1895.06.29
1,596 rows · 12,857 words · 105 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
Τῆς 29 Ἰουνίου 1895.
(Πέμπτη)
Ὥρα 9 καὶ 40′ π. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Καλλιφρονᾶ).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἀπὸ 9 Ἰουνίου 1871 νόμου περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν, συνοδευόμενον καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 195).
§3ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Ἐπίσης ὑποβάλλω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα περὶ τοῦ ὑπογείου σιδηροδρόμου, τὰ ζητηθέντα δι’ ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Βόλου βουλευτοῦ κ. Ν. Σχινᾶ.
§4ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Κατὰ τὴν παταγώδη συζήτησιν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταστροφῆς τοῦ πλεονάσματος τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς ἐνεστώσης συγκομιδῆς ὁ κ. Ράλλης, ὡς μὴ ὤφελεν, ἐπετέθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, μεταχειρισθεὶς καὶ λέξεις ἀναρμόστους, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν μου συνετάχθη ὑπὸ τοὺς αἰσχροτέρους ὅρους.
§5ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὺς χειροτέρους, ὄχι αἰσχροτέρους.
§6ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Τὸ ὠνόμασεν ἁρπακτικὸν καὶ ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ δεδικασμένον, ἐπειδὴ ἀνεφέροντο αἱ λέξεις «θέλει κρατεῖσθαι». Ὡς ἐκ τούτου ὑπεχρεώθην ν’ ἀποσύρω αὐτὸ, καὶ ἐπενεγκὼν τὰς ἀπαιτουμένας διορθώσεις, εἰσάγω αὐτὸ ὑπὸ νέον τύπον, προσθέσας εἰς τὴν ἐπικεφαλίδα τὰς λέξεις «περὶ προσθέτου φόρου εἰς εἶδος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος τοῦ ἔτους 1895». Εἰς δὲ τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἀντὶ τῆς λέξεως «κρατεῖσθαι», τίθεται ἡ λέξις «παραδίδοσθαι». Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀναγράψῃ τὸ νομοσχέδιόν μου πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, συζητηθῇ δὲ συγχρόνως, καὶ ἡ τροπολογία τῶν κ.κ. Βότση καὶ Γεροκωστοπούλου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τίθεται περιορισμὸς εἰς τὴν καταδολίευσιν τοῦ προϊόντος, δι’ οὗ οὐ μόνον θέλει ἐπέλθει βελτίωσις τῆς ποιότητος τῆς σταφίδος, ἀποκλειομένης τῆς ἐξαγωγῆς τῆς κακῆς ποιότητος, ἀλλὰ θέλει ἐπέλθει καὶ ἐλάττωσις τῆς ἐξαγωγῆς, διὰ τοῦ καθαρισμοῦ καὶ τῆς καλῆς ἀποξηράνσεως τοῦ προϊόντος, 10–15%, καὶ συνεπῶς ἄνευ παρακρατήσεως δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν παραγωγήν. Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι τὸ πλεόνασμα τῶν 80 ἑκατομμυρίων εἶναι ἡ αἰτία τῆς μειώσεως τῆς τιμῆς τοῦ σταφιδοκάρπου· ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν ἐκλείψῃ, μὲ τὴν προμηνυομένην ἄφθονον ἐσοδείαν ἡ σταφὶς δὲν θὰ ζητηθῇ, οὐδὲ τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν, οἱ δὲ παραγωγοὶ θὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ κτήματά των, μὴ ἔχοντες πλέον τὰ μέσα νὰ καλλιεργήσωσιν αὐτά. Τὸ νομοσχέδιόν μου, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι πρακτικὸν, τὸ ὑποβάλλω δὲ εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν, ἐλπίζων ὅτι θ’ ἀποφανθῆτε ὑπὲρ αὐτοῦ, χάριν τῶν πενομένων παραγωγῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ὑποβάλλω πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Παναγῆ Γ. Λειβαδᾶ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ νέου οἰκονομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα οἱ βουλόμενοι λάβωσι γνῶσιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πάλλης ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 196).
§8ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω ἐνταῦθα, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, τῶν κυριωτέρων τούτων ὀργάνων καὶ συνεπῶς τῶν νεύρων αὐτοῦ, καὶ ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ ἢ τῇ ἑπομένῃ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον βελτιοῦν τὴν τύχην αὐτῶν, διότι δι’ αὐτοῦ θὰ ἐκλίπῃ τὸ μέγα κακὸν τῆς ὑπάρξεως ἀπείρων κενῶν θέσεων ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὑπηρεσίας.
§9ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταγίνεται εἰς τὴν παρασκευὴν τοιούτου νομοσχεδίου.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ὑπολείπεται πολὺς χρόνος πρὸς ὑποβολὴν καὶ ἄλλων νομοσχεδίων.
§11ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἂς ἦναι καὶ διὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον. Παρακαλῶ δὲ εἰς τοῦτο νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ περὶ τούτου ὑποβληθὲν νομοσχέδιον τοῦ κ. Κρίτσα, τὸ ὁποῖον ἐκ παραλλήλου δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Καμαριώτης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως ὑγειονομοσταθμαρχείου εἰς θέσιν Ἀγρίλι τῆς περιφερείας Φιλιατρῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 197).
§13ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Συνεπείᾳ τῶν καταστρεπτικῶν σεισμῶν τῶν ἐπισυμβάντων καὶ εἰς ἄλλα μέρη, κατ’ ἐξοχὴν δὲ ἐν Λοκρίδι, ἔνθα κωμοπόλεις καὶ χωρία ἀνετράπησαν ἐκ θεμελίων, εἶχον λάβει χώραν ἐνιαχοῦ τοιαῦτα ῥήγματα τοῦ ἐδάφους, ὥστε πάντες οἱ ἀποσταλέντες ἐκεῖνοι εἰδικοὶ γεωλόγοι πρὸς ἐξέτασιν τῶν σεισμικῶν φαινομένων ἀπεφάνθησαν, ὅτι θὰ ἦτο ἐπικίνδυνος ὁ συνοικισμὸς διαφόρων χωρίων, ὅπου ἦσαν πρίν, ὑπέδειξαν δὲ ἑτέρας τοποθεσίας, καταλλήλους εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦσαν ἰδιοκτησία τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος χωρίων αἱ τοποθεσίαι αὗται, οἱ κάτοικοι ἐδίσταζον νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἑστίας των. Ὄτε μετέβησαν δ’ ἐκεῖ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ἠθέλησαν νὰ πείσωσι τοὺς χωρικοὺς, ἵνα συνοικισθῶσιν ἐκεῖ, ὅπου ὑπεδείκνυον οἱ εἰδικοί· ἐφρόντισαν δὲ νὰ διασκεδάσωσι τοὺς ἐνδοιασμούς των διὰ τῆς ῥητῆς δηλώσεως, ἣν ἔκαμον ἥ τε Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι θὰ φροντίσωσι νὰ φέρωσι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐδωροῦντο αἱ περὶ ὧν λόγος γαῖαι εἰς αὐτούς. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ἐθνικῶν γαιῶν, ἀλλὰ περὶ ἐκκλησιαστικῶν, ἀνηκουσῶν εἰς τὰς ἄλλοτε διαλυθείσας μονὰς τοῦ τόπου. Τὰ κτήματα ταῦτα ἦσαν δωρεὰ τῶν προγόνων τῶν νῦν κατοίκων τῆς Λοκρίδος πρὸς τὰς διαλυθείσας μονὰς καὶ εἶχον τὸν προορισμὸν νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἀγαθὸν τοῦ τόπου. Ἡ Ἀντιβασιλεία ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ διαλύσῃ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος μονὰς, καὶ συνέστησε τότε τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον· ἀλλ’ ἔγειναν μυρίαι ὅσαι καταχρήσεις, ἐξ ὧν περιεσώθησαν μόνον διάφοροι ἐκκλησιαστικαὶ γαῖαι, ἐνοικιαζόμεναι νῦν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου. Οἱ κάτοικοι, πεισθέντες εἰς τὴν τοιαύτην διαβεβαίωσιν τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀπεφάσισαν νὰ θυσιάσωσι ὅ,τι εἶχον καὶ δὲν εἶχον καὶ νὰ οἰκοδομήσωσι μικρὰς οἰκίας εἰς τὰς ὑποδειχθείσας εἰς αὐτοὺς τοποθεσίας. Ἀλλ’ ἔκτοτε, εἰ καὶ συνεκλήθη ἡ τελευταία σύνοδος τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου, μάτην ἀνέμενον ἐπὶ πολὺ νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ σχετικὰ νομοσχέδια. Καὶ ἐδέησε τότε ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἐπανειλημμένως νὰ τὴν προκαλέσωμεν, ὅπως μετὰ παρέλευσιν ἑβδομάδων πολλῶν ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή, διότι ἐν τῷ μεταξὺ διελύθη. Οὕτως ὅμως οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος κάτοικοι μένουσιν ἐν τῇ ἀβεβαιότητι, ἐκτεθειμένοι ἀπέναντι τῶν καταδιώξεων τῶν δικαστικῶν τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν γαιῶν ἐκείνων. Νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, καὶ λόγῳ φιλανθρωπίας, ἀλλὰ καὶ ὅπως τηρήσῃ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἔδωκε πρὸς τοὺς κατοίκους ἐκείνους, ἀφοῦ εἶναι ἑνιαία ἡ Κυβέρνησις, νὰ φέρῃ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δωρῶνται τὰ λειβάδια τὰ ἐκκλησιαστικὰ εἰς τὰς κοινότητας ἐκείνας, αἵτινες συνῳκίσθησαν ἐν αὐτοῖς. Ἡ ζημία, ἡ μέλλουσα νὰ προκύψῃ ἐντεῦθεν, θὰ ἦναι ἀναξία λόγου, διότι ἀνάξιον λόγου ποσὸν εἰσπράττεται ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος λειβαδίων, ἀλλ’ ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι, εἶναι ἀνυπολόγιστος. Τὴν σήμερον εὑρίσκονται ἐν ἀπελπιστικῇ θέσει. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ ἐν τῷ οἰκείῳ τμήματι τοῦ Ὑπουργείου του ὅλην τὴν σχετικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τοῦ παρελθόντος θέρους καί, εἰ δυνατόν, νὰ ὑποβάλῃ ἴδια νομοσχέδια, διότι τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης. Σὺν τοῖς ἄλλοις ἐδωροῦντο τὰ περὶ ὧν λόγος λειβάδια ἐπὶ δεκαετίαν μόνον, μετὰ τὸ τέλος τῆς ὁποίας ἔπρεπεν οἱ κάτοικοι νὰ λάβωσι τὰς οἰκίας ἐπὶ τῶν ὤμων των καὶ ἀναχωρήσωσιν ἐκεῖθεν. Ἐὰν τοῦτο ἐγνώριζον, θὰ ἐπροτίμων νὰ μείνωσιν εἰς τὰς παλαιὰς οἰκίας των. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον τὰ σχετικὰ νομοσχέδια, ἵνα οἱ ἄνθρωποι οὗτοι κανονίσωσι τὴν τύχην των.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δεύτερον τῶν μέσων μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω ἐπὶ τῇ παραστάσει τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος. Ἐπειδὴ δὲ δὲν συζητῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως ταύτης. Τὸ πρῶτον μέρος δὲν ἐξήτασα· θέλω ἀσχοληθῆ εἰς τὴν μελέτην καὶ τούτου, καὶ θέλω εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου.
§15ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν εὑρίσκεται καὶ χωρίον ἐν τῷ Βάλτῳ ἡ Φλωριάς. Ὅταν ἔλαβον τὰ ὅπλα οἱ Ἕλληνες ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, πολλοὶ κάτοικοι προσῆλθον εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, λαβόντες τὴν ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ συνοικισθῶσιν, ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν ἐγένοντο ἰδιοκτῆται· δὲν λέγω νὰ χαρισθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ γῆ, ἀλλ’ ἰδοὺ τί συμβαίνει· διαρκῶς ἐνοικιάζεται τὸ λειβάδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει παραχωρηθῆ· ἐν τούτοις παρουσιάζονται πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπερθεματίζουν, εἰς τρόπον ὥστε δὲν δύνανται οἱ χωρικοὶ νὰ ἀντεπεξέλθουν, διότι εἶναι ὅλοι πτωχοί, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον πάντοτε ὑπείκει εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἐφέτος δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε νὰ κρημνίσωσι καὶ τὰς καλύβας καὶ τὰ παραπήγματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐκεῖ οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι, καὶ νὰ τοὺς διώξωσι.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἐξαγωγῆς σταφιδοκάρπου κλπ.
§17ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18ΔΑΓΡΕΣ. Φρονῶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως νόμου τῆς εἰσαχθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ κ. Βότση. Ὡς ἀναγράφεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πρόκειται περὶ τῆς συζητήσεως προτάσεως νόμου περὶ ἐξαγωγῆς τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐνῷ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βότσης, ἐὰν δὲν μὲ λανθάνῃ, ἀφορᾷ πρόσθετον φόρον 20%.
§19ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ φόρου.
§20ΔΑΓΡΕΣ. Ἄλλως τε ἡ πρότασις αὕτη νόμου δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι, ἵνα προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς συζήτησιν προτάσεως, δέον νὰ τυπωθῇ αὕτη καὶ διανεμηθῇ πρὸ 24 ὡρῶν.
§21ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν ἂν ἀποφασίσῃ ἄλλως ἡ Βουλή.
§22ΔΑΓΡΕΣ. Οὔτε τύπωσις ἐγένετο οὔτε διανομή, ἑπομένως προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Ἄλλως προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως τοιαύτης προτάσεως, καὶ ἐπικουρικῶς προτείνω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ αὐτοῦ θέματος. Οἱ κηδόμενοι δὲ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ὀφείλουσι νὰ κήδωνται καὶ τῶν κόπων ἡμῶν, καὶ νὰ μὴ ἐπαναφέρωσι διὰ τῆς μικρᾶς θύρας τὰς περὶ παρακρατήσεως προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποπέμπονται διὰ τῆς μεγάλης θύρας. Πρέπει οἱ κύριοι οὗτοι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς πολλὰς ἐργασίας καὶ σπουδαίας, ἃς ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ ἡ παροῦσα Βουλή, καὶ νὰ μὴ καταδαπανῶσι τὰς πολυτίμους αὐτῆς στιγμὰς εἰς συζητήσεις ματαίας. Ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, δὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βότση, διότι ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τῆς παραγωγῆς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 20 τοῖς 100, ἀπαγορεύομεν τὴν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ χρησιμοποίησιν αὐτοῦ καὶ ἐπιτρέπομεν τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξαγωγὴν αὐτοῦ. Ἐγὼ ἀπορῶ, Κύριοι, μὲ τὰς σκέψεις τῶν Κυρίων τούτων, καὶ τῇ ἀληθείᾳ θ’ ἀποφασίσω νὰ παραιτηθῶ τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ. Πάντες ἀναγνωρίζομεν τὰ δεινὰ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, πάντων ἡ καρδία πονεῖ ἐπὶ τούτῳ, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ταῦτα εἶναι ἱκανὰ πρὸς ἐξεύρεσιν μέτρου ὄντως σωστικοῦ. Διατὶ ἡ σπουδὴ αὕτη, ἡ ἀδικαιολόγητος νὰ φέρωνται καθ’ ἑκάστην πρὸς συζήτησιν τὰ αὐτὰ μέτρα, καὶ μέτρα τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν παρέχουσι βεβαιότητα ὅτι θέλουσι βελτιώσει τὴν κατάστασιν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς; Φρονῶ ὅτι ἡ Βουλή, ἀποτελουμένη ἐξ ἀνδρῶν δυναμένων νὰ ἐννοήσωσι τὸν σκοπὸν ἑκάστου, θέλει μετ’ ἀγανακτήσεως ἀποῤῥίψει τὴν πρότασιν ταύτην.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον; Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. (Θ’ ἀναγνωσθῇ) (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ ἐκ Σάμης βουλευτοῦ κ. Καβαλλιεράτου ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου (ἀναγινώσκεται).
§24ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν ἀναιρεῖ ἄρδην ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον· ὥστε ἀποτελεῖ νέαν πρότασιν, καὶ πρέπει ὡς τοιαύτη νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή.
§25Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι σύγκειται ἐκ τῶν ἐκλεκτοτέρων τῆς Βουλῆς μελῶν καὶ διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τῆς πλειοψηφίας τῆς ὁποίας ἡγεῖται, οὐδεμίαν ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, βεβαίως ἡ στάσις αὕτη γεννᾷ σύγχυσιν καὶ κυκεῶνα, διότι ἐν τῇ τοιαύτῃ συζητήσει παραπαίει ἡ Κυβέρνησις, στερουμένη ἰδέας. Ἐὰν ἐξ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις ἀνελάμβανε τὴν προστασίαν ἢ τὴν ἀπόκρουσιν αὐτῆς τῆς ἰδέας καὶ ὑπεστήριζε μίαν γνώμην, δὲν θὰ περιηρχόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν. Ἐγώ, Κύριοι, εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὑπὲρ τῶν καθ’ ἕκαστον αὐτῆς, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ παρακρατηθησόμενον ἔπρεπε νὰ ἀποστέλληται εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἰς μέρη, ἔνθα μέχρι τοῦδε δὲν εἰσήχθη σταφίς, ἵνα διὰ τοῦ τρόπου τούτου διαδοθῇ ἡ χρῆσις αὐτῆς εἰς νέας ἀγοράς· ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤδη ὑπεβλήθησαν, ἀντιφάσκουσι πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ὑπεβλήθησαν, καὶ ἀντίκεινται καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἡ παρακράτησις δὲν θὰ χρησιμεύσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον παντάπασι, καὶ μάλιστα ζημίαν θὰ προκαλέσῃ ἡ εἰς μάζαν μεταβολή, καὶ ταύτης ἡ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστολή, διότι διὰ ταύτης θὰ συμβῇ ἀντικατάστασις. Στελλομένη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἡ σταρὶς αὕτη πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν, θὰ ἐπιφέρῃ ἑτέραν μεγάλην ζημίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτην βιομηχανίαν προοδεύουσαν ἀπό τινων ἐτῶν καὶ διαδίδουσαν τὰ προϊόντα αὐτῆς εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἄλλως τε ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος ἀποτίνεται σήμερον ὑπὸ τῆς παραγωγῆς, εἶναι, καὶ ὡς ἔχει, βαρύτατος, καὶ ἐὰν προσθέσωμεν καὶ ἄλλον, καθίσταται ἀφόρητος καὶ καταντᾷ εἰς δήμευσιν τοῦ προϊόντος. Διὰ ταῦτα θέλω καταψηφίσει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§26ΤΟΜΑΝ. Ἐπὶ ἡμέρας, Κύριοι, ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν ζήτημα ὑψίστης σπουδαιότητος καὶ ἔδει νὰ ἀπασχολήσῃ ταύτην, καθόσον ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὰ τῆς σταφίδος δὲν ἀφορῶσι μόνον τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, οὔτε ἀποδέχομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν ὅτι περὶ ἰδίου τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν συμφέροντος πρόκειται. Τὰ τῆς σταφίδος ἐνδιαφέρουσι πάντας ἡμᾶς, ἐνδιαφέρουσιν ἡμᾶς, ὡς ἐκπροσωποῦντας τὰ τοῦ ὅλου ἔθνους, ἐνδιαφέρουσιν ἡμᾶς ἰδίᾳ, διότι ὁ κανονισμὸς τῆς τύχης τοῦ προϊόντος τούτου ἐπιδρᾷ ἀμέσως ἐφ’ ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν. Τὰ συμφέροντα εἶναι ἀλληλένδετα· ὁ νομός ἐν παραδείγματι τῶν Κυκλάδων, οὗ ἐπαρχίαν ἐκπροσωπῶ, ἔχει ὕψιστον συμφέρον νὰ ἴδῃ διαῤῥυθμιζόμενα τὰ τῆς σταφίδος κατὰ τρόπον ὠφέλιμον καὶ εὐχάριστον τοῖς σταφιδοπαραγωγοῖς· διότι, ἐὰν ὑμεῖς, Κύριοι, δὲν ποιήσητε τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἡμετέρου προϊόντος, δὲν θέλομεν δυνηθῆ ἡμεῖς νὰ εἰσπράξωμεν ὅσα ἔχομεν λαμβάνειν παρ’ ὑμῶν ἐκ τῆς παροχῆς ἐμπορευμάτων διαφόρων. Ἡ στάσις καὶ καχεξία τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν εἶναι στάσις καὶ καχεξία ἀφορῶσα πάντα τὰ κέντρα τὰ ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικά. Συνεπῶς ἐπιθυμῶ πρωτίστως τοῦτο νὰ γείνῃ καταληπτὸν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἔχομεν κοινὸν συμφέρον νὰ σκεφθῶμεν πάντες περὶ μέτρου, ὅπερ ἀφορᾷ γενικῶς τὰ συμφέροντα πάντων ἡμῶν. Δὲν νομίζω συνεπῶς ὅτι καταναλίσκεται εἰς μάτην χρόνος, ὥς τινες διετύπωσαν, καίτοι φρονῶ, ὅτι τὰ τῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν προϊόντων δὲν ἀφορῶσι κυρίως τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ ὅτι ταῦτα κανονίζονται παρὰ τῶν μετερχομένων τὸ ἐμπόριον αὐτῶν, τῶν καὶ ἐνδιαφερομένων ἀμέσως. Οἱ ἔχοντες ἄμεσον συμφέρον, αὐτοὶ οὗτοι εἶναι οἱ ἁρμοδιώτεροι νὰ κρίνωσι περὶ τῶν ὠφελειῶν αὐτῶν, περὶ ἀποτροπῆς τῆς βλάβης, ἥτις προσγίνεται αὐτοῖς καὶ εἰς τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐπεκαλέσθησαν καὶ τὴν ἐπέμβασιν ἡμῶν καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ καταγείνῃ, ἂν δυνηθῇ, ὅπως ἐξεύρῃ μέσον θεραπεῦον τὸ κακόν, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, ὁμιλῶν ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ, εἶναι κακὸν, ὅπερ ἀφορᾷ πάντας ἡμᾶς ἀνεξαιρέτως. Διάφορα συστήματα θεραπείας προὐτάθησαν μέχρι τοῦ νῦν, βάσιν ἔχοντα τὴν διὰ νομοθετικῆς ἐνεργείας περιστολὴν τοῦ καταναλισκομένου ποσοῦ, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως ἐπιφέρωσιν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ προϊόντος τούτου. Ὁ νόμος εἶναι ἀλάθαστος, εἶναι κανών, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασιζόμενός τις ἔχει ὡς βέβαιον ἀποτέλεσμα τὴν ἀνατίμησιν τοῦ προϊόντος. Ἀλλ’ ὅπως εἰς ἀποτέλεσμα πρακτικὸν φθάσωμεν, ἔχομεν ἀνάγκην ἀπόλυτον νὰ ἐξετάσωμεν πρωτίστως τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, τὰ τυχὸν ὑποβληθησόμενα καὶ τὰ ὑπὸ συζήτησιν εὑρισκόμενα, λαμβάνοντες μέτρα τοιαῦτα, ἅπερ δύνανται νὰ περιστείλωσι τὴν ἐξαγωγὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσωσι περιζήτητον τὸ προϊόν.
§27ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περιζήτητον ὄχι. Μὴ ἐξηυτελισμένον. Ἀρκούμεθα εἰς αὐτό.
§28ΤΟΜΑΝ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐπεθύμουν νὰ ἦτο περιζήτητον, καὶ ἡ ἐπιθυμία μου αὕτη φαίνεται ὅτι μὲ ὤθησε νὰ ἐκφέρω λέξιν ἀκατάλληλον ἀτυχῶς. Πρωτίστως εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν, τί καταναλίσκεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐπακριβῶς, καὶ τί ποσὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῶν ἀγορῶν, τῶν ποιούντων κατανάλωσιν τοῦ προϊόντος τούτου, ὅπως ἐπέλθῃ ζήτησις· ἵνα ἐπέλθῃ δὲ τοιαύτη, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποβλέψωμεν ὄχι μόνον εἰς τὸ νὰ καταστήσωμεν ἰσοζύγιον μεταξὺ καταναλώσεως καὶ παραγωγῆς, ἀλλὰ νὰ καταστήσωμεν παραγωγὴν κατωτέραν τῆς καταναλώσεως, διότι ὁ καταναλωτής, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ προϊόν τὸ ἐξαχθησόμενον, δὲν προσφέρει τιμάς. Ὅταν ἀποβλέπῃ ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ, τότε σπεύδει νὰ δώσῃ τιμὴν δι’ αὐτὸ, ὅπως μὴ εὑρεθῇ ἄνευ προμηθείας. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν τοῦ μέλλοντος νὰ νομοθετηθῇ νομοθετήματος τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τὴν ἀλάθαστον. Τοιαύτας πληροφορίας θετικῶς δὲ ἔχομεν, βαδίζομεν δὲ εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις ἀορίστως, μόνον καὶ ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τῇ ὀρθῇ, ὅτι ἐὰν κρατήσωμεν μέρος τοῦ προϊόντος, θὰ δώσωμεν ἀνατίμησιν εἰς τὸ ὑπόλοιπον. Οὐδείς, νομίζω, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας σχετικάς, πρακτικάς, ἐμπορικὰς περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ καταναλισκομένου καὶ τοῦ παραγομένου.
§29ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθησαν ἄφθονοι.
§30ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Στατιστικὰς πληροφορίας.
§31ΒΟΤΣΗΣ. Διενεμήθη φυλλάδιον.
§32ΤΟΜΑΝ. Αἱ πληροφορίαι αὗται, κύριοι Βουλευταί, — παρακαλῶ δόσατέ μοι τὴν ἐξήγησιν,—συμφωνοῦσιν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τὸ παραγόμενον καὶ τὸ καταναλισκόμενον; συντελοῦσιν ἵνα ἀποδείξωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ παρακρατηθησόμενον ποσὸν εἶναι τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσῃ τὴν παραγωγὴν ὀλιγωτέραν τῆς καταναλώσεως;
§33ΒΟΤΣΗΣ. Δὲν θέλομεν νὰ ἦναι κατωτέρα. Θέλομεν νὰ ἦναι κατά τι μεγαλειτέρα, ἵνα ἐπέλθῃ καὶ κἄποια ἐξάπλωσις τοῦ προϊόντος.
§34ΤΟΜΑΝ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, μὲ πολλὴν λύπην μου, ὅτι, ἂν ἡ παραγωγὴ ἦναι κατά τι μεγαλειτέρα, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα. Εἶναι κανὼν ἀλάνθαστος, ὃν καλῶς γνωρίζουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες μετέρχονται τὴν ἐμπορίαν. Ἐν ὅσῳ ἔχετε παραγωγὴν κατά τι ἀνωτέραν τῆς συνήθους καταναλώσεως, μὴ περιμένετε βελτίωσιν τιμῶν. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ πρακτικῶς καὶ λογικῶς, ἡ παραγωγὴ νὰ ἦναι κατά τι ὀλιγωτέρα τῆς καταναλώσεως...
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ κατανάλωσις μεταβάλλεται κατ’ ἔτος.
§36ΤΟΜΑΝ. Τοῦτο εἶναι ἐλπίς, ἀλλὰ δὲν νομοθετοῦμεν μὲ ἐλπίδας... Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ ἔχωσιν ὡς βάσιν τὰ νομοθετήματά μας τοιοῦτον περιορισμὸν τῆς παραγωγῆς. Ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσέξωμεν, μὴ τυχὸν διὰ τοῦ μέτρου τούτου θίγωμεν ὕψιστα συμφέροντα τῶν παραγωγῶν, καὶ δὴ τὸ δικαίωμα τὸ κύριον, τὸ ἀναφαίρετον, τῆς ἰδιοκτησίας, μὴ τυχὸν διὰ τοῦ μέτρου τούτου προσβάλλωμεν δικαιώματα ἕτερα, καὶ τρίτον μὴ τυχὸν διὰ τοῦ μέτρου τούτου προσβάλλωμεν παραγωγοὺς ἑτέρων εἰδῶν ἐν τῷ τόπῳ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ἡ προταθεῖσα τροπολογία παρὰ τοῦ ἐντίμου φίλου μου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ ἔχει τὰς βάσεις ταύτας; Τοῦτο τὸ ἐξεταστέον. Εἶναι παραδεκτόν, μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς Βουλῆς, τὴν πρό τινων ἡμερῶν γενομένην κατὰ τῆς παρακρατήσεως; Καὶ ἐὰν ἦναι παραδεκτὸν κατ’ ἀρχήν, περιέχει τὰς βάσεις ἐκείνας, αἵτινες παρέχουσι τὴν ἐλπίδα βελτιώσεως τοῦ εἴδους, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ἐπέρχηται ἡ βεβαιότης τῆς καταστροφῆς ἑτέρων προϊόντων; Τοῦτο τὸ ἐξεταστέον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ καθῆκον νὰ παράσχῃ προστασίαν εἰς προϊόν, ἡ τύχη τοῦ ὁποίου ἐπιδρᾷ ἐφ’ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, δὲν νομίζω, ὅτι ἀποφανθεῖσα ἅπαξ ἐναντίον τῆς παρακρατήσεως, δεσμεύεται νῦν, ὅπως συζητήσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει πρόσθετον φόρον. Θὰ ἦτο ἴσως καλλίτερον, θὰ ἦτο πρακτικώτερον, ἐὰν ἀντὶ φόρου ἐπεβάλλετο ἀφαίρεσις ἐφθαρμένου εἴδους, ἀπαγόρευσις τῆς ἐξαγωγῆς σταφιδοκάρπου κακῆς ποιότητος, μὴ ἐμπορευσίμου. Ἰδέαν ὑποβάλλω. Ὑμεῖς οἱ εἰδικώτεροι, οἱ ἐμπειρότεροι, ἐὰν νομίζητε, ὅτι δύνασθε νὰ ἐπωφεληθῆτε ἐκ ταύτης, θὰ θεωρήσω ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, ὅτι συνετέλεσα κατά τι εἰς τοῦτο. Τὸ τοιοῦτον δὲ θὰ εἶχε καὶ ἕτερον ἀποτέλεσμα, προστατευτικὸν τοῦ προϊόντος ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Θὰ συνετέλει εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ προϊόντος, καὶ θὰ ἐθεωρεῖτο μέσον τεῖνον, ἵνα ἐξαχθῇ καλὴ ποιότης, βελτιωθῇ ἑπομένως ἡ κατανάλωσις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ περιορισθῇ τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς. Ἴσως δὲν θὰ ἦτο παράνομον, ἐὰν ἡ Βουλὴ διὰ νομοθετήματος ἐθέσπιζεν, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἐξαγωγὴ ἀθλίου σταφιδοκάρπου.
§37ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ κατεστρέφοντο αἱ Καλάμαι.
§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἔμποροι πρέπει νὰ ἐννοήσωσιν αὐτό· ἐφ’ ὅσον δὲν τὸ ἐννοήσωσι, θὰ ἔχωμεν τοιαύτας συζητήσεις. Ἐκεῖνοι θὰ λύσωσι τὸ ζήτημα.
§39ΤΟΜΑΝ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου, χωρὶς νὰ ὑποθέτω ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι ἐκ τῶν ἀλανθάστων. Νομίζω καθῆκόν μου νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, προκειμένου περὶ τούτου τοῦ ζητήματος. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ, ἀντὶ προσθέτου φόρου, ἀπαγόρευσιν ἐξαγωγῆς κακῆς ποιότητος σταφίδος, καὶ νὰ κανονίσῃ ὅτι ἡ κακὴ αὕτη ποιότης δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ 20%. Δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα καὶ τυπικώτερον, οὕτως εἰπεῖν, νὰ νομοθετήσωμεν καὶ συμφερώτερον, δεικνύοντες διὰ τοῦ τοιούτου νομοθετήματος συνάμα, ὅτι λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως βελτιωθῇ ἡ παραγωγὴ, ὅπως μὴ νοθεύηται τὸ προϊὸν πρὸς βλάβην αὐτῶν τῶν ἐμπορευομένων καὶ τῆς ὑπολήψεως ἀκόμη ἡμῶν, συνήθως κακιζομένων διὰ τὴν νοθείαν τῶν προϊόντων μας; Ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ πρόσθετον φόρον ἢ ἀπαγόρευσιν τῆς ἐξαγωγῆς κακῆς ποιότητος σταφίδος μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοθετήματος περὶ παρακρατήσεως, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Τὰ τοῦ ἀπαραδέκτου συνεπῶς τῆς προτάσεως ταύτης, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν εἶναι βάσιμα. Ἀλλ’ ἐξεταστέον νῦν, τὸ νομοθέτημα, ὅπως εἰσάγεται ἐν τῇ Βουλῇ, περιέχει τὰς βάσεις τὰς ἀπαιτουμένας εἰς τοιούτου εἴδους νομοθετήματα; Δύναται ἐφαρμοζόμενον νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ; Ὡς ἔχει, κατ’ ἐμὲ, δὲν δύναται· δὲν δύναται δὲ, διότι δὲν ἐπιβάλλεται ἡ καταστροφὴ τοῦ ὡς προσθέτου φόρου λαμβανομένου περισσεύματος· ἐν ὅσῳ δὲ τὸ περίσσευμα τοῦτο δὲν καταστραφῇ ἐντελῶς, θὰ ὑπάρχῃ ὑπόνοια, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν γεννηθῇ πεποίθησις, ὅτι τὸ ἀφαιρεθησόμενον ποσὸν τῶν 20% εἰς εἶδος θὰ ἐκλείψῃ ἐκ τῆς ἀγορᾶς καὶ τῆς βιομηχανίας, μὴ ἐλπίζετε βελτίωσιν τοῦ εἴδους· διότι οἱ ἐμπορευόμενοι, προσέχοντες εἰς τὴν ἐμπορίαν τῆς σταφίδος, θὰ ῥίπτωσι καὶ ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ἀποθέματος, τὸ ὁποῖον μένει, τῶν 80,000,000. Τοῦτο πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Πρέπει νὰ γεννηθῇ εἰς πάντας ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ παραγωγὴ εἶναι ὀλιγωτέρα κατὰ 20%, κατὰ 80,000,000. Ἐὰν δὲ παραδεχθῆτε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τότε ἀφίνεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ ἐξαγάγῃ, διότι ἀπαγορεύεται μόνον ἡ βρῶσις αὐτοῦ καὶ ἡ βιομηχανικὴ κατεργασία αὐτοῦ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Εὐθὺς δὲ, ὡς ἔχετε τοιαύτην εὐκολίαν, δὲν νομίζετε ὅτι φέρετε ἀνεμοταραχὴν εἰς ἀγορὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὰς ὁποίας ζητεῖτε νὰ βελτιώσητε, τὰς ὁποίας ζητεῖτε ν’ ἀποκαταστήσητε ἐν γαλήνῃ; Λοιπὸν πρέπει νὰ τὸ καταστρέψωμεν, ἵνα ἀφαιρέσωμεν πᾶσαν ἐλπίδα κυκλοφορίας τοῦ προϊόντος τούτου εἴτε πρὸς βρῶσιν εἴτε πρὸς ἑτέραν χρῆσιν καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ἔχομεν δὲ ὑποχρέωσιν νὰ μὴ θέσωμεν αὐτὸ εἰς κυκλοφορίαν οὐδ’ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, διότι, ἂν δώσωμεν τὴν ἄδειαν τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτοῦ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, θὰ βλαφθῶσιν ἴσως συμφέροντα ἄλλων, θὰ βλαφθῶσι καὶ ἰδικά σας συμφέροντα ἀκόμη, καθόσον, ἅμα θέσητε αὐτὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, πρῶτον δὲν δύνασθε νὰ παρακολουθῆτε αὐτὸ, νὰ τὸ κατασκοπεύητε ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα, καὶ δεύτερον θὰ μειώσητε ἐκεῖνο τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, ἔστω καὶ μικρὸν, ἔστω καὶ ἐλάχιστον, ὅπερ καταναλίσκεται ἐν τῷ ἐσωτερικῷ· διότι βεβαίως ἐν τῷ ἐσωτερικῷ θὰ καταναλίσκηται ἓν μέρος σταφίδος πρὸς διαφόρους σκοπούς.
§40Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πέντε ἕως δέκα ἑκατομμύρια λιτρῶν.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περισσότερον.
§42ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἡ τιμὴ αὐτοῦ δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς 30 ἢ 40 δραχμάς. Ὅταν ὑπερβαίνῃ τὰς 40 δραχμὰς, εἶναι ἀδύνατος ἡ χρῆσις αὐτοῦ πρὸς ἀπόσταξιν.
§43ΤΟΜΑΝ. Ἐγὼ δὲν ἀναχωρῶ ἀπὸ τὴν βάσιν αὐτήν. Θέλετε περιορισμὸν τῆς παραγωγῆς; Κάμετέ τον τέλειον· ἐξαφανίσατε τὸν σταφιδόκαρπον αὐτὸν ὡς ἐφθαρμένον, ἐξαφανίσατε τοῦτον ὡς ἀνεπίδεκτον κυκλοφορίας ἐν τῷ ἐμπορίῳ. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἀφίνετε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀπαγορεύεται δ’ εἰς αὐτὴν νὰ τὸ διαθέτῃ, εἴτε ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, πρὸς βρῶσιν καὶ κατεργασίαν, θὰ ἔχητε πάντοτε ἐν ἀπόθεμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐμποδίζῃ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς.
§44ΒΟΤΣΗΣ. Ἀπαγορεύεται ἡ διάθεσις αὐτοῦ πρὸς βρῶσιν μὲν ἀπολύτως, πρὸς οἰνοποίησιν δὲ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ.
§45ΤΟΜΑΝ. Ἡ πρότασίς σας λέγει τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει: «ἀπαγορεύεται δὲ ἡ διάθεσις αὐτοῦ πρὸς βρῶσιν ἢ βιομηχανικὴν οἱανδήποτε χρῆσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ».
§46ΒΟΤΣΗΣ. Θὰ ἐξηγηθῇ αὐτό. Θὰ ἐξηγηθῇ οὕτως· ἀπαγορεύεται δὲ ἡ διάθεσις αὐτοῦ ἀπολύτως μὲν πρὸς βρῶσιν, πρὸς οἰνοποίησιν δὲ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ.
§47ΤΟΜΑΝ. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ὀφείλετε νὰ λάβητε τὸ μέτρον τοῦτο καὶ μετὰ πολλῆς προσοχῆς, διότι ἀκριβῶς ἐκ τῆς τελείας τοῦ μέτρου τούτου ἐφαρμογῆς ἐξαρτᾶται τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα, ἔχετε ἐπίσης ὑποχρέωσιν νὰ κανονίσητε καὶ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ οὕτως, ὥστε ἡ ἀφαίρεσις νὰ γίνεται ἐκ τῆς χειρίστης ποιότητος, δέον δὲ συνάμα νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι διὰ διατάγματος θὰ κανονισθῇ ἡ ἔναρξις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος νόμου, διότι δὲν γνωρίζομεν, μὴ τυχὸν ἐξ ἄλλων λόγων, ἐκ καιρικῶν περιστάσεων, ἐπέλθῃ ἄλλη παρακράτησις καὶ ἐν ᾧ φωνάζομεν πάντες, ζητοῦντες δικαίῳ τῷ λόγῳ τὸν περιορισμὸν δι’ οἱουδήποτε τρόπου, ἔστω καὶ νομοθετικῶς, τῆς παραγωγῆς, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἴπωμεν, ὅτι ὁ περιορισμὸς οὗτος δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ, μὴ ὢν ἀναγκαῖος πλέον. Ἡ τροποποίησις ἡ παρὰ τοῦ ἑτέρου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, ὑποβληθεῖσα, δὲν καθορίζει ἐπακριβῶς καὶ κατὰ τρόπον συντελεστικὸν τὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ πλεονάσματος ἐκ τῆς κυκλοφορίας (ἀναγινώσκει): «Τὸ ποσὸν αὐτὸ θέλει ἀποταμιεύεσθαι εἴτε ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν τελωνείων, εἴτε ἐν εἰδικαῖς ἀποθήκαις, τὸ δ’ ἐκ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ προκύψον χρηματικὸν ποσὸν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν πάντων τῶν ἐξόδων, θέλει χρησιμοποιεῖσθαι πρὸς σύστασιν σταφιδικοῦ ταμείου ἀμύνης, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς εὐρυτέρας καταναλώσεως τῆς σταφίδος». Ὥστε ὑμεῖς ἐπιτρέπετε τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ.
§48ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§49ΤΟΜΑΝ. Ἐγὼ ἀκριβῶς θέλω νὰ ἐπιτύχω πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοθετήματος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ ἐπιδιώκομεν· διότι ἔχω τὴν βεβαιότητα, ὅτι αἱ ἐμπορικαὶ ἀγοραὶ, εὐθὺς ὡς ἐκ τῶν προτέρων καθορισθῇ ὅτι τὸ ἀπόθεμα αὐτὸ, τὸ ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου εἰς τὰς ἀποθήκας εἴτε τοῦ Δημοσίου εἴτε τῶν ἰδιωτῶν εἰσαχθὲν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔλθῃ ἐν τῇ καταναλώσει, θέλει ἐπέλθει ἀνατίμησις τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἔχετε περὶ τῶν πατριωτικῶν αἰσθημάτων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰς ὁποίας ὀφείλετε νὰ ἔχητε, καὶ τὰς ὁποίας ἔχω καὶ ἐγὼ, δὲν εἶναι γνῶμαι ἐπιβάλλουσαι εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς, οὔτε σκέπτονται ἐκεῖνοι περὶ αἰσθημάτων φιλοπατρίας ἢ περὶ προνοίας τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων διὰ τὰ προϊόντα. Αὐτοὶ σκέπτονται τοῦτο· βλέπουσιν ὅτι ὑπάρχει ἀπόθεμα· οὔτε ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναγνωρίσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ φερθῇ πατριωτικῶς, φιλοστόργως, εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Μὴ νομίζετε ὅτι ὁ ἔμπορος σκέπτεται οὕτω; μὴ νομίζετε ὅτι ὁ ἔμπορος αὐτὸς σκέπτεται τί θὰ γείνῃ τὸ ἀπόθεμα; Ὁ ἔμπορος θέλει νὰ ἴδῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπόθεμα.
§50ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, σχεδὸν δὲν ὑπάρχει.
§51ΤΟΜΑΝ. Ὄχι· διότι δὲν ἐκφράζεσθε περὶ τούτου σαφῶς καὶ καθαρῶς. Ἐπεθύμουν πολὺ νὰ μὴ διετίθετο τὸ προϊόν αὐτὸ, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ταμείου.
§52ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς βάσις ταμείου;
§53ΤΟΜΑΝ. Μάλιστα, διότι ἀνομολογῶ, ὅτι πρωτίστως ἔχομεν ἀνάγκην ταμείου τοιούτου, ὄχι ταμείου διὰ τὴν σταφίδα μόνον, ταμείου δι’ ὅλα τὰ προϊόντα ἡμῶν, δι’ ὅλην τὴν παραγωγὴν ἡμῶν, ταμείου ἔχοντος διοίκησιν, ἐπίβλεψιν, προορισμόν, σκοπὸν πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν τεχνῶν, τῆς βιομηχανίας, τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως, τῆς βελτιώσεως τῶν προϊόντων ἡμῶν, ταμείου σκοποῦντος εἰς τὸ νὰ μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὴν ὁδὸν, ἣν ἐτράπημεν, ἀπὸ τὴν ἐπιστημομανίαν, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατελήφθημεν, μᾶς ὁδηγήσῃ δὲ εἰς ἕτερον πρακτικώτερον στάδιον· ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπουσιν αἱ περιστάσεις νὰ συζητήσωμεν νῦν περὶ τούτου, καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθετήματος δὲν εἶναι τοιοῦτος. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ὅπως τὸ νομοθέτημα ὑπεβλήθη καὶ ὅπως τροπολογεῖται παρὰ τοῦ ἐντίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, ἀπαράδεκτον δὲν εἶναι, καὶ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν ἐξυπηρετεῖ ὅμως, ὡς ἔχει ἢ ὡς τροποποιεῖται, τὸν σκοπὸν, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ταῦτα ἐν ὀλίγοις εἶχον νὰ εἴπω.
§54ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐσπευσμένως διετυπώθη καὶ ὑπεβλήθη, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ περιέχῃ πολλὰς ἀτελείας. Εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν ἡ πρώτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ ἦναι νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, μεθ’ ὅλας τὰς ἀποτυχίας τῶν ἐπιτροπῶν, ὅπως τὸ διατυπώσῃ πληρέστερον. Ἀλλ’ ὅπου ἔφθασαν τὰ πράγματα, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ παραπέμψωμεν αὐτὸ εἰς ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ πρέπει ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ προσπαθήσωμεν νὰ συμπληρώσωμεν αὐτό. Ἐν πρώτοις φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ νομοσχέδιον λόγῳ τῶν ἀποῤῥίψεων τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, διότι τοῦτο ὁμιλεῖ περὶ προσθέτου φόρου. Τὸ ἀποῤῥιφθὲν ὡμίλει περὶ τοῦ φόρου τοῦ ὑπάρχοντος, τοῦ κειμένου, ἀπαιτοῦν ὅπως εἰσπράττηται τὸ ἥμισυ αὐτοῦ εἰς εἶδος. Λοιπὸν ἀπαράδεκτον δὲν εἶναι. Ἀλλ’ ὡς διατυποῦται, πιθανὸν εἶναι ὅτι θὰ φέρῃ δυσκολίας, καὶ δυσκολίας σπουδαίας, ἃς ἀπὸ τοῦδε προβλέποντες, πρέπει νὰ κανονίσωμεν, εἰ δυνατὸν, ἄλλως τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τοῦτο θέλω προσπαθήσει νὰ συντελέσω καὶ ἐγώ. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει πρόσθετον φόρον ὡρισμένως 20% ἐπὶ τοῦ ἐξαχθησομένου καρποῦ ἀπὸ τῆς 16 Αὐγούστου 1895 μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου 1896. Δύο φόβους δύναταί τις νὰ ἔχῃ σχετικῶς πρὸς τὴν διάταξιν αὐτήν· πρῶτον, ἂν τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 20% θὰ ἦναι τὸ ποσὸν, ὅπερ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν θέλουν γινώσκεσθαι ἀκριβῶς τὰ τῆς νέας ἐσοδείας, θὰ ἦναι τὸ ἀναγκαῖον ν’ ἀφαιρεθῇ, ὅπως ἐπιτευχθῶσι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ παρακράτησις, ὑφ’ οἱονδήποτε τύπον καὶ ἂν παρουσιάζηται, ἐπιδιώκει. Καὶ ἤδη ὁμολογουμένως δὲν πρόκειται ἢ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐξαχθησομένου, ὅπως δι’ αὐτῆς ἀνέλθωσιν αἱ τιμαὶ εἰς σημεῖον περιορίζον τοὐλάχιστον τὰς ζημίας, αἵτινες ἀπειλοῦν σήμερον τὸν σταφιδόκαρπον. Λοιπὸν πρώτη ἀμφιβολία εἶναι ἡ περὶ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ τῶν 20% ὅ,τι εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος, εἶναι καὶ λίαν πιθανόν. Βλέπω τὴν περίοδον αὐτὴν τοῦ ἔτους ὅτι ὁ καιρὸς εἶναι ἀσταθής. Ἴσως ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς περιόδους τὰς πρὸ 7 ἢ 8 ἐτῶν, ὅτε εἴχομεν συνεχεῖς βροχάς. Δὲν εἶναι ἀδύνατον βροχαὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς σταφίδος ἢ ἀσθένειαι νὰ καταστρέψωσι μέγα ποσὸν, καὶ ἴσως ὀλιγώτερος ν’ ἀπαιτῆται πρόσθετος φόρος εἰς εἶδος, ὅστις ὁμολογουμένως εἶναι καὶ βαρύτερος. Ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἐμπορικαὶ περιστάσεις δύνανται τότε ν’ ἀπαιτοῦν ν’ ἀφαιρεθῇ ἄλλο ποσὸν, παρ’ ὅσον ὁρίζεται ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο καλλίτερον θὰ ἦναι τὸ ποσὸν αὐτὸ ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ ὁρίσῃ ἐγκαίρως, τιθεμένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μόνον, ὅτι μέχρι 25% πρὸ τῆς 10 π. χ. Αὐγούστου δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ ὁρισθῇ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ζητήσει καὶ λάβει πρὶν ὅλας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν καὶ τῶν ἐμπορικῶν σωματείων, αἵτινες θὰ πείσωσιν αὐτὴν περὶ τοῦ ποσοῦ σταφίδος, ὅπερ πρέπει νὰ παρακρατηθῇ, ὅπως ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Πρῶτον διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν νὰ μεταβληθῇ τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, νὰ ἀφεθῇ δηλαδὴ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ προσδιορισμὸς διὰ Β. Διατάγματος μέχρι τῆς 10 Αὐγούστου τοῦ ποσοῦ τῆς παρακρατητέας σταφίδος.
§56ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁριζομένου τοῦ ἀνωτάτου ὅρου.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁριζομένου τοῦ ἀνωτάτου ὅρου μέχρις 25%. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἐπεθύμουν εἰδικῶς ἐν τῇ νέᾳ διατυπώσει τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἡ ὅλη ἐκτίμησις τοῦ μέτρου καὶ ἡ ἀπόφασις περὶ αὐτοῦ· διότι, ἂν τυχὸν προσκρούῃ τὸ μέτρον τοῦτο εἰς διατάξεις, ἢ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς συνθήκης, τὴν ὁποίαν περὶ σταφίδος συνήψαμεν μετὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ μέλλῃ ν’ ἀποκρουσθῇ παρ’ αὐτῆς, ὡς παρὰ τὰ συντεθειμένα, τὸ ἀσφαλέστερον θὰ ἦτο, ἂν ἡ Κυβέρνησις, πρὶν προβῇ εἰς ὡρισμένην ἀπόφασιν, ἐβολιδοσκόπει τὰς γνώμας τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατ’ αὐτὰς προέβαινεν ἢ δὲν προέβαινεν εἰς τὸ μέτρον. Ἂν ἠδυνάμεθα ἄλλως νὰ διατυπώσωμεν τὸ πρᾶγμα, τὸ ἐννοῶ, ἀλλ’ ὡς πρόσθετον φόρον ἢ ὡς εἰσφορὰν ἐπιβάλλοντες τὸ 20%, εὐθὺς προκαλοῦμεν ἑρμηνείαν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀγγλίας. Αὕτη ῥητῶς λέγει, ὡς γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ αὐξήσῃ τὸν ἤδη ἰσχύοντα ἔγγειον φόρον. Ὁ ἔγγειος φόρος, ὡς γνωστὸν, εἶναι 16½ καὶ 19 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον. Ἂν προσθέσωμεν αὔξησιν, ἔστω καὶ εἰς εἶδος, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξηγηθῇ αὕτη παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὡς αὔξησις τοῦ ἐγγείου φόρου.
§58ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω καὶ εἰς εἶδος, ἔστω καὶ μὴ περιελευσομένου οὔτε λεπτοῦ εἰς τὸ ταμεῖον!
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως εἶναι δυνατόν...
§60ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὰ αὐτά. Αὐτὰ εἶναι ὅλα ἀντιῤῥήσεις.
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι σκέψεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χωρήσουν εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀσφαλισθῆτε ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως δι’ αὐτῶν τῶν διαβεβαιώσεων, καὶ ἡ γνώμη σας ὅτι, ἐπειδὴ δὲν θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τίποτε, δὲν θὰ θεωρηθῇ παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ὡς φόρος, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον, ναὶ μὲν περιορίζει τὴν χρησιμοποίησιν πρὸς βρῶσιν...
§62ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περισπᾶσθε ἐπὶ λεπτομερειῶν.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. ἀλλ’ ἐπιτρέπει τὴν εἰσαγωγὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν. Ἑπομένως εἶναι δυνατὸν, ἂν αὔριον παρουσιασθῇ ἑταιρία, ἡ ὁποία ὅλον τὸ ποσὸν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ ἀγοράσῃ, εἶναι δυνατὸν, λέγω, καὶ χρῆμα ἐξ αὐτῆς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§64ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κανονίζεται ὁ τρόπος...
§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κανονίζεται ὁ τρόπος δι’ ἀπαγορεύσεως τῆς βρώσεως, δι’ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς βρῶσιν.
§66ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τοῦ ποσοῦ. Ἐπὶ τοῦ σχηματισθησομένου ποσοῦ ἐκ τῆς ἐπιτυχοῦς διαθέσεως.
§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ δικαιολογήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς, ὥστε, ἐν ᾧ βλέπει, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης αὐτοῦ τοῦ φόρου ὑπερτιμᾶται ὁ καρπὸς ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν θὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς πρόσθετον φόρον, διότι χρησιμοποιεῖται οὕτω καὶ ὄχι ἄλλως, ὅταν ῥητῶς λέγηται, ὅτι εἶναι φόρος ἢ καὶ εἰσφορὰ, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ χρησιμοποιῆται πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν χρησιμοποιεῖται πρὸς ἐκεῖνον. Ἠδύνατο πρὸς οἱονδήποτε ἄλλον σκοπὸν νὰ ὁρίσῃ ὁ νόμος ὅτι χρησιμοποιεῖται, ἀλλὰ συντελεῖ ὁπωσδήποτε εἰ τὸ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν τιμὴν τοῦ προϊόντος αὐτοῦ, καὶ τοῦτο δὲν ἠθέλησεν ἡ Ἀγγλία νὰ γίνεται διὰ πράξεως τῆς Ἑλληνικῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀσφαλέστερον, μόνον ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελε πεισθῆ, δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὅλοι δύνανται νὰ ἦναι εὔλογα ἐπιχειρήματα τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως παρὰ τῇ Ἀγγλικῇ, ἀλλὰ δὲν εἶναι λόγοι ὅπως μᾶς ἀσφαλίσωσιν, ἵνα ψηφίσωμεν ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς αὐτὸν ἀπὸ τοῦδε, ἄν, λέγω, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δύναται ἀζημίως νὰ εἰσπράττηται δυνάμει νόμου, τότε διὰ βασιλικοῦ διατάγματος νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ ἐν τοῖς τελωνείοις ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸ τούτου δὲν θεωρῶ συνετὸν νὰ σπεύσωμεν. Πιθανώτατον ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν θὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν. Ἀλλ’ ἂν προδοκιμασθῇ ἡ γνώμη αὐτῆς, τόσον εὐκολωτέρα θὰ καταστῇ ἡ συναίνεσις αὐτῆς. Ὡς μάλιστα πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ τὸ μέτρον, δι’ ἓν δηλονότι ἔτος, οὐδεμίαν παρουσιάζει σπουδαιότητα.
§68ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ὅλον τὸ Ἀγγλικὸν ἐμπόριον συνιστᾷ τὴν λῆψιν αὐτῶν τῶν μέτρων...
§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύουν μόνον, ὅτι εὐκόλως θὰ πεισθῇ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἐκτελέσῃ μόνον ἔργον ἁβρότητος πρὸς τὴν Ἀγγλικήν. Ἀλλὰ διότι φαίνεται εὔκολον, δὲν πρέπει νὰ τὸ παραλίπωμεν, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον. Τοῦτο ἐνδεχόμενον νὰ δυσαρεστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον ἠλάττωσεν, ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ ἑπτὰ εἰς δύο σελίνια τὸν ἐπὶ τῆς σταφίδος εἰσαγωγικὸν δασμὸν, ἀλλὰ, νομίζω, ὅτι καὶ ἐξαιρετικῶς, μόνον δηλαδὴ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν σταφίδα, ὄχι δὲ καὶ διὰ τὰς ἄλλας, ἔπραξε τοῦτο.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δι’ ὅλας.
§71ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὰ 1890, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας Goschen προέτεινεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ ἀπὸ ἑπτὰ εἰς δύο σελίνια, ῥητῶς εἶπεν, ὅτι τοῦτο εἶναι χάρις, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς ἀπονέμει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν, λόγῳ συμπαθειῶν ἀρχαίων καὶ νεωτέρων, σαφέστατα δηλώσας, ὅτι εἶναι μέτρον ἐφαρμοστέον εἰδικῶς ὑπὲρ τῆς σταφίδος τῆς κορινθιακῆς, τῆς εἰσαγομένης ἐξ Ἑλλάδος, καὶ οὕτω, νομίζω, ἐφαρμόζεται.
§72ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἡ σταφὶς τῆς Σμύρνης, ἡ λεγομένη σουλτανίνα, φορολογεῖται ἐπίσης πρὸς 12 σελίνια. Ὥστε ἐξαιρετικῶς, ὡς καλῶς εἴπετε, μόνον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν σταφίδα κατηργήθη.
§73ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ τεθῇ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ὁ νόμος τίθεται ἐν ἰσχύϊ διὰ Β. Διατάγματος· οὕτω δὲ δίδεται καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνεννοηθῇ.
§74ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι. Δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν. Χθὲς τὸ βράδυ ἐγεννήθη ἡ περὶ τοῦ φόρου αὐτοῦ ἰδέα, καὶ σήμερον διετυπώθη εἰς νομοσχέδιον. Νὰ ἐξέλθῃ σήμερον νόμος, ἀφοῦ προσκρούει, ἔστω καὶ διὰ παρεξηγήσεως, εἰς σύμβασιν εὐεργετικὴν ὑπὲρ τῆς σταφίδος, τὴν ὁποίαν μετὰ προθυμίας ἡ τότε Κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας ἐδέχθη νὰ συστήσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει, ὅτι καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελε συστήσει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι μὴ αὐξήσῃ τὸν ἔγγειον φόρον, τοῦτο δὲν εὑρίσκω ὀρθόν. Ὁμιλοῦμεν ὡς ἀντιπρόσωποι, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐνδεχόμενον εἶναι εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ κάμῃ τὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἕνεκα τῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας προσδοκῶμεν ἐξ αὐτοῦ, ἐπιθυμοῦμεν νὰ κάμῃ. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν γινώσκει τὴν γνώμην τῆς Ἀγγλικῆς ἐπὶ τοιούτου νόμου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς νὰ ψηφίσωμεν σήμερον τοιαύτην πρόσθετον φορολογίαν, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ Β. Διατάγματος νὰ κανονίσῃ καὶ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, ἂν πεισθῇ ὅτι ἀβλαβῶς δύναται νὰ ἀρχίσῃ, καὶ τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παρακρατηθῇ ἐκ τῆς ἐπιούσης ἐσοδείας, καὶ ἐν γένει τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Κατὰ δεύτερον λόγον θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι καὶ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, τοῦ εἰσπραχθησομένου ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου, ἂν ἐφαρμοσθῇ, πρέπει ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ διὰ Β. Διατάγματος ἐπίσης ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ῥητῶς μόνον ἀπαγορευομένου ἐν τῷ νόμῳ νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ πρὸς βρῶσιν εἴτε πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρησιμοποίησιν, ὄχι μόνον ὑπάρχουσι οἱ κίνδυνοι, οὓς καὶ ὁ προλαλήσας ἀνέφερεν, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι, οὓς παρεῖδεν. Ἂν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ παρακρατηθῇ ὡς πρόσθετος φόρος, μέλλῃ νὰ ἐκποιηθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἐπειδὴ εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους, θέλει ἐξαχθῆ χωρὶς βεβαίως νὰ πληρώσῃ τὸν ἔγγειον φόρον, ὃν πληρώνει ἐξαγομένη ἡ ἄλλη σταφὶς, διότι δὲν ὑποτίθεται ποτὲ, ὅτι τὸ Κράτος θὰ εἰσπράξῃ ἔγγειον φόρον ἐπὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ περιουσίας. Ἀλλὰ τότε θὰ ἐξάγωμεν ἓν μέγα ποσὸν, ποσὸν τοὐλάχιστον 80 ἑκατομμυρίων λιτρῶν, ἀτελές, ἐνῷ ὅλον τὸ ἄλλο ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξάγῃ τὸ ἐμπόριον πρὸς βρῶσιν, ἢ πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν, θὰ ἐξάγηται ἐπὶ πληρωμῇ τοῦ φόρου, εἴτε τῶν 16½ εἴτε τῶν 19 δραχμῶν. Ἐννοεῖται ὅτι διαγωνισμὸς ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῶν πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν ὑπὸ τοῦ ἐμπορίου ἐξαγομένων σταφίδων καὶ τῶν παρακρατουμένων διὰ τοῦ προσθέτου φόρου. Διότι οἱοσδήποτε τῶν χρησιμοποιούντων ἐν Εὐρώπῃ εἰς βιομηχανίαν τὴν σταφίδα, εἴτε πρὸς μεταποίησιν εἰς οἶνον, εἴτε πρὸς μεταποίησιν εἰς οἰνόπνευμα, θὰ δεχθῇ νὰ ἀγοράσῃ σταφίδα, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι ὑπάρχει εἰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου ποσὸν 80 ἢ 60 ἑκατομμυρίων λιτρῶν, ὅπερ θὰ ἐξαχθῇ βραδύτερον ἀτελές. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐξάγονται κατ’ ἔτος 320,000,000 λιτρῶν, ἀμφιβάλλω ἂν τὰ 60 ἢ 70 ἑκατομμύρια χρησιμοποιοῦνται εἰς βιομηχανικὴν χρῆσιν. Ὡς γνωστόν, μόνον ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ῥωσσία σήμερον μεταβάλλουσιν ἄξιον λόγου ποσὸν σταφίδος εἰς οἶνον ἢ εἰς οἰνόπνευμα. Τῆς Γαλλίας μάλιστα ἡ κατανάλωσις τοῦ τελευταίου ἔτους 1894 ἦτο 15 ἑκατομμύρια σταφίδος μόνον, ἡ δὲ τῆς Ρωσσίας δὲν εἶναι ἀκριβῶς γνωστή, ἀλλά, καθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας, τὸ περισσότερον ποσὸν ἐκεῖ καταναλίσκεται εἰς βρῶσιν. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν ἀντιμέτωπα δύο ποσὰ σταφίδος, τὸ μὲν ἐπὶ φόρῳ ἐξαγωγῆς, τὸ δὲ εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως ἀτελές, τὰ ὁποῖα θὰ παρακωλύσουν τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς τιμὰς μέρους τῆς ἐξαγομένης πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν σταφίδος. Διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον τὸ κανονίζον τὰ περὶ τούτου πρέπει νὰ μεταβληθῇ. Τί πρέπει νὰ γείνῃ, ἐκ τοῦ προχείρου δὲν δύναμαι ν’ ἀποφασίσω. Ἀλλὰ καλὸν νομίζω νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι εἰς τὴν τιμήν, εἰς ἣν θὰ πωληθῇ τὸ ποσὸν αὐτό, θὰ συνυπολογίζηται καὶ ὁ φόρος, διότι τότε ὀλιγώτερον παραβλάπτομεν τὸν σκοπὸν τῆς παρακρατήσεως, καθόσον τίθεται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τὴν ἄλλην σταφίδα καὶ ἐπὶ ἴσοις ὅροις συναγωνίζεται. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἐγγύησις θὰ ἦναι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἑκάστοτε ἀποφασίζῃ διὰ Β. Διατάγματος εἰς ποίας ποσότητας καὶ ὑπὸ τίνας τιμὰς πρέπει τὸ παρακρατούμενον ποσὸν νὰ ἐξέλθῃ. Διὰ τούτου ἔχομεν ἐγγύησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ζημιώσῃ τὴν καταναλισκομένην πρὸς βρῶσιν σταφίδα ἢ τὴν καταναλισκομένην εἰς τὴν βιομηχανίαν. Ὡς πρὸς τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου εἰσπραχθησομένου ποσοῦ, εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως ἤθελεν ἐγκρίνει, πρέπει νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὸ πρὸς σύστασιν τοῦ ταμείου τῆς ἀμύνης, δηλ. ταμείου, τὸ ὁποῖον ἔργον θὰ ἔχῃ νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος.
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κατὰ τῆς οὐσιαστικῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ ὑπὸ τὸν τύπον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται. Ὅπως ὑπεβλήθη, ζητεῖ τὴν ἐπιβολὴν προσθέτου φόρου, ἀλλὰ τοιοῦτον εἶμαι γνώμης, ὅτι ἀπολύτως δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν, διότι ὑποχρεώσεις ἀλληλεθνεῖς μᾶς δεσμεύουσιν ἀπέναντι μιᾶς μεγάλης Δυνάμεως. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαπραγματευθῇ τὸ ζήτημα μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐπιτρέπῃ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον. Ἡ Βουλὴ ἔχει κυριαρχικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ὑποτάξῃ εἰς τὴν θέλησιν οἱασδήποτε Δυνάμεως. Δυνάμεθα ὅμως νὰ ψηφίσωμεν εἰσφοράν, ἥτις εἶναι μέτρον οὐσιαστικόν, εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τὴν παρακράτησιν, ἀλλὰ μᾶς δίδει τύπον τινὰ διεξόδου, ὅπως ἐπανέλθωμεν καὶ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἀπὸ τοῦδε οὔτε τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διατεθῇ τὸ εἶδος τοῦτο, οὔτε τὴν παραδοχὴν τῆς ἰδέας τῆς καταστροφῆς, διότι αὕτη δὲν θὰ φέρῃ ἀπόλυτον καὶ σπουδαίαν θεραπείαν σήμερον. Συμφέρον δὲ εἶναι γενικὸν νὰ μὴ παρακωλύσωμεν τὴν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος, διότι ἐπὶ ταύτης στηρίζομεν μίαν τῶν σπουδαιοτέρων ἐλπίδων τῆς ἀνορθώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Ἐὰν παρακωλύσωμεν τὴν παραγωγήν, συνεπῶς θέλομεν παρακωλύσει καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καταναλώσεως καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, τὴν ὁποίαν ἀναμένομεν ἐκ τῆς σταφίδος· ἵνα ἐπιτύχωμεν τοιαῦτα ἀποτελέσματα, δὲν πρέπει νὰ περιορίζωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ἀμέσως παρόντος, ἀλλ’ ὁδηγούμενοι ἐκ τοῦ παρόντος, πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν εἰς τὸ μέλλον, στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν πᾶς ὁ μελετήσας τὸ ζήτημα προβλέπει. Ἐὰν ἀποφασίσωμεν τὴν διάθεσιν τοῦ παρακρατηθησομένου ποσοῦ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ μέλλον· πρέπει λοιπὸν τὸ ζήτημα νὰ συνδέσωμεν μετὰ γενικωτέρας μελέτης καὶ νὰ παρασκευάσωμεν μέσα ἐξυπηρετοῦντα τὸ συμφέρον τῆς σταφίδος καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον. Τοιαῦτα μέτρα δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ ἀφ’ ἑαυτῆς νὰ λάβῃ. Δὲν δυνάμεθα νὰ συντάξωμεν συζητοῦντες ἄνευ θετικῆς βάσεως τὸ νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἔσεται δυνατὴ ἡ ἐξεύρεσις τοιούτου μέτρου. Διὰ τοῦτο, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τῆς εἰσφορᾶς παρὰ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὴν οὐχὶ ὡς φόρον, ἀλλ’ ὡς σκοπὸν καὶ ὡς μέσον μελέτης, μέτρον ἔχοντες γενικώτερον σκοπόν. Ἂν δὲν παραδεχθῶμεν τοῦτο ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ἵνα τὸ ποτόν, τὸ ὁποῖον θὰ παρακρατηθῇ ἐν τοῖς τελωνείοις ὡς εἰσφορά, μένῃ ἐν ταῖς ἀποθήκαις, κρατούμενον καὶ φυλαττόμενον παρὰ τοῦ Δημοσίου, μέχρις οὗ τὸ Κοινοβούλιον ἀποφασίσῃ πῶς πρέπει νὰ διατεθῇ καὶ χρησιμοποιηθῇ. Μόνον οὕτω νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ μέτρον ἐπωφελῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς.
§76ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μετὰ τὴν μακροτάτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἥτις ἔλαβε χώραν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν βουλευτικὴν σύνοδον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ἐνόμιζον, λέγω, ὅτι ὁριστικῶς πλέον καὶ ἀνενδοιάστως εἶχε τεθῇ ἐκποδὼν ἡ ἰδέα τῆς παρακρατήσεως, ἡ ἰδέα, ἥτις καὶ ἄλλοτε ἐχαρακτηρίσθη ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ἤδη θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἰδέα, ἂν ὄχι ἄλλο, ἀλλὰ πάντως ἀνεφάρμοστος καὶ ἀλυσιτελής. Παραδόξως ὅμως βλέπομεν, ὅτι καὶ αὖθις ἡ αὐτὴ ἰδέα, τὸ μορμολύκειον τῆς παρακρατήσεως, ἐπανέρχεται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ζητεῖ ὑπὲρ αὐτῆς τὰς ψήφους τῶν κ.κ. Βουλευτῶν. Ἐγώ, Κύριοι, ἀνέκαθεν ἤμην κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, ὅτε τὸ μέτρον τοῦτο τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἤδη διατηρῶ τὴν αὐτὴν γνώμην, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη θεσμοθετουμένη, οὐ μόνον δὲν ἤθελεν ἐπηρεάσει τὰς τιμὰς τοῦ σταφιδοκάρπου, οὐ μόνον δὲν ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τοῦ προϊόντος, οὐ μόνον δὲν ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῆς πασχούσης παραγωγικῆς τάξεως, ἀλλὰ τοὐναντίον ἤθελε σπουδαίως βλάψει τὸ μέλλον τῆς σταφίδος ἐπὶ ζημίᾳ ἀνεπανορθώτῳ τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δέ, ὅπως διὰ βραχέων ἐκθέσω τί ἐφρόνουν καὶ τί ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου θεσμοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ὅπως προτείνεται ἡ ἰδέα τῆς παρακρατήσεως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ παρακράτησις, ὅπως καὶ ἄλλοτε προὐτάθη, ἀδιάφορον ἂν ἤδη προτείνηται ὑπὸ τύπον ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα τῆς παρακρατήσεως καὶ ἄλλοτε ἐπολεμήθη ἐνταῦθα, οὐ μόνον ὡς ἀλυσιτελής, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπιζήμιος εἰς τὸ ἐμπόριον· διότι χάριν τῆς ἰδανικῆς ἐλπίδος τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ προϊόντος, ἐτολμήσαμεν, ὅπως ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ νόμον ἄντικρυς ἀντικείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν. Ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι, ἂν κατορθοῦτο, ἔστω καὶ διὰ τεχνητῶν μέσων, ἡ ἰσοῤῥόπησις παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, θὰ ἐπηκολούθει ἡ ἀνατίμησις, ἐζητεῖτο τότε, ἀλλὰ καὶ ἤδη ζητεῖται, ὅπως παρακρατήσωμεν ἐκ τοῦ παραγομένου σταφιδοκάρπου ποσοστὸν κανονιζόμενον εἰς 20%. Ἀλλὰ πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς παρακρατήσεως, καὶ οἱ συνάδελφοι ἡμῶν καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ παραγωγὴ ὑπερβάλλει τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως ἐπὶ ποσῷ πολὺ ἀνωτέρῳ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ κανονιζομένου διὰ νομοσχεδίου, ἐφέτος δὲ οὐ μόνον θέλει ὑπερβῆ ἡ παραγωγὴ τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως ἐπὶ ποσῷ πλέον τῶν 20%, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον θὰ ἔχωμεν καὶ περίσσευμα ἐκ τῆς περυσινῆς συγκομιδῆς, ὑπολογιζόμενον εἰς 80 τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια. Τί θὰ γείνῃ τὸ περίσσευμα ἐκεῖνο, προστιθέμενον εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ ἡ ἐφετεινὴ παραγωγὴ πέραν τῶν ἀναγκῶν τῆς καταναλώσεως; Καὶ ἂν οὕτω τὸ πλεονάζον ποσὸν τοῦτο ὑπερβαίνῃ τὸ ποσὸν τὸ ἀφαιρεθησόμενον διὰ τῆς παρακρατήσεως, πῶς θὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου τὴν ἀνισοῤῥοπίαν; Πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου ὑπέδειξεν, ὅτι ὁ ἀγοραστὴς θὰ ἐξακολουθῇ νὰ κερδοσκοπῇ, ἐμμένων ἀσφαλῶς εἰς τὰς αὐτὰς τιμὰς, καὶ ὅτι δέον νὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν τὸ εἰς τὴν κατανάλωσιν διδόμενον πέραν κατά τι καὶ τοῦ ἀναγκαίου εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ ἀνατίμησις. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, καὶ ἂν τὸ θεωρήσωμεν ὡς δεδομένον ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἀνατίμησις τοῦ σταφιδοκάρπου, ποίαν θέλομεν κάμει χρῆσιν τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ; Θέλομεν χρησιμοποιήσει αὐτὸ εἰς τὴν παραγωγὴν οἰνοπνευμάτων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ; Θέλομεν ἐπιτρέψει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξαγάγῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπὶ εὐτελέσι τιμαῖς; Θέλομεν καταστρέψει αὐτὸ, ὅπως ἐπροτάθη χθὲς, ἀφαιροῦντες οὕτω περιουσίαν τῶν πολιτῶν, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς ἀποζημίωσιν, ὅπως ὁρίζει ὁ καταστατικὸς τῆς Πολιτείας νόμος;
§77ΤΟΜΑΝ. Θὰ ἀφαιρεθῇ ὡς ἀντικείμενον μὴ ἐμπορεύσιμον, ὡς βλαβερὸν, χάριν προστασίας τῆς διαδόσεως τοῦ καλοῦ προϊόντος.
§78ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ποιότης σταφίδος, ἥτις εἶναι ἄχρηστος εἰς τὴν κατανάλωσιν, ὡς φρονεῖ ὁ κ. συνάδελφος, διότι πάντα τὰ εἴδη τῆς σταφίδος, καὶ αὐτὴ ἡ εὐτελεστέρα ποιότης, εὑρίσκουσι τόπον καταναλώσεως, καὶ ἔχουσι τοὺς πελάτας αὐτῶν, ἀπόδειξις δὲ εἶναι ἡ Μεσσηνιακὴ σταφὶς, ἥτις ὁμολογουμένως εἶναι ἐκ τῶν κατωτέρων ποιοτήτων, καὶ εὑρίσκει μολαταῦτα καταναλωτάς. Δὲν πρόκειται λοιπὸν, ὡς λέγει ὁ κ. συνάδελφος, νὰ ἀφαιρέσωμεν πρᾶγμα ἄχρηστον, ὡς μὴ ἐμπορεύσιμον, χάριν προστασίας τοῦ καλοῦ καὶ ἐμπορευσίμου. Τὴν ἔλλειψιν καταναλωτῶν δὲν προκαλεῖ ἡ ποιότης, ἀλλ’ ἡ πληθώρα τῆς παραγωγῆς. Καὶ ἂν ἠκολουθοῦμεν τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Πάλλης κ. συναδέλφου καὶ ἐῤῥίπτομεν τὸ παρακρατηθησόμενον ποσὸν εἰς τὴν θάλασσαν, ἠθέλομεν ὑποπέσει εἰς τὸ μέγιστον τῶν ἀτόπων, ἠθέλομεν ὑποπέσει εἰς τὸ ἄτοπον νὰ ἀφαιρέσωμεν περιουσίαν τῶν πολιτῶν ἄνευ ἀποζημιώσεως.
§79ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Αὐταὶ αἱ ἰδέαι ἐχάλασαν τὴν Ἑλλάδα.
§80ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἰδεῶν ἀφῃρημένων, πρόκειται περὶ τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν θέλει εὑρεθῆ τὸ Δημόσιον μετ’ ὀλίγον, νὰ καταβάλῃ ἀποζημιώσεις πρὸς ἐκείνους, τῶν ὁποίων θέλει ἀφαιρέσει τὴν περιουσίαν, διότι οὐδὲν δικαστήριον θὰ εὑρεθῇ νὰ μὴ δικαιώσῃ αὐτοὺς, ὅταν κατὰ τοῦ νόμου, ὅστις ἀναιρεῖ τὰ δικαιώματά των, ἐπικαλεσθῶσιν εἰς προστασίαν αὐτῶν αὐτὸν τὸν συνταγματικὸν ἡμῶν χάρτην. Ἐπροτάθη ὅμως καὶ ἄλλη ἰδέα, ὅπως τὸ παρακρατούμενον ποσὸν χρησιμοποιηθῇ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνευμάτων. Ἀλλὰ, Κύριοι, οἱ παρακολουθήσαντες μετ’ ἐνδιαφέροντος τὸ σταφιδικὸν ζήτημα γνωρίζουσιν, ὅτι τοιαύτη παρακράτησις πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἐγένετο ἤδη ἀφ’ ὅτου ἤρξατο ἡ κρίσις, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1892, ἰδίως δὲ ἀφ’ ὅτου κατηργήθη ὁ φόρος τῆς ἀποστάξεως. Ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν ἐπίδοσιν, τὴν ὁποίαν κατόπιν τῶν εὐνοϊκῶν τούτων διὰ τὴν βιομηχανίαν περιστάσεων, ἔλαβεν ἡ ἐγχώριος βιομηχανία τῆς παραγωγῆς οἰνοπνευμάτων, δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως 15,000,000 λιτρῶν. Ἀφαιροῦντες ὅμως 20% ἀπὸ τῆς παραγωγῆς, θέλομεν πιθανῶς ἀθροίσει ποσὸν σταφιδοκάρπου ὑπὲρ τὰ 100 ἑκατομμύρια, ἅτινα, ἀφαιρουμένων ἐξ αὐτῶν τῶν 15 ἑκατομμυρίων τῆς ἐσωτερικῆς βιομηχανίας, ἀφίνουσιν ὑπόλοιπον 85 ἑκατομμυρίων. Τί θὰ γείνῃ δὲ τότε τὸ πλεόνασμα τοῦ πλεονάσματος; Δὲν φθάνομεν λοιπὸν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἢ νὰ καταστρέψωμεν αὐτὸ, ὅπως ἠξίουν καὶ πολλοὶ τῶν κ. συναδέλφων, ἢ νὰ ἐξαγάγωμεν αὐτὸ εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Οὕτω, Κύριοι, οὐ μόνον οὐδεμία τῶν προτάσεων περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατηθητομένου ποσοῦ, αἵτινες ὑπεβλήθησαν ἐντεῦθεν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀλλ’, ὡς εἶπον, καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τις ἐξ αὐτῶν, δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δημιουργήσωμεν ἐντεῦθεν σπουδαίας περιπλοκὰς καὶ διὰ τοὺς ἰδιώτας καὶ διὰ τὸ Δημόσιον, ἢ κατὰ τρόπον ἐγγυώμενον τὴν κατανάλωσιν ἅπαντος τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παρακρατήσωμεν ἐκ τοῦ παραγομένου σταφιδοκάρπου, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνατίμησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαῦτα ἄτοπα δημιουργεῖ ἡ ἰδέα τῆς παρακρατήσεως τοῦ πλεονάζοντος ποσοῦ, ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἄλλην θετικὴν ζημίαν ἠδυνάμεθα νὰ ὑποστῶμεν καὶ θέλομεν ὑποστῆ, ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, θετικὴν ζημίαν μεγίστην καὶ σοβαρωτάτας συνεπείας ἔχουσαν ἐπὶ τὸ μέλλον τοῦ τόπου, ἐπὶ τὸ μέλλον τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος, τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν θὰ ὑφιστάμεθα, ἀποκλείοντες τὸ προϊὸν ἡμῶν ὁριστικῶς καὶ τελείως ἐν τῷ μέλλοντι ἀπὸ μεγάλην ἀγορὰν, τὴν ὁποίαν τείνομεν ἤδη νὰ κατακτήσωμεν, τὴν ἀγορὰν τῆς Ρωσσίας. Ἐὰν ἡ σκέψις, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὡρμήθησαν, καὶ ὁ πόθος, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκον οἱ προτείναντες τὸ πρῶτον τὴν παρακράτησιν τοῦ πλεονάσματος, ἦτο ὄντως βάσιμος, ἐὰν διὰ τῆς παρακρατήσεως νομοθετουμένης ἐπετυγχάνετο ἡ ἀνατίμησις τοῦ ὑπολειπομένου σταφιδοκάρπου, ἀνατίμησις μάλιστα εἰς ὃ σημεῖον οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν παρακράτησιν ἠθέλησαν νὰ ἀναβιβάσωσιν αὐτήν, δηλαδὴ εἰς τὸ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον τῆς σημερινῆς τιμῆς, ἠθέλομεν ἔχει ὡς ἄφευκτον καὶ ἀναγκαίαν συνέπειαν τὸν ἀποκλεισμὸν τὸν τέλειον καὶ ὁριστικὸν τοῦ προϊόντος ἡμῶν ἀπὸ τῆς Ρωσσικῆς ἀγορᾶς. Ἡ Ρωσσικὴ ἀγορὰ, Κύριοι, εἶναι ἀγορὰ, ἥτις ἀπὸ τῆς χθὲς μόλις ἐγένετο εἰς τὴν Ἑλλάδα γνωστὴ, διότι, μολονότι δὲν ἔχω προχείρους ἀκριβεῖς σημειώσεις περὶ τῆς ἐν Ρωσσίᾳ καταναλώσεως, ὅπως ἀνακοινώσω ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν, δύναμαι οὐχ ἧττον μετὰ βεβαιότητος σχεδὸν νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ 1892 ἐν Ρωσσίᾳ δὲν εἰσήχθη ποσὸν πλέον τῶν 600,000 λιτρῶν, ὅτι κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος εἰσήχθησαν 5,000,000 λιτρῶν, κατὰ δὲ τὸ τρέχον ἔτος μέχρι τοῦδε ἔχουσιν εἰσαχθῆ πλέον τῶν 30,000,000.
§81ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. 60,000,000.
§82ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἁλματικῶς προβαίνει αὐξάνουσα ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ προϊόντος τούτου εἰς τὴν Ρωσσίαν. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλην ταύτην τὴν προϊοῦσαν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως ἐν Ρωσσίᾳ, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀσφαλῶς κατεκτήσαμεν ἤδη τὴν ἀγορὰν ταύτην, ἀλλ’ ὅτι τείνομεν εἰς τὸ νὰ κατακτήσωμεν αὐτήν, ὅτι τὸ προϊὸν ἡμῶν τείνει νὰ καταλάβῃ θέσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ ταύτῃ, ἡ ἐκ τῆς ὁποίας ἀπουσία του θὰ ἐγίνετο ἐπαισθητή. Ὁ δὲ λόγος τῆς αὐξήσεως ταύτης εἶναι ἡ ἐκραγεῖσα κατὰ τὸ 1892 κρίσις, ἡ ὁποία, ὑποβιβάσασα τὰς τιμὰς, συνετέλεσεν εἰς τὴν εὐκολωτέραν εἴσοδον τοῦ προϊόντος ἐν Ρωσσίᾳ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ ταύτης κρίνων τις τὰ πράγματα, ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι αἱ κρίσεις τῶν γεωργικῶν προϊόντων οὐ μόνον ἐπιζήμιοι δὲν εἶναι εἰς αὐτά, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὠφέλιμοι, ὑποβοηθοῦσαι τὴν ἐξάπλωσιν τῆς καταναλώσεως καὶ ἐντεῦθεν τὴν ἐνθάῤῥυνσιν πρὸς μείζονα παραγωγήν. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἕν ἐκ τῶν πλέον ἀναμφισβητήτων οἰκονομικῶν φαινομένων. Ἔχομεν δὲ πλεῖστα ὅσα παραδείγματα περὶ τούτου ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ ἐμπορίου. Ἀλλ’ εἶναι ἄριστον τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον παρέχει ἡμῖν αὐτὴ αὕτη ἡ ἱστορία τῆς σταφίδος, καὶ θὰ ὑπομνήσω εἰς ἡμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, τὴν κρίσιν τὴν ἐκραγεῖσαν κατὰ τὸ 1877, καθ’ ὃ ἔτος δηλαδὴ ἡ παραγωγὴ ἔφθανεν εἰς τὸ ἥμισυ τῆς σημερινῆς. Γνωσταὶ εἶναι, Κύριοι, αἱ συνέπειαι τῆς κρίσεως τοῦ 1877. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου κατὰ τὸ πλεῖστον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰσήγετο τὸ προϊόν ἡμῶν, τοσοῦτον ὑπεβιβάσθησαν αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος, ὥστε ἐδέησεν οἱ κάτοχοι τῆς σταφίδος νὰ πληρώσωσιν ἐξ ἰδίων καὶ τὰ ἀχθοφορικὰ ἀκόμη, ἵνα μεταφέρωσι καὶ ῥίψωσιν αὐτὴν εἰς τὴν θάλασσαν καὶ τὸν Τάμεσιν. Τοσοῦτον εἶχον ὑποβιβασθῆ αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος, ὥστε οὔτε τὰς δαπάνας τῆς μεταφορᾶς καὶ καταστροφῆς αὐτῆς ἠδύνατο νὰ καλύψῃ αὕτη.
§83ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Δι’ ἓν μόνον ἔτος.
§84ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἓν ἔτος, κύριε συνάδελφε, ἀλλ’ ἡ κρίσις τοῦ ἔτους ἐκείνου ὑπῆρξε σωτήριος, διότι συνετέλεσεν, ὥστε νὰ γεννηθῇ παρὰ τοῖς ἐμπόροις ἡ ἐλπὶς ὅτι δύναται νὰ εὑρεθῇ καὶ ἑτέρα ἀγορά. Καὶ ὄντως εὑρέθη ἔκτοτε ἡ Γαλλικὴ ἀγορὰ, ἡ ἀγορὰ, ἡ ὁποία κατήντησε νὰ καταναλώσῃ πλέον τῶν 70 χιλιάδων τόννων, ἤτοι τὸ ἥμισυ περίπου τῆς παραγωγῆς τοῦ ἔτους 1889.
§85Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἡ κρίσις τοῦ 1887 προεκλήθη ἐκ τῆς ποιότητος τοῦ πράγματος, διότι εἶχε βραχῆ.
§86ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὸ αἴτιον τῆς κρίσεως, δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ἐκ τῆς ποιότητος τοῦ πράγματος ἐπῆλθεν ἡ κρίσις· ἐγὼ ἐξετάζω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κρίσεως ἐκείνης, ὅπερ ἦτο τοῦτο, νὰ ἀνοίξῃ ἡ ἀγορὰ τῆς Γαλλίας, ἥτις ἐν τῇ καταναλώσει τοῦ προϊόντος ἡμῶν ἔφθασε μέχρι τοῦ ἡμίσεως τῆς παραγωγῆς. Ἔχω, Κύριοι, ἐνώπιόν μου πίνακα τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1830 μέχρι σήμερον. Κατ’ αὐτόν, ἐνῷ ἡ εἰς Γαλλίαν εἰσαγωγὴ μέχρι τοῦ 1877 ἀνήρχετο εἰς μηδαμινὰ ποσὰ, ἤρξατο ἔκτοτε νὰ αὐξάνῃ ἁλματικῶς. Τὸ 1877 εἶχον εἰσαχθῆ εἰς Γαλλίαν μόνον 881 τόννοι, τὸ ἐπιὸν ὅμως ἔτος εἰσήχθησαν 9086, τὸ 1879 τόν. 19087, τὸ 1880 τόν. 26999, τὸ 1881 τόν. 30315, τὸ 1882 τόν. 26282, τὸ 1883 τόν. 24815, τὸ 1884 τόν. 39198, τὸ 1885 τόν. 37730, τὸ 1886 τόν. 45000, τὸ 1887 τόν. 37433, τὸ 1888 τόν. 43639, τὸ 1889 τόννοι 70401, τὸ 1890 τόν. 40018, τὸ 1891 τόν. 40856. Μόνον δὲ ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1892 ἀρχίζει νὰ ἐκπίπτῃ ἡ εἰσαγωγή, δι’ οὓς λόγους γνωρίζετε. Οὕτω κατεκτήθη ἡ Γαλλικὴ ἀγορὰ διὰ μακρῶν σειρῶν ἐτῶν. Ἀλλ’ αἱ ἀγοραὶ, Κύριοι, αἱ ξέναι δὲν ἀνοίγονται εἰς τὰ προϊόντα χώρας τινός — καὶ μάλιστα προϊόντα, ὡς ἡ σταφίς, οὐχὶ τῆς πρώτης ἀνάγκης — ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἀλλὰ μετὰ πάροδον χρόνου τινὸς, ἀναγκαίου, ὅπως γνωρισθῇ τὸ πρᾶγμα καὶ ἐθισθῇ ὁ λαὸς εἰς τὴν χρῆσιν αὐτοῦ. Πρέπει λοιπὸν νὰ παρέλθωσιν ἔτη τινά, ὅπως εἰσαχθῇ τὸ προϊόν ἡμῶν, καὶ γενικευθῇ ἡ χρῆσις αὐτοῦ, καὶ καταστῇ ἀνάγκη ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ. Ἀπόδειξιν δὲ περὶ τούτων ἔχομεν πλεῖστα ὅσα προϊόντα ξένων χωρῶν, εἴτε γεωργικὰ εἴτε βιομηχανικὰ, τὰ ὁποῖα πρό τινων ἀκόμη ἐτῶν ἦσαν ἄγνωστα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὰ ὁποῖα εἰσαγόμενα τὸ πρῶτον εἰς μικρὰς ποσότητας καὶ μὲ εὐτελεῖς τιμὰς δὲν εὕρισκον καταναλωτὰς, τὰ ὁποῖα μ’ ὅλα ταῦτα, σὺν τῷ χρόνῳ μεταδοθέντα εἰς τὴν γενικὴν χρῆσιν, καταναλίσκονται σήμερον εἰς μεγίστας ποσότητας καὶ ἐπὶ τιμαῖς διπλασίαις ἢ τριπλασίαις σχετικῶς πρὸς τὰς ἀρχικάς. Ἀφεύκτως λοιπόν, Κύριοι, ἂν ἡ ἐλπὶς περὶ ἀνατιμήσεως τοῦ κυριωτέρου προϊόντος ἡμῶν ἦναι βάσιμος, θὰ κλείσωμεν ἑρμητικῶς τὰς θύρας τῆς Ρωσσικῆς ἀγορᾶς εἰς τὸ προϊόν ἡμῶν, ψηφίζοντες τὴν παρακράτησιν, καὶ θὰ ἀπολέσωμεν διὰ παντὸς ἕνα ἐκ τῶν πελατῶν ἡμῶν, ὅστις σὺν τῷ χρόνῳ θ’ ἀπέβαινεν ἴσως ὁ σπουδαιότατος πάντων, καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς Γαλλίας. Ἐκτὸς ἐὰν θελήσητε τὸ παρακρατούμενον ποσὸν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ρωσσίαν. Ἀλλὰ τότε πρέπει ὄπισθεν τοῦ προϊόντος ἡμῶν νὰ ἀποστείλωμεν καὶ τοὺς χωροφύλακας ἡμῶν, ἵνα κρατήσωσι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ρωσσίας, καὶ ἐπιτηρῶσιν ἀδιαλείπτως, μὴ τυχὸν ἐξαγόμενον ἐκ Ρωσσίας κατακλύσῃ ἄλλας ἀγορὰς καὶ ματαιώσῃ οὕτω τὸν σκοπὸν τῆς παρακρατήσεως. Διότι τίς ἐγγυᾶται ἡμῖν, ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ ἀνατίμησις τῆς σταφίδος καὶ ἐὰν ἡ ἀνατίμησις αὕτη ἐπέλθῃ κατὰ τοὺς πόθους ἡμῶν ὑπὲρ τὸ διπλάσιον καὶ τὸ τριπλάσιον τῆς σημερινῆς ἀξίας, ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ ἐκ Ρωσσίας δὲν θὰ καλύψῃ καὶ τὰς δαπάνας τῆς ἐξαγωγῆς καὶ δὲν θὰ δώσῃ καὶ ὠφέλειαν σημαντικὴν εἰς τοὺς ἐν Ρωσσίᾳ ἐμπόρους; Ἀλλ’ ἡ παρακράτησις, Κύριοι, χωρὶς νὰ ὀνομάζηται παρακράτησις, μεταβαλοῦσα ἔνδυμα, παρουσιάζεται ἤδη ὑπὸ τύπον ἄλλον, ὑπὸ τὸν τύπον τῆς καταβολῆς προσθέτου φόρου διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου. Καὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι τοῦτο οὐδὲν ἐνέχει τὸ ἀντισυνταγματικόν. Δὲν δυσκολεύομαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ ὑποβαλόντος τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν πᾶς ἐνδιαφερόμενος περὶ τοῦ ζητήματος ἤθελε προβάλει εἰς αὐτόν, «τί θὰ γείνῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τοῦ προσθέτου τούτου φόρου;» ἀπήντησεν ἤδη τὸ νομοσχέδιον διὰ τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ εἴτε πρὸς βρῶσιν εἴτε πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν. Ἀλλὰ τότε εἰς τί θὰ χρησιμοποιηθῇ; Ἐπανερχόμεθα εἰς τὰς ὑποθέσεις τὰς ἀρχικάς, ἢ τῆς καταστροφῆς τῆς ἐντελῶς ἀντισυνταγματικῆς, ἢ τῆς εἰσαγωγῆς ἐν ξέναις ἀγοραῖς, ὅτε ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκεται, δὲν θέλει παντάπασιν ἐπιτευχθῆ, διότι ἀναιρεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐγένετο πρόνοια, κατὰ τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας, καὶ περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ἀμύνης ἐκ τοῦ πόρου τοῦ προκύψοντος διὰ τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ, ἐγένετο πρόνοια, λέγω, περὶ τούτου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι αὕτη εἶναι πρόνοια δημευτική, ἀφοῦ δὲν καθορίζεται τί θὰ ἦναι τὸ ταμεῖον τοῦτο καὶ ποῖος εἶναι ὁ κύριος τῆς περιουσίας αὐτοῦ καὶ κατὰ τίνα τρόπον ὀργανούμενον θέλει λειτουργήσει· διότι ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἓν μέρος τῆς περιουσίας αὐτοῦ καὶ ἀφαιρεῖται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως ταμείου, ἀλλὰ δὲν δίδεται εἰς τοὺς πολίτας, οὑτωσὶ ζημιουμένους, τὸ δικαίωμα ὅπως μετέχωσιν ἐν τῇ κυριότητι τῆς περιουσίας τοῦ ταμείου τούτου. Αὕτη λοιπὸν εἶναι ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν λαμβάνετε ὑμεῖς περὶ τῶν συμφερόντων τῶν παραγωγῶν. Ἐὰν τοιουτοτρόπως ἐννοῆτε νὰ ἐργασθῆτε ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος, ἔπρεπε μᾶλλον ν’ ἀφήσητε τὰ πράγματα ὅπως σήμερον ἔχουσιν, ἀντὶ νὰ στερῆτε τοὺς πολίτας τῆς περιουσίας αὐτῶν, ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, καὶ νὰ καυχᾶσθε ὅτι λαμβάνετε μέτρα σωστικὰ ὑπὲρ αὐτῶν, μέτρα, δι’ ὧν θέλει ἀνακουφισθῆ ὁ δυσπραγῶν λαὸς καὶ βελτιωθῆ ἡ τύχη τῆς σταφίδος ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀλλ’ ἀφίνω, Κύριοι, κατὰ μέρος ὅλας τὰς οὐσιώδεις ἀτελείας, ἀτελείας αἵτινες ἔγκεινται ἐν αὐτῇ τῇ φύσει τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ νομοθετήσωμεν, καὶ αἵτινες, ἡ ματαιοῦσιν αὐτὸν τὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, ἢ περιάγουσιν ἡμᾶς εἰς ἄλλα ἄτοπα καὶ εἰς ὀλεθρίας συνεπείας. Σταματῶ ὅμως ἤδη ἀπέναντι ἄλλης δεινῆς συνεπείας τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ἐν τῇ Βουλῇ, ἥτις, προσηκόντως ἐκτιμωμένη, δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὡς καθιστῶσα αὐτὸ κακόπιστον πρὸς ξένην Δύναμιν. Ἐγένετο λόγος, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου περὶ τῆς συμβάσεως τοῦ 1890, ἥτις δεσμεύει τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὴν Ἀγγλίαν...
§87Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀπὸ χθὲς ἐγένετο λόγος περὶ τούτου.
§88ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει ὅπως καὶ σήμερον γείνῃ λόγος περὶ τούτου. Καὶ σήμερον ἐπανελήφθη ἡ αὐτὴ συζήτησις... Ἡ σύμβασις, Κύριοι, ἥτις συνωμολογήθη κατὰ τὸ 1890 μεταξὺ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀγγλικῆς, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς παρέχει ὠφελήματα εἰς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν, ἀφ’ ἑτέρου ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν ὑποχρεώσεις, ὅπως ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς ἡμετέρας ἀνέλαβεν ἀντιστοίχους ὑποχρεώσεις. Ἰδοὺ τὸ σχετικὸν κείμενον τῆς συμβάσεως (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων θέλει συστήσει πρὸς τούτοις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς μὴ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ ἤδη κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς κορινθιακῆς σταφίδος εἰσπραττομένου ἐγγείου φόρου.» Ἐπὶ λέξει ἔχει οὕτως ἡ σύμβασις αὕτη, ἡ ὑπογραφεῖσα κατὰ τὸ 1890. Πῶς λοιπὸν, Κύριοι, τολμῶμεν, ὑποχρέωσιν ἀναληφθεῖσαν διὰ συμβάσεως διεθνοῦς, νὰ ἀναιρέσωμεν μονομερῶς, χωρὶς, οὐχὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν γνώμην καὶ τὴν συγκατάθεσιν τῶν ἐχόντων πρὸς τοῦτο δικαίωμα, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ εἰδοποιήσωμεν κἂν αὐτοὺς, οὐδὲ νὰ ἀνακοινώσωμεν κἂν εἰς αὐτοὺς τὴν πρόθεσιν ἡμῶν περὶ καταργήσεως τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀπέναντι αὐτῶν ἀνελάβομεν; Ἐπεθύμουν μάλιστα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δηλώσῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ, διότι εἶναι ὑπόχρεως εἰς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ ὑποχρεώσεων διεθνῶν, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἀνέλαβεν, εἶναι ὑπόχρεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὁμιλήσῃ ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις παριστᾷ τὸ Κράτος αὐτὸ ἐν ταῖς διεθνέσι σχέσεσιν ἡμῶν, καὶ νὰ εἴπῃ, ἐὰν ἐπιτρέπῃ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου τοιούτου, νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον, οὐχὶ ἀνοικείως, νομίζω, ἐχαρακτηρίσθη ὡς κακόπιστον. Ἢ μήπως νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ οὕτω κακοπίστως ἀναιροῦν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ὁ κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς τῆς Α. Μ. τῆς Ἀνάσσης τῆς Ἀγγλίας θὰ θωπεύσῃ ἡμᾶς καὶ θὰ μᾶς ἐπαινέσῃ, διότι διὰ τοιούτων μέτρων ἔγνωμεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ ἡμέτερα συμφέροντα, ἢ τοὐλάχιστον ὅτι θὰ σιωπήσῃ ἀπέναντι τῆς κακοπιστίας ἡμῶν; Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἀντὶ θωπειῶν ῥαπίσματα μόνον δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ἀπὸ πρωθυπουργὸν Κράτους τοσοῦτον ἰσχυροῦ, ὅσον εἶναι ἡ Ἀγγλία. Εἶναι τόσον ἁπλοῦν, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα, ὥστε δὲν χρήζει περισσοτέρας ἐρεύνης, ἵνα ἐννοηθῇ. Ἔχομεν δεδεμένας τὰς χεῖρας διὰ τὴν μεταβολὴν, ἣν ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ λύσωμεν αὐτὰς, ὅπως θέσωμεν τὴν ὑπογραφὴν ἡμῶν ὑπὸ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι δύναται νὰ λύσῃ τὰς ἑαυτῆς χεῖρας, υἱοθετοῦσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ συνιστῶσα τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἂς τὸ πράξῃ. Ἀλλὰ τὰ πρὸ ὀλίγου λεχθέντα ἔχων ὑπ’ ὄψει μου, πολὺ ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει πράξει τοῦτο. Πάντες, Κύριοι, —καὶ οὐδόλως περὶ τούτου ἀμφιβάλλω,— ἐξ ἴσου ἐνδιαφερόμεθα ὑπὲρ τῆς τύχης τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος τοῦ προϊόντος ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ πράγματι ἐνδιαφερόμεθα, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἐπεθύμουν ἄλλην μέριμναν νὰ λάβωμεν ὑπὲρ τῆς τύχης τῶν παραγωγῶν καὶ οὐχὶ ἐκείνην, περὶ τῆς ὁποίας προβλέπει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἢ καὶ πάντα τὰ νομοσχέδια τὰ εἰσαχθέντα κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, τὰ ὁποῖα, μὴ δυνάμενα νὰ ὑποστῶσι τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικόν, ἐτέθησαν ἤδη ἐκποδών. Ἄλλην, λέγω, μέριμναν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν. Δὲν δυνάμεθα διὰ βεβιασμένων καὶ τεχνητῶν μέτρων νὰ ἀνατιμήσωμεν τὸ προϊόν ἡμῶν. Ἡ ἀνατίμησις θὰ ἐπέλθῃ ἀφ’ ἑαυτῆς· ἡ λύσις τῆς κρίσεως θὰ ἐπέλθῃ, ὅπως ἐπῆλθον αἱ λύσεις τῶν κρίσεων διαφόρων ἄλλων γεωργικῶν προϊόντων εἴτε ἐν Ἑλλάδι, εἴτε ἀλλαχοῦ, ἡμεῖς δὲ οὐδόλως δυνάμεθα νὰ ἐκβιάσωμεν τὴν κρίσιν ταύτην. Δυνάμεθα μόνον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, νὰ λάβωμεν μέτρα, τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὴν παρασκευὴν οὐχὶ τοῦ ἀμέσου μέλλοντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀπωτέρου μέλλοντος τῆς σταφίδος, μέτρα εἴτε διοικητικά, εἴτε νομοθετικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἐβελτίουν τὴν ποιότητα τῆς σταφίδος, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξησφάλιζον τὴν μὲ ὀλιγωτέραν δαπάνην παραγωγὴν αὐτῆς, μέτρα, ἅτινα θὰ ἠδύναντο νὰ παράσχωσιν ἀνακούφισιν εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, παρέχοντα εἰς αὐτοὺς χρήματα πρὸς δανεισμὸν ἐπὶ μετρίῳ τόκῳ, καθ’ ἃς ἐποχὰς κυρίως ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτῶν, οὐχὶ δὲ διὰ μέτρων τοιούτων, διὰ τῶν ὁποίων πᾶν ἄλλο ἐπιτυγχάνεται ἢ ἡ προστασία τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου, τὰ ὁποῖα τοὐναντίον τείνουσιν εἰς αὐτὸ τοῦτο, τὴν καταστροφὴν καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς παραγωγῆς.
§89Α. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος προεκάλεσε τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τῆς συνθήκης ἡμῶν τοῦ 1890 πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν. Ἐκ τοῦ κειμένου τῆς συνθήκης αὐτῆς προκύπτει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσῃ «ὅπως μὴ αὐξηθῇ», καθ’ ἃ ἐπὶ λέξει ἀναφέρει, ὡς ἐνθυμοῦμαι, «ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος.» Διὰ τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, καὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἑτέρου ἐκ Πατρῶν ἀξιοτίμου συναδέλφου βλέπετε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως ἐγγείου φόρου, πρόκειται περὶ ἐκτάκτου εἰσφορᾶς οὐχὶ πρὸς ὄφελος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρὸς ὄφελος τῆς προστασίας τῶν παραγωγῶν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου προϊόντος. Ὥστε μοὶ φαίνεται, καὶ δὲν ἔχω λόγους νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν οὕτω γενομένην διατύπωσιν, καὶ εἰς τὰ οὕτως ἔχοντα πράγματα ἄλλην ἔννοιαν, ἢ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πᾶς ἐξ ἡμῶν θὰ δώσῃ.
§90ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνόμισε πρέπον, καὶ ὄντως πρέπον ἦτο, νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, νομίζω δ’ ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ εἶναι καὶ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προεκάλεσα ἐγὼ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι τῶν κ. συναδέλφων ἐπεκαλέσθημεν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Ἀγγλικήν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ αὐξηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ὁ ἔγγειος φόρος τῆς σταφίδος ὁ πληρονόμενος κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν αὐτῆς, εἶπε δὲ ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου οὐδόλως αὐξάνεται ὁ φόρος ὁ ἔγγειος ἐπὶ τῆς σταφίδος ὁ πληρονόμενος κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, διότι σὺν τῷ ἐγγείῳ φόρῳ, ὅστις θὰ ἐξακολουθῇ νὰ πληρόνηται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐν τοῖς τελωνείοις τοῦ Κράτους, ἐπιβάλλεται πρόσθετος φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν αὐξάνει παντάπασι τὸν ἔγγειον, διότι ὁ πρόσθετος φόρος δὲν λογίζεται ὡς φόρος ἔγγειος. Συνάγεται δ’ ἐντεῦθεν τὸ συμπέρασμα, ἐὰν δὲν πλανῶμαι κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιδοκιμάζει τὸ νομοσχέδιον, ἢ μᾶλλον ὅτι δὲν θεωρεῖ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντικείμενον εἰς τὴν σύμβασιν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δι’ αὐτῆς ἀνελάβομεν, ἀλλ’ ὡς δυνάμενον νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, τοῦ Κράτους ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1890 ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις ἀπέναντι ἑτέρου Κράτους. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως διαφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον ἄλλην δίδω ἑρμηνείαν εἰς τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως, περὶ τῆς ὁποίας λαλοῦμεν. Ὄντως ἡ σύμβασις τοῦ 1890 τοῦτο λέγει, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ αὐξήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὸν ἔγγειον φόρον τῆς σταφίδος.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ποσὸν λέγει.
§92ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως μὴ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ ἐγγείου φόρου. Ἀλλὰ Κύριοι, πᾶσα φρᾶσις τιθεμένη εἴτε ἐν συμβάσει, εἴτε ἐν νόμῳ, πᾶσα ῥήτρα μέλλουσα νὰ κανονίσῃ συμφέροντα εἴτε τοπικὰ εἴτε διεθνῆ, ἔχει ἔννοιαν καὶ ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀρυόμεθα ἐξ αὐτοῦ τοῦ κειμένου τοῦ νόμου. Ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἀξιούσης ὅπως μὴ ἐν τῷ μέλλοντι αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος; Ὁ σκοπὸς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως εἶναι προφανὴς, ὁ σκοπὸς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἦτο, ὅπως καταστῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν εὔωνον τὸ προϊὸν ἡμῶν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Ἀγγλικῆς καταναλώσεως· διότι ἡ προσθήκη νέου ἐγγείου φόρου ἤθελεν ἀνατιμήσει τὸ προϊὸν κατὰ τὸ ποσὸν τοῦ προσθέτου φόρου, καὶ ἤθελε καταστήσει αὐτὸ ἀκριβώτερον ἐν ταῖς ἀγγλικαῖς ἀγοραῖς. Τοῦτο τὸ συμφέρον λοιπὸν εἶχεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ τὸ συμφέρον τοῦτο τῶν Ἄγγλων ὑπηκόων ὡδήγει τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς ὑποχρεώσεως εἰς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ αὐξηθῇ ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ εἴτε, Κύριοι, πρόσθετον φόρον ὀνομάσωμεν τὸ 20%, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ν’ ἀφαιρέσωμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, εἴτε εἰσφορὰν, εἴτε ὁπωσδήποτε ἄλλως θέλετε, δὲν ἐννοῶ πῶς δύνασθε νὰ ἀποκλείσητε ἐκ τοῦ μέτρου τούτου τὴν ἔννοιαν τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου, ἥτις ἔγκειται ἐν αὐτῇ τῇ φύσει τοῦ νομοθετήματος. Ἴσως παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει ὁ σκοπὸς, ὅπως αὐξήσωμεν τὸν ἔγγειον φόρον, χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, Κύριοι, δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως νέου ἐγγείου φόρου. Ἀπέβλεπεν εἰς τὴν προστασίαν τῶν ἀγγλικῶν συμφερόντων, ἀπέβλεπεν εἰς τὴν προστασίαν τῶν Ἄγγλων ὑπηκόων, καθιστῶσα εὔωνον τὸ προϊὸν ἡμῶν εἰς τὰς ἀγγλικὰς ἀγοράς. Εἶναι δὲ ἀδιάφορον διὰ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἂν διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν αὐξάνωσιν αἱ πρόσοδοι ἡμῶν αἱ δημόσιοι, ἀφοῦ καὶ οὕτως ἐπέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συμβάσεως ἐσκόπει νὰ προλάβῃ. Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ δὲ ἡ μείωσις ἢ ἡ μὴ αὔξησις τῶν προσόδων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς μὴ αὐξήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος. Ὅταν λοιπὸν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ἐπιβάλλοντες πρόσθετον φόρον, ἔστω εἰς εἶδος, ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου προϊόντος ἡμῶν, ὅτι δὲν αὐξάνομεν τὸν ἔγγειον φόρον τῶν 16½ ἢ 19 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1890 ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως μὴ αὐξήσωμεν οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον; Ἀπορῶ μάλιστα, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις πρωτίστως εἶναι ὁ φύλαξ καὶ ὁ τηρητὴς τῶν διεθνῶν συμβάσεων, οὕτω πως ηὐδόκησε νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν, ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος, συνήψαμεν μετὰ Δυνάμεως κραταιᾶς καὶ φιλικῆς μάλιστα πρὸς τὴν Ἑλλάδα, μετὰ Δυνάμεως πρὸς τὴν ὁποίαν πολλὰ ὀφείλομεν, πῶς ἡρμήνευσεν οὕτω πως τὴν σύμβασιν, ἡ παράβασις τῆς τῆς ὁποίας βαρυτάτας δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας διὰ τὴν Πολιτείαν ἡμῶν. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι διὰ μᾶλλον ἐπισταμένης μελέτης ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ μορφώσῃ ἀσφαλεστέραν γνώμην περὶ τῆς ἐννοίας τῆς συμβάσεως καὶ θ’ ἀνακαλέσῃ ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπεν.
§93ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§94ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μετὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Μεσσήνης συνάδελφον, ἐνόμισα ὅτι ἤθελεν εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω· ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὸ ἄρθρον τῆς συνθήκης προβλέπει ναὶ μὲν περὶ μὴ αὐξήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου, ἀλλὰ περὶ μὴ αὐξήσεως καὶ τοῦ ποσοῦ, λέγει, εἰδικῶς τοῦ ἐγγείου φόρου. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει πολλὴν σχέσιν. Ὅταν ἡ συνθήκη λέγῃ περὶ μὴ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου, τί ἐννοεῖ; ἐννοεῖ ὅτι ἂν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγίνετο ἡ συνθήκη, ὁ ἔγγειος φόρος ἦτο ὡρισμένος εἰς 16 δραχμὰς καὶ 18, ἐννοεῖ λέγω ἡ συνθήκη—καὶ νομίζω πᾶς λογικὸς ἄνθρωπος μετ’ ἐμοῦ θέλει συμφωνήσει—νὰ μὴ γείνωσιν αἱ 16 δραχμαὶ εἴκοσιν, ἢ αἱ 18 εἴκοσι δύο. Δὲν ἐννοεῖ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ μὴ προστεθῇ ἄλλο πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι φόρος. Ἡ λέξις λοιπὸν ποσοῦ ἔχει τὴν στενὴν σημασίαν, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ πληρωνόμενον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συνθήκης δὲν θέλει αὐξηθῆ. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιδέχεται συζήτησιν. Ἀλλὰ καὶ ἓν ἄλλο. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λίαν καταλλήλως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως ἐγγείου φόρου πρὸς ὄφελος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι μία ἀτομική, οὕτως εἰπεῖν, ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν εἴτε τὰ ἄτομα ἓν καθ’ ἕν, εἴτε κατὰ ὁμίλους, εἴτε κατὰ συνδικάτα, ὅπως λέγουσιν εἰς διάφορα μέρη τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, κρίνοντα, ἀποφασίζουσι, καὶ ἐπιβάλλουσιν εἰς ἑαυτὰ ἔρανον ἢ εἰσφορὰν πρὸς προστασίαν ἑνὸς προϊόντος ἢ τοῦ ἑτέρου. Ἀλλ’ ἕτερον σπουδαιότερον θέλω ὑπομνήσει εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ εἰς τὴν Βουλήν· μήπως ἐκτὸς τοῦ ἐγγείου φόρου, περὶ οὗ προβλέπει ἡ σύμβασις, δὲν ἐπεβλήθησαν ἄλλοι φόροι; Βεβαίως, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς αὔξησιν ἐγγείου φόρου ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὑπὲρ ἰδιωτικῶν σκοπῶν. Μήπως δὲν ἔχωμεν τὸν δῆμον Λετρίνων, χάριν τοῦ ὁποίου ἐπέβαλεν ἡ Βουλὴ αὔξησιν μέχρι τριῶν δραχμῶν ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος διὰ δημοτικὰ ἔργα, ὑδραυλικά, πληρωμὴν χρεῶν, εἰς ῥυμοτομίας, ἢ ὑπὲρ τοῦ Γυμνασίου; Δὲν ἔχομεν τὸν δῆμον Ἐράνης, ἐνθυμοῦμαι, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐψηφίσθη νόμος, ἐπιτρέπων ἐπιβολὴν φόρου μιᾶς δραχμῆς διὰ κατασκευὴν ὑδραγωγείου; Δὲν ἔχομεν τὰ ἔργα τοῦ Παμίσου, ἀκριβῶς τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἐπαξίως ἀντιπροσωπεύει ὁ συνάδελφός μας; Δὲν ἐψηφίσθη εἰς τὴν παροῦσαν ἢ παρελθοῦσαν σύνοδον μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς φόρος ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων, τῶν ὁποίων πρώτιστον εἶναι ἡ σταφίς, ὑπὲρ συντελέσεως τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου; Δὲν ἐψηφίσαμεν εἰς τὰ 1892 τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου εἰς χρυσὸν, ὅστις καὶ εἰσεπράχθη καὶ ὁ ὁποῖος τίποτε ἄλλο δὲν ἦτο ἢ αὔξησις κατὰ 60%; Καὶ ἐν τοσούτῳ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι ἐξόχως πρακτική, ἡ ὁποία, μὲ ὅλην τὴν κραταιὰν αὐτῆς δύναμιν, ἔχει τὴν δύναμιν τοῦ λογικοῦ πρὸ παντός, δὲν ἔκαμεν, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι,—καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἀπατῶμαι—δὲν ἔκαμεν ἡμῖν παραστάσεις: «πῶς αὐξάνετε τὸν φόρον τῆς σταφίδος διὰ νὰ κάμητε ὑδραγωγεῖον εἰς τὴν Ἐράνην; πῶς αὐξάνετε κατὰ τρεῖς δραχμὰς τὸν φόρον διὰ νὰ κάμῃ ὁ δῆμος Λετρίνων ἔργα λιμενικὰ ἢ Γυμνάσιον», ἢ δὲν ἠξεύρω τι; δὲν ἔκαμεν ἡμῖν παραστάσεις «διατί, διὰ νὰ κάμητε τὴν τακτοποίησιν τῆς κοίτης τοῦ Παμίσου, ἐπεβάλετε φόρον μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς;»
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὸ Γυμνάσιον.
§96ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔστω καὶ διὰ τὸ Γυμνάσιον.
§97ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἶχεν ἐπιβληθῆ ἀπὸ τοῦ 1887 ὁ φόρος αὐτὸς, προτοῦ γείνῃ ἡ σύμβασις.
§98ΣΚΟΥΖΕΣ. Πολὺ καλά· ἀλλὰ ἔχομεν ἐπιβάλει φόρους καὶ κατόπιν.
§99ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὑπὲρ τοῦ δήμου Λετρίνων, κύριε Ὑπουργέ.
§100ΣΚΟΥΖΕΣ. Ναὶ τὸ 1892. Λοιπὸν ἀφοῦ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ὑπὲρ τοῦ δήμου Λετρίνων, καὶ ὑπὲρ τοῦ Παμίσου, καὶ ὑπὲρ τόσων ἔργων ἐπεβλήθη φόρος καὶ δὲν ἔγειναν παραστάσεις,—διότι βεβαίως ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία, εἶπον, εἶναι λογικὴ, ἐννοεῖ ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι φόρος ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὐτὸ ἀκριβῶς ἐνόει ἡ Ἀγγλία: ναὶ μὲν μειῶ ἐγὼ τὸν φόρον τῆς εἰσαγωγῆς, ἀλλὰ σὺ, Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δὲν ἔχεις ἔπειτα τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθῃς νὰ αὐξήσῃς τὸν φόρον, ὥστε, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἐπωφεληθῇς διὰ τῆς ἰδικῆς μου μειώσεως,—δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον, ἔχω δι’ ἐλπίδος, καὶ ἔχω βασίμους ὄχι μόνον ἐλπίδας, ἀλλὰ καὶ κάτι πλέον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ οὕτως ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπεξηγήσῃ, ὅπως καὶ ἡμεῖς ὅλοι ἐπεξηγοῦμεν, οἱ συμμεριζόμενοι τὴν ἰδέαν αὐτὴν, καὶ νὰ ἀποδεχθῇ, ὅτι τὸ ἔκτακτον τοῦτο μέτρον δὲν ἔχει τίποτε νὰ κάμῃ ἐναντίον τῆς συμβάσεως, καὶ εἶναι εἰδικὸν πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ τοῦ προϊόντος καὶ τῶν παραγωγῶν.
§101ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σταφὶς δι’ ὅλων τῶν φόρων ἐπεβαρύνθη· μόνον ὑπὲρ ἑαυτῆς δὲν δύναται νὰ ἀποκτήσῃ τίποτε.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, ὅσα ἐῤῥήθησαν καὶ ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν καὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἁπλᾶ ἐπιχειρήματα, δὲν εἶναι ὅμως ἡ βεβαιότης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ ἀφόβως νομοθετήματος, ὅπερ τινὲς φρονοῦσιν, ὅτι δύναται νὰ διαταράξῃ τὰ συντεθειμένα μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρέστησεν, ὅτι ὑποχρέωσις ὑπάρχει διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔγγειον φόρον. Αὐτὸς πρέπει νὰ μένῃ οἷος ὑπῆρχε καθ’ ἣν ἐποχὴν συνωμολογήθη ἡ σύμβασις. Εἰς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ νὰ ἀπαιτήσῃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ὁ ἔγγειος φόρος, ὁ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος εἰσπραττόμενος, μὴ αὐξηθῇ, τοῦτο ἀκριβῶς ἀποδεικνύει, ὅτι βαρύτερα εἶναι ἡ ὑποχρέωσις ἡμῶν νὰ μὴ ψηφίσωμεν νέον βάρος παρὰ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην περίστασιν. Ὡς γνωστὸν, εἰς τὰς ἐμπορικὰς συμβάσεις τὰ Κράτη περιορίζονται εἰς συμφωνίας περὶ τῶν ἐξαγωγικῶν ἢ εἰσαγωγικῶν τελῶν, σπανίως δ’ ἐπεμβαίνουν εἰς κανονισμοὺς καὶ περιορισμοὺς τῶν ἐσωτερικῶν φόρων. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὅτε συνωμολογήθη ἡ σύμβασις τοῦ 1890, οὐδένα εὗρε φόρον τελωνειακὸν, διότι δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτος, καὶ ἑπομένως οὐδὲν ἀπῄτησε περὶ τοιούτου φόρου, εὗρεν ὅμως τὸν ἔγγειον, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐζήτησεν ὑπόσχεσιν, ὅπως μὴ αὐξηθῇ ἐν Ἑλλάδι. Οἴκοθεν ἐνοεῖτο, ὅτι περιττὸς ἦτο πᾶς ὅρος, ὅπως μὴ ἐπιβληθῇ τελωνειακὸς δασμὸς, διότι, ἀφοῦ ἡ Ἀγγλία κατήργει τὸ μέγιστον μέρος τοῦ ἰδικοῦ της δασμοῦ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ δασμὸν ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος, χωρὶς ν’ ἀναγκάσῃ τὴν Ἀγγλίαν νὰ ἐπαναφέρῃ βαρύτερον τὸν δασμὸν, ὃν εἶχεν ἐλαττώσει. Ἐπειδὴ ὅμως ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς ἴσως ν’ αὐξήσῃ τὸν ἔγγειον φόρον, προφασιζομένη, ὅτι εἶναι ἐσωτερικὸς φόρος, διαφεύγων συνήθως τῶν συμβάσεων τοὺς περιορισμούς, φοβηθεῖσα ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, προέλαβε δι’ εἰδικῆς συμφωνίας πᾶσαν τοιαύτην αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐγγείου φόρου. Ἡ ἐπιθυμία καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἀγγλίας εἶναι νὰ πωλῆται εὐθηνοτέρα ἡ σταφὶς ἐν αὐτῇ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξαρτᾶται τοῦτο ἐκ πράξεων αὐτῆς, προσεπάθησε νὰ τὸ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1890. Ὅσον ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις καὶ ἂν ἠθέλησε διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ νὰ φανῇ εὐχάριστος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὡς ῥητῶς ἐδήλωσε τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας, εἰσάγων τὸ μέτρον, δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν ὅτι δι’ αὐτοῦ συγχρόνως καὶ διὰ τῆς συμβάσεως δὲν ἐπεδίωκε νὰ καταστήσῃ εὐθηνοτέραν τὴν σταφίδα διὰ τὸν Ἀγγλικὸν λαόν. Ἐξ ἀνάγκης λοιπὸν πρέπει ν’ ἀποδεχώμεθα, ὅτι πᾶν μέτρον ἡμῶν φορολογικόν, αὐξάνον ὁπωσδήποτε τὴν τιμὴν τῆς σταφίδος, ἀντιστρατεύεται κατὰ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι αὕτη, ἀποτελουμένη καὶ σήμερον ἐκ τῶν αὐτῶν ἀνδρῶν, ὡς καὶ κατὰ τὸ 1890, οὐδεμίαν θὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς προστασίας, ἣν ζητοῦμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸ μόνον ἄξιον λόγου προϊόν ἡμῶν, καθόσον δι’ αὐτῆς θ’ ἀναλάβωσιν αἱ τιμαί, δὲν θὰ ὑπερβῶσι δὲ βεβαίως τὸ πρότερον ὅριον, ὅπερ ὑπὸ τὴν σύμβασιν ἦτο τὸ σύνηθες. Οὐχ ἧττον ὅμως θεωρῶ συμφωνότερον πρὸς τὴν ὀφειλομένην ἁβροφροσύνην νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν εἰς τὰς δεούσας ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Ἀγγλικήν, πρὶν ἢ τὸ μέτρον ὁριστικῶς ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς· τοσοῦτο δὲ μᾶλλον δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ὅσον εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θὰ εὕρῃ ἀναγκαῖον καὶ εὔλογον τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ κατὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ ἀντιτάσσεται ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης, θεωρῶν αὐτὸ περιοριστικὸν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον. Τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους περιωρίσθησαν καθ’ ἣν ἡμέραν ἐδέχθη διὰ τῆς συμβάσεως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν μὴ αὔξησιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος. Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, καλῶς ἔπραξε τότε ἡ Κυβέρνησις, δεχθεῖσα τὸν περιορισμὸν αὐτὸν χάριν τῆς σταφίδος. Σήμερον ἐννοοῦμεν νὰ λύσωμεν τὰ δεσμὰ ἐκεῖνα, ἂν ὑπάρχουν τοιαῦτα, διὰ τὸν φόρον, περὶ οὗ πρόκειται, ἀλλὰ κατὰ τὰ εἰθισμένα μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐξηγήσωμεν πρὶν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν τοὺς λόγους, δι’ οὓς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ μέτρον τῆς προσθέτου φορολογίας. Ἐὰν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἑρμηνεύῃ παρ’ ἐλπίδα τὸ κείμενον τῆς συνθήκης τοῦ 1890 οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προσθέτῃ φόρον, τότε περιορίζει ἡμᾶς εἰς τὰ δικαιώματά μας, ἀλλὰ δυνάμει τῆς συμβάσεως. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς συμβάσεως δὲν εἶναι ἐναντίον πρὸς τοιοῦτον φόρον, καὶ ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ προσθέσωμεν νέον βάρος, οἷον προτείνεται ὑπὸ τοῦ κ. Βότση, τότε ἀφόβως δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, ἀφοῦ ἀπεδείξαμεν πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὑπεράνω τοῦ συμφέροντος θέτομεν τὰς διεθνεῖς ἡμῶν ὑποχρεώσεις. Κατὰ τὴν ἐναντίαν ὅμως περίπτωσιν οὐδόλως συμφέρει ἡμῖν, ἐναντίον τῶν διαθέσεων τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιβάλωμεν ὅ,τι αὐτή, καλῶς ἢ κακῶς, θεωρεῖ ὡς παραβίασιν τῶν συνωμολογημένων. Ὅλα ταῦτα δικαιολογοῦσι τὸν δισταγμὸν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐλπίζω, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βότση, ἄνευ τοῦ ὅρου τῆς ἀναβολῆς, τοῦ ὅρου δηλονότι, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος ἡ Κυβέρνησις θέλει ὁρίσει τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα παρετήρησεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Πατρῶν, θέλω προσθέσει ὀλίγας λέξεις. Πολλοὶ τῶν λαλησάντων καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἐπανέφερον τὸ ζήτημα τῆς δημεύσεως τῆς σταφίδος, θεωροῦντες τὴν παρακράτησιν, εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον καθαρᾶς παρακρατήσεως προτείνεται, εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον φόρου ἢ εἰσφορᾶς, οὐδὲν ἄλλο ἢ δήμευσιν. Τοιαύτη ἀντίληψις τοῦ πράγματος εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη. Πάντες οἱ ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως συνηγοροῦντες δὲν παρείδομεν τὸ ἀνώμαλον τοῦ μέτρου, ἀλλ’ ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ πάντες οἱ παρακρατούμενοι ὠφελοῦνται καὶ οὐδενὶ τούτων εἶναι ἐπιζήμιος ἡ παρακράτησις. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τηρεῖται τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διότι διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρακρατεῖται, ἀποζημιοῦνται καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἀπομένοντος ποσοῦ καὶ ἐκ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατηθέντος. Ὅ,τι πράττομεν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τὸ Κράτος. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ Κράτος ἤθελε ψηφίσει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ μονοπώλιον τῆς ἀγορᾶς τῆς σταφίδος καὶ ἔλεγεν εἰς τοὺς παραγωγούς: «Θὰ ἀγοράσω αὐτὸ τὸ ἔτος ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον προσφέρετε εἰς πώλησιν μόνον τὰ 80 ἑκατοστὰ, τὰ ἄλλα 20 δὲν τὰ δέχομαι, κρατήσατέ τα, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ τὰ ἐξαγάγητε», τοῦτο εἶναι μία παρακώλυσις τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀφαίρεσις ἰδιοκτησίας. Τὸ Κράτος ἐκτὸς τούτου ἀντὶ τῶν 20% ἀμείβει τὸν παραγωγὸν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν 80%, καὶ περισσότερον τῆς ζημίας ἀποζημιοῖ διὰ τὰ 20%, τὰ ὁποῖα ἠρνήθη ν’ ἀγοράσῃ. Οὔτε λοιπὸν ἀφαίρεσις ἰδιοκτησίας γίνεται διὰ τῆς παρακρατήσεως,—μόνον δὲ τὴν ἀφαίρεσιν ἰδιοκτησίας ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα,— ἀλλὰ γίνεται περιορισμός τις εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος, οὔτε ἄνευ ἀποζημιώσεως παρακρατεῖται ὅ,τι παρακρατεῖται. Ἀλλὰ θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς παρακρατήσεως ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος; Οἱ Βουλευταὶ τοῦ Αἰγίου, οἵτινες εἶναι οἱ ἔνθερμοι πολέμιοι τῆς παρακρατήσεως, ὁμολογοῦν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ, ἀλλὰ δὲν θέλουν τὴν παρακράτησιν. Οἱ παραγωγοὶ τοῦ Αἰγίου, ἕνεκα τῆς προνομιούχου θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπαρχία των, ζητοῦν νὰ μὴ ὑποστηριχθῇ ἡ παραγωγὴ καὶ νὰ μείνῃ οἵα εἶναι σήμερον ἡ κατάστασις, ὄντες βέβαιοι, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ταχέως ἐξίσωσις τῆς παραγωγῆς πρὸς τὴν κατανάλωσιν διὰ τῆς καταστροφῆς μέρους τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ἐκ Καλαμῶν ἀντιπροσώπους, ἀλλὰ δι’ ἀντίθετον λόγον· ἐνῷ ἐν Αἰγίῳ παράγεται ἡ καλλιτέρα σταφὶς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἀκριβὰ, ἐν Καλάμαις παράγεται ἡ κατωτέρας ποιότητος σταφὶς ἀλλ’ εὐθηνότατα. Ἐκεῖ ἔχουσιν ἐλπίδας ὅτι διὰ τῆς εὐθηνίας θὰ καταβάλωσιν ὅλους καὶ θὰ εἰσάγωσιν ὅλην αὐτῶν τὴν σταφίδα εἰς Ρωσσίαν. Διὰ τοῦτο ἀντιτάσσονται εἰς πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ αὐξήσῃ τὰς τιμὰς καὶ νὰ διατηρήσῃ ἐν τῇ ἐμπορίᾳ σταφίδας, αἵτινες ἄνευ αὐξήσεως τιμῶν θὰ παύσωσι παραγόμεναι καὶ διαγωνιζόμεναι πρὸς τὰς ἰδικάς των. Νομίζω ὅτι τὸ φάσμα αὐτὸ τῆς δημεύσεως, τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν στιγμὴν προβάλλεται, καὶ κατορθοῖ νὰ ἐκφοβίζῃ πολλοὺς ἐξ ἡμῶν, κλίνοντας λόγῳ ἀνάγκης νὰ δεχθῶσι τὴν παρακράτησιν, δὲν πρέπει νὰ φοβίζῃ τινά. Εἶναι μέτρον ἔκτροπον καὶ ἀσύνηθες, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἄδικον. Ὡς πρὸς τὸν φόβον δὲ, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος θὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐπέκτασιν τῆς μόλις ἀρξαμένης καταναλώσεως ἐν Ρωσσίᾳ, περὶ αὐτοῦ τόσαι ἐδόθησαν ἐξηγήσεις καὶ διαβεβαιώσεις, ὥστε νομίζω περιττὸν νὰ ἐπανέλθω. Ἐν Ρωσσίᾳ οὐχὶ ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ τῆς εὐθηνίας θὰ ἐπιβληθῶμεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν καλῶν ποιοτήτων· οὕτω θὰ δυνηθῶσιν οἱ ἔμποροι νὰ κατακτήσωσιν ἔδαφος. Καὶ ἐν Ρωσσίᾳ τὸ μέλλον τῆς σταφίδος εἶναι ἐν τῇ βρώσει αὐτῆς, ἀλλὰ πρὸς βρῶσιν ἀνάγκη καλῶν ποιοτήτων. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ τεθῇ ἡ διάταξις, ὅτι διὰ Διατάγματος θὰ ὁρισθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐποχὴ τῆς ἐνάρξεως τοῦ νόμου, ὅπως δοθῇ καιρὸς, ἵνα ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν, ἥτις νὰ ἀσφαλίσῃ ἡμᾶς κατὰ πάσης ζημίας ἐκ τοῦ νόμου. Δεύτερον φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατηθησομένου ποσοῦ κατὰ τρόπον πρακτικώτερον.
§103ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι σήμερον πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ πάντως ὀφείλει ν’ ἀκούσῃ καὶ τοὺς ἔχοντας γνώμην ἐναντίαν τῆς προτάσεως. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ αὔριον σημείωσιν, ἐμφαίνουσαν τὴν διατίμησιν τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν ἐν ταῖς ἄλλαις σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Αἰγιαλείας.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τῶν κ. κ. Γεροκωστοπούλου καὶ Π. Ἀννίνου Καβαλλιεράτου ὑποβληθεισῶν δύο τροπολογιῶν, ὑπεβλήθησαν ἕτεραι δύο ὑπὸ τῶν κ. κ. Ν. Σχινᾶ καὶ Κ. Πεταλᾶ. Πᾶσαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 198–201). Αὔριον ἡ συνεδρίασις θ’ ἀρχίσῃ τὴν 10 ὥραν πρὸ μεσημβρίας. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ 20′ μ. μ.