους, τοῦ ὁποίου ὁ ἀπολογισμὸς εἶχε δημοσιευθῆ,
4043τοῦ 1891. Ἐξετάζων πόσαι ἦσαν αἱ φορολογικαὶ αὐξήσεις
4044ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1894, ποῖοι οἱ ὑπολογισμοὶ τῶν
4045ἐσόδων, τὰ ὁποῖα προσεδόκων ὅτι ἤθελον εἰσπράξει ἀπὸ τὰς
4046εἰρημένας φορολογικὰς αὐξήσεις, καὶ οἵτινες ὡδήγησαν τὴν
4047Βουλήν, τὴν ψηφίσασαν αὐτάς, περὶ τῶν ποσῶν τὰ ὁποῖα
4048ἔμελλον νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῶν φορολογικῶν αὐξήσεων, προσ-
4049έθηκα τὰ ποσὰ ταῦτα πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1891,
4050καὶ εὗρον ὅτι κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894 ἔπρεπε νὰ εἰσ-
4051πραχθῶσιν ἔσοδα πολλῷ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσ-
4052επράχθησαν· ἰσχυρίζοντο ἑπομένως διὰ τῆς ἐκθέσεώς των οἱ
4053ἐμοὶ φίλοι, ὅτι αἱ φορολογικαὶ αὐξήσεις δὲν ἀπήνεγκον τ’ ἀπο-
4054τελέσματα, τὰ ὁποῖα ὑπελόγιζον καὶ προσεδόκων οἱ προβα-
4055λόντες αὐτάς, καὶ ἐπεκαλοῦντο τοῦτο πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν
4056ἔπρεπεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ν’ ἀποβλέψῃ, τό γε νῦν ἔχον,
4057εἰς προσθήκην νέων φόρων ἢ αὔξησιν τῶν ὑπαρχόντων. Τὸ
4058πνεῦμα τοῦτο ὡδήγει αὐτοὺς, ἵνα συναγάγωσι τότε, ὅτι τὰ
4059ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν
4060ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῶσιν ἀπὸ τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγραφέντα
4061ἔσοδα, ἂν δὲ, ὅπερ πιθανὸν, τὰ ἔξοδα ἦναι ὀλιγώτερα τῶν
4062ἀληθῶν ἐξόδων, ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι οὐδ’ εἰλικρινής.
4063Κατήγγειλαν λοιπὸν τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἐσόδων καὶ τὴν
4064ἀναγραφὴν τῶν ἐξόδων ὡς μὴ γενομένην μετ’ εἰλικρινείας, τὴν
4065ἔλλειψιν δὲ ταύτην τῆς εἰλικρινείας τοῦ προϋπολογισμοῦ
4066ἀπέδιδον εἰς τὸν συντάκτην αὐτοῦ. Δὲν ἀνεγνώριζον, δὲν ἀνε-
4067κήρυσσον οἱ κύριοι Ἀντωνόπουλος καὶ Δάλλας τὰ ἔσοδα ὡς
4068κακῶς προϋπολογισθέντα, οὔτε παρίστων αὐτὰ ὡς ἀνώτερα
4069ἢ ὡς ὑποδεέστερα τῶν ἀληθῶν, ἀλλὰ μόνον ἐξήταζον αὐτὰ
4070ὡς πόρισμα τῶν γενομένων προσθηκῶν ἢ αὐξήσεων τῶν φόρων
4071κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν τοι-
4072αύτην εἶχον γνώμην οἱ πολιτικοὶ φίλοι μου, ἡ γνώμη δὲ αὐ-
4073τῶν δὲν ἦτο ἀλλοτρία καὶ τῆς ἐμῆς γνώμης, δὲν ἤμην εἰς
4074ἀντίφασιν, ὅταν ἔκρινα, ὅτι, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895
4075δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλοντος,
4076ἀφοῦ εἰσήγετο τὸν ἕκτον μῆνα, εἶχον δὲ συμπληρωθῆ πέντε
4077μῆνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐφηρμόζετο, ἔπρεπε νὰ μὴ μετα-
4078βάλω, ἀλλὰ ν’ ἀφήσω ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπο-
4079λογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσῆγον εἰς τὴν Βουλήν, τὰ ἔσοδα, ὡς
4080εἶχον ἀναγραφῆ κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1894, ὅτε ὁ
4081προϋπολογισμὸς εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν Βουλήν.
4082Ἀπορῶ λοιπὸν, εὐλόγως, ἐκ ποίων δεδομένων συνήγαγον οἱ
4083προαγορεύσαντες, ὅτι ἡ πρᾶξίς μου αὕτη εὑρίσκεται ἐν ἀντιφάσει
4084πρὸς τὴν γνώμην τῶν πολιτικῶν φίλων μου, τῶν ἀποτελεσάν-
4085των μέρος τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
4086σμοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου.
4087Τῷ ὄντι, ὅτε χθὲς καὶ προχθὲς ἀνεγίνωσκον τὴν ἔκθεσιν τῶν
4088κ.κ. Ἀντωνοπούλου καὶ Δάλλα, ἠπόρουν, πῶς καὶ ποῦ στη-
4089ριζόμενοι ἐξετόξευσαν κατ’ ἐμοῦ τοιαύτας αἰτιάσεις οἱ ἐπικρί-
4090ναντες τὸν συζητούμενον προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Ἡ ὑπό-
4091νοια τῶν κ.κ. Δάλλα καὶ Ἀντωνοπούλου, ἣν τότε ἐδήλωσαν,
4092ὅτι εἶχον ἀναγραφῆ ἔξοδα ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν, ἀπεδείχθη
4093ἀπὸ τὰ πράγματα ἀληθής. Ἐγὼ ἔκρινα, ὡς εἶπον, ὅτι δὲν
4094μοὶ ἐπετρέπετο νὰ παρασκευάσω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ μέλ-
4095λοντος κατὰ τὸ 1895 πρὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ συμβι-
4096βασμοῦ, πρὸ τῆς ἐνάρξεως μάλιστα τῶν διαπραγματεύσεων
4097πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανει-
4098στῶν, καὶ τοῦτο κατὰ τὸν ἕκτον ἢ ἕβδομον μῆνα τοῦ ἐνιαυ-
4099τοῦ, καὶ ἀνέγραψα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσή-
4100γαγον ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ ἔσοδα, ὡς εἶχον ἀναγραφῆ τότε, ὅθεν
4101δὲν ἔπραττόν τε, ὅπερ εἶχον ἀποστέρξει νὰ πράξω ἄλλοτε.
4102Ἠσχολήθην ὅμως εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, τὴν ὁποίαν
4103ἐνόμιζον καὶ ἐξακολουθῶ νὰ νομίζω ἐπιβαλλομένην, ἕνεκα
4104τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται καὶ τὸ Κράτος
4105καὶ ἡ χώρα. Περιωρίσθην λοιπὸν μόνον, ἵνα ἐπενέγκω ἐλάτ-
4106τωσιν τῶν ἐξόδων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔκρινα ὅτι δὲν εἶχον ἀνα-
4107γραφῆ ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν, διότι εἶχον ἀναγραφῆ ἔξοδά
4108τινα ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν, ἔξοδα πραγματικὰ, ἐνῷ ἐγὼ
4109ἐπήνεγκον ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων τῶν προσωπικῶν. Τὰ προ-
4110σωπικὰ ἔξοδα εἶχον ὄντως ἀναγραφῆ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ
4111Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ συντάξαντος τὸν προϋπολογι-
4112σμὸν τὸν εἰσαχθέντα κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894, περισσότερα
4113τῶν ἀναγκαιούντων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ
4114προϋπολογισμῷ τοῦ 1891, διότι μετὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ηὐξή-
4115θησαν τὰ πρόσωπα ἐν πολλοῖς τῶν κλάδων τῆς δημοσίας
4116διοικήσεως. Αἱ ἐλαττώσεις λοιπὸν, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκον,
4117περιωρίσθησαν μόνον εἰς ἐλαττώσεις ἐξόδων μισθῶν ἢ ἄλλων
4118παροχῶν εἰς τὰ πρόσωπα, ὄχι εἰς ἐλαττώσεις ἐξόδων πραγ-
4119ματικῶν, τινὰ τῶν ὁποίων, ἓν ἢ δύο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ηὔ-
4120ξησα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὃν εἰσήγαγον, διότι ὑπώπτευον,
4121ὅτι εἶχον ἀναγραφῆ ὀλιγώτερα τῶν ἀναγκαιούντων.
4122Τὴν τακτικὴν τοῦ ἀναγράφειν τὰ πραγματικὰ ἔξοδα ὀλι-
4123γώτερα τῶν πιθανῶς δαπανηθησομένων, πολλάκις εἴδομεν
4124ἐφαρμοσθεῖσαν κατὰ τὸ παρελθόν· οἱ ἐφαρμόσαντες δ’ αὐτὴν,
4125ἀναλογιζόμενοι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ ἀνα-
4126πληρωματικὰς πιστώσεις ἐπὶ ἐξόδων πραγματικῶν, διότι τῶν
4127ἐξόδων τούτων τὴν προσθήκην καθίστα ἀναπόφευκτον ἡ ἀνάγ-
4128κη, πολλάκις παρέλειπον νὰ ἀναγράψωσιν ὅσα ἀπῃτοῦντο νὰ
4129ἀναγραφῶσιν ἔξοδα πραγματικὰ, ἵνα παραστήσωσι τὸν προϋ-
4130πολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ, ἢ ἐν περισσεύματι, πεπεισμένοι ὅτι
4131ἕνεκα τούτου οὐδὲν ἤθελε παρασχεθῆ αὐτοῖς πρόσκομμα,
4132ἀπέφευγον δ’ οὕτω νὰ παραστήσωσι τὸ ἀληθὲς ποσὸν τῶν
4133ἐξόδων καὶ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν ἐξωγκωμένον, ἐπιδιώ-
4134κοντες εἰκονικὰ πλεονάσματα.
4135Ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς εἰσήγαγον αὐτὸν, προδιώριζε τὰ
4136ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς δραχ. 89,342,724.74· ἐὰν δ’ ἀπὸ
4137τοῦ ποσοῦ τούτου ἤθελον ἀφαιρεθῆ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ
4138τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 ἀναγράφονται διὰ τὴν
4139ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς
414021,616,326.66, τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως συνίστανται εἰς
414167,726,398.08. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐπεχείρησε
4142νὰ παραβάλῃ τὰ ποσὰ ταῦτα πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἡγέ-
4143της τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἤτοι ὁ συν-
4144τάξας τὸν προϋπολογισμὸν τὸν εἰσαχθέντα κατὰ Νοέμβριον
4145τοῦ 1894 Πρωθυπουργὸς, εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολο-
4146γισμῷ αὑτοῦ. Ἔλεγε λοιπὸν προχθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρ-
4147νασσίδος, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσαγάγομεν, ἀνα-
4148γράφει ἔξοδα περισσότερα καὶ ἀπὸ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀνα-
4149γράψει ὁ κ. Τρικούπης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ του, καὶ κατήγ-
4150γελλεν ἡμᾶς, ὅτι ἀντὶ οἰκονομιῶν καὶ ἐλαττώσεων, ἃς εἴχομεν
4151ἐπαγγελθῆ, εἰσηγάγομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προσθήκας,
4152καὶ ἀνεγράψαμεν ἐν αὐτῷ αὐξήσεις ἐξόδων. Καὶ ἔλεγεν ὁ κ.
4153Σιμόπουλος: 87,693,158.05 εἶχον προσδιορισθῆ τὰ ἔξοδα
4154τοῦ 1894 ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν
4155ὁποῖον εἰσήγαγε κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1894· ἀφαιρουμέ-
4156νων ἀπὸ ταῦτα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα προορίζονται διὰ τὴν
4157ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τῶν 21,626,326.66, ὑπο-
4158λείπονται ὡς ἔξοδα διοικήσεως 66,066,831.39· καὶ ἀπεφαί-
4159νετο, ὅτι, ἐνῷ ὁ πρώην Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ κατὰ
4160Νοέμβριον τοῦ 1894 εἰσαγαγὼν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895
4161Πρωθυπουργὸς, εἶχε περιορίσει δι’ αὐτοῦ τὰ ἔξοδα τῆς διοική-
4162σεως εἰς 66,066,831.39, ὁ παρ’ ἡμῶν συνταχθεὶς προϋπο-
4163λογισμὸς ἀνεβίβασεν αὐτὰ εἰς 67,726,398.08, ἤτοι ηὔξησε
4164τὰ ἔξοδα κατὰ 1,659,566.69. Ἀλλ’ ἐν γνώσει τάχα ἢ ἐξ
4165ἀμελείας παρέλιπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος τὰς πι-
4166στώσεις, τὰς ὁποίας αὐτὸς ὁ τὸν εἰρημένον προϋπολογισμὸν
4167εἰσαγαγὼν Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς ἐντὸς τοῦ
4168ἔτους 1894; Αἱ πιστώσεις αὗται ἀνῆλθον εἰς 3,179,772.03,
4169ἂν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο προσετίθετο εἰς τὰ διὰ τοῦ προϋπολο-
4170γισμοῦ προσδιορισθέντα 87,693,158.08 ὡς ἔξοδα, ὁ προα-
4171γορεύσας ἤθελεν ἀναφέρει εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἔξοδα τοῦ 1895
4172προσδιορισθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη οὐχὶ 87,693,158.08,
4173ὅσα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπ/γισμῷ, ἀλλὰ 90,872,930.11,
4174ὅσα ἀπετελοῦντο ἀπὸ τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντα
4175καὶ ἀπὸ τὰ διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ζητηθέντα·
4176ἐὰν δ’ ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελεν ἀφαιρέσει τὰ διὰ τὴν ὑπη-
4177ρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀναγκαιοῦντα 21,626,326.66,
4178ἤθελε παραστήσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπελείποντο κατὰ τὸν
4179προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Τρικούπη ὡς ἔξοδα διοικήσεως οὐχὶ
418066,066,831.39, ὅσα παρέστησεν, ἀλλὰ 69,246,603.45,
4181ἤτοι πλειότερα τῶν κατὰ τὸν παρ’ ἡμῶν εἰσαχθέντα προϋ-
4182πολογισμὸν ἐξόδων τῆς διοικήσεως κατὰ 1,520,205.37. Καὶ
4183ἂν ἐπί τινων ἐξόδων ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν
4184αὐξήσεις, τὰς αὐξήσεις ταύτας δὲν ἐνεκρίναμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ
4185τὴν αἰτίαν αὐτῶν εὕρομεν ἐν αὐτῷ τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
4186κ. Τρικούπη ἐγκειμένην, ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀριθμοῖς τοῦ ὑπὸ τοῦ
4187κ. Τρικούπη εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ ἐνυπάρχουσαν, διότι
4188τὰ διά τινας τῶν ἀναγκῶν ἀναγεγραμμένα ἔξοδα ἦσαν ἀνε-
4189παρκῆ, καὶ ἠναγκάσθημεν ἕνεκα τούτου νὰ προσθέσωμεν
41901,205,475 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
4191τερικῶν, 35 περίπου χιλιάδας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουρ-
4192γείου τῶν Ναυτικῶν, 12 χιλιάδας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
4193Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ δηλοῖ, ὅτι τὰ ἔξοδα,
4194τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμὸν
4195κατὰ Νοέμβριον 1894, ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὴν γνώ-
4196μην ἡμῶν ἀπαιτουμένων κατὰ 1,267,181. Δὲν ἐξετράπημεν
4197λοιπὸν εἰς σπατάλας, δὲν ἐλησμονήσαμεν ὅσα εἴχομεν ἐπαγ-
4198γελθῆ, ἀλλ’ ἀνορθοῦμεν τὰς ἐλλείψεις τοῦ παρὰ τοῦ προκα-
4199τόχου ἡμῶν εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ, καθιστῶντες αὐτὸν
4200ἀπὸ ἐλλιποῦς ἄρτιον καὶ ἀληθῆ. Ἐὰν δὲ ἀναγνωρίσητε, ὅτι
4201ὁ προϋπολογισμός, ὁ συνταχθεὶς ὑπὸ τοῦ πρώην Βουλευτοῦ ἐκ
4202Μεσολογγίου, εἶχεν ἀναγράψει ἔξοδα κατὰ 1,520,205.37
4203πλείω τῶν παρ’ ἡμῶν ἀναγραφέντων, ἐὰν δὲ προσέτι λάβητε
4204ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐνῷ ἐν τῷ εἰσαχθέντι κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894
4205προϋπολογισμῷ εἶχον ἀναγραφῆ ὡς ἔξοδα κεκλεισμένων χρή-
4206σεων 1,079,333.16, ἐν τῷ παρ’ ἡμῶν δ’ εἰσαχθέντι ἀνεγρά-
4207φησαν τοιαῦτα 1,413,023.60, ἤτοι προσετέθησαν παρ’ ἡμῶν
4208333,690.44, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκκαθαρισθῆ μετὰ τὸν Νοέμ-
4209βριον τοῦ 1894, θέλετε πεισθῆ, ὅτι τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ
4210προϋπολογισμῷ τοῦ κ. Τρικούπη ἔξοδα ἦσαν περισσότερα τῶν
4211παρ’ ἡμῶν περιληφθέντων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατὰ δραχ.
42121,833,895.81. Καὶ τὰ παρ’ ἡμῶν ἀναγραφέντα ἐν τῷ προϋ-
4213πολογισμῷ ἔξοδα ἦσαν ὀλιγώτερα, ἐνῷ ηὐξήσαμέν τινα ἐξ
4214αὐτῶν οὕτως ἐκρίναμεν ἀνεπαρκὲς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ εἰσα-
4215γαγὼν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 τὸν προϋπολογισμὸν εἶχεν
4216ἀναγράψει ἐν αὐτῷ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, καὶ προσε-
4217θήκαμεν δραχ. 74,500, ὡς προσεθήκαμεν ὡσαύτως διὰ τὸν
4218αὐτὸν λόγον εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἀνακαινίσεως τῶν ὁδῶν 100
4219χιλιάδας δραχμῶν, ὡς προσεθήκαμεν 720 χιλιάδας δραχμῶν
4220εἰς τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, ὡς προσεθήκαμεν 30
4221χιλιάδας δραχ. εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν κτημά-
4222των, ὡς τέλος πάντων ἀνεγράψαμεν 400 χιλιάδας δραχμῶν
4223διὰ τὴν βοήθειαν τῶν δυστυχησάντων ἐργατῶν καὶ χορηγητῶν
4224ἕνεκα τῆς πτωχεύσεως τοῦ ἀναλαβόντος τὴν κατασκευὴν τῶν
4225ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἐργολάβου κ. Ρο-
4226λέν. Ἐνῷ λοιπὸν ἀνεγράψαμεν κατὰ 1,833,895.81 ὀλιγώ-
4227τερα τὰ ἐν τῷ εἰσαχθέντι παρ’ ἡμῶν προϋπολογισμῷ ἔξοδα,
4228προσεθήκαμεν εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ εἰσαγαγόντος κατὰ Νοέμβριον
4229τοῦ 1894 τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγεγραμμένα ἐν αὐτῷ ἔξοδα
42301,324,000 δραχμῶν.
4231Ὥστε ἡ αἰτίασις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς
4232ἐκ Παρνασσίδος, δὲν ἦτο βάσιμος· ἴσως ἔπρεπε νὰ χαρακτη-
4233ρίσω αὐτὴν διὰ χαρακτηρισμοῦ ἄλλου, καὶ ὄχι διὰ τοῦ ἐπι-
4234εικοῦς χαρακτηρισμοῦ ὅτι δὲν ἦτο βάσιμος, καὶ βεβαίως ἤθε-
4235λον εἶσθαι δεδικαιολογημένος, ἐὰν τὸ ἔπραττον, διότι ἔπρεπε
4236νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δὲν
4237εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πλανηθῶσιν
4238εἰς τοὺς ὑπολογισμούς, καὶ νὰ μὴ ἀνεύρωσιν ἐν αὐτοῖς πάν-
4239τας τοὺς συνδυασμούς. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι σφοδρὰν
4240αἰτίασιν ἀπηύθυνε κατ’ ἐμοῦ ἄλλοτε ὁ μὴ συνεδριάζων μεθ’
4241ἡμῶν ἡγέτης τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ κ. Σιμό-
4242πουλος, τὴν αἰτίασιν ὅτι δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ δίδω ζωὴν
4243εἰς τοὺς ἀριθμούς· ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος πολ-
4244λάκις μὲ ᾤκτειρε, διότι δὲν ἐζωογόνουν ὡς ἔπρεπε τοὺς ἀριθ-
4245μούς, τοὺς ὁποίους διεχειριζόμην· κατὰ τοῦτο δ’ ὑπερβάλλει
4246πάντας ὁ ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος.
4247Ἐπειδὴ δ’ ἐξετοξεύθη κατ’ ἐμοῦ καὶ ἄλλη αἰτίασις, ὅτι
4248ἐγὼ ἐλησμόνησα ὅσα ἀγορεύων πρὸς τοὺς ἐν Βόλῳ συμπο-
4249λίτας ἰσχυριζόμην, καὶ ἐνῷ πρὸς ἐκείνους ἔλεγον, ὅτι πρὸ
4250παντὸς πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, καὶ
4251πρὸς τοῦτο νὰ περιορίσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως εἰς
425265 ἢ 66 ἑκατομμύρια, ἀναβιβάζω ταῦτα εἰς 69 ἑκατομ-
4253μύρια, καὶ σφοδρὸς καὶ ἐπὶ τούτῳ παρέστη κατήγορος ὁ κ.
4254Σιμόπουλος, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω καὶ πρὸς ταῦτα,
4255ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς λησμονεῖ ὅτι αἱ ἐλαττώσεις τοῦ
42561,833,895.81 εἰσὶν ἐλαττώσεις ἑνὸς ἑξαμήνου, ὅτι αἱ ἐλατ-
4257τώσεις αὗται τοῦ ἑξαμήνου, ἐὰν διπλασιασθῶσιν, ἐφαρμοζό-
4258μεναι ἐπὶ δύο ἑξάμηνα, ἤτοι ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον, ἀνέρχονται
4259εἰς 3,667,791.62, ἡ ἐλάττωσις δὲ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους
4260κατὰ τοσοῦτον ποσὸν καταβιβάζει τὰ ἔξοδα εἰς τὸ ποσόν,
4261τὸ ὁποῖον ἐνεδείκνυον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ Βόλου, ὅταν ἠγό-
4262ρευον πρὸς αὐτούς. Ἐὰν δ’ ἤθελον δυνηθῆ νὰ εἰσαγάγω εἰς
4263τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως, ὅπως γείνῃ δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὑπ’
4264αὐτῆς καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ προσεχοῦς ἔτους,
4265τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν νόμων περὶ στρατιω-
4266τικῆς ἀστυνομίας, ἡ οἰκονομία θέλει εἶσθαι βεβαίως μεγαλει-
4267τέρα. Καὶ δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν,
4268πόσα δαπανῶνται διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, πόσα
4269δ’ ἐξ αὐτῶν ἐπιβαρύνουσι τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἑπομέ-
4270νως πόση θέλει εἶσθαι ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου,
4271ἥτις θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς προταθησομένης μεταῤῥυθμίσεως
4272τοῦ νόμου περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
4273Κατὰ τὸν εἰσαχθέντα εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν προϋπολο-
4274γισμὸν τοῦ 1895, τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας
4275ἀνέρχονται εἰς 3,044,842 δραχμάς, εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο
4276δὲν περιλαμβάνονται τὰ διὰ δηλώσεων ζητηθέντα τελευταῖον,
4277διότι 52 ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ εἶχον προσκολ-
4278ληθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καθ’
4279ὑπέρβασιν τοῦ ἀριθμοῦ, ὅστις ἀνεγράφετο ἐν τῷ προϋπολο-
4280γισμῷ ἐκείνῳ, ἐὰν δὲ ἤθελον προστεθῆ καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα,
4281τότε τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἤθελον ἀναβι-
4282βασθῆ εἰς 3,350,000 δραχμάς· ἐκ τῶν 3,350,000 δραχ-
4283μῶν, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὰς τὰς
4284ἡμέρας θέλω εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ἔξοδα διὰ τὴν
4285ἀστυνομίαν θέλουσι περιορισθῆ μεταξὺ τῶν 438 καὶ 450 χι-
4286λιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι θέλουσιν ἀνέλθει
4287εἰς 500 χιλιάδας ἢ εἰς 700 χιλιάδας· τότε θέλουσιν ὑπο-
4288λειφθῆ ὡς ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κατεβάλλοντο ὑπὲρ τῆς στρατιω-
4289τικῆς ἀστυνομίας, δρ. 2,300,000· ἀφαιρουμένων δὲ ἀπὸ τοῦ
4290ποσοῦ τούτου τῶν πληρωθέντων εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τῶν
4291δήμων ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1894 μέχρι 30 Ἀπριλίου 1895,
4292ἤτοι ἐπὶ μῆνας 16, δρ. 547,272 ὑπολείπονται 1,752,728,
4293ἀφαιρουμένου δ’ ἀπὸ τούτων καὶ τοῦ ποσοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον
4294ἠλαττώθησαν καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
4295γείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἤτοι 762,499 δραχμῶν, ὑπολεί-
4296πονται 990,229, δι’ ὧν ἐπιβαρύνεται νῦν τὸ δημόσιον τα-
4297μεῖον, δὲν θέλει δ’ ἐπιβαρύνεσθαι διὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ συ-
4298στήματος, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσαχθῆ, ἐὰν ἐπιψηφισθῇ τὸ περὶ
4299τούτου εἰσαχθησόμενον νομοσχέδιον.
4300Ἡ Βουλὴ ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς εἶχε πληροφορίας, ὅτι ἐν μὲν τῷ
4301προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεγρά-
4302φοντο πάντες οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν,
4303οἵτινες ἀπετέλουν μέρος τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτοὶ οἱ
4304μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες εἶχον προσ-
4305κολληθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐν δὲ
4306τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνε-
4307γράφοντο οἱ μισθοὶ αὐτῶν τούτων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπα-
4308ξιωματικῶν, οἵτινες ὑπηρέτουν ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἀστυνομίᾳ.
4309Οὕτως οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, τῶν
4310προσκολληθέντων εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, περιεί-
4311χοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτε-
4312ρικῶν καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
4313τιωτικῶν. Ἐπειδὴ δὲ κατεβάλλοντο ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
4314Ἐσωτερικῶν, ἔμειναν ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
4315τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν λοιπὸν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον,
4316τὸ ὁποῖον θέλω εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐφαρμοσθῇ
4317κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου, κατὰ τὸ ἔτος
43181896 θέλομεν ἔχει ἔξοδα ὀλιγώτερα διὰ τὴν ἀστυνομικὴν
4319ὑπηρεσίαν, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς
4320τὸ ποσὸν τῶν ἐλαττώσεων, ὅπερ ἀνωτέρω ἀνέφερον.
4321Τῷ ὄντι φρονῶ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπο-
4322λογισμοῦ, ὁ περιορισμὸς αὐτῶν μέχρι ποσοῦ 65 ἢ 66 τὸ πολὺ
4323ἑκατομμυρίων, ἐπιβάλλεται ἀναποφεύκτως, ὅτι οὐδεὶς λόγος
4324πρέπει νὰ ἀναστείλῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ νὰ
4325ψηφίσῃ τὸν περιορισμὸν τοῦτον· διότι, ἐὰν εἰς τοσοῦτον
4326μόνον ποσὸν περιορισθῶσι τὰ συνήθη ἔξοδα τοῦ Κράτους,
4327θέλει ὑπολειφθῆ ὑπόλοιπον οὐχὶ μόνον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
4328τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις θὰ κατασταθῇ μετὰ τὸν κανο-
4329νισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς, ἀλλὰ
4330καὶ δι’ ἄλλας δαπάνας, τὰς ὁποίας ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ
4331καταβάλῃ, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν μείωσιν τῆς νομισματι-
4332κῆς ἀνωμαλίας καὶ εἰς τὴν ἄλλην βελτίωσιν τῆς λειτουργίας
4333τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δημοσίου ταμείου.
4334Κατὰ τὴν ὥραν ταύτην βεβαίως δὲν γνωρίζομεν πόσον
4335ποσὸν θέλει ἀπαιτήσει ἡ λειτουργία τοῦ δημοσίου χρέους,
4336ἀλλὰ θέλομεν μάθει αὐτὸ, ὅταν περατωθῇ ἡ συνεννόησις
4337μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ μόνος ὁ συμβιβα-
4338σμὸς, δηλ. ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν
4339δανειστῶν δὲν ἀρκεῖ, ἵνα βελτιώσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατά-
4340στασιν τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῆς χώρας. Ἐὰν φρονῶ-
4341μεν ὅτι τῷ ὄντι ἡ φορολογικὴ δύναμις τῆς χώρας ἐμειώθη
4342καὶ διατελεῖ ὑπὸ κάματον, ἐὰν φρονῶμεν ὅτι ἡ ἀνικανότης
4343τοῦ Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ δὲν
4344ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, δὲν ἦτο ἀπο-
4345τέλεσμα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου κατὰ
4346τούτους, ἢ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ κατ’ ἐκείνους, ἀλλὰ
4347ἦτο ἀποτέλεσμα ἀνεπαρκείας τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, —
4348καὶ τοῦτο τὸ φρονῶ ἐγὼ πεποιθότως καὶ τὸ ἐδήλωσα πρὸς
4349τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
4350τοῦ 1893 καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
4351τοῦ 1894, — πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, οὐχὶ μόνον νὰ ἐλαττώ-
4352σωμεν τὰ ἔξοδα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναπτύξωμεν τὰ ἔσοδα. Τὰ
4353δὲ ἔσοδα δὲν δύνανται νὰ ἀναπτυχθῶσιν, εἰμὴ δι’ ἐνισχύσεως
4354τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ, ἡ γεωργία
4355καὶ ἡ βιομηχανία, οἱ δύο πρώτιστοι οὗτοι κλάδοι, πρέπει νὰ
4356ἐνισχυθῶσι, καὶ πρέπει νὰ καταβάλωμεν μεγάλην πρὸς τοῦτο
4357μέριμναν καὶ φροντίδα. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἡ ἐνίσχυσις τῶν
4358δύο τούτων παραγωγικῶν κλάδων δὲν γίνεται διὰ λόγων,
4359ἀλλὰ γίνεται διὰ πράξεων. Αἱ πράξεις αὗταί εἰσιν ἡ προ-
4360στασία τῶν προϊόντων τῶν ἰθαγενῶν κατὰ τῶν ὁμοειδῶν
4361προϊόντων τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ δι’ αὐξήσεως τῶν ἐπὶ τῆς εἰσ-
4362αγωγῆς τούτων τελῶν, ἀλλ’ ἡ προστασία τῆς παραγωγῆς
4363τῶν ἐγχωρίων προϊόντων δύναται νὰ ἐνασκῆται καὶ διὰ βρα-
4364βείων, καὶ δι’ ἄλλης χρηματικῆς ἢ φορολογικῆς ἐνισχύσεως
4365τῆς παραγωγῆς, καὶ διὰ συνδρομῆς τοῦ Κράτους εἰς παροχὴν
4366κεφαλαίων εὐθηνοτέρων, καὶ αὕτη δὲ, εἴτε ἤθελε γείνῃ διὰ
4367χρημάτων, εἴτε δι’ ἐγγυήσεων, ἀποτελεῖ πάντοτε δαπάνην
4368τοῦ δημοσίου ταμείου. Εἰς τὴν δαπάνην δὲ ταύτην ἐλπίζω
4369ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ διστάσῃ νὰ προβῇ, ἐὰν πεισθῇ, ὅτι δι’
4370αὐτῆς θέλει ἐνισχυθῆ ἥ τε γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία.
4371Καὶ ἐγὼ δὲν παραγνωρίζω ὅσα εἶπον οἱ κ. κ. Βουλευταὶ
4372ἐκ Βόλου, ὅ τε προαγορεύσας καὶ ὁ μετ’ αὐτὸν ἀναβὰς ἐπὶ τὸ
4373βῆμα. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ Θεσσαλία, τῆς ὁποίας ἡ εὐφορία
4374ἐξυμνεῖται ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων, εἶναι χώρα, τῆς ὁποίας
4375ἡ ἐκμετάλλευσις πρέπει νὰ γένηται πληρεστέρα καὶ τελειο-
4376τέρα· ἀναγνωρίζω ὅτι μία ἐκ τῶν ἐργασιῶν, αἵτινες πρέπει νὰ
4377γένωνται, εἶναι ἡ διαῤῥύθμισις τοῦ ῥοῦ τῶν ἐν αὐτῇ ὑδάτων,
4378ὅπως προφυλάσσηται τὸ ἓν τμῆμα αὐτῆς ἀπὸ τῶν κατακλυ-
4379σμῶν, γίνηται δὲ δυνατὸν νὰ ἀρδεύωνται αἱ γαῖαι τοῦ ἄλλου
4380τμήματος, αἱ ὁποῖαι ἐνίοτε περιπίπτουν εἰς ξηρασίαν. Γνω-
4381ρίζω ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν
4382περιέχει ἀνισότητας καὶ ἀδικίας ἐπαισθητὰς, ἕνεκα τῶν
4383ὁποίων εἶναι ἐν κρείττονι μοίρᾳ οἱ κύριοι τῶν μεγάλων κτη-
4384μάτων, τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας, ἐν παραβολῇ πρὸς τοὺς
4385καλλιεργητὰς ἢ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν μικρῶν περιοχῶν. Γνω-
4386ρίζω ὅτι αἱ σχέσεις τῶν γεωργῶν πρὸς τοὺς κυρίους τῶν
4387κτημάτων δέονται διαῤῥυθμίσεώς τινος. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα
4388εἶναι γενικαὶ γνῶμαι. Τὰ λέγομεν πάντες, ἀλλὰ πρέπει νὰ
4389τὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ ἴδωμεν, τί πρέπει ἀκριβῶς νὰ γείνῃ.
4390Εὗρον ἀληθῶς μελέτην, τὴν ὁποίαν εἶχε συντάξει ἡ Γαλ-
4391λικὴ ἀποστολὴ, περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων. Ταύτην δὲ τὴν με-
4392λέτην εἶχεν ἀποδεχθῆ ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον
4393ἀνήκει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, τοῦ ὁποίου ἡ
4394εὐστάθεια καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ καὶ τὸ θάῤῥος καὶ τὸ
4395ἀδίστακτον, μοὶ ἐνεποίησαν ἰσχυρὰν ἐντύπωσιν, ὅταν εἶδον ὅτι
4396συνηγόρει ὑπὲρ πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας καὶ αὐτὸς ηὐθύνετο.
4397Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐπείσθην ὅτι ἡ μελέτη ἐκείνη εἶναι
4398ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀποδεχθῶ. Ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ
4399ἐμελέτησε τὰ πράγματα ὑπὸ τύπον εὐρὺν, καὶ πολλαχοῦ
4400ἐπεχείρησε τὰ ἔργα μετ’ ἐπιθυμίας νὰ ἐκτείνῃ αὐτὰ εἰς κύ-
4401κλον μεγαλείτερον, δὲν εἶμαι δὲ τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει
4402οὕτω πως νὰ ἐργαζώμεθα. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα
4403μετὰ περισκέψεως, οὐδὲ νὰ προβαίνωμεν εἰς δαπάνας ἀνω-
4404τέρας τοῦ προσήκοντος, διότι αἱ ἀνώτεραι τοῦ προσήκοντος
4405δαπάναι καθιστῶσι τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας προσδοκῶμεν,
4406ἀμφιβόλους, πολλάκις δὲ ἀποῤῥοφῶσι καὶ ἄνευ ὀφέλους τινὸς
4407τὰ μέσα ἡμῶν. Περὶ τῶν σχέσεων τῶν γεωργῶν πρὸς τοὺς
4408κυρίους τῆς γῆς, χιλιάκις ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος. Καὶ ὅταν
4409διέβην διά τινων ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας, ἐζήτησα νὰ φω-
4410τισθῶ, καλέσας πολλάκις φίλους μου εἰς συζήτησιν περὶ τού-
4411του. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ τὸ θέμα τοῦτο δεῖται μεγάλης
4412προσοχῆς, ὅπως ἐξακριβωθῶσιν οἱ λόγοι καὶ νομοθετηθῶσι τὰ
4413προσήκοντα καὶ οὐχὶ πλέον τοῦ προσήκοντος.
4414§265Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Εἰς τὰς μελέτασας σας,
4415παρακαλῶ, ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν τὴν κτηματικὴν περιουσίαν
4416τοῦ κ. Ζάππα.
4417§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζω ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς
4418ἀκινήτου περιουσίας τοῦ κ. Ζάππα ἐγένετο ἐκ τοῦ προχείρου,
4419καὶ ὑποθέτω ὅτι οἱ κανονίσαντες τὰ κατ’ αὐτὴν εἰργάζοντο
4420μετὰ εἰλικρινίας οὐχὶ δὲ καὶ μετὰ πλαγίας προαιρέσεως, ἀλλὰ
4421νομίζω ὅτι τὰ περὶ τούτου δέονται μεταῤῥυθμίσεως. Ἓν Θέμα
4422δὲ, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται εὐκολώτερον ὅλων, εἶναι τὸ θέμα
4423τῆς ἐξισώσεως τῆς φορολογίας τῶν μεγάλων κτημάτων
4424καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν μεγάλων κτημάτων. Αὐτὸ κατὰ
4425τὴν γνώμην μου δεῖται ὀλιγωτέρας ἐπιστασίας ἢ ὅσης δέον-
4426ται ἐπιστασίας τὰ δύο ἄλλα θέματα. Ἀλλ’ ὅπως καὶ
4427ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, εἴτε ἡμεῖς ἐὰν ἤμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, εἴτε
4428ἄλλοι ἤθελον διαδεχθῆ ἡμᾶς, πρέπει νὰ σκεφθῶσι καὶ νὰ
4429ἐργασθῶσι μετὰ παντὸς ζήλου εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν Θεσ-
4430σαλικῶν πραγμάτων, ὅπως παρασκευασθῇ ἡ ὀφειλομένη λύ-
4431σις, διότι ἡ χώρα ἐκείνη δύναται μεγάλως νὰ συντελέσῃ εἰς
4432τὴν αὔξησιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ταῦτα λέγων, δὲν ἐν-
4433νοῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῶσι καὶ τὰ ἄλλα τμήματα
4434τοῦ Κράτους, καὶ μολονότι ὁ καιρὸς ἐπεῖγε, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ
4435προχείρως, ὅ,τι ἠδυνάμην, ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐνί-
4436σχυσιν τῆς βιομηχανίας. Βεβαίως ἡ βιομηχανία πολλῆς ἄλ-
4437λης δεῖται ἐνισχύσεως, κατὰ τὸ διάλειμμα δὲ, τὸ μεταξὺ τῆς
4438συνόδου ταύτης καὶ τῆς ἑπομένης, θέλω ἀσχοληθῆ περὶ τὴν
4439μελέτην ταύτην, καὶ ἴσως δυνηθῶ νὰ παρουσιάσω ἔργον
4440πληρέστερον. Ἀλλ’ ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἡ
4441αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, εἶναι ἀναπόφευκτος· οὔτε
4442πρέπει νὰ ὑπολάβωμεν, ὅτι κανονίσαντες τὰς σχέσεις ἡμῶν
4443μετὰ τῶν δανειστῶν, ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον
4444εἴχομεν.
4445Ὁμιλοῦσι περὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ ἢ τῆς ὑπο-
4446τιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ὡς αἰτίας τῆς πτω-
4447χεύσεως. Δὲν τὸ ἐφρόνουν ποτὲ, καὶ διὰ τοῦτο καὶ κατ’ ἄλ-
4448λην εὐκαιρίαν, ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ
4449προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἐπέκρινα τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου
4450Λόου, ἡ ὁποία ἐστηρίζετο ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν ἰσχυρισμῶν, τοὺς
4451ὁποίους ὁ κ. Τρικούπης ἔδιδεν εἰς αὐτὸν, ὡς ἐπέκρινον καὶ
4452τὰς μελέτας τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν ἐξέτασιν τῶν οἰκονομι-
4453κῶν τῆς Ἑλλάδος δευτέρου γραμματέως τῆς Ἀγγλικῆς
4454Πρεσβείας, αἵτινες ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῆς Κυανῆς Βίβλου
4455τῆς Ἀγγλίας. Καὶ αἱ μὲν καὶ αἱ δὲ ἐστηρίζοντο εἰς τὰς
4456πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδιδεν ὁ κ. Τρικούπης. Ὁ δὲ πρώην
4457Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅσον καὶ ἂν ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἐπι-
4458βαρύνω αὐτόν, ἢ ἐπλανᾶτο, ἢ δὲν ἐπλανᾶτο καὶ ἔλεγεν ὅ,τι
4459ἐφρόνει καὶ ἐτύγχανε πεπεισμένος ὅτι ἡ ἀνικανότης τοῦ Κρά-
4460τους περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ ἐπῆλθεν
4461ἕνεκα τῆς ἀνάγκης νὰ ἀγοράζῃ τὸν χρυσὸν καὶ τὸ συνάλ-
4462λαγμα διὰ μεγάλων ποσῶν. Ἐὰν ὁ χρυσὸς καὶ τὸ συνάλ-
4463λαγμα ἦτο ἐν ἰσοτιμίᾳ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἡ
4464ἀνισότης τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα ἤθελεν εἶσθαι ἐπίσης
4465καταφανὴς, τὰ δ’ ἔσοδα ἡμῶν ἤθελον εἶσθαι ἥσσονα τῶν
4466ἐξόδων, διότι τοιαῦτα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς,
4467τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ πρώην Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ
4468ἐφήρμοσε κατὰ τὴν δεκαετίαν.
4469Ἐνθυμοῦμαι πολλάκις, ὅτι μὲ ἐπέκρινον, καὶ δὲν πρέπει
4470τις νὰ δυσφορῇ, οὔτε νὰ μνησικακῇ, διὰ τὰς ἐπικρίσεις ἐν τῷ
4471πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ, ἀλλὰ μὲ ἐπέκρινον, ἀπευθύνοντες
4472πρός με τὴν ἐρώτησιν: ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα ὑμῶν; Κλη-
4473θεὶς ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ 1890, ποῖον πρόγραμμα
4474εἶχον; Ἔλεγον ὅτι ἀντέγραψα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προ-
4475κατόχου μου, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, διότι ἴσως
4476δὲν τὸ ἐνόουν, ἢ, ἐὰν τὸ ἐνόουν, δὲν ἦσαν ἀγαθῆς πίστεως,
4477τοιαύτας προβάλλοντες κατ’ ἐμοῦ αἰτιάσεις. Ποῖον ἦτο τὸ
4478πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος δὲν
4479συνεδριάζει σήμερον μεθ’ ἡμῶν; Ἡ δανειστικὴ πολιτική.
4480Πρὸς τίνα σκοπόν; Ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι κατασκευάζονται ἔργα
4481δημόσια. Στρώνει τὴν Ἑλλάδα διὰ σιδηροδρόμων, ἀποξη-
4482ραίνει τέλματα καὶ λίμνας, εὐρύνει τὸν πορθμὸν τοῦ Εὐρίπου,
4483κατασκευάζει ἄλλα ἔργα δημόσια, ἔχει ἀνάγκην χρημάτων,
4484διότι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπαρκοῦσι. Παραλείπω, ὅτι
4485διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐδανείζετο, δὲν ἐξετέλει
4486μόνον τὰ ἔργα ταῦτα, ἀλλὰ ἐκάλυπτε καὶ τὰ ἐλλείμματα
4487τῆς διαχειρίσεώς του. Ἀλλ’ ὅταν ἀρχίσητε τὴν ἐφαρμογὴν
4488τῆς πολιτικῆς ταύτης, ποῖος δύναται νὰ τὴν μεταβάλῃ; Ἤλ-
4489θομεν κατὰ τὸ 1890, ἀλλ’ ἠδυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν τὴν
4490κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν; εἶχον ἤδη
4491ἐξοδευθῆ 16 ἑκατομμύρια, εἶχε φθάσει ἡ κατασκευὴ αὐτοῦ
4492εἰς τὸ Παρθένιον ὄρος, ὀλίγον ἔλειπεν, ἵνα φθάσῃ εἰς Τρίπο-
4493λιν. Ἠδυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σι-
4494δηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσης; Εἴχομεν δανεισθῆ 40 ἑκα-
4495τομμύρια, καὶ εἶχον δαπανηθῆ ἴσως 10 ἑκατομμύρια. Δὲν
4496ἐπρόκειτο νὰ κρίνωμεν ἡμεῖς, ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ ἢ νὰ μὴ
4497γείνῃ ἡ ἐπιχείρησις τοιούτων ἔργων· οἵαν καὶ ἂν εἴχομεν
4498ἡμεῖς γνώμην, εἴτε ἂν ἐκρίνομεν συμφέρον νὰ γένωνται αἱ ἐπι-
4499χειρήσεις αὗται, εἴτε ἂν δὲν τὸ ἐκρίνομεν, ἡ Βουλὴ εἶχεν
4500ἤδη ἀποφασίσει καὶ ἐγκρίνει, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος εἶχεν
4501ἀρχίσει τὴν ἐργασίαν. Ἠδυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν τὴν
4502κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων; Εἶ-
4503χον ἐξοδευθῆ ἤδη δι’ αὐτὸν 600 καὶ πλέον χιλιάδες δραχμῶν.
4504Ἢ τὸν σιδηρόδρομον Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, τὸ ἐλεεινὸν
4505ἐκεῖνο ἔργον; Εἶχεν ἐκτελεσθῆ ἤδη. Ἑκόντες ἄκοντες ἐβαίνο-
4506μεν, εἰ καὶ ἀπεδοκιμάζομεν τὴν δανειστικὴν πολιτικήν, διότι
4507ὀφείλομεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἀρξαμέ-
4508νων. Ποῖον πρόγραμμα ἐζήτουν λοιπὸν παρ’ ἡμῶν; Ἐζή-
4509τουν παρ’ ἐμοῦ νὰ ἀπαγγείλω, ὅτι ἀπεδοκίμαζον τὴν δανει-
4510στικὴν πολιτικήν; Χιλιάκις εἶπον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν·
4511ἀλλ’ ὅτε ἐκαλούμην Ὑπουργὸς τοῦ Βασιλέως νὰ κυβερνήσω,
4512ὤφειλον νὰ ἐξακολουθήσω τὴν πολιτικὴν τὴν δανειστικήν,
4513δηλαδὴ τὴν πολιτικὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἀφοῦ αὕτη εἶ-
4514χεν ἀρχίσει καὶ πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῆς εἶχον δαπανηθῆ δεκά-
4515δες ἑκατομμυρίων. Τὸ αὐτὸ ἔπραττον προχθές, ὅτε ᾐτιῶντο
4516τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ ἐμοῦ συναδέλφου Ὑπουρ-
4517γοῦ τῶν Ναυτικῶν. Τὴν εὐθύνην ἔχουσιν οἱ ἀρχόμενοι ἔργου
4518τοιούτου, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤρξαντο ταῦτα νὰ ἐκτελῶνται, ἀφοῦ
4519ἐδαπανήθησαν ἕν, δέκα, εἴκοσι, πενῆντα, ἑκατὸν ἑκατομμύρια,
4520ἐδεσμεύθησαν πάντες οἱ ἄλλοι, καὶ ἂν εἶχον ἐναντίαν γνώ-
4521μην. Διὰ τοιαῦτα ᾐτιῶντο ἐμοῦ; Ἀλλ’ οἱ αἰτιώμενοι διατὶ
4522δὲν ἀντέπραττον εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἐξακολουθοῦντα τὸ
4523ἔργον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ
4524τὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης; Ἀλλὰ ποῖον πρό-
4525γραμμα μοὶ ἔλεγον κατὰ τὸ 1893; Ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ
4526μετὰ τὴν μεταβολήν, τὴν ἐπελθοῦσαν κατὰ τὸ 1892, ἤμην
4527βέβαιος ὅτι δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ σωθῇ τὸ Κράτος ἀπὸ
4528τῆς πτωχεύσεως. Ἐὰν ἄλλος τις ἤρχετο ἐν τῇ Κυβερνήσει
4529κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὡς ἐκλήθημεν ἡμεῖς, ἦτο ἐνδε-
4530χόμενον νὰ κηρύξῃ ἐκεῖνος ἀπὸ τότε τὸ Κράτος ἐν πτωχεύ-
4531σει· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπειδὴ διεγινώσκομεν ὅτι ἐσώζοντο πιθανό-
4532τητές τινες, ὀλίγαι ἀληθῶς, ἀλλ’ ἐσώζοντο πιθανότητες,
4533ὅτι ἡ πτώχευσις ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποσοβηθῇ, ἂν καὶ αἱ σω-
4534ζόμεναι πιθανότητες ἠδύναντο νὰ προσδιορισθῶσιν εἰς 10%,
4535ὅπως ἀποσοβηθῇ ἡ πτώχευσις, ἡ συνείδησίς μου δὲν μοὶ
4536ἐπέτρεπε νὰ κηρύξω τὴν πτώχευσιν, παρορῶν τὰς πιθανότη-
4537τας, αἱ ὁποῖα ἐσώζοντο ἀκόμη. Καὶ ὄχι μόνον δὲν μοὶ τὸ
4538ἐπέτρεπεν ἡ συνείδησίς μου, ἀλλ’ ἤμην βέβαιος, ὅτι ἐκεῖνοι,
4539οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐργάται τῆς πτωχεύσεως, ἤθελον μ’ ἐγκαλέσει
4540ὡς πλαστογραφήσαντα τὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ ὡς
4541ὑβρίσαντα τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους καὶ κηρύξαντα τὴν πτώ-
4542χευσιν, πρὶν ἢ ἀκόμη ἐξαντληθῇ πᾶσα πιθανότης ἀποσοβή-
4543σεως αὐτῆς. Ὁ ἀγὼν ἦτο μέγας καὶ ἀφόρητος, καὶ ὁμολογῶ
4544ὅτι δεκαπέντε μῆνας εἰργάσθην, ὡς ὀλίγοι ἐργάζονται, ἵνα δυ-
4545νηθῶμεν ν’ αὐξήσωμεν τὰς πιθανότητας τῆς ἀπαλλαγῆς
4546τοῦ τόπου ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως. Εἶχε τῳόντι εὐλογήσει τὴν
4547χώραν ἡ τύχη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, καὶ ἡ εὐφορία ἦτο αἰ-
4548σθητὴ καὶ ἀσυνήθης. Αἱ πιθανότητες λοιπὸν, τὰς ὁποίας
4549εὕρομεν ἐν ὀλίγῳ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890, εἶχον αὐ-
4550ξήσει κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1892· ἀλλὰ δὲν εἴχομεν ἔτι
4551βεβαιότητα, ὅτι εἴχομεν ἀποσοβήσει τὴν πτώχευσιν. Ὅταν
4552ὅμως ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ, — ὄχι διότι ἐζημίωσε τὰ πολιτικὰ
4553συμφέροντα ἡμῶν, ἀλλὰ παριστῶ τὰ πράγματα ὡς εἶναι,
4554παριστῶ τὴν ἀληθῆ, τὴν εἰλικρινῆ παράστασιν τῶν πραγμά-
4555των, — ἤμην βέβαιος πλέον, ὅτι δὲν ἠθέλομεν σωθῆ ἀπὸ τὴν
4556πτώχευσιν. Ἀλλὰ μολονότι ταῦτα ἐφρόνουν, προσεπάθησα
4557ν’ ἀποτρέψω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης νὰ κηρύξῃ τὴν πτώ-
4558χευσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
4559Τότε δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ δίδω πλέον γνώμας εἰς τὸν
4560κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶπον αὐτῷ
4561τίποτε, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὅστις μοὶ ἔκα-
4562με τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσῃ τὴν γνώμην μου, πρὶν ἢ ἀνέλθῃ
4563εἰς τὸ βῆμα, εἶπον καὶ αὐτῷ νὰ ἀγορεύσῃ ὡς θέλει, ἀλλὰ
4564νὰ μὴ ἀναφέρῃ τὴν πτώχευσιν. Τῷ ἔλεγον τοῦτο ὄχι διότι
4565ἤθελον νὰ κρύψω τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ διότι ἐνόμιζον, ὅτι οὐ-
4566δεὶς ἄλλος ὤφειλε νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν ἢ μόνον ἡ Κυ-
4567βέρνησις, διότι οἱ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἴχομεν δικαίω-
4568μα νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, διότι λέγοντες τὴν ἀλήθειαν,
4569ἐδημιουργοῦμεν ἐπιχειρήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εἴπῃ,
4570ὅτι, ἐὰν ἐκλονίσθη ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲν παρείχετο
4571εἰς αὐτὴν εὐκολία, πταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις ἐδυσφή-
4572μησε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, κηρύξασα
4573τὴν πτώχευσιν, ἐν ᾧ ἀκόμη ἡ πτώχευσις δὲν εἶχε κατα-
4574σταθῆ ἀναπόφευκτος. Καὶ ὅτε ὡμίλουν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν
4575τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὑπεφηνάμην αὐτὴν ταύτην
4576τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν νῦν λέγω, οὐχὶ ἐπικρίνων τὸν κ.
4577πρώην Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, ἢ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ
4578Ἄρτης, ἀλλὰ πειθόμενος ὅτι ἡ εἰλικρίνεια αὐτῶν ἦτο ἀνω-
4579τέρα τῆς ὀφειλομένης. Ἀλλ’ ὅτε τέλος πάντων ἡ πτώχευ-
4580σις δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ καλυφθῇ, καὶ αὐτὸς ὁ ἐργάτης
4581αὐτῆς ἔβλεπεν ἔβλεπεν ὅτι ἦτο ἀδύνατον πλέον νὰ ἰσχυρίζη-
4582ται ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς
4583ἀνισοῤῥοπίας τῆς νομισματικῆς, καὶ ἐκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήμα-
4584τος τῆς Βουλῆς τὴν πτώχευσιν, τότε ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε
4585πάντες νὰ σκεφθῶμεν, ἵνα ἴδωμεν, τί πρέπει νὰ πράξωμεν,
4586ὅπως μὴ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη· διότι τῳόντι ἡ
4587παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος μέχρι τοῦδε ἐχειροτέρευσε πολὺ
4588τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα ὁ τρόπος, κατὰ τὸν
4589ὁποῖον διεξήχθησαν αἱ πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ
4590Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν διαπραγματεύσεις. Δὲν
4591λέγω ταῦτα, ἵνα ἀποθαῤῥύνω τὴν Βουλὴν, ἢ ἵνα ἀποθαῤῥύνω
4592τοὺς ἀκούοντας τὰς γνώμας ταύτας συμπολίτας ἡμῶν. Λέγω
4593ὅμως ταῦτα, ἵνα δικαιολογήσω τὴν συμβουλὴν, τὴν ὁποίαν
4594ὀφείλω νὰ δώσω καὶ εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν καὶ εἰς τὴν
4595Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ πολιτευθῶμεν εἰς τὸ μέλλον σωφρό-
4596νως. Τὴν γνώμην ταύτην ἐζήτησα νὰ καταδηλώσω καὶ διὰ
4597πράξεων, οὐχὶ ἐκ φόβου ὅτι, ἐὰν διετέλουν ἐν ἰσχύϊ αἱ πολλα-
4598πλαῖ ἄδειαι, αἱ ὁποῖαι εἶχον δοθῆ πρὸς συνομολόγησιν δα-
4599νείων, ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ συνομολογηθῶσι τὰ δάνεια
4600ταῦτα, — διότι ἦτο δύσκολον νὰ εὑρεθῶσι, τό γε νῦν ἔχον, χρή-
4601ματα, ἵνα δανεισθῶμεν, — ἀλλὰ διότι ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ
4602γείνῃ εἰς πάντας κατάδηλον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δανειζώμεθα
4603πλέον, ἢ, ἂν ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη νὰ δανεισθῶμεν, νὰ
4604μὴ παρουσιαζώμεθα ἔχοντες τὰ θυλάκιά μας γεμάτα ἀπὸ
4605ἀδείας δανείων καὶ νὰ δανειζώμεθα δυνάμει αὐτῶν ἐν ἀγνοίᾳ
4606τῆς Βουλῆς καὶ χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀνάγκη τοῦ δανείου,
4607ἀλλὰ νὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐρχώμεθα ἐνώπιον τῆς Βου-
4608λῆς, ὅπως δίδωμεν τὴν ἀφορμὴν εἰς αὐτὴν νὰ ἐξετάζῃ ἀκρι-
4609βῶς καὶ νὰ μὴ δίδῃ ἄδειαν πρὸς δανεισμὸν ἢ ὅταν πεισθῇ,
4610ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς τοιαύτης ἀδείας. Ἡ σωφρο-
4611σύνη ἐν τῇ διαχειρίσει, ἥτις συνίσταται εἰς τὴν μετὰ πάσης
4612οἰκονομίας διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, ὅπως δαπα-
4613νῶμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν ὀλιγώτερα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς
4614διοικήσεως, ὅπως συντηρῶμεν καὶ μὴ ἀφίνωμεν νὰ χάνωνται
4615αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας κατεβάλομεν πρὸς ἕνα οἱονδήποτε
4616σκοπὸν, ἡ σωφροσύνη, λέγω, ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομι-
4617κῶν, καὶ αὐτὴ δὲν ἀρκεῖ μόνη· διότι, καὶ ἂν ἀσχοληθῶμεν
4618νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν οὕτως, ὥστε νὰ κα-
4619τορθώσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ ὑπερβαίνωσι
4620τὰ ἔξοδα, καὶ ἂν κατορθώσωμεν νὰ συνομολογήσωμεν τὸν
4621συμβιβασμὸν, καὶ ἂν κατορθώσωμεν νὰ μειώσωμεν μετὰ λογι-
4622κῆς προόδου τὴν νομισματικὴν ἀναλογίαν, καὶ ἂν ἐγκαταστή-
4623σωμεν ἀληθῆ σωφροσύνην ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν,
4624πρέπει ὅμως νὰ βελτιώσωμεν καὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν πολι-
4625τικήν.
4626Ἤκουσα χαρακτηρισμὸν, ὅστις ἐδόθη εἰς τὴν ἐσωτερικὴν
4627διοίκησιν, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω τὸν χαρακτηρισμὸν ἀκριβῶς ἠκρι-
4628βολογημένον. Εἶπέ τις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὅτι ἡ διοίκησις
4629εἶναι ἐξηρθρωμένη. Ἡ διοίκησις δὲν εἶναι ἐξηρθρωμένη· ἡ
4630διοίκησις εἶναι ἀτελὴς, ἢ εἶναι πλημμελής. Μάλιστα, ἐπειδὴ
4631ἔζησα ἐν τῇ διοικήσει πολλὰ ἔτη τοῦ βίου μου, διότι ὑπερέβην
4632τὸν ἥμισυν αἰῶνα ἀσχολούμενος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κοινῶν,
4633εἴτε ὡς ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἴτε ὡς πολιτευόμε-
4634νος, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ διοίκησις ἡ Ἑλληνικὴ ἦτο διοίκησις, ἡ
4635ὁποία ἠδύνατο νὰ σεμνύνηται ἐπὶ χρηστότητι. Ὅταν συνέπεσε
4636νὰ παραμείνω ἐργαζόμενος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν
4637τῆς Γαλλίας, μεθ’ ὑπερηφανείας ἀνέφερον τὴν ἐντιμότητα τῆς
4638διοικήσεως τῆς Ἑλληνικῆς, ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν τότε διοί-
4639κησιν τοῦ Κράτους ἐκείνου. Ἀλλὰ θέλω διστάσει νὰ ἐπι-
4640δειχθῶ ἤδη σεμνυνόμενος καὶ ὑπερηφανευόμενος διὰ τὴν χρη-
4641στότητα τῆς ἐνεστώσης ἡμῶν διοικήσεως· καὶ δὲν θέλω διστά-
4642σει μόνον, ἀλλὰ καὶ θέλω βεβαιώσει, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα διοίκη-
4643σις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ διακρινομένη διὰ τὴν ἱκανότητα
4644αὐτῆς, διὰ τὴν μάθησιν αὐτῆς, διὰ τὴν ἐπιστημονικότητα
4645αὐτῆς. Λοιπὸν αὐτὴν τὴν διοίκησιν πρέπει νὰ βελτιώσωμεν,
4646πρέπει νὰ τὴν καταστήσωμεν σοφωτέραν, πρέπει νὰ τὴν κα-
4647ταστήσωμεν δραστηριωτέραν, πρέπει νὰ τὴν καταστήσωμεν
4648ἔχουσαν στοργὴν μεγαλειτέραν πρὸς τὰ κοινὰ πράγματα. Ἡ
4649ἀλήθεια τῆς διοικήσεως, ἡ πληρότης αὐτῆς ἀπαιτεῖ, ἵνα οἱ
4650πολῖται μὴ ζητῶσι τὸ δίκαιόν των· τὸ δίκαιον νὰ ἀπονέμηται
4651εἰς τοὺς πολίτας, χωρὶς οὗτοι νὰ ζητῶσιν αὐτό· ὅταν ὅμως ὁ
4652πολίτης ἦναι ἠναγκασμένος νὰ κρούῃ τὰς θύρας τῶν δημο-
4653σίων γραφείων, καὶ νὰ διημερεύῃ ἐκεῖ, καὶ νὰ πηγαινοέρχη-
4654ται ἑκατοντάκις, καὶ νὰ δαπανᾷ τὸ χρῆμά του, ὁδοιπορῶν
4655ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, καὶ νὰ χάνῃ τὸν καιρόν του πρὸς τοῦτο,
4656ἡ διοίκησις ἐκείνη δὲν εἶναι ἀκριβής. Δὲν λέγω ὅτι ἐλπίζω
4657νὰ φθάσωμεν εἰς τοσοῦτον τελειότητος, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀσχο-
4658ληθῶμεν, ἵνα βελτιώσωμεν τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν αὐτῆς,
4659πρὸ παντὸς δὲ πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα καταστήσωμεν
4660ὁμαλὴν τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν. Καὶ οὐδεὶς μὲν ὑπάρ-
4661χει κίνδυνος, ἀπειλῶν τοὺς θεσμοὺς, ἀλλ’ ὅμως ἑκάστοτε δια-
4662δίδονται μεταξὺ τῶν πολλῶν εἰδήσεις ἢ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι
4663παριστῶσι τὴν λειτουργίαν μὴ ὁμαλὴν εἰς τε τὰ πολιτικὰ
4664συμφέροντα καὶ εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ εἰς τὰ συμ-
4665φέροντα τῆς κοινωνίας. Δυστυχῶς εἰς τοῦτο δὲν μᾶς βοηθεῖ ἡ
4666δημοσιογραφία. Ἀπό τινος ἰδίως καιροῦ, δὲν γνωρίζω πῶς,
4667ἐξετράπη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἠδύνατό τις νὰ ἀμφιβάλλῃ, ἐὰν
4668οἱ γράφοντες ἦναι πολῖται Ἕλληνες. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἐξαρ-
4669τᾶται ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας, ἵνα συντελέ-
4670σωσιν εἰς τὴν ἄρσιν τοιούτων ἀνωμαλιῶν καὶ εἰς τὴν ἀποκατά-
4671στασιν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κοινοῦ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἡ
4672πολιτικὴ λειτουργία εἶναι ὁμαλή, ἐπὶ τοσοῦτον θέλομεν συν-
4673τελεῖ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀνησυχίας ἐκείνης, τῆς ἠθικῆς ἢ τῆς
4674πνευματικῆς, ἥτις ἀπασχολεῖ τὸν κόσμον, κλονίζει τὴν πε-
4675ποίθησιν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ κράτος καὶ τὴν τύχην τῶν νόμων,
4676κλονίζει τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας
4677ἢ τῆς δημοσίας τάξεως. Τοιαύτας ἔχω γνώμας, καὶ ταύ-
4678τας ἐν λεπτομερείᾳ ἀπήγγειλα πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλό-
4679γους, περιερχόμενος πρὸ τριῶν μηνῶν ἐπαρχίας τοῦ Κράτους.
4680Ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλω δώσει εὔλογον ἀφορμὴν νὰ αἰτιαθῶσιν
4681ἐμοῦ, ὡς λησμονοῦντος τὰς ἐπαγγελίας καὶ τὰς γνώμας, τὰς
4682ὁποίας δημοσίᾳ ἀπήγγειλα κατὰ μῆνα Φεβρουάριον καὶ Μάρ-
4683τιον. Ἐνδέχεται νὰ τὸ πράξωσιν οἱ ἔχοντες ἐνδιαφέρον ἐν τῷ
4684πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ νὰ παραστήσωσιν ἑαυτοὺς Κάτωνας,
4685ἡμᾶς δὲ ἀγύρτας· ἀλλ’ ἐλπίζω, καὶ ἂν ἤθελον τὸ πράξει, νὰ
4686ἐπιδείξω ὄχι μόνον τὰ διανοήματα ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τὰς πρά-
4687ξεις ἡμῶν, ὅπως ἀποσοβήσω τοιαύτας αἰτιάσεις. Ἐν χρόνῳ,
4688καθ’ ὅν, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἐνδιαφερόμεθα περὶ τῆς ὑστερο-
4689φημίας, δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν,
4690ὅτι δὲν διεχειρίσθημεν εὐσυνειδήτως τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν
4691τῇ ἐνδείξει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος
4692ἐνεπιστεύθη εἰς ἡμᾶς.
4693Ἐν τούτοις καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, δηλοῦντα
4694τὰς μεταβολὰς τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσό-
4695δων τοῦ 1895, ἐκτίθενται δὲ ἐν τῇ δευτέρᾳ σελίδι αἱ λεπτο-
4696μέρειαι τῶν μεταβολῶν τούτων· προσέτι πίνακα δηλοῦντα τὰς
4697μεταβολὰς τοῦ εἰσαχθέντος παρ’ ἡμῶν προϋπολογισμοῦ τῶν
4698ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1895 ἐν κεφαλαίῳ, ἐκτίθενται δὲ
4699ὡσαύτως αἱ λεπτομέρειαι τούτων ἐν ταῖς ἑπομέναις σελίσι.
4700Προσέτι καταθέτω τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋ-
4701πολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ὡς μετεβλήθη, καὶ τὸ νομοσχέδιον
4702περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὡς ἐτροπο-
4703ποιήθη. Κατὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ μὲν ἔξοδα τοῦ Κρά-
4704τους ἀναβιβάζονται εἰς δρ. 93,035,649.47, τὰ δὲ ἔσοδα εἰς
470593,461,348, ὑπολείπεται δὲ περίσσευμα δραχ. 425,698.53.
4706Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπεδέχθημεν καὶ ἀνεγράψαμεν ἐν τοῖς ἐσό-
4707δοις 1,600,000, κατὰ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋ-
4708πολογισμοῦ, λόγῳ αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων, ὡς ἀνε-
4709γράψαμεν τὰς 300 χιλιάδας ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων
4710τῶν μονοπωλίων, ὅτι ἠλαττώσαμεν τὸ ποσὸν τῶν 720,000,
4711τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἀναγράψει διὰ κατασκευὴν ὁδῶν, εἰς 370
4712χιλιάδας, διότι διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐνιαυτοῦ, δηλαδὴ διὰ
4713τοὺς πέντε ὑπολοίπους μῆνας, ἐπαρκεῖ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἑπο-
4714μένως ἠλαττώσαμεν κατὰ τοσοῦτον ποσὸν τὰ ἔξοδα τὰ ἀνα-
4715γεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Δὲν ἀπεδέχθημεν τὰς
4716ἄλλας γνώμας περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων, τὰς ὁποίας ἄλ-
4717λοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὑπεστήριξαν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι
4718δὲν εὕρομεν ταύτας κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπαρκεῖς, ὅπως
4719πεισθῶμεν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰς προταθείσας ὑπ’ αὐτῶν ἐλατ-
4720τώσεις. Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο λόγος περὶ σπατάλης, τὴν ὁποίαν
4721ἀνεῦρον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, μολονότι ὑποθέτω
4722ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὥρα, ἵνα ἀνασκευάσω τὴν αἰτίασιν, δύναμαι
4723νὰ εἴπω καὶ ἀπὸ τοῦδε ὀλίγας λέξεις. Ἡ σπατάλη ἰδίως
4724κατηγγέλθη δι’ ἀναγραφὴν δύο ἐξόδων, διὰ τὴν ἀναγραφὴν
4725τοῦ ἐξόδου τῆς ὁδοποιΐας, τῆς κατασκευῆς ὁδῶν· καὶ διὰ τὴν
4726ἀναγραφὴν ποσοῦ τινος πρὸς κατασκευὴν φυλακῶν ἐν Λευ-
4727κάδι. Διὰ τὴν κατασκευὴν φυλακῶν ἐν Λευκάδι ἡ ὑπόθεσις
4728δὲν εἶναι νέα, ἡ ὑπόθεσις χρονολογεῖται πρὸ πέντε καὶ πλέον
4729ἐνιαυτῶν, διότι αἱ παραστάσεις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν εἶχον
4730πείσει τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μέτρον πρὸς ἀλ-
4731λαγὴν τοῦ οἰκήματος, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν εἰς φυλακάς·
4732ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὑρεθῇ οἴκημα ἄλλο, ἡ οἰ-
4733κοδομὴ οἰκήματος τοιούτου ἐφάνη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑπη-
4734ρεσίας, ὅτι εἶναι μέτρον οἰκονομικὸν, καὶ τῷ ὄντι, ἐὰν ὑπολο-
4735γισθῇ ἡ δαπάνη εἰς 90,000 δραχμὰς, ὅσας ἀνέγραψεν ὁ
4736προϋπολογισμὸς τοῦ ἔργου, οἱ τόκοι τῶν χρημάτων εἶναι ὀλι-
4737γώτεροι τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐνοικίου, τὸ ὁποῖον καταβάλλεται νῦν.
4738Ἐνῷ δὲ οὕτω θέλομεν δαπανᾷ ὀλιγώτερα ὅσων νῦν δαπανῶ-
4739μεν, θέλομεν παρασκευάσει ἐνδιαίτημα τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς
4740καθειργμένων ἀνεκτότερον, καὶ μᾶλλον εὐάερον καὶ ὑγιεινότε-
4741ρον ἢ τὸ ὑπάρχον.
4742Ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐπέ-
4743τρεψεν αὐτὴν ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, δὲν ἐν-
4744νοῶ διατὶ ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, οἵ-
4745τινες ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἰδίως ἐσκανδάλισεν
4746αὐτοὺς, ὅτι ἐν τῷ νομῷ Ἀρκαδίας κατασκευάζεται πρὸ χρό-
4747νων ὁδὸς, ἡ ὁποία δὲν συνετελέσθη, ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ νομῷ
4748Ἀρκαδίας κεῖται ἡ Γόρτυς καὶ διέρχεται ἡ ὁδὸς διὰ τῆς Γόρ-
4749τυνος, ὑπέλαβον ὅτι ἤθελον μὲ παραστήσει ταπεινὸν ἄνθρω-
4750πον, μὴ δυνάμενον ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς τὰ ὕψη, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ
4751εἰρημένοι Κύριοι ἴσως περιΐπτανται, διότι ἠσχολήθην, ἐν τῷ
4752μέσῳ τῆς τοσαύτης δυστυχίας, νὰ φροντίσω νὰ θεραπεύσω
4753ἐπαρχιακὴν ἀνάγκην. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ μεταβάλω τὰς
4754γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχουσι περὶ ἐμοῦ, περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ
4755τὸν ὁποῖον σκέπτομαι ἐν τῇ πολιτικῇ, ἢ κατὰ τὸν ὁποῖον
4756ἐκτελῶ τὰ καθήκοντά μου, ἑπομένως ὅσα θέλω εἰπεῖ, δὲν λέ-
4757γω διὰ νὰ μεταπείσω τοὺς Κυρίους· ἐπειδὴ ὅμως οἱ λόγοι αὐ-
4758τῶν ἠκούσθησαν, ὁμιλῶ διὰ νὰ τὰ ἀκούσωσιν οἱ ἀκούσαντες
4759τῶν λόγων αὐτῶν. Ἡ ὁδὸς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Πύργον εἶναι
4760μία τῶν ἀρτηριῶν τῆς Πελοποννήσου, διὰ τῶν ὁποίων συν-
4761δέεται τὸ κέντρον τῆς Πελοποννήσου, ἡ Τρίπολις, μετὰ τῶν
4762κόλπων τῆς Πελοποννήσου. Πρὸ τοῦ 1862 εἶχε κατασκευα-
4763σθῇ μία τῶν ἀρτηριῶν τούτων διὰ δαπάνης τοῦ δημοσίου
4764ταμείου, χάρις εἰς πολιτικὸν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, νοημονέστα-
4765τον ἄνδρα, ἄκρως φιλόπατριν, ὁ ὁποῖος ἔπεσε θῦμα τῆς δια-
4766βολῆς καὶ τῆς συκοφαντίας. Δευτέρα ἀρτηρία εἶναι ἡ κατα-
4767σκευασθεῖσα καὶ συνδέσασα τὴν Τρίπολιν μὲ τὴν Σπάρτην,
4768μὲ τὸν κόλπον τὸν Λακωνικόν· διότι ἡ Σπάρτη συνδέεται μὲ
4769τὸ Γύθειον. Ὁ τόπος ἀπὸ τῆς ἀφετηρίας τῆς ὁδοῦ καὶ ὁ τό-
4770πος, εἰς τὸν ὁποῖον καταλήγει, εἶναι δύο τόποι κλιματικῶς
4771ἐντελῶς ἀντίθετοι· ἄλλα προϊόντα παράγει τὸ κέντρον τῆς
4772Πελοποννήσου, ἄλλα δὲ αἱ ἀκταὶ, αἱ χῶραι αἱ παρὰ τὸν Εὐ-
4773ρώταν καὶ τὸν Λακωνικὸν κόλπον. Ἡ ὁδὸς αὕτη φέρει εἰς συγ-
4774κοινωνίαν τὸ κέντρον τῆς Πελοποννήσου, ἐπαρχίαν κεντρῴαν,
4775μετὰ τῶν παραλίων, καὶ εὐκολύνει τὴν ἀνταλλαγὴν προϊόν-
4776των ἀντιθέτων, τὰ ὁποῖα παράγουσιν αἱ χῶραι αὗται. Ἡ
4777ἄλλη ὁδὸς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κατασκευασθῇ, διὰ τὴν ὁποίαν
4778ἐξωδεύθησαν ἕως τώρα μόνον 180–200 χιλιάδες δραχμῶν,
4779εἶναι ἡ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Καλάβρυτα, ἡ ὁποία ὅμως ἐγκα-
4780τελείφθη ἀπὸ τοὺς προκατόχους μου, δὲν γνωρίζω δὲ εἰς ποίαν
4781κατάστασιν εὑρίσκεται· ἀλλὰ πρέπει νὰ κατασκευασθῇ καὶ
4782ἄλλη ὁδὸς, διὰ τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐξοδευθῇ 1,100,000
4783περίπου δραχμῶν, ἡ ὁδὸς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Πύργον, καὶ αὐτὸ
4784τὸ ἓν ἑκατομμύριον καὶ 100 χιλιάδες ἐδαπανήθησαν εἰς κατα-
4785σκευὴν τριῶν τμημάτων, τῶν ὁποίων κανὲν δὲν ἐπερατώθη·
4786ἡ ἐργασία μέχρι τοῦ μέσου ἑκάστου τῶν τμημάτων τούτων
4787κατεσκευάσθη, τὸ ὑπόλοιπον ἑκάστου τούτων δὲν κατεσκευά-
4788σθη, καὶ δὲν κατεσκευάσθησαν καὶ τὰ ἄλλα τμήματα, τὰ
4789ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν ὅλην γραμμὴν τῆς ὁδοῦ. Τοιουτοτρό-
4790πως ὁ κίνδυνος εἶναι προφανὴς, τὸ 1,100,000 θέλει ἀπολε-
4791σθῆ, ἐὰν δὲν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ. Ἡ στοργὴ
4792πρὸς τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν ἄφθο-
4793να, καὶ ἡ ἐπιθυμία νὰ σωθῇ χρῆμα τοσοῦτον ὀγκῶδες, ὅσον
4794εἶναι τὸ 1,100,000, μοὶ ἐνέδειξαν, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ μὴ
4795ἀφήσω νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ διακοπὴ τῶν ἔργων τούτων. Ἐὰν
4796τοῦτο παρίσταται ἀπό τινος ὅτι συντελεῖ εἰς ἐξυπηρέτησιν
4797ἀτομικοῦ μου συμφέροντος, εἶναι οἱ Κύριοι ἐλεύθεροι νὰ τὸ
4798φρονῶσιν· ἐγὼ ἀδιαφορῶ, διότι ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἥσυ-
4799χον, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου.
4800Μὲ ἐνεκάλεσαν προσέτι, ὅτι προετίμησα τὴν ἐξακολούθη-
4801σιν τῆς διακοπῆς τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ τὸν σιδηρόδρομον Πει-
4802ραιῶς–Λαρίσης, καὶ ἰσχυρίσθησαν μάλιστα, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐν
4803πλήρει ἀντιφάσει, διότι ἀγορεύων πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλ-
4804λόγους, ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατασκευή, ἡ
4805περάτωσις τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἡ περάτωσις
4806τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, καὶ τὰ ἄλλα ἔργα τῆς
4807ὁδοποιΐας. Ἠρώτων λοιπὸν χθὲς καὶ προχθές, διατὶ προτείνω
4808δαπάνην χρημάτων διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν καὶ δὲν προ-
4809τείνω δαπάνην διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πει-
4810ραιῶς–Λαρίσης, διὰ νὰ τελειώσῃ ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–
4811Λαρίσης; Ἡ ἀπόκρισις, τὴν ὁποίαν θέλω δώσει, εἶναι φυσική·
4812διότι ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ἐὰν
4813μὲν πρόκειται περὶ τῆς διακλαδώσεως μέχρι Χαλκίδος, θέλει
4814ἀπαιτήσει δύο ἢ καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ
4815φθάσῃ μέχρι Θηβῶν–Λεβαδείας, ὁ προκάτοχος Πρωθυπουργὸς
4816εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου
4817παρίστα, ὅτι ἀπαιτοῦνται 13 ἑκατομμύρια, ἐγὼ δὲ δὲν ἔχω
4818νὰ διαθέσω, εἰμὴ 400 ἢ 500 χιλιάδας, τὰς ὁποίας ἔτρεψα
4819πρὸς ὁδοποιΐαν. Ὡμίλουν μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολου-
4820θήσῃ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης· ἀλλὰ
4821δὲν δύναται διὰ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας διαπράττει τις
4822ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, νὰ ἐκτελῇ συγχρόνως πάντα τὰ
4823ἔργα, ὅταν ταῦτα ἀπαιτῶσιν ἑκατομμύρια. Εὐτύχημα θὰ
4824ἦναι, ἐὰν ἐντὸς δύο ἐτῶν δυνηθῶμεν νὰ τελειώσωμεν τὰς ὁδοὺς
4825τὰς ἀρξαμένας, καὶ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν ἐντὸς
4826τριῶν ἐτῶν. Ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εὐπλοήσωσιν οὕτως,
4827ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδη-
4828ροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης μέχρι Θηβῶν τουλάχιστον καὶ
4829Λεβαδείας καὶ Χαλκίδος διά τινος συνδυασμοῦ, περιέχοντος
4830ἔστω καὶ δάνειον, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους συμφέροντας, πρέπει νὰ τὸ
4831πράξῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν ὅμως τοῦτο δὲν ἦναι δυνατὸν, ἀφοῦ
4832τελειώσωμεν τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, πρέπει νὰ
4833διαθέσωμεν τὰ περισσεύοντα διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς διακλα-
4834δώσεως Χαλκίδος ἢ καὶ Θηβῶν–Λεβαδείας, ἀλλ’ ἂν δυνά-
4835μεθα. Ἀλλὰ συγχρόνως τίς δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ ὅλα, ὅταν
4836μάλιστα δὲν πρόκειται νὰ διαθέσῃ πρὸς τοῦτο πολυχρονίους
4837οἰκονομίας, τὰς ὁποίας κατώρθωσε νὰ κάμῃ ἐκ τῶν ἐσόδων
4838τοῦ Κράτους; Νομίζω ὅτι τὸ προτεινόμενον ἔργον διαφέρει
4839ὅλως τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπιχειρήσει καὶ ἐξετέλει ὁ
4840πρώην ἐκ Μετολογγίου Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἶχεν ἑκατοντά-
4841δας ἑκατομμυρίων εἰς τὴν διάθεσίν του.
4842§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
4843ὑποβληθέντες πίνακες καὶ τὰ δύο νομοσχέδια περὶ κυρώσεως
4844τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὡς
4845ἐτροποποιήθησαν, θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
4846ράρτημα, ἀριθ. 290–292).
4847§268Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ
4848ἐκτυπωθῶσιν αἱ μεταβολαὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον
4849εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς καὶ ὁ νόμος ὁ οἰκονομικὸς,
4850νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἐὰν δὲν ἀπα-
4851τῶμαι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν ὅτι ἀπεδέχθη τὴν αὔ-
4852ξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ τελωνειακῶν τελῶν καὶ ἐκ τῶν τελω-
4853νείων ἐν γένει, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς·
4854παρετήρησα ὅμως πρὸ ὀλίγου καὶ ἄλλο ἔσοδον, ἐπὶ τοῦ
4855ὁποίου, νομίζω, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, δὲν εἶχε
4856περιέλθει δὲ εἰς γνῶσίν μου προηγουμένως, ὅπως ἀναγράψω
4857αὐτὸ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρατηρῶ, ὅτι εἰς
4858τὰ ἔσοδα τοῦ 1895 ἀναγράφεται ἔσοδον ἐκ νομισματοποιΐας
4859ἐξ 167,000 δραχμῶν.
4860§269ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦ 1895; Θὰ κατασκευασθῶσιν;
4861§270Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μάλιστα.
4862§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ἐλά-
4863βομεν μερικὰ νικέλια, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμένος ὁ λο-
4864γαριασμός.
4865§272Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀναγράφεται εἰς τὴν προσωρινὴν κα-
4866τάστασιν τῶν ἐσόδων τοῦ 1895· εἶναι δηλ. 166,923.78.
4867§273Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ἐμὲ δὲν
4868ἐπαρουσιάσθη λογαριασμὸς ἐκκαθαρισμένος.
4869§274Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι εἰς τὴν κατάστασιν, καὶ νο-
4870μίζω ὅτι πρέπει νὰ τὰ προσθέσωμεν.
4871§275ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῶσιν αὐτοὶ οἱ πίνακες. Νο-
4872μίζω μάλιστα, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν, ἵνα αὔριον π. μ. συνέλθῃ
4873ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως συντάξῃ τὴν ἔκθε-
4874σίν της.
4875§276Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
4876§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις νὰ ἀγορεύσῃ;
4877§278ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
4878§279Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅτε εἶδον, Κύριοι, τὸν ἔντιμον ἐξ
4879Ἀττικῆς Βουλευτὴν ἀνελθόντα ἐπὶ τὸ βῆμα, ἤλπισα ὅτι
4880ἤθελε συγχαρῆ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
4881ἐπὶ τῇ καταθέσει τῶν μεταβολῶν, ἃς ἐπήνεγκεν ἐπὶ τοῦ προϋ-
4882πολογισμοῦ, ἀποδεχόμενος οὕτω κατὰ τὰ 90 ἑκατοστὰ τὰς
4883προτάσεις καὶ τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
4884σμοῦ, τοῦθ’ ὅπερ ἴσως διὰ πρώτην φορὰν γίνεται. Λέγω δὲ
4885ὅτι ἤλπισα νὰ ἀκούσω νὰ ἀποτείνῃ συγχαρητήρια εἰς τὸν
4886Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν
4887ἦτο γνώμη μόνον τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς ἢ τῶν μελῶν τῆς
4888πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας.
4889Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι πάντα τὰ ἀγορεύσαντα μέλη
4890τῆς μειονοψηφίας ἀπεδέχθησαν τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐπὶ
4891τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐπὶ
4892τῶν μονοπωλίων· αὐτὸς δὲ ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς
4893χθὲς ἀγορεύων, οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἢ νὰ ἐγκαυχᾶται, ὅτι
4894δῆθεν αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ φωτοδότης τῆς ἐπιτροπῆς, αὐτὸς ὑπο-
4895δεικνύων τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθῶμεν. Καὶ
4896ὁμολογῶ ὅτι ἀπελάμβανον τὸν ἔντιμον τοῦτον φίλον μου. Τὸν
4897ἀπελάμβανον, διότι ὑποθέτει ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι αὐτὸς
4898ὑπῆρξεν ὁ δωρητὴς δύο ἢ δύο καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίων, τὰ
4899ὁποῖα, ἐὰν οὗτος δὲν ἀνεύρισκεν, ἤθελον ἴσως ἀπολεσθῆ. Αὐ-
4900τὴν δὲ τὴν ἑσπέραν ἤκουσα τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
4901τὴν τὰ αὐτὰ λέγοντα καὶ ἰσχυριζόμενον, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ.
4902Πρωθυπουργὸς εὕρομεν ἄγκυραν σωτηρίας εἰς τοὺς λόγους καὶ
4903τὰς προτάσεις τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ. Καὶ ὅμως ὁ
4904ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς διαφωνεῖ πρὸς τὸν παρακα-
4905θήμενον αὐτῷ φίλον του, καὶ εἶναι ὁ μόνος ἐκ τῶν διαφωνούν-
4906των, ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ὡμίλησαν ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειο-
4907νοψηφίας. Καὶ θὰ εἶχε δίκαιον νὰ διαφωνῇ πρὸς τοὺς ὁμό-
4908φρονάς του ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἐὰν τὰς γνώμας του
4909περὶ τῶν ἐσόδων ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐστήριζε βασιζόμενος
4910μόνον ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν
4911τοῦ ἔτους, διότι ὁμολογουμένως τὰ ἀποτελέσματα τῶν μη-
4912νῶν τούτων ὑπῆρξαν δυσάρεστα. Τὰ ἔσοδα ἐξ εἰσαγωγικῶν
4913τελῶν κατὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους 1895
4914ἀνῆλθον εἰς δρ. 6,754,088, ἀπέναντι ἐσόδων τῶν ἀντιστοίχων
4915μηνῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐκ δραχ. 7,566,776, ἤτοι τὰ
4916ἔσοδα ταῦτα κατὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας ἐνεστῶτος
4917ἔτους κατέλιπον 800,000 περίπου δραχμῶν ἔλλειμμα. Ἡ
4918μείωσις τῶν ἐσόδων τούτων προέρχεται ἐκ τῆς ἐλαττώσεως
4919τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σιτηρῶν.
4920Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς προέ-
4921τεινεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν αὔξησιν τοῦ
4922ἐσόδου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἀπὸ δρ. 22,303,000, ὅσα ἀναγρά-
4923φονται ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ, εἰς 25,000,000,
4924ἰσχυρισθεὶς μάλιστα, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ τῆς αὐ-
4925ξήσεως ταύτης κατὰ 3,000,000 νὰ καταργηθῇ ἢ ἐλαττωθῇ
4926ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην
4927αἱ προβλέψεις τοῦ ἐντίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ δὲν ἦσαν
4928βάσιμοι, διότι δὲν ὑπῆρχον ἢ τὰ ἀποτελέσματα τῶν τεσσά-
4929ρων πρώτων μηνῶν ἐ. ἔ., ἅτινα ἦσαν λίαν ἀποθαῤῥυντικά.
4930Κατόπιν ὅμως ἔσχομεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων
4931τοῦ μηνὸς Μαΐου, τὸν μῆνα δὲ Μάϊον αἱ εἰσπράξεις ἀνῆλθον
4932εἰς 1,986,763, ἐνῷ κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1894 αὗται δὲν
4933ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τοῦ 1,928,913. Ἔχομεν ἑπομένως
4934πλεόνασμα τὸν Μάϊον ἐ. ἔ. ἐκ δρ. 57,750 ἀπέναντι τῶν εἰσ-
4935πράξεων τοῦ μηνὸς Μαΐου παρελθόντος ἔτους. Ἀλλ’ ἡ αὔ-
4936ξησις αὕτη δὲν ἐσταμάτησε μόνον εἰς τὸν μῆνα Μάϊον. Ἐπῆλ-
4937θον κατόπιν καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ μηνὸς Ἰουνίου. Τὸν Ἰού-
4938νιον ἐ. ἔ. εἰσεπράχθησαν 1,999,059, ἀπέναντι εἰσπράξεων
4939τοῦ Ἰουνίου παρελθόντος ἔτους ἐκ δρ. 1,758,849. Ἤτοι αἱ
4940εἰσπράξεις τοῦ μηνὸς Ἰουνίου ἐ. ἔ. παρουσίασαν πλεόνασμα
4941ἐκ δρ. 240,210. Καὶ εἶπε, νομίζω, πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος ἐξ
4942Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη παρακαταθήκη
4943σιτηρῶν, ὥστε ἴσως ἐπὶ μακρὸν χρόνον δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ
4944ἀγορὰ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προμηθευθῇ τοιαῦτα...
4945§280ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
4946§281Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, ὀφείλω νὰ
4947διακρίνω ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ἰουνίου τὰς εἰσπράξεις ἐκ
4948τῶν σιτηρῶν, διότι τοῦτο βαρύνει πολὺ εἰς τοὺς ὑπολογισμούς.
4949Ἐνῷ λοιπὸν τὸν Ἰούνιον παρελθόντος ἔτους εἴχομεν εἰσπρά-
4950ξεις ἐκ σιτηρῶν δραχ. 443,598, τὸν Ἰούνιον ἐ.ἔ. ἔχομεν τοι-
4951αύτας ἐκ δραχ. 593,848, καὶ ἑπομένως ὑπέρβασιν ἐκ δραχ.
4952150,000. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἐξ εἰσα-
4953γωγικῶν τελῶν πανταχόθεν βαίνουσιν αὐξανόμεναι. Καὶ νο-
4954μίζει κατόπιν τούτων ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς, Βουλευτής, ὅτι
4955δὲν δικαιολογεῖται ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐσόδου ἐξ εἰσαγωγι-
4956κῶν τελῶν εἰς 24,000,000, ἀντὶ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ
4957προϋπολογισμῷ 22,303,000; Κατὰ τοὺς τέσσαρας πρώτους
4958μῆνας εἴχομεν μείωσιν ἐσόδων κατὰ 800,000 δραχμῶν, ἀλλὰ
4959κατὰ τοὺς δύο ἑπομένους μῆνας ἡ μείωσις αὕτη περιορίζε-
4960ται μόνον εἰς 500,000 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ, ὡς πιστεύεται, αἱ
4961εἰσπράξεις ἐξακολουθήσωσι τὴν αὐτὴν πορείαν, τὸ ἔλλειμμα
4962τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν θὰ καλυφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν,
4963ἐνδεχόμενον δ’ εἶναι νὰ φθάσωσιν αὗται τὰς τοῦ παρελθόντος
4964ἔτους, ἐὰν δὲν ὑπερβῶσιν αὐτάς.
4965Λυποῦμαι διὰ τὸν ἔντιμον συνάδελφον, ὅστις ὑπέθεσεν, ὅτι
4966εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ μελέτας ἠδύνατο νὰ ἐπικρα-
4967τήσῃ ἄλλη πρόθεσις, πλὴν ἐκείνης πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀλη-
4968θείας. Οὐδεὶς δὲ, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐγὼ δὲν ἔχω λόγον νὰ
4969παραστήσω ψευδῆ περισσεύματα. Ὁσάκις δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν
4970ἀνεμίχθην εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, προσεπάθησα πάντοτε
4971νὰ ἐργασθῶ μετ’ εἰλικρινείας, εἴτε ἐν τῇ Συμπολιτεύσει εὑρι-
4972σκόμενος, εἴτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα,
4973ὅτι, ὅτε συνάδελφος, παρακαθήμενος ἤδη ἐν τῇ ἀριστερᾷ πτέ-
4974ρυγι, εἰσηγητὴς δὲ τυγχάνων τῆς μειοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ
4975τοῦ προϋπολογισμοῦ, μοὶ ἐπαρουσίασε νὰ ὑπογράψω ἔκθεσιν
4976παριστῶσαν ἔλλειμμα ἐξ 24 ἑκατομμυρίων, ἠρνήθην νὰ ὑπο-
4977γράψω, εἰπὼν εἰς αὐτὸν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
4978ὑπερβῇ τὰ 8,000,000, (καὶ τὰ πράγματα κατόπιν ἐδικαίω-
4979σαν τὴν γνώμην μου) ἐτροποποίησε δὲ τὴν ἔκθεσιν, ἀρκεσθεὶς
4980νὰ ἀναγράψῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θὰ κατέλειπε μέγα ἔλ-
4981λειμμα. Ὅθεν ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ἅπαντα τὰ μέλη
4982τῆς ἐπιτροπῆς εἰργάσθησαν εἰλικρινῶς, μὴ ἐξαιρουμένων οὐδὲ
4983τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὁμολογου-
4984μένως ἀπετελεῖτο ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων μελῶν αὐτῆς. Νομίζω
4985προσέτι, ὅτι, ὅπου ἔπρεπε νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ 1895,
4986πρῶτος ἐγὼ ἐπρότεινα τοῦτο, ἢ ἀπεδέχθην τὴν γνώμην ἄλ-
4987λων, ἂν δ’ ὄχι πᾶσαι αἱ προσθῆκαι τῆς ἐπιτροπῆς, αἱ πλεῖ-
4988σται ὅμως καὶ αἱ ὀγκωδέστεραι ἐξ αὐτῶν ἐγένοντο ἀποδεκταὶ
4989παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
4990§282ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι, τὰς ὁποίας δὲν ἀπε-
4991δέχθη, ὡς εἶναι αἱ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων.
4992§283Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Αὐταὶ στηρίζονται ἐπὶ πληροφοριῶν,
4993τὰς ὁποίας μόνος ὑμεῖς ἔχετε.
4994§284Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁ προϋ-
4995πολογισμὸς τοῦ 1895 ἐψηφίζετο κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ
49961894, δὲν ἤθελε περιλάβει τὰς 700 καὶ πλέον χιλιάδας
4997δραχμῶν, ἃς περιελάβομεν ἡμεῖς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατὰ
4998προσθήκην εἰς τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμέ-
4999νων χρήσεων. Λέγουσι δ’ ὅτι ὑπάρχουσι πλὴν αὐτῶν καὶ ἄλ-
5000λαι ἐντολαὶ ὑπογεγραμμέναι πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων κεκλει-
5001σμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἀλλ’ οὐδεμία πληρο-
5002φορία ἐδόθη μοι ὑπὸ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ὑπουρ-
5003γείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐντολαί.
5004Ἐξ ἐναντίας ὑπέγραψα ἐγκύκλιον ἔγγραφον πρὸς πάντα τὰ
5005Ὑπουργεῖα, καὶ παρεκάλεσα αὐτὰ νὰ διαβιβάσωσιν εἰς τὸ
5006Γενικὸν Λογιστήριον πάσας τὰς ἐκκαθαρισμένας τοιαύτας
5007ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου ταμείου· ἀλλὰ τὰ Ὑπουργεῖα δὲν
5008ἐζήτησαν νὰ ὑποβάλωμεν δηλώσεις δι’ ἄλλας ἀπαιτήσεις,
5009πλὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας.
5010§285Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἔπρεπε, λέγουσι, νὰ προστεθῶσι
5011300,000 δραχμῶν εἰς τὰ ἔσοδα ἐκ μονοπωλίων. Διατί, παρα-
5012καλῶ, δὲν ἔπρεπε νὰ προστεθῶσιν, ἀφοῦ 300,000 δραχ. ἐπὶ
5013πλέον εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1894; Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν
5014ἀνεγράφετο, ἴσως θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ ὁ ἔντιμος
5015ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής. Καὶ ἔπρεπε νὰ προβληθῇ ἀντίῤῥησις καὶ
5016διὰ τοῦτο; Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδένα λόγον ἔχω νὰ
5017παρουσιάσω περίσσευμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅπου τοιοῦ-
5018τον δὲν ὑπάρχει. Ἡ ἰδιοσυγκρασία μου μοὶ ἐπιβάλλει τὴν
5019ἀνεξαρτησίαν εἰς τὰ φρονήματα καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν πρὸ
5020πάντων εἰς τὴν ἐργασίαν μου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐν
5021πεποιθήσει εἰργάσθην καὶ ἐν πεποιθήσει ὑποστηρίζω ὅσα ὑπε-
5022στήριξα καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπαναλαμβάνω. Ἀλλ’ ὁ
5023ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι τρεῖς ἐκ τῶν ἀγο-
5024ρευσάντων παρέστησαν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θὰ παρουσιάσῃ
5025ἔλλειμμα ἐκ 2½ περίπου ἑκατομμυρίων. Βεβαίως διὰ μό-
5026νων τῶν λόγων πᾶς τις δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ τοιαῦτα,
5027ἀλλὰ πρέπει καὶ τὰ πράγματα νὰ δικαιολογῶσι τοὺς τοι-
5028ούτους ὑπολογισμούς.
5029Προχθές, Κύριοι, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις
5030ἐκ τοῦ προχείρου πρὸς ἀνασκευὴν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἐν-
5031τίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Κατὰ τὸν ἔντιμον ἐκ Παρ-
5032νασσίδος Βουλευτήν, τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναβι-
5033βάζονται εἰς 94,046,849, τὰ δὲ ἔσοδα εἰς 91,116,118,
5034ἑπομένως ἀπομένει ἔλλειμμα 2,930,711. Ἀλλὰ ποῦ βα-
5035σίζονται οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι τοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἐντίμου
5036συναδέλφου; Πρῶτον λαμβάνει ὡς βάσιν τὰ ἔξοδα τοῦ προϋ-
5037πολογισμοῦ, τοῦ εἰσαχθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ δραχ.
503889,342,724, τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν διὰ τῶν δηλώσεων
5039τῶν Ὑπουργῶν ἐκ δραχ. 1,997,558, τὸ ποσὸν τῶν κεκλει-
5040σμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἐξ 734,047, τὴν ὑπέρ-
5041βασιν δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος 500,000, τὴν δαπά-
5042νην διὰ τὴν δευτέραν τακτικὴν Σύνοδον τοῦ 1895 ἐκ δραχ.
5043350,000, δι’ αὔξησιν μισθῶν πρέσβεων 22,500, καὶ διὰ τὴν
5044δαπάνην πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν
5045διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἐξ 1,000,000, ἐπίσης δὲ 100,000 δι’
5046ἐκείνην τοῦ Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ
5047τὰς αὐξήσεις τὰς διὰ τῶν δηλώσεων τῶν Ὑπουργῶν ἐπελ-
5048θούσας, περὶ τούτων δὲν ὑπάρχει ζήτημα. Ὡσαύτως καὶ διὰ
5049τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῶν προτάσεων
5050τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνή-
5051σεως. Διαφωνία ὅμως ὑπάρχει ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὑπολογισμὸν
5052τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος διὰ τοὺς ὑπολειπομέ-
5053νους μῆνας τοῦ ἔτους.
5054Ἡ ἐπιτροπὴ ὁμολογουμένως ἀνέγραψεν ἔξοδον 300,000
5055δραχμῶν, διότι τ’ ἀποτελέσματα τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους
5056ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκέσωσι τὰ ποσὰ, ἅτινα ὁ προϋπο-
5057λογισμὸς προεῖδεν. Ὁ ἐκ Παρνασσίδος ὅμως ἔντιμος Βουλευ-
5058τὴς ηὔξησε τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ 200 ἔτι χιλιάδας δραχμὰς.
5059Δὲν γνωρίζω ἂν εἰς τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου
5060ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιλαμ-
5061βάνεται καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγραφὲν, διότι
5062εἰς τοῦτο δύναται ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ
5063μὴ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, φρονῶν ἴσως, ὅτι τὸ συνάλλαγμα
5064θὰ ἐκπέσῃ καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ὑπάρξῃ ὑπέρβασις τῆς πι-
5065στώσεως, ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἐνόμισε, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὰ
5066μέχρι τοῦδε δαπανηθέντα, ὅτι ἔπρεπε ν’ αὐξηθῇ ἡ πίστωσις
5067αὐτὴ κατὰ 300,000...
5068§286ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὴν ἀποδέχεται μόνον τὴν αὔξησιν τῶν
5069ἐσόδων ἀποδέχεται, κατὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ
5070ἴδιος.
5071§287Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι γνώμη σας αὐτὴ, ὅτι μόνον
5072τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἀποδέχεται. Ἀλλὰ τότε πῶς ἀπο-
5073δέχεται 736,000 δραχ. ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμέ-
5074νων χρήσεων, ἃς ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρότεινεν; ... Ὁ ἐκ Παρνασ-
5075σίδος ἔντιμος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν ἐπίσης, ὅτι ἔπρεπε νὰ
5076ἀναγραφῇ δαπάνη 350,000 δραχμῶν διὰ τὴν δευτέραν τα-
5077κτικὴν Σύνοδον τοῦ 1895. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνα-
5078γραφῇ δαπάνη 350,000 δραχ. διὰ τὴν δευτέραν τακτικὴν
5079Σύνοδον τοῦ 1895; Δὲν δύναται νὰ γείνῃ τακτικὴ Σύνο-
5080δος τῷ 1895, ἐκτὸς ἂν φρονῶμεν, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνη-
5081σις νὰ πράξῃ ὅ,τι ἄλλαι Κυβερνήσεις ἔπραξαν ἄλλοτε, παρα-
5082βαίνουσαι τὸ Σύνταγμα. Εὐθὺς λοιπὸν, ὡς δὲν εἶναι ὑπο-
5083χρεωτικὴ ἡ τακτικὴ Σύνοδος, δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ καὶ
5084ἡ σχετικὴ δαπάνη· διότι, χωρὶς βεβαίως νὰ ἐκφράζω τὴν
5085γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὴν ἐμὴν, δὲν εἶναι ἀδύνα-
5086τον νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς παρούσης Συνόδου
5087δι’ ἀναβολῆς ἢ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, δὲν εἶναι ἐπί-
5088σης ἀπίθανον νὰ συγκληθῇ ἡ νέα Βουλὴ κατὰ τὰς πρώτας
5089ἡμέρας τοῦ 1896. Πιθανώτατα δὲ νὰ συγκληθῇ καὶ ἔκτα-
5090κτος Σύνοδος. Ἀλλὰ δύναται νὰ προΐδῃ ἀπὸ τοῦδε ὁ προϋ-
5091πολογισμὸς δαπάνην δι’ ἔκτακτον Σύνοδον, ἥτις δύναται
5092καὶ νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ; Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν δι-
5093καιοῦνται νὰ ἐπιμένωσιν οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι πρέπει νὰ ἀνα-
5094γραφῇ δαπάνη 350,000 δραχ. διὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον
5095τοῦ 1895, δυστυχῶς δὲ πάντες οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες
5096ἐκ τῆς μειονοψηφίας ὑπεστήριξαν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ
5097τοιαύτη.
5098Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Παρ-
5099νασσίδος ἔντιμος Βουλευτὴς ἐπέμεινε νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προ-
5100ϋπολογισμῷ, εἶναι τὸ ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ δαπάνας
5101πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ποῦ δὲ
5102στηρίζει τὴν γνώμην του ταύτην ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἔντιμος
5103Βουλευτής; Τὴν στηρίζει εἰς τὸν λόγον, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ
5104δανείου τῶν 24,000,000, τοῦ συναφθέντος πρὸς κατασκευὴν
5105τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, εἰσήχθη ἤδη εἰς τὸ δη-
5106μόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ὅμως ἔχω ἐνώπιόν μου δήλωσιν ἐπί-
5107σημον, διὰ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται, ὅτι 1,062,000 δραχ-
5108μῶν εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· ἀφοῦ
5109δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν
5110Τράπεζαν, δὲν βλέπω πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ τὸ τρέχον ἔτος
5111τοὐλάχιστον νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμός. Δὲν ἠξεύρω
5112τί θὰ συμβῇ διὰ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν πρὸς ἀποπεράτωσιν
5113τοῦ ἔργου, ἀλλὰ διὰ τὸ 1895 δὲν δύναται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ
5114προϋπολογισμὸς μὲ ἓν ἑκατομμύριον, ὡς ὑποστηρίζει ὁ ἔντι-
5115μος συνάδελφος. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὰ ἔξοδα, ὅπως ὑπο-
5116λογίζει αὐτὰ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὑπο-
5117βιβάζονται κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ἐκ τῆς δαπάνης διὰ τὸν
5118σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, κατὰ 350,000, διὰ τὴν δευ-
5119τέραν τακτικὴν Σύνοδον τοῦ 1895, καὶ κατὰ 200,000
5120(διότι ἐγὼ ἐμμένω πάντοτε εἰς τὰς 300,000, τὰς ὑπὸ τῆς
5121ἐπιτροπῆς ἀναγραφείσας,) δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος·
5122ἤτοι τὸ ὅλον κατὰ 1,550,000· ἑπομένως τὰ 94,000,000,
5123ὅσα ὑπολογίζει ὡς ἔξοδα ὁ ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ὑπο-
5124βιβάζονται ἀμέσως εἰς 92,500,000.
5125Ἀλλ’ ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ὑπεβίβασε καὶ τὰ ἔσοδα.
5126Ἡ ἐπιτροπὴ προέτεινεν ἔσοδον ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς, τὸ
5127ὁποῖον, ὁμολογῶ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ ὁ ἀξιότιμος
5128Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπεδέχθη διὰ τῶν νέων δη-
5129λώσεών του, ἔσοδον ἐξ 680,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀναντιῤ-
5130ῥήτως πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ καὶ
5131ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἀπέκρουσεν αὐτὸ, οἱ δύο
5132τοὐλάχιστον ἐκ τῶν τριῶν μέχρι τοῦδε ἀγορευσάντων ὑπε-
5133στήριξαν μόνον, ὅτι πρέπει μὲν νὰ ἀναγραφῇ τὸ ἔσοδον τοῦτο,
5134ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου πρέπει νὰ ἀναγραφῇ καὶ δαπάνη ἐκ νομι-
5135σματικῆς διαφορᾶς διὰ προμηθείας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπὸ τῶν
5136Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ
5137βεβαίως δὲν ἐπρόσεξαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν οἱ Κύριοι οὗτοι,
5138διότι ἄλλως ἤθελον ἴδει, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη τοιαύτης
5139ἀναγραφῆς. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀναγράφεται
5140δαπάνη πρὸς προμήθειαν γαιανθράκων δι’ 6,000 τόννους,
5141πρὸς 40 δρ. ὁ τόννος, 240,000 δραχμῶν. Εἰς ποῖον ποσὸν
5142ὑπολογίζεται ἡ τιμὴ τῶν γαιανθράκων κατὰ τόννον; Εἰς 40
5143δραχμὰς ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ τιμὴ αὐτῶν εἰς χρυσὸν κατὰ
5144τόννον; εἶναι 17 ἢ 18 σελλίνια, περίπου 21 ἢ 22 φρ. χρυσᾶ,
5145ἑπομένως ἐν τῇ ἀναγραφομένῃ τιμῇ τῶν 40 δραχμῶν περι-
5146λαμβάνεται καὶ διαφορὰ ἐξ ὑπερτιμήσεως συναλλαγματικῆς.
5147§288ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν φθάνει μάλιστα εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν.
5148§289ΙΩ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως εἶναι κατωτέρα. Καὶ ἰδοὺ,
5149ὅτι καταπίπτει ἀμέσως τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζον-
5150το τὰ ἔντιμα μέλη, τὰ ἀγορεύσαντα χθὲς τὴν ἑσπέραν, ὑπο-
5151στηρίζοντα ὅτι πρέπει νὰ συμψηφισθῇ ἡ ἀναγραφὴ ἐσόδου ἐξ
5152ὑπερτιμήσεως συναλλάγματος πρὸς τὴν ἀναγραφὴν ἐξόδου ἕνε-
5153κα τῶν προμηθειῶν τῶν γενομένων εἰς τὸ ἐξωτερικόν...
5154§290ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠξεύρετε πόθεν προμηθεύεται τὸ Δημό-
5155σιον τοὺς γαιάνθρακας;
5156§291Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἠξεύρω ὅτι τιμῶνται 21 φράγκα εἰς
5157τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει 40 δραχ.
5158κατὰ τόννον.
5159§292ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν τοὺς προμηθεύεται ἀπ’ εὐ-
5160θείας, τοὺς πληρόνει ἐδῶ· πρόκειται περὶ εἰδῶν, τὰ ὁποῖα φέ-
5161ρει ἀπ’ εὐθείας τὸ Ὑπουργεῖον.
5162§293Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶναι σοβαρὰ ταῦτα... Ἀλλὰ
5163καὶ ὡς πρὸς τὰς προμηθείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
5164τικῶν, τὸν ἱματισμὸν, ὁπλισμὸν καὶ ἱππωνείαν, ἐν τῷ εἰδικῷ
5165προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀναγράφονται τὰ
5166ποσὰ εἰς δραχμάς, τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ
5167ἡ προμήθεια τῶν εἰδῶν τούτων· θὰ περιορισθῇ ἐντὸς αὐτῶν,
5168μεταβάλλουσα τὰς δραχμὰς εἰς χρυσόν. Δὲν βλέπω λοιπὸν ποῦ
5169ὑφίσταται δαπάνη, τὴν ὁποίαν δὲν προεῖδεν ὁ προϋπολογι-
5170σμός, ὥστε νὰ δικαιολογηθῇ ἡ μὴ αὔξησις τῶν ἐσόδων κατὰ
5171680,000 δραχμῶν ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς, προερχομένης ἐκ
5172προξενικῶν τελῶν, δικαιωμάτων ἀγκυροβολίας καὶ πωλήσεως
5173προϊόντων σμύριδος. Ἐννοῶ τὸν ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμον Βου-
5174λευτήν, ὅστις, συνεπὴς εἰς τὴν ἀνέκαθεν γνώμην του, ὅτι ὁ εἰς
5175τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσερχόμενος χρυσὸς πρέπει νὰ μένῃ αὐτού-
5176σιος καὶ νὰ μὴ μεταβάλληται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἶναι
5177σύμφωνος κατὰ ταῦτα μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ τέως ἐκ Μεσολογγίου
5178Βουλευτοῦ, ὅστις δὲν ἀνέγραφε καὶ ὑπερτίμησιν ἐκ συναλλαγμα-
5179τικῆς διαφορᾶς διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δα-
5180νειστὰς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν πάντοτε τὸ ἐναντίον,
5181ὅτι τὸ εἰσερχόμενον χρῆμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρέπει νὰ
5182εἰσέρχηται εἰς τὸ νόμιμον νόμισμα, νόμιμον δὲ νόμισμα εἶναι τὸ
5183τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ δικαιολο-
5184γηθῇ ἡ μὴ ἀναγραφὴ τοῦ ἐξ 680,000 δραχ. ἐσόδου τούτου,
5185καὶ λυποῦμαι, διότι τὰς παρατηρήσεις ταύτας τῆς ἐπιτροπῆς
5186τοῦ προϋπολογισμοῦ παρεδέχθη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
5187βερνήσεως. Καὶ ὅμως λέγουσιν, ὅτι εὕρομεν ἄγκυραν σωτη-
5188ρίας εἰς τὰς προτάσεις ὑμῶν, εἰς τὰ φῶτα ὑμῶν! Βεβαίως τὰ
5189φῶτα ὑμῶν συνετέλεσαν εἰς τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου
5190τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι μόνον ταῦτα
5191ὑπῆρξαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέστησαν τὰ πράγματα ὡς ἀλη-
5192θῶς εἶπον.
5193Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἔντιμος Βουλευτὴς
5194ὑποβιβάζει τὰ ἔσοδα κατὰ 600,000 δραχμῶν, λόγῳ τῆς τρο-
5195ποποιήσεως τοῦ δασμολογίου διὰ τὰ γνωστὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα
5196θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, τῶν τεταριχευμένων ἰχθύων,
5197τῶν ὀσπρίων κλπ., καὶ τῆς μειώσεως τῶν ἐσόδων ἐκ τῆς ψηφί-
5198σεως τῆς συνθήκης μετὰ τοῦ Βελγίου. Ἀλλὰ ἡ μείωσις αὕ-
5199τη περιελαμβάνετο εἰς τὰς σκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅταν ἡ
5200ἐπιτροπὴ ὑπελόγισε τὸ ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἔσοδον εἰς 24
5201ἑκατομμύρια, εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν μείωσιν ταύτην, ὅπως δ’ ἀπέ-
5202δειξα πρὸ ὀλίγου, τὸ ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἔσοδον θ’ ἀπο-
5203δειχθῇ ἀνώτερον τοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὑπολογισθέντος καὶ
5204ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δεκτοῦ γενομένου, ἴσως προσεγγίσῃ
5205εἰς τὸ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσπραχθέν. Δὲν δικαιολογεῖται
5206ἑπομένως ἡ μείωσις τοῦ ἐσόδου τούτου· ἐν τοιαύτῃ δὲ περι-
5207πτώσει ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς γνώμης τοῦ ἐντίμου
5208ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ; Ἐκ τοῦ προχείρου ἰσοζύγιον.
5209Ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔκαμεν ἰδίους ὑπολογι-
5210σμούς. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτήν, τὰ μὲν ἔξοδα ἀναβιβάζονται
5211εἰς 94,962,405 τὰ δὲ ἔσοδα εἰς 92,409,000, καὶ ἀπομένει
5212ἔλλειμμα ἐκ 2,553,000 δραχμῶν.
5213§294ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 2,210,000.
5214§295Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἔστω, 2,210,000. Ἀλλὰ ὑμεῖς
5215ἔχετε ἄλλον τρόπον καταρτισμοῦ προϋπολογισμοῦ, διαφέροντα
5216ἀπὸ ἐκεῖνον τοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, τὴν
5217βάσιν δ’ αὐτοῦ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, διότι
5218ὑμεῖς περιλαμβάνετε μείωσιν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Δὲν γνω-
5219ρίζω πῶς περιλαμβάνετε τοῦτο, μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυ-
5220βερνήσεως, ὅτι ὁ ψηφισθεὶς νόμος δὲν θέλει ἐφαρμοσθῇ πρὸ τοῦ
52211896, καὶ ὑπολογίζετε 505,000 δραχ.
5222§296ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπόδοσιν εἰς τὸ εἰδικὸν κεφάλαιον.
5223§297Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑπολογίζετε δηλαδή, ὅτι αἱ 324,000
5224δὲν εἶναι ἀρκεταί, καὶ ὅτι δέον ν’ αὐξηθῶσιν εἰς 500,000 δραχ.
5225Ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀνεῦρεν
5226ἀκριβῶς τὰ ἀναλογοῦντα ποσὰ, νομίζω ὅτι τὸ θέμα δὲν ἐπι-
5227δέχεται συζήτησιν.
5228§298ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ στηρίζομαι ἐπὶ τῆς δηλώσεως τῆς
5229Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ποσὸν, ὅπερ θὰ εἰσπραχθῇ
5230περίπου κατὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν τοῦ 1895, ἀνέρχεται εἰς
5231δραχ. 609,000· ἐξ αὐτῶν θὰ μείνῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον,
5232κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον, ποσὸν 103,000 δραχ. περίπου,
5233τὸ ὑπόλοιπον δὲ, ἐκ δραχ. 506,000 περίπου, θὰ κατατεθῇ
5234εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ λ)σμὸν τοῦ εἰδικοῦ κεφαλαίου ὑπὲρ τῆς
5235βελτιώσεως τῆς ἐν γένει ἐκπαιδεύσεως.
5236§299Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀναγράφετε δαπάνην ἐπίσης διὰ τὴν
5237δευτέραν Σύνοδον τοῦ 1895. Εἰς τοῦτο δὲν ἔχω ἢ νὰ ἐπανα-
5238λάβω ὅ,τι εἶπον καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἐκ Παρ-
5239νασσίδος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι
5240πρέπον νὰ ἐπιμένῃ πλέον τις εἰς τοῦτο.
5241§300ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν δεχθῆτε ὅτι θὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή;...
5242§301ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 ἢ
5243ὄχι;
5244§302Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως θὰ ἔχωμεν· ἀλλὰ διατὶ δὲν
5245παραδέχεσθε, ὅτι ἡ παροῦσα Σύνοδος θὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς
5246ἐργασίας της;
5247§303ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ πιστεύετε καὶ σεῖς αὐτό;
5248§304Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅ,τι πιστεύω εἶναι, ὅτι δὲν δυνάμε-
5249θα νὰ ἀναγράψωμεν δαπάνην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἢ μόνον
5250ὅταν πρόκειται περὶ συγκλήσεως τακτικῆς Συνόδου, εὐθὺς δὲ
5251ὡς δὲν πρόκειται περὶ συγκλήσεως τακτικῆς Συνόδου, δὲν δύ-
5252ναται νὰ ἀναγραφῇ τοιαύτη δαπάνη.
5253Ἐπίσης ὁ ἐξ Ἄρτης ἔντιμος Βουλευτὴς ἀποδέχεται αὔξη-
5254σιν δι’ ἀποζημίωσιν μαρτύρων ἐξ 150,000 δραχμῶν. Περὶ
5255τούτου ὑπάρχει γνώμη, ὅτι δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ αὔξησις πιστώ-
5256σεως διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ὡς τοῦτο ἐγένετο τὸ παρελθὸν ἔτος,
5257διότι τὰ δικαστήρια, ἕνεκα τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν καὶ τῶν
5258προσεχῶν δημοτικῶν, δὲν ἐλειτούργησαν καὶ δὲν θὰ λειτουρ-
5259γήσωσιν, ὅπως ἐλειτούργησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Βε-
5260βαίως δὲν δύναται νὰ εἶναί τις βέβαιος περὶ τῶν ἀποτελεσμά-
5261των τούτων, ἀναμφισβήτητον ὅμως εἶναι, ὅτι αἱ βουλευτικαὶ
5262καὶ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ θὰ φέρωσιν ἐλάττωσιν δικῶν, ἑπομένως
5263δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑπολογίσωμεν αὔξησιν δαπάνης.
5264Ἀναγράφετε δαπάνην καὶ διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν
5265ἐξ 1,127,936· ἀλλ’ ἐφροντίσασε, ἔντιμε συνάδελφε, ν’ αὐξήσητε
5266καὶ τὰ ἔσοδα ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων κατὰ δραχ. 833,333,
5267ἀφοῦ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ἐλάβετε δ’ ὑπ’ ὄψιν εἰς
5268τοὺς ὑπολογισμούς σας καὶ τὰς παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς,
5269ἥτις προσθέτει ποσὸν ἐκ δραχ. 500,000 μεῖον 112,000, ἤτοι
5270388,000;
5271§305ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν σχετίζεται πλέον, διότι ἀνεβλήθη ἡ
5272ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου.
5273§306Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐπιτρο-
5274πὴ προσθέτει δαπάνην 358 χιλιάδων δραχμῶν;
5275§307ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὰ ὅλα τὰ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν. (Διά-
5276λογοι).
5277§308ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐπισκευὴ τῶν Ἀνακτόρων, ἡ μεταῤ-
5278ῥύθμισις τοῦ παλαιοῦ στρατῶνος, αὐτὰ δὲν εἶναι δαπάναι;
5279Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ γείνουν αἱ δαπάναι αὗται, δὲν ἦτο
5280ἀνάγκη νὰ γείνῃ δήλωσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν
5281καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ ἐγγραφὴ αὐτῶν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
5282Ὁ νόμος λέγει, ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ δαπάνης ἄνω τῶν
528310,000 δραχμῶν, χρειάζεται εἰδικὸς νόμος· τὸ ποσὸν δὲ ἑκά-
5284στης τῶν δαπανῶν τούτων, τὸ ὁποῖον θὰ βαρύνῃ τὴν παροῦσαν
5285χρῆσιν, ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ὅταν ὅμως πρό-
5286κειται περὶ ἔργων, ὧν ἡ δαπάνη δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 10,000
5287δραχμῶν, διὰ τὸ ἔργον τοῦτο δὲν ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος,
5288ἀλλ’ ἀναγράφεται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἡ δι’
5289αὐτὸ ἀναγκαία πίστωσις.
5290§309Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀναγραφῆς πιστώ-
5291σεως, εἰμὴ μόνον διὰ τὸν στρατῶνα Μονεμβασίας ἐκ 5,000
5292δραχ. καὶ τὸ λοιμοκαθαρτήριον Σύρου ἐξ 9,950· διὰ τὰ λοιπὰ
5293ὑποβάλλονται μόνον οἱ προϋπολογισμοί, σχετιζόμενοι μὲ τὴν
5294ἀναγραφομένην ἤδη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 δα-
5295πάνην. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ νέας δαπάνης.
5296§310ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.
5297§311Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζή-
5298τημα.
5299Ἐπίσης ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἀποδέχεται μὲν
5300τὸ ἔσοδον τῶν 680,000 δραχμῶν, ἀλλὰ συμψηφίζει αὐτὸ
5301εἰς τὰς προμηθείας. Ἀλλὰ ἤδη ἀπέδειξα, ὅτι διὰ τὰς ἐκ
5302τοῦ ἐξωτερικοῦ προμηθείας προβλέπει ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ
5303ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἐγγραφῇ νέα τοιαύτη πίστωσις. Ἡ
5304προμήθεια δηλαδὴ θὰ περιορισθῇ ἐντὸς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον
5305ἀναγράφεται ἤδη. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν τῶν γαιαν-
5306θράκων, εἰς τὴν τιμὴν τῶν 40 δραχμῶν περιλαμβάνεται καὶ
5307ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος.
5308Τοιοῦτοι εἶναι οἱ ὑπολογισμοί, καὶ λέγουσιν, ὅτι ἔχομεν
53092½ ἑκατομμύρια ἔλλειμμα! Δικαίωμά σας εἶναι νὰ φρονῆτε,
5310ὅτι ἔσοδά τινα δὲν θ’ ἀποδώσωσι τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφό-
5311μενα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἐπὶ τοιούτων θεμάτων δὲν
5312δυνάμεθα βεβαίως νὰ συνεννοηθῶμεν.
5313§312ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν 730,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον
5314ἐζητήθη διὰ τὴν πληρωμὴν καθυστερουμένων τοκομεριδίων
5315τοῦ 1893;...
5316§313Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ ἔχομεν ἀναγεγραμμένον.
5317§314ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ εἰς τὰς νέας δηλώσεις δὲν τὸ ἀνέ-
5318γραψεν ἡ Κυβέρνησις.
5319§315Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐσκό-
5320πουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἰδίως μετὰ τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ
5321τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μεταβολὰς, αἵτινες πληρέ-
5322στατα δικαιοῦσι τὰς σκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολο-
5323γισμοῦ, ἐζήτησα δὲ αὐτὸν, μόνον ὅταν εἶδον τὸν ἔντιμον ἐξ
5324Ἀττικῆς Βουλευτὴν στενοχωρούμενον, διότι ἴσως ὁ ἔντιμος
5325Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη τὰς προτάσεις τῆς ἐπι-
5326τροπῆς, αἵτινες δικαιολογοῦνται ἐκ τῶν πραγμάτων. Εὑρισκό-
5327μενος ὅμως ἐπὶ τοῦ βήματος, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ εἴπω
5328δύο λέξεις πρὸς τὸν ἔντιμον ἐξ Ἰθάκης Βουλευτὴν καὶ φίλον
5329προσφιλῆ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐξ Ἰθάκης Βουλευτὴς πα-
5330ρεξήγησε τὰς ἐν τῇ ἐκθέσει γνώμας εἴτε τῆς πλειονοψηφίας
5331τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε τῆς μειονοψηφίας, εἴτε καὶ μόνης τῆς
5332ἐμῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ,
5333διότι ἐνόμισεν ἴσως, ὅτι, ὡς εἰσηγητὴς προτείνας τὴν γνώμην
5334ταύτην, ἐσκόπουν εἰς βάρος τοῦ στρατοῦ νὰ παρίδω τὴν ἐλάτ-
5335τωσιν δαπανῶν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἀνέφερε δὲ, ὅτι, ἐνῷ
5336ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ὑποστηρίζει τὴν χορηγίαν 20
5337χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἐκτύπωσιν τοῦ Ἄτλαντος τῆς Μα-
5338κεδονίας, ἀφ’ ἑτέρου προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν
5339τοῦ στρατοῦ· ὅτι, ἐνῷ δὲν ἐλαττώνει τὸν μισθὸν τοῦ διευθυν-
5340τοῦ τοῦ Ἀστεροσκοπείου, φροντίζει νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπά-
5341νας διὰ τὸν στρατόν· ὅτι, ἐνῷ δὲν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ περι-
5342κοπῆς τοῦ μισθοῦ τοῦ ὑγιεινόμου Κερκύρας ἐφρόντισε νὰ ἐλατ-
5343τώσῃ τὴν δαπάνην τοῦ στρατοῦ. Νομίζω, ὅτι ἐπλανήθη ὁ
5344ἔντιμος συνάδελφος ὡς πρὸς τὰς σκέψεις, αἵτινες προήγαγον
5345ἐμὲ τοὐλάχιστον νὰ προτείνω τροποποίησιν τοῦ ὀργανισμοῦ
5346τοῦ στρατοῦ ἀναλόγως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν
5347τῆς χώρας καὶ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς ἀπέναντι τῆς ἱστο-
5348ρίας καὶ τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν ἡμῶν. Διότι τοιαύτη εἶναι
5349ἡ δικαιολογία, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῇ ἐκθέσει. Εὐτυχῶς ἐπίση-
5350μος γλῶσσα, ἡ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνελθόντος
5351τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ βῆμα, ἐδικαίωσε τὰς κρίσεις τῆς ἐπιτρο-
5352πῆς, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ἐν ὀλίγοις, ὅτι ἐντὸς ὀλί-
5353γου θὰ εἰσαγάγῃ νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὀργανισμὸν,
5354ὁ ὁποῖος θὰ ᾖναι ἀνάλογος πρὸς τὰ μέσα τῆς χώρας καὶ τὰς
5355ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος ἔχει καὶ ἀπέναντι τῆς ἱστο-
5356ρίας καὶ ἀπέναντι τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν. Ἐλπίζω ἐν τοι-
5357αύτῃ περιπτώσει, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐξ Ἰθάκης Βουλευτὴς δὲν
5358ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀρχῆθεν ἐφάνη,
5359ὅτι εἶχεν.
5360Ἐλησμόνησα, Κύριοι, νὰ ἀναφέρω, ὅπως ἀποδειχθῇ κατὰ
5361πόσον εὕρομεν ἄγκυραν σωτηρίας καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπι-
5362τροπῆς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἐκεῖθεν προ-
5363ερχομένας γνώμας περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, ὅτι πρὸ ὀλίγου
5364ὑπέμνησα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐζήτησα
5365παρ’ αὐτοῦ ν’ ἀναγράψῃ ἔσοδον 167,000 δραχμῶν, προερχό-
5366μενον ἐκ νομισματοποιΐας, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγράφεται εἰς τοὺς
5367κατατεθέντας τὴν ἑσπέραν ταύτην πίνακας τῶν ἐπενεχθεισῶν
5368ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ μεταβολῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη
5369εἰσαχθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν προ-
5370σωρινῶν καταστάσεων.
5371§316ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι εἶμαι ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ διερ-
5372μηνεύω τὰ διανοήματά μου, καὶ ὅταν ἐγὼ διερμηνεύω ταῦτα,
5373εἰς οὐδένα ἐπιτρέπω νὰ παρερμηνεύῃ αὐτά. Ἐγὼ ἐν τῇ ἐπι-
5374τροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐδήλωσα, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ
5375ῥιζικὴ ἐπεξεργασία αὐτοῦ καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς
5376τὰ ἔξοδα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ
5377προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι πολιτικός. Ἔπρεπεν ἐξ ἀνάγ-
5378κης νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν
5379παρασκευάσει. Ὅταν τις καθιερώσῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην, πρέ-
5380πει νὰ μὴ ἐξέρχηται αὐτῆς, πρέπει νὰ ὑποστῇ ὅλας τὰς
5381συνεπείας, νὰ ἐπεξεργασθῇ ὅλα τὰ ἔσοδα κατ’ ἄρθρον, καὶ ὅπου
5382εὑρίσκῃ αὐτὰ ἐπὶ πλέον, νὰ τὰ ὑπολογίσῃ ἐπὶ ἔλαττον,
5383ὅπου τὰ εὑρίσκῃ ἐπὶ ἔλαττον, νὰ τὰ ὑπολογίσῃ ἐπὶ πλέον.
5384Ἐγὼ ὑπέδειξα ὄχι μόνον αὐξήσεις, ἀλλὰ καὶ ἐλαττώσεις,
5385καὶ ἂν δὲν ἠθέλατε νὰ ἐξέλθητε τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον
5386εἶχε καθιερώσει ὁ κ. Τρικούπης, ἔπρεπεν οὐδὲν τῶν ἐσόδων
5387νὰ θίξητε. Ἀλλ’ ἅμα ἠθέλατε νὰ ἐξέλθητε ἐκ τῆς ἀρχῆς
5388ταύτης, ἔπρεπε καὶ διὰ τὰς αὐξήσεις καὶ διὰ τὰς ἐλαττώσεις
5389νὰ ἐξέλθητε, διότι, ὅπως ἐρείδεσθε ἐπὶ τὴν προϊοῦσαν αὔξησιν
5390τῶν ἐσόδων τοῦ Μονοπωλίου, ἔπρεπε νὰ στηριχθῆτε καὶ ἐπὶ τὴν
5391προϊοῦσαν μείωσιν τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν
5392καὶ τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων, ἔπρεπεν
5393ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἔσοδα, τῶν ὁποίων παρατηρεῖται
5394προϊοῦσα μείωσις, νὰ στηριχθῆτε εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ
53951894 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ τοῦ 1893, καὶ ν’ ἀναγράψητε
5396αὐτὰ διὰ τὸ 1895. Δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπητε,
5397προκειμένου περὶ τοιούτων μειώσεων, «δὲν θέλομεν νὰ θίξωμεν
5398τὸ ἔργον τοῦ κ. Τρικούπη», προκειμένου ὅμως περὶ αὐξήσεων,
5399νὰ τὰς ἐγγράψητε. Τὰ ἑπτανησιακὰ προϊόντα ἀπέφεραν
5400κατὰ τοὺς ἓξ πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1894 δραχ.
54011,770,000, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893
5402ἀπέφεραν 2,150,000. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἀπέφερε
5403δρ. 1,185,000 τὸ 1894, ἐνῷ κατὰ τὸ 1893 εἶχεν ἀποδώσει
54041,955,000, δηλ. κατὰ τὸ 1894 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1893
5405ἔχομεν ἐλάττωσιν τοῦ ἐσόδου κατὰ 749,000 δρ. Ἐὰν θέλητε
5406νὰ ἦσθε συνεπεῖς, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε καὶ τὰς μειώσεις.
5407Εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἐξήγησα χθὲς, ὅτι
5408ἐκεῖ ἔχομεν προϊοῦσαν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν. Εἰς τὴν Ἑπτά-
5409νησον ἡ φορολογία γίνεται ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς, καὶ δὲν
5410ἠμπορεῖτε νὰ λάβητε τὴν εἴσπραξιν τῶν τριῶν προηγουμέ-
5411νων ἐτῶν, ὅπως πράττει ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ.
5412Ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν εἶναι προφανὴς ἡ διαφορά, ὡς σᾶς ἐξή-
5413γησα ἤδη τοὺς λόγους’ ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν ἑπτανησιακῶν
5414προϊόντων, διατὶ θὰ ἔχωμεν ἐφέτος ἐλάττωσιν ἐπὶ τοῦ ἐλαίου,
5415διότι ὡς πρὸς τὸ ἔλαιον τὸ ἔσοδον τοῦ 1894 θὰ τὸ εἰσπρά-
5416ξωμεν εἰς τὰ 1895. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἦτο ἐπιτετραμ-
5417μένον εἴτε εἰς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας εἴτε
5418εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δράξωνται μονομερῶς τῆς
5419τελευταίας ταύτης σανίδος πρὸς σωτηρίαν, διὰ νὰ παρουσιά-
5420σωσι τὸ περίσσευμα, διότι τὸ περίσσευμα αὐτὸ μόνον ἐκ τῶν
5421δύο τούτων ἐσόδων, ἐπὶ τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων καὶ τοῦ
5422φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἀνατρέπεται ἀμέσως, καὶ γίνεται ἔλ-
5423λειμμα. Πλὴν τούτου, ἔχομεν ἐπὶ τῶν ἐξόδων ἄλλο ἔλλειμμα,
5424τὸ ἐκ τῆς ἐπὶ πλέον συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, τὴν ὁποίαν
5425ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, φοβούμενος μὴ τῷ ἀνα-
5426τραπῇ τὸ περίσσευμα, δὲν ἀναγράφει τὴν δαπάνην διὰ τὴν
5427βουλευτικὴν σύνοδον ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας νομί-
5428ζει ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἀναβάλωμεν εἰς ἄλλην σύνοδον, ἀλλ’
5429ὅστις γινώσκει ὅτι τὸ Κράτος ἄνευ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
54301896 δὲν ἠμπορεῖ νὰ κυβερνηθῇ, καὶ διὰ τοῦτο τοὐλάχιστον
5431εἶναι ἀνάγκη νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ ἐκ νέου...
5432§317Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅταν συγκληθῇ, θ’ ἀναγραφῇ.
5433§318ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν δαπάνην διὰ τρεῖς
5434συνόδους τοῦ ἔτους. Ἡ δαπάνη διὰ τὴν σύνοδον πρέπει νὰ
5435ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους, εἰς τὸν ὁποῖον
5436ἀνήκει. Αὐτὰ εἶναι κοινότατα πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων
5437δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία.
5438Λοιπὸν ἔχομεν ἤδη ἐκ τῶν ἐσόδων τὸ δῆθεν περίσσευμα
5439τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνατετραμμένον. Ἐπέρ-
5440χεται εἶτα τὸ ἔλλειμμα τὸ ἐκ τῶν ἐξόδων. Δὲν θέλω νὰ εἰσ-
5441έλθω εἰς ἄλλας λεπτομερείας. Ἀφοῦ ἐκτυπωθῶσιν οἱ πίνα-
5442κες καὶ λάβωμεν αὐτοὺς ἀνὰ χεῖρας, τότε θὰ εἰσέλθω εἰς λε-
5443πτομερείας, ἀλλὰ μόνον τὰ δύο ταῦτα κονδύλια, τὸ τῆς δια-
5444φορᾶς τῆς συναλλαγματικῆς, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὴ ἡ πλειοψη-
5445φία τῆς Βουλῆς ἀποδέχεται, καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὴν βʹ σύνο-
5446δον, ἀποδεικνύουσιν ὅτι τὸ ἔλλειμμα θὰ ὑπερβῇ τὸ 1 ἑκατομ-
5447μύριον, κατ’ αὐτοὺς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ἤδη
5448ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογι-
5449σμὸν τοῦ μέλλοντος, βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμέν τι
5450σήμερον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ διὰ πολλῶν,
5451ἀλλὰ διὰ μιᾶς γενικῆς γραμμῆς μᾶς ὑπέδειξεν ὁποῖοι θὰ ἦναι
5452οὗτοι· θὰ ἐλαττώσῃ, λέγει, τὰ ἔξοδα κατὰ 1,400,000 διὰ
5453τοῦ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγῃ
5454καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι βεβαίως ἡ κατάργησις τῆς στρατιω-
5455τικῆς ἀστυνομίας· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐλησμόνησεν
5456ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ ἔσοδα...
5457§319ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφῄρεσεν.
5458§320ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ. Ἄλλα ἔσοδα ἐννοῶ. Εἰς τὴν
5459στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ὀφείλεται ἡ αὔξησις κατὰ τὸ τε-
5460λευταῖον ἔτος τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ καπνοῦ κατὰ 700,000,
5461τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν μονοπωλίων κατὰ 1,000,000 καὶ τῶν
5462τελωνειακῶν εἰσπράξεων κατὰ ἑκατομμύρια ὅλα (θόρυβος).
5463Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία καὶ δὲν ἐπάτασσε
5464κατακέφαλα τὸ λαθρεμπόριον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν
5465τοιαύτας αὐξήσεις ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1893, αὐξήσεις ἐκ τῶν
5466μονοπωλίων, ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσπρά-
5467ξεων. Λοιπὸν ἀπὸ τοῦδε, Κύριοι, ἐννοεῖτε, ὁποῖον μέλλον
5468παρασκευάζει διὰ τοῦ προσεχοῦς προϋπολογισμοῦ του ὁ κ.
5469Πρωθυπουργός. Ἐννοεῖ νὰ ἀφήσῃ ἀνοικτὴν τὴν θύραν πάλιν
5470εἰς τὸ λαθρεμπόριον, ὅπως ἄλλοτε, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ἐὰν θὰ
5471ἐπέλθῃ οἰκονομία διὰ τῆς τοιαύτης καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ
5472τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἡ σπατάλη,
5473ἡ ὁποία ἐπέρχεται ἐκ τῶν ἔργων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
5474βερνήσεως.
5475§321Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ ἐρεθί-
5476ζεται ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος, καὶ τὸν ἐρεθισμὸν αὐτοῦ ἀπο-
5477δεικνύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διέφυγεν ἀπὸ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ.
5478Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἔλεγεν, ὅτι, ἀφοῦ παραδεχόμεθα
5479νὰ μεταβάλωμεν τὰ ἔσοδα, τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγε-
5480γραμμένα ὑπὸ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ἀναγράψαντες αὔ-
5481ξησιν τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων, διατὶ δὲν δεχόμεθα καὶ τὴν
5482ἀναθεώρησιν πάντων τῶν ἐσόδων, ἵνα ἀναγράψωμεν τὰς ἐλατ-
5483τώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ὠφελοῦσιν; Ὅσα μᾶς ὠφελοῦσιν,
5484ἔλεγε, τὰ δεχόμεθα καὶ ὅσα δὲν μᾶς ὠφελοῦσι, δὲν τὰ δεχόμεθα,
5485καὶ εὑρίσκομεν σανίδα σωτηρίας, καὶ ἐπιβαίνομεν ἐπ’ αὐτῆς.
5486Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν καμμίαν προσωπικὴν ὠφέλειαν. Ἐὰν σεῖς
5487νομίζητε, ὅτι ὠφελεῖσθε, ἐὰν ἀποδείξητε ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα,
5488παραβαίνετε τὸ καθῆκόν σας· διότι οὐδεὶς ὠφελεῖται ἐνταῦθα,
5489ἐὰν ἦναι ἔλλειμμα, ἢ ἐὰν ἦναι περίσσευμα. Ἐὰν ἦναι περίσ-
5490σευμα, ὠφελεῖται ὁ τόπος, ἐὰν ἦναι ἔλλειμμα, ὁ τόπος ἔχει
5491ζημίαν. Ἐὰν νομίζῃ τις, ὅτι ὠφελεῖται, παριστῶν περίσσευμα,
5492ἢ ὅτι ζημιοῦται, παριστῶν ἔλλειμμα, ἡ τάσις αὕτη παράγει
5493τοὺς ψευδεῖς προϋπολογισμούς. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δὲν ὑπάρ-
5494χει ἔλλειμμα, καὶ διότι τὸ νομίζομεν, διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν
5495εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ διατὶ ἐπιμένουσιν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν πρὸς
5496ἀπόδειξιν ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης
5497πρὸ μικροῦ ἐκόπτετο, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι 90 χιλιάδες παρελεί-
5498φθησαν. Ὑποθέσατε ὅτι ἀληθῶς παρελείφθησαν 90 χιλιάδες,
5499καὶ ὑπάρχει ἔλλειμμα 90 χιλιάδων. Τί ἐκ τούτου; Ποῖον
5500κέρδος θέλει προσπορισθῆ ὁ τόπος, ἢ ποῖον πολιτικὸν κέρδος
5501προσδοκᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης;
5502§322ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
5503§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἢ ὑποθέσατε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα
5504εἶναι ἓν ἑκατομμύριον· τί ἐκ τούτου προέρχεται; Θέλετε ἡμεῖς
5505νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἔλλειμμα εἰς περίσσευμα; Θέλετε νὰ μετα-
5506βάλωμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἵνα εἰσπράξωμεν περισσό-
5507τερα ἢ ὅσα πρόκειται νὰ εἰσπράξωμεν νῦν; Νομίζω ὅτι τὸ
5508ὑπερβολικὸν αὐτὸ ἐνδιαφέρον δὲν ἁρμόζει εἰς πολιτικὰς συζη-
5509τήσεις, μάλιστα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ μάλιστα ἐν χρόνῳ,
5510κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπηρεάζουσιν ἄλλα
5511μεγαλείτερα συμφέροντα, ἐκτὸς ἐὰν ὑπολαμβάνωσιν ὅτι ἐπι-
5512τρέπει αὐτοῖς τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον νὰ ζητῶσι νὰ
5513ἐπηρεάσωσιν οὕτω τὰ μεγαλείτερα αὐτὰ συμφέροντα. Ἡ τα-
5514κτικὴ αὕτη δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι τακτικὴ ὑπαγορευο-
5515μένη ὑπὸ τοῦ καθήκοντος. Ἀλλὰ τί λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς
5516ἐκ Λοκρίδος; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ζητεῖ νὰ πείσῃ
5517τοὺς ἀκούοντας αὐτὸν, ὅτι τῷ ὄντι προσήκει ν’ ἀναγράψωμεν
5518συναλλαγματικὴν διαφοράν, ὅτι τῷ ὄντι προσήκει ν’ ἀναγρά-
5519ψωμεν ἔξοδα τῆς ἑπομένης συνόδου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν θὰ γείνῃ
5520σύνοδος βουλευτική, καὶ ποία σύνοδος θέλει γενῆ, καὶ πότε, τὸ
5521μέτρον εἶναι κυβερνητικόν, καὶ ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, δὲν προ-
5522τείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν τίποτε, ἑπομένως οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα
5523νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ ν’ ἀναγράψωμεν πίστωσιν. Θέλομεν τάχα
5524συγκαλέσει ἔκτακτον σύνοδον; Πότε θὰ συγκληθῇ αὕτη; Θέ-
5525λομεν τάχα συγκαλέσει τακτικὴν σύνοδον; Ἔχομεν δικαίωμα;
5526δὲν ἔχομεν; Ταῦτα εἶναι μέριμναι κυβερνητικαί, αἱ ὁποῖαι
5527ὅταν ἐξωτερικευθῶσι, τότε ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ
5528αὐτάς, ἐὰν ἦναι νόμιμοι ἢ ὄχι. Ἀλλὰ συναλλαγματικὴν δια-
5529φορὰν πῶς θ’ ἀναγράψωμεν; ἔχομεν πιστώσεις εἰς τραπεζικὰ
5530γραμμάτια, τὰς πιστώσεις δὲ ταύτας ἔχομεν δικαίωμα νὰ μετα-
5531χειρισθῶμεν, δὲν ἔχομεν δὲ δικαίωμα νὰ δαπανήσωμεν ὑπὲρ τὰς
5532πιστώσεις ταύτας. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκειται διὰ τῶν πιστώ-
5533σεων τούτων ν’ ἀποκτήσωμεν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα θέλουσι
5534πληρωθῆ εἰς χρυσὸν, πρέπει τὰς πιστώσεις ταύτας νὰ μετα-
5535βάλωμεν εἰς χρυσὸν, καὶ διὰ τοῦ χρυσοῦ ν’ ἀποκτήσωμεν τόσα
5536ἀντικείμενα, ὅσα δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν δι’ αὐτοῦ. Πῶς
5537ζητοῦσι ν’ ἀναγράψωμεν μείζονα δαπάνην; Διότι θέλουσι νὰ
5538ἀναγράψωμεν τοιαύτην δαπάνην, διότι νομίζουσιν, ὅτι, ἐὰν δὲν
5539ἀναγράψωμεν, ὠφελούμεθα ἡμεῖς. Ἑπομένως φρονοῦσιν, ὅτι,
5540ἐὰν ἀναγράψωμεν, θέλουσιν ὠφεληθῆ οἱ Κύριοι. Διατὶ θὰ ὠφε-
5541ληθῶσιν;
5542§324ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
5543§325Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι αἱ συζητήσεις αὗ-
5544ται, καὶ μάλιστα καθ’ ὃν τρόπον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος
5545θέλει νὰ διεξάγῃ ταύτας, δὲν μοὶ ἐπιτρέπουσι πλέον νὰ ἐξα-
5546κολουθῶ συζητῶν μετ’ αὐτοῦ.
5547§326ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
5548§327Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς, ὑπο-
5549στηρίζοντες τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
5550ἔχομεν, τοὺς λογισμοὺς τοὺς ὁποίους διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
5551ἐκδηλοῦμεν, δὲν ζητοῦμεν νὰ κερδοσκοπήσωμεν, δὲν ζητοῦμεν νὰ
5552παραποιήσωμεν τοὺς ἀριθμοὺς, ἢ ν’ ἀποπλανήσωμεν τοὺς δα-
5553νειστὰς ἡμῶν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 οὐδένα δύ-
5554ναται ν’ ἀποπλανήσῃ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ
5555Κράτους. Ὅταν θὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν
5556δανειστῶν, γνωρίζομεν τί ἔχομεν νὰ προβάλωμεν εἰς αὐτούς·
5557ἔχομεν νὰ προβάλωμεν ὁλοκλήρου δεκαετίας ἔσοδα καὶ ἔξοδα
5558τοῦ Κράτους, ἀναλελυμένα μέχρι τῆς τελευταίας λεπτομε-
5559ρείας αὐτῶν, καὶ ἀποδεικνύοντα τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν δύνα-
5560μιν τῆς χώρας, τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ Κρά-
5561τους. Ἐκπλήσσομαι, πῶς τινες ὑπέλαβον ἐν τῇ αἰθούσῃ
5562ταύτῃ, ὅτι ἡμεῖς συνετάξαμεν τὸν προϋπολογισμὸν διὰ νὰ
5563ἀποπλανήσωμεν τοὺς ξένους. Ὁ σκοπὸς ἡμῶν δὲν εἶναι αὐ-
5564τός· ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 καταλήγῃ εἰς ἔλ-
5565λειμμα, θέλομεν εἰπεῖ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι καταλήγει εἰς ἔλ-
5566λειμμα, δὲν θέλομεν ζητήσει τὸ ἔλλειμμα νὰ τὸ παραποιήσωμεν
5567εἰς περίσσευμα· δὲν εἶναι δὲ ἐντελῶς ἀληθὴς ἡ παραβολὴ, τὴν
5568ὁποίαν ἐποιήσατε, ὅταν μοὶ ὑπεμνήσατε πῶς προσεπάθουν νὰ
5569ἀποκαλύψω τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν τῆς προκα-
5570τόχου διοικήσεως, ὅταν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋ-
5571πολογισμοῦ ἐξήλεγχον τὸν προϋπολογισμόν. Τότε εἶχον κα-
5572θῆκον νὰ τὸ πράξω, διότι ἔπρεπεν οὐχὶ μόνον νὰ φωτίσω τὴν
5573Βουλὴν περὶ τῆς ὀλισθηρᾶς ὁδοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνη-
5574σις ἐκείνη ἐτράπη, οὐχὶ μόνον νὰ φωτίσω τὴν Κυβέρνησιν
5575περὶ τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν, ἂν ἐπλανᾶτο, εἶχεν ὀλισθή-
5576σει, ἀλλὰ νὰ φωτίσω ἀκόμη καὶ τοὺς δανειστὰς, τὰ κεφά-
5577λαια, διὰ νὰ μὴ ἔρχωνται ἐπίκουρα εἰς τὴν κυβερνητικὴν πο-
5578λιτικὴν, ἡ ὁποία ἤθελε βλάψει τὸν τόπον, διότι, ὅσον δυσκο-
5579λώτερον ἦτο εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἐκεῖνον νὰ εὑρίσκῃ δάνεια,
5580τοσοῦτον ἀσφαλεστέρα ἤθελεν εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος,
5581ὅσον δὲ εὐκολώτερον εὕρισκε τὰ δάνεια, τοσοῦτον βεβαιο-
5582τέρα ἦτο ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τί κοινὸν ἔχει
5583τοῦτο μὲ τὴν σημερινὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, οὐχὶ
5584ὑμεῖς (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Καραπάνον) —δὲν ὁμιλῶ
5585περὶ ὑμῶν, διότι μετὰ μεγάλης ἀπαθείας καὶ ψυχρότητος
5586ἐσυζητήσατε,— τί κοινὸν, λέγω, ἔχει τοῦτο μὲ τὴν σημερινὴν
5587συζήτησιν, καθ’ ἣν συζητοῦσι μετὰ τοιαύτης θερμότητος, μετὰ
5588τοιαύτης ἐμπαθείας, μετὰ τοιούτου ἐρεθισμοῦ, ὡς ἐὰν ἐπρό-
5589κειτο νὰ σώσωσι τὴν Ἑλλάδα καταστρεφομένην; Ἐφρόντι-
5590ζον μήπως τυχὸν πλανηθῶσιν οἱ δανεισταί, καὶ μᾶς ἔλεγον
5591ὅτι: «βεβαίως αὐτὰ θέλουσι νὰ πλανήσωσι τοὺς δανειστάς
5592»ἐὰν δὲν τὰ μάθωσι, θὰ τὰ ἐννοήσωσι· τί ἐνομίσατε; ὅτι δὲν
5593»θὰ τὰ ἐννοήσωσιν;» Εἶναι παραστάσεις αὗται ἁρμόζουσαι
5594εἰς μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἂν ἐπρόκειτο ὁ
5595προϋπολογισμὸς οὗτος νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην τῶν δανειστῶν;
5596Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ, οἱοσ-
5597δήποτε καὶ ἂν ἦναι. Ἐὰν ἡμεῖς λέγωμεν ὅτι εἶναι περίσ-
5598σευμα, τὸ λέγομεν, διότι τὸ πιστεύομεν, διότι δὲν πιστεύομεν
5599ὅτι τὰ ἑπταννησιακὰ προϊόντα εἶναι εἰς μείωσιν, καὶ ὅτι,
5600ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1894 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα χρήματα ἀπὸ
5601τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1893, ἕπεται ὅτι κατὰ τὸ 1895
5602θέλουσιν εἰσπραχθῆ ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ
56031894; διότι, ἐὰν ἐπέλθῃ μείωσις τῶν ἐσόδων τῶν ἑπτανη-
5604σιακῶν προϊόντων, θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς καταστροφῆς τῆς οἰ-
5605νοπαραγωγῆς ἐν Κερκύρᾳ. Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ὁ φόρος τῶν
5606οἰκοδομῶν τοῦ 1893 εἶναι ἀνώτερος τοῦ φόρου τῶν οἰκοδο-
5607μῶν τοῦ 1894, διότι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν εἶναι ἐλάσσων
5608κατὰ τὸ 1893, διότι κατὰ τὸ 1893 εἰσεπράχθη ὁ φόρος
5609τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1892, καὶ ἦτο οὐχὶ μόνον τοῦ 1892,
5610ἀλλὰ καὶ τοῦ 1891 καὶ τοῦ 1893, καὶ ἦσαν τριῶν ἐτῶν
5611φόροι, ἐνῷ τοῦ 1894 εἶναι ὁ ἐτήσιος φόρος τῶν οἰκοδομῶν.
5612Ἑπομένως πῶς θέλετε νὰ ἐπιμένητε νὰ ὁδηγηθῶμεν ἀπὸ τοι-
5613αύτας εἰσπράξεις τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1894 καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ
5614ἀναγράψωμεν ὀλιγώτερον ποσὸν κατὰ τὸ 1895;
5615Αὐτὸ τοῦτο ἔπραττεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής.
5616κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἐνίστατο, διότι τὰ τοῦ σιδη-
5617ροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν παρεστάθησαν εἰς τὴν Βουλὴν
5618διὰ παραρτήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἔλεγεν ὅτι «τὸ
5619ὑπόλοιπον κεφάλαιον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν,
5620ἂν τὸ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, παράγει ἔλλειμμα,
5621διότι θέλει ἀναγραφῆ ὡσαύτως καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐξοδευθη-
5622σομένων· ἀλλ’ ἀναγράψατε, ἔλεγε, ταῦτα, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι
5623τὸ ἔλλειμμά σας ἀναβαίνει εἰς ἑκατομμύρια.» Λησμονεῖ τὸν
5624νόμον, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ τοῦ δανείου περὶ τῆς κατασκευῆς
5625τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. (Ὁ νόμος ΑΦΠΕʹ, ὁ
5626ὁποῖος κανονίζει τὰ τοῦ δανείου τῆς 14 Δεκεμβρίου 1887, ἐν
5627ἄρθροις 10 καὶ 11 κανονίζει τὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου
5628τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν (ἀναγινώσκει):
5629«Ἄρθρ. 10. Πρὸς τελείαν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 1
5630»τοῦ παρόντος σιδηροδρομικῆς γραμμῆς καὶ πληρωμὴν τῶν ἐν
5631»τῷ ἄρθρῳ 4 καθοριζομένων τιμήματος καὶ ἀποζημιώσεως τῶν
5632»διαρκῶς ἢ προσκαίρως καταλαμβανομένων ἰδιωτικῶν κτημά-
5633»των, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκ-
5634»δόσῃ ἢ νὰ συνομολογήσῃ τὴν ἔκδοσιν χρεωλυτικοῦ δανείου
5635»πραγματικοῦ κεφαλαίου μέχρι δραχμῶν 24,000,000, κατα-
5636»βαλλομένου ἐν συνόλῳ ἢ ἐν μέρει εἰς μεταλλικὸν ἢ τραπεζικὰ
5637»γραμμάτια, καὶ νὰ παραχωρήσῃ πρὸς ἐγγύησιν αὐτοῦ τὰς
5638»προσόδους τοῦ ἰδίου σιδηροδρόμου, καὶ ἐν ἀνεπαρκείᾳ τούτων
5639»καὶ ἄλλας προσόδους τοῦ Κράτους ἐλευθέρας ὑποχρεώσεων.»
5640«Ἄρθρον 11. Ὁλόκληρον τὸ προϊόν τοῦ ἐν τῷ προηγου-
5641»μένῳ ἄρθρῳ δανείου, προοριζόμενον ἀποκλειστικῶς εἰς μό-
5642»νην τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ δι’ ὃν ἐπιτρέπεται σιδηροδρόμου,
5643»κατατίθεται ἀπ’ εὐθείας εἰς μίαν τῶν ἐν Ἑλλάδι Τραπεζῶν,
5644»καὶ διατίθεται ὑπ’ αὐτῆς, δυνάμει ἐπιταγῶν τοῦ Ὑπουργοῦ
5645»τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τακτικῶν γραμματίων παραλαβῆς τοῦ
5646»ἁρμοδίου ταμίου, εἰς μόνας τὰς ἀνάγκας, εἰς ἃς προορίζεται.»
5647Πῶς λοιπὸν συνεχωνεύθη μὲ τὰ δημόσια ἔσοδα τὸ ἐκ δραχ.
56481,062,823.56 κεφάλαιον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλα-
5649μῶν, διότι εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα ἀνήκει τὸ εἰς λογαριασμὸν
5650τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀνῆκον κεφάλαιον; Καὶ δὲν
5651ἐκανόνισε ταῦτα οὕτω μόνος ὁ νόμος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπὸ 30
5652Ἰουλίου 1888 σύμβασις, ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 τῆς ὁποίας ἀνα-
5653φέρονται ταῦτα: «Ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν
5654»καταστάσεων, ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἐκδίδῃ ἐπιταγὴν πληρωτέαν
5655»ἀπὸ τὰ διὰ τὴν κατασκευὴν προωρισμένα κεφάλαια, τῇ
5656»προηγουμένῃ κρατήσει 10% λόγῳ ἐγγυήσεως. Αἱ μη-
5657»νιαῖαι καταστάσεις θὰ καταρτίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τιμή-
5658»ματος κατὰ χιλιόμετρον καὶ κατὰ τμήματα τῆς γραμμῆς,
5659»λογιζομένου τοῦ τμήματος τούτου ἀναλόγως τῶν ἐπὶ τῶν
5660»διαφόρων τμημάτων ἐκτελεστέων ἔργων. Ἐφ’ ὅσον καὶ καθ’
5661»ὅσον ἀποπερατοῦνται τὰ ἔργα τμήματός τινος καὶ παρα-
5662»λαμβάνεται τοῦτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, πληρωθήσεται τὸ
5663»ὅλον τίμημα εἰς τὸν ἀνάδοχον.»
5664Τὰ κεφάλαια λοιπὸν ταῦτα δὲν ἔπρεπε νὰ συγχωνευθῶσι μὲ
5665τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου· ἔπρεπε νὰ μένωσι κεχωρισμένα,
5666κατατεθειμένα ἐν τῇ Τραπέζῃ, καὶ ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν
5667κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν διατιθέμενα.
5668Διὰ τοῦτο συνέταξα παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τὸ
5669ὁποῖον ἐν τῇ μιᾷ σελίδι εἰσὶν ἀναγεγραμμένα τὰ κεφάλαια εἰς
5670ἐνεργητικόν, ἐν τῇ ἄλλῃ εἰς παθητικόν, ἤτοι ἀναγεγραμ-
5671μένα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ δαπανηθῶσι κατὰ τὸ
56721895. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἤλεγχεν ἡμᾶς διὰ
5673τὴν ἰδιοτροπίαν ἡμῶν ταύτην, καὶ ἀπῄτει, τὰ μὲν κεφάλαια
5674νὰ θεωρηθῶσιν ὡς χρήματα τοῦ Δημοσίου, συγχωνευόμενα
5675μετὰ τῶν ἄλλων ἐσόδων, τὰ δὲ ἔξοδα ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ
5676προϋπολογισμῷ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ἵνα ἐπιβαρύνῃ περισ-
5677σότερον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895!
5678§328ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐὰν
5679δὲν ἐπροκαλούμην παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως·
5680ἐνόμισα μάλιστα, ὅτι ἐν τῇ ἀγορεύσει, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο
5681πρὸ ὀλίγου, διεῖδον ἐν τοῖς πλείστοις συμφωνίαν μεταξὺ τῶν
5682ἰδεῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν θεμελιωδῶν
5683ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα χθές, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
5684γισμοῦ. Ἀλλὰ προκληθείς, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον.
5685Οὐδὲν ἔχω ἐνδιαφέρον, μήτε νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται εἴς τινα
5686νὰ ἔχῃ ἐνδιαφέρον, ὅπως ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπίδειξιν ἐλλείμματος
5687ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν, ἐὰν τοιοῦτον δὲν ὑπάρχῃ. Δὲν
5688συμφωνῶ μὲ τοὺς θεωροῦντας τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπο-
5689λογισμοῦ ἡμῶν ὡς τὴν κυρίαν αἰτίαν τῆς νόσου, ὑφ’ ἧς πά-
5690σχει ἡ χώρα ἡμῶν· ἀλλὰ καίτοι μὴ συμφωνῶν εἰς τοῦτο, θεωρῶ
5691ὅμως ὡς ἀμέσως συνδεομένην μετὰ τῆς καταστάσεως τῆς χώ-
5692ρας τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὸ
5693δὲ πραγματικὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἰ δυνα-
5694τὸν, καὶ θετικὸν ἐν αὐτῷ περίσσευμα, τὰ θεωρῶ, ὅπως διὰ
5695μακρῶν ἀνέπτυξα, ὡς ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῆς κατα-
5696στάσεως τοῦ τόπου. Τοιοῦτον ἐπιδιώκοντες ἐπαρκῆ προϋπο-
5697λογισμόν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν
5698μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλουσι μᾶς ἐξαγάγει ἐκ τῆς καταστάσεως,
5699ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα. Τοιαύτην δίδων ἔννοιαν εἰς τὸ ἰσοζύγιον
5700τοῦ προϋπολογισμοῦ, τότε μόνον τὸ θεωρῶ ὠφέλιμον, ὅταν ἦναι
5701θετικὸν καὶ πραγματικόν. Διὰ τοῦτο, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
5702Κυβερνήσεως ἀνέπτυξε τὸ περιεχόμενον τῶν πρὸ ὀλίγου ὑπο-
5703βληθέντων πινάκων τῶν ὁριστικῶν ἀναγραφῶν τοῦ προϋπολο-
5704γισμοῦ τοῦ 1895, ἔθεσα ἐν ἐμαυτῷ τὸ ἐρώτημα: διατὶ ὁ κ.
5705Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ ἐπιδείξῃ τὸν προϋπολο-
5706γισμὸν τοῦ 1895 ἐν περισσεύματι; Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ,
5707ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ τοσοῦτον πεπειραμέ-
5708νος περὶ τὰ λογιστικὰ ἐν γένει καὶ περὶ τὰ τοῦ προϋπολογι-
5709σμοῦ ἡμῶν, πιστεύει ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ
5710προϋπολογισμῷ δαπάναι ἐπιβαλλόμεναι καὶ ἀναμφισβήτητοι.
5711Ὑποπτεύω δὲ, ὅτι δὲν θέλει τοῦτο, διότι ἡ ἀναγραφὴ αὐτῶν
5712καθιστᾷ τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν ἀνισοσκελῆ καὶ ἐν ἐλλείμ-
5713ματι. Δὲν θέλει ἆρά γε τοῦτο ἕνεκα προσωπικῆς φιλοτιμίας;
5714Δὲν νομίζω ὅτι ἐπὶ ζητημάτων τοσοῦτον σπουδαίων, οἷά εἰσι
5715τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ἐπιτρέπεται νὰ ἐπηρεαζώμεθα
5716ἐξ αἰσθημάτων προσωπικῆς φιλοτιμίας οἱασδήποτε· σημασίαν
5717δὲ σπουδαίαν ἔχει ἡ εἰλικρίνεια τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ
5718στήριξις αὐτοῦ ἐπὶ θετικῶν καὶ ἀσφαλῶν βάσεων. Δὲν εἶναι δὲ
5719θετικαὶ αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται ἡ στήριξις τοῦ
5720προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν καὶ
5721τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ δώσῃ ἄλλην ἔννοιαν
5722εἰς τὴν γνώμην ταύτην, εἰμὴ τὴν τῆς ἀποῤῥοίας αὐτῆς ἐκ
5723τῆς πεποιθήσεώς μου περὶ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν μέτρων, ἅτινα
5724ἀνέπτυξα χθὲς ἐν ἐκτάσει. Ὡς ἐν παραδείγματι δὲ, θὰ ἀρκε-
5725σθῶ ν’ ἀποδείξω εἰς τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς
5726ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἔχει ἄδικον, προτείνων
5727τὴν ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ Δημοσίου ἀναγραφὴν τῆς διαφορᾶς
5728συναλλάγματος ἐπὶ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων ἐκ προξενικῶν
5729τελῶν καὶ ἐκ πωλήσεως σμύριδος. Εἰς τοῦτο δὲ, βλέπω εὐ-
5730χαρίστως, ὅτι εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
5731βερνήσεως, μὴ ἀναγράψας τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰς τοὺς πρὸ ὀλί-
5732γου ὑποβληθέντας πίνακας. Τὸ ἔσοδον τοῦτο ἐκ διαφορᾶς
5733συναλλάγματος, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, συμψηφίζεται μὲ τὴν ἀπαι-
5734τουμένην ὁμοίαν διαφορὰν διὰ προμηθείας διαφόρων Ὑπουρ-
5735γείων. Τοιαῦται δὲ προμήθειαι δὲν εἶναι μόνον αἱ μνημονευ-
5736θεῖσαι παρὰ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς. Τοιαῦταί εἰσι
5737προσέτι αἱ τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων, ἅτινα προμηθευόμεθα
5738εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δ’ ἀναγράφονται
5739διὰ τὸ σιγαρόχαρτον δρ. 300,000, διὰ τὰ παιγνιόχαρτα δρ.
5740150,000, διὰ τὰ πυρεῖα 400,000, καὶ διὰ τὸ πετρέλαιον
57411,700,000. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν
5742τελευταίων ἐτῶν, ἐν οἷς ὑπάρχει πάντοτε ὑπέρβασις τῆς ἐν τῷ
5743προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης δαπάνης, καὶ ὑπολογίσητε
5744τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον τὸ συνάλλαγμα καὶ τὸ
5745πετρέλαιον, θέλετε πεισθῆ, ὅτι μόνον τὰ τέσσαρα ταῦτα κεφά-
5746λαια δύνανται ν’ ἀποῤῥοφήσωσι σχεδὸν τὸ ὅλον τῆς διαφορᾶς
5747τοῦ συναλλάγματος, τῆς ὁποίας προτείνεται ἡ ἀναγραφὴ ἐν
5748τοῖς ἐσόδοις. Ἐκτὸς τοῦ κονδυλίου τούτου τῶν ἐσόδων, ἔχο-
5749μεν ἐν τοῖς ἐξόδοις τὴν διαφορὰν συναλλάγματος διὰ τὴν ὑπη-
5750ρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Εἰς αὐτὴν, ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ
5751ἀναγραφομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, πρέπει νὰ προστεθῇ
5752ἄνευ ἀμφισβητήσεως τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐπρότεινα, διότι 450,000
5753δραχ. ἐπληρώθησαν ἤδη παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ παρ’ αὐ-
5754τοῦ ἀγορασθὲν ποσὸν πρὸς δρ. 1,85, ἀντὶ τῆς τιμῆς τῶν δρ.
57551,75, ἣν ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμός. Διὰ δὲ τὸ ἕτερον ἥμισυ
5756τοῦ συναλλάγματος, ὅπερ μένει ν’ ἀγορασθῇ παρὰ τοῦ Δη-
5757μοσίου, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν σημερινὴν τιμὴν τοῦ
5758συναλλάγματος, ἥτις εἶναι δρ. 1,78, καὶ οὐχὶ τὴν ἐν τῷ
5759προϋπολογισμῷ, ὅστις σημειοῖ αὐτὴν εἰς δρ. 1,75.
5760Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς πλειοτέρας λεπτομερείας, διότι καὶ ἡ
5761ὥρα εἶναι προκεχωρημένη καὶ τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον.
5762Ἐπανέρχομαι δὲ εἰς τὸ ἐρώτημά μου: διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος
5763τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ πολλὰ ἔτη κατεκρί-
5764νομεν τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς μὴ ἐγγράφοντας τακτικῶς
5765καὶ ἀκριβῶς τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, θέλει μὴ θετικὸν περίσ-
5766σευμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895; Ἐὰν ἐπείσθημεν ὅτι
5767συμφέροντα οὐσιαστικὰ ὑπὲρ τῆς χώρας ἐπιβάλλουσι τοῦτο,
5768δὲν ἤθελον βεβαίως λάβει τὸν λόγον. Δὲν βλέπω ὅμως τοιοῦ-
5769τόν τι. Ἂν τὸ περίσσευμα ἦναι θετικὸν, ἐπιβάλλεται εἰς
5770ἡμᾶς νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν, εὐκολύνοντες τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
5771ἐκκρεμῶν δημοσίων ἔργων. Ἀλλ’ ὑπάρχει τοῦτο; Θὰ εὕρω-
5772μεν τὰ ὡς περισσεύοντα παριστώμενα χρήματα ἐν τῷ τα-
5773μείῳ; Μὴ ὑπαρχόντων δὲ τούτων, θὰ ἐξασκήσῃ ἐπιβλαβῆ
5774ἐπίδρασιν προϋπολογισμὸς ἐν περισσεύματι, ὅταν τὸ περίσ-
5775σευμα τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ δώσῃ τὰ μέσα καὶ νὰ εὐκολύνῃ
5776τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς καταστάσεως τῆς
5777χώρας. Ἐὰν ἔχωμεν τὸ περίσσευμα, διατὶ δὲν ἀρχίζομεν τὸν
5778σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης;
5779§329Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ 800
5780χιλιάδας;
5781§330ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀρκοῦσι διὰ τὴν ἐξακολούθησιν ἐντὸς
5782τοῦ 1895 τῶν ἔργων τοῦ μικροῦ τμήματος Ἀθηνῶν–Χαλ-
5783κίδος· διότι, ἂν θὰ ἔχωμεν διὰ τὸ 1895 περίσσευμα 800,000,
5784θὰ ἔχωμεν τοιοῦτο διὰ τὸ 1896 ἴσως δύο καὶ τριῶν ἑκατομμυ-
5785ρίων. Διὰ τὸ 1895 δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ περισσότερον ποσόν. Ἀλλὰ
5786δὲν θὰ εὕρωμεν καὶ τὰ χρήματα ταῦτα ἐν τῷ περισσεύματι τοῦ
5787προϋπολογισμοῦ. Μὴ εὑρίσκοντες δ’ αὐτά, ἐπιδιώκομεν περίσ-
5788σευμα μὴ στηριζόμενον ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἔχω τὴν ἰδέαν,
5789ὅτι τοῦτο βλάβην δύναται νὰ φέρῃ καὶ εἰς τὰ ἐντὸς καὶ εἰς τὰ
5790ἐκτὸς τῆς χώρας συμφέροντα. Δὲν δικαιούμεθα νὰ ἐπιδεικνύωμεν
5791εὐρωστίαν μὴ ὑπάρχουσαν ἐν τῇ χώρᾳ. Περίσσευμα δέ, ὑπὸ τοὺς
5792ὅρους ὑφ’ οὓς συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς, ἐξ 800,000 δρ.
5793δεικνύει σχετικήν τινα εὐρωστίαν, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει.
5794Εὑρίσκω ἐν τῇ δηλώσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
5795δύο βελτιώσεις, τὴν τῆς ἐλαττώσεως κατὰ 350,000 δραχ.
5796τῶν δαπανῶν πρὸς κατασκευὴν καὶ τὴν ἑτέραν κατὰ 100,000
5797δρ. διὰ τὰ δοθησόμενα βοηθήματα εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τῆς
5798ἀναστολῆς τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων – Καλαμῶν.
5799Λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν ἐγγράφονται ἐν αὐτῷ δαπάναι ἐπι-
5800βαλλόμεναι, ὅπως εἶναι ἡ δαπάνη τῆς προσεχοῦς συνόδου τῆς
5801Βουλῆς, δίδουται οὕτω εἰς αὐτὸν χαρακτῆρα εἰκονικότητος, τὴν
5802ὁποίαν πάντοτε κατεκρίναμεν. Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι κατὰ
5803Νοέμβριον θὰ συνέλθωμεν ἐνταῦθα, καὶ ὅτι θ’ ἀπαιτηθῇ βου-
5804λευτικὴ ἀποζημίωσις, διότι οἱ Βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ
5805ἐγκαταλίπωσι τὴν βουλευτικήν των ἀποζημίωσιν. Ἡ μὴ ἐγ-
5806γραφὴ τοιούτων δαπανῶν ἐνθυμίζει τὴν ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν
5807ὠνόμαζεν ὁ πρώην Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀξιομνημόνευτον,
5808κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἰσοζύγια τῶν προϋπολογισμῶν ἀπεκα-
5809λοῦντο στενὰ διὰ τῆς μὴ ἀναγραφῆς ἐν αὐτοῖς βεβαίων δα-
5810πανῶν. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ πολεμῶμεν ὅ,τι δὲν εἶναι εἰλικρι-
5811νές. Ἐὰν δὲ τότε δὲν ἀπεδειλιῶμεν ἀπέναντι τῶν μομφῶν,
5812τῶν ὕβρεων καὶ τῶν συκοφαντιῶν, τὰς ὁποίας ἐξετόξευον καθη-
5813μέραν ἐναντίον ἡμῶν οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι ὑπονομεύομεν τὴν
5814πίστιν τοῦ Κράτους καὶ ἐμποδίζομεν τὴν ἀπεριόριστον αὔξη-
5815σιν τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, ἂν δὲν ἐδιστάζομεν τότε, ὅτε μᾶς
5816ἐπαρουσίαζον τὸ λεπτὸν τοῦτο ζήτημα τῆς δημοσίας πίστεως,
5817σήμερον ἔτι μᾶλλον ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν εἰλικρίνειαν
5818καὶ τὴν ἀλήθειαν, διότι ἐπ’ αὐτῶν μόνον δυνάμεθα νὰ στη-
5819ρίξωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς πίστεως τοῦ
5820Δημοσίου. Ἐπὶ τούτων στηριζόμενοι, δυνάμεθα νὰ ἐλπίσω-
5821μεν ἐπωφελῆ καὶ ἀσφαλῆ κανονισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ
5822ν’ ἀποσοβήσωμεν τὸν κίνδυνον νέας πτωχεύσεως.
5823Διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς βασίζεται
5824ἐπὶ βάσεων θετικῶν, διὰ νὰ μὴ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς κα-
5825νένα ἐκ τῶν ἐμπνεομένων ἐκ κακῶν πρὸς ἡμᾶς αἰσθημάτων
5826νὰ παριστᾷ ὡς εἰκονικὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Τοι-
5827αῦται σκέψεις μὲ ὠθοῦσι νὰ θεωρῶ συμφερώτερον διὰ τὸν τό-
5828πον, ἐὰν ἦναι πράγματι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς ἀληθὲς
5829ἰσοζύγιον, νὰ ἀφήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐν ἐλλείμματι,
5830ἀντὶ νὰ ἐπιδείξωμεν ἀνύπαρκτον περίσσευμα, τὸ ὁποῖον δύνα-
5831ται νὰ ἐμπνεύσῃ νέας ὑπονοίας εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχου-
5832σιν ἤδη ἐμπιστοσύνην πρὸς ἡμᾶς, διότι μᾶς θεωροῦσιν ὅτι
5833ἐφέρθημεν ὡς ἔθνος οὐχὶ καλῆς πίστεως. Τοῦτο μὲ παρα-
5834κινεῖ νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν τοιαύτην γνώμην μου, καὶ οὐχὶ ἡ
5835ὑπόθεσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις βεβαίως μὲ
5836παρεξήγησε. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ πλειότερον.
5837§331Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκπλήσσο-
5838μαι νὰ ἐξακολουθῇ ἐπιμένων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτι
5839ζητοῦμεν νὰ παρουσιάσωμεν περισσεύματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρ-
5840χουσιν, ἐκπλήσσομαι νὰ ἀποδίδῃ ἡμῖν τὴν προαίρεσιν, ὅτι
5841θέλομεν ν’ ἀποπλανήσωμεν τοὺς ἀκούοντας ἡμᾶς, παρουσιά-
5842ζοντες περισσεύματα ἀνύπαρκτα. Ἐν τῇ ἐπιμονῇ ὑπάρχει
5843ὑβριστικὴ διάθεσις, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν προσέχω. Ἐὰν ἠθέλο-
5844μεν νὰ παρουσιάσωμεν περισσεύματα, ἠδυνάμεθα νὰ ἀναγρά-
5845ψωμεν αὐξήσεις, καὶ μετὰ λόγου μάλιστα, ἄλλων ἐσόδων τοῦ
5846Δημοσίου. Ζητήσατε τὴν σελίδα 54 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
5847ἐξόδων, ἵνα εὕρητε ἐν αὐτῇ, ὅτι ὑπολογίζομεν ὅτι θέλουσιν
5848ἐξορυχθῆ 152,000 στατῆρες σμύριδος, καὶ ὅτι θέλομεν πλη-
5849ρώσει ἔξοδα εἰς τοὺς σμυριδορύκτας 2 δρ. καθ’ ἕκαστον στα-
5850τῆρα, καὶ ἀναγράφομεν ἔξοδα μετὰ τοῦ ναύλου κλπ. 564 χι-
5851λιάδας δραχμῶν· ἐνῷ δὲ ἀναγράφομεν ταῦτα, ὑπελογίσαμεν
5852ὡς ἔσοδον ἐν σελίδι 74 τοῦ κεφαλαίου 5 ἄρθρου 3 «τίμημα
5853Ναξίας σμύριδος» δραχ. 400,000.
5854§332ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χρυσῶν.
5855§333Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, τραπεζικῶν γραμματίων.
5856Ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὴν σμύριδα πρὸς 5 δρ. τὸν στατῆρα, τὸ
5857ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον, αἱ 152,000 στατῆρες θέλουσιν ἀπο-
5858φέρει 760,000 δραχμάς. Καὶ ἐνῷ ἠδυνάμεθα ἀντὶ 400,000
5859δραχμῶν νὰ ἀναγράψωμεν 760,000, δὲν τὸ ἐπράξαμεν. Διατί;
5860Καὶ ἐὰν ὑπεθέτομεν ὅτι δὲν ἠθέλομεν εἰσπράξει τόσα, ἀλλὰ
5861μόνον 400,000, ἤτοι ὅτι ἠθέλομεν πωλήσει οὐχὶ 152,000,
5862ἀλλὰ 80,000 στατήρων, διατὶ δὲν ὑπελογίζομεν τὰ ἔξοδα τῆς
5863ἐξορύξεως τῶν 80,000, ἀλλ’ ὑπελογίσαμεν ἔξοδα 152,000
5864στατήρων; Διατὶ δὲν ἠλαττώσαμεν κἄν τὰ ἔξοδα, διὰ νὰ
5865παρασκευάσωμεν τὰ περισσεύματα; Τοιαύτη προαίρεσις ἡμῶν
5866ἀποδείκνυται, ὅπως δημιουργήσωμεν πλαστὰ περισσεύματα;
5867Ἰδοὺ μία εὐκαιρία νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα, ἢ νὰ αὐξήσω-
5868μεν τὰ ἔσοδα.
5869Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν ἄλλο τι, ἄξιον με-
5870γαλειτέρας ἐκπλήξεως. Ἀφοῦ ἔχετε 800 χιλιάδων δραχ-
5871μῶν περίσσευμα, ἔλεγε, διατὶ δὲν προβαίνετε εἰς τὴν κατα-
5872σκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης; 800 χιλιάδες
5873εἰσὶ τὸ ἓν ἑκατοστὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ
5874ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον προϋπολογίζον τὰ ἔσοδα, ἔχει τὴν
5875εὐτυχίαν νὰ εἰσπράττῃ ταῦτα μέχρι λεπτοῦ; Ἢ ὑπάρχει
5876Κράτος, τὸ ὁποῖον, προϋπολογίζον τὰ ἔξοδα, δὲν εὑρίσκεται εἰς
5877τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ περισσότερα; Καὶ ἂν ἐπὶ προϋ-
5878πολογισμοῦ 80 ἑκατομμυρίων ἀφίνωμεν 800 χιλιάδας περιθώ-
5879ριον, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἔλλειμμα, αἰτιᾶται ἡμῶν ὁ κ. Βουλευ-
5880τής, διότι δὲν ἀναγράφομεν καὶ δαπάνην διὰ τὰς 800 ταύτας
5881χιλιάδας, δὲν προσδιορίζομεν νὰ κατασκευάσωμεν δι’ αὐτῶν
5882τμῆμα μικρὸν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ἢ καὶ νὰ
5883ἀρχίσωμεν ταὐτοχρόνως τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου
5884Μύλων–Καλαμῶν!
5885§334ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε κεφάλαια.
5886§335Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν κεφάλαια, διότι ἔχο-
5887μεν ὑποχρεώσεις ἄλλας. Ἐὰν ἐφέτος δαπανήσωμεν τὰ κε-
5888φάλαια, τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῇ Τραπέζῃ, τῶν 1,062,823.56,
5889ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν πιθανότητα ὅτι θέλομεν εἰσπράξει τὰ κατα-
5890τεθέντα παρὰ τοῖς κ.κ. Γκὶψ καὶ υἱῷ, θέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ
5891καταβάλωμεν ταῦτα ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ.
5892Ἐὰν δ’ ἀρχίσωμεν καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου
5893Πειραιῶς–Λαρίσης, θέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ δαπανήσωμεν τρία
5894ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐσμὲν τόσον κύριοι τῶν περιστάσεων τῆς
5895παραγωγῆς, ὥστε νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἔργα, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι
5896θέλομεν ἔχει ἐν τῷ μέλλοντι 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια περίσσευμα;
5897Τοιαύτη ἦτο ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν μετήρχοντο ἄλλοι,
5898ὅταν ἐπεχείρησαν ἔργα. Ἡμεῖς δὲν σκοποῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς
5899τοιαῦτα ἢ μόνον ὅταν θέλωμεν ἔχει χρήματα.
5900Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης οὐ μόνον ἐξακολουθεῖ νὰ δια-
5901κηρύττῃ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ θέλει νὰ πιστευθῇ, δυσφημῶν ἡμᾶς,
5902ὅτι λέγομεν ψεύματα, καὶ ὅτι θέλομεν διεγείρει δυσπιστίαν, καὶ
5903θέλομεν ἐνισχύσει τὴν δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν οἱ προκάτοχοι
5904διήγειραν πρὸς τοὺς ξένους. Ταῦτα ἥκιστα ἁρμόζουσιν εἰς τὸν
5905κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἄνδρα τόσῳ πεφωτισμένον καὶ ἱκα-
5906νῶς παρεσκευασμένον νὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου,
5907ὅταν ὁ τόπος τὴν ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτόν. Εὐλόγως δὲ ἐγὼ ἐκ-
5908πλήσσομαι, διότι δὲν ἤλπιζον τοιαῦτα νὰ λεχθῶσι παρὰ τοῦ
5909κ. Βουλευτοῦ.
5910§336ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς μικρὰν ἀπάν-
5911τησιν ἐπὶ καθαρῶς προσωπικοῦ ζητήματος. Ὁ ἀξιότιμος κ.
5912Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν γνωρίζω τίνας λόγους εἶχεν,
5913ὡς ἀντιπολιτευόμενος, νὰ ἀναζητῇ καὶ ἀνευρίσκῃ μόνον ἐλ-
5914λείμματα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, τοὺς ὁποίους εἰσῆγεν ὁ
5915ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτής. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὡς
5916ἀντιπολιτευόμενος οὐδένα λόγον ἔχω νὰ ἀναζητῶ καὶ ἀνευρί-
5917σκω ἐλλείμματα. Ἀπόδειξις τούτου ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν
5918ἠκολούθησα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ
5919ἐνταῦθα· ὅπου εἶδον ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐπὶ πλέον ἔσο-
5920δόν τι, προέτεινα τοῦτο, ἀψηφῶν τὰς παρατηρήσεις, τὰς
5921ὁποίας οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἔφερον περὶ τούτου, ὅπου δὲ
5922ἐνόμιζον ὅτι ὑπῆρχεν ἔσοδον ἐπὶ πλέον, ὑπεδείκνυον αὐτό.
5923Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, νομίζω ὅτι, ἐὰν ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ὅπου ἐφθά-
5924σαμεν, ἐφθάσαμεν διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς ἀπάτης καὶ τοῦ
5925ψεύδους. Ἐγὼ ἠκολούθησα τὴν τακτικὴν τῆς εἰλικρινείας καὶ
5926τῆς εὐσυνειδήτου ἐργασίας, καὶ πάντες ἀνεγνώρισαν τὴν τα-
5927κτικήν μου ταύτην, πλὴν ἴσως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
5928νήσεως, ὁ ὁποῖος, δὲν γνωρίζω διατί, δὲν παύει νὰ ποιῆται
5929κατ’ ἐμοῦ ἀποστροφὰς καὶ νὰ ἐκδηλοῖ αἰσθήματα κατὰ τρό-
5930πον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς μὲν θεωρεῖ ὅτι συνάδει πρὸς τὸ
5931πρωθυπουργικὸν ἀξίωμά του, ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι ἀπάδει
5932καὶ πρὸς τὸ βουλευτικόν μου ἀξίωμα καὶ πρὸς τὴν ἀγωγήν
5933μου καθόλου νὰ τὸν μιμηθῶ.
5934§337Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ ἔντιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς
5935ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ κακὴν πίστιν.
5936§338ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
5937§339Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ ἀπο-
5938δεχθῶ.
5939§340ΡΑΛΛΗΣ. Μοὶ ἀποδίδετέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶπον.
5940§341Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι βεβαίως, ἐὰν ἐπρό-
5941κειτο νὰ λάβωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν τεσσάρων μηνῶν,
5942βεβαίως δὲν θὰ ἐδικαιολογοῦντο αἱ προβλέψεις τῆς αὐξήσεως.
5943Ἀλλὰ μετὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Μαΐου καὶ Ἰουνίου, πρέ-
5944πει νὰ ἀναγραφῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις. Εἶπον ὅτι μετὰ τὰ
5945ἀποτελέσματα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένητε· ὑμεῖς ὅμως εἴ-
5946πετε, ὅτι δὲν περιέλαβον τὰ ἀποτελέσματα ἐν τῇ ἐκθέσει
5947τῆς ἐπιτροπῆς. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ὑμεῖς
5948δὲν δικαιοῦσθε νὰ ὑποβάλητε τοιαύτας παρατηρήσεις, διότι
5949ὑμεῖς διεφωνεῖτε καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ δὲν ὑπεγράψατε τὴν
5950ἔκθεσιν.
5951§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Κη-
5952ρύσσω περατωμένην τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
5953γισμοῦ.
5954§343Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρό-
5955εδρε, μετὰ τὰ λεχθέντα, ἰδίως μετὰ τὴν ἐπιμονὴν τοῦ ἀξιο-
5956τίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ
5957ψηφίσῃ πρότασιν· πρὸς τοῦτο δὲ προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν:
5958«Ἡ Βουλή, πειθομένη μετὰ τὰ λεχθέντα, ὅτι καὶ τὰ ἔσοδα
5959καὶ τὰ ἔξοδα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνεγράφησαν ἐπὶ τῇ βά-
5960σει τῶν πραγματικῶν πιθανοτήτων, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερη-
5961σίαν διάταξιν».
5962Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
5963σεως.
5964§344ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδόλως εὑρίσκομεν ὅτι δικαιολογεῖται ἡ τοι-
5965αύτη ψηφοφορία. Τοιαύτη ψηφοφορία δὲν καλύπτει βεβαίως
5966τὰ ἐλλείμματα· διὰ τοῦτο ἡμεῖς δὲν θὰ λάβωμεν μέρος εἰς
5967αὐτήν.
5968§345ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοιαύτας ψηφοφορίας προεκάλει καὶ ὁ κ.
5969Τρικούπης, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν.
5970§346Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλει μάθει
5971ὅμως τὸ κοινόν, ὅτι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, τόσοι κατ’ ἀριθ-
5972μὸν, ὅσοι θέλουσι ψηφοφορήσει, ἀνεγνώρισαν ὅτι τὰ λεχθέντα
5973κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐστεροῦντο πάσης βάσεως.
5974§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου
5975τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεῖσαν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ
5976παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
5977(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
5978τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Π.
5979Σάκκη καὶ Σ. Τσιτσάρα, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολ-
5980λον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
5981Μιλτ. Δάλλας Κ. Δ. Βοῦλτσος
5982Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Γ. Μελισσηνὸς
5983Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Διον. Μυλωνᾶς Ν
5984Ν. Σμόλενιτζ ΝἍγγ. Πετραλιᾶς Ν
5985Δημ. Οἰκονομίδης ΝἈνδρ. Αὐγερινὸς
5986Δημ. Καΐρης Γεώργιος Κρεστενίτης
5987Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώρ. Παπακυριακόπουλος
5988Κωνστ. Νεγρεπόντης Δημοσθ. Δόγκας Ν
5989Ἰωάν. Πετρίδης ΝἸω. Σισίνης Ν
5990Ν Φαρμακόπουλος ΝΣτέφ. Σκουλούδης
5991Σωτ. Δανόπουλος Γεώργ. Πετούσης Ν
5992Χρ. Βότσαρης Ἀριστ. Βαλέτας
5993Κωνστ. Κ. Καραπάνος Νικ. Νομικὸς Ν
5994Σπυρ. Βαρζέλης Πέτρος Δελένδας Ν
5995Νικόλαος Λεβίδης ΝΚωνστ. Πεταλᾶς Ν
5996Κωνστ. Κολιάτσος ΝἈλέξ. Θ. Ζαΐμης Ν
5997Δημ. Σκυλίτσης ΝΠαναγ. Θ. Ζαΐμης Ν
5998Ἀθ. Μουτσόπουλος Θεόδ. Ζαΐμης Ν
5999Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς ΝΛ. Πετιμεζᾶς
6000Ἀλέξ. Σκουζὲς
6001Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Γιαννούσιος Τάκης
6002Δ. Γ. Ράλλης Ν. Δαγρὲς
6003Ἀλέξ. Ψύλλας ΝΚωνστ. Φλέσσας
6004Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝΝ. Σάλμας Ν
6005Γ. Κοζάκης Τυπάλδος ΝΔημ. Τερτίπης
6006Βλ. Βαλτινὸς ΝἸω. Σταμούλης
6007Ἀθ. Ἴσκος Ἰω. Παλάσκας Ν
6008Κωνστ. Τοπάλης ΝΚίμων Βελλίνης Ν
6009Νικ. Σγινᾶς ΝΞενοφ. Τσαμαγκίδης
6010Γεώργ. Φιλάρετος Ἰωάννης Καζαμπάκας Ν
6011Νικ. Σταματιάδης ΝΙ. Στεφάνου Ν
6012Ἰω. Γιαννακόπουλος ΝΠαν. Λεβέντης Ν
6013Ἐπ. Μαυρομμάτης Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
6014Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΝΝ. Χατζηνικολῆς Ν
6015Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΓεώργ. Κόρπας
6016Περ. Ἀλεξάκης ΝἈχιλ. Ἀγάθος
6017Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Κωνστ. Βασιλάκης
6018Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝἸω. Σέχος
6019Π. Λαμπρινόπουλος ΝΝικ. Βασιλάκης
6020Χαρ. Τζανετάκης Ἀθ. Παραμυθιώτης Ν
6021Γ. Λ. Πετροπουλάκης Γεώργ. Θεοτόκης
6022Πολύμ. Ζαρίμπας ΝΓεώργ. Καποδίστριας
6023Χρ. Μαστραπᾶς Δημ. Οἰκονόμου
6024Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΝΔημ. Πετρίδης Ν
6025Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΟΠ. Ζούζουλας Ν
6026Π. Ρίτσος ΝΚωνσταν. Σκαρπέτης Ν
6027Ἀνδρ. Βασιλείου ΝἈριστ. Μεντζελόπουλος Ν
6028Σπ. Τσιτσάρας ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης
6029Δημ. Χατζόπουλος Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς
6030Δημ. Βουλπιώτης Δημ. Σβορῶνος Ν
6031Μιχ. Ἰατρίδης ΝἌθως Ρωμάνος
6032Ἀλέξ. Σ. Κ. Ῥώμας ΝΔιον. Καλούτσης
6033Σπ. Στάης Θεόδ. Βελλιανίτης
6034Χ. Κ. Βοζίκης ΝἈνάρ. Σιμόπουλος
6035Νικ. Σταματόπουλος ΝΛ. Καραλίβανος Ν
6036Θ. Πέῤῥος ΝΠανουρ. Πανουργιᾶς
6037Γεώργ. Μαυρομιχάλης ΝΓ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
6038Δημ. Μανουτάκης ΝἈχιλ. Γεροκωστόπουλος
6039Δημ. Ματάλας
6040Ἀριστ. Μελετόπουλος ΝἸω. Τσερτίδης
6041Νικ. Γκουζούλης ΝΧρ. Τζίνος
6042Δημ. Πιπινόπουλος Δημ. Βότσης
6043Χασὰν βέης Πετρεδὴνβέη ΝΠαναγ. Σάκκης Ν
6044Φιλ. Ἰσχόμαχος ΝΔημ. Ε. Καλογερόπουλος Ν
6045Ἰω. Γεωργαντᾶς ΝΝικ. Καράπαυλος
6046Ἰω. Λάππας ΝἸω. Βρυώνης Ν
6047Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΝΠ. Αν. Καβαλλιεράτος Ν
6048Ἄγγ. Καλκάνης ΝΝικόλ. Δημητριάδης Ν
6049Β. Βασιλειάδης ΝΓ. Ν. Μπούμπουλης
6050Ἀθ. Εὐταξίας Ἀντ. Γουδῆς
6051Ἰω. Μπακόπουλος ΝἈθ. Λαδόπουλος Ν
6052Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος ΝΝ. Βαφειαδάκης Ν
6053Φίλ. Βάρβογλης ΝΓ. Παγανέλης Ν
6054Ν. Τριανταφυλλάκος Ἀλοΐσιος Τόμαν
6055Ἠλ. Ζέγγελης Ν. Δρόσος Ν
6056Λάμπρος Σινανιώτης ΝΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
6057Ἰω. Βούτουνας ΝΣωτ. Χατζηγάκης
6058Γ. Μαλέας Νικ. Ταρμπάζης Ν
6059Γ. Νικολαΐδης ΝΚ. Χατζηπέτρος
6060Λεων. Δεληγεώργης Θεόδ. Κριεμάδης Ν
6061Μιλτ. Γουλιμῆς ΝΕὐστ. Κοκκέβης Ν
6062Παν. Μερλόπουλος Γ. Γεωργακόπουλος Ν
6063Περ. Μποῦτος ΝΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
6064Ἀλκ. Δεληγιάννης Δημ. Καμαριώτης
6065Ἀντ. Καρατζᾶς ΝΔιον. Στάϊκος
6066Πέτρ. Ταταράκης Ἀριστόβουλος Μάνεσης
6067Γεώργ. Κουλούρης ΝΣπ. Δεϊμέζης Ν
6068Ὄθων Μαῦρος Θεόδ. Λιμπρίτης Ν
6069Ἐλευθ. Μυκώνιος ΝἸω. Παπαδόπουλος Ν
6070Μιλτ. Βαρότσης ΝΘεόδ. Γκίκας
6071Γεώργ. Σισμάνης ΝΠαντελῆς Γκίκας Ν
6072Γεώργ. Πλατανιώτης Νικ. Τσαμαδός
6073Ἰω. Καναβός ΝΧριστ. Στεριάδης
6074Γ. Φαρμακόπουλος Νικόλ. Κοντογιάννης Ν
6075Μιχ. Π. Ἰατρὸς ΝΚομνᾶς Τράκας Ν
6076Α. Πετσάλης ΝΝ. Χατζῖσκος
6077Παῦλος Ραζέλος Τρ. Σχινᾶς
6078Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχάλης Δημ. Κρίτσας
6079Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΝΜ. Κακαρᾶς
6080Ἀσημ. Χριστόπουλος Γ. Ἀβέρωφ Ν
6081Χαράλ. Κανελλόπουλος ΝΚ. Βαρατάσης Ν
6082Παν. Λαμπρούλιας ΝἈλ. Μ. Κανάρης Ν
6083Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης ΝἸωάν. Α. Κανάρης Ν
6084Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
6085§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 112, ἐξ ὧν 111
6086εἶπον Ναὶ, καὶ 1 εἶπεν Ὄχι. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη
6087τὴν πρότασιν.
6088Αὔριον εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
6089τῶν ἐσόδων.
6090Λύεται ἡ συνεδρίασις.
6091Ὥρᾳ 4 π. μ. τῆς ἐπομένης.