Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Δ› Sitting 43

1894.12.23

2,170 rows · 16,158 words · 1 table · 43 turns

Date
1894.12.23
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Δ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1895)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43

Τῆς 23 Δεκεμβρίου 1894.

(Παρασκευή).

Ὥρᾳ 6 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ πρὸ τούτου, ἐπειδὴ ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα μόλις ἐπερατώθη ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, καὶ ἦσαν παρόντες 106. Προσέλθετε ὡς ψηφολέκτης. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ι. Ἀντωνοπούλου καὶ Ἡρ. Καλαμπάκα, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 106.

§4Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπεσχέθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι θὰ διορίσῃ καθηγητὴν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐν τῷ Διδασκαλείῳ Τριπόλεως, ἀλλὰ, καίτοι ἔκτοτε παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, δὲν προέβη εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, τὸ δὲ Διδασκαλεῖον ἀργεῖ. Σήμερον δὲ μοὶ ἀναγγέλονται ἐκεῖθεν παράπονα, ὅτι, ἐνῷ τὸ Διδασκαλεῖον Ἀθηνῶν ἔχει δύο διδασκάλους Ἑλληνιστὰς, ἐν τούτοις ἡ Τρίπολις δὲν ἔχει οὔτε ἕνα. Τὰ παράπονα εἶναι γνωστὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐπανηλειμμένως ὑπεσχέθη τὸν διορισμὸν καὶ τὴν ἀποστολὴν καθηγητοῦ, ἀλλ’ ἐν τούτοις μέχρι σήμερον οὐδὲν ἔπραξε. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, θὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ καθηγητοῦ αὐτοῦ, ναὶ ἢ οὔ; Διότι οἱ μαθηταὶ τοῦ Διδασκαλείου ἐκείνου εἶναι ἐν ἀπεργίᾳ, μὴ ἔχοντες τὸν κυριώτερον καθηγητὴν, τὸν Ἑλληνιστήν. Πρὸ 25 ἡμερῶν περίπου εἶχον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον τὸν ἀφορῶντα εἰς τὰ τῆς ἐνταῦθα Γεωργικῆς Σχολῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καίτοι ἐπανηλειμμένως διεβεβαίωσε καὶ ἐμὲ καὶ τὸν βουλευτὴν Ναυπλίας κ. Ποταμιάνον, ὅτι θὰ κομίσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐν τούτοις μέχρι σήμερον δὲν τὰ ἔφερεν εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου, συνδεομένου μὲ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, δεῖται ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνήργησε, μεταβὰς ἐπιτοπίως, καὶ ἐντεῦθεν προεκλήθησαν παράπονα τῶν ὑπαλλήλων, αἰτιάσεις τοῦ ἑνὸς κατὰ τοῦ ἑτέρου, καὶ εἴδομεν καὶ παραιτήσεις καθηγητῶν καὶ παραιτήσεις ὑπαλλήλων. Θέλομεν λοιπὸν νὰ μάθωμεν, ποῦ ἡ ἔρις αὕτη περιστρέφεται ἀκριβῶς· περὶ τὴν ὑπηρεσίαν; περὶ τὴν διδασκαλίαν; περὶ τὴν προμήθειαν τῆς τροφῆς; Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἄξιον τῆς μερίμνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὅτι καὶ ἡμεῖς δικαιούμεθα νὰ γνωρίζωμεν τὰ συμβαίνοντα· διότι ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐν τῇ Σχολῇ συνέβησαν καὶ ἄτοπά τινα, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου. Παρεκάλεσα μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ σὺν τοῖς ἄλλοις ἐγγράφοις καὶ τὴν παραίτησιν τοῦ ἀξιοτίμου διευθυντοῦ τότε κ. Γενναδίου. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδεμίαν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην ἔδωκε προσοχὴν, καὶ μέχρι σήμερον καθυστερεῖ τὸν ζητηθέντα φάκελλον. Θὰ τὸν παρακαλέσω διὰ τελευταίαν φορὰν νὰ μᾶς εἴπῃ, θὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπεσχέθη ἐπανειλημμένως, ναὶ ἢ οὔ; Νομίζω ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα τὰ ἔχει πρόχειρα· ἂς τὰ καταθέσῃ.

§5ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν τὰ ἔχω πρόχειρα. Θὰ τὰ ἑτοιμάσω, ἵνα τὰ φέρω.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς ἐμμέσου δημοτικῆς φορολογίας καὶ καταργήσεως τῶν δημοτικῶν εἰσφορῶν.

§7Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ συναγάγω ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ χθὲς, στέργει νὰ ἐπιψηφίσῃ δύο μόνον μέρη τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου περιστρέφεται ἡ συζήτησις, τὴν αὔξησιν τῶν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, πρὸς προστασίαν τῶν κατεχόντων σιτηρὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῶν, καὶ δεύτερον τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν, πρὸς παῦσιν τῶν καταχρήσεων, αἵτινες συμβαίνουσι κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν. Ἠρώτα δὲ μετὰ περιεργείας, τίνος ἕνεκα, πρὸς ποῖον ἄλλον γενικὸν σκοπὸν, τὸ νομοσχέδιον ἀνέμιξε τὰς εἰσφορὰς τῶν δήμων πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἕνεκα τῶν δαπανῶν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ ἕνεκα τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀφήρεσεν ἀπὸ τοὺς δήμους τὴν φροντίδα τῆς διαχειρίσεως τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα πορίζονται ἐκ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης μετ’ ἀκριβείας καὶ ὀρθῶς ἔκρινε καὶ τὰ δύο ταῦτα θέματα, ἐπὶ τὰ ὁποῖα ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐξέθηκε τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἑκάτερον τούτων περιέχει. Ἀλλ’ ὅτε ἤκουον αὐτοῦ ἀγορεύοντος, ᾐσθάνθην ἔκπληξίν τινα, καὶ ἠρώτων ἐμαυτὸν, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν ἔγνω ἀκόμη τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ πράγματα; Ἀκόμη δὲν ἐγνώρισε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ διάνοια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; ἀκόμη δὲν ἐπείσθη περὶ τῆς ἰδιαζούσης ἱκανότητος, τὴν ὁποίαν οὗτος ἔχει, ἵνα ἀναμιγνύῃ τὰ πάντα, ἵνα δημιουργῇ διαρκῆ σύγχυσιν; Σύγχυσιν ἐν τοῖς θεσμοῖς, σύγχυσιν ἐν τοῖς νόμοις, σύγχυσιν ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτῶν, σύγχυσιν ἐν τῇ κατανομῇ τῶν φόρων, σύγχυσιν ἐν τῇ βεβαιώσει αὐτῶν, σύγχυσιν τέλος καὶ αὐτῶν τῶν φόρων πρὸς ἀλλήλους, σύγχυσιν τῶν δήμων πρὸς τὸ Κράτος, σύγχυσιν τοῦ Κράτους πρὸς τὰ αὐθύπαρκτα καὶ αὐτοτελῆ ταμεῖα, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσιν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀπὸ τοῦ 1882 εἶναι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Καὶ δὲν ἦτο μὲν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κατὰ τὸ 1879 καὶ 1880, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης κατάγεται ἐκ μιᾶς τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ηὐλόγησεν ἡ Θεία Πρόνοια καὶ ἐπέτρεψεν, ἵνα ἑνωθῶσι μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ εἶχε μέγα ἐνδιαφέρον, ἵνα ἀκολουθῇ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων, αἵτινες ἐγίνοντο τότε, ὅπως τέλος πάντων ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Πρωτοκόλλου ΙΓʹ, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχε δοθῆ ἡ ὑπόσχεσις τῆς παραχωρήσεως τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας. Ἐπειδὴ δὲ εἶχε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο, βεβαίως δὲν θὰ ἐλησμόνησεν, ὅτι ἔτι μᾶλλον τερατῶδες ἦτο τὸ τότε γενόμενον τοῦ νῦν τελουμένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἔτι μᾶλλον ἀκατανόητον καὶ ἄστοργον πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ ἦτο ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον κατέφυγε τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ποῖον ἦτο τοῦτο; Ἀπὸ τοῦ βήματος προεκήρυσσε τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ὅσοι ἀποδέχονται τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης πρέπει νὰ ἀποδεχθῶσιν ὡσαύτως καὶ τὰς ἰδέας αὐτοῦ περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, αἱ δὲ ἰδέαι αὐτοῦ περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἦσαν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ ὅτι οἱ λέγοντες εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπῆρχε Πρωτόκολλον, καὶ ὅτι τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο ἤθελεν ἐκτελεσθῆ, ὅτι ἤθελεν ἀποκοπῆ τμῆμα ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν καὶ προστεθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, αὐτοὶ ἐπλάνων τὴν Βουλὴν καὶ ἐψεύδοντο πρὸς τὸν λαόν. Ἐάν τις ἤκουε τότε τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου,—καὶ νομίζω ὅτι πολλοὶ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἵτινες ἠκροῶντο αὐτοῦ τότε,— ἤθελεν εὑρεθῆ ἐν μεγίστῃ καταπλήξει, ἤθελεν ἐρωτᾷ καὶ διαπορεῖ, πρὸς τίνα σκοπὸν ἐγίγνοντο ταῦτα; Τί κοινὸν μεταξὺ τῆς φορολογίας τῆς δεκάτης, μεταξὺ τῆς ἀνάγκης τῆς καταργήσεως αὐτῆς, μεταξὺ τῆς ἀνάγκης τῆς βελτιώσεως τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος; Ἤθελε δὲ ζητεῖ λόγον τινὰ τῆς συγχύσεως ταύτης. Καὶ ποῦ ἠδύνατο νὰ τὸν ἀνεύρῃ; Ἐν τῇ τοιαύτῃ δυστρόπῳ λειτουργίᾳ τῆς διανοίας αὐτοῦ, ἢ ἐν μελέτῃ, ἐν ἐπιγνώσει τῶν ἀποτελεσμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἔμελλεν ἀναγκαίως νὰ καταλήξῃ τοσοῦτον ἀκατανόητος καὶ ἀσυμβίβαστος σύγχυσις θεμάτων, τοσοῦτον πρὸς ἄλληλα διαφερόντων; Καὶ εἶχε κατορθωθῆ τότε νὰ ἐξεγερθῇ κοινὴ ἀγανάκτησις κατὰ τοῦ κρατοῦντος συστήματος τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ὁμολογῶ ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1879 ἀνεγίνωσκον τὰς πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος, διὰ τῶν ὁποίων ἐξέφραζον τὴν εὐφροσύνην, τὴν μακαριότητα, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθησαν οἱ λαοὶ τῆς Μεγαρικῆς, διότι ἔβλεπον ὅτι ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῇ ἡ δεκάτη, λησμονοῦντες ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης ἔμελλε νὰ ματαιωθῇ κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Πρωτοκόλλου ΙΓʹ καὶ ἔμελλον νὰ καταλειφθῶσιν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν χῶραι, αἱ ὁποῖαι ἦσαν προωρισμέναι ὑπὸ τῆς Εὐρώπης νὰ ἀποτελέσωσι μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἐξεπλησσόμην καὶ ἠρώτων, πῶς ὁ τόσον φιλόπατρις λαὸς τῶν Μεγάρων, πῶς ἐξέκλινε τοσοῦτον; Εἶναι δυνατὸν αὐτὸς, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον ἔδειξε πατριωτισμὸν, ὅταν ἠμύνετο ἐν τοῖς πρώτοις κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον τῶν βαρβάρων, αὐτὸς νὰ λησμονήσῃ τὰ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντά του, καὶ νὰ μεταβάλῃ τὰ πρὸς αὐτὴν αἰσθήματά του; Ἀλλ’ ἡ αἰτία ἐνέκειτο εἰς τὴν ἄμετρον ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε ὁ λαὸς τῆς Μεγαρικῆς πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος, ὅστις εἰσηγήσατο εἰς αὐτοὺς τὰς εἰρημένας πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἵνα ἐξεγείρῃ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου τὸ δημόσιον φρόνημα κατὰ τῆς δεκάτης, ἀνεκάλει πρὸς τὸ πλῆθος πάσας τὰς καταχρήσεις, πάσας τὰς πιέσεις, τὰς ὁποίας οἱ πολῖται ὑφίσταντο ἐκ τῆς φιλοκερδείας τῆς ἀθεμίτου τῶν ἐνοικιαστῶν, καὶ οὕτω προσεπάθει νὰ ἀποκτήσῃ ἔξωθεν τὴν δύναμιν, δι’ ἧς ἔμελλε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ νὰ ἐπιδράμῃ οὕτως ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Καὶ ἀνῆλθεν ἐπ’ αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος, ζητῶν τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, ἔλεγε συγχρόνως, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τότε δευτέρα γνώμη ἀπὸ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ καταλίπῃ πᾶσαν στρατιωτικὴν παρασκευὴν, πᾶσαν μέριμναν περὶ ἐξωτερικῶν πραγμάτων, διότι οὐδὲν ἐπρόκειτο, τὸ δὲ ἐξωτερικὸν ζήτημα δὲν ἦτο οὔτε εἰς τὸ ἄλφα ἀκόμη. Ἐὰν ταῦτα ἐνεθυμεῖτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, δὲν ἔχω δίκαιον νὰ ἐκφράσω ἀπορίαν, πῶς ἐξεπλάγη διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων τελῶν, τὸ συνδέσαν τὴν κατάργησιν αὐτῶν μετὰ τῆς προστασίας τῶν σιτοφόρων χωρῶν, μετὰ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων, καὶ μετὰ τῆς ἀπογυμνώσεως τῶν δήμων ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν; Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλο τι νομίζω ὅτι ἐπλανήθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης· ἐπλανήθη ἀκόμη διότι ὑπέλαβεν, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ συντάκτου τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἦτο ἀληθῶς ὁ σκοπὸς νὰ προστατεύσῃ τὰς σιτοφόρους χώρας, ἦτο ἀληθῶς ὁ σκοπὸς νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὰς καταχρήσεις, αἵτινες λέγεται ὅτι διαπράττονται ὑπὸ τῶν μισθωτῶν τῶν διαπυλίων τελῶν. Δὲν ἦσαν ταῦτα ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ ἦτο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀκεραίαν καὶ πλήρη εἴσπραξιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐπιβάλει εἰς τοὺς δήμους νὰ εἰσφέρωσι διὰ τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἦτο τοσοῦτον προσηλωμένος εἰς αὐτὸ τὸ συμφέρον, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀκεραίαν εἴσπραξιν αὐτῶν, ὥστε λησμονεῖ καὶ τοὺς δήμους καὶ τὴν αὐτοβουλίαν αὐτῶν, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ πάντα τὰ ἄλλα. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν θέλων νὰ πραγματοποιήσῃ, ὠφελήθη ἀπὸ τὰς ὑπαρχούσας διαδόσεις περὶ τῶν καταχρήσεων, ἀπὸ τὴν ἀπέχθειαν, τὴν ὁποίαν οἱ πολλοὶ ἔχουσι κατὰ τοῦ συστήματος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐμμέσων τούτων δημοτικῶν δασμῶν, καὶ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι σκοπεῖ νὰ ἀφαιρέσῃ τὰς καταθλίψεις ταύτας ἀπὸ τοὺς πολίτας, ἐζήτησεν ὡς ἀντάλλαγμα νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ διὰ τῶν προτεινομένων δασμῶν εἰσπραχθησόμενα χρήματα, μηδενίζων συγχρόνως τὴν δημοτικὴν αὐτοβουλίαν, ἀφαιρῶν καὶ τὸ τελευταῖον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον οἱ δῆμοι, νὰ διαχειρίζωνται τὰ χρήματα τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν ἐμμέσων δημοτικῶν δασμῶν. Τὰ ψηφίσματα τῶν συλλαλητηρίων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς Θεσσαλικαῖς πρὸς προστασίαν τῆς σιτοπαραγωγῆς, ἐχάραξαν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἔμελλε ν’ ἀκολουθήσῃ, ὡς εἶχον χαράξει κατὰ τὸ 1879 τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἔμελλε ν’ ἀκολουθήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δεκάτης, ὅτε διετυμπανίζοντο ἐν τῇ χώρᾳ αἱ καταπιέσεις τῶν ἐνοικιαστῶν. Καὶ οὗτος μὲν ἦτο ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν εἰσήχθη τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν διαπυλίων τελῶν, δηλ. τῶν ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων, δὲν ἤχθη πρώτην φορὰν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, εἶναι τὸ τρίτον προτεινόμενον ὑπ’ αὐτοῦ νομοσχέδιον· δύο ἄλλα πρὸ αὐτοῦ εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλοτε, ἓν μὲν κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1888, ἕτερον κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1889. Ἀλλὰ καὶ τότε δὲν εἶχον σκοπὸν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ὑποκειμένων εἰς τὴν ἔμμεσον δημοτικὴν φορολογίαν ἀπὸ τὰς καταχρήσεις τῶν εἰσπραττόντων καὶ βεβαιούντων τοὺς φόρους τούτους, ἀλλὰ σκοπὸν καὶ ἐκεῖνα εἶχον ἄλλο τι, τὴν εὕρεσιν καὶ συνομολόγησιν δανείου. Κατὰ τὸ 1888 ἦτο περιζήτητον ἓν δάνειον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε κατορθώσει νὰ εἰσπράξῃ καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ 4,119,822.15, ἤτοι ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων καὶ ἀπὸ τὸ πατριωτικὸν δάνειον. Ἀλλὰ τὰ ἔκτακτα ταῦτα ἔσοδα τῶν 4,119,822.15 δὲν ἐπήρκουν ἵνα καλύψωσι τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο, εἰ καὶ διέθεσε τὰ εἰρημένα ποσὰ, τὰ ἐκ τῶν δανείων εἰσπραχθέντα, εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1888 βεβαιοῖ, ὅτι ἔμεινε καὶ ἔλλειμμα 14,379, 641.62. Αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα ἔβλεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1888, καὶ ἐζήτει νὰ τὸ καλύψῃ, προσπαθῶν νὰ ἀνεύρῃ δάνειον· ἀλλὰ δάνειον δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὕρῃ ἀκόμη ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγου εἶχε συνομολογήσει τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, εὗρε δὲ τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν ὡς ἀφορμὴν, ἵνα ἐπιβάλῃ φόρους. Ἐζήτει ὄντως νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὰς φωνὰς τὰς κατὰ τῶν διαπυλίων τελῶν, λόγῳ τῆς καταργήσεως αὐτῶν νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, τῶν φόρων δὲ τούτων τὸ προϊὸν νὰ προορίσῃ κατὰ πρῶτον λόγον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δανείου, καὶ καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα. Καὶ τότε λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου προὐτάθη νὰ ἐπιβληθῶσι δύο δεκατημόρια ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένων εἰσαγωγικῶν δασμῶν, ἐξαιρέσει τῶν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τρία δεκατημόρια ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων τελῶν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἓν δεκατημόριον ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων τελῶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, καὶ δύο δεκατημόρια ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Τὸ ζητούμενον δάνειον ἔπρεπε καὶ τοῦτο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔχον σκοπόν τινα· προωρίζετο λοιπόν, ὅτι ἤθελε χρησιμεύσει δῆθεν δι’ οἰκοδομὴν διδακτηρίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀπὸ τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τούτου ἔμελλε νὰ προαφαιρῆται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο ἀναγκαίως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δανείου 10 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐξουσιοδοτεῖτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συνομολογήσῃ, ἵνα, ὡς εἶπον, χρησιμεύσῃ διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων. Ἐπειδὴ δὲ τὰ διδακτήρια δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ οἰκοδομηθῶσι πάντα ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, καὶ νὰ δαπανηθῶσιν οὕτω πάντα καὶ τὰ δέκα ἑκατομμύρια, ἤθελε διαχειρίζεσθαι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ποσὸν τοῦ δανείου τούτου ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἐξακολουθεῖ ἡ οἰκοδομὴ αὐτῶν, διότι ὀλίγα ἤθελον οἰκοδομεῖσθαι κατὰ πᾶν ἔτος, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς τυγχάνει ἱκανώτατος, ἵνα διαχειρίζηται δάνεια. Τὸ ὑπόλοιπον δὲ τοῦ εἰσπραχθησομένου ποσοῦ ἐκ τῶν ἐπιβαλλομένων τελῶν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς δήμους, ἀφοῦ κατηργοῦντο τὰ διαπύλια τέλη αὐτῶν, καὶ τοῦτο δὲν ἔμελλε νὰ ἀποδοθῇ αὐτοῖς ἀκέραιον, διότι ἀφῃροῦντο ἀπ’ αὐτοῦ πέντε ἑκατοστὰ καὶ ἀπεδίδοντο κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα ἀναλάβῃ αὐτὸ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνοικίων τῶν στρατώνων τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν ἐνοικίων τῶν Εἰρηνοδικείων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ πληρώνωνται ἀπὸ τοὺς δήμους, καὶ προσέτι δύο ἑκατοστὰ, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα ἀπεδίδοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα αὐτὸ δι’ αὐτῶν πληρόνῃ τὰ ἐν τοῖς νοσοκομείοις καὶ τοῖς φρενοκομείοις καὶ τοῖς λωβοκομείοις πληρωτέα ποσὰ διὰ τὴν ἐν αὐτοῖς νοσηλείαν καὶ συντήρησιν ἀσθενῶν πενήτων. Σημειωτέον ὅτι κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπληρόνοντο διὰ τὴν διατήρησιν φρενοβλαβῶν ἐν τῷ φρενοκομείῳ Κερκύρας δραχ. 67,948.02, τὰς ὁποίας κατέβαλλε τὸ δημόσιον ταμεῖον. Οὕτω δὲ διὰ τῶν δύο ἑκατοστῶν, περὶ ὧν εἴρηται, ἐζήτει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ ζημιῶν, ἀνθ’ ὧν κατέβαλε διὰ παραπλησίας ἀνάγκας. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, ἡ δὲ φυσιογνωμία τῆς Βουλῆς δὲν ἐνεθάῤῥυνε τότε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ μετέδιδεν εἰς αὐτὸν τὴν προσδοκίαν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, διὰ τοῦτο ἐγκατέλιπεν αὐτό· ἀλλὰ μετὰ ἕνδεκα μῆνας, ἤτοι κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1889, εἰσήγαγε δεύτερον νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου καὶ τούτου σκοπὸς ἦτο τὸ ποθούμενον δάνειον τῶν 10 ἑκατομμυρίων. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπεβάλλοντο 5 δεκατημόρια ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων δημητριακῶν καρπῶν, ἤτοι προσθήκη τοσαύτη, ὅση εἶναι καὶ ἡ διὰ τοῦ ζητουμένου σήμερον νομοσχεδίου προτεινομένη, τρία ἕτερα δεκατημόρια ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ἄλλων εἰσαγομένων εἰδῶν, πλὴν τῆς ζακχάρεως, δύο δεκατημόρια ἐπὶ τῶν πληρονομένων τελῶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, καὶ δύο δεκατημόρια ἐπὶ τοῦ πληρονομένου δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπραττομένων τελῶν ἐπὶ τῶν ἄλλων εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, προαφῃρεῖτο πάλιν τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων, διὰ τὴν δῆθεν οἰκοδομὴν δημοτικῶν διδακτηρίων· ἐκ δὲ τοῦ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ εἰρημένου ποσοῦ ὑπολοίπου ἀφῃροῦντο ὄχι πλέον 5 ἑκατοστὰ, ὡς διέτασσε τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον, ἀλλὰ 200 χιλιάδες δραχμῶν, καὶ ἐλάμβανεν αὐτὰς τὸ Δημόσιον, ἵνα πληρόνῃ τὰ ἐνοίκια τὰ ὑπὸ τῶν δήμων πληρωτέα διὰ τοὺς στρατῶνας τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν Εἰρηνοδικείων, καὶ προσέτι ἑτέρας 90 χιλιάδας δραχμῶν, ἵνα πληρόνῃ εἰς τὰ νοσοκομεῖα τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν ἐνδεῶν. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς συνομολογήσεως δανείου δὲν ὑπάρχει πλέον ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ. Δὲν γνωρίζω διὰ ποίαν αἰτίαν ἐξέλιπε. Τάχα, διότι δὲν ἐπιθυμεῖ πλέον δάνεια ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ ἐξέλιπε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ καὶ συνομολογήσῃ τοιαῦτα; Τὸ τρίτον τοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νῦν συζητεῖται, οὐδεμίαν ποιεῖται μνείαν δανείου, ποιεῖται ὅμως μνείαν τῶν εἰσφορῶν, καὶ ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ κατορθώσῃ νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὰ τελωνεῖα τὰ ἐκ τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτεινομένων κατὰ προσθήκην τελῶν εἰσπραττόμενα ποσὰ, ἀπέναντι τῶν εἰσφορῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλουσιν οἱ δῆμοι νὰ ἀποδίδωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Διὰ ποῖον δὲ λόγον; Διότι ἀπὸ τὰς εἰσφορὰς ταύτας δὲν εἰσπράττει ὅσα προϋπολογίζει νὰ εἰσπράττῃ. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1894 καὶ 1895, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ἀνέγραψεν ἐν ἑκατέρῳ αὐτῶν, ὅτι ἔμελλε νὰ εἰσπράξῃ ἑκατομμύριά τινα ἀπὸ τοὺς δήμους ὡς εἰσφορὰς, ἵνα ἀποζημιωθῇ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὡσαύτως ποσὸν ὑπερβαῖνον τὸ ἑκατομμύριον διὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καταβάλλει τὸ δημόσιον ταμεῖον ἕνεκα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ κατὰ τὰς δημοσιευομένας καταστάσεις δὲν εἰσπράττει τὰ ποσὰ ταῦτα ἀκέραια, διότι τὰ δημοτικὰ ταμεῖα δὲν ἔχουσι χρήματα, ἵνα ἀποτίνωσι τὰς εἰσφοράς των. Οὕτως ὑπολείπονται ἐλλείμματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ζητεῖ ν’ ἀπαλλαγῇ καὶ ἐξασφαλίσῃ τὴν πλήρη καὶ ἀκεραίαν εἴσπραξιν τῶν εἰρημένων εἰσφορῶν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναμνήσω τὴν ἱστορίαν τῆς εἰσφορᾶς, τῆς πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐπιβληθείσης εἰς τοὺς δήμους, καὶ τῆς εἰσφορᾶς τῆς πρὸς ἀπόδοσιν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι θεσμὸς καινοφανὴς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἑλλὰς διατελεῖ ὑπὸ Βασιλείαν ἑξήκοντα καὶ πλέον ἔτη. Ἐκ τῶν ἑξήκοντα τούτων ἐτῶν ἡ Βασιλεία κατὰ τὰ πρῶτα δέκα ἔτη ἦτο ἀπόλυτος, αὐτὴ ἐνήσκει πᾶσαν ἐξουσίαν· αὐτὴ ἦτο ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ αὐτὴ ἐνήσκει καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, οὐδεὶς δ’ ἔλεγχος ὑπῆρχε τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, εἰμὴ ὁ ἔλεγχος τὸν ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἐνήσκει ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ οὔτε κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο τῆς δεκαετίας ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀνεφάνη που, οὔτε μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ εἴδους ἐκείνου τοῦ πολιτεύματος ἀνεφάνη εἶδος θεσμοῦ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε ὁ Βασιλεὺς ἦτο ἀπόλυτος μονάρχης, ἐπιτηρῶν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ νομοθετῶν, ἀναλαμβάνων δὲ ἐφ’ ἑαυτὸν τὴν εὐθύνην πασῶν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐξεδόθη νόμος, καθ’ ὃν ἀνεκηρύχθη, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα κυβερνητικόν· ἀλλ’ ἐνῷ ἀνεκηρύττετο ὡς τοιοῦτον, ὁ εἰρημένος νόμος μετεβίβαζεν, ἐνεπιστεύετο τὴν ἐνάσκησιν αὐτοῦ εἰς τοὺς δήμους, ὁ δὲ ἀστυνομικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐκδεδομένος κατὰ τὸ 1836 ἐν τύπῳ βασιλικοῦ διατάγματος, ἐνεπιστεύετο τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀστυνομίας εἰς ὄργανα δημοτικά. Ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἦτο τὰ μάλα χαριστική. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἦτο ὀρθὴ κατ’ ἀρχήν, διότι δὲν εἶναι ὀρθόν, κατὰ τὰς ἀποδεδεγμένας ἤδη ἰδέας ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι κυβερνητικὸν δικαίωμα, ἀλλὰ μ’ ὅλον τοῦτο, μολονότι ἀφετηρία ἦτο τοιαύτη τις ἀρχή, ἐνεπιστεύετο τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν εἰς τὸν δῆμον, ἀλλ’ ἕνεκα τούτου ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸν καὶ τὰ βάρη καὶ τὰς δαπάνας τῆς ἐνασκήσεως αὐτῆς. Ἦτο δὲ λογικὸν, διότι ὁ δῆμος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἂν πρέπῃ νὰ ἔχῃ εἰδικὸν ἀστυνόμον ἢ ὄχι· ἂν ἔκρινε δ’ ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἔχῃ ἴδιον ἀστυνόμον, ὁ δήμαρχος ἤθελεν ἐνασκεῖ καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν μετὰ τῆς ἄλλης διοικήσεως, ἥτις ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ ὁ δήμαρχος προσέτι εἶναι ὁ προσδιορίζων καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν κατωτέρων ὀργάνων, δι’ ὧν ἐνησκεῖτο ἡ προληπτικὴ ἀστυνομία ἐν τῇ περιφερείᾳ. Ἑπομένως φυσικὸν ἦτο νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς τὸν δῆμον καὶ αἱ δαπάναι τῆς ἐνασκήσεως τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας. Εἶπον ὅτι ἡ πρᾶξις ἦτο πρᾶξις ἐμπιστοσύνης, πρᾶξις χαριστική, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἀρχὴ δὲν ἀναγνωρίζεται ὡς ὀρθή. Ἀληθῶς φρονῶ, ὅτι τὸ ἐνασκεῖν τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν εἶναι δικαίωμα οὐχὶ κυβερνητικὸν, ἀλλὰ δημοτικόν. Τί ἐστὶ τοπικὴ ἀστυνομία; Τοπικὴ ἀστυνομία εἶναι ἡ ἀστυνομία τῶν ἀγρῶν, ἡ ἀστυνομία τῶν ὑδάτων τῶν προωρισμένων πρὸς ἄρδευσιν τῶν ἀγρῶν, ἡ ἀστυνομία τῆς ἐνάρξεως καὶ τῆς διεξαγωγῆς τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν, ἡ ἀστυνομία τῆς συγκοινωνίας τῶν ἀγρῶν καὶ τῶν κτημάτων πρὸς τὰς κώμας ἢ πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποθηκεύονται οἱ καρποί. Ἡ τοπικὴ ἀστυνομία εἶναι ἡ ἀστυνομία τῶν ἀγορῶν, ἡ ἀστυνομία τῆς καθαριότητος τῆς ἀγορᾶς, τῆς ὑγειονομίας τῆς ἀγορᾶς, ἡ ἀστυνομία τῆς προβλέψεως, ὅπως ἡ ἀγορὰ παρέχῃ πάντα τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τροφὴν καὶ συντήρησιν τῶν κατοίκων. Ἡ τοπικὴ ἀστυνομία περιλαμβάνει τὴν ἀστυνομίαν τοῦ πυρὸς, ἑπομένως τὴν προμήθειαν, ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα τοῦ δήμου ἐπιτρέπουσιν, ὀργάνων καὶ ἀνθρώπων ἐπιτηδείων πρὸς κατάσβεσιν τῶν πυρκαϊῶν, καὶ τὴν πρόληψιν αὐτῶν διὰ τοῦ καθαρισμοῦ τῶν ἑστιῶν ἢ τῶν ἄλλων τόπων ἢ καταστημάτων, ἐν οἷς γίγνεται χρῆσις τοῦ πυρός. Ἡ τοπικὴ ἀστυνομία περιλαμβάνει τὴν ἀστυνομίαν τῶν οἰκοδομῶν, ἑπομένως τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὁδῶν, τῶν πλατειῶν καὶ τοῦ σχεδίου τῆς κώμης ἢ τῆς πόλεως. Ἡ τοπικὴ ἀστυνομία περιλαμβάνει τέλος τὴν ἀστυνομίαν τῆς ὑγείας, ἑπομένως τὴν φροντίδα, εὐθὺς ὡς φανῶσιν ἐνδείξεις νόσων εἴτε ἐνδημικῶν εἴτε λοιμωδῶν, νὰ εἰδοποιῇ τὴν δημοσίαν διοίκησιν, ὅπως λάβῃ μέτρα πρὸς πρόληψιν ἢ καταστολὴν αὐτῶν. Ἡ τοπικὴ ἀστυνομία καλεῖται νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς τοπικῆς τάξεως, περὶ τῆς εὐκοσμίας τῶν κωμῶν καὶ τῆς πόλεως, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἠθικῆς τῶν κατοίκων. Τίς ἄλλος ἤθελεν εἶσθαι ἁρμοδιώτερος καὶ μᾶλλον ἐπιτήδειος, τίς ἄλλος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μεγαλείτερον συμφέρον ἀπὸ τοὺς δημότας τοῦ δήμου, ἵνα ἀναλάβωσι καὶ ἐνασκήσωσι ταύτην τὴν μέριμναν, τὴν πολύπλοκον ταύτην ὑπηρεσίαν τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας; Ἀλλ’ εἰς τὰς ἰδέας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶναι πάντοτε φωτειναί, ἐγένετο σύγχυσις τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας μὲ τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν, τὴν ἀστυνομίαν τῆς κοινῆς ἀσφαλείας. Ἐσύγχισε τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὴν καλουμένην εἰς συμπλήρωσιν αὐτῆς στρατιωτικὴν δύναμιν μὲ τὴν ἀστυνομίαν. Ἐσύγχισε τὰ μέτρα τὰ γενικὰ κατὰ τῶν λῃστῶν, τὰ μέτρα τῆς καταδιώξεως τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, τὰ κατὰ τῶν ἐγκληματιῶν μὲ τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν. Εὗρεν ἀνικάνους τοὺς δήμους νὰ διαχειρίζωνται τὴν τοιαύτην ἀστυνομίαν, καὶ ἀφῄρεσεν ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἐνάσκησιν αὐτῆς τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, δὲν ἔκρινε δ’ ἀξίους τῆς ἐμπιστοσύνης του τοὺς δήμους, ἵνα διαχειρίζωνται καὶ αὐτὴν τὴν φύλαξιν τῶν ἀγρῶν των. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους, καὶ ἀφοῦ αὐτὸ ἐνασκεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο, διὰ ποῖον λόγον πρέπει οἱ δῆμοι νὰ ἀναλάβωσι τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας; Ἄλλοτε δημοτικὴ ἀστυνομία ὑπῆρχε καὶ ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀλλ’ ἡ εὐκοσμία τῆς πόλεως, ἡ ὁποία εἶναι πρωτεύουσα τοῦ Κράτους, τὸ μέγα συμφέρον, ὅπως ἡ τάξις τηρῆται ἀλώβητος, καὶ ὅπως οὐδὲν προκύπτῃ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μεταδίδῃ μὴ προσήκουσαν, μὴ εὐάρεστον περὶ ἡμῶν γνώμην εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς, οἵτινες ἔρχονται εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἢ κατοικοῦσιν ἐν αὐτῇ, ὑπηγόρευσαν τὸ μέτρον τῆς ἀποκαταστάσεως διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ. Τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ 1849. Κατ’ ἐξαίρεσιν ἀνεκλήθη τότε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐνασκεῖν τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν ἀπὸ τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ἀνετέθη εἰς ὄργανα τῆς δημοσίας διοικήσεως. Οἱ νομοθετήσαντες ταῦτα, οἱ ὁποῖοι κατὰ δυστυχίαν μας φαίνεται ὅτι ἦσαν σοφώτεροι ἡμῶν,—λέγω κατὰ δυστυχίαν, διότι ἐκεῖνοι ἀπέχουσιν ἀφ’ ἡμῶν 45 ἔτη, καὶ ἔπρεπεν ἡμεῖς νὰ ἤμεθα μᾶλλον προηγμένοι εἰς ἐπιστήμην καὶ ἀλήθειαν,—οἱ νομοθετήσαντες, λέγω, τότε ἀνεγνώρισαν, ὅτι δὲν ἠθύνοντο οἱ δῆμοι Ἀθηναίων καὶ Πειραιέων, ἵνα πληρόνωσι τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας, καὶ ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1849 ὁρίζουσιν, ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα ἐπιβαρύνουσι τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ἀπήλλαξεν ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς ἀστυνομίας τοὺς δήμους Ἀθηναίων καὶ Πειραιέων, ἀφῄρεσεν ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου εἰσέπραττον, τὰ ὁποῖα εἶναι συμφυῆ μὲ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἤτοι τὰ πταισματικὰ πρόστιμα, τὰ διαβατήρια, τὰ δικαιώματα ἐκ τῶν ἐμπορικῶν πανηγύρεων, τὰ τῶν σταθμῶν καὶ μέτρων καὶ λοιπά. Αὕτη εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ διάταξις τῶν πραγμάτων, τοῦτο ἦτο τὸ ὀρθόν. Ἡμεῖς ὅμως διατελοῦμεν ἐν συγχύσει, ὡς ἂν ἤμεθα μὲ φῶς ἀμυδρὸν, καὶ μόλις διακρίνομεν τὰ ἀντικείμενα, καὶ περιπλεκόμεθα μετ’ αὐτῶν, οὕτω δὲ νομοθετοῦμεν ὡς ἀμαθεῖς, κατεστρέψαμεν δὲ πᾶσαν εὐρυθμίαν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν. Διὰ τοῦτο οὐχὶ οὕτως, ἀλλ’ ἄλλως διέταξε τὰ περὶ τούτου ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Αὐτὸς ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δήμους νὰ εἰσφέρωσι τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομίας. Τί νὰ εἰσφέρωσιν; Αὐτοὶ δὲν διορίζουσιν ἀστυνόμους, δὲν γνωρίζουσι ποῖος διορίζεται, δὲν προσδιορίζουσι τὸν ἀριθμὸν οὐδ’ αὐτῶν, οὐδὲ τῶν κλητήρων, δὲν προσδιορίζουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν, οὐδὲ τὰ ἔξοδα τῆς μεταθέσεώς των, οὐδὲ τὰ τῆς ἕνεκα ὑπηρεσίας περιοδείας των, οὐδὲ μισθόνουσιν αὐτοὶ τὰ οἰκήματα τῶν ἀστυνομικῶν γραφείων, διὰ νὰ πληρόνωσι τὰ ἐνοίκια. Τί ζητεῖτε παρ’ αὐτῶν νὰ πληρόνωσιν ἔξοδα; Νὰ πληρόνωσιν ὅσα θέλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Οὗτος σήμερον θέλει χιλίους ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, αὔριον διορίζει τετρακισχιλίους σήμερον διορίζει 10 ἀστυνόμους, αὔριον 70· σήμερον θέλει νὰ πληρόνῃ 50 δραχ. ἐνοίκιον, αὔριον ζητεῖ 500· πρέπει νὰ πληρόνωσιν οἱ δῆμοι; Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι αἱ φιλελεύθεροι, αἱ ὁποῖαι ἀνέθαλον ἐν τῷ τόπῳ μετὰ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἐν τῇ πολιτικῇ! Οὕτω λοιπὸν νόμος τοῦ Κράτους ὑπεχρέωσε τοὺς δήμους νὰ εἰσφέρωσι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλ’ οἱ νόμοι περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι δύο, εἷς μὲν ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1892, καὶ ἕτερος ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1893. Ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1892 δὲν ἐξετελέσθη, καὶ ἐπροτάθη νέος νόμος, ὁ τοῦ 1893, τροποποιῶν τὸν προηγούμενον. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν ὥραν αὐτήν, συζητουμένου ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου, ἔδωκε τὴν ἐξήγησιν τοῦ λόγου, δι’ ὃν δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ πρῶτος νόμος, διότι, κατὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, δὲν ἐκανόνιζε καλῶς τὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον τοῦ 1892, τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἔμελλε νὰ κανονίζηται μετὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ἕνεκα τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἑπομένως ἠλαττοῦτο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἰσφέρῃ ὁ δῆμος. Ἔθηκε λοιπὸν ἄλλην βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστήριξε τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1893. Κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΞΘʹ τῆς 21 Ἰουλίου 1892, ἄρθρ. 33, προσδιορίζεται εἰσφορὰ «Μία δραχμὴ κατὰ ψυχήν, ἀλλὰ τὸ ποσὸν δὲν δύναται νὰ ἦναι μεῖζον τῶν 50 ἑκατοστῶν, ἢ ἔλασσον τῶν 15 ἑκατοστῶν τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων τοῦ δήμου εἰσπραχθέντων ἐσόδων αὐτοῦ, πάντοτε δὲ εἰς ὅρον ἐξαιροῦντα τῆς ἀποδόσεως ποσὸν 2,000 δραχμῶν.» Ἐπειδὴ ὅμως πρὸ τοῦ νόμου τούτου εἶχεν ἐκδοθῇ ὁ νόμος περὶ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου 50 ἑκατοστὰ ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐσόδων αὐτοῦ, τὰ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου ἦσαν πολὺ ὀλιγώτερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς δήμους· διὰ τοῦτο προεκλήθη ὁ ͵ΒΡΠΗʹ νόμος τῆς 23 Μαρτίου 1893, τὸ ἄρθρον 36 τοῦ ὁποίου ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου ἀναγράφονται κατ’ ἔτος οἱ μισθοί, αἱ ἀποδοχαὶ καὶ ἀποζημιώσεις τοῦ προσωπικοῦ καὶ αἱ ἄλλαι δαπάναι τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ ὁλικὸν δὲ ποσὸν τῶν δαπανῶν τούτων ἀναλογίζεται εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, πλὴν τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, πρὸς μίαν δραχμὴν κατὰ ψυχήν, καὶ ἀποδίδεται ὑπ’ αὐτῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐσόδων των τῆς αὐτῆς χρήσεως. Τὸ ἀποδοτέον ὅμως ὑπὸ τοῦ δήμου ποσὸν δὲν δύναται νὰ ἦναι μεῖζον τῶν ἑβδομήκοντα πέντε, ἢ ἔλασσον τῶν εἴκοσιν ἑκατοστῶν τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν ἐκ τῶν φόρων τούτων ἐσόδων του, πάντοτε δὲ εἰς ὅρον ἐξαιροῦντα τῆς ἀποδόσεως ποσὸν 2,000 δραχμῶν.» Τοιουτοτρόπως ηὔρυνε τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων προσδιωρίζετο ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων, καὶ ἐνομοθέτησε τρόπον, διὰ νὰ προσδιορισθῶσι μείζονα τὰ πληρωτέα δι’ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ ποῖά εἰσι τὰ ἔξοδα αὐτά; Τὰ ἔξοδα αὐτὰ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 ἀνήρχοντο εἰς 3,044,372. Ἀλλ’ ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος τοῦ 1892, ἐξέφυγεν ἀπὸ τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων τῶν Ὑπουργῶν μία ἀποκάλυψις, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευον τὴν νομοθέτησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὴν δημιουργίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἦτο καὶ λόγος οἰκονομικός, λόγος τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πῶς νὰ ἐλαττωθῶσι; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προωρίσθη διὰ τὴν ἐγχείρισιν. Νέον λοιπὸν συνδυασμὸν νὰ ἀφαιρέσῃ ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἀπὸ τὸν στρατόν, καὶ νὰ πληρώνωσιν αὐτοὺς οἱ δῆμοι, νὰ μὴ πληρώνωνται δὲ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοῦτο δὲ πράγματι ἐνομοθετήθη. Κατὰ μὲν τὸ 1894 ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἕνεκα τῆς ἀποσπάσεως ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἀνῆλθεν εἰς 1,012,680, κατὰ δὲ τὸ 1895 ἡ ἐλάττωσις ἀνῆλθε μόνον εἰς 995,520. Τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1895 προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς 3,044,372, οὕτω δ’ ὑπολείπονται μόνον δραχ. 2,048,852. Ἀλλὰ πρέπει ὡσαύτως ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονε πρότερον τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ταῦτα δὲ εἶχον ἀνέλθει κατὰ τὸ 1891 εἰς δραχ. 372,179.37, ὑπολείπονται δὲ καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην ὡς ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατὰ τὸ 1895 δρ. 1,676,672.63. Ἂν εἰσπραχθῇ καὶ ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 ἀναγραφεῖσα ὡς εἰσπρακτέα παρὰ τῶν δήμων εἰσφορὰ τῶν 1,200,000, ὑπολείπεται ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου ποσὸν 476,673.63. Οὐχὶ λοιπὸν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ οἰκονομίαν ἐπέφερεν ὁ νομοθετηθεὶς θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ αὔξησιν τῶν ἐξόδων κατὰ 476,673.63· οὐδ’ ἐπέτυχεν οἰκονομικῶς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον τόσον ἐμειδία εἰς τὰ ὄμματα τῶν κ. Ὑπουργῶν, διότι, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα, ηὐξήθησαν. Ἀλλ’ εἰσεπράχθη ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων ἐκ δραχ. 1,200,000; Εἰς τοὺς πίνακας τῶν προϋπολογιζομένων, βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων ἐσόδων τοῦ 1892 δὲν εὗρον ἀναγεγραμμένον ὡς εἰσπραχθὲν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ποσόν τι. Ὁ πίναξ συνετάχθη ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, ἑπομένως πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὡς ἀκριβής· αὔξησις ἐξόδων, ἂν ἤθελεν εἰσπραχθῆ ἀκεραία ἡ δημοτικὴ εἰσφορὰ τῶν 1,200,000, ἀλλ’ ἂν δὲν εἰσπραχθῇ εἴτε ἀκεραία, εἴτε διόλου, ποῖον θέλει ἀναγραφῆ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου ποσὸν ἐξόδων; Τὸ ἔλλειμμα θέλει εἶσθαι τόσῳ μεγαλείτερον, ὅσον ὀλιγώτερον θέλει εἶσθαι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τοῦ δήμου θέλει εἰσπραχθῆ. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἑτέρας εἰσφορᾶς, ἥτις ἐπεβλήθη εἰς τοὺς δήμους διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ μέρος τοῦτο, ἂν ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας, θέλετε εὑρεῖ μᾶλλον ἀξιοδάκρυτον. Ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1882 ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν, εὗρεν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισεν ὡς μεγάλην, ἀλλὰ τόσον μεγάλην, ὥστε ἐπανειλημμένως κατήγγειλεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν· ἴσως πλέον ἢ πεντάκις ἢ ὀκτάκις ἠκούσατε αὐτοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ παραπονουμένου, ὅτι δὲν ὑπάρχει τάξις εἰς τὰ οἰκονομικὰ, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἀταξία, διότι τὸ Κράτος προκαταβάλλει τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων, ἀλλὰ δὲν ἀποδίδονται αὐτῷ παρὰ τῶν δήμων τὰ προκαταβαλλόμενα, καὶ ὀγκώδη ὑπάρχουσι καθυστεροῦντα. Τὸ πρᾶγμα εἴχετο ἀληθείας, διότι ἀπὸ τοῦ 1856, ὅτε τὸ πρῶτον ἐνομοθετήθη τὸ μέτρον τῆς ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου προκαταβολῆς τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων, μέχρι τοῦ 1880 ὑπάρχουσι καθυστερήσεις ἀπὸ τοὺς δήμους 4,488,759. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο διαιρέσητε διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐτῶν 23, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ὑπῆρχεν ἔλλειμμα κατ’ ἔτος δραχ. 195,163. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1886 ὑπῆρξεν ἔλλειμμα δραχμῶν 2,389,368, ἐὰν δὲ διαιρήσητε καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἓξ ἐτῶν, τῶν ἀπὸ τοῦ 1880 διαῤῥευσάντων, τὸ ἔλλειμμα κατ’ ἔτος ἀνέρχεται καὶ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην εἰς 398,224. Τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶχον κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ὡς εἶχον ἐν γένει τὰ δημοτικὰ πράγματα, τὰ δὲ δημοτικὰ πράγματα εἶχον ὡς εἶχον καὶ τὰ δημόσια, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ χωρίσῃ τις τὴν τύχην τῶν δήμων ἀπὸ τὴν τύχην τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων εὐγλώττως παρέστησε ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῶν δήμων κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον. Λέγεται τὸ ἀνέκδοτον, ὅτι, ὅτε ἐστάλησαν εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους τὰ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντα βιβλία, τὰ ὁποῖα περιεῖχον τοὺς τότε ἐκδοθέντας νόμους τῆς πολιτικῆς δικονομίας, τοῦ ποινικοῦ νόμου, τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ τῆς ποινικῆς δικονομίας, ὁ ἀποστέλλων Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συνέστησεν εἰς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπέστελλε τὰ βιβλία ταῦτα, ὅτι πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἔχωσιν ὁδηγὸν τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ τὴν ἐπιείκειαν. Ἀλλ’ εἷς τῶν εἰρηνοδικῶν ἔγραψε τότε εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ἔλαβε τὰ ἄλλα βιβλία, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε καὶ τὰ βιβλία τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τῆς ἐπιεικείας. Ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸν νόμον περὶ δήμων, ἔκρινεν ὅτι οἱ δῆμοι πρέπει νὰ ἦναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν μικρότεροι, διότι, ὅταν ἦναι μεγαλείτεροι, τὰ ἔσοδα πάντα τοῦ δήμου καταναλίσκονται ἐν τῇ πρωτευούσῃ αὐτοῦ, τὰ δὲ χωρία δὲν ὠφελοῦνται τὸ παράπαν. Ὁ νομοθέτης ἐπεθύμει ἕκαστον τῶν χωρίων ν’ ἀποτελῇ, εἰ δυνατόν, ἴδιον δῆμον, εἶχε δὲ περιλάβει διάταξιν, καθ’ ἣν, ὅταν ὑπῆρχον 300 ψυχαί, νὰ συνιστῶσιν αὗται ἕνα δῆμον. Οὕτω κατηρτίσθησαν οἱ δῆμοι κατὰ τὸ 1835–1836 καὶ 1837. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν οἱ τοιοῦτοι δῆμοι, διότι δὲν εἶχον χρήματα, οὐδὲ διὰ νὰ διατηρήσωσι δημοτικὸν ταχυδρόμον, οὐδὲ δι’ ἐνοίκιον γραφείου, οὐδὲ δι’ ἀγορὰν χάρτου. Ὁ τόπος ἦτο ἀκαλλιέργητος, εἶχε λεηλατηθῆ ὑπὸ τῶν Τούρκων, οἰκοδομαὶ δὲν ὑπῆρχον, ἐστεγάζοντο οἱ πλεῖστοι ὑπό τινας καλύβας, φόροι ἄμεσοι ἢ ἔμμεσοι δὲν ὑπῆρχον, διὰ τοῦτο ἦτο ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ ἡ κατάστασις ἐκείνη, ὑπῆρχε δὲ ἀνάγκη νὰ μεταβληθῶσι τὰ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν δήμων. Κατὰ τὸ 1840 ἑπομένως ἐλήφθη μέτρον γενικὸν, νὰ συγχωνευθῶσιν οἱ δῆμοι. Ἐν ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ ἦσαν εἴκοσι δῆμοι, οὗτοι συνηνώθησαν εἰς ἕνδεκα, καὶ ἐν ἄλλῃ, ἐν ᾗ εἶχον σχηματισθῆ ἑπτὰ δῆμοι, συνεχωνεύθησαν οὗτοι εἰς τρεῖς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ ἐπαρχία Θήρας εἶχε διαιρεθῆ εἰς τέσσαρας δήμους, ὅσοι ὑπάρχουσι καὶ νῦν, εἰς τοὺς δήμους Θήρας, Οἴας, Καλλίστης καὶ Ἐμπορείου, ἀλλὰ οἱ τέσσαρες οὗτοι δῆμοι συνεχωνεύθησαν μετὰ τὸ 1840 εἰς μόνον δύο. Ἔκτοτε τὰ ταμεῖα τῶν δήμων ἤρξαντο νὰ ἔχωσιν ἔσοδά τινα, ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἦσαν ἀνεπαρκῆ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν δήμων, αἵτινες ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπεβλήθησαν εἰς αὐτούς. Οἱ δῆμοι διὰ τοῦτο δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώνωσιν ἐγκαίρως καὶ τοὺς δημοδιδασκάλους, ὑπῆρχον δὲ καθυστερήματα, καὶ ἄλλοι μὲν τῶν διδασκάλων κατέλειπον τὰς θέσεις των, ἄλλοι δὲ ὑπέμενον, ὑποβαλλόμενοι εἰς στερήσεις. Κατὰ τὸ 1856 ἐκλήθη εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνὴρ νοήμων καὶ φιλότιμος, ὁ Χριστόπουλος, οὗτος δὲ προεκάλεσε τὸν νόμον τῆς 12 Ἰουλίου 1856, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ μισθοὶ τῶν δημοδιδασκάλων προκατεβάλλοντο ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς γνωστόν, εἰσέπραττε τοὺς ἀμέσους φόρους τῶν δήμων, ἤτοι τὰ ποσοστὰ ἐκ τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ἐκ τοῦ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐκ τοῦ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων προκατέβαλλε τοὺς μισθούς. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐθεράπευσε τὸ παραλύον τότε τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν κακὸν καὶ συνετέλεσε νὰ μὴ καταλίπωσι τὰς θέσεις των οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὸ ἔργον των, ἐπέφερε καί τι ἄτοπον, ὅτι πολλοὶ δῆμοι ἔμενον καθυστεροῦντες εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι τὰ παρὰ τῶν ταμιῶν εἰσπραττόμενα ἔσοδά των δὲν ἐπήρκουν νὰ ἐξοφλήσωσι τὰς προκαταβολάς, καὶ οὕτως ἔμειναν τὰ καθυστεροῦντα δραχ. 195,163 καθ’ ἕκαστον ἔτος κατὰ τὴν πρώτην περίοδον, καὶ δραχ. 398,224 καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς δευτέρας ἑξαετοῦς περιόδου. Ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν τῶν ἐτῶν 1880 μέχρι 1886 ηὔξησε τὸ καθυστέρημα τῶν δήμων, διότι τότε συνιστῶντο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου δημοτικὰ σχολεῖα αὐτοβούλως, οὐδὲ ἠρωτῶντο οἱ δῆμοι, ἂν στέργωσι τὴν σύστασιν αὐτῶν, ἢ ποῦ θέλουσι νὰ συστηθῶσι τοιαῦτα, διότι συνιστῶντο οὐχὶ κατὰ τὰς προτάσεις τῶν δήμων, ἀλλὰ κατὰ τὰς συστάσεις τῆς πολιτικῆς. Εἶναι ἀξιομνημόνευτος ἡ περίοδος ἐκείνη ἐν σχέσει πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, διότι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην—καὶ ἠσχολήθην εἰς τὰ περὶ τούτου—ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις οὐ μόνον δὲν ἐβελτιώθη κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον, ἀλλὰ καὶ ἐχειροτέρευσεν ἐκ τῆς πληθύος τῶν διοριζομένων προχείρων καὶ ἀδοκίμων δημοδιδασκάλων, τῆς πληθύος τῶν συνισταμένων δημοτικῶν σχολείων· τὰ προκαταβαλλόμενα δὲ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὑπερέβαινον πολὺ τὰ μέσα τῶν δήμων, καὶ ἐπηύξανον οὕτω τὰ καθυστεροῦντα, τὰ ὁποῖα πρὸ τοῦ 1880 ἀνήρχοντο, ὡς εἶπον, μόνον εἰς δρ. 195,163, ἀνελθόντα εἰς 398,224. Τῷ ὄντι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰσήλασεν ἡ πολιτικὴ πάνοπλος εἰς τὰς τάξεις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἡ Βουλὴ τότε πολλάκις ἠσχολήθη δι’ ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ καὶ τότε ἦτο πλειονοψηφία, τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξετίμησεν εὐλόγως εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 7ης Ἀπριλίου 1885... Ἤκουσα μουρμουρίζοντά τινα. Οἱ συμπολῖταί του θέλουσι καὶ τοῦτον ἐκτιμήσει κατὰ τὰς προσεχεῖς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ὡς κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου ἐξετίμησαν οἱ συμπολῖταί των καὶ τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης. Ἀλλὰ τὸ κακὸν ἔπρεπε νὰ θεραπευθῇ. Ἀπησχόλει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ὄπισθεν τούτου ὁ τότε διευθυντὴς τοῦ Λογιστηρίου ἐξίστατο καθ’ ἑκάστην, βλέπων ὅτι ἡ ἀταξία εἶχεν ὑπερπλεονάσει, οὐδ’ ἀπέβαινε δυνατὸν νὰ διοικηθῶσι τὰ οἰκονομικὰ, ἀφοῦ ἔμενε τοσοῦτον ἔλλειμμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδραμεν ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι ταύταις νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν, καὶ συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ συστήσῃ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ σύστασις τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶχε μελετηθῆ ἄλλοτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅτε ἐγὼ διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι ἐμελέτησαν τὸ σύστημα τοῦτο πρὸς τακτοποίησιν τῶν ἀφορώντων τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τρόπον, ὥστε οὔτε τὸ Δημόσιον νὰ βαρύνηται, οὔτε ὑπερμέτρως νὰ καταθλίβωνται οἱ δημόται. Ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ συστηθῇ ταμεῖον οὐχὶ κοινὸν διὰ πάντας τοὺς δήμους, ἀλλ’ ἴδιον δι’ ἕκαστον δῆμον ἐν ἑκάστῳ δημοσίῳ ταμείῳ, ἐν ᾧ ἤθελε καταρτισθῆ ἴδιος λογαριασμὸς ἑκάστου δήμου διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὴν μελέτην ἐκείνην ὡρισμένα ἔσοδα τοῦ δήμου προωρίζοντο νὰ χρησιμεύωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Συνέπεσε μάλιστα νὰ ἔχω πρόχειρον καὶ τὸ χειρόγραφον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τότε συνέταξα. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐντελὲς, σύμφωνον πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν δήμων καὶ ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τῆς ἐλευθερίας αὐτῶν, διασῶζον πᾶσαν τὴν αὐτοβουλίαν τῶν δήμων. Τὸ νομοσχέδιον προσδιορίζει πόσα ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτῶν θέλουσι προσδιορίζεσθαι κατὰ προτίμησιν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δι’ αὐτοῦ δὲ προσδιωρίζετο ὡς ἔσοδον καὶ εἰσφορά τις τῶν ἱερῶν Μονῶν. Ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς συνεκροτήθη, ἀπέβαινεν ἵδρυμα κοινωνιστικόν. Εἰσέπραττεν ἀπὸ τὸν δῆμον Ἀθηναίων τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον προσδιορισθῆ, εἰσέπραττεν ἀπὸ ἕκαστον τῶν ἄλλων δήμων τὰ ποσὰ ὡσαύτως, τὰ ὁποῖα δι’ ἕκαστον αὐτῶν εἶχον προσδιορισθῆ, ἀνεμίγνυε ταῦτα, καὶ συνεκέντρονεν ἐν ἑνὶ ταμείῳ, τῷ ἱδρυθέντι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἶτα διένεμεν ἀδιακρίτως εἰς πάντας τοὺς δήμους. Τὰ δημοτικὰ βάρη πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται μόνον εἰς τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῷ δήμῳ, διότι αὐτοὶ μόνοι ἀπολαύουσι τῶν ὠφελειῶν, αἵτινες παράγονται ἀπὸ τὰ ὑπὸ τοῦ δήμου δαπανώμενα. Οἱ δῆμοι ἑπομένως ὀφείλουσι νὰ διανέμωσι τὰ ὀφέλη ἀναλόγως τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλον εἰς τοὺς ἐν αὐτοῖς κατοικοῦντας πολίτας, καὶ ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτοὺς τὰ βάρη, ἵνα παρασκευάσωσιν ὑπὲρ αὐτῶν, τῶν κατοικούντων ἐν αὐτοῖς, ἀνάλογα ὀφέλη· ἀλλὰ πῶς ἀνέμιξαν τὰ εἰσφερόμενα διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀπὸ τοῦτον τὸν δῆμον μετὰ τῶν εἰσενεχθέντων ἀπὸ τὸν ἄλλον δῆμον; Ἐὰν δῆμός τις δύναται νὰ πορισθῇ τὰ μέσα, ἵνα συστήσῃ πλειότερα ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτοῦ σχολεῖα, ἢ πληρέστερα τῶν ὑπαρχόντων, ἂς ἐπιβάλῃ περισσότερα βάρη εἰς τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐτῷ, ὅπως παρασκευάσῃ ὑπὲρ τῶν τέκνων αὐτῶν πληρεστέραν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὅπως μὴ ἀφήσῃ τὰ τέκνα οὐδενὸς χωρίου ἄνευ σχολείου. Ἀλλὰ διατὶ ὑπεχρεώσατε τὸν δῆμον Μαντινείας, φέρ’ εἰπεῖν, νὰ εἰσφέρῃ περισσότερα χρήματα ἢ ὅσα δαπανῶνται πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν αὐτῷ δημοτικῶν σχολείων, ὅπως διὰ τοῦ πλεονάζοντος ποσοῦ συμπληρώσητε τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν χρημάτων ἄλλου δήμου πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν αὐτῷ ἱδρυμένων δημοτικῶν σχολείων; Καὶ περὶ τῆς ἱδρύσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀπεφάσιζεν αὐτοβούλως τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργεῖον, μηδόλως ἀναμιγνύον τοὺς δήμους εἰς τὴν περὶ τούτου ἀπόφασίν του, οὕτω δὲ συνιστῶντο δημοτικὰ σχολεῖα πολλαχοῦ ὑπὲρ τὴν ὑπάρχουσαν ἀνάγκην ἐν ταύτῃ τῇ ἐπαρχίᾳ, κατελιμπάνοντο δὲ κενὰ καὶ χηρεύοντα διδασκάλων τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις, ἐπὶ διαταράξει πάσης ἀναλογίας, ἄνευ ἐρεύνης τῶν ὑπαρχουσῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ κατὰ χάριν πρὸς τοὺς ὑποστηρίζοντας τὸν Πρωθυπουργὸν ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ κατὰ δυσμένειαν πρὸς τοὺς ἀρνουμένους εἰς αὐτὸν τὴν ἐμπιστοσύνην των. Κατὰ τὸν περὶ συστάσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμον, τὸ δημόσιον ταμεῖον παρεῖχε χρηματικὴν συνδρομὴν εἰς τὸ ταμεῖον μέχρις 1,200,000, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς, ὁ δυσανασχετῶν διότι πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου τούτου ἐζημιοῦτο κατ’ ἔτος τὸ δημόσιον ταμεῖον 190,000 δραχ. τὸ πρῶτον, ἢ 390,000 κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον, ὑπέβαλεν αὐτὸ εἰς εἰσφορὰν μέχρις 1,200,000 κατ’ ἔτος, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἕνεκα τῆς πολιτικῆς ἀκρασίας του ἐδημιούργει, μεταβαλὼν καὶ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν εἰς ῥουσφέτιον, εἰς παροχὴν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πολιτικῶν συμφερόντων του. Τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως βεβαίως ἐλειτούργησε κακῶς. Ἐλειτούργησε κακῶς, διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν διοικοῦσαν αὐτὸ ἐπιτροπὴν, καὶ αὐτοὶ ὑπέλαβον ὅτι ἠδύναντο νὰ διαχειρισθῶσι τὴν ὑπηρεσίαν των ὡς μέσον πρὸς ἀπόκτησιν παροχῶν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἢ ὑπὲρ τῶν οἰκείων των παρὰ τοῦ Ὑπουργείου. Συνεκεντρόνοντο ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἀποστελλόμεναι κατὰ ὁρμαθοὺς, αἱ μισθοδοτικαὶ καταστάσεις τῶν δημοδιδασκάλων, ἀλλὰ λόγῳ δῆθεν ἐλέγχου ἀφίνοντο ἐκκρεμεῖς, δὲν ἐξεδίδοντο χρηματικὰ ἐντάλματα, καὶ δὲν ἐπληρόνοντο οὐδ’ οἱ δημοδιδάσκαλοι τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, οὐδὲ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὰ ἄλλα ἔξοδα ἐπὶ μῆνας πολλούς. Ἀλλὰ καὶ χρηματικῶς ἐλειτούργησε κακῶς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν ἐπήρκει εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ διετέλει ἐπὶ τέλους σχεδὸν ἐν πτωχεύσει. Ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο συνετέλεσεν, οὐδὲ δι’ ἄλλης πράξεως ἢ μερίμνης ἐβελτιώθη ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, οὐδὲ κατὰ τὰ διδακτήρια, τὰ χρησιμεύοντα διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, οὐδὲ κατὰ τὰ πρόσωπα τὰ διδάσκοντα, οὐδὲ κατὰ τὰ ὄργανα τῆς διδασκαλίας. Πάντα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἦσαν ἐστερημένα ὀργάνων διδασκαλίας, τὰ πλεῖστα ἦσαν ἐν ἰδιωτικαῖς οἰκίαις ἐνοικιαζομέναις, τινὰ δὲ τούτων ἐν δημοτικοῖς κτιρίοις οἰκοδομηθεῖσι κατὰ τὸ παρελθὸν, ἄνευ σχεδίων καὶ ἄνευ τηρήσεως οὐδενὸς τῶν κανόνων τῆς παιδαγωγικῆς. Μεταξὺ τῶν δημοδιδασκάλων πολλοὶ ἦσαν οἱ μὴ διδαχθέντες ἐν Διδασκαλείοις, ἀλλ’ ἔχοντες τὴν ἄδειαν τῆς πρὸ τοῦ 1878 λειτουργούσης ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν τοῖς Διδασκαλείοις ἐκπαίδευσις καὶ παρασκευὴ αὐτῶν ἐχειροτέρευσεν, ἕνεκα τῆς νομοθετηθείσης μεταβολῆς τῶν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1878 ἀναγραφέντων προσόντων. Ἐν τοιαύτῃ δὲ καταστάσει ἐπειράθησαν νὰ συστήσωσι καί τινα πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, ἐννοεῖται ἐν ταῖς πατρίσι τῶν Ὑπουργῶν, ἐν Ζακύνθῳ κατὰ πρῶτον καὶ ἐν Μεσολογγίῳ κατόπιν, ἀγνοῶ δὲ καὶ ἐν τίσιν ἄλλαις πόλεσι, τὰ ὁποῖα ταχέως παρέλυσαν καὶ ἐξέλιπον. Πλήρη δημοτικὰ σχολεῖά εἰσι τὰ ἔχοντα ἓξ τάξεις διδασκομένων καὶ συνδέοντα οὕτως ἀμέσως τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν μετὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἄνευ τῆς παρεμβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου. Κάτωθι τοῦ βαθμοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπάρχει ἡ ἐν τῇ οἰκογενείᾳ εἴτε ἐν τοῖς νηπιαγωγείοις ἄσκησις καὶ διδασκαλία, ἄνω δὲ αὐτῆς ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι τὰ Γυμνάσια· ἀλλὰ κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἦσαν ἀτελῆ, στερούμενα καλῶν διδασκάλων, οἵτινες οὐδ’ ἤρκουν εἰς τὰς ἀνάγκας, ἐλειτούργει δ’ ἐν αὐτοῖς καὶ ἡ ἀλληλοδιδακτικὴ μέθοδος, ἀτελὴς δὲ καὶ ἀνοργάνωτος ἦτο ἡ ἐν αὐτοῖς διδασκαλία, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν οἱ ἀπολυόμενοι αὐτῶν νὰ λαμβάνωσι τοιαύτην ἐν αὐτοῖς παρασκευὴν, ὥστε νὰ κατατάσσωνται μαθηταὶ ἐν τοῖς Γυμνασίοις. Ἀλλὰ καὶ τὰ Γυμνάσια δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνδεθῶσι μετὰ τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἕνεκα τῆς ἀτελείας των καὶ ταῦτα. Ἠναγκάσθησαν διὰ τοῦτο τότε νὰ νομοθετήσωσι διάμεσον σταθμὸν τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἐὰν τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ὦσι πλήρη, περιέχοντα ἓξ τάξεις, καὶ ἂν τὰ Γυμνάσια καταρτισθῶσι δεόντως, δύναται ὁ μαθητὴς νὰ μεταβαίνῃ ἀμέσως εἰς τὸ Γυμνάσιον ἀπὸ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, οὕτω δὲ οἱ περατοῦντες τὰς σπουδάς των ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει ἠδύναντο, κατὰ βούλησιν καὶ κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῶν περιστάσεις, νὰ ἐπιδίδωνται εἴτε εἰς βιωτικὰ ἔργα ἐν τῇ κώμῃ, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικοῦσιν, εἴτε, ἐφιέμενοι πληρεστέραν ἀνάπτυξιν, νὰ κατατάσσωνται εἰς τὰ Γυμνάσια καὶ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Συνέστησε λοιπὸν ὁ Πρωθυπουργὸς ἑνιαχοῦ δημοτικὰ σχολεῖα δῆθεν πλήρη, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον συνεστήθησαν, καὶ ἡ ἀτέλεια τῆς διοικήσεως καὶ τοῦ διδακτικοῦ καταρτισμοῦ αὐτῶν, ἐπήνεγκε τὴν ταχίστην παράλυσιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο οὐδένα παρήγαγε καρπὸν ἡ φαινομένη αὕτη βελτίωσις, ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἥκιστα ἐβελτιώθη, οὔτε κατὰ ποιὸν οὔτε κατὰ ποσὸν, ἠλαττώθησαν δὲ μόνον αἱ ἐγγυήσεις πρὸς παρασκευὴν καλῶν καὶ ἀρτίων δημοδιδασκάλων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάντοτε οἱ ἐκ τῶν Διδασκαλείων ἐξερχόμενοι εἶναι προτιμότεροι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον πρότερον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐχειροτονοῦντο ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἑδρευούσης ἐν Ἀθήναις, ἡ μόνη ἐπελθοῦσα βελτίωσις ἀπέμεινεν ἡ ἐκ τῆς συστάσεως Διδασκαλείων κατὰ τὸν τύπον τοῦ Διδασκαλείου, τὸ ὁποῖον συνεστήθη τὸ πρῶτον ἐν Ἀθήναις κατὰ τὸ 1878. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ηὔξανεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπολυομένων ἀπὸ τὰ Διδασκαλεῖα, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπληροῦντο κεναὶ θέσεις τῶν δημοδιδασκάλων, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον καθίστατο εὔκολον νὰ πολλαπλασιάζωνται τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Κατὰ τὰ ἄλλα ὅμως οὐ μόνον βελτίωσις δὲν ἐπῆλθεν, ἀλλ’ εἰσήλασε καὶ ἡ πολιτική, ἥτις ἐξακολουθεῖ νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ μήπως κἂν ἐκανονίσθη τὸ οἰκονομικὸν μέρος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἔχω ὑπ’ ὄψει πίνακα κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ περιέχοντα τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ζητηθῆ δι’ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, κατὰ τὸ 1890 — διότι κατὰ τὸ 1888 εἶχε συστηθῆ τὸ ταμεῖον — εἰσεπράχθησαν ἔσοδα ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δραχ. 1,504,639, ἐδαπανήθησαν δὲ ὑπ’ αὐτοῦ 3,089,583.09, δηλ. ὑπῆρξεν ἔλλειμμα 1,584,944.09. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἰσήνεγκε τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδιδεν ὁ νόμος περὶ συστάσεως ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δηλαδὴ ἂν ἀπέδωκεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐκπαιδεύσεως τὰ 1,200,000, πάλιν ἀπέμεινεν ἔλλειμμα δραχ. 384,944.09. Εἶπον ἂν ὑποτεθῇ, διότι οὐδαμοῦ εὗρον ἀναγεγραμμένον ὡς πληρωθὲν τὸ ποσὸν τοῦ 1,200,000, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ συστάσεως ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπέτρεπε νὰ δίδεται ὡς εἰσφορὰ τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα ἐκ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 1,759,127, ἐδαπανήθησαν δὲ 3,136,912.91, ἤτοι ἀπέμεινεν ἔλλειμμα δραχ. 1,377.785.91. Πῶς ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δὲν γνωρίζω, διότι οὐδὲν εὗρον ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1891, ὡς οὐδ’ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1890 εὗρον δαπάνην τινά. Κατὰ τὸ 1892 μετεβλήθη τὸ σύστημα τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸν Ἰούλιον μῆνα, καὶ κατηργήθη τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐνομοθετήθη δ’ ἄλλο σύστημα, ἤτοι ὑποκατεστάθη τὸ Κράτος ἐν τῷ δήμῳ, καὶ τὸ Κράτος ἀνέλαβε τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὸ 1892, τοὺς 7 πρώτους μῆνας, κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς κατέθηκεν ἄλλοτε ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὡς εἶπον, εἰσεπράχθησαν 1,341,526 καὶ ἐδαπανήθησαν 2,342,962, ἤτοι δραχ. 1,001,436 ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα· κατὰ δὲ τοὺς πέντε τελευταίους μῆνας τοῦ ἔτους, καθ’ οὓς δὲν ὑπῆρχε πλέον τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐδαπανήθησαν προσέτι 925,628. Τὰς πληροφορίας ταύτας σᾶς μεταδίδω, ἵνα σᾶς παραστήσω ἐν ποίῳ κυκεῶνι περιήχθησαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς ποίαν ἀπέλπιδα ἀληθῶς κατάστασιν ἄγει αὐτὰ ἡ κρατοῦσα σύγχυσις, εἰς ὁποίαν τῆς ὁποίας σπανίως εὑρέθη διοίκησις οἰκονομικὴ οἱουδήποτε κλάδου.

§9Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἔχετε νὰ ὁμιλήσητε πολλὴν ὥραν; Ἂν ἐκουράσθητε νὰ διακόψωμεν.

§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω γνώμην. Θέλω ὁμιλήσει ἴσως μίαν καὶ ἡμίσειαν ἔτι ὥραν.

§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9ης. (Μετὰ τὴν διακοπὴν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.)

§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ μεταβολή, τὴν ὁποίαν ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατασταθεῖσα διοίκησις ἐπήνεγκεν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔφερε τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα, ὅτι κατὰ μὲν τὸ 1890 ἐδαπανήθησαν δραχ. 3,089,583.09, ἐν ᾧ εἰσεπράχθησαν 1,504,639, καὶ ὑπελείφθη ἔλλειμμα δρ. 1,584,944.09, ὅτι κατὰ τὸ 1891 ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 3,136,912.91, εἰσεπράχθησαν 1,759,127, καὶ ὑπελείφθη ἔλλειμμα δραχ. 1,377,785.91, καὶ ὅτι κατὰ τὸ 1892 εἰσεπράχθησαν ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τοὺς ἑπτὰ πρώτους μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους ὑπῆρχεν ἀκόμη τὸ ταμεῖον τοῦτο, δραχ. 1,341,526, ἐδαπανήθησαν δὲ κατὰ μὲν τοὺς ἑπτὰ πρώτους μῆνας δραχ. 2,342,962, κατὰ δὲ τοὺς πέντε τελευταίους δρ. 925,628. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ κατηργήθη τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ἐλλείμματα ἐξακολουθοῦσι μεγεθυνόμενα, διότι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ἀνεγράφησαν δαπανηθέντα, εἰς προσωπικὸν δημοτικῶν σχολείων 3,385,360, εἰς ἔξοδα δ’ αὐτῶν 551,540, τὸ ὅλον 3,936,900, ἐν ᾧ εἰσεπράχθησαν ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων καὶ τῶν Μονῶν δραχ. 2,569,871.79, ἑπομένως ὑπελείφθη ἔλλειμμα δραχμῶν 1,367,028.21. Καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1894, τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν ἔληξεν, ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δι’ ἔξοδα προσωπικοῦ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δραχ. 3,402,680, δι’ ἔξοδα αὐτῆς 586,956, τὸ ὅλον 3,989,636, προϋπελογίσθησαν δ’ ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ 1,961,200, ἤτοι προϋπελογίσθη ἔλλειμμα δραχ. 2,028,436. Καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ 1895 προϋπελογίσθησαν δι’ ἔξοδα προσωπικοῦ δραχμαὶ 3,768,060, δι’ ἔξοδα αὐτῆς 531,836, τὸ ὅλον, 4,299,896, ἐν ᾧ τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα ἐξ εἰσφορῶν τῶν τε δήμων καὶ τῶν Μονῶν ἀνέρχονται εἰς 2,595,000, καταλιμπανομένου καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐλλείμματος δρ. 1,704,896. Ἡ κατάστασις αὕτη βεβαίως ἀπαιτεῖ θεραπείαν, ἀλλ’ ἡ θεραπεία, τὴν ὁποίαν συνιστᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν θεραπεύει τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀληθῆ ἀκολασίαν, ἀλλ’ οἰκονομεῖ τὸ παρὸν, παρατείνει δὲ αὐτὸ καὶ ἐξογκόνει προϊόντος τοῦ χρόνου. Τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ ὑπισχνεῖται μόνη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐνεδείκνυεν ἡ πρὸ τῆς ἀνόδου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου εἰς τὴν ἀρχὴν κρατοῦσα νομοθεσία, ἥτις ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων. Καὶ ἐὰν τοιαῦτα ἦναι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ 1882–1888, ὅτε συνέστησε τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀπὸ τοῦ 1888–1892, ὅτε κατήργησε τοῦτο, καὶ μετὰ τὸ 1892, ποῖα ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς δράσεως τῆς διοικήσεως ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἀκούσατε ποίας συνάγω πληροφορίας ἐκ τοῦ πίνακος τούτου, ὁ ὁποῖος παριστᾷ τὰς γενομένας καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν μετακινήσεις τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοδιδασκάλων ἑκατέρου τῶν φύλων, οὐχὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ τῆς πρώτης Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους Νοεμβρίου ἑκάστου ἔτους. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, κατὰ τὸ 1892 μετετέθησαν 875 δημοδιδάσκαλοι, ἐπαύθησαν 337 καὶ διωρίσθησαν 448, δηλαδὴ ἐγένοντο ἐν ὅλῳ 1660 μετακινήσεις δημοδιδασκάλων· ἀλλὰ καὶ αἱ διδασκάλισσαι ἐτέθησαν καὶ αὗται εἰς ἔκτακτον κίνησιν, διότι κατὰ τὸ 1892 μετετέθησαν 228 δημοδιδασκάλισσαι, ἐπαύθησαν 256 καὶ διωρίσθησαν 239, τὸ ὅλον 728 μετακινήσεις αὐτῶν. Οὕτω δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν μετακινήσεων τῶν γενομένων ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν κατὰ τοὺς μῆνας Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον, καὶ Νοέμβριον τοῦ 1892 ἀνέρχεται εἰς 2,394. Ἀλλὰ τὸ κακὸν τοῦ 1892 δὲν ἦτο ἐξαιρετικὸν δι’ ἐκεῖνο μόνον τὸ ἔτος, ἐκράτησε κατὰ πάντα τὰ ἔτη, ἂν δ’ ἀνέφερον μόνον τὸ 1892, ἔπραξα τοῦτο διότι κατ’ αὐτὸ ἐγκατεστάθη τὸ νέον νομοθετηθὲν σύστημα τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως τῶν δήμων. Ἐὰν ἠθέλομεν ἐξετάσει τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1893, ἠθέλομεν εὑρεῖ ἀνάλογα ἀποτελέσματα, ἤτοι 3182 μετακινήσεις γενομένας κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1893. Καὶ ἂν ἠθέλομεν μεταβῆ εἰς τὸ 1894, ἠθέλομεν εὑρεῖ τὰ αὐτὰ, καὶ ἐὰν ἠθέλομεν ἀνατρέξει ἀναδρομικῶς εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη 1889, 1888, 1887, ἠθέλομεν εὑρεῖ ὡσαύτως ἀνάλογα ἀποτελέσματα, διότι καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον φαίνονται οἱ διοικήσαντες ἐγκρατέστεροι τῶν ἄλλων, κατὰ τὸ ἔτος 1884, καὶ κατ’ αὐτὸ μετετέθησαν 353 δημοδιδάσκαλοι, ἀπελύθησαν 59, καὶ διωρίσθησαν 150, ἑπομένως ἐγένοντο μετακινήσεις δημοδιδασκάλων 562, καὶ ἐκ τῶν δημοδισκαλισκαλισσῶν μετετέθησαν 46, ἀπελύθησαν 43, διωρίσθησαν δ’ 68, τὸ ὅλον ἑκατὸν πεντήκοντα ἑπτά· ἀνῆλθον δὲ καὶ αἱ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο μετακινήσεις τῶν δημοδιδασκάλων καὶ τῶν δημοδιδασκαλισσῶν εἰς 722. Ἀλλὰ τὸ ἔτος 1884 ἦτο ἐγκρατέστερον, διότι προηγήθησαν τὰ ἔτη 1883 καὶ 1882, καθ’ ἃ τὸ κόμμα ἔθυσε καὶ ἀπώλεσε, κατακτῆσαν τέλος πάντων τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, διότι κατ’ αὐτὰ τὰ δύο ἔτη, πάντοτε κατὰ τοὺς μνημονευθέντας τρεῖς μῆνας ἑκάστου αὐτῶν, εἶχε μεταθέσει 901 δημοδιδασκάλους, εἶχε παύσει 161, καὶ διορίσει 348, ἐνεργῆσαν οὕτως ἐπὶ τῶν δημοδιδασκάλων 1410 μετακινήσεις ὡσαύτως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν δημοδιδασκαλισσῶν, ὧν εἶχε κατὰ τὰ δύο μνημονευθέντα ἔτη μεταθέσει 162, παύσει 87 καὶ διορίσει 148, ἀναβιβάσαν καὶ τὰς μετακινήσεις τῶν δημοδιδασκαλισσῶν εἰς 397, ἐν ὅλῳ δὲ διαπρᾶξαν μετακινήσεις τῶν διδασκάλων ἀμφοτέρων τῶν φύλων 1807. Κατὰ τὰ 1877 καὶ 1878 διετέλεσα Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, συνέπραττον δὲ τότε μετὰ κόμματος πολυαρίθμου καὶ ἰσχυροῦ ἐν τῇ χώρᾳ, ἀπολαβόντος δὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, τοῦ κόμματος τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ὁ Κουμουνδοῦρος. Δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ κόμμα τοῦτο, ἀλλὰ συνέπραττον τότε μετ’ αὐτοῦ, διότι τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους μοὶ ἐπέβαλλον τότε τὸ καθῆκον τοῦτο. Συνεπληροῦμεν δ’ οὕτως ἀλλήλους κατὰ τὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δύναμιν. Εἶχον ἐπανέλθει κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1878 ἐκ Βερολίνου καὶ ἐπρόκειτο αἱ κατὰ Σεπτέμβριον γιγνόμεναι μεταβολαὶ τῶν δημοδιδασκάλων. Χιλιάδες σημειώσεων διὰ μετακινήσεις δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν εἶχον συγκεντρωθῆ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἐγὼ δὲ ἠρξάμην τῆς ἐργασίας ταύτης μετὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν ἐργασίαν, περὶ ἧς ὁ λόγος, τὴν τριακοστὴν ἢ τὴν τριακοστὴν πρώτην Αὐγούστου. Ὁ κατὰ τὰς παρελθούσας περιόδους βουλευτὴς Κορινθίας κ. Πετρίδης ἐτύγχανεν ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ γραμματεὺς ὑπουργικὸς ὁ κ. Βενθύλος. Ὀγκώδης φάκελλος, περιέχων σημειώσεις, ἐκομίσθη ἐπὶ τῆς τραπέζης, καὶ μετ’ αὐτοῦ τὸ μητρῷον τῶν διδασκάλων, τοῦ ὁποίου τὸ πάχος εἶναι τριπλάσιον τῶν πλουσιωτέρων λεξικῶν, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν. Παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ ἀναγνώσωσι τὰ ἄρθρα 37, 42 καὶ 43 τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου τῆς 6 Φεβρουαρίου 1834, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ἀποδοθῆ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ καὶ μεταθέτῃ τοὺς δημοδιδασκάλους, ἐπειδὴ δὲ κατὰ σειρὰν ἐτῶν αἱ διατάξεις αὗται εἶχον παραβαθῆ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, παυόντων καὶ μετατιθέντων τοὺς δημοδιδασκάλους κατὰ βούλησιν, ἵνα ἀπαλλάξω τοὺς συνεργάτας μου τούτους τῶν ἐνοχλήσεων, αἵτινες ἤθελον ἐπιγείνῃ αὐτοῖς ὑπὸ τῶν συνιστώντων διορισμοὺς καὶ μεταθέσεις, κατὰ τὰς συγκεντρωθείσας σημειώσεις, ὑπέγραψα ἔγγραφον πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μὴ εἰσαγάγῃ πρὸς με προτάσεις μεταθέσεων καὶ παύσεων δημοδιδασκάλων, μὴ ὑπαγορευομένας ἀπὸ τὰς μνημονευθείσας διατάξεις τοῦ νόμου. Οὕτως ἀποκατεστάθη τότε ἡ ἰσχὺς τῆς ἀθετουμένης διατάξεως τοῦ νόμου, καὶ οὐδεμία διετάχθη μετάθεσις ἢ παῦσις. Ὅτε δὲ τὴν ἐπιοῦσαν ἀπετάθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οἱ δόντες σημειώσεις, καὶ ἔμαθον ὅτι οὐδεμία αὐτῶν ἐξετελέσθη, ἔδραμον πρὸς τὸν ἡγέτην τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἦσαν μέλη, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ Πρωθυπουργός, καὶ ἀπηύθυναν παράπονα. Ὁ Κουμουνδοῦρος συνεβούλευσεν αὐτοὺς νὰ ἐξετάσωσιν, ἂν ἐγένοντο μετακινήσεις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῆς Γόρτυνος, ἢ ἔν τινι τῶν ἐπαρχιῶν τῶν δέκα ἢ ἕνδεκα ἐμῶν φίλων, οἵτινες ὑπῆρχον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἐρευνήσαντες, ἐπληροφορήθησαν, ὅτι καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὐταῖς οὐδὲν ἐγένετο, ἐπείσθησαν δὲ, ὅτι ἠρνήθην νὰ ἐκπληρώσω τὰς αἰτήσεις των, ὑποταχθεὶς εἰς τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ὁμολογῶ πρὸς τιμήν των, ὅτι καὶ πάντες οὗτοι ἀγογγύστως ὑπετάχθησαν καὶ πᾶσα ἡ μεγάλη πλειονοψηφία ἐκείνη ὑπετάχθη, οὐδεὶς δ’ ἐξέφρασε παράπονον κατὰ τῆς πράξεως ἐκείνης. Ἄν τις ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον ἀδυσωπήτως ἐπὶ πάντων, ἄν τις ἐφαρμόζῃ αὐτὸν ἄνευ ἐξαιρέσεως, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τυγχάνει ὁ φιλονομώτερος τῶν λαῶν τῆς ὑφηλίου, θέλει δ’ ὑποταχθῆ ἀγογγύστως, καὶ θέλει μάλιστα συντρέξει τὴν διοίκησιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Ἐγὼ αὐτὸς κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886 δὲν ἀντετάχθην εἰς παραπλησίας αἰτήσεις, διότι εὕρισκον ἄλλως εὐλόγους τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας οἱ φίλοι μου, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην μεγίστην πλειονοψηφίαν, μοὶ προέβαλλον, ζητοῦντες νὰ ἀπολυμάνωσι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀπὸ δημοδιδασκάλους, οἵτινες ἦσαν ὄργανα οὐχὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ τοῦ κόμματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις δι’ αὐτῶν εἶχε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατακλύσει τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Ἡ ἐπὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ σώματος πληγὴ, ἣν καταγγέλλω σήμερον, εἶναι βαθεῖα, χαίνει, καὶ ῥέει πύον. Δὲν μεταδίδομεν εἰς τὸν λαὸν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Διαφθείρομεν τὰ ἤθη αὐτοῦ, καὶ διδάσκομεν εἰς αὐτὸν τὴν ἀκόλαστον ἰδιοφέλειαν. Πρέπει ἐπὶ τέλους πάντες νὰ λάβωμεν ὁριστικὴν καὶ ἀμετάβλητον ἀπόφασιν, πρέπει τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ γένωνται μέλημα καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Κράτους. Ἄν τὸ ἐνεστὼς τῆς χώρας καὶ τῶν πολιτῶν κατεστήσατε τοσοῦτον ἄθλιον, πρέπει νὰ ἐξυπνήσωσι τὸν τόπον οἱ πονοῦντες αὐτὸν, ὅπως παρασκευασθῇ τοὐλάχιστον τὸ προσεχὲς μέλλον, οὐδὲ δυνάμεθα ἄλλως νὰ παρασκευάσωμεν αὐτὸ, εἰμὴ μορφόνοντες διὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοὺς πολίτας, καθιστῶντες αὐτοὺς καὶ πνευματικῶς ἀρτίους καὶ ψυχικῶς συμπεπληρωμένους ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ δυνατοῦ, καὶ ἠθικῶς χρηστούς· πρέπει νὰ ἀπολυμανθῇ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἀπὸ τοῦ φατριασμοῦ, νὰ μείνῃ ἀπηλλαγμένη πάσης πονηρᾶς δράσεως, καὶ ἡ κίνησις αὐτῆς νὰ κατασταθῇ οὐ μόνον αὐτόβουλος, ἀλλὰ καὶ σκόπιμος. Δὲν ἀγορεύω ἐνώπιον ἐκλογικοῦ συλλόγου, διὰ νὰ γνωστοποιήσω εἰς αὐτὸν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν προσεχῶς συγκληθῶσιν οἱ Ἕλληνες ἐκλογεῖς, βεβαίως θέλω ὠφεληθῆ ἀπὸ τὴν εὐκαιρίαν, διὰ νὰ δηλώσω εἰς αὐτοὺς ποίας ἔχω γνώμας καὶ περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς καὶ περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ τῆς πανεπιστημιακῆς ἐκπαιδεύσεως. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ παύσωμεν νομοθετοῦντες διὰ πρόσωπα, πρέπει νὰ παύσωμεν διοικοῦντες διὰ πρόσωπα. Ἂν εὐτυχήσωσιν αἱ Κυβερνήσεις αἱ διάδοχοι νὰ παράσχωσιν εἰς τοὺς πολίτας δημοδιδάσκαλον ἄρτιον, εὐσυνειδήτως ἐκπληροῦντα τὸ καθῆκόν του, καὶ εἰρηνοδίκην πεφωτισμένον, εὐσυνείδητον καὶ ἀμερόληπτον, βεβαιωθῆτε ὅτι θέλετε παράσχει εἰς τὸν λαὸν τὸν θρεπτικώτερον ἄρτον, καὶ θέλετε συντελέσει εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ πνεύματος αὐτοῦ, καὶ εἰς τὴν ἠθικοποίησιν αὐτοῦ, καὶ εἰς τὸν σχηματισμὸν πολιτῶν, οὐ μόνον ἐχόντων φρόνημα, ἀλλὰ καὶ χρηστῶν. Δὲν εἶναι δὲ δύσκολον νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν καὶ διορίζειν καὶ μετακινεῖν τὸ προσωπικὸν τῶν δημοδιδασκάλων, οὔτε εἶναί τι δυσκατόρθωτον, οὔτε ἀπαιτεῖ ὑπερμέτρους δαπάνας. Βεβαίως δὲν προτείνω πρὸς ῥύθμισιν τοῦ πράγματος τὰ ἐπιθεωρητικὰ συμβούλια, τῶν ὁποίων ἡ ἵδρυσις παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως προτείνεται ἑκάστοτε διὰ νομοσχεδίων τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Τὰ τοιαῦτα ἐπιθεωρητικὰ συμβούλια τάσσονται ἐκεῖ ὡς ὑπηρέται τῆς πολιτικῆς, ὡς ψευδομάρτυρες, περικαλύπτοντες ἀπὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ κοινοῦ τὴν ἀκρασίαν ἢ καὶ τὴν ἀκολασίαν τῶν Ὑπουργῶν. Εἰς ποῖον ἄλλον σκοπὸν ἐδημιουργήθησαν οἱ διαγωνισμοί; Τί ἄλλο εἶναι αἱ ζητούμεναι καὶ προβαλλόμεναι ἑκάστοτε ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου; Τί τέλος εἶναι τὰ παντοδαπὰ συμβούλια; Ἕν μόνον σκοποῦσι, τὴν ἀποφυγὴν τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης, τὴν περικάλυψιν τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ὑπὸ τὴν ὑπογραφὴν τῶν συγκροτούντων τὰ συμβούλια ταῦτα. Συνειθίσαμεν νὰ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, νὰ διαστρέφωμεν αὐτὴν καὶ νὰ πλανῶμεν τοὺς ἄλλους. Πλανῶμεν αὐτοὺς διὰ τῶν γνωμοδοτήσεων τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, πλανῶμεν αὐτοὺς διὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν, συγκαλουμένων παρὰ τῷ Ὑπουργῷ, ἢ ἀποστελλομένων πρὸς ἐξέτασιν, πλανῶμεν αὐτοὺς διὰ τῶν διαγωνισμῶν. Ἐν πᾶσι τούτοις κρύπτεται ἡ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἰσχύουσα πάντοτε, ὑπαγορεύουσα τὰς γνωμοδοτήσεις, ἥτις μεταμφιέζεται καὶ ἐκδηλοῦται ὡς γνώμη τῶν συγκροτούντων τὰ συμβούλια καὶ τὰς ἐπιτροπὰς, ὡς ἀποτέλεσμα διαγωνισμῶν, ὡς γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἂν, ἀντὶ τῶν ἐπιθεωρητικῶν συμβουλίων ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους καὶ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ, συστηθῇ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἑκάστου νομοῦ, ἂν τὸ Ἐποπτικὸν τοῦτο Συμβούλιον καταρτισθῇ διὰ πάντων τῶν κατὰ πλάσμα ἢ κατὰ πιθανότητα κρινομένων ἀξίων ἐμπιστοσύνης, εἴτε λόγῳ τοῦ πολιτειακοῦ βαθμοῦ ἢ τοῦ κοινωνικοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν, εἴτε ἕνεκα τῆς ἰδιαζούσης ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσεώς των, καὶ παρεχόντων εὐλόγους πιθανότητας, ὅτι θέλουσιν ἐκπληρώσει εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν των· ἂν προστεθῇ εἰς τέσσαρα τοιαῦτα μέλη καὶ πέμπτον μέλος, ὡς ἐπιθεωρητὴς, διδάκτωρ τις τῆς Παιδαγωγικῆς ἢ τῆς Φιλοσοφίας, ὅστις ἐδοκιμάσθη ἤδη, διδάξας ἐν Γυμνασίῳ ἀριθμόν τινα ἐτῶν· ἂν δοθῇ αὐτῷ ὑπὸ τοῦ νόμου ἡ ἐντολὴ δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ νὰ περιέρχηται πάσας τὰς ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ καὶ ἐπισκέπτηται πάντα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ πάντα τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἐκτελῶν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καθ’ ἑκατέραν τῶν δύο περιοδειῶν τοὐλάχιστον ἐπὶ ἑξήκοντα ἢ ἑβδομήκοντα ἡμέρας, ὥστε ἐκ τῶν 365 τοῦ ἐνιαυτοῦ νὰ διέρχηται τοὐλάχιστον τὰς 120 ἢ 140 περιηγούμενος καὶ ἀσχολούμενος εἰς τοιαύτας ἐξετάσεις· ἂν κατὰ τὰ τέλη ἑκατέρας τῶν δύο τούτων περιοδειῶν διαταχθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ εἰσάγῃ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον λεπτομερῆ ἔκθεσιν περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν δημοδιδασκάλων, περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, περὶ τῆς χρηστότητος αὐτῶν, περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκοδομημάτων τῶν δημοτικῶν σχολείων, περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ὀργάνων τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν σκευῶν καὶ ἐπίπλων τοῦ σχολείου· ἐὰν μετὰ τῆς λεπτομεροῦς ταύτης ἐκθέσεως παραγγελθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁ τοιοῦτος ἐπόπτης νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ πρότασιν ἰδίαν περὶ ἑκάστου ἀντικειμένου, εἴτε περὶ προσώπων εἴτε περὶ πραγμάτων, ἀποχωρίζεται τότε πάντως ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, ἀντὶ δὲ ταύτης ὑποκαθίσταται Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἐργαζόμενον ἐπὶ τόπου, δυνάμενον νὰ μανθάνῃ, νὰ ἐξακριβώνῃ καὶ νὰ ἐκτιμᾷ τὰς ἀνάγκας, γνωρίζον δὲ καλλίτερον ἡμῶν τὰ πρόσωπα. Θέλει δ’ οὕτως ἀπαλλαγῆ καὶ ἡ διοίκησις ἀπὸ ἀσχολίας ματαίας καὶ ἐπιβλαβεῖς, καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ἄν δὲ μάλιστα τὴν βαρεῖαν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεβάλετε εἰς τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν, συναρμολογήσητε μὲ τὴν δημιουργηθεῖσαν πενίαν ἐν τῇ χώρᾳ καὶ μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν τοῦ πολίτου, καὶ ἐλαττώσητε τὰ βαρέα ἐκπαιδευτικὰ τέλη κατὰ τὸ ἥμισυ ἄν ἐκ τοῦ διατηρηθησομένου ἡμίσεως δαπανῶνται πρὸς οἰκοδομὴν διδακτηρίων διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς παιδαγωγικῆς, τόσων κατ’ ἔτος, ὅσα κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτοῦ δύνανται νὰ οἰκοδομηθῶσιν, ἀρχῆς γιγνομένης ἀπὸ τῶν δήμων ἐν οἷς ὑπάρχουσιν αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν, καὶ μετ’ αὐτὰς ἀπὸ τῶν δήμων ἐν οἷς ὑπάρχουσιν αἱ πρωτεύουσαι τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ κατόπιν ἀπὸ τῶν πρωτευουσῶν τῶν δήμων, προτασσομένων τῶν πρωτευουσῶν τῶν δήμων πρώτης τάξεως, καὶ μετ’ αὐτὰς τῶν πρωτευουσῶν τῶν δήμων δευτέρας τάξεως, καὶ οὕτω καθεξῆς· ἄν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως παρασκευασθῶσι σχέδια οἰκοδομῶν διδακτηρίων διὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ διδακτηρίων διὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ταῦτα δὲ φυλάσσωνται ὡς τύποι, καθ’ οὓς θέλουσιν οἰκοδομεῖσθαι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις κατ’ ἔτος τὰ διὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἀναγκαιοῦντα διδακτήρια, ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν θέλουσι προικισθῆ πάντες οἱ δῆμοι ἀπὸ εὐπρεπῆ, ὑγιεινὰ καὶ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς παιδαγωγικῆς ᾠκοδομημένα διδακτήρια, μεγάλη δὲ θέλει παρασχεθῆ συμβολὴ πρὸς βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ καὶ σκόπιμος καὶ λυσιτελεστάτη θέλει κατασταθῆ ἡ χρησιμοποίησις τῶν ἀπὸ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰσπραττομένων, καὶ ταῦτα, μειούμενα ὡς εἶπον, θέλουσι κατασταθῆ ἀνεκτὰ, καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θέλουσιν ἐξακριβοῦσθαι καὶ θεραπεύεσθαι ἐγκαίρως, καὶ τὰ ἀναμιγνύμενα νῦν εἰς αὐτὴν μικρὰ τοῦ τοπικοῦ φατριασμοῦ συμφέροντα ἢ τῆς βουλευτοθηρίας τὰ ταπεινὰ καὶ ἐπονείδιστα μέσα θέλουσιν ἀπελαθῆ ἀπ’ αὐτῆς. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ὀνειρευομένων μεγαλοφανῆ σχέδια, ἵνα καταπλήξωσι τὴν φαντασίαν τῶν ἁπλουστέρων, οὐδὲ ἐκ τῶν ποθούντων ἀκαίρως καὶ ἐπιχειρούντων ἀκρίτως νὰ ἐπιδιώκωσιν ὅσα δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιήσωσι. Δὲν φρονῶ, ὅτι ἐπέστη ὁ καιρὸς νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, καὶ νὰ μεταβάλωμεν ἢ νὰ θίξωμεν τὰ κατ’ αὐτήν. Ἡ μέση ἐκπαίδευσις βεβαίως λειτουργεῖ πλημμελῶς, οὐδὲ λειτουργεῖ κἂν ἀρτίως· ἀλλὰ δυστυχῶς οὔτε πρόσωπα ἔχομεν ἀρκοῦντα διὰ νὰ μεταμορφώσωμεν ἢ συμπληρώσωμεν αὐτὴν, οὐδὲ μέσα διὰ νὰ βελτιώσωμεν ἢ καταστήσωμεν σκοπιμωτέραν τὴν ἐν αὐτῇ διδασκαλίαν. Ἄς περιορισθῶμεν τό γε νῦν ἔχον, εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἵνα ἀποκαταστήσωμεν αὐτὴν, ὅπως μετ’ ὀλίγα ἔτη δυνηθῶμεν νὰ ἐκτείνωμεν τὴν μέριμναν ἡμῶν καὶ ἐπὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐπὶ τῆς πανεπιστημιακῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὴν κακὴν ἢ τὴν ἀτελῆ λοιπὸν κατάστασιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν παρήγαγεν ἡ ἀνικανότης τῶν δήμων, ὡς ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, οὔτε τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἡ ἀνικανότης τῶν ὑπὸ τῶν δήμων τασσομένων εἰς τὴν εἰρημένην ὑπηρεσίαν ὀργάνων. Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη μετὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ Βασιλείου εἶχον δημιουργηθῆ πολλοὶ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο οὔτε νὰ συντηρηθῶσι, πολλῷ δ’ ἧσσον ἦσαν ἐν ἀληθεῖ ἀνικανότητι νὰ ἐκπληρώσωσιν εἴτε τὰς νομίμους εἴτε τὰς προαιρετικὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, καὶ ὅτι κατὰ τὸ 1840 καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διεπράχθη συγχώνευσις τῶν δήμων, ἵνα διὰ τοῦ καταρτισμοῦ αὐτῶν ἐκ πολλῶν χωρίων παρασχεθῶσιν αὐτοῖς μέσα πλείονα, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἴς τινας τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῶν, καὶ ἀνέφερον ποῖαι τότε ἐγένοντο συγχωνεύσεις. Ἀληθῶς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λεβαδείας ἀπὸ 9 δήμων ἐγένοντο 5, ἐν τῇ τῆς Πύλου ἀπὸ 11 ἐγένοντο 5, ἐν τῇ τῆς Λοκρίδος ἀπὸ 9 ἐγένοντο 6, ἐν τῇ τῆς Νάξου ἀπὸ 10 ἐγένοντο 7, ἐν τῇ τῆς Θήρας ἀπὸ 4 ἐγένοντο 2, ἐν τῇ τῆς Παρνασσίδος ἀπὸ 11 ἐγένοντο 7, ἐν τῇ τῆς Μεσσήνης ἀπὸ 14 ἐγένοντο 6, ἐν τῇ τοῦ Ἄργους ἀπὸ 15 ἐγένοντο 6, ἐν τῇ τοῦ Ναυπλίου ἀπὸ 9 ἐγένοντο 4, ἐν τῇ τῆς Τριφυλίας ἀπὸ 10 ἐγένοντο 60, ἐν τῇ τῆς Ἀττικῆς ἀπὸ 10 ἐγένοντο 6, ἐν τῇ τῆς Ἄνδρου ἀπὸ 4 ἐγένοντο 3, ἐν τῇ τῆς Οἰτύλου ἀπὸ 19 ἐγένοντο 5, ἐν τῇ τῆς Γόρτυνος ἀπὸ 22 ἐγένοντο 11, ἐν τῇ τῆς Μαντινείας ἀπὸ 18 ἐγένοντο 9, ἐν τῇ τῆς Χαλκίδος ἀπὸ 7 ἐγένοντο 4, καὶ ἐν πάσαις ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις τοιαῦται ἐγένοντο μεταῤῥυθμίσεις. Ἀλλὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνικανότητα τῶν δήμων δὲν ἦραν ἀμέσως τὰ μέτρα ταῦτα, αὕτη δ’ ἐξηκολούθησε, μειωθεῖσα μὲν, ἀλλὰ μὴ ἐκλιποῦσα, ἡ πνευματικὴ ὅμως ἀνάπτυξις προέβαινε μετὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς πνευματικῆς τοῦ λαοῦ. Ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος προώδευε, καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ θεσμοὶ οἱ κατασταθέντες κατὰ τὸ 1843 ἐνίσχυον τὴν πρόοδον ταύτην αὐτοῦ, ἐπὶ τοσοῦτον προέβαινεν ἡ πνευματικὴ ἀνάπτυξις τῶν πολιτῶν καὶ ἐπὶ τοσοῦτον προέβαινεν ἡ περὶ τὴν διοίκησιν ἱκανότης αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνεκάλει τὴν ἀνικανότητα τῶν δήμων ὡς αἰτίαν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εἶχε περιέλθει ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ ἀστυνομία. Ἤθελεν εἶσθαι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτοῦ, ἂν ὑπῆρχεν ἀνικανότης ἐν τῇ διοικήσει, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν ἀνικανότης ἐν τῇ διοικήσει, ἀλλ’ ἀνικανότης τῶν οἰκονομικῶν τῶν δήμων, ἥτις ἠκολούθει τὴν ἀνικανότητα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἀνικανότητα τῶν οἰκονομικῶν τῆς κοινωνίας, τῆς ὁποίας ἀνικανότητος ἐργάται δὲν ὑπῆρξαν οἱ δῆμοι, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ἐγκαλῶν αὐτοὺς Πρωθυπουργός. Εἶχεν ὄντως ἀρχίσει ἡ οἰκονομικὴ πρόοδος τῆς χώρας, ἀφοῦ ἤρχισε νὰ ἀναπτύσσηται ἐν αὐτῇ ἡ καλλιέργεια, ἀφοῦ ἤρχισαν νὰ ἀναπτύσσωνται αἱ φυτεῖαι. Ἰδίως ἡ ἀνάπτυξις τῶν φυτειῶν παρεσκεύασεν εἰς τοὺς πολίτας κοινωνικὴν εὐπορίαν. Ἀλλ’ ὅτε παρεσκευάσθη αὕτη, ἤρχισε νὰ παρασκευάζηται καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἱκανότης τῶν δήμων. Ἀλλὰ τὴν οἰκονομικὴν ταύτην πρόοδον τῶν πολιτῶν καὶ τῶν δήμων κατέστρεψε τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Οὗτος ἀνέτρεψε τὴν συντελουμένην ὁσημέραι οἰκονομικὴν ἀποκατάστασιν τῆς χώρας, καὶ ἐγκατέστησεν ἀντ’ αὐτῆς τὴν πενίαν καὶ ἀμηχανίαν, αἵτινες νῦν μαστίζουσιν αὐτήν. Καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὴν βαθμιαίαν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον αὐτὸς ἀνέτρεψεν, ὁρμήσας, ὡς εἰ ἐφλέγετο ὑπὸ πάθους, νὰ συνιστᾷ καὶ πολλαπλασιάζῃ τὰ σχολεῖα ἄνευ μεμορφωμένων διδασκάλων, νὰ ἐκδικῆται τοὺς μὴ φίλους του, καταδικάζων εἰς ἀργίαν τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὐτῶν ὑπάρχοντα, ἡ τοιαύτη δὲ διοίκησις αὐτοῦ ἐπέφερε τὰ ἐλλείμματα τῶν 165 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος κατὰ τὴν πρώτην περίοδον, καὶ ἀνεβίβασε ταῦτα εἰς 360 χιλιάδας κατὰ τὴν δευτέραν, τὴν μέχρι τοῦ 1886, μετὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθον ταῦτα εἰς 500 χιλιάδας κατ’ ἔτος, καὶ εἰς ἑκατομμύριον καὶ ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον. Τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ἐπιθυμῶν νὰ πληρώσῃ, ἐνομοθέτησε τὸν καταναγκασμὸν τῶν δήμων πρὸς εἰσφορὰν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ οὐδ’ οἱ δῆμοι εἶχον τοσαῦτα χρήματα, ἵνα ἀποδίδωσιν ἀκεραίαν τὴν ἐπιβληθεῖσαν εἰσφοράν, οὐδὲ τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἀποδιδόμενα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον λόγῳ εἰσφορᾶς ἐπήρκουν νὰ καλύψωσι τὰ ἐλλείμματα. Ἡ ἀνάγκη αὕτη ἀνέμνησεν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τὰ διαπύλια τέλη, αὕτη ἀνέμνησεν εἰς αὐτὸν τὰς ἐκ Θεσσαλίας παραστάσεις ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τὰ δύο δὲ ταῦτα θέματα ἔσπευσε νὰ ἁρπάσῃ, ἵνα τὰ χρησιμοποιήσῃ, ὅπως ἐπιβάλῃ τοὺς προτεινομένους διὰ τοῦ νομοσχεδίου φόρους, καὶ εἰσπράξῃ χρήματα, ὅπως καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα, περὶ ὧν εἴρηται. Ἀλλὰ διατὶ νὰ δημιουργῶμεν ἐλλείμματα διὰ μωρῶν νομοθετημάτων; Διατὶ νὰ ἀναγκαζώμεθα νὰ προσφεύγωμεν εἰς νέας φορολογίας, ἀποῤῥοφῶντες καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα τῆς κοινωνικῆς ἐργασίας, ἵνα σωθῶμεν ἀπὸ τὰ ἐλλείμματα; Ἄφετε εἰς τοὺς δήμους τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀφοῦ εἰς αὐτοὺς ἀφέθη αὕτη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Διατὶ ἀνελάβετε νὰ διαχειρίζησθε ὑμεῖς αὐτήν; Ἄν οἱ δῆμοι δύνανται νὰ δαπανῶσιν ὅσα εἰσφέρουσιν, ἄφετε αὐτοὺς νὰ δαπανῶσιν, ἀφοῦ αὐτοὶ ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δαπανήσωσι τὰ δαπανηθησόμενα. Ἐν τῷ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμῳ, τῷ ψηφισθέντι κατὰ τὸ 1891, ἐγὼ εἰσήγαγον τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων πρέπει νὰ προσδιορίζωσιν οἱ δῆμοι, καὶ ἐν ἐκκλήσει κατὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τούτου ν’ ἀποφασίζωσι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Ἄφετε λοιπὸν τοὺς δήμους νὰ κρίνωσιν, ἂν δύνανται νὰ συντηρῶσι πάντα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν ὑπάρχουσι, καὶ ἂν δύνανται νὰ τὰ συντηρῶσιν, ἄφετε εἰς αὐτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίζωσι καὶ νὰ δαπανῶσι διὰ νὰ τὰ συντηρῶσι. Φοβεῖσθε ὅτι οἱ δήμαρχοι θέλουσι διαστρέψει τὰ πράγματα, φατριάζοντες, ἢ θέλουσι πληρόνει τοὺς μὲν τῶν δημοδιδασκάλων, τοὺς φίλους των, δὲν θέλουσι δὲ πληρόνει τοὺς μὴ φίλους των; ἐν τῷ νόμῳ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως περιλάβετε ποινικὰς διατάξεις, τιμωρούσας τὸν δήμαρχον, ὅστις, λαμβάνων τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις, ἢ τὰς ἄλλας περὶ πληρωμῆς ἐξόδων καταστάσεις, δὲν ἐκδίδει ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα, τιμωρούσας τὸν ταμίαν, ὅστις, ἔχων χρήματα τοῦ δήμου, δὲν ἐξοφλεῖ τὰ ἐντάλματα ταῦτα, ἢ ὅστις, ἔχων ἐντάλματα, στερούμενος ὅμως χρημάτων τοῦ δήμου, δὲν ἀναγγέλλει ἀμέσως εἰς τὴν ἐπιτηροῦσαν διοίκησιν τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν μέσων τοῦ δήμου, ὅπως αὕτη λάβῃ πρόνοιαν τὴν προσήκουσαν. Ἐὰν ἀφήσητε ταῦτα εἰς τοὺς δήμους, θέλετε ἀποφύγει τὴν ἀνάγκην νὰ περιπίπτητε εἰς τὰ ἐλλείμματα καὶ, ἐπειδὴ δὲν ἔχετε χρήματα, νὰ προσφεύγητε εἰς τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας. Οἱ δῆμοί εἰσιν ἁρμοδιώτεροι ὑμῶν νὰ κρίνωσι περὶ τούτου, ὡς εἰσιν ἁρμοδιώτεροι νὰ κρίνωσι περὶ τῆς τοπικῆς των ἀστυνομίας καὶ νὰ διαχειρισθῶσιν αὐτήν. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχητε στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ νὰ δαπανᾶτε τρία καὶ πλέον ἑκατομμύρια, καὶ διὰ νὰ οἰκονομήσητε αὐτά, νὰ ἐπιβάλλητε εἰσφορὰς εἰς τοὺς δήμους, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τοῦτο καὶ τὰ ὑπὸ τῶν δήμων προσφερόμενα, νὰ ζητῆτε νὰ ἐπιβάλλητε φόρους διὰ νὰ πληρόνηται ἡ ἀστυνομία τῶν δήμων; Ἐγκαθιδρύσατε τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἀνασχηματίσατε τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἔταξε βοηθὸν τῆς ἀστυνομίας, καὶ θέλετε ἔχει τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν ἀκμάζουσαν. Ἀλλ’ ὑμεῖς, λόγῳ δῆθεν οἰκονομίας, κατεστρέψατε τὴν χωροφυλακήν, διότι, ἀπὸ χωροφυλακὴν συγκροτουμένην δι’ ἐθελουσίου ὑπηρεσίας, κατεστήσατε χωροφυλακὴν καταρτιζομένην ἀπὸ ὑποχρέους εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀπογραφήν, ὅπως ἀποδίδετε αὐτοῖς τὸν μισθὸν τοῦ στρατιώτου· καὶ μάλιστα, ἐπειδὴ δὲν ἔμενε καιρὸς ἱκανός, ἵνα οὗτοι ἀσκηθῶσιν οὐδ’ εἰς αὐτὰ τὰ ἁπλᾶ ἔργα τοῦ στρατιώτου, ὑμεῖς, μόλις οὗτοι τελειόνουσι τὸ σχολεῖον τοῦ λόχου, συλλέγετε αὐτοὺς ἀπὸ τῶν συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ καὶ μεταφέρετε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς. Οὕτω κατασκευάζετε χωροφύλακας, ἄνδρας οἱ ὁποῖοι δὲν ἐμορφώθησαν οὔτε διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν αὐτῶν καθηκόντων, πολλῷ δ’ ἧσσον διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, διότι οὔτε γνωρίζουσι τί ἐστὶ ποινικὴ δικονομία, οὔτε γνωρίζουσι τί ἐστὶν ἀνάκρισις· καὶ ἂν δ’ ἤθελον ποτὲ ἀναθέσει εἰς αὐτοὺς ἀνάκρισιν, εἴτε ἐνέργειάν τινα τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, θέλουσι διεξαγάγει αὐτὴν μὲ τὸ ῥόπαλον, ἢ μὲ τὸ μαστίγιον, ἢ μὲ τὸ κοντάκι τοῦ τουφεκίου, καὶ τέλος μὲ τὰς βασάνους. Δὲν ἀντιπράττω εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα εἰσπράξῃ χρήματα, οὐδ’ ἐπικρίνω τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ ν’ ἀποτίσῃ τὰς ὀφειλάς, τὰς ὁποίας ἔχει. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ βοηθήσω αὐτὸ, διὰ νὰ πορισθῇ χρήματα καὶ πληρώσῃ τὰ χρέη του· ἀλλὰ δὲν πρέπει τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ χρεόνηται ἄνευ ἀνάγκης, δὲν πρέπει δὲ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ν’ ἀναμιγνύηται εἰς ξένας ὑποθέσεις. Ποῦ ἠκούσθη, ἐν ὀνόματι τοῦ δήμου νὰ συνιστᾶτε δημοτικὰ σχολεῖα ἐκεῖ, ἔνθα ὑμεῖς θέλετε, ἐν ὀνόματι τοῦ δήμου νὰ ἐπιβάλλητε φόρους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς δὲν ἐζήτησε, διὰ νὰ πληρόνητε ὑμεῖς τὰ εἰκονικὰ ταῦτα χρέη τοῦ δήμου, ὁ δὲ δῆμος, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου γίνονται τὰ ἔξοδα καὶ πληρόνονται τὰ ἔξοδα, αὐτὸς νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην περὶ τούτου εἴδησιν; Εἰς τὴν χρηματιστικὴν καὶ ἐν ταῖς χρηματιστικαῖς πράξεσιν ἢ ἐργολαβίαις ἐπιχειρήσεων ἀπαντᾶται τάξις τις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι λέγονται port-nom. Ὁ δυστυχὴς δῆμος ἐγένετο port-nom, διότι εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ δανείζονται οἱ Ὑπουργοὶ διὰ νὰ σπαταλῶσι, καὶ ἔπειτα πάλιν δανείζονται, ὅπως πληρόνωσι τῆς σπατάλης αὐτῶν τὰς ὀφειλάς. Τὸ Κράτος ἐν ὀνόματι τοῦ δήμου συνιστᾷ 70 σχολεῖα, τὸ Κράτος ἐν ὀνόματι τοῦ δήμου ἐνοικιάζει δημοτικὰ σχολεῖα, πληρόνει ἔξοδα, ἐπειδὴ ὁ δῆμος δὲν ἔχει χρήματα διὰ τὰς δαπάνας ταύτας, τὸ Κράτος, ἐν ὀνόματι τοῦ δήμου καὶ χάριν τοῦ δήμου, ἐπιβάλλει φόρους, οὐχὶ ἐπὶ τῶν κατοικούντων ἐν τῷ δήμῳ, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν κατοικούντων ἐν τῷ Κράτει, ἐπὶ ὅλων τῶν τάξεων τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ δήμου λαμβάνει τὰ χρήματα ταῦτα καὶ πληρόνει διὰ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας μωρῶς ἐδημιούργησε καὶ εἰς τὰς ὁποίας κακῶς προέβη. Τοῦτο δὲν εἶναι διοίκησις. Αὐτὸ εἶναι Πύργος τῆς Βαβυλῶνος. Δύναται νὰ παραβληθῇ μὲ μικράς τινας παραστάσεις, τὰς ὁποίας ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσι δίδουσι θέατρά τινα, παραστάσεις, αἵτινες διὰ ποικιλοχρόων χημικῶν φωτισμῶν, καὶ δι’ εὐστρόφων μηχανικῶν κινήσεων καὶ μεταβολῶν καταπλήττουσι τὴν φαντασίαν τοῦ θεατοῦ (ἱλαρότης). Πραγματικὸς λοιπὸν σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἀκεραίαν πληρωμὴν τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ καταστήσῃ εὔκολον τὴν αὔξησιν αὐτῆς. Δὲν ἔχει σκοπὸν τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀλλὰ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ ἀμηχανίας, ἣν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδημιούργησεν εἴτε ἐξ ἀμαθείας εἴτε ἐξ ἄλλης τινὸς μὴ ἐπαινετῆς προαιρέσεως. Πρέπει νὰ σπεύσωμεν ν’ ἀποκαλύψωμεν τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ καταδείξωμεν τὴν ἀληθῆ ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν μέλλουσι νὰ πληρώσωσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀφοῦ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐμὰς μελέτας περὶ τοῦ πραγματικοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἂς προβῶ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν φαινομενικῶν σκοπῶν αὐτοῦ. Οἱ φαινομενικοὶ σκοποὶ τοῦ νομοσχεδίου εἰσὶν ἡ προστασία τῆς σιτοπαραγωγῆς καὶ προσέτι ἡ ἄρσις, ἤτοι ἡ κατάπαυσις τῶν καταχρήσεων ἢ τῶν καταθλίψεων, αἱ ὁποῖαι διαπράττονται κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων. Δὲν ἀποδέχομαι ὡς ὀρθὴν τὴν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ γιγνομένην διάγνωσιν τῶν αἰτίων τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας, τῆς πτωχεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιμένῃ, ὅτι αἰτία τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας, εἰς ἣν περιήλθομεν, καὶ μετὰ τοῦτο τῆς πτωχεύσεως, εἰσὶν αἱ νομισματικαὶ ἀνωμαλίαι, ἢ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ χρυσοῦ, ὡς κατὰ προηγηθεῖσαν συνεδρίασιν δὲν ἐδίστασε νὰ μὲ διορθώσῃ, μὴ ἀποδεχόμενος τὸν ὅρον νομισματικαὶ ἀνωμαλίαι, ὡς ἂν ἄλλην ὁ ὅρος οὗτος ἔχει ἔννοιαν, καὶ οὐχὶ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ χρυσοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἰτία τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας, εἰς ἣν περιήχθημεν, αἰτία κυρία καὶ πρωτίστη τῆς πτωχεύσεως ἡμῶν εἶναι, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπαρκοῦσιν, ἵνα καλύψωσι τὰ ἔξοδα, οὐχὶ ἕνεκα τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἀλλὰ καὶ ἂν ἀπετίνομεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν διὰ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀκριβές, ὡς πέπεισμαι, τότε πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα ἡμῶν. Ἀλλὰ ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα ἡμῶν δι’ αὐξήσεως τῶν φόρων; Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἐπιχείρησις δὲν εἶναι μόνον ματαία, δὲν εἶναι μόνον ἥκιστα σοβαρά, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπιζήμιος, οἱ δὲ ἀμφιβάλλοντες ἂς ἐξετάσωσι τ’ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν κατὰ τὰ ἀμέσως προηγηθέντα ἔτη 1891, 1892 καὶ 1893. Ἂν ἀναζητήσωσι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ ἔτος 1891, θέλουσιν εὑρεῖ, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τακτικὰ ἔσοδα 90,321,872.51· ἂν μετὰ τοῦτο ἐξετάσῃ τις τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1892 καὶ 1893, θέλει ἀνεύρει, ὅτι κατὰ τὸ 1892 προσετέθησαν καὶ ηὐξήθησαν φόροι, οἵτινες, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1891, ἔπρεπε ν’ ἀποδώσωσιν αὔξησιν 11,179,797· ἑπομένως, ἄνευ αὐξήσεώς τινος τῶν ἐσόδων, ἕνεκα φυσικῆς προόδου, ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1892 τὰ 90,321,872.51, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1891, καὶ προσέτι τὰ 11,179,797, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ ἀποφέρωσιν αἱ νομοθετηθεῖσαι φορολογικαὶ αὐξήσεις, ἤτοι ἔσοδα 101,501,669.51· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1892 εἰσεπράχθησαν μόνον 94,882,884.31, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 6,618,785.20. Θέλει ἀνεύρει ὡσαύτως, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1892 εἰσεπράξαμεν 94,882,884.31, ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐνομοθετήθησαν νέαι φορολογικαὶ αὐξήσεις καὶ προσθῆκαι, αἵτινες, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1891 καὶ 1892, ἔπρεπε ν’ ἀποφέρωσιν αὔξησιν ἐσόδων κατὰ 9,874, 622.04, ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1893, ἄνευ οὐδεμιᾶς αὐξήσεως, ἕνεκα φυσικῆς προόδου, τοὐλάχιστον τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1892, ἤτοι τὰ 94,882,884.31 καὶ αἱ νομοθετηθεῖσαι νέαι αὐξήσεις ἐκ δραχ. 9,874,622.04, ἤτοι δραχ. 104,757,506.35· ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μόνον 96,799,666.69, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 7,957,839.36. Ἑπομένως κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη οὐ μόνον οὐδεμίαν κατέδειξεν ἡ χώρα παραγωγικὴν αὔξησιν, ἀλλ’ ἐμειώθησαν κατὰ τὴν διετίαν ταύτην τὰ ἔσοδα κατὰ 14,576,624.56, ἑπομένως ἡ παραγωγὴ περιῆλθεν ἐν πλήρει καμάτῳ. Ἀφοῦ δὲ οἱ φόροι, ἐκ τῶν ὁποίων ποριζόμεθα τὰ ἔσοδα, δὲν ἀποδίδουσιν ὅσα προσεδοκῶμεν ὅτι ἤθελον ἀποδώσει, αὐξάνοντες αὐτοὺς, θέλετε πορισθῆ νέαν αὔξησιν ἐσόδων; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων εἶναι νὰ προσπαθήσωσιν, οὐχὶ νὰ ἐξαντλήσωσι διὰ νέων αὐξήσεων, ἀλλὰ νὰ ἐνισχύσωσι τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Τὸ σύστημα τῆς προστασίας τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς δι’ αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἢ διὰ προσθήκης τελῶν, εἶναι σύστημα γνωστόν, τὸ λεγόμενον προστατευτικὸν σύστημα. Ἀλλά, πρὶν ἢ φθάσῃ τις εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, πρέπει νὰ ποιήσηται χρῆσιν ἄλλων συστημάτων, τὰ ὁποῖα προηγοῦνται αὐτοῦ· καὶ ἐπειδή, ὅταν λέγῃ τις ἐν Ἑλλάδι ἐθνικὴν παραγωγὴν, ἐννοεῖ πρὸ πάντων τοὺς δύο κυριωτέρους κλάδους τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας, καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων εἶναι νὰ προσπαθήσωσι νὰ ἐνισχύσωσι τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν διὰ βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας, διὰ βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς, ἐν ἀνάγκῃ δὲ δι’ ἐλαττώσεως ἢ βελτιώσεως τῆς ἐπ’ αὐτῶν φορολογίας, καὶ ἐπὶ τέλους διὰ τελῶν προστατευτικῶν, εἰσπραττομένων ἐπὶ τῶν ὁμοειδῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἔξωθεν. Ἡ Κυβέρνησις πρὸ ἕξ ἐτῶν παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐμερίμνα νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῆς γεωργίας, ἀλλὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τότε ἐπρότεινεν, ἦσαν πιθανῶς ἐπιτήδεια νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν πλήρωσιν πολιτικῶν ἀναγκῶν, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ συντελέσωσιν εἰς βελτίωσιν τῆς γεωργίας. Δὲν ἔχει ὁ τόπος ἀνάγκην γεωργικῶν σχολῶν, ἀλλὰ γεωργικῶν σταθμῶν. Ἐνδέχεται νὰ ἦναι λίαν εὐάρεστον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ναυπλίας νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τοὺς συμπολίτας του, ὅτι συνέστη Γεωργικὴ Σχολὴ ἐν Τύρινθι, καὶ λίαν εὐάρεστον εἰς τοὺς ἐξ Ἀθηνῶν πολιτικοὺς ἄνδρας, τοὺς φίλους τοῦ Ὑπουργείου, νὰ παριστῶσιν ἑαυτοὺς ὡς ἐργασθέντας νὰ συστήσωσι παρὰ τὰς Ἀθήνας μίαν ἄλλην Γεωργικὴν Σχολήν. Ἀλλ’ οἱ καρποὶ τῶν Σχολῶν τούτων δὲν εἶναι χρήσιμοι, ἴσως δ’ ἀποβαίνουσι καὶ ἐπιζήμιοι. Ἡ βελτίωσις τῆς καλλιεργείας πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τῆς παραδειγματικῆς διδασκαλίας, διότι αὕτη θέλει διδάξει τὴν χρησιμότητα τῶν τελειοτέρων γεωργικῶν ὀργάνων, τὴν χρῆσιν αὐτῶν, τὴν βελτίωσιν τῶν προϊόντων διὰ καλλιτέρων σπόρων. Ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς φορολογίας. Ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ζώων ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως· διότι, ἐὰν ἀκούωνται κραυγαὶ κατὰ τῶν διαπυλίων τελῶν, ἀκούονται ὡσαύτως πολλαὶ κραυγαὶ ἕνεκα τῆς πλημελοῦς λειτουργίας τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς ἀδικίας τοῦ εἴδους τούτου τοῦ φόρου. Ἴσως Κυβέρνησις ἀσχολουμένη εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς φορολογίας ἤθελε προβῆ εἰς σκέψεις ῥιζικωτέρας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶμαι ἐνώπιον ἐκλογικοῦ συλλόγου, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, εἶναι μάταιον νὰ πραγματευθῶ περὶ τούτου, ὅταν δ’ εὑρεθῶμεν μετ’ ὀλίγον ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων, δὲν θέλομεν παραλίπει νὰ φωτίσωμεν αὐτοὺς ἐπαρκῶς. Ἀλλ’ ἀφοῦ τόσον ἀτελῶς ἐξεπλήρωσεν ἡ Κυβέρνησις τὰ πρὸς προστασίαν τῆς καλλιεργείας τῶν δημητριακῶν καρπῶν καθήκοντα αὐτῆς, μᾶς προτείνει τὸ ὕστατον, τὸ τελευταῖον προστατευτικὸν μέτρον, τὴν προσθήκην προστατευτικῶν δασμῶν. Ἐγὼ συμφωνῶ νὰ ἐπιβληθῇ ὁ δασμὸς ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἔξωθεν σιτηρῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς προστασίας, ἵνα ἡ νομοθετηθησομένη προστασία μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ ὅρια τῆς προστασίας, καὶ μεταβληθῇ εἰς νομοθέτημα ταμιευτικόν. Ἂν τὸ προτεινόμενον εἰσαγωγικὸν τέλος ᾖναι προστατευτικόν, πρέπει νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς προστασίας, οὐχὶ δὲ νὰ γείνῃ πόρος ταμιευτικός. Φόρος προστατευτικὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προστατεύει τὸ ἐγχώριον προϊὸν κατὰ τοῦ ἀλλοδαποῦ προϊόντος· ἑπομένως ἡ προστασία αὕτη πραγματοποιεῖται ἀκριβῶς, ἂν τὰ προστιθέμενα τέλη δὲν ᾖναι κατὰ ποσὸν μόνιμα, ἀλλὰ μεταβάλλωνται ἀναλόγως τῶν ἐπιγιγνομένων μεταβολῶν τῆς τιμῆς τῆς ἀγοραίας τῶν σιτηρῶν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὅμως ἠκολούθησεν ἄλλο σύστημα, καὶ διὰ τοῦτο θέλει καταλήξει εἰς ἀποτελέσματα, περὶ τῶν ὁποίων θέλομεν μετ’ ὀλίγον πραγματευθῆ. Ἂν, κατὰ τὸν προβαλλόμενον μόνον φαινομενικὸν σκοπὸν, ζητούμεθα νὰ ἐπιψηφίσωμεν προσθήκην τελῶν εἰσαγωγικῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων δημητριακῶν καρπῶν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ προστατευθῇ ἡ παραγωγὴ, πρέπει νὰ ζητηθῶσιν οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι προστατεύουσι τὸ προϊὸν, καὶ οὐχὶ ὅροι ταμιευτικοί· εὑρίσκονται δ’ οἱ ὅροι οὗτοι, ἐὰν ἐξευρεθῇ ἡ διαφορὰ τῆς ἀγοραίας τιμῆς, ἐφ’ ᾗ πωλοῦνται τὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς σιτηρὰ, καὶ προσδιορισθῇ τοσοῦτον τέλος, ὅσον ἀρκεῖ, ἵνα καταστήσῃ εὐθηνότερα τὰ ἐγχώρια. Ὁ δεύτερος φαινομενικὸς σκοπὸς εἶναι τὰ διαπύλια τέλη. Οὗτος στηρίζεται ἰδίως εἰς τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἠκούσθησαν ἕνεκα καταχρήσεων λαμβανουσῶν χώραν κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ ἐμμέσου δημοτικοῦ δασμοῦ. Ὁμολογῶ ὅτι μέχρι τοῦ 1888, ἤτοι μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν πρώτην φορὰν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων, τὰ παράπονα ταῦτα ἦσαν τόσον ἀραιὰ, τόσον σποραδικὰ, ὥστε ἐνδεχόμενον εἶναι πολλοὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν οὐδὲ νὰ ἔτειναν τὸ οὖς εἰς τὰ παράπονα ταῦτα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔτεινε τὸ οὖς, καὶ ἔσπευσε πρὸς θεραπείαν τῶν παραπόνων, δι’ ὃν εἶπον ἤδη πλάγιον σκοπόν. Ἀλλὰ ποῖος δὲν θέλει ἐκπλαγῆ, βλέπων ὑμᾶς σπεύδοντας νὰ καταργήσητε τὸν φόρον τῶν διαπυλίων τελῶν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐξακολουθεῖτε νὰ ἐνοικιάζητε τοὺς ἀδηλώτους οἴνους, καὶ νὰ ἀκούητε γοερὰ ἀληθῶς παράπονα διὰ τὰς καταχρήσεις ἢ καταθλίψεις, αἵτινες συμβαίνουσι κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ δικαιώματος τούτου; ὅταν διατηρῆτε τὰς δηλώσεις τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἢ ἄλλοτε τὰς ἐνοικιάσεις τῶν μὴ δηλωθέντων καὶ ἄλλα τοιαῦτα; Διατὶ δὲν σπεύδετε ἐκ παραλλήλου νὰ θεραπεύσητε καὶ τὰ παράπονα ταῦτα; Διότι ἡ θεραπεία τῶν παραπόνων τούτων δὲν δίδει τὴν ἀφορμὴν νὰ ζητήσητε νὰ εἰσπράξητε τὰ 5 ἢ τὰ 7 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προσδοκᾶτε νὰ εἰσπράξητε λόγῳ τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων. Οἱ ἔμμεσοι δημοτικοὶ φόροι εἶναι δασμοὶ λογικοί, τοὺς ὁποίους ἐνδεικνύει ἡ δικαιοσύνη· αὐτοὶ ἐνεδείχθησαν καὶ ὑπὸ τοῦ νομοθέτου, ὅπως πορίζωνται οἱ δῆμοι τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῶν. Τί δὲ λογικώτερον ἢ νὰ πληρώνωσιν οἱ κατοικοῦντες ἔν τινι δήμῳ ποσοστόν τι ἐπὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα καταναλίσκουσιν, ἀφοῦ αὐτοὶ θέλουσιν ὠφεληθῆ ἐκ τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα θέλουσι παρασκευασθῆ διὰ τῆς δαπάνης τῶν εἰσπραχθησομένων; Ἡ φορολογία εἶναι λογικὴ, καὶ ὀρθῶς ὁ νομοθέτης τοῦ περὶ δήμων νόμου, ὅστις ἦτο ἐπιστήμων σοφώτερος ἡμῶν, ἀνέγραψε τὸν ἔμμεσον δημοτικὸν δασμὸν ὡς τὸ πρῶτον εἶδος τῶν ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς δήμους νὰ ἐπιβάλλωσιν, ὅταν ἡ πρόσοδος τῆς κτηματικῆς αὐτῶν περιουσίας δὲν ἐπαρκῇ. «Ἀπαιτεῖται ν’ ἀποδειχθῇ, διατάσσει τὸ ἄρθρον 27 τοῦ νόμου περὶ δήμων, ὅτι τὰ τακτικὰ τοῦ δήμου εἰσοδήματα δὲν ἐξαρκοῦσι διὰ τὰς κατεπειγούσας καὶ ἐπωφελεῖς δημοτικὰς ἀνάγκας... Ὡς ἔμμεσοι δημοτικοὶ φόροι θεωροῦνται οἱ ἀπὸ ἀντικείμενα καταναλώσεως δασμοί, τὰ ἐκ τῆς ἐκδόσεως ἐπισήμων ἐγγράφων δικαιώματα, τὰ διὰ τὰς γεφύρας καὶ τοὺς λιθοστρώτους δρόμους διόδια, οἱ ἐκ τῶν πανηγύρεων καὶ τῶν κατ’ αὐτὰς παραπηγμάτων πόροι, τὰ ἐκ τῶν στατήρων, τῶν ἀποθηκῶν, τῶν μακελλείων καὶ κρεωπωλείων δικαιώματα.» Οἱ ἔμμεσοι δημοτικοὶ δασμοί, οἱ ἐπὶ ἀντικειμένων καταναλώσεως, ἀνεγράφησαν ὡς πρῶτον εἶδος ἐμμέσου φόρου, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσφεύγωσιν οἱ δῆμοι, καὶ κατέταξαν αὐτὸ πρῶτον διὰ τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας ἔχει. Ἐὰν συμβαίνωσι καταχρήσεις ἢ καταθλίψεις, φροντίσατε νὰ βελτιώσητε τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως ἢ εἰσπράξεως. Ἐὰν δὲν δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο, καταργήσατε τὰ διαπύλια τέλη, ἀλλ’ ἀντικαταστήσατε αὐτὰ δι’ ἑτέρου ἐμμέσου φόρου, ὁ ὁποῖος νὰ σᾶς παρέχῃ τὸ αὐτὸ χρηματικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἀνάγκην νὰ πορισθῆτε. Καὶ συγκινοῦνται ἀπὸ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἕνεκα καταχρήσεων κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν ἐμμέσων δημοτικῶν δασμῶν, δὲν συγκινοῦνται ὅμως ἀπὸ τὰ παράπονα, ἀπὸ τὰς οἰμωγὰς, αἵτινες ἀκούονται, ὅταν τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα συλλαμβάνωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας πολίτας καὶ δέρωσι καὶ κακοποιῶσιν αὐτούς! ὅταν ἐν αὐταῖς ταῖς κώμαις καὶ ταῖς πόλεσι διαπράττωνται ὑπὸ ὀργάνων τῆς ἀρχῆς κακώσεις καὶ βάσανοι! Πῶς δὲν συγκινοῦνται, ὅταν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει δικαστηρίου, παρόντος τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἐκτυλίσσωνται καὶ βεβαιῶνται βάσανοι διαπραχθεῖσαι, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μένῃ ἀπαθὴς καὶ σταυρόνῃ τὰς χεῖρας, ἀπρακτῶν; Οὐδὲ ταράσσονται, διότι ἡ δικαιοσύνη μένει ἔχουσα τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας πρὸ πράξεων, τὰς ὁποίας αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἀπηγόρευσεν. Ἀλλὰ πῶς δὲν συγκινοῦνται διὰ τὰ πολλάκις καταγγελλόμενα ὡς διαπραττόμενα ἐν μέσαις Ἀθήναις; Ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρό τινων ἐτῶν εἶδον εἰς τὸν οἶκόν μου προσελθόντα ἄνθρωπον βασανισθέντα, ὁ ὁποῖος ἀπεγύμνωσε τὸ σῶμά του καὶ μοὶ ἔδειξε τὰς σάρκας του, αἵτινες ἦταν μελαναὶ ὡς τὸ ἔνδυμά μου! Ταράσσεται ὁ Πρωθυπουργός, διότι γίνονται καταθλίψεις εἰς τοὺς χωρικούς, τοὺς εἰσάγοντας εἰς τὰς πόλεις τὰ ὠὰ καὶ τὰς ὄρνιθάς των, καὶ δὲν ταράσσεται, ὅταν τοιαῦται ἀσχημίαι καὶ ἀκοσμίαι καταγγέλλωνται, ὡς ἂν ἤμεθα εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τῆς βαρβαρότητος. Ἀλλ’ ἡ καταστολὴ τῶν τοιούτων πράξεων δὲν ἔδιδεν ἀφορμὴν πρὸς νομοθέτησιν νέων φόρων, ἐνῷ ἡ καταστολὴ τῶν παραπόνων διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν διαπυλίων παρεσκεύασεν εὐχάριστον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν εὐκαιρίαν νὰ ζητήσῃ 5 ἢ 7 ἑκατομμύρια διὰ νέων φόρων. Οὐδαμῶς διατίθεμαι νὰ ψηφίσω, ἵνα τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν ἐπιβληθησομένων προσθέτων εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, διατεθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ὅπως διατεθῶσι παρ’ αὐτῆς ἀντὶ τῶν νενομοθετημένων εἰσφορῶν τῶν δήμων, εἴτε ὅπως διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς δήμους ἀντὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττον ἀπὸ τὰ διαπύλια τέλη. Καὶ ζητούμεθα νὰ νομοθετήσωμεν τὰς φορολογικὰς ταύτας αὐξήσεις τὴν ἐπιοῦσαν τῆς πτωχεύσεως, κατὰ χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον οὔτ’ ἐκανονίσαμεν ἔτι τὰς σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν. Πέρυσιν ἐγένοντο ἀπόπειραι ἀποτυχοῦσαι εἴμεθα νῦν ἴσως ἐν παραμοναῖς νέων συνεννοήσεων πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων μετὰ τῶν δανειστῶν, ἢ εἴμεθα μακρὰν ἔτι τοῦ χρόνου τούτου; Οὐδὲν γνωρίζομεν· νομίζω ὅμως, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, τὸ προϊὸν τῶν φόρων τούτων δὲν πρέπει νὰ διαθέσωμεν, ἵνα ἀποζημιώσωμεν τοὺς δήμους, καταργοῦντες τὰ διαπύλια, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς μυρίας ἄλλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους δὲν εἰσῆλθεν εἰς ὁδὸν εὐρωστίας. Σώζεται ἡ κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νομισματικὴ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ νὰ ὑφαρπάσῃ καὶ τὴν τελευταίαν σάρκα μας. Ἀλλὰ τὰ κυμαινόμενα χρέη τοῦ Κράτους; ἀλλὰ τὰ εἰς τὰς Τραπέζας ὀφειλόμενα ποσὰ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ; ἀλλ’ αἱ ἄλλαι ὑποχρεώσεις ἡμῶν; Ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, διὰ τὴν ὁποίαν τίς οἶδεν ἂν θέλωσιν ἀρκέσει τρία ἑκατομμύρια; Ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης; Περὶ τούτου ἤκουσα προχθὲς πρότασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δηλοῦσαν πρόνοιάν τινα, ληφθεῖσαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος, τὸ ὁποῖον ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναλύσω, ὅτε θέλω ἀποδείξει, ὅτι δὲν διεσκευάσθη μετὰ στοργῆς πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, οὐδὲ μετὰ φειδοῦς τῶν δημοσίων χρημάτων, ἀλλὰ μετὰ τοῦ πόθου νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὡς πάντα τὰ ἄλλα νομοθετήματα, εἰς σκοποὺς ἀλλοτρίους τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Διὰ ταῦτα ἤθελον πράξει ἔργον ἐντελῶς ἀντιβαῖνον εἰς τὴν συνείδησίν μου, ἐὰν ἔδιδον λευκὴν ψῆφον πρὸς κατάργησιν τῶν διαπυλίων, παρέχων τὴν ἀφορμὴν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ προσθέσῃ νέους φόρους, ἀφοῦ περιῆλθεν εἰς τὴν ἀνικανότητα νὰ συνομολογῇ νέα δάνεια. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις τῶν διαπυλίων ἡ κατάργησις ζητεῖται, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ προηγουμένως ἡ κατάστασις τῶν δήμων, ἐν οἷς ταῦτα ἔχουσιν ἐπιβληθῆ. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἤθελε ψηφισθῆ· ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου θέλει παύσει ἡ εἴσπραξις τῶν διαπυλίων τελῶν. Ἐν πολλοῖς ὅμως δήμοις ὑπάρχουσι φιλανθρωπικὰ καταστήματα, καὶ σᾶς ἀναφέρω ἕνα τῶν πρωτευόντων δήμων τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου πρωτεύουσα εἶναι ἡ Πελοποννησιακὴ μεγαλόπολις, ἡ πόλις τῶν Πατρῶν. Ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν ὑπάρχουσι τρία ἀγαθοεργὰ καταστήματα, πτωχοκομεῖον, νοσοκομεῖον καὶ βρεφοκομεῖον, ταῦτα δὲ συντηροῦνται ἀπὸ ποσοστά τινα, τὰ ὁποῖα προορίζονται εἰδικῶς διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν τριῶν τούτων καταστημάτων, λαμβάνονται δὲ ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν διαπυλίων τελῶν. Τὴν 1 Ἰανουαρίου καταργοῦνται λοιπὸν τὰ διαπύλια· ποίας ἑξαμηνίας ἢ ποίου ἔτους τὸ τέλος θὰ γενῇ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν εἰσπραχθησομένων ἐκ τῶν προστιθεμένων φόρων, ἵνα δυνηθῇ νὰ λάβῃ ὁ δῆμος τὴν μερίδα αὑτοῦ; Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου διὰ τίνων χρημάτων θέλουσι συντηρεῖσθαι τὰ τρία ταῦτα καταστήματα; Προσέτι γνωρίζετε τί θέλετε εἰσπράξει ἀπὸ τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ζητεῖσθε νὰ νομοθετήσητε; κατὰ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυπουργός; Εἰσπράττονται νῦν κατὰ τοὺς πίνακας τούτους ἐξ ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων 4,923,731. Τί ζητεῖ δὲ ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῶν νέων φόρων, τοὺς ὁποίους προτείνει; Ἂς ἐξετάσωμεν πόσα πράγματι θέλει εἰσπράξει ἐξ αὐτῶν. Ἂν λάβωμεν ὡς βάσιν τὸ 1892, κατὰ σημείωσιν αὐθεντικὴν, ἣν ἔχω, εἰσεπράχθησαν ἐν τῷ τελωνείῳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐπὶ 11,134,092 εἰσαγωγικῶν τελῶν, εἰσεπράχθησαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς διαπύλια 1,300,000 ὑπὲρ τῶν εἰρημένων δύο δήμων. Ἂν ἐπὶ 11,134,092 εἰσεπράχθησαν 1,300,000, ἐπὶ τῶν 26,753,648.47 εἰσαγωγικῶν τελῶν, εἰσπραχθέντων ἐν πᾶσι τοῖς τελωνείοις τοῦ Κράτους ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, θέλουσιν εἰσπραχθῆ κατ’ ἀναλογίαν 3,076,668· ἂν δὲ εἰς ταῦτα προστεθῶσι καὶ τὰ ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, θέλει ἀποτελεσθῆ ποσὸν δραχ. 4,376,668, διότι ἐκ τελῶν ἐπὶ δημητριακῶν καρπῶν εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1892 δρ. 3,318,162, τὸ ἥμισυ δ’ αὐτῶν ἐκ δραχ. 1,659,081, ὅπερ ἤθελεν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν πέντε δεκατημορίων ἐπὶ τῶν ἐκ δημητριακῶν τελῶν, ἂν ταῦτα εἶχον ἐπιβληθῆ κατὰ τὸ 1892, ἤθελε προστεθῆ εἰς τὰ 3,076,668 καὶ ἀποτελέσει τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀνέφερα, τῶν 4,376,668. Ὡσαύτως κατὰ τὸ 1893, ἂν ἐφηρμόζετο τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἐπειδὴ εἰσεπράχθησαν ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς διαπύλια τέλη ἐπὶ 9,465,000, εἰσπραχθέντων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν δρ. 1,100,000, ἤθελον εἰσπραχθῆ ἐπὶ τῶν 22,370,260.22, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν ἐν πᾶσι τοῖς τελωνείοις τοῦ Κράτους ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ὡς εἰσαγωγικὰ τέλη, ἤθελον, λέγω, εἰσπραχθῆ 2,572,000· ἐὰν δ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελε προστεθῆ καὶ τὸ ἐκ τῶν νομοθετουμένων πέντε δεκατημορίων ἐπὶ τῶν ἐπὶ δημητριακῶν καρπῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἤτοι δραχ. 2,298,760, ὅσαι ἀποτελοῦσι τὸ ἥμισυ τῶν δραχ. 4,597,521, αἵτινες εἰσεπράχθησαν ἐκ τελῶν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ τὸ 1893, θέλει ἀνέλθει τὸ ἐκ τῶν κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον προστιθεμένων τελῶν εἰσπρακτέον ποσόν, ἐὰν ἐλειτούργει τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὸ 1893, θέλει, λέγω, ἀνέλθει εἰς 4,871,849. Καὶ κατὰ τὸ 1894, κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας εἰσεπράχθησαν ἐκ δημητριακῶν καρπῶν 4,235,023.09, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς ἀναλογίας αὐτῶν τὰ εἰσπραχθησόμενα κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δύο μῆνας τοῦ ἔτους ἐπιτρέπεται νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς πιθανὰ 847,004.60, οὕτω δὲ κατὰ τὸ 1894 τὰ ἐκ τῶν τελῶν ἐπὶ δημητριακῶν καρπῶν εἰσπραχθησόμενα τέλη πιθανῶς θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 5,082,027.69· ἑπομένως τὰ πέντε δεκατημόρια αὐτῶν ἤθελον εἶσθαι 2,541,013.84. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὸν δημοσιευθέντα διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως πίνακα τῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων ἐσόδων εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς πρώτους δέκα μῆνας ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἀνερχομένων εἰς 25,255,570.72, τὰ εἰσπραχθησόμενα διαπύλια τέλη θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 2,904,389. Οὕτω δὲ τὸ ἐκ τῶν προστιθεμένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τελῶν εἰσπραχθησόμενον κατὰ τὸ 1894 ποσὸν θέλει ἀνέλθει εἰς 5,445,402.84, ἤτοι ὑπὲρ τὰ νῦν εἰσπραττόμενα, κατὰ τοὺς ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατατεθέντας εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας, δραχ. 521,671.84. Ἀλλὰ τότε διὰ ποῖον λόγον προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐπιψηφίσωμεν καὶ προσθήκην δύο δεκατημορίων ἐπὶ τῶν ἀρχικῶν δημοσίων φόρων ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων; Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ στέρξω νὰ δώσω ψῆφον, ἵνα ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν χώραν βάρη ἐν ὀνόματι τῶν δήμων καὶ εἰσπραχθῶσι φόροι ἐν ὀνόματι τῶν δήμων γενικοὶ, ἐπιβαλλόμενοι οὐχὶ ἐπὶ τῶν κατοικούντων ἐν τῷ δήμῳ, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν κατοικούντων ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ, οὐδὲ θέλω στέρξει νὰ δώσω ψῆφον, ἵνα οἱ φόροι οὗτοι διατίθενται ἐν ὀνόματι τῶν δήμων, οὐχὶ ὅμως ὑπὸ τῶν δήμων, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι τοῦτο καταστρέφει πᾶσαν αὐτοβουλίαν τῶν δήμων. Ὁ νόμος περὶ δήμων ἐν ἄρθρῳ 15 ἀνέγραψε τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα τῶν δήμων· κατ’ αὐτὸ, ἔχουσιν οἱ δῆμοι τὸ δικαίωμα «νὰ ἐνεργῶσι κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους τὴν κατωτέραν ἐντὸς τῆς περιοχῆς τοῦ δήμου τοπικὴν καὶ ἀγροτικὴν ἀστυνομίαν.» Ταύτην ἀφῄρεσεν ἀπ’ αὐτοὺς ὁ Πρωθυπουργός. Κατὰ τὸ εἰρημένον ἄρθρον, οἱ δῆμοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα «νὰ διοικῶσιν ἀνεξαρτήτως τὰς ὑποθέσεις των, καὶ νὰ διαχειρίζωνται τὴν δημοτικὴν περιουσίαν». Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀφήρεσεν ὁ Πρωθυπουργός. Κατὰ τὸ εἰρημένον ἄρθρον, ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ δῆμοι «νὰ διαχειρίζωνται τὴν περιουσίαν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων.» Τοῦτο τὸ δικαίωμα διατηρεῖται ἔτι εἰς αὐτοὺς ἀκέραιον, διότι τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῶσι τὰς ἐκλογὰς πρὸς ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν οὐδεμίαν ἔχει πλέον σημασίαν, ἀφοῦ αἱ ὑπὸ τῶν δημοτῶν ἐκλεγόμεναι ἀρχαὶ τοῦ δήμου μίαν μόνον ἔχουσι πλέον ἐξουσίαν, νὰ διαχειρίζωνται τὴν περιουσίαν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, ἂν ταῦτα ἔχωσιν ἀληθῶς περιουσίαν ἄλλην, πλὴν τοῦ ποσοῦ τῶν δημοτικῶν φόρων, τοὺς ὁποίους διαχειρίζεται ὅμως πλέον ὁ Πρωθυπουργός. Καὶ ἤκουσα αὐτοῦ προχθὲς ἐξυμνοῦντος τὴν ἐλευθερίαν τῶν δήμων εἰς τὴν διοίκησιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, καὶ ζητῶ νὰ μάθω ποίαν ἐλευθερίαν ἀφῆκεν εἰς τοὺς δήμους ὁ Πρωθυπουργὸς, τὴν ἐλευθερίαν, ἀκεραίαν μάλιστα, ὡς ἔλεγε, νὰ διαχειρίζωνται ὅσα χρήματα ἀφῆκεν εἰς αὐτοὺς νὰ εἰσπράττωσιν; Ἡ ἐλευθερία αὐτῶν αὕτη διεσώθη ἀληθῶς ἀμείωτος, ἀλλὰ δὲν διεσώθησαν ὅμως δι’ αὐτοὺς χρήματα, διότι πάντα ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν, ἡ δ’ ἐλευθερία αὐτῶν, τῆς ὁποίας ἐμνημόνευσε μετὰ τοσούτου στόμφου ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀποτελεῖ ἀληθῶς εἰρωνείαν τῆς αὐτοβουλίας τῶν δήμων. Τὸ δημοτικὸν σύστημα ἐντελῶς κατεστράφη. Ἡ δημοτικὴ διοίκησις δὲν ὑπάρχει πλέον, περιῆλθεν ἅπασα εἰς χεῖρας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἡ οἰκονομικὴ διοίκησις τοῦ δήμου περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῶν δημοσίων ταμιῶν καὶ τοῦ Κράτους. Διατὶ ἔν τινι συνεδριάσει τῆς Βουλῆς δὲν προτείνει ὁ Πρωθυπουργὸς νομοσχέδιον, ὅπως καὶ τὰ ἀπαριθμηθέντα ἀνωτέρω ὑπόλοιπα ἔργα τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἀνατεθῶσιν εἰς τοὺς ἐν ταῖς περιφερείαις ἐκείναις στρατιωτικοὺς ἀστυνόμους; Οὕτως ἐκπνέει ὅλως τὸ δημοτικὸν σύστημα, καὶ ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ συστήματος τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀποτελεῖ τὰς βάσεις τῆς κοινοβουλευτικῆς Πολιτείας, ἣν κατέστησε τὸ Σύνταγμα. Κύριοι, μὴ ἐκλαμβάνετε ὡς ἀστεῖον τὸ πρᾶγμα. Συντελεῖται ὁλοὲν, καὶ συντελεῖται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δίδει τὴν ἠθικὴν εἰκόνα τῶν τοῦτο ἀπεργαζομένων, εἰκόνα πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀνθρώπων ἀτόλμων, οἵτινες, ἂν εἶχον πεποίθησιν ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὤφειλον νὰ τὸ εἴπωσι δημοσίᾳ, νὰ μετέλθωσι μάλιστα πάσας τὰς δυνάμεις των, ἵνα καταῤῥίψωσι τὸ ὑπάρχον. Ἀλλ’ αὐτοὶ ἀφῆκαν τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα, ἔχον ἐπὶ τῆς κορυφῆς τὸ Βασιλικὸν Στέμμα, ὑπ’ αὐτὸ μίαν Βουλὴν νομοθετοῦσαν, ἐπιτηροῦσαν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐλέγχουσαν τοὺς Ὑπουργοὺς, πᾶν δὲ τοῦτο τὸ οἰκοδόμημα στηριζόμενον ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων, ὡς ἐπὶ κιόνων. Τὸ Κράτος δὲν ἀντέχει εἰς τοὺς διηνεκεῖς τούτους διαξιφισμοὺς, οὐδ’ ἀνέχεται νὰ ᾖναι ἕρμαιον τῆς δολιότητος καὶ τῆς ἐπιβουλῆς. Ἡ δολιότης, ἂν ἁρμόζῃ εἰς δειλοὺς, δὲν ἁρμόζει ὅμως εἰς κυβερνήτας, εἰς Ὑπουργοὺς, οὐδ’ ἐπιτρέπεται αὐτοῖς ἡ δειλία. Ἀλλὰ δὲν ἁρμόζει εἰς κυβερνήτας οὐδ’ ἡ ἐπιβουλὴ καὶ ἡ κακοπιστία. Ἂν ἔχωσι πεποίθησιν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καταστρέφει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ τὸ εἴπωσι καὶ νὰ τὸ ἐφαρμόσωσιν, ἐνδεχόμενον δὲ νὰ στρατολογήσωσι καὶ μεταξὺ ἡμῶν ὅσους ἤθελον πείσει ὅτι τῷ ὄντι τὸ Κοινοβούλιον βλάπτει τὸ Κράτος καὶ ἕνεκα τούτου προσκόπτει, ὅτι παραλύει τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, ὅτι δὲν βοηθεῖ αὐτὸ νὰ παρασκευασθῇ πρὸς πλήρωσιν τῶν προϊστορικῶν αὐτοῦ πόθων. Ἀλλὰ καθ’ ἡμέραν νὰ ἀνοίγωσι μίαν ἀρτηρίαν τοῦ πολιτικοῦ σώματος, καὶ νὰ ἐξάγωσιν αἷμα, ὅπως ἐπὶ τέλους ἀφήσωσιν αὐτὸ ἄπνουν, τοῦτο εἶναι δολοφονία, εἶναι πρᾶξις ἐγκληματικὴ, καὶ αἱ ἐγκληματικαὶ πράξεις, ὅταν τελῶνται κατὰ τῶν καθεστώτων, δὲν μένουσιν ἀτιμώρητοι. Ἡμεῖς βεβαίως, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν συνείδησιν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν ὑποχρεώσεων, καὶ τῶν καθηκόντων τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ πολῖται, θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ μὴ ὑπακούσωμεν μίαν ἡμέραν εἰς τοὺς νόμους, τῶν ὁποίων ὁ σκοπὸς εἶναι τοιοῦτος καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοιοῦτον. Καὶ τί ἀπέμεινεν ἀπὸ τὸ πολίτευμα τοῦτο; Δὲν ἀπέστερξα νὰ ἔρχωμαι εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ μετὰ τὰ διαπραχθέντα κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου, καὶ νὰ παρευρίσκωμαι κατὰ τὰς συνεδριάσεις αὐτοῦ, κατὰ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ νομοθετηθῇ τι ἄξιον λόγου, διὰ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου μετὰ τῆς παῤῥησίας, τὴν ὁποίαν πᾶς πολιτικὸς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ, ὄχι διότι ὑπολαμβάνω ὅτι συντελῶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων ἢ πρὸς ἀποτροπὴν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα τελοῦνται, ἀλλ’ ἵνα ἐκτελέσω τὸ ἐμὸν καθῆκον πρὸς τὴν συνείδησίν μου, ἵνα ἐκτελέσω καθῆκον πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, ἵνα μὴ οὗτοι ἐκλάβωσι τὴν σιωπήν μου ὡς ἀποδοχὴν τῶν γενομένων. Ἀλλὰ, ἂν ἤθελον ἀποστέρξει νὰ ἔρχωμαι εἰς τὸ Κοινοβούλιον, συνέβαινε δὲ νὰ παρατύχω ποτὲ ἔν τινι τῶν ἀκροατηρίων ἐκείνων, ὡς ἁπλοῦς θεατὴς, ἤθελον ἀπέρχομαι ἀπὸ ἑκάστην συνεδρίασιν τεθλιμμένος, ὁμολογῶν ὅτι δὲν λειτουργεῖ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἀθήναις, ὅτι ἔπαυσε λειτουργοῦν ἐν Ἑλλάδι. Καὶ δὲν παύει ἡ λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅταν δὲν ἀντιπροσωπεύωνται διὰ τοῦ Κοινοβουλίου αἱ γνῶμαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; — διότι δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ παράπαν αὐτὰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅταν καὶ αὐτὸ τὸ δίτροχον ὄχημα, αὐτὴ ἡ δίτροχος μηχανὴ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ αὐτὴ συνθραύσθη. Δὲν εἴμεθα ἐν παραστάσει θεατρικῇ, ἐν ᾗ δὲν ἐκτελοῦνται, ἀλλ’ εἰκονίζονται τὰ γιγνόμενα; Ἀλλὰ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει διαρκέσει ἐξακολουθοῦσα ἡ κατάστασις αὕτη. Ἐλπίζω ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολύ. Εὔχομαι νὰ ἐπέλθῃ ἡ λύσις κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θέλῃ δυνηθῆ νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν ἐξάρθρωσιν, τὴν γενομένην τῆς Πολιτείας, τὴν καταστροφὴν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς, τὰς βαρείας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐπέβαλον ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτῆς, τὴν ἔκλυσιν τῶν ἠθῶν, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγον εἰς τὴν κοινωνίαν, τὴν ἀποκατάστασιν τῶν χαρακτήρων. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀνορθώσῃ πάντα ταῦτα τὰ κακὰ, τοὐλάχιστον θέλει παραμυθήσει τὴν χώραν ἡ ἐλπὶς, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ φέρῃ ἀνακούφισίν τινα, ἡ δ’ ἀνακούφισις θὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τὸ ἔθνος, ὅπως ἀναλάβῃ, βαῖνον βραδὺ βῆμα, μετὰ παρέλευσιν χρόνου.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον, Κύριοι;

§15ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον πλέον.

§16ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, ἀπόψε.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...

§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιέχει πλείονα τοῦ ἑνὸς θέματα, καὶ δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως θέλετε νὰ τὴν θέσητε. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν δι’ ἄλλης προσόδου, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν κατάργησιν τῶν εἰσφορῶν καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν δι’ ἄλλου συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον περιέχει τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ψηφίσῃ κεχωρισμένως τὰ δύο ταῦτα θέματα, διότι ἐνδεχόμενον πολλοὶ νὰ παραδέχωνται τὴν μίαν ἰδέαν, τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν, καὶ νὰ μὴ παραδέχωνται τὴν ἄλλην, ἤτοι τὴν κατάργησιν τῶν εἰσφορῶν, ὅπως ἐγὼ, ὅστις παραδέχομαι τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν δι’ ἄλλης προσόδου, δὲν παραδέχομαι ὅμως τὴν ἑτέραν ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἀναγράφεται καὶ εἰς τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἐμμέσων δημοτικῶν δασμῶν καὶ περὶ καταργήσεως τῶν δημοτικῶν εἰσφορῶν». Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως διαιρεθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς δύο καὶ γείνωσι δύο ψηφοφορίαι.

§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλετε νὰ μείνωσιν αἱ εἰσφοραί;

§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἀνέπτυξα ἀρκετὰ χθές.

§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸς ἀνακούφισιν τῶν δήμων.

§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν τὸ ἀντελήφθητε, ὅταν τὸ ἀνέπτυξα.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἦσθε ἐναντίος τῶν εἰσφορῶν, δύνασθε νὰ καταψηφίσητε τὸ ἄρθρον 4ον.

§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς ἐμμέσου δημοτικῆς φορολογίας καὶ καταργήσεως τῶν δημοτικῶν εἰσφορῶν».

§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι πρόκειται ὄχι μόνον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ καταργήσεως τῶν δημοτικῶν εἰσφορῶν, ὡς ἀρχῶν τοῦ νομοσχεδίου.

§27ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ κατάργησις τῶν διαπυλίων τελῶν.

§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, εἶναι καὶ ἡ κατάργησις τῶν δημοτικῶν εἰσφορῶν, καὶ ἐγὼ δὲν γνωρίζω τί θὰ ψηφίσω, ὅταν θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὰς δύο ἀρχὰς συλλήβδην. Τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ζητήσω τὴν διαίρεσιν τῆς συνθέτου ταύτης προτάσεως.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ πράξητε, εἶναι, ψηφίζοντες νὰ δηλώσητε, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε τὴν κατάργησιν τῶν εἰσφορῶν.

§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω τὴν διαίρεσιν τῆς ἀρχῆς.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ νομίζετε, ὅτι εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὅ,τι θέλετε.

§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχω δικαίωμα, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, νὰ ζητήσω τὴν διαίρεσιν τοῦ συνθέτου θέματος, καὶ ὁ Κανονισμὸς σᾶς ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαιρέσητε τὸ σύνθετον θέμα.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, διότι ἐγὼ δὲν εὑρίσκω κἀνὲν ζήτημα, τὸ ὁποῖον νὰ διαιρέσω.

§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προσάγουσα τὸ νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις, ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸ μίαν βάσιν, τὴν τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐθεμελίωσε τὸ ὅλον. Τὰ τῆς καταργήσεως τῶν εἰσφορῶν ἐτέθησαν ἁπλῶς πρὸς διευκόλυνσιν τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταργηθῶσι τὰ διαπύλια, ἐὰν δὲν ἐξευρίσκετο τρόπος, ἵνα ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς δήμους, ἀπαλλασσομένους πρὸς τοῦτο καὶ τῶν χρεῶν, ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων στεροῦνται. Μία λοιπὸν εἶναι ἡ βάσις καὶ ἑνιαία, ἡ κατάργησις τῶν διαπυλίων, ἀλλ’ ἡ κατάργησις εἰσαγομένη διὰ τρόπου, ὅστις δὲν εἶναι ἀρεστὸς εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρῆται ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος. Ἀλλ’ ὁ ψηφίζων τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἡ Κυβέρνησις ἐνόησεν αὐτὴν, ψηφίζει μόνην τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων. Ὅταν δὲ, ὅπως ὀρθῶς παρετηρήσατε πρὸ ὀλίγου, ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ ψηφίσωμεν περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν καταργουμένων εἰσφορῶν, ἔχει καιρὸν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἶναι ἐναντίος ἐν τῷ ζητήματι.

§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγάρων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγάρων ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου δικαιοῦται νὰ μὴ θέλῃ νὰ δώσῃ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀληθὴς δὲν εἶναι ἡ ἁπλῆ κατάργησις τῶν διαπυλίων τελῶν, ἡ ἔννοια εἶναι ἡ κατάργησις τῶν διαπυλίων τελῶν ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν κατάργησιν τῶν εἰσφορῶν. Ἀπέδειξα χθὲς,—καὶ οὐδεὶς, ἐξετάζων καὶ δυνάμενος νὰ ἀντιληφθῇ τοῦ ζητήματος, δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ,—ὅτι τὰ διαπύλια τέλη δύνανται νὰ καταργηθῶσι καὶ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῆς φορολογίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη νὰ ἑνωθῇ μετὰ τοῦ ζητήματος τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν ἡ κατάργησις τῶν δημοτικῶν εἰσφορῶν, ἥτις κατάργησις συνεπιφέρει τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας, συνεπιφέρει τὴν ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα χθὲς, καὶ συνάμα καὶ τὴν κατάργησιν αὐτὴν τῆς δημοτικῆς αὐθυπαρξίας. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μόνον τυπικὸν, εἶναι οὐσιαστικώτατον· καὶ ὅτι πρόκειται περὶ δύο ζητημάτων συνηνωμένων, οὐδεὶς ἀμερολήπτως ἐξετάζων τὸ ζήτημα δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, καθαρῶς περὶ δύο ζητημάτων, πρόκειται περὶ προτάσεως περιεχούσης πλέον τοῦ ἑνὸς ζητήματα, καὶ τὴν διαίρεσιν τῆς προτάσεως ταύτης ἐζήτησα· δικαιοῦμαι δὲ νὰ ζητήσω ταύτην δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ. Βεβαίως δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐπιβάλω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἀπαιτήσω τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅστις ἐτάχθη, ὅπως καθιστᾷ τὸν Κανονισμὸν σεβαστόν.

§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καραπάνου περὶ διαιρέσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου...

§38ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§39ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν εἶναι 15, κύριε Πρόεδρε. (Γενομένης ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἀριθμήσεως, εὑρίσκονται 15 οἱ αἰτοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν).

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καραπάνου περὶ διαιρέσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου Σπ. Α. Κουμουνδούρου, ὡς ψηφολέκτου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος
Ἰω. Μεσσηνέζης Λεων. Καρυστινάκης
Σπυρ. Μαρκέλλος Ο Δημ. Καΐρης
Μιχ. Κωτσάκος Ο Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ο
Ἰω. Ζωγράφος Ο Γιαννούσης Τάκης
Ἀνδρ. Κρατζᾶς Ἠρ. Καλαμπάκας Ο
Γεώργ. Παχὺς Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης
Μιχ. Π. Λάμπρος Ο Περ. Πεῤῥωτὴς
Κων. Καραπάνος Ν Κων. Φλέσσας
Κων. Σταυρόπουλος Ἰωάν. Καζαμπάκας
Ἀλέξ. Σκουζὲς Ν Κων. Ζωγλοπίτης
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Παν. Κουκορίκος
Ἀλέξ. Ψύλλας Γεώργ. Φραγκίδης Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο Δημ. Τερτίπης Ο
Ἀλέξ. Ρετσίνας Ο Ἀθαν. Κωστάμης Ο
Δημ. Γ. Ράλλης Ν Ἀριστ. Χατζηνικολῆς
Λ. Ζυγομαλᾶς Νικ. Μπαλάρας Ο
Ὀθ. Μακρυγιάννης Νικ. Παπανικολάου Ο
Σ. Ζαχαρίτσας Ο Παν. Λεβέντης
Μιλ. Ὀριγώνης Ν Βαπτιστὴς Βαστὰς Ο
Κωνστ. Βαλτινὸς Ο Γεώργιος Θεοτόκης Ο
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ο Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ο
Γεώργ. Καρτάλης Ο Ἠλίας Πολίτης
Ἀρ. Κανταρτζῆς Ο Γουλιέλμος Σκάρπας Ο
Νικ. Κοκκωσλῆς Ο Νικ. Μαρκέτης Ο
Νικ. Ἀξελὸς Σπυρ. Λάσκαρης
Νικ. Παῤῥησιάδης Ο Κων. Θ. Ῥωμαῖος Ο
Ἰω. Γρίβας Κων. Χριστόπουλος Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο Σωτ. Κροκιδᾶς
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Σπυρ. Νοταρᾶς
Νικ. Σπυρακόπουλος Ο Ἀναστ. Δημητριάδης Ο
Θωμ. Κορομάντζος Γεώργ. Κούστας Ο
Περ. Ἀλεξάκης Ἰω. Τσιμάρας Ο
Ἰω. Ἀντωνόπουλος Γερ. Μουσούρης
Κωνστ. Κοσσονάκος Δ. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΟ
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ο Θεόφραστος Μεταξᾶς Ο
Μιχ. Φωτιάδης Ο Διον. Καλούτσης
Γεώργ. Λιδωρίκης Ο Σπυρ. Στάης Ο
Κων. Ἀναγνωστόπουλος Μιχ. Πολίτης Ο
Γεώργ. Λύρας Ο Θεόδ. Θερμογιάννης
Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ἰω. Καλούτσης
Σταμάτ. Μήτσας Ο Στέφ. Κοπανίτσας
Δημ. Βουλπιώτης Κωνστ. Σαλταφέρος
Κων. Ζῶτος Ο Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Ο
Ἠλ. Μπλατσῆς Μελέτ. Ρουσόπουλος
Δ. Γρανίτσας Δημοσθ. Ματάλας
Διον. Στεφάνου Ο Νικ. Καραστέργιος
Κων. Ἀργας. Λομβάρδος Ο Ἀργ. Διδίκας Ο
Διον. Ζήβας Πλακᾶς Ο Ἐδὶπ–Σερὲφ–Χασὶπ
Γεώργιος Κανδ. Ῥώμας Ο Ἰω. Λάππας
Γεώργ. Κρεστενίτης Νικ. Μπουφίδης Ο
Χρ. Στεφανόπουλος Περ. Βαλαωρίτης Ο
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Γερ. Σέρβος Ν
Διον. Παυλόπουλος Ο Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο Ἀθαν. Εὐταξίας
Ἄγγ. Πετραλιᾶς Κων. Κωνσταντόπουλος
Ἐπαμ. Δημητρίου Ο Παν. Μανέτας
Στέφ. Σκουλούδης Ο Ν. Τριανταφυλλάκος Ν
Νικ. Νομικὸς Ἠλ. Ζέγγελης Ο
Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ο Φιλ. Βάρβογλης
Νικήτας Συνοδινὸς Ἀθαν. Σακελλαριάδης
Βαρβαρῆγος Πήλικας Ο Λεων. Ζέρβας Ο
Ἀλέξ. Φωτήλας Ο Στέφ. Δραγούμης Ο
Κων. Σταμπουλόπουλος Νικ. Φιλάρετος
Λεων. Πετιμεζᾶς Χαρ. Τρικούπης Ο
Ἰω. Τρικούπης Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
Παν. Μερλόπουλος Ἰω. Γεωργιάδης Ο
Ἀλ. Δεληγιάννης Ο Γεώργιος Ν. Μπούμπουλης
Ἀντ. Καρατζᾶς Ο Γεώργ. Π. Μπούμπουλης Ο
Ἀθαν. Παπαχελᾶς Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος
Χαρίλ. Προβελέγγιος Ἀνδρ. Συγγρός
Ἀντ. Μάτσας Δημ. Βοκοτόπουλος
Λωρέντζος Δελαρόκας Μ. Μπογιατζόγλους Ο
Ἰω. Ναυπλιώτης Ο Ἰω. Γκιὼν Ο
Στυλ. Βάλληνδας Νικ. Φώσκολος Ο
Ἰω. Ἰντζές Ο Σωτ. Χατζηγιάννης
Γεώργ. Σισμάνης Κωνστ. Χατζηπέτρος Ο
Νικ. Καλαντζόπουλος Ο Χρ. Μπλετσάκης Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Γ. Κανούτας Ο
Ἠλ. Ποταμιάνος Ο Εὐστ. Κοκκέβης
Ἀριστ. Ρούκης Ο Δημ. Παπατσώρης Ο
Σπ. Κουμουνδοῦρος Ν Χρ. Καραβίτης Ο
Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης Διον. Κατρίτσης
Ξανθὸς Πικουλάκης Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς
Ἀσημ. Χριστόπουλος ἀρν.Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ν
Νικ. Παπαλέξης Ο Βασ. Δροσινός
Παν. Λαμπρούλιας Νικ. Βαλάσης Ο
Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ο Ἐμμ. Δημητριάδης Ο
Ἰω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος Ο Κωνστ. Σαχτούρης
Σπ. Μακρῆς Ο Θεόδ. Γκίκας
Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο Νικ. Τσαμαδὸς Ο
Εὐστ. Παπαδάκης Ο Βησ. Χατζηαγγελάκης Ο
Πανοῦργ. Πανουργιᾶς Ο Νικ. Ζητουνιάτης Ο
Θάνος Κανακάρης Δημ. Ζουλούμης Ο
Ἀχ. Χοϊδᾶς Νικ. Χατζῖσκος
Ἀντ. Ρικάκης Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Ἰω. Τσερτίδης Δημ. Κρίτσας Ο
Νικ. Κουμανιώτης Ἡρ. Γαζέπης
Ἄγγ. Ροῦφος Β. Βουδούρης Ο
Νικ. Καράπαυλος Ο Νικ. Καλογερόπουλος Ο
Παν. Σάκκης Ο Θεμ. Α. Κανάρης ἀρν.
Σπ. Γρίβας Κων. Παπανικολῆς Ο
Ἰω. Βρυώνης

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 110. Κατὰ τῆς προτάσεως ἐψήφισαν 100, ὑπὲρ αὐτῆς 8, καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Καραπάνου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).

§42ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ κ. Λάππα, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
2Τῆς 23 Δεκεμβρίου 1894.
3(Παρασκευή).
4Ὥρᾳ 6 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
6ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
7σεως).
8§1Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον
9πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ πρὸ τούτου, ἐπειδὴ
10ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι
11ἐν ἀπαρτίᾳ, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
12§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα μόλις ἐπερατώθη ἡ ἀνάγνωσις τοῦ
13καταλόγου, καὶ ἦσαν παρόντες 106. Προσέλθετε ὡς ψηφο-
14λέκτης.
15(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βου-
16λευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν
17βουλευτῶν Ι. Ἀντωνοπούλου καὶ Ἡρ. Καλαμπάκα,
18μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
19§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 106.
20§4Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
21Ἐκπαιδεύσεως ὑπεσχέθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι θὰ διορίσῃ κα-
22θηγητὴν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐν τῷ Διδασκαλείῳ Τρι-
23πόλεως, ἀλλὰ, καίτοι ἔκτοτε παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, δὲν
24προέβη εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, τὸ δὲ Διδασκαλεῖον ἀργεῖ.
25Σήμερον δὲ μοὶ ἀναγγέλονται ἐκεῖθεν παράπονα, ὅτι, ἐνῷ
26τὸ Διδασκαλεῖον Ἀθηνῶν ἔχει δύο διδασκάλους Ἑλληνι-
27στὰς, ἐν τούτοις ἡ Τρίπολις δὲν ἔχει οὔτε ἕνα. Τὰ παρά-
28πονα εἶναι γνωστὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐπανη-
29λειμμένως ὑπεσχέθη τὸν διορισμὸν καὶ τὴν ἀποστολὴν κα-
30θηγητοῦ, ἀλλ’ ἐν τούτοις μέχρι σήμερον οὐδὲν ἔπραξε. Πα-
31ρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, θὰ προβῇ εἰς τὸν
32διορισμὸν τοῦ καθηγητοῦ αὐτοῦ, ναὶ ἢ οὔ; Διότι οἱ μα-
33θηταὶ τοῦ Διδασκαλείου ἐκείνου εἶναι ἐν ἀπεργίᾳ, μὴ ἔχον-
34τες τὸν κυριώτερον καθηγητὴν, τὸν Ἑλληνιστήν.
35Πρὸ 25 ἡμερῶν περίπου εἶχον παρακαλέσει τὸν κύριον
36Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν
37φάκελλον τὸν ἀφορῶντα εἰς τὰ τῆς ἐνταῦθα Γεωργικῆς Σχο-
38λῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καίτοι ἐπα-
39νηλειμμένως διεβεβαίωσε καὶ ἐμὲ καὶ τὸν βουλευτὴν Ναυ-
40πλίας κ. Ποταμιάνον, ὅτι θὰ κομίσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα,
41ἐν τούτοις μέχρι σήμερον δὲν τὰ ἔφερεν εἰς τὴν Βουλήν.
42Νομίζω ὅτι ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου, συνδεομένου
43μὲ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, δεῖται ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν
44καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνήργησε, μεταβὰς
45ἐπιτοπίως, καὶ ἐντεῦθεν προεκλήθησαν παράπονα τῶν ὑπαλ-
46λήλων, αἰτιάσεις τοῦ ἑνὸς κατὰ τοῦ ἑτέρου, καὶ εἴδομεν
47καὶ παραιτήσεις καθηγητῶν καὶ παραιτήσεις ὑπαλλήλων.
48Θέλομεν λοιπὸν νὰ μάθωμεν, ποῦ ἡ ἔρις αὕτη περιστρέφεται
49ἀκριβῶς· περὶ τὴν ὑπηρεσίαν; περὶ τὴν διδασκαλίαν; περὶ
50τὴν προμήθειαν τῆς τροφῆς; Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο
51εἶναι ἄξιον τῆς μερίμνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερι-
52κῶν, καὶ ὅτι καὶ ἡμεῖς δικαιούμεθα νὰ γνωρίζωμεν τὰ συμ-
53βαίνοντα· διότι ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐν τῇ Σχολῇ
54συνέβησαν καὶ ἄτοπά τινα, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου. Πα-
55ρεκάλεσα μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
56προσαγάγῃ σὺν τοῖς ἄλλοις ἐγγράφοις καὶ τὴν παραίτησιν
57τοῦ ἀξιοτίμου διευθυντοῦ τότε κ. Γενναδίου. Ἀλλ’ ὁ κύριος
58Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδεμίαν εἰς τὴν ἐπερώτησίν
59μου ταύτην ἔδωκε προσοχὴν, καὶ μέχρι σήμερον καθυστερεῖ
60τὸν ζητηθέντα φάκελλον. Θὰ τὸν παρακαλέσω διὰ τελευ-
61ταίαν φορὰν νὰ μᾶς εἴπῃ, θὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, τὰ
62ὁποῖα μᾶς ὑπεσχέθη ἐπανειλημμένως, ναὶ ἢ οὔ; Νομίζω
63ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα τὰ ἔχει πρόχειρα· ἂς τὰ καταθέσῃ.
64§5ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
65Δὲν τὰ ἔχω πρόχειρα. Θὰ τὰ ἑτοιμάσω, ἵνα τὰ φέρω.
66§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
67ρησίας διατάξεως;
68Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
69Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας
70συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς ἐμ-
71μέσου δημοτικῆς φορολογίας καὶ καταργήσεως τῶν δημο-
72τικῶν εἰσφορῶν.
73§7Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
74§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης,
75ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ συναγάγω ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ χθὲς,
76στέργει νὰ ἐπιψηφίσῃ δύο μόνον μέρη τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ
77τοῦ ὁποίου περιστρέφεται ἡ συζήτησις, τὴν αὔξησιν τῶν
78ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, πρὸς προ-
79στασίαν τῶν κατεχόντων σιτηρὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῶν,
80καὶ δεύτερον τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν, πρὸς
81παῦσιν τῶν καταχρήσεων, αἵτινες συμβαίνουσι κατὰ τὴν
82βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν. Ἠρώτα δὲ μετὰ πε-
83ριεργείας, τίνος ἕνεκα, πρὸς ποῖον ἄλλον γενικὸν σκοπὸν, τὸ
84νομοσχέδιον ἀνέμιξε τὰς εἰσφορὰς τῶν δήμων πρὸς τὸ δη-
85μόσιον ταμεῖον, ἕνεκα τῶν δαπανῶν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
86νομίας καὶ ἕνεκα τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
87σεως, καὶ ἀφήρεσεν ἀπὸ τοὺς δήμους τὴν φροντίδα τῆς δια-
88χειρίσεως τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα πορίζονται ἐκ τῶν δημο-
89τικῶν ἐσόδων ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
90Ἄρτης μετ’ ἀκριβείας καὶ ὀρθῶς ἔκρινε καὶ τὰ δύο ταῦτα
91θέματα, ἐπὶ τὰ ὁποῖα ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπεκ-
92ταθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐξέθηκε τὰ ἐλαττώματα, τὰ
93ὁποῖα ἑκάτερον τούτων περιέχει.
94Ἀλλ’ ὅτε ἤκουον αὐτοῦ ἀγορεύοντος, ᾐσθάνθην ἔκπλη-
95ξίν τινα, καὶ ἠρώτων ἐμαυτὸν, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
96Ἄρτης δὲν ἔγνω ἀκόμη τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ πράγματα;
97Ἀκόμη δὲν ἐγνώρισε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ διά-
98νοια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; ἀκόμη δὲν ἐπείσθη περὶ τῆς ἰδια-
99ζούσης ἱκανότητος, τὴν ὁποίαν οὗτος ἔχει, ἵνα ἀναμιγνύῃ τὰ
100πάντα, ἵνα δημιουργῇ διαρκῆ σύγχυσιν; Σύγχυσιν ἐν τοῖς
101θεσμοῖς, σύγχυσιν ἐν τοῖς νόμοις, σύγχυσιν ἐν τῇ ἐκτελέσει
102αὐτῶν, σύγχυσιν ἐν τῇ κατανομῇ τῶν φόρων, σύγχυσιν ἐν
103τῇ βεβαιώσει αὐτῶν, σύγχυσιν τέλος καὶ αὐτῶν τῶν φόρων
104πρὸς ἀλλήλους, σύγχυσιν τῶν δήμων πρὸς τὸ Κράτος, σύγ-
105χυσιν τοῦ Κράτους πρὸς τὰ αὐθύπαρκτα καὶ αὐτοτελῆ τα-
106μεῖα, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσιν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ.
107Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀπὸ τοῦ 1882 εἶναι ἐν τῷ
108Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Καὶ δὲν ἦτο μὲν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ
109κατὰ τὸ 1879 καὶ 1880, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης
110κατάγεται ἐκ μιᾶς τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ηὐ-
111λόγησεν ἡ Θεία Πρόνοια καὶ ἐπέτρεψεν, ἵνα ἑνωθῶσι μετὰ
112τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ εἶχε μέγα ἐνδιαφέρον, ἵνα
113ἀκολουθῇ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων, αἵτινες
114ἐγίνοντο τότε, ὅπως τέλος πάντων ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐκτέλε-
115σις τοῦ Πρωτοκόλλου ΙΓʹ, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχε δοθῆ ἡ ὑπό-
116σχεσις τῆς παραχωρήσεως τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσα-
117λίας. Ἐπειδὴ δὲ εἶχε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο, βεβαίως δὲν θὰ
118ἐλησμόνησεν, ὅτι ἔτι μᾶλλον τερατῶδες ἦτο τὸ τότε γενό-
119μενον τοῦ νῦν τελουμένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἔτι
120μᾶλλον ἀκατανόητον καὶ ἄστοργον πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ
121ἐθνικὰ ἦτο ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον κατέφυγε τότε ὁ κ. Βου-
122λευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ποῖον ἦτο τοῦτο; Ἀπὸ τοῦ βή-
123ματος προεκήρυσσε τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου,
124ὅτι ὅσοι ἀποδέχονται τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης πρέπει
125νὰ ἀποδεχθῶσιν ὡσαύτως καὶ τὰς ἰδέας αὐτοῦ περὶ τῆς
126ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, αἱ δὲ ἰδέαι αὐτοῦ περὶ ἐξωτερικῆς
127πολιτικῆς ἦσαν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ
128ὅτι οἱ λέγοντες εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπῆρχε Πρωτόκολλον,
129καὶ ὅτι τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο ἤθελεν ἐκτελεσθῆ, ὅτι
130ἤθελεν ἀποκοπῆ τμῆμα ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν
131καὶ προστεθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, αὐτοὶ ἐπλάνων τὴν Βουλὴν
132καὶ ἐψεύδοντο πρὸς τὸν λαόν. Ἐάν τις ἤκουε τότε τοῦ κ.
133Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου,—καὶ νομίζω ὅτι πολλοὶ ὑπάρ-
134χουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἵτινες ἠκροῶντο αὐτοῦ τότε,—
135ἤθελεν εὑρεθῆ ἐν μεγίστῃ καταπλήξει, ἤθελεν ἐρωτᾷ καὶ
136διαπορεῖ, πρὸς τίνα σκοπὸν ἐγίγνοντο ταῦτα; Τί κοινὸν
137μεταξὺ τῆς φορολογίας τῆς δεκάτης, μεταξὺ τῆς ἀνάγκης
138τῆς καταργήσεως αὐτῆς, μεταξὺ τῆς ἀνάγκης τῆς βελ-
139τιώσεως τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τοῦ
140ἐξωτερικοῦ ζητήματος; Ἤθελε δὲ ζητεῖ λόγον τινὰ τῆς
141συγχύσεως ταύτης. Καὶ ποῦ ἠδύνατο νὰ τὸν ἀνεύρῃ; Ἐν
142τῇ τοιαύτῃ δυστρόπῳ λειτουργίᾳ τῆς διανοίας αὐτοῦ, ἢ ἐν
143μελέτῃ, ἐν ἐπιγνώσει τῶν ἀποτελεσμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα
144ἔμελλεν ἀναγκαίως νὰ καταλήξῃ τοσοῦτον ἀκατανόητος
145καὶ ἀσυμβίβαστος σύγχυσις θεμάτων, τοσοῦτον πρὸς ἄλληλα
146διαφερόντων;
147Καὶ εἶχε κατορθωθῆ τότε νὰ ἐξεγερθῇ κοινὴ ἀγανάκτησις
148κατὰ τοῦ κρατοῦντος συστήματος τῆς φορολογίας τῶν δη-
149μητριακῶν καρπῶν. Ὁμολογῶ ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1879 ἀνε-
150γίνωσκον τὰς πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῶν δή-
151μων τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος, διὰ τῶν ὁποίων ἐξέφραζον
152τὴν εὐφροσύνην, τὴν μακαριότητα, εἰς τὴν ὁποίαν περιή-
153χθησαν οἱ λαοὶ τῆς Μεγαρικῆς, διότι ἔβλεπον ὅτι ἐπρό-
154κειτο νὰ καταργηθῇ ἡ δεκάτη, λησμονοῦντες ὅτι διὰ τῆς
155καταργήσεως τῆς δεκάτης ἔμελλε νὰ ματαιωθῇ κατὰ τὸ
156πλεῖστον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Πρωτοκόλλου ΙΓʹ καὶ ἔμελλον νὰ
157καταλειφθῶσιν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν χῶραι, αἱ ὁποῖαι ἦσαν
158προωρισμέναι ὑπὸ τῆς Εὐρώπης νὰ ἀποτελέσωσι μέρος τοῦ
159Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἐξεπλησσόμην καὶ ἠρώτων, πῶς ὁ
160τόσον φιλόπατρις λαὸς τῶν Μεγάρων, πῶς ἐξέκλινε τοσοῦ-
161τον; Εἶναι δυνατὸν αὐτὸς, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον ἔδειξε πα-
162τριωτισμὸν, ὅταν ἠμύνετο ἐν τοῖς πρώτοις κατὰ τῶν ἐπι-
163δρομῶν ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον τῶν βαρβάρων, αὐτὸς νὰ
164λησμονήσῃ τὰ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντά του, καὶ νὰ
165μεταβάλῃ τὰ πρὸς αὐτὴν αἰσθήματά του; Ἀλλ’ ἡ αἰτία
166ἐνέκειτο εἰς τὴν ἄμετρον ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε
167ὁ λαὸς τῆς Μεγαρικῆς πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος,
168ὅστις εἰσηγήσατο εἰς αὐτοὺς τὰς εἰρημένας πράξεις τῶν
169Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἵνα ἐξεγείρῃ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Με-
170σολογγίου τὸ δημόσιον φρόνημα κατὰ τῆς δεκάτης, ἀνεκά-
171λει πρὸς τὸ πλῆθος πάσας τὰς καταχρήσεις, πάσας τὰς
172πιέσεις, τὰς ὁποίας οἱ πολῖται ὑφίσταντο ἐκ τῆς φιλοκερ-
173δείας τῆς ἀθεμίτου τῶν ἐνοικιαστῶν, καὶ οὕτω προσεπάθει
174νὰ ἀποκτήσῃ ἔξωθεν τὴν δύναμιν, δι’ ἧς ἔμελλε νὰ ἐπι-
175βληθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ νὰ ἐπιδράμῃ οὕτως ἐπὶ τὴν
176ἀρχήν. Καὶ ἀνῆλθεν ἐπ’ αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσο-
177λογγίου, ὁ ὁποῖος, ζητῶν τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης,
178ἔλεγε συγχρόνως, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τότε δευτέρα γνώμη ἀπὸ
179τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ καταλίπῃ πᾶσαν
180στρατιωτικὴν παρασκευὴν, πᾶσαν μέριμναν περὶ ἐξωτερι-
181κῶν πραγμάτων, διότι οὐδὲν ἐπρόκειτο, τὸ δὲ ἐξωτερικὸν
182ζήτημα δὲν ἦτο οὔτε εἰς τὸ ἄλφα ἀκόμη.
183Ἐὰν ταῦτα ἐνεθυμεῖτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, δὲν
184ἔχω δίκαιον νὰ ἐκφράσω ἀπορίαν, πῶς ἐξεπλάγη διὰ τὸ
185νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων τελῶν, τὸ συνδέσαν τὴν κατάρ-
186γησιν αὐτῶν μετὰ τῆς προστασίας τῶν σιτοφόρων χωρῶν,
187μετὰ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων, καὶ μετὰ τῆς ἀπογυμνώσεως
188τῶν δήμων ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν; Ἀλλὰ καὶ δι’
189ἄλλο τι νομίζω ὅτι ἐπλανήθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης·
190ἐπλανήθη ἀκόμη διότι ὑπέλαβεν, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ συντά-
191κτου τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἦτο ἀληθῶς ὁ σκοπὸς
192νὰ προστατεύσῃ τὰς σιτοφόρους χώρας, ἦτο ἀληθῶς ὁ σκο-
193πὸς νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὰς καταχρήσεις, αἵτινες
194λέγεται ὅτι διαπράττονται ὑπὸ τῶν μισθωτῶν τῶν δια-
195πυλίων τελῶν. Δὲν ἦσαν ταῦτα ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου,
196ἀλλ’ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ ἦτο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀκεραίαν καὶ
197πλήρη εἴσπραξιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐπιβάλει
198εἰς τοὺς δήμους νὰ εἰσφέρωσι διὰ τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτι-
199κῆς ἀστυνομίας καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
200σεως. Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἦτο τοσοῦτον προση-
201λωμένος εἰς αὐτὸ τὸ συμφέρον, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀκεραίαν
202εἴσπραξιν αὐτῶν, ὥστε λησμονεῖ καὶ τοὺς δήμους καὶ τὴν
203αὐτοβουλίαν αὐτῶν, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ
204πάντα τὰ ἄλλα. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν θέλων νὰ πραγματο-
205ποιήσῃ, ὠφελήθη ἀπὸ τὰς ὑπαρχούσας διαδόσεις περὶ τῶν
206καταχρήσεων, ἀπὸ τὴν ἀπέχθειαν, τὴν ὁποίαν οἱ πολλοὶ
207ἔχουσι κατὰ τοῦ συστήματος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπρά-
208ξεως τῶν ἐμμέσων τούτων δημοτικῶν δασμῶν, καὶ, ἐπὶ
209τῷ λόγῳ ὅτι σκοπεῖ νὰ ἀφαιρέσῃ τὰς καταθλίψεις ταύτας
210ἀπὸ τοὺς πολίτας, ἐζήτησεν ὡς ἀντάλλαγμα νὰ εἰσαγάγῃ
211εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ διὰ τῶν προτεινομένων δασμῶν
212εἰσπραχθησόμενα χρήματα, μηδενίζων συγχρόνως τὴν δημο-
213τικὴν αὐτοβουλίαν, ἀφαιρῶν καὶ τὸ τελευταῖον δικαίωμα,
214τὸ ὁποῖον εἶχον οἱ δῆμοι, νὰ διαχειρίζωνται τὰ χρήματα
215τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν ἐμμέσων δημοτικῶν δασμῶν.
216Τὰ ψηφίσματα τῶν συλλαλητηρίων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο
217ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς Θεσσαλικαῖς πρὸς προστασίαν τῆς
218σιτοπαραγωγῆς, ἐχάραξαν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν
219ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἔμελλε ν’ ἀκολουθήσῃ, ὡς εἶχον χαράξει
220κατὰ τὸ 1879 τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἔμελλε ν’ ἀκολουθήσῃ
221ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δεκάτης, ὅτε διετυμπανίζοντο ἐν
222τῇ χώρᾳ αἱ καταπιέσεις τῶν ἐνοικιαστῶν.
223Καὶ οὗτος μὲν ἦτο ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν εἰσήχθη τὸ συζητού-
224μενον νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν διαπυλίων τελῶν,
225δηλ. τῶν ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων, δὲν ἤχθη πρώτην φο-
226ρὰν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ
227νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, εἶναι τὸ τρίτον
228προτεινόμενον ὑπ’ αὐτοῦ νομοσχέδιον· δύο ἄλλα πρὸ αὐτοῦ
229εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλοτε, ἓν μὲν κατὰ τὸν
230Δεκέμβριον τοῦ 1888, ἕτερον κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1889.
231Ἀλλὰ καὶ τότε δὲν εἶχον σκοπὸν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα τὴν
232ἀπαλλαγὴν τῶν ὑποκειμένων εἰς τὴν ἔμμεσον δημοτικὴν
233φορολογίαν ἀπὸ τὰς καταχρήσεις τῶν εἰσπραττόντων καὶ
234βεβαιούντων τοὺς φόρους τούτους, ἀλλὰ σκοπὸν καὶ ἐκεῖνα
235εἶχον ἄλλο τι, τὴν εὕρεσιν καὶ συνομολόγησιν δανείου.
236Κατὰ τὸ 1888 ἦτο περιζήτητον ἓν δάνειον. Ὁ κ. Πρω-
237θυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε κατορθώ-
238σει νὰ εἰσπράξῃ καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον
239ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ 4,119,822.15, ἤτοι ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν
240135 ἑκατομμυρίων, ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων
241καὶ ἀπὸ τὸ πατριωτικὸν δάνειον. Ἀλλὰ τὰ ἔκτακτα ταῦ-
242τα ἔσοδα τῶν 4,119,822.15 δὲν ἐπήρκουν ἵνα καλύψωσι
243τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο, εἰ καὶ
244διέθεσε τὰ εἰρημένα ποσὰ, τὰ ἐκ τῶν δανείων εἰσπραχθέν-
245τα, εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ὁ ἀπολογι-
246σμὸς τοῦ 1888 βεβαιοῖ, ὅτι ἔμεινε καὶ ἔλλειμμα 14,379,
247641.62. Αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα ἔβλεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
248κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1888, καὶ ἐζήτει νὰ τὸ καλύψῃ,
249προσπαθῶν νὰ ἀνεύρῃ δάνειον· ἀλλὰ δάνειον δὲν ἦτο εὔκο-
250λον νὰ εὕρῃ ἀκόμη ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγου εἶχε
251συνομολογήσει τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, εὗρε δὲ
252τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν ὡς ἀφορμὴν, ἵνα ἐπι-
253βάλῃ φόρους. Ἐζήτει ὄντως νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὰς φωνὰς
254τὰς κατὰ τῶν διαπυλίων τελῶν, λόγῳ τῆς καταργήσεως
255αὐτῶν νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, τῶν φόρων δὲ τούτων τὸ προϊὸν
256νὰ προορίσῃ κατὰ πρῶτον λόγον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δα-
257νείου, καὶ καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα. Καὶ τότε λοιπὸν διὰ
258τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου προὐτάθη νὰ ἐπιβληθῶσι δύο δεκα-
259τημόρια ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένων εἰσαγω-
260γικῶν δασμῶν, ἐξαιρέσει τῶν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν,
261τρία δεκατημόρια ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων τελῶν ἐπὶ τῶν δη-
262μητριακῶν καρπῶν, ἓν δεκατημόριον ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων
263τελῶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, καὶ δύο δεκατημόρια ἐπὶ τοῦ δι-
264καιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματω-
265δῶν ποτῶν. Τὸ ζητούμενον δάνειον ἔπρεπε καὶ τοῦτο νὰ χαρα-
266κτηρισθῇ ὡς ἔχον σκοπόν τινα· προωρίζετο λοιπόν, ὅτι ἤθελε
267χρησιμεύσει δῆθεν δι’ οἰκοδομὴν διδακτηρίων τῆς δημοτι-
268κῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀπὸ τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τούτου ἔμελ-
269λε νὰ προαφαιρῆται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο ἀναγ-
270καίως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δανείου 10 ἑκατομμυρίων, τὸ
271ὁποῖον ἐξουσιοδοτεῖτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
272συνομολογήσῃ, ἵνα, ὡς εἶπον, χρησιμεύσῃ διὰ τὴν οἰκοδο-
273μὴν τῶν δημοτικῶν διδακτηρίων. Ἐπειδὴ δὲ τὰ διδακτή-
274ρια δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ οἰκοδομηθῶσι πάντα ἐντὸς ἑνὸς
275ἔτους, καὶ νὰ δαπανηθῶσιν οὕτω πάντα καὶ τὰ δέκα ἑκα-
276τομμύρια, ἤθελε διαχειρίζεσθαι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ πο-
277σὸν τοῦ δανείου τούτου ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν
278ἐξακολουθεῖ ἡ οἰκοδομὴ αὐτῶν, διότι ὀλίγα ἤθελον οἰκο-
279δομεῖσθαι κατὰ πᾶν ἔτος, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς τυγχάνει
280ἱκανώτατος, ἵνα διαχειρίζηται δάνεια. Τὸ ὑπόλοιπον δὲ
281τοῦ εἰσπραχθησομένου ποσοῦ ἐκ τῶν ἐπιβαλλομένων τελῶν
282μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
283τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς δήμους,
284ἀφοῦ κατηργοῦντο τὰ διαπύλια τέλη αὐτῶν, καὶ τοῦτο
285δὲν ἔμελλε νὰ ἀποδοθῇ αὐτοῖς ἀκέραιον, διότι ἀφῃροῦντο
286ἀπ’ αὐτοῦ πέντε ἑκατοστὰ καὶ ἀπεδίδοντο κατὰ τὸ νομο-
287σχέδιον ἐκεῖνο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα ἀναλάβῃ αὐτὸ
288τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνοικίων τῶν στρατώνων τῆς χωροφυ-
289λακῆς καὶ τῶν ἐνοικίων τῶν Εἰρηνοδικείων, τὰ ὁποῖα ἔπρε-
290πε νὰ πληρώνωνται ἀπὸ τοὺς δήμους, καὶ προσέτι δύο
291ἑκατοστὰ, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα ἀπεδίδοντο εἰς τὸ δημό-
292σιον ταμεῖον, ἵνα αὐτὸ δι’ αὐτῶν πληρόνῃ τὰ ἐν τοῖς νο-
293σοκομείοις καὶ τοῖς φρενοκομείοις καὶ τοῖς λωβοκομείοις
294πληρωτέα ποσὰ διὰ τὴν ἐν αὐτοῖς νοσηλείαν καὶ συντήρη-
295σιν ἀσθενῶν πενήτων. Σημειωτέον ὅτι κατὰ τὸν ἀπολογι-
296σμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπληρόνοντο διὰ
297τὴν διατήρησιν φρενοβλαβῶν ἐν τῷ φρενοκομείῳ Κερκύρας
298δραχ. 67,948.02, τὰς ὁποίας κατέβαλλε τὸ δημόσιον τα-
299μεῖον. Οὕτω δὲ διὰ τῶν δύο ἑκατοστῶν, περὶ ὧν εἴρηται,
300ἐζήτει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ ζημιῶν,
301ἀνθ’ ὧν κατέβαλε διὰ παραπλησίας ἀνάγκας.
302Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ,
303ἡ δὲ φυσιογνωμία τῆς Βουλῆς δὲν ἐνεθάῤῥυνε τότε τὸν
304Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ μετέδιδεν εἰς αὐτὸν τὴν
305προσδοκίαν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, διὰ τοῦτο ἐγκα-
306τέλιπεν αὐτό· ἀλλὰ μετὰ ἕνδεκα μῆνας, ἤτοι κατὰ Νοέμ-
307βριον τοῦ 1889, εἰσήγαγε δεύτερον νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου
308καὶ τούτου σκοπὸς ἦτο τὸ ποθούμενον δάνειον τῶν 10 ἑκα-
309τομμυρίων. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπεβάλλοντο 5
310δεκατημόρια ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων εἰσαγωγικῶν τελῶν
311ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων δημητριακῶν καρπῶν, ἤτοι προσθήκη
312τοσαύτη, ὅση εἶναι καὶ ἡ διὰ τοῦ ζητουμένου σήμερον νο-
313μοσχεδίου προτεινομένη, τρία ἕτερα δεκατημόρια ἐπὶ τῶν
314εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ἄλλων εἰσαγομένων εἰδῶν,
315πλὴν τῆς ζακχάρεως, δύο δεκατημόρια ἐπὶ τῶν πληρονο-
316μένων τελῶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, καὶ δύο δεκατημόρια ἐπὶ
317τοῦ πληρονομένου δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ ζύ-
318θου καὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς αὐξή-
319σεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν
320καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπραττομένων τελῶν ἐπὶ τῶν ἄλ-
321λων εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν
322εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, προαφῃρεῖτο πάλιν
323τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν
32410 ἑκατομμυρίων, διὰ τὴν δῆθεν οἰκοδομὴν δημοτικῶν δι-
325δακτηρίων· ἐκ δὲ τοῦ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ εἰρημένου
326ποσοῦ ὑπολοίπου ἀφῃροῦντο ὄχι πλέον 5 ἑκατοστὰ, ὡς διέ-
327τασσε τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον, ἀλλὰ 200 χιλιάδες
328δραχμῶν, καὶ ἐλάμβανεν αὐτὰς τὸ Δημόσιον, ἵνα πληρόνῃ
329τὰ ἐνοίκια τὰ ὑπὸ τῶν δήμων πληρωτέα διὰ τοὺς στρα-
330τῶνας τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν Εἰρηνοδικείων, καὶ προσέτι
331ἑτέρας 90 χιλιάδας δραχμῶν, ἵνα πληρόνῃ εἰς τὰ νοσοκο-
332μεῖα τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν ἐνδεῶν.
333Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς συνομολογήσεως δανείου δὲν ὑπάρχει
334πλέον ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ. Δὲν γνωρίζω διὰ
335ποίαν αἰτίαν ἐξέλιπε. Τάχα, διότι δὲν ἐπιθυμεῖ πλέον δά-
336νεια ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ ἐξέλιπε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν
337νὰ εὕρῃ καὶ συνομολογήσῃ τοιαῦτα; Τὸ τρίτον τοῦτο νο-
338μοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νῦν συζητεῖται, οὐδεμίαν ποιεῖται
339μνείαν δανείου, ποιεῖται ὅμως μνείαν τῶν εἰσφορῶν, καὶ
340ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ
341κατορθώσῃ νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὰ τελωνεῖα τὰ ἐκ τῶν διὰ
342τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτεινομένων κατὰ προσθήκην τε-
343λῶν εἰσπραττόμενα ποσὰ, ἀπέναντι τῶν εἰσφορῶν, τὰς ὁποίας
344ὀφείλουσιν οἱ δῆμοι νὰ ἀποδίδωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
345Διὰ ποῖον δὲ λόγον; Διότι ἀπὸ τὰς εἰσφορὰς ταύτας δὲν
346εἰσπράττει ὅσα προϋπολογίζει νὰ εἰσπράττῃ. Ἐὰν ἀνατρέ-
347ξητε εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1894 καὶ 1895, θέλετε
348εὑρεῖ, ὅτι ἀνέγραψεν ἐν ἑκατέρῳ αὐτῶν, ὅτι ἔμελλε νὰ εἰσ-
349πράξῃ ἑκατομμύριά τινα ἀπὸ τοὺς δήμους ὡς εἰσφορὰς, ἵνα
350ἀποζημιωθῇ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
351καὶ ὡσαύτως ποσὸν ὑπερβαῖνον τὸ ἑκατομμύριον διὰ τὰ
352ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καταβάλλει τὸ δημόσιον ταμεῖον ἕνεκα
353τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ κατὰ τὰς δημοσιευο-
354μένας καταστάσεις δὲν εἰσπράττει τὰ ποσὰ ταῦτα ἀκέραια,
355διότι τὰ δημοτικὰ ταμεῖα δὲν ἔχουσι χρήματα, ἵνα ἀπο-
356τίνωσι τὰς εἰσφοράς των. Οὕτως ὑπολείπονται ἐλλείμματα,
357ἀπὸ τὰ ὁποῖα ζητεῖ ν’ ἀπαλλαγῇ καὶ ἐξασφαλίσῃ τὴν πλήρη
358καὶ ἀκεραίαν εἴσπραξιν τῶν εἰρημένων εἰσφορῶν.
359Ἀλλ’ ἐπιτρέψατε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναμνήσω τὴν ἱστο-
360ρίαν τῆς εἰσφορᾶς, τῆς πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς
361στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐπιβληθείσης εἰς τοὺς δήμους, καὶ
362τῆς εἰσφορᾶς τῆς πρὸς ἀπόδοσιν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς
363ἐκπαιδεύσεως. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι θεσμὸς και-
364νοφανὴς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἑλλὰς διατελεῖ ὑπὸ Βασι-
365λείαν ἑξήκοντα καὶ πλέον ἔτη. Ἐκ τῶν ἑξήκοντα τούτων
366ἐτῶν ἡ Βασιλεία κατὰ τὰ πρῶτα δέκα ἔτη ἦτο ἀπόλυτος,
367αὐτὴ ἐνήσκει πᾶσαν ἐξουσίαν· αὐτὴ ἦτο ἀρχηγὸς τῆς ἐκτε-
368λεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ αὐτὴ ἐνήσκει καὶ τὴν νομοθετικὴν
369ἐξουσίαν, οὐδεὶς δ’ ἔλεγχος ὑπῆρχε τῶν κυβερνητικῶν πρά-
370ξεων, εἰμὴ ὁ ἔλεγχος τὸν ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἐνήσκει ἐπὶ
371τῶν Ὑπουργῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ οὔτε κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο
372τῆς δεκαετίας ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀνε-
373φάνη που, οὔτε μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ εἴδους ἐκείνου τοῦ
374πολιτεύματος ἀνεφάνη εἶδος θεσμοῦ στρατιωτικῆς ἀστυνο-
375μίας. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε ὁ Βασιλεὺς ἦτο ἀπό-
376λυτος μονάρχης, ἐπιτηρῶν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ
377νομοθετῶν, ἀναλαμβάνων δὲ ἐφ’ ἑαυτὸν τὴν εὐθύνην πασῶν
378τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐξε-
379δόθη νόμος, καθ’ ὃν ἀνεκηρύχθη, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι
380δικαίωμα κυβερνητικόν· ἀλλ’ ἐνῷ ἀνεκηρύττετο ὡς τοιοῦ-
381τον, ὁ εἰρημένος νόμος μετεβίβαζεν, ἐνεπιστεύετο τὴν ἐνά-
382σκησιν αὐτοῦ εἰς τοὺς δήμους, ὁ δὲ ἀστυνομικὸς νόμος, ὁ
383ὁποῖος ὑπάρχει ἐκδεδομένος κατὰ τὸ 1836 ἐν τύπῳ βασι-
384λικοῦ διατάγματος, ἐνεπιστεύετο τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀστυ-
385νομίας εἰς ὄργανα δημοτικά. Ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἦτο τὰ μάλα
386χαριστική. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἦτο ὀρθὴ κατ’ ἀρχήν, διότι δὲν
387εἶναι ὀρθόν, κατὰ τὰς ἀποδεδεγμένας ἤδη ἰδέας ἐν τῇ ἐπι-
388στήμῃ, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι κυβερνητικὸν δικαίωμα,
389ἀλλὰ μ’ ὅλον τοῦτο, μολονότι ἀφετηρία ἦτο τοιαύτη τις
390ἀρχή, ἐνεπιστεύετο τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν εἰς τὸν δῆμον,
391ἀλλ’ ἕνεκα τούτου ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸν καὶ τὰ βάρη καὶ τὰς
392δαπάνας τῆς ἐνασκήσεως αὐτῆς. Ἦτο δὲ λογικὸν, διότι ὁ
393δῆμος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἂν πρέπῃ νὰ ἔχῃ εἰδικὸν
394ἀστυνόμον ἢ ὄχι· ἂν ἔκρινε δ’ ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἔχῃ
395ἴδιον ἀστυνόμον, ὁ δήμαρχος ἤθελεν ἐνασκεῖ καὶ τὴν ἀστυ-
396νομικὴν ἐξουσίαν μετὰ τῆς ἄλλης διοικήσεως, ἥτις ἦτο
397ἀνατεθειμένη εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ ὁ δήμαρχος προσέτι εἶναι
398ὁ προσδιορίζων καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν
399κατωτέρων ὀργάνων, δι’ ὧν ἐνησκεῖτο ἡ προληπτικὴ ἀστυ-
400νομία ἐν τῇ περιφερείᾳ. Ἑπομένως φυσικὸν ἦτο νὰ ἀνατε-
401θῶσιν εἰς τὸν δῆμον καὶ αἱ δαπάναι τῆς ἐνασκήσεως τῆς
402ἀστυνομικῆς ἐξουσίας. Εἶπον ὅτι ἡ πρᾶξις ἦτο πρᾶξις ἐμ-
403πιστοσύνης, πρᾶξις χαριστική, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἀρχὴ δὲν ἀνα-
404γνωρίζεται ὡς ὀρθή. Ἀληθῶς φρονῶ, ὅτι τὸ ἐνασκεῖν τὴν
405τοπικὴν ἀστυνομίαν εἶναι δικαίωμα οὐχὶ κυβερνητικὸν, ἀλ-
406λὰ δημοτικόν. Τί ἐστὶ τοπικὴ ἀστυνομία; Τοπικὴ ἀστυνο-
407μία εἶναι ἡ ἀστυνομία τῶν ἀγρῶν, ἡ ἀστυνομία τῶν ὑδά-
408των τῶν προωρισμένων πρὸς ἄρδευσιν τῶν ἀγρῶν, ἡ ἀστυ-
409νομία τῆς ἐνάρξεως καὶ τῆς διεξαγωγῆς τῆς συγκομιδῆς
410τῶν καρπῶν, ἡ ἀστυνομία τῆς συγκοινωνίας τῶν ἀγρῶν καὶ
411τῶν κτημάτων πρὸς τὰς κώμας ἢ πρὸς τὴν πρωτεύουσαν
412τοῦ δήμου, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποθηκεύονται οἱ καρποί. Ἡ το-
413πικὴ ἀστυνομία εἶναι ἡ ἀστυνομία τῶν ἀγορῶν, ἡ ἀστυνο-
414μία τῆς καθαριότητος τῆς ἀγορᾶς, τῆς ὑγειονομίας τῆς
415ἀγορᾶς, ἡ ἀστυνομία τῆς προβλέψεως, ὅπως ἡ ἀγορὰ παρέ-
416χῃ πάντα τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τροφὴν καὶ συντήρησιν τῶν
417κατοίκων. Ἡ τοπικὴ ἀστυνομία περιλαμβάνει τὴν ἀστυνο-
418μίαν τοῦ πυρὸς, ἑπομένως τὴν προμήθειαν, ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα
419τοῦ δήμου ἐπιτρέπουσιν, ὀργάνων καὶ ἀνθρώπων ἐπιτηδείων
420πρὸς κατάσβεσιν τῶν πυρκαϊῶν, καὶ τὴν πρόληψιν αὐτῶν
421διὰ τοῦ καθαρισμοῦ τῶν ἑστιῶν ἢ τῶν ἄλλων τόπων ἢ
422καταστημάτων, ἐν οἷς γίγνεται χρῆσις τοῦ πυρός. Ἡ το-
423πικὴ ἀστυνομία περιλαμβάνει τὴν ἀστυνομίαν τῶν οἰκοδο-
424μῶν, ἑπομένως τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὁδῶν, τῶν πλατειῶν
425καὶ τοῦ σχεδίου τῆς κώμης ἢ τῆς πόλεως. Ἡ τοπικὴ ἀστυ-
426νομία περιλαμβάνει τέλος τὴν ἀστυνομίαν τῆς ὑγείας, ἑπο-
427μένως τὴν φροντίδα, εὐθὺς ὡς φανῶσιν ἐνδείξεις νόσων εἴτε
428ἐνδημικῶν εἴτε λοιμωδῶν, νὰ εἰδοποιῇ τὴν δημοσίαν διοί-
429κησιν, ὅπως λάβῃ μέτρα πρὸς πρόληψιν ἢ καταστολὴν αὐ-
430τῶν. Ἡ τοπικὴ ἀστυνομία καλεῖται νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς
431τοπικῆς τάξεως, περὶ τῆς εὐκοσμίας τῶν κωμῶν καὶ τῆς
432πόλεως, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἠθικῆς τῶν κατοίκων. Τίς
433ἄλλος ἤθελεν εἶσθαι ἁρμοδιώτερος καὶ μᾶλλον ἐπιτήδειος,
434τίς ἄλλος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μεγαλείτερον συμφέρον ἀπὸ τοὺς
435δημότας τοῦ δήμου, ἵνα ἀναλάβωσι καὶ ἐνασκήσωσι ταύ-
436την τὴν μέριμναν, τὴν πολύπλοκον ταύτην ὑπηρεσίαν τῆς
437τοπικῆς ἀστυνομίας; Ἀλλ’ εἰς τὰς ἰδέας τοῦ Πρωθυπουρ-
438γοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶναι πάντοτε φωτειναί, ἐγένετο σύγχυσις
439τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας μὲ τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν, τὴν
440ἀστυνομίαν τῆς κοινῆς ἀσφαλείας. Ἐσύγχισε τὴν χωροφυ-
441λακὴν καὶ τὴν καλουμένην εἰς συμπλήρωσιν αὐτῆς στρα-
442τιωτικὴν δύναμιν μὲ τὴν ἀστυνομίαν. Ἐσύγχισε τὰ μέτρα
443τὰ γενικὰ κατὰ τῶν λῃστῶν, τὰ μέτρα τῆς καταδιώξεως
444τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, τὰ κατὰ τῶν ἐγκληματιῶν
445μὲ τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν. Εὗρεν ἀνικάνους τοὺς δήμους
446νὰ διαχειρίζωνται τὴν τοιαύτην ἀστυνομίαν, καὶ ἀφῄρεσεν
447ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἐνάσκησιν αὐτῆς τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας,
448δὲν ἔκρινε δ’ ἀξίους τῆς ἐμπιστοσύνης του τοὺς δήμους, ἵνα
449διαχειρίζωνται καὶ αὐτὴν τὴν φύλαξιν τῶν ἀγρῶν των.
450Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν
451δικαίωμα τοῦ Κράτους, καὶ ἀφοῦ αὐτὸ ἐνασκεῖ τὸ δικαίωμα
452τοῦτο, διὰ ποῖον λόγον πρέπει οἱ δῆμοι νὰ ἀναλάβωσι τὰ
453ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας; Ἄλλοτε δημοτικὴ ἀστυνομία
454ὑπῆρχε καὶ ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀλλ’ ἡ εὐκο-
455σμία τῆς πόλεως, ἡ ὁποία εἶναι πρωτεύουσα τοῦ Κράτους,
456τὸ μέγα συμφέρον, ὅπως ἡ τάξις τηρῆται ἀλώβητος, καὶ
457ὅπως οὐδὲν προκύπτῃ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μεταδίδῃ μὴ
458προσήκουσαν, μὴ εὐάρεστον περὶ ἡμῶν γνώμην εἰς τοὺς ἀλ-
459λοδαποὺς, οἵτινες ἔρχονται εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἢ κατοι-
460κοῦσιν ἐν αὐτῇ, ὑπηγόρευσαν τὸ μέτρον τῆς ἀποκαταστά-
461σεως διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ.
462Τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ 1849. Κατ’ ἐξαίρεσιν ἀνεκλήθη
463τότε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐνασκεῖν τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν
464ἀπὸ τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ἀνετέθη εἰς
465ὄργανα τῆς δημοσίας διοικήσεως. Οἱ νομοθετήσαντες ταῦ-
466τα, οἱ ὁποῖοι κατὰ δυστυχίαν μας φαίνεται ὅτι ἦσαν σο-
467φώτεροι ἡμῶν,—λέγω κατὰ δυστυχίαν, διότι ἐκεῖνοι ἀπέχου-
468σιν ἀφ’ ἡμῶν 45 ἔτη, καὶ ἔπρεπεν ἡμεῖς νὰ ἤμεθα μᾶλλον
469προηγμένοι εἰς ἐπιστήμην καὶ ἀλήθειαν,—οἱ νομοθετήσαν-
470τες, λέγω, τότε ἀνεγνώρισαν, ὅτι δὲν ἠθύνοντο οἱ δῆμοι
471Ἀθηναίων καὶ Πειραιέων, ἵνα πληρόνωσι τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυ-
472νομίας, καὶ ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1849 ὁρίζουσιν, ὅτι τὰ
473ἔξοδα ταῦτα ἐπιβαρύνουσι τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ἀπήλ-
474λαξεν ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς ἀστυνομίας τοὺς
475δήμους Ἀθηναίων καὶ Πειραιέων, ἀφῄρεσεν ὅμως ἀπὸ αὐ-
476τοὺς καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦ χρόνου ἐκεί-
477νου εἰσέπραττον, τὰ ὁποῖα εἶναι συμφυῆ μὲ τὴν ἀστυνομι-
478κὴν ἐξουσίαν, ἤτοι τὰ πταισματικὰ πρόστιμα, τὰ διαβα-
479τήρια, τὰ δικαιώματα ἐκ τῶν ἐμπορικῶν πανηγύρεων, τὰ
480τῶν σταθμῶν καὶ μέτρων καὶ λοιπά.
481Αὕτη εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ διάταξις τῶν πραγμάτων,
482τοῦτο ἦτο τὸ ὀρθόν. Ἡμεῖς ὅμως διατελοῦμεν ἐν συγχύσει,
483ὡς ἂν ἤμεθα μὲ φῶς ἀμυδρὸν, καὶ μόλις διακρίνομεν τὰ
484ἀντικείμενα, καὶ περιπλεκόμεθα μετ’ αὐτῶν, οὕτω δὲ νομοθε-
485τοῦμεν ὡς ἀμαθεῖς, κατεστρέψαμεν δὲ πᾶσαν εὐρυθμίαν ἐν
486τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν. Διὰ τοῦτο οὐχὶ οὕτως, ἀλλ’ ἄλλως διέταξε
487τὰ περὶ τούτου ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Αὐ-
488τὸς ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δήμους νὰ εἰσφέρωσι τὰς δαπάνας
489τῆς ἀστυνομίας. Τί νὰ εἰσφέρωσιν; Αὐτοὶ δὲν διορίζουσιν
490ἀστυνόμους, δὲν γνωρίζουσι ποῖος διορίζεται, δὲν προσδιορί-
491ζουσι τὸν ἀριθμὸν οὐδ’ αὐτῶν, οὐδὲ τῶν κλητήρων, δὲν προσ-
492διορίζουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν, οὐδὲ τὰ ἔξοδα τῆς μεταθέ-
493σεώς των, οὐδὲ τὰ τῆς ἕνεκα ὑπηρεσίας περιοδείας των,
494οὐδὲ μισθόνουσιν αὐτοὶ τὰ οἰκήματα τῶν ἀστυνομικῶν γρα-
495φείων, διὰ νὰ πληρόνωσι τὰ ἐνοίκια. Τί ζητεῖτε παρ’ αὐ-
496τῶν νὰ πληρόνωσιν ἔξοδα; Νὰ πληρόνωσιν ὅσα θέλει ὁ
497Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Οὗτος σήμερον θέλει χιλίους
498ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, αὔριον διορίζει τετρακισχιλίους
499σήμερον διορίζει 10 ἀστυνόμους, αὔριον 70· σήμερον θέλει
500νὰ πληρόνῃ 50 δραχ. ἐνοίκιον, αὔριον ζητεῖ 500· πρέπει
501νὰ πληρόνωσιν οἱ δῆμοι; Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι αἱ φιλελεύ-
502θεροι, αἱ ὁποῖαι ἀνέθαλον ἐν τῷ τόπῳ μετὰ τὴν ἐμφάνισιν
503τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἐν τῇ πολιτικῇ! Οὕτω
504λοιπὸν νόμος τοῦ Κράτους ὑπεχρέωσε τοὺς δήμους νὰ εἰσ-
505φέρωσι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν.
506Ἀλλ’ οἱ νόμοι περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι δύο,
507εἷς μὲν ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1892, καὶ ἕτερος ψηφισθεὶς κατὰ
508τὸ 1893. Ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1892 δὲν ἐξετε-
509λέσθη, καὶ ἐπροτάθη νέος νόμος, ὁ τοῦ 1893, τροποποιῶν
510τὸν προηγούμενον. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ
511ὁποῖος δὲν εἶναι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν ὥραν αὐ-
512τήν, συζητουμένου ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου,
513ἔδωκε τὴν ἐξήγησιν τοῦ λόγου, δι’ ὃν δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ
514ἐκτελεσθῇ ὁ πρῶτος νόμος, διότι, κατὰ τὴν ἐξήγησιν ταύ-
515την, δὲν ἐκανόνιζε καλῶς τὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν εἰσφο-
516ρῶν τῶν δήμων. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον τοῦ 1892, τὸ πο-
517σὸν τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς
518ἀστυνομίας ἔμελλε νὰ κανονίζηται μετὰ τὸν προσδιορισμὸν
519τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ἕνεκα τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς
520ἐκπαιδεύσεως· ἑπομένως ἠλαττοῦτο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
521ἔπρεπε νὰ εἰσφέρῃ ὁ δῆμος. Ἔθηκε λοιπὸν ἄλλην βάσιν, ἐπὶ
522τῆς ὁποίας ἐστήριξε τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1893. Κατὰ τὸν
523νόμον ͵ΒΞΘʹ τῆς 21 Ἰουλίου 1892, ἄρθρ. 33, προσδιορίζε-
524ται εἰσφορὰ «Μία δραχμὴ κατὰ ψυχήν, ἀλλὰ τὸ ποσὸν
525δὲν δύναται νὰ ἦναι μεῖζον τῶν 50 ἑκατοστῶν, ἢ ἔλασσον
526τῶν 15 ἑκατοστῶν τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμ-
527μέσων φόρων τοῦ δήμου εἰσπραχθέντων ἐσόδων αὐτοῦ, πάν-
528τοτε δὲ εἰς ὅρον ἐξαιροῦντα τῆς ἀποδόσεως ποσὸν 2,000
529δραχμῶν.» Ἐπειδὴ ὅμως πρὸ τοῦ νόμου τούτου εἶχεν ἐκδοθῇ
530ὁ νόμος περὶ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ
531τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου 50
532ἑκατοστὰ ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων
533φόρων ἐσόδων αὐτοῦ, τὰ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ
534τούτου ἦσαν πολὺ ὀλιγώτερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπῃ-
535τεῖτο νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς δήμους· διὰ τοῦτο προεκλήθη
536ὁ ͵ΒΡΠΗʹ νόμος τῆς 23 Μαρτίου 1893, τὸ ἄρθρον 36 τοῦ
537ὁποίου ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ εἰδικῷ προϋ-
538πολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουρ-
539γείου ἀναγράφονται κατ’ ἔτος οἱ μισθοί, αἱ ἀποδοχαὶ καὶ
540ἀποζημιώσεις τοῦ προσωπικοῦ καὶ αἱ ἄλλαι δαπάναι τῆς
541ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ ὁλικὸν δὲ ποσὸν τῶν δαπανῶν
542τούτων ἀναλογίζεται εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, πλὴν
543τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, πρὸς μίαν δραχμὴν κατὰ
544ψυχήν, καὶ ἀποδίδεται ὑπ’ αὐτῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον
545ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐσό-
546δων των τῆς αὐτῆς χρήσεως. Τὸ ἀποδοτέον ὅμως ὑπὸ τοῦ
547δήμου ποσὸν δὲν δύναται νὰ ἦναι μεῖζον τῶν ἑβδομήκοντα
548πέντε, ἢ ἔλασσον τῶν εἴκοσιν ἑκατοστῶν τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ
549τῶν ἐκ τῶν φόρων τούτων ἐσόδων του, πάντοτε δὲ εἰς ὅρον
550ἐξαιροῦντα τῆς ἀποδόσεως ποσὸν 2,000 δραχμῶν.» Τοιου-
551τοτρόπως ηὔρυνε τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων προσδιωρίζετο
552ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων, καὶ ἐνομοθέτησε τρόπον, διὰ νὰ προσ-
553διορισθῶσι μείζονα τὰ πληρωτέα δι’ ἔξοδα τῆς στρατιω-
554τικῆς ἀστυνομίας.
555Ἀλλὰ ποῖά εἰσι τὰ ἔξοδα αὐτά; Τὰ ἔξοδα αὐτὰ κατὰ
556τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 ἀνήρχοντο εἰς 3,044,372.
557Ἀλλ’ ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος τοῦ 1892, ἐξέφυγεν ἀπὸ τοῦ
558ἕρκους τῶν ὀδόντων τῶν Ὑπουργῶν μία ἀποκάλυψις, ὅτι με-
559ταξὺ τῶν ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευον τὴν νομοθέ-
560τησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὴν δημιουργίαν τοῦ
561θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἦτο καὶ λόγος οἰκο-
562νομικός, λόγος τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολο-
563γισμοῦ. Πῶς νὰ ἐλαττωθῶσι; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
564τιωτικῶν προωρίσθη διὰ τὴν ἐγχείρισιν. Νέον λοιπὸν συν-
565δυασμὸν νὰ ἀφαιρέσῃ ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωμα-
566τικῶν ἀπὸ τὸν στρατόν, καὶ νὰ πληρώνωσιν αὐτοὺς οἱ δῆμοι,
567νὰ μὴ πληρώνωνται δὲ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοῦτο
568δὲ πράγματι ἐνομοθετήθη.
569Κατὰ μὲν τὸ 1894 ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουρ-
570γείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἕνεκα τῆς ἀποσπάσεως ἀξιω-
571ματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυ-
572νομίαν, ἀνῆλθεν εἰς 1,012,680, κατὰ δὲ τὸ 1895 ἡ ἐλάτ-
573τωσις ἀνῆλθε μόνον εἰς 995,520. Τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει
574ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνο-
575μίας, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1895 προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ
576προϋπολογισμοῦ εἰς 3,044,372, οὕτω δ’ ὑπολείπονται μό-
577νον δραχ. 2,048,852. Ἀλλὰ πρέπει ὡσαύτως ν’ ἀφαιρέσω-
578μεν καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονε πρότερον τὸ δημό-
579σιον ταμεῖον διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ
580Πειραιῶς, ταῦτα δὲ εἶχον ἀνέλθει κατὰ τὸ 1891 εἰς δραχ.
581372,179.37, ὑπολείπονται δὲ καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην
582ὡς ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατὰ τὸ 1895 δρ.
5831,676,672.63. Ἂν εἰσπραχθῇ καὶ ἡ ἐν τῷ προϋπολογι-
584σμῷ τοῦ 1895 ἀναγραφεῖσα ὡς εἰσπρακτέα παρὰ τῶν δή-
585μων εἰσφορὰ τῶν 1,200,000, ὑπολείπεται ἐκ τῶν ἐξόδων
586τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰς βάρος τοῦ δημοσίου τα-
587μείου ποσὸν 476,673.63. Οὐχὶ λοιπὸν ἐλάττωσιν τῶν ἐξό-
588δων τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ οἰκονομίαν ἐπέφερεν ὁ νομο-
589θετηθεὶς θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ αὔξη-
590σιν τῶν ἐξόδων κατὰ 476,673.63· οὐδ’ ἐπέτυχεν οἰκονομι-
591κῶς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον τόσον ἐμειδία εἰς τὰ ὄμματα τῶν
592κ. Ὑπουργῶν, διότι, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα, ηὐξή-
593θησαν. Ἀλλ’ εἰσεπράχθη ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων ἐκ δραχ.
5941,200,000; Εἰς τοὺς πίνακας τῶν προϋπολογιζομένων,
595βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων ἐσόδων τοῦ 1892 δὲν
596εὗρον ἀναγεγραμμένον ὡς εἰσπραχθὲν μέχρι τέλους Ὀκτω-
597βρίου ποσόν τι. Ὁ πίναξ συνετάχθη ἐν τῷ Γενικῷ Λογι-
598στηρίῳ, ἑπομένως πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὡς ἀκριβής· αὔξησις
599ἐξόδων, ἂν ἤθελεν εἰσπραχθῆ ἀκεραία ἡ δημοτικὴ εἰσφορὰ
600τῶν 1,200,000, ἀλλ’ ἂν δὲν εἰσπραχθῇ εἴτε ἀκεραία, εἴτε
601διόλου, ποῖον θέλει ἀναγραφῆ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου τα-
602μείου ποσὸν ἐξόδων; Τὸ ἔλλειμμα θέλει εἶσθαι τόσῳ μεγα-
603λείτερον, ὅσον ὀλιγώτερον θέλει εἶσθαι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
604ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τοῦ δήμου θέλει εἰσπραχθῆ.
605Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἑτέρας εἰσφορᾶς, ἥτις
606ἐπεβλήθη εἰς τοὺς δήμους διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς
607ἐκπαιδεύσεως. Τὸ μέρος τοῦτο, ἂν ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν
608σας, θέλετε εὑρεῖ μᾶλλον ἀξιοδάκρυτον. Ὅτε ὁ κ. Πρωθυ-
609πουργὸς κατὰ τὸ 1882 ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν, εὗρεν ἀνω-
610μαλίαν, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισεν ὡς μεγάλην, ἀλλὰ τόσον
611μεγάλην, ὥστε ἐπανειλημμένως κατήγγειλεν αὐτὴν εἰς τὴν
612Βουλὴν· ἴσως πλέον ἢ πεντάκις ἢ ὀκτάκις ἠκούσατε αὐτοῦ
613ἐν τῇ αἰθούσῃ παραπονουμένου, ὅτι δὲν ὑπάρχει τάξις εἰς
614τὰ οἰκονομικὰ, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἀταξία, διότι τὸ Κρά-
615τος προκαταβάλλει τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων,
616ἀλλὰ δὲν ἀποδίδονται αὐτῷ παρὰ τῶν δήμων τὰ προκατα-
617βαλλόμενα, καὶ ὀγκώδη ὑπάρχουσι καθυστεροῦντα. Τὸ
618πρᾶγμα εἴχετο ἀληθείας, διότι ἀπὸ τοῦ 1856, ὅτε τὸ πρῶ-
619τον ἐνομοθετήθη τὸ μέτρον τῆς ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου
620προκαταβολῆς τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων, μέχρι τοῦ
6211880 ὑπάρχουσι καθυστερήσεις ἀπὸ τοὺς δήμους 4,488,759.
622Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο διαιρέσητε διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐτῶν
62323, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ὑπῆρχεν ἔλλειμμα κατ’ ἔτος δραχ.
624195,163. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1886 ὑπῆρ-
625ξεν ἔλλειμμα δραχμῶν 2,389,368, ἐὰν δὲ διαιρήσητε καὶ
626τὸ ἔλλειμμα τοῦτο μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἓξ ἐτῶν, τῶν ἀπὸ
627τοῦ 1880 διαῤῥευσάντων, τὸ ἔλλειμμα κατ’ ἔτος ἀνέρχεται
628καὶ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην εἰς 398,224.
629Τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶχον κατὰ τὰ παρελ-
630θόντα ἔτη ὡς εἶχον ἐν γένει τὰ δημοτικὰ πράγματα, τὰ
631δὲ δημοτικὰ πράγματα εἶχον ὡς εἶχον καὶ τὰ δημόσια, οὐδὲ
632ἦτο δυνατὸν νὰ χωρίσῃ τις τὴν τύχην τῶν δήμων ἀπὸ τὴν
633τύχην τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων
634εὐγλώττως παρέστησε ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῶν δήμων
635κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον. Λέγεται τὸ ἀνέκδοτον, ὅτι, ὅτε
636ἐστάλησαν εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους τὰ διὰ τῆς
637Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντα βιβλία, τὰ
638ὁποῖα περιεῖχον τοὺς τότε ἐκδοθέντας νόμους τῆς πολιτικῆς
639δικονομίας, τοῦ ποινικοῦ νόμου, τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικα-
640στηρίων καὶ τῆς ποινικῆς δικονομίας, ὁ ἀποστέλλων Ὑπουρ-
641γὸς τῆς Δικαιοσύνης συνέστησεν εἰς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποί-
642ους ἀπέστελλε τὰ βιβλία ταῦτα, ὅτι πρὸ πάντων πρέπει
643νὰ ἔχωσιν ὁδηγὸν τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ τὴν ἐπιείκειαν. Ἀλλ’
644εἷς τῶν εἰρηνοδικῶν ἔγραψε τότε εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸν
645Ὑπουργὸν, ὅτι ἔλαβε τὰ ἄλλα βιβλία, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε καὶ
646τὰ βιβλία τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τῆς ἐπιεικείας. Ὁ νομοθέ-
647της, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸν νόμον περὶ δήμων, ἔκρινεν ὅτι οἱ
648δῆμοι πρέπει νὰ ἦναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν μικρότεροι, διότι,
649ὅταν ἦναι μεγαλείτεροι, τὰ ἔσοδα πάντα τοῦ δήμου κατα-
650ναλίσκονται ἐν τῇ πρωτευούσῃ αὐτοῦ, τὰ δὲ χωρία δὲν ὠφε-
651λοῦνται τὸ παράπαν. Ὁ νομοθέτης ἐπεθύμει ἕκαστον τῶν χω-
652ρίων ν’ ἀποτελῇ, εἰ δυνατόν, ἴδιον δῆμον, εἶχε δὲ περιλάβει
653διάταξιν, καθ’ ἣν, ὅταν ὑπῆρχον 300 ψυχαί, νὰ συνιστῶσιν
654αὗται ἕνα δῆμον. Οὕτω κατηρτίσθησαν οἱ δῆμοι κατὰ τὸ
6551835–1836 καὶ 1837. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι
656δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν οἱ τοιοῦτοι δῆμοι, διότι
657δὲν εἶχον χρήματα, οὐδὲ διὰ νὰ διατηρήσωσι δημοτικὸν τα-
658χυδρόμον, οὐδὲ δι’ ἐνοίκιον γραφείου, οὐδὲ δι’ ἀγορὰν χάρ-
659του. Ὁ τόπος ἦτο ἀκαλλιέργητος, εἶχε λεηλατηθῆ ὑπὸ τῶν
660Τούρκων, οἰκοδομαὶ δὲν ὑπῆρχον, ἐστεγάζοντο οἱ πλεῖστοι
661ὑπό τινας καλύβας, φόροι ἄμεσοι ἢ ἔμμεσοι δὲν ὑπῆρχον,
662διὰ τοῦτο ἦτο ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ ἡ κατάστασις ἐκείνη,
663ὑπῆρχε δὲ ἀνάγκη νὰ μεταβληθῶσι τὰ τοῦ σχηματισμοῦ
664τῶν δήμων. Κατὰ τὸ 1840 ἑπομένως ἐλήφθη μέτρον γενι-
665κὸν, νὰ συγχωνευθῶσιν οἱ δῆμοι. Ἐν ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ ἦσαν
666εἴκοσι δῆμοι, οὗτοι συνηνώθησαν εἰς ἕνδεκα, καὶ ἐν ἄλλῃ,
667ἐν ᾗ εἶχον σχηματισθῆ ἑπτὰ δῆμοι, συνεχωνεύθησαν οὗτοι
668εἰς τρεῖς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ ἐπαρχία Θήρας εἶχε διαιρεθῆ
669εἰς τέσσαρας δήμους, ὅσοι ὑπάρχουσι καὶ νῦν, εἰς τοὺς δή-
670μους Θήρας, Οἴας, Καλλίστης καὶ Ἐμπορείου, ἀλλὰ οἱ τέσ-
671σαρες οὗτοι δῆμοι συνεχωνεύθησαν μετὰ τὸ 1840 εἰς μόνον
672δύο. Ἔκτοτε τὰ ταμεῖα τῶν δήμων ἤρξαντο νὰ ἔχωσιν
673ἔσοδά τινα, ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἦσαν ἀνεπαρκῆ πρὸς ἐκπλή-
674ρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν δήμων, αἵτινες ὑπὸ τοῦ νόμου
675ἐπεβλήθησαν εἰς αὐτούς. Οἱ δῆμοι διὰ τοῦτο δὲν ἠδύναντο
676νὰ πληρώνωσιν ἐγκαίρως καὶ τοὺς δημοδιδασκάλους, ὑπῆρ-
677χον δὲ καθυστερήματα, καὶ ἄλλοι μὲν τῶν διδασκάλων
678κατέλειπον τὰς θέσεις των, ἄλλοι δὲ ὑπέμενον, ὑποβαλλό-
679μενοι εἰς στερήσεις. Κατὰ τὸ 1856 ἐκλήθη εἰς τὴν διοίκη-
680σιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνὴρ νοήμων καὶ
681φιλότιμος, ὁ Χριστόπουλος, οὗτος δὲ προεκάλεσε τὸν νόμον
682τῆς 12 Ἰουλίου 1856, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ μισθοὶ τῶν δημο-
683διδασκάλων προκατεβάλλοντο ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου.
684Τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς γνωστόν, εἰσέπραττε τοὺς ἀμέσους
685φόρους τῶν δήμων, ἤτοι τὰ ποσοστὰ ἐκ τοῦ φόρου τῶν
686δημητριακῶν καρπῶν, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ἐκ τοῦ τῶν
687οἰκοδομῶν καὶ ἐκ τοῦ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀπέναντι τῶν
688ὁποίων προκατέβαλλε τοὺς μισθούς. Ἀλλὰ τὸ σύστημα
689τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐθεράπευσε τὸ παραλύον τότε τὴν δημο-
690τικὴν ἐκπαίδευσιν κακὸν καὶ συνετέλεσε νὰ μὴ καταλί-
691πωσι τὰς θέσεις των οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ νὰ ἀσχολῶνται
692εἰς τὸ ἔργον των, ἐπέφερε καί τι ἄτοπον, ὅτι πολλοὶ δῆμοι
693ἔμενον καθυστεροῦντες εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι τὰ
694παρὰ τῶν ταμιῶν εἰσπραττόμενα ἔσοδά των δὲν ἐπήρκουν
695νὰ ἐξοφλήσωσι τὰς προκαταβολάς, καὶ οὕτως ἔμειναν τὰ
696καθυστεροῦντα δραχ. 195,163 καθ’ ἕκαστον ἔτος κατὰ τὴν
697πρώτην περίοδον, καὶ δραχ. 398,224 καθ’ ἕκαστον τῶν
698ἐτῶν τῆς δευτέρας ἑξαετοῦς περιόδου.
699Ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν τῶν ἐτῶν 1880 μέχρι 1886
700ηὔξησε τὸ καθυστέρημα τῶν δήμων, διότι τότε συνιστῶντο
701ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου δημοτικὰ σχολεῖα αὐτοβούλως, οὐδὲ
702ἠρωτῶντο οἱ δῆμοι, ἂν στέργωσι τὴν σύστασιν αὐτῶν, ἢ
703ποῦ θέλουσι νὰ συστηθῶσι τοιαῦτα, διότι συνιστῶντο οὐχὶ
704κατὰ τὰς προτάσεις τῶν δήμων, ἀλλὰ κατὰ τὰς συστάσεις
705τῆς πολιτικῆς. Εἶναι ἀξιομνημόνευτος ἡ περίοδος ἐκείνη ἐν
706σχέσει πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, διότι κατὰ τὴν
707ἐμὴν γνώμην—καὶ ἠσχολήθην εἰς τὰ περὶ τούτου—ἡ δη-
708μοτικὴ ἐκπαίδευσις οὐ μόνον δὲν ἐβελτιώθη κατ’ ἐκεῖνον
709τὸν χρόνον, ἀλλὰ καὶ ἐχειροτέρευσεν ἐκ τῆς πληθύος τῶν
710διοριζομένων προχείρων καὶ ἀδοκίμων δημοδιδασκάλων, τῆς
711πληθύος τῶν συνισταμένων δημοτικῶν σχολείων· τὰ προ-
712καταβαλλόμενα δὲ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὑπερέβαινον πολὺ τὰ
713μέσα τῶν δήμων, καὶ ἐπηύξανον οὕτω τὰ καθυστεροῦντα,
714τὰ ὁποῖα πρὸ τοῦ 1880 ἀνήρχοντο, ὡς εἶπον, μόνον εἰς δρ.
715195,163, ἀνελθόντα εἰς 398,224. Τῷ ὄντι κατὰ τὴν ἐπο-
716χὴν ἐκείνην εἰσήλασεν ἡ πολιτικὴ πάνοπλος εἰς τὰς τάξεις
717τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἡ Βουλὴ τότε πολλά-
718κις ἠσχολήθη δι’ ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ καὶ τότε ἦτο πλειο-
719νοψηφία, τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξετίμησεν εὐλό-
720γως εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 7ης Ἀπριλίου 1885...
721Ἤκουσα μουρμουρίζοντά τινα. Οἱ συμπολῖταί του θέλουσι
722καὶ τοῦτον ἐκτιμήσει κατὰ τὰς προσεχεῖς βουλευτικὰς
723ἐκλογὰς, ὡς κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου ἐξετίμησαν οἱ συμπο-
724λῖταί των καὶ τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης.
725Ἀλλὰ τὸ κακὸν ἔπρεπε νὰ θεραπευθῇ. Ἀπησχόλει τὸν
726κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ὄπισθεν τούτου ὁ τότε διευθυντὴς
727τοῦ Λογιστηρίου ἐξίστατο καθ’ ἑκάστην, βλέπων ὅτι ἡ ἀτα-
728ξία εἶχεν ὑπερπλεονάσει, οὐδ’ ἀπέβαινε δυνατὸν νὰ διοικη-
729θῶσι τὰ οἰκονομικὰ, ἀφοῦ ἔμενε τοσοῦτον ἔλλειμμα. Ὁ κ.
730Πρωθυπουργὸς ἔδραμεν ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι ταύταις νὰ
731θεραπεύσῃ τὸ κακὸν, καὶ συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ συστήσῃ
732ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ σύστασις τοῦ τα-
733μείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶχε μελετηθῆ ἄλλοτε
734ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅτε ἐγὼ διηύθυνα
735τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι
736ἐμελέτησαν τὸ σύστημα τοῦτο πρὸς τακτοποίησιν τῶν
737ἀφορώντων τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκ-
738παιδεύσεως κατὰ τρόπον, ὥστε οὔτε τὸ Δημόσιον νὰ βαρύ-
739νηται, οὔτε ὑπερμέτρως νὰ καταθλίβωνται οἱ δημόται.
740Ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ συστηθῇ ταμεῖον οὐχὶ κοινὸν διὰ πάν-
741τας τοὺς δήμους, ἀλλ’ ἴδιον δι’ ἕκαστον δῆμον ἐν ἑκάστῳ
742δημοσίῳ ταμείῳ, ἐν ᾧ ἤθελε καταρτισθῆ ἴδιος λογαριασμὸς
743ἑκάστου δήμου διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
744Κατὰ τὴν μελέτην ἐκείνην ὡρισμένα ἔσοδα τοῦ δήμου προω-
745ρίζοντο νὰ χρησιμεύωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς
746δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Συνέπεσε μάλιστα νὰ ἔχω πρόχει-
747ρον καὶ τὸ χειρόγραφον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τότε
748συνέταξα. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐντελὲς, σύμφωνον
749πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν δήμων καὶ ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τῆς
750ἐλευθερίας αὐτῶν, διασῶζον πᾶσαν τὴν αὐτοβουλίαν τῶν
751δήμων. Τὸ νομοσχέδιον προσδιορίζει πόσα ἐκ τῶν ἐσόδων
752αὐτῶν θέλουσι προσδιορίζεσθαι κατὰ προτίμησιν διὰ τὰ
753ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δι’ αὐτοῦ δὲ προσδιωρί-
754ζετο ὡς ἔσοδον καὶ εἰσφορά τις τῶν ἱερῶν Μονῶν. Ἀλλὰ
755τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς συνεκροτήθη,
756ἀπέβαινεν ἵδρυμα κοινωνιστικόν. Εἰσέπραττεν ἀπὸ τὸν δῆ-
757μον Ἀθηναίων τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον προσδιορισθῆ, εἰσέ-
758πραττεν ἀπὸ ἕκαστον τῶν ἄλλων δήμων τὰ ποσὰ ὡσαύτως,
759τὰ ὁποῖα δι’ ἕκαστον αὐτῶν εἶχον προσδιορισθῆ, ἀνεμίγνυε
760ταῦτα, καὶ συνεκέντρονεν ἐν ἑνὶ ταμείῳ, τῷ ἱδρυθέντι τῆς
761δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἶτα διένεμεν ἀδιακρίτως εἰς
762πάντας τοὺς δήμους. Τὰ δημοτικὰ βάρη πρέπει νὰ ἐπιβάλ-
763λωνται μόνον εἰς τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῷ δήμῳ, διότι
764αὐτοὶ μόνοι ἀπολαύουσι τῶν ὠφελειῶν, αἵτινες παράγονται
765ἀπὸ τὰ ὑπὸ τοῦ δήμου δαπανώμενα. Οἱ δῆμοι ἑπομένως
766ὀφείλουσι νὰ διανέμωσι τὰ ὀφέλη ἀναλόγως τῶν βαρῶν,
767τὰ ὁποῖα ἐπέβαλον εἰς τοὺς ἐν αὐτοῖς κατοικοῦντας πολί-
768τας, καὶ ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτοὺς τὰ βάρη, ἵνα παρασκευά-
769σωσιν ὑπὲρ αὐτῶν, τῶν κατοικούντων ἐν αὐτοῖς, ἀνάλογα
770ὀφέλη· ἀλλὰ πῶς ἀνέμιξαν τὰ εἰσφερόμενα διὰ τὴν δημο-
771τικὴν ἐκπαίδευσιν ἀπὸ τοῦτον τὸν δῆμον μετὰ τῶν εἰσε-
772νεχθέντων ἀπὸ τὸν ἄλλον δῆμον; Ἐὰν δῆμός τις δύναται
773νὰ πορισθῇ τὰ μέσα, ἵνα συστήσῃ πλειότερα ἐν τῇ περιφε-
774ρείᾳ αὐτοῦ σχολεῖα, ἢ πληρέστερα τῶν ὑπαρχόντων, ἂς ἐπι-
775βάλῃ περισσότερα βάρη εἰς τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐτῷ,
776ὅπως παρασκευάσῃ ὑπὲρ τῶν τέκνων αὐτῶν πληρεστέραν
777τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὅπως μὴ ἀφήσῃ τὰ τέκνα οὐ-
778δενὸς χωρίου ἄνευ σχολείου.
779Ἀλλὰ διατὶ ὑπεχρεώσατε τὸν δῆμον Μαντινείας, φέρ’ εἰ-
780πεῖν, νὰ εἰσφέρῃ περισσότερα χρήματα ἢ ὅσα δαπανῶνται
781πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν αὐτῷ δημοτικῶν σχολείων, ὅπως
782διὰ τοῦ πλεονάζοντος ποσοῦ συμπληρώσητε τὴν ἀνεπάρ-
783κειαν τῶν χρημάτων ἄλλου δήμου πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν
784αὐτῷ ἱδρυμένων δημοτικῶν σχολείων; Καὶ περὶ τῆς ἱδρύ-
785σεως τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀπεφάσιζεν αὐτοβούλως τὸ
786ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργεῖον, μηδόλως ἀναμιγνύον
787τοὺς δήμους εἰς τὴν περὶ τούτου ἀπόφασίν του, οὕτω δὲ
788συνιστῶντο δημοτικὰ σχολεῖα πολλαχοῦ ὑπὲρ τὴν ὑπάρ-
789χουσαν ἀνάγκην ἐν ταύτῃ τῇ ἐπαρχίᾳ, κατελιμπάνοντο δὲ
790κενὰ καὶ χηρεύοντα διδασκάλων τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐν
791ἄλλαις ἐπαρχίαις, ἐπὶ διαταράξει πάσης ἀναλογίας, ἄνευ
792ἐρεύνης τῶν ὑπαρχουσῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ κατὰ χάριν πρὸς
793τοὺς ὑποστηρίζοντας τὸν Πρωθυπουργὸν ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ κατὰ
794δυσμένειαν πρὸς τοὺς ἀρνουμένους εἰς αὐτὸν τὴν ἐμπιστο-
795σύνην των.
796Κατὰ τὸν περὶ συστάσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς
797ἐκπαιδεύσεως νόμον, τὸ δημόσιον ταμεῖον παρεῖχε χρημα-
798τικὴν συνδρομὴν εἰς τὸ ταμεῖον μέχρις 1,200,000, ὁ δὲ Πρω-
799θυπουργὸς, ὁ δυσανασχετῶν διότι πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ
800ταμείου τούτου ἐζημιοῦτο κατ’ ἔτος τὸ δημόσιον ταμεῖον
801190,000 δραχ. τὸ πρῶτον, ἢ 390,000 κατὰ τὴν δευτέραν
802περίοδον, ὑπέβαλεν αὐτὸ εἰς εἰσφορὰν μέχρις 1,200,000
803κατ’ ἔτος, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἕνεκα
804τῆς πολιτικῆς ἀκρασίας του ἐδημιούργει, μεταβαλὼν καὶ
805τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν εἰς ῥουσφέτιον, εἰς παροχὴν πρὸς
806ἐξυπηρέτησιν τῶν πολιτικῶν συμφερόντων του. Τὸ ταμεῖον
807τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως βεβαίως ἐλειτούργησε κακῶς.
808Ἐλειτούργησε κακῶς, διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν διοικοῦσαν
809αὐτὸ ἐπιτροπὴν, καὶ αὐτοὶ ὑπέλαβον ὅτι ἠδύναντο νὰ δια-
810χειρισθῶσι τὴν ὑπηρεσίαν των ὡς μέσον πρὸς ἀπόκτησιν
811παροχῶν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἢ ὑπὲρ τῶν οἰκείων των παρὰ τοῦ
812Ὑπουργείου. Συνεκεντρόνοντο ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἀποστελλό-
813μεναι κατὰ ὁρμαθοὺς, αἱ μισθοδοτικαὶ καταστάσεις τῶν
814δημοδιδασκάλων, ἀλλὰ λόγῳ δῆθεν ἐλέγχου ἀφίνοντο ἐκ-
815κρεμεῖς, δὲν ἐξεδίδοντο χρηματικὰ ἐντάλματα, καὶ δὲν ἐπλη-
816ρόνοντο οὐδ’ οἱ δημοδιδάσκαλοι τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, οὐδὲ
817τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὰ ἄλλα ἔξοδα ἐπὶ μῆνας
818πολλούς.
819Ἀλλὰ καὶ χρηματικῶς ἐλειτούργησε κακῶς τὸ ταμεῖον
820τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν ἐπήρκει εἰς τὰ ἔξοδα,
821καὶ διετέλει ἐπὶ τέλους σχεδὸν ἐν πτωχεύσει. Ἀλλ’ οὐδὲ
822τοῦτο συνετέλεσεν, οὐδὲ δι’ ἄλλης πράξεως ἢ μερίμνης ἐβελ-
823τιώθη ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο,
824οὐδὲ κατὰ τὰ διδακτήρια, τὰ χρησιμεύοντα διὰ τὰ δημο-
825τικὰ σχολεῖα, οὐδὲ κατὰ τὰ πρόσωπα τὰ διδάσκοντα, οὐδὲ
826κατὰ τὰ ὄργανα τῆς διδασκαλίας. Πάντα τὰ δημοτικὰ
827σχολεῖα ἦσαν ἐστερημένα ὀργάνων διδασκαλίας, τὰ πλεῖστα
828ἦσαν ἐν ἰδιωτικαῖς οἰκίαις ἐνοικιαζομέναις, τινὰ δὲ τούτων
829ἐν δημοτικοῖς κτιρίοις οἰκοδομηθεῖσι κατὰ τὸ παρελθὸν,
830ἄνευ σχεδίων καὶ ἄνευ τηρήσεως οὐδενὸς τῶν κανόνων τῆς
831παιδαγωγικῆς. Μεταξὺ τῶν δημοδιδασκάλων πολλοὶ ἦσαν
832οἱ μὴ διδαχθέντες ἐν Διδασκαλείοις, ἀλλ’ ἔχοντες τὴν ἄδειαν
833τῆς πρὸ τοῦ 1878 λειτουργούσης ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς.
834Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν τοῖς Διδασκαλείοις ἐκπαίδευσις καὶ παρα-
835σκευὴ αὐτῶν ἐχειροτέρευσεν, ἕνεκα τῆς νομοθετηθείσης μετα-
836βολῆς τῶν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1878 ἀναγραφέντων προσόντων.
837Ἐν τοιαύτῃ δὲ καταστάσει ἐπειράθησαν νὰ συστήσωσι
838καί τινα πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, ἐννοεῖται ἐν ταῖς πα-
839τρίσι τῶν Ὑπουργῶν, ἐν Ζακύνθῳ κατὰ πρῶτον καὶ ἐν Με-
840σολογγίῳ κατόπιν, ἀγνοῶ δὲ καὶ ἐν τίσιν ἄλλαις πόλεσι, τὰ
841ὁποῖα ταχέως παρέλυσαν καὶ ἐξέλιπον. Πλήρη δημοτικὰ
842σχολεῖά εἰσι τὰ ἔχοντα ἓξ τάξεις διδασκομένων καὶ συν-
843δέοντα οὕτως ἀμέσως τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν μετὰ τῆς
844μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἄνευ τῆς παρεμβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ
845σχολείου. Κάτωθι τοῦ βαθμοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως
846ὑπάρχει ἡ ἐν τῇ οἰκογενείᾳ εἴτε ἐν τοῖς νηπιαγωγείοις ἄσκη-
847σις καὶ διδασκαλία, ἄνω δὲ αὐτῆς ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι τὰ
848Γυμνάσια· ἀλλὰ κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τὰ δημοτικὰ
849σχολεῖα ἦσαν ἀτελῆ, στερούμενα καλῶν διδασκάλων, οἵτινες
850οὐδ’ ἤρκουν εἰς τὰς ἀνάγκας, ἐλειτούργει δ’ ἐν αὐτοῖς καὶ ἡ
851ἀλληλοδιδακτικὴ μέθοδος, ἀτελὴς δὲ καὶ ἀνοργάνωτος ἦτο ἡ
852ἐν αὐτοῖς διδασκαλία, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν οἱ ἀπολυόμενοι αὐτῶν
853νὰ λαμβάνωσι τοιαύτην ἐν αὐτοῖς παρασκευὴν, ὥστε νὰ
854κατατάσσωνται μαθηταὶ ἐν τοῖς Γυμνασίοις. Ἀλλὰ καὶ τὰ
855Γυμνάσια δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνδεθῶσι μετὰ τῶν δημοτι-
856κῶν σχολείων, ἕνεκα τῆς ἀτελείας των καὶ ταῦτα. Ἠναγ-
857κάσθησαν διὰ τοῦτο τότε νὰ νομοθετήσωσι διάμεσον σταθ-
858μὸν τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα.
859Ἐὰν τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ὦσι πλήρη, περιέχοντα ἓξ
860τάξεις, καὶ ἂν τὰ Γυμνάσια καταρτισθῶσι δεόντως, δύναται
861ὁ μαθητὴς νὰ μεταβαίνῃ ἀμέσως εἰς τὸ Γυμνάσιον ἀπὸ τοῦ
862δημοτικοῦ σχολείου, οὕτω δὲ οἱ περατοῦντες τὰς σπου-
863δάς των ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει ἠδύναντο, κατὰ βού-
864λησιν καὶ κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῶν περιστάσεις, νὰ ἐπιδίδων-
865ται εἴτε εἰς βιωτικὰ ἔργα ἐν τῇ κώμῃ, εἰς τὴν ὁποίαν κα-
866τοικοῦσιν, εἴτε, ἐφιέμενοι πληρεστέραν ἀνάπτυξιν, νὰ κατα-
867τάσσωνται εἰς τὰ Γυμνάσια καὶ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν
868μέσην ἐκπαίδευσιν. Συνέστησε λοιπὸν ὁ Πρωθυπουργὸς ἑνια-
869χοῦ δημοτικὰ σχολεῖα δῆθεν πλήρη, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος,
870κατὰ τὸν ὁποῖον συνεστήθησαν, καὶ ἡ ἀτέλεια τῆς διοική-
871σεως καὶ τοῦ διδακτικοῦ καταρτισμοῦ αὐτῶν, ἐπήνεγκε
872τὴν ταχίστην παράλυσιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο οὐδένα παρή-
873γαγε καρπὸν ἡ φαινομένη αὕτη βελτίωσις, ἡ δημοτικὴ
874ἐκπαίδευσις ἥκιστα ἐβελτιώθη, οὔτε κατὰ ποιὸν οὔτε κατὰ
875ποσὸν, ἠλαττώθησαν δὲ μόνον αἱ ἐγγυήσεις πρὸς παρα-
876σκευὴν καλῶν καὶ ἀρτίων δημοδιδασκάλων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ
877πάντοτε οἱ ἐκ τῶν Διδασκαλείων ἐξερχόμενοι εἶναι προτι-
878μότεροι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον
879πρότερον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐχειροτονοῦντο ὑπὸ ἐπιτροπῆς,
880ἑδρευούσης ἐν Ἀθήναις, ἡ μόνη ἐπελθοῦσα βελτίωσις ἀπέ-
881μεινεν ἡ ἐκ τῆς συστάσεως Διδασκαλείων κατὰ τὸν τύπον
882τοῦ Διδασκαλείου, τὸ ὁποῖον συνεστήθη τὸ πρῶτον ἐν Ἀθή-
883ναις κατὰ τὸ 1878. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ηὔξανεν ὁ ἀριθμὸς
884τῶν ἀπολυομένων ἀπὸ τὰ Διδασκαλεῖα, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπλη-
885ροῦντο κεναὶ θέσεις τῶν δημοδιδασκάλων, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον
886καθίστατο εὔκολον νὰ πολλαπλασιάζωνται τὰ δημοτικὰ
887σχολεῖα. Κατὰ τὰ ἄλλα ὅμως οὐ μόνον βελτίωσις δὲν ἐπῆλ-
888θεν, ἀλλ’ εἰσήλασε καὶ ἡ πολιτική, ἥτις ἐξακολουθεῖ νὰ διευ-
889θύνῃ τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
890Ἀλλὰ μήπως κἂν ἐκανονίσθη τὸ οἰκονομικὸν μέρος τῆς
891δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου
892τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἔχω ὑπ’ ὄψει πίνακα κατα-
893τεθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ περιέχοντα τὰς πληροφο-
894ρίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ζητηθῆ δι’ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βου-
895λευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, κατὰ
896τὸ 1890 — διότι κατὰ τὸ 1888 εἶχε συστηθῆ τὸ ταμεῖον —
897εἰσεπράχθησαν ἔσοδα ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
898δεύσεως δραχ. 1,504,639, ἐδαπανήθησαν δὲ ὑπ’ αὐτοῦ
8993,089,583.09, δηλ. ὑπῆρξεν ἔλλειμμα 1,584,944.09. Καὶ
900ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἰσήνεγκε τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατὰ τὴν
901ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδιδεν ὁ νόμος περὶ συστάσεως ταμείου τῆς
902δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δηλαδὴ ἂν ἀπέδωκεν εἰς τὸ τα-
903μεῖον τῆς ἐκπαιδεύσεως τὰ 1,200,000, πάλιν ἀπέμεινεν
904ἔλλειμμα δραχ. 384,944.09. Εἶπον ἂν ὑποτεθῇ, διότι οὐ-
905δαμοῦ εὗρον ἀναγεγραμμένον ὡς πληρωθὲν τὸ ποσὸν τοῦ
9061,200,000, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ συστάσεως ταμείου δη-
907μοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπέτρεπε νὰ δίδεται ὡς εἰσφορὰ τοῦ
908Δημοσίου. Κατὰ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα ἐκ τοῦ
909ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 1,759,127, ἐδα-
910πανήθησαν δὲ 3,136,912.91, ἤτοι ἀπέμεινεν ἔλλειμμα
911δραχ. 1,377.785.91. Πῶς ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα τοῦτο
912δὲν γνωρίζω, διότι οὐδὲν εὗρον ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1891,
913ὡς οὐδ’ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1890 εὗρον δαπάνην τινά.
914Κατὰ τὸ 1892 μετεβλήθη τὸ σύστημα τοῦ ταμείου τῆς
915δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸν Ἰούλιον μῆνα, καὶ κατηρ-
916γήθη τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐνομοθετήθη
917δ’ ἄλλο σύστημα, ἤτοι ὑποκατεστάθη τὸ Κράτος ἐν τῷ
918δήμῳ, καὶ τὸ Κράτος ἀνέλαβε τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς
919ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὸ 1892, τοὺς 7 πρώτους μῆνας, κατὰ
920τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς κατέθηκεν ἄλλοτε ἐπὶ
921τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὡς εἶπον, εἰσε-
922πράχθησαν 1,341,526 καὶ ἐδαπανήθησαν 2,342,962, ἤτοι
923δραχ. 1,001,436 ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα· κατὰ δὲ τοὺς
924πέντε τελευταίους μῆνας τοῦ ἔτους, καθ’ οὓς δὲν ὑπῆρχε
925πλέον τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐδαπανή-
926θησαν προσέτι 925,628. Τὰς πληροφορίας ταύτας σᾶς
927μεταδίδω, ἵνα σᾶς παραστήσω ἐν ποίῳ κυκεῶνι περιήχθη-
928σαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς ποίαν
929ἀπέλπιδα ἀληθῶς κατάστασιν ἄγει αὐτὰ ἡ κρατοῦσα σύγ-
930χυσις, εἰς ὁποίαν τῆς ὁποίας σπανίως εὑρέθη διοίκησις οἰ-
931κονομικὴ οἱουδήποτε κλάδου.
932§9Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἔχετε νὰ ὁμιλήσητε πολλὴν ὥραν;
933Ἂν ἐκουράσθητε νὰ διακόψωμεν.
934§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω γνώμην. Θέλω
935ὁμιλήσει ἴσως μίαν καὶ ἡμίσειαν ἔτι ὥραν.
936§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
937§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9ης.
938(Μετὰ τὴν διακοπὴν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρία-
939σις ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.)
940§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ
941μεταβολή, τὴν ὁποίαν ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατα-
942σταθεῖσα διοίκησις ἐπήνεγκεν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς
943δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔφερε τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα, ὅτι
944κατὰ μὲν τὸ 1890 ἐδαπανήθησαν δραχ. 3,089,583.09,
945ἐν ᾧ εἰσεπράχθησαν 1,504,639, καὶ ὑπελείφθη ἔλλειμμα δρ.
9461,584,944.09, ὅτι κατὰ τὸ 1891 ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ
9473,136,912.91, εἰσεπράχθησαν 1,759,127, καὶ ὑπελείφθη
948ἔλλειμμα δραχ. 1,377,785.91, καὶ ὅτι κατὰ τὸ 1892
949εἰσεπράχθησαν ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
950σεως, κατὰ τοὺς ἑπτὰ πρώτους μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους
951ὑπῆρχεν ἀκόμη τὸ ταμεῖον τοῦτο, δραχ. 1,341,526, ἐδα-
952πανήθησαν δὲ κατὰ μὲν τοὺς ἑπτὰ πρώτους μῆνας δραχ.
9532,342,962, κατὰ δὲ τοὺς πέντε τελευταίους δρ. 925,628.
954Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ κατηργήθη τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς
955ἐκπαιδεύσεως, τὰ ἐλλείμματα ἐξακολουθοῦσι μεγεθυνόμενα,
956διότι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ἀνεγράφησαν δα-
957πανηθέντα, εἰς προσωπικὸν δημοτικῶν σχολείων 3,385,360,
958εἰς ἔξοδα δ’ αὐτῶν 551,540, τὸ ὅλον 3,936,900, ἐν ᾧ εἰσε-
959πράχθησαν ἐξ εἰσφορᾶς τῶν δήμων καὶ τῶν Μονῶν δραχ.
9602,569,871.79, ἑπομένως ὑπελείφθη ἔλλειμμα δραχμῶν
9611,367,028.21. Καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1894, τὸ ὁποῖον εἰσέτι
962δὲν ἔληξεν, ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δι’ ἔξοδα
963προσωπικοῦ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δραχ. 3,402,680,
964δι’ ἔξοδα αὐτῆς 586,956, τὸ ὅλον 3,989,636, προϋπελο-
965γίσθησαν δ’ ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ 1,961,200, ἤτοι προϋ-
966πελογίσθη ἔλλειμμα δραχ. 2,028,436. Καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ
9671895 προϋπελογίσθησαν δι’ ἔξοδα προσωπικοῦ δραχμαὶ
9683,768,060, δι’ ἔξοδα αὐτῆς 531,836, τὸ ὅλον, 4,299,896,
969ἐν ᾧ τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα ἐξ εἰσφορῶν τῶν τε δήμων
970καὶ τῶν Μονῶν ἀνέρχονται εἰς 2,595,000, καταλιμπανομέ-
971νου καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐλλείμματος δρ. 1,704,896.
972Ἡ κατάστασις αὕτη βεβαίως ἀπαιτεῖ θεραπείαν, ἀλλ’ ἡ θε-
973ραπεία, τὴν ὁποίαν συνιστᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν θερα-
974πεύει τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀληθῆ ἀκολασίαν,
975ἀλλ’ οἰκονομεῖ τὸ παρὸν, παρατείνει δὲ αὐτὸ καὶ ἐξογκόνει
976προϊόντος τοῦ χρόνου. Τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ ὑπισχνεῖ-
977ται μόνη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐνεδεί-
978κνυεν ἡ πρὸ τῆς ἀνόδου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου
979εἰς τὴν ἀρχὴν κρατοῦσα νομοθεσία, ἥτις ἐστηρίζετο ἐπὶ
980τοῦ ὀρθοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων.
981Καὶ ἐὰν τοιαῦτα ἦναι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τοῦ
982συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ
9831882–1888, ὅτε συνέστησε τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς
984ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀπὸ τοῦ 1888–1892, ὅτε κατήργησε
985τοῦτο, καὶ μετὰ τὸ 1892, ποῖα ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς
986δράσεως τῆς διοικήσεως ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἀκούσατε
987ποίας συνάγω πληροφορίας ἐκ τοῦ πίνακος τούτου, ὁ ὁποῖος
988παριστᾷ τὰς γενομένας καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν
989μετακινήσεις τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοδιδασκάλων ἑκα-
990τέρου τῶν φύλων, οὐχὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ
991τῆς πρώτης Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους Νοεμβρίου ἑκάστου
992ἔτους. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, κατὰ τὸ 1892 μετετέθη-
993σαν 875 δημοδιδάσκαλοι, ἐπαύθησαν 337 καὶ διωρίσθησαν
994448, δηλαδὴ ἐγένοντο ἐν ὅλῳ 1660 μετακινήσεις δημοδι-
995δασκάλων· ἀλλὰ καὶ αἱ διδασκάλισσαι ἐτέθησαν καὶ αὗ-
996ται εἰς ἔκτακτον κίνησιν, διότι κατὰ τὸ 1892 μετετέθη-
997σαν 228 δημοδιδασκάλισσαι, ἐπαύθησαν 256 καὶ διωρί-
998σθησαν 239, τὸ ὅλον 728 μετακινήσεις αὐτῶν. Οὕτω δὲ
999ὁ ἀριθμὸς τῶν μετακινήσεων τῶν γενομένων ἐπὶ τοῦ προσω-
1000πικοῦ τῶν δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκαλισσῶν κατὰ
1001τοὺς μῆνας Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον, καὶ Νοέμβριον τοῦ
10021892 ἀνέρχεται εἰς 2,394. Ἀλλὰ τὸ κακὸν τοῦ 1892
1003δὲν ἦτο ἐξαιρετικὸν δι’ ἐκεῖνο μόνον τὸ ἔτος, ἐκράτησε
1004κατὰ πάντα τὰ ἔτη, ἂν δ’ ἀνέφερον μόνον τὸ 1892, ἔπρα-
1005ξα τοῦτο διότι κατ’ αὐτὸ ἐγκατεστάθη τὸ νέον νομοθετη-
1006θὲν σύστημα τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως τῶν δήμων.
1007Ἐὰν ἠθέλομεν ἐξετάσει τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1893, ἠθέ-
1008λομεν εὑρεῖ ἀνάλογα ἀποτελέσματα, ἤτοι 3182 μετακινή-
1009σεις γενομένας κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1893.
1010Καὶ ἂν ἠθέλομεν μεταβῆ εἰς τὸ 1894, ἠθέλομεν εὑρεῖ τὰ
1011αὐτὰ, καὶ ἐὰν ἠθέλομεν ἀνατρέξει ἀναδρομικῶς εἰς τὰ προη-
1012γούμενα ἔτη 1889, 1888, 1887, ἠθέλομεν εὑρεῖ ὡσαύτως
1013ἀνάλογα ἀποτελέσματα, διότι καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος,
1014κατὰ τὸ ὁποῖον φαίνονται οἱ διοικήσαντες ἐγκρατέστεροι
1015τῶν ἄλλων, κατὰ τὸ ἔτος 1884, καὶ κατ’ αὐτὸ μετετέ-
1016θησαν 353 δημοδιδάσκαλοι, ἀπελύθησαν 59, καὶ διωρίσθη-
1017σαν 150, ἑπομένως ἐγένοντο μετακινήσεις δημοδιδασκάλων
1018562, καὶ ἐκ τῶν δημοδισκαλισκαλισσῶν μετετέθησαν 46,
1019ἀπελύθησαν 43, διωρίσθησαν δ’ 68, τὸ ὅλον ἑκατὸν πεντή-
1020κοντα ἑπτά· ἀνῆλθον δὲ καὶ αἱ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο μετα-
1021κινήσεις τῶν δημοδιδασκάλων καὶ τῶν δημοδιδασκαλισσῶν
1022εἰς 722. Ἀλλὰ τὸ ἔτος 1884 ἦτο ἐγκρατέστερον, διότι
1023προηγήθησαν τὰ ἔτη 1883 καὶ 1882, καθ’ ἃ τὸ κόμμα ἔθυ-
1024σε καὶ ἀπώλεσε, κατακτῆσαν τέλος πάντων τὴν δημοτικὴν
1025ἐκπαίδευσιν, διότι κατ’ αὐτὰ τὰ δύο ἔτη, πάντοτε κατὰ
1026τοὺς μνημονευθέντας τρεῖς μῆνας ἑκάστου αὐτῶν, εἶχε
1027μεταθέσει 901 δημοδιδασκάλους, εἶχε παύσει 161, καὶ διο-
1028ρίσει 348, ἐνεργῆσαν οὕτως ἐπὶ τῶν δημοδιδασκάλων 1410
1029μετακινήσεις ὡσαύτως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν δημοδιδασκαλισσῶν,
1030ὧν εἶχε κατὰ τὰ δύο μνημονευθέντα ἔτη μεταθέσει 162,
1031παύσει 87 καὶ διορίσει 148, ἀναβιβάσαν καὶ τὰς μετακι-
1032νήσεις τῶν δημοδιδασκαλισσῶν εἰς 397, ἐν ὅλῳ δὲ διαπρᾶξαν
1033μετακινήσεις τῶν διδασκάλων ἀμφοτέρων τῶν φύλων 1807.
1034Κατὰ τὰ 1877 καὶ 1878 διετέλεσα Ὑπουργὸς ἐπὶ
1035τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως,
1036συνέπραττον δὲ τότε μετὰ κόμματος πολυαρίθμου καὶ ἰσχυ-
1037ροῦ ἐν τῇ χώρᾳ, ἀπολαβόντος δὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ
1038Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, τοῦ κόμματος τοῦ ὁποίου
1039ἡγεῖτο ὁ Κουμουνδοῦρος. Δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ κόμμα τοῦτο,
1040ἀλλὰ συνέπραττον τότε μετ’ αὐτοῦ, διότι τὰ γενικὰ συμ-
1041φέροντα τοῦ Κράτους μοὶ ἐπέβαλλον τότε τὸ καθῆκον τοῦτο.
1042Συνεπληροῦμεν δ’ οὕτως ἀλλήλους κατὰ τὴν πολιτικὴν ἐνέρ-
1043γειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ἐν τῷ
1044Κοινοβουλίῳ δύναμιν. Εἶχον ἐπανέλθει κατὰ Αὔγουστον τοῦ
10451878 ἐκ Βερολίνου καὶ ἐπρόκειτο αἱ κατὰ Σεπτέμβριον
1046γιγνόμεναι μεταβολαὶ τῶν δημοδιδασκάλων. Χιλιάδες ση-
1047μειώσεων διὰ μετακινήσεις δημοδιδασκάλων καὶ δημοδιδα-
1048σκαλισσῶν εἶχον συγκεντρωθῆ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἐγὼ δὲ
1049ἠρξάμην τῆς ἐργασίας ταύτης μετὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ
1050Ὑπουργείου, τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν ἐργασίαν, περὶ ἧς ὁ
1051λόγος, τὴν τριακοστὴν ἢ τὴν τριακοστὴν πρώτην Αὐγού-
1052στου. Ὁ κατὰ τὰς παρελθούσας περιόδους βουλευτὴς Κο-
1053ρινθίας κ. Πετρίδης ἐτύγχανεν ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς
1054ἐκπαιδεύσεως καὶ γραμματεὺς ὑπουργικὸς ὁ κ. Βενθύλος.
1055Ὀγκώδης φάκελλος, περιέχων σημειώσεις, ἐκομίσθη ἐπὶ τῆς
1056τραπέζης, καὶ μετ’ αὐτοῦ τὸ μητρῷον τῶν διδασκάλων,
1057τοῦ ὁποίου τὸ πάχος εἶναι τριπλάσιον τῶν πλουσιωτέρων
1058λεξικῶν, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν. Παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ
1059ἀναγνώσωσι τὰ ἄρθρα 37, 42 καὶ 43 τοῦ περὶ δημοτικῆς
1060ἐκπαιδεύσεως νόμου τῆς 6 Φεβρουαρίου 1834, κατὰ τὰ
1061ὁποῖα δὲν εἶχεν ἀποδοθῆ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀπόλυτον τὸ
1062δικαίωμα νὰ παύῃ καὶ μεταθέτῃ τοὺς δημοδιδασκάλους,
1063ἐπειδὴ δὲ κατὰ σειρὰν ἐτῶν αἱ διατάξεις αὗται εἶχον
1064παραβαθῆ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, παυόντων καὶ μετατιθέν-
1065των τοὺς δημοδιδασκάλους κατὰ βούλησιν, ἵνα ἀπαλλάξω
1066τοὺς συνεργάτας μου τούτους τῶν ἐνοχλήσεων, αἵτινες ἤθε-
1067λον ἐπιγείνῃ αὐτοῖς ὑπὸ τῶν συνιστώντων διορισμοὺς καὶ
1068μεταθέσεις, κατὰ τὰς συγκεντρωθείσας σημειώσεις, ὑπέ-
1069γραψα ἔγγραφον πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχο-
1070λείων καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μὴ εἰσαγάγῃ πρὸς με προ-
1071τάσεις μεταθέσεων καὶ παύσεων δημοδιδασκάλων, μὴ ὑπα-
1072γορευομένας ἀπὸ τὰς μνημονευθείσας διατάξεις τοῦ νόμου.
1073Οὕτως ἀποκατεστάθη τότε ἡ ἰσχὺς τῆς ἀθετουμένης δια-
1074τάξεως τοῦ νόμου, καὶ οὐδεμία διετάχθη μετάθεσις ἢ παῦ-
1075σις. Ὅτε δὲ τὴν ἐπιοῦσαν ἀπετάθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
1076οἱ δόντες σημειώσεις, καὶ ἔμαθον ὅτι οὐδεμία αὐτῶν ἐξετε-
1077λέσθη, ἔδραμον πρὸς τὸν ἡγέτην τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου
1078ἦσαν μέλη, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ Πρωθυπουργός, καὶ ἀπηύθυναν
1079παράπονα. Ὁ Κουμουνδοῦρος συνεβούλευσεν αὐτοὺς νὰ ἐξε-
1080τάσωσιν, ἂν ἐγένοντο μετακινήσεις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῆς Γόρ-
1081τυνος, ἢ ἔν τινι τῶν ἐπαρχιῶν τῶν δέκα ἢ ἕνδεκα ἐμῶν
1082φίλων, οἵτινες ὑπῆρχον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἐρευνήσαντες,
1083ἐπληροφορήθησαν, ὅτι καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὐταῖς οὐδὲν
1084ἐγένετο, ἐπείσθησαν δὲ, ὅτι ἠρνήθην νὰ ἐκπληρώσω τὰς
1085αἰτήσεις των, ὑποταχθεὶς εἰς τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ νό-
1086μου, καὶ ὁμολογῶ πρὸς τιμήν των, ὅτι καὶ πάντες οὗτοι
1087ἀγογγύστως ὑπετάχθησαν καὶ πᾶσα ἡ μεγάλη πλειονοψη-
1088φία ἐκείνη ὑπετάχθη, οὐδεὶς δ’ ἐξέφρασε παράπονον κατὰ
1089τῆς πράξεως ἐκείνης. Ἄν τις ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον ἀδυσω-
1090πήτως ἐπὶ πάντων, ἄν τις ἐφαρμόζῃ αὐτὸν ἄνευ ἐξαιρέσεως,
1091ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τυγχάνει ὁ φιλονομώτερος τῶν λαῶν τῆς
1092ὑφηλίου, θέλει δ’ ὑποταχθῆ ἀγογγύστως, καὶ θέλει μάλιστα
1093συντρέξει τὴν διοίκησιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου.
1094Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰ πράγματα μετεβλή-
1095θησαν. Ἐγὼ αὐτὸς κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886 δὲν ἀντετά-
1096χθην εἰς παραπλησίας αἰτήσεις, διότι εὕρισκον ἄλλως εὐλό-
1097γους τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας οἱ φίλοι μου, οἱ ἀποτελοῦν-
1098τες τὴν κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην μεγίστην πλειονοψηφίαν,
1099μοὶ προέβαλλον, ζητοῦντες νὰ ἀπολυμάνωσι τὴν δημοτικὴν
1100ἐκπαίδευσιν ἀπὸ δημοδιδασκάλους, οἵτινες ἦσαν ὄργανα οὐχὶ
1101τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ τοῦ κόμματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ
1102ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις δι’ αὐτῶν εἶχε κατὰ τὴν ἐποχὴν
1103ἐκείνην κατακλύσει τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Ἡ ἐπὶ τοῦ ἐκ-
1104παιδευτικοῦ σώματος πληγὴ, ἣν καταγγέλλω σήμερον,
1105εἶναι βαθεῖα, χαίνει, καὶ ῥέει πύον. Δὲν μεταδίδομεν εἰς τὸν
1106λαὸν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα
1107καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Διαφθείρομεν τὰ ἤθη αὐτοῦ, καὶ
1108διδάσκομεν εἰς αὐτὸν τὴν ἀκόλαστον ἰδιοφέλειαν. Πρέπει
1109ἐπὶ τέλους πάντες νὰ λάβωμεν ὁριστικὴν καὶ ἀμετάβλητον
1110ἀπόφασιν, πρέπει τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ γέ-
1111νωνται μέλημα καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Κράτους.
1112Ἄν τὸ ἐνεστὼς τῆς χώρας καὶ τῶν πολιτῶν κατεστήσατε
1113τοσοῦτον ἄθλιον, πρέπει νὰ ἐξυπνήσωσι τὸν τόπον οἱ πονοῦν-
1114τες αὐτὸν, ὅπως παρασκευασθῇ τοὐλάχιστον τὸ προσεχὲς
1115μέλλον, οὐδὲ δυνάμεθα ἄλλως νὰ παρασκευάσωμεν αὐτὸ,
1116εἰμὴ μορφόνοντες διὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοὺς πο-
1117λίτας, καθιστῶντες αὐτοὺς καὶ πνευματικῶς ἀρτίους καὶ
1118ψυχικῶς συμπεπληρωμένους ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ δυνατοῦ,
1119καὶ ἠθικῶς χρηστούς· πρέπει νὰ ἀπολυμανθῇ ἡ δημοτικὴ
1120ἐκπαίδευσις ἀπὸ τοῦ φατριασμοῦ, νὰ μείνῃ ἀπηλλαγμένη
1121πάσης πονηρᾶς δράσεως, καὶ ἡ κίνησις αὐτῆς νὰ κατασταθῇ
1122οὐ μόνον αὐτόβουλος, ἀλλὰ καὶ σκόπιμος.
1123Δὲν ἀγορεύω ἐνώπιον ἐκλογικοῦ συλλόγου, διὰ νὰ γνω-
1124στοποιήσω εἰς αὐτὸν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τοῦ
1125καταρτισμοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν προσεχῶς
1126συγκληθῶσιν οἱ Ἕλληνες ἐκλογεῖς, βεβαίως θέλω ὠφεληθῆ
1127ἀπὸ τὴν εὐκαιρίαν, διὰ νὰ δηλώσω εἰς αὐτοὺς ποίας ἔχω
1128γνώμας καὶ περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς καὶ περὶ
1129τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ τῆς πανεπιστημιακῆς ἐκ-
1130παιδεύσεως. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ παύσωμεν νομοθετοῦντες
1131διὰ πρόσωπα, πρέπει νὰ παύσωμεν διοικοῦντες διὰ πρόσωπα.
1132Ἂν εὐτυχήσωσιν αἱ Κυβερνήσεις αἱ διάδοχοι νὰ παράσχωσιν
1133εἰς τοὺς πολίτας δημοδιδάσκαλον ἄρτιον, εὐσυνειδήτως ἐκ-
1134πληροῦντα τὸ καθῆκόν του, καὶ εἰρηνοδίκην πεφωτισμένον,
1135εὐσυνείδητον καὶ ἀμερόληπτον, βεβαιωθῆτε ὅτι θέλετε πα-
1136ράσχει εἰς τὸν λαὸν τὸν θρεπτικώτερον ἄρτον, καὶ θέλετε
1137συντελέσει εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ πνεύματος αὐτοῦ, καὶ
1138εἰς τὴν ἠθικοποίησιν αὐτοῦ, καὶ εἰς τὸν σχηματισμὸν πολι-
1139τῶν, οὐ μόνον ἐχόντων φρόνημα, ἀλλὰ καὶ χρηστῶν. Δὲν
1140εἶναι δὲ δύσκολον νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν νομοτελεστικὴν
1141ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν καὶ διορίζειν καὶ μετακι-
1142νεῖν τὸ προσωπικὸν τῶν δημοδιδασκάλων, οὔτε εἶναί τι δυσ-
1143κατόρθωτον, οὔτε ἀπαιτεῖ ὑπερμέτρους δαπάνας. Βεβαίως
1144δὲν προτείνω πρὸς ῥύθμισιν τοῦ πράγματος τὰ ἐπιθεωρη-
1145τικὰ συμβούλια, τῶν ὁποίων ἡ ἵδρυσις παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ
1146τῆς Ἐκπαιδεύσεως προτείνεται ἑκάστοτε διὰ νομοσχεδίων
1147τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Τὰ τοιαῦτα ἐπιθεωρητικὰ συμβούλια
1148τάσσονται ἐκεῖ ὡς ὑπηρέται τῆς πολιτικῆς, ὡς ψευδομάρ-
1149τυρες, περικαλύπτοντες ἀπὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ κοινοῦ τὴν
1150ἀκρασίαν ἢ καὶ τὴν ἀκολασίαν τῶν Ὑπουργῶν. Εἰς ποῖον
1151ἄλλον σκοπὸν ἐδημιουργήθησαν οἱ διαγωνισμοί; Τί ἄλλο
1152εἶναι αἱ ζητούμεναι καὶ προβαλλόμεναι ἑκάστοτε ὑπὸ τῶν
1153Ὑπουργῶν γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου; Τί
1154τέλος εἶναι τὰ παντοδαπὰ συμβούλια; Ἕν μόνον σκο-
1155ποῦσι, τὴν ἀποφυγὴν τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης, τὴν
1156περικάλυψιν τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ὑπὸ τὴν ὑπογρα-
1157φὴν τῶν συγκροτούντων τὰ συμβούλια ταῦτα. Συνειθίσαμεν
1158νὰ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, νὰ διαστρέφωμεν
1159αὐτὴν καὶ νὰ πλανῶμεν τοὺς ἄλλους. Πλανῶμεν αὐτοὺς
1160διὰ τῶν γνωμοδοτήσεων τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, πλανῶ-
1161μεν αὐτοὺς διὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν, συγκαλου-
1162μένων παρὰ τῷ Ὑπουργῷ, ἢ ἀποστελλομένων πρὸς ἐξέτασιν,
1163πλανῶμεν αὐτοὺς διὰ τῶν διαγωνισμῶν. Ἐν πᾶσι τούτοις
1164κρύπτεται ἡ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἰσχύουσα πάντοτε,
1165ὑπαγορεύουσα τὰς γνωμοδοτήσεις, ἥτις μεταμφιέζεται καὶ
1166ἐκδηλοῦται ὡς γνώμη τῶν συγκροτούντων τὰ συμβούλια
1167καὶ τὰς ἐπιτροπὰς, ὡς ἀποτέλεσμα διαγωνισμῶν, ὡς γνώμη
1168τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἂν, ἀντὶ τῶν ἐπιθεωρητικῶν
1169συμβουλίων ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους καὶ παρὰ τῷ
1170Ὑπουργείῳ, συστηθῇ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐν τῇ πρω-
1171τευούσῃ ἑκάστου νομοῦ, ἂν τὸ Ἐποπτικὸν τοῦτο Συμβού-
1172λιον καταρτισθῇ διὰ πάντων τῶν κατὰ πλάσμα ἢ κατὰ
1173πιθανότητα κρινομένων ἀξίων ἐμπιστοσύνης, εἴτε λόγῳ τοῦ
1174πολιτειακοῦ βαθμοῦ ἢ τοῦ κοινωνικοῦ ἐπαγγέλματος αὐ-
1175τῶν, εἴτε ἕνεκα τῆς ἰδιαζούσης ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσεώς των,
1176καὶ παρεχόντων εὐλόγους πιθανότητας, ὅτι θέλουσιν ἐκπλη-
1177ρώσει εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν των· ἂν προστεθῇ εἰς
1178τέσσαρα τοιαῦτα μέλη καὶ πέμπτον μέλος, ὡς ἐπιθεω-
1179ρητὴς, διδάκτωρ τις τῆς Παιδαγωγικῆς ἢ τῆς Φιλοσοφίας,
1180ὅστις ἐδοκιμάσθη ἤδη, διδάξας ἐν Γυμνασίῳ ἀριθμόν τινα
1181ἐτῶν· ἂν δοθῇ αὐτῷ ὑπὸ τοῦ νόμου ἡ ἐντολὴ δὶς τοῦ ἐνιαυ-
1182τοῦ νὰ περιέρχηται πάσας τὰς ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ καὶ
1183ἐπισκέπτηται πάντα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ πάντα
1184τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἐκτελῶν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καθ’
1185ἑκατέραν τῶν δύο περιοδειῶν τοὐλάχιστον ἐπὶ ἑξήκοντα ἢ
1186ἑβδομήκοντα ἡμέρας, ὥστε ἐκ τῶν 365 τοῦ ἐνιαυτοῦ νὰ
1187διέρχηται τοὐλάχιστον τὰς 120 ἢ 140 περιηγούμενος καὶ
1188ἀσχολούμενος εἰς τοιαύτας ἐξετάσεις· ἂν κατὰ τὰ τέλη ἑκα-
1189τέρας τῶν δύο τούτων περιοδειῶν διαταχθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου
1190νὰ εἰσάγῃ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον λεπτομερῆ ἔκθεσιν
1191περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν δημοδιδασκάλων, περὶ τῆς ἱκα-
1192νότητος αὐτῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, περὶ
1193τῆς χρηστότητος αὐτῶν, περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκο-
1194δομημάτων τῶν δημοτικῶν σχολείων, περὶ τῆς καταστά-
1195σεως τῶν ὀργάνων τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν σκευῶν καὶ
1196ἐπίπλων τοῦ σχολείου· ἐὰν μετὰ τῆς λεπτομεροῦς ταύτης
1197ἐκθέσεως παραγγελθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁ τοιοῦτος ἐπόπτης νὰ
1198ὑποβάλλῃ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ πρότασιν ἰδίαν
1199περὶ ἑκάστου ἀντικειμένου, εἴτε περὶ προσώπων εἴτε περὶ
1200πραγμάτων, ἀποχωρίζεται τότε πάντως ἡ δημοτικὴ ἐκ-
1201παίδευσις ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, ἀντὶ δὲ ταύτης ὑποκαθί-
1202σταται Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἐργαζόμενον ἐπὶ τόπου,
1203δυνάμενον νὰ μανθάνῃ, νὰ ἐξακριβώνῃ καὶ νὰ ἐκτιμᾷ τὰς
1204ἀνάγκας, γνωρίζον δὲ καλλίτερον ἡμῶν τὰ πρόσωπα.
1205Θέλει δ’ οὕτως ἀπαλλαγῆ καὶ ἡ διοίκησις ἀπὸ ἀσχολίας
1206ματαίας καὶ ἐπιβλαβεῖς, καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἀπὸ
1207τὴν πολιτικήν. Ἄν δὲ μάλιστα τὴν βαρεῖαν φορολογίαν,
1208τὴν ὁποίαν ἐπεβάλετε εἰς τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν,
1209συναρμολογήσητε μὲ τὴν δημιουργηθεῖσαν πενίαν ἐν τῇ
1210χώρᾳ καὶ μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν τοῦ πολίτου, καὶ
1211ἐλαττώσητε τὰ βαρέα ἐκπαιδευτικὰ τέλη κατὰ τὸ ἥμισυ
1212ἄν ἐκ τοῦ διατηρηθησομένου ἡμίσεως δαπανῶνται πρὸς οἰ-
1213κοδομὴν διδακτηρίων διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, κατὰ τοὺς
1214κανόνας τῆς παιδαγωγικῆς, τόσων κατ’ ἔτος, ὅσα κατὰ
1215τὴν διάρκειαν αὐτοῦ δύνανται νὰ οἰκοδομηθῶσιν, ἀρχῆς γι-
1216γνομένης ἀπὸ τῶν δήμων ἐν οἷς ὑπάρχουσιν αἱ πρωτεύουσαι
1217τῶν νομῶν, καὶ μετ’ αὐτὰς ἀπὸ τῶν δήμων ἐν οἷς ὑπάρ-
1218χουσιν αἱ πρωτεύουσαι τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ κατόπιν ἀπὸ τῶν
1219πρωτευουσῶν τῶν δήμων, προτασσομένων τῶν πρωτευουσῶν
1220τῶν δήμων πρώτης τάξεως, καὶ μετ’ αὐτὰς τῶν πρωτευου-
1221σῶν τῶν δήμων δευτέρας τάξεως, καὶ οὕτω καθεξῆς· ἄν ἐν
1222τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως παρασκευασθῶσι σχέδια
1223οἰκοδομῶν διδακτηρίων διὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ
1224διδακτηρίων διὰ κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ταῦτα δὲ φυλάσ-
1225σωνται ὡς τύποι, καθ’ οὓς θέλουσιν οἰκοδομεῖσθαι ἐν ταῖς
1226ἐπαρχίαις κατ’ ἔτος τὰ διὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἀναγκαιοῦντα
1227διδακτήρια, ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν θέλουσι προικισθῆ πάντες οἱ
1228δῆμοι ἀπὸ εὐπρεπῆ, ὑγιεινὰ καὶ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς
1229παιδαγωγικῆς ᾠκοδομημένα διδακτήρια, μεγάλη δὲ θέλει
1230παρασχεθῆ συμβολὴ πρὸς βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
1231δεύσεως. Ἀλλὰ καὶ σκόπιμος καὶ λυσιτελεστάτη θέλει
1232κατασταθῆ ἡ χρησιμοποίησις τῶν ἀπὸ ἐκπαιδευτικῶν τε-
1233λῶν εἰσπραττομένων, καὶ ταῦτα, μειούμενα ὡς εἶπον, θέ-
1234λουσι κατασταθῆ ἀνεκτὰ, καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς δημοτικῆς
1235ἐκπαιδεύσεως θέλουσιν ἐξακριβοῦσθαι καὶ θεραπεύεσθαι ἐγ-
1236καίρως, καὶ τὰ ἀναμιγνύμενα νῦν εἰς αὐτὴν μικρὰ τοῦ το-
1237πικοῦ φατριασμοῦ συμφέροντα ἢ τῆς βουλευτοθηρίας τὰ
1238ταπεινὰ καὶ ἐπονείδιστα μέσα θέλουσιν ἀπελαθῆ ἀπ’ αὐτῆς.
1239Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ὀνειρευομένων μεγαλοφανῆ σχέδια, ἵνα
1240καταπλήξωσι τὴν φαντασίαν τῶν ἁπλουστέρων, οὐδὲ ἐκ
1241τῶν ποθούντων ἀκαίρως καὶ ἐπιχειρούντων ἀκρίτως νὰ ἐπι-
1242διώκωσιν ὅσα δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιήσωσι. Δὲν φρονῶ,
1243ὅτι ἐπέστη ὁ καιρὸς νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν μέσην ἐκπαί-
1244δευσιν, καὶ νὰ μεταβάλωμεν ἢ νὰ θίξωμεν τὰ κατ’ αὐτήν.
1245Ἡ μέση ἐκπαίδευσις βεβαίως λειτουργεῖ πλημμελῶς, οὐδὲ
1246λειτουργεῖ κἂν ἀρτίως· ἀλλὰ δυστυχῶς οὔτε πρόσωπα ἔχο-
1247μεν ἀρκοῦντα διὰ νὰ μεταμορφώσωμεν ἢ συμπληρώσωμεν
1248αὐτὴν, οὐδὲ μέσα διὰ νὰ βελτιώσωμεν ἢ καταστήσωμεν
1249σκοπιμωτέραν τὴν ἐν αὐτῇ διδασκαλίαν. Ἄς περιορισθῶμεν
1250τό γε νῦν ἔχον, εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἵνα ἀπο-
1251καταστήσωμεν αὐτὴν, ὅπως μετ’ ὀλίγα ἔτη δυνηθῶμεν νὰ
1252ἐκτείνωμεν τὴν μέριμναν ἡμῶν καὶ ἐπὶ τῆς μέσης ἐκπαι-
1253δεύσεως καὶ ἐπὶ τῆς πανεπιστημιακῆς ἐκπαιδεύσεως.
1254Τὴν κακὴν ἢ τὴν ἀτελῆ λοιπὸν κατάστασιν τῆς δημο-
1255τικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν παρήγαγεν ἡ ἀνικανότης τῶν δή-
1256μων, ὡς ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, οὔτε τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς
1257δημοτικῆς ἀστυνομίας ἡ ἀνικανότης τῶν ὑπὸ τῶν δήμων
1258τασσομένων εἰς τὴν εἰρημένην ὑπηρεσίαν ὀργάνων. Ἔλεγον
1259πρὸ μικροῦ, ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη μετὰ τὸν σχηματι-
1260σμὸν τοῦ Βασιλείου εἶχον δημιουργηθῆ πολλοὶ δῆμοι, οἱ
1261ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο οὔτε νὰ συντηρηθῶσι, πολλῷ δ’ ἧσσον
1262ἦσαν ἐν ἀληθεῖ ἀνικανότητι νὰ ἐκπληρώσωσιν εἴτε τὰς νο-
1263μίμους εἴτε τὰς προαιρετικὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, καὶ ὅτι
1264κατὰ τὸ 1840 καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διεπράχθη συγχώνευ-
1265σις τῶν δήμων, ἵνα διὰ τοῦ καταρτισμοῦ αὐτῶν ἐκ πολλῶν
1266χωρίων παρασχεθῶσιν αὐτοῖς μέσα πλείονα, ὅπως δυνηθῶσι
1267νὰ ἐπαρκέσωσιν εἴς τινας τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῶν, καὶ
1268ἀνέφερον ποῖαι τότε ἐγένοντο συγχωνεύσεις. Ἀληθῶς ἐν τῇ
1269ἐπαρχίᾳ Λεβαδείας ἀπὸ 9 δήμων ἐγένοντο 5, ἐν τῇ τῆς
1270Πύλου ἀπὸ 11 ἐγένοντο 5, ἐν τῇ τῆς Λοκρίδος ἀπὸ 9 ἐγέ-
1271νοντο 6, ἐν τῇ τῆς Νάξου ἀπὸ 10 ἐγένοντο 7, ἐν τῇ τῆς
1272Θήρας ἀπὸ 4 ἐγένοντο 2, ἐν τῇ τῆς Παρνασσίδος ἀπὸ 11
1273ἐγένοντο 7, ἐν τῇ τῆς Μεσσήνης ἀπὸ 14 ἐγένοντο 6, ἐν τῇ
1274τοῦ Ἄργους ἀπὸ 15 ἐγένοντο 6, ἐν τῇ τοῦ Ναυπλίου ἀπὸ 9
1275ἐγένοντο 4, ἐν τῇ τῆς Τριφυλίας ἀπὸ 10 ἐγένοντο 60, ἐν τῇ
1276τῆς Ἀττικῆς ἀπὸ 10 ἐγένοντο 6, ἐν τῇ τῆς Ἄνδρου ἀπὸ
12774 ἐγένοντο 3, ἐν τῇ τῆς Οἰτύλου ἀπὸ 19 ἐγένοντο 5, ἐν
1278τῇ τῆς Γόρτυνος ἀπὸ 22 ἐγένοντο 11, ἐν τῇ τῆς Μαντι-
1279νείας ἀπὸ 18 ἐγένοντο 9, ἐν τῇ τῆς Χαλκίδος ἀπὸ 7 ἐγέ-
1280νοντο 4, καὶ ἐν πάσαις ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις τοιαῦται ἐγέ-
1281νοντο μεταῤῥυθμίσεις. Ἀλλὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνικανότητα
1282τῶν δήμων δὲν ἦραν ἀμέσως τὰ μέτρα ταῦτα, αὕτη δ’ ἐξη-
1283κολούθησε, μειωθεῖσα μὲν, ἀλλὰ μὴ ἐκλιποῦσα, ἡ πνευμα-
1284τικὴ ὅμως ἀνάπτυξις προέβαινε μετὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς
1285πολιτικῆς καὶ τῆς πνευματικῆς τοῦ λαοῦ. Ἐφ’ ὅσον τὸ
1286Κράτος προώδευε, καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ θεσμοὶ οἱ κατασταθέντες
1287κατὰ τὸ 1843 ἐνίσχυον τὴν πρόοδον ταύτην αὐτοῦ, ἐπὶ
1288τοσοῦτον προέβαινεν ἡ πνευματικὴ ἀνάπτυξις τῶν πολι-
1289τῶν καὶ ἐπὶ τοσοῦτον προέβαινεν ἡ περὶ τὴν διοίκησιν ἱκα-
1290νότης αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνεκάλει τὴν ἀνικανό-
1291τητα τῶν δήμων ὡς αἰτίαν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εἶχε
1292περιέλθει ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ ἀστυνομία. Ἤθελεν εἶσθαι
1293ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτοῦ, ἂν ὑπῆρχεν ἀνικανότης ἐν τῇ
1294διοικήσει, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν ἀνικανότης ἐν τῇ διοικήσει,
1295ἀλλ’ ἀνικανότης τῶν οἰκονομικῶν τῶν δήμων, ἥτις ἠκο-
1296λούθει τὴν ἀνικανότητα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους
1297καὶ τὴν ἀνικανότητα τῶν οἰκονομικῶν τῆς κοινωνίας, τῆς
1298ὁποίας ἀνικανότητος ἐργάται δὲν ὑπῆρξαν οἱ δῆμοι, ἀλλ’
1299αὐτὸς ὁ ἐγκαλῶν αὐτοὺς Πρωθυπουργός. Εἶχεν ὄντως ἀρ-
1300χίσει ἡ οἰκονομικὴ πρόοδος τῆς χώρας, ἀφοῦ ἤρχισε νὰ
1301ἀναπτύσσηται ἐν αὐτῇ ἡ καλλιέργεια, ἀφοῦ ἤρχισαν νὰ
1302ἀναπτύσσωνται αἱ φυτεῖαι. Ἰδίως ἡ ἀνάπτυξις τῶν φυτειῶν
1303παρεσκεύασεν εἰς τοὺς πολίτας κοινωνικὴν εὐπορίαν. Ἀλλ’
1304ὅτε παρεσκευάσθη αὕτη, ἤρχισε νὰ παρασκευάζηται καὶ
1305ἡ οἰκονομικὴ ἱκανότης τῶν δήμων. Ἀλλὰ τὴν οἰκονομι-
1306κὴν ταύτην πρόοδον τῶν πολιτῶν καὶ τῶν δήμων κατέ-
1307στρεψε τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς διοικήσεως
1308τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Οὗτος ἀνέτρεψε τὴν συντελουμένην ὁση-
1309μέραι οἰκονομικὴν ἀποκατάστασιν τῆς χώρας, καὶ ἐγκα-
1310τέστησεν ἀντ’ αὐτῆς τὴν πενίαν καὶ ἀμηχανίαν, αἵτινες νῦν
1311μαστίζουσιν αὐτήν. Καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὴν
1312βαθμιαίαν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον αὐτὸς ἀνέτρεψεν, ὁρμήσας,
1313ὡς εἰ ἐφλέγετο ὑπὸ πάθους, νὰ συνιστᾷ καὶ πολλαπλασιά-
1314ζῃ τὰ σχολεῖα ἄνευ μεμορφωμένων διδασκάλων, νὰ ἐκδι-
1315κῆται τοὺς μὴ φίλους του, καταδικάζων εἰς ἀργίαν τὰ
1316ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὐτῶν ὑπάρχοντα, ἡ τοιαύτη δὲ διοίκη-
1317σις αὐτοῦ ἐπέφερε τὰ ἐλλείμματα τῶν 165 χιλιάδων δραχ-
1318μῶν κατ’ ἔτος κατὰ τὴν πρώτην περίοδον, καὶ ἀνεβίβασε
1319ταῦτα εἰς 360 χιλιάδας κατὰ τὴν δευτέραν, τὴν μέχρι τοῦ
13201886, μετὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθον ταῦτα εἰς 500 χιλιάδας
1321κατ’ ἔτος, καὶ εἰς ἑκατομμύριον καὶ ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον.
1322Τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ἐπιθυμῶν νὰ πληρώσῃ, ἐνομοθέ-
1323τησε τὸν καταναγκασμὸν τῶν δήμων πρὸς εἰσφορὰν διὰ τὰ
1324ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ οὐδ’ οἱ δῆμοι εἶ-
1325χον τοσαῦτα χρήματα, ἵνα ἀποδίδωσιν ἀκεραίαν τὴν ἐπι-
1326βληθεῖσαν εἰσφοράν, οὐδὲ τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἀποδιδόμενα εἰς τὸ
1327δημόσιον ταμεῖον λόγῳ εἰσφορᾶς ἐπήρκουν νὰ καλύψωσι
1328τὰ ἐλλείμματα. Ἡ ἀνάγκη αὕτη ἀνέμνησεν εἰς τὸν Πρω-
1329θυπουργὸν τὰ διαπύλια τέλη, αὕτη ἀνέμνησεν εἰς αὐτὸν
1330τὰς ἐκ Θεσσαλίας παραστάσεις ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν
1331τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τὰ δύο δὲ ταῦτα θέματα ἔσπευσε
1332νὰ ἁρπάσῃ, ἵνα τὰ χρησιμοποιήσῃ, ὅπως ἐπιβάλῃ τοὺς
1333προτεινομένους διὰ τοῦ νομοσχεδίου φόρους, καὶ εἰσπράξῃ
1334χρήματα, ὅπως καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα, περὶ ὧν εἴρηται.
1335Ἀλλὰ διατὶ νὰ δημιουργῶμεν ἐλλείμματα διὰ μωρῶν νομο-
1336θετημάτων; Διατὶ νὰ ἀναγκαζώμεθα νὰ προσφεύγωμεν εἰς
1337νέας φορολογίας, ἀποῤῥοφῶντες καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα
1338τῆς κοινωνικῆς ἐργασίας, ἵνα σωθῶμεν ἀπὸ τὰ ἐλλείμματα;
1339Ἄφετε εἰς τοὺς δήμους τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀφοῦ
1340εἰς αὐτοὺς ἀφέθη αὕτη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Διατὶ ἀνε-
1341λάβετε νὰ διαχειρίζησθε ὑμεῖς αὐτήν; Ἄν οἱ δῆμοι δύναν-
1342ται νὰ δαπανῶσιν ὅσα εἰσφέρουσιν, ἄφετε αὐτοὺς νὰ δαπα-
1343νῶσιν, ἀφοῦ αὐτοὶ ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ
1344δαπανήσωσι τὰ δαπανηθησόμενα. Ἐν τῷ περὶ Ἐπαρχια-
1345κῶν Συμβουλίων νόμῳ, τῷ ψηφισθέντι κατὰ τὸ 1891, ἐγὼ
1346εἰσήγαγον τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτικῶν σχο-
1347λείων πρέπει νὰ προσδιορίζωσιν οἱ δῆμοι, καὶ ἐν ἐκκλήσει
1348κατὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τούτου ν’ ἀποφασίζωσι τὰ Ἐπαρ-
1349χιακὰ Συμβούλια.
1350Ἄφετε λοιπὸν τοὺς δήμους νὰ κρίνωσιν, ἂν δύνανται νὰ
1351συντηρῶσι πάντα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ
1352περιφερείᾳ αὐτῶν ὑπάρχουσι, καὶ ἂν δύνανται νὰ τὰ συν-
1353τηρῶσιν, ἄφετε εἰς αὐτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίζωσι
1354καὶ νὰ δαπανῶσι διὰ νὰ τὰ συντηρῶσι. Φοβεῖσθε ὅτι οἱ
1355δήμαρχοι θέλουσι διαστρέψει τὰ πράγματα, φατριάζοντες,
1356ἢ θέλουσι πληρόνει τοὺς μὲν τῶν δημοδιδασκάλων, τοὺς
1357φίλους των, δὲν θέλουσι δὲ πληρόνει τοὺς μὴ φίλους των;
1358ἐν τῷ νόμῳ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως περιλάβετε ποι-
1359νικὰς διατάξεις, τιμωρούσας τὸν δήμαρχον, ὅστις, λαμβά-
1360νων τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις, ἢ τὰς ἄλλας περὶ πλη-
1361ρωμῆς ἐξόδων καταστάσεις, δὲν ἐκδίδει ἐντὸς ὡρισμένης προ-
1362θεσμίας τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα, τιμωρούσας τὸν τα-
1363μίαν, ὅστις, ἔχων χρήματα τοῦ δήμου, δὲν ἐξοφλεῖ τὰ ἐν-
1364τάλματα ταῦτα, ἢ ὅστις, ἔχων ἐντάλματα, στερούμενος
1365ὅμως χρημάτων τοῦ δήμου, δὲν ἀναγγέλλει ἀμέσως εἰς τὴν
1366ἐπιτηροῦσαν διοίκησιν τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν μέσων τοῦ δή-
1367μου, ὅπως αὕτη λάβῃ πρόνοιαν τὴν προσήκουσαν. Ἐὰν ἀφή-
1368σητε ταῦτα εἰς τοὺς δήμους, θέλετε ἀποφύγει τὴν ἀνάγ-
1369κην νὰ περιπίπτητε εἰς τὰ ἐλλείμματα καὶ, ἐπειδὴ δὲν
1370ἔχετε χρήματα, νὰ προσφεύγητε εἰς τὴν αὔξησιν τῆς φορο-
1371λογίας. Οἱ δῆμοί εἰσιν ἁρμοδιώτεροι ὑμῶν νὰ κρίνωσι περὶ
1372τούτου, ὡς εἰσιν ἁρμοδιώτεροι νὰ κρίνωσι περὶ τῆς τοπικῆς
1373των ἀστυνομίας καὶ νὰ διαχειρισθῶσιν αὐτήν. Τίς ἡ ἀνάγκη
1374νὰ ἔχητε στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ νὰ δαπανᾶτε τρία
1375καὶ πλέον ἑκατομμύρια, καὶ διὰ νὰ οἰκονομήσητε αὐτά, νὰ
1376ἐπιβάλλητε εἰσφορὰς εἰς τοὺς δήμους, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπαρ-
1377κοῦσιν εἰς τοῦτο καὶ τὰ ὑπὸ τῶν δήμων προσφερόμενα, νὰ
1378ζητῆτε νὰ ἐπιβάλλητε φόρους διὰ νὰ πληρόνηται ἡ ἀστυ-
1379νομία τῶν δήμων;
1380Ἐγκαθιδρύσατε τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἀνασχημα-
1381τίσατε τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἔταξε
1382βοηθὸν τῆς ἀστυνομίας, καὶ θέλετε ἔχει τὴν τοπικὴν ἀστυ-
1383νομίαν ἀκμάζουσαν. Ἀλλ’ ὑμεῖς, λόγῳ δῆθεν οἰκονομίας,
1384κατεστρέψατε τὴν χωροφυλακήν, διότι, ἀπὸ χωροφυλακὴν
1385συγκροτουμένην δι’ ἐθελουσίου ὑπηρεσίας, κατεστήσατε χω-
1386ροφυλακὴν καταρτιζομένην ἀπὸ ὑποχρέους εἰς τὴν στρατιω-
1387τικὴν ἀπογραφήν, ὅπως ἀποδίδετε αὐτοῖς τὸν μισθὸν τοῦ
1388στρατιώτου· καὶ μάλιστα, ἐπειδὴ δὲν ἔμενε καιρὸς ἱκανός,
1389ἵνα οὗτοι ἀσκηθῶσιν οὐδ’ εἰς αὐτὰ τὰ ἁπλᾶ ἔργα τοῦ
1390στρατιώτου, ὑμεῖς, μόλις οὗτοι τελειόνουσι τὸ σχολεῖον τοῦ
1391λόχου, συλλέγετε αὐτοὺς ἀπὸ τῶν συνταγμάτων τοῦ πεζι-
1392κοῦ καὶ μεταφέρετε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς.
1393Οὕτω κατασκευάζετε χωροφύλακας, ἄνδρας οἱ ὁποῖοι δὲν
1394ἐμορφώθησαν οὔτε διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν
1395αὐτῶν καθηκόντων, πολλῷ δ’ ἧσσον διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν
1396τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, διότι οὔτε γνωρίζουσι τί
1397ἐστὶ ποινικὴ δικονομία, οὔτε γνωρίζουσι τί ἐστὶν ἀνάκρισις·
1398καὶ ἂν δ’ ἤθελον ποτὲ ἀναθέσει εἰς αὐτοὺς ἀνάκρισιν, εἴτε
1399ἐνέργειάν τινα τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, θέλουσι διεξα-
1400γάγει αὐτὴν μὲ τὸ ῥόπαλον, ἢ μὲ τὸ μαστίγιον, ἢ μὲ τὸ
1401κοντάκι τοῦ τουφεκίου, καὶ τέλος μὲ τὰς βασάνους.
1402Δὲν ἀντιπράττω εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα εἰσπράξῃ
1403χρήματα, οὐδ’ ἐπικρίνω τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ ν’ ἀποτίσῃ
1404τὰς ὀφειλάς, τὰς ὁποίας ἔχει. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ βοηθήσω
1405αὐτὸ, διὰ νὰ πορισθῇ χρήματα καὶ πληρώσῃ τὰ χρέη του·
1406ἀλλὰ δὲν πρέπει τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ χρεόνηται ἄνευ
1407ἀνάγκης, δὲν πρέπει δὲ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ν’ ἀνα-
1408μιγνύηται εἰς ξένας ὑποθέσεις. Ποῦ ἠκούσθη, ἐν ὀνόματι τοῦ
1409δήμου νὰ συνιστᾶτε δημοτικὰ σχολεῖα ἐκεῖ, ἔνθα ὑμεῖς
1410θέλετε, ἐν ὀνόματι τοῦ δήμου νὰ ἐπιβάλλητε φόρους, τοὺς
1411ὁποίους αὐτὸς δὲν ἐζήτησε, διὰ νὰ πληρόνητε ὑμεῖς τὰ εἰκο-
1412νικὰ ταῦτα χρέη τοῦ δήμου, ὁ δὲ δῆμος, ἐν ὀνόματι τοῦ
1413ὁποίου γίνονται τὰ ἔξοδα καὶ πληρόνονται τὰ ἔξοδα, αὐτὸς
1414νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην περὶ τούτου εἴδησιν; Εἰς τὴν
1415χρηματιστικὴν καὶ ἐν ταῖς χρηματιστικαῖς πράξεσιν ἢ
1416ἐργολαβίαις ἐπιχειρήσεων ἀπαντᾶται τάξις τις ἀνθρώπων,
1417οἱ ὁποῖοι λέγονται port-nom. Ὁ δυστυχὴς δῆμος ἐγένετο
1418port-nom, διότι εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ δανείζονται οἱ Ὑπουρ-
1419γοὶ διὰ νὰ σπαταλῶσι, καὶ ἔπειτα πάλιν δανείζονται, ὅπως
1420πληρόνωσι τῆς σπατάλης αὐτῶν τὰς ὀφειλάς. Τὸ Κράτος
1421ἐν ὀνόματι τοῦ δήμου συνιστᾷ 70 σχολεῖα, τὸ Κράτος ἐν
1422ὀνόματι τοῦ δήμου ἐνοικιάζει δημοτικὰ σχολεῖα, πληρόνει
1423ἔξοδα, ἐπειδὴ ὁ δῆμος δὲν ἔχει χρήματα διὰ τὰς δαπάνας
1424ταύτας, τὸ Κράτος, ἐν ὀνόματι τοῦ δήμου καὶ χάριν τοῦ
1425δήμου, ἐπιβάλλει φόρους, οὐχὶ ἐπὶ τῶν κατοικούντων ἐν τῷ
1426δήμῳ, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν κατοικούντων ἐν τῷ Κράτει, ἐπὶ ὅλων
1427τῶν τάξεων τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ δήμου λαμ-
1428βάνει τὰ χρήματα ταῦτα καὶ πληρόνει διὰ τὰς δαπάνας,
1429τὰς ὁποίας μωρῶς ἐδημιούργησε καὶ εἰς τὰς ὁποίας κακῶς
1430προέβη.
1431Τοῦτο δὲν εἶναι διοίκησις. Αὐτὸ εἶναι Πύργος τῆς Βα-
1432βυλῶνος. Δύναται νὰ παραβληθῇ μὲ μικράς τινας παρα-
1433στάσεις, τὰς ὁποίας ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσι δίδουσι θέατρά
1434τινα, παραστάσεις, αἵτινες διὰ ποικιλοχρόων χημικῶν φω-
1435τισμῶν, καὶ δι’ εὐστρόφων μηχανικῶν κινήσεων καὶ μετα-
1436βολῶν καταπλήττουσι τὴν φαντασίαν τοῦ θεατοῦ (ἱλαρό-
1437της). Πραγματικὸς λοιπὸν σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι
1438νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἀκεραίαν πληρωμὴν τῆς εἰσφορᾶς τῶν
1439δήμων, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ καταστήσῃ εὔκολον τὴν αὔξησιν
1440αὐτῆς. Δὲν ἔχει σκοπὸν τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀλλὰ τὴν
1441ἀπαλλαγὴν ἀπὸ ἀμηχανίας, ἣν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδημιούρ-
1442γησεν εἴτε ἐξ ἀμαθείας εἴτε ἐξ ἄλλης τινὸς μὴ ἐπαινετῆς
1443προαιρέσεως. Πρέπει νὰ σπεύσωμεν ν’ ἀποκαλύψωμεν τὴν
1444ἀλήθειαν, διὰ νὰ καταδείξωμεν τὴν ἀληθῆ ἀνάγκην, τὴν
1445ὁποίαν μέλλουσι νὰ πληρώσωσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομο-
1446σχεδίου.
1447Ἀφοῦ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐμὰς μελέτας περὶ
1448τοῦ πραγματικοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἂς προβῶ εἰς
1449τὴν ἔρευναν τῶν φαινομενικῶν σκοπῶν αὐτοῦ. Οἱ φαινο-
1450μενικοὶ σκοποὶ τοῦ νομοσχεδίου εἰσὶν ἡ προστασία τῆς σιτο-
1451παραγωγῆς καὶ προσέτι ἡ ἄρσις, ἤτοι ἡ κατάπαυσις τῶν
1452καταχρήσεων ἢ τῶν καταθλίψεων, αἱ ὁποῖαι διαπράττονται
1453κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν ἐμμέσων δημοτι-
1454κῶν φόρων. Δὲν ἀποδέχομαι ὡς ὀρθὴν τὴν ὑπὸ τοῦ Πρω-
1455θυπουργοῦ γιγνομένην διάγνωσιν τῶν αἰτίων τῆς οἰκονομι-
1456κῆς ἀμηχανίας, τῆς πτωχεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλ-
1457θομεν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιμένῃ, ὅτι αἰτία
1458τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας, εἰς ἣν περιήλθομεν, καὶ μετὰ
1459τοῦτο τῆς πτωχεύσεως, εἰσὶν αἱ νομισματικαὶ ἀνωμαλίαι,
1460ἢ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ χρυσοῦ, ὡς κατὰ προηγηθεῖσαν συνε-
1461δρίασιν δὲν ἐδίστασε νὰ μὲ διορθώσῃ, μὴ ἀποδεχόμενος τὸν
1462ὅρον νομισματικαὶ ἀνωμαλίαι, ὡς ἂν ἄλλην ὁ ὅρος οὗτος
1463ἔχει ἔννοιαν, καὶ οὐχὶ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ χρυσοῦ. Ἐγὼ
1464νομίζω, ὅτι αἰτία τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας, εἰς ἣν περιή-
1465χθημεν, αἰτία κυρία καὶ πρωτίστη τῆς πτωχεύσεως ἡμῶν
1466εἶναι, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπαρκοῦσιν, ἵνα καλύ-
1467ψωσι τὰ ἔξοδα, οὐχὶ ἕνεκα τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας,
1468ἀλλὰ καὶ ἂν ἀπετίνομεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν διὰ τοῦ
1469τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀκριβές, ὡς πέ-
1470πεισμαι, τότε πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν ν’ αὐξήσωμεν τὰ
1471ἔσοδα ἡμῶν. Ἀλλὰ ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα ἡμῶν δι’ αὐξή-
1472σεως τῶν φόρων; Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἐπιχείρησις δὲν εἶναι
1473μόνον ματαία, δὲν εἶναι μόνον ἥκιστα σοβαρά, ἀλλ’ εἶναι
1474καὶ ἐπιζήμιος, οἱ δὲ ἀμφιβάλλοντες ἂς ἐξετάσωσι τ’ ἀποτε-
1475λέσματα τῶν προϋπολογισμῶν κατὰ τὰ ἀμέσως προηγη-
1476θέντα ἔτη 1891, 1892 καὶ 1893. Ἂν ἀναζητήσωσι τ’ ἀπο-
1477τελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ ἔτος
14781891, θέλουσιν εὑρεῖ, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ ἔτος
1479ἐκεῖνο τακτικὰ ἔσοδα 90,321,872.51· ἂν μετὰ τοῦτο ἐξε-
1480τάσῃ τις τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1892 καὶ 1893,
1481θέλει ἀνεύρει, ὅτι κατὰ τὸ 1892 προσετέθησαν καὶ ηὐξή-
1482θησαν φόροι, οἵτινες, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ
1483τὸ 1891, ἔπρεπε ν’ ἀποδώσωσιν αὔξησιν 11,179,797· ἑπο-
1484μένως, ἄνευ αὐξήσεώς τινος τῶν ἐσόδων, ἕνεκα φυσικῆς προόδου,
1485ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1892 τὰ 90,321,872.51,
1486τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1891, καὶ προσέτι τὰ
148711,179,797, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ ἀποφέρωσιν αἱ νομοθε-
1488τηθεῖσαι φορολογικαὶ αὐξήσεις, ἤτοι ἔσοδα 101,501,669.51·
1489ἀλλὰ κατὰ τὸ 1892 εἰσεπράχθησαν μόνον 94,882,884.31,
1490ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 6,618,785.20.
1491Θέλει ἀνεύρει ὡσαύτως, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1892 εἰσε-
1492πράξαμεν 94,882,884.31, ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐνο-
1493μοθετήθησαν νέαι φορολογικαὶ αὐξήσεις καὶ προσθῆκαι, αἵ-
1494τινες, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1891 καὶ
14951892, ἔπρεπε ν’ ἀποφέρωσιν αὔξησιν ἐσόδων κατὰ 9,874,
1496622.04, ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1893, ἄνευ οὐδε-
1497μιᾶς αὐξήσεως, ἕνεκα φυσικῆς προόδου, τοὐλάχιστον τὰ
1498εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1892, ἤτοι τὰ 94,882,884.31 καὶ
1499αἱ νομοθετηθεῖσαι νέαι αὐξήσεις ἐκ δραχ. 9,874,622.04,
1500ἤτοι δραχ. 104,757,506.35· ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μόνον
150196,799,666.69, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 7,957,839.36.
1502Ἑπομένως κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη οὐ μόνον οὐδεμίαν
1503κατέδειξεν ἡ χώρα παραγωγικὴν αὔξησιν, ἀλλ’ ἐμειώθησαν
1504κατὰ τὴν διετίαν ταύτην τὰ ἔσοδα κατὰ 14,576,624.56,
1505ἑπομένως ἡ παραγωγὴ περιῆλθεν ἐν πλήρει καμάτῳ.
1506Ἀφοῦ δὲ οἱ φόροι, ἐκ τῶν ὁποίων ποριζόμεθα τὰ ἔσοδα, δὲν
1507ἀποδίδουσιν ὅσα προσεδοκῶμεν ὅτι ἤθελον ἀποδώσει, αὐξά-
1508νοντες αὐτοὺς, θέλετε πορισθῆ νέαν αὔξησιν ἐσόδων; Διὰ
1509τοῦτο νομίζω, ὅτι καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων εἶναι νὰ προσ-
1510παθήσωσιν, οὐχὶ νὰ ἐξαντλήσωσι διὰ νέων αὐξήσεων, ἀλ-
1511λὰ νὰ ἐνισχύσωσι τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν.
1512Τὸ σύστημα τῆς προστασίας τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς
1513δι’ αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἢ διὰ προσθήκης τε-
1514λῶν, εἶναι σύστημα γνωστόν, τὸ λεγόμενον προστατευτι-
1515κὸν σύστημα. Ἀλλά, πρὶν ἢ φθάσῃ τις εἰς τὸ σύστημα τοῦ-
1516το, πρέπει νὰ ποιήσηται χρῆσιν ἄλλων συστημάτων, τὰ
1517ὁποῖα προηγοῦνται αὐτοῦ· καὶ ἐπειδή, ὅταν λέγῃ τις ἐν
1518Ἑλλάδι ἐθνικὴν παραγωγὴν, ἐννοεῖ πρὸ πάντων τοὺς δύο
1519κυριωτέρους κλάδους τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας,
1520καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων εἶναι νὰ προσπαθήσωσι νὰ ἐνι-
1521σχύσωσι τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν διὰ βελτιώ-
1522σεως τῆς καλλιεργείας, διὰ βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς, ἐν
1523ἀνάγκῃ δὲ δι’ ἐλαττώσεως ἢ βελτιώσεως τῆς ἐπ’ αὐτῶν φο-
1524ρολογίας, καὶ ἐπὶ τέλους διὰ τελῶν προστατευτικῶν, εἰσ-
1525πραττομένων ἐπὶ τῶν ὁμοειδῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα εἰσά-
1526γονται ἔξωθεν.
1527Ἡ Κυβέρνησις πρὸ ἕξ ἐτῶν παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν,
1528ὅτι ἐμερίμνα νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῆς γεωργίας,
1529ἀλλὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τότε ἐπρότεινεν, ἦσαν πιθανῶς
1530ἐπιτήδεια νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν πλήρωσιν πολιτικῶν ἀναγ-
1531κῶν, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ συντελέσωσιν εἰς βελτίωσιν τῆς γεωρ-
1532γίας. Δὲν ἔχει ὁ τόπος ἀνάγκην γεωργικῶν σχολῶν, ἀλλὰ
1533γεωργικῶν σταθμῶν. Ἐνδέχεται νὰ ἦναι λίαν εὐάρεστον εἰς
1534τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ναυπλίας νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τοὺς συμ-
1535πολίτας του, ὅτι συνέστη Γεωργικὴ Σχολὴ ἐν Τύρινθι, καὶ
1536λίαν εὐάρεστον εἰς τοὺς ἐξ Ἀθηνῶν πολιτικοὺς ἄνδρας, τοὺς
1537φίλους τοῦ Ὑπουργείου, νὰ παριστῶσιν ἑαυτοὺς ὡς ἐργα-
1538σθέντας νὰ συστήσωσι παρὰ τὰς Ἀθήνας μίαν ἄλλην Γεωρ-
1539γικὴν Σχολήν. Ἀλλ’ οἱ καρποὶ τῶν Σχολῶν τούτων δὲν
1540εἶναι χρήσιμοι, ἴσως δ’ ἀποβαίνουσι καὶ ἐπιζήμιοι. Ἡ βελ-
1541τίωσις τῆς καλλιεργείας πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τῆς παρα-
1542δειγματικῆς διδασκαλίας, διότι αὕτη θέλει διδάξει τὴν
1543χρησιμότητα τῶν τελειοτέρων γεωργικῶν ὀργάνων, τὴν
1544χρῆσιν αὐτῶν, τὴν βελτίωσιν τῶν προϊόντων διὰ καλλιτέ-
1545ρων σπόρων. Ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ καὶ εἰς τὴν βελ-
1546τίωσιν τῆς φορολογίας. Ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων
1547κτηνῶν καὶ τῶν ζώων ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως· διότι, ἐὰν
1548ἀκούωνται κραυγαὶ κατὰ τῶν διαπυλίων τελῶν, ἀκούον-
1549ται ὡσαύτως πολλαὶ κραυγαὶ ἕνεκα τῆς πλημελοῦς λει-
1550τουργίας τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς ἀδι-
1551κίας τοῦ εἴδους τούτου τοῦ φόρου. Ἴσως Κυβέρνησις ἀσχο-
1552λουμένη εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς φορολογίας ἤθελε προβῆ
1553εἰς σκέψεις ῥιζικωτέρας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶμαι ἐνώπιον
1554ἐκλογικοῦ συλλόγου, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, εἶναι μάταιον
1555νὰ πραγματευθῶ περὶ τούτου, ὅταν δ’ εὑρεθῶμεν μετ’ ὀλί-
1556γον ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων, δὲν θέλομεν παραλίπει νὰ
1557φωτίσωμεν αὐτοὺς ἐπαρκῶς. Ἀλλ’ ἀφοῦ τόσον ἀτελῶς ἐξε-
1558πλήρωσεν ἡ Κυβέρνησις τὰ πρὸς προστασίαν τῆς καλλιερ-
1559γείας τῶν δημητριακῶν καρπῶν καθήκοντα αὐτῆς, μᾶς προ-
1560τείνει τὸ ὕστατον, τὸ τελευταῖον προστατευτικὸν μέτρον,
1561τὴν προσθήκην προστατευτικῶν δασμῶν. Ἐγὼ συμφωνῶ νὰ
1562ἐπιβληθῇ ὁ δασμὸς ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἔξωθεν σιτηρῶν,
1563ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς προστασίας, ἵνα
1564ἡ νομοθετηθησομένη προστασία μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ ὅρια τῆς
1565προστασίας, καὶ μεταβληθῇ εἰς νομοθέτημα ταμιευτικόν.
1566Ἂν τὸ προτεινόμενον εἰσαγωγικὸν τέλος ᾖναι προστατευ-
1567τικόν, πρέπει νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς προστα-
1568σίας, οὐχὶ δὲ νὰ γείνῃ πόρος ταμιευτικός. Φόρος προστατευ-
1569τικὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προστατεύει τὸ ἐγχώριον
1570προϊὸν κατὰ τοῦ ἀλλοδαποῦ προϊόντος· ἑπομένως ἡ προ-
1571στασία αὕτη πραγματοποιεῖται ἀκριβῶς, ἂν τὰ προστιθέ-
1572μενα τέλη δὲν ᾖναι κατὰ ποσὸν μόνιμα, ἀλλὰ μετα-
1573βάλλωνται ἀναλόγως τῶν ἐπιγιγνομένων μεταβολῶν τῆς
1574τιμῆς τῆς ἀγοραίας τῶν σιτηρῶν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὅμως
1575ἠκολούθησεν ἄλλο σύστημα, καὶ διὰ τοῦτο θέλει καταλή-
1576ξει εἰς ἀποτελέσματα, περὶ τῶν ὁποίων θέλομεν μετ’ ὀλί-
1577γον πραγματευθῆ. Ἂν, κατὰ τὸν προβαλλόμενον μόνον
1578φαινομενικὸν σκοπὸν, ζητούμεθα νὰ ἐπιψηφίσωμεν προσθήκην
1579τελῶν εἰσαγωγικῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων δημητριακῶν καρ-
1580πῶν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ προστατευθῇ ἡ παραγωγὴ, πρέπει
1581νὰ ζητηθῶσιν οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι προστατεύουσι τὸ προϊὸν,
1582καὶ οὐχὶ ὅροι ταμιευτικοί· εὑρίσκονται δ’ οἱ ὅροι οὗτοι, ἐὰν
1583ἐξευρεθῇ ἡ διαφορὰ τῆς ἀγοραίας τιμῆς, ἐφ’ ᾗ πωλοῦνται
1584τὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς σιτηρὰ, καὶ προσδιορισθῇ τοσοῦτον
1585τέλος, ὅσον ἀρκεῖ, ἵνα καταστήσῃ εὐθηνότερα τὰ ἐγχώρια.
1586Ὁ δεύτερος φαινομενικὸς σκοπὸς εἶναι τὰ διαπύλια τέλη.
1587Οὗτος στηρίζεται ἰδίως εἰς τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἠκού-
1588σθησαν ἕνεκα καταχρήσεων λαμβανουσῶν χώραν κατὰ τὴν
1589βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ ἐμμέσου δημοτικοῦ δασμοῦ. Ὁμο-
1590λογῶ ὅτι μέχρι τοῦ 1888, ἤτοι μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν
1591ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν πρώτην
1592φορὰν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων, τὰ
1593παράπονα ταῦτα ἦσαν τόσον ἀραιὰ, τόσον σποραδικὰ,
1594ὥστε ἐνδεχόμενον εἶναι πολλοὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν οὐδὲ
1595νὰ ἔτειναν τὸ οὖς εἰς τὰ παράπονα ταῦτα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυ-
1596πουργὸς ἔτεινε τὸ οὖς, καὶ ἔσπευσε πρὸς θεραπείαν τῶν
1597παραπόνων, δι’ ὃν εἶπον ἤδη πλάγιον σκοπόν. Ἀλλὰ ποῖος
1598δὲν θέλει ἐκπλαγῆ, βλέπων ὑμᾶς σπεύδοντας νὰ καταργή-
1599σητε τὸν φόρον τῶν διαπυλίων τελῶν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐξα-
1600κολουθεῖτε νὰ ἐνοικιάζητε τοὺς ἀδηλώτους οἴνους, καὶ νὰ
1601ἀκούητε γοερὰ ἀληθῶς παράπονα διὰ τὰς καταχρήσεις ἢ
1602καταθλίψεις, αἵτινες συμβαίνουσι κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ
1603τὴν εἴσπραξιν τοῦ δικαιώματος τούτου; ὅταν διατηρῆτε
1604τὰς δηλώσεις τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἢ ἄλλοτε τὰς ἐνοι-
1605κιάσεις τῶν μὴ δηλωθέντων καὶ ἄλλα τοιαῦτα; Διατὶ δὲν
1606σπεύδετε ἐκ παραλλήλου νὰ θεραπεύσητε καὶ τὰ παράπονα
1607ταῦτα; Διότι ἡ θεραπεία τῶν παραπόνων τούτων δὲν δίδει
1608τὴν ἀφορμὴν νὰ ζητήσητε νὰ εἰσπράξητε τὰ 5 ἢ τὰ 7
1609ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προσδοκᾶτε νὰ εἰσπράξητε λόγῳ
1610τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων.
1611Οἱ ἔμμεσοι δημοτικοὶ φόροι εἶναι δασμοὶ λογικοί, τοὺς
1612ὁποίους ἐνδεικνύει ἡ δικαιοσύνη· αὐτοὶ ἐνεδείχθησαν καὶ
1613ὑπὸ τοῦ νομοθέτου, ὅπως πορίζωνται οἱ δῆμοι τὰ ἀναγ-
1614καῖα μέσα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῶν. Τί
1615δὲ λογικώτερον ἢ νὰ πληρώνωσιν οἱ κατοικοῦντες ἔν τινι
1616δήμῳ ποσοστόν τι ἐπὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα κατα-
1617ναλίσκουσιν, ἀφοῦ αὐτοὶ θέλουσιν ὠφεληθῆ ἐκ τῶν ἀγαθῶν,
1618τὰ ὁποῖα θέλουσι παρασκευασθῆ διὰ τῆς δαπάνης τῶν
1619εἰσπραχθησομένων; Ἡ φορολογία εἶναι λογικὴ, καὶ ὀρθῶς ὁ
1620νομοθέτης τοῦ περὶ δήμων νόμου, ὅστις ἦτο ἐπιστήμων σο-
1621φώτερος ἡμῶν, ἀνέγραψε τὸν ἔμμεσον δημοτικὸν δασμὸν ὡς
1622τὸ πρῶτον εἶδος τῶν ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων, τὸ ὁποῖον
1623ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς δήμους νὰ ἐπιβάλλωσιν, ὅταν ἡ πρόσο-
1624δος τῆς κτηματικῆς αὐτῶν περιουσίας δὲν ἐπαρκῇ. «Ἀπαι-
1625τεῖται ν’ ἀποδειχθῇ, διατάσσει τὸ ἄρθρον 27 τοῦ νόμου περὶ
1626δήμων, ὅτι τὰ τακτικὰ τοῦ δήμου εἰσοδήματα δὲν ἐξαρκοῦσι
1627διὰ τὰς κατεπειγούσας καὶ ἐπωφελεῖς δημοτικὰς ἀνάγκας...
1628Ὡς ἔμμεσοι δημοτικοὶ φόροι θεωροῦνται οἱ ἀπὸ ἀντικεί-
1629μενα καταναλώσεως δασμοί, τὰ ἐκ τῆς ἐκδόσεως ἐπισή-
1630μων ἐγγράφων δικαιώματα, τὰ διὰ τὰς γεφύρας καὶ τοὺς
1631λιθοστρώτους δρόμους διόδια, οἱ ἐκ τῶν πανηγύρεων καὶ
1632τῶν κατ’ αὐτὰς παραπηγμάτων πόροι, τὰ ἐκ τῶν στατή-
1633ρων, τῶν ἀποθηκῶν, τῶν μακελλείων καὶ κρεωπωλείων δι-
1634καιώματα.»
1635Οἱ ἔμμεσοι δημοτικοὶ δασμοί, οἱ ἐπὶ ἀντικειμένων κατα-
1636ναλώσεως, ἀνεγράφησαν ὡς πρῶτον εἶδος ἐμμέσου φόρου, εἰς
1637τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσφεύγωσιν οἱ δῆμοι, καὶ κατέταξαν
1638αὐτὸ πρῶτον διὰ τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας ἔχει. Ἐὰν
1639συμβαίνωσι καταχρήσεις ἢ καταθλίψεις, φροντίσατε νὰ βελ-
1640τιώσητε τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως ἢ εἰσπράξεως. Ἐὰν
1641δὲν δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο, καταργήσατε τὰ διαπύλια
1642τέλη, ἀλλ’ ἀντικαταστήσατε αὐτὰ δι’ ἑτέρου ἐμμέσου φό-
1643ρου, ὁ ὁποῖος νὰ σᾶς παρέχῃ τὸ αὐτὸ χρηματικὸν ποσόν,
1644τὸ ὁποῖον ἔχετε ἀνάγκην νὰ πορισθῆτε. Καὶ συγκινοῦνται
1645ἀπὸ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἕνεκα καταχρήσεων
1646κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν ἐμμέσων δημοτικῶν
1647δασμῶν, δὲν συγκινοῦνται ὅμως ἀπὸ τὰ παράπονα, ἀπὸ τὰς
1648οἰμωγὰς, αἵτινες ἀκούονται, ὅταν τὰ στρατιωτικὰ ἀπο-
1649σπάσματα συλλαμβάνωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας πολίτας καὶ
1650δέρωσι καὶ κακοποιῶσιν αὐτούς! ὅταν ἐν αὐταῖς ταῖς
1651κώμαις καὶ ταῖς πόλεσι διαπράττωνται ὑπὸ ὀργάνων τῆς
1652ἀρχῆς κακώσεις καὶ βάσανοι! Πῶς δὲν συγκινοῦνται, ὅταν ἐν
1653δημοσίᾳ συνεδριάσει δικαστηρίου, παρόντος τοῦ Εἰσαγγελέως
1654τῶν Ἐφετῶν, ἐκτυλίσσωνται καὶ βεβαιῶνται βάσανοι δια-
1655πραχθεῖσαι, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μένῃ ἀπαθὴς
1656καὶ σταυρόνῃ τὰς χεῖρας, ἀπρακτῶν; Οὐδὲ ταράσσονται,
1657διότι ἡ δικαιοσύνη μένει ἔχουσα τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας
1658πρὸ πράξεων, τὰς ὁποίας αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἀπηγόρευσεν.
1659Ἀλλὰ πῶς δὲν συγκινοῦνται διὰ τὰ πολλάκις καταγγελ-
1660λόμενα ὡς διαπραττόμενα ἐν μέσαις Ἀθήναις; Ἐνθυμοῦ-
1661μαι ὅτι πρό τινων ἐτῶν εἶδον εἰς τὸν οἶκόν μου προσελθόντα
1662ἄνθρωπον βασανισθέντα, ὁ ὁποῖος ἀπεγύμνωσε τὸ σῶμά
1663του καὶ μοὶ ἔδειξε τὰς σάρκας του, αἵτινες ἦταν μελαναὶ
1664ὡς τὸ ἔνδυμά μου! Ταράσσεται ὁ Πρωθυπουργός, διότι γί-
1665νονται καταθλίψεις εἰς τοὺς χωρικούς, τοὺς εἰσάγοντας εἰς
1666τὰς πόλεις τὰ ὠὰ καὶ τὰς ὄρνιθάς των, καὶ δὲν ταράσσε-
1667ται, ὅταν τοιαῦται ἀσχημίαι καὶ ἀκοσμίαι καταγγέλλων-
1668ται, ὡς ἂν ἤμεθα εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τῆς βαρβαρότητος.
1669Ἀλλ’ ἡ καταστολὴ τῶν τοιούτων πράξεων δὲν ἔδιδεν
1670ἀφορμὴν πρὸς νομοθέτησιν νέων φόρων, ἐνῷ ἡ καταστολὴ
1671τῶν παραπόνων διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν διαπυλίων παρε-
1672σκεύασεν εὐχάριστον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν εὐκαιρίαν νὰ ζη-
1673τήσῃ 5 ἢ 7 ἑκατομμύρια διὰ νέων φόρων.
1674Οὐδαμῶς διατίθεμαι νὰ ψηφίσω, ἵνα τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα
1675θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν ἐπιβληθησομένων προσθέτων
1676εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, διατε-
1677θῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ὅπως διατεθῶσι παρ’ αὐτῆς
1678ἀντὶ τῶν νενομοθετημένων εἰσφορῶν τῶν δήμων, εἴτε ὅπως
1679διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς δήμους ἀντὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα
1680εἰσέπραττον ἀπὸ τὰ διαπύλια τέλη.
1681Καὶ ζητούμεθα νὰ νομοθετήσωμεν τὰς φορολογικὰς ταύτας
1682αὐξήσεις τὴν ἐπιοῦσαν τῆς πτωχεύσεως, κατὰ χρόνον, κατὰ
1683τὸν ὁποῖον οὔτ’ ἐκανονίσαμεν ἔτι τὰς σχέσεις ἡμῶν μετὰ
1684τῶν δανειστῶν. Πέρυσιν ἐγένοντο ἀπόπειραι ἀποτυχοῦσαι
1685εἴμεθα νῦν ἴσως ἐν παραμοναῖς νέων συνεννοήσεων πρὸς
1686κανονισμὸν τῶν σχέσεων μετὰ τῶν δανειστῶν, ἢ εἴμεθα
1687μακρὰν ἔτι τοῦ χρόνου τούτου; Οὐδὲν γνωρίζομεν· νομίζω
1688ὅμως, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, τὸ
1689προϊὸν τῶν φόρων τούτων δὲν πρέπει νὰ διαθέσωμεν, ἵνα
1690ἀποζημιώσωμεν τοὺς δήμους, καταργοῦντες τὰ διαπύλια,
1691ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς μυρίας ἄλλας
1692ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχομεν.
1693Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους δὲν εἰσῆλθεν εἰς
1694ὁδὸν εὐρωστίας. Σώζεται ἡ κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νο-
1695μισματικὴ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ νὰ ὑφαρπάσῃ καὶ
1696τὴν τελευταίαν σάρκα μας. Ἀλλὰ τὰ κυμαινόμενα χρέη
1697τοῦ Κράτους; ἀλλὰ τὰ εἰς τὰς Τραπέζας ὀφειλόμενα ποσὰ
1698ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ; ἀλλ’ αἱ ἄλλαι ὑποχρεώσεις
1699ἡμῶν; Ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν,
1700διὰ τὴν ὁποίαν τίς οἶδεν ἂν θέλωσιν ἀρκέσει τρία ἑκατομ-
1701μύρια; Ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρί-
1702σης; Περὶ τούτου ἤκουσα προχθὲς πρότασιν τοῦ Πρωθυ-
1703πουργοῦ, δηλοῦσαν πρόνοιάν τινα, ληφθεῖσαν διὰ τοῦ νομο-
1704σχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος, τὸ ὁποῖον ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀνα-
1705λύσω, ὅτε θέλω ἀποδείξει, ὅτι δὲν διεσκευάσθη μετὰ στορ-
1706γῆς πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, οὐδὲ μετὰ φειδοῦς
1707τῶν δημοσίων χρημάτων, ἀλλὰ μετὰ τοῦ πόθου νὰ χρησι-
1708μεύσῃ καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὡς πάντα τὰ ἄλλα νομοθετή-
1709ματα, εἰς σκοποὺς ἀλλοτρίους τῶν συμφερόντων τοῦ Κρά-
1710τους. Διὰ ταῦτα ἤθελον πράξει ἔργον ἐντελῶς ἀντιβαῖνον
1711εἰς τὴν συνείδησίν μου, ἐὰν ἔδιδον λευκὴν ψῆφον πρὸς κα-
1712τάργησιν τῶν διαπυλίων, παρέχων τὴν ἀφορμὴν εἰς τὸν
1713Πρωθυπουργὸν νὰ προσθέσῃ νέους φόρους, ἀφοῦ περιῆλθεν
1714εἰς τὴν ἀνικανότητα νὰ συνομολογῇ νέα δάνεια.
1715Ἀλλὰ πρὸς τούτοις τῶν διαπυλίων ἡ κατάργησις ζη-
1716τεῖται, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ προηγουμένως ἡ κατάστασις τῶν
1717δήμων, ἐν οἷς ταῦτα ἔχουσιν ἐπιβληθῆ. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι
1718τὸ νομοσχέδιον ἤθελε ψηφισθῆ· ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου θέ-
1719λει παύσει ἡ εἴσπραξις τῶν διαπυλίων τελῶν. Ἐν πολλοῖς
1720ὅμως δήμοις ὑπάρχουσι φιλανθρωπικὰ καταστήματα, καὶ
1721σᾶς ἀναφέρω ἕνα τῶν πρωτευόντων δήμων τοῦ Κράτους,
1722τοῦ ὁποίου πρωτεύουσα εἶναι ἡ Πελοποννησιακὴ μεγαλόπο-
1723λις, ἡ πόλις τῶν Πατρῶν. Ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν ὑπάρ-
1724χουσι τρία ἀγαθοεργὰ καταστήματα, πτωχοκομεῖον, νοσο-
1725κομεῖον καὶ βρεφοκομεῖον, ταῦτα δὲ συντηροῦνται ἀπὸ πο-
1726σοστά τινα, τὰ ὁποῖα προορίζονται εἰδικῶς διὰ τὰς ἀνάγ-
1727κας τῶν τριῶν τούτων καταστημάτων, λαμβάνονται δὲ ἐκ
1728τοῦ προϊόντος τῶν διαπυλίων τελῶν. Τὴν 1 Ἰανουαρίου κα-
1729ταργοῦνται λοιπὸν τὰ διαπύλια· ποίας ἑξαμηνίας ἢ ποίου
1730ἔτους τὸ τέλος θὰ γενῇ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν εἰσπραχθησομέ-
1731νων ἐκ τῶν προστιθεμένων φόρων, ἵνα δυνηθῇ νὰ λάβῃ ὁ
1732δῆμος τὴν μερίδα αὑτοῦ; Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου διὰ
1733τίνων χρημάτων θέλουσι συντηρεῖσθαι τὰ τρία ταῦτα κα-
1734ταστήματα; Προσέτι γνωρίζετε τί θέλετε εἰσπράξει ἀπὸ
1735τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ζητεῖσθε νὰ νομοθετήσητε; κατὰ τοὺς
1736πίνακας, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυ-
1737πουργός; Εἰσπράττονται νῦν κατὰ τοὺς πίνακας τούτους ἐξ
1738ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων 4,923,731. Τί ζητεῖ δὲ ὁ Πρωθυ-
1739πουργὸς νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῶν νέων φόρων, τοὺς ὁποίους προτεί-
1740νει; Ἂς ἐξετάσωμεν πόσα πράγματι θέλει εἰσπράξει ἐξ αὐ-
1741τῶν. Ἂν λάβωμεν ὡς βάσιν τὸ 1892, κατὰ σημείωσιν αὐθεν-
1742τικὴν, ἣν ἔχω, εἰσεπράχθησαν ἐν τῷ τελωνείῳ Ἀθηνῶν καὶ
1743Πειραιῶς ἐπὶ 11,134,092 εἰσαγωγικῶν τελῶν, εἰσεπράχθησαν
1744ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς διαπύλια 1,300,000 ὑπὲρ
1745τῶν εἰρημένων δύο δήμων. Ἂν ἐπὶ 11,134,092 εἰσεπρά-
1746χθησαν 1,300,000, ἐπὶ τῶν 26,753,648.47 εἰσαγωγικῶν
1747τελῶν, εἰσπραχθέντων ἐν πᾶσι τοῖς τελωνείοις τοῦ Κρά-
1748τους ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, θέλουσιν εἰσπραχθῆ κατ’
1749ἀναλογίαν 3,076,668· ἂν δὲ εἰς ταῦτα προστεθῶσι καὶ τὰ
1750ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, θέλει ἀποτελεσθῆ ποσὸν δραχ.
17514,376,668, διότι ἐκ τελῶν ἐπὶ δημητριακῶν καρπῶν εἰσεπρά-
1752χθησαν κατὰ τὸ 1892 δρ. 3,318,162, τὸ ἥμισυ δ’ αὐτῶν ἐκ
1753δραχ. 1,659,081, ὅπερ ἤθελεν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν πέντε δε-
1754κατημορίων ἐπὶ τῶν ἐκ δημητριακῶν τελῶν, ἂν ταῦτα εἶ-
1755χον ἐπιβληθῆ κατὰ τὸ 1892, ἤθελε προστεθῆ εἰς τὰ 3,076,
1756668 καὶ ἀποτελέσει τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀνέφερα, τῶν 4,376,
1757668. Ὡσαύτως κατὰ τὸ 1893, ἂν ἐφηρμόζετο τὸ συζη-
1758τούμενον νομοσχέδιον, ἐπειδὴ εἰσεπράχθησαν ἐν τῷ τελω-
1759νείῳ Πειραιῶς διαπύλια τέλη ἐπὶ 9,465,000, εἰσπραχθέν-
1760των ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν δρ.
17611,100,000, ἤθελον εἰσπραχθῆ ἐπὶ τῶν 22,370,260.22, τὰ
1762ὁποῖα εἰσεπράχθησαν ἐν πᾶσι τοῖς τελωνείοις τοῦ Κράτους
1763ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ὡς εἰσαγωγικὰ τέλη, ἤθελον,
1764λέγω, εἰσπραχθῆ 2,572,000· ἐὰν δ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο
1765ἤθελε προστεθῆ καὶ τὸ ἐκ τῶν νομοθετουμένων πέντε δε-
1766κατημορίων ἐπὶ τῶν ἐπὶ δημητριακῶν καρπῶν εἰσαγωγικῶν
1767τελῶν, ἤτοι δραχ. 2,298,760, ὅσαι ἀποτελοῦσι τὸ ἥμισυ
1768τῶν δραχ. 4,597,521, αἵτινες εἰσεπράχθησαν ἐκ τελῶν δη-
1769μητριακῶν καρπῶν κατὰ τὸ 1893, θέλει ἀνέλθει τὸ ἐκ τῶν
1770κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον προστιθεμένων τελῶν
1771εἰσπρακτέον ποσόν, ἐὰν ἐλειτούργει τὸ νομοσχέδιον κατὰ
1772τὸ 1893, θέλει, λέγω, ἀνέλθει εἰς 4,871,849. Καὶ κατὰ
1773τὸ 1894, κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας εἰσεπράχθησαν
1774ἐκ δημητριακῶν καρπῶν 4,235,023.09, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ
1775τῆς ἀναλογίας αὐτῶν τὰ εἰσπραχθησόμενα κατὰ τοὺς ὑπο-
1776λοίπους δύο μῆνας τοῦ ἔτους ἐπιτρέπεται νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς
1777πιθανὰ 847,004.60, οὕτω δὲ κατὰ τὸ 1894 τὰ ἐκ τῶν
1778τελῶν ἐπὶ δημητριακῶν καρπῶν εἰσπραχθησόμενα τέλη πι-
1779θανῶς θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 5,082,027.69· ἑπομένως τὰ
1780πέντε δεκατημόρια αὐτῶν ἤθελον εἶσθαι 2,541,013.84.
1781Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὸν δημοσιευθέντα διὰ τῆς
1782Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως πίνακα τῶν βεβαιουμένων
1783καὶ εἰσπραττομένων ἐσόδων εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς πρώ-
1784τους δέκα μῆνας ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰσαγωγικῶν
1785τελῶν, ἀνερχομένων εἰς 25,255,570.72, τὰ εἰσπραχθη-
1786σόμενα διαπύλια τέλη θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 2,904,389.
1787Οὕτω δὲ τὸ ἐκ τῶν προστιθεμένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τε-
1788λῶν εἰσπραχθησόμενον κατὰ τὸ 1894 ποσὸν θέλει ἀνέλθει
1789εἰς 5,445,402.84, ἤτοι ὑπὲρ τὰ νῦν εἰσπραττόμενα, κατὰ
1790τοὺς ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατατεθέντας εἰς τὴν Βουλὴν
1791πίνακας, δραχ. 521,671.84. Ἀλλὰ τότε διὰ ποῖον λόγον
1792προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐπιψηφίσωμεν καὶ προσ-
1793θήκην δύο δεκατημορίων ἐπὶ τῶν ἀρχικῶν δημοσίων φόρων
1794ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων;
1795Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ στέρξω νὰ δώσω ψῆφον, ἵνα ἐπι-
1796βληθῶσιν εἰς τὴν χώραν βάρη ἐν ὀνόματι τῶν δήμων καὶ
1797εἰσπραχθῶσι φόροι ἐν ὀνόματι τῶν δήμων γενικοὶ, ἐπιβαλ-
1798λόμενοι οὐχὶ ἐπὶ τῶν κατοικούντων ἐν τῷ δήμῳ, ἀλλ’ ἐπὶ
1799τῶν κατοικούντων ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ, οὐδὲ θέλω στέρξει νὰ
1800δώσω ψῆφον, ἵνα οἱ φόροι οὗτοι διατίθενται ἐν ὀνόματι τῶν
1801δήμων, οὐχὶ ὅμως ὑπὸ τῶν δήμων, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Κυβερ-
1802νήσεως, διότι τοῦτο καταστρέφει πᾶσαν αὐτοβουλίαν τῶν
1803δήμων. Ὁ νόμος περὶ δήμων ἐν ἄρθρῳ 15 ἀνέγραψε τὰς
1804ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα τῶν δήμων· κατ’ αὐτὸ,
1805ἔχουσιν οἱ δῆμοι τὸ δικαίωμα «νὰ ἐνεργῶσι κατὰ τοὺς κα-
1806θεστῶτας νόμους τὴν κατωτέραν ἐντὸς τῆς περιοχῆς τοῦ δή-
1807μου τοπικὴν καὶ ἀγροτικὴν ἀστυνομίαν.» Ταύτην ἀφῄρεσεν
1808ἀπ’ αὐτοὺς ὁ Πρωθυπουργός. Κατὰ τὸ εἰρημένον ἄρθρον, οἱ
1809δῆμοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα «νὰ διοικῶσιν ἀνεξαρτήτως τὰς
1810ὑποθέσεις των, καὶ νὰ διαχειρίζωνται τὴν δημοτικὴν περι-
1811ουσίαν». Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀφήρεσεν ὁ Πρωθυπουργός.
1812Κατὰ τὸ εἰρημένον ἄρθρον, ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ δῆμοι «νὰ
1813διαχειρίζωνται τὴν περιουσίαν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστη-
1814μάτων.» Τοῦτο τὸ δικαίωμα διατηρεῖται ἔτι εἰς αὐτοὺς
1815ἀκέραιον, διότι τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῶσι τὰς ἐκλογὰς
1816πρὸς ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν οὐδεμίαν ἔχει πλέον
1817σημασίαν, ἀφοῦ αἱ ὑπὸ τῶν δημοτῶν ἐκλεγόμεναι ἀρχαὶ
1818τοῦ δήμου μίαν μόνον ἔχουσι πλέον ἐξουσίαν, νὰ διαχειρί-
1819ζωνται τὴν περιουσίαν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, ἂν
1820ταῦτα ἔχωσιν ἀληθῶς περιουσίαν ἄλλην, πλὴν τοῦ ποσοῦ
1821τῶν δημοτικῶν φόρων, τοὺς ὁποίους διαχειρίζεται ὅμως
1822πλέον ὁ Πρωθυπουργός. Καὶ ἤκουσα αὐτοῦ προχθὲς ἐξυ-
1823μνοῦντος τὴν ἐλευθερίαν τῶν δήμων εἰς τὴν διοίκησιν τῶν
1824χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, καὶ ζητῶ νὰ μάθω ποίαν ἐλευ-
1825θερίαν ἀφῆκεν εἰς τοὺς δήμους ὁ Πρωθυπουργὸς, τὴν ἐλευ-
1826θερίαν, ἀκεραίαν μάλιστα, ὡς ἔλεγε, νὰ διαχειρίζωνται
1827ὅσα χρήματα ἀφῆκεν εἰς αὐτοὺς νὰ εἰσπράττωσιν; Ἡ ἐλευ-
1828θερία αὐτῶν αὕτη διεσώθη ἀληθῶς ἀμείωτος, ἀλλὰ δὲν
1829διεσώθησαν ὅμως δι’ αὐτοὺς χρήματα, διότι πάντα ἀφῃ-
1830ρέθησαν ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν, ἡ δ’ ἐλευθερία αὐτῶν, τῆς
1831ὁποίας ἐμνημόνευσε μετὰ τοσούτου στόμφου ὁ Πρωθυπουρ-
1832γὸς, ἀποτελεῖ ἀληθῶς εἰρωνείαν τῆς αὐτοβουλίας τῶν
1833δήμων.
1834Τὸ δημοτικὸν σύστημα ἐντελῶς κατεστράφη. Ἡ δημο-
1835τικὴ διοίκησις δὲν ὑπάρχει πλέον, περιῆλθεν ἅπασα εἰς χεῖ-
1836ρας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἡ οἰκονομικὴ διοίκησις
1837τοῦ δήμου περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῶν δημοσίων ταμιῶν καὶ
1838τοῦ Κράτους. Διατὶ ἔν τινι συνεδριάσει τῆς Βουλῆς δὲν προ-
1839τείνει ὁ Πρωθυπουργὸς νομοσχέδιον, ὅπως καὶ τὰ ἀπαριθ-
1840μηθέντα ἀνωτέρω ὑπόλοιπα ἔργα τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν
1841ἀνατεθῶσιν εἰς τοὺς ἐν ταῖς περιφερείαις ἐκείναις στρατιω-
1842τικοὺς ἀστυνόμους; Οὕτως ἐκπνέει ὅλως τὸ δημοτικὸν σύ-
1843στημα, καὶ ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ συστήματος τῶν στρα-
1844τιωτικῶν ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀποτελεῖ τὰς βά-
1845σεις τῆς κοινοβουλευτικῆς Πολιτείας, ἣν κατέστησε τὸ
1846Σύνταγμα.
1847Κύριοι, μὴ ἐκλαμβάνετε ὡς ἀστεῖον τὸ πρᾶγμα. Συντε-
1848λεῖται ὁλοὲν, καὶ συντελεῖται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δίδει
1849τὴν ἠθικὴν εἰκόνα τῶν τοῦτο ἀπεργαζομένων, εἰκόνα πρὸς
1850τοῖς ἄλλοις ἀνθρώπων ἀτόλμων, οἵτινες, ἂν εἶχον πεποίθη-
1851σιν ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολί-
1852τευμα, ὤφειλον νὰ τὸ εἴπωσι δημοσίᾳ, νὰ μετέλθωσι μάλι-
1853στα πάσας τὰς δυνάμεις των, ἵνα καταῤῥίψωσι τὸ ὑπάρ-
1854χον. Ἀλλ’ αὐτοὶ ἀφῆκαν τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα, ἔχον
1855ἐπὶ τῆς κορυφῆς τὸ Βασιλικὸν Στέμμα, ὑπ’ αὐτὸ μίαν Βου-
1856λὴν νομοθετοῦσαν, ἐπιτηροῦσαν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν
1857καὶ ἐλέγχουσαν τοὺς Ὑπουργοὺς, πᾶν δὲ τοῦτο τὸ οἰκοδό-
1858μημα στηριζόμενον ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων, ὡς
1859ἐπὶ κιόνων. Τὸ Κράτος δὲν ἀντέχει εἰς τοὺς διηνεκεῖς τού-
1860τους διαξιφισμοὺς, οὐδ’ ἀνέχεται νὰ ᾖναι ἕρμαιον τῆς δολιό-
1861τητος καὶ τῆς ἐπιβουλῆς. Ἡ δολιότης, ἂν ἁρμόζῃ εἰς δει-
1862λοὺς, δὲν ἁρμόζει ὅμως εἰς κυβερνήτας, εἰς Ὑπουργοὺς,
1863οὐδ’ ἐπιτρέπεται αὐτοῖς ἡ δειλία. Ἀλλὰ δὲν ἁρμόζει εἰς
1864κυβερνήτας οὐδ’ ἡ ἐπιβουλὴ καὶ ἡ κακοπιστία. Ἂν ἔχωσι
1865πεποίθησιν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καταστρέ-
1866φει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ τὸ εἴπωσι καὶ
1867νὰ τὸ ἐφαρμόσωσιν, ἐνδεχόμενον δὲ νὰ στρατολογήσωσι καὶ
1868μεταξὺ ἡμῶν ὅσους ἤθελον πείσει ὅτι τῷ ὄντι τὸ Κοινο-
1869βούλιον βλάπτει τὸ Κράτος καὶ ἕνεκα τούτου προσκόπτει,
1870ὅτι παραλύει τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, ὅτι δὲν βοηθεῖ αὐτὸ νὰ
1871παρασκευασθῇ πρὸς πλήρωσιν τῶν προϊστορικῶν αὐτοῦ πό-
1872θων. Ἀλλὰ καθ’ ἡμέραν νὰ ἀνοίγωσι μίαν ἀρτηρίαν τοῦ
1873πολιτικοῦ σώματος, καὶ νὰ ἐξάγωσιν αἷμα, ὅπως ἐπὶ τέ-
1874λους ἀφήσωσιν αὐτὸ ἄπνουν, τοῦτο εἶναι δολοφονία, εἶναι
1875πρᾶξις ἐγκληματικὴ, καὶ αἱ ἐγκληματικαὶ πράξεις, ὅταν
1876τελῶνται κατὰ τῶν καθεστώτων, δὲν μένουσιν ἀτιμώρη-
1877τοι. Ἡμεῖς βεβαίως, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν συνείδησιν τῶν πολι-
1878τικῶν ἡμῶν ὑποχρεώσεων, καὶ τῶν καθηκόντων τὰ ὁποῖα
1879ἔχουσιν οἱ πολῖται, θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ μὴ ὑπακούσω-
1880μεν μίαν ἡμέραν εἰς τοὺς νόμους, τῶν ὁποίων ὁ σκοπὸς εἶ-
1881ναι τοιοῦτος καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοιοῦτον. Καὶ τί ἀπέμει-
1882νεν ἀπὸ τὸ πολίτευμα τοῦτο;
1883Δὲν ἀπέστερξα νὰ ἔρχωμαι εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ μετὰ
1884τὰ διαπραχθέντα κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου, καὶ νὰ
1885παρευρίσκωμαι κατὰ τὰς συνεδριάσεις αὐτοῦ, κατὰ τὰς
1886ὁποίας πρόκειται νὰ νομοθετηθῇ τι ἄξιον λόγου, διὰ νὰ
1887εἴπω τὴν γνώμην μου μετὰ τῆς παῤῥησίας, τὴν ὁποίαν πᾶς
1888πολιτικὸς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ, ὄχι διότι ὑπολαμβάνω ὅτι
1889συντελῶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων ἢ πρὸς ἀπο-
1890τροπὴν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα τελοῦνται, ἀλλ’ ἵνα ἐκτε-
1891λέσω τὸ ἐμὸν καθῆκον πρὸς τὴν συνείδησίν μου, ἵνα ἐκτε-
1892λέσω καθῆκον πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, ἵνα μὴ οὗτοι ἐκ-
1893λάβωσι τὴν σιωπήν μου ὡς ἀποδοχὴν τῶν γενομένων. Ἀλλὰ,
1894ἂν ἤθελον ἀποστέρξει νὰ ἔρχωμαι εἰς τὸ Κοινοβούλιον,
1895συνέβαινε δὲ νὰ παρατύχω ποτὲ ἔν τινι τῶν ἀκροατηρίων
1896ἐκείνων, ὡς ἁπλοῦς θεατὴς, ἤθελον ἀπέρχομαι ἀπὸ ἑκάστην
1897συνεδρίασιν τεθλιμμένος, ὁμολογῶν ὅτι δὲν λειτουργεῖ κοι-
1898νοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἀθήναις, ὅτι ἔπαυσε λειτουρ-
1899γοῦν ἐν Ἑλλάδι.
1900Καὶ δὲν παύει ἡ λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολι-
1901τεύματος, ὅταν δὲν ἀντιπροσωπεύωνται διὰ τοῦ Κοινοβου-
1902λίου αἱ γνῶμαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; — διότι δὲν ἀντιπρο-
1903σωπεύει τὸ παράπαν αὐτὰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅταν καὶ
1904αὐτὸ τὸ δίτροχον ὄχημα, αὐτὴ ἡ δίτροχος μηχανὴ τοῦ
1905Κοινοβουλίου, καὶ αὐτὴ συνθραύσθη. Δὲν εἴμεθα ἐν παρα-
1906στάσει θεατρικῇ, ἐν ᾗ δὲν ἐκτελοῦνται, ἀλλ’ εἰκονίζονται
1907τὰ γιγνόμενα;
1908Ἀλλὰ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς,
1909κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει διαρκέσει ἐξακολουθοῦσα ἡ κατά-
1910στασις αὕτη. Ἐλπίζω ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ κατα-
1911σταθῇ δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολύ. Εὔχομαι νὰ
1912ἐπέλθῃ ἡ λύσις κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ Συντάγματος, διὰ
1913τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ
1914ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θέλῃ δυνηθῆ νὰ ἐπανορθώσῃ
1915τὴν ἐξάρθρωσιν, τὴν γενομένην τῆς Πολιτείας, τὴν κατα-
1916στροφὴν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς, τὰς βαρείας ὑποχρεώ-
1917σεις, τὰς ὁποίας ἐπέβαλον ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτῆς, τὴν
1918ἔκλυσιν τῶν ἠθῶν, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγον εἰς τὴν κοινωνίαν,
1919τὴν ἀποκατάστασιν τῶν χαρακτήρων. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἡ ψῆ-
1920φος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀνορθώσῃ
1921πάντα ταῦτα τὰ κακὰ, τοὐλάχιστον θέλει παραμυθήσει
1922τὴν χώραν ἡ ἐλπὶς, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ φέρῃ ἀνακούφισίν
1923τινα, ἡ δ’ ἀνακούφισις θὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τὸ ἔθνος, ὅπως
1924ἀναλάβῃ, βαῖνον βραδὺ βῆμα, μετὰ παρέλευσιν χρόνου.
1925§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον, Κύριοι;
1926§15ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον πλέον.
1927§16ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, ἀπόψε.
1928§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
1929σχεδίου...
1930§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέ-
1931διον περιέχει πλείονα τοῦ ἑνὸς θέματα, καὶ δὲν δύναται
1932νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως θέλετε
1933νὰ τὴν θέσητε. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν κα-
1934τάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν καὶ τὴν ἀντικατάστασιν
1935αὐτῶν δι’ ἄλλης προσόδου, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν κατάργησιν
1936τῶν εἰσφορῶν καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν δι’ ἄλλου
1937συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον περιέχει τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω
1938λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ψηφίσῃ κεχωρισμένως τὰ
1939δύο ταῦτα θέματα, διότι ἐνδεχόμενον πολλοὶ νὰ παραδέ-
1940χωνται τὴν μίαν ἰδέαν, τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων
1941τελῶν, καὶ νὰ μὴ παραδέχωνται τὴν ἄλλην, ἤτοι τὴν κα-
1942τάργησιν τῶν εἰσφορῶν, ὅπως ἐγὼ, ὅστις παραδέχομαι τὴν
1943κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν καὶ τὴν ἀντικατάστασιν
1944αὐτῶν δι’ ἄλλης προσόδου, δὲν παραδέχομαι ὅμως τὴν ἑτέ-
1945ραν ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἀναγράφεται καὶ εἰς τὸν τίτλον τοῦ
1946νομοσχεδίου «περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἐμμέσων δημοτικῶν
1947δασμῶν καὶ περὶ καταργήσεως τῶν δημοτικῶν εἰσφορῶν».
1948Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως διαιρεθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχε-
1949δίου εἰς δύο καὶ γείνωσι δύο ψηφοφορίαι.
1950§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλετε νὰ μείνωσιν αἱ εἰσφοραί;
1951§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἀνέπτυξα ἀρκετὰ χθές.
1952§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸς ἀνακούφισιν τῶν δήμων.
1953§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν τὸ ἀντε-
1954λήφθητε, ὅταν τὸ ἀνέπτυξα.
1955§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἦσθε ἐναντίος τῶν εἰσφορῶν, δύνασθε
1956νὰ καταψηφίσητε τὸ ἄρθρον 4ον.
1957§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, κύριε Πρόε-
1958δρε, τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου.
1959§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Περὶ μεταῤῥυθμίσεως
1960τῆς ἐμμέσου δημοτικῆς φορολογίας καὶ καταργήσεως τῶν
1961δημοτικῶν εἰσφορῶν».
1962§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι πρόκειται ὄχι μόνον
1963περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ
1964καταργήσεως τῶν δημοτικῶν εἰσφορῶν, ὡς ἀρχῶν τοῦ νο-
1965μοσχεδίου.
1966§27ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μία
1967εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ κατάργησις τῶν διαπυλίων
1968τελῶν.
1969§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, εἶναι καὶ ἡ κατάργησις τῶν δη-
1970μοτικῶν εἰσφορῶν, καὶ ἐγὼ δὲν γνωρίζω τί θὰ ψηφίσω, ὅταν
1971θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὰς δύο ἀρχὰς συλλήβδην. Τὸ κα-
1972θῆκον μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ζητήσω τὴν διαίρεσιν τῆς συνθέτου
1973ταύτης προτάσεως.
1974§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ
1975πράξητε, εἶναι, ψηφίζοντες νὰ δηλώσητε, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε
1976τὴν κατάργησιν τῶν εἰσφορῶν.
1977§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ζη-
1978τήσω τὴν διαίρεσιν τῆς ἀρχῆς.
1979§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ νομίζετε, ὅτι εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ὑπο-
1980βάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὅ,τι θέλετε.
1981§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχω δικαίωμα, κατὰ τὸν Κανονισμὸν,
1982νὰ ζητήσω τὴν διαίρεσιν τοῦ συνθέτου θέματος, καὶ ὁ Κα-
1983νονισμὸς σᾶς ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαιρέσητε τὸ
1984σύνθετον θέμα.
1985§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν ταύ-
1986την, διότι ἐγὼ δὲν εὑρίσκω κἀνὲν ζήτημα, τὸ ὁποῖον νὰ
1987διαιρέσω.
1988§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προσάγουσα τὸ νομο-
1989σχέδιον ἡ Κυβέρνησις, ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸ μίαν βάσιν, τὴν
1990τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει
1991ταύτῃ ἐθεμελίωσε τὸ ὅλον. Τὰ τῆς καταργήσεως τῶν εἰσ-
1992φορῶν ἐτέθησαν ἁπλῶς πρὸς διευκόλυνσιν τῆς καταργήσεως
1993τῶν διαπυλίων τελῶν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταργη-
1994θῶσι τὰ διαπύλια, ἐὰν δὲν ἐξευρίσκετο τρόπος, ἵνα ἀποδο-
1995θῶσιν εἰς τοὺς δήμους, ἀπαλλασσομένους πρὸς τοῦτο καὶ τῶν
1996χρεῶν, ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων στεροῦνται. Μία λοιπὸν εἶναι ἡ
1997βάσις καὶ ἑνιαία, ἡ κατάργησις τῶν διαπυλίων, ἀλλ’ ἡ κα-
1998τάργησις εἰσαγομένη διὰ τρόπου, ὅστις δὲν εἶναι ἀρεστὸς εἰς
1999τὸν κ. Βουλευτὴν, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρῆται ὑπὸ τοῦ
2000κ. Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος. Ἀλλ’ ὁ ψηφί-
2001ζων τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἡ Κυβέρνησις ἐνόησεν
2002αὐτὴν, ψηφίζει μόνην τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων. Ὅταν
2003δὲ, ὅπως ὀρθῶς παρετηρήσατε πρὸ ὀλίγου, ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ
2004ψηφίσωμεν περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν καταργουμένων
2005εἰσφορῶν, ἔχει καιρὸν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἶναι
2006ἐναντίος ἐν τῷ ζητήματι.
2007§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν
2008δίδει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγάρων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Με-
2009γάρων ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου δικαιοῦται νὰ μὴ θέλῃ νὰ
2010δώσῃ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἔννοια τοῦ
2011νομοσχεδίου ἡ ἀληθὴς δὲν εἶναι ἡ ἁπλῆ κατάργησις τῶν
2012διαπυλίων τελῶν, ἡ ἔννοια εἶναι ἡ κατάργησις τῶν διαπυ-
2013λίων τελῶν ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν κατάργησιν τῶν εἰσφορῶν.
2014Ἀπέδειξα χθὲς,—καὶ οὐδεὶς, ἐξετάζων καὶ δυνάμενος νὰ
2015ἀντιληφθῇ τοῦ ζητήματος, δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ,—ὅτι τὰ
2016διαπύλια τέλη δύνανται νὰ καταργηθῶσι καὶ ἀντικατα-
2017σταθῶσι διὰ τῆς φορολογίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει
2018τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη νὰ ἑνωθῇ
2019μετὰ τοῦ ζητήματος τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τε-
2020λῶν ἡ κατάργησις τῶν δημοτικῶν εἰσφορῶν, ἥτις κατάργη-
2021σις συνεπιφέρει τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας, συνεπιφέρει τὴν
2022ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα χθὲς, καὶ συνάμα καὶ τὴν
2023κατάργησιν αὐτὴν τῆς δημοτικῆς αὐθυπαρξίας. Τὸ ζήτημα
2024δὲν εἶναι μόνον τυπικὸν, εἶναι οὐσιαστικώτατον· καὶ ὅτι
2025πρόκειται περὶ δύο ζητημάτων συνηνωμένων, οὐδεὶς ἀμερο-
2026λήπτως ἐξετάζων τὸ ζήτημα δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Πρό-
2027κειται, κύριε Πρόεδρε, καθαρῶς περὶ δύο ζητημάτων, πρό-
2028κειται περὶ προτάσεως περιεχούσης πλέον τοῦ ἑνὸς ζητή-
2029ματα, καὶ τὴν διαίρεσιν τῆς προτάσεως ταύτης ἐζήτησα·
2030δικαιοῦμαι δὲ νὰ ζητήσω ταύτην δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ.
2031Βεβαίως δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐπιβάλω εἰς τὴν πλειονοψη-
2032φίαν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ
2033ἀπαιτήσω τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς
2034Βουλῆς, ὅστις ἐτάχθη, ὅπως καθιστᾷ τὸν Κανονισμὸν σε-
2035βαστόν.
2036§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, κύριε
2037Πρόεδρε.
2038§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
2039Καραπάνου περὶ διαιρέσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου...
2040§38ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς
2041κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
2042§39ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν εἶναι 15, κύ-
2043ριε Πρόεδρε.
2044(Γενομένης ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἀριθμήσεως, εὑ-
2045ρίσκονται 15 οἱ αἰτοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν).
2046§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
2047Καραπάνου περὶ διαιρέσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου λέ-
2048γουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2049(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2050τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου Σπ. Α. Κου-
2051μουνδούρου, ὡς ψηφολέκτου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρω-
2052τόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2053Μιλτ. Δάλλας Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Ο
2054Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος
2055Ἰω. Μεσσηνέζης Λεων. Καρυστινάκης
2056Σπυρ. Μαρκέλλος Ο Δημ. Καΐρης
2057Μιχ. Κωτσάκος Ο Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ο
2058Ἰω. Ζωγράφος Ο Γιαννούσης Τάκης
2059Ἀνδρ. Κρατζᾶς Ἠρ. Καλαμπάκας Ο
2060Γεώργ. Παχὺς Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης
2061Μιχ. Π. Λάμπρος Ο Περ. Πεῤῥωτὴς
2062Κων. Καραπάνος Ν Κων. Φλέσσας
2063Κων. Σταυρόπουλος Ἰωάν. Καζαμπάκας
2064Ἀλέξ. Σκουζὲς Ν Κων. Ζωγλοπίτης
2065Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Παν. Κουκορίκος
2066Ἀλέξ. Ψύλλας Γεώργ. Φραγκίδης Ο
2067Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο Δημ. Τερτίπης Ο
2068Ἀλέξ. Ρετσίνας Ο Ἀθαν. Κωστάμης Ο
2069Δημ. Γ. Ράλλης Ν Ἀριστ. Χατζηνικολῆς
2070Λ. Ζυγομαλᾶς Νικ. Μπαλάρας Ο
2071Ὀθ. Μακρυγιάννης Νικ. Παπανικολάου Ο
2072Σ. Ζαχαρίτσας Ο Παν. Λεβέντης
2073Μιλ. Ὀριγώνης Ν Βαπτιστὴς Βαστὰς Ο
2074Κωνστ. Βαλτινὸς Ο Γεώργιος Θεοτόκης Ο
2075Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ο Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ο
2076Γεώργ. Καρτάλης Ο Ἠλίας Πολίτης
2077Ἀρ. Κανταρτζῆς Ο Γουλιέλμος Σκάρπας Ο
2078Νικ. Κοκκωσλῆς Ο Νικ. Μαρκέτης Ο
2079Νικ. Ἀξελὸς Σπυρ. Λάσκαρης
2080Νικ. Παῤῥησιάδης Ο Κων. Θ. Ῥωμαῖος Ο
2081Ἰω. Γρίβας Κων. Χριστόπουλος Ο
2082Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο Σωτ. Κροκιδᾶς
2083Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Σπυρ. Νοταρᾶς
2084Νικ. Σπυρακόπουλος Ο Ἀναστ. Δημητριάδης Ο
2085Θωμ. Κορομάντζος Γεώργ. Κούστας Ο
2086Περ. Ἀλεξάκης Ἰω. Τσιμάρας Ο
2087Ἰω. Ἀντωνόπουλος Γερ. Μουσούρης
2088Κωνστ. Κοσσονάκος Δ. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΟ
2089Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ο Θεόφραστος Μεταξᾶς Ο
2090Μιχ. Φωτιάδης Ο Διον. Καλούτσης
2091Γεώργ. Λιδωρίκης Ο Σπυρ. Στάης Ο
2092Κων. Ἀναγνωστόπουλος Μιχ. Πολίτης Ο
2093Γεώργ. Λύρας Ο Θεόδ. Θερμογιάννης
2094Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ἰω. Καλούτσης
2095Σταμάτ. Μήτσας Ο Στέφ. Κοπανίτσας
2096Δημ. Βουλπιώτης Κωνστ. Σαλταφέρος
2097Κων. Ζῶτος Ο Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Ο
2098Ἠλ. Μπλατσῆς Μελέτ. Ρουσόπουλος
2099Δ. Γρανίτσας Δημοσθ. Ματάλας
2100Διον. Στεφάνου Ο Νικ. Καραστέργιος
2101Κων. Ἀργας. Λομβάρδος Ο Ἀργ. Διδίκας Ο
2102Διον. Ζήβας Πλακᾶς Ο Ἐδὶπ–Σερὲφ–Χασὶπ
2103Γεώργιος Κανδ. Ῥώμας Ο Ἰω. Λάππας
2104Γεώργ. Κρεστενίτης Νικ. Μπουφίδης Ο
2105Χρ. Στεφανόπουλος Περ. Βαλαωρίτης Ο
2106Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Γερ. Σέρβος Ν
2107Διον. Παυλόπουλος Ο Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
2108Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο Ἀθαν. Εὐταξίας
2109Ἄγγ. Πετραλιᾶς Κων. Κωνσταντόπουλος
2110Ἐπαμ. Δημητρίου Ο Παν. Μανέτας
2111Στέφ. Σκουλούδης Ο Ν. Τριανταφυλλάκος Ν
2112Νικ. Νομικὸς Ἠλ. Ζέγγελης Ο
2113Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ο Φιλ. Βάρβογλης
2114Νικήτας Συνοδινὸς Ἀθαν. Σακελλαριάδης
2115Βαρβαρῆγος Πήλικας Ο Λεων. Ζέρβας Ο
2116Ἀλέξ. Φωτήλας Ο Στέφ. Δραγούμης Ο
2117Κων. Σταμπουλόπουλος Νικ. Φιλάρετος
2118Λεων. Πετιμεζᾶς Χαρ. Τρικούπης Ο
2119Ἰω. Τρικούπης Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
2120Παν. Μερλόπουλος Ἰω. Γεωργιάδης Ο
2121Ἀλ. Δεληγιάννης Ο Γεώργιος Ν. Μπούμπουλης
2122Ἀντ. Καρατζᾶς Ο Γεώργ. Π. Μπούμπουλης Ο
2123Ἀθαν. Παπαχελᾶς Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος
2124Χαρίλ. Προβελέγγιος Ἀνδρ. Συγγρός
2125Ἀντ. Μάτσας Δημ. Βοκοτόπουλος
2126Λωρέντζος Δελαρόκας Μ. Μπογιατζόγλους Ο
2127Ἰω. Ναυπλιώτης Ο Ἰω. Γκιὼν Ο
2128Στυλ. Βάλληνδας Νικ. Φώσκολος Ο
2129Ἰω. Ἰντζές Ο Σωτ. Χατζηγιάννης
2130Γεώργ. Σισμάνης Κωνστ. Χατζηπέτρος Ο
2131Νικ. Καλαντζόπουλος Ο Χρ. Μπλετσάκης Ο
2132Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Γ. Κανούτας Ο
2133Ἠλ. Ποταμιάνος Ο Εὐστ. Κοκκέβης
2134Ἀριστ. Ρούκης Ο Δημ. Παπατσώρης Ο
2135Σπ. Κουμουνδοῦρος Ν Χρ. Καραβίτης Ο
2136Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης Διον. Κατρίτσης
2137Ξανθὸς Πικουλάκης Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς
2138Ἀσημ. Χριστόπουλος ἀρν.Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ν
2139Νικ. Παπαλέξης Ο Βασ. Δροσινός
2140Παν. Λαμπρούλιας Νικ. Βαλάσης Ο
2141Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ο Ἐμμ. Δημητριάδης Ο
2142Ἰω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος Ο Κωνστ. Σαχτούρης
2143Σπ. Μακρῆς Ο Θεόδ. Γκίκας
2144Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο Νικ. Τσαμαδὸς Ο
2145Εὐστ. Παπαδάκης Ο Βησ. Χατζηαγγελάκης Ο
2146Πανοῦργ. Πανουργιᾶς Ο Νικ. Ζητουνιάτης Ο
2147Θάνος Κανακάρης Δημ. Ζουλούμης Ο
2148Ἀχ. Χοϊδᾶς Νικ. Χατζῖσκος
2149Ἀντ. Ρικάκης Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
2150Ἰω. Τσερτίδης Δημ. Κρίτσας Ο
2151Νικ. Κουμανιώτης Ἡρ. Γαζέπης
2152Ἄγγ. Ροῦφος Β. Βουδούρης Ο
2153Νικ. Καράπαυλος Ο Νικ. Καλογερόπουλος Ο
2154Παν. Σάκκης Ο Θεμ. Α. Κανάρης ἀρν.
2155Σπ. Γρίβας Κων. Παπανικολῆς Ο
2156Ἰω. Βρυώνης
2157§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 110. Κατὰ τῆς
2158προτάσεως ἐψήφισαν 100, ὑπὲρ αὐτῆς 8, καὶ 2 ἠρνήθησαν
2159ψῆφον. Ἑπομένως ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Καραπάνου.
2160Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συ-
2161ζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
2162περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2163Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
2164§42ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
2165(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βου-
2166λευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ
2167κ. Λάππα, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
2168§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
2169Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2170Ὥρᾳ 12 μ. μ.