Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΔ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 48

1895.07.13

5.534 στίχοι · 44.363 λέξεις · 3 πίνακες · 204 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1895.07.13
Προεδρεία
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
ΙΔ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1896)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48

τῆς 13 Ἰουλίου 1895.

(Παρασκευὴ)

Ὥρα 11 π. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Καλλιφρονᾶ).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θέλουσιν ἀναγνωσθῆ μετὰ μεσημβρίαν, διότι δὲν εἶναι ἕτοιμα εἰσέτι. (Προσέρχεται καὶ ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ ἄρτι ἀφικόμενος βουλευτὴς Κερκύρας κ. Κωνσταντῖνος Βασιλάκης).

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.

§3ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ἡμερῶν ἤδη, ἔχων ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω ἐπερωτήσεις καὶ συστάσεις τινὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εὗρον εὐκαιρίαν πρὸς τοῦτο, διότι πολλὴ ὑπάρχει ἐπισεσωρευμένη ἐργασία καὶ διότι ἀπέφευγον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καθ’ ὥραν προκεχωρηκυῖαν, ὑπὸ τοιαύτας μάλιστα καιρικὰς περιστάσεις. Σήμερον ὅμως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πράξω τοῦτο, συναρμολογήσας πᾶν ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω καὶ καταλαβὼν τὸ βῆμα ἐφ’ ἅπαξ, ἵνα ἐπὶ βραχύτατον ἀπασχολήσω ὑμᾶς. Ἀτυχῶς καὶ αὖθις συμπίπτει ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ἐπιθυμίας καὶ τοῦ καθήκοντός μου τούτου πρὸς τὴν ἀπουσίαν πλείστων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς αἰθούσης· ἡ παρουσία ὅμως τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐπαρκεστάτη δι’ ὅλα. Θὰ καταθέσω ἔγγραφον τὴν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπερώτησίν μου...

§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι εἶναι κλινήρης· ἐγὼ ἀκούω καὶ θέλω διαβιβάσει ὅλα.

§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Δὲν ἐκάκισα τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ. Ἀπεναντίας τιμῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς ἕνα ἐκ τῶν φιλοπονωτέρων καὶ τακτικωτέρων ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῇ κοινοβουλευτικῇ δράσει αὐτοῦ. Ἐν ἀπωτάτῃ τινὶ χώρᾳ τοῦ κόσμου, εἰς τὰ βάθη τοῦ Εἰρηνικοῦ Ὠκεανοῦ, εἰς τὰς Σανδουΐχας νήσους, τὸ τέως Βασίλειον τῆς Χαβαίας, βιοῦσιν Ἕλληνες ὑπήκοοι, ἐκ Λακεδαίμονος καταγόμενοι. Ἐκεῖ συνέβη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους τούτου ἐπανάστασις, δι’ ἧς φίλαρχός τις, Dole καλούμενος, ἐξεθρόνισε τὴν τέως Βασίλισσαν τῆς χώρας Λιλιουκαλάνην, καὶ κατέλαβε τὴν ἀρχὴν αὐτὸς, ἀνακηρύξας ἐν τῇ χώρᾳ τὴν δημοκρατίαν, ἑαυτὸν δὲ Πρόεδρον αὐτῆς. Ἀλλ’ οἱ Εὐρωπαῖοι, οἱ κατοικοῦντες εἰς τὴν χώραν ἐκείνην, φαίνεται ὅτι ἐκινήθησαν εἰς ἐνεργείας τινὰς, χαρακτηρισθείσας ὡς ἀντεπανάστασιν κατὰ τοῦ νέου καθεστῶτος· ὁ καταλαβὼν τὴν ἀρχὴν δικτατορικῶς, τοὺς μὲν τῶν Εὐρωπαίων ἐφυλάκισε, τοὺς δὲ ἐξώρισεν, ἁπάντων δὲ ἐδήμευσε τὰς περιουσίας. Μεταξὺ τῶν οὕτως ἀδικηθέντων Εὐρωπαίων εἶναι καὶ οἱ τρεῖς ἡμέτεροι συμπολῖται Γεώργιος Λυκοῦργος, Κουτουμάνος καὶ Καμαρινός, ἐκ Λακεδαίμονος, διότι ἀπεδόθη καὶ εἰς αὐτοὺς ὅλως ἀδίκως ἀνάμιξις εἰς τὰς πολιτικὰς ἐνεργείας. Οὗτοι ἀνηνέχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ζητοῦντες προστασίαν ἐντεῦθεν· ὑπέβαλον δὲ αἰτήσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μακρότατον ὑπόμνημα, ἀγγλιστὶ, διότι συνετάχθη παρ’ Ἄγγλου δικηγόρου ἐκεῖ καὶ δυναμένου νὰ ἐκθέσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον, τοῦ ὁποίου ἀντίγραφον ἐστάλη καὶ εἰς ἐμὲ, ἀποτελούμενον δὲ ἐξ εἴκοσι τοιούτων, ὡς βλέπετε, σελίδων. Τοῦτο θέλω δώσει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν θεωρήσῃ αὐτὸ ἀναγκαῖον, ἵνα ἀντλήσῃ πληροφορίας χρησίμους ἐξ αὐτοῦ. Οἱ ἡμέτεροι συμπολῖται ζητοῦσι ν’ ἀνατεθῇ ἡ προστασία αὐτῶν εἴς τινα τῶν πρέσβεων ἢ τῶν προξένων ἐκείνων τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἅτινα ἔχουσιν ἐπίσης ὑπηκόους ἀδικηθέντες καὶ ὧν οἱ ἀντιπρόσωποι θὰ προβῶσιν εἰς ἐνεργείας ὑπὲρ τῶν ἰδίων ὑπηκόων. Θὰ ἦτο λοιπὸν εὔκολον ν’ ἀνατεθῇ εἰς τινα ἐξ αὐτῶν ἡ προστασία καὶ τῶν ἡμετέρων, καὶ ὡς τοιοῦτος θὰ ἦτο ἁρμοδιώτερος ὁ πρεσβευτὴς ἢ ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἀγγλίας, ἢ ὁ τῆς Ἀμερικῆς· ἁρμοδιώτερον μάλιστα θεωρῶ τοῦτον, τὸ μὲν ἕνεκα τῆς γειτνιάσεως τῆς μεγάλης πατρίδος αὐτοῦ πρὸς τὰς Σονδουΐχας νήσους, τὸ δὲ διότι καὶ ὁ ἐν Ἀθήναις πρέσβυς τῆς Ἀμερικῆς, φιλελληνικώτατος ἀνὴρ, ὁ διακεκριμένος διπλωμάτης κ. Alexander, θὰ δεχθῇ προθύμως, ὡς φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, νὰ χορηγήσῃ τὴν κραταιὰν προστασίαν αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἡμετέρους συμπολίτας. Ἐπίσης ἀνηνέχθησαν δι’ ἐπιστολῶν των πρὸς ἐμὲ Ἕλληνες κατοικοῦντες ἐν Μπιοὺτ (Butte, Montana) τῆς Μοντάνας, πολιτείας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, παρακαλοῦντές με νὰ ὑπομνήσω ὁπωσδήποτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παράκλησιν πάντων τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, ὑποβληθεῖσαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀφορῶσαν εἰς τὸν διορισμὸν προξένου ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ, διότι ἡ παρουσία Ἕλληνος προξένου εἶναι ἀναγκαία, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καὶ ἐν τῇ πολιτείᾳ ἐκείνῃ ἡμετέρων συμπολιτῶν. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῇ πρὸς ἐμὲ ἀναφέρουσι καὶ ὄνομα συγκεκριμένον τοῦ διοριστέου προσώπου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ὑποβάλω, οὔτε κἂν νὰ ὀνομάσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ ἐκλέξῃ καὶ διορίσῃ αὐτὸς τὸν ἁρμοδιώτερον πρὸς ἀντιπροσώπευσιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ. Καὶ περὶ τούτου θὰ καταθέσω ἔγγραφον ὑπόμνημα. Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ παρακαλέσω νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐν εὐκαιρίᾳ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐκτελῆται τὸ ἄρθρον 2 τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1881 συναφθείσης συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πόλει τροχιοδρόμων, ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο καὶ μόνον: Οἱ ἀνήλικοι ἐπιβάται καταβάλλουσι κατὰ τὴν σύμβασιν τὸ ἥμισυ τοῦ συμπεφωνημένου διὰ τῆς συμβάσεως ναύλου. Καὶ ὅμως νῦν, ὡς παρατηρῶ, ὑποχρεοῦνται, παρὰ τὴν σύμβασιν, νὰ πληρώνωσιν ἐνίοτε μὲν ὑπὲρ τὸ ἥμισυ, ἐνίοτε δὲ καὶ ὁλόκληρον τὸ διὰ τοὺς μεγάλους συμπεφωνημένον καὶ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ συμβάσει κόμιστρον. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀνακοινωθῆ παρὰ τοῦ Προεδρείου, ἀναγραφομένη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ἡ σύστασίς μου αὕτη· ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλει εὐαρεστηθῆ, διδομένης αὐτῷ εὐκαιρίας, ὡς εἶπον, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου. Συμπίπτει νὰ φθάσω ἐν τῇ σειρᾷ τῶν συστάσεων καὶ ἐπερωτήσεών μου τούτων καὶ εἰς ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλή, πρὸ πάντων οἱ παλαιότεροι καὶ ἀρχαιότεροι τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, θέλουσιν ἀκούσει εὐχαρίστως, αὐτὸς δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐχαριστότερον ἔτι, ὡς ἐλπίζω. Εἶναι τὸ ὄνομα ἑνὸς ἐκ τῶν ἐργασθέντων μετὰ τὴν ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν τοῦ 1821, ὅσον ὀλίγοι ἄλλοι, πρὸς αὔξησιν καὶ κραταίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Διὰ τῶν ἐνεργειῶν τινων θερμοτάτων Ἑπτανησίων ἐπῆλθεν ἡ ἕνωσις τῆς ἀδελφῆς χώρας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Τὰ ὀνόματα τῆς χορείας τῶν ἐργατῶν τῆς μακρᾶς, πολυχρονίου, ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους διαρκεσάσης ἐργασίας ἐκείνης, εἰσὶ πρὸς ὅλους γνωστὰ καὶ ἀγαπητὰ καὶ σεβαστά. Τὰ πλεῖστα ἐξέλιπον ἢ ἐκλείπουσιν ὁσημέραι. Ἓν μένει ἔτι, ἀντέχον κρατερῶς εἰς τὴν φορὰν τοῦ χρόνου. Εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ κ. Κοσμᾶ Παναρέτου, τοῦ ἄλλοτε ἐπὶ πολλὰς περιόδους ἀντιπροσωπεύσαντος τὴν νῆσον τῶν Κυθήρων ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς ἀντεπροσώπευε τὴν πατρίδα του καὶ ἐν τῷ Ἰονικῷ Κοινοβουλίῳ, εἰς ὃ ἐπὶ μακρόν, ὡς εἶπον, ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ κατὰ τὸ 1891 ψηφισθέντος νόμου «περὶ βοηθημάτων», κατ’ εἰσήγησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἧς προήδρευεν ὁ καὶ νῦν ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναμνήσω τὸ ὄνομα αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ληφθῇ περὶ αὐτοῦ πρόνοιά τις, ἡ ὁποία μόνον περὶ αὐτοῦ δὲν ἐλήφθη, ἐν ᾧ ἐλήφθη δι’ ἅπαντας τοὺς ἄνδρας τῆς χορείας, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Κοσμᾶς Πανάρετος ἀνῆκεν, ἵνα ἀπενέμετο καὶ αὐτῷ βοήθημά τι, ὡς τιμητικὴ περίθαλψις, νῦν κἄν, ὅτε εὑρίσκεται περὶ τὸ τέλος τοῦ βίου του καὶ, κατὰ τὸν γενικὸν κλῆρον τῶν ἀφιερωσάντων τὰς ἐνεργείας τῶν ἡμερῶν αὐτῶν εἰς τὴν πατρίδα, ἐν πενίᾳ διατελεῖ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἀνέμνησα αὐτῷ κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1891 τὸ ὄνομα τοῦ κ. Παναρέτου, ἐξεφράσθη περὶ αὐτοῦ, ὡς εἰκός, μετὰ μεγίστης εὐμενείας καὶ ἀγάπης. Εἶπεν ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Κοσμᾶς Πανάρετος διετέλεσεν ἀληθῶς εἷς τῶν προταγωνισθέντων ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας (λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς) ἀναφέρωνται ἄλλοι ἀρχαιότεροι αὐτοῦ κατὰ τὸν ἀγῶνα, γνωρίζω ὅμως, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τοῦ βίου αὐτοῦ ἠγωνίσθη τὸν ἀγῶνα τοῦτον καὶ ἠξιώθη νὰ ἴδῃ τοὺς πόθους του στεφανουμένους ὑπὸ τῆς ἐπιτυχίας.» Ἐν τέλει δὲ λέγει, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Τὰς ὑπηρεσίας τοῦ κ. Παναρέτου ἀναγνωρίζω, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλήν, δὲν παρακαλοῦμεν αὐτὴν νὰ ἀπονείμῃ βοηθήματα εἰς νέα πρόσωπα, παρεκάλεσα μόνον αὐτὴν νὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα τὰ κεχορηγημένα μεταβιβάζωνται εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν μετὰ θάνατον. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι πρᾶξις δικαιοσύνης νὰ ἀπονεμηθῇ εἰς τὸν Πανάρετον σύνταξις, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ συμπράξω μετὰ τῆς πλειοψηφίας, ἵνα ἐπιτύχω τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως ταύτης.» Τοὺς λόγους τούτους εὐχαρίστως ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτὸς ἐμφορεῖται, καὶ τώρα, ὑπὸ τῆς διαθέσεως, ἥτις καὶ τότε ἐνέπνευσεν αὐτῷ τὴν ἔκφρασιν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἠκούσατε. Ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλή, ἐλπίζω, προθύμως θέλει χορηγήσει τὴν συνδρομήν της, ἄνευ ἀντιῤῥήσεων καὶ ἀντιλογιῶν, ἵνα δικαιωθῇ, περὶ τὰς δυσμὰς τοῦ βίου του εὑρισκόμενος, ἀνὴρ ὑπάρξας ἀληθῶς εἷς τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας. Μετὰ τοῦτο ὑποβάλλω δι’ ὀλίγων ἐρώτησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀφορῶσαν εἰς τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁ περὶ διδακτικῶν βιβλίων τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐσχάτως παρ’ ἡμῶν ψηφισθεὶς καὶ δὴ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» δημοσιευθεὶς κεκυρωμένος νόμος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπουσιάζει, θεωρῶ περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, ἀρκούμενος εἰς τὴν κατάθεσιν ἐγγράφου καὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης, ἵνα αὕτη διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις βεβαίως θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, διὰ τὴν ὁποίαν παρακαλῶ αὐτόν. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν καταδίκου τινὸς, Θεοδώρου Κρυπωτοῦ, ζητοῦντος τὴν ἀπονομὴν εἰς αὐτὸν βασιλικῆς χάριτος. Παρακαλῶ δὲ νὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰ περαιτέρω. Πλὴν τούτων, δι’ ὧν ἐλπίζω ὅτι δὲν ἀπησχόλησα ὑμᾶς ἐπὶ πολὺ, ἐσκόπουν νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπί τινων θεμάτων, ἀναγομένων πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦτον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ βλέπω ἐνταῦθα παρόντα. Τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω αὐτὸν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου ὑπέβαλον καὶ ἄλλην ἡμέραν, καθ’ ἣν συνέβη καὶ τότε νὰ μὴ ἦναι παρών. Εἶναι ζήτημα ἀφορῶν εἰς τοὺς προβιβασμοὺς ἀνθυπασπιστῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, κατὰ νόμους τινὰς κειμένους, οὓς μετ’ ἀπορίας βλέπω τεθειμένους ἐν ἀχρηστίᾳ, ἢ τοὐλάχιστον μὴ ἐκτελουμένους, ὡς ἐὰν μὴ ἦναι ἐν ἰσχύϊ. Ἀλλ’ ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁμολογῶ ὅτι θεωρῶ τὴν συζήτησιν ἄσκοπον. Θέλω ἐπιφυλαχθῆ λοιπὸν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.

§6ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι σᾶς ἀπήντησε.

§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπήντησεν ἀληθῶς προχθὲς, κύριε συνάδελφε, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ἤμην διατεθειμένος νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς, ἐὰν ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπουσιάζει. Παραιτοῦμαι λοιπὸν τοῦ ἔργου.

§8ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δὲν θεωρῶ οὔτε ὑποχρεωμένον, οὔτε παρεσκευασμένον ἴσως, νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ἐρωτηθῆ, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἠσχολήθη.

§10ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις εἶναί τι ζήτημα ἕτερον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης εἶχον πραγματευθῆ κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν, ποιούμενος σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ὅμως καὶ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτοῦ δύναμαι τώρα νὰ θίξω δι’ ὀλίγων λέξεων, ἐπικαλούμενος τὴν προσοχὴν ὅλων ὑμῶν, ἰδίᾳ ὅμως, ἰδιαίτατα, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἔκαμον τότε σύστασιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσα ὡς ἑξῆς· ἀναγινώσκω δὲ αὐτὴν, ὡς διετυπώθη τότε παρ’ ἐμοῦ (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν πασῶν τῶν παρελθουσῶν ἀπογραφῶν, ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ γενικῆς στρατολογίας νόμου, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ, ἐὰν ἐγκρίνῃ, ὑπὸ τὴν βάσανον καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοθέτημα παραπλήσιον πρὸς τὸ ὑπ’ αὐτῆς ληφθὲν μέτρον διὰ τοὺς καθυστερήσαντας ἐπιστράτους τῶν ἐπιστρατειῶν τοῦ 1880–1881 καὶ 1885 ἕως 1886 (νόμος ΑΩΠΘʹ τῆς 21 Φεβρουαρίου 1892), ἵνα διὰ τοῦ μέτρου τούτου καὶ οἱ στρατολογικοὶ κατάλογοι ἀνακαθαρθῶσιν ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς στρατολογικῆς ὑπηρεσίας, ἵνα δὲ καὶ περὶ μεγάλου ἀριθμοῦ Ἑλλήνων πολιτῶν, ἀποδημούντων ἀπὸ ἐτῶν καὶ ἐν ἐκκρεμότητι στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως διατελούντων, ληφθῇ μέτρον τι ἐπιεικὲς, δυνάμενον συγχρόνως ν’ ἀποβῇ καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τῆς καταβολῆς ἀναλόγου χρηματικοῦ ποσοῦ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν θὰ ἔστεργον νὰ προσέλθωσι ταχέως πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς κανονισθησομένης στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.» Σημειωτέον ὅτι τὸν νόμον ΑΩΠΘʹ, ὃν ἐμνημόνευσα ἐν τῇ ἀναγνωσθείσῃ ἐπερωτήσει μου, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθέντα ἐδημοσίευσεν ὁ καὶ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀξιότιμος καὶ νῦν Πρωθυπουργός. Ἐκ τοῦ νομοῦ, τὸν ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύσω δὶς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ κατὰ τὴν ἐπικράτησιν τῆς νομαρχιακῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἀλλὰ δὴ καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω νῦν, ἀπεδήμησαν πολλοί, καὶ ἀποδημοῦσιν ἀκατασχέτως κατὰ χιλιάδας, εἰς τὴν Ἀμερικὴν κυρίως, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας χώρας, εἰς τὴν Ρουμανίαν, κατὰ δεύτερον λόγον, εἶτα δὲ εἰς τὰς διαφόρους ἐκτάσεις τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν Αἴγυπτον. Μεταξὺ τῶν ἀποδημούντων, καθ’ ἃς ἔλαβον ἰδιαιτέρας πληροφορίας,—διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἐκ Μήλου συναδέλφου κ. Κουλούρη περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν ἁπασῶν τῶν παρελθουσῶν ἀπογραφῶν, δὲν προσήγαγε μέχρι τοῦδε πληροφορίας, ἐδέησε λοιπὸν νὰ προσφύγω ἰδιωτικῶς εἰς τὴν ἀναζήτησιν καὶ λῆψιν τοιούτων πληροφοριῶν—κατὰ τὰς πληροφορίας, λέγω, ταύτας, μεταξὺ τῶν ἀποδημούντων περιλαμβάνονται καὶ καθυστεροῦντες κληρωτοὶ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ γενικῆς στρατολογίας, ἀνερχόμενοι εἰς ἀριθμὸν ἴσως 20,000, βεβαίως ὅμως ἀνώτερον τῶν 15,000. Πολῖται λοιπὸν Ἕλληνες ἀριθμοῦ εὑρισκομένου μεταξὺ τῶν 15 καὶ 20 χιλιάδων, πολῖται οἱ τῆς ἀκμαιοτέρας καὶ ἀλκιμωτέρας ἡλικίας ἀποδημοῦσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἥκιστα διατεθειμένοι κατὰ δυστυχίαν, ὡς γνωρίζομεν πάντες, νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἀνιαρὰν αὐτήν, τὴν κοπιώδη, τὴν ἀτερπῆ, ὅπως θεωρεῖται, ἂν καὶ εἶναι καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἐκ φύσεως καὶ ἀπὸ νομοθετήσεως τετιμημένη καὶ τιμητική, στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· οὔτε μοὶ φαίνεται παράδοξον, κύριοι συνάδελφοι, τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον κατέλαβε τοὺς ἡμετέρους συμπολίτας· εἶναι γενικὸν δι’ ὅλας τὰς χώρας. Ἡ κατὰ χιλιάδας καὶ μυριάδας ἀποδήμησις τῶν Γερμανῶν εἰς τὴν Ἀμερικὴν κυριωτάτην ἀφορμὴν ἔχει, ὡς ὁ ἴδιος ἀντελήφθην ἄλλοτε, ὅτε συνέβη νὰ διατρίψω εἰς τὴν Γερμανίαν, τὴν ἀποφυγὴν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· οἱ Γερμανοί, δηλαδὴ οἱ πολῖται τοῦ στρατιωτικωτέρου ἔθνους ἐν τῇ γῇ σήμερον, καὶ κατ’ αὐτὴν μάλιστα τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν εἰκοσιπενταετίαν τὴν ἀπὸ τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου μέχρι τοῦδε, ὅτε ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀνεπτύχθη ἡ Γερμανία, ἀλλ’ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔφθασε, δύναταί τις εἰπεῖν, εἰς τὸ κατακόρυφον σημεῖον τῆς ἀκμῆς, αὐτῆς τῆς Γερμανίας, λέγω, οἱ πολῖται ἀποδημοῦσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, φυγαδεύονται διὰ παντὸς, μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ μὴ ἐπανέλθωσιν, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Εἶναι βαρεῖα ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἁπανταχοῦ σήμερον, ὅτε ὁ βίος ἔγεινεν ἀναπαυτικώτερος, μαλθακώτερος· ὁ δυνάμενος ν’ ἀποφύγῃ τὴ, σκληραγωγίαν, τὴν τραχύτητα τῆς ἐν τῷ στρατεύματι καὶ ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν στολὴν καὶ τὸν ὁπλισμὸν βιώσεως ἐπὶ διετίαν, ἀποφεύγει αὐτὴν προθύμως. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς δυσχερείας ταύτης ἡμετέρων συμπολιτῶν, οἵτινες (ἔχω δὲ πολλὰς πληροφορίας περὶ τούτου) θὰ ἦσαν διατεθειμένοι, καταβάλλοντες χρηματικόν τι ποσὸν, ὁριζόμενον ὁπωσδήποτε, νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα, ἐὰν ἐξησφάλιζον τὴν ἀποφυγὴν τῆς αὐτοπροσώπου στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Δὲν εὑρίσκω τὸ μέτρον αὐτὸ ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα λαμβάνονται εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, οὔτε προτείνω αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ δυσκολίας, ἀλλὰ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι πράττω τοῦτο ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀπολέσωμεν τόσους συμπολίτας, τοὺς ὁποίους δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θέλομεν δυνηθῆ νὰ σώσωμεν.

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ ὑποχρέων τῶν τακτικῶν ἐτησίων ἀπογραφῶν;

§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τῶν τακτικῶν ἐτησίων ἀπογραφῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ὑποστηρίζω νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, τοῦ ὁποίου ὑμεῖς εἴχετε γείνῃ εἰσηγητὴς διὰ τοὺς καθυστεροῦντας τῶν ἐπιστρατεύσεων τῶν ἐτῶν 1880–1881 καὶ 1885–1886. Τὴν σύστασιν ταύτην, ὡς διὰ βραχέων ἀνέπτυξα, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν τώρα πρὸς ὑμᾶς, ἵνα ληφθῇ ἓν μέτρον. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον προέβην εἰς τὴν σύστασιν ταύτην, εἶναι ἡ σκέψις τοῦ νὰ ἀνακτήσωμεν τοὺς ἡμετέρους συμπολίτας, διατεθειμένους νὰ ἀπολεσθῶσι διὰ παντὸς διὰ τὴν χώραν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ θὰ ληφθῇ τὸ μέτρον ἀπὸ τοιαύτης ἐπόψεως, δύναται νὰ μελετηθῇ καὶ ὑπὸ ἄλλην τινὰ, ἣν σπεύδω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι θεωρῶ μικρὰν καὶ οὐχὶ ἀνάλογον πρὸς τὸ ὕψος τοῦ ζητήματος τῆς πρὸς τὴν πατρίδα παροχῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, τὴν ἄποψιν τοῦ χρηματικοῦ ὠφελήματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς λήψεως τοιούτου μέτρου, ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου· δύναται δὲ νὰ ἐξιχθῇ εἰς ἑκατομμύρια τὸ ποσὸν, διότι εἶναι χιλιάδες ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρόθυμοι νὰ πληρώσωσι καὶ χιλίας δραχμὰς καὶ πλέον ἔτι, ἵν’ ἀπαλλαγῶσι. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ, ἂν θεωρήσῃ ἀναγκαῖον, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅ,τι ἀνέπτυξα, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν αὐτὸν σήμερον παρόντα ἐνταῦθα.

§14ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Κυθήρων βουλευτοῦ κ. Στάη περὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κλάφα, παρὰ τὴν Ζωοδόχον Πηγήν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων ἐξάγεται, ὅτι συνεπείᾳ παραστάσεως, γενομένης ἐκ μέρους τῶν παροδίων τῆς ὁδοῦ ταύτης, τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἐζήτησε διὰ τοῦ ἀπὸ 30 Νοεμβρίου 1894 ἐγγράφου τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνωμοδότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ Δημ. Συμβούλιον Ἀθηναίων διὰ πράξεώς του τῆς 21 Ἰανουαρίου 1895 ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι διὰ τοῦ σχεδίου, ὡς εἶχε πρότερον, ῥυμοτομοῦνται οἰκίαι, οἰκοδομηθεῖσαι κατὰ ἐγκεκριμένον σχέδιον, καὶ ὅτι ἡ προτεινομένη τροποποίησις ἐπαναφέρει τὴν οἰκοδομικὴν γραμμὴν, ὡς ἔχει ἐν τῇ φύσει, καὶ εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλει τὸν δῆμον ἀποζημίωσιν, οὐδὲ παραβλάπτει τὸν καλλωπισμὸν τοῦ μέρους τούτου. Τὸ Δημοτικὸν λοιπὸν Συμβούλιον διὰ τῆς πράξεως αὐτοῦ ταύτης ἐνέκρινε τὴν προτεινομένην τροποποίησιν. Κατόπιν τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐξεδόθη Β. Διάταγμα τῆς 18 Φεβρουαρίου 1895, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκρίνεται ἡ προτεινομένη τροποποίησις. Ἐκ τῶν ἐπισήμων τούτων ἐγγράφων σαφῶς καὶ καθαρῶς προκύπτει, Κύριοι, ὅτι πάντες οἱ τύποι ἐτηρήθησαν, καὶ ὅτι οὐδεὶς νόμος παρεβιάσθη.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἠπείρου ὁμογενὴς Γεώργιος Ζέρβας ὑποβάλλει ἀναφορὰν, δι’ ἧς παρακαλεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ χρηματικὸν βοήθημα, ὅπως ἱδρύσῃ ὁπλοποιεῖον.

§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀναφερόμενος πρὸ ἐτῶν εὗρεν ἀνακάλυψιν, βελτιοῦσαν τὸ ὅπλον Γκρᾶ. Παρουσιασθεὶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπέδειξε τὴν ἀνακάλυψίν του, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐδέχθη, ὅπως δοκιμασθῇ, καὶ πράγματι δοκιμασθεῖσα, εὑρέθη ὅτι ἔχει ἀξίαν τινά. Ἐπὶ δεκάμηνον καὶ πλέον ἐργάζεται κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως. Πράγματι δὲ ἡ ἀνακάλυψίς του θεωρεῖται, ὅτι εἶναι βελτίωσις τοῦ ὅπλου Σασεπὼ καὶ Γκρᾶ, καὶ ὅτι δύναται διὰ μικρᾶς δαπάνης νὰ βελτιώσῃ τὰ ὅπλα ταῦτα. Παρακαλεῖ ἤδη τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὸν βοήθημά τι πρὸς ἵδρυσιν μικροῦ ἐργοστασίου, ὅπου νὰ ἐργάζηται πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Δικαιολογεῖται δὲ, ὅτι, ἐπειδὴ ἦλθεν ἅπαξ εἰς σχέσεις μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πατρίδα του Παραμυθίαν, φοβούμενος μήπως φυλακισθῇ παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἢ ἐξορισθῇ, ὡς ἐξυπηρετήσας Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Νομίζω, ὅτι ἡ αἴτησίς του εἶναι δικαιολογημένη, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχει, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσε· πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορά του καὶ δοθῇ ἓν βοήθημα εἰς αὐτὸν, ἵνα μὴ ἀποθαῤῥύνωνται πάντες, ὅσοι δύνανται νὰ παρέχωσιν ὑπηρεσίαν τινὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα.

§17ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίας τινάς, ἀφορώσας εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, ὅστις εἰργάσθη εἰς τὴν τελειοποίησιν τοῦ ὅπλου Γκρᾶ. Οὗτος, παρουσιασθεὶς εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς, ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει ἐφεύρεσίν τινα ἐπὶ τοῦ ὅπλου τοῦ ἐν χρήσει ἐν τῷ στρατῷ. Ὡς εἰκὸς, παρεπέμφθη εἰς τὸ συμβουλευτικὸν τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ ἁρμοδιώτερον ν’ ἀποφανθῇ, ἔνθα ἀπεδείχθη, ὅτι ἀληθῶς ὑπάρχει τελειοποίησίς τις, ἀλλ’ ὅτι αὕτη ἐθεωρήθη ἀνεπαρκὴς, ὡς γενομένη ἐπὶ ὅπλου, οὗτινος ἡ κάνη ἦτο ἀκατάλληλος καὶ συνεπῶς τὰ βλητικὰ ἀποτελέσματα οὐτιδανὰ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν ἀπόφασιν, οὐχ ἧττον ἐδόθη αὐτῷ ἡ ἄδεια νὰ ἐργασθῇ εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, ἵνα βελτιώσῃ τὴν ἐφεύρεσίν του, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐχορηγήθη εἰς αὐτὸν ἓν ὅπλον Γκρᾶ· ποῖον ὅμως ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα, δὲν γνωρίζω· ἴσως ἡ ὑπηρεσία δύναται καλλιτέρας νὰ παράσχῃ πληροφορίας· προσθέτω ὅμως, ὅτι πλεῖσται ὅσαι ὑπῆρξαν αἱ ὑπὲρ αὐτοῦ συστάσεις.

§18ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ προσθέσω, ὅτι ἔτυχε διπλώματος ἀναγνωρίσεως διὰ τὸ ὅπλον τοῦτο, δι’ ὃ εἰργάσθη ἐπὶ πολλὰ ἔτη· προσθέτω δὲ, ὅτι εἶναι καλὸν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνισχύσῃ τὸν τεχνίτην τοῦτον, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀρξαμένην ἐργασίαν.

§19ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶχε πραγματευθῆ ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, καὶ ἐγὼ θὰ κάμω μίαν σύστασιν, παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συμπληρώσῃ τὸ ἀρξάμενον ἔργον, καὶ ἐπεκτείνῃ τοὺς προβιβασμοὺς, τοὺς γενομένους εἰς πάντα τὰ σώματα, καὶ εἰς τὸ πεζικὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν συνεπληρώθησαν αἱ θέσεις τῶν ἀνθυπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν, οὐχὶ αὐθαιρεσίας ἕνεκεν, ἀλλὰ διότι δὲν ὑπῆρχον οἱ πίνακες κατηρτισμένοι. Σήμερον δὲ δὲν δικαιολογεῖται ἡ βραδύτης, διότι καὶ θέσεις χηρεύουσαι ὑπάρχουσι διὰ τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς, εἶναι δὲ ἄτοπον, οὗτοι νὰ μένωσιν ἄνευ προαγωγῆς, ἐνῷ πάντες οἱ συνάδελφοι αὐτῶν εἰς τὰ λοιπὰ ὅπλα καὶ σώματα προεβιβάσθησαν.

§20ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸς τοῦτο ἐγένετο ἄλλοτε σύστασις παρ’ ἐμοῦ καὶ παρ’ ἄλλων, ὅπως κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς ἑρμηνεύηται συμφωνότερον πρὸς τὸν σκοπόν του ὁ νόμος ὁ εὐεργετικὸς τοῦ 1885 περὶ προβιβασμοῦ ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ὁ νόμος αὐτὸς ἠθέλησε ν’ ἀνοίξῃ στάδιον μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ, καὶ οὐχὶ πέραν, ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν μόνον τῶν μὴ ἐγγεγραμμένων εἰς τοὺς εἰδικοὺς πίνακας ὑποψηφίων διὰ τὸν βαθμὸν ὑπολοχαγοῦ, ἐχόντων ὅμως ἀρχαιότητα τοὐλάχιστον 10 ἐτῶν καὶ κεκτημένων τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἤθελε κανονίσει μεταγενέστερον διάταγμα. Τὸ διάταγμα ἐπῆλθε κατὰ τὸ 1886, νομίζω, διαστρέψαν τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου τοῦ 1885, διότι τὸ διάταγμα τοῦτο καθιέρωσε τὴν σχετικὴν ἱκανότητα ὡς τὸν τίτλον πρὸς προβιβασμὸν μεταξὺ τῶν ἐχόντων δεκαετῆ ὑπηρεσίαν, ἐνῷ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι νὰ προβιβάζωνται κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος οὗτοι, ἅμα ἔχωσι τὰ προσόντα. Ὅταν πολλοὶ ἐκρίθησαν ἔχοντες τὰ προσόντα τοῦ διατάγματος μεταξὺ τῶν ἀριθμούντων ὑπερδεκαετῆ ὑπηρεσίαν, ἡ ἀρχαιότης θὰ προσδιορίσῃ τοὺς προβιβαστέους, οὐχὶ δὲ οἱ ἀριθμοὶ ἑνὸς ἑκάστου, ἀφοῦ ὅλοι ἔλαβον τὸν ἐλάχιστον ἀριθμόν. Καλὸν θὰ ἦτο, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσεπάθει νὰ προσεγγίσῃ διὰ νέου διατάγματος πλειότερον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, ὅπως κατορθωθῇ νὰ προβιβάζωνται οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα ὑπαξιωματικοὶ κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος, καὶ οὐχὶ κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς ἕκαστος ἔλαβεν ἐν τῷ πίνακι τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς.

§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς, δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας μόνον διὰ τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε ὑπὲρ τοῦ πρώην συναδέλφου Κοσμᾶ Παναρέτου, καὶ δεύτερον διὰ τὰς ἐνδείξεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλὴν, τῶν γνωμῶν τὰς ὁποίας ἔχει περὶ τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν τῶν ἐτησίων ἀπογραφῶν. Καὶ περὶ μὲν τοῦ κ. Κοσμᾶ Παναρέτου δὲν πρέπει νὰ ἐξιστορήσω τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, τὰς ἀπὸ πεντηκονταετίας, διότι εἶναι γνωσταὶ εἰς τοὺς συγχρόνους· οἱ νεώτεροι δύνανται νὰ μάθωσιν αὐτὰς ἐκ τῆς ἱστορίας. Ὁ κ. Κοσμᾶς Πανάρετος εἶναι εἷς τῶν πρώτων ἀγωνιστῶν, τῶν ἀγωνισθέντων τὸν εὐκλεᾶ ἀγῶνα τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, τὸν ὁποῖον ηὐτύχησε καὶ ἐκεῖνος καὶ οἱ σύγχρονοί του νὰ ἴδωσι στεφανώμενον ὑπὸ ἐπιτυχίας. Δυστυχῶς δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ἀνάλογον μέτρον τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ. Ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὰς δύο περιόδους, κατὰ τὰς ὁποίας διετέλεσα ἐν τῇ Κυβερνήσει, δὲν παρέλιπον νὰ προκαλέσω ἐντὸς τῆς νομίμου ἁρμοδιότητός μου τὴν μέριμναν τοῦ Βασιλέως ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ μέριμνα ἐκείνη ἦτο ἀτελὴς, καὶ ἦτο τοιαύτη, διότι δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ χορηγηθῇ σύνταξις εἰς τὸν κ. Πανάρετον. Ἡ σύστασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς ἔχει λογικὴν καὶ δικαίαν βάσιν. Ἐλπίζω ὅτι ἐν χρόνῳ αἰσιωτέρας οἰκονομικῆς καταστάσεως θέλει ληφθῆ σπουδαιοτέρα πρόνοια περὶ τοῦ κ. Παναρέτου. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν σύστασιν τοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς κ. Βουλευτοῦ, περὶ τῶν ὑποχρέων πρὸς στράτευσιν ἐκ τῶν ἐτησίων ἀπογραφῶν, δύναμαι νὰ πληροφορήσω αὐτὸν, ὅτι, πρὸ δύο ἡμερῶν μοὶ ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐργασία τοιαύτη, καὶ ἔλαβον γνῶσιν τῶν μελετῶν τοῦ συναδέλφου μου. Εὑρισκόμεθα ἐν τῇ συζητήσει τοῦ μέτρου, δὲν εἶναι δὲ ἀπίθανον ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον.

§22ΡΑΖΕΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν κατέθηκα ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν καταδίκων κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου, ἤδη δὲ μοὶ ἐστάλη νέα τοιαύτη καταδίκων κρατουμένων ἐν ταῖς σωφρονιστικαῖς φυλακαῖς Συγγροῦ. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ των ταύτῃ οἱ κατάδικοι καταγγέλλουσι τόν τε Διευθυντὴν τῶν φυλακῶν καὶ τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ συνεχέσι βιαιοπραγίαις καὶ κακώσεις κατ’ αὐτῶν, προχθὲς δὲ τρεῖς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῶν φυλακῶν, τῇ ἐντολῇ καὶ ἐν γνώσει τοῦ Διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν καὶ ἐπὶ προθέσει νὰ τιμωρήσωσι κατάδικόν τινα, ὅστις τοὺς κατήγγειλεν ἐπὶ καταχρήσεσιν, εἰσῆλθον νύκτα εἰς τὸ δωμάτιόν του, τὸν ἐκακοποίησαν καὶ τὸν ἀφῆκαν ἡμιθανῆ, ἀναστατώσαντες ὁλόκληρον τὸ κατάστημα τῶν φυλακῶν. Δὲν θέλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ προδικάσω ἐπὶ τῆς ἀληθείας τῶν καταγγελλομένων ὑπὸ τῶν καταδίκων, νομίζω ὅμως, ὅτι αἱ ἀδιάκοποι αὗται κραυγαὶ τῆς ὀδύνης καὶ τῆς ἀπογνώσεως, αἱ ὁποῖαι ἐκπέμπονται ἀπὸ τὰ βάθη τῶν Ἑλληνικῶν φυλακῶν, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀφήσωσιν ἀδιαφόρους, καθῆκον δ’ ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ μέτρα δρακόντεια κατὰ τῶν ἐκμεταλλευομένων τὴν θέσιν, ἣν ἀπένειμεν αὐτοῖς ἡ Πολιτεία, διὰ νὰ βασανίζωσι καὶ καταπιέζωσι δυστυχῆ ὄντα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τέλους ἔχουσι τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἀπένειμεν εἰς αὐτὰ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις. Νομίζω δὲ, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δέον νὰ λάβῃ, πρέπει νὰ ὦσι τοιαῦτα, ὥστε ν’ ἀποτελέσωσι πραγματικὴν ἐπέμβασιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φυλακῶν καὶ νὰ μὴ συνίστανται εἰς τὴν συνήθη τυπικὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐγγράφων· καὶ φρονῶ ὅτι μεγάλως ἤθελε συντελέσει πρὸς ἄρσιν τοῦ κακοῦ τούτου, ἐὰν οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ Νομάρχαι διετάσσοντο νὰ ἐπισκέπτωνται τὰς φυλακὰς τακτικῶς καὶ νὰ ἐνεργῶσιν ἐπιθεωρήσεις πραγματικὰς καὶ οὐχὶ τυπικὰς, ἰδίως δὲ νὰ ἐξελέγχωσι τὰ τρόφιμα, τὰ ὁποῖα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε διὰ πᾶν ἄλλο δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι, παρὰ διὰ τροφὴν ἀνθρώπων. Καταθέτων τὴν ἀναφορὰν ταύτην, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀπόντος κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ταύτης, ἰδίᾳ δὲ νὰ συστήσῃ αὐτῷ νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως μὴ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ δημιουργηθῶσι νέα βασανιστήρια κατὰ τῶν ἀναφερομένων καταδίκων.

§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ πράξεις αἱ καταγγελλόμεναι δὲν εἶναι διοικητικαὶ παραβάσεις, εἶναι πράξεις ἐγκληματικαὶ, τῶν ὁποίων ἡ καταστολὴ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀνήκει εἰς τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην· ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐλπίζω ὅτι, ἀφοῦ λάβῃ γνῶσιν τῶν καταγγελιῶν, θέλει πέμψει εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἵνα ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα· διότι, ἐὰν διαπράττωνται βιαιοπραγίαι ἢ κακώσεις ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἢ καὶ πανταχοῦ, ὅπου ἂν τοιαῦται διαπράττωνται ὑπὸ ὀργάνων τῆς ἀρχῆς, πρέπει νὰ καταδιώκωνται καὶ νὰ τιμωρῶνται ἀμειλίκτως.

§24ΡΑΖΕΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύει περὶ τῆς διορθώσεως τῶν ἀτόπων τούτων, θὰ παρακαλέσω δ’ αὐτὸν προσέτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τὶ τὸ κωλῦον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφά τινα, σχετιζόμενα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τελωνείου Καλαμῶν, ὀνομαστὶ δὲ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «αʹ) Τὴν ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ Ἰακώβου Μαυρίκου ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν 29 Μαρτίου ἐ. ἔ. δικογραφίαν κατὰ τοῦ τελώνου Καλαμῶν Λόντου Λοντοπούλου, ἀπαρτιζομένην ἐξ ἐκθέσεων διοικητικῶν ἐξετάσεων, ἐνεργηθεισῶν ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τούτου, ἐξ ἀντιγράφων διαφόρων ἐγγράφων καὶ προσέτι ἐξ ἀντιγράφων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 16 τῆς 16 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν, τῆς κατὰ τοῦ βουλεύματος τούτου ἀνακοπῆς τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ Ι. Μαυρίκου, ὑπὸ χρονολογίαν 3 Μαρτίου ἐ. ἔ., καὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 111 καὶ ὑπὸ χρονολογίαν τῆς 21 Μαρτίου ἐ. ἔ. βουλεύματος τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν. βʹ) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 68 καὶ ὑπὸ χρονολογίαν τῆς 26 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἀναφορὰν τοῦ αὐτοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς ὑποβάλλει οὗτος ἐκθέσεις διοικητικῶν κατὰ τοῦ ἰδίου τελώνου Καλαμῶν ἐξετάσεων, καὶ ἀντίγραφα μηνύσεων κατὰ τούτου ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως Καλαμῶν, ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καὶ παραβάσει καθήκοντος, προτείνει δ’ ἐν τέλει τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσιν τοῦ τε τελώνου ὡς καὶ κατωτέρων τινῶν τελωνειακῶν ὑπαλλήλων.» Ἅμα κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον, δι’ ὃν τὰ ζητῶ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκθέσω ἐν συντόμῳ τὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καθόσον ἐνδεχόμενον νὰ μὴ περιῆλθεν εἰσέτι εἰς γνῶσιν αὐτοῦ ἡ σχετικὴ ὑπόθεσις.

§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι θέλομεν συζητήσει, ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Τῆς ὑποθέσεως ἔλαβον γνῶσιν, διότι ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητής μοι ἐξέθηκε τὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.

§26ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀναμένω τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ὅπως συζητήσω. Ἤδη δὲ καταθέτω ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησιν.

§27Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας, μετὰ τὰ παρ’ ἐμοῦ καὶ ἄλλων λεχθέντα, εἶχον προαγγείλει, ὅτι σήμερον πρόκειται νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος Βόλου καὶ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐπειδὴ δὲ ἡ προκεχωρημένη ὥρα δὲν μοὶ ἐπιτρέπει καὶ σύντομον ἀνάπτυξιν, ὄχι τὴν δέουσαν, θεωρῶ καλὸν νὰ ἀναβάλω, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ἢ ἄλλος τις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, διότι εἰς τὰ παρὰ τοῦ ἐκ Τρικκάλων ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ λεχθέντα ἐγὼ ἀπήντησα. Ἐὰν λοιπὸν ἄλλος τις θέλῃ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα καὶ δι’ ἐπερωτήσεως προταχθέντα, ἐγὼ προθύμως ἀνταπαντῶ, ἄλλως ἀναβάλλω δι’ ἄλλην συνεδρίασιν, ὁπότε θὰ ὑπάρχῃ περισσότερος χρόνος, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ λάβῃ καιρὸν ἴσως νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκοῦμαι εἰς τὰ λεχθέντα καὶ διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου διατυπωθέντα, διότι, ἐὰν δὲν ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια, ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν δυσαρέσκειαν νὰ ἀκούσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο πολλάκις, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ προληφθῇ κατάχρησις 880 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ὄφελος κατὰ τὰ ¾ τῶν ἐργολάβων, ἑπομένως καὶ τὸ ἔργον τοῦ λιμένος θέλει κινδυνεύσει. Διὰ τοῦτο ἀναβάλλω σήμερον τὴν συζήτησιν, καὶ ἴσως ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, θὰ λάβω τὸν λόγον.

§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἴσως, Κύριοι, αὕτη εἶναί τις ἐκ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἀποδεικνύεται, ὅτι τῷ ὄντι ὑπέρτατον καὶ τιμαλφέστατον τυγχάνει ὄν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως. Ἔρχομαι ἵνα συμπληρώσω ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴν, ὅστις δὲν εἶναι πολιτικὸς φίλος ἡμῶν· συμπληρῶν δὲ ταύτην, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εὑρίσκετο ἐν πλήρει δικαίῳ. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως αὑτοῦ, ἣν προχθὲς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, συνετέλεσεν ἴσως εἰς τὸ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως κανονισθῶσι τὰ ζητήματα, περὶ ὧν ὡμίλησε προχθές, κατὰ τὸν νόμον. Ὁ νόμος ὁ περὶ στρατολογίας καὶ εἰδικῶς τὸ ἐκτελεστικὸν τούτου Β. Διάταγμα τοῦ 1884 ἔτους ἔλεγον ὅτι, ἵνα τις καταταχθῇ ἐν τῷ στρατῷ, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀνάστημα 1.54. Τοῦτο δ’ ἐφαρμόζεται καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Ἐν τούτοις ἀληθὲς εἶναι τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι κατὰ τὸ 1884 ἔτος, τῇ 16 Ἰουνίου, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδωκεν ἔγγραφον, καθ’ ἡμᾶς βεβαίως ἐναντίον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ὥρισεν, ὅτι ἡ διάταξις περὶ τοῦ ἀναστήματος, ἡ ἐφαρμοζομένη ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς, δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης. Δηλαδὴ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδέχετο, ὅτι οἱ στρατεύσιμοι τῆς θαλάσσης ἔδει νὰ κατατάσσωνται, καὶ ἂν ἀκόμη εἶχον ἀνάστημα βραχύτερον τοῦ 1.54.

§29ΑΛ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ....

§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περιμείνατε, κ. Βουλευτὰ, καὶ θέλω φθάσει· ἀνέλαβον τὴν ὑπόθεσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὡς ἐγεννήθη, καὶ θέλω φθάσει εἰς τὸ τέρμα. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀκριβές, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τῇ 16 Ἰουνίου 1884 ἔτους ἔγραψε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πληροφοροῦμεν ὑμᾶς, ὅτι ἡ ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 59 ἐγκύκλιος διαταγὴ ἡμῶν τῆς 25 Μαΐου 1884 περὶ τῶν μὴ ἐχόντων τὸ ἐλάχιστον νόμιμον ἀνάστημα κληρωτῶν, δὲν ἀφορᾷ καὶ τοὺς στρατευσίμους τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, οἵτινες κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν θεωροῦνται ἱκανοὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ἂν ἔχωσιν ἀνάστημα μικρότερον τοῦ 1.54.»

§31ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 1.54 ἢ 1.56;

§32Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. 1.54 εἶναι ἐν τῷ Διατάγματι τῷ πρώτῳ. Δυστυχῶς κατὰ τὸ 1890 ἔτος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, μὴ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν, φαίνεται, ἢ μὴ προσέξαν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἐξέδωκεν ἔγγραφον, ὑπ’ ἀριθ. 17,992 τῆς 4 Σεπτεμβρίου, ἐν ᾧ παρεδέχθη τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1884 ἔτους, συνεπείᾳ ἐπεισοδίου, ἀφορῶντος τὴν κατάταξιν κληρωτοῦ ναύτου. Τὸ τελευταῖον ἔγγραφον εἶναι τὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς 22 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ὑπ’ ἀριθ. 30,214. Διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου εἰδοποιεῖται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, συμφώνως πρὸς τὰ καθιερωμένα ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐποίησεν ἔφεσιν κατ’ ἀποφάσεως τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου Κεφαλληνίας, ὅπερ, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, εἶχεν ἀπαλλάξει κληρωτόν, μὴ ἔχοντα τὸ νόμιμον ἀνάστημα, ὅπερ νόμιμον ἀνάστημα, κατὰ νεώτερον Β. Διάταγμα, εἶναι 1.56. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῶν Στρατιωτικῶν ἔγραψεν οὕτω τῇ 22 Ἰουνίου ἐ. ἔ, διότι ἀνεφέρετο εἰς ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τοῦ ἐξ Ὕδρας βουλευτοῦ κ. Τσαμαδοῦ, ἥτις ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἀφορμὴν λαβόντες κλπ. εἰς ἐργάτας θαλάσσης, οἵτινες, οἱονδήποτε ἔχουσιν ἀνάστημα, εἰσὶν ἱκανοὶ διὰ τὸν ῥηθέντα στρατὸν κλπ.» Ὥστε, ἐὰν τὸ νῦν Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περιέπεσεν εἰς τὴν πλάνην ταύτην, (καὶ ἀναμφισβητήτως περιέπεσε) βεβαίως ἀρχικῶς εὐθύνονται ἄλλοι, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1884 ἔτους καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὁ ὑπογράψας τοιαύτην ἐγκύκλιον, ἐναντίον βεβαίως ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου. Εὐθὺς ὡς ὁ ἐκ Κυθήρων κύριος Βουλευτὴς ἐπηρώτησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν περὶ τῶν συμβαινόντων, ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τούτων, ἃς μόλις χθὲς τὴν νύκτα μοὶ ἔδωκαν, εἶναι δὲ αὗται, ἃς ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Συνεπείᾳ τούτων ὅλων ἀπηύθυνα ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ οὗ παρατηρῶ εἰς αὐτὸ, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα ποσῶς δὲν συμφωνοῦσι πρὸς τοὺς νόμους· παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. συνάδελφον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος διατάξῃ τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια νὰ ἐφαρμόζωσι τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας καὶ ὡς πρὸς τοὺς κληρωτοὺς τοῦ ναυτικοῦ. Ἤδη, Κύριοι, δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω, εἰμὴ τὸ ἑξῆς· ὅτι ὁ νόμος ΑΥϞΘʹ ἐν ἄρθρῳ 4 λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐκ τῆς ναυτικῆς ἀπογραφῆς στρατεύσιμοι ὡς πρὸς τὸν ἀποκλεισμόν, τὰς ἐξαιρέσεις, τὰς ἀπαλλαγὰς ἀπὸ τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰς χρηματικὰς καταβολὰς, ὑπάγονται εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας τῆς ξηρᾶς.» Ἀφοῦ ἄρα τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου λέγει, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐξαιρέσεις, περὶ ὧν πρόκειται, ἢ τὰς ἀπαλλαγὰς, ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου τῆς ξηρᾶς, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐγένετο κακὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ὅτι δὲ ἐν τῷ μέλλοντι πρέπει τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια, ἐφαρμόζοντα τὸν νόμον, νὰ ἀπαλλάττωσι καὶ τοὺς ἐργάτας θαλάσσης, ὅταν οὗτοι, κατὰ τὸ τελευταῖον Διάταγμα, δὲν ἔχωσιν ἀνάστημα 1.56. Ταῦτα ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων. Χθές, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπεισοδιακῶς ὅλως ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς παρετήρησεν, ὅτι ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περὶ τινος ζητήματος, ὅτι δὲ αὕτη δὲν ἐχορήγησεν αὐτάς. Τοῦτο δὲ εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητής, ὁμιλῶν περὶ γνώμης τινὸς, ὑπογραφείσης παρὰ τριῶν ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ κ. Ράλλη, τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τοῦ κυρίου Καραπάνου, οἵτινες ἔγραψαν (ἀναγινώσκει): «Παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζητήθησαν πληροφορίαι περὶ τῆς διαθέσεως τῆς ἐκ δραχμῶν 950,000 πιστώσεως τοῦ Κεφ. Βʹ ἄρθρου 3 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1894, ἀλλά, καθ’ ἃ ἀνεκοινώθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς, ἡ ὑπηρεσία οὐδεμίαν σχετικὴν πληροφορίαν εὐηρεστήθη νὰ χορηγήσῃ κλπ.» Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Οὐδεὶς ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς ἢ τῆς ἐπιτροπῆς ἐνεφανίσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ θέματος τούτου, οὐδὲν ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπάρχει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ νὰ ἐμφαίνηται, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἢ ὁ εἰσηγητὴς ζητεῖ πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.

§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε δὲν ἦτο ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Γεωργαντᾶ;

§34Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐστάλη τις κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Γεωργαντᾶ καὶ δὲν εὗρε τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖ, ἔδωκε δὲ τοιαύτην πληροφορίαν, οἵαν ὁ κ. εἰσηγητὴς λέγει· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν οὔτε αἴτησιν προφορικὴν ἔλαβεν, οὔτε ἔγγραφον ἔχει. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην πληροφοριῶν οἱωνδήποτε, νὰ ἀπευθύνῃ ἐπισήμως ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τότε δὲ θέλω καταθέσει τὰς αἰτουμένας πληροφορίας.

§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ἤδη ἐλάβετε γνῶσιν, δύνασθε νὰ τὰς καταθέσητε.

§36ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐβασίσθη ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας εἰς ὅ,τι ἐγράψαμεν ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἡμεῖς ἐγράψαμεν ἐν τῇ ἐκθέσει ὅ,τι ἀνεκοίνωσεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας.

§37Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ λέγω τοῦτο, ὅτι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐζητήθησαν.

§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω πληροφορίαν περὶ τούτου. Αἱ πληροφορίαι δὲ, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν, εἶναι σχετικαὶ πρὸς τὴν αἰτηθεῖσαν αὔξησιν τῆς πιστώσεως διὰ μιᾶς τῶν ὑμετέρων πρὸς τὴν Βουλὴν δηλώσεων. Λοιπὸν εἶναι χρήσιμον νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ αἰτηθεῖσαι πληροφορίαι, αἵτινες θέλουσι διευκρινίσει τὸ θέμα, πῶς διετέθη τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ διατὶ ζητεῖται ἡ προσθήκη 150,000 δραχμῶν.

§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀπορία τῆς ἐπιτροπῆς ἐγεννήθη ἐκ τούτου, ὅτι ἐν τῇ δηλώσει ὑμῶν ἐπροτείνατε τὴν κατάργησιν πιστώσεως ἐκ 235,000 δραχμῶν, προωρισμένης εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῶν λεβήτων τοῦ πλοίου «ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος», ἀπέναντι δὲ τῶν 235,000 δραχμῶν τῆς ἐλαττώσεως τῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπροτείνατε τὴν αὔξησιν κατὰ 250,000 δραχμὰς, νομίζω, διὰ δαπάνας τοῦ Ναυστάθμου διὰ διάφορα ἔργα καὶ ἐπισκευάς. Τοῦτο ἐγέννησε τὴν ἀπορίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγκαταλιμπάνεται μὲν ἡ ἐπισκευὴ καὶ ἡ βελτίωσις τοῦ πλοίου «ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος», προστίθενται δὲ δαπάναι εἰς ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς, δὲν γνωρίζομεν διατί, κατ’ ἔτος ἀποῤῥοφᾷ διὰ τακτικῶν καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ποσὸν ὑπερβαῖνον τὸ ἑκατομμύριον, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐδόθησαν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. Τοῦτο ἀκριβῶς ἐγέννησε τὴν ἀπορίαν ὁλοκλήρου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσι τρία μόνον μέλη, ὑπογράψαντα τὴν παρατήρησιν αὐτήν, τοῦτο προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι εἶχεν ἤδη ὑπογραφῆ ἡ ἔκθεσις ἀπὸ τὰ ἄλλα μέλη. Νομίζω ὅμως ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς συμμερίζονται τὴν ἀπορίαν ταύτην, διότι παμψηφεὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐξεφράσθη. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὴ ζητήσητε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τύπων τῆς ὑποβολῆς ἐγγράφου αἰτήσεως, διότι, ὡς ὑμεῖς βεβαιοῦτε πάντοτε καὶ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, δὲν ἔχομεν σήμερον καιρὸν νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς πάντας τοὺς τύπους, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν θετικώτερον τὸ καθῆκον ἡμῶν.

§40Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐν τῷ συμπεράσματι, ὅπερ εἶχεν ὑπογράψει ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, λέγονται τὰ ἑξῆς: «Ἤδη ζητεῖται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 3 Κεφ. Ηʹ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἑτέρων δραχμῶν 15,914.44. Φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς, πρὶν ἢ ἀνακοινωθῇ ἡ χρῆσις τῆς χορηγηθείσης πιστώσεως». Λέγω λοιπόν, ὅτι, ἵνα κατανοήσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται, δέον νὰ φέρω εἰς τὴν αἴθουσαν τὰ στελέχη, ὅσα ὑπάρχουσιν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ φέρω πίνακα, προκύπτοντα ἐκ τῶν στελέχεων. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐὰν περισσοτέρα προσοχὴ κατεβάλλετο εἰς τὴν Δήλωσιν, ἣν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ἤθελον εὕρει προχείρως τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀπορίαν. Λέγει ἡ δήλωσις ὅτι: «Ἀναβληθείσης κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τῆς κατασκευῆς νέων ἀτμολεβήτων τῆς θωρακοβάριδος «Β. Γεωργίου», τοῦ δὲ ἔτους πλησιάζοντος εἰς τὴν λῆξιν, καὶ τούτου ἕνεκα μὴ ἐπαρκοῦντος τοῦ ὑπολειπομένου χρόνου πρὸς κατασκευὴν τοσοῦτον σπουδαίου ἔργου, δέον νὰ ἀφαιρεθῇ ὁλόκληρον τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ σημειούμενον ποσὸν ἐκ δρ. 235,000.» Ὁ λόγος λοιπὸν καὶ ἡ ἀπάντησις προχείρως μὲν ἀπὸ τοῦδε δύνανται νὰ δοθῶσι, διότι εὑρίσκονται δημοσιευμέναι. Ὅταν ὅμως φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἴσως θέλω δυνηθῆ νὰ δώσω λεπτομερεστέρας πληροφορίας. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δυστυχῶς μέχρι τοῦ νῦν οὐδέποτε σχεδὸν ἐλήφθη πρόνοια καὶ οὐδέποτε σχεδὸν ἐγένετο τεχνικὴ μελέτη περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ ἐπισκευάζωνται καὶ νὰ ἀνανεῶνται οἱ λέβητες τοῦ στόλου, οἵτινες δυστυχῶς δὲν εὑρίσκονται ἐν καλῇ καταστάσει. Ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γένηται σήμερον ἐργασία τις πρὸς ἀνανέωσιν τῶν λεβήτων. Ἐνόησα, ὑποθέτω, καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι σπουδαῖον, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σκεφθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ κανονίσῃ καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ὑπηρεσία, ἀενάως ἐπιτηροῦσα τὴν καλὴν κατάστασιν τῶν λεβήτων τῶν πλοίων. Μάλιστα, ἐὰν δυνηθῶμεν, καὶ ἐὰν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, σκέπτομαι ἐν τῇ ἑπομένῃ Συνόδῳ νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου, ὀργανίζοντος κατὰ τρόπον, μὴ ἐπιδεχόμενον πλέον παράβασιν τὸ σπουδαῖον τοῦτο θέμα. Εὑρίσκω μάλιστα, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶσθαι κακόν, ἐὰν τὰ χρήματα, ἅτινα εἰσάγονται εἰς τὸ Κράτος ἐκ τοῦ καθαρισμοῦ τῶν ἰδιωτικῶν πλοίων ἐν τῇ δεξαμενῇ τοῦ Ναυστάθμου, ἐχρησίμευον ὡς κεφάλαιον πρὸς ἵδρυσιν ὁπωσδήποτε εἰδικοῦ ταμείου, ἔχοντος τοῦτον εἰδικῶς τὸν σκοπόν, ἐκ τοῦ ταμείου τούτου νὰ ἔχωμεν τοὺς λέβητας τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ πάντοτε ἐν ἀρίστῃ καταστάσει. Ἠρξάμην περὶ τούτου ἐργαζόμενος, καὶ ἐζήτησα στατιστικὰς πληροφορίας παρὰ τοῦ ἁρμοδίου τμήματος, πόσα π. χ. εἰσεπράχθησαν μέχρι τοῦδε, ἀφ’ ἧς κατηρτίσθη ἡ δεξαμενή. Εὗρον δέ, ὅτι, τό γε νῦν ἔχον, κατὰ μέσον ὅρον ἡ δεξαμενὴ εἰσπράττει περὶ τὰς 38,000 ἢ 40,000 δραχμὰς ἐτησίως. Δὲν ἀμφιβάλλω δέ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει, προϊόντος τοῦ χρόνου, αὐξήσει, καθ’ ὅσον ἡ ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν βαθμιαία πρόοδος εἶναι τῷ ὄντι μεγίστη. Βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν σήμερον νὰ συζητήσω λεπτομερῶς τὸ θέμα τοῦτο. Θέλω ὅμως νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἔγνων, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῆς διορθώσεως, τῆς ἐπισκευῆς καὶ τῆς ἀνανεώσεως τῶν λεβήτων εἶναι ὑπηρεσία τῷ ὄντι σπουδαιοτάτη, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη καθυστερεῖ, ὅτι δέον νὰ εὑρεθῇ τρόπος νομοθετικὸς, μὴ δυνάμενος νὰ παραβιασθῇ, ἢ νὰ περιγραφῇ, καθ’ ὃν νὰ ἐκτελῆται ἡ λειτουργία αὕτη ἡ ναυτικὴ οὕτως, ὥστε ἑκάστοτε ἡ ὑπηρεσία ἡ ναυτικὴ νὰ ᾖναι βεβαία, ὅτι ἔχει πλοῖα ἔχοντα λέβητας, οὐχὶ δὲ πλοῖα ἄνευ λεβήτων.

§41Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§42Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ κεφάλαιον Βʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀναγράφονται διαδοχικῶς μεγάλαι πιστώσεις ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «ἐπισκευὴ καὶ συντήρησις βασιλικῶν πλοίων». Ἤτοι:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κατὰ τὸ 1891Δρ. 600,000
» » 1892» 950,000
» » 1892» 428,000
» » 1893» 950,000
» » 1894» 950,000
» » 1895» 850,000
Ἤτοι τὸ ὅλονΔρ.4,728,000

Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐδήλωσε σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι πλεῖστοι τῶν λεβήτων ἔχουσιν ἀνάγκην γενικῆς ἐπισκευῆς. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἰς τὸ πενταετὲς αὐτὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἐδόθησαν διαδοχικῶς πιστώσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 4,728,000 δραχμῶν, πλέον 150,000 ζητουμένων, ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἤδη, τί ἐγένοντο τὰ ποσὰ αὐτά; Ἐδαπανήθησαν εἰς τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ῥητῶς κατονομάζει τὸ κεφάλαιον Βʹ ἄρθρον 3; Ἂν δὲ ἐδαπανήθησαν, τίνες ἐργασίαι ἐξετελέσθησαν; Ἐὰν ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν φύλλων λεπτομερείας τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἄρθρου 3, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι ἐκεῖ κατατέμνονται εἰς 3 ἢ 4 μέρη τὰ ποσὰ τοῦ κεφαλαίου τούτου, καὶ τὰ μὲν χρησιμοποιοῦνται εἰς προμήθειαν ὑλικῶν, τὰ δὲ εἰς ἐκτέλεσιν ἔργων. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ ἔργα τὰ ἐκτελεσθέντα, ὅταν αὐτοὶ οἱ λέβητες τῶν ἀτμοπλοίων εὑρίσκωνται ἐν κακῇ καταστάσει; Ἐπεσκευάσθη ὁ λέβης τοῦ ἀτμοπλοίου «Κανάρης» διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητήθη πίστωσις; Ὁ κόσμος καὶ αἱ ἐφημερίδες δυστυχῶς ἐποιήσαντο μέγαν λόγον περὶ τῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ δαπανῶν, παρὰ τὰς δεδομένας πιστώσεις. Καθῆκον ἔχομεν, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, οὐχὶ μόνον νὰ δίδωμεν πιστώσεις, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξετάζωμεν λεπτομερῶς, τί γίνονται αἱ πιστώσεις, αἱ ἑκάστοτε διδόμεναι παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου τοῦ ἐλέγχου, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι εἰς τὸ βάραθρον θέλομεν καταπέσει. Πρέπει λοιπὸν πάντες νὰ ἀρχίσωμεν πορείαν ὅλως νέαν, πορείαν ἐλέγχου, πορείαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ φροντίσωμεν ἕκαστος νὰ πράττῃ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον.

§43Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐάν τις δὲν εὐθύνηται διὰ τὸ παρελθὸν, ἔχω τοὐλάχιστον τὴν τιμὴν ταύτην καὶ ἐγώ, ὅστις ἐπὶ δυοκαίδεκα συναπτὰ ἔτη παρακαθήσας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἴσως ἐπὶ ἓν μόνον ἤμην φίλος Κυβερνήσεως. Περὶ τούτου λοιπὸν, περὶ τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς εὐθύνης ἐμοῦ δὲν πρόκειται. Πρόκειται περὶ τοῦ παρόντος. Περὶ τούτου ἐστὲ βέβαιος, ὅτι τῷ ὄντι θέλει χαραχθῇ νέα ὁδός. Καὶ ἐν τῷ διμήνῳ τούτῳ διαστήματι, καθ’ ὃ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, αἱ μὲν νόμιμοι αἰτήσεις γίγνονται δεκταὶ, αἱ δὲ μὴ νόμιμοι ἀποῤῥίπτονται. Περὶ τοῦ παρελθόντος βεβαίως δύναται νὰ γένηται εἰδικὴ συζήτησις. Δὲν ἔχετε, εἰμὴ νὰ ζητήσητε πληροφορίας, ἡ δὲ ὑπηρεσία θέλει διαταχθῆ νὰ παραδώσῃ εἰς ὑμᾶς ὅσα ζητήσητε. Τί θέλει γείνῃ ἐν τῷ μέλλοντι; Περὶ τούτου ἐπιτρέψατε νὰ μὴ ἦμαι ἐν θέσει νὰ δώσω διαβεβαιώσεις. Οὐδ’ ἔχω βεβαίως ὑποχρέωσιν ἀπὸ τοῦδε νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἐπιφυλάχθητε, παρακαλῶ, κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον, ἵνα κρίνητε τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρόν.

§44Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα λεπτομερές, ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ ποσὰ, τῶν ὁποίων ἐνεκρίθησαν αἱ πιστώσεις κατὰ τὰ ἔτη 1891 ἕως 1895, πόσα ἐδαπανήθησαν εἰς προμήθειαν ὑλικοῦ, πόσα εἰς ἔργα, καὶ ποῖα ἔργα ἐξετελέσθησαν.

§45ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν ἐκτεθέντων σήμερον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι κατὰ τὸ 1884 δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐξεδόθη ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, ἵνα μὴ ἐφαρμόζωσι τὰ σχετικὰ ἄρθρα περὶ ἀναστήματος διὰ τοὺς ἐργάτας θαλάσσης, ἀληθῶς κατεδείχθη, ὅτι διὰ τῆς ἐγκυκλίου κατηργεῖτο εἷς νόμος. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐτροποποιήθη ὁ νόμος κατὰ τοῦτο, προσδιοριζομένου διὰ Β. Διατάγματος τοῦ ἀναστήματος, διότι οἱ καταλληλότεροι ἐργάται τῆς θαλάσσης δὲν εἶναι οἱ τῶν πελωρίων ἀναστημάτων. Οὐδεὶς δὲ θὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἢ ἐγὼ θὰ ἤμεθα ἀκαταλληλότεροι ναῦται τοῦ πελωρίου κ. Καραπάνου. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι τότε εἶχε πεισθῆ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν περὶ τούτου, καὶ δι’ αὐτὸ ἐξεδόθη ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη.

§46Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀκριβῶς τοῦτο, ὅπερ συνιστᾶτε, καὶ ἔπραξα. Φρονεῖ δὲ καὶ ἡ ὑπηρεσία, ὅτι τὸ ἀνάστημα τῶν ἐργατῶν τῆς θαλάσσης δὲν πρέπει νὰ ἦναι τῶν αὐτῶν ἀναλογιῶν πρὸς τὸ τῶν στρατιωτῶν τῆς ξηρᾶς, καὶ διὰ τοῦτο σκεπτόμεθα, ὅπως διὰ διατάγματος ἢ διὰ νόμου κανονίσωμεν, ἵνα καὶ οἱ βραχυσωμότεροι δύνωνται νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ ναυτικῷ.

§47ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, ὀφείλω νὰ ἀναλάβω ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῆς ἄρτι γενομένης συζητήσεως, σχετικῶς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ κυρίως ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 2 ἄρθρου 3, διότι ἐγὼ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας, εἴτε δι’ ἕνα λόγον εἴτε δι’ ἄλλον, δὲν ηὐτυχήσαμεν νὰ ἔχωμεν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βόλου ἐξέθηκεν ὑμῖν, τίνα ποσὰ ὑπέρογκα κατὰ συνεχῆ ἔτη ἐχορηγήθησαν σχετικῶς πρὸς τὸ ἄρθρον 3 κεφ. 2 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸ ὁποῖον ἄρθρον ἀφορᾷ εἰς ἐπισκευὴν καὶ ἀνακαίνισις πλοίων. Ἐννοεῖται ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἀναγκαίως ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐχρησιμοποιήθησαν. Εἰς τοῦτο δὲ ἤχθη ἐκ τῆς δηλώσεως, τῆς ἄρτι ὑποβληθείσης παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει τὴν πρόθεσιν πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἠκολουθοῦμεν κατὰ τὸ παρελθόν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἀνεγράφοντο πότε μὲν πιστώσεις 1,000,000 καὶ πλέον, πότε πιστώσεις 950,000, τότε πιστώσεις 800,000, καὶ ἂν πιστεύσῃ τις τὰ διαδιδόμενα, αἱ πιστώσεις αὗται, ἀντὶ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἐχρησιμοποιήθησαν πρὸς ἀνακαίνισιν ἢ πρὸς ἐπισκευὴν θαλαμηγῶν. Ἐννοεῖτε ἤδη, διατὶ εἶπον, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ ἀναλάβω ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῆς γενομένης συζητήσεως καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν διαδόσεων αὐτῶν ἐθεώρησα ὅτι ἦτο συμφέρον εἰς τὸ Κράτος νὰ βεβαιωθῇ πῶς διετέθησαν αἱ ὑπέρογκοι αὗται πιστώσεις, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ τὰ διαδιδόμενα ἢ ψευδῆ· διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ βεβαίωσις τῆς ἀληθείας ἢ μὴ ἀληθείας τῶν λεγομένων θὰ συνετέλει εἰς τὴν καλλιτέραν διάθεσιν τῶν πιστώσεων αὐτῶν, ἢ εἰς τὴν καθησύχασιν τῆς κοινῆς γνώμης. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λεβαδείας, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν ἔσπευσε νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν αἴτησίν μου περὶ χορηγίας τῶν πληροφοριῶν, μετά τινας δὲ ἡμέρας μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν ἀπετάθη προσωπικῶς, ἀλλὰ δι’ ἑτέρου προσώπου τῆς ἐμπιστοσύνης του, ἀπέφυγε τὴν χορηγίαν πάσης πληροφορίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, ὡς πρὸς μὲν τὴν διάθεσιν τῶν πιστώσεων πρὸς ἀνακαίνισιν καὶ ἐπισκευὴν ἄλλων πλοίων, δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ τοιαύτας ἢ μετὰ δίμηνον διάστημα, ἠρνήθη δὲ διαῤῥήδην πᾶσαν πληροφορίαν ἀφορῶσαν εἰς τὴν μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας» ἀπὸ ὁπλιταγωγοῦ εἰς θαλαμηγόν. Εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα ἦλθεν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς συνεπεία τῆς δηλώσεως τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, μὴ γνωρίζων, μὴ κατέχων τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, παρεσύρθη εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς δηλώσεως αὐτῆς...

§48Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔχετε λάθος, δὲν παρασύρομαι.

§49ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὕτως ὑπέθεσα, πρὸς τιμὴν ὑμῶν καὶ ὅπως ἐλαφρύνω τὴν εὐθύνην ὑμῶν, διότι ἐκ τῆς δηλώσεως ὑμῶν προκύπτει, ὅτι πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ αὐτὸς τρόπος τῆς διαθέσεως τῶν πιστώσεων πρὸς ἐπισκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν τῶν ἐθνικῶν πλοίων, ἡ ἰδία τακτικὴ τῆς διαθέσεως αὐτῶν... Τί δὲ γίνεται ἐν τῇ δηλώσει ταύτῃ; Πίστωσις χορηγηθεῖσα πρὸς ἀνακαίνισιν τῶν ἀτμολεβήτων τοῦ θωρηκτοῦ «Β. Γεωργίου» τρέπεται εἰς ἄλλους σκοπούς, ὅλως δευτερεύοντας καὶ ἐπουσιώδεις. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 εἶχε χορηγηθῆ δι’ αὐτοὺς τοὺς σκοποὺς πίστωσις 950,000 δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν ἐξήρκεσεν ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ ποσὸν, καὶ ζητεῖται δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως καὶ τὸ ποσὸν 15,917 δρ. ἔτι. Ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ταύτης πιστώσεως ὑπέβαλον εἰς τοὺς συναδέλφους τὴν παράκλησιν, ὅπως μὴ ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὶν ἢ χορηγηθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἡ αὐτὴ ἐπιτροπή, σχετικῶς πρὸς τὴν διάθεσιν τῆς ὅλης πιστώσεως. Ἐὰν γνωρίζητε σεῖς, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι τὸ πρῶτον εἰσήλθετε ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ πῶς διετέθησαν αἱ ὑπέρογκοι αὗται πιστώσεις, γνωρίζομεν καὶ ὑμεῖς πάντες, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: δὲν ἔχετε καθῆκον, δὲν ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ μέχρι τίνος ἐξικνεῖται τὸ βάθος τοῦ πίθου τούτου τῶν Δαναΐδων, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ; Κατὰ τὸ 1894 ἐχορηγήθη πίστωσις δρ. 950,000, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑπὸ συζήτησιν τῆς Βουλῆς χορηγεῖται πίστωσις 850,000· ἀλλ’ ἡ πίστωσις αὕτη δὲν θεωρεῖται ἐπαρκής, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται διὰ τῆς προσθέτου δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν μεταφορὰ πιστώσεως 150,000 δρ. πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, «διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἀπαιτουμένων ὑλικῶν πρὸς συντήρησιν τῶν βασιλικῶν πλοίων κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τρέχοντος ἔτους καὶ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐν τῷ Ναυστάθμῳ γινομένης ἐπισκευῆς διαφόρων πλοίων.»

§50ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδαπανήθησαν αἱ 150,000, καὶ πρόκειται νὰ νομιμοποιηθῶσι διὰ τῆς πιστώσεως, ἢ τώρα πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι;

§51ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1894 δρ. 950,000, ὅτι δὲν ἐπήρκεσαν αἱ 950,000 αὗται, καὶ διὰ τοῦτο δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἑτέρας 15,917 ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους, τοῦ 1894.

§52ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα ἔχουσι δαπανηθῆ.

§53ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ἐδαπανήθησαν τὸ 1894 δρ. 950,000 πλέον 15,917, περὶ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 ἀναγράφεται πίστωσις διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, τὴν ἀνακαίνισιν καὶ ἐπισκευὴν βασιλικῶν πλοίων, 850,000 δραχ. μόνον, ἀπέναντι 950,000 τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀπέναντι 1,100,000 τοῦ προπαρελθόντος ἔτους.

§54Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δύνασθε νὰ μὲ πληροφορήσητε πότε ἤρχισεν ἡ μεταποίησις τῆς «Μπουμπουλίνας»;

§55ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἄγνωστον, διότι δὲν ἔχομεν καμμίαν πληροφορίαν, διότι ποτὲ δὲν κατωρθώθη νὰ λάβωμεν καμμίαν πληροφορίαν. Ἐὰν δὲ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας, εἶναι ἀκριβῶς, ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς νῦν διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς τὸ νὰ σταματήσῃ πλέον τὸ ἄτοπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται. Ἐκεῖ πρόκειται περὶ καταβόθρας· διότι δὲν γνωρίζομεν ἂν εἷς ἧλος, ἂν μία κλεὶς, κατασκευαζομένη ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, κοστίζῃ εἰς ἡμᾶς μίαν δραχμὴν, ἢ 100 δραχμὰς, ἢ 1000 δραχμάς. Οὗτος εἶναι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ ὁ Β. Ναύσταθμος. Οὐδεμία ἐξέλεγξις ποτὲ ὑπῆρξε, καὶ δὲν θὰ ἀποκρύψω εἰς ὑμᾶς, ὅ,τι εἶπον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις διορισμοῦ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων. Δὲν πρόκειται περὶ εὐθύνης εἴτε τοῦ νῦν εἴτε ἄλλου Ὑπουργείου. Πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἡ Βουλὴ ὀφείλῃ, ὡς κατὰ τὸ παρελθὸν, οὕτω καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον νὰ ψηφίζῃ ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ποῦ δαπανῶνται τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ, καὶ ἂν δαπανῶνται ἐπωφελῶς. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 εἶχε περιληφθῆ πίστωσις 270 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἐπωφελῆ καὶ ἀναγκαίαν καὶ ἐπείγουσαν ἐργασίαν, τὴν ἀνακαίνισιν τῶν λεβήτων τοῦ «Β. Γεωργίου», ὅστις εἶναι ἐκ τῶν καλλίστων πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων· ἀλλὰ παραδόξως ἡ πίστωσις αὕτη, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν διετέθη ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου, ὡς ἀναγράφει ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, μετατρέπεται εἰς γυαλιὰ–καρφιὰ, δηλαδὴ συγχωνεύεται εἰς τὴν πίστωσιν ἐκείνην, εἰς τὴν καταβόθραν ἐκείνην τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τελειότερον τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, λαβὼν γνῶσιν πλέον τῆς παρακλήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν Βουλευτῶν, εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ τὰς πιστοποιήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ προκύψῃ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τῶν πιστώσεων αὐτῶν τοὐλάχιστον κατὰ τὰ ἔτη 1894 καὶ 1895. Ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπί τινος διατάγματος, φέροντος τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ καὶ δημοσιευθέντος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 150 τῆς 5 Ἰουλίου φύλλῳ τῆς «Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως». Κατὰ τὸ διάταγμα τοῦτο καὶ τὴν καταχώρισιν ταύτην, «διὰ Β. Διατάγματος ἀπὸ 1 ἀρξαμένου μηνὸς, ἐκδοθέντος προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ᾼϠΜΗʹ νόμου τῆς 29 Μαρτίου 1891, ἐνεκρίθη ἡ ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου χορήγησις μηνιαίου ἐπιμισθίου ἐκ δραχ. ἑξήκοντα (60) εἰς τὸν ἐπιβλέποντα τὰ λιμενικὰ ἔργα Ναυπλίου ὡς βοηθὸν τοῦ μηχανικοῦ ἐργοδηγὸν κ. Π. Σταθόπουλον ἀπὸ τῆς 15 Μαρτίου 1891, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην». Ἵνα εὕρω τὴν δικαιολογίαν τοῦ ἐκδοθέντος διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἔχει κἄτι τι τὸ ἔκτροπον, ἐκ τοῦ ὅτι ἔρχεται ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀναγνωρίζει ὑπηρεσίας χορηγηθείσας ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1894, ἀνέτρεξα εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ᾼϠΜΗʹ νόμου τῆς 29 Μαρτίου 1891, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ διάταγμα, τὸ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν τί εὑρίσκω, πρὸς πληροφορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Βουλῆς, ἰδοὺ τί εὑρίσκω ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 (ἀναγινώσκει): «Τὴν αὐτὴν ἀντιμισθίαν τῶν 140 δραχμῶν θέλουσι λαμβάνει οἱ διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα Θεσσαλίας καὶ τὰ οἰκοδομικὰ ἐν γένει ἔργα προσληφθησόμενοι ἐπιστάται, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβῇ τοὺς ὀκτώ.» Πρόκειται λοιπὸν, βλέπετε, ἐδῶ περὶ ἐπιστατῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ προσληφθῶσι διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἐκεῖνα ἔργα τῆς Θεσσαλίας, παραδόξως δὲ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ᾼϠΜΗʹ μετατίθεται εἰς Ναύπλιον καὶ χρησιμεύει πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀναγνωρισθῇ δικαίωμα εἰς ἐπιμίσθιον βοηθοῦ τῶν λιμενικῶν ἔργων Ναυπλίας, διότι οὐδέποτε εἰργάσθη, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω, εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰς λιμενικὰ ἔργα. Ἐντεῦθεν καὶ ἐκ τοῦ ὅτι τοιαῦτα ἀνεκάλυψα ἐκ τοῦ διατάγματος, ἅτινα δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ ἀνακαλύψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι γνωρίζω ὅτι δὲν ἔχει τὸν καιρὸν νὰ ἀναδιφῇ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε τῷ ὑποβάλλονται πρὸς ὑπογραφὴν, προήχθην εἰς τὴν ὑποβολὴν ἐπερωτήσεως σχετικῶς πρὸς ταῦτα· διότι, ὡς εἶπον ἤδη, γνωρίζω ὅτι ὁ ἐν λόγῳ βοηθὸς οὐδέποτε ἐχορήγησε τὰς ὑπηρεσίας, διὰ τὰς ὁποίας ἀμείβεται διὰ τοῦ παρ’ ὑμῶν ἐκδοθέντος Β. Διατάγματος, ἀλλὰ καὶ ἔτι πλέον, ὅτι ὁ ἐργοδηγὸς αὐτὸς διατελεῖ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ μηχανικοῦ Ναυπλίας καὶ μισθοδοτεῖται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, προκύπτει, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται διὰ τὴν ἀμοιβὴν, ἡ ὁποία τῷ ἐδόθη, μάλιστα ὅταν τὴν ἀμοιβὴν ταύτην ἠμφισβήτησεν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Ναυπλίας. Τὸ ζήτημα θεωρῶ σπουδαῖον, διότι συνδέεται μὲ τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τῶν λιμενικῶν. Εἶναι οὗτος ἕτερος βόθρος, εἰς τὸν ὁποῖον χαντακώνονται δεκάδες ἑκατομμυρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ πρέπει τέλος πάντων νὰ θέσωμεν τὴν χεῖρα καὶ ἐπὶ τοῦ βόθρου τούτου, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν καὶ βεβαιώσωμεν μέχρι τίνος ἐξικνεῖται καὶ τὸ βάθος τοῦτο. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τοῦ ἔργου τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν λιμενικῶν ἐπιτροπῶν, διότι δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον παρὰ πασῶν τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων— καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδὲ μία ἐξαίρεσις—κατὰ τὸ πλεῖστον μέλη τῶν λιμενικῶν ἐπιτροπῶν διορίζονται ἄεργοι...

§56Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἦτο μόνον τοῦτο τὸ κακὸν, δὲν ἦτο τίποτε· δυστυχῶς εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολὺ ἐργατικοί...

§57ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κακὸν, διότι τοιοῦτοι εὑρίσκονται ἐν τῷ ναῷ, καὶ γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὰς Γραφὰς ὁ ἐν τῷ ναῷ ἐκ τοῦ ναοῦ τραφήσεται.

§58ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν λιμενικὰ χρήματα· εἶναι φαγωμένα κατὰ τὸ πλεῖστον.

§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, προκειμένου ἄλλως περὶ Δηλώσεων, ὅτι διὰ τῆς δηλώσεως, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν πρὸ ἡμερῶν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ σῶμα, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν αὐξάνει ἢ μόνον κατὰ δραχ. 6,077 καὶ 6 λεπτά.

§60ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ.

§61Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγω τοῦτο, ἵνα καταδείξω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιστευθῇ, ὅτι συνεπείᾳ τῆς δηλώσεως ταύτης ἐζητήθη ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Προκειμένου περὶ διαχειρίσεως τοσούτων ἑκατομμυρίων, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γένηται σπουδαῖος λόγος περὶ δηλώσεως, αὐξανούσης τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ δραχμὰς 6,077. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα. Περὶ τοῦ θέματος τούτου εὐρυτάτη δύναται νὰ γένηται συζήτησις κατὰ τὴν μετ’ ὀλίγας ὥρας, ἢ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Θέλω προσπαθήσει νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας ἐκείνας τὰς πληροφορίας, ἃς ἤκουσα, ὅτι ζητοῦσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἐρωτήσω τὸν ἄρτι καταβάντα τοῦ βήματος ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, ὅτε μετεῖχεν ὑπὸ τὸν ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, εἶχεν ἀρχίσει ἡ μετατροπὴ τῆς «Μπουμπουλίνας» εἰς θαλαμηγόν; Ἴσως ἐνθυμεῖται, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήσῃ, ὅταν ἐπὶ τοῦ βήματος ἱστάμενον ἠρώτησα αὐτόν· ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἔκτοτε, καὶ πρὸ τοῦ χρονικοῦ ἐκείνου μάλιστα σημείου, εἶχεν ἀρχίσει ἡ μετασκευὴ τῆς «Μπουμπουλίνας»...

§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ τοῦ 1891.

§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τόσῳ τῷ χειρότερον δι’ ὑμᾶς ... Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου καὶ συνάδελφον, διατὶ τότε τὸ Ὑπουργεῖον, οὗτινος αὐτὸς ἐπιφανὲς ἀπετέλει μέλος, δὲν ἐλάμβανε τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ἅτινα ζητεῖ σήμερον νὰ λάβωμεν ἡμεῖς; Καὶ πότε ἤθελεν εἶσθαι μεγαλειτέρα ἡ ζημία τοῦ Κράτους,—ἂν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ τὸ Κράτος, — νῦν, ὅτε τὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ πλοίου σχεδὸν ἔφθασαν εἰς πέρας, ἐδαπανήθησαν δὲ τοσαῦτα ποσά, ὡς λέγουσιν οἱ περὶ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, ἢ τότε, πρὸ διετίας, ὅτε μόλις ἴσως τὸ πλοῖον ἤθελεν εἶσθαι ἐν τῇ ἐνάρξει τῆς μετατροπῆς αὐτοῦ; Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἐλάβομεν τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ Β. Διατάγματος· ἄλλοι εἰσὶν ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἀπουσιαζούσης τῆς Βουλῆς, ἔλαβον διὰ Β. Διατάγματος τὸν διορισμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ, οἱ περὶ τὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν καὶ αὐτός· οὐδ’ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς, ὅτι πλαγίους ἔχομεν σκοπούς. Ἡμεῖς οὐδέποτε παρεκαθήσαμεν εἰς τὴν Βουλήν, οὐδὲ ἐλάβομεν τὸ χρῖσμα τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ Β. Διατάγματος. Βεβαίως χαίρομεν καὶ καυχώμεθα, ὅτι ἔχομεν τὴν ἔγκρισιν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως· ἀλλ’ ἔχομεν πρὸ αὐτῆς τὴν ἔγκρισιν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πανδήμως μάλιστα καὶ πανηγυρικώτατα ἐκφρασθέντος καὶ ὡς πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸν διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ὥστε παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, ὅταν ὁμιλῇ περὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ παραλείπῃ ἐκείνας τὰς ἐκ πλαγίου προσβολὰς καὶ τὰς περιστροφάς, ἅστινας ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ ἤθελον ἀφήσει ἄνευ ἀπαντήσεως. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἀναδεχόμεθα νὰ διατάξωμεν τὴν παῦσιν τῆς μετασκευῆς τῆς «Μπουμπουλίνας». Ἂν ἡ μετατροπὴ τοῦ πλοίου τούτου δὲν ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ, ἂς εὐθύνωνται ἐκεῖνοι, οἵτινες διέταξαν αὐτήν. Ἂν πάλιν ὤφειλεν ἡ μεταποίησις τοῦ πλοίου ἐκείνου νὰ παύσῃ, ὤφειλε πολὺ περισσότερον νὰ παύσῃ, ὅταν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μετεῖχε τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τῆς δυνάμει Β. Διατάγματος ἐπικαθεσθείσης εἰς τὸν τράχηλον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι θέλομεν εὐθύνεσθαι σπουδαίως, ἂν διατάξωμεν τὴν παῦσιν τοῦ ἔργου, διότι τοῦτο εἶναι ἤδη ἐν τῷ περαιοῦσθαι. Τῷ ὄντι ἐδαπανήθησαν καὶ διὰ τὸ ἔργον τοῦτο ποσά τινα· ἀλλ’ ἂν ἡ δαπάνη αὐτῶν ἐγένετο καλῶς, ἂν ἐγένετο κακῶς, ἡμεῖς οὐδαμῶς εὐθυνόμεθα, οὔτε περὶ τῶν δαπανηθέντων χρημάτων, οὔτε περὶ τῆς ἀδείας πρὸς τὴν δαπάνην αὐτήν. Ἡ ἀτομική μου ὅμως γνώμη εἶναι, ὅτι βεβαίως ἡ Βασιλικὴ Οἰκογένεια ἔχει ἀνάγκην θαλαμηγοῦ τινος διὰ τὴν ἀτομικὴν Αὐτῆς ὑπηρεσίαν, χάριν τῶν Ὑψηλῶν ξένων, οἵτινες πολλάκις ἐπισκέπτονται ἡμᾶς, θαλαμηγοῦ, ἥτις πάλιν εἶναι περιουσία τοῦ Κράτους. Διότι δὲν φαντάζομαι, ὅτι νομίζουσιν οἱ ἀξιότιμοι ἀντιτείνοντες, ὅτι δύναται ἡ Βασιλικὴ Οἰκογένεια νὰ πωλήσῃ ἐξαίφνης τὴν θαλαμηγόν. Ἡ θαλαμηγὸς εἶναι μὲν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Βασιλέως, εἶναι ὅμως περιουσία τοῦ Κράτους, χρησιμεύουσα ἁπλῶς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Αὐλῆς, ὅπως καὶ τὸ Ἀνάκτορον. Εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι καὶ ἐγὼ ὡς πρὸς τοῦτο ἠκολούθησα τὸ παράδειγμα τῶν προκατόχων μου. Νομίζω ὅτι σπεύδει, ἐκφέρων ἰδέας τοιαύτας περὶ ἐμοῦ. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἀναμείνῃ ὀλίγον χρόνον, καὶ ὅταν ἴδῃ, ὅτι καὶ ἐγὼ ἠκολούθησα τὰ τυχὸν κακῶς παρὰ τῶν προκατόχων γενόμενα, νὰ φέρῃ εἰδικὴν κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τοὐλάχιστον δίκαιον καὶ πρέπον, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, πρὶν ἢ ἐγὼ προβῶ εἰς πρᾶξίν τινα σπουδαίαν, ἀφορῶσαν τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ ἔτυχε νὰ διευθύνω, νὰ ἐπιτίθεται, καὶ νὰ ἐπιχειρῇ νὰ συγγράφῃ Παραλλήλους Βίους τῶν παρελθόντων καὶ τῶν παρόντων Ὑπουργῶν. Προχείρως ἐδυνήθην, Κύριοι, νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ. συνάδελφος εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι λίαν προσεχῶς θέλω παρουσιάσει εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, ἐκ τούτων δὲ φωτιζομένη ἡ Βουλὴ, θέλει βεβαίως λάβει τὰς προσηκούσας ἀποφάσεις.

§64ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς θαυμάζω τὸν συμπολίτην μου καὶ καταθλίβομαι, διότι δὲν εὑρέθην καὶ ἐγὼ εἰς οἵαν αὐτὸς εὑρίσκεται θέσιν, συγκεντρώσας περὶ ἑαυτὸν τόσην κοινοβουλευτικὴν δύναμιν καὶ πλειοψηφίαν,—διότι περὶ αὐτοῦ πρὸ ὀλίγου ἐπήρετο.—Ἐγὼ ἀληθῶς διωρίσθην διὰ Β. Διατάγματος,—ὅπως ἄλλως τε διωρίσθη καὶ αὐτὸς—ἐφρόνουν δὲ, ὅτι διοριζόμενος οὕτω, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἡ προσωπικότης μου ἠλαττοῦτο. Ὑπέχω ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμένων, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ τὴν χορηγήσω εἰς πάντα, ἔχοντα τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ ζητήσῃ λόγον. Τοιοῦτο δικαίωμα δὲν ἀναγνωρίζω εἰς τὸν συμπολίτην μου· διότι, ὅσον καὶ ἂν ἐκαυχήθη περὶ τῆς πλειονοψηφίας, δὲν φρονῶ, ὅτι αὐτὸς διαθέτει τὰ κατ’ αὐτήν. Ἐκεῖνος δὲ, ὁ ὁποῖος διαθέτει τὰ κατ’ αὐτήν, εἶναι ἐνταῦθα, καὶ ἐὰν φρονῇ, ὅτι δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς κληθείσης κατὰ Μάϊον τοῦ 1893, βεβαίως δύναται νὰ τὸ πράξῃ, καὶ ἡμεῖς οὐδόλως ἠθέλομεν ἀποστέρξει εἰς τὸ νὰ δώσωμεν τὰς εὐθύνας, διότι αἱ εὐθύναι ἡμῶν εἶναι τοιαῦται, ὥστε θὰ δυνηθῶμεν νὰ καυχηθῶμεν, δίδοντες αὐτάς, νὰ καυχηθῶμεν διὰ τὰ παρ’ ἡμῶν πεπραγμένα. Δὲν ἐπεκαθήσαμεν ἡμεῖς ἐπὶ τὸν τράχηλον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἡμεῖς ἤλθομεν νὰ ἀναλάβωμεν εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι ἐβάρυνον ἄλλους, καὶ συνετελέσαμεν νὰ καλύψωμεν εὐτυχῶς διὰ τῆς εὐθύνης ἡμῶν ἐκείνων τὴν εὐθύνην, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπέχωσι τοιαύτην· φρονοῦμεν δὲ, ὅτι ἀναλαβόντες, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς δημοτικότητος ἡμῶν, ἐπὶ ζημίᾳ ἀγώνων εἰκοσαετῶν, κατ’ ἐκείνας τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις τὴν διεύθυνσιν τῶν τῆς Πολιτείας, παρέσχομεν εἰς αὐτὴν τὰς ὑψίστας ὑπηρεσίας. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον παραδόξως ἑκάστοτε ἐπὶ οἱασδήποτε συζητήσεως προκύπτει ἐνταῦθα...

§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δίδει πρῶτος τὸ παράδειγμα.

§66ΡΑΛΛΗΣ. Ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τὸν λόγον, δι’ ὅν, πίστωσιν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1895 ὑπὲρ δαπάνης ἐπωφελοῦς, ἀναγκαίας καὶ ἐπειγούσης, τὴν μετέβαλεν εἰς γυαλιὰ–καρφιὰ, καὶ ἐκεῖνος μᾶς ἐρωτᾷ διατὶ ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1893. Τὴν ἀνελάβομεν, διότι τότε δὲν ἐτύγχανε νὰ ἦναι ἐν τῇ Βουλῇ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὑποθέτω δὲ, ὅτι θὰ ἦτο εὐτυχέστερος, συγκεντρῶν ὀλιγωτέραν πλειονοψηφίαν κατὰ τὰς ἄρτι διεξαχθείσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς, περισσοτέραν δὲ κατὰ τὰς παρελθούσας, περισσοτέραν δὲ καὶ κατὰ τὸ μέλλον. Τὸ ζήτημα εἶναι αὐτὸ κυρίως· ἐπρόκειτο ἢ δὲν ἐπρόκειτο περὶ πιστώσεως ἀναγκαίας, ἐπωφελοῦς καὶ ἐπειγούσης; Ἀναμφισβητήτως ναὶ, διότι ἡ πίστωσις ἐκείνη ἔπρεπε νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῆς ἀνακαινίσεως τῶν λεβήτων ἑνὸς ἐκ τῶν ὀλιγίστων πλοίων ἡμῶν· ἐπὶ τῷ λόγῳ δὲ, ὅτι δὲν παρηγγέλθησαν οἱ λέβητες τὴν 1 Ἰανουαρίου, καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν κατώρθωσε μέχρι τοῦδε νὰ μελετήσῃ τὸ τεχνικὸν ζήτημα περὶ τοῦ τρόπου τῆς κατασκευῆς καὶ τοῦ μετάλλου τῆς κατασκευῆς τῶν ἀτμολεβήτων τῶν διαφόρων πλοίων, πρέπει ἡ πίστωσις αὕτη νὰ μετατραπῇ, νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεπεν, ἀπὸ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτὴν τῶν ἀτμολεβήτων τοῦ «Βασιλέως Γεωργίου» καὶ νὰ γείνῃ γυαλιὰ–καρφιὰ, ὅπως ἔγεινε καὶ ἡ ἄλλη πίστωσις; Αὐτὴ εἶναι ἡ συζήτησις, ἐγὼ δὲ τουλάχιστον τὴν εὑρίσκω συμβάλλουσαν εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Φρονῶ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου, ὅτε ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἀπὸ τῆς 2 Ἰουνίου καὶ κατόπιν. Φρονῶ ὅτι τὰ ζητήματα τὰ τεχνικὰ περὶ τοῦ τρόπου τῆς κατασκευῆς τῶν λεβήτων δὲν θέλει τὰ λύσει αὐτὸς, μολονότι ἀναγνωρίζω ὅλην τὴν εἰδικότητά του ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ μετατροπὴ τῆς πιστώσεως ἀπὸ τοῦ σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεπεν, ἀντὶ ὀφέλους θέλει φέρει ζημίαν, ζημίαν πρῶτον διότι δὲν θέλουσιν ἀνακαινισθῆ οἱ λέβητες τοῦ «Βασιλέως Γεωργίου», δεύτερον, διότι ἡ πίστωσις αὕτη θέλει διατεθῆ εἰς ὅ,τι δὲν εἶναι οὐδ’ ἐπεῖγον οὐδὲ χρήσιμον διὰ τὸ πολεμικὸν ναυτικόν.

§67Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§68ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν κατὰ τὸ 1893 ἤρχισεν ἡ μετασκευὴ τῆς «Μπουμπουλίνας», διότι δὲν ἠσχολήθην περὶ αὐτῆς. Κατὰ τὴν πρώτην ἀρχὴν τοῦ πολιτικοῦ μου σταδίου μοὶ προσηνέχθη τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ᾐσθάνθην ἀμέσως τὰ ἀποτελέσματα τῆς ναυτίας, καὶ ἐκήρυξα ἐμαυτὸν ἀνίκανον νὰ ὑπηρετήσω τὸ Κράτος, διοικῶν τὸ σκάφος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ ὀρθῶς, νομίζω, ἀφοῦ κατελαμβανόμην ὑπὸ ναυτίας. Κατὰ τὸ 1893, μὴ ἔχων τὴν εὐτυχίαν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, περιεσπώμην ἀπὸ ἄλλα πολλὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα κατηνάλισκον τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου μου, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ ἐξετάσω, πῶς διετίθετο μία πίστωσις, ἡ ὁποία εἶχε χορηγηθῆ νομίμως, ἀλλ’ ἐθεώρησα καθῆκόν μου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ θέσω τὴν ὑπογραφήν μου ὑπὸ ἔκθεσιν ἐπίσημον νομοσχεδίου μετατρέποντος πίστωσιν χορηγηθεῖσαν ὑπὲρ σκοποῦ ἀναγκαίου καὶ ἐπωφελοῦς εἰς σκοποὺς πολυτελεῖς καὶ ἀνωφελεῖς, νὰ ἐξετάσω τοῦτο. Τοῦτο ἔπραξα. Ἴσως ἔσφαλα, ἀλλ’ ἁμαρτίαν δὲν ἔχω, ὁμολογήσας ταύτην.

§69Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ ἰδιοσυγκρασία μου φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐντελῶς διάφορος τῆς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ἐφοβήθην τὸ πάθημα ἐκεῖνο, ὅπερ προσβάλλει τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, ἐτόλμησα δὲ δι’ αὐτὸ νὰ δεχθῶ τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Χαίρω ὅμως, ὅτι ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ τοὐλάχιστον ποτὲ δὲν θέλει εἰσέλθει. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ ὀφείλω πάλιν νὰ παρατηρήσω, εἶναι ὅτι συγχύζονται καὶ περιπλέκονται τὰ πράγματα, ἵνα ἀποδειχθῇ δῆθεν, ὅτι ἡμεῖς, ἑκατοντάδας ὅλας χιλιάδων δραχμῶν ἀφαιρέσαντες ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς κατασκευὴν νέων ἀτμολεβήτων τῶν πλοίων, προτιθέμεθα νὰ δαπανήσωμεν αὐτὰς χάριν τῆς θαλαμηγοῦ! Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι, καίτοι ὑπάρχει τετυπωμένη ἡ δήλωσίς μου, δὲν κωλύονται νὰ παραποιῶσι τὰ κείμενα καὶ τοὺς ἀριθμούς. Τὸ κεφάλαιον Βʹ ἄρθρον 8 τοῦ προϋπολογισμοῦ «περὶ κατασκευῆς νέων ἀτμολεβήτων» ἀναγράφει ποσὸν 235,000 δραχμῶν. — Ἕκαστος, νομίζει, ἀκούων τοὺς ἀξιοτίμους ἀντιτείνοντας, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ μιᾶς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ θέλει γείνῃ, ὡς ἐχαρακτήριζεν αὐτὸ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος, γυαλιὰ–καρφιὰ, καὶ θέλει δαπανηθῆ εἰς ἀποπεράτωσιν, ἢ καὶ μὴ ἀποπεράτωσιν τῆς θαλαμηγοῦ. Ὀφείλω ἄρα νὰ ἀναγνώσω τὸ κείμενον τῆς δηλώσεώς μου, ἵνα φωτίσω τὴν Βουλήν. Ἰδοὺ ἡ τροποποίησις (ἀναγινώσκει): «Ἐπισκευὴ καὶ συντήρησις Β. πλοίων». «Δέον νὰ προστεθῶσι: Διὰ μὲν τὰ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν δαπανηθέντα καθ’ ὑπέρβασιν τῶν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ αἰτηθεισῶν πιστώσεων, αʹ) ἕνεκα ὑπερτιμήσεως νομίσματος, βʹ) ἕνεκα τῆς πληρωμῆς τῆς νέας δόσεως τῆς ἀξίας τῶν ἀτμολεβήτων τοῦ τορπιλοβόλου «Κανάρη», ὡς μὴ ἐπαρκεσάσης τῆς χορηγηθείσης διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ σχετικῆς πιστώσεως, γʹ) ἕνεκα ἐκτάκτων προμηθειῶν ὑλικοῦ, δʹ) ἕνεκα καθαρισμοῦ καὶ ἐπισκευῆς τῶν τριῶν θωρηκτῶν ἐν τῇ δεξαμενῇ Τάραντος, ὧν ἡ σχετικὴ δαπάνη δὲν εἶχε σημειωθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ εʹ) ἕνεκα τῆς προμηθείας διαφόρων ἀντικειμένων καὶ ἑτέρων εἰδῶν ὑλικοῦ, δραχ. 122,380.» Διὰ δὲ τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ πρὸς συντήρησιν τῶν πλοίων διὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν ἐνεστῶτος ἔτους καὶ διὰ τὴν ἐπισκευὴν διαφόρων πλοίων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἀνεγράφη ἐν τῇ δηλώσει μου τὸ ποσὸν 150,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὶς εἶπεν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους καὶ ἀντιτείνοντας ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς περατώσεως τῆς ἐπισκευῆς τῆς θαλαμηγοῦ «Μπουμπουλίνας»; Ἰδοὺ πῶς χαρακτηρίζεται ἡ μέλλουσα νὰ γένηται δαπάνη τῶν 150,000 δραχμῶν (ἀναγινώσκει): «Διὰ δὲ τὴν προμήθειαν τῶν ἀπαιτουμένων ὑλικῶν πρὸς συντήρησιν τῶν Β. πλοίων μετὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν τρέχοντος ἔτους καὶ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐν τῷ Ναυστάθμῳ γινομένης ἐπισκευῆς διαφόρων πλοίων δραχ. 150,000.». Ἐφ’ ὅσον αἱ δραχμαὶ αὗται εἰσέτι δὲν ἐδαπανήθησαν, πῶς δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι δαπανήσει αὐτὰς, ὅτι προτίθενται νὰ δαπανήσωσιν αὐτὰς εἰς γυαλιὰ–καρφιὰ, ὡς χαρακτηρίζει ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου τὴν μέλλουσαν νὰ γένηται δαπάνην τῶν 150,000 δραχμῶν; Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονὴν, νὰ ζητήσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τὰς καταστάσεις τῶν δαπανῶν, νὰ ἴδῃ ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ ποσὰ ταῦτα, καὶ τότε, ἂν ἴδῃ ὅτι κακῶς ἐδαπανήθησαν, δύναται νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν λόγον. Ἐκ τῶν προτέρων ὅμως νὰ ὁρίζῃ αὐτὸς ποῦ θέλουσι δαπανηθῆ, καὶ νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἄσκοπος, νομίζω, ὅτι οὔτε δίκαιον εἶναι, οὔτε πρέπον. Διὰ τοῦτο ἐγὼ καὶ πάλιν δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅσας μὲν πληροφορίας αὕτη ᾐτήσατο, θέλω προσκομίσει αὐτῇ, ὅταν δὲ γένηται ἡ συζήτησις τοῦ ἁρμοδίου τμήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλω συμπληρώσει ὅ,τι τυχὸν παρέλιπον. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ μετὰ τὴν δαπανηθησομένην ταύτην ποσότητα νὰ δώσω λόγον περὶ τῆς δαπάνης αὐτῆς.

§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν μὲ πλείονα ἀπάθειαν νὰ ὁμιλῇ περὶ τοιούτων ζητημάτων.

§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔχω ἀπάθειαν· ὁμιλῶ ἴσως ζωηρῶς, ἀλλ’ ὄχι ἐμπαθῶς.

§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ὡμίλει μετ’ ἀπαθείας, δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τὸν ἀρκετὰ παράδοξον ἰσχυρισμὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ἄλλοι εἶναι οἱ γινόμενοι Ὑπουργοὶ καὶ Βουλευταὶ διὰ Β. Διαταγμάτων, αὐτὸς δὲ οὔτε Βουλευτὴς οὔτε Ὑπουργὸς ἐγένετο διὰ Β. Διατάγματος! Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ὅλοι γνωρίζετε, καὶ θέλει ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος κινήσει τὸ μειδίαμά σας, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐνταῦθα Βουλευτὴς, γενόμενος Ὑπουργὸς οὐχὶ διὰ Β. Διατάγματος, ὅλοι δ’ ἐπίσης γινώσκετε, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἂν αὐτὸς δὲν ἀνέγνω τὸ Β. Διάταγμα, ἀλλὰ πάντες ὑμεῖς, ὅσοι λαμβάνετε τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», βεβαίως θὰ ἀνέγνωτε τὸ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου διωρίσθη Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁ κ. Λεβίδης.

§73Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὴ προσποιεῖσθε ὅτι δὲν ἐννοεῖτε, διότι ἀδικεῖτε τὸν ἑαυτόν σας.

§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅλοι ἤκουσαν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου καὶ ἐν τῇ παραφορᾷ ὑμῶν ἴσως λεχθέντα, ὅσα ἐγὼ ἐπανέλαβον.

§75Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, τί ἐννοεῖ.

§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προκαλεῖ ἡμᾶς περὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἠγέρθη ἀπὸ ἡμερῶν συζήτησις ἐκ τῆς σχετικῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν τῇ οἰκείᾳ ἐπιτροπῇ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρῇ τὸ ζήτημα τόσον ἁπλοῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὥστε νὰ νομίζῃ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις Κύριος οἶδε πότε θὰ γείνῃ, καὶ ἂν θὰ γείνῃ καθόλου, μετὰ μεσονυκτίους ποθ’ ὥρας, — ἵνα μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, — ὅτε βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις. Αὔριον ἃς προσκομίσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.

§77Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶπον.

§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σκόπως γείνῃ εἰδικὴ συζήτησις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος πλέον, ὅταν ἀκούητε τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βόλου συνάδελφον, ὑποστηρίζοντα ὅτι ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐπισκευῆς πλοίων, περὶ τὰ 4 ἑκατομμύρια, χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν πῶς ταῦτα ἐδαπανήθησαν καὶ ἂν πράγματι ἐδαπανήθησαν δι’ ἐπισκευὴν πλοίων. Βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα θέλει νὰ καταγγείλῃ τὸ γεγονὸς, ὅτι δαπάνη τοῦ Δημοσίου μετασκευάζεται ἓν πλοῖον εἰς θαλαμηγόν. Περὶ τούτου δὲν εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ μάτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει νὰ ἐκδηλώσῃ νῦν φιλοβασιλικὰ αἰσθήματα, πλάττων ἐνταῦθα ἰδανικοὺς ἐχθροὺς τῆς τοιαύτης μετασκευῆς καὶ μετασχηματιζόμενος αὐτὸς εἰς ὑπερασπιστὴν τοῦ Στέμματος. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: κατὰ τίνα τρόπον ἐδαπανήθησαν πάντα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τῆς μετασκευῆς τῆς «Μπουμπουλίνας» εἰς θαλαμηγὸν βασιλικήν.

§79Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διατὶ δὲν ἠρωτήσατε τὸν ἑαυτόν σας, ὅτε ἦσθε Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐρωτᾶτε ἐμὲ, πῶς ἐδαπανήθησαν;

§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ βιάζεσθε. Ἐγὼ θὰ κανονίσω τὴν σειρὰν τῶν συλλογισμῶν μου, τῶν σκέψεών μου... Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ μετασκευὴ τῆς «Μπουμπουλίνας» εἰς θαλαμηγὸν ἤρχισεν, ὄχι ἀπὸ τοῦ 1893, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1892, καὶ ἔκτοτε ἀναγράφονται τὰ ποσά. Τώρα ἐρωτᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διατὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ μεταξὺ ἐγεινόμεθα Ὑπουργοὶ δὲν ἐζητήσαμεν λόγον περὶ τούτου; Ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, ὡς εἶπε, διὰ Β. Διατάγματος καὶ ὄχι διὰ τῆς Βουλῆς.

§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ βεβαίως ἐνόουν.

§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἤλθομεν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, ἐκαλούμεθα δὲ νὰ ἐφαρμόσωμεν εἷς ἕκαστος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον του τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς πιστώσεις τὰς ἐγκριθείσας ὑπὸ τῆς Βουλῆς.

§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς ἠμπόδιζε τοῦτο;

§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο ἕκαστος τῶν τότε Ὑπουργῶν ηὐθύνετο κυρίως διὰ τὴν διαχείρισιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του. Ἐὰν ὅμως τότε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, προέκειτο νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἡμᾶς ὁ τότε προκάτοχός σας νέαν πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου, βεβαίως θὰ ἐζητοῦμεν ἐξηγήσεις καὶ ἐστὲ βέβαιος, ὅτι, ἐὰν προεκαλεῖτο ὁ μακαρίτης Κριεζῆς, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ αὐτὴν τὴν σχετικὴν πίστωσιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, θὰ ἐζήτει ὁ ἴδιος νὰ πληροφορηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν ἐζητήσατε νὰ πληροφορηθῆτε ἀκόμη.

§85Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν διεχειρίζεσθε ὑμεῖς πιστώσεις;

§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πίστωσις συμπληρωματικὴ εἰς τὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦτο δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.

§87Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπάρχει πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως καὶ ἐπισκευῆς καὶ διασκευῆς πλοίων. Δὲν διεχειρίζετο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν αὐτήν;

§88ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Φαίνεται ὅτι εἶσθε ἄπειρος περὶ τὰ τοιαῦτα.

§89Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀναγνωρίζω τὴν ἐμπειρίαν ὑμῶν.

§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἕκαστος Ὑπουργὸς ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην του διεχειρίζετο τὰς πιστώσεις τοῦ κλάδου του, ἐὰν δὲ ἐζήτει ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, τότε καὶ μόνον ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πάσας τὰς σχετικὰς πληροφορίας. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν. Σεῖς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, πρόκειται νὰ ζητήσητε ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν 150,000 δραχμῶν. Ἐν τούτοις δὲν ἐφροντίσατε νὰ μάθητε τί ἐγένετο ἡ ψηφισθεῖσα ἤδη πίστωσις, πῶς δηλαδὴ αὐτὴ ἐξηντλήθη. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ὡς πρὸς τὴν κυρίαν δὲ ὑπόθεσιν, παρακαλῶ αὐτὸν, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐπιχύσῃ φῶς, νὰ παρουσιάσῃ πάντα τὰ σχετικὰ ἐντάλματα, διότι ὑπάρχει διάδοσις, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι πολλὰ ποσὰ ἐδαπανήθησαν διὰ προμηθείας, τὰς ὁποίας διῄρουν εἰς μικρὰ τμήματα, καὶ οὕτω κατεδολιεύοντο τὸν νόμον.

§91Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπανειλημμένως σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ φέρω τὰ ἔγγραφα.

§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὕτω πως μόνον θὰ ἐπιχυθῇ φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν μέχρι 3,000,000 δραχμῶν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κήδονται τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, πρέπει νὰ εὔχωνται νὰ προσαχθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται.

§93ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπιφυλαχθῶ, ἵνα, ὅταν θὰ δαπανηθῶσιν αἱ 850 χιλιάδες, πλὴν τῆς πιστώσεως τῶν 150,000, φέρω τὸν ἔλεγχον· ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν πιστώσεων. Εἶναι καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἄρχεται καὶ ζητεῖ πίστωσιν, νὰ διατελῇ ἐνήμερος τῶν ἀναγκῶν, ἃς προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ, καὶ νὰ γνωρίζῃ, πῶς διατίθενται αἱ ζητούμεναι πιστώσεις. Ἀλλὰ σεῖς τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, τὰ ὑπολαμβάνετε ὡς ζητήματα προσωπικά. Τὰ δικαιώματα ταῦτα τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπέρτατα, καὶ τὸ γνωρίζετε καλῶς, ἀφοῦ καταγίνεσθε εἰς πολιτειακὰς μελέτας. Χάριν αὐτῶν ἐχύθησαν ποταμοὶ αἱμάτων.

§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ πάλιν ἐφθάσαμεν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ ταῦτα εἶναι τόσον ἀνεγνωρισμένα καὶ αὐτωμολογημένα, ὥστε οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀνευλαβῶς περὶ αὐτῶν μελετῶν. Τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς εἶναι πρὸ πάντων ὁ ἔλεγχος, τὸν ἔλεγχον δὲ εὐκολύνουσιν αἱ πληροφορίαι περὶ τῶν ὑπὸ ἔλεγχον πράξεων ἢ παραλείψεων· διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα ἐλέγχου, πρὶν ἢ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, αἵτινες θέλουσι καταστήσει τὸν ἔλεγχον δυνατὸν καὶ λογικόν. Ἀλλ’ οἱ ἀγορεύοντες νῦν κύριοι Βουλευταὶ δὲν κατάρχονται ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἀντὶ δὲ νὰ ζητήσωσι νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τῆς διαχειρίσεως τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων μέχρι τοῦδε διὰ τὴν μετασκευὴν ἑνὸς πλοίου τοῦ στόλου, καὶ ἐπειδὴ ἐλέχθη ὅτι εἶχον ζητηθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔστερξε νὰ καταθέσῃ τὰς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς πληροφορίας, ἀντὶ νὰ ζητήσωσι λόγον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν, διατὶ δὲν κατέθεσε τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, καὶ ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησε πληροφορίας, ὅτι δὲ θέλει καταθέσει τὰ ἔγγραφα, οἱ ἐπερωτῶντες κατελήφθησαν ὑπὸ ἱερᾶς ἀγανακτήσεως καὶ ὀργῆς, καὶ κατήγγειλαν ἡμᾶς, ὅτι ἡμεῖς ῥίπτομεν εἰς τὸν πίθον τῶν Δαναΐδων τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου, ἢ ἐντὸς βόθρου, ὡς ἔλεγεν ὁ ἕτερος αὐτῶν, καὶ ἐλέγχουσιν ἡμᾶς ὅτι παραλείπομεν καθῆκον! Ἡμεῖς διοικοῦμεν πρὸ 40 ἡμερῶν, εὕρομεν δὲ, ὡς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐργασίαν ἀρξαμένην πρὸ χρόνων, ὠφείλομεν δὲ νὰ σκεφθῶμεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἢ νὰ παρακωλύσωμεν αὐτήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρακωλύσωμεν τὴν πρόοδον καὶ τὸ πέρας τοῦ ἔργου τῆς μετασκευῆς, ἀφοῦ εἶναι περὶ τὸ τέλος. Ἀλλ’ ἰσχυρίζονται, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν συνετελέσθη κατάχρησίς τις, ὅτι παρέβημεν διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἐὰν περιεπέσαμεν εἴς τινα τῶν παραβάσεων τούτων, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν λόγον. Ἀλλ’ ἂν ἐπιθυμῶσι νὰ ἴδωσιν, ἂν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν παρέβησαν τὸν νόμον, τοῦτο θὰ γνωσθῇ ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν· ἂς περιμένωσιν ἑπομένως νὰ ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα. Πρὸς τί ὁ μέγας θόρυβος καὶ οἱ λόγοι, οὓς ἐκτοξεύετε καθ’ ἡμῶν, ἐξ οὗ ὑπολαμβάνουσι πολλοί, ὅτι ἡμεῖς ἐσμὲν οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἐπιχείρησιν τῆς μετασκευῆς τοῦ πλοίου, ἢ ὅτι παρέβημεν νόμον κατὰ τὴν ὀλιγοήμερον διοίκησιν, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦμεν; Τοῦτο εἶναι ἀταξία περὶ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπάρχει κακή τις προαίρεσις. Τὴν προαίρεσιν ταύτην θέλομεν καταδείξει, ὅταν φέρωμεν τὰ ἔγγραφα. Τότε παρακαλοῦμεν νὰ γένηται ὁ ἔλεγχος. Μέχρις οὗ ὅμως κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα οὔτε νὰ κραυγάζῃ, οὔτε νὰ ἀγανακτῇ.

§95ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεξήγησε τοὺς λόγους μου. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ἵνα ἐλέγξω, ἀλλὰ ἐζήτησα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσω μίαν πίστωσιν, ὅπως φωτισθῶ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἀνεξάρτητον· ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μάθω τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν πιστώσεων μέχρι τοῦ Μαΐου 1895, καὶ τὰς διατεθείσας κατόπιν πιστώσεις. Μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν θέλω ν’ ἀποδώσω εἰς οὐδένα εὐθύνας διὰ πράγματα γενόμενα κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέφυγα νὰ ὁρίσω τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἤρχισεν ἡ ἐπισκευὴ τῆς «Μπουμπουλίνας»· ἐζήτησα ὅμως νὰ πληροφορηθῶ, πῶς διετέθησαν αἱ πιστώσεις τοῦ 1894, καὶ πῶς θὰ διατεθῶσι κατὰ τὸ 1895, ὅπως φωτισθῶ. Ὅλα ταῦτα δὲν ἐμφαίνουσι πρόθεσιν κατακρίσεως, ἀλλὰ θέλομεν νὰ μάθωμεν, ἂν αἱ πιστώσεις διετέθησαν ἐπωφελῶς ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Ἐννοεῖ πᾶς τις, ὅτι, ὅταν στερῆται ἡ οἰκογένεια τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, εἶναι περιττὸν νὰ τρέχῃ εἰς τὰ θέατρα. Ἔχομεν ἀπείρους ἀνάγκας ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ καὶ δαπανῶμεν ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν πρὸς μετασκευὴν πλοίου, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ μόνον πρὸς ἄνεσιν. Τὴν ἄνεσιν ὀφείλομεν νὰ παρέχωμεν καὶ πρὸς τοὺς λειτουργοὺς τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ μείζονα λόγον πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὴν παρέχωμεν ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν πόρων καὶ τῶν μέσων ἡμῶν.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Φορέστης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τοῦ Πετριτσείου Γυμνασίου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 286).

§97ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεων πρὸς ἀνακαίνισιν δημοσίων κτιρίων, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ: (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 287).

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 1 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6 μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη).

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1895. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.

§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, δὲν εὑρίσκομεν πλήρη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1895. Ὅπως εὕρωμεν αὐτὸν ἰδίως διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, ὀφείλομεν νὰ συνδυάσωμεν μετὰ τοῦ ὑποβληθέντος τεύχους καὶ διάφορα ἄλλα στοιχεῖα. Οὕτω δὲ, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὸ ἔδαφος, ἔστω καὶ ἀνώμαλον, ὅπως συζητήσωμεν αὐτόν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ὑπέστη πολλὰς περιπετείας· Ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ πρώην ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καὶ τότε Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894· μετεβλήθη ἐν τῷ τελικῷ αὐτοῦ ἀποτελέσματι παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου διὰ διαφόρων δηλώσεων· ὑπεβλήθη ἐκ νέου παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μεταβάλλεται δὲ καθημερινῶς διὰ δηλώσεων τῶν Ὑπουργῶν καὶ διὰ τῶν ψηφιζομένων νόμων. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη παρουσιάζει ἔσοδα μὲν δραχ. 91.331,118, ἔξοδα δὲ δρ. 90,150,380, καὶ πλεόνασμα δραχ. 1,280,838. Ὁ αὐτὸς προϋπολογισμὸς ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν ὑπέστη μεταβολὰς διὰ δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι προσέθετον νέας δαπάνας ἐκ δρ. 645,800, ἀναβιβαζούσας τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων εἰς δραχμὰς 90,796,181, καὶ ἐλαττούσας τὸ περίσσευμα εἰς δρ. 534,937. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν 2 Ἰουνίου 1895 ἀναγράφει τὰ αὐτὰ ἔσοδα ἐκ δρ. 91,331,118, ἔξοδα δὲ δρ. 89,342,724, καὶ περίσσευμα δρ. 1,988,396. Συγκρίνοντες τοὺς δύο ὑποβληθέντας προϋπολογισμούς, εὑρίσκομεν ἐν τῷ δευτέρῳ ἐλάττωσιν δαπανῶν κατὰ δραχ. 807,656. Ἀλλὰ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος διὰ δηλώσεων τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν μετεβλήθη, καὶ τὰ μὲν ἔσοδα ὑπεβιβάσθησαν εἰς δρ. 90,198,015, τὰ δὲ ἔξοδα ἀνεβιβάσθησαν εἰς δρ. 91,340,267. Οὕτω δὲ τὸ ἀρχικὸν περίσσευμα μετεβλήθη εἰς ἔλλειμμα ἐκ δρ. 1,142,000 ἡ δὲ ἐκ δραχμῶν 807,656 διαφορὰ τῶν δαπανῶν, ἣν ἀνέγραφεν ἐπὶ πλέον ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς, μετεβλήθη εἰς διαφορὰν ἐκ δρ. 544,101 ἐπὶ ἔλαττον ἐν αὐτῷ, καὶ ἐπὶ πλέον ἐν τῷ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ. Δὲν εἶναι δὲ μόνον αἱ μεταβολαὶ αὗται καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν ἀποτελέσματα, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ θὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ὑπάρχουσιν ἐκτὸς αὐτῶν καὶ ἄλλα στοιχεῖα, σχετιζόμενα μὲ τὰς δαπάνας καὶ μὲ τὰ ἔσοδα, ἅτινα προκύπτουσιν ἐκ τῶν ψηφισθέντων νομοσχεδίων καὶ ἐξ ἄλλων γεγονότων, ἅτινα ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Οὕτω δὲ συμπεπληρωμένον θέλω ἐξετάσει τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν λογιστικὴν καὶ ταμιευτικήν, δηλαδὴ τὴν τῆς ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικήν, τοῦ συστήματος δηλαδὴ, ἐφ’ οὗ στηρίζεται, καὶ τῶν μέτρων, ὧν τὴν ἐφαρμογὴν ἐπιδιώκει πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας. Ὑπὸ τὴν πρώτην ἔποψιν, τὴν ταμιευτικὴν καὶ λογιστικὴν, εὑρίσκω τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 ἀνεπαρκῆ καὶ ἀπολήγοντα εἰς ἔλλειμμα ἀρκετὰ σπουδαῖον. Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὡς ἔσοδα ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ δρ. 91,381,118· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν δρ. 304,770 ἕνεκα τοῦ ψηφισθέντος νόμου, δι’ οὗ ἐλαττοῦνται τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, καὶ δρ. 828,333 ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν· οὕτω δὲ τὰ ἔσοδα, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατέρχονται εἰς δρ. 90,198,015. Ἀλλ’ εἰς τὰ ἔσοδα ταῦτα, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὀφείλομεν ν’ ἀναγράψωμεν ἐκ νέου τὸ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ἀφαιρεθὲν ποσὸν τῶν δρ. 828,333. Πρέπει δ’ ἐπίσης νὰ προσθέσωμεν καὶ δρ. 133,000 ἐξ ἀντιτίμου ἐκλογικῶν εἰδῶν. Ὀρθὴν ἐπίσης θεωρῶ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ν’ αὐξηθῇ τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδον ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς. Λαμβάνων δ’ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόδοσιν τῶν τελῶν τούτων κατὰ τὸ 1893, ἀνελθοῦσαν εἰς δρ. 22,303,000, καὶ κατὰ τὸ 1894 εἰς δραχ. 26,707,000, καὶ ἐξετάζων συνάμα τὴν πορείαν τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων κατὰ τοὺς πέντε πρώτους μῆνας τοῦ τρέχ. ἔτους, νομίζω ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη εἰσαγωγῆς νὰ προσθέσωμεν ἑτέρας δρ. 2,200,000, ἂν ἐπρόκειτο νὰ λειτουργήσουν ταῦτα ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐλειτούργησαν καὶ κατὰ τὸ 1894. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς ἐλαττώσεις, αἵτινες θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς μειώσεως διαφόρων τελῶν εἰσαγωγῆς, ἥτις θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Βελγίου καὶ ἐκ τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ἐψήφισεν ἤδη ἡ Βουλή. Τὰς ἐλαττώσεις ταύτας ὑπολογίζω, ἐπὶ τῇ βάσει δοθεισῶν πληροφοριῶν, εἰς δραχ. 650,000 περίπου. Οὕτω δὲ ὑπολείπεται ποσὸν δραχ. 1,550,000, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ἔσοδον ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς. Τοῦτο παραδέχεται καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁρίζουσα εἰς δραχμὰς 1,657,000 τὸ προσθετέον ποσόν. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὰς ἑτέρας δύο αὐξήσεις ἐσόδων ἐκ δρ. 120,000, τὰς ὁποίας προτείνει αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή, ἐκ τῶν μονοπωλίων καὶ ἐκ τῆς ἀπολήψεως τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐνδέχεται νὰ ἔχωμεν ἐξ αὐτῶν αὔξησίν τινα ἐσόδου, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀλιγώτερον πιθανὸν νὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν ἄλλων ἐσόδων· ἀναφέρω δ’ ὡς παράδειγμα τὸν ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττόμενον ἔγγειον φόρον ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται ἔσοδον 2,514,600, ἐνῷ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος καὶ ἡ πορεία αὐτοῦ κατὰ τοὺς πρώτους πέντε μῆνας τοῦ τρέχ. ἔτους μᾶς πείθουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτὸ κατὰ 400,000 δραχ. περίπου. Τὴν αὔξησιν δὲ ἐκ δρ. 680,000 τοῦ ἐσόδου ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς μεταλλικοῦ καὶ συναλλάγματος, ἣν προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προστεθῇ διὰ τὰς εἰς μεταλλικὸν εἰσπράξεις ἐκ τῆς πωλήσεως σμύριδος καὶ ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν, δὲν νομίζω ἀναγκαίαν, διότι αὕτη θὰ συμψηφισθῇ δι’ ἀναγραφῆς ἴσου περίπου ποσοῦ ἐν τοῖς ἐξόδοις διὰ διαφορὰν συναλλάγματος καὶ μεταλλικοῦ δαπανηθησομένου διὰ τὰς προμηθείας τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Οὕτω δὲ ἐν τῷ ὑπολογισμῷ, ὃν ποιούμεθα πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ θετικοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἱ δύο αὗται ἐγγραφαὶ θὰ ἐξουδετερωθῶσιν ἀμοιβαίως.

§102Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ὑπεστηρίξατε πάντοτε τοῦτο.

§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, ὡς ζήτημα τάξεως. Ἐγὼ εἰσήγαγον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ Ιʹ κεφάλαιον τῶν ἐσόδων, ἐν ᾧ περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἔσοδον ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς μεταλλικοῦ καὶ συναλλάγματος, ὅπως διὰ τῶν ἐν αὐτῷ ἐγγραφῶν κανονίζηται ἡ διαφορὰ συναλλάγματος, ἥτις ἀποτελεῖ ἐπιπρόσθετον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν εἰς μεταλλικὸν εἰσπράξεών του καὶ ἥτις πρέπει νὰ ἐγγράφηται καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις. Ἀλλὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τούτου πρέπει ν’ ἀναθεωρήσωμεν συγχρόνως καὶ ὅλα τὰ κονδύλια δαπάνης διὰ τὰς προμηθείας τῶν Ὑπουργείων καὶ προσθέσωμεν ἐν ἑκάστῳ αὐτῶν τὴν κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμὴν διαφορὰν συναλλάγματος. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ προϋπολογισμὸς, βεβαίως ἔπρεπε νὰ γείνῃ τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐγένετο, νομίζω δύσκολον τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πράξεων τούτων κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ἐκ τοῦ προχείρου. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ὡς μὴ δικαιολογημένην τὴν αὔξησιν κατὰ δρ. 680,000 τοῦ ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐσόδου. Ἡ μελέτη δὲ, ἣν ἐποιησάμην, τῶν διαφόρων ἐσόδων μὲ πείθει, ὅτι αἱ αὐξομειώσεις, ἃς εὑρίσκομεν ἐν αὐτοῖς, συμψηφίζονται ἀμοιβαίως, καὶ ὅτι πρέπει μόνον νὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ δρ. 300,000 τὸ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν ἔσοδον, διὰ τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ποσὸν δρ. 1,200,000, ἐνῷ ἡ πορεία αὐτοῦ μόλις καθιστᾷ πιθανὴν εἴσπραξιν δραχ. 900,000, ὡς εἶχεν ὁμολογήσει καὶ αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης κατά τινα συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου ἐν τῇ τελευταίᾳ συνόδῳ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς. Διὰ τῶν προσθαφαιρέσεων δὲ, ἃς ἀνέφερα, τῶν ἐπὶ τῶν πραγμάτων στηριζομένων, τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ 1895 ἀνέρχονται εἰς δρ. 92,409,348, ἀντὶ τῶν δρ. 91,331,118, ἃς ἀναγράφει ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμός. Εἰς τὰς δαπάνας δὲ, αἵτινες κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν ἀνέρχονται εἰς δρ. 89,342,724, πρέπει νὰ προστεθῶσιν αἱ αὐξήσεις, αἱ προταθεῖσαι διὰ διαφόρων δηλώσεων τῶν Ὑπουργῶν, καὶ αἵτινες κατὰ τὸν πίνακα, ὃν μετὰ πολλῆς φιλοπονίας συνέταξεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνέρχονται εἰς δραχ. 1,997,558. Οὕτω δὲ τὰ ἔξοδα ἀναβιβάζονται εἰς δρ. 91,340,282. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς προσθήκης ταύτης, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι δαπάναι, μὴ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ αἵτινες, προερχόμεναι εἴτε ἐκ λόγων, οὓς δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεώς της, εἴτε ἐξ ἐσφαλμένων ἀναγραφῶν, πρέπει ἀναφισβητήτως νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν αὐτῷ. Κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἀποδόσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ προστεθῇ ποσὸν δρ. 327,981 διὰ τὰ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἀποδοθησόμενα εἰς τὸ παρὰ τοῦ νόμου σχηματισθὲν εἰδικὸν κεφάλαιον διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐν γένει ἐκπαιδεύσεως. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐξ ἐσφαλμένου ὑπολογισμοῦ προσδιωρίσθη τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς δρ. 327,981. Κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰ τέλη ταῦτα, ἂν δὲν εἶχον ἐλαττωθῆ, ἤθελον ἀποδώσει κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1895 δρ. 914,310. Ἡ ἀπόδοσις ὅμως αὕτη, μετὰ τὰς ψηφισθείσας ἐλαττώσεις τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, πρέπει νὰ μειωθῇ κατὰ τὸ ἓν τρίτον, συμφώνως μὲ τὰ ὑπολογισθέντα ἀποτελέσματα τῶν ἐλαττώσεων τούτων. Οὕτω δὲ ἡ ἀπόδοσις αὐτῶν κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν θὰ ἀνέλθῃ εἰς δραχμὰς 609,540. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου θέλει μείνῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ⅓ τῶν 200,000 δραχμῶν, ἤτοι δρ. 66,666 κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον, καὶ τὸ ποσὸν τῶν δρ. 37,096, αἵτινες ἤθελον χρησιμεύσει διὰ τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια καὶ τοὺς νομαρχιακοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὰς ὁποίας δύναται ἴσως νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον, καίτοι μὴ τιθεμένου ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 103,762, ποσὸν, ὅπερ ἰσοδυναμεῖ περίπου πρὸς τὸ ἥμισυ τῶν 200,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὁ ψηφισθεὶς νόμος ἀποδίδει εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἀφαιροῦντες τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 103,762 δρ. ἐκ τῶν δραχμῶν 609,540, ἃς θ’ ἀποδώσωσι τὰ ἐλαττωθέντα ἐκπαιδευτικὰ τέλη κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, εὑρίσκομεν δρ. 505,788, καὶ οὐχὶ 327,981, αἵτινες κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρέπει ν’ ἀποδοθῶσι παρὰ τοῦ Δημοσίου καὶ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς πίστωσιν τοῦ εἰδικοῦ κεφαλαίου ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς ἐν γένει ἐκπαιδεύσεως. Μεταξὺ τῶν δύο τούτων ποσῶν ὑπάρχει διαφορὰ ἐκ δρ. 177,807, αἵτινες πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἀποδόσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς διαφορᾶς συναλλάγματος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ προτείνει προσθήκην ἐκ δραχμῶν 300,000 μόνον. Δὲν θεωρῶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπαρκές. Ὁ προϋπολογισμὸς ὑπολογίζει διαφορὰν συναλλάγματος πρὸς 1,75 τὸ φράγκον· ἀλλ’ ὡς γνωρίζομεν ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν, ἠγοράσθη ἤδη τὸ ἥμισυ τῶν 9,418,000 φρ., τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, εἰς τιμὴν ἀνερχομένην εἰς δρ. 1,85 τὸ φράγκον. Ἐκ τῆς ἀγορᾶς δὲ ταύτης ἐπέρχεται αὔξησις εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἐκ δρ. 470,925. Τὸ ἕτερον δ’ ἥμισυ, ὅπερ θέλει προμηθευθῆ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς κατωτέραν τῆς σήμερον τρεχούσης τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ὅπερ τιμᾶται πρὸς δρ. 1,78 τὸ φράγκον. Θὰ προκύψῃ δ’ οὕτω ἑτέρα διαφορὰ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἐκ δραχ. 131,277. Τὸ ὅλον ἑπομένως ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ κεφάλαιον «διαφορὰ συναλλάγματος, ἀνέρχεται εἰς δρ. 602,202. Ἑτέρα προσθήκη δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, εἶναι ἡ ἀναφερομένη εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς. Κατεκρίναμεν πάντοτε τὴν εἰκονικότητα τῶν ἀναγραφῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰκονικὴ δὲ ἤθελεν εἶσθαι ἡ μὴ ἀναγραφὴ δαπάνης διὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς.

§104Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι τακτική;

§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δὲν ἔχομεν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν σήμερον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συνέλθῃ εἴτε τὴν 1 Νοεμβρίου, εἴτε καὶ πρότερον. Ὁπωσδήποτε δὲ καὶ ἂν χαρακτηρισθῇ ἡ σύνοδος αὕτη, τακτικὴ ἢ ἔκτακτος, ἔσται σύνοδος τοῦ 1895. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ψηφισθεὶς προϋπολογισμὸς διὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς προβλέπει τὸ σύνολον τῶν διαφόρων αὐτῆς δαπανῶν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Ὑπολείπεται δὲ μόνον ἡ ἀποζημίωσις τῶν Βουλευτῶν, ἥτις, ἀνερχομένη εἰς δραχ. 372,600, πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου. Οὕτω δ’ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν θὰ προστεθῇ ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς δρ. 1,152,609. Καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, δοθείσας εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν, πρέπει νὰ προστεθῶσι δι’ ἐνοίκια Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων δρ. 10,000 ἕτεραι δὲ δρ. 10,000 δι’ ἀποζημίωσιν ἀνακριτῶν, δρ. 150,000 δι’ ἀποζημίωσιν μαρτύρων, καὶ δρ. 15 χιλιάδες δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἔξοδα μεταθέσεων, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 185,000. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ δηλώσεώς του τῆς 15 τρέχ. μηνὸς ζητεῖ προσθήκην δι’ ἐκλογικὰς καὶ διαφόρους ἄλλας δαπάνας δρ. 863,130, δι’ ἑτέρας δὲ δηλώσεώς του τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας ζητεῖ διὰ διάφορα κτίρια καὶ ἄλλα δημόσια ἔργα ἑτέραν προσθήκην δρ. 94,800, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 957,930. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ κατὰ λάθος ὑπολογίζει εἰς δρ. 878,086 τὴν ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προσθήκην δαπάνην, ἤτοι ἐπὶ μεῖον δραχμὰς 79,950. Τὸ ποσὸν τοῦτο ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὸ ὅλον τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς ἐκ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ὁ νόμος περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως βεβαίως δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ ἐντὸς τοῦ 1895. Ὅπως δὲ, ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, ἀνεγράψαμεν ἐν τοῖς ἐσόδοις τὸ ὅλον τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, προσθέσαντες εἰς αὐτὰ δρ. 828,333, οὕτως ὀφείλομεν νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τοῖς ἐξόδοις τὸ ὅλον τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ὑπελογίσθησαν ὡς δυναταὶ, ἂν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος οὗτος, καὶ αἵτινες ἀνέρχονται εἰς δραχ. 1,265,000, μεῖον δρ. 37,096, αἵτινες εἶχον προστεθῆ διὰ τοὺς νομαρχιακοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια, ἤτοι δρ. 1,227,936, αἱ ὁποῖαι θὰ διατεθῶσι διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ γραμματοδιδασκάλων, καὶ διὰ τὰς λοιπὰς δαπάνας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως Ἐκτὸς τῶν προσθηκῶν τούτων ἔχομεν καὶ ἑτέρας διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις. Τοιαύτας, πλὴν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἔχομεν ἀναγνωρισθείσας ἐπὶ μὲν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Τρικούπη, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πρώτου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, δραχμὰς 493,203, ἐπὶ τοῦ διαδεχθέντος δ’ αὐτὸ Ὑπουργείου ἑτέρας δρ. 240,843, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 734,046. Δὲν γνωρίζομεν δὲ τί ποσὸν ἀνεγνωρίσθη μετὰ τὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑποβολὴν τῆς πληροφορίας, ἐφ’ ἧς στηρίζονται τὰ ἄνω ποσὰ, καὶ τί ποσὸν θέλει ἀναγνωρισθῆ μέχρι τέλους τοῦ τρέχ. ἔτους. Τὸ σύνολον τῶν ἀνωτέρω προσθηκῶν ἀνέρχεται εἰς δραχ. 3,279,441. Προσθέτοντες δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰς δραχ. 91.340.282, τὰς ὁποίας ὑπολογίζει ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ συμφώνως μὲ τὰς δηλώσεις τῶν Ὑπουργῶν, εὑρίσκομεν τὸ ὅλον τῶν βεβαίων δαπανῶν τοῦ 1895 ἀνερχόμενον εἰς δρ. 94,619,724. Ἀφαιροῦντες ἐξ αὐτῶν τὰ ἔσοδα, ἅτινα ὑπελογίσαμεν πρὸ ὀλίγου εἰς δρ. 92,409,348, εὑρίσκομεν ἔλλειμμα δρ. 2,210,376. Τὸ ἔλλειμμα δὲ τοῦτο προκύπτει χωρὶς νὰ συνυπολογισθῶσι καὶ αἱ δαπάναι, ἃς θέλει προκαλέσει ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων καὶ αἵτινες θὰ βαρύνωσιν ἐν μέρει καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ 1895, καὶ χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας θέλει ἀπαιτήσει ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν συμβάσεως περὶ κατασκευῆς τοῦ μὴ συμπληρωθέντος τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, αἵτινες θὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκ τοῦ εἰδικοῦ κεφαλαίου τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον ὅμως τὸ Δημόσιον ὀφείλει ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 1,000,000 δρ. περίπου. Δὲν λαμβάνω ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895 καὶ τὰ βάρη, ἅτινα δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, διότι δι’ αὐτοῦ συνιστᾶται εἶδος ἐπιχειρήσεως, ἣν ἀνέλαβε τὸ Κράτος, ἀναδεχθὲν ἀφ’ ἑνὸς τὴν θυσίαν 4 δραχ. κατὰ χιλιόλιτρον ἐξαγομένης σταφίδος, καὶ τὰς δαπάνας τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τῆς εἰς αὐτὸ παραδοθησομένης σταφίδος, δικαιούμενον δ’ ἀφ’ ἑτέρου νὰ καλύψῃ τὴν θυσίαν καὶ τὰς δαπάνας, ἃς ἀνεδέχθη ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῆς σταφίδος ταύτης. Ἐνδέχεται νὰ ὑποστῇ ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης ζημίαν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πιθανώτερον, ἐνδέχεται ὅμως καὶ νὰ μὴ ὑποστῇ τοιαύτην. Μὴ ἔχοντες βέβαια διδόμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐννοῶ νὰ στηρίξω τοὺς ὑπολογισμούς μου, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν ὡρισμένον ποσὸν δαπάνης ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης. Χωρὶς ἑπομένως νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς διὰ τοὺς σιδηροδρόμους ἐκτάκτους δαπάνας καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιχειρήσεως τῆς σταφίδος, ἣν ἀνεδέχθη τὸ Κράτος, εὑρίσκω τὸν προϋπολογισμὸν ἀπολήγοντα εἰς ἔλλειμμα 2,210,000 δραχ. περίπου.

§106ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως εἰς ποῖον ποσὸν τὸ ὑπολογίζετε;

§107ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς 2,500,000.

§108ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἀποδέχεσθε αὐτό;

§109ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὑπολογίζω οὕτω, στηριζόμενος εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,471,000. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν φόβον, ὅτι δυσκόλως θὰ εἰσπραχθῇ τὸ αὐτὸ ποσὸν καὶ κατὰ τὸ 1895, διότι διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1894 μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1895 εἰσεπράχθη ποσὸν κατώτερον τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διάστημα τῆς χρήσεως τοῦ 1893. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ στηριχθῶ ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς μήπω ληξάσης χρήσεως τοῦ 1894. Διὰ τοῦτο δὲν προτείνω ἐλάττωσιν τοῦ ἐσόδου τούτου, ὡς καὶ ἄλλων, ὧν ἡ ἀπόδοσις ἔσται κατὰ πᾶσαν πιθανότητα μικροτέρα τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης, παραδεχόμενος, ὡς εἶπον, ὅτι αἱ ἐξ αὐτῶν ἐλαττώσεις θὰ καλυφθῶσιν ἐκ τῆς ἀνωτέρας ἀποδόσεως ἄλλων ἐσόδων, ἐξ ὧν πιστεύω ὅτι εἶναι πιθανὴ ἡ εἴσπραξις ποσῶν ἀνωτέρων τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν παρεδέχθην καὶ τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινομένην αὔξησιν κατὰ 300,000 δραχ. ἐκ τῶν μονοπωλίων, καὶ κατὰ 120.000 ἐξ ἀπολήψεως ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, καίτοι μὴ θεωρῶν ὡς ἀπιθάνους τὰς αὐξήσεις ταύτας. Ἔχω ἐνώπιόν μου πίνακα, ὃν συνέταξα καὶ ἐν ᾧ σημειῶ τὰς πιθανὰς αὐξομειώσεις τῶν ἀποδοτέων τῶν διαφόρων δημοσίων ἐσόδων, τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων. Κατ’ αὐτόν, συμψηφίζονται σχεδὸν τὰ ποσὰ τῶν ἐλαττώσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου, ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν κλπ., πρὸς τὰ ποσὰ τῶν αὐξήσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν μονοπωλίων, ἐξ ἀπολήψεως ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ κλπ. Ἐκτὸς δὲ τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων, περὶ ὧν ὡμίλησα προηγουμένως, ὑπολείπεται μόνον τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, ἐκ τοῦ ὁποίου, ὡς εἶπον ἤδη, πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν δραχ. 300,000. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, μὴ συντελῶν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐκκρεμῶν δημοσίων ἔργων, ἔχων εἰς βάρος του τὰ ἀποτελέσματα τῆς σταφιδικῆς ἐπιχειρήσεως, ἣν ἀνεδέχθη τὸ Κράτος, καὶ ἀπολήγων εἰς ἔλλειμμα 2,210,000 δραχ., δὲν εἶναι βεβαίως προϋπολογισμὸς ἀνταποκρινόμενος εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον ἡ χώρα. Εἶναι προϋπολογισμὸς ἀνεπαρκὴς καὶ κατώτερος τῶν περιστάσεων, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα. Πτωχεύσαντες καὶ διὰ τοῦ ἀντιτίμου τῆς τιμῆς τοῦ τόπου ἐπιτυχόντες ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους οἰκονομίαν ἀνερχομένην εἰς 21,000,000 φράγκων χρυσῶν, ἤτοι 37,500,000 δρ. περίπου, δὲν δυνάμεθα νὰ δικαιολογηθῶμεν μήτε ἀπέναντι ἡμῶν αὐτῶν, μήτε ἀπέναντι τῶν ξένων, διατηροῦντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀπολήγοντα εἰς ἔλλειμμα. Ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος τὸ καθῆκον ἵνα ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ ἀπολήγῃ οὐ μόνον εἰς ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ εἰς περίσσευμα οἱανδήποτε, τὸ ὁποῖον νὰ εὐκολύνῃ τὴν διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν πόρων ἐξακολούθησιν καὶ βαθμιαίαν περαίωσιν τῶν δημοσίων ἔργων, τὰ ὁποῖα μετὰ μεγάλας δαπάνας ἀφῆκεν ἐκκρεμῆ ἡ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐφαρμοσθεῖσα πολιτική. Δὲν ἐπετρέπετο δ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτείνῃ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ νομοθετήσῃ ἐλαττώσεις ἐσόδων ἀνερχομένας εἰς δραχ. 1,150,000 περίπου διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1895 καὶ εἰς 2,000,000 περίπου κατ’ ἔτος. Δὲν ἐπιτρέπεται ἐπίσης ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προσθήκης δαπανῶν πολυειδῶν, ἥτις συντελεῖ εἰς τὴν ἀντισοῤῥοπίαν αὐτοῦ. Οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οἱ λόγοι οἱ συνιστῶντες τὴν ἐλάττωσιν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ἢ τὴν προσθήκην δαπανῶν μὴ ἀπολύτως ἐπιβαλλομένων ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας, ὀφείλομεν τοὺς λόγους τούτους ν’ ἀποκρούσωμεν, ἐπηρεαζόμενοι ἐκ μόνης τῆς ἐπιβλητικῆς ἀνάγκης, ἵνα ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν ἀποβῇ ἐπαρκὴς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν, ἃς παρουσιάζει ἡ σημερινὴ τοῦ τόπου κατάστασις. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπεκτείνω πλειότερον τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἔποψιν, τὴν λογιστικὴν δηλ. καὶ ταμιευτικήν. Θὰ ἐξετάσω αὐτὸν ἤδη ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, ὡς σύστημα δηλ. οἰκονομικόν, περιλαμβάνον τὰς θεμελιώδεις ἰδέας καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν ἀποῤῥέοντα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς διατελοῦμεν, καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθε. Μήτε ἐν τῷ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν προϋπολογισμῷ, μήτε ἐν τῇ γενομένῃ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγήσει αὐτοῦ εὑρίσκομεν σύστημα πλῆρες καὶ ἄρτιον γνωμῶν καὶ μέτρων, τὸ ὁποῖον, ἀποτελοῦν μεμορφωμένην οἰκονομικὴν πολιτικὴν, νὰ δύναται νὰ κριθῇ ἂν ἀνταποκρίνεται ἢ μὴ εἰς τὰς παρούσας τῆς χώρας ἀνάγκας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ συνίσταται εἰς τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν ἐρειπίων, εἰς ἃ περιῆλθον τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Τοῦτο εἶναι πόθος, ὅστις κατέχει τὴν καρδίαν παντὸς Ἕλληνος. Οὐδείς, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ αὐτῶν, οἵτινες ἀμέσως ἢ ἐμμέσως συνετέλεσαν εἰς τὴν παροῦσαν τῆς χώρας κατάστασιν, ἀρνεῖται σήμερον, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ περισυλλέξωμεν τὰ ὄρθια εἰσέτι μένοντα ἐρείπια τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ ν’ ἀνορθώσωμεν τὰ καταπεσόντα. Ἀλλ’ ὁ πόθος οὗτος, ὅπως πραγματοποιηθῇ, ἀνάγκη νὰ στηριχθῇ ἐπὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς, βασιζομένης ἐπὶ ἀρτίου συστήματος γνωμῶν καὶ μέτρων, ὧν ἡ ἄμεσος ἢ ἡ ἀπωτέρα ἐφαρμογὴ νὰ δύναται νὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν ἐπωφελῆ διευθέτησιν τῶν καθημερινῶν δυσχερειῶν καὶ εἰς τὴν ὁριστικὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων. Μὴ εὑρίσκοντες ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 τοιαύτην μεμορφωμένην πολιτικὴν, ἀναγκαζόμεθα πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ἀρχῶν καὶ θεμελιωδῶν ἰδεῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται οὗτος, νὰ ἀναζητήσωμεν αὐτὰς εἰς τὰ διάφορα νομοσχέδια, ἅτινα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τοὺς λόγους, ἐκ τῶν ὁποίων αὕτη ὡρμήθη εἴς τε τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐν τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐξόδοις τοῦ Δημοσίου τροποποιήσεων. Δὲν ἀποκρούω τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σύνολον τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἐλπίζει ὅτι δύναται νὰ διορθώσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ παρατηρήσω ὅτι δὲν ἀπῃτεῖτο πολὺς χρόνος, ὅπως αὕτη γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηρίξῃ τὴν πολιτικὴν αὑτῆς, καὶ τὰ μέτρα τὰ ἐκ τῆς πολιτικῆς ταύτης ἀποῤῥέοντα καὶ τῶν ὁποίων ἀμέσως ἢ ἀργότερον θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐφαρμογήν. Ἂν δικαιολογῆται ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐντὸς τοῦ βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, τοῦ διαῤῥεύσαντος ἀπὸ τῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐλεύσεώς της, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ πάντα τὰ μέτρα, ἅτινα νομίζει ἀναγκαῖα πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, δὲν δικαιολογεῖται ὅμως, μὴ ἔχουσα καὶ μὴ γνωρίζουσα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πολιτικὴν καὶ τὸ σύστημα, ἐφ’ οὗ θὰ στηριχθῶσι καὶ ἐξ οὗ θ’ ἀποῤῥεύσωσι τὰ μέτρα ταῦτα κατὰ τρόπον ἁρμονικὸν καὶ μεθοδικὸν, δυνάμενον νὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πραγματοποίησιν τοῦ πόθου, ὃν ἔχομεν πάντες. Ἐκ τῶν προταθέντων νομοσχεδίων καὶ μέτρων, τῶν συνδεομένων μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, εὑρίσκω ὅτι γενικώτερόν τινα χαρακτῆρα καὶ σκοπὸν παρουσιάζουσι δύο ἐκ τῶν ψηφισθέντων νομοθετημάτων, τὸ περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀμφότερα τὰ νομοθετήματα ταῦτα ὑπεστήριξα κατ’ ἀρχήν, καὶ νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Ἀλλὰ καὶ τὰ νομοθετήματα ταῦτα τότε μόνον δύνανται ν’ ἀποβῶσιν ἀποτελεσματικῶς ἐπωφελῆ, ὅταν ὦσι πλήρη καὶ στηρίζωνται ἐπὶ θετικῶν βάσεων, ὧν δυστυχῶς στεροῦνται, καθ’ ὃν τρόπον ἐνομοθετήθησαν. Τὸ νομοθετηθὲν ἀποκεντρωτικὸν σύστημα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ ἀποτελεσματικῶς, ἂν δὲν συνδυασθῇ μὲ ἀνάλογον μεταῤῥύθμισιν τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ἡμῶν διοικήσεως. Ἡ αὐτοτελὴς δὲ διαχείρισις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὰ προσδοκώμενα ἐπωφελῆ ἀποτελέσματα, ἂν δὲν συμπληρωθῇ διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν εἰς αὐτὴν ἀνηκόντων πόρων καὶ δὲν συνδυασθῇ μὲ τὰ μέτρα τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν καθημερινὴν ἐπίβλεψιν καὶ διεύθυνσιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας. Δὲν ἐκτείνομαι πλειότερον ἐπὶ τῶν μέτρων τούτων, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ λάβω ἀφορμὴν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν. Τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, δύνανται νὰ διακριθῶσιν εἰς δύο διαφόρους κατηγορίας, εἰς τὴν ἀφορῶσαν τὰ ἔσοδα καὶ τὰς φορολογικὰς ἐλαττώσεις καὶ εἰς τὴν ἀφορῶσαν τὰ ἔξοδα καὶ τὴν φροντίδα πρὸς ἐξεύρεσιν οἰκονομιῶν ἐν ταῖς διαφόροις ὑπηρεσίαις τοῦ Κράτους. Τὰ ψηφισθέντα φορολογικὰ μέτρα τὰ μειοῦντα τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου, ἐξετάζων λογιστικῶς τὸν προϋπολογισμὸν, εἶπον, εἶναι μέτρα ἀναμφισβητήτως μὴ συμβιβαζόμενα μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασιν καὶ μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν ταμιευτικῶν αὐτῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ἀποῤῥέουσιν ἐκ γενικωτέρας τινὸς ἀρχῆς καὶ ἰδέας συναδούσης πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Μήτε πᾶσαι αἱ ψηφισθεῖσαι ἐλαττώσεις τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, μήτε αἱ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἐνέχουσι τοιοῦτόν τι· ἠλαττώσαμεν κατὰ τὸ τρίτον τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, τὰ δὲ ἕτερα δύο τρίτα ἀφηρέσαμεν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἀπεδώκαμεν τὸ πλεῖστον μὲν αὐτῶν εἰς εἰδικὸν κεφάλαιον, 200 δὲ χιλιάδας δραχ. εἰς τὸ δημόσιον, τὸ ἀναδεχθὲν ὡρισμένας δαπάνας τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλὰ μήτε τὴν κατάστασιν τοῦ Πανεπιστημίου βελτιοῦμεν, μήτε τὴν ἐν γένει ἐκπαίδευσιν ἐξυπηρετοῦμεν ἀποτελεσματικῶς, παραδεχόμενοι, ὅπως τὸ εἰδικὸν κεφάλαιον, εἰς ὃ ἀπεδόθη τὸ πλεῖστον τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, διατεθῇ διὰ τὴν ἀνέγερσιν δημοτικῶν σχολείων. Ἐστερήσαμεν τὸ Δημόσιον ἐσόδου 1,500,000 δρ. ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν μεγάλη ὑφίσταται ἀνάγκη περαιώσεως τῶν ἐκκρεμῶν δημοσίων ἔργων, τοιαύτη δὲ δὲν ἐπιβάλλεται διὰ τὴν ἀνέγερσιν δημοτικῶν σχολείων, ὧν πάντες μὲν ἀναγνωρίζομεν τὴν χρησιμότητα, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ ἀνέγερσις δύναται νὰ ἀναβληθῇ εἰς εὐνοϊκωτέρας περιστάσεις. Διὰ τὴν ἐλάττωσιν διαφόρων τελωνειακῶν τελῶν ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχεν, ὡς εἶπε, τὴν ἀνακούφισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ τὴν προστασίαν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνέπτυξα ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων, ὡς δ’ ἀπεδείχθη καὶ τότε, μικρὰ καὶ ἀσήμαντος εἶναι π. χ. ἡ ἀνακούφισις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς ἐλαττώσεως κατὰ τὸ εἰκοστὸν ἢ τὸ δέκατον πέμπτον τῆς τιμῆς τῶν τεταριχευμένων ἰχθύων καὶ τῶν ὀσπρίων, σημαντικὴ δὲ ἡ βλάβη τοῦ Δημοσίου, ἡ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων αὐτοῦ· δύναται δ’ ἐπίσης ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ὀσπρίων νὰ πάθῃ καὶ μία ἐκ τῶν τοπικῶν ἡμῶν παραγωγῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ ἐνισχύωμεν καὶ ὑποστηρίζωμεν. Ἀνακούφισις σπουδαία καὶ σημαντικὴ θέλει δοθῆ εἰς τὸν ἑλλ. λαὸν, ὅταν ἐπιτευχθῇ ἡ βελτίωσις καὶ ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Πᾶν δὲ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἕνεκα ἐφημέρου καὶ ἀσημάντου ἀνακουφίσεως συντελεῖ εἰς τὴν παράτασιν τῆς σημερινῆς καταστάσεως διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τοῦ Δημοσίου τῶν πρὸς ἀνόρθωσιν αὐτῆς ἀναγκαίων μέσων, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀληθὴς ἀνακούφισις τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὡς ἐπιβάρυνσις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂν ἐπὶ τῶν φορολογικῶν τούτων μέτρων δὲν ὑπάρχῃ θεμελιώδης τις ἰδέα, κανονίζουσα τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, εὑρίσκω ὅμως τοιαύτην ἰδέαν, ἀλλὰ πεπλανημένην εἰς τὰ μέτρα τὰ ἀφορῶντα τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τὴν φροντίδα τῆς ἐξευρέσεως οἰκονομιῶν ἐν ταῖς διαφόροις ὑπηρεσίαις τοῦ Κράτους. Διὰ τῶν διαφόρων ἐλαττώσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς τὰς δαπάνας τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἐπέτυχεν οἰκονομίας ἀνερχομένας εἰς δραχμὰς 1,196,000, πλὴν τῆς ἐκ τῶν δαπανῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἥτις δὲν ὑφίσταται πλέον, μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ἀπέναντι ὅμως τῶν οἰκονομιῶν τούτων ἐγένοντο αὐξήσεις δαπανῶν, ἐν τῷ τεύχει μὲν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ δρ. 1,575,000, διὰ διαφόρων δὲ δηλώσεων μέχρι σήμερον ἕτεραι ἐκ δρ. 2,023,000, ὑπολείπονται δὲ καὶ ἄλλαι γνωσταὶ, αἵτινες θὰ προστεθῶσιν. Ὥστε ὄχι μόνον δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁριστικὴ ἐλάττωσις δαπάνης διὰ τοῦ συστήματος τούτου, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπέρχεται καὶ αὔξησις σημαντική.

§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνθυμεῖσθε ποῖαι εἶναι αἱ αὐξήσεις;

§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μ’ ἐρωτᾷ ἂν ἐνθυμῶμαι, τίνες εἰσὶν αἱ αὐξήσεις. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν, ἀναφέρων αὐτὰς πάσας. Θὰ ἀναφέρω ὅμως ἐξ αὐτῶν τινας, τὰς κυριωτέρας, ὅπως δείξω καὶ τὸ ποιὸν αὐτῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν π. χ. μειοῦνται αἱ δαπάναι διὰ τὴν καλλιέργειαν καὶ βελτίωσιν τῶν ἁλικῶν κατὰ δρ. 184,000, διὰ τὴν ἐξόρυξιν τῶν ὀρυκτῶν κατὰ δρ. 88,700, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν κατὰ δραχ. 17,800, διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν ταμείων, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καί τινων ἄλλων ὑπηρεσιῶν κατὰ δρ. 241,000. Τὸ ὅλον δὲ τῶν μειώσεων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 554,000. Ἀναγράφεται δ’ ἐν τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ αὔξησις διὰ τὸν γεωμετρικὸν κλάδον δρ. 40,440, αἵτινες μεταφέρονται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ προσωπικὸν ὑπηρεσιῶν τινων καὶ διάφορα ἄλλα ἔξοδα δρ. 56,000, πλὴν τοῦ τμήματος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ προστεθῶσιν ἕτεραι δραχ. 50,000 περίπου. Ὥστε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸ τεῦχος πάντοτε τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ πρὸ τῶν γενομένων δηλώσεων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἀναγράφεται ἐλάττωσις δαπανῶν ἐκ δρ. 457,000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἡ μεγαλειτέρα αὔξησις δαπάνης εἶναι ἡ τῶν Πρεσβειῶν, ἀνερχομένη εἰς δρ. 93,000· αἱ ἐν αὐτῷ δ’ αὐξομειώσεις καταλήγουσιν εἰς ὁριστικὴν αὔξησιν ἐκ δραχ. 47,000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔχομεν ἐλαττώσεις, ἀνερχομένας εἰς δραχμὰς 123,000, ἐξ αὐτῶν ὅμως, ὡς ἀνέπτυξα, ἐξετάζων τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ λογιστικὴν ἔποψιν, τινὲς, ὡς π. χ. ἡ τῶν ἐνοικίων τῶν Εἰρηνοδικείων, δὲν θὰ πραγματοποιηθῶσι, θὰ προστεθῶσι δ’ ἀναγκαῖαι αὐξήσεις, ἀνερχόμεναι εἰς δραχ. 185,000. Σπουδαιότεραι εἰσιν αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν αὐτῷ ἀναγράφονται ἐλαττώσεις μὲν ἀνερχόμεναι εἰς δρ. 406,000 ἐν ὅλῳ, ὧν αἱ κυριώτεραι ἐκ κατασκευῆς τηλεγραφικῶν γραμμῶν ἐκ δρ. 127,000, ἐκ τοῦ κτιρίου τοῦ Βουλευτηρίου ἐκ δραχ. 40,000, ἐκ τοῦ τελωνείου Κερκύρας καὶ ἄλλων κτιρίων ἐκ δρ. 38,000 κλπ. Αὐξήσεις δὲ ἀνερχόμεναι εἰς δρ. 1,371,000, ὧν αἱ κυριώτεραί εἰσιν ἡ διὰ τὴν ἀνακαίνισιν καὶ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἐκ δρ. 800,000, ἡ διὰ βοηθήματα εἰς ἐργολάβους, ἐργάτας καὶ προμηθευτὰς, παθόντας ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐκ δρ. 400,000, ἡ διὰ τὴν κατασκευὴν φυλακῶν ἐκ δρ. 35,000 κτλ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπερ ἐπαρουσίαζε σημαντικὴν οἰκονομίαν ἐκ δρ. 1,242,000, στηριζομένην εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἐστερήθη ταύτης, μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλονται μεταβολὴν δαπανῶν ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ σύστημα τῆς ἐξευρέσεως οἰκονομιῶν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις τοῦ Κράτους, ὅπως αὗται λειτουργοῦσι σήμερον κατὰ τοὺς ἰσχύοντας ὀργανισμοὺς, ἀπὸ ἐτῶν ἀπετέλει μίαν ἐκ τῶν βάσεων τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος. Εἰς ὅλους τοὺς ὑποβληθέντας προϋπολογισμοὺς ἀπὸ δεκαετίας καὶ ἐπέκεινα οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατέφευγον εἰς τοῦτο. Καὶ εἰς αὐτὸν τὸν προταθέντα κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 ὁ κ. Τρικούπης παρίστα ὡς κατόρθωμα τὴν διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐπιτυχίαν οἰκονομιῶν ἐκ δρ. 2,000,000 περίπου. Κατέληγεν ὅμως καὶ τότε εἰς προσθήκας δαπανῶν ἐκ δραχ. 3½ ἑκατομμυρίων περίπου, αἵτινες τὰς οἰκονομίας μετέβαλλον εἰς αὐξήσεις ἐξόδων. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἐπιδίωξις οἰκονομιῶν εἰς τὰς συνήθεις δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι καθῆκον παντὸς διαχειριζομένου τὰ δημόσια οἰκονομικὰ, ὁσάκις ἡ ἐλάττωσις δαπάνης τινὸς ἦναι ἐφικτὴ ἄνευ βλάβης μεγαλειτέρας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐν ᾗ γίνεται ἡ ἐλάττωσις. Καθ’ ὃν τρόπον ὅμως ἐνεργοῦνται παρ’ ἡμῖν ἑκάστοτε αἱ αὐξομειώσεις τῶν δαπανῶν, κατὰ τὴν στιγμιαίαν καὶ συνήθως αὐθαίρετον κρίσιν ἑκάστου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύνανται νὰ φέρωσιν ὁριστικὴν καὶ σημαντικὴν ὠφέλειαν. Ὁ κ. Τρικούπης π. χ. ἐνόμιζε καλὸν νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν Διδασκαλείων, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σήμερον νομίζει καλλίτερον νὰ ἐλαττώσῃ τὴν τῶν ἀντεισαγγελέων καὶ τὸν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ταμείων, τοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ὁ κ. Τρικούπης ἠλάττωσε τὰς δαπάνας τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλαττόνει τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας καὶ βελτιώσεως τῶν ἁλικῶν· ὁ κ. Τρικούπης ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον νὰ αὐξήσῃ τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς τηλεγραφικῶν γραμμῶν, τῆς ἱππωνείας καὶ τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τῶν πλοίων· ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει καλὸν νὰ αὐξήσῃ τὴν δαπάνην τῆς ἀνακαινίσεως καὶ κατασκευῆς τῶν ὁδῶν καὶ τῆς ἐπισκευῆς καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν πλοίων. Ἕκαστος τῶν Πρωθυπουργῶν καὶ Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, ἄνευ θεμελιώδους τινὸς βάσεως καὶ ἀρχῆς καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ κρίσιν ἐκτελεῖ ἑκάστοτε αὐξομειώσεις δαπανῶν, ἐπαγγελλόμενος τὴν ἀναζήτησιν οἰκονομιῶν. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ὀφείλωμεν νὰ ἐπιδιώκωμεν οἰκονομίας ἐπωφελεῖς ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ Κράτους, διὰ τοιούτου ὅμως συστήματος ἐπιδιώκοντες αὐτὰς, δὲν δυνάμεθα βεβαίως ν’ ἀπολήξωμεν εἰς ἐπωφελῆ ταμιευτικὰ καὶ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα. Ἀπεναντίας δὲ, ὅπως ἔχουσι σήμερον παρ’ ἡμῖν αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι, τὸ σύστημα τοῦτο, συντελοῦν εἰς τὴν χειροτέρευσιν αὐτῶν, καταλήγει εἰς περιοδικὴν καὶ διαρκῆ αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου. Αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι, ὅπως εἰσὶν ὠργανωμέναι, ἔχουσιν ἀνάγκην ἐνισχύσεως. Διὰ τοῦ ἐφαρμοζομένου δὲ συστήματος τῶν αὐξομειώσεων τῶν δι’ αὐτὰς ἀναγκαίων δαπανῶν ἐξασθενοῦμεν αὐτάς. Ἀφαιροῦμεν δαπάνην ἐξ ὑπηρεσίας ἐχούσης ἴσως ἀνάγκην προσθήκης, ὅπως τὴν δαπάνην ταύτην τὴν χρησιμοποιήσωμεν εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν, ἥτις κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἢ κατὰ τὸν βαθμὸν τῆς πειστικότητος τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ διευθύνοντος αὐτὴν, χρήζει ἐνισχύσεως. Καταλήγομεν δ’ οὕτω συνήθως εἰς τὸ ὅτι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἐξησθενήσαμεν, ἐλαττώσαντες τὴν δι’ αὐτὴν ἀναγκαίαν δαπάνην, ὅπως οὕτω ποιήσωμεν οἰκονομίαν, χρησιμοποιηθεῖσαν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν ἑτέρας ὑπηρεσίας, ἡ ὑπηρεσία ἐκείνη, ἡ ἐξασθενησθεῖσα, τὸ ἑπόμενον ἢ μεθεπόμενον ἔτος θὰ παρουσιάζῃ ἐπιτακτικωτέραν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐνισχύσεώς της, ἥτις θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ δαπανήσωμεν δι’ αὐτὴν ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, ὅπερ προηγουμένως ᾠκονομήσαμεν. Πράττομεν ὅ,τι ἤθελε πράξει ὁ κύριος σαθροῦ οἰκοδομήματος, ὁ θέλων νὰ φράξῃ ὀπήν τινα, ἀφαιρῶν τεμάχιον ὑλικοῦ ἐξ ἄλλου μέρους τοῦ οἰκοδομήματος. Τὸ ἀφαιρούμενον τεμάχιον θέλει ἀνοίξει δύο ὀπάς, αἵτινες, ὅπως φραχθῶσιν ἀκολούθως, θ’ ἀναγκάσωσι τὸν ἀπερίσκεπτον κύριον ν’ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ οἰκοδομήματος ἕτερα τεμάχια, ἀνοίγοντα πλειοτέρας ὀπὰς καὶ συντελοῦντα εἰς τὴν ταχυτέραν κατάπτωσιν αὐτοῦ. Παραπλήσιον εἶναι καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἄνευ συστήματος περιοδικῶν αὐξομειώσεων τῶν δαπανῶν, τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν κατὰ τοὺς ἰσχύοντας ὀργανισμοὺς αὐτῶν. Ἀπολήγομεν εἰς ἀποτέλεσμα περιοδικῆς καὶ παγίας αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, ἄνευ βελτιώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Εἶναι τὸ σύστημα τῶν ἐμβαλωμάτων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βεβαίως δὲν δυνάμεθα καὶ δὲν πρέπει νὰ στηρίξωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ τοῦ Δημοσίου. Τὸ σύστημα τοῦτο ἦτο εἷς ἐκ τῶν παραγόντων τῆς ἀπὸ δεκαετίας καὶ ἐπέκεινα ἐφαρμοσθείσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο ὁ παράγων, ὅστις ἔφερε τὴν χώραν εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον κατάστασιν. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην μᾶς ἔφερε ταχέως ἡ δι’ ἁλμάτων αὔξησις τοῦ ἐξωτερικοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἡ κατασκευὴ δημοσίων ἔργων κακῶς μεμελετημένων καὶ δυσαναλόγων πρὸς τὰς δυνάμεις καὶ τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῆς χώρας. Συνετέλεσεν ὅμως ἐν μέρει καὶ τὸ σύστημα τῶν ἐμβαλωμάτων, ἵνα ἐπιτείνῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμοσθείσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Δὲν δυνάμεθα πλέον σήμερον μήτε δάνεια νὰ συνομολογήσωμεν, μήτε τὴν κατασκευὴν μεγάλων δημοσίων ἔργων νὰ ἐπιδιώξωμεν. Δὲν πρέπει ὅμως καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν διὰ συστήματος ἀπολήγοντος εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Τοῦτο πράττοντες, θὰ κινδυνεύσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς σημεῖον, ὅπερ πάντες ἀπευχόμεθα, εἰς τὸ σημεῖον ἑτέρας ἀνεπαρκείας πρὸς ἐκπλήρωσιν καὶ τῶν νέων ὑποχρεώσεων τῆς χώρας. Εὑρισκόμεθα ἀναμφισβητήτως ἐνώπιον καταστάσεως ἐκτάκτως δυσχεροῦς. Ἡ κατάστασις δ’ αὕτη ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ κατανοήσωμεν, ὅτι δι’ ἐκτάκτων μόνον φροντίδων καὶ μέτρων θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξέλθωμεν αὐτῆς. Μετὰ πολλῆς ἑπομένως περισκέψεως καὶ προσοχῆς, ἀλλ’ ἄνευ φόβου καὶ ἄνευ δισταγμῶν, ὀφείλομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν θέσιν ἡμῶν, καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων, ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ ἀνόρθωσις τῆς χώρας. Ἄνευ τοιούτων μέτρων μοιραίως θέλει ἐξακολουθεῖ καὶ παγιοῦσθαι ἡ χειροτέρευσις τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Δὲν θεωρῶ δὲ βάσιμον τὴν δικαιολογίαν, ἥτις πολλάκις ἐπανελήφθη ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅτι ἡ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου παρακωλύει τὴν τοιαύτην ἡμῶν ἐνέργειαν. Ἀπεναντίας νομίζω, ὅτι, ἐκτὸς τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ ἡ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου μᾶς ἐπιβάλλει ἐπιτακτικῶς τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐπιδιώξωμεν τὴν ἄμεσον ἔναρξιν καὶ τὴν ὅσον οἷόν τε ταχυτέραν ἐφαρμογὴν τῶν ῥιζικῶν μέτρων, ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ ἀνόρθωσις τῆς χώρας. Θέτοντες τὰς βάσεις τοιαύτης πορείας, θὰ δυνηθῶμεν ἀναμφισβητήτως οὐ μόνον νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ ἐσωτερικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ νὰ εὐκολύνωμεν τὸν διακανονισμὸν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ τρόπον εὐπρόσδεκτον καὶ παρὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Ὁσονδήποτε καὶ ἄν ᾖ τὸ προσδιορισθησόμενον ποσοστὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἔκ τε τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, τοῦτο θέλει ἔχει διὰ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν πλείονα ἀξίαν, ὅταν ἀποδείξωμεν, ὅτι τὰ μέτρα, ἅτινα λαμβάνομεν πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς χώρας, εἰσὶ μέτρα ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς καὶ δυνάμενα νὰ φέρωσι τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα. Τοιαύτη δὲ γνώμη θέλει λύσει ἐπωφελῶς δι’ ἡμᾶς τὰ ζητήματα τῶν τε ποσοστῶν καὶ τῶν ἐγγυήσεων, ἅτινα γεννῶσι τὰς κυριωτέρας δυσκολίας τοῦ διακανονισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους. Τοιούτων μέτρων ὀφείλοντες νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐφαρμογήν, ἀνάγκη προηγουμένως νὰ διαγνώσωμεν ἀκριβῶς καὶ ἀσφαλῶς ὁποία εἶναι ἡ ἀληθὴς νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ ἡ χώρα ἡμῶν. Πρέπει νὰ διαγνώσωμεν αὐτήν, διότι καὶ περὶ αὐτῆς πολλαὶ ὑπῆρξαν καὶ ἐξακολουθοῦσιν ὑπάρχουσαι αἱ πεπλανημέναι γνῶμαι, αἵτινες οὐκ ὀλίγον συνετέλεσαν εἰς τὴν δείνωσιν τῆς καταστάσεως ἡμῶν. Ἡ νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ ἡ χώρα ἡμῶν, εἶναι καθαρῶς οἰκονομική. Δὲν εἶναι ὅμως αὕτη ἁπλῆ, οἵα συχνὰ παρουσιάζεται, εἴτε ἕνεκα δυστυχήματός τινος, εἴτε ἕνεκα κακῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς εἰς πολλὰ ἐκ τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, ἔχοντα ὑγιᾶ τὴν διοικητικήν, τὴν πολιτειακὴν καὶ τὴν κοινωνικὴν αὐτῶν κατάστασιν. Ἐν τοῖς ἔθνεσι τούτοις ἡ οἰκονομικὴ νόσος ἀποβαίνει παροδικὴ κρίσις, ἡ δὲ θεραπεία καθίσταται εὔκολος διὰ τῶν συνήθων οἰκονομικῶν καὶ ταμιευτικῶν μέτρων. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἡ νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ ἡ χώρα, δὲν ἔχει δυστυχῶς τοιοῦτον παροδικὸν χαρακτῆρα. Περιπλέκεται αὕτη μὲ κακὴν διοικητικὴν κατάστασιν, καὶ μὲ κοινωνικὴν καὶ πολιτειακὴν κατάστασιν οὐχὶ εὐχάριστον. Οὕτω δὲ περιπλεκομένη, λαμβάνει χαρακτῆρα παγιώτερον, ὅστις καθιστᾷ δυσχερεστέραν τὴν θεραπείαν αὐτῆς. Δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ θεραπεύσωμεν αὐτὴν δι’ ἁπλῶν οἰκονομικῶν μέτρων, ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην μέτρων γενικωτέρων καὶ ῥιζικωτέρων ἐκείνων, ἅτινα ἄλλα ἔθνη, εὔρωστα κοινωνικῶς, πολιτειακῶς καὶ διοικητικῶς, ἐφαρμόζουσι πρὸς θεραπείαν τῶν εἰς αὐτὰ παροδικῶς ἐνσκηπτουσῶν οἰκονομικῶν νόσων. Τίς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι ἡ κοινωνία ἡμῶν δὲν στερεῖται μόνον ὑλικῆς εὐημερίας, ἀλλὰ καὶ ἠθικῆς εὐρωστίας, καὶ ὅτι δὲν ἔχει αὕτη τὸ ἀναγκαῖον ἠθικὸν σθένος, ὅπως ἀποσείσῃ δρῶσα καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας τὰ ἐνσκήπτοντα ἐπ’ αὐτῆς ἀτυχήματα; Ἡ πολιτειακὴ καὶ κοινωνικὴ ἡμῶν ἀνατροφὴ μᾶς κατέστησαν ἀληθῶς ἀνατολικὸν λαόν, παραδεχόμενον ὡς μοιραῖα τὰ τοιαῦτα ἀτυχήματα, καὶ μὴ θέλοντα νὰ ἐννοήσῃ τὴν κοινωνικὴν ἀλληλεγγύην καὶ εὐθύνην τῶν ἀτόμων, ὅπως καὶ ἐξ ἰδίας αὐτῶν πρωτοβουλίας ἀντιδράσωσιν οὐ μόνον κατὰ τῶν ἀτομικῶν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν γενικῶν ἀτυχημάτων. Πολλὰ δύναταί τις νὰ εὕρῃ παραδείγματα, ἀποδεικνύοντα τοῦτο· ἀναφέρω δὲ τὸ μᾶλλον πρόσφατον, τὸ τῶν πασχόντων σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Καὶ τοῦτο καὶ πλεῖστα ἄλλα δεικνύουσιν ὅτι εἰς τὰς σημερινὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας διατρέχει ἡ χώρα ἡμῶν, ἐλαχίστην ἢ οὐδεμίαν βλέπομεν ἀτομικὴν πρωτοβουλίαν, ἀντιδρῶσαν κατ’ αὐτῶν, καὶ ὅτι πάντες σχεδὸν ἀναμένομεν μοιραίως τὴν θεραπείαν αὐτῶν, εἴτε ἔξωθεν, εἴτε ἔσωθεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂν ἡ κοινωνία ἡμῶν στερῆται οὐ μόνον τῆς ὑλικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναγκαίας ἠθικῆς εὐρωστίας, ἡ Πολιτεία ἡμῶν, ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι, ἔχομεν ἆρά γε τὴν πολιτικὴν εὐρωστίαν, ἥτις ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν περιστάσεων καὶ τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ Πατρὶς ἡμῶν; Δὲν θέλω μήτε νὰ μεμφθῶ, μήτε νὰ ἐξαιρέσω τινά. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ κρύψω, ὅτι στερούμεθα τῆς τοιαύτης εὐρωστίας. Τὴν πολιτικὴν ἡμῶν δρᾶσιν περιωρίσαμεν εἰς κύκλον στενὸν καὶ περιωρισμένον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου χωροῦσι μὲν τὰ στενὰ καὶ ἀτομικὰ συμφέροντα, δὲν εὑρίσκουσι δὲ θέσιν οἱ γενικώτεροι σκοποί. Οὗτοι σπανίως ἑλκύουσι τὰς φροντίδας καὶ τὰς σκέψεις ἡμῶν, αἵτινες ἀποῤῥοφῶνται σχεδὸν ὁλοσχερῶς ὑπὸ τῶν τοπικῶν καὶ ἀτομικῶν ὑπολογισμῶν. Τοιαύτη δυστυχῶς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐδόθη διεύθυνσις εἰς τὴν πολιτικὴν ἡμῶν δρᾶσιν καὶ ἀνατροφήν. Ἀποτέλεσμα δὲ τούτου εἶναι ἡ νόθευσις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν κατὰ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, ἥτις ἀναιρεῖ τὰ καλά, ἅτινα ἤθελον ἀποφέρει αἱ ἀρεταὶ αὐτοῦ, ἐνισχύει δὲ καὶ ἐντείνει τὰ κακά, τὰ ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ πηγάζοντα. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγείρει ἀμέσως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀνέφερον ταῦτα, ὅπως δείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σημασίαν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν νόσου, ἥτις καὶ ἐκ τῆς πολιτειακῆς καὶ ἐκ τῆς κοινωνικῆς ἡμῶν καταστάσεως ἐπηρεάζεται ἐμμέσως. Θὰ περιορίσω τὴν μελέτην μου εἰς τὸν στενώτερον κύκλον τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἐγείρει ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἅτινα ἀφορῶσι τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν μετ’ αὐτῆς ἀμέσως συνδεομένην διοικητικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Καὶ ἐν τῷ στενωτέρῳ ὅμως τούτῳ κύκλῳ τῆς ἐρεύνης ἡμῶν ἀνάγκη καὶ πάλιν νὰ ἐξετάσωμεν, τίς ἡ νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ ἡ χώρα ἡμῶν, διότι καὶ ἐν τούτῳ πολλοί, ὡς εἶπον, ἐπικρατοῦσι πεπλανημέναι γνῶμαι. Ἡ νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ ἡ χώρα ἡμῶν, εἶναι καθαρῶς οἰκονομική, ἀπόῤῥοια δὲ καὶ συμπτώματα αὐτῆς εἰσιν ἡ ταμιευτικὴ ἀνεπάρκεια τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία. Νοσοῦμεν δ’ οἰκονομικῶς, διότι ἡ χώρα ἡμῶν δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τοῦ συνόλου τῶν πόρων αὐτῆς εἰς τὸ σύνολον τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεών της. Τὸ σύνολον τῶν πόρων τῆς χώρας ἡμῶν, ὡς καὶ πάσης ἄλλης χώρας, δὲν ἐνδεικνύεται ἐκ μόνης τῆς ἐμπορικῆς αὐτῆς κινήσεως, τῆς ἐξαγωγῆς δηλ. καὶ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῆς, μήτε ἐκ τῆς γνωστῆς καὶ τῆς ἐπιδεκτικῆς καταμετρήσεως παραγωγῆς αὐτῆς. Αὗται ἀποτελοῦσιν ἀναμφισβητήτως τὰ σπουδαιότερα στοιχεῖα. Ἀλλὰ πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ συνόλου τῶν πόρων αὐτῆς πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς αὐτὰς καὶ οἱ μὴ ἐπιδεκτικοὶ ἀκριβοῦς καταμετρήσεως, οἱ κληθέντες ἄδηλοι πόροι. Τοιοῦτοί εἰσι π. χ. παρ’ ἡμῖν οἱ ἐκ τῆς ναυτιλίας, οἱ ἐκ τῆς σπογγαλιείας, οἱ ἐκ τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν περιουσιῶν τῶν κατοικούντων ἐν Ἑλλάδι, αἱ δαπάναι τῶν ἐνταῦθα ἐρχομένων ξένων κλπ. Τὸ σύνολον δὲ τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας δὲν εἶναι μόνον ἁπλῆ αὐτῆς συντήρησις καὶ ἐργασία διὰ τῆς χρήσεως τῶν ἐν τῇ χώρᾳ παραγομένων καὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι, τὰς ὁποίας δυνάμεθα ἐπίσης νὰ ὀνομάσωμεν ἀδήλους ἀνάγκας καὶ δαπάνας, ὡς π. χ. αἱ πληρωμαὶ εἰς τὴν ξένην ναυτιλίαν, αἱ δαπάναι τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀπερχομένων Ἑλλήνων, τὰ εἰσοδήματα τῶν ξένων τῶν ἐχόντων περιουσίας ἐν Ἑλλάδι κλπ. Ἐὰν δ’ ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἀναγκῶν μόνον τῆς κοινωνίας, ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ τῶν ἐσόδων τῆς χώρας καὶ τῶν δαπανῶν αὐτῆς ἤθελεν ἐπέλθει ἐξ ἀνάγκης καὶ κατὰ φυσικὸν νόμον ἀπαράβατον. Ἡ κοινωνία σύγκειται ἐξ ἀτόμων, πᾶν δὲ ἄτομον δὲν δύναται διαρκῶς νὰ δαπανᾷ πλέον τῶν ὅσων ἔχει· ἀφοῦ δὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς κοινωνίας εἰσὶν ἠναγκασμένα νὰ δαπανῶσι τόσα μόνον, ὅσα ἔχουσιν, ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ τῶν πόρων καὶ τῶν ἐξόδων τῆς κοινωνίας ἐπέρχεται ἀφ’ ἑαυτῆς, δυνάμει τοῦ φυσικοῦ τούτου νόμου. Παρ’ ἡμῖν ὅμως εἰς τὰς ἀνάγκας ἐν γένει τῆς κοινωνίας παρεμβαίνει καὶ ἑτέρα, ἥτις δυσχεραίνει τὴν ὁμαλὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου. Αὕτη δὲ εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκπληρώσεως τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιπροστίθενται καὶ ὅμοιαι ὑποχρεώσεις διαφόρων Τραπεζῶν καὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, αἵτινες χάριν τῶν ἐπιχειρήσεών των συνομολόγησαν δάνεια εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Αἱ ὑποχρεώσεις αὗται δὲν δύνανται αὐτοβούλως νὰ περισταλῶσιν ἐντὸς τῆς ἀναλογίας τῶν πόρων τῆς κοινωνίας, ἡ ἐκτέλεσις δ’ αὐτῶν ἐπιβάλλεται, ἐπὶ ποινῇ πτωχεύσεως, ἐπιτακτικῶς εἰς τὴν χώραν, καὶ ἀφαιρεῖ μέγα μέρος τῶν πόρων αὐτῆς. Ἔχομεν δ’ οὕτω λανθάνοντα μέν, ἀλλ’ ἀληθῆ συναγωνισμὸν μεταξὺ τῆς κοινωνίας, ἥτις τείνει εἰς τὴν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς διάθεσιν τῶν πόρων της, καὶ τοῦ Δημοσίου, ὅπερ ἀφαιρεῖ τὰ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεών του ἀναγκαῖα ποσά. Καὶ ἂν μὲν ἡ χώρα ἠδύνατο ἀνέτως νὰ δώσῃ καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα, οὐδεμία ἤθελεν ἐπέλθει δυσχέρεια. Ἡ ἀδυναμία ὅμως αὐτῆς νὰ πράξῃ τοῦτο γεννᾷ τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ τὰς δυσχερείας, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα. Δὲν δύναται δ’ ἡ χώρα ἡμῶν νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἰδίως τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, δηλ. τὸν χρυσόν, οὗτινος τοῦτο ἔχει ἀνάγκην διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ὑποχρεώσεις του, διότι δὲν ἔχει χρυσὸν ἐν αὐτῇ καὶ διότι αἱ ἀξίαι αἱ παριστῶσαι χρυσὸν καὶ τὰς ὁποίας δύναται νὰ διαθέσῃ, προσποριζομένη αὐτὰς ἐκ τοῦ ἐξαγωγικοῦ της ἐμπορίου καὶ ἐκ τῶν ἀδήλων αὐτῆς πόρων, δὲν εἶναι ἀρκεταί, ὅπως μετὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, τῶν γνωστῶν καὶ τῶν ἀδήλων, ἀφήσωσιν ἐπαρκὲς περίσσευμα. Ἡ τοιαύτη δὲ ἀνεπάρκεια τῆς χώρας εἶναι ἡ θετικὴ ἀσθένεια, ἐκ τῆς ὁποίας νοσεῖ αὕτη. Ἐνῷ δὲ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς νόσος τῆς χώρας, ἡμεῖς ἀπὸ ἐτῶν ἐξελάβομεν τὰ συμπτώματα αὐτῆς, ἤτοι τὴν ταμιευτικὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, ὡς αὐτοτελεῖς νόσους, καὶ ἐπεδιώξαμεν συμπτωματικῶς τὴν θεραπείαν αὐτῶν. Ἀπετύχαμεν δὲ καὶ ἐδεινώσαμεν τὴν νόσον, ἀντὶ νὰ θεραπεύσωμεν αὐτήν. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐκταθῶ πολὺ ἐπὶ τοῦ πρώτου συμπτώματος, τῆς ταμιευτικῆς δηλ. ἀνεπαρκείας τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς διαρκῶν καὶ παγίων ἐλλειμμάτων τῶν προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους, διότι νομίζω, ὅτι ἐλάχιστοι ὑπάρχουσι σήμερον οἱ πιστεύοντες ὅτι διὰ συμπτωματικῆς θεραπείας, ἤτοι δι’ αὐξήσεως τῆς φορολογίας καὶ ἐλαττώσεως τῶν δημοσίων δαπανῶν, δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν τὸ Δημόσιον ἐπαρκὲς εἰς τὴν τελείαν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἡμῖν ἤδη, ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν αὐξήσωμεν τὴν φορολογίαν ἡμῶν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν πολὺ πλείονα τῶν σήμερον εἰσπραττομένων, διότι ἡ χώρα δὲν δύναται νὰ δώσῃ πλειότερα. Ἀνέπτυξα δὲ πρὸ ὀλίγου τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν διὰ τῆς ἐξασθενήσεως τῶν σήμερον λειτουργουσῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν οὐ μόνον δὲν θεραπεύει, ἀλλὰ καὶ ἐπιτείνει τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ δημοσίου ταμείου. Πολλάκις καὶ διὰ μακρῶν συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ἐλάχιστοι δέ, πιστεύω, ἐκ τῶν μελετησάντων τὰ πράγματα δύνανται ν’ ἀμφιβάλλωσιν, ὅτι διὰ τοιαύτης συμπτωματικῆς θεραπείας δὲν εἶναι καὶ δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀληθῆ καὶ παγίαν ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Δημοσίου. Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ ζητήματος τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας καὶ τῶν λόγων τῆς ἀνωμαλίας αὐτῆς, περὶ τῶν ὁποίων πεπλανημέναι παρὰ πολλοῖς ἐπικρατοῦσι γνῶμαι. Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, καὶ ἡ νόσος αὕτη δὲν εἶναι αὐτοτελής, ἀλλ’ ἀπόῤῥοια καὶ σύμπτωμα τῆς ἀνεπαρκείας τῆς χώρας. Εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος νομισματικῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων. Τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν τραπεζικὸν γραμμάτιον δὲν εἶναι μεταλλικὸν νόμισμα, διότι οὐδεμίαν ἔχει ἐσωτερικὴν ἀξίαν· δὲν εἶναι δὲ καὶ καθαρῶς πιστωτικόν, ἐπὶ μόνης τῆς πίστεως περὶ τῆς ἐγκαίρου ἐξαργυρώσεως αὐτοῦ στηριζόμενον. Τοιοῦτον εἶναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐκδοῦσα Τράπεζα ὑποχρεοῦται ἐπὶ τῇ παρουσιάσει αὐτοῦ, ἢ ἐντὸς ὡρισμένης βραχείας προθεσμίας, ν’ ἀνταλλάξῃ μὲ μεταλλικὸν νόμισμα. Τοιοῦτον δὲ χαρακτῆρα καὶ πλεονέκτημα δὲν δίδει εἰς τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν γραμμάτιον ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Κράτους, ὅτι θέλει ἐξοφλήσει αὐτὸ ἡμέραν τινὰ, καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς στηριζομένη ἑτέρα ὑπόσχεσις τῶν ἐκδόντων τὸ γραμμάτιον Τραπεζῶν, ὅτι θὰ πράξωσι τοῦτο, ὅταν τὸ Κράτος θὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του. Ὁ ἐκ τῆς τοιαύτης ἀορίστου ὑποσχέσεως πιστωτικὸς χαρακτὴρ τῶν παρ’ ἡμῖν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι δευτερεύων· πρωτεύων δ’ αὐτῶν χαρακτὴρ εἶναι ὁ τοῦ νομίμου νομίσματος. Τὸ Κράτος ἐν τῇ κυριαρχικῇ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ ἔδωκεν ἐπιτακτικῶς εἰς τὰ γραμμάτια ταῦτα τὴν δύναμιν τῆς καταμετρήσεως πασῶν τῶν ἀξιῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἐν πάσαις ταῖς ἀνταλλαγαῖς τῆς χώρας τὸ νόμιμον αὐτῶν μέτρον. Ἡ δύναμις αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία ἰδιότης καὶ ὁ κύριος χαρακτὴρ τοῦ γραμματίου. Ἐν τῇ ἰδιότητι δ’ αὐτῶν ταύτῃ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια δὲν φαίνονται ἐπηρεασθέντα ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ αὐτῶν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς πίστεως τοῦ Δημοσίου, ἥτις ἐπηρεάζει τὸν δευτερεύοντα αὐτῶν χαρακτῆρα. Μ’ ὅλας τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἡ δύναμις καὶ ἡ ἀξία τῶν γραμματίων ὡς νομίμου νομίσματος δὲν ἐπηρεάσθησαν σπουδαίως ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτῶν πρὸς τὰς ἀξίας τὰς κυρίως ἐσωτερικὰς, τὰς μὴ ἐχούσας ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον καὶ τὰς ὁποίας κυριαρχικῶς καταμετροῦσι ταῦτα. Τοιαῦται δ’ ἀξίαι εἰσὶν αἱ μὴ εἰσαγόμεναι κυρίως ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ μὴ ἐξερχόμεναι τοῦ τόπου, ὡς π. χ. τὰ ἐνοίκια τῶν οἰκιῶν, τὰ ἡμερομίσθια, καὶ τὰ προϊόντα τὰ ἐν τῷ τόπῳ καταναλισκόμενα καὶ μὴ δυνάμενα νὰ ἐξαχθῶσιν, οἱ ἐσωτερικοὶ ναῦλοι κλπ. Πάντων τούτων ἡ τιμὴ οὐδεμίαν ὑπέστη μεταβολὴν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ κυκλοφοροῦν νόμισμα. Διατηροῦσι περίπου τὴν αὐτὴν τιμὴν, καταμετρούμενα μὲ τὸ νόμισμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν ὁποίαν εἶχον ὅτε δὲν ἴσχυεν αὕτη, ἐπηρεαζόμενα ἐκ μόνου τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Τὰ ἐνοίκια π. χ. τὰ ὁποῖα πρὸ 10 ἐτῶν ἐπληρόνοντο εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, εἰς πλείστας πόλεις τῆς Ἑλλάδος μένουσι τὰ αὐτὰ, πληρονόμενα εἰς γραμμάτια ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντα. Εἴς τινας δὲ πόλεις αἱ οἰκίαι σήμερον ἐνοικιάζονται εἰς τιμὰς κατωτέρας ἐκείνων, εἰς ἃς ἐνοικιάζοντο, ὅταν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία.

§112Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Διότι ἔγειναν πολλαὶ οἰκοδομαί.

§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως· διότι ὑπήχθησαν εἰς τὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ηὔξησεν ἡ προσφορὰ ἕνεκα τῆς κατασκευῆς νέων οἰκιῶν, ἠλαττώθη δὲ ἡ ζήτησις ἕνεκα τῆς στενοχωρίας τῆς κοινωνίας, καὶ ἐπῆλθε μείωσις τῶν ἐνοικίων. Καίτοι ἐπελθούσης διαφορᾶς ἀνερχομένης εἰς 80% περίπου μεταξὺ τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ καὶ τῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἡ νομισματικὴ τούτων δύναμις μένει σχεδὸν πλήρης ἐν τῇ καταμετρήσει τῶν ἀξιῶν τῶν καθαρῶς τοπικῶν, αἵτινες ἐπηρεάζονται κυρίως οὐχὶ ἐκ τῆς ἀξίας τοῦ καταμετροῦντος αὐτὰς νομίσματος, ἀλλ’ ἐκ τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως.

§114Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὰ ἡμερομίσθια δὲν ὑψώθησαν;

§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλοῦ ὑψώθησαν καὶ ἀλλοῦ ἠλαττώθησαν, ἀναλόγως τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως αὐτῶν. Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν καταμέτρησιν τῆς ἀξίας τῶν εἰδῶν, ἅτινα εἴτε εἰσέρχονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἴτε δύνανται νὰ ἐξαχθῶσι καὶ καταναλωθῶσιν ἐκτὸς τῆς χώρας. Ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων δὲν ἐκτείνεται ἡ νομισματικὴ δύναμις, ἡ κυριαρχικῶς δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὸ νόμιμον τῆς χώρας νόμισμα. Καταμετροῦνται δὲ ταῦτα διὰ τοῦ παγκοσμίου νομίσματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀποτελεῖ κυρίως ὁ χρυσός, ὅστις εἰς τὰς ἀλληλεθνεῖς συναλλαγὰς ἔχει σταθερὰν ἀξίαν καὶ γενικὴν ἀνταλλακτικὴν δύναμιν. Εἰς τὴν αὐτὴν δὲ κατηγορίαν ὑπάγονται καὶ αἱ ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν δανείων ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, αἵτινες πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι διὰ νομίσματος μεταλλικοῦ, δηλ. διὰ χρυσοῦ. Ὁ χρυσὸς δὲ, κατὰ ἕτερον ἐπίσης οἰκονομικὸν νόμον, ἐξεδιώχθη τῆς χώρας ὑπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μετεβλήθη δὲ καὶ αὐτὸς, ὅπως καὶ αἱ ἀντιπροσωπεύουσαι αὐτὸν ἀξίαι, ἀπὸ νομίσματος εἰς ἐμπόρευμα. Δὲν καταμετρεῖ πλέον οὗτος τὰς ἀξίας ὡς νόμισμα· ὅπως πράξῃ τοῦτο, πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμιμον νόμισμα, καθὼς καὶ πᾶσα ἄλλη ἀξία. Ὑπόκειται ἑπομένως καὶ οὗτος εἰς τὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, εἴτε ὡς μεταλλικὸν νόμισμα προσφερόμενος καὶ ζητούμενος, εἴτε ὡς ἀξία ἀντιπροσωπεύουσα αὐτόν.

§116ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὰ ἡμερομίσθια διατὶ ηὔξησαν ἐν Ἑλλάδι;

§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ηὔξησαν ὅπου ὑπάρχει ζήτησις αὐτῶν.

§118ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Διότι πληρόνονται εἰς χαρτί.

§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπου δὲν ὑπάρχει ζήτησις, δὲν ηὔξησαν, μολονότι πληρόνονται εἰς χαρτί. Ἠλαττώθησαν δὲ πολλαχοῦ.

§120ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Πελοπόννησον ἠλαττώθησαν κατὰ πολύ.

§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ ἀλλαχοῦ. Τὸ μεταλλικὸν νόμισμα παρ’ ἡμῖν, ὡς καὶ εἰς πάσας τὰς χώρας, ἐν αἷς κρατεῖ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀπέβη, ὡς εἶπον, ἐμπόρευμα, διεπόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ὁσάκις ἑπομένως παρουσιάζεται ζήτησις ἀνωτέρα τῆς προσφορᾶς αὐτοῦ, τὸ νόμισμα τοῦτο, δηλαδὴ ὁ χρυσὸς, ὑπερτιμᾶται, ὑποτιμᾶται δὲ, ὁσάκις συμβαίνῃ τὸ ἐναντίον. Διὰ τοῦτο συνήθως βλέπομεν παρ’ ἡμῖν δι’ ἁλμάτων ὑπερτίμησιν ἢ ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης αἰτίας ἢ τῆς ὑπερβολικῆς ζητήσεως ἢ προσφορᾶς αὐτῶν. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι, ὁσάκις ἐν τῇ ἀγορᾷ παρουσιάζηται τὸ Δημόσιον, ἵνα προμηθευθῇ ποσόν τι χρυσοῦ ἢ συναλλάγματος ἄξιον λόγου, ἡ τιμὴ αὐτοῦ ὑψοῦται κατὰ 5 καὶ 10%. Οὐδεὶς δ’ ἀγνοεῖ ἐπίσης, ὅτι ὁσάκις ἐξαγωγὴ τοπικῶν προϊόντων, τῆς σταφίδος π. χ., συντελῇ εἰς τὴν προσφορὰν χρυσοῦ ἢ συναλλάγματος, ἐκπίπτει οὗτος κατὰ 5 καὶ 10%.

§122ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ χρυσὸς δὲν ἐκπίπτει· αὐτὴ εἶναι ἡ πρωτεύουσα ἀρετὴ τοῦ χρυσοῦ.

§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἡ πρωτεύουσα ἀρετὴ τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ παγκοσμίῳ αὐτοῦ νομισματικῇ χρήσει· ἀλλ’ ἐν τῇ χρήσει αὐτοῦ εἰς τὰς χώρας, αἵτινες ἔχουσιν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὁ χρυσὸς μεταβάλλεται εἰς ἐμπόρευμα, ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς παγκοσμίου αὐτοῦ χρήσεως, ἥτις τὸν καθιστᾷ χρησιμώτερον τοῦ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμματίου.

§124ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχει τὴν ἀξίαν τοῦ πάντοτε.

§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναμφισβητήτως πολὺ δὲ πλειοτέραν παρ’ ἡμῖν, οἵτινες ἔχομεν ἀνάγκην αὐτοῦ, καὶ εὑρισκόμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τὸν ἀγοράζωμεν διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν ὁποίων ἡ νομισματικὴ δύναμις καὶ ἀξία δὲν ἐκτείνεται πέραν τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Δὲν νομίζω ὅτι δύναταί τις σήμερον, ἐπὶ τῶν πραγμάτων στηριζόμενος, ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ προσφορὰ καὶ ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ εἶναι παρ’ ἡμῖν ἡ κανονίζουσα τὴν ἀξίαν αὐτοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ ὅτι ἡ ὕψωσις τῆς ἀξίας αὐτοῦ, ἡ ἀντιπαρισταμένη καὶ ὡς ἔκπτωσις τῆς τιμῆς τῶν γραμματίων, ἐνδεικνύει τὴν ἔλλειψιν ἐν τῇ χώρᾳ χρυσοῦ καὶ ἀξιῶν, ἀντιπροσωπευουσῶν αὐτόν, ἀρκετῶν, ὅπως ἄνευ νομισματικῶν ἀνωμαλιῶν θεραπευθῶσιν αἱ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις καὶ ὀφειλαὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου. Ἂν αἱ νομισματικαὶ ἡμῶν ἀνωμαλίαι ἐστηρίζοντο οὐχὶ ἐπὶ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῆς ἀξίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἠθέλομεν ἔχει ἀλλοῖα φαινόμενα. Εἴτε ἐκ δυσπιστίας πρὸς τὸ Κράτος, ἐπηρεαζούσης τὸν δευτερεύοντα χαρακτῆρα τῶν γραμματίων, δηλ. τὸν πιστωτικόν, διὰ τοῦ φόβου ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ἐξοφλήσῃ ποτὲ αὐτά, εἴτε ἐκ δυσπιστίας πρὸς τὴν ἀνταλλακτικὴν αὐτῶν δύναμιν, ἐπηρεαζούσης τὸν πρωτεύοντα αὐτῶν χαρακτῆρα, τὸν τοῦ νομίμου νομίσματος, διὰ τοῦ φόβου μήπως τὸ Κράτος ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτῶν τοιαύτην δύναμιν, ὡς ἐγίνετο ἐν Τουρκίᾳ διὰ τοὺς καϊμέδες, ἐὰν ἤθελε προέλθει ἐξευτελισμὸς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἠθέλομεν ἴδει τότε ὑψουμένας τὰς τιμὰς οὐ μόνον τῶν εἰδῶν τῶν διὰ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς συνδεομένων μὲ τὸ ἐξωτερικόν, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν εἰδῶν καὶ τῶν ἀντικειμένων, τῶν ἐν τῇ χώρᾳ μενόντων καὶ ἐν αὐτῇ μόνον καταναλισκομένων. Ἀλλ’ εἰς οὐδενὸς τὴν διάνοιαν διῆλθεν ἡ ὑπόνοια, ὅτι δύναταί ποτε τὸ Κράτος ν’ ἀναιρέσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του περὶ τῆς ἄνευ ὡρισμένης προθεσμίας ἐξοφλήσεως τῶν γραμματίων, ἢ νὰ καταργήσῃ τὴν νομισματικὴν αὐτῶν ἀξίαν καὶ τὴν ἀνταλλακτικὴν δύναμιν. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἠδύνατο νὰ ὑποπτεύσῃ ἡ κοινωνία, ἤθελε σπεύσει νὰ ἀνταλλάξῃ τὸ εἰς χεῖρας αὐτῆς γραμμάτιον καὶ μὲ ἀντικείμενα καθαρῶς τοπικῆς χρησιμότητος, μὲ οἰκίας π. χ. ἢ ἄλλα κτήματα, ὧν ἠθέλομεν ἴδει ὑπερτιμωμένην τὴν ἀξίαν, ἣν βλέπομεν σήμερον στάσιμον, ἢ καὶ ὑποτιμωμένην. Ἑτέρα ἀφορμή, ἥτις ἠδύνατο ἀμέσως νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἀξίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἤθελεν εἶσθαι ἡ πληθωρικὴ αὐτῶν κυκλοφορία, ἥτις ἤθελε παραγάγει προσφορὰν νομίσματος ἀνωτέραν τῶν ἀνταλλακτικῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ καὶ ταύτης δὲν βλέπομεν τὰ συνήθη φαινόμενα. Ἄμεσον δ’ ἀποτέλεσμα πληθωρικῆς κυκλοφορίας ἤθελεν εἶσθαι μεγάλη προσφορὰ χρήματος, ἥτις ἤθελε φέρει τὴν ἐλάττωσιν τῶν τόκων καὶ τὴν ὕψωσιν ἐπίσης τῆς τιμῆς τῶν εἰδῶν τῶν ἐν τῷ τόπῳ καταναλισκομένων ἢ ἄλλως ἐν αὐτῷ χρησιμοποιουμένων. Οὐδὲν ὅμως τοιοῦτον φαινόμενον βλέπομεν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν. Καὶ αὐτὸ δ’ ἄλλως τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 120 ἑκατομμύρια δρ. περίπου, διὰ λογαριασμὸν τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῶν διαφόρων Τραπεζῶν, δεικνύει ὅτι δὲν ὑπάρχει πληθωρικὴ κυκλοφορία. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ἀνταλλαγῶν ἡμῶν καὶ τὰ εἴδη ἐκεῖνα, ὧν ἡ τιμὴ κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ χρυσοῦ, εὑρίσκομεν ὅτι ἡ κυκλοφορία ἡμῶν ἀνέρχεται εἰς 50 περίπου δραχμὰς κατ’ ἄτομον, ἐνῷ εἰς ἄλλας χώρας, αἵτινες ἐκτὸς τοῦ νομίσματος ἔχουσι καὶ ἄλλας πιστωτικὰς ἀξίας, ἀντικαθιστώσας αὐτὸ, ἡ κυκλοφορία ἀνέρχεται εἰς ἑκατὸν καὶ πλέον φράγκα κατ’ ἄτομον. Ὑπάρχουσι πολλοὶ, εἰς τοὺς ὁποίους φαίνεται παράδοξος ἡ ἰδέα ὅτι δὲν ἔχομεν παρ’ ἡμῖν ἔκπτωσιν τῆς ἀξίας τοῦ νομίμου νομίσματος, ἀλλ’ ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ συνοδευομένων ἀξιῶν. Καὶ οὗτοι, πιστεύω, θὰ πεισθῶσι περὶ τούτου, ἂν ὑποθέσωσιν, ὅτι βαθύπλουτός τις ξένος ἤρχετο εἰς τὴν Ἑλλάδα φέρων 30 ἢ 40 ἑκατομμύρια φράγκων, ὅπως διαθέσῃ αὐτὰ εἰς ἀγορὰν κτημάτων καὶ ἄλλων τοπικῶν εἰδῶν. Τὸ γεγονὸς μόνον, ὅτι ἤθελε προσφερθῆ πρὸς πώλησιν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν φράγκων ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς μήτε εἰς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, μήτε εἰς τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κυκλοφορίαν, ἤθελεν ἀρκέσει νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ καὶ προσπελάσῃ αὐτὴν εἰς τὸ ἄρτιον τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.

§126Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Θὰ ἐπέλθῃ ἐξίσωσις τῶν ἀναγκῶν τοῦ χρυσοῦ. Ἐὰν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θὰ ἐπέλθῃ ἐξίσωσις μεταξὺ τῶν γραμματίων καὶ τοῦ χρυσοῦ.

§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν θὰ ἀρθῇ πραγματικῶς· ἀλλ’ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔσται ὁριστικὴ καὶ πραγματικὴ, μόνον ὅταν πρὸ αὐτῆς ἐπέλθῃ ἡ ἐξίσωσις τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας τῶν γραμματίων πρὸς τὸν χρυσὸν διὰ τῆς οἰκονομικῆς ἀναῤῥώσεως τῆς χώρας, ἥτις θὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς τὰς ἀξίας τὰς ἀντιπροσωπευούσας χρυσὸν, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν ὑποχρεώσεων. Ἡ πλάνη προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ ἀντιλαμβανόμεθα ἐν συγκρίσει αὐτῆς πρὸς τὴν νομισματικὴν τιμὴν τῶν γραμματίων. Ὑπάρχουσι δύο ὅροι συγκρίσεως, φυσικῶς δὲ, ὅταν ὁ εἷς ὑψοῦται, ὁ ἕτερος ὑπολείπεται αὐτοῦ. Ἡ ὕψωσις δὲ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος παριστᾷ φυσικῶς ὑπολειπομένην, ἐν συγκρίσει πρὸς αὐτὸν, τὴν τιμὴν τῶν γραμματίων. Δὲν ἕπεται ὅμως, ὅτι ὑποβιβάζεται αὕτη, διότι ὑπολείπεται τῆς ὑψωθείσης τιμῆς τοῦ χρυσοῦ. Ἡ λεπτὴ αὕτη διαφορὰ μεταξὺ τῆς ὑψώσεως τοῦ χρυσοῦ καὶ τῶν ἀντιστοίχων αὐτῷ ἀξιῶν, ἢ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, εἰς τὴν διάκρισιν τῆς ὁποίας τοσοῦτον ἐπέμεινα, δὲν ἔχει, ὡς φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως, ἁπλῆν θεωρητικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν σημασίαν, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὴν σπουδαιότητα, διότι εἰς τὰς περὶ τῆς διακρίσεως ταύτης ἐπικρατησάσας καὶ ἐπικρατούσας πλάνας ὀφείλομεν μέγα μέρος τῆς ἐφαρμοσθείσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς. Ἐκ τῶν περὶ αὐτῆς πεπλανημένων ἰδεῶν προέκυψαν τὰ πλεῖστα τῶν μέτρων τῆς συμπτωματικῆς καὶ τεχνητῆς θεραπείας τῶν ἀνωμαλιῶν τῆς παρ’ ἡμῖν νομισματικῆς κυκλοφορίας, ὁτὲ μὲν διὰ τῶν περιστολῶν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων, ὅτε δὲ καὶ διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἅτινα μέτρα ἐφηρμόσαμεν, αὐξάνοντες τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, στενοχωροῦντες τὴν κοινωνίαν καὶ ἐντείνοντες τὴν οἰκονομικὴν νόσον τῆς χώρας καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Ἀπὸ τοῦ 1882 ἐπικρατοῦσιν αἱ πεπλανημέναι αὗται ἰδέαι. Τότε τὸ Κράτος ᾐσθάνθη κυρίως τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, λαβούσης χαρακτῆρα πάγιον. Ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἀπὸ ἐτῶν, τὰ ἀποτελέσματα ὅμως αὐτῆς ἦσαν σχεδὸν ἀνεπαίσθητα. Ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ ἀνήρχετο μόλις εἰς 5–8%, κατὰ μέσον ὅρον. Κατὰ τὸ 1882 ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρέθη ἐνώπιον καταστάσεως διαφόρου ἐκείνης, ἥτις ὑπῆρχε προηγουμένως. Πρὸ τοῦ 1880 τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον μικρὰς σχετικῶς εἶχεν ὀφειλὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, τὰς προερχομένας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῆς Ἀνεξαρτησίας καὶ μέρους τοῦ δανείου τῶν 25,000,000 δρ. Αἱ ὀφειλαὶ δ’ αὗται ἀνερχόμεναι εἰς 3 ἑκατομμύρια φρ. περίπου κατ’ ἔτος, δὲν ἀπήτουν ἐξαγωγὴν χρυσοῦ ὑπερτεροῦσαν τὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Ἔκτοτε ὅμως τὸ Κράτος, ἐπιδιῶκον τὴν λύσιν ἐθνικοῦ ζητήματος, τὴν προσάρτησιν δηλαδὴ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, συνωμολόγησε τὰ δάνεια τῶν 60 καὶ 120 ἑκατομμυρίων φράγ., ἅτινα προσέθηκαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ποσὸν 11 ἑκατομμυρίων φρ. κατ’ ἔτος. Τὴν νέαν ταύτην ἀνάγκην τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἐθεράπευσεν ἐκ τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν τῶν δανείων μέχρι τοῦ 1882. Κατὰ τὸ 1882 ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς ἀφ’ ἑνὸς παρίστα ἔλλειμμα ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, ἤτοι 11 ἑκατομμυρίων περίπου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ Δημόσιον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην προμηθείας μεταλλικοῦ νομίσματος ἐκ 14 ἑκατομμυρίων φρ. περίπου, δηλαδὴ κατὰ 11 ἑκατομμύρια φρ. πλειότερον ἐκείνων, ὧν εἶχεν ἀνάγκην προηγουμένως πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεών του, καὶ ἅτινα ὁ τόπος ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς αὐτό. Ἀλλ’ ἂν τὸ Δημόσιον εὑρίσκετο εἰς τὰς δυσχερείας ταύτας, ἡ χώρα ὅμως κατὰ τὸ 1882 ἦτο ἀναμφισβητήτως εἰς καλὴν σχετικῶς οἰκονομικὴν κατάστασιν, πολὺ καλλιτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον. Ὑπῆρχε τότε ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀληθὴς παραγωγικὸς ὀργασμός. Πολλαὶ βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις ἱδρύθησαν, ἐπεδιώχθη δὲ τὸ πρῶτον ἡ κατασκευὴ σπουδαίων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐπεδιώχθη αὕτη ἀργότερον, εἰς βάρος δηλαδὴ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ δι’ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας καὶ διὰ λογαριασμὸν καὶ εἰς βάρος αὐτῶν τῶν ἀναδεχθέντων τὴν κατασκευήν των, ὡς ἐγένετο διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Ἡ προσάρτησις δὲ τῶν νέων ἐπαρχιῶν συνετέλεσεν, ὅπως ἐνθαῤῥύνῃ καὶ ἐνισχύσῃ τὸν παραγωγικὸν ὀργασμὸν τῆς κοινωνίας, τὸν ὁποῖον, ἐκτὸς τῆς ἀντιλήψεως πάντων, ὅσοι ἐνθυμοῦνται τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀποδεικνύει προσέτι καὶ αὐτὴ ἡ πορεία τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, καὶ ἰδίως τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ὧν ἡ ἀπόδοσις ἀπὸ 10,764,000 παλ. δρ. κατὰ τὸ ἔτος 1871, ἀνῆλθε κατὰ τὸ 1881 εἰς 19 ἑκατομμύρια, μὴ συμπεριλαμβανομένων τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἡ πίστις δὲ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κοινωνίας, ἥτις ἠδύνατο νὰ παρέξῃ πᾶσαν ἀναγκαίαν ὑποστήριξιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας, ἵστατο ἀκεραία. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἶπον, εὑρέθη τότε ἀπέναντι ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ δρ. 11 ἑκατομμυρίων καὶ τῆς ἀνάγκης ἐξευρέσεως χρυσοῦ 14 ἑκατομμυρίων φρ. περίπου διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Ἀντὶ δὲ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν παραγωγικὴν δρᾶσιν τῆς χώρας καὶ ζητήσῃ ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς παραγωγῆς αὐτῆς τὴν θεραπείαν τῆς ταμιευτικῆς καὶ τῆς νομισματικῆς ἀνεπαρκείας, εἰς ἣν εὑρέθη τὸ Δημόσιον, ἡ τότε Κυβέρνησις ἐπεδίωξε συμπτωματικῶς τὴν θεραπείαν αὐτῶν διὰ τῆς αὐξήσεως ἀφ’ ἑνὸς τῆς φορολογίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ δανείου. Ἐλαχίστην δ’ ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἕδρα οἰκονομικῶς ἡ χώρα, καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῆς παραγωγῆς της. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας δὲν ἐθεράπευσε τὴν ταμιευτικὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Δημοσίου, τοῦ ὁποίου οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ ἀπέληγον τακτικῶς εἰς ἐλλείμματα, ἅτινα ἀπεκρύπτοντο διὰ τῆς στενεύσεως αὐτῶν, τῆς ἐπιτυγχανομένης διὰ τῆς ἀναγραφῆς διαφόρων τακτικῶν τοῦ Κράτους ἐξόδων μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, τῶν διὰ δανείων ἐκτελουμένων. Ἡ ἄρσις δὲ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἐκτελεσθεῖσα κατὰ τὸ 1884, οὐ μόνον δὲν ἔφερεν εἰς τὴν χώραν ὁμαλὴν καὶ ὑγιᾶ νομισματικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ διὰ τῆς στενοχωρίας καὶ τοῦ κλονισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπέφερεν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν παραγωγικὴν αὐτῆς δρᾶσιν, ἐχειροτέρευσε τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς κατάστασιν καὶ συνεπῶς καὶ τὴν νομισματικὴν αὐτῆς κυκλοφορίαν. Τάχιστα δ’ ἐπανῆλθεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία οὐχὶ τόσον ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ἐκ τῶν συμβάντων τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας ἐπελθοῦσαν ἐπιστράτευσιν, ὅσον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκ τῶν ταμείων τῆς ὁποίας ἀφῃρεῖτο καθημερινῶς ὁ χρυσὸς, καὶ ἥτις ἄνευ τῆς ἐπανόδου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ σταματήσῃ τὰς πληρωμάς της. Τὴν πολιτικὴν τῆς τοιαύτης συμπτωματικῆς θεραπείας ἐγέννησεν ἡ πλάνη περὶ τῆς ἀληθοῦς νόσου τῆς χώρας, καὶ αἱ ἐξ αὐτῆς πηγάσασαι γνῶμαι. Ἐπιστεύθη ὅτι ἡ φορολογία ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὰ εἰς αὐτὸ ἀναγκαιοῦντα χρήματα, καὶ ὅτι ἡ ἄρσις τοῦ ἐξηυτελισμένου τραπεζικοῦ γραμματίου ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὴν χώραν τὸν εἰς αὐτὴν ἀναγκαῖον χρυσόν· ἂν ἔκτοτε δὲν εἶχον ἐπικρατήσει πεπλανημέναι ἰδέαι καὶ εἶχε κατανοηθῆ ἡ ἀληθὴς ἡμῶν νόσος, ἤθελον βεβαίως ἐξευρεθῆ τὰ μέσα τῆς θεραπείας αὐτῆς, καὶ δὲν ἤθελε περιέλθει τὸ Δημόσιον εἰς τὴν πτώχευσιν, καὶ ἡ κοινωνία εἰς τὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται...

§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλὸν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή.

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλῃ καὶ ὁ ἀγορεύων...

§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. (Μετὰ διακοπὴν μιᾶς ὥρας ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).

§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι αἱ πεπλανημέναι ἰδέαι, αἵτινες ἐπεκράτησαν περὶ τῆς διαγνώσεως τῆς νόσου, ἐξ ἧς νοσεῖ ἡ χώρα ἡμῶν, ἐγένετο μία ἐκ τῶν κυρίων ἀφορμῶν τῆς πολιτικῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεδιώχθη ἡ συμπτωματικὴ θεραπεία τῆς ταμιευτικῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἀνωμαλιῶν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας. Τὸ κυριώτερον μέτρον τῆς ἐφαρμογῆς τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἦτο ἡ δι’ ἁλμάτων αὔξησις τῶν ἐξωτερικῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ ἡ χάριν τῆς συνομολογήσεως αὐτῶν ἐκτέλεσις δημοσίων ἔργων, ἅτινα παρίσταντο μὲν ὡς σκοποῦντα τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν προαγωγὴν τῆς χώρας, ἅτινα ὅμως, δυσανάλογα ὄντα πρὸς τὰς δυνάμεις καὶ τὴν ἐν γένει κατάστασιν αὐτῆς, ἐλάχιστα συνετέλεσαν εἰς τοῦτο. Ἀποτέλεσμα δ’ αὐτῆς εἶναι ἡ δείνωσις τῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως. Δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συνομολόγησιν δανείων, μήτε τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ τὰ ἄλλα ἐλαττώματα τῆς πολιτικῆς ταύτης, ὧν ἓν εἶναι καὶ ἡ ἐξασθένησις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν δι’ ἀναζητήσεως ἐν αὐταῖς οἰκονομιῶν ἄνευ μεθοδικῆς καὶ συστηματικῆς αὐτῶν ἀνοργανώσεως. Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὀφείλομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν ἄνευ φόβων καὶ δισταγμῶν, ἀλλὰ μετὰ περισκέψεως καὶ ἐπιμελείας, τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ῥιζικωτέρων μέτρων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεραπεύσωσιν αὐτήν. Τοῦτο ἀπαιτεῖ οὐ μόνον ἡ ἀνόρθωσις τῆς χώρας ἐσωτερικῶς, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐπωφελέστερος δι’ ἡμᾶς διακανονισμὸς τῶν σχέσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, ὅστις θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βαθμιαίαν ἀνάκτησιν τῆς δημοσίας καὶ τῆς ἰδιωτικῆς πίστεως, ἥτις ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν ἀναγκαίων στοιχείων τῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας. Τὰ μέτρα, ὧν τὴν ἐφαρμογὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς χώρας, καὶ ἄλλοτε ὑπέδειξα εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω δὲ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ἐν συντόμῳ τινὰ περὶ αὐτῶν, ὅπως συμπληρώσω τὴν γνώμην μου περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν, ἂν πράγματι θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν ἐν τῷ τόπῳ ἐρειπίων. Τὰ μέτρα ταῦτα δὲν εἶναι μόνον οἰκονομικὰ, ἀλλὰ καὶ διοικητικά· διότι, ὡς πάντες γνωρίζομεν, οὐδὲν ἔθνος δύναται νὰ ἔχῃ καλὰ οἰκονομικὰ, ἂν δὲν ἔχῃ καλὴν διοίκησιν· οὐδεὶς δ’ ἐκ τῶν γνωριζόντων τὸν τόπον ἀμφισβητεῖ, ὅτι ἡ διοίκησις ἡμῶν δὲν ἔχει καλῶς, καὶ ὅτι ἐν πολλοῖς περιῆλθε σχεδὸν εἰς ἐξάρθρωσιν. Ἡ κυρίως διοίκησις, ἡ ἐνεργουμένη διὰ τῶν Νομαρχιῶν, λειτουργεῖ κατὰ τρόπον ὅλως ἀνεπαρκῆ καὶ ἀτελῆ, καὶ δὲν δύναται νὰ συντελέσῃ μήτε εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, μήτε εἰς τὴν πρόοδον τῆς χώρας. Ἔχομεν Νομαρχίας, αἱ ὁποῖαι καὶ ἕνεκα τῶν ὁρίων καὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν, καὶ ἕνεκα τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας των, ἐλαχίστην δύνανται νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπωφελῆ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν πληθυσμῶν, τοὺς ὁποίους διοικοῦσι. Πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουσιν ἔκτασιν μὴ ἐπιτρέπουσαν εἰς τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως νὰ ἐπιβλέπωσι καὶ φροντίζωσι περὶ τῶν διοικητικῶν ἀναγκῶν τῶν ἀπομεμακρυσμένων τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ ἐπαρχιῶν. Πλεῖσται δ’ εἰσὶν αἱ τοιαῦται ἐπαρχίαι. Ἐν τῷ νομῷ π. χ. τῆς Αἰτωλοακαρνανίας ἡ Εὐρυτανία καὶ ὁ Βάλτος, ἐν τῷ νομῷ τῆς Ἀρκαδίας ἡ Κυνουρία, ἐν τῷ νομῷ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας ἡ τῶν Κυθήρων, ἐν τῷ νομῷ τῆς Φθιώτιδος ἡ Δωρίς. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τῆς δικαιοδοσίας καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν λειτουργοῦσι σήμερον αἱ Νομαρχίαι, μικρὰν ἐπίσης δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπωφελῆ δρᾶσιν καὶ ἐπενέργειαν ἐπὶ τῆς καλῆς διοικήσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν. Οὐδὲν δύνανται αὗται ἐξ ἰδίας αὐτοβουλίας νὰ πράξωσιν ἄξιον λόγου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ ἐντὸς ἀκόμη τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν μὴ ἀπομεμακρυσμένων τῆς ἕδρας τοῦ νομοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ φθάσῃ ἡ ἐνέργεια αὐτῶν. Ὁ νομάρχης, ὁ διέπων τὴν Νομαρχίαν, εἶναι ἁπλοῦν ὄργανον τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, οὐδεμίαν ἔχον πρωτοβουλίαν καὶ οὐδεμίαν ἀξίαν λόγου δυνάμενον νὰ ἐνεργήσῃ πρᾶξιν, ἀφορῶσαν εἰς ἀνάγκας τοῦ νομοῦ, ἄνευ προηγουμένης διαταγῆς καὶ ἀδείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ἀληθὴς νομαρχιακὴ δρᾶσις καὶ ἐξουσία. Τὸ ἐφαρμοσθὲν συγκεντρωτικὸν σύστημα ἀπεῤῥόφησε πάντα, καὶ ἐμηδένισε πᾶσαν αὐτοβουλίαν τῶν νομῶν, ὡς καὶ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν δήμων. Ὅπως ἀποκτήσωμεν ἀληθῆ καὶ ἐπωφελῆ διοίκησιν, ἀνάγκη νὰ μεταβάλωμεν τὰ ὅρια τῶν Νομαρχιῶν, αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν εἴτε ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν τῶν νομαρχιῶν, εἴτε καὶ ὑπὸ τὴν τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀνάγκη ἐπίσης νὰ ὀργανώσωμεν τὴν λειτουργίαν αὐτῶν ἐπὶ βάσεων ἀποκεντρωτικῶν, χορηγουσῶν εἰς τοὺς νομάρχας τὴν ἀπαιτουμένην αὐτοβουλίαν, ὅπως ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην δύνανται νὰ διεξάγωσι τὰ τοπικὰ ζητήματα, ἅτινα, μὴ ἔχοντα γενικώτερον χαρακτῆρα καὶ μὴ συνδεόμενα ἀμέσως μὲ τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀποτελοῦσι τὴν τοπικὴν ζωὴν καὶ δρᾶσιν. Πρὸς ἐπίτευξιν δὲ τούτου αἱ Νομαρχίαι ἢ αἱ ἐπαρχίαι πρέπει νὰ ὀργανωθῶσιν κατὰ τρόπον συνδυάζοντα ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτῶν τὴν ἀντιπροσώπευσιν καὶ ἐνέργειαν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, καὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν δήμων δι’ ἀληθοῦς καὶ σοβαρᾶς τοπικῆς αὐτῶν ἀντιπροσωπείας. Οὕτω θὰ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἐπωφελὴς ἐπήρεια τῆς διοικήσεως ἐπὶ τῆς κοινωνίας, καὶ ἡ λυσιτελὴς διαχείρισις καὶ διεξαγωγὴ τῶν ζητημάτων τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον ἑκάστης ἐπαρχίας καὶ τοῦ συνόλου τῆς χώρας. Τοιαύτη δ’ ὀργάνωσις τῶν Νομαρχιῶν δὲν θέλει συντελέσει μόνον εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς κυρίως διοικήσεως, ἀλλὰ θέλει συνεπιφέρει καὶ τὴν ἐπωφελεστέραν ἀνοργάνωσιν καὶ τῶν ἄλλων δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Θὰ δυνηθῶμεν συνάμα νὰ ὀργανώσωμεν τὰς οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων οὕτως, ὥστε ἡ λειτουργία αὐτῶν ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἐνέργειαν τῶν Νομαρχιῶν νὰ καταστήσῃ λυσιτελεστέραν καὶ ἀκριβεστέραν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν πρὸς ὄφελος καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν φορολογουμένων. Ἐλαττοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἐφοριῶν καὶ τῶν Ταμείων, θὰ δυνηθῶμεν, ἀμείβοντες καλλίτερον τὸ προσωπικὸν αὐτῶν, νὰ βελτιώσωμεν τὸ ποιὸν αὐτῶν καὶ καταστήσωμεν ἀποτελεσματικωτέραν τὴν ἐνέργειάν του. Τὴν τοιαύτην δὲ βελτιωμένην ὀργάνωσιν τῆς κυρίως διοικήσεως καὶ οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἄνευ αὐξήσεως τῶν δι’ αὐτὰς σήμερον πραγματοποιουμένων δαπανῶν. Μετὰ οἰκονομιῶν δὲ εἰς τὰς σημερινὰς δαπάνας δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν βελτίονα ἀνοργάνωσιν τῆς ἐν γένει δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Ὀργανοῦντες τοὺς νομοὺς καὶ τοὺς δήμους ἐπὶ βάσεων ἀποκεντρωτικῶν καὶ συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, θέλομεν εὕρει ἐν αὐτοῖς διὰ τὴν ἀνοργάνωσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τὰς βάσεις λυσιτελεστέρας καὶ οἰκονομικωτέρας λειτουργίας. Ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, σκοποῦντες τὴν ὑπὸ τοιοῦτο πνεῦμα μεταῤῥύθμισιν αὐτῆς. Μολονότι δὲ κατεβάλομεν πολλὴν προσπάθειαν, ὅπως ἀποβῇ οὗτος ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερος, μολονότι εἰλικρινῶς ἐπιθυμῶ τὴν ἐφαρμογήν του, οὐχ ἧττον πολὺ ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ ἐπιτευχθῇ αὕτη ἄνευ ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν, διότι στερεῖται τῶν στερεῶν βάσεων τῆς αὐτοτελοῦς δράσεως τῶν νομῶν καὶ τῶν δήμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία αὐτοῦ θὰ ἠδύνατο ἀποτελεσματικῶς νὰ στηριχθῇ. Ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως θὰ δυνηθῶμεν ἐπίσης νὰ ὀργανώσωμεν ἐπωφελῶς καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν καὶ ὑπὸ ἐκπαιδευτικὴν ἔποψιν καὶ τὴν μέσην καὶ τὴν ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν, συγχωνεύοντες τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα εἰς τὰ δημοτικά, καθιστῶντες πρακτικωτέραν τὴν ἐκπαίδευσιν ἐν τοῖς Γυμνασίοις, συνιστῶντες ὡρισμένα ἰδιαίτερα Γυμνάσια διὰ τὴν ἐπιστημονικὴν προπαρασκευήν, καὶ πραγματοποιοῦντες τὸν ἀρχικὸν σκοπὸν τῆς ἱδρύσεως τοῦ Πανεπιστημίου, τῆς αὐτοτελοῦς δηλ. αὐτοῦ συντηρήσεως καὶ διοικήσεως. Καὶ τὸ ἰσχῦον δικαστικὸν σύστημα ὀφείλομεν καὶ δυνάμεθα νὰ ἀνοργανώσωμεν ἐπὶ βάσεων οἰκονομικωτέρων καὶ ἐπωφελεστέρων. Καίτοι μὴ ἔχοντες ἴσως ἀρκετὰ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας δικαστήρια, ἔχομεν ὅμως ἀριθμὸν δικαστῶν ὑπερτεροῦντα αὐτὰς καὶ σχετικῶς ἀνώτερον ἐκείνου, ὃν ἔχουσι τὰ πλεῖστα τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Ἡ γνώμη, ἣν ἔχω περὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν δικαστηρίων ἡμῶν, θὰ φανῇ ἴσως παράδοξος εἰς ἐκείνους, οἵτινές εἰσιν ἐξῳκειωμένοι μὲ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ σήμερον ἡ δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν. Ἡ γνώμη, ὅπως ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης πρωτοδικῶν γίνηται παρ’ ἑνὸς μόνον δικαστοῦ, ἐφάνη καὶ εἰς ἐμὲ παράδοξος, ὅτε τὸ πρῶτον, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν σήμερον κρατούντων, ἐμελέτησα αὐτήν. Ἄν λάβωμεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ 9/10 τῶν ἐκδιδομένων πρωτοδίκων ἀποφάσεων δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ἡ ἔγγραφος εἰσήγησις τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ, καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ⅒ αὐτῶν, πολλαὶ ἐκ τῶν ἐν αὐταῖς εἰσαγομένων μεταβολῶν παρὰ τῶν ἄλλων δικαστῶν προέρχονται οὐχὶ σπανίως ἐξ ἐπιῤῥοῶν ξένων πρὸς τὴν δικαιοσύνην, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη, ἡ καινοφανής, οὐδὲν ἔχει τὸ παράδοξον. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην ἀσπάζονται σήμερον πλεῖστοι νομομαθεῖς, οὐχὶ μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ἀνέκαθεν ἰσχύει αὕτη, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις πεπολιτισμένοις ἔθνεσι, καὶ ἰδίως ἐν Ἰταλίᾳ. Ἐξετάζοντες τὰ τῆς διοικήσεως ἐν γένει, δὲν δυνάμεθα νὰ παραβλέψωμεν τὰ ἀφορῶντα τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν. Ἀνεξαρτήτως τῶν ὑψηλοτέρων σκοπῶν, εἰς οὓς ἀποβλέπει ἡ στρατιωτικὴ καὶ ἡ ναυτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας, στενῶς συνδέεται αὕτη καὶ μετὰ τῆς διοικήσεως καὶ μετὰ τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς. Ἀτυχῶς δὲ, ὁ τοιοῦτος αὐτῶν σύνδεσμος, ἰδίως ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς, ὑπερβαίνει τὰ ὅρια, τὰ ἐπιτρεπόμενα ὑπὸ τῆς καλῆς αὐτοῦ ὀργανώσεως καὶ ἐκγυμνάσεως. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων, ἡ φύλαξις τῶν φυλακῶν καὶ αἱ ἄλλαι τοιαῦται ὑπηρεσίαι, ἃς παρέχει ὁ στρατὸς εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησιν, ἀποῤῥοφῶσι τὸ πλεῖστον τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ. Μεγάλη δὲ προσγίνεται ἐκ τούτου βλάβη εἰς τὸν ὑψηλότερον σκοπὸν τῆς ἐκγυμνάσεως καὶ τῆς ὀργανώσεως αὐτοῦ. Ὁ ὀργανισμὸς δὲ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ὅστις ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν δύναται νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν καλλιτέρων βάσεων, ἐπὶ ἐκείνων ἀκριβῶς, ἐφ’ ὧν στηρίζονται οἱ στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ τῶν μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν Ἐθνῶν, εἶναι ἀνωφελὴς δι’ ἡμᾶς, τοὺς μὴ ἔχοντας ὅσα τὰ ἔθνη ταῦτα μέσα πρὸς πλήρη καὶ ἐπωφελῆ αὐτοῦ ἐκτέλεσιν. Ἔχομεν στρατιωτικὰς μονάδας, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσωσιν ἀποτελεσματικῶς κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν, διότι, ὡς πάντες γνωρίζομεν, οὐ μόνον λόχοι καὶ τάγματα, ἀλλὰ καὶ συντάγματα πολλάκις μένουσιν ἄνευ στρατιωτῶν, καὶ ἀδυνατοῦσι νὰ ἐκτελέσωσιν ἀληθῆ στρατιωτικὰ γυμνάσια. Ἄν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν δυνάμενον νὰ δώσῃ καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τοὺς ξένους τὴν πεποίθησιν ὅτι δύναται ὁπωσοῦν νὰ δράσῃ ἐν δεδομένῃ ἀνάγκῃ, πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὸ μέρος αὐτοῦ, τὸ βοηθοῦν τὰς διαφόρους δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐξ ἐκείνου, ὅπερ ὀργανοῦται καὶ ἐκγυμνάζεται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑψηλοτέρων τοῦ στρατοῦ σκοπῶν. Καὶ ἡ μὲν πρώτη ἐνέργεια ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἀναργανουμένην, καὶ εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, εἰς δὲ τὴν δευτέραν πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἀποκλειστικῶς ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν τὰ μέσα τῆς Πολιτείας ἐπιτρέπουσι νὰ συντηρήσῃ. Δὲν σκοπῶ νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐλπίζω ὅτι εἰδικώτεροι ἐμοῦ συνάδελφοι θὰ πραγματευθῶσιν αὐτό. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἀνέφερα, ἐπιβάλλεται ἡ σύμπτυξις τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σωμάτων, ἡ ἐλάττωσις αὐτῶν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέσων, ἅτινα ἡ Πολιτεία δύναται νὰ διαθέσῃ, ἀποβῇ δυνατὴ ἡ τελειοτέρα αὐτῶν ὀργάνωσις καὶ ἐκγύμνασις. Ἡ τοιαύτη σύμπτυξις τῶν σωμάτων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν στελεχῶν, ὧν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἐν στιγμῇ δράσεώς τινος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θ’ ἀφήσῃ ἐκτὸς τῶν συμπτυχθέντων σωμάτων μέγαν ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν. Τὰ δύο ταῦτα ἄτοπα νομίζω ὅτι δυνάμεθα κατὰ μέγα μέρος νὰ θεραπεύσωμεν, χρησιμοποιοῦντες ἐκ περιτροπῆς τοὺς πλεονάζοντας ἀξιωματικούς, μεθ’ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀποδοχῶν καὶ πλεονεκτημάτων, εἰς τὴν τοπικὴν κατ’ ἐπαρχίας ἐγκύμνασιν τῆς χώρας, κατὰ σύστημα οὐχὶ ὅμοιον, διότι τοῦτο δὲν εἶναι εἰς ἡμᾶς δυνατὸν, ἀλλ’ ἀνάλογον τοῦ ἐφαρμοζομένου ἐν Ἑλβετίᾳ. Ἡ αὐτὴ περίπου κατάστασις παρουσιάζεται καὶ ἐν τῷ ναυτικῷ ἡμῶν. Ἔχομεν πλοῖα, οὐδεμίαν ἔχοντα ἄλλην ἀξίαν, εἰμὴ τὴν τοῦ ὑλικοῦ, ἐξ οὗ συνίστανται, καὶ τὰ ὁποῖα εἰς οὐδεμίαν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι ναυτικὴν ὑπηρεσίαν. Τὰ τοιαῦτα πλοῖα συντηροῦμεν δι’ ἁδρῶν δαπανῶν, ἐνῷ δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ τὰ καταδικάσωμεν εἰς τὴν χρησιμοποίησιν μόνον τῶν ὑλικῶν αὐτῶν. Θὰ συμπτύξωμεν οὕτω τὰς ναυτικὰς ἡμῶν μονάδας, καὶ θὰ καταστήσωμεν τελειοτέραν τὴν ἐνέργειαν καὶ ἐγκύμνασιν αὐτῶν. Θὰ περισσεύσῃ ἐκ τῆς συμπτύξεως ταύτης ἀριθμός τις ἀξιωματικῶν. Τούτους, νομίζω, δυνάμεθα ἐκ περιτροπῆς νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐν τῇ ἐμπορικῇ ναυτιλίᾳ, παραδεχόμενοι σύστημα ἀνάλογον ἐκείνου, ὅπερ ἐφαρμόζει ἡ Ρωσσία, ὅπου ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ χρησιμοποιοῦνται ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον ἐν τῇ Ρωσσικῇ Ἀτμοπλοϊκῇ Ἑταιρίᾳ.

§133ΠΕΤΑΛΑΣ. Αὐτὸ, ὅπερ προτείνετε, ὑπάρχει εἰς τὴν Δανίαν.

§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν οὕτω καὶ ἕτερον παράδειγμα, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ὠφεληθῶμεν. Αἱ ῥιζικαὶ αὗται μεταῤῥυθμίσεις καὶ βελτιώσεις τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως θ’ ἀποτελέσωσιν ἀναμφισβητήτως τὴν πρώτην βάσιν τῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως αὕτη, ἵνα φέρῃ ἐγκαίρως τὴν θεραπείαν τῆς νόσου, ἐξ ἧς αὕτη νοσεῖ. Ὀφείλομεν συγχρόνως νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ τὴν ἀντικατάστασιν τινων ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν λειτουργούντων φόρων, καὶ τὴν βελτίωσιν ἄλλων. Ἡ φορολογικὴ ἡμῶν νομοθεσία περιέχει φόρους ἀναμφισβητήτως κακούς. Δὲν θεωρῶ δὲ ὀρθὴν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει τοὺς τοιούτους φόρους νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν, ἢ ν’ ἀντικαταστήσωμεν σήμερον, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς δυσχερεῖς οἰκονομικὰς περιστάσεις. Νομίζω ἀπεναντίας, ὅτι σήμερον ἀκριβῶς, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὀφείλομεν νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τοὺς φόρους ἐκείνους, οἵτινες, κακοὶ ὄντες ὁμολογουμένως, συντελοῦσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἐπίτασιν τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα. Πάντα τὰ ἔθνη προβαίνουσιν εἰς φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις οὐχὶ ὅταν εὑρίσκωνται εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις καὶ ὅταν οὐδεμίαν αἰσθάνωνται ἀνάγκην μεταῤῥυθμίσεως φορολογίας, ἥτις, συμβαδίζουσα μετὰ τῶν ἄλλων θεσμῶν αὐτῶν, συντελεῖ εἰς τὴν ὁμαλὴν καὶ προοδευτικὴν αὐτῶν πορείαν, ἀλλ’ ὅταν εὑρίσκωνται εἰς δυσχερείας καὶ εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, τὰς ὁποίας αὐξάνει καὶ ἡ λειτουργοῦσα κακὴ φορολογία. Ὅταν ἔθνος τι εὑρίσκηται εἰς καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, μεταῤῥυθμίζει τὴν φορολογίαν αὐτοῦ, μόνον ἐὰν οἱ πόροι αὐτοῦ ἐπιτρέπωσιν ἐλάττωσιν τῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ. Ὅταν εὑρίσκηται εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὀφείλει νὰ μεταῤῥυθμίζῃ τοὺς κακοὺς αὐτοῦ φόρους πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς θεραπείας τῶν δυσχερειῶν τούτων καὶ τῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας. Τοῦτο δ’ ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς σήμερον μετὰ περισκεμμένης σπουδῆς καὶ ἄνευ ὑπερβολικῶν δισταγμῶν. Μεταξὺ τῶν φόρων, τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ἡ ῥιζικὴ μεταῤῥύθμισις, ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ εὑρίσκονται ὁμολογουμένως οἱ φόροι ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου, οὓς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνεγνώρισεν ὡς καταδεδικασμένους. Πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, οἵτινες δικαιολογοῦσι τὴν ἀντικατάστασιν τῶν φόρων τούτων. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν προϊόντων τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ὁ τελειότερος τῶν φόρων ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς εἶναι ἀναμφισβητήτως ὁ ἐπιβαλλόμενος ἀπ’ εὐθείας ἐπ’ αὐτῶν. Τοιοῦτος ἦτο ὁ φόρος τῆς δεκάτης. Ἀλλὰ ἐν τῇ ἐκτελέσει του ὁ τοιοῦτος φόρος ἀποβαίνει τόσον καταπιεστικὸς καὶ ἄδικος, ὥστε ἀποκρούεται παρὰ παντὸς πεπολιτισμένου ἔθνους. Ἐξ ἀνάγκης ἑπομένως ὁ φόρος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς γῆς ἐπιβάλλεται ἐπὶ τεκμηρίων ἐνδεικνυόντων αὐτήν. Ὡς τοιοῦτον δ’ ἐλήφθη παρ’ ἡμῖν τὸ ἀροτριῶν κτῆνος. Ἀναμφισβητήτως ὅμως τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν ἀτελεστέρων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου, διότι μεγάλη ὑπάρχει δυσαναλογία καὶ ἀνισότης τῶν δι’ ἑκάστου ἀροτριῶντος κτήνους παραγομένων προϊόντων, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκτελέσεως, διότι ὁ ἔλεγχος τῆς βεβαιώσεως τοῦ αὐτοκινήτου τούτου τεκμηρίου πολλὰς συνεπιφέρει πιέσεις καὶ ζημίας εἰς τοὺς φορολογουμένους. Τὸ τελειότερον τεκμήριον διὰ τὸν φόρον τοῦτον εἶναι αὐτὴ ἡ παράγουσα γῆ. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκτελέσεως ὁ ἔλεγχος τῆς μὴ μετακινουμένης γῆς εἶναι εὐκολώτερον καὶ ἀσυγκρίτως ὀλιγώτερον ὀχληρὸς, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου αὕτη παρέχει τεκμήριον παραγωγῆς ἀναλογούσης εἰς τὰς διαφόρους αὐτῆς κατηγορίας καὶ ποιότητας πολὺ ἀσφαλέστερον τοῦ ἀροτριῶντος κτήνους. Ἡ κατὰ στρέμμα φορολογία τῆς γῆς ἤθελεν εἶσθαι τελεία, ἐὰν ὑπῆρχε καὶ παρ’ ἡμῖν κτηματολόγιον. Πάντως ὅμως ἔσται τελειοτέρα τῆς σήμερον ἰσχυούσης, ἐφαρμοζομένη καὶ διὰ δηλώσεων τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν καὶ διὰ τακτικοῦ τινος ἐλέγχου αὐτῶν. Αἱ ἐξελεγχόμεναι δ’ αὗται δηλώσεις θὰ συντελέσωσι καὶ εἰς τὴν ταχυτέραν περαίωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς γεωδαιτικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀσχολεῖται εἰς τὴν καταμέτρησιν τῆς χώρας καὶ τὸν καταρτισμὸν κτηματολογίου. Τὸ σύστημα δὲ τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τῶν δηλώσεων δὲν θὰ ἐφαρμόσωμεν ἡμεῖς πρῶτοι. Ἐφαρμόζεται τοῦτο ἀπὸ ἐτῶν εἰς Κράτη πλειότερον ἡμῶν προηγμένα. Πλεῖσται π. χ. ἰταλικαὶ ἐπαρχίαι, ἀνήκουσαι προηγουμένως εἰς τὰ ἐν τῷ βασιλείῳ τῆς Ἰταλίας συγχωνευθέντα Κράτη, φορολογοῦσι καὶ σήμερον τὴν παραγωγὴν τῆς γῆς κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου εἶναί τι παραπλήσιον πρὸς τὸν φόρον τῆς δεκάτης ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς. Ἐπιβάλλεται καὶ αὐτὸς οὐχὶ διὰ τεκμηρίου, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας ἐπὶ τοῦ παραγομένου οἴνου. Ἀνεξαρτήτως δὲ τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον πολλὰς παρουσιάζει δυσαναλογίας καὶ ἀδικίας, ἕνεκα τῆς διαφόρου ποιότητος καὶ ἀξίας τῶν φορολογουμένων οἴνων, ἡ ἄμεσος ἐπιβολὴ αὐτοῦ ἐπὶ εἴδους τοσοῦτον διαδεδομένου ἐν Ἑλλάδι παρουσιάζει ἐν τῇ βεβαιώσει αὐτοῦ διὰ τοὺς φορολογουμένους πιέσεις καὶ ζημίας, διαπλασιαζούσας ἴσως τὸ διὰ τοῦ φόρου ἐπ’ αὐτῶν ἐπιβαλλόμενον βάρος. Καὶ ὁ φόρος οὗτος, οὗτινος ἐπιβάλλεται ἡ ἀντικατάστασις, δύναται ἐπωφελέστερον καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Δὲν συμμερίζομαι δὲ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν εἰς μόνας τὰς ἀμπέλους, ὄχι διότι θεωρῶ κακὸν, ἂν ἀρχίσωμεν καὶ ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ διότι πιστεύω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας θὰ ἀπαιτήσῃ τὸν σχηματισμὸν ἰδιαιτέρας καὶ τελείας ὑπηρεσίας πρὸς ἐκτέλεσιν πλήρους ἐλέγχου τῶν δηλώσεων, καὶ δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν θὰ δύναται νὰ ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν ἐφαρμογὴν μόνον τοῦ περιωρισμένου φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, καὶ τὰς ὁποίας θὰ καταβάλῃ ἐπωφελῶς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν φόρου σημαντικωτέρου, οἷος ἔσται ἡ στρεμματικὴ φορολογία ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ ἐπὶ τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν. Ἑτέρα φορολογία, τῆς ὁποίας ἄνευ ἀναβολῆς πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν μεταῤῥύθμισιν, εἶναι ἡ τῶν τελωνειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς. Τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον, διὰ τοῦ ὁποίου σήμερον ἐπιβάλλονται τὰ τέλη ταῦτα, παρουσιάζει θεμελιώδεις ἐλλείψεις. Εἶναι βαρὺ διὰ πολλὰ ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης καὶ μὴ δυνάμενα νὰ παραχθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ. Εἶναι ἀτελὲς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς προστασίας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, καὶ δὲν προστατεύει ἀρκούντως τὰ ταμιευτικὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἐναντίον τοῦ λαθρεμπορίου. Πρὸς διόρθωσιν τῶν τοιούτων ἐλαττωμάτων τοῦ τελωνειακοῦ ἡμῶν δασμολογίου εἶναι ἀνάγκη γενικῆς καὶ συστηματικῆς αὐτοῦ μεταῤῥυθμίσεως, διότι μόνον διὰ τοιαύτης δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ συμβιβασμὸς τῶν ἐν ἀντιθέσει συνήθως εὑρισκομένων σκοπῶν, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, τοῦ τῆς προστασίας δηλ. τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ἐν γένει, τοῦ τῆς δυνατῆς ἐλαφρύνσεως τοῦ πτωχοῦ λαοῦ καὶ τοῦ τῆς προασπίσεως τῶν ταμιευτικῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς δὲ τῶν σκοπῶν τούτων, μεγάλην ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν συγχρόνως προσοχὴν, μεταῤῥυθμίζοντες τὸ δασμολόγιον ἡμῶν, καὶ εἰς τὰς ὑφισταμένας νομισματικὰς ἀνωμαλίας, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπιταθῶσιν, ἂν αἱ εἰσαγόμεναι μεταῤῥυθμίσεις ἤθελον κατὰ πολὺ εὐκολύνει τὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγήν. Ἄνευ τοιούτου συστήματος καὶ μεθόδου, μεταβάλλοντες μεμονωμένους τινὰς φορολογικοὺς ὅρους τοῦ δασμολογίου ἡμῶν, ὡς ἐγένετο κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, οὐ μόνον δὲν βελτιοῦμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀπεναντίας συντελοῦμεν εἰς τὴν χειροτέρευσιν αὐτῶν. Τοιαύτην μεθοδικὴν καὶ συστηματικὴν μελέτην πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ τελωνειακοῦ ἡμῶν δασμολογίου εἶχον ἀρχίσει, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Δυστυχῶς ὅμως ἐγκαταλείφθη αὕτη ἀκολούθως. Εὔχομαι δὲ νὰ ἴδω ταύτην ταχέως ἐπαναλαμβανομένην. Ἀμέσως μετὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν τριῶν τούτων φόρων πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ βελτίωσις καὶ ἄλλων. Τοιοῦτος παρουσιάζεται ὁ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, διὰ τῶν ὁποίων παρ’ ἡμῖν δὲν φορολογεῖται μόνον ἡ κίνησις τῶν κεφαλαίων, ἀλλὰ καὶ διάφοροι ἄλλαι πράξεις, ὡς π. χ. αἱ δικαστικαὶ καὶ αἱ κτηματικαὶ, αἵτινες ἀλλαχοῦ φορολογοῦνται διὰ τῶν τελῶν τῆς μεταγραφῆς (droits d’ enregistrement). Διὰ τῶν τελῶν χαρτοσήμου φορολογοῦνται παρ’ ἡμῖν πολλαὶ πράξεις καὶ κινήσεις κεφαλαίων διὰ τέλους ἀποβαίνοντος σχεδὸν ἀπαγορευτικοῦ καὶ παρακωλύοντος τὴν ἐκτέλεσιν πλείστων τοιούτων πράξεων πρὸς βλάβην καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου. Μετὰ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἔρχεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὁ φορολογῶν τὴν ἐργασίαν καὶ τὰ δι’ αὐτῆς χρησιμοποιούμενα κεφάλαια καὶ ἔχων χαρακτῆρα φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς καὶ οἱ φορολογικοὶ ὅροι τοῦ φόρου τούτου πολλὰς παρουσιάζουσιν ἀδικίας καὶ δυσαναλογίας, καθιστώσας ἀναγκαίαν καὶ χρήσιμον τὴν τροποποίησιν πολλῶν ἐκ τῶν διατάξεων τῆς διεπούσης αὐτὸν νομοθεσίας. Ὑπάρχουσι πτωχοὶ καὶ μικροὶ ἐπιτηδευματίαι, πληρόνοντες τὸ πέμπτον καὶ τὸ τέταρτον τοῦ ὅλου τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν, καὶ ἐπιτηδευματίαι μεγάλοι καὶ πλούσιοι, πληρόνοντες μόλις τὸ εἰκοστὸν τῶν κερδῶν των. Δὲν θ’ ἀπαριθμήσω ὅλους τοὺς ἄλλους φόρους, τοὺς ἐπιδεκτικοὺς βελτιώσεων καὶ μεταῤῥυθμίσεων. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, ὅστις εἶναι εἷς ἐκ τῶν μᾶλλον πιεστικῶν. Καὶ τοῦτον δὲ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν θὰ δυνηθῶμεν ἐπωφελῶς νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν, ἐπιβάλλοντες αὐτὸν ἐπὶ τῶν ἀκαλλιεργήτων γαιῶν καὶ τῶν καλλιεργουμένων, αἵτινες χρησιμεύουσι πρὸς βοσκήν. Θὰ δυνηθῶμεν δ’ οὕτω ν’ ἀπαλλάξωμεν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν ἐκ τῶν ἀδικιῶν καὶ τῶν ἐνοχλήσεων, αἵτινες παρακωλύουσι τὴν ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν αὐτῆς. Ἕτερος φόρος, ὅστις πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ, εἶναι ὁ τοῦ ἀνταλλάγματος τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὅστις εἶναι δυσανάλογος καὶ ἄδικος, διότι ἐπιβάλλει τὴν αὐτὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ πτωχοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ πλουσίου, ἄνευ ἀναλογίας τινὸς καὶ συσχετίσεως πρὸς τὴν εὐπορίαν καὶ τὴν κατάστασιν ἑκάστου, ἥτις δύναται νὰ ἐξευρεθῇ ἐκ φορολογικοῦ τινος τεκμηρίου.

§135Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰσοδήματος.

§136ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὗτος ἤθελεν εἶσθαι ἄριστος, ἂν ἡ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ ἡμῶν κατάστασις καθίστα δυνατὴν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐξ αὐτοῦ ἀντικατάστασιν τινῶν ἐκ τῶν ἰσχυόντων φόρων ἄνευ διαταράξεως τῆς κοινωνίας, ἣν δύνανται νὰ ἐπιφέρωσιν αἱ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἀπαιτούμεναι διατυπώσεις καὶ ἐνοχλήσεις. Ἕτερον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, χρῆζον βελτιώσεων, εἶναι τὸ ἐκ τῶν μεταλλείων. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα μεταλλοῦχος, ἀσήμαντα ὅμως ποσὰ εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων τῆς χώρας, ἐνῷ διὰ βελτιώσεως τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας δύναται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ν’ αὐξήσῃ σπουδαίως τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀναφέρω ἕτερα παραδείγματα φόρων καὶ ἐσόδων τοῦ Δημοσίου χρηζόντων βελτιώσεως. Θεωρῶ ὅμως ὡς ἀπολύτως ἀναγκαῖον συμπλήρωμα οὐ μόνον τῆς βελτιώσεως τῆς φορολογίας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους, τὴν μόρφωσιν ἀληθοῦς καὶ θετικοῦ ἐλέγχου τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν. Τοιούτου ἐλέγχου δυνάμεθα ἄνευ δισταγμοῦ νὰ εἴπωμεν ὅτι στερούμεθα σήμερον. Ἡ ἔλλειψις δ’ αὐτοῦ συνετέλεσεν οὐσιωδῶς εἰς τὴν θλιβερὰν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται καὶ τὸ Δημόσιον καὶ ἡ κοινωνία. Ὁ ἔλεγχος δ’ οὗτος, ὅπως ᾖ πραγματικὸς, πρέπει ν’ ἀρχίσῃ ἐφαρμοζόμενος τοπικῶς ἐπὶ πασῶν τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, διὰ τακτικῆς καὶ συστηματικῆς αὐτῶν ἐπιθεωρήσεως. Μετὰ τὸν τοπικὸν δ’ ἔλεγχον πρέπει νὰ ἔλθῃ βελτιούμενος ὁ διοικητικὸς, ὁ ἐνεργούμενος διὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅστις ἐπίσης, ὡς πάντες γνωρίζομεν, πλείστας παρουσιάζει ἐλλείψεις. Τοῦτον δὲ πρέπει νὰ συμπληρώσῃ ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος, ὅστις δυστυχῶς τοσαύτας παρουσιάζει ἀτελείας, ὥστε δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐντελῶς ἀργῶν. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένος ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος, περιορίζει τὸ κύριον μέρος τῆς ἐργασίας αὐτοῦ εἰς ἐνασχόλησιν ἔχουσαν χαρακτῆρα μᾶλλον διοικητικὸν, εἰς τὴν ἐξέλεγξιν δηλ. τῶν ἐνταλμάτων τῶν Ὑπουργῶν, φροντίζον ὅπως ταῦτα συμφωνῶσι μὲ τὰς ψηφισθείσας πιστώσεις, καὶ περιλαμβάνον οὕτω πᾶσαν ἐν αὐτοῖς ἀταξίαν. Ἡ δικαστικὴ ὅμως αὐτοῦ ἐνέργεια, διὰ τῆς ὁποίας ἐξασφαλίζεται ἡ τακτικὴ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τῶν φόρων καὶ ἡ πιστὴ ἐκτέλεσις καὶ αὐτῶν τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐγκριθέντων ἐνταλμάτων τῶν Ὑπουργῶν, ἡ τοιαύτη αὐτοῦ ἐνέργεια καθυστερεῖ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ὑπάρχουσα, καὶ ὡς ἐλαχίστην, ἂν οὐχὶ οὐδεμίαν, παρέχουσα ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος. Συντόνως δὲ πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ πάσης Κυβερνήσεως ἡ ἐγκατάστασις ἀληθοῦς καὶ πλήρους ἐλέγχου, διοικητικοῦ τε καὶ δικαστικοῦ, διότι ἄνευ αὐτῶν ἔσται ἀναμφισβητήτως δυσχερὴς, ἴσως δὲ καὶ ἀδύνατος, ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ἡ μεταῤῥύθμισις καὶ ἡ βελτίωσις τῆς διοικήσεως καὶ τῆς φορολογίας ἡμῶν δέον ν’ ἀποτελέσωσι τὴν πρωτίστην καὶ σημαντικωτέραν βάσιν τῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας, διὰ τῆς περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἐρειπίων, ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα σήμερον· ἀλλ’ αὗται δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ φέρωσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος. Αἱ ἐκτάκτως δὲ δυσχερεῖς περιστάσεις, ἃς διερχόμεθα, δὲν ἐπιτρέπουσι ν’ ἀναμείνωμεν τὴν διὰ μόνων τῶν μέτρων τούτων θεραπείαν τῆς νόσου, ἐξ ἧς νοσεῖ ὁ τόπος. Ὀφείλομεν καὶ δι’ ἄλλων μέτρων νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ταχυτέραν αὐτῶν ἐπίτευξιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσιν αἱ ἐσωτερικαὶ ἀνάγκαι τῆς χώρας, δύνανται δὲ νὰ ἐπιβάλλωσι καὶ αἱ ἐξωτερικαὶ ὑποχρεώσεις καὶ ἀνάγκαι τοῦ ἔθνους. Ὀφείλομεν δὲ, ὅπως ἐπιτύχωμεν τοῦτο, νὰ ἔλθωμεν ἀμεσώτερον ἀρωγοὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Καὶ ἐνταῦθα ὑπεστηρίχθησαν καὶ ὑποστηρίζονται ἀντίθετοι γνῶμαι, αἵτινές εἰσιν ἴσως θεωρητικῶς ἀληθεῖς καὶ αἵτινες διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς καὶ θεωρητικῆς αὐτῶν ὀρθοδοξίας ἑλκύουσι τοὺς πολλούς. Ὑποστηρίζεται ἡ γνώμη, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀτόμων, καὶ ὅτι ἡ παραγωγικὴ αὐτῶν δρᾶσις πρέπει νὰ ἀφίνηται καθ’ ὁλοκληρίαν ἐλευθέρα. Οἱ ὑποστηρίξαντες ὅμως τὴν γνώμην ταύτην λησμονοῦσι νὰ συμπληρώσωσι τὴν ἐπιστημονικὴν ταύτην ἀλήθειαν δι’ ἑτέρας τοιαύτης, καθ’ ἣν ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου, ὅπως ᾖ ἐπωφελὴς καὶ εἰς αὐτὸ καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, δέον νὰ στηρίζηται ἐπὶ διανοητικῆς ἀναπτύξεως καὶ κοινωνικῆς ἀνατροφῆς, ἱκανῆς νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ τὰ μέσα καὶ τὴν δύναμιν, ὅπως, εἴτε μόνον, εἴτε ἐν κοινοπραξίᾳ μετ’ ἄλλων, ἀντιδράσῃ κατὰ τῶν παρουσιαζομένων δυσχερειῶν καὶ δυνηθῇ νὰ βελτιώσῃ τοὺς ὅρους τῆς παραγωγικῆς αὐτοῦ ἐνεργείας. Ἐὰν ἡ κοινωνία ἡμῶν εἶχε τὴν τοιαύτην ἀνάπτυξιν καὶ ἀνατροφὴν καὶ διέθετε τὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς παραγωγῆς αὐτῆς ἀναγκαῖα μέσα, ἡ παρέμβασις τῆς Πολιτείας ἤθελεν εἶσθαι βεβαίως περιττή. Ἡ στέρησις ὅμως αὐτῶν καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν ἐπέμβασιν αὐτῆς ἐκεῖ, ὅπου τὸ ἄτομον δὲν δύναται νὰ βελτιώσῃ ἀρκούντως καὶ ἀναπτύξῃ τὴν παραγωγικὴν αὐτοῦ δρᾶσιν, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς θετικὰς ἀνάγκας αὐτοῦ τε καὶ τῆς κοινωνίας. Πρόσφατον δὲ παράδειγμα, ὡς πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον, βεβαιοῦν τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἔχομεν τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον μᾶς ἀπησχόλησεν, ὥστε δὲν αἰσθάνομαι τὴν τόλμην καὶ τὴν διάθεσιν νὰ ἐπαναλάβω τὰ κατ’ αὐτό. Ἐὰν οἱ πάσχοντες σταφιδοπαραγωγοὶ εἶχον τὰ ἀναγκαῖα μέσα καὶ τὴν ἕξιν τῆς διὰ κοινοπραξίας ἀντιδράσεως κατὰ τοῦ ἐπελθόντος ἐπ’ αὐτῶν κακοῦ, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπεμβάσεως ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τῆς Πολιτείας. Ἡ ἔλλειψις ὅμως τούτων παρὰ τοῖς σταφιδοπαραγωγοῖς καὶ αἱ θεωρητικαὶ ἰδέαι παρὰ ταῖς Ἑλληνικαῖς Κυβερνήσεσι συνετέλεσαν, ὅπως μὴ ληφθῇ ἐγκαίρως κατάλληλός τις πρόνοια ὑπὲρ τῆς σταφίδος, καὶ ὅπως ἐπέλθῃ ὀψία καὶ ἀτελὴς λύσις διὰ τοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ψηφισθέντος νομοσχεδίου, οὗτινος ἄδηλος ἡ ἐφαρμογὴ καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνώμην μου ἀνέπτυξα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω δὲ πάντοτε, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἐπιβάλλει εἰς τὴν Πολιτείαν τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς σταφίδος, οὐχὶ ἐπηρεαζομένη ὑπὸ τῶν πιέσεων, ὑφ’ ἃς ἐλήφθη τὸ ψηφισθὲν μέτρον, ἀλλὰ γενικώτερον καὶ ἀνετώτερον σκεπτομένη περὶ αὐτῆς καὶ περὶ τῶν κινδύνων, οἵτινες ἀπειλοῦσι τὴν κατανάλωσίν της. Καθῆκον ἐπιβάλλεται ἐπίσης εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς καὶ εἰς ἑτέραν ἐθνικὴν παραγωγήν, οὐχὶ ὀλιγώτερον σημαντικὴν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, εἰς τὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἥτις, ἂν δὲν εὑρίσκεται σήμερον ἐν ὀξείᾳ κρίσει, εὑρίσκεται ὅμως ἐν μαρασμῷ, διότι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἐνεργεῖται, καθιστῶσιν αὐτὴν ἀνίκανον νὰ συναγωνισθῇ καὶ ἐντὸς τῆς χώρας ἡμῶν πρὸς τὴν σιτοπαραγωγὴν ἄλλων χωρῶν, αἵτινες καὶ ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἐδάφους αὐτῶν καὶ ἕνεκα τῶν ἄλλων εὐκολιῶν τῆς παραγωγῆς των δύνανται νὰ προσφέρωσι τοὺς σίτους των εἰς τιμὰς κατωτέρας τῆς ἀξίας τῶν παρ’ ἡμῖν παραγομένων. Ἡ παραγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἡ γεωργία παντοίας παρουσιάζει ἀτελείας, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῖς πλείστοις τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἐν οἷς αὕτη ἐνεργεῖται διὰ τῶν τελειοτέρων μεθόδων, δὲν δύναται νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν παραγωγὴν τῆς Ρωσσίας καὶ τῶν μεγάλων γεωργικῶν χωρῶν τῆς Ἀμερικῆς, αἵτινες τόσον ἀφθόνους καὶ ὀλιγοδαπάνους παράγουσι τοὺς καρποὺς τούτους. Δὲν ἀρκεῖ δὲ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς μόνη ἡ αὔξησις τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς. Ἀνάγκη καὶ θετικωτέρας αὐτῆς προστασίας. Ἂν διὰ τῆς ἐξαγομένης σταφίδος εἰσήγοντο εἰς τὴν χώραν 40 καὶ 50 ἑκατομ. φράγκων χρυσῶν, διὰ τῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν ἐξάγονται ἐξ αὐτῆς περὶ τὰ 30,000,000 δραχ. Ὀφείλοντες δὲ νὰ πράξωμεν πᾶν τὸ ἐφ’ ἡμῖν, ὅπως συντηρήσωμεν τὴν διὰ τῆς σταφίδος εἰσαγωγὴν χρυσοῦ ὡς μίαν ἐκ τῶν κυριωτέρων βάσεων τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καθῆκον ἔχομεν ἐπίσης νὰ πράξωμεν πᾶν ὅ,τι δυνάμεθα, ὅπως διὰ τῆς παραγωγῆς ἐν τῷ τόπῳ σιτηρῶν παρακωλύσωμεν τὴν πρὸς προμήθειαν αὐτῶν ἐξαγωγὴν χρυσοῦ, παρέχοντες οὕτως εἰς τὴν χώραν ἑτέραν ἐκ τῶν κυριωτέρων βάσεων τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς. Ἡ φύσις δ’ ἔδωκεν ἡμῖν γαίας ἀρκούσας, ὅπως παραγάγωσι τοὺς πρὸς συντήρησιν ἡμῶν ἀναγκαίους δημητριακοὺς καρπούς. Δὲν παράγομεν δ’ αὐτούς, διότι τὸ ἄτομον δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ ὑπερνικήσῃ τὰς παρουσιαζομένας δυσκολίας, μήτε δύναται, συνεταιριζόμενον μετ’ ἄλλων, νὰ καταπολεμήσῃ αὐτάς. Πνίγονται αἱ παραγωγικαὶ γαῖαι τὸν χειμῶνα, ξηραίνονται δὲ τὸ θέρος, ἡ δὲ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία δὲν δύναται μήτε ν’ ἀποξηράνῃ, μήτε νὰ ἀρδεύσῃ αὐτάς. Στερεῖται αὕτη καὶ τῶν μέσων καὶ τῶν γνώσεων, ὅπως ἐκχερσώσῃ καὶ λιπάνῃ τὰς χέρσους καὶ πτωχὰς γαίας. Ἀνάγκη ἑπομένως ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Πολιτείαν, ὅπως παρεμβαίνουσα ὑποχρεώσῃ τὰ ἄτομα νὰ πράξωσιν ὅ,τι δύναται νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς ἀτομικῆς πρωτοβουλίας καὶ τῆς κοινοπραξίας ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας, νὰ πράξῃ δὲ αὕτη ὅ,τι δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ἡ ἀτομικὴ πρωτοβουλία ὑπὲρ αὐτῆς. Καθῆκον δ’ ἔχει ἐπίσης ἡ Πολιτεία νὰ διδάξῃ καὶ καθοδηγήσῃ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς εἰς τὴν χρῆσιν τελειοτέρων μεθόδων καὶ ὀργάνων καλλιεργείας. Εὐχαρίστως δ’ ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργόν, δηλώσαντα προχθές, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον νομοσχέδιον, μεταβάλλον τὰς γεωργικὰς σχολὰς εἰς γεωργικοὺς σταθμούς. Τὴν διὰ γεωργικῶν σταθμῶν μόρφωσιν οὐχὶ μαθητῶν, ἀλλὰ γεωργῶν καλλιεργούντων τὴν γῆν, ὑπεστηρίξαμεν ἀπὸ ἐτῶν, ὅτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ νόμος περὶ συστάσεως γεωργικῶν σχολῶν. Ἄν ἔκτοτε εἶχον ἱδρυθῆ οὗτοι, ἠθέλομεν ἔχει σήμερον πλείστους γεωργούς, καλλιεργοῦντας τὰς γαίας των διὰ τελειοτέρων μεθόδων καὶ βελτιωμένων ἐργαλείων, καὶ χρησιμεύοντας ὡς ἀποτελεσματικὸν παράδειγμα εἰς ὅλους τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἑλλάδος. Ἠθέλομεν δὲ συγχρόνως ἐπιτύχει καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς κτηνοτροφίας ἡμῶν, ἥτις σήμερον εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν σχεδὸν νομαδικήν. Διὰ τοιαύτης δ’ ἐνεργείας τῆς Πολιτείας θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν βελτίωσιν καὶ τῶν ἄλλων προϊόντων τῆς χώρας, ὡς π. χ. τοῦ καπνοῦ, οὗτινος ἡ ποιότης μεγάλην ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως, ὅπως δυνηθῇ νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τοὺς τουρκικοὺς καπνοὺς εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως. Καὶ ἡ μικρὰ ἡμῶν βιομηχανία καθ’ ὅλους αὐτῆς τῆς κλάδους, οὓς οἱ ὅροι τῆς τοπικῆς παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως ἐνδεικνύουσιν ὡς δυναμένους νὰ εὐδοκιμήσωσι, καὶ ἡ ναυτιλία ἡμῶν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου καὶ ἐμμέσου ὑποστηρίξεως τῆς Πολιτείας. Ὀφείλει δ’ αὕτη νὰ παρέξῃ ταύτην, ὅπως ταχύτερον δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Διὰ τῶν διαφόρων μέτρων, ἅτινα ἀνέπτυξα, δυνάμεθα μετὰ πεποιθήσεως νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ θεραπεύσωμεν τὴν νόσον, ἐξ ἧς νοσεῖ ὁ τόπος. Ἡ συστηματικὴ ἕναρξις τῆς ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων τούτων θέλει ἔχει ὡς συνέπειαν τὴν ἐλάττωσιν τῆς νόσου καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς· ἡ ἐφαρμογὴ δ’ αὐτῶν θέλει φέρει ἀναμφισβητήτως τὴν θεραπείαν. Τότε δὲ εὐκόλως καὶ ἄνευ κόπων καὶ θυσιῶν θὰ ἐκλείψωσι τὰ συμπτώματα αὐτῆς, ἡ ἀνεπάρκεια δηλ. τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ ἀνωμαλία τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. Ὅταν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἀποβῇ ὑγιής, θὰ δύναται αὕτη εὐκόλως νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὰ μέσα, ὧν ἔχει ἀνάγκην πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἡ νομισματικὴ δὲ ἀνωμαλία θὰ ἐκλείψῃ, ὅταν ἡ χώρα, ἀναῤῥώσασα οἰκονομικῶς, θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, οὗτινος ἔχουσιν ἀνάγκην. Ἡ ἀναγκαστικὴ δὲ κυκλοφορία, τὴν ὁποίαν εἰς μάτην προσπαθοῦμεν ν’ ἀποβάλωμεν διὰ τεχνητῶν μέτρων, θὰ φύγῃ τότε μόνη της, μὴ δυναμένη νὰ συνυπάρξῃ μὲ ὑγιᾶ οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἡ δὲ ἄρσις αὐτῆς θ’ ἀποβῇ ἁπλῶς τυπικὴ πρᾶξις. Τοῦτο δὲν εἶναι γνώμη στηριζομένη ἐπὶ μόνον θεωρητικῶν σκέψεων καὶ μελετῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς πείρας τῶν πλείστων πεπολιτισμένων ἐθνῶν. Ὅπου εἰσήχθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἔμεινε διαρκὴς, ἐφ’ ὅσον εὕρισκε στήριγμα τὴν κακὴν τῆς χώρας οἰκονομικὴν κατάστασιν· οὐδαμοῦ δ’ ἀπεβλήθη διὰ τεχνητῶν καὶ συμπτωματικῶν μέτρων, διὰ δανείων π. χ. ἢ διὰ περιστολῆς τῶν κυκλοφορούντων μματίων. Ὁσάκις δ’ ἤρετο διὰ τοιούτων μέτρων, ἡ τοιαύτη αὐτῆς ἄρσις ἦτο προσωρινή· ἐπανήρχετο δ’ αὕτη ταχέως. Εἰσαχθεῖσα ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1870, ἀπῆλθεν ἀνεπαισθήτως καὶ ἄνευ ἐκτάκτου τινὸς μέτρου κατὰ τὸ 1877, ἅμα ἀνέῤῥωσαν τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς. Ἤρθη ἐν Ἰταλίᾳ πρὸ δωδεκαετίας περίπου διὰ δανείου, ἀλλὰ δὲν ἀπῆλθε. Δὲν ὑπάρχει αὕτη σήμερον ἐπισήμως καὶ ἀμέσως ἐν Ἰταλίᾳ, ὑπάρχει ὅμως ἐμμέσως, διότι τὰ κυκλοφοροῦντα γραμμάτια δὲν ἀνταλλάσσονται μὲ τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἐδανείσθη τὸ Κράτος, ὅπως ἄρῃ αὐτήν, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν τολμᾷ νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν, ἀλλὰ τὸ κρατεῖ κεκλεισμένον ἐν τοῖς ὑπογείοις τῆς Τραπέζης του, ὡς ἐγγύησιν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων. Συνήθως δὲ βλέπομεν τὴν ἐπικαταλλαγὴν ἢ μᾶλλον τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος ἀνερχομένην εἰς 10 καὶ 15% ἐν Ἰταλίᾳ, καίτοι μὴ ὑπαρχούσης ἐπισήμως ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ἡ Αὐστρία ἀπὸ τριῶν ἐτῶν ἀπεφάσισε τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θεωρήσασα ὡς ἀναῤῥώσαντα τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς. Ἐπρομηθεύθη ἤδη τὸ ἀναγκαῖον μεταλλικὸν νόμισμα πρὸς πληρωμὴν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων, ἀλλὰ καὶ αὕτη κρατεῖ τὸ νόμισμα τοῦτο ἐν τοῖς ὑπογείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν τὸ θέτει εἰς κυκλοφορίαν, μέχρις ὅτου πεισθῇ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἀπέκτησε τὴν ἀπαιτουμένην εὐρωστίαν, ὅπως παρεμποδίσῃ τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν φυγάδευσιν αὐτοῦ. Πεῖραν δὲ τοιαύτην ἐλάβομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτε κατὰ τὸ 1884, πρὶν ἐπιτύχωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἀνάῤῥωσιν τῆς χώρας, ἤρομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, συντελέσαντες εἰς τὴν δείνωσιν τῆς νόσου, ἐξ ἧς ἡ χώρα νοσεῖ. Τὰ μέτρα, ὧν θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ἐφαρμογὴν καὶ σωτήρια τὰ ἀποτελέσματα, δὲν δύνανται ἀμέσως, μήτε ἐν βραχεῖ χρονικῷ διαστήματι νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν θὰ ἀπαιτήσῃ καὶ 2 καὶ 3 ἔτη· μολονότι δὲ θ’ ἀποβῇ ἐπωφελὴς καὶ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεώς της, οὐχ ἧττον, ὅπως φέρῃ τὰ θετικὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα καὶ τὴν θεραπείαν τῆς νόσου, θ’ ἀπαιτήσῃ πλειότερον χρονικὸν διάστημα. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ μὴ παραβλέψωμεν καὶ τὰ συμπτώματα τῆς νόσου, ὧν ἡ παραμέλησις καὶ τὰ ἀποτελέσματα δυσχεραίνουσι τὴν θεραπείαν αὐτῆς. Δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν μήτε τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Δημοσίου, μήτε τὰς ἀνωμαλίας τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν συμπτωματικῶς τὴν θεραπείαν αὐτῶν, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ περιστείλωμεν τὰς ἐξ αὐτῶν συνεπείας. Μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπιτύχωμεν ἀμέσως παγίαν ταμιευτικὴν ἐπάρκειαν τοῦ Δημοσίου, ὀφείλομεν νὰ ἐπιτυγχάνωμεν θετικὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, περικόπτοντες πᾶσαν μὴ ἀπολύτως ἐπιβαλλομένην δαπάνην καὶ ἀποφεύγοντες πᾶσαν ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Μὴ δυνάμενοι νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν πρὸ τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ὀφείλομεν ν’ ἀσχοληθῶμεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, εἰς τὴν περιστολὴν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, διὰ συστηματικῆς τινος ἐπιβλέψεως καὶ διευθύνσεως τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας. Καὶ περὶ μὲν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ εἰς πᾶσαν ἐποχὴν, ἰδίως δὲ σήμερον, ὡμίλησα ἤδη ἀρχόμενος τοῦ λόγου. Ὀλίγα δὲ θέλω εἰπεῖ περὶ τῆς ἀνάγκης, ἥτις ἐπιβάλλεται πανταχοῦ, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὰς χώρας, ὅπου ἰσχύει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἵνα ὑπάρχῃ ἐπίβλεψίς τις καὶ διεύθυνσις τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας, παρεμποδίζουσα, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὰς ἐκτάκτους καὶ ὑπερβολικὰς διακυμάνσεις τῶν τιμῶν τοῦ νομίσματος. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι κακὸν ἀναμφισβήτητον, διότι ἀποῤῥέει ἐκ κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Ἐνέχει ὅμως καὶ τὸ καλὸν ἐν τῇ εὐκολίᾳ, ἣν παρέχει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς τῶν εἰδῶν, ἅτινα συνδέονται πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, εἴτε ἐξαγόμενα ἐκ τῆς χώρας, εἴτε εἰσαγόμενα εἰς αὐτήν. Ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τῆς παραγωγῆς, ἡ προερχομένη ἐκ τῆς διατηρήσεως ἐν τῷ τόπῳ τῆς νομισματικῆς δυνάμεως καὶ ἀξίας τοῦ νομίμου νομίσματος, καὶ συνεπῶς ἐκ τῆς μὴ μεταβολῆς τῶν τιμῶν τῶν διαφόρων ἀντικειμένων, τῶν χρησίμων εἰς αὐτὴν, καθιστᾷ ἐπωφελεστέραν καὶ ἐνθαῤῥύνῃ τὴν παραγωγὴν τῶν εἰδῶν, ἅτινα ἐξαγόμενα ἀνταλλάσσονται μὲ χρυσὸν ἢ μὲ ἀξίας ἀντιπροσωπευούσας χρυσὸν, αἱ ὁποῖαι, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα ἤδη, ὑπερτιμῶνται ἐν τῇ χώρᾳ, ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὴν αὐτὴν δ’ εὑρίσκει ἐνθάῤῥυνσιν καὶ παρότρυνσιν καὶ ἡ παραγωγὴ τῶν ἀντικειμένων, ἅτινα, εἰσαγόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, πληρόνονται εἰς χρυσὸν, ὁπόταν ὑπάρχωσιν ἐν τῷ τόπῳ τὰ στοιχεῖα τῆς παραγωγῆς ὁμοειδῶν ἀντικειμένων, ὑπὸ τοὺς ἐπωφελεστέρους ὅρους, οὓς παρέχει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἄνευ τοῦ καλοῦ τούτου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ἠθέλομεν ἰδεῖ τὴν ἀνάπτυξιν, ἣν ἔλαβε τελευταῖον ἡ μικρὰ ἡμῶν βιομηχανία, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἀνθέξωσιν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ εἰς τὴν κρίσιν, ἣν διέρχεται ἡ σταφὶς, ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς οἰκονομικῆς καὶ νομισματικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἐὰν πωλοῦντες τὸ προϊὸν αὐτῶν εἰς τὰς τιμὰς, ἃς ἔχει σήμερον ἐν Εὐρώπῃ, δηλ. πρὸς 40 καὶ 50 φρ. χρυσᾶ κατὰ χιλιόλιτρον, ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλλωσι τὰς δαπάνας τῆς παραγωγῆς των ἐπίσης εἰς χρυσᾶς δραχμάς. Τὴν τοιαύτην ἐπωφελῆ ἐπήρειαν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ. Τοὐναντίον, δὲ σήμερον ἡ τοιαύτη ἐπήρεια σπουδαίως ἐπασχολεῖ ἐν Εὐρώπῃ πολλοὺς δημοσιολόγους καὶ πολλοὺς διαχειριζομένους τὰ οἰκονομικὰ τῶν Κρατῶν. Πιστεύουσι δ’ οὗτοι, ὅτι ἡ παραγωγὴ τῶν πλουσίων Κρατῶν, τῶν ἐχόντων νομισματικὴν κυκλοφορίαν εἰς χρυσὸν, οὐ μόνον ἡ γεωργικὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ βιομηχανικὴ, δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀνθέξῃ, συναγωνιζομένη πρὸς τὴν παραγωγὴν τῶν Κρατῶν τῶν ἐχόντων κυκλοφορίαν νομίσματος κατωτέρας ἀξίας τοῦ χρυσοῦ, εἴτε εἰς ἄργυρον, εἴτε εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντα. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ καλὸν τοῦτο τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἰσοφαρίζῃ πολλὰ ἐκ τῶν κακῶν αὐτῆς, δὲν ἀναιρεῖ ὅμως τὰ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα, ἅτινα φέρουσιν αἱ συχναὶ καὶ ἀπότομοι διακυμάνσεις τῶν τιμῶν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος, αἵτινες καθιστῶσιν ἀβεβαίαν καὶ ἐπισφαλῆ πᾶσαν ἐμπορικὴν καὶ βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν, συνδεομένην πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, εἴτε διὰ τῆς προμηθείας τῶν διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτῶν ἀναγκαίων εἰδῶν, τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων, εἴτε διὰ τῆς πωλήσεως τῶν προϊόντων των. Τὴν πρόληψιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, καὶ τὴν περιστολὴν τῶν τοιούτων διακυμάνσεων τῶν τιμῶν τοῦ νομίσματος δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ συστηματικὴ ἐπίβλεψις καὶ διεύθυνσις τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἐπίβλεψις αὐτῆς ἀνήκει πανταχοῦ σχεδὸν εἰς τὰς Ἐθνικὰς Τραπέζας, αἵτινες φέρουσι τὸν τίτλον Τράπεζαι Ἐκδόσεως (Banques d’ émission), ἀλλ’ αἱ Ἐθνικαὶ Τράπεζαι ἡμῶν, εἰς ἄλλα παρεκτραπεῖσαι πρὸ ἐτῶν ἔργα, δὲν δύνανται νὰ ἐπιδιώξωσι μόναι των τὴν ἐπίβλεψιν καὶ διεύθυνσιν τούτων. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνέπτυξα ἄλλοτε διὰ μακρῶν, δὲν θέλω δὲ, εἰς τὴν προκεχωρηκυῖαν ταύτην ὥραν, νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις ἐσχηματίσθη διὰ τοῦ πρὸ ἡμερῶν ψηφισθέντος νομοσχεδίου. Ἀτελὴς, ὅπως ἐσχηματίσθη, ἡ ὑπηρεσία αὕτη, δυσκόλως θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ αὐτό. Ὡς ἐψηφίσθη αὕτη, οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ πράξῃ ἢ τὴν τυπικὴν καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς εἰδικῆς ὠφελείας πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου. Πρέπει ὅμως νὰ συμπληρωθῇ, ὅπως διὰ καταλλήλου ὀργανισμοῦ δυνηθῇ νὰ ἐπιδιώξῃ οὐ μόνον τὴν βαθμιαίαν ἐξόφλησιν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐν συμπράξει μετὰ τῶν Ἐθνικῶν Τραπεζῶν ἐπίβλεψιν καὶ διεύθυνσιν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. Διὰ τοιαύτης διευθύνσεως θὰ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ παρακώλυσις τῶν ἀποτόμων διακυμάνσεων τῆς τιμῆς τοῦ νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος διὰ τῆς προμηθείας τοιούτου κατὰ τὰς ἐποχὰς, καθ’ ἃς προσφέρεται τοῦτο ὑπὸ τῶν παραγωγῶν καὶ ἄλλων εἰσαγόντων χρυσὸν καὶ διὰ τῆς προσφορᾶς αὐτοῦ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, ὁσάκις ζητῆται τοῦτο ἕνεκα πραγματικῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Τοιαύτας νομίζω, Κύριοι, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ βάσεις, καὶ τοιούτους ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώκῃ σκοποὺς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 καὶ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἐφ’ ἧς στηρίζεται οὗτος. Ἀλλ’, ὡς εἶπον, μολονότι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 μεμονωμένα τινὰ μέτρα, γενικώτερον ἔχοντα χαρακτῆρα, οὐχ ἧττον μήτε εἰς τὰς ἐγγραφὰς αὐτοῦ, μήτε εἰς τὴν εἰσήγησίν του παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μήτε εἰς τὰ μέτρα, ἅτινα ἐψηφίσαμεν, εὑρίσκω τὸ σύνολον τοιούτων ἢ ἀναλόγων βάσεων, ἀποῤῥεουσῶν ἐκ συστήματος ἀκεραίου καὶ δυναμένων ν’ ἀποτελέσωσιν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἐξ ἧς νὰ προκύπτωσι μέτρα, ἐμπνέοντα εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς των θὰ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἀνόρθωσις τῆς χώρας. Ἂν ἡ Βουλὴ εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα ἐργασθῇ ἀνέτως, ἤθελον προτείνει εἰς αὐτὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐπὶ τοιούτων βάσεων ἀναθεώρησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Τοιαύτην ὅμως πρότασιν δὲν θεωρῶ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ὡς δυναμένην νὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ὡς ἔργον ἀνάγκης διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς. Ψηφίζοντες ὅμως αὐτὸν, ὀφείλομεν συνάμα νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μὴ ἔχουσαν πλέον τὴν δικαιολογίαν τῆς ἐλλείψεως χρόνου, ἵνα κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑποβάλῃ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1896 προϋπολογισμὸν στηριζόμενον ἐπὶ οἰκονομικοῦ συστήματος ἀνταποκρινομένου πρὸς τὰς περιστάσεις, ἃς διέρχεται ἡ χώρα, καὶ δυναμένου ἀποτελεσματικῶς νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν αὐτῆς. Ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἀποτοβήσωμεν τὸν κίνδυνον, ὃν διατρέχομεν, νὰ ἀκούσωμεν καὶ πάλιν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος ἀγγέλλοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, καὶ ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἐρειπίων, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν πόθον πάντων ἡμῶν.

§137ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάταιοι λοιπὸν ἦσαν πάντες οἱ μέχρι τοῦδε κοινοβουλευτικοὶ ἀγῶνες, οἱ στραφέντες περὶ τὴν διάγνωσιν τῶν αἰτίων τοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς οἰκονομικοῦ νοσήματος. Αἴτια τούτου δὲν εἶναι οὔτε ἡ κακὴ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους οὔτε οἱ πλαστοὶ καὶ εἰκονικοὶ προϋπολογισμοί του, οὔτε τὰ μεγάλα ἐλλείμματα τούτων, ὡς ἐζητήσαμεν πολλοὶ πολλάκις ν’ ἀποδείξωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὡς ἐφαίνετο τοῦτο τελευταῖον τοὐλάχιστον κοινῇ ὁμολογούμενον. Αἴτια τοῦ κακοῦ εἶναι ἔνθεν μὲν ἡ ἔλλειψις πάσης κοινωνικῆς καὶ πολιτειακῆς ἀνατροφῆς παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, ἡ συνεξομοιοῦσα τοῦτον πρὸς τοὺς τυφλοὺς ὀπαδοὺς τῆς εἱμαρμένης Ἀνατολίτας, ἔνθεν δὲ ἡ ἀνεπάρκεια τῆς χώρας ἡμῶν, τῆς ἀνικάνου ἵνα παράγῃ τὸν ἀπαιτούμενον χρυσὸν οὐ μόνον διὰ τὰς ἰδίας αὑτῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν ὑποχρεώσεις. Ὅσοι ἠγνοεῖτε τοῦτο, Κύριοι, θὰ τὸ ἐμάθετε νῦν ἐκ τῆς ἀνακαλύψεως, ἣν ἔσπευσε τὴν ἑσπέραν ταύτην ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, καὶ δὴ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, καθ’ ὃν ἐνόμισεν ὅτι θὰ διέσωζε νῦν ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ προνόμιον τῆς εὑρεσιτεχνίας, ὅπερ τῷ διημφισβητήθη ἤδη ἐπὶ τῆς ἄλλης ἀνακαλύψεώς του περὶ ἱδρύσεως ἰδίας ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ὁποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς ὑμᾶς ἡ νέα αὕτη ἀνακάλυψις τοῦ κ. συναδέλφου. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἐὰν, καθ’ ἣν ὥραν ἔκαμνε τὴν σχετικήν του ἀνακοίνωσιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης, παρίστατο ἐνταῦθα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ τῷ παρείχετο τὸ δικαίωμα ἵνα ὁμιλήσῃ, θὰ ἔσπευδεν αὐτὸς νὰ τῷ δώσῃ τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν: «Καὶ τίνα σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ κατατρῦχον ἡμᾶς οἰκονομικὸν νόσημα ἡ ἔλλειψις κοινωνικῆς καὶ πολιτειακῆς ἀνατροφῆς μου; τίνα σχέσιν ἔχει πρὸς αὐτὸ καὶ ἡ ἐπάρκεια ἢ ἀνεπάρκεια τῆς χώρας; Τί ἐζητήσατε παρ’ ἐμοῦ καὶ παρ’ αὐτῆς μέχρι τοῦδε, σεῖς οἱ ἀλληλοδιαδόχως κυβερνήσαντες ἡμᾶς, καὶ δὲν τὸ ἐλάβετε; Ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1886 εἶχον αὐξήσει κατὰ τὸ ἥμισυ τὰ φορολογικὰ ἡμῶν βάρη, ἀνελθόντα εἰς 60 περίπου ἑκατομμύρια. Μολονότι δ’ ἔκτοτε καὶ σεῖς καὶ ὁ τότε πολιτικὸς ἀρχηγός σας καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεκηρύττετε ὅτι εὑρισκόμεθα ἤδη ἐν φορολογικῷ καμάτῳ καὶ ὅτι ἦτο ἀδύνατον πλέον νὰ καταβάλλωμεν ἐτησίως πέραν τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, ἰδοὺ ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰς νέα φορολογικὰ βάρη ἑκάστοτε ὑπαχθέντες, ἐφέρομεν αὐτὰ ἀγογγύστως, καὶ ἀποτίνομεν νῦν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ὑπερδιπλάσιον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἰσεφέρομεν πρὸ τοῦ ἔτους 1882. Ἰδοὺ ὅτι καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος 1894, ἔτος οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ κακοδαιμονίας, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους μέλλουσι νὰ ὑπερβῶσι τὰ 95 ἑκατομμύρια. Κατὰ τί δὲ πταίομεν νῦν ἡμεῖς, ἐὰν σεῖς, οἱ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἀλληλοδιαδόχως κυβερνήσαντες ἡμᾶς, νέας πάντοτε δημιουργοῦντες ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀπεδεικνύετε τὸν προϋπολογισμὸν τούτου ἀληθῆ πίθον Δαναΐδων, καταλείποντα ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων, ἅτινα δὲν ἠδύναντο ἢ νὰ περιαγάγωσιν αὐτὸ ἐπὶ τέλους εἰς πτώχευσιν, συνταράξασαν ἐκ θεμελίων καὶ τὴν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκονομίαν; Διὰ τοῦτο δὲ νομίζομεν, ὅτι ἡμεῖς μᾶλλον δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν παρ’ ὑμῶν λόγον καὶ νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν: Τί ἐκάματε τὰς ἑκατοστύας ὅλας ἑκατομμυρίων, ἅτινα εἰσεπράξατε παρ’ ἡμῶν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν περιπλέον ἐκείνων, ἅτινα εἰσέπραξαν οἱ προκάτοχοί σας κατὰ τὴν προηγουμένην ἀντίστοιχον χρονικὴν περίοδον; Τί ἐκάματε τὰς ἑτέρας ἑκατοστύας ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν εἰσεπράξατε ἐκ νέων δανείων τοῦ Κράτους; Τί ἐκάματε ἔκτοτε τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν τὸ ἔτος ἐκεῖνο παρελάβετε μὲ τὰς πρὸ μικροῦ προσαρτηθείσας νέας ἐπαρχίας της, μὲ τὴν τότε ἀναζωογονηθεῖσαν πίστιν της, πλήρη ἐλπίδων περὶ αἰσιωτέρου οἰκονομικοῦ καὶ πολιτικοῦ μέλλοντος; Πλὴν δεκάδων ἑκατομμυρίων, δαπανηθέντων ὑπὲρ τῶν τριῶν θωρηκτῶν μας, ἅτινα ἄδηλον ἐὰν θὰ χρησιμοποιήσωμέν ποτε, καὶ ὑπὲρ δημοσίων ἔργων, ἅτινα δὲν ἐξυπηρετοῦσι πάντα ἀληθεῖς οἰκονομικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, πῶς διεθέσατε ὅλας τὰς ἄλλας ἑκατοστύας τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἑκατομμυρίων; Πόσα ἐξ αὐτῶν ἐδαπανήσατε εἰς βελτίωσιν τῶν τῆς ἐκκλησίας, τῆς παιδείας, τῆς δικαιοσύνης, τῆς διοικήσεως; πόσα εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πολεμικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ὅπως διασώσωμεν τὸ ἐν τῇ Ἀνατολῇ γόητρον ἡμῶν ἀλώβητον καὶ ὦμεν ἕτοιμοι ἐν δεδομένῃ εὐκαιρίᾳ νὰ διεκδικήσωμεν τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν δίκαια; πόσα ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πόρων; πόσα ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας; πόσα ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς; πόσα ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἐφ’ ἧς, μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὴν μέχρι τοῦδε αὐτόχρημα λῃστρικὴν φορολογίαν της, ἐδράξασθε τῆς ὑφισταμένης κρίσεώς της, ὅπως διὰ τοῦ τελευταῖον ἐπιψηφισθέντος νομοσχεδίου, ὑπὸ τὸ πρόσχημα παρεχομένης δῆθεν εἰς αὐτὴν ἐπικουρίας, ἐπαυξήσητε τὰ ἤδη ἀφόρητα βάρη της; πόσα ἐδαπανήσατε ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας; πόσα ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας, τῶν δύο σπουδαιοτάτων τούτων παραγόντων τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, δι’ οὓς νομίζει τις, ὅτι προώρισεν ἐπίτηδες ἡ φύσις τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐν οἷς αὕτη διεκρίθη καὶ ἐμεγαλούργησεν ἐν τῷ παρελθόντι; Οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδέν! Κατεσπαταλήθησαν πᾶσαι αἱ ἑκατοστύες ἐκεῖναι τῶν ἑκατομμυρίων, χωρὶς νὰ γείνῃ τι ἄξιον λόγου οὔτε ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς παιδείας, οὔτε ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς διοικήσεως, οὔτε ὑπὲρ τῆς συντάξεως τῶν πολεμικῶν ἡμῶν δυνάμεων, οὔτε ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τῶν οἰνομικῶν ἡμῶν πόρων. Κατεσπαταλήθησαν, ὅπως πάντα ταῦτα ὀλιγωρηθῶσι τέλεον, ὅπως γείνωμεν τὸ ἐξουθένωμα παντὸς ἄλλου λαοῦ καὶ πάσης ἄλλης χώρας ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Κατεσπαταλήθησαν, ὅπως ἐγκολαφθῇ εἰς τὸ μέτωπον ἡμῶν τὸ στίγμα τῆς χρεωκοπίας τοῦ Δημοσίου, ὅπως τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ καταβαραθρωθῶσι, καὶ εἰς τὸ βάραθρον τοῦτο ἐπαπειλῶσι νῦν νὰ συμπαρασύρωσι καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκονομικά. Καὶ θέλετε νῦν διὰ τὴν τοιαύτην κακοδαιμονίαν, ἧς σεῖς, οἱ ἀλληλοδιαδόχως κυβερνήσαντές μας ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, ὑπέχετε πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην, νὰ καταστήσητε ὑπαιτίους ἡμᾶς τὰ θύματα, τοὺς πάντη ἀθώους; Αἱ αἰτιάσεις σας εἶναι ὅλως ἄδικοι, ἠδύναντο δὲ, ὡς πρὸς τὴν ἔλλειψιν κοινωνικῆς καὶ πολιτειακῆς ἀνατροφῆς, νὰ ἔχωσιν ὑπόστασίν τινα κατὰ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι σᾶς ἠνέχθημεν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον κατοργιάζοντας ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ παίζοντας μὲ τὰς τύχας μας. Ἔπρεπε βεβαίως πρὸ πολλοῦ νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν, λαμβάνοντες ἀνὰ χεῖρας φραγγέλιον καὶ ἐκβάλλοντες δι’ αὐτοῦ ἅπαξ διὰ παντὸς ἐκ τοῦ ἱεροῦ τῆς Πολιτείας τοὺς καπήλους τῆς ἐμπιστοσύνης μας, τοὺς αὐτουργοὺς καὶ συνεργοὺς τῆς νῦν κακοδαιμονίας μας. Ἀφοῦ οὐδέποτε ἐσκέφθημεν νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ πρώτιστον καὶ κύριον τοῦτο καθῆκον ἡμῶν, ὡς συνταγματικοὶ πολῖται, ὡς λαὸς φροντίζων περὶ τῆς ἰδίας αὐτοσυντηρησίας, ἔπρεπε νῦν ν’ ἀκούσωμεν τὴν πικρὰν ταύτην εἰρωνείαν παρ’ ὑμῶν, ὅτι στερούμεθα κοινωνικῆς καὶ πολιτειακῆς ἀνατροφῆς, συνεξομοιούμενοι κατὰ τοῦτο πρὸς τοὺς τυφλοὺς ὀπαδοὺς τῆς εἱμαρμένης Ἀνατολίτας, πρὸς αὐτοὺς τοὺς Φελλάχους!» Τοιαῦτά τινα, Κύριοι, θὰ εἶχε ν’ ἀπαντήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἄρτης, ἱκανά, ὡς νομίζω, ἵν’ ἀποστομώσωσιν αὐτόν. Ἀλλ’ ὅπως μὴ ὑπολειφθῇ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία καὶ περὶ τῆς δῆθεν ἀνεπαρκείας τῆς χώρας καὶ περὶ τῶν ἄλλων οἰκονομικῶν παραδοξολογιῶν του, περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, περὶ πιστωτικοῦ καὶ μεταλλικοῦ νομίσματος—διότι εἰς ταύτας κυρίως περιορίζεται ἡ νέα ἀνακάλυψις τοῦ κ. συναδέλφου,—θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἵνα ὑποβάλω καὶ ἐγὼ αὐτὰς εἰς βραχὺν ἔλεγχον. Ἡ θεωρία, Κύριοι, περὶ ἀνεπαρκείας χώρας τινὸς, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν ὑποχρεώσεις της, εἶναι ἤδη ἀπηρχαιωμένη καὶ ἕωλος παντάπασι. Πάλαι ποτὲ ἐπεκράτει ὄντως καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ καὶ ἐν τῇ πράξει ἡ τοιαύτη γνώμη. Ἐνομίζετο τότε, ὅτι ἦτο δυνατὸν χώρα τις ν’ ἀποστραγγισθῇ τοῦ χρυσοῦ της, νὰ καταστῇ ἀνεπαρκὴς, ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις της πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ νὰ πτωχεύσῃ. Πᾶσα δὲ προσπάθεια κατεβάλλετο τότε καὶ ὑπὸ τῶν ἡγεμόνων καὶ ὑπὸ τῶν διεπόντων τὰς οἰκονομικὰς τύχας τῶν διαφόρων χωρῶν, ἵνα περιβάλωσιν αὐτὰς, εἰ δυνατὸν, διὰ σινικοῦ τείχους, ἀποκλείοντος μὲν τὴν ἐξ αὐτῶν ἐξαγωγὴν τοῦ χρυσοῦ, ἐπιτρέποντος δὲ μόνον τὴν ἔξωθεν εἰσροὴν τούτου. Ἐλαμβάνετο καὶ τότε ὑπ’ ὄψιν ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου, καὶ εὐθὺς, ὡς ἐφαίνετο ὑπερβάλλουσα ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ τὴν ἐξαγωγήν, προσέφευγον εἰς πάντα τὰ δυνατὰ περιοριστικὰ, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ ἀπαγορευτικὰ μέτρα, ὅπως τύχωσιν ἀντιθέτων ἀποτελεσμάτων. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, καὶ ἡ περὶ ἀνεπαρκείας τῆς χώρας ἡμῶν ἀνακάλυψις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης, ὡς καὶ ἡ περὶ ἱδρύσεως ἰδίας ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, στερεῖται τῆς πρωτοτυπίας, οὐδὲ δύναται ν’ ἀξιώσῃ προνόμιον εὑρεσιτεχνίας, τὸ δὲ χείριστον πάντων δι’ αὐτὸν εἶναι, ὅτι ἡ σχετικὴ θεωρία πρὸ πολλοῦ ἤδη ἔχει ἀποσκορακισθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, κέκτηται δὲ τὴν σήμερον μόνον ἱστορικὴν σημασίαν, ἀναφερομένη ἐν τοῖς διαφόροις ἐγχειριδίοις τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ὡς ἁπλῆ παραδοξολογία τοῦ παρελθόντος. Καὶ ἐν τῇ πράξει δ’ ἔχει ἐγκαταλειφθῆ ἤδη ἀπὸ ἑκατονταετηρίδος καὶ ἐπέκεινα, οὕτως ὥστε ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅστις θὰ ἐτόλμα νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν τὴν σήμερον, νὰ θεωρῆται ὡς μὴ ἔχων σώας τὰς φρένας· καὶ δικαίως. Ἡ ἀνεπάρκεια, Κύριοι, χώρας τινὸς εἶναι καθαρὰ οὐτοπία. Πᾶσα χώρα τυγχάνει αὐτάρκης, ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν της πόρων. Ἡ ἀνεπάρκεια ἐγχωρεῖ ἐπὶ μόνων τῶν ἀτόμων, ἅτινα δύνανται νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, δύνανται οὕτω νὰ ἐξοδεύωσι πλείονα τῶν ἐσόδων, νὰ καταδαπανῶσι καὶ ν’ ἀποβάλλωσι τὴν περιουσίαν των, περιερχόμενα τοιουτοτρόπως εἰς παντελῆ ἔνδειαν καὶ πτωχείαν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγχωρεῖ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀποκλείεται παντάπασιν ἐπὶ λαῶν ὁλοκλήρων καὶ χωρῶν. Ἀδύνατον αὗται νὰ εὑρεθῶσιν ἐς ἀεὶ ἐν ἀνεπαρκείᾳ, ἀδύνατον νὰ καταδαπανήσωσι καὶ ἀποβάλωσι τὴν περιουσίαν των, ἀδύνατον νὰ περιέλθωσιν εἰς παντελῆ ἔνδειαν καὶ πτώχευσιν. Καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν ὑπερβάλωσι τὰ ἔξοδα τὰ ἔσοδά των, καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν παρατηρηθῇ ἀνεπάρκεια, ἡ αὐτάρκεια ἀποκαθίσταται ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ κατ’ ἀνάγκην. Ἀφοῦ εἶναι ἀδύνατον χώρα τις ν’ ἀπαλλοτριωθῇ τῶν ἰδίων αὐτῆς πόρων, καὶ ἐὰν ἔτι ἐπί τινα χρόνον ὑπερβῇ ἡ εἰσαγωγὴ τὴν ἐξαγωγήν, θὰ ἐπέλθῃ ἀφ’ ἑαυτῆς ἡ ἀντίδρασις, ἥτις θὰ ἔχῃ ὡς ἐπακόλουθον τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἰσοῤῥοπίας ἐν ταῖς συναλλαγαῖς αὐτῆς πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἄνευ νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων, ἄνευ ἄλλης οἱασδήποτε ἐπηρείας. Τὴν σήμερον μάλιστα, Κύριοι, ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου τῶν διαφόρων χωρῶν ἀποδεικνύει, κατ’ ἀντίθετον λόγον ἐκείνου, ὃν ἀπεδέχοντο ἀπ’ αὐτῆς κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα, ἀποδέχονται δ’ ἔτι καὶ νῦν τινες παρ’ ἡμῖν, τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν ἢ καχεξίαν αὐτῶν. Τὴν σήμερον ἀσφαλέστατον τεκμήριον τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας χώρας τινὸς ὑπολαμβάνεται οὐχὶ τὸ λεγόμενον ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον, ἤτοι ἡ ἐξίσωσις τῆς εἰσαγωγῆς πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν ἢ καὶ τὸ ὑπερβάλλον ταύτης πρὸς ἐκείνην, ἀλλὰ πᾶν τοὐναντίον. Καθόσον δηλαδὴ χώρα τις ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἀνωτέραν εἰσαγωγὴν τῆς ἐξαγωγῆς, κατὰ τοσοῦτον θεωρεῖται αὐξάνουσα καὶ ἐπιδίδουσα ἡ οἰκονομική της εὐεξία, ἥτις δὲν ἐκδηλοῦται βεβαίως ἐν μόνῃ τῇ ἐξαγωγῇ. Ὅπως χώρα τις ἔχῃ ἀνωτέραν εἰσαγωγήν, τοῦτο σημαίνει, ὅτι αὕτη πλὴν τῶν ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς της κέκτηται καὶ ἄλλους πόρους τοὺς ἀδήλους λεγομένους, μάλιστα δὲ τὴν ἀκμαίαν πίστιν της καὶ τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τοποθετημένα κεφάλαιά της. Ἡ ἐλάττωσις ἢ καὶ παντελὴς ἔλλειψις τῶν ἀδήλων πόρων καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἡ κατάπτωσις τῆς πίστεώς της, προφανῆ σημεῖα τῆς οἰκονομικῆς καχεξίας, ἔχουσιν ὡς ἀναγκαῖον ἐπακόλουθον τὴν μείωσιν τῆς εἰσαγωγῆς, τὴν ἐξίσωσιν ταύτης πρὸς τὴν ἐξαγωγήν, ἢ καὶ τὴν ἐλάττωσιν αὐτῆς ὡς πρὸς ταύτην. Εἶναι τοῦτο, Κύριοι, ἀλήθεια, ἐπιβεβαιουμένη ὑπὸ τῶν πραγμάτων αὐτῶν, ἀλήθεια, στηριζομένη εἰς τὴν πεῖραν τῶν διαφόρων χωρῶν. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, τὴν γενομένην κατὰ Δεκέμβριον μῆνα τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐπεκαλέσθην τὴν στατιστικὴν τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου τῶν πλείστων χωρῶν τῆς ὑφηλίου τί δ’ ἀπεδείχθη ἐξ αὐτῆς; Ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, ἡ Βελγική, αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Β. Ἀμερικῆς καὶ πᾶσα ἄλλη οἰκονομικῶς εὐεκτοῦσα χώρα ἔχει ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνωτέραν εἰσαγωγὴν τῆς ἐξαγωγῆς, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ Σερβία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Βρασιλία, ἡ Ἀργεντινὴ καὶ πᾶσα ἄλλη ἐν προφανεῖ οἰκονομικῇ καχεξίᾳ διατελοῦσα χώρα ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἀνωτέραν ἐξαγωγὴν τῆς εἰσαγωγῆς. Καὶ παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, ἑνόσῳ παρετηρεῖτο οἰκονομική τις εὐεξία, ἡ εἰσαγωγὴ ὑπερέβαινε τὴν ἐξαγωγὴν κατὰ δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἐκαλύπτοντο διὰ τῶν ἀδήλων λεγομένων πόρων καὶ διὰ τῆς πίστεως τῆς χώρας ἡμῶν. Ὅτε ὅμως ἐξεῤῥάγη ἡ μεγάλη οἰκονομικὴ κρίσις ἐν ἔτει 1893, ὅτε τὸ Κράτος περιέστη εἰς ἀνικανότητα, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις του, ὅτε ὁμοῦ μετὰ τῆς πίστεως αὐτοῦ συνεκλονήθη ἐκ βάθρων καὶ ἡ κατ’ ἰδίαν τῆς χώρας πίστις, τότε ἡ εἰσαγωγὴ ἡμῶν ἐμειώθη μεγάλως, σχεδὸν ἐξισωθεῖσα πρὸς τὴν ἐξαγωγήν, ηὔξησε δὲ πάλιν τὸ 1891, ὅτε μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων ἀνεθάῤῥησε τὸ ἐμπόριον ἡμῶν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι αἰσιωτέρου μέλλοντος. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, οὐτοπία εἶναι καὶ τὸ πιστευόμενον ὑπό τινων παρ’ ἡμῖν καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου, ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε ν’ ἀποστραγγισθῇ ὁ χρυσὸς χώρας τινὸς, καθόσον ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῆς ὑπερβαίνει τὴν ἐξαγωγήν. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ ἔχῃ ἀποστραγγισθῆ ὁ χρυσὸς τῆς Ἀγγλίας τῆς Γαλλίας, τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Β. Ἀμερικῆς, τῆς Βελγικῆς καὶ τόσων ἄλλων χωρῶν, ἐν αἷς ἡ εἰσαγωγὴ ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὴν ἐξαγωγὴν, καὶ νὰ ἔχωσιν αὗται περιστῆ ἤδη εἰς τὴν ἐσχάτην ἔνδειαν καὶ ἀπορίαν. Ἀλλ’ ἐν αὐταῖς οὐδ’ ἴχνος τοιαύτης ἐνδείας καὶ ἀπορίας ἀπαντᾷ, ὁ δὲ χρυσὸς οὐ μόνον δὲν ἀποστραγγίζεται, ἀλλὰ καὶ αὐξάνει πάντοτε. Τὶ δηλοῖ τοῦτο; ὅτι αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος χῶραι, περὶ ὧν εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι αἱ πλεῖσται δὲν παράγουσι χρυσόν, ὡς στερούμεναι χρυσωρυχείων....

§138ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παράγουσιν.

§139ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παράγει χρυσὸν ἡ Ἀγγλία;

§140ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παράγει.

§141ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε καὶ δι’ αὐτήν σᾶς τὴν ἀνακάλυψιν, τὴν μόνην ἴσως πρωτότυπον, διότι ὁμολογῶ ὅτι εἰς οὐδένα ἄλλον οὔτε πρὸ ὑμῶν οὔτε μεθ’ ὑμᾶς ἐπῆλθε ἢ θὰ ἐπέλθῃ ποτὲ κατὰ νοῦν τοιοῦτό τι, νὰ μὴ σᾶς συγχαρῶ... Ἡ Ἀγγλία, Κύριοι, παράγει ἀξίας μόνον, ἐνεχούσας χρυσὸν, παράγει γαιάνθρακας, χάλυβα, σίδηρον, πλεῖστα ὅσα βιομηχανικὰ προϊόντα, ἅτινα ἀνταλλάσσει πρὸς χρυσόν. Παραπλησίας ἀξίας, ἐνεχούσας χρυσὸν, παράγουσι καὶ αἱ πλεῖσται τῶν ἄλλων χωρῶν, τῶν οἰκονομικῶς εὐεκτουσῶν. Ἀξίας, ἐνεχούσας χρυσὸν, παράγει καὶ ἡ Ἑλλὰς, καθόσον δὲ αἱ πηγαὶ αὐτῶν δὲν στειρεύουσί ποτε, ἀδύνατον νὰ στειρεύσῃ καὶ ἀποστραγγισθῇ ποτε καὶ ὁ χρυσὸς, ὁ ἐνεχόμενος ἐν αὐταῖς. Δυνατὸν νὰ μειωθῇ ἐπί τινα χρόνον ἡ παραγωγὴ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιῶν εἴτε ἐκ θεομηνίας, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, δυνατὸν νὰ μειωθῇ καὶ ἡ τιμή των ἐξ ἀνισοῤῥοπίας τῆς παραγωγῆς πρὸς τὴν κατανάλωσιν, τῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν ζήτησιν, ὡς συμβαίνει νῦν ἐπὶ τῆς σταφίδος· ἀδύνατον ὅμως, πάντη ἀδύνατον νὰ στειρεύσῃ ὁλοσχερῶς ἡ πηγὴ αὐτῶν, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ ν’ ἀποστραγγισθῇ καὶ ὁ χρυσὸς, ὃν ἐνέχουσιν αὐταί. Εἶναι ἀλήθεια, Κύριοι, αὕτη, ἣν οὐδενὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀγνοῇ τὴν σήμερον, ἥκιστα δὲ πάντων τῷ διοικήσαντι ἅπαξ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν καὶ ἀξιοῦντι νὰ διοικήσῃ αὐτὰ καὶ αὖθις, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης. Ἀλλ’ ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος, μυρία ἄλλα ἕπονται. Καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ τῆς μιᾶς οἰκονομικῆς παραδοξολογίας περὶ τῆς δῆθεν ἀνεπαρκείας τῆς χώρας δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ περιπέσῃ καὶ εἰς ἄλλας παραδοξολογίας περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ περὶ νομίσματος πιστωτικοῦ καὶ μεταλλικοῦ. Ἐνόμισεν ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ἀναγκαῖον ἐπακόλουθον τῆς ἀνεπαρκείας χώρας τινὸς, ὡς τοιαύτη ἐπιβαλλομένη, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ ἀνεπάρκεια αὐτῆς. Καὶ ἐν τούτοις ἡ ἱστορία τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ ἄλλοις λαοῖς διαψεύδει τὴν τοιαύτην γνώμην. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία παντοῦ καὶ πάντοτε ἐπεβλήθη, ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Κράτους, διαρκεῖ δὲ, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ τοιαύτη ἀνεπάρκεια. Ἐν τῇ ἀνισοῤῥοπίᾳ τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδά των, καταφεύγουσι τὰ Κράτη σὺν ἄλλοις καὶ εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἐσωτερικοῦ δανείου διὰ τῆς ἀμέσου ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἢ ἐμμέσου διὰ πιστωτικοῦ τινος καταστήματος ἐκδόσεως γραμματίων, ὧν ἡ κυκλοφορία, ὡς νομίμου νομίσματος, καθίσταται ἀναγκαστική. Τὰ γραμμάτια ταῦτα οὐδεμίαν ἐνέχουσιν ἐσωτερικὴν ἀξίαν, διὸ οὐδ’ ὡς μέτρον ἀξιῶν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν, ὡς νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης. Εἶναι κυρίως εἰπεῖν ἁπλοῦς χάρτης, εἰς ὃν δίδεται μόνον νόμιμος ἀξία, ἀξία, ἣν κυρίως ἀντιπροσωπεύει ἡ πίστις τοῦ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου ἐκδότου αὐτοῦ, διὸ καὶ πιστωτικὸν καλεῖται νόμισμα. Καθ’ ὅσον δὲ ἡ προκαλέσασα τὴν εἰς αὐτὸ προσφυγὴν ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους μειοῦται, καθ’ ὅσον οὕτως ὁ κάτοχος αὐτοῦ γινώσκει, ὅτι προσεγγίζει ἡ ἡμέρα τῆς ἐξαργυρώσεώς του, κατὰ τοσοῦτον βελτιοῦται καὶ ἡ ἀξία του. Καθ’ ὅσον αὐξάνει ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους, καθ’ ὅσον οὕτως ἀπομακρύνεται καὶ ἡ ἡμέρα τῆς ἐξαργυρώσεώς του, κατὰ τοσοῦτον ἐκπίπτει καὶ ἐξευτελίζεται ἡ ἀξία του, ἐν σχέσει πρὸς τὸ διεθνὲς νόμισμα, τὸν χρυσὸν, ὅστις, μόνος ἐνέχων ἐσωτερικὴν ἀξίαν, εἶναι καὶ τὸ ἀληθὲς μέτρον τῶν ἀξιῶν, ὡς τοιοῦτος δυνάμενος νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐμπόρευμα οὐ μόνον ἐν χώραις διατελούσαις ὑπ’ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νομίζει, ἀλλὰ καὶ ὅπου αὐτὴ δὲν ἀπαντᾷ. Μήπως ἐν Λονδίνῳ λ.χ. δὲν ἀγοράζονται ὡς ἐμπόρευμα, γαλλικὰ εἰκοσάφραγκα, καὶ ἐν Παρισίοις ἀγγλικαὶ λίραι; Τοῦτο προέρχεται, ὡς προεῖπον, ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς ἀξίας, ἣν κέκτηται μὲν τὸ εἰς χρυσὸν διεθνὲς νόμισμα, στερεῖται δὲ τὸ νόμιμον ἢ πιστωτικὴν μόνον ἀξίαν κεκτημένον νόμισμα εἰς γραμμάτιον.

§142ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ὁ χρυσὸς δὲν ἐνέχει κυρίως ἐσωτερικὴν ἀξίαν.

§143ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ἐνέχει τοιαύτην· διὸ, καὶ ἂν ἀφαιρέσητε ἐκ τοῦ χρυσοῦ νομίσματος τὸ σῆμα τοῦ Κράτους, τοῦ ἔχοντος αὐτὸ ἐν κυκλοφορίᾳ, καὶ πάλιν κέκτηται αὐτὸ, ὡς χρυσὸς, τὴν ἀξίαν του. Τίνα δὲ ἀξίαν θὰ ἐνέχῃ τὸ πιστωτικὸν νόμισμα, ὅταν ἀφαιρεθῇ ἐξ αὐτοῦ τὸ σῆμα τοῦ Κράτους ἢ τοῦ εἰς λογαριασμὸν τούτου ἐκδόντος αὐτὸ τραπεζικοῦ καταστήματος; Οὐδεμίαν ἀπολύτως. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ πιστωτικοῦ καὶ μεταλλικοῦ, ἰδίᾳ εἰς χρυσὸν, νομίσματος, ἡ καθιστῶσα τοῦτο μὲν μέτρον μόνιμον καὶ ἀσφαλὲς τῶν διαφόρων ἀξιῶν, ἐκεῖνο δ’ ἐκθέτουσα εἰς διακυμάνσεις, ἀναλόγως τῆς βελτιώσεως ἢ ἐκπτώσεως τῆς πίστεως, ἣν αὐτὸ ἀντιπροσωπεύει. Ὄπισθεν, Κύριοι, τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικοῦ ἡμῶν γραμματίου ἵσταται κατὰ πρῶτον λόγον ἡ πίστις τῆς ἀμέσου ἐκδοτρίας αὐτοῦ Τραπέζης, κατὰ δεύτερον δὲ καὶ κύριον λόγον ἡ πίστις τοῦ Κράτους, εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου ἔχει ἐκδοθῆ αὐτό. Καθ’ ὅσον ἡ πίστις αὕτη βελτιοῦται, βελτιοῦται καὶ ἡ ἀξία τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καθ’ ὅσον δὲ αὐτὴ ἐκπίπτει, ἐκπίπτει καὶ ἐξευτελίζεται καὶ ἡ ἀξία τούτου. Πάνθ’ ὅσα δὲ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης περὶ ὑπερτιμήσεως ἢ ὑποτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ ἀναλόγως τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως αὐτοῦ, εἶναι ἐκ τῶν συνήθων οἰκονομικῶν του παραδοξολογιῶν. Καὶ ἡ Γαλλία, Κύριοι, εἶχε προσφύγει κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ μεγάλου πρὸς τὴν Γερμανίαν πολέμου της ἐν ἔτει 1870–1871 εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὑφ’ ἣν τὸ τραπεζικόν της γραμμάτιον ὑπετιμᾶτο ἐν ἀρχῇ. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἀνέῤῥωσαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ ἐβελτιώθη ἡ πίστις του, τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ὑπερετιμήθη ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ ἄρτιον, ἐνίοτε δὲ καὶ ὑπερβαίνει τοῦτο, λόγῳ ἐπικαταλλαγῆς, χωρὶς νὰ ἀρθῇ τὸ παράπαν ἡ ἀναγκαστική του κυκλοφορία. Παρ’ ἡμῖν ἀρχῆθεν τιμᾶται ὑπὸ τὸ ἄρτιον τὸ ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικὸν ἡμῶν γραμμάτιον, καθόσον ἀρχῆθεν οὔτε τὰ οἰκονομικὰ οὔτε ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἦσαν ἐν ἀκμῇ. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις ἤρξατο ἐκπίπτουσα καθ’ ἅλματα, ἔπρεπε νὰ ἐκπίπτῃ καὶ ἐξευτελίζηται καὶ τὸ τραπεζικὸν ἡμῶν γραμμάτιον, ἕως οὗ μὲ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους ἔφθασεν αὐτὸ ἐκεῖ, ὅπου εὕρηται σήμερον. Καὶ θὰ ἐξακολουθῇ αὐτὸ διατελοῦν ἐν τῷ αὐτῷ ἐξευτελισμῷ, ἐφ’ ὅσον, τοῦ Κράτους εὑρισκομένου ἐν πτωχεύσει, ἡ πίστις αὐτοῦ εὕρηται ἐν παντελεῖ καταπτώσει, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν συμπάσχει καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα, ἡ οὖσα κυρίως Τράπεζα τοῦ Κράτους, ὡς διαθέσασα μέχρι τοῦδε μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων της ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἡ βελτίωσις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ τῆς κρατούσης νῦν ἐν ἡμῖν νομισματικῆς ἀνωμαλίας, θὰ ἐπέλθῃ εὐθὺς ὡς τὸ Κράτος ἐξέλθῃ τῆς καταστάσεως τῆς πτωχεύσεως, εὐθὺς ὡς εἰσέλθῃ αὐτὸ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναῤῥώσεως, εὐθὺς ὡς ἀρχίσῃ ν’ ἀναζωογονῆται ἡ νῦν νεκρὰ πίστις του, εὐθὺς ὡς ἀρχίσῃ αὐτὸ ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὰς ἐκδοτρίας τῶν ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ γραμματίων Τραπέζας μέρος τῶν πρὸς αὐτὰς ὀφειλομένων, εὐθὺς ὡς δυνηθῶσιν οὕτω ν’ ἀναλάβωσι καὶ αὐταὶ καὶ ν’ ἀρχίσωσι ν’ ἀνακτῶσι τὴν προτέραν πίστιν των. Πρόκειται λοιπὸν, Κύριοι, περὶ ἀνεπαρκείας τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ τῆς χώρας. Αὕτη καταβάλλει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πάντας τοὺς φόρους, πάντα τὰ τέλη καὶ δικαιώματα, ἀνερχόμενα ἐτησίως εἰς 90 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια. Ἐὰν ταῦτα κατεβάλλοντο εἰς εἶδος, εἰς ἀξίας, ἐνεχούσας χρυσὸν, τί θὰ συνέβαινε τότε; Τὸ Κράτος θὰ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ἐξάγῃ μέρος αὐτῶν εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑποχρεώσεών του, χωρὶς οὕτω νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐλαχίστην διατάραξιν εἴτε εἰς τὴν ἀγορὰν ἡμῶν, εἴτε εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν συναλλαγὰς ἡμῶν πρὸς τὴν ἀλλοδαπήν. Πλὴν χάριν εὐκολίας καὶ τῶν φορολογουμένων καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου οἱ φόροι, τὰ τέλη καὶ δικαιώματα δὲν εἰσπράττονται εἰς εἶδος, εἰς ἀξίας, ἀλλ’ εἰς νόμισμα. Ὑποθέσατε ὅμως, Κύριοι, πρὸς στιγμήν, ὅτι τὸ νόμισμα τοῦτο δὲν εἶναι πιστωτικόν, ἀλλὰ μεταλλικόν. Τί θὰ συνέβαινε καὶ τότε; Ἀφοῦ ἅπαξ τὰ ἐνενήκοντα καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια ἐξήρχοντο ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν βαλαντίων καὶ εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ Κράτος θὰ ἠδύνατο κάλλιστα καὶ οὕτω μέρος αὐτῶν νὰ ἐξαγάγῃ, χάριν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑποχρεώσεών του, χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ ἐπαισθητὴν διατάραξιν εἴτε εἰς τὴν ἐγχωρίαν ἀγοράν, εἴτε εἰς τὰς πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν συναλλαγὰς τῆς χώρας. Θὰ συνετέλει οὕτω εἰς τὴν ὕψωσιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, τῆς διαφορᾶς δηλαδὴ μεταξὺ συναλλάγματος καὶ χρυσοῦ, προκειμένου περὶ πληρωμῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἀλλὰ τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, ὡς τοιοῦτον, κέκτηται ἀντοχὴν κατὰ τῆς πιέσεως τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἥτις ὡς ἐκ τούτου οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ 1–1½ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, εἰς ὅσον δύνανται νὰ ἀνέλθωσι κατ’ ἀνώτατον ὅρον τὰ ἔξοδα ἀποστολῆς καὶ ἀσφαλείας τοῦ χρυσοῦ αὐτουσίου. Πέραν τοῦ 1½ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν εἶναι προτιμοτέρα ἡ ἀποστολὴ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος αὐτουσίου. Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι ἐπὶ εἰσπράξεων εἰς μεταλλικὸν θὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος μέρος αὐτῶν νὰ ἐξαγάγῃ χάριν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑποχρεώσεών του, ἐλάχιστα ἐπηρεάζον οὕτω τὴν ἐγχωρίαν ἀγορὰν καὶ τὰς πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν συναλλαγὰς τῆς χώρας. Πλὴν τὸ Κράτος δὲν εἰσπράττει εἰς μεταλλικὸν τοὺς φόρους, τὰ τέλη καὶ δικαιώματα, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὴν ἀντοχὴν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τούτου εἰς πᾶσαν πίεσιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς ὑπενδίδουσι, τότῳ μᾶλλον, ὅσῳ σαθρὸν εἶναι καὶ τὸ μόνον ἔρεισμα αὐτῶν, ἡ πίστις τοῦ Κράτους, εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου ἔχουσιν ἐκδοθῆ καὶ κυκλοφοροῦσιν αὐτά. Φυσικὸν ἐπακόλουθον τούτου εἶναι τὸ δυσαπόκτητον τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρυσοῦ διὰ τὰς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑποχρεώσεις του, ἐντεῦθεν δὲ πρόδηλος καθίσταται ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ τῆς χώρας διὰ τὴν πλήρωσιν αὐτῶν. Αἱ μέχρι τοῦδε ἐξελεγχθεῖσαι οἰκονομικαὶ παραδοξολογίαι τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ ἐξώθησαν αὐτὸν καὶ εἰς συμπεράσματα οὐχ ἧττον παράδοξα. Εἶπεν ὅτι εἰς οὐδὲν συντελεῖ, ὅπως ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς παρούσης καταστάσεως, πᾶσα δυνατὴ οἰκονομία ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδ’ ἡ ἐξεύρεσις νέων πόρων ἐν τοῖς ἐσόδοις αὐτοῦ...

§144ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λέγετε ὅ,τι δὲν εἶπον· δὲν με ἐνοήσατε.

§145ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ εἴπετε.

§146ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂς εὑρεθῇ ἕτερός τις συνάδελφας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συμμεριζόμενος τὴν διάψευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης. Ἀλλ’ οὐδεὶς πράττει τοῦτο. Πάντες ἤκουσαν καὶ ἐνόησαν τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὡς ἐγώ.

§147ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε· τὸ δυστύχημα αὐτὸ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς ἄλλους συναδέλφους.

§148ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τὸ μεγαλείτερον δυστύχημα δι’ ἡμᾶς εἶναι, ὅτι μᾶς ἀπησχολήσατε σεῖς ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἀφορήτου καύσωνος, τοῦ κρατοῦντος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μὲ πράγματα τόσον ἀκατανόητα, ὡς λέγετε καὶ ὁ ἴδιος, εἰς πάντας ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, μὲ πράγματα μάλιστα ὀλίγην τὴν σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι ὁ ἰσχυριζόμενος ὅτι πταίει ἡ ἔλλειψις κοινωνικῆς καὶ πολιτειακῆς ἀνατροφῆς παρὰ τῷ λαῷ ἡμῶν, πταίει ἡ ἀνεπάρκεια τῆς χώρας καὶ οὐχὶ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους διὰ τὴν παροῦσαν ἡμῶν κατάστασιν, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν, ὅπως ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, δὲν ἀρκοῦσιν αἱ οἰκονομίαι, οὐδ’ ἡ ἐξεύρεσις νέων πόρων ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ἀνάγκη νὰ διαπαιδαγωγηθῇ κοινωνικῶς καὶ πολιτειακῶς ὁ λαὸς καὶ νὰ καταστῇ ἐπαρκὴς ἡ χώρα, ὁ ἰσχυριζόμενος, λέγω, τὰ τοιαῦτα ἠδύνατο καὶ ἐπ’ ἄλλῃ οἱᾳδήποτε εὐκαιρίᾳ νὰ κάμῃ καὶ μᾶς ἀνακοινώσῃ τὴν σχετικὴν κοινωνικὴν, πολιτειακὴν καὶ οἰκονομικὴν μελέτην του, νὰ μὴ σχετίσῃ δὲ ταύτην πρὸς τὴν προκειμένην συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ συζήτησις αὕτη ὀφείλει νὰ στραφῇ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν περὶ τὴν ἐπάρκειαν ἢ ἀνεπάρκειαν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, περὶ τὴν ἐπάρκειαν ἢ ἀνεπάρκειαν τούτου καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἐν σχέσει πρὸς ἣν κατάστασιν εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, ἐν κεφαλαίῳ δὲ περὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὸ νῦν ἀνεπαρκὲς Κράτος θὰ καθίστατο ἐπαρκὲς, ἵν’ ἀντιμετωπίσῃ πάσας τὰς νῦν ἀντιξόους περιστάσεις καὶ κατορθώσῃ οὕτω καὶ αὐτὸ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, καὶ τὴν χώραν νὰ ὑποβοηθήσῃ εἰς τοῦτο. Οὕτω πως τοὐλάχιστον ἐννοοῦμεν ἡμεῖς τὴν συζήτησιν, καὶ οὕτω πως ἔχομεν ἀπόφασιν νὰ διεξαγάγωμεν αὐτήν. Ὁ προκείμενος, Κύριοι προϋπολογισμὸς εἶναι, πλὴν ἐλαχίστων παραλλαγῶν, ἀντίγραφον τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1895 εἰς τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς ἡγουμένης βουλευτικῆς περιόδου ἤδη κατὰ Νοέμβριον μῆνα τοῦ 1894. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔλαβον ἤδη ἐγὼ τὸν λόγον κατὰ Δεκέμβριον τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἀγορεύσας εἰς δύο ἀλλεπαλλήλους τῆς Βουλῆς συνεδριάσεις. Κατέδειξα τότε, ὅτι αὐτὸς ἦτο καθ’ ἑαυτὸν ἀνεπαρκὴς, ἡ δὲ ἀνεπάρκειά του αὕτη καθίστατο ἔτι μᾶλλον ἐπαισθητὴ ἐν σχέσει πρὸς τὴν νῦν κατάστασιν ἡμῶν. Τὴν γνώμην ταύτην ἀκριβῶς εἶχε τότε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς τοῦτο ἐξάγεται καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του περὶ διαπυλίων τελῶν, μάλιστα δ’ ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἣν ὑπέβαλον τότε εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἐκ τῶν φίλων του, μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης, γραφείσης ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἦτο, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος προϋπολογισμὸς ὤφειλε νὰ ἐπιστραφῇ, ὡς ἀνεπαρκὴς, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀνασυντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸν ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν. Ἔκτοτε ὅμως παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, διελύθη ἡ Βουλή, καὶ αἱ νέαι αὐτῆς ἐκλογαὶ ἔφεραν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν κ. Δηλιγιάννην. Ἕκαστος ἐδικαιοῦτο νῦν νὰ προσδοκᾷ, ὅτι θὰ ἔπραττεν αὐτὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνεβούλευε πρὶν ὡς ἀντιπολιτευόμενος τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, ὅτι δηλαδὴ θ’ ἀνασυνέταττε καὶ θ’ ἀπεδείκνυεν ἐπαρκέστερον καὶ εὐπροσωπότερον τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ἀφοῦ καὶ ἄλλως ἦτο κάλλιον αὐτὸς εἰς θέσιν νὰ πράξῃ τοῦτο. Ὁ κ. Τρικούπης συνέταξε τὸν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν κατὰ Ὀκτώβριον μῆνα τοῦ 1894, ὅτε δὲν εἶχον ἀκόμη συγκεντρωθῆ τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1893, ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1894 διήνυε μόλις τὸν δέκατον αὐτῆς μῆνα. Ὡς ἐκ τούτου ἠδύνατό πως νὰ δικαιολογηθῇ αὐτὸς, ἐὰν ἐν πολλοῖς ἐσφάλη εἰς τὰς προβλέψεις του, ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων. Τίνα ὅμως δικαιολογίαν δύναται νὰ προβάλῃ νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις, καίτοι ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν πλήρη μὲν τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1893, γνωστὰ δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1894 ἐκ τῶν 10 πρώτων μηνῶν, πρὸς δὲ τὰ ἀποτελέσματα τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν αὐτῆς τῆς χρήσεως τοῦ 1895, οὐδὲν ἧττον δὲν ἐδίστασε νὰ ὑποβάλῃ ἐκ νέου, μὲ ὀλίγας παραλλαγὰς, τὸν αὐτὸν ἐκεῖνον προϋπολογισμόν, ὃν τόσον δριμέως κατέκρινε τότε, ὡς ἀνεπαρκῆ ὅλως καὶ ὡς ἄξιον νὰ ἐπιστραφῇ πρὸς ἀναθεώρησιν εἰς τὴν συντάξασαν αὐτὸν Κυβέρνησιν; Ἡ δικαιολογία του, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν, ἵνα ἀνασυντάξῃ ἐπὶ νέων βάσεων τὸν προϋπολογισμόν, εἶναι ἀναξία καὶ αὐτοῦ καὶ παντὸς ἄλλου ἀξιοῦντος νὰ προΐσταται τῶν κοινῶν. Ἀπὸ τριακονταπενταετίας ἤδη πολιτεύεται, πολλάκις διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος δὲ ἀείποτε μετέσχε τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσεων, εἰσερχόμενος εἰς πᾶσαν λεπτομέρειαν καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ, καὶ τέλος ἀπὸ μηνῶν ἤδη ἠδύνατο νὰ προΐδῃ, ὅτι θὰ ἐπανήρχετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας· πῶς λοιπὸν ἰσχυρίζεται νῦν, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν, ἵνα συντάξῃ ἴδιον προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ἔτος 1895; Τί ἔκαμνε τότε ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ ἐπέκεινα, ἀφ’ ἧς ἡμέρας διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου ἐνδειχθεὶς ὡς ὁ μέλλων Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκάλει παρ’ ἑαυτῷ τοὺς τμηματάρχας τοῦ λογιστικοῦ ἑκάστου Ὑπουργείου καὶ συνειργάζετο μετ’ αὐτῶν ἰδιαιτέρως εἰς καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Πῶς δ’ εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν, ἵνα χειροτερεύσῃ, οὐχὶ δὲ ἵνα βελτιώσῃ κατά τι, τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν, καθιστῶν αὐτὸν οὕτως ἀνεπαρκέστερον ἢ πρίν; Πῶς, ἐνῷ ἐθεώρει τὰ ἔσοδα αὐτοῦ ἀνεπαρκῆ, ὡς εἶχον αὐτὰ πρίν, ἐν τούτοις ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο εἰς αὐτὸν ἐπιτετραμμένον νῦν νὰ τὰ μειώσῃ κατά τι καὶ νὰ τὰ καταστήσῃ οὕτως ἀνεπαρκέστερα; Πῶς καὶ ἐπὶ τῶν ἐξόδων ἔγνω νὰ προβῇ μὲν εἰς οἰκονομίας τινὰς ἐκεῖ, ὅπου αὗται δὲν ἐπετρέποντο, εἰμὴ μόνον ἐπὶ ζημίᾳ τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν ἢ ἄλλων ὑψηλοτέρων συμφερόντων, νὰ δημιουργήσῃ δὲ ἄλλας νέας δαπάνας ἀντ’ αὐτῶν, μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίας καὶ μὴ ἐπειγούσας νῦν; Τὸ ἀνεπαρκὲς, Κύριοι, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ κατέδειξεν ἤδη αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς του διὰ τῆς ἐκθέσεώς της, προτείνουσα διαφόρους, ἀπαραιτήτους κατ’ αὐτήν, μεταβολὰς καὶ ἐν τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις, μεταβολὰς, καθιστώσας ὅλως ἀλλοῖα τὰ ὁλικὰ ποσὰ καὶ τούτων καὶ ἐκείνων. Καὶ ὅταν αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ προτείνῃ τοιαύτας μεταβολὰς, δὲν εἶναι τοῦτο ἀπόδειξις τρανή, ὅτι αὐτὴ δὲν θεωρεῖ τὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν ἐπαρκῆ; Καὶ τὸ ἔργον τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς συνεπλήρωσεν ἤδη χθὲς ἑσπέρας διὰ τῆς μακρᾶς καὶ ἐξηκριβωμένης ἀγορεύσεώς του ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ἀποδείξας τὸν προϋπολογισμόν, ὡς οὗτος ὑπεβλήθη ἐκ νέου εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ πολὺ ἀνεπαρκέστερον τοῦ πρωτοτύπου αὐτοῦ, τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς ἡγουμένης βουλευτικῆς περιόδου ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην οὐδὲν νέον προσέθεσε σήμερον ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, θὰ ἦτο δ’ ἴσως περιττὸν νῦν ν’ ἀγορεύσω καὶ ἐγώ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα κυρίως ἀνασκευάσω τὰς οἰκονομικὰς παραδοξολογίας τοῦ τελευταίου συναδέλφου, ἃς ἠκούσαμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐνόμισα πρέπον, πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως οὕτω τοὐλάχιστον ἀφαιρέσω πᾶσαν πρόφασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθ’ ἣν δῆθεν δὲν δύναται νὰ λάβῃ αὐτὸς τὸν λόγον καὶ νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ του, πρὶν ἢ ἀγορεύσωμεν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅσοι συνήθως μετέχομεν τῆς τοιαύτης συζητήσεως. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν θὰ μακρηγορήσω τὴν φορὰν ταύτην, ὡς ἄλλοτε, προκειμένου περὶ προϋπολογισμοῦ, ὃν ἐξήλεγξα ἤδη ἐν τοῖς πλείστοις καὶ κυριωτάτοις, ἀγορεύσας περὶ αὐτοῦ, ὡς προεῖπον, κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1894. Διὸ θ’ ἀποφύγω νῦν πᾶσαν λεπτομερῆ αὐτοῦ ἐξέτασιν, ἀναφερόμενος ὡς πρὸς ταύτην εἰς τὴν τότε ἀγόρευσίν μου, θ’ ἀποφύγω δὲ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ πᾶσαν ἐπανάληψιν ἐκείνων, ἅτινα ἀνεπτύχθησαν ἤδη ἱκανῶς εἴτε ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε ἐν ταῖς ἀγορεύσεσι τῶν προλαλησάντων ἐκ τῆς πτέρυγος ἡμῶν. Τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνεγράφησαν καὶ ἐν τοῖς καθόλου καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον ἀπαράλλακτα, ὡς εἶχον αὐτὰ καὶ ἐν τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη προϋπολογισμῷ. Ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν τούτου ἀπεδείχθη, ὅτι κακῶς ἐξευρίσκετο ὁ μέσος ὅρος τῶν πλείστων ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει ἀριθμῶν ἀποδιδόντων ἐσφαλμένως τὰς εἰσπράξεις τῶν τριῶν προηγουμένων χρήσεων 1891–1893, ἐὰν ἀπεδείχθη τότε, ὅτι κακῶς ἐγίνετο ἀποδεκτὸς ὁ μέσος ὅρος ἐπὶ πολλῶν ἐσόδων, ἐφ’ ὧν εἴτε διὰ προϊοῦσαν αὔξησιν, εἴτε διὰ προϊοῦσαν μείωσιν τῶν εἰσπράξεων, εἴτε καὶ δι’ ἐπελθοῦσαν ἐν τῷ μεταξὺ φορολογικὴν μεταῤῥύθμισιν, οὐδαμῶς ἐγχωρεῖ αὐτὸς, τί τοῦτο πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν; Αὐτὸς ἀντέγραψε πιστῶς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ προκατόχου του, μὲ ὅλας τὰς ἐσφαλμένας παραθέσεις τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων χρήσεων, μὲ ὅλους τοὺς ἐσφαλμένους μέσους ὅρους. Εἶχε μάλιστα ὡς ἐκ περισσοῦ τὴν ἱερὰν ἀφέλειαν ν’ ἀφήσῃ αὐτὺς ἄθικτα ὅλως καὶ τὰ ἔσοδα ἐκεῖνα, ἅτινα εἶχεν ἀποφασίσει ἤδη νὰ ἐλαττώσῃ καὶ πρὶν ἢ συντάξῃ τὸν προϋπολογισμόν του, ὡς τὴν ἐλάττωσιν διαφόρων εἰσαγωγικῶν δασμῶν, τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, εἰ καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις περιέκοπτε τὴν ἀντίστοιχον δαπάνην. Οὕτω κατώρθωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔσοδα ὡς ἀνερχόμενα εἰς 91,331,118, ἅτινα ἀπέναντι τῶν ἐξόδων ἐξ 89,342,724 εἶχον νὰ ἐπιδείξωσι καὶ περίσσευμα ἐκ δραχ. 1,988,394, πρὸς χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καὶ πάντων τῶν θαυμαστῶν καὶ πανηγυριστῶν του. Δυστυχῶς ὅμως ἡ χαρὰ αὕτη καὶ ἀγαλλίασις δὲν διήρκεσεν ἢ μέχρι τῆς διανομῆς τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὗ πρόχειρος ἔλεγχος ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἠνάγκασε τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ εἰς ἐπανειλημμένας δηλώσεις, ἐπανορθωτικὰς ἐν πολλοῖς καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ. Τὰς δηλώσεις ταύτας συνοψίσασα ἡ πλειονοψηφία τῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς, ἀπέδειξε δι’ αὐτῶν, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς 90,198,015, τὰ δ’ ἔξοδα ν’ αὐξήσωσιν εἰς 91,340,202, καὶ οὕτω τὸ περίσσευμα νὰ μεταβληθῇ εἰς ἔλλειμμα ἐξ 1,142,267. Καὶ ταῦτα μὲν, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὰς δηλώσεις αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἠναγκάσθη νὰ ὑποδείξῃ καὶ ἀφ’ ἑαυτῆς αὐξήσεις τῶν ἐξόδων, αὐξήσεις ἀπαραιτήτους καὶ ἐπιβαλλομένας ἐν πολλοῖς ὑπ’ αὐτῆς τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐπὶ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς διὰ τὴν εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις ὑπερέβη ἤδη τὸ ἀναγραφόμενον ποσὸν κατὰ πολλὰς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχ. Διὰ τῶν αὐξήσεων αὐτῶν τὰ ἔξοδα ἐξωγκώθησαν εἰς 92,720,134, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς 2,522,119. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἐλλείμματος τούτου ἀποτροπιασθεῖσα καὶ ἡ ἰδία, ἔγνω διὰ τεχνητῶν καὶ βεβιασμένων ὅλως μέσων νὰ συγκαλύψῃ αὐτὸ, ἐξογκοῦσα μονομερῶς τινα τῶν ἐσόδων καὶ ἐπωφελουμένη εἰς τοῦτο ἐκείνας μόνον ἐκ τῶν ἐμῶν παρατηρήσεων περὶ αὐτῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅσαι συνέφερον εἰς τὸν σκοπόν της τοῦτον. Ἐγὼ δηλαδὴ, Κύριοι, πιστεύσας εἰς τὰς πομπικὰς ἀγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς ἃς προέβη οὗτος καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἰδίᾳ κατὰ τὰς ἐκλογικάς του περιοδείας, καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, καὶ καθ’ ἃς ἔπρεπεν ἐφεξῆς νὰ ὦμεν εἰλικρινεῖς καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ξένους, ἀποφεύγοντες ἐκ παντὸς τρόπου τὴν σύνταξιν ψευδῶν προϋπολογισμῶν, μὲ πλαστὰ καὶ εἰκονικὰ ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, ἠθέλησα νὰ συντελέσω, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ εἰς τὸν καταρτισμὸν ἀληθοῦς καὶ πραγματικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι πάντοτε μέν, μάλιστα δὲ ὑφ’ ἃς περιστάσεις διατελοῦμεν τὴν σήμερον, ἡ ἀλήθεια καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια δύναται νὰ σώσῃ ἡμᾶς. Νομίζω δὲ, ὅτι πρὸς τοῦτο ἐπεβάλλετο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέλιπεν ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ, ἤτοι ν’ ἀναθεωρήσῃ καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, καὶ ν’ ἀναγράψῃ καὶ ἐν ἐκείνοις καὶ ἐν τούτοις πάντα τὰ ἀληθῆ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὑπεδεικνύοντο εἰς ἡμᾶς καὶ ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος καὶ ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ἐνεστῶτος, ἔγνων νὰ ὑποδείξω ἐγὼ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ τοιαύτη ἐργασία. Ἠρξάμην ἐκ τῶν ἐσόδων, καταδεικνύων ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου κεφαλαίου καὶ ἄρθρου αὐτῶν, ὁποίας εἰσπράξεις θὰ εἴχομεν, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ἐν ἀντιβολῇ οὐ μόνον πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων 1891–1893, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα τῶν 16 πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1894 καὶ τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895. Ἐντεῦθεν ἐγίνετο κατάδηλον, ὅτι ἄλλα μὲν ἔσοδα ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν ἐπὶ πλέον καὶ ἄλλα ἐπὶ ἔλαττον τῶν προϋπολογιζομένων. Αἴφνης ὅμως ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐδράξατο μὲν ὡς τελευταίαν σανίδα σωτηρίας τὰς ὑποδεικνυομένας αὐξήσεις ἐσόδων τινῶν, ἀπέκρουσε δὲ ἄνευ λόγου τὰς μειώσεις ἄλλων ἐσόδων, ἀφοῦ οὕτω πως μόνον ἠδύνατο αὐτὴ νὰ συγκαλύψῃ τὸ χαῖνον ἔλλειμμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ. Πεισθεὶς οὕτω, ὅτι προέκειτο καὶ νῦν νὰ συνεχίσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς πλαστότητος καὶ εἰκονικότητος τῶν προϋπολογισμῶν, ὅπερ ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς ἣν θέσιν εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, ἀπέσχον τῶν περαιτέρω συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπειδὴ ὅμως πολὺς λόγος ἐγένετο χθὲς ἑσπέρας μόνον περὶ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδειχθεισῶν αὐξήσεων ἐσόδων τινῶν, καὶ ἄλλοι μὲν ἐπεκαλέσθησαν αὐτὰς εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ἰσχυρισμῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἄλλοι δ’ ἀπέκρουσαν αὐτὰς, ὡς ἀπιθάνους, εἶμαι ἠναγκασμένος νῦν νὰ παράσχω τὰς ἑξῆς ἐξηγήσεις περὶ τοῦ πράγματος. Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, Κύριοι, ὅτι καὶ αἱ τελωνειακαὶ καὶ αἱ ἐκ τῶν μονοπωλίων εἰσπράξεις ἡμῶν θὰ ὦσι πολὺ ἀνώτεραι τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐκτὸς ἂν συμβῇ ἀπρόοπτόν τι, ὅπερ ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τοῦδε. Ἐπίσης εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ πλέον καὶ ἐν τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις ἡ ἀριθμητικὴ ἐξίσωσις τῶν εἰς χρυσὸν πρὸς τὰς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰσπράξεις καὶ δαπάνας. Πρέπει πᾶσα εἰς χρυσὸν εἴσπραξις καὶ δαπάνη ν’ ἀναγράφηται ὁμοῦ μετὰ τῆς ἀναλογούσης συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ὅπως οὕτως ἔχωμεν πραγματικὴν αὐτῶν ἐξίσωσιν πρὸς τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Τοῦτο εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν λογαριασμῶν ἡμῶν. Τοῦτο καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεστηρίξαμεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἀντιπολιτευόμενοι πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, τοῦτο δ’ ἐπιβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ πράξωμεν νῦν, ἐὰν ἠθέλομεν νὰ φανῶμεν ἀκόλουθοι πρὸς τὰς ἐπαγγελίας ἐκείνας. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐδέχθη νὰ προσυπολογίσῃ ἐπὶ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων ἐκ προξενικῶν τελῶν, ἐκ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ ἐξ ἀντιτίμου τῆς σμύριδος συναλλαγματικὴν διαφορὰν ἐξ 680,000 δραχμῶν, οὐχ ἧττον ἀπέφυγε ν’ ἀναγράψῃ καὶ τὴν ἀντίστοιχον συναλλαγματικὴν διαφορὰν ἐπὶ ἐξόδων τινῶν χάριν προμηθειῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ.

§149Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ εἴπετε εἰς τὴν ἐπιτροπήν.

§150ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον, διότι, ὡς προεδήλωσα, ἠναγκάσθην ν’ ἀπόσχω τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς καθ’ ὅλην τὴν ἐν αὐτῇ προεξέλεγξιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐσκέφθητε μόνοι σας τοῦτο, κύριε εἰσηγητά; Διατὶ δὲν ἐσκέφθητε, ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ τῶν εἰς χρυσὸν ἐσόδων δὲν ὑπεξῃρεῖτο ὑπό τινος, ἀλλὰ διετίθετο, καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξα ἐγώ; Ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον ὑπεξῃρεῖτο ὑπό τινος μέχρι τοῦδε; τότε ὀφείλετε νὰ προτείνητε τὴν καταδίωξιν ἐκείνων, οἵτινες ὑπεξήρουν αὐτὸ τέως, ἀφοῦ αὐτὸ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν συνεποσώθη εἰς ἑκατομμύρια πολλά. Δὲν ἔχετε τὴν πεποίθησιν ταύτην; εἶσθε καὶ σεῖς τῆς γνώμης, ὡς ἐγώ, ὅτι τὰ εἰς χρυσὸν ἔσοδα τοῦ Κράτους διετίθεντο εἰς πληρωμὴν ἐξόδων αὐτοῦ ἐπίσης εἰς χρυσόν, χωρὶς οὕτω νὰ γίνηται κατάχρησίς τις; τότε ἀνάγκη πᾶσα ἢ ν’ ἀναγράψητε τὴν σχετικὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐπὶ τῶν ἐξόδων, ἢ νὰ παραλίπηται αὐτὴ ὅλως καὶ ἐπ’ ἐκείνων καὶ ἐπὶ τούτων, ὡς ἐγίνετο μέχρι τοῦδε. Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, θὰ συμφωνήσητε πάντες πρὸς ἐμὲ, ὅτι κακῶς ὑπελήφθη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀναγράψῃ μονομερῶς ἐν τοῖς ἐσόδοις τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος συναλλαγματικὴν διαφοράν, χωρὶς ν’ ἀναγράψῃ αὐτὴν καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν οὐδόλως πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ ἀναγραφὴ αὕτη ὡς πραγματικὴ καὶ βελτιοῦσα τὸν προϋπολογισμὸν, ἔστω καὶ κατ’ ὀβολὸν μόνον. Ὀρθὴ καὶ δικαία τοὐναντίον εἶναι ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων κατὰ 1,697,000. Αἱ εἰσπράξεις αὗται ἀνῆλθον ἤδη τὸ 1892 εἰς 26,758,169, κατέπεσαν δὲ τὸ ἐπιὸν ἔτος 1893 εἰς 22,303,838, ἀλλὰ διὰ λόγους εὐεξηγήτους. Ἐν πρώτοις λήγοντος τοῦ ἔτους 1892 ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου ἡμῶν, καθ’ ἣν, αὐξάνοντος τοῦ δασμοῦ ἐπὶ διαφόρων ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν, ἔσπευσαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ προβῶσιν εἰς τὰς ἀναγκαίας προμηθείας ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ παλαιοῦ δασμολογίου. Φυσικὸν ἐπακόλουθον τούτου ἦτο, ὅτι τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1893 εὑρεθεισῶν τῶν παρακαταθηκῶν των πλήρων, ἠλαττώθη ἡ ἔξωθεν εἰσαγωγή. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐξηκολούθησε καὶ τοὺς ἐπιόντας μῆνας, καθ’ οὓς ὡς ἐκ τῆς ἀποτυχίας τοῦ τότε ἐπιδιωκομένου ἐξωτερικοῦ δανείου, ὡς ἐκ τῆς ἀνικανότητος τοῦ Κράτους, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐξ ἰδίων πόρων ἐκπλήρωσιν τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεών του, ἐπεκράτει ἀβεβαιότης περὶ τοῦ μέλλοντος, καὶ ἕκαστος δὲν ἀπεφάσιζε νὰ προβῇ εἰς νέας παραγγελίας. Τὸ κακὸν ἐπετάθη μὲ τὴν ἐκραγεῖσαν ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ Ἰουλίου μηνὸς κρίσιν τῆς σταφίδος, ὡς ἐκ τῆς ἀζητησίας τοῦ προϊόντος ἡμῶν τούτου, ὅπερ ἦτο ἡ κυριωτάτη πηγὴ χρυσοῦ καὶ συναλλάγματος διὰ τὴν ἀγορὰν ἡμῶν, παρετάθη δὲ ἡ ἀγωνιώδης αὕτη κατάστασις μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, ὅτε μετὰ τὴν συντελεσθεῖσαν πτώχευσιν τοῦ Κράτους καὶ μετὰ τὰς ἐπαγγελίας τῆς τότε Κυβερνήσεως περὶ συμβιβασμοῦ, τὸ ἐμπόριον ἀνεθάῤῥησε καὶ, ἔχον ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ τῶν παρακαταθηκῶν του, ἤρξατο νέων παραγγελιῶν μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους 1894. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐπανῆλθεν ἡ εἰσαγωγὴ εἰς ὁμαλὴν ὁπωσδήποτε κατάστασιν, καὶ αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις ἐξ 22,303,838 δραχμῶν, εἰς ὅσον ποσὸν εἶχον κατέλθει τὸ 1893, ἀνῆλθον εἰς 26,707,099. Ἀφοῦ δὲ ἐν μὲν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων παρατίθενται τ’ ἀποτελέσματα τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων κατὰ τὰ ἔτη 1891 καὶ 1892, καθ’ ἃ αὗται ὑπερέθησαν τὰ 26 ἑκατομμύρια, ἐν ἀρχῇ δὲ τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ καταχωρίζεται προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων τοῦ 1894, ἐξ ἧς συνάγεται, ὅτι καὶ τὸ ἔτος τοῦτο αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς ὃ ποσὸν ἀνέφερα πρότερον, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προϋπολογίσωμεν εἰς 22,303,000 μόνον τὰ ἔσοδα ἐκ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς; Δὲν θὰ παριστάμεθα οὕτως εἰς τὰ ὄμματα τῶν ξένων ὡς ἀνειλικρινεῖς, ὡς κακῆς πίστεως; Εἰρήσθω δ’ ἐν παρόδῳ, ὅτι τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1895 ἔχομεν ἐλάττωσίν τινα τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1894· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Μαΐου καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου παρατηρεῖται αὔξησις, τοῦτο δὲ θὰ εὕρῃ πᾶς τις εὐεξήγητον, ἂν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1894 συνέβη ὅ,τι καὶ κατὰ τέλη τοῦ 1892. Καὶ νῦν δηλαδή, ὡς τότε, ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαπυλίων τελῶν, δι’ οὗ ηὔξανον πολλοὶ εἰσαγωγικοὶ δασμοί, ἔκαμαν οἱ ἔμποροι ἐγκαίρως τὰς προμηθείας των διὰ πολλοὺς μῆνας, ἐξ οὗ κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τῆς εἰσαγωγῆς, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων, τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους. Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις δὲν θὰ κατήρχοντο ἐφέτος κάτω τῶν 25,000,000. Ἀφοῦ ὅμως θὰ ἐλαττωθῶσι νῦν πολλοὶ δασμοί, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς συμβάσεως ἡμῶν πρὸς τὴν Βελγικὴν καὶ τῶν δασμολογικῶν ἀνακουφίσεων, ἃς ἐψηφίσαμεν κατ’ αὐτὰς ἐπὶ διαφόρων εἰδῶν, δυνάμεθα μετ’ ἀσφαλείας τινὸς νὰ ὑπολογίσωμεν τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἐπὶ τελωνειακὰς εἰσπράξεις ἐξ 24,000,000 τοὐλάχιστον. Ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων ἐξ εἰδῶν τοῦ μονοπωλίου παρατηρεῖται προϊοῦσα πάντοτε αὔξησις, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει νὰ προϋπολογίσωμεν τὸ σχετικὸν ἔσοδον ἐπὶ τῇ βάσει μέσου ὅρου. Τὸ 1892 εἴχομεν εἰσπράξεις ἐκ 10,835,644, τὸ 1893 ἐκ 10,913,579, τὸ δὲ 1894, κατὰ τοὺς 16 πρώτους μῆνας, εἴχομεν βεβαιωθέντα 11,471,184, ὧν δὲν θὰ καθυστερήσωσι κατὰ πολὺ αἱ εἰσπράξεις. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων, ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν 5 πρώτων μηνῶν τοῦ 1895, καθ’ οὓς παρατηρεῖται ἐπίσης προϊοῦσα αὔξησις, δυνάμεθα, νομίζω, ἐπίσης μετ’ ἀσφαλείας τινὸς νὰ ὑπολογίσωμεν ἔσοδον ἐξ 11,373,000, ἀντὶ τῶν ἀναγραφομένων 11,073,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ 300,000 δρ. Δεδικαιολογημένην εὑρίσκω καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐσόδου ἐξ ἀπολήψεως ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξ 120,000 δραχμῶν.

§151Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς δηλώσεως ἀναβιβάζει αὐτὴν εἰς 133,000.

§152ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀποδέχομαι καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἀλλ’ ὅταν ἀποδεχθῶμεν οὕτω τὴν ἀρχὴν τῶν μεταβολῶν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ συνταχθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ἣν ἀπέκρουσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τότε δὲν πρέπει ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνας τὰς ἐπὶ πλέον μεταβολάς, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὰς ἐπὶ ἔλαττον μεταβολὰς αὐτῶν, τὰς ὑπαγορευομένας ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προηγουμένων καὶ τῶν ἐν ἐφαρμογῇ χρήσεων, ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἐπιβολῆς τῶν πραγμάτων, ὑφ’ ἧς καὶ αἱ ἐπὶ πλέον μεταβολαί. Κατὰ ταῦτα, ἀνάγκη πᾶσα νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἄλλας μειώσεις ἐσόδων, ὡς ὑπέδειξα ἤδη, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, κατὰ Δεκέμβριον μῆνα τοῦ 1894, μάλιστα δὲ εἰς τὰς ἑξῆς κυριωτάτας. Κακῶς παρατίθενται αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἑπτανησιακῶν προϊόντων κατὰ τὰ ἔτη 1891, 1892 καὶ 1893, καὶ ἀναζητεῖται ὁ μέσος αὐτῶν ὅρος πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ἐσόδου τούτου κατὰ τὸ ἔτος 1894. Τὰ κυριώτατα τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων, τῶν ὑποβαλλομένων κατὰ τὴν ἐξαγωγήν των εἰς ἔγγειον φόρον, εἶναι ἡ σταφὶς καὶ ἰδίᾳ τὸ ἔλαιον. Τοῦ τελευταίου τούτου ἡ παραγωγὴ τὸ 1891 ἦτο ἔκτακτος ὅλως, τοιαύτη, οἵαν δὲν εἴχομεν ἐπὶ δεκαετηρίδας ὅλας, ἐξ οὗ κυρίως αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἑπτανησιακῶν προϊόντων ἀνῆλθον τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἰς τὸ μυθῶδες ποσὸν τῶν 4,010,130, ἐνῷ τὸ 1892 κατῆλθον εἰς 1,955,478, τὸ 1893 εἰς 2,088,792, καὶ τὸ 1894 εἰς 1,670,749 μόλις. Ἡ τελευταία αὕτη ἐλάττωσις ὀφείλεται ἰδίᾳ εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. Τὸ προϊὸν τοῦτο ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν φορολογεῖται κατὰ χιλιόλιτρον πρὸς 16½ ἢ 19 δρ., ὡς ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας τιμῆς του, πρὸς 18%. Ἐπειδὴ οἱ Ἑπτανήσιοι εἶναι ἀπηλλαγμένοι παντὸς ἀμέσου φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν, οἰκοδομῶν, ἐπιτηδευμάτων, ζώων, οἴνου, βοσκῶν κτλ., ὑπεβλήθησαν οὕτως εἰς βαρυτέραν φορολογίαν, ὡς πρὸς τὴν σταφίδα, ἢ οἱ λοιποὶ σταφιδοπαραγωγοὶ τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἀποτίνοντες καὶ ὅλους τοὺς ἀμέσους φόρους. Ἡ διαφορὰ ὅμως αὕτη τοῦ φόρου τῆς σταφίδος εἰς βάρος τῶν Ἑπτανησίων παρετηρεῖτο, ἐν ὅσῳ αἱ τιμαὶ αὐτῆς ἀνήρχοντο εἰς 200 ἕως 300 δραχ. κατὰ χιλιόλιτρον. Τότε, ἐνῷ οἱ λοιποὶ σταφιδοπαραγωγοὶ ἐπλήρονον δι’ ἓν χιλιόλιτρον φόρον μόνον 16½ ἢ 19 δραχ., ἀναλογοῦντα οὕτω πρὸς 5½–6 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, οἱ Ἑπτανήσιοι ἐπλήρονον δι’ αὐτὸ 36–48 δραχμάς. Νῦν ὅμως, ὅτε ἡ σταφὶς τιμᾶται συνήθως κάτω τῶν 100 δραχ., οἱ ὅροι ἀνεστράφησαν· ὁ φόρος, ὃν καταβάλλουσιν οἱ λοιποὶ σταφιδοπαραγωγοί, ὁμοῦ μεθ’ ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων, ἀναλογεῖ πρὸς 25–30 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ ἐπὶ τῶν Ἑπτανησίων, τῶν ἀπηλλαγμένων παντὸς ἀμέσου φόρου, μένει πάντοτε ὁ αὐτὸς, ἤτοι 18 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν. Ταῦτα ἐν παρόδῳ, Κύριοι, ὅπως ἀποδειχθῇ ἔνθεν μὲν τὸ δυσανάλογον τῆς φορολογίας ἐν Ἑλλάδι, καθ’ ὅ τινες μὲν τῶν κατοίκων αὐτῆς εἶναι ἀγάδες, οἱ δὲ ἄλλοι ῥαγιάδες, ἔνθεν δὲ τὸ αὐτόχρημα δημευτικὸν καὶ λῃστρικὸν τῆς φορολογίας τῆς σταφίδος ἐν ταῖς λοιπαῖς ἐπαρχίαις, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, ὅπερ εἶχε τὴν ἀσπλαγχνίαν, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, νὰ ἐπιτείνῃ ἔτι μᾶλλον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ τελευταῖον ἐπιψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα. Ἀφοῦ οἱ Ἑπτανήσιοι πληρόνουσι τὸν φόρον τῆς σταφίδος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας αὐτῆς τιμῆς, ἕπεται κατ’ ἀνάγκην, ὅτι τὸ ἐντεῦθεν ἔσοδον τοῦ Κράτους ἀδύνατον νὰ αὐξήσῃ, ἐνόσῳ οὐδεμία ἐλπὶς ὑπάρχει προσεχοῦς βελτιώσεως τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. Ὡς πρὸς τὸ ἔλαιον παρατηρῶ, ὅτι τὸ παρελθὸν ἔτος εἴχομεν καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, ἄρα καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀφορίαν, τὸ ἔλαιον δὲ ταύτης, ὡς γνωστὸν, δὲν ἐξάγεται κατὰ τὸ ἔτος τῆς παραγωγῆς του, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἐπιόν. Δὲν ἠξεύρω, ὁποίαν ἐσοδείαν ἐλαίου θὰ ἔχωμεν ἐφέτος, ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη, βεβαίως μικρὸν μέρος αὐτῆς θὰ ἐξαχθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐξ Ἑπτανήσου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι ὁ προϋπολογίζων νῦν ἐξ ἑπτανησιακῶν προϊόντων ἔσοδον ἐκ 2,514,600, ἀπέναντι τῶν εἰσπραχθέντων 1,670,749 κατὰ τὸ ἔτος 1894, ὡς γίνεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, θέλει ἐξεπίτηδες νὰ ἀπατᾷ καὶ ἑαυτὸν καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ ἀποδεικνύεται μᾶλλον ἀνειλικρινὴς καὶ κακόπιστος ἢ διὰ τῆς ἐπὶ πλέον ἀναγραφῆς τῶν εἰσπράξεων ἐκ δασμοῦ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξ εἰδῶν τῶν μονοπωλίων. Εὐτυχεῖς, Κύριοι, πρέπει νὰ λογιζώμεθα, ἐὰν οὕτως ἀντὶ τῶν προϋπολογιζομένων 2,514,600 εἰσπραχθῶσι τὸ ἐνεστὼς ἔτος 2,000,000 μόνον δραχ., ἤτοι 514,600 δραχ. ἐπὶ ἔλαττον. Καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν κακῶς λαμβάνεται ὡς βάσις ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐξ αὐτοῦ εἰσπράξεων κατὰ τὰς προηγουμένας χρήσεις, ἀφοῦ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρεῖται προϊοῦσα μείωσις. Ἐνῷ δηλαδὴ τὸ 1892 εἴχομεν ἔσοδον ἐξ αὐτοῦ 2,150,230, τὸ 1893 κατῆλθε τοῦτο εἰς 2,034,835, κατὰ δὲ τοὺς 14 πρώτους μῆνας τοῦ 1894 εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτοῦ μόλις 1,185,298, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893 εἶχον εἰσπραχθῆ 1,935,040, ἤτοι τὸ 1894 ἐπὶ ἔλαττον 749,742 δραχ. Ἡ μείωσις αὕτη τοῦ ἐσόδου ἐκ τοῦ φόρου των εἶναι εὐεξήγητος. Ἕνεκα τῆς κρατούσης οἰκονομικῆς καχεξίας πολλαὶ οἰκίαι μένουσι κεναί, αἱ δὲ λοιπαὶ ἐνοικιάζονται νῦν εἰς πολὺ κατωτέρας τιμὰς ἢ πρίν. Οἰκία ἐκμισθουμένη πρὶν ἀντὶ 400 δρ. ἀποφέρει νῦν μόλις 300, καὶ οἰκία ἐνοικιαζομένη τέως ἀντὶ 300 δρ. ἐκμισθοῦται νῦν ἀντὶ 200 μόλις δραχ. κατὰ μῆνα.

§153Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν αὐτὸ, διότι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν κανονίζεται κατὰ τριετίαν.

§154ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐκανονίσθη ἤδη τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ἤδη εἶχον ὑποτιμηθῆ τὰ ἐνοίκια. Καὶ διὰ τὴν ὑποτίμησιν λοιπὸν τῶν ἐνοικίων καὶ διὰ τὸ ἀνενοικίαστον πολλῶν οἰκιῶν εἶναι φυσικὴ ἡ παρατηρουμένη ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἔκπτωσις τοῦ φόρου οἰκοδομῶν. Διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ὁ μέσος ὅρος τῶν προηγουμένων χρήσεων κατὰ τὸν προσδιορισμὸν αὐτοῦ διὰ τὸ ἔτος 1895, ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις τοῦ τελευταίου ἔτους. Ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῶν ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν τὸ ἐνεστὼς ἔτος τὸ προϋπολογιζόμενον ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐκ 2,100,000, ἀλλὰ μόλις 1,800,000, ἤτοι κατὰ 300,000 δραχ. ἐπὶ ἔλαττον. Προϊοῦσαν μείωσιν ἔχομεν καὶ ἐπὶ τοῦ ἐσόδου ἐκ προξενικῶν τελῶν. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τὸ 1891 ἀνῆλθεν εἰς 543,271, τὸ 1892 κατῆλθεν εἰς 503,626, καὶ τὸ 1893 εἰς 487,797. Κατὰ ταῦτα δὲ, διὰ τὸ 1895 δὲν ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῇ αὐτὸ εἰς 515,000, ἀλλὰ μόλις εἰς 480,000, ἤτοι κατὰ 35 χιλιάδας δραχμὰς ἐπὶ ἔλαττον. Καταπληκτικὴ εἶναι ἡ προϊοῦσα μείωσις ἐπὶ τοῦ ἐσόδου ἐξ ἐκποιήσεως δημοσίων κτημάτων ἀκινήτων καὶ κινητῶν. Ἐνῷ κατὰ τὸ 1892 εἶχεν ἀνέλθει εἰς 1,249,516, τὸ 1893 κατῆλθεν εἰς 861,896 μόλις δραχμὰς, ἐνῷ δὲ κατὰ τοὺς 16 πρώτους μῆνας τοῦ 1893 εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτοῦ 751,674, κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1894 εἰσεπράχθησαν μόλις 665,680, ἤτοι κατὰ 110,628 δραχ. ἐπὶ ἔλαττον. Διὰ ταῦτα κακῶς, νομίζω, προϋπολογίζεται τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἔσοδον διὰ τὸ ἔτος 1895 εἰς 991,900, καὶ ὅτι ἀνάγκη νὰ μειωθῇ αὐτὸ κατὰ 100,000 δραχ. τοὐλάχιστον. Τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη δὲν πρέπει νὰ μειωθῶσι κατὰ δραχ. 304,770 μόνον, ὡς προτείνει ἡ Κυβέρνησις κακῶς ὑπολογίζουσα ἐπὶ ἔσοδον μιᾶς τετραμηνίας. Τὸν Σεπτέμβριον, ὡς γνωστὸν, γίνονται αἱ ἐγγραφαὶ τῆς αʹ ἑξαμηνίας, καὶ εἰσπράττεται ὁλόκληρον τὸ ἐξ αὐτῶν ποσὸν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν· διὸ ἡ μείωσις ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ἐπὶ ὁλόκληρον ἑξάμηνον κατὰ 100,000 δραχ. τοὐλάχιστον ἐπὶ πλέον τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένης. Ἐπὶ τοῦ ἐσόδου ἐξ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀποδέχεται τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προταθεῖσαν μείωσιν ἐξ 828,333 δραχμῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀφοῦ δὲ δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ πλέον ἐντὸς τοῦ 1895 τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ νομίσῃ τις, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον τὸ ἀρχῆθεν προϋπολογισθὲν ποσὸν ἐκ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος εἰσφορᾶς, εἰς ὃ μάλιστα προσετέθη τελευταῖον καὶ δῆθεν αὔξησις τῆς εἰσφορᾶς τῶν Μονῶν κατὰ 5,000, συμποσωθὲν οὕτως εἰς τὸ στρογγύλον ποσὸν τῶν 2,500,000 δραχμῶν. Ἡ εἰσφορὰ τῶν Μονῶν θὰ μειωθῇ βεβαίως μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ ἐλαττοῦνται τὰ πληρωτέα ποσοστὰ, ἀπαγορεύεται δὲ εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς εἴσπραξιν αὐτῆς νὰ ἐκποιῇ ἀκίνητα μοναστηριακὰ κτήματα. Πλὴν καὶ ἄνευ τούτου ἡ εἰσφορὰ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀδύνατον νὰ ὑπερβῇ τὰ 2,000,000 δραχμῶν.

§155ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ νέου νόμου αὔξησις τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων τῶν δήμων μέχρις 1%...

§156ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ὁ νέος νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ—ἂν θὰ ἐφαρμοσθῇ καθόλου—ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους, ὥστε διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος δυττυχῶς ἐπ’ οὐδεμιᾶς τῶν σωτηρίων αὐτοῦ διατάξεων δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν. Ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπικαλεσθεὶς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1894 ἐξ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἰσχυρίσθη, ὅτι ἀδύνατον τὸ ἐξ αὐτῆς ἔσοδον νὰ ὑπερβῇ τὰς 1,700,000 δρ. Ἐγὼ ὅμως, ὢν κατὰ τοῦτο μᾶλλον αἰσιόδοξος αὐτοῦ, ἀναβιβάζω τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἔσοδον εἰς 2,000,000, ἀποδεχόμενος οὕτως αὔξησιν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεδέχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ 328,000. Συγκεφαλαιῶν, Κύριοι, τὰ περὶ ἐσόδων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
αʹ)Πρέπει νὰ μειώσωμεν τὰ ἔσοδα
1) ἐξ ἑπτανησιακῶν προϊόντων κατὰ δρ. 514,000
2) ἐκ φόρου οἰκοδομῶν » » 300,000
3) » προξενικῶν τελῶν » » 35,000
4) ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν » » 100,000
5) » ἐκποιήσεως δημοσίων κτη-
μάτων ἀκινήτων καὶ κινητῶν » » 100,000
6) ἐκ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς » » 680,000
Τὸ ὅλον 1,729,000
βʹ)Πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα ἐξ εἰσ-
φορᾶς ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαι-
δεύσεως μετὰ τὴν μείωσιν αὐτῶν κατὰ 328,000
ἀφαιρέσει τῶν ὁποίων ὑπολείπεται
καθαρὰ μείωσις ἐξ 1,401,000
τούτων δ’ ἀφαιρουμένων ἐκ τῶν ὑπὸ
τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς
προϋπολογιζομένων ἐσόδων 92,995,108
ἔχομεν ὑπόλοιπον ἐσόδων ἐκ δραχ.91,594,108

Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, εἶχε τὴν γενναιότητα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προβῇ ἐν ἀρχῇ εἰς διαφόρους μεταβολὰς, μειῶν αὐτὰ ἐξ 90,796,181, εἰς ὅσα εἶχον προϋπολογισθῆ ὁμοῦ μετὰ τῶν δηλώσεων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, εἰς 89,342,724. Ἀλλὰ διὰ νεωτέρων του δηλώσεων ἠναγκάσθη νὰ τ’ αὐξήσῃ πάλιν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς 91,340,282. Εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας δὲν συμπεριελήφθησαν τὰ ἐν τῷ μεταξὺ ἀναγνωρισθέντα ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἅτινα ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὑπολογίζει, κατὰ τὰς γενομένας εἰς αὐτὴν ἀνακοινώσεις, εἰς 587,851. Αὕτη προσυπολογίζει εἰς τὰ ἔξοδα καὶ διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν 300,000, διὰ τὰ λουτρὰ Ὑπάτης 100,000, διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν 388,068, διὰ στρατιωτικὴν μόρφωσιν μαθητῶν 4,000, καὶ προτείνουσα ἀπάλειψιν τῆς δαπάνης διὰ γενικὰ ἔξοδα σιδηροδρόμων ἐξ 105,000, ἐξευρίσκει οὕτως ὁλικὸν ποσὸν ἐξόδων ἐξ 92,720,134. Ἐν πρώτοις, ὡς πρὸς τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους, παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὲς τὸ ἐπὶ πλέον ἀναγραφόμενον ποσὸν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀφοῦ ἀντὶ 75, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐπληρώσαμεν κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν 84½–88 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, ἀφοῦ δὲ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν θὰ ἦναι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἄνω τῶν 75 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά, ἀδύνατον παντάπασι νὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους χρυσοῦ ἢ συναλλάγματος αἱ ἐπὶ πλέον ἀναγραφόμεναι 300,000 δρ. Ἀφοῦ κατὰ μόνην τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν ἀπῃτήθη πολὺ ἀνώτερον τούτου ποσὸν, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος πρέπει ν’ ἀναγραφῶσι τοὐλάχιστον 500,000 δρ. ἐπὶ πλέον τοῦ προϋπολογιζομένου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἦτο καὶ νῦν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, θὰ εἶχε βεβαίως ἀνωτέρας ἀξιώσεις καὶ θ’ ἀπῄτει, ὡς ἄλλοτε, καὶ νῦν νὰ μὴ ἀναγραφῇ μόνον τὸ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δαπανηθησόμενον ποσὸν, ἀλλὰ καί τι πλέον τούτου, ὅπως ἔχωμεν οὕτω περιθώριον διὰ πᾶσαν περαιτέρω ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ὡς Πρωθυπουργὸς ὅμως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, φαίνεται νῦν τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀναγράφηται καὶ τὸ ἤδη δαπανηθὲν ἐπὶ πλέον ποσὸν κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον τὸ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δαπανηθησόμενον ἐπὶ πλέον ποσὸν κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν θελήσῃ ν’ ἀποκρύψῃ αὐτὸς τὰ ἐπὶ πλέον ταῦτα ποσὰ, ἀφοῦ ἐν μέρει μὲν ἐπληρώθησαν αὐτά, ἐν μέρει δὲ θὰ πληρωθῶσιν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἑκόντες ἄκοντες ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ τὰ ὑπολογίσωμεν ἡμεῖς, ὅπως οὕτως ἔχωμεν ἀκριβῆ εἰκόνα τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ. Ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων εἶχεν ἀναγράψει ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθεὶς εἰς τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς ἡγουμένης βουλευτικῆς περιόδου προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ἐν συνόλῳ 1,676,892. Εἰς ταῦτα προσετέθησαν διὰ δηλώσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου...

§157ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι δά!

§158ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· τοσαῦτα ἔτη ἠγωνιζόμεθα ἐνταῦθα πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, ὡς Βουλευτὴν Μεσολογγίου, συζητοῦμεν δὲ καὶ προϋπολογισμόν, ὅστις εἶναι κυρίως ἔργον αὐτοῦ· διὸ οὐδεὶς πρέπει νὰ ξενισθῇ, ἐὰν ἐκ παραδρομῆς τῆς γλώσσης ἀποκαλοῦμεν αὐτὸν καὶ νῦν Βουλευτὴν Μεσολογγίου... Ἤθελον νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι διὰ δηλώσεων τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, γενομένων πρὸς τὴν Βουλὴν τῇ 12 Δεκεμβρίου 1894, προσετέθησαν ἔτι 495,203 ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Σᾶς ἀναφέρω τὰ ὁλικὰ ποσὰ, ὅπως μὴ χρονοτριβῶ, ἀναφέρων αὐτὰ ἰδιαιτέρως καθ’ Ὑπουργεῖον. Ἔκτοτε καὶ ἄλλα ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ ἀνεγνωρίσθησαν. Καὶ ἐστάλη μὲν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ πίναξ, ἐμφαίνων τὰς σχετικὰς ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου, ἐφ’ ὧν εἶχον ἐκδοθῆ ἤδη ἐντάλματα ἐκ δρ. 240,843, δὲν ὑπεβλήθη ὅμως καὶ ὁ πίναξ, ὁ ἐμφαίνων τὰς ὀφειλὰς ἐκείνας, ἐφ’ ὧν εἴτε ἐξεδόθησαν ἤδη ἐντολαὶ ἐν τοῖς ἁρμοδίοις Ὑπουργείοις, εἴτε δὲν ἐξεδόθησαν ἀκόμη αἱ σχετικαὶ ἐντολαὶ, εἰ καὶ ἔχουσιν ἀναγνωρισθῇ αἱ ὀφειλαί, ἐλλείψει πιστώσεων. Τὰ ποσὰ τῶν ἀνεγνωρισμένων τούτων ὀφειλῶν ἐκ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων ἀνέρχονται, καθ’ ἃς ἔχω ἰδιαιτέρας πληροφορίας, εἰς 600,000 δρ. περίπου.

§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀμφισβητῶ τὰς πληροφορίας σας· ἀλλ’ ἀνακοινῶ ὅτι ἐγὼ ἀπηύθυνα ἐγκύκλιον εἰς τὰ διάφορα λογιστήρια τῶν Ὑπουργείων ὅλων, νὰ πέμψωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅσα ἔξοδα εἶχον ἐκκαθαρισθῆ, καὶ ταῦτα μετεβίβασα ὅλα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§160Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑπεβλήθησαν καὶ τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὰ ἔξοδα.

§161ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἔχω πληροφορίας, ὅτι, πλὴν τοῦ ὑποβληθέντος ὀνομαστικοῦ πίνακος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ποσὰ, ἀναγνωρισθέντα ἐν τοῖς εἰδικοῖς λογιστηρίοις καὶ ἐφ’ ὧν εἴτε ἔχουσιν ἐκδοθῆ ἐντολαὶ, εἴτε καθυστεροῦσιν αὗται ἔτι, ἐλλείψει πιστώσεων. Ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγράφει ἐπὶ ἔλαττον τὰ ὁλικὰ ποσὰ τῶν ἐξόδων τῶν κεκλεισμένων ἢ διαγεγραμμένων χρήσεων Ὑπουργείων τινῶν, καὶ δὴ ἐπὶ τῇ βάσει μόνων τῶν ποσῶν τοῦ ἀρχικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. Τρικούπη, τῶν δηλώσεων τούτου καὶ τοῦ πίνακος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Οὕτως ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀναγράφει, ἀντὶ τοῦ πραγματικοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ 168,371.10, μόνον 131,885, ἐπὶ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀντὶ τοῦ πραγματικοῦ ποσοῦ 12,233.36, μόνον 7,975.77. Κατὰ ταῦτα καὶ τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων κεκλεισμένων ἢ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἀντὶ τοῦ πραγματικοῦ ποσοῦ 2,410,940.71, περιορίζεται εἰς 2,370,176.08 ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, καθ’ ἃς ἐγὼ ἔχω ἰδιαιτέρας πληροφορίας, πιθανὸν τὰ ἔξοδα ἐκ κεκλεισμένων ἢ διαγεγραμμένων χρήσεων νὰ ἀνέλθωσιν εἰς 3,000,000 περίπου, οὕτω δὲ νὰ χρειασθῶσι δι’ αὐτὰ ἀκόμη 600,000 δρ. τοὐλάχιστον. Περίεργος μοὶ φαίνεται καὶ ἡ παράλειψις ἀναγραφῆς πιστώσεως διὰ δευτέραν βουλευτικὴν σύνοδον κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐδικαιολόγησε τὴν παράλειψιν ταύτην ὑπὸ τὴν πρόφασιν τοῦ ὅτι δὲν εἶναι βέβαιον, ἂν θὰ ἔχωμεν δευτέραν σύνοδον τὸ ἔτος τοῦτο. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος 1896, ἡ δ’ ἐπιψήφισις αὐτοῦ ἀνάγκη νὰ γείνῃ κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τοῦ 1895, πῶς θὰ κατορθωθῇ αὕτη ἄνευ νέας βουλευτικῆς συνόδου;

§162Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε; πιθανὸν νὰ συνέλθῃ ἐκ νέου ἡ παροῦσα σύνοδος.

§163ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι πλέον ἀστεῖον καὶ νὰ τὸ φαντασθῇ κἄν τις. Ἡ παροῦσα σύνοδος μόλις καὶ μετὰ βίας παραμένει ἐνταῦθα, ἕως οὗ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, καὶ θέλετε νὰ συνέλθῃ αὕτη πάλιν, ἄνευ νέας ἀποζημιώσεως, ὅπως ψηφίσῃ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896;

§164ΠΕΡΡΟΣ. Τὰ ἔξοδα τῆς συνόδου, ἡ ὁποία θὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, θὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους ἐκείνου.

§165ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ εἶναι καθιερωμένον, ἑκάστη βουλευτικὴ σύνοδος νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ ἔτος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου συγκαλεῖται, οὐχὶ δὲ τὸ ἐπιόν. Καὶ ἐὰν δὲ ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ πάλιν τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1895 θὰ ἐπεβάρυνον δύο σύνοδοι, ἡ τελευταία τῆς ἡγουμένης καὶ ἡ πρώτη τῆς παρούσης βουλευτικῆς περιόδου, ἀφοῦ καὶ αἱ δύο συνεκλήθησαν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895.

§166Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι δύο σύνοδοι βουλευτικαὶ ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους;

§167ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ τοῦτο πρώτην φορὰν τώρα. Ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὰ ἔτη 1885, 1887 καὶ 1892, ἵνα μὴ ἀναδράμωμεν εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν. Δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία τις ὡς πρὸς τοῦτο, ἐὰν δύνανται νὰ συγκληθῶσιν ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους δύο τακτικαὶ σύνοδοι τῆς Βουλῆς, ἢ μία τακτικὴ καὶ μία ἔκτακτος. Ὑπάρχουσι δηλαδὴ οἱ δοξάζοντες, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν καθορίζεται ὡς ἐλάχιστον ὅριον ἡ σύγκλησις μιᾶς συνόδου βουλευτικῆς κατ’ ἔτος, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν δύνανται ἐν ἀνάγκῃ καὶ δύο καὶ πλείονες τοιαῦται νὰ συγκληθῶσιν. Ὑπάρχουσι πρὸς τούτοις οἱ νομίζοντες, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει τὴν σύγκλησιν μιᾶς καὶ μόνης τακτικῆς συνόδου, πλὴν καὶ οὗτοι ἀποδέχονται, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ δύνανται νὰ συγκληθῶσι καὶ μία καὶ πλείονες ἔκτακτοι σύνοδοι πρὸς τῇ τακτικῇ ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Τὴν τελευταίαν γνώμην ἔχων ὁ κ. Δηλιγιάννης, συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν τὸ 1885 κατ’ ἀρχὰς εἰς τακτικὴν καὶ εἶτα εἰς ἔκτακτον σύνοδον. Τὴν ἀντίθετον γνώμην ἔχων ὁ κ. Τρικούπης, συνεκάλεσεν αὐτὴν εἰς δύο τακτικὰς συνόδους καὶ τὸ 1887 καὶ τὸ 1892. Ὁποιανδήποτε δὲ γνώμην καὶ ἂν ἀποδεχθῇ τις νῦν, ἀδύνατον ἀπολύτως νὰ παρίδῃ τὴν ἀνάγκην, τὴν ἐπιβάλλουσαν τὸ ἔτος τοῦτο τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς δευτέραν σύνοδον, τακτικὴν ἢ ἔκτακτον, ἀδύνατον ἄρα νὰ παρίδῃ τὴν ἀνάγκην ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐκ 400,000 δρ. τοὐλάχιστον διὰ τὴν δευτέραν ταύτην σύνοδον. Ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγράφει ἐπὶ πλέον δαπάνην τοῦ Κράτους διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἐκ δρ. 388,068.40, μετὰ τὴν μείωσιν τῆς σχετικῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατὰ 1,227,936.70, ἐπὶ τῇ προσδοκωμένῃ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐντὸς τοῦ ἔτους 1895. Ἀλλὰ μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν οὐδὲν σχολεῖον θὰ καταργηθῇ, μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον θὰ ἐφαρμοσθῇ μόλις ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἀνάγκη ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ σχετικὴ πίστωσις, ὡς ἀρχῆθεν εἶχεν αὐτὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη. Οὕτω δὲ, ἀφαιρουμένων τῶν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγραφεισῶν δρ. 388,068.40 ἐκ τῶν 1,227,936.70, πρέπει νὰ προστεθῇ νῦν καὶ τὸ ὑπόλοιπον αὐτῶν ἐξ 839,868.30. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ἐὰν ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων ἐξ 92,720,134.40, ὡς ὑπολογίζει αὐτὸ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας, ἀφαιρέσωμεν τὰς προτεινομένας ὑπ’ αὐτῆς αὐξήσεις ἐξ 100,000 δρ. διὰ τὰ λουτρὰ Ὑπάτης καὶ ἐκ 4,000 διὰ στρατιωτικὴν μόρφωσιν μαθητῶν, ἃς πιστεύω ὅτι δὲν θ’ ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, προσθέσωμεν δὲ τὴν ἄνευ λόγου διαγραφομένην ὑπ’ αὐτῆς πίστωσιν ἐξ 105,000 διὰ γενικὰ ἔξοδα σιδηροδρόμων, ἔχομεν ὑπόλοιπον ἐξόδων ἐξ 92,721,134.40. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν, καθ’ ἃ ἀπέδειξα:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1)διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν 300,000
2)» ἔξοδα ἐκ κεκλεισμ. ἢ διαγεγρ. χρήσεων600,000
3)» δευτέραν βουλευτικὴν σύνοδον 400,000
4)» στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν 838,868.30

Ἀλλ’ οὕτω θὰ ἴδωμεν τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1895 ἀνερχόμενον εἰς 94,861,002,70. Ἀφαιρέσατε νῦν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰ ἔσοδα ἐξ 91,594,108, καὶ θὰ ἔχητε τὸ ἔλλειμμα τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, ἀνερχόμενον εἰς 3,267,894.70. Καὶ δύναται, Κύριοι, νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκὴς ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς ὁ ἐνέχων ἔλλειμμα ὑπερβαῖνον τὰ 3 ἑκατομμύρια; Πῶς δὲ θὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμα τοῦτο, ἀφοῦ ἡ μὲν πηγὴ τῶν δανείων, ἐξ ὧν ἐκαλύπτομεν τὰ ἐλλείμματα ἄλλοτε, ἔχει στειρεύσει πρὸ πολλοῦ ἤδη δι’ ἡμᾶς, οὐδὲ ὑπολείπεται ἄλλος τις ἔκτακτος πόρος, ἐξ οὗ νὰ ἐλπίζωμεν τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἔστω καὶ πλαστὴν καὶ εἰκονικήν, ὡς ἄλλοτε; Ἀλλ’ ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ καθ’ ἑαυτὸν καθίσταται ἔτι μᾶλλον ἐπαισθητή, ἐν σχέσει πρὸς τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πιστωτάς του. Πῶς θὰ δυνηθῆτε, κύριε Πρωθυπουργὲ, μὲ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν ἀνὰ χεῖρας νὰ ἐμφανισθῆτε ἐνώπιον αὐτῶν καὶ νὰ προέλθητε εἰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ; Ὅσον ἁπλοϊκοὶ καὶ ἂν ὦσιν αὐτοὶ, θὰ ἔχωσι πάντοτε τὸν κοινὸν νοῦν, ἵνα σκεφθῶσιν, ὅτι ὁ τοιοῦτος προϋπολογισμὸς ἐνέχει τὰ σπέρματα νέας, χείρονος τῆς πρώτης, χρεωκοπίας, καθ’ ἧς θ’ ἀπαιτήσωσι νὰ ἐξασφαλισθῶσιν αὐτοὶ διὰ νέων ἐγγυήσεων, δι’ ἐγγυήσεων, ἁπτομένων ἴσως τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πιστὸς εἰς τὰς διακηρύξεις του καὶ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς χώρας, θ’ ἀποκρούσῃ ἐκ παντὸς τρόπου πᾶσαν τοιαύτην ἀξίωσιν τῶν πιστωτῶν μας· ἀλλὰ τί τὸ κέρδος δι’ ἡμᾶς, ἂν οὕτως ἀποτύχωσιν ἐκ νέου αἱ περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις καὶ καταδικασθῶμεν ἡμεῖς εἰς παράτασιν τοῦ νῦν οἰκονομικοῦ ἀποκλεισμοῦ, ὑφ’ ὃν κινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν ἐξ ἀσφυξίας; Πλὴν, καὶ ἐὰν οἱ πιστωταὶ ἡμῶν κλείσωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς, τὸ δὴ λεγόμενον, καὶ δεχθῶσι νὰ συμβιβασθῶσι πρὸς ἡμᾶς ἄνευ νέων ἐγγυήσεων, ἁπτομένων τῶν κυριαρχικῶν ἡμῶν δικαιωμάτων, καὶ πάλιν τί τὸ κέρδος δι’ ἡμᾶς, ὅταν διὰ τῶν πραγμάτων ἀποδειχθῇ ὕστερον ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἀκεραίας καὶ τὰς νέας ὑποχρεώσεις του, ὅταν οὕτω τάχιον ἢ βράδιον περιστῇ αὐτὸ εἰς νέαν ἀναστολὴν τῶν πληρωμῶν του, εἰς νέαν πτώχευσιν; Εἶναι καιρὸς, Κύριοι, νὰ ἐννοήσωμεν πάντες, καὶ οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ οἱ ἐκτὸς αὐτῆς, καὶ ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον εἰς ἡμᾶς οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν λῆψιν παντὸς μέτρου, συντελεστικοῦ εἰς τὸ νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς παρούσης ἀφορήτου καταστάσεως. Καὶ τὸ πρῶτον καὶ κύριον συντελεστικὸν εἰς τοῦτο μέτρον εἶναι ὁ καταρτισμὸς προϋπολογισμοῦ ἀρτίου, προϋπολογισμοῦ ἐνέχοντος ἀληθὲς καὶ πραγματικὸν ἰσοζύγιον. Οὕτω πως μόνον δυνάμεθα νὰ ὦμεν εἰλικρινεῖς καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ξένους, οὕτω πως μόνον δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ν’ ἀνακτήσωμεν τὴν πεποίθησιν, καὶ εἰς τοὺς ἄλλους νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ἀπεφασίσαμεν πλέον ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως νὰ λάβωμεν διαζύγιον πρὸς τὸ παρελθὸν, τὸ περιαγαγὸν ἡμᾶς ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, ὅτι ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως ἀπεφασίσαμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναῤῥώσεως. Τὸν καταρτισμὸν τοιούτου προϋπολογισμοῦ ἐπ’ οὐδενὶ οὐδέποτε λόγῳ ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς ν’ ἀναβάλωμεν εἰς τὸ μέλλον. Αὐτὸς πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἡ πρώτη καὶ κυρία βάσις τῶν διαπραγματεύσεων καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ ἡμῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτοῦ θὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ, θὰ πείσωμεν δὲ καὶ τοὺς ἄλλους, τί ἔχομεν καὶ τί δὲν ἔχομεν, τί ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ τί δυνάμεθα νὰ παραχωρήσωμεν πρὸς τοὺς πιστωτάς μας, ἂν θέλωμεν οὕτω καὶ τὰ θεμέλια κρείττονος οἰκονομικοῦ μέλλοντος νὰ καταθέσωμεν καὶ πᾶσαν ὑποτροπὴν τοῦ παθήματος τῆς 10 Δεκεμβρίου νὰ προλάβωμεν ἐφεξῆς. Ἰδοὺ διατὶ, Κύριοι, ἡμεῖς εἴμεθα τῆς γνώμης, ὅτι, ἀφοῦ πάντες σχεδὸν ἐπείσθημεν περὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ, αὐτοῦ καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἀνάγκη καὶ ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ ἐπιστραφῇ αὐτὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μὲ τὴν πρόσκλησιν, ἵν’ ἀναθεωρήσῃ καὶ συντάξῃ αὐτὸν ἐπὶ νέων βάσεων, ἐπὶ βάσεων ἀναδεικνυουσῶν αὐτὸν ἐπαρκῆ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἡμεῖς διαφωνοῦμεν καὶ κατὰ τοῦτο ἐκ διαμέτρου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, ὅστις, καίτοι θεωρῶν καὶ αὐτὸς ἀνεπαρκῆ ὅλως τὸν προκείμενον προϋπολογισμὸν, οὐδὲν ἧττον νομίζει, ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸν νῦν, ὡς ἔχει, καὶ νὰ δώσωμεν καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προσεχοῦς ἔτους 1896 συντάξῃ ἐπὶ νέων ὑγιεστέρων βάσεων. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς γνώμην θὰ ἔχῃ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι καὶ αὐτὸς θὰ παρέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ θ’ ἀνομολογήσῃ μὲν τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, θὰ θελήσῃ δὲ νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα συντάξῃ αὐτὸν κάλλιον νῦν, ἐπιφυλάσσεται νὰ πράξῃ τοῦτο διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι αὐτὸς καὶ πρὶν εἶχε τὸν κατάλληλον καιρὸν εἰς τοῦτο, καὶ νῦν δὲν παρῆλθεν ἡ εὐκαιρία. Ἡ νέα Βουλὴ, ἥτις πρώτην καὶ κυρίαν ἀποστολὴν ἔχει τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ὀφείλει νὰ παρατείνῃ ἐν ἀνάγκῃ τὰς ἐργασίας της καὶ ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ἑβδομάδας ἔτι.

§168ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχομεν δημοτικὰς ἐκλογάς.

§169ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, Κύριοι, ἔχομεν καιρὸν ἔτι. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν καιρὸν, νομίζω ὅτι ὑπεράνω τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος, ὅπερ θὰ ἐξυπηρετοῦμεν δι’ αὐτῶν, ἵσταται τὸ κοινῇ συμφέρον, τὸ συμφέρον τῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ὅπερ οὐδεμίαν ἀναβολὴν ἐπιδέχεται, ἐξ οὗ καὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον ἡμῶν ἐξήρτηται. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὰς πρώτας ἀσφαλεῖς βάσεις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ἀνορθώσεως; πῶς δυνάμεθα νὰ συντάξωμεν ἄρτιον καὶ ἐπαρκῆ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους; Καὶ περὶ τούτου ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ, διότι ἡμεῖς, Κύριοι, ἔχομεν τὴν ἀρχὴν, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ὄχι μόνον νὰ κατακρίνωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποδεικνύωμεν πάντοτε τὰ δέοντα γενέσθαι.

§170ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καλὲ δὲν βαρειέσαι! ποιὸς τ’ ἀκούει αὐτὰ τώρα; ’πέρασεν ἡ ὥρα.

§171ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀγνοῶ, Κύριοι, ὅτι οὔτε ἡ ὥρα τοῦ ἔτους οὔτε ἡ ὥρα τοῦ ἡμερονυκτίου εἶναι κατάλληλος εἰς τοιαύτην συζήτησιν, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα ἐν μεσοῦντι Ἰουλίῳ μηνὶ καὶ συζητοῦμεν ἐν μεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις, ὡς θὰ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐξ ἡμῶν δὲν ἐξήρτητο νὰ ἐκλέξωμεν τὴν κατάλληλον εἰς τοῦτο ὥραν. Εἰς ἡμᾶς ἐπιβάλλεται νὰ ἐπιτελέσωμεν ἓν καθῆκον, δι’ ὃ ἀπέστειλεν ἡμᾶς ἐνταῦθα ἡ πατρὶς, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἐννοοῦμεν νὰ ἐπιτελέσωμεν, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι αὐτὸ ἀνιαρὸν, ἐν παντὶ καιρῷ καὶ πάσῃ ὥρᾳ, καὶ τὸν χειμῶνα καὶ τὸ θέρος, καὶ τὴν μεσημβρίαν καὶ τὸ μεσονύκτιον, ὡς νῦν. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔχω ἀπόφασιν τὸ προκείμενον ποτήριον νὰ ἐκκενώσω ἐφ’ ἅπαξ, ὅσον πικρὸν καὶ ἂν ᾖ τοῦτο, χωρὶς νὰ διακόψω καὶ ἀναβάλω τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀγορεύσεώς μου εἰς τὴν ἄλλην συνεδρίασιν.

§172ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι!

§173ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε ἔχετε τὴν ὑπομονὴν, ὅσοι θέλητε, νὰ μὲ ἀκούσητε, ὅσοι δὲ βαρύνονται, ἂς ἀπέλθωσιν οἴκαδε καὶ ἂς ἡσυχάσωσι. Διὰ μακρῶν ἄλλοτε ὑπέδειξα τὰ δέοντα γενέσθαι, ἰδίᾳ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893. Εἶπον τότε, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ ἀνάγκην ἀπόλυτον, ἀναδιοργανώσεως τῆς ὅλης οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἰδίᾳ δὲ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὸ πρῶτον ἀντιπροσωπεύει τὸν διοικητικὸν, τὸ δεύτερον τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν διαχειρίσει. Καὶ οἱ δύο οὗτοι ἔλεγχοι καθυστεροῦσιν ἐν πολλοῖς, καὶ λειτουργοῦσιν ἐλλιπῶς. Ἡ ἀναδιοργάνωσίς των σκοπεῖ εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ καταστῇ καὶ ἐν ἡμῖν ὅ τε διοικητικὸς καὶ ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος ζῶν, ἐνεργὸς πρὸ πάντων δ’ ἐνήμερος. Ἀντὶ ὅμως τῆς τοιαύτης ἀναδιοργανώσεως, ἣν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνωμολόγει ἄλλοτε, διακηρύττων ὅτι, εὐθὺς ὡς θὰ ἐπανήρχετο εἰς τὰ πράγματα, θὰ ἐθεώρει αὐτὴν ἐκ τῶν πρωτίστων μελημάτων του, παρέλυσε μὲν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον διὰ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀπεδείχθη κατὰ τὴν συζήτησιν τούτου, κατήργησε δὲ τὰ προσόντα τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐναντίον τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ὅπως δυνηθῇ οὕτως ἀκωλύτως νὰ εἰσαγάγῃ εἰς αὐτὸ, τίς οἶδεν, ὁποίας ἀνικανότητας. Πλὴν τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ὑπέδειξα ἐγὼ ἄλλοτε, οὐχὶ διὰ γενικῶν ἀοριστολογιῶν, ἀλλ’ εἰσερχόμενος εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰς οἰκονομίας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ γείνωσιν ἐν ἑκάστῳ κεφαλαίῳ καὶ ἄρθρῳ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, καὶ δὴ ἔνθεν μὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν ἰσχύϊ ὀργανικῶν νόμων, ἔνθεν δ’ ἐπὶ τῇ βάσει ῥιζικῆς τούτων μεταῤῥυθμίσεως...

§174ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί σεῖς δὲν ἐκάμετε οἰκονομίας, ὅταν ἐγείνατε Ὑπουργός;

§175ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ διακόψας με συνάδελφος, οὗτινος ἀγνοῶ τὸ ὄνομα, δὲν θὰ ἔζη μέχρι τοῦδε, ὡς φαίνεται, ἐν Ἑλλάδι.

§176ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ζῶ καὶ ὑπάρχω.

§177ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε δὲν θ’ ἀναγινώσκετέ ποτε, ὡς φαίνεται, οὔτε «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», οὔτε ἄλλην τινὰ ἐφημερίδα.

§178ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς παραναγινώσκω μάλιστα, καὶ σᾶς ἐρωτῶ καὶ πάλιν, διατὶ δὲν ἐκάμετε σεῖς, ὡς Ὑπουργὸς, τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας κηρύττετε;

§179ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ μ’ ἐρωτᾶτε, ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε τὴν ἀπάντησιν.

§180ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι γιὰ λόγια εἴμεθα μόνον, καὶ ὄχι γιὰ ἔργα.

§181ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς φαίνεται, ἡ ὥρα, καθ’ ἣν συζητοῦμεν, σᾶς καθιστᾷ πολὺ ἀνυπόμονον.

§182ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν ἐπαύσατε τοὺς τμηματάρχας τοῦ Ὑπουργείου σας;

§183ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε ἡσυχάσατε, παρακαλῶ, μή με διακόπτετε πλέον... Κύριε Πρόεδρε, ἐφαρμόσατε τὸν κανονισμὸν καὶ ἀπαγορεύσατε τὰς διακοπάς.

§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.

§185ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὺς τμηματάρχας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ἔπαυσα, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ, διότι εἶχον ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτοὺς καὶ διότι ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἠδυνάμην ἄνευ αὐτῶν νὰ διεξαγάγω τὴν ἀνατεθεῖσάν μοι ὑπηρεσίαν. Ὅταν ποτὲ γείνῃ Ὑπουργὸς ὁ διακόψας με συνάδελφος, ἂς παύσῃ αὐτὸς ὅλους τοὺς τμηματάρχας τοῦ Ὑπουργείου του καὶ ἂς διοικήσῃ μόνος του· ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον τὴν τοιαύτην ἱκανότητα. Ἐὰν δὲ ἔζη ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀνεγίνωσκε τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» καὶ ἄλλας ἐφημερίδας, τότε δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην νὰ μάθῃ τώρα παρ’ ἐμοῦ, ἐὰν καὶ ὁποίας οἰκονομίας ἔκαμα ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Θὰ ἐγίνωσκεν ἤδη, ὅτι ἐγὼ ἀπέλυσα ὑπὲρ τοὺς δέκα ὑπαλλήλους ἐκ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, κατήργησα ὑπὲρ τὰ 70 ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἔκλεισα τὰς ἱερατικὰς σχολὰς, ἀπέλυσα ὅλους τοὺς βοηθοὺς τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ ὅλους τοὺς γραμματοδιδασκάλους...

§186ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τοὺς διωρίσατε πάλιν.

§187ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὺς βοηθοὺς τῶν ἑλληνικῶν σχολείων οὔτε ἐγὼ οὔτε ἄλλος τις τῶν διαδόχων μου ἐπανέφερεν εὐτυχῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Τοὺς γραμματοδιδασκάλους ἀπέλυσα μόνον κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν μαθημάτων ἐν τοῖς χωρίοις, ὅπου αὗται διαρκοῦσιν, ὡς γνωστὸν, ἐφ’ ὅσον καὶ αἱ ἀγροτικαὶ ἐργασίαι τοῦ θέρους, ἤτοι ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Κατὰ τὰ διακοπὰς ἀπέλυσα καὶ ὁλόκληρον τὸ βοηθητικὸν καὶ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν τῆς μέσης καὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὡς τοὺς καλλιγράφους, ἰχνογράφους, γυμναστάς, ἐπιστάτας, ὑπεπιστάτας κτλ. Ταῦτα πάντα εἶχον δημοσιευθῆ τότε ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἐξ αὐτῆς δὲ ἀνεδημοσιεύθησαν ἐν πολλοῖς καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐφημερίδας. Ἠξεύρετε δὲ, Κύριοι, ὁποία οἰκονομία προῆλθεν ἐντεῦθεν; Ρίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὸν προταττόμενον τοῦ τεύχους τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1893, ἐν αὐτῷ δὲ (σελ. 10–11) θὰ ἀναγνώσητε, ὅτι εἶχον ψηφισθῆ διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο πιστώσεις ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξ 7,397,989. διετέθησαν δ’ ἐκ τούτων καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν 6,542,612, καὶ ἔμεινεν ὑπόλοιπον ἀδιάθετον ἐξ 895,377. Αὐταὶ εἶναι. Κύριοι, αἱ οἰκονομίαι, ἃς ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπὶ ἓξ μόνον μῆνας, κατώρθωσα νὰ πραγματοποιήσω καὶ δι’ ἃς ὕβρεις, διαβολὰς καὶ συκοφαντίας ἤκουσα μόνον παρ’ ἐκείνων, οἵτινες οὐ μόνον εἰς οἰκονομίας δὲν προβαίνουσιν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις αὑτῶν, ἀλλὰ καὶ πέραν τῶν ψηφισθεισῶν πιστώσεων δαπανῶσι συνήθως, καταφεύγοντες πρὸς τοῦτο εἰς τὰς λεγομένας ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις. Διὰ τὰς ἐπενεχθείσας ὑπ’ ἐμοῦ οἰκονομίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν οὐδενὸς οὐδέποτε ἐπεζήτησα τὴν ἀναγνώρισιν, ἀλλὰ καὶ εἰς οὐδένα οὐδέποτε πλέον θὰ ἐπιτρέψω νὰ μὲ διαβάλῃ, ἀφοῦ δύναμαι διὰ τοῦ ἤδη δημοσιευθέντος προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1893 ν’ ἀποστομώσω πλέον πάντα συκοφάντην μου. Εἰς οἰκονομίας, Κύριοι, ἐξ 895,000 δρ. προέβην ἐγὼ ἐντὸς ἑξαμήνου μόνον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ δὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων ὀργανικῶν νόμων. Ἐντεῦθεν δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, ἐὰν ἡμεῖς ἔχωμεν λόγια μόνον, ἢ καὶ ἔργα νὰ ἐπιδείξωμεν εἰς πίστωσιν αὐτῶν. Ἐντεῦθεν δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, ὁπόσον δίκαιον ἔχομεν ἡμεῖς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι, καὶ οἰκονομίαι πολλοῦ λόγου ἄξιαι, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑφισταμένων ὀργανικῶν νόμων καὶ μετὰ μεταῤῥύθμισιν αὐτῶν ῥιζικήν. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς χώρας. Προτείνομεν τὴν σύστασιν 24–26 νομαρχιῶν ἢ διοικήσεων, εἰς ἃς νὰ συγχωνευθῶσι καὶ αἱ νῦν ἐπαρχιακαὶ διοικήσεις. Τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἐπιτρέπουσι νῦν τοῦτο. Πλὴν δὲ τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας θὰ ἔχωμεν οὕτω συγκεντρωμένας ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ πάσας τὰς πολιτικάς, οἰκονομικάς, στρατιωτικάς, δικαστικὰς καὶ ἐκκλησιαστικὰς ἀρχάς, οὕτως ὥστε ὁ πολίτης, ὁ μεταβαίνων ἅπαξ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ του, νὰ δύναται νὰ διεκπεραιώνῃ συγχρόνως πάσας τὰς ὑποθέσεις του. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ συντάξεων, οὕτως ὥστε καὶ ὁ χρόνος ὑπηρεσίας, ὁ παρέχων νῦν εἰς αὐτὰς δικαίωμα, νὰ παραταθῇ ἐπὶ μακρότερον, καὶ πᾶσα θυρὶς, ἀνοικτὴ νῦν εἰς παντοίας καταδολιεύσεις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου, νὰ κλεισθῇ ἐφεξῆς ἑρμητικῶς. Δὲν εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, ἡ παροῦσα κατάστασις νὰ παραταθῇ ἐπὶ πλέον. Ἐντὸς δεκαετίας ἐδιπλασιάσθησαν αἱ παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωνόμεναι συντάξεις, ἀνερχόμεναι ἤδη εἰς 5,177,100. Τὸ ποσὸν θὰ ἐξογκωθῇ ἔτι μᾶλλον νῦν, ὅτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων καταργεῖται ἡ μονιμότης τούτων. Ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ, ὡς νόμου τοῦ Κράτους, θ’ ἀρχίσῃ ἡ καθ’ ἑκατοστύας ἀπόλυσις τῶν ὑπαρχόντων ὑπαλλήλων, ὧν οἱ πλεῖστοι ἀρχαῖοι καὶ δεδοκιμασμένοι, ἔχοντες ἤδη κεκτημένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Οὕτως ἐννοεῖ δυστυχῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀνόρθωσιν καὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἣν ἐπηγγέλλετο ἄλλοτε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, ἐπαναλαμβάνει δὲ καὶ νῦν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, ὡς πικρὰν πάντως εἰρωνείαν δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐπίστευσαν εἰς τὰς ἐπαγγελίας του καὶ τὸν ὑπεβοήθησαν διὰ τῆς ψήφου των, ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ πάσης δυνατῆς οἰκονομίας ἐν παντὶ κλάδῳ τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας, ὡς ἀπέδειξα ἤδη ἐν λεπτομερείᾳ κατὰ προηγουμένας τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσεις. Ὄντες δὲ ὑπὲρ τοιούτων οἰκονομιῶν, ἀποκρούομεν πάσας τὰς ἀστόχους ἢ καὶ εἰκονικὰς οἰκονομίας, εἰς ἃς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐνόμισε καλὸν νὰ προβῇ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ. Τὰς οἰκονομίας ταύτας ἐξήλεγξαν ἤδη οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Παρνασσίδος καὶ ἐξ Ἄρτης Βουλευταὶ μίαν πρὸς μίαν, ἀποδείξαντες ὅτι ὑπ’ ἄλλας μὲν αὐτῶν κρύπτεται κυρίως ἀναβολὴ τῶν σχετικῶν πληρωμῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, ὑπ’ ἄλλας δὲ μέλλει νὰ ἐπέλθῃ ζημία σπουδαία εἰς τὰς σχετικὰς ὑπηρεσίας. Ἐγὼ ὑπολαμβάνω περιττὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος οἰκονομιῶν, ἃς ἐξήλεγξαν ἤδη ἐπαρκῶς οἱ μνημονευθέντες συνάδελφοι. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ἐξάρω ἰδιαιτέρως μίαν τῶν οἰκονομιῶν αὐτῶν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, τὴν ἁπτομένην τιμαλφεστάτων ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Καταργοῦνται, Κύριοι, διάφοροι προξενικαὶ θέσεις, οὕτως ὥστε ἐνιαχοῦ μὲν νὰ μείνωμεν ἄνευ προξένων, ἀλλαχοῦ δὲ ν’ ἀφήσωμεν αὐτοὺς ἄνευ διερμηνέως, ἄνευ γραμματέως καὶ γραφέως. Καὶ πότε γίνεται τοῦτο; καθ’ ὃν χρόνον ἐξακολουθοῦμεν, πλὴν τῶν ἐχόντων θέσεις ἀπὸ 200 δρ. καὶ κατωτέρω, πάντας τοὺς ἀνωτέρους προξενικοὺς ὑπαλλήλους νὰ μισθοδοτῶμεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καθιστῶντες οὕτω τὸν βίον αὐτῶν ἀβίωτον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, εἰ καὶ εἰσπράττομεν τὰ προξενικὰ τέλη εἰς χρυσὸν, εἰ καὶ ἀνελάβομεν κατὰ τὴν αὔξησιν τούτων διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπηκόους ἡμῶν νὰ βελτιώσωμεν ὑλικῶς τὴν θέσιν τῶν προξενικῶν ἀρχῶν. Πῶς δὲ θέλετε νῦν διάφοροι πρόξενοι, μὴ δυνάμενοι διὰ τοῦ μισθοῦ των νὰ ζήσωσι κἂν αὐτοί, νὰ ἔχωσι τὰ μέσα, ἵνα ἐξ ἰδίων ἀναπληρῶσι τὴν ἔλλειψιν διερμηνέως, γραφέως καὶ αὐτοῦ τοῦ κλητῆρος; Ἐξ ἀνάγκης, Κύριοι, θὰ προέλθῃ ἐντεῦθεν ζημία μεγάλη εἰς τὴν προξενικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ καὶ τοιαύτη οὖσα ἡ ζημία αὕτη, εἰς οὐδὲν δύναται νὰ λογισθῇ ἀπέναντι τῆς ἄλλης ζημίας, ἥτις θὰ προσγείνῃ εἰς αὐτὰ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα ἐκ τῆς καταργήσεως θέσεων, οἷαι αἱ τῶν γραμματέων Προξενείων ἐν Μοναστηρίῳ τῆς Μακεδονίας καὶ ἐν Φιλιππουπόλει τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ τοῦ διερμηνέως ἐν Σκοπίοις. Πότε δὲ γίνονται αἱ καταργήσεις αὗται; ἀκριβῶς καθ’ ὃν χρόνον ἤρξαντο νέφη μελανὰ ἀναφαινόμενα ἐν τῷ πολιτικῷ ὁρίζοντι τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου, καθ’ ὃν χρόνον ἤρξατο ἀνακινούμενον τὸ Μακεδονικὸν ζήτημα, καθ’ ὃν χρόνον ἀπόλυτος παρίσταται ἀνάγκη νὰ διπλασιάσωμεν, εἰ δυνατόν, τοὺς προξενικούς μας ὑπαλλήλους ἐν Θρᾴκῃ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ. Καὶ μήπως γίνονται τοὐλάχιστον αἱ οἰκονομίαι αὗται πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου; Ὄχι, μυριάκις ὄχι. Διὰ τῶν οἰκονομιῶν αὐτῶν, δι’ ὧν παραβλάπτονται τόσαι ὑπηρεσίαι, δι’ ὧν ζημιοῦνται ζωτικώτατα ἐθνικὰ συμφέροντα, πρόκειται νὰ καλυφθῶσιν ἄλλαι δαπάναι. Πρόκειται νὰ ἐξοικονομηθῶσιν αἱ 400,000 δραχμαὶ, ἃς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη εἰς τοὺς κατοίκους Τριπόλεως, κατὰ τὴν ἐκεῖσε μετάβασίν του ἐν καιρῷ τῶν ἐκλογῶν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἀποζημιώσεως αὐτῶν, δι’ ἃς ζημίας ὑπέστησαν τὸ 1891 ἐκ τῆς τότε πτωχεύσεως τῆς ἐργολάβου ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἃς ὅμως τότε παρεγνώρισεν αὐτός, ὡς Πρωθυπουργὸς, νῦν δ’ ἐνεθυμήθη, ὅπως δελεάσῃ οὕτω τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων τῆς Μαντινείας καὶ τὸ διαθέσῃ κατὰ τῶν κ. κ. Κωνσταντοπούλου καὶ Μανέτα καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδικοῦ του συνδυασμοῦ. Διὰ τῶν οἰκονομιῶν αὐτῶν θέλει νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας διαφόρων ἡμιτελῶν δημοσίων ἔργων ἐν Ἀρκαδίᾳ καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ ἐπαρχίᾳ Γόρτυνι. Οὐδ’ ὀβολὸν ἐννοεῖ νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τοῦ ἡμιτελοῦς μεγάλου δημοσίου ἡμῶν ἔργου, τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, εἰ καὶ ἔχουσι δαπανηθῆ ὑπὲρ αὐτοῦ πολλαὶ δεκάδες ἑκατομμυρίων μέχρι τοῦδε, ἐκ τῆς ἀναβολῆς δὲ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ ἐπέρχεται ζημία εἰς τὸ Δημόσιον οὐχὶ δεκάδων χιλιάδων δραχ. μόνον, ὡς ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων τῆς Ἀρκαδίας, ἀλλ’ ἑκατομμυρίων ὅλων. Οὐδ’ ὀβολὸν ἐννοεῖ νὰ δαπανήσῃ διὰ τὴν συντέλεσιν τῆς σπουδαιοτάτης ὑπὸ στρατηγικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἁμαξιτοῦ Ἀθηνῶν–Θηβῶν–Ἀταλάντης–Λαμίας, εἰ καὶ ὑπολείπεται πρὸς κατασκευὴν ἐλάχιστον μόνον τμῆμα αὐτῆς, τὸ μεταξὺ Μαρτίνου τῆς Λοκρίδος καὶ Καρδίτσης τῶν Θηβῶν, δι’ ὃ μόλις 200–300 χιλιάδες δρ. θὰ ἀπῃτοῦντο. Διὰ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος οἰκονομιῶν ζητεῖ νὰ καλύψῃ δαπάνας, ὅλως ἀκαίρους ἢ καὶ πάντη περιττὰς, οἷα σὺν ἄλλαις καὶ ἡ διὰ τὰς φυλακὰς Λευκάδος, ὡσεὰν εἴχομεν ὅλα τὰ ἄλλα, Κύριοι, καὶ μόνον αἱ φυλακαὶ μᾶς ἔλειπον, καὶ δὴ αἱ φυλακαὶ οὐχὶ τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν, ἀλλὰ τῶν ἐπαρχιῶν. Ἐν Λευκάδι, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, ἔχει ἐνοικιάσει τὸ Δημόσιον ἰδιωτικὴν οἰκίαν διὰ φυλακὰς, κειμένην εἰς λαμπρὰν τοποθεσίαν καὶ κατάλληλον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν διὰ φυλακὰς...

§188ΛΑΠΠΑΣ. Εἰς ποῖον ἀνήκει αὐτή, κύριε Εὐταξία;

§189ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ πρόσωπον. Ἀλλ’ ἂν ἐπιμένητε, σᾶς λέγω ὅτι ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ξενοφῶντα Βαλαωρίτην.

§190ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Εὐταξία, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν; Αἱ φυλακαὶ Λευκάδος εἶναι, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, αἱ χειρότεραι φυλακαὶ τοῦ Κράτους αʹ) διότι εὑρίσκονται εἰς τὴν εἴσοδον τῆς πόλεως, βʹ) διότι εἶναι χαμηλαί, εἶναι σκοτειναί, στεροῦνται ἀερισμοῦ καὶ φωτός. Ὅταν βρέχῃ, ὁλόκληρος ἡ βροχὴ εἰσέρχεται ποταμηδὸν ἐντὸς τῶν δωματίων, εἶναι τοσοῦτον χαμηλαὶ, ὥστε οἱ φρουροῦντες ἀναγκάζονται νὰ ἵστανται ἐπὶ τῶν κεραμιδίων.

§191ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον τῆς ἀποδράσεως.

§192ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ὕψος τῶν φυλακῶν εἶναι μόνον 2½ μέτρα· δὲν ὑπάρχουσι χειρότεραι φυλακαὶ τοῦ Κράτους.

§193ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπεσκέφθητε ἄλλας φυλακὰς τοῦ Κράτους;

§194ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐπεσκέφθην. Ἔχω ἐκθέσεις τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ὑπογεγραμμένας ὑπὸ μηχανικῶν, τὰς ὁποίας θὰ φέρω.

§195ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐπισκεφθῆτε τὰς φυλακὰς Παλαμηδίου, τὰς φυλακὰς Ρίου, τὰς φυλακὰς Χαλκίδος καὶ ἄλλων μερῶν τοῦ Κράτους, νὰ ἐπισκεφθῆτε δὲ εἶτα καὶ τὰς φυλακὰς Λευκάδος, καὶ θὰ ἴδητε, ἐὰν αὐταὶ ἦναι αἱ χειρότεραι φυλακαὶ τοῦ Κράτους. Ἐγὼ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅστις ἐχρημάτισεν Ὑπουργὸς καὶ ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἤχθη τότε τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως εὐαρεστούμενος λάβῃ τὸν λόγον καὶ δηλώσῃ, διατὶ αὐτὸς ἀπέκρουσε τότε τὴν κατασκευὴν φυλακῶν ἐν Λευκάδι.

§196ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς μαρτυρίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅταν ἔχω τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.

§197ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὰς ὑποβάλητε. Ἀλλ’ οἱανδήποτε ἔκθεσιν ἂν ἔχητε, καθ’ ὃν χρόνον αἱ πλεῖσται φυλακαὶ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς χείρονα κατάστασιν τῶν τῆς Λευκάδος...

§198ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὅλαι αἱ ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατὰ παραδρομὴν εὑρίσκονται εἰς χεῖράς του, διότι ἡ διεύθυνσις τῶν φυλακῶν ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν γίνεται λόγος περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν Λευκάδος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι πάντα τὰ δημόσια ἔργα διευθύνονται παρὰ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀλλὰ τὰς ἐκθέσεις τὰς ἀφορώσας τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν ὑποθέτω ὅτι τὰς κατέχει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρ’ ἐκείνου ὀφείλομεν νὰ τὰς ζητήσωμεν.

§199ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πλὴν ἐγὼ ἐξετάζω ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸ ζήτημα. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει Κύριοι, ὅτι αἱ φυλακαὶ τῆς Λευκάδος δὲν εὑρίσκονται ἐν καλῇ καταστάσει, δὲν εἶναι μόναι αἱ φυλακαὶ αὗται τοῦ Κράτους αἱ εὑρισκόμεναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν· τοὐλάχιστον αἱ πλεῖσται εὑρίσκονται εἰς παραπλησίαν ἢ καὶ χείρονα θέσιν. Ἐὰν πρόκειται νὰ κάμωμεν φυλακὰς, διατὶ νὰ μὴ κάμωμεν φυλακὰς εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους συγχρόνως; Πλὴν ἐγὼ νομίζω, ὅτι τάχιον ἢ βράδιον θὰ περιέλθωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῶμεν εἰς σπουδαίαν οἰκονομίαν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν φυλακῶν εἰς μόνας τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν. Ἡ οἰκονομία θὰ ἐπήρχετο οὕτω καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ὑπὸ ἔποψιν φρουρᾶς. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀποδώσωμέν ποτε τὸν στρατὸν ἡμῶν εἰς τὸ κυριώτατον αὐτοῦ ἔργον, τὸ ἐκπαιδευτικὸν, ἀποσπῶντες αὐτὸν ἐκ τοῦ ὑπηρεσιακοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον κυρίως ἐκτελεῖ τὴν σήμερον, πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν σπουδαίως ἀπὸ τοῦδε περὶ συγκεντρώσεως τῶν φυλακῶν εἰς μόνας τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τίς δὲν ἀποδέχεται, ὅτι ἡ κατασκευὴ φυλακῶν νῦν ἐν Λευκάδι ἀντὶ 95,000 δραχμῶν, αἵτινες μέχρις ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου θὰ διπλασιασθῶσι βεβαίως, ὡς τοῦτο συμβαίνει συνήθως ἐπὶ παντὸς δημοσίου ἡμῶν ἔργου, εἶναι ὅλως ἄκαιρος καὶ ἄστοχος, εἶναι ἀληθὴς σπατάλη τοῦ δημοσίου πλούτου; Ἔχετε, Κύριοι, οὕτω πρὸ ὀφθαλμῶν τὰς δῆθεν οἰκονομίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ὧν παραβλάπτονται αἱ ὑπ’ αὐτῶν πληττόμεναι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους καὶ ζημιοῦνται σπουδαιότατα ἐθνικὰ συμφέροντα· καὶ ταῦτα πάντα γίνονται, ὅπως καλυφθῶσιν ἄλλαι δαπάναι, ἄκαιροι, μάταιαι καὶ μόνον τὴν συναλλαγὴν ἐξυπηρετοῦσαι, ὑπὸ τὴν ἀπεχθεστέραν αὐτῆς μορφήν. Ἔχετε ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὰς ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένας οἰκονομίας, τὰς ἀληθεῖς, τὰς πραγματικὰς, τὰς εἰς ἑκατομμύρια ὅλα ἀνερχομένας, χωρὶς νὰ ζημιώσωσιν ὑπηρεσίαν τινὰ, χωρὶς νὰ παραβλάψωσι κανὲν δημόσιον καὶ ἐθνικὸν συμφέρον. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν περιοριζόμεθα εἰς τὴν ὑπόδειξιν μόνον οἰκονομιῶν, ἐπενεκτέων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἡμεῖς εἴμεθα τῆς γνώμης, ὅτι πλὴν τῶν οἰκονομιῶν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ν’ ἀναθεωρήσωμεν καὶ τὴν ὅλην φορολογικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, τὴν ἤδη ἀπηρχαιωμένην, τὴν ἄνισον, ἄδικον καὶ δυσανάλογον. Καὶ τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, καθορίζει τὴν φορολογικὴν ἀναλογίαν καὶ ἡ ἐπιστήμη· ἀλλὰ ποῦ ἴχνος τοιαύτης ἀναλογίας παρ’ ἡμῖν; Εἴδομεν πρὶν, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι εἶναι ἀπηλλαγμένοι πάντων τῶν ἀμέσων φόρων καὶ πάσης ἐνοχλήσεως, συμπαρομαρτούσης εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τούτων. Αὐτοὶ ἀγνοοῦσι, τί σημαίνουσι δηλώσεις καὶ πρωτόκολλα, τί σημαίνουσιν ἀπαριθμηταὶ, καταμετρηταὶ, εἰσπράκτορες, στρατιωτικὰ καταλύματα, πρόσθετος φόρος καὶ τόκος, κατάσχεσις καὶ ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις περιουσίας καὶ προσωπικὴ κράτησις διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον. Αὐτοὶ, ἀπηλλαγμένοι ὅλων αὐτῶν τῶν φόρων καὶ ἐνοχλήσεων, πληρόνουσι μόνον φόρον ἐξαγωγῆς ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος, ὅστις ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἀνώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον καταβάλλουσιν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, οἱ ὑποβαλλόμενοι καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἀμέσους φόρους καὶ εἰς τὰ ἐπακόλουθα τούτων. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἐξέπεσαν αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος, ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι, καὶ οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος πληρόνουσι νῦν ἀνώτερον φόρον καὶ διὰ τὴν σταφίδα ἢ οἱ Ἑπτανήσιοι. Εἶναι αὐτὴ φορολογικὴ ἀναλογία καὶ δικαιοσύνη; Ποῦ ἴχνος αὐτῆς καὶ μεταξὺ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν μεγάλων κτηματιῶν; Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ πληρόνουσι νῦν 25–30% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἐνῷ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μεγάλων ἀγροτικῶν κτημάτων μέρος μὲν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπιῤῥίπτουσιν εἰς τοὺς καλλιεργητάς, εἰς τὰ ἀροτριῶντα τούτων κτήνη, μέρος δὲ μόνον καταβάλλουσιν αὐτοί, χωρὶς καὶ τὸ μέρος τοῦτο καὶ τὸ ὅλον τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 5% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ποῦ ἴχνος φορολογικῆς ἀναλογίας καὶ δικαιοσύνης μεταξὺ τῶν μεγάλων κτηματιῶν καὶ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν; Ποῦ ἴχνος αὐτῆς καὶ μεταξὺ τῶν μικρῶν καὶ μεγάλων ἐπιτηδευματιῶν; Ἐπὶ τῶν μικρῶν ἐπιτηδευματιῶν ἀναλογεῖ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος πρὸς 10 καὶ ἐπέκεινα ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Πόσοι ἐξ αὐτῶν ἐπὶ εἰσοδήματος 500 μόλις δρ. δὲν ἐπιβαρύνονται μὲ φόρον 60 δραχμῶν; Καὶ ἐν τούτοις οἱ μεγάλοι ἐπιτηδευματίαι καὶ εἰσοδηματίαι, οἱ μεγάλοι ἡμῶν τραπεζῖται, φορολογοῦνται ἐπὶ εἰσοδήματος 500,000–1,000,000 πρὸς 1500 δρ. κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἤτοι πρὸς 1½–3 ἐπὶ τοῖς χιλίοις.

§200ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πληρόνουν αὐτοὶ ἄλλους φόρους;

§201ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὺς ἄλλους φόρους κατ’ ἀναλογίαν πληρόνουσι καὶ οἱ μικροὶ ἐπιτηδευματίαι. Φόρον οἰκοδομῶν καταβάλλουσι καὶ οὗτοι, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν αἱ οἰκίαι των ᾖναι ἐπιβεβαρυμέναι μὲ χρέη καὶ τόκους δυσβαστάκτους. Τοὺς ἐμμέσους φόρους, τὰ τέλη καὶ δικαιώματα καταβάλλουσιν ἀναλόγως καὶ αὐτοί, τινὰς μάλιστα τούτων μᾶλλον οἱ μικροὶ ἐπιτηδευματίαι ἢ οἱ μεγάλοι. Ὁ φόρος λ. χ. τοῦ ἅλατος ἐπιβαρύνει μᾶλλον τὸν μικρὸν ἐπιτηδευματίαν καὶ παραγωγὸν ἢ τὸν μέγαν τραπεζίτην. Ὁ φόρος τοῦ πετρελαίου πλήττει ἐπίσης τὴν κατωτέραν καὶ μέσην τάξιν, ἐνῷ ἡ εὐπορωτέρα τάξις, μεταχειριζομένη ἴσως ἀεριόφως ἢ ἠλεκτρικὸν φῶς, εἶναι πάντη ἀπηλλαγμένη τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος φόρου. Ὑφ’ οἱανδήποτε, Κύριοι, ἔποψιν καὶ ἂν ἐξετάσῃ τις τὴν φορολογίαν ἡμῶν, θὰ εὕρῃ αὐτὴν δυσανάλογον καὶ ἄδικον ὅλως. Ὡς τοιαύτη χρῄζει ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἡ ἔγγειος φορολογία ἡμῶν, ἀντικαθισταμένων ἰδίᾳ τῶν νῦν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ οἴνου διὰ τῆς ἐγγείου στρεμματικῆς φορολογίας. Πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὁ φόρος τῆς σταφίδος, ἀποδιδομένης δικαιοσύνης εἰς τοὺς νῦν ληστευομένους δι’ αὐτοῦ σταφιδοπαραγωγούς μας. Πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ τρόπον ἀνακουφίζοντά πως τοὺς μικροὺς ἐπιτηδευματίας, ἐπιβαρύνοντα δὲ μᾶλλον τοὺς μεγάλους ἐπιτηδευματίας καὶ εἰσοδηματίας. Πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ τὸ δασμολόγιον ἡμῶν κατὰ τρόπον καθιστῶντα εὐωνότερα μὲν τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, δυσχερέστερον δὲ τὸν ἀνταγωνισμὸν ἐπ’ αὐτῶν τοῦ λαθρεμπορίου πρὸς τὸ τίμιον ἐμπόριον. Πρέπει καὶ πᾶς ἄλλος φόρος νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἐπὶ βάσεων ὑγιεστέρων καὶ δικαιοτέρων. Δι’ ὅλων δὲ αὐτῶν τῶν μεταῤῥυθμίσεων εἶναι δυνατόν, ὡς ἀπέδειξα ἄλλοτε, νὰ ἔχωμεν μὲν φορολογικὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀναλογίαν, καθ’ ἣν, ἀνακουφιζομένων πως τῶν νῦν καταπεπονημένων τάξεων τῶν ἀπορωτέρων καὶ τῶν ἀστῶν, θὰ ἐπεβαρύνετο ἡ νῦν σχεδὸν ἀσύδοτος διατελοῦσα εὐπορωτέρα τάξις, ν’ αὐξήσωμεν δὲ τὰ δημόσια ἔσοδα καθ’ ἑκατομμύρια ὅλα, καὶ δὴ κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα ἐκ τοῦ προτέρου τὴν αὔξησιν ταύτην. Δὲν εἶναι, Κύριοι, τοῦ παρόντος νὰ εἰσέλθω εἰς ὅλας τὰς σχετικὰς λεπτομερείας τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος μεταῤῥυθμίσεων. Ἀναφερόμενος δὲ δι’ αὐτὰς εἰς τὰς ἡγουμένας ἀγορεύσεις μου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐπάναγκες νομίζω νὰ ἐνδιατρίψω νῦν διὰ βραχέων εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ μονοπώλια. Ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν πολλοὶ οἱ ἀποδυσπετοῦντες πρὸ τῆς ἰδέας τοῦ μονοπωλίου, ὡς ἀναιρούσης τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν. Καὶ ὅμως οἱ πολλοὶ οὗτοι, καίτοι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίοι παντὸς μονοπωλίου τοῦ Κράτους, οὐδὲν ἧττον ἀνέχονται τὰ παρ’ ἡμῖν ἀπαντῶντα μονοπώλια, ὡς κακὰ εὖ κείμενα, ἐνῷ, ἂν ὑπάρχωσι μονοπώλια, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀποκρούσωσι καὶ αὐτοὶ οἱ κατ’ ἀρχὴν ὄντες ὑπὲρ τῶν μονοπωλίων τοῦ Κράτους, τοιαῦτα εἶναι τὰ παρ’ ἡμῖν καθιερωμένα. Τὸ μονοπώλιον καὶ ἡ ἐπιστήμη ἀναγνωρίζει τὴν σήμερον, ὡς κακὸν ἀνεκτὸν, καὶ ἐν τῇ πράξει ἐφαρμόζεται ἀλλαχοῦ ἐπὶ μόνων τῶν εἰδῶν, τῶν θεωρουμένων ἐπιτηδείων, ἵνα ὑπαχθῶσιν εἰς οἱανδήποτε φορολογικὴν ἀφαίμαξιν, ἐξασφαλιζομένην ὑπὸ μόνον τὸν τύπον τοῦ μονοπωλίου. Ἀλλὰ εἴδη, δυνάμενα νὰ ὑποστῶσι πᾶσαν φορολογικὴν ἀφαίμαξιν, δὲν θεωροῦνται ἐκεῖ τὰ ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης καὶ γενικῆς καταναλώσεως, ὡς τὸ ἅλας, τὰ πυρεῖα καὶ τὸ πετρέλαιον, ἀλλὰ τὰ ἀπολαυστικὰ καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν καὶ ἀσφάλειαν, οἷα εἶναι ὁ καπνὸς, αἱ ἐκρηκτικαὶ ὗλαι καὶ τὰ οἰνοπνεύματα. Τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν ἐπιβάλλεται ὑπὸ διττοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, ὑπὸ τοῦ συμφέροντος, καθ’ ὃ δύναται αὐτὸ νὰ ἀνανεώνῃ ἑκάστοτε καὶ νὰ ἔχῃ πρόχειρον πᾶσαν τὴν ἀναγκαίαν εἰς τὸν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατὸν πυρίτιδα, καὶ ὑπὸ τοῦ συμφέροντος, καθ’ ὃ τὸ μονοπώλιον αὐτὸ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πηγὴ ἀξίας λόγου προσόδου τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ὑπεράνω τῶν συμφερόντων τούτων τοῦ Κράτους ἵσταται τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, ἥτις διὰ τοῦ τοιούτου μονοπωλίου ἐξασφαλίζεται κατὰ τὸ δυνατὸν ἐναντίον πολλῶν καὶ ποικίλων κινδύνων. Τοὺς κινδύνους τούτους παραγνωρίζομεν ἡμεῖς παντάπασι, καίτοι καθ’ ἑκάστην ἀριθμοῦντες θύματα πολλά, ὡς ἐκ τῆς ἐλευθέρας παραγωγῆς καὶ ἐμπορίας τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν· διατί; διότι ἐννοοῦμεν, ὡς ἐν ἄλλοις πολλοῖς, καὶ ἐν τούτῳ νὰ ὦμεν ἡμεῖς πρωτότυποι, νὰ φορολογῶμεν δηλαδὴ βαρύτατα, ἤτοι 200 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν τὸ πετρέλαιον, 400 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν τὸ ἅλας, καὶ ν’ ἀφίνωμεν σχεδὸν ἀφορολόγητον τὴν πυρίτιδα καὶ τὴν δυναμίτιδα, ὅπως οὕτω διευκολύνωμεν τὸ καταστρεπτικὸν ἔργον τῆς διὰ δυναμίτιδος ἁλιείας, καθ’ ἣν τόσοι ἀκρωτηριάζονται ἢ καὶ φονεύονται, καὶ τὸ ἔργον τῆς ἀλληλοκτονίας! Τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ἐπιβάλλεται πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν φορολογουμένων καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς παραγωγῆς. Τὸ Κράτος δύναται ὑπ’ αὐτὸ νὰ πατάξῃ κατὰ κεφαλῆς τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ ἀπὸ τῆς παραγωγῆς μέχρι τῆς καταναλώσεώς του. Νῦν φορολογοῦνται 1,000,000–1,100,000 ὀκάδες καπνοῦ, ἐνῷ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ διπλάσιον τούτου ποσὸν καταναλίσκεται εἰς τὴν χώραν, ὅπερ, ὑπαγόμενον εἰς φόρον, θ’ ἀπέφερε βεβαίως πολὺ ἀνωτέραν πρόσοδον τῆς νῦν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Δὲν εἶναι δὲ ἄδικον, ἄλλοι μὲν τῶν Ἑλλήνων νὰ ὑποβάλλωνται εἰς αὐτὴν τὴν φορολογίαν καὶ ἄλλοι νὰ ὦσιν αὐτῆς ἀπηλλαγμένοι; Δὲν εἶναι ἄδικον νὰ πληρόνωσιν ὑπ’ αὐτὴν τὸν αὐτὸν φόρον καὶ πλούσιοι καὶ πένητες, καὶ οἱ καπνίζοντες καπνὸν ἀξίας μιᾶς μόλις δραχμῆς καὶ οἱ καπνίζοντες τοιοῦτον ἀξίας 10, 20 καὶ ἐπέκεινα δραχμῶν; Ἀλλὰ ἡ ἀναλογία τοῦ φόρου τούτου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαφόρων ποιοτήτων τοῦ καπνοῦ ἐπιτυγχάνεται ὑπὸ μόνον τὸ μονοπώλιον, ὑφ’ ὃ ἐξυπηρετεῖται οὕτω καὶ τὸ συμφέρον τῶν φορολογουμένων. Τέλος ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ θὰ περιορισθῇ μὲν κατά τι ἐν ἀρχῇ ἡ παραγωγή, ὅπως ὅμως αὕτη βελτιωθῇ καὶ ἀναπτυχθῇ βραδύτερον, ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῶν παραγωγῶν καὶ τῆς χώρας καθόλου. Τὸ μονοπώλιον, Κύριοι, τοῦ καπνοῦ, ἐκδιδόμενον εἰς ἑταιρίαν, διαθέτουσαν ἄξια λόγου ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ κεφάλαια, δὲν θὰ ἐξυπηρέτει μόνην τὴν ἐγχώριον κατανάλωσιν, ἀλλὰ καὶ θὰ διήνοιγε νέας ὁδοὺς καταναλώσεως εἰς τὴν καπνοπαραγωγὴν ἡμῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ ἐξηρεύνα, τίνα εἴδη καπνοῦ εἶναι τὰ μᾶλλον περιζήτητα ἀλλαχοῦ, καὶ θὰ ἐφρόντιζε νὰ καλλιεργηθῶσιν αὐτὰ καὶ ἐν Ἑλλάδι, θὰ παρῆγε δὲ, πλὴν τῶν φυσικῶν ποιοτήτων, καὶ πλείστας ὅσας ἄλλας τεχνητὰς ποιότητας διὰ τῆς μίξεως καὶ συσκευῆς ἐκείνων, ὡς τοῦτο γίνεται νῦν καὶ ἀλλαχοῦ. Οὕτω θὰ ηὔξανεν ἡ νῦν εἰς ἐλάχιστον μόνον ποσὸν περιοριζομένη ἐξαγωγὴ τοῦ καπνοῦ ἡμῶν καὶ θ’ ἀπέβαινε τὸ προϊὸν ἡμῶν τοῦτο ἀληθὴς πηγὴ ἐθνικοῦ πλούτου διὰ τὴν Ἑλλάδα...

§202ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ εἶναι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§203ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον... Τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων πρόκειται νῦν νὰ εἰσαχθῇ ἐν Γαλλίᾳ ἐκ λόγων ταμιευτικῶν καὶ δημοσίας ὑγείας. Παρ’ ἡμῖν ἐπιβάλλει αὐτὸ καὶ τρίτος λόγος, ἡ δι’ αὐτοῦ ἐνίσχυσις δύο σπουδαιοτάτων κλάδων τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, τῆς σταφίδος καὶ τοῦ οἴνου. Καὶ τὸ Κράτος ἡμῶν δύναται νὰ προσδοκᾷ ἐξ αὐτοῦ σπουδαίαν πρόσοδον, καὶ ἐλπὶς εἶναι νὰ περισταλῇ οὕτω κατά τι καὶ ἐν Ἑλλάδι ἡ κατάχρησις τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, ὁ ἀλκοολισμός· ἀλλὰ τὸ κυριώτατον πάντων εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων δύναται νὰ εὕρῃ διέξοδον τό γε νῦν ἔχον ἡ σταφιδικὴ, βραδύτερον καὶ ἡ τοῦ οἴνου κρίσις. Τὴν περὶ τούτου γνώμην μου ἀνέπτυξα ἐμπεριστατωμένως μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς σταφιδικῆς συζητήσεως, ὥστε περιττὸν νομίζω νὰ ἐπαναλάβω νῦν, ὅσα τότε εἶπον. Πρόκειται, Κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, περὶ μέτρων γενναίων καὶ ἀποφασιστικῶν, περὶ μέτρων, δι’ ὧν καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς νῦν ἀφορήτου καταστάσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς φαίνεται, δὲν ἀντιλαμβάνεται κἂν τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Ἐὰν εἶχε σαφῆ αὐτῆς ἀντίληψιν, θὰ ἔσπευδε βεβαίως νὰ προβῇ ἀπὸ τοῦδε εἰς ἀναδιοργάνωσιν τῆς οἰκονομικῆς μας ὑπηρεσίας, εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὰς μᾶλλον ἐπειγούσας φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις. Ἀλλ’ εἴδομεν ἤδη, ὁποῖαι ἦσαν αἱ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπενεχθεῖσαι οἰκονομίαι. Περιέκοψε δαπάνας ἐν πολλοῖς ἀναγκαίας καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν, ἐπὶ ζημίᾳ μάλιστα καὶ αὐτῶν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων, ὅπως τὰ ἐντεῦθεν ἐξοικονομηθέντα ποσὰ κατασπαταλήσῃ ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ. Καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ὑπῆρξεν εὐστοχώτερος. Ὡς ἐὰν μὴ διετελοῦμεν ἐν πτωχεύσει, ὡς ἐὰν μὴ εὑρισκόμεθα ἐν παραμοναῖς διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ, ὡς ἐὰν μὴ εἴχομεν, καθῆκον, εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε, νῦν νὰ ἐντείνωμεν τὰς φορολογικάς μας δυνάμεις, αὐτός, ἀντὶ νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε φορολογικὴν μεταῤῥύθμισιν, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐνόμισεν ὅτι τῷ ἐπετρέπετο νῦν νὰ προβῇ εἰς μείωσιν αὐτῶν, μόνον καὶ μόνον, ὅπως τὸ ἤδη χαῖνον ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ καταστήσῃ ἔτι μεῖζον καὶ δυσχεράνῃ οὕτως, ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων. Ἡ πρόφασίς του, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα προβῇ εἰς τὰς ἀναγκαίας φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, εἶναι παλαιὰ καὶ τετριμμένη πλέον. Τὴν ἠκούσαμεν παρ’ αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1891 καὶ 1892. Ὡς τότε διεβουκόλει ἡμᾶς πάντοτε μὲ κενὰς ἐλπίδας, καὶ νῦν ζητεῖ νὰ καθησυχάσῃ ἡμᾶς μόνον μὲ τὰς περὶ μέλλοντος ὑποσχέσεις του, μὲ τὴν κενὴν, ὡς πάντοτε, ἐπαγγελίαν, ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς θὰ δυνηθῇ νὰ παρασκευάσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς ἡμᾶς τοιαύτην νομοθετικὴν ἐργασίαν. Αὐτὸς οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ προβῇ εἰς γενναῖόν τι μέτρον μεταῤῥυθμιστικόν, διότι οὐδέποτε ἐπῆλθε τοιοῦτόν τι εἰς τὸν νοῦν του. Αὐτὸς καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1890 καὶ νῦν ἦλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν μὲ τὴν ἀπόφασιν μόνον ν’ ἀνατρέψῃ καὶ καταστρέψῃ πᾶν ὅ,τι καλὸν εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ἀνίκανος νὰ δημιουργήσῃ τι ἴδιον. Διὰ τὸ καταστρεπτικὸν αὐτοῦ ἔργον εἶχε βεβαίως, ὡς τότε, καὶ νῦν τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν. Ὡς τότε, καὶ νῦν εἶχε τὸν καιρὸν, ἵνα συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σωρείαν νομοσχεδίων, ἀνατρεπτικῶν μόνον τοῦ καθεστῶτος. Μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως δὲν καταστρέφει πᾶν ὅ,τι καλὸν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ αὕτη, μόνον καὶ μόνον ὅπως δημιουργήσῃ θέσεις τινὰς ἐπιθεωρητῶν αὐτῆς χάριν ὡρισμένων ὀπαδῶν του; Μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους δὲν παραλύει τὴν λογιστικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν δυσχεραίνει τὰς περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις, μόνον καὶ μόνον ὅπως δημιουργήσῃ οὕτω θέσιν γενικοῦ γραμματέως ἐπὶ πενταετίαν διά τινα τῶν εὐνοουμένων του; Μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν δὲν καταστρέφει ἕνα πόρον τοῦ Κράτους; Μήπως διὰ τῶν δασμολογικῶν του νομοσχεδίων δὲν καταστρέφει ἄλλους πόρους αὐτοῦ, μόνον καὶ μόνον ὅπως ὠφελήσῃ οὕτω βιομηχάνους τινὰς ἐν Τριπόλει καὶ ὀλίγους ἐμπόρους ἐν Πειραιεῖ; Μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἀποστερεῖ τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ μόνον ἐχέγγυον περὶ τοῦ ἀφατριάστου αὐτοῦ, ἀψηφῶν, ἐὰν οὕτως ἐξαρθροῦται ὁ θεσμὸς αὐτὸς καὶ ἀνοίγεται πάλιν ἡ θύρα τοῦ ἐγκλήματος καὶ τοῦ λαθρεμπορίου; Μήπως διὰ τῶν νομοσχεδίων του περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, περὶ οἰκονομικῶν ἐφοριῶν, περὶ ταμείων καὶ ὑποταμείων καὶ περὶ τελωνειακῶν θέσεων δὲν παραλύει τὰς σχετικὰς ὑπηρεσίας, φροντίζων μόνον δι’ αὐτῶν νὰ δημιουργήσῃ θέσεις καὶ προσόντα ὑπέρ τινων εὐνοουμένων του; Μήπως διὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν καταργεῖ τὴν μονιμότητα καὶ δὲν μεταβάλλει τὰ προσόντα αὐτῶν, μόνον καὶ μόνον ὅπως δυνηθῇ οὕτω νὰ ῥίψῃ εἰς τοὺς δρόμους πλείστους ὅσους ἀρχαίους καὶ δεδοκιμασμένους ὑπαλλήλους, πρὸς ἐπαύξησιν τῆς πιστώσεως τῶν συντάξεων, καὶ ἀναπληρώσῃ αὐτοὺς δι’ ἰδίων του φίλων, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν; Μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου δὲν ἐπαναφέρει τὸ πρὶν χάος εἰς τὸ ἀνώτατον ἡμῶν ἐκπαιδευτήριον, καθ’ ὅ τινες ἐπιστημονικοὶ κλάδοι καὶ σχολαὶ ὑπερεπληροῦντο καθηγητῶν περιττῶν, ὅπως ἄλλοι κλάδοι καὶ σχολαὶ στερῶνται καὶ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων τοιούτων; Μήπως διὰ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων του δὲν μετέβαλεν εἰς ῥάκος καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, ὑπὲρ οὗ ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐκόπτετο πάντοτε, λέγων ὅτι ἦτο τεταγμένος φρουρὸς αὐτοῦ μὲ τὸ ὅπλον παρὰ πόδας; Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου καταργεῖται ὁ νόμος περὶ αὐτῶν καὶ οὕτω θὰ διορίζωνται καθηγηταὶ ἐφεξῆς εἰς θέσεις μὴ νενομοθετημένας, ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Συντάγματος. Πλεῖστοι ὅσοι νόμοι καὶ διατάξεις αὐτῶν, καταργηθεῖσαι ἤδη, ἀνακαλοῦνται εἰς ἰσχὺν διὰ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ἔπρεπεν οἱ ἅπαξ καταργηθέντες νόμοι νὰ εἰσαχθῶσιν ἐκ νέου ὡς νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφοφορηθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς «ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας.» Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν κατηργήθησαν λαθραίως τὰ προσόντα τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐπὶ προφανεῖ ἀθετήσει τοῦ ἄρθρου 89 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λοιπόν, ὡς παρατηρεῖτε, εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σωρείαν νομοσχεδίων ἀνατρεπτικῶν τοῦ καθεστῶτος καὶ αὐτοῦ τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου, δὲν εἶχεν ὅμως τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα συντάξῃ καὶ προβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἡμῶν κανὲν νομοσχέδιον, πληροῦν ἀληθῆ τινα ἀνάγκην. Εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵν’ ἀντιγράψῃ κακοζήλως καὶ διαστρεβλώσῃ ἐν πολλοῖς τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη συνταχθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ 1895· δὲν εἶχεν ὅμως τὸν καιρόν, ἵνα διορθώσῃ καὶ βελτιώσῃ αὐτὸν κατά τι! Ἀλλ’ αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι καὶ λέγονται προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις. Εἶπον καὶ ἀπέδειξα ἤδη, ὅτι ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνεπαρκὴς ὅλως αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν παροῦσαν ἡμῶν κατάστασιν, ὡς τοιοῦτον δ’ ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστρέψῃ αὐτὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἔχομεν ἀνάγκην πάντοτε μὲν, μάλιστα δὲ νῦν, προϋπολογισμοῦ προβλέποντος ἐν πᾶσιν οὐ μόνον περὶ τῶν συνήθων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν θὰ κατωρθοῦμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς νῦν καταστάσεως ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅπως τύχωμεν τοιούτου προϋπολογισμοῦ, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὅλαι αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι ἐπὶ τῶν περιττῶν ἢ καὶ μὴ ἀπαραιτήτων πάντη δαπανῶν, ἐπὶ τούτῳ μεταῤῥυθμιζομένων, ἂν δεήσῃ, καὶ τῶν σχετικῶν ὀργανικῶν ἡμῶν νόμων. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ γείνωσι καὶ ὅλαι αἱ δυναταὶ φορολογικαὶ μεταῤῥυθμίσεις, ἐξ ὧν θὰ προσεδοκᾶτο αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ συνταχθῇ οὗτος ἐπὶ τῇ βάσει εὐρυτάτου ἰσοζυγίου, ἐπιτρέποντος οὐ μόνον τὴν πλήρωσιν πασῶν τῶν ἀπαραιτήτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὡς Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν τε δημοσίων καὶ τῶν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκονομικῶν. Ἀνάγκη πᾶσα μεταξὺ τῶν συνήθων ἐξόδων καὶ ἐσόδων νὰ ὑπάρχῃ περιθώριον μέγα, ἐπιτρέπον τὰ μέσα εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ἀνόρθωσιν. Μεταξὺ τῶν τακτικῶν πλέον καὶ ἀπαραιτήτων δαπανῶν τοῦ Κράτους πρέπει νὰ καταλεγῶσι καὶ τὰ ἔξοδα διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν δημοσίων ἡμῶν ἔργων, ἰδίᾳ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἡ ἐγκατάλειψις καὶ τῶν ἄλλων, κατ’ ἐξοχὴν δὲ τοῦ ἔργου τούτου εἰς τὴν τύχην του, θὰ ἐμαρτύρει, ὅτι ἡμεῖς οὐδεμίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἐλάβομεν, ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναῤῥώσεως. Ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Λαρίσης στοιχίζει ἤδη εἰς τὸ Κράτος δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων, πᾶσα δὲ ἀναβολὴ ἐξακολουθήσεως τῆς κατασκευῆς του ἐπιφέρει φθορὰν εἰς τὰ ἡμιτελῆ του ἔργα, εἰς τὸ ἐκτεθειμένον ὑλικόν του, ἀνερχομένην κατ’ ἔτος εἰς ἑκατομμύρια ὅλα. Πάντες σχεδὸν οἱ ξύλινοι αὐτοῦ στρωτῆρες ἔχουσι καταστῆ ἤδη ἄχρηστοι, τὰ δὲ τεχνικά του ἔργα εἶναι ἡμικατεστραμμένα. Δάνειον δὲν δυνάμεθα, οὐδὲ συμφέρει νὰ συνομολογήσωμεν πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος σιδηροδρόμου. Ἀνάγκη λοιπὸν καὶ ἀνάγκη πᾶσα ν’ ἀναγράφωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἐτησίαν δαπάνην δι’ αὐτὸν ἐκ 2–3 ἑκατομμυρίων τοὐλάχιστον. Οὕτως πως μόνον θὰ ἐμπνεύσωμεν καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τὴν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ἀπεφασίσαμεν πλέον, ὡς καλοὶ οἰκοκυραῖοι, νὰ θέσωμεν τάξιν εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς. Μεταξὺ τῶν μέσων, ἅτινα ὀφείλομεν νὰ προορίσωμεν ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ἀνορθώσεως, τὴν πρώτην θέσιν πρέπει νὰ καταλάβῃ ἡ διάθεσις ποσοῦ τινος ἐτησίως, ἔστω καὶ ἐκ 3 ἑκατομμυρίων, ὑπὲρ τοῦ βαθμιαίου περιορισμοῦ τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ κυμαίνοντος χρέους. Οὕτω πως οὐ μόνον τὰς ἐγχωρίας Τραπέζας θὰ ἐνισχύσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς ἀνάκτησιν τῆς προτέρας πίστεώς των, ἀλλὰ καὶ θὰ παράσχωμεν εἰς πάντας τὴν τρανωτάτην ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν, ἵνα λάβωμεν διαζύγιον ὁριστικὸν πρὸς τὸ παρελθόν. Μόνον μὲ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν ἀνὰ χεῖρας θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὐπροσωπήσωμεν καὶ ἀπέναντι τῶν ξένων, καὶ νὰ τύχωμεν ἐπιεικῶν ὅρων κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ τοῦ Κράτους πρὸς αὐτούς. Προϋπολογισμὸς τοιοῦτος θὰ ἦτο ἡ καλλιτέρα ἀσφάλεια καὶ ἐγγύησις δι’ αὐτοὺς, καλλιτέρα καὶ τῆς ἱδρύσεως ἰδίας ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐν ἡμῖν καὶ αὐτοῦ τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Προϋπολογισμὸς τοιοῦτος θὰ τοὺς ἔπειθε νὰ παραιτηθῶσι καὶ πάσης ἀξιώσεως ἐπὶ συμμετοχῆς αὐτῶν εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους διατεθησομένων προσόδων, ἀξιώσεως, ἥτις θὰ συνεπήγετο καὶ τὴν συμμετοχὴν αὐτῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος προσόδων καὶ τὸν διεθνῆ ἔλεγχον. Θὰ τοὺς ἔπειθε ν’ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τοῦ ποσοστοῦ αὐτῶν καθοριζομένου ἐφάπαξ εἰς 40 ἕως 45%, καὶ εἰς τὴν προσαύξησιν τοῦ πληρωτέου εἰς αὐτοὺς ποσοῦ ἐκ τῆς βελτιώσεως τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν νομίσματος. Προϋπολογισμὸς τοιοῦτος θὰ καθίστα ἡμᾶς ἱκανοὺς νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς καὶ περὶ ἀναπτύξεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πόρων. Τοιοῦτος προϋπολογισμὸς μόνον θὰ ὑπεβοήθει ἡμᾶς, ἵνα ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς νῦν ἀφορήτου καταστάσεως, καὶ θὰ ἐπλήρου ἡμᾶς ἐλπίδων περὶ μέλλοντος αἰσιωτέρου.

§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 2 καὶ 30′ π.μ. τῆς ἑπομένης.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
2τῆς 13 Ἰουλίου 1895.
3(Παρασκευὴ)
4Ὥρα 11 π. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Καλλιφρονᾶ).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θέλουσιν ἀναγνωσθῆ μετὰ
8μεσημβρίαν, διότι δὲν εἶναι ἕτοιμα εἰσέτι.
9(Προσέρχεται καὶ ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου
10τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ ἄρτι ἀφικόμενος βουλευ-
11τὴς Κερκύρας κ. Κωνσταντῖνος Βασιλάκης).
12§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν
13λόγον ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
14§3ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ἡμερῶν ἤδη, ἔχων
15ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω ἐπερωτήσεις καὶ συστάσεις τινὰς πρὸς
16τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εὗρον εὐκαιρίαν πρὸς τοῦτο, διότι πολλὴ
17ὑπάρχει ἐπισεσωρευμένη ἐργασία καὶ διότι ἀπέφευγον νὰ ἀπα-
18σχολήσω τὴν Βουλὴν καθ’ ὥραν προκεχωρηκυῖαν, ὑπὸ τοι-
19αύτας μάλιστα καιρικὰς περιστάσεις. Σήμερον ὅμως εἶμαι
20ὑποχρεωμένος νὰ πράξω τοῦτο, συναρμολογήσας πᾶν ὅ,τι
21εἶχον νὰ εἴπω καὶ καταλαβὼν τὸ βῆμα ἐφ’ ἅπαξ, ἵνα ἐπὶ
22βραχύτατον ἀπασχολήσω ὑμᾶς. Ἀτυχῶς καὶ αὖθις συμπί-
23πτει ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ἐπιθυμίας καὶ τοῦ καθήκοντός μου
24τούτου πρὸς τὴν ἀπουσίαν πλείστων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως
25ἐκ τῆς αἰθούσης· ἡ παρουσία ὅμως τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς
26Κυβερνήσεως εἶναι ἐπαρκεστάτη δι’ ὅλα. Θὰ καταθέσω ἔγ-
27γραφον τὴν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπε-
28ρώτησίν μου...
29§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ κ.
30Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι εἶναι
31κλινήρης· ἐγὼ ἀκούω καὶ θέλω διαβιβάσει ὅλα.
32§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Δὲν ἐκάκισα τὴν
33ἀπουσίαν αὐτοῦ. Ἀπεναντίας τιμῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
34Ἐξωτερικῶν ὡς ἕνα ἐκ τῶν φιλοπονωτέρων καὶ τακτικωτέρων
35ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῇ κοινοβουλευτικῇ δρά-
36σει αὐτοῦ.
37Ἐν ἀπωτάτῃ τινὶ χώρᾳ τοῦ κόσμου, εἰς τὰ βάθη τοῦ Εἰ-
38ρηνικοῦ Ὠκεανοῦ, εἰς τὰς Σανδουΐχας νήσους, τὸ τέως Βα-
39σίλειον τῆς Χαβαίας, βιοῦσιν Ἕλληνες ὑπήκοοι, ἐκ Λακε-
40δαίμονος καταγόμενοι. Ἐκεῖ συνέβη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ
41ἔτους τούτου ἐπανάστασις, δι’ ἧς φίλαρχός τις, Dole καλού-
42μενος, ἐξεθρόνισε τὴν τέως Βασίλισσαν τῆς χώρας Λιλιουκα-
43λάνην, καὶ κατέλαβε τὴν ἀρχὴν αὐτὸς, ἀνακηρύξας ἐν τῇ
44χώρᾳ τὴν δημοκρατίαν, ἑαυτὸν δὲ Πρόεδρον αὐτῆς. Ἀλλ’ οἱ
45Εὐρωπαῖοι, οἱ κατοικοῦντες εἰς τὴν χώραν ἐκείνην, φαίνεται
46ὅτι ἐκινήθησαν εἰς ἐνεργείας τινὰς, χαρακτηρισθείσας ὡς ἀντε-
47πανάστασιν κατὰ τοῦ νέου καθεστῶτος· ὁ καταλαβὼν τὴν
48ἀρχὴν δικτατορικῶς, τοὺς μὲν τῶν Εὐρωπαίων ἐφυλάκισε,
49τοὺς δὲ ἐξώρισεν, ἁπάντων δὲ ἐδήμευσε τὰς περιουσίας.
50Μεταξὺ τῶν οὕτως ἀδικηθέντων Εὐρωπαίων εἶναι καὶ οἱ τρεῖς
51ἡμέτεροι συμπολῖται Γεώργιος Λυκοῦργος, Κουτουμάνος καὶ
52Καμαρινός, ἐκ Λακεδαίμονος, διότι ἀπεδόθη καὶ εἰς αὐτοὺς
53ὅλως ἀδίκως ἀνάμιξις εἰς τὰς πολιτικὰς ἐνεργείας. Οὗτοι ἀνη-
54νέχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ζητοῦντες προ-
55στασίαν ἐντεῦθεν· ὑπέβαλον δὲ αἰτήσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων
56καὶ μακρότατον ὑπόμνημα, ἀγγλιστὶ, διότι συνετάχθη παρ’
57Ἄγγλου δικηγόρου ἐκεῖ καὶ δυναμένου νὰ ἐκθέσῃ τὴν ὑπό-
58θεσιν ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον, τοῦ ὁποίου ἀντίγραφον ἐστάλη
59καὶ εἰς ἐμὲ, ἀποτελούμενον δὲ ἐξ εἴκοσι τοιούτων, ὡς βλέπετε,
60σελίδων. Τοῦτο θέλω δώσει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
61Ἐξωτερικῶν, ἐὰν θεωρήσῃ αὐτὸ ἀναγκαῖον, ἵνα ἀντλήσῃ
62πληροφορίας χρησίμους ἐξ αὐτοῦ.
63Οἱ ἡμέτεροι συμπολῖται ζητοῦσι ν’ ἀνατεθῇ ἡ προστασία
64αὐτῶν εἴς τινα τῶν πρέσβεων ἢ τῶν προξένων ἐκείνων τῶν
65εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἅτινα ἔχουσιν ἐπίσης ὑπηκόους ἀδικη-
66θέντες καὶ ὧν οἱ ἀντιπρόσωποι θὰ προβῶσιν εἰς ἐνεργείας ὑπὲρ
67τῶν ἰδίων ὑπηκόων. Θὰ ἦτο λοιπὸν εὔκολον ν’ ἀνατεθῇ εἰς
68τινα ἐξ αὐτῶν ἡ προστασία καὶ τῶν ἡμετέρων, καὶ ὡς τοιοῦ-
69τος θὰ ἦτο ἁρμοδιώτερος ὁ πρεσβευτὴς ἢ ὁ γενικὸς πρόξενος
70τῆς Ἀγγλίας, ἢ ὁ τῆς Ἀμερικῆς· ἁρμοδιώτερον μάλιστα
71θεωρῶ τοῦτον, τὸ μὲν ἕνεκα τῆς γειτνιάσεως τῆς μεγάλης
72πατρίδος αὐτοῦ πρὸς τὰς Σονδουΐχας νήσους, τὸ δὲ διότι
73καὶ ὁ ἐν Ἀθήναις πρέσβυς τῆς Ἀμερικῆς, φιλελληνικώτατος
74ἀνὴρ, ὁ διακεκριμένος διπλωμάτης κ. Alexander, θὰ δεχθῇ
75προθύμως, ὡς φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, νὰ χορηγήσῃ τὴν
76κραταιὰν προστασίαν αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἡμετέρους συμπολίτας.
77Ἐπίσης ἀνηνέχθησαν δι’ ἐπιστολῶν των πρὸς ἐμὲ Ἕλλη-
78νες κατοικοῦντες ἐν Μπιοὺτ (Butte, Montana) τῆς Μον-
79τάνας, πολιτείας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς,
80παρακαλοῦντές με νὰ ὑπομνήσω ὁπωσδήποτε πρὸς τὴν Κυ-
81βέρνησιν παράκλησιν πάντων τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, ὑποβλη-
82θεῖσαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀφο-
83ρῶσαν εἰς τὸν διορισμὸν προξένου ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ, διότι ἡ
84παρουσία Ἕλληνος προξένου εἶναι ἀναγκαία, ἕνεκα τῆς αὐ-
85ξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καὶ ἐν τῇ πολιτείᾳ ἐκείνῃ ἡμετέρων
86συμπολιτῶν. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῇ πρὸς ἐμὲ ἀναφέρουσι καὶ
87ὄνομα συγκεκριμένον τοῦ διοριστέου προσώπου, ἀλλὰ τοῦτο
88δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ὑποβάλω, οὔτε κἂν νὰ ὀνομάσω πρὸς
89τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ὁ κ. Ὑπουργὸς
90ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ ἐκλέξῃ καὶ διορίσῃ αὐτὸς
91τὸν ἁρμοδιώτερον πρὸς ἀντιπροσώπευσιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ
92χώρᾳ ἐκείνῃ. Καὶ περὶ τούτου θὰ καταθέσω ἔγγραφον ὑπό-
93μνημα.
94Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ παρακαλέσω
95νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐν εὐκαιρίᾳ νὰ πληροφορήσῃ
96τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐκτελῆται τὸ ἄρθρον 2 τῆς κατὰ τὸ ἔτος
971881 συναφθείσης συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερ-
98νήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πόλει τροχιοδρό-
99μων, ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο καὶ μόνον: Οἱ ἀνήλικοι ἐπιβάται
100καταβάλλουσι κατὰ τὴν σύμβασιν τὸ ἥμισυ τοῦ συμπεφω-
101νημένου διὰ τῆς συμβάσεως ναύλου. Καὶ ὅμως νῦν, ὡς παρα-
102τηρῶ, ὑποχρεοῦνται, παρὰ τὴν σύμβασιν, νὰ πληρώνωσιν
103ἐνίοτε μὲν ὑπὲρ τὸ ἥμισυ, ἐνίοτε δὲ καὶ ὁλόκληρον τὸ διὰ
104τοὺς μεγάλους συμπεφωνημένον καὶ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ συμ-
105βάσει κόμιστρον. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
106θέλει ἀνακοινωθῆ παρὰ τοῦ Προεδρείου, ἀναγραφομένη εἰς τὰ
107ἐπίσημα πρακτικὰ, ἡ σύστασίς μου αὕτη· ἐλπίζω δὲ, ὅτι
108θέλει εὐαρεστηθῆ, διδομένης αὐτῷ εὐκαιρίας, ὡς εἶπον, νὰ
109πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.
110Συμπίπτει νὰ φθάσω ἐν τῇ σειρᾷ τῶν συστάσεων καὶ ἐπε-
111ρωτήσεών μου τούτων καὶ εἰς ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλή,
112πρὸ πάντων οἱ παλαιότεροι καὶ ἀρχαιότεροι τῶν κ. κ. Βου-
113λευτῶν, θέλουσιν ἀκούσει εὐχαρίστως, αὐτὸς δὲ ὁ κ. Πρόεδρος
114τῆς Κυβερνήσεως εὐχαριστότερον ἔτι, ὡς ἐλπίζω. Εἶναι τὸ
115ὄνομα ἑνὸς ἐκ τῶν ἐργασθέντων μετὰ τὴν ἐθνικὴν ἀποκα-
116τάστασιν τοῦ 1821, ὅσον ὀλίγοι ἄλλοι, πρὸς αὔξησιν καὶ κρα-
117ταίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Διὰ τῶν ἐνεργειῶν τινων
118θερμοτάτων Ἑπτανησίων ἐπῆλθεν ἡ ἕνωσις τῆς ἀδελφῆς
119χώρας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Τὰ ὀνόματα τῆς χορείας τῶν ἐρ-
120γατῶν τῆς μακρᾶς, πολυχρονίου, ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλή-
121ρους διαρκεσάσης ἐργασίας ἐκείνης, εἰσὶ πρὸς ὅλους γνωστὰ
122καὶ ἀγαπητὰ καὶ σεβαστά. Τὰ πλεῖστα ἐξέλιπον ἢ ἐκλεί-
123πουσιν ὁσημέραι. Ἓν μένει ἔτι, ἀντέχον κρατερῶς εἰς τὴν
124φορὰν τοῦ χρόνου. Εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ κ. Κοσμᾶ Παναρέτου,
125τοῦ ἄλλοτε ἐπὶ πολλὰς περιόδους ἀντιπροσωπεύσαντος τὴν
126νῆσον τῶν Κυθήρων ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς ἀντε-
127προσώπευε τὴν πατρίδα του καὶ ἐν τῷ Ἰονικῷ Κοινοβουλίῳ,
128εἰς ὃ ἐπὶ μακρόν, ὡς εἶπον, ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως.
129Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ κατὰ τὸ 1891
130ψηφισθέντος νόμου «περὶ βοηθημάτων», κατ’ εἰσήγησιν τῆς
131Κυβερνήσεως, ἧς προήδρευεν ὁ καὶ νῦν ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος
132τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνα-
133μνήσω τὸ ὄνομα αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυ-
134βέρνησιν, ἵνα ληφθῇ περὶ αὐτοῦ πρόνοιά τις, ἡ ὁποία μόνον
135περὶ αὐτοῦ δὲν ἐλήφθη, ἐν ᾧ ἐλήφθη δι’ ἅπαντας τοὺς ἄνδρας
136τῆς χορείας, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Κοσμᾶς Πανάρετος ἀνῆ-
137κεν, ἵνα ἀπενέμετο καὶ αὐτῷ βοήθημά τι, ὡς τιμητικὴ περί-
138θαλψις, νῦν κἄν, ὅτε εὑρίσκεται περὶ τὸ τέλος τοῦ βίου του
139καὶ, κατὰ τὸν γενικὸν κλῆρον τῶν ἀφιερωσάντων τὰς ἐνεργείας
140τῶν ἡμερῶν αὐτῶν εἰς τὴν πατρίδα, ἐν πενίᾳ διατελεῖ. Ὁ
141κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἀνέμνησα αὐτῷ κατὰ τὸν
142Φεβρουάριον τοῦ 1891 τὸ ὄνομα τοῦ κ. Παναρέτου, ἐξεφρά-
143σθη περὶ αὐτοῦ, ὡς εἰκός, μετὰ μεγίστης εὐμενείας καὶ ἀγά-
144πης. Εἶπεν ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Κοσμᾶς Πανάρε-
145»τος διετέλεσεν ἀληθῶς εἷς τῶν προταγωνισθέντων ὑπὲρ τῆς
146»ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς
147»πρώην Ἰονίου Πολιτείας (λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς) ἀνα-
148»φέρωνται ἄλλοι ἀρχαιότεροι αὐτοῦ κατὰ τὸν ἀγῶνα, γνω-
149»ρίζω ὅμως, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τοῦ βίου αὐτοῦ ἠγωνίσθη
150»τὸν ἀγῶνα τοῦτον καὶ ἠξιώθη νὰ ἴδῃ τοὺς πόθους του στε-
151»φανουμένους ὑπὸ τῆς ἐπιτυχίας.» Ἐν τέλει δὲ λέγει, ὅτι
152»(ἀναγινώσκει): «Τὰς ὑπηρεσίας τοῦ κ. Παναρέτου ἀνα-
153»γνωρίζω, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα εἰς
154»τὴν Βουλήν, δὲν παρακαλοῦμεν αὐτὴν νὰ ἀπονείμῃ βοηθήμα-
155»τα εἰς νέα πρόσωπα, παρεκάλεσα μόνον αὐτὴν νὰ ἐπι-
156»τρέψῃ, ἵνα τὰ κεχορηγημένα μεταβιβάζωνται εἰς τὰς οἰκο-
157»γενείας αὐτῶν μετὰ θάνατον. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι πρᾶ-
158»ξις δικαιοσύνης νὰ ἀπονεμηθῇ εἰς τὸν Πανάρετον σύνταξις,
159»καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ συμπράξω μετὰ τῆς πλειο-
160»ψηφίας, ἵνα ἐπιτύχω τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως ταύτης.»
161Τοὺς λόγους τούτους εὐχαρίστως ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνή-
162μην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ αὐ-
163τὸς ἐμφορεῖται, καὶ τώρα, ὑπὸ τῆς διαθέσεως, ἥτις καὶ τότε
164ἐνέπνευσεν αὐτῷ τὴν ἔκφρασιν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἠκού-
165σατε. Ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλή, ἐλπίζω, προθύμως θέλει χορη-
166γήσει τὴν συνδρομήν της, ἄνευ ἀντιῤῥήσεων καὶ ἀντιλογιῶν,
167ἵνα δικαιωθῇ, περὶ τὰς δυσμὰς τοῦ βίου του εὑρισκόμενος, ἀνὴρ
168ὑπάρξας ἀληθῶς εἷς τῶν ἐργατῶν τῆς Ἑλληνικῆς παλιγ-
169γενεσίας.
170Μετὰ τοῦτο ὑποβάλλω δι’ ὀλίγων ἐρώτησίν μου πρὸς τὸν
171κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀφορῶσαν εἰς τὸν τρό-
172πον καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁ περὶ διδα-
173κτικῶν βιβλίων τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐσχά-
174τως παρ’ ἡμῶν ψηφισθεὶς καὶ δὴ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυ-
175βερνήσεως» δημοσιευθεὶς κεκυρωμένος νόμος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ.
176Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπουσιάζει, θεωρῶ περιτ-
177τὸν ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, ἀρκούμενος εἰς τὴν κατάθεσιν ἐγ-
178γράφου καὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης, ἵνα αὕτη διαβι-
179βασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις βεβαίως θὰ εὐαρεστηθῇ
180νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, διὰ τὴν ὁποίαν παρακαλῶ αὐτόν.
181Ὑποβάλλω ἀναφορὰν καταδίκου τινὸς, Θεοδώρου Κρυπω-
182τοῦ, ζητοῦντος τὴν ἀπονομὴν εἰς αὐτὸν βασιλικῆς χάριτος.
183Παρακαλῶ δὲ νὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰ
184περαιτέρω.
185Πλὴν τούτων, δι’ ὧν ἐλπίζω ὅτι δὲν ἀπησχόλησα ὑμᾶς ἐπὶ
186πολὺ, ἐσκόπουν νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπί τινων θεμάτων, ἀνα-
187γομένων πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν,
188ἀλλὰ καὶ τοῦτον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ βλέπω ἐνταῦθα πα-
189ρόντα. Τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω αὐτὸν,
190εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου ὑπέβαλον
191καὶ ἄλλην ἡμέραν, καθ’ ἣν συνέβη καὶ τότε νὰ μὴ ἦναι πα-
192ρών. Εἶναι ζήτημα ἀφορῶν εἰς τοὺς προβιβασμοὺς ἀνθυπα-
193σπιστῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, κατὰ νό-
194μους τινὰς κειμένους, οὓς μετ’ ἀπορίας βλέπω τεθειμένους ἐν
195ἀχρηστίᾳ, ἢ τοὐλάχιστον μὴ ἐκτελουμένους, ὡς ἐὰν μὴ ἦναι
196ἐν ἰσχύϊ. Ἀλλ’ ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁμολογῶ ὅτι θεω-
197ρῶ τὴν συζήτησιν ἄσκοπον. Θέλω ἐπιφυλαχθῆ λοιπὸν εἰς ἄλ-
198λην συνεδρίασιν.
199§6ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι σᾶς ἀπήντησε.
200§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπήντησεν ἀληθῶς προχθὲς,
201κύριε συνάδελφε, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν
202ὁποίαν ἔδωκεν, ἤμην διατεθειμένος νὰ φέρω παρατηρήσεις τι-
203νὰς, ἐὰν ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
204Στρατιωτικῶν ἀπουσιάζει. Παραιτοῦμαι λοιπὸν τοῦ ἔργου.
205§8ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργός.
206§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δὲν
207θεωρῶ οὔτε ὑποχρεωμένον, οὔτε παρεσκευασμένον ἴσως, νὰ δώσῃ
208ἀπάντησιν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ἐρωτηθῆ, διὰ τὴν ὁποίαν
209δὲν ἠσχολήθη.
210§10ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
211§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις εἶναί τι ζήτημα
212ἕτερον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης εἶχον πραγματευθῆ κατὰ τὴν
213αὐτὴν συνεδρίασιν, ποιούμενος σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
214γὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ὅμως καὶ ἐν ἀπου-
215σίᾳ αὐτοῦ δύναμαι τώρα νὰ θίξω δι’ ὀλίγων λέξεων, ἐπικα-
216λούμενος τὴν προσοχὴν ὅλων ὑμῶν, ἰδίᾳ ὅμως, ἰδιαίτατα,
217τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
218Ἔκαμον τότε σύστασιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσα ὡς ἑξῆς·
219ἀναγινώσκω δὲ αὐτὴν, ὡς διετυπώθη τότε παρ’ ἐμοῦ (ἀνα-
220γινώσκει):
221«Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουρ-
222γὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μελετήσῃ τὸ
223ζήτημα τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν πασῶν τῶν παρελ-
224θουσῶν ἀπογραφῶν, ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ γενικῆς στρατο-
225λογίας νόμου, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ, ἐὰν ἐγκρίνῃ, ὑπὸ τὴν βάσα-
226νον καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοθέτημα παραπλήσιον πρὸς
227τὸ ὑπ’ αὐτῆς ληφθὲν μέτρον διὰ τοὺς καθυστερήσαντας ἐπι-
228στράτους τῶν ἐπιστρατειῶν τοῦ 1880–1881 καὶ 1885 ἕως
2291886 (νόμος ΑΩΠΘʹ τῆς 21 Φεβρουαρίου 1892), ἵνα διὰ τοῦ
230μέτρου τούτου καὶ οἱ στρατολογικοὶ κατάλογοι ἀνακαθαρθῶ-
231σιν ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς στρατολογι-
232κῆς ὑπηρεσίας, ἵνα δὲ καὶ περὶ μεγάλου ἀριθμοῦ Ἑλλήνων
233πολιτῶν, ἀποδημούντων ἀπὸ ἐτῶν καὶ ἐν ἐκκρεμότητι στρα-
234τιωτικῆς ὑποχρεώσεως διατελούντων, ληφθῇ μέτρον τι ἐπιει-
235κὲς, δυνάμενον συγχρόνως ν’ ἀποβῇ καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου
236ταμείου διὰ τῆς καταβολῆς ἀναλόγου χρηματικοῦ ποσοῦ παρ’
237ἐκείνων, οἵτινες δὲν θὰ ἔστεργον νὰ προσέλθωσι ταχέως πρὸς
238ἐκπλήρωσιν τῆς κανονισθησομένης στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.»
239Σημειωτέον ὅτι τὸν νόμον ΑΩΠΘʹ, ὃν ἐμνημόνευσα ἐν τῇ
240ἀναγνωσθείσῃ ἐπερωτήσει μου, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
241ψηφισθέντα ἐδημοσίευσεν ὁ καὶ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
242σεως, ἀλλὰ καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀξιότιμος
243καὶ νῦν Πρωθυπουργός.
244Ἐκ τοῦ νομοῦ, τὸν ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσω-
245πεύσω δὶς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ κατὰ τὴν ἐπικράτησιν τῆς
246νομαρχιακῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἀλλὰ δὴ καὶ ἐκ τῆς ἐπαρ-
247χίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω νῦν, ἀπε-
248δήμησαν πολλοί, καὶ ἀποδημοῦσιν ἀκατασχέτως κατὰ χι-
249λιάδας, εἰς τὴν Ἀμερικὴν κυρίως, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας χώ-
250ρας, εἰς τὴν Ρουμανίαν, κατὰ δεύτερον λόγον, εἶτα δὲ εἰς
251τὰς διαφόρους ἐκτάσεις τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν
252Αἴγυπτον. Μεταξὺ τῶν ἀποδημούντων, καθ’ ἃς ἔλαβον ἰδιαι-
253τέρας πληροφορίας,—διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
254κῶν ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἐκ Μήλου συναδέλφου κ. Κου-
255λούρη περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν ἁπα-
256σῶν τῶν παρελθουσῶν ἀπογραφῶν, δὲν προσήγαγε μέχρι τοῦδε
257πληροφορίας, ἐδέησε λοιπὸν νὰ προσφύγω ἰδιωτικῶς εἰς τὴν
258ἀναζήτησιν καὶ λῆψιν τοιούτων πληροφοριῶν—κατὰ τὰς
259πληροφορίας, λέγω, ταύτας, μεταξὺ τῶν ἀποδημούντων περι-
260λαμβάνονται καὶ καθυστεροῦντες κληρωτοὶ ἀπὸ τῆς ἐφαρμο-
261γῆς τοῦ νόμου περὶ γενικῆς στρατολογίας, ἀνερχόμενοι εἰς
262ἀριθμὸν ἴσως 20,000, βεβαίως ὅμως ἀνώτερον τῶν 15,000.
263Πολῖται λοιπὸν Ἕλληνες ἀριθμοῦ εὑρισκομένου μεταξὺ τῶν
26415 καὶ 20 χιλιάδων, πολῖται οἱ τῆς ἀκμαιοτέρας καὶ ἀλκι-
265μωτέρας ἡλικίας ἀποδημοῦσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἥκιστα δια-
266τεθειμένοι κατὰ δυστυχίαν, ὡς γνωρίζομεν πάντες, νὰ ἐπα-
267νέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἀνιαρὰν
268αὐτήν, τὴν κοπιώδη, τὴν ἀτερπῆ, ὅπως θεωρεῖται, ἂν καὶ
269εἶναι καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἐκ φύσεως καὶ ἀπὸ νομοθετήσεως τετι-
270μημένη καὶ τιμητική, στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· οὔτε μοὶ φαί-
271νεται παράδοξον, κύριοι συνάδελφοι, τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον
272κατέλαβε τοὺς ἡμετέρους συμπολίτας· εἶναι γενικὸν δι’ ὅλας
273τὰς χώρας. Ἡ κατὰ χιλιάδας καὶ μυριάδας ἀποδήμησις τῶν
274Γερμανῶν εἰς τὴν Ἀμερικὴν κυριωτάτην ἀφορμὴν ἔχει, ὡς ὁ
275ἴδιος ἀντελήφθην ἄλλοτε, ὅτε συνέβη νὰ διατρίψω εἰς τὴν
276Γερμανίαν, τὴν ἀποφυγὴν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· οἱ
277Γερμανοί, δηλαδὴ οἱ πολῖται τοῦ στρατιωτικωτέρου ἔθνους
278ἐν τῇ γῇ σήμερον, καὶ κατ’ αὐτὴν μάλιστα τὴν ἐποχὴν, κατὰ
279τὴν εἰκοσιπενταετίαν τὴν ἀπὸ τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέ-
280μου μέχρι τοῦδε, ὅτε ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀνεπτύχθη ἡ Γερμα-
281νία, ἀλλ’ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔφθασε, δύναταί τις εἰπεῖν, εἰς
282τὸ κατακόρυφον σημεῖον τῆς ἀκμῆς, αὐτῆς τῆς Γερμανίας,
283λέγω, οἱ πολῖται ἀποδημοῦσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, φυγαδεύον-
284ται διὰ παντὸς, μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ μὴ ἐπανέλθωσιν, ἵνα
285ἀποφύγωσι τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Εἶναι βαρεῖα ἡ
286στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἁπανταχοῦ σήμερον, ὅτε ὁ βίος ἔγει-
287νεν ἀναπαυτικώτερος, μαλθακώτερος· ὁ δυνάμενος ν’ ἀποφύγῃ
288τὴ, σκληραγωγίαν, τὴν τραχύτητα τῆς ἐν τῷ στρατεύματι
289καὶ ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν στολὴν καὶ τὸν ὁπλισμὸν βιώσεως
290ἐπὶ διετίαν, ἀποφεύγει αὐτὴν προθύμως. Πρόκειται λοιπὸν
291περὶ τῆς δυσχερείας ταύτης ἡμετέρων συμπολιτῶν, οἵτινες
292(ἔχω δὲ πολλὰς πληροφορίας περὶ τούτου) θὰ ἦσαν διατε-
293θειμένοι, καταβάλλοντες χρηματικόν τι ποσὸν, ὁριζόμενον
294ὁπωσδήποτε, νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα, ἐὰν ἐξη-
295σφάλιζον τὴν ἀποφυγὴν τῆς αὐτοπροσώπου στρατιωτικῆς
296ὑπηρεσίας. Δὲν εὑρίσκω τὸ μέτρον αὐτὸ ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα
297λαμβάνονται εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, οὔτε προτείνω αὐτὸ εἰς τὴν
298Βουλὴν ἄνευ δυσκολίας, ἀλλὰ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι πράττω τοῦ-
299το ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀπολέσωμεν τόσους συμ-
300πολίτας, τοὺς ὁποίους δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θέλομεν δυνηθῆ
301νὰ σώσωμεν.
302§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται
303περὶ ὑποχρέων τῶν τακτικῶν ἐτησίων ἀπογραφῶν;
304§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τῶν τακτικῶν ἐτη-
305σίων ἀπογραφῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ὑποστηρίζω νὰ ληφθῇ τὸ
306μέτρον, τοῦ ὁποίου ὑμεῖς εἴχετε γείνῃ εἰσηγητὴς διὰ τοὺς καθυ-
307στεροῦντας τῶν ἐπιστρατεύσεων τῶν ἐτῶν 1880–1881 καὶ
3081885–1886. Τὴν σύστασιν ταύτην, ὡς διὰ βραχέων ἀνέ-
309πτυξα, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν τώρα πρὸς ὑμᾶς, ἵνα ληφθῇ
310ἓν μέτρον. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον προέβην εἰς τὴν σύστασιν
311ταύτην, εἶναι ἡ σκέψις τοῦ νὰ ἀνακτήσωμεν τοὺς ἡμετέρους
312συμπολίτας, διατεθειμένους νὰ ἀπολεσθῶσι διὰ παντὸς διὰ
313τὴν χώραν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ θὰ ληφθῇ τὸ μέτρον ἀπὸ τοι-
314αύτης ἐπόψεως, δύναται νὰ μελετηθῇ καὶ ὑπὸ ἄλλην τινὰ,
315ἣν σπεύδω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι θεωρῶ μικρὰν καὶ οὐχὶ ἀνά-
316λογον πρὸς τὸ ὕψος τοῦ ζητήματος τῆς πρὸς τὴν πατρίδα
317παροχῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, τὴν ἄποψιν τοῦ χρημα-
318τικοῦ ὠφελήματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς
319λήψεως τοιούτου μέτρου, ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου· δύναται δὲ νὰ
320ἐξιχθῇ εἰς ἑκατομμύρια τὸ ποσὸν, διότι εἶναι χιλιάδες ἄν-
321δρες, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρόθυμοι νὰ πληρώσωσι καὶ χιλίας δραχ-
322μὰς καὶ πλέον ἔτι, ἵν’ ἀπαλλαγῶσι. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν
323ταύτην παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ με-
324λετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ, ἂν θεωρήσῃ ἀναγκαῖον, νὰ ἀνακοι-
325νώσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅ,τι ἀνέπτυξα,
326ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν αὐτὸν σήμερον παρόντα ἐνταῦθα.
327§14ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
328Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
329Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ
330Κυθήρων βουλευτοῦ κ. Στάη περὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ
331σχεδίου τῆς πόλεως ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κλάφα, παρὰ τὴν Ζωοδό-
332χον Πηγήν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων ἐξάγεται, ὅτι συνε-
333πείᾳ παραστάσεως, γενομένης ἐκ μέρους τῶν παροδίων τῆς
334ὁδοῦ ταύτης, τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἐζήτησε διὰ τοῦ ἀπὸ
33530 Νοεμβρίου 1894 ἐγγράφου τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνω-
336μοδότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ Δημ. Συμβούλιον
337Ἀθηναίων διὰ πράξεώς του τῆς 21 Ἰανουαρίου 1895 ἐγνω-
338μοδότησεν ὑπὲρ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ,
339ὅτι διὰ τοῦ σχεδίου, ὡς εἶχε πρότερον, ῥυμοτομοῦνται οἰκίαι,
340οἰκοδομηθεῖσαι κατὰ ἐγκεκριμένον σχέδιον, καὶ ὅτι ἡ προτει-
341νομένη τροποποίησις ἐπαναφέρει τὴν οἰκοδομικὴν γραμμὴν,
342ὡς ἔχει ἐν τῇ φύσει, καὶ εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλει τὸν δῆμον
343ἀποζημίωσιν, οὐδὲ παραβλάπτει τὸν καλλωπισμὸν τοῦ μέ-
344ρους τούτου.
345Τὸ Δημοτικὸν λοιπὸν Συμβούλιον διὰ τῆς πράξεως αὐτοῦ
346ταύτης ἐνέκρινε τὴν προτεινομένην τροποποίησιν. Κατόπιν
347τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐξε-
348δόθη Β. Διάταγμα τῆς 18 Φεβρουαρίου 1895, διὰ τοῦ ὁποίου
349ἐγκρίνεται ἡ προτεινομένη τροποποίησις. Ἐκ τῶν ἐπισήμων
350τούτων ἐγγράφων σαφῶς καὶ καθαρῶς προκύπτει, Κύριοι, ὅτι
351πάντες οἱ τύποι ἐτηρήθησαν, καὶ ὅτι οὐδεὶς νόμος παρεβιάσθη.
352§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἠπείρου ὁμογενὴς Γεώργιος Ζέρβας
353ὑποβάλλει ἀναφορὰν, δι’ ἧς παρακαλεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ χρη-
354ματικὸν βοήθημα, ὅπως ἱδρύσῃ ὁπλοποιεῖον.
355§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀναφερόμενος πρὸ ἐτῶν εὗρεν ἀνακά-
356λυψιν, βελτιοῦσαν τὸ ὅπλον Γκρᾶ. Παρουσιασθεὶς εἰς τὴν Κυ-
357βέρνησιν, ὑπέδειξε τὴν ἀνακάλυψίν του, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐδέ-
358χθη, ὅπως δοκιμασθῇ, καὶ πράγματι δοκιμασθεῖσα, εὑρέθη
359ὅτι ἔχει ἀξίαν τινά. Ἐπὶ δεκάμηνον καὶ πλέον ἐργάζεται
360κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως. Πράγματι δὲ ἡ ἀνακάλυψίς
361του θεωρεῖται, ὅτι εἶναι βελτίωσις τοῦ ὅπλου Σασεπὼ καὶ
362Γκρᾶ, καὶ ὅτι δύναται διὰ μικρᾶς δαπάνης νὰ βελτιώσῃ τὰ
363ὅπλα ταῦτα. Παρακαλεῖ ἤδη τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δοθῇ
364εἰς αὐτὸν βοήθημά τι πρὸς ἵδρυσιν μικροῦ ἐργοστασίου, ὅπου
365νὰ ἐργάζηται πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δη-
366μοσίου. Δικαιολογεῖται δὲ, ὅτι, ἐπειδὴ ἦλθεν ἅπαξ εἰς σχέ-
367σεις μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται νὰ ἐπα-
368νέλθῃ εἰς τὴν πατρίδα του Παραμυθίαν, φοβούμενος μήπως
369φυλακισθῇ παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἢ ἐξορισθῇ, ὡς
370ἐξυπηρετήσας Ἑλληνικὰ συμφέροντα.
371Νομίζω, ὅτι ἡ αἴτησίς του εἶναι δικαιολογημένη, ὑπὸ τὴν
372ἔποψιν τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχει, καὶ ὑπὸ τὴν
373ἔποψιν τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσε· πρέπει λοιπὸν νὰ
374ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορά του καὶ δοθῇ ἓν βοήθημα εἰς
375αὐτὸν, ἵνα μὴ ἀποθαῤῥύνωνται πάντες, ὅσοι δύνανται νὰ
376παρέχωσιν ὑπηρεσίαν τινὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα.
377§17ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίας τινάς, ἀφο-
378ρώσας εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, ὅστις εἰργάσθη εἰς τὴν τε-
379λειοποίησιν τοῦ ὅπλου Γκρᾶ. Οὗτος, παρουσιασθεὶς εἰς τὰς
380στρατιωτικὰς ἀρχὰς, ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει ἐφεύρεσίν τινα ἐπὶ
381τοῦ ὅπλου τοῦ ἐν χρήσει ἐν τῷ στρατῷ. Ὡς εἰκὸς, παρε-
382πέμφθη εἰς τὸ συμβουλευτικὸν τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ, τὸ
383ὁποῖον ἦτο τὸ ἁρμοδιώτερον ν’ ἀποφανθῇ, ἔνθα ἀπεδείχθη,
384ὅτι ἀληθῶς ὑπάρχει τελειοποίησίς τις, ἀλλ’ ὅτι αὕτη ἐθεω-
385ρήθη ἀνεπαρκὴς, ὡς γενομένη ἐπὶ ὅπλου, οὗτινος ἡ κάνη ἦτο
386ἀκατάλληλος καὶ συνεπῶς τὰ βλητικὰ ἀποτελέσματα οὐτι-
387δανὰ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβῇ εἰς
388οὐδεμίαν ἀπόφασιν, οὐχ ἧττον ἐδόθη αὐτῷ ἡ ἄδεια νὰ ἐργασθῇ
389εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, ἵνα βελτιώσῃ τὴν
390ἐφεύρεσίν του, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐχορηγήθη εἰς
391αὐτὸν ἓν ὅπλον Γκρᾶ· ποῖον ὅμως ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα,
392δὲν γνωρίζω· ἴσως ἡ ὑπηρεσία δύναται καλλιτέρας νὰ παρά-
393σχῃ πληροφορίας· προσθέτω ὅμως, ὅτι πλεῖσται ὅσαι ὑπῆρξαν
394αἱ ὑπὲρ αὐτοῦ συστάσεις.
395§18ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ προσθέσω, ὅτι ἔτυχε διπλώ-
396ματος ἀναγνωρίσεως διὰ τὸ ὅπλον τοῦτο, δι’ ὃ εἰργάσθη ἐπὶ
397πολλὰ ἔτη· προσθέτω δὲ, ὅτι εἶναι καλὸν, ἡ Κυβέρνησις νὰ
398ἐνισχύσῃ τὸν τεχνίτην τοῦτον, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀρ-
399ξαμένην ἐργασίαν.
400§19ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶχε πραγ-
401ματευθῆ ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, καὶ
402ἐγὼ θὰ κάμω μίαν σύστασιν, παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν,
403ὅπως συμπληρώσῃ τὸ ἀρξάμενον ἔργον, καὶ ἐπεκτείνῃ τοὺς
404προβιβασμοὺς, τοὺς γενομένους εἰς πάντα τὰ σώματα, καὶ
405εἰς τὸ πεζικὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ
406ἀνθυπασπιστὰς τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, διότι εἶναι βέβαιον,
407ὅτι δὲν συνεπληρώθησαν αἱ θέσεις τῶν ἀνθυπολοχαγῶν καὶ
408ἀνθυπασπιστῶν, οὐχὶ αὐθαιρεσίας ἕνεκεν, ἀλλὰ διότι δὲν ὑπῆρ-
409χον οἱ πίνακες κατηρτισμένοι. Σήμερον δὲ δὲν δικαιολογεῖται
410ἡ βραδύτης, διότι καὶ θέσεις χηρεύουσαι ὑπάρχουσι διὰ τοὺς
411ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς, εἶναι δὲ ἄτοπον, οὗτοι
412νὰ μένωσιν ἄνευ προαγωγῆς, ἐνῷ πάντες οἱ συνάδελφοι αὐτῶν
413εἰς τὰ λοιπὰ ὅπλα καὶ σώματα προεβιβάσθησαν.
414§20ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸς τοῦτο ἐγένετο ἄλλοτε σύστα-
415σις παρ’ ἐμοῦ καὶ παρ’ ἄλλων, ὅπως κατὰ τοὺς προβιβα-
416σμοὺς ἑρμηνεύηται συμφωνότερον πρὸς τὸν σκοπόν του ὁ νό-
417μος ὁ εὐεργετικὸς τοῦ 1885 περὶ προβιβασμοῦ ὑπαξιωματι-
418κῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ὁ νόμος αὐτὸς ἠθέ-
419λησε ν’ ἀνοίξῃ στάδιον μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ,
420καὶ οὐχὶ πέραν, ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν μόνον τῶν μὴ ἐγ-
421γεγραμμένων εἰς τοὺς εἰδικοὺς πίνακας ὑποψηφίων διὰ τὸν
422βαθμὸν ὑπολοχαγοῦ, ἐχόντων ὅμως ἀρχαιότητα τοὐλάχιστον
42310 ἐτῶν καὶ κεκτημένων τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἤθελε κα-
424νονίσει μεταγενέστερον διάταγμα. Τὸ διάταγμα ἐπῆλθε κατὰ
425τὸ 1886, νομίζω, διαστρέψαν τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου τοῦ 1885,
426διότι τὸ διάταγμα τοῦτο καθιέρωσε τὴν σχετικὴν ἱκανότητα
427ὡς τὸν τίτλον πρὸς προβιβασμὸν μεταξὺ τῶν ἐχόντων δεκαετῆ
428ὑπηρεσίαν, ἐνῷ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι
429νὰ προβιβάζωνται κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος οὗτοι, ἅμα ἔχωσι
430τὰ προσόντα. Ὅταν πολλοὶ ἐκρίθησαν ἔχοντες τὰ προσόντα
431τοῦ διατάγματος μεταξὺ τῶν ἀριθμούντων ὑπερδεκαετῆ ὑπη-
432ρεσίαν, ἡ ἀρχαιότης θὰ προσδιορίσῃ τοὺς προβιβαστέους, οὐχὶ
433δὲ οἱ ἀριθμοὶ ἑνὸς ἑκάστου, ἀφοῦ ὅλοι ἔλαβον τὸν ἐλάχιστον
434ἀριθμόν. Καλὸν θὰ ἦτο, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
435κῶν προσεπάθει νὰ προσεγγίσῃ διὰ νέου διατάγματος πλειό-
436τερον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, ὅπως κατορθωθῇ νὰ προ-
437βιβάζωνται οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα ὑπαξιωματικοὶ κατὰ
438σειρὰν ἀρχαιότητος, καὶ οὐχὶ κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς ἕκα-
439στος ἔλαβεν ἐν τῷ πίνακι τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς.
440§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῶν
441ἐπερωτήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς,
442δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας μόνον διὰ τὴν σύστασιν, τὴν
443ὁποίαν ἀπηύθυνε ὑπὲρ τοῦ πρώην συναδέλφου Κοσμᾶ Πανα-
444ρέτου, καὶ δεύτερον διὰ τὰς ἐνδείξεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο
445πρὸς τὴν Βουλὴν, τῶν γνωμῶν τὰς ὁποίας ἔχει περὶ τῶν
446καθυστερούντων κληρωτῶν τῶν ἐτησίων ἀπογραφῶν.
447Καὶ περὶ μὲν τοῦ κ. Κοσμᾶ Παναρέτου δὲν πρέπει νὰ ἐξι-
448στορήσω τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, τὰς ἀπὸ πεντηκονταετίας, διό-
449τι εἶναι γνωσταὶ εἰς τοὺς συγχρόνους· οἱ νεώτεροι δύνανται νὰ
450μάθωσιν αὐτὰς ἐκ τῆς ἱστορίας. Ὁ κ. Κοσμᾶς Πανάρετος εἶναι
451εἷς τῶν πρώτων ἀγωνιστῶν, τῶν ἀγωνισθέντων τὸν εὐκλεᾶ
452ἀγῶνα τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, τὸν
453ὁποῖον ηὐτύχησε καὶ ἐκεῖνος καὶ οἱ σύγχρονοί του νὰ ἴδωσι
454στεφανώμενον ὑπὸ ἐπιτυχίας. Δυστυχῶς δὲν δύναται νὰ ληφθῇ
455ἀνάλογον μέτρον τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ. Ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ
456τὰς δύο περιόδους, κατὰ τὰς ὁποίας διετέλεσα ἐν τῇ Κυβερ-
457νήσει, δὲν παρέλιπον νὰ προκαλέσω ἐντὸς τῆς νομίμου ἁρμο-
458διότητός μου τὴν μέριμναν τοῦ Βασιλέως ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ
459μέριμνα ἐκείνη ἦτο ἀτελὴς, καὶ ἦτο τοιαύτη, διότι δὲν ἐγένε-
460το δυνατὸν νὰ χορηγηθῇ σύνταξις εἰς τὸν κ. Πανάρετον. Ἡ
461σύστασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς ἔχει
462λογικὴν καὶ δικαίαν βάσιν. Ἐλπίζω ὅτι ἐν χρόνῳ αἰσιωτέρας
463οἰκονομικῆς καταστάσεως θέλει ληφθῆ σπουδαιοτέρα πρόνοια
464περὶ τοῦ κ. Παναρέτου.
465Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν σύστασιν τοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λι-
466μηρᾶς κ. Βουλευτοῦ, περὶ τῶν ὑποχρέων πρὸς στράτευσιν ἐκ
467τῶν ἐτησίων ἀπογραφῶν, δύναμαι νὰ πληροφορήσω αὐτὸν, ὅτι,
468πρὸ δύο ἡμερῶν μοὶ ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
469τιωτικῶν ἐργασία τοιαύτη, καὶ ἔλαβον γνῶσιν τῶν μελετῶν
470τοῦ συναδέλφου μου. Εὑρισκόμεθα ἐν τῇ συζητήσει τοῦ μέτρου,
471δὲν εἶναι δὲ ἀπίθανον ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ὁ συνάδελφός μου
472Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βου-
473λὴν νομοσχέδιον.
474§22ΡΑΖΕΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν κατέθηκα ἀναφορὰν πρὸς
475τὴν Βουλὴν καταδίκων κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου,
476ἤδη δὲ μοὶ ἐστάλη νέα τοιαύτη καταδίκων κρατουμένων ἐν
477ταῖς σωφρονιστικαῖς φυλακαῖς Συγγροῦ. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ των
478ταύτῃ οἱ κατάδικοι καταγγέλλουσι τόν τε Διευθυντὴν τῶν
479φυλακῶν καὶ τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ συνε-
480χέσι βιαιοπραγίαις καὶ κακώσεις κατ’ αὐτῶν, προχθὲς δὲ τρεῖς
481ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῶν φυλακῶν, τῇ ἐντολῇ καὶ ἐν γνώσει
482τοῦ Διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν καὶ ἐπὶ προθέσει νὰ τιμωρήσωσι
483κατάδικόν τινα, ὅστις τοὺς κατήγγειλεν ἐπὶ καταχρήσεσιν,
484εἰσῆλθον νύκτα εἰς τὸ δωμάτιόν του, τὸν ἐκακοποίησαν καὶ τὸν
485ἀφῆκαν ἡμιθανῆ, ἀναστατώσαντες ὁλόκληρον τὸ κατάστημα
486τῶν φυλακῶν.
487Δὲν θέλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ προδικάσω ἐπὶ τῆς ἀληθείας
488τῶν καταγγελλομένων ὑπὸ τῶν καταδίκων, νομίζω ὅμως, ὅτι
489αἱ ἀδιάκοποι αὗται κραυγαὶ τῆς ὀδύνης καὶ τῆς ἀπογνώσεως,
490αἱ ὁποῖαι ἐκπέμπονται ἀπὸ τὰ βάθη τῶν Ἑλληνικῶν φυλα-
491κῶν, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀφήσωσιν ἀδιαφόρους, καθῆκον δ’ ἔχει
492ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ μέτρα δρακόντεια
493κατὰ τῶν ἐκμεταλλευομένων τὴν θέσιν, ἣν ἀπένειμεν αὐτοῖς ἡ
494Πολιτεία, διὰ νὰ βασανίζωσι καὶ καταπιέζωσι δυστυχῆ ὄντα,
495τὰ ὁποῖα ἐπὶ τέλους ἔχουσι τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἀπένειμεν
496εἰς αὐτὰ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις. Νομίζω δὲ, ὅτι τὰ μέτρα ταῦ-
497τα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δέον νὰ λάβῃ,
498πρέπει νὰ ὦσι τοιαῦτα, ὥστε ν’ ἀποτελέσωσι πραγματικὴν
499ἐπέμβασιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φυλακῶν καὶ νὰ μὴ συνίσταν-
500ται εἰς τὴν συνήθη τυπικὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐγγράφων· καὶ φρο-
501νῶ ὅτι μεγάλως ἤθελε συντελέσει πρὸς ἄρσιν τοῦ κακοῦ τού-
502του, ἐὰν οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ Νομάρχαι διετάσσοντο νὰ ἐπι-
503σκέπτωνται τὰς φυλακὰς τακτικῶς καὶ νὰ ἐνεργῶσιν ἐπιθεω-
504ρήσεις πραγματικὰς καὶ οὐχὶ τυπικὰς, ἰδίως δὲ νὰ ἐξελέγχωσι
505τὰ τρόφιμα, τὰ ὁποῖα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε διὰ πᾶν ἄλλο δύ-
506νανται νὰ χρησιμεύσωσι, παρὰ διὰ τροφὴν ἀνθρώπων.
507Καταθέτων τὴν ἀναφορὰν ταύτην, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόε-
508δρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀπόν-
509τος κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ταύτης, ἰδίᾳ δὲ νὰ
510συστήσῃ αὐτῷ νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως μὴ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη
511συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ δημιουργηθῶσι νέα βασανιστήρια κατὰ
512τῶν ἀναφερομένων καταδίκων.
513§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ πράξεις
514αἱ καταγγελλόμεναι δὲν εἶναι διοικητικαὶ παραβάσεις, εἶναι
515πράξεις ἐγκληματικαὶ, τῶν ὁποίων ἡ καταστολὴ δὲν ἐξαρτᾶ-
516ται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀνήκει εἰς τὴν Ποι-
517νικὴν Δικαιοσύνην· ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης,
518ἐλπίζω ὅτι, ἀφοῦ λάβῃ γνῶσιν τῶν καταγγελιῶν, θέλει πέμ-
519ψει εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἵνα ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα· διότι, ἐὰν
520διαπράττωνται βιαιοπραγίαι ἢ κακώσεις ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἢ
521καὶ πανταχοῦ, ὅπου ἂν τοιαῦται διαπράττωνται ὑπὸ ὀργάνων
522τῆς ἀρχῆς, πρέπει νὰ καταδιώκωνται καὶ νὰ τιμωρῶνται
523ἀμειλίκτως.
524§24ΡΑΖΕΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
525σεως διὰ τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύει περὶ τῆς διορ-
526θώσεως τῶν ἀτόπων τούτων, θὰ παρακαλέσω δ’ αὐτὸν προσ-
527έτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τὶ τὸ κωλῦον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ κατα-
528θέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφά τινα, σχετιζόμενα πρὸς τὴν
529ὑπηρεσίαν τοῦ τελωνείου Καλαμῶν, ὀνομαστὶ δὲ τὰ ἑξῆς
530(ἀναγινώσκει): «αʹ) Τὴν ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ
531Ἰακώβου Μαυρίκου ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
532κονομικῶν τὴν 29 Μαρτίου ἐ. ἔ. δικογραφίαν κατὰ τοῦ τε-
533λώνου Καλαμῶν Λόντου Λοντοπούλου, ἀπαρτιζομένην ἐξ
534ἐκθέσεων διοικητικῶν ἐξετάσεων, ἐνεργηθεισῶν ὑπὸ τοῦ ἐπι-
535θεωρητοῦ τούτου, ἐξ ἀντιγράφων διαφόρων ἐγγράφων καὶ προσ-
536έτι ἐξ ἀντιγράφων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 16 τῆς 16 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ.
537βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειο-
538δικῶν, τῆς κατὰ τοῦ βουλεύματος τούτου ἀνακοπῆς τοῦ οἰ-
539κονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ Ι. Μαυρίκου, ὑπὸ χρονολογίαν 3 Μαρ-
540τίου ἐ. ἔ., καὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 111 καὶ ὑπὸ χρονολογίαν τῆς
54121 Μαρτίου ἐ. ἔ. βουλεύματος τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν.
542βʹ) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 68 καὶ ὑπὸ χρονολογίαν τῆς 26 Ἰουνίου
543ἐ. ἔ. ἀναφορὰν τοῦ αὐτοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ πρὸς τὸ
544Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς ὑποβάλλει οὗτος ἐκθέ-
545σεις διοικητικῶν κατὰ τοῦ ἰδίου τελώνου Καλαμῶν ἐξετά-
546σεων, καὶ ἀντίγραφα μηνύσεων κατὰ τούτου ἐνώπιον τοῦ Εἰσ-
547αγγελέως Καλαμῶν, ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καὶ παραβάσει καθή-
548κοντος, προτείνει δ’ ἐν τέλει τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσιν
549τοῦ τε τελώνου ὡς καὶ κατωτέρων τινῶν τελωνειακῶν ὑπαλ-
550λήλων.»
551Ἅμα κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θὰ ἐκθέσω εἰς τὴν
552Βουλὴν τὸν λόγον, δι’ ὃν τὰ ζητῶ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως ὁ
553κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκθέσω ἐν συντόμῳ τὰ ἐπὶ
554τοῦ προκειμένου, καθόσον ἐνδεχόμενον νὰ μὴ περιῆλθεν εἰσέτι
555εἰς γνῶσιν αὐτοῦ ἡ σχετικὴ ὑπόθεσις.
556§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι
557θέλομεν συζητήσει, ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Τῆς ὑπο-
558θέσεως ἔλαβον γνῶσιν, διότι ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητής μοι
559ἐξέθηκε τὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
560§26ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ.
561Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀναμένω τὴν κατάθεσιν τῶν
562ἐγγράφων, ὅπως συζητήσω. Ἤδη δὲ καταθέτω ἔγγραφον τὴν
563ἐπερώτησιν.
564§27Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθού-
565σης Δευτέρας, μετὰ τὰ παρ’ ἐμοῦ καὶ ἄλλων λεχθέντα, εἶχον
566προαγγείλει, ὅτι σήμερον πρόκειται νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα
567τοῦ λιμένος Βόλου καὶ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐπειδὴ
568δὲ ἡ προκεχωρημένη ὥρα δὲν μοὶ ἐπιτρέπει καὶ σύντομον ἀνά-
569πτυξιν, ὄχι τὴν δέουσαν, θεωρῶ καλὸν νὰ ἀναβάλω, ἐκτὸς ἐὰν ὁ
570κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ ἀπάντησιν,
571ἢ ἄλλος τις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, διότι εἰς τὰ παρὰ τοῦ ἐκ
572Τρικκάλων ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ λεχθέντα ἐγὼ ἀπήντησα.
573Ἐὰν λοιπὸν ἄλλος τις θέλῃ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ
574λεχθέντα καὶ δι’ ἐπερωτήσεως προταχθέντα, ἐγὼ προθύμως
575ἀνταπαντῶ, ἄλλως ἀναβάλλω δι’ ἄλλην συνεδρίασιν, ὁπότε
576θὰ ὑπάρχῃ περισσότερος χρόνος, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
577Ἐσωτερικῶν θὰ λάβῃ καιρὸν ἴσως νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπε-
578ρώτησιν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκοῦμαι εἰς τὰ λεχθέντα καὶ
579διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου διατυπωθέντα, διότι, ἐὰν δὲν ληφθῇ
580ἡ δέουσα πρόνοια, ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν δυσαρέσκειαν νὰ
581ἀκούσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο πολλάκις, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ
582προληφθῇ κατάχρησις 880 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ὄφελος
583κατὰ τὰ ¾ τῶν ἐργολάβων, ἑπομένως καὶ τὸ ἔργον τοῦ λι-
584μένος θέλει κινδυνεύσει. Διὰ τοῦτο ἀναβάλλω σήμερον τὴν
585συζήτησιν, καὶ ἴσως ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου, ἐὰν παρα-
586στῇ ἀνάγκη, θὰ λάβω τὸν λόγον.
587§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἴσως,
588Κύριοι, αὕτη εἶναί τις ἐκ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἀποδει-
589κνύεται, ὅτι τῷ ὄντι ὑπέρτατον καὶ τιμαλφέστατον τυγχάνει
590ὄν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως. Ἔρχομαι ἵνα συμπληρώσω
591ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴν, ὅστις
592δὲν εἶναι πολιτικὸς φίλος ἡμῶν· συμπληρῶν δὲ ταύτην, ὀφεί-
593λω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εὑρίσκετο ἐν πλήρει
594δικαίῳ. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως αὑτοῦ, ἣν προχθὲς εἰσήγαγεν
595εἰς τὴν Βουλήν, συνετέλεσεν ἴσως εἰς τὸ νὰ ληφθῇ πρόνοια,
596ὅπως κανονισθῶσι τὰ ζητήματα, περὶ ὧν ὡμίλησε προχθές,
597κατὰ τὸν νόμον.
598Ὁ νόμος ὁ περὶ στρατολογίας καὶ εἰδικῶς τὸ ἐκτελε-
599στικὸν τούτου Β. Διάταγμα τοῦ 1884 ἔτους ἔλεγον ὅτι,
600ἵνα τις καταταχθῇ ἐν τῷ στρατῷ, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀνάστημα
6011.54. Τοῦτο δ’ ἐφαρμόζεται καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς θα-
602λάσσης. Ἐν τούτοις ἀληθὲς εἶναι τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ κ. Βου-
603λευτοῦ, ὅτι κατὰ τὸ 1884 ἔτος, τῇ 16 Ἰουνίου, τὸ Ὑπουρ-
604γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδωκεν ἔγγραφον, καθ’ ἡμᾶς βε-
605βαίως ἐναντίον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ὥρισεν, ὅτι ἡ διάταξις περὶ
606τοῦ ἀναστήματος, ἡ ἐφαρμοζομένη ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς,
607δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης.
608Δηλαδὴ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδέχετο, ὅτι οἱ
609στρατεύσιμοι τῆς θαλάσσης ἔδει νὰ κατατάσσωνται, καὶ ἂν
610ἀκόμη εἶχον ἀνάστημα βραχύτερον τοῦ 1.54.
611§29ΑΛ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ....
612§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περιμείνατε, κ. Βουλευτὰ, καὶ θέλω φθά-
613σει· ἀνέλαβον τὴν ὑπόθεσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὡς ἐγεννήθη, καὶ
614θέλω φθάσει εἰς τὸ τέρμα.
615Τοῦτο εἶναι τὸ ἀκριβές, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιω-
616τικῶν τῇ 16 Ἰουνίου 1884 ἔτους ἔγραψε τὰ ἑξῆς (ἀναγι-
617νώσκει): «Πληροφοροῦμεν ὑμᾶς, ὅτι ἡ ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 59
618ἐγκύκλιος διαταγὴ ἡμῶν τῆς 25 Μαΐου 1884 περὶ τῶν μὴ
619»ἐχόντων τὸ ἐλάχιστον νόμιμον ἀνάστημα κληρωτῶν, δὲν
620»ἀφορᾷ καὶ τοὺς στρατευσίμους τοῦ κατὰ θάλασσαν
621»στρατοῦ, οἵτινες κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
622»Ναυτικῶν θεωροῦνται ἱκανοὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Πολε-
623»μικοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ἂν ἔχωσιν ἀνάστημα μικρότερον τοῦ
624»1.54.»
625§31ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 1.54 ἢ 1.56;
626§32Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. 1.54 εἶναι ἐν τῷ Διατάγματι τῷ πρώτῳ.
627Δυστυχῶς κατὰ τὸ 1890 ἔτος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτι-
628κῶν, μὴ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν, φαίνεται, ἢ μὴ προσέξαν εἰς τὴν
629διάταξιν τοῦ νόμου, ἐξέδωκεν ἔγγραφον, ὑπ’ ἀριθ. 17,992 τῆς
6304 Σεπτεμβρίου, ἐν ᾧ παρεδέχθη τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουρ-
631γείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1884 ἔτους, συνεπείᾳ ἐπεισοδίου,
632ἀφορῶντος τὴν κατάταξιν κληρωτοῦ ναύτου. Τὸ τελευταῖον
633ἔγγραφον εἶναι τὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς
63422 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ὑπ’ ἀριθ. 30,214. Διὰ τοῦ ἐγγράφου τού-
635του εἰδοποιεῖται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, συμφώνως
636πρὸς τὰ καθιερωμένα ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον
637τῶν Στρατιωτικῶν ἐποίησεν ἔφεσιν κατ’ ἀποφάσεως τοῦ
638Στρατολογικοῦ Συμβουλίου Κεφαλληνίας, ὅπερ, συμφώνως
639πρὸς τὸν νόμον, εἶχεν ἀπαλλάξει κληρωτόν, μὴ ἔχοντα τὸ
640νόμιμον ἀνάστημα, ὅπερ νόμιμον ἀνάστημα, κατὰ νεώτερον
641Β. Διάταγμα, εἶναι 1.56. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία ἐνέργεια
642τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῶν
643Στρατιωτικῶν ἔγραψεν οὕτω τῇ 22 Ἰουνίου ἐ. ἔ, διότι ἀνε-
644φέρετο εἰς ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπο-
645γεγραμμένην ὑπὸ τοῦ ἐξ Ὕδρας βουλευτοῦ κ. Τσαμαδοῦ,
646ἥτις ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἀφορμὴν λαβόντες κλπ. εἰς
647»ἐργάτας θαλάσσης, οἵτινες, οἱονδήποτε ἔχουσιν ἀνάστημα,
648»εἰσὶν ἱκανοὶ διὰ τὸν ῥηθέντα στρατὸν κλπ.»
649Ὥστε, ἐὰν τὸ νῦν Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περιέ-
650πεσεν εἰς τὴν πλάνην ταύτην, (καὶ ἀναμφισβητήτως περιέ-
651πεσε) βεβαίως ἀρχικῶς εὐθύνονται ἄλλοι, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ
6521884 ἔτους καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὁ ὑπογράψας τοιαύτην
653ἐγκύκλιον, ἐναντίον βεβαίως ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου.
654Εὐθὺς ὡς ὁ ἐκ Κυθήρων κύριος Βουλευτὴς ἐπηρώτησε τὸ
655Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν περὶ τῶν συμβαινόντων, ἐζήτησα
656πληροφορίας περὶ τούτων, ἃς μόλις χθὲς τὴν νύκτα μοὶ ἔδω-
657καν, εἶναι δὲ αὗται, ἃς ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν.
658Συνεπείᾳ τούτων ὅλων ἀπηύθυνα ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουρ-
659γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ οὗ παρατηρῶ εἰς αὐτὸ, ὅτι τὰ
660μέχρι τοῦδε γενόμενα ποσῶς δὲν συμφωνοῦσι πρὸς τοὺς νό-
661μους· παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. συνάδελφον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
662Στρατιωτικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος διατάξῃ τὰ Στρατολογικὰ
663Συμβούλια νὰ ἐφαρμόζωσι τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου
664περὶ στρατολογίας καὶ ὡς πρὸς τοὺς κληρωτοὺς τοῦ ναυτικοῦ.
665Ἤδη, Κύριοι, δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω, εἰμὴ τὸ ἑξῆς·
666ὅτι ὁ νόμος ΑΥϞΘʹ ἐν ἄρθρῳ 4 λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ
667»ἐκ τῆς ναυτικῆς ἀπογραφῆς στρατεύσιμοι ὡς πρὸς τὸν ἀπο-
668»κλεισμόν, τὰς ἐξαιρέσεις, τὰς ἀπαλλαγὰς ἀπὸ τῆς ναυτικῆς
669»ὑπηρεσίας καὶ τὰς χρηματικὰς καταβολὰς, ὑπάγονται εἰς
670»τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας τῆς
671»ξηρᾶς.»
672Ἀφοῦ ἄρα τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου λέγει, ὅτι καὶ ὡς
673πρὸς τὰς ἐξαιρέσεις, περὶ ὧν πρόκειται, ἢ τὰς ἀπαλλαγὰς,
674ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου τῆς
675ξηρᾶς, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐγένετο κακὴ ἐφαρμογὴ
676τοῦ νόμου, ὅτι δὲ ἐν τῷ μέλλοντι πρέπει τὰ Στρατολογικὰ
677Συμβούλια, ἐφαρμόζοντα τὸν νόμον, νὰ ἀπαλλάττωσι καὶ τοὺς
678ἐργάτας θαλάσσης, ὅταν οὗτοι, κατὰ τὸ τελευταῖον Διά-
679ταγμα, δὲν ἔχωσιν ἀνάστημα 1.56. Ταῦτα ἔχω νὰ ἀπαν-
680τήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων.
681Χθές, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπεισοδιακῶς ὅλως
682ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
683γισμοῦ ἐπιτροπῆς παρετήρησεν, ὅτι ἐζήτησε πληροφορίας
684παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περὶ
685τινος ζητήματος, ὅτι δὲ αὕτη δὲν ἐχορήγησεν αὐτάς. Τοῦτο
686δὲ εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητής, ὁμιλῶν περὶ γνώμης τινὸς, ὑπογρα-
687φείσης παρὰ τριῶν ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπι-
688τροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ κ. Ράλλη, τοῦ κ. Σιμο-
689πούλου καὶ τοῦ κυρίου Καραπάνου, οἵτινες ἔγραψαν (ἀναγι-
690νώσκει): «Παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζη-
691»τήθησαν πληροφορίαι περὶ τῆς διαθέσεως τῆς ἐκ δραχμῶν
692»950,000 πιστώσεως τοῦ Κεφ. Βʹ ἄρθρου 3 τοῦ προϋπο-
693»λογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1894, ἀλλά,
694»καθ’ ἃ ἀνεκοινώθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ
695»αὐτῆς, ἡ ὑπηρεσία οὐδεμίαν σχετικὴν πληροφορίαν εὐηρε-
696»στήθη νὰ χορηγήσῃ κλπ.» Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Οὐ-
697δεὶς ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς ἢ τῆς ἐπιτροπῆς ἐνεφανίσθη εἰς
698τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ θέματος
699τούτου, οὐδὲν ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπάρχει τῆς ἐπι-
700τροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ νὰ ἐμφαίνηται, ὅτι ἡ
701ἐπιτροπὴ ἢ ὁ εἰσηγητὴς ζητεῖ πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρε-
702σίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
703§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε δὲν ἦτο ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν παρὰ
704τοῦ κ. Γεωργαντᾶ;
705§34Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές. Δὲν
706ἠξεύρω, ἐὰν ἐστάλη τις κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Γεωργαντᾶ καὶ
707δὲν εὗρε τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖ, ἔδωκε δὲ τοιαύτην πληροφο-
708ρίαν, οἵαν ὁ κ. εἰσηγητὴς λέγει· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
709γείου τῶν Ναυτικῶν οὔτε αἴτησιν προφορικὴν ἔλαβεν, οὔτε
710ἔγγραφον ἔχει. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν, ἐὰν νο-
711μίζῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην πληροφοριῶν οἱωνδήποτε, νὰ ἀπευ-
712θύνῃ ἐπισήμως ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν,
713τότε δὲ θέλω καταθέσει τὰς αἰτουμένας πληροφορίας.
714§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ἤδη ἐλάβετε γνῶσιν, δύνασθε νὰ τὰς
715καταθέσητε.
716§36ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐβασίσθη ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψη-
717φίας εἰς ὅ,τι ἐγράψαμεν ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἡμεῖς ἐγράψαμεν ἐν τῇ
718ἐκθέσει ὅ,τι ἀνεκοίνωσεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας.
719§37Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ λέγω τοῦτο, ὅτι ἀπὸ τὸ Ὑπουρ-
720γεῖον δὲν ἐζητήθησαν.
721§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω πληροφορίαν
722περὶ τούτου. Αἱ πληροφορίαι δὲ, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν, εἶ-
723ναι σχετικαὶ πρὸς τὴν αἰτηθεῖσαν αὔξησιν τῆς πιστώσεως διὰ
724μιᾶς τῶν ὑμετέρων πρὸς τὴν Βουλὴν δηλώσεων. Λοιπὸν εἶναι
725χρήσιμον νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ αἰτηθεῖσαι πλη-
726ροφορίαι, αἵτινες θέλουσι διευκρινίσει τὸ θέμα, πῶς διετέθη
727τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ διατὶ
728ζητεῖται ἡ προσθήκη 150,000 δραχμῶν.
729§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀπορία τῆς ἐπιτροπῆς ἐγεννήθη ἐκ τού-
730του, ὅτι ἐν τῇ δηλώσει ὑμῶν ἐπροτείνατε τὴν κατάργησιν πι-
731στώσεως ἐκ 235,000 δραχμῶν, προωρισμένης εἰς τὴν ἐπι-
732σκευὴν τῶν λεβήτων τοῦ πλοίου «ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος», ἀπέ-
733ναντι δὲ τῶν 235,000 δραχμῶν τῆς ἐλαττώσεως τῆς πιστώ-
734σεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπροτείνατε τὴν αὔξησιν
735κατὰ 250,000 δραχμὰς, νομίζω, διὰ δαπάνας τοῦ Ναυστάθ-
736μου διὰ διάφορα ἔργα καὶ ἐπισκευάς. Τοῦτο ἐγέννησε τὴν ἀπο-
737ρίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγκαταλιμπάνεται μὲν ἡ ἐπισκευὴ καὶ ἡ
738βελτίωσις τοῦ πλοίου «ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος», προστίθενται
739δὲ δαπάναι εἰς ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς, δὲν γνωρί-
740ζομεν διατί, κατ’ ἔτος ἀποῤῥοφᾷ διὰ τακτικῶν καὶ ἀναπλη-
741ρωματικῶν πιστώσεων ποσὸν ὑπερβαῖνον τὸ ἑκατομμύριον, καὶ
742διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐδόθησαν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. Τοῦ-
743το ἀκριβῶς ἐγέννησε τὴν ἀπορίαν ὁλοκλήρου τῆς ἐπιτροπῆς.
744Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσι τρία μόνον μέλη, ὑπογράψαντα τὴν παρα-
745τήρησιν αὐτήν, τοῦτο προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι εἶχεν ἤδη ὑπο-
746γραφῆ ἡ ἔκθεσις ἀπὸ τὰ ἄλλα μέλη. Νομίζω ὅμως ὅτι ὅλα τὰ
747μέλη τῆς ἐπιτροπῆς συμμερίζονται τὴν ἀπορίαν ταύτην, διό-
748τι παμψηφεὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐξεφράσθη. Διὰ τοῦτο παρακα-
749λῶ νὰ μὴ ζητήσητε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τύπων τῆς ὑποβο-
750λῆς ἐγγράφου αἰτήσεως, διότι, ὡς ὑμεῖς βεβαιοῦτε πάντοτε
751καὶ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, δὲν ἔχομεν σήμερον καιρὸν νὰ συμ-
752μορφωθῶμεν πρὸς πάντας τοὺς τύπους, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐκτε-
753λέσωμεν θετικώτερον τὸ καθῆκον ἡμῶν.
754§40Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐν τῷ
755συμπεράσματι, ὅπερ εἶχεν ὑπογράψει ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτρο-
756πῆς, λέγονται τὰ ἑξῆς: «Ἤδη ζητεῖται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρ-
757θρου 3 Κεφ. Ηʹ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἑτέρων δραχμῶν
75815,914.44. Φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ προ-
759βῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς, πρὶν ἢ ἀνακοινωθῇ ἡ χρῆσις τῆς
760χορηγηθείσης πιστώσεως». Λέγω λοιπόν, ὅτι, ἵνα κατανοή-
761σῃ ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται, δέον νὰ φέρω εἰς τὴν αἴ-
762θουσαν τὰ στελέχη, ὅσα ὑπάρχουσιν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ φέρω
763πίνακα, προκύπτοντα ἐκ τῶν στελέχεων. Κύριοι, νομίζω, ὅτι
764ἐὰν περισσοτέρα προσοχὴ κατεβάλλετο εἰς τὴν Δήλωσιν, ἣν
765ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ἤθελον εὕρει προχείρως τὴν ἀπάντησιν
766εἰς τὴν ἀπορίαν. Λέγει ἡ δήλωσις ὅτι: «Ἀναβληθείσης κατὰ
767τὸ ἔτος τοῦτο τῆς κατασκευῆς νέων ἀτμολεβήτων τῆς θωρα-
768κοβάριδος «Β. Γεωργίου», τοῦ δὲ ἔτους πλησιάζοντος εἰς
769τὴν λῆξιν, καὶ τούτου ἕνεκα μὴ ἐπαρκοῦντος τοῦ ὑπολει-
770πομένου χρόνου πρὸς κατασκευὴν τοσοῦτον σπουδαίου ἔργου,
771δέον νὰ ἀφαιρεθῇ ὁλόκληρον τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ση-
772μειούμενον ποσὸν ἐκ δρ. 235,000.»
773Ὁ λόγος λοιπὸν καὶ ἡ ἀπάντησις προχείρως μὲν ἀπὸ τοῦδε
774δύνανται νὰ δοθῶσι, διότι εὑρίσκονται δημοσιευμέναι. Ὅταν
775ὅμως φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
776Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἴσως θέλω δυνηθῆ νὰ δώσω λε-
777πτομερεστέρας πληροφορίας. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως ὀφείλω νὰ
778παρατηρήσω, ὅτι δυστυχῶς μέχρι τοῦ νῦν οὐδέποτε σχε-
779δὸν ἐλήφθη πρόνοια καὶ οὐδέποτε σχεδὸν ἐγένετο τεχνικὴ
780μελέτη περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ ἐπισκευάζωνται καὶ
781νὰ ἀνανεῶνται οἱ λέβητες τοῦ στόλου, οἵτινες δυστυχῶς δὲν
782εὑρίσκονται ἐν καλῇ καταστάσει. Ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, ὅτι
783δὲν πρέπει νὰ γένηται σήμερον ἐργασία τις πρὸς ἀνανέωσιν τῶν
784λεβήτων. Ἐνόησα, ὑποθέτω, καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι σπου-
785δαῖον, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σκεφθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ
786κανονίσῃ καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ
787ὑπηρεσία, ἀενάως ἐπιτηροῦσα τὴν καλὴν κατάστασιν τῶν
788λεβήτων τῶν πλοίων. Μάλιστα, ἐὰν δυνηθῶμεν, καὶ ἐὰν ἔχω
789τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν,
790σκέπτομαι ἐν τῇ ἑπομένῃ Συνόδῳ νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου,
791ὀργανίζοντος κατὰ τρόπον, μὴ ἐπιδεχόμενον πλέον παράβα-
792σιν τὸ σπουδαῖον τοῦτο θέμα. Εὑρίσκω μάλιστα, ὅτι δὲν ἤθε-
793λεν εἶσθαι κακόν, ἐὰν τὰ χρήματα, ἅτινα εἰσάγονται εἰς τὸ
794Κράτος ἐκ τοῦ καθαρισμοῦ τῶν ἰδιωτικῶν πλοίων ἐν τῇ δε-
795ξαμενῇ τοῦ Ναυστάθμου, ἐχρησίμευον ὡς κεφάλαιον πρὸς
796ἵδρυσιν ὁπωσδήποτε εἰδικοῦ ταμείου, ἔχοντος τοῦτον εἰδικῶς
797τὸν σκοπόν, ἐκ τοῦ ταμείου τούτου νὰ ἔχωμεν τοὺς λέβητας
798τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ πάντοτε ἐν ἀρίστῃ καταστάσει. Ἠρ-
799ξάμην περὶ τούτου ἐργαζόμενος, καὶ ἐζήτησα στατιστικὰς
800πληροφορίας παρὰ τοῦ ἁρμοδίου τμήματος, πόσα π. χ. εἰσε-
801πράχθησαν μέχρι τοῦδε, ἀφ’ ἧς κατηρτίσθη ἡ δεξαμενή. Εὗ-
802ρον δέ, ὅτι, τό γε νῦν ἔχον, κατὰ μέσον ὅρον ἡ δεξαμενὴ εἰσ-
803πράττει περὶ τὰς 38,000 ἢ 40,000 δραχμὰς ἐτησίως. Δὲν
804ἀμφιβάλλω δέ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει, προϊόντος τοῦ χρό-
805νου, αὐξήσει, καθ’ ὅσον ἡ ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν βαθμιαία
806πρόοδος εἶναι τῷ ὄντι μεγίστη. Βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν
807σήμερον νὰ συζητήσω λεπτομερῶς τὸ θέμα τοῦτο. Θέλω ὅμως
808νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἔγνων, ὅτι ἡ
809ὑπηρεσία τῆς διορθώσεως, τῆς ἐπισκευῆς καὶ τῆς ἀνανεώσεως
810τῶν λεβήτων εἶναι ὑπηρεσία τῷ ὄντι σπουδαιοτάτη, ὅτι ἡ
811ὑπηρεσία αὕτη καθυστερεῖ, ὅτι δέον νὰ εὑρεθῇ τρόπος νομο-
812θετικὸς, μὴ δυνάμενος νὰ παραβιασθῇ, ἢ νὰ περιγραφῇ, καθ’ ὃν
813νὰ ἐκτελῆται ἡ λειτουργία αὕτη ἡ ναυτικὴ οὕτως, ὥστε ἑκά-
814στοτε ἡ ὑπηρεσία ἡ ναυτικὴ νὰ ᾖναι βεβαία, ὅτι ἔχει πλοῖα
815ἔχοντα λέβητας, οὐχὶ δὲ πλοῖα ἄνευ λεβήτων.
816§41Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
817§42Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ κεφάλαιον Βʹ τοῦ
818προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀναγρά-
819φονται διαδοχικῶς μεγάλαι πιστώσεις ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν
820«ἐπισκευὴ καὶ συντήρησις βασιλικῶν πλοίων». Ἤτοι:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
821Κατὰ τὸ 1891Δρ. 600,000
822» » 1892» 950,000
823» » 1892» 428,000
824» » 1893» 950,000
825» » 1894» 950,000
826» » 1895» 850,000
827Ἤτοι τὸ ὅλονΔρ.4,728,000
828Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐδήλωσε σήμερον ἐν τῇ
829Βουλῇ, ὅτι πλεῖστοι τῶν λεβήτων ἔχουσιν ἀνάγκην γενικῆς
830ἐπισκευῆς. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἰς τὸ πενταετὲς αὐτὸ διάστημα,
831καθ’ ὃ ἐδόθησαν διαδοχικῶς πιστώσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
832Ναυτικῶν 4,728,000 δραχμῶν, πλέον 150,000 ζητουμέ-
833νων, ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἤδη, τί ἐγένοντο τὰ ποσὰ
834αὐτά; Ἐδαπανήθησαν εἰς τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα
835ῥητῶς κατονομάζει τὸ κεφάλαιον Βʹ ἄρθρον 3; Ἂν δὲ ἐδα-
836πανήθησαν, τίνες ἐργασίαι ἐξετελέσθησαν; Ἐὰν ῥίψωμεν ἓν
837βλέμμα ἐπὶ τῶν φύλλων λεπτομερείας τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἄρ-
838θρου 3, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι ἐκεῖ κατατέμνονται εἰς 3
839ἢ 4 μέρη τὰ ποσὰ τοῦ κεφαλαίου τούτου, καὶ τὰ μὲν χρη-
840σιμοποιοῦνται εἰς προμήθειαν ὑλικῶν, τὰ δὲ εἰς ἐκτέλεσιν ἔρ-
841γων. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ ἔργα τὰ ἐκτελεσθέντα, ὅταν αὐτοὶ
842οἱ λέβητες τῶν ἀτμοπλοίων εὑρίσκωνται ἐν κακῇ καταστάσει;
843Ἐπεσκευάσθη ὁ λέβης τοῦ ἀτμοπλοίου «Κανάρης» διὰ τὸν
844ὁποῖον ἐζητήθη πίστωσις; Ὁ κόσμος καὶ αἱ ἐφημερίδες δυσ-
845τυχῶς ἐποιήσαντο μέγαν λόγον περὶ τῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ
846δαπανῶν, παρὰ τὰς δεδομένας πιστώσεις. Καθῆκον ἔχομεν,
847ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, οὐχὶ μόνον νὰ δίδωμεν πιστώσεις, ἀλλὰ
848καὶ νὰ ἐξετάζωμεν λεπτομερῶς, τί γίνονται αἱ πιστώσεις, αἱ
849ἑκάστοτε διδόμεναι παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Βουλὴ
850δὲν ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου τοῦ ἐλέγχου, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι
851εἰς τὸ βάραθρον θέλομεν καταπέσει. Πρέπει λοιπὸν πάντες
852νὰ ἀρχίσωμεν πορείαν ὅλως νέαν, πορείαν ἐλέγχου, πορείαν,
853διὰ τῆς ὁποίας νὰ φροντίσωμεν ἕκαστος νὰ πράττῃ τὸ ἑαυ-
854τοῦ καθῆκον.
855§43Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐάν
856τις δὲν εὐθύνηται διὰ τὸ παρελθὸν, ἔχω τοὐλάχιστον τὴν
857τιμὴν ταύτην καὶ ἐγώ, ὅστις ἐπὶ δυοκαίδεκα συναπτὰ ἔτη
858παρακαθήσας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἴσως ἐπὶ ἓν μόνον ἤμην
859φίλος Κυβερνήσεως. Περὶ τούτου λοιπὸν, περὶ τοῦ παρελθόν-
860τος καὶ τῆς εὐθύνης ἐμοῦ δὲν πρόκειται. Πρόκειται περὶ τοῦ
861παρόντος. Περὶ τούτου ἐστὲ βέβαιος, ὅτι τῷ ὄντι θέλει χα-
862ραχθῇ νέα ὁδός. Καὶ ἐν τῷ διμήνῳ τούτῳ διαστήματι, καθ’
863ὃ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, αἱ μὲν νόμιμοι
864αἰτήσεις γίγνονται δεκταὶ, αἱ δὲ μὴ νόμιμοι ἀποῤῥίπτονται.
865Περὶ τοῦ παρελθόντος βεβαίως δύναται νὰ γένηται εἰδικὴ
866συζήτησις. Δὲν ἔχετε, εἰμὴ νὰ ζητήσητε πληροφορίας, ἡ δὲ
867ὑπηρεσία θέλει διαταχθῆ νὰ παραδώσῃ εἰς ὑμᾶς ὅσα ζητή-
868σητε. Τί θέλει γείνῃ ἐν τῷ μέλλοντι; Περὶ τούτου ἐπιτρέ-
869ψατε νὰ μὴ ἦμαι ἐν θέσει νὰ δώσω διαβεβαιώσεις. Οὐδ’ ἔχω
870βεβαίως ὑποχρέωσιν ἀπὸ τοῦδε νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ μέλ-
871λοντος. Ἐπιφυλάχθητε, παρακαλῶ, κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνο-
872δον, ἵνα κρίνητε τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρόν.
873§44Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
874Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ση-
875μείωμα λεπτομερές, ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ ποσὰ, τῶν ὁποίων
876ἐνεκρίθησαν αἱ πιστώσεις κατὰ τὰ ἔτη 1891 ἕως 1895, πόσα
877ἐδαπανήθησαν εἰς προμήθειαν ὑλικοῦ, πόσα εἰς ἔργα, καὶ
878ποῖα ἔργα ἐξετελέσθησαν.
879§45ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν ἐκτεθέντων σήμερον
880παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι κατὰ τὸ 1884
881δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐξεδόθη ἐγκύ-
882κλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὰ στρα-
883τολογικὰ γραφεῖα, ἵνα μὴ ἐφαρμόζωσι τὰ σχετικὰ ἄρθρα περὶ
884ἀναστήματος διὰ τοὺς ἐργάτας θαλάσσης, ἀληθῶς κατεδεί-
885χθη, ὅτι διὰ τῆς ἐγκυκλίου κατηργεῖτο εἷς νόμος. Ἀλλ’ ἤθε-
886λον παρακαλέσει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐτροποποιήθη ὁ
887νόμος κατὰ τοῦτο, προσδιοριζομένου διὰ Β. Διατάγματος τοῦ
888ἀναστήματος, διότι οἱ καταλληλότεροι ἐργάται τῆς θαλάσσης
889δὲν εἶναι οἱ τῶν πελωρίων ἀναστημάτων. Οὐδεὶς δὲ θὰ ἰσχυ-
890ρισθῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἢ ἐγὼ θὰ ἤμεθα
891ἀκαταλληλότεροι ναῦται τοῦ πελωρίου κ. Καραπάνου. Λοι-
892πὸν νομίζω, ὅτι τότε εἶχε πεισθῆ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυ-
893τικῶν περὶ τούτου, καὶ δι’ αὐτὸ ἐξεδόθη ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη.
894§46Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀκρι-
895βῶς τοῦτο, ὅπερ συνιστᾶτε, καὶ ἔπραξα. Φρονεῖ δὲ καὶ ἡ
896ὑπηρεσία, ὅτι τὸ ἀνάστημα τῶν ἐργατῶν τῆς θαλάσσης δὲν
897πρέπει νὰ ἦναι τῶν αὐτῶν ἀναλογιῶν πρὸς τὸ τῶν στρα-
898τιωτῶν τῆς ξηρᾶς, καὶ διὰ τοῦτο σκεπτόμεθα, ὅπως διὰ δια-
899τάγματος ἢ διὰ νόμου κανονίσωμεν, ἵνα καὶ οἱ βραχυσωμό-
900τεροι δύνωνται νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ ναυτικῷ.
901§47ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, ὀφείλω νὰ ἀναλάβω ὁλόκληρον τὴν
902εὐθύνην τῆς ἄρτι γενομένης συζητήσεως, σχετικῶς πρὸς τὸν
903προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ κυρίως
904ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 2 ἄρθρου 3, διότι ἐγὼ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ
905προϋπολογισμοῦ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας, εἴτε
906δι’ ἕνα λόγον εἴτε δι’ ἄλλον, δὲν ηὐτυχήσαμεν νὰ ἔχωμεν. Ὁ
907ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βόλου ἐξέθηκεν ὑμῖν, τίνα ποσὰ ὑπέρογκα
908κατὰ συνεχῆ ἔτη ἐχορηγήθησαν σχετικῶς πρὸς τὸ ἄρθρον 3
909κεφ. 2 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸ
910ὁποῖον ἄρθρον ἀφορᾷ εἰς ἐπισκευὴν καὶ ἀνακαίνισις πλοίων.
911Ἐννοεῖται ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἀναγ-
912καίως ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ
913τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐχρησιμοποιήθησαν. Εἰς τοῦτο
914δὲ ἤχθη ἐκ τῆς δηλώσεως, τῆς ἄρτι ὑποβληθείσης παρὰ τοῦ κ.
915Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει τὴν πρόθεσιν
916πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἠκολουθοῦμεν
917κατὰ τὸ παρελθόν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἀνεγράφοντο πότε
918μὲν πιστώσεις 1,000,000 καὶ πλέον, πότε πιστώσεις 950,000,
919τότε πιστώσεις 800,000, καὶ ἂν πιστεύσῃ τις τὰ διαδιδό-
920μενα, αἱ πιστώσεις αὗται, ἀντὶ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ τοῦ
921πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἐχρησιμοποιήθησαν πρὸς ἀνακαίνισιν ἢ
922πρὸς ἐπισκευὴν θαλαμηγῶν. Ἐννοεῖτε ἤδη, διατὶ εἶπον, ὅτι
923ἐπιθυμῶ νὰ ἀναλάβω ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῆς γενομένης
924συζητήσεως καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ
925ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν διαδόσεων
926αὐτῶν ἐθεώρησα ὅτι ἦτο συμφέρον εἰς τὸ Κράτος νὰ βεβαιωθῇ
927πῶς διετέθησαν αἱ ὑπέρογκοι αὗται πιστώσεις, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ
928τὰ διαδιδόμενα ἢ ψευδῆ· διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ βεβαίωσις τῆς
929ἀληθείας ἢ μὴ ἀληθείας τῶν λεγομένων θὰ συνετέλει εἰς τὴν
930καλλιτέραν διάθεσιν τῶν πιστώσεων αὐτῶν, ἢ εἰς τὴν καθη-
931σύχασιν τῆς κοινῆς γνώμης. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λεβαδείας,
932ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ κατ’
933αὐτὴν τὴν περίστασιν ἔσπευσε νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν αἴτησίν
934μου περὶ χορηγίας τῶν πληροφοριῶν, μετά τινας δὲ ἡμέρας
935μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτι-
936κῶν, πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν ἀπετάθη προσωπικῶς, ἀλλὰ δι’ ἑ-
937τέρου προσώπου τῆς ἐμπιστοσύνης του, ἀπέφυγε τὴν χορη-
938γίαν πάσης πληροφορίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, ὡς πρὸς μὲν τὴν
939διάθεσιν τῶν πιστώσεων πρὸς ἀνακαίνισιν καὶ ἐπισκευὴν ἄλ-
940λων πλοίων, δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ τοιαύτας ἢ μετὰ δί-
941μηνον διάστημα, ἠρνήθη δὲ διαῤῥήδην πᾶσαν πληροφορίαν
942ἀφορῶσαν εἰς τὴν μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας» ἀπὸ
943ὁπλιταγωγοῦ εἰς θαλαμηγόν. Εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα ἦλθεν
944ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς συνεπεία τῆς δηλώσεως τοῦ κυρίου
945Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυ-
946τικῶν, μὴ γνωρίζων, μὴ κατέχων τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπη-
947ρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, παρεσύρθη εἰς τὴν
948ὑπογραφὴν τῆς δηλώσεως αὐτῆς...
949§48Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔχετε
950λάθος, δὲν παρασύρομαι.
951§49ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὕτως ὑπέθεσα, πρὸς τιμὴν
952ὑμῶν καὶ ὅπως ἐλαφρύνω τὴν εὐθύνην ὑμῶν, διότι ἐκ τῆς δη-
953λώσεως ὑμῶν προκύπτει, ὅτι πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ
954αὐτὸς τρόπος τῆς διαθέσεως τῶν πιστώσεων πρὸς ἐπισκευὴν
955καὶ ἀνακαίνισιν τῶν ἐθνικῶν πλοίων, ἡ ἰδία τακτικὴ τῆς
956διαθέσεως αὐτῶν... Τί δὲ γίνεται ἐν τῇ δηλώσει ταύτῃ; Πί-
957στωσις χορηγηθεῖσα πρὸς ἀνακαίνισιν τῶν ἀτμολεβήτων
958τοῦ θωρηκτοῦ «Β. Γεωργίου» τρέπεται εἰς ἄλλους σκοπούς,
959ὅλως δευτερεύοντας καὶ ἐπουσιώδεις. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
960τοῦ 1894 εἶχε χορηγηθῆ δι’ αὐτοὺς τοὺς σκοποὺς πίστωσις
961950,000 δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν ἐξήρκεσεν ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ πο-
962σὸν, καὶ ζητεῖται δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως καὶ τὸ πο-
963σὸν 15,917 δρ. ἔτι. Ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ταύτης πιστώ-
964σεως ὑπέβαλον εἰς τοὺς συναδέλφους τὴν παράκλησιν, ὅπως μὴ
965ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὶν ἢ χορηγηθῶσιν
966αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἡ αὐτὴ ἐπιτροπή, σχε-
967τικῶς πρὸς τὴν διάθεσιν τῆς ὅλης πιστώσεως. Ἐὰν γνωρί-
968ζητε σεῖς, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι τὸ πρῶτον εἰσήλθετε ἐν τῷ Βου-
969λευτηρίῳ πῶς διετέθησαν αἱ ὑπέρογκοι αὗται πιστώσεις,
970γνωρίζομεν καὶ ὑμεῖς πάντες, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν
971εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: δὲν ἔχετε καθῆκον,
972δὲν ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ μέχρι τίνος ἐξικνεῖται
973τὸ βάθος τοῦ πίθου τούτου τῶν Δαναΐδων, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι
974δυνατὸν νὰ πληρωθῇ; Κατὰ τὸ 1894 ἐχορηγήθη πίστωσις
975δρ. 950,000, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑπὸ συζήτησιν
976τῆς Βουλῆς χορηγεῖται πίστωσις 850,000· ἀλλ’ ἡ πίστωσις
977αὕτη δὲν θεωρεῖται ἐπαρκής, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται διὰ τῆς
978προσθέτου δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν μετα-
979φορὰ πιστώσεως 150,000 δρ. πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, «διὰ
980τὴν προμήθειαν τῶν ἀπαιτουμένων ὑλικῶν πρὸς συντήρησιν
981τῶν βασιλικῶν πλοίων κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τρέχον-
982τος ἔτους καὶ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐν τῷ Ναυστάθμῳ
983γινομένης ἐπισκευῆς διαφόρων πλοίων.»
984§50ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδαπανήθησαν αἱ 150,000, καὶ πρό-
985κειται νὰ νομιμοποιηθῶσι διὰ τῆς πιστώσεως, ἢ τώρα πρό-
986κειται νὰ δαπανηθῶσι;
987§51ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐδαπανή-
988θησαν κατὰ τὸ 1894 δρ. 950,000, ὅτι δὲν ἐπήρκεσαν αἱ
989950,000 αὗται, καὶ διὰ τοῦτο δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώ-
990σεως ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἑτέρας 15,917
991ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους, τοῦ 1894.
992§52ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα ἔχουσι δαπανηθῆ.
993§53ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ἐδαπανήθησαν τὸ 1894 δρ. 950,000
994πλέον 15,917, περὶ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ
995πίστωσις. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895.
996Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 ἀναγράφεται πίστωσις διὰ
997τοὺς αὐτοὺς λόγους, τὴν ἀνακαίνισιν καὶ ἐπισκευὴν βασιλικῶν
998πλοίων, 850,000 δραχ. μόνον, ἀπέναντι 950,000 τοῦ πα-
999ρελθόντος ἔτους, ἀπέναντι 1,100,000 τοῦ προπαρελθόντος
1000ἔτους.
1001§54Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δύνα-
1002σθε νὰ μὲ πληροφορήσητε πότε ἤρχισεν ἡ μεταποίησις τῆς
1003«Μπουμπουλίνας»;
1004§55ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἄγνωστον, διότι δὲν ἔχομεν καμ-
1005μίαν πληροφορίαν, διότι ποτὲ δὲν κατωρθώθη νὰ λάβωμεν
1006καμμίαν πληροφορίαν. Ἐὰν δὲ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύ-
1007τας, εἶναι ἀκριβῶς, ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς νῦν δι-
1008ευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς τὸ νὰ σταμα-
1009τήσῃ πλέον τὸ ἄτοπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται. Ἐκεῖ πρόκει-
1010ται περὶ καταβόθρας· διότι δὲν γνωρίζομεν ἂν εἷς ἧλος, ἂν
1011μία κλεὶς, κατασκευαζομένη ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, κοστίζῃ εἰς
1012ἡμᾶς μίαν δραχμὴν, ἢ 100 δραχμὰς, ἢ 1000 δραχμάς. Οὗ-
1013τος εἶναι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ ὁ Β. Ναύσταθ-
1014μος. Οὐδεμία ἐξέλεγξις ποτὲ ὑπῆρξε, καὶ δὲν θὰ ἀποκρύψω
1015εἰς ὑμᾶς, ὅ,τι εἶπον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι
1016ὑπάρχει περίπτωσις διορισμοῦ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῶν
1017πραγμάτων. Δὲν πρόκειται περὶ εὐθύνης εἴτε τοῦ νῦν εἴτε ἄλ-
1018λου Ὑπουργείου. Πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἡ Βουλὴ ὀφείλῃ, ὡς
1019κατὰ τὸ παρελθὸν, οὕτω καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον νὰ ψηφίζῃ ἑκα-
1020τομμύρια ὁλόκληρα, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ποῦ δαπανῶνται τὰ
1021ἑκατομμύρια αὐτὰ, καὶ ἂν δαπανῶνται ἐπωφελῶς. Ἐν τῷ
1022προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 εἶχε περιληφθῆ πίστωσις 270
1023χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἐπωφελῆ καὶ ἀναγκαίαν καὶ ἐπεί-
1024γουσαν ἐργασίαν, τὴν ἀνακαίνισιν τῶν λεβήτων τοῦ «Β. Γεωρ-
1025γίου», ὅστις εἶναι ἐκ τῶν καλλίστων πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων·
1026ἀλλὰ παραδόξως ἡ πίστωσις αὕτη, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν διε-
1027τέθη ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου, ὡς
1028ἀναγράφει ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, μετα-
1029τρέπεται εἰς γυαλιὰ–καρφιὰ, δηλαδὴ συγχωνεύεται εἰς τὴν
1030πίστωσιν ἐκείνην, εἰς τὴν καταβόθραν ἐκείνην τῶν ἑκατομ-
1031μυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε.
1032Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τελειότερον τὴν γνώμην μου
1033ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυ-
1034τικῶν, λαβὼν γνῶσιν πλέον τῆς παρακλήσεως καὶ τῆς ἐπι-
1035τροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν Βουλευτῶν, εὐαρεστηθῇ
1036νὰ προσαγάγῃ τὰς πιστοποιήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ προ-
1037κύψῃ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τῶν πιστώσεων αὐτῶν τοὐλά-
1038χιστον κατὰ τὰ ἔτη 1894 καὶ 1895.
1039Ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
1040τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπί τινος διατάγματος, φέροντος τὴν ὑπο-
1041γραφὴν αὐτοῦ καὶ δημοσιευθέντος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 150 τῆς
10425 Ἰουλίου φύλλῳ τῆς «Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως». Κατὰ τὸ
1043διάταγμα τοῦτο καὶ τὴν καταχώρισιν ταύτην, «διὰ Β. Δια-
1044τάγματος ἀπὸ 1 ἀρξαμένου μηνὸς, ἐκδοθέντος προτάσει τοῦ
1045ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ
1046ὑπὸ στοιχ. ᾼϠΜΗʹ νόμου τῆς 29 Μαρτίου 1891, ἐνεκρίθη ἡ
1047ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου χορήγησις μηνιαίου ἐπιμισθίου ἐκ
1048δραχ. ἑξήκοντα (60) εἰς τὸν ἐπιβλέποντα τὰ λιμενικὰ ἔργα
1049Ναυπλίου ὡς βοηθὸν τοῦ μηχανικοῦ ἐργοδηγὸν κ. Π. Στα-
1050θόπουλον ἀπὸ τῆς 15 Μαρτίου 1891, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ὑπη-
1051ρεσίαν ταύτην».
1052Ἵνα εὕρω τὴν δικαιολογίαν τοῦ ἐκδοθέντος διατάγματος,
1053τὸ ὁποῖον ἔχει κἄτι τι τὸ ἔκτροπον, ἐκ τοῦ ὅτι ἔρχεται ὁ νῦν
1054Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀναγνωρίζει ὑπηρεσίας χο-
1055ρηγηθείσας ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1894, ἀνέτρεξα εἰς τὸ
1056ἄρθρον 2 τοῦ ᾼϠΜΗʹ νόμου τῆς 29 Μαρτίου 1891, ἐπὶ
1057τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ διάταγμα, τὸ φέρον τὴν ὑπογρα-
1058φὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν
1059τί εὑρίσκω, πρὸς πληροφορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτε-
1060ρικῶν καὶ τῆς Βουλῆς, ἰδοὺ τί εὑρίσκω ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 (ἀναγι-
1061νώσκει): «Τὴν αὐτὴν ἀντιμισθίαν τῶν 140 δραχμῶν θέλουσι
1062λαμβάνει οἱ διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα Θεσσαλίας καὶ τὰ οἰκο-
1063δομικὰ ἐν γένει ἔργα προσληφθησόμενοι ἐπιστάται, τῶν ὁποίων
1064ὁ ἀριθμὸς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβῇ τοὺς ὀκτώ.»
1065Πρόκειται λοιπὸν, βλέπετε, ἐδῶ περὶ ἐπιστατῶν, οἱ ὁποῖοι
1066θὰ προσληφθῶσι διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἐκεῖνα ἔργα τῆς Θεσσα-
1067λίας, παραδόξως δὲ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου
1068ᾼϠΜΗʹ μετατίθεται εἰς Ναύπλιον καὶ χρησιμεύει πρὸς τὸν
1069σκοπὸν τοῦ νὰ ἀναγνωρισθῇ δικαίωμα εἰς ἐπιμίσθιον βοηθοῦ
1070τῶν λιμενικῶν ἔργων Ναυπλίας, διότι οὐδέποτε εἰργάσθη, κατὰ
1071τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω, εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτρο-
1072πὴν καὶ εἰς λιμενικὰ ἔργα. Ἐντεῦθεν καὶ ἐκ τοῦ ὅτι τοιαῦτα
1073ἀνεκάλυψα ἐκ τοῦ διατάγματος, ἅτινα δὲν ἠδύνατο βεβαίως
1074νὰ ἀνακαλύψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι γνω-
1075ρίζω ὅτι δὲν ἔχει τὸν καιρὸν νὰ ἀναδιφῇ τὰ ἔγγραφα, τὰ
1076ὁποῖα ἑκάστοτε τῷ ὑποβάλλονται πρὸς ὑπογραφὴν, προήχθην
1077εἰς τὴν ὑποβολὴν ἐπερωτήσεως σχετικῶς πρὸς ταῦτα· διότι,
1078ὡς εἶπον ἤδη, γνωρίζω ὅτι ὁ ἐν λόγῳ βοηθὸς οὐδέποτε ἐχορή-
1079γησε τὰς ὑπηρεσίας, διὰ τὰς ὁποίας ἀμείβεται διὰ τοῦ παρ’
1080ὑμῶν ἐκδοθέντος Β. Διατάγματος, ἀλλὰ καὶ ἔτι πλέον, ὅτι ὁ
1081ἐργοδηγὸς αὐτὸς διατελεῖ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ μηχανικοῦ
1082Ναυπλίας καὶ μισθοδοτεῖται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Οὕτως ἐχόν-
1083των τῶν πραγμάτων, προκύπτει, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται διὰ
1084τὴν ἀμοιβὴν, ἡ ὁποία τῷ ἐδόθη, μάλιστα ὅταν τὴν ἀμοιβὴν
1085ταύτην ἠμφισβήτησεν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Ναυπλίας. Τὸ
1086ζήτημα θεωρῶ σπουδαῖον, διότι συνδέεται μὲ τὸ ζήτημα τῆς
1087διαθέσεως τῶν χρημάτων τῶν λιμενικῶν. Εἶναι οὗτος ἕτερος
1088βόθρος, εἰς τὸν ὁποῖον χαντακώνονται δεκάδες ἑκατομ-
1089μυρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ πρέπει τέλος πάντων νὰ θέ-
1090σωμεν τὴν χεῖρα καὶ ἐπὶ τοῦ βόθρου τούτου, καὶ νὰ ἐξετάσω-
1091μεν καὶ βεβαιώσωμεν μέχρι τίνος ἐξικνεῖται καὶ τὸ βάθος τοῦτο.
1092Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπιλη-
1093φθῇ ἀμέσως τοῦ ἔργου τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν λιμενικῶν
1094ἐπιτροπῶν, διότι δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ
1095τὸ πλεῖστον παρὰ πασῶν τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων—
1096καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδὲ μία ἐξαίρεσις—κατὰ τὸ πλεῖστον μέλη
1097τῶν λιμενικῶν ἐπιτροπῶν διορίζονται ἄεργοι...
1098§56Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἦτο μόνον τοῦτο τὸ κα-
1099κὸν, δὲν ἦτο τίποτε· δυστυχῶς εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι
1100πολὺ ἐργατικοί...
1101§57ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κακὸν, διότι τοιοῦτοι εὑρίσκον-
1102ται ἐν τῷ ναῷ, καὶ γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὰς Γραφὰς ὁ ἐν τῷ ναῷ
1103ἐκ τοῦ ναοῦ τραφήσεται.
1104§58ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν λιμενικὰ χρήματα· εἶναι φα-
1105γωμένα κατὰ τὸ πλεῖστον.
1106§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὀφείλω
1107νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, προκειμένου ἄλλως περὶ Δη-
1108λώσεων, ὅτι διὰ τῆς δηλώσεως, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν πρὸ
1109ἡμερῶν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ σῶμα, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
1110Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν αὐξάνει ἢ μόνον κατὰ δραχ.
11116,077 καὶ 6 λεπτά.
1112§60ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ.
1113§61Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγω τοῦτο, ἵνα καταδείξω, ὅτι δὲν πρέ-
1114πει νὰ πιστευθῇ, ὅτι συνεπείᾳ τῆς δηλώσεως ταύτης ἐζητήθη
1115ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
1116τικῶν. Προκειμένου περὶ διαχειρίσεως τοσούτων ἑκατομμυρίων,
1117νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γένηται σπουδαῖος λόγος περὶ δη-
1118λώσεως, αὐξανούσης τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου
1119τῶν Ναυτικῶν κατὰ δραχμὰς 6,077. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρό-
1120κειται περὶ τούτου. Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα. Περὶ τοῦ θέμα-
1121τος τούτου εὐρυτάτη δύναται νὰ γένηται συζήτησις κατὰ
1122τὴν μετ’ ὀλίγας ὥρας, ἢ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, συζήτησιν τοῦ
1123προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Θέλω προσ-
1124παθήσει νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας ἐκείνας τὰς
1125πληροφορίας, ἃς ἤκουσα, ὅτι ζητοῦσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι.
1126Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἐρωτήσω τὸν ἄρτι καταβάντα τοῦ
1127βήματος ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, ὅτε μετεῖχεν ὑπὸ
1128τὸν ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, εἶχεν
1129ἀρχίσει ἡ μετατροπὴ τῆς «Μπουμπουλίνας» εἰς θαλαμηγόν;
1130Ἴσως ἐνθυμεῖται, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήσῃ, ὅταν
1131ἐπὶ τοῦ βήματος ἱστάμενον ἠρώτησα αὐτόν· ἀλλὰ πρέπει νὰ
1132γνωρίζωμεν, ὅτι ἔκτοτε, καὶ πρὸ τοῦ χρονικοῦ ἐκείνου μάλιστα
1133σημείου, εἶχεν ἀρχίσει ἡ μετασκευὴ τῆς «Μπουμπουλίνας»...
1134§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ τοῦ 1891.
1135§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τόσῳ τῷ χειρότερον δι’ ὑμᾶς ... Ἐπεθύμουν
1136νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου καὶ συνάδελφον,
1137διατὶ τότε τὸ Ὑπουργεῖον, οὗτινος αὐτὸς ἐπιφανὲς ἀπετέλει
1138μέλος, δὲν ἐλάμβανε τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ἅτινα ζητεῖ σήμερον
1139νὰ λάβωμεν ἡμεῖς; Καὶ πότε ἤθελεν εἶσθαι μεγαλειτέρα ἡ
1140ζημία τοῦ Κράτους,—ἂν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ τὸ Κράτος, —
1141νῦν, ὅτε τὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ πλοίου σχεδὸν ἔφθασαν εἰς
1142πέρας, ἐδαπανήθησαν δὲ τοσαῦτα ποσά, ὡς λέγουσιν οἱ περὶ
1143τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, ἢ τότε, πρὸ διετίας, ὅτε
1144μόλις ἴσως τὸ πλοῖον ἤθελεν εἶσθαι ἐν τῇ ἐνάρξει τῆς μετα-
1145τροπῆς αὐτοῦ; Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἐλάβομεν τὸ χαρτοφυ-
1146λάκιον τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ Β. Διατάγματος· ἄλλοι εἰσὶν
1147ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἀπουσιαζούσης τῆς Βουλῆς, ἔλαβον διὰ Β.
1148Διατάγματος τὸν διορισμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ, οἱ περὶ τὸν ἐξ
1149Ἀττικῆς Βουλευτὴν καὶ αὐτός· οὐδ’ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ
1150ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς, ὅτι πλαγίους ἔχομεν σκοπούς. Ἡμεῖς
1151οὐδέποτε παρεκαθήσαμεν εἰς τὴν Βουλήν, οὐδὲ ἐλάβομεν τὸ
1152χρῖσμα τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ Β. Διατάγματος. Βεβαίως χαί-
1153ρομεν καὶ καυχώμεθα, ὅτι ἔχομεν τὴν ἔγκρισιν καὶ τὴν ἐμ-
1154πιστοσύνην τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως· ἀλλ’ ἔχομεν πρὸ αὐ-
1155τῆς τὴν ἔγκρισιν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
1156πανδήμως μάλιστα καὶ πανηγυρικώτατα ἐκφρασθέντος καὶ
1157ὡς πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸν διευθύ-
1158νοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ὥστε παρακαλῶ τὸν
1159ἀξιότιμον συμπολίτην μου, ὅταν ὁμιλῇ περὶ τοιούτων ζητη-
1160μάτων, νὰ παραλείπῃ ἐκείνας τὰς ἐκ πλαγίου προσβολὰς καὶ
1161τὰς περιστροφάς, ἅστινας ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ ἤθελον ἀφήσει
1162ἄνευ ἀπαντήσεως.
1163Ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἀναδεχόμεθα νὰ διατάξωμεν τὴν παῦ-
1164σιν τῆς μετασκευῆς τῆς «Μπουμπουλίνας». Ἂν ἡ μετατροπὴ
1165τοῦ πλοίου τούτου δὲν ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ, ἂς εὐθύνωνται
1166ἐκεῖνοι, οἵτινες διέταξαν αὐτήν. Ἂν πάλιν ὤφειλεν ἡ μετα-
1167ποίησις τοῦ πλοίου ἐκείνου νὰ παύσῃ, ὤφειλε πολὺ περισσό-
1168τερον νὰ παύσῃ, ὅταν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μετεῖχε
1169τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τῆς δυνάμει Β. Διατάγματος ἐπι-
1170καθεσθείσης εἰς τὸν τράχηλον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς
1171νομίζομεν, ὅτι θέλομεν εὐθύνεσθαι σπουδαίως, ἂν διατάξωμεν
1172τὴν παῦσιν τοῦ ἔργου, διότι τοῦτο εἶναι ἤδη ἐν τῷ περαι-
1173οῦσθαι. Τῷ ὄντι ἐδαπανήθησαν καὶ διὰ τὸ ἔργον τοῦτο πο-
1174σά τινα· ἀλλ’ ἂν ἡ δαπάνη αὐτῶν ἐγένετο καλῶς, ἂν ἐγέ-
1175νετο κακῶς, ἡμεῖς οὐδαμῶς εὐθυνόμεθα, οὔτε περὶ τῶν δα-
1176πανηθέντων χρημάτων, οὔτε περὶ τῆς ἀδείας πρὸς τὴν δα-
1177πάνην αὐτήν. Ἡ ἀτομική μου ὅμως γνώμη εἶναι, ὅτι βε-
1178βαίως ἡ Βασιλικὴ Οἰκογένεια ἔχει ἀνάγκην θαλαμηγοῦ τι-
1179νος διὰ τὴν ἀτομικὴν Αὐτῆς ὑπηρεσίαν, χάριν τῶν Ὑψηλῶν
1180ξένων, οἵτινες πολλάκις ἐπισκέπτονται ἡμᾶς, θαλαμηγοῦ,
1181ἥτις πάλιν εἶναι περιουσία τοῦ Κράτους. Διότι δὲν φαντά-
1182ζομαι, ὅτι νομίζουσιν οἱ ἀξιότιμοι ἀντιτείνοντες, ὅτι δύνα-
1183ται ἡ Βασιλικὴ Οἰκογένεια νὰ πωλήσῃ ἐξαίφνης τὴν θαλα-
1184μηγόν. Ἡ θαλαμηγὸς εἶναι μὲν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Βα-
1185σιλέως, εἶναι ὅμως περιουσία τοῦ Κράτους, χρησιμεύουσα
1186ἁπλῶς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Αὐλῆς, ὅπως καὶ τὸ Ἀνά-
1187κτορον.
1188Εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι καὶ ἐγὼ ὡς πρὸς
1189τοῦτο ἠκολούθησα τὸ παράδειγμα τῶν προκατόχων μου.
1190Νομίζω ὅτι σπεύδει, ἐκφέρων ἰδέας τοιαύτας περὶ ἐμοῦ. Παρα-
1191καλῶ αὐτὸν νὰ ἀναμείνῃ ὀλίγον χρόνον, καὶ ὅταν ἴδῃ, ὅτι
1192καὶ ἐγὼ ἠκολούθησα τὰ τυχὸν κακῶς παρὰ τῶν προκατό-
1193χων γενόμενα, νὰ φέρῃ εἰδικὴν κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν. Ἀλλὰ
1194νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τοὐλάχιστον δίκαιον καὶ πρέπον, εὐθὺς
1195ἐξ ἀρχῆς, πρὶν ἢ ἐγὼ προβῶ εἰς πρᾶξίν τινα σπουδαίαν, ἀφο-
1196ρῶσαν τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ ἔτυχε νὰ διευθύνω, νὰ ἐπιτίθε-
1197ται, καὶ νὰ ἐπιχειρῇ νὰ συγγράφῃ Παραλλήλους Βίους
1198τῶν παρελθόντων καὶ τῶν παρόντων Ὑπουργῶν.
1199Προχείρως ἐδυνήθην, Κύριοι, νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ.
1200συνάδελφος εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι λίαν
1201προσεχῶς θέλω παρουσιάσει εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας τὰς αἰτη-
1202θείσας πληροφορίας, ἐκ τούτων δὲ φωτιζομένη ἡ Βουλὴ, θέ-
1203λει βεβαίως λάβει τὰς προσηκούσας ἀποφάσεις.
1204§64ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς θαυμάζω τὸν συμπολίτην μου καὶ
1205καταθλίβομαι, διότι δὲν εὑρέθην καὶ ἐγὼ εἰς οἵαν αὐτὸς εὑρί-
1206σκεται θέσιν, συγκεντρώσας περὶ ἑαυτὸν τόσην κοινοβουλευ-
1207τικὴν δύναμιν καὶ πλειοψηφίαν,—διότι περὶ αὐτοῦ πρὸ ὀλί-
1208γου ἐπήρετο.—Ἐγὼ ἀληθῶς διωρίσθην διὰ Β. Διατάγμα-
1209τος,—ὅπως ἄλλως τε διωρίσθη καὶ αὐτὸς—ἐφρόνουν δὲ, ὅτι
1210διοριζόμενος οὕτω, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἡ προσωπικότης μου
1211ἠλαττοῦτο. Ὑπέχω ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμέ-
1212νων, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ τὴν χορηγήσω εἰς πάντα, ἔχοντα
1213τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ ζητήσῃ λόγον. Τοιοῦτο δικαίωμα δὲν ἀνα-
1214γνωρίζω εἰς τὸν συμπολίτην μου· διότι, ὅσον καὶ ἂν ἐκαυ-
1215χήθη περὶ τῆς πλειονοψηφίας, δὲν φρονῶ, ὅτι αὐτὸς διαθέτει
1216τὰ κατ’ αὐτήν. Ἐκεῖνος δὲ, ὁ ὁποῖος διαθέτει τὰ κατ’ αὐ-
1217τήν, εἶναι ἐνταῦθα, καὶ ἐὰν φρονῇ, ὅτι δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ
1218λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς κληθείσης κατὰ Μάϊον
1219τοῦ 1893, βεβαίως δύναται νὰ τὸ πράξῃ, καὶ ἡμεῖς οὐδόλως
1220ἠθέλομεν ἀποστέρξει εἰς τὸ νὰ δώσωμεν τὰς εὐθύνας, διότι αἱ
1221εὐθύναι ἡμῶν εἶναι τοιαῦται, ὥστε θὰ δυνηθῶμεν νὰ καυχη-
1222θῶμεν, δίδοντες αὐτάς, νὰ καυχηθῶμεν διὰ τὰ παρ’ ἡμῶν πε-
1223πραγμένα. Δὲν ἐπεκαθήσαμεν ἡμεῖς ἐπὶ τὸν τράχηλον τοῦ
1224Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἡμεῖς ἤλθομεν νὰ ἀναλάβωμεν εὐθύνας, αἱ
1225ὁποῖαι ἐβάρυνον ἄλλους, καὶ συνετελέσαμεν νὰ καλύψωμεν εὐ-
1226τυχῶς διὰ τῆς εὐθύνης ἡμῶν ἐκείνων τὴν εὐθύνην, οἱ ὁποῖοι
1227δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπέχωσι τοιαύτην· φρονοῦμεν δὲ, ὅτι ἀναλαβόν-
1228τες, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς δημοτικότητος ἡμῶν, ἐπὶ ζημίᾳ ἀγώνων
1229εἰκοσαετῶν, κατ’ ἐκείνας τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις τὴν διεύ-
1230θυνσιν τῶν τῆς Πολιτείας, παρέσχομεν εἰς αὐτὴν τὰς ὑψί-
1231στας ὑπηρεσίας.
1232Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1233παραδόξως ἑκάστοτε ἐπὶ οἱασδήποτε συζητήσεως προκύπτει
1234ἐνταῦθα...
1235§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δίδει πρῶ-
1236τος τὸ παράδειγμα.
1237§66ΡΑΛΛΗΣ. Ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
1238Ναυτικῶν τὸν λόγον, δι’ ὅν, πίστωσιν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ
1239προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1895
1240ὑπὲρ δαπάνης ἐπωφελοῦς, ἀναγκαίας καὶ ἐπειγούσης, τὴν
1241μετέβαλεν εἰς γυαλιὰ–καρφιὰ, καὶ ἐκεῖνος μᾶς ἐρωτᾷ διατὶ
1242ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν
1243κατὰ τὸ 1893. Τὴν ἀνελάβομεν, διότι τότε δὲν ἐτύγχανε νὰ
1244ἦναι ἐν τῇ Βουλῇ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὑποθέτω δὲ,
1245ὅτι θὰ ἦτο εὐτυχέστερος, συγκεντρῶν ὀλιγωτέραν πλειονοψη-
1246φίαν κατὰ τὰς ἄρτι διεξαχθείσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς, περισ-
1247σοτέραν δὲ κατὰ τὰς παρελθούσας, περισσοτέραν δὲ καὶ κατὰ
1248τὸ μέλλον. Τὸ ζήτημα εἶναι αὐτὸ κυρίως· ἐπρόκειτο ἢ
1249δὲν ἐπρόκειτο περὶ πιστώσεως ἀναγκαίας, ἐπωφελοῦς καὶ
1250ἐπειγούσης; Ἀναμφισβητήτως ναὶ, διότι ἡ πίστωσις ἐκείνη
1251ἔπρεπε νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῆς ἀνακαινίσεως τῶν λεβήτων ἑνὸς
1252ἐκ τῶν ὀλιγίστων πλοίων ἡμῶν· ἐπὶ τῷ λόγῳ δὲ, ὅτι δὲν
1253παρηγγέλθησαν οἱ λέβητες τὴν 1 Ἰανουαρίου, καὶ ἐπὶ τῷ
1254λόγῳ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν κατώρθωσε
1255μέχρι τοῦδε νὰ μελετήσῃ τὸ τεχνικὸν ζήτημα περὶ τοῦ τρό-
1256που τῆς κατασκευῆς καὶ τοῦ μετάλλου τῆς κατασκευῆς τῶν
1257ἀτμολεβήτων τῶν διαφόρων πλοίων, πρέπει ἡ πίστωσις αὕτη
1258νὰ μετατραπῇ, νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον
1259ἀπέβλεπεν, ἀπὸ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτὴν τῶν ἀτμολεβήτων
1260τοῦ «Βασιλέως Γεωργίου» καὶ νὰ γείνῃ γυαλιὰ–καρφιὰ, ὅπως
1261ἔγεινε καὶ ἡ ἄλλη πίστωσις; Αὐτὴ εἶναι ἡ συζήτησις, ἐγὼ
1262δὲ τουλάχιστον τὴν εὑρίσκω συμβάλλουσαν εἰς τὸ συμφέρον
1263τοῦ Δημοσίου, εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Φρονῶ ὅτι
1264ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου μέχρι
1265τῆς 1 Ἰουνίου, ὅτε ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἀνέλαβε τὴν
1266διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἠδύνατο νὰ γείνῃ
1267ἀπὸ τῆς 2 Ἰουνίου καὶ κατόπιν. Φρονῶ ὅτι τὰ ζητήματα
1268τὰ τεχνικὰ περὶ τοῦ τρόπου τῆς κατασκευῆς τῶν λεβήτων
1269δὲν θέλει τὰ λύσει αὐτὸς, μολονότι ἀναγνωρίζω ὅλην τὴν
1270εἰδικότητά του ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ
1271μετατροπὴ τῆς πιστώσεως ἀπὸ τοῦ σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον
1272ἀπέβλεπεν, ἀντὶ ὀφέλους θέλει φέρει ζημίαν, ζημίαν πρῶτον
1273διότι δὲν θέλουσιν ἀνακαινισθῆ οἱ λέβητες τοῦ «Βασιλέως
1274Γεωργίου», δεύτερον, διότι ἡ πίστωσις αὕτη θέλει διατεθῆ
1275εἰς ὅ,τι δὲν εἶναι οὐδ’ ἐπεῖγον οὐδὲ χρήσιμον διὰ τὸ πολεμι-
1276κὸν ναυτικόν.
1277§67Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸν
1278λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1279§68ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν κατὰ τὸ 1893 ἤρχισεν ἡ
1280μετασκευὴ τῆς «Μπουμπουλίνας», διότι δὲν ἠσχολήθην περὶ
1281αὐτῆς. Κατὰ τὴν πρώτην ἀρχὴν τοῦ πολιτικοῦ μου σταδίου
1282μοὶ προσηνέχθη τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1283Ναυτικῶν, ἀλλ’ ᾐσθάνθην ἀμέσως τὰ ἀποτελέσματα τῆς
1284ναυτίας, καὶ ἐκήρυξα ἐμαυτὸν ἀνίκανον νὰ ὑπηρετήσω τὸ
1285Κράτος, διοικῶν τὸ σκάφος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν
1286καὶ ὀρθῶς, νομίζω, ἀφοῦ κατελαμβανόμην ὑπὸ ναυτίας. Κατὰ
1287τὸ 1893, μὴ ἔχων τὴν εὐτυχίαν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον
1288τῶν Ναυτικῶν καὶ διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτε-
1289ρικῶν, περιεσπώμην ἀπὸ ἄλλα πολλὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα
1290κατηνάλισκον τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου μου, ὥστε νὰ μὴ
1291δύναμαι νὰ ἐξετάσω, πῶς διετίθετο μία πίστωσις, ἡ ὁποία
1292εἶχε χορηγηθῆ νομίμως, ἀλλ’ ἐθεώρησα καθῆκόν μου ἐν τῇ
1293ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐπρόκει-
1294το νὰ θέσω τὴν ὑπογραφήν μου ὑπὸ ἔκθεσιν ἐπίσημον νομο-
1295σχεδίου μετατρέποντος πίστωσιν χορηγηθεῖσαν ὑπὲρ σκοποῦ
1296ἀναγκαίου καὶ ἐπωφελοῦς εἰς σκοποὺς πολυτελεῖς καὶ ἀνω-
1297φελεῖς, νὰ ἐξετάσω τοῦτο. Τοῦτο ἔπραξα. Ἴσως ἔσφαλα,
1298ἀλλ’ ἁμαρτίαν δὲν ἔχω, ὁμολογήσας ταύτην.
1299§69Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ
1300ἰδιοσυγκρασία μου φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐντελῶς διάφορος τῆς
1301τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ἐφοβήθην
1302τὸ πάθημα ἐκεῖνο, ὅπερ προσβάλλει τὸν ἀξιότιμον συμπολί-
1303την μου, ἐτόλμησα δὲ δι’ αὐτὸ νὰ δεχθῶ τὸ χαρτοφυλά-
1304κιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Χαίρω ὅμως, ὅτι ὁ
1305ἀγαπητὸς συνάδελφος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ τοὐλάχιστον
1306ποτὲ δὲν θέλει εἰσέλθει. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ ὀφείλω πάλιν
1307νὰ παρατηρήσω, εἶναι ὅτι συγχύζονται καὶ περιπλέκονται
1308τὰ πράγματα, ἵνα ἀποδειχθῇ δῆθεν, ὅτι ἡμεῖς, ἑκατοντάδας
1309ὅλας χιλιάδων δραχμῶν ἀφαιρέσαντες ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ
1310προϋπολογισμοῦ πρὸς κατασκευὴν νέων ἀτμολεβήτων τῶν
1311πλοίων, προτιθέμεθα νὰ δαπανήσωμεν αὐτὰς χάριν τῆς θα-
1312λαμηγοῦ! Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι, καίτοι ὑπάρχει τετυ-
1313πωμένη ἡ δήλωσίς μου, δὲν κωλύονται νὰ παραποιῶσι τὰ
1314κείμενα καὶ τοὺς ἀριθμούς. Τὸ κεφάλαιον Βʹ ἄρθρον 8 τοῦ
1315προϋπολογισμοῦ «περὶ κατασκευῆς νέων ἀτμολεβήτων»
1316ἀναγράφει ποσὸν 235,000 δραχμῶν. — Ἕκαστος, νομίζει,
1317ἀκούων τοὺς ἀξιοτίμους ἀντιτείνοντας, ὅτι ὁλόκληρον τὸ πο-
1318σὸν τοῦτο διὰ μιᾶς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ θέλει γείνῃ,
1319ὡς ἐχαρακτήριζεν αὐτὸ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος, γυα-
1320λιὰ–καρφιὰ, καὶ θέλει δαπανηθῆ εἰς ἀποπεράτωσιν, ἢ καὶ
1321μὴ ἀποπεράτωσιν τῆς θαλαμηγοῦ. Ὀφείλω ἄρα νὰ ἀνα-
1322γνώσω τὸ κείμενον τῆς δηλώσεώς μου, ἵνα φωτίσω τὴν Βου-
1323λήν. Ἰδοὺ ἡ τροποποίησις (ἀναγινώσκει): «Ἐπισκευὴ
1324καὶ συντήρησις Β. πλοίων». «Δέον νὰ προστεθῶσι:
1325»Διὰ μὲν τὰ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν δαπανηθέντα καθ’
1326»ὑπέρβασιν τῶν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν διαλυθεῖσαν
1327»Βουλὴν προϋπολογισμοῦ αἰτηθεισῶν πιστώσεων, αʹ) ἕνεκα
1328»ὑπερτιμήσεως νομίσματος, βʹ) ἕνεκα τῆς πληρωμῆς τῆς νέας
1329»δόσεως τῆς ἀξίας τῶν ἀτμολεβήτων τοῦ τορπιλοβόλου «Κα-
1330»νάρη», ὡς μὴ ἐπαρκεσάσης τῆς χορηγηθείσης διὰ τοῦ προϋ-
1331»πολογισμοῦ σχετικῆς πιστώσεως, γʹ) ἕνεκα ἐκτάκτων προ-
1332»μηθειῶν ὑλικοῦ, δʹ) ἕνεκα καθαρισμοῦ καὶ ἐπισκευῆς τῶν
1333»τριῶν θωρηκτῶν ἐν τῇ δεξαμενῇ Τάραντος, ὧν ἡ σχετικὴ
1334»δαπάνη δὲν εἶχε σημειωθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ εʹ) ἕνε-
1335»κα τῆς προμηθείας διαφόρων ἀντικειμένων καὶ ἑτέρων εἰ-
1336»δῶν ὑλικοῦ, δραχ. 122,380.»
1337Διὰ δὲ τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ πρὸς συντήρησιν τῶν πλοίων
1338διὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν ἐνεστῶτος ἔτους καὶ διὰ τὴν ἐπισκευὴν
1339διαφόρων πλοίων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἀνεγράφη ἐν τῇ δηλώ-
1340σει μου τὸ ποσὸν 150,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὶς εἶπεν εἰς
1341τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους καὶ ἀντιτείνοντας ὅτι ἡ Κυ-
1342βέρνησις σκέπτεται ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ διαθέσῃ
1343ὑπὲρ τῆς περατώσεως τῆς ἐπισκευῆς τῆς θαλαμηγοῦ «Μπουμ-
1344πουλίνας»; Ἰδοὺ πῶς χαρακτηρίζεται ἡ μέλλουσα νὰ γένη-
1345ται δαπάνη τῶν 150,000 δραχμῶν (ἀναγινώσκει): «Διὰ
1346»δὲ τὴν προμήθειαν τῶν ἀπαιτουμένων ὑλικῶν πρὸς συντή-
1347»ρησιν τῶν Β. πλοίων μετὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν τρέχοντος
1348ἔτους καὶ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐν τῷ Ναυστάθμῳ
1349»γινομένης ἐπισκευῆς διαφόρων πλοίων δραχ. 150,000.».
1350Ἐφ’ ὅσον αἱ δραχμαὶ αὗται εἰσέτι δὲν ἐδαπανήθησαν,
1351πῶς δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι
1352δαπανήσει αὐτὰς, ὅτι προτίθενται νὰ δαπανήσωσιν αὐτὰς
1353εἰς γυαλιὰ–καρφιὰ, ὡς χαρακτηρίζει ὁ ἀξιότιμος συμ-
1354πολίτης μου τὴν μέλλουσαν νὰ γένηται δαπάνην τῶν
1355150,000 δραχμῶν; Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἔχῃ ὀλίγην
1356ὑπομονὴν, νὰ ζητήσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τὰς καταστά-
1357σεις τῶν δαπανῶν, νὰ ἴδῃ ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ ποσὰ
1358ταῦτα, καὶ τότε, ἂν ἴδῃ ὅτι κακῶς ἐδαπανήθησαν, δύνα-
1359ται νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν λόγον. Ἐκ τῶν προτέρων ὅμως
1360νὰ ὁρίζῃ αὐτὸς ποῦ θέλουσι δαπανηθῆ, καὶ νὰ ἐκφράζῃ τὴν
1361γνώμην, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἄσκοπος, νομίζω, ὅτι οὔτε
1362δίκαιον εἶναι, οὔτε πρέπον.
1363Διὰ τοῦτο ἐγὼ καὶ πάλιν δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅσας
1364μὲν πληροφορίας αὕτη ᾐτήσατο, θέλω προσκομίσει αὐτῇ,
1365ὅταν δὲ γένηται ἡ συζήτησις τοῦ ἁρμοδίου τμήματος τοῦ
1366προϋπολογισμοῦ, θέλω συμπληρώσει ὅ,τι τυχὸν παρέλιπον.
1367Ἐπιφυλάσσομαι δὲ μετὰ τὴν δαπανηθησομένην ταύτην πο-
1368σότητα νὰ δώσω λόγον περὶ τῆς δαπάνης αὐτῆς.
1369§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1370Ναυτικῶν μὲ πλείονα ἀπάθειαν νὰ ὁμιλῇ περὶ τοιούτων ζη-
1371τημάτων.
1372§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔχω
1373ἀπάθειαν· ὁμιλῶ ἴσως ζωηρῶς, ἀλλ’ ὄχι ἐμπαθῶς.
1374§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ὡμίλει μετ’ ἀπαθείας, δὲν ἤθελε προβῆ
1375εἰς τὸν ἀρκετὰ παράδοξον ἰσχυρισμὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶπεν,
1376ὅτι ἄλλοι εἶναι οἱ γινόμενοι Ὑπουργοὶ καὶ Βουλευταὶ διὰ Β.
1377Διαταγμάτων, αὐτὸς δὲ οὔτε Βουλευτὴς οὔτε Ὑπουργὸς ἐγέ-
1378νετο διὰ Β. Διατάγματος! Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ὅλοι γνω-
1379ρίζετε, καὶ θέλει ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος κινήσει τὸ μειδίαμά σας,
1380ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐνταῦθα Βουλευτὴς, γενόμενος Ὑπουργὸς
1381οὐχὶ διὰ Β. Διατάγματος, ὅλοι δ’ ἐπίσης γινώσκετε, ὅτι
1382διὰ Β. Διατάγματος καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐγένετο
1383Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἂν αὐτὸς δὲν ἀνέγνω τὸ Β. Διά-
1384ταγμα, ἀλλὰ πάντες ὑμεῖς, ὅσοι λαμβάνετε τὴν «Ἐφημερίδα
1385τῆς Κυβερνήσεως», βεβαίως θὰ ἀνέγνωτε τὸ Β. Διάταγμα,
1386διὰ τοῦ ὁποίου διωρίσθη Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁ κ. Λε-
1387βίδης.
1388§73Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὴ προσποιεῖσθε ὅτι δὲν ἐννοεῖτε, διότι
1389ἀδικεῖτε τὸν ἑαυτόν σας.
1390§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅλοι ἤκουσαν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου καὶ ἐν
1391τῇ παραφορᾷ ὑμῶν ἴσως λεχθέντα, ὅσα ἐγὼ ἐπανέλαβον.
1392§75Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, τί ἐννοεῖ.
1393§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προκαλεῖ ἡμᾶς περὶ τοῦ ζητήματος, περὶ
1394τοῦ ὁποίου ἠγέρθη ἀπὸ ἡμερῶν συζήτησις ἐκ τῆς σχετικῆς
1395δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν τῇ οἰκείᾳ ἐπιτροπῇ. Νομίζω
1396ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρῇ τὸ ζήτημα τόσον ἁπλοῦν ὁ κ. Ὑπουρ-
1397γὸς, ὥστε νὰ νομίζῃ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ
1398κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ
1399προϋπολογισμοῦ, ἥτις Κύριος οἶδε πότε θὰ γείνῃ, καὶ ἂν θὰ
1400γείνῃ καθόλου, μετὰ μεσονυκτίους ποθ’ ὥρας, — ἵνα μεταχειρι-
1401σθῶ καὶ ἐγὼ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
1402τοῦ, — ὅτε βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις.
1403Αὔριον ἃς προσκομίσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
1404§77Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶπον.
1405§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σκόπως γείνῃ εἰδικὴ συζήτησις πρὸ τῆς
1406ἡμερησίας διατάξεως, διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος
1407πλέον, ὅταν ἀκούητε τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βόλου συνάδελφον, ὑπο-
1408στηρίζοντα ὅτι ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε, ὑπὸ τὸ πρόσχημα
1409ἐπισκευῆς πλοίων, περὶ τὰ 4 ἑκατομμύρια, χωρὶς νὰ ἠξεύρω-
1410μεν πῶς ταῦτα ἐδαπανήθησαν καὶ ἂν πράγματι ἐδαπανήθη-
1411σαν δι’ ἐπισκευὴν πλοίων. Βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα
1412θέλει νὰ καταγγείλῃ τὸ γεγονὸς, ὅτι δαπάνη τοῦ Δημοσίου
1413μετασκευάζεται ἓν πλοῖον εἰς θαλαμηγόν. Περὶ τούτου δὲν
1414εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ μάτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
1415θέλει νὰ ἐκδηλώσῃ νῦν φιλοβασιλικὰ αἰσθήματα, πλάττων
1416ἐνταῦθα ἰδανικοὺς ἐχθροὺς τῆς τοιαύτης μετασκευῆς καὶ
1417μετασχηματιζόμενος αὐτὸς εἰς ὑπερασπιστὴν τοῦ Στέμματος.
1418Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: κατὰ τίνα τρόπον ἐδαπανήθησαν
1419πάντα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε
1420ὑπὲρ τῆς μετασκευῆς τῆς «Μπουμπουλίνας» εἰς θαλαμηγὸν
1421βασιλικήν.
1422§79Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διατὶ
1423δὲν ἠρωτήσατε τὸν ἑαυτόν σας, ὅτε ἦσθε Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐρω-
1424τᾶτε ἐμὲ, πῶς ἐδαπανήθησαν;
1425§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ βιά-
1426ζεσθε. Ἐγὼ θὰ κανονίσω τὴν σειρὰν τῶν συλλογισμῶν μου,
1427τῶν σκέψεών μου... Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ μετασκευὴ
1428τῆς «Μπουμπουλίνας» εἰς θαλαμηγὸν ἤρχισεν, ὄχι ἀπὸ τοῦ
14291893, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1892, καὶ ἔκτοτε ἀναγράφονται τὰ
1430ποσά. Τώρα ἐρωτᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διατὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι
1431ἐν τῷ μεταξὺ ἐγεινόμεθα Ὑπουργοὶ δὲν ἐζητήσαμεν λόγον
1432περὶ τούτου; Ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, ὡς εἶπε, διὰ
1433Β. Διατάγματος καὶ ὄχι διὰ τῆς Βουλῆς.
1434§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ βεβαίως ἐνόουν.
1435§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἤλθομεν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, ἐκαλού-
1436μεθα δὲ νὰ ἐφαρμόσωμεν εἷς ἕκαστος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον του
1437τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς πιστώσεις τὰς ἐγκριθείσας ὑπὸ
1438τῆς Βουλῆς.
1439§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς ἠμπόδιζε τοῦτο;
1440§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο ἕκαστος τῶν τότε Ὑπουρ-
1441γῶν ηὐθύνετο κυρίως διὰ τὴν διαχείρισιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ
1442Ὑπουργεῖόν του. Ἐὰν ὅμως τότε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυ-
1443τικῶν, προέκειτο νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἡμᾶς ὁ τότε προκάτοχός
1444σας νέαν πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τού-
1445του, βεβαίως θὰ ἐζητοῦμεν ἐξηγήσεις καὶ ἐστὲ βέβαιος, ὅτι,
1446ἐὰν προεκαλεῖτο ὁ μακαρίτης Κριεζῆς, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ αὐ-
1447τὴν τὴν σχετικὴν πίστωσιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον,
1448θὰ ἐζήτει ὁ ἴδιος νὰ πληροφορηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν
1449ἐζητήσατε νὰ πληροφορηθῆτε ἀκόμη.
1450§85Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν
1451διεχειρίζεσθε ὑμεῖς πιστώσεις;
1452§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πίστωσις συμπληρωματικὴ εἰς τὸ κεφά-
1453λαιον καὶ ἄρθρον τοῦτο δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν
1454Συμβούλιον.
1455§87Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπάρχει πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
1456περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως καὶ ἐπισκευῆς καὶ διασκευῆς
1457πλοίων. Δὲν διεχειρίζετο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
1458αὐτήν;
1459§88ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Φαίνεται ὅτι εἶσθε ἄπειρος περὶ τὰ τοιαῦτα.
1460§89Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀναγνωρίζω τὴν ἐμπειρίαν ὑμῶν.
1461§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἕκαστος Ὑπουργὸς ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην του
1462διεχειρίζετο τὰς πιστώσεις τοῦ κλάδου του, ἐὰν δὲ ἐζήτει
1463ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, τότε καὶ μόνον ὤφειλε νὰ ὑπο-
1464βάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πάσας τὰς σχετικὰς
1465πληροφορίας. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν. Σεῖς,
1466ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, πρόκειται νὰ ζητήσητε ἀνα-
1467πληρωματικὴν πίστωσιν 150,000 δραχμῶν. Ἐν τούτοις δὲν
1468ἐφροντίσατε νὰ μάθητε τί ἐγένετο ἡ ψηφισθεῖσα ἤδη πίστω-
1469σις, πῶς δηλαδὴ αὐτὴ ἐξηντλήθη.
1470Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν.
1471Ὡς πρὸς τὴν κυρίαν δὲ ὑπόθεσιν, παρακαλῶ αὐτὸν, ἐὰν
1472θέλῃ νὰ ἐπιχύσῃ φῶς, νὰ παρουσιάσῃ πάντα τὰ σχετικὰ
1473ἐντάλματα, διότι ὑπάρχει διάδοσις, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω
1474νὰ πιστεύσω, ὅτι πολλὰ ποσὰ ἐδαπανήθησαν διὰ προμη-
1475θείας, τὰς ὁποίας διῄρουν εἰς μικρὰ τμήματα, καὶ οὕτω
1476κατεδολιεύοντο τὸν νόμον.
1477§91Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπα-
1478νειλημμένως σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ φέρω τὰ ἔγγραφα.
1479§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὕτω πως μόνον θὰ ἐπιχυθῇ φῶς εἰς τὴν
1480ὑπόθεσιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν μέχρι 3,000,000
1481δραχμῶν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κήδονται τῆς τιμῆς καὶ τῆς
1482ὑπολήψεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν
1483καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, πρέπει νὰ εὔχωνται νὰ προσαχθῶσιν
1484αἱ πληροφορίαι αὗται.
1485§93ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι ὤφει-
1486λον νὰ ἐπιφυλαχθῶ, ἵνα, ὅταν θὰ δαπανηθῶσιν αἱ 850 χιλιά-
1487δες, πλὴν τῆς πιστώσεως τῶν 150,000, φέρω τὸν ἔλεγχον·
1488ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι
1489ἀνεξάρτητον ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν
1490πιστώσεων. Εἶναι καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἄρχεται
1491καὶ ζητεῖ πίστωσιν, νὰ διατελῇ ἐνήμερος τῶν ἀναγκῶν, ἃς
1492προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ, καὶ νὰ γνωρίζῃ, πῶς διατίθενται
1493αἱ ζητούμεναι πιστώσεις. Ἀλλὰ σεῖς τὰ ζητήματα τὰ ἀφο-
1494ρῶντα εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, τὰ ὑπολαμβάνετε
1495ὡς ζητήματα προσωπικά. Τὰ δικαιώματα ταῦτα τῆς
1496Βουλῆς εἶναι ὑπέρτατα, καὶ τὸ γνωρίζετε καλῶς, ἀφοῦ
1497καταγίνεσθε εἰς πολιτειακὰς μελέτας. Χάριν αὐτῶν ἐχύθη-
1498σαν ποταμοὶ αἱμάτων.
1499§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ πάλιν
1500ἐφθάσαμεν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ ταῦτα
1501εἶναι τόσον ἀνεγνωρισμένα καὶ αὐτωμολογημένα, ὥστε οὐ-
1502δεὶς ὑπάρχει ὁ ἀνευλαβῶς περὶ αὐτῶν μελετῶν. Τὰ δικαιώ-
1503ματα τῆς Βουλῆς εἶναι πρὸ πάντων ὁ ἔλεγχος, τὸν ἔλεγχον
1504δὲ εὐκολύνουσιν αἱ πληροφορίαι περὶ τῶν ὑπὸ ἔλεγχον πρά-
1505ξεων ἢ παραλείψεων· διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα ἐλέγ-
1506χου, πρὶν ἢ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, αἵτινες θέλουσι
1507καταστήσει τὸν ἔλεγχον δυνατὸν καὶ λογικόν. Ἀλλ’ οἱ ἀγο-
1508ρεύοντες νῦν κύριοι Βουλευταὶ δὲν κατάρχονται ἀπὸ τῆς ἀρ-
1509χῆς ταύτης, ἀντὶ δὲ νὰ ζητήσωσι νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγ-
1510γραφα τῆς διαχειρίσεως τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων μέχρι
1511τοῦδε διὰ τὴν μετασκευὴν ἑνὸς πλοίου τοῦ στόλου, καὶ
1512ἐπειδὴ ἐλέχθη ὅτι εἶχον ζητηθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὅτι
1513τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔστερξε νὰ καταθέσῃ τὰς ὑπὸ τῆς ἐπι-
1514τροπῆς πληροφορίας, ἀντὶ νὰ ζητήσωσι λόγον ἀπὸ τὸν κ.
1515Ὑπουργὸν, διατὶ δὲν κατέθεσε τὰς ζητηθείσας πληροφορίας,
1516καὶ ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ἡ
1517ἐπιτροπὴ ἐζήτησε πληροφορίας, ὅτι δὲ θέλει καταθέσει τὰ
1518ἔγγραφα, οἱ ἐπερωτῶντες κατελήφθησαν ὑπὸ ἱερᾶς ἀγανα-
1519κτήσεως καὶ ὀργῆς, καὶ κατήγγειλαν ἡμᾶς, ὅτι ἡμεῖς ῥίπτο-
1520μεν εἰς τὸν πίθον τῶν Δαναΐδων τὰ χρήματα τοῦ Δημο-
1521σίου, ἢ ἐντὸς βόθρου, ὡς ἔλεγεν ὁ ἕτερος αὐτῶν, καὶ ἐλέγ-
1522χουσιν ἡμᾶς ὅτι παραλείπομεν καθῆκον! Ἡμεῖς διοικοῦμεν
1523πρὸ 40 ἡμερῶν, εὕρομεν δὲ, ὡς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυ-
1524τικῶν, ἐργασίαν ἀρξαμένην πρὸ χρόνων, ὠφείλομεν δὲ νὰ
1525σκεφθῶμεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἢ νὰ
1526παρακωλύσωμεν αὐτήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶ-
1527πεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρακωλύσωμεν τὴν πρόοδον καὶ τὸ
1528πέρας τοῦ ἔργου τῆς μετασκευῆς, ἀφοῦ εἶναι περὶ τὸ τέλος.
1529Ἀλλ’ ἰσχυρίζονται, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἀνε-
1530λάβομεν τὴν ἀρχὴν συνετελέσθη κατάχρησίς τις, ὅτι παρέ-
1531βημεν διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἐὰν
1532περιεπέσαμεν εἴς τινα τῶν παραβάσεων τούτων, εἴμεθα ἕτοι-
1533μοι νὰ δώσωμεν λόγον. Ἀλλ’ ἂν ἐπιθυμῶσι νὰ ἴδωσιν, ἂν οἱ
1534προκάτοχοι ἡμῶν παρέβησαν τὸν νόμον, τοῦτο θὰ γνωσθῇ
1535ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν· ἂς περιμένωσιν ἑπο-
1536μένως νὰ ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα. Πρὸς τί ὁ μέγας θόρυβος καὶ
1537οἱ λόγοι, οὓς ἐκτοξεύετε καθ’ ἡμῶν, ἐξ οὗ ὑπολαμβάνουσι
1538πολλοί, ὅτι ἡμεῖς ἐσμὲν οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἐπιχείρησιν
1539τῆς μετασκευῆς τοῦ πλοίου, ἢ ὅτι παρέβημεν νόμον κατὰ
1540τὴν ὀλιγοήμερον διοίκησιν, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦμεν; Τοῦτο
1541εἶναι ἀταξία περὶ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι
1542ὑπάρχει κακή τις προαίρεσις. Τὴν προαίρεσιν ταύτην θέλομεν
1543καταδείξει, ὅταν φέρωμεν τὰ ἔγγραφα. Τότε παρακαλοῦμεν
1544νὰ γένηται ὁ ἔλεγχος. Μέχρις οὗ ὅμως κατατεθῶσι τὰ ἔγ-
1545γραφα, οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα οὔτε νὰ κραυγάζῃ, οὔτε νὰ
1546ἀγανακτῇ.
1547§95ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεξήγησε τοὺς λόγους
1548μου. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ἵνα ἐλέγξω, ἀλλὰ
1549ἐζήτησα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσω μίαν πίστω-
1550σιν, ὅπως φωτισθῶ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἀνε-
1551ξάρτητον· ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μάθω τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως
1552τῶν πιστώσεων μέχρι τοῦ Μαΐου 1895, καὶ τὰς διατεθείσας
1553κατόπιν πιστώσεις. Μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσιν
1554εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν θέλω ν’ ἀποδώσω
1555εἰς οὐδένα εὐθύνας διὰ πράγματα γενόμενα κατὰ τὸ παρελθόν,
1556καὶ διὰ τοῦτο ἀπέφυγα νὰ ὁρίσω τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἤρχισεν ἡ
1557ἐπισκευὴ τῆς «Μπουμπουλίνας»· ἐζήτησα ὅμως νὰ πληροφο-
1558ρηθῶ, πῶς διετέθησαν αἱ πιστώσεις τοῦ 1894, καὶ πῶς θὰ δια-
1559τεθῶσι κατὰ τὸ 1895, ὅπως φωτισθῶ. Ὅλα ταῦτα δὲν ἐμφαί-
1560νουσι πρόθεσιν κατακρίσεως, ἀλλὰ θέλομεν νὰ μάθωμεν, ἂν αἱ
1561πιστώσεις διετέθησαν ἐπωφελῶς ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Ἐννοεῖ πᾶς
1562τις, ὅτι, ὅταν στερῆται ἡ οἰκογένεια τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, εἶναι
1563περιττὸν νὰ τρέχῃ εἰς τὰ θέατρα. Ἔχομεν ἀπείρους ἀνάγκας
1564ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ καὶ δαπανῶμεν ἑκατοντάδας χιλιά-
1565δων δραχμῶν πρὸς μετασκευὴν πλοίου, τὸ ὁποῖον θὰ χρησι-
1566μεύσῃ μόνον πρὸς ἄνεσιν. Τὴν ἄνεσιν ὀφείλομεν νὰ παρέχωμεν
1567καὶ πρὸς τοὺς λειτουργοὺς τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ μείζονα
1568λόγον πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὴν
1569παρέχωμεν ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν πόρων καὶ τῶν μέσων ἡμῶν.
1570§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Φορέστης ὑπο-
1571βάλλει πρότασιν νόμου περὶ διαχειρίσεως τῆς περιουσίας
1572τοῦ Πετριτσείου Γυμνασίου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
1573(Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 286).
1574§97ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομο-
1575σχεδίου περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεων πρὸς ἀνακαίνισιν δημοσίων
1576κτιρίων, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ: (Ὅρα
1577Παράρτημα, ἀριθ. 287).
1578§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1579Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην ὥραν μετὰ με-
1580σημβρίαν.
1581(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 1 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται
1582δὲ ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6 μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ
1583Προέδρου κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη).
1584§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσι-
1585νῆς συνεδριάσεως.
1586(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἄνευ ἀντιῤῥή-
1587σεως ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
1588συνεδριάσεως).
1589§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως
1590ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρή-
1591σεως τοῦ ἔτους 1895.
1592Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
1593§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋ-
1594πολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, δὲν εὑρίσκομεν
1595πλήρη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1895.
1596Ὅπως εὕρωμεν αὐτὸν ἰδίως διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, ὀφεί-
1597λομεν νὰ συνδυάσωμεν μετὰ τοῦ ὑποβληθέντος τεύχους καὶ
1598διάφορα ἄλλα στοιχεῖα. Οὕτω δὲ, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, δυνά-
1599μεθα νὰ εὕρωμεν τὸ ἔδαφος, ἔστω καὶ ἀνώμαλον, ὅπως συζη-
1600τήσωμεν αὐτόν.
1601Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ὑπέστη πολλὰς περιπετείας·
1602Ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ πρώην ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καὶ
1603τότε Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894·
1604μετεβλήθη ἐν τῷ τελικῷ αὐτοῦ ἀποτελέσματι παρ’ αὐτοῦ
1605τοῦ ἰδίου διὰ διαφόρων δηλώσεων· ὑπεβλήθη ἐκ νέου παρὰ τοῦ
1606ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μεταβάλλεται δὲ καθη-
1607μερινῶς διὰ δηλώσεων τῶν Ὑπουργῶν καὶ διὰ τῶν ψηφιζο-
1608μένων νόμων. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς παρὰ τοῦ κ.
1609Τρικούπη παρουσιάζει ἔσοδα μὲν δραχ. 91.331,118, ἔξοδα δὲ
1610δρ. 90,150,380, καὶ πλεόνασμα δραχ. 1,280,838. Ὁ αὐ-
1611τὸς προϋπολογισμὸς ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν ὑπέστη μεταβο-
1612λὰς διὰ δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι προσέθετον νέας δαπάνας ἐκ δρ.
1613645,800, ἀναβιβαζούσας τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων εἰς δραχμὰς
161490,796,181, καὶ ἐλαττούσας τὸ περίσσευμα εἰς δρ. 534,937.
1615Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
1616Κυβερνήσεως τὴν 2 Ἰουνίου 1895 ἀναγράφει τὰ αὐτὰ ἔσοδα
1617ἐκ δρ. 91,331,118, ἔξοδα δὲ δρ. 89,342,724, καὶ περίσ-
1618σευμα δρ. 1,988,396. Συγκρίνοντες τοὺς δύο ὑποβληθέν-
1619τας προϋπολογισμούς, εὑρίσκομεν ἐν τῷ δευτέρῳ ἐλάττωσιν
1620δαπανῶν κατὰ δραχ. 807,656. Ἀλλὰ καὶ ὁ προϋπολογι-
1621σμὸς οὗτος διὰ δηλώσεων τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν μετεβλήθη,
1622καὶ τὰ μὲν ἔσοδα ὑπεβιβάσθησαν εἰς δρ. 90,198,015, τὰ
1623δὲ ἔξοδα ἀνεβιβάσθησαν εἰς δρ. 91,340,267. Οὕτω δὲ τὸ
1624ἀρχικὸν περίσσευμα μετεβλήθη εἰς ἔλλειμμα ἐκ δρ. 1,142,000
1625ἡ δὲ ἐκ δραχμῶν 807,656 διαφορὰ τῶν δαπανῶν, ἣν ἀνέ-
1626γραφεν ἐπὶ πλέον ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθεὶς προϋ-
1627πολογισμὸς, μετεβλήθη εἰς διαφορὰν ἐκ δρ. 544,101 ἐπὶ ἔλατ-
1628τον ἐν αὐτῷ, καὶ ἐπὶ πλέον ἐν τῷ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
1629ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ. Δὲν εἶναι δὲ μόνον αἱ μεταβολαὶ
1630αὗται καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν ἀποτελέσματα, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὸ
1631ἔδαφος, ἐφ’ οὗ θὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ὑπάρχου-
1632σιν ἐκτὸς αὐτῶν καὶ ἄλλα στοιχεῖα, σχετιζόμενα μὲ τὰς δα-
1633πάνας καὶ μὲ τὰ ἔσοδα, ἅτινα προκύπτουσιν ἐκ τῶν ψηφισθέν-
1634των νομοσχεδίων καὶ ἐξ ἄλλων γεγονότων, ἅτινα ὀφείλομεν
1635νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Οὕτω δὲ συμπεπληρωμένον θέλω ἐξε-
1636τάσει τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν λογιστικὴν
1637καὶ ταμιευτικήν, δηλαδὴ τὴν τῆς ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων
1638καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομο-
1639θεσίαν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικήν, τοῦ συστήμα-
1640τος δηλαδὴ, ἐφ’ οὗ στηρίζεται, καὶ τῶν μέτρων, ὧν τὴν ἐφαρ-
1641μογὴν ἐπιδιώκει πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου
1642καὶ τῆς χώρας.
1643Ὑπὸ τὴν πρώτην ἔποψιν, τὴν ταμιευτικὴν καὶ λογιστι-
1644κὴν, εὑρίσκω τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895
1645ἀνεπαρκῆ καὶ ἀπολήγοντα εἰς ἔλλειμμα ἀρκετὰ σπουδαῖον.
1646Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὡς ἔσοδα ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ δρ.
164791,381,118· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κυ-
1648ρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν δρ.
1649304,770 ἕνεκα τοῦ ψηφισθέντος νόμου, δι’ οὗ ἐλαττοῦνται
1650τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, καὶ δρ. 828,333 ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν
1651δήμων διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν· οὕτω δὲ τὰ ἔσοδα,
1652κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατέρχονται εἰς
1653δρ. 90,198,015. Ἀλλ’ εἰς τὰ ἔσοδα ταῦτα, μετὰ τὴν ἀπό-
1654φασιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ
1655ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως,
1656ὀφείλομεν ν’ ἀναγράψωμεν ἐκ νέου τὸ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δή-
1657μων ἀφαιρεθὲν ποσὸν τῶν δρ. 828,333. Πρέπει δ’ ἐπίσης νὰ
1658προσθέσωμεν καὶ δρ. 133,000 ἐξ ἀντιτίμου ἐκλογικῶν εἰδῶν.
1659Ὀρθὴν ἐπίσης θεωρῶ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ν’ αὐξηθῇ τὸ
1660ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδον ἐκ τῶν τελω-
1661νειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς. Λαμβάνων δ’ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπό-
1662δοσιν τῶν τελῶν τούτων κατὰ τὸ 1893, ἀνελθοῦσαν εἰς δρ.
166322,303,000, καὶ κατὰ τὸ 1894 εἰς δραχ. 26,707,000,
1664καὶ ἐξετάζων συνάμα τὴν πορείαν τῶν τελωνειακῶν εἰσπρά-
1665ξεων κατὰ τοὺς πέντε πρώτους μῆνας τοῦ τρέχ. ἔτους, νομίζω
1666ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη εἰσαγωγῆς νὰ
1667προσθέσωμεν ἑτέρας δρ. 2,200,000, ἂν ἐπρόκειτο νὰ λει-
1668τουργήσουν ταῦτα ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐλει-
1669τούργησαν καὶ κατὰ τὸ 1894. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου
1670πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς ἐλαττώσεις, αἵτινες θὰ ἐπέλθωσιν
1671ἐκ τῆς μειώσεως διαφόρων τελῶν εἰσαγωγῆς, ἥτις θὰ προ-
1672κύψῃ ἐκ τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Βελγίου καὶ ἐκ τῶν
1673σχετικῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ἐψήφισεν ἤδη ἡ Βουλή. Τὰς
1674ἐλαττώσεις ταύτας ὑπολογίζω, ἐπὶ τῇ βάσει δοθεισῶν πλη-
1675ροφοριῶν, εἰς δραχ. 650,000 περίπου. Οὕτω δὲ ὑπολείπεται
1676ποσὸν δραχ. 1,550,000, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ προσθέ-
1677σωμεν εἰς τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ἔσοδον ἐκ
1678τῶν τελωνειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς. Τοῦτο παραδέχεται καὶ
1679ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁρίζουσα εἰς δραχμὰς
16801,657,000 τὸ προσθετέον ποσόν. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ
1681παραδεχθῶμεν τὰς ἑτέρας δύο αὐξήσεις ἐσόδων ἐκ δρ. 120,000,
1682τὰς ὁποίας προτείνει αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή, ἐκ τῶν μονοπωλίων
1683καὶ ἐκ τῆς ἀπολήψεως τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐν-
1684δέχεται νὰ ἔχωμεν ἐξ αὐτῶν αὔξησίν τινα ἐσόδου, ἀλλὰ δὲν
1685εἶναι ὀλιγώτερον πιθανὸν νὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν ἄλλων ἐσό-
1686δων· ἀναφέρω δ’ ὡς παράδειγμα τὸν ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσ-
1687πραττόμενον ἔγγειον φόρον ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανή-
1688σου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται ἔσοδον 2,514,600, ἐνῷ καὶ
1689τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος καὶ ἡ πορεία αὐτοῦ κατὰ
1690τοὺς πρώτους πέντε μῆνας τοῦ τρέχ. ἔτους μᾶς πείθουσιν, ὅτι
1691πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτὸ κατὰ 400,000 δραχ. περίπου.
1692Τὴν αὔξησιν δὲ ἐκ δρ. 680,000 τοῦ ἐσόδου ἐκ νομισματικῆς
1693διαφορᾶς μεταλλικοῦ καὶ συναλλάγματος, ἣν προτείνει ἡ ἐπι-
1694τροπὴ νὰ προστεθῇ διὰ τὰς εἰς μεταλλικὸν εἰσπράξεις ἐκ τῆς
1695πωλήσεως σμύριδος καὶ ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν, δὲν νομίζω
1696ἀναγκαίαν, διότι αὕτη θὰ συμψηφισθῇ δι’ ἀναγραφῆς ἴσου
1697περίπου ποσοῦ ἐν τοῖς ἐξόδοις διὰ διαφορὰν συναλλάγματος
1698καὶ μεταλλικοῦ δαπανηθησομένου διὰ τὰς προμηθείας τῶν
1699διαφόρων Ὑπουργείων. Οὕτω δὲ ἐν τῷ ὑπολογισμῷ, ὃν ποιού-
1700μεθα πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ θετικοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐσόδων
1701καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἱ δύο αὗται ἐγγραφαὶ θὰ
1702ἐξουδετερωθῶσιν ἀμοιβαίως.
1703§102Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ὑπεστηρίξατε πάντοτε τοῦτο.
1704§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, ὡς ζήτημα τάξεως. Ἐγὼ εἰσή-
1705γαγον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ Ιʹ κεφάλαιον τῶν ἐσόδων,
1706ἐν ᾧ περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἔσοδον ἐκ νομισματικῆς διαφο-
1707ρᾶς μεταλλικοῦ καὶ συναλλάγματος, ὅπως διὰ τῶν ἐν αὐτῷ
1708ἐγγραφῶν κανονίζηται ἡ διαφορὰ συναλλάγματος, ἥτις ἀπο-
1709τελεῖ ἐπιπρόσθετον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν εἰς μεταλλι-
1710κὸν εἰσπράξεών του καὶ ἥτις πρέπει νὰ ἐγγράφηται καὶ ἐν τοῖς
1711ἐξόδοις. Ἀλλὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τούτου πρέπει ν’ ἀναθεωρή-
1712σωμεν συγχρόνως καὶ ὅλα τὰ κονδύλια δαπάνης διὰ τὰς προ-
1713μηθείας τῶν Ὑπουργείων καὶ προσθέσωμεν ἐν ἑκάστῳ αὐτῶν
1714τὴν κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμὴν διαφορὰν συναλλάγματος.
1715Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ προϋ-
1716πολογισμὸς, βεβαίως ἔπρεπε νὰ γείνῃ τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως
1717δὲν ἐγένετο, νομίζω δύσκολον τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πράξεων τού-
1718των κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ἐκ τοῦ προχείρου. Διὰ
1719τοῦτο θεωρῶ ὡς μὴ δικαιολογημένην τὴν αὔξησιν κατὰ δρ.
1720680,000 τοῦ ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐσόδου. Ἡ μελέτη
1721δὲ, ἣν ἐποιησάμην, τῶν διαφόρων ἐσόδων μὲ πείθει, ὅτι αἱ αὐ-
1722ξομειώσεις, ἃς εὑρίσκομεν ἐν αὐτοῖς, συμψηφίζονται ἀμοιβαίως,
1723καὶ ὅτι πρέπει μόνον νὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ δρ. 300,000 τὸ
1724ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν
1725ἔσοδον, διὰ τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ
1726ποσὸν δρ. 1,200,000, ἐνῷ ἡ πορεία αὐτοῦ μόλις καθιστᾷ
1727πιθανὴν εἴσπραξιν δραχ. 900,000, ὡς εἶχεν ὁμολογήσει καὶ
1728αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης κατά τινα συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐσόδου
1729τούτου ἐν τῇ τελευταίᾳ συνόδῳ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς. Διὰ
1730τῶν προσθαφαιρέσεων δὲ, ἃς ἀνέφερα, τῶν ἐπὶ τῶν πραγμά-
1731των στηριζομένων, τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ 1895 ἀνέρ-
1732χονται εἰς δρ. 92,409,348, ἀντὶ τῶν δρ. 91,331,118, ἃς
1733ἀναγράφει ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμός.
1734Εἰς τὰς δαπάνας δὲ, αἵτινες κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋ-
1735πολογισμὸν ἀνέρχονται εἰς δρ. 89,342,724, πρέπει νὰ προσ-
1736τεθῶσιν αἱ αὐξήσεις, αἱ προταθεῖσαι διὰ διαφόρων δηλώσεων
1737τῶν Ὑπουργῶν, καὶ αἵτινες κατὰ τὸν πίνακα, ὃν μετὰ πολ-
1738λῆς φιλοπονίας συνέταξεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς
1739ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνέρχονται εἰς δραχ. 1,997,558.
1740Οὕτω δὲ τὰ ἔξοδα ἀναβιβάζονται εἰς δρ. 91,340,282. Ἀλλ’
1741ἐκτὸς τῆς προσθήκης ταύτης, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι δαπάναι,
1742μὴ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ αἵτινες, προερ-
1743χόμεναι εἴτε ἐκ λόγων, οὓς δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπὶ τοῦ προϋ-
1744πολογισμοῦ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεώς της,
1745εἴτε ἐξ ἐσφαλμένων ἀναγραφῶν, πρέπει ἀναφισβητήτως νὰ
1746ἀναγραφῶσιν ἐν αὐτῷ.
1747Κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς τὸ κεφά-
1748λαιον τῶν ἀποδόσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν
1749πρέπει νὰ προστεθῇ ποσὸν δρ. 327,981 διὰ τὰ ἐκ τῶν ἐκ-
1750παιδευτικῶν τελῶν ἀποδοθησόμενα εἰς τὸ παρὰ τοῦ νόμου σχη-
1751ματισθὲν εἰδικὸν κεφάλαιον διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐν γένει
1752ἐκπαιδεύσεως. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐξ ἐσφαλμένου ὑπολογισμοῦ
1753προσδιωρίσθη τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς δρ. 327,981. Κατὰ τὴν
1754δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰ τέλη ταῦτα, ἂν δὲν εἶχον
1755ἐλαττωθῆ, ἤθελον ἀποδώσει κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ
17561895 δρ. 914,310. Ἡ ἀπόδοσις ὅμως αὕτη, μετὰ τὰς ψη-
1757φισθείσας ἐλαττώσεις τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, πρέπει νὰ μει-
1758ωθῇ κατὰ τὸ ἓν τρίτον, συμφώνως μὲ τὰ ὑπολογισθέντα ἀπο-
1759τελέσματα τῶν ἐλαττώσεων τούτων. Οὕτω δὲ ἡ ἀπόδοσις αὐ-
1760τῶν κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν θὰ ἀνέλθῃ εἰς δραχμὰς
1761609,540. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου θέλει μείνῃ εἰς τὸ Δημόσιον
1762τὸ ⅓ τῶν 200,000 δραχμῶν, ἤτοι δρ. 66,666 κατὰ τὸν ψη-
1763φισθέντα νόμον, καὶ τὸ ποσὸν τῶν δρ. 37,096, αἵτινες ἤθε-
1764λον χρησιμεύσει διὰ τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια καὶ τοὺς νομαρ-
1765χιακοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ
1766τὰς ὁποίας δύναται ἴσως νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον, καίτοι μὴ
1767τιθεμένου ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου
1768περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 103,762,
1769ποσὸν, ὅπερ ἰσοδυναμεῖ περίπου πρὸς τὸ ἥμισυ τῶν 200,000
1770δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὁ ψηφισθεὶς νόμος ἀποδίδει εἰς τὸ Δη-
1771μόσιον ἐκ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν.
1772Ἀφαιροῦντες τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 103,762 δρ. ἐκ τῶν δραχμῶν
1773609,540, ἃς θ’ ἀποδώσωσι τὰ ἐλαττωθέντα ἐκπαιδευτικὰ
1774τέλη κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, εὑρίσκομεν δρ. 505,788,
1775καὶ οὐχὶ 327,981, αἵτινες κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυ-
1776πουργοῦ πρέπει ν’ ἀποδοθῶσι παρὰ τοῦ Δημοσίου καὶ κατα-
1777τεθῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς πίστωσιν τοῦ εἰδικοῦ κεφαλαίου
1778ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς ἐν γένει ἐκπαιδεύσεως. Μεταξὺ τῶν
1779δύο τούτων ποσῶν ὑπάρχει διαφορὰ ἐκ δρ. 177,807, αἵτινες
1780πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἀπο-
1781δόσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
1782Εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς διαφορᾶς συναλλάγματος διὰ τὴν
1783ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1784ἐπιτροπὴ προτείνει προσθήκην ἐκ δραχμῶν 300,000 μόνον.
1785Δὲν θεωρῶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπαρκές. Ὁ προϋπολογισμὸς ὑπο-
1786λογίζει διαφορὰν συναλλάγματος πρὸς 1,75 τὸ φράγκον·
1787ἀλλ’ ὡς γνωρίζομεν ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν, ἠγοράσθη
1788ἤδη τὸ ἥμισυ τῶν 9,418,000 φρ., τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν
1789ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, εἰς τιμὴν ἀνερχομένην εἰς δρ.
17901,85 τὸ φράγκον. Ἐκ τῆς ἀγορᾶς δὲ ταύτης ἐπέρχεται αὔ-
1791ξησις εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἐκ δρ. 470,925. Τὸ ἕτερον
1792δ’ ἥμισυ, ὅπερ θέλει προμηθευθῆ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν δευ-
1793τέραν ἑξαμηνίαν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν πρέπει
1794νὰ ὑπολογισθῇ εἰς κατωτέραν τῆς σήμερον τρεχούσης τιμῆς
1795τοῦ συναλλάγματος, ὅπερ τιμᾶται πρὸς δρ. 1,78 τὸ φράγκον.
1796Θὰ προκύψῃ δ’ οὕτω ἑτέρα διαφορὰ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου
1797ἐκ δραχ. 131,277. Τὸ ὅλον ἑπομένως ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέ-
1798πει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ κεφάλαιον «διαφορὰ συναλλάγμα-
1799τος, ἀνέρχεται εἰς δρ. 602,202.
1800Ἑτέρα προσθήκη δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἀνα-
1801γράψωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, εἶναι ἡ ἀνα-
1802φερομένη εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς. Κατεκρίναμεν
1803πάντοτε τὴν εἰκονικότητα τῶν ἀναγραφῶν τοῦ προϋπολογι-
1804σμοῦ. Εἰκονικὴ δὲ ἤθελεν εἶσθαι ἡ μὴ ἀναγραφὴ δαπάνης διὰ
1805τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς.
1806§104Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι τακτική;
1807§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δὲν ἔχομεν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν σή-
1808μερον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συνέλθῃ εἴτε
1809τὴν 1 Νοεμβρίου, εἴτε καὶ πρότερον. Ὁπωσδήποτε δὲ καὶ ἂν
1810χαρακτηρισθῇ ἡ σύνοδος αὕτη, τακτικὴ ἢ ἔκτακτος, ἔσται
1811σύνοδος τοῦ 1895. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ψηφισθεὶς προϋπολογι-
1812σμὸς διὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς προβλέπει τὸ
1813σύνολον τῶν διαφόρων αὐτῆς δαπανῶν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους.
1814Ὑπολείπεται δὲ μόνον ἡ ἀποζημίωσις τῶν Βουλευτῶν, ἥτις,
1815ἀνερχομένη εἰς δραχ. 372,600, πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὰ
1816ἔξοδα τοῦ Δημοσίου. Οὕτω δ’ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουρ-
1817γείου τῶν Οἰκονομικῶν θὰ προστεθῇ ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς
1818δρ. 1,152,609.
1819Καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ πληροφο-
1820ρίας τῆς ὑπηρεσίας, δοθείσας εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1821ἐπιτροπήν, πρέπει νὰ προστεθῶσι δι’ ἐνοίκια Εἰρηνοδικείων
1822καὶ Πταισματοδικείων δρ. 10,000 ἕτεραι δὲ δρ. 10,000 δι’
1823ἀποζημίωσιν ἀνακριτῶν, δρ. 150,000 δι’ ἀποζημίωσιν μαρ-
1824τύρων, καὶ δρ. 15 χιλιάδες δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἔξοδα μεταθέ-
1825σεων, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 185,000.
1826Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ δηλώσεώς του τῆς
182715 τρέχ. μηνὸς ζητεῖ προσθήκην δι’ ἐκλογικὰς καὶ διαφό-
1828ρους ἄλλας δαπάνας δρ. 863,130, δι’ ἑτέρας δὲ δηλώσεώς
1829του τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας ζητεῖ διὰ διάφορα κτίρια καὶ
1830ἄλλα δημόσια ἔργα ἑτέραν προσθήκην δρ. 94,800, ἤτοι ἐν
1831ὅλῳ δρ. 957,930. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτρο-
1832πὴ κατὰ λάθος ὑπολογίζει εἰς δρ. 878,086 τὴν ἐκ τῶν δη-
1833λώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προσθήκην δαπά-
1834νην, ἤτοι ἐπὶ μεῖον δραχμὰς 79,950. Τὸ ποσὸν τοῦτο ὀφεί-
1835λομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1836Ἐσωτερικῶν.
1837Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δη-
1838μοσίας Ἐκπαιδεύσεως πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὸ ὅλον τῶν οἰ-
1839κονομιῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς ἐκ τῆς στοι-
1840χειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ὁ νόμος περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύ-
1841σεως βεβαίως δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ ἐντὸς τοῦ 1895. Ὅπως δὲ,
1842ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, ἀνε-
1843γράψαμεν ἐν τοῖς ἐσόδοις τὸ ὅλον τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων
1844διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, προσθέσαντες εἰς αὐτὰ δρ.
1845828,333, οὕτως ὀφείλομεν νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τοῖς ἐξόδοις
1846τὸ ὅλον τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ὑπελογίσθησαν ὡς δυναταὶ, ἂν
1847ἐφηρμόζετο ὁ νόμος οὗτος, καὶ αἵτινες ἀνέρχονται εἰς δραχ.
18481,265,000, μεῖον δρ. 37,096, αἵτινες εἶχον προστεθῆ διὰ
1849τοὺς νομαρχιακοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ τὰ ἐποπτικὰ συμβού-
1850λια, ἤτοι δρ. 1,227,936, αἱ ὁποῖαι θὰ διατεθῶσι διὰ τὴν
1851μισθοδοσίαν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ γραμματοδιδασκάλων,
1852καὶ διὰ τὰς λοιπὰς δαπάνας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως
1853Ἐκτὸς τῶν προσθηκῶν τούτων ἔχομεν καὶ ἑτέρας διὰ κε-
1854κλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις. Τοιαύτας, πλὴν
1855τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἔχομεν ἀναγνω-
1856ρισθείσας ἐπὶ μὲν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Τρικούπη, μετὰ τὴν
1857ὑποβολὴν τοῦ πρώτου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, δραχμὰς
1858493,203, ἐπὶ τοῦ διαδεχθέντος δ’ αὐτὸ Ὑπουργείου ἑτέρας
1859δρ. 240,843, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 734,046. Δὲν γνωρίζομεν δὲ
1860τί ποσὸν ἀνεγνωρίσθη μετὰ τὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋ-
1861πολογισμοῦ ὑποβολὴν τῆς πληροφορίας, ἐφ’ ἧς στηρίζονται
1862τὰ ἄνω ποσὰ, καὶ τί ποσὸν θέλει ἀναγνωρισθῆ μέχρι τέλους
1863τοῦ τρέχ. ἔτους.
1864Τὸ σύνολον τῶν ἀνωτέρω προσθηκῶν ἀνέρχεται εἰς δραχ.
18653,279,441. Προσθέτοντες δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰς δραχ.
186691.340.282, τὰς ὁποίας ὑπολογίζει ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
1867σμοῦ ἐπιτροπὴ συμφώνως μὲ τὰς δηλώσεις τῶν Ὑπουργῶν,
1868εὑρίσκομεν τὸ ὅλον τῶν βεβαίων δαπανῶν τοῦ 1895 ἀνερχό-
1869μενον εἰς δρ. 94,619,724. Ἀφαιροῦντες ἐξ αὐτῶν τὰ ἔσοδα,
1870ἅτινα ὑπελογίσαμεν πρὸ ὀλίγου εἰς δρ. 92,409,348, εὑρίσκο-
1871μεν ἔλλειμμα δρ. 2,210,376. Τὸ ἔλλειμμα δὲ τοῦτο προ-
1872κύπτει χωρὶς νὰ συνυπολογισθῶσι καὶ αἱ δαπάναι, ἃς θέλει
1873προκαλέσει ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Κα-
1874λαβρύτων καὶ αἵτινες θὰ βαρύνωσιν ἐν μέρει καὶ τὴν χρῆσιν
1875τοῦ 1895, καὶ χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς δαπάνας, τὰς
1876ὁποίας θέλει ἀπαιτήσει ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὴν
1877Βουλὴν συμβάσεως περὶ κατασκευῆς τοῦ μὴ συμπληρωθέντος
1878τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, αἵτινες θὰ
1879ἐνεργηθῶσιν ἐκ τοῦ εἰδικοῦ κεφαλαίου τῆς κατασκευῆς τοῦ
1880σιδηροδρόμου τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον ὅμως τὸ Δημόσιον ὀφείλει
1881ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 1,000,000 δρ. περίπου.
1882Δὲν λαμβάνω ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν
1883δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895 καὶ τὰ βάρη, ἅτινα δύνα-
1884ται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ψηφισθέντος
1885νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, διότι δι’ αὐτοῦ
1886συνιστᾶται εἶδος ἐπιχειρήσεως, ἣν ἀνέλαβε τὸ Κράτος, ἀνα-
1887δεχθὲν ἀφ’ ἑνὸς τὴν θυσίαν 4 δραχ. κατὰ χιλιόλιτρον ἐξαγομέ-
1888νης σταφίδος, καὶ τὰς δαπάνας τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τῆς
1889εἰς αὐτὸ παραδοθησομένης σταφίδος, δικαιούμενον δ’ ἀφ’ ἑτέρου
1890νὰ καλύψῃ τὴν θυσίαν καὶ τὰς δαπάνας, ἃς ἀνεδέχθη ἐκ τοῦ
1891ἀντιτίμου τῆς σταφίδος ταύτης. Ἐνδέχεται νὰ ὑποστῇ ἐκ
1892τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης ζημίαν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πιθα-
1893νώτερον, ἐνδέχεται ὅμως καὶ νὰ μὴ ὑποστῇ τοιαύτην. Μὴ
1894ἔχοντες βέβαια διδόμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐννοῶ νὰ στηρίξω
1895τοὺς ὑπολογισμούς μου, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν ὡρισμέ-
1896νον ποσὸν δαπάνης ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης. Χωρὶς
1897ἑπομένως νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς διὰ τοὺς σιδηροδρόμους
1898ἐκτάκτους δαπάνας καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιχειρήσεως
1899τῆς σταφίδος, ἣν ἀνεδέχθη τὸ Κράτος, εὑρίσκω τὸν προϋπολο-
1900γισμὸν ἀπολήγοντα εἰς ἔλλειμμα 2,210,000 δραχ. περίπου.
1901§106ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ
1902τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως εἰς ποῖον ποσὸν τὸ ὑπολογί-
1903ζετε;
1904§107ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς 2,500,000.
1905§108ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἀποδέχεσθε αὐτό;
1906§109ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὑπολογίζω οὕτω, στηριζόμενος εἰς τὸν
1907ἀπολογισμὸν τοῦ 1893, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκ τοῦ ἐσόδου τού-
1908του εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,471,000. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν
1909φόβον, ὅτι δυσκόλως θὰ εἰσπραχθῇ τὸ αὐτὸ ποσὸν καὶ κατὰ
1910τὸ 1895, διότι διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1894 μέχρι τέλους
1911Ἀπριλίου 1895 εἰσεπράχθη ποσὸν κατώτερον τοῦ εἰσπρα-
1912χθέντος κατὰ τὸ ἀντίστοιχον χρονικὸν διάστημα τῆς χρήσεως
1913τοῦ 1893. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ στηριχθῶ ἐπὶ τῶν ἀποτελε-
1914σμάτων τῆς μήπω ληξάσης χρήσεως τοῦ 1894. Διὰ τοῦτο
1915δὲν προτείνω ἐλάττωσιν τοῦ ἐσόδου τούτου, ὡς καὶ ἄλλων,
1916ὧν ἡ ἀπόδοσις ἔσται κατὰ πᾶσαν πιθανότητα μικροτέρα τῆς
1917ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης, παραδεχόμενος, ὡς εἶ-
1918πον, ὅτι αἱ ἐξ αὐτῶν ἐλαττώσεις θὰ καλυφθῶσιν ἐκ τῆς ἀνω-
1919τέρας ἀποδόσεως ἄλλων ἐσόδων, ἐξ ὧν πιστεύω ὅτι εἶναι πι-
1920θανὴ ἡ εἴσπραξις ποσῶν ἀνωτέρων τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ
1921προϋπολογισμῷ. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν πα-
1922ρεδέχθην καὶ τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινομένην αὔξησιν
1923κατὰ 300,000 δραχ. ἐκ τῶν μονοπωλίων, καὶ κατὰ 120.000
1924ἐξ ἀπολήψεως ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, καίτοι μὴ
1925θεωρῶν ὡς ἀπιθάνους τὰς αὐξήσεις ταύτας. Ἔχω ἐνώπιόν
1926μου πίνακα, ὃν συνέταξα καὶ ἐν ᾧ σημειῶ τὰς πιθανὰς αὐξο-
1927μειώσεις τῶν ἀποδοτέων τῶν διαφόρων δημοσίων ἐσόδων, τῶν
1928ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων. Κατ’ αὐτόν, συμψηφί-
1929ζονται σχεδὸν τὰ ποσὰ τῶν ἐλαττώσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων
1930συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτα-
1931νήσου, ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαί-
1932δευσιν κλπ., πρὸς τὰ ποσὰ τῶν αὐξήσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων
1933συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν μονοπωλίων, ἐξ
1934ἀπολήψεως ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ κλπ. Ἐκτὸς
1935δὲ τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων, περὶ ὧν ὡμίλησα προηγουμένως,
1936ὑπολείπεται μόνον τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ
1937τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, ἐκ τοῦ ὁποίου, ὡς εἶπον ἤδη,
1938πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν δραχ. 300,000.
1939Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, μὴ συντελῶν εἰς τὴν ἐξα-
1940κολούθησιν τῶν ἐκκρεμῶν δημοσίων ἔργων, ἔχων εἰς βάρος του
1941τὰ ἀποτελέσματα τῆς σταφιδικῆς ἐπιχειρήσεως, ἣν ἀνεδέχθη
1942τὸ Κράτος, καὶ ἀπολήγων εἰς ἔλλειμμα 2,210,000 δραχ.,
1943δὲν εἶναι βεβαίως προϋπολογισμὸς ἀνταποκρινόμενος εἰς τὰς
1944ἀνάγκας καὶ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑ-
1945ρίσκεται σήμερον ἡ χώρα. Εἶναι προϋπολογισμὸς ἀνεπαρκὴς
1946καὶ κατώτερος τῶν περιστάσεων, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα. Πτωχεύ-
1947σαντες καὶ διὰ τοῦ ἀντιτίμου τῆς τιμῆς τοῦ τόπου ἐπιτυχόν-
1948τες ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους οἰκονομίαν ἀνερχομέ-
1949νην εἰς 21,000,000 φράγκων χρυσῶν, ἤτοι 37,500,000 δρ.
1950περίπου, δὲν δυνάμεθα νὰ δικαιολογηθῶμεν μήτε ἀπέναντι
1951ἡμῶν αὐτῶν, μήτε ἀπέναντι τῶν ξένων, διατηροῦντες τὸν προϋ-
1952πολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀπολήγοντα εἰς ἔλλειμμα. Ἐπι-
1953τακτικῶς ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος τὸ καθῆκον ἵνα ὁ προ-
1954ϋπολογισμὸς αὐτοῦ ἀπολήγῃ οὐ μόνον εἰς ἰσοζύγιον, ἀλλὰ
1955καὶ εἰς περίσσευμα οἱανδήποτε, τὸ ὁποῖον νὰ εὐκολύνῃ τὴν
1956διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν πόρων ἐξακολούθησιν καὶ βαθμιαίαν
1957περαίωσιν τῶν δημοσίων ἔργων, τὰ ὁποῖα μετὰ μεγάλας δα-
1958πάνας ἀφῆκεν ἐκκρεμῆ ἡ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐφαρμοσθεῖσα
1959πολιτική. Δὲν ἐπετρέπετο δ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτείνῃ
1960καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ νομοθετήσῃ ἐλαττώσεις ἐσόδων ἀνερ-
1961χομένας εἰς δραχ. 1,150,000 περίπου διὰ τὴν δευτέραν ἑξα-
1962μηνίαν τοῦ 1895 καὶ εἰς 2,000,000 περίπου κατ’ ἔτος. Δὲν
1963ἐπιτρέπεται ἐπίσης ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προσ-
1964θήκης δαπανῶν πολυειδῶν, ἥτις συντελεῖ εἰς τὴν ἀντισοῤ-
1965ῥοπίαν αὐτοῦ. Οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οἱ λόγοι οἱ συνιστῶν-
1966τες τὴν ἐλάττωσιν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ἢ τὴν προσθήκην
1967δαπανῶν μὴ ἀπολύτως ἐπιβαλλομένων ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων
1968τῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας, ὀφείλομεν τοὺς λόγους τούτους
1969ν’ ἀποκρούσωμεν, ἐπηρεαζόμενοι ἐκ μόνης τῆς ἐπιβλητικῆς
1970ἀνάγκης, ἵνα ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν ἀποβῇ ἐπαρκὴς πρὸς
1971ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν, ἃς παρουσιάζει ἡ σημερινὴ τοῦ
1972τόπου κατάστασις.
1973Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπεκτείνω πλειότερον τὴν ἐξέτα-
1974σιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἔποψιν, τὴν
1975λογιστικὴν δηλ. καὶ ταμιευτικήν. Θὰ ἐξετάσω αὐτὸν ἤδη ὑπὸ
1976τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, ὡς σύστημα δηλ. οἰκονομικόν,
1977περιλαμβάνον τὰς θεμελιώδεις ἰδέας καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν ἀποῤ-
1978ῥέοντα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνταποκρι-
1979θῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς διατελοῦμεν,
1980καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας ἐκ τῆς κατα-
1981στάσεως, εἰς ἣν περιῆλθε.
1982Μήτε ἐν τῷ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν προϋπολογισμῷ, μήτε ἐν τῇ γε-
1983νομένῃ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγήσει αὐ-
1984τοῦ εὑρίσκομεν σύστημα πλῆρες καὶ ἄρτιον γνωμῶν καὶ μέ-
1985τρων, τὸ ὁποῖον, ἀποτελοῦν μεμορφωμένην οἰκονομικὴν πολι-
1986τικὴν, νὰ δύναται νὰ κριθῇ ἂν ἀνταποκρίνεται ἢ μὴ εἰς τὰς
1987παρούσας τῆς χώρας ἀνάγκας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1988σεως εἶπεν ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ συνίσταται εἰς τὴν περισυλ-
1989λογὴν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν ἐρειπίων, εἰς ἃ περιῆλθον τὰ
1990οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Τοῦτο εἶναι πόθος, ὅστις κατέχει τὴν
1991καρδίαν παντὸς Ἕλληνος. Οὐδείς, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ αὐτῶν,
1992οἵτινες ἀμέσως ἢ ἐμμέσως συνετέλεσαν εἰς τὴν παροῦσαν τῆς
1993χώρας κατάστασιν, ἀρνεῖται σήμερον, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ
1994περισυλλέξωμεν τὰ ὄρθια εἰσέτι μένοντα ἐρείπια τῶν οἰκονο-
1995μικῶν ἡμῶν, καὶ ν’ ἀνορθώσωμεν τὰ καταπεσόντα. Ἀλλ’ ὁ
1996πόθος οὗτος, ὅπως πραγματοποιηθῇ, ἀνάγκη νὰ στηριχθῇ ἐπὶ
1997οἰκονομικῆς πολιτικῆς, βασιζομένης ἐπὶ ἀρτίου συστήματος
1998γνωμῶν καὶ μέτρων, ὧν ἡ ἄμεσος ἢ ἡ ἀπωτέρα ἐφαρμογὴ νὰ
1999δύναται νὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν ἐπωφελῆ διευθέτησιν τῶν κα-
2000θημερινῶν δυσχερειῶν καὶ εἰς τὴν ὁριστικὴν διόρθωσιν τῶν κα-
2001κῶς ἐχόντων. Μὴ εὑρίσκοντες ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895
2002τοιαύτην μεμορφωμένην πολιτικὴν, ἀναγκαζόμεθα πρὸς ἐξεύρε-
2003σιν τῶν ἀρχῶν καὶ θεμελιωδῶν ἰδεῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζε-
2004ται οὗτος, νὰ ἀναζητήσωμεν αὐτὰς εἰς τὰ διάφορα νομοσχέ-
2005δια, ἅτινα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῆς Κυβερνή-
2006σεως, καὶ εἰς τοὺς λόγους, ἐκ τῶν ὁποίων αὕτη ὡρμήθη εἴς τε
2007τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐν τοῖς ἐσό-
2008δοις καὶ ἐξόδοις τοῦ Δημοσίου τροποποιήσεων. Δὲν ἀποκρούω
2009τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον
2010καιρὸν, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σύνολον τῶν μέτρων,
2011διὰ τῶν ὁποίων ἐλπίζει ὅτι δύναται νὰ διορθώσῃ τὴν κατά-
2012στασιν τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ
2013μὴ παρατηρήσω ὅτι δὲν ἀπῃτεῖτο πολὺς χρόνος, ὅπως αὕτη
2014γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στη-
2015ρίξῃ τὴν πολιτικὴν αὑτῆς, καὶ τὰ μέτρα τὰ ἐκ τῆς πολιτικῆς
2016ταύτης ἀποῤῥέοντα καὶ τῶν ὁποίων ἀμέσως ἢ ἀργότερον θὰ
2017ἐπιδιώξῃ τὴν ἐφαρμογήν. Ἂν δικαιολογῆται ἡ Κυβέρνησις,
2018διότι ἐντὸς τοῦ βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, τοῦ διαῤῥεύσαν-
2019τος ἀπὸ τῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐλεύσεώς της, δὲν ἠδύνατο νὰ
2020ὑποβάλῃ πάντα τὰ μέτρα, ἅτινα νομίζει ἀναγκαῖα πρὸς ἀνόρ-
2021θωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, δὲν δικαιολογεῖται ὅμως, μὴ
2022ἔχουσα καὶ μὴ γνωρίζουσα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πολιτικὴν καὶ
2023τὸ σύστημα, ἐφ’ οὗ θὰ στηριχθῶσι καὶ ἐξ οὗ θ’ ἀποῤῥεύσωσι
2024τὰ μέτρα ταῦτα κατὰ τρόπον ἁρμονικὸν καὶ μεθοδικὸν, δυ-
2025νάμενον νὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πραγματοποίησιν τοῦ
2026πόθου, ὃν ἔχομεν πάντες.
2027Ἐκ τῶν προταθέντων νομοσχεδίων καὶ μέτρων, τῶν συνδεο-
2028μένων μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, εὑρίσκω ὅτι γενικώτερόν τινα
2029χαρακτῆρα καὶ σκοπὸν παρουσιάζουσι δύο ἐκ τῶν ψηφισθέντων
2030νομοθετημάτων, τὸ περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ
2031περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀμφότερα τὰ νομο-
2032θετήματα ταῦτα ὑπεστήριξα κατ’ ἀρχήν, καὶ νομίζω ὅτι ἀντα-
2033ποκρίνονται εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν καὶ τὰς ἀνάγκας
2034τῆς χώρας. Ἀλλὰ καὶ τὰ νομοθετήματα ταῦτα τότε μόνον
2035δύνανται ν’ ἀποβῶσιν ἀποτελεσματικῶς ἐπωφελῆ, ὅταν ὦσι
2036πλήρη καὶ στηρίζωνται ἐπὶ θετικῶν βάσεων, ὧν δυστυχῶς στε-
2037ροῦνται, καθ’ ὃν τρόπον ἐνομοθετήθησαν. Τὸ νομοθετηθὲν ἀπο-
2038κεντρωτικὸν σύστημα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως δὲν θὰ
2039δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ ἀποτελεσματικῶς, ἂν δὲν συνδυασθῇ
2040μὲ ἀνάλογον μεταῤῥύθμισιν τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς
2041ἡμῶν διοικήσεως. Ἡ αὐτοτελὴς δὲ διαχείρισις τῆς ὑπηρεσίας
2042τοῦ δημοσίου χρέους δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὰ προσδοκώμε-
2043να ἐπωφελῆ ἀποτελέσματα, ἂν δὲν συμπληρωθῇ διὰ τοῦ προσ-
2044διορισμοῦ τῶν εἰς αὐτὴν ἀνηκόντων πόρων καὶ δὲν συνδυασθῇ
2045μὲ τὰ μέτρα τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν καθημερινὴν ἐπίβλεψιν καὶ
2046διεύθυνσιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας. Δὲν ἐκτείνο-
2047μαι πλειότερον ἐπὶ τῶν μέτρων τούτων, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ
2048λάβω ἀφορμὴν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν.
2049Τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὸν προϋπολογισμὸν
2050τοῦ 1895, δύνανται νὰ διακριθῶσιν εἰς δύο διαφόρους κατηγο-
2051ρίας, εἰς τὴν ἀφορῶσαν τὰ ἔσοδα καὶ τὰς φορολογικὰς ἐλατ-
2052τώσεις καὶ εἰς τὴν ἀφορῶσαν τὰ ἔξοδα καὶ τὴν φροντίδα
2053πρὸς ἐξεύρεσιν οἰκονομιῶν ἐν ταῖς διαφόροις ὑπηρεσίαις τοῦ
2054Κράτους. Τὰ ψηφισθέντα φορολογικὰ μέτρα τὰ μειοῦντα τὰ
2055ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου, ἐξετάζων λογιστι-
2056κῶς τὸν προϋπολογισμὸν, εἶπον, εἶναι μέτρα ἀναμφισβητήτως
2057μὴ συμβιβαζόμενα μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασιν καὶ μὲ τὰς
2058ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως
2059τῶν ταμιευτικῶν αὐτῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ μέτρα ταῦτα
2060δὲν ἀποῤῥέουσιν ἐκ γενικωτέρας τινὸς ἀρχῆς καὶ ἰδέας συνα-
2061δούσης πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν
2062ἡμῶν. Μήτε πᾶσαι αἱ ψηφισθεῖσαι ἐλαττώσεις τῶν τελω-
2063νειακῶν δασμῶν, μήτε αἱ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἐνέχουσι
2064τοιοῦτόν τι· ἠλαττώσαμεν κατὰ τὸ τρίτον τὰ ἐκπαιδευτικὰ
2065τέλη, τὰ δὲ ἕτερα δύο τρίτα ἀφηρέσαμεν ἐκ τοῦ δημοσίου
2066ταμείου, καὶ ἀπεδώκαμεν τὸ πλεῖστον μὲν αὐτῶν εἰς εἰδικὸν
2067κεφάλαιον, 200 δὲ χιλιάδας δραχ. εἰς τὸ δημόσιον, τὸ ἀνα-
2068δεχθὲν ὡρισμένας δαπάνας τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλὰ μήτε
2069τὴν κατάστασιν τοῦ Πανεπιστημίου βελτιοῦμεν, μήτε τὴν
2070ἐν γένει ἐκπαίδευσιν ἐξυπηρετοῦμεν ἀποτελεσματικῶς, παρα-
2071δεχόμενοι, ὅπως τὸ εἰδικὸν κεφάλαιον, εἰς ὃ ἀπεδόθη τὸ
2072πλεῖστον τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, διατεθῇ διὰ τὴν ἀνέγερ-
2073σιν δημοτικῶν σχολείων. Ἐστερήσαμεν τὸ Δημόσιον ἐσόδου
20741,500,000 δρ. ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν μεγάλη ὑφίσταται ἀνάγκη
2075περαιώσεως τῶν ἐκκρεμῶν δημοσίων ἔργων, τοιαύτη δὲ δὲν
2076ἐπιβάλλεται διὰ τὴν ἀνέγερσιν δημοτικῶν σχολείων, ὧν
2077πάντες μὲν ἀναγνωρίζομεν τὴν χρησιμότητα, τῶν ὁποίων
2078ὅμως ἡ ἀνέγερσις δύναται νὰ ἀναβληθῇ εἰς εὐνοϊκωτέρας
2079περιστάσεις. Διὰ τὴν ἐλάττωσιν διαφόρων τελωνειακῶν τελῶν
2080ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχεν, ὡς εἶπε, τὴν ἀνακούφισιν τοῦ Ἑλλη-
2081νικοῦ λαοῦ, ἢ τὴν προστασίαν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Τὸ
2082ζήτημα τοῦτο ἀνέπτυξα ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχε-
2083τικῶν νομοσχεδίων, ὡς δ’ ἀπεδείχθη καὶ τότε, μικρὰ καὶ ἀσή-
2084μαντος εἶναι π. χ. ἡ ἀνακούφισις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ
2085ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς ἐλαττώσεως κατὰ τὸ εἰκοστὸν ἢ τὸ δέκα-
2086τον πέμπτον τῆς τιμῆς τῶν τεταριχευμένων ἰχθύων καὶ τῶν
2087ὀσπρίων, σημαντικὴ δὲ ἡ βλάβη τοῦ Δημοσίου, ἡ ἐκ τῆς
2088ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων αὐτοῦ· δύναται δ’ ἐπίσης ἐκ τῆς
2089ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ὀσπρίων νὰ πά-
2090θῃ καὶ μία ἐκ τῶν τοπικῶν ἡμῶν παραγωγῶν, τὰς ὁποίας
2091ὀφείλομεν νὰ ἐνισχύωμεν καὶ ὑποστηρίζωμεν. Ἀνακούφισις
2092σπουδαία καὶ σημαντικὴ θέλει δοθῆ εἰς τὸν ἑλλ. λαὸν, ὅταν
2093ἐπιτευχθῇ ἡ βελτίωσις καὶ ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς
2094χώρας. Πᾶν δὲ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἕνεκα ἐφημέρου καὶ ἀση-
2095μάντου ἀνακουφίσεως συντελεῖ εἰς τὴν παράτασιν τῆς ση-
2096μερινῆς καταστάσεως διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τοῦ Δημοσίου
2097τῶν πρὸς ἀνόρθωσιν αὐτῆς ἀναγκαίων μέσων, δὲν δύναται νὰ
2098θεωρηθῇ ὡς ἀληθὴς ἀνακούφισις τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὡς ἐπι-
2099βάρυνσις αὐτοῦ.
2100Ἀλλ’ ἂν ἐπὶ τῶν φορολογικῶν τούτων μέτρων δὲν ὑπάρ-
2101χῃ θεμελιώδης τις ἰδέα, κανονίζουσα τὴν πορείαν τῆς Κυ-
2102βερνήσεως συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, εὑρίσκω
2103ὅμως τοιαύτην ἰδέαν, ἀλλὰ πεπλανημένην εἰς τὰ μέτρα τὰ
2104ἀφορῶντα τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τὴν φροντίδα
2105τῆς ἐξευρέσεως οἰκονομιῶν ἐν ταῖς διαφόροις ὑπηρεσίαις τοῦ
2106Κράτους. Διὰ τῶν διαφόρων ἐλαττώσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ.
2107Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς τὰς δαπάνας τῆς δευτέρας ἑξα-
2108μηνίας τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἐπέτυχεν οἰκονομίας ἀνερχομέ-
2109νας εἰς δραχμὰς 1,196,000, πλὴν τῆς ἐκ τῶν δαπανῶν τῆς
2110στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἥτις δὲν ὑφίσταται πλέον, μετὰ
2111τὴν ψήφισιν καὶ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σχετικοῦ
2112νομοσχεδίου. Ἀπέναντι ὅμως τῶν οἰκονομιῶν τούτων ἐγένοντο
2113αὐξήσεις δαπανῶν, ἐν τῷ τεύχει μὲν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ
2114δρ. 1,575,000, διὰ διαφόρων δὲ δηλώσεων μέχρι σήμερον
2115ἕτεραι ἐκ δρ. 2,023,000, ὑπολείπονται δὲ καὶ ἄλλαι γνω-
2116σταὶ, αἵτινες θὰ προστεθῶσιν. Ὥστε ὄχι μόνον δὲν ἐπιτυγχά-
2117νεται ὁριστικὴ ἐλάττωσις δαπάνης διὰ τοῦ συστήματος τού-
2118του, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπέρχεται καὶ αὔξησις σημαντική.
2119§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνθυμεῖ-
2120σθε ποῖαι εἶναι αἱ αὐξήσεις;
2121§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2122σεως μ’ ἐρωτᾷ ἂν ἐνθυμῶμαι, τίνες εἰσὶν αἱ αὐξήσεις. Δὲν θέ-
2123λω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν, ἀναφέρων αὐτὰς πάσας. Θὰ
2124ἀναφέρω ὅμως ἐξ αὐτῶν τινας, τὰς κυριωτέρας, ὅπως δείξω
2125καὶ τὸ ποιὸν αὐτῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν
2126π. χ. μειοῦνται αἱ δαπάναι διὰ τὴν καλλιέργειαν καὶ βελ-
2127τίωσιν τῶν ἁλικῶν κατὰ δρ. 184,000, διὰ τὴν ἐξόρυξιν τῶν
2128ὀρυκτῶν κατὰ δρ. 88,700, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν
2129κατὰ δραχ. 17,800, διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν ταμείων, τοῦ
2130Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καί τινων ἄλλων ὑπηρεσιῶν κατὰ δρ.
2131241,000. Τὸ ὅλον δὲ τῶν μειώσεων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς
2132554,000. Ἀναγράφεται δ’ ἐν τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ αὔξησις
2133διὰ τὸν γεωμετρικὸν κλάδον δρ. 40,440, αἵτινες μεταφέρονται
2134ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ προσωπικὸν
2135ὑπηρεσιῶν τινων καὶ διάφορα ἄλλα ἔξοδα δρ. 56,000, πλὴν
2136τοῦ τμήματος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, διὰ
2137τὸ ὁποῖον θὰ προστεθῶσιν ἕτεραι δραχ. 50,000 περίπου.
2138Ὥστε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸ τεῦχος
2139πάντοτε τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ πρὸ τῶν γενομένων δη-
2140λώσεων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἀναγράφεται ἐλάττω-
2141σις δαπανῶν ἐκ δρ. 457,000.
2142Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἡ μεγαλειτέρα αὔ-
2143ξησις δαπάνης εἶναι ἡ τῶν Πρεσβειῶν, ἀνερχομένη εἰς δρ.
214493,000· αἱ ἐν αὐτῷ δ’ αὐξομειώσεις καταλήγουσιν εἰς ὁρι-
2145στικὴν αὔξησιν ἐκ δραχ. 47,000. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
2146Δικαιοσύνης ἔχομεν ἐλαττώσεις, ἀνερχομένας εἰς δραχμὰς
2147123,000, ἐξ αὐτῶν ὅμως, ὡς ἀνέπτυξα, ἐξετάζων τὸν προϋ-
2148πολογισμὸν ὑπὸ λογιστικὴν ἔποψιν, τινὲς, ὡς π. χ. ἡ τῶν
2149ἐνοικίων τῶν Εἰρηνοδικείων, δὲν θὰ πραγματοποιηθῶσι, θὰ
2150προστεθῶσι δ’ ἀναγκαῖαι αὐξήσεις, ἀνερχόμεναι εἰς δραχ.
2151185,000.
2152Σπουδαιότεραι εἰσιν αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν ἐν τῷ
2153Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν αὐτῷ ἀναγράφονται ἐλατ-
2154τώσεις μὲν ἀνερχόμεναι εἰς δρ. 406,000 ἐν ὅλῳ, ὧν αἱ κυριώ-
2155τεραι ἐκ κατασκευῆς τηλεγραφικῶν γραμμῶν ἐκ δρ. 127,000,
2156ἐκ τοῦ κτιρίου τοῦ Βουλευτηρίου ἐκ δραχ. 40,000, ἐκ τοῦ
2157τελωνείου Κερκύρας καὶ ἄλλων κτιρίων ἐκ δρ. 38,000 κλπ.
2158Αὐξήσεις δὲ ἀνερχόμεναι εἰς δρ. 1,371,000, ὧν αἱ κυριώτε-
2159ραί εἰσιν ἡ διὰ τὴν ἀνακαίνισιν καὶ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν
2160ἐκ δρ. 800,000, ἡ διὰ βοηθήματα εἰς ἐργολάβους, ἐργάτας
2161καὶ προμηθευτὰς, παθόντας ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηρο-
2162δρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐκ δρ. 400,000, ἡ διὰ τὴν κατα-
2163σκευὴν φυλακῶν ἐκ δρ. 35,000 κτλ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2164Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπερ ἐπα-
2165ρουσίαζε σημαντικὴν οἰκονομίαν ἐκ δρ. 1,242,000, στηριζο-
2166μένην εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος τῆς Δημοτικῆς
2167Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχε-
2168δίου, ἐστερήθη ταύτης, μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχε-
2169δίου τούτου καὶ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Τὰ
2170Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν εἰς οὐδε-
2171μίαν ὑποβάλλονται μεταβολὴν δαπανῶν ἐν τῷ τεύχει τοῦ
2172προϋπολογισμοῦ.
2173Τὸ σύστημα τῆς ἐξευρέσεως οἰκονομιῶν διὰ τῆς ἐλαττώ-
2174σεως τῶν δαπανῶν ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις τοῦ Κράτους, ὅπως
2175αὗται λειτουργοῦσι σήμερον κατὰ τοὺς ἰσχύοντας ὀργανι-
2176σμοὺς, ἀπὸ ἐτῶν ἀπετέλει μίαν ἐκ τῶν βάσεων τῆς οἰκονομι-
2177κῆς πολιτικῆς τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος. Εἰς ὅλους
2178τοὺς ὑποβληθέντας προϋπολογισμοὺς ἀπὸ δεκαετίας καὶ
2179ἐπέκεινα οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατέφευ-
2180γον εἰς τοῦτο. Καὶ εἰς αὐτὸν τὸν προταθέντα κατὰ τὸν πα-
2181ρελθόντα Νοέμβριον προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 ὁ κ. Τρικού-
2182πης παρίστα ὡς κατόρθωμα τὴν διὰ τοῦ συστήματος τούτου
2183ἐπιτυχίαν οἰκονομιῶν ἐκ δρ. 2,000,000 περίπου. Κατέλη-
2184γεν ὅμως καὶ τότε εἰς προσθήκας δαπανῶν ἐκ δραχ. 3½
2185ἑκατομμυρίων περίπου, αἵτινες τὰς οἰκονομίας μετέβαλλον
2186εἰς αὐξήσεις ἐξόδων. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἐπιδίωξις οἰκονο-
2187μιῶν εἰς τὰς συνήθεις δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι
2188καθῆκον παντὸς διαχειριζομένου τὰ δημόσια οἰκονομικὰ, ὁσά-
2189κις ἡ ἐλάττωσις δαπάνης τινὸς ἦναι ἐφικτὴ ἄνευ βλάβης
2190μεγαλειτέρας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐν ᾗ γίνεται ἡ ἐλάττωσις.
2191Καθ’ ὃν τρόπον ὅμως ἐνεργοῦνται παρ’ ἡμῖν ἑκάστοτε αἱ
2192αὐξομειώσεις τῶν δαπανῶν, κατὰ τὴν στιγμιαίαν καὶ συνή-
2193θως αὐθαίρετον κρίσιν ἑκάστου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
2194δὲν δύνανται νὰ φέρωσιν ὁριστικὴν καὶ σημαντικὴν ὠφέλειαν.
2195Ὁ κ. Τρικούπης π. χ. ἐνόμιζε καλὸν νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθ-
2196μὸν τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν Διδασκαλείων, ὁ κ. Πρόεδρος
2197τῆς Κυβερνήσεως σήμερον νομίζει καλλίτερον νὰ ἐλαττώσῃ τὴν
2198τῶν ἀντεισαγγελέων καὶ τὸν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ταμείων,
2199τοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ὁ κ. Τρικού-
2200πης ἠλάττωσε τὰς δαπάνας τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας,
2201ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλαττόνει τὰς δαπάνας τῆς
2202καλλιεργείας καὶ βελτιώσεως τῶν ἁλικῶν· ὁ κ. Τρικούπης
2203ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον νὰ αὐξήσῃ τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς
2204τηλεγραφικῶν γραμμῶν, τῆς ἱππωνείας καὶ τοῦ ἱματισμοῦ
2205τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τῶν πλοίων· ὁ κ. Πρόεδρος
2206τῆς Κυβερνήσεως νομίζει καλὸν νὰ αὐξήσῃ τὴν δαπάνην
2207τῆς ἀνακαινίσεως καὶ κατασκευῆς τῶν ὁδῶν καὶ τῆς ἐπι-
2208σκευῆς καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν πλοίων. Ἕκαστος τῶν
2209Πρωθυπουργῶν καὶ Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, ἄνευ θεμε-
2210λιώδους τινὸς βάσεως καὶ ἀρχῆς καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ
2211κρίσιν ἐκτελεῖ ἑκάστοτε αὐξομειώσεις δαπανῶν, ἐπαγγελλό-
2212μενος τὴν ἀναζήτησιν οἰκονομιῶν. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ὀφεί-
2213λωμεν νὰ ἐπιδιώκωμεν οἰκονομίας ἐπωφελεῖς ἐν ταῖς δαπά-
2214ναις τοῦ Κράτους, διὰ τοιούτου ὅμως συστήματος ἐπιδιώ-
2215κοντες αὐτὰς, δὲν δυνάμεθα βεβαίως ν’ ἀπολήξωμεν εἰς ἐπω-
2216φελῆ ταμιευτικὰ καὶ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα. Ἀπεναν-
2217τίας δὲ, ὅπως ἔχουσι σήμερον παρ’ ἡμῖν αἱ δημόσιαι ὑπηρε-
2218σίαι, τὸ σύστημα τοῦτο, συντελοῦν εἰς τὴν χειροτέρευσιν
2219αὐτῶν, καταλήγει εἰς περιοδικὴν καὶ διαρκῆ αὔξησιν τῶν
2220δαπανῶν τοῦ Δημοσίου. Αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι, ὅπως εἰσὶν
2221ὠργανωμέναι, ἔχουσιν ἀνάγκην ἐνισχύσεως. Διὰ τοῦ ἐφαρμο-
2222ζομένου δὲ συστήματος τῶν αὐξομειώσεων τῶν δι’ αὐτὰς
2223ἀναγκαίων δαπανῶν ἐξασθενοῦμεν αὐτάς. Ἀφαιροῦμεν δα-
2224πάνην ἐξ ὑπηρεσίας ἐχούσης ἴσως ἀνάγκην προσθήκης, ὅπως
2225τὴν δαπάνην ταύτην τὴν χρησιμοποιήσωμεν εἰς ἄλλην
2226ὑπηρεσίαν, ἥτις κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἢ
2227κατὰ τὸν βαθμὸν τῆς πειστικότητος τῶν ἐπιχειρημάτων
2228τοῦ διευθύνοντος αὐτὴν, χρήζει ἐνισχύσεως. Καταλήγομεν
2229δ’ οὕτω συνήθως εἰς τὸ ὅτι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἐξησθε-
2230νήσαμεν, ἐλαττώσαντες τὴν δι’ αὐτὴν ἀναγκαίαν δαπάνην,
2231ὅπως οὕτω ποιήσωμεν οἰκονομίαν, χρησιμοποιηθεῖσαν εἰς τὴν
2232ἐνίσχυσιν ἑτέρας ὑπηρεσίας, ἡ ὑπηρεσία ἐκείνη, ἡ ἐξασθενη-
2233σθεῖσα, τὸ ἑπόμενον ἢ μεθεπόμενον ἔτος θὰ παρουσιάζῃ ἐπι-
2234τακτικωτέραν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐνισχύσεώς της, ἥτις θὰ
2235μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ δαπανήσωμεν δι’ αὐτὴν ποσὸν πολὺ ἀνώ-
2236τερον ἐκείνου, ὅπερ προηγουμένως ᾠκονομήσαμεν. Πράττομεν
2237ὅ,τι ἤθελε πράξει ὁ κύριος σαθροῦ οἰκοδομήματος, ὁ θέλων
2238νὰ φράξῃ ὀπήν τινα, ἀφαιρῶν τεμάχιον ὑλικοῦ ἐξ ἄλλου
2239μέρους τοῦ οἰκοδομήματος. Τὸ ἀφαιρούμενον τεμάχιον
2240θέλει ἀνοίξει δύο ὀπάς, αἵτινες, ὅπως φραχθῶσιν ἀκολούθως,
2241θ’ ἀναγκάσωσι τὸν ἀπερίσκεπτον κύριον ν’ ἀφαιρέσῃ ἐκ
2242τοῦ οἰκοδομήματος ἕτερα τεμάχια, ἀνοίγοντα πλειοτέ-
2243ρας ὀπὰς καὶ συντελοῦντα εἰς τὴν ταχυτέραν κατάπτωσιν
2244αὐτοῦ. Παραπλήσιον εἶναι καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἄνευ συ-
2245στήματος περιοδικῶν αὐξομειώσεων τῶν δαπανῶν, τῶν ἀναγ-
2246καίων διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν κατὰ
2247τοὺς ἰσχύοντας ὀργανισμοὺς αὐτῶν. Ἀπολήγομεν εἰς ἀποτέ-
2248λεσμα περιοδικῆς καὶ παγίας αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κρά-
2249τους, ἄνευ βελτιώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Εἶναι τὸ σύ-
2250στημα τῶν ἐμβαλωμάτων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βεβαίως δὲν δυνάμεθα
2251καὶ δὲν πρέπει νὰ στηρίξωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν
2252τῆς χώρας καὶ τοῦ Δημοσίου. Τὸ σύστημα τοῦτο ἦτο εἷς ἐκ
2253τῶν παραγόντων τῆς ἀπὸ δεκαετίας καὶ ἐπέκεινα ἐφαρμοσθεί-
2254σης οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι δὲν εἶναι
2255τοῦτο ὁ παράγων, ὅστις ἔφερε τὴν χώραν εἰς ἣν εὑρίσκεται
2256σήμερον κατάστασιν. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην μᾶς ἔφερε
2257ταχέως ἡ δι’ ἁλμάτων αὔξησις τοῦ ἐξωτερικοῦ δημοσίου χρέους
2258καὶ ἡ κατασκευὴ δημοσίων ἔργων κακῶς μεμελετημένων καὶ
2259δυσαναλόγων πρὸς τὰς δυνάμεις καὶ τὴν ἐν γένει κατάστασιν
2260τῆς χώρας. Συνετέλεσεν ὅμως ἐν μέρει καὶ τὸ σύστημα τῶν
2261ἐμβαλωμάτων, ἵνα ἐπιτείνῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμο-
2262σθείσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Δὲν δυνάμεθα πλέον σήμερον
2263μήτε δάνεια νὰ συνομολογήσωμεν, μήτε τὴν κατασκευὴν με-
2264γάλων δημοσίων ἔργων νὰ ἐπιδιώξωμεν. Δὲν πρέπει ὅμως καὶ
2265νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν διὰ
2266συστήματος ἀπολήγοντος εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Τοῦτο
2267πράττοντες, θὰ κινδυνεύσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς σημεῖον, ὅπερ
2268πάντες ἀπευχόμεθα, εἰς τὸ σημεῖον ἑτέρας ἀνεπαρκείας πρὸς
2269ἐκπλήρωσιν καὶ τῶν νέων ὑποχρεώσεων τῆς χώρας.
2270Εὑρισκόμεθα ἀναμφισβητήτως ἐνώπιον καταστάσεως ἐκτά-
2271κτως δυσχεροῦς. Ἡ κατάστασις δ’ αὕτη ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς
2272τὸ καθῆκον νὰ κατανοήσωμεν, ὅτι δι’ ἐκτάκτων μόνον φροντί-
2273δων καὶ μέτρων θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξέλθωμεν αὐτῆς. Μετὰ
2274πολλῆς ἑπομένως περισκέψεως καὶ προσοχῆς, ἀλλ’ ἄνευ φόβου
2275καὶ ἄνευ δισταγμῶν, ὀφείλομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν θέσιν
2276ἡμῶν, καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων, ἅτινα
2277ἀπαιτεῖ ἡ ἀνόρθωσις τῆς χώρας. Ἄνευ τοιούτων μέτρων μοι-
2278ραίως θέλει ἐξακολουθεῖ καὶ παγιοῦσθαι ἡ χειροτέρευσις τῆς
2279σημερινῆς καταστάσεως. Δὲν θεωρῶ δὲ βάσιμον τὴν δικαιολο-
2280γίαν, ἥτις πολλάκις ἐπανελήφθη ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅτι
2281ἡ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου παρα-
2282κωλύει τὴν τοιαύτην ἡμῶν ἐνέργειαν. Ἀπεναντίας νομίζω, ὅτι,
2283ἐκτὸς τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ ἡ θέσις ἡμῶν ἀπέ-
2284ναντι τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου μᾶς ἐπιβάλλει ἐπιτακτι-
2285κῶς τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐπιδιώξωμεν τὴν ἄμεσον ἔναρξιν καὶ
2286τὴν ὅσον οἷόν τε ταχυτέραν ἐφαρμογὴν τῶν ῥιζικῶν μέτρων,
2287ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ ἀνόρθωσις τῆς χώρας. Θέτοντες τὰς βάσεις
2288τοιαύτης πορείας, θὰ δυνηθῶμεν ἀναμφισβητήτως οὐ μόνον
2289νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ ἐσωτερικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἀλ-
2290λὰ καὶ νὰ εὐκολύνωμεν τὸν διακανονισμὸν τοῦ δημοσίου ἡμῶν
2291χρέους κατὰ τρόπον εὐπρόσδεκτον καὶ παρὰ τῶν δανειστῶν
2292ἡμῶν. Ὁσονδήποτε καὶ ἄν ᾖ τὸ προσδιορισθησόμενον ποσο-
2293στὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἔκ τε τῷ παρόντι
2294καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, τοῦτο θέλει ἔχει διὰ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν
2295πλείονα ἀξίαν, ὅταν ἀποδείξωμεν, ὅτι τὰ μέτρα, ἅτινα λαμ-
2296βάνομεν πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς χώρας, εἰσὶ μέτρα ἀνταποκρινό-
2297μενα πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς καὶ δυνάμενα νὰ φέρωσι τὸ
2298ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα. Τοιαύτη δὲ γνώμη θέλει λύσει
2299ἐπωφελῶς δι’ ἡμᾶς τὰ ζητήματα τῶν τε ποσοστῶν καὶ τῶν
2300ἐγγυήσεων, ἅτινα γεννῶσι τὰς κυριωτέρας δυσκολίας τοῦ δια-
2301κανονισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους.
2302Τοιούτων μέτρων ὀφείλοντες νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐφαρ-
2303μογήν, ἀνάγκη προηγουμένως νὰ διαγνώσωμεν ἀκριβῶς καὶ
2304ἀσφαλῶς ὁποία εἶναι ἡ ἀληθὴς νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ ἡ χώρα ἡμῶν.
2305Πρέπει νὰ διαγνώσωμεν αὐτήν, διότι καὶ περὶ αὐτῆς πολλαὶ
2306ὑπῆρξαν καὶ ἐξακολουθοῦσιν ὑπάρχουσαι αἱ πεπλανημέναι
2307γνῶμαι, αἵτινες οὐκ ὀλίγον συνετέλεσαν εἰς τὴν δείνωσιν τῆς
2308καταστάσεως ἡμῶν. Ἡ νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ ἡ χώρα ἡμῶν, εἶναι
2309καθαρῶς οἰκονομική. Δὲν εἶναι ὅμως αὕτη ἁπλῆ, οἵα συχνὰ
2310παρουσιάζεται, εἴτε ἕνεκα δυστυχήματός τινος, εἴτε ἕνεκα κα-
2311κῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς εἰς πολλὰ ἐκ τῶν πεπολιτισμένων
2312ἐθνῶν, ἔχοντα ὑγιᾶ τὴν διοικητικήν, τὴν πολιτειακὴν καὶ τὴν
2313κοινωνικὴν αὐτῶν κατάστασιν. Ἐν τοῖς ἔθνεσι τούτοις ἡ οἰ-
2314κονομικὴ νόσος ἀποβαίνει παροδικὴ κρίσις, ἡ δὲ θεραπεία
2315καθίσταται εὔκολος διὰ τῶν συνήθων οἰκονομικῶν καὶ τα-
2316μιευτικῶν μέτρων. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἡ νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ ἡ
2317χώρα, δὲν ἔχει δυστυχῶς τοιοῦτον παροδικὸν χαρακτῆρα.
2318Περιπλέκεται αὕτη μὲ κακὴν διοικητικὴν κατάστασιν, καὶ μὲ
2319κοινωνικὴν καὶ πολιτειακὴν κατάστασιν οὐχὶ εὐχάριστον. Οὕτω
2320δὲ περιπλεκομένη, λαμβάνει χαρακτῆρα παγιώτερον, ὅστις
2321καθιστᾷ δυσχερεστέραν τὴν θεραπείαν αὐτῆς. Δὲν δυνάμεθα
2322πλέον νὰ θεραπεύσωμεν αὐτὴν δι’ ἁπλῶν οἰκονομικῶν μέτρων,
2323ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην μέτρων γενικωτέρων καὶ ῥιζικωτέρων
2324ἐκείνων, ἅτινα ἄλλα ἔθνη, εὔρωστα κοινωνικῶς, πολιτειακῶς
2325καὶ διοικητικῶς, ἐφαρμόζουσι πρὸς θεραπείαν τῶν εἰς αὐτὰ
2326παροδικῶς ἐνσκηπτουσῶν οἰκονομικῶν νόσων.
2327Τίς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι ἡ κοινωνία ἡμῶν δὲν στερεῖται
2328μόνον ὑλικῆς εὐημερίας, ἀλλὰ καὶ ἠθικῆς εὐρωστίας, καὶ
2329ὅτι δὲν ἔχει αὕτη τὸ ἀναγκαῖον ἠθικὸν σθένος, ὅπως ἀπο-
2330σείσῃ δρῶσα καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας τὰ ἐνσκήπτοντα
2331ἐπ’ αὐτῆς ἀτυχήματα; Ἡ πολιτειακὴ καὶ κοινωνικὴ ἡμῶν
2332ἀνατροφὴ μᾶς κατέστησαν ἀληθῶς ἀνατολικὸν λαόν, παρα-
2333δεχόμενον ὡς μοιραῖα τὰ τοιαῦτα ἀτυχήματα, καὶ μὴ
2334θέλοντα νὰ ἐννοήσῃ τὴν κοινωνικὴν ἀλληλεγγύην καὶ εὐθύ-
2335νην τῶν ἀτόμων, ὅπως καὶ ἐξ ἰδίας αὐτῶν πρωτοβουλίας
2336ἀντιδράσωσιν οὐ μόνον κατὰ τῶν ἀτομικῶν, ἀλλὰ καὶ κατὰ
2337τῶν γενικῶν ἀτυχημάτων. Πολλὰ δύναταί τις νὰ εὕρῃ
2338παραδείγματα, ἀποδεικνύοντα τοῦτο· ἀναφέρω δὲ τὸ μᾶλλον
2339πρόσφατον, τὸ τῶν πασχόντων σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Καὶ
2340τοῦτο καὶ πλεῖστα ἄλλα δεικνύουσιν ὅτι εἰς τὰς σημερινὰς
2341δυσχερείας, τὰς ὁποίας διατρέχει ἡ χώρα ἡμῶν, ἐλαχίστην ἢ
2342οὐδεμίαν βλέπομεν ἀτομικὴν πρωτοβουλίαν, ἀντιδρῶσαν κατ’
2343αὐτῶν, καὶ ὅτι πάντες σχεδὸν ἀναμένομεν μοιραίως τὴν θε-
2344ραπείαν αὐτῶν, εἴτε ἔξωθεν, εἴτε ἔσωθεν παρὰ τῆς Κυβερνή-
2345σεως.
2346Ἀλλ’ ἂν ἡ κοινωνία ἡμῶν στερῆται οὐ μόνον τῆς ὑλι-
2347κῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναγκαίας ἠθικῆς εὐρωστίας, ἡ Πολι-
2348τεία ἡμῶν, ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι, ἔχομεν ἆρά γε τὴν πολι-
2349τικὴν εὐρωστίαν, ἥτις ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν περιστάσεων
2350καὶ τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ Πατρὶς ἡμῶν;
2351Δὲν θέλω μήτε νὰ μεμφθῶ, μήτε νὰ ἐξαιρέσω τινά. Δὲν δύ-
2352ναμαι ὅμως νὰ κρύψω, ὅτι στερούμεθα τῆς τοιαύτης εὐρω-
2353στίας. Τὴν πολιτικὴν ἡμῶν δρᾶσιν περιωρίσαμεν εἰς κύκλον
2354στενὸν καὶ περιωρισμένον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου χωροῦσι μὲν τὰ
2355στενὰ καὶ ἀτομικὰ συμφέροντα, δὲν εὑρίσκουσι δὲ θέσιν
2356οἱ γενικώτεροι σκοποί. Οὗτοι σπανίως ἑλκύουσι τὰς φροντί-
2357δας καὶ τὰς σκέψεις ἡμῶν, αἵτινες ἀποῤῥοφῶνται σχεδὸν
2358ὁλοσχερῶς ὑπὸ τῶν τοπικῶν καὶ ἀτομικῶν ὑπολογισμῶν.
2359Τοιαύτη δυστυχῶς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐδόθη διεύθυνσις εἰς
2360τὴν πολιτικὴν ἡμῶν δρᾶσιν καὶ ἀνατροφήν. Ἀποτέλεσμα δὲ
2361τούτου εἶναι ἡ νόθευσις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν κατὰ τὴν
2362λειτουργίαν αὐτοῦ, ἥτις ἀναιρεῖ τὰ καλά, ἅτινα ἤθελον ἀπο-
2363φέρει αἱ ἀρεταὶ αὐτοῦ, ἐνισχύει δὲ καὶ ἐντείνει τὰ κακά, τὰ
2364ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ πηγάζοντα.
2365Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, τὰ
2366ὁποῖα δὲν ἐγείρει ἀμέσως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
2367σμοῦ. Ἀνέφερον ταῦτα, ὅπως δείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ση-
2368μασίαν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν νόσου, ἥτις καὶ ἐκ τῆς πολι-
2369τειακῆς καὶ ἐκ τῆς κοινωνικῆς ἡμῶν καταστάσεως ἐπηρεά-
2370ζεται ἐμμέσως. Θὰ περιορίσω τὴν μελέτην μου εἰς τὸν στε-
2371νώτερον κύκλον τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἐγείρει ἡ συζήτησις
2372τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἅτινα ἀφορῶσι τὴν οἰκονομικὴν καὶ
2373τὴν μετ’ αὐτῆς ἀμέσως συνδεομένην διοικητικὴν κατάστα-
2374σιν τῆς χώρας. Καὶ ἐν τῷ στενωτέρῳ ὅμως τούτῳ κύκλῳ
2375τῆς ἐρεύνης ἡμῶν ἀνάγκη καὶ πάλιν νὰ ἐξετάσωμεν, τίς ἡ
2376νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ ἡ χώρα ἡμῶν, διότι καὶ ἐν τούτῳ πολλοί,
2377ὡς εἶπον, ἐπικρατοῦσι πεπλανημέναι γνῶμαι.
2378Ἡ νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ ἡ χώρα ἡμῶν, εἶναι καθαρῶς οἰκονο-
2379μική, ἀπόῤῥοια δὲ καὶ συμπτώματα αὐτῆς εἰσιν ἡ ταμιευ-
2380τικὴ ἀνεπάρκεια τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία.
2381Νοσοῦμεν δ’ οἰκονομικῶς, διότι ἡ χώρα ἡμῶν δὲν ἐπαρκεῖ διὰ
2382τοῦ συνόλου τῶν πόρων αὐτῆς εἰς τὸ σύνολον τῶν ἀναγ-
2383κῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεών της. Τὸ σύνολον τῶν πόρων
2384τῆς χώρας ἡμῶν, ὡς καὶ πάσης ἄλλης χώρας, δὲν ἐνδει-
2385κνύεται ἐκ μόνης τῆς ἐμπορικῆς αὐτῆς κινήσεως, τῆς ἐξα-
2386γωγῆς δηλ. καὶ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῆς, μήτε ἐκ τῆς γνω-
2387στῆς καὶ τῆς ἐπιδεκτικῆς καταμετρήσεως παραγωγῆς αὐτῆς.
2388Αὗται ἀποτελοῦσιν ἀναμφισβητήτως τὰ σπουδαιότερα στοι-
2389χεῖα. Ἀλλὰ πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ συνόλου τῶν πόρων αὐτῆς
2390πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς αὐτὰς καὶ οἱ μὴ ἐπιδεκτικοὶ ἀκρι-
2391βοῦς καταμετρήσεως, οἱ κληθέντες ἄδηλοι πόροι. Τοιοῦτοί εἰσι
2392π. χ. παρ’ ἡμῖν οἱ ἐκ τῆς ναυτιλίας, οἱ ἐκ τῆς σπογγαλι-
2393είας, οἱ ἐκ τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν περιουσιῶν τῶν κατοικούν-
2394των ἐν Ἑλλάδι, αἱ δαπάναι τῶν ἐνταῦθα ἐρχομένων ξένων
2395κλπ. Τὸ σύνολον δὲ τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας δὲν εἶναι μό-
2396νον ἁπλῆ αὐτῆς συντήρησις καὶ ἐργασία διὰ τῆς χρήσεως τῶν
2397ἐν τῇ χώρᾳ παραγομένων καὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν,
2398ἀλλὰ καὶ ἄλλαι, τὰς ὁποίας δυνάμεθα ἐπίσης νὰ ὀνομάσω-
2399μεν ἀδήλους ἀνάγκας καὶ δαπάνας, ὡς π. χ. αἱ πληρωμαὶ
2400εἰς τὴν ξένην ναυτιλίαν, αἱ δαπάναι τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν
2401ἀπερχομένων Ἑλλήνων, τὰ εἰσοδήματα τῶν ξένων τῶν ἐχόν-
2402των περιουσίας ἐν Ἑλλάδι κλπ. Ἐὰν δ’ ἐπρόκειτο περὶ τῶν
2403ἀναγκῶν μόνον τῆς κοινωνίας, ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ τῶν ἐσόδων
2404τῆς χώρας καὶ τῶν δαπανῶν αὐτῆς ἤθελεν ἐπέλθει ἐξ ἀνάγ-
2405κης καὶ κατὰ φυσικὸν νόμον ἀπαράβατον. Ἡ κοινωνία σύγ-
2406κειται ἐξ ἀτόμων, πᾶν δὲ ἄτομον δὲν δύναται διαρκῶς νὰ δα-
2407πανᾷ πλέον τῶν ὅσων ἔχει· ἀφοῦ δὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς κοι-
2408νωνίας εἰσὶν ἠναγκασμένα νὰ δαπανῶσι τόσα μόνον, ὅσα ἔχου-
2409σιν, ἡ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ τῶν πόρων καὶ τῶν ἐξόδων τῆς κοι-
2410νωνίας ἐπέρχεται ἀφ’ ἑαυτῆς, δυνάμει τοῦ φυσικοῦ τούτου νό-
2411μου. Παρ’ ἡμῖν ὅμως εἰς τὰς ἀνάγκας ἐν γένει τῆς κοινωνίας
2412παρεμβαίνει καὶ ἑτέρα, ἥτις δυσχεραίνει τὴν ὁμαλὴν ἐφαρ-
2413μογὴν τοῦ νόμου τούτου. Αὕτη δὲ εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκπλη-
2414ρώσεως τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου,
2415εἰς τὰς ὁποίας ἐπιπροστίθενται καὶ ὅμοιαι ὑποχρεώσεις δια-
2416φόρων Τραπεζῶν καὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, αἵτινες χάριν τῶν
2417ἐπιχειρήσεών των συνομολόγησαν δάνεια εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
2418Αἱ ὑποχρεώσεις αὗται δὲν δύνανται αὐτοβούλως νὰ περι-
2419σταλῶσιν ἐντὸς τῆς ἀναλογίας τῶν πόρων τῆς κοινωνίας,
2420ἡ ἐκτέλεσις δ’ αὐτῶν ἐπιβάλλεται, ἐπὶ ποινῇ πτωχεύσεως,
2421ἐπιτακτικῶς εἰς τὴν χώραν, καὶ ἀφαιρεῖ μέγα μέρος τῶν
2422πόρων αὐτῆς. Ἔχομεν δ’ οὕτω λανθάνοντα μέν, ἀλλ’ ἀληθῆ
2423συναγωνισμὸν μεταξὺ τῆς κοινωνίας, ἥτις τείνει εἰς τὴν
2424ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς διάθεσιν τῶν πόρων της, καὶ τοῦ
2425Δημοσίου, ὅπερ ἀφαιρεῖ τὰ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ
2426ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεών του ἀναγκαῖα ποσά. Καὶ ἂν μὲν ἡ
2427χώρα ἠδύνατο ἀνέτως νὰ δώσῃ καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα, οὐδεμία
2428ἤθελεν ἐπέλθει δυσχέρεια. Ἡ ἀδυναμία ὅμως αὐτῆς νὰ
2429πράξῃ τοῦτο γεννᾷ τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ τὰς δυσχερείας,
2430ἐν αἷς εὑρισκόμεθα. Δὲν δύναται δ’ ἡ χώρα ἡμῶν νὰ δώσῃ
2431εἰς τὸ Δημόσιον ἰδίως τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, δηλ. τὸν χρυ-
2432σόν, οὗτινος τοῦτο ἔχει ἀνάγκην διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ὑπο-
2433χρεώσεις του, διότι δὲν ἔχει χρυσὸν ἐν αὐτῇ καὶ διότι αἱ ἀξίαι
2434αἱ παριστῶσαι χρυσὸν καὶ τὰς ὁποίας δύναται νὰ διαθέσῃ,
2435προσποριζομένη αὐτὰς ἐκ τοῦ ἐξαγωγικοῦ της ἐμπορίου καὶ
2436ἐκ τῶν ἀδήλων αὐτῆς πόρων, δὲν εἶναι ἀρκεταί, ὅπως μετὰ
2437τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, τῶν γνωστῶν καὶ
2438τῶν ἀδήλων, ἀφήσωσιν ἐπαρκὲς περίσσευμα. Ἡ τοιαύτη δὲ
2439ἀνεπάρκεια τῆς χώρας εἶναι ἡ θετικὴ ἀσθένεια, ἐκ τῆς ὁποίας
2440νοσεῖ αὕτη. Ἐνῷ δὲ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς νόσος τῆς χώρας,
2441ἡμεῖς ἀπὸ ἐτῶν ἐξελάβομεν τὰ συμπτώματα αὐτῆς, ἤτοι
2442τὴν ταμιευτικὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν νομισμα-
2443τικὴν ἀνωμαλίαν, ὡς αὐτοτελεῖς νόσους, καὶ ἐπεδιώξαμεν συμ-
2444πτωματικῶς τὴν θεραπείαν αὐτῶν. Ἀπετύχαμεν δὲ καὶ ἐδει-
2445νώσαμεν τὴν νόσον, ἀντὶ νὰ θεραπεύσωμεν αὐτήν.
2446Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐκταθῶ πολὺ ἐπὶ τοῦ πρώτου
2447συμπτώματος, τῆς ταμιευτικῆς δηλ. ἀνεπαρκείας τοῦ Δημο-
2448σίου καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς διαρκῶν καὶ παγίων ἐλλειμμάτων
2449τῶν προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους, διότι
2450νομίζω, ὅτι ἐλάχιστοι ὑπάρχουσι σήμερον οἱ πιστεύοντες ὅτι
2451διὰ συμπτωματικῆς θεραπείας, ἤτοι δι’ αὐξήσεως τῆς φορο-
2452λογίας καὶ ἐλαττώσεως τῶν δημοσίων δαπανῶν, δυνάμεθα νὰ
2453καταστήσωμεν τὸ Δημόσιον ἐπαρκὲς εἰς τὴν τελείαν ἐκπλή-
2454ρωσιν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Ἡ πεῖρα
2455ἀπέδειξεν ἡμῖν ἤδη, ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν αὐξήσωμεν τὴν
2456φορολογίαν ἡμῶν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν πολὺ
2457πλείονα τῶν σήμερον εἰσπραττομένων, διότι ἡ χώρα δὲν δύ-
2458ναται νὰ δώσῃ πλειότερα. Ἀνέπτυξα δὲ πρὸ ὀλίγου τοὺς
2459λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν διὰ
2460τῆς ἐξασθενήσεως τῶν σήμερον λειτουργουσῶν δημοσίων ὑπη-
2461ρεσιῶν οὐ μόνον δὲν θεραπεύει, ἀλλὰ καὶ ἐπιτείνει τὴν ἀνε-
2462πάρκειαν τοῦ δημοσίου ταμείου. Πολλάκις καὶ διὰ μακρῶν
2463συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ἐλάχιστοι δέ,
2464πιστεύω, ἐκ τῶν μελετησάντων τὰ πράγματα δύνανται ν’ ἀμ-
2465φιβάλλωσιν, ὅτι διὰ τοιαύτης συμπτωματικῆς θεραπείας δὲν
2466εἶναι καὶ δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀληθῆ καὶ παγίαν ἰσοῤῥο-
2467πίαν μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Δημοσίου.
2468Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ
2469ζητήματος τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας καὶ τῶν λό-
2470γων τῆς ἀνωμαλίας αὐτῆς, περὶ τῶν ὁποίων πεπλανημέναι
2471παρὰ πολλοῖς ἐπικρατοῦσι γνῶμαι. Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου,
2472καὶ ἡ νόσος αὕτη δὲν εἶναι αὐτοτελής, ἀλλ’ ἀπόῤῥοια καὶ
2473σύμπτωμα τῆς ἀνεπαρκείας τῆς χώρας. Εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ
2474κράτος νομισματικῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων,
2475ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων. Τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφο-
2476ροῦν τραπεζικὸν γραμμάτιον δὲν εἶναι μεταλλικὸν νόμισμα,
2477διότι οὐδεμίαν ἔχει ἐσωτερικὴν ἀξίαν· δὲν εἶναι δὲ καὶ κα-
2478θαρῶς πιστωτικόν, ἐπὶ μόνης τῆς πίστεως περὶ τῆς ἐγ-
2479καίρου ἐξαργυρώσεως αὐτοῦ στηριζόμενον. Τοιοῦτον εἶναι τὸ
2480τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐκδοῦσα Τράπεζα
2481ὑποχρεοῦται ἐπὶ τῇ παρουσιάσει αὐτοῦ, ἢ ἐντὸς ὡρισμένης
2482βραχείας προθεσμίας, ν’ ἀνταλλάξῃ μὲ μεταλλικὸν νόμισμα.
2483Τοιοῦτον δὲ χαρακτῆρα καὶ πλεονέκτημα δὲν δίδει εἰς τὸ
2484ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν γραμμάτιον ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Κρά-
2485τους, ὅτι θέλει ἐξοφλήσει αὐτὸ ἡμέραν τινὰ, καὶ ἡ ἐπ’ αὐ-
2486τῆς στηριζομένη ἑτέρα ὑπόσχεσις τῶν ἐκδόντων τὸ γραμμά-
2487τιον Τραπεζῶν, ὅτι θὰ πράξωσι τοῦτο, ὅταν τὸ Κράτος θὰ
2488ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του. Ὁ ἐκ τῆς τοιαύτης ἀορίστου
2489ὑποσχέσεως πιστωτικὸς χαρακτὴρ τῶν παρ’ ἡμῖν ἀναγκαστι-
2490κῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι δευτε-
2491ρεύων· πρωτεύων δ’ αὐτῶν χαρακτὴρ εἶναι ὁ τοῦ νομίμου νο-
2492μίσματος. Τὸ Κράτος ἐν τῇ κυριαρχικῇ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ ἔδωκεν
2493ἐπιτακτικῶς εἰς τὰ γραμμάτια ταῦτα τὴν δύναμιν τῆς κατα-
2494μετρήσεως πασῶν τῶν ἀξιῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ταῦτα ἀπο-
2495τελοῦσιν ἐν πάσαις ταῖς ἀνταλλαγαῖς τῆς χώρας τὸ νόμιμον
2496αὐτῶν μέτρον. Ἡ δύναμις αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία ἰδιότης καὶ ὁ
2497κύριος χαρακτὴρ τοῦ γραμματίου. Ἐν τῇ ἰδιότητι δ’ αὐτῶν
2498ταύτῃ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια δὲν φαίνονται ἐπηρεασθέντα
2499ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ αὐτῶν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς πίστεως τοῦ
2500Δημοσίου, ἥτις ἐπηρεάζει τὸν δευτερεύοντα αὐτῶν χαρακτῆρα.
2501Μ’ ὅλας τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ πίστις τοῦ
2502Κράτους, ἡ δύναμις καὶ ἡ ἀξία τῶν γραμματίων ὡς νομίμου
2503νομίσματος δὲν ἐπηρεάσθησαν σπουδαίως ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐ-
2504τῶν πρὸς τὰς ἀξίας τὰς κυρίως ἐσωτερικὰς, τὰς μὴ ἐχούσας
2505ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον καὶ τὰς ὁποίας
2506κυριαρχικῶς καταμετροῦσι ταῦτα. Τοιαῦται δ’ ἀξίαι εἰσὶν αἱ
2507μὴ εἰσαγόμεναι κυρίως ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ μὴ ἐξερχόμεναι
2508τοῦ τόπου, ὡς π. χ. τὰ ἐνοίκια τῶν οἰκιῶν, τὰ ἡμερομίσθια,
2509καὶ τὰ προϊόντα τὰ ἐν τῷ τόπῳ καταναλισκόμενα καὶ μὴ
2510δυνάμενα νὰ ἐξαχθῶσιν, οἱ ἐσωτερικοὶ ναῦλοι κλπ. Πάντων
2511τούτων ἡ τιμὴ οὐδεμίαν ὑπέστη μεταβολὴν, ἐν συγκρίσει πρὸς
2512τὸ κυκλοφοροῦν νόμισμα. Διατηροῦσι περίπου τὴν αὐτὴν τι-
2513μὴν, καταμετρούμενα μὲ τὸ νόμισμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
2514κλοφορίας, τὴν ὁποίαν εἶχον ὅτε δὲν ἴσχυεν αὕτη, ἐπηρεαζό-
2515μενα ἐκ μόνου τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως.
2516Τὰ ἐνοίκια π. χ. τὰ ὁποῖα πρὸ 10 ἐτῶν ἐπληρόνοντο εἰς
2517μεταλλικὸν νόμισμα, εἰς πλείστας πόλεις τῆς Ἑλλάδος μένουσι
2518τὰ αὐτὰ, πληρονόμενα εἰς γραμμάτια ἀναγκαστικῶς κυκλο-
2519φοροῦντα. Εἴς τινας δὲ πόλεις αἱ οἰκίαι σήμερον ἐνοικιάζονται
2520εἰς τιμὰς κατωτέρας ἐκείνων, εἰς ἃς ἐνοικιάζοντο, ὅταν δὲν ὑπῆρ-
2521χεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία.
2522§112Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Διότι ἔγειναν πολλαὶ οἰκοδομαί.
2523§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως· διότι ὑπήχθησαν εἰς τὸν νό-
2524μον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ηὔξησεν ἡ προσφορὰ
2525ἕνεκα τῆς κατασκευῆς νέων οἰκιῶν, ἠλαττώθη δὲ ἡ ζήτησις
2526ἕνεκα τῆς στενοχωρίας τῆς κοινωνίας, καὶ ἐπῆλθε μείωσις
2527τῶν ἐνοικίων. Καίτοι ἐπελθούσης διαφορᾶς ἀνερχομένης εἰς
252880% περίπου μεταξὺ τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ καὶ τῆς τῶν
2529τραπεζικῶν γραμματίων, ἡ νομισματικὴ τούτων δύναμις μέ-
2530νει σχεδὸν πλήρης ἐν τῇ καταμετρήσει τῶν ἀξιῶν τῶν κα-
2531θαρῶς τοπικῶν, αἵτινες ἐπηρεάζονται κυρίως οὐχὶ ἐκ τῆς
2532ἀξίας τοῦ καταμετροῦντος αὐτὰς νομίσματος, ἀλλ’ ἐκ τοῦ
2533νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως.
2534§114Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὰ ἡμερομίσθια δὲν ὑψώθησαν;
2535§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλοῦ ὑψώθησαν καὶ ἀλλοῦ ἠλαττώ-
2536θησαν, ἀναλόγως τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως αὐτῶν.
2537Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν καταμέτρησιν τῆς
2538ἀξίας τῶν εἰδῶν, ἅτινα εἴτε εἰσέρχονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ,
2539εἴτε δύνανται νὰ ἐξαχθῶσι καὶ καταναλωθῶσιν ἐκτὸς τῆς
2540χώρας. Ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων δὲν ἐκτείνεται ἡ νομισματικὴ
2541δύναμις, ἡ κυριαρχικῶς δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὸ νό-
2542μιμον τῆς χώρας νόμισμα. Καταμετροῦνται δὲ ταῦτα διὰ τοῦ
2543παγκοσμίου νομίσματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀποτελεῖ κυρίως
2544ὁ χρυσός, ὅστις εἰς τὰς ἀλληλεθνεῖς συναλλαγὰς ἔχει στα-
2545θερὰν ἀξίαν καὶ γενικὴν ἀνταλλακτικὴν δύναμιν. Εἰς τὴν
2546αὐτὴν δὲ κατηγορίαν ὑπάγονται καὶ αἱ ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν
2547δανείων ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἀνωνύμων ἑται-
2548ριῶν, αἵτινες πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι διὰ νομίσματος μεταλ-
2549λικοῦ, δηλ. διὰ χρυσοῦ. Ὁ χρυσὸς δὲ, κατὰ ἕτερον ἐπίσης οἰ-
2550κονομικὸν νόμον, ἐξεδιώχθη τῆς χώρας ὑπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς
2551κυκλοφορίας, μετεβλήθη δὲ καὶ αὐτὸς, ὅπως καὶ αἱ ἀντι-
2552προσωπεύουσαι αὐτὸν ἀξίαι, ἀπὸ νομίσματος εἰς ἐμπόρευμα.
2553Δὲν καταμετρεῖ πλέον οὗτος τὰς ἀξίας ὡς νόμισμα· ὅπως
2554πράξῃ τοῦτο, πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμιμον
2555νόμισμα, καθὼς καὶ πᾶσα ἄλλη ἀξία. Ὑπόκειται ἑπομέ-
2556νως καὶ οὗτος εἰς τὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητή-
2557σεως, εἴτε ὡς μεταλλικὸν νόμισμα προσφερόμενος καὶ ζητού-
2558μενος, εἴτε ὡς ἀξία ἀντιπροσωπεύουσα αὐτόν.
2559§116ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὰ ἡμερομίσθια διατὶ ηὔξησαν ἐν
2560Ἑλλάδι;
2561§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ηὔξησαν ὅπου ὑπάρχει ζήτησις αὐτῶν.
2562§118ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Διότι πληρόνονται εἰς χαρτί.
2563§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπου δὲν ὑπάρχει ζήτησις, δὲν ηὔξησαν,
2564μολονότι πληρόνονται εἰς χαρτί. Ἠλαττώθησαν δὲ πολλαχοῦ.
2565§120ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Πελοπόννησον ἠλαττώθη-
2566σαν κατὰ πολύ.
2567§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ ἀλλαχοῦ.
2568Τὸ μεταλλικὸν νόμισμα παρ’ ἡμῖν, ὡς καὶ εἰς πάσας τὰς
2569χώρας, ἐν αἷς κρατεῖ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀπέβη,
2570ὡς εἶπον, ἐμπόρευμα, διεπόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς προσφο-
2571ρᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ὁσάκις ἑπομένως παρουσιάζεται ζή-
2572τησις ἀνωτέρα τῆς προσφορᾶς αὐτοῦ, τὸ νόμισμα τοῦτο, δη-
2573λαδὴ ὁ χρυσὸς, ὑπερτιμᾶται, ὑποτιμᾶται δὲ, ὁσάκις συμβαί-
2574νῃ τὸ ἐναντίον. Διὰ τοῦτο συνήθως βλέπομεν παρ’ ἡμῖν δι’
2575ἁλμάτων ὑπερτίμησιν ἢ ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συν-
2576αλλάγματος, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης αἰτίας ἢ τῆς ὑπερβολι-
2577κῆς ζητήσεως ἢ προσφορᾶς αὐτῶν. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι,
2578ὁσάκις ἐν τῇ ἀγορᾷ παρουσιάζηται τὸ Δημόσιον, ἵνα προμη-
2579θευθῇ ποσόν τι χρυσοῦ ἢ συναλλάγματος ἄξιον λόγου, ἡ
2580τιμὴ αὐτοῦ ὑψοῦται κατὰ 5 καὶ 10%. Οὐδεὶς δ’ ἀγνοεῖ
2581ἐπίσης, ὅτι ὁσάκις ἐξαγωγὴ τοπικῶν προϊόντων, τῆς σταφί-
2582δος π. χ., συντελῇ εἰς τὴν προσφορὰν χρυσοῦ ἢ συναλλάγ-
2583ματος, ἐκπίπτει οὗτος κατὰ 5 καὶ 10%.
2584§122ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ χρυσὸς δὲν ἐκπίπτει· αὐτὴ εἶναι ἡ πρω-
2585τεύουσα ἀρετὴ τοῦ χρυσοῦ.
2586§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἡ πρωτεύουσα ἀρετὴ τοῦ χρυσοῦ
2587ἐν τῇ παγκοσμίῳ αὐτοῦ νομισματικῇ χρήσει· ἀλλ’ ἐν τῇ
2588χρήσει αὐτοῦ εἰς τὰς χώρας, αἵτινες ἔχουσιν ἀναγκαστικὴν
2589κυκλοφορίαν, ὁ χρυσὸς μεταβάλλεται εἰς ἐμπόρευμα, ἀκριβῶς
2590ἕνεκα τῆς παγκοσμίου αὐτοῦ χρήσεως, ἥτις τὸν καθιστᾷ
2591χρησιμώτερον τοῦ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ
2592γραμματίου.
2593§124ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχει τὴν ἀξίαν τοῦ πάντοτε.
2594§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναμφισβητήτως πολὺ δὲ πλειοτέραν
2595παρ’ ἡμῖν, οἵτινες ἔχομεν ἀνάγκην αὐτοῦ, καὶ εὑρισκόμεθα
2596ἠναγκασμένοι νὰ τὸν ἀγοράζωμεν διὰ τραπεζικῶν γραμμα-
2597τίων, τῶν ὁποίων ἡ νομισματικὴ δύναμις καὶ ἀξία δὲν ἐκ-
2598τείνεται πέραν τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Δὲν νο-
2599μίζω ὅτι δύναταί τις σήμερον, ἐπὶ τῶν πραγμάτων στηριζό-
2600μενος, ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ προσφορὰ καὶ ἡ ζήτησις τοῦ
2601χρυσοῦ εἶναι παρ’ ἡμῖν ἡ κανονίζουσα τὴν ἀξίαν αὐτοῦ ἐν
2602σχέσει πρὸς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ ὅτι ἡ ὕψωσις τῆς
2603ἀξίας αὐτοῦ, ἡ ἀντιπαρισταμένη καὶ ὡς ἔκπτωσις τῆς τιμῆς
2604τῶν γραμματίων, ἐνδεικνύει τὴν ἔλλειψιν ἐν τῇ χώρᾳ χρυσοῦ
2605καὶ ἀξιῶν, ἀντιπροσωπευουσῶν αὐτόν, ἀρκετῶν, ὅπως ἄνευ νο-
2606μισματικῶν ἀνωμαλιῶν θεραπευθῶσιν αἱ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν
2607ὑποχρεώσεις καὶ ὀφειλαὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου.
2608Ἂν αἱ νομισματικαὶ ἡμῶν ἀνωμαλίαι ἐστηρίζοντο οὐχὶ
2609ἐπὶ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἐξευ-
2610τελισμοῦ τῆς ἀξίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἠθέλομεν
2611ἔχει ἀλλοῖα φαινόμενα. Εἴτε ἐκ δυσπιστίας πρὸς τὸ Κράτος,
2612ἐπηρεαζούσης τὸν δευτερεύοντα χαρακτῆρα τῶν γραμματίων,
2613δηλ. τὸν πιστωτικόν, διὰ τοῦ φόβου ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν θὰ
2614ἐξοφλήσῃ ποτὲ αὐτά, εἴτε ἐκ δυσπιστίας πρὸς τὴν ἀνταλλα-
2615κτικὴν αὐτῶν δύναμιν, ἐπηρεαζούσης τὸν πρωτεύοντα αὐτῶν
2616χαρακτῆρα, τὸν τοῦ νομίμου νομίσματος, διὰ τοῦ φόβου
2617μήπως τὸ Κράτος ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτῶν τοιαύτην δύναμιν,
2618ὡς ἐγίνετο ἐν Τουρκίᾳ διὰ τοὺς καϊμέδες, ἐὰν ἤθελε προ-
2619έλθει ἐξευτελισμὸς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἠθέλομεν
2620ἴδει τότε ὑψουμένας τὰς τιμὰς οὐ μόνον τῶν εἰδῶν τῶν διὰ
2621τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς συνδεομένων μὲ τὸ ἐξωτερι-
2622κόν, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν εἰδῶν καὶ τῶν ἀντικειμένων, τῶν
2623ἐν τῇ χώρᾳ μενόντων καὶ ἐν αὐτῇ μόνον καταναλισκομέ-
2624νων. Ἀλλ’ εἰς οὐδενὸς τὴν διάνοιαν διῆλθεν ἡ ὑπόνοια, ὅτι
2625δύναταί ποτε τὸ Κράτος ν’ ἀναιρέσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του περὶ
2626τῆς ἄνευ ὡρισμένης προθεσμίας ἐξοφλήσεως τῶν γραμματίων,
2627ἢ νὰ καταργήσῃ τὴν νομισματικὴν αὐτῶν ἀξίαν καὶ τὴν
2628ἀνταλλακτικὴν δύναμιν. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἠδύνατο νὰ ὑπο-
2629πτεύσῃ ἡ κοινωνία, ἤθελε σπεύσει νὰ ἀνταλλάξῃ τὸ εἰς χεῖ-
2630ρας αὐτῆς γραμμάτιον καὶ μὲ ἀντικείμενα καθαρῶς τοπι-
2631κῆς χρησιμότητος, μὲ οἰκίας π. χ. ἢ ἄλλα κτήματα, ὧν
2632ἠθέλομεν ἴδει ὑπερτιμωμένην τὴν ἀξίαν, ἣν βλέπομεν σή-
2633μερον στάσιμον, ἢ καὶ ὑποτιμωμένην.
2634Ἑτέρα ἀφορμή, ἥτις ἠδύνατο ἀμέσως νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν
2635ἀξίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἤθελεν εἶσθαι ἡ πλη-
2636θωρικὴ αὐτῶν κυκλοφορία, ἥτις ἤθελε παραγάγει προσφο-
2637ρὰν νομίσματος ἀνωτέραν τῶν ἀνταλλακτικῶν ἀναγκῶν τῆς
2638κοινωνίας. Ἀλλὰ καὶ ταύτης δὲν βλέπομεν τὰ συνήθη φαι-
2639νόμενα. Ἄμεσον δ’ ἀποτέλεσμα πληθωρικῆς κυκλοφορίας
2640ἤθελεν εἶσθαι μεγάλη προσφορὰ χρήματος, ἥτις ἤθελε φέ-
2641ρει τὴν ἐλάττωσιν τῶν τόκων καὶ τὴν ὕψωσιν ἐπίσης τῆς
2642τιμῆς τῶν εἰδῶν τῶν ἐν τῷ τόπῳ καταναλισκομένων ἢ ἄλ-
2643λως ἐν αὐτῷ χρησιμοποιουμένων. Οὐδὲν ὅμως τοιοῦτον φαι-
2644νόμενον βλέπομεν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν. Καὶ αὐτὸ δ’ ἄλ-
2645λως τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων, τὸ ὁποῖον
2646ἀνέρχεται εἰς 120 ἑκατομμύρια δρ. περίπου, διὰ λογαριασμὸν
2647τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῶν διαφόρων Τραπεζῶν, δεικνύει ὅτι δὲν
2648ὑπάρχει πληθωρικὴ κυκλοφορία. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἐν
2649τῷ συνόλῳ τῶν ἀνταλλαγῶν ἡμῶν καὶ τὰ εἴδη ἐκεῖνα, ὧν
2650ἡ τιμὴ κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ χρυσοῦ, εὑρίσκομεν
2651ὅτι ἡ κυκλοφορία ἡμῶν ἀνέρχεται εἰς 50 περίπου δραχμὰς
2652κατ’ ἄτομον, ἐνῷ εἰς ἄλλας χώρας, αἵτινες ἐκτὸς τοῦ νο-
2653μίσματος ἔχουσι καὶ ἄλλας πιστωτικὰς ἀξίας, ἀντικαθιστώ-
2654σας αὐτὸ, ἡ κυκλοφορία ἀνέρχεται εἰς ἑκατὸν καὶ πλέον
2655φράγκα κατ’ ἄτομον.
2656Ὑπάρχουσι πολλοὶ, εἰς τοὺς ὁποίους φαίνεται παράδοξος ἡ
2657ἰδέα ὅτι δὲν ἔχομεν παρ’ ἡμῖν ἔκπτωσιν τῆς ἀξίας τοῦ νομί-
2658μου νομίσματος, ἀλλ’ ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τῶν
2659μετ’ αὐτοῦ συνοδευομένων ἀξιῶν. Καὶ οὗτοι, πιστεύω, θὰ πει-
2660σθῶσι περὶ τούτου, ἂν ὑποθέσωσιν, ὅτι βαθύπλουτός τις ξέ-
2661νος ἤρχετο εἰς τὴν Ἑλλάδα φέρων 30 ἢ 40 ἑκατομμύρια φράγ-
2662κων, ὅπως διαθέσῃ αὐτὰ εἰς ἀγορὰν κτημάτων καὶ ἄλλων
2663τοπικῶν εἰδῶν. Τὸ γεγονὸς μόνον, ὅτι ἤθελε προσφερθῆ πρὸς
2664πώλησιν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν φράγκων ἄνευ οὐδεμιᾶς μετα-
2665βολῆς μήτε εἰς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, μήτε εἰς τὴν νο-
2666μισματικὴν ἡμῶν κυκλοφορίαν, ἤθελεν ἀρκέσει νὰ ὑποβιβάσῃ
2667τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ καὶ προσπελάσῃ αὐτὴν εἰς τὸ ἄρτιον
2668τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.
2669§126Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Θὰ ἐπέλθῃ ἐξίσωσις τῶν ἀναγκῶν
2670τοῦ χρυσοῦ. Ἐὰν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θὰ
2671ἐπέλθῃ ἐξίσωσις μεταξὺ τῶν γραμματίων καὶ τοῦ χρυσοῦ.
2672§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν θὰ ἀρθῇ πραγματικῶς· ἀλλ’ ἡ
2673ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔσται ὁριστικὴ καὶ
2674πραγματικὴ, μόνον ὅταν πρὸ αὐτῆς ἐπέλθῃ ἡ ἐξίσωσις τῆς
2675ὀνομαστικῆς ἀξίας τῶν γραμματίων πρὸς τὸν χρυσὸν διὰ
2676τῆς οἰκονομικῆς ἀναῤῥώσεως τῆς χώρας, ἥτις θὰ δώσῃ εἰς
2677ἡμᾶς τὰς ἀξίας τὰς ἀντιπροσωπευούσας χρυσὸν, ὧν ἔχομεν
2678ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν ὑποχρεώσεων.
2679Ἡ πλάνη προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ
2680χρυσοῦ ἀντιλαμβανόμεθα ἐν συγκρίσει αὐτῆς πρὸς τὴν νομι-
2681σματικὴν τιμὴν τῶν γραμματίων. Ὑπάρχουσι δύο ὅροι συγ-
2682κρίσεως, φυσικῶς δὲ, ὅταν ὁ εἷς ὑψοῦται, ὁ ἕτερος ὑπολείπε-
2683ται αὐτοῦ. Ἡ ὕψωσις δὲ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ
2684συναλλάγματος παριστᾷ φυσικῶς ὑπολειπομένην, ἐν συγκρίσει
2685πρὸς αὐτὸν, τὴν τιμὴν τῶν γραμματίων. Δὲν ἕπεται ὅμως,
2686ὅτι ὑποβιβάζεται αὕτη, διότι ὑπολείπεται τῆς ὑψωθείσης τι-
2687μῆς τοῦ χρυσοῦ. Ἡ λεπτὴ αὕτη διαφορὰ μεταξὺ τῆς ὑψώ-
2688σεως τοῦ χρυσοῦ καὶ τῶν ἀντιστοίχων αὐτῷ ἀξιῶν, ἢ τῆς
2689ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, εἰς τὴν διάκρισιν
2690τῆς ὁποίας τοσοῦτον ἐπέμεινα, δὲν ἔχει, ὡς φαίνεται ἐκ πρώ-
2691της ὄψεως, ἁπλῆν θεωρητικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν σημασίαν,
2692ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὴν σπουδαιότητα, διότι εἰς τὰς περὶ τῆς
2693διακρίσεως ταύτης ἐπικρατησάσας καὶ ἐπικρατούσας πλάνας
2694ὀφείλομεν μέγα μέρος τῆς ἐφαρμοσθείσης οἰκονομικῆς πολιτι-
2695κῆς καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς. Ἐκ τῶν περὶ αὐτῆς πε-
2696πλανημένων ἰδεῶν προέκυψαν τὰ πλεῖστα τῶν μέτρων τῆς
2697συμπτωματικῆς καὶ τεχνητῆς θεραπείας τῶν ἀνωμαλιῶν τῆς
2698παρ’ ἡμῖν νομισματικῆς κυκλοφορίας, ὁτὲ μὲν διὰ τῶν περι-
2699στολῶν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων, ὅτε δὲ καὶ διὰ
2700τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἅτινα μέτρα
2701ἐφηρμόσαμεν, αὐξάνοντες τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις
2702τοῦ Δημοσίου, στενοχωροῦντες τὴν κοινωνίαν καὶ ἐντείνοντες
2703τὴν οἰκονομικὴν νόσον τῆς χώρας καὶ τὰ ἀποτελέσματα
2704αὐτῆς.
2705Ἀπὸ τοῦ 1882 ἐπικρατοῦσιν αἱ πεπλανημέναι αὗται ἰδέαι.
2706Τότε τὸ Κράτος ᾐσθάνθη κυρίως τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναγ-
2707καστικῆς κυκλοφορίας, λαβούσης χαρακτῆρα πάγιον. Ὑπῆρ-
2708χεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἀπὸ ἐτῶν, τὰ ἀποτελέσματα
2709ὅμως αὐτῆς ἦσαν σχεδὸν ἀνεπαίσθητα. Ἡ διαφορὰ τῆς τι-
2710μῆς τοῦ χρυσοῦ ἀνήρχετο μόλις εἰς 5–8%, κατὰ μέσον
2711ὅρον. Κατὰ τὸ 1882 ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρέθη
2712ἐνώπιον καταστάσεως διαφόρου ἐκείνης, ἥτις ὑπῆρχε προηγου-
2713μένως. Πρὸ τοῦ 1880 τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον μικρὰς σχετικῶς
2714εἶχεν ὀφειλὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, τὰς προερχομένας ἐκ τῆς ὑπη-
2715ρεσίας τοῦ δανείου τῆς Ἀνεξαρτησίας καὶ μέρους τοῦ δανείου
2716τῶν 25,000,000 δρ. Αἱ ὀφειλαὶ δ’ αὗται ἀνερχόμεναι εἰς
27173 ἑκατομμύρια φρ. περίπου κατ’ ἔτος, δὲν ἀπήτουν ἐξαγωγὴν
2718χρυσοῦ ὑπερτεροῦσαν τὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Ἔκτοτε ὅμως
2719τὸ Κράτος, ἐπιδιῶκον τὴν λύσιν ἐθνικοῦ ζητήματος, τὴν προσ-
2720άρτησιν δηλαδὴ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, συνωμολόγησε τὰ δά-
2721νεια τῶν 60 καὶ 120 ἑκατομμυρίων φράγ., ἅτινα προσέθηκαν
2722εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ποσὸν 11 ἑκατομ-
2723μυρίων φρ. κατ’ ἔτος. Τὴν νέαν ταύτην ἀνάγκην τὸ Ἑλληνικὸν
2724Δημόσιον ἐθεράπευσεν ἐκ τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν τῶν δανείων
2725μέχρι τοῦ 1882. Κατὰ τὸ 1882 ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς
2726ἀφ’ ἑνὸς παρίστα ἔλλειμμα ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρε-
2727σίας τῶν δανείων, ἤτοι 11 ἑκατομμυρίων περίπου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ
2728τὸ Δημόσιον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην προμηθείας μεταλλικοῦ
2729νομίσματος ἐκ 14 ἑκατομμυρίων φρ. περίπου, δηλαδὴ κατὰ 11
2730ἑκατομμύρια φρ. πλειότερον ἐκείνων, ὧν εἶχεν ἀνάγκην προη-
2731γουμένως πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεών
2732του, καὶ ἅτινα ὁ τόπος ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς αὐτό. Ἀλλ’
2733ἂν τὸ Δημόσιον εὑρίσκετο εἰς τὰς δυσχερείας ταύτας, ἡ χώρα
2734ὅμως κατὰ τὸ 1882 ἦτο ἀναμφισβητήτως εἰς καλὴν σχε-
2735τικῶς οἰκονομικὴν κατάστασιν, πολὺ καλλιτέραν ἐκείνης, εἰς
2736ἣν εὑρίσκεται σήμερον. Ὑπῆρχε τότε ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀλη-
2737θὴς παραγωγικὸς ὀργασμός. Πολλαὶ βιομηχανικαὶ ἐπιχειρή-
2738σεις ἱδρύθησαν, ἐπεδιώχθη δὲ τὸ πρῶτον ἡ κατασκευὴ σπου-
2739δαίων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐπεδιώ-
2740χθη αὕτη ἀργότερον, εἰς βάρος δηλαδὴ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ
2741δι’ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας καὶ διὰ λογαριασμὸν καὶ εἰς βά-
2742ρος αὐτῶν τῶν ἀναδεχθέντων τὴν κατασκευήν των, ὡς ἐγέ-
2743νετο διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου.
2744Ἡ προσάρτησις δὲ τῶν νέων ἐπαρχιῶν συνετέλεσεν, ὅπως
2745ἐνθαῤῥύνῃ καὶ ἐνισχύσῃ τὸν παραγωγικὸν ὀργασμὸν τῆς κοι-
2746νωνίας, τὸν ὁποῖον, ἐκτὸς τῆς ἀντιλήψεως πάντων, ὅσοι ἐνθυ-
2747μοῦνται τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀποδεικνύει προσέτι καὶ αὐτὴ ἡ
2748πορεία τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, καὶ ἰδίως τῶν τελωνειακῶν
2749τελῶν, ὧν ἡ ἀπόδοσις ἀπὸ 10,764,000 παλ. δρ. κατὰ τὸ
2750ἔτος 1871, ἀνῆλθε κατὰ τὸ 1881 εἰς 19 ἑκατομμύρια, μὴ συμ-
2751περιλαμβανομένων τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἡ πίστις δὲ τοῦ Δη-
2752μοσίου καὶ τῆς κοινωνίας, ἥτις ἠδύνατο νὰ παρέξῃ πᾶσαν
2753ἀναγκαίαν ὑποστήριξιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας, ἵστατο
2754ἀκεραία. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἶπον, εὑρέθη τότε ἀπέναντι ἐλ-
2755λείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ δρ. 11 ἑκατομμυρίων καὶ
2756τῆς ἀνάγκης ἐξευρέσεως χρυσοῦ 14 ἑκατομμυρίων φρ. περίπου
2757διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δη-
2758μοσίου. Ἀντὶ δὲ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν παραγωγικὴν δρᾶσιν τῆς χώ-
2759ρας καὶ ζητήσῃ ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς παραγωγῆς αὐτῆς τὴν
2760θεραπείαν τῆς ταμιευτικῆς καὶ τῆς νομισματικῆς ἀνεπαρκείας,
2761εἰς ἣν εὑρέθη τὸ Δημόσιον, ἡ τότε Κυβέρνησις ἐπεδίωξε συμ-
2762πτωματικῶς τὴν θεραπείαν αὐτῶν διὰ τῆς αὐξήσεως ἀφ’ ἑνὸς
2763τῆς φορολογίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκα-
2764στικῆς κυκλοφορίας διὰ δανείου. Ἐλαχίστην δ’ ἔδωκε προσο-
2765χὴν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἕδρα οἰκονομικῶς ἡ
2766χώρα, καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῆς παραγωγῆς της. Ἀλλ’ ἡ
2767αὔξησις τῆς φορολογίας δὲν ἐθεράπευσε τὴν ταμιευτικὴν ἀνε-
2768πάρκειαν τοῦ Δημοσίου, τοῦ ὁποίου οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ οἱ
2769ἀπολογισμοὶ ἀπέληγον τακτικῶς εἰς ἐλλείμματα, ἅτινα ἀπε-
2770κρύπτοντο διὰ τῆς στενεύσεως αὐτῶν, τῆς ἐπιτυγχανομένης
2771διὰ τῆς ἀναγραφῆς διαφόρων τακτικῶν τοῦ Κράτους ἐξόδων
2772μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, τῶν διὰ δανείων ἐκτελουμέ-
2773νων. Ἡ ἄρσις δὲ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἐκτελε-
2774σθεῖσα κατὰ τὸ 1884, οὐ μόνον δὲν ἔφερεν εἰς τὴν χώραν
2775ὁμαλὴν καὶ ὑγιᾶ νομισματικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ διὰ τῆς
2776στενοχωρίας καὶ τοῦ κλονισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπέφερεν εἰς τὴν
2777κοινωνίαν καὶ τὴν παραγωγικὴν αὐτῆς δρᾶσιν, ἐχειροτέρευσε
2778τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς κατάστασιν καὶ συνεπῶς καὶ τὴν νο-
2779μισματικὴν αὐτῆς κυκλοφορίαν. Τάχιστα δ’ ἐπανῆλθεν ἡ
2780ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία οὐχὶ τόσον ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τοῦ
2781Δημοσίου διὰ τὴν ἐκ τῶν συμβάντων τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυ-
2782λίας ἐπελθοῦσαν ἐπιστράτευσιν, ὅσον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς
2783Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκ τῶν ταμείων τῆς ὁποίας ἀφῃρεῖτο
2784καθημερινῶς ὁ χρυσὸς, καὶ ἥτις ἄνευ τῆς ἐπανόδου τῆς ἀναγ-
2785καστικῆς κυκλοφορίας ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ σταματήσῃ τὰς
2786πληρωμάς της.
2787Τὴν πολιτικὴν τῆς τοιαύτης συμπτωματικῆς θεραπείας
2788ἐγέννησεν ἡ πλάνη περὶ τῆς ἀληθοῦς νόσου τῆς χώρας, καὶ αἱ
2789ἐξ αὐτῆς πηγάσασαι γνῶμαι. Ἐπιστεύθη ὅτι ἡ φορολογία
2790ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὰ εἰς αὐτὸ ἀναγκαιοῦντα
2791χρήματα, καὶ ὅτι ἡ ἄρσις τοῦ ἐξηυτελισμένου τραπεζικοῦ
2792γραμματίου ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὴν χώραν τὸν εἰς αὐτὴν
2793ἀναγκαῖον χρυσόν· ἂν ἔκτοτε δὲν εἶχον ἐπικρατήσει πεπλανη-
2794μέναι ἰδέαι καὶ εἶχε κατανοηθῆ ἡ ἀληθὴς ἡμῶν νόσος, ἤθελον
2795βεβαίως ἐξευρεθῆ τὰ μέσα τῆς θεραπείας αὐτῆς, καὶ δὲν ἤθελε
2796περιέλθει τὸ Δημόσιον εἰς τὴν πτώχευσιν, καὶ ἡ κοινωνία εἰς
2797τὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται...
2798§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλὸν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, νὰ
2799γείνῃ μικρὰ διακοπή.
2800§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλῃ καὶ ὁ ἀγορεύων...
2801§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
2802§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν.
2803(Μετὰ διακοπὴν μιᾶς ὥρας ἐπαναλαμβάνεται ἡ
2804συνεδρίασις).
2805§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι αἱ πεπλανημέ-
2806ναι ἰδέαι, αἵτινες ἐπεκράτησαν περὶ τῆς διαγνώσεως τῆς
2807νόσου, ἐξ ἧς νοσεῖ ἡ χώρα ἡμῶν, ἐγένετο μία ἐκ τῶν κυ-
2808ρίων ἀφορμῶν τῆς πολιτικῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεδιώχθη ἡ
2809συμπτωματικὴ θεραπεία τῆς ταμιευτικῆς ἀνεπαρκείας τοῦ
2810Δημοσίου καὶ τῶν ἀνωμαλιῶν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυ-
2811κλοφορίας. Τὸ κυριώτερον μέτρον τῆς ἐφαρμογῆς τῆς τοιαύ-
2812της πολιτικῆς, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἦτο ἡ δι’ ἁλμάτων αὔ-
2813ξησις τῶν ἐξωτερικῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ ἡ χάριν τῆς
2814συνομολογήσεως αὐτῶν ἐκτέλεσις δημοσίων ἔργων, ἅτινα
2815παρίσταντο μὲν ὡς σκοποῦντα τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν προ-
2816αγωγὴν τῆς χώρας, ἅτινα ὅμως, δυσανάλογα ὄντα πρὸς
2817τὰς δυνάμεις καὶ τὴν ἐν γένει κατάστασιν αὐτῆς, ἐλάχιστα
2818συνετέλεσαν εἰς τοῦτο. Ἀποτέλεσμα δ’ αὐτῆς εἶναι ἡ δείνω-
2819σις τῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως. Δὲν δυνάμεθα
2820πλέον νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συνομολόγησιν δανείων, μήτε
2821τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐξακολου-
2822θήσωμεν καὶ τὰ ἄλλα ἐλαττώματα τῆς πολιτικῆς ταύτης,
2823ὧν ἓν εἶναι καὶ ἡ ἐξασθένησις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν δι’
2824ἀναζητήσεως ἐν αὐταῖς οἰκονομιῶν ἄνευ μεθοδικῆς καὶ συστη-
2825ματικῆς αὐτῶν ἀνοργανώσεως. Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὀφεί-
2826λομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν ἄνευ φόβων καὶ δισταγμῶν, ἀλλὰ
2827μετὰ περισκέψεως καὶ ἐπιμελείας, τὴν πραγματικὴν κατά-
2828στασιν τῆς χώρας καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν
2829ῥιζικωτέρων μέτρων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεραπεύσωσιν αὐ-
2830τήν. Τοῦτο ἀπαιτεῖ οὐ μόνον ἡ ἀνόρθωσις τῆς χώρας ἐσω-
2831τερικῶς, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐπωφελέστερος δι’ ἡμᾶς διακανονισμὸς
2832τῶν σχέσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, ὅστις
2833θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βαθμιαίαν ἀνάκτησιν τῆς δημοσίας καὶ
2834τῆς ἰδιωτικῆς πίστεως, ἥτις ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν ἀναγκαίων
2835στοιχείων τῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας.
2836Τὰ μέτρα, ὧν τὴν ἐφαρμογὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν πρὸς ἀνόρ-
2837θωσιν τῆς χώρας, καὶ ἄλλοτε ὑπέδειξα εἰς τὴν Βουλήν. Νο-
2838μίζω δὲ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ἐν συντόμῳ τινὰ περὶ αὐτῶν,
2839ὅπως συμπληρώσω τὴν γνώμην μου περὶ τῆς οἰκονομικῆς πο-
2840λιτικῆς, ἣν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν, ἂν πράγματι θέ-
2841λωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν
2842τῶν ἐν τῷ τόπῳ ἐρειπίων.
2843Τὰ μέτρα ταῦτα δὲν εἶναι μόνον οἰκονομικὰ, ἀλλὰ καὶ
2844διοικητικά· διότι, ὡς πάντες γνωρίζομεν, οὐδὲν ἔθνος δύναται
2845νὰ ἔχῃ καλὰ οἰκονομικὰ, ἂν δὲν ἔχῃ καλὴν διοίκησιν· οὐδεὶς
2846δ’ ἐκ τῶν γνωριζόντων τὸν τόπον ἀμφισβητεῖ, ὅτι ἡ διοίκη-
2847σις ἡμῶν δὲν ἔχει καλῶς, καὶ ὅτι ἐν πολλοῖς περιῆλθε σχε-
2848δὸν εἰς ἐξάρθρωσιν.
2849Ἡ κυρίως διοίκησις, ἡ ἐνεργουμένη διὰ τῶν Νομαρχιῶν,
2850λειτουργεῖ κατὰ τρόπον ὅλως ἀνεπαρκῆ καὶ ἀτελῆ, καὶ δὲν
2851δύναται νὰ συντελέσῃ μήτε εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστά-
2852σεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, μήτε εἰς τὴν πρόοδον τῆς χώρας.
2853Ἔχομεν Νομαρχίας, αἱ ὁποῖαι καὶ ἕνεκα τῶν ὁρίων καὶ τῆς
2854ἐκτάσεως αὐτῶν, καὶ ἕνεκα τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας των,
2855ἐλαχίστην δύνανται νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπωφελῆ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ
2856τῶν πληθυσμῶν, τοὺς ὁποίους διοικοῦσι. Πολλαὶ ἐξ αὐτῶν
2857ἔχουσιν ἔκτασιν μὴ ἐπιτρέπουσαν εἰς τὰ ὄργανα τῆς διοική-
2858σεως νὰ ἐπιβλέπωσι καὶ φροντίζωσι περὶ τῶν διοικητικῶν
2859ἀναγκῶν τῶν ἀπομεμακρυσμένων τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ
2860ἐπαρχιῶν. Πλεῖσται δ’ εἰσὶν αἱ τοιαῦται ἐπαρχίαι. Ἐν τῷ
2861νομῷ π. χ. τῆς Αἰτωλοακαρνανίας ἡ Εὐρυτανία καὶ ὁ Βάλ-
2862τος, ἐν τῷ νομῷ τῆς Ἀρκαδίας ἡ Κυνουρία, ἐν τῷ νομῷ τῆς
2863Ἀργολιδοκορινθίας ἡ τῶν Κυθήρων, ἐν τῷ νομῷ τῆς Φθιώ-
2864τιδος ἡ Δωρίς. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τῆς δικαιοδοσίας καὶ
2865τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν λειτουργοῦσι σήμερον αἱ Νομαρχίαι, μι-
2866κρὰν ἐπίσης δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπωφελῆ δρᾶσιν καὶ ἐπενέρ-
2867γειαν ἐπὶ τῆς καλῆς διοικήσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν
2868νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν. Οὐδὲν δύνανται αὗται ἐξ ἰδίας αὐ-
2869τοβουλίας νὰ πράξωσιν ἄξιον λόγου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον
2870καὶ ἐντὸς ἀκόμη τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν μὴ ἀπομεμακρυσμένων
2871τῆς ἕδρας τοῦ νομοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ φθάσῃ
2872ἡ ἐνέργεια αὐτῶν. Ὁ νομάρχης, ὁ διέπων τὴν Νομαρχίαν, εἶ-
2873ναι ἁπλοῦν ὄργανον τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, οὐδεμίαν ἔχον
2874πρωτοβουλίαν καὶ οὐδεμίαν ἀξίαν λόγου δυνάμενον νὰ ἐνερ-
2875γήσῃ πρᾶξιν, ἀφορῶσαν εἰς ἀνάγκας τοῦ νομοῦ, ἄνευ προηγου-
2876μένης διαταγῆς καὶ ἀδείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
2877Δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ἀληθὴς νομαρχιακὴ δρᾶσις καὶ ἐξου-
2878σία. Τὸ ἐφαρμοσθὲν συγκεντρωτικὸν σύστημα ἀπεῤῥόφησε
2879πάντα, καὶ ἐμηδένισε πᾶσαν αὐτοβουλίαν τῶν νομῶν, ὡς καὶ
2880τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν δήμων. Ὅπως ἀποκτήσωμεν ἀληθῆ
2881καὶ ἐπωφελῆ διοίκησιν, ἀνάγκη νὰ μεταβάλωμεν τὰ ὅρια
2882τῶν Νομαρχιῶν, αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν εἴτε ὑπὸ τὴν
2883ἐπωνυμίαν τῶν νομαρχιῶν, εἴτε καὶ ὑπὸ τὴν τῶν ἐπαρχιῶν.
2884Ἀνάγκη ἐπίσης νὰ ὀργανώσωμεν τὴν λειτουργίαν αὐτῶν ἐπὶ
2885βάσεων ἀποκεντρωτικῶν, χορηγουσῶν εἰς τοὺς νομάρχας τὴν
2886ἀπαιτουμένην αὐτοβουλίαν, ὅπως ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην
2887δύνανται νὰ διεξάγωσι τὰ τοπικὰ ζητήματα, ἅτινα, μὴ
2888ἔχοντα γενικώτερον χαρακτῆρα καὶ μὴ συνδεόμενα ἀμέσως μὲ
2889τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀποτελοῦσι τὴν τοπικὴν
2890ζωὴν καὶ δρᾶσιν. Πρὸς ἐπίτευξιν δὲ τούτου αἱ Νομαρχίαι ἢ αἱ
2891ἐπαρχίαι πρέπει νὰ ὀργανωθῶσιν κατὰ τρόπον συνδυάζοντα ἐν
2892τῇ λειτουργίᾳ αὐτῶν τὴν ἀντιπροσώπευσιν καὶ ἐνέργειαν τῆς
2893κεντρικῆς ἐξουσίας διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, καὶ τὴν ἐνέργειαν
2894τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν δήμων δι’ ἀληθοῦς καὶ σοβαρᾶς τοπι-
2895κῆς αὐτῶν ἀντιπροσωπείας. Οὕτω θὰ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἐπω-
2896φελὴς ἐπήρεια τῆς διοικήσεως ἐπὶ τῆς κοινωνίας, καὶ ἡ λυσι-
2897τελὴς διαχείρισις καὶ διεξαγωγὴ τῶν ζητημάτων τῶν σχετι-
2898ζομένων μὲ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον ἑκάστης ἐπαρχίας
2899καὶ τοῦ συνόλου τῆς χώρας. Τοιαύτη δ’ ὀργάνωσις τῶν Νο-
2900μαρχιῶν δὲν θέλει συντελέσει μόνον εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς κυ-
2901ρίως διοικήσεως, ἀλλὰ θέλει συνεπιφέρει καὶ τὴν ἐπωφελεστέραν
2902ἀνοργάνωσιν καὶ τῶν ἄλλων δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Θὰ δυνηθῶ-
2903μεν συνάμα νὰ ὀργανώσωμεν τὰς οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας τῆς
2904βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων οὕτως, ὥστε ἡ λει-
2905τουργία αὐτῶν ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἐνέργειαν τῶν Νομαρχιῶν
2906νὰ καταστήσῃ λυσιτελεστέραν καὶ ἀκριβεστέραν τὴν ἐκτέλε-
2907σιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν πρὸς ὄφελος καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ
2908τῶν φορολογουμένων. Ἐλαττοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἐφο-
2909ριῶν καὶ τῶν Ταμείων, θὰ δυνηθῶμεν, ἀμείβοντες καλλίτε-
2910ρον τὸ προσωπικὸν αὐτῶν, νὰ βελτιώσωμεν τὸ ποιὸν αὐτῶν
2911καὶ καταστήσωμεν ἀποτελεσματικωτέραν τὴν ἐνέργειάν του.
2912Τὴν τοιαύτην δὲ βελτιωμένην ὀργάνωσιν τῆς κυρίως διοική-
2913σεως καὶ οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἄνευ
2914αὐξήσεως τῶν δι’ αὐτὰς σήμερον πραγματοποιουμένων δα-
2915πανῶν.
2916Μετὰ οἰκονομιῶν δὲ εἰς τὰς σημερινὰς δαπάνας δυνάμεθα
2917νὰ ἐπιτύχωμεν βελτίονα ἀνοργάνωσιν τῆς ἐν γένει δημοσίας
2918ἐκπαιδεύσεως. Ὀργανοῦντες τοὺς νομοὺς καὶ τοὺς δήμους ἐπὶ
2919βάσεων ἀποκεντρωτικῶν καὶ συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὰς
2920ἀνάγκας τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, θέλομεν εὕρει ἐν αὐτοῖς
2921διὰ τὴν ἀνοργάνωσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τὰς βά-
2922σεις λυσιτελεστέρας καὶ οἰκονομικωτέρας λειτουργίας. Ἐψη-
2923φίσαμεν νόμον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, σκοποῦντες τὴν
2924ὑπὸ τοιοῦτο πνεῦμα μεταῤῥύθμισιν αὐτῆς. Μολονότι δὲ κατε-
2925βάλομεν πολλὴν προσπάθειαν, ὅπως ἀποβῇ οὗτος ὅσον τὸ
2926δυνατὸν τελειότερος, μολονότι εἰλικρινῶς ἐπιθυμῶ τὴν ἐφαρ-
2927μογήν του, οὐχ ἧττον πολὺ ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ ἐπιτευχθῇ
2928αὕτη ἄνευ ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν, διότι στερεῖται τῶν
2929στερεῶν βάσεων τῆς αὐτοτελοῦς δράσεως τῶν νομῶν καὶ τῶν
2930δήμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία αὐτοῦ θὰ ἠδύνατο ἀπο-
2931τελεσματικῶς νὰ στηριχθῇ.
2932Ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως θὰ δυνηθῶμεν
2933ἐπίσης νὰ ὀργανώσωμεν ἐπωφελῶς καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν καὶ
2934ὑπὸ ἐκπαιδευτικὴν ἔποψιν καὶ τὴν μέσην καὶ τὴν ἀνωτέραν
2935ἐκπαίδευσιν, συγχωνεύοντες τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα εἰς τὰ δη-
2936μοτικά, καθιστῶντες πρακτικωτέραν τὴν ἐκπαίδευσιν ἐν τοῖς
2937Γυμνασίοις, συνιστῶντες ὡρισμένα ἰδιαίτερα Γυμνάσια διὰ τὴν
2938ἐπιστημονικὴν προπαρασκευήν, καὶ πραγματοποιοῦντες τὸν
2939ἀρχικὸν σκοπὸν τῆς ἱδρύσεως τοῦ Πανεπιστημίου, τῆς αὐτο-
2940τελοῦς δηλ. αὐτοῦ συντηρήσεως καὶ διοικήσεως.
2941Καὶ τὸ ἰσχῦον δικαστικὸν σύστημα ὀφείλομεν καὶ δυνά-
2942μεθα νὰ ἀνοργανώσωμεν ἐπὶ βάσεων οἰκονομικωτέρων καὶ ἐπω-
2943φελεστέρων. Καίτοι μὴ ἔχοντες ἴσως ἀρκετὰ διὰ τὰς ἀνάγ-
2944κας τῆς χώρας δικαστήρια, ἔχομεν ὅμως ἀριθμὸν δικαστῶν
2945ὑπερτεροῦντα αὐτὰς καὶ σχετικῶς ἀνώτερον ἐκείνου, ὃν ἔχουσι
2946τὰ πλεῖστα τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Ἡ γνώμη, ἣν ἔχω
2947περὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν δικαστηρίων ἡμῶν, θὰ φανῇ ἴσως
2948παράδοξος εἰς ἐκείνους, οἵτινές εἰσιν ἐξῳκειωμένοι μὲ τὸν τρό-
2949πον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ σήμερον ἡ δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν. Ἡ
2950γνώμη, ὅπως ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης πρωτοδικῶν γίνηται
2951παρ’ ἑνὸς μόνον δικαστοῦ, ἐφάνη καὶ εἰς ἐμὲ παράδοξος, ὅτε
2952τὸ πρῶτον, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν σήμερον κρατούντων,
2953ἐμελέτησα αὐτήν. Ἄν λάβωμεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ 9/10
2954τῶν ἐκδιδομένων πρωτοδίκων ἀποφάσεων δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ἡ
2955ἔγγραφος εἰσήγησις τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ, καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ
2956ἑτέρου ⅒ αὐτῶν, πολλαὶ ἐκ τῶν ἐν αὐταῖς εἰσαγομένων
2957μεταβολῶν παρὰ τῶν ἄλλων δικαστῶν προέρχονται οὐχὶ σπα-
2958νίως ἐξ ἐπιῤῥοῶν ξένων πρὸς τὴν δικαιοσύνην, θέλομεν πεισθῆ,
2959ὅτι ἡ γνώμη αὕτη, ἡ καινοφανής, οὐδὲν ἔχει τὸ παράδοξον.
2960Τὴν γνώμην δὲ ταύτην ἀσπάζονται σήμερον πλεῖστοι νομο-
2961μαθεῖς, οὐχὶ μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ἀνέκαθεν ἰσχύει αὕτη,
2962ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις πεπολιτισμένοις ἔθνεσι, καὶ ἰδίως ἐν
2963Ἰταλίᾳ.
2964Ἐξετάζοντες τὰ τῆς διοικήσεως ἐν γένει, δὲν δυνάμεθα νὰ
2965παραβλέψωμεν τὰ ἀφορῶντα τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν
2966ἡμῶν. Ἀνεξαρτήτως τῶν ὑψηλοτέρων σκοπῶν, εἰς οὓς ἀπο-
2967βλέπει ἡ στρατιωτικὴ καὶ ἡ ναυτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας,
2968στενῶς συνδέεται αὕτη καὶ μετὰ τῆς διοικήσεως καὶ μετὰ
2969τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς. Ἀτυχῶς δὲ, ὁ τοιοῦτος αὐτῶν σύνδε-
2970σμος, ἰδίως ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς, ὑπερβαίνει τὰ ὅρια, τὰ
2971ἐπιτρεπόμενα ὑπὸ τῆς καλῆς αὐτοῦ ὀργανώσεως καὶ ἐκγυμνά-
2972σεως. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων, ἡ φύλα-
2973ξις τῶν φυλακῶν καὶ αἱ ἄλλαι τοιαῦται ὑπηρεσίαι, ἃς παρέ-
2974χει ὁ στρατὸς εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησιν, ἀποῤῥοφῶσι τὸ πλεῖ-
2975στον τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ. Μεγάλη δὲ προσγίνεται ἐκ τούτου
2976βλάβη εἰς τὸν ὑψηλότερον σκοπὸν τῆς ἐκγυμνάσεως καὶ τῆς
2977ὀργανώσεως αὐτοῦ. Ὁ ὀργανισμὸς δὲ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ὅστις
2978ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν δύναται νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν καλ-
2979λιτέρων βάσεων, ἐπὶ ἐκείνων ἀκριβῶς, ἐφ’ ὧν στηρίζονται οἱ
2980στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ τῶν μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν Ἐθνῶν,
2981εἶναι ἀνωφελὴς δι’ ἡμᾶς, τοὺς μὴ ἔχοντας ὅσα τὰ ἔθνη ταῦτα
2982μέσα πρὸς πλήρη καὶ ἐπωφελῆ αὐτοῦ ἐκτέλεσιν. Ἔχομεν
2983στρατιωτικὰς μονάδας, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσω-
2984σιν ἀποτελεσματικῶς κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν, διότι,
2985ὡς πάντες γνωρίζομεν, οὐ μόνον λόχοι καὶ τάγματα, ἀλλὰ
2986καὶ συντάγματα πολλάκις μένουσιν ἄνευ στρατιωτῶν, καὶ ἀδυ-
2987νατοῦσι νὰ ἐκτελέσωσιν ἀληθῆ στρατιωτικὰ γυμνάσια. Ἄν
2988θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν δυνάμενον νὰ δώσῃ καὶ εἰς ἡμᾶς
2989καὶ εἰς τοὺς ξένους τὴν πεποίθησιν ὅτι δύναται ὁπωσοῦν νὰ
2990δράσῃ ἐν δεδομένῃ ἀνάγκῃ, πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὸ μέρος
2991αὐτοῦ, τὸ βοηθοῦν τὰς διαφόρους δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐξ ἐκεί-
2992νου, ὅπερ ὀργανοῦται καὶ ἐκγυμνάζεται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν
2993ὑψηλοτέρων τοῦ στρατοῦ σκοπῶν. Καὶ ἡ μὲν πρώτη ἐνέργεια
2994ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἀναργανουμένην, καὶ εἰς τὰ
2995εὐζωνικὰ τάγματα, εἰς δὲ τὴν δευτέραν πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἀπο-
2996κλειστικῶς ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν τὰ μέσα τῆς
2997Πολιτείας ἐπιτρέπουσι νὰ συντηρήσῃ. Δὲν σκοπῶ νὰ εἰσέλθω
2998εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐλπίζω ὅτι εἰδι-
2999κώτεροι ἐμοῦ συνάδελφοι θὰ πραγματευθῶσιν αὐτό. Νομίζω
3000ὅμως, ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἀνέφερα, ἐπιβάλλε-
3001ται ἡ σύμπτυξις τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σωμάτων, ἡ
3002ἐλάττωσις αὐτῶν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέσων, ἅτινα ἡ
3003Πολιτεία δύναται νὰ διαθέσῃ, ἀποβῇ δυνατὴ ἡ τελειοτέρα
3004αὐτῶν ὀργάνωσις καὶ ἐκγύμνασις. Ἡ τοιαύτη σύμπτυξις τῶν
3005σωμάτων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν στε-
3006λεχῶν, ὧν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἐν στιγμῇ δράσεώς τινος, ἀφ’
3007ἑτέρου δὲ θ’ ἀφήσῃ ἐκτὸς τῶν συμπτυχθέντων σωμάτων μέ-
3008γαν ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν. Τὰ δύο ταῦτα ἄτοπα νομίζω ὅτι
3009δυνάμεθα κατὰ μέγα μέρος νὰ θεραπεύσωμεν, χρησιμοποιοῦν-
3010τες ἐκ περιτροπῆς τοὺς πλεονάζοντας ἀξιωματικούς, μεθ’ ὅλων
3011αὐτῶν τῶν ἀποδοχῶν καὶ πλεονεκτημάτων, εἰς τὴν τοπικὴν
3012κατ’ ἐπαρχίας ἐγκύμνασιν τῆς χώρας, κατὰ σύστημα οὐχὶ
3013ὅμοιον, διότι τοῦτο δὲν εἶναι εἰς ἡμᾶς δυνατὸν, ἀλλ’ ἀνά-
3014λογον τοῦ ἐφαρμοζομένου ἐν Ἑλβετίᾳ.
3015Ἡ αὐτὴ περίπου κατάστασις παρουσιάζεται καὶ ἐν τῷ
3016ναυτικῷ ἡμῶν. Ἔχομεν πλοῖα, οὐδεμίαν ἔχοντα ἄλλην
3017ἀξίαν, εἰμὴ τὴν τοῦ ὑλικοῦ, ἐξ οὗ συνίστανται, καὶ τὰ ὁποῖα
3018εἰς οὐδεμίαν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι ναυτικὴν ὑπηρεσίαν.
3019Τὰ τοιαῦτα πλοῖα συντηροῦμεν δι’ ἁδρῶν δαπανῶν, ἐνῷ δὲν
3020πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ τὰ καταδικάσωμεν εἰς τὴν χρησι-
3021μοποίησιν μόνον τῶν ὑλικῶν αὐτῶν. Θὰ συμπτύξωμεν οὕτω
3022τὰς ναυτικὰς ἡμῶν μονάδας, καὶ θὰ καταστήσωμεν τελειο-
3023τέραν τὴν ἐνέργειαν καὶ ἐγκύμνασιν αὐτῶν. Θὰ περισσεύσῃ
3024ἐκ τῆς συμπτύξεως ταύτης ἀριθμός τις ἀξιωματικῶν. Τού-
3025τους, νομίζω, δυνάμεθα ἐκ περιτροπῆς νὰ χρησιμοποιήσωμεν
3026ἐν τῇ ἐμπορικῇ ναυτιλίᾳ, παραδεχόμενοι σύστημα ἀνάλογον
3027ἐκείνου, ὅπερ ἐφαρμόζει ἡ Ρωσσία, ὅπου ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυ-
3028τικοῦ χρησιμοποιοῦνται ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον ἐν τῇ Ρωσσι-
3029κῇ Ἀτμοπλοϊκῇ Ἑταιρίᾳ.
3030§133ΠΕΤΑΛΑΣ. Αὐτὸ, ὅπερ προτείνετε, ὑπάρχει εἰς τὴν
3031Δανίαν.
3032§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν οὕτω καὶ ἕτερον παράδειγμα,
3033ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ὠφεληθῶμεν.
3034Αἱ ῥιζικαὶ αὗται μεταῤῥυθμίσεις καὶ βελτιώσεις τῶν δια-
3035φόρων κλάδων τῆς διοικήσεως θ’ ἀποτελέσωσιν ἀναμφισβητή-
3036τως τὴν πρώτην βάσιν τῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας. Δὲν ἀρ-
3037κεῖ ὅμως αὕτη, ἵνα φέρῃ ἐγκαίρως τὴν θεραπείαν τῆς νόσου,
3038ἐξ ἧς αὕτη νοσεῖ. Ὀφείλομεν συγχρόνως νὰ ἐπιδιώξωμεν καὶ
3039τὴν ἀντικατάστασιν τινων ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν λειτουργούντων
3040φόρων, καὶ τὴν βελτίωσιν ἄλλων. Ἡ φορολογικὴ ἡμῶν νομο-
3041θεσία περιέχει φόρους ἀναμφισβητήτως κακούς. Δὲν θεωρῶ
3042δὲ ὀρθὴν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει τοὺς τοιούτους φόρους
3043νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν, ἢ ν’ ἀντικαταστήσωμεν σήμερον, ὅτε εὑ-
3044ρισκόμεθα εἰς δυσχερεῖς οἰκονομικὰς περιστάσεις. Νομίζω ἀπε-
3045ναντίας, ὅτι σήμερον ἀκριβῶς, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτας
3046περιστάσεις, ὀφείλομεν νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τοὺς φόρους ἐκεί-
3047νους, οἵτινες, κακοὶ ὄντες ὁμολογουμένως, συντελοῦσι καὶ αὐ-
3048τοὶ εἰς τὴν ἐπίτασιν τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα.
3049Πάντα τὰ ἔθνη προβαίνουσιν εἰς φορολογικὰς μεταῤῥυθμί-
3050σεις οὐχὶ ὅταν εὑρίσκωνται εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις καὶ ὅταν
3051οὐδεμίαν αἰσθάνωνται ἀνάγκην μεταῤῥυθμίσεως φορολογίας,
3052ἥτις, συμβαδίζουσα μετὰ τῶν ἄλλων θεσμῶν αὐτῶν, συντελεῖ
3053εἰς τὴν ὁμαλὴν καὶ προοδευτικὴν αὐτῶν πορείαν, ἀλλ’ ὅταν
3054εὑρίσκωνται εἰς δυσχερείας καὶ εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας,
3055τὰς ὁποίας αὐξάνει καὶ ἡ λειτουργοῦσα κακὴ φορολογία.
3056Ὅταν ἔθνος τι εὑρίσκηται εἰς καλὴν οἰκονομικὴν κατάστα-
3057σιν, μεταῤῥυθμίζει τὴν φορολογίαν αὐτοῦ, μόνον ἐὰν οἱ πόροι
3058αὐτοῦ ἐπιτρέπωσιν ἐλάττωσιν τῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ. Ὅταν
3059εὑρίσκηται εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὀφείλει νὰ μεταῤῥυθμίζῃ
3060τοὺς κακοὺς αὐτοῦ φόρους πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς θεραπείας
3061τῶν δυσχερειῶν τούτων καὶ τῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας.
3062Τοῦτο δ’ ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς σήμερον μετὰ
3063περισκεμμένης σπουδῆς καὶ ἄνευ ὑπερβολικῶν δισταγμῶν.
3064Μεταξὺ τῶν φόρων, τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ἡ ῥιζικὴ
3065μεταῤῥύθμισις, ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ εὑρίσκονται ὁμολογουμέ-
3066νως οἱ φόροι ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου,
3067οὓς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος
3068τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνεγνώρισεν ὡς καταδεδικασμένους.
3069Πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, οἵτινες
3070δικαιολογοῦσι τὴν ἀντικατάστασιν τῶν φόρων τούτων. Ὁ
3071φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι ἡ φορολογία ἐπὶ
3072τῶν προϊόντων τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν δημη-
3073τριακῶν καρπῶν. Ὁ τελειότερος τῶν φόρων ἐπὶ τῶν προϊόν-
3074των τῆς γῆς εἶναι ἀναμφισβητήτως ὁ ἐπιβαλλόμενος ἀπ’ εὐ-
3075θείας ἐπ’ αὐτῶν. Τοιοῦτος ἦτο ὁ φόρος τῆς δεκάτης. Ἀλλὰ
3076ἐν τῇ ἐκτελέσει του ὁ τοιοῦτος φόρος ἀποβαίνει τόσον κατα-
3077πιεστικὸς καὶ ἄδικος, ὥστε ἀποκρούεται παρὰ παντὸς πεπο-
3078λιτισμένου ἔθνους. Ἐξ ἀνάγκης ἑπομένως ὁ φόρος ἐπὶ τῆς
3079παραγωγῆς τῆς γῆς ἐπιβάλλεται ἐπὶ τεκμηρίων ἐνδεικνυόν-
3080των αὐτήν. Ὡς τοιοῦτον δ’ ἐλήφθη παρ’ ἡμῖν τὸ ἀροτριῶν
3081κτῆνος. Ἀναμφισβητήτως ὅμως τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν ἀτελε-
3082στέρων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου, διότι
3083μεγάλη ὑπάρχει δυσαναλογία καὶ ἀνισότης τῶν δι’ ἑκάστου
3084ἀροτριῶντος κτήνους παραγομένων προϊόντων, καὶ ὑπὸ τὴν
3085ἔποψιν τῆς ἐκτελέσεως, διότι ὁ ἔλεγχος τῆς βεβαιώσεως τοῦ
3086αὐτοκινήτου τούτου τεκμηρίου πολλὰς συνεπιφέρει πιέσεις
3087καὶ ζημίας εἰς τοὺς φορολογουμένους. Τὸ τελειότερον τεκμή-
3088ριον διὰ τὸν φόρον τοῦτον εἶναι αὐτὴ ἡ παράγουσα γῆ. Καὶ
3089ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκτελέσεως ὁ ἔλεγχος τῆς μὴ μετακι-
3090νουμένης γῆς εἶναι εὐκολώτερον καὶ ἀσυγκρίτως ὀλιγώτερον
3091ὀχληρὸς, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου αὕτη
3092παρέχει τεκμήριον παραγωγῆς ἀναλογούσης εἰς τὰς διαφόρους
3093αὐτῆς κατηγορίας καὶ ποιότητας πολὺ ἀσφαλέστερον τοῦ
3094ἀροτριῶντος κτήνους. Ἡ κατὰ στρέμμα φορολογία τῆς γῆς
3095ἤθελεν εἶσθαι τελεία, ἐὰν ὑπῆρχε καὶ παρ’ ἡμῖν κτηματολό-
3096γιον. Πάντως ὅμως ἔσται τελειοτέρα τῆς σήμερον ἰσχυούσης,
3097ἐφαρμοζομένη καὶ διὰ δηλώσεων τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν
3098καὶ διὰ τακτικοῦ τινος ἐλέγχου αὐτῶν. Αἱ ἐξελεγχόμεναι
3099δ’ αὗται δηλώσεις θὰ συντελέσωσι καὶ εἰς τὴν ταχυτέραν
3100περαίωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς γεωδαιτικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις
3101ἀσχολεῖται εἰς τὴν καταμέτρησιν τῆς χώρας καὶ τὸν κα-
3102ταρτισμὸν κτηματολογίου. Τὸ σύστημα δὲ τῆς φορολο-
3103γίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τῶν δηλώσεων δὲν θὰ ἐφαρ-
3104μόσωμεν ἡμεῖς πρῶτοι. Ἐφαρμόζεται τοῦτο ἀπὸ ἐτῶν εἰς
3105Κράτη πλειότερον ἡμῶν προηγμένα. Πλεῖσται π. χ. ἰταλι-
3106καὶ ἐπαρχίαι, ἀνήκουσαι προηγουμένως εἰς τὰ ἐν τῷ βασιλείῳ
3107τῆς Ἰταλίας συγχωνευθέντα Κράτη, φορολογοῦσι καὶ σήμερον
3108τὴν παραγωγὴν τῆς γῆς κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο.
3109Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου εἶναί τι παραπλήσιον πρὸς τὸν φό-
3110ρον τῆς δεκάτης ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς. Ἐπιβάλλεται
3111καὶ αὐτὸς οὐχὶ διὰ τεκμηρίου, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας ἐπὶ τοῦ παρα-
3112γομένου οἴνου. Ἀνεξαρτήτως δὲ τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον
3113πολλὰς παρουσιάζει δυσαναλογίας καὶ ἀδικίας, ἕνεκα τῆς δια-
3114φόρου ποιότητος καὶ ἀξίας τῶν φορολογουμένων οἴνων, ἡ ἄμε-
3115σος ἐπιβολὴ αὐτοῦ ἐπὶ εἴδους τοσοῦτον διαδεδομένου ἐν Ἑλ-
3116λάδι παρουσιάζει ἐν τῇ βεβαιώσει αὐτοῦ διὰ τοὺς φορολο-
3117γουμένους πιέσεις καὶ ζημίας, διαπλασιαζούσας ἴσως τὸ διὰ
3118τοῦ φόρου ἐπ’ αὐτῶν ἐπιβαλλόμενον βάρος. Καὶ ὁ φόρος οὗ-
3119τος, οὗτινος ἐπιβάλλεται ἡ ἀντικατάστασις, δύναται ἐπωφελέ-
3120στερον καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ
3121ἐπιβληθῇ διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
3122Δὲν συμμερίζομαι δὲ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν
3123τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν εἰς μόνας τὰς ἀμπέλους, ὄχι
3124διότι θεωρῶ κακὸν, ἂν ἀρχίσωμεν καὶ ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ διότι
3125πιστεύω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας θὰ
3126ἀπαιτήσῃ τὸν σχηματισμὸν ἰδιαιτέρας καὶ τελείας ὑπηρεσίας
3127πρὸς ἐκτέλεσιν πλήρους ἐλέγχου τῶν δηλώσεων, καὶ δαπάνας,
3128εἰς τὰς ὁποίας δὲν θὰ δύναται νὰ ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον
3129διὰ τὴν ἐφαρμογὴν μόνον τοῦ περιωρισμένου φόρου ἐπὶ τῶν
3130ἀμπέλων, καὶ τὰς ὁποίας θὰ καταβάλῃ ἐπωφελῶς διὰ τὴν ἐκ-
3131τέλεσιν φόρου σημαντικωτέρου, οἷος ἔσται ἡ στρεμματικὴ φο-
3132ρολογία ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ ἐπὶ τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν.
3133Ἑτέρα φορολογία, τῆς ὁποίας ἄνευ ἀναβολῆς πρέπει νὰ
3134ἐπιδιώξωμεν τὴν μεταῤῥύθμισιν, εἶναι ἡ τῶν τελωνειακῶν τε-
3135λῶν εἰσαγωγῆς. Τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον, διὰ τοῦ ὁποίου
3136σήμερον ἐπιβάλλονται τὰ τέλη ταῦτα, παρουσιάζει θεμελιώ-
3137δεις ἐλλείψεις. Εἶναι βαρὺ διὰ πολλὰ ἀντικείμενα πρώτης
3138ἀνάγκης καὶ μὴ δυνάμενα νὰ παραχθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ. Εἶναι
3139ἀτελὲς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς προστασίας τῆς ἐγχωρίου παρα-
3140γωγῆς, καὶ δὲν προστατεύει ἀρκούντως τὰ ταμιευτικὰ συμφέ-
3141ροντα τοῦ Δημοσίου ἐναντίον τοῦ λαθρεμπορίου. Πρὸς διόρ-
3142θωσιν τῶν τοιούτων ἐλαττωμάτων τοῦ τελωνειακοῦ ἡμῶν δα-
3143σμολογίου εἶναι ἀνάγκη γενικῆς καὶ συστηματικῆς αὐτοῦ με-
3144ταῤῥυθμίσεως, διότι μόνον διὰ τοιαύτης δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ
3145ὁ συμβιβασμὸς τῶν ἐν ἀντιθέσει συνήθως εὑρισκομένων σκο-
3146πῶν, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, τοῦ τῆς προστασίας
3147δηλ. τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ἐν γένει, τοῦ τῆς δυνατῆς ἐλα-
3148φρύνσεως τοῦ πτωχοῦ λαοῦ καὶ τοῦ τῆς προασπίσεως τῶν τα-
3149μιευτικῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς δὲ τῶν σκοπῶν
3150τούτων, μεγάλην ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν συγχρόνως προ-
3151σοχὴν, μεταῤῥυθμίζοντες τὸ δασμολόγιον ἡμῶν, καὶ εἰς τὰς
3152ὑφισταμένας νομισματικὰς ἀνωμαλίας, αἵτινες δύνανται νὰ
3153ἐπιταθῶσιν, ἂν αἱ εἰσαγόμεναι μεταῤῥυθμίσεις ἤθελον κατὰ πολὺ
3154εὐκολύνει τὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγήν. Ἄνευ τοιούτου
3155συστήματος καὶ μεθόδου, μεταβάλλοντες μεμονωμένους τινὰς
3156φορολογικοὺς ὅρους τοῦ δασμολογίου ἡμῶν, ὡς ἐγένετο κατὰ
3157τὴν παροῦσαν σύνοδον, οὐ μόνον δὲν βελτιοῦμεν τὰ οἰκονομικὰ
3158τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀπεναντίας συντελοῦμεν εἰς τὴν χειροτέρευσιν
3159αὐτῶν. Τοιαύτην μεθοδικὴν καὶ συστηματικὴν μελέτην πρὸς
3160μεταῤῥύθμισιν τοῦ τελωνειακοῦ ἡμῶν δασμολογίου εἶχον ἀρχί-
3161σει, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
3162νομικῶν. Δυστυχῶς ὅμως ἐγκαταλείφθη αὕτη ἀκολούθως. Εὔ-
3163χομαι δὲ νὰ ἴδω ταύτην ταχέως ἐπαναλαμβανομένην.
3164Ἀμέσως μετὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν τριῶν τούτων φόρων
3165πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ βελτίωσις καὶ ἄλλων. Τοιοῦτος πα-
3166ρουσιάζεται ὁ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, διὰ τῶν ὁποίων
3167παρ’ ἡμῖν δὲν φορολογεῖται μόνον ἡ κίνησις τῶν κεφαλαίων,
3168ἀλλὰ καὶ διάφοροι ἄλλαι πράξεις, ὡς π. χ. αἱ δικαστικαὶ καὶ
3169αἱ κτηματικαὶ, αἵτινες ἀλλαχοῦ φορολογοῦνται διὰ τῶν τε-
3170λῶν τῆς μεταγραφῆς (droits d’ enregistrement). Διὰ τῶν
3171τελῶν χαρτοσήμου φορολογοῦνται παρ’ ἡμῖν πολλαὶ πράξεις
3172καὶ κινήσεις κεφαλαίων διὰ τέλους ἀποβαίνοντος σχεδὸν ἀπα-
3173γορευτικοῦ καὶ παρακωλύοντος τὴν ἐκτέλεσιν πλείστων τοι-
3174ούτων πράξεων πρὸς βλάβην καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημο-
3175σίου. Μετὰ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἔρχεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν
3176ἐπιτηδευμάτων, ὁ φορολογῶν τὴν ἐργασίαν καὶ τὰ δι’ αὐτῆς
3177χρησιμοποιούμενα κεφάλαια καὶ ἔχων χαρακτῆρα φόρου ἐπὶ
3178τοῦ εἰσοδήματος. Καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς καὶ οἱ φορο-
3179λογικοὶ ὅροι τοῦ φόρου τούτου πολλὰς παρουσιάζουσιν ἀδι-
3180κίας καὶ δυσαναλογίας, καθιστώσας ἀναγκαίαν καὶ χρήσιμον
3181τὴν τροποποίησιν πολλῶν ἐκ τῶν διατάξεων τῆς διεπούσης
3182αὐτὸν νομοθεσίας. Ὑπάρχουσι πτωχοὶ καὶ μικροὶ ἐπιτηδευ-
3183ματίαι, πληρόνοντες τὸ πέμπτον καὶ τὸ τέταρτον τοῦ ὅλου
3184τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν, καὶ ἐπιτηδευματίαι μεγάλοι καὶ
3185πλούσιοι, πληρόνοντες μόλις τὸ εἰκοστὸν τῶν κερδῶν των.
3186Δὲν θ’ ἀπαριθμήσω ὅλους τοὺς ἄλλους φόρους, τοὺς ἐπι-
3187δεκτικοὺς βελτιώσεων καὶ μεταῤῥυθμίσεων. Ὡς παράδειγμα
3188ἀναφέρω τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, ὅστις εἶναι εἷς ἐκ τῶν μᾶλ-
3189λον πιεστικῶν. Καὶ τοῦτον δὲ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς στρεμ-
3190ματικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν θὰ δυνη-
3191θῶμεν ἐπωφελῶς νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν, ἐπιβάλλοντες αὐτὸν ἐπὶ
3192τῶν ἀκαλλιεργήτων γαιῶν καὶ τῶν καλλιεργουμένων, αἵτινες
3193χρησιμεύουσι πρὸς βοσκήν. Θὰ δυνηθῶμεν δ’ οὕτω ν’ ἀπαλ-
3194λάξωμεν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν ἐκ τῶν ἀδικιῶν καὶ τῶν ἐνο-
3195χλήσεων, αἵτινες παρακωλύουσι τὴν ἀνάπτυξιν καὶ βελτίω-
3196σιν αὐτῆς. Ἕτερος φόρος, ὅστις πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ, εἶ-
3197ναι ὁ τοῦ ἀνταλλάγματος τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὅστις
3198εἶναι δυσανάλογος καὶ ἄδικος, διότι ἐπιβάλλει τὴν αὐτὴν φο-
3199ρολογίαν ἐπὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ πτωχοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ
3200πλουσίου, ἄνευ ἀναλογίας τινὸς καὶ συσχετίσεως πρὸς τὴν εὐ-
3201πορίαν καὶ τὴν κατάστασιν ἑκάστου, ἥτις δύναται νὰ ἐξευ-
3202ρεθῇ ἐκ φορολογικοῦ τινος τεκμηρίου.
3203§135Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰσοδήματος.
3204§136ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὗτος ἤθελεν εἶσθαι ἄριστος, ἂν ἡ κοι-
3205νωνικὴ καὶ πολιτικὴ ἡμῶν κατάστασις καθίστα δυνατὴν
3206τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐξ αὐτοῦ ἀντικατάστασιν τινῶν
3207ἐκ τῶν ἰσχυόντων φόρων ἄνευ διαταράξεως τῆς κοινωνίας, ἣν
3208δύνανται νὰ ἐπιφέρωσιν αἱ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἀπαιτούμε-
3209ναι διατυπώσεις καὶ ἐνοχλήσεις.
3210Ἕτερον ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, χρῆζον βελτιώσεων, εἶναι τὸ
3211ἐκ τῶν μεταλλείων. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα μεταλλοῦχος,
3212ἀσήμαντα ὅμως ποσὰ εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν με-
3213ταλλείων καὶ ὀρυχείων τῆς χώρας, ἐνῷ διὰ βελτιώσεως τῆς
3214ἰσχυούσης νομοθεσίας δύναται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ν’ αὐξήσῃ
3215σπουδαίως τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον.
3216Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀναφέρω ἕτερα παραδείγματα φό-
3217ρων καὶ ἐσόδων τοῦ Δημοσίου χρηζόντων βελτιώσεως. Θεωρῶ
3218ὅμως ὡς ἀπολύτως ἀναγκαῖον συμπλήρωμα οὐ μόνον τῆς
3219βελτιώσεως τῆς φορολογίας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐν γένει
3220διοικήσεως τοῦ Κράτους, τὴν μόρφωσιν ἀληθοῦς καὶ θετικοῦ
3221ἐλέγχου τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν. Τοιούτου
3222ἐλέγχου δυνάμεθα ἄνευ δισταγμοῦ νὰ εἴπωμεν ὅτι στερού-
3223μεθα σήμερον. Ἡ ἔλλειψις δ’ αὐτοῦ συνετέλεσεν οὐσιωδῶς
3224εἰς τὴν θλιβερὰν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται καὶ τὸ Δημόσιον καὶ
3225ἡ κοινωνία. Ὁ ἔλεγχος δ’ οὗτος, ὅπως ᾖ πραγματικὸς, πρέ-
3226πει ν’ ἀρχίσῃ ἐφαρμοζόμενος τοπικῶς ἐπὶ πασῶν τῶν οἰκο-
3227νομικῶν ὑπηρεσιῶν, διὰ τακτικῆς καὶ συστηματικῆς αὐτῶν
3228ἐπιθεωρήσεως. Μετὰ τὸν τοπικὸν δ’ ἔλεγχον πρέπει νὰ ἔλθῃ
3229βελτιούμενος ὁ διοικητικὸς, ὁ ἐνεργούμενος διὰ τοῦ Γενικοῦ
3230Λογιστηρίου, ὅστις ἐπίσης, ὡς πάντες γνωρίζομεν, πλείστας
3231παρουσιάζει ἐλλείψεις. Τοῦτον δὲ πρέπει νὰ συμπληρώσῃ ὁ δι-
3232καστικὸς ἔλεγχος, ὅστις δυστυχῶς τοσαύτας παρουσιάζει ἀτε-
3233λείας, ὥστε δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐντελῶς ἀργῶν.
3234Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένος ὁ
3235δικαστικὸς ἔλεγχος, περιορίζει τὸ κύριον μέρος τῆς ἐργα-
3236σίας αὐτοῦ εἰς ἐνασχόλησιν ἔχουσαν χαρακτῆρα μᾶλλον διοι-
3237κητικὸν, εἰς τὴν ἐξέλεγξιν δηλ. τῶν ἐνταλμάτων τῶν Ὑπουρ-
3238γῶν, φροντίζον ὅπως ταῦτα συμφωνῶσι μὲ τὰς ψηφισθείσας
3239πιστώσεις, καὶ περιλαμβάνον οὕτω πᾶσαν ἐν αὐτοῖς ἀταξίαν.
3240Ἡ δικαστικὴ ὅμως αὐτοῦ ἐνέργεια, διὰ τῆς ὁποίας ἐξασφα-
3241λίζεται ἡ τακτικὴ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τῶν φόρων καὶ ἡ
3242πιστὴ ἐκτέλεσις καὶ αὐτῶν τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐγκριθέντων ἐν-
3243ταλμάτων τῶν Ὑπουργῶν, ἡ τοιαύτη αὐτοῦ ἐνέργεια καθυ-
3244στερεῖ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ὑπάρ-
3245χουσα, καὶ ὡς ἐλαχίστην, ἂν οὐχὶ οὐδεμίαν, παρέχουσα ὑπη-
3246ρεσίαν εἰς τὸ Κράτος. Συντόνως δὲ πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προ-
3247σοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ πάσης Κυβερνήσεως ἡ ἐγκατάστα-
3248σις ἀληθοῦς καὶ πλήρους ἐλέγχου, διοικητικοῦ τε καὶ δικα-
3249στικοῦ, διότι ἄνευ αὐτῶν ἔσται ἀναμφισβητήτως δυσχερὴς,
3250ἴσως δὲ καὶ ἀδύνατος, ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς
3251χώρας.
3252Ἡ μεταῤῥύθμισις καὶ ἡ βελτίωσις τῆς διοικήσεως καὶ τῆς
3253φορολογίας ἡμῶν δέον ν’ ἀποτελέσωσι τὴν πρωτίστην καὶ ση-
3254μαντικωτέραν βάσιν τῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας, διὰ τῆς
3255περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἐρειπίων, ἐν μέσῳ
3256τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα σήμερον· ἀλλ’ αὗται δὲν δύνανται νὰ
3257ἐφαρμοσθῶσι καὶ φέρωσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν ἐντὸς βρα-
3258χέος χρονικοῦ διαστήματος. Αἱ ἐκτάκτως δὲ δυσχερεῖς περι-
3259στάσεις, ἃς διερχόμεθα, δὲν ἐπιτρέπουσι ν’ ἀναμείνωμεν τὴν
3260διὰ μόνων τῶν μέτρων τούτων θεραπείαν τῆς νόσου, ἐξ ἧς νοσεῖ
3261ὁ τόπος. Ὀφείλομεν καὶ δι’ ἄλλων μέτρων νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν
3262ταχυτέραν αὐτῶν ἐπίτευξιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσιν αἱ ἐσω-
3263τερικαὶ ἀνάγκαι τῆς χώρας, δύνανται δὲ νὰ ἐπιβάλλωσι καὶ
3264αἱ ἐξωτερικαὶ ὑποχρεώσεις καὶ ἀνάγκαι τοῦ ἔθνους. Ὀφείλομεν
3265δὲ, ὅπως ἐπιτύχωμεν τοῦτο, νὰ ἔλθωμεν ἀμεσώτερον ἀρωγοὶ
3266εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Καὶ ἐνταῦθα ὑπεστηρίχθησαν
3267καὶ ὑποστηρίζονται ἀντίθετοι γνῶμαι, αἵτινές εἰσιν ἴσως θεω-
3268ρητικῶς ἀληθεῖς καὶ αἵτινες διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς καὶ θεω-
3269ρητικῆς αὐτῶν ὀρθοδοξίας ἑλκύουσι τοὺς πολλούς. Ὑποστη-
3270ρίζεται ἡ γνώμη, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ
3271εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀτόμων, καὶ ὅτι ἡ παραγωγικὴ αὐτῶν
3272δρᾶσις πρέπει νὰ ἀφίνηται καθ’ ὁλοκληρίαν ἐλευθέρα. Οἱ
3273ὑποστηρίξαντες ὅμως τὴν γνώμην ταύτην λησμονοῦσι νὰ συμ-
3274πληρώσωσι τὴν ἐπιστημονικὴν ταύτην ἀλήθειαν δι’ ἑτέρας
3275τοιαύτης, καθ’ ἣν ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου, ὅπως
3276ᾖ ἐπωφελὴς καὶ εἰς αὐτὸ καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, δέον νὰ
3277στηρίζηται ἐπὶ διανοητικῆς ἀναπτύξεως καὶ κοινωνικῆς ἀνα-
3278τροφῆς, ἱκανῆς νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ τὰ μέσα καὶ τὴν δύναμιν,
3279ὅπως, εἴτε μόνον, εἴτε ἐν κοινοπραξίᾳ μετ’ ἄλλων, ἀντιδράσῃ
3280κατὰ τῶν παρουσιαζομένων δυσχερειῶν καὶ δυνηθῇ νὰ βελ-
3281τιώσῃ τοὺς ὅρους τῆς παραγωγικῆς αὐτοῦ ἐνεργείας. Ἐὰν ἡ
3282κοινωνία ἡμῶν εἶχε τὴν τοιαύτην ἀνάπτυξιν καὶ ἀνατροφὴν
3283καὶ διέθετε τὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς παραγωγῆς αὐτῆς
3284ἀναγκαῖα μέσα, ἡ παρέμβασις τῆς Πολιτείας ἤθελεν εἶσθαι
3285βεβαίως περιττή. Ἡ στέρησις ὅμως αὐτῶν καθιστᾷ ἀναγκαίαν
3286τὴν ἐπέμβασιν αὐτῆς ἐκεῖ, ὅπου τὸ ἄτομον δὲν δύναται νὰ
3287βελτιώσῃ ἀρκούντως καὶ ἀναπτύξῃ τὴν παραγωγικὴν αὐτοῦ
3288δρᾶσιν, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς θετικὰς ἀνάγκας αὐτοῦ τε καὶ
3289τῆς κοινωνίας. Πρόσφατον δὲ παράδειγμα, ὡς πρὸ ὀλίγου
3290ἀνέφερον, βεβαιοῦν τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἔχομεν τὸ ζήτημα
3291τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον μᾶς ἀπησχόλησεν, ὥστε δὲν
3292αἰσθάνομαι τὴν τόλμην καὶ τὴν διάθεσιν νὰ ἐπαναλάβω τὰ
3293κατ’ αὐτό. Ἐὰν οἱ πάσχοντες σταφιδοπαραγωγοὶ εἶχον τὰ
3294ἀναγκαῖα μέσα καὶ τὴν ἕξιν τῆς διὰ κοινοπραξίας ἀντιδρά-
3295σεως κατὰ τοῦ ἐπελθόντος ἐπ’ αὐτῶν κακοῦ, δὲν θὰ ὑπῆρχεν
3296ἀνάγκη ἐπεμβάσεως ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τῆς Πολιτείας. Ἡ ἔλ-
3297λειψις ὅμως τούτων παρὰ τοῖς σταφιδοπαραγωγοῖς καὶ αἱ
3298θεωρητικαὶ ἰδέαι παρὰ ταῖς Ἑλληνικαῖς Κυβερνήσεσι συνετέ-
3299λεσαν, ὅπως μὴ ληφθῇ ἐγκαίρως κατάλληλός τις πρόνοια
3300ὑπὲρ τῆς σταφίδος, καὶ ὅπως ἐπέλθῃ ὀψία καὶ ἀτελὴς λύσις
3301διὰ τοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ψηφισθέντος νομοσχεδίου, οὗτινος
3302ἄδηλος ἡ ἐφαρμογὴ καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Τὴν ἐπὶ τοῦ
3303ζητήματος τούτου γνώμην μου ἀνέπτυξα κατὰ τὴν συζήτη-
3304σιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω δὲ πάντοτε, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ
3305κατάστασις τῆς χώρας ἐπιβάλλει εἰς τὴν Πολιτείαν τὸ κα-
3306θῆκον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς σταφίδος, οὐχὶ ἐπηρεαζομένη
3307ὑπὸ τῶν πιέσεων, ὑφ’ ἃς ἐλήφθη τὸ ψηφισθὲν μέτρον, ἀλλὰ
3308γενικώτερον καὶ ἀνετώτερον σκεπτομένη περὶ αὐτῆς καὶ περὶ
3309τῶν κινδύνων, οἵτινες ἀπειλοῦσι τὴν κατανάλωσίν της.
3310Καθῆκον ἐπιβάλλεται ἐπίσης εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἔλθῃ
3311ἀρωγὸς καὶ εἰς ἑτέραν ἐθνικὴν παραγωγήν, οὐχὶ ὀλιγώτερον
3312σημαντικὴν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, εἰς τὴν τῶν δημητριακῶν
3313καρπῶν, ἥτις, ἂν δὲν εὑρίσκεται σήμερον ἐν ὀξείᾳ κρίσει, εὑρί-
3314σκεται ὅμως ἐν μαρασμῷ, διότι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἐνεργεῖται, κα-
3315θιστῶσιν αὐτὴν ἀνίκανον νὰ συναγωνισθῇ καὶ ἐντὸς τῆς χώρας
3316ἡμῶν πρὸς τὴν σιτοπαραγωγὴν ἄλλων χωρῶν, αἵτινες καὶ ἐκ
3317τῆς φύσεως τοῦ ἐδάφους αὐτῶν καὶ ἕνεκα τῶν ἄλλων εὐκολιῶν
3318τῆς παραγωγῆς των δύνανται νὰ προσφέρωσι τοὺς σίτους των
3319εἰς τιμὰς κατωτέρας τῆς ἀξίας τῶν παρ’ ἡμῖν παραγομένων.
3320Ἡ παραγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν,
3321ὅπου ἡ γεωργία παντοίας παρουσιάζει ἀτελείας, ἀλλὰ καὶ
3322παρὰ τοῖς πλείστοις τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἐν οἷς αὕτη
3323ἐνεργεῖται διὰ τῶν τελειοτέρων μεθόδων, δὲν δύναται νὰ συναγω-
3324νισθῇ πρὸς τὴν παραγωγὴν τῆς Ρωσσίας καὶ τῶν μεγάλων γεωρ-
3325γικῶν χωρῶν τῆς Ἀμερικῆς, αἵτινες τόσον ἀφθόνους καὶ ὀλιγοδα-
3326πάνους παράγουσι τοὺς καρποὺς τούτους. Δὲν ἀρκεῖ δὲ πρὸς
3327ὑποστήριξιν αὐτῆς μόνη ἡ αὔξησις τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς.
3328Ἀνάγκη καὶ θετικωτέρας αὐτῆς προστασίας. Ἂν διὰ τῆς ἐξα-
3329γομένης σταφίδος εἰσήγοντο εἰς τὴν χώραν 40 καὶ 50 ἑκατομ.
3330φράγκων χρυσῶν, διὰ τῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν ἐξάγονται ἐξ
3331αὐτῆς περὶ τὰ 30,000,000 δραχ. Ὀφείλοντες δὲ νὰ πράξωμεν
3332πᾶν τὸ ἐφ’ ἡμῖν, ὅπως συντηρήσωμεν τὴν διὰ τῆς σταφίδος εἰσ-
3333αγωγὴν χρυσοῦ ὡς μίαν ἐκ τῶν κυριωτέρων βάσεων τῆς ἀνορ-
3334θώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καθῆκον ἔχομεν ἐπίσης
3335νὰ πράξωμεν πᾶν ὅ,τι δυνάμεθα, ὅπως διὰ τῆς παραγωγῆς
3336ἐν τῷ τόπῳ σιτηρῶν παρακωλύσωμεν τὴν πρὸς προμήθειαν
3337αὐτῶν ἐξαγωγὴν χρυσοῦ, παρέχοντες οὕτως εἰς τὴν χώραν
3338ἑτέραν ἐκ τῶν κυριωτέρων βάσεων τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκο-
3339νομικῶν αὐτῆς. Ἡ φύσις δ’ ἔδωκεν ἡμῖν γαίας ἀρκούσας, ὅπως
3340παραγάγωσι τοὺς πρὸς συντήρησιν ἡμῶν ἀναγκαίους δημητρια-
3341κοὺς καρπούς. Δὲν παράγομεν δ’ αὐτούς, διότι τὸ ἄτομον δὲν
3342εἶναι ἱκανὸν νὰ ὑπερνικήσῃ τὰς παρουσιαζομένας δυσκολίας,
3343μήτε δύναται, συνεταιριζόμενον μετ’ ἄλλων, νὰ καταπολεμήσῃ
3344αὐτάς. Πνίγονται αἱ παραγωγικαὶ γαῖαι τὸν χειμῶνα, ξηραί-
3345νονται δὲ τὸ θέρος, ἡ δὲ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία δὲν δύναται
3346μήτε ν’ ἀποξηράνῃ, μήτε νὰ ἀρδεύσῃ αὐτάς. Στερεῖται αὕτη
3347καὶ τῶν μέσων καὶ τῶν γνώσεων, ὅπως ἐκχερσώσῃ καὶ λιπάνῃ
3348τὰς χέρσους καὶ πτωχὰς γαίας.
3349Ἀνάγκη ἑπομένως ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Πολιτείαν, ὅπως
3350παρεμβαίνουσα ὑποχρεώσῃ τὰ ἄτομα νὰ πράξωσιν ὅ,τι δύνα-
3351ται νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς ἀτομικῆς πρωτοβουλίας καὶ τῆς κοινο-
3352πραξίας ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας, νὰ πράξῃ δὲ
3353αὕτη ὅ,τι δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ἡ ἀτομικὴ πρωτοβουλία
3354ὑπὲρ αὐτῆς. Καθῆκον δ’ ἔχει ἐπίσης ἡ Πολιτεία νὰ διδάξῃ
3355καὶ καθοδηγήσῃ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς εἰς τὴν χρῆσιν
3356τελειοτέρων μεθόδων καὶ ὀργάνων καλλιεργείας. Εὐχαρίστως
3357δ’ ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργόν, δηλώσαντα προχθές, ὅτι θὰ
3358ὑποβάλῃ κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον νομοσχέδιον, μεταβάλ-
3359λον τὰς γεωργικὰς σχολὰς εἰς γεωργικοὺς σταθμούς. Τὴν διὰ
3360γεωργικῶν σταθμῶν μόρφωσιν οὐχὶ μαθητῶν, ἀλλὰ γεωργῶν
3361καλλιεργούντων τὴν γῆν, ὑπεστηρίξαμεν ἀπὸ ἐτῶν, ὅτε ὑπε-
3362βλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ νόμος περὶ συστάσεως γεωργικῶν
3363σχολῶν. Ἄν ἔκτοτε εἶχον ἱδρυθῆ οὗτοι, ἠθέλομεν ἔχει σήμε-
3364ρον πλείστους γεωργούς, καλλιεργοῦντας τὰς γαίας των διὰ
3365τελειοτέρων μεθόδων καὶ βελτιωμένων ἐργαλείων, καὶ χρησι-
3366μεύοντας ὡς ἀποτελεσματικὸν παράδειγμα εἰς ὅλους τοὺς
3367γεωργικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἑλλάδος. Ἠθέλομεν δὲ συγχρό-
3368νως ἐπιτύχει καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς κτηνοτροφίας ἡμῶν, ἥτις
3369σήμερον εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν σχεδὸν νομαδικήν. Διὰ
3370τοιαύτης δ’ ἐνεργείας τῆς Πολιτείας θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπι-
3371τύχωμεν τὴν βελτίωσιν καὶ τῶν ἄλλων προϊόντων τῆς χώρας,
3372ὡς π. χ. τοῦ καπνοῦ, οὗτινος ἡ ποιότης μεγάλην ἔχει ἀνάγ-
3373κην βελτιώσεως, ὅπως δυνηθῇ νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τοὺς τουρ-
3374κικοὺς καπνοὺς εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως.
3375Καὶ ἡ μικρὰ ἡμῶν βιομηχανία καθ’ ὅλους αὐτῆς τῆς κλά-
3376δους, οὓς οἱ ὅροι τῆς τοπικῆς παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως
3377ἐνδεικνύουσιν ὡς δυναμένους νὰ εὐδοκιμήσωσι, καὶ ἡ ναυτιλία
3378ἡμῶν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου καὶ ἐμμέσου ὑποστηρίξεως
3379τῆς Πολιτείας. Ὀφείλει δ’ αὕτη νὰ παρέξῃ ταύτην, ὅπως τα-
3380χύτερον δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονο-
3381μικῶν ἡμῶν καὶ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἐσωτερικὰς καὶ ἐξω-
3382τερικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας.
3383Διὰ τῶν διαφόρων μέτρων, ἅτινα ἀνέπτυξα, δυνάμεθα μετὰ
3384πεποιθήσεως νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ θεραπεύσωμεν τὴν νόσον,
3385ἐξ ἧς νοσεῖ ὁ τόπος. Ἡ συστηματικὴ ἕναρξις τῆς ἐφαρμογῆς
3386τῶν μέτρων τούτων θέλει ἔχει ὡς συνέπειαν τὴν ἐλάττωσιν
3387τῆς νόσου καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς· ἡ ἐφαρμογὴ δ’ αὐ-
3388τῶν θέλει φέρει ἀναμφισβητήτως τὴν θεραπείαν. Τότε δὲ εὐ-
3389κόλως καὶ ἄνευ κόπων καὶ θυσιῶν θὰ ἐκλείψωσι τὰ συμπτώ-
3390ματα αὐτῆς, ἡ ἀνεπάρκεια δηλ. τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ ἀνωμα-
3391λία τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. Ὅταν ἡ οἰκονομικὴ κατά-
3392στασις τῆς χώρας ἀποβῇ ὑγιής, θὰ δύναται αὕτη εὐκόλως νὰ
3393δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὰ μέσα, ὧν ἔχει ἀνάγκην πρὸς ἐκπλή-
3394ρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώ-
3395σεών του. Ἡ νομισματικὴ δὲ ἀνωμαλία θὰ ἐκλείψῃ, ὅταν ἡ
3396χώρα, ἀναῤῥώσασα οἰκονομικῶς, θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ εἰς τὴν
3397κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, οὗτι-
3398νος ἔχουσιν ἀνάγκην. Ἡ ἀναγκαστικὴ δὲ κυκλοφορία, τὴν
3399ὁποίαν εἰς μάτην προσπαθοῦμεν ν’ ἀποβάλωμεν διὰ τεχνητῶν
3400μέτρων, θὰ φύγῃ τότε μόνη της, μὴ δυναμένη νὰ συνυπάρξῃ
3401μὲ ὑγιᾶ οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἡ δὲ ἄρσις αὐτῆς θ’ ἀποβῇ
3402ἁπλῶς τυπικὴ πρᾶξις. Τοῦτο δὲν εἶναι γνώμη στηριζομένη
3403ἐπὶ μόνον θεωρητικῶν σκέψεων καὶ μελετῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς
3404πείρας τῶν πλείστων πεπολιτισμένων ἐθνῶν. Ὅπου εἰσήχθη ἡ
3405ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἔμεινε διαρκὴς, ἐφ’ ὅσον εὕρισκε στή-
3406ριγμα τὴν κακὴν τῆς χώρας οἰκονομικὴν κατάστασιν· οὐδα-
3407μοῦ δ’ ἀπεβλήθη διὰ τεχνητῶν καὶ συμπτωματικῶν μέτρων,
3408διὰ δανείων π. χ. ἢ διὰ περιστολῆς τῶν κυκλοφορούντων
3409μματίων. Ὁσάκις δ’ ἤρετο διὰ τοιούτων μέτρων, ἡ τοι-
3410αύτη αὐτῆς ἄρσις ἦτο προσωρινή· ἐπανήρχετο δ’ αὕτη τα-
3411χέως. Εἰσαχθεῖσα ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1870, ἀπῆλθεν ἀνε-
3412παισθήτως καὶ ἄνευ ἐκτάκτου τινὸς μέτρου κατὰ τὸ 1877,
3413ἅμα ἀνέῤῥωσαν τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς. Ἤρθη ἐν Ἰταλίᾳ πρὸ
3414δωδεκαετίας περίπου διὰ δανείου, ἀλλὰ δὲν ἀπῆλθε. Δὲν
3415ὑπάρχει αὕτη σήμερον ἐπισήμως καὶ ἀμέσως ἐν Ἰταλίᾳ, ὑπάρ-
3416χει ὅμως ἐμμέσως, διότι τὰ κυκλοφοροῦντα γραμμάτια δὲν
3417ἀνταλλάσσονται μὲ τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἐδα-
3418νείσθη τὸ Κράτος, ὅπως ἄρῃ αὐτήν, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν τολμᾷ
3419νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν, ἀλλὰ τὸ κρατεῖ κεκλεισμένον ἐν τοῖς
3420ὑπογείοις τῆς Τραπέζης του, ὡς ἐγγύησιν τῶν κυκλοφορούν-
3421των γραμματίων. Συνήθως δὲ βλέπομεν τὴν ἐπικαταλλαγὴν
3422ἢ μᾶλλον τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος ἀνερχομένην εἰς 10
3423καὶ 15% ἐν Ἰταλίᾳ, καίτοι μὴ ὑπαρχούσης ἐπισήμως ἀναγ-
3424καστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ἡ Αὐστρία ἀπὸ τριῶν ἐτῶν ἀπε-
3425φάσισε τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θεωρήσασα
3426ὡς ἀναῤῥώσαντα τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς. Ἐπρομηθεύθη ἤδη τὸ
3427ἀναγκαῖον μεταλλικὸν νόμισμα πρὸς πληρωμὴν τῶν κυκλο-
3428φορούντων γραμματίων, ἀλλὰ καὶ αὕτη κρατεῖ τὸ νόμισμα
3429τοῦτο ἐν τοῖς ὑπογείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ
3430δὲν τὸ θέτει εἰς κυκλοφορίαν, μέχρις ὅτου πεισθῇ, ὅτι ἡ οἰκο-
3431νομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἀπέκτησε τὴν ἀπαιτουμένην
3432εὐρωστίαν, ὅπως παρεμποδίσῃ τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν φυγάδευ-
3433σιν αὐτοῦ. Πεῖραν δὲ τοιαύτην ἐλάβομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτε κατὰ
3434τὸ 1884, πρὶν ἐπιτύχωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἀνάῤῥωσιν τῆς
3435χώρας, ἤρομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, συντελέσαντες
3436εἰς τὴν δείνωσιν τῆς νόσου, ἐξ ἧς ἡ χώρα νοσεῖ.
3437Τὰ μέτρα, ὧν θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ἐφαρμογὴν καὶ σωτή-
3438ρια τὰ ἀποτελέσματα, δὲν δύνανται ἀμέσως, μήτε ἐν βραχεῖ
3439χρονικῷ διαστήματι νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἡ ἐφαρμογὴ
3440αὐτῶν θὰ ἀπαιτήσῃ καὶ 2 καὶ 3 ἔτη· μολονότι δὲ θ’ ἀποβῇ
3441ἐπωφελὴς καὶ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεώς της, οὐχ ἧττον, ὅπως φέρῃ
3442τὰ θετικὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα καὶ τὴν θεραπείαν τῆς νόσου,
3443θ’ ἀπαιτήσῃ πλειότερον χρονικὸν διάστημα. Κατὰ τὸ διά-
3444στημα τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ μὴ παρα-
3445βλέψωμεν καὶ τὰ συμπτώματα τῆς νόσου, ὧν ἡ παραμέλησις
3446καὶ τὰ ἀποτελέσματα δυσχεραίνουσι τὴν θεραπείαν αὐτῆς.
3447Δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν μήτε τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Δημοσίου,
3448μήτε τὰς ἀνωμαλίας τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. Δὲν δυ-
3449νάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν συμπτωματικῶς τὴν θεραπείαν αὐτῶν,
3450ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ περιστείλωμεν τὰς ἐξ αὐτῶν συνεπείας. Μὴ
3451δυνάμενοι νὰ ἐπιτύχωμεν ἀμέσως παγίαν ταμιευτικὴν ἐπάρ-
3452κειαν τοῦ Δημοσίου, ὀφείλομεν νὰ ἐπιτυγχάνωμεν θετικὸν ἰσο-
3453ζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, περικόπτοντες πᾶσαν
3454μὴ ἀπολύτως ἐπιβαλλομένην δαπάνην καὶ ἀποφεύγοντες πᾶ-
3455σαν ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Μὴ δυνάμενοι νὰ ἄρω-
3456μεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν πρὸ τῆς ἀνορθώσεως τῶν
3457οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ὀφείλομεν ν’ ἀσχοληθῶμεν, ἐφ’ ὅσον
3458εἶναι δυνατὸν, εἰς τὴν περιστολὴν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς,
3459διὰ συστηματικῆς τινος ἐπιβλέψεως καὶ διευθύνσεως τῆς νο-
3460μισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας.
3461Καὶ περὶ μὲν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς
3462χρησιμότητος αὐτοῦ εἰς πᾶσαν ἐποχὴν, ἰδίως δὲ σήμερον, ὡμί-
3463λησα ἤδη ἀρχόμενος τοῦ λόγου. Ὀλίγα δὲ θέλω εἰπεῖ περὶ
3464τῆς ἀνάγκης, ἥτις ἐπιβάλλεται πανταχοῦ, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὰς χώ-
3465ρας, ὅπου ἰσχύει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἵνα ὑπάρχῃ
3466ἐπίβλεψίς τις καὶ διεύθυνσις τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας,
3467παρεμποδίζουσα, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὰς ἐκτάκτους καὶ
3468ὑπερβολικὰς διακυμάνσεις τῶν τιμῶν τοῦ νομίσματος.
3469Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι κακὸν ἀναμφισβήτητον,
3470διότι ἀποῤῥέει ἐκ κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου.
3471Ἐνέχει ὅμως καὶ τὸ καλὸν ἐν τῇ εὐκολίᾳ, ἣν παρέχει εἰς τὴν
3472ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς τῶν εἰδῶν, ἅτινα συνδέονται πρὸς
3473τὸ ἐξωτερικὸν, εἴτε ἐξαγόμενα ἐκ τῆς χώρας, εἴτε εἰσαγόμενα
3474εἰς αὐτήν. Ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τῆς παραγωγῆς, ἡ
3475προερχομένη ἐκ τῆς διατηρήσεως ἐν τῷ τόπῳ τῆς νομισμα-
3476τικῆς δυνάμεως καὶ ἀξίας τοῦ νομίμου νομίσματος, καὶ συνε-
3477πῶς ἐκ τῆς μὴ μεταβολῆς τῶν τιμῶν τῶν διαφόρων ἀντι-
3478κειμένων, τῶν χρησίμων εἰς αὐτὴν, καθιστᾷ ἐπωφελεστέραν
3479καὶ ἐνθαῤῥύνῃ τὴν παραγωγὴν τῶν εἰδῶν, ἅτινα ἐξαγόμενα
3480ἀνταλλάσσονται μὲ χρυσὸν ἢ μὲ ἀξίας ἀντιπροσωπευούσας
3481χρυσὸν, αἱ ὁποῖαι, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα ἤδη, ὑπερτιμῶνται
3482ἐν τῇ χώρᾳ, ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὴν αὐ-
3483τὴν δ’ εὑρίσκει ἐνθάῤῥυνσιν καὶ παρότρυνσιν καὶ ἡ παρα-
3484γωγὴ τῶν ἀντικειμένων, ἅτινα, εἰσαγόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ,
3485πληρόνονται εἰς χρυσὸν, ὁπόταν ὑπάρχωσιν ἐν τῷ τόπῳ τὰ
3486στοιχεῖα τῆς παραγωγῆς ὁμοειδῶν ἀντικειμένων, ὑπὸ τοὺς
3487ἐπωφελεστέρους ὅρους, οὓς παρέχει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλο-
3488φορία. Ἄνευ τοῦ καλοῦ τούτου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
3489ρίας, δὲν ἠθέλομεν ἰδεῖ τὴν ἀνάπτυξιν, ἣν ἔλαβε τελευταῖον
3490ἡ μικρὰ ἡμῶν βιομηχανία, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἀνθέξωσιν
3491οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ εἰς τὴν κρίσιν, ἣν διέρχεται ἡ σταφὶς,
3492ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς οἰκονομικῆς καὶ νομισματι-
3493κῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἐὰν πωλοῦντες τὸ προϊὸν αὐ-
3494τῶν εἰς τὰς τιμὰς, ἃς ἔχει σήμερον ἐν Εὐρώπῃ, δηλ. πρὸς
349540 καὶ 50 φρ. χρυσᾶ κατὰ χιλιόλιτρον, ἦσαν ὑποχρεωμέ-
3496νοι νὰ καταβάλλωσι τὰς δαπάνας τῆς παραγωγῆς των ἐπί-
3497σης εἰς χρυσᾶς δραχμάς. Τὴν τοιαύτην ἐπωφελῆ ἐπήρειαν
3498τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ. Τοὐναν-
3499τίον, δὲ σήμερον ἡ τοιαύτη ἐπήρεια σπουδαίως ἐπασχολεῖ ἐν
3500Εὐρώπῃ πολλοὺς δημοσιολόγους καὶ πολλοὺς διαχειριζομέ-
3501νους τὰ οἰκονομικὰ τῶν Κρατῶν. Πιστεύουσι δ’ οὗτοι, ὅτι ἡ
3502παραγωγὴ τῶν πλουσίων Κρατῶν, τῶν ἐχόντων νομισματι-
3503κὴν κυκλοφορίαν εἰς χρυσὸν, οὐ μόνον ἡ γεωργικὴ, ἀλλὰ καὶ
3504ἡ βιομηχανικὴ, δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀνθέξῃ, συναγωνιζομένη πρὸς
3505τὴν παραγωγὴν τῶν Κρατῶν τῶν ἐχόντων κυκλοφορίαν νο-
3506μίσματος κατωτέρας ἀξίας τοῦ χρυσοῦ, εἴτε εἰς ἄργυρον, εἴτε
3507εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντα.
3508Ἀλλ’ ἐὰν τὸ καλὸν τοῦτο τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας
3509ἰσοφαρίζῃ πολλὰ ἐκ τῶν κακῶν αὐτῆς, δὲν ἀναιρεῖ ὅμως τὰ
3510ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα, ἅτινα φέρουσιν αἱ συχναὶ καὶ ἀπό-
3511τομοι διακυμάνσεις τῶν τιμῶν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλ-
3512λάγματος, αἵτινες καθιστῶσιν ἀβεβαίαν καὶ ἐπισφαλῆ πᾶσαν
3513ἐμπορικὴν καὶ βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν, συνδεομένην πρὸς
3514τὸ ἐξωτερικὸν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, εἴτε διὰ τῆς προμη-
3515θείας τῶν διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτῶν ἀναγκαίων εἰδῶν, τῶν
3516ἔξωθεν εἰσαγομένων, εἴτε διὰ τῆς πωλήσεως τῶν προϊόντων
3517των. Τὴν πρόληψιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, καὶ τὴν περι-
3518στολὴν τῶν τοιούτων διακυμάνσεων τῶν τιμῶν τοῦ νομί-
3519σματος δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ συστηματικὴ ἐπίβλεψις καὶ διεύ-
3520θυνσις τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας.
3521Ἡ ἐπίβλεψις αὐτῆς ἀνήκει πανταχοῦ σχεδὸν εἰς τὰς Ἐθνι-
3522κὰς Τραπέζας, αἵτινες φέρουσι τὸν τίτλον Τράπεζαι Ἐκδό-
3523σεως (Banques d’ émission), ἀλλ’ αἱ Ἐθνικαὶ Τράπεζαι
3524ἡμῶν, εἰς ἄλλα παρεκτραπεῖσαι πρὸ ἐτῶν ἔργα, δὲν δύνανται
3525νὰ ἐπιδιώξωσι μόναι των τὴν ἐπίβλεψιν καὶ διεύθυνσιν τού-
3526των. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνέπτυξα ἄλλοτε διὰ μακρῶν, δὲν
3527θέλω δὲ, εἰς τὴν προκεχωρηκυῖαν ταύτην ὥραν, νὰ εἰσέλθω
3528εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο
3529ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις
3530ἐσχηματίσθη διὰ τοῦ πρὸ ἡμερῶν ψηφισθέντος νομοσχεδίου.
3531Ἀτελὴς, ὅπως ἐσχηματίσθη, ἡ ὑπηρεσία αὕτη, δυσκόλως θὰ
3532δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ αὐτό. Ὡς ἐψηφίσθη αὕτη, οὐδὲν ἄλλο
3533δύναται νὰ πράξῃ ἢ τὴν τυπικὴν καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς εἰδικῆς
3534ὠφελείας πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου.
3535Πρέπει ὅμως νὰ συμπληρωθῇ, ὅπως διὰ καταλλήλου ὀρ-
3536γανισμοῦ δυνηθῇ νὰ ἐπιδιώξῃ οὐ μόνον τὴν βαθμιαίαν ἐξό-
3537φλησιν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐν συμπράξει
3538μετὰ τῶν Ἐθνικῶν Τραπεζῶν ἐπίβλεψιν καὶ διεύθυνσιν τῆς
3539νομισματικῆς κυκλοφορίας. Διὰ τοιαύτης διευθύνσεως θὰ
3540ἀποβῇ δυνατὴ ἡ παρακώλυσις τῶν ἀποτόμων διακυμάνσεων
3541τῆς τιμῆς τοῦ νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος διὰ τῆς
3542προμηθείας τοιούτου κατὰ τὰς ἐποχὰς, καθ’ ἃς προσφέρεται
3543τοῦτο ὑπὸ τῶν παραγωγῶν καὶ ἄλλων εἰσαγόντων χρυσὸν
3544καὶ διὰ τῆς προσφορᾶς αὐτοῦ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἐμ-
3545πόριον, ὁσάκις ζητῆται τοῦτο ἕνεκα πραγματικῶν ἀναγκῶν
3546αὐτῶν.
3547Τοιαύτας νομίζω, Κύριοι, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ βάσεις, καὶ τοιού-
3548τους ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώκῃ σκοποὺς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
35491895 καὶ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἐφ’ ἧς στηρίζεται οὗτος.
3550Ἀλλ’, ὡς εἶπον, μολονότι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
3551τοῦ 1895 μεμονωμένα τινὰ μέτρα, γενικώτερον ἔχοντα χα-
3552ρακτῆρα, οὐχ ἧττον μήτε εἰς τὰς ἐγγραφὰς αὐτοῦ, μήτε εἰς
3553τὴν εἰσήγησίν του παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
3554μήτε εἰς τὰ μέτρα, ἅτινα ἐψηφίσαμεν, εὑρίσκω τὸ σύνολον τοι-
3555ούτων ἢ ἀναλόγων βάσεων, ἀποῤῥεουσῶν ἐκ συστήματος ἀκε-
3556ραίου καὶ δυναμένων ν’ ἀποτελέσωσιν οἰκονομικὴν πολιτικὴν,
3557ἐξ ἧς νὰ προκύπτωσι μέτρα, ἐμπνέοντα εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα,
3558ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς των θὰ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἀνόρθωσις
3559τῆς χώρας.
3560Ἂν ἡ Βουλὴ εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα ἐργασθῇ
3561ἀνέτως, ἤθελον προτείνει εἰς αὐτὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυ-
3562βέρνησιν τὴν ἐπὶ τοιούτων βάσεων ἀναθεώρησιν τοῦ προϋ-
3563πολογισμοῦ τοῦ 1895. Τοιαύτην ὅμως πρότασιν δὲν θεωρῶ
3564κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ὡς δυναμένην νὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀπο-
3565τέλεσμα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸν
3566προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ὡς ἔργον ἀνάγκης διὰ τὴν λει-
3567τουργίαν τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς.
3568Ψηφίζοντες ὅμως αὐτὸν, ὀφείλομεν συνάμα νὰ συστήσωμεν
3569εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μὴ ἔχουσαν πλέον τὴν δικαιολογίαν τῆς
3570ἐλλείψεως χρόνου, ἵνα κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βου-
3571λῆς ὑποβάλῃ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1896 προϋπολογισμὸν
3572στηριζόμενον ἐπὶ οἰκονομικοῦ συστήματος ἀνταποκρινομένου
3573πρὸς τὰς περιστάσεις, ἃς διέρχεται ἡ χώρα, καὶ δυναμένου
3574ἀποτελεσματικῶς νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν αὐτῆς.
3575Ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως
3576ἀποτοβήσωμεν τὸν κίνδυνον, ὃν διατρέχομεν, νὰ ἀκούσωμεν
3577καὶ πάλιν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος ἀγ-
3578γέλλοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν δυνάμεθα δυστυ-
3579χῶς νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, καὶ ὅπως ἐπιτύ-
3580χωμεν τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν ἐν τῇ χώρᾳ
3581ἐρειπίων, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν πόθον πάντων ἡμῶν.
3582§137ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάταιοι λοιπὸν ἦσαν πάντες οἱ μέχρι τοῦδε
3583κοινοβουλευτικοὶ ἀγῶνες, οἱ στραφέντες περὶ τὴν διάγνωσιν
3584τῶν αἰτίων τοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς οἰκονομικοῦ νοσήματος.
3585Αἴτια τούτου δὲν εἶναι οὔτε ἡ κακὴ διοίκησις τῶν οἰκονομι-
3586κῶν τοῦ Κράτους οὔτε οἱ πλαστοὶ καὶ εἰκονικοὶ προϋπολο-
3587γισμοί του, οὔτε τὰ μεγάλα ἐλλείμματα τούτων, ὡς ἐζητή-
3588σαμεν πολλοὶ πολλάκις ν’ ἀποδείξωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
3589καὶ ὡς ἐφαίνετο τοῦτο τελευταῖον τοὐλάχιστον κοινῇ ὁμολο-
3590γούμενον. Αἴτια τοῦ κακοῦ εἶναι ἔνθεν μὲν ἡ ἔλλειψις πάσης
3591κοινωνικῆς καὶ πολιτειακῆς ἀνατροφῆς παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ
3592λαῷ, ἡ συνεξομοιοῦσα τοῦτον πρὸς τοὺς τυφλοὺς ὀπαδοὺς τῆς
3593εἱμαρμένης Ἀνατολίτας, ἔνθεν δὲ ἡ ἀνεπάρκεια τῆς χώρας
3594ἡμῶν, τῆς ἀνικάνου ἵνα παράγῃ τὸν ἀπαιτούμενον χρυσὸν
3595οὐ μόνον διὰ τὰς ἰδίας αὑτῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς τοῦ Κρά-
3596τους πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν ὑποχρεώσεις. Ὅσοι ἠγνοεῖτε τοῦτο,
3597Κύριοι, θὰ τὸ ἐμάθετε νῦν ἐκ τῆς ἀνακαλύψεως, ἣν ἔσπευσε
3598τὴν ἑσπέραν ταύτην ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότι-
3599μος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, καὶ δὴ κατὰ τρόπον τοιοῦτον,
3600καθ’ ὃν ἐνόμισεν ὅτι θὰ διέσωζε νῦν ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ προνόμιον
3601τῆς εὑρεσιτεχνίας, ὅπερ τῷ διημφισβητήθη ἤδη ἐπὶ τῆς ἄλλης
3602ἀνακαλύψεώς του περὶ ἱδρύσεως ἰδίας ὑπηρεσίας τοῦ δημο-
3603σίου ἡμῶν χρέους. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ὁποίαν ἐντύπωσιν ἔκα-
3604μεν εἰς ὑμᾶς ἡ νέα αὕτη ἀνακάλυψις τοῦ κ. συναδέλφου.
3605Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἐὰν, καθ’ ἣν ὥραν ἔκαμνε τὴν σχετικήν του
3606ἀνακοίνωσιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης, παρίστατο ἐνταῦ-
3607θα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ τῷ παρείχετο τὸ δικαίωμα ἵνα
3608ὁμιλήσῃ, θὰ ἔσπευδεν αὐτὸς νὰ τῷ δώσῃ τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν:
3609«Καὶ τίνα σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ κατατρῦχον ἡμᾶς οἰκονο-
3610»μικὸν νόσημα ἡ ἔλλειψις κοινωνικῆς καὶ πολιτειακῆς ἀνα-
3611»τροφῆς μου; τίνα σχέσιν ἔχει πρὸς αὐτὸ καὶ ἡ ἐπάρκεια ἢ
3612»ἀνεπάρκεια τῆς χώρας; Τί ἐζητήσατε παρ’ ἐμοῦ καὶ παρ’
3613»αὐτῆς μέχρι τοῦδε, σεῖς οἱ ἀλληλοδιαδόχως κυβερνήσαντες
3614»ἡμᾶς, καὶ δὲν τὸ ἐλάβετε; Ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1886
3615»εἶχον αὐξήσει κατὰ τὸ ἥμισυ τὰ φορολογικὰ ἡμῶν βάρη, ἀνελ-
3616»θόντα εἰς 60 περίπου ἑκατομμύρια. Μολονότι δ’ ἔκτοτε καὶ
3617»σεῖς καὶ ὁ τότε πολιτικὸς ἀρχηγός σας καὶ νῦν Πρόεδρος
3618»τῆς Κυβερνήσεως διεκηρύττετε ὅτι εὑρισκόμεθα ἤδη ἐν φο-
3619»ρολογικῷ καμάτῳ καὶ ὅτι ἦτο ἀδύνατον πλέον νὰ κατα-
3620»βάλλωμεν ἐτησίως πέραν τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, ἰδοὺ ὅτι ἀπὸ
3621»τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰς νέα φορολογικὰ βάρη ἑκάστοτε ὑπα-
3622»χθέντες, ἐφέρομεν αὐτὰ ἀγογγύστως, καὶ ἀποτίνομεν νῦν εἰς
3623»τὸ Δημόσιον τὸ ὑπερδιπλάσιον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἰσεφέρομεν
3624»πρὸ τοῦ ἔτους 1882. Ἰδοὺ ὅτι καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος 1894,
3625»ἔτος οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ κακοδαιμονίας, τὰ ἔσοδα τοῦ
3626»Κράτους μέλλουσι νὰ ὑπερβῶσι τὰ 95 ἑκατομμύρια. Κατὰ
3627»τί δὲ πταίομεν νῦν ἡμεῖς, ἐὰν σεῖς, οἱ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ
3628»ἐντεῦθεν ἀλληλοδιαδόχως κυβερνήσαντες ἡμᾶς, νέας πάν-
3629»τοτε δημιουργοῦντες ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀπεδεικνύετε τὸν
3630»προϋπολογισμὸν τούτου ἀληθῆ πίθον Δαναΐδων, καταλεί-
3631»ποντα ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων, ἅτινα δὲν ἠδύναντο ἢ
3632»νὰ περιαγάγωσιν αὐτὸ ἐπὶ τέλους εἰς πτώχευσιν, συνταρά-
3633»ξασαν ἐκ θεμελίων καὶ τὴν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκονομίαν; Διὰ
3634»τοῦτο δὲ νομίζομεν, ὅτι ἡμεῖς μᾶλλον δικαιούμεθα νὰ ζη-
3635»τήσωμεν παρ’ ὑμῶν λόγον καὶ νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν: Τί ἐκά-
3636»ματε τὰς ἑκατοστύας ὅλας ἑκατομμυρίων, ἅτινα εἰσεπράξατε
3637»παρ’ ἡμῶν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν περιπλέον ἐκείνων, ἅτινα
3638»εἰσέπραξαν οἱ προκάτοχοί σας κατὰ τὴν προηγουμένην ἀντί-
3639»στοιχον χρονικὴν περίοδον; Τί ἐκάματε τὰς ἑτέρας ἑκατο-
3640»στύας ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν
3641»εἰσεπράξατε ἐκ νέων δανείων τοῦ Κράτους; Τί ἐκάματε
3642»ἔκτοτε τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν τὸ ἔτος ἐκεῖνο παρελάβετε
3643»μὲ τὰς πρὸ μικροῦ προσαρτηθείσας νέας ἐπαρχίας της, μὲ
3644»τὴν τότε ἀναζωογονηθεῖσαν πίστιν της, πλήρη ἐλπίδων περὶ
3645»αἰσιωτέρου οἰκονομικοῦ καὶ πολιτικοῦ μέλλοντος; Πλὴν δε-
3646»κάδων ἑκατομμυρίων, δαπανηθέντων ὑπὲρ τῶν τριῶν θω-
3647»ρηκτῶν μας, ἅτινα ἄδηλον ἐὰν θὰ χρησιμοποιήσωμέν ποτε,
3648»καὶ ὑπὲρ δημοσίων ἔργων, ἅτινα δὲν ἐξυπηρετοῦσι πάντα
3649»ἀληθεῖς οἰκονομικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, πῶς διεθέσατε ὅλας
3650»τὰς ἄλλας ἑκατοστύας τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἑκατομμυρίων;
3651»Πόσα ἐξ αὐτῶν ἐδαπανήσατε εἰς βελτίωσιν τῶν τῆς ἐκκλη-
3652»σίας, τῆς παιδείας, τῆς δικαιοσύνης, τῆς διοικήσεως; πόσα
3653»εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πολεμικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ὅπως δια-
3654»σώσωμεν τὸ ἐν τῇ Ἀνατολῇ γόητρον ἡμῶν ἀλώβητον καὶ
3655»ὦμεν ἕτοιμοι ἐν δεδομένῃ εὐκαιρίᾳ νὰ διεκδικήσωμεν τὰ ἐθνι-
3656»κὰ ἡμῶν δίκαια; πόσα ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τῶν οἰκονομι-
3657»κῶν ἡμῶν πόρων; πόσα ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ κτηνοτρο-
3658»φίας; πόσα ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς; πόσα ὑπὲρ τῆς στα-
3659»φιδοπαραγωγῆς, ἐφ’ ἧς, μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὴν μέχρι τοῦδε
3660»αὐτόχρημα λῃστρικὴν φορολογίαν της, ἐδράξασθε τῆς ὑφι-
3661»σταμένης κρίσεώς της, ὅπως διὰ τοῦ τελευταῖον ἐπιψηφισθέν-
3662»τος νομοσχεδίου, ὑπὸ τὸ πρόσχημα παρεχομένης δῆθεν εἰς
3663»αὐτὴν ἐπικουρίας, ἐπαυξήσητε τὰ ἤδη ἀφόρητα βάρη της;
3664»πόσα ἐδαπανήσατε ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας; πόσα ὑπὲρ τοῦ
3665»ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας, τῶν δύο σπουδαιοτάτων τού-
3666»των παραγόντων τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, δι’ οὓς νομίζει
3667»τις, ὅτι προώρισεν ἐπίτηδες ἡ φύσις τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐν οἷς
3668»αὕτη διεκρίθη καὶ ἐμεγαλούργησεν ἐν τῷ παρελθόντι; Οὐδὲν,
3669»ἀπολύτως οὐδέν! Κατεσπαταλήθησαν πᾶσαι αἱ ἑκατοστύες
3670»ἐκεῖναι τῶν ἑκατομμυρίων, χωρὶς νὰ γείνῃ τι ἄξιον λόγου
3671»οὔτε ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς παιδείας, οὔτε ὑπὲρ τῆς
3672»δικαιοσύνης καὶ τῆς διοικήσεως, οὔτε ὑπὲρ τῆς συντάξεως
3673»τῶν πολεμικῶν ἡμῶν δυνάμεων, οὔτε ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως
3674»τῶν οἰνομικῶν ἡμῶν πόρων. Κατεσπαταλήθησαν, ὅπως πάν-
3675»τα ταῦτα ὀλιγωρηθῶσι τέλεον, ὅπως γείνωμεν τὸ ἐξουθέ-
3676»νωμα παντὸς ἄλλου λαοῦ καὶ πάσης ἄλλης χώρας ἐν τῇ
3677»Ἀνατολῇ. Κατεσπαταλήθησαν, ὅπως ἐγκολαφθῇ εἰς τὸ
3678»μέτωπον ἡμῶν τὸ στίγμα τῆς χρεωκοπίας τοῦ Δημοσίου,
3679»ὅπως τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ καταβαραθρωθῶσι, καὶ εἰς
3680»τὸ βάραθρον τοῦτο ἐπαπειλῶσι νῦν νὰ συμπαρασύρωσι καὶ
3681»τὰ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκονομικά. Καὶ θέλετε νῦν διὰ τὴν
3682»τοιαύτην κακοδαιμονίαν, ἧς σεῖς, οἱ ἀλληλοδιαδόχως κυ-
3683»βερνήσαντές μας ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, ὑπέχετε πλήρη
3684»καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην, νὰ καταστήσητε ὑπαιτίους ἡμᾶς
3685»τὰ θύματα, τοὺς πάντη ἀθώους; Αἱ αἰτιάσεις σας εἶναι
3686»ὅλως ἄδικοι, ἠδύναντο δὲ, ὡς πρὸς τὴν ἔλλειψιν κοινωνικῆς
3687»καὶ πολιτειακῆς ἀνατροφῆς, νὰ ἔχωσιν ὑπόστασίν τινα κατὰ
3688»τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι σᾶς ἠνέχθημεν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον
3689»κατοργιάζοντας ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ παίζοντας μὲ τὰς τύ-
3690»χας μας. Ἔπρεπε βεβαίως πρὸ πολλοῦ νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς
3691»τὴν τοιαύτην κατάστασιν, λαμβάνοντες ἀνὰ χεῖρας φραγγέ-
3692»λιον καὶ ἐκβάλλοντες δι’ αὐτοῦ ἅπαξ διὰ παντὸς ἐκ τοῦ ἱεροῦ
3693»τῆς Πολιτείας τοὺς καπήλους τῆς ἐμπιστοσύνης μας, τοὺς
3694»αὐτουργοὺς καὶ συνεργοὺς τῆς νῦν κακοδαιμονίας μας. Ἀφοῦ
3695»οὐδέποτε ἐσκέφθημεν νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ πρώτιστον καὶ κύ-
3696»ριον τοῦτο καθῆκον ἡμῶν, ὡς συνταγματικοὶ πολῖται, ὡς
3697»λαὸς φροντίζων περὶ τῆς ἰδίας αὐτοσυντηρησίας, ἔπρεπε νῦν
3698»ν’ ἀκούσωμεν τὴν πικρὰν ταύτην εἰρωνείαν παρ’ ὑμῶν, ὅτι
3699»στερούμεθα κοινωνικῆς καὶ πολιτειακῆς ἀνατροφῆς, συνεξο-
3700»μοιούμενοι κατὰ τοῦτο πρὸς τοὺς τυφλοὺς ὀπαδοὺς τῆς εἱ-
3701»μαρμένης Ἀνατολίτας, πρὸς αὐτοὺς τοὺς Φελλάχους!»
3702Τοιαῦτά τινα, Κύριοι, θὰ εἶχε ν’ ἀπαντήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς
3703λαὸς πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἄρτης, ἱκανά, ὡς νομί-
3704ζω, ἵν’ ἀποστομώσωσιν αὐτόν. Ἀλλ’ ὅπως μὴ ὑπολειφθῇ ἡ
3705ἐλαχίστη ἀμφιβολία καὶ περὶ τῆς δῆθεν ἀνεπαρκείας τῆς χώ-
3706ρας καὶ περὶ τῶν ἄλλων οἰκονομικῶν παραδοξολογιῶν του,
3707περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, περὶ πιστωτικοῦ καὶ μεταλ-
3708λικοῦ νομίσματος—διότι εἰς ταύτας κυρίως περιορίζεται ἡ
3709νέα ἀνακάλυψις τοῦ κ. συναδέλφου,—θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἵνα
3710ὑποβάλω καὶ ἐγὼ αὐτὰς εἰς βραχὺν ἔλεγχον.
3711Ἡ θεωρία, Κύριοι, περὶ ἀνεπαρκείας χώρας τινὸς, ἵνα ἐκ-
3712πληρώσῃ τὰς πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν ὑποχρεώσεις της, εἶναι
3713ἤδη ἀπηρχαιωμένη καὶ ἕωλος παντάπασι. Πάλαι ποτὲ ἐπε-
3714κράτει ὄντως καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ καὶ ἐν τῇ πράξει ἡ τοιαύτη
3715γνώμη. Ἐνομίζετο τότε, ὅτι ἦτο δυνατὸν χώρα τις ν’ ἀπο-
3716στραγγισθῇ τοῦ χρυσοῦ της, νὰ καταστῇ ἀνεπαρκὴς, ὡς πρὸς
3717τὰς ὑποχρεώσεις της πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ νὰ πτωχεύσῃ.
3718Πᾶσα δὲ προσπάθεια κατεβάλλετο τότε καὶ ὑπὸ τῶν ἡγεμό-
3719νων καὶ ὑπὸ τῶν διεπόντων τὰς οἰκονομικὰς τύχας τῶν δια-
3720φόρων χωρῶν, ἵνα περιβάλωσιν αὐτὰς, εἰ δυνατὸν, διὰ σινι-
3721κοῦ τείχους, ἀποκλείοντος μὲν τὴν ἐξ αὐτῶν ἐξαγωγὴν τοῦ
3722χρυσοῦ, ἐπιτρέποντος δὲ μόνον τὴν ἔξωθεν εἰσροὴν τούτου.
3723Ἐλαμβάνετο καὶ τότε ὑπ’ ὄψιν ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου, καὶ
3724εὐθὺς, ὡς ἐφαίνετο ὑπερβάλλουσα ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ τὴν ἐξα-
3725γωγήν, προσέφευγον εἰς πάντα τὰ δυνατὰ περιοριστικὰ, ἐν
3726ἀνάγκῃ δὲ καὶ ἀπαγορευτικὰ μέτρα, ὅπως τύχωσιν ἀντιθέτων
3727ἀποτελεσμάτων. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, καὶ ἡ περὶ ἀνεπαρ-
3728κείας τῆς χώρας ἡμῶν ἀνακάλυψις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης,
3729ὡς καὶ ἡ περὶ ἱδρύσεως ἰδίας ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους,
3730στερεῖται τῆς πρωτοτυπίας, οὐδὲ δύναται ν’ ἀξιώσῃ προνό-
3731μιον εὑρεσιτεχνίας, τὸ δὲ χείριστον πάντων δι’ αὐτὸν εἶναι,
3732ὅτι ἡ σχετικὴ θεωρία πρὸ πολλοῦ ἤδη ἔχει ἀποσκορακισθῆ
3733ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, κέκτηται δὲ τὴν σήμερον μόνον ἱστορικὴν
3734σημασίαν, ἀναφερομένη ἐν τοῖς διαφόροις ἐγχειριδίοις τῆς οἰ-
3735κονομικῆς ἐπιστήμης, ὡς ἁπλῆ παραδοξολογία τοῦ παρελ-
3736θόντος. Καὶ ἐν τῇ πράξει δ’ ἔχει ἐγκαταλειφθῆ ἤδη ἀπὸ ἑκα-
3737τονταετηρίδος καὶ ἐπέκεινα, οὕτως ὥστε ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ,
3738ὅστις θὰ ἐτόλμα νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν τὴν σήμερον, νὰ θεω-
3739ρῆται ὡς μὴ ἔχων σώας τὰς φρένας· καὶ δικαίως.
3740Ἡ ἀνεπάρκεια, Κύριοι, χώρας τινὸς εἶναι καθαρὰ οὐτοπία.
3741Πᾶσα χώρα τυγχάνει αὐτάρκης, ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν
3742της πόρων. Ἡ ἀνεπάρκεια ἐγχωρεῖ ἐπὶ μόνων τῶν ἀτόμων,
3743ἅτινα δύνανται νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν,
3744δύνανται οὕτω νὰ ἐξοδεύωσι πλείονα τῶν ἐσόδων, νὰ κατα-
3745δαπανῶσι καὶ ν’ ἀποβάλλωσι τὴν περιουσίαν των, περιερχό-
3746μενα τοιουτοτρόπως εἰς παντελῆ ἔνδειαν καὶ πτωχείαν.
3747Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγχωρεῖ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀποκλείεται παν-
3748τάπασιν ἐπὶ λαῶν ὁλοκλήρων καὶ χωρῶν. Ἀδύνατον αὗται
3749νὰ εὑρεθῶσιν ἐς ἀεὶ ἐν ἀνεπαρκείᾳ, ἀδύνατον νὰ καταδαπα-
3750νήσωσι καὶ ἀποβάλωσι τὴν περιουσίαν των, ἀδύνατον νὰ
3751περιέλθωσιν εἰς παντελῆ ἔνδειαν καὶ πτώχευσιν. Καὶ ἂν πρὸς
3752στιγμὴν ὑπερβάλωσι τὰ ἔξοδα τὰ ἔσοδά των, καὶ ἂν πρὸς
3753στιγμὴν παρατηρηθῇ ἀνεπάρκεια, ἡ αὐτάρκεια ἀποκαθίστα-
3754ται ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ κατ’ ἀνάγκην. Ἀφοῦ εἶναι ἀδύνατον
3755χώρα τις ν’ ἀπαλλοτριωθῇ τῶν ἰδίων αὐτῆς πόρων, καὶ ἐὰν
3756ἔτι ἐπί τινα χρόνον ὑπερβῇ ἡ εἰσαγωγὴ τὴν ἐξαγωγήν, θὰ
3757ἐπέλθῃ ἀφ’ ἑαυτῆς ἡ ἀντίδρασις, ἥτις θὰ ἔχῃ ὡς ἐπακόλου-
3758θον τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἰσοῤῥοπίας ἐν ταῖς συναλλαγαῖς
3759αὐτῆς πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἄνευ νομοθετικῶν καὶ διοικητι-
3760κῶν μέτρων, ἄνευ ἄλλης οἱασδήποτε ἐπηρείας.
3761Τὴν σήμερον μάλιστα, Κύριοι, ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου τῶν
3762διαφόρων χωρῶν ἀποδεικνύει, κατ’ ἀντίθετον λόγον ἐκείνου, ὃν
3763ἀπεδέχοντο ἀπ’ αὐτῆς κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα, ἀποδέ-
3764χονται δ’ ἔτι καὶ νῦν τινες παρ’ ἡμῖν, τὴν οἰκονομικὴν εὐε-
3765ξίαν ἢ καχεξίαν αὐτῶν. Τὴν σήμερον ἀσφαλέστατον τεκμή-
3766ριον τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας χώρας τινὸς ὑπολαμβάνεται
3767οὐχὶ τὸ λεγόμενον ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον, ἤτοι ἡ ἐξίσωσις τῆς
3768εἰσαγωγῆς πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν ἢ καὶ τὸ ὑπερβάλλον ταύτης
3769πρὸς ἐκείνην, ἀλλὰ πᾶν τοὐναντίον. Καθόσον δηλαδὴ χώρα
3770τις ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἀνωτέραν εἰσαγωγὴν τῆς ἐξαγωγῆς, κατὰ
3771τοσοῦτον θεωρεῖται αὐξάνουσα καὶ ἐπιδίδουσα ἡ οἰκονομική της
3772εὐεξία, ἥτις δὲν ἐκδηλοῦται βεβαίως ἐν μόνῃ τῇ ἐξαγωγῇ. Ὅπως
3773χώρα τις ἔχῃ ἀνωτέραν εἰσαγωγήν, τοῦτο σημαίνει, ὅτι αὕτη
3774πλὴν τῶν ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς της κέκτηται καὶ ἄλλους πόρους
3775τοὺς ἀδήλους λεγομένους, μάλιστα δὲ τὴν ἀκμαίαν πίστιν της
3776καὶ τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τοποθετημένα κεφάλαιά της. Ἡ
3777ἐλάττωσις ἢ καὶ παντελὴς ἔλλειψις τῶν ἀδήλων πόρων καὶ
3778κατ’ ἐξοχὴν ἡ κατάπτωσις τῆς πίστεώς της, προφανῆ ση-
3779μεῖα τῆς οἰκονομικῆς καχεξίας, ἔχουσιν ὡς ἀναγκαῖον ἐπακό-
3780λουθον τὴν μείωσιν τῆς εἰσαγωγῆς, τὴν ἐξίσωσιν ταύτης πρὸς
3781τὴν ἐξαγωγήν, ἢ καὶ τὴν ἐλάττωσιν αὐτῆς ὡς πρὸς ταύτην.
3782Εἶναι τοῦτο, Κύριοι, ἀλήθεια, ἐπιβεβαιουμένη ὑπὸ τῶν πραγ-
3783μάτων αὐτῶν, ἀλήθεια, στηριζομένη εἰς τὴν πεῖραν τῶν
3784διαφόρων χωρῶν. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ προκει-
3785μένου προϋπολογισμοῦ, τὴν γενομένην κατὰ Δεκέμβριον μῆνα
3786τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐπεκαλέσθην τὴν στατιστικὴν τῆς
3787κινήσεως τοῦ ἐμπορίου τῶν πλείστων χωρῶν τῆς ὑφηλίου
3788τί δ’ ἀπεδείχθη ἐξ αὐτῆς; Ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, ἡ Βελ-
3789γική, αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Β. Ἀμερικῆς καὶ πᾶσα
3790ἄλλη οἰκονομικῶς εὐεκτοῦσα χώρα ἔχει ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ
3791ἀνωτέραν εἰσαγωγὴν τῆς ἐξαγωγῆς, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ Σερβία,
3792ἡ Αἴγυπτος, ἡ Βρασιλία, ἡ Ἀργεντινὴ καὶ πᾶσα ἄλλη ἐν
3793προφανεῖ οἰκονομικῇ καχεξίᾳ διατελοῦσα χώρα ἔχει νὰ ἐπι-
3794δείξῃ ἀνωτέραν ἐξαγωγὴν τῆς εἰσαγωγῆς. Καὶ παρ’ ἡμῖν,
3795Κύριοι, ἑνόσῳ παρετηρεῖτο οἰκονομική τις εὐεξία, ἡ εἰσαγωγὴ
3796ὑπερέβαινε τὴν ἐξαγωγὴν κατὰ δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων,
3797ἅτινα ἐκαλύπτοντο διὰ τῶν ἀδήλων λεγομένων πόρων καὶ
3798διὰ τῆς πίστεως τῆς χώρας ἡμῶν. Ὅτε ὅμως ἐξεῤῥάγη ἡ
3799μεγάλη οἰκονομικὴ κρίσις ἐν ἔτει 1893, ὅτε τὸ Κράτος
3800περιέστη εἰς ἀνικανότητα, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἀκεραίας τὰς ὑπο-
3801χρεώσεις του, ὅτε ὁμοῦ μετὰ τῆς πίστεως αὐτοῦ συνεκλονήθη ἐκ
3802βάθρων καὶ ἡ κατ’ ἰδίαν τῆς χώρας πίστις, τότε ἡ εἰσαγω-
3803γὴ ἡμῶν ἐμειώθη μεγάλως, σχεδὸν ἐξισωθεῖσα πρὸς τὴν ἐξα-
3804γωγήν, ηὔξησε δὲ πάλιν τὸ 1891, ὅτε μετὰ τὴν ἔναρξιν
3805τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων ἀνεθάῤῥησε τὸ
3806ἐμπόριον ἡμῶν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι αἰσιωτέρου μέλλοντος.
3807Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, οὐτοπία εἶναι καὶ τὸ πιστευόμενον ὑπό
3808τινων παρ’ ἡμῖν καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου,
3809ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε ν’ ἀποστραγγισθῇ ὁ χρυσὸς χώρας
3810τινὸς, καθόσον ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῆς ὑπερβαίνει τὴν ἐξαγωγήν.
3811Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ ἔχῃ ἀπο-
3812στραγγισθῆ ὁ χρυσὸς τῆς Ἀγγλίας τῆς Γαλλίας, τῶν Ἡνω-
3813μένων Πολιτειῶν τῆς Β. Ἀμερικῆς, τῆς Βελγικῆς καὶ τόσων
3814ἄλλων χωρῶν, ἐν αἷς ἡ εἰσαγωγὴ ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὴν
3815ἐξαγωγὴν, καὶ νὰ ἔχωσιν αὗται περιστῆ ἤδη εἰς τὴν ἐσχάτην
3816ἔνδειαν καὶ ἀπορίαν. Ἀλλ’ ἐν αὐταῖς οὐδ’ ἴχνος τοιαύτης
3817ἐνδείας καὶ ἀπορίας ἀπαντᾷ, ὁ δὲ χρυσὸς οὐ μόνον δὲν ἀπο-
3818στραγγίζεται, ἀλλὰ καὶ αὐξάνει πάντοτε. Τὶ δηλοῖ τοῦτο;
3819ὅτι αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος χῶραι, περὶ ὧν εἰρήσθω ἐν παρόδῳ,
3820ὅτι αἱ πλεῖσται δὲν παράγουσι χρυσόν, ὡς στερούμεναι χρυ-
3821σωρυχείων....
3822§138ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παράγουσιν.
3823§139ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παράγει χρυσὸν ἡ Ἀγγλία;
3824§140ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παράγει.
3825§141ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε καὶ δι’ αὐτήν σᾶς
3826τὴν ἀνακάλυψιν, τὴν μόνην ἴσως πρωτότυπον, διότι ὁμολογῶ
3827ὅτι εἰς οὐδένα ἄλλον οὔτε πρὸ ὑμῶν οὔτε μεθ’ ὑμᾶς ἐπῆλθε
3828ἢ θὰ ἐπέλθῃ ποτὲ κατὰ νοῦν τοιοῦτό τι, νὰ μὴ σᾶς συγχα-
3829ρῶ... Ἡ Ἀγγλία, Κύριοι, παράγει ἀξίας μόνον, ἐνεχούσας
3830χρυσὸν, παράγει γαιάνθρακας, χάλυβα, σίδηρον, πλεῖστα ὅσα
3831βιομηχανικὰ προϊόντα, ἅτινα ἀνταλλάσσει πρὸς χρυσόν.
3832Παραπλησίας ἀξίας, ἐνεχούσας χρυσὸν, παράγουσι καὶ αἱ
3833πλεῖσται τῶν ἄλλων χωρῶν, τῶν οἰκονομικῶς εὐεκτουσῶν.
3834Ἀξίας, ἐνεχούσας χρυσὸν, παράγει καὶ ἡ Ἑλλὰς, καθόσον
3835δὲ αἱ πηγαὶ αὐτῶν δὲν στειρεύουσί ποτε, ἀδύνατον νὰ στει-
3836ρεύσῃ καὶ ἀποστραγγισθῇ ποτε καὶ ὁ χρυσὸς, ὁ ἐνεχόμενος
3837ἐν αὐταῖς. Δυνατὸν νὰ μειωθῇ ἐπί τινα χρόνον ἡ παραγωγὴ
3838τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιῶν εἴτε ἐκ θεομηνίας, εἴτε ἐξ ἄλλων
3839λόγων, δυνατὸν νὰ μειωθῇ καὶ ἡ τιμή των ἐξ ἀνισοῤῥοπίας
3840τῆς παραγωγῆς πρὸς τὴν κατανάλωσιν, τῆς προσφορᾶς πρὸς
3841τὴν ζήτησιν, ὡς συμβαίνει νῦν ἐπὶ τῆς σταφίδος· ἀδύνατον
3842ὅμως, πάντη ἀδύνατον νὰ στειρεύσῃ ὁλοσχερῶς ἡ πηγὴ αὐτῶν,
3843κατ’ ἀκολουθίαν δὲ ν’ ἀποστραγγισθῇ καὶ ὁ χρυσὸς, ὃν ἐνέ-
3844χουσιν αὐταί. Εἶναι ἀλήθεια, Κύριοι, αὕτη, ἣν οὐδενὶ ἐπι-
3845τρέπεται νὰ ἀγνοῇ τὴν σήμερον, ἥκιστα δὲ πάντων τῷ διοι-
3846κήσαντι ἅπαξ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν καὶ ἀξιοῦντι νὰ διοικήσῃ
3847αὐτὰ καὶ αὖθις, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης.
3848Ἀλλ’ ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος, μυρία ἄλλα ἕπονται. Καὶ ὁ
3849ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ τῆς μιᾶς οἰκονομικῆς παραδοξολογίας
3850περὶ τῆς δῆθεν ἀνεπαρκείας τῆς χώρας δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ
3851περιπέσῃ καὶ εἰς ἄλλας παραδοξολογίας περὶ ἀναγκαστικῆς
3852κυκλοφορίας καὶ περὶ νομίσματος πιστωτικοῦ καὶ μεταλλικοῦ.
3853Ἐνόμισεν ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ἀναγκαῖον
3854ἐπακόλουθον τῆς ἀνεπαρκείας χώρας τινὸς, ὡς τοιαύτη ἐπι-
3855βαλλομένη, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ ἀνεπάρκεια αὐτῆς. Καὶ ἐν
3856τούτοις ἡ ἱστορία τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ παρ’
3857ἡμῖν καὶ παρ’ ἄλλοις λαοῖς διαψεύδει τὴν τοιαύτην γνώμην.
3858Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία παντοῦ καὶ πάντοτε ἐπεβλήθη,
3859ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Κράτους, διαρκεῖ δὲ, ἐφ’ ὅσον
3860ὑφίσταται ἡ τοιαύτη ἀνεπάρκεια. Ἐν τῇ ἀνισοῤῥοπίᾳ τῶν
3861ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδά των, καταφεύγουσι τὰ Κράτη σὺν
3862ἄλλοις καὶ εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἐσωτερικοῦ δανείου διὰ τῆς ἀμέ-
3863σου ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἢ ἐμμέσου διὰ πιστωτικοῦ τινος
3864καταστήματος ἐκδόσεως γραμματίων, ὧν ἡ κυκλοφορία, ὡς
3865νομίμου νομίσματος, καθίσταται ἀναγκαστική. Τὰ γραμμά-
3866τια ταῦτα οὐδεμίαν ἐνέχουσιν ἐσωτερικὴν ἀξίαν, διὸ οὐδ’ ὡς
3867μέτρον ἀξιῶν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν, ὡς νομίζει ὁ κ.
3868Βουλευτὴς Ἄρτης. Εἶναι κυρίως εἰπεῖν ἁπλοῦς χάρτης, εἰς
3869ὃν δίδεται μόνον νόμιμος ἀξία, ἀξία, ἣν κυρίως ἀντιπροσω-
3870πεύει ἡ πίστις τοῦ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου ἐκδότου αὐτοῦ, διὸ
3871καὶ πιστωτικὸν καλεῖται νόμισμα. Καθ’ ὅσον δὲ ἡ προκαλέ-
3872σασα τὴν εἰς αὐτὸ προσφυγὴν ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους
3873μειοῦται, καθ’ ὅσον οὕτως ὁ κάτοχος αὐτοῦ γινώσκει, ὅτι
3874προσεγγίζει ἡ ἡμέρα τῆς ἐξαργυρώσεώς του, κατὰ τοσοῦτον
3875βελτιοῦται καὶ ἡ ἀξία του. Καθ’ ὅσον αὐξάνει ἡ ἀνεπάρκεια
3876τοῦ Κράτους, καθ’ ὅσον οὕτως ἀπομακρύνεται καὶ ἡ ἡμέρα
3877τῆς ἐξαργυρώσεώς του, κατὰ τοσοῦτον ἐκπίπτει καὶ ἐξευτε-
3878λίζεται ἡ ἀξία του, ἐν σχέσει πρὸς τὸ διεθνὲς νόμισμα, τὸν
3879χρυσὸν, ὅστις, μόνος ἐνέχων ἐσωτερικὴν ἀξίαν, εἶναι καὶ τὸ
3880ἀληθὲς μέτρον τῶν ἀξιῶν, ὡς τοιοῦτος δυνάμενος νὰ χρησι-
3881μεύσῃ εἰς ἐμπόρευμα οὐ μόνον ἐν χώραις διατελούσαις ὑπ’
3882ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νομί-
3883ζει, ἀλλὰ καὶ ὅπου αὐτὴ δὲν ἀπαντᾷ. Μήπως ἐν Λονδίνῳ
3884λ.χ. δὲν ἀγοράζονται ὡς ἐμπόρευμα, γαλλικὰ εἰκοσάφραγκα,
3885καὶ ἐν Παρισίοις ἀγγλικαὶ λίραι; Τοῦτο προέρχεται, ὡς
3886προεῖπον, ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς ἀξίας, ἣν κέκτηται μὲν τὸ εἰς
3887χρυσὸν διεθνὲς νόμισμα, στερεῖται δὲ τὸ νόμιμον ἢ πιστωτι-
3888κὴν μόνον ἀξίαν κεκτημένον νόμισμα εἰς γραμμάτιον.
3889§142ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ὁ χρυσὸς δὲν ἐνέχει κυρίως ἐσωτε-
3890ρικὴν ἀξίαν.
3891§143ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ἐνέχει τοιαύτην· διὸ, καὶ ἂν ἀφαι-
3892ρέσητε ἐκ τοῦ χρυσοῦ νομίσματος τὸ σῆμα τοῦ Κράτους, τοῦ
3893ἔχοντος αὐτὸ ἐν κυκλοφορίᾳ, καὶ πάλιν κέκτηται αὐτὸ, ὡς
3894χρυσὸς, τὴν ἀξίαν του. Τίνα δὲ ἀξίαν θὰ ἐνέχῃ τὸ πιστωτι-
3895κὸν νόμισμα, ὅταν ἀφαιρεθῇ ἐξ αὐτοῦ τὸ σῆμα τοῦ Κράτους
3896ἢ τοῦ εἰς λογαριασμὸν τούτου ἐκδόντος αὐτὸ τραπεζικοῦ καταστή-
3897ματος; Οὐδεμίαν ἀπολύτως. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ
3898πιστωτικοῦ καὶ μεταλλικοῦ, ἰδίᾳ εἰς χρυσὸν, νομίσματος, ἡ
3899καθιστῶσα τοῦτο μὲν μέτρον μόνιμον καὶ ἀσφαλὲς τῶν δια-
3900φόρων ἀξιῶν, ἐκεῖνο δ’ ἐκθέτουσα εἰς διακυμάνσεις, ἀναλόγως
3901τῆς βελτιώσεως ἢ ἐκπτώσεως τῆς πίστεως, ἣν αὐτὸ ἀντιπρο-
3902σωπεύει.
3903Ὄπισθεν, Κύριοι, τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικοῦ ἡμῶν γραμ-
3904ματίου ἵσταται κατὰ πρῶτον λόγον ἡ πίστις τῆς ἀμέσου ἐκδο-
3905τρίας αὐτοῦ Τραπέζης, κατὰ δεύτερον δὲ καὶ κύριον λόγον ἡ
3906πίστις τοῦ Κράτους, εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου ἔχει ἐκδοθῆ αὐτό.
3907Καθ’ ὅσον ἡ πίστις αὕτη βελτιοῦται, βελτιοῦται καὶ ἡ ἀξία τοῦ
3908τραπεζικοῦ γραμματίου, καθ’ ὅσον δὲ αὐτὴ ἐκπίπτει, ἐκπίπτει
3909καὶ ἐξευτελίζεται καὶ ἡ ἀξία τούτου. Πάνθ’ ὅσα δὲ εἶπεν ὁ
3910κ. Βουλευτὴς Ἄρτης περὶ ὑπερτιμήσεως ἢ ὑποτιμήσεως τοῦ
3911χρυσοῦ ἀναλόγως τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως αὐτοῦ,
3912εἶναι ἐκ τῶν συνήθων οἰκονομικῶν του παραδοξολογιῶν. Καὶ ἡ
3913Γαλλία, Κύριοι, εἶχε προσφύγει κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ μεγάλου
3914πρὸς τὴν Γερμανίαν πολέμου της ἐν ἔτει 1870–1871 εἰς
3915τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὑφ’ ἣν τὸ τραπεζικόν της
3916γραμμάτιον ὑπετιμᾶτο ἐν ἀρχῇ. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἀνέῤῥωσαν
3917τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ ἐβελτιώθη ἡ πίστις του, τὸ
3918τραπεζικὸν γραμμάτιον ὑπερετιμήθη ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἔφθασεν
3919εἰς τὸ ἄρτιον, ἐνίοτε δὲ καὶ ὑπερβαίνει τοῦτο, λόγῳ ἐπικα-
3920ταλλαγῆς, χωρὶς νὰ ἀρθῇ τὸ παράπαν ἡ ἀναγκαστική του
3921κυκλοφορία. Παρ’ ἡμῖν ἀρχῆθεν τιμᾶται ὑπὸ τὸ ἄρτιον τὸ ἐν
3922ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικὸν ἡμῶν γραμμάτιον, καθό-
3923σον ἀρχῆθεν οὔτε τὰ οἰκονομικὰ οὔτε ἡ πίστις τοῦ Κράτους
3924ἦσαν ἐν ἀκμῇ. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις ἤρξα-
3925το ἐκπίπτουσα καθ’ ἅλματα, ἔπρεπε νὰ ἐκπίπτῃ καὶ ἐξευτε-
3926λίζηται καὶ τὸ τραπεζικὸν ἡμῶν γραμμάτιον, ἕως οὗ μὲ τὴν
3927πτώχευσιν τοῦ Κράτους ἔφθασεν αὐτὸ ἐκεῖ, ὅπου εὕρηται
3928σήμερον. Καὶ θὰ ἐξακολουθῇ αὐτὸ διατελοῦν ἐν τῷ αὐτῷ
3929ἐξευτελισμῷ, ἐφ’ ὅσον, τοῦ Κράτους εὑρισκομένου ἐν πτωχεύ-
3930σει, ἡ πίστις αὐτοῦ εὕρηται ἐν παντελεῖ καταπτώσει, ἐφ’ ὅσον
3931ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομι-
3932κῶν συμπάσχει καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα, ἡ οὖσα κυ-
3933ρίως Τράπεζα τοῦ Κράτους, ὡς διαθέσασα μέχρι τοῦδε μέγα
3934μέρος τῶν κεφαλαίων της ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἡ βελτίωσις τοῦ τρα-
3935πεζικοῦ γραμματίου, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ τῆς κρατούσης
3936νῦν ἐν ἡμῖν νομισματικῆς ἀνωμαλίας, θὰ ἐπέλθῃ εὐθὺς ὡς τὸ
3937Κράτος ἐξέλθῃ τῆς καταστάσεως τῆς πτωχεύσεως, εὐθὺς ὡς
3938εἰσέλθῃ αὐτὸ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναῤῥώσεως, εὐθὺς ὡς ἀρχίσῃ
3939ν’ ἀναζωογονῆται ἡ νῦν νεκρὰ πίστις του, εὐθὺς ὡς ἀρχίσῃ
3940αὐτὸ ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὰς ἐκδοτρίας τῶν ἐν ἀναγκαστικῇ κυ-
3941κλοφορίᾳ γραμματίων Τραπέζας μέρος τῶν πρὸς αὐτὰς ὀφει-
3942λομένων, εὐθὺς ὡς δυνηθῶσιν οὕτω ν’ ἀναλάβωσι καὶ αὐταὶ
3943καὶ ν’ ἀρχίσωσι ν’ ἀνακτῶσι τὴν προτέραν πίστιν των.
3944Πρόκειται λοιπὸν, Κύριοι, περὶ ἀνεπαρκείας τοῦ Κράτους
3945καὶ οὐχὶ τῆς χώρας. Αὕτη καταβάλλει εἰς τὸ δημόσιον τα-
3946μεῖον πάντας τοὺς φόρους, πάντα τὰ τέλη καὶ δικαιώματα,
3947ἀνερχόμενα ἐτησίως εἰς 90 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια. Ἐὰν
3948ταῦτα κατεβάλλοντο εἰς εἶδος, εἰς ἀξίας, ἐνεχούσας χρυσὸν,
3949τί θὰ συνέβαινε τότε; Τὸ Κράτος θὰ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ
3950ἐξάγῃ μέρος αὐτῶν εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπο-
3951χρεώσεών του, χωρὶς οὕτω νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐλαχίστην διατά-
3952ραξιν εἴτε εἰς τὴν ἀγορὰν ἡμῶν, εἴτε εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν
3953συναλλαγὰς ἡμῶν πρὸς τὴν ἀλλοδαπήν. Πλὴν χάριν εὐκο-
3954λίας καὶ τῶν φορολογουμένων καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου οἱ
3955φόροι, τὰ τέλη καὶ δικαιώματα δὲν εἰσπράττονται εἰς εἶ-
3956δος, εἰς ἀξίας, ἀλλ’ εἰς νόμισμα. Ὑποθέσατε ὅμως, Κύριοι,
3957πρὸς στιγμήν, ὅτι τὸ νόμισμα τοῦτο δὲν εἶναι πιστωτικόν,
3958ἀλλὰ μεταλλικόν. Τί θὰ συνέβαινε καὶ τότε; Ἀφοῦ ἅπαξ
3959τὰ ἐνενήκοντα καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια ἐξήρχοντο ἐκ τῶν
3960ἰδιωτικῶν βαλαντίων καὶ εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον,
3961τὸ Κράτος θὰ ἠδύνατο κάλλιστα καὶ οὕτω μέρος αὐτῶν νὰ
3962ἐξαγάγῃ, χάριν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑποχρεώσεών του, χω-
3963ρὶς νὰ ἐπιφέρῃ ἐπαισθητὴν διατάραξιν εἴτε εἰς τὴν ἐγχω-
3964ρίαν ἀγοράν, εἴτε εἰς τὰς πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν συναλλαγὰς
3965τῆς χώρας. Θὰ συνετέλει οὕτω εἰς τὴν ὕψωσιν τῆς ἐπικα-
3966ταλλαγῆς, τῆς διαφορᾶς δηλαδὴ μεταξὺ συναλλάγματος καὶ
3967χρυσοῦ, προκειμένου περὶ πληρωμῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἀλ-
3968λὰ τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, ὡς τοιοῦτον, κέκτηται ἀντοχὴν
3969κατὰ τῆς πιέσεως τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἥτις ὡς ἐκ τούτου
3970οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ 1–1½ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, εἰς
3971ὅσον δύνανται νὰ ἀνέλθωσι κατ’ ἀνώτατον ὅρον τὰ ἔξοδα ἀπο-
3972στολῆς καὶ ἀσφαλείας τοῦ χρυσοῦ αὐτουσίου. Πέραν τοῦ
39731½ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν εἶναι προτιμοτέρα ἡ ἀποστολὴ τοῦ με-
3974ταλλικοῦ νομίσματος αὐτουσίου. Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι ἐπὶ
3975εἰσπράξεων εἰς μεταλλικὸν θὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος μέρος αὐ-
3976τῶν νὰ ἐξαγάγῃ χάριν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑποχρεώσεών του,
3977ἐλάχιστα ἐπηρεάζον οὕτω τὴν ἐγχωρίαν ἀγορὰν καὶ τὰς πρὸς
3978τὴν ἀλλοδαπὴν συναλλαγὰς τῆς χώρας. Πλὴν τὸ Κράτος
3979δὲν εἰσπράττει εἰς μεταλλικὸν τοὺς φόρους, τὰ τέλη καὶ δι-
3980καιώματα, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα δὲν
3981εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὴν ἀντοχὴν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσμα-
3982τος, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τούτου εἰς πᾶσαν πίεσιν τῆς ἐπικαταλ-
3983λαγῆς ὑπενδίδουσι, τότῳ μᾶλλον, ὅσῳ σαθρὸν εἶναι καὶ τὸ μό-
3984νον ἔρεισμα αὐτῶν, ἡ πίστις τοῦ Κράτους, εἰς λογαριασμὸν
3985τοῦ ὁποίου ἔχουσιν ἐκδοθῆ καὶ κυκλοφοροῦσιν αὐτά. Φυσικὸν
3986ἐπακόλουθον τούτου εἶναι τὸ δυσαπόκτητον τοῦ ἀναγκαιοῦν-
3987τος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρυσοῦ διὰ τὰς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ
3988ὑποχρεώσεις του, ἐντεῦθεν δὲ πρόδηλος καθίσταται ἡ ἀνεπάρ-
3989κεια τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ τῆς χώρας διὰ τὴν πλήρωσιν αὐ-
3990τῶν.
3991Αἱ μέχρι τοῦδε ἐξελεγχθεῖσαι οἰκονομικαὶ παραδοξολογίαι
3992τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ ἐξώθησαν αὐτὸν καὶ
3993εἰς συμπεράσματα οὐχ ἧττον παράδοξα. Εἶπεν ὅτι εἰς οὐδὲν
3994συντελεῖ, ὅπως ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς παρούσης καταστάσεως, πᾶσα
3995δυνατὴ οἰκονομία ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδ’
3996ἡ ἐξεύρεσις νέων πόρων ἐν τοῖς ἐσόδοις αὐτοῦ...
3997§144ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λέγετε ὅ,τι δὲν εἶπον· δὲν με ἐνοήσατε.
3998§145ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ εἴπετε.
3999§146ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂς εὑρεθῇ ἕτερός τις συνάδελφας ἐν τῇ αἰ-
4000θούσῃ ταύτῃ συμμεριζόμενος τὴν διάψευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ
4001Ἄρτης. Ἀλλ’ οὐδεὶς πράττει τοῦτο. Πάντες ἤκουσαν καὶ
4002ἐνόησαν τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὡς ἐγώ.
4003§147ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε· τὸ δυστύχημα αὐτὸ
4004ἐπεκτείνεται καὶ εἰς ἄλλους συναδέλφους.
4005§148ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τὸ μεγαλείτερον δυστύχημα δι’ ἡμᾶς
4006εἶναι, ὅτι μᾶς ἀπησχολήσατε σεῖς ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους, ἐν τῷ
4007μέσῳ τοῦ ἀφορήτου καύσωνος, τοῦ κρατοῦντος ἐν τῇ αἰθούσῃ
4008ταύτῃ, μὲ πράγματα τόσον ἀκατανόητα, ὡς λέγετε καὶ ὁ
4009ἴδιος, εἰς πάντας ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, μὲ πράγματα μάλιστα
4010ὀλίγην τὴν σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, τὸν
4011προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι
4012ὁ ἰσχυριζόμενος ὅτι πταίει ἡ ἔλλειψις κοινωνικῆς καὶ πολι-
4013τειακῆς ἀνατροφῆς παρὰ τῷ λαῷ ἡμῶν, πταίει ἡ ἀνεπάρ-
4014κεια τῆς χώρας καὶ οὐχὶ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους διὰ τὴν
4015παροῦσαν ἡμῶν κατάστασιν, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν, ὅπως
4016ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, δὲν ἀρκοῦσιν αἱ οἰκο-
4017νομίαι, οὐδ’ ἡ ἐξεύρεσις νέων πόρων ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ
4018ἀνάγκη νὰ διαπαιδαγωγηθῇ κοινωνικῶς καὶ πολιτειακῶς ὁ
4019λαὸς καὶ νὰ καταστῇ ἐπαρκὴς ἡ χώρα, ὁ ἰσχυριζόμενος, λέγω,
4020τὰ τοιαῦτα ἠδύνατο καὶ ἐπ’ ἄλλῃ οἱᾳδήποτε εὐκαιρίᾳ νὰ
4021κάμῃ καὶ μᾶς ἀνακοινώσῃ τὴν σχετικὴν κοινωνικὴν, πολιτεια-
4022κὴν καὶ οἰκονομικὴν μελέτην του, νὰ μὴ σχετίσῃ δὲ ταύ-
4023την πρὸς τὴν προκειμένην συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ
4024συζήτησις αὕτη ὀφείλει νὰ στραφῇ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν
4025περὶ τὴν ἐπάρκειαν ἢ ἀνεπάρκειαν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ
4026προϋπολογισμοῦ, περὶ τὴν ἐπάρκειαν ἢ ἀνεπάρκειαν τούτου
4027καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἐν σχέσει πρὸς ἣν κατάστασιν εὑρισκόμεθα
4028τὴν σήμερον, ἐν κεφαλαίῳ δὲ περὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὸ νῦν
4029ἀνεπαρκὲς Κράτος θὰ καθίστατο ἐπαρκὲς, ἵν’ ἀντιμετωπίσῃ
4030πάσας τὰς νῦν ἀντιξόους περιστάσεις καὶ κατορθώσῃ οὕτω
4031καὶ αὐτὸ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, καὶ τὴν
4032χώραν νὰ ὑποβοηθήσῃ εἰς τοῦτο. Οὕτω πως τοὐλάχιστον
4033ἐννοοῦμεν ἡμεῖς τὴν συζήτησιν, καὶ οὕτω πως ἔχομεν ἀπόφα-
4034σιν νὰ διεξαγάγωμεν αὐτήν.
4035Ὁ προκείμενος, Κύριοι προϋπολογισμὸς εἶναι, πλὴν ἐλαχί-
4036στων παραλλαγῶν, ἀντίγραφον τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑπο-
4037βληθέντος προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1895 εἰς τὴν
4038τελευταίαν σύνοδον τῆς ἡγουμένης βουλευτικῆς περιόδου ἤδη
4039κατὰ Νοέμβριον μῆνα τοῦ 1894. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔλαβον ἤδη
4040ἐγὼ τὸν λόγον κατὰ Δεκέμβριον τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἀγορεύ-
4041σας εἰς δύο ἀλλεπαλλήλους τῆς Βουλῆς συνεδριάσεις. Κατέ-
4042δειξα τότε, ὅτι αὐτὸς ἦτο καθ’ ἑαυτὸν ἀνεπαρκὴς, ἡ δὲ ἀνε-
4043πάρκειά του αὕτη καθίστατο ἔτι μᾶλλον ἐπαισθητὴ ἐν σχέ-
4044σει πρὸς τὴν νῦν κατάστασιν ἡμῶν. Τὴν γνώμην ταύτην ἀκρι-
4045βῶς εἶχε τότε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς τοῦτο ἐξάγεται καὶ
4046ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του περὶ διαπυλίων τελῶν, μάλιστα δ’ ἐκ
4047τῆς ἐκθέσεως, ἣν ὑπέβαλον τότε εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἐκ τῶν
4048φίλων του, μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Τὸ
4049συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης, γραφείσης ὑπὸ τὰς ἐμπνεύ-
4050σεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἦτο, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος προϋ-
4051πολογισμὸς ὤφειλε νὰ ἐπιστραφῇ, ὡς ἀνεπαρκὴς, εἰς τὴν Κυ-
4052βέρνησιν, ὅπως ἀνασυντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸν ἐκ νέου εἰς
4053τὴν Βουλήν. Ἔκτοτε ὅμως παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον Τρικού-
4054πη, διελύθη ἡ Βουλή, καὶ αἱ νέαι αὐτῆς ἐκλογαὶ ἔφεραν εἰς
4055τὴν Κυβέρνησιν τὸν κ. Δηλιγιάννην. Ἕκαστος ἐδικαιοῦτο νῦν
4056νὰ προσδοκᾷ, ὅτι θὰ ἔπραττεν αὐτὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνε-
4057βούλευε πρὶν ὡς ἀντιπολιτευόμενος τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη,
4058ὅτι δηλαδὴ θ’ ἀνασυνέταττε καὶ θ’ ἀπεδείκνυεν ἐπαρκέστερον
4059καὶ εὐπροσωπότερον τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ἀφοῦ καὶ
4060ἄλλως ἦτο κάλλιον αὐτὸς εἰς θέσιν νὰ πράξῃ τοῦτο. Ὁ κ.
4061Τρικούπης συνέταξε τὸν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα προϋπολογι-
4062σμὸν κατὰ Ὀκτώβριον μῆνα τοῦ 1894, ὅτε δὲν εἶχον ἀκόμη
4063συγκεντρωθῆ τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1893, ἡ
4064δὲ χρῆσις τοῦ 1894 διήνυε μόλις τὸν δέκατον αὐτῆς μῆνα.
4065Ὡς ἐκ τούτου ἠδύνατό πως νὰ δικαιολογηθῇ αὐτὸς, ἐὰν ἐν
4066πολλοῖς ἐσφάλη εἰς τὰς προβλέψεις του, ὡς πρὸς τὸν καθορι-
4067σμὸν καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων. Τίνα ὅμως δικαιολο-
4068γίαν δύναται νὰ προβάλῃ νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις,
4069καίτοι ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν πλήρη μὲν τὰ ἀποτελέσματα τῆς
4070χρήσεως τοῦ 1893, γνωστὰ δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ ἀπο-
4071τελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1894 ἐκ τῶν 10 πρώτων μηνῶν,
4072πρὸς δὲ τὰ ἀποτελέσματα τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν αὐ-
4073τῆς τῆς χρήσεως τοῦ 1895, οὐδὲν ἧττον δὲν ἐδίστασε νὰ
4074ὑποβάλῃ ἐκ νέου, μὲ ὀλίγας παραλλαγὰς, τὸν αὐτὸν ἐκεῖ-
4075νον προϋπολογισμόν, ὃν τόσον δριμέως κατέκρινε τότε, ὡς ἀνε-
4076παρκῆ ὅλως καὶ ὡς ἄξιον νὰ ἐπιστραφῇ πρὸς ἀναθεώρησιν εἰς
4077τὴν συντάξασαν αὐτὸν Κυβέρνησιν;
4078Ἡ δικαιολογία του, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμε-
4079νον καιρόν, ἵνα ἀνασυντάξῃ ἐπὶ νέων βάσεων τὸν προϋπολο-
4080γισμόν, εἶναι ἀναξία καὶ αὐτοῦ καὶ παντὸς ἄλλου ἀξιοῦντος νὰ
4081προΐσταται τῶν κοινῶν. Ἀπὸ τριακονταπενταετίας ἤδη πο-
4082λιτεύεται, πολλάκις διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν,
4083καὶ συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοὺς
4084τοῦ Κράτους, καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος δὲ ἀείποτε μετέσχε
4085τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσεων, εἰσερχόμενος εἰς πᾶσαν
4086λεπτομέρειαν καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ, καὶ τέλος
4087ἀπὸ μηνῶν ἤδη ἠδύνατο νὰ προΐδῃ, ὅτι θὰ ἐπανήρχετο εἰς
4088τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας· πῶς λοιπὸν ἰσχυρίζεται νῦν, ὅτι
4089δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν, ἵνα συντάξῃ ἴδιον προϋπο-
4090λογισμὸν διὰ τὸ ἔτος 1895; Τί ἔκαμνε τότε ἐπὶ ἕνα μῆνα
4091καὶ ἐπέκεινα, ἀφ’ ἧς ἡμέρας διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπρι-
4092λίου ἐνδειχθεὶς ὡς ὁ μέλλων Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
4093τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκάλει παρ’ ἑαυτῷ τοὺς τμηματάρχας τοῦ
4094λογιστικοῦ ἑκάστου Ὑπουργείου καὶ συνειργάζετο μετ’ αὐτῶν
4095ἰδιαιτέρως εἰς καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Πῶς δ’ εἶχε
4096τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν, ἵνα χειροτερεύσῃ, οὐχὶ δὲ ἵνα βελ-
4097τιώσῃ κατά τι, τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθέντα προϋ-
4098πολογισμόν, καθιστῶν αὐτὸν οὕτως ἀνεπαρκέστερον ἢ πρίν;
4099Πῶς, ἐνῷ ἐθεώρει τὰ ἔσοδα αὐτοῦ ἀνεπαρκῆ, ὡς εἶχον αὐτὰ
4100πρίν, ἐν τούτοις ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο εἰς αὐτὸν ἐπιτετραμμένον νῦν
4101νὰ τὰ μειώσῃ κατά τι καὶ νὰ τὰ καταστήσῃ οὕτως ἀνεπαρ-
4102κέστερα; Πῶς καὶ ἐπὶ τῶν ἐξόδων ἔγνω νὰ προβῇ μὲν εἰς οἰ-
4103κονομίας τινὰς ἐκεῖ, ὅπου αὗται δὲν ἐπετρέποντο, εἰμὴ μόνον
4104ἐπὶ ζημίᾳ τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν ἢ ἄλλων ὑψηλοτέρων
4105συμφερόντων, νὰ δημιουργήσῃ δὲ ἄλλας νέας δαπάνας ἀντ’
4106αὐτῶν, μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίας καὶ μὴ ἐπειγούσας νῦν;
4107Τὸ ἀνεπαρκὲς, Κύριοι, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ
4108κατέδειξεν ἤδη αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς του διὰ
4109τῆς ἐκθέσεώς της, προτείνουσα διαφόρους, ἀπαραιτήτους κατ’
4110αὐτήν, μεταβολὰς καὶ ἐν τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις,
4111μεταβολὰς, καθιστώσας ὅλως ἀλλοῖα τὰ ὁλικὰ ποσὰ καὶ τού-
4112των καὶ ἐκείνων. Καὶ ὅταν αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπι-
4113τροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ προτείνῃ τοιαύτας μεταβολὰς,
4114δὲν εἶναι τοῦτο ἀπόδειξις τρανή, ὅτι αὐτὴ δὲν θεωρεῖ τὸν ὑπὸ
4115τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν ἐπαρκῆ; Καὶ
4116τὸ ἔργον τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς συνε-
4117πλήρωσεν ἤδη χθὲς ἑσπέρας διὰ τῆς μακρᾶς καὶ ἐξηκριβωμέ-
4118νης ἀγορεύσεώς του ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ἀπο-
4119δείξας τὸν προϋπολογισμόν, ὡς οὗτος ὑπεβλήθη ἐκ νέου εἰς τὴν
4120ψῆφον ἡμῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ πολὺ ἀνεπαρ-
4121κέστερον τοῦ πρωτοτύπου αὐτοῦ, τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν
4122τελευταίαν σύνοδον τῆς ἡγουμένης βουλευτικῆς περιόδου ὑπὸ
4123τοῦ κ. Τρικούπη. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην οὐδὲν νέον προσέ-
4124θεσε σήμερον ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευ-
4125τοῦ, θὰ ἦτο δ’ ἴσως περιττὸν νῦν ν’ ἀγορεύσω καὶ ἐγώ. Ἀλλ’
4126ἀφοῦ ἅπαξ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα κυρίως ἀνασκευάσω τὰς
4127οἰκονομικὰς παραδοξολογίας τοῦ τελευταίου συναδέλφου, ἃς
4128ἠκούσαμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐνόμισα πρέπον, πρὶν ἢ κατέλ-
4129θω τοῦ βήματος, νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
4130γισμοῦ, ὅπως οὕτω τοὐλάχιστον ἀφαιρέσω πᾶσαν πρόφασιν
4131τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθ’ ἣν δῆθεν δὲν δύναται νὰ λάβῃ
4132αὐτὸς τὸν λόγον καὶ νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ προϋπολογι-
4133σμοῦ του, πρὶν ἢ ἀγορεύσωμεν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅσοι
4134συνήθως μετέχομεν τῆς τοιαύτης συζητήσεως. Ἐννοεῖται ὅτι
4135δὲν θὰ μακρηγορήσω τὴν φορὰν ταύτην, ὡς ἄλλοτε, προ-
4136κειμένου περὶ προϋπολογισμοῦ, ὃν ἐξήλεγξα ἤδη ἐν τοῖς πλεί-
4137στοις καὶ κυριωτάτοις, ἀγορεύσας περὶ αὐτοῦ, ὡς προεῖπον,
4138κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1894. Διὸ θ’ ἀποφύγω νῦν πᾶσαν λε-
4139πτομερῆ αὐτοῦ ἐξέτασιν, ἀναφερόμενος ὡς πρὸς ταύτην εἰς
4140τὴν τότε ἀγόρευσίν μου, θ’ ἀποφύγω δὲ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ
4141πᾶσαν ἐπανάληψιν ἐκείνων, ἅτινα ἀνεπτύχθησαν ἤδη ἱκανῶς
4142εἴτε ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε ἐν
4143ταῖς ἀγορεύσεσι τῶν προλαλησάντων ἐκ τῆς πτέρυγος ἡμῶν.
4144Τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνεγράφησαν καὶ ἐν τοῖς
4145καθόλου καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον ἀπαράλλακτα, ὡς εἶχον
4146αὐτὰ καὶ ἐν τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη προϋπο-
4147λογισμῷ. Ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν τούτου ἀπεδείχθη, ὅτι
4148κακῶς ἐξευρίσκετο ὁ μέσος ὅρος τῶν πλείστων ἐσόδων ἐπὶ τῇ
4149βάσει ἀριθμῶν ἀποδιδόντων ἐσφαλμένως τὰς εἰσπράξεις τῶν
4150τριῶν προηγουμένων χρήσεων 1891–1893, ἐὰν ἀπεδείχθη
4151τότε, ὅτι κακῶς ἐγίνετο ἀποδεκτὸς ὁ μέσος ὅρος ἐπὶ πολλῶν
4152ἐσόδων, ἐφ’ ὧν εἴτε διὰ προϊοῦσαν αὔξησιν, εἴτε διὰ προϊοῦσαν
4153μείωσιν τῶν εἰσπράξεων, εἴτε καὶ δι’ ἐπελθοῦσαν ἐν τῷ μετα-
4154ξὺ φορολογικὴν μεταῤῥύθμισιν, οὐδαμῶς ἐγχωρεῖ αὐτὸς, τί
4155τοῦτο πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν; Αὐτὸς ἀντέγραψε πιστῶς
4156τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ
4157προκατόχου του, μὲ ὅλας τὰς ἐσφαλμένας παραθέσεις τῶν εἰσ-
4158πράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων χρήσεων, μὲ ὅλους τοὺς
4159ἐσφαλμένους μέσους ὅρους. Εἶχε μάλιστα ὡς ἐκ περισσοῦ τὴν
4160ἱερὰν ἀφέλειαν ν’ ἀφήσῃ αὐτὺς ἄθικτα ὅλως καὶ τὰ ἔσοδα
4161ἐκεῖνα, ἅτινα εἶχεν ἀποφασίσει ἤδη νὰ ἐλαττώσῃ καὶ πρὶν
4162ἢ συντάξῃ τὸν προϋπολογισμόν του, ὡς τὴν ἐλάττωσιν δια-
4163φόρων εἰσαγωγικῶν δασμῶν, τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ τῆς
4164εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, εἰ
4165καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις περιέκοπτε τὴν ἀντίστοιχον δαπάνην. Οὕ-
4166τω κατώρθωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔσοδα
4167ὡς ἀνερχόμενα εἰς 91,331,118, ἅτινα ἀπέναντι τῶν ἐξόδων
4168ἐξ 89,342,724 εἶχον νὰ ἐπιδείξωσι καὶ περίσσευμα ἐκ δραχ.
41691,988,394, πρὸς χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου
4170καὶ πάντων τῶν θαυμαστῶν καὶ πανηγυριστῶν του. Δυστυχῶς
4171ὅμως ἡ χαρὰ αὕτη καὶ ἀγαλλίασις δὲν διήρκεσεν ἢ μέχρι τῆς
4172διανομῆς τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὗ πρόχειρος ἔλεγ-
4173χος ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἠνάγκασε τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον
4174τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ εἰς ἐπανειλημμένας δηλώσεις, ἐπα-
4175νορθωτικὰς ἐν πολλοῖς καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ.
4176Τὰς δηλώσεις ταύτας συνοψίσασα ἡ πλειονοψηφία τῆς τοῦ
4177προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς, ἀπέδειξε δι’ αὐ-
4178τῶν, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς 90,198,015,
4179τὰ δ’ ἔξοδα ν’ αὐξήσωσιν εἰς 91,340,202, καὶ οὕτω τὸ πε-
4180ρίσσευμα νὰ μεταβληθῇ εἰς ἔλλειμμα ἐξ 1,142,267. Καὶ
4181ταῦτα μὲν, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὰς δηλώσεις αὐτῆς τῆς
4182Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἠναγκάσθη νὰ ὑποδείξῃ καὶ
4183ἀφ’ ἑαυτῆς αὐξήσεις τῶν ἐξόδων, αὐξήσεις ἀπαραιτήτους καὶ
4184ἐπιβαλλομένας ἐν πολλοῖς ὑπ’ αὐτῆς τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρ-
4185μογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐπὶ τῆς συναλλαγματικῆς
4186διαφορᾶς διὰ τὴν εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους,
4187ἥτις ὑπερέβη ἤδη τὸ ἀναγραφόμενον ποσὸν κατὰ πολλὰς ἑκα-
4188τοστύας χιλιάδων δραχ. Διὰ τῶν αὐξήσεων αὐτῶν τὰ ἔξοδα
4189ἐξωγκώθησαν εἰς 92,720,134, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ τὸ
4190ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς 2,522,119. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἐλλείμμα-
4191τος τούτου ἀποτροπιασθεῖσα καὶ ἡ ἰδία, ἔγνω διὰ τεχνητῶν
4192καὶ βεβιασμένων ὅλως μέσων νὰ συγκαλύψῃ αὐτὸ, ἐξογκοῦσα
4193μονομερῶς τινα τῶν ἐσόδων καὶ ἐπωφελουμένη εἰς τοῦτο ἐκεί-
4194νας μόνον ἐκ τῶν ἐμῶν παρατηρήσεων περὶ αὐτῶν ἐν τῇ ἐπι-
4195τροπῇ, ὅσαι συνέφερον εἰς τὸν σκοπόν της τοῦτον.
4196Ἐγὼ δηλαδὴ, Κύριοι, πιστεύσας εἰς τὰς πομπικὰς ἀγγε-
4197λίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς ἃς προέβη οὗτος καὶ ὡς ἀντι-
4198πολιτευόμενος, ἰδίᾳ κατὰ τὰς ἐκλογικάς του περιοδείας, καὶ
4199ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προ-
4200κειμένου προϋπολογισμοῦ, καὶ καθ’ ἃς ἔπρεπεν ἐφεξῆς νὰ
4201ὦμεν εἰλικρινεῖς καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ξένους,
4202ἀποφεύγοντες ἐκ παντὸς τρόπου τὴν σύνταξιν ψευδῶν προϋ-
4203πολογισμῶν, μὲ πλαστὰ καὶ εἰκονικὰ ἰσοζύγια καὶ περισ-
4204σεύματα, ἠθέλησα νὰ συντελέσω, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐν πάσῃ εἰλι-
4205κρινείᾳ εἰς τὸν καταρτισμὸν ἀληθοῦς καὶ πραγματικοῦ προϋ-
4206πολογισμοῦ, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι πάντοτε μέν, μάλιστα δὲ
4207ὑφ’ ἃς περιστάσεις διατελοῦμεν τὴν σήμερον, ἡ ἀλήθεια καὶ
4208μόνη ἡ ἀλήθεια δύναται νὰ σώσῃ ἡμᾶς. Νομίζω δὲ, ὅτι πρὸς
4209τοῦτο ἐπεβάλλετο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ
4210πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέλιπεν ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ, ἤτοι
4211ν’ ἀναθεωρήσῃ καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, καὶ ν’ ἀναγράψῃ
4212καὶ ἐν ἐκείνοις καὶ ἐν τούτοις πάντα τὰ ἀληθῆ ποσὰ, τὰ
4213ὁποῖα ὑπεδεικνύοντο εἰς ἡμᾶς καὶ ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελ-
4214θόντος καὶ ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ἐνεστῶτος, ἔγνων νὰ ὑποδείξω
4215ἐγὼ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ τοιαύτη ἐργασία.
4216Ἠρξάμην ἐκ τῶν ἐσόδων, καταδεικνύων ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου κε-
4217φαλαίου καὶ ἄρθρου αὐτῶν, ὁποίας εἰσπράξεις θὰ εἴχομεν,
4218κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ἐν ἀντιβολῇ οὐ
4219μόνον πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων 1891–1893, ἀλλὰ
4220καὶ πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα τῶν 16 πρώ-
4221των μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1894 καὶ τῶν τεσσάρων πρώτων
4222μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895. Ἐντεῦθεν ἐγίνετο κατάδηλον,
4223ὅτι ἄλλα μὲν ἔσοδα ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν ἐπὶ πλέον καὶ
4224ἄλλα ἐπὶ ἔλαττον τῶν προϋπολογιζομένων. Αἴφνης ὅμως ἡ
4225πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐδράξατο μὲν ὡς τελευταίαν σα-
4226νίδα σωτηρίας τὰς ὑποδεικνυομένας αὐξήσεις ἐσόδων τινῶν,
4227ἀπέκρουσε δὲ ἄνευ λόγου τὰς μειώσεις ἄλλων ἐσόδων, ἀφοῦ
4228οὕτω πως μόνον ἠδύνατο αὐτὴ νὰ συγκαλύψῃ τὸ χαῖνον ἔλ-
4229λειμμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ. Πεισθεὶς οὕτω,
4230ὅτι προέκειτο καὶ νῦν νὰ συνεχίσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς
4231πλαστότητος καὶ εἰκονικότητος τῶν προϋπολογισμῶν, ὅπερ
4232ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς ἣν θέσιν εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, ἀπέσχον
4233τῶν περαιτέρω συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπειδὴ ὅμως
4234πολὺς λόγος ἐγένετο χθὲς ἑσπέρας μόνον περὶ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ
4235ὑποδειχθεισῶν αὐξήσεων ἐσόδων τινῶν, καὶ ἄλλοι μὲν ἐπεκα-
4236λέσθησαν αὐτὰς εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ἰσχυρισμῶν τῆς πλειο-
4237νοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἄλλοι δ’ ἀπέκρουσαν αὐτὰς, ὡς ἀπι-
4238θάνους, εἶμαι ἠναγκασμένος νῦν νὰ παράσχω τὰς ἑξῆς ἐξηγή-
4239σεις περὶ τοῦ πράγματος.
4240Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, Κύριοι, ὅτι καὶ αἱ τελω-
4241νειακαὶ καὶ αἱ ἐκ τῶν μονοπωλίων εἰσπράξεις ἡμῶν θὰ ὦσι πο-
4242λὺ ἀνώτεραι τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐκτὸς
4243ἂν συμβῇ ἀπρόοπτόν τι, ὅπερ ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν
4244ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τοῦδε. Ἐπίσης εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας
4245ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ πλέον καὶ ἐν τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐν τοῖς ἐξό-
4246δοις ἡ ἀριθμητικὴ ἐξίσωσις τῶν εἰς χρυσὸν πρὸς τὰς εἰς τραπε-
4247ζικὰ γραμμάτια εἰσπράξεις καὶ δαπάνας. Πρέπει πᾶσα εἰς
4248χρυσὸν εἴσπραξις καὶ δαπάνη ν’ ἀναγράφηται ὁμοῦ μετὰ τῆς
4249ἀναλογούσης συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ὅπως οὕτως ἔχωμεν
4250πραγματικὴν αὐτῶν ἐξίσωσιν πρὸς τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια
4251ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Τοῦτο εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον διὰ
4252τὴν τακτοποίησιν τῶν λογαριασμῶν ἡμῶν. Τοῦτο καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ κ.
4253Πρωθυπουργὸς ὑπεστηρίξαμεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἀντιπολιτευό-
4254μενοι πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, τοῦτο δ’ ἐπιβάλλετο εἰς ἡμᾶς
4255νὰ πράξωμεν νῦν, ἐὰν ἠθέλομεν νὰ φανῶμεν ἀκόλουθοι πρὸς
4256τὰς ἐπαγγελίας ἐκείνας.
4257Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐδέχθη νὰ προσ-
4258υπολογίσῃ ἐπὶ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων ἐκ προξενικῶν τε-
4259λῶν, ἐκ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ ἐξ ἀντιτίμου τῆς σμύριδος
4260συναλλαγματικὴν διαφορὰν ἐξ 680,000 δραχμῶν, οὐχ ἧττον
4261ἀπέφυγε ν’ ἀναγράψῃ καὶ τὴν ἀντίστοιχον συναλλαγματικὴν
4262διαφορὰν ἐπὶ ἐξόδων τινῶν χάριν προμηθειῶν τῶν διαφόρων
4263Ὑπουργείων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ.
4264§149Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ εἴπετε εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
4265§150ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὸ εἶπον, διότι, ὡς προεδήλωσα, ἠναγ-
4266κάσθην ν’ ἀπόσχω τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς καθ’ ὅλην τὴν ἐν
4267αὐτῇ προεξέλεγξιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ
4268διατὶ δὲν ἐσκέφθητε μόνοι σας τοῦτο, κύριε εἰσηγητά; Διατὶ
4269δὲν ἐσκέφθητε, ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ
4270τῶν εἰς χρυσὸν ἐσόδων δὲν ὑπεξῃρεῖτο ὑπό τινος, ἀλλὰ διετί-
4271θετο, καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξα ἐγώ; Ἔχετε τὴν πεποίθησιν,
4272ὅτι πρόκειται περὶ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον ὑπεξῃρεῖτο ὑπό τινος
4273μέχρι τοῦδε; τότε ὀφείλετε νὰ προτείνητε τὴν καταδίωξιν
4274ἐκείνων, οἵτινες ὑπεξήρουν αὐτὸ τέως, ἀφοῦ αὐτὸ ἐπὶ σειρὰν
4275ἐτῶν συνεποσώθη εἰς ἑκατομμύρια πολλά. Δὲν ἔχετε τὴν πε-
4276ποίθησιν ταύτην; εἶσθε καὶ σεῖς τῆς γνώμης, ὡς ἐγώ, ὅτι
4277τὰ εἰς χρυσὸν ἔσοδα τοῦ Κράτους διετίθεντο εἰς πληρωμὴν
4278ἐξόδων αὐτοῦ ἐπίσης εἰς χρυσόν, χωρὶς οὕτω νὰ γίνηται κατά-
4279χρησίς τις; τότε ἀνάγκη πᾶσα ἢ ν’ ἀναγράψητε τὴν σχετι-
4280κὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐπὶ
4281τῶν ἐξόδων, ἢ νὰ παραλίπηται αὐτὴ ὅλως καὶ ἐπ’ ἐκείνων
4282καὶ ἐπὶ τούτων, ὡς ἐγίνετο μέχρι τοῦδε. Ὁπωσδήποτε, Κύ-
4283ριοι, θὰ συμφωνήσητε πάντες πρὸς ἐμὲ, ὅτι κακῶς ὑπελήφθη
4284ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ,
4285ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀναγράψῃ μονομερῶς ἐν τοῖς ἐσόδοις τὴν περὶ
4286ἧς ὁ λόγος συναλλαγματικὴν διαφοράν, χωρὶς ν’ ἀναγράψῃ
4287αὐτὴν καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν οὐδόλως
4288πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ ἀναγραφὴ αὕτη ὡς πραγματικὴ καὶ
4289βελτιοῦσα τὸν προϋπολογισμὸν, ἔστω καὶ κατ’ ὀβολὸν μόνον.
4290Ὀρθὴ καὶ δικαία τοὐναντίον εἶναι ἡ αὔξησις τῶν τελω-
4291νειακῶν εἰσπράξεων κατὰ 1,697,000. Αἱ εἰσπράξεις αὗται
4292ἀνῆλθον ἤδη τὸ 1892 εἰς 26,758,169, κατέπεσαν δὲ τὸ
4293ἐπιὸν ἔτος 1893 εἰς 22,303,838, ἀλλὰ διὰ λόγους εὐεξη-
4294γήτους. Ἐν πρώτοις λήγοντος τοῦ ἔτους 1892 ἐψηφίσθη ὑπὸ
4295τῆς Βουλῆς ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου ἡμῶν, καθ’ ἣν, αὐ-
4296ξάνοντος τοῦ δασμοῦ ἐπὶ διαφόρων ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν,
4297ἔσπευσαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ προβῶσιν εἰς τὰς ἀναγκαίας
4298προμηθείας ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ παλαιοῦ δασμολογίου. Φυσι-
4299κὸν ἐπακόλουθον τούτου ἦτο, ὅτι τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ
43001893 εὑρεθεισῶν τῶν παρακαταθηκῶν των πλήρων, ἠλατ-
4301τώθη ἡ ἔξωθεν εἰσαγωγή. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐξηκολούθησε
4302καὶ τοὺς ἐπιόντας μῆνας, καθ’ οὓς ὡς ἐκ τῆς ἀποτυχίας τοῦ
4303τότε ἐπιδιωκομένου ἐξωτερικοῦ δανείου, ὡς ἐκ τῆς ἀνικανό-
4304τητος τοῦ Κράτους, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐξ ἰδίων πόρων ἐκ-
4305πλήρωσιν τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεών του, ἐπεκράτει ἀβε-
4306βαιότης περὶ τοῦ μέλλοντος, καὶ ἕκαστος δὲν ἀπεφάσιζε νὰ
4307προβῇ εἰς νέας παραγγελίας. Τὸ κακὸν ἐπετάθη μὲ τὴν ἐκρα-
4308γεῖσαν ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ Ἰουλίου μηνὸς κρίσιν τῆς σταφί-
4309δος, ὡς ἐκ τῆς ἀζητησίας τοῦ προϊόντος ἡμῶν τούτου, ὅπερ
4310ἦτο ἡ κυριωτάτη πηγὴ χρυσοῦ καὶ συναλλάγματος διὰ τὴν
4311ἀγορὰν ἡμῶν, παρετάθη δὲ ἡ ἀγωνιώδης αὕτη κατάστασις
4312μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, ὅτε μετὰ τὴν συντελεσθεῖσαν πτώ-
4313χευσιν τοῦ Κράτους καὶ μετὰ τὰς ἐπαγγελίας τῆς τότε Κυ-
4314βερνήσεως περὶ συμβιβασμοῦ, τὸ ἐμπόριον ἀνεθάῤῥησε καὶ, ἔχον
4315ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ τῶν παρακαταθηκῶν του, ἤρ-
4316ξατο νέων παραγγελιῶν μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους 1894. Κατὰ
4317τὸ ἔτος τοῦτο ἐπανῆλθεν ἡ εἰσαγωγὴ εἰς ὁμαλὴν ὁπωσδή-
4318ποτε κατάστασιν, καὶ αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις ἐξ 22,303,838
4319δραχμῶν, εἰς ὅσον ποσὸν εἶχον κατέλθει τὸ 1893, ἀνῆλθον εἰς
432026,707,099. Ἀφοῦ δὲ ἐν μὲν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσό-
4321δων παρατίθενται τ’ ἀποτελέσματα τῶν τελωνειακῶν εἰσπρά-
4322ξεων κατὰ τὰ ἔτη 1891 καὶ 1892, καθ’ ἃ αὗται ὑπερέ-
4323θησαν τὰ 26 ἑκατομμύρια, ἐν ἀρχῇ δὲ τοῦ τεύχους τοῦ
4324προϋπολογισμοῦ καταχωρίζεται προσωρινὴ κατάστασις τῶν
4325ἐσόδων τοῦ 1894, ἐξ ἧς συνάγεται, ὅτι καὶ τὸ ἔτος τοῦτο
4326αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις ἀνῆλθον εἰς ὃ ποσὸν ἀνέφερα πρό-
4327τερον, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προϋπολογίσωμεν εἰς 22,303,000
4328μόνον τὰ ἔσοδα ἐκ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς; Δὲν θὰ
4329παριστάμεθα οὕτως εἰς τὰ ὄμματα τῶν ξένων ὡς ἀνειλικρι-
4330νεῖς, ὡς κακῆς πίστεως; Εἰρήσθω δ’ ἐν παρόδῳ, ὅτι τοὺς πρώ-
4331τους μῆνας τοῦ 1895 ἔχομεν ἐλάττωσίν τινα τῶν τελωνεια-
4332κῶν εἰσπράξεων ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας
4333τοῦ 1894· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Μαΐου καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου
4334παρατηρεῖται αὔξησις, τοῦτο δὲ θὰ εὕρῃ πᾶς τις εὐεξήγη-
4335τον, ἂν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1894 συνέβη
4336ὅ,τι καὶ κατὰ τέλη τοῦ 1892. Καὶ νῦν δηλαδή, ὡς τότε,
4337ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαπυλίων τελῶν, δι’
4338οὗ ηὔξανον πολλοὶ εἰσαγωγικοὶ δασμοί, ἔκαμαν οἱ ἔμποροι
4339ἐγκαίρως τὰς προμηθείας των διὰ πολλοὺς μῆνας, ἐξ οὗ κατ’
4340ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τῆς εἰσαγωγῆς, κατ’
4341ἀκολουθίαν δὲ καὶ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων, τοὺς πρώτους
4342μῆνας τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους. Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, καλῶς
4343ἐχόντων τῶν πραγμάτων, αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις δὲν θὰ
4344κατήρχοντο ἐφέτος κάτω τῶν 25,000,000. Ἀφοῦ ὅμως θὰ
4345ἐλαττωθῶσι νῦν πολλοὶ δασμοί, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς συμ-
4346βάσεως ἡμῶν πρὸς τὴν Βελγικὴν καὶ τῶν δασμολογικῶν ἀνα-
4347κουφίσεων, ἃς ἐψηφίσαμεν κατ’ αὐτὰς ἐπὶ διαφόρων εἰδῶν, δυ-
4348νάμεθα μετ’ ἀσφαλείας τινὸς νὰ ὑπολογίσωμεν τὸ ἐνεστὼς
4349ἔτος ἐπὶ τελωνειακὰς εἰσπράξεις ἐξ 24,000,000 τοὐλάχιστον.
4350Ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων ἐξ εἰδῶν τοῦ μονοπωλίου παρατη-
4351ρεῖται προϊοῦσα πάντοτε αὔξησις, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει νὰ προϋ-
4352πολογίσωμεν τὸ σχετικὸν ἔσοδον ἐπὶ τῇ βάσει μέσου ὅρου.
4353Τὸ 1892 εἴχομεν εἰσπράξεις ἐκ 10,835,644, τὸ 1893 ἐκ
435410,913,579, τὸ δὲ 1894, κατὰ τοὺς 16 πρώτους μῆνας,
4355εἴχομεν βεβαιωθέντα 11,471,184, ὧν δὲν θὰ καθυστερήσωσι
4356κατὰ πολὺ αἱ εἰσπράξεις. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῶν ἀπο-
4357τελεσμάτων τούτων, ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν
43585 πρώτων μηνῶν τοῦ 1895, καθ’ οὓς παρατηρεῖται ἐπίσης
4359προϊοῦσα αὔξησις, δυνάμεθα, νομίζω, ἐπίσης μετ’ ἀσφαλείας
4360τινὸς νὰ ὑπολογίσωμεν ἔσοδον ἐξ 11,373,000, ἀντὶ τῶν ἀνα-
4361γραφομένων 11,073,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ 300,000 δρ.
4362Δεδικαιολογημένην εὑρίσκω καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐσόδου ἐξ
4363ἀπολήψεως ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξ 120,000
4364δραχμῶν.
4365§151Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς δηλώσεως
4366ἀναβιβάζει αὐτὴν εἰς 133,000.
4367§152ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀποδέχομαι καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἀλλ’
4368ὅταν ἀποδεχθῶμεν οὕτω τὴν ἀρχὴν τῶν μεταβολῶν τῶν ἐσό-
4369δων τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ συνταχθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Τρι-
4370κούπη, ἣν ἀπέκρουσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τότε δὲν πρέπει
4371ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνας τὰς ἐπὶ πλέον μεταβολάς, ἀλλὰ νὰ
4372προβῶμεν καὶ εἰς τὰς ἐπὶ ἔλαττον μεταβολὰς αὐτῶν, τὰς
4373ὑπαγορευομένας ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προη-
4374γουμένων καὶ τῶν ἐν ἐφαρμογῇ χρήσεων, ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἐπι-
4375βολῆς τῶν πραγμάτων, ὑφ’ ἧς καὶ αἱ ἐπὶ πλέον μεταβολαί.
4376Κατὰ ταῦτα, ἀνάγκη πᾶσα νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἄλλας μειώ-
4377σεις ἐσόδων, ὡς ὑπέδειξα ἤδη, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ προκειμένου
4378προϋπολογισμοῦ, κατὰ Δεκέμβριον μῆνα τοῦ 1894, μάλιστα
4379δὲ εἰς τὰς ἑξῆς κυριωτάτας.
4380Κακῶς παρατίθενται αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἑπτανησιακῶν προϊ-
4381όντων κατὰ τὰ ἔτη 1891, 1892 καὶ 1893, καὶ ἀναζητεῖ-
4382ται ὁ μέσος αὐτῶν ὅρος πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ἐσόδου τού-
4383του κατὰ τὸ ἔτος 1894. Τὰ κυριώτατα τῶν ἑπτανησιακῶν
4384προϊόντων, τῶν ὑποβαλλομένων κατὰ τὴν ἐξαγωγήν των εἰς
4385ἔγγειον φόρον, εἶναι ἡ σταφὶς καὶ ἰδίᾳ τὸ ἔλαιον. Τοῦ τε-
4386λευταίου τούτου ἡ παραγωγὴ τὸ 1891 ἦτο ἔκτακτος ὅλως,
4387τοιαύτη, οἵαν δὲν εἴχομεν ἐπὶ δεκαετηρίδας ὅλας, ἐξ οὗ κυρίως
4388αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἑπτανησιακῶν προϊόντων ἀνῆλθον τὸ ἔτος
4389ἐκεῖνο εἰς τὸ μυθῶδες ποσὸν τῶν 4,010,130, ἐνῷ τὸ 1892
4390κατῆλθον εἰς 1,955,478, τὸ 1893 εἰς 2,088,792, καὶ τὸ
43911894 εἰς 1,670,749 μόλις. Ἡ τελευταία αὕτη ἐλάττωσις
4392ὀφείλεται ἰδίᾳ εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. Τὸ
4393προϊὸν τοῦτο ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν φορολογεῖται κατὰ χιλιό-
4394λιτρον πρὸς 16½ ἢ 19 δρ., ὡς ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἀλλὰ
4395ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας τιμῆς του, πρὸς 18%. Ἐπειδὴ
4396οἱ Ἑπτανήσιοι εἶναι ἀπηλλαγμένοι παντὸς ἀμέσου φόρου
4397ἀροτριώντων κτηνῶν, οἰκοδομῶν, ἐπιτηδευμάτων, ζώων, οἴ-
4398νου, βοσκῶν κτλ., ὑπεβλήθησαν οὕτως εἰς βαρυτέραν φορολο-
4399γίαν, ὡς πρὸς τὴν σταφίδα, ἢ οἱ λοιποὶ σταφιδοπαραγωγοὶ
4400τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἀποτίνοντες καὶ ὅλους τοὺς ἀμέσους φόρους.
4401Ἡ διαφορὰ ὅμως αὕτη τοῦ φόρου τῆς σταφίδος εἰς βάρος τῶν
4402Ἑπτανησίων παρετηρεῖτο, ἐν ὅσῳ αἱ τιμαὶ αὐτῆς ἀνήρχοντο
4403εἰς 200 ἕως 300 δραχ. κατὰ χιλιόλιτρον. Τότε, ἐνῷ οἱ λοι-
4404ποὶ σταφιδοπαραγωγοὶ ἐπλήρονον δι’ ἓν χιλιόλιτρον φόρον
4405μόνον 16½ ἢ 19 δραχ., ἀναλογοῦντα οὕτω πρὸς 5½–6
4406ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, οἱ Ἑπτανήσιοι ἐπλήρονον δι’ αὐτὸ 36–48
4407δραχμάς. Νῦν ὅμως, ὅτε ἡ σταφὶς τιμᾶται συνήθως κάτω
4408τῶν 100 δραχ., οἱ ὅροι ἀνεστράφησαν· ὁ φόρος, ὃν καταβάλ-
4409λουσιν οἱ λοιποὶ σταφιδοπαραγωγοί, ὁμοῦ μεθ’ ὅλων τῶν
4410ἀμέσων φόρων, ἀναλογεῖ πρὸς 25–30 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ
4411ἐπὶ τῶν Ἑπτανησίων, τῶν ἀπηλλαγμένων παντὸς ἀμέσου φό-
4412ρου, μένει πάντοτε ὁ αὐτὸς, ἤτοι 18 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν. Ταῦτα
4413ἐν παρόδῳ, Κύριοι, ὅπως ἀποδειχθῇ ἔνθεν μὲν τὸ δυσανάλο-
4414γον τῆς φορολογίας ἐν Ἑλλάδι, καθ’ ὅ τινες μὲν τῶν κατοί-
4415κων αὐτῆς εἶναι ἀγάδες, οἱ δὲ ἄλλοι ῥαγιάδες, ἔνθεν δὲ τὸ
4416αὐτόχρημα δημευτικὸν καὶ λῃστρικὸν τῆς φορολογίας τῆς
4417σταφίδος ἐν ταῖς λοιπαῖς ἐπαρχίαις, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου,
4418ὅπερ εἶχε τὴν ἀσπλαγχνίαν, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, νὰ ἐπι-
4419τείνῃ ἔτι μᾶλλον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ τελευταῖον
4420ἐπιψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρ-
4421που. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα. Ἀφοῦ οἱ Ἑπτα-
4422νήσιοι πληρόνουσι τὸν φόρον τῆς σταφίδος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς
4423ἀγοραίας αὐτῆς τιμῆς, ἕπεται κατ’ ἀνάγκην, ὅτι τὸ ἐντεῦθεν
4424ἔσοδον τοῦ Κράτους ἀδύνατον νὰ αὐξήσῃ, ἐνόσῳ οὐδεμία ἐλ-
4425πὶς ὑπάρχει προσεχοῦς βελτιώσεως τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος.
4426Ὡς πρὸς τὸ ἔλαιον παρατηρῶ, ὅτι τὸ παρελθὸν ἔτος εἴχο-
4427μεν καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, ἄρα καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀφο-
4428ρίαν, τὸ ἔλαιον δὲ ταύτης, ὡς γνωστὸν, δὲν ἐξάγεται κατὰ
4429τὸ ἔτος τῆς παραγωγῆς του, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἐπιόν. Δὲν
4430ἠξεύρω, ὁποίαν ἐσοδείαν ἐλαίου θὰ ἔχωμεν ἐφέτος, ἀλλ’ οἱαδή-
4431ποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη, βεβαίως μικρὸν μέρος αὐτῆς θὰ ἐξαχθῇ
4432ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐξ Ἑπτανήσου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους
4433νομίζω ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι ὁ προϋπολογίζων νῦν ἐξ ἑπτα-
4434νησιακῶν προϊόντων ἔσοδον ἐκ 2,514,600, ἀπέναντι τῶν
4435εἰσπραχθέντων 1,670,749 κατὰ τὸ ἔτος 1894, ὡς γίνεται
4436διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, θέλει ἐξεπίτηδες νὰ
4437ἀπατᾷ καὶ ἑαυτὸν καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ ἀποδεικνύεται μᾶλ-
4438λον ἀνειλικρινὴς καὶ κακόπιστος ἢ διὰ τῆς ἐπὶ πλέον ἀνα-
4439γραφῆς τῶν εἰσπράξεων ἐκ δασμοῦ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξ εἰδῶν
4440τῶν μονοπωλίων. Εὐτυχεῖς, Κύριοι, πρέπει νὰ λογιζώμεθα,
4441ἐὰν οὕτως ἀντὶ τῶν προϋπολογιζομένων 2,514,600 εἰσπρα-
4442χθῶσι τὸ ἐνεστὼς ἔτος 2,000,000 μόνον δραχ., ἤτοι 514,600
4443δραχ. ἐπὶ ἔλαττον.
4444Καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν κακῶς λαμβάνεται ὡς
4445βάσις ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐξ αὐτοῦ εἰσπράξεων κατὰ τὰς
4446προηγουμένας χρήσεις, ἀφοῦ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρεῖται προϊ-
4447οῦσα μείωσις. Ἐνῷ δηλαδὴ τὸ 1892 εἴχομεν ἔσοδον ἐξ αὐτοῦ
44482,150,230, τὸ 1893 κατῆλθε τοῦτο εἰς 2,034,835, κατὰ
4449δὲ τοὺς 14 πρώτους μῆνας τοῦ 1894 εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐ-
4450τοῦ μόλις 1,185,298, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας
4451τοῦ 1893 εἶχον εἰσπραχθῆ 1,935,040, ἤτοι τὸ 1894 ἐπὶ
4452ἔλαττον 749,742 δραχ. Ἡ μείωσις αὕτη τοῦ ἐσόδου ἐκ
4453τοῦ φόρου των εἶναι εὐεξήγητος. Ἕνεκα τῆς κρατούσης οἰ-
4454κονομικῆς καχεξίας πολλαὶ οἰκίαι μένουσι κεναί, αἱ δὲ λοι-
4455παὶ ἐνοικιάζονται νῦν εἰς πολὺ κατωτέρας τιμὰς ἢ πρίν. Οἰ-
4456κία ἐκμισθουμένη πρὶν ἀντὶ 400 δρ. ἀποφέρει νῦν μόλις 300,
4457καὶ οἰκία ἐνοικιαζομένη τέως ἀντὶ 300 δρ. ἐκμισθοῦται νῦν
4458ἀντὶ 200 μόλις δραχ. κατὰ μῆνα.
4459§153Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν αὐτὸ, διότι ὁ
4460φόρος τῶν οἰκοδομῶν κανονίζεται κατὰ τριετίαν.
4461§154ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐκανονίσθη ἤδη τὸ παρελθὸν ἔτος,
4462ὅτε ἤδη εἶχον ὑποτιμηθῆ τὰ ἐνοίκια. Καὶ διὰ τὴν ὑποτί-
4463μησιν λοιπὸν τῶν ἐνοικίων καὶ διὰ τὸ ἀνενοικίαστον πολλῶν
4464οἰκιῶν εἶναι φυσικὴ ἡ παρατηρουμένη ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἔκ-
4465πτωσις τοῦ φόρου οἰκοδομῶν. Διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ λη-
4466φθῇ ὡς βάσις ὁ μέσος ὅρος τῶν προηγουμένων χρήσεων κατὰ
4467τὸν προσδιορισμὸν αὐτοῦ διὰ τὸ ἔτος 1895, ἀλλ’ αἱ εἰσπρά-
4468ξεις τοῦ τελευταίου ἔτους. Ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῶν ἀδύνα-
4469τον νὰ ἔχωμεν τὸ ἐνεστὼς ἔτος τὸ προϋπολογιζόμενον ἔσοδον
4470ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐκ 2,100,000, ἀλλὰ μόλις
44711,800,000, ἤτοι κατὰ 300,000 δραχ. ἐπὶ ἔλαττον.
4472Προϊοῦσαν μείωσιν ἔχομεν καὶ ἐπὶ τοῦ ἐσόδου ἐκ προξενι-
4473κῶν τελῶν. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τὸ 1891 ἀνῆλθεν εἰς 543,271,
4474τὸ 1892 κατῆλθεν εἰς 503,626, καὶ τὸ 1893 εἰς 487,797.
4475Κατὰ ταῦτα δὲ, διὰ τὸ 1895 δὲν ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῇ
4476αὐτὸ εἰς 515,000, ἀλλὰ μόλις εἰς 480,000, ἤτοι κατὰ 35
4477χιλιάδας δραχμὰς ἐπὶ ἔλαττον.
4478Καταπληκτικὴ εἶναι ἡ προϊοῦσα μείωσις ἐπὶ τοῦ ἐσόδου
4479ἐξ ἐκποιήσεως δημοσίων κτημάτων ἀκινήτων καὶ κινητῶν.
4480Ἐνῷ κατὰ τὸ 1892 εἶχεν ἀνέλθει εἰς 1,249,516, τὸ 1893
4481κατῆλθεν εἰς 861,896 μόλις δραχμὰς, ἐνῷ δὲ κατὰ τοὺς 16
4482πρώτους μῆνας τοῦ 1893 εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτοῦ 751,674,
4483κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1894 εἰσεπράχθησαν μό-
4484λις 665,680, ἤτοι κατὰ 110,628 δραχ. ἐπὶ ἔλαττον. Διὰ
4485ταῦτα κακῶς, νομίζω, προϋπολογίζεται τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος
4486ἔσοδον διὰ τὸ ἔτος 1895 εἰς 991,900, καὶ ὅτι ἀνάγκη νὰ
4487μειωθῇ αὐτὸ κατὰ 100,000 δραχ. τοὐλάχιστον.
4488Τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη δὲν πρέπει νὰ μειωθῶσι κατὰ δραχ.
4489304,770 μόνον, ὡς προτείνει ἡ Κυβέρνησις κακῶς ὑπολο-
4490γίζουσα ἐπὶ ἔσοδον μιᾶς τετραμηνίας. Τὸν Σεπτέμβριον, ὡς
4491γνωστὸν, γίνονται αἱ ἐγγραφαὶ τῆς αʹ ἑξαμηνίας, καὶ εἰσπράτ-
4492τεται ὁλόκληρον τὸ ἐξ αὐτῶν ποσὸν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τε-
4493λῶν· διὸ ἡ μείωσις ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ἐπὶ ὁλό-
4494κληρον ἑξάμηνον κατὰ 100,000 δραχ. τοὐλάχιστον ἐπὶ πλέον
4495τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένης.
4496Ἐπὶ τοῦ ἐσόδου ἐξ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαι-
4497δεύσεως ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀποδέχεται τὴν ὑπὸ
4498τῆς Κυβερνήσεως προταθεῖσαν μείωσιν ἐξ 828,333 δραχμῶν
4499ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύ-
4500σεως. Ἀφοῦ δὲ δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ πλέον ἐντὸς τοῦ
45011895 τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ νομίσῃ τις, ὅτι θὰ
4502εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον τὸ ἀρχῆθεν προϋπολογισθὲν ποσὸν ἐκ
4503τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος εἰσφορᾶς, εἰς ὃ μάλιστα προσετέθη τε-
4504λευταῖον καὶ δῆθεν αὔξησις τῆς εἰσφορᾶς τῶν Μονῶν κατὰ
45055,000, συμποσωθὲν οὕτως εἰς τὸ στρογγύλον ποσὸν τῶν
45062,500,000 δραχμῶν. Ἡ εἰσφορὰ τῶν Μονῶν θὰ μειωθῇ βε-
4507βαίως μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώ-
4508δους ἐκπαιδεύσεως, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ ἐλαττοῦνται τὰ πληρωτέα
4509ποσοστὰ, ἀπαγορεύεται δὲ εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς εἴσπραξιν
4510αὐτῆς νὰ ἐκποιῇ ἀκίνητα μοναστηριακὰ κτήματα. Πλὴν
4511καὶ ἄνευ τούτου ἡ εἰσφορὰ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύ-
4512σεως ἀδύνατον νὰ ὑπερβῇ τὰ 2,000,000 δραχμῶν.
4513§155ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ νέου νό-
4514μου αὔξησις τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων τῶν δήμων μέ-
4515χρις 1%...
4516§156ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ὁ νέος νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ—ἂν θὰ
4517ἐφαρμοσθῇ καθόλου—ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους, ὥστε διὰ τὸ
4518ἐνεστὼς ἔτος δυττυχῶς ἐπ’ οὐδεμιᾶς τῶν σωτηρίων αὐτοῦ
4519διατάξεων δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν. Ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουρ-
4520γὸς, ἐπικαλεσθεὶς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1894 ἐξ εἰσφορᾶς ὑπὲρ
4521τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἰσχυρίσθη, ὅτι ἀδύνατον τὸ
4522ἐξ αὐτῆς ἔσοδον νὰ ὑπερβῇ τὰς 1,700,000 δρ. Ἐγὼ ὅμως,
4523ὢν κατὰ τοῦτο μᾶλλον αἰσιόδοξος αὐτοῦ, ἀναβιβάζω τὸ περὶ
4524οὗ ὁ λόγος ἔσοδον εἰς 2,000,000, ἀποδεχόμενος οὕτως αὔξη-
4525σιν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεδέχθη
4526ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ 328,000.
4527Συγκεφαλαιῶν, Κύριοι, τὰ περὶ ἐσόδων τοῦ ὑπὸ συζήτη-
4528σιν προϋπολογισμοῦ, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
4529αʹ)Πρέπει νὰ μειώσωμεν τὰ ἔσοδα
45301) ἐξ ἑπτανησιακῶν προϊόντων κατὰ δρ. 514,000
45312) ἐκ φόρου οἰκοδομῶν » » 300,000
45323) » προξενικῶν τελῶν » » 35,000
45334) ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν » » 100,000
45345) » ἐκποιήσεως δημοσίων κτη-
4535 μάτων ἀκινήτων καὶ κινητῶν » » 100,000
45366) ἐκ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς » » 680,000
4537 Τὸ ὅλον 1,729,000
4538βʹ)Πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα ἐξ εἰσ-
4539 φορᾶς ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαι-
4540 δεύσεως μετὰ τὴν μείωσιν αὐτῶν κατὰ 328,000
4541 ἀφαιρέσει τῶν ὁποίων ὑπολείπεται
4542 καθαρὰ μείωσις ἐξ 1,401,000
4543 τούτων δ’ ἀφαιρουμένων ἐκ τῶν ὑπὸ
4544 τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς
4545 προϋπολογιζομένων ἐσόδων 92,995,108
4546 ἔχομεν ὑπόλοιπον ἐσόδων ἐκ δραχ.91,594,108
4547Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, εἶχε τὴν γενναιότητα ὁ κ. Πρωθυπουρ-
4548γὸς νὰ προβῇ ἐν ἀρχῇ εἰς διαφόρους μεταβολὰς, μειῶν αὐτὰ
4549ἐξ 90,796,181, εἰς ὅσα εἶχον προϋπολογισθῆ ὁμοῦ μετὰ τῶν
4550δηλώσεων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, εἰς 89,342,724.
4551Ἀλλὰ διὰ νεωτέρων του δηλώσεων ἠναγκάσθη νὰ τ’ αὐξήσῃ
4552πάλιν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπι-
4553τροπῆς, εἰς 91,340,282. Εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας δὲν συμ-
4554περιελήφθησαν τὰ ἐν τῷ μεταξὺ ἀναγνωρισθέντα ἔξοδα κε-
4555κλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, ἅτινα ἡ πλειονο-
4556ψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὑπολογίζει, κατὰ τὰς γενομένας εἰς αὐ-
4557τὴν ἀνακοινώσεις, εἰς 587,851. Αὕτη προσυπολογίζει εἰς τὰ
4558ἔξοδα καὶ διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν 300,000, διὰ τὰ
4559λουτρὰ Ὑπάτης 100,000, διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν
4560388,068, διὰ στρατιωτικὴν μόρφωσιν μαθητῶν 4,000, καὶ
4561προτείνουσα ἀπάλειψιν τῆς δαπάνης διὰ γενικὰ ἔξοδα σιδηρο-
4562δρόμων ἐξ 105,000, ἐξευρίσκει οὕτως ὁλικὸν ποσὸν ἐξόδων ἐξ
456392,720,134.
4564Ἐν πρώτοις, ὡς πρὸς τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν διὰ
4565τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους, παρατηρῶ, ὅτι
4566εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὲς τὸ ἐπὶ πλέον ἀναγραφόμενον ποσὸν ἐν τῇ
4567ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀφοῦ ἀντὶ 75, ὡς
4568ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐπληρώσαμεν κατὰ τὴν
4569πρώτην ἑξαμηνίαν 84½–88 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, ἀφοῦ δὲ καὶ
4570κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν θὰ ἦναι κατὰ πᾶσαν πιθα-
4571νότητα ἄνω τῶν 75 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἡ συναλλαγματικὴ δια-
4572φορά, ἀδύνατον παντάπασι νὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τὴν προμή-
4573θειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου
4574χρέους χρυσοῦ ἢ συναλλάγματος αἱ ἐπὶ πλέον ἀναγραφόμε-
4575ναι 300,000 δρ. Ἀφοῦ κατὰ μόνην τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν
4576ἀπῃτήθη πολὺ ἀνώτερον τούτου ποσὸν, οὐδεμία ἀμφιβολία,
4577ὅτι δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος πρέπει ν’ ἀναγραφῶσι τοὐλάχιστον
4578500,000 δρ. ἐπὶ πλέον τοῦ προϋπολογιζομένου. Ὁ κ. Πρό-
4579εδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἦτο καὶ νῦν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύ-
4580σει, θὰ εἶχε βεβαίως ἀνωτέρας ἀξιώσεις καὶ θ’ ἀπῄτει, ὡς
4581ἄλλοτε, καὶ νῦν νὰ μὴ ἀναγραφῇ μόνον τὸ κατὰ πᾶσαν πι-
4582θανότητα δαπανηθησόμενον ποσὸν, ἀλλὰ καί τι πλέον τού-
4583του, ὅπως ἔχωμεν οὕτω περιθώριον διὰ πᾶσαν περαιτέρω ὑπο-
4584τίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ὡς Πρωθυπουργὸς ὅμως
4585καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, φαίνεται νῦν τῆς γνώμης,
4586ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀναγράφηται καὶ τὸ ἤδη δαπανηθὲν ἐπὶ
4587πλέον ποσὸν κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, πολὺ δὲ ὀλιγώ-
4588τερον τὸ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δαπανηθησόμενον ἐπὶ πλέον
4589ποσὸν κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν θε-
4590λήσῃ ν’ ἀποκρύψῃ αὐτὸς τὰ ἐπὶ πλέον ταῦτα ποσὰ, ἀφοῦ
4591ἐν μέρει μὲν ἐπληρώθησαν αὐτά, ἐν μέρει δὲ θὰ πληρωθῶσιν
4592ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἑκόντες ἄκοντες ὀφείλομεν, Κύ-
4593ριοι, νὰ τὰ ὑπολογίσωμεν ἡμεῖς, ὅπως οὕτως ἔχωμεν ἀκριβῆ
4594εἰκόνα τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ.
4595Ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων εἶχεν
4596ἀναγράψει ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθεὶς εἰς τὴν τελευ-
4597ταίαν σύνοδον τῆς ἡγουμένης βουλευτικῆς περιόδου προϋπο-
4598λογισμὸς τοῦ 1895 ἐν συνόλῳ 1,676,892. Εἰς ταῦτα προσε-
4599τέθησαν διὰ δηλώσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου...
4600§157ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι δά!
4601§158ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· τοσαῦτα ἔτη ἠγωνιζόμεθα
4602ἐνταῦθα πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, ὡς Βουλευτὴν Μεσολογγίου,
4603συζητοῦμεν δὲ καὶ προϋπολογισμόν, ὅστις εἶναι κυρίως ἔργον
4604αὐτοῦ· διὸ οὐδεὶς πρέπει νὰ ξενισθῇ, ἐὰν ἐκ παραδρομῆς τῆς
4605γλώσσης ἀποκαλοῦμεν αὐτὸν καὶ νῦν Βουλευτὴν Μεσολογ-
4606γίου... Ἤθελον νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι διὰ δηλώσεων τοῦ
4607Ὑπουργείου Τρικούπη, γενομένων πρὸς τὴν Βουλὴν τῇ 12
4608Δεκεμβρίου 1894, προσετέθησαν ἔτι 495,203 ἔξοδα κεκλει-
4609σμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Σᾶς ἀναφέρω τὰ ὁλικὰ
4610ποσὰ, ὅπως μὴ χρονοτριβῶ, ἀναφέρων αὐτὰ ἰδιαιτέρως καθ’
4611Ὑπουργεῖον. Ἔκτοτε καὶ ἄλλα ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ δια-
4612γεγραμμένων χρήσεων ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ ἀνεγνωρίσθησαν.
4613Καὶ ἐστάλη μὲν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ πί-
4614ναξ, ἐμφαίνων τὰς σχετικὰς ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου, ἐφ’ ὧν
4615εἶχον ἐκδοθῆ ἤδη ἐντάλματα ἐκ δρ. 240,843, δὲν ὑπεβλήθη
4616ὅμως καὶ ὁ πίναξ, ὁ ἐμφαίνων τὰς ὀφειλὰς ἐκείνας, ἐφ’ ὧν
4617εἴτε ἐξεδόθησαν ἤδη ἐντολαὶ ἐν τοῖς ἁρμοδίοις Ὑπουργείοις,
4618εἴτε δὲν ἐξεδόθησαν ἀκόμη αἱ σχετικαὶ ἐντολαὶ, εἰ καὶ ἔχου-
4619σιν ἀναγνωρισθῇ αἱ ὀφειλαί, ἐλλείψει πιστώσεων. Τὰ ποσὰ
4620τῶν ἀνεγνωρισμένων τούτων ὀφειλῶν ἐκ κεκλεισμένων καὶ δια-
4621γεγραμμένων χρήσεων ἀνέρχονται, καθ’ ἃς ἔχω ἰδιαιτέρας πλη-
4622ροφορίας, εἰς 600,000 δρ. περίπου.
4623§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀμφι-
4624σβητῶ τὰς πληροφορίας σας· ἀλλ’ ἀνακοινῶ ὅτι ἐγὼ ἀπηύ-
4625θυνα ἐγκύκλιον εἰς τὰ διάφορα λογιστήρια τῶν Ὑπουργείων
4626ὅλων, νὰ πέμψωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς
4627τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅσα ἔξοδα εἶχον ἐκκαθαρισθῆ, καὶ
4628ταῦτα μετεβίβασα ὅλα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπο-
4629λογισμοῦ.
4630§160Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑπεβλήθησαν καὶ τὰ ἀναγραφόμενα εἰς
4631τὰ ἔξοδα.
4632§161ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἔχω πληροφορίας, ὅτι, πλὴν τοῦ ὑπο-
4633βληθέντος ὀνομαστικοῦ πίνακος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου,
4634ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ποσὰ, ἀναγνωρισθέντα ἐν τοῖς εἰδικοῖς
4635λογιστηρίοις καὶ ἐφ’ ὧν εἴτε ἔχουσιν ἐκδοθῆ ἐντολαὶ, εἴτε
4636καθυστεροῦσιν αὗται ἔτι, ἐλλείψει πιστώσεων. Ἡ ἔκθεσις τῆς
4637πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγράφει ἐπὶ ἔλαττον τὰ ὁλικὰ
4638ποσὰ τῶν ἐξόδων τῶν κεκλεισμένων ἢ διαγεγραμμένων χρή-
4639σεων Ὑπουργείων τινῶν, καὶ δὴ ἐπὶ τῇ βάσει μόνων τῶν πο-
4640σῶν τοῦ ἀρχικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. Τρικούπη, τῶν δη-
4641λώσεων τούτου καὶ τοῦ πίνακος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
4642Οὕτως ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀναγρά-
4643φει, ἀντὶ τοῦ πραγματικοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ 168,371.10, μό-
4644νον 131,885, ἐπὶ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀντὶ
4645τοῦ πραγματικοῦ ποσοῦ 12,233.36, μόνον 7,975.77. Κατὰ
4646ταῦτα καὶ τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων κεκλεισμένων ἢ διαγεγραμ-
4647μένων χρήσεων, ἀντὶ τοῦ πραγματικοῦ ποσοῦ 2,410,940.71,
4648περιορίζεται εἰς 2,370,176.08 ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψη-
4649φίας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, καθ’ ἃς ἐγὼ ἔχω ἰδιαιτέρας
4650πληροφορίας, πιθανὸν τὰ ἔξοδα ἐκ κεκλεισμένων ἢ διαγεγραμ-
4651μένων χρήσεων νὰ ἀνέλθωσιν εἰς 3,000,000 περίπου, οὕτω
4652δὲ νὰ χρειασθῶσι δι’ αὐτὰ ἀκόμη 600,000 δρ. τοὐλάχιστον.
4653Περίεργος μοὶ φαίνεται καὶ ἡ παράλειψις ἀναγραφῆς πι-
4654στώσεως διὰ δευτέραν βουλευτικὴν σύνοδον κατὰ τὸ ἐνεστὼς
4655ἔτος. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐδικαιολόγησε τὴν
4656παράλειψιν ταύτην ὑπὸ τὴν πρόφασιν τοῦ ὅτι δὲν εἶναι βέ-
4657βαιον, ἂν θὰ ἔχωμεν δευτέραν σύνοδον τὸ ἔτος τοῦτο. Ἀλλ’
4658ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ ὁ προϋπολογι-
4659σμὸς τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος 1896, ἡ δ’ ἐπιψήφισις
4660αὐτοῦ ἀνάγκη νὰ γείνῃ κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τοῦ
46611895, πῶς θὰ κατορθωθῇ αὕτη ἄνευ νέας βουλευτικῆς συνό-
4662δου;
4663§162Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε; πιθανὸν νὰ συνέλθῃ
4664ἐκ νέου ἡ παροῦσα σύνοδος.
4665§163ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι πλέον ἀστεῖον καὶ νὰ τὸ
4666φαντασθῇ κἄν τις. Ἡ παροῦσα σύνοδος μόλις καὶ μετὰ βίας
4667παραμένει ἐνταῦθα, ἕως οὗ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
46681895, καὶ θέλετε νὰ συνέλθῃ αὕτη πάλιν, ἄνευ νέας ἀποζη-
4669μιώσεως, ὅπως ψηφίσῃ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896;
4670§164ΠΕΡΡΟΣ. Τὰ ἔξοδα τῆς συνόδου, ἡ ὁποία θὰ ψηφίσῃ τὸν
4671προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, θὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὴν χρῆ-
4672σιν τοῦ ἔτους ἐκείνου.
4673§165ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ εἶναι καθιερωμένον, ἑκάστη βουλευτικὴ
4674σύνοδος νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ ἔτος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου συγκαλεῖται,
4675οὐχὶ δὲ τὸ ἐπιόν. Καὶ ἐὰν δὲ ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ ἀξιο-
4676τίμου συναδέλφου, καὶ πάλιν τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1895 θὰ
4677ἐπεβάρυνον δύο σύνοδοι, ἡ τελευταία τῆς ἡγουμένης καὶ ἡ
4678πρώτη τῆς παρούσης βουλευτικῆς περιόδου, ἀφοῦ καὶ αἱ δύο
4679συνεκλήθησαν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ
4680τοῦ 1895.
4681§166Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι
4682δύο σύνοδοι βουλευτικαὶ ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους;
4683§167ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ τοῦτο πρώτην φο-
4684ρὰν τώρα. Ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὰ ἔτη 1885, 1887
4685καὶ 1892, ἵνα μὴ ἀναδράμωμεν εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν. Δυ-
4686νατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία τις ὡς πρὸς τοῦτο, ἐὰν δύνανται νὰ
4687συγκληθῶσιν ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους δύο τακτικαὶ σύνο-
4688δοι τῆς Βουλῆς, ἢ μία τακτικὴ καὶ μία ἔκτακτος. Ὑπάρχουσι
4689δηλαδὴ οἱ δοξάζοντες, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν καθορίζε-
4690ται ὡς ἐλάχιστον ὅριον ἡ σύγκλησις μιᾶς συνόδου βουλευτι-
4691κῆς κατ’ ἔτος, καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν δύνανται ἐν ἀνάγκῃ
4692καὶ δύο καὶ πλείονες τοιαῦται νὰ συγκληθῶσιν. Ὑπάρχουσι
4693πρὸς τούτοις οἱ νομίζοντες, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει τὴν
4694σύγκλησιν μιᾶς καὶ μόνης τακτικῆς συνόδου, πλὴν καὶ οὗ-
4695τοι ἀποδέχονται, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ δύνανται νὰ συγκληθῶσι καὶ
4696μία καὶ πλείονες ἔκτακτοι σύνοδοι πρὸς τῇ τακτικῇ ἐντὸς
4697ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Τὴν τελευταίαν γνώμην ἔχων ὁ
4698κ. Δηλιγιάννης, συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν τὸ 1885 κατ’ ἀρ-
4699χὰς εἰς τακτικὴν καὶ εἶτα εἰς ἔκτακτον σύνοδον. Τὴν ἀντί-
4700θετον γνώμην ἔχων ὁ κ. Τρικούπης, συνεκάλεσεν αὐτὴν εἰς
4701δύο τακτικὰς συνόδους καὶ τὸ 1887 καὶ τὸ 1892. Ὁποιαν-
4702δήποτε δὲ γνώμην καὶ ἂν ἀποδεχθῇ τις νῦν, ἀδύνατον ἀπο-
4703λύτως νὰ παρίδῃ τὴν ἀνάγκην, τὴν ἐπιβάλλουσαν τὸ ἔτος
4704τοῦτο τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς δευτέραν σύνοδον,
4705τακτικὴν ἢ ἔκτακτον, ἀδύνατον ἄρα νὰ παρίδῃ τὴν ἀνάγ-
4706κην ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐκ 400,000 δρ. τοὐλάχιστον διὰ
4707τὴν δευτέραν ταύτην σύνοδον.
4708Ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγράφει
4709ἐπὶ πλέον δαπάνην τοῦ Κράτους διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαί-
4710δευσιν ἐκ δρ. 388,068.40, μετὰ τὴν μείωσιν τῆς σχετικῆς
4711πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατὰ 1,227,936.70, ἐπὶ
4712τῇ προσδοκωμένῃ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώ-
4713δους ἐκπαιδεύσεως ἐντὸς τοῦ ἔτους 1895. Ἀλλὰ μετὰ τὴν
4714τροποποίησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν οὐδὲν σχο-
4715λεῖον θὰ καταργηθῇ, μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως,
4716ὅτι τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον θὰ ἐφαρμοσθῇ μόλις ἀπὸ τοῦ
4717ἐπιόντος ἔτους, ἀνάγκη ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ σχετικὴ πί-
4718στωσις, ὡς ἀρχῆθεν εἶχεν αὐτὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ
4719ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη. Οὕτω δὲ, ἀφαιρουμένων
4720τῶν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγραφεισῶν
4721δρ. 388,068.40 ἐκ τῶν 1,227,936.70, πρέπει νὰ προστεθῇ
4722νῦν καὶ τὸ ὑπόλοιπον αὐτῶν ἐξ 839,868.30.
4723Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ἐὰν ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων
4724ἐξ 92,720,134.40, ὡς ὑπολογίζει αὐτὸ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειο-
4725νοψηφίας, ἀφαιρέσωμεν τὰς προτεινομένας ὑπ’ αὐτῆς αὐξήσεις
4726ἐξ 100,000 δρ. διὰ τὰ λουτρὰ Ὑπάτης καὶ ἐκ 4,000 διὰ
4727στρατιωτικὴν μόρφωσιν μαθητῶν, ἃς πιστεύω ὅτι δὲν θ’ ἀπο-
4728δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, προσθέσωμεν δὲ τὴν ἄνευ λόγου δια-
4729γραφομένην ὑπ’ αὐτῆς πίστωσιν ἐξ 105,000 διὰ γενικὰ ἔξοδα
4730σιδηροδρόμων, ἔχομεν ὑπόλοιπον ἐξόδων ἐξ 92,721,134.40.
4731Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν, καθ’ ἃ ἀπέ-
4732δειξα:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
47331)διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν 300,000
47342)» ἔξοδα ἐκ κεκλεισμ. ἢ διαγεγρ. χρήσεων600,000
47353)» δευτέραν βουλευτικὴν σύνοδον 400,000
47364)» στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν 838,868.30
4737Ἀλλ’ οὕτω θὰ ἴδωμεν τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ
4738Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1895 ἀνερχόμενον εἰς 94,861,002,70.
4739Ἀφαιρέσατε νῦν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰ ἔσοδα ἐξ 91,594,108,
4740καὶ θὰ ἔχητε τὸ ἔλλειμμα τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ,
4741ἀνερχόμενον εἰς 3,267,894.70.
4742Καὶ δύναται, Κύριοι, νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκὴς ὁ προκείμενος
4743προϋπολογισμὸς ὁ ἐνέχων ἔλλειμμα ὑπερβαῖνον τὰ 3 ἑκατομ-
4744μύρια; Πῶς δὲ θὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμα τοῦτο, ἀφοῦ ἡ μὲν
4745πηγὴ τῶν δανείων, ἐξ ὧν ἐκαλύπτομεν τὰ ἐλλείμματα ἄλ-
4746λοτε, ἔχει στειρεύσει πρὸ πολλοῦ ἤδη δι’ ἡμᾶς, οὐδὲ ὑπο-
4747λείπεται ἄλλος τις ἔκτακτος πόρος, ἐξ οὗ νὰ ἐλπίζωμεν τὴν
4748ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἔστω καὶ πλαστὴν καὶ εἰκο-
4749νικήν, ὡς ἄλλοτε; Ἀλλ’ ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη τοῦ προϋπο-
4750λογισμοῦ αὐτοῦ καθ’ ἑαυτὸν καθίσταται ἔτι μᾶλλον ἐπαι-
4751σθητή, ἐν σχέσει πρὸς τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατά-
4752στασιν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ τοῦ Κρά-
4753τους πρὸς τοὺς πιστωτάς του. Πῶς θὰ δυνηθῆτε, κύριε Πρω-
4754θυπουργὲ, μὲ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν ἀνὰ χεῖρας νὰ ἐμφα-
4755νισθῆτε ἐνώπιον αὐτῶν καὶ νὰ προέλθητε εἰς διαπραγματεύ-
4756σεις περὶ συμβιβασμοῦ; Ὅσον ἁπλοϊκοὶ καὶ ἂν ὦσιν αὐτοὶ,
4757θὰ ἔχωσι πάντοτε τὸν κοινὸν νοῦν, ἵνα σκεφθῶσιν, ὅτι ὁ τοι-
4758οῦτος προϋπολογισμὸς ἐνέχει τὰ σπέρματα νέας, χείρονος τῆς
4759πρώτης, χρεωκοπίας, καθ’ ἧς θ’ ἀπαιτήσωσι νὰ ἐξασφαλισθῶ-
4760σιν αὐτοὶ διὰ νέων ἐγγυήσεων, δι’ ἐγγυήσεων, ἁπτομένων ἴσως
4761τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Δὲν ἀμφιβάλλω
4762ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πιστὸς εἰς
4763τὰς διακηρύξεις του καὶ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ἐν τῇ Κυ-
4764βερνήσει τῆς χώρας, θ’ ἀποκρούσῃ ἐκ παντὸς τρόπου πᾶσαν
4765τοιαύτην ἀξίωσιν τῶν πιστωτῶν μας· ἀλλὰ τί τὸ κέρδος δι’
4766ἡμᾶς, ἂν οὕτως ἀποτύχωσιν ἐκ νέου αἱ περὶ συμβιβασμοῦ δια-
4767πραγματεύσεις καὶ καταδικασθῶμεν ἡμεῖς εἰς παράτασιν τοῦ
4768νῦν οἰκονομικοῦ ἀποκλεισμοῦ, ὑφ’ ὃν κινδυνεύομεν νὰ πάθω-
4769μεν ἐξ ἀσφυξίας; Πλὴν, καὶ ἐὰν οἱ πιστωταὶ ἡμῶν κλείσωσι
4770τοὺς ὀφθαλμοὺς, τὸ δὴ λεγόμενον, καὶ δεχθῶσι νὰ συμβιβα-
4771σθῶσι πρὸς ἡμᾶς ἄνευ νέων ἐγγυήσεων, ἁπτομένων τῶν κυρι-
4772αρχικῶν ἡμῶν δικαιωμάτων, καὶ πάλιν τί τὸ κέρδος δι’ ἡμᾶς,
4773ὅταν διὰ τῶν πραγμάτων ἀποδειχθῇ ὕστερον ἡ ἀνεπάρκεια
4774τοῦ Κράτους, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἀκεραίας καὶ τὰς νέας ὑπο-
4775χρεώσεις του, ὅταν οὕτω τάχιον ἢ βράδιον περιστῇ αὐτὸ εἰς
4776νέαν ἀναστολὴν τῶν πληρωμῶν του, εἰς νέαν πτώχευσιν;
4777Εἶναι καιρὸς, Κύριοι, νὰ ἐννοήσωμεν πάντες, καὶ οἱ ἐν τῇ
4778Κυβερνήσει καὶ οἱ ἐκτὸς αὐτῆς, καὶ ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι,
4779ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον εἰς ἡμᾶς οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ν’ ἀνα-
4780βάλωμεν τὴν λῆψιν παντὸς μέτρου, συντελεστικοῦ εἰς τὸ νὰ
4781ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς παρούσης ἀφορήτου καταστάσεως. Καὶ τὸ
4782πρῶτον καὶ κύριον συντελεστικὸν εἰς τοῦτο μέτρον εἶναι ὁ καταρ-
4783τισμὸς προϋπολογισμοῦ ἀρτίου, προϋπολογισμοῦ ἐνέχοντος ἀλη-
4784θὲς καὶ πραγματικὸν ἰσοζύγιον. Οὕτω πως μόνον δυνάμεθα νὰ
4785ὦμεν εἰλικρινεῖς καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ξένους,
4786οὕτω πως μόνον δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ν’ ἀνακτήσωμεν τὴν
4787πεποίθησιν, καὶ εἰς τοὺς ἄλλους νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν ἐμπιστοσύ-
4788νην, ὅτι ἀπεφασίσαμεν πλέον ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως νὰ
4789λάβωμεν διαζύγιον πρὸς τὸ παρελθὸν, τὸ περιαγαγὸν ἡμᾶς ἐκεῖ,
4790ὅπου εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον, ὅτι ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλή-
4791τως ἀπεφασίσαμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναῤῥώ-
4792σεως. Τὸν καταρτισμὸν τοιούτου προϋπολογισμοῦ ἐπ’ οὐδενὶ
4793οὐδέποτε λόγῳ ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς ν’ ἀναβάλωμεν εἰς τὸ
4794μέλλον. Αὐτὸς πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἡ πρώτη καὶ κυρία
4795βάσις τῶν διαπραγματεύσεων καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ ἡμῶν πρὸς
4796τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτοῦ θὰ πεισθῶμεν καὶ
4797ἡμεῖς αὐτοὶ, θὰ πείσωμεν δὲ καὶ τοὺς ἄλλους, τί ἔχομεν καὶ
4798τί δὲν ἔχομεν, τί ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῶν ἄλλων
4799ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ τί δυνάμεθα νὰ παραχωρήσωμεν
4800πρὸς τοὺς πιστωτάς μας, ἂν θέλωμεν οὕτω καὶ τὰ θεμέλια
4801κρείττονος οἰκονομικοῦ μέλλοντος νὰ καταθέσωμεν καὶ πᾶ-
4802σαν ὑποτροπὴν τοῦ παθήματος τῆς 10 Δεκεμβρίου νὰ προ-
4803λάβωμεν ἐφεξῆς.
4804Ἰδοὺ διατὶ, Κύριοι, ἡμεῖς εἴμεθα τῆς γνώμης, ὅτι, ἀφοῦ
4805πάντες σχεδὸν ἐπείσθημεν περὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τοῦ παρόντος
4806προϋπολογισμοῦ, αὐτοῦ καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἐν σχέσει πρὸς
4807τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἀνάγκη καὶ
4808ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ ἐπιστραφῇ αὐτὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
4809μὲ τὴν πρόσκλησιν, ἵν’ ἀναθεωρήσῃ καὶ συντάξῃ αὐτὸν ἐπὶ
4810νέων βάσεων, ἐπὶ βάσεων ἀναδεικνυουσῶν αὐτὸν ἐπαρκῆ ὑπὸ
4811πᾶσαν ἔποψιν. Ἡμεῖς διαφωνοῦμεν καὶ κατὰ τοῦτο ἐκ διαμέ-
4812τρου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, ὅστις, καίτοι
4813θεωρῶν καὶ αὐτὸς ἀνεπαρκῆ ὅλως τὸν προκείμενον προϋπολο-
4814γισμὸν, οὐδὲν ἧττον νομίζει, ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν αὐ-
4815τὸν νῦν, ὡς ἔχει, καὶ νὰ δώσωμεν καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
4816ἵνα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προσεχοῦς ἔτους 1896 συντάξῃ
4817ἐπὶ νέων ὑγιεστέρων βάσεων. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὴν αὐτὴν
4818ἀκριβῶς γνώμην θὰ ἔχῃ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι καὶ αὐ-
4819τὸς θὰ παρέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ θ’ ἀνομολογήσῃ μὲν
4820τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, θὰ θελήσῃ
4821δὲ νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον και-
4822ρὸν, ἵνα συντάξῃ αὐτὸν κάλλιον νῦν, ἐπιφυλάσσεται νὰ πράξῃ
4823τοῦτο διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι αὐ-
4824τὸς καὶ πρὶν εἶχε τὸν κατάλληλον καιρὸν εἰς τοῦτο, καὶ νῦν
4825δὲν παρῆλθεν ἡ εὐκαιρία. Ἡ νέα Βουλὴ, ἥτις πρώτην καὶ
4826κυρίαν ἀποστολὴν ἔχει τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζη-
4827τήματος, ὀφείλει νὰ παρατείνῃ ἐν ἀνάγκῃ τὰς ἐργασίας της
4828καὶ ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ἑβδομάδας ἔτι.
4829§168ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχομεν δημοτικὰς ἐκλογάς.
4830§169ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, Κύριοι, ἔχομεν
4831καιρὸν ἔτι. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν καιρὸν, νομίζω ὅτι
4832ὑπεράνω τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος, ὅπερ θὰ ἐξυπηρετοῦ-
4833μεν δι’ αὐτῶν, ἵσταται τὸ κοινῇ συμφέρον, τὸ συμφέρον τῆς
4834διαῤῥυθμίσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ὅπερ οὐδεμίαν
4835ἀναβολὴν ἐπιδέχεται, ἐξ οὗ καὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον
4836ἡμῶν ἐξήρτηται. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὰς πρώ-
4837τας ἀσφαλεῖς βάσεις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ἀνορθώσεως; πῶς
4838δυνάμεθα νὰ συντάξωμεν ἄρτιον καὶ ἐπαρκῆ ὑπὸ πᾶσαν ἔπο-
4839ψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους; Καὶ περὶ τούτου
4840ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ, διότι ἡμεῖς, Κύριοι, ἔχομεν
4841τὴν ἀρχὴν, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ὄχι μόνον νὰ κατα-
4842κρίνωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποδεικνύωμεν πάντοτε τὰ δέοντα γε-
4843νέσθαι.
4844§170ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καλὲ δὲν βαρειέσαι! ποιὸς τ’ ἀκούει αὐτὰ
4845τώρα; ’πέρασεν ἡ ὥρα.
4846§171ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀγνοῶ, Κύριοι, ὅτι οὔτε ἡ ὥρα τοῦ
4847ἔτους οὔτε ἡ ὥρα τοῦ ἡμερονυκτίου εἶναι κατάλληλος εἰς
4848τοιαύτην συζήτησιν, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα ἐν μεσοῦντι Ἰουλίῳ
4849μηνὶ καὶ συζητοῦμεν ἐν μεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις, ὡς θὰ ἔλε-
4850γεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐξ ἡμῶν δὲν
4851ἐξήρτητο νὰ ἐκλέξωμεν τὴν κατάλληλον εἰς τοῦτο ὥραν. Εἰς
4852ἡμᾶς ἐπιβάλλεται νὰ ἐπιτελέσωμεν ἓν καθῆκον, δι’ ὃ ἀπέ-
4853στειλεν ἡμᾶς ἐνταῦθα ἡ πατρὶς, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἐν-
4854νοοῦμεν νὰ ἐπιτελέσωμεν, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι αὐτὸ ἀνιαρὸν, ἐν
4855παντὶ καιρῷ καὶ πάσῃ ὥρᾳ, καὶ τὸν χειμῶνα καὶ τὸ θέρος,
4856καὶ τὴν μεσημβρίαν καὶ τὸ μεσονύκτιον, ὡς νῦν. Ἐγὼ, Κύ-
4857ριοι, ἔχω ἀπόφασιν τὸ προκείμενον ποτήριον νὰ ἐκκενώσω ἐφ’
4858ἅπαξ, ὅσον πικρὸν καὶ ἂν ᾖ τοῦτο, χωρὶς νὰ διακόψω καὶ ἀνα-
4859βάλω τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀγορεύσεώς μου εἰς τὴν ἄλλην
4860συνεδρίασιν.
4861§172ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι!
4862§173ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε ἔχετε τὴν ὑπομονὴν, ὅσοι θέ-
4863λητε, νὰ μὲ ἀκούσητε, ὅσοι δὲ βαρύνονται, ἂς ἀπέλθωσιν οἴ-
4864καδε καὶ ἂς ἡσυχάσωσι.
4865Διὰ μακρῶν ἄλλοτε ὑπέδειξα τὰ δέοντα γενέσθαι, ἰδίᾳ
4866κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893. Εἶπον
4867τότε, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ ἀνάγκην ἀπόλυτον, ἀναδιοργα-
4868νώσεως τῆς ὅλης οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἰδίᾳ δὲ τοῦ
4869Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὸ
4870πρῶτον ἀντιπροσωπεύει τὸν διοικητικὸν, τὸ δεύτερον τὸν δικα-
4871στικὸν ἔλεγχον ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν διαχειρίσει. Καὶ οἱ δύο
4872οὗτοι ἔλεγχοι καθυστεροῦσιν ἐν πολλοῖς, καὶ λειτουργοῦσιν
4873ἐλλιπῶς. Ἡ ἀναδιοργάνωσίς των σκοπεῖ εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ
4874καταστῇ καὶ ἐν ἡμῖν ὅ τε διοικητικὸς καὶ ὁ δικαστικὸς ἔλεγ-
4875χος ζῶν, ἐνεργὸς πρὸ πάντων δ’ ἐνήμερος. Ἀντὶ ὅμως τῆς
4876τοιαύτης ἀναδιοργανώσεως, ἣν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
4877νήσεως ἀνωμολόγει ἄλλοτε, διακηρύττων ὅτι, εὐθὺς ὡς θὰ
4878ἐπανήρχετο εἰς τὰ πράγματα, θὰ ἐθεώρει αὐτὴν ἐκ τῶν πρω-
4879τίστων μελημάτων του, παρέλυσε μὲν τὸ Γενικὸν Λογιστή-
4880ριον διὰ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀπεδείχθη κατὰ τὴν
4881συζήτησιν τούτου, κατήργησε δὲ τὰ προσόντα τῶν μελῶν
4882τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐναντίον τῆς σχετικῆς διατάξεως
4883τοῦ Συντάγματος, ὅπως δυνηθῇ οὕτως ἀκωλύτως νὰ εἰσα-
4884γάγῃ εἰς αὐτὸ, τίς οἶδεν, ὁποίας ἀνικανότητας.
4885Πλὴν τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑπηρε-
4886σίας, ὑπέδειξα ἐγὼ ἄλλοτε, οὐχὶ διὰ γενικῶν ἀοριστολογιῶν,
4887ἀλλ’ εἰσερχόμενος εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολο-
4888γισμοῦ, τὰς οἰκονομίας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ γείνωσιν ἐν ἑκά-
4889στῳ κεφαλαίῳ καὶ ἄρθρῳ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, καὶ δὴ
4890ἔνθεν μὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν ἰσχύϊ ὀργανικῶν νόμων, ἔνθεν
4891δ’ ἐπὶ τῇ βάσει ῥιζικῆς τούτων μεταῤῥυθμίσεως...
4892§174ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί σεῖς δὲν ἐκάμετε οἰκονομίας,
4893ὅταν ἐγείνατε Ὑπουργός;
4894§175ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ διακόψας με συνάδελφος, οὗτινος ἀγνοῶ
4895τὸ ὄνομα, δὲν θὰ ἔζη μέχρι τοῦδε, ὡς φαίνεται, ἐν Ἑλλάδι.
4896§176ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ζῶ καὶ ὑπάρχω.
4897§177ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε δὲν θ’ ἀναγινώσκετέ ποτε, ὡς
4898φαίνεται, οὔτε «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», οὔτε ἄλλην
4899τινὰ ἐφημερίδα.
4900§178ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς παραναγινώσκω μάλιστα, καὶ
4901σᾶς ἐρωτῶ καὶ πάλιν, διατὶ δὲν ἐκάμετε σεῖς, ὡς Ὑπουργὸς,
4902τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας κηρύττετε;
4903§179ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ μ’ ἐρωτᾶτε, ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ
4904ἀκούσητε τὴν ἀπάντησιν.
4905§180ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι γιὰ λόγια εἴμεθα μόνον, καὶ
4906ὄχι γιὰ ἔργα.
4907§181ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς φαίνεται, ἡ ὥρα, καθ’ ἣν συζητοῦμεν,
4908σᾶς καθιστᾷ πολὺ ἀνυπόμονον.
4909§182ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν ἐπαύσατε τοὺς τμημα-
4910τάρχας τοῦ Ὑπουργείου σας;
4911§183ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε ἡσυχάσατε, παρακαλῶ, μή με
4912διακόπτετε πλέον... Κύριε Πρόεδρε, ἐφαρμόσατε τὸν κανονισμὸν
4913καὶ ἀπαγορεύσατε τὰς διακοπάς.
4914§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
4915§185ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὺς τμηματάρχας τοῦ Ὑπουργείου τῶν
4916Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ἔπαυσα, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναλά-
4917βω τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ, διότι εἶχον ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτοὺς
4918καὶ διότι ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἠδυνάμην ἄνευ αὐτῶν νὰ διεξαγά-
4919γω τὴν ἀνατεθεῖσάν μοι ὑπηρεσίαν. Ὅταν ποτὲ γείνῃ Ὑπουρ-
4920γὸς ὁ διακόψας με συνάδελφος, ἂς παύσῃ αὐτὸς ὅλους τοὺς
4921τμηματάρχας τοῦ Ὑπουργείου του καὶ ἂς διοικήσῃ μόνος του·
4922ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον τὴν τοιαύτην ἱκανότητα. Ἐὰν δὲ
4923ἔζη ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀνεγίνωσκε τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερ-
4924νήσεως» καὶ ἄλλας ἐφημερίδας, τότε δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην
4925νὰ μάθῃ τώρα παρ’ ἐμοῦ, ἐὰν καὶ ὁποίας οἰκονομίας ἔκαμα
4926ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας
4927Ἐκπαιδεύσεως. Θὰ ἐγίνωσκεν ἤδη, ὅτι ἐγὼ ἀπέλυσα ὑπὲρ
4928τοὺς δέκα ὑπαλλήλους ἐκ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ
4929Ὑπουργείου, κατήργησα ὑπὲρ τὰ 70 ἑλληνικὰ σχολεῖα,
4930ἔκλεισα τὰς ἱερατικὰς σχολὰς, ἀπέλυσα ὅλους τοὺς βοηθοὺς
4931τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ ὅλους τοὺς γραμματοδιδα-
4932σκάλους...
4933§186ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τοὺς διωρίσατε πάλιν.
4934§187ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὺς βοηθοὺς τῶν ἑλληνικῶν σχολείων οὔτε
4935ἐγὼ οὔτε ἄλλος τις τῶν διαδόχων μου ἐπανέφερεν εὐτυχῶς εἰς
4936τὴν ὑπηρεσίαν. Τοὺς γραμματοδιδασκάλους ἀπέλυσα μόνον
4937κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν μαθημάτων ἐν τοῖς χωρίοις, ὅπου
4938αὗται διαρκοῦσιν, ὡς γνωστὸν, ἐφ’ ὅσον καὶ αἱ ἀγροτικαὶ ἐρ-
4939γασίαι τοῦ θέρους, ἤτοι ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου μέχρι τέλους Σε-
4940πτεμβρίου. Κατὰ τὰ διακοπὰς ἀπέλυσα καὶ ὁλόκληρον τὸ
4941βοηθητικὸν καὶ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν τῆς μέσης καὶ στοι-
4942χειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὡς τοὺς καλλιγράφους, ἰχνογράφους,
4943γυμναστάς, ἐπιστάτας, ὑπεπιστάτας κτλ. Ταῦτα πάντα εἶ-
4944χον δημοσιευθῆ τότε ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως»,
4945ἐξ αὐτῆς δὲ ἀνεδημοσιεύθησαν ἐν πολλοῖς καὶ εἰς τὰς ἄλλας
4946ἐφημερίδας. Ἠξεύρετε δὲ, Κύριοι, ὁποία οἰκονομία προῆλθεν
4947ἐντεῦθεν; Ρίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὸν προταττόμενον τοῦ τεύ-
4948χους τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ προσωρινὸν ἀπολογι-
4949σμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1893, ἐν αὐτῷ δὲ (σελ. 10–11) θὰ
4950ἀναγνώσητε, ὅτι εἶχον ψηφισθῆ διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο πιστώσεις
4951ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξ 7,397,989.
4952διετέθησαν δ’ ἐκ τούτων καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν 6,542,612,
4953καὶ ἔμεινεν ὑπόλοιπον ἀδιάθετον ἐξ 895,377. Αὐταὶ εἶναι.
4954Κύριοι, αἱ οἰκονομίαι, ἃς ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησια-
4955στικῶν ἐπὶ ἓξ μόνον μῆνας, κατώρθωσα νὰ πραγματοποιήσω
4956καὶ δι’ ἃς ὕβρεις, διαβολὰς καὶ συκοφαντίας ἤκουσα μόνον
4957παρ’ ἐκείνων, οἵτινες οὐ μόνον εἰς οἰκονομίας δὲν προβαίνου-
4958σιν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις αὑτῶν, ἀλλὰ καὶ πέραν τῶν ψηφισθει-
4959σῶν πιστώσεων δαπανῶσι συνήθως, καταφεύγοντες πρὸς τοῦτο
4960εἰς τὰς λεγομένας ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις. Διὰ τὰς ἐπενε-
4961χθείσας ὑπ’ ἐμοῦ οἰκονομίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλη-
4962σιαστικῶν οὐδενὸς οὐδέποτε ἐπεζήτησα τὴν ἀναγνώρισιν, ἀλλὰ
4963καὶ εἰς οὐδένα οὐδέποτε πλέον θὰ ἐπιτρέψω νὰ μὲ διαβάλῃ,
4964ἀφοῦ δύναμαι διὰ τοῦ ἤδη δημοσιευθέντος προσωρινοῦ ἀπο-
4965λογισμοῦ τοῦ 1893 ν’ ἀποστομώσω πλέον πάντα συκοφάν-
4966την μου.
4967Εἰς οἰκονομίας, Κύριοι, ἐξ 895,000 δρ. προέβην ἐγὼ ἐντὸς
4968ἑξαμήνου μόνον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ
4969δὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων ὀργανικῶν νόμων. Ἐντεῦθεν δύ-
4970νασθε νὰ ἐννοήσητε, ἐὰν ἡμεῖς ἔχωμεν λόγια μόνον, ἢ καὶ ἔργα
4971νὰ ἐπιδείξωμεν εἰς πίστωσιν αὐτῶν. Ἐντεῦθεν δύνασθε νὰ ἐν-
4972νοήσητε, ὁπόσον δίκαιον ἔχομεν ἡμεῖς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι εἶναι
4973δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι, καὶ οἰκονομίαι πολλοῦ λόγου
4974ἄξιαι, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑφισταμένων ὀργανικῶν νόμων
4975καὶ μετὰ μεταῤῥύθμισιν αὐτῶν ῥιζικήν.
4976Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς διοικητικῆς
4977διαιρέσεως τῆς χώρας. Προτείνομεν τὴν σύστασιν 24–26
4978νομαρχιῶν ἢ διοικήσεων, εἰς ἃς νὰ συγχωνευθῶσι καὶ αἱ νῦν
4979ἐπαρχιακαὶ διοικήσεις. Τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἐπιτρέ-
4980πουσι νῦν τοῦτο. Πλὴν δὲ τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας
4981θὰ ἔχωμεν οὕτω συγκεντρωμένας ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ πάσας τὰς
4982πολιτικάς, οἰκονομικάς, στρατιωτικάς, δικαστικὰς καὶ ἐκκλη-
4983σιαστικὰς ἀρχάς, οὕτως ὥστε ὁ πολίτης, ὁ μεταβαίνων ἅπαξ
4984εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ του, νὰ δύναται νὰ διεκπε-
4985ραιώνῃ συγχρόνως πάσας τὰς ὑποθέσεις του.
4986Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου
4987περὶ συντάξεων, οὕτως ὥστε καὶ ὁ χρόνος ὑπηρεσίας, ὁ πα-
4988ρέχων νῦν εἰς αὐτὰς δικαίωμα, νὰ παραταθῇ ἐπὶ μακρότερον,
4989καὶ πᾶσα θυρὶς, ἀνοικτὴ νῦν εἰς παντοίας καταδολιεύσεις τοῦ
4990περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου, νὰ κλεισθῇ ἐφεξῆς ἑρμητικῶς. Δὲν
4991εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, ἡ παροῦσα κατάστασις νὰ παραταθῇ
4992ἐπὶ πλέον. Ἐντὸς δεκαετίας ἐδιπλασιάσθησαν αἱ παρὰ τοῦ
4993δημοσίου ταμείου πληρωνόμεναι συντάξεις, ἀνερχόμεναι ἤδη
4994εἰς 5,177,100. Τὸ ποσὸν θὰ ἐξογκωθῇ ἔτι μᾶλλον νῦν, ὅτε
4995διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων καταρ-
4996γεῖται ἡ μονιμότης τούτων. Ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ, ὡς
4997νόμου τοῦ Κράτους, θ’ ἀρχίσῃ ἡ καθ’ ἑκατοστύας ἀπόλυσις
4998τῶν ὑπαρχόντων ὑπαλλήλων, ὧν οἱ πλεῖστοι ἀρχαῖοι καὶ
4999δεδοκιμασμένοι, ἔχοντες ἤδη κεκτημένον τὸ δικαίωμα τῆς
5000συντάξεως. Οὕτως ἐννοεῖ δυστυχῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν
5001ἀνόρθωσιν καὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν,
5002ἣν ἐπηγγέλλετο ἄλλοτε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, ἐπαναλαμβάνει
5003δὲ καὶ νῦν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, ὡς πικρὰν πάντως εἰρω-
5004νείαν δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐπίστευσαν εἰς τὰς ἐπαγγελίας του
5005καὶ τὸν ὑπεβοήθησαν διὰ τῆς ψήφου των, ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς
5006τὴν ἀρχήν.
5007Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ πάσης δυνατῆς οἰκονομίας ἐν παντὶ
5008κλάδῳ τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας, ὡς ἀπέδειξα ἤδη ἐν
5009λεπτομερείᾳ κατὰ προηγουμένας τοῦ προϋπολογισμοῦ συζη-
5010τήσεις. Ὄντες δὲ ὑπὲρ τοιούτων οἰκονομιῶν, ἀποκρούο-
5011μεν πάσας τὰς ἀστόχους ἢ καὶ εἰκονικὰς οἰκονομίας, εἰς
5012ἃς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐνόμισε καλὸν νὰ προβῇ κατὰ
5013τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ. Τὰς οἰκονομίας
5014ταύτας ἐξήλεγξαν ἤδη οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Παρνασσίδος καὶ ἐξ
5015Ἄρτης Βουλευταὶ μίαν πρὸς μίαν, ἀποδείξαντες ὅτι ὑπ’ ἄλλας
5016μὲν αὐτῶν κρύπτεται κυρίως ἀναβολὴ τῶν σχετικῶν πλη-
5017ρωμῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, ὑπ’ ἄλλας δὲ μέλλει νὰ ἐπέλθῃ
5018ζημία σπουδαία εἰς τὰς σχετικὰς ὑπηρεσίας. Ἐγὼ ὑπολαμ-
5019βάνω περιττὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν περὶ ὧν
5020ὁ λόγος οἰκονομιῶν, ἃς ἐξήλεγξαν ἤδη ἐπαρκῶς οἱ μνημονευ-
5021θέντες συνάδελφοι. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ἐξάρω ἰδιαιτέ-
5022ρως μίαν τῶν οἰκονομιῶν αὐτῶν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν τιμὴν
5023καὶ ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, τὴν ἁπτομένην τιμαλφεστά-
5024των ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων.
5025Καταργοῦνται, Κύριοι, διάφοροι προξενικαὶ θέσεις, οὕτως
5026ὥστε ἐνιαχοῦ μὲν νὰ μείνωμεν ἄνευ προξένων, ἀλλαχοῦ δὲ
5027ν’ ἀφήσωμεν αὐτοὺς ἄνευ διερμηνέως, ἄνευ γραμματέως καὶ
5028γραφέως. Καὶ πότε γίνεται τοῦτο; καθ’ ὃν χρόνον ἐξακο-
5029λουθοῦμεν, πλὴν τῶν ἐχόντων θέσεις ἀπὸ 200 δρ. καὶ κατω-
5030τέρω, πάντας τοὺς ἀνωτέρους προξενικοὺς ὑπαλλήλους νὰ μι-
5031σθοδοτῶμεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καθιστῶντες οὕτω τὸν
5032βίον αὐτῶν ἀβίωτον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, εἰ καὶ εἰσπράττομεν
5033τὰ προξενικὰ τέλη εἰς χρυσὸν, εἰ καὶ ἀνελάβομεν κατὰ
5034τὴν αὔξησιν τούτων διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 τὴν ἠθικὴν
5035ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπηκόους ἡμῶν νὰ
5036βελτιώσωμεν ὑλικῶς τὴν θέσιν τῶν προξενικῶν ἀρχῶν. Πῶς δὲ
5037θέλετε νῦν διάφοροι πρόξενοι, μὴ δυνάμενοι διὰ τοῦ μισθοῦ
5038των νὰ ζήσωσι κἂν αὐτοί, νὰ ἔχωσι τὰ μέσα, ἵνα ἐξ ἰδίων
5039ἀναπληρῶσι τὴν ἔλλειψιν διερμηνέως, γραφέως καὶ αὐτοῦ τοῦ
5040κλητῆρος; Ἐξ ἀνάγκης, Κύριοι, θὰ προέλθῃ ἐντεῦθεν ζημία
5041μεγάλη εἰς τὴν προξενικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ καὶ τοι-
5042αύτη οὖσα ἡ ζημία αὕτη, εἰς οὐδὲν δύναται νὰ λογισθῇ ἀπέ-
5043ναντι τῆς ἄλλης ζημίας, ἥτις θὰ προσγείνῃ εἰς αὐτὰ τὰ
5044ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα ἐκ τῆς καταργήσεως θέσεων, οἷαι αἱ
5045τῶν γραμματέων Προξενείων ἐν Μοναστηρίῳ τῆς Μακεδονίας
5046καὶ ἐν Φιλιππουπόλει τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ τοῦ
5047διερμηνέως ἐν Σκοπίοις. Πότε δὲ γίνονται αἱ καταργήσεις
5048αὗται; ἀκριβῶς καθ’ ὃν χρόνον ἤρξαντο νέφη μελανὰ ἀνα-
5049φαινόμενα ἐν τῷ πολιτικῷ ὁρίζοντι τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονή-
5050σου, καθ’ ὃν χρόνον ἤρξατο ἀνακινούμενον τὸ Μακεδονικὸν ζή-
5051τημα, καθ’ ὃν χρόνον ἀπόλυτος παρίσταται ἀνάγκη νὰ διπλα-
5052σιάσωμεν, εἰ δυνατόν, τοὺς προξενικούς μας ὑπαλλήλους ἐν
5053Θρᾴκῃ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ.
5054Καὶ μήπως γίνονται τοὐλάχιστον αἱ οἰκονομίαι αὗται πρὸς
5055ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου; Ὄχι, μυριάκις ὄχι. Διὰ τῶν
5056οἰκονομιῶν αὐτῶν, δι’ ὧν παραβλάπτονται τόσαι ὑπηρεσίαι,
5057δι’ ὧν ζημιοῦνται ζωτικώτατα ἐθνικὰ συμφέροντα, πρόκειται
5058νὰ καλυφθῶσιν ἄλλαι δαπάναι. Πρόκειται νὰ ἐξοικονομηθῶ-
5059σιν αἱ 400,000 δραχμαὶ, ἃς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη εἰς
5060τοὺς κατοίκους Τριπόλεως, κατὰ τὴν ἐκεῖσε μετάβασίν του
5061ἐν καιρῷ τῶν ἐκλογῶν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἀποζημιώσεως αὐ-
5062τῶν, δι’ ἃς ζημίας ὑπέστησαν τὸ 1891 ἐκ τῆς τότε πτωχεύ-
5063σεως τῆς ἐργολάβου ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Κα-
5064λαμῶν, ἃς ὅμως τότε παρεγνώρισεν αὐτός, ὡς Πρωθυπουργὸς,
5065νῦν δ’ ἐνεθυμήθη, ὅπως δελεάσῃ οὕτω τὸ φρόνημα τῶν ἐκλο-
5066γέων τῆς Μαντινείας καὶ τὸ διαθέσῃ κατὰ τῶν κ. κ. Κωνσταν-
5067τοπούλου καὶ Μανέτα καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδικοῦ του συνδυασμοῦ.
5068Διὰ τῶν οἰκονομιῶν αὐτῶν θέλει νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας
5069διαφόρων ἡμιτελῶν δημοσίων ἔργων ἐν Ἀρκαδίᾳ καὶ κατ’ ἐξο-
5070χὴν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ ἐπαρχίᾳ Γόρτυνι. Οὐδ’ ὀβολὸν ἐν-
5071νοεῖ νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τοῦ ἡμιτελοῦς μεγάλου δημοσίου ἡμῶν
5072ἔργου, τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, εἰ καὶ ἔχουσι
5073δαπανηθῆ ὑπὲρ αὐτοῦ πολλαὶ δεκάδες ἑκατομμυρίων μέχρι
5074τοῦδε, ἐκ τῆς ἀναβολῆς δὲ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς κατα-
5075σκευῆς αὐτοῦ ἐπέρχεται ζημία εἰς τὸ Δημόσιον οὐχὶ δεκάδων
5076χιλιάδων δραχ. μόνον, ὡς ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων τῆς Ἀρκα-
5077δίας, ἀλλ’ ἑκατομμυρίων ὅλων. Οὐδ’ ὀβολὸν ἐννοεῖ νὰ δαπα-
5078νήσῃ διὰ τὴν συντέλεσιν τῆς σπουδαιοτάτης ὑπὸ στρατηγι-
5079κὴν καὶ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἁμαξιτοῦ Ἀθηνῶν–Θηβῶν–Ἀτα-
5080λάντης–Λαμίας, εἰ καὶ ὑπολείπεται πρὸς κατασκευὴν ἐλάχι-
5081στον μόνον τμῆμα αὐτῆς, τὸ μεταξὺ Μαρτίνου τῆς Λοκρίδος
5082καὶ Καρδίτσης τῶν Θηβῶν, δι’ ὃ μόλις 200–300 χιλιάδες δρ.
5083θὰ ἀπῃτοῦντο. Διὰ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος οἰκονομιῶν ζητεῖ νὰ
5084καλύψῃ δαπάνας, ὅλως ἀκαίρους ἢ καὶ πάντη περιττὰς, οἷα
5085σὺν ἄλλαις καὶ ἡ διὰ τὰς φυλακὰς Λευκάδος, ὡσεὰν εἴχομεν
5086ὅλα τὰ ἄλλα, Κύριοι, καὶ μόνον αἱ φυλακαὶ μᾶς ἔλειπον, καὶ
5087δὴ αἱ φυλακαὶ οὐχὶ τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν, ἀλλὰ τῶν
5088ἐπαρχιῶν. Ἐν Λευκάδι, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, ἔχει ἐνοικιάσει τὸ
5089Δημόσιον ἰδιωτικὴν οἰκίαν διὰ φυλακὰς, κειμένην εἰς λαμπρὰν
5090τοποθεσίαν καὶ κατάλληλον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν διὰ φυλακὰς...
5091§188ΛΑΠΠΑΣ. Εἰς ποῖον ἀνήκει αὐτή, κύριε Εὐταξία;
5092§189ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ πρόσωπον. Ἀλλ’
5093ἂν ἐπιμένητε, σᾶς λέγω ὅτι ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ξενοφῶντα Βα-
5094λαωρίτην.
5095§190ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
5096Ἐσωτερικῶν). Κύριε Εὐταξία, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρα-
5097τήρησιν; Αἱ φυλακαὶ Λευκάδος εἶναι, κατὰ τὰς πληροφο-
5098ρίας, τὰς ὁποίας ἔχω, αἱ χειρότεραι φυλακαὶ τοῦ Κράτους
5099αʹ) διότι εὑρίσκονται εἰς τὴν εἴσοδον τῆς πόλεως, βʹ) διότι
5100εἶναι χαμηλαί, εἶναι σκοτειναί, στεροῦνται ἀερισμοῦ καὶ φω-
5101τός. Ὅταν βρέχῃ, ὁλόκληρος ἡ βροχὴ εἰσέρχεται ποταμη-
5102δὸν ἐντὸς τῶν δωματίων, εἶναι τοσοῦτον χαμηλαὶ, ὥστε οἱ
5103φρουροῦντες ἀναγκάζονται νὰ ἵστανται ἐπὶ τῶν κεραμιδίων.
5104§191ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀλλὰ διὰ τὸν λό-
5105γον τῆς ἀποδράσεως.
5106§192ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ὕψος τῶν φυλακῶν εἶ-
5107ναι μόνον 2½ μέτρα· δὲν ὑπάρχουσι χειρότεραι φυλακαὶ τοῦ
5108Κράτους.
5109§193ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπεσκέφθητε ἄλλας φυλακὰς τοῦ Κράτους;
5110§194ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐπεσκέφθην. Ἔχω
5111ἐκθέσεις τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ὑπογεγραμμένας ὑπὸ μηχα-
5112νικῶν, τὰς ὁποίας θὰ φέρω.
5113§195ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐπισκεφθῆτε τὰς φυλακὰς
5114Παλαμηδίου, τὰς φυλακὰς Ρίου, τὰς φυλακὰς Χαλκίδος καὶ
5115ἄλλων μερῶν τοῦ Κράτους, νὰ ἐπισκεφθῆτε δὲ εἶτα καὶ τὰς
5116φυλακὰς Λευκάδος, καὶ θὰ ἴδητε, ἐὰν αὐταὶ ἦναι αἱ χειρότε-
5117ραι φυλακαὶ τοῦ Κράτους. Ἐγὼ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόε-
5118δρον τῆς Βουλῆς, ὅστις ἐχρημάτισεν Ὑπουργὸς καὶ ἐνώπιον
5119τοῦ ὁποίου ἤχθη τότε τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως εὐαρεστούμε-
5120νος λάβῃ τὸν λόγον καὶ δηλώσῃ, διατὶ αὐτὸς ἀπέκρουσε τότε
5121τὴν κατασκευὴν φυλακῶν ἐν Λευκάδι.
5122§196ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς
5123μαρτυρίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅταν ἔχω τὰς ἐκ-
5124θέσεις, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
5125§197ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὰς ὑποβάλητε. Ἀλλ’
5126οἱανδήποτε ἔκθεσιν ἂν ἔχητε, καθ’ ὃν χρόνον αἱ πλεῖσται φυ-
5127λακαὶ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς χείρονα κατάστασιν τῶν
5128τῆς Λευκάδος...
5129§198ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὅλαι αἱ ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας
5130ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατὰ παραδρομὴν εὑρίσκονται εἰς
5131χεῖράς του, διότι ἡ διεύθυνσις τῶν φυλακῶν ἀνετέθη εἰς τὸν κ.
5132Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν γίνεται λόγος περὶ ἀνεγέρ-
5133σεως φυλακῶν Λευκάδος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουρ-
5134γείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι πάντα τὰ
5135δημόσια ἔργα διευθύνονται παρὰ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων
5136ἔργων. Ἀλλὰ τὰς ἐκθέσεις τὰς ἀφορώσας τὴν κατάστασιν τῶν
5137φυλακῶν ὑποθέτω ὅτι τὰς κατέχει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
5138σύνης, καὶ παρ’ ἐκείνου ὀφείλομεν νὰ τὰς ζητήσωμεν.
5139§199ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πλὴν ἐγὼ ἐξετάζω ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸ ζή-
5140τημα. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει Κύριοι, ὅτι αἱ φυλακαὶ τῆς Λευ-
5141κάδος δὲν εὑρίσκονται ἐν καλῇ καταστάσει, δὲν εἶναι μόναι
5142αἱ φυλακαὶ αὗται τοῦ Κράτους αἱ εὑρισκόμεναι εἰς τοιαύτην
5143κατάστασιν· τοὐλάχιστον αἱ πλεῖσται εὑρίσκονται εἰς παρα-
5144πλησίαν ἢ καὶ χείρονα θέσιν. Ἐὰν πρόκειται νὰ κάμωμεν φυ-
5145λακὰς, διατὶ νὰ μὴ κάμωμεν φυλακὰς εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας
5146τοῦ Κράτους συγχρόνως; Πλὴν ἐγὼ νομίζω, ὅτι τάχιον ἢ βρά-
5147διον θὰ περιέλθωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῶμεν εἰς σπου-
5148δαίαν οἰκονομίαν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν φυλακῶν εἰς μόνας
5149τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν. Ἡ οἰκονομία θὰ ἐπήρχετο οὕτω
5150καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ὑπὸ ἔποψιν φρουρᾶς. Ἐὰν θέλωμεν νὰ
5151ἀποδώσωμέν ποτε τὸν στρατὸν ἡμῶν εἰς τὸ κυριώτατον αὐτοῦ
5152ἔργον, τὸ ἐκπαιδευτικὸν, ἀποσπῶντες αὐτὸν ἐκ τοῦ ὑπηρεσια-
5153κοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον κυρίως ἐκτελεῖ τὴν σήμερον, πρέπει νὰ
5154μεριμνήσωμεν σπουδαίως ἀπὸ τοῦδε περὶ συγκεντρώσεως τῶν
5155φυλακῶν εἰς μόνας τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν. Ἀλλ’ ἐν τοι-
5156αύτῃ περιπτώσει, τίς δὲν ἀποδέχεται, ὅτι ἡ κατασκευὴ φυ-
5157λακῶν νῦν ἐν Λευκάδι ἀντὶ 95,000 δραχμῶν, αἵτινες μέχρις
5158ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου θὰ διπλασιασθῶσι βεβαίως, ὡς
5159τοῦτο συμβαίνει συνήθως ἐπὶ παντὸς δημοσίου ἡμῶν ἔργου, εἶ-
5160ναι ὅλως ἄκαιρος καὶ ἄστοχος, εἶναι ἀληθὴς σπατάλη τοῦ
5161δημοσίου πλούτου;
5162Ἔχετε, Κύριοι, οὕτω πρὸ ὀφθαλμῶν τὰς δῆθεν οἰκονομίας
5163τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ὧν παραβλάπτονται αἱ ὑπ’ αὐτῶν
5164πληττόμεναι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους καὶ ζημιοῦνται σπου-
5165δαιότατα ἐθνικὰ συμφέροντα· καὶ ταῦτα πάντα γίνονται, ὅπως
5166καλυφθῶσιν ἄλλαι δαπάναι, ἄκαιροι, μάταιαι καὶ μόνον τὴν
5167συναλλαγὴν ἐξυπηρετοῦσαι, ὑπὸ τὴν ἀπεχθεστέραν αὐτῆς μορ-
5168φήν. Ἔχετε ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὰς ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένας οἰκο-
5169νομίας, τὰς ἀληθεῖς, τὰς πραγματικὰς, τὰς εἰς ἑκατομμύρια
5170ὅλα ἀνερχομένας, χωρὶς νὰ ζημιώσωσιν ὑπηρεσίαν τινὰ, χωρὶς
5171νὰ παραβλάψωσι κανὲν δημόσιον καὶ ἐθνικὸν συμφέρον.
5172Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν περιοριζόμεθα εἰς τὴν ὑπόδειξιν μόνον οἰκο-
5173νομιῶν, ἐπενεκτέων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἡμεῖς
5174εἴμεθα τῆς γνώμης, ὅτι πλὴν τῶν οἰκονομιῶν ἐπιβάλλεται εἰς
5175ἡμᾶς ν’ ἀναθεωρήσωμεν καὶ τὴν ὅλην φορολογικὴν ἡμῶν
5176νομοθεσίαν, τὴν ἤδη ἀπηρχαιωμένην, τὴν ἄνισον, ἄδικον καὶ
5177δυσανάλογον. Καὶ τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, καθορίζει τὴν φορο-
5178λογικὴν ἀναλογίαν καὶ ἡ ἐπιστήμη· ἀλλὰ ποῦ ἴχνος τοιαύ-
5179της ἀναλογίας παρ’ ἡμῖν; Εἴδομεν πρὶν, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι
5180εἶναι ἀπηλλαγμένοι πάντων τῶν ἀμέσων φόρων καὶ πάσης
5181ἐνοχλήσεως, συμπαρομαρτούσης εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπρα-
5182ξιν τούτων. Αὐτοὶ ἀγνοοῦσι, τί σημαίνουσι δηλώσεις καὶ πρω-
5183τόκολλα, τί σημαίνουσιν ἀπαριθμηταὶ, καταμετρηταὶ, εἰσ-
5184πράκτορες, στρατιωτικὰ καταλύματα, πρόσθετος φόρος καὶ
5185τόκος, κατάσχεσις καὶ ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις περιουσίας καὶ
5186προσωπικὴ κράτησις διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον. Αὐτοὶ, ἀπηλ-
5187λαγμένοι ὅλων αὐτῶν τῶν φόρων καὶ ἐνοχλήσεων, πληρόνουσι
5188μόνον φόρον ἐξαγωγῆς ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος, ὅστις
5189ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἀνώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον καταβάλλουσιν
5190οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, οἱ ὑποβαλλόμενοι
5191καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἀμέσους φόρους καὶ εἰς τὰ ἐπακόλουθα τού-
5192των. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἐξέπεσαν αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος, ἀνεστρά-
5193φησαν οἱ ὅροι, καὶ οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος
5194πληρόνουσι νῦν ἀνώτερον φόρον καὶ διὰ τὴν σταφίδα ἢ οἱ
5195Ἑπτανήσιοι. Εἶναι αὐτὴ φορολογικὴ ἀναλογία καὶ δικαιοσύνη;
5196Ποῦ ἴχνος αὐτῆς καὶ μεταξὺ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν τῆς
5197λοιπῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν μεγάλων κτηματιῶν; Οἱ σταφι-
5198δοπαραγωγοὶ πληρόνουσι νῦν 25–30% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρί-
5199στου προσόδου, ἐνῷ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μεγάλων ἀγροτικῶν
5200κτημάτων μέρος μὲν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπιῤῥίπτουσιν εἰς τοὺς
5201καλλιεργητάς, εἰς τὰ ἀροτριῶντα τούτων κτήνη, μέρος δὲ μό-
5202νον καταβάλλουσιν αὐτοί, χωρὶς καὶ τὸ μέρος τοῦτο καὶ τὸ
5203ὅλον τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ
52045% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ποῦ ἴχνος φορολογικῆς
5205ἀναλογίας καὶ δικαιοσύνης μεταξὺ τῶν μεγάλων κτηματιῶν καὶ
5206τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν; Ποῦ ἴχνος αὐτῆς καὶ μεταξὺ τῶν
5207μικρῶν καὶ μεγάλων ἐπιτηδευματιῶν; Ἐπὶ τῶν μικρῶν ἐπι-
5208τηδευματιῶν ἀναλογεῖ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος πρὸς 10
5209καὶ ἐπέκεινα ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Πόσοι ἐξ αὐτῶν ἐπὶ εἰσοδήμα-
5210τος 500 μόλις δρ. δὲν ἐπιβαρύνονται μὲ φόρον 60 δραχμῶν;
5211Καὶ ἐν τούτοις οἱ μεγάλοι ἐπιτηδευματίαι καὶ εἰσοδηματίαι,
5212οἱ μεγάλοι ἡμῶν τραπεζῖται, φορολογοῦνται ἐπὶ εἰσοδήματος
5213500,000–1,000,000 πρὸς 1500 δρ. κατ’ ἀνώτατον ὅρον,
5214ἤτοι πρὸς 1½–3 ἐπὶ τοῖς χιλίοις.
5215§200ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πληρόνουν αὐτοὶ ἄλλους φόρους;
5216§201ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὺς ἄλλους φόρους κατ’ ἀναλογίαν πλη-
5217ρόνουσι καὶ οἱ μικροὶ ἐπιτηδευματίαι. Φόρον οἰκοδομῶν κατα-
5218βάλλουσι καὶ οὗτοι, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν
5219δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν αἱ οἰκίαι των ᾖναι ἐπιβεβαρυ-
5220μέναι μὲ χρέη καὶ τόκους δυσβαστάκτους. Τοὺς ἐμμέσους
5221φόρους, τὰ τέλη καὶ δικαιώματα καταβάλλουσιν ἀναλόγως
5222καὶ αὐτοί, τινὰς μάλιστα τούτων μᾶλλον οἱ μικροὶ ἐπιτη-
5223δευματίαι ἢ οἱ μεγάλοι. Ὁ φόρος λ. χ. τοῦ ἅλατος ἐπιβα-
5224ρύνει μᾶλλον τὸν μικρὸν ἐπιτηδευματίαν καὶ παραγωγὸν ἢ
5225τὸν μέγαν τραπεζίτην. Ὁ φόρος τοῦ πετρελαίου πλήττει
5226ἐπίσης τὴν κατωτέραν καὶ μέσην τάξιν, ἐνῷ ἡ εὐπορωτέρα
5227τάξις, μεταχειριζομένη ἴσως ἀεριόφως ἢ ἠλεκτρικὸν φῶς, εἶναι
5228πάντη ἀπηλλαγμένη τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος φόρου.
5229Ὑφ’ οἱανδήποτε, Κύριοι, ἔποψιν καὶ ἂν ἐξετάσῃ τις τὴν
5230φορολογίαν ἡμῶν, θὰ εὕρῃ αὐτὴν δυσανάλογον καὶ ἄδικον
5231ὅλως. Ὡς τοιαύτη χρῄζει ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Πρέπει νὰ
5232μεταῤῥυθμισθῇ ἡ ἔγγειος φορολογία ἡμῶν, ἀντικαθισταμένων
5233ἰδίᾳ τῶν νῦν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ οἴνου
5234διὰ τῆς ἐγγείου στρεμματικῆς φορολογίας. Πρέπει νὰ μεταῤ-
5235ῥυθμισθῇ ὁ φόρος τῆς σταφίδος, ἀποδιδομένης δικαιοσύνης εἰς
5236τοὺς νῦν ληστευομένους δι’ αὐτοῦ σταφιδοπαραγωγούς μας.
5237Πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ
5238τρόπον ἀνακουφίζοντά πως τοὺς μικροὺς ἐπιτηδευματίας,
5239ἐπιβαρύνοντα δὲ μᾶλλον τοὺς μεγάλους ἐπιτηδευματίας καὶ
5240εἰσοδηματίας. Πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ τὸ δασμολόγιον ἡμῶν
5241κατὰ τρόπον καθιστῶντα εὐωνότερα μὲν τὰ ἀντικείμενα τῆς
5242πρώτης ἀνάγκης, δυσχερέστερον δὲ τὸν ἀνταγωνισμὸν ἐπ’ αὐ-
5243τῶν τοῦ λαθρεμπορίου πρὸς τὸ τίμιον ἐμπόριον. Πρέπει καὶ
5244πᾶς ἄλλος φόρος νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἐπὶ βάσεων ὑγιεστέρων
5245καὶ δικαιοτέρων. Δι’ ὅλων δὲ αὐτῶν τῶν μεταῤῥυθμίσεων εἶναι
5246δυνατόν, ὡς ἀπέδειξα ἄλλοτε, νὰ ἔχωμεν μὲν φορολογικὴν
5247κατὰ τὸ δυνατὸν ἀναλογίαν, καθ’ ἣν, ἀνακουφιζομένων πως
5248τῶν νῦν καταπεπονημένων τάξεων τῶν ἀπορωτέρων καὶ τῶν
5249ἀστῶν, θὰ ἐπεβαρύνετο ἡ νῦν σχεδὸν ἀσύδοτος διατελοῦσα
5250εὐπορωτέρα τάξις, ν’ αὐξήσωμεν δὲ τὰ δημόσια ἔσοδα καθ’
5251ἑκατομμύρια ὅλα, καὶ δὴ κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα ἐκ τοῦ
5252προτέρου τὴν αὔξησιν ταύτην. Δὲν εἶναι, Κύριοι, τοῦ παρόν-
5253τος νὰ εἰσέλθω εἰς ὅλας τὰς σχετικὰς λεπτομερείας τῶν περὶ
5254ὧν ὁ λόγος μεταῤῥυθμίσεων. Ἀναφερόμενος δὲ δι’ αὐτὰς εἰς
5255τὰς ἡγουμένας ἀγορεύσεις μου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
5256Κράτους, ἐπάναγκες νομίζω νὰ ἐνδιατρίψω νῦν διὰ βραχέων
5257εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ μονοπώλια.
5258Ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν πολλοὶ οἱ ἀποδυσπετοῦντες πρὸ τῆς
5259ἰδέας τοῦ μονοπωλίου, ὡς ἀναιρούσης τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτό-
5260μου ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν. Καὶ ὅμως οἱ πολλοὶ οὗτοι, καί-
5261τοι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίοι παντὸς μονοπωλίου τοῦ Κράτους,
5262οὐδὲν ἧττον ἀνέχονται τὰ παρ’ ἡμῖν ἀπαντῶντα μονοπώλια,
5263ὡς κακὰ εὖ κείμενα, ἐνῷ, ἂν ὑπάρχωσι μονοπώλια, τὰ ὁποῖα
5264ἔπρεπε ν’ ἀποκρούσωσι καὶ αὐτοὶ οἱ κατ’ ἀρχὴν ὄντες ὑπὲρ
5265τῶν μονοπωλίων τοῦ Κράτους, τοιαῦτα εἶναι τὰ παρ’ ἡμῖν
5266καθιερωμένα. Τὸ μονοπώλιον καὶ ἡ ἐπιστήμη ἀναγνωρίζει
5267τὴν σήμερον, ὡς κακὸν ἀνεκτὸν, καὶ ἐν τῇ πράξει ἐφαρμόζε-
5268ται ἀλλαχοῦ ἐπὶ μόνων τῶν εἰδῶν, τῶν θεωρουμένων ἐπιτη-
5269δείων, ἵνα ὑπαχθῶσιν εἰς οἱανδήποτε φορολογικὴν ἀφαίμαξιν,
5270ἐξασφαλιζομένην ὑπὸ μόνον τὸν τύπον τοῦ μονοπωλίου. Ἀλλὰ
5271εἴδη, δυνάμενα νὰ ὑποστῶσι πᾶσαν φορολογικὴν ἀφαίμαξιν,
5272δὲν θεωροῦνται ἐκεῖ τὰ ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης καὶ γε-
5273νικῆς καταναλώσεως, ὡς τὸ ἅλας, τὰ πυρεῖα καὶ τὸ πετρέ-
5274λαιον, ἀλλὰ τὰ ἀπολαυστικὰ καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν δημο-
5275σίαν ὑγείαν καὶ ἀσφάλειαν, οἷα εἶναι ὁ καπνὸς, αἱ ἐκρηκτι-
5276καὶ ὗλαι καὶ τὰ οἰνοπνεύματα.
5277Τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν ἐπιβάλλεται ὑπὸ
5278διττοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, ὑπὸ τοῦ συμφέροντος, καθ’ ὃ
5279δύναται αὐτὸ νὰ ἀνανεώνῃ ἑκάστοτε καὶ νὰ ἔχῃ πρόχειρον
5280πᾶσαν τὴν ἀναγκαίαν εἰς τὸν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρα-
5281τὸν πυρίτιδα, καὶ ὑπὸ τοῦ συμφέροντος, καθ’ ὃ τὸ μονοπώ-
5282λιον αὐτὸ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πηγὴ ἀξίας λόγου προσό-
5283δου τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ὑπεράνω τῶν συμφερόντων
5284τούτων τοῦ Κράτους ἵσταται τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, ἥτις
5285διὰ τοῦ τοιούτου μονοπωλίου ἐξασφαλίζεται κατὰ τὸ δυνα-
5286τὸν ἐναντίον πολλῶν καὶ ποικίλων κινδύνων. Τοὺς κινδύνους
5287τούτους παραγνωρίζομεν ἡμεῖς παντάπασι, καίτοι καθ’ ἑκά-
5288στην ἀριθμοῦντες θύματα πολλά, ὡς ἐκ τῆς ἐλευθέρας
5289παραγωγῆς καὶ ἐμπορίας τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν· διατί; διότι
5290ἐννοοῦμεν, ὡς ἐν ἄλλοις πολλοῖς, καὶ ἐν τούτῳ νὰ ὦμεν ἡμεῖς
5291πρωτότυποι, νὰ φορολογῶμεν δηλαδὴ βαρύτατα, ἤτοι 200
5292ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν τὸ πετρέλαιον, 400 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν τὸ ἅλας,
5293καὶ ν’ ἀφίνωμεν σχεδὸν ἀφορολόγητον τὴν πυρίτιδα καὶ τὴν
5294δυναμίτιδα, ὅπως οὕτω διευκολύνωμεν τὸ καταστρεπτικὸν ἔρ-
5295γον τῆς διὰ δυναμίτιδος ἁλιείας, καθ’ ἣν τόσοι ἀκρωτηριά-
5296ζονται ἢ καὶ φονεύονται, καὶ τὸ ἔργον τῆς ἀλληλοκτονίας!
5297Τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ἐπιβάλλεται πρὸς τὸ συμφέ-
5298ρον τοῦ Κράτους, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν φορολογουμένων καὶ
5299πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς παραγωγῆς. Τὸ Κράτος δύναται
5300ὑπ’ αὐτὸ νὰ πατάξῃ κατὰ κεφαλῆς τὸ λαθρεμπόριον τοῦ
5301καπνοῦ ἀπὸ τῆς παραγωγῆς μέχρι τῆς καταναλώσεώς του.
5302Νῦν φορολογοῦνται 1,000,000–1,100,000 ὀκάδες καπνοῦ,
5303ἐνῷ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ διπλάσιον τούτου ποσὸν καταναλί-
5304σκεται εἰς τὴν χώραν, ὅπερ, ὑπαγόμενον εἰς φόρον, θ’ ἀπέφερε
5305βεβαίως πολὺ ἀνωτέραν πρόσοδον τῆς νῦν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου
5306ταμείου. Δὲν εἶναι δὲ ἄδικον, ἄλλοι μὲν τῶν Ἑλλήνων νὰ
5307ὑποβάλλωνται εἰς αὐτὴν τὴν φορολογίαν καὶ ἄλλοι νὰ ὦσιν
5308αὐτῆς ἀπηλλαγμένοι; Δὲν εἶναι ἄδικον νὰ πληρόνωσιν ὑπ’
5309αὐτὴν τὸν αὐτὸν φόρον καὶ πλούσιοι καὶ πένητες, καὶ οἱ
5310καπνίζοντες καπνὸν ἀξίας μιᾶς μόλις δραχμῆς καὶ οἱ καπνί-
5311ζοντες τοιοῦτον ἀξίας 10, 20 καὶ ἐπέκεινα δραχμῶν; Ἀλλὰ
5312ἡ ἀναλογία τοῦ φόρου τούτου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαφόρων
5313ποιοτήτων τοῦ καπνοῦ ἐπιτυγχάνεται ὑπὸ μόνον τὸ μονοπώ-
5314λιον, ὑφ’ ὃ ἐξυπηρετεῖται οὕτω καὶ τὸ συμφέρον τῶν φορο-
5315λογουμένων. Τέλος ὑπὸ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ θὰ περιο-
5316ρισθῇ μὲν κατά τι ἐν ἀρχῇ ἡ παραγωγή, ὅπως ὅμως αὕτη
5317βελτιωθῇ καὶ ἀναπτυχθῇ βραδύτερον, ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῶν
5318παραγωγῶν καὶ τῆς χώρας καθόλου. Τὸ μονοπώλιον, Κύριοι,
5319τοῦ καπνοῦ, ἐκδιδόμενον εἰς ἑταιρίαν, διαθέτουσαν ἄξια λόγου
5320ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ κεφάλαια, δὲν θὰ ἐξυπηρέτει μόνην τὴν
5321ἐγχώριον κατανάλωσιν, ἀλλὰ καὶ θὰ διήνοιγε νέας ὁδοὺς
5322καταναλώσεως εἰς τὴν καπνοπαραγωγὴν ἡμῶν ἐν τῇ ἀλλο-
5323δαπῇ. Ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ ἐξηρεύνα, τίνα εἴδη καπνοῦ
5324εἶναι τὰ μᾶλλον περιζήτητα ἀλλαχοῦ, καὶ θὰ ἐφρόντιζε νὰ
5325καλλιεργηθῶσιν αὐτὰ καὶ ἐν Ἑλλάδι, θὰ παρῆγε δὲ, πλὴν
5326τῶν φυσικῶν ποιοτήτων, καὶ πλείστας ὅσας ἄλλας τεχνητὰς
5327ποιότητας διὰ τῆς μίξεως καὶ συσκευῆς ἐκείνων, ὡς τοῦτο
5328γίνεται νῦν καὶ ἀλλαχοῦ. Οὕτω θὰ ηὔξανεν ἡ νῦν εἰς ἐλά-
5329χιστον μόνον ποσὸν περιοριζομένη ἐξαγωγὴ τοῦ καπνοῦ ἡμῶν
5330καὶ θ’ ἀπέβαινε τὸ προϊὸν ἡμῶν τοῦτο ἀληθὴς πηγὴ ἐθνι-
5331κοῦ πλούτου διὰ τὴν Ἑλλάδα...
5332§202ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ εἶναι
5333καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
5334§203ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον... Τὸ μονοπώλιον τῶν
5335οἰνοπνευμάτων πρόκειται νῦν νὰ εἰσαχθῇ ἐν Γαλλίᾳ ἐκ λόγων
5336ταμιευτικῶν καὶ δημοσίας ὑγείας. Παρ’ ἡμῖν ἐπιβάλλει
5337αὐτὸ καὶ τρίτος λόγος, ἡ δι’ αὐτοῦ ἐνίσχυσις δύο σπουδαιο-
5338τάτων κλάδων τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, τῆς σταφίδος καὶ
5339τοῦ οἴνου. Καὶ τὸ Κράτος ἡμῶν δύναται νὰ προσδοκᾷ ἐξ
5340αὐτοῦ σπουδαίαν πρόσοδον, καὶ ἐλπὶς εἶναι νὰ περισταλῇ
5341οὕτω κατά τι καὶ ἐν Ἑλλάδι ἡ κατάχρησις τῶν οἰνοπνευ-
5342ματωδῶν ποτῶν, ὁ ἀλκοολισμός· ἀλλὰ τὸ κυριώτατον πάν-
5343των εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων δύ-
5344ναται νὰ εὕρῃ διέξοδον τό γε νῦν ἔχον ἡ σταφιδικὴ, βραδύ-
5345τερον καὶ ἡ τοῦ οἴνου κρίσις. Τὴν περὶ τούτου γνώμην μου
5346ἀνέπτυξα ἐμπεριστατωμένως μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐπ’
5347εὐκαιρίᾳ τῆς σταφιδικῆς συζητήσεως, ὥστε περιττὸν νομίζω
5348νὰ ἐπαναλάβω νῦν, ὅσα τότε εἶπον.
5349Πρόκειται, Κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, περὶ μέτρων γενναίων
5350καὶ ἀποφασιστικῶν, περὶ μέτρων, δι’ ὧν καὶ μόνον δυνάμεθα
5351νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς νῦν ἀφορήτου καταστάσεως. Ἀλλ’ ὁ
5352κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς φαίνεται, δὲν ἀντιλαμβάνεται κἂν τῆς
5353τοιαύτης καταστάσεως. Ἐὰν εἶχε σαφῆ αὐτῆς ἀντίληψιν,
5354θὰ ἔσπευδε βεβαίως νὰ προβῇ ἀπὸ τοῦδε εἰς ἀναδιοργάνωσιν
5355τῆς οἰκονομικῆς μας ὑπηρεσίας, εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν
5356ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὰς μᾶλλον ἐπει-
5357γούσας φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις. Ἀλλ’ εἴδομεν ἤδη,
5358ὁποῖαι ἦσαν αἱ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπενεχθεῖσαι οἰκονομίαι. Περιέκοψε
5359δαπάνας ἐν πολλοῖς ἀναγκαίας καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῶν σχετικῶν
5360ὑπηρεσιῶν, ἐπὶ ζημίᾳ μάλιστα καὶ αὐτῶν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν
5361συμφερόντων, ὅπως τὰ ἐντεῦθεν ἐξοικονομηθέντα ποσὰ κατα-
5362σπαταλήσῃ ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ. Καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπο-
5363λογισμοῦ δὲν ὑπῆρξεν εὐστοχώτερος. Ὡς ἐὰν μὴ διετελοῦμεν
5364ἐν πτωχεύσει, ὡς ἐὰν μὴ εὑρισκόμεθα ἐν παραμοναῖς διαπραγ-
5365ματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ, ὡς ἐὰν μὴ εἴχομεν, καθῆκον,
5366εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε, νῦν νὰ ἐντείνωμεν τὰς φορολογικάς
5367μας δυνάμεις, αὐτός, ἀντὶ νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε φορολογι-
5368κὴν μεταῤῥύθμισιν, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προσό-
5369δων τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐνόμισεν ὅτι τῷ ἐπετρέπετο νῦν
5370νὰ προβῇ εἰς μείωσιν αὐτῶν, μόνον καὶ μόνον, ὅπως τὸ ἤδη
5371χαῖνον ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ καταστήσῃ ἔτι μεῖζον
5372καὶ δυσχεράνῃ οὕτως, ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν τῶν
5373πραγμάτων.
5374Ἡ πρόφασίς του, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν,
5375ἵνα προβῇ εἰς τὰς ἀναγκαίας φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, εἶναι
5376παλαιὰ καὶ τετριμμένη πλέον. Τὴν ἠκούσαμεν παρ’ αὐτοῦ καὶ
5377κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 καὶ
5378κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 καὶ
5379κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1891 καὶ 1892.
5380Ὡς τότε διεβουκόλει ἡμᾶς πάντοτε μὲ κενὰς ἐλπίδας, καὶ
5381νῦν ζητεῖ νὰ καθησυχάσῃ ἡμᾶς μόνον μὲ τὰς περὶ μέλ-
5382λοντος ὑποσχέσεις του, μὲ τὴν κενὴν, ὡς πάντοτε, ἐπαγγελίαν,
5383ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς θὰ δυνηθῇ νὰ
5384παρασκευάσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς ἡμᾶς τοιαύτην νομοθετικὴν
5385ἐργασίαν. Αὐτὸς οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ προβῇ εἰς γενναῖόν τι
5386μέτρον μεταῤῥυθμιστικόν, διότι οὐδέποτε ἐπῆλθε τοιοῦτόν τι εἰς
5387τὸν νοῦν του. Αὐτὸς καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1890
5388καὶ νῦν ἦλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν μὲ τὴν ἀπόφασιν μόνον ν’ ἀνα-
5389τρέψῃ καὶ καταστρέψῃ πᾶν ὅ,τι καλὸν εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ ἡ νομο-
5390θεσία ἡμῶν, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ἀνίκανος νὰ δημιουργήσῃ τι
5391ἴδιον.
5392Διὰ τὸ καταστρεπτικὸν αὐτοῦ ἔργον εἶχε βεβαίως, ὡς τότε,
5393καὶ νῦν τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν. Ὡς τότε, καὶ νῦν εἶχε τὸν
5394καιρὸν, ἵνα συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς
5395σωρείαν νομοσχεδίων, ἀνατρεπτικῶν μόνον τοῦ καθεστῶτος.
5396Μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως
5397δὲν καταστρέφει πᾶν ὅ,τι καλὸν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ αὕτη, μό-
5398νον καὶ μόνον ὅπως δημιουργήσῃ θέσεις τινὰς ἐπιθεωρητῶν αὐ-
5399τῆς χάριν ὡρισμένων ὀπαδῶν του; Μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου
5400περὶ ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους δὲν παραλύει τὴν λογι-
5401στικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν δυσχεραίνει τὰς περὶ συμβιβα-
5402σμοῦ διαπραγματεύσεις, μόνον καὶ μόνον ὅπως δημιουργήσῃ
5403οὕτω θέσιν γενικοῦ γραμματέως ἐπὶ πενταετίαν διά τινα τῶν
5404εὐνοουμένων του; Μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκπαιδευ-
5405τικῶν τελῶν δὲν καταστρέφει ἕνα πόρον τοῦ Κράτους; Μήπως
5406διὰ τῶν δασμολογικῶν του νομοσχεδίων δὲν καταστρέφει ἄλ-
5407λους πόρους αὐτοῦ, μόνον καὶ μόνον ὅπως ὠφελήσῃ οὕτω βιο-
5408μηχάνους τινὰς ἐν Τριπόλει καὶ ὀλίγους ἐμπόρους ἐν Πειραιεῖ;
5409Μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου
5410τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἀποστερεῖ τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς
5411ἀστυνομίας, τὸ μόνον ἐχέγγυον περὶ τοῦ ἀφατριάστου αὐτοῦ,
5412ἀψηφῶν, ἐὰν οὕτως ἐξαρθροῦται ὁ θεσμὸς αὐτὸς καὶ ἀνοίγε-
5413ται πάλιν ἡ θύρα τοῦ ἐγκλήματος καὶ τοῦ λαθρεμπορίου;
5414Μήπως διὰ τῶν νομοσχεδίων του περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρη-
5415τῶν, περὶ οἰκονομικῶν ἐφοριῶν, περὶ ταμείων καὶ ὑποταμείων
5416καὶ περὶ τελωνειακῶν θέσεων δὲν παραλύει τὰς σχετικὰς ὑπη-
5417ρεσίας, φροντίζων μόνον δι’ αὐτῶν νὰ δημιουργήσῃ θέσεις καὶ
5418προσόντα ὑπέρ τινων εὐνοουμένων του; Μήπως διὰ τῶν νομο-
5419σχεδίων περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων τῶν
5420Ἐσωτερικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δι-
5421καιοσύνης δὲν καταργεῖ τὴν μονιμότητα καὶ δὲν μεταβάλλει
5422τὰ προσόντα αὐτῶν, μόνον καὶ μόνον ὅπως δυνηθῇ οὕτω νὰ
5423ῥίψῃ εἰς τοὺς δρόμους πλείστους ὅσους ἀρχαίους καὶ δεδοκιμα-
5424σμένους ὑπαλλήλους, πρὸς ἐπαύξησιν τῆς πιστώσεως τῶν συν-
5425τάξεων, καὶ ἀναπληρώσῃ αὐτοὺς δι’ ἰδίων του φίλων, ἐπὶ ζη-
5426μίᾳ τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν; Μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ
5427ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου δὲν ἐπαναφέρει τὸ πρὶν χάος εἰς τὸ
5428ἀνώτατον ἡμῶν ἐκπαιδευτήριον, καθ’ ὅ τινες ἐπιστημονικοὶ
5429κλάδοι καὶ σχολαὶ ὑπερεπληροῦντο καθηγητῶν περιττῶν, ὅπως
5430ἄλλοι κλάδοι καὶ σχολαὶ στερῶνται καὶ τῶν ἀπολύτως ἀναγ-
5431καίων τοιούτων; Μήπως διὰ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων του δὲν
5432μετέβαλεν εἰς ῥάκος καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, ὑπὲρ οὗ ὡς ἀντι-
5433πολιτευόμενος ἐκόπτετο πάντοτε, λέγων ὅτι ἦτο τεταγμένος
5434φρουρὸς αὐτοῦ μὲ τὸ ὅπλον παρὰ πόδας; Διὰ τοῦ νομοσχεδίου
5435περὶ ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου καταργεῖται ὁ νόμος περὶ αὐ-
5436τῶν καὶ οὕτω θὰ διορίζωνται καθηγηταὶ ἐφεξῆς εἰς θέσεις μὴ
5437νενομοθετημένας, ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Συντάγματος.
5438Πλεῖστοι ὅσοι νόμοι καὶ διατάξεις αὐτῶν, καταργηθεῖσαι ἤδη,
5439ἀνακαλοῦνται εἰς ἰσχὺν διὰ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, ἐναν-
5440τίον τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ ἔπρεπεν οἱ ἅπαξ
5441καταργηθέντες νόμοι νὰ εἰσαχθῶσιν ἐκ νέου ὡς νομοσχέδια εἰς
5442τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφοφορηθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς «ἄρθρον πρὸς
5443ἄρθρον, τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας.»
5444Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν
5445Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν κατηργήθησαν
5446λαθραίως τὰ προσόντα τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,
5447ἐπὶ προφανεῖ ἀθετήσει τοῦ ἄρθρου 89 τοῦ Συντάγματος. Ὁ
5448κ. Πρωθυπουργὸς λοιπόν, ὡς παρατηρεῖτε, εἶχε τὸν ἀπαιτού-
5449μενον καιρὸν, ἵνα συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς
5450Βουλῆς σωρείαν νομοσχεδίων ἀνατρεπτικῶν τοῦ καθεστῶτος
5451καὶ αὐτοῦ τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου, δὲν εἶχεν ὅμως
5452τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα συντάξῃ καὶ προβάλῃ εἰς τὴν
5453ἐπιψήφισιν ἡμῶν κανὲν νομοσχέδιον, πληροῦν ἀληθῆ τινα ἀνάγ-
5454κην. Εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵν’ ἀντιγράψῃ κακοζήλως
5455καὶ διαστρεβλώσῃ ἐν πολλοῖς τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη συντα-
5456χθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ 1895· δὲν εἶχεν ὅμως τὸν καιρόν,
5457ἵνα διορθώσῃ καὶ βελτιώσῃ αὐτὸν κατά τι! Ἀλλ’ αὐτὰ, Κύ-
5458ριοι, εἶναι καὶ λέγονται προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις.
5459Εἶπον καὶ ἀπέδειξα ἤδη, ὅτι ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς
5460εἶναι ἀνεπαρκὴς ὅλως αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἐν σχέσει πρὸς
5461τὴν παροῦσαν ἡμῶν κατάστασιν, ὡς τοιοῦτον δ’ ἐπιβάλλεται
5462εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστρέψῃ αὐτὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς,
5463Κύριοι, ἔχομεν ἀνάγκην πάντοτε μὲν, μάλιστα δὲ νῦν, προϋπο-
5464λογισμοῦ προβλέποντος ἐν πᾶσιν οὐ μόνον περὶ τῶν συνήθων
5465ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν θὰ
5466κατωρθοῦμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς νῦν καταστάσεως ἡμῶν.
5467Ἀλλ’ ὅπως τύχωμεν τοιούτου προϋπολογισμοῦ, ἀνάγκη πᾶσα
5468νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὅλαι αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι ἐπὶ τῶν περιτ-
5469τῶν ἢ καὶ μὴ ἀπαραιτήτων πάντη δαπανῶν, ἐπὶ τούτῳ μεταῤ-
5470ῥυθμιζομένων, ἂν δεήσῃ, καὶ τῶν σχετικῶν ὀργανικῶν ἡμῶν
5471νόμων. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ γείνωσι καὶ ὅλαι αἱ δυναταὶ φορο-
5472λογικαὶ μεταῤῥυθμίσεις, ἐξ ὧν θὰ προσεδοκᾶτο αὔξησις τῶν ἐσό-
5473δων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ συνταχθῇ οὗτος
5474ἐπὶ τῇ βάσει εὐρυτάτου ἰσοζυγίου, ἐπιτρέποντος οὐ μόνον τὴν
5475πλήρωσιν πασῶν τῶν ἀπαραιτήτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὡς
5476Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν τε δημοσίων καὶ τῶν
5477κατ’ ἰδίαν ἡμῶν οἰκονομικῶν. Ἀνάγκη πᾶσα μεταξὺ τῶν συνή-
5478θων ἐξόδων καὶ ἐσόδων νὰ ὑπάρχῃ περιθώριον μέγα, ἐπιτρέ-
5479πον τὰ μέσα εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ἀνόρθωσιν.
5480Μεταξὺ τῶν τακτικῶν πλέον καὶ ἀπαραιτήτων δαπανῶν
5481τοῦ Κράτους πρέπει νὰ καταλεγῶσι καὶ τὰ ἔξοδα διὰ τὴν
5482ἐξακολούθησιν τῶν δημοσίων ἡμῶν ἔργων, ἰδίᾳ διὰ τὸν σιδηρό-
5483δρομον Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἡ ἐγκατάλειψις καὶ τῶν ἄλλων,
5484κατ’ ἐξοχὴν δὲ τοῦ ἔργου τούτου εἰς τὴν τύχην του, θὰ ἐμαρ-
5485τύρει, ὅτι ἡμεῖς οὐδεμίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἐλάβομεν, ἵνα
5486εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναῤῥώσεως. Ὁ σιδηρόδρομος
5487Πειραιῶς–Λαρίσης στοιχίζει ἤδη εἰς τὸ Κράτος δεκάδας ὅλας
5488ἑκατομμυρίων, πᾶσα δὲ ἀναβολὴ ἐξακολουθήσεως τῆς κατα-
5489σκευῆς του ἐπιφέρει φθορὰν εἰς τὰ ἡμιτελῆ του ἔργα, εἰς τὸ
5490ἐκτεθειμένον ὑλικόν του, ἀνερχομένην κατ’ ἔτος εἰς ἑκατομμύ-
5491ρια ὅλα. Πάντες σχεδὸν οἱ ξύλινοι αὐτοῦ στρωτῆρες ἔχουσι
5492καταστῆ ἤδη ἄχρηστοι, τὰ δὲ τεχνικά του ἔργα εἶναι ἡμι-
5493κατεστραμμένα. Δάνειον δὲν δυνάμεθα, οὐδὲ συμφέρει νὰ συν-
5494ομολογήσωμεν πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος σιδη-
5495ροδρόμου. Ἀνάγκη λοιπὸν καὶ ἀνάγκη πᾶσα ν’ ἀναγράφωμεν
5496ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἐτησίαν δαπάνην δι’ αὐτὸν
5497ἐκ 2–3 ἑκατομμυρίων τοὐλάχιστον. Οὕτως πως μόνον θὰ
5498ἐμπνεύσωμεν καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τὴν ἐμπι-
5499στοσύνην, ὅτι ἀπεφασίσαμεν πλέον, ὡς καλοὶ οἰκοκυραῖοι, νὰ
5500θέσωμεν τάξιν εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς.
5501Μεταξὺ τῶν μέσων, ἅτινα ὀφείλομεν νὰ προορίσωμεν ὑπὲρ
5502τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ἀνορθώσεως, τὴν πρώτην θέσιν πρέπει νὰ
5503καταλάβῃ ἡ διάθεσις ποσοῦ τινος ἐτησίως, ἔστω καὶ ἐκ 3 ἑκα-
5504τομμυρίων, ὑπὲρ τοῦ βαθμιαίου περιορισμοῦ τῶν ἐπ’ ἀναγκα-
5505στικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ
5506κυμαίνοντος χρέους. Οὕτω πως οὐ μόνον τὰς ἐγχωρίας Τρα-
5507πέζας θὰ ἐνισχύσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς ἀνάκτησιν τῆς προ-
5508τέρας πίστεώς των, ἀλλὰ καὶ θὰ παράσχωμεν εἰς πάντας τὴν
5509τρανωτάτην ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν, ἵνα λάβω-
5510μεν διαζύγιον ὁριστικὸν πρὸς τὸ παρελθόν.
5511Μόνον μὲ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν ἀνὰ χεῖρας θὰ δυνηθῶ-
5512μεν νὰ εὐπροσωπήσωμεν καὶ ἀπέναντι τῶν ξένων, καὶ νὰ τύχω-
5513μεν ἐπιεικῶν ὅρων κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ
5514τοῦ Κράτους πρὸς αὐτούς. Προϋπολογισμὸς τοιοῦτος θὰ ἦτο
5515ἡ καλλιτέρα ἀσφάλεια καὶ ἐγγύησις δι’ αὐτοὺς, καλλιτέρα
5516καὶ τῆς ἱδρύσεως ἰδίας ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐν ἡμῖν
5517καὶ αὐτοῦ τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Προϋπολογισμὸς τοιοῦτος θὰ
5518τοὺς ἔπειθε νὰ παραιτηθῶσι καὶ πάσης ἀξιώσεως ἐπὶ συμμε-
5519τοχῆς αὐτῶν εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους
5520διατεθησομένων προσόδων, ἀξιώσεως, ἥτις θὰ συνεπήγετο καὶ
5521τὴν συμμετοχὴν αὐτῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν περὶ ὧν ὁ λό-
5522γος προσόδων καὶ τὸν διεθνῆ ἔλεγχον. Θὰ τοὺς ἔπειθε ν’ ἀρκε-
5523σθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων εἰς τραπεζικὰ γραμ-
5524μάτια, τοῦ ποσοστοῦ αὐτῶν καθοριζομένου ἐφάπαξ εἰς 40 ἕως
552545%, καὶ εἰς τὴν προσαύξησιν τοῦ πληρωτέου εἰς αὐτοὺς πο-
5526σοῦ ἐκ τῆς βελτιώσεως τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν νομίσματος.
5527Προϋπολογισμὸς τοιοῦτος θὰ καθίστα ἡμᾶς ἱκανοὺς νὰ σκε-
5528φθῶμεν καὶ περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς καὶ περὶ
5529ἀναπτύξεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πόρων. Τοιοῦτος προϋπολο-
5530γισμὸς μόνον θὰ ὑπεβοήθει ἡμᾶς, ἵνα ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς νῦν
5531ἀφορήτου καταστάσεως, καὶ θὰ ἐπλήρου ἡμᾶς ἐλπίδων περὶ
5532μέλλοντος αἰσιωτέρου.
5533§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
5534Ὥρα 2 καὶ 30′ π.μ. τῆς ἑπομένης.