Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΔ · Session Α› Sitting 47

1895.07.12

5,848 rows · 45,448 words · 4 tables · 200 turns

Date
1895.07.12
Presidency
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Period
ΙΔ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1896)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47

Τῆς 12 Ἰουλίου 1895

Τετάρτη

Ὥρα 11 π. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Καλλιφρονᾶ).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θὰ ἀναγνωσθῶσι μετὰ μεσημβρίαν, διότι δὲν ἐτυπώθησαν εἰσέτι. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τέσσαρας ἐκθέσεις ἐπὶ διαφόρων πιστώσεων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 278–281). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§2ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τῆς Ρωσσικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 282). Χθὲς ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος ζητήματος περὶ τῶν δασῶν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ σήμερον. Ὁ κ. Καραπάνος, ὁ ὁποῖος ἔχει πρῶτος τὸν λόγον, ἀπουσιάζει. Κατὰ σειρὰν μετ’ αὐτὸν ἔρχεται ὁ κ. Κοζάκης Τυπάλδος.

§4Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὄχι ὅπως ὁμιλήσω ἐν ἐκτάσει περὶ τοῦ ζητήματος, διότι, γνωρίζων τὴν κατάστασιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ αὐτήν. Ἀλλὰ δύο ἐκ τῶν ὁμιλησάντων ἐνταῦθα ἀνέφερον τὴν γιγνομένην ἐκμετάλλευσιν εἰς δάση ἐν Ἀκαρνανίᾳ, νομίζω, παρὰ βιομηχανικῶν καταστημάτων ἐν Πάτραις, καὶ ἐδόθησαν πληροφορίαι περὶ τούτου, καὶ μάλιστα ἐῤῥήθη παρὰ τοῦ κ. Εὐταξίου, ὅστις ἔλαβε τὸν λόγον, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις ἐκείνη γίνεται πρὸς ὠφέλειαν τῶν δασῶν, καὶ μάλιστα μετὰ τῆς δεούσης ἐπιστημονικῆς προσοχῆς. Τοῦτο ἐγὼ θεωρῶ καταστρεπτικὸν διὰ τὰ δάση, καὶ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως διαμαρτυρηθῶ, οὕτως εἰπεῖν, ἐναντίον γνώμης, ἥτις ἀποβαίνει πρὸς καταστροφὴν τοῦ δασικοῦ πλούτου. Κατὰ γενικὴν ἀρχήν, τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν εὐθύνην καὶ ὅλην τὴν διεύθυνσιν πάσης δασικῆς ἐκμεταλλεύσεως, εἴτε εἰς ἰδιώτας ἀνήκει τὸ δάσος, εἴτε εἰς κοινότητα, διότι πρὸς ἐκμετάλλευσιν τοῦ δάσους δὲν ἀρκεῖ ἡ καλὴ θέλησις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐπιστήμη καὶ πεῖρα. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν βιομηχανικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται χάριν κερδοσκοπίας, πῶς εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι, οἵτινες δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι οὔτε ἐκ θεωρίας, οὔτε ἐκ πείρας, ἐπὶ τοῦ τόσον ἐπιλέπτου αὐτοῦ ζητήματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν, νὰ λαμβάνωσι τὴν ἄδειαν νὰ ἐνεργῶσι τὴν ἐργασίαν ταύτην;

§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφίνεται εἰς αὐτοὺς ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν δασῶν. Ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων δὲν δύνανται νὰ κόψωσιν οὔτε ἓν δένδρον.

§6Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἡ θεωρία· καὶ σχετικῶς πρὸς τὸν σεβαστὸν φίλον μου κ. Σωτηρόπουλον θὰ διηγηθῶ συμβεβηκός τι. Τοιαύτη θεωρία ἐπικρατεῖ καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀδείας, τὰς ὁποίας χορηγοῦσιν οἱ ἔφοροι εἰς τοὺς ἐγκαθιδρύοντας ἐντὸς τῶν δασῶν τὰς ἀσβεστοκαμίνους, αἱ ὁποῖαι ἐγκαθιδρύονται δυνάμει τακτικωτάτης ἀδείας. Ἀλλ’ οὐδὲν καταστρεπτικώτερον τούτου ὑπάρχει διὰ τὰ δάση, διότι αἱ ἄδειαι χορηγοῦνται εἰς τοὺς τυχόντας, καὶ οὐδεμία ἐπιτήρησις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν ὑπάρχει. Ἡ καταστροφὴ διὰ πυρκαϊᾶς εἶναι βεβαία, ἐκτὸς ἐὰν συμβῇ νὰ παρακληθῇ κανεὶς Ὑπουργὸς νὰ παρέμβῃ, ὡς συνέβη εἰς ἐμὲ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Σωτηρόπουλον, χάριν καλαισθητικῶν λόγων. Ὑπῆρχεν ἀσβεστοκάμινος ἐγκατεστημένη εἰς τὸ δάσος τοῦ Δαφνίου, ἐκ τῆς ὁποίας τρὶς ἢ τετράκις ἐκινδύνευσε νὰ μεταδοθῇ πυρκαϊὰ εἰς αὐτὸ, προληφθεῖσα ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων. Ἐν τούτοις ἐπληροφορήθην, ὅτι εἶχε δοθῆ ἄδεια πρὸς ἐγκαθίδρυσιν τῆς ἀσβεστοκαμίνου ἐκείνης. Βλέπων κινδυνεῦον τὸ δάσος ἐκεῖνο καὶ μετ’ αὐτοῦ καὶ τὴν ἐκκλησίαν Δαφνίου, ἥτις ἔχει μεγάλην ἀρχαιολογικὴν καὶ καλλιτεχνικὴν ἀξίαν, ἀπετάθην εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, Πρωθυπουργὸν τότε καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ ἀποδιώξῃ ἐκεῖθεν τὴν κάμινον (;) ὁ κ. Σωτηρόπουλος διέταξε νὰ ἐκδιωχθῇ ἐκεῖθεν ἡ ἀσβεστοκάμινος, καὶ οὕτως ἐσώθη τὸ δάσος καὶ ἡ ἐκκλησία. Ἐγὼ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποκρούονται ἀπὸ ὅλα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη, καὶ αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν ἐν Ἑλλάδι εἰς τὴν ἀποψίλωσιν τῶν δασῶν. Ὅσα εἶπεν ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι ἀληθῶς παρήγορα, διότι ἐμάθομεν ὅτι εὑρέθη πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅστις ἐμελέτησεν ἐμβριθῶς τὸ ζήτημα, καὶ δύναται νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία γίνεται καὶ ἥτις δύναται νὰ ἀπολήξῃ μίαν ἡμέραν εἰς σωτηρίαν. Διότι μέχρι τοῦδε τοῦτο δὲν ἐγένετο. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐν ἐκτάσει κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον.

§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι ἡ στιγμὴ αὕτη εἶναι ἡ κατάλληλος, ἵνα συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως ἔχει πολλὴν τὴν σπουδαιότητα. Χθὲς ἐζήτησα τὸν λόγον, ὑποθέτων ὅτι ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἡ συζήτησις, σήμερον δὲ ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς περὶ τοῦ ἀντικεμένου τούτου ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος μὲ τὴν ἰδέαν τῆς μορφώσεως προσωπικοῦ διὰ τὰ δάση, τὸ προσωπικὸν δὲ τοῦτο δὲν θὰ ἔχῃ μόνον τὴν ἐντολὴν τῆς ἐπιτηρήσεως τῶν δασῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν φροντίδα τῆς καλλιεργείας αὐτῶν τῆς ἐπιστημονικῆς. Διὰ τοῦτο ἅπαντες βεβαίως θέλομεν ὑποστηρίξει πᾶν μέτρον, ὑποβαλλόμενον πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ μέχρις ὅτου ληφθῇ τὸ τοιοῦτον μέτρον, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἐπιβλέψεως τῶν δασῶν κατὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ νομοθεσία. Παρέχει δὲ ἡ νομοθεσία μας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὰ μέσα, ὅπως προστατεύσῃ τὰ δάση κατὰ τῶν πολλῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς αὐτά. Καὶ καταχρήσεις γίνονται κατὰ τὴν ξύλευσιν· κατάχρησις εἶναι, ὅτι μεταξὺ τῶν μεγάλων δένδρων, τὰ ὁποῖα εἶναι χρήσιμα καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κόπτωνται καὶ χάριν τῶν δασῶν καὶ χάριν τῆς βιομηχανίας τοῦ τόπου, κόπτονται καὶ διπλάσια μικρὰ δένδρα, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἄχρηστα. Ἡ κατὰ τοιούτων καταχρήσεων προστασία τῶν δασῶν δὲν ἀπαιτεῖ εἰδικωτέρας γνώσεις, ἀλλ’ ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐπίβλεψις τακτικωτέρα καὶ ἐπιθεώρησις πραγματικὴ διὰ τακτικῆς καὶ ἐπιτοπίου ἐπισκέψεως τῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα γίνεται ἡ ξύλευσις, παρὰ τῶν ἁρμοδίων καὶ διὰ τῆς τιμωρίας τῶν γιγνομένων παραβάσεων εἴτε παρὰ τῶν φυλάκων, εἴτε παρ’ ἄλλων. Ἡ μεγαλειτέρα ὅμως καταστροφὴ τῶν δασῶν ἐπέρχεται ἐκ τῆς ἀνθρακοποιΐας, ἡ ὁποία ἀπεψίλωσε πλείστας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρὸ δεκαετίας διῆλθον ἐπαρχίας καταφύτους δασῶν, ὅταν δὲ πρὸ διετίας διῆλθον πάλιν αὐτὰς, τὰς εὗρον ἀπεψιλωμένας. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον ἀπαγορεύσει, στηριζόμενος εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὴν ἀνθρακοποιΐαν πρὸς ἐμπορίαν, καὶ ἐπέτρεψα αὐτὴν μόνον ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἕνεκα ἄλλων περιστάσεων ἡ ἀπαγόρευσις ἤρθη, καὶ ἐδόθη πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν ἀνθρακοποιΐαν, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ ἀποψιλώνουσα τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας θὰ καταντήσωμεν νὰ ἔχωμεν ὅλας τὰς ἐπαρχίας ξηρὰς, ὡς εἶναι ἡ Ἀττική. Ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον, ἐὰν εἰσήγομεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τοὺς ἄνθρακας, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, παρὰ νὰ ἐπιτρέπωμεν νὰ ἐκτελῆται ἡ ἀνθρακοποιΐα, ὅπως ἐκτελεῖται. Λέγω δὲ τοῦτο ἐγὼ, ὅστις πρεσβεύω ὅτι καὶ τὴν παραμικροτέραν παραγωγὴν τοῦ τόπου πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅπως ἐμποδίσωμεν τὴν ἐξαγωγὴν χρυσοῦ ἔξω τῆς χώρας. Λέγω τοῦτο εἰδικῶς διὰ τὰ δάση, διότι πρόκειται οὐ μόνον νὰ σώσωμεν αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ εἰς γενικωτέραν ὠφέλειαν τοῦ τόπου νὰ συντελέσωμεν καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν ἀκόμη τῆς ξυλεύσεως τῆς χρησίμου ξυλείας νὰ ἐργασθῶμεν. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν πλειότερον, διότι, ὡς εἶπον ἐξ ἀρχῆς, δὲν νομίζω ὅτι σήμερον δυνάμεθα σπουδαιότερον νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶπον ταῦτα, ὅπως συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα, ὡς συντόμως ἀνέφερα, ἀπαιτοῦνται, ὅπως σωθῶσι τὰ δάση ἀπὸ τῆς ἀπειλούσης αὐτὰ καταστροφῆς.

§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προχθὲς εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον παριστᾷ τὴν κατάστασιν τοῦ εἰδικοῦ κεφαλαίου, τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπόλοιπον τοῦ μεγάλου κεφαλαίου τῶν 24 ἑκατομμυρίων, ἅτινα εἶχον προσδιορισθῆ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Τὸ παράρτημα τοῦτο καταθέτω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσίν του. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 283). Ἐν τῷ παραρτήματι ὑπάρχει ἡ μερὶς τῶν ἐσόδων, τῶν ὁποίων τὸ κεφάλαιον ἀποτελεῖται πρῶτον ἀπὸ 1,062,823.56, κατατεθειμένων ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Τὸ ποσὸν τοῦτο οἱ προκάτοχοί μου εἶχον καταθέσει εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν πιστεύω ὅτι ἦτο τακτικόν, διότι δὲν ἦτο χρῆμα ἀνῆκον εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα, ἀλλ’ ἦτο χρῆμα προωρισμένον εἰς εἰδικὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, ἑπομένως θέλω ἀναλάβει αὐτό, ἵνα διατεθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν εἶχε προορισθῆ· δεύτερον ἀπὸ 547,667.52, ἰσότιμον πρὸς φράγκα 405,679.65, ἐπὶ τιμῇ τοῦ φράγκου εἰς λεπτὰ 135, προερχόμενα ἀπὸ χρεώγραφα λιρῶν 20,200, ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, αἵτινες, ὑπολογιζόμεναι ἐπὶ τῇ τιμῇ, ἣν εἶχε τὸ φράγκον κατὰ τὸ 1891, φέρουσι φράγ. 321,331.50, καὶ ἀπὸ μετρητὰ χρυσᾶ φράγ. 84,338.15, κατατεθειμένα πάντα παρὰ τῇ ἐν Λονδίνῳ Τραπέζῃ Gibbs et Son. Τοῦ κεφαλαίου τούτου ἡ τιμὴ ὑπετιμήθη βεβαίως, διότι ἡ ἀξία τῶν χρεωγράφων ὑπετιμήθη ὡσαύτως.

§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μόνον 547,667.52;

§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τόσον ποσὸν κατὰ τὴν ἀξίαν τοῦ φράγκου, τὴν ὁποίαν εἶχον κατὰ τὸ 1891, δηλ. ἐκ φράγκων χρυσῶν 321,331.50 καὶ 84,348.15, ἤτοι φράγκα χρυσᾶ 405,679.65, πρὸς 1,35, ὅσον εἶχε τὸ φράγκον κατὰ τὸ 1891, δραχμαὶ 547,667.52. Ἀλλ’ ἡ τιμὴ αὕτη εἶναι ἰδανικὴ ἤδη, διότι ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων ἠλαττώθη πολὺ ἀπὸ ὀφειλὰς τοῦ δημοσίου ταμείου: αʹ) τὴν προερχομένην ἀπὸ μὴ πληρωθέντας τόκους ἐντόκου γραμματίου 358,000· βʹ) ἀπὸ ὅσα τὸ ταμεῖον εἰσέπραξεν ἐκ τῆς ἐκ φρ. χρ. 450,000 ἐγγυήσεως τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας Ρολὲν, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐγγυηθῆ ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα. Ἡ ἐγγύησις αὕτη κατέπεσεν, ὡς εἰκός, πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, συνεψήφισε δὲ ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα πρὸς χρέος ἄλλο τοῦ Δημοσίου.

§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν λοιπὸν αὐτὸ ὀφείλεται παρὰ τοῦ Δημοσίου;

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλεται, διότι τὸ Δημόσιον διέθεσε τὸ κεφάλαιον πρὸς ἀπόσβεσιν χρέους, τὸ ὁποῖον εἶχε πρὸς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν, ἑπομένως ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ αὐτό.

§13ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ τόκοι εἶναι παρακρατημένοι ἀπὸ τότε;

§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ρολὲν παρέλειψε νὰ ἐξαργυρώσῃ ἐγκαίρως τὸ ἔντοκον γραμμάτιον, καὶ δὲν ἔλαβε τοὺς τόκους. Πρὸς τούτοις ὑπάρχει καὶ ἡ μερὶς τῶν ἐξόδων, ἐν ᾗ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον ποσὸν 1,000,000, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται ὅτι θέλει ἀρκέσει διὰ τὰ ἐντὸς τοῦ 1895 ἐκτελεσθησόμενα ἔργα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν.

§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Gibbs παραδέχεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἔχει τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν τῶν παρ’ αὐτῷ κατατεθειμένων χρημάτων καὶ χρεωγράφων;

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τούτου θέλομεν συζητήσει ὅταν γείνῃ ἡ συζήτησις ἡ σχετική. Καταθέτω καὶ δήλωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ προσθήκης ἐξόδων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1895.

§17Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ θεσμὸς, κύριοι συνάδελφοι, δι’ οὗ οἱοιδήποτε πολῖται, ἄνευ οὐδενὸς προσόντος, διωρίζοντο δασοφύλακες πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς σπουδαίας ὑπηρεσίας τῶν δασῶν, ὁ θεσμὸς, λέγω, οὗτος ἀντικατέστη κατὰ τὸ 1877, εἰσηγήσει τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη. Οὗτος, ἰδὼν τὰς καταστροφὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπήρχοντο εἰς τὰ δάση, καὶ τὰς αἰωνίως ἐπιζητουμένας ἀντικαταστάσεις τῶν δασοφυλάκων, ἔλαβε τὸ μέτρον, ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ, προσωρινῶς ὅμως, τὴν σπουδαίαν ταύτην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ, ὁ ὁποῖος τότε ἐψηφίσθη, ῥητὸν ἐτέθη ἄρθρον, ὅτι οἱ ἐκτελοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δασοφυλακῆς ἐν τῷ Κράτει, ὀφείλουσι νὰ ὦσι χωροφύλακες, ἔχοντες τὰ προσόντα τὰ ὑπὸ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου περὶ συντάξεως τῆς χωροφυλακῆς ὁριζόμενα, δηλαδὴ οἱ ἐν τῷ σώματι τῆς χωροφυλακῆς ὑπηρετοῦντες χωροφύλακες ἔπρεπε νὰ ὦσι στρατιῶται, ἀφυπηρετήσαντες ἐκ τοῦ στρατοῦ μὲ ἄφεσιν ἄμεμπτον ἢ ἐξαίρετον, νὰ ὦσι κάτοχοι γραμματικῶν γνώσεων, καὶ ἐπὶ πλέον νὰ ἔχωσιν ὄπισθεν τῆς ἀφέσεως αὐτῶν σημείωσιν τοῦ διοικητοῦ τοῦ σώματος, ὅτι εἶναι ἱκανοὶ διὰ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς· διότι δὲν ἀρκεῖ τις νὰ ἔχῃ ἄφεσιν ἄμεμπτον ἢ ἐξαίρετον, δὲν ἀρκεῖ νὰ γνωρίζῃ ὀλίγα γράμματα, ἵνα ἡ χωροφύλαξ κατὰ τὸν ἀρχικὸν νόμον, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ προσόντα φυσικὰ, νοημοσύνην, ἀγχίνοιαν, ὠκυποδίαν κτλ. ταῦτα δὲ ἀπέκειντο εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ διοικητοῦ του μόνον. Δυστυχῶς ἡ εἰδικὴ αὕτη διάταξις παρωράθη καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι σήμερον οἱ χωροφύλακες, οἱ ἐντεταλμένοι τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δασικὴν, δὲν ἔχουσι κανὲν ἐξ αὐτῶν τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται ὑπὸ τοῦ νόμου, εἶναι στρατιῶται ληφθέντες ἐκ τῆς κληρώσεως, ὑπηρετήσαντες, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, ἕνα μῆνα ἢ 40 ἡμέρας εἰς τὸν στρατὸν, μὴ τυχόντες οὐδεμιᾶς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, μὴ ἔχοντες κανὲν προσὸν, καὶ οἱ τοιοῦτοι κατατάσσονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δασοφυλακῆς, ἀγνοοῦντες τὰ πάντα. Ὑπὸ τοιούτους λοιπὸν ὅρους δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δασοφυλακὴν, ἔχομεν ληστρικὴν δασοφυλακὴν, εἶναι λῃσταρχεῖον εἰς ὅλα τὰ μέρη καὶ ὅλας τὰς περιφερείας, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ ληστρικὰς ἐπιδρομάς. Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία θελήσῃ νὰ ἐρευνήσῃ κατὰ βάθος, θέλει μάθει, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ χωροφύλακες ἀπέκτησαν περιουσίας καὶ οἰκήματα, καὶ ἐχάλασαν τὸν κόσμον, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἰδίως δὲ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ὀκταετίαν καὶ δεκαετίαν· τέλος ὅ,τι δύνασθε νὰ φαντασθῆτε φαῦλον διέπραξαν. Ὁπόθεν δήποτε καὶ ἂν διέλθητε, θέλετε ἴδει, ὅτι ἔφεραν τὴν καταστροφὴν αὐτοὶ οἱ δασοφύλακες. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ποῖα μέτρα δυνάμεθα νὰ λάβωμεν, ἵνα ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐξασφαλίσωμεν τὰ δάση μας; Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιττολογήσω καὶ ἐκθέσω ὁποίαν σπουδαιότητα ἔχουσι τὰ δάση, ὁποῖα καλὰ ἐπιφέρουσι καὶ ποία μέριμνα παρὰ πάντων πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὲρ αὐτῶν. Δὲν ἀρκοῦσιν οἱ νόμοι· νόμους ἔχομεν πρὸς προστασίαν τῶν δασῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτὴν τῶν νόμων κατεστράφησαν τὰ δάση μας. Δάσος ὡραῖον περίφημον, τὸ δάσος τοῦ Μακρυνόρους, ὅπερ ἠσφάλιζε πᾶσαν ἐπιδρομὴν τῶν τουρκικῶν ὀρδῶν εἰς τὴν ἡμεδαπὴν, ὅπερ εἶναι προπύργιον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐχρησίμευσεν ὡς προπύργιον κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, αὐτὸ κατεστράφη, δοθὲν εἰς τοὺς φίλους τῆς φατρίας πρὸς ἀνθρακοποιΐαν ἑκατομμύρια ὀκάδων ἀνθράκων ἐξάγονται ἐκεῖθεν. Ἐὰν, Κύριοι, τὸ βλέμμα μας ῥίψωμεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ Ἤπειρον, εἰς τὰ δάση τῶν ὁποίων ἄνευ τῶν νόμων αὐτῶν ἐνηργεῖτο ὑλοτομία τακτικῶς ἀπ’ αἰώνων, συλλογὴ φλοιοῦ καὶ καυσοξύλων, καὶ παραγωγὴ ἀνθράκων, θέλομεν ἴδει, ὅτι μ’ ὅλα ταῦτα δὲν κατεστράφησαν τὰ δάση, κατεστράφησαν δὲ σήμερον, διότι ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν νόμων αὐτῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοιούτων δασοφυλάκων καὶ δασαρχῶν, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἐπῆλθε. Σήμερον δυνάμεθα νὰ ἀναστείλωμεν τὴν καταστροφὴν, μέχρις ὅτου Σχολὴ εἰδικὴ χορηγήσῃ δασοφύλακας καὶ δασάρχας. Δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφαρμόζων τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ἀφυπηρετήσαντας στρατιώτας διὰ τὴν χωροφυλακὴν, τὴν ἔχουσαν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν, δύναται νὰ λάβῃ στρατιώτας ἐθελοντὰς, οὓς νὰ κατατάξῃ εἰς τὸ εἰδικὸν σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, νὰ τοὺς ἐνδύσῃ τὸ ἔνδυμα τοῦ εἰδικοῦ δασοφύλακος ἢ καὶ χωροφύλακος, ἀλλὰ νὰ τοὺς προορίσῃ ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν δασοφυλακὴν, νὰ ζητήσῃ δὲ παρ’ αὐτῶν, ὁσάκις ἦναι δυνατὸν, πλειοτέρας ἐγγυήσεις. Ἀλλὰ μόνη ἡ ἐπιτήρησις δὲν ἀρκεῖ· ὁ δασοφύλαξ ἔχει ἴδια καθήκοντα, πρέπει νὰ μάθῃ μερικὰ πράγματα. Ὅθεν τὸν τοιοῦτον ἀφυπηρετήσαντα στρατιώτην δύνασθε νὰ προσκολλήσητε εἰς ἓν σῶμα, ἐκ τῶν τεχνικῶν λεγομένων, εἰς τὸ ὁποῖον παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν νὰ τῷ γίνηται διδασκαλία τις, δηλ. πῶς μετροῦνται αἱ περιφέρειαι τῶν δένδρων, ποῖα εἶναι τὰ ὑλοτομήσιμα δένδρα, καὶ ἄλλα τινὰ, καὶ κατόπιν τῆς διδασκαλίας ταύτης καὶ ἐξετάσεων νὰ ἀποσπασθῶσι βαθμηδὸν οἱ ἄνδρες αὐτοὶ καὶ νὰ ἐκτελῶσι τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, οἵτινες ἔχουσι καθήκοντα ἄλλα, παρὰ τὰ καθήκοντα τοῦ δασάρχου, διότι ἀγνοοῦσι καὶ τί θὰ εἴπῃ κυβισμὸς καὶ τὰ πάντα, πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη καὶ νὰ δοθῇ εἰς πρόσωπα ἔχοντα γνώσεις τινὰς καὶ τυχόντα μορφώσεώς τινος, μέχρις ὅτου εὐδοκήσῃ ὁ Θεὸς νὰ καταρτισθῇ τέλειον σῶμα. Ὁμιλῶ περὶ προσωρινῆς ἀνάγκης, διότι καὶ ὁ κανονισμὸς ἢ ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ δασοφυλακῆς ἐγένετο προσωρινός. Ἤμην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τότε, καὶ μετὰ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη ἦλθον εἰς μακρὰς συζητήσεις, εἶχε δὲ τὰς ὡραιοτέρας ἰδέας περὶ τῆς μορφώσεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς.

§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ....

§19Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν ἐφηρμόζετο, ἐπαναλαμβάνω, ἡ διάταξις ἡ ῥητὴ, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι οἱ δασοφύλακες θὰ ἦναι χωροφύλακες ἀφυπηρετήσαντες μὲ διαγωγὴν ἄμεμπτον ἢ ἐξαίρετον, κάτοχοι γραμματικῶν γνώσεων, τυχόντες μορφώσεως κλπ., βεβαίως οἱ χωροφύλακες ἐκεῖνοι θὰ ἐπετέλουν τὸ καθῆκόν των, ὅπως τὸ ἐπετέλεσαν εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐὰν ἐρευνήσωμεν τὰ ἀρχεῖα, θέλομεν ἴδει, ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, καθ’ ἃ δὲν εἶχε διαφθαρῆ, ὡς διεφθάρη, ἡ χωροφυλακή, τὰ δάση ἐφυλάσσοντο καὶ ἐπροστατεύοντο, σήμερον ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν προφύλαξιν τῶν δασῶν, μήτε ἐποπτείαν, ἀπ’ ἐναντίας ἔχομεν καταστροφὴν αὐτῶν!

§20ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θὰ εἴπω φράσιν, ἡ ὁποία εἶναι τολμηρά. Ἠξεύρετε πότε σώζονται τὰ δάση μας; Ὅταν τακτοποιηθῇ ἡ κατάχρησις, δηλαδὴ νὰ τοὺς κάμωμεν νὰ πέρνουν ὀλίγα.

§21Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Αὐτὸ ὠνόμασα λῃσταρχεῖον. Ἐὰν εὑρεθῶσι 5 ἢ 10 ἄτομα, εἰς τὰ ὁποῖα ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἐπιτήρησις αὕτη, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ περιστείλουν τὰς καταχρήσεις αὐτὰς, διότι εἶναι γνωσταὶ πανταχοῦ, ὅπου καὶ ἂν μεταβῆτε, θέλετε τὰς ἴδει καὶ τὰς ἀκούσει. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ χωροφυλακή, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἀνατεθῆ πολλὰ καὶ ποικίλα καθήκοντα, νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην.

§22ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Οἱ δασάρχαι δὲν ἔχουσι καμμίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν ἢ αὐτήν.

§23ΠΕΡΡΟΣ. Εἶναι εἰδικοὶ δασάρχαι.

§24Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἔχουσιν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, δὲν ἔχουσι τὴν ἐποπτείαν τῶν δασῶν μόνον, ἔχουσιν ἀλληλογραφίαν καὶ ἄλλα. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, διὰ τοῦ τελευταίου νόμου περὶ δασῶν ἐπῆλθε καὶ ἄλλου εἴδους φορολογία. Εἰς τὰ κοινοτικὰ δάση, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς διαφόρους κοινότητας καὶ τὰ ὁποῖα ἐπροστατεύοντο ὑπὸ τῶν κοινοτήτων τούτων, διότι εἶχον αὗται ἄμεσον συμφέρον νὰ τὰ προστατεύωσιν, εἰς τὰ δάση ταῦτα δυστυχῶς ἐπέβαλον ἓν ἄλλο σύστημα φορολογίας, τῆς ἐπιβολῆς δασοφυλάκων ξένων ὅλως διόλου. Καὶ κατὰ μὲν τὸν νόμον αἱ κοινοτικαὶ ἐπιτροπαὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν εἰς αὐτό, νὰ προτείνωσί τινα ξένον τῆς ἐπαρχίας των δασοφύλακα, ἀλλ’ ὁ δασάρχης, ἀφοῦ διορισθῇ ὁ δασοφύλαξ, δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ γράφῃ, ὅτι τὸν προταθέντα θεωρεῖ ἀνίκανον διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ δασάρχης, γινόμενος κύριος τοῦ δάσους, προτείνει οἱονδήποτε θέλει, τὸν ἐπιβάλλει ἐν τῇ κοινότητι καὶ μέχρις ὅτου ἡ κοινότης ἐκ νέου συνέλθῃ καὶ προτείνῃ νέον δασοφύλακα, ὁ διορισθεὶς ὑπὸ τοῦ δασάρχου παραμένει καὶ ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς κατοίκους. Τὸν θεσμὸν τοῦτον θεωρῶ ὅλως ἔκτροπον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὄχι τὰ δάση τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, τὰ πλεῖστα τῶν ὁποίων διῆλθον, ἀλλὰ τὰ τῆς πατρίδος μου, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τόσους αἰῶνας διετηρήθησαν. Ἀνήκουσιν εἰς κοινότητας καὶ ἰδιοκτήτας, διετηρήθησαν δὲ καὶ διατηροῦνται, διότι γίνεται κανονικὴ ὑλοτομία τῶν δασῶν, συλλέγεται τὸ προϊόν των, ἐπειδὴ εἶναι καστανεῶνες, κόπτονται τακτικῶς κατὰ περιόδους καὶ πάλιν ἀναβλαστάνουν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν σήμερον, πῶς εἰς τὰ κοινοτικὰ ταῦτα δάση καὶ τὰ ἰδιωτικὰ ἐπιβάλλεται φορολογία καὶ ἀφαιρεῖται πᾶσα πρόσοδος τῆς κοινοτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἔχομεν δάση, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι πρόσοδον ἀνωτέραν τῶν 500 δραχμῶν, καὶ διορίζουν δασοφύλακα, ὁ ὁποῖος ἀποῤῥοφᾷ ὁλόκληρον τὴν πρόσοδον ταύτην· μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι τὰ χρήματα τὰ ἐκ τῶν κοινοτικῶν τούτων περιφερειῶν ἐχρησίμευον πρὸς ἐκτέλεσιν δημοτικῶν τινων ἔργων, κατασκευὴν μικρᾶς τινος γεφύρας, ἐπισκευὴν ἀτραποῦ τινος, ἢ πρὸς ὑποστήριξιν καταπίπτοντος μέρους ὁδοῦ τινος· σήμερον ἐξέλιπον καὶ ταῦτα, διότι ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ διορίζωμεν σμῆνος μισθοφόρων. Τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπεν, εἶναι σπουδαῖον, σπουδαιότατον, δέον δὲ νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὄχι νὰ τὸ ἀναβάλωμεν ἐπὶ αἰῶνα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὴν τὴν γάγγραιναν, ἡ ὁποία σήμερον κατατρύχει καὶ κατατρώγει τὰ δάση, νὰ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὴν τὴν γάγγραιναν δι’ ἑνὸς ἄλλου συστήματος καλλιτέρου, μέχρις ὅτου εἴτε διὰ Σχολῶν εἴτε δι’ ἄλλων μέσων δυνηθῶμεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὸ προσωπικὸν τὸ ὑπάρχον. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἰδίως, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἅπαντες οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ ἐν κοινῷ συμβουλίῳ καὶ ἐν ὁμοφωνίᾳ πληρεστάτῃ ὑπεβάλομεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ζητοῦντες θεραπείαν τῶν κακῶς κειμένων διατάξεων περὶ ὑλοτομίας καὶ ἀνθρακοποιΐας. Ἄμεσον συμφέρον ἅπαντες ἔχομεν, πολὺ δὲ περισσότερον οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εὑρισκόμενοι, νὰ προστατεύωσι τὰ ἴδια αὐτῶν δάση. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τὰ καταστρέψωμεν, ἀλλὰ νὰ παράσχωμεν καὶ τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων οἱ πολῖται νὰ δύνανται νὰ ἐργάζωνται, μὴ πιεζόμενοι. Οἱ καθήμενοι ἐν Ἀθήναις καὶ διευθύνοντες ταῦτα μηδέποτε δὲ τὸν χειμῶνα ἐκφεύγοντες τῆς ἑστίας αὐτῶν, ἀγνοοῦσι τὰ παθήματα τῶν ἀνθρακέων καὶ τῶν ὑλοτόμων. Βεβαίως καὶ ὑμεῖς αὐτοὶ δὲν θὰ πιστεύσητέ ποτε, ὅτι ὁ Βόλος, ἡ παράλιος αὕτη πόλις, καὶ ἐν γένει ὅλη ἡ χερσόνησος ἡ Μαγνησία, ὅτι αὕτη καλύπτεται εἰς ἡμισείας ὥρας ἀπόστασιν ἀπὸ χιόνας, αἱ ὁποῖαι φθάνουσιν εἰς ὕψος τριῶν μέτρων· καταντοῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐξέρχωνται ἐκ τῶν ἐξωστῶν καὶ ὄχι ἐκ τῶν θυρῶν τῶν οἰκιῶν των· ἀποκλείονται καθ’ ὁλοκληρίαν! Εἶναι ἀπίστευτον, καὶ εἰς ἐμὲ ἐφάνη ἀπίστευτον, ὅταν μοὶ τὸ διηγήθησαν, καὶ ὅμως εἶναι ἀληθές. Αἱ διατάξεις αἱ γενόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι διὰ τὰ μέρη τὰ μὴ καλυπτόμενα ὑπὸ χιόνων, διὰ τὰ ὀρεινὰ ὅμως μέρη αἱ διατάξεις αὗται δὲν δύνανται νὰ ἰσχύωσιν. Ὅθεν παρακαλῶ καὶ αὖθις, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ σύστασίς μας τὸ ταχύτερον καὶ ἐπέλθῃ ἡ δέουσα θεραπεία.

§25ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἠδυνάμην νὰ κάμω λόγον τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ δημοσίευμα ἔχω, τὸ ὁποῖον εἶχον γράψει, ἔχων ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλας διατριβὰς καὶ συγγράμματα ξένα. Συνέπεσε δὲ νὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ κατανοῶ καὶ ἐκ πείρας τὸ ἀντικείμενον, καθόσον συνέπεσε νὰ ἔχω καὶ μικρὸν δάσος ἰδιόκτητον. Νομίζω ὅτι ἤθελε θεωρήσει τις ματαιολογίαν πάντα τὰ λεγόμενα περὶ δασῶν, διότι ἐν Ἑλλάδι μετ’ ὀλίγον αὐτοὶ οἱ ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι θὰ μορφωθοῦν, δὲν θὰ ἔχουν ἀσχολίας πρακτικὰς, θὰ καταγίνωνται μόνον θεωρητικῶς, διότι τοσοῦτον προοδεύει ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν, ὥστε μετ’ ὀλίγον ἐν Ἑλλάδι θὰ ἐκλείψουν τὰ δάση. Καὶ ἀρκεῖ νὰ ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα εἰς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ εἰς τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, ἵνα ἐννοήσῃ, ὅτι ὀνειροπολοῦμεν, ἀξιοῦντες νὰ φυλάξωμεν τὰ δάση δι’ ἑνὸς ἀριθμοῦ χωροφυλάκων ἐντελῶς ἀνεπαρκοῦς. Ἐὰν παρατηρήσητε εἰς Κράτη ἄλλα τὴν ἀναλογίαν τῶν δασοφυλάκων πρὸς τὴν ἔκτασιν, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουν 4,313 δασοφύλακες, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν 200, καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως ἤθελε νομίσει τις, ὅτι ὑπάρχει ἀναλογία, ἀλλ’ ἡ Γαλλία δὲν ἔχει κυρίως, παρὰ 2,000,000 ἑκτάρια, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔχει 200,000. Λοιπὸν ἔπρεπεν ἡμεῖς κατ’ ἀναλογίαν νὰ ἔχωμεν 400 δασοφύλακας, καὶ ἔχομεν 200. Ἀλλ’ ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, τὴν κατατομὴν τῶν δασῶν εἰς μεγάλας ἀποστάσεις, θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι γελοῖον νὰ φανταζώμεθα φύλαξιν δασῶν διὰ τοσούτου ἀριθμοῦ φυλάκων. Ἔπειτα αὐτοὶ οἱ φύλακες πόσον μισθὸν λαμβάνουν, ἐνδιαιτώμενοι εἰς ἀπόκεντρα καὶ ἔρημα μέρη, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν των; Ἐὰν πρόκειται νὰ φυλάξωμεν διὰ διωργανωμένης ὑπηρεσίας τὰ ὑπάρχοντα δάση, πρέπει ἐπὶ τοσοῦτον νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ὥστε κατάπληξιν νὰ αἰσθανθῶμεν ἀπέναντι τῆς δαπάνης, ἀλλὰ τὴν κατάπληξιν ταύτην δὲν ἔπρεπε νὰ αἰσθανώμεθα, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ καρπωθῶμεν καρποὺς ἀναλόγους. Ἡ Πρωσσία δαπανᾷ 60% καὶ 80% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τῶν δασῶν, ἡ Γαλλία δαπανᾷ τὸ ἥμισυ, ἀλλὰ δαπανῶσι καὶ παράγουν. Εἶναι δὲ ἓν ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ καταβολὴ δαπανῶν δὲν ἀργοπορεῖ νὰ παράγῃ τοὺς καρπούς. Παράγει ἀμέσως, καὶ εἶναι καταπληκτικὴ τῷ ὄντι ἡ τοιαύτη παραγωγή. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τεμάχια συγγράμματος Εὐρωπαίου, ἐν ᾧ ἀναφέρεται παράδειγμα καταπληκτικῆς προσόδου ἐκ δάσους διὰ μικρᾶς σχετικῶς δαπάνης (ἀναγινώσκει περικοπάς). Λοιπὸν δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ δαπανήσωμεν διὰ νὰ φυλάξωμεν τὰ δάση, ἀλλὰ πρέπει νὰ καταστήσωμεν σύστημα λογικόν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ προκλήσεως τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν κατοίκων. Μὴ μοῦ ὁμιλεῖτε περὶ διωργανισμένης ὑπηρεσίας, ὅταν διερχόμενός τις δάσος, ὅπως εἶναι τὰ δάση ἡμῶν πλήρη καὶ ἐστρωμένα ἀπὸ ξηρὰ κλαδία καὶ φύλλα, ἐὰν ἀπροσέκτως ῥίψῃ τὸ σιγάρον του, δύναται χιλιάδας στρεμμάτων νὰ καταστρέψῃ. Ἕν πυρεῖον δύναται ν’ ἀποτεφρώσῃ ἀπέραντον ἔκτασιν, διότι τὸ ἔδαφος τῶν δασῶν μας εἶναι οἱονεὶ ἐστρωμένον μὲ πυρίτιδα. Λοιπὸν ὅλα τὰ ἄλλα καταντοῦν μάταια. Ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως σωθῶσι τὸ ταχύτερον τὰ ὑπολειπόμενα δάση τῆς Ἑλλάδος καὶ ληφθῇ φροντὶς καὶ περὶ ἀναδασώσεως, διὰ νὰ σώσωμεν τὸν τόπον, ἀπειλούμενον ἀπὸ τίποτε ὀλιγώτερον, παρὰ ἀπὸ πλήρη ἀποτέφρωσιν.

§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ συμπέρασμα ὅλων αὐτῶν εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι κατεχόμεθα δυστυχῶς ὑπὸ δύο πλανῶν. Κατεχόμεθα ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει καὶ ἐπὶ τῆς ξυλείας νὰ ἐφαρμόζωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἀρχὴν, ὅτι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα χρήματα πρέπει νὰ ἐξάγωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς προμήθειαν αὐτῆς, καὶ ὅτι εὐχάριστον γεγονὸς εἶναι, ὅταν βλέπωμεν ὅτι μέγα ποσὸν ξυλείας κόπτεται ἐκ τῶν δασῶν ἡμῶν ἐν τῷ τόπῳ. Ἡ ἀρχὴ ὅμως αὕτη, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἦναι ὀρθὴ, ἐφαρμοζομένη ἐπὶ ἄλλων εἰδῶν, εἶναι καταστρεπτικὴ, ἐφαρμοζομένη ἐπὶ τῶν δασῶν, διότι δὲν παράγομεν δυστυχῶς δάση, οὐδὲ καλλιεργοῦμεν αὐτὰ, ἀλλὰ κόπτομεν ἀδιακρίτως πᾶν δένδρον, καὶ καταστρέφομεν τὸ κεφάλαιον πολλάκις διὰ παντὸς, καὶ οὕτως ἐφαρμόζομεν ἀρχὴν καταστροφῆς τῶν δασῶν καὶ οὐχὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν ἡμῶν, ὡς ὑποθέτουν οἱ προστατευτικοὶ τελωνειακοὶ δασμοί. Ἄλλη ἀρχὴ ἐσφαλμένη ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν, ὅτι εἶναι δῆθεν σήμερον δυνατὴ ἐν Ἑλλάδι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν δασῶν, δηλ. ἡ κατ’ εἴδη καὶ ἡλικίας κοπὴ δένδρων, μὴ παραβλάπτουσα τὸ δάσος, ἀλλὰ ζωογονοῦσα αὐτὸ καὶ προπαρασκευάζουσα διὰ τὸ μέλλον καλλίτερα τὰ πρὸς κοπὴν δένδρα. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως γίνεται, ὡς πασίγνωστον, καταστροφὴ τῶν δασῶν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ πλανῶνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι διὰ κανονισμῶν περὶ ἐπιστημονικῆς ἐκμεταλλεύσεως δασῶν καὶ δι’ ἀδειῶν ξυλεύσεως κατορθοῦται αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Ἐν Ἑλλάδι οὐδὲν τηρεῖται ἐξ αὐτῶν, καὶ δὲν τηρεῖται οὐ μόνον ὑπὸ τῶν κοπτόντων τὰ δάση, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, τῶν ἐντεταλμένων τὴν φύλαξιν αὐτῶν. Αἱ ἄδειαι ἐκδίδονται τακτικὰ, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι εἰς τὰς πλείστας ἐπαρχίας ὁλοκλήρων ὡρῶν ἐκτάσεις, κατεχόμεναι ὑπὸ ὡραίων δασῶν, ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἐντελῶς κατεστράφησαν. Οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἄλλο τι μὲ τὰς κρατούσας πλάνας. Ἀνάγκη νὰ ἐκλίπωσι μεταξὺ ἡμῶν αὐταὶ αἱ δύο ἰδέαι, τοῦ νὰ εἰσάγωμεν δηλαδὴ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέραν ἔξωθεν ξυλείαν καὶ νὰ κόπτωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέραν ἐντοπίαν, καὶ δεύτερον ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐκμεταλλευώμεθα καὶ ἡμεῖς, ὅπως ἐν Εὐρώπῃ, τὰ δάση, δηλ. κατ’ εἴδη, κατ’ ἐποχὰς, καθ’ ἡλικίας, συμφώνως πρὸς τοὺς κανονισμούς. Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἤθελον εὐχηθῆ νὰ παύσῃ πᾶσα ἐκμετάλλευσις τῶν δασῶν, καὶ τοπικῶς μόνον νὰ γίνεται ἡ ξύλευσις πρὸς πᾶσαν τοπικὴν ἀνάγκην εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προμηθεύωνται τὴν ἀναγκαιοῦσαν ξυλείαν οἱ κάτοικοι. Ἡ ἐμπορία τῆς ξυλείας τῶν ἡμετέρων δασῶν ἂς παύσῃ, ἂς καταργηθῇ ἢ ἐλαττωθῇ ὁ δασμὸς τῆς ξένης ξυλείας καὶ ἂς προμηθευώμεθα ταύτην ἔξωθεν, ἕως οὗ δυνηθῶμεν νὰ ἐκμεταλλευώμεθα καὶ ἡμεῖς ἀνθρωπίνως τὰ δάση μας. Σήμερον δὲν θὰ κάμνωμεν ἄλλο ἢ νὰ τὰ καταστρέφωμεν. Ἂν θέλωμεν νὰ τὰ διατηρήσωμεν, πρέπει νὰ πληρόνωμεν καὶ ἀγοράζωμεν τὴν ξένην ξυλείαν.

§27ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕκαστον φορτίον ξυλείας, ἐρχόμενον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀντιπροσωπεύει μίαν πυρκαϊὰν δάσους. Ἐπὶ τοῦ παρόντος βεβαίως εἶναι ἁπλῆ εὐχὴ, νὰ μὴ εἰσάγωμεν ἔξωθεν ξυλείαν, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἐπαρκῆ ἔκτασιν δασῶν; Ἔχω στατιστικὰς πληροφορίας ἀκριβεῖς, καθ’ ἃς ἡ Ἑλλὰς, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, ἔχει δασικὴν ἔκτασιν πλειοτέραν ἀπὸ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐξαγωγήν. Ἀλλὰ γίνεται κατάχρησις, καὶ ἡ κατάχρησις καταστρέφει βεβαίως, ὡς καὶ ἡ ὑλοτομία, ἐὰν γίνηται ὑπέρμετρος· ἀλλὰ πρὸ παντὸς τί ὁμιλεῖτε περὶ αὐτῶν τῶν καταχρήσεων, ὅταν ἔχητε τὰς πυρκαϊὰς λυμαινομένας τὴν Ἑλλάδα; Αἱ πυρκαϊαὶ σπουδαίως ἠλαττώθησαν εἰς τὰ μέρη μας, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχουν τὰ ἐργοστάσια τῶν Πατρῶν, τὰ ὁποῖα προσδιορίζουν τὸ μῆκος καὶ τὸ πάχος τῶν ξύλων, ὧν ποιοῦνται χρῆσιν. Οὕτω λαμβάνει τὸ Δημόσιον εἰσόδημα, λαμβάνει καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, ἀλλ’ οὗτος ἐλάχιστον μέρος, διότι εἶναι ληστεία αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται· ἐπιβάλλεται ὡς φόρος ὑλοτομίας ἐπὶ ἰδιωτικῶν δασῶν. Ἐφέτος ἐπῆρα ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ μου 12,000 δραχμὰς, καὶ 30,000 τὸ Δημόσιον.

§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ περὶ καταπαύσεως τῶν πυρκαϊῶν ἐν Ἑλλάδι εἶναι πόθος ἀδύνατος. Ἀφοῦ βλέπομεν ἐν αὐτῇ τῇ μεσημβρινῇ Γαλλίᾳ, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ ὅρους κλιματολογικοὺς ὁμοίους περίπου, ἀλλὰ βεβαίως καλλιτέρους τῶν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι συχνότατα ὑφίστανται τὰ δάση αὐτῆς καταστροφὰς φοβερὰς, μεθ’ ὅλον τὸν τέλειον διοικητικὸν ὀργανισμὸν τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι ἀπελπισία, ὅτι ἡμεῖς θὰ δυνηθῶμεν νὰ διοργανώσωμεν ταχέως δασικὴν διοίκησιν τοιαύτην ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νὰ μὴ συμβαίνουν ἢ σπανίως νὰ συμβαίνουν πυρκαϊαί. Ὁ ἴδιος προλαλήσας περιέγραψε τὴν ἐπικίνδυνον, λόγῳ τοῦ κλίματος καὶ τοῦ μακροῦ καὶ ξηροῦ θέρους, κατάστασιν τῶν δασῶν, ἅτινα κατὰ τὸ μέγιστον μέρος τοῦ ἔτους εἶναι λόγῳ τῶν ξηρῶν χόρτων ἐστρωμένα ὡς διὰ πυρίτιδος. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ πρῶτος κυνηγὸς ἢ διαβάτης, ῥίπτων τὸ ὅπλον του ἢ ἓν σιγάρον, ἢ ὁ σιδηρόδρομος τοὺς σπινθῆράς του ἐν τινι δάσει, δύναται νὰ καταστρέψῃ ὁλοκλήρους ἐκτάσεις, βοηθοῦντος τοῦ ἀνέμου, ὅστις σπάνιον νὰ μὴ φυσᾷ. Λοιπὸν δυσκολώτατον πρᾶγμα νὰ καταπαύσωμεν ἢ νὰ περιορίσωμεν τὰς ἐκ τῶν πυρκαϊῶν καταστροφάς. Αὗται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι τυχηραί. Ἀλλ’ αἱ καταστροφαὶ αἱ προερχόμεναι ἐκ τῆς λεγομένης ἐπιστημονικῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν εἶναι μεγαλείτεραι ἀπὸ τὰς ἐκ τῶν πυρκαϊῶν, καὶ βεβαίως δύνανται νὰ περιορισθῶσι σπουδαίως, ἂν θέλωμεν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἂν θέλωμεν νὰ προσφέρωμεν πραγματικὰς ὑπηρεσίας πρὸς σωτηρίαν τῶν δασῶν ἡμῶν. Ἀποδίδοντες τὴν ἐλάττωσιν τῶν δασῶν εἰς τὰς πυρκαϊὰς, καὶ κατ’ αὐτῶν μόνον φωνάζοντες, οὐδόλως σταματῶμεν τὸ κακόν. Τοῦτο κατὰ μέγα μέρος ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν τῶν δασῶν, καὶ κατ’ αὐτῆς δέον νὰ γείνῃ ὁ ἀγών.

§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἐκ Κυθήρων βουλευτὴς κ. Στάης, ἐπερωτῶν χθὲς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔλεγεν, ὅτι ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ναυτικοῦ δὲν προβαίνει εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τῶν ναυτῶν ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὸ παρὰ τοῦ νόμου κεκανονισμένον ἀνάστημα. Παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅπως ἐν τῇ ἐγγράφῳ αὐτοῦ ἐπερωτήσει ὀνομάσῃ ῥητῶς τοὺς ναύτας ἐκείνους, οἵτινες, καίπερ μὴ ἔχοντες τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα, οὐχ ἧττον ἐκρίθησαν ἱκανοί. Δυστυχῶς ἐν τῇ τυπωθείσῃ ἐπερωτήσει δὲν εὑρίσκω τὰ ὀνόματα τῶν κληρωτῶν τούτων. Τοῦτο μὲ ἄγει νὰ πιστεύσω, ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβεῖς. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ ἁρμοδίου τμήματος· τὸ τμῆμα μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι ταῦτα, ὅσα ἰσχυρίζεται ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Τοὐναντίον μάλιστα μοὶ ἔδωκε καὶ ἀπόφασιν τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ναυτικοῦ, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 27 Φεβρουαρίου 1895 ἔτους, καθ’ ἣν «ὁ ναύτης Ἰωτὴρ Κατσίγαρης, ἔχων ἀνάστημα 1 καὶ 40 ἑκατοστῶν, ἐκρίθη ἀνίκανος διὰ τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν.» Ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου φαίνεται, ὅτι ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξήρεσε κληρωτὸν ναύτην, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οὗτος δὲν εἶχε τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα. Ἑπομένως παρακαλῶ ὑμᾶς, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ, ἐὰν ἐπιμένητε, ὅτι ἔχετε πληροφορίας, ὅτι ταῦτα, ὅσα ἰσχυρίζεσθε, εἰσὶν ἀκριβῆ, νὰ καταθέσητε τὰ ὀνόματα τῶν ναυτῶν ἐκείνων, οἵτινες, καίπερ μὴ ἔχοντες τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα, κατετάχθησαν, ὅπως ζητήσω καὶ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα. Οὐχ ἧττον ἐπιθυμῶν, ὅπως μὴ ἀδικηθαί τις, συνέστησα ἤδη εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, ἵνα δι’ ἐγγράφου καταστήσῃ γνωστὴν τὴν ἐπερώτησιν ὑμῶν εἰς τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον, ὅπως μὴ τυχὸν προβαίνῃ εἰς παράβασιν τοιαύτην τῶν νόμων, ἣν ὑμεῖς καταγγέλλετε.

§30ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν ταχεῖαν ἀπάντησιν, ἣν εὐηρεστήθη νὰ μοὶ χορηγήσῃ· ἀλλ’ ἀκριβῶς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔδωκεν αὐτῷ σαφεῖς καὶ ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ ὅσων ἐγὼ κατὰ προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ἐλάλησα, διότι καὶ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται, ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ στρατολογικὰ συμβούλια δὲν ἐξετάζουσι τοὺς ἐργάτας θαλάσσης, ὡς πρὸς τὸ ἀνάστημα, τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου προβλεπόμενον καὶ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς ναυτικῆς στρατολογίας, διότι τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα, ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος, ὁρίζουσιν, ὅτι οἱ ἐργάται θαλάσσης, οἱ μὴ ἔχοντες τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα, θεωροῦνται ὡς βοηθητικοί. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἡ ὁποία, ὡς γινώσκω, εἶναι πολὺ ἐνήμερος εἰς τὰ καθ’ ἑαυτήν, δὲν ἐπληροφόρησε τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι ὑφίσταται παρὰ τῷ Νομικῷ Συμβουλίῳ ἐκκρεμὲς τοιοῦτον ζήτημα, διότι τὸ τακτικὸν στρατολογικὸν συμβούλιον τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας δὲν ἀπήλλαξεν ἐργάτην θαλάσσης — ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Φορέστη.

§31ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Μάλιστα, οὐδέποτε ἀπαλλάττουσι.

§32ΣΤΑΗΣ. .. δὲν ἀπήλλαξεν ἐργάτην θαλάσσης μὴ ἔχοντα τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα, ἀναγκασθέντα δὲ νὰ προσφύγῃ δι’ αἰτήσεώς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη μένει ἀκόμη ἐκκρεμής. Σᾶς ἀνέφερον δὲ, ὅτι ὑπάρχει ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐκδοθεῖσα κατὰ τὸ 1892, ἡ ὁποία, κοινῇ συνεννοήσει μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, συνιστᾷ πρὸς τὰ στρατολογικὰ συμβούλια νὰ μὴ ἐξετάζωσι τὸ ἀνάστημα τῶν ἐργατῶν θαλάσσης, ἐὰν ἦναι ἢ δὲν ἦναι τὸ κεκανονισμένον. Τοῦτο εἶναι ἄντικρυς παρὰ τὸν νόμον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας καὶ τὸ ἄρθρον 33 ἐδαφ. ζʹ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος, ἀπαλλάττουσι τοὺς ἐργάτας θαλάσσης, τοὺς μὴ ἔχοντας τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα 1,56. Τὸ παράδειγμα δὲ, τὸ ὁποῖον φέρετε, ἀκριβῶς ἀποδεικνύει, ὅτι κατετάχθη ὁ στρατιώτης, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλαλήσατε. Διότι, ἵνα ἐξετασθῇ παρὰ τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειενομικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ναυτικοῦ, ἕπεται ὅτι παρὰ τοῦ τακτικοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ προσῆλθεν εἰς αὐτὸ, δὲν ἐξητάσθη καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀνάστημα, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ καὶ ν’ ἀπαλλαγῇ, ἀφοῦ ἔχει ἀνάστημα 1,40. Ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, συνιστῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργόν, ἵνα ἐξετάσῃ ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὰ τακτικὰ καὶ τὰ ἔκτακτα στρατολογικὰ συμβούλια τῶν νομῶν νὰ μὴ ἀπαλλάττωσι τοὺς ἐργάτας θαλάσσης τοὺς μὴ ἔχοντας τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα, καὶ ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει σήμερον τοιαύτη ὑπόθεσις ἐκκρεμὴς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, προκειμένου περὶ ἐργάτου θαλάσσης ἐκ τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας. Ἐνδιαφέρομαι δὲ καὶ ἐγὼ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὡς τάχιστα, διότι ἔχω συμπατριώτην τοιοῦτον ἐργάτην θαλάσσης, μὴ ἔχοντα τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα, καὶ ὁ ὁποῖος πρόκειται κατ’ αὐτὰς νὰ προσέλθῃ πρὸς κατάταξιν.

§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Βουλευτά, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν Ὑπουργείων, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀντιτάσσηται τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν περὶ ζητήματός τινος, ὅπως καὶ τἀνάπαλιν. Τὰ δὲ Ναυτικὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια, ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ναυτικοῦ, βεβαίως δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἑπομένως τοῦτο, ὅπερ διϊσχυρίζεσθε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀκριβές. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ λέγω, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἐγένετο ἐν οἱᾳδήποτε ἐποχῇ παράβασις τοῦ νόμου. Περὶ τῆς ἐποχῆς κατὰ τοῦτο μόνον βεβαίως ἐνδιαφέρομαι. Διότι ἐπ’ ἐμοῦ τοιαύτη παράβασις ἀναμφιβόλως δὲν ἐγένετο. Ἐγένετο, λέγετε, παράβασις τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ κανονίζοντος τὸ ἀνάστημα εἰς 1,56. Νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχετε νὰ ἀναφέρητε τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, δι’ ἃ παρεβιάσθησαν οἱ νόμοι. Ἐφ’ ὅσον γενικῶς ὁμιλεῖτε, νομίζω, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἦσθε ἐν πλήρει δικαίῳ. Οὐχ ἧττον παρετήρησα ὑμῖν, καὶ πάλιν παρατηρῶ, ὅτι θέλω ἐνεργήσει λεπτομερεστέραν ἔρευναν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ περὶ τῆς σχετικῆς ὑποθέσεως, ἵνα βεβαιωθῶ, ἐὰν ταῦτα, ὅσα λέγετε, ἦναι ἀκριβῆ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου δὲν δικαιολογοῦνται αἱ παρατηρήσεις ὑμῶν· διότι δι’ αὐτὸ ἴσα–ἴσα ἐγένετο ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπὴ, ὅπως, ὁσάκις δὲν ἐκτελῶνται τὰ τοῦ νόμου παρὰ τοῦ τακτικοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ἐπέρχηται ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ διορθοῖ τὰ πράγματα. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔδωκαν εἰς ὑμᾶς τὰς πληροφορίας ταύτας, — διότι ὑμεῖς βεβαίως ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δὲν δύνασθε νὰ γνωρίζητε τὰς παραβάσεις αὐτὰς τῶν νόμων, — ὤφειλον νὰ δώσωσιν ὑμῖν ὡρισμένως τὴν πληροφορίαν, τίνα πρόσωπα, μὴ ἔχοντα τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα, κατετάχθησαν ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὑπηρετοῦσιν ἐν αὐτῇ, ἢ ἔστω καὶ ἀπελύθησαν, ὑπηρετήσαντα ἄλλοτε παρανόμως. Οὐχ ἧττον καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ θέλω καταγείνῃ νὰ εὕρω, ἐὰν ταῦτα, ὅσα λέγετε, ἦναι ἀκριβῆ, καὶ θέλω προσπαθήσει νὰ ἄρω τὸ τυχὸν γενόμενον ἀδίκημα.

§34ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικόν· δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐγκυκλίου ἀπευθυνθείσης ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὰ διάφορα στρατολογικὰ συμβούλια κατὰ τὸ 1892, διὰ τῆς ὁποίας παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας καὶ τὸ ἄρθρ. 38 τοῦ νόμου περὶ τῆς κατὰ ξηρὰν στρατολογίας.

§35ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ, εἶναι δυνατόν, ὑπάρχοντος νόμου κανονίζοντος τὸ ἀνάστημα, τὸ ἀναγκαῖον πρὸς κατάταξιν ἐν τῷ Ναυτικῷ, νὰ ἐκδοθῇ ἐγκύκλιος, λέγουσα ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου;

§36ΣΤΑΗΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἔχει ἐκδοθῆ.

§37ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;

§38ΣΤΑΗΣ. Τὴν ἐγκύκλιον παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸ ὁποῖον τὴν ἔχει πρόχειρον, καὶ ἐκ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης θὰ ἴδῃ, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει ἀκριβῶς, ὡς ἐγὼ ἐξέθηκα. Ἡ δὲ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ναυστάθμου δὲν ἔχει τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ μικροῦ εἶπεν. Ὁ σκοπὸς τῆς Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ἑδρευούσης ἐν Ναυττάθμῳ, δὲν εἶναι νὰ ἐξετάζῃ τοὺς λόγους ἀπαλλαγῆς τῶν στρατευσίμων, τῶν ἐργατῶν θαλάσσης· διότι οἱ λόγοι οὗτοι ἐξετάζονται παρὰ τοῦ τακτικοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ὅταν γίνηται ἡ κλήρωσις. Ὁ σκοπὸς τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ἐν Ναυττάθμῳ, εἶναι νὰ ἐξετάζῃ τοὺς λόγους ἀπαλλαγῆς, τοὺς γεννηθέντας μετὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κατατάξεως ἢ τῆς ἐξετάσεως ἐν τοῖς τακτικοῖς στρατολογικοῖς συμβουλίοις· ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε, δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, δὲν εἶναι ἀκριβές.

§39Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὄχι. Νομίζω, ὅτι, ὅταν τις κληρωτὸς ἀδικηθεὶς φρονῇ, ὅτι τῷ ὄντι ἐγένετο παράβασις τοῦ νόμου, δύναται νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν, ὅπως παραπέμψῃ αὐτὸν πρὸς ἐξέτασιν εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν.

§40ΣΤΑΗΣ. Τότε δὲν ἀποστέλλεται εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ναυστάθμου, ἀλλ’ ὑπάρχει ἕτερον ἔκτακτον Στρατολογικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐξετάζει τὰ τῆς αἰτήσεως τοῦ παραπονουμένου.

§41ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον Στρατολογικὸν Συμβούλιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἐγκύκλιον ὑπουργικὴν ἀντικειμένην εἰς τὸν νόμον;

§42Α. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Στάη, τὸ ἄτοπον τοῦτο συμβαίνει οὐ μόνον ὡς πρὸς τὸ ἀνάστημα, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ σωματικὰ νοσήματα, ἅτινα λόγῳ τοῦ νόμου συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν ἢ τὴν ἐξαίρεσιν τῶν στρατευσίμων. Τὰ στρατολογικὰ συμβούλια οὐδέποτε ἐξετάζουσι τοὺς ἐργάτας θαλάσσης, ἀλλὰ κατατάττουσιν εὐθὺς ἅμα τῇ ἐμφανίσει ἐνώπιον αὐτῶν, καὶ ὅταν κληθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς κατάταξιν, τότε καὶ μόνον ἐξετάζονται ὑπὸ τοῦ ἰατροῦ τοῦ πλοίου, εἰς ὃ παραπέμπονται ὑπὸ τοῦ Διευθυντηρίου τοῦ Ναυστάθμου, ἵνα ὑπηρετήσωσιν. Ἐὰν δὲ ὁ ἰατρὸς τοῦ πλοίου πεισθῇ ἐκ τῆς ἐξετάσεως, ὅτι ὁ στρατεύσιμος ἔχει νόσημα ἀναγραφόμενον ἐν τῷ νόμῳ, καὶ δι’ οὗ ἐπέρχεται ἡ ἀπαλλαγή, ἢ ἡ ἐξαίρεσις, τότε δι’ ἐνδείξεως ἰατρικῆς ἀποστέλλεται εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ναυτικοῦ, ἥτις γνωμοδοτεῖ περὶ τῆς ἐξαιρέσεως ἢ τῆς ἀπαλλαγῆς, ἢ τῆς διατηρήσεως τοῦ κληρωτοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Τοῦτο, ἐνῷ ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, ὑποβάλλει τοὺς δυστυχεῖς τούτους καὶ εἰς δαπάνας.

§43ΣΤΑΗΣ. Ἄλλο ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξετάσῃ, εἶναι ὅτι, ἐνῷ οἱ ἐργάται θαλάσσης, κατὰ νόμον ψηφισθέντα τὸ 1893, νομίζω, δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν πρόσθετον τρίμηνον ὑπηρεσίαν, ἐὰν δὲν προσέλθωσι νὰ ἀναλάβωσι τὸν κλῆρον αὐτῶν καὶ νὰ ὑποστῶσι τὴν ἐπιθεώρησιν παρὰ τοῦ ἰατροῦ, ἐν τούτοις τιμωροῦνται διὰ τριμήνου προσθέτου ὑπηρεσίας, διότι ἐγκαίρως δὲν ἔλαβον τὸ φυλλάδιον αὐτῶν.

§44Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὅταν δὲν ἔχῃ ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν, δὲν κατατάσσεται.

§45ΣΤΑΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προσκαλεῖ διὰ δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τοὺς ἐργάτας θαλάσσης δύο, νομίζω, μῆνας πρὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατατάξεώς των. Τιμωρεῖ δὲ διὰ τριμήνου προσθέτου ὑπηρεσίας τοὺς μὴ λαβόντας ἐγκαίρως φυλλάδιον ἐργάτου θαλάσσης, ἐνῷ οὗτοι ἤδη ὑπηρετοῦσιν εἰς ναυτικὴν ὑπηρεσίαν.

§46ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Προβλέπει περὶ τούτου ὁ νόμος.

§47ΣΤΑΗΣ. Ἀκριβῶς διότι προβλέπει περὶ τούτου ὁ νόμος, σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἴδητε ὅτι εἰς τοὺς ἐργάτας θαλάσσης ποῦ μὲν ἔχει τὸν ἀριθμὸν τοῦ φυλλαδίου, ποῦ δὲ ἔχει μόνον τὴν λέξιν «ναυτικὸς», εἰς τοὺς τελευταίους δ’ ἐπιβάλλεται τρίμηνος πρόσθετος ὑπηρεσία, καὶ τοῦτο εἶναι ἄδικον. Τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1893 δὲν ἦτο αὐτὸ, διότι ὁ ἐργάτης θαλάσσης, ὡς εἶπον, δὲν ἀναμένει νὰ ἔλθῃ ἡ ἐποχὴ τῆς κληρώσεώς του, ἵνα προσέλθῃ πρὸς ἐξέτασιν, ἀλλ’ ἐργάζεται εἰς τὰ πλοῖα, καὶ ὅταν εἰδοποιηθῇ κανονικῶς διὰ τοῦ δημάρχου του, ὅτι ἐκλήθη ἡ σειρά του, τότε προσέρχεται πρὸς κατάταξιν.

§48ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ διατυπώσητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας.

§49ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβε καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ πότε ἐξεδόθη καὶ παρὰ τίνος Ὑπουργοῦ ὑπεγράφη τὸ Β. Διάταγμα, τὸ τροποποιοῦν τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ Κλάφας ἀπὸ 5 μέτρων εἰς 2½.

§50ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ὑπηρεσία δὲν μοὶ ἔδωκεν ἀκόμη τὴν ζητηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων πληροφορίαν. Ἐλπίζω μέχρι τῆς αὔριον νὰ δυνηθῶ νὰ παράσχω ὑμῖν ταύτην.

§51ΣΤΑΗΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὸν διορισμὸν τοῦ ἀστυνόμου Κυθήρων, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πότε διωρίσθη οὗτος, καὶ ἂν μετέβη εἰς Κύθηρα ἄνευ διορισμοῦ, ἵνα παραλάβῃ τὴν ἀστυνομίαν παρὰ τοῦ τέως ἀστυνόμου, ἐνῷ εἶχε διορισθῆ ἄλλος ἀντ’ αὐτοῦ.

§52ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς γνωρίζετε, ὁ ἐν λόγῳ ἀστυνόμος διωρίσθη ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ καταργηθέντος νόμου περὶ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς· συνεπῶς δὲν ὑπήγετο εἰς τὴν ἡμετέραν ἁρμοδιότητα. Ἐὰν δὲ ἄνευ ἀδείας διευθύνθη εἰς Κύθηρα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ φαίνεται ἁρμοδιώτερος νὰ πληροφορήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν Βουλὴν. Ἑπομένως θέλω μεταβιβάσει εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου καὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων.

§53Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν πάντων σχεδὸν τῶν κατοίκων τῶν δήμων Τρινάσου καὶ Κροκεῶν τῆς Λακεδαίμονος, αἰτούντων τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν τῆς πεδιάδος τοῦ δήμου Τρινάσου. Κατὰ τὰς ἐκβολὰς τοῦ Εὐρώτα ἐκτείνεται πεδιὰς εὐφορωτάτη, ἐκ πολλῶν χιλιάδων στρεμμάτων, ἀλλὰ δυστυχῶς ἄγονος, διότι κατακλυζομένη ὑπὸ τῶν ὑδάτων τοῦ Βασιλοποτάμου σχηματίζει ἕλη, τὰ ὁποῖα εἶναι διαρκῆ καὶ παρεμποδίζουσι τὴν καλλιέργειαν, χρησιμεύουσι δὲ μόνον ὡς ἑστία μολυσμάτων, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ ὑγεία τῶν κατοίκων δεινῶς ὑποφέρει. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν ἐκείνων καὶ τὸ εὔκολον τοῦ πράγματος προὐκάλεσεν ἐπανειλημμένως τὴν προσοχὴν τῶν Κυβερνήσεων. Ἤδη ἐπὶ Ὄθωνος ἀπεφασίσθη καὶ ἐγένετο δαπάνη 20,000 δραχμῶν πρὸς ἀνόρυξιν χάνδακος. Ἀνωρύχθη εἷς μικρὸς χάνδαξ, ἐννοεῖται μὲ τὴν ἀτέλειαν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλ’ ὅμως κατωρθώθη ἡ ἀποξήρανσις 5–6 χιλιάδων στρεμμάτων. Τὰ στρέμματα ταῦτα ἐκαλλιεργήθησαν ἐπὶ σειράν ἐτῶν, ἐφ’ ὅσον δηλ. ὑπῆρχεν ὁ χάνδαξ ἐν καλῇ καταστάσει, καὶ τὸ Δημόσιον ἀπελάμβανεν οὕτως ἐτήσιον εἰσόδημα τὸ τριπλάσιον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδαπάνησε. Πρό τινων ἐτῶν παρηγγέλθη ὁ μηχανικὸς κ. Γράβαρης, ὁ ὁποῖος, μεταβὰς ἐκεῖ, ἔκαμε μελέτας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ μένουσιν ἀνεκτέλεστοι. Κατὰ τὰς μελέτας τοῦ κ. Γράβαρη, αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι πρόκειται ν’ ἀποξηρανθῶσιν, ἀνέρχονται εἰς 38,000 στρέμματα, ἡ δὲ δαπάνη εἰς 94,000 δραχμῶν. Φαντασθῆτε, ὅτι, ἐὰν ἅπασαι αἱ 38,000 στρεμμάτων καλλιεργηθῶσι, θὰ ἀποφέρωσι πρόσοδον τριακοντάκις μεγαλειτέραν τῆς ποσότητος, ἡ ὁποία μέλλει νὰ δαπανηθῇ.

§54ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνετε νὰ γείνῃ ἀποξήρανσις διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου;

§55Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι πολλοὶ τρόποι. Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς κατοίκους νὰ εἰσφέρωσι, δύναται νὰ φέρῃ μίαν ἑταιρίαν. Δὲν συζητῶ τὸ ζήτημα τῶν τρόπων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πεισθῇ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, θὰ συζητήσωμεν καὶ περὶ τῶν τρόπων, διότι ἔχομεν ἰδέαν τινά. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἵνα συστήσῃ τὴν δημοσίαν ταύτην ἀνάγκην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον.

§56ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς, τὰ γνωρίζω καὶ ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, καθόσον, ὡς γνωστόν, κατάγομαι ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὡς ἐκ τῶν μεγάλων καὶ πολλῶν ἑλῶν, κατέστησαν λίαν νοσώδη, καὶ ὅτι ἀπεράντου ἐκτάσεως γαῖαι μένουσιν ἀκαλλιέργητοι. Φρονῶ καὶ ἐγὼ καὶ συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετική τις πρόνοια, ἂν ὄχι κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, διότι τοῦτο μοὶ φαίνεται δύσκολον, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἑπομένην, ὅτε δυνατὸν νὰ προηγηθῇ καὶ ἐπισταμένη ἐπὶ τοῦ προκειμένου μελέτη.

§57Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ διαταχθῇ, κ. Ὑπουργέ, νὰ γείνῃ μία τακτικὴ μελέτη.

§58ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν αὐτῶν θὰ συντελέσῃ εἰς σωτηρίαν τῆς ὑγείας ὅλων τῶν Λακεδαιμονίων.

§59ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ ὥρα παρῆλθε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις δι’ αὔριον καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου;

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι πολλοί.

§61ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσωμεν τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ ἀναβάλωσι τὰς ἐπερωτήσεις των.

§62ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὀλίγας λέξεις, κ. Βουλευταί, θὰ σᾶς εἴπω, καὶ ὅταν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκαλῶ σήμερον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, γείνῃ συζήτησις, θὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζω τὴν πρότασίν μου. Ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ νὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς Θεσσαλίας, διότι εἶναι ἀνάγκη κατεπείγουσα ἡ ἐξομάλυνσις τοῦ ζητήματος τούτου, καθόσον εἶναι κοινῶς ἀνεγνωρισμένον, ὅτι εἷς τῶν σπουδαιοτέρων λόγων, ἕνεκα τοῦ ὁποίου, ἐὰν δὲν ἐπῆλθεν ἄλλο τι, ἐπῆλθε τοὐλάχιστον στασιμότης ἐν τῇ παραγωγῇ...

§63ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Περὶ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν;

§64ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Περὶ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν... ἕνεκα τοῦ ὁποίου, λέγω, ἐπῆλθε τοὐλάχιστον στασιμότης ἐν τῇ παραγωγῇ, εἶναι ἡ ἀνωμαλία τῶν σχέσεων τούτων. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῶσι νέοι ὅροι, ἢ νὰ κανονισθῶσι σχέσεις νέαι, καθόσον, κατὰ τὴν συνθήκην τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, «οὐδεμία τροποποίησις θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις ἢ διὰ νόμου γενικοῦ, ἐφαρμοστέου καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον», δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι σήμερον παρίσταται ἀνάγκη, ὥστε νὰ νομοθετηθῇ νόμος γενικὸς τοῦ Κράτους, κανονίζων τὰς σχέσεις τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὅρους τοὺς μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα, τὰς συνηθείας, τὰ ἔθιμα καὶ τοὺς κανονισμοὺς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὑφίσταται ἡ σχέσις τῶν καλλιεργητῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ζητῶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, νὰ δοθῇ, οὕτως εἰπεῖν, νομοθετικὸν κῦρος εἰς τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνηθείας καὶ τὰ ἔθιμα καὶ τοὺς κανονισμοὺς, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τὰ δικαστήρια εὑρίσκωνται εἰς θέσιν, ὁσάκις γενῶνται διαφοραὶ μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, νὰ λύωσιν ἀπροσκόπτως ταύτας.

§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γενικὸς νόμος πρέπει νὰ γείνῃ.

§66ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ λυθῇ, καὶ εἶναι ἀνάγκη τοῦτο νὰ λυθῇ, εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς σχέσεως· διότι τὰ δικαστήρια, κυμαινόμενα μεταξὺ τοῦ ἂν ἡ σχέσις ἦναι μίσθωσις ἢ ἑταιρία, εὑρίσκονται εἰς δυσχερείας, αἱ δὲ δυσχέρειαι αὗται ἀποβαίνουσι πάντοτε ἐναντίον τῶν καλλιεργητῶν. Ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν ἐν καιρῷ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζω τὸ νομοσχέδιον.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 284).

§68ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰς τὰς πρωινὰς ἐφημερίδας ἀνέγνων τηλεγράφημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπερατώθησαν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς συνάψεως τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Ρωσσίας. Τὸ ἄγγελμα αὐτὸ ὁμολογουμένως θὰ ἀσκήσῃ μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν προϊόντων καὶ ἰδίως τῶν Μεσσηνιακῶν. Θὰ ἦναι δὲ τόσον μεγάλη ἡ ἀνυπομονησία τῶν συμπολιτῶν μου, ὥστε δὲν θέλω θεωρηθῆ ἀνυπόμονος, ἂν παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν ἀληθεύῃ τὸ ἄγγελμα τοῦτο.

§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς κατὰ τὴν ὥραν ταύτην δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Παρατηρῶ δὲ εἰς αὐτὸν, ὅτι, καὶ ἂν ἦτο παρὼν, δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ εὐχαριστήσῃ αὐτὸν, διότι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναγγέλλωμεν ἢ νὰ δημοσιεύωμεν ἑκάστοτε τὴν μετάβασιν τῶν διαπραγματεύσεων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σταδίου εἰς τὸ ἄλλο. Ἐν ὅσῳ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς, ἐν ὅσῳ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγγείλωμεν τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης, δὲν δυνάμεθα νὰ γνωστοποιῶμεν εἰς ποῖον στάδιον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις.

§70ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα, ἂν ὑπάρχῃ εἴδησις, ὅτι ἀπεπερατώθησαν αἱ διαπραγματεύσεις.

§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω. Ἐὰν ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν... Ἕως τώρα δὲν μοὶ ἀνεκοίνωσε.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῃτήθη τοῦ λόγου.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.

§75ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι παρών.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης.

§77Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀνομολογῶ ὅτι ὅσα ὁ ἐκ Λακεδαίμονος ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπε περὶ ἀποξηράνσεως τῶν καλυπτομένων ὑπὸ τῶν ὑδάτων γαιῶν ἐν τῷ δήμῳ Τρινάσου, εἶναι ἀληθῶς ζήτημα πολλοῦ λόγου ἄξιον, διότι ἡ ἔκτασις τούτων ἀνέρχεται εἰς 40,000 περίπου στρεμμάτων, ἐξ ὧν τὰ ἡμίση ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι δὲ τόσον προσοδοφόροι αἱ γαῖαι, ὥστε, ἐὰν ἤθελον ἀποξηρανθῆ, τὸ Δημόσιον ἤθελεν εἰσπράττει, ὡς φόρον ἐπικαρπίας, πλέον τῶν 100,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ προϋπολογισθεῖσα δαπάνη διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν γαιῶν τούτων ἀνέρχεται εἰς 90,000 μόνον δραχμῶν.

§78Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἠθέλησα νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλὴν, ἄλλως ἠδυνάμην νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ πεδιὰς ἐκείνη θὰ φέρῃ πρόσοδον ἐν ὅλῳ τὸ 1/12 τοῦ ποσοῦ τῶν σιτηρῶν, τὸ ὁποῖον εἰσέρχεται ἔξωθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα.

§79Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα εἰς τοῦτο, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο θέλω νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλήν.

§80Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι δὲ, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε ὑμεῖς, αἱ γαῖαι αὗται εὐφορώταται, καὶ τὸ ἥμισυ τούτων, ἀνερχόμενον εἰς 38,000 στρέμματα, εἶναι περιουσία ἀνήκουσα εἰς τὸ Δημόσιον.

§81ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις σήμερον, κ. συνάδελφε· τὸ ζήτημα προηγουμένως θὰ τὸ μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.

§82Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν θὰ μακρηγορήσω σήμερον, κ. Βουλευτά· προσθέτω μόνον, ὅτι ἐκτὸς τῆς ὠφελείας ταύτης θέλει εὐεργετήσει καὶ τοὺς κατοίκους τῶν πέριξ χωρίων, οἵτινες πάσχουσι δεινῶς καὶ εἶναι πάντες καχεκτικοὶ, ἕνεκεν τῶν λιμναζόντων ὑδάτων, ἐξ ὧν μυρίαι ὅσαι γεννῶνται ἀσθένειαι, καὶ οὐ μόνον τὰ χωρία ταῦτα θέλει εὐεργετήσει, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν πόλιν τοῦ Γυθείου, ἥτις κεῖται ἀντικρὺ τῆς πεδιάδος Τρινάσου, καὶ ὡς ἐκ τούτου προσβάλλεται ὑπὸ διαφόρων νοσημάτων, ὅταν πνέῃ ὁ ἄνεμος ὁ καλούμενος Λίβας, ὅστις ἐκεῖθεν ἔρχεται πρὸς τὴν πόλιν τοῦ Γυθείου. Ἐὰν δὲ, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ἡ Κυβέρνησις λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἐνεργήσῃ τὸ σωστικὸν τοῦτο ἔργον, συνιστῶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι κατὰ τὸν προπαρελθόντα χειμῶνα ἐστάλη ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως καραβάνιον ὁλόκληρον ἐξ ὀκτὼ ἐργοδηγῶν καὶ ἄλλων διαφόρων μηχανικῶν πρὸς καταμέτρησιν τῶν γαιῶν ἐκείνων, καθ’ ἣν ἐποχὴν αἱ περὶ ὧν πρόκειται γαῖαι ἦσαν κεκαλυμμέναι ὑπὸ τῶν ὑδάτων, χωρὶς νὰ δυνηθῶσι νὰ προβῶσιν εἰς οὐδεμίαν μελέτην, ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ χειμῶνος διέτριβον ἐν Γυθείῳ, ἐνῷ τὸ ἀτυχὲς Δημόσιον ὑφίστατο τὴν ἀφαίμαξιν τῶν ὁδοιπορικῶν καὶ ἐπιμισθίων· ἑπομένως πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ τοιαύτη μόνον πρὸς τὸ θεαθῆναι ἐνέργεια. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης παρεκάλεσα αὐτὸν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφά τινα, σχετιζόμενα πρὸς τὰ λιμενικὰ ἔργα Γυθείου, καὶ τῷ ὄντι εὐαρεστηθεὶς κατέθηκε μέρος τούτων· παρακαλῶ ὅμως αὐτὸν καὶ αὖθις, ἵνα καταθέσῃ καὶ τὰ ἐλλείποντα τέσσαρα ἐκ τῶν αἰτηθέντων.

§83ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἕν μόνον νομίζω ὅτι δὲν κατετέθη, κ. Βουλευτὰ, συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον τηλεγραφικῶς ἐζητήσαμεν ἐκ Γυθείου.

§84Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι, κύριε Ὑπουργὲ, ἐλλείπουσι τέσσαρα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ ἴδητε ἐν τῇ σημειώσει μου, ἣν θέλω καταθέσει εἰς τὸ Προεδρεῖον· ἐπιμένω δὲ εἰς τὴν κατάθεσιν καὶ τούτων, διότι δι’ αὐτῶν θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι τὸ λιμενικὸν ἐκεῖνο ταμεῖον ἔσχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑποστῇ ὁλοσχερῆ καταστροφὴν, διότι οἱ Ὑπουργοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἵτινες ἐπέτρεψαν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τοιούτων ἔργων, ἔδειξαν ἀτυχῶς μεγάλην ἀστοργίαν εἰς τὸ ἀτυχὲς ἐκεῖνο λιμενικὸν ταμεῖον, καὶ μάλιστα εἷς ἐξ ἐκείνων νομίζω ὅτι παρηνόμησε μέχρις ἐγκλήματος, διότι ἐπέτρεψε τὴν σύνταξιν συμβολαίου μεταξὺ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ἐργολάβου ἐπὶ ἐργασίας προϋπολογισθείσης εἰς 500,000 δραχ., διότι ἐπέτρεψε, λέγω, τὴν σύνταξιν τοιούτου συμβολαίου ἄνευ δημοπρασίας καὶ δι’ ὅλως ἰδιαιτέρας συμφωνίας, ἐπέτρεψε δὲ ἐπίσης νὰ δωρηθῶσι, λόγῳ συμβιβασμοῦ, εἰς τὸν ἐργολάβον ὀφειλόμενα παρ’ αὐτοῦ εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον χρήματα καὶ ἐργαλεῖα διάφορα, ὡς καὶ πολλὰ ὑλικά, ἀνερχόμενα εἰς 300,000 περίπου δραχμάς.

§85Χ. ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Τίς ἦτο Ὑπουργός;

§86Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Μπουφίδης.

§87ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ δὲν ἐγένετο καμμία δημοπρασία, κύριε συνάδελφε;

§88Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως ὄχι.

§89ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου.

§90Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἦτο ἢ δὲν ἦτο ἐναντίον τοῦ νόμου, ἐν τούτοις ἐγένετο, κ. Βουλευτά. Καὶ ἐπειδὴ θεωρῶ τὸ ζήτημα πολὺ σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον διὰ τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ κατατεθῶσιν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα, ὅπως μοὶ δοθῇ καιρὸς νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα ἐκτενέστερον ἐντὸς τῆς παρούσης συνόδου, διότι φρονῶ, ὅτι θέλουσι παρουσιασθῆ τοιαῦται καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θ’ ἀπασχολήσωσι καὶ τὴν δικαιοσύνην. Ἀδιαφορῶν τίνες θέλουσιν εἶσθαι οἱ ἐνεχόμενοι, ἐλπίζω ὅτι θέλω τύχει παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ταχείας τῶν ἐγγράφων καταθέσεως.

§91ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὰ λιμενικὰ ἔργα Γυθείου ὑπέστησαν ἀτυχήματα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς, δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας· εἰς πράξεις ἀναφερομένας εἰς τὰς κατὰ καιροὺς προκατόχους Κυβερνήσεις, καὶ εἰς μίαν καὶ μόνην πρᾶξιν ἀναφερομένην εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα κατέθηκα πάντα, ἐκτὸς ἑνός, νομίζω...

§92Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τριῶν.

§93ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. .. τοῦ συμβολαίου τοῦ δανείου τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον τηλεγραφικῶς ἐζήτησα, καὶ μοὶ ὑπεσχέθη ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ἐντὸς 2–3 ἡμερῶν θὰ τὸ ἀποστείλῃ. Ἄν ὑπάρχῃ ἄλλο τι ἔγγραφον, παρακαλῶ νὰ τὸ ζητήσητε ἐγγράφως.

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον.

§95ΚΡΙΤΣΑΣ. Μοὶ γράφουσιν ἐκ Λαμίας, ὅτι τὸ κατάστρωμα τῆς ἐπὶ τοῦ Σπερχειοῦ καὶ παρὰ τὸ χωρίον Φραντζῆ γεφύρας ἐφθάρη εἰς τρόπον ὥστε παρεμποδίσθη ἐντελῶς ἡ διὰ τῆς γέφυρας ταύτης συγκοινωνία μεταξὺ Λαμίας καὶ δήμου Ἡρακλειωτῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει πεισθῇ — εἶμαι δὲ περὶ τούτου βέβαιος — ὅτι ὄντως εἶναι ἀνάγκη τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ καταστρώματος, νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ ταύτην, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ ἐργασία αὕτη δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην μείζονα τῶν 3 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ γνωρίσῃ ἡμῖν, τί ἀπεφάσισεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου κατόπιν τῆς παρακλήσεώς μου, τῆς πρὸ μηνὸς καὶ πλέον ἀπευθυνθείσης αὐτῷ, περὶ τῆς ἐπὶ τοῦ Σπερχειοῦ καὶ παρὰ τὸ χωρίον Λιανοκλάδιον γεφύρας, διὰ τῆς ὁποίας, ὡς καὶ διὰ τοῦ ἀμφοτέρωθεν αὐτῆς ὑπολειπομένου ἐλαχίστου τμήματος ὁδοῦ, πρόκειται ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Λαμίας καὶ δήμου Ὑπάτης, ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρίσκονται καὶ τὰ γνωστὰ ἰαματικὰ λουτρὰ, ἡ μετάβασις εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον ἄλλοτε, καὶ ὡς ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα, εἶναι δυσκολωτάτη. Ἐπαναλαμβάνω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κατασκευὴ τῆς γεφύρας ταύτης ἀπεφασίσθη πρὸ ἐτῶν, καὶ ὅτι, ὅταν τὰ βάθρα αὐτῆς κατεσκευάσθησαν, ἐστάλησαν ἐκ Βελγίου, ὅπου εἶχον παραγγελθῆ, τὰ σιδηρᾶ μέρη τοῦ καταστρώματος αὐτῆς, τὰ ὁποῖα, ἔκτοτε ῥιφθέντα εἰς οἰκόπεδόν τι τῆς Λαμίας, ἐπὶ ἐνοικίῳ μάλιστα σχετικῶς ἁδρῷ, εἶναι δυνατὸν νὰ καταστραφῶσι. Τὰ μέρη λοιπὸν ταῦτα πρόκειται νὰ μεταφέρωμεν καὶ νὰ συναρμολογήσωμεν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐλαχίστην θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην, ἐν σχέσει πρὸς τὴν δαπάνην, εἰς ἣν θὰ ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον, προμηθευόμενον νέον κατάστρωμα, ἂν τὸ ὑπάρχον καταστραφῇ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν δημοπρασίας πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς γεφύρας ταύτης καὶ πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἀμφοτέρωθεν αὐτῆς ἐλαχίστου, ὡς καὶ πρότερον εἶπον, τμήματος τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, ὅπως οὕτω λείψῃ ἡ ἀσχημία, τὴν ὁποίαν βλέπουσιν οἱ ξένοι, οἱ ἐπισκεπτόμενοι τὰ λουτρὰ ἐκεῖνα.

§96ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναμείνητε 2 ἢ 3 ἡμέρας, διότι δὲν συνέλεξα ἀκόμη ὅλας τὰς πληροφορίας.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου πότε θὰ γείνῃ;

§99ΕΤΕΡΟΙ. Μετὰ μεσημβρίαν.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 1 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 6 μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη).

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§102Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον ἐξ ἑνὸς ἄρθρου, ἀφορῶν εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης, τὸ ὁποῖον συνετηρεῖτο διὰ προσθέτου φόρου ἐπὶ τῶν σύκων, τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος, δυνάμει εἰδικοῦ νόμου· ἀλλ’ ἡ ἐπελθοῦσα καταστροφὴ τῶν προϊόντων τούτων κατέστησεν ἀνεπαρκῆ τὴν εἰσφοράν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Παμίσου ἐζήτησεν, ὅπως συντηρῆται ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ συμπληρωτικαὶ δαπάναι τῆς συντηρήσεως τοῦ ἐν Μεσσήνῃ Γυμνασίου καταβάλλονται ἀπὸ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσσήνης.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 285). Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.

§104ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§105ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουν πολλοὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον.

§106ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐγένετο ἤδη ψηφοφορία.

§107ΣΠ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχω νὰ ὁμιλήσω. Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως ἐπὶ τῶν ἄλλων σταφιδικῶν, ὅπου ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου, περιωρίσθην δὲ νὰ κάμω δήλωσιν κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰουλίου, ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν θέλω νὰ φαίνωμαι ἀνακόλουθος εἰς ὅσα εἶπον προηγουμένως. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Θὰ καταψηφίσω τὸ προταχθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον, καθόσον δὲν θεωρῶ αὐτὸ ἱκανὸν, ἵνα συντηρήσῃ τὰς τιμὰς τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς ἐνεστώσης συγκομιδῆς, τὸ δὲ παρακρατούμενον ποσὸν δὲν εἶναι ἀνάλογον μὲ τὸ πλεόνασμα, τὸ ὁποῖον προμηνύεται ὅτι θὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ πολὺ, ὡς ἐκ τῆς προμηνυομένης μεγάλης ἐσοδείας, ἐὰν ἀτμοσφαιρικαὶ μεταβολαὶ δὲν περιορίσωσιν αὐτήν. Ἔχω δὲ καὶ ἄλλον λόγον νὰ κηρυχθῶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας τῶν κ.κ. Παναγιωτοπούλου καὶ Γεροκωστοπούλου, διότι αὗται τείνουσιν εἰς ἐπιπρόσθετον φορολογίαν, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ἔχει σκοπὸν τὴν ἀνακούφισιν τῶν παραγωγῶν τῆς σταφίδος. Προσέτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ἐσοδεία δὲν ἀνέρχεται πλέον τῶν 300 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ὁ νόμος νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ. Διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας τῶν κ. κ. Γεροκωστοπούλου καὶ Παναγιωτοπούλου, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖται, εἶναι 45 ἕως 50 ἑκατομμύρια, καὶ δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ φέρῃ οὐδεμίαν ἀνατίμησιν τιμῶν, διότι ἔχομεν περίσσευμα 80 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ἀφαιρέσητε 40 ἑκατομμύρια, θὰ σᾶς μείνωσιν ἄλλα τόσα, ἑπομένως οὐδὲν ἐπράξαμεν ἢ νὰ προσθέσωμεν νέον φόρον 15% εἰς τὴν δυστυχίαν μας. Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς κάμνομεν ἔμπορον τὸ Δημόσιον, δίδοντες εἰς αὐτὸ σταφίδα μικροτέρας ἀξίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν κρατοῦμεν. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι εἶναι καταστρεπτικὸν εἰς τὰς μικρὰς ἐπαρχίας, τὰς μὴ ἐξαγούσας καρπὸν πρώτης ποιότητος.

§108ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ, Κύριοι, διά τινας μόνον ἐπαρχίας εἶναι καταστρεπτικὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πάλλης συνάδελφος, ἀλλὰ διὰ πάσας· καὶ τοῦτο θέλω ἀποδείξει. Πρόκειται ἤδη νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Οὕτως οἱ ἀρχῆθεν ἀντιταχθέντες κατὰ παντὸς θεσμοῦ περιέχοντος καὶ νομοθετοῦντος τὴν ἰδέαν τῆς παρακρατήσεως, εὑρισκόμεθα ἤδη ἐν τῷ τελευταίῳ ὀχυρώματι ἡμῶν. Τούτου πίπτοντος, τὸ νομοσχέδιον μεταβάλλεται εἰς νόμον, τοῦ ὁποίου δὲν ἔχομεν πλέον ἢ νὰ ὑποστῶμεν τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν εἶσθαι βαρύταται, καὶ ν’ ἀναλάβωμεν τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θέλουσι γονατίσει τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας καὶ τὸ ἐμπόριον ἐν γένει τῆς σταφίδος. Τούτου ἕνεκα καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, καὶ νὰ ἀμυνθῶ διὰ τελευταίαν φορὰν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναιρουμένων. Δύο τινὰ ἐπαγγέλλεται τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσηγουμένου τὸ νομοσχέδιον, μολονότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δικαιολογῶν τὸ περὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν λεγόμενον, ἐμερίμνησε διὰ τοῦ λόγου του, οὐχὶ νὰ δηλώσῃ τὴν σκέψιν του, ἀλλὰ νὰ καλύψῃ αὐτήν. Δύο τινὰ ἀγαθὰ ἐπαγγέλλεται· ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν δωρεὰν 4 δραχμῶν ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος σταφιδοκάρπου, τὴν ὁποίαν ποιεῖται τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς ἐξάγοντας αὐτὸν, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν παραγωγῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοστοῦ τῶν 15%, ὡς δυνάμενα νὰ συνεπαγάγωνται, συνδυαζόμενα πρὸς ἄλληλα, τὴν ἀνατίμησιν τοῦ προϊόντος ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ κατ’ ἀμφότερα τὰ μέρη ταῦτα εὑρίσκω τὸ νομοσχέδιον ἐντελῶς ἀτελέσφορον, μὴ παρέχον οὐδεμίαν ἀνακούφισιν, μὴ ἐγγυώμενον τὴν ἐλαχίστην ἀνατίμησιν τῆς σταφίδος. Ἐὰν δὲν ἐφοβούμην, Κύριοι, ὅτι ἤθελον περιπέσει εἰς παλλιλογίαν, ἠδυνάμην ἐν πλάτει νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ θέματος τούτου, τουτέστι τί πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς παραγωγῆς, ὅπως λειτουργήσῃ ἐφαρμοζομένη ἡ ἰδέα τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἀποφέρῃ τὰ ἀγαθὰ αὑτῆς ἀποτελέσματα, δηλαδὴ τὴν ἀνατίμησιν. Δὲν πιστεύω ὅμως νὰ ἀμφιβάλλῃ τις, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀφαιρετέον ἐκ τῆς παραγωγῆς, εἶναι ἀνεπαρκές. Ἐγένετο δὲ ἀνεπαρκέστερον μετὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, καθ’ ἣν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς ἐξάγοντας σταφίδα νὰ καταβάλλωσι τὸν συμπληρωτικὸν φόρον, ἀντὶ τῶν 15% εἰς εἶδος, εἰς χρήματα, προσφέροντες ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος δρ. 90. Οὕτως οὐδὲν πλέον ὑφίσταται ἴχνος παρακρατήσεως, μολονότι ἤθελε ματαιωθῆ ἡ πραγματοποίησις τῆς ἰδέας ταύτης, καὶ ἂν ἀκόμη εἰσεπράττετο οὐχὶ τὸ ποσὸν τῶν 15%, ἀλλὰ καὶ 20% καὶ 30%, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀφαιρούμενον ποσοστὸν θὰ προωρίζετο νὰ δοθῇ εἰς χρῆσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξηκολούθει καὶ μέχρι τοῦδε νὰ δίδεται, εἴτε δηλ. εἰς βρῶσιν, εἴτε εἰς βιομηχανικὴν κατεργασίαν. Τοῦτο δὲ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀφαιρεθησομένου πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Κατὰ ταῦτα δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, οὐδεὶς τῶν ὅρων, οἵτινες ἠδύναντο τὴν ἰδέαν τῆς παρακρατήσεως, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι, ὡς εἶπον, ἡ πλέον παράδοξος, ἡ πλέον πρωτοφανὴς καὶ ἀσύστατος, δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς τῶν ὅρων ἐκείνων, οἵτινες τὴν ἰδέαν ταύτην, νομοθετουμένην καὶ ἐφαρμοζομένην, ἠδύναντο νὰ καταστήσωσι τελεσφόρον. Ἐξέλιπεν οὕτως ἡ μία τῶν βάσεων τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀπεδείχθη ἀνεπίτευκτος ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον διὰ τῆς ἀρχῆς ταύτης τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιώκει, ὁ σκοπὸς τῆς ἀνατιμήσεως τοῦ προϊόντος. Ὑπολείπεται ἡ ἀνακούφισις τῆς πασχούσης τάξεως τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀνακουφίζομεν εἴτε αὐτοὺς, εἴτε τοὺς σταφιδεμπόρους, δωροῦντες ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀφαιροῦμεν κατ’ ἄλλον τρόπον πολλαπλάσιον; Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἥρμοζεν εἰς ἡμᾶς νὰ βουλευώμεθα ἐνταῦθα, καὶ νὰ ψηφίζωμεν νόμους, οἵτινες θέλουσιν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ πάσης τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἐὰν κατὰ τοιοῦτον τρόπον σκεπτώμεθα. Διότι τί γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου; ἐνῷ διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δωρεῖται εἰς ἡμᾶς δραχμὰς 4 ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος, ἐξ ἄλλου διὰ τῆς ἑτέρας χειρὸς ἀφαιρεῖ ποσὸν πολλαπλάσιον. Περὶ τούτου ἐγένετο μακρὸς λόγος, ὥστε δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν, ἐπαναλαμβάνων τὰ αὐτά. Τὸ πρᾶγμα εἶναι καταφανὲς, εἶναι χειροπιαστὸν, οὐδεμιᾶς δὲ δεῖται ἀποδείξεως ἢ λεπτομεροῦς ἐρεύνης, ἵνα ἐννοηθῇ. Ἐὰν πρὸς 70 δραχμὰς ὑπολογίσωμεν κατὰ χιλιάδα τὴν σημερινὴν εὐτελῆ ἀξίαν τοῦ σταφιδοκάρπου, θέλομεν ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι τριπλάσιον περίπου ποσὸν τοῦ δωρουμένου ὑπὸ τῆς Πολιτείας φόρου διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀφαιρεῖται ἀντιστοίχως πρὸς τὴν δωρεὰν ταύτην. Καὶ ἵνα ὁμιλήσω δι’ ἀριθμῶν, ὑποθέσατε ἔμπορον, ὅστις ἔχει νὰ ἐξαγάγῃ 100,000 λίτρας σταφίδος. Ἐπὶ τούτων λόγῳ τῆς δωρεᾶς θέλει κερδήσει ἐκ φόρου τοῦ Δημοσίου δραχ. 100, ἀντιστοίχως ὅμως θέλει ὑποχρεωθῆ, ὅπως παραδώσῃ εἰς τὰς Δημοσίας ἀποθήκας λόγῳ συμπληρωτικοῦ φόρου 15 χιλιάδας λίτρας σταφίδος, καὶ ἐὰν ὑπολογίσωμεν ἑκάστην χιλιάδα πρὸς 70 δραχμὰς μόνον, θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον δραχμὰς 1050, ἤτοι φόρον δραχμῶν 650 ἐπὶ πλέον τοῦ μέχρι τοῦδε καταβαλλομένου. Πλέον λοιπὸν ἢ τὸ διπλάσιον ἀφαιρεῖ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὸν ἔμπορον, συνεπῶς δὲ καὶ ἀπὸ τὸν παραγωγόν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι χειροπιαστὸν, δὲν δεῖται δὲ μακρᾶς ἐρεύνης καὶ ἀποδείξεως, ἵνα ἐννοηθῇ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἕτερος τῶν σκοπῶν τῶν ἐπιδιωκομένων ἐπιτυγχάνεται. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰσερχόμεθα εἰς στάδιον φορολογίας ἐντελῶς νέας τοῦ προϊόντος ἡμῶν. Μεταβάλλομεν τὴν φορολογίαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καθιστῶμεν αὐτήν, τὴν μέχρι τοῦδε δυσβάστακτον, ἔτι βαρυτέραν, μᾶλλον ἄδικον καὶ παράλογον. Μέτρον οὐχὶ βεβαίως ἀπολύτως σωστικόν, ἀλλὰ μέτρον ἐσχάτης δικαιοσύνης καὶ οὐχὶ ἐπιεικείας, θὰ ἦτο ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου, εἰς ἣν δυσπραγίαν εὑρίσκονται οἱ σταφιδοπαραγωγοί. Ἐντούτοις, ἀντὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἀνακουφίζοντες τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, προβαίνομεν εἰς αὔξησιν τῆς φορολογίας διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τὸν ἐμόν, ὅστις ἐλπίζω, ὅτι δὲν εἶναι λανθασμένος, καὶ ἐπὶ ὑπολογισμῷ τῆς ἀξίας τοῦ ποσοῦ τοῦ λόγῳ συμπληρωτικοῦ φόρου καταβληθησομένου πρὸς 70 μόνον δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἐν τῷ μέλλοντι θέλομεν καταβάλλει εἰς τὸ Δημόσιον, δι’ ἐκείνας μὲν τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες ἐπλήρονον μέχρι τοῦδε 16½ δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 33 περίπου τοῖς 100 ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, δι’ ἐκείνας δέ, αἱ ὁποῖαι κατέβαλλον δραχμὰς 19, ὁ φόρος ἀνέρχεται εἰς 36½% Ἡ βεβαίωσις τοῦ πράγματος μόνον ἀρκεῖ, νομίζω, ἵνα χαρακτηρίσῃ τὴν φορολογίαν ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἀπέχω δὲ νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐὰν εὑρίσκεται τις μεταξὺ ὑμῶν, ὅστις νὰ θεωρῇ τὸν φόρον τοῦτον δίκαιον, λογικόν, ἀνθρώπινον. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα, Κύριοι, εἶναι τὰ καταφανῆ κακὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὰ γινόμενα προχείρως καταληπτά, ἔχομεν ἐπὶ πλέον καὶ τὰς συνεπείας αὐτοῦ, τὰς πλέον μεμακρυσμένας, τὰς ὁποίας, δὲν θὰ θεωρηθῶ ὑπερβολικός, ἐὰν χαρακτηρίσω ἀπὸ τοῦδε ὡς ὀλεθρίας. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ἥτις μεταβάλλεται εἰς βεβαιότητα, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐτησία ἐξαγωγὴ ἀνέρχεται εἰς 300 περίπου ἑκατομμύρια, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι κατ’ ἔτος, λόγῳ καταβολῆς 15% εἰς εἶδος, θέλομεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν παραγωγὴν ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 45 ἢ 50 ἑκατομμύρια καὶ θέλομεν διαθέσει τὸ ποσὸν τοῦτο, ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, εἰς χρῆσιν βιομηχανικὴν μόνον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ποῖον θέλομεν ἔχει ἀποτέλεσμα; Νομίζω ὅτι εἷς μόνον ἐκ τῶν κ. συναδέλφων ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ ἐγχώριος βιομηχανία κατηνάλωσε 30 ἢ 35 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ οὐδεὶς ἄλλος ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ τοιαύτην ὑπερβολὴν, πόῤῥω ἀπέχουσαν τῆς ἀληθείας. Ὅλαι οἱ καταγόμενοι ἐξ ἐπαρχιῶν σταφιδοφόρων γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἐγχώριος βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, μὲ ὅλην τὴν ἐπίδοσιν, ἣν ἔλαβεν ἀφ’ ὅτου ἐνέσκηψεν ἡ κρίσις, καὶ ἰδίως ἀφ’ ὅτου κατηργήθη ὁ φόρος τῆς ἀποστάξεως, δὲν ἠδυνήθη νὰ καταναλώσῃ πλέον τῶν 15 ἑκατομμυρίων λιτρῶν. Ἐκ τούτου τί θὰ προκύψῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν παραγωγὴν 50 ἢ 45 ἑκατομμύρια, ταῦτα δὲ δώσωμεν ἅπαντα εἰς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν τῆς πνευματοποιΐας; Εἶναι προφανὲς, ὅτι ἡ βιομηχανία αὕτη δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τριπλασιάσῃ τὸ ποσὸν πρώτης ὕλης, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε κατηνάλισκε. Θέλει λοιπὸν πάλιν περιορισθῆ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 15 ἑκατομμυρίων, ἐὰν καὶ τοῦτο δὲν μειωθῇ. Τί δὲ θέλει ἐντεῦθεν συμβῆ; Θὰ ὑπολειφθῶσιν ἕτερα 30 ἑκατομμύρια σταφίδος διαθεσίμου· Θὰ μένῃ δηλαδὴ ἀπόθεμα σταφιδοκάρπου, ἢ καὶ οἰνοπνεύματος, ἂν ἅπαν τὸ ποσὸν τῶν 45 ἢ 50 ἑκατομμυρίων ἀποσταχθῇ διὰ μιᾶς, ἀντιστοιχοῦν πρὸς 30 ἑκατομμύρια σταφίδος. Τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα θέλομεν ἔχει ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ πράγματος μόνον τῆς ἐπικειμένης ἐσοδείας, διότι δι’ ἓν μόνον ἔτος θέλει ἰσχύσει ὁ νόμος. Ἡ παραγωγὴ ὅμως ἡ ἐγχώριος ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξακολουθήσῃ παρέχουσα εἰς τὴν βιομηχανίαν τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 15 ἑκατομμυρίων καὶ διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη· ἀλλὰ ἡ βιομηχανία, ἔχουσα ἀπόθεμα 30,000,000 καὶ κεκορεσμένη διὰ δύο τοὐλάχιστον ἔτη ἀκόμη, δὲν θὰ ζητήσῃ οὔτε ῥάγα σταφίδος. Ἀφαιροῦμεν λοιπὸν ἀπὸ τὴν παραγωγὴν ἕνα σπουδαῖον πελάτην ὁλοσχερῶς διὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε κατηνάλισκεν οὗτος. Διότι, λαμβάνοντες ὡς ὑπόθεσιν διὰ τὴν κατανάλωσιν τῶν προϊόντων τῆς βιομηχανίας ταύτης καὶ αὐτὰς τὰς εὐνοϊκωτέρας περιστάσεις, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν, ὅτι τὸ ἀπόθεμα τῶν 30 ἑκατομμυρίων θὰ ἐπαρκέσῃ διὰ δύο τοὐλάχιστον ἔτη. Ἐπὶ τρία λοιπὸν ἔτη δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐλπίσῃ τις, ὅτι ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ θὰ διαθέτῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ χάριν τῆς ἐσωτερικῆς βιομηχανίας, διότι τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ ἤδη διαθέσει αὐτὸ καὶ μάλιστα ἐπὶ τιμαῖς πολὺ κατωτέραις ἐκείνων, τὰς ὁποίας θὰ ἐπετύγχανεν ἡ παραγωγή, πωλοῦσα κατ’ ἐλάχιστον ὅρον πρὸς 70 δραχμάς. Οὕτω δὲ, ἐνῷ τὸ Δημόσιον, πωλοῦν ἴσως πρὸς 32 δραχμὰς, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν θέλει ὠφεληθῆ, ζημιοῦνται οἱ παραγωγοί, τῶν ὁποίων ἀφαιρεῖται ἡ περιουσία καὶ λιχνίζεται εἰς τοὺς ἀνέμους, πρὸς ἐξυπηρέτησιν προσωπικῶν συμφερόντων. Αὕτη εἶναι μία τῶν συνεπειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἵνα ἐπιτευχθῇ ὥστε τὸ ποσὸν τὸ διατεθησόμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀφιερωθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐσωτερικὴν βιομηχανίαν, ὑπάρχουσι διατάξεις τοιαῦται, αἵτινες συνεπάγονται ζημίας ὀλεθρίας ἐν γένει διὰ τὸ ἐμπόριον. Καθῆκον ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη Πολιτεία, ἵνα τὸ ἐμπόριον προστατεύωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὐδὲν νὰ παρεμβάλλωμεν πρόσκομμα εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τῶν πράξεων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται τὸ θεμιτὸν κέρδος ἐν τῇ ἀγορᾷ καὶ μεταπωλήσει τῶν ἐμπορευσίμων ἀντικειμένων. Ἀλλὰ ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπόν του, τὸν σκοπὸν δηλαδὴ τῆς διαθέσεως τοῦ ἀφαιρουμένου ποσοῦ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἐπιτρέπομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα παρακολουθῇ τὸ προϊὸν τοῦτο, μεταπωλούμενον ἀπὸ μιᾶς χειρὸς εἰς ἄλλην, καὶ ἐλέγχῃ τὸν ἔμπορον καὶ τὸν βιομήχανον, τὸν κατέχοντα αὐτό, καὶ ποτὲ μὲν νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς αὐτὸν τὴν τοιαύτην ἢ τὴν τοιαύτην αὐτοῦ μεταποίησιν διὰ τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας, ποτὲ δὲ ν’ ἀπαγορεύῃ αὐτήν, καὶ ἄλλοτε νὰ ἐπιβάλλῃ πρόστιμα καὶ τιμωρίας, ὡς ὁρίζουσι τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12, καὶ ἰδίως τὸ ἄρθρον 18, καὶ ἐν γένει μυρίας νὰ παρεμβάλλῃ δυσχερείας εἰς τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν τοῦ ἐμπορίου, ἥτις εἶναι ὅρος ὑπάρξεως δι’ αὐτό· καὶ ταῦτα πάντα χάριν μιᾶς ἑώλου καὶ ματαίας ἐλπίδος. Ὅλα ταῦτα, Κύριοι, δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι καθιστῶσιν ἐμπόδια παρεμβαλλόμενα εἰς τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν τοῦ ἐμπορίου, ἅτινα ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχωσιν ὡς συνέπειαν τὴν ζημίαν τοῦ ἐμπορίου, κατ’ ἀντανάκλασιν δὲ καὶ τὴν ζημίαν αὐτῆς τῆς παραγωγῆς. Τὸ ἄρθρον 12 εἰσάγει τὴν ἀπαγόρευσιν, ὅπως εἰς τὴν βιομηχανίαν τῆς πνευματοποιΐας χρησιμοποιηθῶσιν ἄλλαι ὗλαι, πλὴν τῶν προϊόντων τῆς ἀμπέλου καὶ τῆς σταφιδαμπέλου. Τοῦτο δὲ μόνον τὸ γεγονὸς εἶναι ἀρκετὸν νὰ καταδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖαι ἔσονται αἱ συνέπειαι τῆς διατάξεως ταύτης. Εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἔχομεν, Κύριοι, καὶ ἄλλα προϊόντα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε χρησιμεύουσιν ὡς πρώτη ὕλη πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνευμάτων. Ταῦτα δὲ τὰ προϊόντα ἀποκλείομεν τῆς μέχρι τοῦδε διαθέσεως αὐτῶν, ἄνευ ἐλπίδος ὅτι θέλουσιν εὑρεῖ ἐν τῷ μέλλοντι τοιαύτην, καὶ ἐὰν διαμαρτύρωνται οἱ παράγοντες αὐτὰ, οὐ φροντὶς Ἱπποκλείδῃ’ ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν.

§109ΤΟΜΑΝ. Θεωρεῖτε ὡς δεδομένον καὶ βέβαιον, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ παρακρατηθησόμενον θὰ χρησιμοποιηθῇ ἀποκλειστικῶς πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος; Δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς διαθέσεως ἄλλης;

§110ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ τοῦτο μᾶλλον ὡς γεγονὸς, διότι γνωρίζω ἐκ θετικῆς, δύναμαι νὰ εἴπω, πηγῆς πρᾶγμα, τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, διότι ταύτην ἀμφισβητῶν θ’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀξιοπιστίαν ἑνὸς ἐκ τῶν ἀξιοπιστοτέρων συναδέλφων ἡμῶν. Γνωρίζω ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐγένετο ἤδη πρότασις, ὅπως ἀγορασθῇ παρὰ ἑταιρίας ἅπαν τὸ ποσὸν ἐπὶ τιμῇ 32 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα καὶ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἑταιρίας, ὅπως ἅπαν τὸ ποσὸν τοῦτο μεταποιήσῃ εἰς σταφιδίνην, οὐχὶ δὲ εἰς οἰνόπνευμα, πρᾶγμα, ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι πολὺ δι’ ἡμᾶς ὠφελιμώτερον, ἢ, διὰ νὰ ἀκριβολογήσω, ὀλιγώτερον ἐπιζήμιον. Ἐν τούτοις, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη νὰ ἀκούσῃ τὴν πρότασιν ταύτην.

§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς τὴν πληροφορίαν ταύτην. Δὲν ἀμφισβητῶ δὲ τὸ ἀξιόπιστον αὐτοῦ, οὐδὲ τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐκ τοῦ ὡρισμένου τούτου γεγονότος δὲν δύναμαι νὰ τὸν συγχαρῶ διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῆς πληροφορίας, ἣν ἔδωκεν ὑμῖν.

§112ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν δύναμαι νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην πράγματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντελήφθην ἐγὼ αὐτός, ἔχω δὲ καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ συναδέλφου, ὅπως τὸν ὀνομάσω, δὲν δυσκολεύομαι παντάπασι νὰ εἴπω ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου ἐπὶ σκοπῷ παραγωγῆς σταφιδίνης, νὰ ὀνομάσω καὶ τὸν κ. συνάδελφον. Ἡ ἑταιρία ἡ ζητήσασα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν πώλησιν τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι ἡ ἑταιρία τῶν ἐργοληψιῶν, ἥτις ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἀντιπροσωπεύει καὶ τὴν ἑταιρίαν Ζάννου καὶ Ρὼς, τῆς μὲν πρώτης καταβαλλούσης τὰ χρηματικὰ κεφάλαια πρὸς προμήθειαν τῆς πρώτης ὕλης, τῆς δὲ τὰ ἐπιστημονικὰ καὶ βιομηχανικὰ κεφάλαια, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς κατεργασίαν αὐτῆς καὶ μεταποίησιν εἰς εἶδος βιομηχανικόν. Ὁ δὲ συνάδελφος, ὅστις μοὶ ἔδωκε τὴν πληροφορίαν ταύτην, εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου βουλευτὴς κ. Ἐμπειρῖκος.

§113ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Οἱ κύριοι Ζάννος καὶ Ρὼς ὄχι μόνον πρὸς ἐμὲ ἔδωκαν τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλους ἐκ τῶν κ. συναδέλφων.

§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν κ. Ζάννον καὶ τὸν κ. Ρὼς δὲν μοὶ ἐδόθη εὐχαρίστησις νὰ ἴδω. Ἐδέχθην τὸν κ. Βλάγκαλην, καὶ μετ’ αὐτοῦ συνωμίλησα; καὶ μετὰ τὴν συνδιάλεξιν, τὴν ὁποίαν εἶχον μετ’ αὐτοῦ, ὁ κ. Βλάγκαλης μοὶ ἔστειλε γραπτὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπὸ μελέτην καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας οὐδεμίαν ἔδωκα ἀπάντησιν μέχρι τοῦδε, καὶ μάλιστα ἀρνητικήν.

§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ τὸ ἀνεγνώσαμεν ὅλοι.

§116ΤΟΜΑΝ. Κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει ἐλπὶς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ καὶ πρὸς ἄλλην χρῆσιν.

§117ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ χρονοτριβήσω περισσότερον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐμὲ ἐνδιαφέρει, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ἐνδιαφέρει τοὺς κ. ἐκ τῶν συναδέλφων, τοὺς καταγομένους ἐξ ἐπαρχιῶν οἰνοφόρων.

§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μᾶς τὰ εἶπον ὅλα αὐτά.

§119ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀσχάλλετε· δὲν θὰ σᾶς εἴπω ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ἀπεδείχθησαν τρανώτατα καὶ παρ’ ἀνδρῶν εἰδικωτέρων ἐμοῦ. Θὰ ἐπιστήσω ὅμως τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9, «ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 σταφιδόκαρπος ἐκποιεῖται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐν ὅλῳ ἢ κατὰ μέρη οὐχὶ ἐλάσσονα τῶν 50,000 λιτρῶν, εἴτε διὰ δημοσίου πλειστηριασμοῦ, εἴτε καὶ ἄνευ τοιούτου, ἐπὶ τιμῇ ὁριζομένῃ ἑκάστοτε διὰ Β. Διατάγματος, πρὸς βιομηχανικὴν ἀποκλειστικῶς κατεργασίαν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ἀπαγορεύεται δὲ ἡ εἴτε ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἴτε ὑπὸ τῶν ἀγοραστῶν ἐξαγωγὴ τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου, μὴ βιομηχανικῶς κατειργασμένου, αὐτουσίου καὶ ἐπιτηδείου πρὸς βρῶσιν, ὡς καὶ ἡ ἐμπορία αὐτοῦ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ· ἐπιτρέπεται δὲ μόνον ἡ μεταβίβασις αὐτοῦ παρὰ τῶν ἀγοραστῶν εἰς ἄλλους βιομηχάνους πρὸς κατεργασίαν, ἐκδιδομένης πρὸς τοῦτο ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.» Δὲν ὑπολείπεται, Κύριοι, ἄλλη διάθεσις τοῦ προϊόντος τοῦ ἀφαιρετέου, εἰμὴ μόνον ἡ πρὸς βιομηχανίαν χρῆσις ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Πῶς δὲ θὰ γείνῃ ἡ διάθεσις αὕτη; Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅπως κατὰ μερίδας 50,000 λιτρῶν διαθέτῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, εἴτε διὰ πλειστηριασμοῦ, εἴτε καὶ ἄνευ πλειστηριασμοῦ, εἴτε καὶ ἐν ὅλῳ διὰ συμφωνίας ἰδιαιτέρας. Ποία ἐγγύησις δίδεται ἐντεῦθεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὔριον, ὅτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίας μὲ ἕνα ἰδιώτην, μὲ ἓν κατάστημα, ἵνα πωλήσῃ εἰς αὐτὸ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ πιθανῶς ἀφαιρεθησόμενον, τῶν 50 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τιμῇ οὐχὶ ἀνωτέρᾳ τῶν δραχμῶν 16 καὶ 50/00 —διότι εἰς ταύτην ἀρκεῖται τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ δι’ αὐτῆς δύναται νὰ εἰσπράξῃ τὸν ἀνήκοντα εἰς αὐτὸ φόρον,— τίς, ἐπαναλαμβάνω, ἐγγυᾶται ἡμῖν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει πωλήσει τὸ ποσὸν ὁλόκληρον, διὰ λόγους, οὓς αὐτὴ γνωρίζει, εἰς ἓν μόνον κατάστημα, καὶ ἄνευ πλειστηριασμοῦ, ἤτοι ἄνευ συναγωνισμοῦ διὰ τὴν τιμὴν, ὅστις δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀνωτέραν τοιαύτην, ἀλλὰ καὶ νὰ παράσχῃ εἰς ἅπαντα τὰ ἐγχώρια ἐργοστάσια πνευματοποιΐας τὰ μέσα τῆς ἀμύνης; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπιτευχθῇ τιμὴ ἀνωτέρα τῆς τῶν δραχμῶν 16,50 κατὰ χιλιόλιτρον, ἥτις εἶναι τὸ ἔσχατον ὅριον, ποίαν ἐγγύησιν ἔχομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει πωλήσει ἅπαν τὸ ποσὸν εἰς ἓν καὶ μόνον κατάστημα καὶ ἐπὶ τιμῇ, τὴν ὁποίαν ἤδη ἐδήλωσε, νομίζω, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ, θεωρῶν ἴσως αὐτὴν ἱκανοποιητικὴν καὶ ἀξιοζήλευτον, τὴν τιμὴν δηλαδὴ τῶν 32 ἢ τὸ πολὺ τῶν 35 δραχμῶν, τὰς ὁποίας, ὡς εἶπε πρό τινων ἡμερῶν, δύναται νὰ ἐλπίζῃ; Τίς ἐγγυᾶται ἡμῖν, ὅτι ἅπαν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 45 ἢ τῶν 50 ἑκατομμυρίων δὲν θέλει πωληθῆ εἰς ἓν καὶ μόνον ἐργοστάσιον, καθιστάμενον οὕτω ἀκατανοήτως προνομιοῦχον; Ποῖαι ἔσονται αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης κυβερνητικῆς πράξεως; Ὅτι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀποκλειομένου τοῦ συναγωνισμοῦ ἐν τῇ ἀποκτήσει τοῦ ποσοῦ τούτου, τὰ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ θέλουσι ῥυθμίζεσθαι κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἀφοῦ ἐπιτρέπεται ἡ ἀθρόα ἐκποίησις ὁλοκλήρου τοῦ ἀφαιρεθησομένου σταφιδοκάρπου καὶ εἰς ἓν μόνον ἄτομον, ἓν κατάστημα ἐγχώριον, γινόμενον κύριον ποσοῦ σταφιδοκάρπου τοσοῦτον μεγάλου, θὰ καταστήσῃ φόρου ὑποτελῆ εἰς ἑαυτὸ ἅπαντα τὰ ἄλλα καταστήματα, τὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἀσχολούμενα εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν, ἐὰν δὲν προτιμήσῃ νὰ ἐξολοθρεύσῃ αὐτὰ, μὴ χορηγοῦν, ἔστω καὶ ἐπὶ ἁδρῷ κέρδει, οὐδὲ πολλοστημόριον τοῦ εἰς αὐτὸ ἀνήκοντος ποσοῦ· διότι τὸ κατάστημα τοῦτο, ἀγοράζον τὴν σταφίδα πρὸς δραχμὰς 32 ἢ ἔστω καὶ 35 κατὰ χιλιάδα, θὰ ἔχῃ στάδιον εὐρύτατον, στάδιον μέγα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δύναται ἐπὶ σημαντικῷ κέρδει νὰ μεταπωλῇ τὸ προϊὸν ἡμῶν εἰς τὰ ἄλλα καταστήματα, καθιστῶν αὐτὰ, ὡς εἶπον, φόρου ὑποτελῆ εἰς ἑαυτό. Ἀλλὰ φρονεῖτε, Κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθουν τὰ ἄλλα καταστήματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εὐτυχήσουν νὰ ἀπολαύσωσι τῆς εὐνοίας ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, φρονεῖτε, λέγω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθουν ὅπως ἀγοράσωσι παρὰ τοῦ μεταπωλητοῦ τούτου μέρος τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου εἷς καὶ μόνος θὰ ἦναι ὁ κύριος; Τὸ νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὰ καταστήματα ταῦτα, τὰ μὴ εὐνοηθησόμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ πρώτη ὕλη, ἔστω καὶ ἐπὶ ζημίᾳ, εἶναι δυνατὸν, ἀλλὰ εἶναι ὅλως ἀδύνατον νὰ εὕρωσι τὴν πρώτην ὕλην, ἧς θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην. Ὁ δὲ λόγος τούτου εἶναι αὐτονόητος. Τὸ ἐργοστάσιον τὸ προνομιοῦχον, δυνάμενον ν’ ἀποστάξῃ τὰ οἰνοπνεύματα αὑτοῦ ἐξ ὕλης, ἥτις μηδαμινὴν θὰ ἔχῃ δι’ αὐτὸ ἀξίαν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς ἄλλας ὕλας, αἵτινες κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ ἦναι ἐπιτετραμμένον, ὅπως χρησιμοποιῶνται εἰς τὴν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἀπόσταξιν, δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ μεταπωλῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τοιαύτην παράβασιν τῶν ὅρων τῆς δικαιοσύνης θὰ περιέλθῃ εἰς τὴν κυριότητά του· τοὐναντίον συμφέρον μέγιστον θὰ ἔχῃ, νὰ ἀποθηκεύσῃ ἅπαν τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ νὰ χρησιμοποιῇ αὐτὸ, ἂν ὄχι διὰ μιᾶς, ἀλλὰ κατὰ διαλείμματα χρονικὰ, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀπέχοντα. Καὶ τότε εἶναι δυνατὸς πλέον ὁ συναγωνισμὸς μεταξὺ καταστήματος ἀπολαύοντος τόσης κυβερνητικῆς εὐνοίας καὶ προστατευομένου ὑπὸ τοιούτων προνομίων ἐξαιρετικῶν, καὶ τῶν ἄλλων καταστημάτων, τὰ ὁποῖα οὔτε τῆς κυβερνητικῆς αὐτῆς εὐνοίας ἀπολαμβάνουσιν, οὔτε τῶν προνομίων; Καὶ ταῦτα πάντα, διότι ἐπιτρέπομεν τὴν ἀθρόαν διάθεσιν ὁλοκλήρου τοῦ ἀφαιρετέου ποσοῦ εἰς ἓν μόνον ἄτομον, διότι ἐπιτρέπομεν αὐτὴν ἄνευ συναγωνισμοῦ· ἐνῷ κατὰ τὸν ἐναντίον τρόπον, καὶ πάντας τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην σταφίδος πρὸς βιομηχανικὴν κατεργασίαν δυνάμεθα νὰ ἐφοδιάσωμεν μὲ τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ, καὶ τὰς κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνωτέρας τιμὰς νὰ ἐπιτύχωμεν ἐν τῇ διαθέσει τοῦ προϊόντος ἡμῶν. Κατὰ τὸν τρόπον ὅμως, ὃν ἡ Κυβέρνησις ηὐδόκησε νὰ θεωρήσῃ ὡς λογικὸν καὶ δίκαιον, ἀποκλείομεν, πλὴν ἑνὸς, πάντα τὰ ἄλλα βιομηχανικὰ ἐργοστάσια, τὰ δραστηρίως ἤδη λειτουργοῦντα ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, ἀπὸ τῆς ἀποκτήσεως εὐωνοῦ πρώτης ὕλης, καὶ περιάγομεν αὐτὰ εἰς τὴν ἀνάγκην, ἢ νὰ παύσωσιν ἐργαζόμενα, ἢ νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐργαζόμενα, ἀλλὰ μὲ πρώτην ὕλην διάφορον, ἥτις, καὶ ἂν ἀκόμη ὑπῆρχε συναγωνισμὸς ἐπὶ τῆς σταφίδος, θὰ ἦτο πολὺ ἀνωτέρας πάντοτε ἀξίας ἀπὸ τὴν ἀξίαν, ἣν ἔχει ἡ σταφὶς ἡμῶν· διότι ἐβεβαιώθη ἤδη, Κύριοι, ἐντεῦθεν, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, ὅτι καὶ πρὸς 90 δραχμὰς ἂν ὑπολογισθῇ ἡ ἀξία τῆς σταφίδος, μόλις τότε εἶναι δυνατὸν νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὸ ἐξ αὐτῆς οἰνόπνευμα τὸ οἰνόπνευμα τὸ παραγόμενον ἐξ ἄλλων οὐσιῶν καὶ μάλιστα ἐξ οἴνου. Οὐδόλως δεῖται, Κύριοι, μακρᾶς ἐρεύνης τὸ πρᾶγμα, οὔτε λεπτολόγου συζητήσεως διὰ νὰ γείνῃ καταληπτόν. Τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἄμεσον τῆς διατάξεως ταύτης θὰ ἦναι τὸ κλείσιμον τόσων ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται ἀπό τινων ἐτῶν καὶ τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἐν ἡμῖν βιομηχανίαν ὄντως ἀξίαν θαυμασμοῦ καὶ ἀξίαν λόγου, καὶ τοῦτο, ἵνα προστατεύσωμεν ἀποκλειστικῶς ἓν καὶ μόνον ἄτομον, ἓν καὶ μόνον ἐργοστάσιον. Τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἡ ὀλέθρια αὕτη συνέπεια θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ προληφθῇ, ἐὰν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐλαμβάνετο πρόνοια, ὥστε τὸ Διάταγμα, τὸ ἐκδιδόμενον καὶ τὸ προσδιορίζον τὴν τιμὴν, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ θὰ πωληθῇ, ἔστω καὶ ἄνευ δημοπρασίας, ἀλλὰ κατὰ μικρὰς μερίδας ὁ σταφιδόκαρπος, ἐὰν, λέγω, τὸ Διάταγμα τοῦτο προσδιώριζε μὲν τὸν κατώτατον ὅρον τῆς τιμῆς, ἄφινε δὲ πρὸς τὰ ἄνω ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκλέξῃ τὰς ἀνωτέρας τιμάς. Ἀλλὰ οὔτε τοῦτο ἐγένετο. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θέλει ἐκδίδοσθαι Διάταγμα, ὅπερ θὰ ἐπιτρέπῃ ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ τὴν ἐκποίησιν, καὶ ἄνευ δημοπρασίας, εἴτε μέρους εἴτε ὁλοκλήρου τοῦ ἀφαιρεθησομένου ποσοῦ. Ἀφοῦ δὲ οὕτω προφανεῖς πρόκεινται ἡμῖν αἱ ὀλέθριαι συνέπειαι τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες βεβαίως δὲν διέφυγον τὴν προσοχὴν τοῦ συντάξαντος αὐτὸ, εὐλόγως δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ, ὅτι ταύτας, καὶ οὐχὶ τὴν προστασίαν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Εἰς ἀντίῤῥοπον ὅμως, Κύριοι, ὅλων τούτων τῶν ἐπιζημίων, τῶν ὀλεθρίων συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἀφεύκτως θέλει συνεπαγάγει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἰς ἀντίῤῥοπον, λέγω, τῶν ὀλεθρίων τούτων συνεπειῶν, ἐπιδεικνύεται ἡμῖν μακρόθεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου μία ἐλπὶς, ἥτις ἴσως συναδέλφων τινῶν ἐγαργάλισε τὴν καρδίαν καὶ προσείλκυσε τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῶν ἐπὶ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὴν πεποίθησίν των περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς σταφίδος· ἡ ἐλπὶς, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ προϊόντος ἡμῶν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐν γένει δαπανῶν, θέλει διατεθῆ ὑπὲρ μέτρων ἐπωφελῶν εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγήν· ἐλπὶς, ἡ πραγματοποίησις τῆς ὁποίας κεῖται ἐν τῷ ἀπωτέρῳ μέλλοντι. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μίαν ἔχουσα πρόθεσιν, ν’ ἀπαλλαγῇ ὅσον ἔνεστι τάχιον τῶν παρὰ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν ἐνοχλήσεων καὶ διαμαρτυριῶν, διὰ τῆς ψηφίσεως ἑνὸς οἱουδήποτε μέτρου, δὲν θὰ ἀποβλέψῃ εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὴν ταχυτέραν διάθεσιν καὶ ἀπαλλαγὴν αὑτῆς ἀπὸ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀφαιρέσῃ λόγῳ συμπληρωτικοῦ φόρου, εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν, λέγω, αὑτῆς, ἀρκεῖ νὰ εὕρῃ τὴν τιμὴν, ἥτις θὰ ἀντιστοιχῇ εἰς τὴν κάλυψιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὸ Δημόσιον λόγῳ φόρου. Ἡ ἐλπὶς λοιπὸν αὕτη εἶναι πλέον ἢ φρούδη, βεβαίως δ’ ἐγένετο ἡ περὶ αὐτῆς ἐπαγγελία ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἵνα τοὺς εὐπιστοτέρους ἐξ ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν κολακεύσῃ καὶ παραπείσῃ, ὅτι λαμβάνεται καί τις πρόνοια περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἡ προσδοκία ὅμως, ἡ μόνη πραγματικὴ δυστυχῶς, περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ὁποίας ὑπάρχει βεβαιότης, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι αὕτη· ὅτι διὰ τῆς νομοθετήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ καταστήσωμεν ἰδιαίτερον ὀργανισμὸν δημοσίας ὑπηρεσίας, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον πλήρη, ὀργανισμὸν δημοσίας ὑπηρεσίας, ἥτις καὶ τὴν ἐνοικίασιν ἰδιωτικῶν ἀποθηκῶν θὰ ἀπαιτήσῃ, καὶ τὸν διορισμὸν ἀποθηκαρίων, καὶ τὸν διορισμὸν λογιστῶν, καὶ τὸν διορισμὸν φυλάκων καὶ ἐργατῶν ἐν γένει, ὀργανισμὸν δημοσίας ὑπηρεσίας, ἥτις, ἵνα λειτουργήσῃ, θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν στρατολογίαν ἐκ τῶν φίλων τοῦ κόμματος ἀριθμοῦ ἀρκετὰ σημαντικοῦ ἀργομίσθων, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἐλπὶς, ἥτις ὑπολείπεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐλπὶς πραγματικὴ καὶ βεβαία, ἥτις ἀναμφισβητήτως θέλει πληρωθῆ. Ἵνα δὲ πληρωθῇ ἡ ἐλπὶς αὕτη, Κύριοι, τί γίνεται; Ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τοὺς πενομένους, ἀπὸ τοὺς δυσπραγοῦντας σταφιδοπαραγωγοὺς συμπολίτας ἡμῶν ἓν ποσὸν 300 χιλιάδων δραχμῶν, — διότι, νομίζω, περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου προβλέπει τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν διαχείρισιν ἐν γένει, καὶ εὔχομαι ἵνα αἱ ἀνάγκαι τῆς διαχειρίσεως περιορισθῶσι μέχρι τοῦ ποσοῦ τούτου μόνον, ἀφαιροῦμεν ἓν ποσὸν ἐκ 300 χιλιάδων δραχμῶν, ἵνα τὸ διαθέσωμεν χάριν τῶν φίλων τοῦ κόμματος. Ἀλλ’ ἡ ἐλπὶς αὕτη εἶναι ἐλπὶς μόνον ἐκείνων, οἵτινες περισταίνουσι τοὺς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἐκλιπαροῦντες δημοσίας θέσεις καὶ ἀμοιβὰς, εἶναι ἐλπὶς ἐκείνων, οἵτινες ἀξιοῦσι νὰ τρέφωνται, μηδὲν ἐργαζόμενοι, ἐκ τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ ἱδρῶτος τῶν ἄλλων· δὲν εἶναι ὅμως ἐλπὶς τοῦ πενομένου, τοῦ ἐργατικοῦ, τοῦ παραγωγοῦ, τοῦ δικαίαν ἐπικουρίαν ζητοῦντος Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν δὲ, Κύριοι, ὑμεῖς φρονῆτε, ὅτι τοιαῦτα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν παρ’ ὑμῶν οἱ συμπολῖται ὑμῶν, ὅπως λάβητε, χάριν προστασίας τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος, ἐὰν φρονῆτε, ὅτι διὰ τῆς λήψεως τοιούτων μέτρων ἀνακουφίζετε ὁπωσδήποτε τὴν πάσχουσαν σταφιδοπαραγωγὴν καὶ ἐπιτυγχάνετε ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀνατίμησιν τοῦ σπουδαιοτέρου ἐθνικοῦ προϊόντος ἡμῶν, προβῆτε εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν· ἡμεῖς, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα, θέλομεν ἀρνηθῆ τὴν ψῆφον ἡμῶν εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον ἀνακούφισίν τινα δὲν ἐγγυᾶται, οὐ μόνον ἁπλῶς ἐπιζήμιον εἶναι, ἀλλὰ θέλει ἀποβῆ, αὐτὸ τοῦτο, ὀλέθριον καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον.

§120ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω μόνον, κύριε Πρόεδρε, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ἐχάρην, ἀκούσας τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου καὶ φίλου Βουλευτοῦ ἐκ Πάλλης, δηλώσαντος ὅτι, ἐνῷ πρότερον ἦτο ὑπὲρ τῶν μέτρων, ἅτινα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς τεχνητὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν τοῦ σταφιδοκάρπου, νῦν θέλει καταψηφίσει τοῦ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ψηφιζομένου νομοσχεδίου. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπεβλήθησαν τὰ περὶ παρακρατήσεως μέτρα, ἤμην ἐναντίος αὐτῶν, κατὰ πάσας δὲ τὰς ψηφοφορίας ἐψήφισα κατὰ τῶν μέτρων ἐκείνων. Τὰ ἐθεώρησα ἐπιζήμια εἰς τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἰδίως δὲ ἐπιζήμια εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς τῆς Κεφαλληνίας. Ἐλπίζω ὅτι καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοί μου ἐκ Κεφαλληνίας θὰ ἑνώσωσι τὰς ψήφους των μετὰ τῆς ἐμῆς ψήφου, κηδόμενοι τῶν συμφερόντων τῶν δεινοπαθούντων σταφιδοπαραγωγῶν, πρὸς οὓς τόσον ἀστόργους διαθέσεις δεικνύει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία.

§121ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἀνήκω εἰς σταφιδοφόρον ἐπαρχίαν, εἶμαι μόνον κάτοχος ὀλίγων στρεμμάτων σταφιδοφυτείας, ἀλλὰ τὸ προσωπικὸν συμφέρον δὲν πρέπει νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὴν ψῆφόν μου. Ἀλλὰ, καίπερ μὴ ἀνήκων εἰς σταφιδοφόρον ἐπαρχίαν, εἰς ἣν τάξιν κατατάσσονται ἴσως 150 τῶν Βουλευτῶν, καλοῦμαι μετὰ τῶν ἄλλων, ὅπως δώσωμεν ψῆφον, δι’ ἧς δυνάμεθα νὰ ὠφελήσωμεν ἢ νὰ βλάψωμεν. Ὅθεν ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ἀπαθῶς περὶ τῶν συγκρουομένων συμφερόντων καὶ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας, λευκὴν ἢ μέλαιναν. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ δικαιολογηθῶ διὰ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσω. Δὲν θὰ χρονοτριβήσω, ὅπως ἐκταθῶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, καὶ μετ’ ἐμοῦ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ὁμολογήσωσι καὶ οἱ 207 Βουλευταὶ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς καὶ οἱ 207 τῆς παρούσης, ὅτι πάντες ἐποθοῦμεν καὶ τότε, ποθοῦμεν καὶ νῦν, ὅπως εὑρεθῇ φάρμακον λυσιτελὲς καὶ ἐφαρμόσιμον διὰ τοὺς πάσχοντας σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, ἀλλὰ τὸ φάρμακον ἀνθρωπίνως δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ, διότι τὸ ζήτημα εἶναι τοιαύτης φύσεως. Ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη μαστίζει τὴν Βουλὴν τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἐν ἴσῳ βαθμῷ, ἐν ᾧ μαστίζει τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ἡ κρίσις. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν τὴν ἔλλειψιν καλῆς θελήσεως πρὸς τοῦτο· ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθησαν νὰ βεβαιώσωσιν, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον μέτρον, ἐπιστημονικῶς καὶ πρακτικῶς δίκαιον καὶ ὠφέλιμον διὰ πάσας τὰς πασχούσας σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Ἤθελον ἐννοήσει, Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν εἰς τὸν δεινῶς πάσχοντα ἀσθενῆ, ὅπως ἔστω καὶ δι’ ἀπάτης παρηγορήσωμεν αὐτόν, φιαλίδιον πλῆρες ὕδατος μετ’ ὀλίγων σταγόνων ἀρωματικοῦ ὑγροῦ· διατὶ νὰ ἀντιστρατευθῶμεν κατὰ τοιούτου μέτρου, ἐνῷ, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν ὠφελήσωμεν, βεβαίως ὅμως δὲν θὰ τὸν βλάψωμεν, καὶ ἀφοῦ τοῦτο ἐπιμόνως ἀπαιτεῖ παρ’ ἡμῶν; Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὸ σύνολον ζητεῖτε σήμερον νὰ ἐπιψηφισθῇ, δὲν βλάπτει; εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις, ὅτι βλάπτει τὰς οἰνοφόρους ἐπαρχίας, τὰς τροφοδοτούσας μέχρι τοῦδε τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν, ἔστω κατὰ ποσὸν οἱονδήποτε θέλετε; εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραδεχθῇ τις, ὅτι ἐπὶ τέλους ὁ σκοπὸς αὐτὸς τοῦ νομοσχεδίου κατέπεσεν, ἐμηδενίσθη διὰ τῆς χθὲς ἀποδεκτῆς γενομένης τροπολογίας τῶν ἀξιοτίμων δύο Βουλευτῶν ἐκ Πατρῶν καὶ Αἰγιαλείας, εἰς τὸν δεύτερον τῶν ὁποίων λέγω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ πλῆρες τὸ γέρας τοῦ θριάμβου, διότι ἐμηδένισε τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν Αἰγιάλειαν καὶ τὴν Κορινθίαν; Δὲν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι σπουδαιολογοῦμεν, ἀποφασίζοντες ἓν μέτρον, ὅπερ, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τοὺς πάσχοντας θετικῶς, θὰ βλάψῃ αὐτούς. Εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι σήμερον βλάπτει τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπεδόθησαν εἰς ἀμπελοφυτείας, ἐκ τῆς ὁποίας οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἀρύονται τὴν πρώτην ὕλην πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος καὶ κονιάκ. Ἐνῷ λοιπὸν φέρει βλάβην εἰς τούτους, δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ φέρῃ ὠφέλειαν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Καὶ τί ἄλλο; Μετατρέπετε τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἔμπορον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο τι. Ὅταν, Κύριοι, ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος ἐλαττωθῇ κατὰ μίαν δραχμὴν κάτω τῶν 90, τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ λαμβάνῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς εἶδος, καὶ ἀντὶ τιμήματος 89 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα, εἰς τὰς ὁποίας θὰ τὸ ἀγοράζῃ, θὰ τὸ πωλῇ εἰς 30 καὶ 32 δραχμάς, πρὸς βλάβην τῶν κτηματιῶν, ὧν τὴν περιουσίαν οὕτω δημεύετε. Ἀλλ’ ὁ ἀσθενὴς δύναται νὰ ζητήσῃ καὶ δηλητήριον· θὰ τῷ δώσητε τοῦτο; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, σπουδαίως ἡ Βουλὴ σκεπτομένη, πρέπει νὰ ἴδῃ, ὅτι τὸ μέτρον εἶναι λίαν ἐπιζήμιον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι πάντες ἐπείσθησαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνθρωπίνως μέτρον νομοθετικόν, δυνάμενον νὰ βοηθήσῃ, μόνον ὁ Θεὸς ἠδύνατο νὰ τὸ εὕρῃ, ἐμπνέων μανίαν εἰς ὅλον τὸν κόσμον νὰ τρώγῃ σταφίδα ἀντὶ ἄρτου. Ἀλλὰ νὰ λέγητε καὶ νὰ σπουδαιολογῆτε, ὅτι ἐπὶ ἓν ἔτος ἐπιβάλλετε καὶ ψηφίζετε τοιοῦτον μέτρον, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἐπέλθει ἀποτελέσματα καλά, ἐνῷ εἶσθε πεπεισμένοι ὅτι τοῦτο φέρει βεβαίαν βλάβην καὶ εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς καὶ εἰς ἄλλας τάξεις ἀνθρώπων, νομίζω ὅτι δὲν σπουδαιολογεῖτε, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὐλάχιστον ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἐπαρχίας σταφιδοφόρους καὶ οἱ ὁποῖοι συνεπῶς δὲν πιέζονται ὑπὸ τῶν ἰδιαιτέρων συμφερόντων τῶν ἐπαρχιῶν των, νὰ δώσωσι τοιαύτην τὴν ψῆφον αὐτῶν, ὥστε νὰ μὴ νομοθετηθῇ μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβὲς εἴς τινα τάξιν ἀνθρώπων, καὶ μὴ ὠφέλιμον, ἂν ὄχι ἐπιβλαβὲς, εἰς τὴν τάξιν αὐτῶν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, τὴν θεραπείαν τῶν κακῶν τῶν ὁποίων διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ ἐπιδιώκομεν.

§122ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§123ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὄχι μόνον δὲν ἀνακουφίζει τὸν πάσχοντα λαόν, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὅπως εἶπον καὶ οἱ προλαλήσαντες, ἐπιβάλλει νέαν φορολογίαν, ἡ ὁποία βεβαίως θέλει ἔχει μεγάλας συνεπείας. Λέγω δὲ τοῦτο ἀπὸ τοῦδε, διότι καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλευταί, εἰς τὴν μέλλουσαν Σύνοδον θέλετε γνωρίσει τὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, εἰς ποίαν θέσιν θέλει εὑρεθῆ διὰ τῆς ἐπιβολῆς ταύτης τοῦ φόρου, διότι εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει ἡ φορολογία αὕτη, εἰμὴ εἰς πρόσωπα καὶ εἰς ἑταιρίας ὑποκρυπτομένας, οἱ ὁποῖοι διὰ τρόπου τοιούτου φροντίζουσι πῶς θέλει σχηματισθῆ τοιοῦτον ἀποθεματικὸν κεφάλαιον, ὅπως ἁρπάσωσιν αὐτοὶ ἐκ τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος πάσχει σήμερον, καὶ ἄλλοι σᾶς λέγουσιν, ὅτι προσφέρουσι τόσην ἐξευτελιστικὴν τιμὴν δι’ ἑκάστην χιλιάδα καὶ ἄλλοι ἄλλην, οὐχὶ ἀνωτέραν, χωρὶς νὰ σκεφθῶσιν, ἐὰν διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀνακουφίζεται ὁ λαὸς ἐκεῖνος, καὶ ἕκαστος ἰδίας σκέψεις καὶ ἰδίας κρίσεις φέρει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζει, ὅτι ἐξ αὐτοῦ θέλει ἐπέλθει ἀποτέλεσμά τι εἴτε δι’ ἀτομικὸν συμφέρον, εἴτε διὰ συμφέρον ἄλλων. Ἐγὼ λέγω μετὰ παῤῥησίας, ὅτι ἀμφιβάλλω, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ δεχθῇ νὰ φορολογηθῇ τοιουτοτρόπως, ἁρπαζομένης τῆς περιουσίας αὐτοῦ, διότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν, ἵνα ἐπιβάλλωμεν νέαν φορολογίαν εἰς τὸν λαόν. Ταῦτα ὤφειλον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι βεβαίως ἐξηντλημένον, ἂν καὶ πολλὰ εἶχον νὰ εἴπω, διότι κατάγομαι ἐκ σταφιδοφόρου ἐπαρχίας καὶ πολλὰ γνωρίζω καὶ περὶ καλλιεργείας καὶ περὶ τιμῶν καὶ περὶ ὅλων τῶν ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τόσον καιρὸν ἠκούσατε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπαναλαμβανόμενα. Οὐδόλως ἀνακουφίζονται οἱ δυστυχεῖς σταφιδοκτήμονες, ὑπὲρ τῶν ὁποίων δῆθεν νομοθετοῦμεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπιβαρύνομεν αὐτούς. Ἑπομένως ὄχι μόνον ἤδη θέλω καταψηφίσει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πάντοτε θέλω καταψηφίζει τοιαῦτα μέτρα, διότι τὰ θεωρῶ καταστρεπτικὰ εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἄλλοτε τοσοῦτος χρυσὸς ἔῤῥεεν εἰς τὸ ἔθνος.

§124ΡΑΖΕΛΟΣ. Δικαιολογῶν τὴν ψῆφόν μου, δηλῶ ὅτι θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, διότι θεωρῶ αὐτὸ μὴ λύον τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος, ἀλλὰ τοὐναντίον συνεπάγον ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ βλαβερὰ ἐν γένει μὲν διὰ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἰδίᾳ δὲ διά τινας ἐξ αὐτῶν.

§125ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡμίλησα, Κύριοι, ἐν ἐκτάσει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἀνάγνωσιν, καὶ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἢ ὀλίγας μόνον λέξεις, ἃς προκαλεῖ ἡ νέα αὐτοῦ τροπολογία, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἀντὶ τοῦ εἰς εἶδος φόρου, νὰ καταβάλληται οὗτος εἰς χρήματα, ἀποτιμωμένης τῆς σταφίδος πρὸς 90 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον. Ἡ τροπολογία αὕτη καθιστᾷ τὸ μέτρον χειρότερον πάντων τῶν μέχρι τοῦδε προταθέντων, καὶ προσθέτει μίαν ἔτι ἰσχυρὰν δικαιολογίαν εἰς τοὺς καταψηφίσοντας αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς τροπολογίας ματαιοῦται ὅλως διόλου ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ σταφίδες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτιμηθῶσι κάτω τῶν 90 δραχμῶν, διότι ἡ ἀγορὰ τῆς Ῥωσσίας ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα προβαίνει εἰς αὔξησιν ζητήσεως. Πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ ἡ ἐσοδεία ἡ ἐφετεινὴ δὲν θὰ ἦναι ὑπερβολικὴ, ὥστε νὰ αὐξήσῃ ἐπὶ πλέον τὸ ἀπόθεμα. Ἀλλ’ αἱ τιμαὶ αἱ περιστρεφόμεναι εἰς τὰς 90 δραχμὰς, εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, διότι ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι διὰ νὰ παραχθῇ μία χιλιὰς, ἀπαιτοῦνται δύο στρέμματα, καὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν δύο στρεμμάτων ἀπαιτοῦνται πλέον τῶν 80 δραχμῶν, καὶ διὰ τὸν τρυγητὸν δὲ ἑκάστης χιλιάδος ἀπαιτεῖται δαπάνη 20 καὶ πλέον δραχμῶν. Διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ λοιπὸν ὁ σταφιδοπαραγωγὸς, πρέπει αἱ τιμαὶ νὰ ἦναι ἀνώτεραι τῶν 120 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα. Ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον μετεσκευάσθη οὕτως, ὥστε, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι αἱ τιμαὶ εἶναι ὀλίγον ἀνώτεραι τῶν 90 δραχμῶν, οὐδεὶς ἐκ τῶν παραγωγῶν θὰ καταβάλλῃ φόρον εἰς εἶδος, ἀλλὰ πάντες θὰ ἔχωσι συμφέρον νὰ καταβάλλωσιν εἰς χρήματα 90 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα. Ὁ μέσος ὅρος δὲ τῶν τιμῶν εἶναι καὶ ἤδη ἀνώτερος τῶν 90 δραχμῶν, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Κορινθίας, Αἰγιαλείας καὶ ἄλλαις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι προϊόν ἐκλεκτότερον καὶ ἤδη τὸ πωλοῦσιν εἰς ἀνωτέρας τιμάς. Οὐδεμία λοιπὸν χιλιὰς θὰ παρακρατηθῇ, καὶ ἑπομένως οὐδαμῶς τὸ νομοσχέδιον θὰ συμβάλῃ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ πλεονάσματος· καὶ ἐν τούτοις θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν πάσχοντα σταφιδικὸν πληθυσμὸν μία πρόσθετος φορολογία ἐκ 1,500,000 δραχμῶν· διότι τὰ 50,000,000 σταφιδοκάρπου, εἰς ἃ ὑπολογίζεται τὸ παρακράτημα, ἀποτιμώμενα πρὸς 90 δραχμὰς, δίδουσι τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ σκοπὸς δὲν ἐπέρχεται, ἐνῷ ὁ λαὸς φωνάζει, ὅτι ὁ φόρος τῆς σταφίδος τὸν πιέζει, ὅτι ἡ κρίσις τὸν μαστίζει εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ, ἡμεῖς λέγομεν πρὸς αὐτόν: «ἀποφασίζομεν ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον προφανῶς δὲν δύναται νὰ φέρῃ βελτίωσιν τῶν τιμῶν, ἀλλὰ σοὶ ἐπιβάλλει ἐν τούτοις νέον φόρον 1,500,000 δραχμῶν». Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀγανακτήσῃ καθ’ ἡμῶν, ἐὰν τοιοῦτον μέτρον ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτόν, καὶ ἡ ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ δὲν γνωρίζω τί δύναται νὰ φέρῃ. Ἤκουσα νὰ ἀπειληθῇ ὁ λαὸς οὗτος εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν κ. συναδέλφων ἐξέφρασεν, ὅτι ὁ λαὸς, οὕτω μαστιζόμενος, δύναται νὰ παρεκτραπῇ, ἤκουσα τότε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰπόντα: «ἄν τολμήσωσι νὰ ἐξέλθωσι τῶν ὁρίων τῆς νομιμότητος, θὰ τοὺς θεωρήσωμεν ὡς ἐχθροὺς τῆς Πολιτείας καὶ ὡς τοιούτους θὰ τοὺς μεταχειρισθῶμεν!» Οἱ σταφιδοκτήμονες δὲν ἐξῆλθον ποσῶς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου· ἐὰν ἀνεφέρθησαν, ἐὰν παρεπονέθησαν διὰ τὴν δυστυχίαν των, δὲν παρεξετράπησαν ὅμως ποσῶς. Δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ συνέρχωνται καὶ νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὴν Κυβέρνησίν των; Δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησίν των, ὅτι ἡ κατάστασίς των εἶναι ἀπελπιστικὴ καὶ δυνατὸν νὰ ἔχῃ δεινὰς συνεπείας; Μοὶ ἐφάνη βαρὺς ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος ἑνὸς μεγάλου πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος ὡς ἐχθρῶν τῆς Πολιτείας. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ῥοπὴ τοῦ λόγου μὲ ἔφερεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ ἀτόπου καὶ ἀπρεποῦς τούτου χαρακτηρισμοῦ, διότι οἱ σταφιδοκτήμονες δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐχθροὶ τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ εἶναι οἱ τροφοδόται αὐτῆς. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσφέρουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατ’ ἔτος ἑκατομμύρια, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἰσάγουσιν εἰς τὴν χώραν ἑκατομμύρια χρυσοῦ, οἱ ἐξυπηρετοῦντες ὑπὲρ πάντα ἄλλον πληθυσμὸν τὴν οἰκονομίαν καὶ τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἐχθροὶ τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ εἶναι αἱ μέλισσαι τῆς Ἑλληνικῆς χώρας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν λάβωμεν τοιοῦτον μέτρον, δημεῦον τὴν περιουσίαν των, χωρὶς λόγον, χωρὶς νὰ ἐπέρχηται ἀποτέλεσμά τι, δυνάμενον νὰ εὐεργετήσῃ αὐτοὺς, δὲν θὰ ἔχωσι δίκαιον νὰ ἀγανακτήσωσι κατὰ τῆς Πολιτείας; Καὶ ἡ τοιαύτη ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν δύναται νὰ γεννήσῃ τὴν ὑπόνοιαν τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ δυσφορία του, ἡ ἀπελπισία του, ἡ ἀπόγνωσίς του, δυνατὸν νὰ ἔχῃ δεινὰς συνεπείας διὰ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν; Εἶναι, Κύριοι, παράδοξον, ἐνῷ εἷς λαὸς σᾶς λέγει ὅτι πάσχει, καὶ σᾶς ζητεῖ βοήθειαν, ὅπως τὸν σώσητε ἀπὸ τὴν δυστυχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, σεῖς νὰ τῷ ἐπιβάλλητε νέους φόρους, μεγαλειτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δὲν ἠδύνατο νὰ καταβάλλῃ. Σᾶς ὑπενθυμίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅτε τοιοῦτον μέτρον ἐπροτάθη, συνδυαζόμενον μάλιστα μετὰ Τραπέζης, ἡ ὁποία πολλὰ κεφάλαια ὑπέσχετο νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, ἐπὶ μόνη τῇ ὑπονοίᾳ ὅτι ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλαμβάνετο παρὰ τῶν σταφιδοκτημόνων πρὸς σκοποὺς κερδοσκοπικοὺς, πᾶσα ἡ Βουλὴ μετ’ ἀγανακτήσεως ἀπέῤῥιψε τὸ μέτρον ἐκεῖνο. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν εἶναι πολλῷ χεῖρον ἐκείνου, ἀφοῦ ἐπιβάλλει τὸ αὐτὸ βάρος, χωρὶς νὰ ὑπόσχηται οὐδεμίαν ὠφέλειαν καὶ οὐδεμίαν συνδρομήν; Τί θὰ συμβῇ δι’ αὐτοῦ; Ἐὰν αἱ τιμαὶ ἦναι ἄνω τῶν 90 δραχμῶν, τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ 4,500,000 ἀπὸ τὸν δυστυχοῦντα καὶ ζητοῦντα βοήθειαν σταφιδικὸν πληθυσμόν. Ἐὰν δὲ ἦναι κατά τι κατώτεραι τῶν 90 δραχμῶν, ἐὰν συμπέσῃ ἕνεκα περιστάσεων, νὰ ἐλαττωθῶσι κατά τι αἱ τιμαί, τότε τὸ Δημόσιον μὲ τὰ χρήματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα θὰ παραλάβῃ ἀπὸ τοὺς σταφιδοκτήμονας, θὰ δυνηθῇ νὰ ἀγοράσῃ σταφιδόκαρπον εἰς τὰς 89, εἰς τὰς 88 δραχμάς, ἢ καὶ κατωτέρω τῆς τιμῆς ταύτης. Καὶ τί θὰ τὸν κάμῃ; Θὰ τὸν πωλήσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν, μεθ’ ἧς ἀπὸ τοῦδε συμβάλλεται, εἰς τὴν τιμὴν τῶν 32 ἢ τῶν 35 δραχμῶν. Ρίπτομεν, βλέπετε, Κύριοι, εἰς τὸν ἀέρα 60 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, τὴν διαφορὰν δηλαδὴ μεταξὺ τῆς καταβολῆς καὶ τῆς τιμῆς τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πωλήσεως, καὶ τοῦτο εἰς βάρος τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἐὰν δυνηθῇ τὸ Κράτος, θὰ ἀγοράσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 50,000,000 διὰ τῶν 90 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ἀπὸ τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἵνα οὕτω συντελέσῃ πρὸς τὴν ἀσφαλῆ κερδοσκοπίαν τῶν μετ’ αὐτοῦ συμβαλλομένων. Ἐὰν ὅμως αἱ τιμαὶ ἦναι ἀνώτεραι τῶν 90 δραχμῶν, τότε δὲν θὰ ἀγοράσῃ τίποτε, καὶ αἱ 90 δραχμαὶ κατὰ χιλιάδα θὰ δοθῶσιν ἄνευ λόγου καὶ θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτοί, Κύριοι, εἶναι πρόσθετοι λόγοι, πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ νομοσχεδίου, οἵτινες προέρχονται ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως ταύτης, ἡ ὁποία ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους μὲ ἐξαναγκάζει νὰ ἦμαι καὶ νὰ ψηφίσω κατ’ αὐτοῦ. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλήν, ἐν ὀνόματι τοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ λαοῦ καὶ αὐτῆς, νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν δὲν θέλῃ ὁ σταφιδικὸς πληθυσμὸς νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν πρόθεσιν δημεύσεως τῆς περιουσίας του.

§126ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶπον προχθὲς, Κύριοι, τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἤθελον καταψηφίσει καὶ κατεψήφισα τὸ νομοσχέδιον· σήμερον ὅμως ἡ τελευταία προστεθεῖσα διάταξις ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μοὶ παρέχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβε πρόνοιαν νὰ προσθέσῃ τελευταῖον ἄρθρον εἰς τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον διὰ Β. Διατάγματος θὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου. Ἑπομένως, καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ δεκτὸν παρ’ ὑμῶν, καίτοι θὰ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καίτοι θὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἰσχύσῃ, ἐὰν δὲν δημοσιευθῇ Β. Διάταγμα, ὁρίζον τὸν χρόνον. Ἡ διάταξις αὕτη, ἡ προστεθεῖσα ὀρθότατα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μαρτυρεῖ, ὅτι ἐκ τῶν περιστάσεων ἐξήρτηται ἡ ἐκτέλεσις ἢ μὴ τοῦ νόμου· καὶ λέγων, Κύριοι, «ἐκ τῶν περιστάσεων», δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ, ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ ἐκτελεσθῇ. Ἐγὼ περιορίζομαι μόνον νὰ ὑπομνήσω, ὅτι καὶ ἐκ καιρικῶν ἐγχωρίων περιστάσεων δύναται νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου. Περιορίζομαι μόνον εἰς αὐτὰ, χωρὶς νὰ ὑπομνήσω καὶ ἄλλας αἰτίας, δι’ ἃς ἐνδέχεται νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἐκτέλεσίς του. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἔχητε τὴν διάταξιν αὐτήν, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐκτιμᾶτε ποίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει αὕτη ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς; Ἐπικρέμαται, Κύριοι, ὡς ξίφος Δαμοκλέους ἐπ’ αὐτῆς. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν αἱ περιστάσεις δικαιολογήσωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου, κατὰ τίνα τρόπον θὰ κανονίζωνται πλέον αἱ ἀγοραὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅταν ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἀγοράσῃ σταφιδόκαρπον, ἢ ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ τὸν πωλήσῃ, γνωρίζῃ ὅτι ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ παρακράτησις, ἥτις ὁμολογουμένως θὰ ἔχῃ συνεπείας μεγίστας ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ σταφιδοκάρπου; Ἡ διάταξις αὕτη, ἡ προστεθεῖσα, θὰ κρατῇ μετεώρους τὰς συναλλαγὰς ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἄν λοιπὸν πρόκειται, καὶ ὀρθῶς, τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἡ ἐκτέλεσις νὰ ἀρχίσῃ ὅταν ἐκδοθῇ Β. Διάταγμα, ὁρίζον τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως, εἶναι προτιμότερον νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι αἱ συνέπειαι αὐτοῦ ἔσονται δειναὶ διὰ τοὺς κτηματίας, καὶ εἴθε νὰ διαψευσθῶ ἐκ τῶν πραγμάτων.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου; Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου» εἰς γʹ συζήτησιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Π. Μερλοπούλου καὶ Ι. Τσερτίδου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας Θεσδ. Β. Δηλιγιάννης
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Π. Λαμπρινόπουλος Ν
Ν. Σμόλενιτζ Ν Χαρ. Τζανετάκης
Δημ. Οἰκονομίδης Ν Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
Δημοσθ. Καΐρης Πολύμ. Χαρίμπας Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ο Χρ. Μαστραπᾶς Ο
Κωνστ. Νεγρεπόντης Ν Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
Ἰωάν. Πετρίδης Ν Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Νικ. Φαρμακόπουλος Π. Ρίτσος Ν
Σωτ. Δανόπουλος Ν Ἀνδρ. Βασιλείου Ν
Χρ. Βότσαρης Σπ. Τσιτσάρας
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ἀρν.Δημ. Χατζόπουλος
Σπυρ. Βαρζέλης Δημ. Βουλπιώτης
Νικολάος Λασβίδης Ν Μιχ. Ἰατρίδης Ν
Κωνστ. Κολιάτσος Ἀλέξ. Σ. Κ. Ρῶμας Ο
Δημοσθ. Σκυλίτσης Ν Κ. Δ. Βοῦλτσος Ο
Ἀθ. Μουτσόπουλος Ν Γ. Μελισσηνός Ο
Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Διον. Μυλωνᾶς Ο
Ἀλέξ. Σκουζές Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν
Ἀλέξ. Σπ. Σοῦτσος Ἀνδρ. Αὐγερινός
Δημ. Ι. Ράλλης Ο Γεώργ. Κρεστενίτης
Ἀλέξ. Ψύλλας Γ. Παπακυριακόπουλος Ν
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Δημοσθ. Δόγκας
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Ν Ἰω. Σισίνης Ν
Βλ. Βαλτινός Ν Στέφ. Σκουλούδης
Ἀθ. Ἴσκος Ν Γεώργ. Πετούσης Ν
Κωνστ. Τοπάλης Ν Ἀριστομ. Βαλέτας Ο
Νικ. Σχινᾶς Νικ. Νομικός Ν
Γεώργ. Φιλάρετος Ο Πέτρος Δελένδας Ν
Νικ. Σταματιάδης Ν Κωνστ. Πεταλᾶς
Ἰω. Γιαννακόπουλος Ν Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ν Θεόδ. Ζαΐμης Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν Λ. Πετιμεζᾶς Ο
Περ. Ἀλεξάκης Ν
Γιαννούσιος Τάκης Περ. Μποῦτος Ο
Νικ. Δαγρὲς Ο Ἀλκ. Δεληγιάννης Ο
Κων. Φιλέσσας Ο Ἀντ. Καρατζᾶς Ο
Ν. Σάλμας Πέτρ. Ταταράκης Ν
Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ν
Ἰω. Παλάσκας Ὄθων Μαῦρος Ν
Ἰω. Σταμούλης Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν
Κίμων Βελλίνης Μιλτ. Βαρτότσης Ν
Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Γεώργ. Σισμάνης Ν
Ἰωάννης Καζαμπάκας Γεώργ. Πλατανιώτης
Ι. Στεφάνου Ν Ἰω. Καναβὸς
Παν. Λεβέντης Ο Γ. Φαρμακόπουλος Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Π. Ἰατρὸς
Ν. Χατζηνικολῆς Α. Πετσάλης Ν
Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος Ο
Ἀχιλ. Ἀγάθος Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ.
Κωνστ. Βασιλάκης Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
Ἰω. Σέχος Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος
Ἀθ. Παραμυθιώτης Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν
Νικ. Βασιλάκης Παν. Λαμπρούλιας Ν
Γεώργιος Θεοτόκης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ο
Γεώργ. Καποδίστριας Ο Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
Δημ. Οἰκονόμου Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
Δημ. Πετρίδης Ν Ἀνδρ. Σιμόπουλος Ο
Π. Ζούζουλας Ο Δ. Καραλίβανος Ν
Κωνστ. Σκαρπέτης Ο Πανοῦρ. Πανοῦργιᾶς
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ο Γ. Παπαδιαμαντόπουλος
Νικόλ. Βαλσαμάκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Ν
Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς
Δημ. Σβορῶνος Ν Ἰω. Τσερτίδης Ν
Ἄθως Ρωμᾶνος Ο Χρ. Τζῖνος
Διον. Καλούτσης Δημ. Βότσης Ν
Σπ. Π. Στάης Παν. Σάκκης
Χ. Κ. Βοζίκης Ν Δημ. Καλογερόπουλος Ν
Νικ. Σταματόπουλος Ν Νικ. Καράπαυλος Ο
Θ. Πέῤῥος Ν Ἰω. Βρυώνης Ν
Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Δημοσθ. Μανούσαχης Ν Νικόλ. Δημητριάδης
Δημοσθ. Ματάλας Ν Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
Ἀριστ. Μελετόπουλος Ἀντ. Γουδῆς Ν
Νικ. Γκουζούλης Ν Ἀθ. Λαδόπουλος
Δημ. Πιπινόπουλος Ν Ν. Βαφειαδάκης Ν
Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέη Γ. Παγανέλης Ν
Φιλώτας Ἰσχόμαχος Ν Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
Ἰω. Γεωργαντᾶς Ν Ν. Δρόσος
Ἰω. Λάππας Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν Σωτ. Χατζηγάκης Ν
Ἄγγ. Καλκάνης Ν Νικ. Ταρμπάκης
Β. Βασιλειάδης Ν Κων. Χατζηπέτρος
Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Θεόδ. Κριεμάδης Ν
Ἰω. Μπακόπουλος Εὐστ. Κοκκέβης Ν
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλας Ν. Γεωργακόπουλος Ν
Φίλ. Βάρβογλης Ν Σωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν
Ν. Τριανταφυλλάκος Ο Δημ. Καμαριώτης Ν
Ἡλ. Ζέγγελης Διον. Στάϊκος
Λάμπρος Σινανιώτης Ν Ἀριστ. Μάνεσης Ο
Ἰω. Βούτουνας Ν Σπ. Δεϊμέζης Ν
Γ. Μαλέας Ο Θεόδ. Λαμπρίτης Ν
Γ. Νικολαΐδης Ν Ἰω. Παπαδόπουλος
Λεων. Δεληγεώργης Ν Θεόδ. Γκίκας Ν
Μιλτ. Γουλιδῆς Ν Παντελῆς Γκίκας
Παν. Μερλόπουλος Ο Νικ. Τσαμαδὸς Ο
Χριστόδ. Στεριάδης Ν Μ. Κακαρᾶς Ο
Νικολ. Κοντογιάννης Ν Γ. Ἀβέρωφ
Κομνᾶς Τράκας Ν Κ. Βαρατάσης Ο
Νικ. Χατζῖσκος Ο Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ο
Τριαντάφ. Σχινᾶς Ἰω. Α. Κανάρης Ν
Δημ. Κρίτσας Ο

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 131. Ἐκ τούτων 92 εἶπον Ναὶ, 38 εἶπον Ὄχι, καὶ 1 ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὸν εἰς τρίτην καὶ τελευταίαν συζήτησιν. Προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1895. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§131ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρελθών, Κύριοι, ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα μετάσχω τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι πρὸς τὴν Βουλὴν μίαν ἀναγκαίαν ἐξομολόγησιν, τοῦτο δὲ, διὰ νὰ ἀπαλλάξω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κόπου νὰ ἀναμνήσῃ εἰς ἐμὲ τὸ παρελθόν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι οὗτος, εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, διεκήρυττεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸ παρὸν, νὰ ἀφήσωμεν δὲ ἐν ἄλλῳ τινὶ χρόνῳ τὴν περὶ τοῦ παρελθόντος ἔρευναν καὶ κρίσιν. Ἀλλὰ ὁσάκις τις ἐξ ἡμῶν, τῶν ὑποστηριξάντων τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου Τρικούπη προεδρευομένην Κυβέρνησιν, ἀγορεύων μετέδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ὁποίας εἶχε γνώμας ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων, πάντοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγειρόμενος ἀπήντα εἰς ἡμᾶς διὰ τῆς αἰτιάσεως, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐνθυμώμεθα ὅτι μᾶς συνδέει ἀλληλεγγύη πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ ὅτι ὑπέχομεν εὐθύνην ἐπὶ τοῖς κατὰ τὸ παρελθὸν πεπραγμένοις. Εἰς ἐμὲ μάλιστα, κατὰ μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, ὅτε ἠγόρευον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν τροποποίησιν τῶν περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νόμων, ἐποιήσατο τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου ἐνθυμίζει αὐτῷ τὸν προφήτην Γὰδ, ὅστις προσῆλθε πρὸς τὸν Δαβὶδ ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπέδειξεν αὐτῷ τοὺς τρόπους τῆς μετανοίας καὶ ἐξιλεώσεως, τῷ ἐνθυμίζει δὲ συνάμα καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς Κασσιανῆς, ἥτις ἀπελθοῦσα εἰς Μονὴν ἔγραψε τὸ γνωστὸν τροπάριον. Πολλὰς ἐγίνωσκον ἀτομικὰς ἀρετὰς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συβουλίου· δὲν ἐγίνωσκον ὅμως, ὅτι ἀσχολεῖται καὶ εἰς τὴν μελέτην τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ὅτι εἶναι ἐνήμερος εἰς τὰ ἐπεισόδια τῆς βυζαντινῆς χριστιανικῆς ἱστορίας. Ὁμολογῶ ὅμως εἰλικρινῶς, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, τίνα εἶχον σκοπὸν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ μνημονευθέντα ἱστορικὰ παραδείγματα ἐν τῇ πρὸς με ἀπαντήσει του. Ἐσκόπει ἆρά γε νὰ μὲ ἐξομοιώσῃ πρὸς τὸν Δαβὶδ μετανοοῦντα, ἢ πρὸς τὴν Κασσιανήν; Εὐχαρίστως ἀποδέχομαι τὴν ἐξομοίωσιν πρὸς τὰ δύο ταῦτα πρόσωπα, καθόσον κατὰ τὴν ἱστορίαν ὁ μὲν Δαβὶδ διεκρίθη ἐπὶ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐθελοθυσίᾳ, ἡ δὲ Κασσιανὴ δὲν ἔλαβε τὴν εἰς Μονὴν ἄγουσαν ἕνεκα διαπραχθέντων ὑπ’ αὐτῆς ἁμαρτημάτων. Ὅπωςδήποτε ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐνεδείκνυεν εἰς ἐμὲ τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναμολογήσω μεταμέλειαν ἐπὶ τῇ κατὰ τὸ παρελθὸν πολιτικῇ πορείᾳ. Ὡς ἐκ τούτου μοὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἐξομολόγησις, ἧς ἐμνήσθην, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου. Δὲν λησμονῶ, ὅτι ἀνῆκον εἰς πολιτικὸν κόμμα, ὅπερ ἡττήθη κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Δὲν λησμονῶ ὡσαύτως, ὅ,τι ὅσοι ἐξ ὑμῶν διετέλεσατε μέλη παρελθουσῶν βουλευτικῶν περιόδων ἐνθυμεῖσθε, τουτέστιν, ὅτι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν παρηρχόμην ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ὡς πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὑπεστήριζον ἐκθύμως τὸ σύστημα, ὅπερ, κατὰ συνταγματικὸν πλάσμα, ὑποτίθεται καταδικασθὲν ὑπὸ τῆς ἐτυμηγορίας τῶν ἐκλογέων τῆς 16 Ἀπριλίου. Ἡ παρατήρησις δὲ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἐνθυμίζοντος εἰς ἐμὲ τοὺς πρὸς τὸ παρελθὸν πολιτικοὺς δεσμούς μου, ἐπιβάλλει εἰς ἐμὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῶ ὄχι πλέον ὡς Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὡς χριστιανὸς, καὶ νὰ ῥίψω βραχὺ ἐταστικὸν βλέμμα εἰς τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν πορείαν μου, ἵνα πείσω ἐμαυτὸν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐμμείνω ἐν τῷ πολιτικῷ σταδίῳ, ἢ νὰ τραπῶ τὴν ἄγουσαν εἰς Μονήν τινα, ἵνα συντάξω τὸ τροπάριον τῆς Κασσιανῆς. Ἀνέδραμον λοιπὸν εἰς τὴν μελέτην τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν πολιτικῆς μου πορείας. Αἰτοῦμαι παρ’ ὑμῶν συγγνώμην, ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐμαυτοῦ. Ἴσως πλανῶμαι, κρίνων ἐμαυτὸν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἀνεγνώρισα εἰς ἐμαυτὸν τὸ ἐλάττωμα τοῦ ἐγωϊστοῦ ἢ τοῦ πείσμονος, ἐλάττωμα, ὅπερ ἀποκλείει τὴν ἐξομολόγησιν τῶν ἁμαρτημάτων. Πλὴν τούτου, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ πολιτευόμενος ὀφείλει νὰ ἀνομολογῇ τὰ ἐν τῷ παρελθόντι σφάλματα αὐτοῦ· φρονῶ μάλιστα, ὅτι τὸ σπουδαιότερον ἐφόδιον τοῦ πολιτευομένου εἶναι τὰ ἐν τῷ παρελθόντι διαπραχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ σφάλματα. Οὕτω σκεπτόμενος, μεταδίδω ὑμῖν ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς βραχυτάτην μελέτην τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ παρελθόν· τοῦτο δὲ, ἵνα συμμορφωθῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸ παρόν. Εἶναι ἐνταῦθα προσῆκον, πρὶν ἢ προχωρήσω περαιτέρω, νὰ ποιήσωμαι μίαν παρατήρησιν, ὅτι καθ’ ὅλον σχεδὸν τὸν χρόνον τοῦτον ἐγὼ ἤμην ἁπλοῦν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, διατέλεσα Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ἕνδεκα μόνον μῆνας, δὲν εἶχον τιμὴν νὰ διαχειρίζωμαι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, οὐδὲ νὰ διευθύνω τὰς ἐργασίας πολιτικοῦ τινος κόμματος· ἑπομένως ἡ σύγκρισις πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διατελέσαντα πολλάκις Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὶς Πρωθυπουργὸν, δύναται νὰ ὑποληφθῇ ἄνισος. Συνεπλήρωσα ἤδη τὸ 21 ἔτος, ἀφ’ ἧς διατελῶ ἐν τῷ ἐνεργῷ πολιτικῷ βίῳ, καθ’ ὅλον δὲ σχεδὸν τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἐπολιτευόμην συνεργαζόμενος μετὰ τοῦ τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Ἐν ἀρχῇ τὸ πολιτικὸν τοῦτο κόμμα ἠρίθμει ὀπαδοὺς μετρουμένους ἐν τοῖς δακτύλοις, ὠνομάσθη δὲ τοῦτο ὑπ’ ἄλλων μὲν πέμπτον κόμμα, ὑπ’ ἄλλων δὲ ἀπρόσωπον κόμμα. Ἀφ’ ἧς ὅμως ὁ ἐκ Μεσολογγίου τέως Βουλευτὴς ἐκλήθη εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν κατὰ τὸ 1875, ἀνεδείχθη ὁ ἡγέτης αὐτοῦ. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἡ ἀποστολὴ τοῦ τέως Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ὡς κυβερνήτου, ἀφεώρα κυρίως εἰς τὴν ἀνεπηρέαστον διεξαγωγὴν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Μετὰ τὸ 1875 τὸ κόμμα τοῦτο ἠρίθμει ὀπαδοὺς ἐν ἀρχῇ 12, βραδύτερον 17, παρέμενε δ’ ἐν τῇ Βουλῇ κεχωρισμένον τῶν λοιπῶν κομμάτων, οὕτω δὲ πολιτευόμενον, προσήνεγκε πολυτίμους ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησιν τῶν κοινῶν καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τασσόμενον ἐκ πεποιθήσεως πρὸς ταύτην ἢ ἐκείνην τῶν γνωμῶν, πρὸς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ κόμμα. Κατὰ τὸ 1880, κατ’ ἔνδειξιν ἀσθενοῦς κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν πρὸς πραγματοποίησιν προγράμματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποδεχθῆ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Εἰργάσθη ἐπὶ δύο περίπου μῆνας μόνον μετὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπραγματοποίησε πλῆρες τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, ἐνομιμοποίησε τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, καθ’ ἧς εἶχε κηρυχθῆ καθ’ ὅλον τὸ προηγούμενον διάστημα, καὶ περιέστειλεν εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον τὰς δημοσίας δαπάνας. Εὐθὺς ὡς συνῆλθεν ἐκ νέου ἡ Βουλή, ἀπεχώρησε τῆς ἐξουσίας, ἀναλαβόντος τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου. Ἡ δρᾶσις τοῦ κόμματος τούτου ἄρχεται κυρίως ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν. Ὄτε ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1882, εὑρέθη ἀπέναντι δύο σπουδαίων γεγονότων, ἑνὸς μὲν εὐχαρίστου, ἑτέρου δὲ δυσάρεστου. Τὸ πρῶτον ἦτο, ὅτι εἶχε συντελεσθῆ ἤδη ἡ εἰς τὸ λοιπὸν Βασίλειον ἕνωσις τῆς Θεσσαλίας καὶ ἑνὸς τμήματος τῆς Ἠπείρου, τὸ δὲ δυσάρεστον ἦτο, ὅτι παρελάμβανε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐν χειρίστῃ καταστάσει. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐκληροδοτήθη δημόσιον χρέος ἀνερχόμενον εἰς 412,000,000, ὁμοῦ μὲ τὸ ἀσκεπὲς παθητικὸν τοῦ Κράτους· εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐκληροδοτήθη ἐτησία ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ὑπὲρ τὰ 19,000,000, πάντα σχεδὸν εἰς χρυσόν, ἐκληροδοτήθη δὲ προϋπολογισμὸς ἐσόδων ἐκ παλαιῶν δραχμῶν 49,000,000, ἤτοι νέων δρ. 43,800,000. Ἡ ἀναλογία τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ποσοῦ ἐτησίως ἀνήρχετο εἰς 45% ἐπὶ τῶν ἐτησίων ἐσόδων. Ἐὰν οἱ κρατοῦντες τότε τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους ἦσαν ἰδιῶται ἢ ἔμποροι, βεβαίως ὤφειλον νὰ προβῶσιν εἰς τὴν κήρυξιν τῆς πτωχεύσεως ἀλλ’ ἐσκέφθησαν ὡς κυβερνῆται χώρας προσβλεπούσης εἰς κρεῖσσον μέλλον, διότι, ὡς εἶπον, εἶχεν ἄρτι συντελεσθῆ ἡ προσάρτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ὑπέλαβον ἑπομένως, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτοὺς τὸ καθῆκον νὰ αὐξήσωσι τὰ φορολογικὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὑπάρχουσα φορολογία ὑπελαμβάνετο παρὰ πάντων ὡς ἐπιβαρύνουσα πρὸ πάντων τὰς παραγωγικὰς τάξεις, καὶ ἰδίως τὴν γεωργικήν, ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα, ὅτι ὤφειλε νὰ εἰσαγάγῃ νέους φόρους. Γνωστὸν εἶναι ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι οἱ τὸ πρῶτον εἰσαχθέντες φόροι ἀπέτυχον κατὰ τὸ πλεῖστον, ἢ δὲν ἀπέδωκαν τὰ προσδοκώμενα ἀπετελέσματα. Ὁ νῦν ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁμιλῶν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ εἰς προηγουμένας βουλευτικὰς περιόδους καὶ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ἐμνήσθη τῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην γενομένων. Ὅτε μάλιστα ἐπρόκειτο νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἀτολμίαν αὐτοῦ περὶ τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς ὑφισταμένης φορολογίας, εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ μιμηθῇ ἐκείνους, οἵτινες ὑπελόγιζον τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους κατὰ πρῶτον εἰσῆγον, ὡς μέλλοντας νὰ ἀποφέρωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων 10 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν εἰσεπράχθησαν τρία ἢ δύο ἥμισυ. Βεβαίως τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ἔχουν πάντες οἱ πρωτείσακτοι φόροι, διότι εἶναι δύσκολον ἐν Βασιλείῳ ἀρτιπαγεῖ, ὅπου καὶ ἡ στατιστικὴ καθυστερεῖ, νὰ ὑπολογίσῃ τις τὰ ἀποτελέσματα ἑνὸς φόρου, ὁ ὁποῖος κατὰ πρῶτον εἰσάγεται. Εἰς τὸ σφάλμα τοῦτο ὑπέπεσε καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργός, διότι κατὰ τὸ 1886 ὑπελόγιζε τὴν ἐκ τοῦ καπνοῦ πρόσοδον ὡς ἀνελευσομένην εἰς 5,000,000, εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον 1,992,000· ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου ὑπελόγιζε 1,000,000, καὶ εἰσέπραξε 459,000· ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἐθνικῶν κτημάτων ὑπελόγιζε 6,122,000, καὶ εἰσέπραξε μόνον 1,279,000. Ὥστε τὰ σφάλματα ταῦτα ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς, εἰς τοὺς ὁποίους προέρχονται οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου πρὸ πάντων περὶ πρωτεισάκτων φόρων, δὲν εἶναι ἀσυνήθη παρ’ ἡμῖν. Ἡ χρονικὴ περίοδος τοῦ 1882–1884 ὑπῆρξεν οὐ μόνον κατὰ τοῦτο ἀτυχής, ἀλλὰ καὶ διότι κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἐπῆλθεν ἡ ἀποτυχία τῶν κυριωτέρων ἡμῶν προϊόντων, τῆς σταφίδος, καὶ τῶν τῆς Θεσσαλίας. Μὴ προβλεπομένης τῆς ἀποτυχίας ταύτης, καὶ ἕνεκα τῆς ἐξεγερθείσης κατὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δημοσίας γνώμης, καὶ ἕνεκα τῶν παραστάσεων τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, παρενεβλήθησαν δ’ ἐντεῦθεν δυσχέρειαι ἀπροσδόκητοι, ὧν ἕνεκα δὲν ἐπετεύχθη ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἡ χρονικὴ ἐκείνη περίοδος ἐγκατέλιπεν ἐλλείμματα ἱκανὰ, καὶ κατέστησε δυσχερεστέραν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Κατωρθώθη ὅμως ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀπηλλάγη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τῆς ἐκ ταύτης φορολογίας, καὶ ἀπέβη εὐχερεστέρα ἡ τοῦ μέλλοντος κυβερνητικὴ ἐργασία. Δὲν ἐπετράπη ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, διότι ἀνετράπη ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν τῆς 7ης Ἀπριλίου 1885, ἀνετράπη δὲ πρὸ πάντων, διότι εἶχε προβάλει καὶ ψηφίσει φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις, αἵτινες τὴν κατέστησαν ἀντιδημοτικήν. Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀφηγηθῶ ὑμῖν λεπτομερῶς τὰ κατὰ τὴν χρονικὴν περίοδον τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886, ἵνα μὴ ὑποληφθῶ ὡς προκαλῶν ἀσκόπους ἀντεγκλήσεις. Προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός. Γνωστὴ ἄλλως τε εἶναι εἰς πάντας ἡ ἐπελθοῦσα ἀνωμαλία εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Περιορίζομαι μόνον σημειῶν τοῦτο, ὅτι αἱ χρήσεις τοῦ 1885 καὶ 1886 ἀφῆκαν ἔλλειμμα 130 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτι κατὰ τὴν χρονικὴν ταύτην περίοδον ἐπανήχθη εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἥτις εἶχεν ἀρθῆ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1884. Ἀρχομένου τοῦ 1887, ἐν τῇ Βουλῇ συνήφθη κρατερὸς ἀγὼν μεταξὺ τοῦ τότε κυβερνῶντος, τέως Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οὗτος καὶ ἕτεροι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προέβαλον τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Κράτους πρὸς τὰς ἀνειλημμένας ὑπ’ αὐτοῦ ὑποχρεώσεις, καὶ ὑπεστήριξαν τὴν κήρυξιν τῆς πτωχεύσεως. Ἡμεῖς τότε, ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἴχομεν τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἥτις καὶ ἐπεκράτησεν. Ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐνεῖχεν ἔτι ζωτικὰς δυνάμεις ἐπαρκεῖς, ὅπως ἀντίσχῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν καὶ ἀποφύγῃ τὸ στίγμα τῆς πτωχεύσεως. Πράγματι, κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἐν ἔτει 1887 ἐψηφίσαμεν αὐξήσεις τῶν φορολογικῶν βαρῶν κατὰ 20 ἑκατομμύρια περίπου. Πλὴν ὅμως τῶν αὐξήσεων τούτων τῶν φορολογικῶν, αἵτινες ἕνα κυρίως εἶχον σκοπὸν, νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸ σταθερὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπῆρχε καὶ ἑτέρα ἀνάγκη, ἐπιβαλλομένη εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὰ κοινὰ, ἡ ἀνάγκη ὅπως μὴ ἀφήσωσι τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν νὰ ἐξιχθῇ εἰς διαστάσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ βλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἡ ἐξαγωγὴ ἅπαντος τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ὅπερ ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων τοῦ δημοσίου χρέους, ἤθελεν ἀποστραγγίσει τὴν ἐσωτερικὴν ἀγορὰν καὶ ἤθελεν ἀφεύκτως προαγάγει τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Ἐπενοήθησαν τότε οἱ ἐπικληθέντες οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, κατὰ τῶν ὁποίων ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχεν ἀδίκως ἐξεγερθῆ. Διὰ τῶν οἰκονομικῶν τούτων συνδυασμῶν ἐπεδιώκετο ἡ τροπὴ ἐσωτερικῶν δανείων εἰς ἐξωτερικὰ, ἐπεδιώκετο δὲ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, σκοπὸς δὲ θεμελιώδης τῶν συνδυασμῶν ἦτο, τὸ ὑπάρχον ἐν τῷ τόπῳ μεταλλικὸν νὰ ἀπομείνῃ ἐν τῷ τόπῳ καὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν χώραν ἡμῶν, ὅπως βραδύτερον ἐπιτευχθῇ εἴτε ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴτε ἡ ἐλάττωσις ἢ μείωσις τῶν δεινῶν, ἅτινα ἐπάγονται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Κατὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡγουμένου τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ πάντων ἀντέτασσε τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δι’ αὐτῶν μεταβάλλονται τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια εἰς ἐξωτερικὰ καὶ οὕτως αὐξάνει τὸ εἰς μεταλλικὸν νόμισμα πληρωτέον ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἦσαν ἐν τῇ ἀληθείᾳ, διότι, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ποσὸν, εἰς ὃ ἀνήρχετο ἡ εἰς χρυσὸν ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, καὶ τὸ ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο αὕτη κατὰ τὸ 1893, θέλομεν εὕρει ἐπὶ πλέον διαφορὰν 2,284,000 φράγκων. Κατὰ Μάϊον τοῦ 1886 ἀνήρχετο ἡ εἰς χρυσὸν ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους εἰς 26 ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὸ 1893 ἀνῆλθεν εἰς 28,280,000. Ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ὅμως προέκυψεν ἐλάφρυνσις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ 6,500,000, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ πινάκων ἐπισήμων, κατατεθέντων τότε εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τροιζηνίας, διευθύνων τότε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, εἶναι ὁ συντάξας τοὺς πίνακας τούτους. Ἐὰν ἦτο ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν ταύτην, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν μαρτυρίαν του. Ὑπ’ οὐδενὸς ἄλλως τε ἠμφισβητήθη ἡ ἀκρίβεια τῶν πινάκων τούτων, καὶ ὅταν βραδύτερον ἀνῆλθον ἐπὶ τὴν ἀρχὴν οἱ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀποτελοῦντες. Ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῆς εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους προῆλθεν ἐκ τῆς τροπῆς τῶν ἐσωτερικῶν δανείων εἰς ἐξωτερικά; Βεβαίως ὄχι. Προῆλθεν ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν καὶ ἐκ τοῦ δανείου τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν· τῶν θωρηκτῶν ἡ κατασκευὴ, ὡς πάντες ἴσως ἐνθυμεῖσθε, ἀνῆλθεν εἰς πραγματικὸν κεφάλαιον δρ. 26,000,000, ἤτοι εἰς ὀνομαστικὸν κεφάλαιον δρ. 38,575,677, ὅπερ ἐπάγεται τὸ ποσὸν φρ. 1,543,000 λόγῳ ἐτησίας τοῦ δανείου ὑπηρεσίας, ὁ δὲ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν προεκάλεσε τὸ δάνειον τῶν 24,000,000, τὸ ὁποῖον ἐπεβάρυνε τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους εἰς χρυσὸν κατὰ 1,440,000. Ὥστε ἐκ τῶν δύο τούτων καὶ μόνον αἰτιῶν δύνασθε νὰ ἐξηγήσητε τὸν λόγον τῆς ἐπὶ πλέον διαφορᾶς τῆς εἰς χρυσὸν ἐτησίας ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Κατὰ τὴν χρονικὴν περίοδον τῶν ἐτῶν 1887–1890 μεγίστη ἐδόθη ὤθησις εἰς τὰ δημόσια ἔργα καὶ ἰδίως εἰς τὴν αὔξησιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Πρὸς βελτίωσιν τῆς παρ’ ἡμῖν κρατούσης νομισματικῆς ἀνωμαλίας, δὲν ἐθεωρήθη ἐπαρκὴς μόνη ἡ μέριμνα τῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προμηθείας τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους μεταλλικοῦ νομίσματος διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ἐκρίθη, καὶ εὐλόγως, ὡς ἐπιβαλλομένη ἡ ἐνίσχυσις τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας διὰ τῆς κατασκευῆς οὐ μόνον ἁμαξιτῶν ὁδῶν, ἀλλὰ καὶ σιδηροδρόμων καθ’ ἅπασαν σχεδὸν τὴν χώραν. Πρὸ τοῦ 1882 δὲν εἴχομεν ἢ μόνον τὸν μικρὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Λήγοντος τοῦ 1890, εἴχομεν τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἐξικνούμενον ἀφ’ ἑνὸς μὲν μέχρις Ὀλυμπίων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μέχρι Ναυπλίου· εἴχομεν τοὺς σιδηροδρόμους Θεσσαλίας καὶ Ἀττικῆς, εἴχομεν δὲ ἐν ἐκτελέσει τὸν σιδηρόδρομον Μύλων– Καλαμῶν καὶ τὴν μεγάλην γραμμὴν Πειραιῶς–Λαρίσης–μεθορίων. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἐξετελέσθησαν λιμενικὰ ἔργα μεγίστης σπουδαιότητος, διευκολύνοντα τὴν μεταφορὰν τῶν ἐγχωρίων προϊόντων καὶ συμβάλλοντα εἰς τὴν πρόοδον τοῦ ἐμπορίου. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἐπετεύχθη ἡ ἀτέλεια τῆς σταφίδος ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἡ κατὰ ¾ ἐλάττωσις τοῦ ἐπιβαλλομένου ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπὶ τῆς σταφίδος εἰσαγωγικοῦ τέλους. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἐλήφθη νομοθετικὴ πρόνοια περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ περὶ τῆς κατὰ τὸ ἐφικτὸν προαγωγῆς τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ μείωσις τοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐξαγομένου μεταλλικοῦ νομίσματος. Εἶπον ἄλλοτε, ἐπιμένω δὲ καὶ νῦν ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ χρονικὴ περίοδος τῶν ἐτῶν 1887–1890 ἀποτελεῖ ἀξιοσημείωτον σταθμὸν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ἱστορίας, διότι ἡ ἀναλογία τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους ἀπὸ 49%, εἰς ὅσα ἀνήρχετο κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886, εἶχε κατέλθει τὸ 1889 εἰς μόνον 35%, διότι ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις εἶχεν ἀνορθωθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δανείζηται τὸ Κράτος ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων, καὶ διὰ μόνης τῆς ἠθικῆς ὑποχρεώσεως αὐτοῦ, ἐπὶ τόκῳ 5 καὶ 5½%, τῶν χρεωγράφων αὐτοῦ καταλεγομένων ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς μεταξὺ τῶν προηγμένων οἰκονομικῶς ἐπικρατειῶν, καὶ διότι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας οὐ μόνον δὲν εἶχον ὑποστῆ, ὡς ἰσχυρίζοντο οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ἐξάντλησιν καὶ κάματον, ἀλλὰ τοὐναντίον διετέλουν ἐν ἀναπτύξει καὶ προόδῳ. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως τῆς χρονικῆς ἐκείνης περιόδου εἶχε καταπολεμηθῆ ὑπὸ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἧς ἡγεῖτο ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, διὰ μέσων μὴ συνήθων εἰς τὰ κοινοβουλευτικῶς διοικούμενα ἔθνη. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ἀποχωρήσει σύσσωμος ἐν μιᾷ τῶν βουλευτικῶν συνόδων, ἤσκησε δὲ τὸ σύστημα τῆς κωλυσιεργίας κατὰ τὰς ἄλλας συνόδους ἐν εὐρυτάταις διαστάσεσιν. Ὁ ἁψίκορος καὶ φιλόκαινος χαρακτὴρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὸ ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀναπτυχθὲν παρὰ τοῖς ἁπλουστέροις ἀντικυβερνητικὸν φρόνημα, ὅπερ πρὸ πάντων ἐνισχύετο ἐκ τῆς ἐπιβληθείσης αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν βαρῶν, ἀνέτρεψε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἣν διεδέχθη ἡ προελθοῦσα ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 14ης Ὀκτωβρίου 1890, ἥτις παρέμεινεν ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου 1892. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἧς προΐστατο ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, ὑπέλαβεν, ὅτι ὤφειλεν ἀντίθετον τῆς προκατόχου της νὰ ἀκολουθήσῃ σύστημα’ ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο προτιμότερον, ἀντὶ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, νὰ ζητήσῃ ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς τὸν χρυσόν, ὅστις ἦτο ἀναγκαῖος διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων. Καὶ ὄντως κατὰ τὸ 1891 ἐπρομηθεύθη ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν χρυσὸν 20,000,000 περίπου καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ διὰ δαπάνας τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὴν συνέδραμεν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, διότι, ὡς πάντες ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ σταφὶς ἐπωλήθη πᾶσα εἰς τιμὰς ὑψηλάς. Ἀλλ’ ὅμως ἡ ἐξαγωγὴ τόσου ποσοῦ χρυσοῦ παρήγαγε κενὸν ἐν τῇ ἐσωτερικῇ ἀγορᾷ, καὶ ὑπῆρξε, κατ’ ἐμέ, ἡ πρώτη αἰτία τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία ἐπεδεινώθη, ὅτε βραδύτερον εὑρέθημεν ἀπέναντι τῆς ἀζητησίας καὶ ὑποτιμήσεως τῶν κυριωτέρων ἡμῶν προϊόντων. Προσετέθη δὲ εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἡ ἀναφυεῖσα δυσπιστία ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς πρὸς τὴν πίστιν τῶν δευτερευόντων Κρατῶν. Ἀρχομένου τοῦ 1892, ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ᾐσθάνθη τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διέτρεχε, καὶ προῆλθεν εἴς τινας φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις. Λίαν βραδέως ἐσυλλογίσθη νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις τὰς δυσχερεῖς αἱ ὁποῖαι εἶχον τότε παρουσιασθῆ. Ἀπέτυχε δὲ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν μέτρων, ἐξ ἀπρονοησίας δὲ ὡδήγησε τὴν χώραν εἰς τὰς ἐπελθούσας κατόπιν περιπετείας. Ὅστις καλῶς ἐνθυμηθῇ καὶ ἐκτιμήσῃ τὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν δύναται ἢ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἀπεχώρει ἢ δὲν ἀπεμακρύνετο ὁπωσδήποτε τῶν κοινῶν κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1892, ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην νὰ κηρύξῃ τὴν πτώχευσιν, διότι, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ἄνευ συνομολογήσεως δανείου ἢ ἄνευ τινὸς ἄλλου οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν χρεωλύτρων τοῦ 1892. Κατ’ ἐμέ, δύναται νὰ ὑποληφθῇ ὡς ὑπηρεσία πολύτιμος, προσενεχθεῖσα ὑπὸ τοῦ Στέμματος εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ γεγονός, ὅτι τὴν ἀνάγκην τῆς κηρύξεως τῆς χρεωκοπίας μετέθηκεν ἀπὸ τούτου εἰς τοὺς διαδόχους του. Πᾶς, ὅστις παρηκολούθησεν ἐπισταμένως τὴν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, δὲν δύναται ἢ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὡς ἐκ τῆς δυσχερεστάτης οἰκονομικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησεν ἡ πρὸ τοῦ 1882 ἐποχή, ὡς ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε καταλίπει ἡ χρονικὴ περίοδος τῶν ἐτῶν 1882–1884, ἰδίως δὲ ὡς ἐκ τῶν μεγάλων ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον καταλίπει αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1885–1886, καὶ τέλος ὡς ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα κατέλιπον αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1890 καὶ 1891, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν μεγίστης ποσότητος χρυσοῦ κατὰ τὸ 1891, ἥτις, γενομένη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατέστησε τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς δυσθεράπευτον, δὲν δύναται, λέγω, ἢ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1892 Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν καὶ νῦν Πρωθυπουργὸν ἔβαινε πλησίστιος πρὸς τὴν πτώχευσιν, ἐσώθη ὅμως, ὡς ἐκ τῆς ἀποφάσεως, ἣν ἔλαβε τὸ Στέμμα, λήγοντος τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, καὶ ἣν πληρέστατα ἐδικαιολόγει ἡ ἐλπὶς τῆς ἀποφυγῆς τῆς πτωχεύσεως. Ὁ κλῆρος τῆς κηρύξεως τῆς πτωχεύσεως ἔπεσε μοιραίως ἐπὶ τοὺς διαδόχους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἵτινες προῆλθον ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου 1892. Οὗτοι ὑπέλαβον, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἐκ βάθρων κλονισθεῖσαν ὡς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῶν προκατόχων των δημοσίαν πίστιν, ὤφειλον νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὸ σύστημα, ὅπερ κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχον ἐφαρμόσει, ὅπως ἀποφύγωσι τὴν πτώχευσιν· ὑπέλαβον, ὅτι ἦτο εἰσέτι δυνατὸν δι’ αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων νὰ ἐπιτύχωσι τὸ σταθερὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ν’ ἀνορθώσωσι τὴν πίστιν τοῦ Κράτους· ὑπέλαβον, ὅτι ἠδύναντο, οὕτω διασκευάζοντες τὸν προϋπολογισμόν, νὰ ἐπιτύχωσι τὴν συνδρομὴν τῶν κεφαλαίων, χρησιμοποιουμένης τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Ὡς ἐκ τούτου, κατὰ τὸ 1892 ἐψηφίσθη ἡ ἐπιβολὴ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἡ αὔξησις τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, ἡ συγχώνευσις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κλπ. Πάντων τούτων τῶν μέτρων εἷς καὶ μόνος ἦτο ὁ σκοπός, νὰ αὐξήσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ ἐμπνευσθῇ ἡ προσήκουσα ἐμπιστοσύνη εἰς τὰ κεφάλαια καὶ διὰ τῆς συνομολογήσεως ἑνὸς ἐξωτερικοῦ δανείου νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀνορθώσεως. Ἀλλὰ, καὶ μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς θυσίας, ἀπέβη ἀδύνατος ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου, ἕνεκα λόγων καὶ ἀντιδράσεων γνωστῶν, ἡ Κυβέρνησις δ’ ἐκείνη ἀπεχώρησε τῆς ἀρχῆς· ἡ πτώχευσις εἶχε καταστῆ ἤδη ἀναπόφευκτος. Τὸ μέτρον, εἰς ὃ κατέφυγεν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ἤτοι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, σκοπὸν μόνον εἶχε τὴν προσωρινὴν ἀναβολήν. Οὕτω κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1893 ἡ πτώχευσις ἔλαβεν ἐπίσημον χαρακτῆρα. Ὑπῆρξαν πολλοὶ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οἱ κατακρίναντες τὸν τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτήν, ὅτι δὲν ἦτο εἰς αὐτὸν ἐπιτετραμμένον νὰ κηρύξῃ τὴν πτώχευσιν καὶ νὰ διαπραγματευθῇ τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἑαυτοὺς, καὶ ὅτι, εὐθὺς ὡς ἡ πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου καλέσῃ αὐτοὺς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσιν. Ὅτε ἀνέλαβεν ἐκ νέου τὴν ἀρχὴν, ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς ἐπαρκείας δὲν εἶχε πλέον λόγον ὑπάρξεως· ἠναγκάσθη νὰ πολιτευθῇ ὡς αἱ νέαι οἰκονομικαὶ περιστάσεις καὶ συνθῆκαι ἐπέβαλλον. Ἐν τῇ ἐποχῇ δὲ ταύτῃ νέα περιπέτεια ἐθνικὴ ἐπῆλθεν, ἡ ἀζητησία καὶ ὑποτίμησις τῶν κυριωτέρων προϊόντων μας, τῆς σταφίδος καὶ τῶν οἴνων, διότι ἐκλείσθη πρὸς ἀμφότερα ἡ σπουδαιοτέρα ἀγορὰ καταναλώσεως, ἡ τῆς Γαλλίας. Ἐντεῦθεν δ’ ἐπεδεινώθη ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν. Ὁπωσδήποτε τὸ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην πολιτικὸν κόμμα διετήρησε μὲν τὴν ἀρχὴν ἐπὶ 14 μῆνας περίπου ἐκ καθήκοντος ἐπιβαλλομένου, ἀλλὰ κατέστη ἀντιδημοτικὸν οὐ μόνον ὡς ἐκ τῶν μεγάλων φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ὁποίων εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν δωδεκαετίαν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι, κρατοῦντος τούτου τὴν ἀρχὴν, ἐκηρύχθη εἰς πτώχευσιν τὸ Κράτος, καὶ ἀτομικὰ συμφέροντα πολλῶν Ἑλλήνων ὑπέστησαν βλάβην, καὶ ἡ πίστις τῶν ἐμπορευομένων καὶ ὁπωσδήποτε μετὰ τῆς ἀλλοδαπῆς συναλλασσομένων συμπολιτῶν μας ἐκλονίσθη. Ἐνθυμεῖσθε εἰς μίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς παρούσης συνόδου, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος, ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὑπεστήριζε τὴν ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς τοῦ συναδέλφου του κ. Ῥωμάνου, τί ἐντεῦθεν ἔλεγε; Κατ’ αὐτὸν, τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ διατελοῦν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, εἶχε καταστῆ ἐν Κεφαλληνίᾳ ἀντιδημοτικὸν, ἰδίως διότι πλεῖστοι ἐκ τῶν συμπολιτῶν του εἶχον ζημιωθῆ ἐκ τῆς πτωχεύσεως. Προσέθηκε λοιπὸν εἰς τὸ κόμμα τοῦτο ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 καὶ ἕτερον λόγον ἀντιδημοτικότητος· ἡ κατ’ αὐτοῦ ἀντίδρασις, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς ἐκ τῆς ἀζητησίας τῆς σταφίδος προκυψάσας ἀπαιτήσεις τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ πρὸς τὸν ἐγερθέντα ἀτόπως θόρυβον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων, προὐκάλεσε τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνετέλεσεν εἰς τὴν ἧτταν τοῦ κόμματος τούτου ἐν ταῖς ἐκλογαῖς τῆς 16 Ἀπριλίου. Εἰς τὴν ἧτταν τῆς 16 Ἀπριλίου συνετέλεσαν καὶ αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον νῦν ἐπικρατεῖ. Βεβαίως ἡ ἐπαγγελία ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ ἡ σιωπηρὰ ἐπαγγελία περὶ καταργήσεως τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, πάντα ταῦτα, καὶ ἰδίως αἱ ἐκλογικαὶ περιοδεῖαι τοῦ μέλλοντος Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως ἔσχον τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ καταστήσωσι τὸ κόμμα, τὸ ἡττηθὲν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16 Ἀπριλίου, λίαν ἀντιδημοτικὸν, ταῦτα δὲ καὶ οὐχὶ ἡ ἐμβριθὴς καὶ λελογισμένη τῶν πραγμάτων ἐκτίμησις ἐδημιούργησαν τὴν ἐκλογικὴν ἐτυμηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται ἡ ἐπικράτησις τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἔλεγον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ἡ μικρὰ αὕτη ἐπὶ τὸ παρελθὸν ἀναδρομὴ εἶχεν ὡς σκοπὸν νὰ μὲ πείσῃ, ἐὰν ὄντως ὤφειλον, ἀποχωρῶν τοῦ πολιτικοῦ βίου, νὰ λάβω τὴν εἴς τινα Μονὴν ἄγουσαν. Ἐπείσθην ὅμως, ὅτι εἰς ἄλλον εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ ὁδὸς αὕτη· διότι λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τοὺς ἀπολογισμοὺς πάντων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καὶ εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τούτους ἀναγινώσκω τοὺς ἑπομένους ἀριθμούς. Εἰς τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1882–1884, 1887–1889 καὶ 1892 ἅπαντα τὰ ἐλλείμματα, τακτικὰ καὶ ἔκτακτα, ἀνῆλθον εἰς 97,058,343. Εἰς τὰς χρήσεις δὲ τῶν ἐτῶν 1885, 1886, 1890 καὶ 1891 τὰ τακτικά τε καὶ ἔκτακτα ἐλλείμματα ἀνῆλθον εἰς 206,625,268. Ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων, ἅτινα κατέλιπον αἱ 7 χρήσεις, ἤθελε προκύψει βάρος εἰς τὴν ἐνιαυσίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 7 ἑκατομμυρίων, λογιζομένου τοῦ τόκου πρὸς 6% καὶ τοῦ χρεωλύτρου πρὸς 1%. Τὰ ἐλλείμματα ὅμως τῶν 4 χρήσεων, ἃς διεχειρίσθη ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, ἐπήγαγον βάρος εἰς τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ 15,000,000. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰ 15,000,000 ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νομίζετε, ὅτι ἦτο τότε ἀναπόφευκτος ἡ πτώχευσις; Ἄνευ τῶν ἐλλειμμάτων τούτων, τὰ ὁποῖα ἀνῆλθον εἰς 207,000,000, ἦτο δυνατὸν ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπαρκείας νὰ εὐδοκιμήσῃ, καὶ νὰ μὴ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἡμῶν νὰ κηρύξῃ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους. Ἐκ τῆς βραχείας ἄρα ταύτης μελέτης συνήγαγον τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὐδὲν δικαιοῦμαι νὰ αἰσθάνωμαι βάρος ἐν τῇ συνειδήσει μου ἐπὶ τῇ κατὰ τὸ παρελθὸν πολιτικῇ μου πορείᾳ· διότι τὸ σύστημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγόρουν, ἦτο σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ νὰ ἀποσοβήσῃ τὴν πτώχευσιν· ἦτο ὅμως σύστημα, εἰς οὗτινος τὴν ἐφαρμογὴν δὲν ἔπρεπε νὰ παρεμβληθῶσιν ἐμπόδια, καὶ ὅπερ ἔδει νὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως ἐπὶ μακρὸν χρόνον, μέχρις οὗ ἑδραιωθῇ ἀσφαλῶς ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις καὶ ἀνορθωθῇ ἡ οἰκονομία ἐν γένει τῆς χώρας. Ἐὰν ὅμως τὸ σύστημα τοῦτο ἀπέτυχεν ἕνεκα παρεμπεσασῶν ἀνακοπῶν καὶ διαχειρίσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ὀφείλονται εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἀνῆκον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προβάλλεται τὸ ἐρώτημα, τίς ὑποχρεοῦται νὰ λάβῃ τὴν εἰς τινα Μονὴν ἄγουσαν, ὅπως συντάξῃ τὸ τροπάριον, ὅπερ ἡ Κασσιανὴ συνέταξε διὰ τὴν ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσαν; Ὅτε ὁ τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ἢ μᾶλλον καὶ πρὸ τούτου, ὅτε συνεζήτει πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων τὰ πρὸς συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ πτώχευσις ἐπεβλήθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἤτοι ἕνεκα τῆς μεγίστης ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἤτοι τῆς μεγίστης ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁμιλῶν ἐν τῇ συζητήσει περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ συμβιβασμοῦ, ἰσχυρίσθη ὅτι, καὶ ἄνευ τῶν γενομένων πληρωμῶν λόγῳ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἡ πτώχευσις ἦτο ἀναπόφευκτος. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν μελέτην, ἐπὶ ἀριθμῶν δῆθεν στηριζομένην, καὶ προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἄνευ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν ἐκείνων ἦσαν τοσαῦτα, ὥστε ἐπεβάλλετο ἡ πτώχευσις. Ἐγὼ ὅμως, ἀγορεύσας κατόπιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπέδειξα, ὅτι διετέλει ἐν πλάνῃ, προβάλλων τοιοῦτον ἰσχυρισμόν· διότι, ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰς διαχειρίσεις τῆς χρονικῆς περιόδου τῶν ἐτῶν 1887–1889 καὶ τῶν τελευταίων ἀκόμη ἐτῶν τὰς γενομένας πληρωμὰς λόγῳ νομισματικῆς διαφορᾶς ἢ ἐπισυναλλαγῆς, θέλετε καταλήξει ἀλανθάστως εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐν τῷ κυκλοφοροῦντι νομίμως πιστωτικῷ νομίσματι, ἤτοι ἐν τραπεζικοῖς γραμματίοις, ὑπάρχει πλῆρες καὶ ἄρτιον τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν. Τοῦτο ἀπεδείχθη βραδύτερον ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν χρήσεων 1893 καὶ 1894, πρὸ πάντων δὲ καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως 1894· διότι οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὸ 1892 φόροι ἐλειτούργησαν μὲν κατὰ τὸ 1893 καὶ ἀπήνεγκον τὰ ὑπολογισθέντα ταμιακὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐνδεικνύονται ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως 1893, καθόσον αἱ εἰσπράξεις τῆς χρήσεως ταύτης ὑπέστησαν ἐπαισθητὴν μείωσιν, ἰδίᾳ κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, ὡς ἐκ τῆς ἐπισημοποιηθείσης ἀνεπαρκείας τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἐπελθούσης ὑποτιμήσεως καὶ ἀζητησίας εἰς τὴν σταφίδα καὶ εἰς τοὺς οἴνους. Ἡ σπουδαία τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως 1893 μείωσις ἐπῆλθεν εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη καὶ εἰς τοὺς φόρους τῶν ἐξαγομένων προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου. Ἡ χρῆσις τοῦ 1893 παρουσιάζει περίσσευμα ἐκ δραχ. 4,906,813. Ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ νομισματοποιΐας καὶ ἐκ τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος, ἀπομένει πάντοτε καθαρὸν περίσσευμα περὶ τὰ 2,000,000. Αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς διετέλεσαν τό τε Κράτος καὶ ἡ χώρα ἡμῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως τοῦ 1891, δὲν ἐβελτιώθησαν βεβαίως ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ ἔχῃ ὡς ὑπογραμμὸν τοῦ μέλλοντος τὰς δημοσίας εἰσπράξεις τῆς χρήσεως ταύτης. Ἐὰν αἱ περιστάσεις ἦσαν μᾶλλον εὐνοϊκαί, ἤτοι ἐὰν συνετελεῖτο ὁ συμβιβασμὸς καὶ ἠνορθοῦτο ἡ πίστις τοῦ τε Κράτους καὶ τῶν ἰδιωτῶν, καὶ ἐὰν τὰ προϊόντα, δι’ ὧν εἰσάγεται μεταλλικὸν εἰς τὴν χώραν, ἦσαν μᾶλλον τετιμημένα καὶ ἐζητημένα, βεβαίως τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1894 ἤθελον εἶσθαι ἀσυγκρίτως κρείσσονα. Οὐχ ἧττον ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑφεστώς. Ἡ χρῆσις τοῦ 1894 μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1895 παρουσιάζει τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἔχομεν εἰσπεπραγμένα ἔσοδα 96,650,413. Ἄν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν 4,182,476, ἤτοι τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς δημευθείσης ἐγγυήσεως τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας, τῆς ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, καὶ ἐκ τῆς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐκπτώσεως τῶν ἐκ 10% κρατήσεων, ἀπομένουσιν εἰσπράξεις 92,467,937. Ἄν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς νομισματοποιΐας, ἤτοι ἐκ τῶν νικελίων, 406,000— διότι δὲν εἶναι σταθερὸν ἔσοδον — ἔχομεν εἰσπράξεις 92,061.937. Εἰς τὰς εἰσπράξεις ταύτας ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν καὶ τὰ εἰσπραχθησόμενα μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως. Ταῦτα δὲ δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν, ἐξετάζοντες ἢ ἀνατρέχοντες εἰς τὰς καταστάσεις τῶν εἰσπράξεων κατὰ τοὺς μῆνας Μάϊον μέχρις Ὀκτωβρίου 1894, ἀπὸ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1893. Κατὰ τὰς καταστάσεις ταύτας, θέλομεν προσθέσει ἔσοδα 5,841,848, ἤτοι τὸ ὅλον τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1891 θέλει ἀνέλθει εἰς 97,903,785. Κατὰ τὰς αὐτὰς ἐπισήμους καταστάσεις, ἔχομεν πληρωμὰς ἢ πληρωθέντα ἔξοδα μέχρι τέλους Ἀπριλίου 78,935.580. Εἰς ταύτας πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὰς γενομένας πληρωμὰς κατὰ τοὺς αὐτοὺς μέχρι τῆς κλείσεως τῆς χρήσεως μῆνας, ἤτοι Μάϊον μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου. Πρὸς ὑπολογισμὸν τούτων ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὰς γενομένας κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1894 πληρωμὰς τῆς χρήσεως τοῦ 1893. Ἔχομεν λοιπὸν κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα πληρωμὰς 16,303,582· ἐκ τούτων δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ πληρωθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, διότι, ὡς γνωστόν, ὅ,τι ὠφείλετο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1894 ἐπληρώθη ἤδη. Ἀφαιρουμένου λοιπὸν τοῦ διὰ τόκους τοῦ 1893 πληρωθέντος ποσοῦ ἐξ 8,137,724, ἀπομένουσι πληρωμαὶ δι’ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1894 δρ. 87,101,438. Ἵνα ὅμως διατελῶ ἐν πληρεστάτῃ ἀκριβείᾳ, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω ἀκόμη καὶ ποσὸν ἐξ 1,039,887, τὸ ὁποῖον ἀπομένει ἀδιάθετος πίστωσις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1894, καὶ τοῦτο ὡς ἐκ περισσοῦ, ἵνα μὴ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἀκόμη ἐκκρεμεῖς τινες πληρωμαί. Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ 1894 θέλουσιν ἀναβιβασθῆ εἰς δραχ. 88,141,325 ἔχομεν ἑπομένως περίσσευμα 9,762,460. Ἐὰν τὸ περίσσευμα τοῦτο προσθέσητε εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πληρόνομεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἤτοι 22 ἑκατομμύρια καί τι πλέον, βεβαίως ἐν τραπεζογραμματίοις, δύνασθε νὰ ἔχητε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν εἰς ἀκέραιον πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων. Ἄρα ἡ ἀνεπάρκεια καὶ ἡ ἐπακολουθήσασα αὐτὴν πτώχευσις κυρίως ὀφείλεται εἰς τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, κυρίως ὀφείλεται εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, εἴτε, ὅπερ τὸ αὐτὸ, εἰς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζογραμματίου. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἀφορῶσιν εἰς τὸ παρελθόν. Νῦν ὀφείλομεν ὄντως ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰ τοῦ παρόντος, καὶ τὴν λεπτομερεστέραν ἔρευναν καὶ ἐξέτασιν τοῦ παρελθόντος ν’ ἀφήσωμεν ἐν προσεχεῖ τινι εὐθέτῳ χρόνῳ. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ βραχεῖα καὶ ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς μελέτη, ἣν μετέδωκα ὑμῖν, δὲν εἶναι βεβαίως ἐπαρκὴς πρὸς πλήρη διαφώτισιν τῶν ἐπιθυμούντων νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ παρελθόντος, εἶναι ὅμως ἐπαρκὴς πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἀναμφισβητήτου γεγονότος, ὅτι, ἄν τις ὑπέχῃ εὐθύνην ἐπὶ τῇ σημερινῇ καταστάσει τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, οὗτος βεβαίως εἶναι ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, ὅστις δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπιῤῥίπτῃ τὴν περὶ τῶν ὅλων εὐθύνην εἰς τὸν τέως Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου καὶ τοὺς πολιτικοὺς αὐτοῦ φίλους. Ὡς γινώσκετε, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ὑφίσταται νῦν τὴν δευτέραν κοινοβουλευτικὴν βάσανον. Τὴν πρώτην ὑπέστη κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κυρίου Χ. Τρικούπη. Ἐπιβάλλεται δὲ ἡμῖν νὰ ἐξετάσωμεν, τίνας ἐν τῇ προηγουμένῃ βουλευτικῇ συνόδῳ εἶχε γνώμας καὶ ἰδέας τὸ τότε μὲν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, νῦν δὲ ἐν τῇ Ἀρχῇ πολιτικὸν κόμμα. Πρῶτον ἔχομεν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Ἂς μὴ ἀνησυχῇ, διότι δὲν ἐπιμένω νὰ προκαλέσω παρ’ αὐτοῦ ἀπάντησιν. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Σκουζὲς, κατακρίνων τὸν προϋπολογισμὸν τὸν εἰσαχθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἀνεπαρκὴς, ὅτι δὲν ἐγένοντο αἱ προσήκουσαι οἰκονομίαι ἐν εὐρυτάτῳ ὁρίῳ, καὶ ὅτι πᾶσα αὐτὴ ἡ κατάστασις ὀφείλεται ποῦ; εἰς τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Μετέβαλεν ἔκτοτε πεποιθήσεις ὡς πρὸς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἀφοῦ οὗτος οὐδεμίαν ἔχει διαφορὰν πρὸς τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη; Δὲν ὑφίσταται νῦν ἐν ἀσυγκρίτως μείζοσι διαστάσεσιν ἡ παντοδυναμία ἡ πρωθυπουργική; Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἔχομεν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἐξεπροσώπει τὰ φρονήματα τοῦ ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ τμήματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὗτινος ἡγεῖτο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὡς γνωστὸν, τὴν μειοψηφίαν ἐκείνην ἀπετέλουν δύο ἐκ τῶν φίλων του, καὶ τότε καὶ νῦν Βουλευταὶ, οἱ κ. κ. Δάλλας καὶ Ι. Ἀντωνόπουλος...

§132ΜΑΛΕΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω πρέπον νὰ γείνῃ διακοπὴ μιᾶς ὥρας, ὅπως γευθῶμεν.

§133ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ γένωμαι ἐγὼ παραίτιος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν κανονίζοντα τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δέχεται καὶ ὁ ἀγορεύων, διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μετὰ μεσημβρίαν, προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Καλλιφρονᾶ).

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§136ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν περὶ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ πεποιθήσεων, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου ἐπικρατῆσαν πολιτικὸν κόμμα, εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκῃ, ὁποίας γνώμας μετέδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τμῆμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως οὗτινος ἡγεῖτο ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ διὰ τὸ 1895 προϋπολογισμοῦ, ὅταν οὗτος ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου τοῦ 1894. Γινώσκετε δὲ πάντες, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα εἶναι πιστοτάτη ἀντιγραφή, ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα ἐπουσιώδεις παρουσιάζει μεταβολὰς, καθόσον αἱ διατυμπανισθεῖσαι κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὑτοῦ οἰκονομίαι εἰσὶν εἰκονικαὶ, ἐνῷ τοὐναντίον αἱ γενόμεναι προσθῆκαι, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν, εἰσὶ πραγματικαί, ὡς θέλω ἀποδείξει, ὅταν ἐξετάσω τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἡ μὲν προκάτοχος Κυβέρνησις συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1894, ὅτε οὐδὲ πλήρη τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1893 ἐγίνωσκε, περὶ δὲ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1894, εὑρισκομένης εἰς τὸν δέκατον μῆνα, οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ γνώμην. Τοὐναντίον δὲ, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εὑρίσκετο κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν μεγάλῳ πλεονεκτήματι, ὡς γινώσκουσα πλήρη μὲν τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1893, σχεδὸν δὲ πλήρη τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1894, ὡς εὑρισκομένης εἰς τὸν 17ον μῆνα. Τὸ σπουδαιότερον δὲ πλεονέκτημα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι ἐγίνωσκεν ἤδη τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 κατὰ τοὺς πρώτους 5 μῆνας τῆς χρήσεως ταύτης. Δὲν πιστεύω, ὅτι προεβλήθη σοβαρῶς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος παρουσιάζῃ ἀτελείας, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν ὀλίγιστον χρόνον, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν της ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἀναῤῥήσεώς της μέχρι τῆς εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, οὐ μόνον εἶχε προεξετάσει καὶ συζητήσει τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἐλλείψεων αὐτοῦ ἠγόρευσε καὶ πρὸς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων νομοσχεδίου καὶ πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου, ἐπαγγελλόμενος τὴν διόρθωσιν τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας, ἥτις διηρμήνευε τὸ φρόνημα τοῦ κατέχοντος νῦν τὴν ἐξουσίαν πολιτικοῦ κόμματος. Ἰδοὺ ἐπὶ λέξεσι ποίαν εἶχε γνώμην τὸ πολιτικὸν τοῦτο κόμμα περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. «Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου δὲν εἶναι ἄρτιος, καὶ δὲν δύναται, ὡς διεσκευάσθη, νὰ ἐπαρκέσῃ οὐ μόνον εἰς τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχει ἀναλάβει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς τὰς ἀπαραιτήτους ἔτι δαπάνας τοῦ Κράτους.» Ἡ γνώμη αὐτῆς ὡς πρὸς τὰ ἀναγραφόμενα ἔσοδα ἦτο ἡ ἑπομένη: «Ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων καταδεικνύει τὴν καταπόνησιν τῆς παραγωγῆς. Μὲ τοιαύτην κατάστασιν ἐν τοῖς ἐσόδοις δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα θέλουσιν ἐπαρκέσει, ἔστω καὶ εἰς τὰς ἀπαραιτήτους καὶ ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους;» Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐξήνεγκε τὴν ἑπομένην γνώμην: «Ἵνα μὴ παρουσιάσῃ ὑπέρβασιν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα, δὲν ἀνέγραψεν ἐπαρκεῖς πιστώσεις διὰ τὰς ἀνάγκας ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας, κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐξόδων, δύνανται νὰ χορηγηθῶσιν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις διὰ Β. Διαταγμάτων. Οὕτω δὲ θέλουσι δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1895 πάντως μὲν τὰ ἀναγραφέντα ποσὰ τῶν ἐξόδων, προσέτι δὲ καὶ τὰ προστεθησόμενα δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων. Ἐπειδὴ τ’ ἀναγραφέντα ποσὰ τῶν ἐσόδων δὲν θέλουσιν εἰσπραχθῆ πάντα, ὡς καθιστᾷ πιθανὸν ὁ προϊὼν κάματος τῆς παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, κατὰ τὰ ἐν ἀρχῇ τῆς παρούσης ἐκτεθέντα, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 θέλει καταλήξει βεβαίως εἰς ἔλλειμμα. Τὰ ἐλλείμματα κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἀνεπληροῦμεν διὰ δανείων καὶ δι’ αὐξήσεως φόρων· ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος 1895 οὐδὲν δάνειον δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν εὑρεῖ, ἵνα συνομολογήσωμεν, οὔτε αὔξησιν φόρων δυνάμεθα νὰ ἀναλογισθῶμεν. βʹ Δὲν λαμβάνεται ἡ ἐλαχίστη πρόνοια, οὔτε ἀνεγράφη δαπάνη τις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, τῆς καταμαστιζούσης τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν καὶ ἐν γένει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἀλλὰ καὶ ἡ πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἀναγραφεῖσα δαπάνη δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ τοσοῦτον ὑπερετιμήθη τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα, οὐδὲ δύναται νὰ καθησυχάσῃ ἡμᾶς ἡ παρηγορία περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ συναλλάγματος, ἕνεκα ἐνδεχομένης αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν προϊόντων ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἕνεκα τῆς ἐλπιζομένης πραγματοποιήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ. Καὶ περὶ τούτου μὲν ἐν σχέσει πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος ἐπέχομεν, διότι οὐδεμία ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ ἐπίσημος ἀνακοίνωσις περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐκ δὲ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν προϊόντων ἡμῶν καὶ μόνον δὲν φρονοῦμεν, ὅτι θεραπεύεται τὸ κακόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, οὐδεμίαν δαπάνην ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὴν περαίωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, οὔτε διὰ τὴν μείωσιν τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, οὔτε καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς ἡμᾶς βαθμιαίαν ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσης, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία ἄλλη πρόνοια θέλει εἶσθαι δυνατὴ ἄνευ μεγάλης ζημίας τοῦ Δημοσίου.» Αὗται ἦσαν αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ ὑπὸ τὸν νῦν κ. Πρωθυπουργὸν τμῆμα τῆς ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ Ἀντιπολιτεύσεως. Ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ τῆς μειοψηφίας, ἔλαβον τὴν τιμὴν ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 νὰ μεταδώσω εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν τὰς προσηκούσας πληροφορίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεδείχθη, ὅτι πάντες οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνέγραψεν ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει της, ἦσαν ἐσφαλμένοι. Ὅ,τι ἐδικαιολόγει τὴν μειοψηφίαν, ἦτο, ὅτι δὲν εἶχε τὴν προσήκουσαν πεῖραν περὶ τὴν χρῆσιν τῶν ἀριθμῶν, ὡς ἐκ τούτου δὲ περιέπεσεν εἰς σφάλματα. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ μεταδώσω καὶ ὑμῖν τὰς ἐπανορθώσεις τῶν σφαλμάτων, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν, ἵνα μὴ κουράσω ὑμᾶς· παρέλαβον μόνον ἐκ τῆς ἐκθέσεως τὰς σκέψεις τὰς θεμελιώδεις, ὑφ’ ὧν ἐνεφορεῖτο τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ὅπως ἔχωμεν πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον διατελεῖ νῦν ἐν τῇ κατοχῇ τῆς ἀρχῆς, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γινώσκωμεν, ὁποῖαι ἦσαν αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους. Πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου ἀγορεύων πρὸς τὸν ἐκλογικὸν σύλλογον Βόλου, ἔλεγε τὰ ἑπόμενα. Τὰ ἔξοδα δέον νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον τῆς ἀνάγκης. Βεβαίως ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις πρέπει ἀνενδότως ν’ ἀσχοληθῇ νὰ ἐλαττώσῃ ταῦτα τοσοῦτον, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς αὐτὰ δι’ 65 ἢ δι’ 66 ἑκατομμυρίων, ἀντὶ τῶν 69 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 ὁ παραιτηθεὶς Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ καὶ διὰ τῶν κατὰ τὴν διάθεσιν αὐτοῦ οἰκονομιῶν πρέπει νὰ ἀποπερατώσῃ τὸ μήπω κατασκευασθὲν τμῆμα τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν. Πρὸς τοῦτο δέον νὰ συμπληρωθῇ τὸ σωζόμενον ποσόν, καὶ νὰ διατεθῶσιν 1½ ἢ 2 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων τῶν 65 ἢ 66 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ εἰρημένου ποσοῦ τῶν 65 ἢ 66 ἑκατομμυρίων πρέπει προσέτι νὰ οἰκονομηθῇ καὶ τὸ ἀναγκαῖον ποσόν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης.» Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ συμπληρώσω τὴν εἰκόνα πασῶν τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Ἡγέτου τῆς σημερινῆς κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας, ἵνα κατόπιν ἐξετάσωμεν, ἐὰν πᾶσαι αἱ ἐπαγγελίαι ἐπραγματοποιήθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ἔλεγεν, ὅτι πρέπει πρὸ πάντων νὰ διαγράψωμεν ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὴν δανειστικὴν πολιτικήν, ὡς ἐὰν ὑπῆρχέ τις ὁ ἀντιλέγων, ὡς ἐὰν καὶ ὁ ὑπολαμβανόμενος ὡς ἀντίπαλος αὐτοῦ δὲν εἶχε πράξει τοῦτο πρὸ αὐτοῦ, ἀφοῦ τοῖς πᾶσι γνωστὸν εἶναι, ὅτι, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ὁ τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι «εἰς ἣν περιῆλθον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατάστασιν, δὲν εἶναι συμφέρον οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν δανειστικὴν πολιτικήν. Πρέπει ἐκ τῶν μέσων ἡμῶν, καὶ μόνον ἐξ αὐτῶν, νὰ ποριζώμεθα πάντα ἐκεῖνα, ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα εἰς ἡμᾶς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὅσων θὰ ἀναλάβωμεν ὑποχρεώσεων ἀπέναντι τῶν δανειστῶν ἡμῶν καὶ πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως». Μίαν καὶ μόνην ἐξαίρεσιν ἐποιήσατο ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης. Ὡς πρὸς τοῦτον, ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν μέσων τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ συμπληρώσωμεν τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, εἶναι δὲ προσῆκον διὰ τὴν ταχεῖαν τούτου συμπλήρωσιν, ἵνα μὴ καταστραφῶσι τὰ ἤδη συντελεσθέντα ἔργα, νὰ συνομολογήσωμεν ἐσωτερικὸν δάνειον μικρὸν, ἵνα κατασκευάσωμεν τὰ δύο τοὐλάχιστον τμήματα αὐτοῦ μέχρι Χαλκίδος καὶ Λεβαδείας. Ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ δημοσίου χρέους, ῥητῶς καὶ σαφῶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ πλέον, ὅτι συμφέρει ἡ ἐξακολούθησις τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς χώρας εἶχεν ἐφαρμοσθῆ κατὰ τὴν περίοδον τῶν ἐτῶν 1887–1890, διότι μετεβλήθησαν ἄρδην οἱ ὅροι τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑποστάσεως. Ἡ δευτέρα ἐπαγγελία τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας ἦτο τὰ μέτρα τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς ἡμᾶς πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑφεστώσης νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἥτις, κατ’ αὐτόν, παρήχθη ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῶν κρατούντων ὅρων ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως τῆς χώρας. Τίνα ὅμως εἰσὶ τὰ μέτρα ταῦτα, παρέλειψε νὰ εἴπῃ. Τρίτη ἐπαγγελία: «Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐκτελεσθῶσιν ὡς τάχιστα τὰ ἀπολειφθέντα ἡμιτελῆ δημόσια ἔργα». Τετάρτη ἐπαγγελία. Ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ὅτι «ἡ διοίκησις καὶ ἡ ἔῤῥυθμος λειτουργία τῆς Πολιτείας ἐξηρθρώθη. Ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς δήμους τὸ δικαίωμα τοῦ διαχειρίζεσθαι τὰ ἴδια αὐτῶν ἔσοδα καὶ ἔξοδα, ἀφῃρέθη ἀπ’ αὐτῶν ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις καὶ ἡ ἀστυνομία». Προσέθετε δὲ, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ συνόδῳ, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι βραχεῖα, νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως ἐπαναφέρωμεν τὴν διοίκησιν εἰς τὴν ὁμαλὴν ὁδὸν, ἐξ ἧς ἐξῆλθεν. Πέμπτη ἐπαγγελία. Ἵνα μὴ φανῇ ὡς καθυστερῶν εἰς τὴν μελέτην τῆς κρατούσης παρ’ ἡμῖν φορολογίας, ἔλεγεν, ὅτι ἔχει δυσμενεστάτην γνώμην περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ἰδίως δὲ περὶ τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἀλλὰ προσέθηκεν, ὅτι δὲν ἔχει τὴν τόλμην νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν οὐδ’ ἑνὸς ἐκ τῶν φόρων τούτων, οὐ μόνον διότι φοβεῖται μήπως μειωθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διότι πρὸ πάντων διατελοῦμεν εἰς κρίσιμον κατάστασιν, ὡς μὴ κανονίσαντες τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Δὲν εἶναι δὲ προσῆκον, πρὶν ἢ κανονίσωμεν ὁριστικῶς τὰς μετ’ αὐτῶν σχέσεις, νὰ προέλθωμεν εἰς καινοτομίας φορολογικάς. Παρατηρῶν δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν δυνάμεθα οὐδεμίαν νὰ ἐπιχειρήσωμεν καινοτομίαν ἐπὶ τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἔλεγε μετὰ τόνου, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἡμῖν νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν ἡμῶν, εἰς τὰς οἰκονομίας, διότι οὕτω δυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι διαπραγματευθῆ μεθ’ ἡμῶν τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ. Καὶ ἀνεκοίνου εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατώρθωσε νὰ ἐπιφέρῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1895, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, οἰκονομίας ἐκ δραχμῶν 2,424,922. Δύναταί τις μάλιστα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ κατὰ τοῦτο καὶ μόνον ἀνέφερε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, διότι παρέλιπε νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, οὐδὲ ὁπόσον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, οὐδὲ ἂν θὰ καταλήγῃ εἰς περίσσευμα ἢ εἰς ἔλλειμμα. Ἠρκέσθη μόνον νὰ ἀναφέρῃ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2,424,922 ὡς ποσὸν οἰκονομιῶν πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ προγράμματος. Προσέθηκε δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ἔχετε τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ τὸ βʹ ἑξάμηνον τοῦ 1895, βεβαίως πρέπει, ἵνα κρίνητε τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμὸν, νὰ διαπλασιάσητε τοῦτο, ὅτε θὰ εὕρητε, ὅτι ἐπήνεγκεν ἐτησίως οἰκονομίας ἐκ δραχ. 4,850,000. Ἔλεγε μάλιστα, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ σώφρων πολιτικὴ, θὰ ἔχητε καὶ μείζονα ταύτης οἰκονομίαν. Ἐξεταστέον πρωτίστως, ἐὰν πράγματι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν μὲ περιστολὴν δαπανῶν ἐκ 2,425,000 διὰ τὸ ἓν ἑξάμηνον καὶ ἑπομένως 4,850,000 δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος. Ἐκ τῶν κειμένων γινώσκομεν, ὅτι ὁ μὲν προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀνέγραφεν ὡς ἔσοδα μὲν 91,331,118, ὡς ἔξοδα δὲ 90,150,300, ἤτοι ἀνέγραφεν ὡς περίσσευμα 1,180,728. Ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀναγράφει ἔσοδα μὲν 91,331,118, ἤτοι τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς ποσὸν, τὸ ἀναγραφὲν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του, ἔξοδα δὲ 89,342,724, ἤτοι περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 1,988,394. Ἀλλ’ ὅταν τις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐγένοντο, πρὸ παντὸς δὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συγχρόνως μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε, περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 ἐκ δραχμῶν 730,095, θέλει ἀμέσως εὕρει τὸ περίσσευμα τοῦτο ἐλαττούμενον· ὅταν δὲ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἄλλας δηλώσεις του, θέλει ὑποβιβάσει τὸ περίσσευμα τοῦτο εἰς μόνον 800,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ σπουδαῖον· τὸ σπουδαῖον εἶναι νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἦναι πραγματικαί, ἐὰν ἦναι οἰκονομίαι ἀναγόμεναι εἰς σταθερὰν καὶ διαρκῆ περιστολὴν τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πιστώσεων. Ὅταν τις ἐξετάσῃ ποῦ κυρίως ἐγένοντο αἱ οἰκονομίαι αὗται, θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖαι. Ἡ πρωτίστη τῶν οἰκονομιῶν, ἐξ ὧν ἀπετελέσθη τὸ ποσὸν τῶν 2,424,922, εἶναι ἡ ἀναγομένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἤτοι εἰς τὴν πίστωσιν τὴν ἀναγραφομένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὴν στοιχειώδη ἢ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, διότι ἡ οἰκονομία αὕτη ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 1,242,736. Καὶ βεβαίως, ὅταν τις ἐνθυμηθῇ, ὅτι τὸ πλεῖστον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσηγουμένου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, κατηναλώθη εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἢ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, θέλει πεισθῆ, ὅτι ὁ ἀρχικὸς λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὸν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἦτο κυρίως καὶ μόνος ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν, διότι, ὡς φαίνεται, ἀφοῦ ἐξήτασε πάντα τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα, οὐδαμοῦ ἀνεῦρε ποσότητα τοιαύτην, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀναγγείλῃ ἐντεῦθεν, ὅτι προῆλθεν εἰς οἰκονομίας ἀξίας λόγου. Γνωστὸν ἄλλως τε εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως κατεδείχθη, ὅτι, ἐὰν ἐγίνετο δεκτόν, ὅπως τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν εἰσήχθη, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, βεβαίως οὐδὲν ἕτερον ἤθελε παραχθῆ ἀποτέλεσμα, εἰμὴ ἡ κατάργησις τῆς παρ’ ἡμῖν λειτουργούσης στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως Ἠθέλομεν τουτέστιν ἴδει κλειόμενα τὰ πλεῖστα δημοτικὰ σχολεῖα καὶ γραμματοδιδασκαλεῖα τῆς Ἑλλάδος. Ἀπέναντι τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον βραδύτερον διέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ἐνέδωκεν εἰς τὰς γενομένας πρὸς αὐτὸν παρατηρήσεις, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν ἀρχῇ μὲν ἀνήγγειλεν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος νὰ κλεισθῇ σχολεῖόν τι ἐκ τῶν ἤδη λειτουργούντων, βραδύτερον δὲ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένος τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν ἐντὸς τοῦ 1895. Κατ’ ἀκολουθίαν ἅπαν τὸ οἰκοδόμημα, τὸ πομπωδῶς παρουσιασθὲν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, περὶ τῆς οἰκονομίας τῶν δημοσίων δαπανῶν κατὰ δραχ. 1,242,736 καὶ περὶ χειραφετήσεως τῶν δήμων ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, κατέπεσεν ὁλόκληρον, καὶ ὡς μόνον ἴχνος κατέλιπε τὴν ἀπασχόλησιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ 10 καὶ πλέον ἡμέρας, τὴν ἀναστάτωσιν ἁπάντων τῶν δημοδιδασκάλων καὶ γραμματοδιδασκάλων τοῦ Κράτους, καὶ τὴν ἀνησυχίαν τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας, μήπως ἡ κατάργησις τῶν σχολείων παραβλάψῃ τὰ πολιτικὰ αὐτῶν συμφέροντα εἰς τὰς προσεχεῖς δημοτικὰς ἐκλογάς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀναβολὴν ἢ τὴν ματαίωσιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ γίνονται κατὰ τὴν 10 Σεπτεμβρίου, καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς χρόνος εἰς τὰς νέας δημοτικὰς ἀρχὰς νὰ ἐπιμεληθῶσι περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου. Ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι, ὅτε εἰσῆγε καὶ ἐκθύμως ὑπεστήριζε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἦτο γνωστὸν, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ διεξαχθήσονται τὸν Σεπτέμβριον, καθόσον προηγήθη ἡ ἐπιψήφισις τοῦ περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν νομοσχεδίου. Οὕτω λοιπὸν αἱ ἐπιτευχθεῖσαι καὶ ἀναγγελθεῖσαι πομπωδῶς οἰκονομίαι ἐκ δρ. 2,424,922 ἠλαττώθησαν κατὰ τὸ ἥμισυ. Ἀλλὰ μήπως καὶ αἱ πλεῖσται τῶν ἄλλων οἰκονομιῶν, ἃς ἀνήγγειλεν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς σταθεραὶ καὶ χαρακτηρισθῶσιν ὡς πραγματικαὶ καὶ μόνιμοι, ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ μέλλοντος; Βεβαίως ὄχι. Ἐπὶ παραδείγματι, ἠλαττώθησαν τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν κατὰ δραχ. 184,000. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤθελεν ἀπαιτήσει ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλικῶν τὸ ποσὸν τὸ ἤδη ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἦτο ἆρά γε ἀναγκαῖον νὰ δαπανηθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως; Αὕτη εἶναι ἐκ τῶν πιστώσεων ἐκείνων, αἵτινες ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ παρεμβληθῇ δυσκολία τις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ καλλιεργείᾳ τῶν ἁλικῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι μίαν τῶν πηγῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Ἠλάττωσε τὰ ἔξοδα ἐξορύξεως τῶν ὀρυκτῶν κατὰ 82 χιλιάδας δραχμῶν. Μήπως καὶ αὕτη εἶναι οἰκονομία ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἐπινοήσῃ ὁ ἀσχολούμενος εἰς ἀνεύρεσιν περιστολῆς δαπανῶν; Βεβαίως ὄχι. Διέγραψεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 31,200, ἀφορῶσαν εἰς τὴν πρόσληψιν ἐκτάκτων λογιστῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τοῦτο, καθ’ ὃν χρόνον αὐτὸς οὗτος ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πάντα τὰ κρατοῦντα νῦν περὶ τοῦ διοικητικοῦ καὶ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν διαχειρίσεως δὲν λειτουργοῦσι καλῶς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὰ ὀργανώσωμεν κατὰ σύστημα πληρέστερον, ἵνα μὴ μόνον ἐξασφαλίσωμεν τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου ἀπὸ πάσης καταχρήσεως, ἀλλὰ καὶ ἵνα ἐμπνεύσωμεν εἰς τοὺς ἐκτὸς ἡμῶν καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὴν πεποίθησιν, ὅτι παρ’ ἡμῖν ὁ ἔλεγχος εἶναι πλήρης. Διέγραψεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 127,500 διὰ κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν τηλεγραφικῶν γραμμῶν· ἀλλ’ ἐὰν ὄντως ἐν τῇ μερίμνῃ πρὸς ἀνεύρεσιν οἰκονομιῶν νομίζῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ κατασκευασθῶσιν ἢ ἐπισκευασθῶσιν αἱ τηλεγραφικαὶ γραμμαὶ, ἠδύνατο καὶ τὴν πίστωσιν ταύτην νὰ μὴ τὴν μεταχειρισθῇ. Εἶναι καὶ αὕτη ἐξ ἐκείνων τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἀναγράφονται, ὅπως ἡ διοίκησις μὴ ἀπαντᾷ δυσκολίαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι νὰ λειτουργῶσιν ἀπροσκόπτως. Εἰς τίνα δ’ ἐξ ὑμῶν εἶναι ἄγνωστον, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν παρ’ ἡμῖν τηλεγραφικῶν γραμμῶν λειτουργοῦσιν ἀτελῶς, ὅτι οἱ πάσσαλοι εἶναι ἤδη σεσηπότες καὶ χρῄζουσιν ἀνακαινίσεως; Εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ὡς ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωσι νὰ καταστρέψωσι τὴν τηλεγραφικὴν ἡμῶν συγκοινωνίαν. Ἦτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις δι’ ἐπισκευὴν τοῦ Βουλευτηρίου· ἐξ αὐτῆς διέγραψε ποσὸν 40,000 δραχμῶν, ὡσανεὶ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν ὑπό τινος νόμου ἡ ὑποχρέωσις νὰ δαπανήσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Ὑπῆρχεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένη πίστωσις ἐκ 12,000 δραχμῶν δι’ ἐπισκευὴν τοῦ τελωνείου Κερκύρας. Ταύτην διέγραψεν, ἐνᾧ ἡ ἐπισκευὴ αὕτη ἐπεβάλλετο ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Ἦτο ἀναγεγραμμένη πίστωσις δραχ. 18,000 δι’ ἐπισκευὴν τοῦ καταστήματος τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Καὶ ταύτην διέγραψεν. Ἦτο ἀναγεγραμμένη πίστωσις διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ Σχολείου τῆς Τίρυνθος, ταύτην δὲ ἠλάττωσε κατὰ 5,000 δραχμῶν. Ἦτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις δι’ ἔξοδα ὁροθετήσεως δασῶν ἐκ δραχ. 19,800. Ταύτην διέγραψεν. Ὀφείλω τέλος νὰ μὴ παραδράμω καὶ τὰς δῆθεν οἰκονομίας, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐκ δραχμῶν 123,194. Πῶς δὲ ἐπετεύχθη ἡ οἰκονομία αὕτη; ἀφῃρέθη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 14,000 διὰ 4 ἐμμίσθους παρέδρους. Ὡσαύτως πίστωσις ἐκ δραχ. 18,000 διὰ 5 ἀντεισαγγελεῖς, ἐνῷ ὑπὸ πάντων ἀνομολογεῖται, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἐπιβάλλει τὴν πλήρωσιν τῶν θέσεων τούτων, εἶναι δὲ πρὸ πάντων ἀπαραίτητος ἡ πλήρωσις τῶν κενῶν θέσεων τῶν ἀντεισαγγελέων, ὅπως καταστῇ ἐνήμερος ἡ λειτουργία τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἠλαττώθη ἡ ἀναγραφεῖσα εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν πίστωσις δι’ ἐνοίκια Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων κατὰ δραχ. 50,000, ἐνῷ δὲν εἶναι εἰσέτι ἐξῃκριβωμένη ἡ γενομένη κατὰ τὸ 1894 δαπάνη λόγῳ τῶν ἐνοικίων τούτων, ἅτινα ἐπεβάρυνον τὸ Δημόσιον, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως ταύτης δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πραγματικὴ οἰκονομία. Ἐξήτασα τὰς κατὰ ποσὸν σπουδαιοτέρας τῶν ἀναγγελθεισῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 1,883,610, παρέλιπον δὲ τὰς ὑπολοίπους, ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλήν. Ἐξ ὅσων δὲ εἶπον ὑμῖν, ἐπείσθητε βεβαίως, ὅτι αἱ ἀναγγελθεῖσαι οἰκονομίαι εἰσὶ πᾶσαι εἰκονικαί, ἐπινοηθεῖσαι πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς ἐντυπώσεως, ἣν παρήγαγεν ὁ εἰσηγητήριος λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἐπενεγκόντος δῆθεν οἰκονομίας εἰς τὰς δημοσίας δαπάνας. Φρονῶ, ὅτι δὲν ὑφίσταται δευτέρα γνώμη μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες παρακολουθοῦσι τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν πραγμάτων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς σημερινῆς Βουλῆς κυρίως εἶναι ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τε Κράτους καὶ τῆς χώρας. Αὕτη δὲν ἀποκλείει καὶ τὴν μέριμναν περὶ βελτιώσεως τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι ἡ προσήλωσις τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς εἰς ὅ,τι ἀπέβλεπε τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα δὲν παρέσχε τὴν ἀπαιτουμένην εὐκαιρίαν, ὅπως ἐπαρκῶς βελτιωθῶσι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διοίκησιν. Ἐξεταστέον, τί ἐπράχθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, ἓν καὶ μόνον δύναμαι νὰ θεωρήσω ὡς σχέσιν ἔχον πρὸς τὸ οἰκονομικὸν θέμα, δηλ. τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἤδη ψηφισθὲν, περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅτε πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἠγόρευε πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους καὶ ὅτε ἠγόρευεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, παρετήρει, ὅτι τοῦτο θεωρεῖ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ σπουδαιότερον καὶ χρησιμώτερον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πᾶν ἄλλο ἐπετεύχθη ἢ ἡ βελτίωσις τοῦ διοικητικοῦ ἢ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν διαχειρίσεως. Ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ σχηματισθῇ αὐτόβουλος καὶ ἀνεξάρτητος κλάδος τῆς διαχειρίσεως ὡρισμένων προσόδων, αἵτινες ἤθελον προορισθῆ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους· ἡ περιωρισμένη δὲ καὶ ἄλλως ἀτελὴς αὕτη πρόνοια συνεδυάσθη μετὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν πιστώσεων, ὧν σκοπὸς εἶναι ἡ σκόπιμος ἄσκησις τοῦ διοικητικοῦ καὶ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως. Περιωρίσθη ἐπὶ τοσοῦτον τὸ προσωπικὸν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἀνεπαρκὲς πρὸς κατάρτισιν τῶν καθυστερούντων ἀπολογισμῶν καὶ οἰκονομικῶν λογαριασμῶν. Ἀφῃρέθη ἀπὸ τὰς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πιστώσεις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν πρόσληψιν ἐκτάκτων λογιστῶν, ὅπως κατορθωθῇ ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν παρελθούσης χρονικῆς περιόδου. Δὲν δύναμαι νὰ γινώσκω ὁποίαν τινὰ θὰ ἀσκήσῃ ἐπιῤῥοὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μεταβαλλόμενον εἰς νόμον, ὡς πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν συμβιβασμόν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἀπέδειξα, κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἀγορεύσας, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐπιτευχθήσεται δι’ αὐτοῦ ἢ μόνον ἡ δημιουργία θέσεων. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον ὑμῖν περὶ τῶν ἀτελειῶν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὀφείλω ὅμως νὰ σημειώσω καὶ ἐνταῦθα, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατέστη ἐξάρτημα ἐκ τοῦ Συμβουλίου τοῦ δημοσίου χρέους, παρεβιάσθη δὲ προφανῶς τὸ συνταγματικὸν ἡμῶν πολίτευμα, καθόσον ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν καὶ διάθεσιν τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ὡρισμένων προσόδων ἔπαυσε πλέον ὑφισταμένη. Ἀλλ’ ἐνῷ οὐδὲν ἐπράχθη πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, διετηρήθη τοὐλάχιστον τὸ πρώην καθεστώς; Δυστυχῶς ὄχι. Ἐδημιουργήθη κατὰ τὸ 1892 πρὸς ἐδικαίωσιν τοῦ σταθεροῦ ἰσοζυγίου μία πρόσοδος ἐξ 1,500,000 διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Βεβαίως ἠγέρθησαν πολλὰ κατὰ τῶν τελῶν τούτων παράπονα. Βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ ἀπότισις αὐτῶν ἐξῳκειώθη πρὸς τὰς ἕξεις τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, ἥτις ἐθεωρεῖτο ὡς μᾶλλον ἀνεκτή, ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλους φόρους. Πᾶσαν σχεδὸν τὴν πρόσοδον ταύτην ἐμηδένισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν τελῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τοῦ καθορισμοῦ τῶν ὑπολοίπων πρὸς ἄλλας χρείας, οὐχὶ κατεπειγούσας. Πλὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ δασμολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, αἵτινες, καὶ ἂν ἠδύναντο ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δεδικαιολογημέναι, βεβαίως δὲν ἐπεβάλλοντο σήμερον ὡς ἀναπόφευκτοι. Ἡ ἀτέλεια τῶν τιντσιπίων καὶ μουλίων πρὸς κατασκευὴν καλεμκεριῶν καὶ ἡ τῶν χρησίμων διὰ φλανέλλας νημάτων κτλ. ἠδύνατο βεβαίως ν’ ἀναβληθῇ, ἐὰν δὲν ἀνήγετο εἰς τὰς πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐπαγγελίας. Ἐν τούτοις, ὡς ἐκ τῶν δασμολογικῶν αὐτῶν μεταβολῶν καὶ ὡς ἐκ τῶν μειώσεων τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ἐκ Βελγίου εἰσαγομένων εἰδῶν, δυνάμει τῆς κυρωθείσης συμβάσεως, τὸ ἐκ τελωνειακῶν τελῶν ἔσοδον ἐλαττοῦται κατὰ δραχμὰς 650 χιλιάδας. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης οὐδὲν προσδοκῶ πρακτικὸν κέρδος ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Ἡ κατὰ τὸ εἰρημένον ποσὸν ἐλάττωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν βεβαιοῦται ἐκ τῶν ἐπισήμων καταστάσεων, ἅςτινας παρέδωκεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πολὺ ἐτόνισε τὴν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως ὡς κατεπείγουσαν. Τίνα εἰσὶ τὰ εἰς ταύτην ἀφορῶντα νομοσχέδια; Παρατρέχω τὸ περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καθόσον τοῦτο, ἀφοῦ ἀπησχόλησε τοσοῦτον τήν τε Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, καὶ ἀφοῦ εἰς ἐπανάστασιν περιήγαγε πάντας τοὺς εἰς τὸν κλάδον τοῦτον ὑπηρετοῦντας, ἐγκατελείφθη, πρὸς πρόληψιν ἐπαπειλουμένης κομματικῆς βλάβης. Ἀνηγγέλθη κατὰ τὴν πρώτην ἐνταῦθα συνάντησίν μας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐθεωρήθη δὲ αὕτη ὡς ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τῆς χειραφετήσεως τῶν δήμων καὶ ὑπὸ τῆς σκοπιμωτέρας ἀσκήσεως τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Ἐνῷ δὲ μέχρι σήμερον δὲν εἰσήχθη τὸ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νομοσχέδιον, ἐψηφίσθη τοὐναντίον ἐκ τῶν πρώτων τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως καταστῶσιν ὄργανα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν οἱ ἀστυνόμοι, ἐπικειμένων μάλιστα δημοτικῶν ἐκλογῶν. Συνέπεια τοῦ ψηφισθέντος νόμου ὑπῆρξεν ἡ χαλάρωσις τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, οὐ μόνον διότι ἐξέλιπεν ἡ μόνη ἐγγύησις, ἡ ἐκ τοῦ Ἀρχηγείου ἐκπηγάζουσα, περὶ τῆς ἀφατριάστου ἐνεργείας τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ ὑπηρετοῦντες ἤδη ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἀστυνομίᾳ, γινώσκοντες τὴν ἐπικειμένην κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ, οὐδὲν αἰσθάνονται ἠθικὸν ἐνδιαφέρον. Δὲν γινώσκω, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ ἄλλος τις ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ προβάλῃ τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς μονιμότητος τῶν πολιτικῶν καὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἡ εὔρυνσις τῶν προσόντων θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως. Καὶ μόνη ἡ εἰσαγωγὴ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐπήνεγκε τὴν χαλάρωσιν ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ὅταν δὲ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἄρξωνται αἱ παύσεις, οἱ διορισμοὶ καὶ αἱ μεταθέσεις πρὸς θεραπείαν τῶν κομματικῶν ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως, θέλομεν πάντες παραστῆ μάρτυρες τῆς ἐξαρθρώσεως, ἣν κατήγγειλεν, ὡς ὑφισταμένην ἐν τῇ διοικήσει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἰς τὸν ἡγέτην τῆς πλειοψηφίας καὶ προϊστάμενον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως δύο ὑπῆρχον διευθύνσεις, ἐνδεδειγμέναι ὑπὸ τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς διατελοῦμεν. Ἢ ὤφειλε νὰ μὴ θίξῃ τὸ παράπαν τὰ ὑφεστῶτα ἔσοδα τοῦ Κράτους· ἐὰν ἦτο μάλιστα δυνατόν, ὤφειλε διὰ μεταῤῥυθμίσεων τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ κρείσσονος κατανομῆς τῶν φόρων νὰ ἐπιτύχῃ τὴν αὔξησιν αὐτῶν· ἡ ἑτέρα διεύθυνσις ὡδήγει εἰς γενικωτέραν μεταβολὴν τῆς φορολογίας, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παρασκευάσῃ προϋπολογισμὸν ἐσόδων στηριζόμενον ἐπὶ σταθερῶν βάσεων καὶ συμβιβαζόμενον πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἤθελον προτιμήσει τὴν πρώτην διεύθυνσιν, διότι δὲν εἶναι προσῆκον νὰ μειώσωμεν τὰς δημοσίας προσόδους οὐδὲ κατὰ λεπτόν, ἐνόσῳ διατελοῦσιν ἐν ἐκκρεμότητι αἱ μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν σχέσεις· ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἠκολούθησε διεύθυνσιν διάφορον μεταξὺ τῶν δύο ἀνωτέρω. Ἡ πρώτη διεύθυνσις ἦτο νὰ μὴ θίξῃ τὸ παράπαν τὴν ἐνεστῶσαν φορολογικὴν νομοθεσίαν, ἡ δὲ δευτέρα νὰ κανονίσῃ αὐτὴν ἐπὶ βάσεων ἀφορωσῶν μᾶλλον εἰς τὸ μέλλον ἢ εἰς τὸ παρόν, ὅτε ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ διαπραγματευθῇ τὸν συμβιβασμόν, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, αὐτὴ εἶναι ἡ τοῦ μέλλοντος οἰκονομικὴ ἀντοχὴ τῆς χώρας, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτῃ ἄρχομαι σήμερον νὰ διαπραγματευθῶ μεθ’ ὑμῶν. Οὐδέτερον ὅμως τούτων ἔπραξεν· ἐτράπη τὴν μέσην ὁδόν· ἔθιξέ τινα τῶν ἐσόδων, καὶ ἠλάττωσεν αὐτὰ ἄνευ ἐπιβεβλημένης ἀνάγκης καὶ χωρὶς ἡ ἐλάττωσις αὐτῶν νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἐξεδήλωσε δὲ περὶ τῶν λειτουργούντων νόμων γνώμας, αἵτινες ἐπιβλαβέσταται ἔσονται ἐν ταῖς συνεννοήσεσιν ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν. Παρατηρῶν ἀφ’ ἑνός, ὅτι δὲν δύναται ἐν τῇ σημερινῇ ἐποχῇ νὰ προέλθῃ εἰς οὐδεμίαν φορολογικὴν μεταῤῥύθμισιν, ἀνωμολόγησεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι, ἐὰν μείνῃ ἐν τῇ Κυβερνήσει, θὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν ὑφεστῶσαν φορολογίαν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἐπὶ τῶν ζώων. Διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης, κατ’ ἐμέ, πᾶν ἄλλο ἢ ἐμπιστοσύνην ἐμπνέει εἰς ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ διαπραγματευθῇ τὸν συμβιβασμόν· διότι ἐκεῖνοι γινώσκουσιν, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὸν συμβιβασμὸν ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ προβῇ εἰς μεταβολὴν τῆς ὑφεστώσης φορολογικῆς νομοθεσίας ἐπὶ ἐλαττώσει τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐσόδων. Ὡς ἔλεγον πρότερον, ἡ κυρία καὶ θεμελιώδης ἀποστολὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἦτο ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Εὑρισκόμεθα νῦν εἰς τὸ τέλος τῆς συνόδου, ὀφείλομεν δὲ πάντες εἰλικρινῶς νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι οὐδὲν σπουδαῖον νομοθέτημα ἐψηφίσθη, συμβάλλον εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι πολλὰ ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδια, πάντα δὲ σχεδὸν ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ὅμως τούτων ὑπηγορεύθη ἐκ τοῦ σκοποῦ τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Κατ’ ἐμέ, ἡ σύνοδος αὕτη ἔδει νὰ ἀσχοληθῇ εἰς μόνα τὰ συντελοῦντα πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν μέτρα, ὅπως παρασκευάσῃ τὸ ἀναγκαῖον ἔδαφος πρὸς τὴν εὐχερεστέραν καὶ ταχυτέραν τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν, καὶ πλὴν τούτων, εἰς μόνον ὅ,τι ὑπῆρχε κατεπεῖγον, σχετιζόμενον πρὸς τὴν διοίκησιν. Δὲν πιστεύω νὰ καταλέγῃ τις μεταξὺ τῶν δευτέρων τούτων τὴν κατάργησιν τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ τῆς πτωχεύσεως συμβιβασμοῦ, τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν, τὴν νομιμοποίησιν θέσεως ἀρχιμουσικοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ ἑλλην. ἰθαγενείας, τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου περὶ διοικήσεως τῆς περιουσίας τοῦ Ζάππα, τὸ ἄσκοπον νομοσχέδιον περὶ ὁδοποιΐας καὶ τὰς δασμολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, τὰς σκοπούσας τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ὑπελήφθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς σοβαρὰ ἡ ἐντύπωσις, ἣν ἤθελε παραγάγει ἡ ὑποβολὴ καὶ ἐπιψήφισις πολλῶν νομοσχεδίων, παρημελήθησαν δὲ τὰ σπουδαιότερα, καὶ κατηναλώθη μάτην ὁ χρόνος τῆς βουλευτικῆς ταύτης συνόδου. Ὅτε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰσηγεῖτο εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, πάντες ἀνεμένομεν νὰ ἀκούσωμεν παρ’ αὐτοῦ, ὁποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις καὶ αἱ γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος· διότι πάντες ἐφρονοῦμεν, ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἐδεῖτο λύσεώς τινος, ὅτι ἡ σταφὶς οὐ μόνον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ἐπηρεάζει, ἀλλὰ καὶ παράγων ἐκ τῶν πρωτίστων εἶναι τῆς βελτιώσεως ἢ τῆς ἐπιδεινώσεως τῆς παρ’ ἡμῖν κρατούσης νομισματικῆς ἀνωμαλίας. Ἀγορεύων ἐν τῇ τελευταίᾳ συνόδῳ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἔλεγον, ὅτι ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία ὀφείλεται μὲν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ εἰς τὸν κλονισμὸν τῆς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν ὑποτίμησιν καὶ ἀζητησίαν τῶν κυριωτέρων ἡμῶν προϊόντων, πρωτίστως δὲ τῆς σταφίδος· διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν εἰσήχθη μεταλλικὸν νόμισμα ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος ἔλαττον τοῦ κατὰ τὰ προπαρελθόντα ἔτη εἰσαχθέντος κατὰ 25 περίπου ἑκατομμύρια· ἐκ τοῦ λόγου δὲ τούτου καὶ ἐκ τῆς καταπτώσεως τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως ἐπεδεινώθη ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν. Ἐνῷ δὲ πάντες ἀνεμένομεν νὰ ἀκούσωμεν, τίνα γνώμην εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ εἰσηγητηρίῳ λόγῳ οὐδεμίαν μνείαν ἐποιήσατο. Ὅτε δὲ αἱ ἐργασίαι προὐχώρουν, καὶ ἤρξαντο ἀνησυχοῦντες πρὸ παντὸς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, τότε ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἀνέμενε νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῶν ἐνδιαφερομένων, ὡς εἰ ἦτο ζήτημα ἄγνωστον εἰς αὐτὸν, ὡς εἰ μὴ ἠσχολήθη ἡ προηγουμένη Βουλὴ κατὰ τὰς δύο τελευταίας αὐτῆς συνόδους εἰς τὸ θέμα τοῦτο, ὡς εἰ ἄγνωστος ἦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὑφισταμένη καὶ ὁσημέραι ὀγκουμένη σταφιδικὴ κρίσις. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέφευγεν ἐπιμελῶς πᾶσαν πρωτοβουλίαν ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ἀνέμενε δὲ, ὡς μὴ ὤφειλε, νὰ προκύψῃ ἡ λύσις αὐτοῦ ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῶν Βουλευτῶν. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο τὸ συνταχθὲν ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν, αὐθορμήτως συνελθόντων καὶ συσκεφθέντων, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ. Τὸ δεύτερον ἦτο τὸ προβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ, τὸ τρίτον ἦτο τὸ ὑπὸ τοῦ ἑτέρου ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ κ. Κοκκέβη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, προκαλούμενος ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, ἔλεγε πάντοτε, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην ὁριστικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ὅτι ἀνέμενε νὰ φωτισθῇ ἐκ τῶν συζητήσεων. Πάντες ὑπήρξαμεν θεαταὶ τῆς πολυημέρου ἀνιαρᾶς συζητήσεως, ἥτις ὠφείλετο εἰς τὴν ἐνδοιαστικὴν καὶ ἀμφιῤῥεπῆ στάσιν τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ παρατεταμέναι ἄσκοποι ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις καὶ ἡ ἔλλειψις πάσης Κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐξεγερθῶσι πᾶσαι αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι, νὰ προκληθῶσι ζωηρὰ καὶ πολυπληθῆ συλλαλητήρια καὶ νὰ ἐπιδράμωσι μέχρις Ἀθηνῶν ὁμάδες σταφιδοκτημόνων. Ἀφοῦ κατηναλώθη τόσος χρόνος, ἀφοῦ τόσος ἐγένετο θόρυβος, ὑπέκυψεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀσκηθεῖσαν πίεσιν, καὶ ὑπέβαλε τὸ σήμερον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν νομοσχέδιον. Ἡ δοθεῖσα λύσις εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἡ χειροτέρα, διότι δι’ αὐτῆς ὁ σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως δὲν ἐπιτυγχάνεται, συγχρόνως δὲ ἐδημιουργήθη ἐχθρὸς ἐπικίνδυνος εἰς τὸ προϊόν τῆς ἀμπέλου, διότι, ἂν τὸ λόγῳ ἐγγείου φόρου εἰσπραχθησόμενον παρὰ τοῦ Δημοσίου ποσὸν σταφίδος χρησιμοποιηθῇ εἰς οἰνόπνευμα, βεβαία εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς παρ’ ἡμῖν βιομηχανίας τῆς οἰνοπνευματοποιΐας. Ἵνα μὴ ὑποληφθῶ ὡς ἐλαυνόμενος ἐκ στοργῆς πρὸς τὰ ἐμὰ ἔργα, ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω τὴν στάσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπέναντι τῶν σταφιδικῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συνόδου. Τὸ πρῶτον, ὅτε ἐπρόκειτο καὶ τὴν παρακράτησιν καὶ τὰ ἄλλα παρεμφερῆ πρὸς ταύτην μέτρα νὰ ἀποκρούσῃ, ἐπήνει τὰ ὑπ’ ἐμοῦ προβληθέντα νομοσχέδια ὡς προσιδιάζοντα εἰς τὴν Κυβερνητικὴν ἐνέργειαν καὶ ὡς ὑποσχόμενα ὠφέλιμον ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς· καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἤρχοντο ταῦτα πρὸς συζήτησιν, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δέον νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, διότι ἡ ἐπίδρασις αὐτῶν ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον. Ἐνῷ δὲ δὲν ὑπῆρχέ τις ὁ φρονῶν, ὅτι ἀνωφελὴς ἔσεται ἡ σύστασις γενικῶν ἀποθηκῶν, ἡ σύστασις Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ ἡ διευκόλυνσις τῆς χορηγίας δανείων ἐπὶ καλλιεργείᾳ, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐπέμενε νὰ συζητηθῶσι κατὰ προτίμησιν νομοσχέδια ἕτερα, ἐστερημένα σπουδαιότητος καὶ ὑπηρετικὰ προσωπικῶν ἢ κομματικῶν ὑποχρεώσεων. Οὕτω παρεπέμφθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας νομοσχέδια ὁμολογουμένης χρησιμότητος. Πέποιθα ὅτι οὐδεὶς μεταξὺ ὑμῶν ὑπάρχει ὁ ὑπολαμβάνων ὡς σοβαρὸν τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι δὲν ὑπελείπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς χρόνος πρὸς παρασκευὴν προϋπολογισμοῦ ἀνταποκρινομένου πρὸς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Πλὴν τοῦ ὅτι πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὑποστάντος τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ, πλὴν τοῦ ὅτι ὁ ἡγέτης τῆς σημερινῆς πλειοψηφίας εἶχε καὶ ὤφειλε νὰ ἔχῃ μεμορφωμένας γνώμας καὶ πεποιθήσεις περὶ τοῦ ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τῶν περιστάσεων συστήματος, γνωστὸν εἶναι, ὅτι, πρὶν ἢ τυπικῶς ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν καὶ πρὶν ἢ συναντηθῇ μετὰ τῆς Βουλῆς, συνειργάζετο ἐπὶ μῆνα ὁλόκληρον μετὰ τῶν τμηματαρχῶν τῶν Ὑπουργείων πρὸς παρασκευὴν τοῦ τε προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ὑποβλητέων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ὡς συνετάχθη; Μήπως δὲν ἦτο ἁπλούστερον ν’ ἀναβάλῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, περιοριζόμενος εἰς τὴν ὑποβολὴν ἐκείνων τῶν νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ βραδύτερον διὰ μιᾶς δηλώσεώς του πρὸς τὴν Βουλὴν αἰτήσῃ τὴν μεταβολὴν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων ἐσόδων καὶ πιστώσεων; Ἀλλ’ ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς μετὰ τῆς Βουλῆς συναντήσεώς του νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐκ τῶν ἐπελθουσῶν πολλῶν μεταβολῶν, κατέστη ἀγνώριστος καὶ ὡς πρὸς τὰ ἀριθμητικά του συμπεράσματα. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν, καὶ ἐν τούτοις πλῆρες καὶ ἐκκεκαθαρισμένον ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν. Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Ὑπεβλήθη ὑπό τε τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῆς σημερινῆς ἀναγράφων ἔσοδα 91,331,118. Κατὰ τὰς δηλώσεις, τὰς μετὰ ταῦτα πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβληθείσας, ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔσοδα κατὰ 304,770 ἐκ τοῦ ἐσόδου τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἔπρεπε δὲ ὡσαύτως νὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ 833,333 ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἔπρεπεν ὅμως συνάμα καὶ νὰ αὐξηθῶσι κατὰ 5,000 δραχμῶν ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν Μονῶν. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ ἀρχικῷ προϋπολογισμῷ, θέλομεν ἔχει ἔσοδα 90,198,015. Ἀλλ’ ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τελευταία δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ψηφισθεὶς περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως νόμος δὲν πρόκειται νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν κατὰ τὸ 1895, τότε πρέπει τὸ ποσὸν τῶν 833,333 νὰ μὴ ἐκπεσθῇ, καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν 91,026,348, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν, καθ’ ἑτέραν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τιμήματος ἐκλογικῶν εἰδῶν, καταβαλλομένων ὑπὸ τῶν ὑποψηφίων, τὸ ποσὸν δρ. 133,000. Οὕτω δὲ τὸ ὅλον τῶν ἐσόδων, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἀνέλθῃ εἰς 91,164,348. Ἀλλ’ ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰς προτάσεις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ἐκ Λεβαδείας ἀξιότιμος συνάδελφος, εἰργάσθη καὶ ἐν τῷ διαστήματι, καθ’ ὃ διήρκουν αἱ συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐν τῇ καταρτίσει τῆς ἐκθέσεως, λίαν εὐσυνειδήτως, ἀναγράψας πάσας τὰς γνώμας, αἵτινες προεβλήθησαν καὶ συνεζητήθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἀνεπλήρωσε πολλὰς ἐλλείψεις καὶ ἀτελείας τοῦ συντάξαντος τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν Ὑπουργοῦ. Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδα κατὰ δραχμὰς 1,697,000 ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν, λόγῳ ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ἀρχικῶς ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, εἶναι κατώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται ὡς εἰσπράξιμον. Καὶ εἴχομεν μὲν κατὰ τὸ 1894 ποσὸν εἰσπράξεων ἐκ δραχμῶν 26,700,000, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ ἀποτελέσματα τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν τοῦ 1895 ἦσαν κατώτερα τῶν ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ παρελθόντες ἔτους, διὰ τοῦτο περιορίζει τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ἐσόδου τούτου εἰς τὸ ποσὸν τῶν 24,000,000. Προτείνει συνάμα καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐκ τῶν εἰδῶν τῶν Μονοπωλίων ἐσόδου κατὰ 300,000 δραχμὰς, λόγῳ τῆς παρατηρουμένης προϊούσης αὐξήσεως εἰς τὰ ἔσοδα ταῦτα. Προτείνει, τέλος, τὴν προσθήκην ποσοῦ δραχμῶν 680,000, λόγῳ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ εἰσπραττομένου μεταλλικοῦ ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν, ἐκ τῆς σμύριδος καὶ ἐκ τῶν τελῶν τῆς ἀγκυροβολίας. Κατὰ τὰς προτάσεις ταύτας τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δέον νὰ ἀνέλθῃ εἰς 92,875,015. Ὡς πρὸς μίαν μόνην περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων πρότασιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἔχω ἀντίῤῥησιν. Παραδέχομαι τὴν προτεινομένην αὔξησιν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα τὰ ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν καὶ ὡς πρὸς τὰ μονοπώλια, δὲν παραδέχομαι ὅμως τὴν προσθήκην 680,000 δραχμῶν ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς, προερχομένης ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τῶν προξενικῶν τελῶν, τῆς σμύριδος καὶ τῶν τελῶν ἀγκυροβολίας. Δὲν παραδέχομαι ταύτην, διότι, ὡς καὶ ἐκ τῶν γενομένων ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων ἀπεδείχθη, τὰ ἔσοδα, ὅσα εἰσπράττονται εἰς χρυσόν, πλὴν ἐκείνων, ὅσα ἐν χρυσῷ διατίθενται εἰς μισθὸν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, μεταφέρονται εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον καὶ εἰσάγονται εἰς πίστωσιν τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους· ὁσάκις δὲ συμβῇ νὰ αἰτήσηται ἡ ὑπηρεσία ἄλλου Ὑπουργείου ἀποστολὴν μεταλλικοῦ νομίσματος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐὰν ᾖναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ οἰκείου Ὑπουργείου ἡ σχετικὴ πίστωσις μετὰ τῆς ἀναγκαίας ὑπερτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, τότε διὰ τῶν ἐκδιδομένων ἐνταλμάτων πράγματι προέρχεται περίσσευμά τι ἐκ τῆς νομισματικῆς ταύτης διαφορᾶς, τὸ ὁποῖον καταλογίζεται εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων ὑπὸ τὸ στοιχεῖον Ηʹ, ἄρθρον 2ον· ἀλλ’ ὁσάκις συμβῇ νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους, ἐκπίπτεται μὲν τότε ἀναλόγως ἡ ἀναγεγραμμένη πίστωσις διὰ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ τὸ πλεόνασμα τοῦτο ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔσοδον. Τὴν τακτικὴν ταύτην ἠκολούθησαν πάντες οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ ἀπολογισμοὶ, οἱ μέχρι τοῦδε συνταχθέντες, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη τῶν 680,000 δὲν προσήκει νὰ ἀναγραφῇ. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν αὔξησιν ταύτην, δέον νὰ ἐπέλθῃ ἰσόποσος αὔξησις εἰς τὰς πιστώσεις. Οὕτω, κατ’ ἐμὲ, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δέον νὰ ὑποστῇ τὰς ἑξῆς μεταβολάς. Ὡς ὑπεβλήθη καὶ ὑπὸ τῶν δύο Ὑπουργῶν (τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ τε νῦν Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ, ἀναγράφει 91,331,118· εἰς ταῦτα δέον νὰ προσθέσωμεν ἐκ τιμήματος ἐκλογικῶν εἰδῶν 133,000 ἐξ εἰσφορῶν τῶν Μονῶν 5,000, ἐξ αὐξήσεως εἰσαγωγικῶν τελῶν 1,697,000, ἐξ εἰδῶν μονοπωλίου 300,000, τὸ ὅλον δραχ. 93,466,118. Ἐκ τούτων ὅμως δέον νὰ ἐκπέσωμεν ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ὄχι τὸ ποσὸν τῶν 304,770, ὅπερ ἀναγράφεται εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τὸ ποσὸν 550,000, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸς ὁ συλλογισμὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ δήλωσις τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν τὸ τρίτον τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰσπράττονται κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Ἑπομένως, ἐὰν ἔχωμεν ὡς βάσιν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἀνέρχεται εἰς 1,500,000, διὰ τὴν τρίτην τετραμηνίαν πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν τοὐλάχιστον 550,000. Πρέπει συνάμα νὰ ἐκπέσωμεν ἐκ τῆς μειώσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, συνεπείᾳ τῶν ὑποβληθέντων καὶ ψηφισθέντων νομοσχεδίων, τὸ ποσὸν τῶν 650,000 δραχμῶν. Οὕτως ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων κατέρχεται εἰς 92,266,118. Κατ’ ἐμὲ, δέον νὰ ἐκπέσωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν σταφίδα, διότι, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, ἐλαττοῦται κατὰ 4 δραχμὰς ὁ ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος ἑνετικῶν λιτρῶν ἔγγειος φόρος, ἑπομένως, καὶ ἐὰν 300 ἑκατομμύρια λιτρῶν σταφιδοκάρπου ὑπολογίσωμεν ὡς ἐξαχθησόμενα, ἀναγκαίως ὀφείλομεν νὰ ἐκπέσωμεν τὸ ποσὸν 1,200,000 δραχμῶν, ὅτε θέλομεν ἔχει ἔσοδα 91,116,148. Δὲν δύναμαι ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ εἰς εἶδος πληρωτέου ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος, εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ χρηματικὸν ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θέλει δαπανηθῆ διὰ τὴν ἀποθήκευσιν καὶ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ· αὕτη ἦτο περίπου καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δύναται ἐκ τούτου νὰ προκύψῃ τι ὡς κέρδος, τοῦτο εἴτε θέλει διατεθῆ ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, εἴτε θέλει εἶσθαι ἀνάξιον λόγου. Μεταβαίνω νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ὁ μὲν ἐπὶ τοῦ προκατόχου Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς ἀνέγραφε δαπάνας 90,150,380, ὁ δὲ ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθεὶς ἀναγράφει 89,342,724, ἤτοι διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον 807,656. Ὡς διεσκευάσθη οὗτος διὰ τῶν δηλώσεων τῶν μέχρι τῆς χθὲς ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τῆς προσθήκης δραχμῶν 730,095, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐψηφίσθη, πρὸς κύρωσιν Β. Διατάγματος χορηγήσαντος ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1895, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 91,340,282. Δέον ὅμως νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς προτάσεις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς παρετήρησεν εὐλόγως, ὅτι τὸ ἀναγραφόμενον ποσὸν πιστώσεως διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀπαιτουμένου ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος δέον νὰ αὐξηθῇ κατὰ 300,000 δραχ. Κατ’ ἐμὲ, τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀνεπαρκὲς, διότι ἤδη ἔχομεν γνωστὸν, ὅτι ἐκ τῶν γενομένων μέχρι τοῦδε πληρωμῶν διὰ τὴν τοῦ 1895 ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐπληρώθησαν, πλέον τοῦ ἀναγεγραμμένου ποσοῦ πιστώσεως ἐπὶ τῇ βάσει τιμῆς 1.75, 10 λεπτὰ περίπου κατὰ φράγκον, ἐπὶ δὲ ποσοῦ 4,500,000 ἔχομεν πλεόνασμα 450,000. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ κατὰ τὴν τρέχουσαν ἀκόμη ἑξαμηνίαν δὲν ἐλπίζεται νὰ ἔχωμεν τιμὴν κατωτέραν τῶν λεπτῶν 175, καὶ προσθέσωμεν 2–5 λεπτὰ κατὰ φράγκον, βεβαίως πρέπει νὰ περιορισθῶμεν τοὐλάχιστον εἰς τὴν προσθήκην 500 χιλιάδων, ἵνα μὴ παραστῇ ἀνάγκη ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων.

§137Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑποστηρίζετε, ὅτι ἠγοράσθη πρὸς 1,75 τὸ φράγκον;

§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς 1,85, ἤτοι δέκα λεπτὰ κατὰ φράγκον, ἐπὶ 4,500,000 φέρει πλεόνασμα 450,000. Ἐπειδὴ δὲ, καὶ ἀρξαμένης τῆς ἑξαμηνίας ταύτης, ἔχομεν τιμὴν συναλλάγματος οὐχὶ κατωτέραν τῶν 175, ἀλλὰ πάντοτε κατά τι ἀνωτέραν, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ αὐξήσωμεν τὴν πίστωσιν ταύτην κατὰ ποσὸν 500,000. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ προτείνει νὰ προστεθῇ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως πίστωσις ἐκ δραχμῶν 388,068· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς ταύτην, ἐὰν ἐμμείνῃ εἰς τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο δήλωσιν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, δὲν ὑπάρχει λόγος, ὑποστηρίζων τὴν τοιαύτην προσθήκην, διότι αἱ πιστώσεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ὡς καὶ τὸ ἔσοδον ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων, θέλουσιν ἀπομείνει ὅπως ἀρχικῶς ἀνεγράφησαν. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει ὡσαύτως καὶ τὴν προσθήκην δραχ. 100 χιλιάδων διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ κτιρίου τῶν λουτρῶν Ὑπάτης. Εἶναι εὐλογωτάτη ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι πρόκειται τῷ ὄντι περὶ ἰαματικῶν ὑδάτων, τῶν ὁποίων ἡ χρῆσις ἀπεδείχθη λίαν ὠφέλιμος, καὶ τὰ ὁποῖα θέλουσι προσελκύει οὐ μόνον μέγαν πληθυσμὸν ἐσωτερικὸν, ἀλλὰ καὶ ἐξωτερικὸν, ἐὰν συμπληρωθῇ τὸ ἀρξάμενον ἤδη κτίριον, ὑπὲρ οὗ ἑκατοστύες χιλιάδων δραχμῶν ἐδαπανήθησαν. Ἡ σπουδαιοτέρα ὅμως τῶν προτάσεων τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων πίστωσις δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, τὰ ὁποῖα ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ ἀνεγνωρίσθησαν ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἶχε συνταχθῆ κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1894· ἔκτοτε δ’ ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ ἀνεγνωρίσθησαν πολλαὶ δαπάναι, ἀναγόμεναι εἰς τὰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις. Καὶ ἀπεστάλη μὲν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ πίναξ ἐπίσημος ὑπὸ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ πρὸς τοῦτο ἀναγκαία πίστωσις ἀνέρχεται εἰς 700,000 δραχμάς, ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν εἶναι ἀνώτερον, δὲν ἐπερατώθη δὲ εἰσέτι ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἀναγνώρισις πάντων τῶν ἐξόδων τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις. Εἶναι μάλιστα γνωστόν, ὅτι πολλοὶ ἐνδιαφερόμενοι προσῆλθον εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, αἰτούμενοι πληροφορίας, ἄν ἡ εἰς αὐτοὺς ἀφορῶσα πίστωσις ἀνεγράφη εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, γενομένης δὲ ἐρεύνης, ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγεγραμμένη, ὥστε θέλομεν ἔχει ἀσυγκρίτως μεῖζον ποσόν. Ἔχουσι δὲ τοῦτο τὸ ἐλάττωμα αὑταὶ αἱ δαπάναι, ἐὰν ἐγκαίρως δὲν λαμβάνηται ἡ προσήκουσα πρόνοια περὶ τῆς ἀναγραφῆς αὐτῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτι ὑποβάλλουσι τὸ Δημόσιον εἰς τὴν πληρωμὴν τόκου. Ὡσαύτως προτείνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ μία ἐλάττωσις ἐν ταῖς πιστώσεσιν, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα τῶν σιδηροδρόμων, ἐκ δραχμῶν 105,000. Κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν ἀνέρχεται εἰς 92,720,134. Λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προϋπολογισμὸν, τὰς γενομένας ὑπ’ αὐτῆς δηλώσεις περὶ τῶν ἐπενεκτέων εἰς τε τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα μεταβολῶν, καὶ τὰς προτάσεις ἢ παρατηρήσεις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ κρίνων ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων γνωστῶν καὶ ἀναμφισβητήτων, ὑπολογίζω ὡς ἑξῆς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1895.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὑπε-
βλήθη ἀναγράφων ποσότητα πιστώσεων· Δρ.89,342,724
αʹ)Ἐψηφίσθη ἤδη νομοσχέδιον ἀναπλη-
ρωματικῆς πιστώσεως εἰς βάρος τῆς χρή-
σεως τοῦ 1895 » 730,095
βʹ)Προστίθενται πιστώσεις κατὰ τὰς
δηλώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων » 1,267,463
γʹ)Προστίθενται τὰ ἀνεγνωρισμένα ἤδη
ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρή-
σεων κατὰ τὸν κατατεθέντα εἰς τὴν ἐπιτρο-
πὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπίσημον πίνακα » 700,000
δʹ)Ἡ δι’ ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ
συναλλάγματος, τοῦ χρησίμου εἰς τὴν ὑπη-
ρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀναγραφομένη
πίστωσις δέον ν’ αὐξηθῇ κατὰ » 550,000
εʹ)Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη πί-
στωσις διὰ μίαν μόνην βουλευτικὴν σύνοδον,
καθόσον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συντάξεως δὲν
ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι γνωστὴ ἡ ἐπελθοῦσα
διάλυσις καὶ ἡ ἐκ ταύτης ἐπιβαλλομένη
ἀνάγκη Βʹ συνόδου ἐντὸς τοῦ 1895. Δὲν
πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ τις, ὁ δικαιούμενος
νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν θὰ παρασταθῇ ἀνάγκη
δευτέρας συνόδου κατὰ τὸν προσεχῆ Νοέμ-
βριον καὶ δι’ ἄλλην νομοθετικὴν ἐργασίαν
Εἰς μεταφορὰν » 92,590,282
Ἐκ μεταφορᾶς Δρ.92.590,282
καὶ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896.
Ὑπολογίζω τὴν δαπάνην δευτέρας συνόδου
εἰς τὸ ἐλάχιστον ὅριον, ἤτοι » 350,000
ϛʹ)Ἐψηφίσθη ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ
ἐκτάκτων δαπανῶν τῶν ἐν Βερολίνῳ, Λονδί-
νῳ καὶ Παρισίοις Πρεσβειῶν, δι’ ὧν αὐξά-
νονται αἱ ἀποδοχαὶ ἑκάστης αὐτῶν κατὰ δρ.
1500 μηνιαίως. Ἐπιβάλλεται ἑπομένως
προσθήκη πιστώσεως διὰ 5 μῆνας » 22,500
ζʹ)Εἶναι ἤδη εἰς γʹ συζήτησιν ἡ σύμβα-
σις περὶ τῆς συμπληρώσεως καὶ τῆς εἰς δη-
μοσίαν χρῆσιν παραδόσεως τοῦ σιδηροδρόμου
Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων. Κατὰ τοὺς ὅρους
αὐτῆς, τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ πληρώσῃ
ἐντὸς τοῦ 1895 τὸ ποσὸν » 100,000
Ἄρα εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ.93,062,782

ἀνέρχονται αἱ δαπάναι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐνδεχόμεναι προσθῆκαι διὰ νέων δηλώσεων τῶν Ὑπουργῶν, καθόσον καθ’ ἡμέραν τοιαύτας ἐξακολουθοῦν νὰ ὑποβάλλωσι, καὶ χωρὶς ἐπίσης νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ γενησόμεναι προσθῆκαι δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, αἵτινες θέλουσι ληφθῆ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ γνωστὴ εἶναι ἤδη ἡ ἀνεπάρκεια τῶν κεχορηγημένων τοιούτων, ἰδίως δι’ ἔξοδα μεταθέσεως ὑπαλλήλων, διὰ διατροφὴν καταδίκων κλπ. Ἡ πίστωσις ὅμως, ἧς ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 εἶναι ἐπιβεβλημένη, εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, περὶ ἧς ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω ὑμῖν διεξοδικῶς. Γνωστὸν εἶναι τοῖς πᾶσιν, ὅτι ἡ ὑπὸ τὸν νῦν κ. Πρωθυπουργὸν Κυβέρνησις ἐκήρυξε κατὰ τὸ 1891–1892 ἔκπτωτον τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν Βελγικὴν Ἑταιρίαν, διευθυνομένην ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ Rolin, καὶ παρεχώρησε τὴν χρῆσιν τῆς γραμμῆς ταύτης εἰς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ κατασκευάσῃ τὸ ἀπομεῖναν ἀκατασκεύαστον τμῆμα Τρίπολις–Διαβολίτσι, χορηγοῦντος εἰς αὐτὴν τοῦ Δημοσίου τὸ ποσὸν δραχ. 3,300,000. Αἱ παρεμβληθεῖσαι δυσκολίαι ὑπὸ τῶν ἐχόντων λαμβάνειν παρὰ τοῦ ἤδη ἐκπτώτου ἐργολάβου καὶ αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι τῆς ἑταιρίας ταύτης κατέστησαν ἀνέφικτον μέχρι τοῦδε τὴν τοῦ τμήματος τούτου κατασκευήν. Καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἔλθει εἰς συνενόησιν μετὰ τῆς Ἑταιρίας, ὅπως μὴ ἀναβληθῇ ἐπὶ πλέον ἡ τοῦ τμήματος τούτου κατασκευή, ἀλλὰ ἡ περὶ τούτου σύμβασις δὲν περιεβλήθη τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν, ἕνεκεν τῆς ἐπελθούσης διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ὀρθῶς δὲ ποιοῦσα ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις συνωμολόγησε τὴν γνωστὴν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῆς Ἑταιρίας τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου σύμβασιν ἐπὶ βάσεων, αἵτινες διαφέρουσι μὲν τῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως παραδεχθεισῶν, ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἐξασφαλίζουσι τὴν τοῦ ἔργου συντέλεσιν. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τὸ ἀρχικῶς συμπεφωνημένον ποσόν, ἐκ δρ. 3,300,000. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἔργον δὲν θέλει ἀποπερατωθῆ ἐντὸς τοῦ 1895, ὀρθῶς ὑπελογίσθη ὡς δαπανηθησόμενον ἐντὸς τοῦ 1895 τὸ ποσὸν δρ. 1,000,000. Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ ἀναγράψῃ, ὡς ὤφειλεν, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν πίστωσιν ταύτην τῶν δραχμῶν 1,000,000, προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ χορηγίας τῆς πιστώσεως αἴτησιν ὑπὸ τύπον ὅλως ἰδιόῤῥυθμον καὶ λογιστικῶς σόλοικον, τοῦτο δὲ, ἵνα μὴ αὐξήσωσιν αἱ πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 καὶ καταδειχθῇ οὗτος οἷος εἶναι, ἤτοι ἐν ἀναμφισβητήτῳ ἐλλείμματι. Προβάλλεται πρώτην ἤδη φορὰν παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἀναγράφον ἔσοδα καὶ ἔξοδα διὰ σιδηροδρομικὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν· καὶ ὡς ἔσοδα μὲν αὐτοῦ ἀναγράφονται τὰ ἑπόμενα

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1)Ὑπόλοιπον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ
μετενεχθὲν εἰς λογαριασμὸν ἀναγκαστικῆς κυ-
κλοφορίας Δρ.1,062,823
2)Ὑπόλοιπον παρὰ τῷ τραπεζίτῃ Cibbs
αʹ) Εἰς χρεώγραφα δανείου 135,000,000
ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου λιρῶν 20,200, κατὰ
τὴν εἰς τὸ 1891 τρέχουσαν ἀξίαν, φρ. χρ.
321,331, καὶ βʹ) Μετρητὰ φρ. 84,348, ἤτοι
τὸ ὅλον φρ. 405,679 πρὸς 1,35 (τιμὴ συν-
αλλὰγματος Δεκεμβρίου 1891) » 547,667
3)Ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου ἐκ μὴ πληρω-
θέντων τόκων ἐντόκου γραμματίου » 358,000
4)Ὅσα εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς
ἐγγυήσεως τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας, ἐκ φρ.
450,000, πρὸς δρ. 1,35 » 607,500
Ἤτοι τὸ ὅλον τῶν ἐσόδων Δρ.2,575,990

Ὡς ἔξοδον δὲ ἀναγράφει διὰ τὸ 1895 τὸ ποσὸν δρ. 1,000,000. Ἐξεταστέον νῦν, ἐὰν ἐπετρέπετο ν’ ἀναγραφῶσιν ὡς ἔσοδα, καὶ μάλιστα ἐν ἐκτάκτῳ προϋπολογισμῷ, τ’ ἀνωτέρω σημειωθέντα ποσά. 1) Ἡ εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου ἐκπεσοῦσα ἐγγύησις τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης ἐκ φρ. 450,000, ἡ ἀποτελοῦσα τὸ ἔσοδον τῶν δρ. 607,500, κατελογίσθη εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, ἐκδοθέντος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 365 τῆς 25 Φεβρουαρίου 1892 ταμειακοῦ γραμματίου (ὅρα ἀπολογισμὸν 1892, ἔσοδα κεφ. Ηʹ ἄρθρ. 1).—Πρὸς ἀπόδοσιν δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου δέον ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. 2) Ὡς πρὸς μὴ πληρωθέντας τόκους ἐντόκου γραμματίου ἐκ δρ. 358,000 ὁ καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὑπὸ χρονολογίαν 18 Νοεμβρίου 1891, μετὰ πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ 17 Ἰουλίου 1891 καὶ μετὰ ταὐτοχρόνου πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἐκθέσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 322,882.22 ὑπὸ τὸ κεφ. 39 «τόκοι ἐντόκων γραμματίων» πρὸς πληρωμὴν τῷ κ. Rolin τόκου ἡμερῶν 518 ἐπὶ τοῦ ἐκ δρ. 5,610,000 ἐντόκου γραμματίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὐδεμία δὲ ἐπιτρέπεται πληρωμὴ μὴ ὀφειλομένου νομίμως τόκου, ἄνευ εἰδικοῦ νόμου, ἐγκρίνοντος ταύτην. Ἀλλὰ, καὶ ἂν εἴτε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἴτε νεώτερον ἐκ δρ. 358,000 ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθῇ, ἀπαραίτητον εἶναι ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις τοσούτου ποσοῦ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. 3) Τὸ παρὰ τῷ τραπεζίτῃ Cibbs ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 547,667 δὲν εἶναι εἰσπράξιμον, καθόσον, ὡς γνωστὸν, ὁ τραπεζίτης οὗτος ἀρνεῖται τὴν πληρωμὴν καὶ λόγῳ ἐλλείψεως τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Rolin καὶ λόγῳ ἑτέρων αὐτοῦ ἀπαιτήσεων κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ποσότητος ἀσυγκρίτως ἀνωτέρας. Καὶ ἂν ὅμως κατασταθῇ εἰσπράξιμον, βεβαίως ἡ ποσότης αὐτοῦ ἔσται ἐλάσσων τῆς ἐν τῷ ἐκτάκτῳ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης· καθόσον αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, αἱ φέρουσαι ὀνομαστικὸν κεφάλαιον λιρῶν 20,200, τιμῶνται σήμερον πρὸς 34%, ἤτοι ἡ τρέχουσα ἀξία τῶν λιρῶν 20,200 κατῆλθεν εἰς λίρας 6868. 4) Τὸ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὑπόλοιπον, τὸ μετενεχθὲν εἰς λ)σμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐκ δρ. 1,062,823, δὲν δύναται λογικῶς καὶ λογιστικῶς ν’ ἀναγραφῇ νῦν ὡς ἔσοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὡς γνωστόν, διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν φρ. 24,000,000. Τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τούτου εἰσήχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔκτακτον ἔσοδον τοῦ Κράτους. Ἡ ἐπελθοῦσα βραδύτερον ἐξόφλησις αὐτοῦ διὰ τοῦ δανείου τῶν λ. 5,000,000 δὲν μετέβαλε τὸ παράπαν τὸν προορισμὸν καὶ τὸν ἀρχικὸν χαρακτῆρα τοῦ εἰρημένου δανείου. Κατὰ τὴν σχετικὴν σύμβασιν, ὁ ἐργολάβος εἶχεν ἀναλάβει καὶ τὴν χορηγίαν τοῦ δανείου καὶ ὑπεχρεοῦτο νὰ καταθέσῃ εἰς χρήματα μὲν 80%, εἰς τραπεζικὴν δὲ ἐγγύησιν τὰ ὑπόλοιπα 20%. Κατὰ τὴν αὐτὴν σύμβασιν, τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τούτου, ἀντὶ νὰ μείνῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἐντεῦθεν νὰ λαμβάνωνται τὰ ἀναγκαιοῦντα κατὰ λόγον τῆς προόδου τῶν ἔργων ποσά, πληρονόμενα εἰς τὸν ἐργολάβον τῆς κατασκευῆς, συνεφωνήθη, λόγῳ πορισμοῦ τῶν διαμέσων τόκων, νὰ κατατεθῇ παρὰ τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ, ἐνδυόμενον εἰς χρεώγραφα ἢ εἰς ἔντοκα γραμμάτια. Ἀλλὰ ἡ παρὰ τῇ Τραπέζῃ κατάθεσις, γενομένη εἰς λ)σμὸν τοῦ Δημοσίου, δὲν ἠδύνατο νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσαγάγῃ ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ προϊὸν τοῦ δανείου ὡς ἔκτακτον ἔσοδον τοῦ Κράτους, καὶ νὰ χρεώσῃ ἀφ’ ἑτέρου τὴν Ἐθν. Τράπεζαν. Οὕτω κατὰ μὲν τὸ 1889 διὰ γραμματίων εἰσπράξεως τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου εἰσήχθη ὡς

δημόσιον ἔσοδον τὸ ποσὸν················ Δρ. 13,664,670.44

κατὰ δὲ τὸ 1890························· Δρ. 5,600,000,00

Τὸ ὅλον································· Δρ. 19,264,670.44

Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου προέκυψεν ἡ παρακαταθήκη παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἧς ὑπόλοιπον εἶναι τὸ σημειωθὲν ἤδη ποσὸν ἐκ δρ. 1,062,823, ὅπερ εὐλόγως μετηνέχθη εἰς λ)σμὸν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἵνα μὴ τὸ Δημόσιον ζημιώνηται τὸν τόκον τοῦ 1%. Ἐξεταστέον νῦν, δύναται νὰ ληφθῇ ἡ παρακαταθήκη αὕτη ἄνευ πιστώσεως ἀναγραφομένης εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ καὶ ἂν θεωρηθῇ ὡς χορηγία πιστώσεως τὸ προβαλλόμενον παράρτημα προϋπολογισμοῦ, δύναται ἡ παρακαταθήκη αὕτη νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔσοδον τοῦ Δημοσίου; Βεβαίως ὄχι· διότι τὸ ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἔσοδον κατελογίσθη ἤδη ἐν ταῖς διαχειρίσεσι τῶν ἐτῶν 1889 καὶ 1890 ὡς ἔκτακτον ἔσοδον τοῦ Κράτους. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι τὰ μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντα ἐντάλματα ἐξόδων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, κατὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὁποίων δὲν ἐσημειώθησαν καὶ ὡς ἔσοδα ἐκ τοῦ δανείου τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἀνελήφθησαν ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ παρακαταθηκῶν, ἀλλ’ ἐξεδόθησαν γραμμάτια ἀναλήψεως πρὸς πίστωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης (ὅρα ἀπολογισμοὺς 1889, 1890 καὶ 1891). Ἄλλως αὐξάνουσι τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀπολογισμῶν, καὶ ἐπέρχεται πλήρης ἀνατροπὴ καὶ τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ τῶν λογιστικῶν βιβλίων. Ἠναγκάσθην νὰ μακρηγορήσω, ὅπως παραστήσω εἰς ὑμᾶς τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα θέλει ὁδηγήσει ἡ ἰδιόῤῥυθμος ἐπίνοια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὑπαγορευθεῖσα ἐκ τοῦ σκοποῦ τῆς παραστάσεως τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ ἔλασσον κατὰ ἓν ἑκατομμύριον. Μεθ’ ὅλην ὅμως τὴν ἐπίνοιαν ταύτην, ἡ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν δαπάνη ἐπιβαρύνει ἀναποδράστως τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1895, καὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον ἡμῖν νὰ συνυπολογίσωμεν εἰς τὰς λοιπὰς πιστώσεις καὶ ταύτην, τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Οὕτω δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1895 ἀνέρχεται
εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ.94,062.782
Μὲ προϋπολογισμὸν δὲ ἐσόδων ἐκ » 92,266,118
Ἔχομεν ἀναμφισβήτητον ἔλλειμμα ἐκ δρ. 1,796,664

Εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θέλει προστεθῆ καὶ ἡ ἐπελθοῦσα ἐλάττωσις ἐπὶ τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος ἐκ δρ. 4 κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν ἐπὶ 300,000,000, ἤτοι τὸ ποσὸν δρ. 1,000,000, μεῖον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ θέλει τυχὸν εἰσπραχθῆ ἐκ τιμήματος τοῦ εἰς εἶδος εἰσπραχθησομένου ἐγγείου φόρου σταφίδος. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, καίτοι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα εἶχον καὶ ἔχουσι δυσχερῶς, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὑπὸ εὐνοϊκὰς συνθήκας, ἐν σχέσει πρὸς ἣν εἶχεν ἀποστολήν. Εὑρίσκει μειωμένον τὸ ποσὸν τῆς ὀφειλῆς τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ ποσότητα ὑπερβαίνουσαν τὰ 10 ἑκατομμύρια. Εὑρίσκει τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ ἐξωμαλισμένον καὶ κεκαθαρμένον ὑπὸ τῶν προκατόχων της. Πρὸ πάντων γινώσκει, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἀπαιτήσεις τῶν δανειστῶν, καὶ τίνα τηροῦσι στάσιν οὗτοι, ἀφοῦ μάτην ἐπεκαλέσθησαν τὴν ἐπέμβασιν τῶν Κυβερνήσεων, ὧν διατελοῦσιν ὑπήκοοι. Τὸ πρῶτον μέλημα, τὸ πρῶτον καθῆκον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ λάβῃ προχείρως καὶ ἀμέσως πρόνοιαν περὶ βελτιώσεως τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀνωμαλίας, νὰ προσαγάγῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πρὸς μείωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων· καὶ ἂν δὲν ἠδύνατο ἐν ποσότητι μεγάλῃ νὰ πράξῃ τοῦτο, ὤφειλεν ἔστω καὶ κατὰ 5 ἑκατομμύρια νὰ κατορθώσῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ αὐτῶν· οὕτως ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς πάντας τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμὸς, θέλει προνοήσει περὶ τῆς παγιώσεως τοῦ κυμαίνοντος χρέους, ἤτοι τῶν προσωρινῶν εἰς χρυσὸν δανείων, καὶ ἰδίως θέλει ἐργασθῆ διὰ σειρᾶς οἰκονομικῶν μέτρων, εἰς τρόπον ὥστε, ἐὰν δὲν ἀρθῇ ἐντελῶς ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, νὰ βελτιωθῇ ὅμως αὕτη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος οὐ μόνον ἐλάσσονα τῆς ὑφεστώσης, ἀλλὰ καὶ σταθερὰν, διότι, ὡς γνωστὸν, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ παραβλάπτει τὰς συναλλαγὰς καὶ κρατεῖ τὸ ἐμπόριον ἐν καταστάσει μετεώρῳ· ἰδίᾳ ὅμως ἐπιβλαβῆ εἶναι τὰ μεγάλα ἅλματα τῆς ὑπερτιμήσεως ἢ ὑποτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Καὶ ἐν ἄλλοις ἔθνεσιν εἰσήχθη πρὸ ἐτῶν καὶ λειτουργεῖ εἰσέτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀλλὰ δι’ ὧν ἔλαβον μέτρων κατώρθωσαν νὰ κρατήσωσι τὴν ὑπερτίμησιν ταύτην ἐν σταθερῷ τινι ὁρίῳ· τοῦτο εἶχε κατορθωθῆ παρ’ ἡμῖν ἐν παρελθούσῃ χρονικῇ περιόδῳ, κατὰ τὰ ἔτη 1888 καὶ 1889, ὅτε ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἐκυμαίνετο μεταξὺ 118–122 λεπτῶν. Ἀλλ’ ἐφόσον δὲν λαμβάνεται ῥιζικόν τι καὶ ἡρωικὸν μέτρον, θέλουσιν ἐξακολουθήσει τὰ μεγάλα ἅλματα τῆς ὑπερτιμήσεως καὶ ὑποτιμήσεως, καὶ τὸ ἐμπόριον ἡμῶν θέλει διατελεῖν ἀμηχανίᾳ, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ κανονίζῃ τὰς ἑαυτοῦ σχέσεις πρὸς τὴν ἀλλοδαπὴν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐργάζηται καὶ λειτουργῇ εὐδοκίμως. Κατ’ ἐμὲ, ἐπεβάλλετο εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διευκολύνῃ τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν, νὰ ἀποφύγῃ οἱανδήποτε ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, διότι ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν δέον νὰ ἐπικρατῇ καὶ προέχῃ εἰς πάσας τὰς σκέψεις καὶ ἐνεργείας ἡμῶν ἡ περὶ συντελέσεως τοῦ συμβιβασμοῦ μέριμνα, ἀπαραίτητον εἶναι νὰ μὴ προσερχώμεθα οὐδὲ εἰς τὴν ἐλαχίστην μείωσιν τῶν ἐσόδων ἡμῶν. Προκειμένου περὶ τῶν ἡμιτελῶν ἔργων, ὡς πρὸς μὲν τὰ ἄλλα, βεβαίως ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις, μιμουμένη τὴν προκάτοχόν της, νὰ περιορισθῇ εἰς τὸν πορισμὸν τῶν ἀναγκαίων πρὸς τοῦτο χρημάτων ἐκ τῶν τακτικῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου. Ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον ὅμως Πειραιῶς–Λαρίσης, νομίζω ὅτι ὤφειλε νὰ ποιήσηται ἐξαίρεσιν. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων νὰ πορισθῶμεν τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τοὐλάχιστον τὰ δύο τμήματα τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, τὰ μέχρι Λεβαδείας καὶ Χαλκίδος. Εὐκόλως ἠδύνατο νὰ συνομολογήσῃ μικρόν τι ἐσωτερικὸν δάνειον, ὅπως εὕρῃ τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα διὰ τὰ τμήματα ταῦτα τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης. Ἂν γένηται δεκτὸν τὸ σύστημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγόρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ἀναμείνωμεν δηλονότι ἐκ τῶν τακτικῶν ἡμῶν εἰσπράξεων νὰ κατασκευάσωμεν τὰ δύο ταῦτα τμήματα, βεβαίως θέλομεν ἐπιβραδύνει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε αἱ γενόμεναι μέχρι τοῦδε διὰ τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν δαπάναι ἐξ εἴκοσι καὶ πλέον ἑκατομμυρίων θέλουσιν ἀπολεσθῆ. Ἐὰν ἐν τῇ τελευταίᾳ συνόδῳ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ἐψηφίζετο ὁ νόμος ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περὶ τῆς διὰ δημοσίου συναγωνισμοῦ, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν συνομολόγησιν ἐσωτερικοῦ δανείου, ἀποπερατώσεως τῶν δύο τούτων τμημάτων τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, μεγίστην ἤθελε πορισθῆ ὠφέλειαν οὐ μόνον ἡ ἐσωτερικὴ ἡμῶν συγκοινωνία, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος, ὅπερ βεβαίως ζημιοῦται ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου, ὡς ἐπαγομένης τὴν καταστροφὴν τῶν ἤδη συντετελεσμένων ἔργων. Ἐν τούτοις ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, καίτοι ἐπηγγέλθη καὶ διὰ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ καὶ διὰ τῶν ἀγορεύσεων τοῦ ἡγέτου αὐτῆς πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους τὴν ἄμεσον τῶν τμημάτων τούτων ἀποπεράτωσιν, οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν, καὶ ἐγκαταλείπει τὰ τετελεσμένα ἔργα εἰς τὴν καταστροφὴν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος τοῦτο. Ἐὰν δ’ ἐμμείνῃ εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῶν τακτικῶν ἡμῶν εἰσπράξεων θέλει συντελεσθῆ τὸ ἔργον, δὲν θέλομεν βεβαίως ἴδει ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπηρετοῦντα τὴν συγκοινωνίαν τὰ μέχρι Χαλκίδος καὶ Λεβαδείας τμήματα. Ἐπίκαιρον εἶναι νὰ ὑπομνήσω ἐνταῦθα τὴν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους ἐπαγγελίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ περιορισμοῦ τῶν, ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 65 ἢ 66 ἑκατομμυρίων. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἀνέρχεται, ὡς ἔλεγον ὑμῖν πρότερον, εἰς 94,000,000. Ἐὰν δ’ ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν 22,000,000, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὴν ἐνιαυσίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν καὶ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἀνέρχεται εἰς 72,000,000. Ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου, ἔλεγεν ὅτι «εἶναι πολλὰ τὰ 69,000,000, ὅσα ἀνέγραψεν ὁ παραιτηθεὶς Πρωθυπουργός· πρέπει νὰ τὰ περιορίσωμεν εἰς μόνον 65 ἢ 66 ἑκατομμύρια.» Ἀντὶ ὅμως τοῦ περιορισμοῦ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατώρθωσεν, ὅπως τὰ 69 ἑκατομμύρια προβιβάσῃ εἰς 72 ἑκατομμύρια. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὅτε ἀνέγνων τὴν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους ἐπαγγελίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ περιορισμοῦ τῶν τακτικῶν δαπανῶν ἡμῶν εἰς μόνον 65 ἢ 66 ἑκατομμύρια, ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεπλάγην ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐλευθεριότητι τῶν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς ὑποσχέσεων. Ὅσοι καλῶς ἐμελέτησαν τὰ τῶν ἀπαραιτήτων πρὸς διοίκησιν τῆς χώρας δαπανῶν, ἐν οἷς πρωτίστως καταλέγεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, γινώσκουσιν, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι μεγάλη ἐγένετο περιστολὴ εἰς ταύτας, μέχρι μάλιστα τοῦ σημείου τοῦ νὰ βλαφθῶσι τὰ συμφέροντα πολλῶν ὑπηρεσιῶν. Ἡ περαιτέρω δὲ περιστολὴ τῶν δαπανῶν μέχρι ποσοῦ μάλιστα 65 ἑκατομμυρίων, εἶναι βεβαίως ἀνέφικτος. Εἶναι δυνατὸν εἰς Κυβέρνησιν, ἐργαζομένην μετὰ θάῤῥους ἅμα καὶ περισκέψεως, νὰ ἐξευρεθῶσιν ἔτι οἰκονομίαι μέχρι ποσοῦ 2 ἑκατομμυρίων, οὐχὶ εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, οὐδὲ εἰς τὴν κατάργησιν ὀλίγων θέσεων γραφέων ἢ ὑπογραμματέων, ἀλλὰ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Γινώσκω, ὅτι ἐν τοῖς σχεδίοις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπῆρχεν ἡ ὑποβολὴ καὶ ἐπιψήφισις νέων ὀργανισμῶν, δι’ ὧν κατηργοῦντο αἱ ὑπάρχουσαι κεναὶ θέσεις, καὶ οὐσιώδεις ἄλλαι ἐπετυγχάνοντο οἰκονομίαι. Ἡ κατάστασις, εἰς ἣν διατελοῦσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, βεβαίως δὲν ἐδικαιολόγει τοὺς γενομένους τελευταῖον ἀθρόους προβιβασμοὺς εἴς τε τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θέλει βεβαίως προβάλει τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι οὗτοι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διῴκησε τὴν χώραν ἀπὸ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Τρικούπη μέχρι τῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἀναῤῥήσεως αὐτοῦ. Ὅταν ὅμως ἦναι γνωστόν, ὅτι οἱ προβιβασμοὶ ἐγένοντο μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16 Ἀπριλίου, ὧν τὸ ἀποτέλεσμα ἐνεδείκνυε καὶ ἐπέβαλλε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς κυβερνήτην· ὅταν ἦναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῆς νέας Κυβερνήσεως, τῆς ὑποδειχθείσης ὑπὸ τῶν ἐκλογῶν, ἦτο κυρίως ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἰδίᾳ ἡ συνομολόγησις τοῦ συμβιβασμοῦ, φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ καταστήσῃ ὅπου δεῖ γνωστόν, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους ἐν οὕτω κρισίμῳ στιγμῇ ἦτο κώλυμα πρὸς τὴν ἐπιδιωκομένην ἀνόρθωσιν. Ὁπωσδήποτε οἱ προβιβασμοὶ ἐγένοντο, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἐπεβαρύνθη διὰ ποσοῦ οὐχὶ εὐκαταφρονήτου.

§139Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἐγένετο καμμία ὑπέρβασις δαπάνης διὰ τῶν προβιβασμῶν.

§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τυπικῆς ὑπερβάσεως τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οἷος ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀναγεγραμμένων πιστώσεων. Πρόκειται περὶ τῆς ἐπελθούσης αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους. Γινώσκετε πάντες τοὺς λογιστικοὺς ὑπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο ὑπέρβασις πιστώσεων. Ἐν τῷ μεσολαβήσαντι ἀπὸ τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου μέχρι σήμερον χρόνῳ εἶχε μετενεχθῆ πίστωσις ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, προστεθέντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Προεβλήθη δὲ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν τὰ προκύψαντα πλεονάσματα ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσιν εἰς τὰς γενικὰς ὑπηρεσίας, καὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐκλεχθέντας τελευταίως Βουλευτάς, ὧν ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἀνώτερος τῶν τῆς διαλυθείσης Βουλῆς. Καὶ μεθ’ ὅλας ὅμως τὰς ἐπινοήσεις ταύτας, ἐπῆλθεν ἐκ τῶν προβιβασμῶν ὑπέρβασις τῶν πιστώσεων τούτων. Ἀλλ’ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κατ’ ἐμέ, δὲν ἔδει νὰ περιορισθῇ εἰς μόνας τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἀλλ’ ἔδει νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ νόμου τὴν μὴ αὔξησιν αὐτῶν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀντὶ τῶν πολλῶν καὶ ἐπουσιωδῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ, καὶ ἅτινα πάντα ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν, ἐργαζομένην καὶ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, θὰ ἦτο ἀσυγκρίτως προτιμότερον νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, περιορίζοντα τὰς θέσεις τοὐλάχιστον εἰς ὃν ἀριθμὸν σήμερον ἔχομεν, ἦτο προτιμότερον νὰ συζητήσωμεν νέον ὀργανισμὸν τοῦ ναυτικοῦ, ὅπως περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν θέσεων εἰς ὅσας σήμερον ἔχομεν. Ὅπως δὲ ἀποφύγωμεν τὰς αὐξήσεις ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκ τῶν Σχολῶν ἐξερχομένων, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὅ,τι γίνεται ἀλλαχοῦ. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἀλλαχοῦ τότε καὶ μόνον εἰς τοὺς ἐξερχομένους ἐκ τῶν Σχολῶν δίδονται θέσεις, ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη κενή, τηρουμένης τῆς σειρᾶς τῆς ἐκ τῆς Σχολῆς ἀποφοιτήσεως ἑκάστου αὐτῶν. Ἐν ἐποχῇ τοιαύτης οἰκονομικῆς δυσπραγίας, εὐκταῖον ἦτο νὰ μὴ ἀνεγινώσκομεν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀναγραφομένας προκηρύξεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, προκαλοῦντος διαγωνισμὸν πρὸς προσθήκην λογιστῶν καὶ ὑπολογιστῶν, διότι, νομίζω, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες εἶναι μᾶλλον ἢ ἐπαρκεῖς. Ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι νὰ μὴ αὐξάνωσι καθ’ ἅλματα αἱ πιστώσεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐπισκευὴν κτιρίων τοῦ Ναυστάθμου καὶ δὲν ἠξεύρω τίνων ἄλλων. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλαβε χώραν ἐπεισόδιόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἀρνηθῇ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου πληροφορίαι περὶ τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν ἀφεώρα ἡ ζητηθεῖσα ἐκ δραχ. 150,000 αὔξησις τῆς πιστώσεως τῆς προωρισμένης διὰ τὴν ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν πολεμικῶν πλοίων. Ὁ κ. εἰσηγητὴς εἶπεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅτι, καίτοι ἐπανειλημμένως ἐζήτησε τὴν πληροφορίαν ταύτην παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δὲν κατώρθωσε νὰ τὴν λάβῃ.

§141Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος δύο λέξεις. Δὲν μετέβην ἐγὼ αὐτοπροσώπως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπέστειλα ἕνα ἄνθρωπον τῆς ἐμπιστοσύνης μου, τῷ ἀπήντησαν δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται ἢ μετὰ δύο μῆνας. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ μίαν ἄλλην πληροφορίαν, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀπολύτως.

§142ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποίαν ἄλλην;

§143Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν τῆς «Μπουμπουλίνας».

§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ἐπεισοδίου τούτου ἐποιησάμην μνείαν, ἵνα πείσω τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν, ἐνταῦθα ὑπῆρχε τὸ στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον κυρίως ἔπρεπε νὰ ἐργασθῇ, χωρὶς νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀναγεγραμμένης πιστώσεως ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία ἐδεῖτο ἴσως καὶ μείζονος ἔτι συνδρομῆς, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν δυνάμεθα ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ δικαιολογηθῶμεν, ἀφοῦ οὗτος ἐπιβαρύνεται μὲ φόρους ἐκ δραχ. 96,000,000.

§145Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν; Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τῶν 23,894.08 δραχμῶν φέρει ἡμερομηνίαν 10 Ἰουλίου ἐ. ἔ., μόλις δὲ σήμερον εἶδον τὴν παρατήρησιν, ἣν παρὰ πόδας αὐτῆς ἔχετε ὑπογράψει ὑμεῖς, ὁ κ. Καραπάνος καὶ ὁ κ. Ράλλη, περὶ τοῦ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἠρνήθη δῆθεν νὰ δώσῃ τῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῇ σημείωσιν καὶ πληροφορίας περὶ τῆς διαθέσεως τῶν 950,000 δραχμῶν κατὰ τὸ 1894 ἔτος.

§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἤμεθα μόνον ἡμεῖς ὑπογεγραμμένοι.

§147Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην εἶσθε μόνον ὑμεῖς οἱ τρεῖς ὑπογεγραμμένοι.

§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κακῶς ἐτυπώθη ἡ ἔκθεσις.

§149Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ συμπληρώσω τὴν ἀπάντησίν μου. Δὲν συζητῶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπογραψάντων. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς, ὅτι μόλις σήμερον εἶδον τὴν σημείωσιν ταύτην, ὑπογεγραμμένην παρ’ ὑμῶν τῶν τριῶν, αὔριον δὲ θέλω ἐρωτήσει τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τίνα ἆρά γε λόγον δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζητήσατε.

§150ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς προθυμίας ὑμῶν περὶ τὴν παροχὴν τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς αἰτουμένων πληροφοριῶν. Ὡς εἶναι γνωστὸν, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως πάντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ κοινωνῶσι μετὰ τῶν Ὑπουργείων· κοινωνοῦσιν εἴτε διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, εἴτε διὰ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς. Ὄχι μόνον δὲ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας, ἀλλ’ ἁπάντων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τὴν προσοχὴν εἵλκυσαν αἱ προβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν μεταβολαὶ εἰς τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένας πιστώσεις, καὶ ἰδίως ἡ προβληθεῖσα αὔξησις τῆς πιστώσεως τῆς ἤδη ἀναγεγραμμένης δι’ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων, ἐν ᾧ συνάμα προὐτάθη νὰ διαγραφῇ ἡ ἐγγεγραμμένη πίστωσις διὰ κατασκευὴν νέων λεβήτων εἰς τὸ πολεμικὸν πλοῖον «Γεώργιος», ἥτις ἐθεωρήθη ἄλλοτε ὡς λίαν κατεπείγουσα. Ἡ ἐπιτροπὴ εὐλόγως ᾐτήσατο ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ Ὑπουργείου διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς. Ὁ εἰσηγητὴς ἠρωτᾶτο καθ’ ἡμέραν ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀπήντα, ὅτι δὲν ἔλαβεν ἀπάντησιν. Τὴν τελευταίαν δὲ ἡμέραν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ὑπογράψωμεν τὴν ἔκθεσιν, ἠρωτήσαμεν καὶ αὖθις τὸν κ. εἰσηγητὴν, ἂν ἐδόθησαν αἱ πληροφορίαι αὗται, καὶ μᾶς ἔδωκεν, ἣν ἀπάντησιν ἠκούσατε καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, δοθεῖσαν τῇ προκλήσει μου. Ὥστε κἀγὼ καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εὑρισκόμεθα ἐν τῷ δικαίῳ ἡμῶν, ἐκδηλοῦντες ἀπορίαν ἐπὶ τῇ ἀρνήσει τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Πέποιθα ἐν τούτοις, ὅτι μετὰ τὴν γενομένην νῦν συζήτησιν θέλουσι χορηγηθῆ εἰς τὴν Βουλὴν αἱ αἰτηθεῖσαι πληροφορίαι.

§151Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μάλιστα, θέλω χορηγήσει αὐτάς.

§152ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς ἣν ἤδη μετέδωκα ὑμῖν γνώμην, ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἐπεβάλλετο ν’ ἀναθεωρήσῃ τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, νὰ ἐκτιμήσῃ λελογισμένως τὰς ἀνάγκας τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων, καὶ νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας αὐτῶν ἐντὸς ὁρίων ἐπιτρεπόντων τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων κατὰ λόγον τῶν οἰκονομικῶν μέσων τοῦ Κράτους. Εἰς τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ συναδέλφους, οἵτινές εἰσιν ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ πραγματευθῶσιν ἤδη διεξοδικώτερον τὸ θέμα τοῦτο, καὶ νὰ ὑποδείξωσιν ἐν λεπτομερείᾳ τὰς οἰκονομίας, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ἄνευ βλάβης τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἰδίᾳ δὲ τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις καὶ εὐθύνην ἐπέχει ἐπὶ τῇ καταλλήλῳ ὀργανώσει καὶ λειτουργίᾳ τῶν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, τῇ συμβιβαζομένῃ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέσα. Τὴν γνώμην περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ δὲν προέβαλον οἴκοθεν, ἀλλὰ στηριζόμενος εἰς ὅσα μοὶ εἶπον πεπειραμένοι καὶ εἰδικοὶ ἀξιωματικοί, ἐν οἷς καὶ ἡμέτεροι συνάδελφοι. Ὅτε μάλιστα τελευταῖον συνεζητεῖτο τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθὲν καὶ ψηφισθὲν νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, ἠρώτησα εἰδικοὺς συναδέλφους, ἂν ἐκ τοῦ νομοθετήματος τούτου ἐπέρχεται αὔξησις τῶν δαπανῶν· ἔλαθον δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἐξ αὐτοῦ θέλουσιν αὐξήσει αἱ δαπάναι κατὰ δραχ. 100,000 περίπου. Λυποῦμαι, ἠναγκασμένος νὰ ἐπικρίνω κυβερνητικὰς πράξεις, αἵτινες συνδέονται πρὸς τὴν θέσιν δημοσίων λειτουργῶν, οἵτινες ἀπέκτησαν δικαιώματα διὰ τῆς πολυχρονίου αὐτῶν ὑπηρεσίας. Φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἐν ᾗ διατελοῦμεν οἰκονομικῇ δυσχερείᾳ, προσῆκον εἶναι νὰ σκεπτώμεθα πρωτίστως περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, νὰ θέτωμεν δὲ εἰς δευτερεύουσαν μοῖραν τὴν θεραπείαν τῶν προσωπικῶν ἀξιώσεων. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ συμπληρώσῃ καὶ βελτιώσῃ τοὺς νόμους περὶ προσόντων τῶν δημοσίων λειτουργῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν μὴ ἰσοβίων δικαστικῶν, καὶ νὰ περιφρουρήσῃ διὰ νέων νόμων τὴν ἐξάσκησιν καὶ ἐκείνων εἰσέτι τῶν δικαιωμάτων, ὅσα καὶ μετὰ τοὺς ὑφεστῶτας νόμους ἀπέμειναν ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως οὕτω παταχθῇ ἡ συναλλαγὴ, ἥτις ὑπονομεύει αὐτὰ τὰ θεμέλια τῶν φιλελευθέρων ἡμῶν θεσμῶν. Εἰς Κυβέρνησιν, ὑποστηριζομένην διὰ τόσῳ μεγάλης κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας, ἦτο εὐχερὲς τὸ ἔργον τοῦτο, ἂν αὕτη συνῃσθάνετο τὴν ἀποστολὴν αὑτῆς καὶ ἐνεφορεῖτο ὑπὸ γενικωτέρων ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν. Δυστυχῶς ὅμως ἔπραξεν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, εἰσαγαγοῦσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποστηρίξασα τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων, δι’ ὧν καταργοῦνται οἱ λειτουργοῦντες νόμοι, οἱ καθορίζοντες τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσις τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Ἀποτέλεσμα τῶν μέτρων τούτων ἔσεται βεβαίως ἡ πλήρης ἔκλυσις τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως, ὧν τὴν βελτίωσιν καὶ ἀνόρθωσιν ἐπηγγέλθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν. Ἐξ ὅσων εἶπον ὑμῖν ἀπεδείχθη ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἔχομεν πρὸ ἡμῶν προϋπολογισμὸν ἀνισοσκελῆ, ἤτοι ἔχομεν ἔλλειμμα ὑπερβαῖνον τὰ 2,000,000. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τοῦτον ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συνόδου ταύτης μετὰ περισσεύματος ἐξ 1,988,394· διὰ τῶν δηλώσεων ὅμως αὐτῆς τῆς ἰδίας, διὰ τῶν ἐγκαταλειφθέντων ὑπ’ αὐτῆς νομοθετικῶν μέτρων καὶ διὰ προσθηκῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν σημερινῶν περιστάσεων, τὸ περίσσευμα μετεβλήθη εἰς ἔλλειμμα, κατέστη δὲ δυσχερὴς καὶ αὐτὴ ἡ λογιστικὴ συναρμολόγησις τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραπτέων ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὡς ἐκ τῶν ἐπανειλημμένων κυβερνητικῶν προτάσεων καὶ δηλώσεων, ἐνδεικνυουσῶν τὴν ἔλλειψιν ἀρτίου κυβερνητικοῦ συστήματος. Αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ μέτρων ἀφορώντων εἰς τὴν ἄρσιν ἢ τὴν βελτίωσιν τῆς ὑφεστώσης νομισματικῆς ἀνωμαλίας, παρέμειναν ἐντελῶς ἀπραγματοποίητοι, καθόσον οὐδεμία, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη, ἐλήφθη μέχρι τοῦδε πρόνοια, ἀφορῶσα εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ὡσαύτως ἀπραγματοποίητος ἀπέμεινε καὶ ἡ ἑτέρα ἐπαγγελία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως, ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, εἰς τὸ ποσὸν τῶν 65 ἢ 66 ἑκατομμυρίων. Ἀντὶ τῆς περιστολῆς ταύτης ηὐξήθησαν τὰ ὑπὸ παραιτηθέντος Πρωθυπουργοῦ προϋπολογισθέντα πρὸς τοῦτο 69,000,000 εἰς 72 ἑκατομμύρια. Ἡ ἐπαγγελία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν μέχρι Χαλκίδος καὶ Λεβαδείας τμημάτων τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Λαρίσης ἔμεινεν ὡσαύτως ἀπραγματοποίητος, καθόσον οὐ μόνον οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ τούτου, ἀλλὰ διὰ τοῦ προβληθέντος ὑπ’ αὐτοῦ συστήματος τῆς κατασκευῆς αὐτῶν ἐκ τῶν τακτικῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐσόδων ἐξέλιπε πᾶσα ἐλπὶς περὶ τῆς ταχείας τῶν τμημάτων τούτων κατασκευῆς, ἐκ τῆς παρελεύσεως δὲ τοῦ χρόνου θέλουσι καταστραφῆ καὶ αἱ ἤδη τετελεσμέναι ἐργασίαι, δι’ ἃς ἐδαπάνησε τὸ Δημόσιον πλέον τῶν 20,000,000. Αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ἀνορθώσεως τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, οἵτινες, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἰδίου, περιῆλθον εἰς ἐξάρθρωσιν, ἐπραγματοποιήθησαν κατὰ τρόπον λίαν περίεργον. Ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς κατέστησε δυσχερῆ τὴν ἀποστολὴν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἥτις, διοικουμένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἄνευ περιορισμοῦ τινος, δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστος ἐκ τῆς φατριαστικῆς ἐνεργείας. Ἡ κατάργησις τῶν περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων ἰσχυόντων νόμων θέλει βεβαίως παραλύσει τὴν δημοσίαν διοίκησιν, ἡ δὲ ἀνομολογηθεῖσα τὸ πρῶτον νῦν ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συναλλαγὴ, βεβαίως θέλει ἐξαρθρώσει τὴν δημοσίαν διοίκησιν, ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῶν ὑλικῶν καὶ τῶν ἠθικῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Ἡ κατάργησις τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν διὰ τῶν ψηφισθεισῶν ἤδη δασμολογικῶν μεταῤῥυθμίσεων εὑρίσκονται βεβαίως εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς περισυλλογῆς καὶ τῆς ἀνορθώσεως, ἣν ἐπηγγείλατο ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Αἱ ἀναγγελθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οἰκονομίαι ἐπὶ τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον ἐκ δραχμῶν 2,425,000 ἐξηλέγχθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον εἰκονικαὶ, καὶ δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν σταθερῶν καὶ μονίμων δαπανῶν τοῦ Κράτους. Ἡ ἔλλειψις ἀρτίου οἰκονομικοῦ συστήματος, ὅπερ εἴπερ ποτὲ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν σημερινῶν περιστάσεων, τὸ οἰκονομικὸν τῶν ἀναγγελθεισῶν οἰκονομιῶν, ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων καὶ ἡ ἀνισοῤῥοπία τοῦ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν προϋπολογισμοῦ, βεβαίως δὲν παρεσκεύασαν τὸ ἔδαφος, οὗτινος ἀνάγκην εἴχομεν, ὅπως κανονίσωμεν τὰς ἐκκρεμεῖς μετὰ τῶν δανειστῶν σχέσεις τοῦ Κράτους καὶ συνομολογήσωμεν μετ’ αὐτῶν τὸν συμβιβασμὸν, ὅστις θεωρεῖται, καὶ εὐλόγως, ὡς ἡ ἀμετηρία τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τε Κράτους καὶ τῆς χώρας. Ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἔχομεν βεβαιωμένον ἤδη ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑστέρησε καὶ εἰς τὸ ἀναγκαῖον σθένος καὶ εἰς τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ ἐπαρκῶς τὰς περιστάσεις, ἐν αἷς διατελεῖ νῦν ἡ χώρα ἡμῶν. Μεθ’ ὅσα μέχρι τοῦδε ἔπραξεν ἢ παρέλειψε νὰ πράξῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, εἰς οὐδένα ἐκ τῶν ἀμερολήπτως καὶ μετ’ ἐνδιαφέροντος παρακολουθούντων τὰ ἡμέτερα πράγματα ἀπέμεινεν ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὴς ἀπέναντι τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς σημερινῆς καταστάσεως ὑποχρεώσεων καὶ καθηκόντων. Καλεῖται νῦν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ αἰσθάνεται βαθέως, τὴν ὁποίαν ἔχει σπουδαίαν ἀποστολήν. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, ἀφορῶσα εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐξαρθῇ τοῦ ἐδάφους τῶν κομματικῶν ὑποχρεώσεων, εἶναι ἐπιβεβλημένον, κατ’ ἐμὲ, εἰς αὐτὴν νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ τὴν ὑποχρεώσῃ νὰ καταρτίσῃ καὶ ὑποβάλῃ ἕτερον, ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ ἐγγυώμενον τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς παρ’ ἡμῖν ἐχόντων.

§153Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὡς ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑπεβάλλετε ὑμεῖς ἐπὶ δεκαετίαν, καὶ ἀφήσατε ἐρείπια εἰς τὸν τόπον.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§155ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν πολλοί· ἀλλὰ καλὸν νομίζω νὰ διακόψωμεν ἀπόψε.

§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ἂς ἐξακολουθήσωμεν.

§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἷς μόνον ὡμίλησε. Πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν εἴχομεν ὁρίσει τὴν ἡμέραν ταύτην πρὸς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§158ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε εὑρίσκετο ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, διεῤῥήγνυε τὰ ἱμάτια αὑτοῦ, καὶ ἐκτὸς τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ἡμᾶς κατεδίκαζομεν τὸ παρελθὸν σύστημα, εἶχε καὶ ἄλλην ἀξίωσιν, ὅτι ἔπρεπε πρῶτος νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας καὶ ἔπειτα ἐπ’ αὐτοῦ νὰ λάβῃ αὐτὸς τὸν λόγον ἢ ἄλλος τις τῆς μειοψηφίας. Νῦν παρατηρῶ, ὅτι ἄνευ οἱασδήποτε ἀντιῤῥήσεως ἐγείρεταί τις ἐκ τῆς μειοψηφίας, λαμβάνει τὸν λόγον, μεταβάλλει τὸν προϋπολογισμὸν αὐτόχρημα εἰς ῥάκος, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας νὰ σιγήσουν, νὰ ἐξακολουθήσῃ δὲ ἡ μειοψηφία τὸν μονόλογον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς τοσοῦτον κατεδίκαζεν ἄλλοτε, ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Βεβαίως ἡ μειοψηφία νομίζει, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ δὲν ἀναιρεῖται, ἔχει ἐκπληρώσει ἤδη τὸ καθῆκόν της, ἐπιφυλάσσεται δὲ, ἐὰν τῷ ὄντι ἡ πλειοψηφία ἀντιτάξῃ ἐπιχειρήματα, μειοῦντα τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ὁμολογουμένως εἰς πάντας τοὺς ἀκούσαντας αὐτοῦ ἐνεποίησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ἵνα καὶ ἄλλοι ἐκ τῆς μειοψηφίας λάβωσι τὸν λόγον καὶ ἐπέλθωσιν εἰς ἐπίῤῥωσιν τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ οὐδὲν ἀντιτάσσετε εἰς αὐτὴν, ἡμεῖς δὲν νομίζομεν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸν μονόλογον αὐτόν. Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι εἶναι ἀρκετὰ τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ του παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, καὶ ὅτι αὐτὸς καὶ οἱ παρακολουθοῦντες αὐτὸν οὐδὲν ἔχουσι νὰ ἀντιτάξωσι πρὸς αὐτόν; Ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεώς του νὰ ἐπιβάλῃ τὴν λῆξιν τῆς γενικῆς συζητήσεως καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὰς λεπτομερείας.

§159Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ δικαιολογήσω, διατὶ δὲν ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον. Πρῶτον νομίζω, ὅτι, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, δὲν ὤφειλον νὰ πράξω τοῦτο, ἀφοῦ ὑπέβαλον ἔκθεσιν, ἥτις ἔπρεπε νὰ προσβληθῇ, καὶ κατόπιν νὰ λάβω τὸν λόγον. Δὲν ἐζήτησα δὲ τὸν λόγον καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, διότι ἀνέμενον, ἵνα καὶ ἄλλοι λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον λόγῳ παθήσεως τῶν φωνητικῶν μου ὀργάνων δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντῶ εἰς πᾶσαν ἀγόρευσιν τῶν ἀντιφρονούντων· οὐχ ἧττον, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐκ μέρους τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ἑνὸς τουλάχιστον ἀκόμη ἐκ τῶν συναδέλφων, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντῶ εἰς ἕκαστον ἀγορεύοντα· ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὰς γνώμας πάντων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρεξηγηθῇ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, καὶ παρακαλῶ νὰ πιστεύσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν λόγων μου.

§160ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι πολὺ, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐνόμισεν ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου ἐνεῖχον οἰανδήποτε μομφὴν κατ’ αὐτοῦ.

§161Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἴπετε «καὶ ὁ εἰσηγητής».

§162ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶπον τί ἀπῃτοῦμεν ἄλλοτε· τώρα βεβαίως δὲν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, ὅπως ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς κατάρξηται τοῦ ἀγῶνος. Διὰ τοῦτο ἄνευ οἱασδήποτε παρατηρήσεως ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλαβε πρῶτος τὸν λόγον. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ προλαλήσαντος, τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπεδείχθη ὅτι οὐχὶ μόνον μομφήν τινα δὲν ἔχομεν ν’ ἀπευθύνωμεν πρὸς τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἐπαίνους πολλούς. Ἀπόδειξις τρανὴ τούτου εἶναι, ὅτι τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας εὑρέθημεν πρόθυμοι νὰ ὑπογράψωμεν εἰς τὴν εἰσήγησιν τῆς πλειοψηφίας, —κατὰ πρώτην φορὰν, νομίζω, τοῦτο γίνεται ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ—ἐννοεῖται μὲ ἐπιφύλαξιν ν’ ἀναπτύξωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς μάλιστα ὀφείλομεν χάριτας εἰς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι πλείστας ὅσας τῶν γνωμῶν ἡμῶν συμπεριέλαβεν εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι ἡ ἔκθεσίς του εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρώτη μετέβαλεν εἰς ῥάκος τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι πᾶν ὅ,τι τὴν σήμερον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασίδος Βουλευτὴς, ἐπῆλθεν εἰς ἐπίῤῥωσίν της καὶ ἦτο εὐρυτέρα τις ἀνάπτυξις τῆς εἰσηγήσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ποία εἶναι ἡ συνέπεια τούτου; Ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καλῶς ἔπραξε, σιγήσας, ἀλλ’ ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ καθῆκον ἔχει νὰ ἀπαντήσῃ καὶ πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας καὶ πρὸς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Πρὸς τί ἡμεῖς νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀγορεύοντες; Ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκούμεθα εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἐκθέσεως τῆς μειοψηφίας καὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Ἐὰν ἴδωμεν, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει νὰ προσαγάγῃ νέα ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἀληθεῖς ἐν πᾶσι, τότε βεβαίως, ἐὰν ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς ν’ ἀντιτάξωμεν πρὸς τὰ νέα ταῦτα ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ λάβωμεν τὸν λόγον. Ἄλλως ὅμως πιθανὸν νὰ μᾶς ἀφοπλίσῃ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπεραμυνόμενος αὐτοῦ, καὶ νὰ καταστήσῃ περιττὴν πᾶσαν περαιτέρω συζήτησιν. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τόσον χρόνον νὰ χάνῃ, ἀκούουσα μονολόγους ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι βεβαίως καὶ ἡμεῖς θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβωμεν ἐν πολλοῖς, ὑπὸ ἄλλας φράσεις ἴσως, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα περιέχει ἐν πολλοῖς ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὰ ὁποῖα ἐν πολλοῖς ἀνέπτυξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής. Ὅπως λοιπὸν μὴ περιπίπτωμεν εἰς τοιαύτας ἐπαναλήψεις καὶ εἰς τοιούτους μονολόγους, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ὑπεραπολογηθῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τότε, ἂν παραστῇ ἀνάγκη, βεβαίως θὰ λάβωσι καὶ ἄλλοι ἐξ ἡμῶν τὸν λόγον· ἐὰν δὲν παραστῇ ἀνάγκη τοιαύτη, πιθανὸν μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ κηρύξωμεν τὴν λῆξιν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν.

§163ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἔντιμος προαγορεύσας οὐδόλως ἔχει δίκαιον νὰ ἀπαιτῇ, ὅπως ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας, λαμβάνῃ ἀενάως τὸν λόγον. Ἰσχυρίζομαι ὅτι ἔχει ἄδικον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, καθόσον, ὡς γνωρίζετε, τὸ μωσαϊκὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἔχει μόνον ἕνα ἡγέτην, δὲν ἔχει ἕνα μόνον ἀρχηγόν. Ἕκαστον τμῆμα αὐτῆς ἀντιπροσωπεύει καὶ ἴδιον σύστημα. Τί ἄλλο εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, παρὰ ὁ τρόπος καὶ τὸ σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐννοεῖ κόμμα τι, ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἐρχόμενον, νὰ τὸ θέσῃ εἰς πρᾶξιν, ἐὰν δὲ ἦναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, τὸ ἐπαγγέλλεται καὶ τὸ ἀναπτύσσει, ἵνα τὸ κρίνῃ ἡ κοινωνία; Ὡμίλησεν ἐπ’ ὀνόματι καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ κόμματος τοῦ πρώην ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής· καλῶς. Τώρα ἀναμένομεν καὶ τὰ λοιπὰ τμήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ τότε ἔχει καθῆκον ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τότε ὀφείλει νὰ δεχθῇ νὰ ἀντιπαλαίσῃ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· καὶ πάλιν ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ, μόνον ἐὰν συζητοῦντες δὲν φέρωσι παρῳχημένα πράγματα ἢ συστήματα, ἀλλ’ ἔρχωνται διὰ πραγμάτων νὰ καταγγείλωσιν ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης τὰς παραλείψεις τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας· τότε καὶ μόνον ἔχει καθῆκον ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Τί μᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας; Ἠθέλησε νὰ φέρῃ εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν τὰς ἐπαγγελίας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν ἡγέτου τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἀφοῦ ὑπέμνησε ταύτας, ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν ἐξετέλεσε πάσας, καὶ ὅτι δὲν ἐφήρμοσεν ὅλως διόλου τὰς ἐπαγγελίας του, καὶ πρῶτον δὲν μετέβαλε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸν φόρον τῶν ζώων, τοῦ οἴνου, τοῦ καπνοῦ καὶ τοὺς λοιποὺς φόρους. Ἀλλὰ πότε ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν; Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει, παρὰ τρεῖς μόλις μῆνας, εὗρε δὲ τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ Ἰούλιον μῆνα ἐν χρήσει· δὲν ἔρχεται σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, παρὰ μόνον ἵνα κατὰ τύπους ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός, καὶ οὗτος ὡς ἀπολογισμός, διότι καὶ διὰ διατάγματος πρὸ μηνῶν ἔχει τεθῇ εἰς χρῆσιν. Θέλομεν ἴδει— καὶ βεβαιῶ τοῦτο—τὸν ἀρχηγὸν τῆς Συμπολιτεύσεως τὴν ἐρχομένην σύνοδον νὰ μεταβάλῃ πάντας τοὺς φορολογικοὺς νόμους, καὶ τότε θὰ πεισθῶσι πάντες, ὅτι οὔτε μία δὲν ἔμεινεν ἄνευ ἐφαρμογῆς ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτοῦ. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα μαθημένοι δι’ ἀγυρτιῶν νὰ καταλαμβάνωμεν τὴν ἐξουσίαν. Ναί, πᾶσαι αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ ἡγέτου ἡμῶν θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ. Ἴσως τὸ πρῶτον ἤδη εὑρέθη εἷς ἀρχηγός, περιτρέχων τὰ ἐκλογικὰ κέντρα, νὰ ὑποσχεθῇ εἰς τὸν λαὸν, ὅτι θὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα, θ’ ἀποπερατώσῃ τὸν συμβιβασμὸν ἀξιοπρεπῶς καὶ ὅπως τὰ συμφέροντα καὶ οἱ πόροι τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσι· πρώτην φορὰν τὸ ἔθνος εἶδεν ἡγέτην ἀντιπολιτευόμενον νὰ διέλθῃ τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ καταδείξῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ποίας ἔχει ἀνάγκας καὶ ὁποία δέον νὰ λάβῃ χώραν μεταβολή, ὅπως μεταβληθῇ ἡ κατάστασις, προτείνων μέτρα σωστικά, δι’ ὧν ἐλπίζει νὰ φέρῃ τὴν διόρθωσιν. Ἔχω δι’ ἐλπίδος, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μένοντες εἰς τὴν ἐξουσίαν θὰ φροντίσωμεν διὰ τῆς προαγωγῆς τῆς βιομηχανίας, διὰ τῆς εὑρύνσεως τῆς πίστεως τοῦ ἐμπορίου, νὰ εἰσέλθῃ ὁ χρυσὸς ἀθρόος εἰς τὸ Κράτος, καὶ νὰ εὐδαιμονήσῃ ἡ χώρα· τότε μόνον, ὅταν ὁ χρυσὸς δυνηθῇ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Κράτος καὶ ἡ εἰσαγωγὴ ἰσοφαρίσῃ μὲ τὴν ἐξαγωγὴν τοὐλάχιστον, τότε καὶ μόνον θέλει τὸ νομισματικὸν σύστημα διαῤῥυθμισθῆ (εὖγε! εὖγε!) καὶ οὕτω θὰ ἐκλείψῃ ἡ νομισματικὴ κρίσις. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἕνεκα τῶν διαφόρων καὶ πολλῶν ἀποχρώσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν ποικίλων συστημάτων αὐτῆς ὀφείλει ἕκαστος τῶν ἡγετῶν αὐτῆς νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ὡς καὶ τὰ ἔγκριτα μέλη ταύτης, καὶ μετὰ ταῦτα συλλήβδην εἰς πάντας νὰ ἀπαντήσῃ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Συμπολιτεύσεως, ὡς εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἀρκούντως κατέδειξα ὅτι ἡ ἀπαίτησις νὰ ἀπαντᾷ εἰς ἕκαστον μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἄδικος καὶ ἀδύνατος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ πάντας τοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡγέτας νὰ λάβωσι τὸν λόγον, καὶ ἀφοῦ ἀκούσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πάντας, τότε, ἐν γνώσει τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν συστημάτων αὐτῶν, θέλει ἀπαντήσει.

§164ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐγένετο κατάδηλον εἰς πάντας, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, δὲν ὑπάρχουσι διάφοροι ἀποχρώσεις Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν ὑπάρχει νῦν διαφορὰ γνωμῶν πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας· παμψηφεὶ ἡ Βουλὴ, καὶ διὰ τῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ διὰ τῆς μειοψηφίας, κατεδίκασε τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν. Ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος διαφωνεῖ πρὸς τὴν παμψηφίαν τῆς Βουλῆς, εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ξηροχωρίου Βουλευτής· ἀλλὰ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐγὼ ἐκ τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ κ. Πετσάλης. Νομίζω μόνον ὅτι ἠδίκησεν αὐτὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτήν, ἰσχυρισθεὶς ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνέλαβε νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν Βουλήν. Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ ὑπερασπίσῃ, ὑποβαλὼν αὐτὸν ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ συνήγορος τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ὅταν βλέπῃ ὅτι ἡ οἰκονομικὴ αὕτη πολιτικὴ ὑφίσταται ἓν τραῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπεγένετο εἰς αὐτὴν καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπεραμυνόμενος αὐτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ζητῶν οὕτω νὰ σώσῃ ἐκ τῶν ναυαγίων αὐτοῦ ὅ,τι δύναται νὰ σώσῃ ἀκόμη. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν. Δὲν ὑπάρχει διάκρισις μειοψηφίας καὶ πλειοψηφίας· ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς καταδικάζει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ἐξ ὅσων τοὐλάχιστον δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐκ τῆς μιᾶς καὶ μόνης ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸς καὶ μόνος, παρίσταται ἐν τῇ Βουλῇ συνήγορος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. Τρικούπη. Νῦν παρίσταται ὡς ὑπερασπιστὴς αὐτοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ξηροχωρίου Βουλευτής· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θ’ ἀρκεσθῇ εἰς μόνην τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνόμισε πρέπον νὰ προβῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ξηροχωρίου Βουλευτής. Πιστεύω ὅτι θὰ θεωρήσῃ ἐπάναγκες νὰ λάβῃ αὐτὸς τὸν λόγον, καὶ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ ἔργον του, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ αὐτὸ ἔκθετον.

§165ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὸν λόγον.

§167ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται, ἂν ὑπάρχῃ ὁμοφωνία ἢ μὴ εἰς ὅλην τὴν Βουλήν, ἢ εἰς τμήματα αὐτῆς, εἰς τὴν Συμπολίτευσιν ἢ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐνταῦθα ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος παριστᾷ τὴν πολιτικὴν καὶ τὰ μέτρα, ἅτινα πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσι πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἡ συζήτησις, τῆς ὁποίας ἠρξάμεθα ἀπόψε, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἡ σπουδαιοτέρα τῶν συζητήσεων τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν νομίζω δὲ καλόν, ἐπειδὴ ἄλλα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι σήμερον ἕτοιμα νὰ ὁμιλήσωσιν, ἐπειδὴ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, οὗτινος, ὡς ὡμολόγησε καὶ ὁ ἴδιος, πάσχουσι τὰ φωνητικὰ ὄργανα, δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ σήμερον, ἐπιθυμεῖ δὲ νὰ ὁμιλήσῃ αὔριον καὶ μεθαύριον, δὲν εἶναι καλόν, λέγω, νὰ ἐκβιάσωμεν τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως. Ἡ συζήτησις πάντοτε γίνεται δυστυχῶς, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, διὰ μονολόγων, διότι πάντες, ὅτε ἤμεθα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμεῖς, ὑφιστάμεθα τοιαύτην ἀνωμαλίαν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἴδομεν μάλιστα Πρωθυπουργούς, ἰδίως τὸν πρώην Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τίποτε. Ἦτο δικαίωμά του, ὅπως εἶναι δικαίωμα παντός, νὰ ἀπαντήσῃ ἢ νὰ μὴ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν προσβολὴν τῶν μέτρων ἢ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας προέτεινεν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη ὑποχρέωσις εἴς τινα νὰ ἀναιρέσῃ τὰ ἀποῤῥιφθέντα, ἢ τὰ διὰ τῆς συζητήσεως ἀποδειχθέντα ἀβάσιμα μέτρα, τὰ προταθέντα παρ’ αὐτοῦ. Πιστεύω ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ ἐκβιάσωμεν αὐτόν, ὅπως ἀπαντήσῃ καὶ λάβῃ τὸν λόγον, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν θέλει νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν, εἶναι νὰ μὴ ἐκβιάσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλει λήξει ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ὑποθέτω, διότι δὲν θὰ ἦναι πολλοὶ νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ προφθάσωμεν ἴσως νὰ περατώσωμεν καὶ τὰ ἄλλα ἔργα τῆς Βουλῆς. Ἀπόψε δὲν βλέπω ἄλλον δηλώσαντα ὅτι θέλει νὰ ὁμιλήσῃ. Ἐγὼ βεβαίως θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν θὰ ὁμιλήσω ἀπόψε.

§168ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁμιλήσατε ἀπόψε.

§169ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἀπόψε, διότι μετὰ τὴν ἐργασίαν, τὴν ἀρκετὰ εὐρεῖαν, τὴν ὁποίαν ποιοῦμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, δὲν ἔχω διάθεσιν εἰς τὴν μίαν μετὰ τὸ μεσονύκτιον νὰ λάβω τὸν λόγον, ὕστερον ἀπὸ τόσον μακρὰς καὶ περιπετειώδεις συζητήσεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ θὰ ὁμιλήσω εἴτε αὔριον εἴτε μεθαύριον. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ κλείσῃ ἀπόψε τὴν συζήτησιν, εἶναι ἐλευθέρα νὰ πράξῃ τοῦτο. Θὰ εἴπω, ἐὰν νομίσω ἀναγκαῖον, τὰς γνώμας μου εἴτε ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, εἴτε καὶ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· δὲν δύναται κἀνεὶς νὰ μὲ ἐμποδίσῃ νὰ πράξω τοῦτο. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο, διότι πάντοτε ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ διεξήγετο μετά τινος ὑπομονῆς, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ σήμερον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ παρατείνῃ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πέραν τῶν τριῶν ἢ τὸ πολὺ τεσσάρων ἡμερῶν.

§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς οὐδένα ἐπειράθημεν νὰ ἐκβιάσωμεν,—καὶ δίδω τὴν ἀπάντησιν ταύτην εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, διότι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ εἰσιν ἀνάξια τῆς ἐμῆς προσοχῆς. Ἡμεῖς δὲν ἐπειράθημεν νὰ ἐκβιάσωμέν τινα, χρεωστοῦμεν ὅμως ν’ ἀναγγείλωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχε προσδιορισθῆ ἤδη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἢ τῆς Παρασκευῆς, ὅτι ἔμελλε νὰ γένηται τὴν Δευτέραν, ὅτι τὴν Δευτέραν ἀνεβλήθη, ἐπειδὴ προηγήθη ἀντικειμένων τινῶν ἄλλων ἡ συζήτησις, καὶ ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ γένηται μετὰ ταῦτα, καὶ ἐδηλώσαμεν ὅτι θέλει γενῆ ἡ ἔναρξις τὴν Τετάρτην, ὅτι τὴν Τετάρτην ἤρχισε τέλος πάντων, καὶ μόλις εἷς ἠγόρευσε, παρέστη ἡ ἀξίωσις, ὅτι ὤφειλον ἐγὼ νὰ ἐγερθῶ ἀμέσως, διὰ νὰ ἀνασκευάσω τὰ λεχθέντα. Ἀλλ’ οὕτως ἤθελε μοὶ ἐπικλωσθῆ ὁ κλῆρος, εὐθὺς ὡς ἕκαστος τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὁμιλῇ κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ διαδέχομαι αὐτὸν, διὰ νὰ ἀνασκευάζω τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Αὐταὶ εἰσιν αἱ παραστάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰσὶ δ’ ἥκιστα σοβαραί. Ἐὰν ταῦτα χρησιμεύωσιν εἰς τοὺς ταῦτα λέγοντας διὰ νὰ ὁμιλῶσι μετά τινος προπετείας, ἀνοικείου εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἡμεῖς ὑπερορῶμεν ταῦτα. Ἐὰν λέγωσιν ὅτι ἡ Βουλὴ παμψηφεὶ ἀπεδοκίμασε τὸν προϋπολογισμὸν, ἂς θέσωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἵνα βεβαιώσωσι τὸν ἰσχυρισμόν των καὶ ἀποδείξωσιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεδοκίμασε, καὶ τότε θέλουσι μετρηθῆ πόσοι εἰσὶν οἱ λέγοντες ταῦτα. Ἡμεῖς θέλομεν λάβει μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ὅταν κρίνωμεν ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν· θέλομεν δὲ πράξει τοῦτο μετὰ πάσης εὐλαβείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπολιτευομένους καὶ πρὸς τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς, τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦμεν μέρος.

§171ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ λόγοι μου πᾶν ἄλλο μαρτυροῦσιν ἢ ὑπεκφυγὴν τοῦ ἀγῶνος. Ἐξ αὐτῶν πᾶς τις, ἀπροκαταλήπτως κρίνων, ἐσχημάτισε βεβαίως τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡμεῖς ἐπιζητοῦμεν τὴν συζήτησιν, δι’ ἣν εἴμεθα ἐν πάσῃ στιγμῇ ἕτοιμοι, ὡς γινώσκει τοῦτο κάλλιστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ προηγουμένων συνόδων καὶ ἐκ προηγουμένων συζητήσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα λάβωμεν τὸν λόγον καὶ συζητήσωμεν. Ἀλλ’ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, λέγομεν ὅτι, ἐλλείψει τοῦ ἀντιλέγοντος, δὲν ἔχομεν πρὸς τίνα νὰ συζητήσωμεν. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι πρώτην φορὰν παρεστάθημεν ἐν τῇ Βουλῇ ἀπέναντι τοῦ φαινομένου αὐτοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας ἀνατρέπει ἄρδην καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ παρουσιάζει νέα ὅλως διόλου ἀποτελέσματα. Καὶ μετὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην τῆς πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται καὶ ἡ μειοψηφία, ἔρχεται μία ἀγόρευσις τόσον λεπτομερὴς, οἵα ἡ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, καὶ συμπληροῖ τὸ ἔργον τῆς ἐκθέσεως, χωρὶς νὰ ἀφίνῃ κἀμμίαν ἀμφιβολίαν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ κρίνῃ καὶ νὰ σκέπτηται. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 θὰ ἦτο πράγματι ἀνάξιος οἱασδήποτε προσοχῆς καὶ συζητήσεως, ἂν δυστυχῶς δὲν ὑπεβάλλετο ὑφ’ ἑνὸς κατέχοντος πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα. Κατὰ τοῦτο εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν βεβαίως ὡς ἁπλοῦς Βουλευτὴς ὑπέβαλλεν εἰς ἡμᾶς τοιοῦτο κατασκεύασμα, οἷος ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς, θὰ τὸν ἀντιπαρηρχόμεθα τὸ πολὺ–πολὺ μετὰ μειδιάματος οἴκτου. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ὑπέβαλεν ὡς Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἑκόντες ἄκοντες νὰ συζητῶμεν περὶ αὐτοῦ, καὶ νὰ συζητῶμεν πρὸς αὐτὸν τὸν εἰσηγητήν του. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸν προσωπικόν του ὑπαινιγμόν. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ἓν καὶ μόνον ἐπιχείρημα εὗρεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ν’ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ· τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀκολουθούντων αὐτὸν ὀπαδῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ τὸν συγχαρῶ διὰ τὸ ἐπιχείρημα αὐτοῦ τοῦτο. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδέποτε θὰ ηὐχόμην εἰς ἐμαυτὸν νὰ στηρίζωμαι εἰς τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, καὶ ἐπὶ τοιούτων ἐπιχειρημάτων ἐρειδόμενος ν’ ἀπαιτῶ καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἄλλα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ καθηγῆταί τις τῆς πλειοψηφίας καὶ νὰ ἐπιβάλλῃται καὶ εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ οὐχὶ μόνον ὁ ἀριθμὸς τῶν ὀπαδῶν του. Τὸ ἐπιχείρημα τῶν ἀριθμῶν κατεχράσθησαν ἄλλοι, ἔχοντες δύναμιν μεγαλειτέραν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμεῖται, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς προηγουμένης βουλευτικῆς περιόδου ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ μειοψηφίᾳ ἠριθμοῦμεν μόλις 14 ἢ 15, ἡ δὲ πλειοψηφία ἀνήρχετο εἰς 180 περίπου, ἂν ὄχι καὶ πλέον. Καὶ ἐν τούτοις ἡ πλειοψηφία ἐκείνη, διότι ὁ εἰσηγητής της ἐνόμιζεν ὅτι ἐν πολλοῖς ἔπρεπεν ἀντὶ παντὸς ἄλλου ἐπιχειρήματος ν’ ἀντιτάσσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ὀπαδῶν του, ἔφθασεν ἐκεῖ, ὅπου ἔφθασεν. Ἂν θέλῃ, ἂς μιμηθῇ τὸ παράδειγμα τοῦ προκατόχου του, καὶ ἐπερειδόμενος καὶ αὐτὸς εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν φίλων του, ἂς μὴ ἀπαντήσῃ διόλου οὔτε εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας, οὔτε εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, καὶ θὰ ἴδωμεν ποῦ θὰ εὑρεθῇ μίαν ἡμέραν. Ἐπὶ τέλους ἂς κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς γενικῆς συζητήσεως, ἂν θέλῃ, ἂς μὴ διέρχηται ὅμως διὰ τοῦ νοῦ του, ὅτι δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι ἡμεῖς εἰς συζήτησιν, ἡμεῖς οἱ καταστήσαντες ἤδη αὐτὸν ἀναπολόγητον· διότι βεβαίως οὐδεὶς σωφρονῶν θὰ θεωρήσῃ ὡς ἀπολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ἐπίδειξιν τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως τῶν φίλων του Βουλευτῶν.

§172ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Νομίζω ὅτι τὰ λεγόμενα τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶναι πρωτοφανῆ καὶ πρωτάκουστα. Προσκαλοῦσι τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, διότι ἕν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἔφερεν ἐναντίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πρώτην φορὰν ἠκούσαμεν ἐδῶ, νὰ ἀξιῶσι μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἕν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἔφερεν ἐναντίαν γνώμην εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὅτι ὀφείλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐγερθῇ καὶ δώσῃ τέλος εἰς τὴν συζήτησιν, ὡς νὰ ἐζητεῖτο νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ μιᾶς τροπολογίας. Τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἡ φωνὴ πρέπει νὰ ἀκουσθῇ τελευταία, ὅταν μάλιστα ἦναι γνωστόν, ὅτι εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι πολλοί οἱ διαμφισβητοῦντες τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ. Παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σιμοπούλου ἠκούσθη μία γνώμη· ἄλλην γνώμην θὰ ἔχῃ βεβαίως ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτής, ἄλλην ὁ ἐξ Ἀττικῆς, ἴσως δὲ καὶ ἕτερός τις τῶν Κυρίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· εἶναι λοιπὸν ὑποχρεωμένος ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους, ὁ ἔχων τοιαύτην ἡλικίαν, ὁ καταβασανιζόμενος τόσας ἡμέρας, ὁ ἀπαντῶν εἰς πάντας, περὶ παντὸς ἐρωτώμενος, νὰ ἐγείρηται καὶ ἀπαντᾷ εἰς ἕνα ἕκαστον καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ; Λίαν δικαίως ἠγανάκτησε κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, ὅστις πολλὴν ἀληθῶς ἔχει ἀξίαν, ἀλλὰ καὶ πολλὴν εὐκολίαν εἰς τὰς ἐκφράσεις του καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν, ὅτι πᾶσα ἡ Βουλὴ νομίζει ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐγένετο ῥάκος. Πότε ἐγένετο ῥάκος; εἰς ποίαν Βουλήν; εἰς ποίαν σύνοδον;

§173ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§174ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὴν Βουλήν· δύνανται ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ ἔχωσιν ἄλλην γνώμην καὶ ἄλλην κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς δύναται νὰ ἔχῃ ἕκαστος Βουλευτὴς ἰδίαν γνώμην. Ἐὰν ἦναι βέβαιον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους μετεβλήθη εἰς ῥάκος, διατὶ σεῖς, ὅστις εἶσθε προπαρεσκευασμένος, δὲν ἔρχεσθε νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ; Δηλώσατε ὅτι εἶσθε σύμφωνοι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ θὰ ἴδητε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐγειρόμενον νὰ ἀπαντήσῃ. Εἴπετε ὅτι ὑποτάσσεσθε εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Σιμοπούλου, πράξατέ το, καὶ τότε θὰ λάβητε ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν. Ταῦτα λέγω οὐχὶ ἕνεκα λόγων κομματικῶν, ἀλλ’ ἐκ λόγων δικαιοσύνης, ἵνα μάθωσι πάντες οἱ ἐνταῦθα ἀκούοντες, ὅτι ὅσα εἴπετε δὲν εἶναι σοβαρά.

§175Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μολονότι ἐδήλωσα πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ἐσκόπουν νὰ ἀγορεύσω, οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις, κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἰδίως ὑπὸ τοῦ ἐκ Λοκρίδος ἐντίμου Βουλευτοῦ. Δὲν γνωρίζω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἰδίως ὁ ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος θέλουσι νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ κατέστη ῥάκος ὁ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεὶς προϋπολογισμός. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρονται οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν τροποποίησιν ἐξόδων τινῶν καὶ ἐσόδων, καὶ οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκα ὁ εἰσαχθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προϋπολογισμὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι πλήρης, καταρτισθεὶς ἐν διαστήματι τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν. Δὲν ἠδύνατο φυσικῶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιληφθῇ αὐτοστιγμεὶ τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες παρουσιάσθησαν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ παραστήσῃ τὰ πράγματα ὡς ἀληθῶς εἶχον καὶ ὡς αὐτὴ ἡ ἰδία ἀνεγνώριζεν αὐτά. Ἴσως προβληθῇ ἡ ἀντίῤῥησις, διατὶ ἔσπευσεν αὕτη νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ δὲν ἀνέμενεν ἡμέρας τινὰς, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις; Ἡ Ἀντιπολίτευσις δύναται εὐκόλως νὰ λέγῃ ταῦτα, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δύναται ὀρθότατα νὰ ἀναιρέσῃ τὰς ἀντιῤῥήσεις αὐτῆς, ἀφοῦ πάντες ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἐργαζόμεθα νυχθημερὸν, στερούμενοι καὶ ὕπνου καὶ τροφῆς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἐρωτῶ, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ διεξάγων μόνος τὸν κοινοβουλευτικὸν ἀγῶνα, ἀφοῦ πάντες γνωρίζομεν ὁποία ἐργασία ἀπαιτεῖται ὅπως παρασκευασθῇ τέλειος προϋπολογισμός; Ἀλλὰ κατὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις ἐπαρουσίασε τὰς δηλώσεις, ἃς ἐγέννησαν αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσία. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ὁμολογουμένως εἰργάσθη μετὰ ζήλου καὶ εὐσυνειδησίας, συμπραττόντων καὶ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας, δὲν προσεπάθησε νὰ καταστήσῃ ῥάκος τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀποτελεῖ μέρος τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον αὕτη ἐξακολουθεῖ νὰ τρέφῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἤθελε ποτὲ σκεφθῇ νὰ μεταβάλῃ εἰς ῥάκος τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ προσεπάθησε νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἕνεκα τῶν περιστάσεων ὑπάρχοντα κενά. Ἐὰν ὅμως μέλη τινὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νομίζωσιν, ὅτι πρέπει νὰ μεταχειρισθῶσιν ὡς ὅπλον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν τοιαύτην τῆς ἐπιτροπῆς ἐργασίαν, πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς τοιαύτης ἰδέας ἀρκεῖ ἡ πανταχόθεν ἀκουομένη διαμαρτυρία τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐάν τινα τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τῶν σκέψεων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς ὀρθότατα εἶπεν ὁ ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτὴς, δὲν ἐπιτρέπεται διάκρισις μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν, λέγω, ἡ τοιαύτη ἀνεξαρτησία δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔνδειξις δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω ὅτι ἀπατῶνται. Ἡ ἀνεξαρτησία αὕτη τιμᾷ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τιμᾷ τὸν ἡγέτην τῆς πλειοψηφίας πρὸ παντὸς, ὁ ὁποῖος δὲν φρονεῖ ὅτι ἔπρεπε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ἐμπνέωνται ὑπὸ τοιαύτης ἀνεξαρτησίας, μὴ ἀποδεχόμενος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐγίνετο ὑπὸ ἄλλους ἀρχηγούς· ἀλλ’ ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας, ἐμφορούμενος ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ φρονήματος, καὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐνεργείας ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς ἐργασίαις, οὐ μόνον ἀπαρέσκειαν δὲν ᾐσθάνθη διὰ τὴν ἐργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον ἄκραν χαρὰν, διότι αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας πάντοτε ἀνεκήρυξεν, ἀπεδείχθησαν λαμβάνουσαι σάρκα. Εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀγορεύσω· ἀλλὰ δὲν εἶναι δύσκολον νὰ κάμω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν ἦτο δύσκολον νὰ ἀνατραπῶσιν εὐκόλως τὰ πορίσματα τῆς ἀγορεύσεώς του. Ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔξοδα νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 94,012,882 δραχ., ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔσοδα εἰς τὸ ποσὸν τῶν 91,116,118, ἑπομένως νὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα 2,796,694. Ἀλλὰ ποῦ βασιζόμενος ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὑποστηρίζει τοῦτο; Οὐδαμοῦ. Ὑποστηρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν διὰ τὸ τρέχον ἔτος 1895, καὶ ἰσχυρίζεται ὅτι, ἂν ὑπῆρχον χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 24,000,000, τοῦ συνομολογηθέντος χάριν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, τὰ χρήματα ταῦτα εἰσῆλθον πλέον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα τῶν ἄλλων ποσῶν, τὰ ὁποῖα παρίστανται ὡς ἔξοδον ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Περιορίζομαι εἰς ἓν ἔξοδον, εἰς τὸ ἔξοδον τὸ κατατεθὲν παρὰ τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ καὶ μετενεχθὲν εἰς λ)σμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 1.062,823 δραχμάς. Τὸ ποσὸν τοῦτο παρέστησεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι εἰσήχθη εἰς τὸ ταμεῖον. Ἀλλ’ εἰς ποῖον ταμεῖον; Αὐτὸ κατετέθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ὅπως τὸ Δημόσιον ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν τόκου 1% τὸ κατέθεσεν εἰς τὸν ἀνοικτὸν λ)σμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δυνάμενον ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸ εἰς πᾶσαν στιγμήν. Ἑπομένως δι’ αὐτὸ τὸ ποσὸν διὰ τὸ ἔτος 1895 δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη ἐγγραφῆς δαπάνης. Ἀλλ’ ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς προσθέτει 350,000 εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1895 διὰ τὴν δευτέραν βουλευτικὴν σύνοδον. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διατὶ ἐφέτος πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ποσὸν διὰ δύο συνόδους. Δύο τακτικὰς συνόδους δὲν πρόκειται νὰ συγκαλέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ὁμοιάζει τοὺς Πρωθυπουργοὺς ἐκείνους, οἵτινες πάντοτε κατὰ νοῦν εἶχον, πῶς νὰ παραβαίνωσι τοὺς νόμους. Τούτου δοθέντος, πῶς θέλετε νὰ ἀναγραφῇ νέα πίστωσις; Ἴσως ῥηθῇ, ὅτι δὲν θὰ συγκληθῶσι δύο τακτικαὶ σύνοδοι, ἀλλ’ ὅμως θὰ συγκληθῇ ἔκτακτος. Τὴν ἔκτακτον ὅμως περίπτωσιν ταύτην δὲν δύναται νὰ προΐδῃ ὁ προϋπολογισμός. Ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη συγκλήσεως ἐκτάκτου συνόδου, τότε θὰ ζητηθῇ ἡ σχετικὴ πίστωσις. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἕτερον ποσὸν ἐκ 350,000, ὅπερ δέον ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος συναδέλφου. Ἐπίσης διαφωνεῖ ὁ κ. συνάδελφος ἐπὶ τῆς ἐγγραφῆς ποσοῦ 300,000 δραχ. δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος, φρονῶν ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῇ τοῦτο εἰς 500,000. Ἀλλὰ δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει της, τὸ ποσὸν τοῦτο ἴσως ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὑπερβολικόν. Ἔχομεν λοιπὸν ἀμέσως μείωσιν δαπανῶν ἀπὸ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ κατὰ 1,550,000 δραχμάς, καὶ ἰδοὺ ὅτι τὰ 94,012,882, ὡς ὑπολογίζει αὐτὰ οὗτος, ὑποβιβάζονται εἰς 92,462,882. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἐμείωσε καὶ τὰ ἔσοδα κατὰ 680,000 δραχμάς, διότι δὲν πρέπει, λέγει, νὰ ἐγγραφῇ ἔσοδον ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἀδικῶ τὸν κ. Βουλευτήν. Δείκνυται συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ὑπεστήριξεν. Ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον πρέπει νὰ μεταβάλλεται εἰς ἀργυραμοιβεῖον, καὶ νὰ λέγῃ: «ἔχω 10 ντούπιας ἰσπανικάς, 30 λίρας ἀγγλικάς, 20 λουδοβίκεια, δὲν ἠξεύρω πόσα Κωνσταντινᾶτα». Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ μόνος, ὅστις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην. Τὴν αὐτὴν γνώμην ἐξέφρασαν ἄλλοτε πολλὰ ἔντιμα μέλη, τὰ ὁποῖα τὴν στιγμὴν ταύτην παρακάθηνται ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ. Τὴν γνώμην δηλ. ὅτι πᾶν ὅ,τι εἰσάγεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρέπει νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ νόμιμον νόμισμα, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε ἠλέγχομεν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τέως Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἠρνεῖτο τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, μεγάλους δ’ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐποιούμεθα ἀγῶνας. Συνεπεῖς λοιπὸν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς εἰς τὰς γνώμας ταύτας, ὑπεστηρίξαμεν καὶ ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἔσοδον 680,000 δραχμῶν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα. Ἔχομεν λοιπὸν ἔσοδα, κατὰ τὸν ἔντιμον ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφον, οὐχὶ πλέον 91,116,118, ἀλλ’ 91,796,118, ἀπέναντι ἐξόδων ἐξ 92,462,882, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς πάντοτε τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, τοὺς ὁποίους ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἀποδέχομαι. Ἰδοὺ λοιπὸν ἐκ τοῦ προχείρου, ὅτι καταπίπτει ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ἐκοπίασα πολὺ νὰ ὑποβιβάσω τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ ἀπὸ 2,796,694 εἰς μόνον 676,664 δραχμάς, καὶ ταύτας καθ’ ὑπολογισμοὺς οὐχὶ βασίμους. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶπον, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀπέφυγον τὴν συζήτησιν, ἢ ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ προέλθω εἰς πρόχειρον ἀναίρεσιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος λεχθέντων. Ὑποθέτω ὅτι τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἕκαστον κατὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ γνώμας, θέλουσιν ἐξακολουθήσει τὴν συζήτησιν, ἣν θέλω παρακολουθήσει μετὰ προσοχῆς. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸν ἔντιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ ἐκβιάζηται παρ’ αὐτοῦ ἀπάντησις. Αὕτη βεβαίως θέλει δοθῆ, ἀλλ’ ὁπόταν τοῦτο θεωρηθῇ ἀναγκαῖον. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ἀποδεχθῆ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ πορίσματα τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, υἱοθετῶν αὐτὴν ὡς ἴδιον αὐτοῦ τέκνον.

§176ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καίτοι ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ φρονήματος τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδέποτε ὅμως ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ φρονήματος αὐτῶν ἠδύνατο νὰ περιαγάγῃ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Διότι, ἂν καὶ πρὸς στιγμὴν ἐπήρχετο εἰς ἡμᾶς ἡ ἰδέα αὕτη, βεβαίως δὲν θὰ ἠρκούμεθα εἰς τὸ νὰ ἐξάρωμεν μόνον τὰς διαφορὰς μεταξὺ τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ θὰ προεβαίνομεν ἔτι περαιτέρω. Θὰ προεκαλοῦμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, βέβαιοι ὄντες, ὅτι καὶ οἱ συνάδελφοι τῆς μειοψηφίας καὶ πλεῖστοι ἄλλοι, συμμεριζόμενοι τὴν γνώμην ἡμῶν, θὰ κατεψήφιζον τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ πῶς ἐτέθη ὑφ’ ἡμῶν τὸ ζήτημα; Δὲν ἐτέθη ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὡς ζήτημα δυνάμενον νὰ προκαλέσῃ δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ καταψήφισιν αὐτῆς. Ἐτέθη ἁπλούστατα τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ πρὸς αὐτὸν, ὡς μὴ ἀνταποκρινόμενος εἰς τὰς σημερινὰς ἡμῶν ἀνάγκας, ὡς ἐλλιπὴς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀναγραφῆς τῶν ἐξόδων. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐνόμισεν, ὅτι ἀναιρεῖ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ ἐκ Παρνασσίδος κ. Βουλευτοῦ, ἀντισχυριζόμενος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἦναι ἀτελὴς ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ αὐτὸς, ὡς καὶ πάντα τὰ ἄλλα νομοσχέδια, συνετάχθη ἐπὶ τοῦ γόνατος. Ἀλλ’ αὐτὸ τί ἀποδεικνύει; Ὅτι εἶναι ἐλλιπὴς, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκής, καὶ ὡς τοιοῦτος πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν ὅσῳ ἐμμένομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν συνταχθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τοῦ διλήμματος, καθ’ ὃ πρέπει νὰ πράξωμεν ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ ν’ ἀποδεχθῶμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ἢ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐρωτῶ δὲ ὑμᾶς, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων ἀποτελεσμάτων πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἤδη; διότι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζω ὅτι ἔχει ἐγκαταλίπει ἔκθετον τὸν προϋπολογισμόν του τὸν ἀρχικόν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον ἡμεῖς οἱ τῆς μειοψηφίας, ἀλλὰ καὶ οἱ τῆς πλειοψηφίας συνάδελφοι εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο πρέπει νὰ συμπληρωθῇ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος Βουλευτὴς ποιεῖται. Τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα πρέπει νὰ τὴν ἔχῃ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, διότι αὐτὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ πλεῖστα ὅσα, τὰ ὁποῖα οὔτε ἡ πλειοψηφία, οὔτε ἡ μειοψηφία, οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ γινώσκῃ. Καθ’ ὃν λοιπὸν χρόνον μία καὶ ἡ αὐτὴ γνώμη ἐπικρατεῖ παρ’ ἅπασιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀνεπαρκής...

§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ἑρμηνεύετε τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας;

§178ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑρμηνεύω ταύτην τὴν στιγμὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι πολλὰ ἔσοδα κακῶς ἔχουσιν ὑπολογισθῆ ἐπὶ ἔλαττον ἢ ἐπὶ πλέον τοῦ δέοντος, καὶ ὅτι διάφορα ἔξοδα κακῶς ἔχουσιν ἀναγραφῆ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ δέοντος. Τί ἄλλο σημαίνει τοῦτο ἢ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφιστάμενος καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς ἀληθείας, δὲν εἶναι πλήρης; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ ἑρμηνεία τῆς ἐκθέσεως. Τί ἀποδεικνύουσιν αἱ ἐπανειλημμέναι δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν λοιπῶν Ὑπουργῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε μεταβολὴ ῥιζικὴ, ἢ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἦτο ἐξ ἀρχῆς ἀνεπαρκής; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καθὼς καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις συμφωνοῦσιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς χρῄζει ἀναθεωρήσεως. Εἰς τοῦτο κατέληξε καὶ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, καὶ ἐν τούτῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία. Εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν οὐχὶ νῦν τὸ πρῶτον ἐκφέρομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα. Οὐδείς ποτε ἠρνήθη, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι ἀντίγραφον πιστὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1894. Διὰ τῆς ἐκθέσεώς του τότε ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου καὶ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, — διότι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἔλαβε τὸν λόγον, — ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος οὐ μόνον ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα ἦτο ἀνεπαρκής. Τώρα σεῖς δύνασθε ὑπὸ τὰς λέξεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἄλλα νὰ διαβλέπητε, νὰ διαβλέπητε ὅτι, ὅταν λέγῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνεπαρκὴς, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐννοῶμεν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐπαρκής. Ἡμεῖς ὅμως εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ δεχώμεθα, ὅτι καὶ τότε εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀληθείᾳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τώρα, ὅτε ὑπέβαλε τὸν αὐτὸν προϋπολογισμόν. Ἡ ἀλήθεια αὕτη εἶναι, ὅτι ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνεπαρκής, καὶ πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀνασυνταχθῇ. Εἰς τοῦτο εἴμεθα πάντες σύμφωνοι (θόρυβος).

§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι;

§180ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅσοι δὲν εἶναι σύμφωνοι εἰς τοῦτο, δὲν ἔχουσι νὰ πράξωσιν ἄλλο τι ἢ νὰ ζητήσωσι τὸν λόγον καὶ ὑποστηρίξωσι τὴν ἐπάρκειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν φρονοῦσιν οἱ προαγορεύσαντες ὅτι πάντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχουσι γνώμην, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη αὐτῶν. Ἐγὼ δὲν ἐπικρίνω αὐτὴν, ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι ἔχουσι τὸ πάθημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκεῖνος ὁ εἰς Πειραιᾶ καταβαίνων, ὅστις πάντα τὰ πλοῖα, τὸ εἰσερχόμενα εἰς τὸν λιμένα, ὑπελάμβανεν ἰδικά του. Ἀλλ’ ἐὰν φρονῶσι τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγουσιν, ἂς θέσωσι θέμα ψηφοφορίας, ἵνα ψηφοφορήσωμεν, ἢ ἂς ὑποταχθῶσιν εἰς τὸν Κανονισμὸν, νὰ συζητήσωσιν. Εὑρισκόμεθα ἔτι ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἂς ἐκθέσωσι τὰς γνώμας αὑτῶν. Ἂν νομίζωσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκθέσωσιν ἄλλας γνώμας ἢ νὰ προβάλλωσιν ἄλλα ἐπιχειρήματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἂς δηλώσωσιν ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ ἀγορεύσωσιν. Ἡ συζήτησις, ὅπως ἔτρεψαν αὐτὴν οἱ Κύριοι, εἶναι πρωτοφανής· ἡμεῖς δὲν εἴμεθα συνειθισμένοι νὰ ἐπεξερχώμεθα κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος, ὅπως ἐπεξῆλθε κατ’ αὐτοῦ ἄλλος συνάδελφος κατὰ τὸ 1885, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ συζητῶμεν, ἀναγνωρίζοντες αὐτοὺς ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ὅσον δὲ ἡμεῖς καὶ ἂν ἤμεθα ἀνεκτικοὶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ περιφρονῶμεν τὰ ἀπρεπῶς λεγόμενα.

§182ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπιβάλῃ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἀνασκευάσῃ τὰ λεχθέντα κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ του, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω διὰ τίνα λόγον μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ οὐδεὶς ἐκ τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν προεξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠθέλησε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν. Εὑρισκόμεθα πρὸ πρωτοφανοῦς γεγονότος, διότι μετὰ προεξέλεγξιν μακρὰν τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τῆς Κυβερνήσεως προϋπολογισμοῦ δὲν γνωρίζομεν ποῖον εἶναι τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν. Ἔχομεν τῷ ὄντι ἀντὶ ἑνὸς τρεῖς προϋπολογισμούς· ἔχομεν τὸν ὑποβληθέντα ἀρχικῶς παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν τὸν προϋπολογισμὸν τὸν διασκευασθέντα παρὰ τοῦ ἰδίου καὶ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως συνεπείᾳ τῶν δηλώσεών των, ἔχομεν τέλος καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν παρασκευασθέντα παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ εἶναι εὔκολον νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Ἐν σελίδι 51 τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσήγαγεν, εὑρίσκομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1895, ὑπὸ χρονολογίαν 2 Ἰουνίου, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ ἀναγράφει κατὰ κεφάλαιον τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἀνέρχεται εἰς 91,331,118. Μετ’ ὀλίγας σελίδας θέλετε ἀνεύρει τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1895, κατ’ αὐτὸ δὲ, φέρον τὴν αὐτὴν χρονολογίαν καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀνέρχονται εἰς 98,342,724.74. Οὕτω κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν περίσσευμα 1,988,394. Τοιοῦτος ὁ ὑποβληθεὶς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προϋπολογισμός. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν τώρα εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν συνταχθεῖσαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ὡς εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλομεν εὕρει ἐν τέλει αὐτῆς τὰ ἀποτελέσματα τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἄλλων μελῶν αὐτῆς. Κατ’ αὐτὰς, ἔχομεν ἔσοδα ὁριστικὰ ἐκ δραχ. 90,198,016, ἀντὶ τῶν 91,331,118 τοῦ ἀρχικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔξοδα δὲ 91,340,282. Οὕτω κατὰ τοὺς πίνακας τούτους, τοὺς συντεταγμένους συνεπείᾳ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πιστοποιεῖ ἡ ὑπογραφὴ τῶν μελῶν καὶ τῶν εἰσηγητῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, ὅστις ὑπεβλήθη ἀρχικῶς μὲ περίσσευμα 2 ἑκατομμυρίων, μεῖον 11,600 δραχ., παρουσιάζεται εἰς τοὺς πίνακας κατόπιν τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἔλλειμμα δραχ. 1,142,267 περίπου. Καὶ οὗτος ὁ δεύτερος προϋπολογισμός! Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τρίτος προϋπολογισμὸς, ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς εἶπον, ὁ διασκευασθεὶς παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Γνωρίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ ὁλόκληρον τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἔχει δικαίωμα νὰ προβάλλῃ τὰς γνώμας αὐτῆς καὶ νὰ τὰς ὑποστηρίξῃ, ἀλλὰ δὲν ἐφρόνουν ὅτι ὤφειλε νὰ διασκευάσῃ ὁλόκληρον προϋπολογισμόν. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εὕρῃ τὸν ἐπεξεργασθέντα παρ’ αὐτῆς προϋπολογισμὸν σύμφωνον μὲ τὰς γνώμας τὰς κρατούσας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τὴν οὕτω σχηματισθεῖσαν γνώμην ὑποβάλλει εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, καὶ ζητεῖ, ὅπως συνταχθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἕτερος προϋπολογισμὸς, σύμφωνος πρὸς τὰς γνώμας της. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἐν τῇ φιλοπονίᾳ του, καὶ βεβαίως ἑρμηνεύων τὰς γνώμας τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, συνέταξεν ἕτερον προϋπολογισμόν. Εἰς τίνα δ’ ἀποτελέσματα φθάνει οὗτος; ἔχομεν ὁριστικὸν ποσὸν ἐσόδων 92,995,108, καὶ ἔξοδα 92,720,181. Οὕτω κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἔχομεν πλεόνασμα 275,000 δραχμῶν. Ἔλθετε τώρα νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων προϋπολογισμῶν. Ἀλλὰ καίριον ἐλάττωμα παντὸς προϋπολογισμοῦ εἶναι τὸ μὴ ἰσοσκελὲς αὐτοῦ, τὸ νὰ καταλείπῃ ἔλλειμμα. Ἡμεῖς δὲ δὲν γνωρίζομεν, τίς εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τοῖς ἀφορῶσιν εἰς τὴν κύρωσιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, θέλομεν εὕρει περίσσευμα 1,988,394. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς πίνακας τοὺς συνταχθέντας παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, θέλομεν εὕρει ἔλλειμμα 1,442,267. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς πίνακας τοὺς συνταχθέντας παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλομεν εὕρει περίσσευμα 275 χιλιάδων. Καὶ ἐν τούτοις σᾶς λέγουν, ἔλθετε νὰ συζητήσητε! Ἐὰν οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπέμενον, ὅπως ἢ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἄλλος τις λάβῃ τὸν λόγον, τοῦτο ἐγένετο, ὄχι διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχουσι πλήρη καὶ τελείαν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐδίδετο τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις σπουδαία καὶ σοβαρά. Βλέπετε ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐκφεύγει τὸ ἔδαφος τῆς συζητήσεως. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἔδαφος σαλευόμενον, εἶναι τὸ τοῦ σημερινοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι, ὑφ’ οὓς ὅρους συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐνέχῃ ἐν ἑαυτῷ τὰς πλημμελείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατεδείχθησαν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ. Εἴχομεν τῷ ὄντι ἀποκηρύξεις διὰ στόματος αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σπουδαίων ποσῶν ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ παραδόξως, μετὰ τὴν τόσον κοπιώδη ἐργασίαν τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τὴν τόσον ἐπίμονον ἐργασίαν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ τὰς γενομένας παρ’ αὐτοῦ ἀποκηρύξεις, ὡς πρὸς τίνα τῶν ἀναγραφέντων ἐσόδων, ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀποδώσαντος τὴν πλημμελῆ ἀναγραφὴν αὐτῶν εἰς παρεξήγησιν ἐκ μέρους τοῦ συντάξαντος ὑπαλλήλου τὸν πίνακα τῶν ἐσόδων, εὑρίσκομεν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ οὕτως ἀποκηρυχθέντος, εἴμεθα πλησιέστεροι πρὸς τὴν ἀλήθειαν, παρὰ διὰ τῶν δηλώσεων τῶν κατόπιν γενομένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο δὲ πάλιν ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν σπουδήν, μεθ’ ἧς συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν σπουδήν, μεθ’ ἧς διεξάγονται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἀρχικῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφρόνει ὅτι τὸ νομοθέτημα περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐπρόκειτο ἀμέσως νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν. Ἐν τούτοις ἐλησμόνησεν ὁ ὑπάλληλος, πρὸς ὃν εἶχεν ἐντείλει τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἐλησμόνησε νὰ ἐκπέσῃ τὸ σχετικὸν ἔσοδον ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ δὲν ἐλησμόνησε νὰ ἐκπέσῃ τὴν ἀνάλογον δαπάνην· τοῦτο παρετηρήθη ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τότε ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπεκήρυξε τὴν τοιαύτην σύνταξιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν ἀπεκήρυξε, σήμερον ἔρχεται καὶ τὴν κυροῖ, διότι ἀνέβαλε πλέον τὴν ἰσχὺν τοῦ νομοθετήματος τοῦ ψηφισθέντος καὶ, νομίζω, κυρωθέντος, τὴν ἀνέβαλε διὰ τὸν χρόνον τὸν μετὰ τὸ ἔτος 1895. Ἀλλ’ αἱ πλημμέλειαι αὗται τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν καθιστῶσιν ἀδύνατον πλέον τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν; δὲν ἀποδεικνύουσιν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰδέα τις πολιτική, ἥτις ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν αὐτοῦ; Ἀντὶ δὲ νὰ προκαλῇ ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἐν οὐ δεόντι,—διότι ἐντὸς τῆς αἰθούσης μόλις κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἴμεθα 20 ἢ 30,—φρονῶ ὅτι εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν οὕτως ἠλαττωμένην ἀριθμητικῶς Ἀντιπολίτευσιν νὰ προσφέρῃ πραγματικὸν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῇ νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἔστω καὶ διὰ τοὺς ἐξ ὑπολειπομένους μῆνας, καὶ ἀποδείξῃ ὅτι οὗτος ὑπῆρξεν ἔργον ἐντελῶς πλημμελές, ἕνεκα τῆς ἀκατανοήτου σπουδῆς, ἥτις προήδρευσε καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν σύλληψιν ἀκόμη ὅλων τῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο εἶναι τὸ παράπονον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν καθῆκον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἔδαφος στερεόν, ἐφ’ οὗ νὰ γνωρίζωμεν πῶς θὰ συζητήσωμεν.

§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει ἄδικον παράπονον, διότι ἡ σπουδή, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις, εἴτε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν συναφῶν μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔργων, δὲν ἦτο σπουδὴ ἐξαρτωμένη ἐκ τῆς θελήσεως αὐτῆς, δὲν ἀπέκειτο εἰς αὐτὴν νὰ σπεύσῃ μετὰ σπουδῆς, ἢ νὰ βραδύνῃ ἄνευ σπουδῆς· τὴν σπουδὴν ἐπέβαλλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν αἱ περιστάσεις, διότι ἡ Βουλὴ συνῆλθε τὴν 15 Μαΐου, διότι ἐξώδευσε δύο ἑβδομάδας καί τινας ἡμέρας, ἵνα ἐξελέγξῃ τὰς ἐκλογὰς, διότι αἱ ἐργασίαι αὐτῆς ἤρχισαν τὴν 2 Ἰουνίου, καὶ ἀπὸ τῆς 2 Ἰουνίου μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ Βουλευταὶ ἀναγκαίως ἔμελλον νὰ καταλίπωσι τὰς Ἀθήνας καὶ δὲν ἤθελε πλέον εἶσθαι δυνατὸν νὰ κατορθοῦται συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα. Τὴν σπουδὴν λοιπὸν δὲν ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς, ἐδημιούργησαν αὐτὴν αἱ περιστάσεις, ἐδημιούργησεν ἡ βραδύτης τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἡ βραδύτης τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ πάροδος ὅλου τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἴσως χρησιμεύσει εἰς τὴν ἄνετον καὶ ἐπισταμένην διεξαγωγὴν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ παραπονῶνται οἱ ἀντιπολιτευόμενοι καθ’ ἡμῶν, πρέπει νὰ παραπονῶνται κατὰ τῶν περιστάσεων, κατὰ τῆς πλοκῆς τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερον τὴν κατάστασιν ταύτην. Ἀπορῶ, ὅταν ἀγορεύοντες περὶ προϋπολογισμοῦ ἀξιοῦτε προϋπολογισμὸν, ὁποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις συντάσσεται πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ὅστις συντάσσεται ἀπὸ Κυβέρνησιν καθεστηκυῖαν, ἡ ὁποία ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της τὰ ἀρχεῖα τῶν Ὑπουργείων, ἡ ὁποία ἔχει πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Ὑπουργείων. Ὑμεῖς ὄντως ἀξιοῦτε ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀξιοῦσιν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἀπὸ προϋπολογισμοὺς Κυβερνήσεων. Κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἐκλήθημεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν; Εἶχε συμπληρωθῆ ὁ ἕκτος μήν. Ἠθέλετε τότε νὰ μεταβάλωμεν τὰ ἔσοδα, καὶ ἂν ἐφρονοῦμεν ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα κακῶς εἶχον προϋπολογισθῆ, ὡς τὸ ἐφρονοῦμεν; Ποῖον κανόνα ἠθέλομεν λάβει, ἵνα μεταβάλωμεν τὰ ἔσοδα, ἀφοῦ ὁ ἕκτος μὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ εἶχε παρέλθει; Διὰ τοῦτο μετὰ παῤῥησίας ἐδήλωσα, ὅτι ἡμεῖς ἀντεγράψαμεν τὰ ἔσοδα, ὡς ταῦτα εἶχον προϋπολογισθῆ ὑπὸ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ· δὲν ἀνελάβομεν τὴν εὐθύνην τῆς ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται τοῦτο, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν αὐτά. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἐξόδων ἐφροντίσαμεν νὰ ἐπιφέρωμεν τὰς ἐλαττώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐκρίναμεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν κατὰ τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον ἄρχεται ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου μηνὸς τοῦ ἐνιαυτοῦ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὅτι μετεβλήθησαν τὰ κατ’ αὐτό. Καὶ ἠξιοῦτε νὰ μὴ μεταβληθῶσιν; Αἱ ἐκλογαὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῶσι τὴν 2 Ἰουλίου, καὶ ἀνεβλήθησαν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον ὅτε συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὑπετίθετο, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἤθελον ἀναδείξει τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου μηνὸς, ἤθελον οὗτοι ἐγκατασταθῆ κατὰ μῆνα Αὔγουστον, Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον, ὅτι ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τέσσαρας τοὐλάχιστον μῆνας· ἀλλ’ αἱ περιστάσεις ἀπῄτησαν νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐπὶ τὸν Σεπτέμβριον, ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν τελευταίαν τετραμηνίαν· καὶ ἀποδίδετε τοῦτο εἰς σπουδήν; Ὅτε συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμὸς, ἦτο γνωστὸν ποία τροπὴ ἤθελε δοθῆ εἰς τὰ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, εἰς τὰ τῆς διοικήσεως; Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνωμαλίας τοῦ ἔτους, τῆς ἀνωμαλίας τῆς κυβερνητικῆς, τῆς ἀνωμαλίας τῆς βουλευτικῆς. Ἡμεῖς συνετάξαμεν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἐλαττώσαντες μόνον τὰ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα κατὰ τὸ ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκρίναμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῶσι διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ὅτε ἤρξαντο καὶ προέβαινον οἱ μῆνες, παρουσιάζοντο ἀνάγκαι, διότι οἱ ἀναγράψαντες τὰ ἔξοδα προκάτοχοι ἡμῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν εἶχον ἀναγράψει πάντα τὰ ποσὰ, τῶν ὁποίων ἦτο ἀνάγκη· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ συμπληρώσωμεν αὐτὰ διὰ δηλώσεων· καὶ ἀνευρίσκετε ὅτι αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς γίνεται ῥάκος ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν! Ἡμεῖς δὲν ἐπιβαλλόμεθα διὰ τοῦ ἀριθμοῦ, δὲν προκαλοῦμεν ζητήματα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ δὲν ἀνεχόμεθα νὰ ὁμιλῶσι περὶ ἡμῶν κατὰ τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος. Δὲν γνωρίζω δὲ ποῖοι πολιτικοὶ ἄνδρες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἢ ποῖον κόμμα, ἐὰν ὑπάρχῃ κόμμα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελε δυνηθῆ νὰ παρασκευάσῃ προϋπολογισμὸν ἀλλοῖον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον παρεσκευάσαμεν. Δύναμαι νὰ φαντασθῶ εἰς ποίαν ἤθελον εὑρεθῆ ἀμηχανίαν. Ἐκλήθημεν κατὰ τὸν Ἰούνιον μῆνα εἰς τὴν διοίκησιν, ἐκλήθημεν καθ’ ὃν χρόνον πάντα τὰ γραφεῖα κατέχονται ἀπὸ ὑπαλλήλους μονίμους, μετὰ τῶν ὁποίων οὐδεμία σχέσις ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης συνέδεεν ἡμᾶς, καθ’ ὃν χρόνον ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐργαζώμεθα ἐν τῷ οἴκῳ ἡμῶν, μὴ ἔχοντες ἄλλα στοιχεῖα ἢ μόνα ὅσα εἴχομεν ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ ἡμῶν γραφείῳ καὶ ἐν τοῖς ἀρχείοις ἡμῶν. Εἰς αὐτοὺς ἀπέκειτο νὰ πράξωσιν, ὅπως ἐνομίζομεν ὄντως ὅτι ἤθελον πράξει, ὅτι ἤθελον περιορισθῆ ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἀφετηρίας, νὰ ἐπικρίνωσι τὴν πολιτείαν ἡμῶν, τὰς γνώμας τὰς πολιτικὰς περὶ τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἢ περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας ἐξηνέγκομεν, καὶ τῶν ὁποίων σπέρματα ἤθελον εὑρεῖ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἢ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν. Τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠθέλομεν τακτοποιήσει μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας εἰσηγάγομεν· οὐδεμίαν δὲ τοῦτο περιεῖχε δυσκολίαν. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ἀνεγράψαμεν τὰ ἔσοδα, ὡς εἶχεν ἀναγράψει αὐτὰ τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν ἐστέρξαμεν νὰ προσθέσωμεν οὐδὲ πέντε δραχμάς, ἂν καὶ εἴχομεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Ἀπριλίου, Μαΐου, τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐνεδείκνυον, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν ταῦτα. Καὶ δὲν τὸ ἐπράξαμεν· καὶ ἀφήκαμεν τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου· διότι, ἐὰν μετεβάλλομεν τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφέντα ὡς ἔσοδα ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἠθέλομεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταβάλωμεν καὶ τὰ ἄλλα, ὅσα κακῶς εἶχον ἀναγραφῆ, ἀλλ’ ἐφρονοῦμεν, ὅτι, ἐὰν ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν ἤθελον εἰσπραχθῆ πλείω τῶν ἀναγραφέντων, ἤθελε καταφανῆ τοῦτο, καὶ ἔλλειμμα, εἰς τὸ ὁποῖον τυχὸν ἤθελε καταλήγει ὁ ψηφιζόμενος προϋπολογισμός, ἤθελε μετατραπῆ εἰς περίσσευμα. Διὰ τοῦτο οἱ ἀντιπολιτευόμενοι εἶχον στάδιον νὰ συζητήσωσι καὶ ἐπικρίνωσι τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, τὰς γνώμας ἡμῶν περὶ διοικήσεως, τὰς γνώμας ἡμῶν περὶ τῆς διεξαγωγῆς καὶ διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν, τὰς ἐν γένει γνώμας τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, ὄχι δὲ νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὰς ἀνωμαλίας τῶν ἀριθμῶν, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν αὐτὴ ἡ ἔκτακτος περίστασις τοῦ 1895, καὶ νὰ κραυγάζωσι διὰ τοῦτο, ὅτι ἔγεινε ῥάκος ὁ προϋπολογισμός. Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ἦναι ῥάκος, ἦτο ἀρχῆθεν ῥάκος, καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι ῥάκος, διότι δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἦναι ῥάκος, ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν εἶναι ῥάκος. Ὁ θέλων νὰ ἀνεύρῃ τὸ φῶς, εὐκόλως τὸ ἀνευρίσκει. Μὴ θέλετε νὰ προσφεύγητε εἰς προφάσεις, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέλαβεν ὅτι ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὅ,τι ἡμεῖς δὲν ἐπράξαμεν, διότι ἐκείνη δὲν εἶχεν εὐθύνην διὰ τοῦτο, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἡμεῖς. Ἡμεῖς, ἐὰν μετεβάλλομεν τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδα ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν, προστιθέντες εἰς αὐτὰ ὅσα τὰ ἀποτελέσματα τῶν παρελθόντων πέντε μηνῶν μᾶς ἐνεδείκνυον, ἅτινα ἠδυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν, ἠθέλομεν προκαλέσει τὰς ἐπικρίσεις τῶν ἄλλων, οἵτινες θὰ ἔλεγον, ὅτι ἐφροντίσαμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἀπεφύγομεν δὲ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἄλλα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ οὐδεμίαν εἶχε τοιαύτην εὐθύνην. Αὕτη εἶδεν, ὅτι εἰσεπράττοντο πλείονα ἔσοδα ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν, καὶ ἐπρότεινε τὴν προσθήκην αὐτῶν. Ἀλλὰ διότι ἐπρότεινε τὴν προσθήκην αὐτῶν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξελέξαντο τὸ ἔδαφος τοῦτο οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ἵνα θέσωσι τὸν πόδα αὐτῶν; Τὸ ἔδαφος εἶναι ἄλλο, εἶναι πρᾶξις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ οὐχὶ ἡμῶν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι ἐν οὐ δέοντι. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπιθυμία συζητήσεως, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν· ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἐπιθυμία προφάσεων, αἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἴτε εἰς ἀποπλάνησιν τῶν ἀκουόντων, εἴτε εἰς παράστασιν ἰδεῶν καὶ γνωμῶν, τὰς ὁποίας οἱ Κύριοι ἔχουσι, δὲν ζηλοτυποῦμεν πρὸς αὐτούς, οὐδὲ διατιθέμεθα νὰ τοὺς μιμηθῶμεν· ἀφίνομεν αὐτοὺς νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἔργον των.

§184ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐγνώριζε λεπτομερῶς τὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ νὰ κακίσῃ τόσον διὰ τὴν ζωηράν του φράσιν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος, βεβαίως θὰ τῷ ηὐγνωμόνει, διότι ἐκεῖνος, ὅστις συνετέλεσεν, ὅπως δεχθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἐναντίον τῆς γνώμης μου καὶ τῶν πραγμάτων, ὅπως τοὐλάχιστον τὰ πράγματα παριστῶντο τότε διὰ τῆς καταστάσεως τῶν εἰσπράξεων τῶν 4 πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους, ἐκεῖνος ὅστις ἔπεισε τὴν ἐπιτροπὴν νὰ δεχθῇ αὔξησιν τῶν ἐσόδων κατὰ 1,700,000, εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος...

§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἀπάντησιν;

§186ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.

§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ποίαν εὐγνωμοσύνην ἔχω, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος συνήνεσεν ἢ ἔστερξεν ἢ ἐπρότεινε νὰ ἀναγραφῇ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον; Ἤθελε λείψει τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, ἐὰν δὲν ἀνεγράφετο; (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ). Ἢ ἤθελεν εἶναι ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ὁ προϋπολογισμὸς ἤθελεν ἔχει νῦν ἔλλειμμα τυπικὸν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, ἀλλ’ ὅταν ἤθελεν ἐκτελεσθῇ, ἤθελε γενῆ κατάδηλον, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἦτο φαινομενικὸν καὶ οὐχὶ πραγματικόν.

§188ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγέλασαν ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶχον μεγάλην διάθεσιν νὰ γελῶσι κατὰ τοιαύτην ὥραν· διότι ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ ἀποδείξω, ἠθέλησα νὰ παρατηρήσω, ὑπομιμνήσκων τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι σπουδαίαν προσέφερε τῇ Κυβερνήσει ὑπηρεσίαν ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος. Παρουσιάσατε τῳόντι προϋπολογισμόν, ὑμεῖς ὡς Κυβέρνησις, ὅστις ὑστερεῖ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον συνέταξεν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ 2,797,000, καὶ ὅστις θὰ παρουσίαζεν ἐντεῦθεν ἔλλειμμα 2,797,000 κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς της, ἐὰν δὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο καλύπτηται ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς, εἰς οὓς προβαίνει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον αἱ προβλέψεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, θέλουν ἀποδειχθῆ ἀληθεῖς. Ἐγὼ τὰς ἐπολέμησα καὶ τὰς ἀπέδειξα ἐσφαλμένας ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν 4 πρώτων μηνῶν, καθ’ οὓς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ὑστεροῦν κατὰ 800,000 δραχ. Κατόπιν ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ του γραφείῳ συνεβουλεύθη καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ οὐδόλως εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, διότι μετὰ δυσκολίας κατωρθώθη νὰ ὑποβληθῇ ἡμῖν ἡ κατάστασις μέχρι τέλους Ἀπριλίου, καὶ ἡ μελέτη τῶν καταστάσεων τούτων ἀπέδειξε, κατὰ τὸν κ. εἰσηγητήν, τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος ἀσφαλεῖς. Οὕτως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λεβαδείας, ἐπὶ τῇ βάσει καταστάσεων μεταγενεστέρων, ἐπείσθη ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ἑπτακοσίας χιλιάδας. Ἀλλ’ ἡ πρώτη ὤθησις εἰς τοιαύτας σκέψεις περὶ αὐξήσεως τοῦ ἐσόδου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν, δι’ ἧς καλύπτεται ὄχι πλέον τὸ λογιστικόν, ἀλλὰ τὸ κατάδηλον, τὸ οὐσιαστικὸν ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐδόθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λοκρίδος. Διὰ τοῦτο ἐφρόνουν, ὅτι ὤφειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ εὐγνωμονῇ. Ἐν παντὶ προϋπολογισμῷ μία κυριεύει ἰδέα, ἡ ἰδέα τῆς ἐπαρκείας αὐτοῦ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους· ἐὰν δὲ ὁ προϋπολογισμὸς ἐξητάζετο ὑφ’ οὓς ὅρους ὑπεβλήθη, ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀμέσως ἀπ’ ἀρχῆς προϋπολογισμὸς, οἷος ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Παρνασίδος, προϋπολογισμὸς ἀνεπαρκής. Ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ περίστασις καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ ἀποδείξῃ προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ, ἄρτιον, εἶναι ἡ παροῦσα, ὅτε θὰ κριθῇ ἡ πίστις τῆς χώρας. Καὶ ἐν τούτοις ὑπὸ τίνας ὅρους παρουσιάζεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895; Σᾶς ἀνέγνωσα τοὺς ἐπισήμους ἀριθμούς, σᾶς ἀνέγνωσα τοὺς ἀριθμοὺς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ σᾶς ὑπέδειξα πῶς κατωρθώθη νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔσοδα 1,700,000. Ἀλλὰ φρονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι τὴν πολιτικήν του ὀφείλομεν ν’ ἀναζητήσωμεν οὐχὶ ἐν τοῖς ἀριθμοῖς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοθετήματος περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἢ εἰς τὰς διατάξεις ὅλων ἐκείνων τῶν πλημμελῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐν σπουδῇ συνεζητήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν ἐν μεσονυκτίαις ὥραις. Πρωτοφανὴς ἀληθῶς τακτική! Διότι, ὅτι δήποτε καὶ ἂν λέγωσι κατὰ τοῦ τέως Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, οὐδέποτε οὗτος ἠνάγκασε τὴν Βουλὴν εἰς τοιαύτην ἐργασίαν παρακεκινδυνευμένην καὶ ἐσπευσμένην ἐπὶ ὁλοκλήρους ἑβδομάδας. Εἴχομεν ἀληθῶς κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ παννυχίδας, ἀλλ’ ἴσως μίαν ἢ δύο κατὰ σύνοδον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐσπευσμένως ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν, ἀφοῦ ἐσπευσμένως κατήρτισε τὰ νομοσχέδιά του, ἐπέβαλεν ἡμῖν καὶ ἐσπευσμένως νὰ διεξαγάγωμεν τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, οὕτω δὲ ἐργαζόμεθα δεκαπέντε καὶ πλέον ἡμέρας μέχρι τῆς 3ης ὥρας τῆς πρωΐας. Εἶναι κύριος τοῦ πεδίου, καὶ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τοιαύτην σπουδήν...

§189Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λησμονεῖτε εἰς ποίας περιστάσεις εὑρισκόμεθα;

§190ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν λησμονῶ τὰς περιστάσεις. Ἀλλ’ ἂν ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις διεξάγεται τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς οὕτως ἐσπευσμένως, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν σπουδὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν τόσον πλημμελὴς παρουσιάζεται ὁ προϋπολογισμὸς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν σπουδήν του. Ἀλλὰ ἔλεγε: «πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάσω τελειότερον ἔργον; Ἐγνώριζον ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί;» Τὴν 2 Ἰουνίου ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν, τὴν 6 Ἰουνίου ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ τὴν 9 Ἰουνίου ἐψηφίσθη. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπεβάλλετε τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν εἴχετε συλλάβει ἀκόμη τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν; καὶ ἂν εἴχετε ἀποφασίσει ταύτην, δὲν ὠφείλετε νὰ συντάξητε τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἐπέβαλλον αἱ περιστάσεις, αἵτινες ἐκ τῆς πρωτοβουλίας σας παρήχθησαν; Καὶ τί ἐπράξατε; ἐνεγράψατε ἀρχικῶς ὁλόκληρον τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, περιεκόψατε τὸ ἔξοδον ὡς πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, κατόπιν ἐζητήσατε τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ ἐσόδου τούτου, καθ’ ὃν ἀκριβῶς χρόνον προετείνετε τὴν ἀναβολὴν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν· καὶ δικαιολογεῖσθε σήμερον ὅτι δὲν εἴχετε ἀκόμη συλλάβει τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἐξ ἧς ἡ ἀναβολὴ τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως νομοθετήματος! Ἀλλὰ παραδόξως, εἶπον, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπεβάλλετε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἀνήρχεσθε τὸ βῆμα, ὅπως ζητήσητε νὰ ἐπανορθώσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δῆθεν πλημμελῶς ἀνεγράφετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τῆς σπουδῆς εἶσθε σεῖς μόνος ὑπεύθυνος καὶ οὐχὶ ἕτερος· διότι οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, ὅπως ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ἐπήνεσα τὴν φιλοπονίαν σας, διότι, καίτοι ἰδιώτης, ἀνελάβετε θέσιν ὑπευθύνου, ἐργαζόμενος καὶ διαχειριζόμενος ὡς ὑπεύθυνος τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ ἦσθε ἰδιώτης. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι τῆς τακτικῆς σας τὰ ἀποτελέσματα. Ὡς ἰδιώτης συνετάξετε ἓν τῷ γραφείῳ σας προϋπολογισμὸν πλημμελῆ καὶ ἐντελῶς ὅμοιον πρὸς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀπεδείχθησαν πλημμελῆ, καὶ ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου τῶν ὁποίων ἠναγκάσθητε νὰ δεχθῆτε τροποποιήσεις. Τώρα θέλετε νὰ τελειώσητε τὸ ἔργον ἐν σπουδῇ. Ἡμεῖς οὐδόλως ἀντιτασσόμεθα, ἀλλ’ ἀπεναντίας θέλομεν νὰ σᾶς ἀφήσωμεν ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην· τὴν εὐθύνην δὲ ταύτην θὰ ζητήσωμεν παρ’ ὑμῶν κατὰ Νοέμβριον.

§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἡμεῖς, ὅτε διετελοῦμεν ἰδιῶται, δὲν ἠσκοῦμεν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δὲν ἐξεπληροῦμεν δημοσίαν ἐντολήν, δὲν ἤμεθα δημόσιοι λειτουργοί· εἰργαζόμεθα ἐν τῷ σπουδαστηρίῳ ἡμῶν ὡς ἰδιῶται, μετὰ ἰδιωτικῶν μέσων. Ἐὰν ἐζητήσαμέν ποτε πληροφορίας, τὰς ἐζητήσαμεν ὡς ἁπλοῖ ἰδιῶται· ἑπομένως οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἔχετε νὰ βεβαιώνητε γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀληθῆ. Ἐπίσης δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἡμῶν ἦσαν μετὰ σπουδῆς συντεταγμένα. Τὰ νομοσχέδια εἶχον συνταχθῆ πρὸ ἑνὸς καὶ δύο ἐτῶν· ἐὰν δὲ ἐδέχθημεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἢ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐδέχθημεν διότι ἐπεθυμοῦμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν. Ἀλλὰ τὰ ἄλλα νομοσχέδια ποίαν συζήτησιν προὐκάλεσαν, εἰμὴ ἐκείνας τὰς λεπτολόγους γλωσσικὰς παρατηρήσεις τούτου, ἢ τὰς ἰδιοῤῥύθμους μελέτας τοῦ ἄλλου; Ἦσαν ὅμως νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συμπληροῦσι τὴν περισυλλογήν, τῆς ὁποίας ἐργάται εἴμεθα, διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνακλήσεως ἀδειῶν πρὸς δάνεια, καὶ τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται τὰ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ περατώσεως τῶν ἡμιτελῶν ὁδῶν, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ ἄλλα, εἰσὶ πάντα μέρη τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν. Περὶ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ἀρχή, ἀλλὰ τὴν ἐφαρμόζετε κακῶς. Λέγετε ὅτι ἡ πρωτίστη πολιτικὴ εἶναι τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ τίς σᾶς εἶπε τὸ ἐναντίον; Ἀλλὰ ζητεῖτε ἰσοζύγιον ἐν προϋπολογισμῷ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησαν τρεῖς Κυβερνήσεις, κατὰ τὸ ὁποῖον ἕξ μῆνες παρῆλθον κατὰ τρόπον, καθ’ ὃν αἱ Κυβερνήσεις αὗται ἐνόμιζον. Δυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν ἰσοζύγιον, καὶ ὀφείλομεν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, οὐχὶ ὅμως ὅταν συντάσσωμεν προϋπολογισμὸν τῶν ἑπτὰ μηνῶν ἔτους, τοῦ ὁποίου παρῆλθον οἱ ἕξ μῆνες ὑπὸ τὴν νομοθεσίαν καὶ ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποία, ἐνησκεῖτο ἡ Διοίκησις. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐπροτείνετο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τῶν ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, νομίζετε ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ζημία; Ὅταν ἤθελε γενῆ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤθελε καταδειχθῆ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς καταλήγει εἰς ἔλλειμμα. Ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα τῶν παρελθόντων μηνῶν ἐνεδείκνυον πιθανότητα, ὅτι τὰ ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἔσοδα ἤθελον εἶσθαι ἀνώτερα τῶν ἐγγεγραμμένων, νομίζετε ὅτι ἠθέλομεν διστάσει νὰ προτείνωμεν τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν; Δὲν ἐπροτείναμεν τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν, ὅτε συνετάσσετο προϋπολογισμὸς περὶ τὰ τέλη Μαΐου, διότι τότε εἴχομεν μόνον τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν ἀποτελέσματα, καὶ διότι, ἀφοῦ ἀνεγράψαμεν τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδα, ὡς εἶχον ἀναγραφῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, ἐνομίζομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλωμεν ταῦτα παντάπασιν. Ἐπιφυλασσόμεθα δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ἐπενέγκωμεν τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ τῶν φορολογικῶν νόμων κατὰ τοὺς διελθόντας μῆνας ἤθελε μᾶς ὑποδείξει. Ἐὰν ὑμεῖς φρονῆτε, ὅτι ταῦτα προῆλθον ἐκ τῆς σπουδῆς, αὐτὸ εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλὰ τὴν γνώμην αὐτὴν πρέπει νὰ ἀποδείξητε διὰ πραγμάτων, τὰ πράγματα δὲ δὲν σᾶς βοηθοῦσιν. Ἐὰν θέλητε τέλος πάντων νὰ προβῆτε εἰς συζήτησιν, συζητήσατε. Θέλετε νὰ ἀκολουθήσητε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ἐδίδετε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος; Ἀκολουθήσατε τὴν γνώμην αὐτήν. Μὴ ἀπειλεῖτε ἡμᾶς δι’ εὐθυνῶν, διότι ἡμεῖς συνειθίσαμεν νὰ ὑπέχωμεν εὐθύνας. Ν’ ἀπειλῆτε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσυνείθισαν νὰ ὑπέχωσιν εὐθύνας, διότι ἐκεῖνοι μόνον δύνανται νὰ φοβῶνται τὴν εὐθύνην. Ἡμεῖς ἐκυβερνήσαμεν πάντοτε μετὰ Κοινοβουλίου, καὶ ἐκυβερνήσαμεν πάντοτε οὐχὶ μόνον μετὰ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ μετὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφίνομεν δὲ νὰ λέγῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ὡς ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐπιβαλλόμεθα μὲ τοὺς ἀριθμούς Τοῦτο καὶ αὐτὸν ἀποδεικνύει οἷός ἐστιν, οὐδὲ ζημιοῖ ἡμᾶς. Ἀλλοίμονον δ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀρκεῖται εἰς τοὺς ἀριθμούς! Ἐξακολουθῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ ἀντιλέγοντες ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ μετάσχωσιν, ὅσοι θέλουσι, τῆς γενικῆς συζητήσεως. Παρακαλέσατε αὐτοὺς νὰ ἀναβῶσιν ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἐὰν δὲ οὐδεὶς ὑπάρχῃ, τότε νὰ ὁδηγηθῶμεν, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας.

§192ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ παντὸς ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω ἐπὶ ἑνὸς παρεμπίπτοντος ζητήματος. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἶχον πεισθῆ εἰς τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν ἔπρεπε τέλος πάντων νὰ ὦμεν εἰλικρινεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ξένους ἰδίᾳ, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς πρὸς τὴν ἐγγραφὴν τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων· διότι οὕτω πως μόνον δυνάμεθα καὶ τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐπιτελέσωμεν, καὶ πρὸς τοὺς ξένους νὰ ἐμπνεύσωμεν πεποίθησιν, ὅτι τῷ ὄντι ἐλάβομεν ὁριστικὸν διαζύγιον πρὸς τὸ παρελθόν. Ἐν ᾧ δ’ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἐπαγγελία αὕτη ἐξεπληροῦτο διὰ τοῦ πρώτου καὶ κυρίου ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, μετ’ ἀπορίας εἶδον, ἅμα ἤνοιξα τὸ τεῦχος, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὑποβληθέντα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἐξηλέγξαμεν, ἀποδείξαντες τὸ ἀνακριβὲς αὐτοῦ. Ἐπείσθην τότε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, σπεύδων νὰ ὑποβάλῃ ὅσον τάχιον εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὑποβληθέντα παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ν’ ἀποδεχθῇ τὰ ἔσοδα ἐκείνου ἐν πᾶσι, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ καὶ τὰ ἔξοδα. Καὶ οὕτως ὅμως ἐνόμιζον ὅτι εἴχομεν καθῆκον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἄνευ κομματικῆς ἐπηρείας, νὰ συνεργασθῶμεν εἰλικρινῶς, ὅπως παρουσιάσωμεν αὐτὸν ὡς οἷόν τε εὐπρόσωπον, καὶ ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα προέβημεν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ, οὐχὶ δὲ ὑπ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντοτε ὑπαινίσσεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζων ὅτι πᾶν ὅ,τι πράττομεν, τὸ πράττομεν μόνον ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως. Αὐτὸς μάλιστα προέβη νῦν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καὶ ἀπειλὰς νὰ ἐκφέρῃ, ἀπειλὰς, πρὸς τὰς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπαξιῶ κἂν ν’ ἀπαντήσω. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὀφείλει τῷ ὄντι εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν εἰλικρίνειαν, μεθ’ ἧς καὶ τὰ ἄλλα ἀντιπολιτευόμενα μέλη καὶ ἐγὼ εἰργάσθημεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ τὴν ὁποίαν καὶ τὰ συμπολιτευόμενα μέλη αὐτῆς δύνανται ν’ ἀνομολογήσουν. Εἰς ἕκαστον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων ὑπεδεικνύομεν τὰς ἐπενεκτέας μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὄχι μόνον τούτου, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. Τρικούπης, ἐν σχέσει ὅμως πλέον πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1894 καὶ τοῦ 1895. Ἐφ’ ἑκάστου κεφαλαίου ὑπεδείξαμεν ποῖα ποσὰ ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον πρέπει νὰ ἐγγράφωνται, πῶς δὲ δυνάμεθα οὕτω ἡμεῖς, ἀναγράφοντες κατὰ προσέγγισιν ποσὰ, τὰ ὁποῖα θὰ πραγματοποιηθῶσι, νὰ δείξωμεν ὅτι σπουδάζομεν καὶ ὅτι δὲν ἐπικαλούμεθα τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ προϋπολογισμοῦ εἰκονικοῦ. Ἐνομίσαμεν ὅτι παρείχομεν ὑπηρεσίαν ὄχι μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν χώραν. Ὅσοι, Κύριοι, ἐξ ὑμῶν ἠδυνήθητε νὰ μελετήσητε τὸν προκείμενον προϋπολογισμὸν, θὰ ἐμείνατε ἔκπληκτοι, ἔχοντες ἐν ἀρχῇ μὲν τὰς προσωρινὰς καταστάσεις τοῦ 1893 καὶ 1891, ἀκολούθως δὲ ἀναγραφόμενα ἔσοδα τοῦ 1895, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς πλήρη διαφωνίαν πρὸς τὰ ἔσοδα τὰ πραγματοποιηθέντα κατὰ τὰς προηγουμένας χρήσεις. Ὑπολογίζονται 22,300,000 δραχ. τελωνειακαὶ εἰσπράξεις διὰ τὸ 1895, καὶ εἰς τὰς πρώτας σελίδας ἀναγράφονται ὡς πραγματοποιηθεῖσαι εἰσπράξεις διὰ τὸ 1894 δραχ. 26,600,000. Ποίαν ἐντύπωσιν θὰ ἐλάμβανεν οἱοσδήποτε ξένος, λαμβάνων ἀνὰ χεῖρας τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ; Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἰς τὰς τοιαύτας διαφωνίας, αἵτινες δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς πλείστας ὅσας παρεξηγήσεις πρὸς τοὺς ξένους, πρὸς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ διαπραγματευθῶμεν περὶ συμβιβασμοῦ; Καὶ ὑπεδείξαμεν τοιαύτας διαφωνίας πλείστας ὅσας μεταξὺ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προηγουμένων χρήσεων καὶ τῶν νῦν προβλέψεων. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη ἠδύνατο νὰ ἔχῃ κάποιαν δικαιολογίαν, ἐὰν ἀπετύγχανεν ὡς πρὸς τὰς προβλέψεις της ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Διατί; διότι τὸν προϋπολογισμὸν εἶχε συντάξει αὐτὴ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ἤτοι κατὰ Ὀκτώβριον. Λοιπὸν ἠδύνατο κάλλιστα ἐκείνη νὰ δικαιολογηθῇ, ἐὰν ὑπέπεσεν εἰς πλάνην. Ἐὰν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα τὰ μέχρι τέλους 1894, ἐὰν εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν πλήρη τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1893 καὶ τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ 1895, καὶ αἱ προβλέψεις αὐτῆς ἦσαν ἐσφαλμέναι, τότε θὰ ἦτο ὅλως ἀδικαιολόγητος. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς, οἵτινες ψηφίζομεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους 1895, ὅτε ἔχομεν πλήρη καὶ ἀκέραια τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1893, πρὸς δὲ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ 1894 καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν τοῦ 1895, νομίζω ὅτι ἐπεβάλλετο ὡς πρῶτον καὶ κύριον καθῆκον νὰ ἀναθεωρήσωμεν καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ συντάξωμεν κατὰ τὸ ἐνὸν προϋπολογισμὸν ἄρτιον, εὐπρόσωπον, δυνάμενον νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸ πάντων εἰς τοὺς ξένους, πρὸς τοὺς ὁποίους καλούμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς διαπραγματεύσεις περὶ διακανονίσεως τῶν σχέσεων ἡμῶν. Διὰ τὴν συνεργασίαν ἡμῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ βεβαίως θὰ ἤμεθα ἀφελεῖς, ἐὰν ἀνεμένομεν εὐγνωμοσύνην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ σπεύσῃ νὰ δηλώσῃ αὐτὸς, ὅτι δὲν ὀφείλει καμμίαν πρὸς ἡμᾶς εὐγνωμοσύνην. Ἡμεῖς ἁπλῶς ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐννοοῦμεν νὰ ἐκτελέσωμεν καὶ ἐνταῦθα, καὶ θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ τὸ ἐκτελῶμεν πάντοτε, ἀψηφοῦντες ὅλως τὴν γνώμην, ἣν ἔχει περὶ ἡμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι ἠναγκασμένος τέλος νὰ ἀπαντήσω εἰς μίαν πρόφασιν, τὴν ὁποίαν πολλάκις προβάλλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τοῦτο μάλιστα διαφωνῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅτι δὲν εἶχε καιρὸν νὰ συντάξῃ οὔτε τὸν προϋπολογισμὸν οὔτε πολλὰ ἄλλα νομοσχέδια, ἀναγκαῖα καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν καὶ διὰ τὴν διοικητικὴν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβάλῃ τοιοῦτον ἰσχυρισμόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολιτεύεται ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν, παρηκολούθησεν εἴπερ τις καὶ ἄλλος καὶ τὰ ἄλλα ζητήματα, κατ’ ἐξοχὴν δὲ τὰ οἰκονομικά. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει πολλάκις ἐξονυχίσει τοὺς προϋπολογισμούς, τοὺς ὑποβληθέντας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, κατὰ κεφάλαιον καὶ κατ’ ἄρθρον, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας εἶναι ἐντριβέστατος, εἶναι εἰδικώτερος παντὸς λογιστικοῦ ἡμῶν ὑπαλλήλου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοιαῦτα ἐφόδια φέρων, ἔχων μάλιστα καὶ τὴν προηγηθεῖσαν προεξέλεγξιν τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη προϋπολογισμοῦ ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐσόδων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐξόδων, καὶ προβλέπων, ὅτι τάχιον ἢ βράδιον θὰ ἐκαλεῖτο εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἔπρεπε βεβαίως καὶ ὡς ἰδιώτης νὰ ἔχῃ ἐπεξεργασθῆ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸν εὐπρόσωπον καὶ ἄρτιον εἰς τὴν Βουλήν, ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν ἀπῄτουν αἱ σημεριναὶ περιστάσεις. Τοῦτο δὲν θὰ ἦτο δυσκατόρθωτον. Ἠδύνατο κάλλιστα νὰ τὸ πράξῃ καὶ πρὶν ἢ ἀνέλθῃ εἰς τὸ πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα ἀνελθὼν, εἶχε βεβαίως τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἄλλως ἠδύνατο νὰ ἀναβάλῃ καὶ ἐπί τινας ἡμέρας, καὶ ἐπὶ ἑβδομάδας ἐν ἀνάγκῃ, τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι ἡ ζημία ἡ ἐκ τῆς τοιαύτης ἀναβολῆς δὲν θὰ ἦτο τόσον μεγάλη, ὅσον ἡ βλάβη καὶ ἡ ζημία, ἡ ὁποία θὰ προσγείνῃ εἰς ἡμᾶς ἐκ τῆς κακῆς, κακίστης ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν εἰς πάντας θὰ ἐμποιήσῃ τοιοῦτος προϋπολογισμός, οἷος ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλήν. Ἠδύνατο ἐν τούτῳ νὰ μιμηθῇ τὸ προηγούμενον τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου πρώην Βουλευτοῦ. Ἐκεῖνος ἐκλήθη κατὰ τὸ 1892 βραδύτερον ἢ αὐτὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶχε δὲ πρὸ ἑαυτοῦ ἐπίσης δύο Κυβερνήσεις, διαχειρισθείσας τὴν χρῆσιν τοῦ 1892 μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ὅμως κατώρθωσεν ἐντὸς ὀλίγου ἐπίσης διαστήματος νὰ παρουσιάσῃ νέον προϋπολογισμόν, ἐπεξειργασμένον καὶ κατὰ τὰ ἔξοδα.

§193ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπτώχευσεν.

§194ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ διαφωνῶμεν καὶ ἐπικρίνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εἶχε κάμει συστηματικὴν ἐργασίαν καὶ εἶχε παρουσιάσει νέον προϋπολογισμόν, συνεπὴς κατὰ τοῦτο ὢν πρὸς ἑαυτὸν, πρὸς τὴν ἐπίκρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπέβαλε πλεῖστα ὅσα νομοσχέδια, μεταῤῥυθμιστικὰ τῆς φορολογίας ἡμῶν, καὶ κατώρθωσε νὰ παρουσιάσῃ μάλιστα, ἀναλόγως πρὸς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἡμῶν μεγάλην. Νῦν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνομολογεῖ, ὅτι εἶναι κρισιμωτέρα ἡ περίστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ὅτι ἔπρεπεν ν’ ἀποδείξωμεν τῷ ὄντι, ὅτι λαμβάνομεν διαζύγιον πρὸς τὸ παρελθὸν, ὅτι παρουσιάζομεν προϋπολογισμὸν ἄρτιον, ἀληθῆ, οὐχὶ πλέον εἰκονικὸν, ὅτι κατεβάλομεν πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα ἡμῶν, νὰ περιορίσωμεν τὰς δαπάνας ἡμῶν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς οἰκονομίας ἀληθεῖς, καὶ οὐχὶ εἰκονικάς, οἵας ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, καὶ τὰς ὁποίας πᾶς τις δὲν δύναται ἢ νὰ παρατηρήσῃ. Ἀνομολογεῖ λοιπὸν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ῥιζικῆς ἐπεξεργασίας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀνομολογεῖ ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προβῶμεν εἰς πάσας τὰς δυνατὰς φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, ἵνα παρουσιασθῶμεν ὅσον οἷόν τε εὐπρόσωποι καὶ ἀπέναντι ἡμῶν αὐτῶν καὶ ἀπέναντι τῶν ξένων, ὅπως ἐμπνεύσωμεν καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀπεφασίσαμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς τέως τελματώδους καταστάσεως, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν ὁριστικῶς εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀνορθώσεως. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἀνομολογεῖ, καὶ ἐνῷ εἶχε μάλιστα τὸν χρόνον, καὶ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας διατελῶν καὶ εἰς τὰ πράγματα ἀνελθών, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἐπεξεργασθῇ καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ νομοσχέδια νὰ συντάξῃ, οὐδὲν ἔπραξεν, ἔρχεται δὲ νῦν καὶ τί λέγει πρὸς ἡμᾶς; «Σᾶς παρουσιάζω ἓν ἔκθετον. Τούτου πατὴρ εἶναι ὁ κ. Τρικούπης· ἐγὼ ἐφρόντισα, ὅσον ἠδυνάμην, νὰ μεταβάλω αὐτόν, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις. Σᾶς παρουσιάζω ἀκολούθως διαφόρους δηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀνατρέπονται τὰ πρῶτα ἀποτελέσματα. Ἔρχεται ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία ἀνατρέπει καὶ τὰ πρῶτα ἀποτελέσματα καὶ τὰ δεύτερα τὰ ἰδικά μου, καὶ ἄν θέλετε νῦν, ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν.» Ἀλλὰ πῶς νὰ συζητήσωμεν; Ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἡ πρώτη βάσις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι, ἐὰν ἔχῃ ἔλλειμμα ἢ περίσσευμα, ἐὰν ἔχῃ ἰσοζύγιον. Ἀλλὰ τὴν σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ῥητῶς μᾶς εἶπεν ἐν ἀρχῇ, στηριζόμενος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα, ὅτι θὰ ἔχωμεν περίσσευμα 2,500,000· ἀργότερα μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ περίσσευμα αὐτὸ μετεβλήθη αἴφνης εἰς ἔλλειμμα ἐξ 1,000,000 καὶ πλέον. Νῦν μᾶς λέγει: «ἔχω τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία παρουσιάζει ὅτι θὰ ἔχω περίσσευμα.» Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, δύναται νὰ γείνῃ σοβαρὰ συζήτησις ἐπὶ τοιούτων βάσεων, καὶ ἐνταῦθα καὶ ἀπέναντι τῶν ξένων, καθ’ ὃν χρόνον πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν, ἐὰν ἔχωμεν ἢ ὄχι ἰσοζύγιον πλῆρες καὶ ἀληθὲς καὶ ἂν ἔχωμεν ἀκόμη καὶ περίσσευμα διὰ τὸ περιθώριον, τὸ ἀπαιτούμενον καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν δημοσίων ἡμῶν ἔργων; Διότι οἱονδήποτε προϋπολογισμὸν καὶ ἂν παρουσιάσητε, ἐνόσῳ αὐτὸς δὲν μᾶς παρέχει περιθώριον ἱκανὸν, ἵνα λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ περιορισμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας βαθμιαίως καὶ περὶ ἐξακολουθήσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν ἔργων, οὐδεὶς ἀπολύτως θὰ πιστεύσῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς παρούσης καταστάσεως. Οἱασδήποτε ἄλλας ἐπαγγελίας καὶ ἂν κάμωμεν, θὰ θεωρηθῶμεν ἀνάξιοι οἱασδήποτε πίστεως, διότι οὐδεὶς θὰ πιστεύσῃ, ὅτι θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσωμεν οἱανδήποτε ὑποχρέωσιν ἀναλάβωμεν, ὅταν ἀντλῶμεν εἰς πίθον Δαναΐδων. Καὶ πίθος Δαναΐδων θὰ ἦναι ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος στηρίζεται εἰς τὴν νῦν νομισματικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν λαμβάνει πρόνοιαν περὶ περιστολῆς αὐτῆς, οὐδεμίαν θὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην οὔτε εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, οὔτε εἰς τοὺς ξένους, ὅτι ἐλάβομεν ὁριστικὴν ἀπόφασιν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναῤῥώσεως. Ὅταν προνοῶμεν μὲν περὶ τριτευούσης ἢ τεταρτευούσης σημασίας ἔργων, οἷα αἱ ὁδοὶ τῆς Ἀρκαδίας καὶ κατ’ ἐξοχὴν τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφίνωμεν ὅμως ἐκτεθειμένα τὰ σπουδαιότατα ἡμῶν ἔργα, τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐστοίχισαν μέχρι τοῦδε δεκάδας ἑκατομμυρίων, ὡς ὁ σιδηρόδρομος Λαρίσης, ὅταν οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνωμεν περὶ αὐτῶν, ποίαν γνώμην θέλετε καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ σχηματίσωμεν περὶ ἡμῶν αὐτῶν καὶ οἱ ἄλλοι; Τὴν γνώμην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σχηματίζουσι πάντες περὶ τοῦ διατελοῦντος ἐν πτωχεύσει καὶ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει ἐννοοῦντος νὰ σπαταλᾷ τὴν περιουσίαν του, καὶ οὐδεμίαν πρόνοιαν νὰ λαμβάνῃ περὶ τῆς σωτηρίας αὐτῆς. Ἰδού, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς νομίζω, ὅτι πᾶς εὖ φρονῶν θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε, πρὶν ἢ ἀνέλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ καθ’ ἣν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, καὶ ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ νῦν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀνεπαρκὴς, καὶ ὡς τοιοῦτος πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ συμφωνήσῃ τις καὶ μὲ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι οὐδὲ τὰ ἔσοδα τ’ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶναι τὰ ἀκριβῆ, οὐδὲ τὰ ἔξοδα, καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει νὰ γείνωσι ῥιζικαὶ μεταβολαί. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς δύναταί τις νὰ συμφωνήσῃ καὶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν καὶ μὲ ἡμᾶς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς ἔχει, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις σπουδαίας καὶ σοβαρᾶς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπαγγελιῶν, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἐπαγγελιῶν, τὰς ὁποίας, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ, ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο, ὅπερ ἐπαναλαμβάνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, εἶναι ἡ γνώμη αὐτοῦ, καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην αὐτήν. Ἂν θέλῃ, ἂς προβάλῃ αὐτὴν ὡς θέμα, ἵνα προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ.

§196ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ὑπὲρ ὑμῶν.

§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἰωνίως προβάλλει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἄρτιος, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἂς προβάλῃ τὴν γνώμην του, ἵνα ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἂν ἄλλον ἔχῃ σκοπὸν, γενέσθω αὐτῷ γνωστὸν, ὅτι δὲν θέλει ἐπιτύχει. Γνωρίζομεν τὸν πόθον αὐτοῦ, τὸν σκοπόν του, τὴν ἐλπίδα του· μία εἶναι αὕτη, ὅτι δὲν θέλει συντελεσθῆ ὁ συμβιβασμὸς, ὅτι θέλομεν παρασταθῆ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὡς σπάταλοι, ὅτι θέλομεν παρασταθῆ ὡς κακῆς πίστεως ὀφειλέται, καὶ πάντα τοῦτον τὸν θόρυβον πρὸς τοῦτο ἐγείρουσι καὶ κινοῦσι. Τοὺς γνωρίζομεν. Εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσέπιπτον εἰς τοὺς δανειστὰς καὶ ὑπισχνοῦντο εἰς αὐτοὺς, ὅσα τὸ Κράτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἀλλ’ ὡς τότε ἀπεδιώχθησαν ἀπὸ τοὺς δανειστὰς, τοιουτοτρόπως θέλουσιν ἀποδιωχθῆ καὶ νῦν. Ἠκούσαμεν, ὅτι μᾶς κατηγόρουν ὅτι σπαταλῶμεν 1,200,000 δραχμὰς διὰ τὴν σταφίδα· ἐγκαλοῦσιν ἡμᾶς ἐπὶ σπατάλῃ. Ἐξελέγξατε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ καταδείξατε τὴν σπατάλην. Τί ὁμιλεῖτε περὶ σπατάλης; Ποῦ εἶναι ἡ σπατάλη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἀνθρώπους πολιτικοὺς νὰ ἰσχυρίζωνταί τι, χωρὶς νὰ προβάλλωσιν ἀπόδειξιν ἄμεσον τούτου. Ὁμιλεῖτε περὶ σπατάλης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον συνετάξαμεν, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, μετὰ πάσης φειδοῦς! Θέλετε νὰ ἐγείρητε θόρυβον, ἵνα αἱ ἐφημερίδες μεταφέρωσιν αὐτὸν ἀλλαχοῦ; Ἐξακολουθῆτε τὸ ἔργον σας, ἀλλ’ ὑπὸ ἰδίαν ὑμῶν εὐθύνην. Ἡμεῖς δὲν μεριμνῶμεν περὶ τοιούτων ἐνεργειῶν, οἱονδήποτε σκοπὸν καὶ ἂν ἔχωσι καὶ ὑπὸ οἱασδήποτε προαιρέσεως καὶ ἂν κινῶνται. Ἀλλ’ ἐὰν ἀξιῶσιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, ἂς θέσωσι τὸ θέμα, ἵνα ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, καὶ ἂς μὴ ἀρκῶνται μόνον νὰ θορυβῶσι, ἐπαναλαμβάνοντες τὰ αὐτά.

§198ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπανέρχομαι, ἵνα ἐπαναλάβω ὅσα καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ συνεζητήσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς ὑπεβλήθη· εἴχομεν δ’ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ὅλας τὰς δηλώσεις, αἵτινες ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπερατώθη ἡ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀναμφισβητήτως αἱ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ τὰ νομοσχέδια, ἅτινα ἐψηφίσθησαν κατόπιν παρὰ τῆς Βουλῆς, μεταβάλλουσιν οὐσιωδῶς τὰς βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ ἡ μεταβολὴ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν νομίζω, — καὶ λυποῦμαι ὅτι διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴν,—δὲν νομίζω ὅτι μᾶς ἀφαιρεῖ τὸ ἔδαφος τῆς συζητήσεως. Ἐὰν τοιαύτην εἶχον ἰδέαν, δὲν ἤθελον ὑπογράψει εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι δηλαδὴ διαφωνῶ ἐν πολλαῖς προτάσεσι καὶ γνώμαις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὅτι ἐπιφυλάττω τὴν γνώμην μου, ἵνα τὴν ἐκφέρω εἰς τὴν Βουλήν. Ταῦτα ὑπέγραψαν πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὴν μειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι θὰ θελήσωσι νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην αὑτῶν εἰς τὴν Βουλήν, συμφώνως πρὸς ὅσα ὑπέγραψαν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν νομίζωσιν ὅτι τὰ μετὰ τὴν ἔκθεσιν συμβάντα ἀφαιροῦσι παρ’ αὐτῶν τὸ ἔδαφος ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐποχὴ εἶναι προκεχωρηκυῖα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἁπλῶς τυπικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἴσως, ἐὰν εἶχε καιρὸν, ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις, τῆς κατατάξεως ὅλων τῶν δηλώσεων καὶ ὅλων τῶν νέων πιστώσεων, αἵτινες ἐζητήθησαν, ὡς καὶ τῶν διαφορῶν, αἵτινες διὰ τῶν ψηφισθέντων νομοσχεδίων ἐπέρχονται εἰς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, ὅπως ἔχωμεν πληρέστερον τὸ ἔδαφος τοῦ προϋπολογισμοῦ, συμφώνως μὲ τ’ ἀποφασισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς, θὰ ἦτο ὁμαλώτερον, θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ἔχωμεν τὸν πίνακα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων συντεταγμένον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλῃ νὰ συντάξῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸν πίνακα τοῦτον, τὸν ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι ἐννοοῦσι καὶ οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ὕπαρξιν ἐδάφους συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ δικαίωμα ἡμῶν νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας οὐχὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τυπικοῦ, ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἡμῶν, ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ τόπου, καὶ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει καὶ ἡ παροῦσα καὶ πᾶσα Κυβέρνησις νὰ λάβῃ, ὅπως ἡ χώρα ἡμῶν ἐξέλθῃ ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης ὅσον οἷόν τε ταχύτερον. Τὴν γνώμην ταύτην ἔχομεν καθῆκον, ὡς Βουλευταί, νὰ τὴν ἐκφέρωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως ἀτελέστερον θὰ τὴν ἐκφέρωμεν, στερούμενοι, ὡς εἶπον, τοῦ πληρεστέρου πίνακος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἄνευ οὐδενὸς ζητήματος φιλοτιμίας, οὐδὲ πιέσεως, νὰ δώσῃ τὸν πίνακα τοῦτον, θὰ ἦτο βεβαίως ἡ συζήτησις ὁμαλωτέρα. Ἐὰν ὅμως δὲν δύναται, βεβαίως δὲν θὰ ἐκλείψῃ τὸ καθῆκον ἡμῶν, ὅπως ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο ἐδήλωσα καὶ πρὸ ὀλίγου καὶ δηλῶ καὶ πάλιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ τὴν ὥραν ταύτην νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἐμὲ τουλάχιστον νὰ ὁμιλήσω.

§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεμένομεν, ὅτε ἦτο 12 ἡ ὥρα. Τώρα εἶναι 2 καὶ 20′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.

§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 2 καὶ 20′ πρὸ μεσημβρίας τῆς ἐπιούσης.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
2Τῆς 12 Ἰουλίου 1895
3Τετάρτη
4Ὥρα 11 π. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Καλλιφρονᾶ).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θὰ ἀναγνωσθῶσι μετὰ με-
8σημβρίαν, διότι δὲν ἐτυπώθησαν εἰσέτι.
9Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τέσσαρας
10ἐκθέσεις ἐπὶ διαφόρων πιστώσεων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ δια-
11νεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 278–281).
12Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
13§2ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
14Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμ-
15βάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων
16καὶ τῆς Ρωσσικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας.
17§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
18ράρτημα, ἀριθ. 282).
19Χθὲς ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος ζη-
20τήματος περὶ τῶν δασῶν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ σήμερον. Ὁ κ.
21Καραπάνος, ὁ ὁποῖος ἔχει πρῶτος τὸν λόγον, ἀπουσιάζει.
22Κατὰ σειρὰν μετ’ αὐτὸν ἔρχεται ὁ κ. Κοζάκης Τυπάλδος.
23§4Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὄχι
24ὅπως ὁμιλήσω ἐν ἐκτάσει περὶ τοῦ ζητήματος, διότι, γνω-
25ρίζων τὴν κατάστασιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχο-
26λήσω ἐπὶ πολὺ αὐτήν. Ἀλλὰ δύο ἐκ τῶν ὁμιλησάντων
27ἐνταῦθα ἀνέφερον τὴν γιγνομένην ἐκμετάλλευσιν εἰς δάση ἐν
28Ἀκαρνανίᾳ, νομίζω, παρὰ βιομηχανικῶν καταστημάτων ἐν
29Πάτραις, καὶ ἐδόθησαν πληροφορίαι περὶ τούτου, καὶ μάλι-
30στα ἐῤῥήθη παρὰ τοῦ κ. Εὐταξίου, ὅστις ἔλαβε τὸν λόγον,
31ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις ἐκείνη γίνεται πρὸς ὠφέλειαν τῶν δασῶν,
32καὶ μάλιστα μετὰ τῆς δεούσης ἐπιστημονικῆς προσοχῆς.
33Τοῦτο ἐγὼ θεωρῶ καταστρεπτικὸν διὰ τὰ δάση, καὶ ἐθεώ-
34ρησα καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως διαμαρτυ-
35ρηθῶ, οὕτως εἰπεῖν, ἐναντίον γνώμης, ἥτις ἀποβαίνει πρὸς
36καταστροφὴν τοῦ δασικοῦ πλούτου. Κατὰ γενικὴν ἀρχήν, τὸ
37Κράτος πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν εὐθύνην καὶ ὅλην τὴν δι-
38εύθυνσιν πάσης δασικῆς ἐκμεταλλεύσεως, εἴτε εἰς ἰδιώτας ἀνή-
39κει τὸ δάσος, εἴτε εἰς κοινότητα, διότι πρὸς ἐκμετάλλευσιν
40τοῦ δάσους δὲν ἀρκεῖ ἡ καλὴ θέλησις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ
41καὶ ἐπιστήμη καὶ πεῖρα. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν βιομη-
42χανικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται χάριν κερδοσκο-
43πίας, πῶς εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι, οἵτινες δὲν εἶναι παρε-
44σκευασμένοι οὔτε ἐκ θεωρίας, οὔτε ἐκ πείρας, ἐπὶ τοῦ τόσον
45ἐπιλέπτου αὐτοῦ ζητήματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν δα-
46σῶν, νὰ λαμβάνωσι τὴν ἄδειαν νὰ ἐνεργῶσι τὴν ἐργασίαν
47ταύτην;
48§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφίνεται εἰς αὐτοὺς ἡ ἐκμετάλ-
49λευσις τῶν δασῶν. Ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλή-
50λων δὲν δύνανται νὰ κόψωσιν οὔτε ἓν δένδρον.
51§6Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἡ θεωρία· καὶ
52σχετικῶς πρὸς τὸν σεβαστὸν φίλον μου κ. Σωτηρόπουλον θὰ
53διηγηθῶ συμβεβηκός τι. Τοιαύτη θεωρία ἐπικρατεῖ καὶ καθ’
54ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀδείας, τὰς ὁποίας χορηγοῦσιν οἱ ἔφοροι εἰς
55τοὺς ἐγκαθιδρύοντας ἐντὸς τῶν δασῶν τὰς ἀσβεστοκαμίνους,
56αἱ ὁποῖαι ἐγκαθιδρύονται δυνάμει τακτικωτάτης ἀδείας.
57Ἀλλ’ οὐδὲν καταστρεπτικώτερον τούτου ὑπάρχει διὰ τὰ
58δάση, διότι αἱ ἄδειαι χορηγοῦνται εἰς τοὺς τυχόντας, καὶ
59οὐδεμία ἐπιτήρησις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν ὑπάρ-
60χει. Ἡ καταστροφὴ διὰ πυρκαϊᾶς εἶναι βεβαία, ἐκτὸς ἐὰν
61συμβῇ νὰ παρακληθῇ κανεὶς Ὑπουργὸς νὰ παρέμβῃ, ὡς
62συνέβη εἰς ἐμὲ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Σωτηρόπουλον, χάριν
63καλαισθητικῶν λόγων. Ὑπῆρχεν ἀσβεστοκάμινος ἐγκατε-
64στημένη εἰς τὸ δάσος τοῦ Δαφνίου, ἐκ τῆς ὁποίας τρὶς ἢ τε-
65τράκις ἐκινδύνευσε νὰ μεταδοθῇ πυρκαϊὰ εἰς αὐτὸ, προλη-
66φθεῖσα ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων. Ἐν τούτοις ἐπληροφορήθην,
67ὅτι εἶχε δοθῆ ἄδεια πρὸς ἐγκαθίδρυσιν τῆς ἀσβεστοκαμίνου
68ἐκείνης. Βλέπων κινδυνεῦον τὸ δάσος ἐκεῖνο καὶ μετ’ αὐτοῦ
69καὶ τὴν ἐκκλησίαν Δαφνίου, ἥτις ἔχει μεγάλην ἀρχαιολογι-
70κὴν καὶ καλλιτεχνικὴν ἀξίαν, ἀπετάθην εἰς τὸν κ. Σωτηρό-
71πουλον, Πρωθυπουργὸν τότε καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
72μικῶν, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ ἀποδιώξῃ ἐκεῖθεν τὴν κά-
73μινον (;) ὁ κ. Σωτηρόπουλος διέταξε νὰ ἐκδιωχθῇ ἐκεῖθεν ἡ
74ἀσβεστοκάμινος, καὶ οὕτως ἐσώθη τὸ δάσος καὶ ἡ ἐκκλησία.
75Ἐγὼ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως διαμαρτυρηθῶ
76ἐναντίον ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποκρούονται ἀπὸ ὅλα τὰ πεπο-
77λιτισμένα ἔθνη, καὶ αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν ἐν Ἑλλάδι εἰς
78τὴν ἀποψίλωσιν τῶν δασῶν. Ὅσα εἶπεν ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουρ-
79γὸς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι ἀληθῶς παρήγορα, διότι
80ἐμάθομεν ὅτι εὑρέθη πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅστις ἐμελέτησεν ἐμβρι-
81θῶς τὸ ζήτημα, καὶ δύναται νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς
82ἐργασίας, ἡ ὁποία γίνεται καὶ ἥτις δύναται νὰ ἀπολήξῃ
83μίαν ἡμέραν εἰς σωτηρίαν. Διότι μέχρι τοῦδε τοῦτο δὲν ἐγέ-
84νετο.
85Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω
86τὸν λόγον ἐν ἐκτάσει κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον.
87§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι ἡ στιγμὴ αὕτη
88εἶναι ἡ κατάλληλος, ἵνα συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ
89ὁποῖον ἀναμφισβητήτως ἔχει πολλὴν τὴν σπουδαιότητα.
90Χθὲς ἐζήτησα τὸν λόγον, ὑποθέτων ὅτι ἤθελεν ἐξακολουθή-
91σει ἡ συζήτησις, σήμερον δὲ ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω,
92λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς περὶ τοῦ ἀντικεμένου τούτου
93ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἦμαι
94καὶ ἐγὼ καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος μὲ τὴν ἰδέαν τῆς μορ-
95φώσεως προσωπικοῦ διὰ τὰ δάση, τὸ προσωπικὸν δὲ τοῦτο
96δὲν θὰ ἔχῃ μόνον τὴν ἐντολὴν τῆς ἐπιτηρήσεως τῶν δασῶν,
97ἀλλὰ καὶ τὴν φροντίδα τῆς καλλιεργείας αὐτῶν τῆς ἐπι-
98στημονικῆς. Διὰ τοῦτο ἅπαντες βεβαίως θέλομεν ὑποστηρί-
99ξει πᾶν μέτρον, ὑποβαλλόμενον πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν εἰς τὴν
100Βουλήν. Ἀλλὰ μέχρις ὅτου ληφθῇ τὸ τοιοῦτον μέτρον, νο-
101μίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἐπιβλέψεως τῶν
102δασῶν κατὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς τὴν ἐκτελεστι-
103κὴν ἐξουσίαν ἡ νομοθεσία. Παρέχει δὲ ἡ νομοθεσία μας εἰς
104τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὰ μέσα, ὅπως προστατεύσῃ τὰ
105δάση κατὰ τῶν πολλῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται
106εἰς αὐτά. Καὶ καταχρήσεις γίνονται κατὰ τὴν ξύλευσιν·
107κατάχρησις εἶναι, ὅτι μεταξὺ τῶν μεγάλων δένδρων, τὰ
108ὁποῖα εἶναι χρήσιμα καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κόπτωνται καὶ
109χάριν τῶν δασῶν καὶ χάριν τῆς βιομηχανίας τοῦ τόπου,
110κόπτονται καὶ διπλάσια μικρὰ δένδρα, τὰ ὁποῖα μένουσιν
111ἄχρηστα. Ἡ κατὰ τοιούτων καταχρήσεων προστασία τῶν
112δασῶν δὲν ἀπαιτεῖ εἰδικωτέρας γνώσεις, ἀλλ’ ἀρκεῖ νὰ ὑπάρ-
113χῃ ἐπίβλεψις τακτικωτέρα καὶ ἐπιθεώρησις πραγματικὴ διὰ
114τακτικῆς καὶ ἐπιτοπίου ἐπισκέψεως τῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα
115γίνεται ἡ ξύλευσις, παρὰ τῶν ἁρμοδίων καὶ διὰ τῆς τιμωρίας
116τῶν γιγνομένων παραβάσεων εἴτε παρὰ τῶν φυλάκων, εἴτε παρ’
117ἄλλων. Ἡ μεγαλειτέρα ὅμως καταστροφὴ τῶν δασῶν ἐπέρ-
118χεται ἐκ τῆς ἀνθρακοποιΐας, ἡ ὁποία ἀπεψίλωσε πλείστας
119ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρὸ δεκαετίας διῆλ-
120θον ἐπαρχίας καταφύτους δασῶν, ὅταν δὲ πρὸ διετίας διῆλ-
121θον πάλιν αὐτὰς, τὰς εὗρον ἀπεψιλωμένας. Ὅτε εἶχον τὴν
122τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον
123ἀπαγορεύσει, στηριζόμενος εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὴν
124ἀνθρακοποιΐαν πρὸς ἐμπορίαν, καὶ ἐπέτρεψα αὐτὴν μόνον ἐντὸς
125τῆς ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἕνεκα ἄλλων περιστάσεων ἡ ἀπαγόρευ-
126σις ἤρθη, καὶ ἐδόθη πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν ἀνθρακοποιΐαν,
127ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ ἀποψιλώνουσα τὰς διαφόρους ἐπαρχίας,
128καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας θὰ καταντήσωμεν νὰ ἔχωμεν ὅλας τὰς
129ἐπαρχίας ξηρὰς, ὡς εἶναι ἡ Ἀττική. Ἤθελεν εἶσθαι προτι-
130μότερον, ἐὰν εἰσήγομεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τοὺς ἄνθρακας,
131ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, παρὰ νὰ ἐπιτρέπωμεν νὰ ἐκτελῆται
132ἡ ἀνθρακοποιΐα, ὅπως ἐκτελεῖται. Λέγω δὲ τοῦτο ἐγὼ, ὅστις
133πρεσβεύω ὅτι καὶ τὴν παραμικροτέραν παραγωγὴν τοῦ τόπου
134πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅπως ἐμποδίσωμεν τὴν ἐξαγωγὴν
135χρυσοῦ ἔξω τῆς χώρας. Λέγω τοῦτο εἰδικῶς διὰ τὰ δάση,
136διότι πρόκειται οὐ μόνον νὰ σώσωμεν αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ εἰς γε-
137νικωτέραν ὠφέλειαν τοῦ τόπου νὰ συντελέσωμεν καὶ πρὸς ἐνί-
138σχυσιν ἀκόμη τῆς ξυλεύσεως τῆς χρησίμου ξυλείας νὰ ἐργα-
139σθῶμεν. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν πλειότερον,
140διότι, ὡς εἶπον ἐξ ἀρχῆς, δὲν νομίζω ὅτι σήμερον δυνάμεθα
141σπουδαιότερον νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶπον
142ταῦτα, ὅπως συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ μέτρα,
143τὰ ὁποῖα, ὡς συντόμως ἀνέφερα, ἀπαιτοῦνται, ὅπως σωθῶσι
144τὰ δάση ἀπὸ τῆς ἀπειλούσης αὐτὰ καταστροφῆς.
145§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προχθὲς εἶπον
146εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω παράρτημα τοῦ
147προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον παριστᾷ τὴν κατά-
148στασιν τοῦ εἰδικοῦ κεφαλαίου, τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν
149κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὸ ὁποῖον
150εἶναι ὑπόλοιπον τοῦ μεγάλου κεφαλαίου τῶν 24 ἑκατομμυ-
151ρίων, ἅτινα εἶχον προσδιορισθῆ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σι-
152δηροδρόμου τούτου. Τὸ παράρτημα τοῦτο καταθέτω, καὶ
153παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσίν του.
154(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 283).
155Ἐν τῷ παραρτήματι ὑπάρχει ἡ μερὶς τῶν ἐσόδων, τῶν
156ὁποίων τὸ κεφάλαιον ἀποτελεῖται πρῶτον ἀπὸ 1,062,823.56,
157κατατεθειμένων ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Τὸ ποσὸν τοῦτο οἱ
158προκάτοχοί μου εἶχον καταθέσει εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς λογα-
159ριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν πιστεύω ὅτι
160ἦτο τακτικόν, διότι δὲν ἦτο χρῆμα ἀνῆκον εἰς τὰ δημόσια
161ἔσοδα, ἀλλ’ ἦτο χρῆμα προωρισμένον εἰς εἰδικὴν ἀνάγκην,
162εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–
163Καλαμῶν, ἑπομένως θέλω ἀναλάβει αὐτό, ἵνα διατεθῇ πρὸς
164τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν εἶχε προορισθῆ· δεύτερον ἀπὸ 547,667.52,
165ἰσότιμον πρὸς φράγκα 405,679.65, ἐπὶ τιμῇ τοῦ φράγκου εἰς
166λεπτὰ 135, προερχόμενα ἀπὸ χρεώγραφα λιρῶν 20,200,
167ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, αἵτινες, ὑπο-
168λογιζόμεναι ἐπὶ τῇ τιμῇ, ἣν εἶχε τὸ φράγκον κατὰ τὸ 1891,
169φέρουσι φράγ. 321,331.50, καὶ ἀπὸ μετρητὰ χρυσᾶ φράγ.
17084,338.15, κατατεθειμένα πάντα παρὰ τῇ ἐν Λονδίνῳ Τρα-
171πέζῃ Gibbs et Son. Τοῦ κεφαλαίου τούτου ἡ τιμὴ ὑπετιμήθη
172βεβαίως, διότι ἡ ἀξία τῶν χρεωγράφων ὑπετιμήθη ὡσαύτως.
173§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μόνον 547,667.52;
174§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τόσον ποσὸν κατὰ τὴν ἀξίαν
175τοῦ φράγκου, τὴν ὁποίαν εἶχον κατὰ τὸ 1891, δηλ. ἐκ
176φράγκων χρυσῶν 321,331.50 καὶ 84,348.15, ἤτοι φράγκα
177χρυσᾶ 405,679.65, πρὸς 1,35, ὅσον εἶχε τὸ φράγκον κατὰ
178τὸ 1891, δραχμαὶ 547,667.52.
179Ἀλλ’ ἡ τιμὴ αὕτη εἶναι ἰδανικὴ ἤδη, διότι ἡ τιμὴ τῶν
180χρεωγράφων ἠλαττώθη πολὺ ἀπὸ ὀφειλὰς τοῦ δημοσίου
181ταμείου: αʹ) τὴν προερχομένην ἀπὸ μὴ πληρωθέντας τόκους
182ἐντόκου γραμματίου 358,000· βʹ) ἀπὸ ὅσα τὸ ταμεῖον εἰσέ-
183πραξεν ἐκ τῆς ἐκ φρ. χρ. 450,000 ἐγγυήσεως τῆς ἐκπτώτου
184ἑταιρίας Ρολὲν, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐγγυηθῆ ἡ Βιομηχα-
185νικὴ Τράπεζα. Ἡ ἐγγύησις αὕτη κατέπεσεν, ὡς εἰκός, πρὸς
186ὄφελος τοῦ Δημοσίου, συνεψήφισε δὲ ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα
187πρὸς χρέος ἄλλο τοῦ Δημοσίου.
188§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν λοιπὸν αὐτὸ ὀφείλεται παρὰ
189τοῦ Δημοσίου;
190§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλεται, διότι τὸ Δημόσιον
191διέθεσε τὸ κεφάλαιον πρὸς ἀπόσβεσιν χρέους, τὸ ὁποῖον εἶχε
192πρὸς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν, ἑπομένως ὀφείλει νὰ ἀπο-
193δώσῃ αὐτό.
194§13ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ τόκοι εἶναι παρακρατημένοι ἀπὸ
195τότε;
196§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ρολὲν παρέλειψε νὰ ἐξαργυ-
197ρώσῃ ἐγκαίρως τὸ ἔντοκον γραμμάτιον, καὶ δὲν ἔλαβε τοὺς
198τόκους. Πρὸς τούτοις ὑπάρχει καὶ ἡ μερὶς τῶν ἐξόδων, ἐν ᾗ
199ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον ποσὸν 1,000,000, τὸ ὁποῖον ὑπο-
200τίθεται ὅτι θέλει ἀρκέσει διὰ τὰ ἐντὸς τοῦ 1895 ἐκτελεσθη-
201σόμενα ἔργα τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Κα-
202λαμῶν.
203§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Gibbs παραδέχεται ὅτι ἡ Κυ-
204βέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἔχει τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν τῶν παρ’
205αὐτῷ κατατεθειμένων χρημάτων καὶ χρεωγράφων;
206§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τούτου θέλομεν συζητήσει
207ὅταν γείνῃ ἡ συζήτησις ἡ σχετική.
208Καταθέτω καὶ δήλωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησια-
209στικῶν περὶ προσθήκης ἐξόδων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς
210χρήσεως τοῦ 1895.
211§17Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ θεσμὸς, κύριοι συνάδελφοι, δι’ οὗ οἱοιδή-
212ποτε πολῖται, ἄνευ οὐδενὸς προσόντος, διωρίζοντο δασοφύλα-
213κες πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς σπουδαίας ὑπηρεσίας τῶν δασῶν, ὁ
214θεσμὸς, λέγω, οὗτος ἀντικατέστη κατὰ τὸ 1877, εἰσηγήσει
215τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη. Οὗτος, ἰδὼν τὰς καταστροφὰς,
216αἱ ὁποῖαι ἐπήρχοντο εἰς τὰ δάση, καὶ τὰς αἰωνίως ἐπιζητου-
217μένας ἀντικαταστάσεις τῶν δασοφυλάκων, ἔλαβε τὸ μέτρον,
218ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ, προσωρινῶς
219ὅμως, τὴν σπουδαίαν ταύτην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ σῶμα τῆς
220χωροφυλακῆς. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ, ὁ ὁποῖος τότε ἐψηφίσθη,
221ῥητὸν ἐτέθη ἄρθρον, ὅτι οἱ ἐκτελοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δα-
222σοφυλακῆς ἐν τῷ Κράτει, ὀφείλουσι νὰ ὦσι χωροφύλακες,
223ἔχοντες τὰ προσόντα τὰ ὑπὸ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου περὶ συντά-
224ξεως τῆς χωροφυλακῆς ὁριζόμενα, δηλαδὴ οἱ ἐν τῷ σώματι
225τῆς χωροφυλακῆς ὑπηρετοῦντες χωροφύλακες ἔπρεπε νὰ ὦσι
226στρατιῶται, ἀφυπηρετήσαντες ἐκ τοῦ στρατοῦ μὲ ἄφεσιν
227ἄμεμπτον ἢ ἐξαίρετον, νὰ ὦσι κάτοχοι γραμματικῶν γνώσεων,
228καὶ ἐπὶ πλέον νὰ ἔχωσιν ὄπισθεν τῆς ἀφέσεως αὐτῶν σημείω-
229σιν τοῦ διοικητοῦ τοῦ σώματος, ὅτι εἶναι ἱκανοὶ διὰ τὸ σῶμα
230τῆς χωροφυλακῆς· διότι δὲν ἀρκεῖ τις νὰ ἔχῃ ἄφεσιν ἄμεμ-
231πτον ἢ ἐξαίρετον, δὲν ἀρκεῖ νὰ γνωρίζῃ ὀλίγα γράμματα, ἵνα
232ἡ χωροφύλαξ κατὰ τὸν ἀρχικὸν νόμον, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ
233προσόντα φυσικὰ, νοημοσύνην, ἀγχίνοιαν, ὠκυποδίαν κτλ.
234ταῦτα δὲ ἀπέκειντο εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ διοικητοῦ του μόνον.
235Δυστυχῶς ἡ εἰδικὴ αὕτη διάταξις παρωράθη καθ’ ὁλο-
236κληρίαν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουρ-
237γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι σήμερον οἱ χωροφύλακες, οἱ ἐντε-
238ταλμένοι τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δασικὴν, δὲν ἔχουσι κανὲν ἐξ
239αὐτῶν τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται ὑπὸ τοῦ νόμου, εἶ-
240ναι στρατιῶται ληφθέντες ἐκ τῆς κληρώσεως, ὑπηρετήσαντες,
241οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, ἕνα μῆνα ἢ 40 ἡμέρας εἰς τὸν στρατὸν,
242μὴ τυχόντες οὐδεμιᾶς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, μὴ ἔχοντες
243κανὲν προσὸν, καὶ οἱ τοιοῦτοι κατατάσσονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
244τῆς δασοφυλακῆς, ἀγνοοῦντες τὰ πάντα. Ὑπὸ τοιούτους λοι-
245πὸν ὅρους δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δασοφυλακὴν, ἔχομεν λη-
246στρικὴν δασοφυλακὴν, εἶναι λῃσταρχεῖον εἰς ὅλα τὰ μέρη καὶ
247ὅλας τὰς περιφερείας, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ ληστρι-
248κὰς ἐπιδρομάς. Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία θελήσῃ νὰ ἐρευνήσῃ κατὰ
249βάθος, θέλει μάθει, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ χωροφύλακες ἀπέκτησαν
250περιουσίας καὶ οἰκήματα, καὶ ἐχάλασαν τὸν κόσμον, κατὰ
251τὸ δὴ λεγόμενον, ἰδίως δὲ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ὀκταετίαν
252καὶ δεκαετίαν· τέλος ὅ,τι δύνασθε νὰ φαντασθῆτε φαῦλον
253διέπραξαν. Ὁπόθεν δήποτε καὶ ἂν διέλθητε, θέλετε ἴδει, ὅτι
254ἔφεραν τὴν καταστροφὴν αὐτοὶ οἱ δασοφύλακες.
255Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ποῖα μέτρα δυνάμεθα νὰ λάβωμεν,
256ἵνα ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐξασφαλίσωμεν τὰ δάση μας; Βεβαίως
257δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιττολογήσω καὶ ἐκθέσω ὁποίαν σπου-
258δαιότητα ἔχουσι τὰ δάση, ὁποῖα καλὰ ἐπιφέρουσι καὶ ποία
259μέριμνα παρὰ πάντων πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὲρ αὐτῶν. Δὲν ἀρ-
260κοῦσιν οἱ νόμοι· νόμους ἔχομεν πρὸς προστασίαν τῶν δασῶν,
261ἀλλ’ ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτὴν τῶν νόμων κατεστράφησαν
262τὰ δάση μας. Δάσος ὡραῖον περίφημον, τὸ δάσος τοῦ Μα-
263κρυνόρους, ὅπερ ἠσφάλιζε πᾶσαν ἐπιδρομὴν τῶν τουρκικῶν
264ὀρδῶν εἰς τὴν ἡμεδαπὴν, ὅπερ εἶναι προπύργιον τῆς Ἑλλάδος
265καὶ ἐχρησίμευσεν ὡς προπύργιον κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, αὐτὸ
266κατεστράφη, δοθὲν εἰς τοὺς φίλους τῆς φατρίας πρὸς ἀνθρα-
267κοποιΐαν ἑκατομμύρια ὀκάδων ἀνθράκων ἐξάγονται ἐκεῖθεν.
268Ἐὰν, Κύριοι, τὸ βλέμμα μας ῥίψωμεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ
269Ἤπειρον, εἰς τὰ δάση τῶν ὁποίων ἄνευ τῶν νόμων αὐτῶν
270ἐνηργεῖτο ὑλοτομία τακτικῶς ἀπ’ αἰώνων, συλλογὴ φλοιοῦ καὶ
271καυσοξύλων, καὶ παραγωγὴ ἀνθράκων, θέλομεν ἴδει, ὅτι μ’ ὅλα
272ταῦτα δὲν κατεστράφησαν τὰ δάση, κατεστράφησαν δὲ σή-
273μερον, διότι ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν νόμων αὐτῶν καὶ ὑπὸ τὴν
274ἐπιτήρησιν τοιούτων δασοφυλάκων καὶ δασαρχῶν, ἑπόμενον
275ἦτο νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἐπῆλθε. Σήμερον δυνά-
276μεθα νὰ ἀναστείλωμεν τὴν καταστροφὴν, μέχρις ὅτου Σχολὴ
277εἰδικὴ χορηγήσῃ δασοφύλακας καὶ δασάρχας. Δύναται ὁ
278Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφαρμόζων τὴν ῥητὴν διάταξιν
279τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ἀφυπηρετήσαντας στρατιώτας
280διὰ τὴν χωροφυλακὴν, τὴν ἔχουσαν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν,
281δύναται νὰ λάβῃ στρατιώτας ἐθελοντὰς, οὓς νὰ κατατάξῃ
282εἰς τὸ εἰδικὸν σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, νὰ τοὺς ἐνδύσῃ τὸ ἔν-
283δυμα τοῦ εἰδικοῦ δασοφύλακος ἢ καὶ χωροφύλακος, ἀλλὰ νὰ
284τοὺς προορίσῃ ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν δασοφυλακὴν, νὰ ζητήσῃ
285δὲ παρ’ αὐτῶν, ὁσάκις ἦναι δυνατὸν, πλειοτέρας ἐγγυήσεις.
286Ἀλλὰ μόνη ἡ ἐπιτήρησις δὲν ἀρκεῖ· ὁ δασοφύλαξ ἔχει ἴδια
287καθήκοντα, πρέπει νὰ μάθῃ μερικὰ πράγματα. Ὅθεν τὸν
288τοιοῦτον ἀφυπηρετήσαντα στρατιώτην δύνασθε νὰ προσκολ-
289λήσητε εἰς ἓν σῶμα, ἐκ τῶν τεχνικῶν λεγομένων, εἰς τὸ ὁποῖον
290παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν νὰ τῷ γίνηται διδασκαλία τις, δηλ.
291πῶς μετροῦνται αἱ περιφέρειαι τῶν δένδρων, ποῖα εἶναι τὰ
292ὑλοτομήσιμα δένδρα, καὶ ἄλλα τινὰ, καὶ κατόπιν τῆς διδα-
293σκαλίας ταύτης καὶ ἐξετάσεων νὰ ἀποσπασθῶσι βαθμηδὸν
294οἱ ἄνδρες αὐτοὶ καὶ νὰ ἐκτελῶσι τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν. Φρονῶ
295δὲ, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, οἵτινες
296ἔχουσι καθήκοντα ἄλλα, παρὰ τὰ καθήκοντα τοῦ δασάρχου,
297διότι ἀγνοοῦσι καὶ τί θὰ εἴπῃ κυβισμὸς καὶ τὰ πάντα, πρέπει
298νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη καὶ νὰ δοθῇ εἰς πρόσωπα ἔχοντα
299γνώσεις τινὰς καὶ τυχόντα μορφώσεώς τινος, μέχρις ὅτου εὐδο-
300κήσῃ ὁ Θεὸς νὰ καταρτισθῇ τέλειον σῶμα. Ὁμιλῶ περὶ προσ-
301ωρινῆς ἀνάγκης, διότι καὶ ὁ κανονισμὸς ἢ ὁ νόμος ἐκεῖνος
302περὶ δασοφυλακῆς ἐγένετο προσωρινός. Ἤμην ἐν τῷ Ὑπουρ-
303γείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τότε, καὶ μετὰ τοῦ μακαρίτου Δελη-
304γεώργη ἦλθον εἰς μακρὰς συζητήσεις, εἶχε δὲ τὰς ὡραιοτέ-
305ρας ἰδέας περὶ τῆς μορφώσεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς.
306§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ....
307§19Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν ἐφηρμόζετο, ἐπαναλαμβάνω, ἡ διά-
308ταξις ἡ ῥητὴ, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι οἱ δασοφύλακες
309θὰ ἦναι χωροφύλακες ἀφυπηρετήσαντες μὲ διαγωγὴν ἄμεμπτον
310ἢ ἐξαίρετον, κάτοχοι γραμματικῶν γνώσεων, τυχόντες μορφώσεως
311κλπ., βεβαίως οἱ χωροφύλακες ἐκεῖνοι θὰ ἐπετέλουν τὸ καθῆ-
312κόν των, ὅπως τὸ ἐπετέλεσαν εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐὰν ἐρευνήσω-
313μεν τὰ ἀρχεῖα, θέλομεν ἴδει, ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, καθ’ ἃ
314δὲν εἶχε διαφθαρῆ, ὡς διεφθάρη, ἡ χωροφυλακή, τὰ δάση ἐφυ-
315λάσσοντο καὶ ἐπροστατεύοντο, σήμερον ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ
316ἔχωμεν προφύλαξιν τῶν δασῶν, μήτε ἐποπτείαν, ἀπ’ ἐναντίας
317ἔχομεν καταστροφὴν αὐτῶν!
318§20ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θὰ εἴπω φράσιν, ἡ ὁποία εἶναι τολμηρά.
319Ἠξεύρετε πότε σώζονται τὰ δάση μας; Ὅταν τακτοποιηθῇ
320ἡ κατάχρησις, δηλαδὴ νὰ τοὺς κάμωμεν νὰ πέρνουν ὀλίγα.
321§21Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Αὐτὸ ὠνόμασα λῃσταρχεῖον. Ἐὰν εὑρεθῶσι
3225 ἢ 10 ἄτομα, εἰς τὰ ὁποῖα ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἐπιτήρησις αὕτη,
323εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ περιστείλουν τὰς καταχρήσεις αὐτὰς,
324διότι εἶναι γνωσταὶ πανταχοῦ, ὅπου καὶ ἂν μεταβῆτε, θέλετε
325τὰς ἴδει καὶ τὰς ἀκούσει. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ χωροφυλακή,
326εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἀνατεθῆ πολλὰ καὶ ποικίλα καθή-
327κοντα, νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην.
328§22ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Οἱ δασάρχαι δὲν ἔχουσι καμμίαν ἄλλην
329ὑπηρεσίαν ἢ αὐτήν.
330§23ΠΕΡΡΟΣ. Εἶναι εἰδικοὶ δασάρχαι.
331§24Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἔχουσιν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ
332κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, δὲν ἔχουσι τὴν ἐποπτείαν τῶν δασῶν μόνον,
333ἔχουσιν ἀλληλογραφίαν καὶ ἄλλα.
334Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, διὰ τοῦ τελευταίου νόμου περὶ δα-
335σῶν ἐπῆλθε καὶ ἄλλου εἴδους φορολογία. Εἰς τὰ κοινοτικὰ
336δάση, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς διαφόρους κοινότητας καὶ τὰ
337ὁποῖα ἐπροστατεύοντο ὑπὸ τῶν κοινοτήτων τούτων, διότι εἶ-
338χον αὗται ἄμεσον συμφέρον νὰ τὰ προστατεύωσιν, εἰς τὰ
339δάση ταῦτα δυστυχῶς ἐπέβαλον ἓν ἄλλο σύστημα φορολο-
340γίας, τῆς ἐπιβολῆς δασοφυλάκων ξένων ὅλως διόλου. Καὶ
341κατὰ μὲν τὸν νόμον αἱ κοινοτικαὶ ἐπιτροπαὶ ἔχουσι τὸ δι-
342καίωμα, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν εἰς αὐτό, νὰ προτείνωσί
343τινα ξένον τῆς ἐπαρχίας των δασοφύλακα, ἀλλ’ ὁ δασάρχης,
344ἀφοῦ διορισθῇ ὁ δασοφύλαξ, δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ
345γράφῃ, ὅτι τὸν προταθέντα θεωρεῖ ἀνίκανον διὰ τὴν ἐκπλή-
346ρωσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ
347δασάρχης, γινόμενος κύριος τοῦ δάσους, προτείνει οἱονδήποτε
348θέλει, τὸν ἐπιβάλλει ἐν τῇ κοινότητι καὶ μέχρις ὅτου ἡ κοινό-
349της ἐκ νέου συνέλθῃ καὶ προτείνῃ νέον δασοφύλακα, ὁ διο-
350ρισθεὶς ὑπὸ τοῦ δασάρχου παραμένει καὶ ἐπιβάλλεται εἰς
351τοὺς κατοίκους. Τὸν θεσμὸν τοῦτον θεωρῶ ὅλως ἔκτροπον,
352τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὄχι τὰ δάση
353τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, τὰ πλεῖστα τῶν ὁποίων διῆλθον,
354ἀλλὰ τὰ τῆς πατρίδος μου, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τόσους αἰῶνας
355διετηρήθησαν. Ἀνήκουσιν εἰς κοινότητας καὶ ἰδιοκτήτας, διε-
356τηρήθησαν δὲ καὶ διατηροῦνται, διότι γίνεται κανονικὴ ὑλοτο-
357μία τῶν δασῶν, συλλέγεται τὸ προϊόν των, ἐπειδὴ εἶναι καστα-
358νεῶνες, κόπτονται τακτικῶς κατὰ περιόδους καὶ πάλιν ἀνα-
359βλαστάνουν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν σήμερον, πῶς εἰς τὰ κοινοτικὰ
360ταῦτα δάση καὶ τὰ ἰδιωτικὰ ἐπιβάλλεται φορολογία καὶ
361ἀφαιρεῖται πᾶσα πρόσοδος τῆς κοινοτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἔχο-
362μεν δάση, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι πρόσοδον ἀνωτέραν τῶν 500
363δραχμῶν, καὶ διορίζουν δασοφύλακα, ὁ ὁποῖος ἀποῤῥοφᾷ ὁλόκλη-
364ρον τὴν πρόσοδον ταύτην· μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι τὰ χρήματα
365τὰ ἐκ τῶν κοινοτικῶν τούτων περιφερειῶν ἐχρησίμευον πρὸς
366ἐκτέλεσιν δημοτικῶν τινων ἔργων, κατασκευὴν μικρᾶς τινος
367γεφύρας, ἐπισκευὴν ἀτραποῦ τινος, ἢ πρὸς ὑποστήριξιν κατα-
368πίπτοντος μέρους ὁδοῦ τινος· σήμερον ἐξέλιπον καὶ ταῦτα,
369διότι ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ διορίζωμεν σμῆνος μισθοφόρων.
370Τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπεν,
371εἶναι σπουδαῖον, σπουδαιότατον, δέον δὲ νὰ προσελκύσῃ τὴν
372προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὄχι νὰ τὸ ἀναβάλωμεν ἐπὶ
373αἰῶνα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀντι-
374καταστήσωμεν αὐτὴν τὴν γάγγραιναν, ἡ ὁποία σήμερον
375κατατρύχει καὶ κατατρώγει τὰ δάση, νὰ ἀντικαταστήσωμεν
376αὐτὴν τὴν γάγγραιναν δι’ ἑνὸς ἄλλου συστήματος καλλιτέρου,
377μέχρις ὅτου εἴτε διὰ Σχολῶν εἴτε δι’ ἄλλων μέσων δυνηθῶ-
378μεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὸ προσωπικὸν τὸ ὑπάρχον.
379Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
380Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
381ἰδίως, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἅπαντες οἱ
382Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ ἐν κοινῷ συμβουλίῳ καὶ ἐν ὁμοφωνίᾳ
383πληρεστάτῃ ὑπεβάλομεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
384σεως, ζητοῦντες θεραπείαν τῶν κακῶς κειμένων διατάξεων
385περὶ ὑλοτομίας καὶ ἀνθρακοποιΐας. Ἄμεσον συμφέρον ἅπαν-
386τες ἔχομεν, πολὺ δὲ περισσότερον οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εὑρι-
387σκόμενοι, νὰ προστατεύωσι τὰ ἴδια αὐτῶν δάση. Δὲν ἐννοοῦ-
388μεν νὰ τὰ καταστρέψωμεν, ἀλλὰ νὰ παράσχωμεν καὶ τὰ
389μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων οἱ πολῖται νὰ δύνανται νὰ ἐρ-
390γάζωνται, μὴ πιεζόμενοι. Οἱ καθήμενοι ἐν Ἀθήναις καὶ
391διευθύνοντες ταῦτα μηδέποτε δὲ τὸν χειμῶνα ἐκφεύγοντες
392τῆς ἑστίας αὐτῶν, ἀγνοοῦσι τὰ παθήματα τῶν ἀνθρακέων
393καὶ τῶν ὑλοτόμων. Βεβαίως καὶ ὑμεῖς αὐτοὶ δὲν θὰ πιστεύ-
394σητέ ποτε, ὅτι ὁ Βόλος, ἡ παράλιος αὕτη πόλις, καὶ ἐν γένει
395ὅλη ἡ χερσόνησος ἡ Μαγνησία, ὅτι αὕτη καλύπτεται εἰς
396ἡμισείας ὥρας ἀπόστασιν ἀπὸ χιόνας, αἱ ὁποῖαι φθάνουσιν
397εἰς ὕψος τριῶν μέτρων· καταντοῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐξέρχωνται
398ἐκ τῶν ἐξωστῶν καὶ ὄχι ἐκ τῶν θυρῶν τῶν οἰκιῶν των· ἀπο-
399κλείονται καθ’ ὁλοκληρίαν! Εἶναι ἀπίστευτον, καὶ εἰς ἐμὲ
400ἐφάνη ἀπίστευτον, ὅταν μοὶ τὸ διηγήθησαν, καὶ ὅμως εἶναι
401ἀληθές. Αἱ διατάξεις αἱ γενόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι
402διὰ τὰ μέρη τὰ μὴ καλυπτόμενα ὑπὸ χιόνων, διὰ τὰ ὀρεινὰ
403ὅμως μέρη αἱ διατάξεις αὗται δὲν δύνανται νὰ ἰσχύωσιν.
404Ὅθεν παρακαλῶ καὶ αὖθις, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ σύστα-
405σίς μας τὸ ταχύτερον καὶ ἐπέλθῃ ἡ δέουσα θεραπεία.
406§25ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἠδυνά-
407μην νὰ κάμω λόγον τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ δημοσί-
408ευμα ἔχω, τὸ ὁποῖον εἶχον γράψει, ἔχων ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλας
409διατριβὰς καὶ συγγράμματα ξένα. Συνέπεσε δὲ νὰ ἦμαι εἰς
410θέσιν νὰ κατανοῶ καὶ ἐκ πείρας τὸ ἀντικείμενον, καθόσον συνέ-
411πεσε νὰ ἔχω καὶ μικρὸν δάσος ἰδιόκτητον. Νομίζω ὅτι ἤθελε
412θεωρήσει τις ματαιολογίαν πάντα τὰ λεγόμενα περὶ δασῶν,
413διότι ἐν Ἑλλάδι μετ’ ὀλίγον αὐτοὶ οἱ ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι
414θὰ μορφωθοῦν, δὲν θὰ ἔχουν ἀσχολίας πρακτικὰς, θὰ καταγί-
415νωνται μόνον θεωρητικῶς, διότι τοσοῦτον προοδεύει ἡ κατα-
416στροφὴ τῶν δασῶν, ὥστε μετ’ ὀλίγον ἐν Ἑλλάδι θὰ ἐκλεί-
417ψουν τὰ δάση. Καὶ ἀρκεῖ νὰ ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα εἰς τὴν πραγ-
418ματικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ εἰς τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα,
419ἵνα ἐννοήσῃ, ὅτι ὀνειροπολοῦμεν, ἀξιοῦντες νὰ φυλάξωμεν τὰ
420δάση δι’ ἑνὸς ἀριθμοῦ χωροφυλάκων ἐντελῶς ἀνεπαρκοῦς. Ἐὰν
421παρατηρήσητε εἰς Κράτη ἄλλα τὴν ἀναλογίαν τῶν δασοφυ-
422λάκων πρὸς τὴν ἔκτασιν, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουν
4234,313 δασοφύλακες, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν 200, καὶ ἐκ πρώτης
424ὄψεως ἤθελε νομίσει τις, ὅτι ὑπάρχει ἀναλογία, ἀλλ’ ἡ Γαλ-
425λία δὲν ἔχει κυρίως, παρὰ 2,000,000 ἑκτάρια, καὶ ἡ Ἑλ-
426λὰς ἔχει 200,000. Λοιπὸν ἔπρεπεν ἡμεῖς κατ’ ἀναλογίαν νὰ
427ἔχωμεν 400 δασοφύλακας, καὶ ἔχομεν 200. Ἀλλ’ ὅταν λά-
428βητε ὑπ’ ὄψιν τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τὴν κατάστασιν τοῦ
429τόπου, τὴν κατατομὴν τῶν δασῶν εἰς μεγάλας ἀποστάσεις,
430θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι γελοῖον νὰ φανταζώμεθα φύλαξιν δασῶν
431διὰ τοσούτου ἀριθμοῦ φυλάκων. Ἔπειτα αὐτοὶ οἱ φύλακες
432πόσον μισθὸν λαμβάνουν, ἐνδιαιτώμενοι εἰς ἀπόκεντρα καὶ
433ἔρημα μέρη, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐκτελοῦν τὸ
434καθῆκόν των; Ἐὰν πρόκειται νὰ φυλάξωμεν διὰ διωργανω-
435μένης ὑπηρεσίας τὰ ὑπάρχοντα δάση, πρέπει ἐπὶ τοσοῦτον
436νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ὥστε κατά-
437πληξιν νὰ αἰσθανθῶμεν ἀπέναντι τῆς δαπάνης, ἀλλὰ τὴν
438κατάπληξιν ταύτην δὲν ἔπρεπε νὰ αἰσθανώμεθα, ἐὰν ἠδυνάμεθα
439νὰ καρπωθῶμεν καρποὺς ἀναλόγους. Ἡ Πρωσσία δαπανᾷ
44060% καὶ 80% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τῶν δα-
441σῶν, ἡ Γαλλία δαπανᾷ τὸ ἥμισυ, ἀλλὰ δαπανῶσι καὶ παρά-
442γουν. Εἶναι δὲ ἓν ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ καταβολὴ
443δαπανῶν δὲν ἀργοπορεῖ νὰ παράγῃ τοὺς καρπούς. Παράγει
444ἀμέσως, καὶ εἶναι καταπληκτικὴ τῷ ὄντι ἡ τοιαύτη παρα-
445γωγή. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τεμάχια συγγράμ-
446ματος Εὐρωπαίου, ἐν ᾧ ἀναφέρεται παράδειγμα καταπληκτι-
447κῆς προσόδου ἐκ δάσους διὰ μικρᾶς σχετικῶς δαπάνης (ἀνα-
448γινώσκει περικοπάς).
449Λοιπὸν δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ δαπανήσωμεν διὰ νὰ φυλά-
450ξωμεν τὰ δάση, ἀλλὰ πρέπει νὰ καταστήσωμεν σύστημα
451λογικόν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ προ-
452κλήσεως τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν κατοίκων. Μὴ μοῦ ὁμιλεῖτε
453περὶ διωργανισμένης ὑπηρεσίας, ὅταν διερχόμενός τις δάσος,
454ὅπως εἶναι τὰ δάση ἡμῶν πλήρη καὶ ἐστρωμένα ἀπὸ ξηρὰ
455κλαδία καὶ φύλλα, ἐὰν ἀπροσέκτως ῥίψῃ τὸ σιγάρον του, δύ-
456ναται χιλιάδας στρεμμάτων νὰ καταστρέψῃ. Ἕν πυρεῖον δύ-
457ναται ν’ ἀποτεφρώσῃ ἀπέραντον ἔκτασιν, διότι τὸ ἔδαφος τῶν
458δασῶν μας εἶναι οἱονεὶ ἐστρωμένον μὲ πυρίτιδα. Λοιπὸν ὅλα
459τὰ ἄλλα καταντοῦν μάταια. Ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ λη-
460φθῇ πρόνοια, ὅπως σωθῶσι τὸ ταχύτερον τὰ ὑπολειπόμενα
461δάση τῆς Ἑλλάδος καὶ ληφθῇ φροντὶς καὶ περὶ ἀναδασώσεως,
462διὰ νὰ σώσωμεν τὸν τόπον, ἀπειλούμενον ἀπὸ τίποτε ὀλιγώ-
463τερον, παρὰ ἀπὸ πλήρη ἀποτέφρωσιν.
464§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ συμπέρασμα ὅλων αὐτῶν εἶναι τὸ
465ἑξῆς, ὅτι κατεχόμεθα δυστυχῶς ὑπὸ δύο πλανῶν. Κατεχό-
466μεθα ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει καὶ ἐπὶ τῆς ξυλείας νὰ ἐφαρ-
467μόζωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἀρχὴν, ὅτι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλι-
468γώτερα χρήματα πρέπει νὰ ἐξάγωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς
469προμήθειαν αὐτῆς, καὶ ὅτι εὐχάριστον γεγονὸς εἶναι, ὅταν βλέ-
470πωμεν ὅτι μέγα ποσὸν ξυλείας κόπτεται ἐκ τῶν δασῶν ἡμῶν
471ἐν τῷ τόπῳ. Ἡ ἀρχὴ ὅμως αὕτη, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἦναι
472ὀρθὴ, ἐφαρμοζομένη ἐπὶ ἄλλων εἰδῶν, εἶναι καταστρεπτικὴ,
473ἐφαρμοζομένη ἐπὶ τῶν δασῶν, διότι δὲν παράγομεν δυστυχῶς
474δάση, οὐδὲ καλλιεργοῦμεν αὐτὰ, ἀλλὰ κόπτομεν ἀδιακρίτως
475πᾶν δένδρον, καὶ καταστρέφομεν τὸ κεφάλαιον πολλάκις διὰ
476παντὸς, καὶ οὕτως ἐφαρμόζομεν ἀρχὴν καταστροφῆς τῶν δα-
477σῶν καὶ οὐχὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν ἡμῶν, ὡς ὑποθέ-
478τουν οἱ προστατευτικοὶ τελωνειακοὶ δασμοί. Ἄλλη ἀρχὴ
479ἐσφαλμένη ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν, ὅτι εἶναι δῆθεν σήμερον δυ-
480νατὴ ἐν Ἑλλάδι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν δασῶν, δηλ. ἡ κατ’ εἴδη
481καὶ ἡλικίας κοπὴ δένδρων, μὴ παραβλάπτουσα τὸ δάσος,
482ἀλλὰ ζωογονοῦσα αὐτὸ καὶ προπαρασκευάζουσα διὰ τὸ μέλ-
483λον καλλίτερα τὰ πρὸς κοπὴν δένδρα. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως γί-
484νεται, ὡς πασίγνωστον, καταστροφὴ τῶν δασῶν ἀπὸ πολλῶν
485ἐτῶν, καὶ πλανῶνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι διὰ κανο-
486νισμῶν περὶ ἐπιστημονικῆς ἐκμεταλλεύσεως δασῶν καὶ δι’
487ἀδειῶν ξυλεύσεως κατορθοῦται αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται καὶ
488ἐν Εὐρώπῃ. Ἐν Ἑλλάδι οὐδὲν τηρεῖται ἐξ αὐτῶν, καὶ δὲν
489τηρεῖται οὐ μόνον ὑπὸ τῶν κοπτόντων τὰ δάση, ἀλλὰ καὶ
490ὑπὸ τῶν ἀρχῶν, τῶν ἐντεταλμένων τὴν φύλαξιν αὐτῶν. Αἱ
491ἄδειαι ἐκδίδονται τακτικὰ, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι
492εἰς τὰς πλείστας ἐπαρχίας ὁλοκλήρων ὡρῶν ἐκτάσεις, κατε-
493χόμεναι ὑπὸ ὡραίων δασῶν, ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἐντελῶς κατε-
494στράφησαν. Οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἄλλο τι μὲ τὰς
495κρατούσας πλάνας. Ἀνάγκη νὰ ἐκλίπωσι μεταξὺ ἡμῶν αὐταὶ
496αἱ δύο ἰδέαι, τοῦ νὰ εἰσάγωμεν δηλαδὴ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλι-
497γωτέραν ἔξωθεν ξυλείαν καὶ νὰ κόπτωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν
498περισσοτέραν ἐντοπίαν, καὶ δεύτερον ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐκμεταλ-
499λευώμεθα καὶ ἡμεῖς, ὅπως ἐν Εὐρώπῃ, τὰ δάση, δηλ. κατ’
500εἴδη, κατ’ ἐποχὰς, καθ’ ἡλικίας, συμφώνως πρὸς τοὺς κανο-
501νισμούς. Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἤθελον εὐχηθῆ νὰ παύσῃ πᾶσα ἐκ-
502μετάλλευσις τῶν δασῶν, καὶ τοπικῶς μόνον νὰ γίνεται ἡ ξύ-
503λευσις πρὸς πᾶσαν τοπικὴν ἀνάγκην εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα
504δύνανται νὰ προμηθεύωνται τὴν ἀναγκαιοῦσαν ξυλείαν οἱ κά-
505τοικοι. Ἡ ἐμπορία τῆς ξυλείας τῶν ἡμετέρων δασῶν ἂς παύ-
506σῃ, ἂς καταργηθῇ ἢ ἐλαττωθῇ ὁ δασμὸς τῆς ξένης ξυλείας
507καὶ ἂς προμηθευώμεθα ταύτην ἔξωθεν, ἕως οὗ δυνηθῶμεν νὰ
508ἐκμεταλλευώμεθα καὶ ἡμεῖς ἀνθρωπίνως τὰ δάση μας. Σήμε-
509ρον δὲν θὰ κάμνωμεν ἄλλο ἢ νὰ τὰ καταστρέφωμεν. Ἂν
510θέλωμεν νὰ τὰ διατηρήσωμεν, πρέπει νὰ πληρόνωμεν καὶ
511ἀγοράζωμεν τὴν ξένην ξυλείαν.
512§27ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕκαστον φορτίον ξυλείας, ἐρχόμενον
513ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀντιπροσωπεύει μίαν πυρκαϊὰν δάσους.
514Ἐπὶ τοῦ παρόντος βεβαίως εἶναι ἁπλῆ εὐχὴ, νὰ μὴ εἰσάγω-
515μεν ἔξωθεν ξυλείαν, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει
516ἐπαρκῆ ἔκτασιν δασῶν; Ἔχω στατιστικὰς πληροφορίας ἀκρι-
517βεῖς, καθ’ ἃς ἡ Ἑλλὰς, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, ἔχει δα-
518σικὴν ἔκτασιν πλειοτέραν ἀπὸ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν
519ἐξαγωγήν. Ἀλλὰ γίνεται κατάχρησις, καὶ ἡ κατάχρησις
520καταστρέφει βεβαίως, ὡς καὶ ἡ ὑλοτομία, ἐὰν γίνηται ὑπέρ-
521μετρος· ἀλλὰ πρὸ παντὸς τί ὁμιλεῖτε περὶ αὐτῶν τῶν κατα-
522χρήσεων, ὅταν ἔχητε τὰς πυρκαϊὰς λυμαινομένας τὴν Ἑλ-
523λάδα; Αἱ πυρκαϊαὶ σπουδαίως ἠλαττώθησαν εἰς τὰ μέρη
524μας, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχουν τὰ ἐργοστάσια τῶν Πατρῶν, τὰ ὁποῖα
525προσδιορίζουν τὸ μῆκος καὶ τὸ πάχος τῶν ξύλων, ὧν ποιοῦνται
526χρῆσιν. Οὕτω λαμβάνει τὸ Δημόσιον εἰσόδημα, λαμβάνει καὶ
527ὁ ἰδιοκτήτης, ἀλλ’ οὗτος ἐλάχιστον μέρος, διότι εἶναι ληστεία
528αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται· ἐπιβάλλεται ὡς φόρος ὑλοτομίας
529ἐπὶ ἰδιωτικῶν δασῶν. Ἐφέτος ἐπῆρα ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ
530μου 12,000 δραχμὰς, καὶ 30,000 τὸ Δημόσιον.
531§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ περὶ καταπαύσεως τῶν πυρκαϊῶν
532ἐν Ἑλλάδι εἶναι πόθος ἀδύνατος. Ἀφοῦ βλέπομεν ἐν αὐτῇ τῇ
533μεσημβρινῇ Γαλλίᾳ, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ ὅρους κλιματο-
534λογικοὺς ὁμοίους περίπου, ἀλλὰ βεβαίως καλλιτέρους τῶν ἐν
535Ἑλλάδι, ὅτι συχνότατα ὑφίστανται τὰ δάση αὐτῆς κατα-
536στροφὰς φοβερὰς, μεθ’ ὅλον τὸν τέλειον διοικητικὸν ὀργανισμὸν
537τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι ἀπελπισία, ὅτι ἡμεῖς θὰ δυνηθῶμεν νὰ
538διοργανώσωμεν ταχέως δασικὴν διοίκησιν τοιαύτην ἐν Ἑλ-
539λάδι, ὥστε νὰ μὴ συμβαίνουν ἢ σπανίως νὰ συμβαίνουν πυρ-
540καϊαί. Ὁ ἴδιος προλαλήσας περιέγραψε τὴν ἐπικίνδυνον, λόγῳ
541τοῦ κλίματος καὶ τοῦ μακροῦ καὶ ξηροῦ θέρους, κατάστασιν
542τῶν δασῶν, ἅτινα κατὰ τὸ μέγιστον μέρος τοῦ ἔτους εἶναι
543λόγῳ τῶν ξηρῶν χόρτων ἐστρωμένα ὡς διὰ πυρίτιδος. Καὶ
544εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ πρῶτος κυνηγὸς ἢ διαβάτης, ῥίπτων τὸ
545ὅπλον του ἢ ἓν σιγάρον, ἢ ὁ σιδηρόδρομος τοὺς σπινθῆράς
546του ἐν τινι δάσει, δύναται νὰ καταστρέψῃ ὁλοκλήρους ἐκτά-
547σεις, βοηθοῦντος τοῦ ἀνέμου, ὅστις σπάνιον νὰ μὴ φυσᾷ. Λοι-
548πὸν δυσκολώτατον πρᾶγμα νὰ καταπαύσωμεν ἢ νὰ περιορί-
549σωμεν τὰς ἐκ τῶν πυρκαϊῶν καταστροφάς. Αὗται ὡς ἐπὶ τὸ
550πλεῖστον εἶναι τυχηραί. Ἀλλ’ αἱ καταστροφαὶ αἱ προερχό-
551μεναι ἐκ τῆς λεγομένης ἐπιστημονικῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν
552δασῶν εἶναι μεγαλείτεραι ἀπὸ τὰς ἐκ τῶν πυρκαϊῶν, καὶ βε-
553βαίως δύνανται νὰ περιορισθῶσι σπουδαίως, ἂν θέλωμεν, καὶ
554ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἂν θέλωμεν νὰ προσφέρωμεν
555πραγματικὰς ὑπηρεσίας πρὸς σωτηρίαν τῶν δασῶν ἡμῶν.
556Ἀποδίδοντες τὴν ἐλάττωσιν τῶν δασῶν εἰς τὰς πυρκαϊὰς, καὶ
557κατ’ αὐτῶν μόνον φωνάζοντες, οὐδόλως σταματῶμεν τὸ κα-
558κόν. Τοῦτο κατὰ μέγα μέρος ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν διοί-
559κησιν τῶν δασῶν, καὶ κατ’ αὐτῆς δέον νὰ γείνῃ ὁ ἀγών.
560§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε
561Πρόεδρε, ὁ ἐκ Κυθήρων βουλευτὴς κ. Στάης, ἐπερωτῶν χθὲς
562τὸ Ὑπουργεῖον, ἔλεγεν, ὅτι ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπι-
563τροπὴ τοῦ Ναυτικοῦ δὲν προβαίνει εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τῶν ναυ-
564τῶν ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὸ παρὰ τοῦ νόμου κεκανονι-
565σμένον ἀνάστημα. Παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον,
566ὅπως ἐν τῇ ἐγγράφῳ αὐτοῦ ἐπερωτήσει ὀνομάσῃ ῥητῶς τοὺς
567ναύτας ἐκείνους, οἵτινες, καίπερ μὴ ἔχοντες τὸ κεκανονισμένον
568ἀνάστημα, οὐχ ἧττον ἐκρίθησαν ἱκανοί. Δυστυχῶς ἐν τῇ τυ-
569πωθείσῃ ἐπερωτήσει δὲν εὑρίσκω τὰ ὀνόματα τῶν κληρωτῶν
570τούτων. Τοῦτο μὲ ἄγει νὰ πιστεύσω, ὅτι αἱ πληροφορίαι
571τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβεῖς. Ἐζήτησα πλη-
572ροφορίας παρὰ τοῦ ἁρμοδίου τμήματος· τὸ τμῆμα μὲ διεβε-
573βαίωσεν, ὅτι ταῦτα, ὅσα ἰσχυρίζεται ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν εἶναι
574ἀκριβῆ. Τοὐναντίον μάλιστα μοὶ ἔδωκε καὶ ἀπόφασιν τῆς
575Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ναυτικοῦ, ὑπὸ
576ἡμερομηνίαν 27 Φεβρουαρίου 1895 ἔτους, καθ’ ἣν «ὁ ναύτης
577»Ἰωτὴρ Κατσίγαρης, ἔχων ἀνάστημα 1 καὶ 40 ἑκατοστῶν,
578»ἐκρίθη ἀνίκανος διὰ τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν.»
579Ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου φαίνεται, ὅτι ἡ Ἀνωτάτη Ὑγει-
580ονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξήρεσε κληρωτὸν ναύτην, ἐπὶ τῷ λόγῳ
581ὅτι οὗτος δὲν εἶχε τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα. Ἑπομένως
582παρακαλῶ ὑμᾶς, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ, ἐὰν ἐπιμένητε,
583ὅτι ἔχετε πληροφορίας, ὅτι ταῦτα, ὅσα ἰσχυρίζεσθε, εἰσὶν
584ἀκριβῆ, νὰ καταθέσητε τὰ ὀνόματα τῶν ναυτῶν ἐκείνων,
585οἵτινες, καίπερ μὴ ἔχοντες τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα, κατε-
586τάχθησαν, ὅπως ζητήσω καὶ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα. Οὐχ ἧτ-
587τον ἐπιθυμῶν, ὅπως μὴ ἀδικηθαί τις, συνέστησα ἤδη εἰς τὸ
588ἁρμόδιον τμῆμα, ἵνα δι’ ἐγγράφου καταστήσῃ γνωστὴν τὴν
589ἐπερώτησιν ὑμῶν εἰς τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον, ὅπως μὴ τυ-
590χὸν προβαίνῃ εἰς παράβασιν τοιαύτην τῶν νόμων, ἣν ὑμεῖς
591καταγγέλλετε.
592§30ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουρ-
593γὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν ταχεῖαν ἀπάντησιν, ἣν εὐη-
594ρεστήθη νὰ μοὶ χορηγήσῃ· ἀλλ’ ἀκριβῶς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιό-
595τιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ
596ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔδωκεν αὐτῷ
597σαφεῖς καὶ ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ ὅσων ἐγὼ κατὰ προ-
598λαβοῦσαν συνεδρίασιν ἐλάλησα, διότι καὶ τὸ παράδειγμα, τὸ
599ὁποῖον ἐπικαλεῖται, ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ στρατολογικὰ συμ-
600βούλια δὲν ἐξετάζουσι τοὺς ἐργάτας θαλάσσης, ὡς πρὸς τὸ
601ἀνάστημα, τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου
602προβλεπόμενον καὶ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς ναυτικῆς στρα-
603τολογίας, διότι τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα, ἐν συνδυασμῷ μετὰ
604τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος, ὁρίζουσιν, ὅτι οἱ ἐργάται θα-
605λάσσης, οἱ μὴ ἔχοντες τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα, θεωροῦν-
606ται ὡς βοηθητικοί. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
607γείου τῶν Ναυτικῶν, ἡ ὁποία, ὡς γινώσκω, εἶναι πολὺ ἐνή-
608μερος εἰς τὰ καθ’ ἑαυτήν, δὲν ἐπληροφόρησε τὸν κ. Ὑπουρ-
609γόν, ὅτι ὑφίσταται παρὰ τῷ Νομικῷ Συμβουλίῳ ἐκκρεμὲς τοι-
610οῦτον ζήτημα, διότι τὸ τακτικὸν στρατολογικὸν συμβούλιον
611τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας δὲν ἀπήλλαξεν ἐργάτην θαλάσσης —
612ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ.
613Φορέστη.
614§31ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Μάλιστα, οὐδέποτε ἀπαλλάττουσι.
615§32ΣΤΑΗΣ... δὲν ἀπήλλαξεν ἐργάτην θαλάσσης μὴ ἔχοντα
616τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα, ἀναγκασθέντα δὲ νὰ προσφύγῃ
617δι’ αἰτήσεώς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἡ ὑπό-
618θεσις αὕτη μένει ἀκόμη ἐκκρεμής. Σᾶς ἀνέφερον δὲ, ὅτι ὑπάρ-
619χει ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν δὲν
620μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐκδοθεῖσα κατὰ τὸ 1892, ἡ ὁποία, κοινῇ
621συνεννοήσει μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, συνιστᾷ πρὸς
622τὰ στρατολογικὰ συμβούλια νὰ μὴ ἐξετάζωσι τὸ ἀνάστημα
623τῶν ἐργατῶν θαλάσσης, ἐὰν ἦναι ἢ δὲν ἦναι τὸ κεκανονισμέ-
624νον. Τοῦτο εἶναι ἄντικρυς παρὰ τὸν νόμον, διότι, ἐπαναλαμ-
625βάνω, τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας καὶ
626τὸ ἄρθρον 33 ἐδαφ. ζʹ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ἐν συν-
627δυασμῷ μετὰ τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος, ἀπαλλάττουσι
628τοὺς ἐργάτας θαλάσσης, τοὺς μὴ ἔχοντας τὸ κεκανονισμένον
629ἀνάστημα 1,56. Τὸ παράδειγμα δὲ, τὸ ὁποῖον φέρετε, ἀκρι-
630βῶς ἀποδεικνύει, ὅτι κατετάχθη ὁ στρατιώτης, περὶ τοῦ ὁποίου
631ἐλαλήσατε. Διότι, ἵνα ἐξετασθῇ παρὰ τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειε-
632νομικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ναυτικοῦ, ἕπεται ὅτι παρὰ τοῦ τακτι-
633κοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ προσῆλθεν εἰς αὐτὸ, δὲν
634ἐξητάσθη καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀνάστημα, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐξετα-
635σθῇ καὶ ν’ ἀπαλλαγῇ, ἀφοῦ ἔχει ἀνάστημα 1,40. Ἑπομένως
636ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, συνιστῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον
637ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργόν, ἵνα ἐξετάσῃ ἐὰν ἦναι ἀληθές,
638ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὰ τακτικὰ
639καὶ τὰ ἔκτακτα στρατολογικὰ συμβούλια τῶν νομῶν νὰ μὴ
640ἀπαλλάττωσι τοὺς ἐργάτας θαλάσσης τοὺς μὴ ἔχοντας τὸ
641κεκανονισμένον ἀνάστημα, καὶ ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει
642σήμερον τοιαύτη ὑπόθεσις ἐκκρεμὴς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
643Ναυτικῶν, προκειμένου περὶ ἐργάτου θαλάσσης ἐκ τοῦ νομοῦ
644Κεφαλληνίας. Ἐνδιαφέρομαι δὲ καὶ ἐγὼ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα
645ὡς τάχιστα, διότι ἔχω συμπατριώτην τοιοῦτον ἐργάτην θα-
646λάσσης, μὴ ἔχοντα τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα, καὶ ὁ ὁποῖος
647πρόκειται κατ’ αὐτὰς νὰ προσέλθῃ πρὸς κατάταξιν.
648§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε
649Βουλευτά, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὸν
650ὀργανισμὸν τῶν Ὑπουργείων, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀντι-
651τάσσηται τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν περὶ ζητήματός
652τινος, ὅπως καὶ τἀνάπαλιν. Τὰ δὲ Ναυτικὰ Στρατολογικὰ
653Συμβούλια, ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ναυ-
654τικοῦ, βεβαίως δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑ-
655πουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἑπομένως τοῦτο, ὅπερ διϊσχυ-
656ρίζεσθε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀκριβές. Ἐκεῖνο, ὅπερ
657ἐγὼ λέγω, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἐγένετο ἐν οἱᾳ-
658δήποτε ἐποχῇ παράβασις τοῦ νόμου. Περὶ τῆς ἐποχῆς κατὰ
659τοῦτο μόνον βεβαίως ἐνδιαφέρομαι. Διότι ἐπ’ ἐμοῦ τοιαύτη
660παράβασις ἀναμφιβόλως δὲν ἐγένετο. Ἐγένετο, λέγετε, παρά-
661βασις τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ κανονίζοντος τὸ ἀνάστημα εἰς
6621,56. Νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχετε νὰ ἀναφέρητε τὰ πρό-
663σωπα ἐκεῖνα, δι’ ἃ παρεβιάσθησαν οἱ νόμοι. Ἐφ’ ὅσον γενι-
664κῶς ὁμιλεῖτε, νομίζω, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἦσθε ἐν πλήρει
665δικαίῳ. Οὐχ ἧττον παρετήρησα ὑμῖν, καὶ πάλιν παρατηρῶ,
666ὅτι θέλω ἐνεργήσει λεπτομερεστέραν ἔρευναν ἐν τῷ Ὑπουρ-
667γείῳ περὶ τῆς σχετικῆς ὑποθέσεως, ἵνα βεβαιωθῶ, ἐὰν ταῦτα,
668ὅσα λέγετε, ἦναι ἀκριβῆ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἐκ τοῦ ἐγγράφου
669τούτου δὲν δικαιολογοῦνται αἱ παρατηρήσεις ὑμῶν· διότι
670δι’ αὐτὸ ἴσα–ἴσα ἐγένετο ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπι-
671τροπὴ, ὅπως, ὁσάκις δὲν ἐκτελῶνται τὰ τοῦ νόμου παρὰ
672τοῦ τακτικοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ἐπέρχηται ἡ
673Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ διορθοῖ τὰ πράγματα.
674Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔδωκαν εἰς ὑμᾶς τὰς πληροφο-
675ρίας ταύτας, — διότι ὑμεῖς βεβαίως ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δὲν
676δύνασθε νὰ γνωρίζητε τὰς παραβάσεις αὐτὰς τῶν νόμων, —
677ὤφειλον νὰ δώσωσιν ὑμῖν ὡρισμένως τὴν πληροφορίαν, τίνα
678πρόσωπα, μὴ ἔχοντα τὸ κεκανονισμένον ἀνάστημα, κατε-
679τάχθησαν ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὑπηρετοῦσιν ἐν αὐτῇ,
680ἢ ἔστω καὶ ἀπελύθησαν, ὑπηρετήσαντα ἄλλοτε παρανόμως.
681Οὐχ ἧττον καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ θέλω κατα-
682γείνῃ νὰ εὕρω, ἐὰν ταῦτα, ὅσα λέγετε, ἦναι ἀκριβῆ, καὶ θέ-
683λω προσπαθήσει νὰ ἄρω τὸ τυχὸν γενόμενον ἀδίκημα.
684§34ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι
685τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικόν· δὲν πρόκειται περὶ προσώ-
686πων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐγκυκλίου ἀπευθυνθείσης ἐκ μέ-
687ρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ τῶν Ναυ-
688τικῶν πρὸς τὰ διάφορα στρατολογικὰ συμβούλια κατὰ τὸ
6891892, διὰ τῆς ὁποίας παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου
690περὶ ναυτικῆς στρατολογίας καὶ τὸ ἄρθρ. 38 τοῦ νόμου περὶ
691τῆς κατὰ ξηρὰν στρατολογίας.
692§35ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρα-
693καλῶ, εἶναι δυνατόν, ὑπάρχοντος νόμου κανονίζοντος τὸ ἀνά-
694στημα, τὸ ἀναγκαῖον πρὸς κατάταξιν ἐν τῷ Ναυτικῷ, νὰ
695ἐκδοθῇ ἐγκύκλιος, λέγουσα ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν
696ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου;
697§36ΣΤΑΗΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἔχει ἐκδοθῆ.
698§37ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
699τικῶν;
700§38ΣΤΑΗΣ. Τὴν ἐγκύκλιον παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑ-
701πουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα
702τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸ ὁποῖον τὴν ἔχει πρόχει-
703ρον, καὶ ἐκ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης θὰ ἴδῃ, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει
704ἀκριβῶς, ὡς ἐγὼ ἐξέθηκα. Ἡ δὲ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ
705Ἐπιτροπὴ τοῦ Ναυστάθμου δὲν ἔχει τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον
706ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ μικροῦ εἶπεν. Ὁ σκοπὸς τῆς Ὑγειονο-
707μικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ἑδρευούσης ἐν Ναυττάθμῳ, δὲν εἶναι
708νὰ ἐξετάζῃ τοὺς λόγους ἀπαλλαγῆς τῶν στρατευσίμων, τῶν
709ἐργατῶν θαλάσσης· διότι οἱ λόγοι οὗτοι ἐξετάζονται παρὰ
710τοῦ τακτικοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, ὅταν γίνηται ἡ κλή-
711ρωσις. Ὁ σκοπὸς τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς,
712τῆς ἐν Ναυττάθμῳ, εἶναι νὰ ἐξετάζῃ τοὺς λόγους ἀπαλλα-
713γῆς, τοὺς γεννηθέντας μετὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κατατάξεως ἢ
714τῆς ἐξετάσεως ἐν τοῖς τακτικοῖς στρατολογικοῖς συμβουλίοις·
715ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε, δὲν ἀποδεικνύει
716ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, δὲν εἶναι ἀκριβές.
717§39Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὄχι.
718Νομίζω, ὅτι, ὅταν τις κληρωτὸς ἀδικηθεὶς φρονῇ, ὅτι τῷ ὄντι
719ἐγένετο παράβασις τοῦ νόμου, δύναται νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν
720προϊσταμένην ἀρχὴν, ὅπως παραπέμψῃ αὐτὸν πρὸς ἐξέτασιν
721εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν.
722§40ΣΤΑΗΣ. Τότε δὲν ἀποστέλλεται εἰς τὴν Ἀνωτάτην
723Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ναυστάθμου, ἀλλ’ ὑπάρχει
724ἕτερον ἔκτακτον Στρατολογικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐξε-
725τάζει τὰ τῆς αἰτήσεως τοῦ παραπονουμένου.
726§41ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον Στρατολογικὸν Συμβούλιον εἶ-
727ναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἐγκύκλιον ὑπουργικὴν ἀντικειμέ-
728νην εἰς τὸν νόμον;
729§42Α. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Στάη, τὸ ἄτοπον τοῦτο συμ-
730βαίνει οὐ μόνον ὡς πρὸς τὸ ἀνάστημα, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ
731λοιπὰ σωματικὰ νοσήματα, ἅτινα λόγῳ τοῦ νόμου συντε-
732λοῦσιν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν ἢ τὴν ἐξαίρεσιν τῶν στρατευσίμων.
733Τὰ στρατολογικὰ συμβούλια οὐδέποτε ἐξετάζουσι τοὺς ἐρ-
734γάτας θαλάσσης, ἀλλὰ κατατάττουσιν εὐθὺς ἅμα τῇ ἐμ-
735φανίσει ἐνώπιον αὐτῶν, καὶ ὅταν κληθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερ-
736νήσεως πρὸς κατάταξιν, τότε καὶ μόνον ἐξετάζονται ὑπὸ τοῦ
737ἰατροῦ τοῦ πλοίου, εἰς ὃ παραπέμπονται ὑπὸ τοῦ Διευθυντηρίου
738τοῦ Ναυστάθμου, ἵνα ὑπηρετήσωσιν. Ἐὰν δὲ ὁ ἰατρὸς τοῦ πλοίου
739πεισθῇ ἐκ τῆς ἐξετάσεως, ὅτι ὁ στρατεύσιμος ἔχει νόσημα ἀνα-
740γραφόμενον ἐν τῷ νόμῳ, καὶ δι’ οὗ ἐπέρχεται ἡ ἀπαλλαγή,
741ἢ ἡ ἐξαίρεσις, τότε δι’ ἐνδείξεως ἰατρικῆς ἀποστέλλεται
742εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ναυτικοῦ,
743ἥτις γνωμοδοτεῖ περὶ τῆς ἐξαιρέσεως ἢ τῆς ἀπαλλαγῆς, ἢ
744τῆς διατηρήσεως τοῦ κληρωτοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Τοῦτο, ἐνῷ
745ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, ὑποβάλλει τοὺς δυστυχεῖς τούτους
746καὶ εἰς δαπάνας.
747§43ΣΤΑΗΣ. Ἄλλο ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν τῇ ὑπη-
748ρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸ ὁποῖον παρα-
749καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξετάσῃ, εἶναι ὅτι,
750ἐνῷ οἱ ἐργάται θαλάσσης, κατὰ νόμον ψηφισθέντα τὸ 1893,
751νομίζω, δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν πρόσθετον τρίμηνον ὑπηρεσίαν,
752ἐὰν δὲν προσέλθωσι νὰ ἀναλάβωσι τὸν κλῆρον αὐτῶν καὶ νὰ
753ὑποστῶσι τὴν ἐπιθεώρησιν παρὰ τοῦ ἰατροῦ, ἐν τούτοις τιμω-
754ροῦνται διὰ τριμήνου προσθέτου ὑπηρεσίας, διότι ἐγκαίρως δὲν
755ἔλαβον τὸ φυλλάδιον αὐτῶν.
756§44Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὅταν δὲν ἔχῃ ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν, δὲν
757κατατάσσεται.
758§45ΣΤΑΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προσκαλεῖ διὰ
759δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τοὺς ἐργάτας
760θαλάσσης δύο, νομίζω, μῆνας πρὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατατά-
761ξεώς των. Τιμωρεῖ δὲ διὰ τριμήνου προσθέτου ὑπηρεσίας τοὺς
762μὴ λαβόντας ἐγκαίρως φυλλάδιον ἐργάτου θαλάσσης, ἐνῷ οὗ-
763τοι ἤδη ὑπηρετοῦσιν εἰς ναυτικὴν ὑπηρεσίαν.
764§46ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Προβλέπει περὶ τούτου ὁ νόμος.
765§47ΣΤΑΗΣ. Ἀκριβῶς διότι προβλέπει περὶ τούτου ὁ νόμος,
766σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἴδητε
767ὅτι εἰς τοὺς ἐργάτας θαλάσσης ποῦ μὲν ἔχει τὸν ἀριθμὸν τοῦ
768φυλλαδίου, ποῦ δὲ ἔχει μόνον τὴν λέξιν «ναυτικὸς», εἰς τοὺς τε-
769λευταίους δ’ ἐπιβάλλεται τρίμηνος πρόσθετος ὑπηρεσία, καὶ τοῦτο
770εἶναι ἄδικον. Τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ
7711893 δὲν ἦτο αὐτὸ, διότι ὁ ἐργάτης θαλάσσης, ὡς εἶπον,
772δὲν ἀναμένει νὰ ἔλθῃ ἡ ἐποχὴ τῆς κληρώσεώς του, ἵνα προσ-
773έλθῃ πρὸς ἐξέτασιν, ἀλλ’ ἐργάζεται εἰς τὰ πλοῖα, καὶ ὅταν
774εἰδοποιηθῇ κανονικῶς διὰ τοῦ δημάρχου του, ὅτι ἐκλήθη ἡ
775σειρά του, τότε προσέρχεται πρὸς κατάταξιν.
776§48ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ
777νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ διατυπώσητε ἐγγράφως τὴν
778ἐπερώτησίν σας.
779§49ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
780Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν
781Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν
782ἔλαβε καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ πότε ἐξεδόθη καὶ παρὰ τίνος
783Ὑπουργοῦ ὑπεγράφη τὸ Β. Διάταγμα, τὸ τροποποιοῦν τὸ
784πλάτος τῆς ὁδοῦ Κλάφας ἀπὸ 5 μέτρων εἰς 2½.
785§50ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
786Ἐσωτερικῶν). Ἡ ὑπηρεσία δὲν μοὶ ἔδωκεν ἀκόμη τὴν ζητη-
787θεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων πληροφορίαν.
788Ἐλπίζω μέχρι τῆς αὔριον νὰ δυνηθῶ νὰ παράσχω ὑμῖν ταύτην.
789§51ΣΤΑΗΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
790ρικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὸν διορισμὸν τοῦ ἀστυνόμου
791Κυθήρων, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πότε διωρίσθη οὗ-
792τος, καὶ ἂν μετέβη εἰς Κύθηρα ἄνευ διορισμοῦ, ἵνα παραλάβῃ
793τὴν ἀστυνομίαν παρὰ τοῦ τέως ἀστυνόμου, ἐνῷ εἶχε διορισθῆ
794ἄλλος ἀντ’ αὐτοῦ.
795§52ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
796Ἐσωτερικῶν). Ὡς γνωρίζετε, ὁ ἐν λόγῳ ἀστυνόμος διωρίσθη
797ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ καταργηθέντος νόμου περὶ Ἀρχηγείου τῆς
798Χωροφυλακῆς· συνεπῶς δὲν ὑπήγετο εἰς τὴν ἡμετέραν ἁρμο-
799διότητα. Ἐὰν δὲ ἄνευ ἀδείας διευθύνθη εἰς Κύθηρα, ὁ Ὑπουρ-
800γὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ φαίνεται ἁρμοδιώτερος νὰ πληρο-
801φορήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν Βουλὴν. Ἑπομένως θέλω
802μεταβιβάσει εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου καὶ ἐπὶ τῶν
803Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ
804Κυθήρων.
805§53Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
806βάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν πάντων σχεδὸν τῶν κατοί-
807κων τῶν δήμων Τρινάσου καὶ Κροκεῶν τῆς Λακεδαίμονος,
808αἰτούντων τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν τῆς πεδιάδος τοῦ δή-
809μου Τρινάσου. Κατὰ τὰς ἐκβολὰς τοῦ Εὐρώτα ἐκτείνεται
810πεδιὰς εὐφορωτάτη, ἐκ πολλῶν χιλιάδων στρεμμάτων, ἀλλὰ
811δυστυχῶς ἄγονος, διότι κατακλυζομένη ὑπὸ τῶν ὑδάτων τοῦ
812Βασιλοποτάμου σχηματίζει ἕλη, τὰ ὁποῖα εἶναι διαρκῆ καὶ
813παρεμποδίζουσι τὴν καλλιέργειαν, χρησιμεύουσι δὲ μόνον ὡς
814ἑστία μολυσμάτων, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ ὑγεία τῶν κατοίκων
815δεινῶς ὑποφέρει. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν ἐκεί-
816νων καὶ τὸ εὔκολον τοῦ πράγματος προὐκάλεσεν ἐπανειλημ-
817μένως τὴν προσοχὴν τῶν Κυβερνήσεων. Ἤδη ἐπὶ Ὄθωνος
818ἀπεφασίσθη καὶ ἐγένετο δαπάνη 20,000 δραχμῶν πρὸς ἀνό-
819ρυξιν χάνδακος. Ἀνωρύχθη εἷς μικρὸς χάνδαξ, ἐννοεῖται μὲ
820τὴν ἀτέλειαν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλ’
821ὅμως κατωρθώθη ἡ ἀποξήρανσις 5–6 χιλιάδων στρεμμάτων.
822Τὰ στρέμματα ταῦτα ἐκαλλιεργήθησαν ἐπὶ σειράν ἐτῶν, ἐφ’
823ὅσον δηλ. ὑπῆρχεν ὁ χάνδαξ ἐν καλῇ καταστάσει, καὶ τὸ Δη-
824μόσιον ἀπελάμβανεν οὕτως ἐτήσιον εἰσόδημα τὸ τριπλάσιον
825τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδαπάνησε. Πρό τινων ἐτῶν παρηγ-
826γέλθη ὁ μηχανικὸς κ. Γράβαρης, ὁ ὁποῖος, μεταβὰς ἐκεῖ,
827ἔκαμε μελέτας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ
828μένουσιν ἀνεκτέλεστοι. Κατὰ τὰς μελέτας τοῦ κ. Γράβαρη,
829αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι πρόκειται ν’ ἀποξηρανθῶσιν, ἀνέρχονται
830εἰς 38,000 στρέμματα, ἡ δὲ δαπάνη εἰς 94,000 δραχμῶν.
831Φαντασθῆτε, ὅτι, ἐὰν ἅπασαι αἱ 38,000 στρεμμάτων καλ-
832λιεργηθῶσι, θὰ ἀποφέρωσι πρόσοδον τριακοντάκις μεγαλει-
833τέραν τῆς ποσότητος, ἡ ὁποία μέλλει νὰ δαπανηθῇ.
834§54ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνετε νὰ γείνῃ ἀποξήρανσις διὰ
835χρημάτων τοῦ Δημοσίου;
836§55Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι πολλοὶ τρόποι. Δύναται ἡ
837Κυβέρνησις νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς κατοίκους νὰ εἰσφέρωσι, δύ-
838ναται νὰ φέρῃ μίαν ἑταιρίαν. Δὲν συζητῶ τὸ ζήτημα τῶν
839τρόπων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πεισθῇ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, θὰ
840συζητήσωμεν καὶ περὶ τῶν τρόπων, διότι ἔχομεν ἰδέαν τινά.
841Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἵνα συστήσῃ τὴν δημοσίαν
842ταύτην ἀνάγκην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ
843ὑποβάλῃ νομοσχέδιον.
844§56ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
845Ἐσωτερικῶν). Ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος
846Βουλευτὴς, τὰ γνωρίζω καὶ ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, καθό-
847σον, ὡς γνωστόν, κατάγομαι ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου. Ἀληθὲς
848εἶναι, ὅτι τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὡς ἐκ τῶν μεγάλων καὶ πολλῶν
849ἑλῶν, κατέστησαν λίαν νοσώδη, καὶ ὅτι ἀπεράντου ἐκτάσεως
850γαῖαι μένουσιν ἀκαλλιέργητοι. Φρονῶ καὶ ἐγὼ καὶ συμφωνῶ
851μετὰ τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετική
852τις πρόνοια, ἂν ὄχι κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, διότι τοῦτο
853μοὶ φαίνεται δύσκολον, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἑπομένην, ὅτε
854δυνατὸν νὰ προηγηθῇ καὶ ἐπισταμένη ἐπὶ τοῦ προκειμένου
855μελέτη.
856§57Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ διαταχθῇ, κ. Ὑπουργέ, νὰ
857γείνῃ μία τακτικὴ μελέτη.
858§58ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν αὐτῶν θὰ
859συντελέσῃ εἰς σωτηρίαν τῆς ὑγείας ὅλων τῶν Λακεδαιμονίων.
860§59ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ ὥρα παρῆλθε, δὲν
861εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις δι’ αὔριον καὶ
862νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ σταφιδικοῦ νο-
863μοσχεδίου;
864§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι πολλοί.
865§61ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσωμεν τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ
866ἀναβάλωσι τὰς ἐπερωτήσεις των.
867§62ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὀλίγας λέξεις, κ. Βουλευταί, θὰ σᾶς εἴπω,
868καὶ ὅταν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκαλῶ σή-
869μερον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, γείνῃ συζήτησις, θὰ ἀνα-
870πτύξω τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζω τὴν πρότασίν
871μου. Ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ νὰ
872κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιο-
873κτήτας τῆς Θεσσαλίας, διότι εἶναι ἀνάγκη κατεπείγουσα ἡ
874ἐξομάλυνσις τοῦ ζητήματος τούτου, καθόσον εἶναι κοινῶς ἀνε-
875γνωρισμένον, ὅτι εἷς τῶν σπουδαιοτέρων λόγων, ἕνεκα τοῦ
876ὁποίου, ἐὰν δὲν ἐπῆλθεν ἄλλο τι, ἐπῆλθε τοὐλάχιστον στασι-
877μότης ἐν τῇ παραγωγῇ...
878§63ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Περὶ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν;
879§64ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Περὶ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν... ἕνεκα τοῦ
880ὁποίου, λέγω, ἐπῆλθε τοὐλάχιστον στασιμότης ἐν τῇ παραγωγῇ,
881εἶναι ἡ ἀνωμαλία τῶν σχέσεων τούτων. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ
882ὁποῖον ὑποβάλλω, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῶσι
883νέοι ὅροι, ἢ νὰ κανονισθῶσι σχέσεις νέαι, καθόσον, κατὰ τὴν
884συνθήκην τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, «οὐδεμία τρο-
885ποποίησις θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ
886»καλλιεργητῶν σχέσεις ἢ διὰ νόμου γενικοῦ, ἐφαρμοστέου
887»καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον», δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι σήμερον παρί-
888σταται ἀνάγκη, ὥστε νὰ νομοθετηθῇ νόμος γενικὸς τοῦ Κρά-
889τους, κανονίζων τὰς σχέσεις τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς
890ἰδιοκτήτας, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὅρους τοὺς μέχρι τοῦδε
891ἰσχύοντα, τὰς συνηθείας, τὰ ἔθιμα καὶ τοὺς κανονισμοὺς, ἐπὶ
892τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὑφίσταται ἡ σχέσις τῶν καλλιεργητῶν
893ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ζητῶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπο-
894βάλλω, νὰ δοθῇ, οὕτως εἰπεῖν, νομοθετικὸν κῦρος εἰς τοὺς
895ὅρους καὶ τὰς συνηθείας καὶ τὰ ἔθιμα καὶ τοὺς κανονισμοὺς,
896ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τὰ δικαστήρια εὑρίσκωνται εἰς θέ-
897σιν, ὁσάκις γενῶνται διαφοραὶ μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ
898ἰδιοκτητῶν, νὰ λύωσιν ἀπροσκόπτως ταύτας.
899§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γενικὸς νόμος πρέπει νὰ γείνῃ.
900§66ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ἄλλο ζήτημα, τὸ
901ὁποῖον ἐπίσης πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ λυθῇ,
902καὶ εἶναι ἀνάγκη τοῦτο νὰ λυθῇ, εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς
903σχέσεως· διότι τὰ δικαστήρια, κυμαινόμενα μεταξὺ τοῦ ἂν ἡ
904σχέσις ἦναι μίσθωσις ἢ ἑταιρία, εὑρίσκονται εἰς δυσχερείας,
905αἱ δὲ δυσχέρειαι αὗται ἀποβαίνουσι πάντοτε ἐναντίον τῶν
906καλλιεργητῶν.
907Ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ,
908νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν·
909ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν ἐν καιρῷ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, νὰ ἀνα-
910πτύξω τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζω τὸ νομοσχέδιον.
911§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
912ράρτημα, ἀριθ. 284).
913§68ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰς τὰς πρωινὰς ἐφημερίδας ἀνέγνων
914τηλεγράφημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπερατώθησαν αἱ διαπραγ-
915ματεύσεις περὶ τῆς συνάψεως τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης τῆς
916Ἑλλάδος μετὰ τῆς Ρωσσίας. Τὸ ἄγγελμα αὐτὸ ὁμολογου-
917μένως θὰ ἀσκήσῃ μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν προϊόντων καὶ
918ἰδίως τῶν Μεσσηνιακῶν. Θὰ ἦναι δὲ τόσον μεγάλη ἡ ἀνυ-
919πομονησία τῶν συμπολιτῶν μου, ὥστε δὲν θέλω θεωρηθῆ ἀνυ-
920πόμονος, ἂν παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
921καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορή-
922σωσι τὴν Βουλὴν, ἂν ἀληθεύῃ τὸ ἄγγελμα τοῦτο.
923§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυστυχῶς
924κατὰ τὴν ὥραν ταύτην δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
925τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσῃ εἰς
926τὸν κ. Βουλευτήν. Παρατηρῶ δὲ εἰς αὐτὸν, ὅτι, καὶ ἂν ἦτο
927παρὼν, δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ εὐχαριστήσῃ αὐτὸν, διότι δὲν
928εἶναι εὔκολον εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναγγέλλωμεν ἢ νὰ δημοσιεύωμεν
929ἑκάστοτε τὴν μετάβασιν τῶν διαπραγματεύσεων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς
930σταδίου εἰς τὸ ἄλλο. Ἐν ὅσῳ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς, ἐν
931ὅσῳ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγγείλωμεν τὴν ὑπογραφὴν τῆς συν-
932θήκης, δὲν δυνάμεθα νὰ γνωστοποιῶμεν εἰς ποῖον στάδιον εὑ-
933ρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις.
934§70ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα, ἂν ὑπάρχῃ εἴδησις, ὅτι
935ἀπεπερατώθησαν αἱ διαπραγματεύσεις.
936§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω. Ἐὰν ἔχῃ ὁ κ.
937Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν... Ἕως τώρα δὲν μοὶ ἀνεκοίνωσε.
938§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
939§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῃτήθη τοῦ λόγου.
940§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
941§75ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι παρών.
942§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης.
943§77Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀνομολογῶ ὅτι ὅσα ὁ ἐκ
944Λακεδαίμονος ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπε περὶ ἀποξηράνσεως
945τῶν καλυπτομένων ὑπὸ τῶν ὑδάτων γαιῶν ἐν τῷ δήμῳ Τρι-
946νάσου, εἶναι ἀληθῶς ζήτημα πολλοῦ λόγου ἄξιον, διότι ἡ
947ἔκτασις τούτων ἀνέρχεται εἰς 40,000 περίπου στρεμμάτων, ἐξ
948ὧν τὰ ἡμίση ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι δὲ τόσον προσοδο-
949φόροι αἱ γαῖαι, ὥστε, ἐὰν ἤθελον ἀποξηρανθῆ, τὸ Δημόσιον
950ἤθελεν εἰσπράττει, ὡς φόρον ἐπικαρπίας, πλέον τῶν 100,000
951δραχμῶν, ἐνῷ ἡ προϋπολογισθεῖσα δαπάνη διὰ τὴν ἀποξήραν-
952σιν τῶν γαιῶν τούτων ἀνέρχεται εἰς 90,000 μόνον δραχμῶν.
953§78Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἠθέλησα νὰ
954ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλὴν, ἄλλως ἠδυνάμην νὰ
955ἀποδείξω, ὅτι ἡ πεδιὰς ἐκείνη θὰ φέρῃ πρόσοδον ἐν ὅλῳ τὸ
9561/12 τοῦ ποσοῦ τῶν σιτηρῶν, τὸ ὁποῖον εἰσέρχεται ἔξωθεν εἰς
957τὴν Ἑλλάδα.
958§79Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα εἰς
959τοῦτο, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο θέλω νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλήν.
960§80Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι δὲ, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε ὑμεῖς,
961αἱ γαῖαι αὗται εὐφορώταται, καὶ τὸ ἥμισυ τούτων, ἀνερχό-
962μενον εἰς 38,000 στρέμματα, εἶναι περιουσία ἀνήκουσα εἰς
963τὸ Δημόσιον.
964§81ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις σήμερον,
965κ. συνάδελφε· τὸ ζήτημα προηγουμένως θὰ τὸ μελετήσῃ ὁ
966κ. Ὑπουργός.
967§82Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν θὰ μακρηγορήσω
968σήμερον, κ. Βουλευτά· προσθέτω μόνον, ὅτι ἐκτὸς τῆς ὠφε-
969λείας ταύτης θέλει εὐεργετήσει καὶ τοὺς κατοίκους τῶν πέ-
970ριξ χωρίων, οἵτινες πάσχουσι δεινῶς καὶ εἶναι πάντες καχε-
971κτικοὶ, ἕνεκεν τῶν λιμναζόντων ὑδάτων, ἐξ ὧν μυρίαι ὅσαι
972γεννῶνται ἀσθένειαι, καὶ οὐ μόνον τὰ χωρία ταῦτα θέλει εὐ-
973εργετήσει, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν πόλιν τοῦ Γυθείου, ἥτις
974κεῖται ἀντικρὺ τῆς πεδιάδος Τρινάσου, καὶ ὡς ἐκ τούτου προσ-
975βάλλεται ὑπὸ διαφόρων νοσημάτων, ὅταν πνέῃ ὁ ἄνεμος ὁ
976καλούμενος Λίβας, ὅστις ἐκεῖθεν ἔρχεται πρὸς τὴν πόλιν τοῦ
977Γυθείου. Ἐὰν δὲ, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ἡ Κυβέρνησις λάβῃ
978τὴν καλωσύνην νὰ ἐνεργήσῃ τὸ σωστικὸν τοῦτο ἔργον, συνιστῶ
979ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ
980ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι κατὰ τὸν προπαρελθόντα χειμῶνα ἐστάλη
981ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως καραβάνιον ὁλόκληρον ἐξ ὀκτὼ
982ἐργοδηγῶν καὶ ἄλλων διαφόρων μηχανικῶν πρὸς καταμέτρη-
983σιν τῶν γαιῶν ἐκείνων, καθ’ ἣν ἐποχὴν αἱ περὶ ὧν πρόκειται
984γαῖαι ἦσαν κεκαλυμμέναι ὑπὸ τῶν ὑδάτων, χωρὶς νὰ δυνη-
985θῶσι νὰ προβῶσιν εἰς οὐδεμίαν μελέτην, ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸ
986χρονικὸν διάστημα τοῦ χειμῶνος διέτριβον ἐν Γυθείῳ, ἐνῷ τὸ
987ἀτυχὲς Δημόσιον ὑφίστατο τὴν ἀφαίμαξιν τῶν ὁδοιπορικῶν
988καὶ ἐπιμισθίων· ἑπομένως πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ
989ἡ τοιαύτη μόνον πρὸς τὸ θεαθῆναι ἐνέργεια. Καὶ ταῦτα
990μὲν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο.
991Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
992γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνε-
993δριάσεων ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης παρεκάλεσα αὐτὸν, ἵνα εὐ-
994αρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφά τινα, σχε-
995τιζόμενα πρὸς τὰ λιμενικὰ ἔργα Γυθείου, καὶ τῷ ὄντι εὐα-
996ρεστηθεὶς κατέθηκε μέρος τούτων· παρακαλῶ ὅμως αὐτὸν
997καὶ αὖθις, ἵνα καταθέσῃ καὶ τὰ ἐλλείποντα τέσσαρα ἐκ
998τῶν αἰτηθέντων.
999§83ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1000Ἐσωτερικῶν). Ἕν μόνον νομίζω ὅτι δὲν κατετέθη, κ. Βου-
1001λευτὰ, συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον τηλεγραφικῶς ἐζητήσαμεν ἐκ
1002Γυθείου.
1003§84Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι, κύριε Ὑπουργὲ, ἐλλεί-
1004πουσι τέσσαρα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ ἴδητε ἐν τῇ σημειώσει
1005μου, ἣν θέλω καταθέσει εἰς τὸ Προεδρεῖον· ἐπιμένω δὲ εἰς τὴν
1006κατάθεσιν καὶ τούτων, διότι δι’ αὐτῶν θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι
1007τὸ λιμενικὸν ἐκεῖνο ταμεῖον ἔσχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑποστῇ
1008ὁλοσχερῆ καταστροφὴν, διότι οἱ Ὑπουργοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
1009νης, οἵτινες ἐπέτρεψαν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τοιούτων ἔργων,
1010ἔδειξαν ἀτυχῶς μεγάλην ἀστοργίαν εἰς τὸ ἀτυχὲς ἐκεῖνο λι-
1011μενικὸν ταμεῖον, καὶ μάλιστα εἷς ἐξ ἐκείνων νομίζω ὅτι πα-
1012ρηνόμησε μέχρις ἐγκλήματος, διότι ἐπέτρεψε τὴν σύνταξιν
1013συμβολαίου μεταξὺ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ἐργο-
1014λάβου ἐπὶ ἐργασίας προϋπολογισθείσης εἰς 500,000 δραχ.,
1015διότι ἐπέτρεψε, λέγω, τὴν σύνταξιν τοιούτου συμβολαίου ἄνευ
1016δημοπρασίας καὶ δι’ ὅλως ἰδιαιτέρας συμφωνίας, ἐπέτρεψε δὲ
1017ἐπίσης νὰ δωρηθῶσι, λόγῳ συμβιβασμοῦ, εἰς τὸν ἐργολάβον
1018ὀφειλόμενα παρ’ αὐτοῦ εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον χρήματα καὶ
1019ἐργαλεῖα διάφορα, ὡς καὶ πολλὰ ὑλικά, ἀνερχόμενα εἰς
1020300,000 περίπου δραχμάς.
1021§85Χ. ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Τίς ἦτο Ὑπουργός;
1022§86Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Μπουφίδης.
1023§87ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ δὲν ἐγένετο καμμία δημοπρασία, κύριε
1024συνάδελφε;
1025§88Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
1026§89ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου.
1027§90Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἦτο ἢ δὲν ἦτο ἐναντίον τοῦ
1028νόμου, ἐν τούτοις ἐγένετο, κ. Βουλευτά. Καὶ ἐπειδὴ θεωρῶ τὸ
1029ζήτημα πολὺ σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον διὰ τὴν ἐπαρχίαν, ἣν
1030ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ
1031κατατεθῶσιν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα, ὅπως
1032μοὶ δοθῇ καιρὸς νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα ἐκτενέστερον ἐντὸς
1033τῆς παρούσης συνόδου, διότι φρονῶ, ὅτι θέλουσι παρουσιασθῆ
1034τοιαῦται καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θ’ ἀπα-
1035σχολήσωσι καὶ τὴν δικαιοσύνην. Ἀδιαφορῶν τίνες θέλουσιν εἶ-
1036σθαι οἱ ἐνεχόμενοι, ἐλπίζω ὅτι θέλω τύχει παρὰ τοῦ κυρίου
1037Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ταχείας τῶν ἐγγράφων
1038καταθέσεως.
1039§91ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1040Ἐσωτερικῶν). Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὰ λιμενικὰ ἔργα Γυ-
1041θείου ὑπέστησαν ἀτυχήματα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις
1042ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας.
1043Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευ-
1044τὴς, δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας· εἰς πράξεις
1045ἀναφερομένας εἰς τὰς κατὰ καιροὺς προκατόχους Κυβερνήσεις,
1046καὶ εἰς μίαν καὶ μόνην πρᾶξιν ἀναφερομένην εἰς τὴν παροῦ-
1047σαν Κυβέρνησιν. Τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα κατέθηκα πάντα,
1048ἐκτὸς ἑνός, νομίζω...
1049§92Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τριῶν.
1050§93ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ... τοῦ συμβολαίου τοῦ
1051δανείου τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον τηλεγραφικῶς ἐζή-
1052τησα, καὶ μοὶ ὑπεσχέθη ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ἐντὸς 2–3 ἡμερῶν
1053θὰ τὸ ἀποστείλῃ. Ἄν ὑπάρχῃ ἄλλο τι ἔγγραφον, παρακαλῶ
1054νὰ τὸ ζητήσητε ἐγγράφως.
1055§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον.
1056§95ΚΡΙΤΣΑΣ. Μοὶ γράφουσιν ἐκ Λαμίας, ὅτι τὸ κατάστρω-
1057μα τῆς ἐπὶ τοῦ Σπερχειοῦ καὶ παρὰ τὸ χωρίον Φραντζῆ γε-
1058φύρας ἐφθάρη εἰς τρόπον ὥστε παρεμποδίσθη ἐντελῶς ἡ διὰ
1059τῆς γέφυρας ταύτης συγκοινωνία μεταξὺ Λαμίας καὶ δήμου
1060Ἡρακλειωτῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ.
1061Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα,
1062καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει πεισθῇ — εἶμαι δὲ περὶ τούτου βέβαιος —
1063ὅτι ὄντως εἶναι ἀνάγκη τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ καταστρώμα-
1064τος, νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ ταύτην, καὶ τοσούτῳ μᾶλ-
1065λον, καθόσον ἡ ἐργασία αὕτη δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην μεί-
1066ζονα τῶν 3 χιλιάδων δραχμῶν.
1067Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουρ-
1068γὸν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ γνωρίσῃ ἡμῖν, τί ἀπεφάσισεν ἡ ὑπη-
1069ρεσία τοῦ Ὑπουργείου κατόπιν τῆς παρακλήσεώς μου, τῆς
1070πρὸ μηνὸς καὶ πλέον ἀπευθυνθείσης αὐτῷ, περὶ τῆς ἐπὶ τοῦ
1071Σπερχειοῦ καὶ παρὰ τὸ χωρίον Λιανοκλάδιον γεφύρας, διὰ
1072τῆς ὁποίας, ὡς καὶ διὰ τοῦ ἀμφοτέρωθεν αὐτῆς ὑπολειπομέ-
1073νου ἐλαχίστου τμήματος ὁδοῦ, πρόκειται ν’ ἀποκατασταθῇ
1074ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Λαμίας καὶ δήμου Ὑπάτης, ἐν τῷ
1075ὁποίῳ εὑρίσκονται καὶ τὰ γνωστὰ ἰαματικὰ λουτρὰ, ἡ μετά-
1076βασις εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον ἄλλοτε, καὶ ὡς ἔχουσι νῦν τὰ
1077πράγματα, εἶναι δυσκολωτάτη.
1078Ἐπαναλαμβάνω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κατα-
1079σκευὴ τῆς γεφύρας ταύτης ἀπεφασίσθη πρὸ ἐτῶν, καὶ ὅτι,
1080ὅταν τὰ βάθρα αὐτῆς κατεσκευάσθησαν, ἐστάλησαν ἐκ Βελ-
1081γίου, ὅπου εἶχον παραγγελθῆ, τὰ σιδηρᾶ μέρη τοῦ κατα-
1082στρώματος αὐτῆς, τὰ ὁποῖα, ἔκτοτε ῥιφθέντα εἰς οἰκόπεδόν
1083τι τῆς Λαμίας, ἐπὶ ἐνοικίῳ μάλιστα σχετικῶς ἁδρῷ, εἶναι
1084δυνατὸν νὰ καταστραφῶσι.
1085Τὰ μέρη λοιπὸν ταῦτα πρόκειται νὰ μεταφέρωμεν καὶ νὰ
1086συναρμολογήσωμεν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐλαχίστην θ’ ἀπαιτή-
1087σῃ δαπάνην, ἐν σχέσει πρὸς τὴν δαπάνην, εἰς ἣν θὰ ὑποβλη-
1088θῇ τὸ Δημόσιον, προμηθευόμενον νέον κατάστρωμα, ἂν τὸ
1089ὑπάρχον καταστραφῇ.
1090Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
1091ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν δημοπρα-
1092σίας πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς γεφύρας ταύτης καὶ πρὸς κατα-
1093σκευὴν τοῦ ἀμφοτέρωθεν αὐτῆς ἐλαχίστου, ὡς καὶ πρότερον
1094εἶπον, τμήματος τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, ὅπως οὕτω λείψῃ ἡ ἀσχη-
1095μία, τὴν ὁποίαν βλέπουσιν οἱ ξένοι, οἱ ἐπισκεπτόμενοι τὰ
1096λουτρὰ ἐκεῖνα.
1097§96ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1098Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναμείνητε 2 ἢ 3 ἡμέρας,
1099διότι δὲν συνέλεξα ἀκόμη ὅλας τὰς πληροφορίας.
1100§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1101§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ συνόλου
1102τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου πότε θὰ γείνῃ;
1103§99ΕΤΕΡΟΙ. Μετὰ μεσημβρίαν.
1104§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην
1105ὥραν μετὰ μεσημβρίαν.
1106(Γίνεται διακοπὴ ὥρα 1 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ
1107ἡ συνεδρίασις ὥρα 6 μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ Προέ-
1108δρου κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη).
1109§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς
1110συνεδριάσεως.
1111(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἄνευ ἀντιῤῥή-
1112σεως ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
1113συνεδριάσεως).
1114§102Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας
1115Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομο-
1116σχέδιον ἐξ ἑνὸς ἄρθρου, ἀφορῶν εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ Γυ-
1117μνασίου Μεσσήνης, τὸ ὁποῖον συνετηρεῖτο διὰ προσθέτου
1118φόρου ἐπὶ τῶν σύκων, τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος, δυνάμει
1119εἰδικοῦ νόμου· ἀλλ’ ἡ ἐπελθοῦσα καταστροφὴ τῶν προϊόντων
1120τούτων κατέστησεν ἀνεπαρκῆ τὴν εἰσφοράν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ
1121Δημοτικὸν Συμβούλιον Παμίσου ἐζήτησεν, ὅπως συντηρῆται
1122ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
1123διὰ τοῦ ὁποίου αἱ συμπληρωτικαὶ δαπάναι τῆς συντηρήσεως
1124τοῦ ἐν Μεσσήνῃ Γυμνασίου καταβάλλονται ἀπὸ τὸ λιμενι-
1125κὸν ταμεῖον Μεσσήνης.
1126§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
1127Παράρτημα, ἀριθ. 285).
1128Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νο-
1129μοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Οἱ παραδεχό-
1130μενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν παρακα-
1131λοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
1132§104ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1133§105ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουν πολλοὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον.
1134§106ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐγένετο ἤδη ψηφοφορία.
1135§107ΣΠ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχω
1136νὰ ὁμιλήσω.
1137Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου δὲν
1138ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως ἐπὶ τῶν ἄλλων σταφιδικῶν, ὅπου
1139ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου, περιωρίσθην δὲ νὰ κάμω δήλωσιν
1140κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰουλίου, ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, τὴν
1141ὁποίαν θὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν θέλω νὰ
1142φαίνωμαι ἀνακόλουθος εἰς ὅσα εἶπον προηγουμένως. (Ἀνα-
1143γινώσκει αὐτήν).
1144Θὰ καταψηφίσω τὸ προταχθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νο-
1145μοσχέδιον, καθόσον δὲν θεωρῶ αὐτὸ ἱκανὸν, ἵνα συντηρήσῃ τὰς
1146τιμὰς τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς ἐνεστώσης συγκομιδῆς, τὸ δὲ
1147παρακρατούμενον ποσὸν δὲν εἶναι ἀνάλογον μὲ τὸ πλεόνασμα,
1148τὸ ὁποῖον προμηνύεται ὅτι θὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ πολὺ, ὡς ἐκ τῆς
1149προμηνυομένης μεγάλης ἐσοδείας, ἐὰν ἀτμοσφαιρικαὶ μετα-
1150βολαὶ δὲν περιορίσωσιν αὐτήν. Ἔχω δὲ καὶ ἄλλον λόγον νὰ
1151κηρυχθῶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας
1152τῶν κ.κ. Παναγιωτοπούλου καὶ Γεροκωστοπούλου, διότι αὗται
1153τείνουσιν εἰς ἐπιπρόσθετον φορολογίαν, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον
1154ἔχει σκοπὸν τὴν ἀνακούφισιν τῶν παραγωγῶν τῆς σταφίδος.
1155Προσέτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνή-
1156σεως, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ἐσοδεία δὲν ἀνέρχεται
1157πλέον τῶν 300 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ὁ νόμος
1158νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ.
1159Διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας τῶν κ. κ. Γεροκω-
1160στοπούλου καὶ Παναγιωτοπούλου, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι
1161ἀφ’ ἑνὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖται, εἶναι 45 ἕως
116250 ἑκατομμύρια, καὶ δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ φέρῃ οὐδεμίαν
1163ἀνατίμησιν τιμῶν, διότι ἔχομεν περίσσευμα 80 ἑκατομμυ-
1164ρίων. Ἐὰν ἀφαιρέσητε 40 ἑκατομμύρια, θὰ σᾶς μείνωσιν
1165ἄλλα τόσα, ἑπομένως οὐδὲν ἐπράξαμεν ἢ νὰ προσθέσωμεν
1166νέον φόρον 15% εἰς τὴν δυστυχίαν μας. Διὰ τῆς τρο-
1167πολογίας αὐτῆς κάμνομεν ἔμπορον τὸ Δημόσιον, δίδοντες εἰς
1168αὐτὸ σταφίδα μικροτέρας ἀξίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν κρατοῦ-
1169μεν. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ καταψηφίσῃ
1170τὸ νομοσχέδιον, διότι εἶναι καταστρεπτικὸν εἰς τὰς μικρὰς
1171ἐπαρχίας, τὰς μὴ ἐξαγούσας καρπὸν πρώτης ποιότητος.
1172§108ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ, Κύριοι, διά τινας μόνον ἐπαρ-
1173χίας εἶναι καταστρεπτικὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότι-
1174μος ἐκ Πάλλης συνάδελφος, ἀλλὰ διὰ πάσας· καὶ τοῦτο θέλω
1175ἀποδείξει. Πρόκειται ἤδη νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας ἐπὶ τοῦ
1176συνόλου τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Οὕτως οἱ ἀρ-
1177χῆθεν ἀντιταχθέντες κατὰ παντὸς θεσμοῦ περιέχοντος καὶ
1178νομοθετοῦντος τὴν ἰδέαν τῆς παρακρατήσεως, εὑρισκόμεθα ἤδη
1179ἐν τῷ τελευταίῳ ὀχυρώματι ἡμῶν. Τούτου πίπτοντος, τὸ νο-
1180μοσχέδιον μεταβάλλεται εἰς νόμον, τοῦ ὁποίου δὲν ἔχομεν
1181πλέον ἢ νὰ ὑποστῶμεν τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν
1182εἶσθαι βαρύταται, καὶ ν’ ἀναλάβωμεν τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θέ-
1183λουσι γονατίσει τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας καὶ τὸ ἐμπόριον
1184ἐν γένει τῆς σταφίδος. Τούτου ἕνεκα καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔλαβον
1185τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχε-
1186δίου, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν
1187μου, καὶ νὰ ἀμυνθῶ διὰ τελευταίαν φορὰν ὑπὲρ τῶν δικαιω-
1188μάτων καὶ τῶν συμφερόντων τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, τῶν
1189διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναιρουμένων.
1190Δύο τινὰ ἐπαγγέλλεται τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον, ἐὰν
1191καλῶς ἀντελήφθην τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσηγου-
1192μένου τὸ νομοσχέδιον, μολονότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δικαιο-
1193λογῶν τὸ περὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν λεγόμενον, ἐμερίμνησε
1194διὰ τοῦ λόγου του, οὐχὶ νὰ δηλώσῃ τὴν σκέψιν του, ἀλλὰ νὰ
1195καλύψῃ αὐτήν. Δύο τινὰ ἀγαθὰ ἐπαγγέλλεται· ἀφ’ ἑνὸς μὲν
1196τὴν δωρεὰν 4 δραχμῶν ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος σταφιδοκάρπου,
1197τὴν ὁποίαν ποιεῖται τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς ἐξάγοντας αὐτὸν,
1198πρὸς ἀνακούφισιν τῶν παραγωγῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἀφαίρε-
1199σιν τοῦ ποσοστοῦ τῶν 15%, ὡς δυνάμενα νὰ συνεπα-
1200γάγωνται, συνδυαζόμενα πρὸς ἄλληλα, τὴν ἀνατίμησιν τοῦ
1201προϊόντος ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ κατ’ ἀμφότερα τὰ μέρη ταῦτα
1202εὑρίσκω τὸ νομοσχέδιον ἐντελῶς ἀτελέσφορον, μὴ παρέχον
1203οὐδεμίαν ἀνακούφισιν, μὴ ἐγγυώμενον τὴν ἐλαχίστην ἀνατί-
1204μησιν τῆς σταφίδος. Ἐὰν δὲν ἐφοβούμην, Κύριοι, ὅτι ἤθε-
1205λον περιπέσει εἰς παλλιλογίαν, ἠδυνάμην ἐν πλάτει νὰ ἐκ-
1206θέσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ θέματος τού-
1207του, τουτέστι τί πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς παραγωγῆς, ὅπως
1208λειτουργήσῃ ἐφαρμοζομένη ἡ ἰδέα τῆς παρακρατήσεως, καὶ
1209ἀποφέρῃ τὰ ἀγαθὰ αὑτῆς ἀποτελέσματα, δηλαδὴ τὴν ἀνα-
1210τίμησιν. Δὲν πιστεύω ὅμως νὰ ἀμφιβάλλῃ τις, ὅτι τὸ ποσὸν,
1211τὸ ὁποῖον προσδιορίζει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀφαιρετέον ἐκ τῆς
1212παραγωγῆς, εἶναι ἀνεπαρκές. Ἐγένετο δὲ ἀνεπαρκέστερον μετὰ
1213τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, καθ’ ἣν εἶναι ἐπιτετραμμένον
1214εἰς τοὺς ἐξάγοντας σταφίδα νὰ καταβάλλωσι τὸν συμπληρω-
1215τικὸν φόρον, ἀντὶ τῶν 15% εἰς εἶδος, εἰς χρήματα, προσ-
1216φέροντες ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος δρ. 90. Οὕτως οὐδὲν πλέον
1217ὑφίσταται ἴχνος παρακρατήσεως, μολονότι ἤθελε ματαιωθῆ
1218ἡ πραγματοποίησις τῆς ἰδέας ταύτης, καὶ ἂν ἀκόμη εἰσε-
1219πράττετο οὐχὶ τὸ ποσὸν τῶν 15%, ἀλλὰ καὶ 20%
1220καὶ 30%, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀφαιρούμενον ποσοστὸν θὰ προωρίζετο
1221νὰ δοθῇ εἰς χρῆσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξηκολούθει καὶ μέχρι
1222τοῦδε νὰ δίδεται, εἴτε δηλ. εἰς βρῶσιν, εἴτε εἰς βιομηχανικὴν
1223κατεργασίαν. Τοῦτο δὲ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλον
1224εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀφαιρεθησο-
1225μένου πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Κατὰ
1226ταῦτα δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, οὐδεὶς τῶν ὅρων, οἵτινες ἠδύναντο
1227τὴν ἰδέαν τῆς παρακρατήσεως, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι, ὡς εἶπον,
1228ἡ πλέον παράδοξος, ἡ πλέον πρωτοφανὴς καὶ ἀσύστατος, δὲν
1229ὑπάρχει οὐδεὶς τῶν ὅρων ἐκείνων, οἵτινες τὴν ἰδέαν ταύτην, νο-
1230μοθετουμένην καὶ ἐφαρμοζομένην, ἠδύναντο νὰ καταστήσωσι
1231τελεσφόρον. Ἐξέλιπεν οὕτως ἡ μία τῶν βάσεων τοῦ νομοσχε-
1232δίου, καὶ ἀπεδείχθη ἀνεπίτευκτος ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον διὰ
1233τῆς ἀρχῆς ταύτης τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιώκει, ὁ σκοπὸς τῆς
1234ἀνατιμήσεως τοῦ προϊόντος.
1235Ὑπολείπεται ἡ ἀνακούφισις τῆς πασχούσης τάξεως τῶν
1236σταφιδοπαραγωγῶν. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀνακου-
1237φίζομεν εἴτε αὐτοὺς, εἴτε τοὺς σταφιδεμπόρους, δωροῦντες πο-
1238σὸν, τὸ ὁποῖον ἀφαιροῦμεν κατ’ ἄλλον τρόπον πολλαπλά-
1239σιον; Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἥρμοζεν εἰς ἡμᾶς νὰ βουλευώμεθα
1240ἐνταῦθα, καὶ νὰ ψηφίζωμεν νόμους, οἵτινες θέλουσιν ἔχει ἐφαρ-
1241μογὴν ἐπὶ πάσης τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἐὰν κατὰ τοιοῦ-
1242τον τρόπον σκεπτώμεθα. Διότι τί γίνεται διὰ τοῦ νομοσχε-
1243δίου; ἐνῷ διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δωρεῖται εἰς
1244ἡμᾶς δραχμὰς 4 ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος, ἐξ ἄλλου διὰ τῆς ἑτέ-
1245ρας χειρὸς ἀφαιρεῖ ποσὸν πολλαπλάσιον. Περὶ τούτου ἐγέ-
1246νετο μακρὸς λόγος, ὥστε δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν,
1247ἐπαναλαμβάνων τὰ αὐτά. Τὸ πρᾶγμα εἶναι καταφανὲς, εἶναι
1248χειροπιαστὸν, οὐδεμιᾶς δὲ δεῖται ἀποδείξεως ἢ λεπτομεροῦς
1249ἐρεύνης, ἵνα ἐννοηθῇ. Ἐὰν πρὸς 70 δραχμὰς ὑπολογίσωμεν
1250κατὰ χιλιάδα τὴν σημερινὴν εὐτελῆ ἀξίαν τοῦ σταφιδοκάρ-
1251που, θέλομεν ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι τριπλάσιον περίπου
1252ποσὸν τοῦ δωρουμένου ὑπὸ τῆς Πολιτείας φόρου διὰ τοῦ νο-
1253μοσχεδίου ἀφαιρεῖται ἀντιστοίχως πρὸς τὴν δωρεὰν ταύτην.
1254Καὶ ἵνα ὁμιλήσω δι’ ἀριθμῶν, ὑποθέσατε ἔμπορον, ὅστις ἔχει
1255νὰ ἐξαγάγῃ 100,000 λίτρας σταφίδος. Ἐπὶ τούτων λόγῳ
1256τῆς δωρεᾶς θέλει κερδήσει ἐκ φόρου τοῦ Δημοσίου δραχ. 100,
1257ἀντιστοίχως ὅμως θέλει ὑποχρεωθῆ, ὅπως παραδώσῃ εἰς τὰς
1258Δημοσίας ἀποθήκας λόγῳ συμπληρωτικοῦ φόρου 15 χιλιάδας
1259λίτρας σταφίδος, καὶ ἐὰν ὑπολογίσωμεν ἑκάστην χιλιάδα πρὸς
126070 δραχμὰς μόνον, θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Δη-
1261μόσιον δραχμὰς 1050, ἤτοι φόρον δραχμῶν 650 ἐπὶ πλέον
1262τοῦ μέχρι τοῦδε καταβαλλομένου. Πλέον λοιπὸν ἢ τὸ διπλά-
1263σιον ἀφαιρεῖ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὸν ἔμπορον, συνεπῶς δὲ καὶ
1264ἀπὸ τὸν παραγωγόν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι
1265χειροπιαστὸν, δὲν δεῖται δὲ μακρᾶς ἐρεύνης καὶ ἀποδείξεως,
1266ἵνα ἐννοηθῇ.
1267Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἕτερος τῶν
1268σκοπῶν τῶν ἐπιδιωκομένων ἐπιτυγχάνεται. Διὰ τοῦ νομοσχε-
1269δίου τούτου εἰσερχόμεθα εἰς στάδιον φορολογίας ἐντελῶς νέας
1270τοῦ προϊόντος ἡμῶν. Μεταβάλλομεν τὴν φορολογίαν κατὰ
1271τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καθιστῶμεν αὐτήν, τὴν μέχρι τοῦδε
1272δυσβάστακτον, ἔτι βαρυτέραν, μᾶλλον ἄδικον καὶ παράλογον.
1273Μέτρον οὐχὶ βεβαίως ἀπολύτως σωστικόν, ἀλλὰ μέτρον ἐσχά-
1274της δικαιοσύνης καὶ οὐχὶ ἐπιεικείας, θὰ ἦτο ἡ ἐλάττωσις τοῦ
1275φόρου, εἰς ἣν δυσπραγίαν εὑρίσκονται οἱ σταφιδοπαραγωγοί.
1276Ἐντούτοις, ἀντὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἀνακου-
1277φίζοντες τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, προβαίνομεν εἰς αὔξησιν τῆς
1278φορολογίας διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
1279Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τὸν ἐμόν, ὅστις ἐλπίζω, ὅτι δὲν εἶ-
1280ναι λανθασμένος, καὶ ἐπὶ ὑπολογισμῷ τῆς ἀξίας τοῦ ποσοῦ
1281τοῦ λόγῳ συμπληρωτικοῦ φόρου καταβληθησομένου πρὸς 70
1282μόνον δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἐν τῷ
1283μέλλοντι θέλομεν καταβάλλει εἰς τὸ Δημόσιον, δι’ ἐκείνας μὲν
1284τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες ἐπλήρονον μέχρι τοῦδε 16½ δραχμὰς
1285κατὰ χιλιάδα, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 33 περίπου τοῖς
1286100 ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, δι’ ἐκείνας δέ, αἱ ὁποῖαι
1287κατέβαλλον δραχμὰς 19, ὁ φόρος ἀνέρχεται εἰς 36½%
1288Ἡ βεβαίωσις τοῦ πράγματος μόνον ἀρκεῖ, νομίζω, ἵνα χα-
1289ρακτηρίσῃ τὴν φορολογίαν ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ τῆς ἐθνικῆς
1290παραγωγῆς, ἀπέχω δὲ νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐὰν εὑρίσκεται τις
1291μεταξὺ ὑμῶν, ὅστις νὰ θεωρῇ τὸν φόρον τοῦτον δίκαιον, λογι-
1292κόν, ἀνθρώπινον.
1293Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα, Κύριοι, εἶναι τὰ καταφανῆ κακὰ τοῦ
1294νομοσχεδίου, τὰ γινόμενα προχείρως καταληπτά, ἔχομεν ἐπὶ
1295πλέον καὶ τὰς συνεπείας αὐτοῦ, τὰς πλέον μεμακρυσμένας, τὰς
1296ὁποίας, δὲν θὰ θεωρηθῶ ὑπερβολικός, ἐὰν χαρακτηρίσω ἀπὸ
1297τοῦδε ὡς ὀλεθρίας. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ἥτις μεταβάλλεται εἰς
1298βεβαιότητα, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐτησία ἐξαγωγὴ ἀνέρ-
1299χεται εἰς 300 περίπου ἑκατομμύρια, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ
1300κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι κατ’ ἔτος, λόγῳ κατα-
1301βολῆς 15% εἰς εἶδος, θέλομεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν παραγωγὴν
1302ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 45 ἢ 50 ἑκατομμύρια καὶ θέλομεν δια-
1303θέσει τὸ ποσὸν τοῦτο, ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, εἰς χρῆσιν βιο-
1304μηχανικὴν μόνον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ποῖον θέλομεν ἔχει ἀποτέ-
1305λεσμα; Νομίζω ὅτι εἷς μόνον ἐκ τῶν κ. συναδέλφων ἰσχυ-
1306ρίσθη, ὅτι ἡ ἐγχώριος βιομηχανία κατηνάλωσε 30 ἢ 35 ἑκα-
1307τομμύρια, ἀλλ’ οὐδεὶς ἄλλος ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ τοιαύτην ὑπερ-
1308βολὴν, πόῤῥω ἀπέχουσαν τῆς ἀληθείας. Ὅλαι οἱ καταγόμε-
1309νοι ἐξ ἐπαρχιῶν σταφιδοφόρων γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἐγχώριος βιο-
1310μηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, μὲ ὅλην τὴν ἐπίδοσιν, ἣν
1311ἔλαβεν ἀφ’ ὅτου ἐνέσκηψεν ἡ κρίσις, καὶ ἰδίως ἀφ’ ὅτου κα-
1312τηργήθη ὁ φόρος τῆς ἀποστάξεως, δὲν ἠδυνήθη νὰ κατανα-
1313λώσῃ πλέον τῶν 15 ἑκατομμυρίων λιτρῶν. Ἐκ τούτου τί θὰ
1314προκύψῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν πα-
1315ραγωγὴν 50 ἢ 45 ἑκατομμύρια, ταῦτα δὲ δώσωμεν ἅπαντα
1316εἰς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν τῆς πνευματοποιΐας; Εἶναι
1317προφανὲς, ὅτι ἡ βιομηχανία αὕτη δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τριπλα-
1318σιάσῃ τὸ ποσὸν πρώτης ὕλης, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε κατη-
1319νάλισκε. Θέλει λοιπὸν πάλιν περιορισθῆ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 15
1320ἑκατομμυρίων, ἐὰν καὶ τοῦτο δὲν μειωθῇ. Τί δὲ θέλει ἐντεῦ-
1321θεν συμβῆ; Θὰ ὑπολειφθῶσιν ἕτερα 30 ἑκατομμύρια σταφί-
1322δος διαθεσίμου· Θὰ μένῃ δηλαδὴ ἀπόθεμα σταφιδοκάρπου, ἢ
1323καὶ οἰνοπνεύματος, ἂν ἅπαν τὸ ποσὸν τῶν 45 ἢ 50 ἑκατομ-
1324μυρίων ἀποσταχθῇ διὰ μιᾶς, ἀντιστοιχοῦν πρὸς 30 ἑκατομ-
1325μύρια σταφίδος. Τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα θέλομεν ἔχει ἐκ τῆς
1326διαθέσεως τοῦ πράγματος μόνον τῆς ἐπικειμένης ἐσοδείας, διότι
1327δι’ ἓν μόνον ἔτος θέλει ἰσχύσει ὁ νόμος. Ἡ παραγωγὴ ὅμως
1328ἡ ἐγχώριος ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξακολουθήσῃ παρέχουσα εἰς
1329τὴν βιομηχανίαν τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 15 ἑκατομμυρίων καὶ
1330διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη· ἀλλὰ ἡ βιομηχανία, ἔχουσα ἀπόθεμα
133130,000,000 καὶ κεκορεσμένη διὰ δύο τοὐλάχιστον ἔτη ἀκόμη,
1332δὲν θὰ ζητήσῃ οὔτε ῥάγα σταφίδος. Ἀφαιροῦμεν λοιπὸν ἀπὸ
1333τὴν παραγωγὴν ἕνα σπουδαῖον πελάτην ὁλοσχερῶς διὰ τὸ
1334ποσόν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε κατηνάλισκεν οὗτος. Διότι, λαμ-
1335βάνοντες ὡς ὑπόθεσιν διὰ τὴν κατανάλωσιν τῶν προϊόντων
1336τῆς βιομηχανίας ταύτης καὶ αὐτὰς τὰς εὐνοϊκωτέρας περιστά-
1337σεις, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν, ὅτι τὸ ἀπόθεμα τῶν 30 ἑκα-
1338τομμυρίων θὰ ἐπαρκέσῃ διὰ δύο τοὐλάχιστον ἔτη. Ἐπὶ τρία
1339λοιπὸν ἔτη δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐλπίσῃ τις, ὅτι ἡ ἐγ-
1340χώριος παραγωγὴ θὰ διαθέτῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ χάριν τῆς ἐσω-
1341τερικῆς βιομηχανίας, διότι τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ ἤδη διαθέσει
1342αὐτὸ καὶ μάλιστα ἐπὶ τιμαῖς πολὺ κατωτέραις ἐκείνων, τὰς
1343ὁποίας θὰ ἐπετύγχανεν ἡ παραγωγή, πωλοῦσα κατ’ ἐλάχι-
1344στον ὅρον πρὸς 70 δραχμάς. Οὕτω δὲ, ἐνῷ τὸ Δημόσιον, πω-
1345λοῦν ἴσως πρὸς 32 δραχμὰς, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1346γὸς, δὲν θέλει ὠφεληθῆ, ζημιοῦνται οἱ παραγωγοί, τῶν ὁποίων
1347ἀφαιρεῖται ἡ περιουσία καὶ λιχνίζεται εἰς τοὺς ἀνέμους, πρὸς
1348ἐξυπηρέτησιν προσωπικῶν συμφερόντων.
1349Αὕτη εἶναι μία τῶν συνεπειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐν
1350τῷ νομοσχεδίῳ, ἵνα ἐπιτευχθῇ ὥστε τὸ ποσὸν τὸ διατεθησόμε-
1351νον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀφιερωθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν
1352ἐσωτερικὴν βιομηχανίαν, ὑπάρχουσι διατάξεις τοιαῦται, αἵτινες
1353συνεπάγονται ζημίας ὀλεθρίας ἐν γένει διὰ τὸ ἐμπόριον. Κα-
1354θῆκον ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη Πολιτεία, ἵνα τὸ
1355ἐμπόριον προστατεύωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὐδὲν νὰ
1356παρεμβάλλωμεν πρόσκομμα εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τῶν
1357πράξεων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται τὸ θεμιτὸν κέρδος ἐν
1358τῇ ἀγορᾷ καὶ μεταπωλήσει τῶν ἐμπορευσίμων ἀντικειμένων.
1359Ἀλλὰ ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὸν σκο-
1360πόν του, τὸν σκοπὸν δηλαδὴ τῆς διαθέσεως τοῦ ἀφαιρουμένου
1361ποσοῦ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἐπιτρέπομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα
1362παρακολουθῇ τὸ προϊὸν τοῦτο, μεταπωλούμενον ἀπὸ μιᾶς χει-
1363ρὸς εἰς ἄλλην, καὶ ἐλέγχῃ τὸν ἔμπορον καὶ τὸν βιομήχανον,
1364τὸν κατέχοντα αὐτό, καὶ ποτὲ μὲν νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς αὐτὸν τὴν
1365τοιαύτην ἢ τὴν τοιαύτην αὐτοῦ μεταποίησιν διὰ τῆς βιο-
1366μηχανικῆς κατεργασίας, ποτὲ δὲ ν’ ἀπαγορεύῃ αὐτήν, καὶ
1367ἄλλοτε νὰ ἐπιβάλλῃ πρόστιμα καὶ τιμωρίας, ὡς ὁρίζουσι τὰ
1368ἄρθρα 11 καὶ 12, καὶ ἰδίως τὸ ἄρθρον 18, καὶ ἐν γένει μυ-
1369ρίας νὰ παρεμβάλλῃ δυσχερείας εἰς τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν
1370τοῦ ἐμπορίου, ἥτις εἶναι ὅρος ὑπάρξεως δι’ αὐτό· καὶ ταῦτα
1371πάντα χάριν μιᾶς ἑώλου καὶ ματαίας ἐλπίδος. Ὅλα ταῦτα,
1372Κύριοι, δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι καθιστῶσιν ἐμπόδια πα-
1373ρεμβαλλόμενα εἰς τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν τοῦ ἐμπορίου,
1374ἅτινα ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχωσιν ὡς συνέπειαν τὴν ζημίαν
1375τοῦ ἐμπορίου, κατ’ ἀντανάκλασιν δὲ καὶ τὴν ζημίαν αὐτῆς
1376τῆς παραγωγῆς.
1377Τὸ ἄρθρον 12 εἰσάγει τὴν ἀπαγόρευσιν, ὅπως εἰς τὴν βιο-
1378μηχανίαν τῆς πνευματοποιΐας χρησιμοποιηθῶσιν ἄλλαι ὗλαι,
1379πλὴν τῶν προϊόντων τῆς ἀμπέλου καὶ τῆς σταφιδαμπέλου.
1380Τοῦτο δὲ μόνον τὸ γεγονὸς εἶναι ἀρκετὸν νὰ καταδείξῃ εἰς τὴν
1381Βουλὴν, ποῖαι ἔσονται αἱ συνέπειαι τῆς διατάξεως ταύτης.
1382Εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἔχομεν, Κύριοι, καὶ ἄλλα προϊόντα, τὰ
1383ὁποῖα μέχρι τοῦδε χρησιμεύουσιν ὡς πρώτη ὕλη πρὸς παρα-
1384γωγὴν οἰνοπνευμάτων. Ταῦτα δὲ τὰ προϊόντα ἀποκλείομεν
1385τῆς μέχρι τοῦδε διαθέσεως αὐτῶν, ἄνευ ἐλπίδος ὅτι θέλουσιν
1386εὑρεῖ ἐν τῷ μέλλοντι τοιαύτην, καὶ ἐὰν διαμαρτύρωνται οἱ
1387παράγοντες αὐτὰ, οὐ φροντὶς Ἱπποκλείδῃ’ ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν.
1388§109ΤΟΜΑΝ. Θεωρεῖτε ὡς δεδομένον καὶ βέβαιον, ὅτι τὸ πο-
1389σὸν τὸ παρακρατηθησόμενον θὰ χρησιμοποιηθῇ ἀποκλειστικῶς
1390πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος; Δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς διαθέσεως
1391ἄλλης;
1392§110ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ τοῦτο μᾶλλον ὡς γεγονὸς, διότι
1393γνωρίζω ἐκ θετικῆς, δύναμαι νὰ εἴπω, πηγῆς πρᾶγμα, τὴν
1394ἀκρίβειαν τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, διότι
1395ταύτην ἀμφισβητῶν θ’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀξιοπιστίαν ἑνὸς
1396ἐκ τῶν ἀξιοπιστοτέρων συναδέλφων ἡμῶν. Γνωρίζω ὅτι εἰς
1397τὴν Κυβέρνησιν ἐγένετο ἤδη πρότασις, ὅπως ἀγορασθῇ παρὰ
1398ἑταιρίας ἅπαν τὸ ποσὸν ἐπὶ τιμῇ 32 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα
1399καὶ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἑταιρίας, ὅπως ἅπαν τὸ ποσὸν
1400τοῦτο μεταποιήσῃ εἰς σταφιδίνην, οὐχὶ δὲ εἰς οἰνόπνευμα,
1401πρᾶγμα, ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι πολὺ δι’ ἡμᾶς ὠφελιμώτερον, ἢ,
1402διὰ νὰ ἀκριβολογήσω, ὀλιγώτερον ἐπιζήμιον. Ἐν τούτοις,
1403καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη νὰ ἀκούσῃ
1404τὴν πρότασιν ταύτην.
1405§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω
1406τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς τὴν πλη-
1407ροφορίαν ταύτην. Δὲν ἀμφισβητῶ δὲ τὸ ἀξιόπιστον αὐτοῦ,
1408οὐδὲ τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐκ τοῦ ὡρισμένου τούτου
1409γεγονότος δὲν δύναμαι νὰ τὸν συγχαρῶ διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῆς
1410πληροφορίας, ἣν ἔδωκεν ὑμῖν.
1411§112ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ.
1412Πρωθυπουργοῦ δὲν δύναμαι νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην πράγ-
1413ματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντελήφθην ἐγὼ αὐτός, ἔχω δὲ καὶ τὴν
1414ἄδειαν τοῦ συναδέλφου, ὅπως τὸν ὀνομάσω, δὲν δυσκολεύομαι
1415παντάπασι νὰ εἴπω ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν
1416παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου ἐπὶ
1417σκοπῷ παραγωγῆς σταφιδίνης, νὰ ὀνομάσω καὶ τὸν κ. συνά-
1418δελφον. Ἡ ἑταιρία ἡ ζητήσασα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν
1419πώλησιν τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι ἡ ἑταιρία τῶν ἐργοληψιῶν,
1420ἥτις ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἀντιπροσωπεύει καὶ τὴν ἑταιρίαν
1421Ζάννου καὶ Ρὼς, τῆς μὲν πρώτης καταβαλλούσης τὰ χρη-
1422ματικὰ κεφάλαια πρὸς προμήθειαν τῆς πρώτης ὕλης, τῆς δὲ
1423τὰ ἐπιστημονικὰ καὶ βιομηχανικὰ κεφάλαια, τὰ ἀπαιτούμενα
1424πρὸς κατεργασίαν αὐτῆς καὶ μεταποίησιν εἰς εἶδος βιομηχα-
1425νικόν. Ὁ δὲ συνάδελφος, ὅστις μοὶ ἔδωκε τὴν πληροφορίαν
1426ταύτην, εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου βουλευτὴς κ. Ἐμπει-
1427ρῖκος.
1428§113ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Οἱ κύριοι Ζάννος καὶ Ρὼς ὄχι μόνον πρὸς
1429ἐμὲ ἔδωκαν τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλους
1430ἐκ τῶν κ. συναδέλφων.
1431§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν κ. Ζάν-
1432νον καὶ τὸν κ. Ρὼς δὲν μοὶ ἐδόθη εὐχαρίστησις νὰ ἴδω. Ἐδέ-
1433χθην τὸν κ. Βλάγκαλην, καὶ μετ’ αὐτοῦ συνωμίλησα; καὶ μετὰ
1434τὴν συνδιάλεξιν, τὴν ὁποίαν εἶχον μετ’ αὐτοῦ, ὁ κ. Βλάγκα-
1435λης μοὶ ἔστειλε γραπτὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπὸ με-
1436λέτην καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας οὐδεμίαν ἔδωκα ἀπάντησιν μέχρι
1437τοῦδε, καὶ μάλιστα ἀρνητικήν.
1438§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ τὸ ἀνεγνώσαμεν ὅλοι.
1439§116ΤΟΜΑΝ. Κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει ἐλπὶς
1440διαθέσεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ καὶ πρὸς ἄλλην χρῆσιν.
1441§117ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ χρονοτριβήσω περισσότε-
1442ρον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐμὲ ἐνδιαφέρει, ἀλλὰ
1443πολὺ περισσότερον ἐνδιαφέρει τοὺς κ. ἐκ τῶν συναδέλφων, τοὺς
1444καταγομένους ἐξ ἐπαρχιῶν οἰνοφόρων.
1445§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μᾶς τὰ εἶπον ὅλα αὐτά.
1446§119ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀσχάλλετε· δὲν θὰ σᾶς εἴπω ὅσα
1447ἐλέχθησαν καὶ ἀπεδείχθησαν τρανώτατα καὶ παρ’ ἀνδρῶν εἰ-
1448δικωτέρων ἐμοῦ. Θὰ ἐπιστήσω ὅμως τὴν προσοχήν σας ἐπὶ
1449τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 9, «ὁ κατὰ τὸ ἄρ-
1450θρον 2 σταφιδόκαρπος ἐκποιεῖται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1451Οἰκονομικῶν ἐν ὅλῳ ἢ κατὰ μέρη οὐχὶ ἐλάσσονα τῶν 50,000
1452λιτρῶν, εἴτε διὰ δημοσίου πλειστηριασμοῦ, εἴτε καὶ ἄνευ τοι-
1453ούτου, ἐπὶ τιμῇ ὁριζομένῃ ἑκάστοτε διὰ Β. Διατάγματος,
1454πρὸς βιομηχανικὴν ἀποκλειστικῶς κατεργασίαν ἐν τῷ ἐσωτε-
1455ρικῷ. Ἀπαγορεύεται δὲ ἡ εἴτε ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἴτε ὑπὸ
1456τῶν ἀγοραστῶν ἐξαγωγὴ τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου, μὴ βιο-
1457μηχανικῶς κατειργασμένου, αὐτουσίου καὶ ἐπιτηδείου πρὸς
1458βρῶσιν, ὡς καὶ ἡ ἐμπορία αὐτοῦ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ· ἐπιτρέπεται
1459δὲ μόνον ἡ μεταβίβασις αὐτοῦ παρὰ τῶν ἀγοραστῶν εἰς ἄλ-
1460λους βιομηχάνους πρὸς κατεργασίαν, ἐκδιδομένης πρὸς τοῦτο
1461ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.»
1462Δὲν ὑπολείπεται, Κύριοι, ἄλλη διάθεσις τοῦ προϊόντος τοῦ
1463ἀφαιρετέου, εἰμὴ μόνον ἡ πρὸς βιομηχανίαν χρῆσις ἐν τῷ ἐσω-
1464τερικῷ. Πῶς δὲ θὰ γείνῃ ἡ διάθεσις αὕτη; Ἡ Κυβέρνησις
1465κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅπως κατὰ μερίδας
146650,000 λιτρῶν διαθέτῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, εἴτε διὰ πλειστη-
1467ριασμοῦ, εἴτε καὶ ἄνευ πλειστηριασμοῦ, εἴτε καὶ ἐν ὅλῳ διὰ
1468συμφωνίας ἰδιαιτέρας. Ποία ἐγγύησις δίδεται ἐντεῦθεν εἰς ἡμᾶς,
1469ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὔριον, ὅτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ μετα-
1470βληθῇ εἰς νόμον τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίας μὲ
1471ἕνα ἰδιώτην, μὲ ἓν κατάστημα, ἵνα πωλήσῃ εἰς αὐτὸ ὁλό-
1472κληρον τὸ ποσὸν, τὸ πιθανῶς ἀφαιρεθησόμενον, τῶν 50 ἑκα-
1473τομμυρίων, ἐπὶ τιμῇ οὐχὶ ἀνωτέρᾳ τῶν δραχμῶν 16 καὶ 50/00
1474—διότι εἰς ταύτην ἀρκεῖται τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ δι’ αὐτῆς δύ-
1475ναται νὰ εἰσπράξῃ τὸν ἀνήκοντα εἰς αὐτὸ φόρον,— τίς, ἐπανα-
1476λαμβάνω, ἐγγυᾶται ἡμῖν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει πω-
1477λήσει τὸ ποσὸν ὁλόκληρον, διὰ λόγους, οὓς αὐτὴ γνωρίζει, εἰς
1478ἓν μόνον κατάστημα, καὶ ἄνευ πλειστηριασμοῦ, ἤτοι ἄνευ
1479συναγωνισμοῦ διὰ τὴν τιμὴν, ὅστις δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ
1480τὴν ἀνωτέραν τοιαύτην, ἀλλὰ καὶ νὰ παράσχῃ εἰς ἅπαντα
1481τὰ ἐγχώρια ἐργοστάσια πνευματοποιΐας τὰ μέσα τῆς ἀμύνης;
1482Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπιτευχθῇ τιμὴ ἀνωτέρα τῆς τῶν δραχμῶν
148316,50 κατὰ χιλιόλιτρον, ἥτις εἶναι τὸ ἔσχατον ὅριον, ποίαν
1484ἐγγύησιν ἔχομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει πωλήσει ἅπαν τὸ
1485ποσὸν εἰς ἓν καὶ μόνον κατάστημα καὶ ἐπὶ τιμῇ, τὴν ὁποίαν
1486ἤδη ἐδήλωσε, νομίζω, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι εἶναι δυνατὸν
1487νὰ ἐπιτύχῃ, θεωρῶν ἴσως αὐτὴν ἱκανοποιητικὴν καὶ ἀξιοζή-
1488λευτον, τὴν τιμὴν δηλαδὴ τῶν 32 ἢ τὸ πολὺ τῶν 35 δραχ-
1489μῶν, τὰς ὁποίας, ὡς εἶπε πρό τινων ἡμερῶν, δύναται νὰ ἐλ-
1490πίζῃ; Τίς ἐγγυᾶται ἡμῖν, ὅτι ἅπαν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 45
1491ἢ τῶν 50 ἑκατομμυρίων δὲν θέλει πωληθῆ εἰς ἓν καὶ μόνον
1492ἐργοστάσιον, καθιστάμενον οὕτω ἀκατανοήτως προνομιοῦχον;
1493Ποῖαι ἔσονται αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης κυβερνητικῆς πρά-
1494ξεως; Ὅτι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀποκλειομένου τοῦ συναγω-
1495νισμοῦ ἐν τῇ ἀποκτήσει τοῦ ποσοῦ τούτου, τὰ τῆς διαθέσεως
1496αὐτοῦ θέλουσι ῥυθμίζεσθαι κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ
1497τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἀφοῦ ἐπιτρέπεται ἡ ἀθρόα ἐκποίησις
1498ὁλοκλήρου τοῦ ἀφαιρεθησομένου σταφιδοκάρπου καὶ εἰς ἓν μό-
1499νον ἄτομον, ἓν κατάστημα ἐγχώριον, γινόμενον κύριον ποσοῦ
1500σταφιδοκάρπου τοσοῦτον μεγάλου, θὰ καταστήσῃ φόρου ὑπο-
1501τελῆ εἰς ἑαυτὸ ἅπαντα τὰ ἄλλα καταστήματα, τὰ ἐν τῷ
1502ἐσωτερικῷ ἀσχολούμενα εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν, ἐὰν δὲν
1503προτιμήσῃ νὰ ἐξολοθρεύσῃ αὐτὰ, μὴ χορηγοῦν, ἔστω καὶ ἐπὶ
1504ἁδρῷ κέρδει, οὐδὲ πολλοστημόριον τοῦ εἰς αὐτὸ ἀνήκοντος
1505ποσοῦ· διότι τὸ κατάστημα τοῦτο, ἀγοράζον τὴν σταφίδα
1506πρὸς δραχμὰς 32 ἢ ἔστω καὶ 35 κατὰ χιλιάδα, θὰ ἔχῃ στά-
1507διον εὐρύτατον, στάδιον μέγα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δύναται ἐπὶ
1508σημαντικῷ κέρδει νὰ μεταπωλῇ τὸ προϊὸν ἡμῶν εἰς τὰ ἄλλα
1509καταστήματα, καθιστῶν αὐτὰ, ὡς εἶπον, φόρου ὑποτελῆ εἰς
1510ἑαυτό.
1511Ἀλλὰ φρονεῖτε, Κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθουν
1512τὰ ἄλλα καταστήματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εὐτυχήσουν νὰ ἀπο-
1513λαύσωσι τῆς εὐνοίας ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, φρονεῖτε, λέγω,
1514ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθουν ὅπως ἀγοράσωσι παρὰ τοῦ
1515μεταπωλητοῦ τούτου μέρος τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου εἷς καὶ
1516μόνος θὰ ἦναι ὁ κύριος; Τὸ νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὰ καταστήματα
1517ταῦτα, τὰ μὴ εὐνοηθησόμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ πρώτη
1518ὕλη, ἔστω καὶ ἐπὶ ζημίᾳ, εἶναι δυνατὸν, ἀλλὰ εἶναι ὅλως
1519ἀδύνατον νὰ εὕρωσι τὴν πρώτην ὕλην, ἧς θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην.
1520Ὁ δὲ λόγος τούτου εἶναι αὐτονόητος. Τὸ ἐργοστάσιον τὸ
1521προνομιοῦχον, δυνάμενον ν’ ἀποστάξῃ τὰ οἰνοπνεύματα αὑ-
1522τοῦ ἐξ ὕλης, ἥτις μηδαμινὴν θὰ ἔχῃ δι’ αὐτὸ ἀξίαν, ἐν συγ-
1523κρίσει πρὸς τὰς ἄλλας ὕλας, αἵτινες κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ
1524ἦναι ἐπιτετραμμένον, ὅπως χρησιμοποιῶνται εἰς τὴν ἐν τῷ
1525ἐσωτερικῷ ἀπόσταξιν, δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ μεταπωλῇ τὸ
1526ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τοιαύτην παράβασιν τῶν ὅρων τῆς δι-
1527καιοσύνης θὰ περιέλθῃ εἰς τὴν κυριότητά του· τοὐναντίον συμ-
1528φέρον μέγιστον θὰ ἔχῃ, νὰ ἀποθηκεύσῃ ἅπαν τὸ ποσὸν τοῦτο
1529καὶ νὰ χρησιμοποιῇ αὐτὸ, ἂν ὄχι διὰ μιᾶς, ἀλλὰ κατὰ δια-
1530λείμματα χρονικὰ, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀπέχοντα. Καὶ
1531τότε εἶναι δυνατὸς πλέον ὁ συναγωνισμὸς μεταξὺ καταστή-
1532ματος ἀπολαύοντος τόσης κυβερνητικῆς εὐνοίας καὶ προστα-
1533τευομένου ὑπὸ τοιούτων προνομίων ἐξαιρετικῶν, καὶ τῶν ἄλ-
1534λων καταστημάτων, τὰ ὁποῖα οὔτε τῆς κυβερνητικῆς αὐτῆς
1535εὐνοίας ἀπολαμβάνουσιν, οὔτε τῶν προνομίων; Καὶ ταῦτα
1536πάντα, διότι ἐπιτρέπομεν τὴν ἀθρόαν διάθεσιν ὁλοκλήρου τοῦ
1537ἀφαιρετέου ποσοῦ εἰς ἓν μόνον ἄτομον, διότι ἐπιτρέπομεν αὐ-
1538τὴν ἄνευ συναγωνισμοῦ· ἐνῷ κατὰ τὸν ἐναντίον τρόπον, καὶ
1539πάντας τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην σταφίδος πρὸς βιομηχανικὴν
1540κατεργασίαν δυνάμεθα νὰ ἐφοδιάσωμεν μὲ τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ,
1541καὶ τὰς κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνωτέρας τιμὰς νὰ ἐπιτύχωμεν ἐν τῇ
1542διαθέσει τοῦ προϊόντος ἡμῶν. Κατὰ τὸν τρόπον ὅμως, ὃν ἡ
1543Κυβέρνησις ηὐδόκησε νὰ θεωρήσῃ ὡς λογικὸν καὶ δίκαιον,
1544ἀποκλείομεν, πλὴν ἑνὸς, πάντα τὰ ἄλλα βιομηχανικὰ ἐργο-
1545στάσια, τὰ δραστηρίως ἤδη λειτουργοῦντα ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν,
1546ἀπὸ τῆς ἀποκτήσεως εὐωνοῦ πρώτης ὕλης, καὶ περιάγομεν
1547αὐτὰ εἰς τὴν ἀνάγκην, ἢ νὰ παύσωσιν ἐργαζόμενα, ἢ νὰ ἐξα-
1548κολουθήσωσιν ἐργαζόμενα, ἀλλὰ μὲ πρώτην ὕλην διάφορον,
1549ἥτις, καὶ ἂν ἀκόμη ὑπῆρχε συναγωνισμὸς ἐπὶ τῆς σταφίδος,
1550θὰ ἦτο πολὺ ἀνωτέρας πάντοτε ἀξίας ἀπὸ τὴν ἀξίαν, ἣν ἔχει
1551ἡ σταφὶς ἡμῶν· διότι ἐβεβαιώθη ἤδη, Κύριοι, ἐντεῦθεν, καὶ
1552μάλιστα κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, ὅτι καὶ πρὸς 90
1553δραχμὰς ἂν ὑπολογισθῇ ἡ ἀξία τῆς σταφίδος, μόλις τότε εἶναι
1554δυνατὸν νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὸ ἐξ αὐτῆς οἰνόπνευμα τὸ οἰ-
1555νόπνευμα τὸ παραγόμενον ἐξ ἄλλων οὐσιῶν καὶ μάλιστα ἐξ
1556οἴνου.
1557Οὐδόλως δεῖται, Κύριοι, μακρᾶς ἐρεύνης τὸ πρᾶγμα, οὔτε
1558λεπτολόγου συζητήσεως διὰ νὰ γείνῃ καταληπτόν. Τὸ ἀπο-
1559τέλεσμα τὸ ἄμεσον τῆς διατάξεως ταύτης θὰ ἦναι τὸ κλεί-
1560σιμον τόσων ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται ἀπό τινων
1561ἐτῶν καὶ τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἐν ἡμῖν βιομηχανίαν ὄντως
1562ἀξίαν θαυμασμοῦ καὶ ἀξίαν λόγου, καὶ τοῦτο, ἵνα προστα-
1563τεύσωμεν ἀποκλειστικῶς ἓν καὶ μόνον ἄτομον, ἓν καὶ μόνον
1564ἐργοστάσιον.
1565Τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἡ ὀλέθρια αὕτη συνέπεια θὰ ἦτο ἴσως
1566δυνατὸν νὰ προληφθῇ, ἐὰν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐλαμβάνετο πρό-
1567νοια, ὥστε τὸ Διάταγμα, τὸ ἐκδιδόμενον καὶ τὸ προσδιορίζον
1568τὴν τιμὴν, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ θὰ πωληθῇ, ἔστω καὶ ἄνευ δημο-
1569πρασίας, ἀλλὰ κατὰ μικρὰς μερίδας ὁ σταφιδόκαρπος, ἐὰν,
1570λέγω, τὸ Διάταγμα τοῦτο προσδιώριζε μὲν τὸν κατώτατον
1571ὅρον τῆς τιμῆς, ἄφινε δὲ πρὸς τὰ ἄνω ἐλεύθερον τὸ στάδιον
1572εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκλέξῃ τὰς ἀνωτέρας τιμάς. Ἀλλὰ
1573οὔτε τοῦτο ἐγένετο. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θέλει ἐκδίδοσθαι
1574Διάταγμα, ὅπερ θὰ ἐπιτρέπῃ ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ τὴν ἐκποίη-
1575σιν, καὶ ἄνευ δημοπρασίας, εἴτε μέρους εἴτε ὁλοκλήρου τοῦ
1576ἀφαιρεθησομένου ποσοῦ. Ἀφοῦ δὲ οὕτω προφανεῖς πρόκεινται
1577ἡμῖν αἱ ὀλέθριαι συνέπειαι τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες βεβαίως
1578δὲν διέφυγον τὴν προσοχὴν τοῦ συντάξαντος αὐτὸ, εὐλόγως
1579δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ, ὅτι ταύτας, καὶ οὐχὶ τὴν προστασίαν
1580τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον.
1581Εἰς ἀντίῤῥοπον ὅμως, Κύριοι, ὅλων τούτων τῶν ἐπιζημίων,
1582τῶν ὀλεθρίων συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἀφεύκτως θέλει συνε-
1583παγάγει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἰς ἀντίῤῥο-
1584πον, λέγω, τῶν ὀλεθρίων τούτων συνεπειῶν, ἐπιδεικνύεται ἡμῖν
1585μακρόθεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου μία ἐλπὶς, ἥτις ἴσως συναδέλ-
1586φων τινῶν ἐγαργάλισε τὴν καρδίαν καὶ προσείλκυσε τὴν ἐμ-
1587πιστοσύνην αὐτῶν ἐπὶ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὴν πεποίθησίν
1588των περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς σταφίδος· ἡ ἐλπὶς, ὅτι τὸ ποσὸν,
1589τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ προϊόντος ἡμῶν,
1590μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸν φό-
1591ρον τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐν γένει δαπανῶν, θέλει διατεθῆ
1592ὑπὲρ μέτρων ἐπωφελῶν εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγήν· ἐλπὶς, ἡ
1593πραγματοποίησις τῆς ὁποίας κεῖται ἐν τῷ ἀπωτέρῳ μέλλοντι.
1594Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μίαν ἔχουσα πρόθεσιν,
1595ν’ ἀπαλλαγῇ ὅσον ἔνεστι τάχιον τῶν παρὰ τῶν σταφιδικῶν πλη-
1596θυσμῶν ἐνοχλήσεων καὶ διαμαρτυριῶν, διὰ τῆς ψηφίσεως ἑνὸς
1597οἱουδήποτε μέτρου, δὲν θὰ ἀποβλέψῃ εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὴν
1598ταχυτέραν διάθεσιν καὶ ἀπαλλαγὴν αὑτῆς ἀπὸ τοῦ ποσοῦ,
1599τὸ ὁποῖον θὰ ἀφαιρέσῃ λόγῳ συμπληρωτικοῦ φόρου, εἰς τὴν
1600ἀπαλλαγὴν, λέγω, αὑτῆς, ἀρκεῖ νὰ εὕρῃ τὴν τιμὴν, ἥτις θὰ
1601ἀντιστοιχῇ εἰς τὴν κάλυψιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ὀφειλομένου εἰς
1602τὸ Δημόσιον λόγῳ φόρου. Ἡ ἐλπὶς λοιπὸν αὕτη εἶναι πλέον ἢ
1603φρούδη, βεβαίως δ’ ἐγένετο ἡ περὶ αὐτῆς ἐπαγγελία ἐν τῷ
1604νομοσχεδίῳ, ἵνα τοὺς εὐπιστοτέρους ἐξ ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν συμ-
1605πολιτῶν ἡμῶν κολακεύσῃ καὶ παραπείσῃ, ὅτι λαμβάνεται
1606καί τις πρόνοια περὶ τοῦ μέλλοντος.
1607Ἡ προσδοκία ὅμως, ἡ μόνη πραγματικὴ δυστυχῶς, περὶ
1608τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ὁποίας ὑπάρχει βεβαιότης, κατὰ
1609τὸ νομοσχέδιον, εἶναι αὕτη· ὅτι διὰ τῆς νομοθετήσεως τοῦ νο-
1610μοσχεδίου τούτου εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ καταστήσωμεν ἰδι-
1611αίτερον ὀργανισμὸν δημοσίας ὑπηρεσίας, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ
1612ἧττον πλήρη, ὀργανισμὸν δημοσίας ὑπηρεσίας, ἥτις καὶ τὴν
1613ἐνοικίασιν ἰδιωτικῶν ἀποθηκῶν θὰ ἀπαιτήσῃ, καὶ τὸν διορι-
1614σμὸν ἀποθηκαρίων, καὶ τὸν διορισμὸν λογιστῶν, καὶ τὸν διο-
1615ρισμὸν φυλάκων καὶ ἐργατῶν ἐν γένει, ὀργανισμὸν δημοσίας
1616ὑπηρεσίας, ἥτις, ἵνα λειτουργήσῃ, θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρ-
1617νησιν τὴν στρατολογίαν ἐκ τῶν φίλων τοῦ κόμματος ἀριθμοῦ
1618ἀρκετὰ σημαντικοῦ ἀργομίσθων, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν
1619ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου.
1620Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἐλπὶς, ἥτις ὑπολείπεται ἐν τῷ νομο-
1621σχεδίῳ, ἐλπὶς πραγματικὴ καὶ βεβαία, ἥτις ἀναμφισβητή-
1622τως θέλει πληρωθῆ. Ἵνα δὲ πληρωθῇ ἡ ἐλπὶς αὕτη, Κύριοι,
1623τί γίνεται; Ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τοὺς πενομένους, ἀπὸ τοὺς δυσ-
1624πραγοῦντας σταφιδοπαραγωγοὺς συμπολίτας ἡμῶν ἓν ποσὸν
1625300 χιλιάδων δραχμῶν, — διότι, νομίζω, περὶ τοῦ ποσοῦ τού-
1626του προβλέπει τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν διαχείρισιν ἐν γένει,
1627καὶ εὔχομαι ἵνα αἱ ἀνάγκαι τῆς διαχειρίσεως περιορισθῶσι
1628μέχρι τοῦ ποσοῦ τούτου μόνον, ἀφαιροῦμεν ἓν ποσὸν ἐκ 300
1629χιλιάδων δραχμῶν, ἵνα τὸ διαθέσωμεν χάριν τῶν φίλων τοῦ
1630κόμματος. Ἀλλ’ ἡ ἐλπὶς αὕτη εἶναι ἐλπὶς μόνον ἐκείνων, οἵ-
1631τινες περισταίνουσι τοὺς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἐκλιπαροῦντες δημο-
1632σίας θέσεις καὶ ἀμοιβὰς, εἶναι ἐλπὶς ἐκείνων, οἵτινες ἀξιοῦσι
1633νὰ τρέφωνται, μηδὲν ἐργαζόμενοι, ἐκ τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ
1634ἱδρῶτος τῶν ἄλλων· δὲν εἶναι ὅμως ἐλπὶς τοῦ πενομένου, τοῦ
1635ἐργατικοῦ, τοῦ παραγωγοῦ, τοῦ δικαίαν ἐπικουρίαν ζητοῦν-
1636τος Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1637Ἐὰν δὲ, Κύριοι, ὑμεῖς φρονῆτε, ὅτι τοιαῦτα εἶναι τὰ μέ-
1638τρα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν παρ’ ὑμῶν οἱ συμπολῖται ὑμῶν, ὅπως
1639λάβητε, χάριν προστασίας τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου
1640τῆς σταφίδος, ἐὰν φρονῆτε, ὅτι διὰ τῆς λήψεως τοιούτων μέ-
1641τρων ἀνακουφίζετε ὁπωσδήποτε τὴν πάσχουσαν σταφιδοπα-
1642ραγωγὴν καὶ ἐπιτυγχάνετε ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀνατί-
1643μησιν τοῦ σπουδαιοτέρου ἐθνικοῦ προϊόντος ἡμῶν, προβῆτε εἰς
1644τὴν ψήφισιν αὐτῶν· ἡμεῖς, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα, θέλομεν
1645ἀρνηθῆ τὴν ψῆφον ἡμῶν εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον
1646ἀνακούφισίν τινα δὲν ἐγγυᾶται, οὐ μόνον ἁπλῶς ἐπιζήμιον
1647εἶναι, ἀλλὰ θέλει ἀποβῆ, αὐτὸ τοῦτο, ὀλέθριον καὶ διὰ τὸ παρὸν
1648καὶ διὰ τὸ μέλλον.
1649§120ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω μόνον, κύριε Πρόε-
1650δρε, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ἐχάρην, ἀκούσας
1651τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου καὶ φίλου Βουλευτοῦ ἐκ Πάλ-
1652λης, δηλώσαντος ὅτι, ἐνῷ πρότερον ἦτο ὑπὲρ τῶν μέτρων,
1653ἅτινα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς τεχνητὴν ὕψωσιν
1654τῶν τιμῶν τοῦ σταφιδοκάρπου, νῦν θέλει καταψηφίσει τοῦ εἰς
1655τρίτην ἀνάγνωσιν ψηφιζομένου νομοσχεδίου.
1656Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπεβλήθησαν τὰ περὶ
1657παρακρατήσεως μέτρα, ἤμην ἐναντίος αὐτῶν, κατὰ πάσας δὲ
1658τὰς ψηφοφορίας ἐψήφισα κατὰ τῶν μέτρων ἐκείνων. Τὰ ἐθεώ-
1659ρησα ἐπιζήμια εἰς τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τῶν στα-
1660φιδοπαραγωγῶν, ἰδίως δὲ ἐπιζήμια εἰς τοὺς σταφιδοπαραγω-
1661γοὺς τῆς Κεφαλληνίας. Ἐλπίζω ὅτι καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελ-
1662φοί μου ἐκ Κεφαλληνίας θὰ ἑνώσωσι τὰς ψήφους των μετὰ
1663τῆς ἐμῆς ψήφου, κηδόμενοι τῶν συμφερόντων τῶν δεινοπα-
1664θούντων σταφιδοπαραγωγῶν, πρὸς οὓς τόσον ἀστόργους δια-
1665θέσεις δεικνύει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία.
1666§121ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἀνήκω εἰς σταφιδο-
1667φόρον ἐπαρχίαν, εἶμαι μόνον κάτοχος ὀλίγων στρεμμάτων στα-
1668φιδοφυτείας, ἀλλὰ τὸ προσωπικὸν συμφέρον δὲν πρέπει νὰ
1669ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὴν ψῆφόν μου. Ἀλλὰ, καίπερ μὴ ἀνήκων εἰς
1670σταφιδοφόρον ἐπαρχίαν, εἰς ἣν τάξιν κατατάσσονται ἴσως 150
1671τῶν Βουλευτῶν, καλοῦμαι μετὰ τῶν ἄλλων, ὅπως δώσωμεν
1672ψῆφον, δι’ ἧς δυνάμεθα νὰ ὠφελήσωμεν ἢ νὰ βλάψωμεν. Ὅθεν
1673ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ἀπαθῶς περὶ τῶν συγκρουομένων συμ-
1674φερόντων καὶ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας, λευκὴν ἢ μέλαιναν.
1675Ὀφείλω λοιπὸν νὰ δικαιολογηθῶ διὰ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν
1676πρέπει νὰ δώσω.
1677Δὲν θὰ χρονοτριβήσω, ὅπως ἐκταθῶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις
1678τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, καὶ μετ’ ἐμοῦ
1679ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ὁμολογήσωσι καὶ οἱ 207 Βουλευταὶ
1680τῆς διαλυθείσης Βουλῆς καὶ οἱ 207 τῆς παρούσης, ὅτι πάν-
1681τες ἐποθοῦμεν καὶ τότε, ποθοῦμεν καὶ νῦν, ὅπως εὑρεθῇ φάρ-
1682μακον λυσιτελὲς καὶ ἐφαρμόσιμον διὰ τοὺς πάσχοντας στα-
1683φιδικοὺς πληθυσμοὺς, ἀλλὰ τὸ φάρμακον ἀνθρωπίνως δὲν δύ-
1684ναται νὰ εὑρεθῇ, διότι τὸ ζήτημα εἶναι τοιαύτης φύσεως. Ἐπὶ
1685τρία ὁλόκληρα ἔτη μαστίζει τὴν Βουλὴν τὸ σταφιδικὸν ζή-
1686τημα ἐν ἴσῳ βαθμῷ, ἐν ᾧ μαστίζει τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρ-
1687χίας ἡ κρίσις. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε καὶ εἰς τὸν ἀξιότι-
1688μον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸν πρώην Πρωθυ-
1689πουργὸν κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν τὴν ἔλλειψιν καλῆς
1690θελήσεως πρὸς τοῦτο· ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθησαν νὰ βεβαιώ-
1691σωσιν, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον μέτρον, ἐπιστημονικῶς καὶ πρα-
1692κτικῶς δίκαιον καὶ ὠφέλιμον διὰ πάσας τὰς πασχούσας στα-
1693φιδοφόρους ἐπαρχίας. Ἤθελον ἐννοήσει, Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο
1694νὰ δώσωμεν εἰς τὸν δεινῶς πάσχοντα ἀσθενῆ, ὅπως ἔστω καὶ
1695δι’ ἀπάτης παρηγορήσωμεν αὐτόν, φιαλίδιον πλῆρες ὕδατος
1696μετ’ ὀλίγων σταγόνων ἀρωματικοῦ ὑγροῦ· διατὶ νὰ ἀντιστρα-
1697τευθῶμεν κατὰ τοιούτου μέτρου, ἐνῷ, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ
1698τὸν ὠφελήσωμεν, βεβαίως ὅμως δὲν θὰ τὸν βλάψωμεν, καὶ
1699ἀφοῦ τοῦτο ἐπιμόνως ἀπαιτεῖ παρ’ ἡμῶν; Ἀλλ’ εἶναι δυνα-
1700τὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὸ
1701σύνολον ζητεῖτε σήμερον νὰ ἐπιψηφισθῇ, δὲν βλάπτει; εἶναι
1702δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις, ὅτι βλάπτει τὰς οἰνοφόρους ἐπαρχίας,
1703τὰς τροφοδοτούσας μέχρι τοῦδε τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν, ἔστω
1704κατὰ ποσὸν οἱονδήποτε θέλετε; εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παρα-
1705δεχθῇ τις, ὅτι ἐπὶ τέλους ὁ σκοπὸς αὐτὸς τοῦ νομοσχεδίου
1706κατέπεσεν, ἐμηδενίσθη διὰ τῆς χθὲς ἀποδεκτῆς γενομένης τρο-
1707πολογίας τῶν ἀξιοτίμων δύο Βουλευτῶν ἐκ Πατρῶν καὶ Αἰ-
1708γιαλείας, εἰς τὸν δεύτερον τῶν ὁποίων λέγω ὅτι πρέπει νὰ
1709δοθῇ πλῆρες τὸ γέρας τοῦ θριάμβου, διότι ἐμηδένισε τὸν σκο-
1710πὸν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν Αἰγιάλειαν καὶ τὴν Κορινθίαν;
1711Δὲν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι σπουδαιολογοῦμεν, ἀποφασίζοντες ἓν
1712μέτρον, ὅπερ, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τοὺς πάσχοντας θετικῶς, θὰ
1713βλάψῃ αὐτούς. Εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι σήμερον βλά-
1714πτει τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπεδόθησαν εἰς
1715ἀμπελοφυτείας, ἐκ τῆς ὁποίας οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἀρύονται
1716τὴν πρώτην ὕλην πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος καὶ κονιάκ.
1717Ἐνῷ λοιπὸν φέρει βλάβην εἰς τούτους, δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι
1718θὰ φέρῃ ὠφέλειαν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Καὶ τί ἄλλο;
1719Μετατρέπετε τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἔμπορον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο
1720τι. Ὅταν, Κύριοι, ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος ἐλαττωθῇ κατὰ
1721μίαν δραχμὴν κάτω τῶν 90, τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ λαμβάνῃ
1722τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς εἶδος, καὶ ἀντὶ τιμήματος 89 δραχμῶν
1723κατὰ χιλιάδα, εἰς τὰς ὁποίας θὰ τὸ ἀγοράζῃ, θὰ τὸ πωλῇ
1724εἰς 30 καὶ 32 δραχμάς, πρὸς βλάβην τῶν κτηματιῶν, ὧν
1725τὴν περιουσίαν οὕτω δημεύετε. Ἀλλ’ ὁ ἀσθενὴς δύναται νὰ
1726ζητήσῃ καὶ δηλητήριον· θὰ τῷ δώσητε τοῦτο; Ἐγὼ νομί-
1727ζω, ὅτι, σπουδαίως ἡ Βουλὴ σκεπτομένη, πρέπει νὰ ἴδῃ, ὅτι
1728τὸ μέτρον εἶναι λίαν ἐπιζήμιον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω τὴν ἰδέαν,
1729ὅτι πάντες ἐπείσθησαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνθρωπίνως μέτρον
1730νομοθετικόν, δυνάμενον νὰ βοηθήσῃ, μόνον ὁ Θεὸς ἠδύνατο νὰ
1731τὸ εὕρῃ, ἐμπνέων μανίαν εἰς ὅλον τὸν κόσμον νὰ τρώγῃ στα-
1732φίδα ἀντὶ ἄρτου. Ἀλλὰ νὰ λέγητε καὶ νὰ σπουδαιολογῆτε,
1733ὅτι ἐπὶ ἓν ἔτος ἐπιβάλλετε καὶ ψηφίζετε τοιοῦτον μέτρον, ἐκ
1734τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἐπέλθει ἀποτελέσματα καλά, ἐνῷ εἶσθε
1735πεπεισμένοι ὅτι τοῦτο φέρει βεβαίαν βλάβην καὶ εἰς τοὺς στα-
1736φιδοπαραγωγοὺς καὶ εἰς ἄλλας τάξεις ἀνθρώπων, νομίζω ὅτι
1737δὲν σπουδαιολογεῖτε, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὐλάχιστον
1738ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἐπαρχίας σταφιδοφόρους καὶ
1739οἱ ὁποῖοι συνεπῶς δὲν πιέζονται ὑπὸ τῶν ἰδιαιτέρων συμφε-
1740ρόντων τῶν ἐπαρχιῶν των, νὰ δώσωσι τοιαύτην τὴν ψῆφον
1741αὐτῶν, ὥστε νὰ μὴ νομοθετηθῇ μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποβῇ
1742ἐπιβλαβὲς εἴς τινα τάξιν ἀνθρώπων, καὶ μὴ ὠφέλιμον, ἂν ὄχι
1743ἐπιβλαβὲς, εἰς τὴν τάξιν αὐτῶν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, τὴν
1744θεραπείαν τῶν κακῶν τῶν ὁποίων διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ ἐπι-
1745διώκομεν.
1746§122ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1747§123ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον
1748ὄχι μόνον δὲν ἀνακουφίζει τὸν πάσχοντα λαόν, ἀλλὰ τοὐναν-
1749τίον, ὅπως εἶπον καὶ οἱ προλαλήσαντες, ἐπιβάλλει νέαν φορο-
1750λογίαν, ἡ ὁποία βεβαίως θέλει ἔχει μεγάλας συνεπείας. Λέγω
1751δὲ τοῦτο ἀπὸ τοῦδε, διότι καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλευταί, εἰς
1752τὴν μέλλουσαν Σύνοδον θέλετε γνωρίσει τὴν κατάστασιν τοῦ
1753λαοῦ, εἰς ποίαν θέσιν θέλει εὑρεθῆ διὰ τῆς ἐπιβολῆς ταύτης
1754τοῦ φόρου, διότι εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει ἡ φορολογία αὕτη,
1755εἰμὴ εἰς πρόσωπα καὶ εἰς ἑταιρίας ὑποκρυπτομένας, οἱ ὁποῖοι
1756διὰ τρόπου τοιούτου φροντίζουσι πῶς θέλει σχηματισθῆ τοιοῦ-
1757τον ἀποθεματικὸν κεφάλαιον, ὅπως ἁρπάσωσιν αὐτοὶ ἐκ τοῦ
1758δυστυχοῦς αὐτοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος πάσχει σήμερον, καὶ ἄλλοι
1759σᾶς λέγουσιν, ὅτι προσφέρουσι τόσην ἐξευτελιστικὴν τιμὴν
1760δι’ ἑκάστην χιλιάδα καὶ ἄλλοι ἄλλην, οὐχὶ ἀνωτέραν, χωρὶς
1761νὰ σκεφθῶσιν, ἐὰν διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀνακουφίζεται ὁ
1762λαὸς ἐκεῖνος, καὶ ἕκαστος ἰδίας σκέψεις καὶ ἰδίας κρίσεις φέρει
1763ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζει, ὅτι ἐξ αὐτοῦ θέλει ἐπέλθει
1764ἀποτέλεσμά τι εἴτε δι’ ἀτομικὸν συμφέρον, εἴτε διὰ συμφέρον
1765ἄλλων. Ἐγὼ λέγω μετὰ παῤῥησίας, ὅτι ἀμφιβάλλω, ἂν ὁ
1766Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ δεχθῇ νὰ φορολογηθῇ τοιουτοτρόπως, ἁρ-
1767παζομένης τῆς περιουσίας αὐτοῦ, διότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχο-
1768μεν, ἵνα ἐπιβάλλωμεν νέαν φορολογίαν εἰς τὸν λαόν. Ταῦτα
1769ὤφειλον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου,
1770τὸ ὁποῖον εἶναι βεβαίως ἐξηντλημένον, ἂν καὶ πολλὰ εἶχον
1771νὰ εἴπω, διότι κατάγομαι ἐκ σταφιδοφόρου ἐπαρχίας καὶ
1772πολλὰ γνωρίζω καὶ περὶ καλλιεργείας καὶ περὶ τιμῶν καὶ περὶ
1773ὅλων τῶν ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τόσον καιρὸν
1774ἠκούσατε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπαναλαμβανόμενα. Οὐδόλως
1775ἀνακουφίζονται οἱ δυστυχεῖς σταφιδοκτήμονες, ὑπὲρ τῶν ὁποίων
1776δῆθεν νομοθετοῦμεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπιβαρύνομεν αὐτούς.
1777Ἑπομένως ὄχι μόνον ἤδη θέλω καταψηφίσει τὸ νομοσχέδιον
1778τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πάντοτε θέλω καταψηφίζει τοιαῦτα μέτρα,
1779διότι τὰ θεωρῶ καταστρεπτικὰ εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὰς στα-
1780φιδοφόρους ἐπαρχίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἄλλοτε τοσοῦτος χρυ-
1781σὸς ἔῤῥεεν εἰς τὸ ἔθνος.
1782§124ΡΑΖΕΛΟΣ. Δικαιολογῶν τὴν ψῆφόν μου, δηλῶ ὅτι θὰ
1783καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, διότι θεωρῶ αὐτὸ μὴ λύον τὸ
1784ζήτημα τῆς σταφίδος, ἀλλὰ τοὐναντίον συνεπάγον ἀποτελέ-
1785σματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ βλαβερὰ ἐν γένει μὲν διὰ τὰς στα-
1786φιδοφόρους ἐπαρχίας, ἰδίᾳ δὲ διά τινας ἐξ αὐτῶν.
1787§125ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡμίλησα, Κύριοι, ἐν ἐκτάσει ἐπὶ τοῦ νο-
1788μοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἀνάγνωσιν, καὶ
1789δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἢ ὀλίγας μόνον λέξεις, ἃς προκαλεῖ ἡ
1790νέα αὐτοῦ τροπολογία, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἀντὶ τοῦ εἰς εἶδος
1791φόρου, νὰ καταβάλληται οὗτος εἰς χρήματα, ἀποτιμωμένης
1792τῆς σταφίδος πρὸς 90 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον. Ἡ τροπο-
1793λογία αὕτη καθιστᾷ τὸ μέτρον χειρότερον πάντων τῶν μέ-
1794χρι τοῦδε προταθέντων, καὶ προσθέτει μίαν ἔτι ἰσχυρὰν δι-
1795καιολογίαν εἰς τοὺς καταψηφίσοντας αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι δι’
1796αὐτῆς τῆς τροπολογίας ματαιοῦται ὅλως διόλου ὁ σκοπὸς,
1797διὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον. Ἔχω τὴν ἰδέαν,
1798ὅτι αἱ σταφίδες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτιμηθῶσι κάτω
1799τῶν 90 δραχμῶν, διότι ἡ ἀγορὰ τῆς Ῥωσσίας ἀπὸ μηνὸς
1800εἰς μῆνα προβαίνει εἰς αὔξησιν ζητήσεως. Πιστεύω δὲ, ὅτι
1801καὶ ἡ ἐσοδεία ἡ ἐφετεινὴ δὲν θὰ ἦναι ὑπερβολικὴ, ὥστε νὰ
1802αὐξήσῃ ἐπὶ πλέον τὸ ἀπόθεμα. Ἀλλ’ αἱ τιμαὶ αἱ περιστρε-
1803φόμεναι εἰς τὰς 90 δραχμὰς, εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν δύνανται
1804νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, διότι
1805ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι διὰ νὰ παραχθῇ μία χιλιὰς, ἀπαιτοῦν-
1806ται δύο στρέμματα, καὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν δύο
1807στρεμμάτων ἀπαιτοῦνται πλέον τῶν 80 δραχμῶν, καὶ διὰ
1808τὸν τρυγητὸν δὲ ἑκάστης χιλιάδος ἀπαιτεῖται δαπάνη 20
1809καὶ πλέον δραχμῶν. Διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ λοιπὸν ὁ σταφιδο-
1810παραγωγὸς, πρέπει αἱ τιμαὶ νὰ ἦναι ἀνώτεραι τῶν 120
1811δραχμῶν κατὰ χιλιάδα. Ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον μετε-
1812σκευάσθη οὕτως, ὥστε, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι αἱ τιμαὶ εἶναι
1813ὀλίγον ἀνώτεραι τῶν 90 δραχμῶν, οὐδεὶς ἐκ τῶν παραγω-
1814γῶν θὰ καταβάλλῃ φόρον εἰς εἶδος, ἀλλὰ πάντες θὰ ἔχωσι
1815συμφέρον νὰ καταβάλλωσιν εἰς χρήματα 90 δραχμὰς κατὰ
1816χιλιάδα. Ὁ μέσος ὅρος δὲ τῶν τιμῶν εἶναι καὶ ἤδη ἀνώτερος
1817τῶν 90 δραχμῶν, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Κορινθίας,
1818Αἰγιαλείας καὶ ἄλλαις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι προϊόν ἐκλεκτότε-
1819ρον καὶ ἤδη τὸ πωλοῦσιν εἰς ἀνωτέρας τιμάς. Οὐδεμία λοιπὸν
1820χιλιὰς θὰ παρακρατηθῇ, καὶ ἑπομένως οὐδαμῶς τὸ νομοσχέ-
1821διον θὰ συμβάλῃ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ πλεονάσματος· καὶ
1822ἐν τούτοις θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν πάσχοντα σταφιδικὸν πλη-
1823θυσμὸν μία πρόσθετος φορολογία ἐκ 1,500,000 δραχμῶν·
1824διότι τὰ 50,000,000 σταφιδοκάρπου, εἰς ἃ ὑπολογίζεται τὸ
1825παρακράτημα, ἀποτιμώμενα πρὸς 90 δραχμὰς, δίδουσι τὸ
1826ποσὸν τοῦτο. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ σκοπὸς δὲν ἐπέρχεται, ἐνῷ ὁ
1827λαὸς φωνάζει, ὅτι ὁ φόρος τῆς σταφίδος τὸν πιέζει, ὅτι ἡ
1828κρίσις τὸν μαστίζει εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε δὲν δύναται
1829νὰ συντηρηθῇ, ἡμεῖς λέγομεν πρὸς αὐτόν: «ἀποφασίζομεν ἓν
1830μέτρον, τὸ ὁποῖον προφανῶς δὲν δύναται νὰ φέρῃ βελτίωσιν
1831τῶν τιμῶν, ἀλλὰ σοὶ ἐπιβάλλει ἐν τούτοις νέον φόρον
18321,500,000 δραχμῶν». Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
1833θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀγανακτήσῃ καθ’ ἡμῶν, ἐὰν
1834τοιοῦτον μέτρον ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτόν, καὶ ἡ ἀγανάκτη-
1835σις τοῦ λαοῦ δὲν γνωρίζω τί δύναται νὰ φέρῃ. Ἤκουσα νὰ
1836ἀπειληθῇ ὁ λαὸς οὗτος εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐπὶ τῇ ὑπο-
1837νοίᾳ, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν κ. συναδέλφων ἐξέφρασεν, ὅτι ὁ λαὸς,
1838οὕτω μαστιζόμενος, δύναται νὰ παρεκτραπῇ, ἤκουσα τότε τὸν
1839κ. Πρωθυπουργὸν εἰπόντα: «ἄν τολμήσωσι νὰ ἐξέλθωσι τῶν
1840ὁρίων τῆς νομιμότητος, θὰ τοὺς θεωρήσωμεν ὡς ἐχθροὺς τῆς
1841Πολιτείας καὶ ὡς τοιούτους θὰ τοὺς μεταχειρισθῶμεν!» Οἱ
1842σταφιδοκτήμονες δὲν ἐξῆλθον ποσῶς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου·
1843ἐὰν ἀνεφέρθησαν, ἐὰν παρεπονέθησαν διὰ τὴν δυστυχίαν των,
1844δὲν παρεξετράπησαν ὅμως ποσῶς. Δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ
1845συνέρχωνται καὶ νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὴν Κυβέρνησίν των;
1846Δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνη-
1847σίν των, ὅτι ἡ κατάστασίς των εἶναι ἀπελπιστικὴ καὶ δυνατὸν
1848νὰ ἔχῃ δεινὰς συνεπείας; Μοὶ ἐφάνη βαρὺς ὁ χαρακτηρισμὸς
1849οὗτος ἑνὸς μεγάλου πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος ὡς ἐχθρῶν
1850τῆς Πολιτείας. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ῥοπὴ τοῦ λόγου μὲ ἔφερεν εἰς
1851τὸ σημεῖον τοῦτο, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῶ
1852κατὰ τοῦ ἀτόπου καὶ ἀπρεποῦς τούτου χαρακτηρισμοῦ, διότι
1853οἱ σταφιδοκτήμονες δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐχθροὶ τῆς
1854Πολιτείας, ἀλλ’ εἶναι οἱ τροφοδόται αὐτῆς. Ἐκεῖνοι, οἱ
1855ὁποῖοι εἰσφέρουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατ’ ἔτος ἑκα-
1856τομμύρια, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἰσάγουσιν εἰς τὴν χώραν ἑκα-
1857τομμύρια χρυσοῦ, οἱ ἐξυπηρετοῦντες ὑπὲρ πάντα ἄλλον πλη-
1858θυσμὸν τὴν οἰκονομίαν καὶ τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους, δὲν
1859εἶναι ἐχθροὶ τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ εἶναι αἱ μέλισσαι τῆς Ἑλ-
1860ληνικῆς χώρας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν λάβωμεν τοιοῦτον μέ-
1861τρον, δημεῦον τὴν περιουσίαν των, χωρὶς λόγον, χωρὶς νὰ
1862ἐπέρχηται ἀποτέλεσμά τι, δυνάμενον νὰ εὐεργετήσῃ αὐτοὺς,
1863δὲν θὰ ἔχωσι δίκαιον νὰ ἀγανακτήσωσι κατὰ τῆς Πολι-
1864τείας; Καὶ ἡ τοιαύτη ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ, κύριοι Βουλευ-
1865ταὶ, δὲν δύναται νὰ γεννήσῃ τὴν ὑπόνοιαν τοὐλάχιστον, ὅτι
1866ἡ δυσφορία του, ἡ ἀπελπισία του, ἡ ἀπόγνωσίς του, δυνα-
1867τὸν νὰ ἔχῃ δεινὰς συνεπείας διὰ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν;
1868Εἶναι, Κύριοι, παράδοξον, ἐνῷ εἷς λαὸς σᾶς λέγει ὅτι πά-
1869σχει, καὶ σᾶς ζητεῖ βοήθειαν, ὅπως τὸν σώσητε ἀπὸ τὴν
1870δυστυχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, σεῖς νὰ τῷ ἐπιβάλλητε
1871νέους φόρους, μεγαλειτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δὲν ἠδύ-
1872νατο νὰ καταβάλλῃ. Σᾶς ὑπενθυμίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ κατὰ
1873τὸ παρελθὸν, ὅτε τοιοῦτον μέτρον ἐπροτάθη, συνδυαζόμενον
1874μάλιστα μετὰ Τραπέζης, ἡ ὁποία πολλὰ κεφάλαια ὑπέ-
1875σχετο νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, ἐπὶ μόνη
1876τῇ ὑπονοίᾳ ὅτι ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ τὸ ποσὸν, τὸ
1877ὁποῖον θὰ ἐλαμβάνετο παρὰ τῶν σταφιδοκτημόνων πρὸς σκο-
1878ποὺς κερδοσκοπικοὺς, πᾶσα ἡ Βουλὴ μετ’ ἀγανακτήσεως
1879ἀπέῤῥιψε τὸ μέτρον ἐκεῖνο. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν εἶναι
1880πολλῷ χεῖρον ἐκείνου, ἀφοῦ ἐπιβάλλει τὸ αὐτὸ βάρος, χωρὶς
1881νὰ ὑπόσχηται οὐδεμίαν ὠφέλειαν καὶ οὐδεμίαν συνδρομήν;
1882Τί θὰ συμβῇ δι’ αὐτοῦ; Ἐὰν αἱ τιμαὶ ἦναι ἄνω τῶν 90
1883δραχμῶν, τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ 4,500,000 ἀπὸ τὸν
1884δυστυχοῦντα καὶ ζητοῦντα βοήθειαν σταφιδικὸν πληθυσμόν.
1885Ἐὰν δὲ ἦναι κατά τι κατώτεραι τῶν 90 δραχμῶν, ἐὰν συμ-
1886πέσῃ ἕνεκα περιστάσεων, νὰ ἐλαττωθῶσι κατά τι αἱ τιμαί,
1887τότε τὸ Δημόσιον μὲ τὰ χρήματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα θὰ
1888παραλάβῃ ἀπὸ τοὺς σταφιδοκτήμονας, θὰ δυνηθῇ νὰ ἀγο-
1889ράσῃ σταφιδόκαρπον εἰς τὰς 89, εἰς τὰς 88 δραχμάς, ἢ καὶ
1890κατωτέρω τῆς τιμῆς ταύτης. Καὶ τί θὰ τὸν κάμῃ; Θὰ
1891τὸν πωλήσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν, μεθ’ ἧς ἀπὸ τοῦδε συμβάλλε-
1892ται, εἰς τὴν τιμὴν τῶν 32 ἢ τῶν 35 δραχμῶν. Ρίπτομεν,
1893βλέπετε, Κύριοι, εἰς τὸν ἀέρα 60 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα,
1894τὴν διαφορὰν δηλαδὴ μεταξὺ τῆς καταβολῆς καὶ τῆς τιμῆς
1895τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πωλήσεως, καὶ τοῦτο εἰς βάρος τῶν
1896σταφιδοπαραγωγῶν. Ἐὰν δυνηθῇ τὸ Κράτος, θὰ ἀγοράσῃ
1897ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 50,000,000 διὰ τῶν 90 δραχ-
1898μῶν κατὰ χιλιάδα, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ἀπὸ τοὺς σταφι-
1899δοκτήμονας, ἵνα οὕτω συντελέσῃ πρὸς τὴν ἀσφαλῆ κερδο-
1900σκοπίαν τῶν μετ’ αὐτοῦ συμβαλλομένων. Ἐὰν ὅμως αἱ τι-
1901μαὶ ἦναι ἀνώτεραι τῶν 90 δραχμῶν, τότε δὲν θὰ ἀγοράσῃ
1902τίποτε, καὶ αἱ 90 δραχμαὶ κατὰ χιλιάδα θὰ δοθῶσιν ἄνευ
1903λόγου καὶ θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Κυβερνήσεως.
1904Αὐτοί, Κύριοι, εἶναι πρόσθετοι λόγοι, πρὸς ἀπόκρουσιν
1905τοῦ νομοσχεδίου, οἵτινες προέρχονται ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως
1906ταύτης, ἡ ὁποία ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους μὲ ἐξαναγκάζει
1907νὰ ἦμαι καὶ νὰ ψηφίσω κατ’ αὐτοῦ. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βου-
1908λήν, ἐν ὀνόματι τοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ λαοῦ καὶ αὐτῆς,
1909νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν δὲν θέλῃ ὁ σταφι-
1910δικὸς πληθυσμὸς νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν
1911πρόθεσιν δημεύσεως τῆς περιουσίας του.
1912§126ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶπον προχθὲς, Κύριοι, τοὺς λόγους, διὰ
1913τοὺς ὁποίους ἤθελον καταψηφίσει καὶ κατεψήφισα τὸ νομο-
1914σχέδιον· σήμερον ὅμως ἡ τελευταία προστεθεῖσα διάταξις ὑπὸ
1915τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μοὶ παρέχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὸ νομο-
1916σχέδιον δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβε πρόνοιαν
1917νὰ προσθέσῃ τελευταῖον ἄρθρον εἰς τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὸ
1918ὁποῖον διὰ Β. Διατάγματος θὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος, ἀπὸ τοῦ
1919ὁποίου θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου. Ἑπομένως, καὶ ἂν τὸ
1920νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ δεκτὸν παρ’ ὑμῶν, καίτοι θὰ κυρωθῇ
1921ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καίτοι θὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι
1922τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἰσχύσῃ, ἐὰν δὲν δημοσιευθῇ Β. Διά-
1923ταγμα, ὁρίζον τὸν χρόνον. Ἡ διάταξις αὕτη, ἡ προστεθεῖσα
1924ὀρθότατα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μαρτυρεῖ,
1925ὅτι ἐκ τῶν περιστάσεων ἐξήρτηται ἡ ἐκτέλεσις ἢ μὴ τοῦ νό-
1926μου· καὶ λέγων, Κύριοι, «ἐκ τῶν περιστάσεων», δὲν θέλω νὰ
1927ἐκταθῶ, ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ ἐκτελεσθῇ.
1928Ἐγὼ περιορίζομαι μόνον νὰ ὑπομνήσω, ὅτι καὶ ἐκ καιρικῶν
1929ἐγχωρίων περιστάσεων δύναται νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ
1930νόμου. Περιορίζομαι μόνον εἰς αὐτὰ, χωρὶς νὰ ὑπομνήσω καὶ
1931ἄλλας αἰτίας, δι’ ἃς ἐνδέχεται νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἐκτέλεσίς του.
1932Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἔχητε τὴν διάταξιν αὐτήν, ὡς ἔχει ἐν
1933τῷ νομοσχεδίῳ, ἐκτιμᾶτε ποίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει αὕτη ἐπὶ τῆς
1934ἀγορᾶς; Ἐπικρέμαται, Κύριοι, ὡς ξίφος Δαμοκλέους ἐπ’ αὐ-
1935τῆς. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν αἱ περιστάσεις δικαιολογήσωσι τὸν κ.
1936Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ
1937νόμου τούτου, κατὰ τίνα τρόπον θὰ κανονίζωνται πλέον αἱ
1938ἀγοραὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅταν ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος πρόκει-
1939ται νὰ ἀγοράσῃ σταφιδόκαρπον, ἢ ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος
1940πρόκειται νὰ τὸν πωλήσῃ, γνωρίζῃ ὅτι ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγ-
1941μὴν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ παρα-
1942κράτησις, ἥτις ὁμολογουμένως θὰ ἔχῃ συνεπείας μεγίστας ἐπὶ
1943τῆς τύχης τοῦ σταφιδοκάρπου; Ἡ διάταξις αὕτη, ἡ προστε-
1944θεῖσα, θὰ κρατῇ μετεώρους τὰς συναλλαγὰς ἐπὶ τοῦ σταφι-
1945δοκάρπου. Ἄν λοιπὸν πρόκειται, καὶ ὀρθῶς, τοῦ νομοσχεδίου
1946αὐτοῦ ἡ ἐκτέλεσις νὰ ἀρχίσῃ ὅταν ἐκδοθῇ Β. Διάταγμα, ὁρίζον
1947τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως, εἶναι προτιμότερον νὰ ἀποσυρθῇ τὸ
1948νομοσχέδιον, διότι αἱ συνέπειαι αὐτοῦ ἔσονται δειναὶ διὰ τοὺς
1949κτηματίας, καὶ εἴθε νὰ διαψευσθῶ ἐκ τῶν πραγμάτων.
1950§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνό-
1951λου; Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη.
1952Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνά-
1953γνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
1954ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1955§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1956§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχε-
1957δίου «περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου» εἰς γʹ συζήτησιν
1958λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1959(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
1960τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν
1961Π. Μερλοπούλου καὶ Ι. Τσερτίδου, κατὰ τὸ ἑπόμενον
1962πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1963Μιλτ. Δάλλας Θεσδ. Β. Δηλιγιάννης
1964Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
1965Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Π. Λαμπρινόπουλος Ν
1966Ν. Σμόλενιτζ Ν Χαρ. Τζανετάκης
1967Δημ. Οἰκονομίδης Ν Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
1968Δημοσθ. Καΐρης Πολύμ. Χαρίμπας Ν
1969Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ο Χρ. Μαστραπᾶς Ο
1970Κωνστ. Νεγρεπόντης Ν Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
1971Ἰωάν. Πετρίδης Ν Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο
1972Νικ. Φαρμακόπουλος Π. Ρίτσος Ν
1973Σωτ. Δανόπουλος Ν Ἀνδρ. Βασιλείου Ν
1974Χρ. Βότσαρης Σπ. Τσιτσάρας
1975Κωνστ. Γ. Καραπάνος ἀρν.Δημ. Χατζόπουλος
1976Σπυρ. Βαρζέλης Δημ. Βουλπιώτης
1977Νικολάος Λασβίδης Ν Μιχ. Ἰατρίδης Ν
1978Κωνστ. Κολιάτσος Ἀλέξ. Σ. Κ. Ρῶμας Ο
1979Δημοσθ. Σκυλίτσης Ν Κ. Δ. Βοῦλτσος Ο
1980Ἀθ. Μουτσόπουλος Ν Γ. Μελισσηνός Ο
1981Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Διον. Μυλωνᾶς Ο
1982Ἀλέξ. Σκουζές Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν
1983Ἀλέξ. Σπ. Σοῦτσος Ἀνδρ. Αὐγερινός
1984Δημ. Ι. Ράλλης Ο Γεώργ. Κρεστενίτης
1985Ἀλέξ. Ψύλλας Γ. Παπακυριακόπουλος Ν
1986Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Δημοσθ. Δόγκας
1987Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Ν Ἰω. Σισίνης Ν
1988Βλ. Βαλτινός Ν Στέφ. Σκουλούδης
1989Ἀθ. Ἴσκος Ν Γεώργ. Πετούσης Ν
1990Κωνστ. Τοπάλης Ν Ἀριστομ. Βαλέτας Ο
1991Νικ. Σχινᾶς Νικ. Νομικός Ν
1992Γεώργ. Φιλάρετος Ο Πέτρος Δελένδας Ν
1993Νικ. Σταματιάδης Ν Κωνστ. Πεταλᾶς
1994Ἰω. Γιαννακόπουλος Ν Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν
1995Ἐπ. Μαυρομμάτης Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν
1996Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ν Θεόδ. Ζαΐμης Ν
1997Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν Λ. Πετιμεζᾶς Ο
1998Περ. Ἀλεξάκης Ν
1999Γιαννούσιος Τάκης Περ. Μποῦτος Ο
2000Νικ. Δαγρὲς Ο Ἀλκ. Δεληγιάννης Ο
2001Κων. Φιλέσσας Ο Ἀντ. Καρατζᾶς Ο
2002Ν. Σάλμας Πέτρ. Ταταράκης Ν
2003Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ν
2004Ἰω. Παλάσκας Ὄθων Μαῦρος Ν
2005Ἰω. Σταμούλης Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν
2006Κίμων Βελλίνης Μιλτ. Βαρτότσης Ν
2007Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Γεώργ. Σισμάνης Ν
2008Ἰωάννης Καζαμπάκας Γεώργ. Πλατανιώτης
2009Ι. Στεφάνου Ν Ἰω. Καναβὸς
2010Παν. Λεβέντης Ο Γ. Φαρμακόπουλος Ν
2011Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Π. Ἰατρὸς
2012Ν. Χατζηνικολῆς Α. Πετσάλης Ν
2013Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος Ο
2014Ἀχιλ. Ἀγάθος Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ.
2015Κωνστ. Βασιλάκης Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
2016Ἰω. Σέχος Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος
2017Ἀθ. Παραμυθιώτης Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν
2018Νικ. Βασιλάκης Παν. Λαμπρούλιας Ν
2019Γεώργιος Θεοτόκης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ο
2020Γεώργ. Καποδίστριας Ο Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
2021Δημ. Οἰκονόμου Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
2022Δημ. Πετρίδης Ν Ἀνδρ. Σιμόπουλος Ο
2023Π. Ζούζουλας Ο Δ. Καραλίβανος Ν
2024Κωνστ. Σκαρπέτης Ο Πανοῦρ. Πανοῦργιᾶς
2025Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ο Γ. Παπαδιαμαντόπουλος
2026Νικόλ. Βαλσαμάκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Ν
2027Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς
2028Δημ. Σβορῶνος Ν Ἰω. Τσερτίδης Ν
2029Ἄθως Ρωμᾶνος Ο Χρ. Τζῖνος
2030Διον. Καλούτσης Δημ. Βότσης Ν
2031Σπ. Π. Στάης Παν. Σάκκης
2032Χ. Κ. Βοζίκης Ν Δημ. Καλογερόπουλος Ν
2033Νικ. Σταματόπουλος Ν Νικ. Καράπαυλος Ο
2034Θ. Πέῤῥος Ν Ἰω. Βρυώνης Ν
2035Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
2036Δημοσθ. Μανούσαχης Ν Νικόλ. Δημητριάδης
2037Δημοσθ. Ματάλας Ν Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
2038Ἀριστ. Μελετόπουλος Ἀντ. Γουδῆς Ν
2039Νικ. Γκουζούλης Ν Ἀθ. Λαδόπουλος
2040Δημ. Πιπινόπουλος Ν Ν. Βαφειαδάκης Ν
2041Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέη Γ. Παγανέλης Ν
2042Φιλώτας Ἰσχόμαχος Ν Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
2043Ἰω. Γεωργαντᾶς Ν Ν. Δρόσος
2044Ἰω. Λάππας Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς
2045Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν Σωτ. Χατζηγάκης Ν
2046Ἄγγ. Καλκάνης Ν Νικ. Ταρμπάκης
2047Β. Βασιλειάδης Ν Κων. Χατζηπέτρος
2048Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Θεόδ. Κριεμάδης Ν
2049Ἰω. Μπακόπουλος Εὐστ. Κοκκέβης Ν
2050Ἀριστ. Σακελλαρόπουλας Ν. Γεωργακόπουλος Ν
2051Φίλ. Βάρβογλης Ν Σωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν
2052Ν. Τριανταφυλλάκος Ο Δημ. Καμαριώτης Ν
2053Ἡλ. Ζέγγελης Διον. Στάϊκος
2054Λάμπρος Σινανιώτης Ν Ἀριστ. Μάνεσης Ο
2055Ἰω. Βούτουνας Ν Σπ. Δεϊμέζης Ν
2056Γ. Μαλέας Ο Θεόδ. Λαμπρίτης Ν
2057Γ. Νικολαΐδης Ν Ἰω. Παπαδόπουλος
2058Λεων. Δεληγεώργης Ν Θεόδ. Γκίκας Ν
2059Μιλτ. Γουλιδῆς Ν Παντελῆς Γκίκας
2060Παν. Μερλόπουλος Ο Νικ. Τσαμαδὸς Ο
2061Χριστόδ. Στεριάδης Ν Μ. Κακαρᾶς Ο
2062Νικολ. Κοντογιάννης Ν Γ. Ἀβέρωφ
2063Κομνᾶς Τράκας Ν Κ. Βαρατάσης Ο
2064Νικ. Χατζῖσκος Ο Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ο
2065Τριαντάφ. Σχινᾶς Ἰω. Α. Κανάρης Ν
2066Δημ. Κρίτσας Ο
2067§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 131. Ἐκ τούτων
206892 εἶπον Ναὶ, 38 εἶπον Ὄχι, καὶ 1 ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπο-
2069μένως τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὸν εἰς τρίτην
2070καὶ τελευταίαν συζήτησιν.
2071Προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
2072ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1895.
2073Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2074§131ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρελθών, Κύριοι, ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα
2075μετάσχω τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλω νὰ
2076ποιήσωμαι πρὸς τὴν Βουλὴν μίαν ἀναγκαίαν ἐξομολόγησιν,
2077τοῦτο δὲ, διὰ νὰ ἀπαλλάξω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς
2078Κυβερνήσεως τοῦ κόπου νὰ ἀναμνήσῃ εἰς ἐμὲ τὸ παρελθόν.
2079Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι οὗτος, εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν
2080τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, διεκήρυττεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ
2081ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸ παρὸν, νὰ ἀφήσωμεν δὲ ἐν ἄλλῳ τινὶ
2082χρόνῳ τὴν περὶ τοῦ παρελθόντος ἔρευναν καὶ κρίσιν. Ἀλλὰ
2083ὁσάκις τις ἐξ ἡμῶν, τῶν ὑποστηριξάντων τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου
2084Τρικούπη προεδρευομένην Κυβέρνησιν, ἀγορεύων μετέδιδεν
2085εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ὁποίας εἶχε γνώμας ἐπὶ τῶν ὑποβληθέν-
2086των ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
2087σχεδίων, πάντοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγειρόμενος ἀπήντα
2088εἰς ἡμᾶς διὰ τῆς αἰτιάσεως, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐνθυμώμεθα
2089ὅτι μᾶς συνδέει ἀλληλεγγύη πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ ὅτι ὑπέ-
2090χομεν εὐθύνην ἐπὶ τοῖς κατὰ τὸ παρελθὸν πεπραγμένοις.
2091Εἰς ἐμὲ μάλιστα, κατὰ μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριά-
2092σεων, ὅτε ἠγόρευον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν
2093τροποποίησιν τῶν περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νόμων,
2094ἐποιήσατο τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου ἐνθυμίζει
2095αὐτῷ τὸν προφήτην Γὰδ, ὅστις προσῆλθε πρὸς τὸν Δαβὶδ
2096ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπέδειξεν αὐτῷ τοὺς τρόπους τῆς
2097μετανοίας καὶ ἐξιλεώσεως, τῷ ἐνθυμίζει δὲ συνάμα καὶ τὴν
2098ἱστορίαν τῆς Κασσιανῆς, ἥτις ἀπελθοῦσα εἰς Μονὴν ἔγραψε τὸ
2099γνωστὸν τροπάριον. Πολλὰς ἐγίνωσκον ἀτομικὰς ἀρετὰς τοῦ
2100ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συβουλίου· δὲν ἐγίνω-
2101σκον ὅμως, ὅτι ἀσχολεῖται καὶ εἰς τὴν μελέτην τῆς Παλαιᾶς
2102Διαθήκης καὶ ὅτι εἶναι ἐνήμερος εἰς τὰ ἐπεισόδια τῆς βυζαν-
2103τινῆς χριστιανικῆς ἱστορίας. Ὁμολογῶ ὅμως εἰλικρινῶς, ὅτι
2104δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, τίνα εἶχον σκοπὸν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ
2105μνημονευθέντα ἱστορικὰ παραδείγματα ἐν τῇ πρὸς με ἀπαν-
2106τήσει του. Ἐσκόπει ἆρά γε νὰ μὲ ἐξομοιώσῃ πρὸς τὸν Δαβὶδ
2107μετανοοῦντα, ἢ πρὸς τὴν Κασσιανήν; Εὐχαρίστως ἀποδέχο-
2108μαι τὴν ἐξομοίωσιν πρὸς τὰ δύο ταῦτα πρόσωπα, καθόσον
2109κατὰ τὴν ἱστορίαν ὁ μὲν Δαβὶδ διεκρίθη ἐπὶ εἰλικρινείᾳ καὶ
2110ἐθελοθυσίᾳ, ἡ δὲ Κασσιανὴ δὲν ἔλαβε τὴν εἰς Μονὴν ἄγου-
2111σαν ἕνεκα διαπραχθέντων ὑπ’ αὐτῆς ἁμαρτημάτων. Ὅπως-
2112δήποτε ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐνεδείκνυεν
2113εἰς ἐμὲ τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναμολογήσω μεταμέλειαν ἐπὶ τῇ
2114κατὰ τὸ παρελθὸν πολιτικῇ πορείᾳ. Ὡς ἐκ τούτου μοὶ ἐπι-
2115βάλλεται ἡ ἐξομολόγησις, ἧς ἐμνήσθην, ἀρχόμενος τοῦ λό-
2116γου μου.
2117Δὲν λησμονῶ, ὅτι ἀνῆκον εἰς πολιτικὸν κόμμα, ὅπερ ἡτ-
2118τήθη κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Δὲν λησμονῶ ὡσαύτως,
2119ὅ,τι ὅσοι ἐξ ὑμῶν διετέλεσατε μέλη παρελθουσῶν βουλευτι-
2120κῶν περιόδων ἐνθυμεῖσθε, τουτέστιν, ὅτι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν
2121παρηρχόμην ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ὡς πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς
2122τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὑπεστήριζον ἐκθύμως
2123τὸ σύστημα, ὅπερ, κατὰ συνταγματικὸν πλάσμα, ὑποτίθε-
2124ται καταδικασθὲν ὑπὸ τῆς ἐτυμηγορίας τῶν ἐκλογέων τῆς
212516 Ἀπριλίου.
2126Ἡ παρατήρησις δὲ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἐνθυμί-
2127ζοντος εἰς ἐμὲ τοὺς πρὸς τὸ παρελθὸν πολιτικοὺς δεσμούς μου,
2128ἐπιβάλλει εἰς ἐμὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῶ ὄχι πλέον ὡς
2129Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὡς χριστιανὸς, καὶ νὰ ῥίψω βραχὺ ἐταστικὸν
2130βλέμμα εἰς τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν πορείαν μου, ἵνα πείσω
2131ἐμαυτὸν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐμμείνω ἐν τῷ πολιτικῷ σταδίῳ, ἢ νὰ
2132τραπῶ τὴν ἄγουσαν εἰς Μονήν τινα, ἵνα συντάξω τὸ τροπά-
2133ριον τῆς Κασσιανῆς. Ἀνέδραμον λοιπὸν εἰς τὴν μελέτην τῆς
2134κατὰ τὸ παρελθὸν πολιτικῆς μου πορείας. Αἰτοῦμαι παρ’
2135ὑμῶν συγγνώμην, ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐμαυτοῦ.
2136Ἴσως πλανῶμαι, κρίνων ἐμαυτὸν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω,
2137ὅτι δὲν ἀνεγνώρισα εἰς ἐμαυτὸν τὸ ἐλάττωμα τοῦ ἐγωϊ-
2138στοῦ ἢ τοῦ πείσμονος, ἐλάττωμα, ὅπερ ἀποκλείει τὴν ἐξο-
2139μολόγησιν τῶν ἁμαρτημάτων. Πλὴν τούτου, ἔχω τὴν ἰδέαν,
2140ὅτι ὁ πολιτευόμενος ὀφείλει νὰ ἀνομολογῇ τὰ ἐν τῷ παρελ-
2141θόντι σφάλματα αὐτοῦ· φρονῶ μάλιστα, ὅτι τὸ σπουδαιότε-
2142ρον ἐφόδιον τοῦ πολιτευομένου εἶναι τὰ ἐν τῷ παρελθόντι
2143διαπραχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ σφάλματα. Οὕτω σκεπτόμενος, μετα-
2144δίδω ὑμῖν ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς βραχυτάτην μελέτην
2145τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ παρελθόν· τοῦτο δὲ, ἵνα συμμορφωθῶ
2146πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι πρέπει πρὸ
2147παντὸς νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸ παρόν.
2148Εἶναι ἐνταῦθα προσῆκον, πρὶν ἢ προχωρήσω περαιτέρω, νὰ
2149ποιήσωμαι μίαν παρατήρησιν, ὅτι καθ’ ὅλον σχεδὸν τὸν
2150χρόνον τοῦτον ἐγὼ ἤμην ἁπλοῦν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου,
2151διατέλεσα Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ἕνδεκα μόνον μῆ-
2152νας, δὲν εἶχον τιμὴν νὰ διαχειρίζωμαι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
2153Κράτους, οὐδὲ νὰ διευθύνω τὰς ἐργασίας πολιτικοῦ τινος κόμ-
2154ματος· ἑπομένως ἡ σύγκρισις πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον
2155τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διατελέσαντα πολλάκις Ὑπουρ-
2156γὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὶς Πρωθυπουργὸν, δύναται νὰ
2157ὑποληφθῇ ἄνισος.
2158Συνεπλήρωσα ἤδη τὸ 21 ἔτος, ἀφ’ ἧς διατελῶ ἐν τῷ ἐνεργῷ
2159πολιτικῷ βίῳ, καθ’ ὅλον δὲ σχεδὸν τὸ χρονικὸν τοῦτο διά-
2160στημα ἐπολιτευόμην συνεργαζόμενος μετὰ τοῦ τέως ἐκ Με-
2161σολογγίου Βουλευτοῦ. Ἐν ἀρχῇ τὸ πολιτικὸν τοῦτο κόμμα
2162ἠρίθμει ὀπαδοὺς μετρουμένους ἐν τοῖς δακτύλοις, ὠνομάσθη
2163δὲ τοῦτο ὑπ’ ἄλλων μὲν πέμπτον κόμμα, ὑπ’ ἄλλων δὲ ἀπρό-
2164σωπον κόμμα. Ἀφ’ ἧς ὅμως ὁ ἐκ Μεσολογγίου τέως Βου-
2165λευτὴς ἐκλήθη εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν κατὰ τὸ 1875,
2166ἀνεδείχθη ὁ ἡγέτης αὐτοῦ. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἡ ἀπο-
2167στολὴ τοῦ τέως Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ὡς κυβερνήτου,
2168ἀφεώρα κυρίως εἰς τὴν ἀνεπηρέαστον διεξαγωγὴν τῶν βουλευ-
2169τικῶν ἐκλογῶν. Μετὰ τὸ 1875 τὸ κόμμα τοῦτο ἠρίθμει ὀπα-
2170δοὺς ἐν ἀρχῇ 12, βραδύτερον 17, παρέμενε δ’ ἐν τῇ Βουλῇ
2171κεχωρισμένον τῶν λοιπῶν κομμάτων, οὕτω δὲ πολιτευόμενον,
2172προσήνεγκε πολυτίμους ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὴν ἐν γένει διοίκη-
2173σιν τῶν κοινῶν καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
2174πολιτεύματος, τασσόμενον ἐκ πεποιθήσεως πρὸς ταύτην ἢ
2175ἐκείνην τῶν γνωμῶν, πρὸς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ κόμμα. Κατὰ
2176τὸ 1880, κατ’ ἔνδειξιν ἀσθενοῦς κοινοβουλευτικῆς πλειο-
2177ψηφίας, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν πρὸς πραγματοποίησιν προ-
2178γράμματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποδεχθῆ ἡ πλειοψηφία τῆς
2179Βουλῆς ἐκείνης. Εἰργάσθη ἐπὶ δύο περίπου μῆνας μόνον μετὰ
2180τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπραγματοποίησε πλῆρες τὸ πρόγραμμα
2181αὐτοῦ, ἐνομιμοποίησε τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, καθ’ ἧς
2182εἶχε κηρυχθῆ καθ’ ὅλον τὸ προηγούμενον διάστημα, καὶ περιέ-
2183στειλεν εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον τὰς δημοσίας δαπάνας. Εὐθὺς
2184ὡς συνῆλθεν ἐκ νέου ἡ Βουλή, ἀπεχώρησε τῆς ἐξουσίας, ἀνα-
2185λαβόντος τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους τοῦ μακαρίτου Κου-
2186μουνδούρου. Ἡ δρᾶσις τοῦ κόμματος τούτου ἄρχεται κυρίως
2187ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν.
2188Ὄτε ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1882,
2189εὑρέθη ἀπέναντι δύο σπουδαίων γεγονότων, ἑνὸς μὲν εὐχα-
2190ρίστου, ἑτέρου δὲ δυσάρεστου. Τὸ πρῶτον ἦτο, ὅτι εἶχε συν-
2191τελεσθῆ ἤδη ἡ εἰς τὸ λοιπὸν Βασίλειον ἕνωσις τῆς Θεσσα-
2192λίας καὶ ἑνὸς τμήματος τῆς Ἠπείρου, τὸ δὲ δυσάρεστον ἦτο,
2193ὅτι παρελάμβανε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐν χειρίστῃ
2194καταστάσει. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐκληροδοτήθη δη-
2195μόσιον χρέος ἀνερχόμενον εἰς 412,000,000, ὁμοῦ μὲ τὸ
2196ἀσκεπὲς παθητικὸν τοῦ Κράτους· εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην
2197ἐκληροδοτήθη ἐτησία ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ὑπὲρ τὰ
219819,000,000, πάντα σχεδὸν εἰς χρυσόν, ἐκληροδοτήθη δὲ
2199προϋπολογισμὸς ἐσόδων ἐκ παλαιῶν δραχμῶν 49,000,000,
2200ἤτοι νέων δρ. 43,800,000. Ἡ ἀναλογία τοῦ ἀπαιτουμέ-
2201νου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ποσοῦ ἐτησίως
2202ἀνήρχετο εἰς 45% ἐπὶ τῶν ἐτησίων ἐσόδων. Ἐὰν
2203οἱ κρατοῦντες τότε τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους ἦσαν ἰδιῶται ἢ
2204ἔμποροι, βεβαίως ὤφειλον νὰ προβῶσιν εἰς τὴν κήρυξιν τῆς
2205πτωχεύσεως ἀλλ’ ἐσκέφθησαν ὡς κυβερνῆται χώρας προσ-
2206βλεπούσης εἰς κρεῖσσον μέλλον, διότι, ὡς εἶπον, εἶχεν ἄρτι
2207συντελεσθῆ ἡ προσάρτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ὑπέλαβον
2208ἑπομένως, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτοὺς τὸ καθῆκον νὰ αὐξήσωσι
2209τὰ φορολογικὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ
2210ὑπάρχουσα φορολογία ὑπελαμβάνετο παρὰ πάντων ὡς ἐπιβα-
2211ρύνουσα πρὸ πάντων τὰς παραγωγικὰς τάξεις, καὶ ἰδίως τὴν
2212γεωργικήν, ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα, ὅτι
2213ὤφειλε νὰ εἰσαγάγῃ νέους φόρους. Γνωστὸν εἶναι ἐκ τῶν
2214ὑστέρων, ὅτι οἱ τὸ πρῶτον εἰσαχθέντες φόροι ἀπέτυχον κατὰ
2215τὸ πλεῖστον, ἢ δὲν ἀπέδωκαν τὰ προσδοκώμενα ἀπετελέσματα.
2216Ὁ νῦν ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
2217ὁμιλῶν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ εἰς προηγου-
2218μένας βουλευτικὰς περιόδους καὶ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην,
2219ἐμνήσθη τῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην γενομένων. Ὅτε μά-
2220λιστα ἐπρόκειτο νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἀτολμίαν αὐτοῦ περὶ
2221τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς ὑφισταμένης φορολογίας, εἶπεν, ὅτι
2222δὲν δύναται νὰ μιμηθῇ ἐκείνους, οἵτινες ὑπελόγιζον τοὺς φό-
2223ρους, τοὺς ὁποίους κατὰ πρῶτον εἰσῆγον, ὡς μέλλοντας νὰ
2224ἀποφέρωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων 10 ἑκατομ-
2225μύρια, ἐνῷ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν εἰσεπράχθησαν τρία ἢ
2226δύο ἥμισυ.
2227Βεβαίως τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ἔχουν πάντες οἱ πρωτείσα-
2228κτοι φόροι, διότι εἶναι δύσκολον ἐν Βασιλείῳ ἀρτιπαγεῖ,
2229ὅπου καὶ ἡ στατιστικὴ καθυστερεῖ, νὰ ὑπολογίσῃ τις τὰ
2230ἀποτελέσματα ἑνὸς φόρου, ὁ ὁποῖος κατὰ πρῶτον εἰσάγεται.
2231Εἰς τὸ σφάλμα τοῦτο ὑπέπεσε καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργός,
2232διότι κατὰ τὸ 1886 ὑπελόγιζε τὴν ἐκ τοῦ καπνοῦ πρόσοδον
2233ὡς ἀνελευσομένην εἰς 5,000,000, εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον
22341,992,000· ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου ὑπελόγιζε 1,000,000, καὶ
2235εἰσέπραξε 459,000· ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἐθνικῶν κτημάτων
2236ὑπελόγιζε 6,122,000, καὶ εἰσέπραξε μόνον 1,279,000. Ὥστε
2237τὰ σφάλματα ταῦτα ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς, εἰς τοὺς ὁποίους
2238προέρχονται οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου
2239πρὸ πάντων περὶ πρωτεισάκτων φόρων, δὲν εἶναι ἀσυνήθη
2240παρ’ ἡμῖν.
2241Ἡ χρονικὴ περίοδος τοῦ 1882–1884 ὑπῆρξεν οὐ μό-
2242νον κατὰ τοῦτο ἀτυχής, ἀλλὰ καὶ διότι κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα
2243ἐπῆλθεν ἡ ἀποτυχία τῶν κυριωτέρων ἡμῶν προϊόντων, τῆς
2244σταφίδος, καὶ τῶν τῆς Θεσσαλίας. Μὴ προβλεπομένης τῆς
2245ἀποτυχίας ταύτης, καὶ ἕνεκα τῆς ἐξεγερθείσης κατὰ τῶν
2246ἀποτελεσμάτων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δημοσίας
2247γνώμης, καὶ ἕνεκα τῶν παραστάσεων τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν
2248πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ ἔκδοσις τοῦ δα-
2249νείου τῶν 170,000,000, παρενεβλήθησαν δ’ ἐντεῦθεν δυσχέ-
2250ρειαι ἀπροσδόκητοι, ὧν ἕνεκα δὲν ἐπετεύχθη ἡ ἀνόρθωσις τῶν
2251οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἡ χρονικὴ ἐκείνη περίοδος ἐγκατέλιπεν
2252ἐλλείμματα ἱκανὰ, καὶ κατέστησε δυσχερεστέραν τὴν κατά-
2253στασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Κατωρθώθη ὅμως ἡ
2254ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀπηλλάγη ὁ Ἑλληνι-
2255κὸς λαὸς τῆς ἐκ ταύτης φορολογίας, καὶ ἀπέβη εὐχερεστέρα
2256ἡ τοῦ μέλλοντος κυβερνητικὴ ἐργασία.
2257Δὲν ἐπετράπη ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην νὰ ἐξα-
2258κολουθήσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, διότι ἀνετράπη ἐκ
2259τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν τῆς 7ης Ἀπριλίου 1885,
2260ἀνετράπη δὲ πρὸ πάντων, διότι εἶχε προβάλει καὶ ψηφίσει
2261φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις, αἵτινες τὴν κατέστησαν ἀντιδη-
2262μοτικήν.
2263Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀφηγηθῶ ὑμῖν λεπτομερῶς τὰ κατὰ
2264τὴν χρονικὴν περίοδον τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886, ἵνα μὴ
2265ὑποληφθῶ ὡς προκαλῶν ἀσκόπους ἀντεγκλήσεις. Προΐστατο
2266τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ὁ νῦν κ. Πρω-
2267θυπουργός. Γνωστὴ ἄλλως τε εἶναι εἰς πάντας ἡ ἐπελθοῦσα
2268ἀνωμαλία εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Περιορίζομαι
2269μόνον σημειῶν τοῦτο, ὅτι αἱ χρήσεις τοῦ 1885 καὶ 1886
2270ἀφῆκαν ἔλλειμμα 130 ἑκατομμυρίων, καὶ ὅτι κατὰ τὴν
2271χρονικὴν ταύτην περίοδον ἐπανήχθη εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ
2272λαοῦ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἥτις εἶχεν ἀρθῆ κατὰ τὸ
2273τέλος τοῦ 1884.
2274Ἀρχομένου τοῦ 1887, ἐν τῇ Βουλῇ συνήφθη κρατερὸς
2275ἀγὼν μεταξὺ τοῦ τότε κυβερνῶντος, τέως Βουλευτοῦ ἐκ
2276Μεσολογγίου, καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο
2277ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οὗτος
2278καὶ ἕτεροι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προέβαλον τὴν ἀνεπάρ-
2279κειαν τοῦ Κράτους πρὸς τὰς ἀνειλημμένας ὑπ’ αὐτοῦ ὑπο-
2280χρεώσεις, καὶ ὑπεστήριξαν τὴν κήρυξιν τῆς πτωχεύσεως.
2281Ἡμεῖς τότε, ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς
2282ἐκείνης, εἴχομεν τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἥτις καὶ ἐπεκράτη-
2283σεν. Ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐνεῖχεν ἔτι ζωτικὰς δυνάμεις
2284ἐπαρκεῖς, ὅπως ἀντίσχῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν
2285βαρῶν καὶ ἀποφύγῃ τὸ στίγμα τῆς πτωχεύσεως. Πράγματι,
2286κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἐν ἔτει 1887
2287ἐψηφίσαμεν αὐξήσεις τῶν φορολογικῶν βαρῶν κατὰ 20 ἑκα-
2288τομμύρια περίπου. Πλὴν ὅμως τῶν αὐξήσεων τούτων τῶν φο-
2289ρολογικῶν, αἵτινες ἕνα κυρίως εἶχον σκοπὸν, νὰ ἐξασφαλίσωσι
2290τὸ σταθερὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπῆρχε καὶ ἑτέρα
2291ἀνάγκη, ἐπιβαλλομένη εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὰ κοινὰ, ἡ
2292ἀνάγκη ὅπως μὴ ἀφήσωσι τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν νὰ
2293ἐξιχθῇ εἰς διαστάσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ βλαφθῶσι τὰ συμ-
2294φέροντα τῆς χώρας. Ἡ ἐξαγωγὴ ἅπαντος τοῦ μεταλλικοῦ
2295νομίσματος, ὅπερ ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν το-
2296κοχρεωλύτρων τοῦ δημοσίου χρέους, ἤθελεν ἀποστραγγίσει
2297τὴν ἐσωτερικὴν ἀγορὰν καὶ ἤθελεν ἀφεύκτως προαγάγει τὴν
2298νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ τῶν συμφερόν-
2299των τῆς χώρας. Ἐπενοήθησαν τότε οἱ ἐπικληθέντες οἰκο-
2300νομικοὶ συνδυασμοὶ, κατὰ τῶν ὁποίων ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς
2301ἐποχῆς ἐκείνης εἶχεν ἀδίκως ἐξεγερθῆ.
2302Διὰ τῶν οἰκονομικῶν τούτων συνδυασμῶν ἐπεδιώκετο ἡ
2303τροπὴ ἐσωτερικῶν δανείων εἰς ἐξωτερικὰ, ἐπεδιώκετο δὲ ἐπ’
2304ὠφελείᾳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, σκο-
2305πὸς δὲ θεμελιώδης τῶν συνδυασμῶν ἦτο, τὸ ὑπάρχον ἐν τῷ
2306τόπῳ μεταλλικὸν νὰ ἀπομείνῃ ἐν τῷ τόπῳ καὶ νὰ ἐνισχύσῃ
2307τὴν χώραν ἡμῶν, ὅπως βραδύτερον ἐπιτευχθῇ εἴτε ἡ ἄρσις
2308τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴτε ἡ ἐλάττωσις ἢ μείωσις
2309τῶν δεινῶν, ἅτινα ἐπάγονται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
2310φορίας. Κατὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἡ Ἀντιπολίτευσις
2311τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡγουμένου τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερ-
2312νήσεως, πρὸ πάντων ἀντέτασσε τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δι’ αὐτῶν
2313μεταβάλλονται τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια εἰς ἐξωτερικὰ καὶ οὕτως
2314αὐξάνει τὸ εἰς μεταλλικὸν νόμισμα πληρωτέον ποσὸν διὰ τὴν
2315ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως ἀπε-
2316δείχθη, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν τῆς ἐπο-
2317χῆς ἐκείνης δὲν ἦσαν ἐν τῇ ἀληθείᾳ, διότι, ὅταν ληφθῇ ὑπ’
2318ὄψιν τὸ ποσὸν, εἰς ὃ ἀνήρχετο ἡ εἰς χρυσὸν ὑπηρεσία τοῦ
2319δημοσίου χρέους κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, καὶ τὸ ποσὸν εἰς τὸ
2320ὁποῖον ἀνήρχετο αὕτη κατὰ τὸ 1893, θέλομεν εὕρει ἐπὶ πλέον
2321διαφορὰν 2,284,000 φράγκων. Κατὰ Μάϊον τοῦ 1886
2322ἀνήρχετο ἡ εἰς χρυσὸν ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους εἰς 26
2323ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὸ 1893 ἀνῆλθεν εἰς 28,280,000. Ἐκ
2324τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ὅμως προέκυψεν ἐλάφρυνσις τῆς
2325ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ 6,500,000, ὡς ἀπο-
2326δεικνύεται ἐκ πινάκων ἐπισήμων, κατατεθέντων τότε εἰς τὴν
2327Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τροιζηνίας, διευθύνων τότε
2328τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, εἶναι ὁ συντάξας τοὺς πίνακας τού-
2329τους. Ἐὰν ἦτο ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν ταύ-
2330την, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν μαρτυρίαν του. Ὑπ’ οὐδενὸς
2331ἄλλως τε ἠμφισβητήθη ἡ ἀκρίβεια τῶν πινάκων τούτων,
2332καὶ ὅταν βραδύτερον ἀνῆλθον ἐπὶ τὴν ἀρχὴν οἱ τὴν Ἀντιπο-
2333λίτευσιν ἀποτελοῦντες.
2334Ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῆς εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίας τοῦ δημο-
2335σίου χρέους προῆλθεν ἐκ τῆς τροπῆς τῶν ἐσωτερικῶν δανείων
2336εἰς ἐξωτερικά; Βεβαίως ὄχι. Προῆλθεν ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν
2337θωρηκτῶν καὶ ἐκ τοῦ δανείου τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τὸν
2338σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν· τῶν θωρηκτῶν ἡ κατασκευὴ,
2339ὡς πάντες ἴσως ἐνθυμεῖσθε, ἀνῆλθεν εἰς πραγματικὸν κεφά-
2340λαιον δρ. 26,000,000, ἤτοι εἰς ὀνομαστικὸν κεφάλαιον δρ.
234138,575,677, ὅπερ ἐπάγεται τὸ ποσὸν φρ. 1,543,000 λόγῳ
2342ἐτησίας τοῦ δανείου ὑπηρεσίας, ὁ δὲ σιδηρόδρομος Μύλων–Κα-
2343λαμῶν προεκάλεσε τὸ δάνειον τῶν 24,000,000, τὸ ὁποῖον
2344ἐπεβάρυνε τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους εἰς
2345χρυσὸν κατὰ 1,440,000. Ὥστε ἐκ τῶν δύο τούτων καὶ μό-
2346νον αἰτιῶν δύνασθε νὰ ἐξηγήσητε τὸν λόγον τῆς ἐπὶ πλέον
2347διαφορᾶς τῆς εἰς χρυσὸν ἐτησίας ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου
2348χρέους.
2349Κατὰ τὴν χρονικὴν περίοδον τῶν ἐτῶν 1887–1890 με-
2350γίστη ἐδόθη ὤθησις εἰς τὰ δημόσια ἔργα καὶ ἰδίως εἰς τὴν
2351αὔξησιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Πρὸς βελτίωσιν τῆς
2352παρ’ ἡμῖν κρατούσης νομισματικῆς ἀνωμαλίας, δὲν ἐθεωρήθη
2353ἐπαρκὴς μόνη ἡ μέριμνα τῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προμηθείας
2354τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους
2355μεταλλικοῦ νομίσματος διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν.
2356Ἐκρίθη, καὶ εὐλόγως, ὡς ἐπιβαλλομένη ἡ ἐνίσχυσις τῶν παρα-
2357γωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας διὰ τῆς κατασκευῆς οὐ μόνον
2358ἁμαξιτῶν ὁδῶν, ἀλλὰ καὶ σιδηροδρόμων καθ’ ἅπασαν σχεδὸν
2359τὴν χώραν. Πρὸ τοῦ 1882 δὲν εἴχομεν ἢ μόνον τὸν μικρὸν
2360σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Λήγοντος τοῦ 1890,
2361εἴχομεν τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου,
2362ἐξικνούμενον ἀφ’ ἑνὸς μὲν μέχρις Ὀλυμπίων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ
2363μέχρι Ναυπλίου· εἴχομεν τοὺς σιδηροδρόμους Θεσσαλίας καὶ
2364Ἀττικῆς, εἴχομεν δὲ ἐν ἐκτελέσει τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–
2365Καλαμῶν καὶ τὴν μεγάλην γραμμὴν Πειραιῶς–Λαρίσης–με-
2366θορίων. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἐξετελέσθησαν λιμενικὰ
2367ἔργα μεγίστης σπουδαιότητος, διευκολύνοντα τὴν μεταφορὰν
2368τῶν ἐγχωρίων προϊόντων καὶ συμβάλλοντα εἰς τὴν πρόοδον
2369τοῦ ἐμπορίου. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἐπετεύχθη ἡ ἀτέ-
2370λεια τῆς σταφίδος ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἡ κατὰ ¾ ἐλάττωσις
2371τοῦ ἐπιβαλλομένου ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπὶ τῆς σταφίδος εἰσαγωγικοῦ
2372τέλους. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἐλήφθη νομοθετικὴ πρό-
2373νοια περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ
2374περὶ τῆς κατὰ τὸ ἐφικτὸν προαγωγῆς τῆς ἐγχωρίου βιομη-
2375χανίας, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ μείωσις τοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν
2376ἐξαγομένου μεταλλικοῦ νομίσματος.
2377Εἶπον ἄλλοτε, ἐπιμένω δὲ καὶ νῦν ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ
2378χρονικὴ περίοδος τῶν ἐτῶν 1887–1890 ἀποτελεῖ ἀξιοση-
2379μείωτον σταθμὸν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ἱστορίας, διότι ἡ
2380ἀναλογία τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους ἀπὸ 49%,
2381εἰς ὅσα ἀνήρχετο κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886,
2382εἶχε κατέλθει τὸ 1889 εἰς μόνον 35%, διότι ἡ δημοσία
2383ἡμῶν πίστις εἶχεν ἀνορθωθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δανείζη-
2384ται τὸ Κράτος ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων, καὶ διὰ μόνης τῆς
2385ἠθικῆς ὑποχρεώσεως αὐτοῦ, ἐπὶ τόκῳ 5 καὶ 5½%, τῶν
2386χρεωγράφων αὐτοῦ καταλεγομένων ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγο-
2387ραῖς μεταξὺ τῶν προηγμένων οἰκονομικῶς ἐπικρατειῶν, καὶ
2388διότι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας οὐ μόνον δὲν εἶ-
2389χον ὑποστῆ, ὡς ἰσχυρίζοντο οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ἐξάντλη-
2390σιν καὶ κάματον, ἀλλὰ τοὐναντίον διετέλουν ἐν ἀναπτύξει
2391καὶ προόδῳ.
2392Ἡ Κυβέρνησις ὅμως τῆς χρονικῆς ἐκείνης περιόδου εἶχε
2393καταπολεμηθῆ ὑπὸ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἧς ἡγεῖτο ὁ
2394νῦν κ. Πρωθυπουργός, διὰ μέσων μὴ συνήθων εἰς τὰ κοινο-
2395βουλευτικῶς διοικούμενα ἔθνη. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ἀπο-
2396χωρήσει σύσσωμος ἐν μιᾷ τῶν βουλευτικῶν συνόδων, ἤσκησε
2397δὲ τὸ σύστημα τῆς κωλυσιεργίας κατὰ τὰς ἄλλας συνόδους
2398ἐν εὐρυτάταις διαστάσεσιν. Ὁ ἁψίκορος καὶ φιλόκαινος χα-
2399ρακτὴρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὸ ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῆς
2400Ἀντιπολιτεύσεως ἀναπτυχθὲν παρὰ τοῖς ἁπλουστέροις ἀντι-
2401κυβερνητικὸν φρόνημα, ὅπερ πρὸ πάντων ἐνισχύετο ἐκ τῆς
2402ἐπιβληθείσης αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν βαρῶν, ἀνέτρεψε
2403τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἣν διεδέχθη ἡ προελθοῦσα ἐκ τῶν
2404ἐκλογῶν τῆς 14ης Ὀκτωβρίου 1890, ἥτις παρέμεινεν ἐν τῇ
2405διοικήσει τῆς χώρας μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου 1892.
2406Ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἧς προΐστατο ὁ νῦν κ. Πρωθυπουρ-
2407γός, ὑπέλαβεν, ὅτι ὤφειλεν ἀντίθετον τῆς προκατόχου της
2408νὰ ἀκολουθήσῃ σύστημα’ ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο προτιμότερον,
2409ἀντὶ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, νὰ ζητήσῃ ἐκ τῆς ἐσωτε-
2410ρικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς τὸν χρυσόν, ὅστις ἦτο ἀναγκαῖος διὰ
2411τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων. Καὶ ὄντως κατὰ τὸ
24121891 ἐπρομηθεύθη ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν χρυσὸν 20,000,000
2413περίπου καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ
2414διὰ δαπάνας τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης. Εἶναι ἀληθές, ὅτι
2415τὴν συνέδραμεν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἡ
2416ἐποχὴ ἐκείνη, διότι, ὡς πάντες ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν ἐπο-
2417χὴν ἐκείνην ἡ σταφὶς ἐπωλήθη πᾶσα εἰς τιμὰς ὑψηλάς. Ἀλλ’
2418ὅμως ἡ ἐξαγωγὴ τόσου ποσοῦ χρυσοῦ παρήγαγε κενὸν ἐν τῇ
2419ἐσωτερικῇ ἀγορᾷ, καὶ ὑπῆρξε, κατ’ ἐμέ, ἡ πρώτη αἰτία τῆς
2420νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία ἐπεδεινώθη, ὅτε βραδύ-
2421τερον εὑρέθημεν ἀπέναντι τῆς ἀζητησίας καὶ ὑποτιμήσεως
2422τῶν κυριωτέρων ἡμῶν προϊόντων. Προσετέθη δὲ εἰς τὰς οἰ-
2423κονομικὰς δυσχερείας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἡ ἀναφυεῖσα
2424δυσπιστία ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς πρὸς τὴν πίστιν τῶν
2425δευτερευόντων Κρατῶν. Ἀρχομένου τοῦ 1892, ἡ Κυβέρνησις
2426τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ᾐσθάνθη τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διέ-
2427τρεχε, καὶ προῆλθεν εἴς τινας φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις. Λίαν
2428βραδέως ἐσυλλογίσθη νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς
2429περιστάσεις τὰς δυσχερεῖς αἱ ὁποῖαι εἶχον τότε παρουσιασθῆ.
2430Ἀπέτυχε δὲ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν μέτρων, ἐξ ἀπρονοησίας δὲ
2431ὡδήγησε τὴν χώραν εἰς τὰς ἐπελθούσας κατόπιν περιπετείας.
2432Ὅστις καλῶς ἐνθυμηθῇ καὶ ἐκτιμήσῃ τὰ τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
2433νης, δὲν δύναται ἢ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις
2434ἐκείνη δὲν ἀπεχώρει ἢ δὲν ἀπεμακρύνετο ὁπωσδήποτε τῶν
2435κοινῶν κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1892, ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν
2436ἀναπόφευκτον ἀνάγκην νὰ κηρύξῃ τὴν πτώχευσιν, διότι, ὡς ἐκ
2437τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ἄνευ συνομολογήσεως δανείου ἢ ἄνευ
2438τινὸς ἄλλου οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπαρ-
2439κέσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν χρεωλύτρων τοῦ 1892. Κατ’
2440ἐμέ, δύναται νὰ ὑποληφθῇ ὡς ὑπηρεσία πολύτιμος, προσενε-
2441χθεῖσα ὑπὸ τοῦ Στέμματος εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ
2442Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ γεγονός, ὅτι τὴν ἀνάγκην τῆς
2443κηρύξεως τῆς χρεωκοπίας μετέθηκεν ἀπὸ τούτου εἰς τοὺς
2444διαδόχους του. Πᾶς, ὅστις παρηκολούθησεν ἐπισταμένως τὴν
2445τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, δὲν δύνα-
2446ται ἢ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὡς ἐκ τῆς δυσχερεστάτης οἰκονομι-
2447κῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησεν ἡ πρὸ τοῦ 1882
2448ἐποχή, ὡς ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε καταλίπει ἡ
2449χρονικὴ περίοδος τῶν ἐτῶν 1882–1884, ἰδίως δὲ ὡς ἐκ τῶν
2450μεγάλων ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον καταλίπει αἱ χρήσεις
2451τῶν ἐτῶν 1885–1886, καὶ τέλος ὡς ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων,
2452τὰ ὁποῖα κατέλιπον αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1890 καὶ 1891,
2453ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν μεγίστης ποσότητος χρυσοῦ
2454κατὰ τὸ 1891, ἥτις, γενομένη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκα-
2455στικῆς κυκλοφορίας, κατέστησε τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν
2456τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς δυσθεράπευτον, δὲν δύναται, λέγω, ἢ
2457νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1892
2458Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν καὶ νῦν Πρωθυπουργὸν ἔβαινε πλησίστιος
2459πρὸς τὴν πτώχευσιν, ἐσώθη ὅμως, ὡς ἐκ τῆς ἀποφάσεως, ἣν
2460ἔλαβε τὸ Στέμμα, λήγοντος τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, καὶ ἣν
2461πληρέστατα ἐδικαιολόγει ἡ ἐλπὶς τῆς ἀποφυγῆς τῆς πτω-
2462χεύσεως.
2463Ὁ κλῆρος τῆς κηρύξεως τῆς πτωχεύσεως ἔπεσε μοιραίως
2464ἐπὶ τοὺς διαδόχους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἵτινες προῆλθον
2465ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου 1892. Οὗτοι ὑπέλαβον, ὅτι
2466καὶ μετὰ τὴν ἐκ βάθρων κλονισθεῖσαν ὡς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς
2467πολιτικῆς τῶν προκατόχων των δημοσίαν πίστιν, ὤφειλον
2468νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὸ σύστημα, ὅπερ κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχον
2469ἐφαρμόσει, ὅπως ἀποφύγωσι τὴν πτώχευσιν· ὑπέλαβον, ὅτι
2470ἦτο εἰσέτι δυνατὸν δι’ αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν ἐπιβαρύν-
2471σεων νὰ ἐπιτύχωσι τὸ σταθερὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογι-
2472σμοῦ καὶ ν’ ἀνορθώσωσι τὴν πίστιν τοῦ Κράτους· ὑπέλαβον,
2473ὅτι ἠδύναντο, οὕτω διασκευάζοντες τὸν προϋπολογισμόν, νὰ
2474ἐπιτύχωσι τὴν συνδρομὴν τῶν κεφαλαίων, χρησιμοποιουμένης
2475τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Ὡς ἐκ τούτου, κατὰ τὸ 1892
2476ἐψηφίσθη ἡ ἐπιβολὴ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἡ αὔξησις τῶν
2477τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, ἡ συγχώνευσις τοῦ ταμείου τῆς ὁδο-
2478ποιΐας κλπ. Πάντων τούτων τῶν μέτρων εἷς καὶ μόνος ἦτο ὁ
2479σκοπός, νὰ αὐξήσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους,
2480ὥστε νὰ ἐμπνευσθῇ ἡ προσήκουσα ἐμπιστοσύνη εἰς τὰ κεφά-
2481λαια καὶ διὰ τῆς συνομολογήσεως ἑνὸς ἐξωτερικοῦ δανείου νὰ
2482εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀνορθώσεως.
2483Ἀλλὰ, καὶ μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς θυσίας, ἀπέβη ἀδύνατος
2484ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου, ἕνεκα λόγων καὶ ἀντιδράσεων
2485γνωστῶν, ἡ Κυβέρνησις δ’ ἐκείνη ἀπεχώρησε τῆς ἀρχῆς· ἡ
2486πτώχευσις εἶχε καταστῆ ἤδη ἀναπόφευκτος. Τὸ μέτρον, εἰς
2487ὃ κατέφυγεν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ἤτοι τὸ δάνειον τῆς κε-
2488φαλαιώσεως, σκοπὸν μόνον εἶχε τὴν προσωρινὴν ἀναβολήν.
2489Οὕτω κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1893 ἡ πτώχευσις ἔλαβεν ἐπί-
2490σημον χαρακτῆρα.
2491Ὑπῆρξαν πολλοὶ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οἱ κατακρί-
2492ναντες τὸν τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτήν, ὅτι δὲν ἦτο εἰς
2493αὐτὸν ἐπιτετραμμένον νὰ κηρύξῃ τὴν πτώχευσιν καὶ νὰ δια-
2494πραγματευθῇ τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ πο-
2495λιτικοὶ ἄνδρες δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἑαυτοὺς, καὶ ὅτι, εὐθὺς ὡς ἡ
2496πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου καλέσῃ αὐτοὺς ἐπὶ τὴν ἀρ-
2497χὴν, δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσιν. Ὅτε ἀνέλαβεν ἐκ νέου τὴν
2498ἀρχὴν, ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς ἐπαρκείας δὲν εἶχε πλέον
2499λόγον ὑπάρξεως· ἠναγκάσθη νὰ πολιτευθῇ ὡς αἱ νέαι οἰκο-
2500νομικαὶ περιστάσεις καὶ συνθῆκαι ἐπέβαλλον. Ἐν τῇ ἐποχῇ δὲ
2501ταύτῃ νέα περιπέτεια ἐθνικὴ ἐπῆλθεν, ἡ ἀζητησία καὶ ὑπο-
2502τίμησις τῶν κυριωτέρων προϊόντων μας, τῆς σταφίδος καὶ τῶν
2503οἴνων, διότι ἐκλείσθη πρὸς ἀμφότερα ἡ σπουδαιοτέρα ἀγορὰ
2504καταναλώσεως, ἡ τῆς Γαλλίας. Ἐντεῦθεν δ’ ἐπεδεινώθη ἡ
2505νομισματικὴ ἀνωμαλία τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν.
2506Ὁπωσδήποτε τὸ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην πολιτικὸν κόμμα
2507διετήρησε μὲν τὴν ἀρχὴν ἐπὶ 14 μῆνας περίπου ἐκ καθήκον-
2508τος ἐπιβαλλομένου, ἀλλὰ κατέστη ἀντιδημοτικὸν οὐ μόνον
2509ὡς ἐκ τῶν μεγάλων φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων, εἰς τὴν ἐπι-
2510ψήφισιν τῶν ὁποίων εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν καθ’ ὅλην τὴν
2511παρελθοῦσαν δωδεκαετίαν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τοῦ γεγονότος,
2512ὅτι, κρατοῦντος τούτου τὴν ἀρχὴν, ἐκηρύχθη εἰς πτώχευσιν
2513τὸ Κράτος, καὶ ἀτομικὰ συμφέροντα πολλῶν Ἑλλήνων ὑπέ-
2514στησαν βλάβην, καὶ ἡ πίστις τῶν ἐμπορευομένων καὶ ὁπωσ-
2515δήποτε μετὰ τῆς ἀλλοδαπῆς συναλλασσομένων συμπολιτῶν
2516μας ἐκλονίσθη. Ἐνθυμεῖσθε εἰς μίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς
2517παρούσης συνόδου, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος,
2518ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὑπεστήριζε τὴν ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς
2519τοῦ συναδέλφου του κ. Ῥωμάνου, τί ἐντεῦθεν ἔλεγε; Κατ’
2520αὐτὸν, τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ διατελοῦν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν
2521τοῦ τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, εἶχε καταστῆ ἐν Κε-
2522φαλληνίᾳ ἀντιδημοτικὸν, ἰδίως διότι πλεῖστοι ἐκ τῶν συμπο-
2523λιτῶν του εἶχον ζημιωθῆ ἐκ τῆς πτωχεύσεως.
2524Προσέθηκε λοιπὸν εἰς τὸ κόμμα τοῦτο ὁ νόμος τῆς 10 Δε-
2525κεμβρίου 1893 καὶ ἕτερον λόγον ἀντιδημοτικότητος· ἡ κατ’
2526αὐτοῦ ἀντίδρασις, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς ἐκ τῆς ἀζητησίας
2527τῆς σταφίδος προκυψάσας ἀπαιτήσεις τῶν σταφιδοκτημόνων
2528καὶ πρὸς τὸν ἐγερθέντα ἀτόπως θόρυβον κατὰ τοῦ νομοσχε-
2529δίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων, προὐκάλεσε τὴν πα-
2530ραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνετέλεσεν εἰς τὴν ἧτταν τοῦ
2531κόμματος τούτου ἐν ταῖς ἐκλογαῖς τῆς 16 Ἀπριλίου. Εἰς
2532τὴν ἧτταν τῆς 16 Ἀπριλίου συνετέλεσαν καὶ αἱ ἐπαγγελίαι
2533τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον νῦν ἐπικρατεῖ. Βεβαίως ἡ ἐπαγγε-
2534λία ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
2535νομίας καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ ἡ σιωπηρὰ ἐπαγγε-
2536λία περὶ καταργήσεως τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, πάν-
2537τα ταῦτα, καὶ ἰδίως αἱ ἐκλογικαὶ περιοδεῖαι τοῦ μέλλοντος
2538Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως ἔσχον τὸ ἀποτέλεσμα,
2539νὰ καταστήσωσι τὸ κόμμα, τὸ ἡττηθὲν κατὰ τὰς ἐκλογὰς
2540τῆς 16 Ἀπριλίου, λίαν ἀντιδημοτικὸν, ταῦτα δὲ καὶ οὐχὶ ἡ
2541ἐμβριθὴς καὶ λελογισμένη τῶν πραγμάτων ἐκτίμησις ἐδημι-
2542ούργησαν τὴν ἐκλογικὴν ἐτυμηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφεί-
2543λεται ἡ ἐπικράτησις τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι
2544ἐν τῇ ἐξουσίᾳ.
2545Ἔλεγον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ἡ μικρὰ αὕτη ἐπὶ τὸ
2546παρελθὸν ἀναδρομὴ εἶχεν ὡς σκοπὸν νὰ μὲ πείσῃ, ἐὰν ὄντως
2547ὤφειλον, ἀποχωρῶν τοῦ πολιτικοῦ βίου, νὰ λάβω τὴν εἴς τινα
2548Μονὴν ἄγουσαν. Ἐπείσθην ὅμως, ὅτι εἰς ἄλλον εἶναι ἐνδεδειγ-
2549μένη ἡ ὁδὸς αὕτη· διότι λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τοὺς ἀπολο-
2550γισμοὺς πάντων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καὶ εἰς τοὺς ἀπολο-
2551γισμοὺς τούτους ἀναγινώσκω τοὺς ἑπομένους ἀριθμούς. Εἰς
2552τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1882–1884, 1887–1889 καὶ 1892
2553ἅπαντα τὰ ἐλλείμματα, τακτικὰ καὶ ἔκτακτα, ἀνῆλθον εἰς
255497,058,343. Εἰς τὰς χρήσεις δὲ τῶν ἐτῶν 1885, 1886,
25551890 καὶ 1891 τὰ τακτικά τε καὶ ἔκτακτα ἐλλείμματα
2556ἀνῆλθον εἰς 206,625,268. Ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων, ἅτινα κα-
2557τέλιπον αἱ 7 χρήσεις, ἤθελε προκύψει βάρος εἰς τὴν ἐνιαυσίαν
2558ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 7 ἑκατομμυρίων, λογιζομένου
2559τοῦ τόκου πρὸς 6% καὶ τοῦ χρεωλύτρου πρὸς 1%. Τὰ
2560ἐλλείμματα ὅμως τῶν 4 χρήσεων, ἃς διεχειρίσθη ὁ νῦν κ.
2561Πρωθυπουργός, ἐπήγαγον βάρος εἰς τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν
2562τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ 15,000,000. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰ
256315,000,000 ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν διαχείρι-
2564σιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
2565νομίζετε, ὅτι ἦτο τότε ἀναπόφευκτος ἡ πτώχευσις; Ἄνευ
2566τῶν ἐλλειμμάτων τούτων, τὰ ὁποῖα ἀνῆλθον εἰς 207,000,000,
2567ἦτο δυνατὸν ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπαρκείας νὰ εὐδοκιμήσῃ, καὶ
2568νὰ μὴ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἡμῶν νὰ κηρύξῃ
2569τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους.
2570Ἐκ τῆς βραχείας ἄρα ταύτης μελέτης συνήγαγον τὸ συμ-
2571πέρασμα, ὅτι οὐδὲν δικαιοῦμαι νὰ αἰσθάνωμαι βάρος ἐν τῇ
2572συνειδήσει μου ἐπὶ τῇ κατὰ τὸ παρελθὸν πολιτικῇ μου πο-
2573ρείᾳ· διότι τὸ σύστημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγόρουν, ἦτο
2574σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα
2575τῆς χώρας καὶ νὰ ἀποσοβήσῃ τὴν πτώχευσιν· ἦτο ὅμως σύ-
2576στημα, εἰς οὗτινος τὴν ἐφαρμογὴν δὲν ἔπρεπε νὰ παρεμβληθῶ-
2577σιν ἐμπόδια, καὶ ὅπερ ἔδει νὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως ἐπὶ
2578μακρὸν χρόνον, μέχρις οὗ ἑδραιωθῇ ἀσφαλῶς ἡ δημοσία ἡμῶν
2579πίστις καὶ ἀνορθωθῇ ἡ οἰκονομία ἐν γένει τῆς χώρας.
2580Ἐὰν ὅμως τὸ σύστημα τοῦτο ἀπέτυχεν ἕνεκα παρεμπε-
2581σασῶν ἀνακοπῶν καὶ διαχειρίσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ὀφείλονται
2582εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἀνῆκον, ἐν
2583τοιαύτῃ περιπτώσει προβάλλεται τὸ ἐρώτημα, τίς ὑποχρεοῦ-
2584ται νὰ λάβῃ τὴν εἰς τινα Μονὴν ἄγουσαν, ὅπως συντάξῃ τὸ
2585τροπάριον, ὅπερ ἡ Κασσιανὴ συνέταξε διὰ τὴν ἐν πολλαῖς
2586ἁμαρτίαις περιπεσοῦσαν;
2587Ὅτε ὁ τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἰσήγαγεν εἰς τὴν
2588Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ἢ μᾶλλον καὶ πρὸ
2589τούτου, ὅτε συνεζήτει πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολο-
2590γιούχων τὰ πρὸς συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ἰσχυρίσθη,
2591ὅτι ἡ πτώχευσις ἐπεβλήθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν
2592ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἤτοι ἕνεκα
2593τῆς μεγίστης ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἤτοι τῆς μεγίστης
2594ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότι-
2595μος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁμιλῶν ἐν τῇ συ-
2596ζητήσει περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ
2597συμβιβασμοῦ, ἰσχυρίσθη ὅτι, καὶ ἄνευ τῶν γενομένων πλη-
2598ρωμῶν λόγῳ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἡ πτώχευσις ἦτο
2599ἀναπόφευκτος.
2600Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν
2601Βουλὴν μελέτην, ἐπὶ ἀριθμῶν δῆθεν στηριζομένην, καὶ προσε-
2602πάθησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἄνευ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τὰ
2603ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν ἐκείνων ἦσαν τοσαῦτα, ὥστε ἐπεβάλ-
2604λετο ἡ πτώχευσις. Ἐγὼ ὅμως, ἀγορεύσας κατόπιν τοῦ ἀξιο-
2605τίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπέδειξα, ὅτι
2606διετέλει ἐν πλάνῃ, προβάλλων τοιοῦτον ἰσχυρισμόν· διότι,
2607ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰς διαχειρίσεις τῆς χρονικῆς περιόδου
2608τῶν ἐτῶν 1887–1889 καὶ τῶν τελευταίων ἀκόμη ἐτῶν
2609τὰς γενομένας πληρωμὰς λόγῳ νομισματικῆς διαφορᾶς ἢ
2610ἐπισυναλλαγῆς, θέλετε καταλήξει ἀλανθάστως εἰς τὸ συμ-
2611πέρασμα, ὅτι ἐν τῷ κυκλοφοροῦντι νομίμως πιστωτικῷ νομί-
2612σματι, ἤτοι ἐν τραπεζικοῖς γραμματίοις, ὑπάρχει πλῆρες
2613καὶ ἄρτιον τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν.
2614Τοῦτο ἀπεδείχθη βραδύτερον ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν
2615χρήσεων 1893 καὶ 1894, πρὸ πάντων δὲ καὶ ἐκ τῶν ἀπο-
2616τελεσμάτων τῆς χρήσεως 1894· διότι οἱ ψηφισθέντες κατὰ
2617τὸ 1892 φόροι ἐλειτούργησαν μὲν κατὰ τὸ 1893 καὶ
2618ἀπήνεγκον τὰ ὑπολογισθέντα ταμιακὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ
2619ταῦτα δὲν ἐνδεικνύονται ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ἀποτελεσμά-
2620των τῆς χρήσεως 1893, καθόσον αἱ εἰσπράξεις τῆς χρή-
2621σεως ταύτης ὑπέστησαν ἐπαισθητὴν μείωσιν, ἰδίᾳ κατὰ τὸ
2622δεύτερον ἑξάμηνον, ὡς ἐκ τῆς ἐπισημοποιηθείσης ἀνεπαρκείας
2623τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἐπελθούσης ὑποτιμήσεως καὶ ἀζητησίας
2624εἰς τὴν σταφίδα καὶ εἰς τοὺς οἴνους. Ἡ σπουδαία τῶν εἰσ-
2625πράξεων τῆς χρήσεως 1893 μείωσις ἐπῆλθεν εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ
2626τέλη καὶ εἰς τοὺς φόρους τῶν ἐξαγομένων προϊόντων τῆς Ἑπτα-
2627νήσου. Ἡ χρῆσις τοῦ 1893 παρουσιάζει περίσσευμα ἐκ δραχ.
26284,906,813. Ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ
2629νομισματοποιΐας καὶ ἐκ τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως τοῦ ἐγγείου
2630φόρου τῆς σταφίδος, ἀπομένει πάντοτε καθαρὸν περίσσευμα
2631περὶ τὰ 2,000,000.
2632Αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς διετέλεσαν τό τε Κράτος
2633καὶ ἡ χώρα ἡμῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως τοῦ 1891,
2634δὲν ἐβελτιώθησαν βεβαίως ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δύναταί τις
2635νὰ ἔχῃ ὡς ὑπογραμμὸν τοῦ μέλλοντος τὰς δημοσίας εἰσπρά-
2636ξεις τῆς χρήσεως ταύτης. Ἐὰν αἱ περιστάσεις ἦσαν μᾶλλον
2637εὐνοϊκαί, ἤτοι ἐὰν συνετελεῖτο ὁ συμβιβασμὸς καὶ ἠνορθοῦτο
2638ἡ πίστις τοῦ τε Κράτους καὶ τῶν ἰδιωτῶν, καὶ ἐὰν τὰ προϊ-
2639όντα, δι’ ὧν εἰσάγεται μεταλλικὸν εἰς τὴν χώραν, ἦσαν μᾶλ-
2640λον τετιμημένα καὶ ἐζητημένα, βεβαίως τ’ ἀποτελέσματα τῆς
2641χρήσεως τοῦ 1894 ἤθελον εἶσθαι ἀσυγκρίτως κρείσσονα. Οὐχ
2642ἧττον ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑφεστώς.
2643Ἡ χρῆσις τοῦ 1894 μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1895 πα-
2644ρουσιάζει τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἔχομεν εἰσπεπραγμένα
2645ἔσοδα 96,650,413. Ἄν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν 4,182,476,
2646ἤτοι τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς δημευθείσης ἐγγυήσεως τῆς
2647Ἀγγλικῆς ἑταιρίας, τῆς ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν τοῦ
2648σιδηροδρόμου Λαρίσης, καὶ ἐκ τῆς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐκ-
2649πτώσεως τῶν ἐκ 10% κρατήσεων, ἀπομένουσιν εἰσπράξεις
265092,467,937. Ἄν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ εἰσπραχθέντα
2651ἐκ τῆς νομισματοποιΐας, ἤτοι ἐκ τῶν νικελίων, 406,000—
2652διότι δὲν εἶναι σταθερὸν ἔσοδον — ἔχομεν εἰσπράξεις 92,061.937.
2653Εἰς τὰς εἰσπράξεις ταύτας ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν καὶ τὰ
2654εἰσπραχθησόμενα μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως. Ταῦτα δὲ
2655δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν, ἐξετάζοντες ἢ ἀνατρέχοντες εἰς τὰς
2656καταστάσεις τῶν εἰσπράξεων κατὰ τοὺς μῆνας Μάϊον μέχρις
2657Ὀκτωβρίου 1894, ἀπὸ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1893. Κατὰ
2658τὰς καταστάσεις ταύτας, θέλομεν προσθέσει ἔσοδα 5,841,848,
2659ἤτοι τὸ ὅλον τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1891 θέλει
2660ἀνέλθει εἰς 97,903,785. Κατὰ τὰς αὐτὰς ἐπισήμους κατα-
2661στάσεις, ἔχομεν πληρωμὰς ἢ πληρωθέντα ἔξοδα μέχρι τέλους
2662Ἀπριλίου 78,935.580. Εἰς ταύτας πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ
2663τὰς γενομένας πληρωμὰς κατὰ τοὺς αὐτοὺς μέχρι τῆς κλεί-
2664σεως τῆς χρήσεως μῆνας, ἤτοι Μάϊον μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου.
2665Πρὸς ὑπολογισμὸν τούτων ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν
2666τὰς γενομένας κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1894 πλη-
2667ρωμὰς τῆς χρήσεως τοῦ 1893. Ἔχομεν λοιπὸν κατὰ τὸ χρο-
2668νικὸν αὐτὸ διάστημα πληρωμὰς 16,303,582· ἐκ τούτων δέον
2669ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ πληρωθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημο-
2670σίου χρέους, διότι, ὡς γνωστόν, ὅ,τι ὠφείλετο διὰ τὴν ὑπηρε-
2671σίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1894 ἐπλη-
2672ρώθη ἤδη. Ἀφαιρουμένου λοιπὸν τοῦ διὰ τόκους τοῦ 1893
2673πληρωθέντος ποσοῦ ἐξ 8,137,724, ἀπομένουσι πληρωμαὶ δι’
2674ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1894 δρ. 87,101,438. Ἵνα ὅμως
2675διατελῶ ἐν πληρεστάτῃ ἀκριβείᾳ, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσ-
2676θέσω ἀκόμη καὶ ποσὸν ἐξ 1,039,887, τὸ ὁποῖον ἀπομένει
2677ἀδιάθετος πίστωσις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ
26781894, καὶ τοῦτο ὡς ἐκ περισσοῦ, ἵνα μὴ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι
2679εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἀκόμη ἐκκρεμεῖς τινες πληρωμαί.
2680Οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ 1894 θέλουσιν ἀναβιβασθῆ εἰς δραχ.
268188,141,325 ἔχομεν ἑπομένως περίσσευμα 9,762,460. Ἐὰν τὸ
2682περίσσευμα τοῦτο προσθέσητε εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πληρόνο-
2683μεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἤτοι 22 ἑκατομ-
2684μύρια καί τι πλέον, βεβαίως ἐν τραπεζογραμματίοις, δύνα-
2685σθε νὰ ἔχητε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν
2686εἰς ἀκέραιον πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων. Ἄρα ἡ ἀνεπάρ-
2687κεια καὶ ἡ ἐπακολουθήσασα αὐτὴν πτώχευσις κυρίως ὀφείλεται
2688εἰς τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, κυρίως ὀφείλεται εἰς τὴν
2689ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, εἴτε, ὅπερ τὸ αὐτὸ, εἰς τὴν ὑποτί-
2690μησιν τοῦ τραπεζογραμματίου.
2691Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἀφορῶσιν εἰς τὸ παρελθόν. Νῦν ὀφεί-
2692λομεν ὄντως ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰ τοῦ παρόντος, καὶ τὴν
2693λεπτομερεστέραν ἔρευναν καὶ ἐξέτασιν τοῦ παρελθόντος ν’ ἀφή-
2694σωμεν ἐν προσεχεῖ τινι εὐθέτῳ χρόνῳ. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολο-
2695γήσω, ὅτι ἡ βραχεῖα καὶ ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς μελέτη,
2696ἣν μετέδωκα ὑμῖν, δὲν εἶναι βεβαίως ἐπαρκὴς πρὸς πλήρη δια-
2697φώτισιν τῶν ἐπιθυμούντων νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ παρελθόντος,
2698εἶναι ὅμως ἐπαρκὴς πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἀναμφισβητήτου γε-
2699γονότος, ὅτι, ἄν τις ὑπέχῃ εὐθύνην ἐπὶ τῇ σημερινῇ κατα-
2700στάσει τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, οὗτος βεβαίως εἶναι ὁ νῦν κ.
2701Πρωθυπουργός, ὅστις δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπιῤῥίπτῃ τὴν περὶ τῶν
2702ὅλων εὐθύνην εἰς τὸν τέως Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου καὶ τοὺς
2703πολιτικοὺς αὐτοῦ φίλους.
2704Ὡς γινώσκετε, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ὑφίσταται νῦν
2705τὴν δευτέραν κοινοβουλευτικὴν βάσανον. Τὴν πρώτην ὑπέστη
2706κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, πρω-
2707θυπουργοῦντος τοῦ κυρίου Χ. Τρικούπη. Ἐπιβάλλεται δὲ ἡμῖν
2708νὰ ἐξετάσωμεν, τίνας ἐν τῇ προηγουμένῃ βουλευτικῇ συνόδῳ
2709εἶχε γνώμας καὶ ἰδέας τὸ τότε μὲν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, νῦν
2710δὲ ἐν τῇ Ἀρχῇ πολιτικὸν κόμμα.
2711Πρῶτον ἔχομεν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν
2712Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
27131895. Ἂς μὴ ἀνησυχῇ, διότι δὲν ἐπιμένω νὰ προκαλέσω παρ’
2714αὐτοῦ ἀπάντησιν. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ
2715φίλος μου κ. Σκουζὲς, κατακρίνων τὸν προϋπολογισμὸν τὸν
2716εἰσαχθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, ἔλεγεν, ὅτι
2717εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἀνεπαρκὴς, ὅτι δὲν ἐγένοντο
2718αἱ προσήκουσαι οἰκονομίαι ἐν εὐρυτάτῳ ὁρίῳ, καὶ ὅτι πᾶσα
2719αὐτὴ ἡ κατάστασις ὀφείλεται ποῦ; εἰς τὴν παντοδυναμίαν
2720τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Μετέβαλεν ἔκτοτε πεποιθήσεις ὡς πρὸς
2721τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἀφοῦ οὗτος
2722οὐδεμίαν ἔχει διαφορὰν πρὸς τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Τρι-
2723κούπη; Δὲν ὑφίσταται νῦν ἐν ἀσυγκρίτως μείζοσι διαστάσεσιν
2724ἡ παντοδυναμία ἡ πρωθυπουργική;
2725Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἔχομεν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπι-
2726τροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἐξεπροσώπει τὰ φρονήματα
2727τοῦ ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ τμήματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
2728οὗτινος ἡγεῖτο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
2729λίου. Ὡς γνωστὸν, τὴν μειοψηφίαν ἐκείνην ἀπετέλουν δύο ἐκ
2730τῶν φίλων του, καὶ τότε καὶ νῦν Βουλευταὶ, οἱ κ. κ. Δάλ-
2731λας καὶ Ι. Ἀντωνόπουλος...
2732§132ΜΑΛΕΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω πρέπον νὰ γείνῃ διακοπὴ
2733μιᾶς ὥρας, ὅπως γευθῶμεν.
2734§133ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ γένωμαι ἐγὼ παραίτιος
2735ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν κανονίζοντα τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
2736§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δέχεται καὶ ὁ ἀγορεύων, διακόπτεται
2737ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
2738(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμ-
2739βάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μετὰ με-
2740σημβρίαν, προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Καλ-
2741λιφρονᾶ).
2742§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Σι-
2743μόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2744§136ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἑλλη-
2745νικὸν κοινὸν περὶ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ πεποιθήσεων, τὰς
2746ὁποίας εἶχε τὸ διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου ἐπικρατῆ-
2747σαν πολιτικὸν κόμμα, εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκῃ, ὁποίας γνώ-
2748μας μετέδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τμῆμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
2749οὗτινος ἡγεῖτο ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
2750ἐπὶ τοῦ διὰ τὸ 1895 προϋπολογισμοῦ, ὅταν οὗτος ὑπεβλήθη
2751ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ
2752τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου τοῦ 1894. Γινώσκετε δὲ πάντες, ὅτι ὁ
2753προϋπολογισμὸς ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα εἶναι πιστοτάτη ἀντι-
2754γραφή, ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα ἐπουσιώδεις παρουσιάζει μεταβο-
2755λὰς, καθόσον αἱ διατυμπανισθεῖσαι κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὑ-
2756τοῦ οἰκονομίαι εἰσὶν εἰκονικαὶ, ἐνῷ τοὐναντίον αἱ γενόμεναι
2757προσθῆκαι, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν, εἰσὶ πραγματικαί,
2758ὡς θέλω ἀποδείξει, ὅταν ἐξετάσω τὸν προϋπολογισμὸν τῶν
2759ἐξόδων. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἡ μὲν προκάτοχος Κυβέρνησις συνέ-
2760ταξε τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1894,
2761ὅτε οὐδὲ πλήρη τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1893 ἐγί-
2762νωσκε, περὶ δὲ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1894,
2763εὑρισκομένης εἰς τὸν δέκατον μῆνα, οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ
2764ἀσφαλῆ γνώμην. Τοὐναντίον δὲ, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εὑρί-
2765σκετο κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν μεγάλῳ
2766πλεονεκτήματι, ὡς γινώσκουσα πλήρη μὲν τ’ ἀποτελέσματα
2767τῆς χρήσεως τοῦ 1893, σχεδὸν δὲ πλήρη τ’ ἀποτελέσματα
2768τῆς χρήσεως τοῦ 1894, ὡς εὑρισκομένης εἰς τὸν 17ον μῆνα. Τὸ
2769σπουδαιότερον δὲ πλεονέκτημα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἶ-
2770ναι, ὅτι ἐγίνωσκεν ἤδη τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
2771προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 κατὰ τοὺς πρώτους 5 μῆνας τῆς
2772χρήσεως ταύτης. Δὲν πιστεύω, ὅτι προεβλήθη σοβαρῶς τὸ
2773ἐπιχείρημα, ὅτι, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος παρουσιάζῃ ἀτε-
2774λείας, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν ὀλίγιστον χρόνον, τὸν ὁποῖον
2775εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν της ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς εἰς
2776τὴν ἀρχὴν ἀναῤῥήσεώς της μέχρι τῆς εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβο-
2777λῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον ὁ προϊστάμενος τῆς Κυ-
2778βερνήσεως, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, οὐ μόνον εἶχε προεξετάσει καὶ
2779συζητήσει τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθέντα προϋπολο-
2780γισμὸν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἐλλείψεων αὐτοῦ ἠγόρευσε καὶ πρὸς
2781τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ καταρ-
2782γήσεως τῶν διαπυλίων νομοσχεδίου καὶ πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς
2783συλλόγους πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου, ἐπαγγελλόμε-
2784νος τὴν διόρθωσιν τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ.
2785Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας, ἥτις διηρ-
2786μήνευε τὸ φρόνημα τοῦ κατέχοντος νῦν τὴν ἐξουσίαν πο-
2787λιτικοῦ κόμματος.
2788Ἰδοὺ ἐπὶ λέξεσι ποίαν εἶχε γνώμην τὸ πολιτικὸν τοῦτο
2789κόμμα περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895.
2790«Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου δὲν εἶναι ἄρτιος, καὶ
2791»δὲν δύναται, ὡς διεσκευάσθη, νὰ ἐπαρκέσῃ οὐ μόνον εἰς τὰς
2792»ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχει ἀναλάβει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’
2793»οὔτε καὶ εἰς τὰς ἀπαραιτήτους ἔτι δαπάνας τοῦ Κράτους.»
2794Ἡ γνώμη αὐτῆς ὡς πρὸς τὰ ἀναγραφόμενα ἔσοδα ἦτο ἡ
2795ἑπομένη:
2796«Ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων καταδεικνύει τὴν καταπόνησιν
2797»τῆς παραγωγῆς.
2798»Μὲ τοιαύτην κατάστασιν ἐν τοῖς ἐσόδοις δυνάμεθα νὰ προσ-
2799»δοκῶμεν, ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα θέλουσιν ἐπαρκέσει, ἔστω καὶ
2800»εἰς τὰς ἀπαραιτήτους καὶ ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους;»
2801Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἡ
2802μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐξήνεγκε τὴν ἑπομένην γνώμην:
2803«Ἵνα μὴ παρουσιάσῃ ὑπέρβασιν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα, δὲν
2804»ἀνέγραψεν ἐπαρκεῖς πιστώσεις διὰ τὰς ἀνάγκας ἐκείνας, διὰ
2805»τὰς ὁποίας, κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐξόδων, δύνανται νὰ χορη-
2806»γηθῶσιν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις διὰ Β. Διαταγμάτων.
2807»Οὕτω δὲ θέλουσι δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1895 πάντως μὲν
2808»τὰ ἀναγραφέντα ποσὰ τῶν ἐξόδων, προσέτι δὲ καὶ τὰ προσ-
2809»τεθησόμενα δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων. Ἐπειδὴ τ’ ἀνα-
2810»γραφέντα ποσὰ τῶν ἐσόδων δὲν θέλουσιν εἰσπραχθῆ πάντα,
2811»ὡς καθιστᾷ πιθανὸν ὁ προϊὼν κάματος τῆς παραγωγῆς καὶ
2812»καταναλώσεως, κατὰ τὰ ἐν ἀρχῇ τῆς παρούσης ἐκτεθέντα,
2813»ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 θέλει καταλήξει βεβαίως εἰς ἔλ-
2814»λειμμα. Τὰ ἐλλείμματα κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἀνεπληροῦ-
2815»μεν διὰ δανείων καὶ δι’ αὐξήσεως φόρων· ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος
2816»1895 οὐδὲν δάνειον δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν
2817»εὑρεῖ, ἵνα συνομολογήσωμεν, οὔτε αὔξησιν φόρων δυνάμεθα νὰ
2818»ἀναλογισθῶμεν.
2819»βʹ Δὲν λαμβάνεται ἡ ἐλαχίστη πρόνοια, οὔτε ἀνεγρά-
2820»φη δαπάνη τις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περὶ τῆς νομισματι-
2821»κῆς διαφορᾶς, τῆς καταμαστιζούσης τὸ ἐμπόριον, τὴν βιο-
2822»μηχανίαν καὶ ἐν γένει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἀλλὰ καὶ ἡ
2823»πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἀναγραφεῖσα δαπάνη δὲν ἐπαρ-
2824»κεῖ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ τοσοῦτον ὑπε-
2825»ρετιμήθη τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα, οὐδὲ δύναται νὰ κα-
2826»θησυχάσῃ ἡμᾶς ἡ παρηγορία περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ
2827»συναλλάγματος, ἕνεκα ἐνδεχομένης αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν
2828»προϊόντων ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἕνεκα τῆς ἐλπιζομέ-
2829»νης πραγματοποιήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ. Καὶ περὶ τούτου
2830»μὲν ἐν σχέσει πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος ἐπέχομεν,
2831»διότι οὐδεμία ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ ἐπίσημος ἀνακοίνωσις
2832»περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐκ δὲ τῆς
2833»αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν προϊόντων ἡμῶν καὶ μόνον δὲν
2834»φρονοῦμεν, ὅτι θεραπεύεται τὸ κακόν.
2835»Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, οὐδεμίαν δαπάνην ἀναγράφει ὁ προϋ-
2836»πολογισμὸς διὰ τὴν περαίωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–
2837»Καλαμῶν, οὔτε διὰ τὴν μείωσιν τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ
2838»τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ,
2839»οὔτε καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς ἡμᾶς βαθμιαίαν
2840»ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–
2841»Λαρίσης, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία ἄλλη πρόνοια θέλει εἶ-
2842»σθαι δυνατὴ ἄνευ μεγάλης ζημίας τοῦ Δημοσίου.»
2843Αὗται ἦσαν αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ ὑπὸ τὸν νῦν
2844κ. Πρωθυπουργὸν τμῆμα τῆς ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ Ἀντι-
2845πολιτεύσεως.
2846Ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἐκ-
2847θέσει ταύτῃ τῆς μειοψηφίας, ἔλαβον τὴν τιμὴν ἐν τῇ γενικῇ
2848συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 νὰ μεταδώσω εἰς τὴν
2849διαλυθεῖσαν Βουλὴν τὰς προσηκούσας πληροφορίας, ἐκ τῶν
2850ὁποίων ἀπεδείχθη, ὅτι πάντες οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνέ-
2851γραψεν ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει της, ἦσαν
2852ἐσφαλμένοι. Ὅ,τι ἐδικαιολόγει τὴν μειοψηφίαν, ἦτο, ὅτι
2853δὲν εἶχε τὴν προσήκουσαν πεῖραν περὶ τὴν χρῆσιν τῶν ἀριθ-
2854μῶν, ὡς ἐκ τούτου δὲ περιέπεσεν εἰς σφάλματα.
2855Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ μεταδώσω καὶ ὑμῖν τὰς ἐπα-
2856νορθώσεις τῶν σφαλμάτων, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν
2857διαλυθεῖσαν Βουλὴν, ἵνα μὴ κουράσω ὑμᾶς· παρέλαβον μό-
2858νον ἐκ τῆς ἐκθέσεως τὰς σκέψεις τὰς θεμελιώδεις, ὑφ’ ὧν ἐνε-
2859φορεῖτο τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
2860Ἀλλ’ ὅπως ἔχωμεν πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ
2861κόμματος, τὸ ὁποῖον διατελεῖ νῦν ἐν τῇ κατοχῇ τῆς ἀρχῆς,
2862εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γινώσκωμεν, ὁποῖαι ἦσαν αἱ ἐπαγγελίαι
2863τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους. Πρὸ
2864τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου ἀγορεύων πρὸς τὸν ἐκλογικὸν
2865σύλλογον Βόλου, ἔλεγε τὰ ἑπόμενα.
2866»Τὰ ἔξοδα δέον νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον τῆς
2867»ἀνάγκης. Βεβαίως ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις πρέπει ἀνενδό-
2868»τως ν’ ἀσχοληθῇ νὰ ἐλαττώσῃ ταῦτα τοσοῦτον, ὥστε νὰ
2869»δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς αὐτὰ δι’ 65 ἢ δι’ 66 ἑκατομμυρίων,
2870»ἀντὶ τῶν 69 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει εἰς
2871»τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 ὁ παραιτηθεὶς Πρωθυπουργός.
2872»Ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ καὶ διὰ τῶν κατὰ τὴν διάθεσιν
2873»αὐτοῦ οἰκονομιῶν πρέπει νὰ ἀποπερατώσῃ τὸ μήπω κατα-
2874»σκευασθὲν τμῆμα τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Κα-
2875»λαμῶν. Πρὸς τοῦτο δέον νὰ συμπληρωθῇ τὸ σωζόμενον πο-
2876»σόν, καὶ νὰ διατεθῶσιν 1½ ἢ 2 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ ποσοῦ
2877»τῶν ἐσόδων τῶν 65 ἢ 66 ἑκατομμυρίων.
2878»Ἀλλ’ ἐκ τοῦ εἰρημένου ποσοῦ τῶν 65 ἢ 66 ἑκατομμυ-
2879»ρίων πρέπει προσέτι νὰ οἰκονομηθῇ καὶ τὸ ἀναγκαῖον ποσόν,
2880»ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πει-
2881ραιῶς–Λαρίσσης.»
2882Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ συμπληρώσω τὴν εἰκόνα πασῶν τῶν
2883ἐπαγγελιῶν τοῦ Ἡγέτου τῆς σημερινῆς κοινοβουλευτικῆς
2884πλειονοψηφίας, ἵνα κατόπιν ἐξετάσωμεν, ἐὰν πᾶσαι αἱ ἐπαγ-
2885γελίαι ἐπραγματοποιήθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν
2886ὁποῖον συζητοῦμεν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
2887Συμβουλίου, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895,
2888ἔλεγεν, ὅτι πρέπει πρὸ πάντων νὰ διαγράψωμεν ἐκ τῆς ἡμε-
2889ρησίας διατάξεως τὴν δανειστικὴν πολιτικήν, ὡς ἐὰν ὑπῆρ-
2890χέ τις ὁ ἀντιλέγων, ὡς ἐὰν καὶ ὁ ὑπολαμβανόμενος ὡς ἀντί-
2891παλος αὐτοῦ δὲν εἶχε πράξει τοῦτο πρὸ αὐτοῦ, ἀφοῦ τοῖς
2892πᾶσι γνωστὸν εἶναι, ὅτι, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ
2893τοῦ 1895, ὁ τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι «εἰς
2894»ἣν περιῆλθον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατάστασιν, δὲν
2895»εἶναι συμφέρον οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν
2896»δανειστικὴν πολιτικήν. Πρέπει ἐκ τῶν μέσων ἡμῶν, καὶ μό-
2897»νον ἐξ αὐτῶν, νὰ ποριζώμεθα πάντα ἐκεῖνα, ὅσα εἶναι ἀναγ-
2898»καῖα εἰς ἡμᾶς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὅσων θὰ ἀναλάβωμεν
2899»ὑποχρεώσεων ἀπέναντι τῶν δανειστῶν ἡμῶν καὶ πρὸς τὴν
2900»λειτουργίαν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως». Μίαν
2901καὶ μόνην ἐξαίρεσιν ἐποιήσατο ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴν τοῦ
2902σιδηροδρόμου Λαρίσης. Ὡς πρὸς τοῦτον, ἔλεγεν εἰς τὴν Βου-
2903λήν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν μέσων τοῦ προϋπολογι-
2904σμοῦ νὰ συμπληρώσωμεν τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, εἶναι δὲ
2905προσῆκον διὰ τὴν ταχεῖαν τούτου συμπλήρωσιν, ἵνα μὴ
2906καταστραφῶσι τὰ ἤδη συντελεσθέντα ἔργα, νὰ συνομολογήσω-
2907μεν ἐσωτερικὸν δάνειον μικρὸν, ἵνα κατασκευάσωμεν τὰ δύο
2908τοὐλάχιστον τμήματα αὐτοῦ μέχρι Χαλκίδος καὶ Λεβαδείας.
2909Ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ δημοσίου
2910χρέους, ῥητῶς καὶ σαφῶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ πλέον, ὅτι συμ-
2911φέρει ἡ ἐξακολούθησις τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἐπ’
2912ὠφελείᾳ τῆς χώρας εἶχεν ἐφαρμοσθῆ κατὰ τὴν περίοδον τῶν
2913ἐτῶν 1887–1890, διότι μετεβλήθησαν ἄρδην οἱ ὅροι τῆς
2914οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑποστάσεως.
2915Ἡ δευτέρα ἐπαγγελία τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειο-
2916ψηφίας ἦτο τὰ μέτρα τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς ἡμᾶς πρὸς βελ-
2917τίωσιν τῆς ὑφεστώσης νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἥτις, κατ’
2918αὐτόν, παρήχθη ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς οἰκονομικῆς πίστεως
2919τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῶν κρατούντων ὅρων ἐπὶ τῆς παραγω-
2920γῆς καὶ καταναλώσεως τῆς χώρας. Τίνα ὅμως εἰσὶ τὰ μέτρα
2921ταῦτα, παρέλειψε νὰ εἴπῃ.
2922Τρίτη ἐπαγγελία: «Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐκτελεσθῶσιν
2923ὡς τάχιστα τὰ ἀπολειφθέντα ἡμιτελῆ δημόσια ἔργα».
2924Τετάρτη ἐπαγγελία. Ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν, εἰσηγούμε-
2925νος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ὅτι «ἡ διοίκησις καὶ ἡ
2926»ἔῤῥυθμος λειτουργία τῆς Πολιτείας ἐξηρθρώθη. Ἀφῃρέθη
2927»ἀπὸ τοὺς δήμους τὸ δικαίωμα τοῦ διαχειρίζεσθαι τὰ ἴδια
2928»αὐτῶν ἔσοδα καὶ ἔξοδα, ἀφῃρέθη ἀπ’ αὐτῶν ἡ στοιχειώδης
2929»ἐκπαίδευσις καὶ ἡ ἀστυνομία». Προσέθετε δὲ, ὅτι εἶναι ἀπα-
2930ραίτητον ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ συνόδῳ, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι βρα-
2931χεῖα, νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως ἐπαναφέρωμεν τὴν διοίκη-
2932σιν εἰς τὴν ὁμαλὴν ὁδὸν, ἐξ ἧς ἐξῆλθεν.
2933Πέμπτη ἐπαγγελία. Ἵνα μὴ φανῇ ὡς καθυστερῶν εἰς τὴν
2934μελέτην τῆς κρατούσης παρ’ ἡμῖν φορολογίας, ἔλεγεν, ὅτι
2935ἔχει δυσμενεστάτην γνώμην περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριών-
2936των κτηνῶν καὶ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ἰδίως δὲ περὶ
2937τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἀλλὰ προσέθηκεν, ὅτι δὲν
2938ἔχει τὴν τόλμην νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν οὐδ’ ἑνὸς
2939ἐκ τῶν φόρων τούτων, οὐ μόνον διότι φοβεῖται μήπως μειω-
2940θῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διότι πρὸ πάντων διατε-
2941λοῦμεν εἰς κρίσιμον κατάστασιν, ὡς μὴ κανονίσαντες τὰς σχέ-
2942σεις τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Δὲν εἶναι δὲ
2943προσῆκον, πρὶν ἢ κανονίσωμεν ὁριστικῶς τὰς μετ’ αὐτῶν σχέ-
2944σεις, νὰ προέλθωμεν εἰς καινοτομίας φορολογικάς.
2945Παρατηρῶν δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν δυνάμεθα οὐδε-
2946μίαν νὰ ἐπιχειρήσωμεν καινοτομίαν ἐπὶ τῆς φορολογικῆς ἡμῶν
2947νομοθεσίας, ἔλεγε μετὰ τόνου, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἡμῖν
2948νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν ἡμῶν, εἰς
2949τὰς οἰκονομίας, διότι οὕτω δυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν ἐμπιστο-
2950σύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι διαπραγματευθῆ μεθ’
2951ἡμῶν τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ. Καὶ ἀνεκοίνου εἰς τὴν Βουλὴν,
2952ὅτι κατώρθωσε νὰ ἐπιφέρῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξό-
2953δων τοῦ 1895, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, οἰ-
2954κονομίας ἐκ δραχμῶν 2,424,922. Δύναταί τις μάλιστα νὰ
2955εἴπῃ, ὅτι ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 ὁ
2956εἰσηγητὴς αὐτοῦ κατὰ τοῦτο καὶ μόνον ἀνέφερε τὸν προϋ-
2957πολογισμὸν τοῦ 1895, διότι παρέλιπε νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν
2958Βουλὴν, οὐδὲ ὁπόσον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, οὐδὲ ἂν θὰ
2959καταλήγῃ εἰς περίσσευμα ἢ εἰς ἔλλειμμα. Ἠρκέσθη μόνον νὰ
2960ἀναφέρῃ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2,424,922 ὡς ποσὸν οἰκονομιῶν
2961πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ προγράμ-
2962ματος. Προσέθηκε δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ἔχετε τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ τὸ
2963βʹ ἑξάμηνον τοῦ 1895, βεβαίως πρέπει, ἵνα κρίνητε τὸν ἐτή-
2964σιον προϋπολογισμὸν, νὰ διαπλασιάσητε τοῦτο, ὅτε θὰ εὕ-
2965ρητε, ὅτι ἐπήνεγκεν ἐτησίως οἰκονομίας ἐκ δραχ. 4,850,000.
2966Ἔλεγε μάλιστα, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος ἐξακολουθήσῃ ἡ
2967αὐτὴ σώφρων πολιτικὴ, θὰ ἔχητε καὶ μείζονα ταύτης οἰκονο-
2968μίαν.
2969Ἐξεταστέον πρωτίστως, ἐὰν πράγματι ὁ προϋπολογισμὸς
2970τοῦ 1895 ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν μὲ περιστολὴν δαπανῶν
2971ἐκ 2,425,000 διὰ τὸ ἓν ἑξάμηνον καὶ ἑπομένως 4,850,000
2972δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος.
2973Ἐκ τῶν κειμένων γινώσκομεν, ὅτι ὁ μὲν προϋπολογισμὸς
2974ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀνέγραφεν
2975ὡς ἔσοδα μὲν 91,331,118, ὡς ἔξοδα δὲ 90,150,300, ἤτοι
2976ἀνέγραφεν ὡς περίσσευμα 1,180,728. Ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ
2977νῦν κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀναγράφει ἔσοδα
2978μὲν 91,331,118, ἤτοι τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς ποσὸν, τὸ ἀναγρα-
2979φὲν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του, ἔξοδα δὲ 89,342,724, ἤτοι
2980περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 1,988,394. Ἀλλ’ ὅταν τις λάβῃ
2981ὑπ’ ὄψιν τὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ κ.
2982Πρωθυπουργοῦ ἐγένοντο, πρὸ παντὸς δὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ
2983ὁποῖον συγχρόνως μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε, περὶ
2984ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ
2985τοῦ 1895 ἐκ δραχμῶν 730,095, θέλει ἀμέσως εὕρει τὸ πε-
2986ρίσσευμα τοῦτο ἐλαττούμενον· ὅταν δὲ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς
2987ἄλλας δηλώσεις του, θέλει ὑποβιβάσει τὸ περίσσευμα τοῦτο
2988εἰς μόνον 800,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ σπου-
2989δαῖον· τὸ σπουδαῖον εἶναι νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν αἱ οἰκονομίαι, τὰς
2990ὁποίας ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἦναι πραγματικαί, ἐὰν
2991ἦναι οἰκονομίαι ἀναγόμεναι εἰς σταθερὰν καὶ διαρκῆ περι-
2992στολὴν τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πιστώ-
2993σεων. Ὅταν τις ἐξετάσῃ ποῦ κυρίως ἐγένοντο αἱ οἰκονομίαι
2994αὗται, θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖαι.
2995Ἡ πρωτίστη τῶν οἰκονομιῶν, ἐξ ὧν ἀπετελέσθη τὸ ποσὸν
2996τῶν 2,424,922, εἶναι ἡ ἀναγομένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
2997Παιδείας, ἤτοι εἰς τὴν πίστωσιν τὴν ἀναγραφομένην ἐν
2998τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὴν στοιχειώδη ἢ δημοτικὴν ἐκ-
2999παίδευσιν, διότι ἡ οἰκονομία αὕτη ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς
30001,242,736. Καὶ βεβαίως, ὅταν τις ἐνθυμηθῇ, ὅτι τὸ πλεῖ-
3001στον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσηγουμένου τὸν
3002προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, κατηναλώθη εἰς τὸ νομοσχέδιον
3003περὶ δημοτικῆς ἢ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, θέλει πεισθῆ,
3004ὅτι ὁ ἀρχικὸς λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὸν τὴν ὑπο-
3005βολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἦτο κυρίως καὶ μόνος ὁ ἀφο-
3006ρῶν εἰς τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν, διότι, ὡς φαίνεται,
3007ἀφοῦ ἐξήτασε πάντα τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγε-
3008γραμμένα ἔξοδα, οὐδαμοῦ ἀνεῦρε ποσότητα τοιαύτην,
3009ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀναγγείλῃ ἐντεῦθεν, ὅτι προῆλ-
3010θεν εἰς οἰκονομίας ἀξίας λόγου. Γνωστὸν ἄλλως τε εἶναι,
3011ὅτι ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως κατεδείχθη, ὅτι, ἐὰν
3012ἐγίνετο δεκτόν, ὅπως τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν εἰσήχθη,
3013τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, βεβαίως οὐδὲν ἕτερον ἤθελε παραχθῆ
3014ἀποτέλεσμα, εἰμὴ ἡ κατάργησις τῆς παρ’ ἡμῖν λειτουρ-
3015γούσης στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως Ἠθέλομεν τουτέστιν ἴδει
3016κλειόμενα τὰ πλεῖστα δημοτικὰ σχολεῖα καὶ γραμματοδιδα-
3017σκαλεῖα τῆς Ἑλλάδος. Ἀπέναντι τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον
3018βραδύτερον διέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ἐνέδωκεν εἰς
3019τὰς γενομένας πρὸς αὐτὸν παρατηρήσεις, καὶ ἀπὸ τοῦ βήμα-
3020τος τούτου ἐν ἀρχῇ μὲν ἀνήγγειλεν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος
3021νὰ κλεισθῇ σχολεῖόν τι ἐκ τῶν ἤδη λειτουργούντων, βραδύ-
3022τερον δὲ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένος τὰ τοῦ νομοσχε-
3023δίου τούτου νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν ἐντὸς τοῦ 1895. Κατ’ ἀκο-
3024λουθίαν ἅπαν τὸ οἰκοδόμημα, τὸ πομπωδῶς παρουσιασθὲν εἰς
3025τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, περὶ τῆς οἰκονομίας
3026τῶν δημοσίων δαπανῶν κατὰ δραχ. 1,242,736 καὶ περὶ χει-
3027ραφετήσεως τῶν δήμων ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς στοιχειώδους
3028ἐκπαιδεύσεως, κατέπεσεν ὁλόκληρον, καὶ ὡς μόνον ἴχνος κατέ-
3029λιπε τὴν ἀπασχόλησιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ 10 καὶ πλέον ἡμέ-
3030ρας, τὴν ἀναστάτωσιν ἁπάντων τῶν δημοδιδασκάλων καὶ
3031γραμματοδιδασκάλων τοῦ Κράτους, καὶ τὴν ἀνησυχίαν τῶν
3032μελῶν τῆς πλειοψηφίας, μήπως ἡ κατάργησις τῶν σχολείων
3033παραβλάψῃ τὰ πολιτικὰ αὐτῶν συμφέροντα εἰς τὰς προσε-
3034χεῖς δημοτικὰς ἐκλογάς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι
3035ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀναβολὴν ἢ τὴν ματαίωσιν
3036τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι αἱ δημοτικαὶ
3037ἐκλογαὶ γίνονται κατὰ τὴν 10 Σεπτεμβρίου, καὶ δὲν ὑπάρ-
3038χει ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς χρόνος εἰς τὰς νέας δημοτικὰς ἀρ-
3039χὰς νὰ ἐπιμεληθῶσι περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου. Ἐλη-
3040σμόνησεν ὅμως, ὅτι, ὅτε εἰσῆγε καὶ ἐκθύμως ὑπεστήριζε
3041τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἦτο γνωστὸν, ὅτι αἱ δημο-
3042τικαὶ ἐκλογαὶ διεξαχθήσονται τὸν Σεπτέμβριον, καθόσον
3043προηγήθη ἡ ἐπιψήφισις τοῦ περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν
3044ἐκλογῶν νομοσχεδίου. Οὕτω λοιπὸν αἱ ἐπιτευχθεῖσαι καὶ ἀναγ-
3045γελθεῖσαι πομπωδῶς οἰκονομίαι ἐκ δρ. 2,424,922 ἠλαττώ-
3046θησαν κατὰ τὸ ἥμισυ.
3047Ἀλλὰ μήπως καὶ αἱ πλεῖσται τῶν ἄλλων οἰκονομιῶν, ἃς
3048ἀνήγγειλεν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, δύνανται νὰ
3049θεωρηθῶσιν ὡς σταθεραὶ καὶ χαρακτηρισθῶσιν ὡς πραγματικαὶ
3050καὶ μόνιμοι, ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ
3051μέλλοντος; Βεβαίως ὄχι. Ἐπὶ παραδείγματι, ἠλαττώθησαν
3052τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν κατὰ δραχ. 184,000.
3053Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤθελεν ἀπαιτήσει ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλικῶν
3054τὸ ποσὸν τὸ ἤδη ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἦτο
3055ἆρά γε ἀναγκαῖον νὰ δαπανηθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς πι-
3056στώσεως; Αὕτη εἶναι ἐκ τῶν πιστώσεων ἐκείνων, αἵτινες ἐν τῷ
3057προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ
3058παρεμβληθῇ δυσκολία τις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομι-
3059κῶν ἐν τῇ καλλιεργείᾳ τῶν ἁλικῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι μίαν
3060τῶν πηγῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων.
3061Ἠλάττωσε τὰ ἔξοδα ἐξορύξεως τῶν ὀρυκτῶν κατὰ 82
3062χιλιάδας δραχμῶν. Μήπως καὶ αὕτη εἶναι οἰκονομία ἐξ ἐκεί-
3063νων, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἐπινοήσῃ ὁ ἀσχολούμενος εἰς
3064ἀνεύρεσιν περιστολῆς δαπανῶν; Βεβαίως ὄχι. Διέγραψεν ἐκ
3065τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 31,200,
3066ἀφορῶσαν εἰς τὴν πρόσληψιν ἐκτάκτων λογιστῶν εἰς τὴν ὑπη-
3067ρεσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τοῦτο, καθ’ ὃν χρόνον
3068αὐτὸς οὗτος ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλεγεν εἰς τὴν
3069Βουλὴν, ὅτι πάντα τὰ κρατοῦντα νῦν περὶ τοῦ διοικητικοῦ
3070καὶ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν διαχειρίσεως
3071δὲν λειτουργοῦσι καλῶς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὰ ὀργανώσωμεν
3072κατὰ σύστημα πληρέστερον, ἵνα μὴ μόνον ἐξασφαλίσωμεν τὰς
3073προσόδους τοῦ Δημοσίου ἀπὸ πάσης καταχρήσεως, ἀλλὰ καὶ
3074ἵνα ἐμπνεύσωμεν εἰς τοὺς ἐκτὸς ἡμῶν καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὴν
3075πεποίθησιν, ὅτι παρ’ ἡμῖν ὁ ἔλεγχος εἶναι πλήρης. Διέγρα-
3076ψεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 127,500
3077διὰ κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν τηλεγραφικῶν γραμμῶν· ἀλλ’ ἐὰν
3078ὄντως ἐν τῇ μερίμνῃ πρὸς ἀνεύρεσιν οἰκονομιῶν νομίζῃ ὁ ἀξιό-
3079τιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ
3080κατασκευασθῶσιν ἢ ἐπισκευασθῶσιν αἱ τηλεγραφικαὶ γραμ-
3081μαὶ, ἠδύνατο καὶ τὴν πίστωσιν ταύτην νὰ μὴ τὴν μεταχει-
3082ρισθῇ. Εἶναι καὶ αὕτη ἐξ ἐκείνων τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἀνα-
3083γράφονται, ὅπως ἡ διοίκησις μὴ ἀπαντᾷ δυσκολίαν ἐν τῇ ἐφαρ-
3084μογῇ τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν πᾶσαι αἱ
3085ὑπηρεσίαι νὰ λειτουργῶσιν ἀπροσκόπτως. Εἰς τίνα δ’ ἐξ ὑμῶν
3086εἶναι ἄγνωστον, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν παρ’ ἡμῖν τηλεγραφι-
3087κῶν γραμμῶν λειτουργοῦσιν ἀτελῶς, ὅτι οἱ πάσσαλοι εἶναι
3088ἤδη σεσηπότες καὶ χρῄζουσιν ἀνακαινίσεως; Εἶναι ἐξ ἐκεί-
3089νων τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ὡς ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωσι νὰ
3090καταστρέψωσι τὴν τηλεγραφικὴν ἡμῶν συγκοινωνίαν.
3091Ἦτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις δι’
3092ἐπισκευὴν τοῦ Βουλευτηρίου· ἐξ αὐτῆς διέγραψε ποσὸν 40,000
3093δραχμῶν, ὡσανεὶ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν ὑπό τινος νόμου ἡ ὑπο-
3094χρέωσις νὰ δαπανήσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Ὑπῆρχεν ἐν τῷ
3095προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένη πίστωσις ἐκ 12,000 δραχ-
3096μῶν δι’ ἐπισκευὴν τοῦ τελωνείου Κερκύρας. Ταύτην διέγρα-
3097ψεν, ἐνᾧ ἡ ἐπισκευὴ αὕτη ἐπεβάλλετο ὑπὸ τοῦ συμφέροντος
3098τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Ἦτο ἀναγεγραμμένη πί-
3099στωσις δραχ. 18,000 δι’ ἐπισκευὴν τοῦ καταστήματος τῶν
3100ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Καὶ ταύτην διέγραψεν. Ἦτο
3101ἀναγεγραμμένη πίστωσις διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ Σχολείου τῆς
3102Τίρυνθος, ταύτην δὲ ἠλάττωσε κατὰ 5,000 δραχμῶν. Ἦτο
3103ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις δι’ ἔξοδα ὁρο-
3104θετήσεως δασῶν ἐκ δραχ. 19,800. Ταύτην διέγραψεν.
3105Ὀφείλω τέλος νὰ μὴ παραδράμω καὶ τὰς δῆθεν οἰκονο-
3106μίας, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ
3107Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐκ δραχμῶν 123,194. Πῶς δὲ
3108ἐπετεύχθη ἡ οἰκονομία αὕτη; ἀφῃρέθη πίστωσις ἐκ δραχμῶν
310914,000 διὰ 4 ἐμμίσθους παρέδρους. Ὡσαύτως πίστωσις ἐκ
3110δραχ. 18,000 διὰ 5 ἀντεισαγγελεῖς, ἐνῷ ὑπὸ πάντων ἀνο-
3111μολογεῖται, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἐπι-
3112βάλλει τὴν πλήρωσιν τῶν θέσεων τούτων, εἶναι δὲ πρὸ πάν-
3113των ἀπαραίτητος ἡ πλήρωσις τῶν κενῶν θέσεων τῶν ἀντεισ-
3114αγγελέων, ὅπως καταστῇ ἐνήμερος ἡ λειτουργία τῆς ποινικῆς
3115δικαιοσύνης. Ἠλαττώθη ἡ ἀναγραφεῖσα εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ κ.
3116Τρικούπη ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν πίστωσις δι’ ἐνοίκια
3117Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων κατὰ δραχ. 50,000, ἐνῷ
3118δὲν εἶναι εἰσέτι ἐξῃκριβωμένη ἡ γενομένη κατὰ τὸ 1894 δα-
3119πάνη λόγῳ τῶν ἐνοικίων τούτων, ἅτινα ἐπεβάρυνον τὸ Δη-
3120μόσιον, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Οἴ-
3121κοθεν ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως ταύτης δὲν
3122δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πραγματικὴ οἰκονομία.
3123Ἐξήτασα τὰς κατὰ ποσὸν σπουδαιοτέρας τῶν ἀναγγελ-
3124θεισῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ.
31251,883,610, παρέλιπον δὲ τὰς ὑπολοίπους, ἵνα μὴ κουράσω
3126τὴν Βουλήν. Ἐξ ὅσων δὲ εἶπον ὑμῖν, ἐπείσθητε βεβαίως, ὅτι
3127αἱ ἀναγγελθεῖσαι οἰκονομίαι εἰσὶ πᾶσαι εἰκονικαί, ἐπινοηθεῖ-
3128σαι πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς ἐντυπώσεως, ἣν παρήγαγεν ὁ
3129εἰσηγητήριος λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἐπενεγκόντος
3130δῆθεν οἰκονομίας εἰς τὰς δημοσίας δαπάνας.
3131Φρονῶ, ὅτι δὲν ὑφίσταται δευτέρα γνώμη μεταξὺ ἐκείνων,
3132οἵτινες παρακολουθοῦσι τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν
3133πραγμάτων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῆς
3134σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς σημερινῆς Βουλῆς κυρίως εἶ-
3135ναι ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τε Κράτους καὶ τῆς
3136χώρας. Αὕτη δὲν ἀποκλείει καὶ τὴν μέριμναν περὶ βελτιώ-
3137σεως τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι
3138ἐν τῷ παρελθόντι ἡ προσήλωσις τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῆς
3139Βουλῆς εἰς ὅ,τι ἀπέβλεπε τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα δὲν παρέ-
3140σχε τὴν ἀπαιτουμένην εὐκαιρίαν, ὅπως ἐπαρκῶς βελτιωθῶσι
3141τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διοίκησιν.
3142Ἐξεταστέον, τί ἐπράχθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως,
3143πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Τὸ ἐπ’ ἐμοί,
3144ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, ἓν
3145καὶ μόνον δύναμαι νὰ θεωρήσω ὡς σχέσιν ἔχον πρὸς τὸ οἰκο-
3146νομικὸν θέμα, δηλ. τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἤδη ψηφισθὲν, περὶ τῆς
3147ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου
3148μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅτε πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἠγό-
3149ρευε πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους καὶ ὅτε ἠγόρευεν ἐν τῇ
3150αἰθούσῃ ταύτῃ, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895,
3151παρετήρει, ὅτι τοῦτο θεωρεῖ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ σπου-
3152δαιότερον καὶ χρησιμώτερον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν
3153συμφερόντων.
3154Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πᾶν ἄλλο ἐπετεύχθη ἢ ἡ βελ-
3155τίωσις τοῦ διοικητικοῦ ἢ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῆς οἰκονομι-
3156κῆς ἡμῶν διαχειρίσεως. Ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ σχηματι-
3157σθῇ αὐτόβουλος καὶ ἀνεξάρτητος κλάδος τῆς διαχειρίσεως
3158ὡρισμένων προσόδων, αἵτινες ἤθελον προορισθῆ διὰ τὴν ὑπη-
3159ρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους· ἡ περιωρισμένη δὲ καὶ ἄλλως
3160ἀτελὴς αὕτη πρόνοια συνεδυάσθη μετὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν
3161πιστώσεων, ὧν σκοπὸς εἶναι ἡ σκόπιμος ἄσκησις τοῦ διοικη-
3162τικοῦ καὶ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως.
3163Περιωρίσθη ἐπὶ τοσοῦτον τὸ προσωπικὸν τοῦ Γεν. Λογιστη-
3164ρίου, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἀνεπαρκὲς πρὸς κατάρτισιν τῶν
3165καθυστερούντων ἀπολογισμῶν καὶ οἰκονομικῶν λογαριασμῶν.
3166Ἀφῃρέθη ἀπὸ τὰς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
3167δρίου πιστώσεις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν πρόσληψιν ἐκτάκτων λο-
3168γιστῶν, ὅπως κατορθωθῇ ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν πα-
3169ρελθούσης χρονικῆς περιόδου.
3170Δὲν δύναμαι νὰ γινώσκω ὁποίαν τινὰ θὰ ἀσκήσῃ ἐπιῤ-
3171ῥοὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μεταβαλλόμενον εἰς νόμον, ὡς
3172πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν συμβιβα-
3173σμόν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἀπέδειξα, κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου
3174ἐκείνου ἀγορεύσας, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐπιτευχθήσεται δι’ αὐτοῦ
3175ἢ μόνον ἡ δημιουργία θέσεων.
3176Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον ὑμῖν περὶ τῶν
3177ἀτελειῶν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὀφείλω ὅμως νὰ σημειώσω
3178καὶ ἐνταῦθα, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
3179κονομικῶν κατέστη ἐξάρτημα ἐκ τοῦ Συμβουλίου τοῦ δημο-
3180σίου χρέους, παρεβιάσθη δὲ προφανῶς τὸ συνταγματικὸν ἡμῶν
3181πολίτευμα, καθόσον ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
3182κῶν ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν καὶ
3183διάθεσιν τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ὡρισμέ-
3184νων προσόδων ἔπαυσε πλέον ὑφισταμένη.
3185Ἀλλ’ ἐνῷ οὐδὲν ἐπράχθη πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν
3186ἡμῶν, διετηρήθη τοὐλάχιστον τὸ πρώην καθεστώς; Δυστυ-
3187χῶς ὄχι. Ἐδημιουργήθη κατὰ τὸ 1892 πρὸς ἐδικαίωσιν τοῦ
3188σταθεροῦ ἰσοζυγίου μία πρόσοδος ἐξ 1,500,000 διὰ τῆς ἐπι-
3189βολῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Βεβαίως ἠγέρθησαν πολλὰ
3190κατὰ τῶν τελῶν τούτων παράπονα. Βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι
3191ἡ ἀπότισις αὐτῶν ἐξῳκειώθη πρὸς τὰς ἕξεις τῶν ὑποβαλλο-
3192μένων εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, ἥτις ἐθεωρεῖτο ὡς μᾶλλον
3193ἀνεκτή, ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλους φόρους. Πᾶσαν σχεδὸν τὴν
3194πρόσοδον ταύτην ἐμηδένισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀφ’ ἑνὸς μὲν
3195διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν τελῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τοῦ καθο-
3196ρισμοῦ τῶν ὑπολοίπων πρὸς ἄλλας χρείας, οὐχὶ κατεπειγούσας.
3197Πλὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυ-
3198πουργὸς καὶ δασμολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, αἵτινες, καὶ ἂν
3199ἠδύναντο ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δεδικαιολογημέ-
3200ναι, βεβαίως δὲν ἐπεβάλλοντο σήμερον ὡς ἀναπόφευκτοι. Ἡ
3201ἀτέλεια τῶν τιντσιπίων καὶ μουλίων πρὸς κατασκευὴν κα-
3202λεμκεριῶν καὶ ἡ τῶν χρησίμων διὰ φλανέλλας νημάτων κτλ.
3203ἠδύνατο βεβαίως ν’ ἀναβληθῇ, ἐὰν δὲν ἀνήγετο εἰς τὰς πρὸ
3204τῶν ἐκλογῶν ἐπαγγελίας. Ἐν τούτοις, ὡς ἐκ τῶν δασμο-
3205λογικῶν αὐτῶν μεταβολῶν καὶ ὡς ἐκ τῶν μειώσεων τοῦ
3206εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ἐκ Βελγίου εἰσαγομένων εἰ-
3207δῶν, δυνάμει τῆς κυρωθείσης συμβάσεως, τὸ ἐκ τελωνειακῶν
3208τελῶν ἔσοδον ἐλαττοῦται κατὰ δραχμὰς 650 χιλιάδας.
3209Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης οὐδὲν προσδοκῶ
3210πρακτικὸν κέρδος ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Ἡ κατὰ τὸ εἰρημέ-
3211νον ποσὸν ἐλάττωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν βεβαιοῦται ἐκ
3212τῶν ἐπισήμων καταστάσεων, ἅςτινας παρέδωκεν εἰς τὴν ἐπι-
3213τροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου
3214τῶν Οἰκονομικῶν.
3215Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
3216πολὺ ἐτόνισε τὴν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως ὡς
3217κατεπείγουσαν. Τίνα εἰσὶ τὰ εἰς ταύτην ἀφορῶντα νομοσχέ-
3218δια; Παρατρέχω τὸ περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καθόσον
3219τοῦτο, ἀφοῦ ἀπησχόλησε τοσοῦτον τήν τε Κυβέρνησιν καὶ τὴν
3220Βουλήν, καὶ ἀφοῦ εἰς ἐπανάστασιν περιήγαγε πάντας τοὺς εἰς
3221τὸν κλάδον τοῦτον ὑπηρετοῦντας, ἐγκατελείφθη, πρὸς πρόλη-
3222ψιν ἐπαπειλουμένης κομματικῆς βλάβης.
3223Ἀνηγγέλθη κατὰ τὴν πρώτην ἐνταῦθα συνάντησίν μας
3224μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
3225νομίας, ἐθεωρήθη δὲ αὕτη ὡς ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τῆς χειραφε-
3226τήσεως τῶν δήμων καὶ ὑπὸ τῆς σκοπιμωτέρας ἀσκήσεως τῶν
3227ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Ἐνῷ δὲ μέχρι σήμερον δὲν εἰσήχθη
3228τὸ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νομοσχέδιον, ἐψηφίσθη τοὐ-
3229ναντίον ἐκ τῶν πρώτων τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου
3230τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως καταστῶσιν ὄργανα τοῦ Ὑπουργοῦ
3231τῶν Ἐσωτερικῶν οἱ ἀστυνόμοι, ἐπικειμένων μάλιστα δημοτι-
3232κῶν ἐκλογῶν. Συνέπεια τοῦ ψηφισθέντος νόμου ὑπῆρξεν ἡ
3233χαλάρωσις τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, οὐ μόνον διότι ἐξέλι-
3234πεν ἡ μόνη ἐγγύησις, ἡ ἐκ τοῦ Ἀρχηγείου ἐκπηγάζουσα, περὶ
3235τῆς ἀφατριάστου ἐνεργείας τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἀλλὰ
3236καὶ διότι οἱ ὑπηρετοῦντες ἤδη ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἀστυνομίᾳ,
3237γινώσκοντες τὴν ἐπικειμένην κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ, οὐδὲν
3238αἰσθάνονται ἠθικὸν ἐνδιαφέρον.
3239Δὲν γινώσκω, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ ἄλλος τις ἐξ ἡμῶν
3240δύναται νὰ προβάλῃ τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ
3241καταργήσεως τῆς μονιμότητος τῶν πολιτικῶν καὶ δικαστι-
3242κῶν ὑπαλλήλων καὶ ἡ εὔρυνσις τῶν προσόντων θέλουσι συν-
3243τελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως. Καὶ μόνη ἡ εἰσα-
3244γωγὴ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐπήνεγκε τὴν χαλάρωσιν ἐν τῇ
3245λειτουργίᾳ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ὅταν δὲ μετ’ ὀλίγας
3246ἡμέρας ἄρξωνται αἱ παύσεις, οἱ διορισμοὶ καὶ αἱ μεταθέσεις
3247πρὸς θεραπείαν τῶν κομματικῶν ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνή-
3248σεως, θέλομεν πάντες παραστῆ μάρτυρες τῆς ἐξαρθρώσεως,
3249ἣν κατήγγειλεν, ὡς ὑφισταμένην ἐν τῇ διοικήσει ὁ κ. Πρω-
3250θυπουργός.
3251Κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἰς τὸν ἡγέτην τῆς πλειοψηφίας καὶ
3252προϊστάμενον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως δύο ὑπῆρχον διευ-
3253θύνσεις, ἐνδεδειγμέναι ὑπὸ τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς διατελοῦμεν.
3254Ἢ ὤφειλε νὰ μὴ θίξῃ τὸ παράπαν τὰ ὑφεστῶτα ἔσοδα τοῦ
3255Κράτους· ἐὰν ἦτο μάλιστα δυνατόν, ὤφειλε διὰ μεταῤῥυθμί-
3256σεων τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ κρείσσονος κατανομῆς τῶν
3257φόρων νὰ ἐπιτύχῃ τὴν αὔξησιν αὐτῶν· ἡ ἑτέρα διεύθυνσις
3258ὡδήγει εἰς γενικωτέραν μεταβολὴν τῆς φορολογίας, πρὸς τὸν
3259σκοπὸν τοῦ νὰ παρασκευάσῃ προϋπολογισμὸν ἐσόδων στηριζό-
3260μενον ἐπὶ σταθερῶν βάσεων καὶ συμβιβαζόμενον πρὸς τὴν ἀνά-
3261πτυξιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Τὸ
3262ἐπ’ ἐμοί, ἤθελον προτιμήσει τὴν πρώτην διεύθυνσιν, διότι δὲν
3263εἶναι προσῆκον νὰ μειώσωμεν τὰς δημοσίας προσόδους οὐδὲ
3264κατὰ λεπτόν, ἐνόσῳ διατελοῦσιν ἐν ἐκκρεμότητι αἱ μετὰ τῶν
3265δανειστῶν ἡμῶν σχέσεις· ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀξιοτίμου
3266Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἠκολούθησε διεύθυνσιν
3267διάφορον μεταξὺ τῶν δύο ἀνωτέρω. Ἡ πρώτη διεύθυνσις ἦτο
3268νὰ μὴ θίξῃ τὸ παράπαν τὴν ἐνεστῶσαν φορολογικὴν νομοθε-
3269σίαν, ἡ δὲ δευτέρα νὰ κανονίσῃ αὐτὴν ἐπὶ βάσεων ἀφορωσῶν
3270μᾶλλον εἰς τὸ μέλλον ἢ εἰς τὸ παρόν, ὅτε ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς
3271ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ διαπραγματευθῇ τὸν
3272συμβιβασμόν, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν προσόδων τοῦ
3273Κράτους, αὐτὴ εἶναι ἡ τοῦ μέλλοντος οἰκονομικὴ ἀντοχὴ τῆς
3274χώρας, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτῃ ἄρχομαι σήμερον νὰ διαπραγ-
3275ματευθῶ μεθ’ ὑμῶν. Οὐδέτερον ὅμως τούτων ἔπραξεν· ἐτράπη
3276τὴν μέσην ὁδόν· ἔθιξέ τινα τῶν ἐσόδων, καὶ ἠλάττωσεν αὐτὰ
3277ἄνευ ἐπιβεβλημένης ἀνάγκης καὶ χωρὶς ἡ ἐλάττωσις αὐτῶν
3278νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἐξε-
3279δήλωσε δὲ περὶ τῶν λειτουργούντων νόμων γνώμας, αἵτινες
3280ἐπιβλαβέσταται ἔσονται ἐν ταῖς συνεννοήσεσιν ἡμῶν μετὰ τῶν
3281δανειστῶν. Παρατηρῶν ἀφ’ ἑνός, ὅτι δὲν δύναται ἐν τῇ ση-
3282μερινῇ ἐποχῇ νὰ προέλθῃ εἰς οὐδεμίαν φορολογικὴν μεταῤῥύ-
3283θμισιν, ἀνωμολόγησεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι, ἐὰν μείνῃ ἐν τῇ Κυβερ-
3284νήσει, θὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν ὑφεστῶσαν φορολογίαν ἐπὶ τῶν
3285δημητριακῶν καρπῶν, ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἐπὶ τῶν ζώων. Διὰ
3286τῆς δηλώσεως ταύτης, κατ’ ἐμέ, πᾶν ἄλλο ἢ ἐμπιστοσύνην
3287ἐμπνέει εἰς ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ διαπραγ-
3288ματευθῇ τὸν συμβιβασμόν· διότι ἐκεῖνοι γινώσκουσιν, ὅτι εὐ-
3289θὺς μετὰ τὸν συμβιβασμὸν ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ προβῇ
3290εἰς μεταβολὴν τῆς ὑφεστώσης φορολογικῆς νομοθεσίας ἐπὶ
3291ἐλαττώσει τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐσόδων.
3292Ὡς ἔλεγον πρότερον, ἡ κυρία καὶ θεμελιώδης ἀποστολὴ τῆς
3293σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἦτο ἡ ἀνόρθωσις τῶν
3294οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Εὑρισκόμεθα νῦν εἰς τὸ τέλος τῆς
3295συνόδου, ὀφείλομεν δὲ πάντες εἰλικρινῶς νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι
3296οὐδὲν σπουδαῖον νομοθέτημα ἐψηφίσθη, συμβάλλον εἰς τὸν
3297σκοπὸν τοῦτον. Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι πολλὰ ὑπεβλήθησαν
3298ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδια, πάντα δὲ σχεδὸν ἐψηφί-
3299σθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ὅμως τούτων ὑπηγορεύθη ἐκ
3300τοῦ σκοποῦ τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμά-
3301των. Κατ’ ἐμέ, ἡ σύνοδος αὕτη ἔδει νὰ ἀσχοληθῇ εἰς μόνα
3302τὰ συντελοῦντα πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν μέτρα, ὅπως
3303παρασκευάσῃ τὸ ἀναγκαῖον ἔδαφος πρὸς τὴν εὐχερεστέραν
3304καὶ ταχυτέραν τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν, καὶ πλὴν τού-
3305των, εἰς μόνον ὅ,τι ὑπῆρχε κατεπεῖγον, σχετιζόμενον πρὸς τὴν
3306διοίκησιν. Δὲν πιστεύω νὰ καταλέγῃ τις μεταξὺ τῶν δευτέ-
3307ρων τούτων τὴν κατάργησιν τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου,
3308τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ τῆς πτωχεύ-
3309σεως συμβιβασμοῦ, τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου περὶ ἐξώσεως
3310τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν, τὴν νομιμοποίησιν θέσεως ἀρ-
3311χιμουσικοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ
3312ἑλλην. ἰθαγενείας, τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου περὶ διοικήσεως
3313τῆς περιουσίας τοῦ Ζάππα, τὸ ἄσκοπον νομοσχέδιον περὶ ὁδο-
3314ποιΐας καὶ τὰς δασμολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, τὰς σκοπούσας
3315τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ὑπελήφθη ὑπὸ τῆς
3316Κυβερνήσεως ὡς σοβαρὰ ἡ ἐντύπωσις, ἣν ἤθελε παραγάγει
3317ἡ ὑποβολὴ καὶ ἐπιψήφισις πολλῶν νομοσχεδίων, παρημελή-
3318θησαν δὲ τὰ σπουδαιότερα, καὶ κατηναλώθη μάτην ὁ χρόνος
3319τῆς βουλευτικῆς ταύτης συνόδου.
3320Ὅτε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
3321εἰσηγεῖτο εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895,
3322πάντες ἀνεμένομεν νὰ ἀκούσωμεν παρ’ αὐτοῦ, ὁποῖαι εἶναι αἱ
3323σκέψεις καὶ αἱ γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ σταφιδικοῦ
3324ζητήματος· διότι πάντες ἐφρονοῦμεν, ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζή-
3325τημα ἐδεῖτο λύσεώς τινος, ὅτι ἡ σταφὶς οὐ μόνον τὸν προϋ-
3326πολογισμὸν τῶν ἐσόδων ἐπηρεάζει, ἀλλὰ καὶ παράγων ἐκ
3327τῶν πρωτίστων εἶναι τῆς βελτιώσεως ἢ τῆς ἐπιδεινώσεως
3328τῆς παρ’ ἡμῖν κρατούσης νομισματικῆς ἀνωμαλίας. Ἀγο-
3329ρεύων ἐν τῇ τελευταίᾳ συνόδῳ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, συζη-
3330τουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἔλεγον, ὅτι ἡ νο-
3331μισματικὴ ἀνωμαλία ὀφείλεται μὲν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυ-
3332κλοφορίαν καὶ εἰς τὸν κλονισμὸν τῆς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
3333Κράτους ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν ὑποτίμη-
3334σιν καὶ ἀζητησίαν τῶν κυριωτέρων ἡμῶν προϊόντων, πρωτί-
3335στως δὲ τῆς σταφίδος· διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τῇ
3336χώρᾳ ἡμῶν εἰσήχθη μεταλλικὸν νόμισμα ἐκ τοῦ προϊόντος
3337τῆς σταφίδος ἔλαττον τοῦ κατὰ τὰ προπαρελθόντα ἔτη
3338εἰσαχθέντος κατὰ 25 περίπου ἑκατομμύρια· ἐκ τοῦ λόγου δὲ
3339τούτου καὶ ἐκ τῆς καταπτώσεως τῆς δημοσίας ἡμῶν πί-
3340στεως ἐπεδεινώθη ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, ὑπὸ τὴν ὁποίαν
3341διατελοῦμεν. Ἐνῷ δὲ πάντες ἀνεμένομεν νὰ ἀκούσωμεν, τίνα
3342γνώμην εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὁ κ. Πρω-
3343θυπουργὸς ἐν τῷ εἰσηγητηρίῳ λόγῳ οὐδεμίαν μνείαν ἐποιή-
3344σατο. Ὅτε δὲ αἱ ἐργασίαι προὐχώρουν, καὶ ἤρξαντο ἀνη-
3345συχοῦντες πρὸ παντὸς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων
3346ἐπαρχιῶν, τότε ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἀνέμενε νὰ ἀκούσῃ τὴν
3347γνώμην τῶν ἐνδιαφερομένων, ὡς εἰ ἦτο ζήτημα ἄγνωστον
3348εἰς αὐτὸν, ὡς εἰ μὴ ἠσχολήθη ἡ προηγουμένη Βουλὴ κατὰ
3349τὰς δύο τελευταίας αὐτῆς συνόδους εἰς τὸ θέμα τοῦτο, ὡς εἰ
3350ἄγνωστος ἦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὑφισταμένη καὶ ὁση-
3351μέραι ὀγκουμένη σταφιδικὴ κρίσις. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέφευγεν
3352ἐπιμελῶς πᾶσαν πρωτοβουλίαν ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήμα-
3353τος, ἀνέμενε δὲ, ὡς μὴ ὤφειλε, νὰ προκύψῃ ἡ λύσις αὐτοῦ ἐκ
3354τῆς πρωτοβουλίας τῶν Βουλευτῶν. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ
3355ὁποῖον προεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο τὸ συνταχθὲν ὑπὸ
3356ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν, αὐθορμήτως συνελθόντων καὶ συσκε-
3357φθέντων, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας
3358Βουλευτοῦ. Τὸ δεύτερον ἦτο τὸ προβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτί-
3359μου ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ, τὸ τρίτον ἦτο τὸ ὑπὸ τοῦ ἑτέρου
3360ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ κ. Κοκκέβη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
3361ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, προκαλούμενος ὑπὸ τῶν Βου-
3362λευτῶν, ἔλεγε πάντοτε, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην
3363ὁριστικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ὅτι ἀνέμενε νὰ φω-
3364τισθῇ ἐκ τῶν συζητήσεων.
3365Πάντες ὑπήρξαμεν θεαταὶ τῆς πολυημέρου ἀνιαρᾶς συζη-
3366τήσεως, ἥτις ὠφείλετο εἰς τὴν ἐνδοιαστικὴν καὶ ἀμφιῤῥεπῆ
3367στάσιν τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ παρατεταμέναι ἄσκοποι ἐν τῇ
3368Βουλῇ συζητήσεις καὶ ἡ ἔλλειψις πάσης Κυβερνητικῆς πρω-
3369τοβουλίας ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐξεγερθῶσι πᾶσαι αἱ
3370σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι, νὰ προκληθῶσι ζωηρὰ καὶ πολυπληθῆ
3371συλλαλητήρια καὶ νὰ ἐπιδράμωσι μέχρις Ἀθηνῶν ὁμάδες στα-
3372φιδοκτημόνων. Ἀφοῦ κατηναλώθη τόσος χρόνος, ἀφοῦ τόσος
3373ἐγένετο θόρυβος, ὑπέκυψεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀσκηθεῖσαν
3374πίεσιν, καὶ ὑπέβαλε τὸ σήμερον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν
3375νομοσχέδιον. Ἡ δοθεῖσα λύσις εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἡ χειροτέρα,
3376διότι δι’ αὐτῆς ὁ σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως δὲν ἐπιτυγχά-
3377νεται, συγχρόνως δὲ ἐδημιουργήθη ἐχθρὸς ἐπικίνδυνος εἰς τὸ
3378προϊόν τῆς ἀμπέλου, διότι, ἂν τὸ λόγῳ ἐγγείου φόρου εἰσ-
3379πραχθησόμενον παρὰ τοῦ Δημοσίου ποσὸν σταφίδος χρησιμο-
3380ποιηθῇ εἰς οἰνόπνευμα, βεβαία εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς παρ’
3381ἡμῖν βιομηχανίας τῆς οἰνοπνευματοποιΐας.
3382Ἵνα μὴ ὑποληφθῶ ὡς ἐλαυνόμενος ἐκ στοργῆς πρὸς τὰ
3383ἐμὰ ἔργα, ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω τὴν στάσιν τοῦ ἀξιοτί-
3384μου κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπέναντι τῶν σταφιδικῶν νομοσχεδίων,
3385ἅτινα ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συνόδου. Τὸ
3386πρῶτον, ὅτε ἐπρόκειτο καὶ τὴν παρακράτησιν καὶ τὰ ἄλλα
3387παρεμφερῆ πρὸς ταύτην μέτρα νὰ ἀποκρούσῃ, ἐπήνει τὰ ὑπ’
3388ἐμοῦ προβληθέντα νομοσχέδια ὡς προσιδιάζοντα εἰς τὴν Κυ-
3389βερνητικὴν ἐνέργειαν καὶ ὡς ὑποσχόμενα ὠφέλιμον ἐπίδρασιν
3390ἐπὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς· καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἤρχοντο
3391ταῦτα πρὸς συζήτησιν, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δέον νὰ
3392ἀναβληθῇ ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, διότι ἡ ἐπίδρασις αὐτῶν
3393ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον. Ἐνῷ δὲ δὲν ὑπῆρχέ τις ὁ φρονῶν, ὅτι
3394ἀνωφελὴς ἔσεται ἡ σύστασις γενικῶν ἀποθηκῶν, ἡ σύστασις
3395Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ ἡ διευκόλυνσις τῆς χορηγίας δα-
3396νείων ἐπὶ καλλιεργείᾳ, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐπέμενε νὰ
3397συζητηθῶσι κατὰ προτίμησιν νομοσχέδια ἕτερα, ἐστερημένα
3398σπουδαιότητος καὶ ὑπηρετικὰ προσωπικῶν ἢ κομματικῶν
3399ὑποχρεώσεων. Οὕτω παρεπέμφθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
3400γοῦ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας νομοσχέδια ὁμολογουμένης
3401χρησιμότητος.
3402Πέποιθα ὅτι οὐδεὶς μεταξὺ ὑμῶν ὑπάρχει ὁ ὑπολαμβά-
3403νων ὡς σοβαρὸν τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι δὲν ὑπελείπετο εἰς τὴν
3404Κυβέρνησιν ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς χρόνος πρὸς παρασκευὴν
3405προϋπολογισμοῦ ἀνταποκρινομένου πρὸς τὰς σημερινὰς περι-
3406στάσεις. Πλὴν τοῦ ὅτι πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ ὑπο-
3407βληθέντος ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὑποστάντος
3408τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ, πλὴν τοῦ ὅτι
3409ὁ ἡγέτης τῆς σημερινῆς πλειοψηφίας εἶχε καὶ ὤφειλε νὰ
3410ἔχῃ μεμορφωμένας γνώμας καὶ πεποιθήσεις περὶ τοῦ ἐπιβαλ-
3411λομένου ὑπὸ τῶν περιστάσεων συστήματος, γνωστὸν εἶναι, ὅτι,
3412πρὶν ἢ τυπικῶς ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν καὶ πρὶν ἢ συναντηθῇ
3413μετὰ τῆς Βουλῆς, συνειργάζετο ἐπὶ μῆνα ὁλόκληρον μετὰ τῶν
3414τμηματαρχῶν τῶν Ὑπουργείων πρὸς παρασκευὴν τοῦ τε προϋ-
3415πολογισμοῦ καὶ τῶν ὑποβλητέων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων.
3416Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ὡς συνε-
3417τάχθη; Μήπως δὲν ἦτο ἁπλούστερον ν’ ἀναβάλῃ τὴν ὑπο-
3418βολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, περιοριζόμενος εἰς τὴν ὑποβολὴν
3419ἐκείνων τῶν νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύ-
3420νατο νὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ βραδύ-
3421τερον διὰ μιᾶς δηλώσεώς του πρὸς τὴν Βουλὴν αἰτήσῃ τὴν
3422μεταβολὴν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων ἐσό-
3423δων καὶ πιστώσεων; Ἀλλ’ ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη τὴν
3424πρώτην ἡμέραν τῆς μετὰ τῆς Βουλῆς συναντήσεώς του νὰ
3425ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐκ τῶν ἐπελθου-
3426σῶν πολλῶν μεταβολῶν, κατέστη ἀγνώριστος καὶ ὡς πρὸς
3427τὰ ἀριθμητικά του συμπεράσματα. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν γε-
3428νικὴν συζήτησιν, καὶ ἐν τούτοις πλῆρες καὶ ἐκκεκαθαρισμέ-
3429νον ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸν
3430προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, δυνάμεθα νὰ εἴπω-
3431μεν, ὅτι δὲν ἔχομεν.
3432Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Ὑπεβλήθη ὑπό
3433τε τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῆς σημερινῆς ἀναγρά-
3434φων ἔσοδα 91,331,118. Κατὰ τὰς δηλώσεις, τὰς μετὰ ταῦτα
3435πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβληθείσας, ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ
3436ἔσοδα κατὰ 304,770 ἐκ τοῦ ἐσόδου τῶν ἐκπαιδευτικῶν τε-
3437λῶν. Ἔπρεπε δὲ ὡσαύτως νὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ 833,333
3438ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαι-
3439δεύσεως. Ἔπρεπεν ὅμως συνάμα καὶ νὰ αὐξηθῶσι κατὰ 5,000
3440δραχμῶν ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν Μονῶν. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο
3441ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ ἀρ-
3442χικῷ προϋπολογισμῷ, θέλομεν ἔχει ἔσοδα 90,198,015. Ἀλλ’
3443ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τελευταία δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου Προ-
3444έδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ψηφισθεὶς περὶ
3445τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως νόμος δὲν πρόκειται νὰ τεθῇ
3446εἰς ἐνέργειαν κατὰ τὸ 1895, τότε πρέπει τὸ ποσὸν τῶν
3447833,333 νὰ μὴ ἐκπεσθῇ, καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν 91,026,348,
3448εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν, καθ’ ἑτέραν δήλωσιν
3449τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τιμήματος ἐκλογι-
3450κῶν εἰδῶν, καταβαλλομένων ὑπὸ τῶν ὑποψηφίων, τὸ ποσὸν
3451δρ. 133,000. Οὕτω δὲ τὸ ὅλον τῶν ἐσόδων, κατὰ τὸν προϋ-
3452πολογισμὸν καὶ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἀνέλθῃ εἰς
345391,164,348.
3454Ἀλλ’ ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰς προτάσεις τῆς πλειο-
3455ψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὀφείλω ἐνταῦθα
3456νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτρο-
3457πῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ἐκ Λεβαδείας ἀξιότιμος συνάδελφος,
3458εἰργάσθη καὶ ἐν τῷ διαστήματι, καθ’ ὃ διήρκουν αἱ συνεδριάσεις
3459τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐν τῇ καταρτίσει τῆς ἐκθέσεως, λίαν εὐ-
3460συνειδήτως, ἀναγράψας πάσας τὰς γνώμας, αἵτινες προεβλή-
3461θησαν καὶ συνεζητήθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἀνεπλήρωσε
3462πολλὰς ἐλλείψεις καὶ ἀτελείας τοῦ συντάξαντος τὸν ὑποβλη-
3463θέντα προϋπολογισμὸν Ὑπουργοῦ.
3464Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ἡ πλειοψηφία
3465τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ αὐξηθῶσι τὰ
3466ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδα κατὰ δραχμὰς
34671,697,000 ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν, λόγῳ ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ
3468ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ἀρχικῶς ὑποβλη-
3469θέντι ὑπὸ τοῦ τέως ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, εἶναι κατώ-
3470τερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται ὡς εἰσπράξιμον. Καὶ
3471εἴχομεν μὲν κατὰ τὸ 1894 ποσὸν εἰσπράξεων ἐκ δραχμῶν
347226,700,000, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ ἀποτελέσματα τῶν τεσσάρων
3473πρώτων μηνῶν τοῦ 1895 ἦσαν κατώτερα τῶν ἀντιστοίχων
3474μηνῶν τοῦ παρελθόντες ἔτους, διὰ τοῦτο περιορίζει τὴν ἀνα-
3475γραφὴν τοῦ ἐσόδου τούτου εἰς τὸ ποσὸν τῶν 24,000,000.
3476Προτείνει συνάμα καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐκ τῶν εἰδῶν τῶν Μο-
3477νοπωλίων ἐσόδου κατὰ 300,000 δραχμὰς, λόγῳ τῆς παρατη-
3478ρουμένης προϊούσης αὐξήσεως εἰς τὰ ἔσοδα ταῦτα. Προτείνει,
3479τέλος, τὴν προσθήκην ποσοῦ δραχμῶν 680,000, λόγῳ τῆς
3480ὑπερτιμήσεως τοῦ εἰσπραττομένου μεταλλικοῦ ἐκ τῶν προξε-
3481νικῶν τελῶν, ἐκ τῆς σμύριδος καὶ ἐκ τῶν τελῶν τῆς ἀγκυρο-
3482βολίας. Κατὰ τὰς προτάσεις ταύτας τῆς πλειοψηφίας τῆς
3483ἐπιτροπῆς, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δέον νὰ ἀνέλθῃ εἰς
348492,875,015.
3485Ὡς πρὸς μίαν μόνην περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων πρότασιν
3486τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἔχω ἀντίῤῥησιν. Παραδέ-
3487χομαι τὴν προτεινομένην αὔξησιν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα τὰ ἐξ
3488εἰσαγωγικῶν τελῶν καὶ ὡς πρὸς τὰ μονοπώλια, δὲν παρα-
3489δέχομαι ὅμως τὴν προσθήκην 680,000 δραχμῶν ἐκ νομισμα-
3490τικῆς διαφορᾶς, προερχομένης ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τῶν προ-
3491ξενικῶν τελῶν, τῆς σμύριδος καὶ τῶν τελῶν ἀγκυροβολίας.
3492Δὲν παραδέχομαι ταύτην, διότι, ὡς καὶ ἐκ τῶν γενομένων
3493ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων ἀπεδείχθη, τὰ ἔσοδα, ὅσα
3494εἰσπράττονται εἰς χρυσόν, πλὴν ἐκείνων, ὅσα ἐν χρυσῷ διατί-
3495θενται εἰς μισθὸν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, μεταφέρονται
3496εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον καὶ εἰσάγονται εἰς πίστωσιν τοῦ λο-
3497γαριασμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους· ὁσάκις δὲ συμβῇ νὰ αἰτή-
3498σηται ἡ ὑπηρεσία ἄλλου Ὑπουργείου ἀποστολὴν μεταλλι-
3499κοῦ νομίσματος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐὰν ᾖναι ἀναγεγραμμένη
3500ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ οἰκείου Ὑπουργείου ἡ
3501σχετικὴ πίστωσις μετὰ τῆς ἀναγκαίας ὑπερτιμήσεως τοῦ ἐξω-
3502τερικοῦ συναλλάγματος, τότε διὰ τῶν ἐκδιδομένων ἐνταλμά-
3503των πράγματι προέρχεται περίσσευμά τι ἐκ τῆς νομισματι-
3504κῆς ταύτης διαφορᾶς, τὸ ὁποῖον καταλογίζεται εἰς τὸ κεφά-
3505λαιον τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων ὑπὸ τὸ στοιχεῖον Ηʹ, ἄρθρον 2ον·
3506ἀλλ’ ὁσάκις συμβῇ νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους, ἐκ-
3507πίπτεται μὲν τότε ἀναλόγως ἡ ἀναγεγραμμένη πίστωσις διὰ
3508τὴν νομισματικὴν διαφορὰν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ τὸ
3509πλεόνασμα τοῦτο ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ δὲν
3510δύναται νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔσοδον. Τὴν τακτικὴν ταύτην
3511ἠκολούθησαν πάντες οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ ἀπολογισμοὶ, οἱ
3512μέχρι τοῦδε συνταχθέντες, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ αὔξη-
3513σις αὕτη τῶν 680,000 δὲν προσήκει νὰ ἀναγραφῇ. Ἂν ὅμως
3514ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν αὔξησιν ταύτην, δέον νὰ ἐπέλθῃ ἰσό-
3515ποσος αὔξησις εἰς τὰς πιστώσεις.
3516Οὕτω, κατ’ ἐμὲ, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δέον νὰ
3517ὑποστῇ τὰς ἑξῆς μεταβολάς. Ὡς ὑπεβλήθη καὶ ὑπὸ τῶν δύο
3518Ὑπουργῶν (τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ τε νῦν Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ
3519προκατόχου αὐτοῦ, ἀναγράφει 91,331,118· εἰς ταῦτα δέον νὰ
3520προσθέσωμεν ἐκ τιμήματος ἐκλογικῶν εἰδῶν 133,000 ἐξ εἰσ-
3521φορῶν τῶν Μονῶν 5,000, ἐξ αὐξήσεως εἰσαγωγικῶν τελῶν
35221,697,000, ἐξ εἰδῶν μονοπωλίου 300,000, τὸ ὅλον δραχ.
352393,466,118. Ἐκ τούτων ὅμως δέον νὰ ἐκπέσωμεν ἐκ τῆς μεταῤ-
3524ῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ὄχι τὸ ποσὸν τῶν
3525304,770, ὅπερ ἀναγράφεται εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ,
3526ἀλλὰ τὸ ποσὸν 550,000, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸς ὁ συλλογι-
3527σμὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ δήλωσις τοῦ Ὑπουργείου,
3528ὅτι πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν τὸ τρίτον τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων.
3529Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν
3530εἰσπράττονται κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ σχολικοῦ ἔτους. Ἑπο-
3531μένως, ἐὰν ἔχωμεν ὡς βάσιν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ἐξ
3532ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἀνέρχεται εἰς 1,500,000, διὰ τὴν τρί-
3533την τετραμηνίαν πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν τοὐλάχιστον 550,000.
3534Πρέπει συνάμα νὰ ἐκπέσωμεν ἐκ τῆς μειώσεως τῶν εἰσαγωγι-
3535κῶν τελῶν, συνεπείᾳ τῶν ὑποβληθέντων καὶ ψηφισθέντων νο-
3536μοσχεδίων, τὸ ποσὸν τῶν 650,000 δραχμῶν. Οὕτως ὁ προϋ-
3537πολογισμὸς τῶν ἐσόδων κατέρχεται εἰς 92,266,118. Κατ’
3538ἐμὲ, δέον νὰ ἐκπέσωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τὴν
3539ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν στα-
3540φίδα, διότι, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψη-
3541φίσθη, ἐλαττοῦται κατὰ 4 δραχμὰς ὁ ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος
3542ἑνετικῶν λιτρῶν ἔγγειος φόρος, ἑπομένως, καὶ ἐὰν 300 ἑκα-
3543τομμύρια λιτρῶν σταφιδοκάρπου ὑπολογίσωμεν ὡς ἐξαχθησόμε-
3544να, ἀναγκαίως ὀφείλομεν νὰ ἐκπέσωμεν τὸ ποσὸν 1,200,000
3545δραχμῶν, ὅτε θέλομεν ἔχει ἔσοδα 91,116,148. Δὲν δύναμαι
3546ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι δυνα-
3547τὸν ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον ἐκ
3548τοῦ εἰς εἶδος πληρωτέου ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος, εἶναι
3549δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ χρηματικὸν ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ
3550ὁποῖον θέλει δαπανηθῆ διὰ τὴν ἀποθήκευσιν καὶ τὴν δια-
3551χείρισιν αὐτοῦ· αὕτη ἦτο περίπου καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρω-
3552θυπουργοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δύναται ἐκ τούτου νὰ
3553προκύψῃ τι ὡς κέρδος, τοῦτο εἴτε θέλει διατεθῆ ὑπὲρ τῆς στα-
3554φιδοπαραγωγῆς, εἴτε θέλει εἶσθαι ἀνάξιον λόγου.
3555Μεταβαίνω νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
3556ἐξόδων. Ὁ μὲν ἐπὶ τοῦ προκατόχου Πρωθυπουργοῦ ὑποβλη-
3557θεὶς προϋπολογισμὸς ἀνέγραφε δαπάνας 90,150,380, ὁ δὲ ὑπὸ
3558τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθεὶς ἀναγράφει 89,342,724,
3559ἤτοι διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον 807,656. Ὡς διεσκευάσθη οὗτος
3560διὰ τῶν δηλώσεων τῶν μέχρι τῆς χθὲς ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τῆς
3561Κυβερνήσεως καὶ διὰ τῆς προσθήκης δραχμῶν 730,095, ἐπὶ
3562τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐψηφίσθη, πρὸς κύ-
3563ρωσιν Β. Διατάγματος χορηγήσαντος ἀναπληρωτικὴν πίστω-
3564σιν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1895, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξό-
3565δων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 91,340,282. Δέον ὅμως νὰ λά-
3566βωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς προτάσεις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπι-
3567τροπῆς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτρο-
3568πῆς παρετήρησεν εὐλόγως, ὅτι τὸ ἀναγραφόμενον ποσὸν πι-
3569στώσεως διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δη-
3570μοσίου χρέους ἀπαιτουμένου ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος δέον
3571νὰ αὐξηθῇ κατὰ 300,000 δραχ. Κατ’ ἐμὲ, τὸ ποσὸν τοῦτο
3572εἶναι ἀνεπαρκὲς, διότι ἤδη ἔχομεν γνωστὸν, ὅτι ἐκ τῶν γε-
3573νομένων μέχρι τοῦδε πληρωμῶν διὰ τὴν τοῦ 1895 ὑπηρεσίαν
3574τοῦ δημοσίου χρέους ἐπληρώθησαν, πλέον τοῦ ἀναγεγραμμέ-
3575νου ποσοῦ πιστώσεως ἐπὶ τῇ βάσει τιμῆς 1.75, 10 λεπτὰ πε-
3576ρίπου κατὰ φράγκον, ἐπὶ δὲ ποσοῦ 4,500,000 ἔχομεν πλεό-
3577νασμα 450,000. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ κατὰ
3578τὴν τρέχουσαν ἀκόμη ἑξαμηνίαν δὲν ἐλπίζεται νὰ ἔχωμεν τι-
3579μὴν κατωτέραν τῶν λεπτῶν 175, καὶ προσθέσωμεν 2–5
3580λεπτὰ κατὰ φράγκον, βεβαίως πρέπει νὰ περιορισθῶμεν τοὐ-
3581λάχιστον εἰς τὴν προσθήκην 500 χιλιάδων, ἵνα μὴ παραστῇ
3582ἀνάγκη ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων.
3583§137Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑποστηρίζετε, ὅτι ἠγοράσθη πρὸς
35841,75 τὸ φράγκον;
3585§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς 1,85, ἤτοι δέκα λεπτὰ κατὰ φράγ-
3586κον, ἐπὶ 4,500,000 φέρει πλεόνασμα 450,000. Ἐπειδὴ δὲ,
3587καὶ ἀρξαμένης τῆς ἑξαμηνίας ταύτης, ἔχομεν τιμὴν συναλ-
3588λάγματος οὐχὶ κατωτέραν τῶν 175, ἀλλὰ πάντοτε κατά τι
3589ἀνωτέραν, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ αὐξήσωμεν τὴν πίστωσιν
3590ταύτην κατὰ ποσὸν 500,000.
3591Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ προ-
3592τείνει νὰ προστεθῇ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως πί-
3593στωσις ἐκ δραχμῶν 388,068· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς
3594ταύτην, ἐὰν ἐμμείνῃ εἰς τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο δήλωσιν ὁ ἀξιό-
3595τιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
3596σχετικοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, δὲν
3597ὑπάρχει λόγος, ὑποστηρίζων τὴν τοιαύτην προσθήκην, διότι
3598αἱ πιστώσεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ὡς
3599καὶ τὸ ἔσοδον ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων, θέλουσιν ἀπομείνει ὅπως
3600ἀρχικῶς ἀνεγράφησαν. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προ-
3601τείνει ὡσαύτως καὶ τὴν προσθήκην δραχ. 100 χιλιάδων διὰ
3602τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ κτιρίου τῶν λουτρῶν Ὑπάτης. Εἶναι
3603εὐλογωτάτη ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι πρόκειται τῷ
3604ὄντι περὶ ἰαματικῶν ὑδάτων, τῶν ὁποίων ἡ χρῆσις ἀπεδείχθη
3605λίαν ὠφέλιμος, καὶ τὰ ὁποῖα θέλουσι προσελκύει οὐ μόνον μέ-
3606γαν πληθυσμὸν ἐσωτερικὸν, ἀλλὰ καὶ ἐξωτερικὸν, ἐὰν συμπλη-
3607ρωθῇ τὸ ἀρξάμενον ἤδη κτίριον, ὑπὲρ οὗ ἑκατοστύες χιλιά-
3608δων δραχμῶν ἐδαπανήθησαν.
3609Ἡ σπουδαιοτέρα ὅμως τῶν προτάσεων τῆς πλειοψηφίας τῆς
3610ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγραφῇ
3611ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων πίστωσις δι’ ἔξοδα κεκλει-
3612σμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, τὰ ὁποῖα ἐξεκαθαρίσθη-
3613σαν καὶ ἀνεγνωρίσθησαν ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς
3614τοῦ 1895 ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Γνωστὸν εἶναι,
3615ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἶχε συνταχθῆ κατὰ μῆνα
3616Ὀκτώβριον τοῦ 1894· ἔκτοτε δ’ ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ ἀνεγνωρί-
3617σθησαν πολλαὶ δαπάναι, ἀναγόμεναι εἰς τὰς κεκλεισμένας καὶ
3618διαγεγραμμένας χρήσεις. Καὶ ἀπεστάλη μὲν πρὸς τὴν ἐπι-
3619τροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ πίναξ ἐπίσημος ὑπὸ τῶν διαφό-
3620ρων Ὑπουργείων, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ πρὸς τοῦτο ἀναγκαία πί-
3621στωσις ἀνέρχεται εἰς 700,000 δραχμάς, ἐγὼ ὅμως νομίζω,
3622ὅτι τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν εἶναι ἀνώτερον, δὲν ἐπερατώθη δὲ
3623εἰσέτι ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἀναγνώρισις πάντων τῶν ἐξόδων τῶν
3624ἀναγομένων εἰς τὰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις.
3625Εἶναι μάλιστα γνωστόν, ὅτι πολλοὶ ἐνδιαφερόμενοι προσῆλθον
3626εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, αἰτούμενοι πληροφορίας, ἄν ἡ εἰς
3627αὐτοὺς ἀφορῶσα πίστωσις ἀνεγράφη εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κε-
3628κλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, γενομένης δὲ ἐρεύνης,
3629ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγεγραμμένη, ὥστε θέλομεν ἔχει
3630ἀσυγκρίτως μεῖζον ποσόν. Ἔχουσι δὲ τοῦτο τὸ ἐλάττωμα αὑ-
3631ταὶ αἱ δαπάναι, ἐὰν ἐγκαίρως δὲν λαμβάνηται ἡ προσήκουσα
3632πρόνοια περὶ τῆς ἀναγραφῆς αὐτῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτι
3633ὑποβάλλουσι τὸ Δημόσιον εἰς τὴν πληρωμὴν τόκου. Ὡσαύτως
3634προτείνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ μία ἐλάττωσις ἐν ταῖς
3635πιστώσεσιν, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα τῶν σιδηροδρόμων,
3636ἐκ δραχμῶν 105,000. Κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν λοιπὸν τὸ ποσὸν
3637τῶν δαπανῶν ἀνέρχεται εἰς 92,720,134.
3638Λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
3639σεως προϋπολογισμὸν, τὰς γενομένας ὑπ’ αὐτῆς δηλώσεις περὶ
3640τῶν ἐπενεκτέων εἰς τε τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα μεταβολῶν, καὶ τὰς
3641προτάσεις ἢ παρατηρήσεις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ
3642κρίνων ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων γνωστῶν καὶ ἀναμφισβητήτων,
3643ὑπολογίζω ὡς ἑξῆς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1895.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3644 Ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὑπε-
3645 βλήθη ἀναγράφων ποσότητα πιστώσεων· Δρ.89,342,724
3646αʹ)Ἐψηφίσθη ἤδη νομοσχέδιον ἀναπλη-
3647 ρωματικῆς πιστώσεως εἰς βάρος τῆς χρή-
3648 σεως τοῦ 1895 » 730,095
3649βʹ)Προστίθενται πιστώσεις κατὰ τὰς
3650 δηλώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων » 1,267,463
3651γʹ)Προστίθενται τὰ ἀνεγνωρισμένα ἤδη
3652 ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρή-
3653 σεων κατὰ τὸν κατατεθέντα εἰς τὴν ἐπιτρο-
3654 πὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπίσημον πίνακα » 700,000
3655δʹ)Ἡ δι’ ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ
3656 συναλλάγματος, τοῦ χρησίμου εἰς τὴν ὑπη-
3657 ρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀναγραφομένη
3658 πίστωσις δέον ν’ αὐξηθῇ κατὰ » 550,000
3659εʹ)Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη πί-
3660 στωσις διὰ μίαν μόνην βουλευτικὴν σύνοδον,
3661 καθόσον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συντάξεως δὲν
3662 ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι γνωστὴ ἡ ἐπελθοῦσα
3663 διάλυσις καὶ ἡ ἐκ ταύτης ἐπιβαλλομένη
3664 ἀνάγκη Βʹ συνόδου ἐντὸς τοῦ 1895. Δὲν
3665 πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ τις, ὁ δικαιούμενος
3666 νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν θὰ παρασταθῇ ἀνάγκη
3667 δευτέρας συνόδου κατὰ τὸν προσεχῆ Νοέμ-
3668 βριον καὶ δι’ ἄλλην νομοθετικὴν ἐργασίαν
3669 Εἰς μεταφορὰν » 92,590,282
3670 Ἐκ μεταφορᾶς Δρ.92.590,282
3671 καὶ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896.
3672 Ὑπολογίζω τὴν δαπάνην δευτέρας συνόδου
3673 εἰς τὸ ἐλάχιστον ὅριον, ἤτοι » 350,000
3674ϛʹ)Ἐψηφίσθη ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ
3675 ἐκτάκτων δαπανῶν τῶν ἐν Βερολίνῳ, Λονδί-
3676 νῳ καὶ Παρισίοις Πρεσβειῶν, δι’ ὧν αὐξά-
3677 νονται αἱ ἀποδοχαὶ ἑκάστης αὐτῶν κατὰ δρ.
3678 1500 μηνιαίως. Ἐπιβάλλεται ἑπομένως
3679 προσθήκη πιστώσεως διὰ 5 μῆνας » 22,500
3680ζʹ)Εἶναι ἤδη εἰς γʹ συζήτησιν ἡ σύμβα-
3681 σις περὶ τῆς συμπληρώσεως καὶ τῆς εἰς δη-
3682 μοσίαν χρῆσιν παραδόσεως τοῦ σιδηροδρόμου
3683 Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων. Κατὰ τοὺς ὅρους
3684 αὐτῆς, τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ πληρώσῃ
3685 ἐντὸς τοῦ 1895 τὸ ποσὸν » 100,000
3686 Ἄρα εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ.93,062,782
3687ἀνέρχονται αἱ δαπάναι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, χω-
3688ρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐνδεχόμεναι προσθῆκαι διὰ νέων
3689δηλώσεων τῶν Ὑπουργῶν, καθόσον καθ’ ἡμέραν τοιαύτας ἐξα-
3690κολουθοῦν νὰ ὑποβάλλωσι, καὶ χωρὶς ἐπίσης νὰ ληφθῶσιν ὑπ’
3691ὄψιν αἱ γενησόμεναι προσθῆκαι δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώ-
3692σεων, αἵτινες θέλουσι ληφθῆ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ
3693γνωστὴ εἶναι ἤδη ἡ ἀνεπάρκεια τῶν κεχορηγημένων τοιούτων,
3694ἰδίως δι’ ἔξοδα μεταθέσεως ὑπαλλήλων, διὰ διατροφὴν κατα-
3695δίκων κλπ.
3696Ἡ πίστωσις ὅμως, ἧς ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
3697τοῦ 1895 εἶναι ἐπιβεβλημένη, εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν συμ-
3698πλήρωσιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν,
3699περὶ ἧς ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω ὑμῖν διεξοδικῶς.
3700Γνωστὸν εἶναι τοῖς πᾶσιν, ὅτι ἡ ὑπὸ τὸν νῦν κ. Πρωθυπουρ-
3701γὸν Κυβέρνησις ἐκήρυξε κατὰ τὸ 1891–1892 ἔκπτωτον τὴν
3702ἀναλαβοῦσαν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Κα-
3703λαμῶν Βελγικὴν Ἑταιρίαν, διευθυνομένην ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ
3704Rolin, καὶ παρεχώρησε τὴν χρῆσιν τῆς γραμμῆς ταύτης εἰς
3705τὴν Ἑταιρίαν τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοπον-
3706νήσου ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ κατασκευάσῃ τὸ ἀπομεῖναν ἀκα-
3707τασκεύαστον τμῆμα Τρίπολις–Διαβολίτσι, χορηγοῦντος εἰς
3708αὐτὴν τοῦ Δημοσίου τὸ ποσὸν δραχ. 3,300,000. Αἱ παρεμ-
3709βληθεῖσαι δυσκολίαι ὑπὸ τῶν ἐχόντων λαμβάνειν παρὰ τοῦ
3710ἤδη ἐκπτώτου ἐργολάβου καὶ αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι τῆς
3711ἑταιρίας ταύτης κατέστησαν ἀνέφικτον μέχρι τοῦδε τὴν τοῦ
3712τμήματος τούτου κατασκευήν. Καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνη-
3713σις εἶχεν ἔλθει εἰς συνενόησιν μετὰ τῆς Ἑταιρίας, ὅπως μὴ
3714ἀναβληθῇ ἐπὶ πλέον ἡ τοῦ τμήματος τούτου κατασκευή, ἀλλὰ
3715ἡ περὶ τούτου σύμβασις δὲν περιεβλήθη τὴν νομοθετικὴν κύ-
3716ρωσιν, ἕνεκεν τῆς ἐπελθούσης διαλύσεως τῆς Βουλῆς.
3717Ὀρθῶς δὲ ποιοῦσα ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις συνωμολόγησε
3718τὴν γνωστὴν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῆς Ἑταιρίας τοῦ
3719Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου σύμβασιν ἐπὶ βάσεων, αἵτινες δια-
3720φέρουσι μὲν τῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως παραδεχθει-
3721σῶν, ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἐξασφαλίζουσι τὴν τοῦ ἔργου συντέλεσιν.
3722Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ
3723πληρώσῃ πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τὸ ἀρχικῶς συμπεφωνημένον
3724ποσόν, ἐκ δρ. 3,300,000. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἔργον δὲν θέλει ἀπο-
3725περατωθῆ ἐντὸς τοῦ 1895, ὀρθῶς ὑπελογίσθη ὡς δαπανη-
3726θησόμενον ἐντὸς τοῦ 1895 τὸ ποσὸν δρ. 1,000,000. Ἀλλὰ
3727ἀντὶ νὰ ἀναγράψῃ, ὡς ὤφειλεν, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν
3728ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν πίστωσιν ταύ-
3729την τῶν δραχμῶν 1,000,000, προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν
3730τὴν περὶ χορηγίας τῆς πιστώσεως αἴτησιν ὑπὸ τύπον ὅλως
3731ἰδιόῤῥυθμον καὶ λογιστικῶς σόλοικον, τοῦτο δὲ, ἵνα μὴ αὐξή-
3732σωσιν αἱ πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 καὶ κατα-
3733δειχθῇ οὗτος οἷος εἶναι, ἤτοι ἐν ἀναμφισβητήτῳ ἐλλείμματι.
3734Προβάλλεται πρώτην ἤδη φορὰν παράρτημα τοῦ προϋπο-
3735λογισμοῦ τοῦ 1895, ἀναγράφον ἔσοδα καὶ ἔξοδα διὰ σιδηρο-
3736δρομικὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν· καὶ ὡς
3737ἔσοδα μὲν αὐτοῦ ἀναγράφονται τὰ ἑπόμενα
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
37381)Ὑπόλοιπον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ
3739 μετενεχθὲν εἰς λογαριασμὸν ἀναγκαστικῆς κυ-
3740 κλοφορίας Δρ.1,062,823
37412)Ὑπόλοιπον παρὰ τῷ τραπεζίτῃ Cibbs
3742 αʹ) Εἰς χρεώγραφα δανείου 135,000,000
3743 ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου λιρῶν 20,200, κατὰ
3744 τὴν εἰς τὸ 1891 τρέχουσαν ἀξίαν, φρ. χρ.
3745 321,331, καὶ βʹ) Μετρητὰ φρ. 84,348, ἤτοι
3746 τὸ ὅλον φρ. 405,679 πρὸς 1,35 (τιμὴ συν-
3747 αλλὰγματος Δεκεμβρίου 1891) » 547,667
37483)Ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου ἐκ μὴ πληρω-
3749 θέντων τόκων ἐντόκου γραμματίου » 358,000
37504)Ὅσα εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς
3751 ἐγγυήσεως τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας, ἐκ φρ.
3752 450,000, πρὸς δρ. 1,35 » 607,500
3753 Ἤτοι τὸ ὅλον τῶν ἐσόδων Δρ.2,575,990
3754Ὡς ἔξοδον δὲ ἀναγράφει διὰ τὸ 1895 τὸ ποσὸν δρ. 1,000,000.
3755Ἐξεταστέον νῦν, ἐὰν ἐπετρέπετο ν’ ἀναγραφῶσιν ὡς ἔσοδα,
3756καὶ μάλιστα ἐν ἐκτάκτῳ προϋπολογισμῷ, τ’ ἀνωτέρω σημειω-
3757θέντα ποσά.
37581) Ἡ εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου ἐκπεσοῦσα ἐγγύησις τῆς
3759Βιομηχανικῆς Τραπέζης ἐκ φρ. 450,000, ἡ ἀποτελοῦσα τὸ
3760ἔσοδον τῶν δρ. 607,500, κατελογίσθη εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρή-
3761σεως τοῦ 1892 ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, ἐκδοθέντος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 365
3762τῆς 25 Φεβρουαρίου 1892 ταμειακοῦ γραμματίου (ὅρα ἀπο-
3763λογισμὸν 1892, ἔσοδα κεφ. Ηʹ ἄρθρ. 1).—Πρὸς ἀπόδοσιν δὲ
3764τοῦ ποσοῦ τούτου δέον ν’ ἀναγραφῇ πίστωσις εἰς βάρος τοῦ
3765προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων.
37662) Ὡς πρὸς μὴ πληρωθέντας τόκους ἐντόκου γραμματίου
3767ἐκ δρ. 358,000 ὁ καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν
3768Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὑπὸ χρο-
3769νολογίαν 18 Νοεμβρίου 1891, μετὰ πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργι-
3770κοῦ Συμβουλίου ἀπὸ 17 Ἰουλίου 1891 καὶ μετὰ ταὐτοχρό-
3771νου πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἐκθέσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, περὶ χο-
3772ρηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 322,882.22 ὑπὸ τὸ κεφ.
377339 «τόκοι ἐντόκων γραμματίων» πρὸς πληρωμὴν τῷ κ. Rolin
3774τόκου ἡμερῶν 518 ἐπὶ τοῦ ἐκ δρ. 5,610,000 ἐντόκου γραμ-
3775ματίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς,
3776οὐδεμία δὲ ἐπιτρέπεται πληρωμὴ μὴ ὀφειλομένου νομίμως τόκου,
3777ἄνευ εἰδικοῦ νόμου, ἐγκρίνοντος ταύτην. Ἀλλὰ, καὶ ἂν εἴτε τὸ
3778νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἴτε νεώτερον ἐκ δρ. 358,000 ὑποβληθῇ
3779εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθῇ, ἀπαραίτητον εἶναι ν’ ἀναγραφῇ
3780πίστωσις τοσούτου ποσοῦ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων.
37813) Τὸ παρὰ τῷ τραπεζίτῃ Cibbs ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν
3782547,667 δὲν εἶναι εἰσπράξιμον, καθόσον, ὡς γνωστὸν, ὁ τρα-
3783πεζίτης οὗτος ἀρνεῖται τὴν πληρωμὴν καὶ λόγῳ ἐλλείψεως τῆς
3784συγκαταθέσεως τοῦ Rolin καὶ λόγῳ ἑτέρων αὐτοῦ ἀπαιτή-
3785σεων κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ποσότητος ἀσυγκρίτως
3786ἀνωτέρας. Καὶ ἂν ὅμως κατασταθῇ εἰσπράξιμον, βεβαίως ἡ
3787ποσότης αὐτοῦ ἔσται ἐλάσσων τῆς ἐν τῷ ἐκτάκτῳ προϋπο-
3788λογισμῷ ἀναγραφομένης· καθόσον αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου
3789τῶν 135,000,000, αἱ φέρουσαι ὀνομαστικὸν κεφάλαιον λιρῶν
379020,200, τιμῶνται σήμερον πρὸς 34%, ἤτοι ἡ τρέχουσα
3791ἀξία τῶν λιρῶν 20,200 κατῆλθεν εἰς λίρας 6868.
37924) Τὸ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὑπόλοιπον, τὸ μετενεχθὲν
3793εἰς λ)σμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐκ δρ. 1,062,823,
3794δὲν δύναται λογικῶς καὶ λογιστικῶς ν’ ἀναγραφῇ νῦν ὡς ἔσο-
3795δον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὡς γνωστόν, διὰ τὴν κατασκευὴν
3796τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν συνωμολογήθη τὸ δάνειον
3797τῶν φρ. 24,000,000. Τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τούτου εἰσήχθη
3798εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔκτακτον ἔσοδον τοῦ Κράτους. Ἡ
3799ἐπελθοῦσα βραδύτερον ἐξόφλησις αὐτοῦ διὰ τοῦ δανείου τῶν
3800λ. 5,000,000 δὲν μετέβαλε τὸ παράπαν τὸν προορισμὸν καὶ
3801τὸν ἀρχικὸν χαρακτῆρα τοῦ εἰρημένου δανείου. Κατὰ τὴν σχε-
3802τικὴν σύμβασιν, ὁ ἐργολάβος εἶχεν ἀναλάβει καὶ τὴν χορηγίαν
3803τοῦ δανείου καὶ ὑπεχρεοῦτο νὰ καταθέσῃ εἰς χρήματα μὲν 80%,
3804εἰς τραπεζικὴν δὲ ἐγγύησιν τὰ ὑπόλοιπα 20%.
3805Κατὰ τὴν αὐτὴν σύμβασιν, τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τούτου,
3806ἀντὶ νὰ μείνῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἐντεῦθεν νὰ λαμ-
3807βάνωνται τὰ ἀναγκαιοῦντα κατὰ λόγον τῆς προόδου τῶν
3808ἔργων ποσά, πληρονόμενα εἰς τὸν ἐργολάβον τῆς κατασκευῆς,
3809συνεφωνήθη, λόγῳ πορισμοῦ τῶν διαμέσων τόκων, νὰ κατατεθῇ
3810παρὰ τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ, ἐνδυόμενον εἰς χρεώγραφα ἢ εἰς ἔν-
3811τοκα γραμμάτια. Ἀλλὰ ἡ παρὰ τῇ Τραπέζῃ κατάθεσις, γενο-
3812μένη εἰς λ)σμὸν τοῦ Δημοσίου, δὲν ἠδύνατο νὰ παρακωλύσῃ τὴν
3813ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὑπο-
3814χρέωσιν νὰ εἰσαγάγῃ ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ προϊὸν
3815τοῦ δανείου ὡς ἔκτακτον ἔσοδον τοῦ Κράτους, καὶ νὰ χρεώσῃ
3816ἀφ’ ἑτέρου τὴν Ἐθν. Τράπεζαν. Οὕτω κατὰ μὲν τὸ 1889 διὰ
3817γραμματίων εἰσπράξεως τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου εἰσήχθη ὡς
3818δημόσιον ἔσοδον τὸ ποσὸν················ Δρ. 13,664,670.44
3819κατὰ δὲ τὸ 1890························· Δρ. 5,600,000,00
3820Τὸ ὅλον································· Δρ. 19,264,670.44
3821Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου προέκυψεν ἡ παρακαταθήκη παρὰ τῇ
3822Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἧς ὑπόλοιπον εἶναι τὸ σημειωθὲν ἤδη ποσὸν
3823ἐκ δρ. 1,062,823, ὅπερ εὐλόγως μετηνέχθη εἰς λ)σμὸν τοῦ
3824δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἵνα μὴ τὸ Δημόσιον
3825ζημιώνηται τὸν τόκον τοῦ 1%. Ἐξεταστέον νῦν, δύναται νὰ
3826ληφθῇ ἡ παρακαταθήκη αὕτη ἄνευ πιστώσεως ἀναγραφομέ-
3827νης εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ καὶ ἂν θεω-
3828ρηθῇ ὡς χορηγία πιστώσεως τὸ προβαλλόμενον παράρτημα
3829προϋπολογισμοῦ, δύναται ἡ παρακαταθήκη αὕτη νὰ καταλο-
3830γισθῇ ὡς ἔσοδον τοῦ Δημοσίου; Βεβαίως ὄχι· διότι τὸ ἐκ
3831τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἔσοδον κατε-
3832λογίσθη ἤδη ἐν ταῖς διαχειρίσεσι τῶν ἐτῶν 1889 καὶ 1890
3833ὡς ἔκτακτον ἔσοδον τοῦ Κράτους. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι
3834τὰ μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντα ἐντάλματα ἐξόδων τοῦ σιδηροδρόμου
3835Μύλων–Καλαμῶν, κατὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὁποίων δὲν ἐση-
3836μειώθησαν καὶ ὡς ἔσοδα ἐκ τοῦ δανείου τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα
3837ἀνελήφθησαν ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ παρακαταθη-
3838κῶν, ἀλλ’ ἐξεδόθησαν γραμμάτια ἀναλήψεως πρὸς πίστωσιν
3839τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης (ὅρα ἀπολογισμοὺς 1889, 1890 καὶ
38401891). Ἄλλως αὐξάνουσι τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀπολογισμῶν,
3841καὶ ἐπέρχεται πλήρης ἀνατροπὴ καὶ τοῦ λογιστικοῦ νόμου
3842καὶ τῶν λογιστικῶν βιβλίων.
3843Ἠναγκάσθην νὰ μακρηγορήσω, ὅπως παραστήσω εἰς ὑμᾶς
3844τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα θέλει ὁδηγήσει ἡ ἰδιόῤῥυθμος ἐπίνοια
3845τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὑπαγορευθεῖσα ἐκ τοῦ
3846σκοποῦ τῆς παραστάσεως τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ
3847ἔλασσον κατὰ ἓν ἑκατομμύριον.
3848Μεθ’ ὅλην ὅμως τὴν ἐπίνοιαν ταύτην, ἡ διὰ τὴν κατασκευὴν
3849τοῦ τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν δαπάνη ἐπι-
3850βαρύνει ἀναποδράστως τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ
38511895, καὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον ἡμῖν νὰ συνυπολογίσωμεν εἰς
3852τὰς λοιπὰς πιστώσεις καὶ ταύτην, τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3853Οὕτω δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1895 ἀνέρχεται
3854εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ.94,062.782
3855Μὲ προϋπολογισμὸν δὲ ἐσόδων ἐκ » 92,266,118
3856Ἔχομεν ἀναμφισβήτητον ἔλλειμμα ἐκ δρ. 1,796,664
3857Εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θέλει προστεθῆ καὶ ἡ ἐπελθοῦσα
3858ἐλάττωσις ἐπὶ τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος ἐκ δρ. 4 κατὰ χι-
3859λιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν ἐπὶ 300,000,000, ἤτοι τὸ ποσὸν δρ.
38601,000,000, μεῖον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ θέλει τυχὸν εἰσπραχθῆ
3861ἐκ τιμήματος τοῦ εἰς εἶδος εἰσπραχθησομένου ἐγγείου φόρου
3862σταφίδος.
3863Κατ’ ἐμὴν γνώμην, καίτοι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα
3864εἶχον καὶ ἔχουσι δυσχερῶς, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀνῆλθεν ἐπὶ
3865τὴν ἀρχὴν ὑπὸ εὐνοϊκὰς συνθήκας, ἐν σχέσει πρὸς ἣν εἶχεν
3866ἀποστολήν.
3867Εὑρίσκει μειωμένον τὸ ποσὸν τῆς ὀφειλῆς τοῦ Κράτους ἐκ
3868τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ ποσότητα
3869ὑπερβαίνουσαν τὰ 10 ἑκατομμύρια. Εὑρίσκει τὸ στάδιον τῶν
3870διαπραγματεύσεων πρὸς συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ ἐξωμα-
3871λισμένον καὶ κεκαθαρμένον ὑπὸ τῶν προκατόχων της. Πρὸ
3872πάντων γινώσκει, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἀπαιτήσεις τῶν δανειστῶν,
3873καὶ τίνα τηροῦσι στάσιν οὗτοι, ἀφοῦ μάτην ἐπεκαλέσθησαν
3874τὴν ἐπέμβασιν τῶν Κυβερνήσεων, ὧν διατελοῦσιν ὑπήκοοι.
3875Τὸ πρῶτον μέλημα, τὸ πρῶτον καθῆκον τῆς σημερινῆς Κυ-
3876βερνήσεως ἦτο νὰ λάβῃ προχείρως καὶ ἀμέσως πρόνοιαν περὶ
3877βελτιώσεως τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀνωμαλίας, νὰ προσαγά-
3878γῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πρὸς μείωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν
3879ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων· καὶ
3880ἂν δὲν ἠδύνατο ἐν ποσότητι μεγάλῃ νὰ πράξῃ τοῦτο, ὤφειλεν
3881ἔστω καὶ κατὰ 5 ἑκατομμύρια νὰ κατορθώσῃ τὴν ἐλάττωσιν
3882τοῦ ποσοῦ αὐτῶν· οὕτως ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς πάντας
3883τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς συντελεσθῇ ὁ συμ-
3884βιβασμὸς, θέλει προνοήσει περὶ τῆς παγιώσεως τοῦ κυμαίνον-
3885τος χρέους, ἤτοι τῶν προσωρινῶν εἰς χρυσὸν δανείων, καὶ ἰδίως
3886θέλει ἐργασθῆ διὰ σειρᾶς οἰκονομικῶν μέτρων, εἰς τρόπον ὥστε,
3887ἐὰν δὲν ἀρθῇ ἐντελῶς ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, νὰ βελτιωθῇ
3888ὅμως αὕτη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν
3889ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος οὐ μόνον ἐλάσσονα
3890τῆς ὑφεστώσης, ἀλλὰ καὶ σταθερὰν, διότι, ὡς γνωστὸν, ἡ ὑπερ-
3891τίμησις τοῦ χρυσοῦ παραβλάπτει τὰς συναλλαγὰς καὶ κρατεῖ
3892τὸ ἐμπόριον ἐν καταστάσει μετεώρῳ· ἰδίᾳ ὅμως ἐπιβλαβῆ
3893εἶναι τὰ μεγάλα ἅλματα τῆς ὑπερτιμήσεως ἢ ὑποτιμήσεως
3894τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Καὶ ἐν ἄλλοις ἔθνεσιν εἰσή-
3895χθη πρὸ ἐτῶν καὶ λειτουργεῖ εἰσέτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφο-
3896ρία, ἀλλὰ δι’ ὧν ἔλαβον μέτρων κατώρθωσαν νὰ κρατήσωσι
3897τὴν ὑπερτίμησιν ταύτην ἐν σταθερῷ τινι ὁρίῳ· τοῦτο εἶχε κα-
3898τορθωθῆ παρ’ ἡμῖν ἐν παρελθούσῃ χρονικῇ περιόδῳ, κατὰ τὰ
3899ἔτη 1888 καὶ 1889, ὅτε ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγ-
3900ματος ἐκυμαίνετο μεταξὺ 118–122 λεπτῶν. Ἀλλ’ ἐφόσον
3901δὲν λαμβάνεται ῥιζικόν τι καὶ ἡρωικὸν μέτρον, θέλουσιν ἐξα-
3902κολουθήσει τὰ μεγάλα ἅλματα τῆς ὑπερτιμήσεως καὶ ὑπο-
3903τιμήσεως, καὶ τὸ ἐμπόριον ἡμῶν θέλει διατελεῖν ἀμηχανίᾳ,
3904ὡς μὴ δυνάμενον νὰ κανονίζῃ τὰς ἑαυτοῦ σχέσεις πρὸς τὴν
3905ἀλλοδαπὴν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐργά-
3906ζηται καὶ λειτουργῇ εὐδοκίμως.
3907Κατ’ ἐμὲ, ἐπεβάλλετο εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἵνα
3908διευκολύνῃ τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ
3909τῶν δανειστῶν, νὰ ἀποφύγῃ οἱανδήποτε ἐλάττωσιν τῶν δη-
3910μοσίων ἐσόδων, διότι ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν δέον νὰ ἐπικρατῇ καὶ
3911προέχῃ εἰς πάσας τὰς σκέψεις καὶ ἐνεργείας ἡμῶν ἡ περὶ συντε-
3912λέσεως τοῦ συμβιβασμοῦ μέριμνα, ἀπαραίτητον εἶναι νὰ μὴ
3913προσερχώμεθα οὐδὲ εἰς τὴν ἐλαχίστην μείωσιν τῶν ἐσόδων ἡμῶν.
3914Προκειμένου περὶ τῶν ἡμιτελῶν ἔργων, ὡς πρὸς μὲν τὰ ἄλ-
3915λα, βεβαίως ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις, μιμουμένη τὴν προκάτοχόν
3916της, νὰ περιορισθῇ εἰς τὸν πορισμὸν τῶν ἀναγκαίων πρὸς τοῦτο
3917χρημάτων ἐκ τῶν τακτικῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου. Ὡς
3918πρὸς τὸν σιδηρόδρομον ὅμως Πειραιῶς–Λαρίσης, νομίζω ὅτι
3919ὤφειλε νὰ ποιήσηται ἐξαίρεσιν. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ἔχουσι
3920τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων νὰ πο-
3921ρισθῶμεν τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τοὐλά-
3922χιστον τὰ δύο τμήματα τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, τὰ μέχρι
3923Λεβαδείας καὶ Χαλκίδος. Εὐκόλως ἠδύνατο νὰ συνομολογήσῃ
3924μικρόν τι ἐσωτερικὸν δάνειον, ὅπως εὕρῃ τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα
3925διὰ τὰ τμήματα ταῦτα τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης. Ἂν γέ-
3926νηται δεκτὸν τὸ σύστημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγόρησεν ὁ
3927κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ἀναμείνωμεν δηλονότι ἐκ τῶν τακτικῶν
3928ἡμῶν εἰσπράξεων νὰ κατασκευάσωμεν τὰ δύο ταῦτα τμήμα-
3929τα, βεβαίως θέλομεν ἐπιβραδύνει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε αἱ γε-
3930νόμεναι μέχρι τοῦδε διὰ τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν δαπάναι ἐξ
3931εἴκοσι καὶ πλέον ἑκατομμυρίων θέλουσιν ἀπολεσθῆ. Ἐὰν ἐν
3932τῇ τελευταίᾳ συνόδῳ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ἐψηφίζετο ὁ νό-
3933μος ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περὶ τῆς
3934διὰ δημοσίου συναγωνισμοῦ, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν συνομο-
3935λόγησιν ἐσωτερικοῦ δανείου, ἀποπερατώσεως τῶν δύο τούτων
3936τμημάτων τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, μεγίστην ἤθελε πο-
3937ρισθῆ ὠφέλειαν οὐ μόνον ἡ ἐσωτερικὴ ἡμῶν συγκοινωνία,
3938ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος, ὅπερ βεβαίως ζημιοῦται ἐκ τῆς παρελεύ-
3939σεως τοῦ χρόνου, ὡς ἐπαγομένης τὴν καταστροφὴν τῶν ἤδη
3940συντετελεσμένων ἔργων. Ἐν τούτοις ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις,
3941καίτοι ἐπηγγέλθη καὶ διὰ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς
3942ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ καὶ διὰ τῶν ἀγορεύσεων τοῦ ἡγέτου
3943αὐτῆς πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους τὴν ἄμεσον τῶν τμη-
3944μάτων τούτων ἀποπεράτωσιν, οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν, καὶ
3945ἐγκαταλείπει τὰ τετελεσμένα ἔργα εἰς τὴν καταστροφὴν καθ’
3946ὅλον τὸ ἔτος τοῦτο. Ἐὰν δ’ ἐμμείνῃ εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἐκ
3947τοῦ πλεονάσματος τῶν τακτικῶν ἡμῶν εἰσπράξεων θέλει συν-
3948τελεσθῆ τὸ ἔργον, δὲν θέλομεν βεβαίως ἴδει ἐπὶ πολὺν χρόνον
3949ὑπηρετοῦντα τὴν συγκοινωνίαν τὰ μέχρι Χαλκίδος καὶ Λε-
3950βαδείας τμήματα.
3951Ἐπίκαιρον εἶναι νὰ ὑπομνήσω ἐνταῦθα τὴν πρὸς τοὺς ἐκλο-
3952γικοὺς συλλόγους ἐπαγγελίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς
3953Κυβερνήσεως περὶ περιορισμοῦ τῶν, ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ
3954δημοσίου χρέους, ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους εἰς τὸ ποσὸν
3955τῶν δρ. 65 ἢ 66 ἑκατομμυρίων.
3956Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψη-
3957φίσωμεν, ἀνέρχεται, ὡς ἔλεγον ὑμῖν πρότερον, εἰς 94,000,000.
3958Ἐὰν δ’ ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν 22,000,000, ἅτινα ἀποτε-
3959λοῦσι τὴν ἐνιαυσίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, ὁ
3960προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν καὶ
3961τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἀνέρχεται εἰς 72,000,000.
3962Ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
3963λίου, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους πρὸ τῶν ἐκλογῶν
3964τῆς 16 Ἀπριλίου, ἔλεγεν ὅτι «εἶναι πολλὰ τὰ 69,000,000,
3965» ὅσα ἀνέγραψεν ὁ παραιτηθεὶς Πρωθυπουργός· πρέπει νὰ τὰ
3966» περιορίσωμεν εἰς μόνον 65 ἢ 66 ἑκατομμύρια.» Ἀντὶ ὅμως
3967τοῦ περιορισμοῦ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατώρθωσεν, ὅπως
3968τὰ 69 ἑκατομμύρια προβιβάσῃ εἰς 72 ἑκατομμύρια.
3969Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὅτε ἀνέγνων τὴν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλ-
3970λόγους ἐπαγγελίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ περιορισμοῦ
3971τῶν τακτικῶν δαπανῶν ἡμῶν εἰς μόνον 65 ἢ 66 ἑκατομμύ-
3972ρια, ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεπλάγην ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐλευθεριότητι τῶν
3973πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς ὑποσχέσεων. Ὅσοι καλῶς ἐμελέτησαν τὰ
3974τῶν ἀπαραιτήτων πρὸς διοίκησιν τῆς χώρας δαπανῶν, ἐν οἷς
3975πρωτίστως καταλέγεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, γινώσκουσιν, ὅτι
3976ἐν τῷ παρελθόντι μεγάλη ἐγένετο περιστολὴ εἰς ταύτας, μέ-
3977χρι μάλιστα τοῦ σημείου τοῦ νὰ βλαφθῶσι τὰ συμφέροντα
3978πολλῶν ὑπηρεσιῶν. Ἡ περαιτέρω δὲ περιστολὴ τῶν δαπανῶν
3979μέχρι ποσοῦ μάλιστα 65 ἑκατομμυρίων, εἶναι βεβαίως ἀνέ-
3980φικτος.
3981Εἶναι δυνατὸν εἰς Κυβέρνησιν, ἐργαζομένην μετὰ θάῤῥους
3982ἅμα καὶ περισκέψεως, νὰ ἐξευρεθῶσιν ἔτι οἰκονομίαι μέχρι πο-
3983σοῦ 2 ἑκατομμυρίων, οὐχὶ εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, οὐδὲ
3984εἰς τὴν κατάργησιν ὀλίγων θέσεων γραφέων ἢ ὑπογραμματέων,
3985ἀλλὰ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν Ὑπουργείων Στρατιω-
3986τικῶν καὶ Ναυτικῶν. Γινώσκω, ὅτι ἐν τοῖς σχεδίοις τῆς προ-
3987κατόχου Κυβερνήσεως ὑπῆρχεν ἡ ὑποβολὴ καὶ ἐπιψήφισις νέων
3988ὀργανισμῶν, δι’ ὧν κατηργοῦντο αἱ ὑπάρχουσαι κεναὶ θέσεις,
3989καὶ οὐσιώδεις ἄλλαι ἐπετυγχάνοντο οἰκονομίαι.
3990Ἡ κατάστασις, εἰς ἣν διατελοῦσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, βε-
3991βαίως δὲν ἐδικαιολόγει τοὺς γενομένους τελευταῖον ἀθρόους
3992προβιβασμοὺς εἴς τε τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν. Ὁ ἀξιό-
3993τιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θέλει βεβαίως
3994προβάλει τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι οὗτοι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Κυβερ-
3995νήσεως, ἥτις διῴκησε τὴν χώραν ἀπὸ τῆς παραιτήσεως τοῦ
3996κ. Τρικούπη μέχρι τῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἀναῤῥήσεως αὐτοῦ.
3997Ὅταν ὅμως ἦναι γνωστόν, ὅτι οἱ προβιβασμοὶ ἐγένοντο μετὰ
3998τὰς ἐκλογὰς τῆς 16 Ἀπριλίου, ὧν τὸ ἀποτέλεσμα ἐνεδείκνυε
3999καὶ ἐπέβαλλε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς κυβερνήτην· ὅταν ἦναι
4000γνωστόν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῆς νέας Κυβερνήσεως, τῆς ὑποδει-
4001χθείσης ὑπὸ τῶν ἐκλογῶν, ἦτο κυρίως ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκο-
4002νομικῶν καὶ ἰδίᾳ ἡ συνομολόγησις τοῦ συμβιβασμοῦ, φρονῶ,
4003ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ καταστήσῃ ὅπου δεῖ γνω-
4004στόν, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους ἐν οὕτω κρι-
4005σίμῳ στιγμῇ ἦτο κώλυμα πρὸς τὴν ἐπιδιωκομένην ἀνόρθωσιν.
4006Ὁπωσδήποτε οἱ προβιβασμοὶ ἐγένοντο, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς
4007τῶν ἐξόδων ἐπεβαρύνθη διὰ ποσοῦ οὐχὶ εὐκαταφρονήτου.
4008§139Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἐγένετο καμμία ὑπέρβασις δαπάνης διὰ
4009τῶν προβιβασμῶν.
4010§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τυπικῆς ὑπερβάσεως
4011τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οἷος ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς προκα-
4012τόχου Κυβερνήσεως, ἀναγεγραμμένων πιστώσεων. Πρόκειται
4013περὶ τῆς ἐπελθούσης αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους.
4014Γινώσκετε πάντες τοὺς λογιστικοὺς ὑπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι
4015ἐγένοντο, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο ὑπέρβασις πι-
4016στώσεων. Ἐν τῷ μεσολαβήσαντι ἀπὸ τῆς συντάξεως τοῦ
4017προϋπολογισμοῦ ἐκείνου μέχρι σήμερον χρόνῳ εἶχε μετενεχθῆ
4018πίστωσις ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ Ὑπουρ-
4019γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, προστεθέντων
4020εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Προεβλήθη
4021δὲ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν πι-
4022στώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐλήφθησαν
4023ὑπ’ ὄψιν τὰ προκύψαντα πλεονάσματα ἐκ τῶν ἀναγεγραμμέ-
4024νων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσιν εἰς τὰς γενικὰς ὑπη-
4025ρεσίας, καὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσιν εἰς τοὺς ἀξιωμα-
4026τικοὺς τοὺς ἐκλεχθέντας τελευταίως Βουλευτάς, ὧν ὁ ἀριθμὸς
4027εἶναι ἀνώτερος τῶν τῆς διαλυθείσης Βουλῆς. Καὶ μεθ’ ὅλας
4028ὅμως τὰς ἐπινοήσεις ταύτας, ἐπῆλθεν ἐκ τῶν προβιβασμῶν
4029ὑπέρβασις τῶν πιστώσεων τούτων.
4030Ἀλλ’ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς πι-
4031στώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κατ’ ἐμέ, δὲν ἔδει
4032νὰ περιορισθῇ εἰς μόνας τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
40331895, ἀλλ’ ἔδει νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ νόμου τὴν μὴ αὔξησιν αὐ-
4034τῶν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀντὶ τῶν πολλῶν καὶ ἐπουσιωδῶν νομο-
4035σχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ,
4036καὶ ἅτινα πάντα ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν, ἐργαζομένην καὶ
4037πέραν τοῦ μεσονυκτίου, θὰ ἦτο ἀσυγκρίτως προτιμότερον νὰ
4038συζητήσωμεν ἐνταῦθα νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, περιορίζον-
4039τα τὰς θέσεις τοὐλάχιστον εἰς ὃν ἀριθμὸν σήμερον ἔχομεν, ἦτο
4040προτιμότερον νὰ συζητήσωμεν νέον ὀργανισμὸν τοῦ ναυτικοῦ,
4041ὅπως περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν θέσεων εἰς ὅσας σήμερον
4042ἔχομεν. Ὅπως δὲ ἀποφύγωμεν τὰς αὐξήσεις ὡς ἐκ τοῦ ἀριθ-
4043μοῦ τῶν ἐκ τῶν Σχολῶν ἐξερχομένων, δυνάμεθα νὰ παραδε-
4044χθῶμεν ὅ,τι γίνεται ἀλλαχοῦ. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἀλλαχοῦ
4045τότε καὶ μόνον εἰς τοὺς ἐξερχομένους ἐκ τῶν Σχολῶν δίδονται
4046θέσεις, ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη κενή, τηρουμένης τῆς σειρᾶς
4047τῆς ἐκ τῆς Σχολῆς ἀποφοιτήσεως ἑκάστου αὐτῶν.
4048Ἐν ἐποχῇ τοιαύτης οἰκονομικῆς δυσπραγίας, εὐκταῖον ἦτο
4049νὰ μὴ ἀνεγινώσκομεν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως
4050ἀναγραφομένας προκηρύξεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν,
4051προκαλοῦντος διαγωνισμὸν πρὸς προσθήκην λογιστῶν καὶ ὑπο-
4052λογιστῶν, διότι, νομίζω, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες εἶναι μᾶλλον ἢ
4053ἐπαρκεῖς. Ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι νὰ μὴ
4054αὐξάνωσι καθ’ ἅλματα αἱ πιστώσεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν
4055ἐπισκευὴν κτιρίων τοῦ Ναυστάθμου καὶ δὲν ἠξεύρω τίνων ἄλ-
4056λων. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλαβε χώραν
4057ἐπεισόδιόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἀρνηθῇ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονο-
4058ψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐζητήθησαν
4059παρὰ τοῦ Ὑπουργείου πληροφορίαι περὶ τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν
4060ἀφεώρα ἡ ζητηθεῖσα ἐκ δραχ. 150,000 αὔξησις τῆς πι-
4061στώσεως τῆς προωρισμένης διὰ τὴν ἐπισκευὴν καὶ συντήρη-
4062σιν τῶν πολεμικῶν πλοίων. Ὁ κ. εἰσηγητὴς εἶπεν εἰς τὴν
4063ἐπιτροπήν, ὅτι, καίτοι ἐπανειλημμένως ἐζήτησε τὴν πλη-
4064ροφορίαν ταύτην παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δὲν
4065κατώρθωσε νὰ τὴν λάβῃ.
4066§141Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζη-
4067τήματος δύο λέξεις. Δὲν μετέβην ἐγὼ αὐτοπροσώπως εἰς τὸ
4068Ὑπουργεῖον, ἀπέστειλα ἕνα ἄνθρωπον τῆς ἐμπιστοσύνης μου,
4069τῷ ἀπήντησαν δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσιν αἱ πλη-
4070ροφορίαι αὗται ἢ μετὰ δύο μῆνας. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ μίαν ἄλ-
4071λην πληροφορίαν, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀπο-
4072λύτως.
4073§142ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποίαν ἄλλην;
4074§143Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν δαπα-
4075νῶν τῆς «Μπουμπουλίνας».
4076§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ἐπεισοδίου τούτου ἐποιησάμην μνείαν,
4077ἵνα πείσω τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιζητήσῃ ἡ Κυ-
4078βέρνησις τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν, ἐνταῦθα ὑπῆρχε τὸ
4079στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον κυρίως ἔπρεπε νὰ ἐργασθῇ, χωρὶς νὰ
4080καταφύγῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀναγεγραμμένης πιστώσεως
4081ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία ἐδεῖτο ἴσως καὶ
4082μείζονος ἔτι συνδρομῆς, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν δυνάμεθα ἀπέ-
4083ναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ δικαιολογηθῶμεν, ἀφοῦ οὗτος
4084ἐπιβαρύνεται μὲ φόρους ἐκ δραχ. 96,000,000.
4085§145Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μοὶ
4086ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν; Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ προϋ-
4087πολογισμοῦ ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως
4088τῶν 23,894.08 δραχμῶν φέρει ἡμερομηνίαν 10 Ἰουλίου ἐ. ἔ.,
4089μόλις δὲ σήμερον εἶδον τὴν παρατήρησιν, ἣν παρὰ πόδας
4090αὐτῆς ἔχετε ὑπογράψει ὑμεῖς, ὁ κ. Καραπάνος καὶ ὁ κ. Ράλ-
4091λη, περὶ τοῦ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἠρνήθη δῆ-
4092θεν νὰ δώσῃ τῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῇ σημείω-
4093σιν καὶ πληροφορίας περὶ τῆς διαθέσεως τῶν 950,000 δραχ-
4094μῶν κατὰ τὸ 1894 ἔτος.
4095§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἤμεθα μόνον ἡμεῖς ὑπο-
4096γεγραμμένοι.
4097§147Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην εἶσθε μόνον
4098ὑμεῖς οἱ τρεῖς ὑπογεγραμμένοι.
4099§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κακῶς ἐτυπώθη ἡ ἔκθεσις.
4100§149Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ συμπληρώσω τὴν ἀπάν-
4101τησίν μου. Δὲν συζητῶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπογραψάντων.
4102Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς, ὅτι μόλις σήμερον εἶδον τὴν
4103σημείωσιν ταύτην, ὑπογεγραμμένην παρ’ ὑμῶν τῶν τριῶν,
4104αὔριον δὲ θέλω ἐρωτήσει τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τίνα ἆρά γε λό-
4105γον δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰς πληροφο-
4106ρίας, ἃς ἐζητήσατε.
4107§150ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς προθυμίας
4108ὑμῶν περὶ τὴν παροχὴν τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς αἰτουμένων
4109πληροφοριῶν. Ὡς εἶναι γνωστὸν, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋ-
4110πολογισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως πάντα τὰ μέλη τῆς
4111ἐπιτροπῆς νὰ κοινωνῶσι μετὰ τῶν Ὑπουργείων· κοινωνοῦσιν
4112εἴτε διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, εἴτε διὰ τοῦ προέ-
4113δρου τῆς ἐπιτροπῆς. Ὄχι μόνον δὲ τῶν μελῶν τῆς μειοψη-
4114φίας, ἀλλ’ ἁπάντων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τὴν προσοχὴν
4115εἵλκυσαν αἱ προβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυ-
4116τικῶν μεταβολαὶ εἰς τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμ-
4117μένας πιστώσεις, καὶ ἰδίως ἡ προβληθεῖσα αὔξησις τῆς πι-
4118στώσεως τῆς ἤδη ἀναγεγραμμένης δι’ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων,
4119ἐν ᾧ συνάμα προὐτάθη νὰ διαγραφῇ ἡ ἐγγεγραμμένη πίστω-
4120σις διὰ κατασκευὴν νέων λεβήτων εἰς τὸ πολεμικὸν πλοῖον
4121«Γεώργιος», ἥτις ἐθεωρήθη ἄλλοτε ὡς λίαν κατεπείγουσα.
4122Ἡ ἐπιτροπὴ εὐλόγως ᾐτήσατο ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ Ὑπουρ-
4123γείου διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς. Ὁ εἰσηγητὴς ἠρωτᾶτο καθ’
4124ἡμέραν ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀπήντα, ὅτι δὲν
4125ἔλαβεν ἀπάντησιν. Τὴν τελευταίαν δὲ ἡμέραν, ὅτε ἐπρόκειτο
4126νὰ ὑπογράψωμεν τὴν ἔκθεσιν, ἠρωτήσαμεν καὶ αὖθις τὸν κ.
4127εἰσηγητὴν, ἂν ἐδόθησαν αἱ πληροφορίαι αὗται, καὶ μᾶς ἔδω-
4128κεν, ἣν ἀπάντησιν ἠκούσατε καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, δο-
4129θεῖσαν τῇ προκλήσει μου. Ὥστε κἀγὼ καὶ τὰ λοιπὰ μέλη
4130τῆς ἐπιτροπῆς εὑρισκόμεθα ἐν τῷ δικαίῳ ἡμῶν, ἐκδηλοῦντες
4131ἀπορίαν ἐπὶ τῇ ἀρνήσει τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν
4132Ναυτικῶν. Πέποιθα ἐν τούτοις, ὅτι μετὰ τὴν γενομένην νῦν
4133συζήτησιν θέλουσι χορηγηθῆ εἰς τὴν Βουλὴν αἱ αἰτηθεῖσαι
4134πληροφορίαι.
4135§151Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μά-
4136λιστα, θέλω χορηγήσει αὐτάς.
4137§152ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς ἣν ἤδη μετέδωκα ὑμῖν
4138γνώμην, ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἐπεβάλλετο ν’ ἀνα-
4139θεωρήσῃ τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν
4140καὶ Ναυτικῶν, νὰ ἐκτιμήσῃ λελογισμένως τὰς ἀνάγκας τῶν
4141δύο τούτων Ὑπουργείων, καὶ νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας αὐ-
4142τῶν ἐντὸς ὁρίων ἐπιτρεπόντων τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν
4143τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων κατὰ λόγον
4144τῶν οἰκονομικῶν μέσων τοῦ Κράτους.
4145Εἰς τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ συναδέλφους, οἵτινές εἰσιν ἀνώτεροι
4146ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ πραγ-
4147ματευθῶσιν ἤδη διεξοδικώτερον τὸ θέμα τοῦτο, καὶ νὰ ὑπο-
4148δείξωσιν ἐν λεπτομερείᾳ τὰς οἰκονομίας, αἵτινες δύνανται νὰ
4149ἐπέλθωσιν ἄνευ βλάβης τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἰδίᾳ
4150δὲ τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
4151Στρατιωτικῶν, ὅστις καὶ εὐθύνην ἐπέχει ἐπὶ τῇ καταλλήλῳ
4152ὀργανώσει καὶ λειτουργίᾳ τῶν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, τῇ συμ-
4153βιβαζομένῃ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέσα. Τὴν γνώμην περὶ
4154τοῦ δυνατοῦ τῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
4155τούτῳ δὲν προέβαλον οἴκοθεν, ἀλλὰ στηριζόμενος εἰς ὅσα μοὶ
4156εἶπον πεπειραμένοι καὶ εἰδικοὶ ἀξιωματικοί, ἐν οἷς καὶ ἡμέ-
4157τεροι συνάδελφοι. Ὅτε μάλιστα τελευταῖον συνεζητεῖτο τὸ
4158ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθὲν καὶ
4159ψηφισθὲν νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπη-
4160ρεσίας τοῦ στρατοῦ, ἠρώτησα εἰδικοὺς συναδέλφους, ἂν ἐκ τοῦ
4161νομοθετήματος τούτου ἐπέρχεται αὔξησις τῶν δαπανῶν· ἔλα-
4162θον δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἐξ αὐτοῦ θέλουσιν αὐξήσει αἱ δα-
4163πάναι κατὰ δραχ. 100,000 περίπου. Λυποῦμαι, ἠναγκασμέ-
4164νος νὰ ἐπικρίνω κυβερνητικὰς πράξεις, αἵτινες συνδέονται πρὸς
4165τὴν θέσιν δημοσίων λειτουργῶν, οἵτινες ἀπέκτησαν δι-
4166καιώματα διὰ τῆς πολυχρονίου αὐτῶν ὑπηρεσίας. Φρονῶ ὅμως,
4167ὅτι, ἐν ᾗ διατελοῦμεν οἰκονομικῇ δυσχερείᾳ, προσῆκον εἶναι
4168νὰ σκεπτώμεθα πρωτίστως περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ
4169Κράτους καὶ τῆς χώρας, νὰ θέτωμεν δὲ εἰς δευτερεύουσαν
4170μοῖραν τὴν θεραπείαν τῶν προσωπικῶν ἀξιώσεων.
4171Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ συμπληρώσῃ
4172καὶ βελτιώσῃ τοὺς νόμους περὶ προσόντων τῶν δημοσίων λει-
4173τουργῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν μὴ ἰσοβίων δικα-
4174στικῶν, καὶ νὰ περιφρουρήσῃ διὰ νέων νόμων τὴν ἐξάσκησιν
4175καὶ ἐκείνων εἰσέτι τῶν δικαιωμάτων, ὅσα καὶ μετὰ τοὺς ὑφε-
4176στῶτας νόμους ἀπέμειναν ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον διακριτικὴν
4177ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως οὕτω παταχθῇ ἡ συναλλαγὴ,
4178ἥτις ὑπονομεύει αὐτὰ τὰ θεμέλια τῶν φιλελευθέρων ἡμῶν θε-
4179σμῶν. Εἰς Κυβέρνησιν, ὑποστηριζομένην διὰ τόσῳ μεγάλης
4180κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας, ἦτο εὐχερὲς τὸ ἔργον τοῦτο,
4181ἂν αὕτη συνῃσθάνετο τὴν ἀποστολὴν αὑτῆς καὶ ἐνεφορεῖτο
4182ὑπὸ γενικωτέρων ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν.
4183Δυστυχῶς ὅμως ἔπραξεν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, εἰσαγαγοῦσα
4184εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποστηρίξασα τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχε-
4185δίων, δι’ ὧν καταργοῦνται οἱ λειτουργοῦντες νόμοι, οἱ καθο-
4186ρίζοντες τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ ἐκ τῆς ὑπη-
4187ρεσίας ἀπόλυσις τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Ἀποτέλεσμα τῶν
4188μέτρων τούτων ἔσεται βεβαίως ἡ πλήρης ἔκλυσις τῶν διαφό-
4189ρων κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως, ὧν τὴν βελτίωσιν καὶ
4190ἀνόρθωσιν ἐπηγγέλθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
4191Συμβουλίου πρὸ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν.
4192Ἐξ ὅσων εἶπον ὑμῖν ἀπεδείχθη ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἔχο-
4193μεν πρὸ ἡμῶν προϋπολογισμὸν ἀνισοσκελῆ, ἤτοι ἔχομεν ἔλ-
4194λειμμα ὑπερβαῖνον τὰ 2,000,000. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε
4195τοῦτον ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συνόδου ταύτης μετὰ περισσεύματος
4196ἐξ 1,988,394· διὰ τῶν δηλώσεων ὅμως αὐτῆς τῆς ἰδίας, διὰ
4197τῶν ἐγκαταλειφθέντων ὑπ’ αὐτῆς νομοθετικῶν μέτρων καὶ διὰ
4198προσθηκῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν σημερινῶν
4199περιστάσεων, τὸ περίσσευμα μετεβλήθη εἰς ἔλλειμμα, κατέ-
4200στη δὲ δυσχερὴς καὶ αὐτὴ ἡ λογιστικὴ συναρμολόγησις τῶν
4201ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραπτέων ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὡς
4202ἐκ τῶν ἐπανειλημμένων κυβερνητικῶν προτάσεων καὶ δηλώ-
4203σεων, ἐνδεικνυουσῶν τὴν ἔλλειψιν ἀρτίου κυβερνητικοῦ συστή-
4204ματος.
4205Αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ μέτρων ἀφορών-
4206των εἰς τὴν ἄρσιν ἢ τὴν βελτίωσιν τῆς ὑφεστώσης νομισμα-
4207τικῆς ἀνωμαλίας, παρέμειναν ἐντελῶς ἀπραγματοποίητοι, κα-
4208θόσον οὐδεμία, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη, ἐλήφθη μέχρι τοῦδε πρόνοια,
4209ἀφορῶσα εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
4210Ὡσαύτως ἀπραγματοποίητος ἀπέμεινε καὶ ἡ ἑτέρα ἐπαγ-
4211γελία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς περιστολῆς τῶν δαπα-
4212νῶν τῆς διοικήσεως, ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους,
4213εἰς τὸ ποσὸν τῶν 65 ἢ 66 ἑκατομμυρίων. Ἀντὶ τῆς περιστο-
4214λῆς ταύτης ηὐξήθησαν τὰ ὑπὸ παραιτηθέντος Πρωθυπουρ-
4215γοῦ προϋπολογισθέντα πρὸς τοῦτο 69,000,000 εἰς 72 ἑκα-
4216τομμύρια.
4217Ἡ ἐπαγγελία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς κατασκευῆς
4218τῶν μέχρι Χαλκίδος καὶ Λεβαδείας τμημάτων τῆς σιδηρο-
4219δρομικῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Λαρίσης ἔμεινεν ὡσαύτως ἀπραγ-
4220ματοποίητος, καθόσον οὐ μόνον οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ
4221τούτου, ἀλλὰ διὰ τοῦ προβληθέντος ὑπ’ αὐτοῦ συστήματος
4222τῆς κατασκευῆς αὐτῶν ἐκ τῶν τακτικῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ
4223ἐσόδων ἐξέλιπε πᾶσα ἐλπὶς περὶ τῆς ταχείας τῶν τμημά-
4224των τούτων κατασκευῆς, ἐκ τῆς παρελεύσεως δὲ τοῦ χρόνου
4225θέλουσι καταστραφῆ καὶ αἱ ἤδη τετελεσμέναι ἐργασίαι, δι’
4226ἃς ἐδαπάνησε τὸ Δημόσιον πλέον τῶν 20,000,000.
4227Αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ἀνορθώσεως τῶν
4228διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, οἵτινες, κατὰ τὴν ἔκφρα-
4229σιν τοῦ ἰδίου, περιῆλθον εἰς ἐξάρθρωσιν, ἐπραγματοποιήθησαν
4230κατὰ τρόπον λίαν περίεργον. Ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου
4231τῆς χωροφυλακῆς κατέστησε δυσχερῆ τὴν ἀποστολὴν τῆς
4232στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἥτις, διοικουμένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
4233γοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἄνευ περιορισμοῦ τινος, δὲν δύναται νὰ
4234μείνῃ ἀνεπηρέαστος ἐκ τῆς φατριαστικῆς ἐνεργείας. Ἡ κατάρ-
4235γησις τῶν περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων ἰσχυόντων νό-
4236μων θέλει βεβαίως παραλύσει τὴν δημοσίαν διοίκησιν, ἡ δὲ
4237ἀνομολογηθεῖσα τὸ πρῶτον νῦν ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ κ. Πρω-
4238θυπουργοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συναλλαγὴ, βεβαίως θέλει
4239ἐξαρθρώσει τὴν δημοσίαν διοίκησιν, ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῶν ὑλι-
4240κῶν καὶ τῶν ἠθικῶν συμφερόντων τῆς χώρας.
4241Ἡ κατάργησις τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ ἡ ἐλάττω-
4242σις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν διὰ τῶν ψηφισθεισῶν ἤδη δασμο-
4243λογικῶν μεταῤῥυθμίσεων εὑρίσκονται βεβαίως εἰς πλήρη ἀντί-
4244θεσιν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς περισυλλογῆς καὶ τῆς ἀνορ-
4245θώσεως, ἣν ἐπηγγείλατο ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσηγούμενος
4246τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895. Αἱ ἀναγγελθεῖσαι ὑπὸ τοῦ
4247κ. Πρωθυπουργοῦ οἰκονομίαι ἐπὶ τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπο-
4248λογισμοῦ τοῦ 1895 διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον ἐκ δραχμῶν
42492,425,000 ἐξηλέγχθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον εἰκονικαὶ, καὶ
4250δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν
4251σταθερῶν καὶ μονίμων δαπανῶν τοῦ Κράτους.
4252Ἡ ἔλλειψις ἀρτίου οἰκονομικοῦ συστήματος, ὅπερ εἴπερ
4253ποτὲ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν σημερινῶν περιστάσεων, τὸ οἰκο-
4254νομικὸν τῶν ἀναγγελθεισῶν οἰκονομιῶν, ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσό-
4255δων καὶ ἡ ἀνισοῤῥοπία τοῦ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν προϋπολογισμοῦ,
4256βεβαίως δὲν παρεσκεύασαν τὸ ἔδαφος, οὗτινος ἀνάγκην εἴχο-
4257μεν, ὅπως κανονίσωμεν τὰς ἐκκρεμεῖς μετὰ τῶν δανειστῶν
4258σχέσεις τοῦ Κράτους καὶ συνομολογήσωμεν μετ’ αὐτῶν τὸν
4259συμβιβασμὸν, ὅστις θεωρεῖται, καὶ εὐλόγως, ὡς ἡ ἀμετηρία
4260τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τε Κράτους καὶ τῆς
4261χώρας.
4262Ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἔχομεν βεβαιωμένον ἤδη ἐκ τῶν πραγ-
4263μάτων, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑστέρησε καὶ εἰς τὸ ἀναγ-
4264καῖον σθένος καὶ εἰς τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα, ὅπως ἀντι-
4265μετωπίσῃ ἐπαρκῶς τὰς περιστάσεις, ἐν αἷς διατελεῖ νῦν ἡ
4266χώρα ἡμῶν.
4267Μεθ’ ὅσα μέχρι τοῦδε ἔπραξεν ἢ παρέλειψε νὰ πράξῃ ἡ
4268σημερινὴ Κυβέρνησις, εἰς οὐδένα ἐκ τῶν ἀμερολήπτως καὶ μετ’
4269ἐνδιαφέροντος παρακολουθούντων τὰ ἡμέτερα πράγματα ἀπέ-
4270μεινεν ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεδείχθη
4271ἀνεπαρκὴς ἀπέναντι τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς
4272σημερινῆς καταστάσεως ὑποχρεώσεων καὶ καθηκόντων.
4273Καλεῖται νῦν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς πολιτείας
4274τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ αἰσθάνεται
4275βαθέως, τὴν ὁποίαν ἔχει σπουδαίαν ἀποστολήν. Ἐὰν ἡ πλειο-
4276ψηφία αὐτῆς, ἀφορῶσα εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐξαρθῇ
4277τοῦ ἐδάφους τῶν κομματικῶν ὑποχρεώσεων, εἶναι ἐπιβεβλη-
4278μένον, κατ’ ἐμὲ, εἰς αὐτὴν νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν
4279τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ τὴν ὑποχρεώσῃ νὰ
4280καταρτίσῃ καὶ ὑποβάλῃ ἕτερον, ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς
4281σημερινὰς περιστάσεις καὶ ἐγγυώμενον τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κα-
4282κῶς παρ’ ἡμῖν ἐχόντων.
4283§153Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὡς
4284ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑπεβάλλετε ὑμεῖς ἐπὶ δεκαετίαν, καὶ
4285ἀφήσατε ἐρείπια εἰς τὸν τόπον.
4286§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
4287§155ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν πολλοί· ἀλλὰ καλὸν νομίζω νὰ
4288διακόψωμεν ἀπόψε.
4289§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ἂς ἐξα-
4290κολουθήσωμεν.
4291§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἷς μόνον
4292ὡμίλησε. Πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν εἴχομεν ὁρίσει τὴν ἡμέραν
4293ταύτην πρὸς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
4294§158ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε εὑ-
4295ρίσκετο ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, διεῤῥήγνυε τὰ ἱμάτια αὑτοῦ,
4296καὶ ἐκτὸς τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ἡμᾶς κατεδίκαζομεν
4297τὸ παρελθὸν σύστημα, εἶχε καὶ ἄλλην ἀξίωσιν, ὅτι ἔπρεπε
4298πρῶτος νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας
4299καὶ ἔπειτα ἐπ’ αὐτοῦ νὰ λάβῃ αὐτὸς τὸν λόγον ἢ ἄλλος τις
4300τῆς μειοψηφίας. Νῦν παρατηρῶ, ὅτι ἄνευ οἱασδήποτε ἀντιῤῥή-
4301σεως ἐγείρεταί τις ἐκ τῆς μειοψηφίας, λαμβάνει τὸν λόγον,
4302μεταβάλλει τὸν προϋπολογισμὸν αὐτόχρημα εἰς ῥάκος, καὶ ὁ
4303κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς αὐτὸν καὶ
4304εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας νὰ σιγήσουν, νὰ ἐξακο-
4305λουθήσῃ δὲ ἡ μειοψηφία τὸν μονόλογον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς
4306τοσοῦτον κατεδίκαζεν ἄλλοτε, ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Βεβαίως
4307ἡ μειοψηφία νομίζει, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου
4308ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ δὲν ἀναιρεῖται, ἔχει ἐκπληρώσει
4309ἤδη τὸ καθῆκόν της, ἐπιφυλάσσεται δὲ, ἐὰν τῷ ὄντι ἡ πλειο-
4310ψηφία ἀντιτάξῃ ἐπιχειρήματα, μειοῦντα τὴν ἐντύπωσιν, τὴν
4311ὁποίαν ὁμολογουμένως εἰς πάντας τοὺς ἀκούσαντας αὐτοῦ
4312ἐνεποίησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευ-
4313τοῦ, ἵνα καὶ ἄλλοι ἐκ τῆς μειοψηφίας λάβωσι τὸν λόγον καὶ
4314ἐπέλθωσιν εἰς ἐπίῤῥωσιν τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐν
4315ὅσῳ οὐδὲν ἀντιτάσσετε εἰς αὐτὴν, ἡμεῖς δὲν νομίζομεν, ὅτι ἐπι-
4316βάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸν μονόλογον αὐτόν.
4317Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι εἶναι ἀρκετὰ τὰ λεχθέντα
4318περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ του παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρ-
4319νασσίδος Βουλευτοῦ, καὶ ὅτι αὐτὸς καὶ οἱ παρακολουθοῦντες
4320αὐτὸν οὐδὲν ἔχουσι νὰ ἀντιτάξωσι πρὸς αὐτόν; Ἐξαρτᾶται ἐκ
4321τῆς θελήσεώς του νὰ ἐπιβάλῃ τὴν λῆξιν τῆς γενικῆς συζη-
4322τήσεως καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὰς λεπτομερείας.
4323§159Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπι-
4324βάλλεται νὰ δικαιολογήσω, διατὶ δὲν ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν
4325λόγον. Πρῶτον νομίζω, ὅτι, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας,
4326δὲν ὤφειλον νὰ πράξω τοῦτο, ἀφοῦ ὑπέβαλον ἔκθεσιν, ἥτις
4327ἔπρεπε νὰ προσβληθῇ, καὶ κατόπιν νὰ λάβω τὸν λόγον. Δὲν
4328ἐζήτησα δὲ τὸν λόγον καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου
4329ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, διότι ἀνέμενον, ἵνα καὶ ἄλλοι λά-
4330βωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον λόγῳ πα-
4331θήσεως τῶν φωνητικῶν μου ὀργάνων δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντῶ
4332εἰς πᾶσαν ἀγόρευσιν τῶν ἀντιφρονούντων· οὐχ ἧττον, ἐὰν ἐξα-
4333κολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐκ μέρους τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος,
4334μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ἑνὸς τουλάχιστον ἀκόμη ἐκ τῶν συναδέλ-
4335φων, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν
4336δύναμαι νὰ ἀπαντῶ εἰς ἕκαστον ἀγορεύοντα· ὑποθέτω δὲ, ὅτι
4337ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸ τέ-
4338λος τῆς συζητήσεως, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὰς γνώμας πάντων. Διὰ
4339τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρεξηγηθῇ ὁ λόγος, διὰ τὸν
4340ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω, ὅπως ἀπαν-
4341τήσω εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευ-
4342τοῦ, καὶ παρακαλῶ νὰ πιστεύσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν εἰλικρί-
4343νειαν τῶν λόγων μου.
4344§160ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι πολὺ, ἐὰν ὁ ἀξιό-
4345τιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋ-
4346πολογισμοῦ ἐνόμισεν ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου ἐνεῖχον οἰανδή-
4347ποτε μομφὴν κατ’ αὐτοῦ.
4348§161Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἴπετε «καὶ ὁ εἰσηγητής».
4349§162ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶπον τί ἀπῃτοῦμεν ἄλλοτε· τώρα βεβαίως
4350δὲν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, ὅπως ὁ εἰσηγητὴς τῆς
4351πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς κατάρξηται τοῦ ἀγῶνος. Διὰ
4352τοῦτο ἄνευ οἱασδήποτε παρατηρήσεως ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς
4353μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλαβε πρῶ-
4354τος τὸν λόγον. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ προ-
4355λαλήσαντος, τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
4356γισμοῦ, ἀπεδείχθη ὅτι οὐχὶ μόνον μομφήν τινα δὲν ἔχομεν
4357ν’ ἀπευθύνωμεν πρὸς τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς
4358ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἐπαίνους πολλούς. Ἀπόδει-
4359ξις τρανὴ τούτου εἶναι, ὅτι τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας εὑρέθη-
4360μεν πρόθυμοι νὰ ὑπογράψωμεν εἰς τὴν εἰσήγησιν τῆς πλειο-
4361ψηφίας, —κατὰ πρώτην φορὰν, νομίζω, τοῦτο γίνεται ἐν τῇ
4362ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ—ἐννοεῖται μὲ
4363ἐπιφύλαξιν ν’ ἀναπτύξωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν ἐν τῇ ὁλομε-
4364λείᾳ τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς μάλιστα ὀφείλομεν χάριτας εἰς τὸν
4365ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι
4366πλείστας ὅσας τῶν γνωμῶν ἡμῶν συμπεριέλαβεν εἰς τὴν ἔκ-
4367θεσίν του, ὅτι ἡ ἔκθεσίς του εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρώτη μετέ-
4368βαλεν εἰς ῥάκος τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὑποβληθέντα εἰς
4369τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι
4370πᾶν ὅ,τι τὴν σήμερον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασίδος Βου-
4371λευτὴς, ἐπῆλθεν εἰς ἐπίῤῥωσίν της καὶ ἦτο εὐρυτέρα τις ἀνά-
4372πτυξις τῆς εἰσηγήσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς
4373τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ποία εἶναι ἡ συνέπεια τούτου; Ὅτι ὁ
4374εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καλῶς ἔπραξε,
4375σιγήσας, ἀλλ’ ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ καθῆ-
4376κον ἔχει νὰ ἀπαντήσῃ καὶ πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας
4377καὶ πρὸς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βου-
4378λευτοῦ. Πρὸς τί ἡμεῖς νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀγορεύοντες;
4379Ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκούμεθα εἰς τὰ ἐπιχειρήματα
4380τῆς ἐκθέσεως τῆς μειοψηφίας καὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐκ
4381Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Ἐὰν ἴδωμεν, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ
4382προϋπολογισμοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουρ-
4383γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει νὰ προσαγάγῃ νέα ἐπιχειρή-
4384ματα, δι’ ὧν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ
4385τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου
4386ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἀληθεῖς ἐν πᾶσι, τότε
4387βεβαίως, ἐὰν ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς ν’ ἀντιτάξωμεν πρὸς τὰ νέα
4388ταῦτα ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τοῦ προϋπολο-
4389γισμοῦ, θὰ λάβωμεν τὸν λόγον. Ἄλλως ὅμως πιθανὸν νὰ
4390μᾶς ἀφοπλίσῃ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπεραμυνό-
4391μενος αὐτοῦ, καὶ νὰ καταστήσῃ περιττὴν πᾶσαν περαιτέρω
4392συζήτησιν. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τόσον χρόνον νὰ χάνῃ,
4393ἀκούουσα μονολόγους ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι
4394βεβαίως καὶ ἡμεῖς θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπανα-
4395λάβωμεν ἐν πολλοῖς, ὑπὸ ἄλλας φράσεις ἴσως, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα
4396περιέχει ἐν πολλοῖς ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὰ ὁποῖα
4397ἐν πολλοῖς ἀνέπτυξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βου-
4398λευτής. Ὅπως λοιπὸν μὴ περιπίπτωμεν εἰς τοιαύτας ἐπα-
4399ναλήψεις καὶ εἰς τοιούτους μονολόγους, νομίζω ὅτι ἐπιβάλ-
4400λεται νὰ ὑπεραπολογηθῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ του ὁ κ. Πρό-
4401εδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν,
4402καὶ τότε, ἂν παραστῇ ἀνάγκη, βεβαίως θὰ λάβωσι καὶ ἄλ-
4403λοι ἐξ ἡμῶν τὸν λόγον· ἐὰν δὲν παραστῇ ἀνάγκη τοιαύτη,
4404πιθανὸν μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
4405σεως νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ κηρύξωμεν τὴν
4406λῆξιν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ
4407προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν.
4408§163ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἔντιμος προαγορεύσας
4409οὐδόλως ἔχει δίκαιον νὰ ἀπαιτῇ, ὅπως ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋ-
4410πολογισμοῦ, ἤτοι ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας, λαμβάνῃ ἀενάως
4411τὸν λόγον. Ἰσχυρίζομαι ὅτι ἔχει ἄδικον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
4412Λοκρίδος, καθόσον, ὡς γνωρίζετε, τὸ μωσαϊκὸν τῆς Ἀντιπο-
4413λιτεύσεως δὲν ἔχει μόνον ἕνα ἡγέτην, δὲν ἔχει ἕνα μόνον ἀρ-
4414χηγόν. Ἕκαστον τμῆμα αὐτῆς ἀντιπροσωπεύει καὶ ἴδιον
4415σύστημα. Τί ἄλλο εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, παρὰ ὁ τρόπος
4416καὶ τὸ σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐννοεῖ κόμμα τι, ἐν τῇ
4417ἐξουσίᾳ ἐρχόμενον, νὰ τὸ θέσῃ εἰς πρᾶξιν, ἐὰν δὲ ἦναι ἐκτὸς
4418τῆς ἐξουσίας, τὸ ἐπαγγέλλεται καὶ τὸ ἀναπτύσσει, ἵνα τὸ
4419κρίνῃ ἡ κοινωνία;
4420Ὡμίλησεν ἐπ’ ὀνόματι καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ κόμμα-
4421τος τοῦ πρώην ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος
4422Βουλευτής· καλῶς. Τώρα ἀναμένομεν καὶ τὰ λοιπὰ τμήματα
4423τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ τότε ἔχει καθῆκον
4424ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τότε ὀφείλει νὰ δεχθῇ νὰ
4425ἀντιπαλαίσῃ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· καὶ πάλιν ὤφειλε
4426νὰ ἀπαντήσῃ, μόνον ἐὰν συζητοῦντες δὲν φέρωσι παρῳχημέ-
4427να πράγματα ἢ συστήματα, ἀλλ’ ἔρχωνται διὰ πραγμάτων
4428νὰ καταγγείλωσιν ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης τὰς παραλεί-
4429ψεις τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας· τότε καὶ
4430μόνον ἔχει καθῆκον ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ λάβῃ
4431τὸν λόγον. Τί μᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας; Ἠθέλησε
4432νὰ φέρῃ εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν τὰς ἐπαγγελίας τοῦ ἀρχηγοῦ
4433τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν ἡγέτου τῆς πλειοψηφίας,
4434καὶ ἀφοῦ ὑπέμνησε ταύτας, ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν ἐξετέλεσε πάσας,
4435καὶ ὅτι δὲν ἐφήρμοσεν ὅλως διόλου τὰς ἐπαγγελίας του, καὶ
4436πρῶτον δὲν μετέβαλε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν,
4437τὸν φόρον τῶν ζώων, τοῦ οἴνου, τοῦ καπνοῦ καὶ τοὺς λοιποὺς
4438φόρους. Ἀλλὰ πότε ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν; Ἡ Κυβέρ-
4439νησις δὲν ἔχει, παρὰ τρεῖς μόλις μῆνας, εὗρε δὲ τὸν προϋ-
4440πολογισμὸν κατὰ Ἰούλιον μῆνα ἐν χρήσει· δὲν ἔρχεται σήμερον
4441ἐν τῇ Βουλῇ, παρὰ μόνον ἵνα κατὰ τύπους ψηφισθῇ ὁ προϋ-
4442πολογισμός, καὶ οὗτος ὡς ἀπολογισμός, διότι καὶ διὰ δια-
4443τάγματος πρὸ μηνῶν ἔχει τεθῇ εἰς χρῆσιν. Θέλομεν ἴδει—
4444καὶ βεβαιῶ τοῦτο—τὸν ἀρχηγὸν τῆς Συμπολιτεύσεως τὴν
4445ἐρχομένην σύνοδον νὰ μεταβάλῃ πάντας τοὺς φορολογικοὺς
4446νόμους, καὶ τότε θὰ πεισθῶσι πάντες, ὅτι οὔτε μία δὲν ἔμει-
4447νεν ἄνευ ἐφαρμογῆς ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτοῦ.
4448Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα μαθημένοι δι’ ἀγυρτιῶν νὰ καταλαμ-
4449βάνωμεν τὴν ἐξουσίαν. Ναί, πᾶσαι αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ ἡγέτου
4450ἡμῶν θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ. Ἴσως τὸ πρῶτον ἤδη εὑρέθη εἷς
4451ἀρχηγός, περιτρέχων τὰ ἐκλογικὰ κέντρα, νὰ ὑποσχεθῇ εἰς
4452τὸν λαὸν, ὅτι θὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα, θ’ ἀποπερατώσῃ
4453τὸν συμβιβασμὸν ἀξιοπρεπῶς καὶ ὅπως τὰ συμφέροντα καὶ
4454οἱ πόροι τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσι· πρώτην φορὰν τὸ ἔθνος
4455εἶδεν ἡγέτην ἀντιπολιτευόμενον νὰ διέλθῃ τὴν Ἑλλάδα, καὶ
4456νὰ καταδείξῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ποίας ἔχει ἀνάγκας
4457καὶ ὁποία δέον νὰ λάβῃ χώραν μεταβολή, ὅπως μεταβληθῇ
4458ἡ κατάστασις, προτείνων μέτρα σωστικά, δι’ ὧν ἐλπίζει νὰ
4459φέρῃ τὴν διόρθωσιν. Ἔχω δι’ ἐλπίδος, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μέ-
4460νοντες εἰς τὴν ἐξουσίαν θὰ φροντίσωμεν διὰ τῆς προαγωγῆς
4461τῆς βιομηχανίας, διὰ τῆς εὑρύνσεως τῆς πίστεως τοῦ ἐμπο-
4462ρίου, νὰ εἰσέλθῃ ὁ χρυσὸς ἀθρόος εἰς τὸ Κράτος, καὶ νὰ εὐ-
4463δαιμονήσῃ ἡ χώρα· τότε μόνον, ὅταν ὁ χρυσὸς δυνηθῇ νὰ εἰσ-
4464έλθῃ εἰς τὸ Κράτος καὶ ἡ εἰσαγωγὴ ἰσοφαρίσῃ μὲ τὴν ἐξα-
4465γωγὴν τοὐλάχιστον, τότε καὶ μόνον θέλει τὸ νομισματικὸν
4466σύστημα διαῤῥυθμισθῆ (εὖγε! εὖγε!) καὶ οὕτω θὰ ἐκλείψῃ
4467ἡ νομισματικὴ κρίσις. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε,
4468ὅτι ἕνεκα τῶν διαφόρων καὶ πολλῶν ἀποχρώσεων τῆς Ἀντι-
4469πολιτεύσεως καὶ τῶν ποικίλων συστημάτων αὐτῆς ὀφείλει
4470ἕκαστος τῶν ἡγετῶν αὐτῆς νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ὡς καὶ τὰ
4471ἔγκριτα μέλη ταύτης, καὶ μετὰ ταῦτα συλλήβδην εἰς πάντας
4472νὰ ἀπαντήσῃ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Συμπολιτεύσεως, ὡς εἰσηγητὴς
4473τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἀρκούντως κατέδειξα
4474ὅτι ἡ ἀπαίτησις νὰ ἀπαντᾷ εἰς ἕκαστον μέλος τῆς Ἀντιπολι-
4475τεύσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἄδικος καὶ ἀδύνατος. Διὰ
4476τοῦτο παρακαλῶ πάντας τοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡγέτας
4477νὰ λάβωσι τὸν λόγον, καὶ ἀφοῦ ἀκούσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
4478Κυβερνήσεως πάντας, τότε, ἐν γνώσει τῶν διαφόρων οἰκονο-
4479μικῶν συστημάτων αὐτῶν, θέλει ἀπαντήσει.
4480§164ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐγένετο κατάδηλον εἰς
4481πάντας, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπὸ
4482συζήτησιν, δὲν ὑπάρχουσι διάφοροι ἀποχρώσεις Ἀντιπολιτεύ-
4483σεως ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν ὑπάρχει νῦν διαφορὰ γνωμῶν πλειο-
4484ψηφίας καὶ μειοψηφίας· παμψηφεὶ ἡ Βουλὴ, καὶ διὰ τῆς
4485πλειοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ διὰ τῆς μειοψηφίας, κατε-
4486δίκασε τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν. Ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος
4487διαφωνεῖ πρὸς τὴν παμψηφίαν τῆς Βουλῆς, εἶναι ὁ ἀξιότι-
4488μος ἐκ Ξηροχωρίου Βουλευτής· ἀλλὰ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος
4489ἐγὼ ἐκ τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὰς
4490γνώμας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ κ. Πε-
4491τσάλης. Νομίζω μόνον ὅτι ἠδίκησεν αὐτὸς τὸν ἀξιότιμον
4492ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτήν, ἰσχυρισθεὶς ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύ-
4493την ἀνέλαβε νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑπο-
4494βληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν Βουλήν. Τὸν προϋ-
4495πολογισμὸν τοῦτον ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ ὑπερασπίσῃ,
4496ὑποβαλὼν αὐτὸν ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος
4497τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ συνήγορος τῆς οἰκονομικῆς
4498πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ὅταν βλέπῃ ὅτι ἡ οἰκονο-
4499μικὴ αὕτη πολιτικὴ ὑφίσταται ἓν τραῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπε-
4500γένετο εἰς αὐτὴν καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς μειοψηφίας τῆς
4501ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος
4502Βουλευτοῦ, ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπερ-
4503αμυνόμενος αὐτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ζητῶν οὕτω νὰ σώσῃ
4504ἐκ τῶν ναυαγίων αὐτοῦ ὅ,τι δύναται νὰ σώσῃ ἀκόμη. Λοι-
4505πὸν τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν. Δὲν ὑπάρχει διάκρισις μειο-
4506ψηφίας καὶ πλειοψηφίας· ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς καταδι-
4507κάζει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ἐξ ὅσων τοὐλάχιστον δυ-
4508νάμεθα νὰ γινώσκωμεν καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
4509προϋπολογισμοῦ καὶ ἐκ τῆς μιᾶς καὶ μόνης ἀγορεύσεως τοῦ
4510ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
4511Κυβερνήσεως, αὐτὸς καὶ μόνος, παρίσταται ἐν τῇ Βουλῇ
4512συνήγορος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. Τρικούπη. Νῦν πα-
4513ρίσταται ὡς ὑπερασπιστὴς αὐτοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ξηρο-
4514χωρίου Βουλευτής· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
4515βερνήσεως δὲν θ’ ἀρκεσθῇ εἰς μόνην τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀγο-
4516ρεύσεως τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς,
4517εἰς τὴν ὁποίαν ἐνόμισε πρέπον νὰ προβῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ξη-
4518ροχωρίου Βουλευτής. Πιστεύω ὅτι θὰ θεωρήσῃ ἐπάναγκες
4519νὰ λάβῃ αὐτὸς τὸν λόγον, καὶ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ ἔργον του,
4520καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ αὐτὸ ἔκθετον.
4521§165ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
4522§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὸν λόγον.
4523§167ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται, ἂν ὑπάρχῃ
4524ὁμοφωνία ἢ μὴ εἰς ὅλην τὴν Βουλήν, ἢ εἰς τμήματα αὐτῆς,
4525εἰς τὴν Συμπολίτευσιν ἢ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐνταῦθα ἔχο-
4526μεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὁ
4527ὁποῖος παριστᾷ τὴν πολιτικὴν καὶ τὰ μέτρα, ἅτινα πρόκει-
4528ται νὰ ἐφαρμοσθῶσι πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.
4529Ἡ συζήτησις, τῆς ὁποίας ἠρξάμεθα ἀπόψε, εἶναι ἀναμφι-
4530σβητήτως ἡ σπουδαιοτέρα τῶν συζητήσεων τοῦ Κοινοβου-
4531λίου. Δὲν νομίζω δὲ καλόν, ἐπειδὴ ἄλλα μέλη τῆς Ἀντι-
4532πολιτεύσεως δὲν εἶναι σήμερον ἕτοιμα νὰ ὁμιλήσωσιν, ἐπειδὴ
4533ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, οὗτινος,
4534ὡς ὡμολόγησε καὶ ὁ ἴδιος, πάσχουσι τὰ φωνητικὰ ὄργανα,
4535δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ σήμερον, ἐπιθυμεῖ δὲ νὰ ὁμιλήσῃ
4536αὔριον καὶ μεθαύριον, δὲν εἶναι καλόν, λέγω, νὰ ἐκβιά-
4537σωμεν τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως. Ἡ συζήτησις πάντοτε
4538γίνεται δυστυχῶς, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, διὰ μονολόγων, διότι
4539πάντες, ὅτε ἤμεθα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος
4540τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμεῖς, ὑφιστάμεθα τοιαύτην ἀνωμαλίαν
4541ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἴδομεν μάλιστα
4542Πρωθυπουργούς, ἰδίως τὸν πρώην Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογ-
4543γίου, νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τίποτε. Ἦτο δικαίωμά
4544του, ὅπως εἶναι δικαίωμα παντός, νὰ ἀπαντήσῃ ἢ νὰ μὴ
4545ἀπαντήσῃ εἰς τὴν προσβολὴν τῶν μέτρων ἢ τῶν ἰδεῶν, τὰς
4546ὁποίας προέτεινεν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπι-
4547βεβλημένη ὑποχρέωσις εἴς τινα νὰ ἀναιρέσῃ τὰ ἀποῤῥιφθέντα,
4548ἢ τὰ διὰ τῆς συζητήσεως ἀποδειχθέντα ἀβάσιμα μέτρα,
4549τὰ προταθέντα παρ’ αὐτοῦ. Πιστεύω ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ
4550πράξῃ τοῦτο ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· δὲν δυνά-
4551μεθα ὅμως νὰ ἐκβιάσωμεν αὐτόν, ὅπως ἀπαντήσῃ καὶ λάβῃ
4552τὸν λόγον, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν θέλει νὰ πράξῃ τοῦτο.
4553Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν, εἶναι
4554νὰ μὴ ἐκβιάσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ
4555γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλει λήξει ἐντὸς
4556δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ὑποθέτω, διότι δὲν θὰ ἦναι πολλοὶ νὰ
4557ὁμιλήσωσι, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ προφθάσωμεν ἴσως νὰ περα-
4558τώσωμεν καὶ τὰ ἄλλα ἔργα τῆς Βουλῆς. Ἀπόψε δὲν βλέπω
4559ἄλλον δηλώσαντα ὅτι θέλει νὰ ὁμιλήσῃ. Ἐγὼ βεβαίως θὰ
4560ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν θὰ ὁμιλήσω
4561ἀπόψε.
4562§168ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁμιλήσατε ἀπόψε.
4563§169ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἀπόψε, διότι μετὰ τὴν
4564ἐργασίαν, τὴν ἀρκετὰ εὐρεῖαν, τὴν ὁποίαν ποιοῦμεν ἐν τῷ
4565Κοινοβουλίῳ τούτῳ, δὲν ἔχω διάθεσιν εἰς τὴν μίαν μετὰ τὸ
4566μεσονύκτιον νὰ λάβω τὸν λόγον, ὕστερον ἀπὸ τόσον μακρὰς καὶ
4567περιπετειώδεις συζητήσεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν κατὰ τὰς τε-
4568λευταίας ταύτας ἡμέρας. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
4569σμοῦ, καὶ θὰ ὁμιλήσω εἴτε αὔριον εἴτε μεθαύριον. Ἐὰν ὅμως
4570νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ κλείσῃ ἀπόψε τὴν συζήτη-
4571σιν, εἶναι ἐλευθέρα νὰ πράξῃ τοῦτο. Θὰ εἴπω, ἐὰν νομίσω
4572ἀναγκαῖον, τὰς γνώμας μου εἴτε ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, εἴτε
4573καὶ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· δὲν δύναται κἀνεὶς νὰ μὲ
4574ἐμποδίσῃ νὰ πράξω τοῦτο. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
4575γείνῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο, διότι πάντοτε ἡ συζήτησις τοῦ
4576προϋπολογισμοῦ διεξήγετο μετά τινος ὑπομονῆς, τοσούτῳ
4577μᾶλλον, ὅσῳ σήμερον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ
4578παρατείνῃ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πέ-
4579ραν τῶν τριῶν ἢ τὸ πολὺ τεσσάρων ἡμερῶν.
4580§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς οὐδέ-
4581να ἐπειράθημεν νὰ ἐκβιάσωμεν,—καὶ δίδω τὴν ἀπάντησιν
4582ταύτην εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, διότι τὰ
4583λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ εἰσιν ἀνάξια τῆς
4584ἐμῆς προσοχῆς. Ἡμεῖς δὲν ἐπειράθημεν νὰ ἐκβιάσωμέν τινα,
4585χρεωστοῦμεν ὅμως ν’ ἀναγγείλωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ
4586ἔναρξις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχε
4587προσδιορισθῆ ἤδη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἢ τῆς
4588Παρασκευῆς, ὅτι ἔμελλε νὰ γένηται τὴν Δευτέραν, ὅτι τὴν
4589Δευτέραν ἀνεβλήθη, ἐπειδὴ προηγήθη ἀντικειμένων τινῶν
4590ἄλλων ἡ συζήτησις, καὶ ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ γένηται μετὰ
4591ταῦτα, καὶ ἐδηλώσαμεν ὅτι θέλει γενῆ ἡ ἔναρξις τὴν Τετάρ-
4592την, ὅτι τὴν Τετάρτην ἤρχισε τέλος πάντων, καὶ μόλις εἷς
4593ἠγόρευσε, παρέστη ἡ ἀξίωσις, ὅτι ὤφειλον ἐγὼ νὰ ἐγερθῶ
4594ἀμέσως, διὰ νὰ ἀνασκευάσω τὰ λεχθέντα. Ἀλλ’ οὕτως ἤθελε
4595μοὶ ἐπικλωσθῆ ὁ κλῆρος, εὐθὺς ὡς ἕκαστος τῶν ἀποτελούντων
4596τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὁμιλῇ κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ
4597διαδέχομαι αὐτὸν, διὰ νὰ ἀνασκευάζω τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέν-
4598τα. Αὐταὶ εἰσιν αἱ παραστάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰσὶ
4599δ’ ἥκιστα σοβαραί. Ἐὰν ταῦτα χρησιμεύωσιν εἰς τοὺς ταῦτα
4600λέγοντας διὰ νὰ ὁμιλῶσι μετά τινος προπετείας, ἀνοικείου
4601εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἡμεῖς ὑπερορῶμεν ταῦτα. Ἐὰν
4602λέγωσιν ὅτι ἡ Βουλὴ παμψηφεὶ ἀπεδοκίμασε τὸν προϋπολο-
4603γισμὸν, ἂς θέσωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἵνα βεβαιώσωσι τὸν
4604ἰσχυρισμόν των καὶ ἀποδείξωσιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεδοκίμασε,
4605καὶ τότε θέλουσι μετρηθῆ πόσοι εἰσὶν οἱ λέγοντες ταῦτα.
4606Ἡμεῖς θέλομεν λάβει μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ὅταν κρίνωμεν
4607ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν· θέλομεν δὲ πράξει τοῦτο
4608μετὰ πάσης εὐλαβείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν καὶ πρὸς τοὺς
4609ἀντιπολιτευομένους καὶ πρὸς τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς, τοῦ
4610ὁποίου ἀποτελοῦμεν μέρος.
4611§171ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ λόγοι μου πᾶν ἄλλο
4612μαρτυροῦσιν ἢ ὑπεκφυγὴν τοῦ ἀγῶνος. Ἐξ αὐτῶν πᾶς τις,
4613ἀπροκαταλήπτως κρίνων, ἐσχημάτισε βεβαίως τὴν πεποίθη-
4614σιν, ὅτι ἡμεῖς ἐπιζητοῦμεν τὴν συζήτησιν, δι’ ἣν εἴμεθα ἐν
4615πάσῃ στιγμῇ ἕτοιμοι, ὡς γινώσκει τοῦτο κάλλιστα ὁ κ. Πρόε-
4616δρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ προηγουμένων συνόδων καὶ ἐκ προη-
4617γουμένων συζητήσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα λάβωμεν
4618τὸν λόγον καὶ συζητήσωμεν. Ἀλλ’ ἐν τῇ προκειμένῃ περι-
4619πτώσει, λέγομεν ὅτι, ἐλλείψει τοῦ ἀντιλέγοντος, δὲν ἔχομεν
4620πρὸς τίνα νὰ συζητήσωμεν. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι πρώτην φορὰν
4621παρεστάθημεν ἐν τῇ Βουλῇ ἀπέναντι τοῦ φαινομένου αὐτοῦ,
4622κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας ἀνατρέπει ἄρδην
4623καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ παρου-
4624σιάζει νέα ὅλως διόλου ἀποτελέσματα. Καὶ μετὰ τὴν ἔκθε-
4625σιν ταύτην τῆς πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται καὶ
4626ἡ μειοψηφία, ἔρχεται μία ἀγόρευσις τόσον λεπτομερὴς, οἵα
4627ἡ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, καὶ συμπλη-
4628ροῖ τὸ ἔργον τῆς ἐκθέσεως, χωρὶς νὰ ἀφίνῃ κἀμμίαν ἀμφιβο-
4629λίαν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ κρίνῃ καὶ νὰ σκέπτηται.
4630Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 θὰ ἦτο πράγματι ἀνάξιος οἱασ-
4631δήποτε προσοχῆς καὶ συζητήσεως, ἂν δυστυχῶς δὲν ὑπεβάλ-
4632λετο ὑφ’ ἑνὸς κατέχοντος πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα. Κατὰ
4633τοῦτο εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
4634Κυβερνήσεως. Ἐὰν βεβαίως ὡς ἁπλοῦς Βουλευτὴς ὑπέβαλ-
4635λεν εἰς ἡμᾶς τοιοῦτο κατασκεύασμα, οἷος ὁ προκείμενος προϋ-
4636πολογισμὸς, θὰ τὸν ἀντιπαρηρχόμεθα τὸ πολὺ–πολὺ μετὰ
4637μειδιάματος οἴκτου. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ὑπέβαλεν ὡς Πρωθυ-
4638πουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἴμεθα ἠναγκασμέ-
4639νοι ἑκόντες ἄκοντες νὰ συζητῶμεν περὶ αὐτοῦ, καὶ νὰ συζη-
4640τῶμεν πρὸς αὐτὸν τὸν εἰσηγητήν του. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸν
4641προσωπικόν του ὑπαινιγμόν. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν
4642θέμα, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ἓν καὶ μόνον ἐπιχείρημα εὗρεν ὁ
4643κύριος Πρωθυπουργὸς ν’ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς
4644πλειοψηφίας καὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βου-
4645λευτοῦ· τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀκολου-
4646θούντων αὐτὸν ὀπαδῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ τὸν συγ-
4647χαρῶ διὰ τὸ ἐπιχείρημα αὐτοῦ τοῦτο. Ἐγὼ τοὐλάχι-
4648στον οὐδέποτε θὰ ηὐχόμην εἰς ἐμαυτὸν νὰ στηρίζωμαι εἰς
4649τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, καὶ ἐπὶ τοιούτων ἐπιχειρημάτων
4650ἐρειδόμενος ν’ ἀπαιτῶ καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων
4651καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι
4652ἄλλα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ
4653καθηγῆταί τις τῆς πλειοψηφίας καὶ νὰ ἐπιβάλλῃται καὶ
4654εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ
4655οὐχὶ μόνον ὁ ἀριθμὸς τῶν ὀπαδῶν του. Τὸ ἐπιχείρημα τῶν
4656ἀριθμῶν κατεχράσθησαν ἄλλοι, ἔχοντες δύναμιν μεγαλειτέραν
4657τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμεῖται, ὅτι
4658κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς προηγουμένης βουλευτικῆς περιόδου
4659ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ μειοψηφίᾳ ἠριθμοῦμεν μόλις 14 ἢ 15, ἡ
4660δὲ πλειοψηφία ἀνήρχετο εἰς 180 περίπου, ἂν ὄχι καὶ πλέον.
4661Καὶ ἐν τούτοις ἡ πλειοψηφία ἐκείνη, διότι ὁ εἰσηγητής της
4662ἐνόμιζεν ὅτι ἐν πολλοῖς ἔπρεπεν ἀντὶ παντὸς ἄλλου ἐπιχειρή-
4663ματος ν’ ἀντιτάσσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ὀπαδῶν του, ἔφθασεν
4664ἐκεῖ, ὅπου ἔφθασεν. Ἂν θέλῃ, ἂς μιμηθῇ τὸ παράδειγμα
4665τοῦ προκατόχου του, καὶ ἐπερειδόμενος καὶ αὐτὸς εἰς τὸν
4666ἀριθμὸν τῶν φίλων του, ἂς μὴ ἀπαντήσῃ διόλου οὔτε εἰς
4667τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας, οὔτε εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ.
4668Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, καὶ θὰ ἴδωμεν ποῦ θὰ εὑρεθῇ μίαν
4669ἡμέραν. Ἐπὶ τέλους ἂς κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς γενικῆς συζη-
4670τήσεως, ἂν θέλῃ, ἂς μὴ διέρχηται ὅμως διὰ τοῦ νοῦ του, ὅτι
4671δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι ἡμεῖς εἰς συζήτησιν, ἡμεῖς οἱ καταστήσαντες
4672ἤδη αὐτὸν ἀναπολόγητον· διότι βεβαίως οὐδεὶς σωφρονῶν θὰ
4673θεωρήσῃ ὡς ἀπολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ
4674ἐπίδειξιν τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως τῶν φίλων του Βου-
4675λευτῶν.
4676§172ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Νομίζω ὅτι τὰ λεγόμενα τὴν ἑσπέραν ταύ-
4677την εἶναι πρωτοφανῆ καὶ πρωτάκουστα. Προσκαλοῦσι τὸν
4678Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, διότι ἕν τῶν
4679μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἔφερεν ἐναντίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ προϋ-
4680πολογισμοῦ. Πρώτην φορὰν ἠκούσαμεν ἐδῶ, νὰ ἀξιῶσι μέλη
4681τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἕν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἔφε-
4682ρεν ἐναντίαν γνώμην εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὅτι ὀφείλει ὁ
4683κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐγερθῇ καὶ δώσῃ τέλος εἰς τὴν συζήτη-
4684σιν, ὡς νὰ ἐζητεῖτο νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ μιᾶς τρο-
4685πολογίας. Τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἡ φωνὴ πρέπει νὰ ἀκουσθῇ
4686τελευταία, ὅταν μάλιστα ἦναι γνωστόν, ὅτι εἰς τὴν πτέρυγα
4687τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι πολλοί οἱ διαμφισβητοῦντες τὴν
4688θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ. Παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σιμοπούλου ἠκού-
4689σθη μία γνώμη· ἄλλην γνώμην θὰ ἔχῃ βεβαίως ὁ ἐξ Ἄρ-
4690της ἀξιότιμος Βουλευτής, ἄλλην ὁ ἐξ Ἀττικῆς, ἴσως δὲ καὶ
4691ἕτερός τις τῶν Κυρίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· εἶναι λοιπὸν
4692ὑποχρεωμένος ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους, ὁ ἔχων τοιαύ-
4693την ἡλικίαν, ὁ καταβασανιζόμενος τόσας ἡμέρας, ὁ ἀπαντῶν
4694εἰς πάντας, περὶ παντὸς ἐρωτώμενος, νὰ ἐγείρηται καὶ ἀπαντᾷ
4695εἰς ἕνα ἕκαστον καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ; Λίαν δικαίως
4696ἠγανάκτησε κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ,
4697ὅστις πολλὴν ἀληθῶς ἔχει ἀξίαν, ἀλλὰ καὶ πολλὴν εὐκολίαν
4698εἰς τὰς ἐκφράσεις του καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν, ὅτι πᾶσα ἡ Βουλὴ
4699νομίζει ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐγένετο ῥάκος.
4700Πότε ἐγένετο ῥάκος; εἰς ποίαν Βουλήν; εἰς ποίαν σύνοδον;
4701§173ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
4702§174ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογι-
4703σμοῦ δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὴν Βουλήν· δύνανται ἐν τῇ ἐπι-
4704τροπῇ νὰ ἔχωσιν ἄλλην γνώμην καὶ ἄλλην κατὰ τὴν συζή-
4705τησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς δύναται νὰ ἔχῃ ἕκαστος Βουλευτὴς
4706ἰδίαν γνώμην. Ἐὰν ἦναι βέβαιον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
4707Κράτους μετεβλήθη εἰς ῥάκος, διατὶ σεῖς, ὅστις εἶσθε προπα-
4708ρεσκευασμένος, δὲν ἔρχεσθε νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας εἰς τὰ
4709καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ; Δηλώσατε ὅτι εἶσθε σύμ-
4710φωνοι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ θὰ ἴδητε
4711τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐγειρόμενον νὰ ἀπαντήσῃ. Εἴπετε ὅτι
4712ὑποτάσσεσθε εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Σιμοπούλου, πράξατέ το,
4713καὶ τότε θὰ λάβητε ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν. Ταῦτα λέγω
4714οὐχὶ ἕνεκα λόγων κομματικῶν, ἀλλ’ ἐκ λόγων δικαιοσύνης,
4715ἵνα μάθωσι πάντες οἱ ἐνταῦθα ἀκούοντες, ὅτι ὅσα εἴπετε δὲν
4716εἶναι σοβαρά.
4717§175Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μολονότι ἐδήλωσα πρὸ ὀλίγου, ὅτι
4718δὲν ἐσκόπουν νὰ ἀγορεύσω, οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ εἴπω δύο
4719λέξεις, κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολι-
4720τεύσεως καὶ ἰδίως ὑπὸ τοῦ ἐκ Λοκρίδος ἐντίμου Βουλευτοῦ.
4721Δὲν γνωρίζω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις
4722καὶ ἰδίως ὁ ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος θέλουσι νὰ ἀποδείξωσιν,
4723ὅτι διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ
4724κατέστη ῥάκος ὁ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεὶς προϋπο-
4725λογισμός. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρονται οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγο-
4726ρεύσαντες τὴν τροποποίησιν ἐξόδων τινῶν καὶ ἐσόδων, καὶ οἱ
4727λόγοι, ὧν ἕνεκα ὁ εἰσαχθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προϋπολο-
4728γισμὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι πλήρης, καταρτισθεὶς ἐν δια-
4729στήματι τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν. Δὲν ἠδύνατο φυσικῶς ἡ
4730Κυβέρνησις νὰ ἀντιληφθῇ αὐτοστιγμεὶ τῶν ἀναγκῶν, αἵ-
4731τινες παρουσιάσθησαν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογι-
4732σμοῦ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ παραστήσῃ τὰ
4733πράγματα ὡς ἀληθῶς εἶχον καὶ ὡς αὐτὴ ἡ ἰδία ἀνεγνώρι-
4734ζεν αὐτά. Ἴσως προβληθῇ ἡ ἀντίῤῥησις, διατὶ ἔσπευσεν αὕτη
4735νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ δὲν ἀνέμενεν ἡμέρας
4736τινὰς, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις; Ἡ
4737Ἀντιπολίτευσις δύναται εὐκόλως νὰ λέγῃ ταῦτα, ἀλλ’ ἡ Κυ-
4738βέρνησις δύναται ὀρθότατα νὰ ἀναιρέσῃ τὰς ἀντιῤῥήσεις αὐ-
4739τῆς, ἀφοῦ πάντες ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἤρ-
4740χισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἐργαζόμεθα νυχθημερὸν, στε-
4741ρούμενοι καὶ ὕπνου καὶ τροφῆς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἐρωτῶ,
4742ἦτο δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ
4743διεξάγων μόνος τὸν κοινοβουλευτικὸν ἀγῶνα, ἀφοῦ πάντες γνω-
4744ρίζομεν ὁποία ἐργασία ἀπαιτεῖται ὅπως παρασκευασθῇ τέ-
4745λειος προϋπολογισμός; Ἀλλὰ κατὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐργα-
4746σιῶν τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις ἐπαρουσίασε τὰς δηλώσεις, ἃς
4747ἐγέννησαν αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσία. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ὁμο-
4748λογουμένως εἰργάσθη μετὰ ζήλου καὶ εὐσυνειδησίας, συμπρατ-
4749τόντων καὶ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας, δὲν προσεπάθησε νὰ
4750καταστήσῃ ῥάκος τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, διότι
4751καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀποτελεῖ μέρος τῆς πλειο-
4752ψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπο-
4753τεθῇ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον αὕτη ἐξακολουθεῖ νὰ τρέφῃ ἐμπιστοσύνην
4754πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἤθελε ποτὲ σκεφθῇ νὰ μεταβάλῃ
4755εἰς ῥάκος τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋ-
4756πολογισμοῦ προσεπάθησε νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἕνεκα τῶν περι-
4757στάσεων ὑπάρχοντα κενά. Ἐὰν ὅμως μέλη τινὰ τῆς Ἀντι-
4758πολιτεύσεως νομίζωσιν, ὅτι πρέπει νὰ μεταχειρισθῶσιν ὡς ὅπλον
4759κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν τοιαύτην τῆς ἐπιτροπῆς ἐργασίαν,
4760πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς τοιαύτης ἰδέας ἀρκεῖ ἡ πανταχόθεν
4761ἀκουομένη διαμαρτυρία τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπι-
4762τροπῆς. Ἐάν τινα τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως φρονοῦ-
4763σιν, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τῶν σκέψεων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτρο-
4764πῆς ἐπὶ ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς ὀρθότατα εἶπεν ὁ ἐκ
4765Λοκρίδος κ. Βουλευτὴς, δὲν ἐπιτρέπεται διάκρισις μεταξὺ Συμ-
4766πολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν, λέγω, ἡ τοιαύτη
4767ἀνεξαρτησία δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔνδειξις δυσπιστίας
4768πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω ὅτι ἀπατῶνται. Ἡ ἀνεξαρτη-
4769σία αὕτη τιμᾷ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τιμᾷ τὸν ἡγέτην
4770τῆς πλειοψηφίας πρὸ παντὸς, ὁ ὁποῖος δὲν φρονεῖ ὅτι ἔπρεπε
4771τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ἐμπνέων-
4772ται ὑπὸ τοιαύτης ἀνεξαρτησίας, μὴ ἀποδεχόμενος ἐκεῖνο, τὸ
4773ὁποῖον ἄλλοτε ἐγίνετο ὑπὸ ἄλλους ἀρχηγούς· ἀλλ’ ὁ ἡγέτης
4774τῆς πλειοψηφίας, ἐμφορούμενος ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τῆς ἀνεξαρτη-
4775σίας τοῦ φρονήματος, καὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐνεργείας ἐν ταῖς
4776κοινοβουλευτικαῖς ἐργασίαις, οὐ μόνον ἀπαρέσκειαν δὲν ᾐσθάνθη
4777διὰ τὴν ἐργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον ἄκραν χα-
4778ρὰν, διότι αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας πάντοτε ἀνεκήρυξεν, ἀπε-
4779δείχθησαν λαμβάνουσαι σάρκα.
4780Εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀγορεύσω· ἀλλὰ δὲν εἶναι δύσ-
4781κολον νὰ κάμω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ
4782τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην,
4783καὶ νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν ἦτο δύσκολον νὰ ἀνατραπῶσιν εὐκό-
4784λως τὰ πορίσματα τῆς ἀγορεύσεώς του. Ὁ ἔντιμος ἐκ Παρ-
4785νασσίδος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς πρέ-
4786πει ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔξοδα νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὸ ποσὸν τῶν
478794,012,882 δραχ., ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔσοδα εἰς τὸ ποσὸν τῶν
478891,116,118, ἑπομένως νὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα 2,796,694.
4789Ἀλλὰ ποῦ βασιζόμενος ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὑποστηρίζει
4790τοῦτο; Οὐδαμοῦ. Ὑποστηρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ πο-
4791σὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλα-
4792μῶν διὰ τὸ τρέχον ἔτος 1895, καὶ ἰσχυρίζεται ὅτι, ἂν ὑπῆρ-
4793χον χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 24,000,000, τοῦ συνομο-
4794λογηθέντος χάριν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–
4795Καλαμῶν, τὰ χρήματα ταῦτα εἰσῆλθον πλέον εἰς τὸ δη-
4796μόσιον ταμεῖον, καὶ ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπιβαρυνθῇ
4797ἡ χρῆσις τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους.
4798Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα τῶν ἄλλων ποσῶν,
4799τὰ ὁποῖα παρίστανται ὡς ἔξοδον ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηρο-
4800δρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Περιορίζομαι εἰς ἓν ἔξοδον, εἰς τὸ
4801ἔξοδον τὸ κατατεθὲν παρὰ τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ καὶ μετενεχθὲν
4802εἰς λ)σμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρ-
4803χεται εἰς 1.062,823 δραχμάς. Τὸ ποσὸν τοῦτο παρέστησεν
4804ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι εἰσήχθη εἰς τὸ ταμεῖον. Ἀλλ’ εἰς
4805ποῖον ταμεῖον; Αὐτὸ κατετέθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν,
4806καὶ ὅπως τὸ Δημόσιον ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν τόκου 1%
4807τὸ κατέθεσεν εἰς τὸν ἀνοικτὸν λ)σμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
4808κλοφορίας, δυνάμενον ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸ εἰς πᾶσαν στιγμήν.
4809Ἑπομένως δι’ αὐτὸ τὸ ποσὸν διὰ τὸ ἔτος 1895 δὲν ὑφίστα-
4810ται ἀνάγκη ἐγγραφῆς δαπάνης.
4811Ἀλλ’ ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς προσθέτει 350,000 εἰς τὰ
4812ἔξοδα τοῦ 1895 διὰ τὴν δευτέραν βουλευτικὴν σύνοδον. Ἀλλὰ
4813δὲν ἐννοῶ διατὶ ἐφέτος πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ποσὸν διὰ δύο
4814συνόδους. Δύο τακτικὰς συνόδους δὲν πρόκειται νὰ συγκαλέσῃ
4815ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ὁμοιάζει τοὺς Πρω-
4816θυπουργοὺς ἐκείνους, οἵτινες πάντοτε κατὰ νοῦν εἶχον, πῶς νὰ
4817παραβαίνωσι τοὺς νόμους. Τούτου δοθέντος, πῶς θέλετε νὰ
4818ἀναγραφῇ νέα πίστωσις; Ἴσως ῥηθῇ, ὅτι δὲν θὰ συγκληθῶσι
4819δύο τακτικαὶ σύνοδοι, ἀλλ’ ὅμως θὰ συγκληθῇ ἔκτακτος. Τὴν
4820ἔκτακτον ὅμως περίπτωσιν ταύτην δὲν δύναται νὰ προΐδῃ
4821ὁ προϋπολογισμός. Ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη συγκλήσεως
4822ἐκτάκτου συνόδου, τότε θὰ ζητηθῇ ἡ σχετικὴ πίστωσις.
4823Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἕτερον ποσὸν ἐκ 350,000, ὅπερ δέον ν’ ἀφαι-
4824ρεθῇ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐντίμου ἐκ Παρνασσίδος
4825συναδέλφου.
4826Ἐπίσης διαφωνεῖ ὁ κ. συνάδελφος ἐπὶ τῆς ἐγγραφῆς ποσοῦ
4827300,000 δραχ. δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος, φρονῶν ὅτι
4828πρέπει νὰ αὐξηθῇ τοῦτο εἰς 500,000. Ἀλλὰ δι’ οὓς λόγους
4829ἐξέθηκεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει της, τὸ ποσὸν τοῦτο ἴσως
4830ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὑπερβολικόν. Ἔχομεν λοιπὸν ἀμέσως
4831μείωσιν δαπανῶν ἀπὸ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἐντίμου ἐκ
4832Παρνασσίδος Βουλευτοῦ κατὰ 1,550,000 δραχμάς, καὶ ἰδοὺ
4833ὅτι τὰ 94,012,882, ὡς ὑπολογίζει αὐτὰ οὗτος, ὑποβιβά-
4834ζονται εἰς 92,462,882.
4835Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἐμείωσε καὶ τὰ
4836ἔσοδα κατὰ 680,000 δραχμάς, διότι δὲν πρέπει, λέγει, νὰ
4837ἐγγραφῇ ἔσοδον ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο
4838δὲν ἀδικῶ τὸν κ. Βουλευτήν. Δείκνυται συνεπὴς πρὸς τὰς
4839ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ὑπεστήριξεν. Ὁ ἔντιμος ἐκ Παρ-
4840νασσίδος Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον πρέπει
4841νὰ μεταβάλλεται εἰς ἀργυραμοιβεῖον, καὶ νὰ λέγῃ: «ἔχω
484210 ντούπιας ἰσπανικάς, 30 λίρας ἀγγλικάς, 20 λουδοβίκεια,
4843δὲν ἠξεύρω πόσα Κωνσταντινᾶτα». Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι,
4844ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ νο-
4845μίζω ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ μόνος, ὅστις περὶ τοῦ ἀντικειμέ-
4846νου τούτου ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην. Τὴν αὐτὴν γνώμην
4847ἐξέφρασαν ἄλλοτε πολλὰ ἔντιμα μέλη, τὰ ὁποῖα τὴν στιγ-
4848μὴν ταύτην παρακάθηνται ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ. Τὴν γνώ-
4849μην δηλ. ὅτι πᾶν ὅ,τι εἰσάγεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρέπει
4850νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ νόμιμον νόμισμα, εἰς τραπεζικὰ γραμμά-
4851τια. Καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε ἠλέγχομεν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ
4852τέως Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἠρνεῖτο τὴν ἐν τῷ
4853προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, με-
4854γάλους δ’ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐποιούμεθα ἀγῶνας.
4855Συνεπεῖς λοιπὸν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ εἰση-
4856γητὴς αὐτῆς εἰς τὰς γνώμας ταύτας, ὑπεστηρίξαμεν καὶ ὑπο-
4857στηρίζομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἔσοδον 680,000 δραχ-
4858μῶν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα. Ἔχομεν λοιπὸν
4859ἔσοδα, κατὰ τὸν ἔντιμον ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφον, οὐχὶ
4860πλέον 91,116,118, ἀλλ’ 91,796,118, ἀπέναντι ἐξόδων ἐξ
486192,462,882, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς πάντοτε τοῦ ἐντίμου
4862ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, τοὺς ὁποίους ἐννοεῖται ὅτι δὲν
4863ἀποδέχομαι. Ἰδοὺ λοιπὸν ἐκ τοῦ προχείρου, ὅτι καταπίπτει
4864ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος
4865Βουλευτοῦ· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ἐκοπίασα πολὺ νὰ ὑποβιβάσω
4866τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ ἀπὸ 2,796,694 εἰς μόνον 676,664
4867δραχμάς, καὶ ταύτας καθ’ ὑπολογισμοὺς οὐχὶ βασίμους.
4868Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶπον, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀπέφυγον
4869τὴν συζήτησιν, ἢ ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ προέλθω εἰς πρόχειρον
4870ἀναίρεσιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος λεχθέντων.
4871Ὑποθέτω ὅτι τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἕκαστον
4872κατὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ γνώμας, θέλουσιν ἐξακολουθήσει τὴν
4873συζήτησιν, ἣν θέλω παρακολουθήσει μετὰ προσοχῆς. Ὅσον
4874ὅμως ἀφορᾷ τὸν ἔντιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν
4875εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ ἐκβιάζηται παρ’ αὐτοῦ ἀπάντησις. Αὕτη
4876βεβαίως θέλει δοθῆ, ἀλλ’ ὁπόταν τοῦτο θεωρηθῇ ἀναγκαῖον.
4877Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ἀποδεχθῆ
4878καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ πορίσματα τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψη-
4879φίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, υἱοθετῶν αὐτὴν
4880ὡς ἴδιον αὐτοῦ τέκνον.
4881§176ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καίτοι ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀνεξαρτησίαν
4882τοῦ φρονήματος τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολο-
4883γισμοῦ, οὐδέποτε ὅμως ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ
4884φρονήματος αὐτῶν ἠδύνατο νὰ περιαγάγῃ τοὺς ἀξιοτίμους
4885συναδέλφους εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Διότι, ἂν
4886καὶ πρὸς στιγμὴν ἐπήρχετο εἰς ἡμᾶς ἡ ἰδέα αὕτη, βεβαίως
4887δὲν θὰ ἠρκούμεθα εἰς τὸ νὰ ἐξάρωμεν μόνον τὰς διαφορὰς με-
4888ταξὺ τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ
4889προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπο-
4890βληθέντος προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ θὰ προεβαίνομεν ἔτι πε-
4891ραιτέρω. Θὰ προεκαλοῦμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, βέβαιοι
4892ὄντες, ὅτι καὶ οἱ συνάδελφοι τῆς μειοψηφίας καὶ πλεῖστοι
4893ἄλλοι, συμμεριζόμενοι τὴν γνώμην ἡμῶν, θὰ κατεψήφιζον
4894τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ πῶς ἐτέθη ὑφ’ ἡμῶν τὸ ζήτημα; Δὲν
4895ἐτέθη ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὡς ζήτημα δυνάμενον νὰ
4896προκαλέσῃ δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ καταψή-
4897φισιν αὐτῆς. Ἐτέθη ἁπλούστατα τὸ ζήτημα, ὅτι ὁ προϋπο-
4898λογισμὸς, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
4899πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ πρὸς αὐτὸν, ὡς μὴ ἀνταποκρινόμενος
4900εἰς τὰς σημερινὰς ἡμῶν ἀνάγκας, ὡς ἐλλιπὴς καὶ ὑπὸ τὴν
4901ἔποψιν τῆς ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς
4902ἀναγραφῆς τῶν ἐξόδων. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειο-
4903ψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐνόμισεν,
4904ὅτι ἀναιρεῖ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ ἐκ Παρνασσίδος κ.
4905Βουλευτοῦ, ἀντισχυριζόμενος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἦναι
4906ἀτελὴς ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου
4907τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ αὐτὸς, ὡς καὶ πάντα τὰ ἄλλα
4908νομοσχέδια, συνετάχθη ἐπὶ τοῦ γόνατος. Ἀλλ’ αὐτὸ τί ἀπο-
4909δεικνύει; Ὅτι εἶναι ἐλλιπὴς, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκής, καὶ ὡς
4910τοιοῦτος πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν ὅσῳ
4911ἐμμένομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν συνταχθέντα ὑπὸ τῆς
4912Κυβερνήσεως, εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τοῦ διλήμματος, καθ’ ὃ
4913πρέπει νὰ πράξωμεν ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ ν’ ἀποδεχθῶμεν τὰ
4914ἀποτελέσματα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει
4915ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ἢ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀνα-
4916γράφει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τοῦ
4917προϋπολογισμοῦ. Ἐρωτῶ δὲ ὑμᾶς, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος προϋ-
4918πολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων ἀποτελεσμάτων πρέπει νὰ
4919συζητήσωμεν ἤδη; διότι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
4920βερνήσεως νομίζω ὅτι ἔχει ἐγκαταλίπει ἔκθετον τὸν προϋ-
4921πολογισμόν του τὸν ἀρχικόν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύ-
4922ριοι, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον ἡμεῖς οἱ τῆς μειοψηφίας, ἀλλὰ καὶ
4923οἱ τῆς πλειοψηφίας συνάδελφοι εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ ἔργον
4924τοῦτο πρέπει νὰ συμπληρωθῇ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμ-
4925πληρωθῇ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ συμπλη-
4926ρωθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλ-
4927λος Βουλευτὴς ποιεῖται. Τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ὡς πρὸς τὰ
4928ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα πρέπει νὰ τὴν ἔχῃ αὐτὴ ἡ Κυ-
4929βέρνησις, διότι αὐτὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ πλεῖστα ὅσα,
4930τὰ ὁποῖα οὔτε ἡ πλειοψηφία, οὔτε ἡ μειοψηφία, οὔτε ἡ ἐπι-
4931τροπὴ δύναται νὰ γινώσκῃ. Καθ’ ὃν λοιπὸν χρόνον μία καὶ ἡ
4932αὐτὴ γνώμη ἐπικρατεῖ παρ’ ἅπασιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ
4933ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀνεπαρκής...
4934§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ἑρμηνεύετε τὴν γνώμην
4935τῆς πλειοψηφίας;
4936§178ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑρμηνεύω ταύτην τὴν στιγμὴν τὴν ἔκθε-
4937σιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει,
4938ὅτι πολλὰ ἔσοδα κακῶς ἔχουσιν ὑπολογισθῆ ἐπὶ ἔλαττον ἢ
4939ἐπὶ πλέον τοῦ δέοντος, καὶ ὅτι διάφορα ἔξοδα κακῶς ἔχουσιν
4940ἀναγραφῆ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ δέοντος. Τί ἄλλο σημαίνει τοῦτο
4941ἢ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφι-
4942στάμενος καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς
4943ἀληθείας, δὲν εἶναι πλήρης; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι
4944ἡ λογικὴ ἑρμηνεία τῆς ἐκθέσεως. Τί ἀποδεικνύουσιν αἱ ἐπα-
4945νειλημμέναι δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ
4946τῶν λοιπῶν Ὑπουργῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε μεταβολὴ
4947ῥιζικὴ, ἢ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἦτο ἐξ ἀρχῆς ἀνεπαρκής;
4948Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς
4949ἐπιτροπῆς καθὼς καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ αὐτὴ ἡ
4950Κυβέρνησις συμφωνοῦσιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς χρῄζει ἀνα-
4951θεωρήσεως. Εἰς τοῦτο κατέληξε καὶ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος
4952Βουλευτὴς, καὶ ἐν τούτῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δια-
4953φωνία. Εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν οὐχὶ νῦν τὸ πρῶτον ἐκφέρο-
4954μεν ἡμεῖς ἐνταῦθα. Οὐδείς ποτε ἠρνήθη, ὅτι ὁ προϋπολογι-
4955σμὸς αὐτὸς εἶναι ἀντίγραφον πιστὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ
4956τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ
49571894. Διὰ τῆς ἐκθέσεώς του τότε ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
4958ἐκείνου καὶ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
4959περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, — διότι ἐπὶ τοῦ προϋ-
4960πολογισμοῦ δὲν ἔλαβε τὸν λόγον, — ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ προϋπολο-
4961γισμὸς ἐκεῖνος οὐ μόνον ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς
4962τὰ ἔξοδα ἦτο ἀνεπαρκής. Τώρα σεῖς δύνασθε ὑπὸ τὰς λέ-
4963ξεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἄλλα νὰ διαβλέπητε, νὰ διαβλέ-
4964πητε ὅτι, ὅταν λέγῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ
4965προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνεπαρκὴς, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐννοῶ-
4966μεν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐπαρκής. Ἡμεῖς ὅμως εἴμεθα ἐλεύθεροι
4967νὰ δεχώμεθα, ὅτι καὶ τότε εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀληθείᾳ ὁ κ.
4968Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τώρα, ὅτε ὑπέβαλε τὸν αὐτὸν
4969προϋπολογισμόν. Ἡ ἀλήθεια αὕτη εἶναι, ὅτι ὁ προκείμενος
4970προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνεπαρκής, καὶ πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ
4971εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀνασυνταχθῇ. Εἰς τοῦτο εἴμεθα
4972πάντες σύμφωνοι (θόρυβος).
4973§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ποῖος σᾶς
4974εἶπεν ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι;
4975§180ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅσοι δὲν εἶναι σύμφωνοι εἰς τοῦτο, δὲν
4976ἔχουσι νὰ πράξωσιν ἄλλο τι ἢ νὰ ζητήσωσι τὸν λόγον καὶ
4977ὑποστηρίξωσι τὴν ἐπάρκειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
4978§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν φρο-
4979νοῦσιν οἱ προαγορεύσαντες ὅτι πάντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
4980ἔχουσι γνώμην, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ
4981ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ
4982γνώμη αὐτῶν. Ἐγὼ δὲν ἐπικρίνω αὐτὴν, ἐγὼ δὲν λέγω
4983ὅτι ἔχουσι τὸ πάθημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκεῖνος ὁ εἰς Πειραιᾶ
4984καταβαίνων, ὅστις πάντα τὰ πλοῖα, τὸ εἰσερχόμενα εἰς τὸν
4985λιμένα, ὑπελάμβανεν ἰδικά του. Ἀλλ’ ἐὰν φρονῶσι τοῦτο, τὸ
4986ὁποῖον λέγουσιν, ἂς θέσωσι θέμα ψηφοφορίας, ἵνα ψηφοφορή-
4987σωμεν, ἢ ἂς ὑποταχθῶσιν εἰς τὸν Κανονισμὸν, νὰ συζητήσω-
4988σιν. Εὑρισκόμεθα ἔτι ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋ-
4989πολογισμοῦ· ἂς ἐκθέσωσι τὰς γνώμας αὑτῶν. Ἂν νομίζωσιν
4990ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκθέσωσιν ἄλλας γνώμας ἢ νὰ προβάλλωσιν
4991ἄλλα ἐπιχειρήματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν ὁ κ.
4992ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἂς δηλώσωσιν ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ
4993ἀγορεύσωσιν. Ἡ συζήτησις, ὅπως ἔτρεψαν αὐτὴν οἱ Κύριοι,
4994εἶναι πρωτοφανής· ἡμεῖς δὲν εἴμεθα συνειθισμένοι νὰ ἐπεξερχώ-
4995μεθα κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος, ὅπως ἐπεξῆλθε κατ’
4996αὐτοῦ ἄλλος συνάδελφος κατὰ τὸ 1885, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ
4997συζητῶμεν, ἀναγνωρίζοντες αὐτοὺς ὡς μέλη τοῦ Κοινοβου-
4998λίου, ὅσον δὲ ἡμεῖς καὶ ἂν ἤμεθα ἀνεκτικοὶ, δὲν εἶναι δυνα-
4999τὸν νὰ μὴ περιφρονῶμεν τὰ ἀπρεπῶς λεγόμενα.
5000§182ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπιβάλῃ τῷ
5001κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἀνα-
5002σκευάσῃ τὰ λεχθέντα κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ του, ἀλλὰ
5003ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω διὰ τίνα λόγον μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ
5004ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ οὐδεὶς ἐκ τῶν λαβόντων
5005μέρος εἰς τὴν προεξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠθέλησε νὰ
5006ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν. Εὑρισκόμεθα πρὸ πρωτοφανοῦς
5007γεγονότος, διότι μετὰ προεξέλεγξιν μακρὰν τοῦ ὑποβληθέντος
5008παρὰ τῆς Κυβερνήσεως προϋπολογισμοῦ δὲν γνωρίζομεν ποῖον
5009εἶναι τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν. Ἔχομεν
5010τῷ ὄντι ἀντὶ ἑνὸς τρεῖς προϋπολογισμούς· ἔχομεν τὸν ὑποβλη-
5011θέντα ἀρχικῶς παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
5012ἔχομεν τὸν προϋπολογισμὸν τὸν διασκευασθέντα παρὰ τοῦ
5013ἰδίου καὶ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως συνεπείᾳ τῶν
5014δηλώσεών των, ἔχομεν τέλος καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν
5015παρασκευασθέντα παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς
5016ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ εἶναι εὔκολον νὰ σᾶς τὸ ἀπο-
5017δείξω. Ἐν σελίδι 51 τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν
5018ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσήγαγεν, εὑρίσκομεν
5019τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσό-
5020δων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1895, ὑπὸ χρονολογίαν
50212 Ἰουνίου, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς
5022Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ ἀναγράφει
5023κατὰ κεφάλαιον τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ὁ προϋπολογισμὸς
5024τῶν ἐσόδων ἀνέρχεται εἰς 91,331,118. Μετ’ ὀλίγας σελίδας
5025θέλετε ἀνεύρει τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολο-
5026γισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1895, κατ’
5027αὐτὸ δὲ, φέρον τὴν αὐτὴν χρονολογίαν καὶ τὴν ὑπογραφὴν
5028τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀνέρ-
5029χονται εἰς 98,342,724.74. Οὕτω κατὰ τὸν ὑποβληθέντα
5030προϋπολογισμὸν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
5031ἔχομεν περίσσευμα 1,988,394. Τοιοῦτος ὁ ὑποβληθεὶς παρὰ
5032τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προϋπολογισμός. Ἐὰν ἀνα-
5033τρέξωμεν τώρα εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν συνταχθεῖσαν παρὰ τοῦ
5034ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ὡς εἰσηγητοῦ τῆς πλειο-
5035νοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλομεν
5036εὕρει ἐν τέλει αὐτῆς τὰ ἀποτελέσματα τῶν δηλώσεων τοῦ κ.
5037Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἄλλων μελῶν αὐτῆς.
5038Κατ’ αὐτὰς, ἔχομεν ἔσοδα ὁριστικὰ ἐκ δραχ. 90,198,016,
5039ἀντὶ τῶν 91,331,118 τοῦ ἀρχικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔξοδα
5040δὲ 91,340,282. Οὕτω κατὰ τοὺς πίνακας τούτους, τοὺς
5041συντεταγμένους συνεπείᾳ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως,
5042ὡς πιστοποιεῖ ἡ ὑπογραφὴ τῶν μελῶν καὶ τῶν εἰσηγητῶν
5043τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ
5044προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, ὅστις ὑπεβλήθη ἀρχικῶς μὲ
5045περίσσευμα 2 ἑκατομμυρίων, μεῖον 11,600 δραχ., παρουσιά-
5046ζεται εἰς τοὺς πίνακας κατόπιν τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνή-
5047σεως μὲ ἔλλειμμα δραχ. 1,142,267 περίπου. Καὶ οὗτος ὁ
5048δεύτερος προϋπολογισμός! Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τρίτος προϋπο-
5049λογισμὸς, ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς εἶπον, ὁ διασκευασθεὶς παρὰ
5050τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Γνω-
5051ρίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχει δικαίωμα νὰ
5052ἐξελέγχῃ ὁλόκληρον τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ τὸν προϋπολο-
5053γισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἔχει
5054δικαίωμα νὰ προβάλλῃ τὰς γνώμας αὐτῆς καὶ νὰ τὰς ὑπο-
5055στηρίξῃ, ἀλλὰ δὲν ἐφρόνουν ὅτι ὤφειλε νὰ διασκευάσῃ ὁλό-
5056κληρον προϋπολογισμόν. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εὕρῃ τὸν ἐπεξ-
5057εργασθέντα παρ’ αὐτῆς προϋπολογισμὸν σύμφωνον μὲ τὰς
5058γνώμας τὰς κρατούσας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τὴν οὕτω σχημα-
5059τισθεῖσαν γνώμην ὑποβάλλει εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς,
5060καὶ ζητεῖ, ὅπως συνταχθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἕτερος προϋ-
5061πολογισμὸς, σύμφωνος πρὸς τὰς γνώμας της.
5062Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἐν τῇ
5063φιλοπονίᾳ του, καὶ βεβαίως ἑρμηνεύων τὰς γνώμας τῆς πλειο-
5064ψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, συνέταξεν ἕτε-
5065ρον προϋπολογισμόν. Εἰς τίνα δ’ ἀποτελέσματα φθάνει οὗ-
5066τος; ἔχομεν ὁριστικὸν ποσὸν ἐσόδων 92,995,108, καὶ ἔξοδα
506792,720,181. Οὕτω κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν μελῶν
5068τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἔχομεν πλεόνασμα 275,000
5069δραχμῶν. Ἔλθετε τώρα νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῶν τριῶν τού-
5070των προϋπολογισμῶν. Ἀλλὰ καίριον ἐλάττωμα παντὸς
5071προϋπολογισμοῦ εἶναι τὸ μὴ ἰσοσκελὲς αὐτοῦ, τὸ νὰ κατα-
5072λείπῃ ἔλλειμμα. Ἡμεῖς δὲ δὲν γνωρίζομεν, τίς εἶναι ἡ γνώμη
5073τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐὰν λάβωμεν
5074ὑπ’ ὄψιν τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ἐν τοῖς νομοσχε-
5075δίοις τοῖς ἀφορῶσιν εἰς τὴν κύρωσιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων
5076τοῦ Κράτους, θέλομεν εὕρει περίσσευμα 1,988,394. Ἐὰν
5077λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς πίνακας τοὺς συνταχθέντας παρὰ τοῦ
5078εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολο-
5079γισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, θέλο-
5080μεν εὕρει ἔλλειμμα 1,442,267. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς
5081πίνακας τοὺς συνταχθέντας παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ συμφώνως
5082μὲ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋ-
5083πολογισμοῦ, θέλομεν εὕρει περίσσευμα 275 χιλιάδων. Καὶ ἐν
5084τούτοις σᾶς λέγουν, ἔλθετε νὰ συζητήσητε! Ἐὰν οἱ Βουλευ-
5085ταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπέμενον, ὅπως ἢ ὁ Πρόεδρος τῆς
5086Κυβερνήσεως ἢ ἄλλος τις λάβῃ τὸν λόγον, τοῦτο ἐγένετο,
5087ὄχι διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι
5088καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ
5089πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχουσι πλήρη καὶ τελείαν ἐμπιστο-
5090σύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐδίδετο τὸ ἔδα-
5091φος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις σπουδαία
5092καὶ σοβαρά. Βλέπετε ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐκφεύγει τὸ
5093ἔδαφος τῆς συζητήσεως. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἔδαφος σαλευόμενον,
5094εἶναι τὸ τοῦ σημερινοῦ προϋπολογισμοῦ.
5095Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι, ὑφ’ οὓς ὅρους συνετάχθη ὁ προϋπολο-
5096γισμὸς, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐνέχῃ ἐν ἑαυτῷ τὰς πλημμε-
5097λείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατεδείχθησαν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέ-
5098ρας τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ. Εἴχομεν τῷ ὄντι ἀποκηρύξεις διὰ
5099στόματος αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σπουδαίων
5100ποσῶν ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολο-
5101γισμῷ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ
5102τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ παραδόξως, μετὰ τὴν τόσον κοπιώδη
5103ἐργασίαν τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τὴν τόσον ἐπίμονον ἐργασίαν
5104ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ τὰς γε-
5105νομένας παρ’ αὐτοῦ ἀποκηρύξεις, ὡς πρὸς τίνα τῶν ἀναγρα-
5106φέντων ἐσόδων, ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀποδώσαντος τὴν πλημ-
5107μελῆ ἀναγραφὴν αὐτῶν εἰς παρεξήγησιν ἐκ μέρους τοῦ συν-
5108τάξαντος ὑπαλλήλου τὸν πίνακα τῶν ἐσόδων, εὑρίσκομεν ὅτι
5109διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ οὕτως ἀποκηρυχθέντος, εἴμεθα πλη-
5110σιέστεροι πρὸς τὴν ἀλήθειαν, παρὰ διὰ τῶν δηλώσεων τῶν
5111κατόπιν γενομένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο δὲ πάλιν
5112ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν σπουδήν, μεθ’ ἧς συνετάχθη ὁ προϋπο-
5113λογισμὸς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν σπουδήν, μεθ’ ἧς διεξάγονται αἱ
5114ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
5115Ἀρχικῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφρόνει ὅτι τὸ
5116νομοθέτημα περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐπρόκειτο
5117ἀμέσως νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν. Ἐν τούτοις ἐλησμόνησεν ὁ ὑπάλ-
5118ληλος, πρὸς ὃν εἶχεν ἐντείλει τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου
5119περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἐλησμόνησε νὰ ἐκ-
5120πέσῃ τὸ σχετικὸν ἔσοδον ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ
5121τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ δὲν ἐλησμόνησε νὰ ἐκ-
5122πέσῃ τὴν ἀνάλογον δαπάνην· τοῦτο παρετηρήθη ἀμέσως ἀπὸ
5123τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ,
5124καὶ τότε ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
5125σεως καὶ ἀπεκήρυξε τὴν τοιαύτην σύνταξιν τῶν ἐσόδων τοῦ
5126Κράτους, ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν ἀπεκήρυξε, σήμερον ἔρχεται καὶ
5127τὴν κυροῖ, διότι ἀνέβαλε πλέον τὴν ἰσχὺν τοῦ νομοθετήμα-
5128τος τοῦ ψηφισθέντος καὶ, νομίζω, κυρωθέντος, τὴν ἀνέβαλε διὰ
5129τὸν χρόνον τὸν μετὰ τὸ ἔτος 1895.
5130Ἀλλ’ αἱ πλημμέλειαι αὗται τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν κα-
5131θιστῶσιν ἀδύνατον πλέον τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν; δὲν ἀπο-
5132δεικνύουσιν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰδέα τις πολιτική, ἥτις ὑπηγό-
5133ρευσε τὴν σύνταξιν αὐτοῦ; Ἀντὶ δὲ νὰ προκαλῇ ζητήματα
5134ἐμπιστοσύνης ἐν οὐ δεόντι,—διότι ἐντὸς τῆς αἰθούσης μόλις
5135κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἴμεθα 20 ἢ 30,—φρονῶ ὅτι εἶχε
5136τὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν
5137οὕτως ἠλαττωμένην ἀριθμητικῶς Ἀντιπολίτευσιν νὰ προσφέρῃ
5138πραγματικὸν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῇ νὰ συζητήσῃ
5139τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἔστω καὶ διὰ τοὺς ἐξ ὑπο-
5140λειπομένους μῆνας, καὶ ἀποδείξῃ ὅτι οὗτος ὑπῆρξεν ἔργον
5141ἐντελῶς πλημμελές, ἕνεκα τῆς ἀκατανοήτου σπουδῆς, ἥτις
5142προήδρευσε καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ κατὰ τὴν ἐπεξεργα-
5143σίαν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν σύλληψιν ἀκόμη ὅλων τῶν σχεδίων
5144τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο εἶναι τὸ παράπονον τῆς Ἀντιπολι-
5145τεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν καθῆκον νὰ
5146προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἔδαφος στερεόν,
5147ἐφ’ οὗ νὰ γνωρίζωμεν πῶς θὰ συζητήσωμεν.
5148§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἀντι-
5149πολίτευσις ἔχει ἄδικον παράπονον, διότι ἡ σπουδή, τὴν ὁποίαν
5150ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις, εἴτε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπο-
5151λογισμοῦ, εἴτε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν συναφῶν μετὰ τοῦ
5152προϋπολογισμοῦ ἔργων, δὲν ἦτο σπουδὴ ἐξαρτωμένη ἐκ τῆς
5153θελήσεως αὐτῆς, δὲν ἀπέκειτο εἰς αὐτὴν νὰ σπεύσῃ μετὰ
5154σπουδῆς, ἢ νὰ βραδύνῃ ἄνευ σπουδῆς· τὴν σπουδὴν ἐπέβαλλον
5155εἰς τὴν Κυβέρνησιν αἱ περιστάσεις, διότι ἡ Βουλὴ συνῆλθε
5156τὴν 15 Μαΐου, διότι ἐξώδευσε δύο ἑβδομάδας καί τινας ἡμέ-
5157ρας, ἵνα ἐξελέγξῃ τὰς ἐκλογὰς, διότι αἱ ἐργασίαι αὐτῆς
5158ἤρχισαν τὴν 2 Ἰουνίου, καὶ ἀπὸ τῆς 2 Ἰουνίου μέχρι τοῦ
5159χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ Βουλευταὶ ἀναγκαίως ἔμελλον
5160νὰ καταλίπωσι τὰς Ἀθήνας καὶ δὲν ἤθελε πλέον εἶσθαι
5161δυνατὸν νὰ κατορθοῦται συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ
5162ψηφισθῶσι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τὰ νομοθετήματα, τὰ
5163ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα. Τὴν σπουδὴν λοιπὸν δὲν ἐδημιουργή-
5164σαμεν ἡμεῖς, ἐδημιούργησαν αὐτὴν αἱ περιστάσεις, ἐδημιούρ-
5165γησεν ἡ βραδύτης τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἡ βραδύτης
5166τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ πάροδος ὅλου τοῦ χρό-
5167νου, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἴσως χρησιμεύσει εἰς τὴν ἄνετον καὶ
5168ἐπισταμένην διεξαγωγὴν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Δὲν πρέπει
5169λοιπὸν νὰ παραπονῶνται οἱ ἀντιπολιτευόμενοι καθ’ ἡμῶν,
5170πρέπει νὰ παραπονῶνται κατὰ τῶν περιστάσεων, κατὰ τῆς
5171πλοκῆς τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερον τὴν κατάστασιν
5172ταύτην.
5173Ἀπορῶ, ὅταν ἀγορεύοντες περὶ προϋπολογισμοῦ ἀξιοῦτε
5174προϋπολογισμὸν, ὁποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις συντάσσεται πρὸ
5175τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ὅστις συντάσσεται ἀπὸ Κυβέρνησιν
5176καθεστηκυῖαν, ἡ ὁποία ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της τὰ ἀρχεῖα
5177τῶν Ὑπουργείων, ἡ ὁποία ἔχει πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τῶν
5178Ὑπουργείων. Ὑμεῖς ὄντως ἀξιοῦτε ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν,
5179τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀξιοῦσιν αἱ
5180Ἀντιπολιτεύσεις ἀπὸ προϋπολογισμοὺς Κυβερνήσεων. Κατὰ
5181ποίαν ἐποχὴν ἐκλήθημεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν; Εἶχε συμπληρωθῆ ὁ
5182ἕκτος μήν. Ἠθέλετε τότε νὰ μεταβάλωμεν τὰ ἔσοδα, καὶ
5183ἂν ἐφρονοῦμεν ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα κακῶς εἶχον προϋπολογι-
5184σθῆ, ὡς τὸ ἐφρονοῦμεν; Ποῖον κανόνα ἠθέλομεν λάβει, ἵνα
5185μεταβάλωμεν τὰ ἔσοδα, ἀφοῦ ὁ ἕκτος μὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ
5186εἶχε παρέλθει; Διὰ τοῦτο μετὰ παῤῥησίας ἐδήλωσα, ὅτι
5187ἡμεῖς ἀντεγράψαμεν τὰ ἔσοδα, ὡς ταῦτα εἶχον προϋπολο-
5188γισθῆ ὑπὸ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ· δὲν ἀνελάβομεν
5189τὴν εὐθύνην τῆς ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ
5190γένηται τοῦτο, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν αὐτά.
5191Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἐξόδων ἐφροντίσαμεν νὰ ἐπιφέρωμεν τὰς ἐλατ-
5192τώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐκρίναμεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐπι-
5193φέρωμεν κατὰ τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον ἄρχεται ἀπὸ τοῦ
5194ἑβδόμου μηνὸς τοῦ ἐνιαυτοῦ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ νομοσχεδίου
5195περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὅτι μετεβλήθησαν τὰ κατ’
5196αὐτό. Καὶ ἠξιοῦτε νὰ μὴ μεταβληθῶσιν; Αἱ ἐκλογαὶ ἐπρό-
5197κειτο νὰ ἐνεργηθῶσι τὴν 2 Ἰουλίου, καὶ ἀνεβλήθησαν κατὰ
5198τὸν Σεπτέμβριον ὅτε συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ στοι-
5199χειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὑπετίθετο, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ
5200ἤθελον ἀναδείξει τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου
5201μηνὸς, ἤθελον οὗτοι ἐγκατασταθῆ κατὰ μῆνα Αὔγουστον,
5202Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον, ὅτι ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ τὸ
5203νομοσχέδιον ἐπὶ τέσσαρας τοὐλάχιστον μῆνας· ἀλλ’ αἱ περι-
5204στάσεις ἀπῄτησαν νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐπὶ τὸν Σε-
5205πτέμβριον, ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ νο-
5206μοσχέδιον κατὰ τὴν τελευταίαν τετραμηνίαν· καὶ ἀποδίδετε
5207τοῦτο εἰς σπουδήν; Ὅτε συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμὸς, ἦτο
5208γνωστὸν ποία τροπὴ ἤθελε δοθῆ εἰς τὰ τῶν δημοτικῶν ἐκλο-
5209γῶν, εἰς τὰ τῆς διοικήσεως; Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀποτέλεσμα
5210τῆς ἀνωμαλίας τοῦ ἔτους, τῆς ἀνωμαλίας τῆς κυβερνητικῆς,
5211τῆς ἀνωμαλίας τῆς βουλευτικῆς. Ἡμεῖς συνετάξαμεν προϋ-
5212πολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἐλαττώσαντες μόνον τὰ ἀναγεγραμ-
5213μένα ἔξοδα κατὰ τὸ ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκρίναμεν ὅτι
5214ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῶσι διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νομοσχε-
5215δίων, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’
5216ὅτε ἤρξαντο καὶ προέβαινον οἱ μῆνες, παρουσιάζοντο ἀνάγ-
5217και, διότι οἱ ἀναγράψαντες τὰ ἔξοδα προκάτοχοι ἡμῶν ἐν
5218τῷ προϋπολογισμῷ δὲν εἶχον ἀναγράψει πάντα τὰ ποσὰ,
5219τῶν ὁποίων ἦτο ἀνάγκη· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ συμπληρώσωμεν
5220αὐτὰ διὰ δηλώσεων· καὶ ἀνευρίσκετε ὅτι αὐτὸς ὁ προϋπο-
5221λογισμὸς γίνεται ῥάκος ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν! Ἡμεῖς δὲν
5222ἐπιβαλλόμεθα διὰ τοῦ ἀριθμοῦ, δὲν προκαλοῦμεν ζητή-
5223ματα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ δὲν ἀνεχόμεθα νὰ ὁμιλῶσι περὶ ἡμῶν
5224κατὰ τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λο-
5225κρίδος. Δὲν γνωρίζω δὲ ποῖοι πολιτικοὶ ἄνδρες ἐν τῷ Κοινο-
5226βουλίῳ, ἢ ποῖον κόμμα, ἐὰν ὑπάρχῃ κόμμα ἐν τῷ Κοινοβου-
5227λίῳ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελε δυνηθῆ νὰ παρασκευάσῃ
5228προϋπολογισμὸν ἀλλοῖον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον παρεσκευάσαμεν.
5229Δύναμαι νὰ φαντασθῶ εἰς ποίαν ἤθελον εὑρεθῆ ἀμηχανίαν.
5230Ἐκλήθημεν κατὰ τὸν Ἰούνιον μῆνα εἰς τὴν διοίκησιν, ἐκλή-
5231θημεν καθ’ ὃν χρόνον πάντα τὰ γραφεῖα κατέχονται ἀπὸ
5232ὑπαλλήλους μονίμους, μετὰ τῶν ὁποίων οὐδεμία σχέσις ἀμοι-
5233βαίας ἐμπιστοσύνης συνέδεεν ἡμᾶς, καθ’ ὃν χρόνον ἤμεθα ἠναγ-
5234κασμένοι νὰ ἐργαζώμεθα ἐν τῷ οἴκῳ ἡμῶν, μὴ ἔχοντες ἄλλα
5235στοιχεῖα ἢ μόνα ὅσα εἴχομεν ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ ἡμῶν γραφείῳ
5236καὶ ἐν τοῖς ἀρχείοις ἡμῶν. Εἰς αὐτοὺς ἀπέκειτο νὰ πράξωσιν,
5237ὅπως ἐνομίζομεν ὄντως ὅτι ἤθελον πράξει, ὅτι ἤθελον περιο-
5238ρισθῆ ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἀφετηρίας, νὰ ἐπικρίνωσι
5239τὴν πολιτείαν ἡμῶν, τὰς γνώμας τὰς πολιτικὰς περὶ τῆς
5240διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἢ περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Κρά-
5241τους, τὰς ὁποίας ἐξηνέγκομεν, καὶ τῶν ὁποίων σπέρματα ἤθε-
5242λον εὑρεῖ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἢ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ
5243ὁποῖα εἰσηγάγομεν. Τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠθέ-
5244λομεν τακτοποιήσει μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας εἰση-
5245γάγομεν· οὐδεμίαν δὲ τοῦτο περιεῖχε δυσκολίαν. Ἡμεῖς εἴπο-
5246μεν, ὅτι ἀνεγράψαμεν τὰ ἔσοδα, ὡς εἶχεν ἀναγράψει αὐτὰ τὸ
5247Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν ἐστέρξαμεν
5248νὰ προσθέσωμεν οὐδὲ πέντε δραχμάς, ἂν καὶ εἴχομεν τὰ ἀπο-
5249τελέσματα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου,
5250Ἀπριλίου, Μαΐου, τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα μᾶς
5251ἐνεδείκνυον, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν ταῦτα. Καὶ δὲν τὸ
5252ἐπράξαμεν· καὶ ἀφήκαμεν τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ
5253ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου· διότι,
5254ἐὰν μετεβάλλομεν τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφέντα ὡς ἔσοδα ἐκ τῶν
5255τελωνειακῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἠθέλομεν ἀναλάβει τὴν ὑπο-
5256χρέωσιν νὰ μεταβάλωμεν καὶ τὰ ἄλλα, ὅσα κακῶς εἶχον ἀνα-
5257γραφῆ, ἀλλ’ ἐφρονοῦμεν, ὅτι, ἐὰν ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν
5258ἤθελον εἰσπραχθῆ πλείω τῶν ἀναγραφέντων, ἤθελε καταφανῆ
5259τοῦτο, καὶ ἔλλειμμα, εἰς τὸ ὁποῖον τυχὸν ἤθελε καταλήγει ὁ
5260ψηφιζόμενος προϋπολογισμός, ἤθελε μετατραπῆ εἰς περίσ-
5261σευμα. Διὰ τοῦτο οἱ ἀντιπολιτευόμενοι εἶχον στάδιον νὰ συ-
5262ζητήσωσι καὶ ἐπικρίνωσι τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, τὰς γνώμας
5263ἡμῶν περὶ διοικήσεως, τὰς γνώμας ἡμῶν περὶ τῆς διεξαγω-
5264γῆς καὶ διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν, τὰς ἐν γένει γνώμας
5265τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, ὄχι δὲ νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὰς ἀνωμα-
5266λίας τῶν ἀριθμῶν, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν αὐτὴ ἡ ἔκτακτος
5267περίστασις τοῦ 1895, καὶ νὰ κραυγάζωσι διὰ τοῦτο, ὅτι ἔγεινε
5268ῥάκος ὁ προϋπολογισμός. Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ἦναι ῥάκος,
5269ἦτο ἀρχῆθεν ῥάκος, καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι ῥάκος, διότι δὲν ἠδύ-
5270νατο παρὰ νὰ ἦναι ῥάκος, ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν εἶναι ῥάκος. Ὁ
5271θέλων νὰ ἀνεύρῃ τὸ φῶς, εὐκόλως τὸ ἀνευρίσκει. Μὴ θέλετε
5272νὰ προσφεύγητε εἰς προφάσεις, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋ-
5273πολογισμοῦ ὑπέλαβεν ὅτι ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὅ,τι ἡμεῖς δὲν
5274ἐπράξαμεν, διότι ἐκείνη δὲν εἶχεν εὐθύνην διὰ τοῦτο, τὴν ὁποίαν
5275εἴχομεν ἡμεῖς. Ἡμεῖς, ἐὰν μετεβάλλομεν τὰ ἀναγεγραμμένα
5276ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδα ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν,
5277προστιθέντες εἰς αὐτὰ ὅσα τὰ ἀποτελέσματα τῶν παρελθόν-
5278των πέντε μηνῶν μᾶς ἐνεδείκνυον, ἅτινα ἠδυνάμεθα νὰ προσ-
5279θέσωμεν, ἠθέλομεν προκαλέσει τὰς ἐπικρίσεις τῶν ἄλλων, οἵ-
5280τινες θὰ ἔλεγον, ὅτι ἐφροντίσαμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα ἐκ
5281τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἀπεφύγομεν δὲ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ
5282ἄλλα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα. Ἀλλ’ ἡ
5283ἐπιτροπὴ οὐδεμίαν εἶχε τοιαύτην εὐθύνην. Αὕτη εἶδεν, ὅτι
5284εἰσεπράττοντο πλείονα ἔσοδα ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν, καὶ
5285ἐπρότεινε τὴν προσθήκην αὐτῶν. Ἀλλὰ διότι ἐπρότεινε τὴν
5286προσθήκην αὐτῶν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξελέ-
5287ξαντο τὸ ἔδαφος τοῦτο οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ἵνα θέσωσι τὸν
5288πόδα αὐτῶν; Τὸ ἔδαφος εἶναι ἄλλο, εἶναι πρᾶξις τῆς ἐπι-
5289τροπῆς καὶ οὐχὶ ἡμῶν.
5290Μοὶ φαίνεται, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι ἐν οὐ δέοντι. Ἐὰν
5291ὑπάρχῃ ἐπιθυμία συζητήσεως, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν·
5292ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἐπιθυμία προφάσεων, αἵτινες δύνανται νὰ
5293χρησιμεύσωσιν εἴτε εἰς ἀποπλάνησιν τῶν ἀκουόντων, εἴτε εἰς
5294παράστασιν ἰδεῶν καὶ γνωμῶν, τὰς ὁποίας οἱ Κύριοι ἔχουσι,
5295δὲν ζηλοτυποῦμεν πρὸς αὐτούς, οὐδὲ διατιθέμεθα νὰ τοὺς μι-
5296μηθῶμεν· ἀφίνομεν αὐτοὺς νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἔργον των.
5297§184ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐγνώριζε
5298λεπτομερῶς τὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογι-
5299σμοῦ, ἀντὶ νὰ κακίσῃ τόσον διὰ τὴν ζωηράν του φράσιν τὸν κ.
5300Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος, βεβαίως θὰ τῷ ηὐγνωμόνει, διότι ἐκεῖ-
5301νος, ὅστις συνετέλεσεν, ὅπως δεχθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἐναντίον τῆς
5302γνώμης μου καὶ τῶν πραγμάτων, ὅπως τοὐλάχιστον τὰ πράγ-
5303ματα παριστῶντο τότε διὰ τῆς καταστάσεως τῶν εἰσπράξεων
5304τῶν 4 πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους, ἐκεῖνος ὅστις ἔπεισε τὴν ἐπι-
5305τροπὴν νὰ δεχθῇ αὔξησιν τῶν ἐσόδων κατὰ 1,700,000, εἶναι
5306αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος...
5307§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέ-
5308πετε μίαν ἀπάντησιν;
5309§186ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
5310§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ποίαν εὐγνωμοσύνην ἔχω,
5311διότι ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος συνήνεσεν ἢ ἔστερξεν ἢ ἐπρό-
5312τεινε νὰ ἀναγραφῇ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον; Ἤθελε λεί-
5313ψει τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, ἐὰν δὲν ἀνεγράφετο; (γέ-
5314λωτες ἐν τῇ δεξιᾷ). Ἢ ἤθελεν εἶναι ἔλλειμμα τοῦ προϋπο-
5315λογισμοῦ; Ὁ προϋπολογισμὸς ἤθελεν ἔχει νῦν ἔλλειμμα τυ-
5316πικὸν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, ἀλλ’ ὅταν ἤθελεν ἐκτε-
5317λεσθῇ, ἤθελε γενῆ κατάδηλον, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἦτο φαινομενι-
5318κὸν καὶ οὐχὶ πραγματικόν.
5319§188ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγέλασαν ἐπὶ τῇ
5320παρατηρήσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶχον μεγά-
5321λην διάθεσιν νὰ γελῶσι κατὰ τοιαύτην ὥραν· διότι ἀκριβῶς
5322ἠθέλησα νὰ ἀποδείξω, ἠθέλησα νὰ παρατηρήσω, ὑπομιμνήσκων
5323τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι
5324σπουδαίαν προσέφερε τῇ Κυβερνήσει ὑπηρεσίαν ὁ κ. Βουλευ-
5325τὴς Λοκρίδος. Παρουσιάσατε τῳόντι προϋπολογισμόν, ὑμεῖς ὡς
5326Κυβέρνησις, ὅστις ὑστερεῖ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογι-
5327σμοῦ, τὸν ὁποῖον συνέταξεν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
5328προϋπολογισμοῦ, κατὰ 2,797,000, καὶ ὅστις θὰ παρουσίαζεν
5329ἐντεῦθεν ἔλλειμμα 2,797,000 κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς της,
5330ἐὰν δὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο καλύπτηται ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς,
5331εἰς οὓς προβαίνει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτρο-
5332πῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν κ. Βουλευ-
5333τὴν ἐκ Λοκρίδος.
5334Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον αἱ προβλέψεις τοῦ ἀξιοτίμου Βου-
5335λευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη ἡ πλειοψηφία τῆς
5336ἐπιτροπῆς, θέλουν ἀποδειχθῆ ἀληθεῖς. Ἐγὼ τὰς ἐπολέμησα
5337καὶ τὰς ἀπέδειξα ἐσφαλμένας ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν 4
5338πρώτων μηνῶν, καθ’ οὓς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ὑστεροῦν κατὰ
5339800,000 δραχ. Κατόπιν ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ του
5340γραφείῳ συνεβουλεύθη καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ
5341ἐπιτροπῇ οὐδόλως εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, διότι μετὰ δυσκολίας
5342κατωρθώθη νὰ ὑποβληθῇ ἡμῖν ἡ κατάστασις μέχρι τέλους
5343Ἀπριλίου, καὶ ἡ μελέτη τῶν καταστάσεων τούτων ἀπέδειξε,
5344κατὰ τὸν κ. εἰσηγητήν, τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λο-
5345κρίδος ἀσφαλεῖς. Οὕτως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λεβαδείας,
5346ἐπὶ τῇ βάσει καταστάσεων μεταγενεστέρων, ἐπείσθη ὅτι ἠδύ-
5347νατο νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν
5348κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ἑπτακοσίας χιλιάδας.
5349Ἀλλ’ ἡ πρώτη ὤθησις εἰς τοιαύτας σκέψεις περὶ αὐξήσεως
5350τοῦ ἐσόδου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν, δι’ ἧς καλύπτεται ὄχι πλέον
5351τὸ λογιστικόν, ἀλλὰ τὸ κατάδηλον, τὸ οὐσιαστικὸν ἔλλειμμα
5352τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐδόθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ
5353Λοκρίδος. Διὰ τοῦτο ἐφρόνουν, ὅτι ὤφειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
5354Κυβερνήσεως νὰ τῷ εὐγνωμονῇ.
5355Ἐν παντὶ προϋπολογισμῷ μία κυριεύει ἰδέα, ἡ ἰδέα τῆς
5356ἐπαρκείας αὐτοῦ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ὑπο-
5357χρεώσεων τοῦ Κράτους· ἐὰν δὲ ὁ προϋπολογισμὸς ἐξητάζετο
5358ὑφ’ οὓς ὅρους ὑπεβλήθη, ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀμέσως ἀπ’ ἀρχῆς
5359προϋπολογισμὸς, οἷος ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσθη παρὰ τοῦ ἀξιοτί-
5360μου Βουλευτοῦ Παρνασίδος, προϋπολογισμὸς ἀνεπαρκής. Ἐὰν
5361δ’ ὑπάρχῃ περίστασις καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ
5362ἀποδείξῃ προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ, ἄρτιον, εἶναι ἡ παροῦσα,
5363ὅτε θὰ κριθῇ ἡ πίστις τῆς χώρας. Καὶ ἐν τούτοις ὑπὸ τίνας
5364ὅρους παρουσιάζεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895; Σᾶς
5365ἀνέγνωσα τοὺς ἐπισήμους ἀριθμούς, σᾶς ἀνέγνωσα τοὺς ἀριθ-
5366μοὺς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ σᾶς ὑπέδειξα
5367πῶς κατωρθώθη νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔσοδα 1,700,000. Ἀλλὰ
5368φρονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι τὴν πολιτικήν του ὀφείλομεν ν’ ἀνα-
5369ζητήσωμεν οὐχὶ ἐν τοῖς ἀριθμοῖς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’
5370εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοθετήματος περὶ στοιχειώδους ἐκπαι-
5371δεύσεως, ἢ εἰς τὰς διατάξεις ὅλων ἐκείνων τῶν πλημμελῶν
5372νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐν σπουδῇ συνεζητήθησαν καὶ ἐψη-
5373φίσθησαν ἐν μεσονυκτίαις ὥραις.
5374Πρωτοφανὴς ἀληθῶς τακτική! Διότι, ὅτι δήποτε καὶ ἂν
5375λέγωσι κατὰ τοῦ τέως Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, οὐδέποτε οὗ-
5376τος ἠνάγκασε τὴν Βουλὴν εἰς τοιαύτην ἐργασίαν παρακεκιν-
5377δυνευμένην καὶ ἐσπευσμένην ἐπὶ ὁλοκλήρους ἑβδομάδας. Εἴ-
5378χομεν ἀληθῶς κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ παννυχίδας, ἀλλ’ ἴσως
5379μίαν ἢ δύο κατὰ σύνοδον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
5380νήσεως, ἀφοῦ ἐσπευσμένως ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν, ἀφοῦ
5381ἐσπευσμένως κατήρτισε τὰ νομοσχέδιά του, ἐπέβαλεν ἡμῖν καὶ
5382ἐσπευσμένως νὰ διεξαγάγωμεν τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, οὕτω δὲ
5383ἐργαζόμεθα δεκαπέντε καὶ πλέον ἡμέρας μέχρι τῆς 3ης ὥρας
5384τῆς πρωΐας. Εἶναι κύριος τοῦ πεδίου, καὶ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ
5385τὴν τοιαύτην σπουδήν...
5386§189Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λησμονεῖτε εἰς ποίας περι-
5387στάσεις εὑρισκόμεθα;
5388§190ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν λησμονῶ τὰς περιστάσεις. Ἀλλ’ ἂν ὑπὸ
5389τοιαύτας περιστάσεις διεξάγεται τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς οὕτως
5390ἐσπευσμένως, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν σπουδὴν τοῦ κ. Προέδρου
5391τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν τόσον πλημμελὴς παρουσιάζεται ὁ
5392προϋπολογισμὸς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν σπουδήν του. Ἀλλὰ
5393ἔλεγε: «πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάσω τελειότερον ἔργον;
5394Ἐγνώριζον ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκ-
5395λογαί;» Τὴν 2 Ἰουνίου ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν, τὴν 6
5396Ἰουνίου ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτι-
5397κῶν ἐκλογῶν, καὶ τὴν 9 Ἰουνίου ἐψηφίσθη. Καθ’ ἣν στιγμὴν
5398ὑπεβάλλετε τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν εἴχετε συλλάβει ἀκόμη
5399τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν; καὶ ἂν εἴ-
5400χετε ἀποφασίσει ταύτην, δὲν ὠφείλετε νὰ συντάξητε τὸν προ-
5401ϋπολογισμὸν ὡς ἐπέβαλλον αἱ περιστάσεις, αἵτινες ἐκ τῆς
5402πρωτοβουλίας σας παρήχθησαν;
5403Καὶ τί ἐπράξατε; ἐνεγράψατε ἀρχικῶς ὁλόκληρον τὸ ἔσο-
5404δον ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, περιεκόψατε τὸ ἔξοδον ὡς
5405πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, κατόπιν ἐζητήσατε τὸν ὑπο-
5406βιβασμὸν τοῦ ἐσόδου τούτου, καθ’ ὃν ἀκριβῶς χρόνον προετεί-
5407νετε τὴν ἀναβολὴν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν· καὶ δικαιολογεῖ-
5408σθε σήμερον ὅτι δὲν εἴχετε ἀκόμη συλλάβει τὴν ἰδέαν τῆς ἀνα-
5409βολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἐξ ἧς ἡ ἀναβολὴ τῆς ἰσχύος
5410τοῦ περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως νομοθετήματος! Ἀλλὰ
5411παραδόξως, εἶπον, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπεβάλλετε τὸ νομοσχέδιον
5412περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἀνήρχεσθε τὸ βῆμα,
5413ὅπως ζητήσητε νὰ ἐπανορθώσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δῆθεν πλημ-
5414μελῶς ἀνεγράφετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τῆς σπουδῆς εἶσθε
5415σεῖς μόνος ὑπεύθυνος καὶ οὐχὶ ἕτερος· διότι οὐδεὶς ὑπῆρχε λό-
5416γος, ὅπως ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τὴν δευτέραν ἡμέραν
5417τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ἐπήνεσα τὴν
5418φιλοπονίαν σας, διότι, καίτοι ἰδιώτης, ἀνελάβετε θέσιν ὑπευ-
5419θύνου, ἐργαζόμενος καὶ διαχειριζόμενος ὡς ὑπεύθυνος τὴν ἐκ-
5420τελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ ἦσθε ἰδιώτης. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι τῆς
5421τακτικῆς σας τὰ ἀποτελέσματα. Ὡς ἰδιώτης συνετάξετε ἓν
5422τῷ γραφείῳ σας προϋπολογισμὸν πλημμελῆ καὶ ἐντελῶς ὅμοιον
5423πρὸς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀπε-
5424δείχθησαν πλημμελῆ, καὶ ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου τῶν ὁποίων
5425ἠναγκάσθητε νὰ δεχθῆτε τροποποιήσεις. Τώρα θέλετε νὰ τε-
5426λειώσητε τὸ ἔργον ἐν σπουδῇ. Ἡμεῖς οὐδόλως ἀντιτασσόμεθα,
5427ἀλλ’ ἀπεναντίας θέλομεν νὰ σᾶς ἀφήσωμεν ἀκεραίαν τὴν
5428εὐθύνην· τὴν εὐθύνην δὲ ταύτην θὰ ζητήσωμεν παρ’ ὑμῶν
5429κατὰ Νοέμβριον.
5430§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ταῦτα, τὰ
5431ὁποῖα λέγετε, δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἡμεῖς, ὅτε διετελοῦμεν ἰδιῶ-
5432ται, δὲν ἠσκοῦμεν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δὲν ἐξεπληροῦμεν
5433δημοσίαν ἐντολήν, δὲν ἤμεθα δημόσιοι λειτουργοί· εἰργαζό-
5434μεθα ἐν τῷ σπουδαστηρίῳ ἡμῶν ὡς ἰδιῶται, μετὰ ἰδιωτικῶν
5435μέσων. Ἐὰν ἐζητήσαμέν ποτε πληροφορίας, τὰς ἐζητήσαμεν
5436ὡς ἁπλοῖ ἰδιῶται· ἑπομένως οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἔχετε νὰ βε-
5437βαιώνητε γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀληθῆ. Ἐπίσης δὲν
5438εἶναι ἀκριβές, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἡμῶν ἦσαν μετὰ σπουδῆς
5439συντεταγμένα. Τὰ νομοσχέδια εἶχον συνταχθῆ πρὸ ἑνὸς καὶ δύο
5440ἐτῶν· ἐὰν δὲ ἐδέχθημεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
5441μου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἢ τοῦ νομοσχε-
5442δίου περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐδέχθημεν διότι ἐπε-
5443θυμοῦμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν. Ἀλλὰ τὰ ἄλλα
5444νομοσχέδια ποίαν συζήτησιν προὐκάλεσαν, εἰμὴ ἐκείνας τὰς
5445λεπτολόγους γλωσσικὰς παρατηρήσεις τούτου, ἢ τὰς ἰδιοῤ-
5446ῥύθμους μελέτας τοῦ ἄλλου; Ἦσαν ὅμως νομοσχέδια, τὰ
5447ὁποῖα συμπληροῦσι τὴν περισυλλογήν, τῆς ὁποίας ἐργάται εἴ-
5448μεθα, διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνακλήσεως ἀδειῶν πρὸς δά-
5449νεια, καὶ τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται τὰ τῆς
5450συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ περατώσεως
5451τῶν ἡμιτελῶν ὁδῶν, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ σιδηροδρόμου
5452Μύλων–Καλαμῶν, καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ ἄλλα, εἰσὶ πάντα
5453μέρη τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν. Περὶ
5454δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ἀρχή,
5455ἀλλὰ τὴν ἐφαρμόζετε κακῶς. Λέγετε ὅτι ἡ πρωτίστη πολι-
5456τικὴ εἶναι τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ τίς σᾶς
5457εἶπε τὸ ἐναντίον; Ἀλλὰ ζητεῖτε ἰσοζύγιον ἐν προϋπολογισμῷ
5458ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησαν τρεῖς Κυβερνήσεις, κατὰ
5459τὸ ὁποῖον ἕξ μῆνες παρῆλθον κατὰ τρόπον, καθ’ ὃν αἱ Κυ-
5460βερνήσεις αὗται ἐνόμιζον. Δυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν ἰσοζύ-
5461γιον, καὶ ὀφείλομεν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, οὐχὶ ὅμως ὅταν
5462συντάσσωμεν προϋπολογισμὸν τῶν ἑπτὰ μηνῶν ἔτους, τοῦ
5463ὁποίου παρῆλθον οἱ ἕξ μῆνες ὑπὸ τὴν νομοθεσίαν καὶ ὑπὸ τὰς
5464περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποία, ἐνησκεῖτο ἡ Διοίκησις. Ἀλλ’ ἐὰν
5465δὲν ἐπροτείνετο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων
5466τῶν ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, νομίζετε ὅτι ἤθελεν εἶσθαι
5467ζημία; Ὅταν ἤθελε γενῆ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ,
5468ἤθελε καταδειχθῆ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς καταλήγει εἰς ἔλ-
5469λειμμα. Ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα τῶν παρελθόντων μηνῶν ἐνε-
5470δείκνυον πιθανότητα, ὅτι τὰ ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἔσοδα
5471ἤθελον εἶσθαι ἀνώτερα τῶν ἐγγεγραμμένων, νομίζετε ὅτι ἠθέ-
5472λομεν διστάσει νὰ προτείνωμεν τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν; Δὲν
5473ἐπροτείναμεν τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν, ὅτε συνετάσσετο προϋπο-
5474λογισμὸς περὶ τὰ τέλη Μαΐου, διότι τότε εἴχομεν μόνον τριῶν
5475ἢ τεσσάρων μηνῶν ἀποτελέσματα, καὶ διότι, ἀφοῦ ἀνεγρά-
5476ψαμεν τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔσοδα, ὡς εἶχον ἀναγραφῆ ὑπὸ
5477τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, ἐνομίζομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ
5478μεταβάλωμεν ταῦτα παντάπασιν. Ἐπιφυλασσόμεθα δὲ κατὰ
5479τὴν συζήτησιν νὰ ἐπενέγκωμεν τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας
5480ἡ ἐφαρμογὴ τῶν φορολογικῶν νόμων κατὰ τοὺς διελθόντας
5481μῆνας ἤθελε μᾶς ὑποδείξει. Ἐὰν ὑμεῖς φρονῆτε, ὅτι ταῦτα
5482προῆλθον ἐκ τῆς σπουδῆς, αὐτὸ εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν
5483ἔχετε ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλὰ τὴν γνώμην αὐτὴν πρέπει νὰ
5484ἀποδείξητε διὰ πραγμάτων, τὰ πράγματα δὲ δὲν σᾶς βοηθοῦσιν.
5485Ἐὰν θέλητε τέλος πάντων νὰ προβῆτε εἰς συζήτησιν, συζη-
5486τήσατε. Θέλετε νὰ ἀκολουθήσητε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν
5487ὑμεῖς ἐδίδετε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος; Ἀκολουθή-
5488σατε τὴν γνώμην αὐτήν. Μὴ ἀπειλεῖτε ἡμᾶς δι’ εὐθυνῶν,
5489διότι ἡμεῖς συνειθίσαμεν νὰ ὑπέχωμεν εὐθύνας. Ν’ ἀπειλῆτε
5490ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσυνείθισαν νὰ ὑπέχωσιν εὐθύνας, διότι
5491ἐκεῖνοι μόνον δύνανται νὰ φοβῶνται τὴν εὐθύνην. Ἡμεῖς ἐκυ-
5492βερνήσαμεν πάντοτε μετὰ Κοινοβουλίου, καὶ ἐκυβερνήσαμεν
5493πάντοτε οὐχὶ μόνον μετὰ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ μετὰ τῆς ἐμπι-
5494στοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφίνομεν δὲ νὰ λέγῃ ὁ κ.
5495Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ὡς ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐπιβαλλό-
5496μεθα μὲ τοὺς ἀριθμούς Τοῦτο καὶ αὐτὸν ἀποδεικνύει οἷός ἐστιν,
5497οὐδὲ ζημιοῖ ἡμᾶς. Ἀλλοίμονον δ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην,
5498ἡ ὁποία ἀρκεῖται εἰς τοὺς ἀριθμούς!
5499Ἐξακολουθῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν,
5500ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ ἀντιλέγοντες ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ
5501μετάσχωσιν, ὅσοι θέλουσι, τῆς γενικῆς συζητήσεως. Παρακα-
5502λέσατε αὐτοὺς νὰ ἀναβῶσιν ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἐὰν δὲ οὐδεὶς
5503ὑπάρχῃ, τότε νὰ ὁδηγηθῶμεν, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς
5504ἐργασίας μας.
5505§192ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ παντὸς ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω ἐπὶ ἑνὸς
5506παρεμπίπτοντος ζητήματος. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἶχον πει-
5507σθῆ εἰς τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
5508κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν ἔπρεπε τέλος
5509πάντων νὰ ὦμεν εἰλικρινεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς
5510ξένους ἰδίᾳ, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς πρὸς
5511τὴν ἐγγραφὴν τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων· διότι οὕτω πως
5512μόνον δυνάμεθα καὶ τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰ-
5513κονομικῶν νὰ ἐπιτελέσωμεν, καὶ πρὸς τοὺς ξένους νὰ ἐμπνεύ-
5514σωμεν πεποίθησιν, ὅτι τῷ ὄντι ἐλάβομεν ὁριστικὸν διαζύγιον
5515πρὸς τὸ παρελθόν. Ἐν ᾧ δ’ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἐπαγγελία αὕτη
5516ἐξεπληροῦτο διὰ τοῦ πρώτου καὶ κυρίου ἔργου τῆς Κυβερνή-
5517σεως, διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, μετ’ ἀπορίας εἶδον, ἅμα ἤνοι-
5518ξα τὸ τεῦχος, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν
5519αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὑποβληθέντα κατὰ
5520τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου πολι-
5521τευτοῦ, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἐξηλέγξαμεν,
5522ἀποδείξαντες τὸ ἀνακριβὲς αὐτοῦ. Ἐπείσθην τότε, ὅτι ὁ κ.
5523Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, σπεύδων νὰ ὑποβάλῃ ὅσον τά-
5524χιον εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ἠναγ-
5525κάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὑποβληθέν-
5526τα παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ν’ ἀποδεχθῇ τὰ ἔσοδα ἐκείνου
5527ἐν πᾶσι, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ καὶ τὰ ἔξοδα. Καὶ οὕτως ὅμως
5528ἐνόμιζον ὅτι εἴχομεν καθῆκον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἄνευ κομματι-
5529κῆς ἐπηρείας, νὰ συνεργασθῶμεν εἰλικρινῶς, ὅπως παρουσιάσω-
5530μεν αὐτὸν ὡς οἷόν τε εὐπρόσωπον, καὶ ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα προ-
5531έβημεν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ, οὐχὶ δὲ ὑπ’ ἐκεῖνο, τὸ
5532ὁποῖον πάντοτε ὑπαινίσσεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
5533νομίζων ὅτι πᾶν ὅ,τι πράττομεν, τὸ πράττομεν μόνον ἐκ πνεύ-
5534ματος ἀντιπολιτεύσεως. Αὐτὸς μάλιστα προέβη νῦν ἐπὶ το-
5535σοῦτον, ὥστε καὶ ἀπειλὰς νὰ ἐκφέρῃ, ἀπειλὰς, πρὸς τὰς ὁποίας
5536ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπαξιῶ κἂν ν’ ἀπαντήσω. Ἀλλὰ νομίζω
5537ὅτι ὀφείλει τῷ ὄντι εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν εἰλικρίνειαν, μεθ’
5538ἧς καὶ τὰ ἄλλα ἀντιπολιτευόμενα μέλη καὶ ἐγὼ εἰργάσθη-
5539μεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ τὴν ὁποίαν καὶ τὰ συμπολιτευόμενα
5540μέλη αὐτῆς δύνανται ν’ ἀνομολογήσουν. Εἰς ἕκαστον κεφά-
5541λαιον καὶ ἄρθρον τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων ὑπεδεικνύομεν
5542τὰς ἐπενεκτέας μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὄχι μό-
5543νον τούτου, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει
5544ὁ κ. Τρικούπης, ἐν σχέσει ὅμως πλέον πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε
5545γνωστὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1894 καὶ τοῦ
55461895. Ἐφ’ ἑκάστου κεφαλαίου ὑπεδείξαμεν ποῖα ποσὰ ἐπὶ
5547πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον πρέπει νὰ ἐγγράφωνται, πῶς δὲ δυνά-
5548μεθα οὕτω ἡμεῖς, ἀναγράφοντες κατὰ προσέγγισιν ποσὰ, τὰ
5549ὁποῖα θὰ πραγματοποιηθῶσι, νὰ δείξωμεν ὅτι σπουδάζομεν
5550καὶ ὅτι δὲν ἐπικαλούμεθα τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ προϋ-
5551πολογισμοῦ εἰκονικοῦ. Ἐνομίσαμεν ὅτι παρείχομεν ὑπηρεσίαν
5552ὄχι μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ
5553εἰς τὴν χώραν. Ὅσοι, Κύριοι, ἐξ ὑμῶν ἠδυνήθητε νὰ μελετή-
5554σητε τὸν προκείμενον προϋπολογισμὸν, θὰ ἐμείνατε ἔκπληκτοι,
5555ἔχοντες ἐν ἀρχῇ μὲν τὰς προσωρινὰς καταστάσεις τοῦ 1893
5556καὶ 1891, ἀκολούθως δὲ ἀναγραφόμενα ἔσοδα τοῦ 1895, τὰ
5557ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς πλήρη διαφωνίαν πρὸς τὰ ἔσοδα τὰ
5558πραγματοποιηθέντα κατὰ τὰς προηγουμένας χρήσεις. Ὑπο-
5559λογίζονται 22,300,000 δραχ. τελωνειακαὶ εἰσπράξεις διὰ τὸ
55601895, καὶ εἰς τὰς πρώτας σελίδας ἀναγράφονται ὡς πραγμα-
5561τοποιηθεῖσαι εἰσπράξεις διὰ τὸ 1894 δραχ. 26,600,000.
5562Ποίαν ἐντύπωσιν θὰ ἐλάμβανεν οἱοσδήποτε ξένος, λαμβάνων
5563ἀνὰ χεῖρας τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ; Δὲν ἔπρεπε λοι-
5564πὸν, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν
5565προσοχὴν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἰς τὰς τοιαύτας διαφω-
5566νίας, αἵτινες δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς πλείστας ὅσας παρεξηγή-
5567σεις πρὸς τοὺς ξένους, πρὸς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους θέλο-
5568μεν νὰ διαπραγματευθῶμεν περὶ συμβιβασμοῦ; Καὶ ὑπεδεί-
5569ξαμεν τοιαύτας διαφωνίας πλείστας ὅσας μεταξὺ τῶν ἀποτε-
5570λεσμάτων τῶν προηγουμένων χρήσεων καὶ τῶν νῦν προβλέ-
5571ψεων. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη ἠδύνα-
5572το νὰ ἔχῃ κάποιαν δικαιολογίαν, ἐὰν ἀπετύγχανεν ὡς πρὸς
5573τὰς προβλέψεις της ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Διατί; διότι
5574τὸν προϋπολογισμὸν εἶχε συντάξει αὐτὴ πρὸ τῆς ἐνάρξεως
5575τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ἤτοι κατὰ Ὀκτώβριον. Λοιπὸν ἠδύνατο
5576κάλλιστα ἐκείνη νὰ δικαιολογηθῇ, ἐὰν ὑπέπεσεν εἰς πλάνην.
5577Ἐὰν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα τὰ μέχρι τέλους 1894,
5578ἐὰν εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν πλήρη τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρή-
5579σεως τοῦ 1893 καὶ τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ 1895, καὶ αἱ
5580προβλέψεις αὐτῆς ἦσαν ἐσφαλμέναι, τότε θὰ ἦτο ὅλως ἀδι-
5581καιολόγητος. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς, οἵτινες ψηφίζομεν τὸν προϋπολο-
5582γισμὸν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους 1895, ὅτε ἔχομεν πλήρη καὶ
5583ἀκέραια τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1893, πρὸς δὲ καὶ τὰ ἀπο-
5584τελέσματα τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ 1894 καὶ τ’ ἀποτελέ-
5585σματα τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν τοῦ 1895, νομίζω
5586ὅτι ἐπεβάλλετο ὡς πρῶτον καὶ κύριον καθῆκον νὰ ἀναθεω-
5587ρήσωμεν καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ,
5588καὶ νὰ συντάξωμεν κατὰ τὸ ἐνὸν προϋπολογισμὸν ἄρτιον,
5589εὐπρόσωπον, δυνάμενον νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς
5590ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸ πάντων εἰς τοὺς ξένους, πρὸς τοὺς
5591ὁποίους καλούμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς διαπραγματεύσεις περὶ δια-
5592κανονίσεως τῶν σχέσεων ἡμῶν.
5593Διὰ τὴν συνεργασίαν ἡμῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπο-
5594λογισμοῦ βεβαίως θὰ ἤμεθα ἀφελεῖς, ἐὰν ἀνεμένομεν εὐγνω-
5595μοσύνην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
5596ἦτο περιττὸν νὰ σπεύσῃ νὰ δηλώσῃ αὐτὸς, ὅτι δὲν ὀφείλει
5597καμμίαν πρὸς ἡμᾶς εὐγνωμοσύνην. Ἡμεῖς ἁπλῶς ἐξετελέσα-
5598μεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ καθῆκον
5599τοῦτο ἐννοοῦμεν νὰ ἐκτελέσωμεν καὶ ἐνταῦθα, καὶ θὰ ἐξακο-
5600λουθήσωμεν νὰ τὸ ἐκτελῶμεν πάντοτε, ἀψηφοῦντες ὅλως τὴν
5601γνώμην, ἣν ἔχει περὶ ἡμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
5602Εἶμαι ἠναγκασμένος τέλος νὰ ἀπαντήσω εἰς μίαν πρόφα-
5603σιν, τὴν ὁποίαν πολλάκις προβάλλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
5604βερνήσεως, κατὰ τοῦτο μάλιστα διαφωνῶν πρὸς τὸν ἀξιότι-
5605μον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅτι δὲν εἶχε καιρὸν νὰ συντάξῃ
5606οὔτε τὸν προϋπολογισμὸν οὔτε πολλὰ ἄλλα νομοσχέδια, ἀναγ-
5607καῖα καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν καὶ διὰ τὴν διοικητικὴν ἀνόρ-
5608θωσιν τῆς χώρας. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο
5609εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβάλῃ τοιοῦτον
5610ἰσχυρισμόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολιτεύεται
5611ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν, παρηκολούθησεν εἴπερ τις καὶ ἄλλος καὶ
5612τὰ ἄλλα ζητήματα, κατ’ ἐξοχὴν δὲ τὰ οἰκονομικά. Ὁ κ.
5613Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει πολλάκις ἐξονυχίσει τοὺς
5614προϋπολογισμούς, τοὺς ὑποβληθέντας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως
5615τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξο-
5616δα, κατὰ κεφάλαιον καὶ κατ’ ἄρθρον, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω,
5617ὅτι ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας εἶναι ἐντριβέστατος, εἶναι εἰδι-
5618κώτερος παντὸς λογιστικοῦ ἡμῶν ὑπαλλήλου. Ὁ κ. Πρόεδρος
5619τῆς Κυβερνήσεως τοιαῦτα ἐφόδια φέρων, ἔχων μάλιστα καὶ
5620τὴν προηγηθεῖσαν προεξέλεγξιν τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ
5621κ. Τρικούπη προϋπολογισμοῦ ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις
5622αὐτοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐσόδων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν
5623τῶν ἐξόδων, καὶ προβλέπων, ὅτι τάχιον ἢ βράδιον θὰ ἐκαλεῖ-
5624το εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἔπρεπε βεβαίως καὶ ὡς
5625ἰδιώτης νὰ ἔχῃ ἐπεξεργασθῆ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ ὑπο-
5626βάλῃ αὐτὸν εὐπρόσωπον καὶ ἄρτιον εἰς τὴν Βουλήν, ὁποῖον
5627κατ’ ἐξοχὴν ἀπῄτουν αἱ σημεριναὶ περιστάσεις. Τοῦτο δὲν θὰ
5628ἦτο δυσκατόρθωτον. Ἠδύνατο κάλλιστα νὰ τὸ πράξῃ καὶ
5629πρὶν ἢ ἀνέλθῃ εἰς τὸ πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα, ἀλλὰ καὶ εἰς
5630τὸ πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα ἀνελθὼν, εἶχε βεβαίως τὸν ἀπαι-
5631τούμενον καιρὸν νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἄλλως ἠδύνατο νὰ ἀνα-
5632βάλῃ καὶ ἐπί τινας ἡμέρας, καὶ ἐπὶ ἑβδομάδας ἐν ἀνάγκῃ,
5633τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι ἡ ζημία ἡ ἐκ τῆς
5634τοιαύτης ἀναβολῆς δὲν θὰ ἦτο τόσον μεγάλη, ὅσον ἡ βλάβη
5635καὶ ἡ ζημία, ἡ ὁποία θὰ προσγείνῃ εἰς ἡμᾶς ἐκ τῆς κακῆς,
5636κακίστης ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν εἰς πάντας θὰ ἐμποιήσῃ
5637τοιοῦτος προϋπολογισμός, οἷος ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλήν.
5638Ἠδύνατο ἐν τούτῳ νὰ μιμηθῇ τὸ προηγούμενον τοῦ ἀξιο-
5639τίμου ἐκ Μεσολογγίου πρώην Βουλευτοῦ. Ἐκεῖνος ἐκλήθη
5640κατὰ τὸ 1892 βραδύτερον ἢ αὐτὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶχε
5641δὲ πρὸ ἑαυτοῦ ἐπίσης δύο Κυβερνήσεις, διαχειρισθείσας τὴν
5642χρῆσιν τοῦ 1892 μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ὅμως κα-
5643τώρθωσεν ἐντὸς ὀλίγου ἐπίσης διαστήματος νὰ παρουσιάσῃ
5644νέον προϋπολογισμόν, ἐπεξειργασμένον καὶ κατὰ τὰ ἔξοδα.
5645§193ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπτώχευσεν.
5646§194ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ διαφωνῶμεν καὶ ἐπι-
5647κρίνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ
5648ἀρνηθῶμεν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εἶχε κάμει συστηματικὴν ἐρ-
5649γασίαν καὶ εἶχε παρουσιάσει νέον προϋπολογισμόν, συνεπὴς
5650κατὰ τοῦτο ὢν πρὸς ἑαυτὸν, πρὸς τὴν ἐπίκρισιν τοῦ προϋ-
5651πολογισμοῦ τοῦ 1892 τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
5652Ὑπέβαλε πλεῖστα ὅσα νομοσχέδια, μεταῤῥυθμιστικὰ τῆς φο-
5653ρολογίας ἡμῶν, καὶ κατώρθωσε νὰ παρουσιάσῃ μάλιστα, ἀνα-
5654λόγως πρὸς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἡμῶν
5655μεγάλην. Νῦν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνομολογεῖ,
5656ὅτι εἶναι κρισιμωτέρα ἡ περίστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκό-
5657μεθα, ὅτι ἔπρεπεν ν’ ἀποδείξωμεν τῷ ὄντι, ὅτι λαμβάνομεν δια-
5658ζύγιον πρὸς τὸ παρελθὸν, ὅτι παρουσιάζομεν προϋπολογισμὸν
5659ἄρτιον, ἀληθῆ, οὐχὶ πλέον εἰκονικὸν, ὅτι κατεβάλομεν πᾶ-
5660σαν προσπάθειαν, ἵνα αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα ἡμῶν, νὰ περιο-
5661ρίσωμεν τὰς δαπάνας ἡμῶν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς οἰκονομίας
5662ἀληθεῖς, καὶ οὐχὶ εἰκονικάς, οἵας ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ
5663Παρνασσίδος Βουλευτής, καὶ τὰς ὁποίας πᾶς τις δὲν δύναται
5664ἢ νὰ παρατηρήσῃ. Ἀνομολογεῖ λοιπὸν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην
5665τῆς ῥιζικῆς ἐπεξεργασίας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέν-
5666τος ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀνομολογεῖ ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ
5667προβῶμεν εἰς πάσας τὰς δυνατὰς φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις,
5668ἵνα παρουσιασθῶμεν ὅσον οἷόν τε εὐπρόσωποι καὶ ἀπέναντι
5669ἡμῶν αὐτῶν καὶ ἀπέναντι τῶν ξένων, ὅπως ἐμπνεύσωμεν καὶ
5670εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀπε-
5671φασίσαμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς τέως τελματώδους κατα-
5672στάσεως, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν ὁριστικῶς εἰς τὸ στάδιον τῆς
5673ἀνορθώσεως. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἀνομολογεῖ, καὶ ἐνῷ εἶχε μάλιστα
5674τὸν χρόνον, καὶ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας διατελῶν καὶ εἰς τὰ
5675πράγματα ἀνελθών, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἐπεξεργα-
5676σθῇ καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ νομοσχέδια νὰ συντάξῃ, οὐδὲν ἔπρα-
5677ξεν, ἔρχεται δὲ νῦν καὶ τί λέγει πρὸς ἡμᾶς; «Σᾶς παρου-
5678σιάζω ἓν ἔκθετον. Τούτου πατὴρ εἶναι ὁ κ. Τρικούπης· ἐγὼ
5679ἐφρόντισα, ὅσον ἠδυνάμην, νὰ μεταβάλω αὐτόν, ἀλλ’ ὁμο-
5680λογῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις. Σᾶς παρου-
5681σιάζω ἀκολούθως διαφόρους δηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀνα-
5682τρέπονται τὰ πρῶτα ἀποτελέσματα. Ἔρχεται ἡ ἐπιτροπὴ
5683τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία ἀνατρέπει καὶ τὰ πρῶτα ἀπο-
5684τελέσματα καὶ τὰ δεύτερα τὰ ἰδικά μου, καὶ ἄν θέλετε νῦν,
5685ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν.» Ἀλλὰ πῶς νὰ συζητήσωμεν; Ὡς
5686εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἡ πρώτη βάσις
5687τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι, ἐὰν ἔχῃ ἔλλειμμα ἢ περίσσευμα,
5688ἐὰν ἔχῃ ἰσοζύγιον. Ἀλλὰ τὴν σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχω-
5689μεν ἰσοζύγιον, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ῥητῶς
5690μᾶς εἶπεν ἐν ἀρχῇ, στηριζόμενος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
5691τὸν ὑποβληθέντα, ὅτι θὰ ἔχωμεν περίσσευμα 2,500,000·
5692ἀργότερα μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ περίσσευμα αὐτὸ μετεβλήθη αἴ-
5693φνης εἰς ἔλλειμμα ἐξ 1,000,000 καὶ πλέον. Νῦν μᾶς λέγει:
5694«ἔχω τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία
5695παρουσιάζει ὅτι θὰ ἔχω περίσσευμα.» Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ,
5696Κύριοι, δύναται νὰ γείνῃ σοβαρὰ συζήτησις ἐπὶ τοιούτων
5697βάσεων, καὶ ἐνταῦθα καὶ ἀπέναντι τῶν ξένων, καθ’ ὃν χρόνον
5698πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν, ἐὰν ἔχωμεν ἢ ὄχι ἰσοζύγιον πλῆρες
5699καὶ ἀληθὲς καὶ ἂν ἔχωμεν ἀκόμη καὶ περίσσευμα διὰ τὸ
5700περιθώριον, τὸ ἀπαιτούμενον καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀναγ-
5701καστικῆς κυκλοφορίας καὶ πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν δημοσίων
5702ἡμῶν ἔργων; Διότι οἱονδήποτε προϋπολογισμὸν καὶ ἂν παρου-
5703σιάσητε, ἐνόσῳ αὐτὸς δὲν μᾶς παρέχει περιθώριον ἱκανὸν, ἵνα
5704λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ περιορισμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς
5705κυκλοφορίας βαθμιαίως καὶ περὶ ἐξακολουθήσεως τῶν δημο-
5706σίων ἡμῶν ἔργων, οὐδεὶς ἀπολύτως θὰ πιστεύσῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι
5707ἐννοοῦμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς παρούσης καταστάσεως. Οἱασ-
5708δήποτε ἄλλας ἐπαγγελίας καὶ ἂν κάμωμεν, θὰ θεωρηθῶμεν
5709ἀνάξιοι οἱασδήποτε πίστεως, διότι οὐδεὶς θὰ πιστεύσῃ, ὅτι
5710θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσωμεν οἱανδήποτε ὑποχρέωσιν
5711ἀναλάβωμεν, ὅταν ἀντλῶμεν εἰς πίθον Δαναΐδων. Καὶ πίθος
5712Δαναΐδων θὰ ἦναι ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος στηρίζεται
5713εἰς τὴν νῦν νομισματικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ὁ ὁποῖος οὐδε-
5714μίαν λαμβάνει πρόνοιαν περὶ περιστολῆς αὐτῆς, οὐδεμίαν θὰ
5715ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην οὔτε εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, οὔτε εἰς τοὺς
5716ξένους, ὅτι ἐλάβομεν ὁριστικὴν ἀπόφασιν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς
5717τὸ στάδιον τῆς ἀναῤῥώσεως. Ὅταν προνοῶμεν μὲν περὶ τρι-
5718τευούσης ἢ τεταρτευούσης σημασίας ἔργων, οἷα αἱ ὁδοὶ τῆς
5719Ἀρκαδίας καὶ κατ’ ἐξοχὴν τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας τοῦ κ.
5720Πρωθυπουργοῦ, ἀφίνωμεν ὅμως ἐκτεθειμένα τὰ σπουδαιότατα
5721ἡμῶν ἔργα, τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐστοίχισαν μέχρι τοῦδε
5722δεκάδας ἑκατομμυρίων, ὡς ὁ σιδηρόδρομος Λαρίσης, ὅταν οὐ-
5723δεμίαν πρόνοιαν λαμβάνωμεν περὶ αὐτῶν, ποίαν γνώμην θέ-
5724λετε καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ σχηματίσωμεν περὶ ἡμῶν αὐτῶν
5725καὶ οἱ ἄλλοι; Τὴν γνώμην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σχηματί-
5726ζουσι πάντες περὶ τοῦ διατελοῦντος ἐν πτωχεύσει καὶ ἐν
5727τοιαύτῃ καταστάσει ἐννοοῦντος νὰ σπαταλᾷ τὴν περιουσίαν
5728του, καὶ οὐδεμίαν πρόνοιαν νὰ λαμβάνῃ περὶ τῆς σωτηρίας
5729αὐτῆς.
5730Ἰδού, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς νομίζω, ὅτι πᾶς εὖ φρονῶν θὰ
5731συμφωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
5732σεως εἶχε, πρὶν ἢ ἀνέλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ καθ’ ἣν ὁ
5733προϋπολογισμὸς οὗτος, καὶ ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη
5734καὶ νῦν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀνε-
5735παρκὴς, καὶ ὡς τοιοῦτος πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὴν Κυβέρ-
5736νησιν. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ συμφω-
5737νήσῃ τις καὶ μὲ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπι-
5738τροπῆς, ὅτι οὐδὲ τὰ ἔσοδα τ’ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπο-
5739λογισμῷ εἶναι τὰ ἀκριβῆ, οὐδὲ τὰ ἔξοδα, καὶ ὅτι ἑπομένως
5740πρέπει νὰ γείνωσι ῥιζικαὶ μεταβολαί. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς
5741δύναταί τις νὰ συμφωνήσῃ καὶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασ-
5742σίδος Βουλευτὴν καὶ μὲ ἡμᾶς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς
5743ἔχει, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις σπουδαίας καὶ σο-
5744βαρᾶς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐπὶ
5745τῇ βάσει τῶν ἐπαγγελιῶν, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις
5746ἔκαμε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν
5747ἐπαγγελιῶν, τὰς ὁποίας, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν
5748αὐτοῦ, ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
5749§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο, ὅπερ
5750ἐπαναλαμβάνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, εἶναι ἡ γνώμη
5751αὐτοῦ, καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην αὐτήν. Ἂν
5752θέλῃ, ἂς προβάλῃ αὐτὴν ὡς θέμα, ἵνα προκαλέσῃ τὴν Βου-
5753λὴν ν’ ἀποφασίσῃ.
5754§196ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ὑπὲρ ὑμῶν.
5755§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἰωνίως προβάλλει, ὅτι ὁ προϋ-
5756πολογισμὸς πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἄρτιος, ὅτι
5757δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἂς προ-
5758βάλῃ τὴν γνώμην του, ἵνα ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἂν
5759ἄλλον ἔχῃ σκοπὸν, γενέσθω αὐτῷ γνωστὸν, ὅτι δὲν θέλει ἐπι-
5760τύχει. Γνωρίζομεν τὸν πόθον αὐτοῦ, τὸν σκοπόν του, τὴν
5761ἐλπίδα του· μία εἶναι αὕτη, ὅτι δὲν θέλει συντελεσθῆ ὁ συμ-
5762βιβασμὸς, ὅτι θέλομεν παρασταθῆ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν
5763ὡς σπάταλοι, ὅτι θέλομεν παρασταθῆ ὡς κακῆς πίστεως
5764ὀφειλέται, καὶ πάντα τοῦτον τὸν θόρυβον πρὸς τοῦτο ἐγείρουσι
5765καὶ κινοῦσι. Τοὺς γνωρίζομεν. Εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
5766προσέπιπτον εἰς τοὺς δανειστὰς καὶ ὑπισχνοῦντο εἰς αὐτοὺς,
5767ὅσα τὸ Κράτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἀλλ’ ὡς
5768τότε ἀπεδιώχθησαν ἀπὸ τοὺς δανειστὰς, τοιουτοτρόπως θέ-
5769λουσιν ἀποδιωχθῆ καὶ νῦν. Ἠκούσαμεν, ὅτι μᾶς κατηγόρουν
5770ὅτι σπαταλῶμεν 1,200,000 δραχμὰς διὰ τὴν σταφίδα· ἐγ-
5771καλοῦσιν ἡμᾶς ἐπὶ σπατάλῃ. Ἐξελέγξατε τὸν προϋπολογι-
5772σμὸν καὶ καταδείξατε τὴν σπατάλην. Τί ὁμιλεῖτε περὶ σπα-
5773τάλης; Ποῦ εἶναι ἡ σπατάλη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Δὲν
5774εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἀνθρώπους πολιτικοὺς νὰ ἰσχυρίζων-
5775ταί τι, χωρὶς νὰ προβάλλωσιν ἀπόδειξιν ἄμεσον τούτου. Ὁμι-
5776λεῖτε περὶ σπατάλης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον συνε-
5777τάξαμεν, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, μετὰ πάσης φειδοῦς! Θέλετε νὰ
5778ἐγείρητε θόρυβον, ἵνα αἱ ἐφημερίδες μεταφέρωσιν αὐτὸν ἀλ-
5779λαχοῦ; Ἐξακολουθῆτε τὸ ἔργον σας, ἀλλ’ ὑπὸ ἰδίαν ὑμῶν
5780εὐθύνην. Ἡμεῖς δὲν μεριμνῶμεν περὶ τοιούτων ἐνεργειῶν, οἱ-
5781ονδήποτε σκοπὸν καὶ ἂν ἔχωσι καὶ ὑπὸ οἱασδήποτε προαι-
5782ρέσεως καὶ ἂν κινῶνται. Ἀλλ’ ἐὰν ἀξιῶσιν, ὅτι ὁ προϋπολο-
5783γισμὸς δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, ἂς θέ-
5784σωσι τὸ θέμα, ἵνα ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, καὶ ἂς μὴ ἀρκῶνται
5785μόνον νὰ θορυβῶσι, ἐπαναλαμβάνοντες τὰ αὐτά.
5786§198ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπανέρχομαι, ἵνα ἐπα-
5787ναλάβω ὅσα καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν
5788τοῦ προϋπολογισμοῦ συνεζητήσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς
5789ὑπεβλήθη· εἴχομεν δ’ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ὅλας τὰς δηλώσεις, αἵ-
5790τινες ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ
5791τὴν ὁποίαν ἐπερατώθη ἡ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀναμ-
5792φισβητήτως αἱ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ τὰ νομο-
5793σχέδια, ἅτινα ἐψηφίσθησαν κατόπιν παρὰ τῆς Βουλῆς, μετα-
5794βάλλουσιν οὐσιωδῶς τὰς βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ
5795ἡ μεταβολὴ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν νομίζω, — καὶ
5796λυποῦμαι ὅτι διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λοκρίδος Βου-
5797λευτὴν,—δὲν νομίζω ὅτι μᾶς ἀφαιρεῖ τὸ ἔδαφος τῆς συζητή-
5798σεως. Ἐὰν τοιαύτην εἶχον ἰδέαν, δὲν ἤθελον ὑπογράψει εἰς
5799τὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι δηλαδὴ διαφωνῶ ἐν
5800πολλαῖς προτάσεσι καὶ γνώμαις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπι-
5801τροπῆς, ἀλλ’ ὅτι ἐπιφυλάττω τὴν γνώμην μου, ἵνα τὴν
5802ἐκφέρω εἰς τὴν Βουλήν. Ταῦτα ὑπέγραψαν πάντες οἱ ἀποτε-
5803λοῦντες τὴν μειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ.
5804Δὲν γνωρίζω, ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι θὰ θελήσωσι νὰ
5805ἐκφέρωσι τὴν γνώμην αὑτῶν εἰς τὴν Βουλήν, συμφώνως πρὸς
5806ὅσα ὑπέγραψαν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν νομί-
5807ζωσιν ὅτι τὰ μετὰ τὴν ἔκθεσιν συμβάντα ἀφαιροῦσι παρ’ αὐ-
5808τῶν τὸ ἔδαφος ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
5809Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐποχὴ εἶναι προκεχωρηκυῖα, ὅτι δὲν εἶ-
5810ναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἁπλῶς τυπικὴν ἐργασίαν, τὴν
5811ὁποίαν ἴσως, ἐὰν εἶχε καιρὸν, ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις,
5812τῆς κατατάξεως ὅλων τῶν δηλώσεων καὶ ὅλων τῶν νέων
5813πιστώσεων, αἵτινες ἐζητήθησαν, ὡς καὶ τῶν διαφορῶν, αἵτι-
5814νες διὰ τῶν ψηφισθέντων νομοσχεδίων ἐπέρχονται εἰς τὰ ἔσοδα
5815καὶ τὰ ἔξοδα, ὅπως ἔχωμεν πληρέστερον τὸ ἔδαφος τοῦ προϋ-
5816πολογισμοῦ, συμφώνως μὲ τ’ ἀποφασισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς
5817καὶ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαι-
5818τούμενος καιρὸς, θὰ ἦτο ὁμαλώτερον, θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ
5819ἔχωμεν τὸν πίνακα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων συντεταγμένον
5820παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλῃ νὰ
5821συντάξῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸν πίνακα τοῦτον, τὸν ὁποῖον ὑπο-
5822θέτω ὅτι ἐννοοῦσι καὶ οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ὕπαρξιν ἐδά-
5823φους συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἐγ-
5824καταλείψωμεν τὸ δικαίωμα ἡμῶν νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην
5825μας οὐχὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τυπικοῦ, ὡς ὑπεβλήθη
5826εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ μόνον,
5827ἀλλὰ καὶ ἐν γένει ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἡμῶν,
5828ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ
5829τόπου, καὶ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει καὶ ἡ παροῦσα
5830καὶ πᾶσα Κυβέρνησις νὰ λάβῃ, ὅπως ἡ χώρα ἡμῶν ἐξέλθῃ
5831ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης ὅσον οἷόν τε ταχύτερον. Τὴν
5832γνώμην ταύτην ἔχομεν καθῆκον, ὡς Βουλευταί, νὰ τὴν ἐκ-
5833φέρωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως ἀτελέστερον θὰ τὴν ἐκφέ-
5834ρωμεν, στερούμενοι, ὡς εἶπον, τοῦ πληρεστέρου πίνακος τοῦ
5835προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἄνευ οὐδενὸς
5836ζητήματος φιλοτιμίας, οὐδὲ πιέσεως, νὰ δώσῃ τὸν πίνακα
5837τοῦτον, θὰ ἦτο βεβαίως ἡ συζήτησις ὁμαλωτέρα. Ἐὰν ὅμως
5838δὲν δύναται, βεβαίως δὲν θὰ ἐκλείψῃ τὸ καθῆκον ἡμῶν, ὅπως
5839ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο ἐδήλωσα
5840καὶ πρὸ ὀλίγου καὶ δηλῶ καὶ πάλιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνη-
5841σις ἐπιμένῃ τὴν ὥραν ταύτην νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτη-
5842σιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἐμὲ
5843τουλάχιστον νὰ ὁμιλήσω.
5844§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεμένομεν,
5845ὅτε ἦτο 12 ἡ ὥρα. Τώρα εἶναι 2 καὶ 20′ μετὰ τὸ μεσονύ-
5846κτιον.
5847§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
5848Ὥρα 2 καὶ 20′ πρὸ μεσημβρίας τῆς ἐπιούσης.