1894.12.07
1,560 rows · 11,930 words · 148 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
Τῆς 7 Δεκεμβρίου 1894.
(Τετάρτη).
Ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ πρώτου ἀντιπροέδρου κ. Γ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐλπίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν κ. Φλέσσας, μετὰ τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερε χθές, θὰ δώσῃ σήμερον τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας τῷ ἐζήτησα.
§2ΦΛΕΣΣΑΣ. Αἱ ἐξηγήσεις εἶναι, ὅτι ἐν τῷ Στενογραφικῷ γραφείῳ ἀναγράφονται τέσσαρες ὑπάλληλοι, εἰργάζοντο δὲ μόνον δύο, ὁ Ὁμηρίδης καὶ ὁ Πολυζωΐδης, καθ’ ὅλον τὸ θέρος, οἱ δὲ λοιποὶ ἔμενον εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Εἶναι καὶ ἕτεροι τρεῖς, τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι νὰ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα.
§3Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ὁ κ. συνάδελφος, μήτε πολὺ, μήτε ὀλίγον, ἀπέδωκε χθὲς εἰς ἡμᾶς μίαν κατηγορίαν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Ἐν πρώτοις εἰς τὸ Στενογραφικὸν γραφεῖον ἐργάζονται τρεῖς μόνον τακτικοὶ ὑπάλληλοι, ἐκτὸς τῶν στενογράφων, καὶ οὐχὶ τέσσαρες ἢ πλείονες, ὡς λέγει ὁ κ. Βουλευτής. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων εἶναι καὶ εἷς, ὀνόματι Σχινᾶς. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς, πρὸ δύο ἐτῶν διορισθεὶς εἰς τὸ Στενογραφικὸν γραφεῖον, ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ ἦναι φίλος τοῦ κ. Πεῤῥωτοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν ἀντίπαλος τοῦ κ. Φλέσσα. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας του ἦτο ἐπιμελέστατος, ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου, ὅταν περατώσωσι τὴν ἐργασίαν των ἐπὶ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, δὲν ἔχουσιν ἑτέραν ἐργασίαν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς, τὸ δὲ Προεδρεῖον εἶναι ὑπόχρεων νὰ πληρόνῃ αὐτοὺς κατὰ τὸν Κανονισμὸν, διότι εἶναι τακτικοὶ ὑπάλληλοι. Ἐγὼ κατὰ τὸ θέρος ἀπουσίαζον, χθὲς δὲ, μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐκάλεσα τὸν κ. Πολυζωΐδην, ὁ ὁποῖος εἶναι προϊστάμενος τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, καὶ ὁ κ. Πολυζωΐδης μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς εἰργάσθη μέχρι τοῦ Αὐγούστου μηνὸς, ὅτε τὸ γραφεῖον τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ἔκλεισε, διότι εἶχε περατώσει ἅπασαν τὴν ἐργασίαν του· τότε ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς προσῆλθεν εἰς τὸν προϊστάμενόν του καὶ τῷ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ μεταβῇ εἰς Καλάμας, δοθείσης δὲ αὐτῷ τῆς ἀδείας ταύτης, ἀνεχώρησεν εἰς Καλάμας, παρέμεινεν ἐκεῖ Αὔγουστον, Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον, καὶ ἔπειτα, καθὼς μὲ βεβαιοῖ ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του. Ἐὰν λέγηται πλαστογραφία τὸ ὅτι ὁ ὑπάλληλος Σχινᾶς, περατώσας τὴν ἐργασίαν του, ἐζήτησεν ἄδειαν, μετέβη εἰς Καλάμας καὶ ἐλάμβανε τὸν μισθόν του, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ τοῦ γραφείου τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ὀφείλω νὰ δώσω καὶ μίαν ἄλλην πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν. Ὅτε πρὸ τριῶν ἐτῶν ἔλαβον τὸ πρῶτον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεχθῶ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εὗρον τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τριῶν προηγουμένων συνόδων ἐκκρεμῆ· ἐκάλεσα τοὺς ὑπαλλήλους καὶ παρεκάλεσα νὰ καταστῇ ἡ ὑπηρεσία ἐνήμερος, κατωρθώθη δὲ ὄχι μόνον νὰ καταστῇ ἐνήμερος, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκτυπωθῶσιν ἅπαντα τὰ πρακτικὰ τῶν προηγουμένων συνόδων. Οἱ ὑπάλληλοι λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι μετὰ τόσου ζήλου εἰργάσθησαν, νομίζω ὅτι ἦσαν ἄξιοι μᾶλλον ἐπαίνου, καὶ ὄχι νὰ κατηγορηθῶσιν ὡς ἀπουσιάζοντες. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω τὴν ἀπαίτησιν νὰ μὲ ὑπολήπτηται ὁ κ. Φλέσσας· αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ αὐτὸν, εἰς ἐμὲ δὲ εἶναι ἀδιάφορον, ἂν μὲ ὑπολήπτηται ἢ ὄχι. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ὤφειλε νὰ ἔχῃ πλειότερον σεβασμὸν πρὸς τὴν θέσιν, ἣν κατέχω ἐγὼ σήμερον καὶ αὔριον θὰ κατέχῃ ἕτερος, καὶ νὰ μὴ ἔρχηται μετὰ τόσης εὐκολίας νὰ ῥίπτῃ ἐνταῦθα ἕνα ὑπαινιγμὸν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ κοινωνία ἀπορεῖ καὶ ἐρωτᾷ, τί συμβαίνει.
§4ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς πράξεως αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραπονῆται. Ἐγὼ ἐβεβαίωσα, ὅτι ὁ ὑπάλληλος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἀνεχώρησεν ἐξ Ἀθηνῶν μετὰ τεσσάρων ἄλλων καὶ ἀπουσίαζε καθ’ ὅλον τὸ θέρος, ἐπανῆλθε δὲ τὴν πρώτην Δεκεμβρίου. Ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσι μισθοδοσίαν, τοῦτο θὰ τὸ κρίνῃ ἡ Εἰσαγγελία...
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ Εἰσαγγελία;
§6ΦΛΕΣΣΑΣ. .. Ἐγὼ δὲ δὲν εἶπον, ὅτι ἔλαβε χώραν πλαστογραφία, ἀλλ’ ὅτι ἀνεκάλυψα εἰς τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις ψευδῆ βεβαίωσιν (Θόρυβος).
§7ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος πρέπει νὰ πεισθῇ, ὅτι λίαν ἐπιπολαίως χθὲς ὁμιλῶν, ἐξήνεγκε τὴν μομφὴν ταύτην ἐπὶ πλαστογραφίᾳ καὶ ἀπάτῃ...
§8ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ὁμιλῆτε οὕτω περὶ ἐμοῦ.
§9ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ἐπιῤῥίπτητε μομφὰς κατ’ ἐμοῦ, διότι ἐγὼ πρῶτος ὑπογράφω τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις, καὶ νὰ ἐπιῤῥίπτητε τοιαύτας, χωρὶς νὰ γινώσκητε τὰ πράγματα· δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται δὲ ἐν γένει τὰ ζητήματα τὰ ἐγχώρια καὶ κομματικά σας νὰ τὰ ἀνάγητε τοιουτοτρόπως εἰς ζητήματα τῆς Βουλῆς, διότι τοῦτο ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον. Τὸ γραφεῖον τὸ Στενογραφικὸν, Κύριοι, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς σᾶς ἐξέθεσεν, ἀπαρτίζεται ἀπὸ προσωπικὸν μόνιμον καὶ ἀπὸ προσωπικὸν ἔκτακτον, τῶν ἐκτάκτων ἀντιγραφέων πληρονομένων ἐκ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν δι’ αὐτοὺς ἑκάστοτε ἡ Βουλὴ χορηγεῖ. Τὸ ἔκτακτον προσωπικὸν ἐργάζεται ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ Σύνοδος, διότι εὐθὺς ὡς οἱ κύριοι στενογράφοι περατώσωσι τὴν ὑπηρεσίαν των ἐν τῇ συνεδριάσει, μεταβαίνουσιν εἰς τὰ δωμάτιά των, ὅπως ἐνεργήσωσι τὴν ἀντιγραφὴν τῶν στενογραφηθέντων, ἡ ἐργασία δὲ αὐτῶν περατοῦται ἅμα τῇ λήξει τῆς Συνόδου, εἶναι δὲ σπάνιον νὰ ἐξακολουθήσῃ μετ’ αὐτὴν πέραν τῶν δύο ἡμερῶν. Μετὰ ταῦτα ἄρχεται ἡ ἐργασία τοῦ μονίμου προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον παραλαμβάνει τὰ στενογραφήματα, ὅπως ἀντεγράφησαν, παραδίδει αὐτὰ πρὸς τύπωσιν, ἐπιμελεῖται δὲ τὴν παραβολὴν καὶ διόρθωσιν μέχρι τέλους τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἐντύπων σωμάτων. Τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπηνίχθη ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις ἐγκλήματος πλαστογραφίας καὶ ἀπάτης, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἐκ τριῶν μόνον ὑπαλλήλων, εἶχε νὰ ἐνεργήσῃ τὴν συμπλήρωσιν τῶν πρακτικῶν ἐξ ὁλοκλήρων συνόδων, καὶ ἅπασαν τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐπεράτωσε, συμπληρῶσαν τὴν ἐκτύπωσιν καὶ τῆς προηγουμένης περιόδου, τῆς ὁποίας τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ εἶχον ὑπολειφθῆ ἀτύπωτα εἰς σωρούς. Μετὰ τοιαύτης δὲ ταχύτητος καὶ μεθοδικότητος διεξήχθη ἡ ἐργασία αὕτη, ὥστε χάρις καὶ εἰς τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ ἐθνικῷ τυπογραφείῳ παρέσχεν ἡ Κυβέρνησις, ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου ἐπερατώθη ἅπασα ἡ ἐργασία τοῦ γραφείου τούτου καὶ ἐξετυπώθησαν ἅπαντα τὰ πρακτικὰ τῶν προηγουμένων Συνόδων. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐργασίας των ταύτης, τί ἤθελεν ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμῶν νὰ γείνῃ; Νὰ κρατήσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς, ὅπως συλλέγωσι τὰς μυίας ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ; Μήπως οἱ κύριοι στενογράφοι παραμένωσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, διὰ νὰ στενογραφῶσι καὶ πρέπει ἆρά γε, κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Βουλευτὴς, νὰ ὑποχρεώσωμεν καὶ τοὺς κυρίους στενογράφους νὰ προσέρχωνται ἀπὸ πρωΐας καθ’ ὅλον τὸ θέρος, νὰ ἔρχηται καὶ ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ὁ Ἔφορος νὰ βεβαιώνωσι τὴν παρουσίαν αὐτῶν, καὶ μόνον τότε νὰ ὑπογράφωσι τὰς μισθοδοτικὰς δι’ αὐτοὺς καταστάσεις καὶ νὰ λαμβάνωσιν οὗτοι τοὺς μισθούς των; Τοιαύτη περιττὴ καὶ μωρὰ ὑπηρεσία οὐδέποτε διεξήχθη ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βουλευτηρίῳ, οὔτε θὰ διεξαχθῇ ποτε. Ὑπάρχουσι στενογράφοι, οἱ ὁποῖοι φέτος ἐταξείδευσαν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐν γνώσει τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Βουλευτηρίου ὠφείλομεν ἆρά γε νὰ στερήσωμεν αὐτοὺς τῆς μισθοδοσίας, τὴν ὁποίαν ὁ Κανονισμὸς τοῖς παρέχει; Ἀείποτε λαμβάνουσι τὴν μισθοδοσίαν των, διότι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν θὰ δέχηται νὰ μισθοδοτῆται μὲ 250 δραχμὰς ἐπὶ ἕνα ἢ δύο μόνον μῆνας, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ συνεδριάζει· ἂν δὲ θελήσῃ τις νὰ ἐφαρμόσῃ ἄλλας ἀρχὰς, τότε πρέπει ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμῶν νὰ μεριμνήσῃ ἐπιφορτιζόμενος, ὅπως καταρτίσῃ τὸ Στενογραφικὸν γραφεῖον. Εἴτε μεταβῶσιν εἰς τὰς Καλάμας οἱ μόνιμοι ὑπάλληλοι τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου, εἴτε εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, εἶναι ἐλεύθεροι, εὐθὺς ἅμα δὲν ἔχωσιν οὐδεμίαν ἐργασίαν πλέον νὰ διεξαγάγωσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἐὰν ἐννοῇ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν Ἔφορον καὶ τὸν Διευθυντὴν τοῦ γραφείου νὰ παραμένωσιν ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας ἐνταῦθα καὶ βεβαιώνωσιν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι εἶπον τὸ παρὼν, ἀφίνω εἰς αὐτὸν, ὅταν γείνῃ Ἔφορος, νὰ τὸ πράττῃ· ἐγὼ, ἐν ὅσῳ εἶμαι Ἔφορος, θὰ ὑπογράφω τὰς καταστάσεις, ὅταν ἡ ὑπηρεσία τῶν ὑπαλλήλων ἐπερατώθη, ὅταν οὐδὲν ἔχωσι νὰ ἐνεργήσωσι, καὶ ὅταν ἦναι παρόντες εὐθὺς ὡς τὸ καθῆκον καλέσῃ αὐτοὺς ἐνταῦθα. Εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπαλλήλου, περὶ οὗ ὡμίλησεν, εἶχε περατωθῆ μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου, καὶ εὐθὺς, ὡς ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἅπαντες οἱ μόνιμοι ὑπάλληλοι εὑρέθησαν παρόντες, μηδ’ αὐτοῦ τοῦ συμπολίτου του, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐταράχθη, ἐξαιρουμένου.
§10ΡΙΚΑΚΗΣ. Συνεπείᾳ τῶν δοθεισῶν ἐξηγήσεων καὶ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα θέλω προσθέσει, διότι ἔσχον ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ χρηματίσω Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς πληροφορίας αὐτὰς καὶ θὰ δώσῃ πέρας εἰς τὸ δυσάρεστον αὐτὸ ἐπεισόδιον. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἐγνώριζε πῶς ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ποία εἶναι ἡ ὑπηρεσία τῶν ὑπαλλήλων τῶν διαρκῶν, καὶ ποία ἡ ὑπηρεσία τῶν προσωρινῶν ὑπαλλήλων, δὲν ἤθελε βεβαίως προβῆ εἰς τὰ δυσάρεστα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, παρεξηγήσας τὸν Κανονισμὸν καὶ τὰ πράγματα, ὑπέβαλε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπανέλαβε σήμερον. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, κύριε Πρόεδρε, εἶναι διαρκεῖς, ἢ ὑπάλληλοι σχετιζόμενοι εἰδικῶς μὲ τὰς ἐργασίας τῶν συνεδριάσεων. Οἱ ὑπάλληλοι οἱ διαρκεῖς ἔχουσιν ὡρισμένον καθῆκον καὶ ὡρισμένην ὑπηρεσίαν, οἱ μὲν στενογράφοι νὰ παραμένωσι κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ὅταν δὲ περατώσωσι τὴν ἐργασίαν των, νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένοι πάσης ἄλλης ἐργασίας τῆς Βουλῆς, οἱ δὲ ἄλλοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι φροντίζουσι καὶ ἐπιμελοῦνται τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν κατὰ τὰ παρεχόμενα αὐτοῖς ὑπὸ τῶν στενογράφων χειρόγραφα, ἐξακολουθοῦσι τὴν ὑπηρεσίαν των, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐργασία. Καὶ οἱ κλητῆρες ἐπίσης, ὅταν κατὰ τὸ θέρος ἦναι κλειστὸν τὸ Βουλευτήριον, δὲν ἔχουσιν ἐργασίαν τακτικήν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ὅ,τι ἐγένετο σήμερον, γίνεται πάντοτε, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, καὶ οὐδέποτε παρηρμηνεύθη ἡ εἰλικρίνεια τῆς ὑπηρεσίας, οὔτε ποτὲ ἀπεδόθη μομφὴ εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς Βουλῆς. Τούτου ἕνεκα νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ δοθῇ ἓν πέρας εἰς τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, καὶ πρὸς τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. συνάδελφον, μόνος του νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις καταγγελίας, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὸ ἐκ τῆς παρεξηγήσεως ἐπελθὸν δυσάρεστον τοῦτο ἐπεισόδιον, ἀποφαινομένη ὅτι μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§11ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ παραμένωσιν εἰς τὰ γραφεῖά των, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ὑπηρεσία· ἀλλὰ, καθὼς γνωρίζω, οἱ ὑπάλληλοι Ὁμηρίδης καὶ Πολυζωΐδης εἰργάσθησαν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, οἱ δὲ ἄλλοι δύο ἔλειπον καὶ μόλις περὶ τὸ τέλος Νοεμβρίου προσῆλθον.
§12ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τρεῖς ἐν ὅλῳ εἶναι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ γραφείου αὐτοῦ, ὄχι τέσσαρες.
§13ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἔλειπον οἱ δύο αὐτοὶ ὑπάλληλοι ἐπὶ δέκα μῆνας καὶ καθ’ ὅλον τὸ θέρος εἰργάζοντο μόνον οἱ ῥηθέντες δύο ὑπάλληλοι. Ἐὰν σεῖς θέλητε μετὰ φωνῶν καὶ πείσματος νὰ πείσητε τὴν Βουλήν, ὅτι ὅσα λέγω δὲν εἶναι ἀληθῆ, εἶσθε κύριοι νὰ τὸ πράξητε. Ἀλλὰ τὰ πράγματα θὰ ἀποδείξωσι κατόπιν τὸ ἐναντίον.
§14ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Χθὲς μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκάλεσα εἰς τὸ γραφεῖον τὸν κ. Πολυζωΐδην, προϊστάμενον τοῦ ὑπαλλήλου, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος, καὶ αὐτὸς μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος Σχινᾶς ἔμεινεν ἐργαζόμενος μέχρι τῆς δεκάτης Αὐγούστου, ὅτε ἐπερατώθη πᾶσα ἡ ἐργασία τοῦ γραφείου, ὅτι μετὰ τοῦτο ἐζήτησεν ἄδειαν ἀπὸ τὸν κ. Πολυζωΐδην νὰ μεταβῇ εἰς Καλάμας, τῷ ἐπέτρεψεν ὁ κ. Πολυζωΐδης τοῦτο, καὶ μόλις ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του. Τοῦτο βεβαιῶ ἐπισήμως, διότι μοὶ τὸ ἐβεβαίωσεν ὁ ὑπάλληλος Πολυζωΐδης, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω ἀπεριόριστον ὑπόληψιν.
§15ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ὁ κ. Φλέσσας, ἂν θέλῃ νὰ δρέψῃ δάφνας ῥητορικὰς, ἃς ὁμιλῇ, ἀλλ’ ἂς μὴ λέγῃ τοιαῦτα ψεύδη.
§16ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἡ Εἰσαγγελία θὰ τὸ ἀποδείξῃ.
§17ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ὁ κ. Φλέσσας θέλει νὰ ὁμιλῇ, καὶ νὰ κάμνῃ ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ πάντοτε ἀνακριβείας λέγει, ὅπως ἄλλοτε, ὁμιλῶν περὶ τοῦ δήμου Ἄριος, εἶπεν ὅτι θὰ διασαλευθῇ ἡ τάξις, θὰ φονευθοῦν ἄνθρωποι κλπ. ἐνῷ πρόκειται ἁπλῶς νὰ διασαλευθῇ μόνον ἡ δύναμις τοῦ συμμάχου του καὶ αὐτοῦ τοῦ Φλέσσα.
§18ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτερον ἢ ὅσον φαίνεται καὶ παρίσταται μέχρι τοῦδε. Ἡ Βουλὴ θέτει εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Προεδρείου ἓν ποσὸν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Βουλῆς, συντάσσουσα τὸν πρὸς τοῦτο προϋπολογισμόν. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου δίδεται κατόπιν ὁ ἀναγκαῖος ἀπολογισμός· τότε εἶναι ὁ καιρὸς, ἵνα κάμῃ τις παρατηρήσεις περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς διαχειρίσεως, ἄν δὲ φρονῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιμένῃ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς παρατηρήσεις του περὶ ἀτάκτου διαχειρίσεως, ἂν νομίζῃ, ὅτι ἡ ἀναβολὴ δύναται νὰ γείνῃ παραίτιος κακοῦ, δύναται βεβαίως καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἀπολογισμοῦ, πρὸ τῆς ἐξετάσεως τῆς διαχειρίσεως τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν μοὶ φαίνεται ὅτι προσβάλλει καιριώτατα τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ μόνη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδεχθῇ τὴν διαχείρισιν ὡς καλῶς ἢ κακῶς γενομένην, ἂν δὲ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι κακῶς διεχειρίσθη τὸ χρῆμα ἐκεῖνο ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, ἂν εὑρίσκῃ ἐν τῇ διαχειρίσει καὶ ἐγκληματικὴν πρόθεσιν, ἡ Βουλὴ μόνη δικαιοῦται νὰ καταγγείλῃ τὴν πρᾶξιν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἡ προσφυγὴ τοῦ Βουλευτοῦ Καλαμῶν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, πρὸ πάσης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν ὑπόληψιν αὐτῆς. Φαντάσθητε εἰς ποῖα ἄτοπα ἠδύνατο νὰ καταλήξῃ ἡ τοιαύτη καταγγελία, ἂν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιτετραμμένη· φαντάσθητε οἵα σύγχυσις ἐπέρχεται, ἂν ἡ Βουλὴ εὕρῃ τὴν διαχείρισιν ὡς κάλλιστα ἔχουσαν, ἡ δὲ Εἰσαγγελία σύρῃ ἀπὸ τοῦ ὠτὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου, ἵνα δώσῃ λόγον περὶ τῆς διαχειρίσεως, ἣν ἡ Βουλὴ ἐν τῇ κυριαρχικῇ αὑτῆς ἐξουσίᾳ εἶναι μόνη ἁρμοδία νὰ κρίνῃ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο. Ἡ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἀνάμιξις πάσης ἄλλης ἐξουσίας εἶναι αὐτόχρημα ἐπέμβασις εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἥτις, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, εἰς οὐδένα ἄλλον ὀφείλει λόγον περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ κεφαλαίου, ὅπερ ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ὁρίσῃ διὰ τὰς ἀνάγκας, ἃς ἐπάγεται ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀνατεθείσης αὐτῇ ἐντολῆς.
§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς οὐδεμίαν περίστασιν νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται προσφυγὴ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἂν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ τὴν διαχείρισιν, οὐδεμία ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ καὶ ἐξετάσῃ τὴν διαχείρισιν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνώτατον καὶ κυρίαρχον σῶμα καὶ δὲν ὑποβάλλεται εἰς ἔλεγχον παρ’ οὐδεμιᾷ τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὑτῆς. Ἂν λοιπὸν εἴπῃ, ὅτι ἡ διαχείρισις ἔχει καλῶς, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ εἴπῃ ἂν κακῶς ἢ καλῶς ἐγένετο ἡ διαχείρισις. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασίς μου καὶ νὰ δοθῇ τέλος εἰς τὸ λυπηρὸν αὐτὸ ἐπεισόδιον.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Σύρου ἀπεδόθη τόσον τραγικὸς χαρακτὴρ εἰς παρατήρησιν λίαν εὔλογον, βασιζομένην εἰς τὰς πληροφορίας, ἃς ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαμῶν καὶ αἵτινες ἀπεδείχθησαν ἀληθεῖς. Τίς προσβολὴ δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἂν ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν εἴτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἴτε ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου ἐπιστοποίησαν ἐργασίαν ὑπαλλήλου μὴ ἐργασθέντος; Ὅπως ἐπιῤῥιφθῇ αὐτοῖς μομφή, πρέπει νὰ τοῖς ἀποδοθῇ δολία προαίρεσις, ἤτοι ὅτι ἐν γνώσει διατελοῦντες ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ καὶ δὲν εἰργάσθη, ἐπιστοποίησαν οὐχ ἧττον ὅτι εἰργάσθη. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαμῶν. Ὁ κ. Βουλευτής, στηριχθεὶς ἐπὶ τῶν ἰδίων του πληροφοριῶν, ἰσχυρίσθη ὅτι ὑπάλληλος μὴ ἐργασθεὶς ἐπληρώθη ἐπὶ τῇ βάσει πιστοποιήσεως ἐκδοθείσης νομίμως εἴτε παρὰ τοῦ Προέδρου εἴτε παρὰ τοῦ Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος ἐβεβαίωσεν, ὅτι αὐτὸς ἀπουσίαζε κατὰ τὸ θέρος, ὁ δὲ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου ἔδωκεν ἐξηγήσεις, αἵτινες δύνανται ἐντελῶς νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ὑπογραφὴν μισθοδοτικῶν καταστάσεων καὶ πιστοποιήσεων ἐργασίας διὰ τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, περὶ οὗ ἐπρόκειτο, ἂν καὶ ὁ ὑπάλληλος οὗτος δὲν εἰργάσθη, διότι, καίτοι μόνιμος, καίτοι μισθοδοτεῖται καὶ κατὰ τὰ διαλείμματα τῶν συνόδων, οὐχ ἧττον δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν κατὰ τὰς διακοπὰς νὰ παραμένῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐργάζηται, ἀφοῦ ἐργασία δὲν ὑπῆρχεν. Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου, ἐκτὸς τοῦ τεχνικοῦ προσωπικοῦ, ἔχουσι καὶ μετὰ τὸ τέλος τῆς συνόδου ἐργασίαν, καὶ γνωρίζω κάλλιστα, ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὑπαλλήλους, οἵτινες οὐδεμίαν ἡμέραν ἀπεμακρύνθησαν τῶν γραφείων. Ἀλλὰ τίνες ὑπάλληλοι ὀφείλουσι νὰ παραμείνωσι καὶ πόσοι εἶναι ἐπαρκεῖς, αὐτὸ θὰ τὸ κρίνωσιν οἱ προϊστάμενοι τοῦ γραφείου. Ἀφοῦ δὲ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς βεβαιοῖ, ὅτι ὁ προϊστάμενος τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου ἐδήλωσεν, ὅτι εἶχε λήξει ἡ ἐργασία τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου, μετὰ τὸ πέρας δ’ αὐτῆς ζητήσας ἄδειαν ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλος ἀπεμακρύνθη μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς νέας συνόδου, νομίζω ὅτι τὰ πάντα ἐξηγήθησαν. Καὶ ἡ πληροφορία τοῦ Βουλευτοῦ Καλαμῶν ἀποδεικνύεται μὲν ἐντελῶς ἀκριβὴς, ἀλλ’ ἐντεῦθεν οὐδεμία ἐπιῤῥίπτεται μομφὴ εἴτε εἰς τὸν Πρόεδρον εἴτε εἰς τὸν Ἔφορον. Τί ἰσχυρίσθη τῳόντι ὁ Βουλευτὴς Καλαμῶν; Ἰσχυρίσθη ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου ἀπουσίαζεν ἐξ Ἀθηνῶν καὶ οὐχ ἧττον ἐμισθοδοτεῖτο. Ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου ἐξηγοῦντες τὸ γεγονὸς, βεβαιοῦσιν ὅτι ἀπουσίαζε μὲν ὁ ὑπάλληλος, ἀλλ’ ἀπουσίαζε διότι δὲν εἶχεν ἐργασίαν. Ἂν ἄλλοι ὑπάλληλοι, ἀνήκοντες εἰς τὸ αὐτὸ γραφεῖον, εἰργάσθησαν καὶ ἐπήρκεσαν εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, τοῦτο ἀποδεικνύει ἓν καὶ μόνον, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐλάμβανε νομίμως τὸν μισθὸν τῆς θέσεώς του, ἀλλ’ ἐπὶ ἀργομισθίᾳ. Εἰς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἡ Βουλὴ, ὅτι ὑπάρχουν ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῆς θέσεις ἀργομισθίας. Ὑπάρχουν ἐν τῷ Στενογραφικῷ γραφείῳ, ἐκτὸς τῶν στενογράφων, ἐκτὸς τοῦ τεχνικοῦ προσωπικοῦ, ὑπάλληλοι, οἵτινες ἔχουσι γραφικὴν ἐργασίαν, καὶ ἐξ αὐτῶν οἱ μὲν φιλοπονώτεροι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ παραμένωσιν ἐνταῦθα καὶ ἐργάζωνται διηνεκῶς, ἄλλοι δὲ νὰ πέρνουν τὸν ἀέρα τους εἰς τὰς Καλάμας, μισθοδοτούμενοι ἀκριβῶς δι’ αὐτό. Ὡς πόρισμα δὲ τῆς συζητήσεως, ἀντὶ τῆς προτάσεως περὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν Πρόεδρον, ἢ τῆς ἑτέρας, ὅπως μὴ τολμήσῃ ἡ Εἰσαγγελία, ἂν ὑπάρξῃ ποτὲ δόλος, νὰ ἐξετάσῃ τὰς πιστοποιήσεις τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ Ἐφόρου, θὰ ἐθεώρουν ὀρθοτέραν τὴν πρότασιν ν’ ἀναθεωρήσῃ ἡ Βουλὴ τὸν Κανονισμόν της, ὅπως τὰς μὲν θέσεις ἀργομισθίας καταργήσῃ, τοὺς δὲ ὑπαλλήλους, οἵτινες ἐργάζονται ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτὸς καὶ ἄνευ διαλείμματος, ἀνταμείψῃ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ Πατρῶν καὶ Σύρου φρονοῦσιν, ὅτι εἶναι προσβολὴ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς καταδιώξῃ λανθάνον τυχὸν ἔγκλημα κατὰ τὴν θεώρησιν τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς τότε τιθέμεθα ἐκτὸς τῶν νόμων.
§21ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων μας βέβαια.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία ὑφίσταται μόνον διὰ τὴν ψῆφον καὶ τὴν γνώμην, ἣν ἐκφέρομεν. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου ἐνταῦθα. Ἐξηγήθη ἀληθῶς ἐπαρκῶς ἤδη τὸ γεγονὸς διὰ τῶν διασαφήσεων τοῦ κ. Προέδρου, ἀλλ’ ἐὰν πράγματι εἶχεν ὑπόστασιν ἡ γενομένη καταγγελία, φρονεῖτε ὅτι ἡ ἀσυλία ἡ βουλευτικὴ θὰ ἠδύνατο νὰ καλύψῃ τὰ ἐγκλήματα, ἅτινα ἤθελον τελεσθῆ ἐνταῦθα; Ἀλλοίμονον, ἐὰν ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν ἐπρόκειτο νὰ τελῶνται ἐγκλήματα, ἐφ’ ᾧ νὰ μὴ δύναται νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα ἡ Εἰσαγγελία! Καὶ ἀκριβῶς ὑπὲρ τοιαύτης ἀσυλίας συνηγορεῖ ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν.
§23ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔγκλημα.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἐτελεῖτό ποτε ἔγκλημα, ὁ Εἰσαγγελεὺς ὤφειλε νὰ εἰσέλθῃ ἐνταῦθα, καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ἂν ἔλαβε πράγματι χώραν ἔγκλημα. Ἡ ἀσυλία τοῦ Βουλευτοῦ, ὡς εἶπον, ἀφορᾷ εἰς τὴν ψῆφον καὶ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἠθέλομεν δὲ καταστῆ ἀληθῶς πρωτότυπον Βασίλειον, ἐὰν ἐδεχόμεθα τὴν θεωρίαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ τελῶνται οἱαδήποτε ἐγκλήματα ἐνταῦθα, χωρὶς ποτε νὰ τολμήσῃ ἡ Εἰσαγγελία νὰ ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεων περὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ τότε ποίου εἴδους Πολιτεία θὰ ἦτο αὕτη; Τίς θὰ ἀνέκρινε τὰ ἐν τῇ Βουλῇ διαπραττόμενα ἀδικήματα; Γνωρίζετε διάταξίν τινα τοῦ Κανονισμοῦ, ἀποδίδουσαν εἰς τὴν Βουλὴν ἢ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακρίνῃ ἐγκλήματα, ἐάν ποτε ἐτελοῦντο; Τίς δὲ σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα, ἐπὶ τοιαύτῃ καταγγελίᾳ, νὰ προβάλλητε πρότασιν, ὅπως διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς κλείσητε τὴν θύραν εἰς τὴν Δικαιοσύνην; Τοιαύτη πρότασις ἀναγκαίως ἀποβαίνει ἀπαράδεκτος.
§25ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Μεθ’ ὅλην τὴν δεξιότητά του, ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ σώσῃ τὸν ὑπὸ τὴν προστασίαν του ἀξιότιμον Βουλευτὴν Καλαμῶν...
§26ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην προστασίας.
§27ΦΛΕΣΣΑΣ. Σεῖς ἔχετε ἀνάγκην προστασίας, καὶ ὁ βίος σας εἶναι γνωστός.
§28ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. .. Δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν σώσῃ ἐκ τῆς ἐπιῤῥιφθείσης αὐτῷ εὐλόγως μομφῆς. Δὲν ζητῶ προστασίαν τῶν ἐγκλημάτων τῶν τυχὸν διαπραττομένων ὑπὸ ἀντιπροσώπου· κατ’ αὐτοῦ θὰ ἐνήργει τὰ νόμιμα ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἀλλὰ τὸ κυρίαρχον σῶμα, τὸ ψηφίσαν ποσόν τι καὶ θέσαν αὐτὸ ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Προέδρου, δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ Εἰσαγγελέως· τοῦτο δὲ ἀκριβῶς συμβήσεται, ἂν ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ τοῦ Βουλευτοῦ Καλαμῶν δικαιοῦται νὰ εἰσέλθῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐξετάσῃ ἂν καλῶς ἢ κακῶς διεχειρίσθη τὸ ποσὸν ἐκεῖνο ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἂν ὑπῆρξεν ἔγκλημα περὶ τὴν διαχείρισιν, τότε θὰ φανῇ, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν διαχείρισιν καὶ ἀνεύρῃ τὴν δολίαν πρόθεσιν τοῦ διασπαθισμοῦ τοῦ κεφαλαίου τοῦ τεθέντος ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Προέδρου, ἡ Βουλὴ δὲ μόνη δύναται νὰ καταγγείλῃ τὴν πρᾶξιν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἀλλ’ ἡ προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως πρὸ πάσης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, τί ἄλλο ἀποτελεῖ, εἰμὴ ὑποτέλειαν τῆς κυριάρχου αὐτῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ Εἰσαγγελέως; Τί ἄλλο εἶναι παρὰ προσβολὴ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Βουλῆς; Τοῦτο, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ἡ διαχείρισις, γινώσκει καὶ ἀποφαίνεται περὶ αὐτοῦ μόνη ἡ Βουλή· μόνον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ σημείου, τὸ ὁποῖον παρέχει ἀφορμὴν σκανδάλου ἢ ὑπονοίας ἐγκλήματος, μόνον αὐτὴ καὶ οὐδεὶς Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπεμπολῇ τὴν κυριαρχίαν τοῦ σώματος, θέτων αὐτὸ ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ Εἰσαγγελέως. Τὸ κυρίαρχον τοῦτο σῶμα διαχειρίζεται τὸ κεφάλαιόν του ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ, τὴν διαχείρισιν δὲ αὐτὴν ἐντέλλεται εἰς τὸν Πρόεδρον· αὐτὸ καὶ μόνον ἑπομένως δύναται νὰ ἐξελέγξῃ τὴν κακὴν ἢ καλὴν διαχείρισιν, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἔγκλημα, νὰ καταγγείλῃ αὐτὸ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς οὐδένα ἄλλον, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ὑψηλὸς τὸ ἀνάστημα, ὅσον καὶ ἂν ἦναι πωγωνοφόρος, νὰ λησμονῇ τὸν πρὸς τὴν Βουλὴν σεβασμὸν, καὶ ἀντὶ νὰ προκαλῇ τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ τυχὸν γενομένου ἀτοπήματος, νὰ προσφεύγῃ εἰς ἄλλην ἐξουσίαν, ἐπικαλούμενος τὴν ἀνάμιξιν αὐτῆς εἰς τὰ δίκαια καὶ τὰ παρομαρτοῦντα αὐτοῖς καθήκοντα τοῦ κυριάρχου τούτου σώματος.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι σύγχυσις ἐξουσιῶν πλέον, εἶναι σύγχυσις ἰδεῶν, καὶ τοιαύτη τις ἡ σύγχυσις ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σύρου, ὅστις ὤφειλε νὰ διακρίνῃ τὸν διοικητικὸν ἔλεγχον ἀπὸ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν. Πᾶσα διαχείρισις εἴτε τῆς Βουλῆς εἴτε τῶν Ὑπουργῶν ἐξελέγχεται. Ἀλλὰ ἄλλος ὁ διοικητικὸς καὶ ἄλλος ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος. Καὶ δὲν γνωρίζετε ὅτι, ἂν διοικητικῶς ἐξελεγχθῶσι καὶ ἐπικυρωθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ οἱουδήποτε, δύναται οὐχ ἧττον ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ κινήσῃ τὴν μηχανὴν τῆς δημοσίας κατηγορίας καὶ νὰ καταδιώξῃ ἐπὶ ἀπιστίᾳ; Καὶ ὁ μὲν Ὑπουργὸς ἔχει ἰδιάζουσαν δικαιοδοσίαν, καὶ μόνη ἡ Βουλὴ κατηγορεῖ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ Ἔφορος αὐτῆς τί εἶναι; εἶναι ἁπλοῖ Βουλευταί. Γνωρίζετε δὲ διάταξίν τινα, ἥτις νὰ καθιστᾷ ὑπὲρ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἢ τοῦ Ἐφόρου αὐτῆς ἀσυλίαν τινά;
§30ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Γνωρίζω τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ τίθεται ὑπεράνω πάσης ἄλλης ἐξουσίας.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκούσατε λοιπὸν τὰ ἄρθρα 62 καὶ 63 τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι τὴν βουλευτικὴν ἀσυλίαν. Τὸ ἄρθρον 62 ὁρίζει: «Βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται, οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται, ἕνεκα γνώμης ἢ ψήφου δοθείσης παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν Βουλευτικῶν καθηκόντων».
§32ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ Βουλευτῶν, ἀλλὰ περὶ τῆς Βουλῆς. Περὶ τούτου νὰ ὁμιλήσητε.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ περὶ τῶν παρὰ Βουλευτῶν διαπραττομένων τυχὸν ἀδικημάτων, καὶ τοιοῦτος ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Ἔφορος. Τὸ ἄρθρον 63 ὁρίζει: «Βουλευτής, διακούσης τῆς βουλευτικῆς συνόδου, δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται, ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος. Τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα».
§34ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ νομίζετε ὅτι, ἂν ἤθελε βεβαιωθῆ ἐπ’ αὐτοφώρῳ παρὰ τῆς Εἰσαγγελίας ψευδὴς πιστοποίησις ἢ πλαστογραφία κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ὅτι θὰ εἶχεν ἐκείνη ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειάν σας, ὅπως εἰσέλθῃ ἐνταῦθα καὶ καταστείλῃ τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας, τὸ ὁποῖον ἤθελε ῥυπάνει τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν; Δὲν ἐννοῶ, πῶς ὑμεῖς δύνασθε νὰ φρονῆτε, ἀλλ’ ἴσως διότι εἶσθε Βουλευτὴς ἀνήκων εἰς τὴν πτέρυγα τὴν συμπολιτευομένην, φρονεῖτε ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη τις ἀσυλία διὰ τὸν Βουλευτὴν, ἐκτὸς τῆς τῶν ἄρθρων 62 καὶ 63 τοῦ Συντάγματος. Καὶ φρονεῖτε ὅτι ἡμεῖς ἐνταῦθα, ἢ ὁ Πρόεδρος ἡμῶν ἢ ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἢ ἁπλοῖ Βουλευταί, χαίρομεν ἄλλας προνομίας, ἐκτὸς ἐκείνων, αἵτινες πηγάζουσιν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος; Ἀλλὰ ταῦτα, εἶπον, ἀποτελοῦσιν οὐχὶ σύγχυσιν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ σύγχυσιν ἰδεῶν, θὰ ἦτο δὲ βδελυρὸν διὰ τὸ πολίτευμά μας, ἂν ἡ ἀρχή, ἣν θέλετε νὰ θέσητε, ἐγίνετό ποτε παραδεκτή, ὅτι δύναται μία ψηφοφορία τῆς Βουλῆς νὰ κλείσῃ τὴν θύραν εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἔλθῃ νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα καὶ καταστείλῃ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματα καὶ ἐγκλήματα, ἅτινα ἤθελον διαπραχθῆ ἐνταῦθα. Παύσατε, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, ἀπὸ τοῦ νὰ ὑποστηρίζητε τοιούτους σολοικισμούς.
§36ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Εἰς στενόχωρον θέσιν εὑρέθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, καὶ τοῦτο ἐγίνωσκεν ἐπίσης καλῶς, ὅπως καὶ ἐγώ. Ὁμιλεῖ περὶ ἀσυλίας Βουλευτῶν. Καὶ τίς ἀρνεῖται, ὅτι, διαπραττομένου ἐγκλήματός τινος ὑπὸ οἱουδήποτε Βουλευτοῦ, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ προβῇ κατὰ τὸν νόμον εἰς τὴν καταδίωξιν αὐτοῦ; Περὶ τούτου πρόκειται; Διατὶ ἀναγινώσκετε τὰ ἄρθρα τὰ σχετικὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ καταστατικοῦ; ἵνα μὲ φωτίσητε, ἵνα μοὶ καταστήσητε γνωστὸν ὅ,τι τάχα ἀγνοῶ; Μὴ δυνάμενοι νὰ ἀπαντήσητε εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, καταφεύγετε εἰς ἕτερον ζήτημα. Ἔχω δὲ τόσην πεποίθησιν εἰς τὴν νοημοσύνην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὥστε στοιχηματίζω ὅτι ἐν γνώσει θέλει νὰ διαστρέψῃ τὸ ζήτημα, καταφεύγων εἰς ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ὅλως ἄσχετα πρὸς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἰσχυρίσθην τοῦτο, ὅτι ἡ παρέμβασις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Προέδρου, εἶναι κηδεμονία τοῦ κυριάρχου τούτου σώματος, εἶναι πλήρης ἀνευλάβεια πρὸς τὴν περιωπήν, πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ σώματος. Θὰ ἦτο ἀστεῖον, ἐὰν προσήρχετο ἐν τῷ μέσῳ τῆς Βουλῆς ὁ Εἰσαγγελεύς, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν διαχείρισιν, τὴν ὁποίαν μόνη ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ἐξελέγξῃ· Θὰ ἦτο ἀστεῖον, ὄχι μόνον προκειμένου περὶ Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ περὶ ἰδιωτῶν ἀκόμη ἐὰν ἐπρόκειτο. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔθηκα εἰς τὴν διάθεσιν προσώπου τινὸς κεφάλαιόν τι, ἵνα τὸ διαχειρισθῇ, ἕτερος δέ τις, ξένος ἀμφοτέρων ἡμῶν, καταφεύγει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, λέγων, ὅτι ὁ ἐνταλθεὶς παρὰ τοῦ Α, ἵνα διαχειρισθῇ κεφάλαιόν τι, κακῶς τὸ διαχειρίζεται. Τί θὰ ἀπαντήσῃ πρὸς αὐτὸν ὁ Εἰσαγγελεύς; «Κύριέ μου, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἴδωμεν ὁ κύριος τοῦ χρήματος τί φρονεῖ περὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ. Ἐὰν φρονῇ ὅτι καλῶς ἐγένετο, ἐγὼ δὲν δύναμαι ν’ ἀναμιχθῶ· ἐὰν τοὐναντίον, αὐτὸς ὀφείλει νὰ καταγγείλῃ πρὸς ἐμὲ τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία προσεγένετο αὐτῷ». Λέγω λοιπὸν καὶ ἐπιμένω, ὅτι εἶναι ὕβρις πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς ἡ προσφυγὴ τοῦ Βουλευτοῦ Καλαμῶν πρὸς τὸν Εἰσαγγελίαν, εἶναι πρόκλησις κηδεμονίας τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν θέλει νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ὀρθὸν τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ εἰς ἄλλα προσφεύγων, περὶ ἄλλων ὁμιλῶν, ζητεῖ νὰ καταδείξῃ, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου εἶναι ἀβάσιμος. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, θὰ ἐνόουν τὸν Βουλευτὴν Καλαμῶν ἐφιστῶντα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Προέδρου αὐτῆς· τοῦτο ἦτο δικαίωμά του, ὤφειλε μάλιστα, ἐὰν ἐμάνθανεν, ὅτι συνέβη ἄτοπόν τι, νὰ καταγγείλῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον ἐνεπιστεύθη ἡ Βουλὴ εἰς τὸ Προεδρεῖον αὐτῆς, εἶναι πλήρης ἀνευλάβεια πρὸς τὴν Βουλήν.
§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, διότι παρατηρῶ, ὅτι ὅλοι συμφωνοῦμεν ὅτι ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως εἶναι ἐπιζήμιος εἰς αὐτὴν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἵνα ἐξηγήσω καλλίτερον τὴν γνώμην μου καὶ ἀπαντήσω εἰς τὴν παρεξήγησιν, ἡ ὁποία μοὶ ἀπεδόθη. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος περὶ τῶν προσωπικῶν ἐγκλημάτων τῶν Βουλευτῶν, δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ τὰ ἀναγνώσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἐγὼ εἶπον τὸ ἑξῆς, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία ἵνα ἐξελέγχῃ τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων αὐτῆς, δι’ ἀποφάσεώς της ἐπικυρώσῃ ὡς καλῶς γενομένην τὴν διαχείρισιν, δύναται οἱαδήποτε ἄλλη ἐξουσία νὰ παρέμβῃ καὶ ἐξετάσῃ μετὰ ταῦτα τὴν αὐτὴν πρᾶξιν ἀπέναντι τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς; Λέγω ὄχι. Καὶ σᾶς φέρω ἓν ἄλλο παράδειγμα. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν εἰσηγήσατο ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Καλαμῶν, δυνάμεθα νὰ περιπέσωμεν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ ὁ Πρόεδρος μεταβάλλει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, ἡ δὲ Βουλὴ ἐπικυροῖ τὰ πρακτικὰ, ὡς καλῶς ἔχοντα· δύναται νὰ γείνῃ καταγγελία εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ὅτι ἐπλαστογραφήθησαν τὰ πρακτικά, διότι μετεβλήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ψηφοφορησάντων; Θὰ ἐπέμβῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἐξετάσῃ ἂν ὑπάρχῃ ἔγκλημα ἢ ὄχι; Ἂς ὑποθέσωμεν μάλιστα, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἐπίτηδες μετέβαλε τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπρόσεξε καὶ ἐπεκύρωσε τὰ πρακτικά. Θὰ τὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξέλεγξιν; Τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ πρᾶξις τῆς διαχειρίσεως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπικυροῖ ἢ νὰ κατακρίνῃ μίαν πρᾶξιν τοῦ Προέδρου, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ὡς μὴ νομίμως γενομένην. Ἀφοῦ ὅμως ἅπαξ ἐπῆλθεν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρέμβῃ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην. Πιθανὸν αἱ συνταγματικαὶ γνώσεις μου νὰ ἦναι μικραὶ, ἀλλὰ συγχωρήσατέ με νὰ φρονῶ, ὅτι οὕτως ἑρμηνεύεται ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ σώματος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.....
§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν ἐτελείωσε τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε. Νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§40ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐτελείωσε τὸ ζήτημα. Δὲν θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν εἶχε τὴν γενναιότητα, μετὰ τὰς γενομένας ἐξηγήσεις καὶ τὴν πιστοποίησιν τὴν δοθεῖσαν ὑπό τε τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τοῦ Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου κατόπιν ἐξετάσεως τοῦ προϊσταμένου τοῦ γραφείου, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὁ περατώσας τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ δὲν παρευρίσκετο μὲν ἐνταῦθα κατὰ τὰς διακοπὰς, ἐπανῆλθε δὲ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἂν εἶχε, λέγω, τὴν γενναιότητα, ἀπέναντι τοιαύτης πιστοποιήσεως καὶ βεβαιώσεως ἐπισήμου τῶν δύο τούτων συναδέλφων, τῶν κατεχόντων τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἡμεῖς ἀνεβιβάσαμεν αὐτοὺς, νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἐπλανήθη καὶ νὰ ἀνακαλέσῃ τὰς χθὲς κατ’ αὐτῶν καὶ σήμερον πάλιν ἐπιῤῥιφθείσας μομφὰς, ἤθελεν ἐκλείψει πᾶσα αὕτη ἡ διαμάχη, ἡ ἀηδὴς καὶ δυσάρεστος. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν, ἀντὶ τούτου, ἐπεφυλάχθη ἐκ νέου νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα· αὕτη καὶ μόνη ἡ ἐπιφύλαξις ἀποτελεῖ προσβολὴν οὐχὶ κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, οὐχὶ κατὰ τοῦ Ἐφόρου, ἀλλὰ καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ σώματος. Ἔρχεται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ βεβαιοῖ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη χθὲς, ἐλέχθη βεβαίως ἐκ πλάνης τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμῶν, ὅτι εἶναι ἀνακριβές· ὅτι ἐξήτασε καὶ ἐβεβαιώθη ἐπισήμως, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἔρχεται ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου καὶ βεβαιοῖ καὶ αὐτὸς ἰδίας ἑαυτοῦ πράξεις, ὅτι αὐτὸς ἐξήτασε καὶ ἐνέκρινε τὴν δοθεῖσαν ἄδειαν εἰς τὸν ὑπάλληλον ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου τοῦ τμήματος, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν δὲν πιστεύει, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσεται νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν Καλαμῶν νὰ δείξῃ νῦν τοὐλάχιστον τὴν γενναιότητα, ἣν ἐγκαίρως δὲν ἔδειξεν, ἐρχόμενος ν’ ἀνομολογήσῃ, ὅτι ἐσφαλμένας εἶχε πληροφορίας, ὅτι κακῶς ἐξετίμησε τὰ πράγματα καὶ κακῶς περὶ τούτων ἐξεφράσθη.
§42ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ φρονίμως, κύριε Πρόεδρε, ἐθεωρήσατε σιωπηρῶς περατωθεῖσαν τὴν συζήτησιν, πολὺ ἀδίκως δὲ ἡ πλευρὰ ἐκείνη ἐπιζητεῖ ψήφισμα. Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Προέδρου καὶ τοῦ Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ἀποδίδει τὴν προσήκουσαν ἐκτίμησιν ἐπὶ τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων των. Ἀλλ’ ἐὰν ἠλήθευον τὰ στοιχεῖα ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, νομίζετε ὅτι ἐδικαιοῦντο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δίδει ἀμνηστείαν εἰς τὰ ἐγκλήματα;
§43ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶπε κἀνεὶς αὐτό!
§44ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα τάξεως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα διαχειρίσεως. Ὑποθέσατε ὅτι τῷ ὄντι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συντάσσει καταστάσεις καὶ βεβαιοῖ ἀνυπάρκτους ὑπηρεσίας, ἀνύπαρκτα πρόσωπα, καὶ πληρόνει τὰ πρόσωπα ταῦτα. Νομίζετε ὅτι ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ «ἐγκρίνω τὸν ἀπολογισμὸν καὶ συγχωρῶ τὸ ἔγκλημα»; Πλανᾶσθε, ἐὰν νομίζητε ὅτι δύνασθε νὰ καθιερώσητε τοιαύτην ἀρχήν. Μὴ θέλετε νὰ ὠθῆτε τὴν Βουλήν, ἵνα ἐκδίδῃ ἀποφάσεις γελοίας ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου νὰ ἐπέμβῃ καὶ φυλακίσῃ καὶ τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Ἔφορον τοῦ Βουλευτηρίου. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τὴν ἀπόφασίν σας, πλανᾶσθε. Ἀφήσατε λοιπὸν τὰ ζητήματα ταῦτα. Καὶ ὁ κ. Βουδούρης καὶ ὁ κ. Καλογερόπουλος ἐξετιμήθησαν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένωσιν εἰς μείζονα ἐκτίμησιν. Πολὺ δὲ κακῶς πράττουσιν οἱ Βουλευταὶ Μεγαρίδος καὶ Σύρου, ῥίπτοντες ἔλαιον ἐπὶ τὴν πυράν.
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς Μεγαρίδος, κύριε Πρόεδρε, ἀπετάθη εἰς τὴν εὐγένειαν τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Βουλευτοῦ Καλαμῶν, καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τῆς εὐγενείας τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, εὐγενείας, ἣν ἀναγνωρίζει εἰς πάντας τοὺς ἐνταῦθα παρακαθημένους, νὰ ἔλθῃ ν’ ἀνομολογήσῃ ὅτι ἔσφαλε, καὶ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐπιφύλαξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διετήρησε καὶ μετὰ τὰς ἐπισήμους διαβεβαιώσεις δύο συναδέλφων κατεχόντων ἐνταῦθα ἐπισημοτέραν θέσιν πάντων ἡμῶν. Εἰς τὴν γενναιότητα μόνην αὐτοῦ ἀπηυθύνθην, καὶ παρακαλῶ τοὺς ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) φίλους αὐτοῦ, ὅπως ἐπιδράσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ, ἵνα προέλθῃ εἰς τὴν ἀνάκλησιν. Τίποτε ἄλλο δὲν εἶπεν ὁ Βουλευτὴς Μεγαρίδος.
§46ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἀρκούντως ἐξήγησε τὰ πράγματα, χωρὶς δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος νὰ ἐξάπτηται καὶ νὰ θυμώνῃ καὶ νὰ ῥίπτῃ βεβαίως ἔλαιον εἰς τὴν πυρὰν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, μοὶ φαίνεται ὅτι, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, τὸ πρᾶγμα πρέπει ἐν σιωπῇ νὰ λήξῃ, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι ἐξήτασε τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὴν ἄδειαν, καὶ ἀφοῦ ἔλαβε τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου, τοῦ προϊσταμένου τοῦ γραφείου, ἐπείσθη ὅτι ἐδικαιοῦτο ὁ ὑφιστάμενος ὑπάλληλος νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πατρίδα του. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, τὰς αὐθεντικὰς, τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τί ἀναμιγνύονται οἱ κύριοι Βουλευταὶ Σύρου καὶ Μεγαρίδος, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται νὰ μᾶς ἐξηγήσωσι τὰ τοῦ νόμου καὶ τὰ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐὰν ἔχῃ οὗτος τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς θέσεώς του νὰ ἐπέμβῃ ἢ δὲν τὸ ἔχῃ; Ἐὰν ὑπάρχῃ ἔγκλημα, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἐπέμβῃ, καὶ τὸ γνωρίζουσι κάλλιστα καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἔγκλημα. Ἔδωκε τὰς δεούσας ἐξηγήσεις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ φρονῶ ὅτι κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττὴ, καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὰς λοιπὰς ἐργασίας αὐτῆς.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία πρότασις τοῦ κ. Ρικάκη.
§48ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν ὑπάρχει κἀμμία πρότασις.
§49ΔΡΟΣΙΝΟΣ. Μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ ἀνακαλέσῃ.
§51ΡΟΥΚΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ρικάκη.
§52ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἁπλουστάτη: «Ἡ Βουλή, ἀρκουμένη εἰς τὰς ἐξηγήσεις τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§53ΡΑΛΛΗΣ. Τοιαύτη πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος ἐπὶ τοῦ προκειμένου· καὶ ἡμεῖς προβάλλομεν τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως. Τί πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή, καὶ τίνα φετφᾶν πρόκειται νὰ ἐκδώσῃ καὶ ποῖον δίπλωμα ν’ ἀπονείμῃ; Ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμῶν κατήγγειλε ἓν γεγονὸς καὶ ἐθεώρησεν ὅτι τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο ἐνέχει ἀδίκημα. Ἔρχονται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Χαλκίδος, ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ βεβαιοῦσι τὸ γεγονός, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δίδουσιν ἐξήγησιν, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀδίκημα. Τί λοιπὸν θέλετε νὰ ἐπιδοκιμάσῃ ἢ ν’ ἀποδοκιμάσῃ ἡ Βουλή, ἢ τίνος τὴν εὐθύνην θέλετε νὰ καλύψῃ;
§54ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀρκεῖται εἰς τὰς ἐξηγήσεις.
§55ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἀρκεσθῇ εἰς κἀμμίαν ἐξήγησιν. Δὲν πρόκειται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἡ Βουλή· διότι ἢ τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι πραγματικόν, ἢ δὲν εἶναι πραγματικόν. Τὸ γεγονὸς εἶναι πραγματικόν, καὶ τότε ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα: Τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ πραγματικὸν ἐνέχει ἀδίκημα; Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι δὲν ἐνέχει. Καὶ ἐτελείωσε, μοὶ φαίνεται, τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος θέλει νὰ ἐγερθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμῶν καὶ νὰ ζητήσῃ συγγνώμην, διότι ἐβεβαίωσεν ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν διαβεβαιώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου ἀποδεικνύεται ἀληθές. Ζητεῖτε τώρα, ἵνα ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμῶν δώσῃ ἐξηγήσεις μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἔσφαλε περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Προβάλετε τοιαύτην πρότασιν, νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμῶν κακῶς ἐξετίμησε τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἄλλην πρότασιν δὲν ἐννοῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή.
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμῶν, μετὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου, ὅτι τὰ πράγματα συνέβησαν ὅπως οὗτοι ἐξέθηκαν αὐτά, εἶχε καθῆκον νὰ μὴ δηλώσῃ ἐπιφύλαξιν ἐνεργείας παρὰ τῇ Εἰσαγγελίᾳ, διότι ἡ τοιαύτη ἐπιφύλαξις διαψεύδει τοὺς λόγους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ διαψεύδει αὐτοὺς διὰ τοῦ χειρίστου τρόπου, διότι ἀπειλεῖ διὰ καταγγελίας εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας οὗτοι ὑπέγραψαν. Ἀπέναντι τοιαύτης διαψεύσεως ἠγέρθην, ἵνα ποιήσω ἔκκλησιν εἰς τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα τοῦ Βουλευτοῦ Καλαμῶν, εἰς τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα ὁλοκλήρου τῆς ἀπέναντι πτέρυγος, νὰ παρακαλέσωμεν αὐτόν, ἵνα μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ζήτημα, ὅπως ἔθεσεν αὐτό, διότι ἐπιμένων, ἀντὶ νὰ καταπραΰνῃ καὶ καθησυχάζῃ καὶ νὰ καθιστᾷ ἀρκετὴν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν, ἐξαναγκάζει εἰς θέσιν προτάσεως βαρυτέρας, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς βεβαίως ἐπιθυμεῖ νὰ φέρῃ ἐνταῦθα.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀποπειρᾶσθε νὰ φέρητε πρότασιν βαρυτέραν κατὰ Βουλευτοῦ, ὅστις ἐβεβαίωσε γεγονός, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε ἀποδεικνύει τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν ἐντελῶς πλημμελῆ, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἐδῶ κατεστήσαμεν πρυτανεῖον καὶ καταφύγιον ἀέργων! Τὸ γεγονὸς τοῦτο θέλετε νὰ καλύψητε; Ἀλλὰ δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὸ καλύψητε δι’ οἱασδήποτε ψηφοφορίας. Σᾶς προκαλοῦμεν· προβάλλετε οἱανδήποτε πρότασιν θέλετε. Πρέπει τέλος νὰ λεχθῇ καθαρά· περὶ ἑνὸς καὶ μόνου πρόκειται· πρόκειται νὰ καλύψωμεν διὰ μιᾶς ψηφοφορίας τὸ γεγονὸς, ὅτι κατεστήσαμεν τὸ Βουλευτήριον πρυτανεῖον, πρυτανεῖον διὰ τοὺς κομματάρχας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου Βουλευτοῦ.
§58ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀποδείξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς...
§59ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ ἀποδείξω τίποτε. Τὸ γνωρίζετε κάλλιστα.
§60ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. νὰ ἀποδείξῃ, ἄν, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἔγεινα Πρόεδρος ἐγὼ, εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ἐγένετο μεταβολή τις, διὰ τῆς ὁποίας ηὐξήθη τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ συνέπειαν ἔγεινε τὸ Βουλευτήριον πρυτανεῖον. Νὰ ἀποδειχθῇ αὐτὸ, ἂν κατὰ ἕνα κἂν ὑπάλληλον ηὐξήθη τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, ἢ ἂν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς ἦναι ἀκριβῶς οἱ ἐν τῷ Κανονισμῷ ἀναγραφόμενοι.
§61ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὑπάρχει μία πρότασις τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ...
§63ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἐπιμένει.
§64ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἐπιμένομεν ἡμεῖς.
§65Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως;
§66ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πρότασις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ περὶ ἀπαραδέκτου, ἡ ὁποία θὰ προτιμηθῇ.
§67ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ἐμὲ τὸ ζήτημα εἶναι πάντοτε τὸ αὐτὸ, ὡς δὲ πολλάκις ὑπεστήριξα, ὁ Κανονισμὸς περιλαμβάνει θέσεις ἀργομίσθους. Ἂν δέ τις ἦναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς θέσεις ταύτας, βεβαίως ὑπεύθυνος εἶναι ἡ πλειονοψηφία, ἥτις τὸν τοιοῦτον Κανονισμὸν ἐπεκύρωσε πάντοτε. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διατὶ ὑπολαμβάνει τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς προσωπικόν του ὁ κ. Βουλευτὴς Χαλκίδος, ἢ ὁ κ. Πρόεδρος, ὡσανεὶ αὐτὸς ψηφίζει τὸν Κανονισμόν. Αὐτὸς ἐκτελεῖ τὸν Κανονισμόν, αὐτὸς ἴσως ἔσφαλε, διότι δὲν ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον πράξει ἐγὼ, ἂν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ κατέχω τὴν θέσιν του. Δυνατὸν νὰ μὴ κατήγγειλε τὰς θέσεις ἐκείνας ὡς θέσεις ἀργομίσθους. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι αὐτὸς ὑπέχει τὴν εὐθύνην διὰ τὸν τοιοῦτον καταρτισμὸν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐννοεῖ ἤδη, ἐλπίζω, ὅτι ἐγὼ δὲν κατηγόρησα αὐτοῦ. Οὐδένα εἶχον λόγον νὰ προέλθω εἰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις πρὸς αὐτὸν, οὐδὲ νὰ τῷ ἐπιῤῥίψω τὴν εὐθύνην δι’ ὅ,τι διαπράττεται δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ, ὃν αὐτὸς ἁπλῶς ἐκτελεῖ.
§68ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι πρόκειται νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις δῆθεν εἰς τὸ προσβληθὲν Προεδρεῖον συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαμῶν Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Καλαμῶν Βουλευτὴς χθὲς τὴν ἑσπέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀπουσίαζον, δὲν ἔπραξεν ἄλλο τι, παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ Βουλευταὶ κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως πράττουσιν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Τί πράττουσιν οἱ Βουλευταί; Οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπερωτῶσι τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν πράξεων ἢ τῶν παραλείψεων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ποιούμενοι τὸν προσήκοντα ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει. Τί δὲ ἔπραξεν ὁ κ. ἐκ Καλαμῶν Βουλευτὴς ἀπέναντι, οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τῆς ἐξουσίας τοῦ Βουλευτηρίου, δηλ. τοῦ Προεδρείου; ἔπραξεν ἀπαράλλακτα ὅ,τι οἱ Βουλευταὶ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπε (κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ἐσφαλμένας, φαίνεται, τὰς ὁποίας εἶχεν,) ὅτι ὑπάλληλοι τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου καθ’ ὅλον τὸ θέρος ἀπουσίαζον ἐκ τῆς ἐργασίας των μισθοδοτούμενοι. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς κατήγγειλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὕβρις ἢ προσβολὴ κατὰ τοῦ Προεδρείου; Καὶ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμῶν καὶ πᾶς ἄλλος Βουλευτὴς νὰ ποιήσηται τὸν ἔλεγχον τοῦτον; Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ πλειονοψηφία ζητεῖ νὰ δώσῃ ἱκανοποίησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἂν καθιερώσωμεν τοιοῦτον προηγούμενον, βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, ὁσάκις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως γίνωνται ἐπερωτήσεις, εὐθὺς ὡς αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις θὰ φέρῃ εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἀποδειχθῶσιν ἀληθέστεραι τῶν πληροφοριῶν τῶν ἐπερωτώντων Βουλευτῶν, τότε πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητῇ ἑκάστοτε ἱκανοποίησιν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία καθοδηγεῖ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν Βουλὴν, ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ συμβουλεύσῃ, ὅπως ἀποσυρθῇ πρότασις, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι δὲν ἔχει τὴν θέσιν της. Ἐν περιπτώσει ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν τεθῇ δυστυχῶς εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις αὕτη, ἐγὼ θὰ τὴν καταψηφίσω, ὡς ἀπαράδεκτον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχομεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ρικάκη. Πρὸς τούτοις καὶ τὴν περὶ ἀπαραδέκτου πρότασιν τοῦ κ. Ράλλη.
§70ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ δικαιολογήσω καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οὐδ’ ἐλαχίστη μομφὴ ἀπεδόθη εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἰδίως εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Ἔφορον τοῦ Βουλευτηρίου. Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. Ἔφορος εἶναι ἀνώτεροι πάσης μομφῆς. Φρονῶ ἐπίσης, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις ἡ προβαλλομένη, καὶ θὰ ψηφίσω καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου.
§71Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει ἡ πρότασις; Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§72ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν ἐτελέσθη ἔγκλημα, οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δύναται νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ καθιστῶσα γνωστὸν εἰς αὐτὴν, ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας αὐτῆς διεπράχθη ἔγκλημα ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου εἴτε παρὰ Βουλευτοῦ εἴτε παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐπιτρέψῃ τὴν καταδίωξιν τῆς ἐγκληματικῆς πράξεως. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔγκλημα δὲν καταγγέλλεται, νομίζω. Δὲν ἰσχυρίζεταί τις, ὅτι διέπραξεν ἡ Βουλὴ ἢ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔγκλημα. Κατηγγέλθη μόνον, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἐπέστησε τὴν προσοχήν του εἰς τὴν διαχείρισιν πιστώσεώς τινος, καὶ ὑπέγραψε καταστάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐπληρώθησαν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἰργάσθησαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Τὸ τοιοῦτον δὲν ἀποτελεῖ ἔγκλημα, καὶ δὲν καταγγέλλεται ὡς τοιοῦτον. Ἀλλὰ ἡ πλειονοψηφία, ὅταν ἔχῃ ἕνα Πρόεδρον, ὀφείλει νὰ προστατεύσῃ τὴν ἀξιοπρέπειάν του, καὶ ὅταν προσέρχηται ὁ Πρόεδρος καὶ λέγῃ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ τὰ ἀποδοθέντα εἰς αὐτὸν, ἡ Βουλὴ ὀφείλει, ἱκανοποιοῦσα αὐτὸν, νὰ παραδεχθῇ, ὅτι κακῶς ἀπεδόθη μία μομφὴ εἰς τὸν Πρόεδρον, ἄλλως δὲν δύναται οὗτος νὰ καταλάβῃ καὶ πάλιν τὴν προεδρικὴν ἕδραν. Προσέξατε δὲ, Κύριοι· διότι, ὅταν παραδεχθῆτε τὸ ἐναντίον, τότε εὔκολον ἀποβαίνει εἰς πᾶσαν μειονοψηφίαν, μετὰ μίαν ἐκλογὴν Προέδρου, νὰ καταβιβάζῃ τοῦτον ἀπὸ τῆς ἕδρας τῆς προεδρικῆς, ἀποδίδουσα αὐτῷ εὐθύνας διὰ τοιαύτας παραλείψεις, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ὑποτιμηθῶσι τὰ δικαιώματα μιᾶς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ μιᾶς Συμπολιτεύσεως, ἡ ὁποία νομίμως ἔφερεν ἕνα οἱονδήποτε εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου. Νομίζω ἑπομένως, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει ἀμοιβαίως νὰ ἐξευτελιζώμεθα. Ἂν ἐπράχθη ἔγκλημα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πλέον ἢ παραλογισμός, εἶναι ἔγκλημα τὸ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ. Ἀλλὰ ἔγκλημα δὲν ἀποδίδεται εἰς τὸν Πρόεδρον. Ἀποδίδεται μία κακὴ διαχείρισις. Ὅταν δ’ ἔρχηται ὁ Πρόεδρος καὶ βεβαιοῖ, ὅτι δὲν εἶναι τὸ τοιοῦτον ἀληθές, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσέβαλον ἀδίκως τὸν Πρόεδρον, διότι τότε πράττουσιν ὅ,τι δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰ νόμιμα, μὲ τὴν λογικήν, μὲ τὰς διακελεύσεις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του, ἂν ἡ πλειονοψηφία δὲν ἱκανοποιήσῃ αὐτόν.
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην, Κύριοι, χθὲς παρὼν, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμῶν Βουλευτὴς ἀπηύθυνεν αἰτιάσεις κατὰ τοῦ Προέδρου ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν μισθοδοσιῶν. Ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀνέγνωσα, ὅτι ὁ κ. ἐκ Καλαμῶν Βουλευτὴς ἠπείλει προσφυγὴν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν ἕνεκα αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Ἡ τοιαύτη προσφυγὴ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν ὑποδεικνύει ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπιθεωροῦσι τὰ ἐντάλματα τῶν μισθοδοσιῶν, ἐνδέχεται νὰ εὑρίσκοντο ἐν δόλῳ τινὶ, διότι, ἂν δόλος τις παρὰ τοῖς ὑπαλλήλοις αὐτοῖς δὲν ὑπῆρχε, δὲν ἦτο περίστασις κἀμμία νὰ διανοηθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς προσφυγὴν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Μετὰ τοιαύτην λοιπὸν αἰτίασιν, ἀπευθυνθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅταν ἔρχηται ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου καὶ παρέχωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τόσον σαφεῖς καὶ καθαρὰς ἐξηγήσεις περὶ τῆς διαγωγῆς των, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφῆκαν τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι ἔπραξαν ὅ,τι συνήθως πράττεται, συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ πρότασιν ἐνδεικνύουσαν τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὸ Προεδρεῖον, καὶ τὴν πεποίθησιν αὐτῆς, ὅτι καλῶς τοῦτο διεχειρίσθη τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἡ τοιαύτη τῆς Βουλῆς γνώμη δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἐπηρεάσῃ ποσῶς πᾶσαν μεταγενεστέραν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἔλεγε πρὸ ὀλίγου καὶ ὑπεστήριξεν ἐπανειλημμένως τὰ ἐναντία. Τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, κατήρτισε μίαν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν ἀνέθηκε τὴν ἀπονομὴν τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἤτοι τὴν καταδίωξιν ὅλων τῶν πράξεων, ἃς οἱ νόμοι τοῦ Κράτους χαρακτηρίζουσιν ὡς ἀξιοποίνους. Πᾶσαι ἑπομένως αὗται ὑπόκεινται εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Τοῦ κανόνος τούτου τότε μόνον δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ ἐξαιρέσεις, ὅταν ῥητῶς ἐν τοῖς νόμοις ἀναγράφωνται αὗται. Τοιαῦτα καθιέρωσε, προκειμένου περὶ Βουλευτῶν, αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Ἀνεγνώσθησαν ἤδη αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ἀναγράφουσαι τὰς ἐξαιρέσεις ταύτας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 62 ἀπαγορεύεται πᾶσα ἀνάμιξις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὅταν πρόκηται περὶ ψήφου ἢ γνώμης δοθείσης ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν αὐτῶν καθηκόντων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 63 ἀπαγορεύεται πᾶσα ποινικὴ καταδίωξις τοῦ Βουλευτοῦ, ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ βουλευτικὴ σύνοδος, ἐκτὸς ὅταν πρόκηται περὶ κακουργήματος ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἐκτὸς τῶν περιστάσεων τούτων, οὐδεμία ὑπάρχει ἀλλαχοῦ ἀναγεγραμμένη διάταξις, καθ’ ἣν, προκειμένου περὶ Βουλευτῶν, σταματᾷ ἡ ἐνέργεια τῆς Δικαιοσύνης, οὐδὲ δύνανται νὰ ἀρκέσωσι πρὸς τοῦτο ἁπλαῖ θεωρίαι περὶ ἀξιοπρεπείας ἢ ὑπολήψεως τοῦ βουλευτικοῦ σώματος. Ὁ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔλεγχος τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως, ὡς καὶ οἱ προαγορεύσαντες εἶπον, εἶναι ἔλεγχος καθαρῶς λογιστικὸς, εἶναι ἔλεγχος διοικητικὸς, διεξαγόμενος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσαγομένων ἀποδείξεων καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἐνδεχομένης εἰκονικότητος αὐτῶν, ἑπομένως οὐδόλως θίγεται ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς, ἂν κατόπιν ἀποδειχθῶσι τοιαῦται· διότι, ἂν τὸ ἐγνώριζε, δὲν ἤθελε προβῆ κἂν εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς διαχειρίσεως. Ἑπομένως πᾶσα περὶ τούτου ἀπόφασις τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἣν μόνον ῥηταὶ τῶν νόμων διατάξεις δύνανται νὰ παρακωλύσωσιν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς, λαμβάνων μήνυσιν κατὰ Βουλευτοῦ, δύο τινὰ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ: ἂν ὑπάρχῃ ἔγκλημα, καὶ ἂν διαρκῇ ἡ σύνοδος τῆς Βουλῆς. Ἂν διαρκῇ, θὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς. Ἂν ἔληξε, θὰ προβῇ εἰς τὴν νόμιμον καταδίωξιν. Καὶ ὅταν λέγωμεν Εἰσαγγελέα, ἐννοοῦμεν τὴν Δικαιοσύνην, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς παρὰ τῆς Δικαιοσύνης θὰ ζητήσῃ τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων. Ἑπομένως οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ὁ Βουλευτὴς καταδιώκεται διὰ πᾶν ἔγκλημα οἱονδήποτε, διαπραττόμενον παρ’ αὐτοῦ, πλὴν τῶν ἀφορώντων εἰς γνώμην ἢ ψῆφον αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως καὶ διὰ τ’ ἀφορῶντα εἰς χρηματικὴν διαχείρισιν, καὶ ὅτι ἡ ἔγκρισις αὐτῆς παρὰ τῆς Βουλῆς οὐδόλως δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν καταδίωξιν. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Προεδρεῖον κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ψηφοφορίας παριστᾷ τὰ πράγματα ἀλλοῖα. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδίκημα ἄσχετον πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, καὶ τότε ἀκόμη θὰ ἔχῃ θέσιν ἡ καταδίωξις τῆς Εἰσαγγελίας. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι τοιοῦτον, διότι πρόκειται πάντοτε περὶ γνώμης κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ψηφοφορίας, καὶ ἑπομένως εἰς αὐτὴν οὐδόλως δύναται νὰ ἐπέμβῃ ἡ Εἰσαγγελία. Οὐδὲ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, προκειμένου, Κύριοι, περὶ διαχειρίσεως χρημάτων, ὅτι εἶναι χρήματα τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα αὕτη θὰ διαθέσῃ ὅπως θέλει, ἐνῷ πρόκειται περὶ χρημάτων τοῦ ἔθνους, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διατίθενται ὅπως οἱ νόμοι ἀπαιτοῦσι καὶ ὄχι κατὰ τὰς ὀρέξεις καὶ τὰς συμπαθείας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὅσα μὲν ἐλέχθησαν περὶ μὴ καταδιώξεως ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας ἀδικημάτων, διαπραττομένων ὑπὸ Βουλευτοῦ, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα, ἡ πρότασις ὅμως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τύχῃ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς.
§74ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ ἀκριβῶς ἡ πρότασις αὕτη ἔχει ὡς σκοπὸν, κατὰ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. ἐκ Σύρου καὶ τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, νὰ κλείσῃ τὴν θύραν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ δώσωσι διὰ τῆς ψήφου των μίαν ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν Πρόεδρον ἢ πρὸς τὸν Ἔφορον τοῦ Βουλευτηρίου, δὲν ἔχουν παρὰ νὰ τὴν δώσουν· ἀλλ’ ἂν πρόκηται διὰ τῆς προτάσεώς των νὰ κλείσωσι τὴν θύραν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, βεβαίως ὑπάρχει διαφορά.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς ὑπεστήριξε τοῦτο.
§76ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ὑπεστήριξαν καὶ ὁ κ. ἐκ Πατρῶν καὶ ὁ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτὴς, καὶ πρέπει νὰ δώσωσιν ἐξηγήσεις.
§77ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δίδω τὰς ἐξηγήσεις, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλον τὴν πρότασιν. Ὅσα ἐλέχθησαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην τὴν νομικὴν τοῦ Προεδρείου ἢ καὶ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀνεπτύχθη ἐντεῦθεν, δὲν ἔχουσι κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὴν πρότασιν. Ἡ πρότασις ἀποβλέπει τὴν ἐσωτερικὴν ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλή, λαβοῦσα γνῶσιν τοῦ ἐπεισοδίου τούτου καὶ λαβοῦσα γνῶσιν τῶν ἐξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, νομίζει ὅτι αἱ ἐξηγήσεις εἶναι ἀρκοῦσαι καὶ ἑπομένως μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θεωροῦσα τὸ ζήτημα ἐντελῶς περατωμένον.
§78ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχομεν ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, οὔτε καὶ δικαιούμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο. Τὰ δικαιώματα ταῦτα ὥρισε τὸ Σύνταγμα, καὶ εἶναι σεβαστά. Ἐξέφυγον λέξεις τινὲς παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἐπρότεινεν ὡρισμένην τινὰ κατηγορίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνόμισεν, ὅτι ἐθίγη ἡ φιλοτιμία αὐτοῦ καὶ ὅτι προσβάλλεται ἡ ἀξιοπρέπειά του. Μετὰ τὴν ἐπίσημον δήλωσιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ὅ,τι συνέβη, νομίμως συνέβη, μετὰ τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ῥητῶς δηλοῖ, ὅτι ὡρισμένος ἀριθμὸς ὑπαλλήλων ὑποχρεωτικῶς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου μένει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὡρισμένος δὲ ἀριθμὸς ἄλλων ὑπαλλήλων ἀπολύεται, ὁ κ. Πρόεδρος οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο νὰ πράξῃ, παρὰ νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω δὲ, ὅτι οὐδεμία πρόθεσις ὑπάρχει, οὔτε ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης οὔτε ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, νὰ ἐκφρασθῇ οἱαδήποτε μομφὴ ἢ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἢ νὰ πιστεύσῃ ὡς ἀκριβῆ ὅσα ἐπισήμως ἐδήλωσαν ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρότασιν ἄσχετον πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, σχετικὴν ὅμως πρὸς τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ κ. Προέδρου καὶ τοῦ Ἐφόρου, δικαιούμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν καὶ τὴν ψηφίσωμεν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, ἀρκουμένη εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Ἐφόρου δοθείσας ἐξηγήσεις, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη παμψηφεὶ τὴν πρότασιν. (Μετὰ τοῦτο καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Βουδούρης).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι συμφώνως τῇ ἀποφάσει αὐτῆς συνέστησα δωδεκαμελῆ ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, ἀπαρτιζομένην ἐκ τῶν ἑξῆς κ. βουλευτῶν: Σιμοπούλου, Θεοτόκη, Δραγούμη, Σκουλούδη, Καραπαύλου, Καλογεροπούλου, Μπογιατζόγλου, Ζώτου, Χατζίσκου, Καραστεργίου, Βάρβογλη καὶ Δάλλα.
§81ΣΤΑΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἀστεροσκοπείου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 104).
§83ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀντίγραφον τῆς ὁποίας ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἀφορώσης τὴν κοινότητα Κλεινοβοῦ τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι ὑπογεγραμμένη παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς κοινοτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ κοινότης Κλεινοβοῦ ἔχει δάσος ἀνῆκον αὐτῇ καὶ ἀναγνωρισθὲν ὡς ἀνῆκον αὐτῇ καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς νῦν καὶ παρὰ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων· ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, παρὰ τὴν ἀναγνώρισιν ταύτην, ἐπέτρεψε καὶ ἐχορήγησεν ἄδειαν ὑλοτομίας εἰς τὸν ὑλοτόμον Μαντζούκαν. Ἡ κοινότης προεκάλεσε προσωρινὰ μέτρα, καὶ ὁ εἰρηνοδίκης δι’ ἀποφάσεως, ἀναγνωρίσας τὴν κυριότητα εἰς τὴν κοινότητα, ἀπηγόρευσεν εἰς τοὺς ὑλοτόμους νὰ ὑλοτομήσωσιν. Ἐν τούτοις οἱ ὑλοτόμοι, ἐκ συμπαιγνίας μετ’ ἄλλων συναδέλφων των, μετεβίβασαν τὸ δικαίωμά των εἰς ἄλλους, οἵτινες κατώρθωσαν νὰ λάβωσι παρὰ τοῦ ἐφόρου, διαταγῇ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἄδειαν ὑλοτομίας. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι πρόκειται περὶ καταχρήσεων, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα καὶ νὰ ἐξετάσῃ τί συμβαίνει, καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν. Ὁ ἐνωμοτάρχης Νικόλαος Δεδούσης ὑπέβαλεν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἀναφέρει ὅτι δὲν ἠμείφθη, ἐνῷ ἐφόνευσε καὶ συνέλαβε πλείστους λῃστάς. Ἐκίνησεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ 1885, καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐσχάτως δὲ συνέλαβε καὶ τὸν λῃστὴν Τσούκαν. Ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις τοῦ λῃστοῦ Τσούκα συνδέεται μετ’ ἄλλης ὑποθέσεως, ἀφορώσης τὸν κακῇ τῇ μοίρᾳ ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον κατέχοντα τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ἀντισυνταγματάρχην Γιώτην, κριθέντα ἀνίκανον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προαχθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως Κωνσταντοπούλου, καίτοι ὑπῆρχεν ἔκθεσις...
§84ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρ’ ἡμῶν ἐκρίθη ἀνίκανος;
§85ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον παρ’ ὑμῶν.
§86ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν.
§87ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κατόπιν ἔρχεσθε καὶ μοὶ ἀπαντᾶτε. Μὴ ταράττεσθε, διότι θὰ ζητήσω νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις, καὶ θ’ ἀποδείξω ὅ,τι λέγω.
§88ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης θὰ ζητήσω τὴν κατάθεσιν, ἐξ ἧς θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀνακριβῆ λέγετε. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ὑβρίζητε ἀπόντα.
§89ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· τὸν κ. Γιώτην ἐκάλεσα εἰς μονομαχίαν, καὶ ἠρνήθη, διότι εἶναι δειλός· δὲν τὸν ὑβρίζω δὲ τώρα, τὸν ὕβρισα δημοσίᾳ διὰ τοῦ τύπου καὶ τὸν κατήγγειλα.
§90ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε περὶ μονομαχίας σεῖς! Πρέπει νὰ ἐντρέπεσθε!...
§91ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μὴ ταράττεσθε· θὰ τὰ εὕρωμεν.
§92ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, ὁπόταν θέλετε.
§93ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἀφορῶντα τὸν λῃστὴν Τσούκαν, διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ λῃστὴς αὐτὸς, καίτοι ἦτο ἐπικεκηρυγμένος καὶ εἶχεν ὁρισθῆ καὶ ἀμοιβὴ διὰ τὴν σύλληψίν του, ἐν τούτοις διετέλει ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ ἐπόπτου ἐπὶ ἀρκετὸν καιρὸν καὶ ἦλθε καὶ εἰς συνομιλίας μετ’ αὐτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ζητήσητε τὸν σχετικὸν φάκελλον καὶ τὸν καταθέσητε. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἄλλων ὑπαξιωματικῶν ἀδικουμένων, τῶν ὑπαξιωματικῶν Χ. Ἀθανασοπούλου, Χρυσοχέρη, Μαγουλᾶ, Θεοδωροπούλου καὶ Σωτηριάδου. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ διὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Δουμπιώτου συνεστήθησαν, ὅπως προαχθῶσιν, ὡς διαπρέψαντες κατὰ τὰ μεθοριακὰ, καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ προήχθησαν 6 ἐκ τῶν τῆς ἐκθέσεως, οἱ ἐπίλοιποι 6 ἔμειναν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως προαχθῶσι καὶ αὐτοὶ, διότι εἶναι ἄδικον, ὑπαξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ διαπρέψαντες κατὰ μεθοριακὰ, νὰ παραβλέπωνται.
§94ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, προχθὲς ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Χατζηπέτρος ἔλαβε τὸν λόγον καὶ κατηγόρησε τὸν ἔφορον Τρικκάλων, ἐντιμότατον ἄνθρωπον, ἀναμίξας καὶ ἐμὲ, ὡς μὴ ὤφελεν· ἀλλὰ δὲν ἤμην ἐδῶ, ἵνα δώσω τὴν ἀπάντησιν. Ἀρχίζω ἀπὸ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα καταλήξω καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν. Ὁ ἔφορος Τρικκάλων ἐτοποθετήθη ἐκεῖ, μετατεθεὶς πρὸ διετίας· εἶναι ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ συνεχῶς ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη, προαχθεὶς ἀπὸ γραφέως, μετετέθη δὲ εἰς Τρίκκαλα παρὰ τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε δ’ ἐπῆλθεν ἡ κυβερνητικὴ μεταβολὴ καὶ ἦλθον ἐν τοῖς πράγμασιν ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ κ. Ράλλης, εὗρεν αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, μεθ’ ἧς φιλικῶς διέκειτο ὁ κ. Βουλευτὴς Τρικκάλων, καὶ τὸν ἐσεβάσθη, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐνίσχυσε. Μετέβη μάλιστα ὁ κ. Ράλλης ἐπὶ τόπου, καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τιμήν του, ὅτι ἔδωκε τοιαύτην ἐνίσχυσιν εἰς τὸν ἔφορον αὐτὸν, ὥστε κατώρθωσεν οὗτος νὰ προστατεύσῃ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου κινδυνεύοντα. Ὅτε κατόπιν ἦλθεν ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἐνομίσατε, κύριε Χατζηπέτρε, ὅτι ἐπιῤῥίπτοντες μομφὴν κατὰ τοῦ ἐφόρου αὐτοῦ, ἐν γνώσει τῆς ἀναληθείας τῶν πραγμάτων, ἠθέλετε κατορθώσει τὴν παῦσιν ἢ τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ. Ὁ κ. Χατζηπέτρος παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἔφορος ἀπεπειράθη νὰ ἐκβιάσῃ τοὺς χωρικοὺς τοῦ Πυργετοῦ, νομίζω, ἐνῷ τοὐναντίον συνέβη. Ὁ ἔφορος Τρικκάλων κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον, ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς, λαβὼν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Πυργετοῦ, τὴν διηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς δὲ ταύτης οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι παρεπονοῦντο ὅτι κάτοικοί τινες Τρικκάλων ἀποπειρῶνται νὰ καταλάβωσιν ἓν μικρὸν μέρος πλησίον τοῦ Πυργετοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐθνικὸν, οἱ δὲ κάτοικοι Πυργετοῦ εἶχον συμφέρον νὰ διατηρηθῇ ἐθνικὸν τὸ μέρος αὐτὸ, διότι ἤθελον τὸ δηλώσει, καὶ ἐπὶ τέλους τὸ Δημόσιον δὲν τοὺς ἠνόχλει· ἀπηύθυνον λοιπὸν ἀναφορὰν πρὸς τὸν ἔφορον, καὶ παρεκάλουν αὐτὸν νὰ προστατεύσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου. Ὁ ἔφορος κατὰ καθῆκον ἀπέστειλε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὸν ἀστυνόμον Τρικκάλων νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὁ δὲ ἀστυνόμος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Χατζηπέτρε, ὁ ἔφορος ἠδίκησε τὴν κοινότητα, ἢ εἰς σᾶς παρέστησεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔκαμε τὰς παραστάσεις, πράγματα μὴ ἀληθῆ, θέλων οὕτω νὰ ἁρπάσῃ τὸ μέρος ἐκεῖνο;
§95ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§96ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Ὁ ἔφορος αὐτός...
§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§98ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Ἀσημακόπουλος.... Ὁ ἔφορος αὐτὸς, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς μετέβη εἰς Τρίκκαλα, ἐβεβαίωσεν ἐπὶ πλέον 100,000 δραχμῶν. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποίας βεβαιώσεις ἔκαμαν οἱ προηγούμενοι ἔφοροι, καὶ ποίας, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῆς Ἐφορίας, ὁ ἤδη ὑπάρχων ἔφορος, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ τιμιότης του καὶ ἡ ἱκανότης του. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Γιώτη. Ἐγὼ βεβαίως τὸν ἔχω στενὸν συγγενῆ καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω τί ἔπραξεν οὗτος ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν πόσα ἔπραξεν ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον λέγω πρὸς τὸν κ. Χατζηπέτρον, εἶναι ὅτι δὲν τῷ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγῃ ὅτι ἐζήτησε μονομαχίαν παρὰ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Γιώτη, διότι ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ, γνωρίζετε τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν τῷ ἐπέτρεψαν οἱ μάρτυρες νὰ μονομαχήσῃ, καὶ τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ εἴπω.
§99ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ τοὺς εἴπω ἐγώ.
§100ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Ἐμάθετε λοιπὸν, κύριε Βουλευτὰ, νὰ ἔρχησθε ἐν γνώσει νὰ ὑβρίζητε πρόσωπα ἀπόντα, πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε, χάριν τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὑπηρεσιῶν των, νὰ ἐκτιμᾶτε καὶ νὰ ἐγκωμιάζητε, διότι καὶ ὁ ἔφορος καὶ ὁ ἐπόπτης προσέφερον σπουδαίας ὑπηρεσίας· ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι καὶ ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, παρὰ τὰς παραστάσεις ὅλων τῶν φίλων της, τοὺς ἐσεβάσθη καὶ τοὺς ἐκράτησεν ἐν Θεσσαλίᾳ, σεῖς δὲ ὁ ἴδιος γνωρίζετε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφερον, ὡς καὶ ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ περιφερείᾳ Τρικκάλων, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐποπτείαν ὁ Γιώτης, καὶ ποία ἦτο μετὰ ταῦτα, πόσοι λῃσταὶ συνελήφθησαν, πόσαι ζωοκλοπαὶ περιεστάλησαν καὶ πόσα λαθρεμπόρια. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐν γνώσει καὶ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ κόσμου. Δὲν σᾶς εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένον νὰ ὁμιλῆτε τοιουτοτρόπως καὶ νὰ λέγητε ὅτι ἐζητήσατε μονομαχίαν· διότι σεῖς, ἐπαναλαμβάνω, γνωρίζετε ἕνεκεν ποίων λόγων οἱ μάρτυρες τοῦ κ. Γιώτη δὲν τῷ ἐπέτρεψαν νὰ μονομαχήσῃ, καὶ τοὺς ὁποίους δὲν ἀναφέρω, χάριν τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχετε.
§101ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀρχίζω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ πρώτου ζητήματος, ὡς ἤρχισε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος. Ὁ ἔφορος Τρικκάλων Ἀσημακόπουλος προήχθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς καὶ νῦν προΐσταται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἢ ὄχι;
§102ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, πρὸ δύο ἐτῶν.
§103ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὥστε βλέπετε ὅτι εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα εἴμεθα σύμφωνοι. Εἴπατε ὅτι τὸν ἐσεβάσθη καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ διαδεχθεῖσα τὸν νῦν καὶ τότε Πρωθυπουργόν· ἀλλὰ τί ἠθέλατε νὰ τὸν κάμῃ; νὰ τὸν παύσῃ; δὲν ἠδύνατο, διότι ἀπελάμβανε τῶν προσόντων τοῦ νόμου.
§104ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Νὰ τὸν μεταθέσῃ.
§105ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐὰν τὸν μετέθετε, νομίζετε ὅτι ἐκεῖ, ὅπου θὰ ἐτοποθετεῖτο, θὰ ἦτο ὀλιγώτερον χειρότερος ἢ ὀλιγώτερον καλλίτερος;
§106ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Αὐτὰ εἶναι σοφιστικά!
§107ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς κοινότητος, ἐζήτησα προχθὲς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν ἀνεκοίνωσεν ἀκόμη, φαίνεται ὅμως ὅτι τὰς ἀνεκοίνωσεν εἰς ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος ἀπαντᾶτε ἐξ ὀνόματός του.
§108ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Ὄχι, δὲν ἀπαντῶ ἐξ ὀνόματός του.
§109ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὸ ὑποθέτω, διότι γνωρίζετε τόσον καλῶς τὰ πράγματα. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατάλογον τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρέλαβε παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς καὶ εἰς τὰ ὁποῖα κτήματα δὲν συμπεριλαμβάνεται τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος λειβάδιον, τὸ ὁποῖον ἡ κοινότης νέμεται ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων· ὥστε ὅ,τι εἶπον εἶναι ὀρθόν.
§110ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Τὸ μέρος αὐτὸ λέγεται Βάλτος· εἶναι 150 στρέμματα καὶ ἀνέκαθεν εἶναι τοῦ Δημοσίου.
§111ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦναι ἢ ὄχι τοῦ Δημοσίου· ἐγὼ, ὑποβάλλων ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον τὰ παράπονα τῶν κατοίκων αὐτῶν καὶ ἡ ἐπιδοθεῖσα καταγγελία ἔχονται ἀκριβείας.
§112ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Περὶ τούτου θέλω νὰ σᾶς δώσω πληροφορίαν· οἱ κάτοικοι ζητοῦσι συνδρομὴν παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἵνα διασώσωσι τὴν περιουσίαν των, κινδυνεύουσαν ἀπὸ ἅρπαγας.
§113ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, δὲν λέγει αὐτό. Ἐγώ, ὑποβάλλων τὴν ἀναφοράν, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, ὡς ἀντιπροσωπεύων τὴν ἐπαρχίαν, παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ γραφόμενα εἶναι ἀκριβῆ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προβῇ εἰς τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ ἐνόχου.
§114ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναμίξητε πρόσωπα. Τί σᾶς ὤφειλον ἐγώ;
§115ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶπον ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς προήχθη ὄχι λόγῳ τῆς ἱκανότητός του,—διότι διετέλεσε γραφεὺς ἐπὶ δεκαοκτὼ ἔτη, καὶ ἐὰν ἦτο ἱκανὸς, αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις θὰ τὸν προὐβίβαζον,—ἀλλὰ προήχθη διότι ὑποστηρίζεται ἀπὸ ὑπουργικὸν Βουλευτήν. Δὲν σᾶς ἀνέμιξα, ἵνα σᾶς κατηγορήσω, διότι τὸν ἔχετε συγγενῆ· σᾶς λέγω μάλιστα, ὅτι καλῶς ἐπράξατε, ἐνεργήσαντες ἵνα προαχθῇ ὁ συγγενής σας, καίτοι ἀνίκανος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Γιώτη, λέγω τὰ ἑξῆς. Τὸν Γιώτην, ὁ ὁποῖος μὲ κατήγγειλεν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἐξεταζόμενος ὡς μάρτυς εἰς τὴν δίκην τοῦ συναδέλφου ἡμῶν βουλευτοῦ κ. Τάκη, ὅτι ἐγὼ μετὰ τῶν λῃστῶν Τσικουραίων συνέφαγον καὶ συνεχώρευσα, προεκάλεσα εἰς μονομαχίαν· ὁ ἀντισυνταγματάρχης Γιώτης ἠρνήθη, ἐπὶ τίνι λόγῳ κατ’ ἀρχὰς, δὲν ἠξεύρω, κατόπιν δὲ, λόγῳ ὅτι ἔχω ἄλυτον ἄλλην διαφορὰν μὲ τὸν ἀνθυπολοχαγὸν Γραβάνην... Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ἀπάντησις;
§116ΖΟΥΛΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται, κύριε Χατζηπέτρε, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ εἰς τοιαῦτα.
§118ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ἔπρεπε τότε νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὸν συνάδελφον νὰ ἀναφέρῃ περὶ αὐτῶν.
§119ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογουμένως εἶναι ἄτοπον νὰ γίνηται λόγος περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ τὸ ἄτοπον τοῦτο πρῶτος ὁ κ. Ζουλούμης ἔφερε.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μὴ κάμῃ λόγον περὶ αὐτῶν· ἐὰν δὲν συναινῇ, ἂς ἐξακολουθήσῃ. Ἐπανορθῶ ὅμως ἓν λᾶθός σας, βεβαιῶν ὅτι τὸ ζήτημα περὶ προκλήσεως εἰς μονομαχίαν τὸ ἐπροκάλεσεν ὁ κ. Χατζηπέτρος (διάλογοι).
§121ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἵνα τελειώσω, κύριε Πρόεδρε, εὐχαριστῶν καὶ τὴν Βουλήν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάσῃ τί γίνεται ἡ μήνυσις, τὴν ὁποίαν ἐπέδωκα κατὰ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Γιώτη καὶ τὴν ὁποίαν καὶ τηλεγραφικῶς τῷ ὑπέμνησα ἐκ Τρικκάλων, καὶ ποία εἶναι ἡ τύχη της· διότι ἐτέθη εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ δικαστηρίου καὶ δὲν εὑρίσκεται, δὲν ἐξεδόθη δὲ βούλευμά τι οὔτε ἀθωωτικὸν οὔτε παραπεμπτικόν. Ἅμα ὡς ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, τότε θέλω δώσει εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις. Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην ἐπερώτησιν. Σκάνδαλα διεπράχθησαν ἐν Τρικκάλοις κατὰ τὴν κατασκευὴν τῶν φυλακῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Σταυρόπουλος ἔθιξε χθὲς τὸ ζήτημα δι’ ὀλίγων. Ἐπειδὴ πολλὰ λέγονται καὶ πολλὰ διαδίδονται, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν θέλω νὰ πιστεύσω, χάριν αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἡ δικαιοσύνη ἐλευθέρα, ὅπως ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, διότι εἰς τὸ διάστημα τεσσάρων μηνῶν μετετέθησαν τρεῖς Πρόεδροι καὶ οὐκ’ ὀλίγοι δικασταί. Νομίζω ὅτι ἀρκοῦσιν οἱ μετατεθέντες δικασταὶ, καὶ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀφήσῃ αὐτοὺς ἐλευθέρους, ἵνα τιμωρήσωσι τὰ γενόμενα πράγματι αἴσχη· διότι ἀρκεῖ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λαρίσῃ Ἐφετῶν μεταβᾶσα καὶ ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν ταγματάρχην τοῦ μηχανικοῦ Ι. Τζαβέλλαν, τὸν λοχαγὸν τοῦ μηχανικοῦ Σ. Μπεράτην, τὸν νομομηχανικὸν Τρικκάλων Καλύβαν καὶ τὸν νομάρχην Τρικκάλων Ι. Ράγκον, ἀνεκάλυψε καὶ ἀπεκάλυψεν, ὅτι ἐπὶ ἐργασίας δεκαοκτὼ χιλιάδων δραχμῶν ἐκλάπησαν δώδεκα χιλιάδες, ἐνέχονται δὲ καὶ πολλὰ ἄλλα πρόσωπα, πλὴν τῶν φυλακισθέντων, τοῦ νομομηχανικοῦ Σαδούκα, τοῦ ἐργολάβου Οἰκονόμου καὶ τοῦ ἐργοδηγοῦ Χρ. Γιαννοπούλου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀφήσῃ τοὺς δικαστὰς ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκονται, ἵνα ἐπιτελέσωσι τὸ καθῆκόν των.
§122ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἀπροσκόπτως ἐνεργεῖ ἡ δικαιοσύνη.
§123ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι, ὡς εἶπον, πολλὰ λέγονται, καὶ ὅτι μετατίθενται οἱ δικασταὶ, ἵνα σωθῶσιν οἱ ἔνοχοι.
§124ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ διαδόσεις εἶναι ψευδεῖς.
§125ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι εἶναι διαδόσεις.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 71 καὶ 261 τοῦ ΧΝϚʹ νόμου περὶ προξενικῶν ἀρχῶν». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 105).
§127ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε παρακληθῆ νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ διὰ τὰ δύο Προξενεῖα Νεαπόλεως καὶ Ὀδησσοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη.
§128ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὴν ἐζήτησα.
§129ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ὑπενθυμίζω τοῦτο, διότι θὰ γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις δὲν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐζητήσατε τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§131ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω τὸν πίνακα, τὸν ζητηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος, περὶ τῶν δαπανῶν καὶ εἰσπράξεων τῶν ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν. Εἷς τῶν κ. Βουλευτῶν Ἀττικῆς ἐζήτησε νὰ προσαγάγω τὴν διαχείρισιν περὶ οἰκοδομήσεως τῶν φυλακῶν Τρικκάλων, τὴν σύμβασιν καὶ τὰς ἐκθέσεις. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διότι ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων.
§132ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἐζήτησα καὶ οὐχὶ ἀπὸ ὑμᾶς.
§133ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ὑπάρχουν οἱ ὅροι τῆς συγγραφῆς καὶ τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· ἑπομένως νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι ἄκαιρος πᾶσα συζήτησις ἐντὸς τῆς Βουλῆς, πρὶν ἀποφασίσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς νὰ μὴ ἐπιμένῃ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§134ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πρῶται πράξεις ἀφορῶσι τὴν Διοίκησιν, ἡ δευτέρα πρᾶξις ἀποτελεῖ τὸν ἔλεγχον τῆς ἐκτελέσεως τῆς πρώτης. Δὲν θέλομεν βεβαίως νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐνέργειαν, ἀλλὰ ἡ διοικητικὴ ἐνέργεια ἀποτελεῖ στοιχεῖα τῶν πληροφοριῶν, τὰ ὁποῖα ἀρκοῦσι ν’ ἀποδείξωσι τὸ καλὸν ἢ τὸ κακὸν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων.
§135ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην νὰ φέρω τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ εἶπον ὅτι, ἐὰν τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατατεθῶσι, θὰ προκληθῇ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησα ἄτοπον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ δικαιοσύνη ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως.
§136ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ μεταθέσῃ καὶ πάλιν τοὺς δικαστὰς, διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις.
§137ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω καὶ νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 292 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν τῶν πραγματογνωμόνων.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 106).
§139Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Χθές, κύριοι Βουλευταί, ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως τοῦ ὑπερβάλλοντος τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως σταφιδοκάρπου. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Βουλῆς θὰ ἔχῃ βεβαίως συνεπείας σπουδαίας, γενομένη μάλιστα ὅπως ἐγένετο· διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν προηγήθη ψῆφος τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ μέτρου, καὶ ἐντεῦθεν ἐγεννήθησαν ἐλπίδες, μὲ τὰς ὁποίας συνεσχέτισαν πολλοὶ τὰ ἰδιαίτερα αὑτῶν συμφέροντα. Καὶ βεβαίως θὰ ἐπέλθουν ἐντεῦθεν πολλαὶ ζημίαι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Βουλῆς ὡς σοβαρὰν, καὶ ὡς τοιαύτην ὤφειλον νὰ τὴν πιστεύσουν, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς παρακρατήσεως. Ἔχει ἡ Βουλή, φρονῶ, εὐθύνην διὰ τὰς ζημίας ταύτας, τὸ μεγαλείτερον δὲ μέρος τῆς εὐθύνης βαρύνει ἡμᾶς τοὺς ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἰδιαιτέρως δ’ ἐκείνους ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔδοσαν πίστιν εἰς τὰς ἀμφιῤῥεπεῖς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐβασίσθησαν εἰς τὴν ἐπαμφοτερίζουσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πολιτικήν της. Ὅτε ἠγέρθη τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, συνεπείᾳ τῶν συλλαλητηρίων καὶ τῶν ψηφισμάτων, ἅτινα ἀπηυθύνθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὰ ὁποῖα βεβαίως ἔδωκεν ἀφορμὴν ἡ ἀπελπισία ἡ διαχυθεῖσα ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐγὼ εἶπον ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἐκείνης, ὅτι ἡ συζήτησις ἦτο ἄσκοπος καὶ ματαία, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ περιστραφῇ εἰς τὴν κρίσιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας βουλευτὴς κ. Σπηλιάδης, ὁ ὁποῖος, ἀνελθὼν τότε τὸ βῆμα, ἔψεξε τοὺς λόγους μου ἐκείνους, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ἐνόησεν ἤδη πολὺ καλὰ, ὅτι εἶπον ταῦτα διὰ νὰ δώσω νύξιν καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Βουλευτὰς, οἵτινες ὑποστηρίζουσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐὰν ἤθελον εἰλικρινῶς νὰ ληφθῇ σωτήριόν τι μέτρον διὰ τὴν σταφίδα, ἔπρεπεν ἄλλην πολιτικὴν νὰ μετέλθωσι, πλέον ἐντονωτέραν, παρ’ αὐτῇ τῇ Κυβερνήσει. Ἀλλ’ αὐτοὶ ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποστηρίξωσι, τὴν μὴ θέλουσαν νὰ ληφθῇ οὐδὲν μέτρον ὑπὲρ τῆς σταφίδος, καὶ σωτήριον μέτρον ὑπὲρ τῆς σταφίδος νὰ ἐπιτύχωσιν. Ἔλαβον οἱ συνάδελφοι οὗτοι πολλὰς ἀποδείξεις περὶ τοῦ ἐναντίου καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἤδη. Ἦλθον ἐνταῦθα ἐπιτροπαὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριζον τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες τὸ ἐπολέμουν. Παρουσιάσθησαν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἔμειναν πᾶσαι εὐχαριστημέναι ἐκ τῶν λόγων του, καὶ διελάλησαν μάλιστα τὴν εὐχαρίστησίν των ἀνὰ τὰς ἐπαρχίας. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς παρακρατήσεως, καὶ ὅτι ἡ πολιτική του καὶ ἐν τούτῳ τῷ ζητήματι ὁμοιάζει μὲ κόθορνον, ὅστις κλίνει ἐπ’ ἀμφότερα τὰ μέρη. Ἦλθεν ὅμως τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ πρωτοβουλίας οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠθέλησεν οὐδὲ γνώμην νὰ ἐκφράσῃ περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ ἐγκατέλιπεν ἔκθετον ἐντελῶς, καὶ τὸ ἀφῆκεν ἕρμαιον τῆς τύχης. Διωρίσθη ἐπιτροπὴ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ὅπως συναρμολογήσῃ τὰς λεπτομερείας, συντάξῃ νομοσχέδιον περὶ αὐτῶν καὶ τὸ ὑποβάλῃ τάχιστα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἐκπληρώσασα τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐντολήν, ἔκρινε πρέπον νὰ παρουσιάσῃ τὸ συνταχθὲν νομοσχέδιον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς εἶπον οἱ ἴδιοι οἱ συντάξαντες αὐτὸ, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠθέλησεν οὔτε νὰ τὸ ἴδῃ, οὔτε νὰ τὸ θίξῃ κἄν, διὰ νὰ μὴ δεσμεύσῃ, ὡς ἔλεγε, τὴν γνώμην του. Ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Σάββατον, καὶ δὲν κατωρθώθη μέχρι τῆς Δευτέρας, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ, ἡ ἐκτύπωσις αὐτοῦ ἐν τῷ ἐθνικῷ τυπογραφείῳ, ἐνῷ μιᾶς ὥρας ἐργασία μόνον ἤρκει πρὸς τοῦτο, καὶ δὲν ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἐνθυμεῖσθε ποῖοι ἀγῶνες ἐγένοντο, διὰ νὰ ἐξαναγκασθῇ ἐπὶ τέλους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀποδεχθῇ, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Φαίνεται ὅτι δὲν ἦτο πλήρης ἡ ἀσφάλεια περὶ τῆς βεβαιότητος τῆς ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου. Παραδόξως δὲ, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ λοιποὶ Ὑπουργοὶ ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τοὺς ἐν πεποιθήσει ἀντιταχθέντας κατ’ αὐτοῦ εὐαρίθμους ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προσετέθη μέγας ἀριθμὸς φίλων τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες δὲν εἶχον μάλιστα οὐδὲν ἄμεσον ἐνδιαφέρον, καὶ οὕτω κατηρτίσθη πλειονοψηφία μεγάλη, διὰ τῆς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ἀπεῤῥίφθη. Τοῦτο ἦτο ἑπόμενον, Κύριοι, διότι ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν καλῶς, ὅπως καὶ ἄλλοι εἶπον, ὅτι οὐδὲν μέτρον, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἦναι ὠφέλιμον, δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐὰν δὲν τύχῃ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἠθέλατε νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ μέτρον τοῦτο, οὕτω δολίως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πολεμούμενον; Δυστυχῶς δὲν κατενοήθη καλῶς ἡ σημασία τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει ἀνάλογον σημασίαν, ἀνάλογον ἀξίαν καὶ ἔτι μείζονα μάλιστα καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἐὰν νομίζωμεν ὅτι ἐξ ἑνὸς καλοῦ, δηλ. ἐντίμου καὶ εἰλικρινοῦς συμβιβασμοῦ, διαφυλάσσοντος ἀκεραίαν τὴν τιμὴν, τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσίς τις εἰς τὴν οἰκονομικὴν καχεξίαν, ἡ ὁποία μᾶς μαστίζει, ἐπίσης πρέπει νὰ ἐννοῶμεν καὶ ὅτι ἡ βελτίωσις τῶν ἀφορώντων τὴν σταφίδα πολὺ θὰ συντελέσῃ εἰς τοῦτο. Διότι καὶ ἡ κρίσις ἡ σταφιδικὴ πολὺ συντελεῖ εἰς τὸ κακόν. Εἶναι καὶ αὕτη ὁ ἕτερος παράγων τῆς κακοδαιμονίας τῆς χώρας. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἕνεκα τῆς κρίσεως ταύτης ἐλλείπουσιν ἀπὸ τὴν χώραν 30,000,000 χρυσοῦ, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος εἰσήγοντο ἄλλοτε εἰς αὐτὴν διὰ τῆς σταφίδος. Ἡ ἔλλειψις δ’ αὕτη καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἰσοῤῥοπίαν καὶ δυσκολεύει μεγάλως τὴν ἐπαναφορὰν τῆς πίστεως, διότι τὴν πίστιν δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἡ τιμή, ἀλλὰ καὶ ἡ εὐπορία, ἡ εὐκολύνουσα τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς γενικῆς ταύτης ἀπόψεως, εἶναι φανερὸν εἰς πάντας, ὅτι ἕνεκα τῆς κρίσεως αὐτῆς καὶ ἡ ζωὴ ἀκόμη κατέστη προβληματικὴ ἐν Πελοποννήσῳ. Πανταχόθεν ἀκούομεν καυγὰς ἀπελπιστικάς, διότι προαισθάνονται τὴν ἐπιδρομὴν τοῦ λιμοῦ. Μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου θὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας; δὲν θὰ λάβωμεν κἀνὲν μέτρον; δὲν θ’ ἀντιτάξωμεν τίποτε οὔτε φέτος κατὰ τῆς ἐπιδρομῆς ταύτης; Ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἡ Κυβέρνησις; Ἐὰν τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως ἐθεωρήθη ὑπὸ πολλῶν ἀσύμφορον καὶ ἀπεῤῥίφθη, ὅπως δήποτε, δὲν πρέπει οὐδὲν μέτρον νὰ ληφθῇ ὑπὲρ τῆς σταφίδος; Τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως τὴν γνωρίζομεν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμόν. Εἶπεν ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη τῆς παραγωγῆς μας, δηλαδὴ ἡ κρίσις ἡ σταφιδικὴ, εἶναι φυσικὴ κατάστασις, καὶ ὅτι κατὰ τῆς φυσικῆς ταύτης καταστάσεως εἰς οὐδὲν δύναται νὰ συντελέσῃ οὔτε ἡ κυβερνητικὴ οὔτε ἡ νομοθετικὴ ἐπέμβασις. Πέρυσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἔθεσεν εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ δεχθῶμεν τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, τὴν ἐφιεμένην τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς δυστυχίας μας, καὶ νὰ παραδώσωμεν ἑαυτοὺς θυσίαν εἰς τοὺς κερδοσκόπους, ἢ νὰ στερηθῶμεν πάσης κυβερνητικῆς ἀντιλήψεως. Ἀλλὰ δὲν ἦτο καὶ πέρυσι φυσικὴ ἡ κατάστασις αὕτη; πῶς κατ’ αὐτῆς ἠδύνατο πέρυσι τὸ μέτρον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ ἐπιδράσῃ, καὶ οὐδὲν μέτρον εὑρίσκεται φέτος, ὅπως ἐπιδράσῃ κατὰ τῆς καταστάσεως ταύτης; Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πόθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξάγει, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς παραγωγῆς μας εἶναι φυσική. Ἡ κρίσις ἡ σταφιδικὴ δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐν Γαλλίᾳ καὶ κατέστησαν ἀπρόσιτον τὴν σταφίδα εἰς τὰς ἀγορὰς αὐτῆς; ἡ κρίσις αὕτη ἔχει παλαιὰν ἱστορίαν, ἔχει πολλὰς τὰς αἰτίας, καὶ ἰδίως ὅτι οὐδέποτε ἐλήφθη πρόνοια ὑπὲρ αὐτῆς. Δὲν πιστεύω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐπέδρασεν ἡ φύσις εἰς τὴν μυθώδη Κυβερνητικὴν ἀμεριμνησίαν περὶ παντὸς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν σταφίδα. Ἡ φύσις ἠμπόδισε νὰ ληφθῇ φροντὶς περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ὑπερόγκου δασμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβαρύνεται ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος εἰς τὰ διάφορα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα καταναλίσκεται; Λυποῦμαι πολὺ, διότι ἡ Βουλὴ, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, δὲν εἶναι παροῦσα...
§140ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐμπαίζετε τὸν λαόν! (θόρυβος).
§141ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λαὸν ἐμπαίζετε σεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε (θόρυβος).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε ν’ ἀπευθύνητε ὕβριν πρὸς μίαν πτέρυγα τῆς Βουλῆς (θόρυβος).
§143ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ σιωπήσω μέχρις οὗ ἔλθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ (θόρυβος). Διακόπτω τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὴν ἐπαναλάβω, ὅταν ἔλθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ (θόρυβος).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερος τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§145ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν ἐτελείωσεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς.
§146ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία. Ἰδοὺ ὅτι φέρω ἐγὼ τὴν ἔνστασιν· διότι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἦναι παροῦσα.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν· μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ. μ.