1894.12.01
2.442 στίχοι · 18.720 λέξεις · 170 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
Τῆς 1 Δεκεμβρίου 1894.
(Πέμπτη).
Ὥρα 5 καὶ 45′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς σύνταξιν σταφιδικοῦ νομοσχεδίου περὶ παρακρατήσεως, συνέστησα τοιαύτην ἐπιτροπὴν, ἀποτελουμένην ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ἀντ. Ρικάκη, Θάνου Κανακάρη, Ἀχιλλέως Χοϊδᾶ, Α. Σπηλιάδου, Χρ. Στεφανοπούλου, Ε. Κοκκέβη, Χρ. Καραβίτου, Ν. Παπαλέξη, Ἀσημ. Χριστοπούλου, Κωνστ. Ἀργασάρη Λομβάρδου, Θ. Μεταξᾶ, Α. Παναγιωτοπούλου, Ν. Καραπαύλου, Π. Μερλοπούλου, Π. Πεῤῥωτοῦ, Ἀλεξ. Φωτήλα καὶ Σωτηρίου Κροκιδᾶ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφορὰς καὶ τηλεγραφήματα: Ἀναφορὰν πολλῶν κρεωπωλῶν Πατρῶν, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Ὁμοίαν πολλῶν Χαλκιδέων καὶ λοιπῶν κατοίκων τῆς Εὐβοίας, συνιστώντων τὸν διορισμὸν τοῦ Δημητρίου Παπαναστασίου ὡς ἐμμίσθου ἐφόρου τῶν ἐν τῷ νομῷ Εὐβοίας ἀρχαιοτήτων. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὁμοίαν τοῦ δημάρχου Καλλίστης, ὑποβάλλοντος ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ ἐκφράζεται παράκλησις περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Ὁμοίαν τοῦ Νικολάου Τσίρου, κρατουμένου ἐν ταῖς φυλακαῖς Πατρῶν, παρακαλοῦντος νὰ τῷ χαρισθῇ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς του, διότι ἔγεινε φθισικός. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἀναφορὰν τῶν ἐν Ἀθήναις ζωεμπόρων καὶ κρεωπωλῶν, διαβιβαζόντων εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφον τῆς αἰτήσεως αὐτῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ ποιμνιοβοσκῆς, καὶ παρακαλούντων τὴν Βουλὴν, ἵνα παράσχῃ εἰς τὸ ἐν λόγῳ ἔγγραφον τὴν δέουσαν προσοχήν. Ὁμοίαν πολλῶν κατοίκων Πυρὶ, προαστείου τῶν Θηβῶν, ζητούντων τὴν ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν των μέχρι τοῦ προσεχοῦς Ἰουλίου. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τηλεγράφημα πολλῶν κατοίκων Πύργου, ἐκφραζόντων τὴν εὐγνωμοσύνην των ἐπὶ τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὅμοιον τοῦ ἀντιπροέδρου τοῦ ἐν Πύργῳ σωματείου «Ἡ Γορτυνιακὴ Ἑνότης», ἐκφράζοντος τὰς εὐχαριστίας του πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν παραδοχὴν τῆς παρακρατήσεως. Ὅμοιον τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Μεγάλου Σπηλαίου, κηρυσσομένου ἐναντίον τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως. Τηλεγράφημα τῆς κοινότητος Μιγίρι τῆς Ἄρτης, γνωστοποιούσης ὅτι 20 οἰκογενειάρχαι εὑρίσκονται ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἄρτης πρὸ δύο μηνῶν, ἡ δὲ ἀνάκρισις παρατείνεται. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὅμοιον τοῦ Δημητρίου Δουζίνα ἐξ Ἄστρους, ἀναφερομένου ἐναντίον τοῦ ἐκεῖ ἀστυνόμου. Ὅμοιον πολλῶν κατοίκων Πύργου, ἀναφερομένων κατὰ τοῦ ἐκεῖ δασάρχου.
§2ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Ἡ ἔκθεσις φέρει τὰς ὑπογραφὰς 14 Βουλευτῶν, οἵτινες ἐκπροσωποῦσι τὴν πλειοψηφίαν. Ἡ μειονοψηφία θὰ ὑποβάλῃ ἰδίαν ἔκθεσιν.
§3ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς τῶν κυρίων Σκουζὲ, Κωνσταντοπούλου, Καΐρη, Χατζίσκου καὶ ἐμοῦ.
§4Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ αἱ γνῶμαι ἡμῶν δὲν ἔτυχε νὰ συμφωνήσωσι μὲ τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς μειοψηφίας, διετυπώσαμεν ἰδίαν ἔκθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκφράζομεν τὰς ἰδέας μας. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ μετὰ τῶν λοιπῶν ἐκθέσεων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ καὶ αἱ τρεῖς ἐκθέσεις. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 84–86).
§6Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ μηχανικῶν τῶν ἑλληνικῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων» μετὰ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 87).
§8ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΧΚΕʹ περὶ ἀναδιοργανισμοῦ τοῦ σώματος τῶν ἐργοδηγῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 88).
§10Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ναυπλίας, περὶ Πανεπιστημιακῶν.
§11ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτελῶν ἐντολὴν διαβιβασθεῖσάν μοι τηλεγραφικῶς ἐξ Αἰγίου, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων εἰς τὰ ἀστυνομικὰ Ὑπουργῶν. Πολίτης τις, Νικόλαος Φανέλλης ὀνόματι, τηλεγραφεῖ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐνωμοτάρχης Ἀναγνωστόπουλος, ἐνεδρεύσας ἔξωθι οἰκίας μου τὴν νύκτα, ἐπετέθη νὰ μὲ φονεύσῃ, καὶ μὲ ἐκτύπησε. Διεσώθην βοηθείᾳ πολιτῶν. Ρήξατε φωνὴν ὑπὲρ συμπολίτου σας οἰκτρῶς ἀδικηθέντος.» Ὁ τηλεγραφῶν εἶναι συντάκτης ἐφημερίδος, ἐν Αἰγίῳ ἐκδιδομένης, πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ συμπαθῶ, οὔτε συμμερίζομαι τὰς ἰδέας αὐτῆς. Ἐφιστῶ μόνον τὴν προσοχὴν τῶν κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι μοὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ὁ συντάκτης αὐτός, ἕνεκα ἐκδοθέντος παραρτήματος, ἐξυλοκοπήθη. Ὁ κ. Πρόεδρος μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ συγκαταριθμήσῃ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ, διότι οὔτε ὡς διερμηνεύων τὰς ἰδέας τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, οὔτε ὡς διερμηνεύων τὰς ἐμὰς ἰδέας, ὡς Βουλευτοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, δύναμαι νὰ μετάσχω τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ Αἰγιάλεια διαμαρτύρεται, ὅτι τοιοῦτον μέτρον δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Σέβομαι τὸ ἐψηφισμένον, οὐχ ἧττον ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ὅτι τοιοῦτον μέτρον δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ. Μετὰ τὸ χθεσινὸν ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἡ πεποίθησίς μου ἐκλονίσθη δεινῶς πρὸς στιγμήν, ὅτε εἶδον τὴν πρότασιν ψηφιζομένην ὑπὸ τῶν ἐξοχωτέρων ἀνδρῶν τῆς νέας Ἑλλάδος, καὶ ἠθέλησα νὰ πεισθῶ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι οὐδεὶς ἀλάθητος, μάλιστα δ’ ἡμεῖς οἱ νεώτεροι, ἠθέλησα, λέγω, νὰ πεισθῶ μήπως ἀπατῶμαι. Ἐξῆλθον τοῦ Βουλευτηρίου, ἀνέγνωσα ὅ,τι πέρυσιν ἐῤῥήθη, ὅ,τι ἐγράφη καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ ζητήματος, ἀνέγνωσα καὶ τὴν γνώμην τινῶν ἐκ τῶν δικαιολογησάντων τὴν ψῆφόν των χθές, ἀλλ’ αἱ μελέται αὗται μὲ ἔπεισαν ἔτι μᾶλλον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεταβάλω τὰς ἰδέας μου. Δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατόν, μέτρον καταδικαζόμενον ὡς ἄστοχον, νὰ ψηφίσωμεν, λόγῳ ὅτι δὲν ἔχομεν ἄλλο. Δὲν ἐνόησα οὐδὲ τὴν ψῆφον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὰς προηγουμένας του ἀγορεύσεις, ἐν αἷς κατ’ ἐπανάληψιν ἐδήλωσεν, ὅτι τοιοῦτον μέτρον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, ἂν δὲν ἐπιδοκιμασθῇ ὑπὸ μεγάλης πλειονοψηφίας τῶν ἐνδιαφερομένων ἐπαρχιῶν, καὶ δόντος τὴν ψῆφόν του, ὅτε ἡ πλειονοψηφία δὲν ἐφαίνετο ἐκδεδηλωμένη. Δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ οὐδ’ ὅταν εἶδον τὴν πλειονοψηφίαν τῶν ἐξοχωτέρων ὀπαδῶν αὐτοῦ ψηφίζουσαν ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ οὐδ’ ὅταν ἐμελέτησα τὴν σιωπὴν δημοσιογραφικῶν τινων ὀργάνων, ἅτινα, ἐνῷ ἕως χθὲς ἦσαν διαπρύσιοι κήρυκες κατὰ τῆς παρακρατήσεως, χθὲς τὴν νύκτα, πρὶν ἢ ὁ ἀλέκτωρ φωνήσῃ, ἐλησμόνησαν ὅτι ὑπάρχει σταφιδικὸν ζήτημα. Δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ οὔτε ἀπὸ τοὺς ἀλλαλαγμοὺς τῶν δημοσιογραφικῶν ἐκείνων ὀργάνων, ἅτινα ἀνέλαβον νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὴν παρακράτησιν καὶ τὰ ὁποῖα ἐπὶ ζητήματος μὴ παρέχοντος ἐκ φύσεως ἐπιχειρήματα ἐνόμισαν ὅτι ἔπταιεν ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ὑποστηριξάντων αὐτὸ καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἐκ Λονδίνου τὴν συνδρομὴν τοῦ κ. Βουρλούμη. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμμετάσχω τῆς ἐπιτροπῆς, διότι θεωρῶ καθῆκόν μου, καθ’ ὅλα τὰ στάδια, τὰ ὁποῖα θὰ διέλθῃ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀντιπράξω διὰ τῶν νομίμων μέσων, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐπιτρέπονται, εἰς τὴν ὁριστικὴν ψήφισιν αὐτοῦ...
§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ λάβητε τὸν κόπον, διότι θὰ πέσῃ ὁλόκληρον.
§13ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. οὐχὶ διότι ἐνθαῤῥύνομαι εἰς τοῦτο ἐκ τῆς μικρᾶς διαφορᾶς τῶν ψήφων, δι’ ὧν ἐψηφίσθη, ἀλλὰ καὶ μόνος ἐὰν ἤμην, ἤθελον ἐπιμείνῃ ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν μου. Πρέπει νὰ σέβηταί τις τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἄνωθεν αὐτῆς ὑπάρχει ἀνωτέρα δύναμις, ἡ πεποίθησις περὶ τοῦ δικαίου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν λαμβάνω μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν, θέλων καὶ διὰ τούτου νὰ δείξω, ὅτι ἐξακολουθῶ διαμαρτυρόμενος, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλή, ψηφίζουσα ὅ,τι ἐψήφισεν, ἐψήφισεν ὅ,τι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ.
§14ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχεν ὑποβληθῆ πρότασις νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σχινοφύλλων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Οἰτύλου. Ἡ πρότασις αὕτη ἐτυπώθη, ἀλλὰ δὲν ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θ’ ἀναγραφῇ.
§16Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ καὶ ἡ πρότασις περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ταμβάκου.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὕτη παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις συνῆλθε σήμερον, καὶ αὔριον θὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§18ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἡ πρότασις περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
§19Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ὑπεβλήθη ἐπερώτησις, διὰ τῆς ὁποίας κατηγγέλλετο πρᾶξις ῥητὴ ἑνὸς τῶν ὑποταμιῶν Πατρῶν, ἐκδόντος ἔνταλμα προσωπικῆς κρατήσεως διὰ φόρον ἐπιτηδεύματος ἁμάξης κατὰ προξένου ξένης Δυνάμεως, καὶ ἐξετελέσθη τὸ ἔνταλμα, καὶ ἔλαβε τὰ χρήματα ὁ ὑποταμίας. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκε τοιαύτην ἐντολὴν εἰς τὸν ὑποταμίαν;
§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπατᾶται, φρονῶν ὅτι ἔχει προνόμια ὁ ξένος ὑπήκοος. Ὁ ξένος ὑπήκοος διατελεῖ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς κανονισμούς, ὑφ’ οὓς διατελεῖ καὶ ὁ ἐγχώριος. Αἱ δὲ προξενικαὶ συμβάσεις ἀναγράφουσι τίνα εἶναι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προνόμια τῶν προξένων, δὲν περιλαμβάνουσι δὲ τι σχετικὸν πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ξένος οὗτος ὑπήκοος ἐνόμισε πρέπον ν’ ἀπειλήσῃ, ὅτι θ’ ἀπευθυνθῇ πρὸς ξένην Πρεσβείαν, τὴν τοῦ Κράτους, οὗτινος εἶναι ὑπήκοος, καὶ οὐχὶ τὴν τοῦ Κράτους, οὗτινος εἶναι πρόξενος. Ἐννοεῖται ὅτι αἱ τοιαῦται ἀπειλαὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἰσχύσωσιν, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον μὴ πράξῃ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὅ,τι ἤθελε πράξει ἀπέναντι παντὸς ἀξιοῦντος ὅτι κακῶς ἐνεγράφη ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἀφήσαμεν δὲ τὸν ἀπειλοῦντα ἐλεύθερον νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀπειλάς του.
§21Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν φόρον, τίνας πληροφορίας ἔχετε; δὲν ἐβεβαιώθη;
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τὸν φόρον διεξάγονται ὅσα καὶ οἷα ἤθελον διεξαχθῆ, ἂν ἦτο ὁ ἐνιστάμενος ὑπήκοος Ἕλλην, τουτέστι γίνεται ἐξέτασις κατὰ πόσον οὗτος ὀφείλει φόρον ἁμάξης καὶ κατὰ πόσον δὲν ὀφείλει, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ἐνεγράφη ἐν τῷ καταλόγῳ ὡς ἔχων ἅμαξαν, ἐνῷ δὲν εἶχεν ἅμαξαν, θέλει διαγραφῆ ἐκ τοῦ καταλόγου καὶ θέλουσι τῷ ἐπιστραφῆ τὰ τυχὸν ἀχρεωστήτως καταβληθέντα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς δι’ ἐκθέσεώς της προτείνει τὴν χορηγίαν πιστώσεως δραχμῶν 840 διὰ τὴν αὐξηθεῖσαν μισθοδοσίαν τοῦ δοκίμου στενογράφου δι’ ἓν ἔτος.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡσαύτως προτείνει τὴν χορήγησιν πιστώσεως δραχμῶν 126 διὰ τὴν δαπάνην τοῦ κατατεθέντος στεφάνου ἐπὶ τοῦ νεκροῦ τοῦ ἀειμνήστου Ἠλία Ζερβοῦ.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 89).
§28ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ ἀστυνόμος Δύμης προώρισται, φαίνεται, νὰ ἀπασχολῇ καθ’ ἑκάστην τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς. Πάλιν τηλεγράφημα τοῦ πολίτου Χριστοδουλοπούλου καταγγέλλει τὸν ἀνωτέρω ἀστυνόμον, ὅτι, ἀφοῦ ἐπὶ 25 ὥρας τὸν ἐκράτησε δεμένον εἰς τὸ κρατητήριον, τὸν μετήγαγε κατόπιν εἰς Πάτρας, καὶ εἰς τὴν βάσανον αὐτὴν τὸν ὑπέβαλεν, ἐκδικούμενος διότι τὸν κατεμήνυσεν ἐπὶ τῇ παρανόμῳ κατασχέσει τοῦ βαλανιδοκάρπου του. Ταῦτα ἀναφέρει τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον καὶ καταθέτω. Λαμβάνων δὲ ἐκ τούτου ἀφορμὴν, παρατηρῶ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅτι δὲν ἀπήντησαν εἰσέτι εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου διὰ τὰς πρὸ ἡμερῶν καταγγελθείσας βιαιοπραγίας τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἀστυνόμου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ διαταχθῇ τέλος πάντων μία ἀνάκρισις, καὶ ἐὰν μὲν ἀποδειχθῶσιν ἀνακριβῆ τὰ καταγγελλόμενα, ν’ ἀποστομωθῶσιν οἱ διασύροντες τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἀστυνομικοῦ τούτου ὑπαλλήλου, ἄλλως νὰ ἱκανοποιηθῶσι διὰ τῆς αὐστηρᾶς τιμωρίας του. Ἐγὼ πείθομαι μᾶλλον περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν καταγγελλομένων, διότι ὑπάρχει καὶ προηγούμενον ἐναντίον τοῦ ἀστυνόμου τούτου, τὰ ἐν Γυθείῳ συμβάντα, ἕνεκα τῶν ὁποίων μετετέθη ἐκεῖθεν. Ἡ μονιμότης τῶν ἀστυνόμων ἐξασφαλίζεται διὰ νόμου, καὶ διὰ νὰ μετατεθῇ τοιοῦτος, πρέπει νὰ προκληθῶσιν ἐκθέσεις καὶ γνωμοδοτήσεις Συμβουλίων. Χωρὶς λοιπὸν νὰ πιστεύσω τὰ τότε δημοσιευθέντα, τὰ ὁποῖα οὔτε ἀναφέρω ἐνταῦθα, βεβαίως λόγος σπουδαῖος θὰ ὑπηγόρευσε τὴν ἐκεῖθεν μετάθεσίν του.
§29ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διότι μετετέθη ἐκ Γυθείου ὁ ἀστυνόμος δὲν εἶναι βεβαίως λόγος νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι κακὸς διὰ τὴν Δύμην. Μόλις ἐλήφθη τὸ τηλεγράφημα τὸ πρῶτον, ἀπηύθυνα διαταγὴν πρὸ τὸ Ἀρχηγεῖον, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν προσήκουσαν ἀνάκρισιν. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔπραξα καὶ διὰ τὸ τηλεγράφημα τὸ ἀναγνωσθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς ἐμέ· τὸ ἀπέστειλα, καὶ πιστεύω ὅτι τὸ Ἀρχηγεῖον διέταξεν ἀνάκρισιν. Θέλω δὲ ὑποβάλει τὸ ἀποτέλεσμα μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως. Ὑποθέτω ὅτι κατανοεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν νὰ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις καὶ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα. Κατ’ ἄλλον τρόπον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἀλλὰ κατὰ τὸν τοιοῦτον τρόπον δὲν εἶναι δυνατόν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἔχῃ ὑπομονὴν μέχρις οὗ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, καὶ τότε θὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν.
§30ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἐπειδὴ μετετέθη ἐκ Γυθείου εἶναι κακὸς διὰ τὴν Δύμην, ἀλλὰ διὰ νὰ μετατεθῇ ἀπὸ τὸ Γύθειον, διὰ νὰ ἐπιτραπῇ δηλαδὴ νὰ γνωμοδοτήσωσι τὰ Συμβούλια, νὰ γείνωσιν αἱ ἐκθέσεις, νὰ ἐπιτραπῇ ἡ μετάθεσίς του, βεβαίως ἐκεῖ θὰ ὑπέπεσεν εἰς αὐθαιρεσίας καὶ ὑπερβασίας. Διὰ τοῦτο λοιπὸν, ἀφοῦ βλέπετε, ὅτι καθ’ ὑποτροπὴν καὶ ἐν Δύμῃ διαπράττει τὸ ἴδιον, νομίζω ὅτι πρέπει κἄπως αὐστηρότερον νὰ τιμωρηθῇ, διὰ νὰ ἀπαλλάξητε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους βασανίζει ἐκεῖ.
§31ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρῶτον γνωρίζετε ἐκ τοῦ νόμου, ὅτι αἱ μεταθέσεις δὲν γίνονται μόνον ἕνεκα τῶν βιαιοπραγιῶν, ἃς ἤθελον μετέλθει οἱ ἀστυνόμοι, ἀλλὰ καὶ διὰ διαφόρους ἄλλους λόγους, διότι πιθανὸν νὰ ἀνέπτυξαν σχέσεις εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον παραμένουσι, πιθανὸν ἐξ ἰδιαιτέρων λόγων νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσιν ἐκεῖ τὸ ἀστυνομικὸν καθῆκον ὡς δεῖ, ἐνῷ ἀλλαχόσε δύνανται νὰ πράττωσι τὸ καθῆκόν των. Ὥστε βλέπετε, ὅτι αἱ μεταθέσεις δὲν στηρίζονται κυρίως εἰς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἴπετε. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς ἐνέργειαν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, πρέπει νὰ ἦναι ἀποδεδειγμένα καὶ βεβαιωμένα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται. Περὶ τούτου κυρίως πρόκειται. Ἡ βεβαίωσις τῶν γεγονότων γίνεται δι’ ἀνακρίσεως, ἐνεργουμένης κατὰ τὰ κείμενα ὑπὸ ἐπιθεωρητῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει παρ’ ἑαυτῷ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, διέταξα νὰ γείνῃ τοῦτο. Ἂν ἦτο ἄλλος τρόπος ἐνεργείας, θὰ ἦτο δυνατὸν ἀμέσως, ἴσως ἐντὸς τῆς ἡμέρας, νὰ ἐξακριβωθῶσι τὰ γεγονότα καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατόν. Ἐπεζήτησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐθεωρήθη ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἁρπάσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἀρχηγείου. Κατὰ συνέπειαν θὰ περιμένῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἀνάκρισις ἡ διαταχθεῖσα.
§32ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζω καὶ ἐγὼ τῷ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργῷ, ὅτι ὁ νῦν ἀστυνόμος Γυθείου συνέλαβε τὸν δήμαρχον Καρυουπόλεως κ. Φαράκον, τὸν ἐφυλάκισε καὶ ἀφοῦ ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ ἄνευ λόγου καὶ παρανόμως 200 δραχμάς, τὸν ἀπεφυλάκισε. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα.
§33ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, τὸ ἐξήτασα καὶ εἶναι ἀληθές, μέ τινας παραλλαγάς.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τὰ χείρω δηλαδή.
§35ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι ἐπὶ τὰ χείρω. Τὸ γεγονὸς ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ ἀστυνόμος συνέλαβε παρανόμως βόσκον ποίμνιον, τὸ παρέδωκε δὲ πρὸς φύλαξιν εἰς τὸν δήμαρχον, μέχρις οὗ φανερωθῇ ὁ κύριος. Ὁ δήμαρχος ἀνεῦρε τὸν κύριον, ἄλλον παρὰ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀνεζήτει ὁ ἀστυνόμος καὶ δι’ ὃν εἶχε παραδώσει τὸ ποίμνιον. Ὁ ἀστυνόμος ἐθεώρησεν ὅτι ὤφειλε νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ τὰ σύλληπτρα, ἐπειδὴ δὲ δὲν εὕρισκε τὸν κύριον, ἐθεώρησεν ὀρθὸν νὰ λάβῃ τὰ σύλληπτρα ἀπὸ τὸν δήμαρχον (γέλως).
§36ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ζήτω ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία!
§37ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσι λοιπὸν, βλέπετε, τοιαῦτα μεμονωμένα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω εἰς κακὰς προθέσεις τῶν ἀστυνόμων. Ταῦτα ἀποδίδω μᾶλλον, εἰς κακὴν ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων τῶν ἀστυνομικῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι, μόλις ἔλαβον τὴν εἴδησιν, διέταξα τὸν νομάρχην νὰ παραγγείλῃ αὐθωρεὶ εἰς τὸν ἀστυνόμον, ὑποδεικνύων εἰς αὐτὸν ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει, καὶ ν’ ἀποφυλακισθῇ ὁ δήμαρχος, ἔπεμψα δὲ διαταγὴν εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, ἵνα ἐπιτιμήσῃ καὶ τιμωρήσῃ τὸν ἀστυνόμον. Ταῦτα καὶ ἐγένοντο.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τὸν κρατεῖτε ἀκόμη ἀστυνόμον αὐτὸν τὸν κύριον;
§39ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι τὸ ἀπαύγασμα τῶν ἀποκεντρωτικῶν ἰδεῶν (ἱλαρότης). Ἑπομένως σῶμα, τὸ ὁποῖον διοικεῖται ἐντελῶς ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως...
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§41ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει οὕτω. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατικῶν δὲν εἶναι ὁ προϊστάμενος. Τὸ μόνον συνδέον αὐτὸν εἶναι, ὅτι εἶναι ἀξιωματικοὶ οἱ ἐκτελοῦντες τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἡ ὑπηρεσία ὅμως εἶναι ἀστυνομικὴ, διοικεῖται δὲ κατὰ ὀργανισμὸν, ὅστις δὲν ἐπιτρέπει ἢ ἐλάχιστα μόνον εἰς τὴν κεντρικὴν διοίκησιν νὰ ἀναμιχθῇ. Ὅ,τι ἡ κεντρικὴ διοίκησις ὤφειλε νὰ ἐξετάζῃ, πρέπει νὰ ἦναι βέβαιος ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι τὸ ἐξετάζει, ἐπιζητοῦσα τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ τὴν περιστολὴν τῶν ἀτακτημάτων· ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω, ὅτι εὐτυχῶς ἐλάχιστα εἶναι τὰ παρατηρούμενα παραπτώματα.
§42ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, κύριε Πρόεδρε, τὸν ἀστυνόμον Δύμης, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος, πρὸ 15 ἡμερῶν κατήγγειλα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης διαφόρους πράξεις καὶ ἀνέγνωσα τηλεγραφήματα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος καὶ τότε προθύμως προσεπάθησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ παράπονά μου καὶ ἐξετάσῃ αὐτὰ, νομίζει ὅτι δικαιολογεῖ τὸν ἑαυτόν του ἐν τῇ ἰδίᾳ συνειδήσει, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ νόμος δὲν τὸν βοηθεῖ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ. Τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δικαιολογία ἀπεναντίας, ἐὰν φρονῇ ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀνεπαρκὴς, πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως τὸν διορθώσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπανειλημμένως δικαιολογεῖται ὅτι ὁ νόμος δὲν τῷ δίδει τὴν δύναμιν καὶ τὰ μέσα νὰ πράξῃ ὅ,τι πρέπει· ἂν δὲ ὑπέβαλε νομοσχέδιον καὶ ἐνόμισε καλὸν ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἦτο διατετυπωμένον, δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ δεκτὸν, καὶ τὸ ἀπέσυρεν, αὐτὸ κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι δικαιολογία. Ἐγὼ ἀπεναντίας τὸν παρακαλῶ, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, ἐν ὅσῳ ὑφίσταται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, νὰ διορθώσῃ τὰ μέσα ἐκεῖνα, ἐκ τῶν ὁποίων ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀποκέντρωσις, ἡ ὁποία θὰ ἀπολήξῃ εἰς ἐντελῆ παραλυσίαν καὶ ἀπόγνωσιν. Τί θὰ εἰπῇ ἀποκέντρωσις; ἐσυστήσαμεν κράτος ἐν κράτει, χωρὶς νὰ δύναται ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν ἀστυνομίαν τῆς χώρας, καὶ νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ προστατεύῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, τὴν δημοσίαν τάξιν, τοὺς πολίτας, κατὰ τῶν βιαιοπραγιῶν, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἑκάστην καταγγέλλονται καὶ ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου! Εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον. Τὸν παρακαλῶ νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, καὶ νὰ μὴ πιστεύῃ μόνον ὅτι καλῶς ἔπραξεν, ἀποσύρας τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ φροντίσῃ νὰ φέρῃ τελειότερον νομοσχέδιον, καὶ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ γείνωμεν οὐχὶ ἀποκεντρωτικοὶ, ἀλλὰ συγκεντρωτικοὶ, καὶ νὰ περιστείλωμεν αὐτὰς τὰς βιαιοπραγίας, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἡμέραν καταγγέλλονται. Ἄλλο τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ὁ θεσμὸς εἶναι καλὸς ἢ κακός· ἀλλ’ ἐνόσῳ ὑφίσταται, ἐνόσῳ ἐφαρμόζεται, δὲν ἐννοῶ τίνα τὰ δικαιολογοῦντα τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ νόμου. Διετάξατε ἀνακρίσεις, καὶ αὐταὶ αἱ ἀνακρίσεις παρατείνονται ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐξακολουθεῖ νὰ διατελῇ εἰς συνάφειαν μὲ τοὺς πολίτας, καὶ ἐπαναλαμβάνονται καθ’ ἑκάστην τὰ αὐτὰ καὶ χειρότερα. Τί πρέπει νὰ γείνῃ; Θὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον· θ’ ἀρχίσῃ ἡ αὐτοδικία τῶν πολιτῶν, διότι δὲν δύνανται ἄλλως νὰ προστατευθῶσι. Βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι μόνον αἱ βιαιοπραγίαι, αἱ προσβολαί· αἱ καταχρήσεις φθάνουν μέχρις ἀνθρωποκτονίας. Καθ’ ἑκάστην ἀναγινώσκομεν, ὅτι φονεύονται πολῖται, ὅτι ἐφονεύθη προχθὲς εἷς ἀστυφύλαξ ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου, πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠκούσθησαν ποτέ. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ θεσμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποχωρήσωμεν, μὴ φέροντες κἀμμίαν τροπολογίαν, κἀμμίαν θεραπείαν, ἀφίνοντες τὴν ἀποκέντρωσιν νὰ τρέχῃ καὶ νὰ ἐφαρμόζηται; Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ἐντονώτατα μέτρα, καὶ ἂν ἔχῃ ἀνάγκην νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, καὶ ἐγὼ πρῶτος θὰ τὸν ὑποστηρίξω.
§43ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Βουλευτὰ, ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε πρὸς δικαιολογίαν μου, διότι δὲν ἐθεώρησα ὅτι ἔχω ἀνάγκην δικαιολογίας. Ὁ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του δὲν ἔχει ἀνάγκην κἀμμιᾶς δικαιολογίας. Ἐξεπλήρωσα πάντοτε τὸ καθῆκόν μου καὶ ἐξακολουθῶ νὰ τὸ ἐκπληρῶ. Λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ δικαιολογηθῶ. Ὁσάκις λαμβάνω πληροφορίαν περὶ παραπτώματος ἀστυνομικοῦ τινος ὀργάνου, ἐνεργῶ ὅ,τι τὸ καθῆκον καὶ ὁ νόμος μοὶ ἐπιβάλλει. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, τὸ ἀπέσυρα. Δὲν τὸ ἀπέσυρα. Τὸ ἔχω ὑπὸ μελέτην, ἵνα τὸ τροποποιήσω κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ εὐκολύνῃ τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ ψῆφον καὶ τῶν συγκεντρωτικῶν καὶ τῶν ἀποκεντρωτικῶν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀποκεντρώσεως, καὶ τὸ καθεστὼς εὑρίσκω ὅτι πηγαίνει λαμπρὰ (γέλωτες). Ἐθεώρησα ὅμως ἀναγκαῖον, διὰ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, οὐχὶ νὰ μεταβάλω τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα εἰς συγκεντρωτικόν, ἀλλὰ νὰ κανονίσω τὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐθεώρησα ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις δίδει λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἑκάστοτε περὶ τῶν παραπτωμάτων τῶν ἀστυνομικῶν ἐκ τῆς φύσεως τοῦ πράγματος, ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ καὶ αὐτὸς τὸν λόγον παρὰ τῶν ὑποπιπτόντων εἰς τὰ παραπτώματα ταῦτα. Τοῦτο ἔχω πάντοτε ὑπὸ μελέτην καὶ θὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως δυνηθῶμεν ἐπὶ βάσεων καλλιτέρων ν’ ἀποφασίσωμεν.
§44ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει—σώνει καὶ καλὰ—νὰ γείνῃ στρατηγὸς ἐν ἐνεργείᾳ· τοῦτο ἀφορᾷ αὐτὸν καὶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν του, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν, ἂν ἡ ἀστυνομία ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά της καὶ ἂν ἐξασκῆται ἐπ’ αὐτῆς ἡ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένη ἐποπτεία. Σχετικῶς δὲ μὲ τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἐσύστησε ν’ ἀναγνώσω τὸν νόμον, λέγω αὐτῷ, ὅτι οὐ μόνον ἀνέγνωσα αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐμελέτησα, οὗτος δὲ οὐδὲν περισσότερον ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν πολίτην ἢ τὴν ἐπίδοσιν καταγγελίας. Ἡ καταγγελία ἐγένετο· ἤδη πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καὶ κατὰ πόσον ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον καὶ τίνα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τοῦ παρανομοῦντος ὑπαλλήλου.
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν ἔχει δικαίωμα (θόρυβος καὶ διάλογοι).
§46ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προσῆκεν εἰς ἐμὲ, κύριε Πρόεδρε, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν κείμενον περὶ ἀστυνομίας νόμον, διότι ἐδήλωσα ἤδη, ὅτι ἐγὼ εἶμαι πολέμιος τοῦ νόμου τούτου· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποδεχθῶ ὡς ὀρθὰς τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἔνθεν κἀκεῖθεν ἀκούω ἀπευθυνομένας κατὰ τοῦ νόμου τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζει, ὅτι, ἂν δὲν ἐκπληρόνῃ πρεπόντως τὸ καθῆκόν του, παραίτιος εἶναι ὁ ἰσχύων νόμος, καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε ὅσα ἠκούσατε.
§47ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν τὸ ἐνόμισα, οὔτε τὸ εἶπον.
§48ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιθυμῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, πάντα τὰ μέσα εὑρίσκει ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ.
§49ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ φρονῶ.
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου του; Νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμᾷ τὰ τῆς διαγωγῆς τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Καὶ πῶς τότε ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο; Τὸ ἐδήλωσεν ἐπανειλημμένως ὁ κ. Ὑπουργός. Θέλει, λέγει, ἀπευθυνθῆ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, πρὸς τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ πρὸς πᾶσαν ἀρχήν, ἵνα συλλέξῃ πληροφορίας. Καὶ τίς ἐμποδίζει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μὲ τὸν ἰσχύοντα νόμον νὰ ζητήσῃ πάσας ταύτας τὰς πληροφορίας, ἂν ἔχῃ ἀνάγκην αὐτῶν; Τίς τὸν ἐμποδίζει νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, ἀφοῦ μάλιστα ἀξιόποινοι πράξεις ἀποδίδονται εἴς τινα τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας, νὰ ζητήσῃ, ὅπως τῷ διαβιβάσῃ τηλεγραφικῶς πληροφορίας περὶ τῶν διατρεξάντων; Τί ἤθελε κάμει, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἤθελεν ἐκτιμήσει τὰς πληροφορίας καὶ ἀποφασίσει, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις πειθαρχικῆς τιμωρίας. Ἀλλὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἃς θὰ συλλέξῃ ὁ κ. Ὑπουργός, δύναται καὶ ἤδη νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἔχοντα δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ποινὰς καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιβολήν των. Διατὶ δὲν ἐξασκεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο; Δὲν νομίζω λοιπὸν ὀρθὸν νὰ αἰτιώμεθα τὸν ἰσχύοντα νόμον ὡς μὴ δίδοντα δικαιώματα καὶ μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Πάντα τὰ μέσα παρέχονται. Μία μόνη διαφορὰ ἤθελεν εἰσαχθῆ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι εἰς τὴν ἐκτίμησιν μόνον αὐτοῦ ἤθελεν ἀνατεθῆ ἡ ἐκτίμησις τῶν πληροφοριῶν, ἐνῷ νῦν ἀνατίθεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἐποπτείας, εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ σώματος, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ δὲν εἶναι εὐκολώτατον νὰ προκαλέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου, τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Δὲν νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ αἰτιώμεθα τὸν ἰσχύοντα νόμον, παραλείποντες νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτόν. Ὁ ἰσχύων νόμος δίδει πάντα τὰ μέσα, διὰ νὰ περισταλῇ πᾶσα κατάχρησις. Ὁ ἰσχύων νόμος ὑπήγαγεν ὅλα τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνομίας, εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ἂς καταγγελθῶσι, καὶ ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ θὰ δώσῃ αὐστηρὸν μάθημα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσιν ἀτυχῶς τοὺς νόμους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου διὰ ν’ ἀποκτήσωμεν δικαίωμα ἀνεξερευνήτου καὶ ἀνεξελέγκτου ἐνεργείας ἐπὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων· διότι, ἂν ἤθελε καθιερωθῆ τοιοῦτον δικαίωμα, ἤθελεν ἀποβῆ πρὸς βλάβην τῆς Πολιτείας καὶ πρὸς βλάβην τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους.
§51ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὴν δῆθεν ἀποκεντρωτικὴν φύσιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας πρὸς δικαιολογίαν ἑαυτοῦ, καίτοι μᾶς ἐβεβαίωσε περὶ τοῦ ἐναντίου, ὅτι δηλ. οὐχὶ πρὸς δικαιολογίαν ἐπικαλεῖται τοῦτο, ἀλλ’ ἐκ νομικῆς πεποιθήσεως. Δικαιολογῶ αὐτὸν, τοῦτο λέγοντα, διότι διαφωνῶ πρὸς τὸν ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμον συνάδελφον, θεωρῶν ὅτι πρέπει ὁ Ὑπουργὸς οὐδεμίαν νὰ ἔχῃ ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ διοικῇ, διὰ τὸ ὁποῖον θέλει νὰ λέγῃ ὅτι εὐθύνεται πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ τοῦ ὁποίου παρίσταται πάντοτε ὡς δῆθεν ἀρχηγὸς, κυβερνῶν καὶ ὑπεύθυνος, ἐκ φιλοτιμίας καὶ ὄχι ἐκ καθήκοντος, διότι ἐκ καθήκοντος δὲν δύναται ν’ ἀντιπροσωπεύῃ νομικῶς καὶ λογικῶς τὸ ἀστυνομικὸν σῶμα, ἀφοῦ ἐπ’ αὐτοῦ οὐδὲν ἔχει δικαίωμα, οὐδεμίαν ἐξουσίαν, οὐδεμίαν αὐθεντίαν, οὐδ’ ἐπιβολήν. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἄλλως διατετυπωμένον καὶ τροποποιημένον, ἵνα δι’ αὐτοῦ καθιστᾶται εἷς Ὑπουργὸς οἱοσδήποτε ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ ἐποπτεύοντος τοὺς Ὑπουργοὺς σώματος, τοῦ Κοινοβουλίου. Θὰ λέγω δὲ πάντοτε, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ ἐν Κράτει συνταγματικῷ, πολὺ δὲ περισσότερον κοινοβουλευτικῷ, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἐδῶ εὐθύνας, ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ εὐθύνας ὁ Ὑπουργὸς διὰ πράξεις ὑπαλλήλων, ὅταν δὲν ἔχῃ ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτῶν, οὓς καλεῖ ἡ Βουλὴ αὐτὸν ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ. Βλέπει ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπερασπίζω αὐτὸν, ταῦτα λέγων, καὶ τὰς προφασεολογίας αὐτοῦ θεωρῶ ἀναξίας δικαιολογίας. Ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέπτυξε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἰπὼν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται καὶ πρέπει νὰ διευθύνῃ τὰ πράγματα, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὰ πρόσωπα, εἶναι θεωρία μεταφυσική, ἄνευ ἐννοίας καὶ ἄνευ ὑποστάσεως καὶ λόγου. Διεύθυνσις πραγμάτων ἄνευ ἐξουσίας ἐπὶ τῶν προσώπων, τῶν τὰ πράγματα πραττόντων, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Τὰ πράγματα εἶναι ἀφηρημένη λέξις· τὰ πράγματα εἶναι πράξεις ἀνθρώπιναι, καὶ ταύτας κανονίζει τις δι’ ἀνθρώπων, οὓς παραγγέλλει, ἀλλ’ οἵτινες ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπείκωσιν εἰς τὰς παραγγελίας. Ἐν τῇ συγκεκριμένῃ δὲ περιστάσει τῇ δούσῃ ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, παρατηρῶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἀτελῶς ἱκανοποίησε τὸν νόμον, ἀναγγέλλων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μετεβίβασε τὸ γεγονὸς εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον καὶ προεκάλεσεν αὐτὸ νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἀστυνόμον. Ἐὰν ὁ ἀστυνόμος ἔλαβε παρὰ τοῦ δημάρχου 200 δραχμάς, ἐξετέλεσεν ἔγκλημα, τὸ ἔγκλημα τῆς δωροδοκίας, τῆς ἐκβιάσεως. Δὲν γνωρίζω ποῖον χαρακτῆρα ἄλλον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πρᾶξις, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἃς προβλέπει, ὁρίζει καὶ τιμωρεῖ ὁ ποινικὸς νόμος. Ἐὰν δὲ τοιαύτην πρᾶξιν τὴν τιμωρήσῃ τὸ Ἀρχηγεῖον διὰ μιᾶς ἐπιπλήξεως, νομίζω ὅτι ὁ ἀστυνόμος δύναται νὰ πιστεύσῃ ἐκ τούτου, ὅτι μεθαύριον δύναται νὰ συλλάβῃ ἄλλον παρὰ τὸν κύριον ποιμνίου τινὸς, βόσκοντος εἰς ἀπηγορευμένην θέσιν, καὶ λάβῃ παρ’ αὐτοῦ σύλληπτρα. Ἡ πρᾶξις, ἂν ἦναι ἀληθὴς, ὡς ἐξετέθη ἐν τῇ Βουλῇ, πρέπει νὰ ἀχθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Κυρίως ὅμως πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ ἀστειότης, (διότι ἀστειότης καταντᾷ ἡ ἀδιάκοπος ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου συζήτησις περὶ τῶν ἀστυνομικῶν παρεκτροπῶν) νὰ ζητῶμεν λόγους παρ’ Ὑπουργοῦ μηδεμίαν ἔχοντος ἐξουσίαν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν μηδεμίαν εὐθύνην. Πρέπει δὲ προσέτι τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἴδῃ ἐν τῇ τοιαύτῃ ἀδιακόπῳ τοῦ Κοινοβουλίου ἀπασχολήσει εἰς ἀστυνομικὰς παρεκτροπὰς ἓν τῶν μεγίστων σφαλμάτων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὡς ἔχει αὐτὴν ὠργανωμένην· διότι ὅλα τὰ κατὰ τόπους γινόμενα, διὰ τὰ ὁποῖα κατ’ ἄλλον ὀργανισμὸν θὰ ἦναι ὑπεύθυνοι ἄλλαι ὑπάλληλοι ἀρχαὶ, ὅλα ἕνεκα τῆς κακῆς ὀργανώσεως καὶ τῆς ἀτελοῦς λειτουργίας τῆς πειθαρχίας, ὅλα ἔρχονται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀσχολοῦσιν ἡμᾶς ἐπὶ ἡμέρας καὶ ὥρας καὶ ἑβδομάδας, καὶ μᾶς ἀπασχολοῦσι περὶ κενὰ σπουδάζοντας καὶ περὶ μικρὰ ἀδίκως τυρβάζοντας. Ἂν ἐν τούτῳ δὲν ἐννοῇ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀνάγκην τῆς τοῦ νόμου τροποποιήσεως, σημαίνει ὅτι ἐν πολλοῖς ἄλλοις στερεῖται ὀξυδερκείας καὶ διαγνωστικῆς δυνάμεως.
§52ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν εὐτυχίαν τῶν ἄλλων συναδέλφων, νὰ παρουσιάσω τηλεγραφήματα περὶ ἀστυνομικῶν παρεκτροπῶν, διότι πρὸ ἑνὸς καὶ πλέον μηνὸς ἔπαυσαν νὰ ἔρχωνται τηλεγραφήματα ἀπὸ τὴν Ἀνάφην, χάρις δὲ εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν, τὴν ὁποίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καθιέρωσεν, ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου ἡ νῆσος αὕτη εὑρίσκεται ἐν ἐντελεῖ ἀποκλεισμῷ, μόλις δὲ σήμερον ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν, διότι συνέπεσε νὰ διέλθῃ ἐκεῖθεν πλοῖόν τι, ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας προερχόμενον, ἐπιστολὴν, ἡ ὁποία χρονολογεῖται πρὸ 18 ἡμερῶν. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ καταγγέλλονται πάλιν πολλὰ τρόπαια τοῦ ἀστυνόμου Ἀνάφης, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐν αὐτῇ συγχρόνως μοὶ ἀναγγέλλεται, ὅτι δὲν δύνανται νὰ τηλεγραφήσωσι τὰς πράξεις τοῦ ἀστυνόμου καὶ τὰς πιέσεις, τὰς ὁποίας διαπράττει ἐν Ἀνάφῃ, διότι αὐτὸς οὗτος ὁ ἀστυνόμος διωρίσθη καὶ τηλεγραφητής. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν τοῦτο ἔχηται ἀληθείας. Ὡς μοὶ γράφουσι δ’ ἐκεῖθεν, οἱ πολῖται, θέλοντες νὰ τηλεγραφήσωσι, δὲν τολμῶσι νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸ τηλεγραφικὸν κατάστημα, ἀφ’ ὅτου ὁ ἀστυνόμος ἐγένετο τηλεγραφητής. Ἀφοῦ τέλος πάντων δὲν ἔχομεν ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν καὶ περιμένομεν μόνον τὸν Μάρτιον νὰ λάβωμεν ἐπιστολὰς ἐκεῖθεν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ταῦτα ἔχωνται ἀληθείας, καὶ ἂν τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα συνάδωσι πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ τηλεγραφητοῦ, νὰ λάβῃ δὲ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις, καὶ κυρίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,—διότι μετὰ τὴν διαγραφὴν ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν ἔχομεν νὰ αἰτιώμεθα καὶ πολὺ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,—νὰ λάβῃ, λέγω, πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀπαλλάξῃ τὸν μικρὸν ἐκεῖνον τόπον ἀπὸ τὸ βασανιστήριον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ τῷ ἔστειλεν ἐκεῖ. Δὲν ἀναφέρω τὰς πράξεις, διότι εἶναι γνωσταὶ ὅλαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸ πολλοῦ.
§53ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν οἱ συμπολῖται τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀναγγέλλωσιν αὐτῷ, ὅτι διωρίσθη ὁ ἀστυνόμος τηλεγραφητὴς, βεβαίως δὲν ἀναγγέλουσιν αὐτῷ ἀληθῆ, διότι τηλεγραφητὴς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους διορίζεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει δίπλωμα τῆς Τηλεγραφικῆς Σχολῆς· ὁ ἀστυνόμος βεβαίως δὲν ἔχει δίπλωμα καὶ δὲν δύναται νὰ ᾖναι καὶ τηλεγραφητὴς συγχρόνως, ἑπομένως τ’ ἀναγγελλόμενα δὲν εἶναι ἀληθῆ.
§54ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἰς τὴν Ἀνάφην εἶναι τηλεφωνεῖον.
§55ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τότε πρόκειται περὶ τηλεφωνείου, καὶ εἰς τηλεφωνεῖον δύναται νὰ ᾖναι καὶ ἀστυνόμος, διότι κατὰ τὸν νόμον ἀνατίθεται ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς τὸν δήμαρχον ἢ εἰς τὸν ἀστυνόμον ἢ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην.
§56ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὑπάρχει ἐκεῖ καὶ εἰρηνοδίκης καὶ δήμαρχος, ἐν τούτοις ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἀνετέθη εἰς τὸν ἀστυνόμον.
§57ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν ἀνετίθετο εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, φερ’ εἰπεῖν, οἱ ἔχοντες ν’ ἀπευθύνωσι παράπονα κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς ἤθελον διαβιβάσει τὰ παράπονά των; Τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι σοβαρόν. Εἷς ἐκ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἔπρεπε νὰ διορισθῇ. Δὲν γνωρίζω τί συμβαίνει· ἴσως ὁ εἰρηνοδίκης ἀπασχολούμενος δὲν ἐδέχθη· Θέλω δὲ φέρει πληροφορίας εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξίσταται ὁ κ. Βουλευτής, μανθάνων ὅτι εἰς τὸν ἀστυνόμον ἀνετέθη ἡ ὑπηρεσία αὕτη, διότι καὶ οὗτος εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος.
§58ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐκπλήσσομαι, διότι τὸ τηλεφωνεῖον ἀνέλαβεν ὁ ἀστυνόμος, μετὰ τὰς ἀπείρους καταγγελίας, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν κατ’ αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§59ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καταγγελίαι κατὰ τοῦ ἀστυνόμου εἰς τὴν Κυβέρνησιν;
§60ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Μάλιστα, καὶ μετ’ αὐτὰς τῷ ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις τοῦ τηλεφωνείου.
§61ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω γνῶσιν τῶν καταγγελιῶν τούτων (διάλογοι).
§62ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Χθὲς ἀνέγνων ἐν τῇ ἐφημερίδι «Πόλει» ὅτι ἐν τῷ χωρίῳ Σουλιμᾷ ἐγένετο κἄτι τι πλέον παρ’ ὅσα σήμερον ἐξετέθησαν. Ὁ δήμαρχος, ἐπὶ κεφαλῆς 50 γυναικῶν καὶ ἰσαρίθμων ἀνδρῶν, ἐπετέθη κατὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος ἢ καὶ τῆς ἀστυνομίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ ἐκεῖ στρατιωτικὴ ἀρχὴ εἶχε συλλάβῃ ὀφειλέτας τινὰς, καὶ ἐπετέθη ὁ δήμαρχος μετὰ τῶν ἄλλων κατ’ αὐτῆς, ἵνα τοὺς ἀπελευθερώσῃ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ᾖναι ἀληθὴς ἡ εἴδησις αὕτη, καὶ ἐὰν ᾖναι ἀληθὴς, ἡ στρατιωτικὴ δύναμις καὶ ἡ ἀστυνομία εἶχον ἐνεργήσει νομίμως κατὰ τῶν ὀφειλετῶν; ἐξετέλουν ἐντάλματα ἀνεγνωρισμένα; Διότι νομίζω ὅτι τοιαύτη κατάστασις ἐμφαίνει πᾶν ἄλλο, παρὰ τάξιν, ἐμφαίνει καθαρὰν ἀναρχίαν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ ὀλίγον τὴν προσοχήν του εἰς τὴν γείτονα πόλιν, τὸν Πειραιᾶ. Ὁ ἀστυνόμος Πειραιῶς καθ’ ἑκάστην κακοποιεῖ πολίτας· προχθὲς π. χ. δύο ὑπηρέται ἑνὸς κρεωπωλείου διεπληκτίσθησαν μεταξύ των...
§63ΧΟΪΔΑΣ. Ποῖος εἶναι ἀστυνόμος Πειραιῶς;
§64ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ Ζάχος... Ὁ τραυματίσας ἐτράπη εἰς φυγήν· μετὰ μίαν ὥραν μετέβη εἰς τὸ κρεωπωλεῖον ὁ ἀστυνόμος, καὶ ἐπειδὴ δὲν εὗρε τὸν τραυματίσαντα, ἔδειρε τὸν τραυματισθέντα, καὶ ὄχι μόνον τὸν ἔδειρεν, ἀλλὰ τὸν ἔσυρε καὶ ἀπὸ τὸν πώγωνα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ ἐπὶ τέλους τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πρὸ δύο ἑβδομάδων τῷ ἐζήτησα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Ναυπλιέων, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς βραδύτητος ταύτης — μετ’ ἐπανειλημμένας μάλιστα παρακλήσεις μου — ἀναλαμβάνει εὐθύνας καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς, εὐθύνας τὰς ὁποίας δὲν ἤθελον νὰ καταλογίσω εἰς αὐτὸν, διότι ἐγὼ μόνον ὑπεύθυνον νομίζω τὸν νομάρχην. Παρακαλῶ νὰ εὐδοκήσῃ τέλος πάντων νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα.
§65ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν συνέπεσε νὰ ἀναγνώσω τὴν ἐφημερίδα, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, διὰ νὰ λάβω γνῶσιν τοῦ ἐκτεθέντος γεγονότος. Οὐδεμίαν ἐπίσημον περὶ τούτου εἴδησιν ἔχω, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἀκριβές. Ὡς πρὸς τὰ ἐν Πειραιεῖ συμβάντα, τὰ ὁποῖα κατήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ δι’ αὐτὰ οὐδεμίαν γνῶσιν ἐπίσημον ἔχω, διότι οὐδὲν μοὶ κατηγγέλθη. Φαίνεται ὅτι οἱ τυχὸν κακοποιούμενοι ἀπαρέσκονται νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ εὐχαριστοῦνται καλλίτερον νὰ γίνηται λόγος ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦναι αὕτη ἡ ὁδὸς ἡ συμφέρουσα εἰς αὐτούς. Ἐν τούτοις θέλω ἐξετάσει καὶ περὶ αὐτῶν, καὶ θέλω φροντίσει, ὅπως δοθῇ ἱκανοποίησις εἰς τοὺς τυχὸν παθόντας, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι. Ὡς πρὸς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τῷ ἀπαντῶ, ὅτι θὰ κατέθετον αὐτὰ σήμερον, διότι ἔχω ἤδη τὰ ἀντίγραφα τῶν προϋπολογισμῶν, ἀλλ’ ἐθεώρησα ὀρθότερον νὰ καταθέσω ταῦτα αὔριον, διότι τηλεγραφικῶς διέταξα, ἵνα μοὶ ἀποσταλῶσι πίνακες τῶν ἀπολογισμῶν, δι’ οὓς λόγους θέλω ἐκθέσει κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως.
§66ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχουσι σχέσιν.
§67ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σεῖς νομίζετε αὐτὸ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγὼ νομίζω τὸ ἀντίθετον, ἐπεθύμουν νὰ ἔχω καὶ τοὺς πίνακας τῶν ἀπολογισμῶν.
§68ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως ἐζήτησα καὶ ἐγὼ τὴν προσαγωγὴν ἑτέρου ἐγγράφου σχετικοῦ.
§69ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχω ἤδη τὸ ἔγγραφον καὶ θέλω τὸ καταθέσει συγχρόνως μὲ τὰ ἄλλα.
§70ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ δύο μικρὰ παραπτώματα, ὡς ἀποκαλεῖ τὰ ἐγκλήματα τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἀκούσατε, κύριε Ὑπουργέ. Τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα εἷς μεσίτης ἐφιλονείκησε μὲ τὸν πρόγονόν του καὶ τὴν σύζυγόν του, ὁ δὲ πρόγονός του ἔλαβε τὸ ξίφος νὰ τὸν φονεύσῃ, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἦτο ἰσχυρότερος καὶ τῷ ἀφῄρεσε τὸ ξίφος. Εἰσέρχεται ἀμέσως ὁ ἀστυνόμος, — δὲν ἠξεύρω πῶς εὑρέθη ἐκεῖ, — συλλαμβάνει τὸν πατέρα, τὸν ἀπάγει εἰς τὴν φυλακὴν καὶ τῷ θέτει καὶ σίδηρα εἰς τὰς χεῖρας, τὸν ἀφίνει δὲ 48 ὥρας εἰς τὴν ἀστυνομίαν! — Μικρὰ πράγματα, ἀλλ’ ἂς τὰ ἀναφέρωμεν. — Εἷς ἄλλος εἶχεν ἔριδας μὲ τὸν ἰδιοκτήτην του δι’ ἐννέα δραχμάς. Ὁ ἀστυνόμος ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ἁρμόδιος νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, καὶ συλλαμβάνει τὸν ἐνοικιαστὴν, τὸν θέτει εἰς τὴν φυλακὴν, καὶ τὸν ἐσάπισεν εἰς τὸ ξύλον· τὸν ἄφησε δὲ φυλακισμένον 48 ὥρας! Λάβετε, κύριε Ὑπουργὲ, ταῦτα ὑπ’ ὄψιν σας καὶ ἐξηγήσατέ τα ὅπως θέλετε, ἀλλὰ παραγγείλατε εἰς τὰ ὄργανά σας νὰ μὴ ὑποπίπτωσιν εἰς τοιαῦτα μικρὰ παραπτώματα, ὡς τὰ ὀνομάζετε.
§71ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐφ’ ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων πρὸς αὐτὸν ἐπερωτήσεων ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἔχει ἐπισήμους πληροφορίας νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐλπίζω ὅτι ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἣν ἐγὼ νῦν ἔρχομαι νὰ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν, θὰ ἔχῃ ἐπισήμους πληροφορίας καὶ θὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ κοινοῦ τινος ἐγκλήματος, ἀναγομένου εἰς τὴν ἀστυνομικὴν δικαιοδοσίαν, δὲν πρόκειται περὶ τυχαίου συμβεβηκότος, διαταράξαντος τὴν ἡσυχίαν ἑνὸς ἀτόμου ἢ μιᾶς οἰκογενείας· πρόκειται περὶ γεγονότος ἀναστατώσαντος μίαν ὁλόκληρον κωμόπολιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λοκρίδος, τὴν κωμόπολιν Λιβανάτας, μίαν ἐκ τῶν κωμοπόλεων ἐκείνων, αἵτινες κατὰ τοὺς σεισμοὺς ὑπέστησαν πανωλεθρίαν ἀληθῆ, ἀνατραπεῖσαν ἐκ θεμελίων. Πρὸ ἡμερῶν, Κύριοι, εἶχον ἐλέγξει τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἀτασθαλίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξε μέχρι τοῦδε πρὸς τοὺς σεισμοπαθεῖς, καὶ ὑπὸ ἄλλας πολλὰς ἐπόψεις, καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν, ὅτι δηλαδὴ καὶ αὐτὴν τὴν ὀλίγην ξυλείαν, ἣν ἀπεφάσισεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ σεισμοῦ ἐν Λοκρίδι, καὶ αὐτὴν δὲν ἐφρόντισεν ἐγκαίρως νὰ διανείμῃ, ἀλλὰ τὴν ἄφησε νὰ σήπηται, ἐκτεθειμένη εἰς τὴν παραλίαν. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ μὲ διαψεύσῃ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ διανομὴ τῆς ξυλείας ὁλοκλήρου εἶχε γείνῃ ἤδη, ὅτι δὲ τὰ πάντα ἦσαν ἐν τάξει καὶ ὅτι ἐγὼ ἀδίκως παρεπονούμην· ἐν τούτοις αἱ πράξεις του αὐταὶ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν εὑρίσκετο τότε ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Διότι κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐκείνης ἔσπευσε νὰ δώσῃ διαταγὰς, ἵνα ἡ ξυλεία, ἡ ἀπὸ πολλοῦ ἐκεῖ ἀποτεθειμένη καὶ σηπομένη, διανεμηθῇ ἐν πάσῃ σπουδῇ, χωρὶς νὰ ληφθῇ μέτρον τι πρακτικὸν καὶ λυσιτελὲς, ἐξασφαλίζον τὴν δικαίαν αὐτῆς διανομὴν, χωρὶς δηλαδὴ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ἑδρεύουσαν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, τίνες τῶν κατοίκων μέχρι τοῦδε ἔλαβον ξυλείαν καὶ τίνες δὲν ἔλαβον, καλέσῃ δὲ τὰς εἰς ἕκαστον δῆμον ἐπιτροπὰς, ὅπως ὑποβάλωσι καταλόγους ἐκείνων, οἵτινες δὲν εἶχον λάβῃ τοιαύτην, καὶ μὴ συμβῶσι παρατράγῳδα. Ἀντὶ ὅμως τούτου διατάσσει τὴν ἐν Ἀταλάντῃ ἐπιτροπὴν, ἵνα προβῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν διανομὴν, ὁ δὲ πρόεδρος αὐτῆς, ὁ εἰρηνοδίκης, ἐκάλεσε τοὺς κατοίκους διὰ προκηρύξεώς του, ἀπευθυνθείσης καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς δήμους, ὅπως προσέλθωσιν εἰς τὴν παραλίαν τῆς Ἀταλάντης, εἰς τὴν Σκάλαν λεγομένην, καὶ λάβωσι ξυλείαν, ὅσην ἕκαστος θέλῃ, ἀνεξελέγκτως. Εἰρήσθω δ’ ἐν παρόδῳ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠγνόει κἂν ποῦ εὕρηται ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ξυλεία, καὶ ἀπέστειλεν ἐν ἀρχῇ διαταγὴν, ἵνα διανεμηθῇ ἡ ἐν Ἀταλάντῃ ξυλεία, ὅτε δὲ τῷ ἀπήντησαν ὅτι τοιαύτη δὲν εὕρηται ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐν τῇ παραλίᾳ, ἐν τῇ Κάτω Πέλλῃ, τουτέστι 1½ ὥραν περίπου μακρὰν τῆς Ἀταλάντης, τότε διέταξεν, ἵνα ἡ ξυλεία αὕτη διανεμηθῇ. Πῶς δὲ ἐγένετο ἡ διανομὴ; Ἄνδρες, γυναῖκες, παιδία ἔσπευσαν τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, ἵνα προσέλθωσιν εἰς τὴν Κάτω Πέλλην καὶ λάβωσιν ἀνεξελέγκτως ξυλείαν, εἴτε εἶχον λάβει προηγουμένως τοιαύτην, εἴτε δὲν εἶχον λάβει. Ὁ εἰρηνοδίκης, ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὸν ταμίαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ τὸν ἔφορον, προέβη εἰς τὴν διανομήν· πῶς δὲ νομίζετε; ἄφησε τοὺς πολίτας ἐλευθέρους νὰ λαμβάνωσιν ἕκαστος ὅ,τι ἤθελεν ἐκ τῆς ξυλείας, ἥτις ἦτο ἐκεῖ ἐκτεθειμένη. Μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶχε προσέλθει καί τις τῶν υἱῶν τοῦ δημάρχου Δαφνησίων Ἀντωνίου, τοῦ φίλα φρονοῦντος πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ ὑπὸ τὴν πρόφασιν ὅτι κατ’ ἐντολὴν τοῦ πατρός του ὤφειλε νὰ λάβῃ ξυλείαν καὶ νὰ διανείμῃ εἰς πολλοὺς φίλους του, ὄχι μόνον εἰς τὴν κωμόπολιν Λιβανάτας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλο τι χωρίον, εἰς τὸν Λογγὸν, κατώρθωσε νὰ ὑπερπληρώσῃ ἐξ αὐτῆς δύο ἀποθήκας, τὰς ὁποίας ὁ πατήρ του ἔχει ἐν Κάτω Πέλλῃ. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο· ἐζήτησε νὰ παραλάβῃ καὶ ἄλλην· τότε δὲ ἠναγκάσθη ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ τῷ ἀπευθύνῃ φιλικὰς παρατηρήσεις περὶ τῆς ἀτόπου ἀξιώσεώς του, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ δημάρχου Ἀντωνίου, ἐπερειδόμενος εἰς τὴν ὑπουργικὴν ἰδιότητα τοῦ πατρός του, ἀπήντησε πρὸς αὐτὸ, ὑβρίζων καὶ ἐπιτροπὴν καὶ Κυβέρνησιν καὶ Ὑπουργὸν Ἐσωτερικῶν διὰ φράσεως, τὴν ὁποίαν, ἂν διεβίβασαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πιστῶς, θὰ ἦτο αὐτὸς ὁ μόνος ἁρμόδιος νῦν νὰ ἀνακοινώσῃ καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἤκουσε τοιαύτας ὕβρεις, ἀπετάθη πρὸς τὸν εἰρηνοδίκην, τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ διατάξῃ τὴν σύλληψιν τοῦ ὑβριστοῦ. Ὁ εἰρηνοδίκης ὅμως οὐδὲν ἔπραξε, τὴν δὲ ὑστεραίαν, ἀποθρασυνθεὶς ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας του ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος υἱὸς τοῦ δημάρχου Ἀντωνίου, προσέρχεται πάλιν καὶ ζητεῖ νὰ λάβῃ νέαν ξυλείαν. Εἷς ἐνωμοτάρχης, θελήσας νὰ τῷ ἀπευθύνῃ ἐπὶ τούτῳ παρατηρήσεις, ἐξυβρίσθη ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἠπειλήθη. Ὁ ἐνωμοτάρχης ἀπετάθη τότε πρὸς τὸν ἐν Ἀταλάντῃ ἀστυνόμον καὶ ἐζήτησε ἱκανοποίησιν δι’ ἑαυτὸν καὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, τὴν ὁποίαν ἀντεπροσώπευεν, ὁ δὲ ἀστυνόμος, ἀντὶ νὰ σπεύσῃ νὰ συλλάβῃ τὸν ἔνοχον, διέταξε τὴν σύλληψιν παντὸς Λιβαναταίου, εὑρισκομένου ἐν Ἀταλάντῃ καὶ Κάτω Πέλλῃ. Σημειωτέον δὲ, ὅτι οὐδεὶς τῶν φίλα φρονούντων τῇ Κυβερνήσει συνελήφθη. Ἐκ δὲ τῶν ἀντιθέτων ὅσοι ἐν Ἀταλάντῃ παρέτυχον ἢ ἐν Νέᾳ Πέλλῃ δι’ ὑποθέσεις των, συνελαμβάνοντο καὶ ὡδηγοῦντο δέσμιοι εἰς τὸ κρατητήριον, ὡς κοινοὶ κακοῦργοι. Μεταξὺ τῶν οὕτως ἀναιτίως ὅλως συλληφθέντων καταλέγεται καὶ ὁ πρώην δήμαρχος Δαφνησίων κ. Γεώργιος Μιχαλόπουλος, ὅστις καὶ αὐτὸς συνελήφθη ὡς δῆθεν συστασιώτης τοῦ υἱοῦ τοῦ δημάρχου, τοῦ ἀντιθέτου αὐτοῦ! Ἀνεπτύχθη ἐντεῦθεν δίκαιος ἀναβρασμὸς μεταξὺ τῶν Λιβαναταίων, δυνάμενος νὰ ἔχῃ ἀπευκταῖα ἐπακόλουθα, ἂν μὴ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀδίκως συλληφθέντων καὶ τὴν τιμωρίαν τῶν πράγματι ἐνόχων, ἀποκαθιστῶσα οὕτω τὴν διασαλευθεῖσαν τάξιν ἐν Λιβανάταις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει βεβαίως λάβει ἤδη πληροφορίας περὶ τοῦ θλιβεροῦ γεγονότος, ὅπερ καταγγέλλω ἐγὼ νῦν, παρακαλεῖται δὲ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τόσον ταύτας, ὅσον καὶ τὰς ἐνεργείας πρὸς ἀνόρθωσιν τοῦ κύρους τῶν νόμων. Πρὸ τινων ἡμερῶν ἀνέγνων πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον εἶχε δημοσιεύσει ἡ «Ἑστία», ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς, μὴ ἔχων ἄλλο νὰ ἀντιτάξῃ, εἶπεν ὅτι ἡ εἴδησις δὲν ἦτο ἀληθὴς, διότι αὐτὸς δὲν εἶχεν ἐπισήμους πληροφορίας. Ἐγὼ τότε ἐξήγησα τὸν λόγον, δι’ ὃν αὐτὸς δὲν λαμβάνει ἐπισήμους εἰδήσεις ἐκ Λοκρίδος. Ἔρχεται νῦν πρὸς ἐπιβεβαίωσιν τοῦ πρώτου ἐκείνου νεώτερον τηλεγράφημα τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος «Ἑστίας», τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὀνομαστὶ ὅλας τὰς οἰκίας, αἱ ὁποῖαι ἔπαθον ἐκ τοῦ σεισμοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπαντήσω καὶ πρὸς ἓν παράπονον τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου, εἰπόντος προχθὲς, ὅτι ψευδῶς ἐγράφη ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι αὐτὸς ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐράνων βοήθημα διὰ τὴν ἑτοιμόῤῥοπον οἰκίαν του ἐν Ἁγίᾳ Μαρίνῃ. Δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω τότε τὸν λόγον, ἵνα τῷ δώσω τὴν ἀπάντησιν, ἀλλὰ σήμερον τῷ λέγω, ὅτι εἰς τὴν «Ἐφημερίδα» ἐγράφη ὄχι ὅ,τι αὐτὸς εἶπεν, ἀλλ’ ὅτι ὑπεβλήθη αἴτησις ἐκ τοῦ δήμου Φαλάρων πρὸς τὴν ἐπὶ τῶν ἐράνων κεντρικὴν ἐπιτροπὴν, ἐν ᾗ ἀναφέρεται ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων παθόντων ἦτο καὶ ὁ βουλευτὴς κ. Χαλκιόπουλος, οὗτινος ἡ ἐν Ἁγίᾳ Μαρίνῃ οἰκία εἶχε καταστῆ ἑτοιμόῤῥοπος ἐκ τῶν σεισμῶν, καὶ ἐζητεῖτο καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ χρηματικὸν βοήθημα. Τοῦτο καὶ μόνον ἐγράφη ἐν τῇ «Ἐφημερίδι», ἂν δὲ ἀμφιβάλλῃ περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς εἰδήσεως ταύτης, δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ τὴν σχετικὴν αἴτησιν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων καὶ νὰ τὴν καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τέλει ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν αἴτησίν μου, ἣν ὑπέβαλον πρὸ ἡμερῶν, περὶ λογοδοσίας λεπτομεροῦς διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διεχειρίσθη αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ δῆθεν τῶν παθόντων ἐκ τῶν σεισμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 600 χιλιάδας δραχμῶν, ὡς καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἐράνων κεντρικὴν ἐπιτροπὴν, τὸ ὁποῖον ὡσαύτως ἀνέρχεται εἰς 600 χιλιάδας δραχμῶν. Πλὴν τούτου, τὸν παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὰς ἄλλας πληροφορίας, ἰδίως πάσας τὰς διαταγὰς, τὰς ἐχούσας σχέσιν πρὸς τὴν διανομὴν τῆς ξυλείας.
§72ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς συνειθίζει πάντοτε νὰ ἄρχηται ἀπὸ ἀνακριβειῶν καὶ νὰ καταλήγῃ εἰς ἀνακριβείας. Τοῦτο συνέβη καὶ σήμερον. Διηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ξυλεία δὲν διενεμήθη, ἀλλ’ ὅτι ἐκ τῆς τελευταίας ὁμιλίας αὐτοῦ λαβὼν ἀφορμὴν ἐγὼ, διέταξα ὅπως ἀρχίσῃ ἡ διανομή. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· θέλει δὲ καταδειχθῆ ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, ὅτι ἡ ξυλεία ἔκτοτε ἤρξατο διανεμομένη καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερον. Εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τῆς διανομῆς τῆς ξυλείας μοὶ ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν γηπέδων, εἰς τὰ ὁποῖα ἦσαν τοποθετημένα παραπήγματα, δὲν ἤθελον αὐτά. Τότε διέταξα νὰ σταματήσῃ ἡ διανομὴ τῆς ξυλείας, νὰ διαλυθῶσι τὰ παραπήγματα, τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι δὲν ἤθελον εἰς τὰς ἰδιοκτήτους αὐτῶν γαίας, καὶ νὰ διανεμηθῇ ἡ τῶν παραπηγμάτων ξυλεία· ὅτε δὲ μοὶ ἐτηλεγράφησαν, ὅτι ἡ ξυλεία αὕτη τῶν παραπηγμάτων δὲν ἤρκει, διέταξα ἀμέσως νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἡ διανομὴ τῆς ἄλλης. Βεβαίως δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἰσχυριζόμενον ὅτι διέταξα τὴν πώλησιν τῆς ξυλείας, ἵνα εἰσαγάγω τὰ ἐξ αὐτῆς χρήματα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοῦτο εἶναι μία ἰδέα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἂν δὲν ἐπρόκειτο νὰ διανεμηθῇ ὁλόκληρος ἡ ξυλεία, ἡ ὁποία εἶχεν ἀποσταλῆ κατὰ παραγγελίαν τοῦ κ. Μεταξᾶ, καὶ ἐπωλεῖτο μέρος ταύτης, τὸ ἀντίτιμον αὐτῆς ἤθελε κατατεθῆ ἐκεῖ, ὅπου εἶναι κατατεθειμένα καὶ τὰ ἄλλα χρήματα τῆς ἐπὶ τῶν ἐράνων ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἵνα δείξω πόσον ὁ κ. Βουλευτὴς ἀρέσκεται νὰ ἐξογκώνῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ παριστᾷ τὰ παθήματα τῶν συμπολιτῶν του τοσοῦτον μεγάλα, παριστῶν συνάμα καὶ ἡμᾶς ὡς μὴ προσπαθοῦντας νὰ θεραπεύσωμεν τὰ δεινὰ αὐτῶν, θὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη πάλιν σήμερον, ἵνα καταδείξῃ ὅτι προχθὲς, λέγων ἐγὼ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεγίνωσκε τὸ τηλεγράφημα, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ τηλεγράφημα, ὅτι λέγων τοῦτο δὲν ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν. Μόλις ἀπῆλθον τῆς Βουλῆς, ἐκάλεσα εἰς τὸ τηλεγραφεῖον Ἀταλάντης τὰς δημοσίας ἀρχὰς, καὶ ἠρώτησα αὐτὰς, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῇ «Ἑστίᾳ». Μοὶ ἀπήντησαν: «Ὄντως πρὸ 8 ἡμερῶν συνεχεῖς βροχαί. Σεισμὸς 23 λήγοντος (σημειώσατε ὅτι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συνεζητοῦντο τὰ περὶ σεισμῶν, εἴχομεν 26) ὑπῆρξεν ἰσχυρᾶς ἐντάσεως, ἀλλὰ διαρκείας μόλις 4 δευτερολέπτων. Ὀλιγάριθμοι τοῖχοι κατέῤῥευσαν, μᾶλλον συνεπείᾳ ἀδιακόπου βροχῆς ἢ ἐκ σεισμῶν. Ὁλόκληρος πόλις κατεκλύσθη ἐκ τῶν ὑδάτων τῶν καταῤῥευσάντων ἐκ τῶν ὀρέων. Διανομὴ ξυλείας, ἀρξαμένη ἔκτοτε, ἐξακολουθεῖ γιγνομένη.» Ἠρώτησα τίς εἶναι ὁ ἀνταποκριτὴς ὁ τηλεγραφήσας ὅσα ἐτηλεγράφησεν εἰς τὴν «Ἑστίαν». Ἀπάντησις: «Μὴ ἐρωτᾶτε· εἷς νέος εἰκοσαέτης, γραμματεὺς τοῦ δημάρχου Ἀταλάντης». Ἐρώτησις: «Ἔγεινε σεισμός;» Ἀπάντησις: «Μάλιστα, ἔγεινε πρὸ 4 ἡμερῶν εἷς σεισμός, καὶ ἔπεσάν τινα χαλάσματα, ἔχομεν ὅμως τόσας βροχὰς, ὅπου πιστεύομεν, ὅτι θὰ πέσουν ὅλα τὰ ἑτοιμόῤῥοπα». Ἐρώτησις: «Διατὶ δὲν ἐτηλεγραφήσατε τίποτε;» Ἀπάντησις: «Αὐτὰ ἡμεῖς δὲν τὰ θεωροῦμεν σπουδαῖα. Ἔχομεν ἤδη συνειθίσει εἰς τοὺς καθημερινοὺς μικροὺς σεισμούς». Ἐρώτησις: «Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ κάτοικοι σκέπτονται νὰ μετοικήσωσι;» (διότι καὶ περὶ μεταναστεύσεως ἐγένετο λόγος ἐν τῷ τηλεγραφήματι). Ἀπάντησις: «Ἐδῶ ὁ κόσμος ὑποφέρει, ἀλλ’ ὄχι καὶ τόσον, διότι πολλοὶ μένουν εἰσέτι εἰς τὰ παραπήγματα, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπισκευάσουν τὰς οἰκίας των, ἢ οὐδόλως ἔχοντες τοιαύτας. Περὶ μετοικεσίας τῶν κατοίκων οὐδὲν ἠκούσαμεν, καὶ μετ’ ἀπορίας μας ἀκούομεν τὴν ἐρώτησίν σας.» Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν ἐξ ὅσων ἐτηλεγραφήθη εἰς τὴν «Ἑστίαν» ἦτο ἀκριβὲς, ἀλλ’ ἐτηλεγραφήθη ὑπὸ τοῦ φίλου καὶ κομματάρχου τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἵνα λάβῃ ἀφορμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ κάμῃ μίαν ὡραίαν ἀγόρευσιν καὶ κατηγορήσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,—τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἀπὸ ἐπαρχίαν παθοῦσαν ἐκ τῶν σεισμῶν καὶ ὁ ὁποῖος, ἵνα μὴ παρεξηγηθῇ, παρεῖδεν ὅλα τὰ παθήματα τῆς ἐπαρχίας αὑτοῦ καὶ ἔστρεψε τὴν προσοχήν του πρὸς τὴν Ἀταλάντην. Τί ἠθέλατε νὰ πράξω διὰ τὴν Ἀταλάντην; ὅ,τι ἔπραξα, τὸ ἐνέκρινεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Βουλευτής· διότι τὸν συνήντησα ἐν Ἀταλάντῃ καὶ εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ μοὶ εἴπῃ: «ὅ,τι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ γείνῃ, τὸ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις». Μετὰ τοῦτο τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; ἐξελέξατο ἕνα τῶν διακεκριμένων ἀξιωματικῶν, ἄνθρωπον ἐντιμότατον, τὸν κ. Μεταξᾶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν διαχείρισιν ἁπάσης ταύτης τῆς ὑποθέσεως, δραστηριώτατον δὲ, ὅσον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, καὶ εἰς τοῦτον ἀνέθεσε τὴν διεξαγωγὴν τῆς σοβαρωτάτης ταύτης ὑποθέσεως. Καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς, μὲ κίνδυνον τῆς ἰδίας αὐτοῦ ζωῆς, τρέχων ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, κατώρθωσε νὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερε. Δὲν ἦτο δυνατὸν, Κύριοι, νὰ γείνῃ τι πλέον τούτου· ἦτο ἀδύνατον νὰ καταβληθῇ δραστηριότης μεγαλειτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μεταξᾶς. Δὲν ἐμεριμνήσαμεν, ὡς ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν, ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἡμῶν συμπολιτῶν, ἵνα μὴ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς ἀνθρώπους σκεπτομένους ὅπως σκέπτεται ὁ κ. Βουλευτὴς, νὰ καταλογίσωσιν ἡμῖν μεροληψίαν.
§73ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν εἰλικρίνειάν μου ὡμολόγησε καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργός. Συνηντήθην μετ’ αὐτοῦ ἐν Ἀταλάντῃ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, μετὰ τὸν πρῶτον σεισμόν. Ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου καταστροφῶν ἔσπευσα νὰ μεταβῶ ἐκεῖσε, ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶχον ἄλλην εὐκαιρίαν, ἐπωφελήθην τὴν τῆς πρώτης ἀποστολῆς τῶν βοηθημάτων διὰ τοῦ πολεμικοῦ ἀτμοπλοίου. Τίνα δὲ ἦσαν τὰ βοηθήματα ταῦτα; ὅσους ἄρτους ἠδυνήθη νὰ προμηθευθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐκ Πειραιῶς καὶ ὅσας σκηνὰς εἶχεν ἐνταῦθα διαθεσίμους ἐξαπέστειλεν ἐκεῖσε, πρὸς δὲ καὶ ὅσους στρατιωτικοὺς ἰατροὺς εἶχε διαθεσίμους πρὸς νοσηλείαν τῶν παθόντων ἐκ τοῦ σεισμοῦ. Τοῦτο ἦτο τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ πράξῃ αὐτὴ, ἅμα τῇ λήψει τῶν πρώτων εἰδήσεων, καὶ ὅτε ἠρωτήθην περὶ τούτου παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνωμολόγησα ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ, ὅτι ἦτο ἀδύνατον τὴν πρώτην ἡμέραν νὰ πράξῃ τι πλέον αὐτή. Ἀλλ’ ἔκτοτε, κύριε Ὑπουργὲ, παρῆλθον ὀκτὼ μῆνες, καθ’ ὅλον δὲ αὐτὸ τὸ διάστημα οὐδέποτε ἠθέλησα ν’ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἠθέλησα ν’ ἀφήσω ἐλεύθερον τὸ στάδιον τῆς ἐνεργείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πράξῃ πᾶν ὅ,τι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν συμπολιτῶν μου. Μόνον νῦν, μετὰ παρέλευσιν ὀκτὼ ὁλοκλήρων μηνῶν, ὅτε διατρανώθη ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἡ ἀσύγγνωστος ὀλιγωρία, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, ἣν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν, νῦν, ὅτε εἶναι βέβαιον ὅτι, εἰ καὶ πρὸ πολλοῦ συνεκεντρώθη ὑπὲρ αὐτῶν ὑπὲρ τὸ 1,200,000 δραχμῶν, οὐδὲν ἧττον μέχρι τοῦδε δὲν ἔχουσι δαπανηθῆ ἢ ἀνάξια λόγου ποσὰ ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ δὴ οὐχὶ κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον· νῦν, ὅτε ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ληφθέντων μέτρων ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν ἐγένετο εἰς πάντας καταφανὴς, ἀφοῦ ἐνέσκηψε μὲν δριμύτατος ὁ χειμὼν, οἱ δὲ δυστυχεῖς συμπολῖταί μου μένουσιν ἀκόμη ἐκτεθειμένοι εἰς ἐλεεινὰ παραπήγματα, ἅτινα οὔτε κατὰ τῆς βροχῆς οὔτε κατὰ τοῦ ψύχους σκέπουσιν αὐτούς· νῦν, ὅτε ἐξεῤῥάγησαν καὶ διάφοροι νόσοι ἐν αὐτοῖς· νῦν, λέγω, δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ λύσω τὴν μέχρι τοῦδε σιωπὴν καὶ νὰ ἐγείρω φωνὴν ὑπὲρ τῶν δεινοπαθούντων. Ὅλαι δὲ αἱ μέχρι τοῦδε πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς, ἀκριβέσταται, ἐν τῇ ἀνακριβείᾳ δὲ εὑρίσκεται, ὡς πάντοτε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ, ὅτι ἡ ξυλεία δὲν κατέκειτο ἀπὸ πολλοῦ ἐκτεθειμένη ἐν Κάτω Πέλλῃ, χωρὶς νὰ διανέμηται εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην αὐτῆς, ἀλλ’ ὅτι ἐξηκολούθει πάντοτε νὰ διανέμηται τοιαύτη μέχρι προχθὲς, ὅτε συνέβησαν τὰ παρατράγῳδα μὲ τοὺς Λιβαναταίους. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ἔχων τὸν κοινὸν νοῦν δύναται νὰ κατανοήσῃ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ, ὅτι δηλαδὴ ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας ἤδη ἐξακολουθεῖ ἀδιακόπως νὰ διανέμηται ξυλεία καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ εὑρίσκονται ἀκόμη ἄστεγοι; Ἵνα διαψεύσῃ δ’ ἐμὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, συνέχυσε τὰ ζητήματα. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῶν παραπηγμάτων Ἀταλάντης καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς ξυλείας, ἥτις κατέκειτο ἐγκαταλελειμμένη σχεδὸν ἐν τῇ παραλίᾳ αὐτῆς. Ὡς πρὸς τὰ παραπήγματα, ὁμολογουμένως ἤγειραν παράπονα πολλοὶ ἰδιοκτῆται, ἐπὶ τῶν γηπέδων τῶν ὁποίων εἶχον ἐγερθῆ αὐτὰ, ὅπως τὰ ἐλευθερώσωσι καὶ τὰ σπείρωσιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ τῆς ξυλείας, περὶ τῆς ὁποίας περιέμενεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μάθῃ παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἦτο ἐκτεθειμένη ἐκεῖ, καὶ τότε μόλις νὰ διατάξῃ τὴν διανομήν της. Καὶ εἴδετε μεθ’ ὁποίας σπουδῆς ἐγένετο ἡ διανομὴ αὕτη, καὶ εἰς ὁποῖα ἄτοπα ἔδωκεν αὐτὴ ἀφορμήν. Ἠθέλησε νὰ ἐξελέγξῃ καὶ ἄλλην δῆθεν ἀνακρίβειάν μου. Προχθὲς, ὅτε ἐγὼ ἀνεγίνωσκον τὸ τηλεγράφημα τῆς «Ἑστίας», κατὰ τὸ ὁποῖον ἐβεβαιοῦτο ὅτι, συνεπείᾳ τῶν βροχῶν καὶ τῶν σεισμῶν κατέπεσαν ἐν Ἀταλάντῃ καὶ ἐν Δραγάνᾳ διάφοροι οἰκίαι, εἶπε διαῤῥήδην ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι σεισμὸς δὲν ἐγένετο, οὐδὲ οἰκίαι κατέπεσαν, ἀφοῦ δὲν εἶχεν αὐτὸς λάβει ἐπισήμους περὶ τούτου πληροφορίας. Τώρα μᾶς φέρει ἐπισήμους δῆθεν πληροφορίας· ἀλλὰ ποῖαί τινες αὗται; Ἠκούσατε τὸν διάλογον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς διεξήγαγε τηλεγραφικῶς πρὸς τὰς ἐν Ἀταλάντῃ ἀρχὰς, ὑποδεικνύων οἱονεὶ εἰς αὐτὰς, πῶς ἠδύναντο νὰ τὸν ὑποβοηθήσωσιν, ἵνα ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ ἀληθοῦς τέλματος τῶν ἀνακριβειῶν, εἰς ὃ εἶχεν ἐμβάλει αὐτὸν ἡ τέως ἀφασία των. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅλην τὴν περὶ τοῦ ἐναντίου προσπάθειάν του, βεβαιοῦται καὶ ἐκ τοῦ τηλεγραφικοῦ διαλόγου του ὅ,τι ἠθέλησε νὰ διαψεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Βεβαιοῦται ὅτι καὶ σεισμοὶ ἐγένοντο καὶ πολλαὶ βροχαί. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο τρανὴ διάψευσις ὄχι ἐμοῦ, ὄχι τοῦ τηλεγραφήματος τῆς «Ἑστίας», ἀλλ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις ἠθέλησε νὰ διαμφισβητήσῃ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει τὴν ἀκρίβειαν τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου, ἀποδοὺς αὐτὸ εἰς δῆθεν συμπαιγνίαν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς μνημονευθείσης ἐφημερίδος; Δὲν εἶπεν αὐτὸς τότε, ὅτι οὔτε νέοι σεισμοὶ, οὔτε νέαι ζημίαι ἐξ αὐτῶν ἐγένοντο ἐν Ἀταλάντῃ; Τώρα εἶχε τὴν ἀφέλειαν νὰ μᾶς ἀναγνώσῃ τὴν τηλεγραφικήν του συνδιάλεξιν μετὰ τῶν ἀρχῶν Ἀταλάντης, ἐξ ἧς πᾶν τοὐναντίον διαπιστοῦται. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καταβάλλεται δι’ αὐτῆς προσπάθεια, ἵνα κολασθῇ πως τὸ πρᾶγμα. Τούτου ἕνεκεν ἀναφέρεται, ὅτι μόνον τοῖχοί τινες κατέπεσαν ἐν Ἀταλάντῃ. Νεώτερον ὅμως τηλεγράφημα τοῦ ἀνταποκριτοῦ τῆς «Ἑστίας» ἀναφέρει ὀνομαστὶ τὰς καταπεσούσας οἰκίας ἐν Ἀταλάντῃ καὶ Δραγάνᾳ, ἀπέναντι δὲ τῆς τοιαύτης πληροφορίας, μόνον τὸν οἶκτον ἡμῶν δύναται νὰ ἐγείρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ τὴν δῆθεν διάψευσιν, ἣν ἠθέλησε νὰ μαγειρεύσῃ ἐν τῷ τηλεγραφικῷ του διαλόγῳ μετὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Σκαμπαρδώνη,—διότι αὐτὸς εἶναι αἱ ἀρχαὶ, μεθ’ ὧν συνεννοεῖται ἐν Ἀταλάντῃ. Ἀλλ’ ἐκ τῆς τηλεγραφικῆς ταύτης συνδιαλέξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λαμβάνων ἀφορμὴν, ὀφείλω νὰ φέρω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ ἕτερόν τι ζήτημα. Ἠκούσαμεν ἐξ αὐτῆς, ὅτι οἱ κάτοικοι Μαρτίνου δὲν ᾠκοδόμησαν ἀκόμη. Τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι εἶναι ἀκόμη ἐκτεθειμένοι εἰς τὸν χειμῶνα· καὶ διὰ τίνα λόγον νομίζετε; ἐξ αἰτίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι, Κύριοι, μία κωμόπολις μικρὰ, γεωργικὴ καὶ ποιμενικὴ, ἡ ὁποία κεῖται ἐπὶ λόφου, περικυκλουμένου πανταχόθεν ὑπὸ χαραδρῶν ἀποτόμων. Ἐκεῖ εἶχον κατορθώσει οἱ Μαρτιναῖοι νὰ συμπήξωσι τὰς οἰκίας των, ὅτε συνεπείᾳ τῶν σεισμῶν ἐπῆλθεν ἡ φαεινὴ ἰδέα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ νὰ γείνῃ σχέδιον τοῦ χωρίου Μαρτίνου μὲ πλατείας καὶ μὲ λεωφόρους εὐρείας. Ἀλλὰ τί συνέβη; Κατώρθωσε μὲν νὰ ἐξεύρῃ χῶρον διὰ τὰς πλατείας καὶ τὰς λεωφόρους, δὲν ἔμεινεν ὅμως χῶρος, ἵνα κατασκευασθῶσιν οἰκίαι· οἱ κάτοικοι δηλαδὴ ἢ ἔπρεπε νὰ ῥιφθῶσιν ἐντὸς τῶν χαραδρῶν, ἢ νὰ μὴ κτίσωσιν οἰκίας. Τὸ σχέδιον αὐτὸ κατὰ νόμον ὤφειλε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ἐδημοσίευσε διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκάλεσε τὸν ἐκεῖ ἀστυνόμον νὰ ἀπαγορεύσῃ αὐστηρῶς εἰς πάντας τοὺς κατοίκους, ἵνα ἀνοικοδομήσωσιν, ἂν δὲν συμμορφωθῶσι πρὸς τὸ νέον σχέδιον. Ἀλλ’ ἦτο ἀδύνατον νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς αὐτὸ, μὴ ἔχοντες τὸν κατάλληλον πρὸς τοῦτο χῶρον καὶ οὕτω πως οἱ κάτοικοι Μαρτίνου μένουσιν ἀκόμη ὑπὸ τὰ παραπήγματα τὰ ξύλινα, ἐκτεθειμένοι εἰς τὰ ψύχη καὶ τὴν ἐπήρειαν τῶν συνεχῶν βροχῶν· διατὶ δὲ τοῦτο; διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει: «ἐννοῶ νὰ μεταβάλω τὸ μικρὸν χωρίον σας, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐπὶ τόσον στενοῦ καὶ περιωρισμένου λόφου, εἰς πόλιν μεγάλην, ἐμπορικὴν, (καὶ δὲν ἠξεύρω τι ἄλλο) καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ἀνοικοδομήσητε». Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ καλὰ, τὰ ὁποῖα ἔφερεν εἰς τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον τόπον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ζητεῖ τώρα νὰ τῷ ἐκφρασθῇ εὐγνωμοσύνη καὶ παρὰ τῶν χωρικῶν καὶ παρ’ ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν. Εἴδετε ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· θὰ τὴν ἴδητε καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην, ὅταν ὑποβληθῶσιν οἱ λογαριασμοί. Μὴ ἀναμιγνύετε δὲ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς ὑπόθεσιν, ἥτις ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν εὐθύνην σας, τὸν κ. Μεταξᾶν. Περὶ τοῦ κ. Μεταξᾶ βεβαίως μία γνώμη ὑπάρχει, ὅτι εἶναι ἀνὴρ ἔντιμος καὶ ἀκέραιος.
§74ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅ τι ἐγένετο, ὁ κ. Μεταξᾶς τὸ ἔκαμε, καὶ ἂν ἔχητε τὴν τόλμην...
§75ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε... Δὲν ἐπιτρέπω διακοπὰς, κύριε Πρόεδρε.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑμᾶς ἔχει πᾶς Βουλευτὴς τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτῃ, διότι αἰωνίως διακόπτετε, καὶ δὲν σέβεσθε τοὺς συναδέλφους σας (θόρυβος).
§77ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε δὲν πρέπει νὰ κάθησθε εἰς τὴν προεδρικὴν ἕδραν· εἶσθε ἀνάξιος δι’ αὐτήν! (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§78ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε! Ἐντροπή! (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν κάθησθε, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἕδρας αὐτῆς, κάθησθε δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὅταν ὅμως διὰ τῶν λόγων σας ἀποδεικνύητε, ὅτι οὔτε δύνασθε νὰ τηρήσητε οὔτε σέβησθε αὐτὸν, τότε ἀποδεικνύετε ὅτι δὲν εἶσθε ἄξιος τοῦ ἀξιώματος, μεθ’ οὗ σᾶς περιέβαλεν ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς (θόρυβος). Ἀλλ’ ἂς σημειωθῶσιν εἰς τὰ πρακτικὰ οἱ λόγοι, οὓς πρὸ μικροῦ ἐξεστομίσατε, διὰ νὰ μένωσιν αἰώνιον μνημεῖον τῆς προεδρίας σας (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις). Περὶ τοῦ κ. Μεταξᾶ, Κύριοι, μία καὶ μόνη γνώμη ὑπάρχει, ὅτι εἶναι ἀνὴρ ἔντιμος καὶ ἀκέραιος, καταβαλὼν πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν ὑπὲρ τῶν Λοκρῶν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἤκουσε πάντοτε τὰς γνώμας τοῦ κ. Μεταξᾶ. Καὶ ἵνα μὴ ἀναδράμω εἰς παλαιότερα γεγονότα, τῷ ἀναφέρω ἓν νωπὸν, νωπότατον γεγονός. Ὁ κ. Μεταξᾶς, ὅστις ἐπεσκέφθη τὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ ἔμαθε ὅτι ἐγένετο τοιοῦτον σχέδιον νῦν διὰ τὸ χωρίον Μαρτῖνον, οἷον τὸ προμνημονευθὲν, ἔσπευσε νὰ προσέλθῃ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ εἴπῃ: «Κύριε Ὑπουργὲ, εἶδον τὸ χωρίον ἐκεῖνο, καὶ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τὸ σχέδιον αὐτὸ, οὐδεὶς κάτοικος θὰ μείνῃ». Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τί ἀπήντησεν; «Ἀφοῦ ἅπαξ ἐγένετο τὸ σχέδιον αὐτὸ, δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ». Ἀπέναντι δὲ τῆς ἐπιμονῆς τοῦ κ. Μεταξᾶ προσέφυγεν εἰς τὸ ἑξῆς τέχνασμα. Ἀπεφάσισε νὰ διατάξῃ τὸν εἰρηνοδίκην Σκαμπαρδώνην, ἵνα μεταβῇ εἰς Μαρτῖνον, καὶ ἐκεῖ, διὰ κωδωνοκρουσίας καλέσας τὸν λαὸν, νὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν, ἐὰν δέχηται τὸ σχέδιον ἢ ὄχι· καὶ ἂν ἦναι σύμφωνοι ὅλοι ἀνεξαιρέτως κατὰ τοῦ σχεδίου, τότε θὰ τροποποιήσῃ τὸ σχέδιον. Ἀλλ’ ἀπέδειξεν οὕτω αὐτὸς ὁ Κύριος, ὅστις εἶναι τεταγμένος εἰς τὸ ἀνώτερον τῆς Πολιτείας ἀξίωμα καὶ ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ θεωρῆται καὶ ὡς στρατηγὸς, ὅτι ἀγνοεῖ ἔτι τὰ στοιχειωδέστατα τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ σχέδιον αὐτὸ δὲν δύναται νὰ σταθῇ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν, ὄχι μόνον διότι εἶναι ἄτοπον καὶ παράλογον, ἀλλὰ καὶ διότι ἐλλείπει ἐξ αὐτοῦ τὸ στοιχειωδέστατον, ἡ γνωμοδότησις δηλ. τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐνθυμεῖσθε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τί μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐγένετο τὸ σχέδιον τῆς Ἀταλάντης, ἐστάλη εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ἀφοῦ ἐνεκρίθη παρ’ αὐτοῦ καὶ ἐπεστράφη, τότε ἐδημοσιεύθη, κυρωθὲν διὰ διατάγματος. Νῦν ἠγέρθησαν παράπονα κατ’ αὐτοῦ, πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ὁποίων ἔσπευσε νὰ προβῇ πάραυτα εἰς τροποποίησιν τοῦ σχεδίου, ἣν ἀπέστειλεν αὖθις εἰς τὸ Δημ. Συμβούλιον, ἵνα ἀποφασίσῃ αὐτὸ, ἐὰν τὴν δέχηται. Διατὶ δὲν ἐκάμετε τὸ ἴδιον, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ διὰ τὸ Μαρτῖνον; Διατὶ, ἀφοῦ διεπιστώθη παρ’ ὅλων, καὶ πιστεύω ὅτι οὐδ’ ὁ ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας συνάδελφός μου θὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου ἐκείνου, διατὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ κάμητε καὶ ἐπὶ τοῦ Μαρτίνου ὅ,τι καὶ ἐπὶ τῆς Ἀταλάντης; Ὁ κ. Μεταξᾶς, Κύριοι, καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων ἔδωκεν ὀρθὰς γνώμας καὶ συμβουλὰς, τὰς ὁποίας ὅμως ἐπίσης δὲν ἤκουσεν ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Μεταξᾶς βεβαίως δὲν ἔδωκε τὴν γνώμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὰς 200,000 δραχμὰς, τὴν ἔκτακτον πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ὑπὲρ τῶν θυμάτων τῶν σεισμῶν, τὴν λάβῃ ἀκολούθως διὰ τῆς ἄλλης χειρὸς, παρουσιαζομένη αὐτὴ ἡ ἰδία ὡς παθοῦσα. Ὁ κ. Μεταξᾶς δὲν εἶπεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λαμβάνωνται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὰ χρήματα τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐράνων καὶ νὰ διατίθενται ὅπως διατίθενται, ἐνῷ δηλ. ἀνετράπησαν ἐκ θεμελίων τοσαῦται κωμοπόλεις, τοσαῦτα χωρία, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δαπανῶνται τὰ χρήματα ταῦτα αὐθαιρέτως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀνεγείρωνται ἀντισεισμικὰ κτίρια εἰς τὴν Χαλκίδα καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀλλοῦ, οἱ δὲ παθόντες, ὑπὲρ τῶν ὁποίων καὶ μόνον ἔδωκεν ἡ φιλανθρωπία τὸν ὀβολόν της, νὰ μένωσιν ἄνευ οἰκιῶν, ἄνευ παραπηγμάτων, ἄνευ οἱουδήποτε ἄλλου βοηθήματος, ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς κακουχίας τοιαύτης ὥρας τοῦ ἔτους. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα μὲ προεκάλεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τὰ ῥίψω κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ. Ὅταν προσαγάγῃ καὶ τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὴν λογοδοσίαν καὶ τὰς ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ, ἰδίως δὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὡς πρὸς τὴν κωμόπολιν Μαρτῖνον, τότε θὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον, καὶ τότε δὲν θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς τὰ γεγονότα, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἔγγραφά του, καὶ θὰ ἐξελέγξω καὶ θὰ ἀποδείξω τὴν ἀλλοπρόσαλλον αὐτοῦ πολιτείαν ἐν τῷ θλιβερῷ αὐτῷ ζητήματι, πολιτείαν διὰ τῆς ὁποίας κατώρθωσεν 1,200,000 δραχμῶν, προωρισμένων διὰ τοὺς παθόντας καὶ μόνον διὰ τοὺς παθόντας, κατὰ μέγα μέρος νὰ κατασπαταληθῶσι δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, καὶ οἱ παθόντες, ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνεκινήθη ἡ φιλανθρωπία καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, νὰ μένωσιν ἀκόμη ἄστεγοι καὶ ἐλεεινοί!
§80ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι θὰ ἦμαι συντομώτατος, διότι ἀνομολογῶ καὶ αὖθις, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη, ἀκούουσα περὶ τῶν Λοκρικῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πάσχουσιν οἱ ἀτυχεῖς συμπολῖται ἡμῶν, ὅτι ὑποφέρουσιν, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην προστασίας καὶ συνδρομῆς, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐξαρτᾶται παρ’ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ἐπὶ τοσοῦτον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνηται λόγος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἄλλως νὰ σᾶς ἀφήσωμεν ἡσύχους καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰ κύρια ἔργα. Δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω τὸν κ. συνάδελφον, διότι ἔφερε τὸ προκείμενον ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Μόνον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν, καθόσον ἀνακριβῶς ἐξετέθησαν τὰ γεγονότα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου. Ὁ κ. συνάδελφος ἀρχικῶς ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν λαβόντων χώραν ἐν τῷ δήμῳ Νέας Πέλλης κατὰ τῶν κατοίκων Λιβανατῶν ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου Ἀταλάντης. Καὶ ἐγὼ εἶχον τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν δήμαρχον Δαφνησίων, περὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο μνείαν ὁ κ. συνάδελφος. Ὁ δήμαρχος οὗτος παραπονεῖται κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον παρέστησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. συνάδελφος ὡς φατριάζοντα ὑπὲρ τῶν φίλων ἐμοῦ καὶ κατὰ τῶν φίλων αὐτοῦ, διότι ἰσχυρίσθη ὁ συνάδελφος, ὅτι δῆθεν ἅπαντες οἱ ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου Ἀταλάντης συλληφθέντες, καὶ ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν ἐξέδοτο ἐντάλματα, εἶναι πολιτικοὶ φίλοι αὐτοῦ, οἱ δὲ φίλοι ἐμοῦ ἔμειναν ἀκαταδίωκτοι. Ὁ ἀστυνόμος, καὶ κατ’ ἐμέ, παρὰ τὸν νόμον συνέλαβε 15 πολίτας ἀξιοτίμους καὶ φιλησύχους, ἀλλ’ ἀμφισβητῶ ὅτι ἦσαν πάντες φίλοι πολιτικοὶ τοῦ κ. συναδέλφου, ὡς καὶ ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν ἐξέδωκεν ἐντάλματα. Μάλιστα ἐξέδοτο ἐντάλματα καὶ κατὰ τῶν υἱῶν τοῦ δημάρχου Δαφνησίων, τοῦ πολιτικοῦ φίλου ἐμοῦ. Βλέπετε ὅτι ὁ ἀστυνόμος δὲν ἐφατρίασεν ὑπὲρ ἐμοῦ, οὔτε κατὰ τοῦ συναδέλφου μου. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν παρέλειψε τὸ καθῆκόν του, ὡς ἐπληροφορήθην, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὅστις παρήγγειλε τὸν ἀστυνόμον, ὅπως παύσῃ τὴν καταδίωξιν καὶ ἀπολύσῃ τοὺς ἀδίκως συλληφθέντας.
§81ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω ἓν τηλεγράφημα ν’ ἀνακοινώσω (ἀναγινώσκει): «Ἀστυνόμος Ἀταλάντης Γρηγοράκης, θυμωθεὶς διὰ διαγωγὴν υἱοῦ δημάρχου Δαφνησίων κατὰ τὴν διανομὴν ξυλείας, διέταξεν αὐθαιρέτως σύλληψιν παντὸς Λιβαναταίου, ἐκδοὺς καὶ διάφορα ἐντάλματα. Μεταξὺ ἄλλων συνελήφθη καὶ ἀδελφός μου Γεωργούλας. Παρακαλῶ ὑψώσατε φωνὴν κατὰ τοιαύτης αὐθαιρεσίας, καὶ ἀπαιτήσατε ἀπόλυσιν ἀδίκως καὶ παρανόμως συλληφθέντων. Τόσαι καταχρήσεις ἔγειναν ὑπὸ δημάρχου μας κατὰ τὴν διανομὴν τῆς ξυλείας τοῦ ῥωσσικοῦ πολεμικοῦ καὶ κατὰ τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων. Ὅλοι οἱ ἀντίθετοί του ἔμειναν σχεδὸν ἄνευ ξυλείας, ἐνῷ αὐτὸς ἔχει πλήρεις τὰς ἀποθήκας του. Δὲν θέλομεν κἀμμίαν βοήθειαν πλέον· ἀλλ’ ἂς μὴ μᾶς συλλαμβάνουν τοὐλάχιστον, ὡς κακούργους, ἐνῷ ἄλλοι πταίουν. «Σπυρ. Μιχαλόπουλος.»
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ἐξασφαλίζουσα τὴν προσωπικὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν, γελωτοποιεῖται δυστυχῶς καθ’ ἑκάστην, ἀλλὰ γελωτοποιεῖται διὰ τῶν ἐκνόμων πράξεων, βιαιοπραγιῶν ἢ ἐπιθέσεων κατὰ προσώπων, ἢ καὶ βασάνων, ἤτοι διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ἄντικρυς ἀθετεῖ πάσας τοῦ νόμου τὰς διατάξεις. Ἀλλὰ πρὸ μικροῦ ἠκούσαμεν, ὅτι περιεβλήθησαν διὰ τύπου νομιμότητος πράξεις τοιαῦται παράνομοι, διότι ὁ ἀστυνόμος ἐξέδωκεν ἐντάλματα κατὰ πολιτῶν. Ὑποθέτω ὅτι τὰ ἐκδοθέντα ἐντάλματα δὲν ἦσαν ἐντάλματα χρηματικὰ, ἀλλ’ ἐντάλματα συλλήψεως. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν πράγματι ὁ ἀστυνόμος, καταχρώμενος τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, ἐξέδωκεν ἐντάλματα συλλήψεως, ἵνα παρανόμως φυλακίσῃ πολίτας, καὶ τί ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἀνορθώσῃ τὸν νόμον, τὸν τοσοῦτον ἐναργῶς ὑβριζόμενον.
§83ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβε γνῶσιν;
§84ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς ἔλαβεν γνῶσιν τοῦ πράγματος, καὶ διέταξεν ἀμέσως ν’ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι οἱ ἄνθρωποι, ἔστειλε δὲ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, διὰ νὰ λάβῃ μέτρα. Τὸ γεγονὸς συνέβη σήμερον, καὶ βεβαίως ὁ παρανομήσας ἀστυνόμος θὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπέχει ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῆς ἀναρχίας, ἡ ὁποία κατηγγέλθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ κατάστασις αὕτη ἐνθαῤῥύνει τοὺς πολίτας εἰς ἀντεκδικήσεις, θὰ ἦναι ὑπαίτιος πάλιν ἡ Κυβέρνησις.
§86ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐνήργησα ἀμέσως διὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν.
§87ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διετάξατε τὴν καταδίωξιν τοῦ διαταράξαντος τὴν δημοσίαν τάξιν διὰ ψευδοῦς εἰδήσεως; διετάξατε τὸν Εἰσαγγελέα νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ νὰ λύσῃ τὴν πολιορκίαν;
§88ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ μὲ τὴν ψυχραιμίαν, τὴν ὁποίαν δεικνύει ἐπὶ τῆς προκειμένης συζητήσεως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἀφίνει, ἵνα ἐνώπιόν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀντιποιῆται τὰ δικαιώματά του καὶ τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ἅμα ὡς κατηγγέλθη μία τοιαύτη πρᾶξις, καθιστῶσα τὴν ἀναρχίαν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ὤφειλε ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατ’ αὐτῆς τῆς ἀναρχίας καὶ νὰ ζητήσῃ, ὅπως τὰ ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης, ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς ὁποίας ἵσταται τὸ καθεστώς, ἐπέλθωσι τιμωρὰ τῆς ἀσεβοῦς πλέον ταύτης πράξεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου βλέπω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπίσης μετὰ πολλῆς ἀφελείας λέγοντα, ὅτι κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον. Τὸ Ἀρχηγεῖον ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἢ ὁ Εἰσαγγελεύς, προκειμένου περὶ πράξεως τόσον τερατώδους;
§90ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπορῶ μὲ τὸν κ. Βουλευτήν, τὸν ἐπιτεθέντα κατ’ ἐμοῦ. Ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, οὕτω καὶ ἐγὼ ἤδη κατὰ πρῶτον λαμβάνω γνῶσιν τοῦ γεγονότος τούτου. Πῶς ἤθελε νὰ προβῶ καὶ νὰ διατάξω τὰς ἀρχὰς νὰ ἐνεργήσουν, ἀφοῦ γνῶσιν τοῦ πράγματος δὲν εἶχον; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπραξεν ἤδη ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ· διέταξε τὴν ἀπόλυσιν τῶν παρανόμως κρατηθέντων, διέταξε τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν νόμιμον τιμωρίαν τοῦ ἀστυνόμου. Βεβαίως τὸ συμβὰν εἶναι ἔκτροπον, καὶ ἅμα περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τῶν ἀρχῶν, θὰ ἐνεργήσωσιν αὗται τὸ καθῆκόν των. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν κινεῖ τὴν δημοσίαν ἀγωγήν. Ὥστε δὲν ἐννοῶ διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ καὶ κατεμέμφθη μου ἐπὶ ἀδρανείᾳ, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρξεν οὔτε ὑλικὸς καιρὸς πρὸς ἐνέργειαν τοιαύτην, διότι ταύτην τὴν στιγμὴν πάντες ἐλάβομεν γνῶσιν τοῦ γεγονότος.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὑπέθεσα ὅτι δὲν ἀνέμενεν, ἵνα καταγγελίαν γενομένην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους μιᾶς δικαστικῆς ἀρχῆς, τοῦ εἰρηνοδίκου, πληροφορηθῇ ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῶν ἀναγνωσθέντων τηλεγραφημάτων. Τὸ παράπονόν του τὸ δίκαιον αὐτὸ νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὸν συνάδελφόν του, νὰ τῷ εἴπῃ: «πῶς εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοιαύτης πράξεως, ἡ ὁποία ἀνατρέπει πλέον τὸ καθεστώς, νὰ μὴ μοῦ δοθῇ ἡ μήνυσις;» Ἐὰν ἔχητε εἰσαγγελικὰς ἀρχάς, αἵτινες ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὴ σᾶς ἀναγγέλλουν πλέον τοιαύτας πράξεις, τότε σᾶς συγχαίρω!
§92ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσατε ὅτι κατηγορεῖται ὁ ἀστυνόμος, περὶ οὗ πρόκειται, διότι ἐξέδωκεν ἐντάλματα κατὰ πολιτῶν. Δὲν γνωρίζω τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξεδόθησαν τὰ ἐντάλματα, καὶ ἔπρεπε νὰ τὰς γνωρίζω, διὰ νὰ μορφώσω γνώμην, ἐὰν καλῶς ἔπραξεν, ἢ κακῶς· διότι γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς νομιμώτατα δύναται ὁ ἀστυνόμος νὰ ἐκδώσῃ τοιαῦτα ἐντάλματα. Περιστάσεις τοιαῦται εἶναι, ὅταν αἱ ἀξιόποινοι πράξεις ἦναι ἐπ’ αὐτοφώρῳ καὶ δὲν κατωρθώθη ἡ ἄμεσος σύλληψις τοῦ ἐγκληματίου. Ἐὰν τοῦτο ἔπραξεν ὁ ἀστυνόμος, κακῶς μέμφονται αὐτοῦ, διότι ἐνήργησε συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Τὸ ἄρθρον 210 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας λέγει ῥητῶς: «Ἕνταλμα συλλήψεως δύναται νὰ ἐκδοθῇ κατὰ μὲν τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ λαμβανομένων παρὰ παντὸς τῶν ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως ὑπαλλήλων, κατὰ δὲ παντὸς ἄλλου μόνον παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ.»
§93ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐνῷ μετέβησαν νὰ παραλάβωσι ξυλείαν, ὁ υἱὸς τοῦ δημάρχου δὲν ἠθέλησε νὰ παραλάβῃ κατὰ σειράν, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ προτιμηθῇ· ὁ ἐνωμοτάρχης ἐκεῖ δὲν τὸν ἀφῆκεν Ἐφιλονείκησαν, φαίνεται, ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἀπῆλθεν. Ἀλλ’ ἀπερχόμενος αὐτὸς μετά τινων ἄλλων, ὕβρισαν τὴν ἐπιτροπήν. Τοῦτο ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸν ἀστυνόμον ὡς ἔγκλημα, διότι ἡ ἐπιτροπὴ σύγκειται ἀπὸ δημοσίους ὑπαλλήλους, καὶ ἠθέλησε νὰ τοὺς καταδιώξῃ, καὶ μοὶ τηλεγραφεῖ ὅτι ἐξέδωκεν ἐντάλματα. Ἐθεώρησα ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ ἐκδώσῃ ἐντάλματα, καὶ παρήγγειλα ἀμέσως ν’ ἀποφυλακισθῶσιν οἱ φυλακισθέντες, νὰ πιστοποιηθῶσι τὰ γεγονότα, νὰ τιμωρηθῇ δὲ ὁ ἀστυνόμος, ἐὰν παρηνόμησε, τιμωρηθῶσι δὲ καὶ αὐτοὶ κατὰ τὸν νόμον, ἐὰν πράγματι ὕβρισαν τὴν ἐπιτροπήν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι δημοσία ἀρχή.
§94ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγώ, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, θὰ ἔλεγον, ὅτι ἀπορῶ, πῶς διὰ τῶν ἀπαντήσεών των οἱ ἀξιότιμοι κ. Ὑπουργοὶ ὡμολόγησαν ἐνώπιον ὅλων ἡμῶν, ὅτι λησμονεῖ ἕκαστος τὰ δικαιώματά του καὶ τὰ καθήκοντά του, διότι ἀμφότεροι οὗτοι ὡμολόγησαν, ὅτι μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων, ἀφοῦ δηλαδὴ ἡ ὑπόθεσις ἔπαυσε πλέον νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα διοικητικὸν καὶ περιεβλήθη χαρακτῆρα δικαστικόν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνόμισεν ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὸν ἀστυνόμον ν’ ἀπολύσῃ τοὺς παρ’ αὐτοῦ συλληφθέντας μετὰ τὴν ἔκδοσιν ἐνταλμάτων συλλήψεως, καὶ ἠκούσαμεν ἀφελέστατα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λέγῃ, ὅτι πολὺ νομίμως ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀντιποιηθῇ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οὔτε αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν, ἀλλ’ εἶχον μόνον τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐντεταλμένα δικαστικὰ ὄργανα, ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτής. Εἶναι ἀνατροπὴ τῶν στοιχειωδῶν νόμων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ διάκρισις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῆς δικαστικῆς. Ὅταν ὁ ἀστυνόμος, ὡς ἀνακριτικὸν ὄργανον, ἐκδίδῃ ἔνταλμα συλλήψεως, εἶναι ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἢ τῆς δικαστικῆς; καὶ ποῖον δικαίωμα εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ αὐτόν, τὸν δικαστικὸν λειτουργόν, ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς παρ’ αὐτοῦ συλληφθέντας, καὶ εἶχε τὴν ἀφέλειαν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λέγῃ, ὅτι ἠδύνατο νὰ διατάξῃ ν’ ἀπαλλαγῇ ὁ συλληφθεὶς δυνάμει δικαστικοῦ ἐντάλματος; Αὐτὴν τὴν ἀπορίαν μοὶ ἐνέβαλον αἱ ἀπαντήσεις αἱ ἀφελέσταται τῶν κ. Ὑπουργῶν, διότι ἀμφότεροι ἐλησμόνησαν ἐν τίνι μέτρῳ καὶ κύκλῳ ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσωσι. Λυποῦμαι, διότι ἀμφότεροι εἶναι δικαστικοί, ἀλλ’ ἡ θέσις τῶν Ὑπουργῶν τοὺς ἔκαμε νὰ λησμονήσωσι ποῖα τὰ καθήκοντά των καὶ ποῖα τὰ δικαιώματά των.
§95ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Πρὸ 15 ἡμερῶν ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τότε δὲν ἦτο παρών, διότι συνειθίζει κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως νὰ ἀπουσιάζῃ ἐπὶ μίαν ὥραν, καὶ τὸν ἀνεπλήρωσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπηρώτησα, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τί ἀπεφασίσθη περὶ τοῦ μεγάρου τῶν δικαστηρίων, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκοπῇ νὰ οἰκοδομήσῃ δικαστήρια ἢ ὄχι· διότι πρέπει νὰ τὸ μάθωμεν, πρέπει νὰ τὸ μάθῃ ὁ δικαστικὸς καὶ δικηγορικὸς κόσμος, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπόσχηται μόνον, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ μεγάρου δικαστηρίων καὶ ὅτι θὰ φέρῃ πληροφορίας περὶ ἐξευρέσεως τοῦ καταλλήλου οἰκοπέδου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐξευρέθη ἤδη, κατ’ αὐτόν, ἀλλὰ ὁριστικῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεφάσισε. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, παρόντα ἤδη, νὰ δώσῃ μικρὰν προσοχὴν καὶ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν, διότι κατήντησεν εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν ὁ τρόπος τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων κατὰ τὰς δικασίμους ἡμέρας. Παρέστησα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅτι πλεῖσται ἀναβάλλονται ὑποθέσεις, οἱ δὲ ἐρχόμενοι ἀπὸ τὴν Λεβαδείαν, τὰς Θήβας καὶ τὴν Μεγαρίδα πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεών των δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι, δὲν δύνανται νὰ ἐκδικάσωσι τὰς ὑποθέσεις των, ἐλλείψει χρόνου, καὶ ἐπιστρέφουσιν εἰς τὰς ἑστίας των ἄπρακτοι, ἀφοῦ ἐπὶ ἡμέρας μείνωσιν εἰς Ἀθήνας, μακρὰν τῆς ἐργασίας των, ὑφιστάμενοι ὑπερβολικὰς δαπάνας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος, ὅτι οὐδέποτε ἐζήτησε νὰ μάθῃ τὴν κατάστασιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ ὅτι δὲν γνωρίζει τί συμβαίνει εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ βάσις, δι’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἤδη. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προσέξῃ εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποθέσεων τῶν εἰσαχθεισῶν ἀπὸ τοῦ 1893–1894, τὸν ὁποῖον θέλω ἀναφέρει εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως λάβῃ γνῶσιν τῆς ὅλης καταστάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν. Παρὰ τῆς Εἰσαγγελίας Ἀθηνῶν εἰσήχθησαν ποινικαὶ ὑποθέσεις ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1893 μέχρι σήμερον 7,264, ἐδικάσθησαν κατ’ ἀντιμωλίαν 2,708 καὶ ἐρήμην 2,127, ἀνεβλήθησαν δὲ 2,429, ἐλλείψει χρόνου· ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, ἕτοιμαι ὅπως εἰσαχθῶσι πρὸς ἐκδίκασιν, εἶναι 3,095, εἰσάγονται δὲ κατὰ μέσον ὅρον ἐτησίως 7,000 ὑποθέσεις, ὥστε πρέπει νὰ ἐκδικασθῶσι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 10,095. Ἐὰν λοιπὸν λάβωμεν τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐκδικαζομένων 2,708, ὑπολείπονται 7,387, ὥστε ἐπὶ μόνην τριετίαν θὰ ἔχωμεν ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς 22,000 περίπου. Τοῦτο πρέπει νὰ πείσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ τὸ προσωπικὸν τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν, ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν ὑποθέσεων, καὶ πρέπει νὰ αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, ἐὰν θέλῃ νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς τὸ δικαστήριον τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν· ἄλλως ἡμεῖς ὑποδεικνύομεν καὶ προτείνομεν νὰ συστήσῃ Πρωτοδικεῖον ἐν Πειραιεῖ, ὅπως ἡ πληθὺς τῶν ὑποθέσεων τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν περιορισθῇ. Ὁ δῆμος Πειραιῶς προθύμως ἀναλαμβάνει τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως Πρωτοδικείου ἐν Πειραιεῖ, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν πρότασίν μας, ὅτι ὁ δῆμος Πειραιῶς ἀναλαμβάνει ἰδίᾳ δαπάνῃ τὴν συντήρησιν τοῦ Πρωτοδικείου ἐν Πειραιεῖ, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξις εἶναι χρησιμωτάτη διὰ τὸ ἐμπορικὸν τμῆμα, ἀφοῦ ἤδη δὲν ὑπάρχουσιν ἐμποροδικεῖα· θὰ εὐεργετήσῃ δὲ τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν συστήσῃ Πρωτοδικεῖον ἐν Πειραιεῖ χάριν τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων τῆς ἐμπορικωτάτης ταύτης πόλεως.
§96ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν ἀπάντησιν ἔχω ἑτοίμην. Ὡς πρὸς τὴν ἀνέγερσιν καταστήματος δικαστηρίων, ἐπαρκῆ εἶναι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, καὶ οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω. Ὡς πρὸς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν, αὐτὸ εἶναι ζήτημα κανονισμοῦ ὡς πρὸς τὰς δικάσιμους ἡμέρας. Μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Προέδρου τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν ἐπανειλημμένως ἔκαμα μακρὸν λόγον, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐπαρκείας προσωπικοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ θεραπεία δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ τόσον ταχέως.
§97ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ Πρωτοδικεῖον Πειραιῶς;
§98ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ θεωρῶ περιττόν.
§99ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ὁ δῆμος καταβάλλει τὰς δαπάνας.
§100ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ ζήτημα τοῦ Πρωτοδικείου δὲν εἶναι ζήτημα δαπάνης, εἶναι ζήτημα μεταβολῆς περιφερείας, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ πρὸς τοῦτο λόγος.
§101ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Αὐτὰ εἶναι λέξεις κεναί.
§102ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ μεγάρου τῶν δικαστηρίων, διότι τοῦτο θὰ ἐγερθῇ ὅταν θὰ ψηφισθῇ καὶ ὁ ἀστικὸς κῶδιξ, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1836 συντάσσεται καὶ δὲν ψηφίζεται. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς θεραπείαν ἑνὸς ἄλλου ἀτόπου. Οἱ κατάδικοι καὶ οἱ ὑπόδικοι εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου μεταφέρονται εἰς τὰς φυλακὰς δι’ ἰδιαιτέρου ὀχήματος, ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι σήμερον οἱ ὁπωσδήποτε συλλαμβανόμενοι, ἔστωσαν καὶ ἀθῶοι, μεταφέρονται διὰ μέσου τῶν ὁδῶν, δεδεμένοι διὰ σχοινίων καὶ μὲ χειροπέδας. Συμβαίνει δὲ οὕτω πως νὰ ἐξευτελίζωνται πολλάκις ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν ἀκουσίως εἰς ἓν πλημμέλημα ἢ πταῖσμα, ἢ εἶναι ἐντελῶς ἀθῶοι. Θὰ παρακαλέσω ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν Πανεπιστημιακῶν ἀρχῶν, διότι, ὡς μανθάνω, ἀντὶ αἱ ἀρχαί, μετὰ τὰ γενόμενα τῶν φοιτητῶν, νὰ σβέσωσι τὴν πυρὰν, ῥίπτουσιν ἔλαιον. Πρόκειται δηλαδὴ δι’ ἀποφάσεως ἤδη νὰ τιμωρηθῶσί τινες τῶν ἀπεργησάντων. Ἐπικαλοῦμαι τὴν πατρικὴν στοργὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως συμβουλεύσῃ τὰς Πανεπιστημιακὰς ἀρχὰς νὰ φανῶσι σωφρονέστεραι, ἵνα μὴ ἐπέλθωσιν ἄτοπα, διότι οἱ καταδικασθησόμενοι δὲν θὰ δεχθῶσι τοιαύτην ἀπόφασιν.
§103ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς μεταφορᾶς τῶν καταδίκων, διότι εἶναι λίαν ἐξευτελιστικὴ ἡ περιαγωγὴ αὐτῶν, ὡς γίνεται σήμερον. Ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὸ 1883, ὅτε εὑρίσκετο παρ’ ἡμῖν ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν φυλακῶν Βελγίου, ἐλθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, μοὶ παρέστησε διαμαρτυρόμενος τὸ φοβερὸν ἀδίκημα, ὅπερ προσγίνεται διὰ τῆς τοιαύτης περιαγωγῆς οὐχὶ μόνον κατὰ τῶν ὑποδίκων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς Πολιτείας. Τὸ χείριστον, ὅτι ἔκτοτε ἐτελειοποιήθη τὸ σύστημα τοῦτο· τινὲς κατηγορούμενοι διὰ λωποδυσίαν ἢ διὰ κλοπὴν περιάγονται εἰς τὰς ὁδοὺς μὲ τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα κατεσχέθησαν ἐπ’ αὐτῶν, ἐκτιθέμενοι εἰς τὰς ὕβρεις τοῦ πλήθους. Τοῦτο ἀποτελεῖ κατάστασιν ἀγρίαν, ἥτις δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Α. Στεφανόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τὰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις τοῦ δασάρχου Ἠλείας, δι’ ὧν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ποιμένας τῶν χωρίων Βερβινῆ, Νουσᾶ καὶ λοιπῶν χωρίων τοῦ δήμου Λαμπείας νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνιά των ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν ἄνω χωρίων».
§105Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀπαντήσῃ εἰς προηγουμένην ἐπερώτησίν μου, ἀφορῶσαν εἰς τὰ λιμενικὰ Καλαμῶν, ἥτις εἶναι ὑπόθεσις σκανδαλώδης. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐπὶ τίνος νόμου ἐρειδόμενος ἀνέθηκε τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομείων εἰς πολίτας μισθοδοτουμένους ἐν ταῖς πρωτευούσαις δήμων, ὅπου λειτουργοῦσιν Εἰρηνοδικεῖα καὶ ἑλληνικὰ σχολεῖα. Τοῦτο εἶναι μία σπατάλη ἀδικαιολόγητος. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς τῶν μηνῶν Αὐγούστου, Σεπτεμβρίου, Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου, διότι ἐπὶ τούτων θὰ ἐγείρω συζήτησιν.
§106ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἔλαβον ἐκ Τρικκάλων τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι παραπονοῦνται κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, διότι ἐν μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους ἀπέλυσε τῆς ὑπηρεσίας τὸν καθηγητὴν τοῦ αὐτόθι Γυμνασίου κ. Τσαούσην. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Ὁ κ. Ὑπουργὸς, διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ καθηγητοῦ, θὰ εἶχε δικαίας ἀφορμάς. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ὅπως πεισθῶ καὶ ἐγώ. Ἐπίσης παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ ἀπέλυσε καὶ ἐκ νέου διώρισεν ἐν Λαρίσῃ τὸν καθηγητὴν Χατζηζωγίδην. Οἱ λόγοι, δι’ οὕς ἀπελύθη ὁ Χατζηζωγίδης, εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε αἰσχύνομαι νὰ τοὺς ἀναφέρω· εἶναι, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Κρεστενίτης, διότι ἐπῆρε ζαερὲ ἀπὸ τοῦ Στρογγύλη τὸ Μύλο.
§107Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἡ ἀπόλυσις τῶν καθηγητῶν, συνεπῶς καὶ τοῦ περὶ οὗ ἡ ἐπερώτησις καθηγητοῦ τῶν μαθηματικῶν Τσαούση· ἡ ἐκτίμησις δὲ τοῦ λόγου τῆς ἀπολύσεως ἀπόκειται εἰς τὸν Ὑπουργόν. Σχετικὸς φάκελλος περὶ τῆς κατὰ τὸν Αὔγουστον ἀπολύσεως τοῦ Χατζηζωγίδου δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Προέβην εἰς τὴν ἀπόλυσιν τούτου, διότι κατηγγέλθησαν προφορικῶς πρὸς ἐμὲ διάφοροι πράξεις αὐτοῦ, ἀπάδουσαι εἰς τὸ καθηγητικὸν ἀξίωμα. Ἐπειδὴ ὅμως οὐδεμία τῶν καταγγελθεισῶν πράξεων ἐπιστοποιήθη ἐπισήμως, ἐθεώρησα πρέπον νὰ τὸν ἐπαναφέρω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μοὶ διεβιβάσθησαν παράπονα διὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Μιχαὴλ, τὸν ὁποῖον διεδέχθη ὁ Χατζηζωγίδης, καὶ περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου τηλεγράφημα τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου, οἵτινες παραπονοῦνται διὰ τὴν ἀπόλυσιν καθηγητοῦ, τὸν ὁποῖον ἐλάτρευον, ὡς λέγουσι. Τοὺς μαθητὰς τούτους θὰ ἐσυμβούλευον νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται εἰς ἀλλότρια καθήκοντα, ἀλλὰ νὰ μεριμνῶσι μᾶλλον περὶ τῶν σπουδῶν των καὶ νὰ μὴ λατρεύωσι καθηγητὴν, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Κορφιωτάκης, εἷς τῶν ἀρίστων γυμνασιαρχῶν, ἐν ἐπισήμῳ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσει του γράφει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Γνωρίζω τῷ Σ. Ὑπουργείῳ, ὅτι χθὲς ἐδικάσθη ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν Πλημμελειοδικῶν ὁ καθηγητὴς τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς Γυμνασίου κ. Ἰω. Μιχαὴλ, καταγγελθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Γεωργίου Μονδελιάνου, διευθυντοῦ ἰδιωτικοῦ ἐνταῦθα Παρθεναγωγείου, ἐπὶ ἐξυβρίσει διὰ τοῦ τύπου καὶ δι’ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν. Τὸ δικαστήριον, ἐκ τακτικῶν συγκείμενον δικαστῶν, πεισθὲν περὶ τῆς ἐνοχῆς του, ἐκήρυξεν αὐτὸν ἔνοχον, συμφώνως πρὸς τὸ κατηγορητήριον, καὶ κατεδίκασε τοῦτον ἐρήμην εἰς φυλάκισιν τριῶν μηνῶν. «Ἡ καταδίκη του ἐξήγειρε τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν, καθόσον κατὰ τὴν δίκην ἐξετυλίχθησαν γεγονότα ἀπάδοντα οὐχὶ πλέον εἰς καθηγητὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄνθρωπον τῆς τελευταίας ὑποστάθμης· ἰδίως φρικτὴν ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν αἱ ἀνώνυμοι ἐκεῖναι ἐπιστολαί, αἱ πεμφθεῖσαι πρὸς τὸν κ. Γ. Μονδελιάνον καὶ ὧν ἀντίγραφον ἐπισυνῆψα ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 70 καὶ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου λήξαντος ἔτους ἐγγράφῳ μου. Καλὸν εἶναι τὸ Σ. Ὑπουργεῖον νὰ ζητήσῃ ἐπισήμως ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν τῆς δίκης, ἐν οἷς καταδείκνυται, ὅτι οὐ μόνον τῶν ἀνωτέρω ἐπιστολῶν ὑπῆρξε χαλκεὺς ὁ ἐν λόγῳ καθηγητὴς, ἀλλ’ ὅτι καὶ πρὸς ἄλλους ἔπεμψε παρομοίας ἐπιστολὰς, μεστὰς ὕβρεων, κακολογιῶν καὶ συκοφαντιῶν, ἐξ ἰδιοτελείας καὶ ποταποῦ πάθους κινούμενος. «Μετὰ τὴν καταδίκην του ταύτην ἡ περαιτέρω ἐν τῷ Γυμνασίῳ διατήρησίς του καθίσταται σκανδαλώδης, ἡ δὲ κοινωνία ἵσταται ἐπὶ ποδὸς κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἐπιβάλλει μοι νὰ διερμηνεύσω τὴν κατ’ αὐτοῦ ὀργήν της. «Ὅθεν χάριν ἱκανοποιήσεως τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ὑπηρεσίας καὶ αὐτῆς τῆς ἐν τῷ Γυμνασίῳ τάξεως καθυποβάλλω εὐσεβάστως τῷ Σ. Ὑπουργείῳ τὴν γνώμην, ἵνα φροντίσῃ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ κακοήθους τούτου καθηγητοῦ, τοῦ μέγα ὄνειδος εἰς ὅλον τὸν διδασκαλικὸν κλάδον προσάψαντος.» Ἀκολούθως ἐλήφθη ἕτερον τηλεγράφημα, ὅτι ὁ εἰρημένος καθηγητὴς κατεδικάσθη κατ’ ἀντιμωλίαν εἰς πενθήμερον φυλάκισιν. Τὸν καθηγητὴν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ τηλεγραφοῦσιν ὅτι ἐλάτρευον καὶ ὅτι ἔπραξεν ἀδίκημα ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὸν ἀπολύσῃ τῆς ὑπηρεσίας!
§108ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως διὰ τὴν ἀπόλυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς συνεπείᾳ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, οὐδεὶς ἐνταῦθα θέλει τὸν ψέξει· νομίζω ὅμως, ὅτι ἕτερον καθῆκον παρέλειψεν. Ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔλαβε τηλεγράφημα μαθητῶν ὑπὲρ τοῦ ἀπολυθέντος καθηγητοῦ, ἀπευθυνθὲν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Νομίζω ὅτι ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τῶν μαθητῶν αὐτῶν.
§109ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον τηλεγράφημα· πρὸς ἄλλους ἐστάλη καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν ταῖς ἐφημερίσι.
§110ΧΟΪΔΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα τῶν μηνύσεων τῶν γενομένων κατὰ ἀστυνόμων, ὑπαστυνόμων καὶ ἀστυφυλάκων, καὶ τῶν ἐκκρεμῶν κατηγοριῶν δι’ ὅσας αὐτεπαγγέλτως ἐνήργησεν ἡ δικαστικὴ ἀρχή, τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐνεχειρίσθη ἑκάστη μήνυσις ἢ ἤρξατο ἡ ἐξ ἐπαγγέλματος ἀνάκρισις, τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἑκάστη εὑρίσκεται, καὶ τοῦ ἀποτελέσματος ἑκάστης.
§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῶ νὰ ζητήσω ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένου νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν εἰς ἐμμίσθους, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ ἔσοδα τῶν διαφόρων ἀμίσθων προξενείων, ὑποπροξενείων καὶ προξενικῶν πρακτορείων.
§112ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ, ὅπως τὰ τρία νομοσχέδια, τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία συντόμως ν’ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτῶν καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, διότι πολλαὶ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνωσιν ἐπ’ αὐτῶν, καλλίτερον εἶναι νὰ γείνωσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§113ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τὴν παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸν δὲ ζητηθέντα πίνακα καταθέτω.
§114ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 90). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 189 καὶ 191 τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ΦϞΒʹ νόμου τῆς 19 Μαΐου 1860, τροποποιηθέντος διὰ τοῦ νόμου ᾼΥΞΕʹ τῆς 28 Μαΐου 1887.
§116ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι νομίζω, ὅτι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον προβαίνομεν εἰς πλήρη ἀνατροπὴν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας καὶ ἐνισχύομεν τὴν ἔναρξιν τῆς χαλαρώσεως τῆς πειθαρχίας ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὅπως συνετάχθη τότε, συνετάχθη σοφώτατα καὶ μετὰ τῆς δεούσης αὐστηρότητος, ἀτυχῶς ὅμως ἀπὸ μεταβολῆς εἰς μεταβολὴν πλησιάζει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς παραβαίνοντας τοὺς νόμους ἀξιωματικοὺς νὰ διαπράττωσι πολλά, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐδένα λόγον ἔδει νὰ ἐπιτρέπωνται. Σχεδὸν πλήρης ἀτιμωρησία εἰσάγεται διὰ τῆς νομοθεσίας ταύτης. Ἐγὼ ἐκ τῶν τροποποιήσεων τοῦ νομοσχεδίου δέχομαι μίαν καὶ μόνην, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν καταλογισμὸν τῆς προφυλακίσεως, ἡ ὁποία εἰσήχθη εἰς τὴν νομοθεσίαν τῶν ποινικῶν δικαστηρίων διὰ τοὺς πολίτας· δηλαδὴ θεωρῶ δικαίαν τὴν ἀφομοίωσιν. Ἡ ποινικὴ νομοθεσία τοῦ στρατοῦ, ἡ περιλαβοῦσα διάταξιν, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς χάνῃ τὴν ἀρχαιότητα αὑτοῦ ἕνεκεν τῆς καταδίκης αὑτοῦ ἐπὶ πλημμελήματι, εἶχε λόγον σπουδαῖον, καθόσον ὁ ἀξιωματικὸς ὑπόκειται εἰς τιμωρίας πειθαρχικάς, ἐπιβαλλομένας αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ὅταν αὗται ἐξαντληθῶσι, τότε παραπέμπεται εἰς τὸ Στρατοδικεῖον καὶ δικάζεται. Ὄχι δὲ μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιβάλλει ποινὰς καὶ προλαμβάνει τὴν παραπομπὴν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, ἀλλὰ πολλάκις μετ’ ἐπιεικείας καὶ αὐτὰ τὰ Στρατοδικεῖα δικάζουσιν ἐπὶ ὑποθέσεών τινων, περὶ ὧν δὲν κρίνω ἐπίκαιρον νὰ κάμω εἰδικὸν λόγον, ἀλλὰ τινὲς τούτων διατηροῦνται ζωηραὶ ἐν τῇ μνήμῃ πάντων ἡμῶν. Καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει, ὅτι πολλάκις τὰ Στρατοδικεῖα δεικνύονται πολὺ ἐπιεικῆ διὰ πλημμελήματά τινα. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἐπιείκεια φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκτείνηται καὶ διὰ νομοθετικῆς τροποποιήσεως καθ’ ἑκάστην καὶ νὰ νομιμοποιῆται ἡ ἀτιμωρησία, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐκείνη ἡ ποινή, ἥτις κυρίως ἐπηρεάζει τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ τὴν ὁποίαν κυρίως αἰσθάνονται καὶ φοβοῦνται, εἶναι ἡ ποινή, ἥτις στερεῖ αὐτοὺς τῆς ἀρχαιότητος, διότι, κατὰ τὸ σύστημα τὸ κακὸν τῶν ἀθρόων προβιβασμῶν, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν ἀτυχῶς ἰσχύει, ὁ ἀξιωματικὸς ὁ κατ’ ἀρχαιότητα πρῶτος καθίσταται συνεπείᾳ ἐπιβολῆς ποινῆς ἔσχατος μεγάλου ἀριθμοῦ ὁμοιοβάθμων του ἀξιωματικῶν. Ἐγώ, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν πρό τινων ἐνιαυτῶν, ἐζήτησα νὰ τεθῇ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, ἢ ἄλλῳ καταλλήλῳ νομοθετήματι, καθ’ ἣν πᾶσα θέσις ἀξιωματικοῦ, κενουμένη ἐν τῷ στρατῷ, ἔδει ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου βραχυτάτου νὰ συμπληρῶται, ὅπως μὴ μένῃ κενὴ ἐπὶ ἔτη, καὶ τοιουτοτρόπως μὴ στερῶνται πολλοὶ ἀξιωματικοὶ δι’ αὐθαιρεσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ βαθμοῦ αὑτῶν· διότι μὴ προβιβαζόμενοι ἀμέσως εἰς τὰς κενὰς θέσεις οἱ πλησιάζοντες τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἀξιωματικοί, μένουσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἐπέρχεται ὁ χρόνος τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ ἀποτάσσονται ἀδικούμενοι, παρὰ τὸ Σύνταγμα, θεσπίσαν τὸ ἀναφαίρετον τῶν βαθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐν ᾧ εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο ἤμην ἔνθερμος ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπιδιώκων τὴν ἀφομοίωσιν αὐτῶν πρὸς τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, ὧν αἱ θέσεις συμπληροῦνται ἅμα κενούμεναι, βεβαίως εἰς τὸ ζήτημα τῆς πειθαρχίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω τὰς αὐτὰς διαθέσεις ὑπὲρ κακῶς ἐννοουμένης ἐπιεικείας. Διότι, ἵνα παραπεμφθῇ ἀξιωματικὸς εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, βεβαίως θὰ ἔπραξε βαρύτατον πλημμέλημα, ἄλλως δὲν παραπέμπεται, ἀλλὰ τιμωρεῖται πειθαρχικῶς, καὶ ἂν παραπεμφθῇ, ἀθωοῦται. Ἀλλ’ ἔρχομαι ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἵνα φέρω τὴν παράκλησιν, ὅπως μὲ διαφωτίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων. Τὸ ἄρθρον 189 μεριμνᾷ μόνον περὶ τῶν ὑπὸ στρατιωτικῶν δικαστηρίων ἐκδιδομένων ἀποφάσεων· ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀποφάσεων τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελῇ αὐτάς. Σήμερον ἔχομεν σῶμα ὁλόκληρον ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον δικάζεται παρὰ πολιτικῶν δικαστηρίων, καὶ ἐγνώσθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν κατ’ αὐτῶν ἀποφάσεων βραδύνει συχνὰ καὶ ἐπὶ πολὺν χρόνον. Δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν νῦν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι βραδύνει ἐν γνώσει ἐπὶ πολὺν χρόνον τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως πολιτικοῦ δικαστηρίου. Ἀλλ’ εἷς ἕτερος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται ἐν μέλλοντι χρόνῳ νὰ βραδύνῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως πολιτικοῦ δικαστηρίου, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ νὰ γείνωσιν ἀθρόοι προβιβασμοί, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς ὁ καταδικασθεὶς παρὰ πολιτικοῦ δικαστηρίου, μὴ φυλακιζόμενος κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, θὰ δικαιοῦται, μὴ ἀπολέσας τὴν ἀρχαιότητά του, νὰ προβιβασθῇ, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί, οἱ ἐπιτελοῦντες τὸ καθῆκόν των, οἱ μένοντες ἐν τῷ στρατεύματι ἐν πειθαρχίᾳ καὶ δικαιούμενοι νὰ ζητήσωσι προτίμησιν ἀπέναντι τῶν ἐγκληματούντων συναδέλφων των. Τοῦτο ἔπραττεν ὁ σοφὸς νόμος ἀρχικῶς. Ὁ κ. Ὑπουργός, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, εἶπεν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ κ. Σταυροπούλου, ὅτι δὲν ἀποβλέπει διόλου εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀστυνόμων, ὅτι δὲν ἐπηρεάζονται οἱ ἀστυνόμοι ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης. Ἀτυχῶς ὅμως ἐπηρεάζονται, διότι καταργεῖ μὲν τὴν δευτέραν παράγραφον, ἀφίνει ὅμως τὴν παράγραφον, ἡ ὁποία λέγει: «Ἡ διάρκεια τῶν παρ’ οἱουδήποτε δικαστηρίου καταγινωσκομένων ποινῶν ἕνεκα πλημμελήματος δὲν θέλει λογίζεσθαι ὡς χρόνος ὑπηρεσίας διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, διὰ δὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐὰν ὑπερβαίνῃ αὕτη τοὺς δύο μῆνας.» Ἀλλὰ τότε σχεδὸν οὐδεὶς ἐκ τῶν κ. κ. ἀστυνόμων θὰ ὑποστῇ τὴν ποινὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κυρίως καὶ μόνον φοβεῖται, δηλ. τὴν στέρησιν τῆς ἀρχαιότητος αὑτοῦ. Ὑπέβαλον τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀφίνει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ μεριμνήσῃ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, ὅπως μὴ γίνηται αὐτὸ τὸ ἄτοπον. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δεχθῇ, ὅπως εἰς τὴν παράγραφον πρώτην τοῦ ἄρθρου 191 προστεθῇ τροπολογία, καθ’ ἣν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὰ δικαστήρια ν’ ἀποφαίνωνται καὶ περὶ τῆς ἀρχαιότητος, ὅπως ἔχουσι νῦν τὸ δικαίωμα σιωπηρῶς ἐκ τῆς διατάξεως διὰ τοὺς πλέον τῶν 2 μηνῶν καταδικαζομένους, τότε τὸ κακὸν δύναται κἄπως νὰ μετριασθῇ, διότι τὸ δικαστήριον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκδίδει τὴν ἀπόφασίν του, συγχρόνως θὰ μεριμνᾷ καὶ περὶ τῶν συνεπειῶν καὶ θ’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς διατηρήσεως τῆς ἀρχαιότητος, ὅπως σήμερον ἀποφασίζει καὶ περὶ ἀπωλείας τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.
§117ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγώ, ἂν συνηγόρησα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, συνηγόρησα ὄχι διότι τὸ νομοσχέδιον φέρεται μετ’ ἐπιεικείας πρὸς τοὺς παρεκτρεπομένους ἀξιωματικούς, ἀλλὰ διότι ἐξαλείφει τὸ μέγα ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ προηγουμένου νόμου· διότι εἶναι πράγματι παραλογισμὸς νὰ θέλητε καὶ μιᾶς ἡμέρας προφυλάκισις νὰ στερῇ τὸν ἀξιωματικὸν τῆς ἀρχαιότητος αὐτοῦ, ἐνῷ ὁ ἴδιος νόμος λέγει, ὅτι μία ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου, ἐὰν δὲν τιμωρῇ τὸν ἀξιωματικὸν μὲ φυλάκισιν πλέον τῶν δύο μηνῶν, δὲν συνεπιφέρει τὴν ἀπώλειαν τῆς ἀρχαιότητος. Διὰ νὰ ἐξαλείψῃ τὸν παραλογισμὸν αὐτὸν καὶ τὸ μέγα ἀδίκημα, ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο συνηγόρησα ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὡς πρὸς δὲ τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ζυγομαλᾶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τροπολογία, ἡ τροπολογία αὕτη ἀφίνει εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ δικαστηρίου τὴν ἀρχαιότητα τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐνῷ εἰς τὸ δικαστήριον ἐδόθη μέγα δικαίωμα, ἐδόθη τὸ δικαίωμα τῆς ποινῆς, καὶ ὁ νόμος λέγει, ὅτι, ὅταν τὸ δικαστήριον ἐπιβάλλῃ ποινὴν ἐλάσσονα τῶν δύο μηνῶν, ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἀπόλλυσι τὴν ἀρχαιότητα αὐτοῦ, ὅταν δὲ ἐπιβάλλῃ ποινὴν μείζονα τῶν δύο μηνῶν, ὁ ἀξιωματικὸς ἀπόλλυσι τὴν ἀρχαιότητα. Ἡ τροπολογία δὲν ἔχει κἀνένα σκοπόν. Τότε μόνον θὰ εἶχε σκοπόν, ἂν δὲν ἐδίδετο τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὰ δικαστήρια διὰ τοῦ ὁρισμοῦ τῆς ποινῆς. Ἀλλ’ ἂν ἐννοῇ τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, τότε τῷ ἀπαντῶ, ὅτι θὰ ἦτο μέγα ἄδικον, ἂν μιᾶς ἡμέρας φυλάκισις ἤθελεν ἐπιφέρῃ τὴν ἀπώλειαν τῆς ἀρχαιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀφιεμένου τοῦ ζητήματος τούτου εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου καὶ οὐχὶ εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος. Διατὶ θὰ ἦναι ἐν διαφόρῳ μέτρῳ ὁ ἀξιωματικός, εἰς τὴν ἀστυνομίαν μετατιθέμενος; Διότι ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐπαχθῆ αὐτὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἀηδῆ, τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν τὴν ὅλως ἀλλοτρίαν τοῦ ἰδίου αὐτοῦ ἐπαγγέλματος καὶ τὴν ἐπιβαλλομένην ἐπὶ τέλους ἄνευ τῆς θελήσεως αὐτοῦ, διὰ τοῦτο μιᾶς ἡμέρας τυχὸν φυλάκισις πρέπει νὰ συνεπάγηται καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς ἀρχαιότητος αὐτοῦ; Περὶ τούτου νομίζω ὅτι οὔτε κἂν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι εἶναι ἀδικώτατον. Ἄλλως τε δὲν δύναται νὰ ὑπάρχωσι δύο διάφορα μέτρα. Ὅταν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον εἴπητε, ὅτι ποινὴ πλέον τῶν δύο μηνῶν φέρει τὴν ἀπώλειαν, καὶ ὅταν εἴπητε ὅτι μιᾶς ἡμέρας φυλάκισις παρὰ τοῦ πολιτικοῦ δικαστηρίου φέρει τὴν ἀπώλειαν, ὅταν θέλῃ τὸ δικαστήριον, νομίζω ὅτι δὲν δύνασθε νὰ συζητήσητε οὕτως ἐπὶ βάσεων ὀρθῶν. Ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ τὰ πολιτικὰ δικαστήρια εἶναι μέγα, διότι τὸ πολιτικὸν δικαστήριον ἔχει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἂν τιμωρήσῃ τὸν ἀξιωματικὸν διὰ φυλακίσεως πλέον τῶν δύο μηνῶν καὶ τὸν κρίνῃ ἄξιον τοιαύτης ποινῆς, ὁ ἀξιωματικὸς ἀπόλλυσι τὴν ἀρχαιότητα αὐτοῦ. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι καὶ ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν δύναται νὰ σταθῇ καὶ ὅσα εἶπε περὶ τῆς τροποποιήσεως τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 191 ἐπίσης δὲν δύνανται νὰ ὦσιν ὀρθά.
§118ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀνέμενον ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ ἔλαβον ἀπάντησιν παρὰ τοῦ ἴσως τῆς πτέρυγος τῆς ἡμετέρας (γέλωτες). Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἴσως δὲν ἠθέλησε νὰ μὲ ἐννοήσῃ. Ὅτι ἀηδὲς καὶ κακὸν καὶ ἀπρεπὲς καὶ ἀσύμφορον εἰς τὸν στρατὸν εἶναι νὰ ἐργάζηται καὶ ἀσχολῆται οὗτος εἰς τὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, κατὰ τοῦτο δὲν διαφωνοῦμεν· εἴμεθα συμφωνότατοι. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι αὐτὴν ἔχει τὴν πεποίθησιν καὶ αὐτὸς καὶ τὸ ἰδιαίτερον σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὡς ἀξιωματικός, εἶναι, ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ ὡρίσθη ὡς ἀστυνόμος καὶ ὀρθῶς...
§119ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ νόμος τὸ ἐπιβάλλει.
§120ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. .. Διότι βεβαίως θὰ βλάψῃ τὸ σῶμα ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Οὐδεὶς ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ ἐτάχθη εἰς τὴν ἀστυνομίαν, διότι καὶ ἡ κρίσις τῶν κ. κ. ἀξιωματικῶν τοῦ σώματος τούτου εἶναι, ὅτι βλάπτεται ἡ πειθαρχία, βλάπτεται ἡ ποιότης τοῦ ἀξιωματικοῦ, εἰσερχομένου εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλ’ ἆρά γε τὴν αὐτὴν γνώμην δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ περὶ τοῦ σώματος τοῦ κυρίου τοῦ στρατοῦ, τοῦ πεζικοῦ; Τὸ πεζικὸν εἶναι τὸ πρώτιστον καὶ τὸ κύριον σῶμα τοῦ στρατοῦ. Καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν λοιπὸν τοῦ πεζικοῦ ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν καὶ νὰ μεριμνῶμεν, καὶ νὰ θεωρήσωμεν καὶ δι’ αὐτοὺς ἀηδὲς καὶ ἐπιβλαβὲς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀστυνόμου, καὶ ὄχι νὰ ῥίπτωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀστυνομίαν, εἰς τὸ ἀηδέστατον ἐπάγγελμα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μάνεσης, πρὸς βλάβην καὶ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ στρατοῦ ἐν γένει. Ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναι τῆς ὥρας· ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ τῶν ὑπερβασιῶν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τότε θὰ ἴδητε τίνες οἱ πονοῦντες τὸν στρατὸν καὶ τίνες οἱ ὑπονομεύοντες αὐτόν. Εἰς ὅλα τ’ ἀνωτέρω συμφωνοῦμεν μετὰ τοῦ κ. Μάνεση. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐγὼ ἀπήγγειλα παράπονον κατὰ τῆς χαλαρώσεως τῶν διατάξεων τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι γνωρίζει—διότι καὶ μελέτας εἰδικὰς ποιεῖται καὶ θὰ ποιήσηται περισσοτέρας εἰς τὸ μέλλον—ὅτι ὁ νόμος οὗτος σοφωτάτην εἶχε διάταξιν καὶ εἶχεν ἀναθέσει εἰς τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους, τά τε πολιτικὰ καὶ τὰ στρατιωτικὰ, νὰ διαθέτωσι καὶ τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν, ὅπως καὶ ἐν γένει πάσας τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς· ἂν δὲ καὶ μίαν ἢ δύο ἢ τρεῖς ἢ πέντε ἢ δέκα ἡμέρας ὁ ἀξιωματικὸς κατεδικάζετο ἐπὶ πλημμελήματι, ἐστερεῖτο τῆς ἀρχαιότητος αὑτοῦ. Ἠξεύρετε τὴν διάταξιν; Εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 191 τοῦ πρώτου νόμου, ἥτις ἐτέθη παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀρχικῶς ἐνομοθέτησαν (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάρκεια τῶν παρ’ οἱουδήποτε δικαστηρίου καταγινωσκομένων ποινῶν ἕνεκα πλημμελήματος δὲν θέλει λογίζεσθαι ὡς χρόνος στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας». Σοφωτάτη ἡ διάταξις, ἀρίστη ὑπὲρ τῆς πειθαρχίας καὶ δικαία ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐν τῷ στρατῷ ἐν πειθαρχίᾳ, ἐν νομιμότητι, ἐν ἐπιμελείᾳ καὶ πιστῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος. Ἀλλὰ συνειθίσαμεν ἀτυχῶς νὰ δεικνύμεθα ἐπιεικεῖς, δεικνύμεθα δ’ ἐπιεικεῖς καὶ ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει. Καὶ ἐν τῷ στρατῷ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπιείκεια, διότι ἡ ἐπιείκεια ἐν τῷ στρατῷ εἶναι ἀδικία κατ’ αὐτοῦ τοῦ στρατεύματος, εἶναι ἀδικία κατὰ τῶν καλῶν καὶ ὑπὲρ τῶν κακῶν, κατὰ τοιαύτης δ’ ἀδικίας, δημιουργούσης τὴν παραλυσίαν, ἐγὼ ἐνίσταμαι, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Μάνεσης, ἄν ποτε λάβῃ τὴν θέσιν, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι ἀνάξιος, θὰ ἦναι αὐστηρότατος, θὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον, καὶ θὰ ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ θὰ ἐπαναφέρῃ τὸν νόμον, ὅπως ἐψηφίσθη ἀρχικῶς. Ἀλλ’ ὑπέδειξα, ὅτι τρέχομεν ἕνα κίνδυνον, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ βλέπωμεν τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς καταδικαζομένους παρὰ τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, νὰ προβιβάζωνται, καίτοι φέροντες εἰς τὴν ῥάχιν αὐτῶν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, μίαν ἢ πλείονας, καίτοι προφυλακισθέντες ἐπὶ μῆνας πολλούς· διὰ ποῖον λόγον; διότι κατεδικάσθησαν παρὰ πολιτικοῦ δικαστηρίου. Εἰ μὲν καταδικασθῶσι παρὰ τοῦ στρατιωτικοῦ δικαστηρίου, ἀμέσως ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος θὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην καὶ θὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς εἰς τὴν φυλακὴν, εἰ δὲ καταδικασθῶσιν εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, αὐτοὶ θὰ μένωσιν ἐκτὸς φυλακῆς ἐπί τινα χρόνον, διότι δύνανται νὰ μένωσιν ἐκτὸς φυλακῆς, ὡς ἐκ τοῦ μηχανισμοῦ τῆς ἐκτελέσεως τῶν τοιούτων ἀποφάσεων· καὶ ὑπάρχουσι παραδείγματα, ὅτι ἔμειναν ἀξιωματικοὶ ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἐκτὸς φυλακῆς, καὶ δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, παρὰ μετὰ χρόνον τινά. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ, ἂν μεσολαβήσωσι προβιβασμοὶ, θὰ προβιβασθῇ ὁ φέρων τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ἀξιωματικὸς ἐπίσης, ὅπως καὶ ὁ μὴ φέρων τοιαύτην; Νομίζετε ὅτι εἶναι ὀρθὴ, ὅτι εἶναι δικαία, ὅτι καὶ συμφέρει εἰς τὸ στράτευμα ἡ προαγωγὴ τῶν καταδίκων ἀξιωματικῶν, πολλάκις κατὰ προτίμησιν τῶν ἀρίστων καὶ ἀμέμπτων ἀξιωματικῶν; Πράξατέ το· ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὸν κ. Μάνεσην μεθ’ ὑμῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, οὐδὲ συμφέρον, καὶ θὰ μετανοήσητε πικρῶς μίαν ἡμέραν διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῆς ἐπιεικείας.
§121ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μὲ ἤλεγξεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, διότι δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὴν παρατήρησίν του, ἀλλ’ ἀφῆκα τοῦτον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τριχωνίας Βουλευτήν. Τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀντικείμενον μομφῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον. Ἀφῆκα εἰς τὸν συνάδελφόν μου νὰ ἀγορεύσῃ αὐτὸς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰσήχθη οὐχὶ ἵνα ὑποστηρίξῃ ἀντικείμενα ἐναντίον τῆς πειθαρχίας, ἀλλ’ ἵνα ὑποστηρίξῃ πράξεις ὑπὲρ τῆς πειθαρχίας. Καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. ἐκ Τριχωνίας Βουλευτὴς ἀνέπτυξε τὸ θέμα, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν προτίθεμαι νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτά. Θὰ ἀπαντήσω ὅμως εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εὗρεν ὡς ἐσφαλμένον καὶ ὡς ἀντικείμενον δυνάμενον νὰ προσβάλλῃ τὴν πειθαρχίαν. Ἀκριβῶς ἡ περίπτωσις τῆς ἀπωλείας τῆς ἀρχαιότητος, προκειμένου λόγου περὶ καταδίκης, ἧς ἡ διάρκεια εἶναι ἐλάσσων τῶν δύο μηνῶν, εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει μοι σήμερον νὰ καταστήσω γνωστὸν τὸ αἴτιον τὸ προκαλέσαν τὴν τροποποίησιν τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν, ὅταν ἀξιωματικὸς κατεδικάζετο εἰς φυλάκισιν οἱανδήποτε, αὕτη δὲν ἐλογίζετο ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἀπώλεια τῆς ἀρχαιότητός του. Λόγος τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως ὑπῆρξεν ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Γινώσκετε, ὅτι τὰ πταίσματα καί τινα τῶν πλημμελημάτων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τιμωρεῖ πειθαρχικῶς, ἐπιβάλλων ποινὰς ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητός του. Ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι δίμηνος φυλάκισις. Ἠθέλησαν λοιπὸν οἱ συντάξαντες τὸν ἰσχύοντα νόμον, οἱ τροποποιήσαντες τὸ ἄρθρον 191, νὰ ἦναι σύμφωνοι πρὸς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὕτως ὥστε ὁ καταδικαζόμενος ἀξιωματικὸς εἰς ποινὴν μὴ ὑπερβαίνουσαν τοὺς δύο μῆνας νὰ μὴ ἀπολέσῃ τὴν ἀρχαιότητά του, τουτέστι νὰ ἦναι εἰς ἁρμονίαν μὲ τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν τῶν δύο μηνῶν φυλακίσεως, ἣν διοικητικῶς ἤθελεν ἐπιβάλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς πάντα ἀξιωματικόν. Αὐτοὶ εἶναι λοιπὸν οἱ λόγοι, οἱ προκαλέσαντες τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 191 ἐδαφ. αʹ. Δὲν νομίζω νὰ ἦναι προσβλητικὴ εἰς τὴν πειθαρχίαν ἡ τοιαύτη διάταξις, καθόσον ὁ ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἐτιμωρήθη μὲ ποινὴν ἐλάσσονα τῶν δύο μηνῶν, δὲν ὑπέπεσεν εἰς τοιαύτην πρᾶξιν, ὥστε νὰ στερηθῇ τῆς ἀρχαιότητός του, ἥτις εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, πολὺ βαρυτέρα ποινή, παρὰ ἡ ποινὴ τῆς στερήσεως τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν προφυλάκισιν, ἥν περιλαμβάνει τὸ ἄρθρον 189, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἦναι αὕτη δικαία, διότι προφυλάκισις ὑπερβαίνουσα τὸν μῆνα συνυπολογίζεται εἰς τὴν ποινήν, προφυλάκισις δὲ μὴ ὑπερβαίνουσα τὸν μῆνα δὲν συνυπολογίζεται. Τοῦτο ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς ἀδικήματα καὶ ἐστέρει τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὸν τὴν ποινὴν τῆς ἀπωλείας τῆς ἀρχαιότητος, ἥτις ἦτο τὸ μεγαλείτερον προσγινόμενον αὐτῷ ἀδίκημα. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἀπεδέχθη τὸ ὀρθὸν τῆς τροποποιήσεως, καὶ συμπεριελήφθη ἡ προφυλάκισις, οἱαδήποτε καὶ ἄν ᾖ αὕτη, εἰς τὴν ἐπιβαλλομένην ποινήν. Ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς προφυλακίσεως, περὶ ταύτης δὲν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής, καὶ δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις. Ἤδη πρόκειται περὶ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 191, τὸ ὁποῖον δὲν τίθεται ὑπὸ συζήτησιν, διότι τοῦτο δὲν τροποποιεῖται. Τουτέστι «ποινή, λέγει τὸ ἄρθρον 191, ἐπιβαλλομένη παρ’ οἱουδήποτε δικαστηρίου, μὴ ὑπερβαίνουσα τοὺς δύο μῆνας, λογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας». Ἀλλά, λέγει ὁ κ. συνάδελφος, διατὶ αὐτὴ ἡ ὁμοιότης; διατὶ αὐτὴ ἡ ἰσότης; ὁ ἀξιωματικὸς ὁ ὑπηρετῶν ἐν τῷ στρατῷ, καταδικαζόμενος εἰς δύο μηνῶν φυλάκισιν, δὲν πρέπει νὰ χάνῃ τὴν ἀρχαιότητά του, δι’ αὐτὸν πρέπει νὰ λογίζηται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας ἡ ποινή· ἀλλ’ ὁ αὐτὸς ἀξιωματικός, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, ὑπηρετῶν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, αἵτινες προκαλοῦσι τὴν ἐμφάνισίν του ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, δὲν πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τοῦ αὐτοῦ εὐεργετήματος· ἐκεῖ πᾶσα ποινὴ μὴ ὑπερβαίνουσα τοὺς δύο μῆνας πρέπει νὰ μὴ λογίζηται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας.
§122ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου.
§123ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν· πρέπει νὰ ἔχωμεν ἓν μέτρον δι’ ὅλους. Ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε πρὸ μικροῦ, ἕν μέτρον ἔχομεν. Τὸ δικαστήριον δικάζει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου· ἑπομένως τὸ δικαστήριον, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖ, εἴτε πολιτικόν, εἴτε στρατιωτικόν, θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Τὰ ἀποτελέσματα λοιπὸν θὰ ἦναι τὰ αὐτά.
§124ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνέμιξεν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν ἀντικείμενα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται νῦν. Ἠκούσατε τὸ ἀντικείμενον, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη, ὅτι γίνεται ἤδη εἰς τὴν πρακτικὴν διάκρισις μεταξὺ τῶν κατὰ στρατιωτικῶν ἀποφάσεων τῶν κοινῶν ποινικῶν δικαστηρίων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων, ὅτι αἱ πρῶται δὲν ἐκτελοῦνται ἀμέσως, ὅτι αἱ δεύτεραι ἐκτελοῦνται ἀμέσως. Ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι ἀκριβῆ, διότι κατὰ τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατάσσει τὴν ἐκτέλεσιν καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ ἀποφάσεων. Εἴτε τὸ κοινὸν δικαστήριον ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν, εἴτε τὸ Στρατοδικεῖον ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν, καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει διατάξει τὴν ἐκτέλεσιν. Ἄν λοιπὸν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρανομῶν, μὴ σεβόμενος τὴν ἀπόφασιν, ἀναβάλλει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς μιᾶς ἀποφάσεως, διὰ τὸν ἴδιον λόγον δύναται νὰ ἀναβάλῃ καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἄλλης. Ἑπομένως περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἔχει δύο ἄρθρα. Τὸ πρῶτον τίποτε ἄλλο δὲν κάμνει, παρὰ νὰ εἰσάγῃ εἰς τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ἤδη εἰς τὴν κοινὴν ποινικὴν νομοθεσίαν καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως πρέπει νὰ ὑπολογίζηται εἰς τὴν ἐπιβληθεῖσαν ποινήν. Ἡ ἀρχὴ αὕτη παρ’ ὅλων ἀνεγνωρίσθη, οὔτε ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐπολεμήθη. Ἑπομένως ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν νομοθεσίαν. Ἐγὼ ἀνέκαθεν ἐπέκρινα τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ μέτρου τούτου εἰς τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν. Ἐνόμισα ὅτι, ἀντὶ παραπομπῆς εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἦτο καλλίτερον νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ στρατιωτικῷ νόμῳ αὐτοτελεῖς καὶ πλήρεις διατάξεις· ἔχω δὲ καὶ λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ζητῶ αὐτὴν τὴν εἰσαγωγήν. Τοὺς ἀναφέρω, καίτοι μὴ προκειμένου πλέον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, διὰ νὰ ἦναι γνωστοὶ οἱ λόγοι οὗτοι. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ περὶ ὑπολογισμοῦ τῆς προφυλακίσεως νόμος, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1892, διακρίνει· ὑπολογίζει εἰς τὴν ποινὴν μόνον τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως, ὁ ὁποῖος παρέρχεται μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως, διότι ἔχει διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ δικαστήριον, ἐπιβάλλον τὴν ποινήν, ὑπολογίζει καὶ ἐκπίπτει ἐξ αὐτῆς τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως. Φρονῶ ὅτι καὶ ἡ μετὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν προφυλάκισις, μέχρις οὗ γείνῃ τελεσίδικος, ἀμετάκλητος ἡ ἀπόφασις, ἐν ὅσῳ δηλαδὴ προσβάλλεται διὰ τῶν ἐνδίκων μέσων τῆς ἀναθεωρήσεως ἢ καὶ τῆς ἀναιρέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ αὐτὸς ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ἔπρεπε νὰ ὑπολογίζηται εἰς τὴν ποινήν. Καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγον.
§125ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο δεκτή, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς συνήνεσε νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις ἡ ἀναγομένη εἰς τὴν χρῆσιν τῶν ἐνδίκων μέσων. Ἅμα αὕτη διαγραφῇ, καὶ παύσῃ ἀναστελλομένη ἡ λειτουργία τῆς ποινῆς διὰ τῆς χρήσεως ἐνδίκου μέσου, ἐτελείωσε· τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ὑπεστηρίξατε, ἐγένετο ἀποδεκτόν.
§126ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1892 νόμου ͵ΒΙΔʹ περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ καταγινωσκομένῃ ποινῇ ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν», λέγει τὸ ἄρθρον.
§127ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατωτέρω ὅμως;
§128ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἡ δὲ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ αὐτοῦ νόμου αἴτησις εἰσάγεται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τοῦ ἐκδόντος τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν». Λοιπὸν ἡ παραπομπὴ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι πλήρης, τελεία, ἄνευ περιορισμοῦ τινος. Κατὰ τὸ ἄρθρον λοιπὸν τοῦτο, ὅπως καὶ κατὰ τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον, ἡ προφυλάκισις ὑπολογίζεται μέχρι τοῦ χρόνου τῆς καταδίκης· ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς καταδίκης μέχρι τοῦ ἀμετακλήτου τῆς ἀποφάσεως δὲν ὑπολογίζεται, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν προέβλεψε περὶ τούτου.
§129ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀναφέρει ἀνωτέρω.
§130ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπω κατὰ τί αὐτὴ ἡ ἀπάλειψις μεταβάλλει τὸ ἄρθρον. Ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω, διότι ἐπὶ τέλους ὑπάρχουσι καὶ λόγοι ὑπὲρ τῆς πλήρους ἐξομοιώσεως μεταξὺ τῶν δύο νομοθεσιῶν. Ἓν ἄλλο παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ὁ ὑπολογισμὸς γίνεται ἐν περιπτώσει καταδίκης ἐπὶ πλημμελήματι ἢ κακουργήματι. Ἐν περιπτώσει δέ, καθ’ ἣν ἡ πρᾶξις ἡ ἀποδοθεῖσα εἰς τὸν ἀξιωματικὸν ἀναγνωρισθῇ ὡς ἁπλοῦν πταῖσμα, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν θὰ ἐπέλθῃ ὑπολογισμός. Ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς ἄδικον νὰ ὑπολογίζηται ἡ προφυλάκισις ὑπὲρ ἐκείνου, ὅστις κατεδικάσθη ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι, καὶ νὰ μὴ ὑπολογίζηται ὑπὲρ ἐκείνου, ὅστις κατεδικάσθη ἐπὶ πταίσματι. Τὸ ἄτοπον τοῦτο δὲν ἐπέρχεται εἰς τὴν κοινὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, διότι ἐν τῷ ἰσχύοντι ποινικῷ νόμῳ, πρὶν ἢ εἰσαχθῇ ὁ νόμος τοῦ 1892, ὑπῆρχε διάταξις, καθ’ ἣν ἡ προφυλάκισις ὑπολογίζεται, ὁσάκις ὁ κατηγορηθεὶς ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι κατεδικάζετο ἐπὶ πταίσματι. Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ μία αὐτοτελὴς διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ 2ον ἄρθρον, παρατηρῶ, ὅτι οὐδόλως θίγει τὸ ἄρθρον 191 ἐδάφ. αʹ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, καθ’ ὃ τότε μόνον δὲν ὑπολογίζεται εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἡ ποινή, ὅταν ὑπερβῇ τοὺς δύο μῆνας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ ἀφίνει ἄθικτον. Ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ τὸ ἐδάφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 191, τὸ προβλέπον περὶ προφυλακίσεως, καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα: πρέπει νὰ ὑπολογίζηται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἡ προφυλάκισις; Ἤκουσα δὲ ἐντίμους ἀξιωματικοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογίζηται εἰς τὸν χρόνον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἡ προφυλάκισις, διότι πολλάκις συμπίπτει, ἕνεκα ἀμελείας τῶν ἀνακριτῶν, ἕνεκα περιπλοκῶν τῆς ὑποθέσεως, νὰ παρατείνηται ἐπὶ πολὺν χρόνον ἡ προφυλάκισις καὶ ἐπὶ τέλους νὰ ἐπέρχηται μία τριῶν ἡμερῶν καταδίκη. Καὶ εἶναι ἄδικον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ χάνῃ τὴν ἀρχαιότητά του ὁ προφυλακισθείς, ἕνεκα ἀμελείας τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, ἢ ἕνεκα περιστάσεων ὅλως διόλου τυχαίων· διὰ τοῦτο ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶχον ἐκφράσει διασταγμὸν περὶ τῆς διατάξεως ταύτης εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν, ἤδη δὲν ἀντιλέγω νὰ καταργηθῇ αὕτη. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τι τὸ κωλῦον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§131ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Εἶμαι καθ’ ὅλα σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀνέπτυξεν, ὅτι καὶ κατὰ τὴν κοινὴν ποινικὴν νομοθεσίαν δέον νὰ συνυπολογίζηται ὡς χρόνος προφυλακίσεως ὁ μετὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν τοῦ δικάσαντος οὐσιαστικῶς τὴν ὑπόθεσιν δικαστηρίου μέχρις οὗ ἡ ἀπόφασις αὕτη γείνῃ τελεσίδικος, μετὰ τὴν χρῆσιν οἱωνδήποτε ἐνδίκων μέσων κατὰ τὰ νόμιμα.
§132ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντίθετα εἶπον, ἐὰν σᾶς ἐννόησα. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἐγεννήθη ἀμφισβήτησις, ἐὰν ἡ μετὰ τὴν καταδίκην προφυλάκισις ὑπολογίζηται.
§133ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Καὶ ὅτι ὑμεῖς ὑποστηρίζετε τὸ ἐναντίον.
§134ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, καθ’ ἃ ἑρμηνεύεται ὁ νόμος, δὲν ὑπολογίζεται αὐτὴ ἡ προφυλάκισις.
§135ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Καὶ ὅτι ὑμεῖς ὑποστηρίζετε τὸ ἐναντίον.
§136ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἦτο γενική, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δεκτή.
§137ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὀρθῶς· αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Ἀλλ’ ὑπεστηρίξατε μίαν θεωρίαν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή, διότι καταλήγει εἰς τὸ ἄτοπον, νὰ δύναται πᾶς καταδικασθεὶς ἀπὸ τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας νὰ κάμνῃ χρῆσιν τῶν πρὸς ἀναίρεσιν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως ἐνδίκων μέσων, χωρὶς νὰ φοβῆται ὅτι, ἐὰν ταῦτα δὲν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν δὲν ἀναγνωρισθῶσι τὰ τυπικὰ δίκαια, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν ἐνδίκων μέσων ἐπιδιώκει, θὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν θέσιν του, διότι εἰς τὴν ποινήν, ἡ ὁποία τῷ ἐπεβλήθη ἀπὸ τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας, θὰ συνυπολογισθῇ πάντοτε ὁ χρόνος, ὅστις θὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τῆς οὐσίας καὶ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τῶν δικαστηρίων τῶν τύπων. Δηλαδὴ διὰ τῆς θεωρίας σας ταύτης ὑποστηρίζετε ἁπλῆν στρεψοδικίαν.
§138ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί;
§139ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Διότι βεβαίως ὁ καταδικασθεὶς δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου εἰς πέντε μηνῶν φυλάκισιν, ἢ ὁ καταδικασθεὶς δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πταισματοδικείου, προφυλακισθεὶς ὅμως,—διότι ὑπάρχουσι καὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ὁ ἐπὶ πταίσματι κατηγορούμενος προφυλακίζεται,—θὰ κάμῃ ἀναίρεσιν κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου ἢ ἔφεσιν κατὰ τῆς τοῦ Πταισματοδικείου, ἀφοῦ θὰ διατελῇ ἐν προφυλακίσει, μηδὲν φοβούμενος περιπλέον, ἡ ἀπόφασις δὲ τοῦ Πταισματοδίκου θὰ ἐπικυρωθῇ διὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ ἐπειδὴ οὐδὲν ἔχει νὰ χάσῃ, διότι πάντοτε γνωρίζει ὅτι θὰ συνυπολογισθῇ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως, θὰ κάμῃ καὶ ἀναίρεσιν κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τοιουτοτρόπως, μέχρις οὗ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, αὐτὸς θὰ ἀποτίσῃ τὸν χρόνον τῆς ποινῆς του ἐν προφυλακίσει, ἐπερχομένης δὲ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐπικυρούσης τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πταισματοδικείου ἢ τοῦ Πλημμελειοδικείου, δὲν θὰ χάνῃ τίποτε, διότι θὰ ἔχῃ ἤδη ἀποτίσει ἐν τῷ μεταξὺ τὴν ποινήν του.
§140ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ὑπέστη ἤδη τὴν φυλάκισιν;
§141ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Μάλιστα.
§142ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θέλετε νὰ τὴν ὑποστῇ μεγαλειτέραν; (διάλογοι).
§143ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὡμίλησε περὶ τῆς κοινῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Πᾶς λοιπὸν καταδικασθεὶς ἀπὸ τὸ Κακουργιοδικεῖον δὲν ἔχει νὰ χάσῃ τίποτε, θὰ κάμῃ ἀναίρεσιν, ἀδιαφόρως τοῦ ἂν ἀποῤῥιφθῇ ἢ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀναίρεσίς του· ἐνῷ σήμερον, κατὰ τὰ κρατοῦντα, ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀναίρεσίς του, ὁ χρόνος ὁ μεταξὺ τῆς καταδίκης τοῦ Κακουργιοδικείου καὶ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν συνυπολογίζεται εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς του.
§144ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἄτοπον ἐπιζητεῖ νὰ διορθώσῃ τὸ μέτρον τοῦ συνυπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως.
§145ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τότε πρέπει νὰ κάμωμεν πολλὰ τμήματα ποινικὰ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διότι ὅλοι οἱ καταδικασθέντες θὰ κάμνωσιν ἀναιρέσεις. Ὑπάρχει τοιαύτη ποινικὴ διάταξις εἰς κἀμμίαν νομοθεσίαν;
§146ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μοὶ ὁμιλεῖτε περὶ αὐτοῦ, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἡ τροπολογία, ἣν ὑπέβαλον, εἶναι ἀντιγραφὴ ἀλλοδαπῶν διατάξεων, ἤτοι τοῦ Βελγικοῦ νόμου.
§147ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι πανταχοῦ ἰσχύει αὐτό.
§148ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Μόνον εἰς τὸ Βέλγιον ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαστηρίου μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν τύπων περιορίζεται κατὰ τὸ ἥμισυ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως (διάλογοι).
§149ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὀλίγας λέξεις ἀπαντῶ εἰς τὸν ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμον συνάδελφον. Δὲν γνωρίζω ποῦ ἀλλοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ θέσιν ἡ παρατήρησις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄτοπα τὰ γενόμενα περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, παρὰ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις παρὰ πολιτικῶν δικαστηρίων κατὰ ἀξιωματικῶν, καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν ἐβράδυνε, καὶ ἐβράδυνεν ἐπὶ πολύ. Τοῦτο ἦτο κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀναμφισβητήτως καὶ γίγνεται. Ἐὰν δὲ δι’ ἑκάστην πρᾶξιν παράνομον τοιαύτης παραλείψεως νομίζητε ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ προβαίνῃ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, ἵνα τιμωρήσῃ τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐβράδυνε τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεων καὶ κατώρθωσε τὸν προβιβασμὸν ἑνὸς ἤ τινων εὐνοουμένων καταδίκων ἀξιωματικῶν, ἀποδεικνύετε ὅτι λησμονεῖτε τὰ συμβαίνοντα ἐν παντὶ Κοινοβουλίῳ.
§150ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Φρονῶ ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς ποινῆς δὲν ἐπηρεάζει τὸν προβιβασμὸν, διότι ἅμα εἶναι πλέον τῶν δύο μηνῶν ἡ ποινὴ, ὁ ἀξιωματικὸς χάνει τὴν ἀρχαιότητά του.
§151ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ· διότι λέγετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ διάρκεια τῆς ποινῆς τῆς ἐπιβαλλομένης παρ’ οἱουδήποτε δικαστηρίου καὶ αἱ συνέπειαι αὐτῆς ἑπομένως ἄρχονται ἀφ’ ἧς ἡμέρας φυλακισθῇ ὁ ἀξιωματικός. Ἀλλὰ σεῖς δὲν φυλακίζετε τὸν ἀξιωματικὸν ἀστυνόμον, τὸν ὁποῖον κατεδίκασε τὸ πολιτικὸν δικαστήριον, παρὰ μετὰ 15 ἢ 20 ἡμέρας, ἢ μετὰ 2 καὶ 3 μῆνας καὶ πλέον ἴσως, κατὰ τὸ διάστημα δ’ αὐτὸ προβαίνετε εἰς προβιβασμοὺς, καὶ δύναται ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς νὰ προβιβασθῇ, καίτοι κατεδικάσθη εἰς τρίμηνον ἢ τετράμηνον φυλάκισιν, ἢ καὶ πλέον. Εἰς αὐτὸ πρέπει ν’ ἀποβλέψητε· εἶναι ἔλλειψις τοῦ νόμου ἀναμφισβήτητος. Ἐζήτησα ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ δοθῇ εἰς τὰ δικαστήρια τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ κρίνωσι καὶ ἀποφασίζωσι περὶ τῆς ἀρχαιότητος. Ἀφοῦ σήμερον ἔχομεν τὸ ἐξαιρετικὸν αὐτὸ, τοῦ νὰ δοθῶσιν ἐξαιρετικὰ καθήκοντα εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν, διατὶ νὰ μὴ ἔχωμεν καὶ ὅσον ἀφορᾷ ὡρισμένα παραπτώματα ἀξιωματικῶν τὸ δικαίωμα τῶν δικαστηρίων εἰς τὸ ν’ ἀποφασίζωσιν ἐξαιρετικῶς περὶ τῶν ἀστυνόμων διὰ τὴν στέρησιν ἢ μὴ τῆς ἀρχαιότητος αὐτῶν; Μήπως δὲν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ νόμον περὶ εἰδικῆς τιμωρίας αὐστηρᾶς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν παραβαινόντων τὸν ἐκλογικὸν νόμον, καὶ αἱ διατάξεις ἐκεῖναι ἀπεδείχθησαν σωτήριοι; Σήμερον οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας των, ὡς ἀστυνόμοι, περιπίπτουσιν εἰς πράξεις ἐκθέσμους καὶ βαρβάρους· διατὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ δικαστήριον νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν ποινὴν ἐκείνην, ἥτις δύναται κυρίως νὰ περιστέλλῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὰς παρεκτροπὰς, εἰς ἃς συνήθως παρεκτρέπονται ὡς ἀστυνόμοι; Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ πρέπον νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὅπως τὴν ψηφίσῃ καὶ ἡ Βουλή.
§152ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 189 δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. συνάδελφος συγχίζει τὰ πράγματα. Τὸ ἄρθρον 189 σκοπεῖ νὰ νομοθετήσῃ πότε ἄρχεται ὁ ὑπολογισμὸς τῆς ποινῆς. Λοιπὸν βεβαίως ἡ ποινὴ δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰς τὴν φυλακὴν, δὲν δύναται ν’ ἀρχίσῃ προτοῦ οὗτος εἰσέλθῃ εἰς τὴν φυλακήν. Ἡ διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐνταῦθα, ὑπῆρχεν εἰς τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας καὶ ἐκ παραδρομῆς παρελείφθη κατὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 189, τὴν γενομένην τὸ 1887. Ἤδη τὴν ἐπαναφέρομεν. (Διάλογοι).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετὰ πλέον, Κύριοι. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς γʹ συζήτησιν).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1895.
§155ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπολογισμὸν τῆς δαπάνης ἑκάστου τῶν πολεμικῶν πλοίων, τῆς ἐντὸς τοῦ ἔτους 1894 γενομένης, δηλ. δι’ ἕκαστον πλοῖον χωριστὰ πόση δαπάνη ἐγένετο καὶ διατὶ ἐγένετο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 145 καὶ 146 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§157ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλει νὰ λύσῃ μίαν ἀμφιβολίαν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τὴν πρακτικὴν, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ κοινοποιῶνται εἰς τὰ ὄργανα τὰ ἀστυνομικὰ τὰ δικόγραφα ἐπὶ πολιτικῶν δικῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ ἐπὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων τὰς ἰδίας ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουσιν ἐπὶ τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν ἀρχῶν. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τίνες οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἰσήχθη αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς κοινοποιήσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς στρατιωτικούς, τοῦ νὰ ἐπιδίδωνται τὰ δικόγραφα εἰς τὸν Φρούραρχον καὶ ἐν ἀρνήσει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ὅταν ὁ στρατιωτικὸς εὑρίσκηται ἐν ἀδείᾳ, κοινοποιοῦνται ἀπ’ εὐθείας εἰς αὐτὸν τὰ δικόγραφα· διατὶ τάχα τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἐπὶ τῶν ἐν ἀδείᾳ στρατιωτικῶν, νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τὰ ὄργανα τὰ ἀστυνομικά; διατὶ νὰ ἀκολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν ἄλλην διαδικασίαν; Ἐὰν ὑπάρχωσι λόγοι πρὸς τοῦτο, δὲν πιστεύω οἱ λόγοι αὐτοὶ νὰ ἐφαρμόζωνται ἐπὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀνθρώπων ἐκτελούντων ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἔν τινι δήμῳ· τίς ὁ λόγος νὰ μὴ κοινοποιῇ ὁ κλητὴρ εἰς αὐτοὺς, ὅπως καὶ εἰς πάντα ἄλλον; Νομίζω ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι προτιμότερον καὶ ὄχι τὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§158ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν ὅσῳ τὸ ἄρθρον 145 δὲν μεταβάλλεται κατὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις του, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσω τὸ αὐτὸ σύστημα, διότι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον προσθέτει δύο ἐδάφια εἰς τὸ ἄρθρον 145· δὲν θὰ ἦσαν λοιπὸν ἐν ἁρμονίᾳ αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου πρὸς τὰς προστιθεμένας, ἐὰν παρεδεχόμεθα τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέδειξεν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μεταβάλωμεν ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον καὶ νὰ μεταβάλωμεν σύστημα, τότε βεβαίως τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποδεικνύει καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ὑπέδειξαν, ἴσως εἶναι τὸ ὀρθότερον· ἀλλ’ ἐγὼ ἐνόμισα, ἀφοῦ δὲν ἔθετον χεῖρα ἐπὶ τῶν κειμένων, ὅτι ὤφειλον ν’ ἀκολουθήσω τὸ αὐτὸ σύστημα. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποδεικνύει, σχετικῶς πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, διότι αἱ περιφέρειαι αἱ ἀστυνομικαὶ δὲν εἶναι ἐκπεταμέναι, ὁ προϊστάμενος δὲ τῆς περιφερείας θὰ ἐγχειρίζῃ εἰς τὸν ὁπλίτην τὸ δικόγραφον τὸ ἐπιδοθὲν εἰς αὐτόν. Ἐφήρμοσα δὲ τὰς ἀρχὰς τὰς ἐν προηγουμένοις ἐδαφίοις περὶ στρατιωτικῶν καὶ εἰς τοὺς ἀστυνόμους, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ ἀστυνομίας ἡ ἀστυφυλακὴ ἀποτελεῖ σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον, οἱ ἀστυφύλακες ἔχουσι θητείαν, εἶναι δὲ καθ’ ὅλα στρατιῶται, διαφέροντες μόνον κατὰ τὸ ὄνομα· διὰ τοῦτο ἐφήρμοσα τὰς ἀρχὰς τὰς διεπούσας τὰς ἐπιδόσεις ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν. Μίαν μόνον τροποποίησιν εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐπιφέρω, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀποδεχθῇ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νομοσχεδίου, παραγράφῳ πρώτῃ, μετὰ τὰς λέξεις «ἐπ’ ἀδείᾳ» ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «ὑπαξιωματικῶν καὶ», ὡς παρέλκουσαι, ἀρκούσης τῆς λέξεως «ὁπλιτῶν».
§159ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· νομίζω μόνον, ὅτι ἦτο περιττὴ αὐτὴ ἡ πρόνοια ἡ νομοθετικὴ, διότι, ἀφοῦ, ὡς οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία καὶ ὅλα τὰ ὄργανα αὐτῆς ἐξομοιοῦνται καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τοὺς στρατιωτικούς, βεβαίως οὐδὲν δικαστήριον θέλει εὑρεθῆ, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας, ὁ ἀστυνόμος, εἶναι ὁ προϊστάμενος τῶν ὁπλιτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του; Βεβαίως εἶναι ὁ προϊστάμενος, καὶ ὡς τοιοῦτος, κατὰ τὰ στρατιωτικὰ νόμιμα, εἶναι φρούραρχος· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦναι κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας περὶ πόλεων καὶ φρουρίων, ἂς νομοθετηθῇ ἁπλῶς, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι ἔχουσι θέσιν φρουράρχου, ἀφοῦ ἄλλως, ὅπου ὑπάρχει σήμερον ἀστυνόμος, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, δὲν ἔχετε φρούραρχον στρατιωτικόν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ὅπου ὑπάρχει ἀξιωματικὸς ἀστυνόμος, οὐχὶ τῆς χωροφυλακῆς, εἰς τὴν περιφέρειαν δὲ ἐκείνην δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ποῖος δέον νὰ ἦναι φρούραρχος;
§160ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὡς φρούραρχος καθίσταται εἴς τινα πόλιν ὁ στρατιωτικὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἐπὶ κεφαλῆς στρατεύματός τινος φρουρεῖ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ· ὁ ἀστυνόμος δὲν εἶναι φρούραρχος, ἀλλ’ οὔτε καὶ ὁ ὑπαξιωματικὸς δύναται νὰ περιβληθῇ τοιαῦτα καθήκοντα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§162ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἡ παράγραφος 10 τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου δὲν σχετίζεται μὲ τὸν Εἰσαγγελέα. Τί ἔχει νὰ ὑπογράφῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὰ δικόγραφα;
§163ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὴν διάταξιν «ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως».
§164ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ λόγος, δι’ ὃν διετάχθη ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἡ εἰς τὸν Φρούραρχον ἐπίδοσις τῶν δικογράφων, εἶναι οὐσιωδέστατος, καὶ ἀπορῶ, πῶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἐξηγεῖται οὗτος· οἱ λόγοι εἶναι, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ μετακινοῦνται εἰς διάφορα μέρη, καὶ μόνον ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει ποῦ εὑρίσκονται, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ἔχουσι (κυρίως στρατιῶται καὶ ὑπαξιωματικοὶ) κατοικίας τοὺς στρατῶνας, ὅπου ἐπίδοσις εἶναι καὶ ἄτοπον καὶ δύσκολον νὰ γίνηται, ὅτι ἡ πειθαρχία ἀπαιτεῖ νὰ γνωρίζῃ ἡ ἀνωτέρα στρατιωτικὴ διοίκησις καὶ τὰς διαδικαστικὰς σχέσεις τῶν στρατιωτικῶν, καὶ πολλοὶ ἄλλοι λόγοι. Ἀλλὰ διότι τοιοῦτοί εἰσιν οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν εἰς τὸ Φρουραρχεῖον ἐπίδοσιν, νομίζω ὅτι ἐλλείπουσιν οἱ ὅροι, ὅπως καὶ ἐπὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ σώματος ἐφαρμοσθῇ ἡ ἰδία διάταξις. Μόνον ὁ ὅρος ὅτι οἱ ἀστυφύλακες κατοικοῦσιν ἐν τῷ ἀστυνομικῷ καταστήματι συμπίπτει. Οἱ ἄλλοι λόγοι δὲν συντρέχουν. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐξέφρασα τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐξευρίσκοντο ἄλλοι τρόποι ἐπιδόσεως, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν, ὅτι, ἀφοῦ αἱ ἀστυνομικαὶ περιφέρειαι εἶναι μικραὶ, ἡ ἐπίδοσις εἶναι εὔκολος. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει δίκαιον. Ὑπάρχουσι περιφέρειαι περιλαμβάνουσαι δήμους ἀπέχοντας ἀλλήλων, ὡς οἱ δῆμοι Στυμφαλίας, Φενεοῦ καὶ Σικυῶνος τῆς Κορινθίας, καὶ δυσκόλως συγκοινωνοῦσαι ἐν χειμῶνι, καὶ ὅμως τοιαῦται περιφέρειαι πολλάκις περιλαμβάνουσι καὶ τρία Εἰρηνοδικεῖα, καὶ οἱ ἀστυφύλακες θὰ συνάπτωσι συναλλαγὰς τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοδοσίας, καὶ ἡ κατ’ αὐτῶν δίκη θὰ καθίσταται δυσκολωτέρα. Δὲν ἀρνοῦμαι ἐν τούτοις, ὅτι ἡ ἐπίδοσις ἐν τῷ στρατῶνι δύναται νὰ γεννήσῃ πολλὰ ἄτοπα, μεθ’ ὅσα ἀκούομεν περὶ τῶν ἀστυφυλάκων. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ διετυποῦτο κάλλιον, καὶ νὰ ὡρίζετο ἵνα γίνηται ἡ ἐπίδοσις εἰς τὸν κατὰ χωρία ἢ κατὰ πόλεις ἢ κώμας προϊστάμενον τῆς ἀστυνομίας, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἀστυνόμον τῆς περιφερείας, ἢ νὰ γίνηται διὰ τοῦ Εἰρηνοδικείου. Ἡ τοιχοκόλλησις εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα δύναται, μετὰ τὴν παρατηρηθεῖσαν τάσιν πρὸς βιαιοπραγίας τινῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, νὰ φέρῃ καὶ κίνδυνον εἰς τὸν δικαστικὸν κλητῆρα.
§165ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νὰ γίνηται δηλαδὴ εἰς τὸν σταθμάρχην.
§166ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἅμα προστεθῇ «εἰς τὸν ἀμέσως προϊστάμενον», νομίζω ὅτι θεραπεύεται ἡ ἔλλειψις.
§167ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ μὴ γεννηθῇ ἀμφιβολία, ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀμέσως προϊστάμενοι.
§168ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ οἱ ἀστυφύλακες κατοικοῦσιν ἐπὶ πολὺ εἰς ἕνα τόπον καὶ δὲν μετατίθενται ὑπὸ τοῦ κατὰ τόπους ἀστυνόμου, συνάπτουσι δὲ, ὡς εἶπον, σχέσεις ἀστικὰς, φρονῶ ὅτι ἐκλείπει ὁ λόγος τῆς εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς περιφερείας ἐπιδόσεως, καὶ δικαιολογεῖται ἡ εἰς τὸν κατὰ τόπους προϊστάμενον κοινοποίησις. Ὑποβάλλω τὴν γνώμην μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσωμεν περαιτέρω, διότι ἐπὶ τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων νομίζω ὅτι θὰ γείνῃ συζήτησις· ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ κάμω συζήτησιν. Ἄλλως τε εἶναι καὶ ἡ ὥρα ἐννάτη.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 10′ μ. μ.