| 3274 | Εἰς τὸν γραμματέα τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου | δρ. | 425 | |
| 3275 | Εἰς ἑκάτερον τῶν τμηματαρχῶν αʹ τάξεως | » | 400 | |
| 3276 | Εἰς τὸν τμηματάρχην βʹ τάξεως | » | 300 | |
| 3277 | Εἰς ἕκαστον τῶν γραμματέων αʹ τάξεως | » | 250 | |
| 3278 | Εἰς ἕκαστον τῶν τῆς βʹ τάξεως | » | 200 | |
| 3279 | Εἰς ἕκαστον τῶν γραφέων αʹ τάξεως | » | 150 | |
| 3280 | Εἰς ἑκάτερον τῶν τῆς βʹ τάξεως | » | 100 | |
| 3281 | Εἰς τὸν γραφέα γʹ τάξεως | » | 75 | |
| 3282 | Εἰς ἑκάτερον τῶν κλητήρων | » | 60 |
1895.06.13
3,572 rows · 28,041 words · 1 table · 220 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
τῆς 13 Ἰουνίου 1895.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Καλαμῶν κ. Δαγρὲς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, «ἵνα ἐν τῷ χθὲς εἰσαχθέντι νομοσχεδίῳ περὶ ἐκπροθέσμου δηλώσεως ζῴων συμπεριλάβῃ καὶ τὸν δῆμον Ἀλαγονίας, οὗ ὁ δήμαρχος ἀπεβίωσεν ἕξ ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκπνεύσεως τῆς προθεσμίας, ἤτοι τὴν 4 Ἀπριλίου ἐ. ἔ.» Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Χατζηπέτρος ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). 1ον. «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ τὸν ἀνακριτὴν Τρικκάλων νὰ περαιώσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὴν κατὰ τῶν Χ. καὶ Γώγου Τσιρογιάννη, Μήτρου Παππᾶ, Μπαλατσούκα, Πάνου Χονδροῦ καὶ λοιπῶν ἐπὶ ὑποθάλψει τῶν Τσεκουραίων ἀνάκρισιν, διότι εἶναι ἄδικον νὰ διατελῶσιν οὗτοι ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐν προφυλακίσει, ἀθῶοι ὄντες, ἀφοῦ μάλιστα οἱ Τσεκουραῖοι συνελήφθησαν καὶ ἡ ληστεία ἐν Θεσσαλίᾳ ἐξέλιπεν. «Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ Β. Διάταγμα περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς τὸν ἐκ τοῦ χωρίου Βαρδάρι τοῦ δήμου Κοθωνίων Σωτήριον Ἑλένην ἢ Κλαδάρην, οὗτινος ἡ ποινὴ λήγει μετὰ τρεῖς περίπου μῆνας καὶ ὅστις πάσχει δεινῶς, παρ’ ἕξ ἰατρῶν κριθεὶς ὡς μηδεμίαν ἐλπίδα σωτηρίας ἔχων, ὡς τοῦτο δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὁ πρόεδρος τῆς ἐφορευτικῆς τῶν φυλακῶν ἐπιτροπῆς νομάρχης Τρικκάλων. 2ον. «Ἐπὶ τῆς λεωφόρου Ἀκροπόλεως καὶ ἀπέναντι τῆς πλατείας Θησείου ὑπάρχουν οἰκόπεδα, ἅτινα δὲν ἔχουσι συμπεριληφθῆ ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἐνῷ πέριξ τούτου ὑπάρχει σχέδιον, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία τὰ θέλει δι’ ἀνασκαφὰς, ἢ πρὸς ἐξωραϊσμὸν τῶν πέριξ τῆς Ἀκροπόλεως τόπων. Ἐζητήθη παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν νὰ τεθῶσιν ἐντὸς τοῦ σχεδίου, διότι κατὰ τὸν νόμον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ζώνη τῆς πόλεως μέρος ταύτης ἐντὸς τῆς πόλεως, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπήντησεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, καθόσον τὰ γήπεδα ταῦτα θέλει ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία. Κατόπιν ἐζητήθη ἄδεια περιτοιχίσεως τούτων, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀπηγορεύθη αὐτοῖς διὰ τὸν αὐτὸν λόγον. Εἶτα πάλιν, ἐπειδὴ ὁ νόμος ΤΝΗʹ ἐπιτρέπει τὴν ἀνέγερσιν μιᾶς συστοιχίας ἀγροτικῶν οἰκοδομῶν μὲ ὡρισμένον τύπον ἑκατέρωθεν τῶν λεωφόρων, οἱ ἰδιοκτῆται ἐζήτησαν τὴν ἄδειαν νὰ οἰκοδομήσουν τοιαύτας οἰκίας, καὶ ἐνῷ ὁ μηχανικὸς τῆς πόλεως ὤφειλε κατὰ νόμον ἐντὸς 6 ἡμερῶν νὰ δώσῃ ἄδειαν, οὗτος τῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἐχορήγησεν, οὔτε χορηγεῖ τοιαύτην, ἐνῷ καὶ δυνάμει τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου, ἐπιτρέποντος τὴν ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν ἑκατέρωθεν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ τοιαύτην ἄδειαν, ἀφοῦ καὶ ἡ λεωφόρος Ἀκροπόλεως εἶναι ἐθνικὴ ὁδός. Ὡς ἐκ τούτου οἱ ἰδιοκτῆται κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπου καὶ πρωτοδίκως ἐδικαιώθησαν. «Ἐπειδὴ ὅθεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη θὰ ἐπιφέρῃ μεγίστας εἰς τὸ Δημόσιον ζημίας, εἶναι δὲ καὶ ἄστοργον ἐκ μέρους τοῦ Κράτους νὰ πιέζῃ διὰ τῆς ἰσχύος του τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰς περιουσίας των ἢ νὰ στερῶνται τῆς χρήσεως αὐτῶν, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν καὶ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιόν των εἰς τοὺς ἀδικουμένους, ἀφοῦ οὗτοι δι’ ἀναφορᾶς ἀποδέχονται οἱανδήποτε λύσιν θέλει τὸ Δημόσιον, πλὴν, ἐννοεῖται, τῆς στερήσεως τῆς περιουσίας των, ὅπερ, ὡς εἶπον, συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον, διότι κατόπιν θὰ πληρώσῃ ἁδροτάτας ἀποζημιώσεις. 3ον. «Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐγκρίνει τοὺς ἀναλογικοὺς πίνακας ἀποζημιώσεων ἐκ μέρους τῶν δήμων, τῶν γηπέδων τῶν καταληφθέντων παρὰ τῶν ὁδῶν, μὴ θέλον νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς δήμους καὶ θεωρῶν ὑποχρέους τοὺς παροδίους, ἀλλὰ τὰ δικαστήρια δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεών των θεωροῦσι τοὺς δήμους ὑπευθύνους εἰς τοιαύτας ἀποζημιώσεις. «Παρακαλῶ ὅθεν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, καθορίζον τὰς τοιαύτας ἀποζημιώσεις, ἢ μᾶλλον ἑρμηνεῦον τὸν νόμον, ὅπως ἀπαλλάξῃ τὸν κόσμον τῆς προσφυγῆς εἰς τὰ δικαστήρια ματαίως. Νομοσχέδιον τοιοῦτον ὑπεβλήθη εἰς δύο προηγουμένας συνόδους, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασε νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Μιχαὴλ Ἀντωνιάδης δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ μηνιαῖον χρηματικὸν βοήθημα. Ὡσαύτως αἱ Χαρίκλεια καὶ Ἀμαλία Δ. Χοϊδᾶ, θυγατέρες τοῦ ἱερολοχίτου Δ. Χοϊδᾶ, περιελθοῦσαι εἰς χρηματικὴν ἀπορίαν, δι’ ἀναφορᾶς των ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν παροχὴν χρηματικοῦ βοηθήματος. Ὁ ἐν Πάτραις Σύλλογος τῶν Καλαβρυτινῶν διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως μεριμνήσωσι νὰ τεθῇ ὡς τάχιον εἰς κοινὴν χρῆσιν ὁ σιδηρόδρομος Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων. Ὁ αὐτὸς σύλλογος δι’ ἑτέρου ψηφίσματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ οἱονδήποτε μέτρον διὰ τὴν σταφίδα. (Ἐνταῦθα προσελθὼν ὁ βουλευτὴς Δομοκοῦ Πολύμερος Ζαρίμπας, ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ διετὴς προθεσμία, ἥτις ὑπὸ τῶν ὑπαρχόντων νόμων ἐχορηγήθη εἰς τὰ εἰσαγόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ δοχεῖα, ἐπιτραπείσης τῆς ἀτελείας αὐτῶν, ἀνάγκη νὰ παραταθῇ εἰς τριετῆ, διότι ἀπεδείχθη μὴ ἀρκοῦσα κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Συνέβη πολλάκις, παραγωγοί, οἱ ὁποῖοι ἐξήγαγον προϊόντα, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πληρωμὴν τέλους διὰ τὰ δοχεῖα, διότι εἶχε παρέλθει ἡ διετία. Ἕνεκα τούτου εἰσάγω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἡμέραν τινὰ ἀπησχόλησα τὴν Βουλήν, προκληθεὶς ὑπὸ ἐπερωτήσεως, καὶ ὑπεσχέθην ὅτι θέλω εἰσαγάγει νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον τὴν ἀτέλειαν τῶν λεγομένων μουλίων ἢ τεντσιπίων, ἐκ τῶν ὁποίων κατασκευάζονται τὰ καλεμκερλά. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσάγω, περιέχον τὴν διάταξιν τῆς ἀτελείας, ἐπὶ τῷ ὅρῳ χρηματικῆς ἐγγυήσεως. Καταθέτω δήλωσιν πρὸς ἀναγραφὴν ἐξόδων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 ἐκ δραχμῶν 750 διὰ γραφικὰ ἔξοδα τοῦ γραφείου τῶν γεωμετρῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πρὸς ἀναγραφὴν ἐλαττώσεως ἐξόδων δύο χιλιάδων δραχμῶν, προωρισμένων εἰς μίσθωσιν τοῦ ὕδατος τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαγομένων δημοσίων καταστημάτων. Εἰσάγω καὶ τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγκην παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Π. Ζαΐμης, ἠγόρευσε δὲ καὶ ὁ ἕτερος τῶν βουλευτῶν ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης κ. Πετιμεζᾶς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κανονίζει τὰ τοῦ καπνοῦ, τοῦ μεταποιουμένου εἰς ταμβάκον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 133–135).
§6ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰς ζητηθείσας πληροφορίας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Θηβῶν βουλευτοῦ κ. Πετούση περὶ τοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Θηβῶν. Οὗτος, διορισθεὶς κατὰ τὸ 1888, κατέθηκεν ἐγγύησιν κτηματικὴν 15,000 δραχμῶν, ἐπειδὴ δὲ τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβεν ὡς μέτρον νὰ μετατρέπῃ τὰς κτηματικὰς ἐγγυήσεις εἰς χρηματικὰς προσδιώρισε 2,000 δρ. διὰ τὴν ἐγγύησιν τοῦ ἐν λόγῳ εἰσπράκτορος, αὐτὸς ὅμως δὲν ἔσπευσε νὰ καταθέσῃ τὴν ἐγγύησιν· ὡς ἐκ τούτου, κατόπιν ἐπανειλημμένων παραστάσεων, τὸ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰσπράκτορος, ἐπειδὴ δὲ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ὁ εἰσπράκτωρ δὲν ἔσπευδε νὰ παραδώσῃ τὸ ταμεῖον, τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὸν Πταισματοδίκην νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ἐν λόγῳ ταμείου, ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρέθησαν 20,000 δραχμαί. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶχεν ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὴν λογιστικὴν ἱκανότητα τοῦ Πταισματοδίκου, διέταξεν ἐπιθεωρητὴν εἰδικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐξελέγξῃ τὸ ταμεῖον. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἡ χρηματικὴ ἐγγύησις τοῦ ἐν λόγῳ εἰσπράκτορος δὲν ἐξασφαλίζει τὸν δῆμον.
§7ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Αἰγιαλείας κ. Ἀσημακόπουλος, Σκοπέλου κ. Ν. Δημητριάδης καὶ Οἰτύλου κ. Ραζέλος δι’ ἐπερωτήσεών των εἶχον ζητήσει διαφόρους πληροφορίας, σχετικὰς πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας περὶ προσαγωγῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καταλόγων τῶν διαφόρων καταγγελθεισῶν ἀξιοποίνων πράξεων ἐν γένει κατὰ τῶν ἀστυνόμων καὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ τῶν ἐπ’ αὐτῶν ἐνεργειῶν καὶ τῶν ἐπιβληθεισῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, ἀπαντῶν ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ἀναφέρει ὅτι εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἀπαιτοῦσαν χρόνον, διότι πρόκειται περὶ τρισχιλίων περίπου μηνύσεων, ἐφ’ ὧν τὸ Ἀρχηγεῖον ἐνήργησε τὰ εἰκότα ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ, ἀσχολεῖται ἤδη τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἀρχηγείου, καὶ ὅτι αὕτη συντελεσθήσεται ἐντὸς 5–6 ἡμερῶν, ἤτοι ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος. Ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐπερωτήσεως τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ, αἰτησαμένου πληροφορίας, ἐὰν ὁ ἀστυνόμος Αἰγίου ἐτιμωρήθη διὰ τὴν ἐπίθεσιν αὐτοῦ τε καὶ τῶν ὀργάνων του ἐναντίον πολιτῶν, καὶ ἐὰν ἡ ἐπιβληθεῖσα τιμωρία ᾖναι ἀνάλογος τοῦ μεγέθους τῆς πράξεως τῶν ἀστυνομικῶν τούτων ὀργάνων, ἀπαντῶν ἐπίσης ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὑποβάλλει ἀντίγραφα τῶν ὑπ’ ἀριθ. 24,686 καὶ 24,729 ἐ. ἔ. διαταγῶν του, δι’ ὧν ἐτιμώρησε τὸν μὲν ἀστυνόμον Αἰγίου διὰ μηνιαίας κρατήσεως, τὸν ἐνωμοτάρχην Κουρεμένον Π. διὰ δεκαπενθημέρου φυλακίσεως, καὶ ἑκάτερον τῶν πυροβολησάντων ἀστυφυλάκων Ψυλάκον καὶ Χασιώτην δι’ ὀκταημέρου φυλακίσεως. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σκοπέλου, αἰτησαμένου πληροφορίας, πόσαι ἀνθρωποκτονίαι ἐγένοντο ἐκ μέρους τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀναφέρει ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὅτι εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον δὲν κατηγγέλθη ἀνθρωποκτονία τις, διαπραχθεῖσα παρ’ ἀστυνόμου ἢ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου, ἢ μόνον ἡ ἐν Θουρίᾳ γενομένη ὑπὸ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ Μπουρελέκα, ἀποκτείναντος χωροφύλακά τινα, δι’ ἣν πρᾶξιν κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Οἰτύλου, αἰτησαμένου ὅπως κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασις ἐμφαίνουσα τὰς ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1894 μέχρι τέλους Μαΐου ἐ. ἔ. ἐπιβληθείσας ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς πειθαρχικὰς ποινὰς εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἀπαντῶν ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὑποβάλλει τὴν κατάστασιν ταύτην, καθ’ ἣν ἐτιμωρήθησαν, μὲ φυλάκισιν μὲν 61 ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνθυπασπισταὶ, ἀστυνόμοι καὶ 865 ὑπαξιωματικοί, μὲ κράτησιν 95 ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνθυπασπισταὶ καὶ 100 ὁπλῖται, μὲ περιορισμὸν 77 ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνθυπασπισταὶ καὶ 17 ὁπλῖται, μὲ ἔκπτωσιν 2 ὑπαξιωματικοί, καὶ μὲ ἀποπομπὴν 52 ἀστυφύλακες. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας κ. Σέχος ἐζήτησε διαφόρους στατιστικὰς πληροφορίας ἐπὶ διαφόρων ζητημάτων τοῦ στρατοῦ. Ταύτας καταθέτω.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατατεθέντες πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 136–138).
§9ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἐκτὸς τῶν καταστάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐζήτησα ἔτι νὰ καταθέσῃ καὶ ἑτέρας πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν κατετέθησαν, καὶ παρακαλῶ νὰ τὰς καταθέσῃ.
§10Π. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Παρὰ τοῦ ἐν Πάτραις Συλλόγου τῶν Καλαβρυτινῶν ἔλαβον ψήφισμα, δι’ οὗ παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ τεθῇ εἰς κοινὴν χρῆσιν ὁ σιδηρόδρομος Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ προσαγάγῃ μέχρι τοῦδε τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησε καὶ ἄλλος ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς ἕνεκα τίνων λόγον ὁ σιδηρόδρομος δὲν λειτουργεῖ· ἐπληροφορήθην ὅμως, ὅτι ἡ γραμμὴ ἐπερατώθη καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ὅτι οἱ πραγματικοὶ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀναβάλλεται ἡ ἔναρξις τῆς λειτουργίας, δὲν εἶναι αἱ παρατηρηθεῖσαι δῆθεν τεχνικαὶ ἀτέλειαι περὶ τὴν κατασκευήν, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἀντίστασις, τὴν ὁποίαν προβάλλει ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου διὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἡ ἑταιρία διὰ τῆς συμβάσεως ὑποχρεοῦται νὰ παραλάβῃ τὴν γραμμὴν καὶ ἐκμεταλλευθῇ αὐτήν· ἀλλὰ θεωρεῖ, ὅτι, ἐὰν τὸ τιμολόγιον δὲν μεταβληθῇ, τοῦτο θέλει εἶσθαι ἐπιζήμιον δι’ αὐτήν. Βεβαίως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς θέλει μεριμνήσει συντόνως, ὅπως ἀρθῶσι πᾶσαι αἱ δυσκολίαι. Ἀλλ’ ὅσον συντόνως καὶ ἂν μεριμνήσῃ, φοβοῦμαι ὅτι θέλει καταναλωθῆ χρόνος μέχρις οὗ αἱ διαπραγματεύσεις περατωθῶσιν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Βουλὴ πιθανὸν νὰ μὴ συνεδριάζῃ καὶ ἑπομένως νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ κυρώσῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε προτείνει, θὰ ἐπέλθῃ νέα ἀναβολή. Διὰ τοῦτο συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ, εἰ δυνατὸν, τὴν προσωρινὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀρκεῖ τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν, καὶ οὐδεμίαν δαπάνην θέλει ὑποστῆ τὸ Δημόσιον, καθόσον νῦν, καίτοι τοῦ σιδηροδρόμου μὴ λειτουργοῦντος, αἱ δαπάναι γίνονται πρὸς συντήρησιν τῆς γραμμῆς. Ἑπομένως, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ παράκλησις, ἡ μόνη δαπάνη, ἥτις θέλει γείνῃ, εἶναι ἡ δαπάνη τῶν γαιανθράκων καὶ τοῦ ἐλαίου, ἥτις θέλει καλύπτεσθαι ὑπὸ τῶν εἰσπράξεων. Ἐπίσης παρὰ τοῦ αὐτοῦ Συλλόγου ἔλαβον ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἓν οἱονδήποτε μέτρον πρὸς ἄρσιν ἢ πρὸς μείωσιν τῆς σταφιδικῆς κρίσεως. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγὸς καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι ἐν καιρῷ εὐθέτῳ θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἄρσιν ἢ μείωσιν τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, διὰ τοῦτο θεωρῶ περιττὸν νὰ ποιήσωμαι οἱανδήποτε σύστασιν.
§11ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής· θεωρῶ δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ἄξιον τῆς μερίμνης αὐτῆς. Εὐθὺς ὡς τελεσθῇ ἡ μελέτη αὕτη, θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα αὐτῆς.
§12ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐλησμονήθη ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ἔχει συναφθῆ σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρία αὕτη, ἅμα τῷ πέρατι τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ. Ἡ ἑταιρία—τοῦτο ἐλησμονήθη—προέβαλλεν ἀντιῤῥήσεις, ὅτι τὸ ἔργον δὲν ἔχει κατασκευασθῆ ἐντελῶς καὶ καλῶς. Ἐπὶ σχετικῇ ἐπερωτήσει μου, ὑποβληθείσῃ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον καὶ σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἦλθεν εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, καὶ διώρισαν ἀπὸ κοινοῦ ἐπιτροπὴν, ἀποτελουμένην ἐκ μηχανικῶν τῆς τε Ἑταιρίας καὶ τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία ἐπιτροπὴ, μεταβᾶσα ἐπὶ τόπου, ἐξήτασε τὸ ἔργον καὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, δι’ ἧς συνίστα τὴν κατασκευὴν προσθέτων τινῶν ἔργων. Τὰ πρόσθετα ταῦτα ἔργα ἐξετελέσθησαν ἐντελῶς καὶ καλῶς, οἱ ἁρμόδιοι μηχανικοὶ λέγουσιν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει πλέον πρὸς κατασκευὴν ἐργασία, ἑπομένως ἓν ἐκ τῶν δύο πρέπει νὰ γείνῃ, καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἢ πρέπει ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου μετὰ τὴν κατασκευὴν τῶν προσθέτων αὐτῶν ἔργων, συμφώνως τῇ συμβάσει, τῇ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως συναφθείσῃ, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς, διότι πλέον οὐδὲν ἐμπόδιον ὑφίσταται, ἢ πρέπει νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος, καὶ νὰ καταπέσουν κατ’ αὐτῆς αἱ ζημίαι, αἵτινες ἔχουσι διὰ τῆς συμβάσεως συμφωνηθῆ. Αἱ ζημίαι αὗται εἶναι 8 ἢ 12 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, τὰς ὁποίας θὰ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον παρὰ τῆς ἑταιρίας, ἵνα αὐτὸ θέσῃ πλέον εἰς χρῆσιν τὴν γραμμήν. Ἡ Ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ἔφερε καὶ μίαν ἄλλην ἀντίῤῥησιν, ἔφερε τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι τὰ κέρδη της δὲν θ’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς δαπάνας αὐτῆς, καὶ ἐζήτει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη νέαν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ αὐξηθῇ τὸ τιμολόγιον. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους, συνεπάθει πρὸς αὐτήν, καὶ μὴ θέλουσα νὰ κηρύξῃ τὴν ἑταιρίαν ἔκπτωτον, παρεδέχθη καὶ τὴν ἀξίωσίν της ταύτην, καὶ συνέταξε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετὰ τῆς σχετικῆς συμβάσεως ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, περὶ κύρους τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐπρόφθασε νὰ μετατραπῇ εἰς νόμον τοῦ Κράτους. Πᾶσα λοιπὸν ἡ ἐργασία, κ. Ὑπουργέ, εἶναι ἑτοίμη, καὶ σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ ὀλίγαι ἡμέραι ἐργασίας τῆς παρούσης συνόδου ὑπολείπονται καὶ δὲν θὰ προφθάσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ εἴτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς κρίνῃ ὅτι πρέπει νὰ τὸ ὑποβάλῃ ἐκ νέου, εἴτε ἄλλο οἱονδήποτε, παρακαλῶ, λέγω, νὰ ἔλθητε εἰς οἱανδήποτε συνεννόησιν μετὰ τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς σύναψιν συμβάσεως, ἐχούσης ἀνάγκην νομοθετικῆς κυρώσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἵνα σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν δὲν θέλει ἀποδεχθῇ τὰς προτάσεις τῆς Ἑταιρίας, τότε νὰ θέσῃ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου εἰς χρῆσιν τὴν γραμμὴν, καθόσον δὲν δύναται νὰ μένῃ ἐν ἀχρηστίᾳ ἡ γραμμὴ, διότι θέλει καταστραφῆ, καὶ ἔχουσι δαπανηθῆ δι’ αὐτὴν ἑκατομμύρια. Δὲν πιστεύω λοιπὸν ποτὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποφασίσῃ ν’ ἀφήσῃ τὴν γραμμὴν νὰ καταστραφῇ, καὶ πάντως αὕτη θὰ τεθῇ εἰς χρῆσιν. Ἄς τὴν θέσῃ λοιπὸν εἰς χρῆσιν τὸ ταχύτερον, καθόσον καὶ ἤδη δύναται νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, καὶ νὰ καταπέσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὸ συμπεφωνημένον χρηματικὸν ποσὸν, ἵνα τὸ Δημόσιον ἀπαντᾷ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέχει ἡ ἐπὶ τὸ βῆμα πάροδος, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Ἔλαβον ἀναφορὰν ἐκ μέρους τοῦ ἐργολάβου Θ. Κούτρα, ὅστις εἶναι ὁ ἐργολάβος ὁ παραπονούμενος διὰ τὴν ἐγκριθεῖσαν μειοδοτικὴν δημοπρασίαν τῆς κατασκευῆς τοῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Καλάβρυτα. Φαίνεται ὅτι παρανόησίς τις ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας· διότι, ἐνῷ ἐγὼ κατέθεσα πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὸ Προεδρεῖον τηλεγράφημα αὐτοῦ τοῦ ἐργολάβου, ὑμεῖς ἐν τῇ ἀπαντήσει σας ἀνεφέρατε περὶ ἑνὸς Β. Κωστοπούλου. Τῷ ὄντι αὐτὸς ὁ Β. Κωστόπουλος, τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἢ κατόπιν, ἐπέδωκεν ἀναφορὰν μειοδοσίας εἰς τὸν νομάρχην Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἀλλ’ ὁ Κούτρας, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔλαβον, ὑποβάλλει ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ καταθέσω, διότι ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ βεβαιοῖ, ὅτι ἡ ἀναφορά του ἐπὶ τῆς ἐνεργηθείσης δημοπρασίας ἐδόθη εἰς τὴν Νομαρχίαν Ἀχαΐας τὴν 25 Μαῗου, δηλαδὴ πρὸ τῆς ἐγκρίσεως τῆς δημοπρασίας· ἡ ἀναφορά του αὕτη ἐπρωτοκολλήθη εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς Νομαρχίας Ἀχαιοήλιδος τὴν ἡμέραν τῆς ἐπιδόσεως...
§13ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὰς πληροφορίας αὐτὰς τοῦ ἐργολάβου;
§14ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν δύναται νὰ μὴ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν.
§15ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ ἐξετάσω.
§16ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἴσως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου παρενόησε τὴν ἐρώτησίν μου, διότι ἐγὼ ἠρώτησα περὶ τούτου. Ἠξεύρετε, κ. Ὑπουργὲ, τί συμβαίνει; Ἐγὼ ὑποπτεύομαι —καὶ εἴθε ἡ ὑποψία μου αὕτη νὰ μὴ ἦναι ἀληθὴς—ὑποπτεύομαι, ὅτι ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως ἔλαβε χώραν κατάχρησις, διότι, σχετίζων τὰ λεγόμενα τοῦ ἀναφερομένου μετὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατεθέσατε εἰς τὴν Βουλὴν, παρατηρῶ ὅτι προκύπτει τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ ἔγκρισις, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ κοινοποιηθῇ εἰς τὰς Πάτρας, διότι ἐκεῖ ἐγένετο ἡ δημοπρασία, ἐκοινοποιήθη εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ τοῦ νομάρχου Ἀττικοβοιωτίας καὶ κατὰ ποίαν ἡμέραν, παρακαλῶ; Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν αὐτὸς ὁ μειοδότης ἦτο εἰς τὰς Πάτρας, τὴν ἡμέραν δὲ ἐκείνην, περὶ τὴν μεσημβρίαν, ἀνεχώρησε μὲ τὸν σιδηρόδρομον ἀπὸ τὰς Πάτρας καὶ ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας. Βεβαίως θὰ ἔφθασεν ἐνταῦθα περὶ τὴν 7½ μ. μ. καὶ ἐν τούτοις εὑρίσκεται τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ τῷ ἔχει κοινοποιηθῆ ἡ ἔγκρισις τῆς δημοπρασίας! Πῶς συνέβη τοῦτο; Διατί πρῶτον ἐκοινοποιήθη διὰ τοῦ νομάρχου Ἀττικοβιωτίας; καὶ διατὶ ἔσπευσαν νὰ κοινοποιήσουν τὴν ἔγκρισιν οὕτω πως; καὶ πῶς εἰδοποιήθη νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας ὁ ἐργολάβος, διὰ νὰ τῷ γείνῃ ἡ κοινοποίησις; καὶ ποῦ τὸν εὗρον τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἔφθασε; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι κατάχρησις ἔλαβε χώραν, καὶ διὰ τοῦτο τόσον σφοδρῶς παραπονεῖται ὁ μειοδότης· καὶ ἐὰν ἐγένετο κατάχρησις, ἐγένετο παρ’ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ φρούρησις τῶν δημοσίων συμφερόντων.
§17ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἤμην τότε Ὑπουργός.
§18ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως. Δὲν πρόκειται νὰ μεμφθῶ τὴν ὑπηρεσίαν σας, πρόκειται τοὐναντίον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, ὅπως ἐλέγξητε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς Ὑπουργείου. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, τὴν ὁποίαν σχετίζω μὲ τὸν λοιπὸν φάκελλον, καὶ σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι κἄτι συμβαίνει, νὰ ἐξακριβώσητε τοῦτο, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀνακαλύψητέ τι, νὰ προβῆτε εἰς αὐστηρὰν καταδίωξιν τῶν ἐνεχομένων, διότι εἶδον διατριβὴν τοῦ ἐργολάβου τούτου δημοσιευθεῖσαν ἐν τῇ «Ἐπιθεωρήσει» μὲ τὴν ὑπογραφήν του, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὁμολογεῖ, ὅτι τὴν 25 Μαΐου ἐκοινοποιήθη ἡ ἀναφορὰ τοῦ Κούτρα, ἀλλὰ λέγει, ὅτι δὲν εἶχε πιστοποιητικὸν, ἐνῷ ὁ Κούτρας, ὡς λέγει εἰς τὴν ἀναφοράν του, καὶ πιστοποιητικὸν εἶχε, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον γνωρίζει ὅτι ἔχει πιστοποιητικὸν ἐργολαβίας, καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ παρουσιάσῃ τὸ πιστοποιητικὸν, παρὰ μόνον κατὰ τὴν δημοπρασίαν. Κἄτι λοιπὸν συμβαίνει, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας.
§19Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὅ,τι προέβλεπον, Κύριοι, τοῦτο καὶ ἐγένετο. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι περὶ τοῦ ὑπογείου σιδηροδρόμου, καὶ προέβλεπον ὅτι δὲν ἤθελον προσαχθῇ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μολονότι καὶ ἰδιαιτέρως ὑπέδειξα τοῦτο εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, γνωρίσας αὐτῷ, ὅτι δὲν ἤθελον προσαχθῇ, καθόσον οὔτε κἄν ἐνεχειρίσθησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. Δὲν ἔχω ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν, ἐπιφυλάσσομαι ὅμως ὅταν κατατεθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, νὰ λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσω λεπτομερῶς καὶ μεμετρημένως ἐπὶ τοῦ κυρίου ἀντικειμένου τῆς κατασκευῆς.
§20ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι τὸ τμῆμα ἐργάζεται, ἵνα χορηγήσῃ τὰς πληροφορίας αὐτὰς, καὶ ἐπανειλημμένως ἔκαμα παραστάσεις περὶ τούτου εἰς τὸ τμῆμα.
§21Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ γνωρίζω. Πρὸ ἕξ ὅλων ἡμερῶν μὲ ἠρωτήσατε «ποῖα ἔγγραφα;» καὶ ἀπήντησα: «τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ διαχώρισις ἀπὸ τὸν φάκελλον δὲν ἀπαιτεῖ οὐδὲ μιᾶς ὥρας ἐργασίαν». Ἀλλ’ ὑπάρχει πρόθεσις, ἵνα μὴ προσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καθόσον φοβοῦνται καὶ τρέμουν τὴν ἀλήθειαν· τρέμουν τὴν ἀλήθειαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ σκότει ζητοῦσι νὰ γυμνόνουν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἰδίως τὸν Ἀθηναϊκόν. Ἔῤῥιψαν τοὺς ὄνυχάς των ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ζητοῦσι νὰ τοῦ ἐκμυζήσουν τὸ αἷμα, ἀφοῦ κατέφαγον τὰς σάρκας του. Σπεῖρα κακῶν ἐνέσκηψεν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, Κύριοι, καὶ ἀφοῦ ἠθέλησε νὰ μᾶς ἀποκοιμίσῃ διὰ διαφόρων ναρκωτικῶν, διὰ δώρων, δωρεῶν καὶ διαφόρων ἄλλων μέσων, ἐῤῥίφθη ἐπὶ τῶν σαρκῶν ἡμῶν, μᾶς ἐκμυζῇ καθ’ ἑκάστην τὸ αἷμα, καὶ ἤδη τοὺς ὄνυχάς της ἔῤῥιψεν ἐπὶ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ ὅλης τῆς Ἑλλάδος καὶ ἰδίως τοῦ Ἀθηναϊκοῦ. Ἡ σπεῖρα αὕτη εἶναι ἡ συστηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Στεφάνου Ψύχα, ὁ ὁποῖος περιφέρεται εἰς τὰς ἀγυιὰς, τὰς ῥύμας καὶ τὰ καφενεῖα, καὶ καυχᾶται, λέγων ὅτι εὗρε τὰ μέσα· τὰ μέσα δὲ τοῦ Ψύχα τὰ γνωρίζετε· εἶναι ἀτυχῶς τὸ χρῆμα. Τρία ὅλα ἔτη, Κύριοι, παρῆλθον, ἀφ’ ἧς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατεδείκνυον τὰ ἐπισφαλῆ, ἔκτροπα καὶ κακὰ ἔργα τοῦ ὑπογείου σιδηροδρόμου. Κατεδείκνυον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν νῦν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὁ κ. Κελλενὲκ, ἐνδιαφερόμενος προσωπικῶς διὰ τὸν ὑπόγειον σιδηρόδρομον, τοῦ ὁποίου καὶ διηύθυνε τὰ ἔργα, ἤθελε φέρει ἀποτελέσματα ὄχι εὐάρεστα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς ποιότητος τῶν ἔργων σήμερον. Τὸ ζήτημα τῆς ἐξετάσεως, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐξετελέσθησαν τὰ ἔργα, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς παρελήφθησαν ὑπὸ τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν, τί ἐγνωμάτευσαν αἱ διάφοροι ἐπιτροπαὶ, θὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσαγάγῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, σήμερον ὅμως τὸ ζήτημα εἶναι διάφορον. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δίδῃ μόνον παραχωρήσεις, ἡ Βουλὴ ἔχει ἓν μεγαλείτερον καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἔχει καθῆκον νὰ ἐλέγχῃ, ἐὰν τὰ προνόμια, αἱ παραχωρήσεις αἱ δοθεῖσαι ἐξετελέσθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ἐὰν οἱ λαβόντες τὰ προνόμια ὀφείλωσι νὰ μετάσχωσι τῶν προνομίων τούτων, ὡς ἐκπληρώσαντες ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβον. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημερινὸν ζήτημα, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς εἶπον, ἡ σπεῖρα τῶν κακῶν ἔῤῥιψε τοὺς ὄνυχάς της παντοῦ, καὶ τὰ πάντα ζητεῖ νὰ ἐκμυζῇ. Δὲν δειλιῶ δὲ νὰ εἴπω, ὅτι καὶ μία ἄλλη ἑταιρία, ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων εἶναι χειροτέρα αὐτῶν. Τὰ Μονοπώλια, Κύριοι, (ἂς ἐκφύγω πρὸς στιγμὴν τοῦ θέματος) εἶναι ἄλλη πληγὴ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅπως ἄλλοτε ἐζήτησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν κατάργησιν τῶν Μονοπωλίων καὶ τὴν ἐκ παντὸς τρόπου ἐξοβέλισιν αὐτῶν, τὴν ζητῶ καὶ σήμερον, δηλῶν ὅτι θέλω ἐπανέλθει. Ἐπανέρχομαι ἤδη ἐπὶ τὸ θέμα. Παρεχωρήσαμεν, Κύριοι, προνόμιον εἰς τὸν Ψύχαν, — δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους, ἴσως ἵνα δείξωμεν ὅτι εἴμεθα καθ’ ὅλα πρότυπον βασίλειον, — παρεχωρήσαμεν, λέγω, προνόμιον ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν– Πειραιῶς μέχρι τῆς πλατείας Ὁμονοίας. Ὁ σχετικὸς νόμος, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΑΨΞΔʹ, ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοὺς ἀκολούθους ὅρους· πρῶτον, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διατηρήσεως τοῦ παρὰ τὸ Θησεῖον σταθμοῦ· δεύτερον, ἡ τῆς προεκτάσεως γραμμὴ νὰ κατασκευασθῇ διπλῆ μέχρι τοῦ σταθμοῦ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας, ἡ δὲ μεταξὺ τῶν σιδηρῶν ἐλασμάτων τῶν δύο γραμμῶν ἀπόστασις καὶ αἱ διαστάσεις αὐτῶν καὶ λοιπὰ νὰ ὦσιν ὡς ὁρίζονται ἐν τῇ συμβάσει τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς· καὶ τρίτον, ὁ σταθμὸς νὰ τοποθετηθῇ ἐπὶ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας. Ἐρωτῶ ἤδη, ἐξετέλεσεν ὁ Ψύχας τὴν σύμβασιν ταύτην καὶ συνεμορφώθη ἐπακριβῶς μὲ τοὺς ὅρους αὐτούς; ἀπαντῶ, ὄχι. Καὶ πρῶτον, πλατεῖα Ὁμονοίας δὲν εἶναι τὸ σημεῖον τῆς στάσεώς του, εἶναι ἡ ὁδὸς Ἀθηνᾶς, καὶ ὁ σταθμὸς κεῖται ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς, δὲν εἶναι ἐπὶ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας, ἑπομένως δὲν συνεμορφώθη μὲ τὸν ῥητὸν ὅρον τοῦ νὰ ἔχῃ τὸν σταθμόν του ἐπὶ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας. Μία λοιπὸν παράβασις αὕτη. Ἠθέλησαν νὰ κολάσουν πρὸς στιγμὴν τὸ πρᾶγμα, ἕνεκα τῆς δωρεᾶς τοῦ Πάγκα, ἀλλ’ ἐὰν ἤθελον νὰ τὸ κολάσουν, ἔπρεπε νὰ ζητήσουν τὴν μεταβολὴν τῆς συμβάσεως παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνέκριναν τὴν σύμβασιν, παρὰ τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ μετατρέπῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς· ἐὰν φρονῶσιν, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ μεταβολὴ συμβάσεως ἢ ὅρου τινὸς, ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἀνάγκην ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις μόνη δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην καὶ ἀποδεχθῇ τὴν μεταβολὴν, οὐδέποτε ὅμως δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλῃ. Ἐὰν δώσωμεν, Κύριοι, τοιοῦτον δικαίωμα, νὰ καταπατῶνται τόσον εὐκόλως ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς καὶ νόμοι ῥητοί, τότε ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος! Θὰ ἔλθῃ δὲ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι ἡ συζήτησις ἄλλων ὁμοίων πράξεων, καὶ τότε θέλω καταδείξει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ὁποῖά τινα ἐτελέσθησαν. Ἐὰν ἀναδιφήσητε ἑκάστην σελίδα πεπραγμένων, πανταχοῦ θέλετε εὕρει παραβάσεις. Χειρότεροι καὶ τῶν Φελλάχων ἐγείναμεν, Κύριοι, καὶ τοῦτο ἐπετεύχθη παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέσχοντο ὅτι θὰ ἐξευγενίσουν τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸν καιρὸν τῆς διοικήσεώς των! Ἐρωτῶ σήμερον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι διπλῆ ἡ γραμμὴ μέχρι τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας, ναὶ ἢ οὔ; οὐδεὶς τολμᾷ νὰ εἴπῃ ναί· ἀπαντῶ καὶ πάλιν ὄχι. Μὴ οὔσης τῆς γραμμῆς διπλῆς, διατὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτρέπει τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτῆς; διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτρέπει εἴσπραξιν διοδίων, παρὰ τὸν νόμον καὶ παρὰ τὴν σύμβασιν; εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ψύχας νὰ εἰσπράττῃ τὰ ψηφισθέντα ὑπὸ τοῦ νόμου, ἐὰν συνεμορφοῦτο ἐπακριβῶς μὲ τὴν σύμβασιν καὶ ἐξετέλει τὰς ἀναληφθείσας ὑπ’ αὐτοῦ ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ νῦν οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ, οὐδὲ νὰ ἐκμεταλλεύηται τὴν γραμμήν. Ὅθεν φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τῶν δύο τούτων ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐρειδόμενος ἐρεισμάτων, ὀφείλει καὶ καθῆκον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν μὴ ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς, ἕνεκα παραβάσεως ῥητῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπανέλθῃ ὁ σταθμὸς ὅπου ἦτο πρότερον, παρὰ τὸ Θησεῖον. Συλλογίσθητε, Κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι, ἐὰν ἐπιτρέψητε εἰς τὸν Ψύχαν νὰ ἐκμεταλλεύηται τὴν γραμμήν, συλλογίσθητε ὅτι, ἐὰν συμβῇ δυστύχημά τι, ἀναθέματα θὰ φέρητε ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σας. Φέρετε εὐθύνας, καὶ τὰς εὐθύνας ταύτας θέλω νὰ προλάβω. Ὅταν προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, θέλω καταδείξει τὰς ἀντιφάσεις τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν καὶ θέλω καταδείξει διὰ ποίων μέσων ἐζήτησαν νὰ καλύψουν τὰ αἴσχη των. Γνωστοποιῶ, ὅτι πολὺς κόσμος δειλιᾷ νὰ διέλθῃ τὴν σήραγγα, καὶ ἔχει δίκαιον, ὄχι διὰ τὰ λεχθέντα ἄλλοτε παρ’ ἐμοῦ, διότι ἐκεῖνα ἐλησμονήθησαν, ἀλλὰ διότι οἱ ἄνθρωποι ἀποτρέπουσι τὰς οἰκογενείας των νὰ διέλθωσιν ὑπὸ τὴν σήραγγα. Καὶ οὕτω ποῦ φθάνομεν; εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ ἄλλου σιδηροδρόμου, τοῦ ὁποίου αἱ μετοχαὶ εὑρίσκονται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν ὁ Ψύχας ἐξετέλει τὴν σύμβασιν, ἐδικαιοῦτο νὰ ἀπολαύσῃ τῶν ἐκ τῆς συμβάσεως ὠφελειῶν. Ἀλλὰ τὴν σύμβασιν δὲν τὴν ἐξετέλεσεν. Ἂς ἐξετάσω ἤδη τὸ ὑπαίθριον μέρος. Τὸ ὑπαίθριον μέρος, Κύριοι, οὐδεμίαν ἐπίσης παρέχει στερεότητα, αἱ δὲ γραμμαὶ δὲν κατεσκευάσθησαν συμφώνως μὲ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τὸ ἄρθρον 5· δὲν ἔχουσι τὰς ὁριζομένας ἐν τῇ παραχωρήσει τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διαστάσεις. Τὸ μεταξὺ τῶν δύο γραμμῶν διάστημα ὁρίζεται ῥητῶς, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι 2 μέτρων, ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ ὅρος οὗτος διὰ νόμου δὲν μετεβλήθη, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν μεταβάλῃ. Πιθανὸν ἄλλαι συμβάσεις, ἄλλαι ἑταιρίαι νὰ ἐθεώρησαν ὅτι δύναται νὰ γείνῃ 1,90, ἀλλ’ ἠδύναντο νὰ θεωρήσουν ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ 2,20, δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν ὅτι ὁ Ψύχας ἔπρεπε νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰς μεταβολὰς ταύτας. Ἐρωτῶ, εἶναι 2 μέτρα ἀπὸ τοῦ Θησείου μέχρι τοῦ Μεγάλου Μοναστηρίου ἡ ἀπόστασις τῶν δύο γραμμῶν; σᾶς ἀπαντῶ, ὄχι. Ἀπὸ τοῦ Μεγάλου Μοναστηρίου ἡ γραμμὴ εἶναι μονή, μέχρις ὄχι τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας, ἀλλὰ μέχρι τοῦ τέρματος τοῦ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς. Οὔσης λοιπὸν τῆς γραμμῆς ταύτης μονῆς, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ψύχαν νὰ εἰσπράττῃ τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει; Ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ἐπεβάλλομεν τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν ἢ μᾶλλον τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸν νόμον αὐτόν, νὰ τὸν σεβασθῶμεν καὶ ἡμεῖς, νὰ ἐπιβάλωμεν δὲ εἰς ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδόθη ἡ παραχώρησις αὕτη, νὰ συμμορφωθῇ ἐπακριβῶς μὲ τὰ συμφωνηθέντα, ἐπειδὴ δὲ δὲν συνεμορφώθη, νὰ ἀξιώσωμεν παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κλείσῃ τὴν γραμμὴν ταύτην, νὰ τὴν κλείσῃ μέχρις ὅτου βεβαιωθῇ ὁριστικῶς, ὅτι ἡ γραμμὴ αὕτη εἶναι ἐκμεταλλεύσιμος.
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐγένετο ἤδη ἡ ἔγκρισις τοῦ ἔργου, καὶ δὲν ἐδόθη ἡ ἄδεια πρὸς ἐκμετάλλευσιν;
§23Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν προσήγοντο τὰ ἔγγραφα, κύριε συνάδελφε, ἤθελον ἀναπτύξει τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ σήμερον δὲν τὰ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον λέγω, εἶναι ὅτι ἡ τελευταία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία διετάχθη παρὰ τοῦ...
§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι τὴν εὐθύνην πρέπει νὰ ζητήσητε ὡς διὰ τετελεσμένον πλέον ἔργον. Ὡς γνωστόν, τὸ ἔργον ἐτελέσθη, ἐπανειλημμένως δ’ ἐξητάσθη παρ’ ἐπιτροπῶν ἐκ μηχανικῶν, καὶ ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς σύμφωνον πρὸς τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν, καὶ παρεδόθη εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ. Τίνα λόγον δύνανται νὰ ἔχωσι σήμερον ὅλαι αἱ ἐξελέγξεις, τὰς ὁποίας πολὺ δικαίως ἐπαναφέρετε ἐπὶ τῶν γενομένων ἔργων, ἢ ὅπως βεβαιώσητε τὰς εὐθύνας τοῦ παρελθόντος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον αὐτό; Ποίας εὐθύνας ζητεῖτε παρὰ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τί δύναται νὰ πράξῃ οὗτος σήμερον; Ταῦτα λέγω, ἵνα σᾶς διευκολύνω μᾶλλον εἰς τὸ ἔργον σας.
§25Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι συναφῆ. Εὐθύνας δὲν ζητῶ ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, οὔτε τολμῶ νὰ ζητήσω. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν; Βεβαίως ἔχει. Ὅταν δὲ ὁ ἔλεγχος στηρίζηται ἐπὶ ῥητῶν διατάξεων νόμων, δύναται ὁ Βουλευτὴς καὶ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ πράξῃ; Δύναται οἱαδήποτε Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ ῥητοὺς ὅρους συμβάσεων; Βεβαίως ὄχι. Ἐδόθη ἔγκρισις; ἐγὼ σᾶς ἀπαντῶ, κύριε συνάδελφε, δὲν ἐδόθη ἔγκρισις, ἀλλ’ ἐδόθη ἔγκρισις ὑπὸ ὅρους ὡρισμένους καὶ ὑπὸ συνθήκας ὡρισμένας. Λοιπόν, ἂν ὁ Ὑπουργὸς παρέλειψε τὸ καθῆκόν του, μὴ νομίζετε ὅτι ἔχει δικαίωμα ὁ Στέφανος Ψύχας νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει καὶ νὰ ἀφαιρῇ παρανόμως χρήματα ἀπὸ τὸν λαὸν, — διότι σοῦ ἀφαιρεῖ 40 λεπτά, εἴτε διανύσῃς τὴν σήραγγα, εἴτε ὄχι· διότι ἔθεσαν καὶ τοιοῦτον ὅρον ἐν τῇ συμβάσει. Ποῦ ἠκούσθη τοιαύτη διάταξις! Ἀλλὰ τέλος πάντων ἐψηφίσθη, καὶ τὸ δέχομαι. Σήμερον, ἐρωτῶ, ὑπάρχει διπλῆ γραμμὴ; ἐδόθη ἡ ἄδεια πρὸς ἐκμετάλλευσιν διπλῆς γραμμῆς, ναὶ ἢ οὔ; Λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ἐκμεταλλεύηται τὴν γραμμὴν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς δύναται νὰ κατάσχῃ τὰς γενομένας εἰσπράξεις μέχρι τοῦδε, νὰ διακόψῃ τὴν γραμμὴν ταύτην μέχρι Θησείου, καὶ διατάξῃ νὰ ἐπανέλθῃ ὁ σταθμὸς τοῦ Θησείου· νὰ συστήσητε δ’ ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνθρώπων μὴ μετασχόντων οὐδεμιᾶς τῶν προηγουμένων ἐπιτροπῶν, ἀνεξαρτήτων ἐντελῶς, ἔστω καὶ ξένων, διὰ νὰ πεισθῆτε, ἂν ἡ γραμμὴ αὕτη ἦναι ἐκμεταλλεύσιμος ἢ οὔ. Ἐφ’ ὅσον δὲν γείνῃ τοῦτο, δὲν θὰ παύω ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ διαμαρτυρόμενος.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνετε, ἵνα ληφθῶσι πρὸς ἀπαγόρευσιν τῆς χρήσεως τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς, πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι μετ’ ἐπιστασίας, ἵνα γνωσθῇ ἐὰν ἔχωμεν δικαίωμα νὰ τὰ λάβωμεν, ὅπως μὴ ἐκθέσωμεν τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημιώσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐξετάσει, δὲν ἀμφιβάλλω, ἀμέσως τά τε δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς διοικήσεως, ὡς καὶ τὰ τῆς ἑταιρίας τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου, πῶς ἐγένετο ἡ παράδοσις, ἂν ὑπὸ ὅρους ἢ ἀπολύτως, καὶ ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ μετέλθῃ μέτρα ἐκβιαστικά. Ταῦτα πάντα θέλουσιν ἐξετασθῆ.
§27Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα ἐπείγει, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα καταστήσω γνωστὰ τὰ πάντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἄλλοτε διεμαρτυρόμην καὶ ὑπεδείκνυον τί θέλει συμβῆ· οἱ λόγοι μου δ’ ἐκεῖνοι δυστυχῶς ἐπηλήθευσαν, καὶ ἐνθυμεῖται ὁ κόσμος τοὺς λόγους μου. Ἡ ἄδεια ἡ χορηγηθεῖσα, ἐπαναλαμβάνω, ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν, καὶ τὰ εἰσπραττόμενα διόδια εἶναι παράνομα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητριάδης ἔχει τὸν λόγον,
§29Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Βεβαίως ἀπὸ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς δὲν περιέμενον νὰ λάβω ἄλλας πληροφορίας ἢ ὅτι μόνον εἷς χωροφύλαξ ἐφονεύθη ἀπὸ ἕνα ἀξιωματικὸν τῆς ἀστυνομίας. Διὰ τοῦτο παρατηρεῖται καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς ἐγκληματικότητος ἀπὸ τοῦ 1894 μέχρι σήμερον, διότι τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς δὲν γνωρίζει παρὰ μίαν ἀνθρωποκτονίαν ἐκ μέρους στρατιωτικῶν ἀστυνόμων καθ’ ἑνὸς χωροφύλακος. Καὶ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἄλλας πληροφορίας παρ’ ὅσας τῷ ἔδωκε τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ἀνεύθυνον. Στρέφω κατ’ ἀκολουθίαν τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὰς Εἰσαγγελίας τοῦ Κράτους τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνθρωποκτονιῶν καὶ τῶν τραυματισμῶν, οἵτινες ἐξετελέσθησαν ἐκ μέρους τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατὰ πολιτῶν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐγένοντο ἀνθρωποκτονίαι εἰς τὰ Φιλιατρὰ, εἰς τὴν Νάξον, εἰς τὰς Καλάμας καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀλλοῦ. Καὶ αἱ πληροφορίαι αὗται δίδονται πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχηγείου, ἐνῷ εἶναι ὑποχρεωμέναι αἱ ἀστυνομικαὶ ἀρχαὶ νὰ ἀναγγέλλουν ἀμέσως εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον καθ’ ἑκάστην τηλεγραφικῶς ὅλα τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν εἰς τὰς περιφερείας των. Οὕτως ἡ ἐγκληματικότης δὲν ἐξέλιπεν, ἀλλὰ διεγράφη ἐκ τῶν βίβλων τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς! Ἐν Σκιάθῳ ὑπάρχει διατηρουμένη ἡ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἡ Μονὴ αὕτη, μετὰ δεκαετῆ ἀφορίαν, (διότι τὰ εἰσοδήματά της εἶναι ἐξ ἐλαίου) ἐπέτυχε κατὰ τὸ 1893 ἐσοδείαν ἐλαίου, συλλέξασα 25,000 ὀκάδας. Ἀλλὰ τότε ἔτυχε νὰ παραιτηθῇ ὁ Ἡγούμενος αὐτῆς, διωρίσθη δ’ εἷς ἐκ τῶν μοναχῶν Ἡγούμενος, ὅστις καὶ ἀπέθανεν· ἔπειτα διωρίσθη διαχειριστὴς ὁ εἰρηνοδίκης, ὁ ὁποῖος διώρισεν ἐπιστάτην. Τοιουτοτρόπως ὅμως αἱ 25,000 ὀκάδες ἔγειναν 7,000. Κατὰ τὸν νόμον, ἡ συλλογὴ τῶν εἰσοδημάτων τῶν Μονῶν ἐκδίδεται διὰ πλειοδοτικῆς δημοπρασίας καὶ ὅμως ἡ τότε Κυβέρνησις ἐπέτρεψε τὴν συλλογὴν τοῦ ἐλαιοκάρπου δι’ ἐργατῶν καὶ ἐπιστατῶν, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ τότε εἰρηνοδίκου, καὶ οὕτως αἱ 25,000 ἔγειναν 7,000, καὶ ὁ εἰρηνοδίκης καὶ οἱ ἐπιστάται ἐβγῆκαν εἰς τὸν ἀφρὸν, ὡς λάδι. Ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, τί ἐνεργήθη ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, τὸ δὲ οἰκεῖον τμῆμα μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἠξεύρει τίποτε, ἐνῷ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὁ κατόπιν Ἡγούμενος ἔκαμεν ἀναφορὰς καὶ πρὸς τὸν νομάρχην καὶ πρὸς τὸν ἐπίσκοπον, καταδείξας τὴν κατάχρησιν· ἀλλὰ καὶ ἐὰν τυχὸν ἐστάλη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐκεῖ ἐκοιμήθη νήδυμον, διότι ὁ ἀνακριτὴς, καταγινόμενος νὰ βεβαιοῖ τὰς ἀντιστάσεις τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, δὲν ηὐκαίρησεν ἀπὸ τοῦ 1893 νὰ ἐξετάσῃ περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, ἥτις ἀντιπροσωπεύει αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 25,000 ὀκάδων ἐλαίου. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, διότι εἶναι ἄδικον ἡ Μονὴ νὰ χρεωστῇ τόσα χρήματα, καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ τὰ πληρώσῃ, ἄλλοι δὲ νὰ τρώγουν τὴν περιουσίαν της καὶ νὰ βγαίνουν εἰς τὸν ἀφρόν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ πληροφορίας περί τινος ἑτέρου ζητήματος. Μανθάνω ἐκ τηλεγραφήματος, ὅτι τὸν δικηγόρον Σοφοκλῆν Τριανταφυλλίδην συνέλαβεν ὁ Εἰσαγγελεύς, ἐκτελῶν ἀπόφασιν μὴ κοινοποιηθεῖσαν πρὸς αὐτὸν, τὸν συνέλαβε δὲ ὡς φυγόποινον καὶ τὸν ἐπῆγεν εἰς τὴν ἀστυνομίαν! Οἱ δικηγόροι συνῆλθον ὅλοι καὶ μετέβησαν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ζητοῦντες πληροφορίας. Ἔπειτα, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἔκαμαν μίαν σύμβασιν μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ὁ δικηγόρος ἔκαμεν ἀνακοπὴν καὶ κατεδικάσθη εἰς πέντε ἡμερῶν φυλάκισιν. Οὐχ ἧττον ὅμως αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δεικνύει ἄγνοιαν ἐκ μέρους τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς τῶν νόμων, καίτοι ἔχει τὰ προσόντα...
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Εἰσαγγελεύς;
§31ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ὁ Κασιμάτης... Ὁ Σοφοκλῆς Τριανταφυλλίδης εἶχε καταμηνυθῆ ἀπὸ ἕνα γραφέα τοῦ δικαστηρίου ἐπὶ ἐξυβρίσει, κατεδικάσθη δ’ ἐρήμην εἰς 15 ἡμερῶν φυλάκισιν, ἔκαμεν ἀνακοπὴν, καὶ τὸ δικαστήριον διέταξε κρείσσονας ἀποδείξεις. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως, μετὰ τὰς κρείσσονας ἀποδείξεις, ἔκρινε καλὸν νὰ δικασθῇ ἐρήμην, διότι ἐφοβεῖτο καταδίκην δι’ ἄλλους λόγους. Τὸ δικαστήριον τότε ἀπέῤῥιψε τὴν νέαν ἀνακοπήν του, καὶ ἐθεώρησεν ἰσχύουσαν τὴν πρώτην του ἐρήμην ἀπόφασιν καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸν συνέλαβεν. Ἔπειτα ἐδέχθησαν τὴν ἀνακοπήν του, καὶ ἔκαμαν αὐτὴν τὴν σύμβασιν, περὶ ἧς σᾶς εἶπον. Εἶναι ἀπρεπὲς νὰ γίνωνται τοιαῦτα ἀδικήματα, καὶ ἰδίως ἀφορῶντα εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ σέβηται περισσότερον τὸν ἑαυτόν της, ἂν ὄχι τοὺς νόμους.
§32ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡς μέλος τῆς σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς δὲν ὑπέγραψα τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Σωτηροπούλου, διότι δὲν ἀποδέχομαι καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς διατυπουμένας ἐν αὐτῷ γνώμας. Ἐνόμισα δ’ ὅτι ὤφειλον νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου ἐν ἰδιαιτέρῳ νομοσχεδίῳ, ὅπερ ὑποβάλλω, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω, καθ’ ἣν ἡμέραν συζητηθῇ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ Πλημμελειοδικῶν πληροφορίας, διατὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἐξεδόθη τὸ βούλευμα ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως τῆς προκληθείσης ἐκ μηνύσεως τοῦ τραυματισθέντος παρὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας Λαγάκη κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, καὶ προσέτι νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, πότε ἐπερατώθησαν αἱ ἀνακρίσεις, καὶ, ἐὰν πράγματι πρὸ πολλοῦ ἐπερατώθησαν, διατὶ δὲν ἐκδίδεται τὸ κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας βούλευμα, προκειμένου μάλιστα περὶ ἐκλογικοῦ παραπτώματος.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κραναίας ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 139).
§34ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Σωτηρόπουλος ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ὡς μέτρον ἐπιβοηθητικόν. Εἶπεν, ὡς πάντες ἐνθυμεῖσθε, ὅτι προτιμῶσι τὴν φορολογίαν εἰς εἶδος, καὶ μόνον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελε παραδεχθῆ τὸ μέτρον τῆς εἰς εἶδος φορολογίας, τότε, εἶπε, θὰ καταντήσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρὸ πάσης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποφανθῇ, ἂν ἀποδέχηται τὴν φορολογίαν εἰς εἶδος· διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ ἄλλα νομοσχέδια εἶναι περιττά. Πρὸ τῆς συζητήσεως λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό.
§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῇ 5 Ἰουνίου εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὴν μετὰ τῆς Αἰγύπτου σύμβασιν· εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν ἀμέσως τὴν ἐπιοῦσαν· ἔκτοτε παρῆλθον ἑπτὰ ἡμέραι, καὶ ἀτυχῶς δὲν ἐδημοσιεύθη, εἰ καὶ ἡ Βουλὴ συνῄνεσεν, ὅπως γείνῃ τάχιστα ἡ δημοσίευσις αὐτῆς. Ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ ἔμαθον ὅτι ἐκρίθη καλλίτερον νὰ γείνωσιν αἱ διορθώσεις τῶν τυπογραφικῶν δοκιμίων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλ’ ἡ παράτασις ἐξακολουθεῖ, ἐνῷ τὸ ζήτημα εἶναι λίαν ἐπεῖγον. Ἐν Αἰγύπτῳ καὶ εἰς τὰς καπνοφόρους ἑλληνικὰς ἐπαρχίας περιμένουσι τὰ ἀποτέλεσμα τῆς Βουλῆς. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ συντονώτατα μέτρα, ὅπως ἐντὸς τῆς αὔριον δημοσιευθῇ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Αἰγύπτου καὶ ἐγγραφῇ ἀμέσως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι ἕνεκεν τῆς ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ τῆς συμβάσεως ὑπαρχούσης διατάξεως, τῆς ὁριζούσης ὅτι πρὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου 1895 πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἔγκρισις τῆς συμβάσεως, δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις αὐτῆς διὰ τὴν ἄλλην σύνοδον. Εἶναι μάλιστα ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ, ἴσως νὰ ἀρχίσῃ καὶ ἐνωρίτερον, διότι ἐπίκειται ἡ νέα παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι αὔριον τὰ δοκίμια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ σταλῶσιν εἰς τὸ τυπογραφεῖον, καὶ ὅτι θὰ καταστῇ δυνατὸν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον διανεμηθῇ μεθαύριον.
§37ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀσθενοῦντος τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων πρὸς τὰς συμβάσεις Αἰγύπτου καὶ Βελγίου, διὰ νὰ ἴδωμεν διατί, προκειμένου μὲν περὶ τῆς μετὰ Αἰγύπτου συμβάσεως, τοσαύτη ἐπῆλθε βραδύτης εἰς τὴν ὑπογραφὴν αὐτῆς, ἐνῷ τοσαῦτα μετ’ αὐτῆς συνεδέοντο συμφέροντα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν, τοὐναντίον δὲ, διατὶ ἐπεσπεύσθη ἡ ὑπογραφὴ τῆς μετὰ τοῦ Βελγίου συμβάσεως, ἐνῷ δὲν προῆλθον ἐκ ταύτης ὠφελήματα, ἀλλὰ ζημίαι μᾶλλον τοῦ Δημοσίου.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, ἂν ἔχητε νὰ ζητήσητε ὡρισμένα ἔγγραφα, νὰ τὰ ὁρίσητε, ἄλλως δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προσκομισθῶσιν ἅπαντα τὰ ἔγγραφα.
§39ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργείου νὰ καταθέσῃ ὅσα νομίζει καταλληλότερα πρὸς τὸν σκοπόν. Προκειμένου δὲ περὶ τοιούτων συμβάσεων, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ βλάβης εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν σχετικῶν ἐγγράφων.
§40Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Αἰγύπτου παρακολουθοῦσιν ἕνδεκα ὅλα ἄλλα ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν πρακτικὸν, προσέτι δὲ ὁ τελωνειακὸς ὀργανισμὸς, ὅστις θεωρεῖται παράρτημα καὶ παρακολούθημα τῆς συμβάσεως. Ἠρώτησα τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἔμαθον ὅτι ὑπεβλήθησαν τὰ ἕνδεκα αὐτὰ ἔγγραφα καὶ ὁ τελωνειακὸς ὀργανισμός. Ἂν ὅμως αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐδόθησαν, δὲν ἦναι ἀκριβεῖς, πρέπει νὰ κατατεθῇ τὸ πρακτικὸν τὸ μεταξὺ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου, τὸ σχετικὸν μὲ τὴν σύμβασιν, δέκα ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, καὶ τελευταῖον, ὅπερ σπουδαιότατον, ὁ τελωνειακὸς ὀργανισμός. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ πληροφορίαι ἦναι ἀκριβεῖς, πρέπει νὰ δημοσιευθῶσι τὸ ταχύτερον, ἵνα μὴ χρονοτριβῶμεν, διότι ἄνευ αὐτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ἐὰν κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔγγραφα καὶ ποῖα ἔγγραφα, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν του.
§42ΣΑΚΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὸ ἡμερῶν ἀνηγγέλθησαν εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος τὰ ὀνόματα τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῆς συμμορίας τοῦ Τσουλῆ, καὶ συνεστήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτῶν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ παρίδῃ, ὀφείλει δὲ νὰ ἀνταμείψῃ γενναίως τοὺς μετασχόντας εἰς τὴν συμπλοκὴν καὶ καταστροφὴν τῆς ληστοσυμμορίας ταύτης, συνάμα δὲ, ἐπειδὴ ἐν τῇ συμπλοκῇ ταύτῃ ἔσχε τὸ ἀτύχημα εἷς συγγενής μου νὰ ἀπολέσῃ τὸν υἱόν του, δεκανέα ὄντα, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀτυχὴς πατὴρ τυγχάνει ἱερεὺς καὶ προστάτης πολυμελοῦς οἰκογενείας καὶ ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως, διότι διὰ τῆς ἀπωλείας τοῦ τέκνου του τούτου ἔχασε τὸ μόνον στήριγμα τῆς οἰκογενείας του, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν,—συνηγορῶ δὲ ὄχι ὑπὲρ τοῦ συγγενοῦς μου, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ δικαίου,— ἵνα ἐκ τῆς ἀμοιβῆς, ἡ ὁποία θὰ χορηγηθῇ εἰς τοὺς μετασχόντας εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῆς συμμορίας ταύτης, χορηγηθῇ μέρος καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ γενναίως πεσόντος δεκανέως, διότι ἀληθῶς ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος ἔδειξε καὶ ἀνδρείαν καὶ αὐταπάρνησιν.
§43ΚΡΙΤΣΑΣ. Περὶ Σταυροπούλου πρόκειται;
§44ΣΑΚΚΗΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,—ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀπουσιάζει τὴν στιγμὴν ταύτην,—ἵνα λίαν προσεχῶς καταθέσῃ πληροφορίας ἀναγομένας εἰς τὰ ἐγκλήματα τὰ διαπραχθέντα παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ἰδίᾳ δὲ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ζητήσῃ καὶ προσαγάγῃ τάχιστα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας. 1) Ἐὰν ἐν Μεσσήνῃ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐφόνευσαν τὸν ἀδελφὸν τοῦ ἀνθυπιλάρχου Καλλιανέση. 2) Ἐὰν ἐν Φιλιατροῖς ἐπίσης τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐφόνευσαν πολίτην τινά, διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι οὗτος, μόλις ἐξῆλθε τῆς οἰκίας του, ἠρώτησε τὸν ἀστυφύλακα «τί τρέχει;» καὶ εἰς ἀπάντησιν ὁ ἀστυφύλαξ τὸν ἐφόνευσεν. 3) Ἐὰν ὁ ἀστυνόμος Φλεσσιάδος ἐπυροβόλησε διὰ ῥεβόλβερ, ὁ ἴδιος, πολίτην τινά, μὴ ἐγκληματίαν, καὶ ἐπλήγωσεν αὐτὸν εἰς τὴν ῥάχιν. Ὁ ἀστυνόμος οὗτος παρεπέμφθη εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἀλλὰ τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, ὅπερ πάντοτε δείκνυται δυστυχῶς λίαν ἐπιεικές, ἀπήλλαξεν αὐτὸν τῆς κατηγορίας. 4) Ἐὰν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα Καλαμῶν, τῇ παρορμήσει τοῦ τότε ἀστυνόμου, ἀποστρατευθέντος εὐτυχῶς ἤδη, ἐφόνευσαν πολίτην τινά, φίλον μὲν τοῦ οἴνου καὶ μεθύσκοντα ἴσως ἐνίοτε, ἀλλ’ ἀγαθώτατον ἄνθρωπον. Τοῦ κυρίου ἀστυνόμου νομίσαντος ὅτι ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος διετάρασσε τὴν τάξιν, τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα συνέλαβον αὐτόν, καὶ τύπτοντες καθ’ ὁδὸν, τὸν μετέφεραν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα, ὅπου ἔδερον αὐτὸν ἀνηλεῶς καθ’ ὅλην τὴν νύκτα, χύνοντες ἐν ταὐτῷ ψυχρὸν ὕδωρ ἐπὶ τὴν ῥάχιν του· ἐκ τῶν κακώσεων δὲ τούτων ὁ δυστυχὴς ἄνθρωπος τὴν πρωΐαν ἀπέθανεν. Ἐκ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τῶν διαπραξάντων τὸ ἔγκλημα τοῦτο, τινὰ μὲν ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Καλαμῶν κατεδικάσθησαν ὡς συνεργοί, ἕτερα δὲ παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, κηρυχθέντος ἀναρμοδίου τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα διάφορα ἄλλα ὄργια, τελεσθέντα ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ παρ’ ἄλλου συναδέλφου ὑπεβλήθη σχετικὴ ἐπερώτησις, περὶ προσαγωγῆς πληροφοριῶν ἀφορωσῶν τὰς ἀνθρωποκτονίας τὰς διαπραχθείσας ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἵνα ὅλαι αἱ πληροφορίαι αὗται κατατεθῶσι ταχέως, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς πρέπει νὰ γείνωσι ταῦτα γνωστὰ εἰς τὸ κοινὸν, ἵνα φρίξῃ, μανθάνον πῶς ἐξετέλεσε τὸν προορισμόν της ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ πεισθῶσι πάντες, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὄχι μόνον δὲν ἐξεβαρβαρώθημεν, ἀλλ’ ἀπεβαρβαρώθημεν!
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς καταργηθῇ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, καὶ θὰ σᾶς ἀκούσω, πόσα παράπονα θὰ ἔχητε κατὰ τῆς ἀστυνομίας.
§46ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν καὶ δὲν ὑπάρχει ἐναντία γνώμη, ἀλλὰ λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς συστάσεως τῆς πρώτης τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐνόμισα εὔλογον, ὡς ἐκ περισσοῦ, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν πάντων, καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἀμοιβῶν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς μάστιγος τῆς λῃστείας ἀπὸ τοῦ ἐδάφους τῆς Ἑλλάδος. Δὲν πρόκειται περὶ ἔργου προσωπικῆς φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης, δὲν πρόκειται περὶ ἔργου ἄλλου δημοσίου συμφέροντος, πρόκειται ἵνα εἰς τὸ μέλλον πλέον λείψῃ ἐντελῶς ἓν στίγμα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐὰν τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν καθαρῶς οἰκονομικήν, ὑπὸ κερδοσκοπικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἔποψιν καὶ μόνον σκεφθῇ, συμφέρει εἰς αὐτὸ νὰ ἦναι ἀφειδέστατον εἰς τὰς ἀμοιβὰς, αἱ ὁποῖαι ὀφείλονται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προκινδυνεύουσι, καὶ μάλιστα εἰς ἀγῶνα ὀδυνηρὸν καὶ ἄχαριν διὰ τὸ Κράτος, ἄδοξον ἀληθῶς, ὅσον δι’ αὐτοὺς τιμητικόν, κινδυνεύοντες τὴν ζωήν των, ἀφίνοντες ἀπωρφανισμένην τὴν οἰκογενειάν των, ἵνα συντελῶσιν, ὅπως ἐπὶ τέλους ἐξαλειφθῇ αὐτὸ τὸ στίγμα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν τὸ Κράτος ὑπολογίσῃ ποίας ζημίας ὑφίσταται, καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως ἐκ τῆς ληστείας, ποίας διαταράξεις, βεβαίως θέλει σκεφθῆ, ὅτι συμφέρει καὶ ὑλικῶς καὶ χρηματικῶς νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ φειδωλία εἰς τὰς ἀμοιβὰς, ἡ μεγάλη. Τί εἶναι 500 δραχμαὶ καὶ 1000 δραχμαὶ καὶ 5,000 δραχμαὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κινδυνεύουσι τὴν ζωήν των, ἵνα ἀπαλλάξωσι τὸν τόπον ἀπὸ τῆς μάστιγος ταύτης; Μέχρις ἑκατομμυρίων ἠδύναντο νὰ φθάσωσιν αἱ ἀμοιβαί, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ πεποίθησις πλέον, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ληστεία. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα καλὸν, ὡς ἐκ περισσοῦ, νὰ ἐνισχύσω τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
§47ΚΡΙΤΣΑΣ. Προκειμένου περὶ ἀπονομῆς τῶν ὑπὸ τοῦ περὶ ληστείας νόμου προβλεπομένων ἀμοιβῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ἑξῆς. Κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1894, δώδεκα ἢ δεκατρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἐξοντώσεως τῆς ληστοσυμμορίας Παπακυριτσοπούλου, τὴν συμμορίαν ταύτην κατέδειξαν δύο πολῖται, οἱ Βασίλειος Ζαζᾶς, ἐκ Φθιώτιδος, καὶ Ἀναγνώστης Πατσάλης, ἐκ Δομοκοῦ, εἰς τὰ ἐν Δομοκῷ ἀποσπάσματα. Τὰ ἀποσπάσματα δὲ ταῦτα, πεισθέντα εἰς τὰ ὑπὸ τῶν πολιτῶν ἐκείνων ἀνενεχθέντα, ἔσπευσαν ἐπὶ τὸ ὑπὸ τῶν πολιτῶν ὑποδειχθὲν μέρος καὶ ἐν αὐτῷ ἀκριβῶς εὑρόντες διαιτωμένην τὴν ληστοσυμμορίαν ἐκείνην, συνῆψαν πολύωρον πρὸς αὐτὴν συμπλοκὴν, ἧς τὸ ἀποτέλεσμα, δυστυχῶς, δὲν ἦτο εὐάρεστον, διότι ἡ ληστοσυμμορία κατώρθωσε νὰ διαφύγῃ. Μετὰ δώδεκα ἡμέρας ἔλαβε χώραν τὸ γνωστὸν παρὰ τὴν Δαϊτσᾶν συμβὰν, καὶ ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τῆς συμμορίας ἐκείνης, ἡ ὁποία κατὰ τὸ πλεῖστον ὀφείλεται εἰς τοὺς περὶ ὧν πρόκειται πολίτας, διότι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἡ ὑπηρεσία τῆς καταδιώξεως ἐτέθη ἀσφαλῶς ἐπὶ τὰ ἴχνη τῆς συμμορίας. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς καταδείξεως τῆς συμμορίας ὑπεβλήθησαν εἰς διαφόρους κινδύνους, τοὺς ὁποίους διέτρεχον ἀπὸ μέρους τῶν ληστῶν, εἶναι, νομίζω, δίκαιον νὰ λάβωσι τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένην ἀμοιβὴν, πρὸς ἀντιστάθμισιν τῶν ζημιῶν, ἃς ὑπέστησαν καὶ ὑφίστανται εἰσέτι, ἐγκαταλείποντες τὰς ἐργασίας των, πρὸς ἀποφυγὴν ἐνδεχομένης μετὰ τῶν ληστῶν συναντήσεως, ἡ ὁποία, πάντες δυνάμεθα νὰ εἰκάσωμεν, ποῦ ἤθελεν ἀπολήξει. Ἐξωδίκως μανθάνω, ὅτι εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς τοιαύτης ἀμοιβῆς παρεμβάλλονται προσκόμματα, ἓν ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ μὴ εἰσέτι λῆψις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομάρχου Φθιώτιδος καὶ τοῦ εἰσαγγελέως Λαμίας, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸν καταμερισμὸν τῆς ἀμοιβῆς, τῆς ὀφειλομένης εἰς τοὺς συντελέσαντας εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῆς ληστοσυμμορίας Παπακυριτσοπούλου κατὰ τὴν παρὰ τὴν Δαϊτσᾶν συμπλοκήν. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ὅλως ξένη τῆς περὶ ἧς ἐγὼ ὁμιλῶ, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, καὶ συνεπῶς τὴν πληρωμὴν εἰς τοὺς δύο ἐκείνους πτωχοὺς πολίτας τοῦ ποσοῦ, εἰς τὴν λῆψιν τοῦ ὁποίου δικαιοῦνται.
§48ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης οὐδὲν ἀπολύτως δύναμαι νὰ πράξω, διότι, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδεμίαν εἰσέτι ἔλαβον ἔκθεσιν.
§49ΡΑΖΕΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν σύστασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐκ Πυλίας ἀξιοτίμου συναδέλφου, νομίζω ὅτι ἡ ἀμοιβὴ, τὴν ὁποίαν συνέστησεν ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ κατὰ τὴν μετὰ τῆς συμμορίας Τσουλῆ συμπλοκὴν φονευθέντος δεκανέως Σταυροπούλου, παρέχεται εἰς αὐτὴν ἐκ τοῦ νόμου· διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι τῆς ἀμοιβῆς δικαιοῦνται νὰ λάβωσι μέρος πάντες οἱ συντελέσαντες ὁπωςδήποτε εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ληστῶν· εἷς δὲ τῶν συντελεσάντων εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ληστῶν εἶναι ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει καὶ ὁ δεκανεὺς Σταυρόπουλος, καὶ συνεπῶς οἱ συγγενεῖς του δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὴν ἀμοιβήν του. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ δεκανεὺς ἐκεῖνος εἶναι ἓν θῦμα τοῦ καθήκοντος, εἷς ἥρως, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὁ ὁποῖος ἐθυσιάσθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ παρέχηται εἰς τὴν οἰκογένειάν του χρηματικόν τι ποσὸν ὡς ἀμοιβὴ καὶ εἰς ἀνακούφισιν τοῦ δυστυχήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέστη, στερηθεῖσα ἑνὸς τῶν μελῶν της.
§50ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁ κατὰ τὴν ἐξόντωσιν τῆς ληστοσυμμορίας Τσουλῆ φονευθεὶς δεκανεὺς κατάγεται ἐκ Μεσσήνης, ἐκ τοῦ δήμου Θουρίας, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ θῦμα αὐτὸ τοῦ ὑπερμέτρου ζήλου πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του ἀφῆκε πατέρα, ὁ ὁποῖος εἶναι πενέστατος, ἄστεγος σχεδὸν, καὶ μόνον ἔρεισμά του εἶχε τὸν φονευθέντα υἱόν του. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν δυστυχεστάτην θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου ὑπαξιωματικοῦ, καὶ φροντίσῃ ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὴν ἀνάλογον χρηματικὸν ποσὸν, εἴτε ὡς ἀποζημίωσις, εἴτε ὡς ἀμοιβή.
§51ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα περὶ τῆς διπλῆς προσθέτου ὑπηρεσίας, τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τοὺς καθυστερουμένους ἐπιστράτους τοῦ 1880–1881 καὶ 1885–1886, διότι, ὡς εἶπον πρὸ ἡμερῶν, ἐπιβάλλεται διπλῆ πρόσθετος ὑπηρεσία, εἰς μὲν τοὺς καθυστερουμένους ἐπιστράτους τοῦ 1880 πρόσθετος ἑξάμηνος καὶ ἐνιαύσιος, εἰς δὲ τοὺς τοῦ 1885 τρίμηνος καὶ ἐνιαύσιος, καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐξαγοράσουν ἐν γένει τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐπιστρατείας, καὶ ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν στρατὸν, καίτοι οἱ πλεῖστοι οἰκογενειάρχαι, ἔχοντες ἄλλος 5 τέκνα, ἄλλος 4 καὶ ἄλλος 2, ὅπερ εἶναι μέγα ἄδικον εἰς αὐτούς. Ὑποβάλλω δὲ καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ὀρυκτῶν παρετήρησα, ὅτι τὸ Δημόσιον εἰσπράττει ἀπὸ τὴν πώλησιν τῆς σμύριδος 400 χιλ. δραχ. Πρὸ τοῦ νόμου τῆς παραχωρήσεως τῆς σμύριδος εἰς τὸ Μονοπώλιον, ἐπώλει τὸ Δημόσιον 40,000 στατῆρας, πρὸς 12 δραχ. ἕκαστον στατῆρα, καὶ ἐλάμβανε 480,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπλήρονε δι’ ἐργατικὰ, πρὸς 3 δραχ. τὸν στατῆρα, εἰς τοὺς ἐργάτας 120,000, εἰς δὲ τὸν ἐπιστάτην, τοὺς φύλακας καὶ λοιπὰ ἔξοδα τοῦ ἐπιστάτου 6,000, τὸ ὅλον 126,000 δρ., καὶ ἔμενε καθαρὸν κέρδος εἰς τὸ Δημόσιον 354,000 δραχ. Σήμερον τὸ Δημόσιον φέρει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἔσοδον 400,000, τὰ δὲ ἔξοδα πόσα νομίζετε ὅτι εἶναι; 599,000. Δηλαδὴ ἀντὶ τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ, πληρόνει 200,000 ὡς ἔγγιστα, διὰ νὰ πωλῇ τὸ Μονοπώλιον τὴν σμύριδα εἰς τὰς διαφόρους ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης...
§52Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ποῖος πωλεῖ;
§53ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸ Μονοπώλιον.
§54Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων;
§55ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Βεβαίως... Πρότερον, ὅτε ἐπώλει τὸ Δημόσιον 40,000 στατῆρας πρὸς 12 δραχμὰς, δὲν εἶχε διευθυντὴν τῆς ἐξορύξεως τῆς σμύριδος, ἀλλ’ εἶχεν ἐπιστάτην· τώρα, ὅτε τὴν πωλεῖ τὸ Δημόσιον, ἔβαλε καὶ διευθυντὴν μὲ 340 δραχμὰς τὸν μῆνα, ἔβαλε καὶ ἐπιστάτην, δίδονται δὲ εἰς τὸ Μονοπώλιον διὰ μεταφορὰν κλπ. 260 χιλιάδες, ἀπὸ δὲ τοὺς δυστυχεῖς ἐργάτας ἀφῄρεσε μίαν δραχμὴν ἐκ τοῦ ἡμερομισθίου. Καὶ τί συνέβη; Οἱ ἐργάται Ἀπειρανθίας ἔκαμαν ἀπεργίαν καὶ δὲν ἐξορύττουσι σμύριδα, διότι μὲ 2 δραχμὰς δὲν δύνανται νὰ ἐξορύττωσιν ἓν καντάριον τὴν ἡμέραν καὶ νὰ τὸ μεταφέρωσι δύο ὥρας μακρὰν τῶν ὀρυχείων· οὐδὲ διὰ τὴν τροφὴν τῶν ζώων των ἐπαρκοῦσιν, οὐδὲ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἐργαλείων, οὐδὲ διὰ τὴν συντήρησιν ἑαυτῶν. Οἱ ἄλλοι, οἱ τῶν βόθρων ἐργάται, προτίθενται καὶ αὐτοὶ νὰ κάμωσιν ἀπεργίαν, διότι δὲν δύνανται μὲ δύο δραχμὰς νὰ ἐξοικονομηθῶσιν οἱ ἄνθρωποι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, καὶ νὰ φέρῃ ἓν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς διὰ τοῦ Μονοπωλίου πωλήσεως τῆς σμύριδος καὶ ἐκθέσῃ τὴν πώλησιν δι’ ἐργολαβίας· συγχρόνως δὲ νὰ διαγράψῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸν διευθυντὴν τῆς σμύριδος, ὁ ὁποῖος εἶναι μία πολυτέλεια, καὶ νὰ ἀφήσῃ μόνον τὸν ἐπιστάτην, καὶ οὕτω θὰ ἔχῃ κέρδος τὸ Δημόσιον τὰς 6,000 δραχμὰς, μὲ τὰς ὁποίας θὰ πληρόνῃ τὸν ἀρχιφύλακα καὶ τοὺς φύλακας τῆς σμύριδος. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν φέρονται ἔξοδα βελτιώσεως ὀρυχείων 25,000 δραχμαί. Οὐδεμία βελτίωσις γίνεται εἰς αὐτά· τὴν σμύριδα συλλέγουσιν οἱ ἐργάται δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ τὴν μεταφέρουν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου· οὐδεμία τακτικὴ ἐξόρυξις γίνεται...
§56ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Αἱ 25,000 δραχμαὶ εἶναι πρὸς βελτίωσιν τοῦ ἐν Μήλῳ ὀρυχείου.
§57ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ῥητῶς λέγει σμύριδος. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ Μήλου... Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ καὶ διὰ τοὺς δυστυχεῖς ἐργάτας, νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν ἀμοιβὴν τοὐλάχιστον κατὰ 50 λεπτὰ τὸν στατῆρα, δηλ. τὰς 2 δραχμὰς, τὰς ὁποίας λαμβάνουν, νὰ τὰς κάμῃ 2,50, διότι σήμερον ἔχει 5 δραχμὰς ἡμερομίσθιον ὁ ἐργάτης ὁ σκουπίζων τοὺς δρόμους.
§58ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Σχετικῶς μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νάξου, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσοι καθυστερούμενοι κληρωτοὶ ὑπάρχουσιν ἀπὸ τοῦ 1880, ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς δηλαδὴ τοῦ νόμου περὶ καθολικῆς στρατολογίας, καὶ πόσοι καθυστερούμενοι ἐπίστρατοι κατὰ πάσας τὰς ἐπιστρατείας.
§59Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὁ ἐκ Σύρου κ. Τόμαν καὶ ὁ ἐκ Βόλου κ. Σχινᾶς, ἐθεώρησαν καλὸν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν διέρχεται σπουδαῖος κλάδος τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, ὁ βυρσοδεψικὸς, καὶ νὰ συστήσωσιν εἰς αὐτὸν τὴν ταχίστην λῆψιν μέτρων προσφόρων πρὸς πρόληψιν ἐνδεχομένων ζημιῶν καὶ ἀποσόβησιν ἀπὸ ἀπειλουμένης ἐν τῷ μέλλοντι καταστροφῆς, ὡς ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ, ὅστις ἀνεπτύχθη καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἄλλοτε πρὸ ὀλίγων ἐτῶν δὲν ὑπῆρχεν, ἐν Τουρκίᾳ δηλ. καὶ ταῖς πρώην Ἡγεμονίαις. Ἐθεώρησα διὰ τοῦτο, ὅτι ἐπεβάλλετο καὶ εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον, ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, νὰ προσέλθω καὶ ἐγὼ συνεπίκουρος εἰς τὰς φιλικὰς συστάσεις τῶν συναδέλφων μου, καὶ νὰ ἐφελκύσω καὶ ἐγὼ τὸ πατρικὸν ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς ἐν λόγῳ βιομηχανίας, ἡ ὁποία καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ἀπέβη ἐκ τῶν ἀξιολογωτάτων καὶ ἀξία πάσης ὑποστηρίξεως, καὶ λόγῳ τῆς πληθύος τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦνται εἰς αὐτὴν, εὑρίσκοντα ἔντιμον πόρον ζωῆς, καὶ λόγῳ τῆς σημασίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν γένει ἐπὶ τῆς καθόλου ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας. Ἡ βιομηχανία αὕτη, ἡ βυρσοδεψικὴ τέχνη, ἀληθῶς ἐν Ἑλλάδι προήχθη, χάρις εἰς τὸν ἀκοίμητον ζῆλον καὶ τὴν ἐπιμέλειαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν τὰ ἐν Ἑλλάδι βυρσοδεψικὰ καταστήματα, ἀλλὰ θὰ ἀνήγετο ἀναμφιβόλως εἰς πολὺ μεγαλειτέραν καὶ εὐρυτέραν περιωπὴν, καὶ ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ συναγωνισθῇ σθεναρῶς καὶ ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Ἀνατολῆς μετὰ τῆς Εὐρωπαϊκῆς βιομηχανίας, ἐὰν ἐτύγχανέ τινος περιθάλψεως καὶ στοργῆς ἐκ μέρους τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων. Δυστυχῶς καὶ ἡ βυρσοδεψία, ὡς ἄλλαι πολλαὶ βιομηχανίαι ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἔτυχον τοιαύτης προστασίας, καὶ αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἔδειξαν πρὸς αὐτὴν ἀστοργίαν μοχθηρᾶς μητρυιᾶς, παρεμβάλλουσαι ὅσα ἠδύναντο προσκόμματα εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀνάπτυξιν αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν σήμερον, ὅτι παράπονα ἐγείρονται πανταχόθεν καὶ παρακλήσεις ὑποβάλλονται, ὅπως ἡ Κυβέρνησις διὰ μέτρων τινῶν δασμολογικῶν προσέλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν βιομηχανίαν, ἡ ὁποία σήμερον κινδυνεύει. Ἀληθῶς, κύριοι συνάδελφοι, ἡ περίφημος πολιτικὴ τῆς καρδίας καὶ ἡ περίφημος πολιτικὴ τοῦ νοῦ, ὅλοι γνωρίζομεν πλέον ποῖον ἐφήρμοζε πολιτικὸν πρόγραμμα ἐνεργείας, ποῖον εἶχε προορισμόν. Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη μίαν ἐνασχόλησιν εἶχε, νὰ συνομολογῇ ἀενάως δάνεια καὶ ἀενάως νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους. Φόροι καὶ δάνεια, δάνεια καὶ δασμοὶ καὶ φόροι, αὐτὸ ἦτο τὸ ἰδανικὸν αὐτῆς, τὸ πρόγραμμα τὸ πολιτικὸν, καὶ μὲ τὸ ἰδανικὸν τοῦτο καὶ τοῦτο τὸ πρόγραμμα ὑπέσχετο νὰ ὁδηγήσῃ ἀσφαλῶς ἡμᾶς, τοὐλάχιστον μέχρι τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ἄ! ἄκαρδος πολιτικὴ τῆς καρδίας, ἀκαταλόγιστος πολιτικὴ τοῦ νοῦ, ἕνα φαίνεται εἶχες προορισμὸν, νὰ ὁδηγήσῃς ἡμᾶς ἐκεῖ, ὅπου μᾶς ὡδήγησες ἐπὶ τέλους, εἰς τὸ οἰκτρὸν βάραθρον τῆς μᾶλλον ἐπαισχύντου χρεωκοπίας· ἕνα ἐπεδίωκες σκοπὸν, νὰ πνίξῃς εἰς τὸν σιδηροῦν κλοιὸν ἀπηνοῦς καὶ βαναύσου φορολογίας πᾶσαν ἐνέργειαν ἰδιωτικὴν, πᾶσαν ζωὴν, πᾶσαν βιομηχανίαν, νὰ ἐκμυζήσῃς πᾶσαν σταγόνα εὐπορίας καὶ πᾶσαν ἰδιωτικοῦ πλούτου ἰκμάδα, ἐπινοοῦσα καθ’ ἑκάστην, χάριν τῶν τόκων καταράτων καὶ ἐγκληματικῶν δανείων, φόρους ἐπὶ φόρων, πιέσεις ἐπὶ πιέσεων, πρόστιμα ἐπὶ προστίμων, δασμοὺς ἐπὶ δασμῶν, ὅπως πληρώσῃς χρυσίον τὸ δημόσιον ταμεῖον, πίθον διάτρητον Δαναΐδων· ἕνα βδελυρὸν πόθον ἐπόθεις, νὰ ἀποστραγγίσῃς μὲ λύσσαν καὶ ἀπληστίαν μυριάδων βδελλῶν τὸ βαλάντιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μέχρι τῆς τελευταίας δραχμῆς, νὰ καταστήσῃς τὸ βαλάντιον τοῦτο ὅμοιον πρὸς τὸ βαλάντιον τοῦ Ρωμαίου ποιητοῦ Κατούλου, εἰς τὸ βάθος τοῦ ὁποίου ἔπλεκε τὸν ἱστὸν αὐτῆς ἡ ἀράχνη. Ἀπὸ τοῦ διψῶντος παιδείας παιδίου μέχρι τῶν σχινοφύλλων, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν εἰς τὴν βυρσοδεψίαν, μέχρι τῶν καυσοξύλων, τὰ ὁποῖα ὁ πτωχὸς χωρικὸς, κλαίων τὴν μοῖράν του, καὶ ῥαντίζων μὲ τὸν ἱδρῶτα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ δάκρυά του, κόπτει καὶ συνάζει ἀπὸ τοῦ σεσηπότος καὶ ἀχρήστου καταστάντος δένδρου του, μέχρι, λέγω, τῶν καυσοξύλων τούτων, οὐδὲν ἔμεινεν ἀφορολόγητον. Καὶ ὅταν καὶ τὰ δίδακτρα καὶ τὰ καυσόξυλα δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κορέσωσι τὴν βουλημίαν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, εἴδους λυκαίνης τοῦ Δάντου, ἡ ὁποία, ὅσον περισσότερον ἔτρωγε, τόσον καὶ ἐπείνα περισότερον, τότε ἐσκέφθη νὰ φορολογήσῃ καὶ τὴν ἄμμον τοῦ Φαληρικοῦ ἁλιπέδου, καὶ νὰ ἐνοικιάσῃ καὶ αὐτὴν τὴν θάλασσαν! Ἤκουον χθὲς τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κερκύρας κ. Θεοτόκη, ὁμιλοῦντος σοβαρῶς περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ σοβαρώτερον προσπαθοῦντος νὰ πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι ὁ ζῆλος τῆς γνωστῆς ἐκείνης Κυβερνήσεως, ἧς ἀπετέλεσε μέρος, ὅπως προστατεύσῃ διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν ἐν τῷ βασιλείῳ, ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς ἀποτυχίας τῶν Τρικουπικῶν ὑποψηφίων εἰς τὸν πρόσφατον ἐκλογικὸν ἀγῶνα, διότι τὰ ἄτακτα στοιχεῖα τοῦ Κράτους μετεκινήθησαν πρὸς τὸ μέρος ἡμῶν ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου, ὅπου βεβαίως ἐστρατεύοντο, κατὰ τὴν λογικὴν ταύτην, ἕως τότε, καὶ ἐπήνεγκον τὸ δυσάρεστον δι’ αὐτοὺς καὶ δυσμενὲς ἀποτέλεσμα, ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ξένα δὲν ἦσαν καὶ τὰ διδακτικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν ὁ κ. Τρικούπης, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ ὅπως περιορίσῃ τὴν πληθώραν τῶν Ἑλλήνων ἐπιστημόνων! Ἤκουον, λέγω, καὶ ἠπόρουν καὶ ἠρώτων ἐμαυτόν, περὶ τίνος θεσμοῦ ὡμίλει ὁ κ. Θεοτόκης; ποῖον εἱρμὸν καὶ ποῖον δεσμὸν εἶχε καὶ ἔχει ὁ θεσμὸς οὗτος πρὸς σύστημά τι κυβερνητικὸν οἱονδήποτε, πρὸς σύστημα διοικητικόν; καὶ δὲν εὕρισκον. Ὁ μόνος δεσμὸς, τὸν ὁποῖον εἶχε τὸ σύστημα τοῦτο, ἦτο ἀκριβῶς δεσμὸς χρηματολογικός. Πότε ἐνεθυμήθησαν οἱ Κύριοι αὐτοὶ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν, εἰς τὰ 12 ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκυβέρνων τὴν Ἑλλάδα; Ὅταν δὲν εὕρισκον πλέον ἄλλα χρήματα δανεικὰ, ἵνα πληρώσωσι τοὺς τόκους τῶν προηγουμένων δανείων, ὅταν ἐναυάγησαν πᾶσαι αἱ προσπάθειαι, καὶ αἱ ἀποστολαὶ τῶν διαφόρων ἀργοναυτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεστέλλοντο ἐν σπουδῇ εἰς τὴν Εὐρώπην, ἵνα ἁρπάσωσι καὶ φέρωσιν εἰς ἡμᾶς τὸ χρυσόμαλλον δέρας. Τότε μόνον ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ προστατεύσωσι τὴν τάξιν τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη ἄφινον εἰς χεῖρας τῶν ἐγκληματικῶν ἐκείνων ἀστυνόμων καὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, πρὸς ζημίαν μεγάλην τοῦ ἔθνους, κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν, εἰς χεῖρας τῶν δημάρχων ἐκείνων, οὓς περιέφερον ἐπιδεικτικῶς ἀπὸ τῆς αἰθούσης τῶν ἀνακτόρων μέχρις ἄλλης τινὸς αἰθούσης, πληροῦντες τὰ στήθη αὐτῶν παρασήμων, κολακεύοντες παντοιοτρόπως, καὶ παρακαλοῦντες ν’ ἀπευθύνωνται ἐλευθέρως καὶ ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτοὺς διὰ πᾶσαν ὑπόθεσιν! Ὅταν δὲν εἶχον ἄλλα χρήματα διὰ νὰ πληρώσωσι τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, τότε κατέφυγον εἰς τὸ ἀστυνομικὸν τοῦτο μέτρον· διότι τὸ ἀστυνομικὸν μέτρον ἦτο ἓν μέτρον οἰκονομίας, μέτρον χρηματολογικόν. Διότι τί ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης τότε, ὅταν εἶχε χρήματα νὰ πληρόνῃ, περὶ στρατοῦ ἀστυνομικοῦ; Ἔλεγε, χλευάζων τὸν κ. Καραπάνον: «Ζητεῖτε οἰκονομίας ἐν τῷ στρατῷ! τί λοιπὸν ζητεῖς, κύριε Καραπᾶνε; νὰ καταστήσωμεν τὸν στρατόν, στρατὸν ἀστυνομίας; Ἀλλ’ οὐδὲ μιᾶς δραχμῆς οἰκονομίαν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἐν τῷ στρατῷ». Ἀλλ’ εἶχε τότε καὶ τὸ ξένον, τὸ δανεικὸν χρυσίον· ὅταν ἔλειψε τὸ ξένον χρυσίον, τότε κατώρθωσεν εὐκόλως οἰκονομίας τεσσάρων ἑκατομμυρίων ἐν τῷ στρατῷ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, — διότι ἡ χθεσινὴ δὲν ἦτο συζήτησις περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι προέκειτο μόνον περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, — ὅταν ἔλθῃ ἡ πραγματικὴ συζήτησις περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὅστις θέλει νὰ ἀπαντήσῃ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀναγνώσῃ τὸν λόγον ἐκεῖνον τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ θεσμοῦ τούτου, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Καραπάνου. Ἀλλὰ διατὶ λέγω ταῦτα πάντα; ἵνα ἀποδείξω τοῦτο, ὅτι καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ εἰς πᾶσαν διοικητικὴν ἐνέργειαν ἐν γένει, εἴτε εἰς τὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, εἴτε εἰς τὴν παιδείαν, ἡ πολιτικὴ τοῦ παρελθόντος δὲν ἐπεδίωκεν ἄλλον σκοπὸν, παρὰ σκοπὸν φορολογικὸν καὶ χρηματολογικόν. Ἐκ τοιούτων καὶ μόνον σκοπῶν ἐνεπνέετο· ἔθεσε φραγμοὺς εἰς τὴν βιομηχανίαν, ὅπως ἔθεσε φραγμοὺς καὶ εἰς τὴν παιδείαν· διότι πότε ἐνεθυμήθησαν τὰ δίδακτρα οἱ Κύριοι αὐτοί; ὅταν δὲν εἶχον χρήματα πλέον, καὶ περιεφέροντο εἰς Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν μὲ πῆραν ἐπαίτου, ζητοῦντες παρὰ Ἑλλήνων καὶ ξένων, παρὰ χριστιανῶν καὶ ἑβραίων δάνειον, καὶ ὅταν δὲν εἶχον πλέον ἄλλον πόρον τοῦ Κράτους νὰ ἐνεχυριάσουν πρὸς ἐγγύησιν καὶ ἀσφάλειαν τοῦ πολυποθήτου δανείου. Τότε ἠνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί των καὶ εἶδον ὅτι εἴχομεν πληθώραν ἐπιστημόνων, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ συγκρατήσωμεν διὰ τῆς ἐπιβολῆς διδάκτρων, διὰ τῆς φορολογίας τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, ὅπως τὸ προϊόν τῶν διδάκτρων τούτων δώσωμεν εἰς ἐγγύησιν τῶν σχεδιαζομένων δανείων. Ἀλλ’ εἶναι ἤδη καιρὸς, νομίζω, οἱ φραγμοὶ, οὓς ἔθηκε τὸ παρελθὸν εἰς τὴν βιομηχανίαν, — καὶ μεταξὺ τῶν κλάδων τῆς βιομηχανίας εἶναι καὶ ἡ βυρσοδεψία, περὶ ἧς πρόκειται, — εἶναι καιρὸς νὰ καταῤῥιφθῶσιν. Ἔθηκαν τέλη ἐπὶ τῶν ἀκατεργάστων δερμάτων ἄνευ τινὸς προσωρινῆς ἀτελείας τῶν ἐξαγομένων κατειργασμένων, τέλη ἐπὶ τῶν σχινοφύλλων, τὰ ὁποῖα συνάζουν οἱ πτωχοὶ χωρικοί, τέλη ἐπὶ τῶν βελανιδίων, τέλη ἐπὶ τοῦ ψαρελαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης χρήσιμον εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην, καὶ ὅλα τὰ τέλη αὐτὰ εἶναι τόσοι φραγμοὶ καὶ τόσαι δυσχέρειαι, καθ’ ὧν ἐναγωνίως παλαίει ἡ βυρσοδεψία, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ προαχθῇ ἄνευ αὐτῶν καὶ ἀνθίσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῶν ἐργαζομένων εἰς αὐτὴν καὶ τῆς κοινωνίας ἐν γένει. Θὰ παρακαλέσω διὰ τοῦτο τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ θέσῃ ὑπὸ μελέτην τὸ ζήτημα τῆς ἀτελείας πρώτων τινῶν ὑλῶν, χρησίμων εἰς τὴν βυρσοδεψίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τῆς βιομηχανίας ταύτης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ, ὡς εἶπον, ἕνα τῶν σπουδαιοτέρων παραγόντων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν βιομηχανίας.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἤρξατο τοιαύτη μελέτη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, θέλω δὲ εἶσθαι εὐτυχὴς, ἐὰν δυνηθῶ διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ εἰσαγάγω τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§61ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν συνάδελφον κ. Ἀγγελόπουλον, ὁ ὁποῖος ἔφερε κατηγορητήριον κατὰ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ἠκολούθει πιστῶς, ὅτι ἐπέβαλε φόρους καὶ ὅτι διέπραξε τόσα κακὰ, ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ συνάδελφος. Ἐγὼ γνωρίζω καὶ πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι ὁ Κύριος οὗτος μέχρι τοῦ 1892 ἦτο φίλος τῆς πολιτικῆς ἐκείνης καὶ τὴν ὑπεστήριζεν ἐνθέρμως. Πῶς μετέβαλε πολιτικὴν, αὐτὸς τὸ γνωρίζει, ἀλλὰ καὶ πάντες ἡμεῖς τὸ γνωρίζομεν (θόρυβος). Ὁ Κύριος οὗτος κατηγορεῖ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην σήμερον, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπε τί ὑποστηρίζει. Δὲν ὑποστηρίζει τὴν αὐτὴν πολιτικήν; δὲν θὰ ψηφίσῃ τὸν αὐτὸν προϋπολογισμόν; δὲν θὰ ψηφίσῃ πλεῖστα ὅσα νομοσχέδια τῆς πολιτικῆς ἐκείνης; Πῶς σήμερον ἔρχεται καὶ λέγει ὅσα εἶπεν; Ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας τοῦ τόπου του δῆθεν καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν βυρσοδεψίαν ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλ’ ἵνα ἀποκτήσῃ δημοτικότητα. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅλα αὐτὰ, διότι οὐδὲν ἄλλο ἔργον ἔχουσί τινες Κύριοι ἢ νὰ κατηγορῶσιν ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ὑπεστηρίξαμεν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην.
§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δείξατε εἰς ἡμᾶς τὰ ἔργα τῆς πολιτικῆς ἐκείνης.
§63ΑΛ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, κύριε πρώην δημοκράτα καὶ ὕστερον βασιλόφρων.
§64Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ ἀνάξιον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἀπηυθύνθη πρὸς ἐμὲ, ὡς ἐθεώρησα ἀνάξιον νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς ἕτερον ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος συνάδελφον, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο ἀκαίρως νὰ ῥίψῃ ὅμοιον κατ’ ἐμοῦ ὑπαινιγμὸν ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει. Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τοῦτον καὶ εἰς ἐκεῖνον καὶ εἰς ἅπαντας. Τότε τὸν περιμένω νὰ κρατήσῃ σημείωσιν περὶ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα τολμᾷ νὰ ὑποστηρίξῃ σήμερον ὁ ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος, καὶ ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ἔργων. Δὲν ἐπίστευον, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τόσα δυστυχήματα, καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρισκόμεθα οὐχὶ πλέον εἰς τὸ χεῖλος τοῦ βαράθρου, ἀλλ’ ἐν τῷ βαράθρῳ αὐτῷ, ὅτι οἱ ἐργάται τῆς δυστυχίας μας θὰ εἶχον τόσον θάῤῥος, ὥστε νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον καὶ νὰ ἐπιτίθενται καθ’ ἡμῶν διὰ τοιούτου τρόπου. Εἶναι πολὺ πρόωρος ἡ συζήτησις αὕτη· θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀνοίξωμεν τὰς βίβλους. Τότε παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ κρίνῃ καὶ τὴν ἐμὴν πολιτικὴν πορείαν· τὸν προκαλῶ μάλιστα· διότι ὁ ἔλεγχος τῶν δημοσίων ἀνδρῶν εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις τῶν Κρατῶν. Ἀτυχῶς ἐν πάσῃ περιστάσει ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐλέγχωμεν τοὺς ἐργάτας τῆς καταστροφῆς μας. Ὑπήρξαμεν μάλιστα πολὺ λεπτοὶ εἰς τὰς ἐκφράσεις μας, ὑπὲρ τὸ δέον λεπτοὶ, ἐλέγχοντες τὸ παρελθὸν, μόνον διότι ὑπάρχει ἀπὼν ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλ’ ἀφοῦ νομίζει ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, ἂς τὸν ἀντιπροσωπεύσῃ, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμή.
§65ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, ν’ ἀπασχολήσω ἐπί τινας στιγμὰς τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, νὰ ἐπικαλεσθῶ δὲ ἰδιαιτέρως τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μὲν γενικοῦ ἐνδιαφέροντος ἀντικείμενον, ἐνέχει ὅμως μεγίστην σπουδαιότητα καὶ μέγιστον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω. Διὰ νόμου εἰδικοῦ τοῦ 1890 ἐπεβλήθη φορολογία ἐπὶ τῶν ἐντὸς τῆς περιοχῆς τοῦ δήμου Παμίσου παραγομένων σύκων καὶ σταφιδοκάρπου, ἡμίσεως λεπτοῦ μὲν ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς σύκων, ἑνὸς δὲ λεπτοῦ ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς σταφιδοκάρπου, ἐπὶ τῷ τέλει, ὅπως ἡ ἐντεῦθεν πρόσοδος διατίθεται πρὸς ἵδρυσιν καὶ συντήρησιν Γυμνασίου ἐν Μεσσήνῃ. Τὸ Γυμνάσιον τοῦτο, ἱδρυθὲν ἔκτοτε, ἐλειτούργει ἀπροσκόπτως, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μὲ τὰς δύο κατωτέρας τάξεις, τὰς ὁποίας ἀρχικῶς περιέλαβε, μέχρι τοῦ ἔτους 1893 καὶ ἐλειτούργει ἀπροσκόπτως, διότι ἡ ἀπόδοσις τῆς εἰδικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν σύκων καὶ τοῦ σταφιδοκάρπου ἦτο ἐπαρκὴς, ὅπως καλύψῃ πάσας ἐν γένει τὰς δαπάνας, τὰς πρὸς συντήρησιν τοῦ ἐκπαιδευτηρίου τούτου. Δυστυχῶς ὅμως, ὡς πάντες γνωρίζετε, κατὰ τὸ ἔτος 1893 ἐξεῤῥάγη ἡ μεγάλη σταφιδικὴ κρίσις, ἥτις καὶ σήμερον ἔτι ἐξακολουθεῖ καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἔτι νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἐντεῦθεν αἱ πρόσοδοι τῶν πολιτῶν, ἕνεκα τῆς ἐκραγείσης κατὰ τὸ 1893 σταφιδικῆς κρίσεως, πάντες γνωρίζετε, ὅτι τὰ μέγιστα ἐμειώθησαν, συνεπῶς δὲ ἐμειώθη καὶ ἡ ἀπόδοσις τῆς εἰδικῆς φορολογίας, τῆς καθιερωμένης διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου τούτου. Ἔκτοτε ἤρχισαν ἀναφυόμεναι αἱ δυσχέρειαι διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν ἐστάθη μέχρις ἐδῶ, διότι τὸ ἐπιὸν ἔτος 1894 ὁ περονόσπορος ἐπέδραμε τὴν Μεσσηνίαν, ἰδιαιτέρως δὲ τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης καὶ ἰδιαίτατα τὸν δῆμον Παμίσου, τὰ κτήματα τοῦ ὁποίου ἐφορολογοῦντο διὰ τῆς εἰδικῆς ταύτης φορολογίας. Ἡ ἐντεῦθεν προκύψασα ζημία τῆς παραγωγῆς ὑπολογίζεται, μετ’ ἀκριβείας δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς 75% ἐννοεῖτε δὲ, Κύριοι, ὁποία κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὑπῆρξεν ἡ ἀπόδοσις τῆς εἰδικῆς φορολογίας. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐξεμηδενίσθησαν ἐντελῶς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὁ δῆμος εἰσέπραττεν ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ἕνεκα δὲ τῆς εἰδικῆς ταύτης περιστάσεως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Παμίσου, εὑρισκόμενον ἀπέναντι τοῦ κινδύνου τῆς ἐξαφανίσεως ἱδρύματος ἐκπαιδευτικοῦ εὐεργετικωτάτου διὰ τὸν τόπον, ἐσκέφθη νὰ προσφύγῃ εἰς ἄλλα μέσα, καὶ ἐπέβαλε φόρον πρόσθετον ½% ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, καὶ ἐζήτησεν ἄδειαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως εἰσπράξῃ, καὶ εἰσέπραξε πράγματι, παρὰ τῶν μαθητῶν τὰ κανονισθέντα κατὰ τὸ 1893 ἐκπαιδευτικὰ τέλη. Ἀλλὰ πάντες οὗτοι οἱ πόροι ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς, ὅπως καλύψωσι τὰς δαπάνας. Ἰδίως δὲ ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1894, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἔκρινεν ἀναγκαῖον, ὅπως εἰς τὰς δύο κατωτέρας τάξεις τοῦ Γυμνασίου προσθέσῃ καὶ τρίτην. Ὁ τόπος, Κύριοι, ἐθορυβήθη καὶ ἐξακολουθεῖ θορυβούμενος ἔτι· ἀπόδειξις δὲ, ὅτι ἐθορυβήθη οὐ μόνον ὁ τόπος, οὐ μόνον οἱ πολῖται, οἵτινες μετὰ πάσης προθυμίας κατὰ τὰ εὐτυχῆ ἔτη ἔδιδον τὴν εἰσφορὰν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, εἶναι, ὅτι κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὴν λήξασαν Βουλὴν ὑπεβλήθησαν ἀλλεπάλληλα ψηφίσματα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Παμίσου καὶ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς διοικούσης τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Παμίσου, διὰ τῶν ὁποίων ψηφισμάτων παρεκαλεῖτο ἡ Κυβέρνησις, παρεκαλεῖτο ἡ Βουλή, ὅπως λάβωσιν ἓν μέτρον πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἐκπαιδευτηρίου ἐκείνου, τῶν εὐεργετημάτων τοῦ ὁποίου ἀπολαμβάνουσιν ὄχι μόνον οἱ ἐκ τοῦ δήμου Παμίσου μαθηταί, οἱ φοιτῶντες ἐν αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ οἱ μαθηταὶ τῶν γειτονικῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, καὶ οἱ μαθηταὶ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν. Οὐχ ἧττον, μὲ ὅλας τὰς ἐπανειλημμένως ἐκφρασθείσας εὐχάς, οὐδὲν κατωρθώθη νὰ ληφθῇ μέτρον. Ἡ εὐχὴ, ἡ τότε ἐκφρασθεῖσα, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνεται καὶ αὖθις. Προχθὲς, ὅτε κατὰ συγκυρίαν δὲν ἤμην παρών, ἔμαθον ἐκ τῶν πρακτικῶν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσε πρὸς αὐτὴν ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Παμίσου καὶ πρᾶξιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Μεσσήνης, ἐν τοῖς ὁποίοις ἐκτίθεται ἡ κατάστασις τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης καὶ διὰ τῶν ὁποίων παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ὅπως λάβωσιν ἓν μέτρον πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἐκπαιδευτηρίου τούτου. Τὸ μέτρον δὲ, τὸ ὁποῖον ἐκεῖθεν ὑποδεικνύεται, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποδειχθῇ, διότι οὐδὲν ἄλλο ὑπολείπεται. Παρακαλεῖται τουτέστιν ἡ Βουλή, ὅπως ψηφίσῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου, ἐὰν ὄχι διαρκῶς, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐπὶ 2 ἢ 3 ἔτη, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὁ φόβος ὅτι θὰ παραταθῇ ἡ σταφιδικὴ κρίσις, συντηρηθῇ τὸ Γυμνάσιον Μεσσήνης ἐκ τῶν προσόδων τῶν κεφαλαίων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μεσσήνης. Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσσήνης κατὰ πρόληψιν μόνον ἐσχηματίσθη ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, διότι κατὰ τὰ ἐννενήκοντα ἑκατοστὰ ἔχει εἰσφέρει ὁ δῆμος Παμίσου τὰ κεφάλαια αὐτοῦ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ληφθῇ μέτρον τοιοῦτον, τὸ μέτρον βεβαίως δὲν θὰ κατακριθῇ ὡς πρωτοφανὲς, δὲν θὰ κατακριθῇ ὡς ἀνοίκειον καὶ ἄτοπον. Διότι, ὅ,τι θὰ γείνῃ προκειμένου περὶ τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου, ἔχει γείνῃ ἤδη προκειμένου περὶ τοῦ Γυμνασίου Γυθείου, τοῦ Γυμνασίου Λευκάδος ἐν μέρει, νομίζω, καὶ περὶ ἄλλων. Λαβὼν τὸν λόγον, Κύριοι, ἐσκόπουν, τὴν εὐχὴν, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῖς ἀνακοινωθεῖσι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως τὴν εὐχὴν, λέγω, ταύτην ἀναπτύξω, καὶ παραστήσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὁποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς λήψεως μέτρου τοιούτου. Καταλήγων δὲ, ἐκφράζω τὴν ἐλπίδα, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θέλουσιν ἀποδεχθῆ τοὺς λόγους μου καὶ λάβῃ ἐπὶ τέλους ἓν μέτρον. Διότι, ἐὰν δὲν ληφθῇ τοιοῦτον ταχέως, ἔχετε ὡς βέβαιον ἀπὸ τοῦδε, ὅτι θὰ παύσῃ λειτουργοῦν ἓν ἵδρυμα εὐεργετικώτατον διὰ τὸν τόπον.
§66ΠΕΡΡΟΣ. Τί εἰσπράξεις ἔχει τὸ λιμενικὸν ταμεῖον;
§67ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τεσσαράκοντα χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος, ζητεῖ δὲ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ νὰ διατεθῇ ποσὸν εἴκοσι χιλιάδων ἐτησίως, ἐπὶ 2 ἔτη.
§68Γ. Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εὐγνωμονῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος μοὶ παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ σχετικῶς πρὸς τὸ Γυμνάσιον Γυθείου. Τὸ Γυμνάσιον τοῦτο συντηρεῖται διὰ τῶν λιμενικῶν πόρων, καὶ ὁμολογουμένως ἀπὸ τῆς συστάσεώς του παρέσχεν οὐκ ὀλίγους καρποὺς, διότι πολλοὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Γυθείου καὶ Οἰτύλου μαθηταὶ, οἵτινες ἀτυχῶς εἶναι οἱ ἀπορώτεροι τῶν μαθητῶν οὐ μόνον τοῦ Κράτους ἐν γένει, ἀλλὰ τῆς ὑφηλίου, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐγένοντο ἤδη δικηγόροι, ἰατροὶ κλπ. Ἀτυχῶς ὅμως κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν νόμου τὸ Γυμνάσιον τοῦτο, ὡς καὶ ἓν ἕτερον, τὸ τοῦ Αἰγίου, νομίζω, ἐχαρακτηρίσθη ὡς δημοσυντήρητον, καὶ δὲν ἐξηρέθη τῆς φορολογίας τῆς ἐπιβληθείσης, διότι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι τὸ Γυμνάσιον τοῦτο συντηρεῖται ἐκ τῶν λιμενικῶν πόρων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸν δῆμον Γυθείου, ὅστις ἐπωφελεῖται ἐκ τῆς φορολογίας τῶν μαθητῶν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ Γυμνάσιον τοῦτο ἐξαιρεθῇ διὰ νόμου, ἢ μᾶλλον διὰ τροπολογίας, καὶ ἀπαλλαγῇ τῆς φορολογίας ταύτης, διότι, ὡς προεῖπον, οἱ φοιτῶντες ἐν τῷ Γυμνασίῳ ἐκείνῳ κατάγονται ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας Οἰτύλου καὶ Γυθείου καὶ εἶναι ἐντελῶς ἄποροι, καὶ ἑπομένως ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς σπουδὰς αὑτῶν. Λυποῦμαι, διότι ἀπεχώρησεν ἐντεῦθεν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος, καταγόμενος ἐκ μιᾶς τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων καὶ γνωρίζων καλῶς τοὺς φοιτῶντας ἐν τῷ Γυμνασίῳ Γυθείου μαθητὰς, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἤθελεν ὑποστηρίξει τὴν γνώμην ταύτην, περὶ ἐξαιρέσεως τοῦ Γυμνασίου τούτου ἀπὸ τῆς φορολογίας· τὸ ὁποῖον ἄλλως εἶναι δικαιότατον, διότι, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι ἔχουσι λαὸν πολὺ νοήμονα, ὁ ὁποῖος εὐκόλως ἐπιδίδει εἰς τὰ γράμματα, διὰ τῆς ἀναπτύξεως δὲ αὐτοῦ, καὶ μόνον διὰ ταύτης, θέλει ἐξαλειφθῆ ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ τὸ αἴσθημα τῶν ἀντεκδικήσεων.
§69ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς εἶχον ζητήσει πληροφορίας περὶ τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἔδει νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὰς μισθοδοσίας τῶν νεοπροβιβασθέντων ἀξιωματικῶν. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ὑπέβαλον, οὐχὶ ἵνα ψέξω τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι γινώσκω ὅτι, μόλις πρὸ ὀλίγου ἀναλαβὼν οὗτος τὴν διαχείρισιν τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰς λεπτομερίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄλλως τὸν προϋπολογισμὸν ὑπέβαλεν ὡς εἶχεν ὑποβληθῆ ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου μηνὸς τοῦ 1894· οὐδὲ προεθέμην νὰ ἀπευθύνω μομφὴν πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διέπραξε τοὺς προβιβασμοὺς, διότι καὶ αὕτη εἶχε τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ συμπληρώσῃ τὰς κενὰς θέσεις τοῦ στρατοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ ζητήσω τὴν πληροφορίαν, ἐὰν ὑπάρχῃ πίστωσις, εἶναι ὅτι ἐλέχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξετέλεσε τοὺς προβιβασμούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε σημείωμα, τὸ ὁποῖον δίδει ἐκτίμησίν τινα τῶν πιστώσεων, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ μακρὰν τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημειώματος θὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου, τὸ δὲ συμπέρασμα θὰ ἦναι ὅτι ἐλλείπουσιν αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν δέον νὰ ἀναγραφῶσιν αὗται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἢ νὰ ζητηθῶσιν ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἀπαντήσω καὶ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Λοκρίδος, ὅστις διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως οἱ προβιβασμοὶ ἐνηργήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταρτισθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Τοῦτο ἔδωκεν εἰς ἐμὲ τὴν ἀφορμὴν νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ ἀπηύθυνα μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐνῷ, καθὼς εἶπον προηγουμένως, οὐδένα εἶχον τοιοῦτον σκοπόν. Ἐὰν εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ ποιήσωμαι κατηγορίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὑπῆρχον θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐτήρησε τοὺς νόμους. Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν σήμερον δὲν πρόκειται. Ἐν τούτοις, ἐξηγῶν τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, θέλω ἀποδείξει, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἔλλειμμα εἰς τὰ κεφάλαια καὶ τὰ σχετικὰ ἄρθρα τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ δραχμῶν 235,744, ὡς ἑξῆς. Τὸ σημείωμα ἀναγράφει, ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ ἀφαιρεθεῖσαι ἕνεκα τῶν κενῶν θέσεων ἀνέρχονται εἰς 316,020 δραχμάς· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι παρέλειψεν ἐκ τοῦ Κεφαλαίου 1 δραχμὰς 4,840, ἐκ τοῦ Κεφαλαίου 6 δραχ. 450, καὶ ἐκ τοῦ Κεφαλαίου 9 δραχ. 50,000. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὸ Κεφάλαιον τοῦτο αἱ κεναὶ θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ αἱ ἐνδεχόμεναι μεταβολαὶ ἀδειῶν τῶν ὁπλιτῶν εἶναι ἀναμεμιγμέναι, ἀλλὰ δυνάμεθα ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀνερχομένου εἰς 60,000 δραχμὰς, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς 10,000 δι’ ἐνδεχομένας μεταβολὰς ἀδειῶν· μένουσιν ὅθεν 50,000. Ὥστε ἀθροίζοντες τὰ ποσὰ ταῦτα εὑρίσκομεν δραχ. 371,310. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, διὰ νὰ πείσῃ ἡμᾶς περὶ τῆς ἀληθείας τῶν πιστώσεων. Πρέπει νὰ εὕρωμεν, ποῖαι εἶναι αἱ κεναὶ θέσεις. Τὰς θέσεις ταύτας βεβαίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει προχείρους, διότι εἶναι ἐργασία ἀρκετὰ ἐπίπονος· χάρις ὅμως εἰς τὴν ἐπιμέλειαν τοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Βουλευτοῦ, ἔχω κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναγεγραμμέναι πᾶσαι αἱ χηρεύουσαι θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς καὶ οἱ παρόντες ἀξιωματικοὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κεναὶ θέσεις οὕτως ὑπῆρχον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αἱ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «8 συνταγματαρχῶν, ὧν ἡ ἐτησία δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 53,760 δραχμὰς· 12 ἀντισυνταγματαρχῶν, δραχ. 56,240· 21 ταγματαρχῶν, δραχ. 105,840· 43 λοχαγῶν, δραχ. 103,520· 44 ὑπολοχαγῶν, δρ. 84,480· τῆς δὲ χωροφυλακῆς ἐν συνόλῳ δραχ. 28,640. Τὸ ὅλον 442,400 δραχμαί.» Ἐνταῦθα ποιοῦμαι τὴν σύγκρισιν. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ συμπέρασμα; Ὅτι, ἐὰν ἀφαιρεθῶσι πιστώσεις ἀνώτεραι τῶν κενῶν θέσεων, βεβαίως θὰ ὑπάρξῃ ἔλλειμμα· ἐὰν τοὐναντίον ἀφαιρεθῶσι πιστώσεις κατώτεραι τῶν κενῶν θέσεων, θὰ ὑπάρξῃ πλεόνασμα. Ἐνταῦθα ὑπάρχει πλεόνασμα, διότι ἀφαιροῦντες τὰς 371,000 ἀπὸ τὰς 442,000, ἔχομεν ὑπόλοιπον 71,000 εἰς πίστωσιν· ἀλλ’ ἡ πίστωσις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διὰ τὸν λόγον ὅτι πλὴν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ὀργανισμοῦ ὑπῆρχον τότε ἀξιωματικοὶ ὑπεράριθμοι, τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐμισθοδοτοῦντο ἀπὸ τὰς πιστώσεις τὰς ἀναγεγραμμένας διὰ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῶν κενῶν θέσεων.
§71ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀπὸ τὰς πιστώσεις τῶν κενῶν θέσεων... Ἀξιωματικοὶ τοιοῦτοι τὸ ὅλον ὑπῆρχον τότε, μὴ περιληφθέντες εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, 86 ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ εἷς ἰατρός.
§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλεονάζοντες;
§73ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὴ ἀναγεγραμμένοι εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Πλεονάζοντες εἶναι περισσότεροι.
§74ΚΟΡΠΑΣ. Οἱ ὑπεράριθμοι ἦσαν ἐκ τῶν προβιβασθέντων ἢ ἐκ τῶν ἐξερχομένων ἐκ τῶν Σχολῶν;
§75ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐκ τῶν Σχολῶν βεβαίως. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Οἱ ὑπεράριθμοι οὗτοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν στρατὸν συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους.
§76ΚΟΡΠΑΣ. Βεβαίως.
§77ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οἱ ὑπεράριθμοι οὗτοι ἀπῄτουν ἐτησίαν δαπάνην 117,120 δρ. Ἑπομένως ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰς 71,000 ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἡ πίστωσις ἡ προελθοῦσα ἕνεκα τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ μικροτέρου ποσοῦ τῶν κενῶν θέσεων ἀποφέρει ἔλλειμμα 46,120. Τούτου ὅθεν λαμβάνοντες τὰ 5/12, ἔχομεν τὸ ἔλλειμμα τῶν 5 πρώτων μηνῶν· εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἔλλειμμα τῶν 7/12 τῆς συμπληρώσεως τῶν θέσεων, τουτέστι τῆς ἀφαιρεθείσης πιστώσεως τῶν 371,310 δραχμῶν, καὶ θὰ ἔχωμεν οὕτως ἔλλειμμα ἐν ὅλῳ 235,744. Τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον, οἱ δὲ ἀριθμοὶ βεβαιοῦσι τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν περιέχει ταῦτα καὶ μόνα· περιέχει καὶ ἄλλα. Λέγει ὅτι ἀφαιροῦνται δι’ ἐνοίκιον τῶν εἰς δημόσια κτίρια οἰκούντων ἀξιωματικῶν, ὡς ἔγγιστα, δραχ. 39,280. Ἀλλὰ τί τοῦτο ἐνδιαφέρει τὰς πιστώσεις τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν; Ἐπίσης λέγει, ὅτι ἀφηρέθησαν ποσὰ ἀνώτερα διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Ἀστυνομίας· ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα· διότι, ἐὰν πλειότεροι ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων μετετέθησαν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, οὐδαμῶς μεταβάλλονται αἱ πιστώσεις τῆς μισθοδοσίας, διότι αἱ μεταβολαὶ αὗται κανονισθεῖσαι ἀφορῶσιν εἰς λογαριασμοὺς μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δὲν ἐνδιαφέρουσι ποσῶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Συνάγεται οὕτω τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὰς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν θὰ δείξῃ εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως διαφορὰν δραχ. 235,000. Βεβαίως δὲν εἶναι σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἐλέχθησαν χάριν ἀκριβείας, καὶ διότι δὲν ἐδόθησαν πλήρεις αἱ πληροφορίαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§78ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὸ σημείωμα τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασα, Κύριοι, οἱ ἀριθμοὶ ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον συνέταξεν ὁ κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς, ἐκ τῶν πληροφοριῶν δὲ τῆς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, ἐβεβαιώθη ὅτι αἱ πιστώσεις, ὧν θὰ ληφθῇ ἀνάγκη, θὰ ἦναι 150,000 δραχ. Δὲν ἠξεύρω πῶς ὁ κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς ὑπολογίζει. Ἐγὼ θὰ ἀρυσθῶ πληρεστέρας πληροφορίας, καὶ αὔριον θ’ ἀπαντήσω λεπτομερέστερον ἐπὶ τῶν ὅσων ἀνέφερεν ὁ κ. ἐξ Ὕδρας Βουλευτής.
§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 12,000 μόνον θὰ ἔχητε ἀνάγκην αὐξήσεως.
§80ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ καὶ περίσσευμα.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ὕδρας Βουλευτήν. Παρετήρησα εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς, οὓς ἐποιήσατο, ὅτι προσδιορίζων τὸν ἀριθμὸν τῶν κενῶν θέσεων καὶ πολλαπλασιάζων τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν τῶν θέσεων πρὸς τοὺς μισθοὺς τοὺς ἐτησίους, εὑρίσκει ποῖον ποσὸν ἀπαιτεῖται. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ὅταν ἐπὶ προβιβασμῶν ὑπολογίζῃ τις, δὲν πρέπει νὰ πολλαπλασιάζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν κενῶν θέσεων, ἢ τὸν ἀριθμὸν τῶν προβιβασμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, πρὸς τὸ ὅλον τῆς περιπλέον μισθοδοσίας ἑνὸς ἑκάστου τῶν προβιβασθέντων, διότι τοιουτοτρόπως φθάνει εἰς ἐσφαλμένα συμπεράσματα. Πρέπει νὰ ὑπολογίσῃ μόνον τὴν διαφορὰν, ἥτις πράγματι προσετέθη ...
§82ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι.
§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως. Ὑποθέσατε, ὅτι προβιβάζεταί τις ἀπὸ ἀντισυνταγματάρχου εἰς συνταγματάρχην, καὶ ἄλλος ἀπὸ ταγματάρχου εἰς ἀντισυνταγματάρχην, καὶ ἄλλος ἀπὸ λοχαγοῦ αʹ τάξεως εἰς ταγματάρχην, καὶ οὕτω καθεξῆς, μέχρι τοῦ ἐπιλοχίου τοῦ προβιβασθέντος εἰς ἀνθυπασπιστήν. Δὲν θὰ ὑπολογίσητε ὡς ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας ὅλων αὐτῶν τῶν προβιβασθέντων συνεπείᾳ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ πρώτου εἰς συνταγματάρχην, διότι πάντες οἱ μετ’ αὐτὸν προβιβασθέντες λαμβάνουσι τοὺς προϋπάρχοντας μισθοὺς ἐκείνων, ὧν τοὺς βαθμοὺς ἔλαβον. Βεβαίως, ἐπειδὴ ἐν παραδείγματι προσεθέσατε εἰς τὰς δαπάνας τὴν διαφορὰν τοῦ μισθοῦ, τὴν ἐκ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου εἰς συνταγματάρχην, θὰ ὑπολογίσητε ὅλην αὐτὴν τὴν διαφορὰν ἐπὶ ἓν ἔτος, καὶ θὰ καταλογίσητε αὐτὴν ὡς νέαν δαπάνην ἐκ τῶν προβιβασμῶν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι ὅλαι αἱ αὐξήσεις, τὰς ὁποίας συνεπάγονται οἱ προβιβασμοί, οἱ μετὰ τὸν συνταγματάρχην, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων, τοῦ ἀντισυνταγματάρχου, τοῦ ταγματάρχου, τοῦ λοχαγοῦ αʹ τάξεως, τοῦ λοχαγοῦ βʹ τάξεως, τοῦ ὑπολοχαγοῦ, τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ὅτι αὐταὶ αἱ διαφοραὶ ἐπίσης θὰ προστεθῶσιν ὡς νέαι δαπάναι. Ὑποθέτω ὅτι τοῦτο πράττετε σεῖς, διότι ἄλλως, πῶς φθάνετε εἰς τοσαύτην διαφορὰν ἀποτελεσμάτων πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; Αὐτὸς ὑπολογίζει 12,000 δρ. πρόσθετον δαπάνην, σεῖς ὑπολογίζετε 235,000.
§84ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἀριθμήσωμεν τοὺς προβιβασμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο, διότι οἱ προβιβασμοὶ εἶναι πλήρεις. Ἐγὼ ὑπελόγισα τοὺς ἐλλείποντας ἀξιωματικοὺς, τουτέστι τοὺς ἐξελθόντας ὅπως δήποτε τοῦ στρατοῦ, διότι χηρεύουσαι θέσεις σημαίνει τοῦτο ἀκριβῶς, ὅτι τὰ ἄτομα ἐξῆλθον τοῦ στρατεύματος, εἴτε ἀποστρατευθέντα, εἴτε ἀποβιώσαντα, εἴτε παραιτηθέντα, εἴτε ἄλλως πως ἐξελθόντα. Ταῦτα λοιπὸν τὰ πρόσωπα ὑπελόγισα. Τώρα ποῖοι εἶναι οἱ προβιβασμοὶ, οἱ ὁποῖοι προεκλήθησαν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν θέσεων αὐτῶν; Εἶναι πολὺ περισσότεροι, διότι ὁ προβιβασμὸς ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ ἐπάγεται πλειοτέρους προβιβασμούς. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἐπρόκειτο· ἠρίθμησα τοὺς ἐλλείποντας, οἵτινες συνεπληρώθησαν διὰ τῶν προαχθέντων ὑποδεεστέρων, εἴτε ἀνθυπολοχαγῶν εἴτε μὴ ἐγγεγραμμένων.
§85ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 500.
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. 400 προβιβασμοὶ θέλουσι γείνῃ· νὰ εἴπητε 400 ἐλλείποντες.
§87ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οἱ ἐλλείποντες τῶν θέσεων εἶναι πολὺ ὀλιγώτεροι τῶν προβιβασθέντων.
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. 590.
§89ΤΣΑΜΑΔΟΣ. 500 λέγει ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
§90ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι οἱ ἐλλείποντες· οἱ προαχθέντες.
§91ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἷς συνταγματάρχης ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς 4–5 προβιβασμούς.
§92ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν προβιβάζονται ὅλοι.
§93ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Προβιβάζονται οἱ ὑπάρχοντες.
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι πολὺ περισσότερον τὸ ποσὸν ἀφ’ ὅ,τι ὑπολογίζετε.
§95ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἴσως. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν διαφορὰν τῆς αὐξήσεως 68 ἀξιωματικῶν· οὗτοι ἐμισθοδοτοῦντο καὶ μισθοδοτοῦνται. Πόθεν λοιπὸν ἐμισθοδοτοῦντο; Εἶναι ἄρα μία διαφορὰ ἐξ 115,000 δραχμῶν.
§96ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διαφόρους πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφός μου ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἐπαναλαμβάνομεν ζητοῦντες ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ ἡμερῶν, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν μᾶς ἐδόθησαν. Ἰδίως ἐφιστῶ τὴν προσοχήν του ὡς πρὸς τὴν καθυστέρησιν τῶν δύο προσωρινῶν καταστάσεων τῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ χρήσεων τοῦ 1894 καὶ 1895, ἐκείνης μὲν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1894 μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1895, ταύτης δὲ, ἂν ᾖναι δυνατόν, μέχρι 31 Μαΐου. Ἀλλὰ καθυστερεῖ ἤδη καὶ ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ ἔχῃ πρὸ καιροῦ δημοσιευθῆ. Λοιπόν, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ ἔχωμεν αὐτὴν μέχρι τέλους τοῦ Μαΐου. Τοῦτο θὰ ἦτο προτιμότερον· ἀλλ’ ἂν ἀπέβαινεν ἀδύνατον τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν εἶναι ἴσως συγκεντρωμένα ὅλα τὰ ἀποτελέσματα, μέχρι τέλους ὅμως Ἀπριλίου εἶναι συγκεντρωμένα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ εἶναι δυνατὸν καὶ ἔπρεπε νὰ εἶχον δημοσιευθῆ αὐτὰ πρὸ πολλοῦ. Ἂν τὰ εἴχομεν δεδημοσιευμένα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ εἴχομεν τίποτε νὰ ζητήσωμεν· ἀλλ’ αἱ προσωριναὶ αὗται καταστάσεις εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα. Ἤθελον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἔχωσιν αὐτὰ ὑπ’ ὄψει πρὸς μελέτην τῶν ἐσόδων τοῦ νῦν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μάτην μέχρι τοῦδε ἐζητήσαμεν τὴν ὑποβολὴν τῶν καταστάσεων, θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατάξῃ τὴν ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσίαν, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ἀποστολὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἄλλων ζητηθεισῶν πληροφοριῶν, ἀλλ’ ἰδίᾳ τὴν ἀποστολὴν τῶν προσωρινῶν τούτων καταστάσεων καὶ τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχουσι δεδημοσιευμέναι αἱ προσωριναὶ καταστάσεις μέχρι τέλους Μαρτίου 1895. Δὲν ἐδημοσιεύθησαν εἰσέτι αἱ προσωριναὶ καταστάσεις αἱ περιλαμβάνουσαι τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, πολλῷ δ’ ἧσσον τὸν μῆνα Μάϊον. Ὅτε τὸ πρῶτον μοὶ ἀνεκοινώθη ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἂν ἔχω ἀκριβεῖς πληροφορίας, πρὶν ἢ λάβω ἀκόμη τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τὰ περιλαμβάνοντα τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην, ἐκάλεσα τὸν κ. Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ τὸν ἠρώτησα περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου· τότε μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ μὲν τμῆμα τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων ἔχει σημειώσεις τῶν ἀποτελεσμάτων περὶ τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, ἀλλὰ δὲν εἶχον συγκεντρωθῆ πάντα τὰ ἔγγραφα ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ· τὸν παρεκάλεσα δὲ νὰ ἀσχοληθῇ νὰ ἀνεύρῃ πάντα τὰ στοιχεῖα, ὅπως παρασκευάσῃ τοιαύτην κατάστασιν καὶ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τὴν παράκλησιν αὐτὴν θέλω τῷ ἀπευθύνει καὶ πάλιν, διότι, ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, τὰ γραφεῖα ἐκεῖνα κατέχουσι τὰ στοιχεῖα, καὶ ἀπ’ αὐτὰ πρέπει νὰ ἀρυσθῶ τὰς πληροφορίας ταύτας.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σχετικῶς πρὸς αὐτὴν τὴν πληροφορίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν, τοιαύτη δὲν ἐδημοσιεύθη ἢ μόνον μέχρι Φεβρουαρίου. Ἠρώτησα καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι νεωτέρα τοιαύτη δὲν εἶναι δεδημοσιευμένη. Ἔχομεν δὲ εἰς χεῖρας ἡμῶν μόνον τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῆς χρήσεως 1895 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ 1894 δὲν ἔχετε μέχρι τέλους Μαρτίου;
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ τοῦ 1895 μόνον μέχρι τέλους Φεβρουαρίου· μᾶς λείπουσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ 1895 δύο ἀκόμη μηνῶν. Ἂν εἴχομεν καὶ αὐτὰς, ἠθέλομεν ἴδει τότε τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τῆς πρώτης τετραμηνίας, ἐὰν ὑπῆρξαν ἠλαττωμένα ὡς πρὸς τὴν πρώτην τετραμηνίαν, διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ ἀποτελέσματα διὰ τὸ 1895 καὶ ἑπομένως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρατηρῶ πρὸς τούτοις, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη συνήθως δὲν συντάσσεται ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον· νομίζω, ὅτι συντάσσεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· συντάσσεται πρὸ πάντων ἐπιμελείᾳ, νομίζω, τοῦ διευθύνοντος τὸ ταμιακὸν τμῆμα.
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ πίνακες οἱ κατὰ μῆνα δημοσιευόμενοι τῶν εἰσπρακτέων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ τῶν πληρωθέντων ἐξόδων συντάσσονται καὶ δημοσιεύονται ἐπιμελείᾳ τοῦ ταμιακοῦ τμήματος, ἀλλ’ αἱ καταστάσεις συντάσσονται ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα συγκεντροῦνται ἐν αὐτῷ. Θέλω φροντίσει νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Γενικὸν Διευθυντὴν νὰ σπεύσῃ νὰ μοὶ παράσχῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας, ἐφ’ ὅσον ἔχῃ αὐτὰς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς εὑρίσκεται εἰς ἥσσονα κατάστασιν ὑμῶν, διότι σεῖς βεβαίως θὰ γνωρίζετε τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς δὲν εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, καὶ θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῷ ὄντι νὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας αὐτάς.
§102ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, βεβαίως τὰ γινώσκω καὶ ἐγὼ, ὡς πάντες οἱ ἀναγινώσκοντες τοὺς μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δημοσιευομένους πίνακας. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς συνετάχθη κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894, ἑπομένως τότε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὦσι γνωσταὶ αἱ εἰσπράξεις καὶ δαπάναι τῆς πρώτης τετραμηνίας τοῦ 1895. Ἐὰν εἴχομεν τὴν κατάστασιν ταύτην ὑπ’ ὄψει, ἠθέλομεν δυνηθῆ βασιμώτερον νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν προβλέψεων τοῦ 1895.
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διακριθῇ τὸ ζήτημα τῆς δημοσιεύσεως τῶν καταστάσεων ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς ὑποβολῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν καταστάσεων, τὰς ὁποίας ζητεῖ. Νομίζω, ὅτι τὸ τμῆμα τὸ ταμιακὸν τῶν εἰσπράξεων δύναται, ἔστω καὶ μὲ μικράν τινα παραλλαγὴν δευτερευόντων καὶ μικρῶν ταμείων, νὰ συλλέξῃ καὶ νὰ συγκεντρώσῃ τὰς πληροφορίας καὶ μέχρι τοῦ τέλους Μαΐου. Δὲν δύνανται νὰ συμπληρωθῶσι καὶ τελειοποιηθῶσι τά τε ἔσοδα καὶ ἔξοδα κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν δημοσίευσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων μέχρι τέλους Μαΐου, ἀλλ’ ἡ συλλογὴ τῶν πληροφοριῶν περὶ τῶν ἐσόδων μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς τούτου νομίζω ὅτι δύναται νὰ γείνῃ εἰς τὸ τμῆμα τὸ ταμιακὸν, καὶ θὰ ἦτο καλὸν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ἐπὶ βασιμωτέρων πληροφοριῶν νὰ κρίνωμεν τὰ ἔσοδα, νὰ διατάξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ὑμεῖς βαίνετε ἓν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω, διότι βεβαιοῦτε τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μηνὸς Μαΐου. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δώσω τοιαύτην βεβαίωσιν, ἀλλὰ θὰ φροντίσω νὰ συνεννοηθῶ καὶ μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ μετὰ τοῦ ταμιακοῦ τμήματος, ἵνα καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια, ἐκεῖνο μὲν νὰ συντάξῃ τὴν κατάστασιν μέχρι τέλους Ἀπριλίου, τὸ δὲ τμῆμα τῶν ἐσόδων νὰ συντάξῃ, ἂν ἦναι δυνατὸν, καὶ τοῦ Μαΐου τοὺς λογαριασμούς.
§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο ἐζήτησα.
§106Γ. ΚΟΖΑΚΗΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Κύριε Ὑπουργὲ, τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπάρχει εἰς τὸν Ναύσταθμον ναύτης κατατεταγμένος ἀπὸ τῆς 6 Ἰουνίου, ὑπ’ ἀριθμὸν τοῦ μητρῴου τοῦ Ναυστάθμου 22,087, ὀνομαζόμενος Γεώργιος Ἐπαμεινώνδα Κορνέλλος. Σᾶς δίδω δὲ τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ ναύτης οὗτος εἶναι ἀτυχής τις, γεννηθεὶς βλάξ. Εἶναι δὲ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἐν πλήρει στερήσει τῶν διανοητικῶν του δυνάμεων, ὥστε οὔτε νὰ φάγῃ δύναται ἄνευ βοηθείας, ἀνεπιγνώστως δ’ ἐκπληροῖ πᾶσαν φυσικὴν ἀνάγκην. Καὶ εἶναι μὲν γελοῖον τὸ συμβαῖνον, ἀλλὰ καὶ λυπηρότατον, ὅταν ὑπάρχῃ ὠργανωμένη ὑπηρεσία. Ὑπάρχει, φαίνεται, εἷς ἰατρὸς εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν τῆς θητείας του καὶ ἀποστείλῃ εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀπαιτεῖται διορισμὸς καὶ ἑτέρου ἰατροῦ, καὶ ἀγνοῶ διατὶ ἡ ὑπηρεσία ἤδη ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἡ στενὴ σχέσις, ἥτις μὲ συνδέει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἔπρεπε νὰ μὲ κάμῃ νὰ κάμω τὰς παραστάσεις ταύτας ἰδιαιτέρως. Γνωρίζω δὲ καὶ τὴν φιλανθρωπίαν του καὶ τὰ αἰσθήματά του ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, διότι συμβαίνει ἄτοπον, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαῖον, καὶ δυστυχῶς συμβαίνει καὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τοῦτο ἀντὶ ἰδιαιτέρως νὰ κάμω πρὸς τὸν φίλον Ὑπουργὸν τὴν παρατήρησιν, τὴν κάμνω ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε, καὶ θὰ ἐνθυμῆται καὶ ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὅτι ἀμφότεροι ἐκάμαμεν παραστάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ περίστασιν ἀνάλογον, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἀντιληφθῆ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, ὅπου συνήντησα ἐκ γενετῆς ἠλίθιον, πρὸ 8 μηνῶν διατελοῦντα ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ! Ἐνθυμούμεθα ἀμφότεροι φρενοβλαβῆ εἰς Ἀργοστόλιον, ἀνήκοντα εἰς καλὴν οἰκογένειαν, ὁ ὁποῖος πρὸ 6 μηνῶν ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς κοινῆς λύπης,—δὲν λέγω τῆς χλεύης, διότι δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ἡ κακὴ συνήθεια αὕτη ἀπέναντι τῶν φρενοβλαβῶν,—ἀλλ’ οἱ ἁρμόδιοι δὲν ἀπέλυσαν τὸν ἀτυχῆ τοῦτον. Καὶ τίς οἶδε πόσον καιρὸν ὁ Κορνέλλος οὗτος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀτυχὴς ἐμπνέων τὸν οἶκτον εἰς τοὺς ναύτας, ἤθελε μείνει ἐκεῖ, ἐὰν δὲν κατηγγέλλετο πρὸς ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, τὸ ἄτοπον τοῦτο. Διότι δὲν πρόκειται περὶ μεμονωμένης περιστάσεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον, ὅπως οὕτως ὀργανωθῶσιν αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται τὰ τοιαῦτα. Διότι δὲν βλέπει τις ποία θὰ ἦναι ἡ δυσκολία. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, πολλῶν διατυπώσεων, ὅπως ἀπαλλαγῇ ἀνὴρ καταφανῶς βλάξ, μένων ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα ἐκτεθειμένος εἰς τὰ ὄμματα ὁλοκλήρου ἐκείνης τῆς ναυτικῆς ὁμάδος, καὶ προκαλῶν διὰ τῆς παρουσίας του σκέψεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποβαίνουσι βεβαίως πρὸς ἔπαινον τῶν προϊσταμένων. Θέλω δώσει ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου.
§107ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τοὺς προσερχομένους κληρωτούς. Παράπονα ἠγέρθησαν, ὅτι οὗτοι ἐγκαταλείπονται ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἰς τοὺς διαδρόμους τοῦ Ναυστάθμου καὶ δὲν δίδεται εἰς αὐτοὺς οὔτε τροφή, οὔτε κατοικία. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὀφείλει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διατάξῃ τὰ δέοντα, διότι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι προσέρχονται, ὑπὸ τῆς Πολιτείας προσκαλούμενοι, νὰ ἐκπληρώσωσιν ἓν καθῆκον, νὰ καταβάλωσι τὸν φόρον τοῦ αἵματος, καὶ δὲν πρέπει, ἀρχόμενοι τούτου, νὰ λαμβάνωσι τοιαύτας ἐντυπώσεις ὡς πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἣν προσέρχονται νὰ ὑπηρετήσωσι.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1895 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν ὑποβληθέντος καὶ μὴ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως ταύτης. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτ. ἀριθ. 140). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§109ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀπεναντίας θεωρῶ τὴν διάκρισιν τῆς διευθύνσεως τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἐπωφελῆ καὶ διὰ τὸν λογιστικὸν ἔλεγχον τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν καὶ διὰ τὴν διακανόνισιν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ τρόπον ἐπωφελῆ διὰ τὴν χώραν καὶ εὐπρόσδεκτον διὰ τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου. Ἐπανειλημμένως δ’ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ προτείνω τὸ μέτρον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπρότεινα αὐτὸ, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893, διότι εἶχον τὴν γνώμην ὅτι τὰ ἀποτελέστα τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, ἧς ἡ μοιραία ἐπέλευσις ἦτο ἀναμφισβήτητος διὰ πάντα μελετῶντα τὴν κατάστασιν τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας, ἠδύναντο διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτου μέτρου νὰ ἀποβῶσιν ἐλαφρότερα. Ἐπίστευον τότε, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ, ὅπως μὴ προσβληθῇ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅπως διακανονισθῇ ἡ κατάστασις τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Δημοσίου κατὰ τρόπον εὐπρόσδεκτον καὶ ἐπωφελῆ καὶ διὰ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ. Ἐπρότεινα ἐπίσης αὐτὸ μετὰ τὴν ἐπέλευσιν τῆς πτωχεύσεως, κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς παρελθούσης συνόδου τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ συζητήσει τῇ προκληθείσῃ ἐξ ἐπερωτήσεώς μου ἐπὶ τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου. Μία ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῶν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας ἦτο καὶ ἡ χορηγία πληρεστέρας ἐξασφαλίσεως τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ὡς τοιαύτη δ’ ἐξασφάλισις εἶχε χαρακτηρισθῆ ἡ διαχείρισις τῶν προσδιοριζομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους προσόδων ὑπὸ ἑταιρίας, λειτουργούσης κατὰ τρόπον, ὅστις ἐμείου καὶ αὐτὴν τὴν αὐτοτέλειαν τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Εἶχον τὴν πεποίθησιν, ἣν ἐστήριζον ἐπὶ θετικῶν πληροφοριῶν, ὅτι ἡ διάκρισις τῶν προσόδων τῶν προωρισμένων εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἡ ἀνάθεσις αὐτῶν εἰς διεύθυνσιν ἰδιαιτέραν καὶ ἀνεξάρτητον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν διακανόνισιν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ τρόπον ἐπωφελῆ διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν καὶ εὐπρόσδεκτον παρὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου, Ἀναφέρω ταῦτα, ὅπως ἀποκρούσω πᾶσαν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ μέτρου, οὗτινος προτείνεται ἡ ἐφαρμογή. Ἀλλ’ ὅπως καὶ ὅταν ἐπρότεινα τὸ μέτρον τοῦτο, οὕτω καὶ σήμερον νομίζω, ὅτι τότε μόνον δύναται αὐτὸ νὰ ᾖ λυσιτελὲς καὶ φέρῃ ἐπωφελῆ ἀποτελέσματα, ὅταν ᾖ πλῆρες καὶ ἐφαρμόσιμον. Ὅπως ὅμως σήμερον προτείνεται, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πλῆρες καὶ ἐφαρμόσιμον, ἀλλ’ ἀτελὲς καὶ ἀνεφάρμοστον. Τοιοῦτον δὲ ὂν τὸ μέτρον τοῦτο, δύναται νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκομεν. Οὐ μόνον δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τελειότερον λογιστικὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τοῦτον δύναται νὰ βλάψῃ καὶ τὸν διακανονισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τρόπον εὐπρόσδεκτον καὶ παρὰ τῶν δανειστῶν ὑμῶν νὰ καταστήσῃ δυσκολώτερον. Διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου σχηματίζεται ἰδιαιτέρα ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, ἀνεξάρτητος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διοικουμένη ὑπὸ Συμβουλίου, συγκειμένου ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν προέδρων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν διευθυντῶν τῶν δύο ἄλλων προνομιούχων Τραπεζῶν. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο θὰ ἔχῃ εἰς τὰς διαταγάς του ἕνα Γενικὸν Γραμματέα, τρεῖς τμηματάρχας καὶ τὸ ἄλλο προσωπικόν, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τρία δὲ κυρίως τμήματα ἀποτελοῦσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα ἀνατίθεται ἡ παραλαβὴ τῶν εἰσπραχθησομένων χρημάτων ἐκ τῶν διὰ τὸ δημόσιον χρέος προωρισμένων προσόδων, εἰς τὸ δεύτερον ἡ διάθεσις τῶν προσόδων τούτων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν πιστώσεων τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ εἰς τὸ τρίτον ἡ φροντὶς περὶ ἀποσβέσεως τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν γενομένων καὶ γενησομένων πληρωμῶν. Ὅπως ἐκτελεσθῶσιν αἱ διάφοροι αὗται ἐργασίαι, ἐκτὸς τῆς τοῦ ἐλέγχου τῶν ἤδη γενομένων πληρωμῶν, πρέπει νὰ ὁρισθῶσι καὶ τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τὰ ἔσοδα, ἅτινα πρόκειται νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου ὀφειλομένων. Ἀλλὰ τὰ ἔσοδα ταῦτα δὲν ὁρίζονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Λείπει ἑπομένως ἐξ αὐτοῦ ἡ βάσις τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ, ὃν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν. Ὁ θεσμὸς δ’ οὗτος, στερούμενος τῆς βάσεως καὶ τῶν μέσων τῆς λειτουργίας του, ἀποβαίνει θεσμὸς θεωρητικὸς καὶ ἀκαδημαϊκός. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ ψήφισις τοιούτου θεσμοῦ νὰ μὴ ἔχῃ συνέπειαν ἑτέραν ἢ τὴν προσθήκην εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν καὶ ἑνὸς ἑτέρου ἀχρήστου νομοσχεδίου, δὲν θὰ ἤξιζεν ἴσως τὸν κόπον νὰ συζητήσῃ τις τοῦτο ἐπὶ πολύ. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, οὕτω θεωρητικῶς ψηφιζόμενον, ἄνευ τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ βάσεως, δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβεῖς συνεπείας καὶ διὰ τοὺς δύο σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπισταμένην αὐτοῦ συζήτησιν. Ἡ ἐσπευσμένη ψήφισις αὐτοῦ δύναται νὰ βλάψῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν τακτικὴν ἐργασίαν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀναγκαίων πρὸς διακανόνισιν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τρόπον εὐπρόσδεκτον παρὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἀναγράφει ὅλας τὰς εἰσπράξεις καὶ ὅλας τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου, πρὸς ἐκτέλεσιν δὲ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἔχει ἀνάγκην ὡρισμένου προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀνέρχεται εἰς 40 περίπου ὑπαλλήλους. Ἐνδέχεται μεταξὺ τούτων νὰ ὦσι καί τινες ἀκατάλληλοι καὶ μὴ ἐργαζόμενοι, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας τῆς ἀνατεθειμένης εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον ἀπαιτεῖται ἀριθμὸς καταλλήλων ὑπαλλήλων ἀνώτερος ἐκείνου, ὃν ὁρίζει ἕτερον νομοσχέδιον, ὅπερ ἐψηφίσαμεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, περὶ τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Γενικοῦ Λογιστηρίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ προσωπικὸν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου περιορίζεται ἀπὸ 40 εἰς 19 μόνον ὑπαλλήλους. Δέκα δὲ καὶ ἐννέα ὑπάλληλοι θὰ ὦσιν ἀρκετοὶ διὰ τὴν περιωρισμένην ὑπηρεσίαν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου μετὰ τὴν ἐξ αὐτῆς ἀπόσπασιν τῆς τοῦ δημοσίου χρέους. Ἄν ὅμως πρόκειται ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους νὰ μὴ ἀποσπασθῇ ἐκ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἀλλὰ νὰ ἐκτελεσθῇ παρ’ αὐτοῦ, τότε 19 μόνον ὑπάλληλοι δὲν θὰ ὦσιν ἀρκετοὶ πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Δὲν θὰ ἀποβῇ δὲ δυνατὸν ν’ ἀποσπασθῇ ἐκ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, ἂν ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἄνευ προσδιορισμοῦ τῆς πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἀναγκαίας βάσεως, ἥτις εἶναι αἱ δι’ αὐτὴν ἀποκλειστικῶς προωρισμέναι πρόσοδοι. Ἐὰν δὲν ὁρισθῶσιν αἱ πρόσοδοι αὗται, ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ παραλάβῃ αὐτάς, μήτε νὰ πληρώσῃ τὰ παρὰ τοῦ Δημοσίου ὀφειλόμενα, δὲν θὰ δυνηθῇ ἑπομένως νὰ ἐκτελέσῃ οὔτε τὰς ἐγγραφὰς τὰς σχετιζομένας μὲ τὴν παραλαβὴν τῶν χρημάτων καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων. Αἱ ἐγγραφαὶ αὗται θὰ ἐξακολουθῶσιν ἐκτελούμεναι, ὅπως καὶ σήμερον, παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅπερ, μὴ ἔχον ἀρκετὸν προσωπικὸν, δὲν θὰ ἐπαρκῇ εἰς τὴν ἀκριβῆ αὐτῶν ἐκτέλεσιν. Θὰ ἔχωμεν δ’ οὕτως ἀποτελέσματα ἀνάλογα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν κατὰ τὸ 1890, ὅτε ὑπῆρχεν ἰδιαίτερον τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν ὑπῆρχον ἐν αὐτῷ τὰ ἀναγκαῖα βιβλία, διὰ τῶν ὁποίων ν’ ἀποδεικνύηται ἐπισήμως καὶ ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, τί ὀφείλει τὸ Δημόσιον, τί ἐπλήρωσε καὶ τί δὲν ἐπλήρωσεν. Ἐκτὸς τῆς ἀμέσου ταύτης βλάβης, τὴν ὁποίαν ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ δημοσίου ἡμῶν λογιστικοῦ, νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη αὐτοῦ ψήφισις δὲν δύναται νὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν τελειοτέραν καὶ ἐπωφελεστέραν διακανόνισιν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ τρόπον ἱκανοποιοῦντα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τὰς γνώμας τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Δυοῖν θάτερον, ἢ οἱ δανεισταὶ ἡμῶν,—καὶ ἐννοῶ τοὺς ἀληθεῖς δανειστὰς ἡμῶν καὶ τοὺς ἀληθῶς ἀντιπροσωπεύοντας αὐτοὺς, ὄχι δὲ τοὺς παρεμβαίνοντας ἕνεκα ἰδίων ἠθικῶν ἢ ὑλικῶν ὑπολογισμῶν, — ἢ οἱ ἀληθεῖς δανεισταὶ ἡμῶν θὰ ἐπιδοκιμάσωσι τὸ μέτρον τῆς διακρίσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἀπὸ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὃν τρόπον προτείνεται διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, καὶ τότε δὲν θὰ ἔχωμεν νὰ φοβηθῶμεν βλάβην τινὰ ἐκ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, ἢ, ὡς δὲν εἶναι ἀπίθανον, οὗτοι θὰ παρουσιάσωσι παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν δύσκολον θέσιν, ἢ νὰ ἀποκρούσῃ πᾶσαν παρατήρησιν, ὀχυρουμένη ὄπισθεν τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου, καὶ δυσκολεύσῃ τὴν πρόοδον τῶν διαπραγματεύσεων, ἢ νὰ παραδεχθῇ ἐκείνας, αἵτινες οὐδεμίαν βλάβην δύνανται νὰ φέρωσι μήτε εἰς τὰ πολιτικὰ μήτε εἰς τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Θὰ περιέλθῃ δ’ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τροποποιήσῃ διατάξεις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τίς μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι αἱ τροποποιήσεις αὗται, συνδυαζόμεναι μὲ ἄλλας διατάξεις, τὰς ὁποίας ψηφίζομεν ἡμεῖς σήμερον καὶ τὰς ὁποίας δὲν θὰ δυνάμεθα ν’ ἀνακαλέσωμεν, δὲν θὰ καταστήσωμεν βαρυτέρας τὰς τροποποιήσεις ταύτας, αἵτινες ἤθελον εἶσθαι ἴσως ἐλαφρότεραι, ἂν ἐγίνοντο δεκταὶ ἄνευ συνδυασμοῦ πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις, τὰς ἐμπεριεχομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν τὴν τροποποίησιν τῶν διατάξεων, ἃς ψηφίζομεν, διότι αὗται ἀποτελοῦσι παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ποιοῦμεν αὐτοπροαιρέτως καὶ τὰς ὁποίας δυσκόλως θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνακαλέσωμεν, χωρὶς νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν παραπόνων καὶ μομφῶν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ ὁ ἴδιος εἶπεν, ἐξέθηκε πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους διάφορα μέτρα, ἀποτελοῦντα τὴν βάσιν τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ. Μεταξὺ δὲ τῶν μέτρων τούτων εἶναι καὶ τὸ τῆς ἀποσπάσεως τῶν ἐσόδων τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τῆς ἀναθέσεως αὐτῶν εἰς ἰδιαιτέραν διοίκησιν. Θέλων νὰ φανῇ συνεπὴς εἰς τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, ἐκ πολιτικῆς ἴσως φιλοτιμίας, ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτὸν τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπερ θεωροῦμεν οὐ μόνον ὡς ὑποσχόμενον βελτίωσιν τοῦ λογιστικοῦ ἐλέγχου τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς μίαν ἐκ τῶν βάσεων τοῦ διακανονισμοῦ τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ τρόπον ἐπωφελῆ καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, μὴ ψηφισθῇ κατὰ τρόπον ἐλαττοῦντα τὴν ἀξίαν καὶ τὴν σημασίαν αὐτοῦ. Ψηφίζοντες δ’ αὐτὸ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν θετικὴν καὶ πραγματικὴν αὐτοῦ ἐφαρμογήν, βεβαίως ἐλαττοῦμεν τὴν ἀξίαν καὶ τὴν σημασίαν αὐτοῦ. Ἐὰν, ψηφίζοντες αὐτὸ, δὲν δείξωμεν ὅτι εἰλικρινῶς ἐννοοῦμεν νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν ἀμέσως, δὲν θὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν πεποίθησιν, ἣν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι θέλομεν τὸν διακανονισμὸν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ τρόπον μὴ παραβλάπτοντα μὲν τὴν αὐτοτέλειαν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, παρέχοντα δὲ πλήρη ἀσφάλειαν τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ νὰ ἀποφύγῃ τὰς ἐπιβλαβεῖς ταύτας συνεπείας καὶ καταστήσῃ τὸ προτεινόμενον μέτρον λυσιτελὲς, πρέπει νὰ παραδεχθῇ ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ νὰ συμπληρώσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὁρίζων ἀπὸ τοῦδε τὰς προσόδους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ λειτουργήσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν νὰ συζητήσωμεν τὸν θεσμὸν πλήρη, ἢ, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἡ θέσις τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν δὲν ἐπιτρέπει τὴν συμπλήρωσιν αὐτοῦ, νὰ ἀναβάλῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι σήμερον ἡ θέσις τῶν διαπραγματεύσεων τούτων. Διὰ τοῦτο δὲν προβαίνω εἰς πρότασιν συμπληρώσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος φέρει τὴν εὐθύνην τοῦ διακανονισμοῦ τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, ὡς φέρει καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως τῶν διαφόρων μέτρων, χάριν τῶν ὁποίων ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐὰν, λέγω, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ προτείνῃ τὴν συμπλήρωσιν ταύτην, ἂς πράξῃ τοῦτο. Ἐὰν ὅμως ἔχῃ δισταγμοὺς νὰ πράξῃ τοῦτο, ἂς μὴ σπεύσῃ τότε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἂς τροποποιήσῃ τὸ ἕτερον πρὸς συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ φέρον τὸν τίτλον «περὶ τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Γενικοῦ Λογιστηρίου», κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα πάντα φόβον βλάβης τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους. Δύναται δὲ νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὕτως, ὥστε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον νὰ προετοιμάσῃ ὅλην τὴν ἐργασίαν καὶ ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ἀπαιτούμενα, ὅπως τὸ λογιστικὸν, τὸ σχετιζόμενον μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, μεταβιβασθῇ εἰς αὐτὴν, καθ’ ἣν στιγμὴν θ’ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἀποτελεσματικὴ ψήφισις καὶ ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ, τοῦ ἱδρύοντος αὐτὴν ἀνεξάρτητον τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Οὕτω μόνον ὁ προτεινόμενος θεσμὸς θὰ διατηρήσῃ τὴν ἀξίαν καὶ σημασίαν αὐτοῦ, καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξασκήσῃ ἐπωφελῆ ἐπιῤῥοὴν καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ λογιστικοῦ ἐλέγχου τῶν οἰκονομικῶν ὑμῶν καὶ εἰς τὰς μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου διαπραγματεύσεις περὶ διακανονισμοῦ τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους.
§110ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Δὲν μοὶ εἶναι αὐθεντικῶς γνωστὸς ὁ λόγος ὁ προκαλέσας τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, οὔτε ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον κατηγορηματικῶς ἔρχεται νὰ ὑπηρετήσῃ. Κατὰ τὴν ἐμὴν ὅμως προσωπικὴν ἀντίληψιν, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κατόπιν τοῦ προσωρινοῦ καθεστῶτος, ὅπερ ἐδημιούργησεν ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ἐν τούτῳ κατονομαζομένων δανείων, καὶ ὡς πρὸς τὰς ὑπὲρ τούτων καὶ τῶν ἄλλων δανείων ἀρχικῶς καθορισθείσας ἐγγυήσεις, ὑποθέτω ὅτι ἐκρίθη ἀναγκαῖον, ὅπως ἀποχωρισθῇ ἐντελῶς ἀπὸ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, τὴν ἐξαρτωμένην ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποκλειστικῶς, καὶ ἀνατεθῇ εἰς αὐτόβουλον καὶ ἀνεξάρτητον ἀρχὴν ἡ ἐν γένει διοίκησις τῆς ἀφορώσης εἰς πάντα τὰ δάνεια ἐργασίας, ἵνα μαρτυρηθῇ ἐπισήμως ἡ σταθερὰ ἀπόφασις τοῦ τόπου, νὰ διατηρήσῃ εἰς τὸ μέλλον ἀμετατρέπτους, ἐκπληρώσῃ δὲ ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις, ὅσας διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 ὑπεσχέθη, ἐκείνας, ἃς ὁριστικῶς πρόκειται νὰ ἀναδεχθῇ μετὰ τὴν ὁριστικὴν διακανόνισιν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τὰς προερχομένας ἀκόμη ἐξ ἄλλων δανείων, περὶ ὧν δὲν προεῖδεν ὁ ῥηθεὶς νόμος. Πασίγνωστον τυγχάνει, ὅτι μέχρι τέλους τοῦ παρελθόντος ἔτους ἡ τότε Κυβέρνησις προῆλθεν εἰς διαπραγματεύσεις περὶ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, εἰς ἃ ἀφορᾷ ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, μετὰ ἀντιπροσώπων πολλῶν ἢ ὀλίγων δανειστῶν τοῦ Κράτους,—πραγματικῶν ἢ μή, ἄγνωστον,—διαπραγματεύσεις ὅμως ἐπισήμους, καθ’ ἃς διημείφθησαν ἔγγραφα ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους. Γνωστὸν ἐπίσης ἐστίν, ὅτι κατὰ τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων ἐπροτάθη καὶ ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δανειστῶν ἡ ἀξίωσις, ὅπως ἐκχωρηθῶσιν ἀμετακλήτως ὡρισμέναι πρόσοδοι τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐν τῷ νόμῳ τῆς 10 Δεκεμβρίου δανείων, ἀνατεθῇ δὲ ἡ ἐπίβλεψις τῆς βεβαιώσεως τῆς εἰσπράξεως καὶ τῆς διαθέσεως τῶν προσόδων τούτων εἰς ἐπιτροπείαν, ἢ κατάστημα τῆς ἐκλογῆς τῶν δανειστῶν, συμπραττόντων καὶ τούτων...
§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ Μονοπώλια.
§112ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ἀγνοῶ ἂν εἰς τὰ Μονοπώλια ἢ ἄλλο κατάστημα· πάντοτε ὅμως ἀνεξάρτητον τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Δημοσίου, δυνάμενον οὕτω νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους... Οὐδεὶς ἐλησμόνησε τὴν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἐνεποίησεν εἰς πάντα τὰ πολιτευόμενα πρόσωπα καὶ εἰς τὸν λαὸν μόνη ἡ ἰδέα, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον σπουδαιότατος κλάδος τῆς διοικήσεως νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ξένων, ἰσοδυναμοῦντα πρὸς ἀναίρεσιν αὐτῆς τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ τόπου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐγὼ ἀτομικῶς, χωρὶς νὰ γνωρίζω τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, εὑρίσκω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον προλαμβάνει, ἀπαιτοῦν, εἰς τυχὸν ἐπαναληρθησομένην παρομοίαν ἀξίωσιν, διὰ τῆς συστάσεως εἰδικῆς ὑπηρεσίας, ἀνεξαρτήτου πάσης κυβερνητικῆς ἐπιδράσεως, παρεχούσης δ’ ἔκ τε τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν προσώπων καὶ τῆς διδομένης αὐτῇ ἁρμοδιότητος, πλήρη καὶ θετικὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἡ πρόσοδος τῶν ὁρισθησομένων ὑπεγγύων ἐσόδων θέλει συγκεντροῦσθαι ἀκεραία εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς, καὶ ὅτι θέλει διατίθεσθαι ἀποκλειστικῶς καὶ ἐγκαίρως κατὰ τὸν συμφωνηθησόμενον προορισμόν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐκληφθῇ ὡς ἀναγκαῖον μόνον εἰς τὸν μέλλοντα ὁριστικὸν διακανονισμὸν τῶν δανείων, εἰς ἃ ἀφορᾷ ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ἀλλὰ ἐξασφαλίζει θετικῶς τὴν διὰ τοῦ νόμου τούτου προσωρινῶς καθιερωθεῖσαν νέαν κατάστασιν τῶν δανείων τούτων, καὶ συγχρόνως τὴν κανονικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐπιλοίπων δανείων, περὶ ὧν σιωπᾷ ὁ ῥηθεὶς νόμος. Τὸ νομοσχέδιον, ἐφ’ οὗ συζητοῦμεν, ἦτο τοσοῦτον ἀναγκαῖον, καθόσον ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου ἐν § βʹ τοῦ ἄρθρ. 2 ἀνεκάλεσε τὰς διὰ συμβάσεων μήπω διαῤῥηχθεισῶν ἐκκεχωρημένας ὑπὲρ διαφόρων δανείων ἐγγυήσεις, διατάξας ὅπως αὗται ἀπὸ τῆς 19 Σεπτεμβρίου 1893 εἰσάγωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀντὶ τῶν Τραπεζῶν τῶν διὰ τῶν συμβάσεων καθορισθεισῶν. Πλὴν τῶν ἐκτεθεισῶν ὑπηρεσιῶν, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐκδηλώνει τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, προσδιορίζον τὸ ὅριον, μέχρι τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ ὁριστικῶς τὴν θέσιν τῶν δανειστῶν ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καθόσον, εἰς ἣν θέσιν εὗρε τὰ τῶν δανείων ἡ Κυβέρνησις, δὲν τῇ ἦτο ἀνεκτὸν νὰ ἀναλάβῃ ὑπευθύνως ὑποχρεώσεις θιγούσας τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς διοικήσεως αὐτοῦ. Ἄν ὅμως κατὰ τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων ὑψηλότερα τοῦ Κράτους συμφέροντα ἐπιβάλωσι τροποποιήσεις ἐπὶ τῶν ἤδη συζητουμένων ὅρων, ταῦτα θέλουσιν ἐκτιμηθῆ καὶ κριθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος συνάδελφος ἠρώτησε, πῶς θέλει ἀρχίσει λειτουργοῦσα ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθισταμένη ὑπηρεσία; ἀπαντῶ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ἐκτελοῦσα τὰς ἐκ τούτου προσωρινῶς πηγαζούσας ὑποχρεώσεις περί τε τῶν ἐν αὐτῷ κατονομαζομένων δανείων, καὶ περὶ τῶν λοιπῶν, περὶ ὧν σιωπᾷ, χρῆσιν ποιουμένη τῶν κεφαλαίων, ἅτινα ἐκ τῶν γενικῶν πόρων τοῦ προϋπολογισμοῦ διαθέτει σήμερον ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἀφοῦ κατηργήθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 αἱ διὰ τῶν μήπω ἀκυρωθεισῶν συμβάσεων ἐκκεχωρημέναι ἐγγυήσεις. Βραδύτερον δὲ, μετὰ τὴν ὁριστικὴν διακανόνισιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, ἡ συσταινομένη ἤδη νέα ὑπηρεσία θέλει λειτουργεῖ κατὰ τοὺς ὅρους τῶν περὶ ταύτης συνομολογηθησομένων νέων συμβάσεων. Οἰκειοποιεῖται ὁ ἐξ Ἄρτης ἀγαπητός μοι συνάδελφος τὴν πατρότητα τοῦ συστήματος, ὅπερ καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον· βεβαιοῖ ὅτι ἐπανειλημμένως ἔλαβεν ἀφορμὰς νὰ συστήσῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Σήμερον δὲ κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχεται αὐτὸ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἔχει θετικὰς πληροφορίας, ὅτι ἡ διάκρισις τῶν δημοσίων προσόδων, ὅσαι θέλουσιν ὁρισθῆ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ἡ διαχείρισις αὐτῶν ὑπὸ εἰδικῆς ἀρχῆς, ἀνεξαρτήτου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει διευκολύνει πολὺ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους· εὑρίσκει ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἀτελὲς ἐν ταῖς λεπτομερείαις καὶ ἀνεφάρμοστον, διότι ἡ σχηματιζομένη ἐπὶ τούτῳ εἰδικὴ ἀρχὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνωτάτους ὑπαλλήλους καὶ διοικητὰς Τραπεζῶν, καὶ διότι αἱ εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν δανείων ἀναγκαῖαι πρόσοδοι δὲν καθορίζονται ἀπὸ τοῦδε. Ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὸν ἐγκρατέστατον περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐν γένει συνάδελφον, τοῦ ὁποίου καὶ τὰς πεφωτισμένας γνώμας σέβομαι καὶ τὴν ἐκ τῆς ἐνδελεχοῦς μελέτης ἐνημερότητα αὐτοῦ ἀνομολογῶ, ἂν δὲν συμμερίζωμαι τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου σκέψεις του. Τὰ τοιούτου εἴδους εἰδικὰ ταμεῖα, ὅπου ὑπάρχουσι, διοικοῦνται ὑπὸ διακεκριμένων προσώπων, ἐνδιαφερομένων εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ἐπιβαλλομένων καθηκόντων, καὶ ἀνεπιδέκτων κυβερνητικῆς ἐπιδράσεως ἀνωτάτων ὑπαλλήλων. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Ὁλλανδίᾳ, ὅπως εἶπεν ὁ προαγορεύσας, τοιαύτην διοίκησιν ἔχουν τὰ εἰδικὰ ἐπὶ τῶν δανείων ταμεῖα. Ἐν Γαλλίᾳ, ἐν ὅσῳ ἐλειτούργει τὸ χρεωλυτικὸν ταμεῖον, τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ἀπετέλουν εἷς γερουσιαστής, ἓν μέλος τῆς Βουλῆς, εἷς σύμβουλος τῆς ἐπικρατείας καὶ εἷς τῶν προέδρων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, κατὰ τριετίαν διοριζόμενοι· πρὸς τούτοις ὁ Διευθυντὴς τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου καὶ εἷς τῶν τμηματαρχῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν...
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ἐμὲ τὰ λέγετε;
§114ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Πρὸς τὴν Βουλήν.
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ εἶπον πρότερον.
§116ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Τὰ ἐπανέλαβον, ὅπως πείσω τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον κατ’ οὐδὲν καινοτομεῖ. Ἡ ἑτέρα ἔλλειψις, ἣν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀποδίδει εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δηλονότι ἀποσιωπᾷ τὰς ὑπεγγύους εἰσπράξεις καὶ τὰ τῆς παραδόσεως αὐτῶν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ δημοσίου χρέους, φρονῶ ὅτι εἶναι πρόωρος καὶ ἀνέφικτος. Σήμερον εὑρισκόμεθα ἀπέναντι καταστάσεως ἀκανονίστου, δημιουργηθείσης ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν, νόμῳ ἰσχυούσας, τὰς ἀρχικὰς περὶ συνομολογήσεως τῶν δανείων συμβάσεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πράγματι καταργηθείσας διὰ τοῦ ῥηθέντος νόμου, διατάσσοντος ὅπως αἱ ὑπέγγυοι εἰσπράξεις εἰσάγωνται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Συνεπῶς δὲν δυνάμεθα οὔτε νὰ παραδώσωμεν εἰς ἄλλην ἀρχὴν, πλὴν τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου, τὰς διὰ τῶν ἀρχικῶν συμβάσεων ἐκχωρουμένας εἰσπράξεις. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα οὔτε νὰ ἐκτελέσωμεν τοὺς περὶ τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων ἀρχικῶς συνομολογημένους ὅρους, οὔτε κατὰ βούλησιν νὰ προσδιορίσωμεν τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν τῶν νέων ἐγγυήσεων πρὸ τοῦ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ τῶν δανείων μετὰ τῶν δανειστῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε παραδεχθῆ τὴν βαθμιαίαν αὔξησιν τῆς ἐτησίας δόσεως καὶ τὴν διανομὴν τοῦ ἐκ τῶν εἰσπράξεων περισσεύματος μετὰ τὴν πληρωμὴν τῆς κατ’ ἔτος συμφωνηθησομένης καταβολῆς.
§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἀπερχομένης τῆς Βουλῆς καὶ ἐπερχομένης συνεννοήσεως μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ δανειστῶν θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ τούτου;
§118ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Πιστεύετε ὅτι ἅμα ἀρχίσουν αἱ διαπραγματεύσεις, καὶ πρὸ τῆς ἑπομένης τακτικῆς συνόδου, θὰ προχωρήσωσιν αἱ διαπραγματεύσεις μέχρι τοῦ πέρατος; Εἴθε! Τὸ παρελθὸν ὅμως ἀπαντᾷ ἀρνητικῶς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἂν ἐπαληθεύσωσιν αἱ ἐλπίδες τοῦ κ. συναδέλφου, τότε καθίσταται ἀπαραίτητον τὸ ὅριον, ὅπερ τὸ νομοσχέδιον τίθησιν ἀπέναντι τῆς βαρυτέρας τῶν δανειστῶν ἀπαιτήσεως, τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων, ἤτοι τῆς ἀναιρέσεως τῆς αὐτοτελείας τοῦ Κράτους, κατὰ τοῦ ὁποίου σύσσωμος ἡ χώρα καὶ αὐτὸς ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐξανέστη, προτείνων ὡς μέσον σωτήριον ἀκριβῶς τὸ σύστημα, ὅπερ παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον. Πιθανὸν, ἢ μᾶλλον βέβαιον πρέπει νὰ θεωρῆται ἀπὸ τοῦδε, ὅτι οἱ δανεισταὶ θέλουσι προβάλει ἀξιώσεις, περὶ ὧν οὔτε ἠδύνατο οὔτε συνέφερε νὰ προνοήσῃ ὁ νόμος· καὶ κατ’ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ συστήματος, ὅπερ καθιεροῦται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἐνδέχεται νὰ ἀντιταχθῶσιν ἄλλοι ὅροι. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτων ἡ Κυβέρνησις θέλει μὲν διαπραγματευθῆ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς. Μέχρις ὅμως τοῦ σημείου τούτου καὶ τοῦ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων καὶ συνεπῶς τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων, ἡ Κυβέρνησις θέλει παραδίδει εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ τῶν γενικῶν κεφαλαίων τοῦ δημοσίου ταμείου τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐν γένει τοῦ δημοσίου χρέους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῶν σήμερον ἰσχυόντων νόμων, ὅπως ἄρξηται κανονικῶς λειτουργοῦσα ἡ ὑπηρεσία τοῦ νέου ταμείου ὡς πρός τε τὰς πληρωμὰς τοῦ ἐνεστῶτος καὶ ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος. Ἴσως μάλιστα ἡ μεσολαβήσουσα μερικὴ ἐφαρμογὴ συστήματος τὸ πρῶτον εἰσαγομένου παρ’ ἡμῖν συντελέσῃ, ὅπως ὑποδειχθῇ ἡ ἀορίστως σήμερον ἀποδιδομένη εἰς τὸ νομοσχέδιον ἀτέλεια, καὶ αἱ ἀναγκαῖαι πρὸς καθολικὴν αὐτοῦ λειτουργίαν τροποποιήσεις. Τέλος ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι αἱ σκέψεις, ἃς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς νομοσχεδίου, εἰσὶν ὅλως ἀτομικαὶ, καὶ οὐδόλως σχετίζονται πρὸς τὰς ἰδέας, ἃς περὶ τούτου ἔχει ἡ Κυβέρνησις, τὰς ὁποίας μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἀγνοῶ τελείως. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἐμνήσθη καὶ πάλιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, καὶ ἐπανέλαβεν ἄδικον κατηγορίαν κατὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἤλπιζον ὅτι εἶχεν ἐγκαταλείψει ὁριστικῶς, ἀφοῦ ἔλαβεν ὑλικὰς περὶ τοῦ ἐναντίου ἀποδείξεις, αἵτινες ὑπεχρέουν αὐτὸν νὰ πεισθῇ, ἂν ἤθελεν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, ἐφ’ ὧν στηριζόμενος εἶχε μορφώσει τὴν ἰδέαν του, προήρχοντο ἐκ προσώπων, ἅτινα πᾶν ἄλλο ἴσως ἐγίνωσκον ἢ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου καὶ τὰ καθέκαστα τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτῆς. Εἶπεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅπερ καὶ σήμερον ὑπηνίχθη, ὅτι εἰσελθὼν τὸ 1890 εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲν βιβλίον εὗρε, καὶ συνεπῶς δὲν ἠδύνατο νὰ μάθῃ, ἂν τὸ Δημόσιον εἶχε δάνεια, τί ἐπλήρωσε, καὶ τί ὤφειλεν ἐκ τούτων. Ἡ κατηγορία αὕτη μὲ ἐβίασε νὰ λάβω προώρως τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμπερασματικῶς.
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τῶν λεχθέντων καὶ τώρα καὶ ἄλλοτε δὲν ὑπηνίχθην ποτὲ τὴν ἐργασίαν τοῦ κυρίου Δεϊμέζη ἐν τῷ Γεν. Λογιστηρίῳ.
§120ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ὅταν ἐγώ, μόλις ἐξερχόμενος ὑπηρεσίας, ἣν ἐπὶ μακρὸν διηύθυνα, καταλείπω τὸν σπουδαιότερον αὐτῆς κλάδον εἰς ἀνικανότητα νὰ παρέχῃ ἀκριβεῖς, ὅπως ὀφείλει, πληροφορίας περὶ τῶν τετελεσμένων πράξεων, ἐγὼ βεβαίως ὀφείλω εὐθύνας, τὰς ὁποίας, διδομένης μοι εὐκαιρίας νῦν, ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω. Ὁ ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἀπῄτει, φρονῶ, ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον βιβλίον τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ λεγόμενον Grand libre, λησμονήσας πρὸς στιγμήν, ὅπερ ἄλλως κάλλιστα γινώσκει, ὅτι τοιοῦτον βιβλίον δὲν ὑπάρχει, οὔτε ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν καὶ δάνεια, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐγγράφονται εἰς τοιοῦτον βιβλίον, ἤτοι rentes. Τὰ ἡμέτερα χρέη, ἅτινά εἰσι χρεωλυτικά, πάγια καὶ κυμαίνοντα, στηρίζονται εἰς τίτλους, ἤτοι ὁμολογίας ὀνομαστικὰς, ἰδίως δὲ ἀνωνύμους, αἵτινες ἐγγράφονται τακτικῶς εἰς ὀγκώδη καὶ πολλὰ βιβλία, κατὰ σειρὰν ἀριθμητικὴν, καὶ ἰδίᾳ δι’ ἕκαστον δάνειον. Ἐπὶ τῶν ἰδίων βιβλίων, ἅτινα διατηροῦνται ἀπὸ τοῦ πρώτου δανείου τῶν 6,000,000, σημειοῦνται αἱ διὰ κληρώσεως ἢ ἐξαγορᾶς καθ’ ἑξαμηνίαν ἐξοφλούμεναι ὁμολογίαι κατ’ ἀριθμὸν, εἰς τρόπον ὥστε εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἐξάγεται τὸ ποσὸν τῶν ἐκδοθεισῶν δι’ ἕκαστον δάνειον ὁμολογιῶν, τῶν ἐξαργυρωθεισῶν καὶ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ. Τὰ βιβλία ταῦτα ὑπηρετοῦσιν οὐχὶ μόνον τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ τοὺς πολίτας, τοὺς ἀγοράζοντας χρεώγραφα, προφυλάττοντα τούτους ἀπὸ τὰς ζημίας τῆς ἀγορᾶς κιβδήλων ἢ παραγεγραμμένων ὁμολογιῶν. Τῇ βοηθείᾳ τῶν βιβλίων τούτων ἀνεκαλύφθη ἡ παραποίησις μεγάλου ἀριθμοῦ ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ληφθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ὡς ἐνέχυρον ἀπέναντι μεγάλου ποσοῦ, καὶ ἐμποδίσθη ἡ κυκλοφορία καὶ ἄλλων τοιούτων. Ὡσαύτως ἱκανὸς ἀριθμὸς ὁμολογιῶν κλαπεισῶν ἀπὸ ἑτέραν Τράπεζαν. Ἐπίσης ἐσώθη ὁ μακαρίτης Βάλβης ἀπὸ τὴν ζημίαν τῆς ἀγορᾶς παραγεγραμμένων ὁμολογιῶν, καὶ πλεῖστοι ἄλλοι, οὓς δὲν ἐνθυμοῦμαι. Παρόμοια βιβλία τηροῦνται ἀκριβῶς διὰ τὰ κυμαίνοντα χρέη, παριστῶντα εἰς πᾶσαν στιγμὴν τὸ πραγματοποιούμενον, τὸ ἐξωφλούμενον καὶ τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν, ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ. Τὸ Δημόσιον Λογιστικὸν πολὺ διαφέρει τοῦ Ἐμπορικοῦ. Τὰ δημόσια χρήματα εἰσπράττονται ἀπὸ τοὺς ὑπολόγους. Τὸ δὲ Γεν. Λογιστήριον, ὅπερ εἰς τὰς ἐγγραφὰς ἐκλαμβάνεται ὡς ὁ ἰδιοκτήτης, ἔχει οἱονεὶ δοσοληψίας μετὰ προσώπων ὑπολόγων καὶ μετὰ προσώπων ἀνυπάρκτων καὶ ἀφῃρημένων. Πᾶσαι αἱ ἐπὶ δανείων τελούμεναι πράξεις, εἴτε ἐξ εἰσπράξεως εἴτε ἐκ πληρωμῶν, ἐκτελοῦνται ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τῶν ταμιῶν, δυνάμει γραμματίων παραλαβῆς καὶ χρηματικῶν ἐνταλμάτων. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα, στελλόμενα εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἐξελέγχονται καὶ ἐγγράφονται κανονικῶς εἰς ἰδιαίτερα κατὰ κατηγορίαν ἀναλυτικὰ καὶ συγκεφαλαιωτικὰ βιβλία, ἐκ τῶν ὁποίων καταρτίζονται οἱ λογαριασμοὶ καὶ ἀπολογισμοί· ὁ θέλων ὅμως νὰ συμβουλευθῇ τὰ βιβλία ταῦτα ὀφείλει νὰ γινώσκῃ τὸν σκοπὸν καὶ τὸν προορισμὸν ἑκάστου, ἵνα μὴ περιπέσῃ εἰς τὴν ἐξ ἀγνοίας ἁμαρτίαν νὰ κηρύττῃ τὰ ὑπ’ ὄψιν του χρησιμώτατα ὡς μὴ ὑπάρχοντα. Καὶ πάλιν ἐγένετο λόγος περὶ ἀτελείας τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας, περὶ ψευδῶν λογαριασμῶν κλπ. Παρήγορον, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἄλλα διακεκριμένα τῆς Βουλῆς μέλη ἀνήγγειλαν, ὅτι θέλουν φέρει εἰδικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζήτησιν. Εὔχομαι τὰ προταθησόμενα μέτρα νὰ συνοδεύωνται ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἀληθοῦς ἐφαρμογῆς των. Ἂν πρόκειται ὅμως περὶ ἰδεῶν, ὅπως τὸ παρελθὸν, εἰσὶ μάταια, διότι θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι πάντα τὰ μέχρι τοῦδε ληφθέντα πολὺ ὀλίγον ἀπέβλεπον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ πολὺ ὀλίγον διετέθησαν ὑπὲρ αὐτῆς.
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὰ παράπονα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τροιζηνίας συναδέλφου. Καὶ κατὰ τὸ 1890, ὅτε εἰς τὴν Βουλὴν ἀνέφερα τὴν κατάστασιν τοῦ γραφείου τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ σήμερον, μήτε πόῤῥωθεν κἂν ὑπενόουν, ὅτι ὑπῆρχεν ἔλλειψίς τις εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅστις ἐπὶ ἔτη διηύθυνε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος, ὅτε ἐγὼ εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, προήδρευε τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πρὸ ἐτῶν δὲ εἶχεν ἀποσπασθῆ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ νομίζω ὅτι ἐπὶ πολλὰ ἔτη πρότερον διηυθύνετο παρ’ ἑτέρου καὶ οὐχὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Τροιζηνίας. Τότε εὗρον οὐχὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἀλλὰ τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς τὰ ἀπαιτούμενα βιβλία. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εὗρον εἰς ἀργοπορίαν ἐργασίας, καὶ ἐν αὐτῷ εὗρον τὰ ὀγκώδη βιβλία, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν τῇ ἐπιμελείᾳ αὐτοῦ. Δὲν νομίζω, ὅτι σήμερον ἔχομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ τούτου· ἀλλὰ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. συναδέλφου ἐπὶ ἑνὸς δανείου μόνον, ἐπὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογήσει ὁ οἶκος Gibbs, ἐκ 5,000,000 λιρῶν, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε διὰ τοὺς σιδηροδρόμους. Μέχρις ὅτου τὸ δάνειον τοῦτο ἀνεγράφετο ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, ὑπῆρχον βιβλία, μετὰ ταῦτα ὅμως, ὅτε τὰ ἔγγραφα μετεφέρθησαν εἰς τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους, ἐσταμάτησαν αἱ ἐγγραφαὶ, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ τότε τμηματάρχης, ὅτε τὸν ἐκάλεσα νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας, μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε. Ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθην νὰ καταφύγω εἰς τὰ φῶτα καὶ τὰς γνώσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τροιζηνίας συναδέλφου, Προέδρου τότε τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπως εὕρω τὸν φάκελλον καὶ ἐξ ἐκείνου δυνηθῶ νὰ συγκεντρώσω τὰς πληροφορίας περὶ τοῦ δανείου καὶ δυνηθῶ νὰ συζητήσω τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἤγειρεν ἀδίκως ὁ οἶκος ἐκεῖνος τότε. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος εἶχεν ἄδικον, ὑποθέσας ὅτι καὶ τότε καὶ σήμερον ὑπηνίχθην κἄν τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ· διότι, ὡς καλῶς γνωρίζει, θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν τότε ἠδυνάμην νὰ ἀναθέσω τὴν ὑπηρεσίαν τὴν λογιστικὴν εἰς τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ ἀποβάλῃ πᾶσαν ὑπόνοιαν, ὅτι ὑπηνιττόμην κἂν τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ τμήματος τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον τότε διηύθυνεν ὁ τμηματάρχης κ. Παντελάκης.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω νὰ δώσω διασαφήσεις, προκαλούμενος ἀπὸ τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς ἐξ Ἄρτης καὶ Τροιζηνίας. Μοὶ ἐφαίνετο, ὅτι δὲν ἤθελε παρασταθῆ ἡ ἀνάγκη νὰ δώσω διασαφήσεις τοιαύτας, διότι δὲν θέλω ἐπικαλεσθῆ ὅσα εἶπον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅσα εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν αὐτήν· ἐὰν δὲ ἀναμνησθῶ ὅσα εἶπον κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους εἰς ὑπηρεσίαν ἰδίαν, ἤθελον καταδείξει εἰς τοὺς ἔχοντας ἀλλοίαν γνώμην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν συνετάχθη διὰ νὰ ῥυθμίσῃ, διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ῥύθμισιν τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν, ἀλλὰ συνετάχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διὰ νὰ ὀργανώσῃ ὑπηρεσίαν, ἥτις δὲν ἦτο μέχρι τοῦδε πλήρης ἢ ἄψογος, κατὰ τὰς ἀτομικὰς ἡμῶν πεποιθήσεις, αἵτινες εἶναι πεποιθήσεις ὄχι μόνον ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν πολιτικῶν φίλων μου. Ὅθεν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον τυγχάνει μέτρον τακτοποιήσεως τῶν ἰδίων ἡμῶν ὑποθέσεων, ἀνεξαρτήτως πάσης σκέψεως περὶ τῶν γνωμῶν τὰς ὁποίας ἔχουσι, καὶ τῶν ἀξιώσεων τὰς ὁποίας ἤθελον προβάλει οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους. Ἐκρίναμεν μάλιστα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιθυμήσωμεν νὰ μάθωμεν ποίας περὶ τούτου ἔχουσιν ἐκεῖνοι γνώμας, διότι τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὀργανώσῃ τὰς ἰδίας αὐτοῦ ὑποθέσεις, καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸ κρίνῃ. Ἑπομένως δὲν νομίζω προσῆκον νὰ συνδυασθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ τῶν συνεννοήσεων, αἵτινες ἤθελον λάβει χώραν μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δανειστῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ὀργάνωσις αὕτη ἀποτελεῖ ὀργανισμὸν ὑπηρεσίας, ἥτις σκοπεῖ νὰ καταστήσῃ ἀσφαλῆ καὶ βεβαίαν τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, δηλ. τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, φυσικὸν ἦτο νὰ γείνῃ ἐν αὐτῷ μνεία καὶ τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς καὶ τῶν γενησομένων συνεννοήσεων περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐὰν ἠθέλομεν εὐτυχήσει νὰ καταλήξωμεν εἰς τοῦτον. Ὅθεν οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀφορμή, ἐπιτρέπουσα νὰ παρεξηγηθῇ ὁ σκοπὸς ἡμῶν· χρεωστῶ δὲ νὰ δηλώσω τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ μὴ ὑπολάβῃ τις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσηγάγομεν εἴτε διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς ἐπιθυμίας καὶ ἀξιώσεις τῶν δανειστῶν, εἴτε διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπηρεάσωμεν τὰς πρὸς αὐτοὺς γενησομένας προσεχῶς διαπραγματεύσεις. Τὸ εἰσηγάγομεν διὰ νὰ ῥυθμίσωμεν τὰς ἰδίας ἡμῶν ὑποθέσεις, καὶ ἠθέλομεν προβάλει τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ συνεννοηθῶμεν μετὰ τῶν δανειστῶν, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐξακολουθῶμεν ἐφαρμόζοντες τοὺς κανονισμοὺς τοῦ δημοσίου χρέους, οἵτινες ἐτέθησαν κατὰ τὸ 1893 καὶ ἐφαρμόζονται καὶ νῦν ἔτι· ἐφρονοῦμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, εἰς ἣν ἀπόκειται νὰ ψηφίσῃ αὐτό, διότι νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ τάξις εἰς ὑπηρεσίαν, ἥτις ἐν ἀμφιβόλῳ εὕρηται. Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ἀρχαιότητος ἐλέγετο, ὅτι «οὐ μόνον εἶναι, ἀλλὰ καὶ δοκεῖν εἶναι», πρέπει δὲ νὰ ῥυθμίσωμεν τὰς ὑποθέσεις μας κατὰ τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει κατασταθῆ ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης εἰσὶν ἀνεπίδεκτα ἀντιῤῥήσεως καὶ παντὸς δισταγμοῦ. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους εἶναι ἐργαλεῖον, τὸ ὁποῖον ἐργάζεται, ὅπως κατορθῶται ἡ ἀκεραία καὶ ἡ ἔγκαιρος ἐκπλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Αἱ ὑποθέσεις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς νῦν μὲν εἶναι ἀλλοῖαι καὶ ἐκτελοῦνται ὑπὸ ἄλλας συνθήκας, ἐνδέχεται δὲ, καὶ ἐπιθυμοῦμεν αὐτὸ ζωηρῶς, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλει γενῆ δυνατὸν, νὰ μεταβληθῶσιν αἱ συνθῆκαι αὗται, καὶ ἄλλαι ἀντ’ αὐτῶν νὰ κατασταθῶσιν, ὑπὸ ταύτας δὲ τὰς ἄλλας συνθήκας νὰ λειτουργῇ μετὰ τινα χρόνον ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους. Ταῦτά εἰσι συμβεβηκότα ἐπελθόντα ἐκ τῶν περιστάσεων, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἤχθη εἰς τὴν Βουλὴν ἕνεκα τῶν συμβεβηκότων τούτων, οὐδ’ ὑπ’ αὐτῶν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀποσπᾶται ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι μὲν αὕτη φύσεως οἰκονομικῆς, δὲν ἀφίεται ὅμως ὑπηρεσία τεταγμένη ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ συνιστᾶται ἄλλη ἀρχή, ἡ δὲ ἀρχὴ αὕτη περιλαμβάνει καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὡς προϊστάμενον, διὰ νὰ συνδέσῃ τὴν λειτουργίαν τῆς νέας ἀρχῆς μετὰ τῆς εὐθύνης τῆς ὀφειλομένης πρὸς τὸ Κοινοβούλιον· ἐὰν ἡ γνώμη τῆς ἀρχῆς ταύτης περὶ τὴν διοίκησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους κρίνηται καὶ παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον καὶ ἐξυπηρετοῦσα τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τοῦ Κράτους, ἡ γνώμη τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ δὲν θέλει εἶσθαι διάφορος τῆς τῶν ἄλλων συναδέλφων αὐτοῦ ἐν τῷ διοικητικῷ συμβουλίῳ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἄν ὅμως ἤθελε συμβῆ νὰ ἔχῃ οὗτος γνώμην ἀλλοίαν τῆς γνώμης τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Συμβουλίου, εἰς αὐτὸν ἀπόκειται, ἢ νὰ συνταχθῇ μετὰ τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας, ἀναλαμβάνων τὴν ἐπὶ τῇ ἐκτελέσει αὐτῆς εὐθύνην, ἢ νὰ ἐπιμένῃ διαφωνῶν, καὶ νὰ τραπῇ τὴν ὁδὸν, ἣν τρέπονται οἱ μειοψηφοῦντες. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἰσχὺν τῆς εὐθύνης αὐτοῦ. Ὁ καταρτισμὸς τοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνετέθη ἡ διοίκησις τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἶχε προταθῆ ὑπό τινος ἐνταῦθα. Δὲν γνωρίζω ἐάν τις εἶχε συλλάβει σχέδιον τοιοῦτον, ἂν καὶ ἤκουσά τινας λέγοντας ἐν ταῖς ὁδοῖς, ὅτι ἦτο ἄλλου ἰδιοκτησία, καὶ ὅτι ἐκλάπη παρ’ ἡμῶν! Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι τοιαύτην γνώμην, ἐξενεχθεῖσάν ποτε ὑπό τινος. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἐπινόημα ἐμὸν, οὐδ’ οἰκειοποιοῦμαι δόξαν ἐφευρέσεως, ἢ ἔπαινον ἐπὶ τούτῳ. Πρὸ ἡμῶν ἄλλο Κράτος, μέγα, κραταιὸν καὶ πλούσιον, τοῦ ὁποίου ἡ οἰκονομικὴ πίστις εἶναι ἀπεριόριστος, ἀνέγραψε θεσμὸν παραπλήσιον. Καὶ ὁ θεσμὸς οὗτος κανονίζει ἐκεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δημοσίου χρέους. Τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι τὸ Ἀγγλικὸν, ἔνθα ὑπάρχει διοικητικὸν συμβούλιον, τοῦ ὁποίου μέλη εἰσὶν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ὁ Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν (le Chancelier de l’ Echiquier) ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου (le Lord juge en chef pour l’ Angleterre), ὁ Master Rolls, ὁ Κεντρικὸς Ταμίας (le payeur général), καὶ ὁ διοικητὴς καὶ ὁ ὑποδιοικητὴς τῆς Ἀγγλικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ οὐδὲ τὸ νομοθέτημα τοῦτο τὸ Ἀγγλικὸν μοὶ εἰσήγαγε τὴν ἰδέαν τῆς παρασκευῆς τοιούτου συστήματος, ἀλλ’ ἀνάμνησις γνώμης περὶ τούτου, ἣν εἶχε δηλώσει ὁ πρώην Βασιλεὺς ὅτι ἐσκόπει ν’ ἐφαρμόσῃ, ὅταν ἀνωμαλίαι οἰκονομικαὶ εἶχον καταστήσει τὸ Κράτος ἀνίκανον νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τοὺς δανειστάς του, τοὺς κυρίους Ροτσὶλδ καὶ τὰς τρεῖς Μεγάλας Δυνάμεις, ὑποχρεώσεις του διὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων τοῦ 1833. Ὅθεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἰσήγαγον ἁπτὴν ἀντιγραφὴν εἴτε τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ἐκυκλοφόρουν ἐπὶ παρελθόντα χρόνον ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως, εἴτε τοῦ Ἀγγλικοῦ θεσμοθετήματος. Ἐὰν ὑπάρχῃ παραλλαγή τις εἰς τὰ πρόσωπα, ἡ παραλλαγὴ ἐνεδεικνύετο ἐκ τῶν ἐνεστωσῶν περιστάσεων. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἡ παρουσία ἐν τῇ διοικήσει τῆς ὑπηρεσίας ταύτης δύο λειτουργῶν ἀνωτάτων τοῦ Κράτους, τῶν ὁποίων τὸ ἀξίωμα παριστᾷ τὴν βεβαίωσιν τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῶν, ἡ δὲ ἰσοβιότης ἀποτελεῖ κύρωσιν τῆς βεβαιώσεως αὐτῆς, συνεπλήρου τὸ κῦρος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδ’ ἐμειοῦτο ἕνεκα τούτου κατά τι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους, ἐκρατύνετο δὲ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ γνώμη τῶν τριῶν τούτων λειτουργῶν τοῦ Κράτους συμπίπτουσα ἀπετέλει ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἡ παρουσία ἐν τῇ διοικήσει τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τῶν διευθυνόντων τὰς τρεῖς Τραπέζας, τὰς ἐχούσας τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων, ἤθελε πάντως κρατύνει τὸ κῦρος τῆς γνώμης τῶν εἰρημένων ἀνωτάτων λειτουργῶν, καὶ ἤθελεν ἀναντιῤῥήτως συντελέσει εἰς τὴν ἐπὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην πίστιν πάντων. Οἱ διευθυνταὶ τριῶν μεγάλων πιστωτικῶν καταστημάτων, μετέχοντες καὶ οὗτοι τῆς διοικήσεως τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους προωρισμένων ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἀποφράσσουσι τὴν ὁδὸν τῶν ὑπονοιῶν καὶ τῶν δισταγμῶν. Αὗται αἱ ἰδέαι ὑπηγόρευσαν τὸ νομοσχέδιον, οὐδ’ ἐδίστασα νὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὁμολογῶ πάλιν, ὅτι ἐπρότεινα αὐτὸ οὐχὶ ἀποβλέπων εἰς τὰ μέλλοντα γενέσθαι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀλλ’ εἰς τὸ καθῆκον νὰ συντελέσω, ὅπως ῥυθμίσωμεν τὰς ἰδίας ἡμῶν ὑποθέσεις, πρὸς ἡσυχίαν τῆς συνειδήσεως ἡμῶν καὶ πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κοινοῦ. Δὲν ἐλησμόνησα, ὅτι καὶ ἐγὼ ἠναγκάσθην μετὰ θλίψεως νὰ καταγγείλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλ’ ἴσως ἑξάκις ἢ ἑπτάκις, τὴν ἔλλειψιν ἀκριβείας ἐν τοῖς λογαριασμοῖς, οἵτινες κατετίθεντο εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι δύο ἡμέρας συνεζητοῦμεν ἐνταῦθα, ἵνα ἀνακαλύψωμεν πόσα καὶ ποῖά εἰσι τὰ συνωμολογημένα δάνεια, καὶ ἰδίως ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κραναίας Βουλευτὴν, παριστῶντα διὰ παραβολῆς τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους εἶχε καταθέσει ἡ Κυβέρνησις, πρὸς τοὺς νόμους περιδανείων, τὰς διαφοράς, τὰς ὁποίας εὕρισκεν ἐν αὐτοῖς, καὶ ἐξιστάμενον. Συνέπεσεν ἀντίτυπον τοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου κατατεθέντος πίνακος, ἐφ’ οὗ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος εἶχε γράψει ἰδίᾳ χειρὶ σημειώσεις περὶ τῶν διαφορῶν τούτων, νὰ εὑρεθῇ μεταξὺ τῶν ἐγγράφων ἐμοῦ, καὶ ὁσάκις συμβαίνῃ νὰ ἀνεύρω αὐτὸ, μοὶ ἀναμιμνήσκει τὰ περίεργα ταῦτα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐγχειρήματα. Ἐγὼ αὐτὸς μετ’ ἀπορίας ἀνεγίνωσκον πίνακα, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου κατατεθέντα, τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ τῶν πραγματοποιηθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1887 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1888, διότι δὲν εὕρισκον ἐν αὐτῷ, ὅτι μοὶ εἶχε πληρωθῆ ἡ σύνταξίς μου, ἐνῷ ἐγὼ ἐλάμβανον αὐτὴν τακτικῶς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1887, οὐδ’ ὅτι εἶχον πληρωθῆ πάντων τῶν συνταξιούχων αἱ συντάξεις, καὶ ἔλεγον πρὸς τοὺς τότε ὑπευθύνους, ὅτι τοιαῦται παραλείψεις δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ δώσωμεν πίστιν εἰς τὸν πίνακα, καὶ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι δὲν παρελείφθη ἐν αὐτῷ ἡ ἀναγραφὴ καὶ ἄλλων ἐξόδων, ὅτε τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον διετυμπάνιζον εὐφροσύνως καθ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην, ἦτο οὐχὶ βέβαιον, ἀλλὰ τὰ μάλιστα ἀμφίβολον. Ἀλλὰ περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, τοῦ ὁποίου ἡ περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐμπειρία εἶναι ἀναμφισβήτητος καὶ αἱ γνῶμαι αὐτοῦ εἰκότως ἑλκύουσι τὴν προσοχήν μου, παρετήρησεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ, διότι δὲν ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖά εἰσι προσδιωρισμένα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἀποτελεῖται ἀπὸ τρεῖς κατηγορίας ὑπηρεσιῶν, ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς εἰσπράξεως καὶ ἀποταμιεύσεως τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ διατεθῶσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀκεραίας καὶ ἐγκαίρου πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων εἰς τοὺς δανειστὰς, ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀποσβέσεως τῶν χρεῶν ἡμῶν. Μεταξὺ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων θέλει πρωτεύει ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐλέγχου τῶν γενομένων πληρωμῶν, ἡ ἐπαλήθευσις τῶν πληρωμῶν, ἡ ὁποία ἐκτελεῖται διὰ τῆς παραβολῆς τῶν πληρωθέντων πρὸς τὰ τοκομερίδια, τὰ ὁποῖα παραλαμβάνομεν ἀντὶ τῶν πληρωθέντων χρημάτων. Ὅθεν πρέπει νὰ ᾖναι γνωστὸν ποῖά εἰσι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θὰ διαχειρισθῇ τὸ ταμεῖον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται τὰ ἔσοδα ταῦτα νὰ πληρωθῶσι πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς, πρέπει ὡσαύτως νὰ ᾖναι γνωστὰ καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πληρώσωμεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων χρεῶν. Ὥστε καὶ οἱ δύο ὅροι εἶναι ἀναγκαῖοι. Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἴμεθα ἐν χρόνῳ, οὐχὶ τῷ μονίμως ὁριστικῷ, ἀλλ’ ἐν χρόνῳ μεταβατικῷ, ἐν περιόδῳ χρόνου ἐντελῶς μεταβατικῇ. Ὅ,τι συντελεῖται σήμερον, ἐνδέχεται νὰ μὴ συντελῆται μετὰ δύο μῆνας. Σήμερον ἔχομεν τὸν νόμον τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1893, διὰ τοῦ ὁποίου προσδιωρίσθη, ὅτι θέλομεν ἀποτίνει πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν 30% μόνον ἐκ τῶν τόκων, τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν νὰ ἀποδίδωμεν εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ δὲν εἶναι γνωστὸν, ἐὰν 30% θέλωμεν ἀποδίδει μετά τινα χρόνον, ἐὰν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἠθέλομεν συνομολογήσει τὸν συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν. Θέλομεν τάχα ἀποδίδει τότε πλείω ἢ ἐλάσσονα τῶν 30%; Σήμερον τὰ πληρονόμενα εἰς τοὺς δανειστὰς λαμβάνονται ἀδιακρίτως ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, οὐδ’ ὑπάρχουσι προσδιωρισμένοι εἰδικοὶ φόροι καὶ εἰδικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀποτίνομεν ἕνεκα τῆς πτωχεύσεως ὅλον τὸ ἀποδοτέον ποσὸν τῶν τόκων εἰς τοὺς δανειστὰς, ἐπαρκοῦσι τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἐκ τῶν χρημάτων τούτων αὐτοῦ ἀποδίδομεν εἰς αὐτοὺς 30%. Ἀλλ’ αὔριον ἐνδέχεται νὰ προσδιορισθῶσιν ὡρισμένοι φόροι ἢ δικαιώματα, τῶν ὁποίων τὰ ἔσοδα νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ διατεθῶσιν εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἀνάγκην, εἰμὴ μόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἡ χρονικὴ αὕτη περίοδος εἶναι ἐντελῶς μεταβατική. Ἀλλὰ διατὶ δὲν προσδιωρίσθησαν ἀπὸ σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα θέλουσι διατίθεσθαι διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ δημοσίου χρέους; Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο δὲν ἀποστέργομεν νὰ ἀποκριθῶμεν, παρατηροῦντες ὅτι νῦν μὲν ἐκτελοῦμεν τὸν ἰσχύοντα νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, καθ’ ὃν ἀποδίδομεν εἰς τοὺς δανειστὰς 30 τοῖς ἑκατὸν τῶν ὀφειλομένων αὐτοῖς, ἀλλ’ ἀγνοοῦμεν ἂν τόσα θέλωμεν ἀποδίδει αὐτοῖς, ὅταν ὁ νόμος οὗτος μεταβληθῇ ἢ τροποποιηθῇ διὰ τοῦ συνομολογηθησομένου συμβιβασμοῦ, διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θέλει κυρώσει τὴν γενησομένην σύμβασιν μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δανειστῶν. Ὡς δ’ ἐπὶ τῶν πληρωτέων εἰς τοὺς δανειστὰς ποσῶν, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν προσδιορισθησομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἐσόδων, δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ τέως Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτε ἦτο Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις ἐκανόνισεν αὐτὸς μονομερῶς τὰ περὶ τούτων. Τὴν γνώμην ταύτην ἀπέστεργον καὶ τότε, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὡς ἐνθυμοῦνται καὶ πάντες, ὅσοι ἦσαν μέλη τῆς διαλυθείσης Βουλῆς. Καὶ τοσοῦτον ἀπέστεργον τὴν γνώμην ταύτην, ὥστε ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου ἐκείνου ἤθελεν ἡμέραν τινὰ κριθῇ ὡς πρᾶξις, ἂν οὐχὶ καθ’ ἑαυτὴν ὀνειδιστικὴ, ἀλλὰ παραγωγὸς ὀνείδους εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἕνεκα δὲ τούτου ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσπαθήσω, ὅπως ἀποσοβήσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, καὶ ἐτόλμησα νὰ προτείνω εἰς τοὺς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τότε, νὰ παραιτηθῶμεν πάντες, ἵνα καταδείξωμεν πανταχοῦ, ὅτι δὲν κρίνομεν ἡμᾶς ἱκανοὺς νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς μελέτης τοῦ τοιούτου κανονισμοῦ τῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς σχέσεων τοῦ Κράτους. Τὴν γνώμην λοιπὸν, τὴν ὁποίαν εἶχον τότε, τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει μονομερῶς καὶ ἄνευ συνεννοήσεως μετὰ τῶν δανειστῶν νὰ κανονίζωμεν τὰς πρὸς αὐτοὺς σχέσεις ἡμῶν, ταύτην ἔχω καὶ νῦν, κρίνω δ’ ὅτι ἤθελον ἀθετήσει τὴν γνώμην ταύτην, ἐὰν προσδιώριζον εἴτε προέτεινον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν φόρον, τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα, ὅπως χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Ἐὰν τὰ δικαιώματα καὶ οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ἤθελε προσδιορίσει καὶ ἤθελεν ἀναγράψει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς ἀποκλειστικὸν πόρον τῶν ἀποδοτέων ποσῶν εἰς τοὺς δανειστὰς, ἤθελον ὑπερβαίνει τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐμέλλομεν νὰ ἀναλάβωμεν διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, διατὶ νὰ τὸ πράξωμεν; Ἄν δὲ δὲν ἤθελον τυχὸν ἐπαρκεῖ τὰ προσδιορισθέντα παρ’ ἡμῶν ἔσοδα, διατὶ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προκαλῶμεν νέους νόμους; Διὰ τοῦτο ἀπέφυγον νὰ περιλάβω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν προσδιορίζουσαν τοὺς φόρους ἢ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προορισθῶσιν ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἄλλως τοιοῦτος ἀπὸ τοῦδε προσδιορισμὸς ἤθελεν ἐνδείξει τὸ ποσὸν τῶν κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην προσδιοριστέων ἐξόδων, ἤτοι τοῦ κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ἀποδοτέου πρὸς τοὺς δανειστὰς ποσοῦ ἀντὶ τόκων. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ κατά τε τὴν περίοδον ταύτην, τὴν πρὸ τοῦ συμβιβασμοῦ, τὴν μεταβατικὴν, καὶ κατὰ τὴν περίοδον τὴν μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, προέβλεψε μὲν περὶ τῆς μακρᾶς καὶ μονίμου περιόδου, τῆς μετὰ τὸν συμβιβασμὸν, ἡ ὀφειλομένη πρόνοια, μνημονευθέντων τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ θέλουσι προσδιορισθῆ ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν ἀνεγράφη δέ τι περὶ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα θέλουσι διατίθενται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν περίοδον, τὴν διαβατικὴν, ἀλλὰ καὶ βραχεῖαν. Οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ προσδιορίσωμεν τὰ ἔσοδα τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους διατεθησόμενα κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, τὸ διαῤῥεῦσαν μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ θέλουσι προσδιορισθῆ οἱ φόροι καὶ τὰ δικαιώματα, τῶν ὁποίων τὰ ἔσοδα θέλουσι χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων δανείων, ἦτο δ’ ἀναγκαῖον νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀφαιρῇ ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τὰ ἀναγκαιοῦντα ποσὰ, καὶ νὰ δίδῃ ταῦτα πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν ἀποδοτέων κατὰ τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Ὡς δὲ τοῦτο ἐγίγνετο μέχρι τοῦδε, ὑπέλαβον, ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τούτου καὶ μέχρι τοῦ συμβιβασμοῦ νὰ γίγνηται τὸ αὐτὸ, ἤτοι νὰ ἀποδίδωνται ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀποδίδονται καὶ μέχρι τοῦδε πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, τῶν ἀναγραφεισῶν εἰς τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, μετὰ δὲ τὸν συμβιβασμὸν νὰ τίθενται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ταμείου τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσι προκύπτει ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν φόρων καὶ δικαιωμάτων, τῶν προσδιορισθησομένων ἀποκλειστικῶς διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων δανείων. Ὁ τέως Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἐτύγχανε Πρωθυπουργὸς, καὶ ὡς τοιοῦτος ἐπεχείρησε διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν δανειστῶν, καθὰ ἀνέγνων ἔν τισι δημοσιεύμασιν, εἶχεν ἐν τῷ ναῷ νὰ προσδιορίσῃ τοὺς φόρους καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, τῶν ὁποίων τὰ ἔσοδα ἤθελον ὁρισθῆ πρὸς ἀποκλειστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὴν μελέτην ταύτην εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τοὺς δανειστὰς, οὐδ’ ἐνθυμοῦμαι ἐὰν αὕτη εἶχε περιβληθῆ δι’ ἐπισήμου τύπου. Εἶναι ἐνδεχόμενον ὀλίγον νὰ διαφέρω πρὸς τὰς γνώμας ἐκείνου κατὰ τοῦτο, ἤτοι κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν φόρων καὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσδιορισθῶσι πρὸς ἀποκλειστικὴν χρῆσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἑπομένως, ὅταν ἤθελε συνομολογηθῆ ὁ συμβιβασμός, θέλει ἐφαρμοσθῆ ἀκριβῶς πᾶσα ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου, ἐν τῷ ὁποίῳ γίνεται μνεία τοῦ κανονισμοῦ τοῦ νομοθετικοῦ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Μέχρις ὅμως τοῦ χρόνου ἐκείνου, φρονῶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θέλει παρέχει εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 ὀφείλει νὰ ἀποδίδῃ τὸ Κράτος εἰς τοὺς δανειστάς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε κρίνει, ὅτι καὶ τοῦτο προσήκει νὰ ἀναγραφῇ ῥητῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ στέρξω εἰς τὴν ἀναγραφὴν προσθέτου διατάξεως, ὅτι, μέχρις ὅτου κανονισθῶσι νομοθετικῶς αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς, νὰ τίθενται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τὰ ποσὰ τὰ ἀναλογοῦντα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1893 πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλὰ πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἔκρινεν, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀνεφάρμοστος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ; Τὴν ἀπορίαν μου περιορίζω εἰς μόνον τοῦτον τὸν δισταγμὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Δὲν ἐπεκτείνω τὴν μελέτην μου ἐπὶ τῶν ἄλλων δισταγμῶν, τοὺς ὁποίους ἐξήνεγκε, δὲν ἐπεκτείνω τὴν μελέτην μου ἐπὶ τῶν ἄλλων, ὅσα εἶπε, προλέγων ὅτι, ἂν γείνῃ τοῦτο, θὰ βλάψῃ, ἢ ἂν γείνῃ ἐκεῖνο, θὰ ὠφελήσῃ. Ταῦτά εἰσιν ἀτομικαὶ γνῶμαι καὶ κρίσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, οὐδ’ ἐπιχειρῶ νὰ μεταπείσω αὐτὸν, οὐχὶ μόνον διότι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ οἷας ἂν ἐγκρίνῃ γνώμας καὶ κρίσεις, ἀλλὰ καὶ διότι ἤθελον ἐπιχειρήσει ἔργον δυσκατόρθωτον· δύναμαι ὅμως νὰ ἐκφέρω γνώμην γενικὴν, καὶ οὐχὶ μόνον πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης στρεφομένην, ὅτι ηὐχόμην νὰ ἦτο ἐπιφυλακτικώτερος, διότι οὕτως ἤθελε βεβαίως εἶσθαι ἐν τῷ πρέποντι. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἂν δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ συμβουλεύσω τινὰ, ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ κανονίσω τὴν πορείαν μου κατὰ τὰς ἐμὰς σκέψεις· διὰ τοῦτο δὲν ζητῶ νὰ ἀναιρέσω τὰς γνώμας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης περὶ τοῦ τί θὰ ὠφελήσῃ ἢ τί θὰ βλάψῃ τὰς περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις, οὐδὲ προσήκει εἰς ἐμὲ νὰ ἀκολουθήσω αὐτὸν εἰς τὴν κατωφέρειαν, εἰς ἣν ἐτράπη, ἐξετάζων ἂν θὰ ὠφελήσῃ ἢ θὰ βλάψῃ τὰς διαπραγματεύσεις τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐκπληρῶ δὲ τὸ ἐμὸν καθῆκον, ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα χορηγήσῃ τὴν συνταγματικὴν συνδρομὴν αὐτῆς, ὅπως τακτοποιηθῇ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἔχρῃζε τακτοποιήσεως, ἥτις, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἔχρῃζε πράγματι μεταῤῥυθμίσεως, προσῆκε πάντως νὰ μεταῤῥυθμισθῇ, ἵνα πείθηται πᾶς τις, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη διεξάγεται ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, καὶ ὅτι παριστᾷ τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μολονότι φοβοῦμαι, μήπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἀποτείνῃ καὶ ἀπόψε μομφὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἀπηύθυνεν, ὅτι κακῶς ἑρμηνεύομεν τὰς γνώμας του, οὐχ ἧττον ἀναγκάζομαι νὰ διαφωνήσω ὡς πρὸς οὐσιώδη φάσιν τοῦ ζητήματος. Ἐὰν ἐγὼ συνέδεσα τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου μετὰ τοῦ διακανονισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους, τοῦ προκειμένου νὰ ἐπέλθῃ μετὰ συνεννόησιν μὲ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν καὶ κατὰ τρόπον ἱκανοποιοῦντα τὰς γνώμας αὐτῶν, ἔπραξα τοῦτο, διότι ἐν τῇ ἀγορεύσει του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνέδεσε στενῶς τὸ νομοθέτημα τοῦτο μετὰ τῶν διαπραγματεύσεων. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔπραττε τοῦτο, βεβαίως ἐγὼ οὐδεμίαν ἤθελον ποιήσει μνείαν. Συνδέον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μὲ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ διακανονισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους, ἠναγκάσθην νὰ ἐξετάσω αὐτὸ ὄχι μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὸ δημόσιον λογιστικόν, ἀλλὰ καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸν διακανονισμὸν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, κατὰ τρόπον ἱκανοποιοῦντα τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Τοιουτοτρόπως ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον, εὗρον ὅτι ἤθελεν ἔχει τὰς ἐπιβλαβεῖς συνεπείας, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται διὰ μιᾶς τροποποιήσεως νὰ μεταβάλῃ τὰς θεμελιώδεις βάσεις τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ προσδιορισμὸς ὡρισμένων προσόδων, αἵτινες πρόκεινται νὰ παραληφθῶσι παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ νὰ χρησιμοποιηθῶσι παρ’ αὐτῆς ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, αὐτὴ εἶναι ἡ θεμελιώδης βάσις, αὐτὴ δὲ ἐκλείπει, ὅταν ἡ ὑπηρεσία αὕτη πρόκειται νὰ λαμβάνῃ κατὰ τριμηνίαν ἢ καθ’ ἑξαμηνίαν τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας της ποσὰ παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλει νὰ ὁρίσῃ ἀπὸ τοῦδε, μήτε τὸ ποσὸν τῶν πληρωμῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, μήτε τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, ἅτινα θὰ διαχειρισθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους. Ἡ σκέψις του αὕτη εἶναι πάλιν ἀπόῤῥοια τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς ἀνταλλαγὴν ἰδεῶν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, καὶ ὅτι μετὰ τοῦτο δύναται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ λειτουργήσῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ἐκ τούτου ἐξαρτᾶται ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ τούτου, ποία ἡ βία τῆς ἀμέσου αὐτοῦ ψηφίσεως; Διὰ νὰ κανονίσωμεν τὸ λογιστικὸν ἡμῶν; Τότε ἂς τὸ κανονίσωμεν ἀνεξαρτήτως τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν πληρωμῶν· δυνάμεθα νὰ τὸ κανονίσωμεν οὕτως ἐν αὐτῷ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, ἄνευ σχηματισμοῦ ἰδιαιτέρας ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἡ λειτουργία δὲν θέλει εἶσθαι σοβαρά, ἐὰν δὲν πρόκειται αὕτη νὰ παραλάβῃ καὶ διαχειρισθῇ ὡρισμένα ἔσοδα καὶ νὰ πληρώνῃ ὡρισμένα ἔξοδα. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι φοβοῦμαι μήπως ὁ θεσμὸς οὗτος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ μετὰ πεποιθήσεως στηρίζω πολλὰς ἐλπίδας περὶ καταλληλοτέρου καὶ ἐπωφελεστέρου διακανονισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους, φοβοῦμαι μήπως ἀπολέσῃ τὴν σοβαρότητα αὐτοῦ, ἄν ψηφισθῇ καὶ λειτουργήσῃ ἀτελῶς. Ὁ θεσμὸς οὗτος, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνακάλυψις μήτε ἐμοῦ, μήτε τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπεν. Ἐὰν δὲ ὡμίλησα περὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐξέφερα κατὰ 1893 καὶ 1894, ἐν σχέσει πρὸς τὸν γενικὸν διακανονισμὸν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, καὶ ἀνέφερα ὅτι καὶ τὸν θεσμὸν τοῦτον συμπεριέλαβον εἰς τὰς γνώμας μου ἐκείνας, δὲν ἔπραξα τοῦτο, ὅπως ἀντιποιηθῶ ἀνακάλυψίν τινα. Εἶναι σχεδὸν εἷς αἰών, ἀφ’ ὅτου ὁ θεσμὸς οὗτος λειτουργεῖ ὄχι μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, τελειότερον δ’ ἐλειτούργησεν ἐν Ὁλλανδίᾳ, ὅτε αὕτη ἦτο οἰκονομικὸν κέντρον μεγαλείτερον καὶ αὐτῆς τῆς Ἀγγλίας. Δὲν δύναταί τις σήμερον οὐδὲν νὰ ἀνακαλύψῃ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ· ὅλα εἰσὶ γνωστά. Ἀνέφερον δὲ τὸν θεσμὸν τοῦτον οὐχὶ ὡς ἀνακάλυψιν, ἀλλ’ ὡς πρότασιν ἐπικαίρου ἐφαρμογῆς αὐτοῦ καὶ πρὸ τῆς πτωχεύσεως τοῦ Δημοσίου, διότι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἤθελον ἀποβῆ ἐλαφροτέρα ἡ πτώχευσις. Ἐθεώρησα ἐπίσης κατάλληλον τὸν θεσμὸν τοῦτον, ὅτε ἤμεθα ἐν γνώσει τῶν διαθέσεων καὶ τῶν γνωμῶν τῶν δανειστῶν ἡμῶν, κατόπιν τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ κ. Τρικούπη πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων. Θεωρῶ αὐτὸν καὶ σήμερον ὠφέλιμον, ἀλλὰ προτεινόμενον καὶ ἐφαρμοζόμενον ἐν τῇ στιγμῇ τῇ καταλλήλῳ, καθ’ ἣν θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο, οὐχὶ ὅπως μεμφθῶ τὸν θεσμὸν τοῦτον, τὸν ὁποῖον ἐπιδοκιμάζω, ἀλλ’ ὅπως παρακωλύσω πᾶσαν ἐνδεχομένην βλάβην εἰς τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα προσδοκῶ παρ’ αὐτοῦ, ὑπέβαλον τὰς παρατηρήσεις μου. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐπιμένω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, ἡ εὐθύνη δὲν εἶναι μικρὰ σήμερον ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἁδρῶς ἔδωκεν εἰς αὐτὸν δύναμιν, ὅπως μὴ ἐλαττώσῃ τὴν ἀξίαν καὶ τὴν σημασίαν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Οὐδεμίαν ὅμως ἔχω δύναμιν, μήτε ἐννοῶ νὰ ἐπιμείνω πλειότερον εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην. Ὁ ὑπεύθυνος εἶναι ὁ μέλλων νὰ διεξαγάγῃ τὰ ζητήματα ταῦτα· αὐτὸς ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει, ἐὰν θέλῃ νὰ κάμῃ θεσμὸν κολοβὸν, ἢ ἂν θέλῃ νὰ τὸν ἀφήσῃ, ὅπως τὸν ἐφαρμόσῃ πλήρη, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματά του.
§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἄνευ λόγου σπουδαίου τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέκρυψε, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, τὸν ἀληθῆ σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκει, ἱδρύων νέαν διοίκησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Φρονῶ ὅτι σκοπὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, διὰ τῆς ἱδρύσεως αὐτοῦ νὰ προλάβῃ καὶ ἐξομαλύνῃ μίαν τῶν σπουδαιοτέρων δυσκολιῶν, ἃς θέλει ἀπαντήσει κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ. Θεωρῶ δὲ, ὅτι αὐτὸ τὸ ἴδιον νομοσχέδιον, ὡς τὸ διετύπωσε, διαψεύδει τὴν ἄρνησιν αὐτὴν τοῦ σκοποῦ. Ἀληθῶς, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἱδρύσῃ, ἀνεξαρτήτως τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τῆς παρασκευῆς τῆς γνώμης τῶν δανειστῶν ἡμῶν, λογιστικὴν ἁπλῶς διοίκησιν ἄλλην τοῦ δημοσίου χρέους, ἄλλως ἤθελε διατυπώσει τὸ νομοσχέδιον. Πρῶτον οὐδεὶς λόγος θὰ ὑπῆρχεν, ὅπως μὴ ἀπὸ τοῦδε περιλάβῃ διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα, ὅπως λειτουργήσῃ ἡ νέα αὕτη ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους. Ἠδύνατο νὰ ὑπαγάγῃ ἀπὸ τοῦδε εἰς αὐτὴν τὰς προσόδους, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπέγγυοι δι’ ἄλλα δάνεια, ἄλλα παρ’ ἐκεῖνα, περὶ ὧν εὑρισκόμεθα ἐν διαπραγματεύσει. Ἠδύνατο π. χ. νὰ ὑπαγάγῃ ἀπὸ τοῦδε τὴν πρόσοδον τοῦ τελωνείου Σύρου, ἥτις εἶναι ὑπέγγυος διὰ τὸ δάνειον τῶν τριῶν Δυνάμεων· ἐπίσης τὰς προσόδους, αἵτινες εἶναι ὑπέγγυοι διὰ τὰ δάνεια τῶν 15,000,000 καὶ τῶν 26,000,000, διότι ταῦτα ἔχουν ὑπηρεσίαν, ἥτις οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὰ δάνεια, περὶ ὧν διέλαβεν ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου καὶ ὧν τὴν ὑπηρεσίαν μέλλομεν νὰ κανονίσωμεν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἡμετέρων πιστωτῶν. Ἂν διὰ τοῦ νέου νόμου σκοπῶμεν βελτίωσιν λογιστικὴν ἁπλῶς νὰ ἐπενέγκωμεν εἰς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν ἡμῶν, διατὶ δὲν κανονίζομεν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς ἀπὸ τοῦδε ἐπὶ ἐκείνου τοῦ μέρους τοῦ δημοσίου χρέους, ὅπερ δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ συμβιβασμοῦ; Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἠδύνατο τὸ νομοσχέδιον καὶ περὶ τῶν δανείων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου, νὰ λάβῃ μέριμναν, οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προτείνας ὅπως ὁρισθῇ, ἵνα τὰ 30% κατατίθενται ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου εἰς τὴν νέαν διοίκησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλ’ ἠδύνατο αὐτὰς ταύτας τὰς προσόδους, αἵτινες δυνάμει τῶν περὶ δανείων συμβάσεων εἶναι ὑπέγγυοι καὶ αἵτινες ἤδη εἰσέρχονται προσωρινῶς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον μετὰ τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου, νὰ τὰς εἰσάγῃ μέχρι ποσοστοῦ 30% εἰς τὸ ταμεῖον τῆς νέας ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦδε. Τοῦτο οὐδόλως θὰ προσέκρουεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐπιφυλάσσεται τὸν διακανονισμὸν τῆς νέας ὑπηρεσίας μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Εἰσάγοντες τὰς ὑπεγγύους προσόδους εἰς τὸ ταμεῖον τῆς νέας ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ὑπὸ τὸν ὅρον νέου κανονισμοῦ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν, ἀναγνωρίζομεν τὰ παραβιασθέντα διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου δικαιώματα τῶν πιστωτῶν ἡμῶν ἐπὶ τῶν ἐγγυήσεων, χωρὶς νὰ ἀρνώμεθα αὐτοῖς νέαν διακανόνισιν τῶν τῆς διαχειρίσεως τῶν αὐτῶν ἢ ἄλλων τυχὸν ἐγγυήσεων. Ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου δὲν κατήργησε τὰς ὑπεγγύους προσόδους τῶν δανείων τῶν εἰς χρυσὸν, περὶ ὧν διαλαμβάνει, ἀλλὰ προσωρινῶς διέταξεν, ὅπως εἰσάγωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀντὶ νὰ κατατίθενται εἰς τὰς Τραπέζας. Τοῦτο ἦτο οὐ μόνον αὐθαίρετον, ἀλλὰ καὶ περιττόν. Ἤρκει ὁ περιορισμὸς τῶν τόκων εἰς 30% καὶ ἡ ἀναστολὴ τῶν χρεωλύτρων προσωρινῶς. Δὲν πιστεύω ὅτι θέλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μιμηθῇ τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Ἠρνήθη ὅτι τοιοῦτον σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, τὸ νὰ κανονίσῃ δηλονότι μονομερῶς τὰ τῆς διοικήσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς 10 Δεκεμβρίου ἐνόησε μονομερῶς νὰ κανονίσῃ καὶ ἐκανόνισεν αὐτήν. Ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν διακανονίσεως, θεωρῶ ἀξιέπαινον ὅ,τι ἐπιχειρεῖ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, τὸ νὰ βελτιώσῃ τὰ τῆς διοικήσεως τῶν εἰς δάνεια ὑπεγγύων ἐν γένει προσόδων πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν διαπραγματεύσεων. Εἶναι ὁμολογουμένως δύσκολα τὰ ζητήματα τοῦ διακανονισμοῦ αὐτοῦ, μεθ’ ὅσα διεπράξαμεν λάθη, ἀλλὰ δύνανται νὰ διευκολυνθῶσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, παρέχοντος ἐγγυήσεις καὶ βεβαιότητα εἰς τοὺς ὁμολογιούχους περὶ ἀκριβεστέρας καὶ τακτικωτέρας διοικήσεως τῶν προσόδων. Ὡς γνωστὸν, μία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων δυσκολιῶν εἶναι ἡ διοίκησις τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τὰς ὁποίας θέλομεν ἐξάπαντος χορηγήσει. Ὁ τόπος σύμπας ἐκηρύχθη κατὰ πάσης ἀναμίξεως τῶν δανειστῶν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, εἴτε ὑπὸ τὸ ὄνομα ἑταιρίας ὑπαρχούσης ἤδη, εἴτε ὑπὸ τὸ ὄνομα ἑταιρίας νέας πρὸς διαχείρισιν τῶν προσόδων αὐτῶν. Λοιπὸν ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν σύμπραξιν καὶ τὴν ὑποστήριξιν ὅλων, ὅπως κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τῶν ὑπεγγύων αὐτῶν προσόδων κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα μὲν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ἱκανοποιοῦντα ὅμως καὶ τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, καὶ διασώζοντα τὴν αὐτενέργειαν τοῦ Κράτους. Τοιοῦτος τρόπος βεβαίως εἶναι ἡ ἐγκατάστασις δημοσίας ὑπηρεσίας, οἵαν τὸ νομοσχέδιον ἐπιζητεῖ νὰ ἱδρύσῃ. Τοῦτο εἶναι ὁμολογουμένως ἡ ἀρίστη λύσις τοῦ περὶ διοικήσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων ζητήματος, ταύτης τὴν ἀποδοχὴν ὑπὸ τῶν ὁμολογιούχων πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, καὶ ταύτην πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, διότι μόνον πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν προσαρμόζοντες τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν αὐτοῦ. Ἐὰν αἱ διατάξεις αὗται ἐπιτυγχάνωσι τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅστις σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ πείσῃ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὅτι ἐν τῇ νέᾳ διοικήσει εὑρίσκουσι περισσοτέρας ἐγγυήσεις, ἢ κατὰ τὸ παρελθὸν, περὶ κανονικωτέρας διοικήσεως τῶν προσόδων, αἵτινες ἀσφαλίζουν τὰ δάνειά των, τότε θὰ παρασκευασθῇ ἡ ἐξομάλυνσις μιᾶς τῶν σπουδαιοτέρων δυσχερειῶν τοῦ συμβιβασμοῦ. Λοιπὸν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν καὶ ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἐν τοιούτῳ νομοσχεδίῳ δὲν πρέπει νὰ προσφέρωνται μόνον προσωπικαὶ ἐγγυήσεις, δηλαδὴ ἐγγυήσεις ἐκ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Συμβουλίου, ὅπερ θὰ διεξάγῃ τὴν διοίκησιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, διότι, ὅσον τυχὸν καὶ ἂν ἐπιτύχωμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, δὲν πρέπει νὰ ἀξιῶμεν ὅτι οἱ δανεισταὶ ἡμῶν θὰ ἀνεύρωσιν εἰς τὰ νέα αὐτὰ πρόσωπα καὶ μόνα ὅλας ἐκείνας τὰς ἐγγυήσεις, ὧν ἔχουν ἀνάγκην, καὶ τὰς ὁποίας δὲν εὗρον κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ κατὰ τὴν διοίκησιν τὴν οἰκονομικὴν τῶν παρελθόντων χρόνων. Βεβαίως ἡ νῦν νομοθετουμένη διαφέρει τῆς μέχρι τοῦδε διοικήσεως τοῦ δημοσίου χρέους ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου ἡ διαχείρισις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπῆρξεν ἡ σπουδαιοτέρα αἰτία τῶν ζημιῶν καὶ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου ἐκύρωσεν. Βεβαίως αἱ προσωπικαὶ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου δίδομεν, βελτιόνουσι κατά τι τὴν θέσιν τῶν δανειστῶν ἀπέναντι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ ὑπάρχωσι πρὸ πάντων ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ παραχωρηθῶσι παρὰ Κράτους πτωχεύσαντος, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν θέλει νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς δανειστὰς αὑτοῦ ν’ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν του ἐν γένει, ἢ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν προσόδων τῶν ὑπεγγύων. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, σπουδαιότατον εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, διότι αὗται πρέπει νὰ παρέχωσιν εἰς τοὺς ὁμολογιούχους ἡμῶν πᾶσαν ἀσφάλειαν, ὅτι αἱ πρόσοδοι, ὅσαι θέλουσιν ὁρισθῆ νὰ καταβάλλωνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων των, θέλουσιν εἰσάγεσθαι τακτικῶς καὶ ἀκεραίως εἰς τὸ ὁρισθὲν ταμεῖον, ὅτι δι’ οὐδένα λόγον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰς εἰσπράξεις ταύτας μετατροπὴ τοῦ σκοποῦ, πρὸς ὃν ὑπὸ τοῦ νόμου προωρίσθησαν, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν προσόδων δὲν θὰ γίνηται ἢ ἀποκλειστικῶς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλύτρων τῶν δανείων αὐτῶν, ὅτι οὐδεμία τέλος ἐξουσία—ἐκτὸς, ἐννοεῖται, τῆς νομοθετικῆς, ἡ ὁποία, ἐνδίδουσα καὶ πάλιν εἰς ἀναπόφευκτον ἀνάγκην, δύναται ἴσως καὶ πάλιν νὰ ἐκδώσῃ δεύτερον νόμον, ὡς τὸν τῆς 10 Δεκεμβρίου,— θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν μεταβολὴν οἱανδήποτε τῶν συμπεφωνημένων. Ἀλλ’ ἐξαιρέσει αὐτῆς τῆς περιπτώσεως, τῆς κακῆς δολονότι καὶ πάλιν διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν, ἥτις εἴτε ἐκ λαθῶν τῶν κυβερνώντων, εἴτε ἐξ ἀτυχῶν περιστάσεων ἐθνικῶν ἤθελεν ἀγάγει εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ἐξαιρέσει, λέγω, τοιαύτης περιπτώσεως, εἰς ἣν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, πρέπει νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ ὅτι θὰ συμβῇ τι ἐλαττοῦν τὰς χορηγηθείσας τοῖς ὁμολογιούχοις ἐγγυήσεις διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ. Αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις εἶναι αἱ σπουδαιότεραι, καὶ εἰς αὐτὰς μᾶλλον ἢ τὰς προσωπικὰς θὰ προσέξωσιν οἱ ἐν Εὐρώπῃ δανεισταὶ ἡμῶν. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχουσι καὶ περὶ τούτου τινὲς διατάξεις. Ἀλλὰ καὶ αἱ διατάξεις αὗται, ὡς καὶ αἱ ἀφορῶσαι τὰ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς διοικήσεως τοῦ δημοσίου χρέους, εἶναι δεκτικαὶ συμπληρώσεων καὶ βελτιώσεων. Ἄνευ συμπληρώσεων καὶ βελτιώσεων τοιούτων, ὥστε οἱ δανεισταὶ ἡμῶν νὰ ἐνθαῤῥυνθῶσι καὶ ἐμπιστευθῶσιν εἰς τὴν νέαν διοίκησιν τοῦ δημοσίου χρέους, οὐδὲν κατωρθώσαμεν, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, μὴ ἀτελὴς διοργάνωσις αὐτῆς ἀποτύχῃ τοῦ σκοποῦ, ὅστις πάντοτε κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου διευκόλυνσις τοῦ συμβιβασμοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς διοικήσεως τῶν ἐγγυήσεων. Τινὲς ἀσφαλιστικαὶ διατάξεις ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ παραλείπονται πολλαὶ ἄλλαι, ἰδίως ἐξ ἐκείνων, αἵτινες εἶναι ἐγκατεσπαρμέναι εἰς τὰς διαφόρους περὶ τῶν δανείων συμβάσεις καὶ ἀφορῶσιν εἰς μείζονα ἐξασφάλισιν τῶν δανειστῶν. Ταύτας ἡ Βουλὴ προσθέτουσα εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν ὑπονοοῦνται καὶ δὲν ἦναι ἐνίοτε ἀνάγκη ῥητῆς ἀναγραφῆς αὐτῶν, σπουδαίως θὰ τὸ βελτιώσῃ. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον εἶναι ἀναγκαῖαι τοιαῦται διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ συζητοῦμεν, ὅσον παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει ὅ,τι παρὰ τοῖς ἄλλοις Κράτεσιν, ἤτοι πλήρης λογιστικὸς νόμος, περιλαμβάνων καὶ διατάξεις ἀφορώσας τὰ τοῦ δημοσίου χρέους. Παρ’ ἡμῖν ὁ λογιστικὸς νόμος, ὅστις, ὡς γνωστὸν, εἶναι μετάφρασις τοῦ Γαλλικοῦ λογιστικοῦ νόμου τοῦ 1838, ἐντελῶς παρέλειψε τρία, νομίζω, κεφάλαια, ἀναγόμενα εἰς τὸ δημόσιον χρέος, περιορισθεὶς εἰς δύο μόνον ἄρθρα ἀτελέστατα, ἀντὶ τῶν πεντήκοντα ἑνός, τὰ ὁποῖα εἰς τὸν Γαλλικὸν νόμον τοῦ 1838 ἀποτελοῦσι τὸ λογιστικὸν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἄλλοι ἐν Γαλλίᾳ νόμοι ἔτι μᾶλλον ἐβελτίωσαν, ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ, τὰ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει τὸ κενόν. Ἐν τῷ λογιστικῷ αὐτῷ τοῦ δημοσίου χρέους βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ διατάξεις ἐξ ἐκείνων, αἵτινες πολὺ θὰ ἠσφάλιζον καὶ ἑπομένως θὰ ἐνεθάῤῥυνον τοὺς ἡμετέρους δανειστὰς νὰ ἐμπιστευθῶσιν εἰς τὸν νόμον, ὃν συζητοῦμεν, καὶ εἰς τὴν νέαν διοίκησιν τοῦ δημοσίου χρέους, τὴν ὁποίαν προσφέρεται νὰ ἱδρύσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Μέχρι τοῦδε οὔτε ὑπῆρξε λογιστικὸς νόμος περὶ τοῦ δημοσίου χρέους, οὔτε ἐλειτούργησαν εἰδικαὶ ὑπηρεσίαι ἢ ἐλειτούργησαν ἐπιτυχῶς πρὸς ἵδρυσιν ἀληθοῦς διοικήσεως τοῦ δημοσίου χρέους. Τὴν κατάστασιν αὐτὴν καλῶς γινώσκουσιν οἱ ἡμέτεροι πιστωταί, διότι τὴν κατεστήσαμεν αὐτοῖς γνωστήν. Τὸ νομοσχέδιον τὰ κενὰ αὐτὰ τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἐν γένει τοῦ δημοσίου χρέους παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπιχειρεῖ ν’ ἀναπληρώσῃ. Ἡ διοργάνωσις ἄλλως τοῦ προσωπικοῦ, ὅπερ ἐφεξῆς θὰ διοικῇ τὸ δημόσιον χρέος ἡμῶν καὶ ὅπερ θὰ ἐργάζηται πάντοτε ὑπὸ τὴν προεδρίαν καὶ τὴν ἀνωτέραν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἀρκεῖ. Ἀπαιτοῦνται καὶ οὐσιαστικώτεραι ἐγγυήσεις. Εἰς ταύτας μᾶλλον θὰ προσέξωσιν οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, ὅταν θὰ τοὺς ζητήσωμεν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις νὰ ἐμπιστευθῶσιν εἰς τὴν νέαν διοίκησιν καὶ παραιτηθῶσι τῶν ἄλλων ἀξιώσεών των. Ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὸ νομοσχέδιον ἀνεξαρτήτως τῆς ἰδέας ὅτι παρασκευάζομεν νομοθέτημα μέλλον νὰ χρησιμεύσῃ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς ἐπίτευξιν λύσεως ἀξιοπρεποῦς διὰ τὸ Κράτος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ἄνευ αὐτῆς τῆς συσχετίσεως, ἄλλως βεβαίως θὰ ἐξετιμῶμεν καὶ θὰ ἐμελετῶμεν τὸ νομοσχέδιον. Πλὴν κατ’ ἐμὲ τὸ νομοσχέδιον στενώτατα σχετίζεται μετὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ αὐτὸν σκοπεῖ νὰ διευκολύνῃ, καὶ δύναται νὰ τὸν διευκολύνῃ δι’ ἐπιτυχῶν διατάξεων καὶ προσφόρων πρὸς τὸν σκοπόν. Διὰ τοῦτο κατ’ ἀρχὴν παραδέχομαι τὸ νομοσχέδιον, διότι ὡς πρὸς τὰ τῆς διοικήσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων περιέχει τὴν καλλιτέραν λύσιν, ἥτις ἠδύνατο νὰ δοθῇ. Ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον θεωρῶ ὅτι πρέπει ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα τὸ νομοσχέδιον νὰ βελτιωθῇ. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ εὕρῃ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσι διατάξεις, αἵτινες περιορίζουσι καὶ κανονίζουσι τὰς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν διαφόρων δημοσίων ὀργάνων, ὅσα θὰ μετέχωσι τῆς εἰσπράξεως τῶν ὑπεγγύων ἐσόδων, ἢ θὰ ἐξαναγκάζωσιν αὐτὰ εἰς τὴν πιστὴν καὶ ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς καθηκόντων, ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει ν’ ἀποκρούσῃ αὐτάς. Διὰ τοῦτο, ὢν κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι ἐν ταῖς λεπτομερείαις πρέπει νὰ συμπληρωθῇ, ὅπως μὴ ἀποτύχῃ τοῦ σκοποῦ αὐτῆς ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§126ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 1 ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου «ἡ διαχείρισις τῶν κατὰ τὰς ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἀναγραφὰς προσδιορισθεισῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους πιστώσεων, ἡ φροντὶς καὶ ἡ ἐπιτήρησις πρὸς ἐκπλήρωσιν ἐμπρόθεσμον καὶ ἀκεραίαν τῶν κατὰ τοὺς νομοθετηθησομένους εἰδικοὺς κανονισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ὁρισθησομένων ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν τε γενομένων πληρωμῶν καὶ πασῶν τῶν συναφῶν εἰς ταύτας ἐργασιῶν». Ἤθελον νὰ πληροφορηθῶ, ἐὰν καταργῆται διὰ τῆς σχετικῆς διατάξεως ὁ ἔλεγχος ὁ ἀναγεγραμμένος εἰς τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου.
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, παντάπασι.
§128ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις κατωτέρω.
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ ποία ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως· ἐὰν δὲ νομίζητε, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς περιέχουσα τοιαύτην ἔννοιαν, δέχομαι νὰ τὴν μεταβάλωμεν. Ἔλεγχον ἐννοεῖ τὴν ἐπαλήθευσιν τῶν πληρωμῶν, αἵτινες θέλουσι γίνεσθαι πρὸς ἐκπλήρωσιν ἔγκαιρον καὶ ἀκεραίαν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Θὰ συμφωνηθῇ, φέρ’ εἰπεῖν, νὰ πληρώνωμεν καθ’ ἑξαμηνίαν, κατὰ τριμηνίαν, κατ’ ἔτος; θέλομεν πληρόνει τὰ χρήματα, θέλομεν λαμβάνει τὰ τοκομερίδια· ἡ ἐξέτασις τῶν τοκομεριδίων, ἡ παραβολὴ πρὸς τὰ πληρονόμενα ποσὰ, ἡ προσάρτησις αὐτῶν εἰς τὰ ἐντάλματα, τοῦτο συνιστᾷ τὸν ἔλεγχον. Ἀλλ’ ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν πληρωμῶν, αἵτινες θὰ γίνωνται ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ἀλλὰ περὶ τῶν πληρωμῶν, αἵτινες ἐγένοντο ἤδη ἀπὸ τοῦ 1882, τοῦτο δ’ εὑρίσκετε ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ, τὸ ὁποῖον ὁρίζει περὶ τῆς λογοδοσίας τῆς διαχειρίσεως τῶν Ἑταιριῶν καὶ Τραπεζῶν.
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐννοεῖτε τὸν διοικητικὸν ἔλεγχον.
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χωρὶς νὰ ἐλαττῶτε κατ’ οὐδὲν τὴν διάταξιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου.
§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παντάπασι.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2.
§135ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πᾶσαι αἱ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον ὑπηρεσίαι συνιστῶσιν ἴδιον κλάδον οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, ὑπὸ τὸ ὄνομα «ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους», κεχωρισμένον ἀπὸ τῆς ἄλλης διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις ἀνατίθεται εἰς ἀρχὴν αὐτόβουλον καὶ ἀνεξάρτητον, ὑπὸ τὸ ὄνομα «Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους».
§136Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μίαν ἀπορίαν ἔχω, καὶ ἐπεθύμουν, ἂν ἦναι δυνατὸν, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἀπήντα εἰς τὴν ἐρώτησίν μου. Τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου ἔχει οὕτω: «...τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις ἀνατίθεται εἰς ἀρχὴν αὐτόβουλον καὶ ἀνεξάρτητον, ὑπὸ τὸ ὄνομα «Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους». Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι, ὅτι εἶναι νομικὸν πρόσωπον τὸ Συμβούλιον τοῦτο;
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί νομικὸν πρόσωπον; Εἶναι δημοσία ἀρχή. Αὐτόβουλον, ὅτι αὐτὸ θὰ ἀποφασίζῃ καὶ θὰ κρίνῃ περὶ τῶν ὑποθέσεων ἀνεξάρτητον, ὅτι δὲν ὑπόκειται εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ τῷ παραγγέλλῃ «πρᾶξον οὕτω».
§138Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἐρώτησίς μου ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν. Καὶ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, ὡς γινώσκετε, ἀναλογός τις ἔκφρασις ὑπῆρχε, καὶ κατ’ ἀρχὰς ἐθεωρήθη ὡς νομικὸν πρόσωπον τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, πολλαὶ μάλιστα ἀποφάσεις δικαστικαὶ οὕτω πως ἀνεγνώρισαν· ἀλλ’ ἄλλαι, καὶ ἡ τελευταία μάλιστα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐχαρακτήρισαν τὴν σχετικὴν διάταξιν, ὅτι δὲν ἀπαρτίζει ἰδιαίτερον νομικὸν πρόσωπον τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας. Ἐνδέχεται λοιπὸν νὰ ἀναφυῇ ἀνάγκη τις δικαστικὴ καὶ νὰ ἀναφυῇ ἡ ἐρώτησις, ἂν ᾖναι νομικὸν πρόσωπον ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι δημοσία λειτουργία. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον εἶναι ἀρχὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους.
§140Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὥστε νὰ γείνῃ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ μία ἐξήγησις τούτου, διευκολύνουσα τὴν ἑρμηνείαν.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§142Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ δυσκολία ἐν τῷ μέλλοντι.
§143Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀφοῦ λέγει «κλάδος τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως»...
§144Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπεφασίσθη νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, κύριε Πρόεδρε;
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3.
§146ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἀπὸ τοὺς διευθύνοντας τὰς ἐχούσας τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων δύο ἄλλας Τραπέζας, τὴν Ἰονικὴν καὶ τὴν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. «Ἂν ἀποδημῇ τῶν Ἀθηνῶν ἢ ἄν ἀσθενῇ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, καλεῖται ἀντ’ αὐτοῦ καὶ ἐκπληροῖ ἐν τῇ συνεδριάσει τὰ ἔργα αὐτοῦ ὁ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὡσαύτως, ἐὰν ἀποδημῇ τῶν Ἀθηνῶν ἢ κωλύηται ἐκ νόσου ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καλεῖται ἀντ’ αὐτοῦ καὶ ἐκπληροῖ ἐν τῇ συνεδριάσει τὰ ἔργα αὐτοῦ ὁ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.»
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἐπιφυλάσσομαι νὰ προτείνω βραχυτάτην διάταξιν, κανονίζουσαν τὰ τῆς ἀναπληρώσεως τῶν διευθυνόντων τὰς τρεῖς Τραπέζας, ἐν περιπτώσει κωλύματος αὐτῶν.
§148Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Περὶ τῆς ἀναπληρώσεως ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ ἐρωτήσω· ἀλλὰ ταὐτοχρόνως θέλω νὰ ἐρωτήσω, τί τὸ πρακτέον ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Τραπεζῶν ἀπεποιοῦντο νὰ λάβωσι μέρος, ἀφοῦ οὗτοι οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν, μὴ ὄντες δημόσιοι ὑπάλληλοι;
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτετε ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν δὲν θεωρῶ παντάπασιν ὀρθήν. Ὅλα ἐνδέχεται νὰ συμβῶσιν· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θεωρῶ ὅτι θέλει συμβῆ τοῦτο, παντάπασι, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι μὲν δημόσιοι λειτουργοὶ τοῦ Κράτους, εἶναι ὅμως διοικητικῆς ὑπηρεσίας συναφοῦς καὶ μὲ τὴν δημοσιονομίαν καὶ μὲ τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν τοῦ Κράτους· ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε ὅτι ἔχουσι τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ Κράτος ἔχουσι καὶ τώρα.
§150ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἔχω μίαν ἀπορίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ διευκρινισθῇ τὸ κενὸν τῆς ἑξῆς περιόδου. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται «... καὶ ἀπὸ τοὺς διευθύνοντας τὰς ἐχούσας τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων δύο ἄλλας Τραπέζας, τὴν Ἰονικὴν καὶ τὴν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας.» Ὡς γνωστὸν, ἐν Βόλῳ ὑπάρχει κατάστημα τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, ἧς προΐσταται διοικητής, καὶ δεύτερον ὑποκατάστημα, οὗ προΐσταται διευθυντής. Ποῖος θὰ λαμβάνῃ μέρος;
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, πρέπει νὰ προσφύγητε εἰς τὸ καταστατικὸν τῆς Τραπέζης. Τοῦτο διατάσσει, τίνες ἀντιπροσωπεύουσιν αὐτὴν, τίνες ἐνεργοῦσιν ἐν ὀνόματι αὐτῆς, τίνες διοικοῦσιν αὐτήν. Καθ’ ἃ ἐνθυμοῦμαι,—ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ σφάλλωμαι,—ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, εἶναι ὁ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς.
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ διοικητὴς ἄλλος εἶναι, δὲν εἶναι ὁ διευθύνων.
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τὸ καταστατικὸν ἔχῃ ἄλλον διευθύνοντα, τότε εἶναι ἄλλος.
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑμεῖς αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ἐδώκατε.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, δὲν δίδω ἐγὼ ἑρμηνείαν· εἶπον μάλιστα, «ἂν δὲν σφάλλωμαι». Τώρα, ἂν προσθέτητε ὑμεῖς τοῦτο ....
§156ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· ὡμίλησα μόνον, διότι εἶναι ἀνακριβὴς ἡ γνώμη. Ἀλλ’ εἰς μίαν ἄλλην δυσκολίαν θὰ φέρῃ ἡ διάταξις αὕτη, ὅσον ἀφορᾷ τὸν διευθύνοντα τὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης...
§157ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐκεῖνος χαρακτηρίζεται.
§158ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Ὁ διευθύνων τὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης εἶναι ὁ ἐν Λονδίνῳ διαμένων· ὁ ἐδῶ εἶναι διευθυντὴς ἁπλοῦς ὑποκαταστήματος, ἡ κεντρικὴ δὲ διεύθυνσις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης εἶναι ἐν Λονδίνῳ. Λοιπὸν τοῦτο νομίζω πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ διευθύνων τὴν ἐν Ἑλλάδι Ἰονικὴν Τράπεζαν εἶναι διευθυντής.
§160ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διευθυντὴς ἐδῶ· εἶναι ἐν Λονδίνῳ.
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἐνταῦθα εἶναι διευθυντὴς τοῦ ἐν Ἀθήναις καταστήματος. Λόγου χάριν, τὰ τραπεζογραμμάτια τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης δὲν ἐκδίδονται διὰ τὸ Λονδῖνον, οὔτε ἰσχύουσι διὰ τὸ Λονδῖνον.
§162ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι Γενικὸς Διευθυντής· ὑπάρχει εἷς διευθύνων ἕκαστον τῶν ὑποκαταστημάτων. Ὑποκατάστημα εἶναι ἐν Κερκύρᾳ, ἐν Ἀθήναις, ἐν Κεφαλληνίᾳ· ἕκαστος τῶν διευθυντῶν τούτων εἶναι ἀνεξάρτητος τοῦ ἄλλου.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ τὸν διευθύνοντα τὴν ἐν Ἑλλάδι Ἰονικὴν Τράπεζαν.
§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀναπληρωτὴς αὐτοῦ.
§166ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει Γενικὴ Διεύθυνσις ἐν Ἑλλάδι. Ὅλοι αὐτοὶ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τοῦ ἐν Λονδίνῳ καταστήματος.
§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸς ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνταῦθα εἶναι ἀναπληρωτὴς τοῦ διευθυντοῦ.
§168ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· εἶναι τοῦ ἐν Ἀθήναις μόνον. Τὸ κυριώτερον κατάστημα εἶναι τὸ ἐν Λονδίνῳ.
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν θέλητε νὰ προσθέσητε τὸ «ἐν Ἑλλάδι»...
§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Διευθυντὴς τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης εἶναι ὁ ἐν Λονδίνῳ, δὲν εἶναι ὁ ἐν Ἑλλάδι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 4–8).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9.
§172ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρὰ τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους διορίζεται γραμματεὺς, ἐπὶ τῷ βαθμῷ τοῦ γενικοῦ γραμματέως τῶν Ὑπουργείων, μὴ ὑπαγόμενος δὲ ὡς καὶ ἐκεῖνοι εἰς τοὺς περιορισμοὺς τῶν προτόντων. Τῆς ὑπηρεσίας δ’ αὐτοῦ ἡ διάρκεια ὁρίζεται πενταετής, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ ἀπολυθῇ οὗτος τῆς ὑπηρεσίας πρὸ τῆς λήξεως τῆς πενταετίας, πλὴν ἄν ἤθελε παραπεμφθῇ δι’ ὁριστικοῦ βουλεύματος ἐπὶ πράξει ἀναγομένῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, εἰς βαθμὸν πλημμελήματος ἢ κακουργήματος».
§173ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἔκφρασις εἶναι πλημμελής. Προτείνω νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ ἐν τῷ στίχῳ 3–4 λέξεις «ὡς καὶ ἐκεῖνοι».
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§175ΡΑΛΛΗΣ. .. Νὰ διορθωθῇ δὲ καὶ ἡ τελευταία περίοδος, μνημονευομένων τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ ποινικοῦ νόμου, τῶν κολαζόντων τὴν πρᾶξιν.
§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, διαγραφεισῶν τῶν λέξεων «ὡς καὶ ἐκεῖνοι». Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12.
§178ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Εἰς ἕκαστον τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, πλὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἀποδίδοται κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἑκατέρας τῶν ἑξαμηνιῶν τοῦ ἔτους χορήγημα τριακοσίων δραχμῶν. «Καὶ εἰς τὸν γραμματέα δὲ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, καὶ εἰς τοὺς ἐν τοῖς γραφείοις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἀναγραφομένους ἐν τῷ ἀνωτέρω 100 ἄρθρῳ ὑπαλλήλους, πλὴν τοῦ πληρονομένου ἑκάστῳ αὐτῶν μισθοῦ τοῦ βαθμοῦ του, ἀποδίδοται ὡς ἐπιμίσθιον κατὰ τὴν τελευταίαν ὡσαύτως ἡμέραν ἑκατέρας τῶν ἑξαμηνιῶν τοῦ ἔτους καὶ χορήγημα·
| Εἰς τὸν γραμματέα τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου | δρ. | 425 |
| Εἰς ἑκάτερον τῶν τμηματαρχῶν αʹ τάξεως | » | 400 |
| Εἰς τὸν τμηματάρχην βʹ τάξεως | » | 300 |
| Εἰς ἕκαστον τῶν γραμματέων αʹ τάξεως | » | 250 |
| Εἰς ἕκαστον τῶν τῆς βʹ τάξεως | » | 200 |
| Εἰς ἕκαστον τῶν γραφέων αʹ τάξεως | » | 150 |
| Εἰς ἑκάτερον τῶν τῆς βʹ τάξεως | » | 100 |
| Εἰς τὸν γραφέα γʹ τάξεως | » | 75 |
| Εἰς ἑκάτερον τῶν κλητήρων | » | 60 |
§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ λέξεις «ὡς» ἐκ τοῦ ἐννάτου στίχου καὶ «καὶ χορήγημα» ἐκ τοῦ ἑνδεκάτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 μετὰ τῆς διορθώσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 13).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14.
§181ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ ὑπηρεσία τῶν γραφείων τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου διαιρεῖται εἰς τρία τμήματα καὶ εἰς δύο γραφεῖα. Καὶ τὰ μὲν τμήματά εἰσι τὸ τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων, τὸ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ τρίτον τὸ τῆς ἀποσβέσεως τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς παρελθούσης διαχειρίσεως. Γραφεῖα δὲ, τὸ τῆς Διεκπεραιώσεως, περιλαμβάνον καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πρωτοκόλλου, καὶ τὸ τοῦ ἀρχείου. «Προΐσταται δ’ ἑκάστου μὲν τῶν τμημάτων εἷς τμηματάρχης, ἑκατέρου δὲ τῶν γραφείων εἷς γραμματεύς.»
§182ΡΑΛΛΗΣ. Τί ἐννοεῖτε διὰ τῆς φράσεως «τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων»;
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ τῆς καταμετρήσεως καὶ ἐξελέγξεως τῶν κατατεθειμένων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 15).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16.
§185ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ὡρισμένα ἔσοδα εἰσπράττονται μὲν ὡς καὶ μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν κατὰ τοὺς περὶ τῶν ἐσόδων τούτων νόμους ἁρμοδίων ὀργάνων, ὑποχρεοῦνται ὅμως ταῦτα νὰ καταθέτωσιν ἐντὸς τοῦ ἑπομένου δεκαημέρου τὰ κατὰ τὸ λῆξαν δεκαήμερον εἰσπραχθέντα ἐν τῇ πρὸς τοῦτο ὁρισθησομένῃ Τραπέζῃ ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, εἴτε ἀμέσως πρὸς αὐτὴν, εἴτε διὰ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου.»
§186ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «βεβαιοῦνται», ὅπως συμφωνήσῃ πρὸς τ’ ἀνωτέρω· διότι ἔχει μόνον «εἰσπράττονται».
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 18–21).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 22.
§189ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Διὰ Β. Διατάγματος θέλουσι προσδιορισθῆ τὰ καθήκοντα καὶ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ γραμματέως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὅστις προΐσταται καὶ διευθύνει καὶ τὴν ἐν τοῖς τμήμασι καὶ τοῖς γραφείοις ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν, ὡς καὶ τὰ καθήκοντα ἑκάστου τῶν τμηματαρχῶν καὶ τῶν ἐν τοῖς τμήμασι τεταγμένων ὑπουργικῶν γραμματέων καὶ γραφέων, καὶ τῶν προϊσταμένων τῆς Διεκπεραιώσεως καὶ τοῦ ἀρχείου. «Διὰ Β. Διατάγματος ὡσαύτως θέλουσι κανονισθῆ λεπτομερέστερον τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν τε τμημάτων καὶ τῶν γραφείων, καὶ πάντα τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου.»
§190Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ νόμος δὲν προνοεῖ περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος θέλει τεθῆ ἐν ἰσχύϊ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, ἤτοι δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ.
§192Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὴ τυχὸν τοῦτο φέρῃ ἀνωμαλίαν λογιστικήν;
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ κ. Κόρπας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§195ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολὺ, διότι δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὄχι διότι φοβοῦμαι, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἤθελον δείξει καὶ πρὸς ἐμὲ τὴν ὁποίαν ἐπεδείξαντο χθὲς ἀνεκτικότητα πρὸς ἄλλους, οἵτινες κατ’ ἐμὲ ἀκαίρως ἐπελάβοντο τῆς συζητήσεως θεσμοῦ λειτουργοῦντος, προκειμένου μάλιστα μετὰ μικρὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νέον σύστημα ἀστυνομικῆς διοικήσεως, ἀλλὰ διότι ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐξήνεγκον τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνην τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑποβληθέντος καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παραπεμφθέντος νομοσχεδίου. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην πάντα τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς συνεμερίσθησαν, καὶ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς περιωρίσθη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἐξετασθέντων μόνον τῶν ἄρθρων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφοντο εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν τρία κείμενα· τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὑπέστη χθὲς καὶ τὴν ἐπίκρισιν τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὅστις ἰσχυρίζετο, ἐν τῇ θέρμῃ τοῦ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου ἦτο εἰσηγητής, ὅτι ἡμεῖς δὲν ὑπεβάλομεν ἔκθεσιν, ἀλλὰ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐὰν καλῶς προσέξῃ, θὰ ἴδῃ ὅτι ἔκθεσιν ὑπεβάλομεν. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ τὸ τρίτον κείμενον, τὸ ὑποβληθὲν χθὲς τὴν ἑσπέραν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εἰς τοῦτο παρατηρῶ μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι ἔχει ἀναγεγραμμένας τὰς πλείστας τῶν γνωμῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ὀφείλω χάριτας εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι τῷ ὄντι ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐν πνεύματι ἐντελῶς ἀνεξαρτήτῳ, ἄνευ οὐδεμιᾶς κομματικῆς ἐπιδράσεως, μόνον ἵνα ἀποδειχθῇ τὸ ὀρθότερον, τὸ δυνατόν, τὸ λυσιτελέστερον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπεδίωξε. Μετὰ μείζονος δὲ εὐχαριστήσεως ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λέγοντα χθὲς τὴν ἑσπέραν, ὅτι ἤθελεν ἀποδεχθῇ πᾶσαν ἄλλην γνώμην, τὴν ὁποίαν ἤθελε κρίνει ὡς ὀρθήν. Ἐπὶ τούτων στηριζόμενος, θὰ προτείνω μερικὰς τροποποιήσεις, ὄχι διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλλῃ τροπολογίας, ἀλλὰ διότι, ἐὰν ἐξηκολούθει ἡ ἄλλοτε ἐφαρμοσθεῖσα ἐν τῇ Βουλῇ τακτική, νὰ ἀποῤῥίπτηται πᾶσα πρότασις παντὸς Βουλευτοῦ, ἔστω καὶ ἂν ἦναι ὀρθή, θὰ ἦτο ματαιοπονία νὰ προτείνω τι. Ἀλλ’ ὅταν βλέπω, ὅτι εἰσακούονται αἱ γνῶμαι τῶν Βουλευτῶν, βεβαίως λαμβάνω τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου. Τὸ νομοσχέδιον τὸ τελευταῖον, ὡς ἐτροποποιήθη, περιέχει ὅ,τι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐγνωμάτευσε, τουτέστιν ἀναγράφει τὰς νέας θέσεις, αἱ ὁποῖαι διαγράφονται ἀπὸ τὸν ὀργανισμὸν· ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ἀναγράφεται: «Ἐπιθεώρησις· ἀντισυνταγματάρχαι ἐπιθεωρηταὶ 3», καὶ ἀναγράφεται εἰς τὸν προσηρτημένον εἰς τὸν νόμον ΒΡΟϚʹ πίνακα ὑπὸ στοιχεῖον ΙΒʹ, ἐνῷ ἐπιθεώρησις δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς χωροφυλακῆς· ἄρα συνιστῶμεν νέας ἀρχάς. Οἱ πίνακες δὲν εἶναι ὀργανισμός, οἱ πίνακες προσαρτῶνται εἰς τὸν ὀργανισμὸν· ναὶ μὲν ἔτυχον τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως, ἀλλ’ ὁ ὀργανισμὸς δὲν τροποποιεῖται, τροποποιοῦνται οἱ πίνακες, ἄρα πρέπει νὰ σημειωθῶσιν οἱ τρεῖς ἀντισυνταγματάρχαι εἰς τοὺς πίνακας τοῦ Ἀρχηγείου στρατοῦ, ἢ νὰ προστεθῇ εἰς τὸν ὀργανισμὸν, ὅτι συνιστᾶται ἐπιθεώρησις τῆς χωροφυλακῆς. Ὅταν δὲ ὁ ὀργανισμὸς μεταβληθῇ, τότε νὰ προστεθῶσιν οἱ βαθμοὶ αὐτοὶ εἰς τὸν προσηρτημένον εἰς τὸν ὀργανισμὸν πίνακα. Τὸ τρίτον ἄρθρον λέγει, ὅτι «τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ὑπάγεται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, διεξαγομένης τῆς περὶ αὐτοῦ ὑπηρεσίας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.» Ἤτοι ἀπηλείφθη, πάνυ ὀρθῶς, ἀπὸ τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ἡ τελευταία παράγραφος, ἡ ὁποία ἔλεγε «διοικεῖται δὲ τὸ σῶμα ὑπὸ τῶν οἰκείων βαθμολόγων» κτλ. Τοῦτο καὶ ἡ ἐπιτροπή, χωρὶς νὰ τὸ σημειώσῃ εἰς τὴν ἔκθεσίν της, τὸ ἐθεώρησε περιττὸν, καὶ πολὺ ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον τὸ νέον τὸ ἀφαιρεῖ. Ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὸ τέταρτον ἄρθρον τοῦ παλαιοῦ νομοσχεδίου ἀπηλείφθη ἡ δευτέρα παράγραφος, ἀφοῦ αὕτη ἀναγράφεται εἰς τὸ παρακατιὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ἔρχεται τώρα τὸ ἄρθρον 5, ὅπερ εἶναι τὸ ἄρθρον 29 τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν, εὑρίσκω ὑπερβολικὴν τὴν τῶν τριῶν μηνῶν...
§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὴ ἡ διάταξις ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
§197ΚΟΡΠΑΣ. Μάλιστα... Τριῶν μηνῶν ποινὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον κατὰ τὸν στρατιωτικὸν κανονισμὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα δίμηνον φυλάκισιν νὰ ἐπιβάλλῃ· ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ προσωρινῆς ἐφαρμογῆς, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐποιήσατο λόγον. Φρονῶ ἐπίσης, ὅτι, ἀντὶ νὰ λέγῃ «ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν», καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἀναγραφῇ «ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν»· διότι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει ἀνακρίσεων, γνωμοδοτήσῃ νὰ φυλακισθῇ ὁ πταίσας ἀστυνόμος ἢ ὁπλίτης ἐπὶ δύο μῆνας, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ κἄποια διένεξις. Δι’ αὐτὸ προτιμῶ νὰ λέγῃ «τῇ αἰτήσει», διότι ἡ αἴτησις δὲν εἶναι ὑποχρεωτική.
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ αἴτησις ἐμφαίνει σχέσιν τινὰ ὑφισταμένην μεταξὺ τοῦ αἰτοῦντος καὶ ἐκείνου, πρὸς ὃν γίνεται ἡ αἴτησις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ «τῇ αἰτήσει». Ἴσως θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ἀναγράψωμεν «τῇ προτάσει».
§199ΚΟΡΠΑΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος δὲν ἔχει τι νεώτερον, κατὰ συνέπειαν τὴν ἀφίνω ὡς ἔχει. Τὸ ἄρθρον 6 λέγει: «Τὰ ἄρθρα 33 καὶ 34 τοῦ μνημονευθέντος ΒΡΠΗʹ νόμου καταργοῦνται...» Ἔχει καλῶς. «Πᾶσα δὲ κατὰ ἀστυνόμου ἀναφορὰ δημάρχου ἢ ἄλλης ἀρχῆς...» Μόνον κατὰ ἀστυνόμου; καὶ διατὶ ὄχι καὶ κατ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων; Μόνον ἀναφορὰ δημάρχου ἢ ἄλλης ἀρχῆς, καὶ ὄχι καὶ ἰδιωτῶν; Ἐπεθύμουν νὰ ἦναί τι πραγματικόν. Διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχηται, νὰ τροποποιηθῇ τὸ μέρος τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Πᾶσα δὲ κατὰ ἀστυνόμου ἢ οἱουδήποτε ἀτόμου ἐκτελοῦντος ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀναφορὰ, ἀφορῶσα κλπ.» Ὄχι πλέον δημάρχου ἢ ἀρχῆς ἄλλης· παντὸς πολίτου ἀναφορὰ καὶ τὴν τροποποίησιν ταύτην προτείνω. Ἤδη μένει κἄτι τι ἀκόμη κενὸν, διότι μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν Ἐπιθεωρητῶν ἡ ἐξέτασις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πῶς θὰ γίνεται; Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ ἔθιξα, διότι καὶ ὁ νόμος, ὁ σήμερον λειτουργῶν, τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν διευκρινίζει εἰς τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα· ἑπομένως καθιστῶ μόνον γνωστὸν, ὅτι πρέπει τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα νὰ διαλάβῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἐκτελῆται ἡ ἐξεύρεσις τῆς ἀληθείας. Ἐν τῷ τέλει τοῦ 7ου ἄρθρου, πρὸ τῆς λέξεως «δεδικαιολογημένην» ἔθεσα τὴν λέξιν «ἐπαρκῶς». Τὴν τελευταίαν αὐτὴν ἰδέαν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε, καὶ τὴν προέβαλε διὰ τῆς ἐκθέσεώς της. Τὰ λοιπὰ ἄρθρα οὐδὲν ἔχουσι τὸ ἄξιον λόγου. Αὗται εἶναι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας συντομεύω, διότι εἶναι προκεχωρημένη ἡ ὥρα.
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μένει μόνον ἡ τροπολογία τῆς δευτέρας παραγράφου.
§201ΚΟΡΠΑΣ. Μάλιστα· θὰ τὴν ἑτοιμάσω καὶ θὰ τὴν φέρω αὔριον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποινὴν, δέχεσθε τοὺς δύο μῆνας ἢ τοὺς τρεῖς;
§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ὅλη ἡ περίοδος (ἀναγινώσκει): «Ποινὴ τῆς φυλακίσεως ὅμως δύναται νὰ ἐπιβληθῇ καὶ μέχρι τριῶν μηνῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ.»
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, διορθωθέντος τοῦ κατὰ τυπογραφικὸν λάθος τίτλου τοῦ ἀναφερομένου νόμου ΒΡΠϚʹ εἰς τὸ ἀκριβὲς ΒΡΩϚʹ. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διαγραφῇ ἡ περίοδος «Ποινὴ τῆς φυλακίσεως ὅμως δύναται νὰ ἐπιβληθῇ καὶ μέχρι τριῶν μηνῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ».
§206ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἐδῶ ὁ τίτλος ͵ΒΞΗʹ εἶναι ἐσφαλμένος· ὁ ἀκριβὴς εἶναι ͵ΒΡΠΗʹ.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τυπογραφικὸν λάθος. Θὰ διορθωθῇ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6.
§208ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ ἄρθρα 33 καὶ 34 τοῦ μνημονευθέντος ͵ΒΡΠΗʹ νόμου καταργοῦνται. Πᾶσα δὲ κατὰ ἀστυνόμου ἀναφορὰ δημάρχου ἢ ἄλλης ἀρχῆς, ἀφορῶσα τὰ ἀστυνομικὰ τούτου καθήκοντα, ἐξετάζεται καὶ κρίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.»
§209ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἐὰν ἐνόησα, εἶναι, ὅτι ἐθεώρησεν ἀντισυνταγματικὸν τὸν θεσμὸν τοῦτον. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Δὲν ἐνόησα ὅμως τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον θεσμὸς λειτουργήσας ὑπὸ τὴν μελέτην καὶ τὸν ἔλεγχον ἑνὸς Συμβουλίου Ἐποπτείας, προκειμένου σήμερον νὰ λειτουργήσῃ, ἐξερχόμενος τοῦ φυσικωτέρου ἀρχηγοῦ αὑτοῦ, διότι πρόκειται περὶ στρατιωτικῆς ἐξουσίας, καὶ τιθέμενος ὑπὸ ἀρχηγὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὀλιγώτερον φυσικὸς, ὡς εἶναι ὠργανωμένη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, δὲν ἐνόησα ποῖος εἶναν ὁ λόγος τῆς καταργήσεως τῶν ἐγγυήσεων καὶ τῆς τελειοτέρας καὶ τῆς μᾶλλον ἐσκεμμένης λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τούτου, διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐποπτείας.
§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς τὸ ἑσπέρας νομίζω ὅτι ἔκαμα λόγον διὰ μακρῶν.
§211ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τοῦ Συμβουλίου;
§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§213ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἤμην ἴσως παρών.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κόρπας προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἑξῆς: «Τὰ ἄρθρα 33 καὶ 34 τοῦ μνημονευθέντος νόμου ͵ΒΡΠΗʹ καταργοῦνται. Πᾶσα δὲ κατὰ ἀστυνόμου ἢ οἱουδήποτε ὀργάνου τῆς ἀστυνομίας ἀναφορὰ, ἀφορῶσα τὰ ἀστυνομικὰ τούτου καθήκοντα, ἐξετάζεται καὶ κρίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». Δηλαδὴ προστίθενται αἱ λέξεις «ἢ οἱουδήποτε ὀργάνου τῆς ἀστυνομίας», καὶ ἀφαιροῦνται αἱ λέξεις «δημάρχου ἢ ἄλλης ἀρχῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9.
§216ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 5 καὶ 6 τοῦ ἀνωτέρω νόμου ἀναγραφόμενα καθήκοντα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἀνατίθενται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ δὲ ἐν τοῖς ἄρθροις 11, 12, 13, 17 καὶ 18 τοῦ αὐτοῦ νόμου εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.»
§217ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ μνημονευόμενον ἐνταῦθα ἄρθρον 11 κατὰ λάθος ἐτέθη, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 11 οὐδὲν ἀναφέρεται περὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς.
§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀπαλείφεται ὁ ἀριθμὸς 11. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 μετὰ τῆς διορθώσεως ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς βʹ συζήτησιν).
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἡ ἡμερησία διάταξις θὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν τάξιν. Θ’ ἀναγραφῶσι δὲ καὶ 4 νέα νομοσχέδια. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11 μ. μ.